16 Ο ΕΤΗΣΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "16 Ο ΕΤΗΣΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης"

Transcript

1 16 Ο ΕΤΗΣΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης Πάντειο Πανεπιστήμιο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης-Τομέας Οικονομίας 6-7 Ιουνίου 2014 Αμφιθέατρο Σάκη Καράγιωργα ΙΙ

2 ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ Χαιρετισμοί-Έναρξη Εργασιών: 16:30 1 η Συνεδρία: 17:00-19:05 ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ Ι ΜΝΗΜΗ ΑΛΒΕΡΤΟΥ ΑΡΟΥΧ Πρόεδρος: Νίκος Θεοχαράκης (ΟΕ, ΕΚΠΑ) Σταύρος Δρακόπουλος (ΜΙΘΕ, ΕΚΠΑ) Mathematical Psychics and Hydraulics: The Methodological Influence of Edgeworth and Fisher The scientific methodology of classical physics has been a constant influence in the development of orthodox economics. Clear signs of this can be found in the works of many classical economists such as Smith, Say, Cairnes and Mill. The physics influence became more apparent with the emergence of marginalism. The economic thought of F. Y. Edgeworth, however, is the peak of the influence of classical physics to economics. In Edgeworth s Mathematical Psychics, the identification of maximum energy in physics with that of the maximum pleasure in economic calculus, is central in his thought. In the same manner, I. Fisher, the founder of marginalism in the US, promoted a classical physics based economic methodology. The close analogy of physics and economics concepts and the application of tools from hydrodynamics to economic theory, are basic characteristics of his work. These views eventually dominated orthodox economic methodology. The paper argues that, apart from establishing the physics scientific ideal in economics, both of these authors provided the methodological justification for its adoption in economics. It also examines their subsequent influence on the formation of the current methodological approach in orthodox economics. In particular, it discusses their influence on key components of current mainstream economics such as: extensive use of mathematics, aversion to methodological discourse and anti-psychologism. Μιχάλης Ζουμπουλάκης (ΟΕ, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) Risky Decision Making in Classical Political Economy and Beyond As against the established view in HET text books, elements of risk decision making were constantly present in economic theory, long before Frank Knight s famous contribution in Adam Smith announces the necessity of risk premium in chapter VI, of the first book when he says that something must be given for the profits of the undertaker of the work who hazards his stock in this adventure (1776: 54). In Chapter X he thoroughly analyzes the different kinds of chances of profit between lotteries, insurances, sea trade etc. Speaking of lotteries he even suggests a probabilistic argument: there is not, however a more certain proposition in mathematics, than the more tickets you adventure upon, the more likely you are to be a loser (1776: 121). J. S. Mill follows Smith in compensating risk as an element of profits of capital and distinguishes two sources of risk, between different employments of capital in the same society, [and] the very different degrees of security of property in different states of society (1848: 408). Elements of risky behaviour are also described in Marx s Capital (1867, vol. 1). Jevons was aware of Bernoulli s work and asks to his reader to take account of the uncertainty of future events when they estimate future interests (1871: 99). Finally, Marshall refers directly to Bernoulli twice to explain that the satisfaction which a person derives from his income depends on his initial endowment and applies this principle to the case of calculating the premium insurance against risk (1890: 111 n.2). Ανδρέας Μασαούτης (ΟΕ, Πανεπιστήμιο Τορίνου) The Work of Herbert Simon in the GSIA in Developing Simulation Techniques, and the Significance for Economics The significance of Herbert Simon for many scientific fields can hardly be exaggerated. He has opened the way for many developments in many scientific fields. It is so for the development of simulation 2

3 techniques, the use of which he advocated from their very early beginning. Yet, in the case of Simon the breadth and diversity of his contributions has also an adverse effect. If it is difficult, even for the specialised historian of science, to keep track of the historical record of a scientific field or the contributions of a scientist, it is more so with Simon. So it is often the case that aspects of his work, that still carry significance for contemporary issues, do not get the attention that could have had. So it is not a surprise that Riciardi et al., (2006, par.1, 3) point at a series of seminal, as they call them, methodological papers about simulations, by Simon and his colleagues. This does not mean that there is no literature on Simon. Quite the contrary, it is well developed and has covered many aspects. Illustrative examples, that are relevant for our work here, is the work of Crowther-Heyck (2006) who pays attention to the interdisciplinary character of the GSIA, or Augier and Prietula (2007) who pay attention at the development of the Behavioural Theory of the Firm. These are two examples of historical research of the highest standards that touches upon some of the relevant issues, but passes by our main interest, simulation, only because the main questions are different. Our point here then is to record, and possibly explain, how did Simon, and his colleagues in the GSIA, develop simulation techniques. Therefore we start with four methodological papers on simulation from the 1960 by the GSIA people that give a pretty clear image of what simulation meant to them. We then move further back into the 1950 s trying to find some clues as to what created their views. Finally, we turn again into the 1960 s in an effort to see in more detail what the relation was between simulation techniques and economics proper. Θεόδωρος Λιανός (OE, ΟΠΑ) Ξενοφώντας: Ο Κέυνς της Εποχής του; Ως κύριο έργο του Ξενοφώντα επί οικονομικών θεμάτων θεωρείται ο Οικονομικός, ένας μακρύς διάλογος μεταξύ Σωκράτη και Κριτόβουλου, ενός πλούσιου Αθηναίου, και μεταξύ Σωκράτη και Ισχόμαχου, ενός επιτυχημένου αγρότη. Στο έργο αυτό ο Ξενοφών εκθέτει απόψεις περί ηθικής, περί πλούτου, περί διαχείρισης της επιχείρησης, περί της σημασίας και του ρόλου της γυναίκας στον οίκο, περί διαχείρισης προσωπικού και φυσικά περί της γεωργίας. Το δεύτερο έργο του Ξενοφώντα επί οικονομικών θεμάτων φέρει τον τίτλο Πόροι ή Περί Προσόδων και είναι ουσιαστικά ένα οικονομικό πρόγραμμα ανόρθωσης της οικονομίας της Αθήνας. Γενικά, οι Πόροι θεωρείται ότι είναι ένα δοκίμιο δημοσιονομικής πολιτικής. Από το έργο αυτό, ο Ξενοφών έχει χαρακτηρισθεί ως ο Κέυνς της εποχής του (Rossetti, 2013). Ο χαρακτηρισμός αυτός μόνον εν μέρει είναι σωστός. Όπως δείχνει και ο τίτλος του, σκοπός αυτού του άρθρου είναι να εξετάσει το περιεχόμενο του έργου ως προς τις θεωρητικές πρωτοτυπίες που παρουσιάζει και ως προς την οικονομική πολιτική που προτείνει. Από την εξέταση αυτή θα προκύψει και η απάντηση στο ερώτημα αν και σε ποιο βαθμό ο ισχυρισμός ότι ο Ξενοφώντας ήταν ο Κέυνς της εποχής του είναι βάσιμος. Διάλλειμα: 19:05-19:20 2 η Συνεδρία: 19:20-21:30 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ Ι Πρόεδρος: Λευτέρης Τσουλφίδης (ΟΕ, ΠΑΜΑΚ) Θεόδωρος Μαριόλης (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο) Η Θεωρία Οικονομικών Κρίσεων του Marx Υποστηρίζεται ότι η θεωρία οικονομικών κρίσεων του Marx συνιστά σύστημα τριών διακριτών «υποθεωριών» περί: (i) οικονομικών διακυμάνσεων κατανομής εισοδήματος-ανεργίας, (ii) ενεργού ζητήσεως, και (iii) πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Προσδιορίζονται οι σχέσεις μεταξύ αυτών των υπο-θεωριών και συμπεραίνεται ότι η κατά σειρά τρίτη υπερκαθορίζει τις υπόλοιπες. Τέλος, επιχειρείται αποτίμηση του μαρξικού συστήματος των κρίσεων βάσει νεότερων ευρημάτων της οικονομικής επιστήμης. Νικόλαος Ροδουσάκης (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο) Το Υπόδειγμα «Θηρευτή- Θηράματος» του Goodwin και οι Παραλλαγές του: Προς μία Γενική Θεωρία των Ενδογενών Οικονομικών Διακυμάνσεων Στο παρόν εκτίθενται παραλλαγές του γνωστού υποδείγματος «θηρευτή-θηράματος» του Goodwin. Στο εν λόγω υπόδειγμα υπάρχει η δυνατότητα εισαγωγής μίας σειράς οικονομικά λελογισμένων υποθέσε- 3

4 ων, οι οποίες αφενός επαυξάνουν τον βαθμό ρεαλισμού του και αφετέρου επηρεάζουν την δυναμική του συμπεριφορά. Ειδικότερα, η έμφαση δίνεται σε γενικεύσεις βάσει της συνάρτησης επενδύσεων à la Bhaduri-Marglin, οι οποίες αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στη κατανομή-μεγέθυνση-ενεργό ζήτηση σε όλες της τις διαστάσεις και, κατά συνέπεια, αποτελούν βασικά εργαλεία μελέτης του τρόπου αυτοαναπαραγωγής της «οικονομίας της αγοράς». Παναγιώτης Μιχαηλίδης (ΣΕΜΦΕ, ΕΜΠ), Κωνσταντίνος Κωνσταντάκης (ΣΕΜΦΕ, ΕΜΠ) Business Cycles and Economic Crisis in Greece: The Political Economy of Car Sales in Athens ( ) Greece is widely hailed to be among the most prominent victims of the recent global recession since the downfall of its economic activity, caused by local and international factors, has reached levels that are directly comparable only to the Great Recession. In this context, after providing an extensive analysis of the Greek economy which summarizes crucial political economy and historical facts and trend s, we attempt to shed light on a prominent victim of this situation, i.e. the car sales industry in Athens, Greece over the time period using monthly data. To this end, an appropriate econometric model, that incorporates a large number of potential political economy determinants which account for the relevant factors, is used and several econometric techniques are employed such as stationarity testing; filtering; white noise testing; periodicity analysis; correlation analysis and causality testing. Our empirical investigation determines the political economy and other variables that act either as pro- or countercyclical factors in business cycles fluctuations of the car sales industry in Athens. Χαράλαμπος Οικονομίδης (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο), Ελευθερία Τσαρπαλή (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο) Μία Προσέγγιση του Ελλείμματος του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών της Ελληνικής Οικονομίας μέσω της Ανάλυσης Εισροών-Εκροών Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η εύρεση των κλάδων στα προϊόντα των οποίων οφείλεται κατά κύριο λόγο η αρνητική καθαρή αποταμίευση και το αρνητικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών της ελληνικής οικονομίας την δεκαετία Πιο συγκεκριμένα, επιχειρείται η εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με το εάν για την πορεία των εν λόγω μεγεθών, ήταν σημαντικότερη η συμβολή εμπορευσίμων προϊόντων ή η συμβολή μη εμπορευσίμων προϊόντων. Η διερεύνηση γίνεται μέσω της ανάλυσης εισροών εκροών και πιο συγκεκριμένα μέσω του υπολογισμού ορισμένων εθνικολογιστικών στοιχείων της χώρας, ανά κατηγορία προϊόντων, στην αρχή και στο τέλος της δεκαετίας. Διαπιστώνεται ότι για την πτωτική πορεία των εν λόγω μεγεθών, σημαντική ήταν η συμβολή των εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών, ενώ η εγχώρια παραγωγή ήταν εστιασμένη κυρίως σε μη εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες. Παναγιώτης Μελαχρινός (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο) Ανάλυση Εισροών-Εκροών της Προ και Μετά Ευρώ Ελληνικής και Γερμανικής Οικονομίας Στην παρούσα εργασία προσεγγίζονται οι διαρθρωτικές αλλαγές που συντελέστηκαν στην ελληνική και στην γερμανική οικονομία κατά τη μετάβαση από την προ-ευρώ στη μετά-ευρώ κατάσταση. Η προσέγγιση πραγματοποιείται μέσω της εύρεσης των κλαδικών πολλαπλασιαστών, τόσο των «καθέτων επιδράσεων» (ζήτησης) όσο και των «οριζόντιων επιδράσεων» (προσφοράς), βάσει της μεθόδου της «υποθετικής απόσπασης». Έτσι, προσδιορίζονται οι κλάδοι-κλειδιά και, κατ επέκταση, η δυνατότητα των εθνικών οικονομικών συστημάτων να αναπτυχθούν μέσω της ζήτησης ή/και της προσφοράς. Δείπνο 4

5 ΣΑΒΒΑΤΟ 7 ΙΟΥΝΙΟΥ 3 η Συνεδρία: 9:00-11:10 ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΙΙ Πρόεδρος: Μιχάλης Ζουμπουλάκης (ΟΕ, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) Γεώργιος Ξυράφας (ΟΕ, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας) Η Έννοια της Βούλησης στην Οικονομική Σκέψη του Samuel Bailey Η έννοια της βούλησης, παρά τη δυσκολία των πολλαπλών διακρίσεων σημαίνοντος-σημαινομένου, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φιλοσοφικής σκέψης του 18 ου και 19 ου αιώνα. Εντούτοις, η ανίχνευση του ρόλου της βούλησης στη διαμόρφωση του προγράμματος της οικονομικής επιστήμης η οποία ξεπροβάλλει από τη μήτρα της ηθικής φιλοσοφίας κατά το αυτό διάστημα αν και όχι ανέφικτη, καθίσταται μάλλον δυσχερής κατά την πρώτη φάση οριοθέτησης του περιεχομένου της νέας επιστήμης. Η θετική δόμηση της προαναφερθείσας οριοθέτησης έρχεται προϊόντος του χρόνου να υποκατασταθεί από μία φάση ενδοσκόπησης και επαναπροσδιορισμού του κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας φάσης αποτελεί η εργογραφία του Samuel Bailey. Ο Bentham του Hallamshire, γνωστός κυρίως για τη σχετική θεώρησή του περί αξίας, υπήρξε φιλόσοφος που αφοσιώθηκε στην πολύπλευρη μελέτη της ανθρώπινης διανοίας και τη σχέση της με τη διαμόρφωση των ηθικών φαινομένων. Η παρούσα εισήγηση έρχεται να εξετάσει τη σύνδεση ανάμεσα στις οικονομικές ιδέες του Bailey και το φιλοσοφικό τους πλαίσιο μέσα από το πρίσμα της βούλησης. Η ανάγνωση αυτή αναδεικνύει σχετικά άγνωστες πτυχές της εργογραφίας του Βρετανού φιλοσόφου και ανοίγει ένα πλαίσιο διαλόγου που ακόμη και σήμερα έχει ενδιαφέρουσες προοπτικές. Ειρήνη Λεριού (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο) Η Κοινωνική Ευημερία στην Οικονομική Σκέψη Υπάρχουν δυο κύριες οικονομικές σκέψεις της κοινωνικής ευημερίας. Η «Νεοκλασική Οικονομική της Ευημερίας» ή «Νεοκλασική Προσέγγιση», με κύριους εκφραστές τους Pigou, Marshall, Edgeworth, Sidewick, και η «Νέα Οικονομική της Ευημερίας» ή «Σύγχρονη Προσέγγιση», με κύριους εκφραστές τους Pareto, Kaldor, Hicks. Επίσης, εκτός από τους προαναφερθέντες και άλλοι έχουν ασχοληθεί με την οικονομική ευημερία, όπως ο Dupuit, ο Arrow κ.ά.. Ο Dupuit είναι ο εφευρέτης του πλεονάσματος του παραγωγού και του καταναλωτή ως βασικού δείκτη μέτρησης της ευημερίας. Ο Marshall ( ) έκανε γνωστό το δείκτη αυτό, ως το πιο κατάλληλο, για εκείνη την εποχή, εργαλείο μέτρησης της μεταβολής της ευημερίας. Ο Edgeworth όρισε τον ακριβή ωφελιμισμό που αποτελεί και τη κύρια αρχή του. Ο Pigou αποτελεί τον βασικότερο εκφραστή της «Νεοκλασικής Προσέγγισης», ενώ κεντρικός άξονας της θεμελίωσης της θεωρίας του ήταν η δημιουργία απλών, πρακτικών μέτρων για τη προώθηση της ευημερίας. Ο Pareto που αποτελεί τον βασικότερο εκφραστή της «Σύγχρονης Προσέγγισης» συνέθεσε ένα μοντέλο γνωστό ως «Αριστοποίηση κατά Pareto». Oι Kaldor-Hicks καθιέρωσαν ένα «νέο κριτήριο Pareto» που ονομάζεται και «Αρχή της αποζημίωσης». Ο Kenneth Arrow διατύπωσε ένα θεώρημα γνωστό ως «Θεωρία της Κοινωνικής Επιλογής». Βέβαια το ζήτημα της ευημερίας είχε απασχολήσει πολύ τον Αριστοτέλη, πάνω στον οποίο στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό ορισμένοι μετέπειτα οικονομολόγοι. Βασίλης Ρουσόπουλος (ΔΕ, ΤΕΙ Λάρισας) Μορφές Σκέψης στην Ιστορία της Οικονομικής Επιστήμης. Παρουσίαση και Κριτική των Απόψεων του Siegfried Wendt Ο Siegfried Wendt, Γερμανός καθηγητής των Οικονομικών, στο βιβλίο του «Ιστορία της Οικονομικής Επιστήμης» (1 η έκδοση, 1961, 2 η βελτιωμένη έκδοση, 1968) πρωτοτυπεί με τη χρησιμοποίηση των μορφών σκέψης ως κριτήριο ταξινόμησης των διαφόρων θεωρητικών ρευμάτων της οικονομικής επιστήμης. Διακρίνει 9 μορφές σκέψης (αιτιοκρατική, ιστορική, τελολογική, συναρτησιακή κ.ά.), που αντιστοιχούν σε ισόποσα θεωρητικά ρεύματα της οικονομικής επιστήμης. Η παράλειψη πρόταξης των μορφών σκέψης στο κεφάλαιο για τους σοσιαλιστές συγγραφείς αποτελεί ένα ρήγμα στο ταξινομικό του σύστημα. Περαιτέρω κατά τον Wendt τα πραγματικά γεγονότα δεν υφίστανται αυτά καθαυτά αλλά ανήκουν στη σφαίρα της ανθρώπινης σκέψης και δράσης. Πρόκειται για την αδιέξοδη φιλοσοφική θέση του υποκειμενικού ιδεαλισμού, διότι ο έλεγχος της εμπειρικής αλήθειας των οικονομικών θεωριών καθίσταται αδύνατος. Στη συνέχεια αναφέρεται στις σχέσεις οικονομικής ιστορίας και 5

6 ιστορίας της οικονομικής επιστήμης, στην κανονιστική επίδραση των οικονομικών θεωριών και στις αξιολογικές κρίσεις που επηρεάζουν την αφετηρία των θεωριών. Τέλος αναφέρει την αναγκαιότητα σύνδεσης των οικονομικών θεωριών με τη συνολική πνευματική κατάσταση της εποχής τους, αντί για σύνδεση με το συνολικό κοινωνικό γίγνεσθαι, του πνευματικού συμπεριλαμβανομένου. Παρά την κριτική που επιδέχονται οι απόψεις του Wendt, το βιβλίο του αξίζει να μελετηθεί, διότι στρέφει την προσοχή μας πέραν από το περιεχόμενο στη μεθοδολογία και δίνει το έναυσμα για συζήτηση των μορφών σκέψης στην ιστορία της οικονομικής επιστήμης. Γιώργος Δίελλας (ΑΣΕΠ) Ηθική και Οικονομία: Η Ιστορική Διαμόρφωση των Απόψεων της Καθολικής Εκκλησίας για την Οικονομική Ζωή Η Καθολική Εκκλησία αποτελεί ένα σημαντικό θρησκευτικό, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό θεσμό με ιστορία δύο χιλιάδων ετών, ο οποίος επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει τόσο με τις απόψεις του, όσο και με την δράση του, σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο πεδίο της οικονομικής σκέψης ο χριστιανισμός και ειδικότερα θεσμική έκφρασή του στη Δύση, ανέπτυξε αρκετά πρώιμα συγκεκριμένες απόψεις που επέδρασαν σημαντικά στην εξέλιξή της. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η ηθική κατοχύρωση της φοροδοτικής υποχρέωσης των πολιτών, η ηθική απαξίωση του τόκου στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος τουλάχιστον μέχρι το μεσαίωνα, η οργανωμένη μέριμνα για όσους εξοβελίζονται από την οικονομική ζωή, η προώθηση του κορπορατισμού ως μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, κ.α. Αν και η επίδραση του προτεσταντισμού στον καπιταλισμό έχει μελετηθεί σε βάθος, οι οικονομικές απόψεις της Καθολικής Εκκλησίας που αποτελεί σημείο ηθικής αναφοράς για πάνω από ένα δισεκατομμύριο πιστούς στον κόσμο, δεν έχει προσεγγιστεί αντιστοίχως. Ιδίως ζητήματα όπως το κοινό καλό, η αλληλεγγύη και η επικουρικότητα, ως αρχές υγιούς οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και η διαμόρφωση νέων θέσεων μετά τη συνάντησή της με τη νεωτερικότητα, είναι ζητήματα που η παρούσα εισήγηση επιχειρεί να προσεγγίσει, μέσα από τη μελέτη των θέσεων, όπως αυτές διατυπώνονται στην κοινωνική διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας. Χρήστος Μπαλόγλου (ΟΤΕ) Η Δικαία Διανομή του Πλούτου στην Ελληνική και Ελληνιστική-Ρωμαϊκή Πραγματικότητα: Τα Συσσίτια των Ελληνικών Πόλεων και τα Κοινά Δείπνα Αγάπης Η παρούσα ανακοίνωση εντάσσεται σε ερευνητικό πρόγραμμα περί της συστηματικής αναλύσεως και κριτικής παρουσιάσεως των οικονομικών της Καινής Διαθήκης, αλλά και της οικονομικής διανοήσεως και συμπεριφοράς προσωπικοτήτων της εποχής της. Συγκρίνει δύο θεσμούς, έναν από την κλασσική Αρχαιότητα και έναν από την ζωή της Αρχεγόνου Εκκλησίας. Κατά την επιστημονική αυτή απόπειρα λαμβάνεται υπ όψιν ο θεσμός των συσσιτίων, όπως αυτός περιγράφεται σε συγκεκριμένα πολιτεύματα και πολιτείες της ελληνικής αρχαιότητος και συγκρίνεται με τον θεσμό των κοινών δείπνων, που αποτελεί έναν κορυφαίο θεσμό της Αρχεγόνου Αποστολικής Εκκλησίας. Τα «συσσίτια» ως κορυφαίος θεσμός των «ευδοκιμουσών» πολιτειών και τα «κοινά δείπνα αγάπης» της Αρχεγόνου Εκκλησίας αποσκοπούν στην ύπαρξη ομονοίας και «ενότητος» μεταξύ των πολιτών και των χριστιανών-μελών της Εκκλησίας. Κοινή αφετηρία και των δύο κορυφαίων θεσμών είναι ότι εδράζονται επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Διάλλειμα: 11:10-11:30 4 η Συνεδρία: 11:30-13:20 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΙΙ Πρόεδρος: Σταύρος Δρακόπουλος (ΜΙΘΕ, ΕΚΠΑ) Μαρία Γραμμένου (ΠΕ, ΑΠΘ), Πάνος Παναγιώτου (ΠΕ, ΑΠΘ) Μία Ψυχανάλυση της Καπιταλιστικής Κρίσης: Ευρωπαϊκός Νότος, ο Αδύναμος Κρίκος του Συστήματος Στόχος μας είναι να προσεγγίσουμε το ζήτημα της οικονομικής κρίσης στα πλαίσια της ευρωζώνης μέσα από τον προσδιορισμό της σχέσης διαφορετικών επιπέδων ανάλυσης, μακροοικονομικής και μικροοικονομικής. Θεωρούμε σημαντική για την επίτευξη αυτού του στόχου την διττή προσέγγιση μέσω πολιτικής οικονομίας και ψυχανάλυσης. Προτείνουμε δύο σημεία σύγκλισης μεταξύ των δύο προσεγ- 6

7 γίσεων. Έτσι, αρχικά, προσπαθούμε να συνδυάσουμε την θεωρία του Immanuel Wallerstein αναφορικά με τη σχέση των κρατών πυρήνα και κρατών περιφέρειας με το δίπολο «κανονικού»-«μη κανονικού» που εισάγει ο Foucault για να αναλύσουμε την ιδιότυπη διάκριση ανθρώπου-ζώου στο συμβολικό επίπεδο που κυριαρχεί στο διυποκειμενικό -ευρωπαϊκό υποκείμενο. Η προαναφερθείσα ταξική βιοπολιτική οδηγεί στην ιδιότυπη οικονομική σχέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ, η αίσθηση προσβολής της δημόσιας τάξης που εκπορεύεται από αυτήν δημιουργεί την ανάγκη αποκατάστασής της λαμβάνοντας χαρακτήρα θετικού σημαίνοντος. Δευτερευόντως είναι σημαντικό για την α- νάλυση που επιχειρούμε να σκεφτούμε την κρίση όχι μονάχα ως κρίση οικονομική, αλλά ως κρίση πολιτισμού, του ίδιου του υποκειμένου. Το πέρασμα από την κοινωνία της επιβεβλημένης απόλαυσης στην κοινωνία της απαγόρευσης και η καλλιέργεια ενοχής ως όπλο στα χέρια της εξουσίας ώστε να κερδηθεί η αποδοχή των καταστροφικών για τα συμφέροντα του λαού πολιτικών που ακολουθούνται, μας βοηθούν να πραγματοποιήσουμε μια πρώτη σύνδεση με την ψυχανάλυση και ιδίως με την λακανική θεωρία. Συνδυάζοντας αυτά τα δύο σημεία σύγκλισης προτείνουμε την θεώρηση της δομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, ως ένα δυναμικό πεδίο έκφρασης του αδύναμου κρίκου του καπιταλιστικού συστήματος, ως το πλέον δυναμικό σημείο έκφρασης της πολιτικής ως τέτοιας, ικανό να αποδιαρθρώσει το σύστημα. Σταύρος Μαυρουδέας (ΟΕ, ΠΑΜΑΚ) Η Θεωρία της Χρηματιστικοποίησης: Θεωρητικές Καταβολές και Αναλυτικές και Εμπειρικές Αδυναμίες Η θεωρία της χρηματιστικοποίησης (σε διάφορες παραλλαγές) είναι σήμερα εξαιρετικά δημοφιλής α- νάμεσα στις Ετερόδοξες και Ριζοσπαστικές ερμηνείες της παγκόσμιας οικονομικής του Έχει επίσης σημαντική επίδραση στις αντίστοιχες ερμηνείες της ελληνική κρίσης που οδήγησε στα Μνημόνια με ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ. Η εργασία αυτή, πρώτον, εξετάζει τις θεωρητικές καταβολές της θεωρίας της χρηματιστικοποίησης. Εντοπίζει τις ρίζες της στο έργο του R. Hilferding και στο ρεύμα της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review) αλλά επισημαίνει και τις σημαντικές διαφορές με αυτές. Δεύτερον, διατυπώνει μία κριτική τόσο των αναλυτικών όσο και των εμπειρικών επιχειρημάτων της θεωρίας της χρηματιστικοποίησης. Όσον αφορά τα αναλυτικά επιχειρήματα, δείχνεται ότι εσφαλμένα υποστηρίζεται ότι η χρηματιστικοποίηση αποτελεί ένα νέο στάδιο του καπιταλιστικού συστήματος καθώς και ένα νέο τύπο οικονομικής κρίσης. Όσον αφορά τα εμπειρικά επιχειρήματα, δείχνεται ότι αδυνατεί να κατανοήσει και να ερμηνεύσει ρεαλιστικά τον πραγματικό τρόπο λειτουργίας των σύγχρονων καπιταλιστικών οικονομιών καθώς και την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του αλλά και την ελληνική κρίση. Συνολικά, η θεωρία της χρηματιστικοποίησης αποτιμάται ως αδιέξοδη. Νίκος Θεοχαράκης (ΟΕ, ΕΚΠΑ) Η Πολιτική Οικονομία του Δημοσίου Χρέους: Μια Προσέγγιση από την Σκοπιά της Ιστορίας της Οικονομικής Σκέψης Η εισήγηση επιχειρεί να διερευνήσει την ιστορία της αναλυτικής μεταχείρισης του δημόσιου χρέους στην Αστική Πολιτική Οικονομία, από τον 18ο αιώνα έως το μέσο του 20ου αιώνα. Ιωάννης Βαβούρας (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο), Μαρία-Ελένη Συρμαλή (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο) Νέα Θεσμική Οικονομική: Μια Θεωρητική Προσέγγιση υπό το Πρίσμα της Κρίσης Χρέους της Χώρας Είναι πλέον ευρύτερα αποδεκτό ότι η αποτελεσματικότητα της οικονομικής παραγωγής δεν εξαρτάται μόνο από τη συσσώρευση και καλύτερη οργάνωση των συντελεστών παραγωγής σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία. Παράλληλα, δίνεται έμφαση και στη θεσμική θεώρηση της οικονομικής μεγέθυνσης. Η επανάκτηση του θεωρητικού και εμπειρικού ενδιαφέροντος για τη λειτουργία των θεσμών στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας έγινε από τη Νέα Θεσμική Οικονομική. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι θεσμοί δεν είναι εξωγενώς ορισμένοι, αλλά συνιστούν ενδογενή περιοριστικά πλαίσια και εργαλεία για την οικονομική ανάπτυξη, διαμορφώνοντας κίνητρα και σταθερές δομές στις ανθρώπινες συναλλαγές μέσα από την επιβολή σταθερών κανόνων. Οι κυρίαρχες θεωρίες της Νέας Θεσμικής Οικονομικής δίνουν έμφαση όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στους θεσμούς υπό το πρίσμα των ο- ποίων μπορούν να αναζητηθούν και οι βαθύτερες αιτίες της κρίσης χρέους της εκάστοτε χώρας ως μια αντανάκλαση όχι μόνο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών θεσμών αλλά και του τρόπου με τον οποίο συμπλέκονται μεταξύ τους. Αν κατανοηθούν οι γενεσιουργές αιτίες του προβλήματος, τότε μέσα από αυτές τις θεωρητικές αναφορές μπορούν να προκύψουν και οι αποτελεσματικές πολιτικές για τη μακροχρόνια επίλυση αυτών των φαινομένων, ώστε οι επιλεγόμενες λύσεις να είναι συμβατές με τις 7

