Ανατομία και ιδεολογία του Φαισσμού.

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Ανατομία και ιδεολογία του Φαισσμού."

Transcript

1 Ανατομία και ιδεολογία του Φαισσμού. Κατάδυση στα βαθιά νερά ενός επίκαιρου φαινομένου Επιµέλεια: Μαυροζαχαράκης Μανόλης Κοινωνιολόγος Πολιτικός Επιστήµονας

2 Φασισµός Ο φασισµός είναι ριζοσπαστική αυταρχική εθνικιστική πολιτική ιδεολογία και µαζικό κίνηµα που έχει ως στόχο να θέσει το έθνος, το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισµικών ή/και ιστορικών συνθηκών, υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δηµιουργήσει µια κινητοποιηµένη εθνική κοινότητα. Η έννοια της λέξης "φασισµός" σήµερα χρησιµοποιείται πολλές φορές για να χαρακτηρίσει πρόσωπα, θεσµούς ή καταστάσεις που µπορεί να µην έχουν καµιά σχέση µε την αρχική έννοια του όρου. Το ουσιαστικό "φασισµός" και το επίθετο "φασίστας" χρησιµοποιούνται σήµερα πολλές φορές, εκτός από τον αρχικό ορισµό )την εθνικιστική και φυλετική πολιτική ιδεολογία που πρωτοεµφανίζεται στην Ιταλία του Μουσολίνι και αναπτύσσεται από τους Γερµανούς Ναζιστές και άλλους και που προτείνει έναν απολυταρχικό τρόπο διακυβέρνησης, από έναν συγκεκριµένο Αρχηγό, που θα συνενώσει όλες τις τάξεις σε ένα Έθνος, που µάλιστα είναι το ανώτερο έθνος και έχει προορισµό να κυριαρχήσει στα άλλα, "κατώτερα" έθνη και φυλές), και σε µια πολύ ευρύτερη έννοια, προσδιορίζοντας ως "φασισµό" γενικά κάθε άδικη, αντιδηµοκρατική και βίαιη πράξη, ιδεολογία, συναίσθηµα, συνήθεια στο χώρο της πολιτικής, της κοινωνίας, της οικογένειας, και των σχέσεων. Η υπερβολική χρήση αυτού του δεύτερου ορισµού έχει εν µέρει υποκαταστήσει τον αρχικό ορισµό (ότι φασισµός είναι µόνο η ονοµασία του κινήµατος του Μουσολίνι). Ετυµολογία Ο όρος φασισµός προέρχεται από την ιταλική λέξη Fascismo που ετυµολογείται από την λατινική «fasces» (φάσκες, ενικός: fascis, ιταλικά fascio :φάσιο) που ονοµάζονταν συγκεκριµένο αρχαίο ρωµαϊκό έµβληµα εξουσίας, που απεικόνιζε «ράβδους δεµένες γύρω από έναν πέλεκυ». Η λέξη παραπέµπει στους «littores» (λιτόρες) που ήταν ένα είδος οµάδων σωµατοφυλάκων των γερουσιαστών της αρχαίας Ρώµης οι οποίοι διακρίνονταν από µια ράβδο που κρατούσαν και η οποία ήταν το σύµβολο της εξουσίας τους. Οι fasces ήταν στην αρχαία Ρώµη σύµβολο της εξουσίας των δικαστών και συµβόλιζαν την «ισχύ δια της ενώσεως»: µια µόνο ράβδος σπάζει εύκολα, ενώ µια δέσµη πολύ δύσκολα. Οι ράβδοι δεµένες γύρω από έναν διπλό πέλεκυ που έγινε το σύµβολο του φασισµού. Η αντιστοιχία µε τους φασιστές της δεκαετίας του '20 βρίσκεται στο ότι οι πρώτες οµάδες φασιστών που σχηµατίστηκαν στην Ιταλία ονοµάστηκαν «fascio di combattimento», δηλαδή οµάδες-δέσµες µάχης. Γέννηση του φασισµού Ο φασισµός γεννήθηκε µετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσµίου Πολέµου στην Ιταλία από τον Μπενίτο Μουσολίνι το 1919 χωρίς ακόµα ν αποτελεί δόγµα ή να προσδιορίζει κάποιο συγκεκριµένο πρόγραµµα. Μελέτη του φασισµού

3 Το κίνηµα του φασισµού µελετήθηκε από πολλούς ξένους ερευνητές µεταξύ των οποίων οι πιο γνωστοί είναι ο Ρόµπερτ Πάξτον (Robert Paxton) και ο Εµίλιο Τζεντίλε. Από τους πιο έγκυρους Έλληνες µελετητές του φαινοµένου θεωρείται ακόµη ο Νίκος Πουλαντζάς. Ταυτισµένος µε τη νεωτερικότητα του µεσοπολέµου (βλ. Ε.Τζεντίλε "φασισµός και νεωτερικότητα"), από το τέλος του ευτέρου Παγκοσµίου Πολέµου ο φασισµός είναι στιγµατισµένος και πολύ λίγες πολιτικές οµάδες τα τελευταία 60 χρόνια τόλµησαν να ταυτιστούν ανοιχτά µαζί του. Σε αντίθεση µε άλλες ιδεολογίες, ο φασισµός δεν ανέπτυξε ποτέ πλήρες δόγµα ή πολιτική θεωρία και, κυρίως, δεν γράφτηκαν οποιαδήποτε σηµαντικά πολιτικά κείµενα από φασιστική σκοπιά µετά το Έτσι, σχεδόν όλα τα κείµενα πάνω στο θέµα της φασιστικής ιδεολογίας έχουν γραφτεί από µη φασίστες και αντιφασίστες συγγραφείς, και έτσι είναι συχνά δύσκολο να καθορίσει κανείς τη θέση του φασισµού πάνω σε διάφορα σηµαντικά θέµατα. Η λέξη "φασίστας" χρησιµοποιείται συνήθως µε αρνητική σηµασία, συχνά ως µια ετικέτα για επίκριση µιας αντίθετης άποψης, υποδηλώνοντας απολυταρχισµό και αντιδηµοκρατική αντίληψη. Πηγή: wikipedia.org Φασισµός Φασισµός (αγγ. Fascism, γαλλ. Fascisme, γερµ. Faschismus, ιταλ. Fascismo) είναι η ιδεολογία και το πολιτικό κίνηµα που επιβλήθηκαν ως καθεστώς στην Ιταλία από το 1922 ως το 1943, στη Γερµανία από το 1933 ως το 1945, στην Ισπανία από το 1939 ως το 1975 και σε ορισµένες άλλες χώρες της Ευρώπης αλλά και άλλων ηπείρων- κατά διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ο φασισµός, ως πολιτικοκοινωνικό κίνηµα, πρέσβευε τη δηµιουργία ενός ολοκληρωτικού κράτους που όλα θα υπακούνε στον κεντρικό µηχανισµό, θα δρουν και θα υπάρχουν όπως αυτός θέλει, όλα θ' ανήκουν στο κράτος, τίποτα δε θα υπάρχει έξω από αυτό. Το σύνθηµά του ήταν «να πιστεύεις, να υπακούς, να πολεµάς». Την περίοδο ανάµεσα στους δύο Παγκόσµιους Πολέµους εδραιώθηκαν σε αρκετές χώρες της Ευρώπης φασιστικά καθεστώτα και κάτω από αυτές τις αρχές χτυπήθηκε και κυνηγήθηκε κάθε προοδευτική κίνηση, απαγορεύτηκαν οι διεκδικητικοί αγώνες, επιβλήθηκε η υποχρεωτική συµµετοχή στις φασιστικές οργανώσεις, δικαιολογήθηκαν δολοφονίες, σαµποτάζ και λίγο αργότερα οι επεκτατικές, ιµπεριαλιστικές επιθέσεις της Ιταλίας (1936) στην Αιθιοπία, Ελλάδα (1940) και αλλού. Η Ιταλική λέξη Fascismo προέρχεται από την λατινική fasces, αρχαίο ρωµαϊκό έµβληµα εξουσίας που παρίστανε µια δέσµη ράβδων µε έναν πέλεκυ στο εσωτερικό της. Οι fasces ήταν στην αρχαία Ρώµη σύµβολο της εξουσίας των δικαστών και συµβόλιζαν την «ισχύ δια της ενώσεως»: µια µόνο ράβδος σπάζει εύκολα, ενώ µια δέσµη πολύ δύσκολα. Οι ράβδοι δεµένες γύρω από έναν διπλό πέλεκυ έγιναν το σύµβολο του φασισµού. Οι πρώτες οµάδες φασιστών που σχηµατίστηκαν στην Ιταλία ονοµάστηκαν «fascio di combattimento», δηλαδή οµάδες-δέσµες µάχης. Τον όρο πρώτος χρησιµοποίησε ο

4 Μπενίτο Μουσολίνι, το 1915 ενώ το 1919 ίδρυσε το φασιστικό κόµµα και υιοθέτησε τις fasces ως έµβληµα του. Το κλίµα που επικρατούσε στην Ιταλία µετα την λήξη του Α' Παγκοσµίου Πολέµου ευνόησε την ανάπτυξη του φασισµού. Η οικονοµική και πολιτική κρίση είχε φτάσει στο κατακόρυφο, γενική αναταραχή επικρατούσε σ' ολόκληρη την χώρα, οι παλιοί πολέµαρχοι δεν µπορούσαν να παραδεχτούν πως η Ιταλία βγήκε ουσιαστικά ηττηµένη από τον πόλεµο. Η φιλελεύθερη δηµοκρατία ήταν ανίκανη πλέον να συγκρατήσει τα πράγµατα και να δώσει µια διέξοδο στην κρίση. Έτσι, η αστική τάξη εκτίµησε πως µόνο µε τη βία και την τροµοκρατία (που πήρε αφάνταστες διαστάσεις) θα µπορούσε να επιβληθεί. Το φασιστικό σύστηµα αναπτύχθηκε περισσότερο στη Γερµανία, µε την εµφάνιση και επικράτηση του ναζιστικού κινήµατος. Από το 1930 και µετά ο φασισµός επιβάλλεται πραξικοπηµατικά από τις κυβερνήσεις πολλών κρατών σ' αυτά. Τέτοια ήταν η Πολωνία, Ουγγαρία, Ελλάδα, Ρουµανία, Πορτογαλία, Ισπανία κ.ά. Μετά τη συντριβή του στο Β' Παγκόσµιο πόλεµο η ανάπτυξή του πέφτει κατακόρυφα. Όµως κι ως τα σήµερα ο φασισµός αξιοποιείται για την αντιµετώπιση των προοδευτικών κινηµάτων σ' όλο τον κόσµο. Ο Φασισµός απέρριψε τα κύρια φιλοσοφικά ρεύµατα του 18ου και 19ου αιώνα, το πνεύµα της Αµερικανικής και της Γαλλικής επανάστασης που είχε δώσει έµφαση στην ελευθερία του ατόµου και στην ισότητα µεταξύ των ανθρώπων και των φυλών. Το µήνυµα του ιαφωτισµού είχε συντελέσει στην προβολή της ατοµικής αξιοπρέπειας και είχε τονίσει την ευρύτητα των αντιλήψεων σε µια εκκοσµικευµένη κοινωνία. Αντίθετα ο φασισµός εξύµνησε ως απόλυτη αρχή την υπέρτατη κυριαρχία του έθνους. Έθεσε ως αιτήµατα αφ ενός την αναβίωση του πνεύµατος της αρχαίας πόλης-κράτους ιδιαίτερα της πειθαρχίας και της απόλυτης αφοσίωσης στο καθήκον που χαρακτήριζαν την Σπάρτη και αφ ετέρου τον πλήρη συντονισµό κάθε πνευµατικής και πρακτικής δραστηριότητας στον αγώνα κατά του σύγχρονου ατοµικισµού και επιστηµονικού σκεπτικισµού. Το Ιταλικό σύνθηµα «να πιστεύεις, να υπακούς, να πολεµάς» ήταν η απάντηση του Φασισµού στο τρίπτυχο «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» της Γαλλικής επανάστασης και στα προφητικά και τα χριστιανικά µηνύµατα ειρήνης. Ο συνδιασµος της τυφλής πίστης και της ανδροπρεπούς µαχητικότητας θα µετέτρεπε το έθνος σε µια µονίµως επιστρατευµένη ένοπλη δύναµη που θα κατακτούσε, θα διατηρούσε και θα διεύρυνε την εξουσία του. Σύµφωνα µε ορισµένους µελετητές τα πρώτα ψήγµατα των βάσεων της Φασιστική ιδεολογίας τα συναντάµε στην σκέψη του Φλωρεντινού Νικολό Μακιαβέλι ( ). Πίστευε ότι η ύπαρξη του κράτους νοµιµοποιείται από την εξουσία, όταν αυτή ασκείται ορθολογικά από έναν άνδρα ικανο να χειραγωγεί τον λαό και να χρησιµοποιεί τον στρατό για τις προσωπικές του επιδιώξεις του. Αναζητώντας τον «νέο ηγεµόνα» και την νέα καθοδηγητική αρχή της πολιτικής, γνώριζε «ότι άνοιγε έναν δρόµο αδιάβατο µέχρι τώρα από τον άνθρωπο». Ο δρόµος αυτός οδήγησε τελικά στην απόλυτη κυριαρχία του κράτους. Έως τα µέσα του 17ου αιώνα η διατήρηση του νόµου και της τάξης

5 αναδείχθηκε σε ανώτατη κατευθυντήρια αρχή, αλλά στο στάδιο αυτό το κράτος δεν έχει ακόµα µετατραπεί σε αντικείµενο δέους ή ευλάβειας. Η τελευταία αυτή αντίληψη για το κράτος εµφανίστηκε µόνον ύστερα από την Γαλλική επανάσταση, στις θεωρίες κυρίως των Γερµανών Ροµαντικών φιλοσόφων, όπως του Γιόχαν Γκότληπ Φίχτε ( ) και του Γκέοργκ Βίλχελµ Φρήντριχ Χέγκελ ( ). Οι διανοητές αυτοί ανήγαγαν την εθνική συλλογικότητα σε απόλυτη αρχή, τόσο από ηθική όσο και από πολιτική σκοπιά. Το ουτοπικό «κλειστό κράτος» του Φίχτε ήταν αυταρχικό, αντιατοµικιστικό και οικονοµικά αυτάρκες. Ωστόσο ο Φίχτε δεν είχε περιβάλλει το κράτος µε την ιερότητα την οποία του προσέδωσε ο Χέγκελ. Οι οπαδοί του Χέγκελ, όπως και εκείνοι του Φίχτε, παρέβλεψαν την πολυπλοκότητα και την αµφησιµία της φιλοσοφίας του και συγκέντρωσαν την προσοχή τους στην πλευρά της θεωρίας του που εξυµνούσε το κράτος ως αυτοσκοπό, «πραγµατικότητα της ηθικής ιδέας», «συγκεκριµένης ελευθερίας». Μόνον ως υπήκοος του κράτους (το οποίο είχε γνωρίσει ο Χέγκελ υπό την µορφή της προσωπικής µοναρχίας) µπορεί το άτοµο να κατακτήσει την αντικειµενική πραγµατικότητα και τον ηθικό βίο. Η φύση της απεριόριστης κυριαρχίας του κράτους αποκαλύπτεται κατ εξοχήν στον πόλεµο. Στις αρχές του 20ου αιώνα έγινε αισθητή η επίδραση του Γερµανού φιλοσόφου Φρίντριχ Νίτσε, ο οποίος δεν ήταν πρόδροµος του φασισµού όπως λανθασµένα πιστεύεται σε πολλές περιπτώσεις, αφού απεχθανόταν τον Γερµανικό εθνικισµό, τον αντισηµιτισµό και την κρατική εξουσία. Αντίθετα πρέσβευε έναν ακραίο ατοµικισµό, καταδικάζοντας την τυφλή υπακοή των πιστών και οπαδών, όπως και τις παραδοσιακές αξίες της εκκλησίας και της πατρίδας. Απεχθανόταν όµως εξίσου τον κοινό άνθρωπο και την δηµοκρατία. Πίστευε στις µεγάλες προσωπικότητες και στα αποκλειστικά δικαιώµατα τους. Θεωρώντας ότι η εποχή του υστερούσε σε µεγαλείο και ηρωισµό, εξυµνούσε το θάρρος των µαχητών του πνεύµατος, οι οποίοι ήταν αρκετά δυνατοί τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις που είχαν κληρονοµήσει. Ο Γάλλος αντιφιλελεύθερος ριζοσπάστης σοσιαλιστής Ζωρζ Σορέλ προέβαλε στην αναρχοσυνδικαλιστική θεωρία του τον δυναµισµό και την νέα ζωτικότητα του ηρωικού προλεταριάτου έναντι της εξασθενηµένης αστικής τάξης. Στο έργο του «Σκέψεις για την βία» (1908) ο Σορέλ υποστήριξε ότι το εργατικό κίνηµα είχε ανάγκη από ανορθολογικούς µύθους για να φέρει σε πέρας την ιστορική αποστολή του. Η ιδέα αυτή επηρέασε πολλούς σοσιαλιστές στις λατινικές χώρες και ιδιαίτερα στην βορειοκεντρική Ιταλία, την εποχή που διαµορφωνόταν η πολιτική συνείδηση του νεαρού Μουσολίνι. Σύµφωνα µε τον Σορέλ η βία ήταν «µεγαλειώδης» εφόσον εκπορευόταν από ένα κίνηµα µε ιστορική αποστολή. Το έργο του Γάλλου διανοητή συνένωσε την ριζοσπαστική σοσιαλιστική θεωρία της Αριστεράς µε τον ριζοσπαστικό συντηρητισµό της εξιάς στην κοινή απόρριψη της αστικής µετριότητας. Το κίνηµα του φασισµού µελετήθηκε από πολλούς ξένους ερευνητές µεταξύ των οποίων οι πιο γνωστοί είναι ο Ρόµπερτ Πάξτον (Robert Paxton) και ο Εµίλιο Τζεντίλε. Από τους πιο έγκυρους Έλληνες µελετητές του φαινοµένου θεωρείται ο Νίκος Πουλαντζάς. Σε αντίθεση µε άλλες ιδεολογίες, ο φασισµός δεν ανέπτυξε ποτέ πλήρες δόγµα ή πολιτική θεωρία και, κυρίως, δεν γράφτηκαν οποιαδήποτε σηµαντικά πολιτικά κείµενα από φασιστική σκοπιά µετά το Έτσι, σχεδόν όλα τα κείµενα πάνω στο θέµα της φασιστικής ιδεολογίας έχουν γραφτεί από µη φασίστες και αντιφασίστες συγγραφείς, και έτσι είναι συχνά δύσκολο να καθορίσει κανείς τη θέση του φασισµού πάνω σε διάφορα

6 σηµαντικά θέµατα. Η λέξη "φασίστας" χρησιµοποιείται συνήθως µε αρνητική σηµασία, υποδηλώνοντας απολυταρχισµό και αντιδηµοκρατική αντίληψη.

7

8 F%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 Τι είναι ο φασισµός; του Εµίλιο Τζεντίλε Κυρ, 29/04/2012 Τι είναι ο φασισµός; Ο φασισµός ως κοµµατική οργάνωση, ιδεολογία και κρατική πολιτική Του Εµίλιο Τζεντίλε 1. Ένα µαζικό κίνηµα διαταξικής συνεργασίας, στα διοικητικά στελέχη του οποίου όµως, καθώς και στη µεγάλη µάζα των οπαδών του, υπερισχύουν νέοι που ανήκουν κυρίως στις µεσαίες τάξεις, στην πλειονότητά τους αναλαµβάνοντας για πρώτη φορά πολιτική δράση, οργανωµένοι στην πρωτοεµφανιζόµενη και άγνωστη ως τότε (σ.σ.: στο Μεσοπόλεµο) µορφή του «κόµµατος-πολιτοφυλακή». Ένα κίνηµα που δεν βασίζει την ταυτότητά του στην κοινωνική ιεραρχία και την ταξική προέλευση, αλλά στην αρχή της συντροφικότητας. Που θεωρεί ότι είναι επιφορτισµένο µε µια αποστολή εθνικής αναγέννησης, ότι βρίσκεται σε µια κατάσταση πολέµου εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων, και που επιδιώκει να κατακτήσει το µονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας χρησιµοποιώντας την τροµοκρατία, την κοινοβουλευτική τακτική και το συµβιβασµό µε τις κυρίαρχες δυνάµεις, µε σκοπό να δηµιουργήσει ένα νέο καθεστώς καταστρέφοντας την κοινοβουλευτική δηµοκρατία. 2. Μια κουλτούρα που είναι θεµελιωµένη στη σκέψη που βασίζεται σε µύθους, και στην αντίληψη της ζωής που συνδυάζει τραγικότητα και ακτιβισµό (µιας ζωής όµως που γίνεται αντιληπτή ως εκδήλωση της επιθυµίας για εξουσία), στο µύθο της

9 νεότητας ως πρωταγωνιστή της ιστορίας και στη στρατιωτικοποίηση της πολιτικής ως µοντέλο ζωής και συλλογικής οργάνωσης. 3. Μια ιδεολογία µε χαρακτήρα αντι-ιδεολογικό και πραγµατιστικό, που προβάλλει ως αντι-υλιστική, αντι-ατοµιστική, αντι-φιλελεύθερη, αντι-δηµοκρατική, αντι-µαρξιστική, µε λαϊκίστικες και αντικαπιταλιστικές τάσεις. Μια ιδεολογία εκφρασµένη περισσότερο αισθητικά παρά θεωρητικά, µέσω ενός νέου πολιτικού ύφους και µέσω µύθων, τελετουργιών και συµβόλων µιας λαϊκής θρησκείας που ιδρύθηκε σε συνδυασµό µε τη διαδικασία διαπαιδαγώγησης, κοινωνικοποίησης και φιντεϊστικής ολοκλήρωσης των µαζών µέσω της δηµιουργίας ενός «Νέου Ανθρώπου». 4. Μια ολοκληρωτική αντίληψη της υπεροχής της πολιτικής ως καθολικής εµπειρίας και συνεχούς επανάστασης, για την πραγµατοποίηση, µέσω του ολοκληρωτικού Κράτους, της συγχώνευσης του ατόµου και των µαζών στην µυστική κοινότητα του έθνους (εθνική και ηθική κοινότητα) υιοθετώντας µέτρα διάκρισης και δίωξης εναντίον εκείνων που θεωρείται ότι δεν ανήκουν σε αυτή την κοινότητα γιατί είναι εχθροί του καθεστώτος ή γιατί ανήκουν σε φυλές που θεωρούνται κατώτερες ή σε κάθε περίπτωση επικίνδυνες για την ακεραιότητα του έθνους. 5. Μια ηθική του αστού της πόλης βασισµένη στην απόλυτη υποταγή των πολιτών στο Κράτος, στην πλήρη αφοσίωση του ατόµου στην εθνική κοινότητα, στην πειθαρχία, στον ανδρισµό, στη συντροφικότητα και στο πολεµικό πνεύµα. 6. Ένας αστυνοµικός µηχανισµός που προλαµβάνει, ελέγχει και καταστέλλει κάθε µορφή διαφωνίας ή αµφισβήτησης µε τη συνδροµή της οργανωµένης τροµοκρατίας. 7. Ένα µοναδικό κόµµα που έχει ως στόχο να εξασφαλίζει, µέσω µιας δικής του πολιτοφυλακής, την ένοπλη άµυνα του καθεστώτος (το οποίο γίνεται κατανοητό ως το σύνολο των νέων δηµόσιων ιδρυµάτων που δηµιουργήθηκαν από το επαναστατικό κίνηµα) να επιτηρεί την επιλογή των νέων διευθυντικών στελεχών και το σχηµατισµό της «διοικητικής αριστοκρατίας» να οργανώνει τις µάζες στο ολοκληρωτικό Κράτος, εµπλέκοντάς τες σε µια εκπαιδευτική διαδικασία συνεχούς συναισθηµατικής και φιντεϊστικής κινητοποίησης να ενεργεί στο εσωτερικό του καθεστώτος ως όργανο της «συνεχούς επανάστασης» για την πραγµατοποίηση του µύθου του ολοκληρωτικού Κράτους στο επίπεδο των θεσµών, της κοινωνίας, της νοοτροπίας και των εθίµων. 8. Ένα πολιτικό σύστηµα βασισµένο στη συµβίωση κόµµατος και Κράτους, που είναι οργανωµένο σύµφωνα µε µια ιεραρχία λειτουργιών, η οποία καθορίζεται από ψηλά υπό την επίβλεψη του «αρχηγού». Ένα αρχηγός που περιβάλλεται από µια «χαρισµατική αγιοσύνη», ο οποίος διατάζει, διευθύνει και συντονίζει τις δραστηριότητες του κόµµατος, του καθεστώτος και του Κράτους, και ενεργεί ως ύψιστος και αδιαµφισβήτητος κριτής στις συγκρούσεις µεταξύ των ηγετικών στελεχών του καθεστώτος. 9. Μια κορπορατιστική οργάνωση της οικονοµίας, που καταργεί τις συνδικαλιστικές ελευθερίες, διευρύνει τη σφαίρα παρέµβασης του Κράτους και επιδιώκει να εξασφαλίσει, σύµφωνα µε τις τεχνοκρατικές και συναδελφικές αρχές, τη συνεργασία των παραγωγικών τάξεων κάτω από τον έλεγχο του καθεστώτος, µε στόχο πάντα την απόκτηση περισσότερης εξουσίας, διατηρώντας όµως την ατοµική ιδιοκτησία και το διαχωρισµό των τάξεων.

10 10. Μια εξωτερική πολιτική µε ιµπεριαλιστικούς στόχους που αποβλέπει στην απόκτηση εξουσίας και σε εθνικά µεγαλεία µε απώτερο σκοπό τη δηµιουργία ενός νέου πολιτισµού. Απόσπασµα από το βιβλίο του Εµίλιο Τζεντίλε «Φασισµός. Ιστορία και Ερµηνεία», µετάφραση: Ευάγγελος Κατσιφός, εκδ. Ασίνη: Αθήνα 2007 rednotebook.gr

11

12 Χαρακτηριστικά του φασισµού Μαρτίου 1, 2013 by Herr K. Ο Umberto Eco παρουσιάζει πώς αρχίζει να εκδηλώνεται ο φασισµός (1995). Μετάφραση Gravity and the Wind : Παρά την ασάφεια αυτή, νοµίζω πως µπορούµε να σκιαγραφήσουµε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονοµάζω «πρωτοφασισµό», ή «αρχέγονο φασισµό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν µπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστηµα πολλά απ αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων µορφών δεσποτισµού ή φανατισµού. Η παρουσία ενός και µόνο απ αυτά, όµως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισµό να συµπτυχθεί γύρω του. 1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισµού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισµό. εν χαρακτήριζε µόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών µετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισµό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωµαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συµβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύµφωνα µε τη µυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραµείνει για πολύ καιρό κρυµµένη κάτω από το πέπλο γλωσσών που ήταν πια ξεχασµένες στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας. Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισµός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασµός διαφόρων µορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής» ένας τέτοιος συνδυασµός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά µηνύµατα περιέχει ψήγµατα σοφίας, και όποτε έµοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύµβατα πράγµατα αυτό συνέβαινε µόνο και µόνο γιατί όλα παραπέµπουν, µε αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια. Συνεπώς, δεν µπορεί να υπάρξει καµία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί µια για πάντα, κι εµείς το µόνο που µπορούµε να κάνουµε είναι να συνεχίζουµε να ερµηνεύουµε το δυσνόητο µήνυµά της. Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους µείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν µε παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και µυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο ισκοπότηρο µε τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχηµεία µε την Αγία Ρωµαϊκή και Γερµανική Αυτοκρατορία. Και µόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό µυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συµπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράµσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισµού.

13 Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αµερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί µέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο µε το Στόουνχεντζ αυτό είναι σύµπτωµα πρωτοφασισµού. 2. Η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την απόρριψη του µοντερνισµού. Και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικά λάτρευαν την τεχνολογία, ενώ οι διανοητές της παραδοσιαρχίας συνήθως την απορρίπτουν ως αντίθετη προς τις παραδοσιακές πνευµατικές αξίες. Όµως, παρόλο που ο ναζισµός υπερηφανευόταν για τα βιοµηχανικά του επιτεύγµατα, ο εγκωµιασµός του µοντερνισµού δεν ήταν παρά η επιφάνεια µιας ιδεολογίας βασισµένης στην ιδέα Αίµα και Γη (Blut und Boden). Η απόρριψη του σύγχρονου κόσµου ήταν µεταµφιεσµένη σαν αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά αφορούσε κυρίως στην απόρριψη του Πνεύµατος του 1789 (και του 1776, φυσικά). Ο ιαφωτισµός, η Εποχή του Ορθολογισµού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της σύγχρονης αχρειότητας. Κατ αυτή την έννοια, ο πρωτοφασισµός µπορεί να οριστεί ως ανορθολογισµός. 3. Ο ανορθολογισµός βασίζεται επίσης στη λατρεία της δράσης για τη δράση. Επειδή η δράση είναι από µόνη της όµορφη, πρέπει να αναλαµβάνεται πριν, ή χωρίς, οποιαδήποτε σκέψη. Η σκέψη είναι µια µορφή αποδυνάµωσης. Εποµένως, η κουλτούρα είναι ύποπτη, στο βαθµό που ταυτίζεται µε την κριτική στάση. Η καχυποψία απέναντι στον κόσµο της διανόησης αποτελούσε πάντοτε σύµπτωµα του πρωτοφασισµού, από την υποτιθέµενη ρήση του Γκέµπελς («όταν ακούω να µιλάνε για κουλτούρα αρπάζω το όπλο µου») µέχρι τη συχνή χρήση εκφράσεων όπως «εκφυλισµένοι διανοούµενοι», «κουλτουριάρηδες», «παρηκµασµένοι σνοµπ», «τα πανεπιστήµια είναι φωλιές κοµµουνιστών». Οι επίσηµοι φασίστες διανοούµενοι ασχολούνταν κυρίως µε το να επιτίθενται στον σύγχρονο πολιτισµό και την αριστερή διανόηση, που έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες. 4. Καµιά συγκρητιστική πίστη δεν αντέχει στην αναλυτική κριτική. Το κριτικό πνεύµα κάνει διακρίσεις µεταξύ των εννοιών, και αυτές οι διακρίσεις αποτελούν σηµάδι µοντερνισµού. Στον σύγχρονο πολιτισµό, η επιστηµονική κοινότητα επαινεί τη διαφωνία ως µέθοδο βελτίωσης της γνώσης. Για τον πρωτοφασισµό, η διαφωνία είναι προδοσία. 5. Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί σηµάδι ποικιλοµορφίας. Ο πρωτοφασισµός καλλιεργεί και αναζητεί τη συναίνεση µε το να οξύνει και να εκµεταλλεύεται το φυσικό φόβο του διαφορετικού. Η πρώτη έκκληση ενός φασιστικού ή πρώιµου φασιστικού κινήµατος είναι η έκκληση ενάντια στους παρείσακτους. Εποµένως, ο πρωτοφασισµός είναι εξ ορισµού ρατσιστικός. 6. Ο πρωτοφασισµός πηγάζει από την ατοµική ή κοινωνική απογοήτευση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η επίκληση προς µια απογοητευµένη µεσαία τάξη που µαστιζόταν από µια οικονοµική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισµένη και φοβισµένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαµηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στην εποχή µας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον µικροαστοί (και τα λούµπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα

14 αποκλεισµένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισµός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ αυτή τη νέα πλειοψηφία. 7. Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισµός λέει πως το µοναδικό τους προνόµιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισµού. Άλλωστε, το µοναδικό πράγµα που µπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει µια εµµονή µε τις συνωµοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκηµένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεµήσεις µια συνωµοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία. Αλλά η συνωµοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς µοχλούς: οι Εβραίοι είναι συνήθως ο καλύτερος στόχος, γιατί έχουν το πλεονέκτηµα να είναι ταυτόχρονα και εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Στις Η.Π.Α., ένα εµφανές δείγµα συνωµοσιολογικής εµµονής βρίσκεται στο βιβλίο του Πατ Ρόµπερτσον Η Νέα Τάξη Πραγµάτων, αλλά, όπως έχουµε δει πρόσφατα, υπάρχουν και πολλά άλλα. 8. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωµένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναµη των εχθρών τους. Όταν ήµουν µικρό παιδί, µου είχαν µάθει ότι οι Εγγλέζοι είχαν πέντε γεύµατα τη µέρα. Έτρωγαν πιο συχνά από τους φτωχούς αλλά νηφάλιους Ιταλούς. Και ότι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο µέσω ενός µυστικού δικτύου αµοιβαίας αρωγής. Έτσι, µε µια συνεχή µετατόπιση της ρητορικής εστίασης, οι εχθροί είναι ταυτόχρονα πολύ ισχυροί και πολύ αδύναµοι. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασµένες να χάνουν τους πολέµους τους, γιατί είναι εγγενώς ανίκανες να κάνουν µια αντικειµενική εκτίµηση της δύναµης του εχθρού. 9. Για τον πρωτοφασισµό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Εποµένως, ο ειρηνισµός ισοδυναµεί µε συναλλαγή µε τον εχθρό. Είναι κακός, γιατί η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεµος. Αυτό, όµως, επιφέρει ένα «σύµπλεγµα Αρµαγεδδώνα». Εφόσον οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει µια τελική µάχη, µετά από την οποία το κίνηµα θα έχει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο τον κόσµο. Μια τέτοια «τελική λύση», όµως, θα σηµάνει την αρχή µιας περιόδου ειρήνης, µιας Χρυσής Εποχής, πράγµα που έρχεται σε αντίφαση µε το δόγµα του συνεχούς πολέµου. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει αυτό το πρόβληµα. 10. Ο ελιτισµός αποτελεί χαρακτηριστική διάσταση κάθε αντιδραστικής ιδεολογίας, στο βαθµό που είναι θεµελιωδώς αριστοκρατικός, και ο αριστοκρατικός και µιλιταριστικός ελιτισµός συνεπάγεται την περιφρόνηση προς τους αδύναµους. Ο πρωτοφασισµός µπορεί να εκφράσει µόνο έναν λαϊκό ελιτισµό. Κάθε πολίτης ανήκει στον καλύτερο λαό του κόσµου, τα µέλη του κόµµατος είναι οι καλύτεροι πολίτες, κάθε πολίτης µπορεί (ή πρέπει) να γίνει µέλος του κόµµατος. Αλλά δεν µπορεί να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς πληβείους. Ο Ηγέτης, που γνωρίζει ότι η εξουσία δεν του απονεµήθηκε δηµοκρατικά αλλά την κατέκτησε µε τη βία, γνωρίζει επίσης ότι η δύναµή του βασίζεται στην αδυναµία των µαζών οι µάζες είναι αδύναµες, και γι αυτό χρειάζονται και αξίζουν έναν ηγεµόνα. Και εφόσον η οµάδα είναι οργανωµένη ιεραρχικά (σύµφωνα µε το στρατιωτικό πρότυπο), κάθε ηγέτης περιφρονεί τους υφισταµένους του, και καθένας απ αυτούς περιφρονεί τους κατωτέρους του. Αυτό ενισχύει την αίσθηση του µαζικού ελιτισµού.

