1. Έννοιες μιας μετάβασης

Save this PDF as:
 WORD  PNG  TXT  JPG

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "1. Έννοιες μιας μετάβασης"

Transcript

1 1 της Χριστίνας Γιαννούλη "Reden wir eine Zeitlang nicht mehr vom Volk. Reden wir von der Bevolkerung". B. Brecht 2 1. Έννοιες μιας μετάβασης Η έννοια της "Ευρώπης των Πολιτών" μπορεί να θεωρηθεί ως μια μεταβατική έννοια.3 Αρχικά από θετική άποψη: η Ευρώπη των Πολιτών αποτελεί μια ισχυρή πολιτική και κοινωνική διεκδίκηση -με την έννοια μιας συγκεκριμένης ουτοπίας ή ενός προγράμματος χειραφέτησηςπου (εξακολουθεί να) υπόσχεται τη μετάβαση σε μια ιδανική κοινωνία. Είναι όμως μεταβατική έννοια και από αρνητική άποψη, στο βαθμό που δηλώνει τη μετάβαση σε έναν νομικό συμβιβασμό. Συχνά δε χρησιμοποιείται απλώς "διακοσμητικά" στα πλαίσια ιδεολογικών προσπαθειών νομιμοποίησης του υπάρχοντος. Τα όρια ανάμεσα στις διάφορες επικλήσεις της "Ευρώπης των Πολιτών" είναι ρευστά, ιδίως στον επίσημο λόγο για την Ευρώπη (Γιαννούλη/Δημούλης 1993). Στη διάσταση του χώρου, η Ευρώπη των Πολιτών είναι επίσης μεταβατική έννοια διότι υπόσχεται το "άνοιγμα των συνόρων" σε ένα "χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα", στον οποίο θα διασφαλίζεται η ελευθερία κίνησης και η ίση μεταχείριση των πολιτών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξαλείφονται οι συνοριακοί έλεγχοι, οι συνοριακές διαβάσεις, οι διακρίσεις, οι περιορισμοί και οι αποκλεισμοί: απλώς μετατίθενται.4 Αλλά και στη διάσταση του χρόνου η Ευρώπη των Πολιτών αποτελεί μεταβατική έννοια: στα πλαίσια της διαδικασίας ενοποίησης της ΕΚ άρχισε να χρησιμοποιείται από το 1974 όλο και πιο συχνά και να διατυπώνεται ως πολιτικός στόχος, εξέλιξη που ανακόπηκε το 1992 με την υπογραφή της συνθήκης του Maastricht5. Πλέον δεν γίνεται λόγος για Ευρώπη των Πολιτών, αλλά για την "ιθαγένεια της Ένωσης" (άρθρο 8 Συνθήκης ΕΚ), η οποία έχει βεβαίως το πλεονέκτημα της νομικής δεσμευτικότητας. Με τη θέσπισή της στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα τα επιμέρους δικαιώματα του πολίτη που συνδέονται με αυτή εντάχθηκαν στο πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο, δηλ. έγιναν νομικά δεσμευτικά με δικαστικές εγγυήσεις: το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να ελέγξει την τήρησή τους. Πρόκειται για οιονεί συνταγματικά δικαιώματα, τα οποία θα πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικά6. Παράλληλα όμως η ιθαγένεια της Ένωσης χάραξε με σαφώς περιοριστικό τρόπο τα όρια της Ευρώπης των Πολιτών και μείωσε δραστικά την πληθώρα των υποσχέσεών της. 2. Νομικά τείχη του ευρωπαϊκού φρουρίου Παρά τα βήματα προόδου που σημειώθηκαν στο σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΚ/ΕΕ (Baratta/Γιαννούλη 1997, 25 επ.), ο ευρωπαϊκός νομικός λόγος εξακολουθεί να σημαδεύεται από αντιφάσεις, παράδοξα και αμφισημίες. Θα παρουσιάσουμε εδώ δύο νομικά παράδοξα, τα οποία απέκτησαν οξυμένη μορφή μετά τη θέσπιση της ιθαγένειας της Ένωσης. Σελίδα 1 / 10