8 δυνατότητες, τους περιορισμούς και τις συνθήκες διάρθρωσης και λειτουργίας της οικονομίας καθώς και του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο λειτουργεί. Συνακόλουθα, στα πλαίσια των επικρατέστερων θεωριών προτείνονται οι θεσμικές προϋποθέσεις της διατηρήσιμης αντιμετώπισης της κρίσης χρέους μέσα από την επίτευξη αποτελεσματικών θεσμικών μεταρρυθμίσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε σταθερό οικονομικό και δομικό μετασχηματισμό. Με δεδομένο αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, παρουσιάζεται ο τρόπος διασύνδεσης της οικονομίας με τους υπάρχοντες οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς ενώ επανεξετάζεται ο ρόλος της Νέας Θεσμικής Σχολής στην επιδίωξη του οικονομικού αποτελέσματος. Κατ αυτό τον τρόπο αναλύεται ο ορισμός των θεσμών ενώ γίνεται αναφορά σε έννοιες όπως οι τυπικοί και οι άτυποι θεσμοί, οι οργανισμοί, η ποιότητα της διακυβέρνησης ως ένα σύνολο παραγόντων, οι οποίοι πλαισιώνουν τη μελέτη του θεσμικού περιβάλλοντος και αναλύονται μέσα από τη διαμόρφωση της οικονομικής οργάνωσης. 5 η Συνεδρία: 13:20-15:30 ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΙΙΙ Πρόεδρος: Ιωάννης Βαβούρας (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο) Δημήτρης Μυλωνάκης (ΟΕ, Πανεπιστήμιο Κρήτης) Mathematics, Formalism in Economic Discourse: A Potted History with Some Partial Explanation Excessive mathematisation and formalisation of economic science has been one of the most important, if not the most important, feature of the development of economic science in the latter part of the twentieth century. So pervasive is mathematical modeling in economic discourse that one leading critic has gone as far as to describe the use of mathematics in economics as a form of ideology (Lawson, 2012). This paper describes the why's and how's of the process that has led to this state of affairs. The mathematisation and formalisation of economic science is a complicated process involving social, economic, intellectual, ideological and institutional factors. Recent scholarship including Ingrao and Israel (1990), Mirowski (1989, 2003), Weintraub (1985, 2002), Morgan and Rutherford (eds) (1998) among others, has helped to shed light to the factors involved in this process. Some of these works have set new standards to economic historiography. Although, thanks to these and other works, we are now in a much better position to understand the phenomenon of formalisation and mathematisation of economic science, most accounts tend to rely heavily on one or two factors involved in the process. Hence, for example, Lawson (2003, ch. 10), following Ingrao and Israel (1990), lays great emphasis on the role mathematics in Western Culture, coupled with an evolutionary, natural selection argument, as the basic determining factors, while Hodgson s (2012) emphasis lays with some institutional developments following World War II. These accounts, although sheding important light to some of the factors involved, leave some important questions unanswered. If the importance of mathematics in Western culture is the basic causal factor, why, for example, did this formalisation process only take place to such an extent after the Second World War? And why has it only came to dominate economics and not other social sciences such as sociology, anthropology and politics (although, especially in the latter, it has made some important headway) where the institutional factors at work were of a similar nature? In order to do justice to this multi-causal phenomenon, and to provide some, however tentative answers to these questions, all the different factors involved in the process of mathematisation have to be brought to bear on our explanation by showing explicitly how each of them has affected this process. In what follows we will try, on the basis of the existing literature, to offer a synthesis of the why s and how s of this complicated process. The story is brought up to 1960 focusing mostly on the intellectual but also on some socioeconomic and institutional factors involved. Γιώργος Σώκλης (ΙΤΕΠ, και ΣΕΜΦΕ, ΕΜΠ) Ποσότητες Εμπορευμάτων για την Παραγωγή Εμπορευμάτων και Τιμές Η εμπειρική σχέση μεταξύ των τιμών και των ποσοτήτων εργασίας που απαιτούνται για την παραγωγή των εμπορευμάτων, ήτοι των «εργασιακών αξιών», έχει αποτελέσει αντικείμενο σημαντικού αριθμού μελετών κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Το κύριο συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει η συντριπτική πλειοψηφία των εν λόγω μελετών, είναι ότι τιμές και εργασιακές αξίες δεν αποκλίνουν κατά «πολύ» και, συνεπώς, στον πραγματικό οικονομικό κόσμο οι εργασιακές αξίες συνιστούν τον κύριο προσδιοριστικό παράγοντα των τιμών. Από την άλλη μεριά, είναι γνωστό ότι ως «βάση μέτρησης της αξίας» μπορεί να θεωρηθεί, πέραν της εργασίας, οποιοδήποτε «βασικό» (à la Sraffa) εμπόρευμα και, επομέ- 8

9 νως, είναι δυνατόν να προσδιοριστούν οι λεγόμενες «εμπορευματικές αξίες», ήτοι οι άμεσες και έμμεσες ποσότητες εμπορευμάτων που απαιτούνται για την παραγωγή των εμπορευμάτων. Σκοπός της παρούσης είναι η εκτίμηση της απόκλισης τιμών-εργασιακών και τιμών-εμπορευματικών αξιών που αντιστοιχούν στους πίνακες εισροών-εκροών της Γαλλικής (για τα έτη 1995 και 2005), Ιαπωνικής (για το έτος 2000) και Φινλανδικής (για το έτος 2004) οικονομίας, και η αντιπαράθεση των σχετικών αποτελεσμάτων. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι η εμπειρική διερεύνηση της σχέσης τιμών-αξιών δεν θα πρέπει να απορρίπτει a priori τις εναλλακτικές βάσεις μέτρησης της αξίας. Περσεφόνη Τσαλίκη (ΟΕ, ΑΠΘ), Λευτέρης Τσουλφίδης (ΟΕ, ΠΑΜΑΚ) Κοινωνικά Αναγκαία Τεχνική και Οικονομική Θεωρία Το κεντρικό σημείο της εργασίας είναι η έννοια της κοινωνικά αναγκαίας ή δεσπόζουσας τεχνικής και η πραγμάτευσή της στις θεωρίες της αξίας και της διανομής. Το επιχείρημά μας είναι ότι ούτε ο μέσος όρος, αλλά ούτε και το ελάχιστο κόστος παραγωγής ταυτίζονται αναγκαστικά με τη δεσπόζουσα τεχνική. Η δεσπόζουσα τεχνική στην πραγματικότητα προσεγγίζεται με τον τύπο των κεφαλαίων, όπου η επέκταση ή η περιστολή της συσσώρευσης κεφαλαίου λαμβάνει χώρα. Υπό αυτή την έννοια, η δεσπόζουσα τεχνική γίνεται αντιληπτή και βεβαίως θεωρητικοποιείται ως οριακή, πράγμα που σημαίνει ότι η εν λόγω τεχνική χρησιμοποιείται από τις μονάδες κεφαλαίου που εισέρχονται (ή εξέρχονται) του κλάδου, και, ως εκ τούτου, επεκτείνουν (ή περιστέλλουν) την προσφορά του κλάδου. Η έννοια αυτή της δεσπόζουσας τεχνικής είναι απολύτως σύμφωνη με την κλασική θεωρία της αξίας και της διανομής και δεν συνάδει με την αντίστοιχη νεοκλασική θεωρία, παρότι που η εν λόγω θεωρία εδράζεται ρητά στην οριακή ανάλυση. Δημήτρης Παϊταρίδης (ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο) Η Παραγωγική και Μη Παραγωγική Εργασία πίσω από τους Εθνικούς Λογαριασμούς Στην παρούσα εισήγηση πραγματοποιείται μία ιστορική αναδρομή στο σύστημα των Εθνικών Λογαριασμών, από τον 17 ο αιώνα όπου εμφανίζονται στην Αγγλία οι πρώτες εκτιμήσεις του εθνικού εισοδήματος, έως και τα τέλη του 20 ου αιώνα. Ωστόσο, η εισήγησή μας δεν περιορίζεται σε μία καταγραφή της ιστορικής εξέλιξης των Εθνικών Λογαριασμών. Ταυτόχρονα αναδεικνύουμε και τη διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας πίσω από τις μετρήσεις του Εθνικού Εισοδήματος. Μία διάκριση η οποία έλαβε διαφορετικό περιεχόμενο στις επιμέρους Σχολές Οικονομικής Σκέψης, ώστε κάθε φορά να μεταβάλλονται και οι ίδιοι οι Εθνικοί Λογαριασμοί. Επομένως, βάση της διάκρισης αυτής η εισήγηση χωρίζεται σε τρία μέρη: α) στην περίοδο του Μερκαντιλισμού όπου εμφανίζονται οι πρώτοι εθνικοί λογαριασμοί, β) στην περίοδο από τον Μερκαντιλισμό έως τον Alfred Marshal όπου θεμελιώνεται από την Κλασσική Σχολή, η διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας και γ) στο Σύστημα των Εθνικών Λογαριασμών στον 20ο Αιώνα, όπου πλέον η διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας έχει υποχωρήσει, ενώ πληθαίνουν οι απόψεις που υποστηρίζουν πως ακόμη και μη αγοραίες δραστηριότητες θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις εκτιμήσεις του Εθνικού Εισοδήματος. Δημοφάνης Παπαδάτος (ΤτΕ, και ΔΔ, Πάντειο Πανεπιστήμιο) Δανειακό Χρηματικό Κεφάλαιο, Μορφές Χρήματος και Τόκος: Προτεινόμενο Πλαίσιο για ένα Μαρξιστικό Μακρο-Νομισματικό Σχήμα One of the major contributors in the anti-quantity theoretical tradition in monetary theory is Marx. Marx as a monetary theorist was significantly influenced by the anti-quantity theoretical tradition of the antibullionists and the Banking school. However, his own work provided necessary foundations for further arguments of that tradition. Marx, in the context of his circuit of total social capital, was able to combine forms of capital active in both the spheres of production and circulation, including forms of money-capital, and that way to subordinate money to the movement of total social capital. In this connection I argue that the most important of Marx s contributions in the anti-quantity theoretical tradition and monetary theory in general, is the introduction of his concept of interest-bearing capital. The paper shows that the use of the concept of interest-bearing capital permits a much deeper understanding and analysis of the nature and role of credit-money, the other forms of money and finance in the framework of capitalist economies, when placed in the context of the circuit of total social capital. Moreover the special role attributed to the form of loanable money capital, allows for the construction of an abstract macro-monetary schema where money is subordinated to the movement of the circuit of capital which 9

10 is in line with Marx s own effort in Capital III, to construct a similar model in which the movement of money is subsidiary to the movement of capital. The general validity of the macro-monetary schema suggested here is revealed as the mainstream theories for interest rate determination, that is loanable funds theory and liquidity preference theory, can be interpreted as particular instances of loanable money capital. Ολοκλήρωση Εργασιών Γεύμα Οργανωτική Επιτροπή Νίκος Θεοχαράκης Θεόδωρος Μαριόλης Χαράλαμπος Οικονομίδης Δημήτρης Παϊταρίδης Γιώργος Πετράκος Νίκος Ροδουσάκης Γιώργος Σώκλης Επιστημονική Επιτροπή Ιωάννης Βαβούρας Σταύρος Δρακόπουλος Μιχάλης Ζουμπουλάκης Νίκος Θεοχαράκης Θεόδωρος Μαριόλης Λευτέρης Τσουλφίδης Μιχάλης Ψαλιδόπουλος Χορηγοί ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΥΠΩΘΗΤΩ-ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΔΑΝΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ MATURA ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ 10

11 ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ * * Ακολουθούν εκείνα τα κείμενα εισηγήσεων, τα οποία οι συγγραφείς τους έστειλαν, μετά τη λήξη του Συνεδρίου, και έως τις , προς ανάρτηση [Θ. Μ., ]. 11

12 Η Κοινωνική Ευημερία στην Οικονομική Σκέψη ΕΙΡΗΝΗ ΛΕΡΙΟΥ 1. Εισαγωγή Υπάρχουν δύο κύριες οικονομικές σκέψεις της κοινωνικής ευημερίας. Η «Νεοκλασική Οικονομική της Ευημερίας» ή «Νεοκλασική Προσέγγιση» με κύριους εκφραστές τους Pigou, Marshall, Edgeworth,και η «Νέα Οικονομική της Ευημερίας» ή «Σύγχρονη Προσέγγιση» με κύριους εκφραστές τους Pareto, Kaldor, Hicks. Ο Jules Dupuit ( ) είναι ο εφευρέτης του πλεονάσματος του παραγωγού και του καταναλωτή ως βασικού δείκτη μέτρησης της ευημερίας. Ο Alfred Marshall ( ) έκανε γνωστό το δείκτη (εργαλείο) αυτό, ως το πιο κατάλληλο για εκείνη την εποχή, εργαλείο μέτρησης της μεταβολής της ευημερίας. Ο Francis Ycidro Edgeworth όρισε τον ακριβή ωφελιμισμό που α- ποτελεί και τη κύρια αρχή του. Ο Arthur Cecil Pigou αποτελεί τον βασικότερο εκφραστή της «Νεοκλασικής Προσέγγισης» ενώ κεντρικός άξονας της θεμελίωσης της θεωρίας του ήταν η δημιουργία απλών, πρακτικών μέτρων για τη προώθηση της ευημερίας. Ο Pareto που αποτελεί τον βασικότερο εκφραστή της «Σύγχρονης Προσέγγισης» συνέθεσε ένα μοντέλο γνωστό ως «Αριστοποίηση κατά Pareto». Oι Kaldor Hicks καθιέρωσαν ένα «νέο κριτήριο Pareto» που ονομάζεται και «Αρχή της αποζημίωσης». Οι Βergson Samuelson δημιούργησαν μια συνάρτηση κοινωνικής ευημερίας. Ο Kenneth Arrow ανέπτυξε το «Τρίτο θεμελιώδες θεώρημα της οικονομικής της ευημερίας». Ενώ ο Amartya Sen θεμελίωσε και εκπροσωπεί τη τελευταία οικονομική σκέψη στο πεδίο της ευημερίας. Η θεωρία του στηρίζεται στην αρετολογία. Βέβαια το ζήτημα της ευημερίας είχε απασχολήσει πολύ και τον Αριστοτέλη. 2. Η Ιστορία της Ευημερίας 2.1. Η νεοκλασική προσέγγιση Η έννοια του πλεονάσματος του καταναλωτή εφευρέθηκε το 1844 από το Γάλλο μηχανικό Jules Dupuit ( ), o οποίος για πρώτη φορά προσπάθησε να μελετήσει θεωρητικά το πρόβλημα της μέτρησης της χρησιμότητας προτείνοντας τη χρησιμοποίηση των πλεονασμάτων του παραγωγού και του καταναλωτή ως μέτρο μεταβολής της και συνακόλουθα ως δείκτη μέτρησης της ευημερίας. O Alfred Marshall ( ) είναι Βρετανός οικονομολόγος από το πανεπιστήμιο του Cambridge από τον οποίο είχαν διδαχθεί ο Keynes και ο Pigou. Στο βιβλίο του Principles of Economics το οποίο δόθηκε για πρώτη 12

13 φορά στη δημοσιότητα τον Ιούλιο του 1890, έκανε γνωστό το εργαλείο του πλεονάσματος του καταναλωτή, προσδιορίζοντας το ως το πιο κατάλληλο εργαλείο μέτρησης της μεταβολής της χρησιμότητας ή της ευημερίας, υπό την προϋπόθεση της σταθερής οριακής χρησιμότητας του εισοδήματος. O Francis Ysidro Edgeworth είναι Ιρλανδός οικονομολόγος από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και ιδρυτικό μέλος της γενιάς των νεοκλασικών οικονομολόγων προς τα τέλη της Βικτωριανής εποχής. To κυριότερο χαρακτηριστικό της συνεισφοράς του στην οικονομική επιστήμη είναι ότι τη προσέγγισε από τη πλευρά των μαθηματικών, κατασκευάζοντας σημαντικά εργαλεία όπως το Edgeworth Box. Ανέπτυξε τη γενική μορφή χρησιμότητας και τις καμπύλες αδιαφορίας, ενώ όρισε τον ακριβή ωφελιμισμό ο οποίος αποτελεί και τη κύρια αρχή του, ως «τη μεγαλύτερη ποσότητα ευτυχίας των νοημόνων όντων, αποκλειστικά μέσω αριθμών και διανομής». Είναι βαθιά επηρεασμένος από το Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όπως ο ίδιος ομολογεί, ενώ σε διάφορα σημεία των έργων του γράφει σε αρχαία ελληνικά. Κύριο εκφραστή της Νεοκλασικής Οικονομικής της Ευημερίας αποτελεί ο A.C Pigou (1912,1920). Κεντρικός άξονας της θεμελίωσης της θεωρίας του ήταν η δημιουργία απλών, πρακτικών μέτρων για τη προώθηση της ευημερίας. Το βασικό πλαίσιο της ανάλυσης του βασίζεται σε δύο δογματικές προτάσεις: α) Η ευημερία ως έννοια περιλαμβάνει μόνο καταστάσεις που εμπίπτουν στη σφαίρα της συνείδησης, και όχι στη σφαίρα των απτών πραγμάτων. β) Η ευημερία είναι κάτι μετρήσιμο ποσοτικά υπό την έννοια ότι μπορεί να τεθεί στη κατηγορία του περισσότερου και λιγότερου. Στην ανάλυση του ο Pigou έδωσε έναν ορισμό της Οικονομικής Ευημερίας ως «το σύνολο των ικανοποιήσεων και των μη ικανοποιήσεων που προέρχονται από τη κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών που μπορούν να αποτιμηθούν σε οικονομικούς όρους». Η οικονομική ευημερία αυξάνεται σε τέσσερις περιπτώσεις: (i). Όταν αυξάνεται το συνολικό εθνικό προϊόν. (ii). Όταν συντελείται αναδιανομή του εθνικού μερίσματος υπέρ των φτωχών. (iii). Όταν μειώνεται η μεταβλητότητα του συνολικού εθνικού προϊόντος. (iv). Όταν μειώνεται η μεταβλητότητα του τμήματος εκείνου του μερίσματος που αφορά τα φτωχά άτομα Η σύγχρονη προσέγγιση Ο Pareto συνεχίζει το έργο του Walras και επισημαίνει τη σημασία της αξίας της Γενικής Ισορροπίας. Αποδεχόμενος τις καμπύλες αδιαφορίας, έφτιαξε ένα μοντέλο από το οποίο εξάγεται η Αριστοποίηση κατά Pareto. Σύμφωνα με αυτή μια κατάσταση της οικονομίας ονομάζεται Άριστη ή Αποτελεσματική κατά Pareto, εάν δεν είναι δυνατό μέσα από κάποια αναδιοργάνωση της παραγωγής 13

14 και της διανομής να βελτιωθεί η θέση κάποιου χωρίς να ζημιωθεί η θέση κάποιου άλλου. Υπάρχουν δύο βασικά θεωρήματα των οικονομικών της ευημερίας. Το πρώτο ορίζει ότι κάθε ανταγωνιστική ή βαλρασιανή ισορροπία οδηγεί σε αποτελεσματική κατά Pareto κατανομή των πόρων. Το δεύτερο δηλώνει το αντίθετο, ότι κάθε αποτελεσματική κατανομή μπορεί να είναι βιώσιμη μέσω μιας α- νταγωνιστικής ισορροπίας. Έτσι, παρουσιάζει ένα σοσιαλιστικό σύστημα, ό- που η συνολική οικονομική αποτελεσματικότητα απαιτεί τους ίδιους συντελεστές παραγωγής με αυτούς που θα επικρατούσαν υπό το σύστημα του ελεύθερου ανταγωνισμού, και υπεύθυνος για τη διαμόρφωση αυτών των συντελεστών παραγωγής είναι ο Υπουργός Οικονομικών, εάν η διανομή του εισοδήματος καθοριζόταν ακριβώς όπως εάν ίσχυε ο ελεύθερος ανταγωνισμός και υπεύθυνος για αυτή τη κατανομή του καθαρού εισοδήματος ήταν ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Ο Pareto δέχτηκε δριμείς κριτικές για αυτή τη προσέγγιση της συνολικής οικονομικής ευημερίας. Οι Hicks και Kaldor καθιέρωσαν ένα «νέο κριτήριο Pareto» γνωστό και ως «αρχή της αποζημίωσης» ή «αρχή της δυνητικής αποζημίωσης». Σύμφωνα με αυτό, μία κατάσταση είναι κοινωνικά επιθυμητή εάν αυτοί που θα επωφεληθούν, μπορούν να αποζημιώσουν εκείνους που θα ζημιωθούν και επίσης θα υπάρχει και κάποιο περίσσευμα ωφέλειας. Η αποζημίωση αυτή είναι δυνητική και όχι πραγματική. Σύμφωνα με το «κριτήριο Scitovszky» αν οι ωφελημένοι μπορούν να αποζημιώσουν τους ζημιωμένους, πρέπει να αποδειχτεί ότι οι ζημιωμένοι δε πρόκειται να χάσουν τόσο πολύ, ώστε να δωροδοκήσουν τους ω- φελημένους για να μη γίνει η αλλαγή. Σύμφωνα με τον Little θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν κατά πόσο η αποζημίωση είναι πραγματική ή δυνητική και πρότεινε ως τρίτο κριτήριο το οποίο ονομάζεται «κριτήριο Little» την αξιολογική κρίση κατά πόσο είναι κοινωνικά επιθυμητή οποιαδήποτε διανομή του εισοδήματος Συνάρτηση κοινωνικής ευημερίας και νέες ιδέες Διάφοροι νεοκλασικοί για να ξεπεράσουν τη κριτική των θετικιστών για τις α- ξιολογικές κρίσεις αντικατέστησαν τη διαπροσωπική σύγκριση των χρησιμοτήτων με την ιεράρχηση των κοινωνικών καταστάσεων των ατόμων. Την αρχή αυτή προς τη νέα τάση την έκανε ο Bergson περιγράφοντας μια συνάρτηση κοινωνικής ευημερίας και την επίτευξη ισορροπίας σύμφωνα με το σημείο μέγιστης παραγωγικής δυνατότητας. Αργότερα εισήγαγε την ηθική διάσταση της αξιολόγηση και της ταξινόμησης των διάφορων εμπειρικών οικονομικών καταστάσεων δίνοντας το χαρακτήρα της ηθικής αξιολόγησης. Ο Samuelson το 1947 ακολουθώντας τη προσέγγιση του Bergson ανέπτυξε τις υποθέσεις που εισάγονται για το σχηματισμό της συνάρτησης ευημερίας καθώς και τις συν- 14

15 θήκες ισορροπίας που οδηγούν σε άριστο παραγωγικό και καταναλωτικό σημείο στην οικονομία και κατέληξε στις συνθήκες άριστων παραγωγικών και καταναλωτικών σημείων που με τη ταυτόχρονη ισότητα τους αποδεικνύουν τη μεγιστοποίηση της συνάρτησης κοινωνικής ευημερίας. Ο Arrow προσπάθησε να βρει ποιες είναι οι ελάχιστες προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί ένας κανόνας κοινωνικής επιλογής προκειμένου να εκφράζει όλες τις δυνατές κατατάξεις των ατομικών προτιμήσεων. Στήριξε την ανάλυση του στον ατομικισμό και στη κατά τάξη μέτρηση της ευημερίας. Ουσιαστικά θέλει να δείξει ότι η ιεραρχική κατάταξη των προτιμήσεων των ατόμων οδηγούν σε μεγιστοποίηση της ευημερίας όταν εκπληρώνονται κάποιες συνθήκες. Τελικά καταλήγει σε αυτό που ονομάζεται «Τρίτο θεμελιώδες θεώρημα της οικονομικής της ευημερίας», σύμφωνα με το οποίο δε μπορεί να δημιουργηθεί μια συνεπή συνάρτηση κοινωνικής ευημερίας που να ικανοποιεί τις συνθήκες που θέτει και να στηρίζεται στην ατομιστική ορθολογική αρχή διότι υπάρχουν ηθικοί κανόνες που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν διαμέσου της ατομιστικής αγοραίας συμπεριφοράς. Γνωστό και ως «Θεώρημα της Αδυνατότητας». Ο Amartya Sen υποστήριξε ότι η θεωρία της κοινωνικής επιλογής πρέπει να λάβει υπόψη της την ελευθερία του ατόμου και μέσα σε αυτή την ελευθερία εντάσσει και τις δυνατότητες του ατόμου. Μια εναλλακτική προσέγγιση του ευ ζειν είτε πρόκειται για αγαθά είτε για πόρους είναι να εστιάσουμε στην ελευθερία, στη πραγματική ζωή των ατόμων και σε αξίες που ο Sen ονομάζει δυνατότητες. Οι δυνατότητες είναι βασικές μεταβλητές της αξιολόγησης της ω- φέλειας των ανθρώπων. Δίνεται έμφαση στην ελευθερία του ατόμου ως προς την ευημερία. Σε διαφορετικές καταστάσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικές κατηγορίες δυνατοτήτων. Η ισότητα των φύλων είναι επίσης ότι καλύτερο μπορεί να συμπεριληφθεί. Δείκτες οι οποίοι στηρίζονται σε αυτή τη προσέγγιση είναι οι δείκτες ανθρώπινης ανάπτυξης αλλά και δείκτες ανάπτυξης που συσχετίζονται με τα δύο φύλλα όπως για παράδειγμα ο δείκτης ανισότητας των φύλων Αριστοτέλης O Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι η ευημερία αυξάνεται όταν εξαλείφεται η φτώχεια και όταν ενισχύεται η μεσαία τάξη, όταν αυξάνεται η δημόσια έκταση συγκριτικά με το πληθυσμό. Επίσης απονέμεται οικονομική δικαιοσύνη όταν οι απολαβές διανέμονται ανάλογα με την αξία του κάθε ατόμου και όταν εφαρμόζεται η θεωρία των αποζημιώσεων. 15

