Κυνηγητό στο παρελθόν. Λίγα χρόνια μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο Κεφαλλονιά, Φραγκάτα

Save this PDF as:
 WORD  PNG  TXT  JPG

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Κυνηγητό στο παρελθόν. Λίγα χρόνια μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο Κεφαλλονιά, Φραγκάτα"

Transcript

1 Κυνηγητό στο παρελθόν Λίγα χρόνια μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο Κεφαλλονιά, Φραγκάτα Ο χάρτης ήταν παλιός, φθαρμένος και κιτρινισμένος από την πολυκαιρία. Ήταν φτιαγμένος στο χέρι κι έδειχνε ένα τοπίο που στο μεγαλύτερο μέρος του το αγόρι το αναγνώριζε: ήταν η περιοχή γύρω από το ίδιο του το χωριό: τα Φραγκάτα. Κάποια σημεία του είχαν σβηστεί, ενώ στο κέντρο υπήρχε ένα στάξιμο από κερί που κάτι πρέπει να έκρυβε. Βρισκόταν εδώ και λίγο καιρό στα χέρια του νεαρού αγοριού, που ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να ανακαλύψει ποια ήταν η σπηλιά που έβλεπε κυκλωμένη στον χάρτη και τι μυστικό έκρυβε. Τώρα ο Ζόλος έτρεχε στο χαλικόστρωτο μονοπάτι, με τον χάρτη κρυμμένο στο πανωφόρι του και τις σκέψεις του να διαδέχονται η μία την άλλη ακόμα πιο γρήγορα απ τους μεγάλους διασκελισμούς του. Δε σταματούσε ούτε για μία στιγμή, κι ας αισθανόταν πια ότι είχε βαρίδια στα πόδια. Ο λαιμός του ήταν τραχύς 11

2 από το λαχάνιασμα, όμως δεν υπήρχε σταγόνα νερού στο φλασκί του. Πώς μπλέκω πάντα σε μπελάδες, δε μου φτάνουν όσα τραβάω; αναρωτήθηκε, αλλά ήξερε ήδη την απάντηση: ο ίδιος είχε προκαλέσει τον Νιόνιο, το φιλαράκι του, για άλλη μια φορά, και τώρα εκείνος είχε βαλθεί να τον πιάσει από τον σβέρκο. Τρεχάτε, ποδαράκια μου! μουρμούρισε σηκώνοντας σύννεφα σκόνης και ξυπνώντας απότομα μερικές βαριεστημένες σαύρες με τις πέτρες που πετάγονταν κι έσκαγαν στα πλάγια του μονοπατιού. Σταμάτα αμέσως, δε βαρέθηκες να τρέχεις σαν παλαβός; του φώναξε ο Νιόνιος, αλλά εκείνος επιτάχυνε. Δε θα με πιάσεις! φώναξε και έβαλε τα δυνατά του για περισσότερη ταχύτητα σίγουρα η μάνα του είχε δίκιο που τον έλεγε ξεροκέφαλο. Αν πέσεις στα χέρια μου θα τις φας! του φώναζε ο άλλος φανερά εκνευρισμένος, περιμένοντας το στραβοπάτημα του φίλου του. Όχι, ο Νιόνιος δε θα τον έφτανε ο νεαρός κόντευε να σπάσει κάθε ρεκόρ τρεξίματος, αν και εκείνα τα χρόνια, αμέσως μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, ο αθλητισμός ήταν πολυτέλεια. Ο Ζόλος γνώριζε σαν την παλάμη του χεριού του τον δύσβατο χωματόδρομο και, όταν κατάλαβε πως ο φίλος του είχε ξεμείνει πίσω, γύρισε το κεφάλι και φώναξε δυνατά: 12

3 Την πάτησες, πάλι σου ξέφυγα! Δεν έλαβε, όμως, απάντηση. Τώρα το μόνο που ακουγόταν ήταν το δικό του τρεχαλητό πάνω στα χώματα. Αλλά έπρεπε να βεβαιωθεί πως ο Νιόνιος δε θα τον έφτανε και εξακολούθησε να τρέχει. Μόνο όταν ήταν έτοιμος να σωριαστεί από την εξάντληση, μια σπηλιά μπροστά του φάνηκε το καλύτερο καταφύγιο. Στο βουνό υπήρχαν πολλές κρυψώνες και τις ήξερε καλύτερα από όλους. Περνούσε ώρες εκεί όταν έκανε κοπάνα από το σχολείο και δε δούλευε. Ήταν τα δικά του μέρη, τα λημέρια του, και ένιωθε ασφάλεια. Εδώ, είπε και χώθηκε βιαστικά στη σπηλιά. Ήταν θεοσκότεινα, όμως όπως πάντα ατρόμητος, δε φοβόταν το σκοτάδι άλλωστε, στην τσέπη πάντα είχε μερικά σπίρτα. Έβγαλε ένα, το έτριψε στον βράχο και αυτό φανέρωσε τη δειλή του φλόγα. Έβλεπε με το ζόρι, καθώς έξω νύχτωνε, και το σπίρτο έσβησε μετά από λίγο. Άναψε το δεύτερο και πρόλαβε με την άκρη του ματιού του να εντοπίσει το σημείο που ήθελε. Εδώ είμαστε, είπε και στάθηκε ακίνητος. Έβγαλε κάτω από το πανωφόρι του το μεταλλικό κουτί που προστάτευε τον χάρτη και το έκρυψε πίσω από μια μεγάλη πέτρα. Πάνω του έβαλε πρόχειρα μερικές χούφτες χώμα και λίγα ξερά κλαδιά. Το μυστικό του θα ήταν προσωρινά προστατευμένο, κι έτσι μπορούσε πια να πάρει τον δρόμο του γυρισμού. Αργότερα θα φρόντιζε να εξασφαλίσει μια κρυψώνα της προκοπής. 13

