Κένιγκσταϊν. Σνάιντχαϊν

Save this PDF as:
 WORD  PNG  TXT  JPG

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Κένιγκσταϊν. Σνάιντχαϊν"

Transcript

1

2 προς Λίμπουργκ B προς Ίντσταϊν Γκλασχίτεν Έπσταϊν Σλόσμπορν Ο παλιός μύλος Ρούπερτσχαϊν A Φίσμπαχ Κέλκχαϊμ Χόφχαϊμ Φέλντμπεργκ ΤΑΟΥΝΟΥΣ Κένιγκσταϊν Κτήμα Μπόντενσταϊν Οικογενειακό νεκροταφείο Άσυλο ανιάτων Δειλινό Ξενώνας των δασόφιλων Σνάιντχαϊν Ζωολογικός κήπος της Opel προς Μπαντ Χόμπουργκ Κρόνμπεργκ Νόιενχαϊν Μπαντ Zόντεν Σβάλμπαχ Έσμπορν Λίντερμπαχ Ζούλτσμπαχ Το κτήμα με τις σημύδες Αλτκένιγκ A Δ Κέντρο Μάιν-Τάουνους Φρανκφούρτη-Χεχστ N ΣΑΝΟΦΙ προς Φρανκφούρτη Α Βαλάου προς Βισμπάντεν Χάτερσχαϊμ Μάιν Κέλστερμπαχ Φλέρσχαϊμ 0 1 χλμ.

3 Πύργος Άτσελμπεργκ Πάρκινγκ στο Λάντσγκραμπεν προς Κένιγκσταϊν προς Σλόσμπορν Β Επενχάινερ Στράσε Αρτοποιείο Ποκόρνι Οικία Λέσινγκ Οικία Ράιχενμπαχ Πράσινο δάσος Σόνια Σρεκ Πυροσβεστική Σχολείο Οικία Έλερς Πρεσβυτέριο Μαγικό βουνό Οδός Αμ Ρόζενβαλντ προς Έπενχαϊν Εκκλησία Παιδικός σταθμός Κρεοπωλείο Χάρτμαν Φίσμπαχ Ρόσερτ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΙΝ ΝΤΕΝ ΕΡΛΕΝ Ρόμπερτ-Κοχ-Στράσε Οικία Μπόντενσταϊν Σιδηρουργείο Χέρολντ Οδός Ρόζενβεγκ 0 Ρούπερτσχαϊν Βιζενστράσε μ. Κτηνιατρική κλινική ίππων Ίνκα Χάνσεν Σενβιζενχάλε Σταθμός βιολογικού καθαρισμού προς Ιππικό Όμιλο Οδός Αμ Σπόρτπλατς Οδός Αμ Στάινμπρουχ Παλιό λατομείο Νεκροταφείο Δ Καλύβα Λέο Κέλερ προς κτήμα Μπόντενσταϊν Ν Σύλλογος Αντισφαίρισης Γήπεδο Ρούπερτσχαϊν Α Οδός Χόλβεγκ Στ ράσε Επενχάινερ Οδός Όμπερ ντεν Μπίρκεν Ρόμπερτ-Κοχ-Στράσε

4

5 Η απώθηση είναι η πιο θανατηφόρα μορφή άρνησης. C. Northcote Parkinson Το βιβλίο αυτό είναι μυθιστόρημα. Όλα τα γεγονότα που περιγράφονται είναι φανταστικά και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Παρόλο που το Ρούπερτσχαϊν είναι υπαρκτή περιοχή, οποιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα είναι τελείως συμπτωματική και ουδόλως σκόπιμη.

6

7 1 0 1 Πρόσωπα που εμφανίζονται στο βιβλίο Οι σχολικοί φίλοι του Όλιβερ φον Μπόντενσταϊν με αλφαβητική σειρά: Ραλφ Έλερς, επιχειρηματίας και μπον βιβέρ Γιάκομπ Έλερς, ο αδερφός του Πατρίτσια Έλερς, το γένος Κρολ, η σύζυγός του Βίλαντ Καπτάινα, δασάρχης Ρόνια Καπτάινα, η κόρη του Κλάους Κρολ, τοπικός αστυνομικός, αδερφός της Ρόζμαρι Χέρολντ και της Πατρίτσια Έλερς Δρ Πέτερ Λέσινγκ, τραπεζικός επενδυτής Χενριέτε Λέσινγκ, η σύζυγός του Ελίας Λέσινγκ, ο γιος του Λετίτσια Λέσινγκ, η κόρη του Κόνσταντιν Ποκόρνι, αρτοποιός Σίλβια Ποκόρνι, η σύζυγός του Ρόμαν Ράιχενμπαχ, υδραυλικός Σιμόνε Ράιχενμπαχ, το γένος Ολενσλέγκερ, η σύζυγός του Παουλίνε Ράιχενμπαχ, η κόρη τους Δρ Ίνκα Χάνζεν, κτηνίατρος Αντρέας Χάρτμαν, κρεοπώλης Φραντσίσκα Χάρτμαν, η αδερφή του Ελίζαμπετ Χάρτμαν, η μητέρα του