16 3. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις (i). Οι σπουδαιότεροι θεμελιωτές της οικονομικής ευημερίας είναι ο Pigou και ο Αριστοτέλης. Οι ανεξάρτητες διατυπώσεις αυτών των δύο φωτισμένων μυαλών, αποτέλεσαν την κύρια αφετηρία όλων των θεωριών της ευημερίας. (ii). Η θεωρία της ευημερίας θεμελιώθηκε και είναι στενά συνδεδεμένη με την ηθική. Στη πορεία όμως η βιομηχανική επανάσταση και οι συνέπειες της είχαν ως αποτέλεσμα να απομακρυνθεί σημαντικά το πεδίο της οικονομικής ευημερίας από την ηθική του βάση και να δημιουργηθούν εργαλεία χωρίς ορισμένες φορές πρακτική χρησιμότητα. (iii). Η συνεισφορά του Amartya Sen είναι ιδιαίτερα σημαντική για δύο κυρίως λόγους. Αφενός διότι εκπροσωπεί τη πιο πρόσφατη ιστορικά, οικονομική σκέψη στην ευημερία. Αφετέρου γιατί η θεωρία του στηρίζεται στην αρετολογία, δηλαδή στον Αριστοτέλη και ξεφεύγει από τα αυστηρά, άκαμπτα μαθηματικά αλλά και στερούμενων ορισμένες φορές πρακτικής χρησιμότητας στην οικονομική ευημερία διαγράμματα, προερχόμενα όλα αυτά από την επιστήμη της μηχανολογίας, όπου μέχρι πριν λίγα χρόνια στοίχειωναν τη θεωρία της ευημερίας, ως κατάλοιπο της βιομηχανικής επανάστασης. Ένα κατάλοιπο το οποίο προκαλεί σήμερα σοβαρές αποκλίσεις στις απόψεις των δραστηριοποιούμενων στο πεδίο της μικροοικονομικής θεωρίας της ευημερίας. (iv). Η θεωρία της οικονομικής ευημερίας στηρίζεται στην ηθική και συνορεύει με την επιστήμη της φιλοσοφίας από όπου και γεννήθηκε. Έγιναν προσπάθειες να μελετηθεί η ευημερία στο οικονομικό πεδίο, στις οποίες o Pigou έδωσε μεγάλη ώθηση, ενώ δημιουργήθηκαν παράλληλα δύο ρεύματα. Το ρεύμα εκείνο το οποίο εκφράζεται μέσα από τη σχολή οικονομικής σκέψης που ο ί- διος θεμελίωσε και το ρεύμα εκείνο το οποίο διαφοροποιήθηκε κυρίως επειδή δε δεχόταν τις διαπροσωπικές συγκρίσεις στη χρησιμότητα, επιτρέποντας την ίδρυση μιας δεύτερης βασικής σχολής οικονομικής σκέψης της ευημερίας με κύριο εκφραστή της το Pareto. Χρονικά πάντως τα δύο αυτά ρεύματα δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα. Kατά τη διαδικασία αυτή η θεωρία της οικονομικής ευημερίας άρχισε να απομακρύνεται από την ηθική, ενώ στις τελευταίες θεωρίες φαίνεται ότι ίσως γίνεται προσπάθεια να εξεταστεί και πάλι στη βάση της ηθικής από όπου και γεννήθηκε. (v). Ωστόσο σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και στην ιστορική εξέλιξη της οικονομικής σκέψης της ευημερίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, διαδραμάτισαν διατυπώσεις που ιστορικά τοποθετούνται πολύ πιο πίσω από την εποχή που συνηθίζουμε να εξετάζουμε όταν ερευνούμε την οικονομική ευημερία και συγκεκριμένα οι διατυπώσεις του Αριστοτέλη, οι οποίες δε θα μπορούσαν να μη συμπεριληφθούν σε μία τέτοια μελέτη. 16

17 Βιβλιογραφία Ελληνόγλωσση Βαβούρας, Ι. (1983) Επιλογή Μεθοδολογίας Κοινωνικής Ανάλυσης των Σχεδίων Επένδυσης. Η Περίπτωση της Ελλάδας, Αθήνα, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δρακόπουλος, Α. Σ. και Καραγιάννης Δ. Α. (2004) Ιστορία της Οικονομικής Σκέψης, Μια Επισκόπηση, Αθήνα, Εκδόσεις Κριτική Λιανός, Θ. (2012) Η Πολιτική Οικονομία του Αριστοτέλη, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης Ξενόγλωσση Allais, M. (1968) Vilfredo Pareto: Contributions to Economics, Encyclopedia of the Social Sciences, Vol. 2, pp , New York, Macmillan & Co, and Free Press Arrow, J. K., Sen, A. and Suzumura K. (1997) Social Choice Re-examined, New York, Palgrave Macmillan Cowen,T. (2000) Economic Welfare, Cambridge, University Press. Dupuit, J. (1861) La Liberté Commerciale: son principe et ses conséquences, Paris, Guillaumin et ceux éditeurs Edgeworth, F.Y. (1881) Mathematical Psychics: An Essay on the Application of Mathematics to the Moral Sciences, London, Κegan Paul and Co. Edgeworth, F.Y. (1913) Wealth and Welfare by A.C. Pigou, The Economic Journal, 23 (89), pp Ekelund, B.R. and Hebert, F. R. (1997) Τhe Dupuit-Marshall theory of competitive equilibrium, Εconomica, 66 (262), pp Kaldor, N. (1939) Welfare propositions of economics and interpersonal comparisons of utility, The Economic Journal, 49 (195), pp Little, I.M.D (1950) A Critique of Welfare Economics, Oxford, Clarendon Press Marshall, A. (1890) Principles of Economics, London, Macmillan and Co Pigou, C. A. (1920) The Economics of Welfare, London, Macmillian and Co Samuelson, P. (1983) Foundations of Economic Analysis, USA, Harvard University Press Scitovszky, T. De (1941) A note on welfare propositions in economics, The Review of Economic Studies, 9 (1), pp Διαδικτυακές Kαραγιάννης, Α.: FjAA&url=http%3A%2F%2Fconference.het.gr%2FHET%2Fpdf%2Fkarayianni s_welfare_5th.pdf&ei=eheqvjm2o6okygpt- 4GQDQ&usg=AFQjCNEH1iYutL2oh7ZFf5Onm_kl8_gFZw&sig2=DMP4oI37 7LQwCQw_1EaoMA 17

18 Η Δικαία Διανομή του Πλούτου στην Ελληνική και Ελληνιστική Ρωμαϊκή Πραγματικότητα: Τα Συσσίτια των Ελληνικών Πόλεων και τα Κοινά Δείπνα Αγάπης ΧΡΗΣΤΟΣ Π. ΜΠΑΛΟΓΛΟΥ Πρόλογος Θερμά συγχαρητήρια οφείλονται στην οργανωτική επιστημονική επιτροπή της 16 ης Ε- πιστημονικής Συναντήσεως των Ελλήνων Ιστορικών της Οικονομικής Σκέψεως και των Οικονομικών Θεωριών που συνεχίζει τον θεσμό, που εκκίνησε με δειλά βήματα και περιορισμένη ανταπόκριση στον Βόλο, το Μάιο του 1999 και βαθμιαία έχει διευρυνθεί σημαντικά. Ευχαριστίες εκφράζω στον Θεόδωρο Μαριόλη για την πρόσκλησή του. Η σημερινή ανακοίνωση εντάσσεται στο πρόγραμμα που έχω εκκινήσει περί της συστηματικής αναλύσεως και κριτικής παρουσιάσεως των οικονομικών της Καινής Διαθήκης, αλλά και της οικονομικής διανοήσεως και συμπεριφοράς προσωπικοτήτων της εποχής της 1. H παρούσα ανακοίνωση είναι απόρροια προγενεστέρας μελέτης μου, που παρουσιάσθηκε στο Διεθνές Συνέδριο εις μνήμην του Καθηγητού Αναστασίου Δ. Καραγιάννη ( ), που πραγματοποιήθηκε στον Βόλο (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Οκτωβρίου 2013) 2. Εισαγωγή Η δήλωση του διαπρεπούς Βρεταννού οικονομολόγου, πανεπιστημιακού, διανοουμένου και πολυγράφου ιστορικού των οικονομικών θεωριών και δοξασιών Sir Lionel Robbins 1 Πβ. Χ. Π. Μπαλόγλου «Η επιχειρηματικότητα και οι επιχειρηματίες στη ζωή του Απ. Παύλου», Celestia τχ. 3 ον, Νοέμβριος 2009, σσ Ιδίου «Εργασία, επάγγελμα και οικιακή οικονομία κατά τον Απόστολο Πέτρο», Πελοποννησιακά Λ (1) (2011) σσ [: Στέφανος εις Τάσον Α. Γριτσόπουλον]. Ιδίου«Η διοίκηση και οργάνωση του Οίκου κατά τον Απόστολο Παύλο σε συνάφεια με την αρχαιοελληνική θεώρηση (εκτενεστάτη περίληψη γερμανιστί)», Zbornik. Journal of Classical Studies 13(2011) Του αυτού «Η οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα του Αποστόλου Βαρνάβα»,Εκκλησιαστικός Φάρος ΠΒ (2011) Του αυτού «Η διοίκηση και οργάνωση του Οίκου κατά τον Απόστολο Παύλο», Τιμητικός Τόμος για τον Ομότιμο Καθηγητή Σωτήριο Καρβούνη, πρώην Πρύτανι Πανεπιστημίου Πειραιώς. Πειραιάς, 2012,σσ Tου αυτού «Η οικονομική διάσταση της μαγείας στις Πράξεις των Αποστόλων», Μάραθα ΙΣΤ (2013) Του αυτού «Η συνεισφορά και συμβολή του Μνάσωνος στην συγκρότηση της αρχαίας Εκκλησίας», Εκκλησιαστικός Φάρος ΠΓ -ΠΔ ( ) Του αυτού «Η βαρύνουσα θέση του Αποστόλου Ναθαναήλ και η επαγγελματική του απασχόληση. Διόρθωση ημαρτημένων και λανθασμένων θέσεων», Εκκλησιαστικός Φάρος ΠΓ -ΠΔ ( ) Του αυτού «Η άγνωστη συμβολή μιας γυναίκας στο ιεραποστολικό έργο του Χριστού και των Μαθητών Του», Ἄμπελος, περ. Δ, τχ. 70 ο, Α -Β Τρίμηνο 2013, σελ. 7. Του αυτού «Η οικονομική και επαγγελματική απασχόληση των Μαθητών του Χριστού. Συμβολή στην οικονομία και οικονομική διανόηση των Χρόνων της Καινής Διαθήκης», Τιμητικός Τόμος προς τιμήν του Καθηγητού Γεωργίου Στ. Κορρέ (υπό έκδοση). 2 X. Π. Μπαλόγλου «Διάλογος ελληνικής και βιβλικής οικονομικής φιλοσοφίας. Η δικαία διανομή του πλούτου: Από τα ελληνικά συσσίτια στα κοινά δείπνα αγάπης», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 31(91)(Ιανουάριος 2014) 27-49(περίληψη αγγλιστί). 18

19 ( ) 3, σύμφωνα με την οποία στην Καινή Διαθήκη δεν απαντώνται πληροφορίες και στοιχεία με οικονομικό ενδιαφέρον, με μοναδική εξαίρεση την περιγραφή του επεισοδίου του Ανανία και της Σαπφείρης στο βιβλίο των Πράξεων(των)Αποστόλων (Πραξ. ε 1-11), οι οποίοι προσεπάθησαν να προστατεύσουν την περιουσία τους 4, δίδει την πρόσφορη αφορμή για μία ειδικώτερη ενασχόληση από οικονομικοκοινωνικής πλευράς των συνθηκών οεργανώσεως της Αρχεγόνου Εκλησίας. Είναι ενδεικτικό ότι στα πλέον έγκριτα εγχειρίδια και συγγράμματα Ιστορίας των Οικονομικών Θεωριών και Οικονομικής Σκέψεως απουσιάζει οποιαδήποτε μνεία ή έστω απλή αναφορά σε τυχόν οικονομική φιλολογία ή οικονομική ανάλυση της Καινής Διαθήκης 5. Παρόλα αυτά όμως δεν θα πρέπει να παραγνωρισθεί η ύπαρξη σχετικής φιλολογίας, η οποία προβαίνει σε συγκριτικού χαρακτήρα παρουσιάσεις και αναλύσεις μεταξύ της βιβλικής γραμματείας και των έργων της ελληνικής και ρωμαϊκής γραμματείας σε θέματα τόκου και πιστωτικών σχέσεων 6, πολιτικής φιλοσοφίας 7, διαχειρίσεως και διοικήσεως του Οίκου και της οικονομικής μονάδος 8. Παράλληλα, έχει εκκινήσει, εξ αφορμής της οικονομικής κρίσεως, από θεολόγους ένας διάλογος βιβλικής θεολογίας και οικονομίας 9, ήτοι σε ποιο βαθμό η βιβλική θέση που ασχολείται με το ζήτημα των κοινωνικά και οικονομικά ασθενών είναι σε θέση να δημιουργήσει νέες δυναμικές στον χώρο της χριστιανικής ηθικής, όπως την δημιουργία ενός κοινωνικού κράτους, το οποίο θα προβάλει την δύναμη των αδυνάτων ή ακόμη την ανανέωση της κοινωνικής οικονομίας μέσω ενός καπιταλισμού της αγάπης προς το πλησίον» 10. Αξίζει να επισημανθεί η διεξαγωγή ειδικού συνεδρίου κατά το παρελθόν με κεντρικό τίτλο «Χριστιανική κοινωνική διδασκαλία και η πολιτική του χρήματος», στο οποίο εξετάσθηκαν θέματα που προκύπτουν από την ηθική χρήση του χρήματος, τις προτάσεις που μπορεί να προσφέρει η πίστη και η θεολογική παράδοση γενικότερα για την αντιμετώπιση του καπιταλισμού και 3 Lionel Robbins, Autobiography of an Economist. London: Macmillan, Για το έργο και την προσωπικότητά του πβ. D.P.O Brien, «Lionel Charles Robbins », Ecοnomic Journal 98 (March 1988) T. W. Hutchison «Robbins, Lionel», εν D.L.Sills,επιμ., International Encyclopaedia of the Social Sciences 18(1979). 4 Lionel Robbins, A History of Economic Thought. The LSE Lectures. Edited by Steven G. Medema and Warren J. Samuels. Foreword by William J. Baumol (σσ. xiii-xxviii). Princeton, NJ: Princeton University Press, 1998, σελ H. W. Spiegel, The Growth of Economic Thought. Durham: Duke University Press, Πβ. Robert P. Maloney, C.M., «Usury in Greek, Roman and Rabbinic Thought», Traditio 27(1971) Barry Gordon «Lending at interest: some Jewish, Greek, and Christian approaches, 800 B.C.-AD 100», History of Political Economy 14(3) (1982) Ειδικά για την Παλαιά Διαθήκη πβ. Ηλία Β. Οικονόμου «Αι πιστωτικαί και δανειοδοτικαί αντιλήψεις της Παλαιάς Διαθήκης», εν Μελέται προς τιμήν Στρατή Γ. Ανδρεάδη, τόμ. Γ, Αθήναι 1973, Λουκά Παντ. Πάτρα «Αρχέτυπα της κοινωνικής πολιτικής στη Βίβλο (Παλαιά Διαθήκη)»,Χρονικά Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος, τόμ. Λ, αρ. 209 (Μάιος-Ιούνιος 2007) Αθαν. Αντωνοπούλου και Χ. Τερέζη «Διάλογος βιβλικής και φιλοσοφικής ερμηνείας: Αποστόλου Παύλου Α προς Κορινθίους και Αριστοτέλους Πολιτικά», Απόστολος Παύλος και Κόρινθος, τόμ. Α, σσ Karin Lehmeier, Oikos und Oikonomia. Antike Konzepte der Haushaltsführung und der Bau der Gemeinde bei Paulus. Marburg, N. G. Elwert, Χ. Π. Μπαλόγλου «Διάλογος βιβλικής και φιλοσοφικής ερμηνείας: Η διοίκηση και οργάνωση του Οίκου και της οικονομικής μονάδος κατά τον Ξενοφώντα και τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο», Celestia Nova, 4(2) (2013) Πβ. για το θέμα αυτό τα δύο αφιερώματα του περιοδικού Θεολογία,τόμ.83, τχ.2 ο (Απρίλιος-Ιούνιος 2012) και τχ. 4 ο (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2012) με τον τίτλο Θεολογία και Οικονομία: προσεγγίσεις στη σύγχρονη κρίση.. Πβ. Σύναξη, τχ. 114(Απρίλιος-Ιούνιος 2010): Η οικονομία σε κρίση. 10 Markus Vogt «Die Stärke der Schwachen.Vorstudien zu einem sozialethischen Programm»,Mϋnchner Theologische Zeitschrift 60(2007).Πβ. Αικατ. Τσαλαμπούνη «Περιοδικά Ανάλεκτα»,Θεολογία 80(2)(2009)

20 του νεοφιλελευθερισμού ως κυριάρχων οικονομικών συστημάτων που υποβιβάζουν την ιερότητα της ζωής 11. Υπό την οπτική αυτή η παρούσα μελέτη συγκρίνει δύο θεσμούς, έναν από την κλασσική Αρχαιότητα και έναν από την ζωή της Αρχεγόνου Εκκλησίας. Κατὰ τὴν ἐπιστημονικὴ αὐτὴ ἀπόπειρα λάβαμε ὑπ ὄψιν τον θεσμό των συσσιτίων, όπως αυτός περιγράφεται σε συγκεκριμένα πολιτεύματα και πολιτείες της ελληνικής αρχαιότητος και τον συγκρίνουμε με τον θεσμό των κοινών δείπνων, που αποτελεί έναν κορυφαίο θεσμό της Αρχεγόνου Αποστολικής Εκκλησίας. Τα «συσσίτια» ως κορυφαίος θεσμός των «ευδοκιμουσών»πολιτειών 12 και τα «κοινά δείπνα αγάπης» της Αρχεγόνου Εκκλησίας αποσκοπούν στην ύπαρξη ομονοίας και «ενότητος» μεταξύ των πολιτών και των χριστιανώνμελών της Εκκλησίας. Κοινή αφετηρία και των δύο κορυφαίων θεσμών είναι ότι εδράζονται επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. 1. Το Ιδιοκτησιακόν Καθεστώς και ο Θεσμός των Συσσιτίων Προεισαγωγικώς αξίζει να επισημανθεί ότι η βάση του θεσμού της ιδιοκτησίας τόσο στον αρχαίο Ισραήλ όσο και στους Ἕλληνες δεν είναι κοινωνική, αλλά κυρίως θρησκευτική. Το δικαίωμα ιδιοκτησίας θεωρείται θείας καταγωγής και συνεπώς ιερόν. Ο σεβασμός προς την ιδιοκτησία αποτελεί θρησκευτική επιταγή, η οποία τελεί υπό την επιβολή ιδίων θεοτήτων, των «ορίων θεῶν» 13. Τέλος, το Ρωμαϊκό Δίκαιο νομιμοποίησε το απόλυτο δικαίωμα της ιδιοκτησίας: «Dominium est jus utendi et abutendi re sua, quantenus juris ratio patitur(= Κυρίαρχη ιδιοκτησία είναι το δικαίωμα να χρησιμοποιεί κανείς και να καταναλώνει τα πράγματά του τόσο, όσο είναι συμβατό με την λογική, δηλαδή την λογική του νόμου)» 14. Ο τρόπος αποκτήσεως, διαχειρίσεως και δικαίας διανομής των αγαθών αποτελεί θεμελιώδες πρόβλημα και διατρέχει την ελληνική οικονομική φιλοσοφία. Εύστοχα και λακωνικά υπενθυμίζει ο Ευριπίδης: «Δεν είναι δικά μας τα χρήματα, άνθρωποι. είναι των Θεών και αυτοί μας έχουν αναθέσει την επιμέλειά τους» 15. Επίσης ο Ξενοφών παρατηρεί ότι «δεν πρέπει να θεωρούμε ευτυχείς όλους τους πλουσίους. Ευτυχείς είναι μόνον εκείνοι, που απέκτησαν έντιμα τον πλούτον και τον χρησιμοποιούν για το καλό των συνανθρώπων» Το Συνέδριο διεξήχθη κατά το διάστημα 9-10 Ιουλίου 2009 από το Τμήμα Θεολογίας και Θρησκευτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Νότιγχαμ. Πβ. «Θεολογικά Χρονικά»,Θεολογία 80(2)(2009) σελ Εμμ. Μικρογιαννάκη «Ο δήμος εις «τὰς ευδοκιμούσας» πολιτείας κατ Αριστοτέλη», Αθηνά ΟΓ -ΟΔ (=Λειμωνάριον Ν. Β. Τωμαδάκη) ( ) Χ. Π. Μπαλόγλου, Η κριτική ανάλυση των πολιτειακών και κοινωνικοοικονομικών θεσμών «εὐδοκιμουσῶν» πολιτειών από τον Αριστοτέλη. Αθήνα Πλάτωνος, Νόμοι VIII 842d. 14 Παράθεση στον Ul. Duchrow «Θεολογία και παγκόσμια οικονομία», Θεολογία 83(2)(Απρίλιος-Ιούνιος 2012) 37-54, εδώ σελ Ευριπίδου, Φοίνισσαι Ξενοφ., Κυρ. Παιδ. VIII II

21 Ο Αριστοτέλης προβαίνει σε εξονυχιστικό έλεγχο του θεσμού της ιδιοκτησίας 17,προβάλλει τα προτερήματά του και αναγνωρίζει τα δύο σημαντικά μειονεκτήματά του, την φιλαυτία 18 και την φιλοχρηματία 19, αναλύει τα θετικά σημεία της κοινοκτημοσύνης, την κοινωνική αλληλεγγύη και την φιλανθρωπία στην κυριολεκτική της σημασία 20, και προτείνει ένα σύστημα συγκερασμού της ατομικής ιδιοκτησίας με τον αντίστοιχο της κοινοκτημοσύνης 21. Toν κορμό της συγκρίσεως θα αποτελέσει, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας, ο οποίος θα βελτιωθεί προσλαμβάνοντας ορισμένα στοιχεία από την κοινοκτημοσύνη. «Φανερόν τοίνυν», καταλήγει ο Α- ριστοτέλης, «ότι βέλτιον εἶναι μὲν ἰδίας τὰς κτήσεις τῇ δὲ χρήσει ποιεῖν κοινάς» 22. Ο Α- ριστοτέλης, όμως, δεν παρουσιάζει κάποια συγκεκριμένη λύση, πως δηλαδή θα υπάρξουν άνθρωποι με ιδιοκτησιακό συναίσθημα πάντοτε, αλλά και με κοινοχρησιακό φρόνημα, αλλά επιφορτίζει τον νομοθέτη με την ανεύρεση και την θέσπιση των αναγκαίων γι αυτήν θεσμών 23. Δύο συγκεκριμένες πολιτείες, τις οποίες ο Αριστοτέλης κατατάσσει στις «εὐδοκιμοῦσες», η Κρητική και η Σπαρτιατική, ανέπτυξαν τον θεσμό των συσσιτίων εντός του πλαισίου των κοινωνικοοικονομικών θεσμών, των απαραιτήτων για την εύρυθμη λειτουργία των πολιτειών. Ο θεσμός των συσσιτίων, εμφανιζόμενος ως εξέλιξη του συμποσίου, συστατικού στοιχείου του αριστοκρατικού τρόπου ζωής, μαρτυρούμενος στα ομηρικά έπη 24, εμφανιζόμενος σε πλείστες περιοχές του ελλαδικού, μικρασιατικού και ιταλιωτικού χώρου-, Μίλητος, Βοιωτία, Θούριοι 25, Μέγαρα 26, Μακεδονία 27 -, διατηρήθηκε μόνον στην Σπάρτη και στις πόλεις της Κρήτης. Πέραν τούτου, μία αναφορά στον θεσμό των συσσιτίων, ε- νταγμένο στον τρόπο ζωής και κοινωνικής οργανώσεως, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες, κάνει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης για τους κατοίκους του συμπλέγματος των Λιπάρων νήσων. Κνίδιοι άποικοι 28, στην προσπάθειά τους να εγκατασταθούν στην Σικελία, ηττήθη- 17 Θεμελιώδους σημασίας το πρόβλημα της ιδιοκτησίας, απασχολεί έντονα τον Αριστοτέλη στο Β βιβλίο των Πολιτικών, στο οποίο εκκινεί εκ του προβλήματος αυτού και στην συνέχεια μελετά τις θεωρίες των πολιτικών φιλοσόφων και τα διάφορα πολιτεύματα. Πβ. Κ. Ι. Δεσποτοπούλου «Το κοινωνικό πρόβλημα κατ Αριστοτέλη», Νέα Ε- στία, τχ. 1234, , σσ [=Επιστημονική Επετηρίς Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, 1981, σσ ]=[δ. Ζ. Ανδριόπουλος, εκδ., Αριστοτέλης. Οντολογία, Γνωσιολογία, Ηθική, Πολιτική Φιλοσοφία. Αφιέρωμα στον John P. Anton. Επιμ. Ν.Σ. Μελισσίδης. Αθήνα, Πιτσιλός, , σσ.11-30]. 18 Αριστ., Πολιτικά Β 5, 1263 b Αριστ., Πολιτικά Β 5, 1263 b5. 20 Αριστ., Πολιτικά Β 5, 1263 b Αριστ., Πολιτικά Β 5, 1263 a Αριστ., Πολιτικά Β 5, 1263 a Πβ. Αριστ., Πολιτικά H 10, 1329 b a2, χωρίο το οποίο αναφέρεται στην συγκρότηση της «ἀρίστης πολιτείας» και προκρίνεται ο μικτός θεσμός της ιδιοκτησίας και ιδιοχρησίας, η επιτυχία του οποίου θα εξαρτηθεί από την φιλία. 23 Αριστ., Πολιτικά Β 5, 1263 a Πβ. Κων/νου Δεσποτοπούλου «Το κοινωνικό πρόβλημα», ένθ αν., σελ. 99. E. Anghern, «Besitz und Eigentum. Zu einem Problem der politischen Philosophie», Zeitschrift fϋr die philosophische Forschung 43(1989) , εδώ σσ Ομήρου, Ιλιάς Δ 257. Ρ Χ Ομήρου, Οδύσσεια δ λ Πλάτωνος, Νόμοι Α 636b. 26 Θεογν., Ελεγ. Α Πλουτ., Αίτια ελληνικά 18(=Ηθικά 295d). 27 Αθην., Δειπνοσοφ. Α Διοδ. Σικελ. Ε 7-9. Περί το 580 π.χ.. 21

22 σαν από τους ιθαγενείς κατοίκους της και απεφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Κατά την επιστροφή τους προσάραξαν στις Λιπάρες νήσους, βορειοανατολικά της Σικελίας, στο νότιο μέρος του Τυρρηνικού Πελάγους, όπου ωργάνωσαν τον βίο τους. Αντεστάθησαν στους Ετρούσκους, οι οποίοι προσπάθησαν να καταλάβουν τα νησιά. Διωργάνωσαν την κοινωνία τους κατά ένα τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν «τους λῃστάς». Για τον λόγο αυτό εισήγαν τον καταμερισμό των έργων, «κατεσκευάσαντο ναυτικόν», «ἐγεώργουν τὰς νήσους, κοινὰς ποιήσαντες», διωργάνωσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία κατά έναν τέτοιο τρόπο, ώστε «τὰς οὐσίας κοινὰς ποιησάμενοι και ζῶντες κατὰ συσσίτια διετέλεσαν ἐπί τινας χρόνους κοινωνικῶς βιοῦντες» 29. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, παρόλο που οι διαθέσιμες πληροφορίες είναι πενιχρές, ότι ο τρόπος ζωής των κατοίκων των Λιπάρων νήσων αποτελεί «a small but interesting corner of Greek history» 30, ως πείραμα μίας κοινωνίας που βασίζεται στην κοινοκτημοσύνη και συλλογική γεωργία H οργάνωση και λειτουργία των συσσιτίων στην Κρήτη Ο θεσμός των συσσιτίων 32 είχε ιδιαίτερη σημασία για την διατήρηση του κοινωνικού συστήματος και την διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης στην δωρική κοινωνία των κρητικών πόλεων, διατηρούμενος έως και την ελληνιστική εποχή. Τα κρητικά συσσίτια, τα αποκαλούμενα ἀνδρεῖα, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη 33, τον Έφορο 34 και τον Στράβωνα 35, προσείλκυσαν το ενδιαφέρον πλείστων συγγραφέων, όπως του Πλάτωνος 36, του Εφόρου 37, του Πλουτάρχου, καθώς και των κρητογράφων Δωσιάδα 38 και Πυργίωνος 39, όσον αφορά την εσωτερική τους οργάνωση. Ο Αριστοτέλης, ο οποίος ενδιαφέρεται περισσότερο για την υλική και κοινωνική πλευρά του θεσμού, εκκινεί εκ της συγκρίσεως των σπαρτιατικών με τα κρητικά συσσίτια, εκδηλώνοντας την προτίμησή του στην κρητική παραλλαγή του θεσμού έναντι του σπαρτιατικού 40 και περιγράφει συνοπτικά την λειτουργία του κοινωνικού αυτού θεσμού: «ἐν δὲ Κρήτῃ κοινοτέρως. ἀπὸ πάντων γὰρ τῶν γινομένων καρπῶν τε καὶ βοσκημάτων < καὶ > ἐκ τῶν δημοσίων καὶ <ἐκ τῶν> φόρων οὓς φέρουσιν οἱ περίοικοι, τέτακται μέρος 29 Διοδ. Σικελ. Ε Robert J. Buck «Communalism on the Lipari Islands (Diod )», Classical Philology LIV(1959) Δημοσθ. Στεφανίδου, Η Κοινωνική Οικονομική εν τη ιστορική της εξελίξει, τόμ. Α, Αθήναι 1948[ανατ. Αθήνα, Ελεύθερη Σκέψις, 2003], σσ Πβ. Αικατερίνης Ι. Μανδαλάκη, Κοινωνία και οικονομία στην Κρήτη κατά την αρχαϊκή και την κλασική εποχή, διδ. διατριβή (1995). Ηράκλειο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη 2004, σσ Αριστ., Πολιτικά Β 1272 a Εφόρου, εις FGrHist. 70 F Στράβωνος,Γεωγρ. Ι IV 8(C.481): «τὰ δὲ συσσίτια ἀνδρεῖα μὲν τοῖς Κρησὶν καὶ νῦν ἔτι καλεῖσθαι» 36 Πλατ., Νόμοι Α 625 d-626b. 633a. 636b. ΣΤ 780 a-c. 780d-781c. Η 842b. 37 Εφορος εν FGrHist. 70 F. 149 [= Στράβωνος, Γεωγρ. Ι V (C )]. 38 Δωσιάδας, εν FGrHist.458 F. 2[=Αθηναίου,Δειπνοσ. Δ 143a-d].Αναδημ. εις Στρατή Παπαμανουσάκη, επιμ., Πανδέκτης αρχαίου κρητικού δικαίου, ΤΑΛΩΣ Ι(2002) Πυργίων, εν FGrHist. 467 F.1[=Αθηναίου, Δειπνοσ. Δ 143 e-f]. Αναδημ. εις Στρατή Παπαμανουσάκη, επιμ., Πανδέκτης αρχαίου κρητικού δικαίου, ΤΑΛΩΣ Ι(2002) Αριστ., Πολιτικά Β 10, 1272 a