4 Βγαίνοντας απ τη σπηλιά και παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής ένιωθε δυνατός σαν να είχε κερδίσει μια μάχη. Τα πόδια του τον πονούσαν, τον στένευαν και τα φθαρμένα παπούτσια, αλλά ήταν συνηθισμένος από τέτοια. Όσο για τον Νιόνιο, είχε εξαφανιστεί, θα επέστρεφε ήδη στο χωριό. Για μια απλή παρεξήγηση, όμως, παραλίγο να αποκαλυφθεί το μυστικό του. Σε τσάκωσα, άκουσε ξαφνικά, κι ο φίλος του πετάχτηκε απότομα πίσω από μια γέρικη ελιά κόβοντάς του το αίμα. Καλά, δεν έφυγες ακόμα; τον ρώτησε έκπληκτος και αναρωτήθηκε μήπως ο Νιόνιος τον είχε ακολουθήσει μέσα στη σπηλιά και είχε δει πού έκρυψε το κουτί. Όχι, νόμιζες πως θα μου ξέφευγες Τώρα θα δεις Που περνιέσαι για σπουδαίος Ακολούθησαν σπρωξίματα, μαλλιοτραβήγματα, αγκωνιές και κλοτσιές, αλλά ήταν μια φιλική, ελαφριά μάχη, μάλλον θεατρική. Λίγα λεπτά αργότερα τα δυο παιδιά είχαν χωρίσει και κοιτούσαν λαχανιασμένοι ο ένας τον άλλον. Θυμάσαι γιατί σε κυνηγάω; Σε φώναξα τραγομούρη μπροστά στα κορίτσια του Ευτύχη. Δε με ενόχλησε αυτό. Ναι, καλά. Αφού είσαι τσιμπημένος με τη μία. Όχι, σου λέω. Δεν είναι αυτό, κατάλαβέ το. Τότε τι; Πες, Νιόνιο. Έλυσες τη γίδα μου και μπήκε στο χωράφι του 14

5 Παναγή. Έφαγε όλα τα χόρτα κι εκείνος πήγε κατευθείαν στη μάνα μου για καβγά. Και πώς κάνεις έτσι; Θα σου στείλω από τα δικά μας χόρτα να του δώκεις. Δεν ήθελα να πάει στη μάνα μου, στεναχωριέται εύκολα, γι αυτό θύμωσα τόσο πολύ μαζί σου. Επιτέλους πια! Το παρακάνεις με τα αστεία σου. Δεν είναι πάντα καιρός για πλάκες. Συγχώρα με, Νιόνιο, δε θα ξαναγίνει. Τη γίδα σου δεν την ξαναπειράζω. Τώρα για τον γάιδαρο βλέπουμε! του πέταξε ο Ζόλος κι έφυγε τρέχοντας προς το χωριό, ενώ ο Νιόνιος ορμούσε και πάλι πίσω του. Τα δυο νεαρά αγόρια ξεσήκωσαν με τις φωνές τους όλο τον κόσμο, όπως άλλωστε συνήθιζαν. Μια γυναίκα έβγαλε από το παράθυρο έναν κουβά με νερό και τους πέτυχε στα πόδια, άχτι τους είχε και τους δυο. Πολλά τους είχε μαζεμένα. Αυτά τα παλιόπαιδα, δεν πάνε να δουλέψουν σε κανένα αμπέλι αντί να κάνουν πλάκες ο ένας στον άλλον, σκέφτηκε. Όμως γνώριζε πως και τα δυο αγόρια δούλευαν από μικρά στα χωράφια, πρόσεχαν τα γίδια και βοηθούσαν με κανένα τυχερό μεροκάματο τις φτωχές οικογένειές τους. Βλέποντάς τα τώρα να απομακρύνονται τρέχοντας με φωνές, κούνησε το κεφάλι, πήρε μέσα τον κουβά και βιάστηκε να κλείσει το παράθυρο. Θα φύγω από δω πέρα να γλιτώσω από τις καρακάξες! φώναξε δυνατά ο Νιόνιος, αλλά ο φίλος του τον τράβηξε από το μανίκι. Ήταν η μάνα της όμορ - 15

6 φης Αποστολίας και δεν έπρεπε να τους αντιπαθήσει Πάψε, μη σε ακούσει, του ψιθύρισε ο φίλος του στ αυτί. Ο Νιόνιος γύρισε και τον κοίταξε ερωτηματικά. Για την Αποστολία, άρχισε να λέει, αλλά ο Ζόλος τον έκοψε. Σκάσε, θα σε ακούσει. Σκασίλα μου, είναι μέγαιρα και μας μισεί. Αν την κάμεις πεθερά σου θα σου βγάλει το λάδι, θα δυστυχήσεις στα σίγουρα, είπε ο Νιόνιος δυνατά για να φτάσει η φωνή του ως πέρα, στο σπίτι της «μέγαιρας». Το σκοτάδι πύκνωνε και όλοι είχαν μαζευτεί στα σπίτια τους πια, έξω δεν περνούσε μήτε σκύλος. Από νωρίς οι οικογένειες έσμιγαν γύρω από την εστία και μοιράζονταν ένα πιάτο φαγητό και μερικά χωρατά, για να αντέξουν την επόμενη δύσκολη ημέρα που τους περίμενε. Οι λάμπες έσβηναν μετά από λίγο δεν είχε έρθει ακόμα ο ηλεκτρισμός στα μέρη τους, και ο κόσμος τότε έκανε οικονομία σε όλα, ακόμα και στο πετρέλαιο που έκαιγε για τις παλιές λάμπες πετρελαίου. Το πέτρινο σπίτι του Ζόλου βρισκόταν στην είσοδο του χωριού, ακριβώς δίπλα από το σχολείο. Θα περνούσαν μόνο λίγα χρόνια για να σωριαστούν σαν τραπουλόχαρτα και τα δυο από τον μεγάλο σεισμό του 1953, που ισοπέδωσε σχεδόν όλο το χωριό Αλλά ο Ζόλος αυτό δε θα το ζούσε. 16