8 1 0 1 Έντγκαρ Χέρολντ, σιδεράς Κόνι Χέρολντ, η σύζυγός του Ρόζμαρι Χέρολντ, το γένος Κρολ, η μητέρα του Κλέμενς Χέρολντ, ο αδερφός του Σόνια Σρεκ, το γένος Χέρολντ, αδερφή του Έντγκαρ Ντέτλεφ Σρεκ, ο σύζυγος της Σόνια Άλλα πρόσωπα: Άνταλμπερτ Μάουρερ, συνταξιούχος ιερέας Ιρένε Φέτερ, η αδερφή του Λέοναρντ Κέλερ, δημοτικός υπάλληλος Ανεμαρί Κέλερ, η μητέρα του Φελίτσιτας Μόλιν, η αδερφή της μισθώτριας του ξενώνα των δασόφιλων Δρ Ρενάτε Μπάζεντοβ, ιατρός στο Ρούπερτσχαϊν Μπένεντικτ Ρατ, αστυνόμος Β εν αποστρατεία Βαλεντίνα Μπεργιάκοφ Κλάουντια Έλερχορστ, η καλύτερή της φίλη Εστεφανία Ουγκονέλι Το Κ: Όλιβερ φον Μπόντενσταϊν, αστυνόμος Α, Κ Πία Ζάντερ, πρώην Κίρχοφ, αστυνόμος Β, Κ Νίκολα Ένγκελ, διευθύντρια της Αστυνομικής Υποδιεύθυνσης του Χόφχαϊμ Κάι Όστερμαν, υπαστυνόμος, Κ Κάτριν Φάχινγκερ, υπαστυνόμος, Κ Ταρίκ Ομάρι, ανθυπαστυνόμος, Κ Τζεμ Αλτουνάι, αστυνόμος, Κ Κρίστιαν Κρέγκερ, αστυνόμος, Υπηρεσία Σήμανσης Καθηγητής Δρ Χένινγκ Κίρχοφ, διευθυντής του Ιατροδικαστικού Ινστιτούτου της Φρανκφούρτης Δρ Φρέντερικ Λέμερ, ιατροδικαστής

9 1 0 1 Τζιάνι Λομπάρντι, ειδικός ανακριτής της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Δρ Κιμ Φράιταγκ, εγκληματολόγος ψυχίατρος, η αδερφή της Πία Μέρλε Γκρούμπαχ, υπεύθυνη προστασίας θυμάτων της Αστυνομικής Υποδιεύθυνσης του Χόφχαϊμ Στέφαν Σμικάλα, υπεύθυνος Τύπου της Αστυνομικής Υποδιεύθυνσης του Χόφχαϊμ Εμφανίζονται ακόμη οι: Καρολίνε Άλμπρεχτ Δρ Κρίστοφ Ζάντερ Σοφία φον Μπόντενσταϊν Γκαμπριέλα φον Ρότκιρχ Κόμης Χάινριχ φον Μπόντενσταϊν Κόμισσα Λεονόρα φον Μπόντενσταϊν Κουέντιν φον Μπόντενσταϊν Λόρεντς φον Μπόντενσταϊν Τόρντις φον Μπόντενσταϊν, το γένος Χάνζεν