23 τὸ πρὸς τοὺς θεοὺς καὶ τὰς κοινὰς λειτουργίας, τὸ δὲ τοῖς συσσιτίοις, ὥστ ἐκ κοινοῦ τρέφεσθαι πάντας, καὶ γυναίκας καὶ παῖδας καὶ ἄνδρας» 41. Για την ενδελεχή ερμηνεία του χωρίου, στο οποίο έχουν δοθεί διαφορετικές λύσεις για το ύψος της εισφοράς στα συσσίτια, προστρέχουμε στις επιγραφικές μαρτυρίες συγκεκριμένων πόλεων της Κρήτης, όπως της Γόρτυνος 42, της Λύττου ή Λύκτου 43 και των Δατάλων 44. Εκ της κριτικής επεξεργασίας των διαθεσίμων πληροφοριών και μαρτυριών προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα. Πρώτον, με δεδομένη την ύπαρξη μορφών κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, όπως προκύπτει από την μεγάλη επιγραφή της Γόρτυνος 45, καθώς και από τις πληροφορίες του Αριστοτέλους, ο οποίος κάνει λόγο για λίγες ισχυρές οικογένειες, οι οποίες διατηρούσαν το δικαίωμα της εναλλαγής της εξουσίας στα γένη τους 46, και του Εφόρου, ο οποίος κάνει διάκριση, αναφερόμενος στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της Κρήτης, ανάμεσα σε πλουσίους και πτωχούς 47, τα κοινά συσσίτια απέβλεπαν στην εξασφάλιση της ισότητος και της ομοιότητος των πολιτών, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την διατροφή: «ὅπως τῶν ἴσων μετάσχοι ἐν τοῖς εὐπόροις οἱ πενέστεροι, δημοσίᾳ τρεφόμενοι» 48. Δεύτερον, η επιβάρυνση των συσσιτίων στην κοινότητα: «ἐν δὲ Κρήτῃ κοινοτέρως» 49. Οι εισφορές από την έγγειο ιδιοκτησία ενός εκάστου των συσσιτούντων αποτελούσαν σημαντική πηγή προμηθείας των συσσιτίων. Το γεγονός ότι οι εισφορές στα κρητικά συσσίτια είχαν την μορφή δεκάτης και όχι την μορφή της καθορισμένης και ίσης για όλους συμβολής συνέβαλε σημαντικά στην μείωση του κινδύνου που αντιμετώπιζαν οι πτωχοί πολίτες να απωλέσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα εξ αιτίας της αδυναμίας να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τα συσσίτια 50. Τρίτον, η διατροφή στα κοινά συσσίτια κάτω από την γενική εποπτεία της πολιτείας δημιουργούσε στους πολίτες το αίσθημα της ισότιμης μεταχειρίσεως των πολιτών από την πολιτεία και συνέβαλε κατά κάποιο τρόπο στην εκτόνωση των κοινωνικών εντάσε- 41 Αριστ., Πολιτικά Β 10, 1272 a R. Koerner, Inschriftliche Gesetzestexte der frühen griechischen Polis. Aus dem Nachlass herausgegeben von K. Hallof, Köln-Weimar-Wien: Böhlau, 1993, No152[Akten der Gesellschaft für griechische und hellenistische Rechtsgeschichte 9]. H. van Effénterre - F. Ruzé, Nomima. Recueil d inscriptions politiques et juridiques de l archaisme grec. I, Rome 1994[Collection d École Francaise de Rome 188, I). 43 Δωσιάδας, εν FGrHist.458 F. 2 [= Αθηναίου, Δειπνοσ. Δ 143 a-d]. Για τα προβλήματα της κριτικής του κειμένου πβ. K. Latte, «Kollektivbesitz und Staatsschatz in Griechenland», εν Ιδίου, Kleine Schriften zu Religion, Recht, Literatur und Sprache der Griechen und Römer. München: C. H. Beck, 1968, , εδώ σελ. 299, σημ.13. S. Link, Landverteilung und sozialer Frieden im archaischen Griechenland. Stuttgart, F. Steiner, 1991, σελ.123[historia Einzelschriften 69]. 44 H. van Effénterre - F. Ruzé, Nomima. Recueil ένθ αν., Ι, Νο 22 Α1-10. Για την κριτική προβληματική του κειμένου Αικ. Μανδαλάκη, ένθ αν., σελ Σ. Ι. Φιοράκη, Η μεγάλη δωδεκάδελτος επιγραφή της Γόρτυνος. Εισαγωγή Σ. Ι. Φιοράκη, μτφ.-σχόλια Ε. Ε. Περάκη. Ηράκλειον Αριστ., Πολιτικά Β 10, 1272 a Εφορος εν FGrHist. 70 F. 149 [= Στράβωνος, Γεωγρ. Ι V (C.480)]. 48 Εφορος εν FGrHist. 70 F. 149 [=Στράβωνος, Γεωγρ. Ι V (C.480)]. 49 Αριστ., Πολιτικά Β 10, 1272 a S. Link, Das griechische Kreta. Untersuchungen zu seiner staatlichen und gesellschaftlichen Entwicklung von 6. bis zum 4. Jahrhundert v. Chr.. Stuttgart: F. Steiner, 1994, σσ

24 ων, οι οποίες σε άλλες πόλεις, την ίδια εποχή, ωδηγούσαν στην πτώση των αριστοκρατικών πολιτευμάτων 51. Τέταρτον, η συμμετοχή γυναικών, νέων και μεγαλυτέρων παίδων στα κρητικά συσσίτια, αναδεικνύει τον δημοκρατικό χαρακτήρα του θεσμού. Η γυναίκα τίθεται επικεφαλής των συσσιτίων, λαμβάνει τα καλύτερα φαγητά και τα προσφέρει σε εκείνους που έχουν τύχει αναγνωρίσεως και επιβραβεύσεως της προσωπικής αξίας μεταξύ των μελών της κοινωνίας: «ἀπὸ δὲ τῆς τραπέζης τὰ βέλτιστα τῶν παρακειμένων ἡ προστηκυῖα τῆς συσσιτίας γυνὴ φανερῶς ἀφαιροῦσα παρατίθησι τῆς κατὰ πόλεμον ἢ κατὰ σύνεσιν δεδοξασμένοις» 52. Πέμπτον, ο ειδικός χώρος, που ελάμβαναν χώρα τα κοινά συσσίτια, ο συσσιτικός οίκος 53, λειτουργούσε και ως χώρος συζητήσεων για σοβαρές δημόσιες υποθέσεις, «περὶ τῶν κοινῶν» 54. Οι συζητήσεις αυτές έδιναν την δυνατότητα στα νεώτερα μέλη των συσσιτίων να μυηθούν στον πολιτικό βίο. Με τον τρόπο αυτό τα συσσίτια συνέβαλαν στην διάπλαση της ανδρείας και του χαρακτήρα των νέων. Ἄλλωστε, όπως παρατηρεί ο Αθηναίος ξένος στους Νόμους του Πλάτωνος, με τα συσσίτια επιδιωκόταν η περίφημη κρητική «πολύνοια»: «τὴν πόλιν ἅπαντες ἡμῶν (ενν. τας Αθήνας) Ἕλληνες ὑπολαμβάνουσιν ὡς φιλόλογός τέ ἐστι καὶ πολύλογος, Λακεδαίμονα δὲ καὶ Κρήτην, τὴν μὲ βραχύλογον, τὴν δὲ πολύνοιαν μᾱλλον ἢ πολυλογίαν ἀσκοῦσαν» 55. Ἕκτον, ιδιαίτερα πρέπει να υπογραμμισθεί η χρήση του όρου «κοινοτέρως» που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης 56, αλλά και άλλοι συγγραφείς 57, σε συνάφεια με την αρίστη πολιτεία που ο ίδιος σχεδιάζει. Στόχος του Αριστοτέλους είναι όπως στην πολιτεία που σχεδιάζει όλοι οι πολίτες να έχουν ένα κατώτερο όριο συντηρήσεως, έτσι ώστε «ούτ ἀπορεῖν οὐθένα τῶν πολιτῶν» 58. Αποτελούσε κοινό τόπο και ζητούμενο για την αθηναïκή δημοκρατία η διασφάλιση ενός απαραιτήτου ποσού διατροφής σε όλους τους Αθηναίους από το δημόσιο, «ἱκανὴν ἂν πᾱσιν Ἀθηναίοις τροφὴν ἀπὸ κοινοῦ γενέσθαι» 59, ένα θέμα που ταλάνισε την δημοσιονομική θεωρία και πρακτική του 4 ου π.χ. αιώνα M. M. Austin et P. Vidal Naquet, Economic and Social History of Ancient Greece: An Introduction, transl. and revised by M.M.Austin. Berkeley-Los Angeles, 1977, σσ Claude Mosse, La Grèce archaique d Homère à Eschyle VIIIe- VIe siècles av. J.C. Editions du Seuil, 1984, ελλ.μτφ. Σ. Πασχάλη, Η αρχαïκή Ελλάδα. Από τον Ὅμηρο ως τον Αισχύλο (8 ος 6 ος αιώνας π.χ.). Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1987, σσ Δωσιάδας, εν FGrHist.458 F. 2 [= Αθηναίου, Δειπνοσ. Δ 143 d]. 53 Δωσιάδας, εν FGrHist.458 F. 2 [= Αθηναίου, Δειπνοσ. Δ 143 b-c]: «εἰσὶ δὲ πανταχοῦ κατὰ τὴν Κρήτην οἶκοι δύο ταῖς συσσιτίαις, ὧν τὸν μὲν καλοῦσιν ἀνδρεῖον, τὸ δ ἄλλον, ἐν ᾧ τοὺς ξένους κομίζουσι, κοιμητήριον προσαγορεύουσι». 54 Δωσιάδας, εν FGrHist.458 F. 2 [= Αθηναίου, Δειπνοσ. Δ 143 d] 55 Πλάτ., Νόμοι Α 641e. 56 Αριστ., Πολιτικά Β 5, 1263 a 40. Β9, 1271 a b5. 57 Πλάτ., Νόμοι 842b. 847e. Στραβ., Γεωγραφικών I IV Αριστ., Πολιτικά Η 10, 1330 a2. 59 Ξενοφ., Πόροι IV Πβ. Schütrumpf, Politik II und III, 338. Για το θέμα αυτό Χ. Π. Μπαλόγλου, Το πρόγραμμα δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής του Αριστοτέλη (Συμβολή στην οικονομική σκέψη και πρακτική των μέσων του 4 ου π.χ.αιώνα). Αθήνα, Ελεύθερη Σκέψις,

25 1.2. Η ρύθμιση των συσσιτίων της Σπάρτης Από την συγκριτική παρουσίαση των κρητικών συσσιτίων με τα αντίστοιχα σπαρτιατικά, μαθαίνουμε για την λειτουργία των σπαρτιατικών:«ἐν μὲν γὰρ Λακεδαίμονι κατὰ κεφαλὴν ἕκαστος εἰσφέρει τὸ τεταγμένον, εἰ δὲ μή, μετέχειν νόμους κωλύει τῆς πολιτείας, καθάπερ εἴρηται καὶ πρότερον, ἐν δὲ Κρήτῃ κοινοτέρως. Ἀπὸ πάντων γὰρ τῶν γινομένων καρπῶν τε καὶ βοσκημάτων δημοσίων καὶ ἐκ τῶν φόρων οὓς φέρουσιν οἱ περίοικοι τέτακται μέρος τὸ μὲν πρὸς τοὺς θεοὺς καὶ τὰς κοινὰς λειτουργίας, τὸ δὲ συσσιτίοις, ὥστ ἐκ κοινοῦ τρέφεσθαι πάντας» 61. Η κριτική του Αριστοτέλους είναι σαφής. Ο ανεφοδιασμός των συσσιτίων γίνεται εις βάρος του δημοσίου -«κοινοτέρως»- περισσότερο στην Κρήτη παρά στην Σπάρτη 62. Οι εισφορές των πολιτών από τα εισοδήματα που προέρχονταν από τα δικά τους ιδιωτικά κτήματα αποτελούσε μία σταθερή πηγή ανεφοδιασμού των κρητικών συσσιτίων. Αν και δεν αναφέρονται ρητά στο χωρίο του Αριστοτέλους, η ύπαρξή τους θεωρείται δεδομένη, καθόσον ο θεσμός των συσσιτίων έχει περισσότερο κοινοκτημονικό χαρακτήρα στην Κρήτη απ ό,τι στην Σπάρτη 63. Κατά συνέπεια, το «ἐκ τῶν δημοσίων» αναφέρεται μάλλον στα εισοδήματα, προïόντα γής και βοσκήματα, που είχαν οι κρητικές πόλεις από τις δημόσιες γαίες και τους βοσκοτόπους του δημοσίου. Τα κρητικά συσσίτια ανεφοδιάζονταν από το σύνολο των καρπών, που παράγονται είτε από ιδιωτικές είτε από δημόσιες γαίες, από τα βοσκήματα, κοπάδια ζώων που εκτρέφονται σε γαίες του δημοσίου, και τις εισφορές των εξηρτημένων καλλιεργητών. Υπό το πρίσμα αυτό δύναται να γίνει ευκολώτερα κατανοητή η αναφορά του Αριστοτέλους ότι στην Σπάρτη και στην Κρήτη ο νομοθέτης έχει καθιερώσει δια μέσου του θεσμού των συσσιτίων μία μορφή κοινοκτημοσύνης, τουλάχιστον ως προς την διατροφή 64. Ο Αριστοτέλης επισημαίνει ότι στην Σπάρτη ο θεσμός των συσσιτίων είχε εξελιχθεί διαφορετικά από την αρχική πρόθεση του νομοθέτη- «οὐ καλῶς δ οὐδὲ περὶ τὰ συσσίτια τὰ καλούμενα φιδίτια νενομοθέτηται τῷ καταστήσαντι πρῶτον» 65. Οι πολίτες ώφειλαν να συνεισφέρουν το «τεταγμένον», μία προκαθορισμένη και ίση για όλους εισφορά, ανεξαρτήτως της παραγωγικής δυναμικότητος ενός εκάστου. Ὅποιος δεν ήταν σε θέση να καταβάλλει αυτή την εισφορά, δεν είχε την δυνατότητα να συμμετέχει στα συσσίτια και έτσι έπαυε να έχει πολιτικά δικαιώματα. Yπήρχε «ὅρος τῆς πολιτείας», ο «πάτριος», σύμφωνα με τον οποίο, εκείνος που δεν έφερε το «τέλος» «μὴ μετέχειν» της πολιτείας, δηλαδή του πολιτεύματος, άρα υπήρχε απώλεια πολιτικών δικαιωμάτων 66. Με 61 Αριστ., Πολιτικά Β 10, 1272 a S. Link, Landverteilung und sozialer Frieden im archaischen Griechenland. Stuttgart, F. Steiner, 1991, σελ. 119, σημ. 71 [Historia Einzelschriften 69]. S. Talamo «Il Sissizio a Creta», Miscellanea Greca e Romana 2(1987) 9-26, εδώ σελ Πβ. Αριστ., Πολιτικά Β 9, 1271 a 28-29: «Ἔδει γὰρ ἀπὸ κοινοῦ μᾱλλον εἶναι τὴν σύνοδον, καθάπερ ἐν Κρήτῃ». Πβ. Αικατ. Μανδαλάκη, ένθ αν., σελ Αριστ., Πολιτικά Β 5, 1263 b40-64 a1: «τὰ περὶ τὰς κτήσεις ἐν Λακεδαίμονι καὶ Κρήτῃ τοῑς συσσιτίοις ὁ νομοθέτης ἐκοίνωσε». 65 Αριστ., Πολιτικά Β 9, 1271 a Αριστ., Πολιτικά Β 9, 1271 a

26 τον τρόπο αυτό το «δημοκρατικὸν κατασκεύασμα τῶν συσσιτίων» καταλήγει σε «ἥκιστα δημοκρατικόν» 67. Συμπερασματικά, η Σπάρτη έθετε ουσιαστικά περιουσιακά κριτήρια για τον καθορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων και αυτό μπορεί εύκολα να ερμηνεύσει το γεγονός ότι υπέφερε από βαθμιαία μείωση των πολιτών της 68. Αυτός είναι και ο λόγος κριτικής του Αριστοτέλους 69. Είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, κατά την άποψή μας, ότι κατά τον λιμό που ενέσκηψε το 368 μ.χ. στην Μ. Ασία, ο Μέγας Βασίλειος ( ), επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας, στον οποίο έχουν εξακριβωθεί ελληνικές κλασσικές επιδράσεις 70 και έχει διαπιστωθεί απήχηση της σπαρτιατικής πολιτείας με ένδυμα χριστιανικό 71, θα εκφωνήσει ειδική ομιλία 72, στην οποία εκδηλώνεται αναφανδόν υπέρ της κοινοκτημοσύνης για την απόλαυση εκ μέρους των ανθρώπων των επιγείων αγαθών. Αναμιμνήσκεται ο ίδιος τόσο των αρχαίων σπαρτιατικών και κρητικών ηθών, όσο και της ζωής των πρώτων χριστιανών της Ιερουσαλήμ. «Αἰδεσθῶμεν Ελλήνων φιλάνθρωπα διηγήματα», σημειώνει ο Βασίλειος, δεδομένου ότι «παρά τισιν ἐκείνων νόμος φιλάνθρωπος μίαν τράπεζαν, καὶ κοινὰ τὰ σιτία, μίαν ἑστίαν σχεδόν τὸν πολυάνθρωπον δῆμον ἀπεργάζεται» 73. Για τον λόγο αυτό προτρέπει τους συμπατριώτες του να μιμηθούν «τὸ τῶν τρισχιλίων υπόδειγμα. τὸ πρῶτον τῶν χριστιανῶν ζηλώσωμεν σύνταγμα. όπως ἦν αυτοίς άπαντα κοινά, ο βίος, ἡ ψυχή, ἡ συμφωνία, ἡ τράπεζα κοινή» 74. Η τοποθέτηση αυτή του κορυφαίου ιεράρχου της χριστιανοσύνης ενέχει ιστορικό βάρος, δεδομένου ότι συγκρίνει θεσμούς δύο διαφορετικών εποχών Ο θεσμός των συσσιτίων στην «ἀρίστη πολιτεία» του Αριστοτέλους Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αριστοτέλης προβάλλει την αρχαιότητα του θεσμού των συσσιτίων, μία αρχή που χάνεται στην αχλύ του μύθου: «Ἀρχαῑα δ ἔοικεν εἶναι καὶ τῶν συσσιτίων η τάξις, τὰ μὲν περὶ Κρήτην γενόμενα περὶ τὴν Μίνω βασιλείαν, τὰ δὲ περὶ τὴν Ἰταλίαν πολλῷ παλαιότερα τούτων» 75. Στην προσπάθειά του να ανεύρει εκείνον που πρώτος εισήγαγε τον θεσμό αυτό, αναφέρεται στον «Ἰταλόν», ο οποίος τους «Οἰνωτρούς» κατέστησε από «νομάδες» σε «γεωργούς» 76, θέσπισε «νόμους» και τα «συσσίτια καταστῆσαι πρῶτον» 77. Η αναφορά αυτή του Αριστοτέλους μας οδηγεί στις ακόλουθες διαπιστώσεις. Πρώτον, ο θεσμός των συσσιτίων εμφανίζεται σε οργανωμένες κοινωνίες 67 Αριστ., Πολιτικά Β 9, 1271 a Αριστ., Πολιτικά Β 9, 1270 a Αριστ., Πολιτικά Β 9, 1271 a Πβ. Αριστ., Πολιτικά Β 10, 1272 a Φ. Σχοινά «Οι πολιτικές αντιλήψεις του Μεγάλου Βασιλείου», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 23(2006) Dem. Tsakonas «La sociologie de Saint Basile dans son sermon adressé à la jeunesse, afin qu elle puisse profiter de la culture Hellénique», Απόστολος Ανδρέας 1953, αναφ. υπό Δημ. Τσάκωνα, Υπόμνημα περί των σπουδών, της δράσεως και των επιστημονικών εργασιών, Αθήναι 1955, σελ Μεγάλου Βασιλείου «Ομιλία ρηθείσα εν λιμῷ και αυχμῷ», PG 31, cols Μεγάλου Βασιλείου «Ομιλία ρηθείσα εν λιμῷ και αυχμῷ», PG 31, col Μεγάλου Βασιλείου «Ομιλία ρηθείσα εν λιμῷ και αυχμῷ», PG 31, col Αριστ., Πολιτικά Η 10, 1329 b Αριστ., Πολιτικά H 10, 1329 b Αριστ., Πολιτικά H 10, 1329 b16. 26

27 και διέπεται από ειδική νομοθεσία. Με την διατύπωση αυτή ο Αριστοτέλης υποδηλώνει ότι οι νομάδες, ο νομαδικός λαός, δεν διέπεται από νόμους 78. Δεύτερον, ο θεσμός των συσσιτίων εκπηγάζει από μία ειρηνική συνύπαρξη των πολιτών και δεν έχει πολεμικού χαρακτήρα προέλευση, όπως υποστηρίζει ο Πλάτων 79 και αναδεικνύεται στην πολιτειακή συγκρότηση της Πολιτείας 80. Οι ανωτέρω πληροφορίες παρέχονται από τον Αριστοτέλη σε συνάφεια με τα μέρη και το είδος της «πολιτείας ἀρίστης» 81. Τοιουτοτρόπως του δίδεται η ευκαιρία να υπογραμμίσει ότι «χρήσιμον εἶναι» 82 να υπάρχουν συσσίτια «ταῖς εὖ κατασκευασμέναις πόλεσιν» 83. Πέραν τούτου, προτείνει όπως τα κτίρια, στα οποία θα λαμβάνουν χώρα τα συσσίτια, να ευρίσκονται σε «τόπον ἐπιτήδειον» 84 με τα κτήρια που είναι αφιερωμένα στους θεούς 85 και στα κτίρια που φυλάσσονται τα αρχεία της πόλεως «τὰ κυριώτατα τῶν ἀρχείων» 86. Προφανώς ο Αριστοτέλης όταν επικαλείται στην κατάστρωση της «ἀρίστης» πολιτείας τα συσσίτια, έχει υπόψη του την διαρρύθμιση των κρητικών συσσιτίων. Μία αντιβολή των δύο χωρίων Πολιτικά Β 10, 1272 a17-21 και H 10, 1330 a9-14 μπορεί να πείσει. Η μόνη διαφορά είναι ότι στο αριστοτέλειο χωρίο που πραγματεύεται την κατανομή της γής και τον ανεφοδιασμό των συσσιτίων στην ιδεατή, αρίστη πολιτεία 87 δεν γίνεται καμμία πρόβλεψη για τις κοινές λειτουργίες «τὰς κοινὰς λειτουργίας», οι οποίες απ ότι φαίνεται στην Κρήτη επιβαρύνουν τον κρατικό προüπολoγισμό 88, για τις οποίες, όμως, ο Αριστοτέλης δεν διάκειται ευμενώς 89 -«many of which he would be glad to abolish», σύμφωνα με τον σχολιαστή Newman H Δημιουργία και Συγκρότηση των «Κοινῶν Δείπνων» Η κοινωνική δυναμική της θεολογίας της Κ.Δ. εστιάζεται, πρώτον, στο πρόβλημα της ισοτιμίας άνδρα και γυναίκα, δεύτερον, στο θέμα της δουλείας, τρίτον, στην διαχείριση του πλούτου, και τέταρτον, στην αντιμετώπιση των περιθωριακών στοιχείων Πβ. Ηροδ., Ιστορίαι Δ 106 περί ανθρωποφάγων. 79 Πλατ., Νομ. Α 625 e2ff. 633 a4. 80 Πλατ., Πολιτεία Γ 416 e 3. Πβ. Schütrumpf, Politik VII und VIII, σσ Αριστ., Πολιτικά Η 1, 1323 a 14. Πβ. Αριστ., Πολιτικά Η 2, 1324a 17-18: «ἔτι δὲ τίνα πολιτείαν θετέον καὶ ποίαν διάθεσιν πόλεως ἀρίστην».αριστ., Πολιτικά Η 2, 1334 a 23-25: «Ὅτι μὲν οὖν ἀναγκαῖον εἶναι πολιτείαν ἀρίστην ταύτην καθ ήν τάξιν κἂν οστισοῡν άριστα πράττοι καὶ ζῴη μακαρίως φανερόν εστιν». 82 Αριστ., Πολιτικά Η 9, 1330a Αριστ., Πολιτικά Η 9, 1330a Αριστ., Πολιτικά Η 12, 1331a Αριστ., Πολιτικά Η 12, 1331a Αριστ., Πολιτικά Η 12, 1331a Αριστ., Πολιτικά Η 10, 1330a Newman II, σελ K. Latte «Kollektivbesitz und Staatsschatz in Griechenland», εν Ιδίου, Kleine Schriften zu Religion, Recht, Literatur und Sprache der Griechen und Römer, München 1968, σσ , εδώ σ Αριστ., Πολιτικά Ζ 5,1320 b Newman II, σελ Χ. Κ. Οικονόμου, «Η κοινωνική δυναμική της Θεολογίας από την Καινή Διαθήκη στους Τρεις Ιεράρχες», εν Ιδίου, Καινή Διαθήκη και Ερμηνευτές Πατέρες, Θεσσαλονίκη, Π. Πουρναράς, 2010, σσ.17-43[βιβλικές Μελέτες 1]. 27