15 11. Μέσα σ αυτή την προοπτική, όλοι µαθαίνουν πως πρέπει να γίνουν ήρωες. Σε κάθε µυθολογία, ο ήρωας είναι ένα εξαιρετικό ον, αλλά για την πρωτοφασιστική ιδεολογία ο ηρωισµός είναι ο κανόνας. Αυτή η λατρεία του ηρωισµού συνδέεται στενά µε τη λατρεία του θανάτου. εν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήµατα που είχαν οι ισπανοί φαλαγγίτες ήταν το «viva la muerte» («ζήτω ο θάνατος»). Στις µη φασιστικές κοινωνίες, ο απλός λαός µαθαίνει ότι ότι ο θάνατος είναι κάτι το δυσάρεστο που όµως πρέπει να το αντιµετωπίζει µε αξιοπρέπεια και οι πιστοί µαθαίνουν ότι είναι ένας οδυνηρός τρόπος για να περάσουν σε µια µεταφυσική ευτυχία. Αντίθετα, ο πρωτοφασίστας ήρωας αποζητά τον ηρωικό θάνατο, ο οποίος διαφηµίζεται ως η µεγαλύτερη ανταµοιβή για µια ηρωική ζωή. Ο πρωτοφασίστας ήρωας ανυποµονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυποµονησία του, συχνά στέλνει κι άλλους ανθρώπους στο θάνατο. 12. Επειδή και ο συνεχής πόλεµος και ο ηρωισµός είναι δύσκολα παιχνίδια, ο πρωτοφασίστας µεταθέτει τον πόθο του για εξουσία στη σεξουαλική συµπεριφορά του. Έτσι προκύπτει ο µατσισµός [σ.τ.μ.: το αντριλίκι] (που συνεπάγεται αφενός την περιφρόνηση προς τη γυναίκα και αφετέρου την καταδίκη παρεκκλινουσών ερωτικών συνηθειών, όπως η αγνότητα ή η οµοφυλοφιλία). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιµά να παίζει µε τα όπλα σαν φαλλικό υποκατάστατο. 13. Ο πρωτοφασισµός βασίζεται σε έναν επιλεκτικό λαϊκισµό, έναν ποιοτικό λαϊκισµό, θα έλεγε κανείς. Σε µια δηµοκρατία, οι πολίτες έχουν ατοµικά δικαιώµατα, αλλά οι πολίτες συνολικά έχουν πολιτική επιρροή µόνο από ποσοτική άποψη ακολουθούνται οι αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για τον πρωτοφασισµό, όµως, τα άτοµα ως άτοµα δεν έχουν δικαιώµατα, και ο Λαός γίνεται αντιληπτός σαν ποιότητα, σαν µια µονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και επειδή κανένα µεγάλο σύνολο ατόµων δεν µπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο Ηγέτης παριστάνει το διερµηνέα τους. Έχοντας χάσει την εξουσία της αντιπροσώπευσης, οι πολίτες δεν πράττουν καλούνται µόνο να παίξουν το ρόλο του Λαού. Έτσι, ο Λαός δεν είναι παρά ένα θεατρικό εφεύρηµα. Για να πάρουµε µια γεύση ποιοτικού λαϊκισµού δεν χρειαζόµαστε πλέον την Πιάτσα Βενέτσια της Ρώµης, ούτε το Στάδιο της Νυρεµβέργης. Υπάρχει στο µέλλον µας ένας τηλεοπτικός ή διαδικτυακός λαϊκισµός, στον οποίο η συναισθηµατική αντίδραση µιας επιλεγµένης οµάδας πολιτών θα µπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται αποδεκτή ως η Φωνή του Λαού. Λόγω του ποιοτικού λαϊκισµού του, ο πρωτοφασισµός πρέπει να είναι κατά των «διεφθαρµένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Μια από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Μουσολίνι στο ιταλικό κοινοβούλιο ήταν «Θα µπορούσα να µετατρέψω αυτό το βουβό και καταθλιπτικό µέρος σε στρατόπεδο για τις σπείρες µου» οι «σπείρες» είναι µια υποδιαίρεση της παραδοσιακής ρωµαϊκής λεγεώνας. Βέβαια, αµέσως βρήκε καλύτερο καταυλισµό για τις σπείρες του, αλλά λίγο αργότερα διέλυσε το κοινοβούλιο. Όποτε ένας πολιτικός αµφισβητεί τη νοµιµότητα ενός κοινοβουλίου γιατί δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Φωνή του Λαού, αρχίζει και µυρίζει πρωτοφασισµό. 14. Ο πρωτοφασισµός µιλάει την «Νέα Οµιλία». Η Νέα Οµιλία επινοήθηκε από τον Όργουελ στο βιβλίο του 1984, ως επίσηµη γλώσσα του Αγγλικού Σοσιαλισµού. Αλλά σε

16 πολλές µορφές δικτατορίας συναντά κανείς πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά. Όλα τα ναζιστικά και φασιστικά σχολικά εγχειρίδια χρησιµοποιούσαν φτωχό λεξιλόγιο και στοιχειώδη σύνταξη, µε σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση των εργαλείων της σύνθετης και κριτικής σκέψης. Αλλά πρέπει να είµαστε σε θέση να αναγνωρίσουµε άλλα είδη Νέας Οµιλίας, ακόµα κι αν παίρνουν τη φαινοµενικά αθώα µορφή ενός δηµοφιλούς τοκσόου. Το πρωινό της 27ης Ιουλίου 1943, έµαθα ότι, σύµφωνα µε ραδιοφωνικές ανακοινώσεις, ο φασισµός είχε καταρρεύσει και ο Μουσολίνι είχε συλληφθεί. Όταν η µητέρα µου µε έστειλε να αγοράσω την εφηµερίδα, είδα ότι οι εφηµερίδες στον κοντινότερο πάγκο είχαν διαφορετικούς τίτλους. Επιπλέον, αφού είδα τους τίτλους, συνειδητοποίησα ότι κάθε εφηµερίδα έγραφε διαφορετικά πράγµατα. Αγόρασα µία στην τύχη, και διάβασα στην πρώτη σελίδα ένα µήνυµα που το υπέγραφαν πέντε ή έξι πολιτικά κόµµατα ανάµεσά τους η Χριστιανική ηµοκρατία, το Κοµµουνιστικό Κόµµα, το Σοσιαλιστικό Κόµµα, το Κόµµα της ράσης, και το Φιλελεύθερο Κόµµα. Μέχρι τότε, πίστευα ότι υπήρχε µόνο ένα κόµµα σε κάθε χώρα, και ότι στην Ιταλία αυτό ήταν το Εθνικό Φασιστικό Κόµµα. Τώρα, ανακάλυπτα ότι στη χώρα µου µπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα διάφορα κόµµατα. Καθώς ήµουν έξυπνο παιδί, κατάλαβα ότι όλα αυτά τα κόµµατα δεν µπορεί να γεννήθηκαν µέσα σε µια νύχτα, άρα θα πρέπει να υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό ως µυστικές οργανώσεις. Το µήνυµα στην πρώτη σελίδα πανηγύριζε για το τέλος της δικτατορίας και την επιστροφή της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, της πολιτικής σύµπραξης. Αυτές τις λέξεις, «ελευθερία», «δικτατορία» τις διάβαζα τώρα για πρώτη φορά στη ζωή µου. Χάρη σ αυτές τις λέξεις, ξαναγεννήθηκα ως ελεύθερος δυτικός άνθρωπος. Πρέπει να είµαστε σε εγρήγορση, ώστε το νόηµα αυτών των λέξεων να µην ξεχαστεί ξανά. Ο πρωτοφασισµός βρίσκεται ακόµα γύρω µας, πολλές φορές µε πολιτικά. Θα ήταν πολύ ευκολότερο, για µας, αν εµφανιζόταν στην παγκόσµια σκηνή κάποιος και έλεγε «Θέλω να ξανανοίξω το Άουσβιτς, θέλω να παρελάσουν ξανά οι Μελανοχίτωνες στις ιταλικές πλατείες». Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ο πρωτοφασισµός µπορεί να επιστρέψει µε το πιο αθώο προσωπείο. Είναι καθήκον µας να τον αποκαλύπτουµε και να καταδεικνύουµε οποιαδήποτε από τις νέες εκφάνσεις του κάθε µέρα, σε κάθε µέρος του κόσµου. Και είναι καλό να θυµόµαστε τα λόγια που είπε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στις 4 Νοεµβρίου 1938: «Τολµώ να πω ότι, αν ποτέ η αµερικανική δηµοκρατία πάψει να προχωρεί ως ζωντανή δύναµη και να προσπαθεί µέρα και νύχτα, µε ειρηνικό τρόπο, να κάνει όλους τους πολίτες µας καλύτερους, τότε ο φασισµός θα δυναµώσει στη χώρα µας». Η ελευθερία και η απελευθέρωση είναι µια ατέρµονη διαδικασία.

17 ΠΕΡΙ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΚΑΚΩΝ... Στις 14 Ιανουαρίου 1930,στην καρδιά του Βερολίνου,ο νεαρός Χορστ Βέσσελ έπεσε νεκρός απο το µαχαίρι ενός προαγωγού.ο Βέσσελ συζούσε µε µία δεκαοκτάχρονη πόρνη και το έγκληµα οφειλόταν είτε σε ερωτική αντιζηλία, είτε σε διαφωνία γιά την µοιρασιά των κερδών απο την ''εργασία'' του δύστυχου κοριτσιού.. Το γεγονός θα είχε µείνει µιά απλη καταγραφή στο αστυνοµικό δελτίο και θα είχε προ πολλού χαθεί απο την µνήµη,αν δεν συνέτρεχαν δύο παράγοντες. Ο νεκρός Χορστ Βέσσελ ήταν δραστήριο στέλεχος των ''ταγµάτων εφόδου'' του ναζιστικού κόµµατος. Λίγο πριν δολοφονηθεί,είχε γράψει µερικά ποιήµατα,ένα απο τα οποία είχε τον τίτλο''ψηλά τις σηµαίες''.. Ο Γκέµπελς κατάλαβε αµέσως την ευκαιρία για προπαγάνδα. Ετσι ο φόνος εµφανίστηκε ως ''έγκληµα κοµµουνιστών'' και οι στίχοι του ''ψηλά τις σηµαίες'' µελοποιήθηκαν και έγιναν το ''Εµβατήριο Χορστ Βέσσελ'',ο ύµνος των ναζί και ο εθνικός ύµνος του ''τρίτου ραίχ''. Οσοι πιστεύουν πως η επικράτηση του ναζισµού ήταν το αποτέλεσµα µιας µακροχρόνιας πνευµατικής - ιδεολογικής ζύµωσης, κάνουν λάθος. Ασφαλώς υπήρχαν και εκείνα τα τµήµατα της αστικής και µεγαλοαστικής Γερµανίας που παθιάζονταν µε τις θεωρίες του Αλφρεντ Ρόζενµπεργκ, µε την Θούλη και µε το αχτυλίδι των Νιµπελούγκεν..Αλλά η κρίσιµη µάζα,η λαική Γερµανία που στήριξε τον Χίτλερ,παθιαζόταν µε τις λέξεις ψωµί, δουλειά και ασφάλεια... Ζούσε καθηµερινά την ταπείνωση της φτώχειας, της ανεργίας, της ανεξέλεγκτης βίας,αλλά και το αίσθηµα της καταρράκωσης της εθνικής αξιοπρέπειας,αποτέλεσµα των εξευτελιστικών όρων που επέβαλαν οι δυνάµεις της Entente µετά την λήξη του Α Παγκοσµίου Πολέµου ( κάτι σαν µιά ''τρόικα'' της εποχής...). Ο ''µέσος Γερµανός'' έβλεπε ακόµα την αδυναµία των ''παραδοσιακών'' πολιτικών δυνάµεων - της Αριστεράς µή εξαιρουµένης - να δώσουν µιά πειστική απάντηση στο ερώτηµα του '' πώς και πότε θα ανακτήσω την κυριαρχία µου ;'' Σε αυτό το ερώτηµα ''απάντησε '' ο ναζισµός µε την θεωρία του ''ζωτικού χώρου'' την οποία αποδέχθηκε ( για να µην ξεχνιόµαστε ) η αστικοδηµοκρατική Ευρώπη,αλλά και η Σοβιετική Ενωση,έως το 1940.Και αν η βουλιµία των ναζί γιά επέκταση σταµατούσε στο '' Ανσλους'', δηλαδή την προσάρτηση της Αυστρίας, ενδεχοµένως σήµερα στις Συνόδους Κορυφής της Ε.Ε.,ο Γερµανός καγκελάριος θα προσερχόταν µε σβάστικα στο µανίκι. Το γεγονός ότι δεν εξελίχθηκαν έτσι τα πράγµατα, αλλά ο ναζισµός τελικά

18 συνετρίβη στρατιωτικά,όπως και η Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα από τον ''στρατηγό χειµώνα'', δεν αλλάζει την αφετηρία που ήταν η αποδοχή και η στήριξή του απο µεγάλο µέρος του γερµανικού λαού αλλά και άλλων ευρωπαικών λαών. Γι αυτό,δεν αρκεί να αναθεµατίζουµε το φαινόµενο. Πρέπει να κατανοήσουµε τις αιτίες που το γέννησαν, το γιγάντωσαν και το ''νοµιµοποίησαν''.αλλιώς, θα επαναλαµβάνεται συνεχώς,αλλάζοντας απλώς τόπο και ονοµασίες. Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, µε αφορµή την ''εκτίναξη'' της χρυσαυγής σε τρίτο κόµµα µε βάση όλες τις δηµοσκοπήσεις, ήρθε στην ''επικαιρότητα'' το ζήτηµα του φασισµού στην ελληνική πολιτική και κοινωνική πραγµατικότητα. Και, οπως συνήθως συµβαίνει στον τόπο µας, το ζήτηµα εµφανίζεται στον δηµόσιο λόγο µε τρόπο επιφανειακό και συχνά προσχηµατικό. Είτε ως αντιπαράθεση ακτιβισµού,δια της οποίας οι µεν επιβεβαιώνουν τον αντιφασισµό'τους και οι δε ''τιµωρούν'', είτε ως αφορµή για την εκποµπή µηνυµάτων ''διδακτικού'' περιεχοµένου,του τύπου'' ο φασισµός είναι κακό'', χωρίς προσπάθεια εµβάθυνσης στα αίτια και, κυρίως, χωρίς την παρµικρή διάθεση αυτοκριτικής, Με αφορµή λοιπόν την ασύλληπτης αδικίας επίθεση που δέχθηκε ο Γιώργος Νικάκης, επειδή δηµοσίευσε στα ''ΕΠΙΚΑΙΡΑ'' την γνωστή πιά επιστολή ''µε λες φασίστα'', θέλω να καταθέσω µιά άποψη που ενδεχοµένως θα ξενίσει ορισµένους φίλους. Η επιστολή των -κατα δήλωσή τους- ''φασιστών'', καλώς δηµοσιεύτηκε. Και θα έπρεπε να οδηγήσει όλους εµάς που είµαστε αντιφασίστες, σε προβληµατισµό γιά τα δικά µας λάθη που οδηγούν συµπολίτες µας να αποδέχονται και να επαναλαµβάνουν τέτοιες εγκληµατικές αντιλήψεις και πρακτικές. Να δηλώνουν αγάπη για τον Εθνικό Υµνο και την Ελληνική Σηµαία, που είναι κατεξοχήν σύµβολα Ελευθερίας και να δηλώνουν, την ίδια στιγµή ''φασίστες'',οπαδοί δηλαδή της απόλυτης άρνησης της Ελευθερίας. Αυτή η αντίφαση, προϊόν αµάθειας ή ηµιµάθειας, θα αρκούσε για να γελοιποιήσει την όποια εκδήλωση φασισµού ή ρατσισµού στην κοινωνία µας, αν η ''δική'' µας πλευρά δεν έκανε δύο θεµελιώδη λάθη. Λάθη που πρέπει να διορθωθούν προτού να οδηγηθούµε σε ακραίες και αδιέξοδες συγκρούσεις. Το πρώτο λάθος είναι η ''εκχώρηση'' του Πατριωτισµού στην ακροδεξιά, µέσα απο έναν ανιστόρητο διαχωρισµό του εθνικού'' απο το ''κοινωνικό'' ζήτηµα. Τόσο η Ελλάδα ως εθνικό κράτος,όσο και ο Ελληνισµός ως ιστορικό και πολιτισµικό µέγεθος, συγκροτούν ένα σύνολο Αξιών, Παραδόσεων και Ιδεών,µιά εθνική Ταυτότητα που κατόρθωσε να επιβιώσει γιά αιώνες,ακόµα και παρά την έλλειψη πολιτικής ελευθερίας. εν µπορεσα ποτέ να κατανοήσω γιατί η άρνηση αυτής της ταυτότητας αποτελει ''προοδευτική'' αντίληψη... Αναγνώριση και αποδοχή - και µάλιστα υπερήφανη αποδοχή- αυτής της ταυτότητας, δεν συνιστά άρνηση της αναγνώρισης της ετερότητας, του περίφηµου ''Αλλου''. Ισα- ίσα, γιά όποον έχει αληθινή Γνώση του Ελληνικού Τρόπου, η αναγνώριση αυτή είναι επιβεβληµένη, καθώς το ''κοινόν των Ελλήνων'' είναι Πνευµατικό και Ηθικό και όχι φυλετικό -''γονιδιακό'', δηλαδή φασιστικό.

19 Αν ο Μέγας Αλέξανδρος είναι πράγµατι πρότυπο των κατά δήλωσή τους ''φασιστών'', µάλλον θα κατέρρεαν λιπόθυµοι αν διάβαζαν την ''πολιτική διαθήκη'' του Μεγαλου Εκπολιτιστή, τον ''Λόγο της Όπης''. Ας τον διαβάσουν όµως και οι ανιστόρητοι που τον χαρακτηρίζουν...''ιµπεριαλιστή''!!! Αλλά και όλες οι µεγάλες Απελευθερωτικές Επαναστάσεις, απο την Γαλλική µέχρι την Κουβανέζικη, έγιναν ( και πέτυχαν ) στο όνοµα της ΠΑΤΡΙ ΑΣ. Το δεύτερο λάθος, είναι η άρνηση της καθηµερινής πραγµατικόητας που βιώνει η πλειοψηφία των πολιτών στα αστικά κέντρα και στην ύπαιθρο, στο όνοµα µιάς ''αλληλεγγύης'' προς τους αλλοδαπούς,ανεξαρτήτως του τρόπου,των συνθηκών διαβίωσης και,κυρίως,των επιπτώσεων αυτής της συνύπαρξης,επιπτώσεων κοινωνικών,οικονοµικών και,µακροπρόθεσµα,δηµογραφικών. Είναι εµφανής η έλλειψη µιάς σύγχρονης, αποτελεσµατικής µεταναστευτικής πολιτικής απο την πλευρά των ελληνικών κυβερνήσεων της τελευταίας εικοσαετίας. Το ερώτηµα είναι αν η έλλειψη οφείλεται σε ανικανότητα, αδιαφορία ή συνειδητή επιλογή στο πλαίσιο της παραδοσιακής µειοδοτικής στάσης της άρχουσας εξουσιστικής ελίτ. Η δική µου απάντηση είναι πως συµβαίνουν όλα αυτά µαζί. Αλλά αυτό δεν δικαιολογεί την άρνηση της πραγµατικότητας που είναι πως το µεταναστευτικό, ιδιαίτερα µετά την εκδήλωση της δηµοσιονοµικής κατάρρευσης του 2009, πρέπει να αντιµετωπιστεί ριζικά και άµεσα σε όλες τις διαστάσεις του. Και ριζική αντιµετώπιση σηµαίνει συνύπαρξη της ανθρωπιστικής προσέγγισης µε την περιφρούρηση της κοινωνικής συνοχής, την προστασία των συνταγµατικά κατοχυροµένων δικαιωµάτων στην ζωή, την ασφάλεια, την ισότητα, την εργασία και την περιουσία. Οποιος σέβεται αυτά τα δικαιώµατα, δικαιούται να ζητήσει την προστασία και την αρωγή της Ελλάδας.Αλλά µεταξύ των απροσδιορίστου αριθµού αλλοδαπών που βρίσκονται στην χώρα µας, υπάρχουν δυστυχώς πολλοί που δεν εµπίπτουν σε αυτή την κατηγορία. Ελπίζω πως δεν θα βρεθεί ανόητος να πει πως η προηγούµενη διαπίστωση ''νοµιµοποιεί'' την ρατσιστική βία. Αλλά υπάρχουν περιπτώσεις όπου η άσκηση της ''νόµιµης βίας'',δηλαδή η επιβολή κατασταλτικών µέτρων απο την Πολιτεία είναι επιβεβληµένη. Αυτή την απλή αλήθεια,την αυτονόητη για µιά οργανωµένη κοινωνία, καµιά ''αντιρατσιστική'' λογική δεν µπορεί να την εκχωρεί στην ακροδεξιά. υστυχώς όµως στον τόπο µας, αυτό συνέβη. Αλλά 'εστω κι έτσι, έστω και τώρα, υπάρχει καιρός µα διορθώσουµε τα λάθη. Αρκεί να κατανοήσουµε τις αδυναµίες της ''δικής'' µας προσέγγισης, να ξεπεράσουµε ιδεοληψίες και δογµατικές αγκυλώσεις και να ''συναντηθούµε'' µε την κοινωνική πραγµατικότητα. Σε µιά τέτοια κατεύθυνση, η απόφαση του Γιώργου Νικάκη και των ''ΕΠΙΚΑΙΡΩΝ'' να µην λογοκρίνουν, αλλά να δηµοσιεύσουν την επιστολή των ''φασιστών'',δεν αποτελεί εµπόδιο, αλλά,αντιθέτως, αφορµή για προβληµατισµό. εν ταιριάζουν λοιπόν στις ανάγκες του καιρού,αλλά και στις Αξίες µας, οι άδικες επιθέσεις,µε χαρακτηρισµούς

20 που διαστρεβλώνουν και κακοποιούν την Αλήθεια,σε δηµοσιογράφους-ενεργούς πολίτες και µέσα ενηµέρωσης που αντιστέκονται στην παρακµή. Στην µάχη ανάµεσα στην βαρβαρότητα και στον Πολιτισµό, ο Νικάκης και τα Επίκαιρα έχουν πάρει από την αρχή θέση και την κρατάνε,καθαρή και θσρραλέα. Είναι έπαλξη του Πολιτισµού και της ηµοκρατίας. Αυτό το γνωρίζει ολόκληρη η κοινωνία της Νέας Σµύρνης. Το γνωρίζουν και οι φίλοι που αστόχησαν, τί κρίµα, τόσο πολύ µε την ανακοίνωσή τους. Ας κρατήσουµε απο όλη αυτή την ''περιπέτεια'' την ανάγκη να γίνει, επιτέλους, ενας διάλογος χωρίς κραυγές και χαρακτηρισµούς, ανάµεσα σε όσους θέλουµε να αντιµετωπίσουµε αποφασιστικά και αποτελεσµατικα τον φασισµό αλλά και όλα τα άλλα ''κακά'' των καιρών µας. Κι αυτό ας αναγνωριστεί ως µία ακόµα συµβολή του Τύπου στην πορεία της κοινωνίας µας προς την Αυτογνωσία και την Απελευθέρωση.

21 Κυριακή, 1 Μαΐου 2011 Στοιχεία ιδεολογίας του Φασισµού Γράφει ο Γιώργος Εχέδωρος Ακούµε πολλές φορές από τα µέσα ενηµέρωσης, ή διαβάζουµε σε πικετοφορίες, αντιδράσεις µιας οµάδας ανθρώπων, σε αποφάσεις ή ενέργειες, που έγιναν σε βάρος τους από µια κοινωνική, πολιτική, ή εργασιακή εξουσία, ως αποτέλεσµα: φασιστικής νοοτροπίας, φασιστικής κοινωνίας, φασιστικής συµπεριφοράς, κλπ. Τονίζεται σε αυτές ως επιθετικός προσδιορισµός η λέξη φασιστική, δηλώνοντας, τη δυσαρέσκεια, την... αντίθεσή τους, για κάτι που δεν διέπεται από τα γνωστά στοιχεία µιας δηµοκρατικής πολιτείας. Με το παρόν κείµενο µας δίνεται η δυνατότητα, να δούµε από κοντά µερικά στοιχεία της έννοιας του φασισµού, ο οποίος ταλάνισε, δραµατικά, την ανθρωπότητα τον περασµένο αιώνα. «Η υπεροχή του κράτους στα άτοµα και οµάδες» Η πρώτη θεµελιώδης αρχή του φασισµού, σαφώς αντιδηµοκρατική και αντιφιλελεύθερη, είναι η υπεροχή του κράτους έναντι του ατόµου και των κοινωνικών οµάδων. Τα πρωτεία ανήκουν στο κράτος και όχι στο λαό. Το κράτος δεν τίθεται ως όργανο στην υπηρεσία του ατόµου. Στο φασιστικό κράτος το άτοµο δεν αποτελεί σκοπό, αλλά είναι στοιχείο δια µέσου του οποίου θα πραγµατοποιήσει τους σκοπούς του. Το ίδιο το κράτος αντιπροσωπεύει τη διακεκριµένη προσωπικότητα που την προσδίδουν τα άτοµα που το αποτελούν και έχει πολύ διαφορετικούς στόχους από τους προσωπικούς σκοπούς των ατόµων. «εν αναγνωρίζεται το Κοινοβούλιο» Ο φασισµός αντιτίθεται στη δηµοκρατική θεωρία της εθνικής ή λαϊκής κυριαρχίας, αφού το έθνος ή ο λαός στην ανοργάνωτη ενότητά του στερείται νοµικής έννοιας και αποκαθιστά την κυριαρχία του κράτους. Επιπρόσθετα δεν αναγνωρίζει ο φασισµός κυριαρχία στο Κοινοβούλιο, που εκλέγεται

22 από το λαό, το οποίο δεν το θεωρεί ως εκπρόσωπο του λαού, αλλά συµφερόντων, τη δε εκλογική διαδικασία ως πολιτικό τέχνασµα που ενδιαφέρει όχι το σύνολο της κοινωνίας αλλά ένα κόµµα ή µιαν τάξη. «Ιθύνουσα Φασιστική Τάξη: Η εκλεκτή Μειοψηφία» Αντιτίθεται ακόµη ο φασισµός στον καθορισµό της γενικής θελήσης από την πλειοψηφία του εκλογικού σώµατος, η οποία πλειοψηφία είναι ασταθής και µεταβαλλόµενη ανάλογα µε τις µεταστροφές της κοινής γνώµης. «Αφού το έθνος δεν είναι άθροισµα ατόµων, αλλά απέραντος αλυσίδα γενεών και το σύνολον όλων των πνευµατικών και σωµατικών δυνάµεων του λαού, ό σχηµατισµός της γενικής θελήσεως δια της πλειοψηφίας µιας εφήµερου γενεάς κρίνεται απαράδεκτος και ή εκλογική διαδικασία τεχνητή και καθαρώς συµβατική. Μόνον µία εκλεκτή µειοψηφία αποτελούσα την ίθύνουσαν τάξιν (ελίτ) δύναται να έκφραση την γενικήν θέλησιν του έθνους, µόνον οί ολίγοι οί εκ φύσεως αρχηγοί δύνανται ν' αποτελέσουν την συνισταµένην του γενικού καλού.» «Ολοκληρωτικό Κράτος» Η φασιστική ιδεολογία τίθεται κατά της φιλελεύθερης δηµοκρατίας και κατά της ελευθερίας του ατόµου. Έτσι: «Αντί του αχρωµάτιστου ουδέτερου κράτους της φιλελεύθερης δηµοκρατίας, αφού δεν έχει τη δυνατότητα να επιβάλει ένα κοινό ιδεώδες, ο φασισµός περιλαµβάνει µε ένα αδιάσπαστο σύνδεσµο όλες τις ανεξαιρέτους εθνικές δυνάµεις, αντικαθιστά την δυαδική σκέψη του κράτους και ατόµου µέσα από έναν κρατικό µονισµό. Στο φασιστικό κράτος οι αρµοδιότητες του επεκτείνονται σε κάθε εκδήλωση της κοινωνικής δράσης, οικονοµικής, πνευµατικής, εκπολιτιστικής, και περιλαµβάνει όλους τους κύκλους της ζωής του λαού, και δεν σταµατά µπροστά σε κανένα ανθρώπινο βιοτικό πεδίο. εν περιορίζεται σε έναν µόνον τοµέα της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά εισχωρεί παντού και περιλαµβάνει τα πάντα. Έτσι το φασιστικό κράτος προσλαµβάνει την ιδιότητα του ολοκληρωτικού κράτους.» «Το Φασιστικό ως Λαϊκό Κράτος» Αν και ο φασισµός δεν δέχεται τη δηµοκρατική αρχή της πλειοψηφίας, ούτε απονέµει την υπεροχή στο λαό, ούτε αναγνωρίζει ότι στο λαό ανήκει η κυριαρχία, εντούτοις δεν αρνείται ότι ο λαός αποτελεί το µέσο της πραγµατοποίησης των σκοπών του έθνους που ενσωµατώθηκαν στο κράτος. Με βάση την αντίληψη αυτή, οργανώνει µεθοδικά την ενσυνείδητη και διαρκή συµµετοχή των µαζών στη ζωή του κράτους. Έτσι οι µάζες αναπτύσσουν σπουδαία δράση και προσπαθεί ο φασισµός να µεταδώσει στο λαό την αίσθηση της ανώτερης αποστολής του. Με τη λογική αυτή, ο Φασισµός, δεν µπορεί να θεωρηθεί ούτε απολυταρχικό σύστηµα, ούτε δικτατορία.

23 Στα απολυταρχικά κράτη η πολιτική εξουσία ασκείται από µια προνοµιούχο τάξη προς όφελός της, µε πατριωτικό εγωϊσµό και µε φροντίδα διαφύλαξης των προνοµίων της. Η δικτατορία αφ ετέρου αποτελεί παροδική εκδήλωση σε περίπτωση κινδύνου ή ανάγκης της χώρας, δεν περιορίζεται από νόµους αλλά στηρίζεται στην άσκηση της βίας. Αντίθετα µε τα ανωτέρω, ο φασισµός, ακολουθεί την αρχή «όλα από το λαό και για τον λαό», επιδιώκει τη βελτίωση της τύχης των µαζών και δίκαια θεωρείται το φασιστικό κράτος ως λαϊκό κράτος. «Το φασιστικό κράτος δεν ανέχεται την υπερβολική ελευθερία» Τις αρχές της γαλλικής επανάστασης, της ελευθερίας και της ισότητας και τη διδασκαλία περί των θεµελιωδών ατοµικών δικαιωµάτων, στα οποία στηρίζεται η φιλελεύθερη δηµοκρατία, αντικαθιστά ο φασισµός µε την πειθαρχία, την ιεραρχία, τη δικαιοσύνη, των υποχρεώσεων του πολίτη και της οργάνωσης της κοινωνίας και του κράτους. Το φασιστικό κράτος δεν ανέχεται την υπερβολική ελευθερία, αντίθετα µάλιστα βρίσκεται στην ανάγκη να την παραβιάζει συνεχώς. Στη θέση της ατοµικής ελευθερίας της φιλελεύθερης δηµοκρατίας ο φασισµός τοποθετεί την κοινωνική και ατοµική πειθαρχία. «Εφόσον το κράτος αποτελεί ηθικήν, πολιτικήν και οικονοµικήν ενότητα ή έννοια των ατοµικών δικαιωµάτων του φιλευθέρου κράτους δεν γίνεται δεκτή εν των φασισµώ. Απονέµει ούτος εις το άτοµον τόσα µόνον δικαιώµατα όσα επιτρέπει το συµφέρον του έθνους». Ο Η. Κυριακόπουλος υποστηρίζει πως: η µη αναγνώρισις ατοµικών δικαιωµάτων δεν σηµαίνει ότι υπό το φασιστικόν καθεστώς υφίσταται παντελής ελευθερία του ατόµου. Σηµαίνει υποταγήν του ατόµου εις το Κράτος και όχι εκµηδένισιν αυτού. ( «Η θεωρία του φασισµού και το φασιστικόν κράτος», 1939, σελ.17) Ενώ ο Στέφανος Χ. Στεφανόπουλος θα σηµειώσει: «Το φασιστικό κράτος καταργεί την έννοιαν του ατοµικού δικαιώµατος και δεν επιτρέπει εις τα άτοµα την ελευθέραν δράσιν και πρωτοβουλίαν παρά µόνον εφόσον δύνανται ν αποβούν εξυπηρετικαί του εθνικού συµφέρονος» (Οικονοµικαί και Κοινωνικαί µελέται»,1937 σελ. 149). «Ανοργάνωτη η Ιδέα της Ανθρωπότητας» «Η από αιώνες συγκεντρώσεως ατόµων επί του αυτού εδάφους, της δηµιουργίας κοινών παραδόσεων, πολιτισµού, ηθών, εθίµων, κοινής γλώσσης και ιδία ενιαίας εθνικής συνειδήσεως, δηµιουργήθηκε µια κοινωνική ενότης, η εθνική κοινωνία, το έθνος. Αλλά η εθνική κοινωνία αποτελεί κάτι το ανοργάνωτο που δεν µπορεί να εκφραστεί. Λαµβάνει έκφραση και µπορεί να πραγµατοποιήσει σκοπούς µόνο δια µέσου του Κράτους. Έτσι το Κράτος αποτελεί τη νοµική ενσάρκωση του έθνους, το ανώτατο όργανο προς πραγµατοποίηση εθνικού ιδεώδους. Το εθνικό αίσθηµα είναι το αίσθηµα της πνευµατικής, εκπολιτιστικής και ηθικής κοινωνίας και κατά συνέπεια της καθαρής και απλής ενότητας του λαού, ενώ το αίσθηµα του κράτους είναι κυρίως η υποταγή και υπακοή του ατόµου στην ενότητα αυτή. Το εθνικό ιδεώδες ή αυτό το ίδιο το εθνικό συµφέρον προσδιορίζει του λοιπού την λύσιν των πολιτικών και κοινωνικών προβληµάτων και αποτελεί τον σκοπό του κράτους. Έτσι θεοποιείται το κράτος και αποκρούεται η ωχρή ανοργάνωτη ιδέα της

24 ανθρωπότητας.» «Η ιαδοχή Αρχηγίας µε το Βιολογικό Νόµο» Ο φασισµός υποστηρίζει ότι µόνο µία ισχυρή θέληση πρέπει να διευθύνει το κράτος. Στην υπερέχουσα προσωπικότητα του αρχηγού οφείλουν να υπακούουν όλες οι δυνάµεις του κράτους. Ενεργών ο αρχηγός πολιτικώς ως εκπρόσωπος του συνόλου του λαού προσλαµβάνει κύρος απροσµέτρητο και είναι ο ενδεδειγµένος για να ενσαρκώσει το κοινό ιδεώδες. Στην φιλελεύθερη δηµοκρατία όπου κυριαρχεί η πλειοψηφία του αριθµού δεν υπάρχει συνειδητή υπεύθυνος αρχηγία. Υπάρχει απλά η νοµική ευθύνη του αντιπροσώπου. Η ευθύνη αυτή µετεβλήθη εις το φασιστικόν κράτος εις την συνειδητήν ατοµική ευθύνη του αρχηγού. Ο βιολογικός νόµος της επιλογής, επί τη βάσει του οποίου σχηµατίζεται εις µίαν κοινωνίαν η εκλεκτή µειοψηφία, η ιθύνουσα τάξη, αυτός (σ.σ. ο βιολογικός νόµος, δηλαδή) καθορίζει τον τρόπο αναδείξεως και επιβολής του αρχηγού. ---