2 2.1. Είναι όλοι οι Ιταλοί ευρωπαίοι πολίτες; Η ιθαγένεια της Ένωσης συνδέεται με την ιθαγένεια ενός κράτους μέλους και διαμεσολαβείται υποχρεωτικά από αυτή (άρθρο 8 ΣυνθΕΚ). Τα εθνικά κράτη που διαμαρτύρονται για την εξασθένιση της κυριαρχίας τους ζήτησαν να τονισθεί ιδιαίτερα το σημείο αυτό: το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν επιτρέπεται να αναμιγνύεται σε ζητήματα του δικαίου της ιθαγένειας των (εθνικών) κρατών: το δίκαιο της ιθαγένειας παραμένει αποκλειστικό πεδίο απόφασης του κάθε κράτους μέλους. Έτσι δεν επιδιώκεται -τουλάχιστον προς το παρόν- η εναρμόνιση των κρατικών νομοθεσιών για την ιθαγένεια σε ευρωπαϊκό επίπεδο (Closa 1995, 509 επ., Sauerwald 1996, 87 επ., 120 επ., 156 επ.). Η ιθαγένεια/υπηκοότητα αποτελεί νομική κατασκευή που θέτει προβλήματα τόσο στο εθνικό όσο και στο διεθνές δίκαιο. Τώρα πλέον κατέστη πρόβλημα και στο πεδίο του κοινοτικού δικαίου. Και αυτό διότι η πραγματικότητα δημιουργεί καταστάσεις που δεν "υπάγονται" στο άρθρο 8 ΣυνθΕΚ, κάτι που έγινε σαφές με την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της στην υπόθεση Micheletti (D'Oliveira 1993, Ruzie 1993, Zimmermann 1995, 65/6, Hall 1996, 133 επ., Γιαννούλη 1996, 368 επ.). Αυτή η υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα για τις συγκρούσεις αρμοδιοτήτων μεταξύ ΕΚ και εθνικών κρατών, για την προβληματική σχέση μεταξύ (εθνικής) υπηκοότητας, ιδιότητας του πολίτη και ιθαγένειας της Ένωσης, αλλά και γενικότερα για τις πρακτικές αποκλεισμού στη σημερινή Ευρώπη (Balibar 1993 και 1994, Preuss/Everson 1996, Wiener 1996, Menegazzi Munari 1996, 21 επ.). Ο Micheletti είχε διπλή ιθαγένεια: γεννημένος στην Αργεντινή από Ιταλούς γονείς απέκτησε "αυτόματα" τόσο την αργεντινική όσο και την ιταλική υπηκοότητα. Μετά από μακρόχρονη παραμονή στην Αργεντινή μετέβη στην Ισπανία με σκοπό να εγκατασταθεί και να εργασθεί ως οδοντίατρος. Αιτήθηκε άδειας εγκατάστασης και εργασίας επικαλούμενος τα σχετικά δικαιώματα που του παρείχε η ΣυνθΕΚ στην Ισπανία λόγω της ιταλικής του ιθαγένειας. Το ισπανικό κράτος δεν αναγνώρισε την ιταλική ιθαγένειά του, θεωρώντας τον Αργεντινό υπήκοο, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του από τα δικαιώματα της ιθαγένειας της Ένωσης. Νομική βάση αυτής της απόφασης ήταν μια ρύθμιση του ισπανικού Αστικού Κώδικα που περιλαμβάνεται στο δίκαιο πολλών κρατών7 και ανάγεται στη θεωρία της "ενεργού" ή "αποτελεσματικής" ιθαγένειας (effective nationality). Σύμφωνα με αυτή, σε περίπτωση πολλαπλής αλλοδαπής ιθαγένειας αναγνωρίζεται ως βαρύνουσα ή ενεργός εκείνη που θεμελιώνεται σε έναν genuine link, σε έναν "αυθεντικό", πραγματικό δεσμό με το κράτος ιθαγένειας (π.χ. μόνιμη εγκατάσταση -Mansel 1988, 85 επ., 125 επ.). Η τελευταία μόνιμη κατοικία του Micheletti βρισκόταν στην Αργεντινή, με αποτέλεσμα οι ισπανικές αρχές να τον αντιμετωπίσουν ως Αργεντινό και όχι ως (Ιταλό) πολίτη της Ένωσης. Την υπόθεση έκρινε το ΔΕΚ -στα πλαίσια της διαδικασίας προδικαστικής απόφασης του άρθρου 177 ΣυνθΕΚ-, το οποίο συνεπώς δεν απέφυγε την ανάμιξη σε ζητήματα δικαίου ιθαγενείας. Σελίδα 2 / 10