28 Από των πρώτων ήδη ημερών της η Αποστολική Εκκλησία απέδωσε μεγίστη σπουδαιότητα στην οργάνωση της κοινωνικής της μερίμνης, την οργάνωση δε αυτή επέβαλαν οι Απόστολοι σταδιακώς και σε όλες τις ιδρυθείσες απ αυτούς τοπικές Εκκλησίες. Ἄλλωστε, έργο των Αποστόλων υπήρξε η κάλυψη των υλικών και πνευματικών αναγκών, όπως τεκμαίρεται με το θαύμα του χορτασμού των (Ματθ. ιδ Μρκ. στ Λκ. θ Ιω. στ 1-14) και των (Μτθ. ιε Μρκ. η 1-10). Την κατάσταση αυτή εκφράζει στην Καινή Διαθήκη ο όρος «κοινωνία», ο οποίος αφορά τόσο στην μυστηριακή και πνευματική ζωή, όσο και στην συναντίληψη των μελών της Εκκλησίας υπέρ των εχόντων διαφόρους ανάγκες 92. Η οργάνωση της κοινωνικής μερίμνης, στην πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων, άρχισε τόσο δυναμικώς, ώστε αμέσως επιβλήθηκε η κοινοκτημοσύνη των αγαθών:«καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά, καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσιν καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν»(πραξ. β 44-45). Πρόκειται για μία μορφή κοινοκτημοσύνης καταναλώσεως αγαθών, η οποία έλαβε στον χώρο της Παλαιστίνης χαρακτήρα δυναμικό και εκινήθη μέσα στα πλαίσια της α- γάπης και αποτελούσε και πράξη της πρώτης, αρχεγόνου Εκκλησίας 93. Στην αρχέγονο Αποστολική Εκκλησία η κοινωνική οργάνωση εμφανίζεται ήδη από των πρώτων ημερών μετά την Πεντηκοστή 94, ιδιαίτερα δε μετά την καθιέρωση του θεσμού της κοινοκτημοσύνης. Έτσι, η ιδιοκτησία, η οποία συνήθως διακρίνει κοινωνικώς τους ανθρώπους σε πλουσίους και πτωχούς 95, είχε καταλυθεί στην Αποστολική Εκκλησία και είχε καταστεί πλέον στοιχείο ενότητος, έκφραση της ίσης συμμετοχής πάντων των μελών της σε αυτά τα αγαθά, πραγματική «κοινωνία»(πραξ. δ 32-ε 11). Με άλλες λέξεις, ακριβώς επειδή «τοῡ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν καρδία καὶ ψυχὴ μία», δι αυτό «οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ ἦν αὐτοῑς πάντα κοινά» (Πραξ. δ 32), με αποτέλεσμα «οὐδὲ ἐνδεής τις ἦν ἐν αὐτοῑς» (Πραξ. δ 34) 96. Η ύπαρξη αναλόγων θεσμών στην κοινότητα του Qumran 97, στους Θεραπευτές της Αιγύπτου 98 και στα ρωμαϊκά collegia 99 δεν μειώνει την αξία του θεσμού στην αρχέγονο 92 Πραξ. β 42. Ρωμ. ιε 26. Β Κορ. η 4. Εβρ. ιγ 16. Α Ιω. γ Αρχιμ. Νεκταρίου Χατζημιχάλη (αποθανών ως Γάνου και Χώρας ), Αι περί ιδιοκτησίας απόψεις εν τῇ Εκκλησίᾳ κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, Θεσσαλονίκη, Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικών Μελετών, 1972, σ. 113 [Ανάλεκτα Βλατάδων 13]. Η αυτή μελέτη ανατυπώθηκε, χαρακτηριζομένη ως «δεύτερη έκδοσις», με το ίδιο περιεχόμενο, χωρίς περαιτέρω βιβλιογραφική ενημέρωση, με τον τίτλο Μητροπολίτου Λέρου και Καλύμνου Νεκταρίου Χατζημιχάλη, Εκκλησία και Ιδιοκτησία. Πατερική μαρτυρία πολυσήμαντη στις σύγχρονες ραγδαίες κοινωνικές μεταβολές. Θεσσαλονίκη, Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικών Μελετών, 1991[Ανάλεκτα Βλατάδων 13]. 94 Πραξ. β 42, 44-47, δ 23-37, ε 1, στ Ιω. Θεοδωρακοπούλου«Ο φιλοσοφικός ορισμός της εννοίας της ιδιοκτησίας», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 49(1974) και οι παρεμβάσεις των Π. Ζέπου και Κ. Τσάτσου (σσ ). 96 Η άποψη, που αποτελεί στόχο της Αρχεγόνου Εκκλησίας απηχεί την φράση του Δευτερονομίου, που απευθύνεται στον λαό του Ισραήλ: «Ουκ έστιν εν σοι ενδεής» (Δευτ. ιε 4). 97 Η κοινοκτημοσύνη των Εσσαίων, κατά μαρτυρία του επισκόπου Καισαρείας της Παλαιστίνης Ευσεβίου, ειλημμένη από απολεσθέν έργον του Φίλωνος, ήταν σχεδόν απόλυτη. Ευσεβίου, Ευαγγ. Προπαρασκευή Η ια 11, 4-6(:BEΠΕΣ, τόμ. ΚΑ, Αθήναι 1960, σσ ):«ίδιον οὐδεὶς υπομένει κτήσασθαι, τὸ παράπαν οὐδέν, οὐκ οικίαν, οὐκ ἀνδράποδον, οὐ χωρίον, οὐ βοσκήματα, οὐχ όσα άλλα παρασκευαὶ καὶ χορηγίαι πλούτου. πάντα δ εις μέσον ἀθρόα καταθέντες, κοινήν καρποῡνται την απάντων ωφέλειαν. οικοῡσι δ ἐν ταὐτῷ υπέρ τοῡ κοινωφελοῡς πραγματευόμενοι διατελοῡσιν». Πράγματι, οι Εσσαίοι, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, «μόνοι ἐξ απάντων σχεδὸν ανθρώπων ἀχρήματοι καὶ ἀκτήματοι γεγονότες» Ευσεβίου, Ευαγγ. Προπαρασκευή Η ιβ 12, 5 (: BEΠΕΣ, τόμ. ΚΑ, Αθήναι 1960, σσ ), είχαν το «ὁμωρόφιον, ὁμοδίαιτον, ὁμοτράπεζον» ταμείο «καὶ κοινάς δαπάνας» Ευσεβίου, Ευαγγ. 28

29 Εκκλησία 100. Η ομοιότητα που υπάρχει στα κοινά δείπνα των Θεραπευτών και στα κοινά δείπνα που περιγράφονται στις Πραξ. ε 6, αποδεικνύουν την παλαιστινή προέλευση του θεσμού αυτού. Πέραν τούτου, το γεγονός αυτό δείχνει ότι ο τρόπος διανομής του πλούτου αποτελούσε το μείζον πρόβλημα στις κοινότητες της Παλιαστίνης και της ευρύτερης περιοχής της Μ. Ανατολής. Η κοινότητα πρόθυμα και αυτόβουλα μοιράζεται τα ιδιοκτησιακά της στοιχεία. Αυτό σημαίνει ότι όσοι είχαν γή και οικία τα επώλησαν, καταθέτοντας τα χρήματα στα πόδια των Αποστόλων. Η φρασεολογία αυτή δεν αποτελεί ένα απλό συμβάν, ένα τυχαίο περιστατικό. Αποτελεί το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, η οποία εκκινεί από την εποχή των προφητών Μιχαία και Ησαΐα, όπου καταδικάζεται η τακτική της συσσωρεύσεως κλήρου και οικιών και αναδεικνύεται έτσι το φαινόμενο αυτό ως βασική αιτία της ενδείας του αγροτικού πληθυσμού, συνεχίζεται στην διδασκαλία του Χριστού, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει το ίδιο φαινόμενο ως ληστεία, μέσα στα πλαίσια της ιδίας προφητικής παραδόσεως, ζητώντας από τον νεαρό πλούσιο γαιοκτήμονα να πωλήσει τα αγαθά που είχε συγκεντρωμένα δίδοντας παράλληλα τα χρήματα που θα ελάμβανε πίσω στους φτωχούς-, των οποίων η γή είχε κλαπεί μέσω των μηχανισμών της ιδιοκτησίας, του τόκου, του δανεισμού και των χρεών (Μαρκ. ια 17-22)-, και θα εύρει τον άξιο μιμητή στον Βαρνάβα, ο οποίος ως ιδιοκτήτης αγροκτήματος εκτός των Ιεροσολύμων, το ε- πώλησε και το αντίτιμο παρέδωσε στους Αποστόλους, υπέρ των μελών της Εκκλησίας (Πραξ. δ 36-37) 101 και το αρνητικό παράδειγμα στην πρακτική που εφήρμοσαν ο Ανανίας και η Σαπφείρα (Πραξ. ε 1-11) 102. Ειδικώτερον, ο Ανανίας, ως ιδιοκτήτης κτήματος, το επώλησε, αλλά σε αντίθεση με τον Βαρνάβα, «ἐνοσφίσατο ἀπό τῆς τιμῆς» (Πραξ. ε 2) και προσέφερε «μέρος τι παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων»(πραξ. ε 2), το οποίο παρουσίασε ως ολόκληρο αντίτιμο, πράγμα για το οποίο ετιμωρήθη, δια θανάτου, από το Ἅγιον Πνεύμα, τόσο ο ίδιος-«ἀκούων δὲ ὁ Ἀνανίας τοὺς λόγους» του Πέτρου, «πεσών ἐξέψυξε» (Πραξ. δ 5) -, όσο και η γυναίκα του (Πραξ. ε 7-10). Προπαρασκευή Η ιβ 12, 14(:BEΠΕΣ, τόμ. ΚΑ, Αθήναι 1960, σσ ).Τις πληροφορίες για την κοινότητα των α- γαθών στους Εσσαίους επικυρώνουν ο Πλίνιος, Historia Naturalis V 17 και ο Ιώσηπος, Ιουδ. Πόλ. Β VII 3 και 4. Πβ. Σωτ. Γκιργκένη «Γενική Εισαγωγή», εν Φίλων ο Αλεξανδρεύς. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Σωτ. Γκιργκένη. Θεσσαλονίκη, Ζήτρος 2003, σσ.9-82, εδώ σσ Οι Θεραπευτές της Αιγύπτου, σύμφωνα με τον Φίλωνα, Περί βίου θεωρητικού 10-13[473], κινούνται από μία μυστικιστική διάθεση για να επιτύχουν την θέαση του μοναδικού Θεού και η διάθεση αυτή τους οδηγεί στην απάρνηση όλων των περιουσιακών τους στοιχείων, παραδίδουν «τὰς οὐσίας υιοις ή θυγατράσιν είτε και άλλοις συγγενέσιν»(13), απομακρύνονται από τις πόλεις, δεδομένου ότι «πᾶσα πόλις, και η ευνομωτάτη, γέμει θορύβων και ταραχῶν ἀμυθήτων». Πβ. Σ. Χρ. Αγουρίδη «Οι Θεραπευταί», Θεολογία 38(1967) [=Ιδίου, Βιβλικά Μελετήματα, τχ. Β, Θεσσαλονίκη, 1971, σσ.35-58]. J. E. Taylor, «The so-called Therapeutae of De vita contemplativa: identity and character», εν Divinity School 1998]. 99 Τακίτου, Χρονικά (Annales) XIV 17. Πλινίου, Epistola 34:97. Mιnucius Felix, Octavius Πβ. Λεων. Φιλιππίδου, Ιστορία της Εποχής της Καινής Διαθήκης εξ απόψεως παγκοσμίου και πανθρησκειακής.αθήναι1958,σσ Σάββα Χρ. Αγουρίδη«Η κοινοκτημοσύνη εν τῇ πρώτῃ Εκκλησίᾳ»,εν Αθωνική Πολιτεία, επί τῇ χιλιετηρίδι του Αγίου Ορους. Θεσσαλονίκη 1963, σσ [=ιδίου, Βιβλικά Μελετήματα, τχ. Β, Θεσσαλονίκη, 1971, σσ ]. 101 Χ. Π. Μπαλόγλου «Η οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα του Αποστόλου Βαρνάβα», Εκκλησιαστικός Φάρος ΠΒ (2011) Χ. Π. Μπαλόγλου «Η δίκαιη διανομή του πλούτου στην Αρχέγονη Εκκλησία και το φαινόμενο τουζεύγους Ανανία και Σαπφείρης», Άγιος Γρηγόριος ο Ε, έτ.δ, τχ. 5 ον, Ιούνιος 2014, σελ

30 Τον τρόπο αυτό διανομής και σιτίσεως των πρώτων χριστιανών, οι οποίοι σύμφωνα με την δήλωση του Λουκά «προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι»(πραξ. β 41), ένα αριθμητικό μέγεθος καθόλου ευκαταφρόνητο, προβάλλει ιδιαιτέρως ο Ιωάννης Χρυσόστομος. Αν «γινόταν και τώρα η κοινοκτημοσύνη», υποστηρίζει ο Χρυσόστομος 103, «πολύ πιο ωραία θα ζούσαμε και πλούσιοι και φτωχοί. Θα προκαλούσε δε περισσότερη ευχαρίστηση στους πλούσιους παρά στους φτωχούς». Χρησιμοποιώντας στην συνέχεια κάποια υποθετικά αριθμητικά δεδομένα προσπαθεί να αποδείξει ότι μία αναδιανομή του εισοδήματος από τους πλουσίους προς τους φτωχούς θα αποβεί υπέρ των πλουσίων 104. Τον εθελοντικό χαρακτήρα, ο οποίος εδράζεται σε ακατάλυτους πνευματικούς δεσμούς μεταξύ των χριστιανών περιγράφει και υπογραμμίζει ο Ιωάννης Χρυσόστομος. «Πρόσεξαν, πώς τα πνευματικά είναι κοινά, και κανένας δεν είχε παραπάνω απ τον άλλον, και γρήγορα έφθασαν στο να δώσουν σε όλους τα δικά τους Τούτο είναι ένας αγγελικός τρόπος ζωής (δεδομένου ότι) δεν υπήρχαν οι ψυχρές λέξεις: το «δικό μου» και το «δικό σου». Γι αυτό ήταν αγαλλίαση της ψυχής το να κάθεσαι στο τραπέζι.ούτε ο φτωχός ντρεπόταν, ούτε ο πλούσιος υπερηφανευόταν. Τούτο (ακριβώς) είναι (που προκαλεί την) ευχαρίστηση. Κι εκείνος ο φτωχός αισθανόταν πως είχε μία ευεργεσία, και μάλλον τα πέρναγε καλά. Κι αυτοί οι πλούσιοι σαν να δοξάζονταν με αυτή την κατάσταση, και πιο πολύ είναι ενωμένοι μαζί τους» 105. Τονίζοντας την μεγάλη εθελουσία προσπάθεια των χριστιανών για ενότητα υπογραμμίζει ότι «απ την μεγάλη προθυμία για προσφορές κανείς δεν ήταν φτωχός. Διότι δεν έδιναν ένα μέρος απ την περιουσία τους, κι άλλο μέρος φύλαγαν. ούτε πάλι τα έδιναν μεν όλα, αλλά τα θεωρούσαν σαν να είναι δικά τους. Έβγαλαν από μεταξύ τους την (κοινωνική και ψυχολογική αυτή) ανωμαλία, και ζούσαν με πολλή αφθονία. κι αυτοί το έκαναν με πολύ αλληλοσεβασμό. Διότι δεν τολμούσαν να δώσουν (τις προσφορές τους) στα χέρια των Αποστόλων, ούτε τα προσέφεραν με υπερηφάνεια, αλλά τα άφηναν στα πόδια τους, και τους ανέθεταν να γίνουν διαχειριστές, και τους έδωσαν την εξουσία, για να ξοδεύουν στο μέλλον σαν κοινά και όχι σας δικά τους. Τούτο βοηθούσε ακόμη στο να μην έχουν κενοδοξία. Τούτο, αν και τώρα γίνει, θα ζούσαμε με πιο πολλή ευχαρίστηση, και πλούσιοι και φτωχοί» 106. Το γεγονός αυτό θέλει να υπογραμμίσει ότι η όλη οργάνωση της διανομής του πλούτου εδράζεται στον εθελοντικό χαρακτήρα των μελών της. Το καίριο σημείο που ε- 103 Ιωάννου Χρυσοστόμου «Ομιλίαι εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Ομιλία ΙΑ», PG 60, cols = Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου αυτοβιογραφικές σελίδες και απάνθισμα κειμένων του. Εισαγωγή και απόδοση στη νεοελληνική Αρχιμ. Χρυσόστομος Π. Αβαγιανός. Αθήνα, Αποστολική Διακονία, 1998, σελ. 65, έκδοση στην οποία και παραπέμπουμε. 104 Ιωάννου Χρυσοστόμου αυτοβιογραφικές σελίδες ένθ αν., σελ Ιωάννου Χρυσοστόμου «Ομιλίαι εις τας Πράξεις. Ομιλία Ζ», PG 60, cols Ιωάννου Χρυσοστόμου «Ομιλίαι εις τας Πράξεις. Ομιλία ΙΑ»,PG 60, col

31 πικρατεί στην δικαία διανομή του πλούτου είναι η ύπαρξη «επιστάτου, του οικονόμου» 107, που συνδέεται με την ύπαρξη του θεσμού των διακόνων Ο θεσμός των διακόνων Στα πλαίσια της δίκαιης διανομής του συλλεγομένου προϊόντος πρέπει να ενταχθεί και ο θεσμός των διακόνων στην αρχέγονη Εκκλησία. Αίτιο υπήρξε η διάκριση ανάμεσα στις χήρες των Εβραίων, των γηγενών δηλαδή χριστιανών εκ Παλαιστίνης, και των χηρών των Ελληνιστών, των χριστιανών δηλαδή Ιουδαίων της Ελληνιστικής Διασποράς, οι ο- ποίοι είχαν εγκατασταθεί στα Ιεροσόλυμα, και οι οποίοι, μη ομιλούντες την αραμαϊκή, αλλά μόνον την ελληνική, είχαν και δική τους Συναγωγή (Πραξ. στ 1). Σύμφωνα με την καθιερωμένη φιλανθρωπία του Μ. Ιουδαϊκού Συνεδρίου, κάθε άπορος ελάμβανε κάθε Παρασκευή χρήματα για 14 γεύματα, τ. έ., για μία εβδομάδα, ενώ οι ξένοι ελάμβαναν χρήματα διατροφής μόνον για μία ημέρα. Η Αποστολική Εκκλησία εφήρμοσε το σύστημα της καθημερινής διατροφής των χηρών όλων των Ιουδαίων, ανεξαιρέτως, γηγενών και Ελληνιστών. Φαίνεται όμως ότι κατά την διανομή του προϊόντος προέκυψαν προβλήματα, τα οποία ωδήγησαν σε ρήξη ανάμεσα στους αραμαιόφωνους και στους ελληνόφωνους, -«ὁ γογγυσμός»-, γεγονός που ανάγκασε τους Αποστόλους, οι οποίοι αποτελούσαν έως τότε την μοναδική εκκλησιαστική αρχή, να προτρέψουν τον λαό-, αυτή είναι η κυριολεκτική σημασία της φράσεως «ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί»-, επτά άνδρες από την δική τους ομάδα «ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά» (Πραξ. στ 3)-, για να επιβλέπουν τις προσφορές και τις διανομές προς τις ελληνόφωνες χήρες. Είναι άξιον προσοχής ότι η διαχείριση των προσφορών γινόταν από τους Αποστόλους και μόνον. Το γεγονός αυτό απετέλεσε την αρχή των εκκλησιαστικών αξιωμάτων. Η εντολή αυτή δεν στηριζόταν σε λαϊκή βάση. Αντίθετα, οι επτά διάκονοι, χαρακτηριζόμενοι ως «ἄνδρες πλήρεις πνεύματος καὶ σοφίας» (Πραξ. στ 3), ως κήρυκες (Πραξ. στ 10), ως ιεραπόστολοι (Πραξ. η 5), εξελέγησαν από τον λαό, όπως δηλώνει η φράση «ἐπισκέψασθε ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά». Οι επτά αυτοί διάκονοι 108, κατά μίμηση της παλαιάς συνηθείας των ιουδαϊκών πόλεων της Παλαιστίνης, σύμφωνα με την οποία εξέλεγαν επτά εξέχοντα πρόσωπα προς διαχείριση κοινών υποθέσεων 109, είχαν κατά κύριο λόγο καθήκοντα αυστηρά κοινωνικοικονομικά 110, υπήρξαν ένα είδος κοινωνικών λειτουργών Η οργάνωση των «κοινῶν δείπνων» και ο θεσμός της «λογ(ε)ίας» Το καθεστώς των «κοινῶν δείπνων» που περιγράφει ο Λουκάς στις Πράξεις αφορά στα Ιεροσόλυμα και δεν είναι μοναδικό στην αρχέγονη Εκκλησία. Ο θεσμός αυτός στα Ιεροσόλυμα υπαγορεύεται και από τις επικρατούσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στην 107 Γερμανού (Πολυζωΐδη)Νύσσης «Ήτο η πρώτη εκκλησία κομμουνιστική;», Εκκλησία ΚΗ (1-2)(1-15 Ιανουαρίου 1951) Σπ. Τσιτσίγκου «Ποιο ήταν το έργο των επτά διακόνων;», Εκκλησία Ο (1993) H. Strack and P. Billerbeck, Kommentar zum N.T. aus Talmud und Midrash. München , vol. 3, 641. Ed. Meyer, Ursprung und Anfänge des Christentums, τόμ. 3 ος, Stuttgart-Berlin,1921 2, σελ Πβ. τον ιε Κανόνα της εν Νεοκαισαρείᾳ (315) Τοπικής Συνόδου-, Πηδάλιον, σελ. 395-, και τον ΙΣΤ Κανόνα της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (680), που διορθώνει και συμπληρώνει αυτόν. Πηδάλιον, σελ

32 περιοχή 111. Χτισμένη η Ιερουσαλήμ σε ορεινή περιοχή, χωρίς νερό και πρώτες ύλες, με υψηλό κόστος διαβιώσεως 112, με μοναδική πηγή πλούτου τον Ναό, στον οποίο προσήρχοντο προσκυνητές από όλα τα μέρη της Διασποράς, με προαγωγή του παρασιτικού τρόπου ζωής, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να χαρακτηρισθεί ως «city of idlers» 113, υπήρξε το γόνιμο έδαφος για να αναπτυχθεί ο θεσμός του «κοινού δείπνου» ως απόρροια της καταστάσεως αυτής και ως φυσικό επακόλουθο. Η οικονομική δυσπραγία επιδεινωνόταν από τον υπερπληθυσμό, την αυξημένη κρατική και θρησκευτική υπερφορολογία, απότοκες των τεραστίων δαπανών του Ηρώδου του Μεγάλου 114 για την οικοδόμηση πόλεων και μεγαλεπηβόλων οικοδομών 115. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταλήξει η Παλαιστίνη να περιλαμβάνει φτωχούς, και ανέργους, όπως και χωρίς γή χωρικούς, αλλά και παράλληλα μεγαλογαιοκτήμονες και πλούσιους τραπεζίτες. Οι χωρικοί γίνονταν όλο και περισσότερο φτωχοί, βουλιάζοντας προς την επαιτεία, καταπατημένοι και σε απόγνωση, που ήλπιζαν σε θαύματα, γεμίζοντας τους δρόμους της πόλεως και τα χωριά με ζητιανειά και ευλάβεια ή με ληστείες, κλοπές στους δρόμους επικοινωνίας και λεηλασίες. Κατέφευγαν στις σπηλιές και στους βράχους για προστασία 116. Όσον αφορά την οργάνωση των «κοινών δείπνων» σε άλλες κοινότητες, η περίπτωση της Εκκλησίας της Κορίνθου είναι η πλέον γνωστή, δεδομένου ότι διαθέτουμε τις περισσότερες πληροφορίες από τις αναλυτικές περιγραφές του Απ. Παύλου. Εἰδικώτερον, ἡ Β Κορ. ἀποτελεῖ τὴν κυριώτερη πηγὴ πληροφοριῶν γιὰ τὸ εἶδος τῶν προβλημάτων ποὺ ἀντιμετώπισε ὁ ἀρχέγονος ἐξ ἐθνῶν Χριστιανισμός. Τὰ προβλήματα ποὺ ἀντιμετωπίζει ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν ἑστιάζονται στὶς ἀταξίες ποὺ συμβαίνουν κατὰ τὴν τέλεση τοῦ Κυριακοῦ Δείπνου καὶ στὶς «μερίδες» ποὺ τὸν ἀντιστρατεύονται. Πράγματι, οἱ «ἀταξίες» 117 ποὺ λαμβάνουν χώρα στὶς κοινὲς ἑστιάσεις μετὰ τὴν τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας στὴν ἀρχικὴ Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου ἀπὸ μέλη ἀνώτερης κοινωνικῆς τάξεως πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς τῶν ἀσθενεστέρων οἰκονομικῶς 111 Πβ. τις χρήσιμες πληροφορίες που παρέχει ο Joachim Jeremias, Jerusalem in the Time of Jesus. An Investigation into economic and social conditions during the New Testament Period. SCM Press, Πβ. Σ. Αγουρίδη «Ο χαρακτήρας της κοινοκτημοσύνης στην αρχική Εκκλησία και η μαρτυρία των Πράξεων των Αποστόλων», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών τχ. 93(1983), αναδημοσιευμένο στον τόμο Σ. Χρ. Αγουρίδη, Ἆρα γε γινώσκεις ἃ αναγινώσκεις; Ερμηνευτικές και ιστορικές μελέτες σε ζητήματα των αρχών του Χριστιανισμού. Αθήνα, Αρτος Ζωής, 1989, σσ , εδώ Τούτο μπορεί να εξαχθεί από το θαύμα του χορτασμού των στην έρημο, όπου σημειώνεται ότι χρειάζονταν άρτο αξίας 200 δηναρίων, δηλαδή 1/25 του δηναρίου κάθε άρτος. Αυτή ήταν η τρέχουσα τιμή του μισού της ημερήσιας τιμής του άρτου.σε έκτακτες περιπτώσεις η κατάσταση ήταν τραγική, όπως την εποχή της εισβολής του βασιλέα των Ναβαταίων Αρέτα, που κατεστράφη η σοδειά, με αποτέλεσμα ένας μόδιος σίτου να κοστίζει ένδεκα δραχμές. Ιωσήπου, Ιουδ. Αρχ. ΙΔ ΙΙ(2) Joachim Jeremias, Jerusalem in the Time of ένθ αν., σσ Fr. Grant, Economic Background of the Gospels. Oxford Univ. Press, 1926, σσ Ιωσήπου, Ιουδ. Αρχαιολ. Α ΧΧΙ (1)401-(13) J. Klausner, Jesus of Nazareth, ελλ.μετφ. H. Dandy, New York, 1926, σσ Πβ. Σ. Αγουρίδη «Ο κοινωνικοοικονομικός χαρακτηρας του αρχικού Χριστιανισμού», εν Ιδίου, Δοκίμια στις ρίζες του Χριστιανισμού, Αθήνα, Εννοια, 2005, σσ Θ. Ἰωαννίδη «Ἀταξίες κατὰ τὴν τέλεση τοῦ Κυριακοῦ Δείπνου στὴν πρώτη Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου: Κοινωνιολογικὲς καὶ λειτουργικὲς προεκτάσεις», Στὰ Βήματα τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα. Χαριστήριος Τόμος πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Νέας Ἰουστινιανῆς καὶ πάσης Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου Β γιὰ τὰ τριάντα χρόνια ἀρχιερατικῆς του διακονίας. Λευκωσία 2008, σσ