10

11 1 0 1 Πρόλογος 1 Αυγούστου Δεν θέλω να το κάνω. Όμως πρέπει. Δεν έχω άλλη επιλογή. Δεν θα μου τα καταστρέψει όλα αυτός. Γιατί αυτό θα συμβεί, και μάλιστα σύντομα. Όλο και σε κάποιον θα πει αυτά που είπε και σε μένα. Ίσως τα πει και στην αστυνομία, που ψάχνει ακόμη το προσφυγόπουλο από τη Ρωσία και έχει ανακρίνει όλο το χωριό. Θα τον πιστέψουν, όπως τον πίστεψα κι εγώ. Όλοι θα το μάθουν. Θα κάνουν τάχα πως έχουν σοκαριστεί, πως λυπούνται, μα πίσω από την πλάτη μου θα γελάνε μαζί μου, επειδή είμαι αφελής. Θα με κουτσομπολεύουν και θα σωπαίνουν μόλις εμφανίζομαι μπροστά τους. Δεν μπορώ να μείνω με σταυρωμένα χέρια. Όλο το βράδυ έσπαζα το κεφάλι μου και τελικά κατέστρωσα ένα σχέδιο. Με διευκολύνει αφάνταστα που όλοι με θεωρούν λίγο χαζή. Κανείς δεν θα πιστέψει ότι είμαι ικανή να κάνω κάτι τέτοιο. Όχι εγώ. Διασχίζω τρέχοντας τους οπωρώνες, παρόλο που η απόσταση είναι αρκετά μεγάλη. Αν στο διάβα μου πετύχω κανέναν, θα πω πως ήθελα να μαζέψω λίγα μήλα. Ο ήλιος κρέμεται σαν θαμπός δίσκος στον ουρανό. Κάνει τόση ζέστη, που τα μπούτια μου κολλάνε μεταξύ τους καθώς τρέχω. Δεν κουνιέται φύλλο. Πάνε μέρες τώρα που δεν έχει πέσει σταγόνα βροχής, μα σήμερα ο καιρός το πάει για καταιγίδα. Τα χελιδόνια πετούν πολύ χαμηλά και η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρικά φορτισμένη.

12 1 0 1 Έφτασα επιτέλους στο δάσος. Οι σκιές των δέντρων δεν χαρίζουν ούτε στάλα δροσιάς. Επικρατεί μια αφύσικη ησυχία. Θαρρείς και το δάσος κρατάει την αναπνοή του. Ίσως και να υποψιάζεται τι πάω να κάνω. Ανάμεσα στις ψηλές ερυθρελάτες ξεπροβάλλει η καλύβα του. Μονάχος του την έχτισε, και συχνά τον βοηθούσα κι εγώ. Ξέρω κάθε της γωνία μακάρι να μην είχαν έρθει έτσι τα πράματα, σκέφτομαι μερικές φορές. Πολύ θα ήθελα να γυρίσω πίσω, μα δεν μπορώ. Πρέπει να το κάνω, αλλιώς θα μου καταστρέψει την ευκαιρία να ξεφύγω επιτέλους απ την οικογένειά μου. Σαν μαύρο γυαλί λαμπυρίζει στον ήλιο η επιφάνεια της λιμνούλας που σκάψαμε μαζί πέρσι το καλοκαίρι και ρίξαμε μέσα γυρίνους. Η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει, τη στιγμή που χτυπάω την πόρτα της καλύβας. Για μερικά δευτερόλεπτα, ελπίζω και συνάμα φοβάμαι ότι δεν είναι μέσα. Όμως, ύστερα από λίγο, η πόρτα ανοίγει. Φοράει μόνο ένα τζιν παντελόνι, από τη μέση και πάνω είναι γυμνός και τα μαλλιά του είναι ακόμη βρεγμένα. Το βλέμμα του πέφτει φευγαλέα στο πρόσωπό μου, ενώ στα χείλη του ίσα που διαγράφεται ένα μουδιασμένο χαμόγελο. Δεν με περίμενε. Φυσικά και δεν με περίμενε. Έπειτα απ όλα όσα του είπα προχθές. «Επ, τι όμορφη έκπληξη!» λέει, και τα μάτια του λάμπουν. «Μισό λεπτό να βάλω κάτι πάνω μου.» Είναι τόσο κύριος! Κι όμως τον μισώ, γιατί θέλει να με κρατήσει εδώ με το ζόρι, σε αυτή τη ζωή που εγώ δεν τη θέλω πια. Φοράει μια κοντομάνικη μπλούζα. «Θέλεις να περάσεις μέσα;» ρωτάει. Είναι λίγο διστακτικός. «Ναι, φυσικά. Αν μ αφήσεις να μπω» Χαμογελάω αν και πολύ θα ήθελα να το βάλω στα πόδια. Ανακατεύομαι. Η καλύβα δεν είναι παρά ένα μονόχωρο κτίσμα. Μαζεύει μερικά ρούχα και τα πετάει σε μια καρέκλα. Το μάτι μου πέφτει στο τακτοποιημένο ντιβάνι. «Έλα, κάθισε.» Είναι αναστατωμένος, πιστεύει κι ελπίζει ότι έχω έρθει για να του πω πως τα σκέφτηκα όλα και αποφά-