3 Αποφάνθηκε ότι το δίκαιο της ιθαγένειας είναι μεν ενδοκρατική υπόθεση, αλλά θα πρέπει να ρυθμίζεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη το κοινοτικό δίκαιο: έτσι κανένα κράτος μέλος δεν έχει δικαίωμα με βάση την -ούτως ή άλλως αμφισβητούμενη- θεωρία της αποτελεσματικής ιθαγένειας να θέτει υπό αμφισβήτηση την ιθαγένεια ενός άλλου κράτους μέλους. Οι νομικές αντιπαραθέσεις, τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα που προβλήθηκαν για το ζήτημα στο πεδίο έντασης εθνικού, διεθνούς και υπερεθνικού (κοινοτικού) δικαίου είναι ενδιαφέροντα όσο και περίπλοκα (Zimmermann 1995, 54 επ., Sauerwald 1996, 94 επ., Hall 1996, 129 επ.)8. Θα περιοριστούμε εδώ σε μια κριτική παρατήρηση για την επίκληση της αρχής της "αποτελεσματικότητας" από πλευράς του εθνικού κράτους: η αποτελεσματικότητα συνδέεται με την επιδίωξη περιορισμού της πολλαπλής ιθαγένειας -που θεωρείται συχνά νομική ανωμαλία- με σκοπό την αναγνώριση μόνον μιας, της "αποτελεσματικής" ιθαγένειας. Πρόκειται δηλαδή για ένα είδος "φίλτρου" που έχει λειτουργία αποκλεισμού (π.χ. Mansel 1988, 159, 174 επ., 497, Ruzie 1993, 107 επ.). Στην προκείμενη περίπτωση το κριτήριο της αποτελεσματικότητας βάσει του τόπου εγκατάστασης χρησιμοποιήθηκε στην Ισπανία για να αντιμετωπισθεί ο Ιταλός Micheletti ως "εξωκοινοτικός" αλλοδαπός. Ο παραλογισμός της νομικής κατασκευής γίνεται οξύτερος αν ληφθεί υπόψη ότι το κριτήριο της εγκατάστασης συνιστά στην πραγματικότητα μια δημοκρατική διεκδίκηση ένταξης των αλλαδαπών κατοίκων, π.χ. της αναγνώρισης πολιτικών δικαιωμάτων σε όλους τους μετανάστες σε μια χώρα ή της διευκόλυνσής τους στην απόκτηση της ιθαγένειας του κράτους κατοικίας τους, επειδή έχει δημιουργηθεί ένας πραγματικός-"αποτελεσματικός" δεσμός με αυτό. Ακριβώς λόγω αυτής της δημοκρατικής λειτουργίας ένταξης, η κυρίαρχη νομική ιδεολογία και θεωρία δεν αποδέχεται την αρχή του αποτελεσματικού δεσμού9. Είναι λοιπόν αφενός παράδοξο και αφετέρου απόλύτως σύμφωνο με την αμφίσημη λογική του δικαίου το ότι το επιχείρημα του πραγματικού-αποτελεσματικού δεσμού χρησιμοποιήθηκε στην προκείμενη υπόθεση για τον αποκλεισμό ενός υπηκόου κράτους μέλους της Ένωσης από τα δικαιώματα της ιθαγένειας της Ένωσης. 2. Οι "τοπικές υποθέσεις" αφορούν εξίσου όλους τους κατοίκους ενός τόπου; Αυτό μας οδηγεί άμεσα στο επόμενο παράδοξο: στην παροχή στους πολίτες της Ένωσης του εκλογικού δικαιώματος στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του κράτους διαμονής (άρθρο 8 Β ΣυνθΕΚ). Πρόκειται για την κατοχύρωση ενός πολιτικού δικαιώματος που θεωρείται ότι αποτελεί τον "πυρήνα" της ιθαγένειας της Ένωσης. Το σκεπτικό απόδοσης "ευρω-ενωσιακού" χαρακτήρα στην ψήφο των δημοτικών εκλογών δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της τοπικής αυτοδιοίκησης ως διαχείρισης των τοπικών υποθέσεων 10 ή φορέα έκφρασης τοπικών συμφερόντων. "Φυσικός διαχειριστής της 'τοπικής υπόθεσης' είναι αυτός που έχει μόνιμο δεσμό με τον συγκεκριμένο χώρο, δηλαδή ο κάτοικος, ο Σελίδα 3 / 10

4 λεγόμενος δημότης" (Τσάτσος 1993, 399). Φορείς λοιπόν των τοπικών "κοινών συμφερόντων" είναι οι κάτοικοι συγκεκριμένης εδαφικής περιοχής, του δήμου ή της κοινότητας. Άλλωστε, από τότε που διατυπώθηκε για πρώτη φορά, το αίτημα για ψήφο των αλλοδαπών μεταναστών στις τοπικές εκλογές έχει συνδεθεί με το κριτήριο του τόπου διαμονής, βάσει του σκεπτικού ότι η εκπροσώπηση σε ζητήματα που αφορούν μια συγκεκριμένη περιοχή αποτελεί δικαίωμα όλων των κατοίκων της, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.11 Δεν υπάρχει κανένα λογικό, κοινωνικό, πολιτικό ή συνταγματικό επιχείρημα που να δικαιολογεί