33 τάξεων ἀποτελοῦν πρόβλημα γιὰ τὸν Ἀπ. Παῦλο 118 καὶ μάλιστα καθοριστικῆς σημασίας μὲ ἀντίκτυπο στὴν διαμόρφωση τῆς εὐχαριστιακῆς του θεολογίας καὶ θέμα μὲ κοινωνικοοικονομικὲς ἐπιπτώσεις. Τουλάχιστον τέσσερεις «μερίδες» ἀνάμεσα στοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου ὀνοματίζονται (Α Κορ. α γ 3-5. ια 18-19). Παράλληλα, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου ἀπετελεῖτο κυρίως ἀπὸ μέλη χαμηλοῦ οἰκονομικοῦ εἰσοδήματος καὶ κοινωνικῆς στάθμης «μωρά, ἀσθενῆ, ἀγενῆ, μὴ ὄντα»-, ἀλλὰ περιελάμβανε παράλληλα καὶ κάποιους ποὺ ἦσαν ἐκπαιδευμένοι -«σοφοί»-, «δυνατοί» καὶ ἀπὸ εὐγενῆ καταγωγὴ - «εὐγενεῖς» (Α Κορ. α 26). Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὴν προσπάθειά του νὰ ἀποκαταστήσει τὴν κοινωνικὴ τάξη στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου, ὅπου εἶχαν παρουσιασθεί φαινόμενα παρεκτροπῆς καὶ ἀλλοιώσεως τοῦ χριστιανικοῦ βίου-, ὅπως συμπεριφορὲς μερίδων Α Κορ. α -δ, προσφυγὲς σὲ εἰδωλολατρικὰ δικαστήρια Α Κορ. στ 1-11, βρώση εἰδωλοθύτων Α Κορ. η ι, ὁμάδες μὲ συγκρουόμενες ἀντιλήψεις γιὰ τὸ Κυριακὸ Δεῖπνο Α Κορ. ια 17-34, ἀνταγωνισμοὶ γιὰ ἐξουσία ἀνάμεσα στοὺς προφητεύοντες καὶ τοὺς γλωσσολαλοῦντες Α Κορ. ιβ -ιδ, περιφρόνηση και ταπείνωση των πτωχών από τους ευπόρους κατά τα «κοινά δεῑπνα», με αποτέλεσμα την διάσπαση της κοινωνικής συνοχής, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε πολλοί των πτωχών και ενδεών να μαστίζονται από αθένειες και να «κομῶνται ικανοί» (Α Κορ. ια 30-31) 119, ἀναφέρεται στὸ Α Κορ. ια 17-β 31 βασικὰ σὲ τρία θέματα. Πρῶτον, στὴν Θεία Εὐχαριστία, δεύτερον, στὶς διαιρέσεις τῶν χαρισμάτων, τῶν διακονιῶν καὶ τῶν εὐεργημάτων, καὶ τρίτον, στὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος, στὸ ὁποῖο τὸ κάθε μέλος καλεῖται νὰ ἐπιτελέσει μία συγκεκριμένη καὶ εἰδικὴ ἐργασία, ἀνάλογη μὲ τὴν κλίση καὶ τὰ χαρίσματά του (Α Κορ. ζ 20), 120 συνεργαζόμενος μὲ τὰ ἄλλα μέλη τῆς κοινωνίας, ποὺ θὰ εἶναι χρήσιμη καὶ ἀπαραίτητη γιὰ τὸ κοινωνικὸ σύνολο 121. Ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἐκφράζει τὴν ἑνότητα τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου, ἡ δὲ συμμετοχὴ σὲ αὐτὸ δὲν ἔχει προσωπικὸ χαρακτῆρα, ἀλλὰ συλλογικό, δεδομένου, «ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοὶ ἐσμέν, οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν» (Α Κορ. ι 17), πρᾶγμα ποὺ ἀποκλείει ὁποιαδήποτε κοινωνικὴ διαφοροποίηση μεταξὺ τῶν μελῶν, διότι ἡ παράσταση τῆς Ἐκκλησίας «ὡς σώματος Χριστοῦ» (Κολ. α 24. Ἐφεσ. α 23) ἐκδηλώνεται καὶ ἐκφράζεται σὲ ὅλες τὶς κοινωνικὲς ἐκδηλώσεις καὶ ἐκφάνσεις τῆς 118 Τὸ πρόβλημα τῶν ἀντιπάλων τοῦ Ἀπ. Παύλου στὶς Πρὸς Κορινθίους ἐπιστολές του εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον συζητημένα θέματα στὴν σύγχρονη βιβλιογραφία. Οἱ ἀπόψεις ποικίλλουν καὶ πρακτικὰ ἔχουν προταθῆ ὅλες οἱ γνωστὲς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἰουδαϊκές, ἰουδαΐζουσες καὶ γνωστικές-κυρίως- ὁμάδες. Βασικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς ἀποτελεῖ ἡ μελέτη τοῦ D. Georgi, Die Gegner des Paulus im 2. Korintherbrief: Studien zur religiösen Propaganda in der Spätantike. Neukirche-Vluyn Πβ. Ἑλένης Χριστινάκη-Παπακώστα, «Ἡ ἀγάπη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Α Κορ. 13», Ἀπόστολος Παῦλος καὶ Κόρινθος, τόμ. Β, σσ , ἐδῶ σ. 544, σημ. 31 καὶ σ Πβ. την θεμελιακή εργασία του Χρήστου Σπ. Βούλγαρη «Νέα θεώρησις των ερίδων της Αποστολικής Εκκλησίας της Κορίνθου και των εν αυτή αντιπάλων του Αποστόλου Παύλου», Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών ΚΒ (1975) )[:Τιμητικόν Αφιέρωμα εις Βασίλειον Βέλλαν]. Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών ΚΓ (1976) [: Τιμητικόν Αφιέρωμα εις ιωάννην Καρμίρην] και το αυτό έργο εις Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών 91(1976) Πβ. Ρωμ. ια 29. Ἐφεσ. δ Θ. Ἰωαννίδη, Ἄνθρωπος καὶ κόσμος κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Θεσσαλονίκη: Πουρναρᾶς, 2008, Κεφ. 2ο [ Βιβλικὴ Βιβλιοθήκη 41]. 33

34 ζωῆς τῶν μελῶν της. Ο Παῦλος θεωρεῖ ὅτι ἡ κοινὴ τράπεζα τῶν πιστῶν κατὰ τὰ κυριακὰ δεῖπνα (Α Κορ. ια 10) ἀποτελοῦσε τὴν βασικὴ ἐκδήλωση τῆς προσμονῆς καὶ τῆς προγεύσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ 122. Επίσης, ἡ Εὐχαριστιακὴ Θεωρία τῆς Διακονίας ἢ Χριστιανικῆς ἀλληλεγγύης ἀνάγει τὴν ἀρχή της στοὺς ἀποστολικοὺς καὶ παλαιοχριστιανικοὺς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους συνδεόταν μὲ τὶς εὐχαριστιακὲς συνάξεις. Ὡς τέτοιες λογίζονται ὁ θεσμὸς τῶν συνεστιάσεων τῆς «ἀγάπης», οἱ προτροπὲς καὶ προσπάθειες τοῦ Ἀπ. Παύλου γιὰ τὴν «λογεία» (Α Κορ. ιστ 1) 123, ἡ ἐκλογὴ τῶν ἑπτὰ διακόνων (Πράξ. στ 1-6) καὶ ἡ χειροτονία διακόνων καὶ διακονισσῶν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς τελεσιουργίας τῆς Θ. Εὐχαριστίας 124. Ὁ Ἀπ. Παῦλος διαπιστώνει διαφοροποιήσεις οἰκονομικοῦ καὶ κοινωνικοῦ χαρακτήρα στὶς λατρευτικὲς συνάξεις τῶν Κορινθίων δεδομένου ὅτι στεροῦνται τοῦ πνεύματος τῆς ἀγάπης, τῆς αὐτοπροσφορᾶς καὶ τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας: «Συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἐστιν κυριακὸν δεῑπνον φαγεῑν», ἐπισημαίνει ὁ Ἀπόστολος (Α Κορ. ια 20-21), διότι «ἕκαστος τὸ ἴδιον δεῑπνον φαγεῑν. ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῑπνον προλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῑν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ ὃς δὲ μεθύει». Τὸ δεύτερο πρόβλημα ποὺ συναντᾶται στὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου εἶναι ἡ προσπάθεια διασπάσεώς της σὲ «μερίδες». Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς θεολογικὲς προϋποθέσεις ποὺ συνθέτουν τὶς διαμάχες, ὑπάρχει ἡ κοινωνιολογικὴ καὶ οἰκονομικὴ διάσταση τοῦ φαινομένου, ἡ ὁποία ἑδράζεται στὴν διαφορετικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν τρόπο καὶ τὶς μεθόδους τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεως περιοδευόντων χαρισματούχων καὶ ὀργανωτῶν κοινοτήτων. Οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Παύλου ἀντιπροσωπεύουν τὸν τύπο τοῦ περιοδεύοντα χαρισματούχου ἱεραποστόλου τοῦ ἀρχικοῦ χριστιανισμοῦ, ποὺ ἔχει τὴν προέλευσή του στὴν Παλαιστίνη καὶ ἱκανοποιεῖ ὁρισμένους ἠθικοὺς κανόνες: ἀνεστιότης, ἔλλειψη οἰκογενείας, ἀκτημοσύνη, ἔλλειψη ἀσφαλείας. Ἀντίθετα, ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν ἐκπροσωπεῖ ἕνα εἶδος «ἀποστολικῆς» νομιμότητος, μία μορφὴ δηλαδὴ «λειτουργικῆς» νομιμότητος. Ἔτσι, ἐνῶ οἱ περιοδεύοντες χαρισματοῦχοι βασίζονταν στὴν οἰκονομικὴ ὑποστήριξη ἀπὸ μέρους τῆς κοινότητος, ὁ Παῦλος ἀνέπτυξε νέο θεολογικὸ ἦθος, οἰκουμενικὸ καὶ παράλληλα ἠθικοκοινωνικό. Μία ἰδιαίτερη «δόξα» καὶ «καύχηση» (Β Κορ. ια 10,12) τοῦ Ἀποστόλου ἦταν τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποκτοῦσε τὰ πρὸς τὴν βιοσυντήρησή του μὲ τὴν ἴδια τὴν ἐργασία του καὶ «ὑστερηθεὶς οὐ κατενάρκησε(ε) οὐδενός» (Β Κορ. ια 8). Ὁ Παῦλος εἶχε εἰδικοὺς λόγους νὰ τὸ κάνει αὐτό, νὰ ἀποφύγει τὴν ὁποιαδήποτε ὑποψία ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του ὅτι ἔχει δευτερεύοντες ἰδιοτελεῖς σκοποὺς -, «οὔτε ἐν προφάσει πλεονεξίας» θὰ γράψει (Α Θεσσ. β 5), διότι βεβαίωνε, ὅσο εἶναι δυνατὸν αὐτό, δογματικῶς τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν κοινότητα ποὺ ὑπηρετεῖ (Α Κορ. θ 4-14), ἑνὸς δι- 122 Π. Βασιλειάδη, «Συνοδικότητα καὶ Πρωτεῖο στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἡ παύλεια «περιεκτική» Εὐχαριστιακὴ Θεολογία αἴτιο καὶ προϋπόθεση τῆς συνοδικότητας», Θεολογία 80(2) (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2009) 43-65, ἐδῶ σ J. Eckert, «Die Kollekte des Paulus für Jerusalem», εἰς Kontinuität und Einheit. Festschrift für F. Mussner. Freiburg 1981, σσ H. D. Betz, 2. Korinther 8 und 9. Gutersloh D. Georgi, Die Geschichte der Kollekte des Paulus für Jerusalem. Neukirchen Εὐ. Θεοδώρου«Ἐκκλησιολογικὲς διαστάσεις τῆς Εὐχαριστιακῆς Θεολογίας», Θεολογία 80(4) (Ὀκτώβριος- Δεκέμβριος 2009) 45-75, ἐδῶ σ

35 καιώματος ποὺ ὁ ἴδιος δὲν ἔκαμε χρήσεως 125. Μὲ δεδομένο ὅτι οἱ πρωταγωνιστὲς τοῦ ἀντί-παύλειου κορινθιακοῦ μετώπου ἦσαν μέλη τῶν ἀνωτέρων κοινωνικῶν στρωμάτων 126, μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε διατὶ ἀντιδροῦσαν στὸ πρόγραμμα τῆς λογείας καὶ νὰ δικαιολογήσουμε παράλληλα, πρῶτον, διατὶ ὁ ἀπόστολος ἀναγκάζεται μόνον ἐδῶ νὰ ἀναφερθεί διεξοδικῶς στὴν λογεία (Β Κορ. η -θ), καὶ δεύτερον, διατὶ ἐπανέρχεται κάνοντας σχετικὲς νύξεις καὶ στὴν αὐστηρὴ ἐπιστολὴ (Β Κορ. ιβ 14-15). Ἡ διεξοδικὴ μελέτη τῶν δυὸ κεφαλαίων Β Κορ. η καὶ θ 127 μᾶς ὁδηγεῖ στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ λογεία ἑδράζεται στὸ παράδειγμα τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὸ ἰδεῶδες τῆς ἰσοκατανομῆς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἔτσι, προβάλλει τὴν συμπεριφορὰ τῶν Μακεδόνων «Γνωρίζω δὲ ὑμῑν, ἀδελφοί, τὴν χάριν τοῡ Θεοῡ τὴν δεδομένην ἐν ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Μακεδονίας» (Β Κορ. η 1)- ὡς μέτρο καὶ κριτήριο γιὰ τὴν ἐκτίμηση τῆς γνησιότητος τῆς ἀγάπης τῶν Κορινθίων καὶ τοὺς ὑπενθυμίζει τὴν «χάριν» τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «δι ὑμᾶς ἐπτώχευσεν πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῑς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε» (Β Κορ. η 9). Τὰ δυὸ αὐτὰ δεδομένα δίδουν τὴν εὐκαιρία στὸν Παῦλο νὰ ἐπαναλάβη τὴν προτροπή του στοὺς Κορινθίους χριστιανοὺς νὰ συμβάλλουν ἐθελουσίως καὶ μὲ γενναιοδωρία στὸ πρόγραμμα τῆς λογείας (Β Κορ. η 10). Περαιτέρω, ὑπογραμμίζει στοὺς χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου ὅτι «εἰ γὰρ ἡ προθυμία πρόκειται, καθ ὃ ἐὰν ἔχη τις εὐπρόσδεκτος, οὐ καθό οὐκ ἔχει» (Β Κορ. η 12), πρᾶγμα ποὺ δηλώνει ὅτι ἀρκεῖται στὴν συμβολική τους μόνον συμμετοχὴ στὴν λογεία «ἐκ τοῦ ἔχειν» (Β Κορ. η 11). Στὴν περίπτωση τῶν χριστιανῶν τῆς Κορίνθου σὲ ἀντίθεση μὲ ἐκείνων τῆς Μακεδονίας, ἀρκεῖται σὲ μία συμβολικὴ συμμετοχή τους στὴν λογεία, ἐνῶ γιὰ τοὺς Μακεδόνες εἶχε ἐπαινέσει τὸ γεγονὸς ὅτι συνεισέφεραν καὶ πέραν ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους. Μία ἐξήγηση ποὺ ἔχει δοθεί γιὰ τὴν διαφοροποίηση αὐτὴ ἑδράζεται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ χριστιανικὴ κοινότητα τῆς Κορίνθου ἀποτελεῖτο ἀπὸ ἄτομα κατωτέρων κοινωνικὰ τάξεων, ὅπως προαναφέραμε, καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀνάγκασε τὸν Παῦλο νὰ σεβασθεί τὴν ἰδιομορφία τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως τῆς Κορίνθου καὶ νὰ ἀπαιτήσει ὁποιαδήποτε οἰκονομικὴ ἀρωγή 128. Σύμφωνα μὲ τὴν ἄποψη τοῦ κοινωνιολόγου τῆς ἐποχῆς τῆς Κ. Δ. G. Theissen, «ὁ ἀρχέγονος ἑλληνιστικὸς χριστιανισμὸς δὲν ἦταν οὔτε κίνηση τοῦ προλεταριάτου ἀνάμεσα στὶς κατώτερες τάξεις, οὔτε ὑπόθεση ἀνωτέρων κοινωνικὰ στρωμάτων. Ἀντίθετα, τὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ τὴν κοινωνική του δομὴ ἦταν ὅτι περιελάμβανε διάφορα κοινωνικὰ στρώματα καὶ κατὰ συνέπεια διάφορα ἐνδιαφέροντα, συνήθειες καὶ προϋποθέσεις» 129. Ἡ ἄποψη 125 J. Weiss, Ὁ ἀρχέγονος Χριστιανισμός. Ἡ ἱστορία τῆς περιόδου μ.χ., μτφ. Σ. Ἀγουρίδη κ.ἄ., Ἀθήνα: «Ἄρτος Ζωῆς», 2001, σ Π. Βασιλειάδη, Παῦλος. Τομὲς στὴ Θεολογία του. Θεσσαλονίκη: Π. Πουρναρᾶς, 2006 [Βιβλικὴ Βιβλιοθήκη 31],σ Πβ. Π. Βασιλειάδη, Χάρις-Διακονία-Κοινωνία (Β Κορ. 8-9). Ὁ κοινωνικὸς χαρακτήρας τοῦ παύλειου προγράμματος τῆς λογείας. Θεσσαλονίκη, Πουρναρᾶς, 2002 [Βιβλικὴ Βιβλιοθήκη 2]. Ἰδίου, Παῦλος..., ἒνθ ἄν., Κεφ. 15: Ἡ συστατικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου πρὸς τοὺς Κορινθίους γιὰ τὸ θέμα τῆς λογείας (Ἑρμηνευτικὸ Ὑπόμνημα στὸ κεφ. 8), σσ καὶ Κεφ. 16: Ἡ αἰσιόδοξη προοπτικὴ γιὰ τὴ λογεία στὴν Κόρινθο (Ἑρμηνευτικὸ Ὑπόμνημα στὸ Κεφ. 9), σσ Π. Βασιλειάδη, Παῦλος. Τομές ἔνθ ἀν., σ G. Theissen,«Soziale Schichtung in der korinthischen Gemeinde. Ein Beitrag zur Soziologie des hellenistischen Urchristentums»,Zeitschift fϋr die Neutestamentliche Wissenschaft und verwandte Gebiete 1974, σσ , ἐδῶ σ

36 αὐτὴ δικαιολογεῖ ἐνδεχόμενες συγκρούσεις, ἐνδείξεις τῶν ὁποίων ἔχομε στὸ Α Κορ. ια 20-21, ὅπου «συνερχομένων» τῶν χριστιανῶν τῆς Κορίνθου «ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι κυριακὸν δεῑπνον φαγεῑν», διότι «αἱρέσεις» ἔχουν ἐνσκήψει ποὺ ὁδηγοῦν σὲ ἄσχημα περιστατικά, διότι «ἕκαστος τὸ ἴδιον δεῑπνον προλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῑν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει». Καίριας σημασίας γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ προγράμματος τῆς λογείας ἀποτελεῖ ὁ ὅρος «ἰσότης», τὸν ὁποῖο χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολός μας στοὺς στίχους η 13 καὶ 14. Ἀπὸ τὴν σημασία τοῦ ὅρου ἐξαρτᾶται ἡ κατανόηση τοῦ προγράμματος τῆς λογείας καὶ κατ ἐπέκτασιν τῆς ἀναδιανεμητικῆς εἰσοδηματικῆς πολιτικῆς ποὺ προτείνει στοὺς χριστιανούς. Στοὺς Ο ὁ ὅρος «ἰσότης» ἀπαντᾶ μόνον δυὸ φορὲς Ἰὼβ 36,29 καὶ Ζάχ. 4,7-, καὶ μάλιστα χωρὶς ἑβραϊκὸ ἀντίστοιχο 130. Στὸν Ἀπ. Παῦλο ἐμφανίζεται ἐπίσης καὶ στὸ Κoλ. δ 1, ποὺ ἀποτελεῖ ἕναν στίχο ἐνταγμένο στὸν πίνακα καθηκόντων (Κολ. γ 18-δ 1). Στὸ Κολ. δ 1 ἀπευθύνεται στοὺς κυρίους, στοὺς ὁποίους ὑπενθυμίζει τὴν συμπεριφορά τους πρὸς τοὺς δούλους, -«οἱ κύριοι, τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἰσότητα τοῖς δούλοις παρέχεσθε». Ἡ «ἰσότης» δὲν δηλώνει ἐδῶ τὴν ἐν Χριστῷ ἐξίσωση δούλων καὶ κυρίων, ἀλλά, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Θεοδώρητος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν καὶ τὸν παραθέτουν πολλοὶ σύγχρονοι ὑπομνηματιστές, «ἰσότητα οὐ τὴν ἰσοτιμίαν ἐκάλεσεν, ἀλλὰ τὴν προσήκουσαν ἐπιμέλειαν, ἧς παρὰ τῶν δεσποτῶν ἀπολαύειν χρὴ ἢ τοὺς οἰκέτας» 131. Μὲ τὸν ἴδιον τρόπο ἑρμηνεύει καὶ ὁ Οἰκουμένιος: «Τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἰσότης ἐστὶ τὸ ἀμείβεσθαι τῶν πόνων τοὺς δούλους, καὶ ἐν ἀφθονίᾳ πάντων τὴν πρὸς χρείαν καθιστᾶν» 132. Περισσότερο καταληπτὸς καὶ πλέον ρηξικέλευθος εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ ὁποῖος θέτει τὸ ἐρώτημα: «Τί δέ ἐστι τὸ δίκαιον; τί δέ ἐστιν ἰσότης;» γιὰ νὰ δώση ὁ ἴδιος τὴν ἀπάντηση: «Πάντων ἐν ἀφθονίᾳ καθιστᾶν, καὶ μὴ ἐὰν ἑτέρων δεῖσθαι, ἀλλὰ ἀμείβεσθαι αὐτοὺς τῶν πόνων» 133. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὁ Ἰω. Χρυσόστομος ἔρχεται κοντὰ στὴν ἑρμηνεία τῆς λογείας ποὺ παραδίδει ὁ Ἀπ. Παῦλος. Ὁ Παῦλος δὲν συνιστᾶ στοὺς κυρίους τους νὰ ἀπελευθερώσουν τοὺς δούλους τους ἐν ὀνόματι τῆς νέας πίστεως, ἀλλὰ νὰ τοὺς φέρονται δίκαια, ἐκπληρώνοντας μὲ ἐπιμέλεια τὶς πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις τους 134. Σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν στίχο τῆς Κολ. δ 1 καὶ τῆς Β Κορ. η 13, 14, ὁ ὅρος «ἰσότης» προσδιορίζεται μὲ βάση τὰ θεωρούμενα τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς. Εἰδικώτερον, ἡ ἔννοια τῆς ἰσότητος ἦταν στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία περισσότερο ἔννοια νομική. Παρόλο ποὺ ὁ Πλάτων στὸν Γοργία 135 προϋποθέτει ὅτι ἡ ἰσότητα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων πηγάζει ἢ εἶναι τμῆμα τῆς κοσμικῆς ἰσότητος, καὶ παράλληλα ὁ Εὐριπίδης τὴν προσωπο- 130 Π. Βασιλειάδη, ἔνθ ἀν., σ Θεοδωρήτου Κύρου, «Ἑρμηνεία τῆς πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολῆς», PG 82(1859)[1992] cols , ἐδῶ col. 621D. 132 Οἰκουμενίου«Ὑπόθεσις τῆς πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολῆς», PG 119(1864)[2004]cols.9-56, ἐδῶ col. 24C. 133 Ἰω. Χρυσοστόμου,«Ὑπόμνημα εἰς τὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολὴν εἰς ὁμιλίας ΙΒ», PG 62(1860)[1997], col Ἰω. Καραβιδοπούλου, Ἀποστόλου Παύλου ἐπιστολὲς πρὸς Ἐφεσίους, Φιλιππησίους, Κολοσσαεῖς, Φιλήμονα. Θεσσαλονίκη : Π. Πουρναρᾶς, 1981[2007], σ Πλάτωνος, Γοργίας 507 κ.ἐξ.. 36

37 ποιεῖ 136, ἡ ἰσότητα στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες προσδιορίζει κατὰ κύριο λόγο τὶς νομικὲς σχέσεις. Βασικὴ ἀρχὴ τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας ὑπῆρξε ἡ ἰσότητα. Ὁ Ἀριστοτέλης κάνει λόγο γιὰ «ἐλευθερίαν καὶ ἰσότητα» 137, γιὰ «ἰσότητα πολιτικήν» 138 καὶ γιὰ «πολιτείαν συνεστηκυΐαν κατ ἰσότητα πολιτῶν» 139. Ἔτσι, ἐνῶ ἀρχικῶς ἡ «ἰσότης» διέφερε ἀπὸ τὴν «ὁμοιότητα», στὸ ὅτι ἡ δεύτερη προσδιώριζε φυσικὴ σχέση καὶ ἡ πρώτη νομική, βαθμιαίως οἱ δυὸ ὅροι καταλήγουν νὰ σημαίνουν τὸ ἴδιο πρᾶγμα: «πολιτεία ἐν τοῖς ἴσοις καὶ ὁμοίαις» κατὰ τὸν Ξενοφῶντα 140,«ἰσότητες καὶ ὁμοιότητες» κατὰ τὸν Ἰσοκράτη 141. Εὔστοχα τοποθετεῖται ὁ Ἀριστοτέλης ὅτι «τὸ δίκαιόν ἐστι τὸ ἴσον» 142 καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ «ἰσότης» καταλήγει νὰ ἐμπεριέχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς δικαιοσύνης. «Ἴσος δικαστής» κατὰ τὸν Πλάτωνα 143, «κριταὶ ἴσοι καὶ δίκαιοι» σύμφωνα μὲ τὸν Πολύβιο 144. Στοὺς στωïκούς, οἱ ὁποῖοι διαβιοῦν τὴν ἐποχὴ τῆς Κ.Δ., ἡ ἰσότητα ταυτίζεται μὲ τὴν ἀκεραιότητα, τονίζεται πὼς «ἕπεται τῇ δικαιοσύνῃ ἰσότης καὶ εὐγνωμοσύνη» 145, ἐνῶ γιὰ τὸν Φίλωνα ἡ σχέση εἶναι ἀκριβῶς ἀντίθετη «ἰσότης μήτηρ δικαιοσύνης» 146. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν παραλαμβάνει τὴν ἔννοια τῆς ἰσότητος ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία καὶ τῆς δίνει νέο περιεχόμενο, τὸ ὁποῖο ἑδράζεται στὴν ἔννοια τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ὅπως αὐτὴ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Ματθ. κ 1-16). Στὸ χωρίο Β Κορ. η 14 ὁ Παῦλος προχωρεῖ περισσότερο. Ἡ ἰσότητα ἀποβαίνει στόχος τῆς κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς «ὅπως γένηται» τῶν χριστιανῶν. Μία τέτοια ἀντίληψη ἀντιβάλλεται στὸ ἰδεῶδες τῆς πρωτοχριστιανικῆς κοινοκτημοσύνης, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται στὰ χωρία τῶν Πράξ. β 44 ἑξ. δ 36 ἑξ. ε 16 κ.ε ἑξ.. Ἡ ρωμαϊκὴ κοινωνία τῆς ἐποχῆς τῆς Κ.Δ. προσπαθῶντας νὰ λύση τὰ κοινωνικὰ προβλήματα καὶ τὶς κοινωνικὲς ἐντάσεις σὲ ἀνεκτὸ σημεῖο 147, ἀντιλαμβανόταν τὴν ἰσότητα ὡς ἁπλὴ ἐπέκταση τοῦ δικαιώματος τοῦ Ρωμαίου πολίτη σὲ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα κοινωνικὰ στρώματα, ἀποδεχομένη τὸν ἀποκλεισμὸ ὁρισμένων ὁμάδων, ὅπως δούλων, ξένων, ἐνῶ ὁ Χριστιανισμὸς προσέφερε ἕνα καθεστὼς ἰσότητος ποὺ ἐπεκτεινόταν σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους, σύμφωνα μὲ τὴν ρήση- δήλωση τοῦ Παύλου «οὐκ ἔνι Ἰουδαίος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ» (Γαλ. γ 28). Μπροστὰ στὴν συνεχῶς αὐξανομένη δυσκολία τῶν κοινωνικῶν περιστάσεων τοῦ κόσμου τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, μπροστὰ στὴν ἐπιτεινόμενη κοινωνικὴ πίεση, ἡ Παύλεια ἀντίληψη τῆς ἰσότητος προσέφερε μία νέα, πετυχημένη μορφὴ κοινωνικῆς ἐνσωματώσεως. καὶ τοῦτο ἐλάμβανε χώρα σὲ μία περίοδο κατὰ τὴν ὁποία οἱ προ- 136 Εὐριπίδου, Φοίνισσαι Ἀριστοτέλους, Πολιτικὰ Δ 4, 1291 b Ἀριστοτέλους, Πολιτικὰ ΣΤ 139 Ἀριστοτέλους, Πολιτικὰ Γ 6, 1279 a Ξενοφῶντος, Ἑλληνικὰ VII 1, Ἰσοκράτους, Ἀρεοπαγιτικὸς 7, Ἀριστοτέλους, Ἠθικὰ Νικομάχεια Α Πλάτωνος, Νόμοι ΙΒ Πολυβίου, Ἱστορίαι ΙΣΤ 15, Διογ. Λαερτ., Φιλοσόφων βίοι καὶ δογμάτων συναγωγὴ Ζ Φίλωνος, Περὶ τῶν ἀναφερομένων ἐν εἴδει νόμων IV 231. Πβ. Φίλωνος, Περὶ φυτουργίας Νῶε 122: «Ἰσότης δικαιοσύνην ἔτεκε». Ιδίου, Περὶ τοῦ τὶς ὃ τῶν θείων ἐστι κληρονόμος 163: «Ἰσότης δικαιοσύνης τροφός». 147 H. Bolkestein, Wohltaetigkeit und Armenpflege im vorchristlichen Altertum 1967, σ