7 Έφτασε στο σπίτι του, αλλά καθώς ήταν αργά άνοιξε την πόρτα όσο πιο σιγά μπορούσε. Μπήκε στο μεγάλο καθιστικό και χασμουρήθηκε. Δεν πρόσεξε τη μάνα του μέσα στο ημίφως. Στη μέση του δωματίου υπήρχε η τραπεζαρία, εκεί όπου έτρωγαν όλοι μαζί. Στον έναν τοίχο δέσποζε ένα ξυλόγλυπτο έπιπλο, ο κομός, όπου η μάνα φύλαγε τα καλά της σερβίτσια. Ο Ζόλος όμως ήξερε ότι εκεί έκρυβε και τα γλυκά του κουταλιού, που έφτιαχνε για να έχει πάντα ένα κέρασμα για τον επισκέπτη, όπως έλεγε. Πού τριγυρνούσες πάλι τέτοια ώρα; άκουσε τη φωνή της. Στράφηκε προς τη μοναδική λάμπα, που φώτιζε χαμηλωμένη την κάμαρα, και την είδε καθισμένη σε μια καρέκλα να μπαλώνει κάλτσες. Της χαμογέλασε. Τίποτα, μάνα, σαν άντρες κι εμείς Οι άντρες κοιμούνται στην ώρα τους για να αντέχουν το πρωί. Καλά, κι όταν ξενυχτά ο πατέρας; Μη μιλάς έτσι. Ο πατέρας σου αξίζει πολλά. Μα έλα, κάτσε, μη στέκεσαι όρθιος. Φυσικά και αξίζει πολλά ο πατέρας, είπε ο Ζόλος, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. Για ποιον νομίζεις ότι παιδεύεται; συνέχισε η μητέρα του. Για την οικογένειά του κοπιάζει, παιδί μου, μην το ξεχνάς ποτέ. Κι ο άντρας που παιδεύεται όλη μέρα καμιά φορά το βραδάκι το θέλει και το κρασί του. Κι εσύ κάποτε θα βρεθείς στη θέση του και θα τον καταλάβεις. 17

8 Καλά, μάνα, μη με κατσαδιάζεις. Τον σέβομαι τον πατέρα μου και τον τιμώ. Ξεχάστηκα με τα παιδιά, αυτό είναι όλο. Η μητέρα του τον κοίταξε εξεταστικά. Είσαι μέσα στα χώματα, γέμισες τον τόπο. Μόλις είχα σκουπίσει. Εντάξει, μάνα, θα τα μαζέψω εγώ. Κάτσε εκεί που είσαι, δουλειά μου είναι, τον έκοψε και σηκώθηκε. Έχει τίποτα να φάω; Το στομάχι μου είναι άδειο. Σου χω κρατημένο. Αλλά μην κάνεις φασαρία, ο πατέρας σου έχει πέσει, είναι ψόφιος, απάντησε και έβγαλε από το φανάρι που κρεμόταν στη γωνιά ένα σκεπασμένο πιάτο. Όπως πάντα, μουρμούρισε εκείνος. Όλοι οι «μεγάλοι» ήταν πάντα κατάκοποι από την πολλή δουλειά, λες και δεν υπήρχε τίποτε άλλο στη ζωή τους. Τα κορμιά τους λυγισμένα από τον μόχθο και η ψυχή τους τσακισμένη, θαρρείς χωρίς όνειρα, χωρίς αισιοδοξία. Ο πόλεμος τους είχε πάρει τη χαρά, αποζητούσαν μόνο ένα πιάτο φαγητό και λίγη ησυχία. Θα περνούσαν πολλά ακόμα χρόνια για να συνέλθουν από το κακό που είχε προκαλέσει ο πόλεμος. Εσύ έχεις φάει τίποτα; ρώτησε, καθώς ήξερε πως η μάνα του έτρωγε συστηματικά λιγότερο από όλους. Δόξα τον άγιο Γεράσιμο, φάγαμε και σήμερα, είπε εκείνη και σταυροκοπήθηκε τρεις φορές σκύβοντας μέχρι το πάτωμα. Έχει ο Μεγαλοδύναμος, αύριο πάλι. 18