25 Ο νεοναζισµός δεν είναι οι άλλοι Του Μάνου Χατζηδάκι 15 Ιουνίου 1994 Ο Μάνος Χατζηδάκις περνά στην αθανασία Λίγους µήνες πριν πεθάνει, έγραψε το παρακάτω κείµενο το οποίο είχε δηµοσιευθεί στο πρόγραµµα αντιναζιστικής συναυλία που είχε δώσει η Ορχήστρα των Χρωµάτων. Ο Νεοναζισµός, ο φασισµός, ο ρατσισµός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόµενο συµπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η µεγεθυµένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουµε µέσα µας χωρίς εµπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του. Η µόνη αντιβίωση για την καταπολέµηση του κτήνους που περιέχουµε είναι η Παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αµφισβητούµενη συµπερασµατολογία. Αυτή η παιδεία που δεν εφησυχάζει ούτε δηµιουργεί αυταρέσκεια στον σπουδάζοντα αλλά πολλαπλασιάζει τα ερωτήµατα και την ανασφάλεια. Όµως, µια τέτοια παιδεία δεν ευνοείται από τις πολιτικές παρατάξεις και από όλες τις κυβερνήσεις, διότι κατασκευάζει ελεύθερους και ανυπότακτους πολίτες µη χρήσιµους για ευτελές παιχνίδι των κοµµάτων και της πολιτικής. Κι αποτελεί πολιτική «παράδοση» η πεποίθηση πως τα κτήνη, µε κατάλληλη τακτική και αντιµετώπιση, καθοδηγούνται, τιθασεύονται. Ενώ τα πουλιά Για τα πουλιά, µόνον οι δολοφόνοι, οι άθλιοι κυνηγοί αρµόζουν, µε τις «ευγενικές παντός έθνους παραδόσεις». Κι είναι φορές που το κτήνος πολλαπλασιαζόµενο κάτω από συγκυρίες και µε τη µορφή «λαϊκών αιτηµάτων και διεκδικήσεων» σχηµατίζει φαινόµενα λοιµώδους νόσου που προσβάλλει µεγάλες ανθρώπινες µάζες και επιβάλλει θανατηφόρες επιδηµίες. Πρόσφατη περίπτωση ο Β Παγκόσµιος Πόλεµος. Μόνο που ο πόλεµος αυτός µας δηµιούργησε για ένα διάστηµα µιαν αρκετά µεγάλη πλάνη, µιαν ψευδαίσθηση. Πιστέψαµε όλοι µας πως σ αυτό τον πόλεµο η ηµοκρατία πολέµησε τον φασισµό και τον νίκησε. Σκεφτείτε: η «ηµοκρατία», εµείς µε τον Μεταξά κυβερνήτη και σύµµαχο τον Στάλιν, πολεµήσαµε τον Ναζισµό, σαν ιδεολογία άσχετη από µας τους ίδιους. Και τον νικήσαµε. Τι ουτοπία και τι θράσος. Αγνοώντας πως απαλλασσόµενοι από την ευθύνη του κτηνώδους µέρους του εαυτού µας και τοποθετώντας το σε µια άλλη εθνότητα υποταγµένη ολοκληρωτικά σ αυτό, δεν νικούσαµε κανένα φασισµό αλλά απλώς µιαν άλλη εθνότητα επικίνδυνη που επιθυµο9ύσε να µας υποτάξει. Ένας πόλεµος σαν τόσους άλλους από επικίνδυνους ανόητους σε άλλους ανόητους, περιστασιακά ακίνδυνους. Και φυσικά όλα τα περί «Ελευθερίας», «ηµοκρατίας» και «λίκνων πνευµατικών και µη», για τις απαίδευτες στήλες των εφηµερίδων και τους αφελείς αναγνώστες. Ποτέ δεν θα νικήσει η Ελευθερία, αφού την στηρίζουν και την µεταφέρουν άνθρωποι, που εννοούν να µεταβιβάζουν τις δικές τους ευθύνες στους άλλους. (Κάτι σαν την ηθική των γερόντων χριστιανών. Το καλό και το κακό έξω από

26 µας. Στον Χριστό και τον διάβολο. Κι ένας Θεός που συγχωρεί τις αδυναµίες µας εφόσον κι όταν τον θυµηθούµε µες στην ανευθυνότητα του βίου µας. Επιδιώκοντας πάντα να εξασφαλίσουµε τη µετά θάνατον εξακολουθητική παρουσία µας. Αδυνατώντας να συλλάβουµε την έννοια της απουσίας µας. Το ότι µπορεί να υπάρχει ο κόσµος δίχως εµάς και δίχως τον Καντιώτη τον Φλωρίνης.) εν θέλω να επεκταθώ. Φοβάµαι πως δεν έχω τα εφόδια για µια θεωρητική ανάπτυξη, ούτε την κατάλληλη γλώσσα για τις απαιτήσεις του όλου θέµατος. Όµως το θέµα µε καίει. Και πριν πολλά χρόνια επιχείρησα να το αποσαφηνίσω µέσα µου. Σήµερα ξέρω πως διέβλεπα µε την ευαισθησία µου τις εξελίξεις και την επανεµφάνιση του τέρατος. Και δεν εννοούσα να συνηθίσω την ολοένα αυξανόµενη παρουσία του. Πάντα εννοώ να τροµάζω. Ο Νεοναζισµός δεν είναι οι άλλοι. Οι µισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όµως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω µιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής οµοιότητας. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν µια πολιτική προέκτασή τους ή σαν µια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σηµασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνοµικό τµήµα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόµµα. Καµιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνοµικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους.) Ο εθνικισµός είναι κι αυτός νεοναζισµός. Τα κουρεµένα κεφάλια των στρατιωτών, έστω και παρά τη θέλησή τους, ευνοούν την έξοδο της σκέψης και της κρίσης, ώστε να υποτάσσονται και να γίνονται κατάλληλοι για την αποδοχή διαταγών και κατευθύνσεων προς κάποιον θάνατο. ικό τους ή των άλλων. Η εµπειρία µου διδάσκει πως η αληθινή σκέψη, ο προβληµατισµός, οφείλει κάπου να σταµατά. εν συµφέρει. Γι αυτό και σταµατώ. Ο ερασιτεχνισµός µου στην επικέντρωση και ανάπτυξη του θέµατος κινδυνεύει να γίνει ευάλωτος από τους εχθρούς. Όµως οφείλω να διακηρύξω το πάθος µου για µια πραγµατική κι απρόσκοπτη ανθρώπινη ελευθερία. Ο φασισµός στις µέρες µας φανερώνεται µε δυο µορφές. Ή προκλητικός, µε το πρόσχηµα αντιδράσεως σε πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα που δεν ευνοούν την περίπτωσή τους ή παθητικός µες στον οποίο κυριαρχεί ο φόβος για ό,τι συµβαίνει γύρω µας. Ανοχή και παθητικότητα λοιπόν. Κι έτσι εδραιώνεται η πρόκληση. Με την ανοχή των πολλών. Προτιµότερο αργός και σιωπηλός θάνατος, από την αντίδραση του ζωντανού και ευαίσθητου οργανισµού που περιέχουµε. Το φάντασµα του κτήνους παρουσιάζεται ιδιαιτέρως έντονα στους νέους. Εκεί επιδρά και το marketing. H επιρροή από τα ΜΜΕ ενός τρόπου ζωής που ευνοεί το εµπόριο. Κι όπως η εµπορία ναρκωτικών ευνοεί τη διάδοσή τους στους νέους, έτσι και η µουσική, οι ιδέες, ο χορός και όσα σχετίζονται µε τον τρόπο ζωής τους έχουν δηµιουργήσει βιοµηχανία και τεράστια κι αφάνταστα οικονοµικά ενδιαφέροντα. Και µη βρίσκοντας αντίσταση από µια στερεή παιδεία όλα αυτά δηµιουργούν ένα κατάλληλο έδαφος για να ανθίσει ο εγωκεντρισµός, η εγωπάθεια, η κενότητα και φυσικά κάθε κτηνώδες ένστικτο στο εσωτερικό τους. Προσέξτε το χορό τους µε τις οµοιόµορφες στρατιωτικές κινήσεις, µακρά από κάθε διάθεση επαφής και επικοινωνίας. Το τραγούδι τους µε τις

27 συνθηµατικές επαναλαµβανόµενες λέξεις, η απουσία του βιβλίου και της σκέψης από τη συµπεριφορά τους και ο στόχος για µια άνετη σταδιοδροµία κέρδους και εύκολης επιτυχίας. Βιώνουµε µέρα µε τη µέρα περισσότερο το τµήµα του εαυτού µας που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόµενό µας. Και τότε θα ναι αργά για ν αντιδράσουµε. Ο νεοναζισµός είµαστε εσείς κι εµείς όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είµαστε εσείς, εµείς και τα παιδιά µας. εχόµαστε να µαστε απάνθρωποι µπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί µπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισµού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια. Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισµός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι µια παράσταση. Εσείς κι εµείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

28 Η Άνοδος της Άκρας εξιάς και του Νεο-φασισµού στην Ευρώπη. Έπρεπε να δούµε τον Jean-Marie Le Pen να περνά στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Γαλλία και να παίρνει 18% για να αναγνωριστεί από διάφορους «Ευρωπαϊστές» ότι έχουµε µια επικίνδυνη άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Σάµπως και η έξαρση της νεο-ναζιστικής και ρατσιστικής βίας στην Ευρώπη, η οποία θα έπρεπε να προβληµατίσει ακόµα και πιο δύσπιστους, δυστυχώς δεν στάθηκε επαρκής. Φαίνεται ότι ο «φετιχισµός» της «τυπικής δηµοκρατίας» δηµιούργησε φαινόµενα της «παρωπίδας» για αναλυτές, όπου η ωµή βία κατά των αδυνάτων, των φτωχών και των µειονοτήτων δεν θεωρείται κριτήριο µιας δηµοκρατικής πολιτείας, δηλαδή της ουσιαστικής δηµοκρατίας. Το φαινόµενο Λεπέν δεν είναι ένα ξεκοµµένο και ιδιάζον Γαλλικό φαινόµενο: Στην Ευρώπη του σήµερα βιώνουµε µια αισθητή παρουσία διαφόρων ακροδεξιών κοµµάτων και οµάδων της, µέρος των οποίων και νεο-φασιστικές οµάδες. Αυτό διαφαίνεται είτε µε αυξητική τάση στα εκλογικά ποσοστά αυτών των καταστάσεων (φαινόµενο όχι καθολικό για όλη την Ευρώπη, αλλά αρκετά ανησυχητικό εκεί που παρατηρείται), αλλά και έντονη ρατσιστική βία. Απαιτείται εποµένως µια νηφάλια εξέταση του φαινόµενου αυτού, αν θα αναπτύξουµε τις στρατηγικές εκείνες για την καταπολέµηση του. Ας δούµε όµως πιο αναλυτικά σε ποσοστά αυτή την δραµατική παρουσία της ακροδεξιάς σε πανευρωπαϊκό επίπεδο: Στη ανία η συµµαχία ρυµουλκείται από το ακροδεξιό ανέζικο Λαϊκό κόµµα, το οποίο κέρδισε τις εκλογές τον περασµένο Νοέµβριο στη βάση ενός ρατσιστικού προγράµµατος κατά της µετανάστευσης και του πολιτικού ασύλου και για περικοπές στη (λιγοστή) βοήθεια στον αναπτυσσόµενο κόσµο. Στη Πορτογαλία ο κυβερνητικός συνασπισµός περιλαµβάνει και το ρατσιστικό Λαϊκό κόµµα του Paulo Portas. Ενώ στη γειτονική Ισπανία ο Jose Maria Aznar, του οποίου το κόµµα έχει τις καταβολές του σε Φρανκοϊκά στοιχεία (από τα οποία αποµακρύνθηκε αφότου ανέλαβε την εξουσία), ξανακέρδισε για δεύτερη φορά τον Μάρτη του Στη Ολλανδία ο έξαλλος ρατσιστής ονόµατι Pim Fortuyn φαινόταν να κέρδιζε πέραν του 30% στις γενικές εκλογές τον άλλο µήνα, µετά την περυσινή επιτυχία του στις τοπικές εκλογές του Ρότερνταµ, όµως η δολοφονία του τελικά τον εµπόδισε. Στη Νορβηγία το ακροδεξιό Progress Party στηρίζει την κυβέρνηση από τον περασµένο Οκτώβρη. Στην Ιταλία ο ακροδεξιός µεγαλοεπιχειρηµατίας των media Silvio Berlusconi κέρδισε τις εκλογές και µε τους δύο ακροδεξιούς συµµάχους του, τον Umberto Bossi, αρχηγό του ξενοφοβικού Northern League, και τον Gianfranco Fini, αρχηγό του µετα-φασιστικού National Alliance. Στο Βέλγιο το ακροδεξιό Vlaams Blok έγινε η µεγαλύτερη πολιτική δύναµη στη χώρα το περασµένο Οκτώβρη του Το πρόγραµµα του είναι εξοβελίσει όλους τους µη ευρωπαίους µετανάστες. Στην Αυστρία το παρα-φασιστικό κόµµα του Χάϊντερ έχει έξι υπουργεία στη κυβέρνηση.

29 Ο παρακάτω πίνακας είναι από το Βρετανικό περιοδικό Economist 25/4/2002 και δίνει κάποια συγκριτικά στοιχεία για τα εκλογικά αποτελέσµατα ακροδεξιών κόµµατων: Είναι φανερό λοιπόν ότι δεν παρατηρείται ανοδική τάση εκλογικών αποτελεσµάτων στις τελευταίες εκλογές, αλλά ότι η παρουσία τους έχει γίνει πιο έντονή, κι ίσως πιο ανησυχητικό ότι κατάφεραν να «νοµιµοποιηθούν» µε το να γίνουν µόνιµο φαινόµενο και µέσο της επιρροής τους ή ακόµα και συµµετοχής τους σε κυβερνήσεις. Αυτό που αποκαλούµε «νεο-φασιστικό φαινόµενο» αποτελεί βαθύτερο και περίπλοκο φαινόµενο που αγγίζει την ίδια την πολιτική δόµηση της φιλελεύθερης δηµοκρατίας. Το ίδιο το πολιτικό σύστηµα αντιµετωπίζει βαθιά κρίση νοµιµοποίησης, πρόκειται για αµφισβήτηση του ίδιου του συστήµατος. Το γνωστό ρητό του Μπρεχτ ότι «η σκύλα που γέννησε τον φασισµό δεν πέθανε ακόµα», φαίνεται να επαληθεύεται. Άκρα εξιά, Νεοναζισµός και Νεοφασισµός. Θα ήταν λάθος βέβαια να ισοπεδώνουµε όλα τα ακροδεξιά κινήµατα ως «φασιστικά», παρόλο που ο όρος «φασίστας» έχει καταντήσει ύβρις και αποτρόπαιο είδος, γι αυτό και διάφοροι ακροδεξιοί πολλές φορές χαρακτηρίζονται ως τέτοιοι. Σίγουρα υπάρχει ιδεολογική συγγένεια, µε την έννοια ότι τα ζητήµατα που τίθενται ως ρητορική στον πολιτικό τους λόγο προσοµοιάζουν, για παράδειγµα είναι έντονα κατά της µετανάστευσης και χρησιµοποιούν τις µεταναστευτικές και µειονοτικές οµάδες σαν αποδιοποµπαίοι τράγοι για τα κακώς έχοντα της κοινωνίας (ανεργία, εγκληµατικότητα, τις ελλείψεις στο κράτος πρόνοιας). Επίσης έχουν αυταρχικό χαρακτήρα και τονίζουν την ανάγκη καταστολής (κυρίως κατά των ξένων), τονίζοντας τον «νόµο και την τάξη», αυτό που ο Νίκος Πουλαντζάς ονόµαζε «αυταρχικό κρατισµό» στη περίοδο «παρακµής της δηµοκρατίας» (Πουλαντζάς, Ν. Το Κράτος, η Εξουσία, Ο Σοσιαλισµός). Όµως αυτές είναι πολιτικές και τακτικές του κάθε ρατσιστή δηµαγωγού χωρίς να τον κάνει φασίστα, αυστηρά µιλώντας, πολιτικές οι οποίες µπορούν να αποτελέσουν την βάση ενός κοινού προγράµµατος γιατί οι στάσεις τους συγκλίνουν. Υπάρχει και η γκρίζα ζώνη του «παρα-φασισµού» όπου υπάρχει ένα συνοθύλεµα από ιδεολογικές πηγές ή από σηµεία αναφοράς, ορισµένες εκ των οποίων είναι φασιστικές. Ορισµένοι µελετητές ονοµάζουν αυτά τα κόµµατα απλά ως «ξενοφοβικά λαϊκιστικά κόµµατα». Το ενδιαφέρον και ανησυχητικό είναι ότι σήµερα υπάρχει µια συµµαχία από διάφορες ακροδεξιές ιδεολογικές αποκλίσεις οι οποίες όµως συγκλίνουν και συνεργάζονται σε κυβερνητικό επίπεδο. Ο Μπερλουσκόνι είναι ακραίος δεξιός της συντηρητικής παράταξης, όµως µπορεί κάλλιστα να έχει στην κυβέρνηση του (µετα)φασίστες και (παρα)φασίστες. Το πιο ανησυχητικό ίσως είναι ότι υπάρχει ένα ευρύτερο ευνοϊκό κλίµα ρατσιστικής συναίνεσης σε µαζικό-κοινωνικό επίπεδο. Ίσως να πρέπει να µιλούµε για ένα νέο ρατσιστικό «ιστορικό µπλοκ», για να παραφράσουµε µια προσφιλή έννοια του Γκράµσι, δηλαδή µια ευρύτερη κοινωνικο-ταξική και ιδεολογική συµµαχία µεταξύ των µικροαστικών και λούµπεν στοιχείων µε αντιδραστικά και λαϊκιστικά στοιχεία της αστικής τάξης.

30 Το φαινόµενο «φασισµός»» αποτελείται από ιδεολογήµατα και πολιτικές πρακτικές που εκφράζουν «συνέχεια» του φασιστικού και ναζιστικού φαινοµένου µετά τη συντριβή του το ηλαδή περιέχει το στοιχείο του νέου, γιατί σε ορισµένες µορφές υπάρχει κατατεµαχισµός των διάφορων οµάδων που αποτελούν τους σύγχρονους φασίστες, πολλές φορές µε βία µεταξύ τους που ανταγωνίζονται για το ποιός θα είναι ο πιο γνήσιος φασίστας. Εποµένως υπάρχει µια πολυµορφία ακόµα και στο φασιστικό φαινόµενο σήµερα. Ακόµα ένα καινούριο στοιχείο είναι το νέο πολιτικοκοινωνικό σκηνικό το οποίο δεν προσοµοιάζει µε την Ευρώπη του µεσοπόλεµου- οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές, υπάρχουν νέα στοιχεία. Αυτό ωθεί και τις ίδιες τις φασιστικές οµάδες σε πόλωση: η µια τάση είναι προς τον εκσυγχρονισµό µε µια προσπάθεια για εκλεπτυσµό και όχι τόσο ακραίο (µιλούµε για ιδεολογία και άρθρωση πολιτικού λόγου). Ένα τέτοιο παράδειγµα είναι αυτό του Gianfranco Fini, αυτόν που ορισµένοι µελετητές ονοµάζουν electoral fascism (εκλογικό φασισµό). Η προσπάθεια είναι να έχουν µια πιο αποδεχτή εικόνα για να µπορούν να συµµετάσχουν στη κυβέρνηση. Έτσι το Ιταλικό φασιστικό Κόµµα από MSI (Movimento Sociale Italiano) αλλάζει όνοµα για να «εκµοντερνιστεί» σε Allianza Nazionale (Εθνική Συµµαχία). Το ίδιο συµβαίνει και µε το Ισπανικό φασιστικό Κόµµα FRENTE NACIONAL που στην προσπάθεια του να αποµακρυνθεί από to FRANCOISM και το FALANCE της Ισπανίας, δεν επιτίθεται ενάντια στην φιλελεύθερη δηµοκρατία και µιλά για την ανάγκη του να σωθεί η Ευρώπη. Η άλλη τάση µπορεί να ονοµαστεί Ο Φασισµός στους δρόµους» που σηµαίνει ουσιαστικά εκφυλισµό προς τον εξτρεµισµό και τη βία (παραδείγµατος χάριν η νεοναζιστική οµάδα «COMBAT 18», BNP). Ουσιαστικά µιλούµε για φασιστική τροµοκρατία, µε επιθέσεις ενάντια στους ξένους, τους µετανάστες και τους πολιτικούς πρόσφυγες, Εβραίους και µειονότητες, ΗΑΤΕ ΜΑLE και µετάδοση του µηνύµατος ότι κινδυνεύει η λευκή φυλή από τους µαύρους κλπ. Οφείλουµε να αναφέρουµε εδώ ότι οι τέσσερις δυτικοευρωπαϊκές χώρες όπου το νεοναζιστικό φαινόµενο ανθεί και έχει πάρει επικίνδυνες διαστάσεις (Αυστρία, Γερµανία, Γαλλία, Ιταλία) έχει επιτευχθεί από το κόµµατα και τους ηγέτες τους η εικόνα του πολιτικά αποδεκτού κόµµατος και ιδεολογίας από τη µια, και από την άλλη το αναγκαίο κλίµα τροµοκρατίας ενάντια στους ξένους, µε τα γνωστά εκλογικά αποτελέσµατα τους. Μια ολοκληρωµένη µελέτη χρειάζεται να αναλύσει τους παραγόντων που συνθέτουν το πρόβληµα: ρατσιστική βία, πολιτικές οργανώσεις µε παρα/νεο-φασιστικό περιεχόµενο, της λεγόµενης «Ευρώπης-φρούριο» (fortress Europe), την παρουσία νεοφασιστών στη βουλή και στο Ευρωκοινοβούλιο, σε κυβερνήσεις, σε τοπικές διοικήσεις. εν θα επιχειρηθεί αυτό σε τούτο το άρθρο, επιγραµµατικά θα αναφέρουµε κάποια παραδείγµατα από κάθε χώρα αναφερόµενος στο ιστορικό και ορισµένα χαρακτηριστικά από κάθε κόµµα: Στην Ιταλία το Allianza Nazionale του Gianfranco Fini. Το κόµµα αυτό διαδέχθηκε απ ευθείας το Partito Fasista Republicano. Οι σκοποί του είναι να «καθαρίσει» την Ιταλία από τους ξένους που την µολύνουν και να δηµιουργήσουν µια νεά Ιταλία, που σηµαίνει νέο κράτος, νέα σύνορα, έµφαση στις ηθικές αξίες. Στις Γενικές εκλογές του 1994 έλαβε 12,7%, ενώ στις Ευρωεκλογές 12,5%. Αναφέρουµε εδώ µία χαρακτηριστική

31 αναφορά του ηγέτη του κόµµατος αυτού: Ο Μουσολίνι ήταν ο µεγαλύτερος ηγέτης του αιώνα. Στην Ιταλία επίσης λειτουργεί και το λεγόµενο Lombard League στη βόρειο Ιταλία: παίζει το ρόλο του αντι-µεταναστευτικού στοιχείου στο βορρά, µε το ίδιο ρατσιστικό περιεχόµενο όπως το MSI. Στο στόχαστρο του έχει όχι µόνο τους ξένους αλλά και τους νοτίους που θεωρεί «τεµπέληδες», «απατεώνες», «µαφιόζους» κτλ.. Στο Βέλγιο το αντι-µεταναστευτικό κόµµα είναι το Progress Party. Προηγείται µε 35% του Eργατικού κόµµατος σε δηµοσκοπήσεις. Το ακροδεξιό κόµµα Vlaans Blok στοχεύει επίσης ενάντια στους µετανάστες που είναι και πρώτο κόµµα στη δεύτερη µεγαλύτερη πόλη του Βελγίου (Antwerp) µε 33% (σε σύγκριση µε το 28% του 1994). Στη Γερµανία µέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980 κρυπτο-φασιστικό κόµµα National Democratic Party of Germany. Συµπληρώνεται από το Republicaner Deutsche Volksunion. Στo πρόγραµµα τους διαφαίνεται µια νοσταλγία για Τρίτο Ράιχ, εθνικισµός και υπερπατριωτισµός, είναι ενάντια στη µετανάστευση και είναι έντονα αντικοµουνιστές και αντισηµιτιστές. Τώρα όµως την σκυτάλη πήρε το German People's Union (DVU) το οποίο πήρε 13% των ψήφων στην ανατολικο-γερµανικό κράτος της Saxony-Anhalt στις εκλογές. Υπολογίζεται ότι θα πάρει µέχρι 21% στο βορειο-ανατολικό κρατίδιο Mecklenberg-Pomerania! Αυτό, που εµποδίζει την άκρα δεξιά της Γερµανίας προς το παρών από πλευράς αντιπροσώπευσης είναι το 5% όριο σε πανεθνικό επίπεδο για να πάρει έδρα στη λίστα της επικράτειας λόγω της πολυδιάσπασης της. Ένα σηµαντικό ζήτηµα διαφωνίας ανάµεσα στους µελετητές του φασιστικού φαινοµένου γύρω από το ζήτηµα του αν υπάρχει ένας εν γένει φασισµός, δηλαδή ένα πολιτικό γονίδιο αν θέλετε που λειτουργεί γενικά σ όλα τα φασιστοειδή κινήµατα ή αν πρόκειται για ειδικά φαινόµενα που παρουσιάζονται µόνο κάτω από τις ιδιάζουσες συνθήκες της κάθε χώρας, σαν sui generis φαινόµενα, χωρίς καµιά ουσιαστική σχέση µεταξύ τους. Νοµίζω ότι η πρώτη θεώρηση είναι σαφώς ανώτερη, χωρίς να υποτιµούµε τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης. Με αυτό τον τρόπο µπορούµε να εξηγήσουµε καλύτερα το φαινόµενο και την ιδιότητα του να µεταλλάσσεται και να επιβιώνει, µέσα σε συνθήκες εντελώς διαφορετικές από αυτές που ιστορικά, και ορισµένες φορές γεωγραφικά, τον γέννησαν. Άκρα εξιά, Άκρα Αριστερά και το λεγόµενο Κέντρο: Οι Θεωρία Σύγκλισης των Ακρών Το κατεστηµένο και διάφοροι «κεντρώοι», της εξιάς κυρίως, παρουσιάζουν την άνοδο της ακροδεξιάς ως µέρος ενός ενιαίου φαινοµένου της επίθεσης δήθεν «των άκρων» κατά της δηµοκρατίας, τσουβαλιάζοντας έτσι την «άκρα δεξιά» µε την «άκρα Αριστερά». Κι έτσι ο ηγέτης Νέας ηµοκρατίας Κωστάκης Καραµανλής, ο οποίος και στεγάζει στο κόµµα του διάφορους «µοναρχόστροφους» αλλά και «φίλους» της χούντας, καταδικάζει «κάθε είδους ακρότητες», όπως παλαιότερα ο θείος κατά την διάρκεια του 70 καταφερόταν κατά του «αριστεροχουντισµού». Στην Τουρκία του Εβρέν η «άκρα Αριστερά» και η «άκρα εξιά» τυπικά τελούσαν υπό καταδίωξη, στην πραγµατικότητα ήταν η Αριστερά υπό καταδίωξη και κάθε δηµοκράτης ακτιβιστής. Μέρος της σύγχυσης είναι και το γεγονός ότι πολλές φορές οι ίδιοι οι φασίστες, όπως ο Λεπέν, λένε ότι είναι «σοσιαλιστές» στην κοινωνική πολιτική και «υπέρ δεξιός» στο

32 θέµα ασφάλειας και µετανάστευσης. Οι δε περιπτώσεις «εθνικών µεταλλάξεων» πρώην Αριστερών προσφέρονται από πρώτη µατιά ως παραδείγµατα των γνωστών κοινότοπων ρήσεων που θέλουν «τα δυο άκρα (δεξιά και αριστερά) να συγκλίνουν» και τη φυσιολογική πορεία ενός ανθρώπου να ξεκινά από ριζοσπαστικές ανησυχίες στα νιάτα του για να καταλήξει σε συντηρητικές βεβαιότητες στην ωριµότητά του. Η περίπτωση του ιδρυτή του Φασισµού, του Μουσολίνι, µε την «εθνική µετάλλαξη» του από ηγέτη της αριστερής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόµµατος Ιταλίας στον πιο ορκισµένο πολέµιο του διεθνισµού και του κοµµουνισµού (βλέπε Γκεοργκ Σόϊερ, Σύντροφος Μουσολίνι, Ρίζες και δρόµοι του πρωτογενούς Φασισµού), ή του Όσβαλτ Μόσλεϋ από Εργατικό βουλευτής σε Συντηρικό και µετά στον ηγέτη της Βρετανικής Ένωσης των Φασιστών (βλέπε Ross Bradshaw Germany Calling: A Short History of British Fascism) ή πρόσφατα η στροφή του Γερµανού Χορστ Μάλερ, πρώην ακροαριστερού Μαοϊκού στον νεοφασισµό δηµιουργούν ίσως ερωτήµατα. Η πραγµατικότητα είναι ότι οι µετακινήσεις από τον ένα πολιτικό χώρο σε άλλό, πολλές φορές τον αντίθετο δεν είναι σπάνιο φαινόµενο, αλλά µέρος της ζωής. Καθόλου δεν δείχνουν την ιδεολογική ή άλλη συγγένεια µεταξύ των αµφότερων στάσεων: η πολιτική είναι µια ζωντανή κοινωνική λειτουργία σε συνεχή κίνηση. Αποτελεί όχι µόνο συσκότιση και παραπλάνηση να συνδέεται ή να θεωρείται ότι υπάρχει οποιαδήποτε συγγένεια µεταξύ της λεγόµενης «άκρας Αριστερά» µε την «άκρα εξιά», αλλά πολιτικό έγκληµα. Πρώτο, ουδεµία σχέση υπάρχει µεταξύ των ιδεών της Αριστεράς για κοινωνική αλληλεγγύη, δικαιοσύνη και ισότητα ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου µε τα φασιστικά ιδεολογήµατα για φυλετική ανωτερότητα και κατωτερότητα και ρατσιστικές ιδέες όπως αυτές που αναφέρονται «εγγενή ροπή φυλών προς το έγκληµα». Επίσης ο διεθνιστικός χαρακτήρας και οι οικουµενικές αξίας της Αριστεράς καµία σχέση ή συγγένεια έχουν µε την Ακροδεξιά. Τυγχάνει λόγω συγκυριακών λόγων ακροδεξιοί να είναι πολέµιοι της παγκοσµιοποίησης, αλλά αυτό γίνεται γιατί είναι ούλτρα-εθνικιστές, ενώ οι «ακροαριστεροί» γιατί είναι διεθνιστές µε ταξικό περιεχόµενο. εύτερο, τα φασιστογενή (και λοιπά συγγενικά) «κοινωνικά αντι-κινήµατα», όπως πολύ εύστοχα χαρακτηρίζει τα ρατσιστικά κόµµατα και κινήσεις ο Μισέλ Βιεβόρκα (Wieviorka 1994), δηλαδή κινήσεις αντιπερισπασµού σε κοινωνικά κινήµατα µε εµµονή σε σηµεία αναφοράς όπως η ύπαρξη, η ταυτότητα, η φύση όπως η «φυλή» και το «περιούσιο έθνος». Αποτελούν την άρνηση των κοινωνικών κινηµάτων γιατί καταστρέφουν ή θέλουν να καταστρέψουν την έννοια της κοινωνικής αλληλεγγύης και κοινωνικής ταυτότητας. Γι αυτό και ο κοινωνικός εταίρος ή αντίπαλος µετατρέπεται είτε σε παντοδύναµο µυθικό εχθρό, πανταχού παρών σε συνοµωσίες και µυστικές επιβουλές (π.χ. παντού βλέπουν σιωνιστικές συνωµοσίες), το οποίο απολυτοποιείται και αποµακρύνεται ως το κακό, το διαβολικό, το µοχθηρό. Είτε παίρνει προσιτή µορφή, και εποµένων πρέπει να πραγµοποιηθεί και να υποβιβαστεί σε µη άνθρωπο ή ανθρωπόµορφο ων κατώτερης αξίας (π.χ. οι ναζί προσοµοίαζαν τους κοµµουνιστές, τους Εβραίους, τσιγγάνους και οµοφυλόφιλους µε τρωκτικά τα οποία και έπρεπε να εξολοθρευτούν για το καλό του έθνους). Το «κοινό καλό» δεν υπάρχει πλην της φυσικής εξόντωσης ή

33 εξοβελισµού αυτού που αποκαλούν «εχθρό» του έθνους προς την «παλιγγενεσία». Το απάρχαϊντ ήταν µορφή αποικιοκρατικού φασισµού. Τρίτο, οι θεωρίες της σύγκλισης των άκρων αποπροσανατολίζουν από και συσκοτίζουν το γεγονός της ουσιαστικής σύµπλευσης πολλών σηµείων ανάµεσα στην παραδοσιακή δεξιά, ιδίως λαϊκιστικού τύπου κόµµατα µε την άκρα εξιά. Επίσης συσκοτίζουν οι θεωρίες αυτές την σχέση καπιταλιστικής οικονοµίας και φιλελεύθερου κράτους στην τόσο στην παραγωγή των βαθύτερων κοινωνικών αιτίων και κρίσεων, όσο στην παραγωγή του ευρύτερου κλίµατος ρατσιστικής πόλωσης µέσω του καθηµερινών, ιδεολογικών καθώς επίσης και των δοµικών διακρίσεων µέσα στους θεσµούς του κράτους. Το κλίµα επώασης του φαινοµένου φασισµός και άκρα εξιά είναι ήδη παρών. Από µια άποψη ο φασισµός και οι άλλες καπιταλιστικές δικτατορίες αποτελούν και «βαλβίδα ασφαλείας» διαιωνίζοντας την καπιταλιστικό σύστηµα εκµετάλλευσης καταστρέφοντας την Αριστερά που θέλει το ποιοτικό ξεπέρασµα του στον σοσιαλισµό! Τέταρτο, υπάρχει έντονα το στοιχείο της αυθαιρεσίας για το ποιον θεωρεί κάποιους «άκρα Αριστερά». Παλαιότερα τα κοµµουνιστικά κόµµατα θεωρούνταν «άκρα Αριστερά», όχι όµως σήµερα στην Γαλλία για παράδειγµα. Οι «Κόκκινοι Χµερ» του Πολ Ποτ στην Καµποτία ήταν «άκρα Αριστερά»; Η άποψη µου είναι όχι, ήταν µάλλον ρατσιστικού τύπου στρεβλή κατάσταση που ουδεµία σχέση είχαν µε τον διεθνισµό της Αριστεράς. Ότι δηλώνει ο αυτεπάγγελτα καθένας δηλώνει ή αυτο-ορίζεται δεν σηµαίνει ότι ανταποκρίνεται στην πραγµατικότητα. Υπάρχει βέβαια και κάτι ύποπτο και σίγουρα αφύσικο στο να νοµιµοποιείται η εξιά, της οποίας σκοπός είναι η διατήρηση του στάτους κβο, στο να ορίζει ποιος είναι Αριστερός και ποιος «ακροαριστερός». Στο κάτω-κάτω ας ξεκαθαρίσει τα πράγµατα πρώτα στο δεξιό στρατόπεδο, µε την ακροδεξιά. Τί είναι ακριβώς ο Φασισµός και τί ο Ναζισµός; Βάση του φαινοµένου σε ιδεολογικό επίπεδο είναι η ιδέα της εθνικής παλιγγενεσίας, της αναγέννησης και αναδόµησης του έθνους και η έννοια της εθνικής καθαρότητας απαλλαγµένης δήθεν από όλα τα στοιχεία εκείνα που την διαβρώνουν και που αποτελούν πηγή όλων των κακών της κοινωνίας. Σύµφωνα µε τον Νίκο Πουλαντζά το φασιστικό κράτος είναι ένα καπιταλιστικό κράτος ειδικού ή εξαιρετικού τύπου, το οποίο εκφράζει την πολιτική κρίση στις ταξικές και κοινωνικές του σχέσεις και στην πράξη διατηρεί το καπιταλιστικό σύστηµα καταστρέφοντας το εργατικό κίνηµα και την Αριστερά. Πρέπει όµως να διαχωριστεί από «Βοναπαρτικού τύπου» και άλλες µορφές καπιταλιστικής δικτατορίας αν θα είµαστε σε θέση να το κατανοήσουµε (για να το αντιµετωπίσουµε). Βέβαια αυτό το φαινόµενο συµβαίνει κατά την εποχή ιµπεριαλισµού και µονοπωλιακού καπιταλισµού: «Όποιος σιωπά για τον ιµπεριαλισµό πρέπει να παραµείνει σιωπηλός και για τον φασισµό», µας λεει ο Πουλαντζάς (Φασισµός και ικτατορία, NLB, Verso, 1974). Αξίζει να αναφέρουµε ότι ιστορικά ο φασισµός επικράτησε αφού η Αριστερά είχε ήδη ηττηθεί, χωρίς να χάσει όµως την µάχιµη δύναµη, όπως συνέβηκε στην Ιταλία και Γερµανία και τις αποτυχηµένες επαναστάσεις της Αριστεράς, κάτι που ο Πουλαντζάς δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί.