τον αποκλεισμό των μεταναστών από "τρίτες χώρες". Το δικαίωμα ψήφου στις τοπικές εκλογές που αποτελούσε παλιότερα αποκλειστικό δικαίωμα όσων είχαν την ιθαγένεια μιας χώρας και θα έπρεπε να μετατραπεί σε γενικό δικαίωμα των μελών κάθε τοπικής κοινότητας -κάτι που εναρμονίζεται με το κριτήριο της εντοπιότητας, την αρχή της ισότητας και το αίτημα ουσιαστικοποίησης της δημοκρατίαςδιαμορφώθηκε σε "ιδιαίτερο" δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης μέσω ενός απρόσμενου όσο και αντιδημοκρατικού συνδυασμού των κριτηρίων της ιθαγένειας και του τόπου κατοικίας. Έχουμε εδώ την έκφραση ενός διευρυμένου "ευρωπαϊκού" εθνικισμού, ο οποίος δεν αμφισβητεί τον εθνοκρατικό χαρακτήρα του δικαιώματος συμμετοχής στις τοπικές εκλογές, αλλά απλώς τον "εξευρωπαϊζει".12 Βέβαια από θεωρητική-νομική άποψη τίποτε δεν εμποδίζει το κάθε κράτος μέλος να επεκτείνει με νόμο ή με συνταγματική αναθεώρηση το δικαίωμα συμμετοχής στις τοπικές εκλογές σε όλους τους "εξωκοινοτικούς" αλλοδαπούς που διαμένουν (και συνήθως εργάζονται) στο έδαφός του, όπως ήδη συμβαίνει στη Σουηδία, τη Δανία και την Ολλανδία, ενώ υπάρχουν σκέψεις -επιλεκτικής- διεύρυνσης των φορέων του δικαιώματος αυτού και στην Ιταλία. Αυτό άλλωστε θα εναρμονιζόταν με τη σχετική Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης που -δύο μέρες πριν από την ψήφιση της Συνθήκης του Μάαστριχτ!- κάλεσε όλα τα μέλη του οργανισμού να λάβουν μέτρα για την πολιτική ένταξη των αλλοδαπών σε τοπικό επίπεδο (π.χ. D'Oliveira 1993-a, 101, Silvestro 1994, 72). Ωστόσο είναι πολύ πιθανό ότι η νομική παγίωση της ιθαγένειας της Ένωσης, η οποία οδήγησε σε αναθεώρηση του Συντάγματος πολλών χωρών μελών προκειμένου να επιτραπεί η συμμετοχή των πολιτών της Ένωσης στις τοπικές εκλογές,13 θα λειτουργήσει ανασταλτικά και θα χρησιμοποιηθεί σε αρκετά κράτη μέλη ως επιχείρημα "αντισυνταγματικότητας" κατά της περαιτέρω διεύρυνσης του δικαιώματος αυτού προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας των αλλοδαπών, που για άλλη μια φορά έμεινε χωρίς αυτό το ελάχιστο δικαίωμα. 3. Προϋποθέσεις μιας μετάβασης (ή μιας τομής) Σελίδα 4 / 10

5 Τι σημαίνουν αυτά για το πρόγραμμα δημοκρατίας και χειραφέτησης στην Ευρώπη, τι σημαίνουν για την ουτοπία της "Ευρώπης των Πολιτών"; Είδαμε ότι η ιθαγένεια της Ένωσης παρέχει στους φορείς της ένα κοινό status αποκλείοντας τους "εξωκοινοτικούς" αλλοδαπούς14 και αναπαράγει σε ευρωπαϊκό επίπεδο ορισμένα αμφίσημα στοιχεία του εθνικού κράτους. Με τη νομική κατασκευή της ιθαγένειας της Ένωσης θεσμοποιήθηκε μια τυπική και στατική θεώρηση, η οποία δεν συμβάλλει στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του εθνικισμού και του ρατσισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Βέβαια από έναν θεσμό δεν μπορούμε να αναμένουμε επίλυση κοινωνικών προβλημάτων που συνδέονται με την κρατική πολιτική και έχουν άμεση σύνδεση με ταξικές αντιπαραθέσεις. Ωστόσο είναι βέβαιο ότι αν τα εκατομμύρια Τούρκων στη Γερμανία και Αφρικανών στη Γαλλία και οι εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανών στην Ελλάδα αποκτούσαν το -έστω και συμβολικό- status του ευρωπαίου πολίτη στα πλαίσια μιας ριζικής δημοκρατικοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο θεσμικός