13 1 0 1 σισα να γυρίσω κοντά του. Παρά όσα έχουν συμβεί. «Θέλεις να πιεις κάτι; Έχω κόκα κόλα.» «Όχι, ευχαριστώ», αποκρίνομαι. «Είσαι είσαι πολύ όμορφη», ψελλίζει αμήχανος. «Αυτό το φόρεμα σου πηγαίνει πάρα πολύ.» «Ευχαριστώ.» Πρέπει να βιαστώ. Να μη με πετύχουν εδώ τα παιδιά. Κολλάω πάνω του. Μοσχοβολάει αφρόλουτρο και σαμπουάν. Κλείνω τα μάτια να μη με πάρουν τα δάκρυα. Αχ, μακάρι να υπήρχε άλλη λύση! «Συγγνώμη που σου μίλησα έτσι», μουρμουρίζω. «Κι εγώ σου ζητάω συγγνώμη για τις απειλές που ξεστόμισα.» Μιλάει δίπλα στο αυτί μου. «Όμως έπρεπε να σου το πω. Στο κάτω κάτω ήταν ο» «Μη! Σε παρακαλώ! Ξέρω ότι έχεις καλή πρόθεση.» Δεν θα επιτρέψω όμως να καταστρέψεις την ευτυχία μου, σκέφτομαι. Ούτε εσύ ούτε κανένας άλλος. Για πρώτη φορά στη ζωή μου μου δίνεται μια πραγματική ευκαιρία. Η ανάσα του μου χαϊδεύει το πρόσωπο, αγγίζω το πιγούνι του, τον λαιμό του. Όλα πάνω του είναι τόσο οικεία. Φύγε! ακούω μια φωνή να ουρλιάζει μέσα μου. Φύγε και άσ τον ήσυχο! Σφίγγω τα δόντια για να μην κλάψω. Είναι ανυποψίαστος. «Αχ, σ έχω επιθυμήσει τόσο πολύ.» Τα χείλη του ακουμπούν απαλά και τρυφερά στα μαλλιά μου. Τώρα, σκέφτομαι. Συγχώρεσέ με, Θεέ μου! Δεν καταλαβαίνει τι του συμβαίνει. Μένει να με κοιτάζει με ένα βλέμμα γεμάτο δυσπιστία. Έπειτα από λίγο, όλα έχουν τελειώσει. Πέντε λεπτά αργότερα, αναπνέω τον ζεστό αέρα και τη μυρωδιά της ρητίνης, του καλοκαιριού και της ερυθρελάτης. Τα γόνατά μου τρέμουν. Δεν το ήθελα. Όμως έπρεπε. Δεν μας άφησε άλλη επιλογή.

14 1 0 1 Τρίτη, Οκτωβρίου 1 «Ευχαριστώ που με πήρες μαζί σου.» «Παρακαλώ.» Ο άνδρας κούνησε αδιάφορα το κεφάλι, ά- ναψε αμέσως το φλας για να μπει πάλι στον αυτοκινητόδρομο και έστρεψε το βλέμμα του στον εξωτερικό καθρέφτη. «Τσάο!» «Τσάο!» Κατέβηκε από το φορτηγάκι, μάζεψε το σακίδιό του, που το είχε αφήσει ανάμεσα στα πόδια του, και έδωσε μια στην πόρτα να κλείσει. Ήταν τυχερός που ο τύπος σταμάτησε και τον πήρε. Διότι ο ανήφορος από το Κένιγκσταϊν μέχρι την κορυφή του Μπίλταλ ήταν μεγάλος, κι εκείνος ήθελε να φτάσει στο τροχόσπιτο προτού βραδιάσει. Δύσκολα θα σταματούσε κάποιος που ταξίδευε από τη Φρανκφούρτη προς το Χιντερτάουνους για να πάρει μαζί του έναν τύπο που κάνει οτοστόπ, πόσο μάλλον αν είναι μακρυμάλλης και μοιάζει με αλήτη. Ούτε ο πατέρας του θα το έκανε ποτέ. Το φορτηγάκι μπήκε στον αυτοκινητόδρομο, και αυτός περίμενε στην άκρη του δρόμου, μέχρι να καταφέρει επιτέλους να περάσει απέναντι. Από το σημείο εκείνο είχε να διανύσει ακόμη περίπου ενάμισι χιλιόμετρο με τα πόδια, ώσπου να φτάσει στον προορισμό του στο κάμπινγκ του ξενώνα των δασόφιλων. Τρεις μήνες τώρα στο κατάστημα κράτησης νέων ονειρευόταν κάθε βράδυ το δάσος. Ονειρευόταν τα δέντρα που ορθώνονταν μέχρι τον ουρανό, τη μυρωδιά της βρεγμένης γης, τους ήχους του δάσους και το ημίφως. Αγαπούσε το δάσος από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Η αδερφή του ανέκαθεν παρέλυε από τον φόβο, σε εκεί-