34 Τα επιµέρους στοιχεία τα οποία συνθέτουν τον φασισµό είναι τα ακόλουθα: (ι) Το ρατσιστικό στοιχείο στην προσέγγιση τους είτε πρόκειται για καθαρότητα εξ αίµατος είτε πρόκειται για πολιτισµική ή γλωσσική καθαρότητα. Ορισµένες φορές στην προσπάθεια να διαχωρίσουν το φασιστικό από το ναζιστικό φαινόµενο, κάποιοι καταφεύγουν στην υπόδειξη ότι ειδοποιός διαφορά µεταξύ των δύο είναι ότι στον µεν ναζισµό υπάρχει έντονα το ρατσιστικό στοιχείο βασισµένο στην καταγωγή εξ αίµατος, στοιχείο που λένε δεν υπάρχει το φασισµό του Μουσολίνι. Αυτό είναι παραπλανητικό γιατί πρόκειται για απλά διαφορετική διαµόρφωση του τι είναι εθνοτική οµάδα βάσει των ιστορικών, δηµογραφικών και κοινωνικών συνθηκών της κάθε χώρας. Στον πόλεµο της Αβησσυνίας ο Μουσολίνι και οι φασίστες ήταν από τους πιο στυγνούς ρατσιστές και δολοφόνους εναντίον των µαύρων. Ο σηµερινός ρατσισµός παίρνει και τη µορφή πολιτιστικού ρατσισµού ή νεο-ρατσισµού ο οποίος βασίζεται στο ότι η πολιτιστική διαφορετικότητα µεταξύ των «φυλών» είναι τέτοια που καθιστά αδύνατη την ειρηνική συµβίωση. Ο Λεπεν έχει επενδύσει αφάνταστα σε αυτό τον µύθο. Μια από τις πασίγνωστες δηλώσεις που αρέσκεται να επαναλαµβάνει είναι: «Υπάρχουν αγεφύρωτες διαφορές µεταξύ των φυλών... υπάρχουν διαφορές στα χρωµατοσώµατα...απλά υπάρχουν παρά πολλοί µετανάστες και ποιος ξέρει πόσα παιδιά γεννοβολούν, τα οποία στέλλουν στους δρόµους για να ζητήσουν και να πάρουν από το κράτος προνοίας...» (ιι) Το αντι-αριστερό/ αντικοµουνιστικό στοιχείο γιατί θεωρούν ότι η οικουµενικότητα της αριστεράς και ο διεθνισµός που περιέχει αποτελούν κίνδυνο για την καθαρότητα του έθνους. Γι αυτό και µετά από επαναστάσεις όπως στη Γερµανία, την Ιταλία και στην Ουγγαρία οι οποίες ήταν αποτυχηµένες έδειξαν από ανοχή µέχρι και ενθάρρυνση στους φασίστες, η λεγόµενη λευκή τροµοκρατία εύκολα µετατράπηκε σε φασιστική τροµοκρατία. Ενώ για παράδειγµα τον Χίτλερ πολλοί µεγαλοαστοί και οι τραπεζίτες τον αντιπαθούσαν, γιατί σίγουρα δεν ήταν της τάξης τους, ευχαρίστως ήταν έτοιµοι να τον δεχτούν, να τον ενθαρρύνουν και να τον χρηµατοδοτήσουν, φτάνει να εξυπηρετούσε τα συµφέροντα τους και να αφάνιζε τον κοµµουνιστικό κίνδυνο. Σήµερα ο αντικοµµουνισµός βέβαια παίρνει νέες µορφές, για παράδειγµα παρουσιάζεται ακόµα και ως «σιωνιστική συνοµωσία» γιατί λένε ο Μαρξ ήταν Εβραίος! Επίσης το ότι η Αριστερά βρίσκεται µπροστάρης στον αντι-ρατσιστικό αγώνα και στην προστασία των µεταναστών (οι οποίοι αποτελούν το νούµερο ένα εχθρό του έθνους) κατηγορούνται ως «προδότες» (όπως παλιά κατηγορούνταν ως «πράκτορες» της ΕΣΣ ). (ιιι) Η πολεµοκαπηλεία και ο επεκτατισµός γιατί ακριβώς δίνει την ευκαιρία στον λαϊκισµό των φασιστών να µετατοπίσουν την προσοχή του λαού από τα καθηµερινά κοινωνικά προβλήµατα και την κοινωνική αδικία στις συγκρούσεις µε έξωθεν δυνάµεις και ξένους δάκτυλους. (ιν) Αρχηγισµός/ αυταρχισµός και αυστηρή ιεραρχική δοµή Αναφέρουµε αυτό το ζήτηµα γιατί σε περιόδους κρίσεις διάφοροι στρέφονται στην ιδέα του «ισχυρού άντρα», ο οποίος θα δώσει δήθεν λύση στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήµατα της κοινωνίας. Η κρίση νοµιµοποίησης του δηµοκρατικού καθεστώτος, ένα καθεστώς που νοσεί και έχει διαβρωθεί σε τέτοιο βαθµό που πλέον δεν µπορεί να

35 συγκαλύψει τις αντιφάσεις του. Στην Ελλάδα αυτή η τάση εκφράζεται από αυτούς που νοσταλγούν την χούντα! (ν) Η Φασιστική Βία συνδέεται µε την περιθωριοποιηµένη από την πολιτική ζωή λούµπεν οµάδα, η οποία παρασύρει και τµήµατα της εργατικής τάξης σε τροµοκρατικές πράξεις, ή καλύτερα θέλει να καταλύσει την εργατική αλληλεγγύη αντικαταστώντας την µε τον ρατσισµό. Η δραµατική άνοδος της ρατσιστικής βίας από νεο-ναζιστικές οργανώσεις σε βάρος µεταναστών και µειονοτήτων σ όλη την Ευρώπη πρέπει να µας προβληµατίσει όλους. Κοινωνικές Συνθήκες στη Νέα Ευρώπη και Άνοδος των Φαινοµένων στην βάση Εθνοτικών Στοιχείων Είναι συγκεκριµένες κοινωνικές, οικονοµικές και πολιτικές συνθήκες που εκκολάπτουν τα φαινόµενα αυτά: Η ανεργία, κοινωνικός αποκλεισµός, ανταγωνισµός, η ίδια η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισµού στην ανατολική Ευρώπη και η κρίση των ιδεολογιών, γενικά οι κοινωνικές αντιξοότητες αποτελούν την βάση πάνω στην οποία η ακροδεξιά κτίζει την υπόθεση της. Ο ευρωφασισµός και ο ευρωρατσισµός κάθε άλλο παρά τείνει να σβήσει, αλλά φαίνεται ξεκάθαρα τώρα να υπάρχει και να εξελίσσεται µια Ευρωπαϊκή φασιστική υποκουλτούρα. Τονίζω την λέξη «υποκουλτούρα» γιατί δεν πρόκειται για µια ηγεµονική κουλτούρα αλλά για µια υποβόσκουσα κατάσταση που φαίνεται δυστυχώς να παραµένει µαζί µας. Αυτή η µειονότητα ενώ θα ανέµενε κανείς ότι θα αφανιζόταν µε το χρόνο ως αντίθετη µε τα φαινόµενα της λεγόµενης παγκοσµιοποίησης και πολιτισµικής ενοποίησης φαίνεται να µεγαλώνει. Βέβαια αυτό έχει κοινωνική και πολιτική εξήγηση γιατί ακριβώς τα φαινόµενα αυτά αποτελούν όχι αντίθεση µε τις παγκόσµιες τάσεις που παρατηρούνται αλλά εγγενείς αντιφάσεις που οργανικά εκκολάπτονται από τις ίδιες τις τάσεις. Ποιοι είναι οι λόγοι ή παράγοντες αυτοί; Ο πρώτος παράγοντας είναι ιστορικό-πολιτικός: Αποτελεί την σηµερινή µορφή της παράδοσης της Ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας, δηλαδή εσωτερίκευση του αποικισµού και ιµπεριαλισµού του παρελθόντος. Η παρακµή της ιστορικής αυτοκρατορίας και η παρουσία πληθυσµών από τις πρώην αποικίες, είτε ως προσωρινοί εργάτες, είτε ως µόνιµοι κάτοικοι (µετανάστες ή απόγονοι µεταναστών) είναι η συνεχής αναφορά, η αν θέλετε η συνεχής παρουσία του (ένοχου) παρελθόντος καταλήστευσης, εκµετάλλευσης και καταστολής των αποικιών από τον αποικιοκράτη. Τώρα, µε την περιοριστική µεταναστευτική πολιτική και την Ευρώπη-φρούριο, η αυτοκρατορία στρέφεται προς τα µέσα, «προστατεύοντας» τα σύνορα της. Οι λογής-λογής Λεπέν δεν είναι παρά στρεβλή έκφανση αυτού και του ιδίου φαινοµένου. Ο δεύτερος παράγοντας είναι οι οξυµένες αντιθέσεις και κρίσεις δηµογραφικού, πολιτικού και οικονοµικού χαρακτήρα στις λιγότερο οικονοµικά ανεπτυγµένες χώρες που αυξάνουν συνεχώς το µεταναστευτικό ρεύµα προς τις πλουσιότερες χώρες. Οι ανακατατάξεις σαν αποτέλεσµα των δηµογραφικών αλλαγών σ ένα ανταγωνιστικό

36 πλαίσιο στο κυνήγι για εργασία και η υπόθαλψη από τους εργοδότες για να πιέσουν τους µισθούς προς τα κάτω δηµιουργούν το κλίµα της ρατσιστικής πόλωσης. Οι οξυµένες οικονοµικές και πολιτικές κρίσεις στις πλουσιότερες χώρες που έχουν ως αποτέλεσµα την αύξηση της ανεργίας, τη διεύρυνση του ταξικού χάσµατος και τον κοινωνικό αποκλεισµό πολλών οικονοµικών και εθνοτικών οµάδων οι οποίες αναπόφευκτα ωθούνται προς τα άκρα. Η ολοκληρωτική καταστροφή γεωγραφικών περιοχών και των κοινοτήτων που τις αποτελούν ωθεί κυρίως τους νέους σε κρίσεις ταυτότητας και κινήσεις απόγνωσης, εξ ου και η άνοδος του φαινοµένου των SKIN HEADS από λούµπεν στοιχεία. Κύρια ευθύνη για την κατάσταση αυτή έχει η νεοφιλελεύθερη πολιτική των κοµµάτων της εξουσίας των τελευταίων χρόνων τα οποία εξυπηρετούν τα συµφέροντα των πολυεθνικών και του διεθνούς χρηµατιστικού κεφαλαίου. την πολιτική αυτή την άρχισαν ως γνωστό τα λεγόµενα «γεράκια» της δεξιάς, η λεγόµενη Νέα εξιά» του Ρέιγκαν και της Θάτσερ. Κι όµως είναι ο προσηλυτισµός των σοσιαλδηµοκρατικών κοµµάτων στο νεοφιλευθερισµό που εφάρµοσε εν πολλοίς τις πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, των απορυθµίσεων και ευρύτερα τις επιθέσεις κατά των εργατικών κεκτηµένων και του κράτους προνοίας. Εποµένως, το αίσθηµα της προδοσίας από τις εργατικές µάζες κατά των παραδοσιακών εργατικών κοµµάτων, των οποίων οι πολιτικές οδηγούν στην ανεργία και την καταρράκωση ολόκληρων εργατικών κοινοτήτων (π.χ. στη βόρεια Αγγλία) µε αποτέλεσµα την κοινωνική εξάρθρωση της έννοιας της αλληλεγγύης της κοινότητας. Αυτές είναι και οι πιο ευνοϊκές συνθήκες για την ρητορική των ακροδεξιών κοµµάτων: Έτσι για την ανεργία φταινε... οι ξένοι! Τρίτο, η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισµού και των καθεστώτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που προκάλεσε ένα τεράστιο πολιτικό και ιδεολογικό κενό, πράγµα που συνέτεινε στην όξυνση της οικονοµικής κρίσης και στην ώθηση πολλών οµάδων προς τον εξτρεµισµό. Για την ανατολική Ευρώπη η κατάρρευση είχε άµεσο αποτέλεσµα την κοινωνική, οικονοµική, πολιτική και ιδεολογική κρίση και εξαθλίωση, ενώ για την δύση είχε τεράστια ιδεολογική και συµβολική επίδραση πάνω σε εργατικές µάζες και κόµµατα. Τέταρτο, η δηµοκρατική κρίση που περνούν οι καπιταλιστικές χώρες και ο αυταρχικός και νεοφιλελεύθερος ευρωσυγκεντρωτισµός, ο οποίος ουσιαστικά πλήττει τη δηµοκρατία σε εθνικό επίπεδο, υποσκάπτοντας το κοινωνικό κράτος µε την εισαγωγή του νεοφιλεύθερου µοντέλου αυτού από τις Βρυξέλλες. Ο διαχωρισµός µεταξύ της «δηµοκρατίας ως διαδικασία» και της «δηµοκρατίας ως καθεστώς» έχει ιδιαίτερη σηµασία. Οι δηµοκρατικές διαδικασίες είναι µεν µέρος, σηµαντικό µάλιστα µέρος ενός δηµοκρατικού καθεστώτος αλλά παραµένουν απλά µέρος του όλου. Η λεγόµενη «διαδικαστική δηµοκρατία» για να έχει νόηµα και να µην λειτουργεί ουσιαστικά ως µηχανισµός αποπλάνησης, νοµιµοποίησης και κατάργησης της ουσιαστικής δηµοκρατίας προϋποθέτει την σε βάθος παρέµβαση στην οργάνωση της κοινωνίας, ουσιαστική συµµετοχή στα κέντρα λήψεων αποφάσεων, πλέρια προστασία των βασικών ανθρωπίνων δικαιωµάτων κ.τ.λ. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης (2000: 287) συνοψίζει ότι η δηµοκρατία είναι «το καθεστώς εκείνο που προσπαθεί να πραγµατώσει, στο µέτρο του εφικτού, την

37 ατοµική και συλλογική αυτονοµία, και ταυτόχρονα το κοινό καλό κατά την αντίληψη της συγκεκριµένης κοινότητας.» Το παιγνίδι του δικοµµατισµού ακριβώς στερεί το δικαίωµα επιλογή στον πολίτη. Λίγο-πολύ ο απλός απολιτικός πολίτης βλέποντας ότι επειδή δεν υπάρχει νόηµα στη συµµετοχή του στο εκλογικό παιγνίδι όπου «όλοι οι πολιτικοί είναι οι ίδιοι», εγκαταλείπει την διαδικασία: Αποχή, λευκό κι αδράνεια λοιπόν αψηφώντας ολόκληρο το σύστηµα. Τέλος, η άνοδος φαινοµένων πολιτισµικής και εθνοτικής ετερότητας, τα οποία έρχονται ως αντίδραση στην τάση για παγκοσµιοποίηση, που αντιµετωπίζεται από τις οµάδες αυτές αφ ενός ως ισοπέδωση των εθνοτικών τους ιδιαιτεροτήτων και ταυτοτήτων και αφ ετέρου ως επιστέγαση της οικονοµικής ηγεµονίας των πλουσιοτέρων χωρών επ αυτών. Την αντίδραση αυτή των επηρεαζόµενων κοινωνικών-εθνοτικών οµάδων εκµεταλλεύονται οι διάφορες εθνικιστικές οµάδες που τους ωθούν προς τις ακρότητες. Η Απάντηση: Ποιος Αντι-φασισµός και ποιος Αντι-ρατσισµός; Φυσικό αντίβαρο είναι η διεθνιστική αριστερή προσέγγιση ως εναλλακτική λύση, µπορεί να δώσει απαντήσεις στις ανησυχίες των κοινοτικών και εθνοτικών οµάδων µε την άρθρωση αυτού του πολιτικού λόγου που βασίζεται στην κοινωνική ισότητα, στην ισότιµη και δίκαιη συµµετοχή των εθνοτικών οµάδων στην εξουσία και εξισορρόπηση στην κατανοµή του πλούτου, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ορθολογιστικής οικονοµικής ανάπτυξης. Ιστορικά η κρίση της Ευρωπαϊκής αριστεράς και η αδυναµία της να αρθρώσει αυτόν τον πολιτικό λόγο αφήνει ένα κενό που η φιλελεύθερη» δηµοκρατία αδυνατεί να λύσει. Κι όµως οι καιροί αλλάζουν µε την άνθηση της κινηµατικής αριστεράς κατά της παγκοσµιοποίησης. Η Αριστερά καλείται σε δράση και σε αυτό τον τοµέα. Στη Γένοβα για παράδειγµα µέρος των αγώνων ήταν αφιερωµένο στην υπεράσπιση των δικαιωµάτων των µεταναστών και κατά του ρατσισµού. εν υπάρχει περιθώριο για ολιγωρία πλέον. Αυτοί που αρνούνταν να παραδεχτούν την άνοδο του νεο-φασισµού και της άκρας δεξιάς ας ανοίξουν τα µάτια τώρα. Η συσπείρωση της Αριστεράς γύρω από συγκεκριµένες δράσεις και καµπάνιες είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία. Όπως επισηµαίνει ο κοινωνιολόγος Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ «ο αληθινός αντίπαλος του λεπενισµού είναι η πολιτική συνείδηση και η κινητοποίηση των πολιτών» (κείµενο που γράφτηκε από το 1995). Επιβάλλεται µια νέα κοινωνική συµµαχία, και τονίζουµε τον κοινωνικό χαρακτήρα της συµµαχίας στην βάση του κοινωνικού φόρουµ, το οποίο να είναι σαφώς τοποθετηµένο ενάντια στην ακροδεξιά και τους διάφορους εθνοσωτήρες και νεο-θρησκευτικούς φανταµεταλιστές (π.χ. νεοορθόδοξοι, ισλαµιστές και λοιποί ευαγγελιστές) για την αποτελεσµατική αναχαίτιση του κύµατος ρατσισµού και νεο-φασισµού στην Ευρώπη. Πολύ σωστά ο Μπαλιµπάρ (1984) τονίζει την ανάγκη ενός µαζικού αντι-ρατσιστικού κινήµατος το οποίο να ενθαρρύνει την αυτόνοµη οργάνωση των µεταναστών και να κινητοποιεί στη βάση των παραδόσεων αντίστασης στην εκµετάλλευση. Η πρόκληση για την αριστερά και το εργατικό κίνηµα είναι να σταθεί αποφασιστικό εµπόδιο στο «κατατεµαχισµό της ταυτότητας της εργατικής τάξης και της ιδεολογικο-πολιτικής αλληλεγγύης της και την διολίσθηση

38 µερίδας της εργατικής τάξης και της µικροαστικής τάξης σε ξενοφοβικές αµυντικές ιδεολογίες» (Lloyd 2001: 709). Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο πρέπει να αναζητηθούν εκείνες οι συµµαχίες η οποίες θα συντονίσουν την δράση τους ενάντια στο ξενοφοβικό κλίµα το οποίο δηµιουργεί και την εστία επώασης νεοφαστικών και ακροδεξιών «αντι-κινηµάτων». Η συµµαχία αυτή θα είναι αρχικά τουλάχιστον, κατ ανάγκη προσωρινή και µάλλον σε περιορισµένο πρόγραµµα, αλλά µε πολλές προοπτικές για το µέλλον. Αναγκαία προϋπόθεση βέβαια είναι η συµµαχία αυτή να είναι συµµαχία της βάσης, µε τοπικές επιτροπές και πρωτοβουλίες για να µην περιορίζεται σε ελιτίστικες οµάδες και ηγετίστικες κινήσεις εντυπώσεων ή µε απλές χειρονοµίες καλής θελήσεως. Μαζική κινητοποίηση λοιπόν κατά του ρατσιστικού και φασιστικού λαίλαπα: No pasaran Βιβλιογραφία Bradshaw, R. (1993) Germany Calling: A Short History of British Fascism, Mushroom Bookshop, Nottingham. Γουλφ, Σ. (1995) Ο Εθνικισµός στην Ευρώπη, Θεµέλιο, Αθήνα. Geddes, A. (1995) Immigrant and Ethnic Minorities and the EU s Democratic Deficit in Journal of Common Market Studies, Vol. 33, No. 2, June. Griffin, R. (ed.) (1995) Fascism, Oxford Readers, Oxford. Καστοριάδης, Κ. (2000) «Η ηµοκρατία ως διαδικασία και ως καθεστώς», Η Άνοδος της Ασηµαντότητας, Ύψιλον, Αθήνα, σελ Lloyd, K. (2001) Anti-racism, social movements and civil society, Anthias, F. and Lloyd, C. (ed) Rethinking Anti-racisms, From Theory to Practice, Routledge, London, σελ Miles, R. (1989) Racism, Routledge, London. Miles, R. (1993) The Articulation of Racism and Nationalism: Reflections on European History in Wrench, J. and Solomos, J. (ed.) Racism Migration in Western Europe, Berg, Oxford. Μπαλιµπάρ, Ε. και Βάλλεστάιν, Ι. (1991) Φυλή, Έθνος, Τάξη, οι ιφορούµενες Ταυτότητες, εκδόσεις Ο Πολίτης, Αθήνα. Πουλαντζάς, Ν. Το Κράτος, η Εξουσία, Ο Σοσιαλισµός), γ έκδοση, Θεµέλιο. Πουλαντζάς, Ν. (1974) Fascism and Dictatorship (Φασισµός και ικτατορία), NLB, Verso, London. Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ (1995) [συλλογικός τόµος] Compattre le Front National, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία Σόϊερ, Γκ. (1999) Σύντροφος Μουσολίνι, Ρίζες και δρόµοι του πρωτογενούς Φασισµού, Φιλίστωρ, Αθήνα. Wieviorka, M. (1995) The Arena of Racism, Sage, London. Wieviorka, M. (1994) Racism in Europe: Unity and Diversity in Rattansi, A. and Westwood, S.(ed.) Racism, Modern and Identity, Polity press, Cambridge. ηµοσιεύτηκε 8th June από τον χρήστη nicostrim

39 Σάββατο, 22 Σεπτεµβρίου 2012 Εθνικισµός, Φασισµός και Χρυσή Αυγή Όταν ρωτάνε τους χρυσαυγίτες βουλευτές πως αυτοπροσδιορίζονται πολιτικά, αυτοί απαντάνε ότι είναι εθνικιστές. Όταν ρωτάνε τους αντίπαλους τους, αυτοί τους προσδιορίζουν ότι είναι φασίστες νεοναζί. Υπάρχει δηλαδή ένα πρόβληµα ερµηνείας στο τι εκφράζει ο καθένας. Ο εθνολόγος-µελετητής ηµήτρης Ε. Ευαγγελίδης, πριν 32 χρόνια σωστά είχε ερµηνεύσει ότι «σηµαντικό ρόλο στην ιδεολογική σύγχυση και στον πολιτικό αποπροσανατολισµό, διαδραµατίζει η αλλοίωση των εννοιών της πολιτικής, κοινωνιολογικής, φιλοσοφικής, κλπ ορολογίας»[1]. Αυτό το διαπίστωσα όταν είχα τις διαδικτυακές µου µάχες µε άτοµα που εκφράζουν εθνοµηδενιστικές και µεταµοντέρνες αντιλήψεις. Για αυτούς ήµουν ένας ακροδεξιός εθνικιστής. Σήµερα στην εποχή του µνηµονίου και της αυταρχικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής των µνηµονιακών κυβερνήσεων, για τους χρυσαυγίτες και τους µνηµονιακούς, είµαι ένας ακροαριστερός, ένας σοσιαλιστής, ένας υπέρµαχος των..σοβιέτ. Έτσι λοιπόν σε αυτό το µικρό άρθρο, θα προσπαθήσω να διευκρινίσω αυτές τις δύο ιδεολογικές έννοιες, ώστε ο καθένας να βγάλει τα συµπεράσµατά του στο τι είναι τελικά η ΧΑ. Άλλωστε, πάντα ήµουν εναντίον στην... «προκατάληψη επιβεβαίωσης», δηλαδή στην τάση να ερµηνεύονται πληροφορίες µε τρόπο που να επιβεβαιώνει τις δικές µας προδιαµορφωµένες αντιλήψεις. ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ Θα ξεκινήσω µε τις ερµηνείες που του δίνουν διάφοροι µελετητές, οι οποίοι φυσικά δεν είναι µεταµοντέρνοι. Έτσι λοιπόν εθνικισµός γενικώς σηµαίνει προσπάθειαν ενός έθνους προς επιβολήν τον. Αλλά δεν αποτελεί εθνικισµόν κάθε τοιαύτη επιβολή, παρά µόνον η γινοµένη εντός των ορίων τον

40 έθνους, αντιθέτως προς την εκτεινοµένην πέραν αυτών, η οποία αποτελεί ιδιαιτέραν, ουσιωδώς διαφέρουσαν κατηγορίαν εθνικής εκδηλώσεως.[2] είναι ένα ιδεολογικό κίνηµα µε σκοπό την επίτευξη και τη διατήρηση της αυτονοµίας, της ενότητας και ταυτότητας για έναν πληθυσµό που ορισµένα από τα µέλη της κρίνουν ότι συνιστούν πραγµατικό ή δυνητικό "έθνος".[3] Όρος συνώνυµος του Πατριωτισµού, της Φιλοπατρίας. Αντίθετος του ιεθνισµού. Υποδηλώνει αφ' ενός µεν την στάση ενός ατόµου µε ανεπτυγµένη εθνική συνείδηση το όποιον αγωνίζεται αδιάκοπος διά την προκοπή του Έθνους του, αφ' ετέρου δε την κοσµοθεωρία εκείνην της οποίας θεµελιώδης αρχή είναι η άποψη ότι το συµφέρον του Έθνους προέχει κάθε άλλου συµφέροντος ή επιδιώξεως ατοµικής ή οµαδικής.[4] Νοµίζω ότι είναι αρκετοί αυτοί οι ορισµοί. Είναι ξεκάθαροι και αποδεικνύουν ότι ο εθνικισµός δεν είναι η κακιά ιδεολογία όπως έχει επικρατήσει στην Ελλάδα της Πνευµατικής ιαστρέβλωσης. Επίσης µία µεγάλη και σκόπιµη εννοιολογική σύγχυση που υπάρχει και έχει επικρατήσει, είναι ότι πολλοί θεωρούν και νοµίζουν ότι ο εθνικισµός είναι ένας. εν είναι έτσι. Οι εθνικισµοί είναι πολλοί και διάφορων τύπων. Αυτό έχει να κάνει κυρίως µε τον επηρεασµό του εθνικισµού από άλλες ιδεολογίες, όπως αυτές του ολοκληρωτισµού, του σοσιαλισµού, του φιλελευθερισµού ακόµα και αυτής της παγκοσµιοποιήσεως. Έτσι λοιπόν οι διάφοροι µελετητές(παπαναστασίου, Κώστας Χατζηαντωνίου, Andrew Heywood, Anthony D.Smith, Λεξικό UNESCO κλπ) χωρίζουν τον εθνικισµό σε Πολιτικό και Οικονοµικό Αποικιοκρατικό και αντί-αποικιοκρατικό Πολιτισµικό και εθνοπολιτισµικό Εθνοτικό Συντηρητικό και Φιλελεύθερο Επιθετικό και επεκτατικό Σοβινιστικό και ολοκληρωτικό Οι παραπάνω εθνικισµοί είναι χαρακτηριστικοί. Θα µείνω όµως στους δύο(ή τέσσερεις) τελευταίους, µιας και κατά την γνώµη µου είναι αυτοί που µας ενδιαφέρουν σε αυτό το άρθρο και αφορούν και την ΧΑ. Εκείνο που διακρίνει αυτές από τις υπόλοιπες(ειδικά στην τελευταία) είναι η ύπαρξη του σοβινισµού του (chauvinism), µια πίστη στην ανωτερότητα ή την υπεροχή του έθνους έναντι των άλλων. Τέτοιες ιδέες ήταν ιδιαίτερα εµφανείς στον Ευρωπαϊκό ιµπεριαλισµό, ο οποίος δικαιολογούταν από µια ιδεολογία φυλετικής και πολιτισµικής υπεροχής. Ο εθνικός σοβινισµός (national chauvinism) τρέφεται από ένα συναίσθηµα έντονου, ακόµη και υστερικού εθνικιστικού ενθουσιασµού. Το άτοµο ως ξεχωριστό, ορθολογικό ον εξαλείφεται εντελώς από την ίο κύµα του πατριωτικού αισθήµατος, που εδράζεται µε την επιθυµία για επίθεση, επέκταση και πόλεµο. Ο δεξιός Γάλλος εθνικιστής Charles

41 Maurras απεκάλεσε αυτόν τον έντονο πατριωτισµό «ολοκληρωτικό εθνικισµό» (integral nationalism): άτοµα και ανεξάρτητες οµάδες χάνουν την ταυτότητά τους µέσα σε ένα πανίσχυρο «έθνος», το οποίο έχει µια ύπαρξη και σηµασία πέρα από τη ζωή κάθε µεµονωµένου ατόµου. Τέτοιος επιθετικός εθνικισµός συνοδεύεται συνήθως από µιλιταρισµό. Η στρατιωτική δόξα και κατάκτηση είναι οι απόλυτες αποδείξεις του εθνικού µεγαλείου και είναι ικανές να γεννούν έντονα συναισθήµατα εθνικιστικής αφοσίωσης.[5] Ο ολοκληρωτικός εθνικισµός έχει µια ιδιαίτερα δυνατή απήχηση στους περιθωριοποιηµένους και αδύναµους, στους οποίους ο εθνικισµός προσφέρει την προοπτική της ασφάλειας, του αυτοσεβασµού και της υπερηφάνειας. Ο ολοκληρωτικός εθνικισµός προϋποθέτει µια αυξηµένη αίσθηση «του ανήκειν» σε µια ξεχωριστή εθνική οµάδα. Τέτοιο έντονο εθνικιστικό συναίσθηµα συνήθως διεγείρεται από «αρνητική ενσωµάτωση», την περιγραφή ενός έθνους ή µιας φυλής ως απειλή ή ως εχθρό. Απέναντι στον εχθρό, το έθνος συσπειρώνεται και βιώνει ένα έντονο αίσθηµα της δικής του ταυτότητας και σηµασίας. Ο ολοκληρωτικός εθνικισµός γεννιέται εποµένως από µια σαφή διάκριση ανάµεσα σε «αυτούς» και «εµάς». [6]Χρειάζεται να υπάρχει ένα «αυτοί» για να χλευάζουµε ή να µισούµε ούτως ώστε να σφυρηλατείται η αίσθηση του «εµείς». Στην πολιτική, ο ολοκληρωτικός εθνικισµός συχνά εµφανίστηκε στις ρατσιστικές ιδεολογίες, οι οποίες διαιρούν τον κόσµο στους «δικούς µας» και τους «άλλους», όπου οι «άλλοι» γίνονται αποδιοποµπαίος τράγος για όλες τις συµφορές και τις απογοητεύσεις από τις οποίες υποφέρουν οι «δικοί µας». Συνεπώς, µόνο σύµπτωση δεν είναι το γεγονός ότι τέτοιου είδους διαιρέσεις αποτελούν γόνιµο έδαφος για τις ακραίες φυλετιστικές ιδέες όπως αυτή του Φασισµού αλλά και πολιτισµικές όπως της Πολυπολιτισµικότητας. Προσωπικά όπως έχω πει, κύριοι υπεύθυνοι για την άνοδο του Φασισµού στην Ελλάδα, είναι οι εθνοµηδενιστές µε την πολυπολιτισµικότητα τους αλλά και το φαύλο Πολιτικό Σύστηµα. ΦΑΣΙΣΜΟΣ Ο φασισµός ως κοινωνικό-πολιτικό φαινόµενο ερµηνεύεται διττά [7]: Ως πολιτικοκοινωνικό σύστηµα της άκρας δεξιάς, µε έντονα αυταρχικό και εθνικιστικό χαρακτήρα, που καταργεί τον κοινοβουλευτισµό και τη δηµοκρατία και βασίζεται στο µονοκοµµατισµό και στον ολοκληρωτισµό[8]. Ως συµπεριφορά, δηλαδή ο χαρακτηρισµός µίας αυταρχικής ενέργειας, πράξης ή καταπιεστικής ή/και δεσποτικής συµπεριφοράς. Αυτή η ερµηνεία είναι µία απλή που δείχνει γενικευµένα την σηµασία του φασισµού. Ένας από τους κορυφαίους µελετητές του φασισµού είναι πιο σαφής: «είναι µία µορφή πολιτικής συµπεριφοράς που χαρακτηρίζεται από µονοµανή ενασχόληση µε την κοινωνική παρακµή, την ταπείνωση ή τον κατατρεγµό και από µια αντισταθµιστική προσήλωση στην ενότητα, στην ενεργητικότητα και στον εξαγνισµό. Στα πλαίσια λοιπόν αυτής της στάσης, ένα κόµµα µαζικής απήχησης που αποτελείται από αφοσιωµένους εθνικιστές ακτιβιστές, οι οποίοι βρίσκονται σε ταραχώδη αλλά αποτελεσµατική συνεργασία µε παραδοσιακές ελίτ, εγκαταλείπει τις δηµοκρατικές ελευθερίες και, χωρίς ηθικούς ή νοµικούς περιορισµούς, επιδιώκει να πραγµατοποιήσει εσωτερικές εκκαθαρίσεις και να επεκταθεί εξωτερικά.»[9] Σας θυµίζει κάτι; εν νοµίζω κάποιος να µπορούσε να φανταστεί ότι είναι ένα κοµµάτι της Ελλάδας