ρατσισμός εις βάρος τους και οι βίαιες "ιδιωτικές" εκδηλώσεις του θα περιορίζονταν με άμεσο και δραστικό τρόπο.15 Ο επίσημος κοινοτικός λόγος έλαβε υπόψη τις διεκδικήσεις της Ευρώπης των Πολιτών και τις ενσωμάτωσε με μερικό/αντιφατικό τρόπο εξουδετερώνοντας σε μεγάλο βαθμό τη χειραφετητική προοπτική της έννοιας. Αν δούμε αυτή την εξέλιξη από κριτική-απαισιόδοξη άποψη πρέπει να πούμε ότι ήταν αναμενόμενη. Διότι για την ουτοπία της Ευρώπης των Πολιτών ισχύει ότι και για όλες τις άλλες ουτοπίες: τοποθετούνται στο "άλλο άκρο της αρχής, την οποία αναζητά η επιστημονική σκέψη"16 και παραπέμπουν σε ιδανικά. Ωστόσο η μετάβαση/το πέρασμα σε έναν ιδανικό κόσμο δεν μπορεί να υπάρξει " πραγματικά "... Σε τελική ανάλυση τα ιδανικά που φανταζόμαστε συνήθως αναπαράγουν το υπάρχον. Αυτό σημαίνει εν προκειμένω ότι η ιθαγένεια της Ένωσης -όπως παγιώθηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτδεν στοιχειοθετεί μια τομή/ρήξη, αλλά καταγράφει νομικά μια συνέχεια, υποδεικνύει και προδιαγράφει το δρόμο που ακολουθεί η ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι τα "αδύναμα" ενοποιητικά αποτελέσματα της ιθαγένειας της Ένωσης υποτάσσονται στην "ισχυρή" λειτουργία αποκλεισμού που αναπτύσσει. Ετσι π.χ. μαθαίνουμε από επίσημο ενημερωτικό φυλλάδιο με τίτλο "Η Ευρωπαϊκή Ένωση-Τι σημαίνει για μένα;": "Θα πρέπει να θεσπιστούν κοινοί έλεγχοι μετανάστευσης, θεωρήσεων και ασύλου, έτσι ώστε τα εσωτερικά σύνορα να μπορούν πραγματικά να διασχίζονται χωρίς διαβατήριο"!17 Δεν υπάρχει λοιπόν πρακτική δυνατότητα μετάβασης προς την Ευρώπη των Πολιτών; Πιστεύουμε ότι μπορεί να υπάρξει, αν αντιληφθούμε την ουτοπία της Ευρώπης των Πολιτών ως "μεροληπτικό"-στρατευμένο τρόπου ομιλίας18, που αγωνίζεται για τα δικαιώματα των πολιτών θέτοντας ταυτόχρονα υπό κριτική τις εκάστοτε νομικές παγιώσεις τους. Επιμένουμε λοιπόν να μιλάμε για Ευρώπη των πολιτών σε πληθυντικό αριθμό, κάτι που δεν παρατηρείται Σελίδα 5 / 10

6 στη χρήση αυτής της ιδέας στο οργανωτικό σχήμα του συνταγματισμού, η οποία και καθορίζει τον ατομοκεντρικό χαρακτήρα της. Ο συνταγματισμός δεν αναφέρεται στους πολίτες και την ενεργό συμμετοχή τους σε ποικίλης κλίμακας μονάδες συνεργασίας, αλλά στον πολίτη, ο οποίος ασκεί μεμονωμένα τα "θεμελιώδη δικαιώματα" που του παρέχονται. Αυτή η εξατομίκευση -χαρακτηριστική της κατασκευής των "υποκειμένων" στον αστικό συνταγματισμό- υπονομεύει την προοπτική της Ευρώπης των πολιτών, δηλ. τις πιθανότητες αυτοκαθορισμού τους και πρόσδωσης νέων ουσιαστικών διαστάσεων στην άσκηση των δικαιωμάτων. Σκοπός μας δεν πρέπει να είναι να "συγκρίνουμε" την ιθαγένεια της Ένωσης με την ιθαγένεια του εθνικού κράτους ούτε να αρχίσουν ατέρμονες συζητήσεις για το πώς θα πρέπει να διαμορφωθεί η "αυθεντική" ευρωπαϊκή πολιτική ιδιότητα.19 Εξίσου άγονη φαίνεται η συζήτηση για το εάν υπάρχει "ευρωπαϊκός λαός" και η αντιπαράθεση γύρω από τη μορφή ενός "ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού κράτους".20 Η πραγματικότητα των πολλαπλών μεταναστεύσεων προς τα ευρωπαϊκά κράτη δεν πρέπει πλέον να αμφισβητείται με σχέδια "αντιστροφής του ρεύματος", καταστολής της μετανάστευσης ή έστω με τη θεσμική αγνόησή της. Η διευκόλυνση των μεταναστών στην απόκτηση πολλαπλής ιθαγένειας