9 Έκανε κι εκείνος τον σταυρό του, έπεσε με φόρα στο πιάτο του και το έγλειψε μέσα σε δυο λεπτά. Δεν πρόλαβε καν να δει τι ήταν ακριβώς, ένιωσε πως έτρωγε καλοψημένο κρέας με ζυμαρικά, αλλά μάλλον το κρέας το είχε φανταστεί. Τα κορίτσια κοιμούνται; ρώτησε καθώς σηκωνόταν απ το τραπέζι σκουπίζοντας το στόμα του με την παλάμη. Aπό νωρίς. Τα αδέρφια; Θα έρθουν όπου να ναι, θα τους περιμένω. Να κάτσω κι εγώ για παρέα; Δε χρειάζεται, έχεις σχολείο αύριο. Ντουβάρι είσαι κάθε πρωί, τρομάζω να σε ξυπνήσω. Τράβα για ύπνο. Καληνύχτα, μάνα, της είπε κι έσκυψε και τη φίλησε με αγάπη στο μέτωπο την περνούσε αρκετά στο ύψος. Όνειρα απονήρευτα, καλό ξημέρωμα, παιδί μου. Κι αμέσως μετά, ανήσυχη: Έκλεισες την πόρτα, μη μπει κανένα ζωντανό; Έγειρα το πορτόνι. Ο Ζόλος έκανε πάλι τον σταυρό του, χώθηκε στα νωπά, από την υγρασία, φανελένια σεντόνια που μοιραζόταν με τον έναν αδερφό του κι έκλεισε τα μάτια. Ήθελε να αρμενίσει με τη φαντασία του σε μια καλύτερη ζωή, σε ένα μακρινό μέρος όπου δε θα υπήρχε φτώχεια και θα μπορούσε να πραγματοποιήσει όλα τα 19

10 όνειρά του. Κάθε μέρα κατάστρωνε σχέδια, και ήξερε πως είχε την ικανότητα και τη δύναμη να τα κάνει αληθινά. Μόνο που, τώρα πια, έπρεπε οπωσδήποτε να κρατήσει καλά φυλαγμένα τα μυστικά του. Είμαι ο Χρήστος και δεν καταλαβαίνω από εμπόδια, σκέφτηκε, γιατί τώρα τελευταία όλοι τον αποκαλούσαν με το παρατσούκλι «Ζόλο» και αυτό τον εκνεύριζε! 20

11 Αθήνα, πριν από λίγα χρόνια «Μη μου μιλάει κανένας» Η Αφροδίτη και η Ειρήνη ήταν καρδιακές φίλες από πολύ μικρές, μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, κάθισαν στα ίδια μαθητικά θρανία, μοιράστηκαν τα μυστικά τους, χάραξαν τα αρχικά τους στην παλιά μάντρα με τα υλικά οικοδομών και ορκίστηκαν παντοτινή φιλία. Δεν κυλούσε μέρα που να μη βρεθούν και περνούσαν όμορφα τον χρόνο τους με παζλ, επιτραπέζια, σκάκι και κουβεντούλα. Τα σπίτια τους ήταν σχεδόν απέναντι και όταν κλάδευαν τα δέντρα του πεζοδρομίου μπορούσαν να βλέπουν η μια την άλλη από τα μπαλκόνια. Αυτό ήταν το καλύτερό τους και έστελναν σινιάλα με καθρέφτες ή κρεμούσαν στα κάγκελα χρωματιστές κορδέλες που σήμαιναν πάντα κάτι: κόκκινη κορδέλα: διαβάζω τα μαθήματά μου και δεν έχω χρόνο μπλε: πρέπει να συναντηθούμε κίτρινη: δεν είμαι καλά 21

12 λευκή: βαριέμαι αφάνταστα ροζ: τηλεφώνημα τώρα μαύρη: είμαι τιμωρία πράσινη: έχω καλά νέα μοβ: έχω άσχημα νέα Όλοι αναρωτιόντουσαν τι να σήμαιναν αυτές οι κορδέλες που ανέμιζαν σε κάθε ελαφρύ αεράκι. Όταν η οικογένεια της Ειρήνης θα μετακόμιζε στο χωριό του πατέρα της για να μείνουν στο μεγάλο σπίτι με τον παππού και τη γιαγιά, ο κόσμος χάθηκε κάτω από τα πόδια τους. Γιατί πρέπει να φύγετε; O πατέρας μου έχασε τη δουλειά του. Ας βρει μια άλλη. Προσπάθησε αλλά δεν τα κατάφερε, μισό χρόνο έψαχνε Κι ούτε η μητέρα μου δουλεύει Έκλεισε το εργοστάσιο. Και γιατί πρέπει να πάτε στο χωριό; Πού είναι; Στην Κεφαλλονιά. Στα Ομαλά. Τα Ομαλά είναι ωραίο χωριό Κάποτε το έλεγαν Φραγκάτα, οι παλιοί έτσι το λένε ακόμα. Ο πατέρας μου θα δουλέψει αρχικά με τα αδέρφια του, και υπάρχει και το μεγάλο σπίτι του παππού που χωράμε όλοι. Να μείνετε στο δικό μας σπίτι. Μη φύγετε. Σε παρακαλώ. Λες χαζομάρες Αυτά δε γίνονται. Άλλωστε, δεν το αποφασίζω εγώ. 22