38 σπάθειες τῶν κοινωνικῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ ρωμαϊκοῦ Imperium δὲν εἶχαν ἐπιτυχία - π.χ. οἱ μεταρρυθμίσεις τῶν Γράκχων- καὶ ὁδηγοῦσαν σὲ ἕναν φαῦλο κύκλο ἐναλλαγῆς τῆς πεφωτισμένης (β μ.χ. αἰών) καὶ ἀπόλυτης μοναρχίας (δ μ.χ. αἰών) 148.Ἡ κοινωνικὴ διάσταση τῆς Παύλειας ἐπιχειρηματολογίας, ὅπως αὐτὴ ἐκτίθεται μέσω τοῦ προγράμματος τῆς λογείας (Β Κορ. η 13-15), θέτει γιὰ πρώτη φορὰ στὸ προσκήνιο τὸ ἰδεῶδες τῆς ἰσοκατανομῆς τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν μέσω τῆς προοπτικῆς τῆς παγκοσμιότητος τῆς χριστιανικῆς ἀδελφοσύνης μὲ πατέρα τὸν Θεὸ καὶ μὲ βάση τὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας. Oἱ εὔποροι Κορίνθιοι δὲν θὰ πρέπει νὰ κρατήσουν γιὰ τὸν ἑαυτόν τους περισσότερα ἀπὸ τὰ ἀπαιτούμενα γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν βιοτικῶν τους ἀναγκῶν, ὑλικά. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὤφειλαν νὰ προσφέρουν τὸ περίσσευμά τους στοὺς ἐνδεεῖς ἀδελφοὺς τῶν Ἱεροσολύμων. Δεχόμενοι οἱ χριστιανοὶ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν ἰδιοκτησία, ὄχι ὡς ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα, ἀλλ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, συμβάλλουν στὴν ἐπίτευξη τῆς ἰσότητος καὶ στὴν κατάργηση τῆς ἰδιοκτησίας, ὄχι μὲ βίαια μέσα, ἀλλὰ μὲ τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης. Εὔγλωττα σχολιάζει o Ἰωάννης Χρυσόστομος ὅτι ἐὰν ὅλοι «μίαν γαστέρα πληροῦμεν, καὶ τὸν αὐτὸν χρόνον ζῶμεν, καὶ ἓν σῶμα περιβαλλόμεθα» τότε δὲν ὑπάρχει στὸν πλούσιο ἡ προοπτικὴ κάποιας περισσείας ἔτσι ὥστε νὰ συνεισφέρει στὸν πένητα. Στὴν προσπάθειά του νὰ πείσει τοὺς Κορινθίους νὰ φανοῦν γενναιόδωροι καὶ καλόκαρδοι κατὰ τὴν συμμετοχή τους στὸ πρόγραμμα τῆς λογείας, τοὺς ὑποδεικνύει νὰ τὴν δοῦν ὡς «εὐλογία» καὶ ὄχι ὡς «πλεονεξία» (Β Κορ. θ 5). Ἡ πλεονεξία (=πλέον + ἔχειν) τόσο στοὺς Ο, ὅσο καὶ στὴν Κ.Δ. ὑποδηλώνει τὴν δίψα τοῦ νὰ ἔχει κανεὶς ὅλο καὶ περισσότερα, χωρὶς νὰ λαμβάνει ὑπ ὄψιν του τοὺς ἄλλους, καὶ μάλιστα εἰς βάρος τους. Στὴν Π.Δ., εἰδικώτερον, ἡ πλεονεξία ἐμφανίζεται διαμετρικῶς ἀντίθετη πρὸς τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν συνάνθρωπο καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς πτωχούς, τοὺς ὁποίους ὁ Νόμος ὀφείλει νὰ προστατεύει ἀπὸ αὐτὴν (Εξ. 20, 17-22, 14 κ.εξ. Δευτ. 24,10 εξ..). Στὸν Ἀπ. Παῦλο ἡ ὁρολογία χρησιμοποιεῖται μὲ διάφορες ἀποχρώσεις (Ρωμ. α 29. Α Κορ. ε 10 ἑξ.. στ 9. Κολ. γ 5. Α Θεσ. δ 6), πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες σχετίζονται μὲ σεξουαλικὲς ἀταξίες και εἰδωλολατρεία. Σὲ κάθε περίπτωση, εἴτε πρόκειται γιὰ πλεονεξία ὑλικῶν ἀγαθῶν, εἴτε πλεονεξία ἡδονική, ἕνα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα: ὁ πλεονέκτης χρησιμοποιεῖ τὸν συνάνθρωπο, ἀντὶ νὰ τὸν ὑπηρετεί 149. Ἡ γενναιοδωρία τῶν Κορινθίων, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τοὺς χαρακτηρίζει, τοὺς ὁδηγεῖ σὲ αὐτάρκεια (Β Κορ. θ 8). Ἡ αὐτάρκεια (Α Τιμ. στ 7, αὐτάρκης Φιλιπ. δ 11), ὅρος στωïκός, ἀποτελεῖ βασικὴ ἀρετὴ τοῦ σοφοῦ 150. Στὴν κυνικὴ στωïκὴ φιλοσοφία ὁ ὅρος χαρακτηρίζει ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μὲ βάση τὴν ἐσωτερική του θέληση καὶ δύναμη μπορεῖ νὰ ἀρκείται στὰ λίγα, ἔτσι ὥστε νὰ καθίσταται ἀνεξάρτητος καὶ ὡς ἐκ τού- 148 G. Theissen, «Soziale Schichtung in der korinthischen», ἔνθ ἀν., σ Π. Βασιλειάδη, Παῦλος ἔνθ ἀν., σσ M. Pohlenz,«Paulus und die Stoa», Zeitschift fϋr die Neutestamentliche Wissenschaft und verwandte Gebiete 42(1949) Βασ. Χ. Ἰωαννίδου, Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ οἱ στωικοὶ φιλόσοφοι. Αἱ ἰδέαι αὐτῶν περὶ θείου προορισμοῦ καὶ περὶ ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας. Θεσσαλονίκη 1934 [ἀνατ. Κατερίνη: μάτι, 2001], σσ Χ. Κ. Οἰκονόμου,«Αὐτάρκης καὶ Αὐτάρκεια στοὺς Στωικοὺς καὶ στὸν Ἀπόστολο Παῦλο», Δελτίον Βιβλικῶν Μελετῶν 9(1980)

39 του νὰ εἶναι πλήρης χωρὶς νὰ ἔχει τὴν ἀνάγκη κανενός 151. Ἂν καὶ ἡ αὐτάρκεια στοὺς στωïκοὺς εἶναι συνισταμένη ὅλων τῶν ἀρετῶν, τὸ βασικό της χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι ἐκπορεύεται ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες δυνάμεις, καὶ περιορίζεται - ἐξαντλεῖται θὰ μποροῦσε νὰ διατυπώσει κανείς- στὸ ἴδιο τὸ ἄτομο. Ἀντιθέτως, στὸν Παῦλο ἡ πηγὴ τῆς αὐταρκείας εἶναι ὁ Θεός. Ἡ αὐτάρκεια εἶναι δῶρο καὶ ἀποτέλεσμα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Κατὰ συνέπεια, δὲν ἐξαντλεῖται ἀποκλειστικὰ μέσα στὰ στενὰ ἀτομικὰ πλαίσια οὐσιαστικὴ παράμετρός της εἶναι ἡ μέριμνα γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἡ αὐτάρκεια εἶναι ἀρετὴ καθόσον συνοδεύεται ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ μέριμνα 152 καὶ κατατείνει «εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν». Σύμφωνα μὲ τὸν Θεοδώρητο Κύρου συμπεριλαμβάνει καὶ πνευματικὰ ἀγαθά, δεδομένου ὅτι «πᾶσα γὰρ χάριν τὰ χαρίσματα λέγει, ἔργον δὲ ἀγαθόν, τὰ εἴδη τῆς ἀρετῆς» 153. Ὁ κοινωνικὸς χαρακτήρας τῆς προσπαθείας τοῦ Παύλου στὸ πρόγραμμα τῆς λογείας ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Ἀποστόλου στὴν Π.Δ. καὶ εἰδικώτερον στοὺς Ψαλμ. 111, 9: «Καθὼς γέγραπται. ἐσκόρπισεν, ἔδωκεν τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Β Κορ. θ 9). Ἡ λέξη «πένης» ἐμφανίζεται ἅπαξ στὴν Κ.Δ. Συγκρινόμενο μὲ τὸ «πτωχός», ποὺ χρησιμοποιεῖται εὐρύτατα στὰ Εὐαγγέλια καὶ ἀραιὰ στὶς μεγάλες Ἐπιστολὲς τοῦ Παύλου (Ρωμ. ιε 26. Γαλ. β 10. δ 9), εἶναι ἀσθενέστερο χαρακτηρίζοντας αὐτὸν ποὺ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ εἶναι σὲ δυσμενέστερη κατάσταση, αὐτὸν ποὺ γενικὰ ἔχει ἀνάγκη «πτωχός», ἀντίθετα, εἶναι περισσότερο θρησκευτικὴ ἔννοια, ὑποδηλώνοντας αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει ἀπολύτως τίποτε, βασίζεται στὴν ἐλεημοσύνη τῶν συνανθρώπων του καὶ κατ ἐπέκταση ἔχει ἐναποθέσει ὅλες του τὶς ἐλπίδες στὸν Θεό. Ὁ Θεὸς θὰ ἐπιβραβεύσει τὸ ἔργον καὶ τὴν φιλάνθρωπη διάθεση τῶν Κορινθίων γιὰ τὴν λογεία μὲ δικαιοσύνη, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν εὐημερία. 3. Συσσίτια και «Κοινά Δείπνα»: Ενότης Πόλεως και Εκκλησίας Η όλη προσπάθεια που καταβάλλεται με την οργάνωση των συσσιτίων και την θέσπιση της λογείας αποσκοπούν σε ένα και μόνον στόχο: στην ενότητα της Εκκλησίας, όπως αυτή απηχείται με την «κατ οἶκον ἐκκλησία» 154, εκφραστής της οποίας είναι ο επίσκοπος 155. Πράγματι, ο επίσκοπος ως «προεστώς της ευχαριστίας», αποτελεί το πρόσωπο γύρω από το οποίο ενώνεται η Εκκλησία 156, οφείλει να ικανοποιεί ορισμένες ιδιότητες 157, 151 Διογ. Λαερτ., ΣΤ 105: «ἀρέσκει αὐτοῖς καὶ λιτῶς βιοῦν, αὐτάρκεια χρωμένοις σιτίοις καὶ τρίβωσι μόνοις». Ἐπικτήτου, Διατριβαὶ Γ 13, 10 κ. ἄ. 152 Σύμφωνα μὲ τὸν Λεων. Φιλιππίδη, Ἡ πρώτη πρὸς Τιμόθεον Ποιμαντικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ἀθῆναι , σ. 403, στὸ Β Κορ. θ 8, ἡ αὐτάρκεια ἔχει «τὴν ἔννοιαν τῆς πλήρους ἐπαρκείας τῶν ἐξωτερικῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν». 153 Θεοδωρήτου Κύρου, «Ἑρμηνεία τῆς δευτέρας», ἔνθ ἀν., col. 432B. 154 Ρωμ. ιστ 5. Α Κορ. ιστ 19. Κολ. δ 15. Φιλημ Πβ. την διδακτορική διατριβή του Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. ( ), Ακαδημαϊκού (1992- ) Ιωάννου Ζηζιούλα, Μητροπολίτου Περγάμου, με τον τίτλο, Η ενότης της Εκκλησίας εν τη θείᾳ ευχαριστίᾳ και τῷ επισκόπῳ κατά τους τρεις πρώτους αιώνας. Αθήναι 1965 [ανατ. Αθήναι Γρηγόρης, 2009]. 156 Ιγνατίου, Προς Μαγνησείς 6: «ενώθητε τω επισκόπω». 157 Σύμφωνα με τον Παύλο, Α Τιμ. γ 6, πρέπει να είναι «νηφάλιος, σώφρων, κόσμιος, ευσταθής, ἀτάραχος, μὴ πάροινος (ήτοι μέθυσος), μὴ πλήκτης, αλλ ἐπιεικής, άμαχος, ἀφιλάργυρος, μὴ νεόφυτος (ήτοι νεοπροσήλυτος), ίνα μὴ τυφωθείς εις κρίμα ἐμπέση του διαβόλου», παράλληλα πρέπει να είναι «ευμετάδοτος (ήτοι πρόθυμος στην μετάδοση των αγαθων), φιλόχηρος, υπηρετικός, ευδιάκονος, εύσκυλτος, ἀνεπαίσχυντος»>. Ταυτόχρονα, «ἀπροσωπόληπτος, μὴ πλούσιον εντρεπόμενος ή κολακεύων παρά το προσῆκον, μήτε πένητα παρορών ή καταδυναστεύων». Τέ- 39

40 αποσκοπεί όχι μόνον στην σωτηρία των ψυχών του ποιμνίου του 158, αλλά και στην ορθή διαχείριση των εισφορών των χριστιανών μεταξύ των μελών της Εκκλησίας. Ετσι, όσα «εκούσια» χρήματα προσφέρονται για τους «πένητας», ο επίσκοπος οφείλει να τα διαμοιράζει «καλῶς ορφανοίς καὶ χήραις καὶ θλιβομένοις καὶ ξένοις απορουμένοις, ως έχων Θεόν λογιστευτήν (δηλαδή ελεγκτή της διαχειρίσεως) τούτων τον εγχειρίσαντα ταύτην την οικονομίαν» 159. Η διαχείριση των χρημάτων πρέπει να γίνεται με δίκαιο τρόπο σε αυτούς που έχουν ανάγκη και να μην γίνεται κατάχρηση αυτών 160. Γενικώς, «όν τρόπον ο βούς, εργαζόμενος ἐν τῇ ἅλῳ ἀκήμωτος (ήτοι χωρίς χαλινάρι), ἐσθίει μέν, αλλ ου το παν κατεσθίει, ούτως καὶ υμείς, ἐργαζόμενοι εις την ἅλω, τούτ ἐστιν εις την Εκκλησίαν του Θεού, ἐκ της Εκκλησίας ἐσθίετε, όν τρόπον καὶ οι λευίται οι λειτουργούντες τῇ σκηνῇ του μαρτυρίου, ήτις ην τύπος της Εκκλησίας κατά πάντα» 161. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται έριδες, φιλονικείες και παντός είδους διαστάσεις του σώματος της Εκκλησίας. Εγγυητής της ενότητος της Εκκλησίας είναι ο επίσκοπος. Δεν είναι, κατά την άποψή μας παράτολμο, να συγκρίνουμε τον άρχοντα μιας πόλεως με τον Επίσκοπο της Εκκλησίας. Κοινός στόχος είναι η πάταξη των στάσεων, η εμμονή στην ενότητα και η λειτουργία τόσο της Εκκλησίας όσο και της πόλεως ως όλον ένα. Τελικές Παρατηρήσεις Η Κρήτη και η Σπάρτη, «ευδοκιμοῦσες» πολιτείες κατά τον Αριστοτέλη, με ιστορικό βάρος στην συνείδηση των Ελλήνων, είχαν θεσπίσει και καταστρώσει τον θεσμό των «συσσιτίων», που στόχευε στην δίκαιη αναδιανομή του εισοδήματος. Παρόλα τα μειονεκτήματα που είχε ο θεσμός αυτός στην Σπάρτη, όπως εξελίχθηκε στην πράξη, ικανοποιούσε το αίσθημα των πολιτών για «ισότητα» «ίσα δικαιώματα», «δικαιοσύνη» και ένταξη στην πολιτεία. Ο Αριστοτέλης ως κριτικός αναλυτής των πολιτευμάτων και των πολιτειολογικών θεωριών διαφόρων στοχαστών αναλύει τον θεσμό και τον αποδέχεται στην «αρίστη» πολιτεία που σχεδιάζει, δεδομένου ότι ο θεσμός αυτός ικανοποιεί την βασική αρχή της αυταρκείας και συμβάλλει στην εκτόνωση τυχόν κοινωνικών εντάσεων μεταξύ των πολιτών και στην ενότητα της πόλεως ως ενιαίο όλο. Από την παράδοση της Πηγής των Λογίων Q 162, τις περί επιγείων αγαθών (Λκ. ιβ 22-32=Μτθ. στ 25-34) και θησαυρισμού στον ουρανό (Λκ. ιβ 33-34=Μτθ. στ 19-21) λος δε, πρέπει να είναι «μη δάπανος(δηλαδή δαπανηρός), μὴ τρυφητής, μὴ ηδύβιος, μὴ χρηστοφάγος», δηλαδή α- γαπώντας τα καλά φαγητά. Πβ. Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων, Βιβλίον Β 1-5, εις ΒΕΠΕΣ, τόμ. Β, Αθήναι, Αποστολική Διακονία, 1955, σελ Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων, Βιβλίον Β 21, εις ΒΕΠΕΣ, τόμ. Β, σσ Πβ. Χρυσοστόμου Θέμελη, Μητροπολίτου Μεσσηνίας «Ο επίσκοπος κατά τας «Διαταγάς των Αγίων Αποστόλων»», Εκκλησία ΟΓ (1996)(9) Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων, Βιβλίον Β 25, εις ΒΕΠΕΣ, τόμ. Β, σελ Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων, Βιβλίον Β 25, εις ΒΕΠΕΣ, τόμ. Β, σελ Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων, Βιβλίον Β 25, εις ΒΕΠΕΣ, τόμ. Β, Αθήναι, Αποστολική Διακονία, 1955, σελ. 33 και σελ Πβ. τους Μακαρισμούς με το «μακάριοι οι πτωχοί» (Λκ. στ 20-22). 40

41 διδασκαλίες, και κυρίως την ασυμβατότητα παράλληλης υπηρεσίας θεού και μαμμωνά (Λκ. ιστ 13=Μτθ. στ 24), την Μάρκεια παράδοση 163, τον χαρακτηρισμό των αργυραμοιβών ως «ληστών» (Μρκ. ια 15-17), μέχρι τις ιδιαίτερες παραδόσεις του Λουκά- με την προγραμματική διδασκαλία του Χριστού στην Ναζαρέτ (Λκ. δ 16-18) και τις παραβολές του άφρονα πλουσίου (Λκ. ιστ 19 κ.εξ.)-, και του Ματθαίου- με την περικοπή της τελικής κρίσεως (Μτθ. κε 30-46)-, τα πάντα συνηγορούν ότι ο ιστορικός Ιησούς ακολουθώντας την παράδοση των Προφητών 164 διεκήρυττε με έμμεσο και άμεσο τρόπο, την αντίθεσή του στους οικονομικούς μηχανισμούς που διασπούν την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας 165, προβάλλοντας την οικονομία όχι της άδικης συσσωρεύσεως πλούτου, αλλά της καθημερινής «αυταρκείας», προτρέποντας τους Μαθητές του να προσεύχονται: «τον άρτον ημῶν τον ἐπιούσιον δίδον ημιν το καθ ημέραν»(λκ. ια 3), «δος ημιν σήμερον» στο παράλληλο του Μτθ. στ 11. Στις παραπάνω καινοδιαθηκικές μαρτυρίες εντάσσεται ο θεσμός των κοινών δείπνων, κορυφαίος θεσμός της αρχεγόνου Εκκλησίας, ο οποίος δίδει το αίσθημα στον συμμετέχοντα χριστιανό, ανεξαρτήτως οικονομικής επιφανείας, ότι είναι ενταγμένος στην Εκκλησία, που λειτουργεί ως όλον. Παράλληλα, το πρωτοποριακό πρόγραμμα της παύλειας λογείας, όπως αναπτύσσεται στο Β Κορ. 8-9, καθώς και η ριζοσπαστική ηθική της Καθολικής Επιστολής Ιακώβου, αποσκοπούσαν στην «ισότητα» και «ισοκατανομή και κοινωνία τῶν υλικῶν αγαθῶν», γεγονότα και θεσμοί που χαρακτηρίζουν μία οικονομία που υπερβαίνει το δίπολο καπιταλισμού σοσιαλισμού, δεδομένου ότι δεν εστιάζεται το ενδιαφέρον στην τεχνική και διαδικασία παραγωγής και κατανομής, αλλά στην πηγή των υλικών αγαθών, δεδομένου «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, οι κατοικούντες και πάντα τα εν αυτή» (Ψαλμ. κδ 11). Απόστολος Παύλος και Κόρινθος ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ Απόστολος Παύλος και Κόρινθος. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (Κόρινθος, Σεπτεμβρίου 2007). Εποπτεία: 163 Πβ. την ερμηνεία του σπορέα «οι εις τας ακάνθους σπειρόμενοι. ούτοι εισιν οι τον λόγον ακούσαντες, και αι μέριμναι του αιώνος και η απάτη του πλούτου[ ] συμπνίγουσιν τον λόγον και άκαρπος γίνεται» Μρκ. δ Οι Προφήτες στηλιτεύουν την κοινωνική αδικία, την άνιση διανομή του πλούτου, δεν εισηγούνται, ούτε επιδιώκουν κοινωνικές μεταβολές, ζητούν επίμονα, με κάθε τρόπο, την εσωτερική μεταβολή των ανθρώπων. B. Gordon, Economic Analysis before Adam Smith: Hesiod to Lessius. New York, Barnes and Noble, 1975, σσ Χ. Οικονόμου «Η συμβολη της Αγίας Γραφής στην ανθρωπιστική αντιμετώπιση των φτωχών και των καταφρονημένων του κόσμου», Διακονία-Λειτουργία-Χάρισμα. Πατερική και σύγχρονη ερμηνεία της Καινής Διαθήκης. Τιμητικός Τόμος προς τον Ομότιμο Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιο Αντ. Γαλίτη. Επιμ. Εκδόσεως Ι. Γαλάνης et al., Αθήνα, εν πλώ, 2006, σσ , εδώ σσ [Ιερά Μητρόπολις Θηβών και Λεβαδείας-Κέντρο Αρχαιολογικών Ιστορικών και Θεολογικών Μελετών]. Ιδίου «Ο κοινωνικός χαρακτήρας του Ευαγγελίου», εν Ιδίου, Καινή Διαθήκη και Πολιτισμός. Θεσσαλονίκη, Πουρναράς, 2003, σσ [βιβλική Βιθλιοθήκη 26]. 165 Πράγματι, η εγκαθίδρυση του πολιτεύματος της μοναρχίας στον αρχαίο Ισραήλ ωδήγησε στην μεταβολή του καθεστώτος ιδιοκτησίας και στην βαθμιαία εκμετάλλευση των αγροτών. Ως αντίβαρο στον θεσμό της βασιλείας αναδεικνύεται ο θεσμός της προφητείας προκειμένου να αντιμετωπίζεται κριτικά οποιαδήποτε κατάχρηση των βασιλέων. Οι προφήτες μίλησαν για νόμο και δικαιοσύνη και άσκησαν κριτική τόσο για το ζήτημα της απαλλοτριώσεως των χωραφιών των οικογενειών, όσο και για την συσσώρευση της γης (Ησ. γ 14). Πβ. Ul. Duchrow «Θεολογία και παγκόσμια οικονομία», Θεολογία 83(2) (Απρίλιος-Ιούνιος 2012) 37-54, εδώ σσ

42 Επιστημονική Επιτροπή Στυλ. Παπαδόπουλος, εκδ. επιμέλεια Κ. Μπελέζου, συνεργίᾳ Σωτ. Δεσπότη, Χρ. Καρακόλη, 2 τόμοι, Αθήναι, Ψυχογιός, ΒΕΠΕΣ Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων, Αθήναι Αποστολική Διακονία, 1955 κ.εξ Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών (2006). FGrHist. Felix Jacoby, ed., Die Fragmente der griechischen Historiker, Leiden, Brill. Newman II The Politics of Aristotle. With an Introduction, two prefatory essays and notes critical and explanatory by W. L. Newman, vol. II. Oxford, At the Clarendon Press 1887[Oxford University Press, 2000]. Schütrumpf, Politik II und III Aristoteles Politik Buch II. Buch III. Übersetzt und erläutert von Eckart Schütrumpf. Berlin, Akademie Verlag, 1991[Aristoteles Werke in deutscher Übersetzung 9/II]. Schütrumpf, Politik VII und VIIII Aristoteles Politik Buch VII/VIII. Über die beste Verfassung. Übersetzt und erläutert von Eckart Schütrumpf. Darmstadt, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, 2005 [Aristoteles Werke in deutscher Übersetzung 9/IV]. Πηδάλιον Πηδάλιον της νοητής νηός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, ήτοι άπαντες οι ιεροί και θείοι κανόνες, εκδ. και επιμ. υπό Αγαπίου (Λεονάρδου) ιερομονάχου και Νικοδήμου (Αγιορείτου, εκ Νάξου) μοναχού, Ζάκυνθος, Σ. Ραφτάνης, [ανατ. Παπαδημητριου, ]. 42

43 Μορφές σκέψης στην Ιστορία της Οικονομικής Επιστήμης: Παρουσίαση και Κριτική των Απόψεων του Siegfried Wendt ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ 1. Παρουσίαση των Απόψεων του S. Wendt 1.1. Οι μορφές σκέψης ως κριτήριο ταξινόμησης των θεωρητικών ρευμάτων στην οικονομική επιστήμη Ο Siegfried Wendt ( ), Γερμανός καθηγητής της οικονομικής επιστήμης, στο βιβλίο του Ιστορία της Οικονομικής Επιστήμης (1η έκδοση 1961, 2η βελτιωμένη έκδοση 1968), χρησιμοποιεί ένα ιδιαίτερο κριτήριο ταξινόμησης των διαφόρων θεωρητικών ρευμάτων της οικονομικής επιστήμης, τις μορφές σκέψης. Όπως φαίνεται ήδη από τον πίνακα περιεχομένων ο Wendt διακρίνει 9 μορφές σκέψης, που αντιστοιχούν σε ισόποσα θεωρητικά ρεύματα της οικονομικής επιστήμης: I. H κρατικο - φιλοσοφική σκέψη: Η αρχαία πολιτειακή και οικονομική επιστήμη ΙI. Η θεολογική σκέψη: Η σχολαστική πολιτειακή και οικονομική επιστήμη III. Η κρατικο - πολιτική σκέψη: Μερκαντιλισμός και Καμεραλισμός IV. Η αιτιοκρατική σκέψη: Η φιλελεύθερη οικονομία V. Η παραστατική σκέψη: Οι αρχές θεωρητικής έρευνας στη Γερμανία VI. Η σοσιαλιστική κριτική VII. Η ιστορική σκέψη: Η θεμελίωση της οικονομικής επιστήμης στην κυριολεξία ως ιστορική VIII. Η τελολογική σκέψη: Η θεωρία της οριακής χρησιμότητας IX. Η συναρτησιακή σκέψη: Η σύγχρονη οικονομική θεωρία Παράρτημα: Η σημασία του μαθηματικού τρόπου περιγραφής στην οικονομική επιστήμη 1.2. Οι σχέσεις οικονομίας και οικονομικής επιστήμης Στον πρόλογο του βιβλίου ο S. Wendt αναφέρεται πρώτα στις σχέσεις της οικονομίας με την οικονομική επιστήμη. Το αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης, η οικονομία, είναι ιστορικής φύσης. Από τη στιγμή που οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν την οικονομία ως αντικείμενο της γνώσης, δημιουργήθηκε μία νέα δύναμη της ιστορικής εξέλιξης του οικονομικού βίου. Μεταξύ των ερευνητών και του αντικειμένου της έρευνας υπήρξε ανέκαθεν μία σχέση αλληλεξάρτησης, σημαντική τόσο για την οικονομική επιστήμη όσο και για την εξέλιξη της πρακτικής οικονομικής ζωής (σ. 5). 43