42 του 2012, της Ελλάδας του Μνηµονίου. Φασισµός λοιπόν κατά τον Πάξτον είναι η συµπεριφορά. Ως ιδεολογία, έχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά που τον κάνουν να ξεχωρίζει σαφέστατα από τις άκρες των ιδεολογιών(αριστερά και δεξιά), αν και σε ορισµένες περιπτώσεις αυτές οι γραµµές συµπίπτουν. Γι αυτό και πολλοί µελετητές τον θεωρούν κοσµοθεωρία ή πολιτική θρησκεία και όχι πολιτική ιδεολογία. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι: Αντί-ορθολογισµός ή/και η ανάπτυξη της αντί-διαφωτιστικής σκέψης γενικότερα. Ο ιαφωτισµός βασίζεται σε γενικές γραµµές στην ηµοκρατία και στον Φιλελευθερισµό. Όλοι οι κοινωνοί του φασισµού σιχαίνονται τη φιλελεύθερη δηµοκρατία για τον ανθρωπισµό της, τις αρχές του συµβιβασµού και της συνύπαρξης που τη διέπουν, την ισότητα των εθνών και των λαών, και τους δεσµούς της µε το νόµο και την παράδοση και το έθιµο. Αδιάκοπη Πάλη. Η αντίληψη που έχει ο φασισµός για τη ζωή ως «αδιάκοπη πάλη», έδωσε στον ίδιο έναν ανήσυχο και επεκτατικό χαρακτήρα. Τα εθνικά προσόντα µπορούν µονάχα να καλλιεργηθούν µέσα από τη σύγκρουση και να επιδειχθούν µέσα από την κατάκτηση και τη νίκη. Ουσιαστικό ρόλο σε αυτό παίζει και η αρβίνεια σκέψη επίσης περιέβαλε τον φασισµό µε ένα ξεχωριστό σύνολο πολιτικών αξιών, οι οποίες εξισώνουν το «καλό» µε τη δύναµη και το «κακό» µε την αδυναµία. Ηγεσία και Ελιτισµός. Τα φασιστικά Κόµµατα λειτουργούν σε αυστηρές ιεραρχικές γραµµές. Απαιτούν την ενθουσιώδη και υποταγή από τις ορδές τους, µέσω καλλιέργειας της αδιαµφισβήτητης cult γύρω από του πρόσωπο του Αρχηγού του Κόµµατος, της πηγής όλης της Σοφίας και του Οφέλους τον Fuhrer, τον Vozhd, τον Duce, τον Caudillo ή τον «Μεγάλο Τιµονιέρη». Η ιδέα αυτή αναπτύχθηκε εκτενέστερα από τον Νίτσε(ιδιαίτερα αγαπηµένος φιλόσοφος των νεοναζί) όπου περιέγραψε τον «υπεράνθρωπο» ως ένα άτοµο που υπερβαίνει «το ένστικτο της αγέλης» της συµβατικής ηθικής και ζει σύµφωνα µε τη δική του θέληση και τις δικές του επιθυµίες. Οι φασίστες, ωστόσο, µετέτρεψαν το ιδανικό του υπερανθρώπου οε µια θεωρία υπέρτατης και αδιαµφισβήτητης πολιτικής ηγεσίας. Σοσιαλισµός ή αντικαπιταλισµός. Για την φασιστική ιδεολογία, ο καπιταλισµός είναι ένα σύστηµα µέσω του οποίου το κεφάλαιο χρησιµοποιεί τον λαό ή την φυλή για τους δικούς του σκοπούς. Ο φασισµός είναι ένα σύστηµα µέσω του οποίου ο λαός ή η φυλή χρησιµοποιούν το κεφάλαιο για τους δικούς τους σκοπούς. Οι φασίστες επίσης απεχθάνονται τον υλισµό που καλλιεργεί ο καπιταλισµός: η επιθυµία για πλούτο ή κέρδος κινείται αντίθετα στο ιδεαλιστικό όραµα της εθνικής αναγέννησης ή κατάκτησης, που εµπνέει τους φασίστες. Ιστορικά τα φασιστικά καθεστώτα εφάρµοσαν σοσιαλιστικού τύπου οικονοµικές πολιτικές που σχεδιάστηκαν για να ρυθ- µίσουν ή να ελέγξουν τον καπιταλισµό. Ολοκληρωτικός εθνικισµός. Νοµίζω ότι αναφέρθηκα εκτεταµένος σε αυτόν πιο πριν. Απλά προσθέτω ότι στον φασισµό, ανάλογη έκταση είναι και ο επεκτατικός εθνικισµός, οι «χαµένες πατρίδες». Λαϊκισµός. Αυτός ορίζεται ως ιδεολογικό χαρακτηριστικό (και όχι απλώς πολιτικό χαρακτηριστικό) το οποίο θεωρεί ότι η κοινωνία διαχωρίζεται σε δύο οµοιογενείς και ανταγωνιστικές οµάδες, τον «αγνό λαό» εναντίον της «διεφθαρµένης elite» ή στην περίπτωσή µας οι «εθνικιστές» εναντίων των «φιλελευθέρων» και υποστηρίζει ότι η

43 πολιτική θα πρέπει να αποτελεί έκφραση της λαϊκής βούλησης, µία πολιτική βέβαια που είναι εναντίον της. Κύριο πολιτικό της όπλο είναι ο κοινωνικός αυτοµατισµός, δηλαδή η πρακτική που γίνεται όταν µια κοινωνική ή επαγγελµατική οµάδα η τάξη αντιδρά (δικαίως ή αδίκως) σε µια ρύθµιση που την αφορά προσπαθούµε να στρέψουµε την υπόλοιπη κοινωνία εναντίον της. Ιστορικά, µπορούµε να εστιάσουµε στην «νύχτα των µαχαιριών», όπου οι Ναζί εκτέλεσαν τα τάγµατα εφόδου τους, όταν είδαν ότι αυτά ήταν ανάχωµα για τις επιδιώξεις τους. Φυλετισµός και αντιεθνισµός. Όλες οι µορφές φασισµού δεν περιλαµβάνουν απροκάλυπτο φυλετισµό (racialism), ούτε και όλοι οι φυλετιστές (racialists) είναι και ανάγκη φασίστες. Αυτό όµως που είναι κοινό σε όλους τους υπέρµαχους τους φασισµού είναι η απόρριψη του έθνους ως πολιτισµική οντότητα και η πίστη στην φυλή, δηλαδή η αντανάκλαση µια πίστη σε βιολογικές ή γενετικές διαφορές µεταξύ των ανθρωπίνων όντων. Μιλιταρισµός και Συλλογική Κουλτούρα. Ο φασισµός µεγεθύνει κατά κόρον τον «εξωτερικό κίνδυνο», ή τον δηµιουργεί, µε στόχο τη συσπείρωση των πολιτών για την υπεράσπιση της «γης των πατέρων». Επίσης µεγάλο ρόλο παίζει και τα κοινά τυποποιηµένα κουστούµια, τα οποία µε τον τρόπο τους εξυπηρετούν την ενίσχυση υψηλών επιπέδων κοινωνικής τάξης και κοµφορµιστικής συµπεριφοράς. Ο νεοφιλελευθεροποιηµένος γκλοµπαλισµός και η λαθροµετανάστευση είναι τροφές για τις νεοφασιστικές ιδεολογίες. Ιστορικά η Φασιστική ιδεολογία εκφράστηκε και εκφράζεται µε τα διάφορα εθνικοσοσιαλιστικά και φασιστικά κινήµατα και κόµµατα. Όπως αναφέρει ο Πάξτον, «οι φασίστες αλλάζουν συχνά θέσεις χωρίς να νιώθουν την υποχρέωση να εξηγήσουν τους λόγους». Και δίνει µία εξήγηση για τον κύκλο ζωής των φασιστικών κινηµάτων και κοµµάτων. Αναφέρει ότι «συνήθως ξεκινούν ως κινήµατα διαµαρτυρίας, υιοθετώντας ένα µεγάλο εύρος θεµάτων που ακούγονται αντικαθεστωτικά, ακόµη και επαναστατικά. Αν δεν υπήρχε η εθνικιστική δηµαγωγία τους, θα µπορούσε κανείς να τα νοµίσει για αριστερά κινήµατα. Ακόµη και όταν τα κινήµατα ριζώνουν πια ως λειτουργικά κόµµατα,εξακολουθούν να ακούγονται αντικαθεστωτικά. Στη συνέχεια, καταλαµβάνουν την εξουσία µε τη βοήθεια ενός κατεστηµένου που φοβάται τους ακροαριστερούς περισσότερο από τους ακροδεξιούς. Εκεί πια βρίσκουν τρόπους συνύπαρξης µε το κατεστηµένο, επειδή χρειάζονται το στρατό και τους βιοµηχάνους για να προετοιµαστούν για τους επιθετικούς τους πολέµους. Στους απογοητευµένους αρχικούς οπαδούς τους χρυσώνουν το χάπι µε όνειρα εθνικής νίκης και κάθαρσης.φαίνεται, λοιπόν, ότι αποτελεί µέρος της φύσης της φασιστικής εµπειρίας η υιοθέτηση και στη συνέχεια η προδοσία των κινηµάτων διαµαρτυρίας»[ελευθεροτυπία, Έψιλον, ]. Οι Φασίστες, ιδιαίτερα στην Ιταλική παράδοση, θεωρούν το κράτος ως ένα υπέρτατο ηθικό ιδεώδες, που αντανακλά τα κοινά συµφέροντα της εθνικής κοινότητας, εξ ου και η πίστη τους στον ολοκληρωτισµό. Οι Ναζί, ωστόσο, αντιµετώπισαν το κράτος περισσότερο ως όχηµα που περιέχει, ή ως εργαλείο που υπηρετεί, τη φυλή. Τελειώνω µε το ερώτηµα, τελικά ο Φασισµός είναι αριστερός ή δεξιός; Το µόνο σίγουρο είναι ότι είναι αντικαπιταλιστικός, αντιδηµοκρατικός, γενικά αντίθετος σε ότι πρεσβεύει την ιαφώτιση, την ατοµική και εν µέρη την συλλογική ελευθερία και ισότητα, ενώ ανήκει στο πολιτικό φάσµα του Ολοκληρωτισµού(όπως και ο κοµµουνισµός), δηλαδή δεν ανήκει αποκλειστικά στην δεξιά ή στην αριστερά[10]. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

44 Κλείνω πάλι µε τον Ευαγγελίδη, όπου είχε πει προφητικά πάλι πριν 30 χρόνια ότι «η διαστρέβλωση των εννοιών και η χρησιµοποίηση των όρων είτε µε άλλο, παραπλήσιο περιεχόµενο είτε ακόµη και µε εντελώς αντίθετο του πραγµατικού, είναι ένα ανυπολόγιστης άξιας όπλο στα χέρια εκείνων πού ξέρουν να το χειρισθούν». Για αυτό λοιπόν, λαµβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, διαβάζοντας την βιβλιογραφία που σας υπέδειξα και χρησιµοποίησα για την συγγραφή του παρόντος άρθρου(και όχι µόνο), θα µπορείτε να καταλάβετε τελικά τι είναι ο εθνικισµός, τι είναι ο φασισµός και κυρίως που ανήκει πολιτικά η Χρυσή Αυγή. Το Μνηµόνιο τρέφει την Φασιστική ιδεολογία, η Πολιτική ανοµία και η κρατική αυταρχικότητα την Φασιστική συµπεριφορά. Και να το πω πιο ξεκάθαρα: η ΧΑ τρέφεται και δυναµώνει από το παρόν Πολιτικό Σύστηµα. Η ΧΑ είναι ο συνδυασµός του ορθόδοξου σοσιαλιστικού τύπου αντίληψης της οικονοµίας µε τον ολοκληρωτικό εθνικισµό. Το παρόν Πολιτικό Σύστηµα ή το Κόµµα του Μνηµονίου, είναι ο συνδυασµός του χρηµατοπιστωτικού καπιταλισµού αντίληψης της οικονοµίας µε την πολιτικό ολιγαρχισµό. Η ανισότητα και η αυταρχικότητα θρέφουν φασιστικές πολιτικές και συµπεριφορές. Τι είναι για εµένα η ΧΑ; ένα νεοναζιστικό κόµµα,[11] το οποίο το παρόν αυταρχικό µνηµονιακό Πολιτικό σύστηµα προσπαθεί να εκµεταλλευτεί επικοινωνιακά, µε σκοπό τα περάσει µε φασιστικό τρόπο τα απεχθή νεοφιλελεύθερα υφεσιακά µέτρα. ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ [1]-«Πολιτική ορολογία», Λάβρυς, 1980, αντί προλόγου. [2]-Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Επιθεώρηση Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστηµών, Εθνικισµός, σελ 5-6 [3]- Anthony Smith, Nationalism, 2010, σελ 9 [4]- ηµήτρης Ε. Ευαγγελίδης, «Πολιτική ορολογία», Λάβρυς, 1980, αντί προλόγου. [5]-Andrew Heywood, «Πολιτικές ιδεολογίες», Επίκεντρο, 2007, σελ [6]- Την ίδια ακριβώς συµπεριφορά έχουν και οι υπέρµαχοι της πολυπολιτισµικότητας. Μόνο που αυτοί θεωρούν τους «αυτούς» υπεράνω από τους «εµείς». Περισσότερα στο έργο του Brian Barry µε τον τίτλο «Culture and Equality». [7]-Λεξικό Τριανταφυλλίδη στο [8]- Ο ολοκληρωτισµός (totalitarianism) είναι ένα σύστηµα πολιτικής εξουσίας, που περιστοιχίζει τα πάντα και εγκαθιδρύεται µέσα από ιδεολογική χειραγώγηση και απροκάλυπτο τρόµο και κτηνωδία. ιαφέρει από την απολυταρχία, τον αυταρχισµό και την παραδοσιακή δικτατορία στο ότι επιζητά την απόλυτη εξουσία µέσα από την πολιτικοποίηση κάθε πλευράς της κοινωνικής και προσωπικής ύπαρξης.

45 [9]- Ρόµπερτ Πάξτον, «Η ανατοµία του φασισµού», Κέδρος, 2006, σελ 302 [10]-Andrew Heywood στο «Πολιτικές ιδεολογίες», Gregor στο «Totalitarianism and Political Religion», Maier στο τρίτοµο έργο «Totalitarianism and Political Religion», και πολλά άλλα. [11]-Αν κοιτάξει κάποιος τα άρθρα των µελών του, µπορεί εύκολα κάποιος να διαπιστώσει ότι δεν έκρυψε ποτέ την νεοναζιστική του ιδεολογία. Χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι το άρθρο του βουλευτού Ηλία Κασιδιάρη µε τον τίτλο «ο Χίτλερ πέρα από την ιστορία»(εφηµ. ΧΑ, , σελ 2), όπου είναι ένας ύµνος στον Χίτλερ και στη εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία.

46 ς-το-φασισµό/ Αντιµετωπίζοντας το φασισµό του Σπύρου Μαρκέτου Νυρεµβέργη Εµπειρία, θεωρία και στρατηγική της νίκης Τρεις µήνες αφότου αποκαλύφθηκε, στις εκλογές του Μαίου, η κλιµάκωση της φασιστικής απειλής, κι ενώ η ακροδεξιά χούντα που µας κυβερνά τροφοδοτεί

47 συστηµατικά τον ρατσισµό για να φορτώσει στους µετανάστες τα κρίµατα των τραπεζιτών, εµφανίζονται σοβαρές ενδείξεις ότι η κοινωνία αφυπνίζεται. εν είναι περίεργο ότι έρχονται από τη βάση µάλλον παρά από την κορυφή. Οι διεργασίες φαίνεται να έχουν προχωρήσει ιδίως σε µέρη όπου σχηµατίστηκαν Αντιφασιστικά Μέτωπα, όπως η Καβάλα, το Ρέθυµνο και η Κορινθία. Αν τις δούµε σε ιστορική προοπτική θα µπορούσαµε να τις χαρακτηρίσουµε προσπάθειες να φτιαχτούν τοπικά ενιαία µέτωπα, σε αντιδιαστολή προς τα ευρύτερα λαϊκά µέτωπα, τα οποία περιλαµβάνουν και µη αριστερές δυνάµεις, και γι αυτόν το λόγο συχνά ανακόπτουν τις ριζοσπαστικές διαθέσεις της βάσης. Η ιστορική εµπειρία δείχνει ότι τα ενιαία µέτωπα αποτελούν απαραίτητο στοιχείο της στρατηγικής µε την οποία αντιµετωπίζεται ο φασισµός, και µάλιστα ότι χρειάζεται ακόµη ευρύτερη µαζική κινητοποίηση ενάντια στη µαζική κινητοποίηση που επιδιώκουν οι ναζί, των απόκληρων, αλλά σε αντιδραστική βάση. Θα διαδραµατίσει κρίσιµο ρόλο να φτιαχτούν σε κάθε πλατεία και γειτονιά, µέσα στο άγριο φθινόπωρο που µας έρχεται, λαϊκές κουζίνες, τις οποίες ως τώρα κυρίως οι αναρχικοί οργανώνουν, λαϊκά ιατρεία και οµάδες νοµικής συνδροµής. Αλλά όλα αυτά δεν αρκούν, χρειάζεται οπωσδήποτε και η δηµιουργία αντιφασιστικών οµάδων βάσης, οι οποίες θα µαταιώσουν το σχέδιο των µαχαιροβγαλτών να κερδίσουν το δρόµο. Και τέτοιες οµάδες δεν µπορούν να δηµιουργηθούν παρά µόνο µε τη συνεργασία όλων των τάσεων που δραστηριοποιούνται στον αντιφασιστικό αγώνα. Ο δρόµος θέλει συντονισµένη δράση, όχι ιδεολογική καθαρότητα. Απαιτείται πρώτα πρώτα λοιπόν οι ήδη οργανωµένες αντιφασιστικές δυνάµεις να συνεννοηθούν χωρίς χρονοτριβή για συντονισµό της δράσης σε τοπικό όσο και κεντρικό επίπεδο. Προφανώς υπάρχουν διαφορές απόψεων ή και στρατηγικής, αλλά πιο σηµαντικά είναι τα πάµπολλά σηµεία επαφής, και η κοινή ανάγκη είναι πλέον επιτακτική. Είναι απαραίτητο σε όλα τα µέρη οι δυνάµεις του αντιφασισµού να συνεργαστούν στο πλαίσιο των τοπικών κινήσεων, και να µη µένουν διάσπαρτες. Και επίσης είναι αυτονόητο ότι, για παράδειγµα, στις συγκεντρώσεις της Κίνησης Ενωµένοι Ενάντια στον Ρατσισµό και τη Φασιστική Απειλή πρέπει πάντοτε να καλείται να µιλήσει κόσµος από την Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισµό, και το αντίστροφο. Αυτό που προέχει όµως είναι να συνεννοηθούν οι ηγεσίες αυτών των κινήσεων µε αντιφασίστες από τον αναρχικό χώρο και την υπόλοιπη αριστερά, ώστε να φτιαχτεί εγκαίρως ένα ενιαίο µέτωπο, ικανό ν ανταποκριθεί στις σηµερινές προκλήσεις. ικαιολογίες του τύπου Οι µεν είναι στην Ανταρύα, οι δε στον Σύριζα, και οι άλλοι αναρχικοί, ή τον αντιφασιστικό συντονισµό πρέπει να τον δούµε συγκεκριµένα την κάθε φορά, δείχνουν ελλειπέστατη κατανόηση των προβληµάτων. Ελπίζω ότι οι ηγεσίες των αντιφασιστικών κινήσεων δεν θα δώσουν και άλλο χρόνο απρόσκοπτης οργάνωσης στους κασιδιάρηδες και στο κράτος. Πρέπει να πρυτανεύσει επιτέλους η λογική της κοινής κινητοποίησης και νίκης, και όχι του φυλάω το µαγαζάκι µου, που είδαµε σε ποιά χάλια οδήγησε το ΚΚΕ. Εδώ διδάσκει µάλιστα και η εµπειρία κινηµάτων άλλων χωρών, ιδίως εκείνων που κατόρθωσαν πράγµατι να νικήσουν τους φασίστες.

48 Η Βρετανία του , όπου το ιεθνές Νοµισµατικό Ταµείο και ο θατσερισµός προκάλεσαν κοινωνική και πολιτική πόλωση, µας δίνει ένα τέτοιο παράδειγµα. Το ναζιστικό Εθνικό Μέτωπο (National Front) είχε πρακτικές, δυνάµεις και επιρροή ανάλογες της σηµερινής Χρυσής Αυγής, και τροφοδοτούνταν από µια πολύ ευρύτερη δεξαµενή της ρατσιστικής ακροδεξιάς που είχαν στήσει ηγετικά στελέχη των Συντηρητικών, όπως ο Ήνοχ Πάουελ. Το συνέτριψε όµως η Αντιναζιστική Συµµαχία (Anti-Nazi League, ANL), µια µετωπική οργάνωση της αριστεράς, φτιαγµένη µε πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόµµατος (Socialist Workers Party, SWP), η οποία έκανε εξαιρετική δουλειά στα γήπεδα, στους δρόµους και στη νεολαία και οργάνωσε κινήµατα που άφησαν τη σφραγίδα τους στην εποχή, όπως το Rock Against Racism. Eύλογα υποστηρίζεται ότι χωρίς την ANL η Βρετανία θα είχε τον δικό της Λεπέν πολύ πριν τη Γαλλία. Η Αντιφασιστική ράση (Anti-Fascist Action, AFA) συνέχισε τη δεκαετία του 1980 το έργο της ANL. Οργάνωνε στους δρόµους επιχειρήσεις µε στρατιωτική πειθαρχία, αλλά καθοδηγούνταν από µια ανοιχτή κεντρική επιτροπή, στην οποία συµµετείχαν πολλές οµάδες της αριστεράς και των αναρχικών. Στους αγώνες της εστιάζει το εκπληκτικό Τσακίζοντας τους φασίστες,του Σην Μπέρτσαλ (Sean Birchall, Beating the Fascists. The Untold Story of Anti-Fascist Action, Freedom Press, Λονδίνο 2010), γραµένο από αναρχική σκοπιά. Αξίζει να διαβαστεί, δίπλα σε µερικά άλλα βιβλία τα οποία δίνουν µια σύγχρονη κατανόηση του τι είναι ο φασισµός και πώς νικιέται. Ευτυχώς έχει µεταφραστεί στη γλώσσα µας µια ωραία µελέτη που συµπυκνώνει την εµπειρία της πρώτης φάσης του µεταπολεµικού αντιφασιστικού κινήµατος στη Βρετανία, το Ποτέ ξανά, του ιστορικού Κόλιν Σπαρκς (Colin Sparks, Ποτέ ξανά, Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισµό, Αθήνα 2011 [1980]). Ο Σπαρκς ήταν δραστήριο µέλος της AΝL, όπως άλλωστε και ο Ντέηβ Ρέντον, ένας άλλος πολύ καλός ιστορικός, του οποίου η µελέτη Όταν αγγίξαµε τον ουρανό. Η Αντιναζιστική Συµµαχία επείγει να µεταφραστεί (David Renton, When We Touched the Sky: The Anti-Nazi League , New Clarion Press, Cheltenham 2006). Και φυσικά, ο κόσµος που ενδιαφέρεται ν αποκτήσει µια πιο θεωρητική και συνολική κατανόηση του φασισµού διαβάζει πρώτα πρώτα το συνθετικό έργο του µεγάλου ιστορικού Ρόµπερτ Πάξτον (Robert Paxton, Η ανατοµία του φασισµού, Κέδρος, Αθήνα 2006) δυστυχώς είναι εξαντληµένο, αλλά βρίσκεται σχετικά

49 εύκολα σε πιντιέφ στο διαδίκτυο. Οι τρεις πυλώνες του αντιφασισµού Το σύντοµο και καλογραµένο βιβλίο του Σπαρκς αναλύει εύληπτα και παραστατικά τέσσερεις µάχες της αριστεράς ενάντια στον φασισµό δυο που χάσαµε (Γερµανία και Ισπανία στη δεκαετία του 1930) και δυο που κερδίσαµε (Βρετανία στις δεκαετίες του 1930 και του ). Εξετάζει στρατηγικές και προτείνει τακτικές ένα σηµαντικό του πόρισµα είναι ότι η πάλη ενάντια στον φασισµό στηρίζεται σε τρεις πυλώνες, που πρέπει και οι τρεις να προσεχτούν εξίσου. εν µπορείς να παραµελήσεις κανέναν τους. Ο πρώτος πυλώνας είναι η αντίκρουση της συνθηµατολογίας των φασιστών η µάχη για το νου και την καρδιά του λαού, ο οποίος σε καιρούς κρίσης αποξενώνεται από το σύστηµα, αλλά δεν στρέφεται αυτόµατα στην αριστερά. Ο δεύτερος πυλώνας είναι η µαζική κινητοποίηση: στη µάχη ενάντια στη Χρυσή Αυγή πρέπει να κινητοποιηθούν όλοι οι διαθέσιµοι µαζικοί φορείς, από τα συνδικάτα και την τοπική αυτοδιοίκηση ως τους επιστηµονικούς συλλόγους και τους συλλόγους γονέων και κηδεµόνων. Και ο τρίτος απαραίτητος πυλώνας είναι ο έλεγχος των δρόµων. εν υπάρχει ούτε ένα ιστορικό παράδειγµα στο οποίο να νίκησε η αριστερά τον φασισµό δίχως να οργανωθεί για να κατακτήσει, ενάντια σε φασίστες και δυνάµεις καταστολής, τον δηµόσιο χώρο. Οι ναζί πρέπει να διωχτούν από τους δρόµους, και αυτό δεν γίνεται µε προσευχές, αλλά µε µάχιµη οργάνωση. Όλοι εκείνοι που φαντάζονται πως ο φασισµός αντιµετωπίζεται µε εκδηλώσεις πολιτισµικού σνοµπισµού ή µε κηρύγµατα περί µη βίας ας θυµηθούν πόσο πολύ βοήθησαν παλαιότερα οι αντιλήψεις τους την άνοδο του Χίτλερ και του Μουσσολίνι, και πόσο καθοριστικά συνέβαλαν δυστυχώς στο ξέσπασµα του εύτερου Παγκόσµιου Πολέµου. Ιδανικός εκφραστής τους ήταν ο Τσάµπερλαιν, ο ανόητος βρετανός πρωθυπουργός που προώθησε την πολιτική του κατευνασµού. υστυχώς έχουµε και ανάµεσά µας πολλούς Τσάµπερλαιν. Ως πρόσφατα η αριστερά, µε κύρια εξαίρεση την ΚΕΕΡΦΑ, εγκατέλειπε τους αναρχικούς µόνους τους στη µάχη των δρόµων. Οι ηγεσίες του Συνασπισµού και του ΚΚΕ εθελοτυφλούσαν µπροστά στο

50 πρόβληµα του φασισµού, και δυστυχώς άφησαν, παρ όλες τις επίµονες εκκλήσεις µας, το φίδι να εκκολαφθεί στον Άγιο Παντελεήµονα και τώρα πια να σέρνεται σ όλη την Ελλάδα. Η τύφλωσή τους οφειλόταν εν µέρει στο ανεπαρκές θεωρητικό τους υπόβαθρο ως πρόσφατα δεν είχαν καµιά εποπτεία της κρίσης του ύστερου καπιταλισµού, πόσο µάλλον του φασισµού. Είχανε µείνει στον Πουλαντζά οι µεν, στον ηµητρώφ οι δε. Εν µέρει όµως οφειλόταν και στον πάγιο φόβο τους για τη µαζική κινητοποίηση, στην οποία ποτέ δεν πρωτοστάτησαν, παρ όλες τις πιέσεις που δέχονταν από την ίδια τους τη βάση, και την οποία στήριξαν µόνον όποτε έλπισαν ότι θα µπορούσαν να την µετριάσουν ή να την ελέγξουν. Αλλά ο ελληνικός λαός έχει πλέον µπει αµετάκλητα σε τροχιά κινητοποίησης, και από εµάς εξαρτάται αν θα πάει αριστερά ή άκρα δεξιά. Η ανεργία, πολιτική επιλογή εν είναι όµως αυτό το µόνο πρόβληµα µε τις αριστερές ηγεσίες. Εξίσου θλιβερό είναι ότι τους λείπουν η φαντασία και η τόλµη για ν αρθρώσουν ένα όραµα ικανό να κινητοποιήσει το λαό και να τον αποµακρύνει από την ηλίθια, αλλά ωστόσο για πολλούς πειστική, ρητορεία της άκρας δεξιάς ιώξτε τους µετανάστες, τσακίστε την αριστερά, και τα προβλήµατά σας λύθηκαν. Ας δούµε, για παράδειγµα, ένα κοµβικής σηµασίας πρόβληµα, της ανεργίας. Οι άνεργοι επίσηµα πλησιάζουν ήδη το ένα τέταρτο του εργατικού δυναµικού, αλλά στην πραγµατικότητα το ξεπερνούν κατά πολύ, και θα παίξουν κρίσιµο ρόλο στην επερχόµενη σύγκρουση. Όπως και οι περισσότεροι απ όσους πλήττονται από τη µνηµονιακή πολιτική, εγκαταλείποντας τα κυβερνητικά κόµµατα πηγαίνουν είτε αριστερά είτε στη Χρυσή Αυγή. Οι αναλύσεις του Χριστόφορου Βερναρδάκη και άλλων έχουν τεκµηριώσει πως συνιστούν µια από τις τρεις κοινωνικές δεξαµενές από τις οποίες αντλούν κυρίως ψήφους οι µαχαιροβγάλτες, δίπλα στους εργοδότες και µικροϊδιοκτήτες, και το προσωπικό των σωµάτων ασφαλείας. Θα έπρεπε

51 φυσικά να δίνουν δύναµη στην αριστερά, αλλά συχνά αδιαφορούν γι αυτήν, καθώς ο λόγος της λίγο τους αγγίζει. Τα όσα ψελλίζουν στο ζήτηµα της ανεργίας ο Σύριζα και το ΚΚΕ δεν ενθουσιάζουν κανέναν. Τι θα έλεγε µια αληθινή αριστερά για τους ανέργους, ώστε να µην τους αφήσει να γίνουν λεία των χρυσαυγιτών; Είναι πολύ απλό και πολύ δύσκολο µαζί. Σίγουρα, πάντως, όχι αυτά που λέει σήµερα. Θα έλεγε, κατά τη γνώµη µου, ότι µπορεί να λύσει και πράγµατι θα λύσει άµεσα το πρόβληµα. Με έναν τρόπο όµως τον οποίο µάλλον δεν διανοούνται οι ηγεσίες της. Οι ίδιες που, για να γίνουµε λίγο κακοί, πρόπερσι θεωρούσαν την κρίση επικοινωνιακό κόλπο των καπιταλιστών, πέρισυ αρνούνταν να κάνουνε λόγο για το χρέος, και ως τώρα εξακολουθούν να θεωρούν καταστροφή τη δραχµή. Και ποτέ τους δεν πόνταραν στη µαζική κινητοποίηση, που είναι απαραίτητη για κάθε πραγµατική αλλαγή. Μια αληθινή αριστερή κυβέρνηση µπορεί και πρέπει να κάνει µισό εκατοµµύριο προσλήψεις σε φορείς του δηµοσίου για την κάλυψη άµεσων κοινωνικών αναγκών µέσα στον αµέσως ερχόµενο χρόνο, και άλλο µισό εκατοµµύριο µέσα στον επόµενο, όταν θα έχουν δηµιουργηθεί οι κατάλληλες διοικητικές υποδοµές. Ναι, µιλάµε σοβαρά για ένα εκατοµµύριο προσλήψεις µέσα σε δυο χρόνια, ώστε να εξαφανιστεί η ανεργία. Οι ανάγκες υπάρχουν, όλος ο κόσµος συµφωνεί εδώ, χρειαζόµαστε απαραίτητα κι επειγόντως νηπιαγωγούς, νοσοκόµους και κοινωνικές λειτουργούς, καθηγητές και γιατρούς, δασοφύλακες και καθαρίστριες, και κάθε λογής ανθρώπους ικανούς και πρόθυµους να προσφέρουν. Έτσι ώστε οι εργαζόµενοι στο δηµόσιο από σήµερα να γίνουν, σε πείσµα τραπεζιτών και νεοφιλελεύθερων, σε δυο χρόνια. Λεφτά υπάρχουν; Εδώ µια αληθινή αριστερά θα απαντούσε ότι φυσικά και λεφτά υπάρχουν, αλλά είτε αφήνονται στις τσέπες των πλούσιων είτε δίνονται στους τραπεζίτες και στους µαφιόζους που αρπάζουν τη δηµόσια περιουσία. Η φορολόγηση του πλούτου, η κατάργηση των φοροαπαλλαγών του κεφαλαίου, και η κοινωνικοποίηση των τραπεζών, των υπηρεσιών κοινής ωφελείας και των στρατηγικών βιοµηχανιών αρκούν για να χρηµατοδοτήσουν την εξαφάνιση της ανεργίας. Συµπληρωµατικά υπάρχει η λύση των ελλειµµατικών προϋπολογισµών, στηριγµένων εν µέρει σε εσωτερικό δανεισµό κι εν µέρει στην έκδοση χρήµατος, η οποία στις τρέχουσες συνθήκες υποαπασχόλησης του παραγωγικού δυναµικού µικρό µόνον κίνδυνο πληθωρισµού προκαλεί. Αν ο κύριος όγκος των νεοπροσλαµβανόµεων παίρνει καθαρά χίλια ευρώ (ή µάλλον, αύριο, ισοδύναµες δραχµές) τον µήνα, που δυστυχώς σήµερα πλέον φαντάζουν ζηλευτός µισθός, τότε το συνολικό ετήσιο κόστος µιας θέσης εργασίας, µαζί µε όλες τις ασφαλιστικές εισφορές, τους φόρους κλπ. είναι της τάξης των είκοσι χιλιάδων ευρώ (ή δραχµών). Το συνολικό ετήσιο κόστος της απασχόλησης µισού εκατοµµύριου εργαζοµένων είναι λοιπόν περίπου 10 δισεκατοµµύρια η απασχόληση ενός εκατοµµυρίου ανθρώπων, που εξαλείφει κυριολεκτικά την ανεργία, στοιχίζει 20 δις. Στην πραγµατικότητα πολύ λιγότερα, γιατί µειώνει κατακόρυφα το κόστος των επιδοµάτων, αναζωογονεί τα ταµεία, δηµιουργεί πλήθος άλλες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τοµέα