13 Είναι μεγάλη αδικία. Θα σου αρέσει εσένα το χωριό; Έχεις μάθει στην πόλη, πώς θα τα καταφέρεις εκεί; Δεν ξέρω, μα όλοι λένε πως θα είναι καλύτερα. Ελπίζω να μου αρέσει, θα προσπαθήσω Ο αδερφός σου, ο Γεράσιμος, τι λέει; Λέξη δεν του παίρνεις Είναι θυμωμένος. Πρέ - πει, βλέπεις, να φύγει και από την ομάδα του, πάει το ποδόσφαιρο. Εκεί δεν ξέρει αν υπάρχει ομάδα, τι να πω. Δε θα το αντέξω. Αλήθεια σου λέω, δε θέλω να φύγεις Θα τα καταφέρουμε, η φιλία μας δε θα χαθεί, θα δεις. Θα γνωρίσεις άλλες φίλες, καινούριες. Εσύ θα είσαι πάντα η καλύτερη, Αφροδίτη! Το υπόσχεσαι αυτό; Σ το ορκίζομαι. Θα είσαι η καλύτερη φίλη μου. Για πάντα. Τα κορίτσια αποχωρίστηκαν η μια την άλλη και ήταν δύσκολα, όμως αλληλογραφούσαν και περίμεναν τον ταχυδρόμο με αγωνία, η μια στην πόλη και η άλλη στο χωριό. Τον πρώτο χρόνο δεν πρόφταιναν ν ανοίγουν τα γράμματα, να τα απαντούν αμέσως, μετά από λίγο όμως άρχισαν να καθυστερούν Στο τέλος αραίω - σαν και ο ταχυδρόμος αργούσε να φανεί. Άρχισαν να μιλάνε μεταξύ τους τηλεφωνικά, να στέλνουν γραπτά μηνύματα και να επικοινωνούν μέσω , αλλά κα- 23

14 τάφεραν και παρέμεναν η μια δίπλα στην άλλη κι ας τις χώριζαν εκατοντάδες χιλιόμετρα. Αθήνα, πριν από λίγους μήνες Το τελευταίο διάστημα η Αφροδίτη κυκλοφορούσε μόνιμα με σκισμένα τζιν, «σκοροφαγωμένα» όπως της έλεγε η γιαγιά της, και με αρκετά σκουλαρίκια στ αυτιά. Φλέρταρε με τη σκέψη για ένα μεγάλο τατουάζ στην πλάτη, αλλά σιχαινόταν τις βελόνες και δεν άντεχε τον πόνο. Πονάει η πεταλούδα; είχε ρωτήσει σε ένα στούντιο τατουάζ που είχε ανοίξει πρόσφατα απέναντι από το σχολείο της. Σε αφήνουν οι γονείς σου; είχε λάβει ως απάντηση από τον ψηλό γεροδεμένο τύπο που ήταν γεμάτος τατουάζ μέχρι το κεφάλι. Είμαι δεκαπέντε, του απάντησε με ύφος. Ούτε καν δεκατρία δεν είσαι. Δεν είμαι μακιγιαρισμένη, γι αυτό δείχνω πιο μικρή, του είπε θιγμένη κι έφυγε από το μαγαζί. Όταν θα ήταν αποφασισμένη θα επέστρεφε με τέτοιο βάψιμο που χαμπάρι δε θα έπαιρνε ο βλάκας πως ήταν εκείνη. Μα να την κάνει δεκατρία! Είχε βάψει πρόσφατα μαύρο κατράμι τα μαλλιά της και, αν και η τιμωρία της ήταν μια βδομάδα δίχως βόλτες στην πλατεία, δεν το είχε μετανιώσει καθόλου. 24

15 Χριστός και Παναγία, τι χάλι είναι αυτό! Τι έκανες στα όμορφα μαλλάκια σου μικρό παιδί, της είχε πει η μητέρα της την πρώτη φορά που την είδε να βγαίνει από το μπάνιο έχοντας καταστρέψει το φυσικό καστανόξανθο χρώμα της. Σιχαίνομαι το ξανθό και δε θέλω κανένας να μου λέει πώς να είμαι και τι να κάνω! φώναξε εκείνη χτυπώντας τα πόδια δυνατά στο πάτωμα. Ο πατέρας της δεν έβγαλε άχνα, μόνο την περιόρισε στο σπίτι μια ολόκληρη βδομάδα, κι έτσι η Αφροδίτη έμεινε μακριά από φίλους και βόλτες. Η εφηβεία την είχε τρελάνει, κι ενώ πάντα ήταν ένα ήρεμο παιδί, τώρα με μαγικό τρόπο είχε μεταμορφωθεί σε αγρίμι. Δε σε αναγνωρίζω πια, παιδί μου. Άσε μας, ρε μάνα, με τις υστερίες σου. Τέτοιοι απότομοι και κοφτοί διάλογοι είχαν γίνει πια καθημερινοί στο σπίτι τους, κι η Αφροδίτη όλο και πιο συχνά κατέληγε να κλείνεται στην ασφάλεια του δωματίου της, χτυπώντας με δύναμη την πόρτα πίσω της. Οι γονείς της είχαν αισθανθεί απόγνωση με την κατάσταση αυτή δεν ήξεραν πώς να της μιλήσουν, πώς να της φερθούν. Ήταν σαν να τους κρατούσε χώρια μια απύθμενη άβυσσος που οι δυο πλαγιές της ενώνονταν μόνο με μια μεγάλη κρεμαστή γέφυρα όμως κανένας δεν έλεγε να τη διασχίσει, γιατί ήταν ξύλινη και κάποια κομμάτια έλειπαν. Τι θα κάνουμε, Παναγιώτη μου; 25