15 1 0 1 νον όμως άρεσε να τον περικυκλώνουν τα δέντρα. Μονάχα τότε αισθανόταν ασφαλής. Θα έπρεπε ίσως να γίνει δασοφύλακας ή δασεργάτης, έστω για ένα διάστημα, μέχρι να πάρει τελικά το απολυτήριο του λυκείου. Γιατί αυτό σκόπευε να κάνει. Στην αριστερή πλευρά της Σοτερστράσε μπορούσε να δει κανείς αμέτρητες μικρές λίμνες, που ανήκαν στον Σύλλογο Ε- ρασιτεχνών Αλιέων. Ανάμεσα στις ερυθρελάτες και στα έλατα, έστεκαν αραιά και πού φυλλοβόλα δέντρα ντυμένα στα χρώματα του φθινοπώρου. Μόλις άκουσε ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει, κρύφτηκε πίσω από τον κορμό μιας τεράστιας οξιάς. Κανένας δεν έπρεπε να τον δει. Με το πέρασμα του χρόνου είχε μάθει πώς να γίνεται αόρατος. Έπεφτε κιόλας το σούρουπο, όταν κατάφερε επιτέλους να φτάσει στο μεγάλο ξέφωτο. Για να μην αναγκαστεί να περάσει μπροστά από την ταβέρνα, έ- κοψε δρόμο μέσα από τους θάμνους, λύγισε προς το έδαφος το σκουριασμένο συρματόπλεγμα που περιέφραζε το κάμπινγκ και, σκαρφαλώνοντας από πάνω, πέρασε στην άλλη πλευρά. Έπειτα κάθισε κάτω από ένα δέντρο και περίμενε. Από αυτό το σημείο είχε απεριόριστη θέα στο κάμπινγκ με τα τροχόσπιτα, που σχημάτιζαν έναν μεγάλο κύκλο γύρω από το ξέφωτο, στις παρυφές του δάσους. Τα περισσότερα έστεκαν εκεί αμετακίνητα για χρόνια. Οι ιδιοκτήτες πήγαιναν το καλοκαίρι ή τα Σαββατοκύριακα. Υπήρχαν όμως και κάποια, που ήταν εύκολο να καταλάβεις πως είχαν μείνει καιρό σε αχρησία. Σε ένα από αυτά σκόπευε να μείνει τις επόμενες μέρες, μέχρι να ξεπεράσει τη φάση της απεξάρτησης. Σήμερα ήταν η τέταρτη μέρα στο νέο του ημερολόγιο. Τέσσερις μέρες χωρίς ναρκωτικά. Αυτές οι πρώτες μέρες της απεξάρτησης χωρίς υποκατάστατα είναι οι χειρότερες. Το ήξερε, δεν ήταν η πρώτη του προσπάθεια. Στη φυλακή έζησε το ί- διο σκηνικό, αλλά δεν πέρασε μία εβδομάδα και ξανακύλησε. Αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένος. Ήθελε να απελευθερωθεί από το διαρκές κυνήγι της δόσης, που στοίχειωνε όλη του τη