52 και, σπρώχνοντας όλους τους µισθούς προς τα πάνω, βελτιώνει την ενεργό ζήτηση, η οποία αλυσιδωτά ενισχύει τα οικονοµικά του κράτους. Με άλλα λόγια, η συνολική λύση αυτού που αναγνωρίζεται ως το βασικό κοινωνικό πρόβληµα σήµερα κοστίζει αρκετά λιγότερο από το ένα δέκατο του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (επίσηµα, 227 δις ευρώ το 2010), αλλά και από τους τόκους που πλήρωσε το δηµόσιο στους τοκογλύφους το 2011 (17 δις). Λιγότερα απ όσα δίνει το δηµόσιο για την εξυπηρέτηση του δηµόσιου χρέους µέσα σ ένα τρίµηνο (κάπου 70 δις το χρόνο), και πολύ λιγότερα από το ένα δέκατο όσων δώσαµε από το 2008 στους χρεωκοπηµένους τραπεζίτες (συνολικά 218 δις, σύµφωνα µε τους υπολογισµούς του αναλυτή Πάνου Παναγιώτου). Τέλος, θα κοστίσει λιγότερο από την αύξηση του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης που προκάλεσε µόνο µέσα στο 2011 η καταστροφική πολιτική των κοµµάτων εξουσίας (19 δις) ή τη µείωση του εγχώριου προϊόντος τα τρία τελευταία χρόνια (20 δις), που προκλήθηκε από την ίδια πολιτική, και όχι πολύ παραπάνω από τα καθαρά ποσά που κάθε χρόνο στέλνουν οι ξένοι καπιταλιστές στο εξωτερικό (πάνω από 10 δις για τόκους, µερίσµατα και κέρδη). Όλα αυτά πρέπει να τα φωνάξουµε δυνατά στα παπαγαλάκια του νεοφιλελευθερισµού, που από αύριο άλλωστε θα προσπαθούν να συνέλθουν από το κραχ του ευρώ. εν υπάρχει αµεσότερος τρόπος από αυτόν για την αναδιανοµή του προϊόντος προς όφελος των λαϊκών στρωµάτων, ή για την επανεκκίνηση της οικονοµίας. εν πρόκειται για κανένα κοµµουνιστικό µέτρο, ο Ρούζβελτ έκανε πολύ χειρότερα στις ΗΠΑ του 1930, αλλά σίγουρα αλλάζει τους κοινωνικούς συσχετισµούς ριζικά υπέρ της εργασίας. Η σηµερινή µαζική ανεργία δεν είναι οικονοµική αναγκαιότητα, είναι πολιτική επιλογή. Που γίνεται πολύ πιο εύκολη για τους κρατούντες από την αφωνία της σηµερινής αριστεράς. Και µε τη σειρά της διευκολύνει αφάνταστα το σχέδιό τους, να επιβάλουν τον κοινωνικό κανιβαλισµό, µέσω και της Χρυσής Αυγής. Φυσικά, για να γίνουν όλα αυτά πρέπει να διώξουµε τους σηµερινούς κυβερνώντες και ν ανατρέψουµε το πλέγµα εξουσίας αν δεν τα κάνουµε τώρα αυτά δεν θα τα κάνουµε ποτέ όσο ζούµε. Από µόνη της η απορρόφηση ενός εκατοµµυρίου ανέργων είναι παλιός καλός κεϋνσιανισµός, όσο και αν φοβούνται ακόµη και να την φανταστούν οι οικονοµικοί εγκέφαλοι της παλιάς αριστεράς. Αλλάζει βέβαια η σηµασία της αν συνοδευτεί από τα γνωστά µέτρα που συνεχώς επαναλαµβάνουµε διαγραφή του χρέους, έξοδο από το ευρώ, εθνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχο της κίνησης κεφαλαίων, εργατικό έλεγχο, και τα λοιπά. Αλλά και πάλι όλα αυτά δεν αρκούν η αλλαγή πορείας της χώρας χρειάζεται και να επικυρωθεί συµβολικά. Κάθαρση

53 Την προηγούµενη φορά, η ταφόπλακα του ναζισµού µπήκε στη Νυρεµβέργη. Στην ίδια πόλη που χρησιµοποιούσε ο Χίτλερ για επιδείξεις ισχύος των ναζιστών, εκεί όπου είχαν διακηρυχθεί οι ρατσιστικοί Νόµοι της Νυρεµβέργης, οι Σύµµαχοι που νίκησαν στον εύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο δίκασαν απο το 1945 ως το 1949 παραπάνω από εκατό στελέχη του καθεστώτος. Εκτός από τους ηγέτες των Ναζί, πολλοί από τους οποίους στάλθηκαν στην αγχόνη, καταδικάστηκαν σε βαρειές ποινές ανώτατοι δικαστές, γιατροί, στρατιωτικοί, παρακρατικοί, προπαγανδιστές, και κάθε λογής παρατρεχάµενοι. Με τις Αρχές της Νυρεµβέργης συµπεριλήφθηκαν στα εγκλήµατα πολέµου, που τιµωρούνται από το διεθνές δίκαιο, η κακοµεταχείριση ή η υπαγωγή σε καταναγκαστική εργασία πολιτών των κατεχόµενων χωρών, καθώς και η λεηλασία δηµόσιας ή ιδωτικής περιουσίας. Οι φόνοι, οι εξανδραποδισµοί, οι απελάσεις και οι διώξεις µε βάση πολιτικά, φυλετικά ή θρησκευτικά κριτήρια χαρκτηρίστηκαν εγκλήµατα κατά της ανθρωπότητας. Κρίθηκε επίσης ότι οι διαταγές ανωτέρων δεν συνιστούν ελαφρυντικό. Οι αρχές αυτές βρίσκουν βέβαια εφαρµογή και στην ανθρωπιστική κρίση στην οποία οδηγήθηκαν η Ελλάδα και άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, και ίσως να µην αργήσει η ώρα που θα χρησιµοποιηθούν εναντίον όσων µας έφεραν στη σηµερινή κατάσταση. Όταν ανατραπεί το καθεστώς, µε την ψήφο ή µε λαϊκή εξέγερση, θα έρθει η ώρα της κάθαρσης. Πρώτα πρώτα θα λειτουργήσει η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου, ώστε να µάθει ο ελληνικός λαός πώς και γιατί δηµιουργήθηκε το χρέος που νοµιµοποίησε την πτώχευση και την υποδούλωσή µας. Ώστε να τεκµηριωθεί πέρα από κάθε αµφιβολία πως το χρέος είναι απεχθές και ούτε πρέπει ούτε µπορεί να πληρωθεί, ιδίως στην κατάσταση ανάγκης στην οποία µας έριξαν οι κανιβαλικές επιλογές Τρόικας και κυβέρνησης. Αλλά τελικά µάλλον θα χρειαστεί, για να κλείσουµε το θλιβερό κεφάλαιο των µνηµονίων και των αντιδηµοκρατικών εκτροπών, και κάτι ανάλογο µε τη ίκη της Νυρεµβέργης. Ώστε να λογοδοτήσουν επιτέλους οι πολιτικοί υπεύθυνοι της καταστροφής, οι ηγέτες των νεοναζί υποτακτικών τους, οι τραπεζίτες και οι καπιταλιστές που τους χρηµατοδοτούν, και οι τηλεπερσόνες που σπέρνουν κυνικά το µίσος για να διαιρέσουν το λαό. Μια ίκη του Αγίου Παντελεήµονα ίσως;

54 Το καθεστώς είναι τρωτό, και η Χρυσή Αυγή, που ετοιµάζεται να σταθεί ανάµεσα στο λαό και στα ελικόπτερα, ακόµη περισσότερο. Αλλά αν δεν αντιµετωπιστεί συστηµατικά κι εγκαίρως, µπορεί να γίνει επικίνδυνος εχθρός αύριο. εν πρόκειται να εξαφανιστεί από µόνη της, και δεν πρόκειται να νικηθεί αν δεν εργαστούµε σύντονα γι αυτόν το σκοπό. Ο χαµένος χρόνος πρέπει να κερδηθεί. Και η ιστορική µνήµη πρέπει ν αναζωογονηθεί όχι µόνον όσον αφορά τα θύµατα και τα εγκλήµατα, αλλά και όσον αφορά την τιµωρία.

55 ΦΑΚΕΛΟΣ 27 Ιουνίου 2012 Ο φασισµός στο σαλόνι µας Εισαγωγικό σηµείωµα Ο εκλογικός θρίαµβος της Χρυσής Αυγής αντιµετωπίστηκε µε υποκριτική έκπληξη. Στο ThePressProject επιχειρούµε µέσα από τη µελέτη µίας χαρακτηριστικής περίπτωσης, του Άγιου Παντελεήµονα, που σταδιακά αναδείχθηκε σε σηµαία της ακροδεξιάς ρητορικής, να δείξουµε την πορεία προς αυτή την κατάληξη. Εστιάζουµε στο πώς στη διάρκεια των τελευταίων ετών σταδιακά άλλαξε ο λόγος για τους µετανάστες στην πλατεία του Άγιου Παντελεήµονα (κυρίως τους ασιάτες µετανάστες: είναι χαρακτηριστικό ότι τα στερεότυπα που αφορούσαν τους Αλβανούς της δεκαετίας του 90 έχουν ατονήσει εδώ και καιρό), παίρνοντας ως παράδειγµα την εφηµερίδα «Καθηµερινή», και ακολούθως συζητούµε το αν και κατά πόσο η όξυνση της ρητορικής περί εγκληµατικότητας των µεταναστών ανταποκρίνεται στα στατιστικά δεδοµένα. Ο φάκελος περιλαµβάνει συγκεντρωµένο υλικό από τις εφηµερίδες, βίντεο και εικόνες, σχετικές επιστηµονικές έρευνες καθώς και συνεντεύξεις από ειδικούς και ακτιβιστές. Αυτός είναι ο πρώτος φάκελος της νέας έκδοσης του ThePressProject. Τα bold τµήµατα του

56 κειµένου σάς δίνουν τη δυνατότητα να περιηγηθείτε στο υλικό τεκµηρίωσης του φακέλου, ενώ στο δεξί µέρος θα βρείτε µια σειρά εργαλείων και οπτικουακουστικό υλικό. Άγιος Παντελεήµονας Ο Άγιος Παντελεήµονας είναι µια γειτονιά του ήµου Αθηναίων που ανήκει στο 6ο δηµοτικό διαµέρισµα, µαζί µε γειτονιές όπως η Κυψέλη, τα Κάτω Πατήσια και ο Σταθµός Λαρίσης. Πρόκειται για µια περιοχή που, όπως αποδεικνύει η εναποµείνασα σήµερα αρχιτεκτονική της κληρονοµιά, κατοικήθηκε από µεσαία τουλάχιστον στρώµατα από τον 19ο αιώνα. Η ανοικοδόµηση της δεκαετίας του 60 µε τη µέθοδο της αντιπαροχής πρόσθεσε στην περιοχή και τα νέα µικροαστικά στρώµατα. Ωστόσο η δεκαετία του 90 βρίσκει την περιοχή ήδη υποβαθµισµένη, καθώς η περιβαλλοντική επιβάρυνση της δεκαετίας του 80 έχει οδηγήσει σταδιακά τους µεσαίας τάξης, σχετικώς ευκατάστατους πια, κατοίκους εκτός αθηναϊκού κέντρου. Στη θέση τους, και εξαιτίας των χαµηλών σχετικά ενοικίων, θα έρθουν κατά χιλιάδες οι µετανάστες από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης και την Αλβανία (Καβουλάκος-Κανδύλης 2012). Στην οδό Φυλής, στην καρδιά της περιοχής του Αγίου Παντελεήµονα, συγκεντρώνεται από δεκαετίες η δραστηριότητα των οίκων ανοχής. Οι κάτοικοι της περιοχής δραστηριοποιούνται γύρω από το ζήτηµα αυτό ήδη από τη δεκαετία του 90, καθώς η λειτουργία τους, λένε, συνδέεται µε το οργανωµένο έγκληµα. Χαρακτηριστική είναι η συγκρότηση οµάδων περιφρούρησης από κατοίκους, για την οποία µας ενηµερώνει ο Ριζοσπάστης της 10ης Μαρτίου 1995: Σε... αναγκαστική αργία βρίσκονται το τελευταίο δεκαπενθήµερο οι οίκοι ανοχής, γύρω από τις οδούς Φυλής και Θήρας, καθώς οι κάτοικοι της περιοχής έχουν εγκαταστήσει σε 24ωρη βάση οµάδες περιφρούρησης και επεµβαίνουν ειδοποιώντας την αστυνοµία, µόλις δουν κάποιο από τα φωτάκια των εισόδων να ανάβει, ένδειξη ότι... το "κατάστηµα" λειτουργεί! Το πρωτότυπο, όσο και δυναµικό, µέτρο στο οποίο κατέληξαν τον τελευταίο καιρό, προήλθε µετά τη ραγδαία αύξηση τον τελευταίο χρόνο των οίκων ανοχής και τη µε γεωµετρική πρόοδο υποβάθµιση της περιοχής τους. Όπως επισηµαίνουν οι ίδιοι, ένας περιορισµένος αριθµός νόµιµων οίκων ανοχής θα ήταν ανεκτός, ωστόσο σήµερα η κατάσταση είναι εκρηκτική, αφού από την Πλατεία Αµερικής µέχρι και την Πλατεία Βικτωρίας έχουν καταµετρηθεί 102 παράνοµοι οίκοι ανοχής, οι οποίοι συνεχώς αυξάνονται. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1999, ο τότε Υπουργός ηµόσιας Τάξης Μιχάλης Χρυσοχοΐδης καταθέτει νοµοσχέδιο µε θέµα «Εκδιδόµενα µε αµοιβή πρόσωπα». Στη συζήτηση στην ολοµέλεια της Βουλής το παράδειγµα της οδού Φυλής χρησιµοποιείται από βουλευτές όλων των κοµµάτων. Ειδική µνεία γίνεται, µάλιστα, από τον πρόεδρο του ΗΚΚΙ ηµήτρη Τσοβόλα στο σπίτι του προέδρου της Κυβέρνησης του Βουνού καθηγητή Συνταγµατικού ικαίου Αλέξανδρου Σβώλου, στη γωνία Φερών και Φυλής, που εξακολουθεί τότε να χρησιµοποιείται ως οίκος ανοχής κι αυτό, παρά «την ιδιαίτερη σηµασία που έχει η µνήµη του Αλ. Σβώλου για εµένα υπό την επιστηµονική µου ιδιότητα» και τις ενέργειες που εξαγγέλλει ο Υπουργός Πολιτισµού Ευάγγελος

57 Βενιζέλος, απαντώντας σε ερώτηση της βουλευτίνας του ΠΑΣΟΚ Ελένης Ανουσάκη λίγους µήνες νωρίτερα. Στην ίδια συζήτηση του 1999, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Νάσος Αλευράς επισηµαίνει ότι «υπάρχουν πτυχές εγκληµατικότητας σε έξαρση σε περιοχές της Αθήνας» και υπενθυµίζει περιστατικό που συνέβη εκείνες τις µέρες στην πλατεία Πλυτά της Γούβας (εκεί που έπαιζε µικρός ο Νίκος Μιχαλολιάκος) «όπου συµµορίες Αλβανών λαθροµεταναστών αντάλλαξαν πυροβολισµούς το απόγευµα, δηµιουργώντας πανικό στις οικογένειες και στα παιδιά που έπαιζαν στην πλατεία». Ο Άγιος Παντελεήµονας είναι, λοιπόν, µια µόνο απ τις βασανισµένες γειτονιές του ήµου Αθηναίων, κι αυτό συµβαίνει εδώ και δεκαετίες. Τι µεσολάβησε όµως ώστε τα τελευταία χρόνια να φτάσει να γίνει συνώνυµο της υποβάθµισης και τελικά κύριο πεδίο εκδίπλωσης της αντιµεταναστευτικής ρητορικής; Πώς αναγορεύτηκε από τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης σε εθνική απειλή; Μέσα σε µικρό χρονικό διάστηµα, η παρουσίαση της πλατείας του Άγιου Παντελεήµονα από τα ΜΜΕ έχει διολισθήσει προς µια εξαιρετικά φορτισµένη ρητορική. Τα αποτελέσµατα των πρόσφατων εκλογών δείχνουν πως η διάδοση του απορριπτικού για τους µετανάστες λόγου είναι µεγάλη. Επίσης, η σύνδεση του µεταναστευτικού προβλήµατος µε την εγκληµατικότητα εµφανίζεται ως δεδοµένη για µεγάλο µέρος του πληθυσµού. Ωστόσο µέχρι πρόσφατα δεν ήταν έτσι, ακόµη και στο ταλαιπωρηµένο κέντρο της Αθήνας. Σύµφωνα µε την έρευνα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών "Επιχειρηµατικότητα, κίνδυνοι και ανταγωνισµός στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας" που διεξήχθη το 2007 µεταξύ 730 επιχειρηµατιών του εµπορικού ιστορικού κέντρου (Βαρουξή et al 2009: ), οι επιχειρηµατίες του κέντρου αναγνωρίζουν αυθορµήτως ως τρεις κυριότερες απειλές εναντίον τους τις κλοπές, τον ανταγωνισµό και την κρίση (σ. 263). Οι µετανάστες υπάρχουν φυσικά στην εικόνα αλλά µε την ιδιότητα των ανταγωνιστών εξαιτίας του παράνοµου υπαίθριου εµπορίου και των πολλών κινέζικων επιχειρήσεων, ενώ η χαµηλή και ορατή εγκληµατικότητα της περιοχής, που επίσης απασχολεί τους Έλληνες επιχειρηµατίες, συσχετίζεται άµεσα µε το ζήτηµα της διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών, και άρα δεν περιορίζεται στους µετανάστες. Ακόµη κι έτσι, µόνο το 57,6% δηλώνει θετικά ότι χρειάζεται λήψη αστυνοµικών µέτρων για την αντιµετώπιση των πλανόδιων µικροπωλητών (σ. 332) και µόνο το 7,5% δηλώνει ότι πρέπει το κράτος να διώχνει τους αλλοδαπούς εν γένει για να ενισχυθεί η επιχειρηµατική δραστηριότητα (σ. 231). Μεταξύ των ευρηµάτων της έρευνας ασφαλώς υπάρχουν ψήγµατα της µεταστροφής που επήλθε στο µεταξύ αυτό που µας ενδιαφέρει εδώ είναι αυτή ακριβώς η διαδικασία. Απ το οργανωµένο έγκληµα στη συλλογική ευθύνη Παρά την πολύχρονη υποβάθµιση της περιοχής του Αγίου Παντελεήµονα, µόνο από το 2008 και µετά η γειτονιά βρέθηκε στο κέντρο της προσοχής των µέσων ενηµέρωσης. Το ζήτηµα της εγκληµατικότητας ήταν η κεντρική αλλά όχι η µοναδική αφορµή. Για παράδειγµα, η έγκριτη µα συντηρητική Καθηµερινή, τον Απρίλη του 2008, περιγράφει τον Άγιο Παντελεήµονα σαν µια

58 κατοίκους της. Ένας Έλληνας καταστηµατάρχης της περιοχής που διαθέτει προϊόντα από τις βαλκανικές χώρες δηλώνει: «Βάλαµε λίγα πράγµατα στην αρχή, και σιγά - σιγά, όταν είδαµε ότι έχουν µεγάλη πέραση φτάσαµε να πουλάµε αποκλειστικά για τους ξένους. Προσλάβαµε και πωλητές από χώρες καταγωγής των πελατών µας». Στο άρθρο του διαβάζουµε για το κουρείο που γεµίζει κόσµο, γίνεται στέκι και «η κουβεντούλα ανάβει», για ένα ρωσικό παντοπωλείο όπου κάνει κουµάντο η γυναίκα του αφεντικού, καθώς αφηγείται το αφεντικό γελώντας, σε ένα κλίµα χαρακτηριστικά πιο αγαθό από ό,τι έµελλε να ακολουθήσει. Ωστόσο το παλιό, καλό οργανωµένο έγκληµα εξακολουθεί να υπάρχει στην περιοχή, αρκετά για να πυροδοτήσει λίγες βδοµάδες αργότερα πρωτοσέλιδο της ίδιας εφηµερίδας µε τίτλο «Έρµαιο συµµοριών ο Άγιος Παντελεήµονας». Σ αυτό το ρεπορτάζ ένας άλλος επιχειρηµατίας δηλώνει: «Η περιοχή έχει πρόβληµα, όπως και οι περισσότερες περιοχές του κέντρου. Έχει µεγάλο αριθµό µεταναστών: Οι περισσότεροι απ αυτούς είναι καλά παιδιά, αλλά υπάρχουν και µερικοί σκάρτοι που δηµιουργούν προβλήµατα». Η σταδιακή έλευση εκατοντάδων Αφγανών µεταναστών στην περιοχή και η πρόχειρη διαβίωσή τους στην πλατεία του Αγίου Παντελεήµονα φαίνεται ωστόσο να αλλάζει την ποιότητα της συζήτησης. Οι δυνάµεις της ακροδεξιάς αποφασίζουν να ενεργοποιηθούν και να εκµεταλλευτούν πολιτικά την κατάσταση, κάτι που δεν είχαν κάνει δέκα χρόνια νωρίτερα στην πλατεία Κουµουνδούρου. Τον Νοέµβριο του 2008, µια επιτροπή κατοίκων και καταστηµαταρχών της περιοχής καλεί σε συγκέντρωση στην πλατεία, µε βάση µια επιστολή προς τις αρµόδιες αρχές που υπογράφεται από χίλιους κατοίκους. Αριστερές και αντιρατσιστικές οργανώσεις, αλλά και η κοντινή αναρχική κατάληψη villa amalias καλούν σε αντισυγκεντρώσεις και τα αίµατα δεν αργούν ν ανάψουν. Στον απόηχο των γεγονότων αυτών, ο ακροδεξιός τύπος ταυτίζει τους αντιρατσιστές µε τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ λίγο αργότερα η επιτροπή κατοίκων τα βάζει, µεταξύ άλλων, µε το ΕΜΠ που φιλοξενεί σε σέρβερ του το Indymedia. Στην άλλη πλευρά, η villa amalias σε κείµενο που κυκλοφορεί αµέσως µετά τα γεγονότα κάνει την εκτίµηση ότι «η πρωτοβουλία καθοδηγήθηκε από το µαγαζί του Καρατζαφέρη [ΛΑ.Ο.Σ.] και κατέληξε σε πολιτική διαφήµισή του. Αυτοί άλλωστε φρόντισαν να µοιραστούν όλα αυτά τα κείµενα [από την πλατεία Αττικής ως την Άνω Κυψέλη], να ενηµερώσουν όλα τα µµε και να ανακοινώσουν µέσω του site τους τη συνδιοργάνωση ενός πογκρόµ παρέα µε µερίδα κατοίκων-καταστηµαταρχών». Η Καθηµερινή, πιστή για την ώρα στην γραµµή των ίσων αποστάσεων, εκτιµά ότι «Η έκρηξη οργής των κατοίκων για την αδιαφορία των αρµόδιων φορέων («είµαστε όµηροι στην ίδια µας τη γειτονιά») αποτέλεσε αντικείµενο εκµετάλλευσης από ακραίες δυνάµεις (µέλη της «Χρυσής Αυγής» και κρανοφόρων αναρχικών), που επί ώρες επιδόθηκαν σε πετροπόλεµο». Η υπόθεση του Αγίου Παντελεήµονα επισκιάζεται τις αµέσως επόµενες µέρες από τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου στις 6 εκέµβρη 2008 και τον αντίκτυπό τους.

59 Το αµέσως επόµενο διάστηµα, οι αριστερές και αντιρατσιστικές οργανώσεις επιδιώκουν ανεπιτυχώς, όπως παραδέχεται και ο Θανάσης Κούρκουλας από την Κίνηση «Απελάστε το ρατσισµό», να αποκτήσουν τοπική παρουσία ως αντίβαρο της φασιστικής ακροδεξιάς, η οποία, παρά το κλίµα των ηµερών, προσπαθεί να ανασυνταχθεί. Οι µήνες περνούν βρισκόµαστε στην εποχή του «Λεφτά υπάρχουν» η συντεταγµένη αποχώρηση του Κώστα Καραµανλή από την πρωθυπουργία ανοίγει τον δρόµο στο νέο ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου. Ο µικρόκοσµος του Άγιου Παντελεήµονα δεν συµµερίζεται την ευφορία των ηµερών. Οι ανοιχτές βίαιες αντιπαραθέσεις συνοδεύονται από έναν πόλεµο χαµηλής ισχύος και µεγάλου βάθους, όπως αποδείχτηκε, τουλάχιστον από την πλευρά της ακροδεξιάς. Οι νέες πιεστικές συνθήκες του πρώτου µνηµονίου αυξάνουν τον εκνευρισµό του κόσµου κι ανοίγουν το δρόµο στις πιο ακραίες θέσεις. Ταυτοχρόνως, το ΠΑΣΟΚ δεν διστάζει να πριµοδοτεί τον ρατσιστικό λόγο του ΛΑΟΣ αποβλέποντας σε πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη αποδυνάµωσης της Νέας ηµοκρατίας, ενδεχοµένως χωρίς να µπορεί να προβλέψει ότι την περίοδο εκείνη επωάζει το αβγό του φιδιού. Το µαχητικό ρεπορτάζ της Μαρίας εληθανάση βρίσκει ακόµη τον δρόµο του προς τις σελίδες της Καθηµερινής: Την εικόνα του φόβου, της οργής, του µίσους, συµπληρώνουν οι καθηµερινές επιθέσεις από κακοποιά στοιχεία και η δυναµική στρατολόγηση «µαχητών του µίσους» σε σχολεία της περιοχής των Πατησίων και της Κυψέλης. Όχι τυχαία, στα προχθεσινά επεισόδια πρωτοστάτησαν ανήλικοι Έλληνες και Αλβανοί. «Είναι φυσικό να εξεγείρονται οι Αλβανοί που έχουν δηµιουργήσει περιουσία στην περιοχή», δηλώνει στην «Κ» κάτοικος της περιοχής που πρεσβεύει την αυτοδικία και επιθυµεί να διατηρήσει την ανωνυµία του. «Για την κατάσταση φταίει η πολιτική αδιαφορία. Κανένα κόµµα δεν έχει σταθεί στο πλευρό της πλατείας. Ό,τι κάνουν, το κάνουν οι κάτοικοι µόνοι τους. Εµείς καλούµεθα να αµυνθούµε στη βία µε βία. Περιµένω έναν νεκρό και τότε ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Έντονη οργή κατά του πολιτικού συστήµατος εκφράζει και άλλη κάτοικος, συνταξιούχος του ηµοσίου: «Η εξουσία έχει κάνει την περιοχή σκουπιδότοπο. Θα πάρουµε τα όπλα. εν υπάρχει άλλη λύση. Η αδιαφορία µάς έχει κάνει επιθετικούς. Μέχρι τώρα περιοριζόµασταν στη λεκτική βία. Τώρα θα προχωρήσουµε. Θέλουµε µια φυσιολογική ζωή όπως αυτή που έχουν στο Κολωνάκι, την Εκάλη, τη Βούλα και τη Βουλιαγµένη. Ισοπολιτεία δεν θέλουµε; Η επανάσταση θα ξεκινήσει από εδώ». Όµως η άποψη της εφηµερίδας, όπως εκφράζεται στο κύριο άρθρο της, είναι διαφορετική από της συντάκτριας. Αρχίζει πια να εδραιώνεται η αντίληψη της συλλογικής ευθύνης των µεταναστών για όλα τα δεινά της ελληνικής κοινωνίας: Το ζήτηµα της λαθροµετανάστευσης συνιστά τη σηµαντικότερη απειλή εθνικής ασφάλειας για τη χώρα. Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη δείχνει να έχει αντιληφθεί το πρόβληµα και επιχειρεί να συντονίσει όλο τον κρατικό µηχανισµό σε µια προσπάθεια να το αντιµετωπίσει.

60 Πρόκειται για θετική εξέλιξη, καθώς η κατάληψη πολλών γειτονιών της Αθήνας από οµάδες λαθροµεταναστών έχει λάβει εφιαλτικές διαστάσεις. Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλο την εισροή λαθροµεταναστών τον χρόνο. Όσο για τα υπόλοιπα µέλη της κυβέρνησης θα πρέπει να καταλάβουν ότι το συγκεκριµένο θέµα δεν αφορά µόνο την ΕΛ.ΑΣ. αλλά και τα υπουργεία Άµυνας και Εξωτερικών, τα οποία οφείλουν να ενεργοποιηθούν άµεσα. Λίγες βδοµάδες αργότερα, ο Νίκος Μιχαλολιάκος της Χρυσής Αυγής εκλέγεται δηµοτικός σύµβουλος Αθηναίων. Στα εκλογικά τµήµατα της περιοχής, η «Ελληνική Αυγή για την Αθήνα» πετυχαίνει τα καλύτερα ποσοστά της. Κι αυτό ήταν µόνο η αρχή... Στη διαδικασία αυτή ο κύριος παράγοντας που θα πρέπει να υπολογιστεί είναι βεβαίως η µεροληπτική, έως σηµείου προκλήσεως, στάση των ΜΜΕ. Ξεκινάµε από την απλή διαπίστωση, βεβαιωµένη και από µελέτες που εντοπίζουν το φαινόµενο και στη διεθνή εµπειρία, ότι τα κανάλια και οι εφηµερίδες κανονικά δεν θεωρούν σκόπιµο να µας ενηµερώνουν για καµία δράση των µεταναστών, αν δεν είναι εγκληµατική. Θεωρούν πως γενικώς «οι µειονοτικές οµάδες δεν ενδιαφέρουν την πλειοψηφία του πληθυσµού, εκτός και αν αποτελούν απειλή για την κοινωνική ευταξία» (Τσουκαλά 2001, 68). Σε συνδυασµό µε την εκ των πραγµάτων ενδεή τους διαβίωση, αυτό έχει ως συνέπεια τα υψηλότατα ποσοστά στην κάλυψη της εγκληµατικότητας των οικονοµικών µεταναστών από τον Τύπο» (Φραγκίσκου 2009, 174). Εις ό,τι αφορά την τηλεόραση, ο ρατσιστικός λόγος δεν περιορίζεται στις εκποµπές πολιτικού χαρακτήρα, αλλά επεκτείνεται µε πιο στρογγυλεµένες διατυπώσεις, τη γνωστή διγλωσσία του ακροδεξιού χώρου (Ψαρράς 2010), σε όλο το τηλεοπτικό φάσµα. Η διασπορά του στις εκποµπές life style είναι τόσο πυκνή, ώστε να θεωρείται δεδοµένο ότι µια συζήτηση για τη µόδα µπορεί να διακοπεί προκειµένου να αφουγκραστούµε τη «δικαιολογηµένη αγανάκτηση» των κατοίκων κάποιας περιοχής που πήραν τα όπλα και αυτοδίκησαν έναντι µεταναστών (Πανούσης 2007, Τσουκαλά 2001, Φραγκίσκου 2009). Η πρακτική των µέσων ενηµέρωσης ενισχύει την πολιτικοποίηση του εγκλήµατος και των ποσοτικών του απεικονίσεων, τη χρήση του δηλαδή προκειµένου να επικυρώσει συγκεκριµένες πολιτικές. Έτσι, πίσω από τον ηθικό πανικό και τις ηθικές σταυροφορίες, ελλοχεύει ο προσανατολισµός της εξουσίας «που αναζητά ένα εξιλαστήριο θύµα για τον εξαγνισµό των κοινωνικών προβληµάτων και την εκτόνωση της ήδη υφιστάµενης κοινωνικής δυσφορίας» ( Ροϊνιώτη, 2009). Το φαινόµενο είναι γνωστό, διεθνές και πολυσχολιασµένο. Ενδεικτικά, στη Μεγάλη Βρετανία, ήδη από τη δεκαετία του 1970, οι Hall et al. (1978) πηγαίνουν ένα βήµα παραπέρα και υποστηρίζουν ότι «η εκ των άνω δηµιουργία κρίσεων αποτελεί πάγια τακτική των κυβερνήσεων σε περιόδους ορατών οικονοµικών κρίσεων ή όταν ο εκάστοτε συσχετισµός δυνάµεων τείνει να διαταράσσει την κοινωνική ισορροπία». Για την εγκληµατικότητα και τις στατιστικές της

61 Σε µια πρώτη µατιά, ο ρατσιστικός, αντιµεταναστευτικός απορριπτικός λόγος φαίνεται να έχει στο πλευρό του τους αριθµούς. Στην Ελλάδα της κρίσης, στην περιοχή ευθύνης της Γενικής Αστυνοµικής ιεύθυνσης Αττικής το 2011 οι ανθρωποκτονίες αυξήθηκαν κατά 24,6% σε σχέση µε το 2008, οι ληστείες κατά 104%, οι κλοπές και διαρρήξεις κατά 26% και οι απάτες κατά 43% (Παραδόξως, οι παραβάσεις του νόµου περί ναρκωτικών έχουν µειωθεί κατά 25% και οι πλαστογραφίες κατά 73,5%!). Με τους αλλοδαπούς να υπολογίζονται στο 8% των κατοίκων της χώρας (Παύλου 2004), ευλόγως προβληµατίζεται κανείς από την υπερεκπροσώπησή τους µεταξύ των συλλαµβανόµενων από την αστυνοµία: Σύµφωνα µε την ΕΛ.ΑΣ.οι αλλοδαποί ευθύνονται για το 41,3% των ανθρωποκτονιών, το 54% των ληστειών και το 43,8% των κλοπών και διαρρήξεων στη χώρα για το έτος Οι παραπάνω αριθµοί, στη βάση των οποίων συγκροτείται ο λόγος για την εγκληµατικότητα, προέρχονται από τις αστυνοµικές στατιστικές. Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να ρίξουµε µια πιο προσεκτική µατιά στις στατιστικές αυτές και στο τι ακριβώς απεικονίζουν, γιατί µια σειρά από παρατηρήσεις γι αυτές αποδεικνύουν ότι πιο πολύ συσκοτίζουν παρά φωτίζουν την κατάσταση στον χώρο του εγκλήµατος. Ας εµπιστευτούµε για λίγο τα αναλυτικά στοιχεία που δίνει η Ελληνική Αστυνοµία για την εξέλιξη του αδικήµατος της ανθρωποκτονίας στην Ελλάδα στην τελευταία εικοσαετία: Έτος Τελεσθείσες Απόπειρες Σύνολο Εξιχνιάσεις Ηµεδαποί Αλλοδαποί Σύνολο