16 Μη φοβάσαι, αγάπη μου, όλα θα πάνε καλά. Τι δεν κάνουμε σωστά; τον ρωτούσε κλαίγοντας. Εφηβεία είναι, θα περάσει, την καθησύχαζε εκείνος χτυπώντας την απαλά στην πλάτη. Μα δε σηκώνει κουβέντα. Δε θέλει κανένας να της μιλάει. Είχαν ρίξει γερούς καβγάδες τους τελευταίους μήνες, γιατί όλα πήγαιναν ανάποδα. Κι επειδή φέτος δε μελετούσε πολύ, οι βαθμοί της είχαν πέσει αρκετά. Οι καθηγητές της σήκωναν τα χέρια: Τι να σας πω, δεν είναι η Αφροδίτη που ξέραμε. Χαζεύει μονίμως από το παράθυρο, κοιτάζει το κενό και αφαιρείται. Αντιμιλάει συνέχεια, την έπιασαν και με το κινητό στην τάξη. Είναι καλό παιδί, αλλά κάποιο θέμα την απασχολεί. Οι γονείς της Αφροδίτης το αποφάσισαν. Το Πάσχα θα πάμε στην Κεφαλλονιά, στο σπίτι της οικογένειας της Ειρήνης, της καλύτερής σου φίλης, ανακοίνωσε ο πατέρας στο κυριακάτικο τραπέζι, το μόνο γεύμα όπου έτρωγαν πια όλοι μαζί. Κι επιτέλους, είδε την κόρη του να χαμογελάει ξανά: Μπαμπά, είσαι ο καλύτερος, σ αγαπώ πολύ! είπε, πετάχτηκε πάνω κι ήρθε και τον αγκάλιασε κόβοντάς του την ανάσα όταν ήθελε γινόταν τόσο καλή μαζί του 26

17 Με την προϋπόθεση να σουλουπωθείς λιγάκι, της απάντησε σπρώχνοντάς τη τρυφερά για να μπορέσει να την κοιτάξει στα μάτια. Αμάν πια όλοι σας. Πώς κάνετε έτσι; Όλα τα παιδιά της ηλικίας μου έτσι ντύνονται. Μη μου λέτε πώς να είμαι. Δική μου είναι η ζωή, μη με πρήζετε. Σιχαίνομαι τα ροζ, μήπως θέλετε να ντυθώ κουκλίτσα; Να βάλω φουστάνι και να πλέξω κοτσίδες; Θα σας αρέσω τότε; Η διάθεση της Αφροδίτης είχε αλλάξει μέσα σε μια στιγμή. Μια χαρά είσαι, γλυκιά μου, απλώς θα πάμε στην επαρχία και, προσπάθησε να τα μπαλώσει η μητέρα της. Εκεί είναι πιο προχωρημένα τα παιδιά, μου τα λέει όλα η Ειρήνη, τη διέκοψε ενοχλημένη η Αφροδίτη. Δεν είπαμε το αντίθετο, αλλά να Θα μας φιλοξενήσουν οι άνθρωποι Μη μας παρεξηγήσουν, επέμεινε η μητέρα. Έχει σημασία τώρα και τι φοράω; Μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια, παιδί μου. Αυτό λέω κι εγώ. Οι άνθρωποι δεν κρίνονται από τα ρούχα τους. Κάνω λάθος; Σταματήστε τώρα, τις διέκοψε ο πατέρας. Ας φάμε και τα λέμε μετά. Θα με κουφάνετε, εδώ λέμε πως θα πάμε στο νησί της κολλητής μου, νομίζεις πως αυτή τη στιγμή με νοιά - ζει το φαΐ; 27

18 Αφροδίτη, αρκετά! ύψωσε τη φωνή της η μητέρα. Ελάτε, ελάτε, ακούστηκε πάλι ο πατέρας, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του διαιτητή. Έχετε δίκιο και οι δυο σας. Ας φάμε όμως τώρα, κι αργότερα τα συζητάμε Πράγματι, τα περί ντυσίματος θα τα έβλεπαν αργότερα, όταν θα έφτανε η ώρα του ταξιδιού. Εξάλλου η κόρη τους είχε και κάποιο δίκιο, δε μετρούσε μόνο το ντύσιμο 28

19 Φραγκάτα, στα χρόνια του Ζόλου Ένας διαφορετικός τύπος Λίγο καιρό πριν πέσει στα χέρια του ο χάρτης, ο Χρήστος, ή κατά τους άλλους ο «Ζόλος», είχε διαπιστώσει πως δεν ήταν σαν τα υπόλοιπα παιδιά. Λίγο η φαντασία του, άλλο τόσο η ζωηράδα του και η διάθεσή του για πλάκες τον έκαναν να διαφέρει πολύ από τους συνομήλικούς του. Βαριόταν γρήγορα, αναζητούσε πάντα κάποιον τρόπο να σπάσει τη μονοτονία της καθημερινής ζωής και, σιγά σιγά, στέριωνε μέσα του η ιδέα ότι κάτι διαφορετικό, κάτι σημαντικό ήθελε να κάνει στη ζωή του. Και ίσως να ήταν ακριβώς αυτή η πεποίθησή του που, χωρίς εκείνος να το αντιλαμβάνεται, τον προετοίμαζε σιγά σιγά για να δοθεί ψυχή και σώμα στο μυστήριο που επρόκειτο να παρουσιαστεί μπροστά του τόσο ξαφνικά. Οι μέρες του κυλούσαν πάντα με γέλιο και δάκρυα. Όλα ξεκινούσαν από ένα απλό αστείο, μια φάρσα, και κατέληγαν πολλές φορές σε παρεξηγήσεις, καβγάδες και τιμωρίες με λίγα λόγια σε μπελάδες. 29