16 1 0 1 ζωή. Οριστικά. Το είχε υποσχεθεί στη Νίκε. Και στο παιδί του, που σε λίγες βδομάδες θα ερχόταν στον κόσμο. Ένα αγοράκι, η Νίκε τού το έδειξε στο υπερηχογράφημα. Και μετά του ζήτησε, όσο δεν είναι καθαρός, να μην ξανάρθει. Του μιλούσε κλαίγοντας, κι έκλαιγε κι εκείνος. Από εκείνη τη στιγμή, έβαλε στόχο να τα καταφέρει. Το παιδί του έπρεπε να έχει πατέρα, έναν άξιο πατέρα. Όχι ένα πρεζόνι, που το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν η επόμενη δόση. Δεν ήθελε ο γιος του να ντρέπεται γι αυτόν. Πάνω από όλα όμως, ήθελε να γίνει καλύτερος πατέρας από τον δικό του. Τις πρώτες τρεις ημέρες, τις πιο επώδυνες, τις πέρασε σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στο Μπόκενχαϊμ. Κυλιόταν βογκώντας από τη μια πλευρά στην άλλη. Ο κρύος ιδρώτας του βρομοκοπούσε από το δηλητήριο που εξουσίαζε τόσο απόλυτα το σώμα και την ψυχή του. Όλο το δωμάτιο μύριζε δηλητήριο, εμετό και κάτουρο. Μπορεί αυτό ακριβώς να είχε ανάγκη. Αυτή την αίσθηση πως έπιασε πάτο, πως ήταν ένα ελεεινό σκουπίδι. Περίμενε μέχρι να βραδιάσει για τα καλά και να σβήσουν τα φώτα στο σπίτι δίπλα στην ταβέρνα. Το σκοτάδι είχε α- πλωθεί παντού, μονάχα σε ένα τροχόσπιτο υπήρχε φως, κι αυτό ήταν στην απέναντι πλευρά του ξέφωτου. Επέλεξε να μείνει στο τροχόσπιτο που βρισκόταν στην άκρη του κάμπινγκ. Τα σάπια ξύλινα σκαλοπάτια της βεράντας που το περιστοίχιζε έτριζαν κάτω από τα πόδια του. Η κλειδαριά στην πόρτα ήταν της πλάκας. Ούτε λεπτό δεν χρειάστηκε για να την παραβιάσει. Μέσα ο χώρος μύριζε κλεισούρα και μούχλα, αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε. Με τον αναπτήρα φώτισε το εσωτερικό τού τροχόσπιτου, που ήταν εξαιρετικά ευρύχωρο. Φυσικά η επίπλωση θύμιζε την κακόγουστη δεκαετία του πενήντα. Υπήρχε όμως ένα κρεβάτι με μαξιλάρι και κουβέρτες και μια χημική τουαλέτα. Χάρηκε που στον πάγκο της κουζίνας βρήκε αρκετές εξάδες εμφιαλωμένο νερό και στο κρεμαστό ντουλάπι κονσέρβες με ραβιόλια και τόνο και βαζάκια με κομπόστες φρούτων. Μάλι-

17 1 0 1 στα, στο σβηστό ψυγείο με τη μισάνοιχτη πόρτα ανακάλυψε και έξι κουτάκια μπίρα. Σε αυτό το μέρος θα μπορούσε να α- ντέξει για λίγο καιρό. Πέταξε το σακίδιό του στον γωνιακό πάγκο, έβγαλε τα παπούτσια και έπεσε στο κρεβάτι. Δύο, τρεις μέρες ακόμα, και μετά θα μπορούσε να πει στη Νίκε ότι είναι καθαρός. «Θα δεις, Νίκε», μουρμούρισε. «Όλα θα πάνε καλά.» Λίγα λεπτά αργότερα κοιμόταν βαθιά.