62 Πηγή: ΕΛ.ΑΣ., , Ένα πρώτο συµπέρασµα είναι πως, αντίθετα µε ό,τι θα περίµενε κανείς, οι ανθρωποκτονίες από το 1991 µέχρι σήµερα δεν σηµειώνουν συνεχή αυξητική τάση, ενώ η ανώτατη τιµή εµφανίζεται το Σε σχέση µε τις κλοπές-διαρρήξεις και τη συµµετοχή των αλλοδαπών: Υπάρχει στην εγκληµατολογία µια εκτενής συζήτηση για τις µεθοδολογικές αδυναµίες των αστυνοµικών στατιστικών, που αξίζει να την παρακολουθήσουµε. Καταρχάς, οι στατιστικές της ΕΛ.ΑΣ. αφορούν συλλήψεις φεροµένων ως δραστών και όχι καταδίκες ( Ροϊνιώτη 2009). Στις εξιχνιάσεις των αδικηµάτων, οι αστυνοµικές στατιστικές δεν διακρίνουν µεταξύ τελεσθεισών πράξεων και αποπειρών. Επίσης, αν κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας οι κατηγορίες αλλάξουν, η στατιστική δεν ενηµερώνεται ( Καλίτσης 2009). Πιο συγκεκριµένα: από τις κλοπές και διαρρήξεις που τελέστηκαν το 2011 στην Αττική εξιχνιάστηκαν οι Σε αυτές που εξιχνιάστηκαν εµπλέκονται αλλοδαποί και ηµεδαποί δράστες. Όµως δεν έχουµε στοιχεία για τις υπόλοιπες. Ξέρουµε αντιθέτως ότι η αστυνοµία κατευθύνει τις έρευνές της προς τους αλλοδαπούς διότι ανταποκρίνεται σε συγκεκριµένες κοινωνικές πιέσεις προκειµένου να αποδείξει την αποτελεσµατικότητά της σε πεδία στα οποία κυρίως εστιάζει ο δηµόσιος διάλογος. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους: πρώτον, στις προκαταλήψεις των ίδιων των αστυνοµικών, που εκφράζονται πλέον καθαρά στην εκλογική τους συµπεριφορά αλλά εκφράζονται και στην ίδια την άσκηση των αστυνοµικών τους καθηκόντων. Σε αντίθεση µε τα εγκλήµατα που αποδίδονται στους µετανάστες, τα εγκλήµατα ρατσιστικής βίας πολύ δύσκολα βρίσκουν τον δρόµο προς την καταγραφή, πόσο µάλλον την καταγγελία και διαλεύκανση. Υπάρχουν περιπτώσεις που τα θύµατα ρατσιστικών επιθέσεων δεν µπορούν να καταθέσουν στην αστυνοµία παρά µόνο υπό την πίεση Ελλήνων δικηγόρων. εύτερον, στην πραγµατική κοινωνική πίεση που δέχεται η αστυνοµία προκειµένου να φανεί αποτελεσµατική στην καταπολέµηση εγκληµάτων στα οποία εµπλέκονται µετανάστες (Τσουκαλά 2001). Η αστυνοµική στατιστική είναι εργαλείο προστασίας του γοήτρου της αστυνοµίας και επιβεβαίωσης των επιτυχιών της ( Καλίτσης 2009, Λαµπροπούλου 1994). Γι αυτό η σύγχρονη εγκληµατολογία θεωρεί τις αστυνοµικές στατιστικές δευτερογενή, έµµεσα κι όχι πρωτογενή δεδοµένα (Τσίγκανου 2010, Ροϊνιώτη 2009). Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται και από την διεθνή εµπειρία ότι οι αστυνοµικοί τείνουν να ελέγχουν περισσότερο ορισµένες οµάδες πληθυσµού, όπως φυλετικές µειονότητες, µετανάστες κλπ. Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η εβδοµαδιαία ανασκόπηση δραστηριότητας της

63 Γενικής Αστυνοµικής ιεύθυνσης Αθηνών: Για την εβδοµάδα 2-8 Ιουνίου 2012, π.χ., οι αλλοδαποί αποτελούσαν το 70% των ελεγχθέντων και το 85% των προσαχθέντων από το κέντρο της πόλης σε διάφορες αστυνοµικές υπηρεσίες παρόµοια είναι η εικόνα για τις προηγούµενες εβδοµάδες. Με δεδοµένα τα προβλήµατα των αστυνοµικών στατιστικών, για να διαµορφωθεί µια πληρέστερη εικόνα της εγκληµατικότητας και να αποκαλυφθεί ο λεγόµενος «σκοτεινός αριθµός» της, οι αστυνοµικές στατιστικές συµπληρώνονται απ τους εγκληµατολόγους µε τις λεγόµενες έρευνες θυµατοποίησης, όπου ζητείται από τους ερωτώµενους να δηλώσουν αν υπήρξαν θύµατα εγκληµατικών πράξεων. Ακόµη κι έτσι όµως υπάρχει ένα «ελληνικό παράδοξο», όπως επισηµαίνει η Χριστίνα Ζαραφωνίτου: Συγκρίνοντας τα ποσοστά της ανασφάλειας των Ελλήνων µε εκείνα που αφορούν τη θυµατοποίησή τους, τουλάχιστον στις συµβατικές µορφές εγκληµατικότητας, διαπιστώνεται ότι είναι κατ εξοχήν δυσανάλογα και υψηλά, συγκριτικά και µε τα αντίστοιχα των υπολοίπων χωρών που περιλαµβάνονται στην ευρωπαϊκή και διεθνή έρευνα θυµατοποίησης. Προκειµένου να ερµηνευθεί αυτό το «παράδοξο», παράγοντες όπως η ικανοποίηση από την ποιότητα ζωής των κατοίκων και από το επίπεδο των προσφεροµένων κρατικών υπηρεσιών στο πεδίο ελέγχου του εγκλήµατος, φαίνονται ιδιαίτερης σηµασίας. Συµπληρωµατικά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και επί µέρους παράγοντες όπως είναι οι στάσεις των θυµάτων και οι αντιδράσεις τους µέσα από τα υψηλά µεν επίπεδα ανασφάλειάς τους, από τα χαµηλά δε επίπεδα µέτρων αυτοπροστασίας τους, συγκριτικά και µε τα ευρωπαϊκά δεδοµένα, καθώς και ο ρόλος των µέσων µαζικής ενηµέρωσης. Πράγµατι, άλλες εγκληµατολογικές έρευνες (Τσαλίκογλου 1996) έχουν δείξει εδώ και καιρό ότι η απειλή που νιώθουν οι πολίτες, ο φόβος του εγκλήµατος, περισσότερο οφείλεται στην τάση των ειδήσεων να παρουσιάζουν επίµονα τα ειδεχθή εγκλήµατα, παρά στον στατιστικό κίνδυνο να πέσουν όντως θύµατα τέτοιων επιθέσεων. Θα πίστευε κανείς ότι η προσέγγιση των σωφρονιστικών στατιστικών θα έλυνε µερικά απ τα προβλήµατα των αστυνοµικών στατιστικών και θα ξεκαθάριζε κάπως τα πράγµατα. Ωστόσο το διεθνές και τεκµηριωµένο βιβλιογραφικά φαινόµενο της υπερεκπροσώπησης των µεταναστών στις σωφρονιστικές στατιστικές έχει άλλες εξηγήσεις: πρώτον πολλοί κρατούνται για παραβιάσεις της νοµοθεσίας περί αλλοδαπών (πλαστογραφία, παραβιάσεις εργατικού δικαίου κ.λπ.) Επίσης, υπάρχουν ανάµεσά τους πολλοί υπόδικοι, διότι οι µετανάστες δεν πληρούν τους όρους που απαιτούνται από τις αρχές για την επιβολή περιοριστικών όρων ή άλλων εναλλακτικών µέτρων προς την προσωρινή κράτηση: νόµιµη παραµονή στη χώρα, νόµιµη σταθερή εργασία κ.λπ. Τρίτον, τα δικαστήρια τους επιβάλλουν αυστηρότερες ποινές απ ό,τι στους ηµεδαπούς, ενώ το επίπεδο της υπεράσπισης είναι πολύ χαµηλό. Στην Ελλάδα καταγγέλλονται και δίκες χωρίς διερµηνέα. (Τσουκαλά 2001, σ. 29 κ.επ., Τσίγκανου 2010). Την άποψη ότι «έχουµε γίνει Σικάγο» φαίνεται πως δεν µπορούν να στηρίξουν και ορισµένα συγκριτικά στοιχεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο: η αύξηση των βίαιων εγκληµάτων (ανθρωποκτονίες, σωµατικές βλάβες, ληστείες, βιασµοί κλπ.) στην Ελλάδα κατά 17% µεταξύ 2006 και 2009, θα πρέπει

64 να συγκριθεί τόσο µε τη µείωση κατά 17% στην Αγγλία και Ουαλία ή στην Πολωνία, όσο και µε την αύξηση κατά 42% στην Κύπρο, 34% στην ανία και 32% στο Λουξεµβούργο. Τι να πουν οι φιλήσυχοι Λουξεµβούργιοι, στην καρδιά της Ευρώπης, µε τη διπλάσια από τη δική µας αύξηση; Επίσης, τα ίδια συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ότι ο δείκτης ανθρωποκτονιών στην Αθήνα (1,98 ανθρωποκτονίες ανά κατοίκους στην περίοδο ) είναι συγκρίσιµος µε το Βερολίνο (1,93) και το Λονδίνο (1,92), ενώ πόλεις όπως οι Βρυξέλλες και το Άµστερνταµ είναι πιο επικίνδυνες απ αυτή την άποψη (3,09 και 3,65 αντίστοιχα). Τέτοιες συγκρίσεις στατιστικών στοιχείων δεν βρίσκουν συνήθως το δρόµο τους προς τα ελληνικά µέσα µαζικής ενηµέρωσης. Όπως δηλαδή το έχει διατυπώσει µε σαφήνεια ο Ηλίας ασκαλάκης (1985), «στις στατιστικές δεν καταγράφεται το έγκληµα, αλλά τα αποτελέσµατα της δράσης των οργάνων της επίσηµης κοινωνικής αντίδρασης... η εικόνα που αντλούµε από την εγκληµατολογική στατιστική δεν στοιχειοθετεί τη φαινοµενολογία του εγκλήµατος αλλά τη φαινοµενολογία του στίγµατος για τη µελέτη της οποίας και µόνο προσφέρεται η εγκληµατολογική στατιστική». Συζήτηση / Απαντήσεις Ο νέος υπουργός Προστασίας του Πολίτη Νίκος ένδιας, µιλώντας την Κυριακή στη Βουλή κατά τη συζήτηση των προγραµµατικών δηλώσεων είπε και τα εξής: «Θα σας δείξω µόνο δυο διαγράµµατα. Έχουν µια έννοια. Αυτά τα διαγράµµατα δείχνουν τις ανθρωποκτονίες µε ληστείες. Θα δείτε εδώ ότι το 51,66% από τους ανακαλυφθέντες δράστες είναι αλλοδαποί. Έλληνες είναι µόνο το 14,25% και το 33,87% δεν έχουν αποκαλυφθεί. Κοιτάξτε τώρα τον επόµενο χρόνο. Ανεβαίνουµε στο 52,46%. Μειώνονται οι Έλληνες στο 11,48% και µένει το 36% που δεν έχουν ανακαλυφθεί. Είναι απίστευτα µεγάλος ο αριθµός των αλλοδαπών που µετέχει στο σοβαρό έγκληµα». Στον φάκελο "Ο φασισµός στο σαλόνι µας" η ερευνητική οµάδα του ThePressProject εξέθεσε αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να εµπιστευόµαστε τις στατιστικές που υποτίθεται ότι απεικονίζουν την εγκληµατικότητα. Θέλουµε εδώ µόνο να συµπληρώσουµε ορισµένες σκέψεις σε σχέση µε τη σκοπιµότητα του υπουργού µ' αφορµή τα όσα είπε στο κοινοβούλιο. Καταρχάς, να επισηµάνουµε ότι ο κ. ένδιας έχει προνοµιακή ενηµέρωση από τους υφισταµένους του. Στα στατιστικά στοιχεία που δηµοσιεύει τακτικά η ΕΛ.ΑΣ., αν και οι ληστείες κατηγοριοποιούνται σε 17 (!) κατηγορίες, δεν αναφέρονται ξεχωριστά οι ληστείες µετά φόνου. Από την άλλη, οι ανθρωποκτονίες δεν διακρίνονται σε κατηγορίες, έτσι δεν ξέρουµε ποιες ακριβώς ήταν οι αιτίες τους και θα πρέπει να εµπιστευτούµε το έγγραφο που κατέθεσε ο υπουργός στα πρακτικά της βουλής. Και είναι γεγονός: Ποιος δεν θα εντυπωσιαζόταν από το στοιχείο ότι το 52,46% των δολοφόνων του 2011 είναι αλλοδαποί; Ας δούµε, όµως, λίγο πιο προσεκτικά τα διαθέσιµα στατιστικά στοιχεία. Σύµφωνα µε τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. το 2011 έγιναν 184 ανθρωποκτονίες. Αν υποθέσουµε ότι για κάποιον περίεργο λόγο

65 όλες οι ανθρωποκτονίες του 2011 έγιναν στα πλαίσια ληστειών (έστω ότι λόγω κρίσης δεν υπήρξαν ξεκαθαρίσµατα λογαριασµών, απονενοηµένοι έρωτες, οικογενειακές τραγωδίες κλπ.), µιλάµε για 96 αλλοδαπούς ληστές και δολοφόνους. Κι αν λάβουµε υπόψη ότι στην περιοχή ευθύνης της Γενικής Αστυνοµικής ιεύθυνσης Αττικής έγιναν 86 ανθρωποκτονίες το 2011, τότε την ανοχύρωτη Αθήνα, την οποία σύντοµα θα ανακαταλάβει ο κ. ένδιας (το υποσχέθηκε κι αυτό στη Βουλή), πρέπει να ελέγχουν 45 αλλοδαποί ληστές και δολοφόνοι. Αναµφισβήτητα κάποιοι απ' αυτούς θα είναι και λαθροµετανάστες. Απίστευτα µεγάλος αριθµός! Αν ήµαστε στη θέση του κ. ένδια, θα καλούσαµε τους αξιωµατικούς της ΓΑ Α να µας εξηγήσουν πώς γίνεται 45 αλλοδαποί λαθροµετανάστες ληστές και δολοφόνοι να κάνουν τόσο µεγάλο σαµατά και κάτι χιλιάδες αστυνοµικοί που πληρώνονται από τον δηµόσιο κορβανά να µην µπορούν να τους σταµατήσουν. Μάλλον κάποιοι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους εκεί µέσα... Κάτι τέτοια βλέπουν τα κόµµατα δεξιά της Νέας ηµοκρατίας και παίρνουν πρωτοβουλίες: Η Χρυσή Αυγή υπόσχεται να προσλάβει εταιρείες σεκιούριτι για να περιπολούν τις νύχτες στον Άγιο Παντελεήµονα (φηµολογείται ότι θα δώσει και νόµιµες, πληρωµένες δουλειές στα µέλη της µ' αυτόν τον τρόπο), ενώ ταυτόχρονα µε τους Ανεξάρτητους Έλληνες καταθέτει στη Βουλή πρόταση νόµου για κατάργηση του περί ιθαγένειας νόµου Ραγκούση. Αν και οι αλλοδαποί λαθροµετανάστες ληστές και δολοφόνοι που πήραν ελληνική ιθαγένεια µε τον νόµο Ραγκούση πρέπει στις αστυνοµικές στατιστικές να καταγράφονται ως ηµεδαποί... Τα πράγµατα δεν είναι αστεία. Ο κ. ένδιας δεν είναι ηλίθιος. Η ακροδεξιά στροφή της ελληνικής κοινωνίας είναι εδώ και είναι µεγάλη κι αναπόδραστη. Ο υπουργός είναι, κι αυτός, έτοιµος να την εξυπηρετήσει. ΥΓ. Αν οι περιορισµοί που προτείνει η Χρυσή Αυγή για την πολιτογράφηση αλλοδαπών εφαρµόζονταν και για την απώλεια ιθαγένειας ελλήνων πολιτών ("Να µην έχει καταδικασθεί αµετάκλητα για αδίκηµα που τέλεσε εκ δόλου, κατά την τελευταία δεκαετία πριν από την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης, σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός έτους ή τουλάχιστον έξι µηνών και ανεξαρτήτως χρόνου έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, για εγκλήµατα προσβολών του πολιτεύµατος, προδοσίας της Χώρας, ανθρωποκτονίας από πρόθεση και επικίνδυνης σωµατικής βλάβης, εγκλήµατα σχετικά µε την εµπορία και τη διακίνηση ναρκωτικών, τη νοµιµοποίηση εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, διεθνή οικονοµικά εγκλήµατα, εγκλήµατα µε χρήση µέσων υψηλής τεχνολογίας, εγκλήµατα περί το νόµισµα, εγκλήµατα σχετικά µε την εµπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και την παιδική πορνογραφία (ν. 3625/2007, ΦΕΚ 290 Α ) εγκλήµατα συγκρότησης ή ένταξης ως µέλους σε εγκληµατική οργάνωση κατά την έννοια του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα και εγκλήµατα του άρθρου 187 Α του Ποινικού Κώδικα, αντίστασης κατά της αρχής, αρπαγής ανηλίκων, κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονοµικής εκµετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κλοπής, ληστείας, απάτης, υπεξαίρεσης, εκβίασης, τοκογλυφίας, του νόµου περί µεσαζόντων, πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, συκοφαντικής δυσφήµισης, λαθρεµπορίας, εγκλήµατα που αφορούν τα όπλα, αρχαιότητες, την προώθηση µεταναστών που στερούνται τίτλου παραµονής στο εσωτερικό της Χώρας ή τη διευκόλυνση µεταφοράς ή προώθησής τους ή της εξασφάλισης καταλύµατος σε αυτούς για απόκρυψη"), θα έπρεπε να χάσουν την ιθαγένειά τους οι µισοί

66 καθαρόαιµοι. Να το κοιτάξει αυτό η νοµική οµάδα της ΧΑ, υπάρχει κίνδυνος να µείνουν µόνοι τους στη χώρα. Ή µήπως όχι; Η ιδεολογική οικολογία του φασισµού: Η έκρηξη του κοινωνικού συντηρητισµού στην Ελλάδα του µνηµονίου Σεπτεµβρίου 30, 2012 από seisaxthiablog Το αντιφασιστικό µέτωπο ή θα είναι (και) ιδεολογικό-πολιτισµικό ή δεν θα υπάρξει Του Γιώργου Σαββίδη Η Χρυσή Αυγή είναι µέρος του συστήµατος, επαναλαµβάνει συνεχώς και ορθώς η Αριστερά. Όµως τι θα µπορούσε να σηµαίνει αυτό πέραν από το ότι η δύναµη της αυξήθηκε ακριβώς τη στιγµή του βαθέµατος της κρίσης, τη στιγµή δηλαδή που το σύστηµα έχει όλο και περισσότερο ανάγκη µηχανισµούς ωµής εξωθεσµικής βίας που θα δρουν (αποτελεσµατικά) στις παρυφές του, συµβάλλοντας αποφασιστικά στο κλίµα κοινωνικού ντρεσαρίσµατος όσων πρόκειται να αντιδράσουν; Τι θα µπορούσε να σηµαίνει επίσης πέραν του ότι εκδοτικές παραφυάδες της άλλοτε life style αναπτυξιακής «ισχυρής Ελλάδας» συνέβαλαν όσο τίποτα στο ξέπλυµα και το «κουστουµάρισα» του φαινοµένου; Για να το διατυπώσουµε διαφορετικά: Μέσα σε ποιες συνθήκες αυτές οι δίοδοι που άνοιξε το σύστηµα στην οργάνωση έγιναν «αποτελεσµατικές», σε βαθµό µάλιστα που να τίθεται πλέον ανοικτά ζήτηµα από τους συστηµικούς φορείς (ακόµη και τα µεγάλα ΜΜΕ, όπως την Καθηµερινή και το Μέγκα) περί «κινδύνου της ηµοκρατίας», δηλαδή επί της ουσίας για το ενδεχόµενο µίας ανεξέλεγκτης αυτονόµησης µολονότι βέβαια, όταν µνηµονεύεται αυτός ο κίνδυνος, γίνεται (πάντα!) µε τη συµπληρωµατική καταδίκη της «ακραίας Αριστεράς», τις περισσότερες δε φορές «απλώς» της Αριστεράς και της βίας «από όπου και αν προέρχεται»; Εάν η Χρυσή Αυγή είναι µέρος του συστήµατος θα πρέπει και οι αιτίες της ανόδου της να είναι συστηµικές και σίγουρα να ξεφεύγουν από

67 την απλή γραµµική αιτιότητα, είτε αυτή είναι δεξιά (πολλοί οι µετανάστες άρα ), είτε αυτή είναι «αριστερή» (οικονοµική κρίση και κυριαρχία των ξένων άρα ). Ταυτόχρονα βέβαια, εφόσον και άλλοι καπιταλιστικοί σχηµατισµοί περνούν εξίσου δύσκολες δοκιµασίες από την νεοφιλελεύθερη διαχείριση της κρίσης, χωρίς να έχουν εµφανίσει ακόµη το φαινόµενο της ανόδου και κυρίως της θεσµοποίησης µίας τόσο ακραίας και ανοικτά βίαιης οργάνωσης, αποκτά σηµασία και το ιδιαίτερο ιδεολογικό περιβάλλον που διαµορφώθηκε από τη συστηµική αντίδραση στην κρίση εντός του ελληνικού καπιταλισµού. Εδώ συναντάµε το ζήτηµα της εκρηκτικής ιδεολογικής επέκτασης του κοινωνικού συντηρητισµού στον ελληνικό κοινωνικό σχηµατισµό την περίοδο του µνηµονίου. Ένα θέµα µάλλον όχι επαρκώς προσεγµένο στις αναλύσεις των συνεπειών της κρίσης, οι οποίες λαµβάνουν πολλές φορές άµεσα οικονοµίστικο χαρακτήρα. Ακόµη και όταν κατά περίπτωση γίνεται η αυθόρµητη αναφορά στο ότι «γυρίζουµε στη δεκαετία του 50», αυτή η επιστροφή συνήθως νοείται ως απώλεια αγοραστικής δύναµης και πτώσης του «βιοτικού επιπέδου». Όµως, η ευθεία σύνδεση της «πτώσης του βιοτικού επιπέδου» µε την άνοδο του φασισµού δεν µπορεί να εξηγήσει το οφθαλµοφανές, πώς γίνεται δηλαδή χώρες π.χ. στη Λατινική Αµερική, µε πολύ κατώτερο βιοτικό επίπεδο από αυτό της Ελλάδας, να βρίσκονται σήµερα στην πρωτοπορία των κοινωνικών δικαιωµάτων, µε τη «δεξιά» να ονοµάζεται στις χώρες αυτές «σοσιαλδηµοκρατία». Η επιστροφή στις «καθαρές» ταυτότητες Εάν είναι σωστό να πούµε ότι η αυταρχική ακροδεξιά έχει βαθιές ρίζες στην Ελλάδα, το ίδιο σηµαντικό θα ήταν να τονιστεί η σύνδεση της ακροδεξιάς µε τις εξίσου βαθιές ρίζες του παραδοσιακρατικού συντηρητισµού. Πρόκειται για ένα σύνολο από ιδεολογικές στάσεις και συµπεριφορές, για ένα habitus, πάνω στο οποίο η Χ.Α. επένδυσε και επενδύει ανελλιπώς, προβάλλοντας µία δυναµική σωµατώδη εκδοχή του, αφού όµως συνάντησε πρώτα ένα καλά προετοιµασµένο έδαφος. Πράγµατι, οι συστηµικές αποδείξεις για τον βαθµό επέκτασης και προβολής αυτού του habitus, που αρχικά πήραν τη µορφή της πρόθυµης υποδοχής του ΛΑΟΣ (το οποίο, αφού έπαιξε τον «ιστορικό του ρόλο», εξαφανίστηκε, µπολιάζοντας το σύστηµα µε τα πλέον επιθετικά και αδίστακτα στελέχη του), στη συνέχεια δε, διοχετεύτηκαν απενοχοποιηµένα µέσα από τις

68 σκληροπυρηνικές εκφράσεις του συστήµατος που έµοιαζαν υπεράνω φασιστικής υποψίας, είναι ενδεικτικές: Τις συναντάµε στις πολύµορφες εκκλήσεις για «επιστροφή» στις παραδοσιακές αξίες που θα µας «βγάλουν από την κρίση» τις αγνές αξίες των απλών παραδοσιακών πολιτών που πούλησαν τα «λαµόγια», οι διεφθαρµένοι πολιτικοί. Τις συναντάµε επίσης στις εκκλήσεις για «επιστροφή» των νέων στην οικογένεια, στις παραινέσεις ορισµένων ζηλωτών της εκκλησίας, που εντός της κρίσης µοιάζουν να «δικαιώνονται» (ενώ κάποιοι αγκαλιάζουν λόγους ανάλογους της Χ.Α., ίσως µάλιστα και την ίδια την οργάνωση). ίπλα στις παραδοσιακές αξίες βρέθηκε η αφύπνιση της «Ελλάδας που προσπαθεί», των Ελλήνων που ενωµένοι µπορούν να µεγαλουργήσουν και να δείξουν στους «Ευρωπαίους» τι θα πει ελληνικό δαιµόνιο (άποψη που υπονοεί αυτόµατα ότι η Ελλάδα βρίσκεται εκτός Ευρώπης: υπεράνω και υποδεέστερη ταυτόχρονα). Η νέα εθνικοφροσύνη της τόνωσης της αυτοπεποίθησης του «Έλληνα» ήταν βέβαια εύκολη, αφού ήρθε µετά από χρόνια ανορθολογικών θεωριών για τη συνέχεια του ελληνικού «αίµατος» και εκποµπών για την εξωγήινη προέλευση των Ελλήνων και τις παγκόσµιες ανθελληνικές συνωµοσίες (εκποµπές που δεν πάρθηκαν ίσως όσο σοβαρά θα έπρεπε, και που σίγουρα είχαν, όπως και οι «300», πολύ σηµαντικότερη φαντασιακή επίδραση από όση άφηνε να εννοηθεί η «χαβαλετζίδικη» πρόσληψη τους). Εάν όµως αυτό το κοµµάτι επιβολής της νεοσυντηρητικής αφασίας φάνταζε εύκολο, για την επιστροφή του σεξουαλικού συντηρητισµού έπρεπε να επιστρατευτεί το µεγάλο όπλο της «υγειονοµικής βόµβας» είτε αυτή αφορά την κανιβαλική έκθεση, από πρώην «εκσυγχρονιστές» υπουργούς, της εικόνας της «άτιµης» αλλοδαπής ιερόδουλης-φορέα του Aids (που είχε το επιπλέον µνηµονιακό «πλεονέκτηµα» ότι κόντεψε να διαλύσει τον ιστό εµπιστοσύνης που µε κόπο είχαν χτίσει οι δηµόσιοι φορείς υγείας για τη διάγνωση των σεξουαλικών νοσηµάτων), είτε µε την κατασκευή της εικόνας του «σεξουαλικά πεινασµένου-βιαστή» µετανάστη. Η επιστροφή στην αποκαθαρµένη σεξουαλικά εικόνα της «οικογένειας», της γυναίκας που βρίσκεται στη θέση της (µε τα παιδιά στο σπίτι, στην κουζίνα, κλπ.) και του τίµιου άντρα που είναι «αυθεντικός» άντρας (σαν τον αναστηµένο ασπρόµαυρο Ξανθόπουλο στη διαφήµιση εταιρείας τηλεφωνικού καταλόγου όχι όµως σαν τον γραφικό «τοιούτο» που εµφανίζεται µαζί του) είναι έτσι η άλλη όψη της «υγειονοµικής βόµβας». Η προσωπικότητα που συγκροτεί η συστηµική αφήγηση της κρίσης και της «διεξόδου» στην Ελλάδα είναι εποµένως πρωτίστως παραδοσιοκρατική και στη συνέχεια αυταρχική. (Αυτό φαίνεται να το έχουν καταλάβει και οι εκπρόσωποι του αυταρχικού νεοφιλελευθερισµού, που δεν τολµούν να συµπεριλάβουν έστω και στοιχειώδεις αρχές του κοινωνικού φιλελευθερισµού στο πρόγραµµά τους όπως αποδείχθηκε και στην περίπτωση Τζήµερου). Μπορεί βέβαια στο τέλος η φιγούρα του executive να ηγεµονεύει, µπορεί να ξέρουµε ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις και οι ιδιωτικοποιήσεις θα µας σώσουν και θα µας φέρουν πίσω στην ανάπτυξη (όπως στα τούρκικα σήριαλ, όπου οι πλέον οικογενειοκρατικές, προνεωτερικές και αυταρχικές καταστάσεις διαδραµατίζονται µε φόντο την πισίνα της οικογενειακής βίλας ενός πλούσιου επιχειρηµατία). Μαζί όµως µε την επιστροφή της ανάπτυξης θα πρέπει να έχουµε αποκαθαρθεί, να έχουµε επιστρέψει στην «αυθεντική» µας ταυτότητα, να είµαστε

69 «περήφανοι στη φτώχια µας». Πρόκειται για κάτι που µόνο υποκρισία ή ψεύτικο κάλυµµα «συµφερόντων» δεν είναι: είναι Ιδεολογία, δηλαδή πραγµατική-υλική δύναµη επιβολής. Φασιστικός κονστρουκτιβισµός: Ρατσιστής δεν γεννιέσαι, γίνεσαι Η εξήγηση του φασισµού δια της ιδεολογικής οικολογίας που τον γεννά και τον θρέφει µας παρέχει και τη δυνατότητα απάντησης στο ζήτηµα της «ιδεολογικής συνείδησης» όσων υποστηρίζουν τη Χ.Α. Όσο λανθασµένο ήταν να ισχυρίζεται κάποιος ότι οι υποστηρικτές «δεν τους γνώριζαν», άλλα τόσο προβληµατικό είναι να ισχυριστεί ότι πλατιές λαϊκές µάζες είναι εν γνώσει τους και τεκµηριωµένα οπαδοί φασιστικών και ναζιστικών αντιλήψεων. Αυτός ο τύπος εξήγησης έχει όµως ένα πολύ γενικότερο µειονέκτηµα που αφορά και τις δύο εκδοχές του: Εξαρτά ένα ερώτηµα ιδεολογικής ταυτότητας από τη «γνώση», ενώ η ιδεολογία δεν είναι το πεδίο της «ακριβούς γνώσης», αλλά του «περίπου». Γι αυτό και στο δίλληµα «ξέρουν ή δεν ξέρουν;» είναι προτιµότερο να αντιτάξουµε το «δεν (θέλουν να) ξέρουν αλλά τους αρέσει!». (Ίσως µάλιστα όχι απλώς δεν θέλουν να ξέρουν, αλλά φοβούνται και να µάθουν). Μεγάλο µέρος των λαϊκών µαζών βρίσκει στη Χ.Α. την «καθαρότερη» επιβεβαίωση και ασφάλεια µιας ήδη καλά προετοιµασµένης ταυτότητας. Η κύρια έκφραση αυτής της ταυτότητας είναι στην παρούσα στιγµή η ρατσιστική αντίδραση ενάντια στους µετανάστες, γιατί κατά κανόνα η ισχυρή ταυτότητα συγκροτείται µέσα από την επιθετική εξωτερική συσχέτιση µε το αντικείµενο αποκλεισµού της. Ένα µέρος των λαϊκών µαζών εξοστρακίζει έτσι πάνω στους µετανάστες όσα αρνητικά χαρακτηριστικά φοβάται για τον εαυτό του, διατηρώντας και «απολαµβάνοντας» έτσι τον θετικό πυρήνα της καθαρής του ταυτότητας. Η Χ.Α. γίνεται ο εκτελεστικός διαµεσολαβητής αυτής της εξωτερικής συσχέτισης (και από αυτή τη σκοπιά πραγµατοποιεί πράγµατι µια πλήρως συστηµική λειτουργία), αντλώντας πολιτικό κεφάλαιο πάνω σε µια ταυτότητα που έχει συγκροτηθεί κυρίως από τους κατεξοχήν συστηµικούς φορείς. Στους φορείς αυτούς, όµως, ο δυναµικός και βίαιος τρόπος δράσης της οργάνωσης θέτει πλέον το πρόβληµα της πλήρους αυτονόµησής της και της δυνητικής κατασκευαστικής της παρέµβασης στον ίδιο τον πυρήνα της θετικής ταυτότητας µε ριζοσπαστικοποίηση των ρατσιστικών, αυταρχικών και βίαιων χαρακτηριστικών της (όπως επισηµαίνει άλλωστε η οργάνωση «δεν είναι ένα µονοθεµατικό κόµµα»-µε αντικείµενο δηλαδή το µεταναστευτικό). Αυτό που σε επίπεδο πολιτικής έκφρασης ξεκίνησε ως µια ελληνική εκδοχή του σαρκοζισµού, επιδιώκοντας τη δεξιά ιδεολογική ηγεµόνευση, έγινε πλέον δυνητικά ανεξέλεγκτη ιδεολογική µάζα, κάτι που φαίνεται να καταλαβαίνουν πλέον και οι ίδιοι οι φορείς της συστηµικής εξουσίας. Υπ αυτή την έννοια, τίθεται πράγµατι ένας σηµαντικός αντι-συστηµικός κίνδυνος από φασιστική σκοπιά, που θα πρέπει να αποτρέψει την Αριστερά να προχωρήσει στην πλήρη ταύτιση Χ.Α. και συστήµατος. Από την ίδια σκοπιά, εξάλλου, αναδεικνύεται και η προτεραιότητα των πλατιών συµµαχιών για την αντιµετώπιση του φασιστικού φαινοµένου, µε δυνάµεις που δεν υποστηρίζουν απλώς τον εκσυγχρονισµένο και ορθολογικά νεωτερικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά ενδιαφέρονται πρωτίστως για την µε κάθε τρόπο υπεράσπιση της δικαιωµατοκρατικής, κοινωνικά φιλελεύθερης και ιδεολογικά δηµοκρατικής συγκρότησης τόσο της δηµόσιας,

70 όσο και της ιδιωτικής σφαίρας. Το αντιφασιστικό µέτωπο ή θα είναι (και) ιδεολογικόπολιτισµικό ή δεν θα υπάρξει. REDNotebook ΚΥΡΙΑΚΗ, 11 Νοεµβρίου 2012 ηµοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1733 στις 8 Νοεµβρίου 2012 Το Ποντίκι Οι απαρχές του ελληνικού φασισµού Οι απαρχές της ιστορίας του ελληνικού φασισµού µε ξεκάθαρα χαρακτηριστικά πρέπει να αναζητηθούν στη διάρκεια της δεκαετίας του Η προσπάθεια εντοπισµού φασιστικών περιπτώσεων και φαινοµένων στην Ελλάδα πριν από το 1920 πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική και δίχως καµιά βάση. Περιπτώσεις σαν αυτές των συγγραφέων Περικλή Γιαννόπουλου και Ίωνα ραγούµη συνιστούν ιδιόρρυθµες περιπτώσεις διανοουµένων, οι οποίες ωστόσο δεν είχαν καµιά απολύτως σχέση µε τον φασισµό και τα βασικά του χαρακτηριστικά. Ο Γιαννόπουλος ήταν φανατικά αρχαιολάτρης θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ελληνολάτρης διανοητής, ωστόσο πολύ απείχε από το να χαρακτηριστεί ως