20 Δεν το επιδίωκε και ούτε του άρεσε να στεναχωρεί τους άλλους, κατά βάθος ήταν ευαίσθητος και πονόψυχος, αν και άθελά του κάποιες φορές έκανε χοντρές πλάκες που του δημιουργούσαν προβλήματα. Όμως καθώς λίγο πολύ όλοι τον είχαν μάθει και περίμεναν τα πάντα από αυτόν, δεν προκαλούσε καμία έκπληξη η συμπεριφορά του. Ποιος έλυσε τον γάιδαρο του προέδρου; Τον προφτάσαμε στα Τρωιανάτα, είχε πάρει πορεία για το κάστρο του Αϊ-Γιώργη. Τέτοια καμώματα τα κάμει ο Ζόλος. Θα τον πιάσω και από τα δυο του αυτιά! Έννοια σου, κυρ πρόεδρε, και θα το πράξω πρώτος, μουρμούριζε ο πατέρας του κι όλα αυτά τα έλεγαν ακόμα κι αν το ζωντανό είχε λυθεί ολομόναχο Μα και οι δάσκαλοι τον είχαν άχτι, παρόλο που ήταν πολύ έξυπνος και τα έπιανε όλα με την πρώτη. Όμως βαριόταν αφάνταστα να μελετά τα μαθήματά του και καταπιανόταν με οτιδήποτε εκτός από το διάβασμα. Στα διαλείμματα πολύ συχνά έμενε στην τάξη, καθώς οι πλάκες που έκανε του στοίχιζαν ακριβά και, σε αντάλλαγμα, βρισκόταν πάντα φορτωμένος με τιμωρίες. Πόσες σελίδες κονόμησες, ωρέ Ζόλε; Πενήντα Χα χα χα, πάλι θα περάσεις μέσα το διάλειμμα! Εκείνα τα χρόνια, συνήθως οι τιμωρίες ήταν γραπτές φράσεις στο τετράδιο όπως: «Δε θα ξανακάνω 30

21 φασαρία την ώρα του μαθήματος», «Δε θα ξαναπειράξω τους συμμαθητές μου» και άλλα πολλά. Μερικές φορές, βέβαια, έπεφτε και ξύλο Ήταν κάτι συνηθισμένο εκείνη την εποχή, αν και στο σχολείο του Ζόλου γινόταν σπάνια, γιατί τα παιδιά είχαν περάσει δύσκολα χρόνια με τον πόλεμο. Είχαν γίνει μάρτυρες άγριων φονικών, και κάποια μέρα είδαν με τα μάτια τους Ιταλούς στρατιώτες να δολοφονούνται από τους Γερμανούς μέσα στο χωριό Οι δάσκαλοι προσπαθούσαν να διδάσκουν τα παιδιά αποφεύγοντας να ταράζουν την ψυχή τους. Οι περισσότερες, λοιπόν, τιμωρίες ήταν γραπτές. Ο Ζόλος σιχαινόταν να σπαταλά τον χρόνο του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι αυτό αφού έμπλεκε. Έπρεπε να βρίσκομαι στο προαύλιο και όχι να γράφω πάλι τιμωρίες, σκεφτόταν και έγραφε άκεφα με το μολύβι του τις αράδες Όχι, δε θα συμβιβαζόταν ποτέ! Ήταν ατίθασος και ζωηρός, αυτός ήταν ο χαρακτήρας του. Αν είναι δυνατόν, στο κάτω κάτω, να κάνει έτσι η δασκάλα του για μια μικρή σαυρίτσα! Και κάποιο πρωί που βρέθηκε πάλι τιμωρημένος, εκεί που τα σκεφτόταν όλα αυτά του ήρθε μια καταπληκτική ιδέα που θα τον έβγαζε από το πρόβλημά του. Έπρεπε αμέσως να υλοποιήσει τη φοβερή του έμπνευση. * * * 31

22 Μια μέρα η δασκάλα τον είδε στο προαύλιο, ενώ του είχε βάλει τιμωρία να γράψει εκατό φορές τη φράση «Δε θα ζωγραφίζω χάρτες την ώρα του μαθήματος». Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά, πώς τα είχε καταφέρει; Ήταν στο προαύλιο και χάζευε Η δασκάλα δεν πίστευε στα μάτια της! Η έκπληξή της ήταν τόσο μεγάλη όσο κι εκείνη την πρώτη, επεισοδιακή της μέρα στα Φραγκάτα που η τύχη έστειλε κυριολεκτικά επάνω της το αλλόκοτο αυτό παιδί. Α, τούτη τη φορά δε θα του τη χάριζε. Τον πλησίασε αμέσως, έτοιμη να τον στείλει στον διευθυντή και να καλέσει και τον πατέρα του στο σχολείο. Τι γυρεύεις, Χρήστο, στην αυλή; Γιατί δε γράφεις την τιμωρία σου; Μα, κυρία, την έγραψα. Στον λόγο μου. Αποκλείεται! Μη μου λες ψέματα! Σας λέω, κυρία, πως τα έγραψα όλα. Εκατό φορές, σας το ορκίζομαι. Κακομοίρη μου, θα σου βγάλω το τσουλούφι! Εμπρός, πάμε στην τάξη να μου δείξεις. Μόλις μπήκαν στην αίθουσα η δασκάλα διαπίστωσε πως είχε ξεγελαστεί από τον Ζόλο για άλλη μια φορά Πόσες φορές θα έφερνε αργότερα αυτές τις στιγμές στο μυαλό της, με ένα μικρό χαμόγελο για τον έξυπνο και σκανταλιάρη μαθητή Ξαφνικά ένιωσε μια μελαγχολία στη σκέψη πως, σε λίγο καιρό, θα λάμβανε την πολυπόθητη μετάθεσή της για την Πάτρα. Σκόπευε να το πει σε λίγο στα παιδιά 32