18 1 0 1 Πέμπτη, Οκτωβρίου 1 Η έκρηξη ταρακούνησε συθέμελα το παλιό ξύλινο κτίσμα. Τα τζάμια έτριξαν, ενώ την ίδια στιγμή έξω στον διάδρομο άρχισαν να γαβγίζουν τα σκυλιά. Η Φελίτσιτας Μόλιν ξύπνησε τρομαγμένη από τον βαθύ της ύπνο, η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και για μια στιγμή δεν ήξερε πού βρισκόταν. Μια κοκκινωπή αχτίδα φωτός τρύπωσε από τις κουρτίνες που κυμάτισαν στο ρεύμα του αέρα. Μέσα στη θολούρα της διέκρινε την ψηφιακή ένδειξη του DVD-Player κάτω από την τηλεόραση. :. Μόλις εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε πως δεν βρισκόταν στο άνετο και ασφαλές διαμέρισμά της στο Φρίντριχσντορφ, αλλά στο σπίτι της αδερφής της. Μες στο δάσος, ολομόναχη, χιλιόμετρα μακριά από το πιο κοντινό κατοικημένο σημείο. Τέντωσε το χέρι της. Δεν υπήρχε καμία οικεία παρουσία δίπλα της, παρά μονάχα η πλάτη του καναπέ. Εδώ και εννέα μήνες, δύο εβδομάδες και τρεις μέρες, έπρεπε κάθε φορά που ξυπνούσε να υπενθυμίζει στον εαυτό της ότι και ο δεύτερος σύζυγός της είχε φύγει πια από τη ζωή της, και μάλιστα με τον πιο πρόστυχο τρόπο. Για την ακρίβεια, δεν έφυγε απλώς, αλλά την απάτησε, την ταπείνωσε και την εγκατέλειψε, αφού πρώτα της έφαγε όλες της τις οικονομίες και σαν να μην έ- φτανε αυτό, της άφησε και ένα βουνό χρέη, που τώρα ήταν αναγκασμένη να ξεπληρώσει. Όλο και πιο συχνά έφερνε στον νου της τον πρώτο της σύζυγο, με τον οποίο ήταν παντρεμένη είκοσι πέντε χρόνια, προτού τον παρατήσει για αυτό το μού-

19 1 0 1 τρο με το αφοσιωμένο κουταβίσιο βλέμμα και το ομολογουμένως καυτό κορμί. Ακόμα δεν είχε καταλάβει τι συνέβη. Όλη της η ζωή καταστράφηκε. Επειδή δεν είχε πού να μείνει, στο τέλος μετακόμισε στο σπίτι της Μάνου και του Γενς, σε αυτή την ε- λεεινή, παλιά παράγκα, που φαίνεται πως είχε τη δική της ζωή. Τα μπαλκόνια έτριζαν, ο άνεμος μούγκριζε ανατριχιαστικά στις καμινάδες, και μέσα από τους τοίχους θα ορκιζόταν πως άκουγε όλη την ώρα γρήγορα βηματάκια από μικρά ζώα. Οι νύχτες ήταν ακόμη πιο φρικτές. Η Φελίτσιτας πολύ θα ήθελε να τραβήξει την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι της, να αγνοήσει τον κρότο και το περίεργο φως και να συνεχίσει τον ύπνο της. Τα σκυλιά όμως γάβγιζαν σαν δαιμονισμένα. «Τι διάολο συμβαίνει;» Πάνω που κατάφερε να ανασηκωθεί, βούλιαξε πάλι στον καναπέ και ξανακοιμήθηκε. Το κεφάλι της βούιζε, το δωμάτιο γύριζε μπροστά στα μάτια της και η γλώσσα της ήταν πρησμένη και ξερή. Ένα μπουκάλι Ντόρνφελντερ και πέντε ποτήρια ουίσκι με κόλα ήταν μάλλον πολλά, όμως χωρίς αυτή τη θολούρα που της προκαλούσε το αλκοόλ, το προηγούμενο βράδυ θα είχε μάλλον πεθάνει από τον φόβο. Με κόπο στάθηκε στα πόδια της και σύρθηκε μέχρι το παράθυρο. Τράβηξε την κουρτίνα στο πλάι και το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ήταν ένα διάχυτο φως εκεί όπου ήταν το κάμπινγκ. Χωρίς τους φακούς επαφής δεν έβλεπε τίποτα, ήταν σαν τον τυφλοπόντικα. Στο χολ, πάνω στο ράφι, ήταν τα κιάλια του γαμπρού της, του Γενς, που αρεσκόταν να παρακολουθεί το καλοκαίρι τα νεαρά κορίτσια με το μπικίνι τους. Η Φελίτσιτας προχώρησε ψηλαφιστά προς τα εκεί. Τα σκυλιά δεν γάβγιζαν πλέον, μόνο στέκονταν γρυλίζοντας μπροστά στην ε- ξώπορτα. Ξαφνικά ένα δυνατό φως γλίστρησε στους τοίχους. Ακούστηκε ήχος μηχανής! Για μια στιγμή η Φελίτσιτας παρέλυσε από τον φόβο της, συνήλθε όμως πάλι όταν άκουσε το αυτοκίνητο να απομακρύνεται. Δεν ήταν διαρρήκτης που ήθελε να τη σκοτώσει, αλλά κάποιος που έτυχε τέτοια ώρα να πε-

20