αποτελεί ένα μικρό βήμα σε προοδευτική κατεύθυνση (Marx 1997). Αλλά και εδώ δεν επιτρέπεται να αρκεστούμε στη μεταρρύθμιση ενός νομικού θεσμού. Η σύνδεση ορισμένων ατόμων με συγκεκριμένους τόπους και προβλήματα πρέπει να είναι καθοριστική για την αναγνώριση ουσιαστικών δικαιωμάτων συμμετοχής τους στις αποφάσεις (Wiener 1997, 510/1). Κάθε πολιτική έχει τη γλώσσα της. Ας πάψουμε λοιπόν να μιλάμε για το λαό (το κράτος), ας μιλήσουμε για τον πληθυσμό (τους κατοίκους). Ας μη μιλάμε για τους πολίτες της Ένωσης, αλλά για τους πολίτες στην Ευρώπη. Ας αφήσουμε το δίκαιο της "ιθαγένειας", και ας μιλήσουμε για το δικαίωμα όλων των συμ-πολιτών σε ίσα δικαιώματα. Μιλάμε για την Ευρώπη των πολιτών και τα μεταβατικά σημεία της... ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκδ.) (1996), Η Ευρωπαϊκή Ένωση - Τι σημαίνει για μένα;, Λουξεμβούργο Γιαννούλη Χρ. (1996), "Ο Ευρωπαίος πολίτης. Διαστάσεις της 'ευρωπαϊκής ιθαγένειας' και εμβέλεια της Ευρώπης των Πολιτών", Το Σύνταγμα, τ. 2, 347 επ. Γιαννούλη Χρ./Δημούλης Δ. (1993), "Η 'Ευρώπη των πολιτών'. Από την εννοιολογική ασάφεια στις πολιτικές αντιφάσεις", Διαλεκτική, τ. 8, 81 επ. Δημούλης Δ. (1995), "Ο Καρλ Σμιττ, τα έθνη, οι πόλεμοι και οι 'απούσες τάξεις'", Θέσεις, τ. 50, 39 επ. Κατσούλης Δ. (1993), Η ανεκπλήρωτη αυτοδιοίκηση, Αθήνα Baratta A./Γιαννούλη Χ. (1997), "Από το δίκαιο της Ευρώπης στην Ευρώπη των δικαιωμάτων", Θέσεις, τ. 60, 19 επ. Σελίδα 6 / 10

7 Παπαδημητρίου Γ. (1993), Η τοπική αυτοδιοίκηση στη σύγχρονη δημοκρατία, Αθήνα Τσάτσος Δ. (1993), Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Β, Αθήνα Balibar E. (1993), "L'Europe des citoyens", in: O. Le Cour Grandmaison/C. Wihtol de Wenden (εκδ.), Les etrangers dans la cite, Paris, 192 επ. Balibar E. (1994), "Une citoyennete europeenne est-elle possible?", in: B. Theret (εκδ.), L'Εtat, la finance et le social. Souverainete nationale et construction europeenne, Paris Battis U./Tsatsos D./Stephanou D. (1995), Europaische Integration und nationales Verfassungsrecht, Baden-Baden Closa C. (1995), "Citizenship of the Union and Nationality of Member States", Common Market Law Review, 487 επ. D'Oliveira H.U.J. (1993), "Case C-369, M.V. Micheletti and others v. Delegacion del Gobierno en Cantabria, Judgment of 7 July 1992", Common Market Law Review, 623 επ. D'Oliveira H.U.J. (1993-α), "European Citizenship: Its Meaning, its Potential", in: J. Monar/W. Ungerer/W. Wessels (εκδ.), The Maastricht Treaty on European Union, Brussels, 81 επ. Giannoulis Ch. (1992), Die Idee des "Europa der Burger" und ihre Bedeutung fur den Grundrechtsschutz, Saarbrucken Grimm D. (1995), "Braucht Europa eine Verfassung?", Juristen- Zeitung, 581 επ. Habermas J. (1996), "Braucht Europa eine Verfassung? Eine Bemerkung zu Dieter Grimm", in: του ίδιου, Die Einbeziehung des Anderen. Studien zur politischen Theorie, Frankfurt/M., 185 επ. Hall S. (1996), "Loss of Union Citizenship in Breach of Fundamental Rights", European Law Review, 129 επ. Hobsbawm E. (1994), "Citoyennete europeenne et citoyennete nationale. Une solution de continuite (Contrepoint)", in: B. Theret (εκδ.), L'Εtat, la finance et le social. Souverainete nationale et construction europeenne, Paris Mansel H.-P. (1988), Personalstatut, Staatsangehorigkeit und Effektivitat, Munchen Marias E. (εκδ., 1994), European Citizenship, Maastricht Marx R. (1997), "Reform des Staatsangehorigkeitsrechts: Mythische oder rechtlich begrundete Σελίδα 7 / 10