23 Μα, πώς, μουρμούρισε, κοιτώντας έκπληκτη τις εκατό ομοιόμορφα και σωστά συμπληρωμένες αράδες του σχολικού τετραδίου. Δεν καταλαβαίνω Ο Ζόλος την κοίταξε με ένα αθώο χαμόγελο και ανασήκωσε τους ώμους. Η απάντηση στη δικαιολογημένη απορία της δασκάλας βρισκόταν στην τσέπη του νεαρού αγοριού, αποτελούσε την πιο πρόσφατη εφεύρεσή του και δεν επρόκειτο να την αποκαλύψει σε κανέναν. Ήταν μια κατασκευή που είχε επινοήσει μόλις την προηγούμενη μέρα, πολύ απλή και εύκολη. Ένας ξύλινος άξονας σε μέγεθος λεπτού χάρακα και δέκα μύτες μολυβιών καρφωμένες σε μικρότερους άξονες παράλληλα τοποθετημένους μεταξύ τους, σε απόλυτη στοίχιση. Το «μηχάνημα» λειτουργούσε πολύ απλά: η απόσταση των μολυβιών αντιστοιχούσε στις σειρές του τετραδίου και, μόλις ο Ζόλος ξεκινούσε να γράφει τη μια σειρά, την πρώτη, αυτόματα γέμιζαν και οι άλλες. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τέλειωναν οι σελίδες, τέλειωνε και η τιμωρία! Η δασκάλα τον κοίταξε εξεταστικά στα μάτια, κούνησε το κεφάλι της σαν να έλεγε «Παραιτούμαι, νεαρέ», και βγήκε απ την αίθουσα αφήνοντάς τον μόνο. Είχε λύσει, λοιπόν, το πρόβλημά του με τις τιμωρίες ο Ζόλος. Ήταν αργά κάποιο μεσημέρι, όταν γονατισμένος έξω από τη σπηλιά όπου κρατούσε πια φυλαγμένο τον χάρτη του, τον είχε απλώσει μπροστά του και τον 33

24 μελετούσε, πιέζοντας ανάμεσα στα δάχτυλά του μια μύτη ενός μολυβιού που είχε αποσπάσει από τη συσκευή του. Μήπως τελικά η σπηλιά που αναζητούσε ήταν αυτή που βρισκόταν τώρα; Μα, αν ήταν έτσι, τότε γιατί δεν έβρισκε και τη δεύτερη αίθουσα που έπρεπε να ανοίγεται μέσα της; Αυτό δε σήμαινε άραγε ο πιο μικρός κύκλος που είχε σχεδιάσει ο άγνωστος δημιουργός του χάρτη μέσα στην πρώτη σπηλιά; Ή μήπως ο Ζόλος βρισκόταν πάλι σε λάθος σημείο; Υπήρχε πιο κάτω και μια άλλη σπηλιά, η Τρύπα στο Λαγκάδι Να ήταν αυτή; Με ένα χι σημάδευε τα σημεία που είχε καταφέρει να ταυτοποιήσει: Αυτή εδώ η γραμμή είναι σίγουρα η τρίτη γέρικη ελιά με την κουφάλα Ωραία. Είναι στα Σαράντα Πηγάδια Κι αυτό εδώ το μικρό τετράγωνο είναι το πηγάδι του Αγίου Στα χρόνια του Ζόλου σε αυτό το πηγάδι γινόταν κάθε χρόνο ένα θαύμα. Είχε γίνει και ο ίδιος μάρτυρας. Ήταν το πηγάδι δίπλα σ ένα από τα πλατάνια που είχε φυτέψει ο ίδιος ο άγιος Γεράσιμος. Βρισκόταν στον κεντρικό δρόμο, λίγο πριν το μοναστήρι. Κάθε χρόνο, τη μέρα της ετήσιας λιτανείας του, το κατά τα άλλα ξερό πηγάδι ξεχείλιζε από το νερό. Οι πιστοί φώναζαν «Θαύμα, θαύμα!» και έκοβαν ένα πλατανόφυλλο για φυλακτό. Ο Ζόλος αναστέναξε. Ένα θαύμα κυνηγούσε κι ο ίδιος, αφού όσο το σκεφτόταν τόσο πιο σίγουρος ήταν πως η πολυπόθητη σπηλιά έκρυβε κάποιον πολύτιμο 34

25 θησαυρό Συνέχισε να μελετά τον χάρτη. Να και η μεγάλη πέτρα πίσω από το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Νικόλα Εκεί πάνω υπήρχε ένα σημάδι, ίσως να το είχε κάνει αυτός που σχεδίασε τον χάρτη. Κι αυτό πρέπει να είναι το μονοπάτι κάτω από το σχολείο, σκέφτηκε ο Ζόλος. Εδώ είναι η Λακοματιά Μμμ Το μονοπάτι που φαίνεται να ξεκινάει από κει το γνωρίζω Ωραία Το επόμενο βήμα είναι να εντοπίσω και το σημείο στον Φάλαγγα Όμως μετά, τι είναι αυτό το στρογγυλό σημάδι απ όπου φαίνεται να περνάει ο δρόμος για τη σπηλιά; Δεν καταλαβαίνω 35