71 πρόδροµος του ελληνικού φασισµού λόγω της ελληνοκεντρικής του παιδείας. Ανάλογη περίπτωση µε αυτήν του Γιαννόπουλου συνιστούσε και ο Άγγελος Σικελιανός, που ακολούθησε δική του, πρωτότυπη ελληνοκεντρική πορεία. Είναι καιρός πλέον να εγκαταλείψουµε αυτήν την απίθανη ελληνική παραδοξότητα να ταυτίζεται η αρχαιογνωσία στην Ελλάδα µε τη συντηρητική ιδεολογία. Και ο Ίων ραγούµης επίσης παραµένει µια παρεξηγηµένη προσωπικότητα, µια και µε καµιά λογική και κανένα σοβαρό ιδεολογικό επιχείρηµα δεν θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ως πρόδροµος του φασισµού. Πόσω µάλλον που υπήρξε φανατικός θιασώτης της ουδετερότητας στον Α Παγκόσµιο Πόλεµο, υποστήριξε τη δηµιουργία ενός πολυεθνικού ελληνικού κράτους και κατόπιν µάλιστα, λίγο πριν δολοφονηθεί, µέσω της Οκτωβριανής Επανάστασης έδειξε ενδιαφέρον για τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Τέλος, πέρα από τις προσωπικές περιπτώσεις, ούτε το κίνηµα των Επιστράτων είχε φασιστικά χαρακτηριστικά, όπως αστήριχτα έχει υπαινιχτεί. Το κίνηµα αυτό συγκροτούσαν έφεδροι αξιωµατικοί και υπαξιωµατικοί, µικροαστοί στην πλειονότητά τους, οι οποίοι είχαν αποστρατευθεί από την αντιβενιζελική κυβέρνηση το 1916, όταν οι βενιζελικοί σχηµάτισαν την κυβέρνηση της Εθνικής Άµυνας στη Θεσσαλονίκη. Οι πρώτες οργανώσεις Ο πρώτος ελληνικός σύνδεσµος µε φασιστικά χαρακτηριστικά µπορεί να θεωρηθεί ο «Σύνδεσµος της Ακαδηµαϊκής Προόδου», που ιδρύθηκε το 1923 και είχε ως έµβληµα τον Αδαµάντιο Κοραή. Ο σύλλογος αυτός αρχικά ήταν ένας κλειστός φοιτητικός σύλλογος, που λίγο µετά την ίδρυσή του διευρύνθηκε κάνοντας δεκτά µέλη και από την εκτός πανεπιστηµίου επιστηµονική κοινότητα. Βασικός σκοπός του συλλόγου ήταν η προστασία της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, δίνοντας επιπλέον ιδιαίτερη έµφαση στην εθνική των Ελλήνων γλώσσα. Η δράση του περιοριζόταν σε διαλέξεις που οργάνωνε σε πανεπιστηµιακούς και µη χώρους, όπως στη Φιλοσοφική Σχολή, στον Σύλλογο «Παρνασσός», στην Αρχαιολογική Εταιρεία. Σε αυτές τις διαλέξεις καλούνταν και µιλούσαν συνήθως καθηγητές και επιστήµονες διαφόρων ειδικοτήτων. Ωστόσο, τα µέλη του συλλόγου λάµβαναν δυναµικά µέρος και σε διάφορες εκδηλώσεις και συλλαλητήρια υπέρ της Κύπρου, όπως και υπέρ της ωδεκανήσου. Βασική του επίσης δραστηριότητα ήταν να αποτρέπει την ένταξη των φοιτητών στο νεοσύστατο τότε ΚΚΕ. Ως πρώτος πρόεδρος του συλλόγου καταγράφεται ο Ευστάθιος Κουβελάκης, τον οποίο διαδέχτηκε τρία χρόνια αργότερα ο Στυλιανός Κορρές, ο οποίος έχει ενεργό συµµετοχή στις τότε προσπάθειες για την εξυγίανση της Παιδείας. Για την Ιστορία, αναφέρουµε ότι µέλη αυτού του συνδέσµου δραστηριοποιήθηκαν χρόνια µετά, στη διάρκεια της γερµανικής κατοχής, στη ναζιστική «Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση» (ΕΣΠΟ), τα γραφεία της οποίας βρίσκονταν στη συµβολή των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος και ανατινάχτηκαν σε µια από τις πλέον σπουδαίες αντιστασιακές επιχειρήσεις, στις 29 Σεπτεµβρίου του 1942, από µια οµάδα αποφασισµένων ανδρών και γυναικών της αντιστασιακής οργάνωσης «Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζοµένων Νέων» (ΠΕΑΝ). Κόµµα Εθνικής Αναδηµιουργίας

72 Το «Κόµµα Εθνικής Αναδηµιουργίας» υπήρξε δηµιούργηµα του δικηγόρου ηµήτρη Σκουρτσή. Όπως συµβαίνει συνήθως µε τους φασιστικών αποκλίσεων πολιτικούς σχηµατισµούς, έτσι και το ΚΕΑ, πέρα από την αντικοµµουνιστική ρητορική, ζητούσε εξυγίανση της δηµόσιας ζωής αλλά και της Εκκλησίας, κι ένα από τα βασικά του αιτήµατα ήταν η εξάλειψη του παλαιοκοµµατισµού. Το ΚΕΑ γενικά «αγωνιζόταν» για την επιβολή ενός νέου λαϊκοσοσιαλιστικού κράτους. Το κόµµα διέθετε δική του εφηµερίδα, τη «Λαϊκή Πυγµή». Στο έντυπο δηµοσιεύονταν πύρινα άρθρα κατά του κοινοβουλευτισµού αλλά και κατά του µαρξισµού. Στις στήλες του δηµοσίευσαν πολλά ηχηρά ονόµατα της εποχής, µεταξύ των οποίων ο Ιωάννης Ριζόπουλος, που «χάρισε» µάλιστα και το όνοµά του στο προάστιο της Αθήνας, τη Ριζούπολη. Ένας ακόµα επιφανής αρθρογράφος υπήρξε και ο στρατηγός Γ. Ψαρρός, όπως και ο στρατηγός Τσιπούρας, ο οποίος, αφού υπηρέτησε ως νοµάρχης της κατοχής, κατόπιν προσέφερε τις υπηρεσίες του και στον ΕΛΑΣ. Χαρακτηριστικό δείγµα του πνεύµατος της αρθρογραφίας έχουµε από τον αρχηγό του κόµµατος: «Η Πατρίς ευρίσκεται εν κινδύνω. Τα παλαιά κόµµατα διά της αντιπατριωτικής των πολιτικής έχουν φέρει ταύτην εις το χείλος του τάφου. Ολίγον ακόµη εάν εξακολουθήσει η κατάστασις αυτή, η Πατρίς µας θα έχει τελείως καταστραφεί. Τα παλαιά κόµµατα χωρισθέντα εις 2 στρατόπεδα τα οποία διακρίνει µίσος άσβεστον, αποβλέπουσιν εις εν και µόνο, εις το πώς το εν θα εξοντώσει το άλλο, αδιαφορούντα επί του εάν διά της τάσεώς των πρόκειται να οδηγήσουν την Πατρίδα µας εις τον αλληλοσπαραγµόν και την παντελή καταστροφή». Παρά την εντυπωσιακή αρθρογραφία, το «Κόµµα Εθνικής Αναδηµιουργίας» δεν µακροηµέρευσε και διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη στέλνοντας τους απαρηγόρητους άστεγους οπαδούς του να στεγαστούν σε συγγενείς πολιτικούς σχηµατισµούς. Για την Ιστορία και επειδή κανείς δεν χάνεται, ο δικηγόρος ηµήτρης Σκουρτσής συνέχισε να αρθρογραφεί «αντικοµµουνιστικά» και µετά τον πόλεµο, ως εκλεκτό και σηµαίνον µέλος του ικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Εν Θεσσαλονίκη Στις αρχές του 1927 έκαναν στους τοίχους της πόλης την εµφάνισή τους προκηρύξεις µε αντικοµµουνιστικό και αντισηµιτικό περιεχόµενο. Όπως ήταν φυσικό, τόσο οι κοµµουνιστές όσο και η εβραϊκή κοινότητα της πόλης θορυβήθηκαν. Οι τοιχοκολληµένες προκηρύξεις έφεραν τον τίτλο «Οι Εβραίοι και ο κοµµουνισµός». Με δυο λόγια, υποστηριζόταν ότι εξυφαίνεται σκοτεινή και ύπουλη συνωµοσία από την πλευρά της Μόσχας µε όργανα τους Εβραίους της πόλης. Μάλιστα, η προκήρυξη προέτρεπε την εκδίωξη των Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη. Η εβραϊκή κοινότητα αντέδρασε έντονα στον τότε γενικό διοικητή, το ίδιο έπραξε και ο γενικός γραµµατέας του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης. Μάλιστα, ο εβραϊκής καταγωγής βουλευτής Ζακ Βεντούρα έφερε το θέµα στη Βουλή δυο µέρες µετά την εµφάνιση των προκηρύξεων, στις 4 Απριλίου του Ώς το 1928, είχαν κάνει την εµφάνισή τους στη Θεσσαλονίκη δέκα περίπου σύλλογοι, κυρίως µε αντικοµµουνιστικό περιεχόµενο. Συγκεκριµένα στη Μακεδονία, το 1926, κάνει την εµφάνισή της η πρώτη αντικοµµουνιστική οργάνωση, «Η Λεγεώνα Εθνικής Σωτηρίας». Ακολουθεί το 1927 η δραστήρια «Εθνική Ένωση Ελλάς» (ΕΕΕ), τα λεγόµενα τρία έψιλον, που είχε και αντισηµιτική

73 ιδεολογία, και τέλος η «Πατρίς» µε αντικοµµουνιστικό επίσης προσανατολισµό. Ένωσις Ελλήνων Φασιστών Το 1928 κάνει την εµφάνισή της η πρώτη ουσιαστικά αµιγώς φασιστική οργάνωση, µε αρχηγό τον Θεόδωρο Υψηλάντη, ο οποίος καταγόταν από την πλευρά του πατέρα του από την οικογένεια των Υψηλάντηδων, ενώ από την πλευρά της µητέρας του ήταν εγγονός του Σίµωνος Σίνα. Ως οργάνωση χρονολογείται από το 1922, λίγο µετά την κατάληψη της εξουσίας στην Ιταλία από τον Μουσολίνι. Στο πολιτικό προσκήνιο, ωστόσο, καταγράφεται από τον Μάρτιο του Οι Έλληνες φασίστες δεν κατάφεραν να µακροηµερεύσουν, λόγω έλλειψης οπαδών. Πανελλήνιος Ένωσης Κοινωνικής Άµυνας Η ΠΕΚΑ ιδρύθηκε τον Νοέµβριο του 1929, ωστόσο είχε αποκλειστικά αντικοµµουνιστικό προσανατολισµό, δίχως αποκλίσεις φασιστικές. Η οργάνωση αυτή δεν έλαβε πολιτικά χαρακτηριστικά και διατήρησε αυτά της λέσχης ιδεών. Μάλιστα όταν έγινε µια προσπάθεια να της αποδοθούν φασιστικά χαρακτηριστικά, η οµάδα διαλύθηκε. Η προς φασίστες επιστολή του Θεόδωρου Υψηλάντη ΠΡΟΚΗΡΥΞΙΣ ΤΟΥ Θ. ΥΨΗΛΑΝΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΑΣΙΣΤΑΣ ΑΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΟΣ «Σεβαστοί εις τους φίλους µας και τροµεροί εις τους εχθρούς µας, Ανακοινώθη η κατωτέρω προκήρυξις του κ. Θεοδώρου Υψηλάντου, αρχηγού των Ελλήνων Φασιστών προς τους Φασίστας απάσης της Ελλάδος. Φασίσται, Αναλαβών την αρχηγίαν της προ πολλού ιδρυθείσης Ελληνικής Φασιστικής Οργανώσεως, αισθάνοµαι ευθύς εξ αρχής την υποχρέωσιν ν αποστείλω εις πάντας υµάς εγκάρδιον χαιρετισµόν διά την πρώτην µεθ υµών ψυχικήν επικοινωνίαν, ήτις θα συνδέσει την Φασιστικήν Οργάνωσιν από του τελευταίου Φασίστου µέχρι του αρχηγού της εις ιεράν ενότητα ιδεολογίας και σκοπών. Εργασθείς µέχρι τούδε εν σιγή, κρίνω σήµερον επίκαιρον ίνα ρίψω φως επί των σκοπουµένων της Ενώσεως των Ελλήνων Φασιστών, ήτις εν γενικαίς µόνον γραµµαίς διά της προκηρύξεώς της ωµίλησε περί αυτών». Η προκήρυξη, αφού κάνει λόγο για την κοινοβουλευτική διαφθορά και τις αντεθνικές θέσεις των κοµµουνιστών, συνεχίζει στον ίδιο τόνο. «Η Φασιστική ιδεολογία περικλείει εν εαυτή την Ένωσιν, την Πειθαρχίαν και την Εργασίαν. ηλαδή την βαθείαν πίστιν και την ζωτικήν εκείνην ενέργειαν, η οποία συµπίπτει µε το καθήκον του πολίτου προς πραγµάτωσιν της ευηµερίας και της ισχύος της πατρίδος του, ενέργειαν ήτις συνεπάγεται την κατάπαυσιν των εµφυλίων διαµαχών, την συναδέλφωσιν του λαού και την κοινήν συνεργασίαν διά την ανάνηψιν του Έθνους από του ληθάργου και του µαρασµού» Εκτύπωσε Aποθήκευσε ως WORD Aποθήκευσε ως HTML

74 Οι εχθροί της ηµοκρατίας και το ξεχείλωµα του φασισµού Γιώργος Σιακαντάρης, 20/04/2013 Πληθαίνουν οι πολιτικές αναλύσεις που γίνονται για να εξηγηθεί το φαινόµενο της ανόδου της Χρυσής Αυγής, αλλά κυρίως για τα πιθανά µέτρα που πρέπει να ληφθούν, ώστε να διαµορφωθεί ένας σύγχρονος ηγεµονικός λόγος κατά του νεοναζισµού. Όλοι όσοι αναγνωρίζουν, στον ένα ή τον άλλο βαθµό, εκούσια ή ακούσια, θεωρητικώς ή ενστικτωδώς, την φιλελεύθερη δηµοκρατία ως αυταξία, βλέπουν στην άνοδο της Χρυσής Αυγής µια βόµβα στα θεµέλια της κοινωνίας µας. Πολύ φοβάµαι όµως πως αυτές οι αναλύσεις, παρόλο που γίνονται στο όνοµα της υπεράσπισης του ορθολογισµού, διέπονται περισσότερο από ένα θεµιτό πάθος κατά της βίας, όχι όµως και από µια ανάλυση της διαφοράς µεταξύ της βίας που χρησιµοποιούν οι εχθροί της δηµοκρατίας από τη µία και του φασισµού από την άλλη. Το ζητούµενο βεβαίως δεν είναι να δούµε ποιος κάνει τις πιο «εµβριθείς» αναλύσεις και ποιος όχι. Το ζητούµενο είναι το πώς, άνθρωποι από τον σοσιαλδηµοκρατικό, τον συντηρητικό, τον φιλελεύθερο, τον ανανεωτικό και ριζοσπαστικό αριστερό χώρο, θα βρουν τρόπους και παρά τις διαφορές που τους χωρίζουν, θα µπορέσουν να αρθρώσουν ένα ηγεµονικό λόγο υπέρ της ηµοκρατίας. Γιατί το µεγάλο έλλειµµα της εποχής και της χώρας είναι το έλλειµµα δηµοκρατίας. Για να γίνει κάτι τέτοιο, πρέπει να αποφευχθεί η σύγχυση που προκύπτει όταν ο φασισµός, ως το πλέον αντι-ανθρωπιστικό ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό µόρφωµα, συγχέεται µε τις διάφορες µορφές εκδήλωσης της βίας. Και από µορφές εκδήλωσης βίας στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη «να φάνε και οι κότες». Όµως όλες οι µορφές βίας δεν είναι φασισµός. Ας περιοριστώ στην ελληνική περίπτωση, αν και αρκετές φορές έχω αναφερθεί και σε περιστατικά βίας στη υτική Ευρώπη, που καθόλου δεν υπολείπονται των δικών µας. Η βία στην Ελλάδα, όπως αυτή προέκυψε µετά την υπογραφή του Μνηµονίου, δεν ήταν φυσικά κεραυνός εν αιθρία. Πριν απ αυτή την έξαρση της βίας, είχε διαµορφωθεί στην Ελλάδα ένας ηγεµονικός λόγος, ο οποίος πήγαζε από τα αριστερά και «περιέργως» εκβαλλόταν στα δεξιά, σύµφωνα µε τον οποίο η ηµοκρατία, αποτελεί µια τυπική πλευρά του καπιταλιστικού συστήµατος ή του δυτικού ορθολογικού κακού για την καθ ηµάς Ανατολή και τίποτα παραπάνω. Σύµφωνα µε αυτές τις θεωρήσεις, η ηµοκρατία είτε είναι άσχετη µε τα λαϊκά αιτήµατα, είτε λειτουργεί ως µηχανισµός υπαγωγής των λαϊκών αιτηµάτων στις λογικές του καπιταλιστικού συστήµατος, είτε βρίσκεται σε διάσταση µε την προτεραιότητα του κοινοτισµού έναντι του ατόµου και της κοινωνίας.

75 Το κοινό σηµείο αυτών των θεωρήσεων είναι πως αντιλαµβάνονται τη ηµοκρατία ως µια τυπικότητα και τίποτα παραπάνω. Όποιος όµως πιστεύει πως το δικαίωµα της ελεύθερης εκλογής, της αλλαγής µέσω εκλογών των κυβερνώντων, αλλά και το δικαίωµα της ελεύθερης έκφρασης της γνώµης είναι ένα τυπικό δικαίωµα, είναι πολύ εύκολο να θεωρήσει ότι το δικαίωµα της διαφορετικής γνώµης του άλλου, είναι επίσης τυπικό. Γι αυτόν είναι εύκολο να πει πως «η Χούντα δεν τελείωσε το 73» και από εκεί είναι πολύ εύκολο να πει πως η εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων δεν είναι δα και κανένα µεγάλο αµάρτηµα. Αρκεί αυτή η εξόντωση να είναι προς όφελος του λαού, της τάξης ή της φυλής. Η κατάληξη αυτής της αντίληψης, είναι η νοµιµοποίηση της άποψης πως το αναφαίρετο δικαίωµα του κάθε πολίτη να αντιµετωπίζεται ως φορέας νόµιµων απόψεων, µε τις οποίες ο καθένας µπορεί φυσικά και να διαφωνεί, είναι ένα τυπικό δικαίωµα. Από εδώ ως τη νοµιµοποίηση της άσκησης διαπροσωπικής βίας έναντι οποιουδήποτε σκέφτεται διαφορετικά απ αυτόν που ex officio εκφράζει τα συµφέροντα της τάξης, του λαού, του έθνους ή και εγώ δεν ξέρω ποιου άλλου, είναι όσο η απόσταση να ανέβει κανείς από την Κάτω Πλατεία στην Άνω και από εκεί να πάρει στα χέρια του το ψηφοδέλτιο της Χρυσής Αυγής. Η έξαρση όµως των φαινοµένων βίας στην Ελλάδα του Μνηµονίου, είναι ένα σηµαντικό πρόβληµα, αλλά δεν είναι φασισµός. Όπως δεν είναι φασισµός και πολλές από τις πλευρές εκδήλωσης της κοινωνίας της αγένειας. Μερικές κοινωνικές στάσεις όπως η έλλειψη σεβασµού µερικών δηµοσίων λειτουργών προς τους πολίτες, η ιδιοποίηση του δηµόσιου χώρου στις συγκοινωνίες ή στους δηµόσιους οργανισµούς για ίδιο όφελος και η αδιαφορία για τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των άλλων, αλλά και κάποιες «πολιτικές» στάσεις και συµπεριφορές όπως η γενικευµένη νοµιµοποίηση παραβατικών φαινοµένων (φοροδιαφυγή, εκβιασµοί, ρουσφέτια, διαφθορά στις διαπροσωπικές συναλλαγές, όπως και στις συναλλαγές µε το ηµόσιο) και ανοµικών φαινοµένων («δεν πληρώνω», γιαουρτώµατα), προδίδουν µια κοινωνία έτοιµη να ριχτεί στις αγκαλιές του φασισµού. εν είναι όµως αυτό φασισµός. Όπως δεν είναι φασισµός, αν και είναι µορφή ιδεολογικής βίας, το να ταυτίζει κανείς την εφηµερίδα Αυγή µε τη Χρυσή Αυγή. Είναι όµως όλα τα παραπάνω, τα υλικά µε τα οποία γίνεται η ασφαλτόστρωση του δρόµου, µέσα από τον οποίο η αδύναµη κοινωνία των πολιτών οδηγείται στον φασισµό. Το ξεχείλωµα όµως του τι είναι φασισµός, ευνοεί τον πραγµατικό φασισµό. Κατά τη γνώµη µου οι ιδεολογίες και οι πρακτικές που απαξιώνουν τη ηµοκρατία είναι βία, αλλά δεν είναι φασισµός. Γιατί ο τελευταίος δεν είναι µια θεωρία βίας σαν όλες τις άλλες. Είναι µια θεωρία βίας που έρχεται σε αντίθεση µε τον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισµό. Όταν κανείς εξοµοιώνει γενικά τη βία µε τον φασισµό ως µορφή έκφρασης ενός βαθύτατου µίσους για την ίδια την ανθρώπινη κοινωνία, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να κάνει πιο εύπεπτο τον φασισµό στις συνειδήσεις των κοινωνικά περιθωριοποιηµένων. Ο φανατισµός δεν είναι φασισµός, αν και ο φασισµός είναι και φανατισµός. Αυτή η εξοµοίωση είναι βούτυρο στο ψωµί των απανταχού κασιδιάριδων, µια που στη συνείδηση µεγάλων στρωµάτων τίποτα πλέον δεν διαχωρίζει τους φασίστες από τους εχθρούς της δηµοκρατίας. Οι φασίστες όµως δεν είναι µόνο απλοί εχθροί της δηµοκρατίας, είναι εχθροί του ανθρώπινου λόγου και πολιτισµού, εχθροί του ανθρωπισµού.

76 Η δυνατότητα αντιµετώπισης του φασιστικού τέρατος, περνάει µέσα από µια προσπάθεια άρθρωσης ενός σύγχρονου ηγεµονικού λόγου υπέρ της ηµοκρατίας. Ενός λόγου που θα αναδεικνύει τη ηµοκρατία όχι µόνο ως µια µορφή πολιτεύµατος, αλλά και ως κοινωνικό σύστηµα, που περισσότερο απ όλα τα άλλα επιτρέπει εκείνο τον ταξικό ανταγωνισµό, µέσα από τον οποίο µπορούν να προκύψουν τεράστια οφέλη για µεγάλα κοινωνικά στρώµατα. Η ηµοκρατία οφείλει να είναι η απάντηση της Αριστεράς στις κοινωνικές ανισότητες και της εξιάς στην αποσταθεροποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Η ηµοκρατία ως µορφή κράτους παροχής υπηρεσιών προς τους πολίτες, αποτελεί την πιο αποστοµωτική απάντηση προς όλους τους εχθρούς της. Γιατί, σε τελική ανάλυση, ηµοκρατία είναι η προσπάθεια για την επικράτηση της κοινής λογικής και του ορθού λόγου, έναντι του ανορθολογισµού των ασυνάρτητα ψεκασµένων Ελλήνων. Φυσικά και δεν χωράει καµία συµµαχία µε αυτούς τους «ασυνάρτητα ψεκασµένους» Έλληνες. Ακόµη όµως και αν διαφωνούµε για την εξοµοίωση ή όχι των άκρων, πρέπει να συµφωνήσουµε πως χρειάζεται να υπερασπίσουµε τη ηµοκρατία και τον ορθό λόγο. Αλλά στην Ελλάδα, για να επιτύχουµε κάτι τέτοιο, πρέπει «να ανακαλύψουµε» άλλους πολιτικούς, άλλους αστούς, άλλους συνδικαλιστές και άλλους πνευµατικούς ανθρώπους. Το Μνηµόνιο δεν µας εµποδίζει να τους ψάξουµε. Μερικοί είναι δίπλα µας. Απάντηση: 1 - Ν -ΠΑΣΟΚ- ΗΜΑΡ: "Περιθωριακό φαινόµενο ο ρατσισµός" 20/04/ :37:16 Παναγιώτης ηµητράς Κυβέρνηση Ν -ΠΑΣΟΚ- ΗΜΑΡ σε Ευρωπαίο Επίτροπο για τα Ανθρώπινα ικαιώµατα: "Περιθωριακό φαινόµενο ο ρατσισµός" Συµφωνείς Γιώργο Σιακαντάρη; Αν ναι τότε ζούµε σε διαφορετικούς κόσµους, αν όχι τι θα κάνεις για αυτό που δηλώθηκε και στο όνοµά σου; "Συµµεριζόµεθα την ανησυχία των Επιτρόπου για τη σηµαντική αύξηση των ρατσιστικών επιθέσεων κατά την τελευταία περίοδο. Ευτυχώς, εν τούτοις, η επίδειξη ρατσιστικών διαθέσεων παραµένει περιθωριακό φαινόµενο στην ελληνική κοινωνία. Η κουλτούρα της φιλοξενίας και της ευρύτητας πνεύµατος παραµένει ισχυρή. Τα τεράστια προβλήµατα τα οποία αντιµετωπίζει σήµερα η ελληνική κοινωνία λόγω της οικονοµικής κρίσης, εν συνδυασµώ µε τα προβλήµατα που δηµιουργούνται λόγω της συνεχούς εισόδου χιλιάδων παράνοµων µεταναστών, δεν έχουν αµβλύνει την ευθυκρισία της... Η κοινοβουλευτική δύναµη η οποία εδόθη από µέρος του εκλογικού σώµατος στην οργάνωση αυτή δεν αποτελεί ένδειξη ανόδου του ρατσισµού στην κοινωνία, όπως

77 άλλωστε συµπεραίνουν πολλές έρευνες. Επίσης, δεν αποτελεί ένδειξη οποιασδήποτε πολιτικής ή κοινωνικής προσέγγισης ή ταύτισης προς τη ρατσιστική ιδεολογία. Η κοινοβουλευτική αυτή δύναµη αποτελεί κατά βάσιν έκφραση λαϊκής απογοήτευσης και διαµαρτυρίας εναντίον σκληρών, αν και αναγκαίων, µέτρων λιτότητας, καθώς και της αυξανόµενης ανεργίας ως συνέπειας της µακροχρόνιας οικονοµικής ύφεσης." Απάντηση: 2 - Συλλογική ευθύνη; 20/04/ :26:39 Γιωργοσ Σιακανταρησ Φίλε Πάνο ηµητρά υποθέτω πως η ερώτησή σου αν συµφωνώ µε αυτό το λαϊκίστικο και ανόητο κείµενο είναι µάλλον ειρωνική. Τώρα στο ερώτηµα τι κάνω για να αντιµετωπίσω τέτοιες ανόητες θέσεις, όπως αυτές που το υπάρχον πολιτικό µας σύστηµα εξέφρασε στον επίτροπο, νοµίζω πως δεν είσαι υποστηρικτής της συλλογικής ευθύνης για να κατηγορείς και µένα γι αυτές τις ανοησίες. Η θέση µου είναι εκφρασµένη πολλές φορές. Εδώ µέσα, στη Μεταρρύθµιση, θα βρεις και το άρθρο µου που δηµοσιεύτηκε στα Νέα στις µε τίτλο «Γιατί ανεβαίνει η Χρυσή Αυγή». Μπορείς να µε µεµφθείς γι αυτά που γράφω εκεί. εν υπάρχουν συλλογικές ευθύνες του τύπου το ΠΑΣΟΚ λέει ανοησίες, ο Σιακαντάρης είναι ΠΑΣΟΚ, άρα ο Σιακαντάρης συµµερίζεται τις ανοησίες του ΠΑΣΟΚ. Απάντηση: 3 - Πάµε παρακάτω. 20/04/ :04:04 Θεόδωρος Ζαρέτος Είναι ασαφές πια αν οι λεβεντιές της Μανωλάδας είναι φασίστες ή εχθροί της ηµοκρατίας ή ποινικοί εγκήµατίες. Αν τους ονοµάσω φασίστες µπορεί να κάνω πιο εύπεπτο το φασισµό, αν τους πω εχθρούς της ηµοκρατίας µπορεί να υποβαθµίζω τον εγχώριο γασιστικό κίνδυνο και αν τους ονοµάσω εγκληµατίες αρνούµαι να τοποθετηθώ επί της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση νοµίζω ότι η ηµοκρατία µας σήµερα κινδυνεύει περισσότερο από τους "εχθρούς της ηµοκρατίας" γιατί ο πατενταρισµένος φασισµός του κάθε κασιδιάρη ούτε κτά διάνοια δεν πείθει ως πολιτική λύση. Πείθει τους καραψεκασµένους της "Πάνω Πλατείας" που µε ιδιαίτερη φροντίδα τους προετοιµάζουν στην "Κάτω Πλατεία". Αυτός είναι ο Λόγος που πρέπει να ηγεµονεύσει κατά την άποψή µου. Αλλιώς ας βγάλουν ένα κοινό Ψήφισµα κατά του φασισµού όλα τα κόµµατα "του δηµοκρατικού τόξου" και µετά ας συνεχίσουν πάραπολλά στελέχη τους και ορισµένοι πολιτικοί αρχηγοί, τη δουλειά που περιγράψαµε ότι κάνουν στην "Κάτω Πλατεία" Απάντηση: 4 - Αντίδραση 21/04/ :21:02

78 Παναγιώτης ηµητράς Η σιωπή είναι συνενοχή. Όταν ένα κόµµα στο οποίο είσαι οργανικά και θεσµικά ενταγµένος λέει κάτι το τόσο εξωφρενικό σε τόσο υψηλό θεσµικό επίπεδο οφείλεις αυτό που λέει τουλάχιστο να το επικρίνεις δηµόσια αν όχι να ζητήσεις να υπάρξει διαφοροποίηση από την κυβερνητική γραµµή που χρεώνεται σε αυτό και άρα στα στελέχη του. Έτσι λειτουργεί η δηµοκρατία. Απάντηση: 5 - Θα µείνω µε την απορία... 21/04/ :15:29 A. Αντιρρησίας Μα, αγαπητοί φίλοι, τι ακριβώς ήταν αυτό που σας ενόχλησε πια τόσο πολύ στο κείµενο που ανέφερε ο Παναγιώτης ηµητράς στην «απάντηση 1»; Εµένα, θα µου επιτρέψετε να το υπερασπιστώ. Πρόκειται, θυµίζω, για την απάντηση µιας κυβέρνησης, της τρικοµµατικής ελληνικής κυβέρνησης, προς έναν ευρωπαίο επίτροπο. εν πρόκειται για κανένα εµβριθές και βαθυστόχαστο κείµενο που αναλύει τον ρατσισµό στη χώρα µας, κι ούτε όφειλε να είναι τέτοιο. Η κυβέρνηση µε την απάντηση αυτή δηλώνει ένα είδος αισιοδοξίας που δεν είναι καθόλου ακατανόητη, ούτε πρωτόγνωρη. Σε καιρούς που κλείνονται διεθνώς τα τουριστικά πακέτα προς Ελλάδα, τι περιµένατε δηλαδή εσείς να δηλώσει επίσηµα αυτή η έρµη, η χιλιοεξυβρισµένη, η «ακατάλληλη», η «φτωχή», η «λίγη για τις περιστάσεις», η «ανεπαρκέστατη», η «προδοτική» κυβέρνηση; Τι ακριβώς περιµένατε να δηλώσει προς τον ευρωπαίο επίτροπο; Ότι οι έλληνες είναι ένας λαός βαθιά και αγιάτρευτα ρατσιστικός, ξενοφοβικός, γερµανόφοβος, παρακρατικός, που σε κάθε υπόγειο της Αθήνας και του Πειραιά και της Πάτρας και της Θεσσαλονίκης προετοιµάζονται βόµβες σε χύτρες ταχύτητας για να ανατρέψουν τη ηµοκρατία; Και στο κάτω κάτω της γραφής, το αισιόδοξο αυτό κείµενο-απάντηση προς τον ευρωπαίο επίτροπο, περιέχει και µεγάλο βαθµό αληθείας. Πράγµατι, οι περισσότεροι συµπολίτες µας συνεχίζουν να βάζουν στα σούπερ µάρκετ της χώρας και έξτρα τρόφιµα για τις οικογένειες των ανθρώπων που δυστυχούν, ασχέτως αν είναι έλληνες ή µετανάστες. Πράγµατι, καταθέτουν φάρµακα, κουβέρτες, παλαιά ρούχα, ηλεκτρικές συσκευές κ.λ.π. για να φτάσουν σε αυτούς που τα έχουν ανάγκη. Πράγµατι, ακόµη κι αυτή η ψήφος στη Χρυσή Αυγή, στο 80% των περιπτώσεων δεν είναι ψήφος «θετική». Ξεχάσατε την περίπτωση της περίφηµης «µούντζας»; Παλιότερα, άτοµα που εναντιώνονταν στο «σύστηµα» γενικώς και αορίστως, πήγαιναν και ψήφιζαν κυνηγούς, Τζούλια, Τσιτσιολίνα, και καµιά φορά (ουέ) ακόµα και ΚΚΕ!!! (Έχω ένα θείο που µόνο κοµµουνιστής δεν ήτανε, κι όποτε έρχονταν οι εκλογές δήλωνε εξοργισµένος: «Θα πάω να το ρίξω Παπαρήγα να πάνε να χεστούνε όλοι τους»). ηλαδή, ψήφιζε ΚΚΕ ρίχνοντας στην ουσία µια µούντζα. Ε, λοιπόν, σήµερα πλέον, η ΜΟΥΝΤΖΑ αυτή, πήρε τη µορφή ψήφου στη Χρυσή Αυγή. Τι να κάνουµε τώρα; Να βγάλουµε τους ψηφοφόρους της «φασίστες» ντε και καλά; Επιµένω: Η απάντηση της κυβέρνησης στον ευρωπαίο επίτροπο ήταν στη σωστή κατεύθυνση και θα µείνω µε την απορία γιατί την κράξατε όλοι τόσο πολύ, ιδιαίτερα δε εκπλήσσοµαι για την αντίδραση του Γιώργου Σιακαντάρη ο

79 οποίος είναι ενηµερωµένος για την διαφορά του «δηµόσιου» και του «ιδιωτικού» λόγου, όπως επίσης ξέρει ότι παρόλη την επίσηµη δήλωση της κυβέρνησης, εντελώς άλλα πράγµατα συζητούνται ιδιωτικά. εν µπορώ λοιπόν να αντιληφθώ προς τι αυτό το ολοκληρωτικό «απεταξάµην» που εξέφρασε. Τώρα πάλι, αν όλα αυτά που σας έγραψα βρίσκετε να απ