8 Hindernisse?", Zeitschrift fur Auslanderrecht und Auslanderpolitik, 67 επ. Menegazzi Munari F. (1996), Cittadinanza europea: Una promessa da mantenere, Torino Messner C. (1997), Das Subjekt als Horizont. Zur Reprasentation von Individuum und Gesellschaft im philosophischen Diskurs, (διδ. διατριβή), Saarbrucken Pastore M. (1993), "Frontiere, conflitti, identita. A proposito di libera circolazione e nuove forme di controllo sociale in Europa", Dei delitti e delle pene, 19 επ. Pollmann C. (1993), "Unification des territoires et citoyennete par la residence: le recours collectif au droit comme strategie", in: A. Marchand (εκδ.), Le travail social a l'epreuve de l'europe, Paris 221 επ. Preuss U.K./Everson M. (1996), "Konzeptionen von 'Burgerschaft' in Europa", Prokla, τ. 105, 543 επ. Ruzie D. (1993), "Nationalite, effectivite et droit communautaire", Revue generale de droit international public, 107 επ. Sauerwald C. (1996), Die Unionsburgerschaft und das Staatsangehorigkeitsrecht in den Mitgliedstaaten der Europaischen Union, Frankfurt/M. Sepi M. (1997), La cittadinanza europea (χειρογρ.) Silvestro M. (1994), "Droit de vote et d'eligibilite aux elections municipales et au Parlement europeen", in: Marias (εκδ., 1994) Wiener A. (1996), "(Staats)Burgerschaft ohne Staat. Ortsbezogene Partizipationsmuster am Beispiel der Europaischen Union", Prokla 105, 497 επ. Zimmermann A. (1995), "Europaisches Gemeinschaftsrecht und Staatsangehorigkeitsrecht der Mitgliedstaaten unter besonderer Berucksichtigung der Probleme mehrfacher Staatsangehorigkeit", Europarecht, 54 επ. 1. Εισήγηση στο συνέδριο: "Immaginare l'europa: una nuova cittadinanza", Ρώμη, 5-7 Μαίου 1997 (διοργάνωση: Πανεπιστήμιο Urbino, Δήμος Ρώμης, Istituto italiano per gli studi Filosofici, Ufficio per l'italia Unione Europea και Ιδρυμα Friedrich-Ebert, στα πλαίσια του θεματικού δικτύου Socrates "Immaginare l'europa" -συντονιστής: Giorgio Baratta). 2. "Ας πάψουμε για ένα διάστημα να μιλάμε για το λαό. Ας μιλήσουμε για τον πληθυσμό". Gesprache mit jungen Intellektuellen, Werke, Bd. 23, Berlin/Frankfurt 1993, 101. Σελίδα 8 / 10

9 3. Για το πώς μπορούμε να "σκεφθούμε" τη μετάβαση βλ. Messner (1997, 119 επ., με αναφορά στις απαντήσεις του Καντ, σ. 178, σημ. 282). 4. Για την πολυσημία και την πολλαπλότητα των (ορατών και αόρατων) συνόρων στο Φρούριο Ευρώπη, βλ. Pastore (1993, 19 επ.), Baratta/Γιαννούλη (1997, 19 επ., 34 επ.), Wiener (1996, 504/5). 5. Για τα διάφορα στάδια εξέλιξης βλ. Giannoulis (1992). 6. D'Oliveira (1993-α), Marias (1994), Menegazzi Munari (1996, 161 επ.), Sauerwald (1996, 54 επ.), Sepi (1997), Γιαννούλη (1996, 23 επ.). 7. Μεταξύ άλλων και στον ελληνικό Αστικό Κώδικα (άρθρο 31). 8. Η απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση Micheletti είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα για τα περιθώρια δράσης που το ρευστό νομικό καθεστώς της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχει σε άτομα και σε ενώσεις πολιτών προκειμένου να αποκτήσουν ως "πολίτες της Ένωσης" ορισμένα αμφισβητούμενα δικαιώματα καθώς και να επηρεάσουν την εξέλιξη του δικαίου σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Βλ. σχετικά Pollmann (1993) και Menegazzi Munari (1996, 80 επ., 83): "(...) εξετάζοντας τα πλαίσια δράσης που παρέχονται στα φυσικά πρόσωπα, σε κοινοτικό επίπεδο, προκειμένου να διαμορφώσουν, να τροποποιήσουν ή να καταργήσουν κανόνες δικαίου κατανοούμε καλύτερα ότι η δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο [των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων] είναι μια από τις πιο σημαντικές αποδείξεις της 'κοινοτικής ενεργητικής νομιμοποίησής' τους". 9. Τη σχετική συζήτηση στη Γερμανία συνοψίζει με κριτικό τρόπο ο Marx (1997). Βλ. επίσης Γιαννούλη (1996, 374 επ.) 10. Για τον ορισμό της "τοπικής υπόθεσης" βλ. Τσάτσο (1993, 405 επ.), Παπαδημητρίου (1993, 20 επ.), Κατσούλη (1993, 56 επ., 66 επ.). 11. Βλ. την ανάλυση και τη βιβλιογραφία σε Giannoulis (1992, 105 επ.), D'Oliveira (1993-a, 101 επ.). 12. Για τις μορφές του "ευρωπαϊκού εθνικισμού" βλ. Balibar (1994, 551/2). 13. Για τα συνταγματικά ζητήματα σε κάθε κράτος μέλος βλ. Battis/Tsatsos/Stephanou (εκδ., 1995), Γιαννούλη (1996, 354 επ.) 14. Το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο όρισε την ιθαγένεια της Ένωσης ως "μεγάλης διάρκειας νομικό δεσμό μεταξύ των υπηκόοων των κρατών μελών" (BVerfGE 89, 155, 184). 15. Βλ. και Δημούλη (1995, 51 επ.). 16. Messner (1997, 130). Αυτό σημαίνει και ότι μπορεί διαβάσει κανείς αντίστροφα τη φράση του Αλτουσέρ "το τέλος της ιστορίας είναι ήδη εγγεγραμμένο στις απαρχές" (αναφέρεται στο ίδιο, 133): η απαρχή της ιστορίας είναι εγγεγραμμένη στο τέλος... Για τη σχέση προβολής μεταξύ των γενεαλογικών αφηγήσεων (φυσική κατάσταση, κοινωνικό συμβόλαιο) και των ουτοπικών αφηγήσεων (π.χ. "μυθιστορήματα του κράτους") καθώς και για τις επιπτώσεις της στην πολιτική θεωρία και τη νομική σκέψη βλ. στο ίδιο, 130 επ., 149 επ. 17. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκδ.) (1996, 7 -δική μου υπογράμμιση). Όποιος εντυπωσιαστεί από τον παραλογισμό του επιχειρήματος κινδυνεύει να μην παρατηρήσει τη λειτουργία της λέξης "πραγματικά". Για το κεντρικό φιλοσοφικό ζήτημα της "πραγματικότητας του πραγματικού" και για τη "στάση που αρνείται να θεωρήσει την πραγματικότητα που ξεσπάει πάνω μας ως 'την' πραγματικότητα", βλ. Σελίδα 9 / 10

10 Messner (1997, 22, 35, 127). 18. Η ουτοπική αφήγηση διαθέτει ένα διαφωτιστικό, απελευθερωτικό δυναμικό επειδή αφενός "δείχνει", "κάνει λόγο" για το ότι δεν υπάρχει μετάβαση/πέρασμα σε έναν ιδανικό κόσμο και αφετέρου "καθιστά εμφανείς τους τρόπους λειτουργίας της απώθησης" (Messner, 1997, 130, 149, 154). 19. "Το σημαντικό δεν είναι ούτε να προτείνουμε μια αναδιαμόρφωση της ταύτισης πολιτική ιδιότητα = εθνικότητα ή να τη μεταφέρουμε σε υπερεθνικό επίπεδο ούτε αντιθέτως να διακηρύξουμε ότι είναι ξεπερασμένη, αλλά να διαλύσουμε την επιβλητική προφάνειά της, να την εμφανίσουμε ως πρόβλημα και όχι ως δεδομένο ή ως κανόνα" (Balibar, 1994, 551). 20. Για τη συζήτηση αυτή βλ. αφενός Balibar (1994, 551 επ.), Hobsbawm (1994, 557/8) και αφετέρου Grimm (1995, 581 επ.), Habermas (1996, 185 επ.). Σελίδα 10 / 10