44 Τα πραγματικά γεγονότα, που ο ερευνητής προσπαθεί να συλλάβει σε έννοιες, δεν υφίστανται αυτά καθαυτά, δεν κείνται απέναντι του ως ένα φυσικό δεδομένο είναι, αλλά ανήκουν ως ταξιακές παραστάσεις (Ordnungsvorstellungen) στη σφαίρα της ανθρώπινης σκέψης και δράσης (σ. 6). Αυτό φυσικά δεν ήταν πάντοτε συνειδητό στους ερευνητές. Ιδιαίτερα οι παλαιότεροι οικονομολόγοι αντικειμενοποίησαν θετικιστικά το αντικείμενο των ερευνών τους. Κατά συνέπεια σχημάτισαν με αφελή τρόπο έννοιες ουσίας (Substanz), στις οποίες απέδωσαν αντικειμενική από τα πράγματα καθορισμένη σημασία, αντί να αντλήσουν τις έννοιες από τις ταξιακές παραστάσεις, που αντιστοιχούν σε μία ορισμένη, ιστορικά δεδομένη σχέση απόδοσης ή όπως θα λέγαμε σήμερα, να βασίσουν την έρευνα τους σε συναρτησιακές έννοιες (σ. 6) Οι σχέσεις οικονομικής ιστορίας και ιστορίας της οικονομικής επιστήμης Στη συνέχεια ο S. Wendt αναφέρεται στις σχέσεις της οικονομικής ιστορίας με την ιστορία της οικονομικής επιστήμης. Το γνωστικό αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης είναι έκφραση της ιστορικής εξέλιξης των σχέσεων της ανθρώπινης σκέψης, δράσης και διαμόρφωσης. Η ιστορική εξέλιξη του αντικειμένου της οικονομικής επιστήμης και η ιστορική εξέλιξη της σκέψης συνδέονται στενά μεταξύ τους. Η ιστορική μεταβολή του ερευνητικού αντικειμένου υποχρεώνει τον ερευνητή να προσαρμόζει τις έννοιες και τις δομές της σκέψης του στις μεταβληθείσες συνθήκες της πρακτικής οικονομικής δραστηριότητας. Ο Wendt στο κείμενό του διακρίνει τις εξής ιστορικές περιόδους: την αρχαία περίοδο (κεφ. Ι, σ. 12), τη συνεταιριστική δομή της κοινωνίας των τεχνιτών και αγροτών (κεφ. ΙΙ, σ. 14), την εποχή των απολυταρχικών κρατών των ηγεμόνων (κεφ. ΙΙΙ, σ. 17) και τέλος τη σύγχρονη εποχή, που αναφέρει ως επιχειρηματικά ασκούμενη βιομηχανική παραγωγή (κεφ. ΙV επ., σ. 24 επ.). Από την άλλη πλευρά, η επιστημονική διευκρίνηση των εννοιών και η πνευματική διείσδυση των σχέσεων επιδρά στις αντιλήψεις και στις ταξιακές ιδέες των ανθρώπων της οικονομικής πράξης, που μεταβάλλει και διαμορφώνει (σ. 6). Κατά συνέπεια, η οικονομική ιστορία, ως διερεύνηση των πρακτικών οικονομικών συμβάντων, και η ιστορία της οικονομικής επιστήμης, ως διερεύνηση της εξέλιξης της οικονομικής σκέψης, δεν μπορούν να διαχωριστούν πλήρως. Ασφαλώς πραγματευόμαστε την οικονομική ιστορία και την ιστορία της οικονομικής επιστήμης ως αυτοτελείς ειδικότητες. Αλλά η μία ειδικότητα δεν μπορεί να ασκηθεί με επιτυχία χωρίς τις γνώσεις των αποτελεσμάτων της άλλης. Αυτό ισχύει σε ιδιαίτερο βαθμό για την ιστορία της 44

45 οικονομικής επιστήμης, που μπορεί να κατανοηθεί, μόνο εάν κάποιος γνωρίζει την οικονομική ιστορία και τις πνευματικές της σχέσεις (σ. 7). Η εσωτερική σύνδεση της πρακτικής διαμόρφωσης της οικονομίας και της επιστημονικής αντιπαράθεσης με τα προβλήματα της οικονομίας δεν είναι τόσο ευκρινής, όσο στην εποχή της απολυταρχίας του κράτους των ευγενών. Αλλά υπήρξε και στις άλλες εποχές, όπως και στη νεώτερη εποχή της βιομηχανικής εξέλιξης. Οι ιδέες των ερευνητών της οικονομικής ζωής συνδέονταν πάντοτε στην επίδρασή τους με τις ιδέες των εμπόρων και των επιχειρηματιών, που διαμόρφωναν την οικονομία στην πράξη (σ. 7) Οι σχέσεις οικονομικής επιστήμης και αξιολογικών κρίσεων Τέλος στον πρόλογό του ο Wendt αναφέρεται στην επίδραση των αξιολογικών κρίσεων στην οικονομική επιστήμη. Θέλουμε να προσέξουμε, γράφει, πώς έχουν συνδεθεί μεταξύ τους στην οικονομική-επιστημονική έρευνα η γνώση των οικονομικών σχέσεων και η ερμηνεία (Deutung) των τάξεων πραγμάτων της οικονομικής ζωής. Η σύγχρονη οικονομική-επιστημονική έρευνα επιδιώκει μεν να γνωρίσει την πραγματικότητα της οικονομικής ζωής στις σχέσεις της, αλλά κάθε γνώση της πραγματικότητας συμπεριλαμβάνει και ερμηνεία της δεδομένης τάξης πραγμάτων. Η διαπίστωση αυτή δεν ισχύει μόνο για την παλαιότερη οικονομική επιστήμη, στην οποία κατά σχεδόν αφελή τρόπο η θεωρητική εξήγηση και η αξιολογική ερμηνεία (wertende Deutung) όχι μόνο συνδέονται, αλλά αναμειγνύονται τελείως μεταξύ τους. Ισχύει και για τη νεώτερη έρευνα, που για λόγους αρχής προσπαθεί να εκτοπίσει τις αξιολογικές κρίσεις από τις επιστημονικές μελέτες. Αλλά δεν πρέπει να παραβλέπουμε, ότι η ίδια η θεωρητική αφετηρία (Denkansatz) περικλείει σε κάθε περίπτωση ερμηνεία (σ. 8). Ασφαλώς ανήκει στα πρώτα καθήκοντα της επιστημονικής έρευνας στις επιστήμες της ανθρώπινης συμβίωσης η αποφυγή των σχετιζομένων με συμφέροντα αξιολογήσεων. Εντούτοις, στη θεωρητική αφετηρία ως τέτοια, το προς εξέταση αντικείμενο σχετίζεται αναγκαία με το συνολικό σχέδιο περί του νοήματος και περί της τάξης πραγμάτων της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο ερευνητής δεν μπορεί ως άνθρωπος να αποστασιοποιηθεί τόσο πολύ από το ιδιαίτερο αντικείμενο των παρατηρήσεών του. Η γνώση αυτή μας προφυλάσσει από το να απολυτοποιούμε τα αποτελέσματα των επιστημονικών προσπαθειών. Μας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε, ότι οι επιστημονικές γνώσεις συνδέονται με τη συνολική πνευματική κατάσταση της εποχής τους. Αυτό δεν αποκλείει, οι γνώσεις να περιέχουν «αντικειμενικές αλήθειες» (σ. 8 επ.). Τέλος, γράφει, πρέπει πάντα να γίνεται η απόπειρα, να εντάσσουμε το ξεδίπλωμα της οικονομικής επιστήμης στη σχέση της με την ιστορική 45

46 πνευματική εξέλιξη, να συνδέουμε τις οικονομικές σκέψεις και γνώσεις με την πνευματική ιστορία της εποχής (σ. 9). 2. Κριτικές Παρατηρήσεις 2.1 Ένα ρήγμα στο κριτήριο ταξινόμησης Από τον πίνακα περιεχομένων γίνεται κατ' αρχήν εμφανές ένα ρήγμα στο κριτήριο ταξινόμησης. Στο κεφάλαιο VI ο Wendt δεν αναφέρει τη μορφή σκέψης, όπως στα άλλα κεφάλαια, αλλά γράφει κατευθείαν το περιεχόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για την ουτοπική σκέψη των πρώιμων σοσιαλιστών και τη διαλεκτική σκέψη του μαρξισμού. Και το περιεχόμενο του κεφαλαίου δεν περιλαμβάνει μόνο κριτική αλλά και προτάσεις αλλαγής του οικονομικού συστήματος. Οι μορφές σκέψης, ακόμη και αν είναι παρωχημένες, πρέπει να αναφέρονται σε ένα βιβλίο οικονομικής ιστορίας, στο οποίο μάλιστα χρησιμοποιούνται ως κριτήριο ταξινόμησης. Πόσο μάλλον που τόσο η ουτοπική όσο και η διαλεκτική σκέψη αποτελούν και σύγχρονες μορφές σκέψης. Η ουτοπική σκέψη προσβλέπει στην αλλαγή ενός συστήματος με πολιτική απόφαση, με την ανθρώπινη βούληση ή με την εκπαίδευση (σ. 61). Έχει επανακάμψει στην Ελλάδα με την κρίση, όπου ένα από τα ζητούμενα είναι η αλλαγή νοοτροπίας. Απλός κόσμος αλλά και στελέχη της πολιτικής αναφέρουν, ότι πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία, προκειμένου να βγούμε από την κρίση και να μην επιστρέψουμε σε αυτήν. Η νοοτροπία επηρεάζεται μέχρι ενός σημείου από τους θεσμούς και τους ελέγχους για την τήρησή τους, την εκπαίδευση ή μία τυχόν κοινωνική συναίνεση. Είναι κυρίως συνάρτηση του επιπέδου της οικονομικής ανάπτυξης ενός λαού και αλλάζει ριζικά τελευταία. Ακόμη και αν υπάρχει η πολιτική βούληση για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών και την αλλαγή της νοοτροπίας των πολιτών, η πολιτική βούληση προσκρούει στις παγιωμένες αντιλήψεις και στα παγιωμένα συμφέροντα μίας μερίδας της κρατικής γραφειοκρατίας και των πολιτών, που ωφελούνται από την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων. Αυτός είναι ο λόγος, που στην προκειμένη περίπτωση παρατηρείται μία διάσταση μεταξύ θετής και πραγματικής τάξης πραγμάτων. Η διαλεκτική σκέψη μπορεί να ερμηνεύσει σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις. Για παράδειγμα η παγκοσμιοποίηση είναι αποτέλεσμα της ποσοτικής συσσώρευσης του κεφαλαίου, που από ένα σημείο και μετά επέφερε μία νέα ποιότητα στην εξελικτική πορεία του καπιταλιστικού 46

47 συστήματος. Επίσης οι δημοκρατικές εκλογές είναι μία κοινωνικά ρυθμισμένη πάλη για την κρατική εξουσία. 1 Ένα δεύτερο σημείο κριτικής είναι, ότι η ιστορική σκέψη δεν είναι αποκλειστικότητα της ιστορικής σχολής. Στάδια ιστορικής εξέλιξης υπάρχουν και σε άλλες σχολές, όπως στον Adam Smith και στη μαρξιστική θεωρία. Η ειδοποιός διαφορά στη σκέψη της ιστορικής σχολής είναι η επαγωγική μέθοδος, που προκάλεσε στην οικονομική επιστήμη την πρώτη διαμάχη περί της μεθόδου Έννοιες ουσίας και διάρθρωση της πραγματικότητας Κατά τον Wendt τα πραγματικά γεγονότα δεν υφίστανται αυτά καθαυτά, αλλά ανήκουν ως ταξιακές παραστάσεις στη σφαίρα της ανθρώπινης σκέψης και δράσης. Κατά συνέπεια οι έννοιες ουσίας αντικαταστάθηκαν ή πρέπει να αντικατασταθούν από συναρτησιακές έννοιες. Τις θέσεις αυτές μπορούμε να κατανοήσουμε μόνο μέσα από τις εξελίξεις στη φυσική επιστήμη και τη διαμάχη που ακολούθησε σε φιλοσοφικό επίπεδο. Στη φυσική επιστήμη, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, η συζήτηση στρέφονταν γύρω από την αιτιοκρατική ή πιθανολογική υφή του κόσμου. Η διαμάχη αυτή με τον Einstein από τη μία πλευρά και τους Bohr και Heisenberg, από την άλλη έδειξε, ότι οι δύο πλευρές έχουν ως αφετηρία διαφορετικές οντολογικές προϋποθέσεις: Ο Einstein ξεκινάει από μία εικόνα του κόσμου που περιέχει ουσίες και σχέσεις. Οι Bohr και Heisenberg από μία παραδοχή εντελώς αντίθετη προς τον κοινό νου, ότι ο κόσμος δεν έχει ουσίες αλλά μόνο σχέσεις. 2 Σε φιλοσοφικό επίπεδο ορισμένοι φυσικοί φιλόσοφοι που ακολούθησαν τη δεύτερη εκδοχή, υποστηρίζουν την εξαφάνιση της ύλης και τον περιορισμό της ύλης στην ενέργεια, θεωρούν δηλαδή τον κόσμο σαν κίνηση χωρίς τον υλικό φορέα του. 3 Πρόκειται για μία ιδεαλιστική θέση στη διαμάχη ιδεαλισμού-υλισμού. Τη θέση αυτή ακολουθεί, όπως φαίνεται, και ο Wendt στο βιβλίο του. Η οικονομική επιστήμη όμως δεν έχει ως αντικείμενο μελέτης μόνο την ανθρώπινη σκέψη και αόριστα τη δράση (το αντίστοιχο, όπως ίσως εκλαμβάνει ο Wendt, της ενέργειας στη φυσική) αλλά τη σκόπιμη παραγωγική δραστηριότητα, που αναπτύσσεται στον κόσμο της οικονομικής πραγματικότητας (χωράφια, εργοστάσια κ.λπ.) με απτά αποτελέσματα: τα παραγόμενα αγαθά. 1 G. Eisermann, Soziologie der Politik, in: G. Eisermann (Hg.) Die Lehre von der Gesellschaft, Stuttgart 1973, S Π. Γέμτος, Μεθοδολογία των Κοινωνικών Επιστημών, Τόμος 2, Αθήνα 1987, σ Μ. Τ. Γιφτσούκ, Τ. Ι. Όϊζερμαν, Ι. Γ. Σισιπάνοφ, Παγκόσμιος Ιστορία της Φιλοσοφίας, Τόμος Β, Αθήνα χ.χ. σ

48 Οι θέσεις του Wendt χαρακτηρίζονται στη φιλοσοφία ως υποκειμενικός ιδεαλισμός. Κατά τον υποκειμενικό ιδεαλισμό ο κόσμος είναι κατασκευή του νου και τίποτε περισσότερο. Οι θέσεις αυτές ακυρώνουν την οικονομική πραγματικότητα και οδηγούν την οικονομική θεωρία και πράξη σε ορισμένα αδιέξοδα: Χωρίς τη δυνατότητα ταυτοποίησης των εννοιών με αντικείμενα με πραγματική υπόσταση δεν μπορούν οι έννοιες ως τέτοιες ή ως μέρος μίας πρότασης να επαληθευτούν ή να διαψευστούν στη πράξη. Στις οικονομικές θεωρίες δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα εξακρίβωσης της εμπειρικής αλήθειας παρά μόνο η δυνατότητα ελέγχου της τυπικής αλήθειας, με την έννοια ότι σε μία θεωρία δεν υπάρχουν λογικές αντιφάσεις, κενά και άλματα. Αν και δεν είναι αναγκαίο όλες οι έννοιες μίας θεωρίας να έχουν μία αντιστοιχία με αντικείμενα της πραγματικότητας, δεν μπορεί όλες οι έννοιες να είναι αποκυήματα των παραστάσεων του ερευνητή. Στις θεωρίες συνδέονται συνήθως έννοιες μεγάλης αφαίρεσης από την πραγματικότητα με έννοιες μικρής αφαίρεσης και οι τελευταίες με την πραγματικότητα. Επίσης ο Wendt δεν θέτει, ούτε μπορεί να θέσει, την ερώτηση για τη διάρθρωση της πραγματικότητας και την κατάλληλη προς αυτήν μορφή σκέψης. Η αιτιοκρατική, η τελολογική και η συναρτησιακή μορφή σκέψης, όπως και η διαλεκτική που δεν αναφέρει, είναι, όπως φαίνεται, απλώς μορφές σκέψης του σκεπτόμενου υποκειμένου χωρίς αντιστοιχία με τη μορφή διάρθρωσης του ίδιου του αντικειμένου. Χωρίς το κριτήριο της πράξης, όμως, δεν μπορεί να απαντηθεί η ερώτηση για την πιο κατάλληλη μορφή σκέψης. Η άποψή του υπέρ της συναρτησιακής σκέψης, ακόμη και αν είναι σωστή, είναι ένας ισχυρισμός. Οι έννοιες με ουσία (Substanz), ανεξαρτήτως του διαφορετικού περιεχομένου της ουσίας σε κάθε θεωρία, είναι απαραίτητες τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Κυριότερη έννοια ουσίας στην οικονομική επιστήμη είναι η έννοια της αξίας. Στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη αναζητήθηκε η ουσία που σχηματίζει την αξία των αγαθών. Οι κλασικοί, Adam Smith, David Ricardo και του Karl Marx συμπεριλαμβανομένου, διατύπωσαν την εργασιακή θεωρία της αξίας, σύμφωνα με την οποία η εργασία είναι η πηγή της αξίας. Ο Marx προώθησε την κλασική θεωρία στα λογικά της άκρα. Τα συμπεράσματά του ήταν εχθρικά για το καπιταλιστικό σύστημα. 4 Η επόμενη σχολή της οριακής χρησιμότητας προσπάθησε να καθορίσει την αξία των αγαθών από τη χρησιμότητα. Το επόμενο βήμα, από τον Marshall, ήταν ο συνδυασμός της προσφοράς και της ζήτησης ως ισότιμοι καθοριστικοί παράγοντες της αξίας. 4 E. Roll, Ιστορία της Οικονομικής Σκέψεως, Αθήναι 1954, σ

49 Βραχυπρόθεσμα σημαντική είναι η ζήτηση αλλά μακροπρόθεσμα η αξία καθορίζεται από το κόστος παραγωγής. Για τη θέση αυτή η σχολή που ξεκινάει από τον Marshall και ισχύει μέχρι σήμερα, ονομάζεται νεοκλασική. Τα θεμέλια της θεωρίας της αξίας, γράφει ο Marshall, όπως αφέθηκαν από τον Ricardo, παραμένουν ανέπαφα. 5 Σήμερα στη δυτική οικονομική επιστήμη η μαρξιστική εργασιακή θεωρία της αξίας θεωρείται λανθασμένη και κατά μία διατύπωση του J. Schumpeter ως «νεκρή και θαμμένη». 6 Τελικά, με την πορεία επικράτησης του θετικισμού στην οικονομική επιστήμη η νεοκλασική θεωρία περιορίστηκε στο σχηματισμό των τιμών στις διάφορες μορφές αγοράς χωρίς αναφορά στο πρόβλημα της αξίας. Στην πράξη όμως φαίνεται, ότι η έννοια της αξίας είναι απαραίτητη. Οι έννοιες της φούσκας των ακινήτων και των υπερτιμημένων ή υποτιμημένων μετοχών του χρηματιστηρίου δείχνουν, ότι ένα αγαθό ή ένας τίτλος έχει πέραν της τρέχουσας τιμής της αγοράς και μία αξία, όπως και αν αυτή προσδιορίζεται. Τέλος με τον αποκλεισμό της έννοιας της ουσίας αποβάλλεται από τη θεώρηση και η στενά συνδεδεμένη έννοια του όντος, της φύσης (Wesen), που στα ελληνικά αποδίδεται επίσης με τον όρο της ουσίας. Η έννοια του όντος χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του πραγματικού περιεχομένου, της φύσης ενός αντικειμένου. Στη μαρξιστική φιλοσοφία χρησιμοποιείται στη διαλεκτική σχέση «ουσία και φαινόμενο». Στη μαρξιστική πολιτική οικονομία ουσία είναι η έννοια της αξίας, που είναι η βασική έννοια για την κατανόηση όλων των φαινομένων του καπιταλιστικού συστήματος. 7 Στη δυτική επιστήμη χρησιμοποιείται από ορισμένους συγγραφείς για τον προσδιορισμό της φύσης των οργανωτικών σχημάτων και των αποκλίσεων τους. Οι συνεταιρισμοί κατά το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα χαλάρωσαν ορισμένες αρχές τους, κυρίως τη βασική αρχή «κάθε μέλος ένα μερίδιο και μία ψήφος» για να άρουν τους ενδογενείς περιορισμούς στην απόκτηση ιδίων κεφαλαίων. Περιορισμοί που απορρέουν από τη διπλή φύση των συνεταιρισμών ως ένωση προσώπων και οικονομική επιχείρηση. 8 Τότε άνοιξε μία συζήτηση, κατά πόσο δεν συντελείται ένας εκφυλισμός της συνεταιριστικής ιδέας. Η ερώτηση δεν ήταν μόνο θεωρητικής αλλά κυρίως πρακτικής σημασίας. Οι συνεταιρισμοί ως εταιρείες με ενδογενείς περιορισμούς απολάμβαναν ορισμένες ευνοϊκές φορολογικές ρυθμίσεις, που τέθηκαν υπό αμφισβήτηση. Επίσης με την κατάρρευση του υπαρκτού 5 Ρ. Θεοχάρης, Ιστορία της Οικονομικής Αναλύσεως, Τόμος Β, Αθήνα 1980, σ. 232 επ. 6 J. Schumpeter, Kapitalismus, Sozialismus und Demokratie, Berlin 1946, S Autorenkollektiv, Geschichte der Μarxistischen Dialektik, Berlin (DDR) 1974, S G. Draheim, Die Genossenschaft als Unternehmungstyp, Goettingen 1952, S

50 σοσιαλισμού τέθηκε σε ιδεολογικό επίπεδο το θέμα για την πραγματική φύση των συστημάτων αυτών. Ακόμη και αν είναι δύσκολη ή και αδύνατη η ομοφωνία για τη μέθοδο και τα αποτελέσματα εξακρίβωσης της φύσης και της ουσίας των πραγμάτων, το πρόβλημα δεν λύνεται με τη διαγραφή των εννοιών από την επιστήμη. Η άκριτη μίμηση των όποιων μεθοδολογικών απόψεων των επιστημών της φύσης οδηγεί την οικονομική επιστήμη και τις άλλες κοινωνικές επιστήμες σε λάθος δρόμο Οικονομική ιστορία και δεοντολογική οικονομική επιστήμη Αν και, όπως ο Wendt γράφει, η ιστορία της οικονομικής επιστήμης μπορεί να κατανοηθεί, μόνο εάν κάποιος γνωρίζει την οικονομική ιστορία (και τις πνευματικές της σχέσεις), δεν προβαίνει σε μία περιοδολόγηση της οικονομικής ιστορίας με ένα ενιαίο κριτήριο διάκρισης των διαφόρων ιστορικών περιόδων. Επίσης δεν αναφέρεται στους λόγους και στους τρόπους μετάβασης από το ένα οικονομικό σύστημα στο άλλο, μία ερώτηση που περικλείει εκτός των ιστορικών αλλαγών του παρελθόντος τις εν δυνάμει μεταβολές και την ενδεχόμενη παροδικότητα του υφιστάμενου συστήματος. Ο Wendt αναφέρει επίσης και την αντίθετη φορά, την επίδραση της οικονομικής θεωρίας στην οικονομική ιστορία, συγκεκριμένα την επίδραση της οικονομικής θεωρίας στις ιδέες των εμπόρων και των επιχειρηματιών, που διαμορφώνουν την οικονομία στην πράξη (χωρίς εδώ να αναφέρει την επίδραση στην οικονομική πολιτική των κρατών). Το θέμα άπτεται της ερώτησης για τη δεοντολογική-κανονιστική πλευρά της οικονομικής επιστήμης. Για τις θεωρίες που επεξεργάζονται συνθήκες ισορροπίας ο Wendt (σ. 165) αναφέρει: «Ένα άλλο σημαντικό καθήκον θεωρητικής έρευνας είναι, να διατυπώσει τις τυπικές συνθήκες που θα έπρεπε να πληρούνται, εάν η οικονομία θα έπρεπε να αναπτύσσεται χωρίς διαταραχές. Τα αποτελέσματα μίας τέτοιας ανάλυσης θα μπορούσαν να εκληφθούν ως πρότυπα, που θα έπρεπε να επιτευχθούν μέσω των οικονομικών αποφάσεων των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών και της οικονομικής πολιτικής του κράτους.». Για την οικονομική αρχή ο νεοφιλελεύθερος K. P. Hensel γράφει: 9 «Λόγω της στενότητας των αγαθών τα αγαθά να χρησιμοποιούνται έτσι, ώστε να προσφέρουν μία κατά δυνατότητα μέγιστη χρησιμότητα». Μία διατύπωση που δείχνει, ότι η οικονομική επιστήμη είναι δεοντολογική επιστήμη. Είναι γνωστό βέβαια, πως ο χαρακτήρας μίας πρότασης δεν είναι θέμα διατύπωσης, διότι περιγραφικές προτάσεις μπορούν να διατυπωθούν ως δεοντολογικές και 9 K. P. Hensel, Einfuehrung in die Theorie der Zentalverwaltungswirtschaft, 2. Auflage, Tuebingen 1959, S

51 αντιστρόφως. Το κριτήριο της διάκρισης είναι η εμπειρική πραγματικότητα. Εάν η οικονομική αρχή είναι μία παραδοχή για την πραγματική συμπεριφορά των ανθρώπων της πράξης, τότε είναι μία περιγραφή της πραγματικότητας. Εάν πρόκειται για επιταγή συμπεριφοράς, για τη μεγιστοποίηση του κέρδους στις επιχειρήσεις και της χρησιμότητας στα νοικοκυριά, τότε είναι δεοντολογική αρχή. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση ο στόχος της μεγιστοποίησης διαφέρει από τις απαιτούμενες γνώσεις για την επίτευξή του, το κρίσιμο ερώτημα είναι: Πόσοι από τους επιχειρηματίες χωρίς οικονομική παιδεία γνωρίζουν και εφαρμόζουν στην οργάνωση της παραγωγής, στην τιμολογιακή τους πολιτική, στην επενδυτική, στη χρηματοδοτική κ.λπ. την οριακή σκέψη, το ουδέτερο ή νεκρό σημείο, το cash flow κ.λπ.; Και σε τι βαθμό οι καταναλωτές παίρνουν τις αποφάσεις τους ορθολογικά, με κριτήρια τις πραγματικές τους ανάγκες χωρίς την επίδραση των διαφημίσεων κ.λπ.; Κατά τη γνώμη μας, η οικονομική αρχή είναι μία προσεγγιστική περιγραφή της πραγματικότητας και, ακριβώς επειδή είναι προσεγγιστική, είναι ταυτόχρονα και δεοντολογική αρχή. Στο βαθμό που οι επιταγές της γίνονται κτήμα των ανθρώπων της πράξης και αντικαθιστούν την εμπειρική γνώση, η οικονομική αρχή μετατρέπεται σε ακριβέστερη περιγραφική. Υπάρχει ακόμη ένα θέμα, που σχετίζεται με το χαρακτήρα της οικονομικής επιστήμης. Σύμφωνα με την ιδεαλιστική-νεοφιλελεύθερη άποψη οι κεντρικές λειτουργίες της επιστημονικής γνώσης είναι η εξήγηση και η πρόβλεψη των φαινομένων της πραγματικότητας. Η τεχνολογία είναι απλώς ένα ευτυχές αποτέλεσμα της αληθινής γνώσης του κόσμου, χωρίς να αποτελεί εγγενές στοιχείο και αναγκαία λειτουργία της επιστημονικής γνώσης, παρά την κρίσιμη σημασία της για την αποτελεσματική επίλυση των πρακτικών προβλημάτων. 10 Η ιστορία της οικονομικής επιστήμης, όμως, δείχνει το αντίθετο, ότι είναι ακριβώς οι πρακτικές ανάγκες και η θέληση παρέμβασης στις εξελίξεις της πραγματικότητας, που θέτουν σε κίνηση όλη την επιστημονική προσπάθεια εξήγησης και πρόβλεψης των οικονομικών φαινομένων Αξιολογικές κρίσεις και πολιτική ιδεολογία Μία ματιά στον πίνακα των θεωρητικών ρευμάτων δείχνει, ότι διαγράφεται μία τάση από τη δεοντολογική (τα πρώτα τρία κεφάλαια) προς την περιγραφική οικονομική επιστήμη. Αυτό συνέβη, διότι η σύγχρονη οικονομία έχει γίνει τόσο πολύπλοκη, που η βαθιά γνώση των συναρτήσεων της πραγματικότητας είναι προϋπόθεση για τις επιτυχείς παρεμβάσεις της οικονομικής πολιτικής. Παρά ταύτα, κατά τον Wendt, αν και έχει επέλθει ένας διαχωρισμός μεταξύ οικονομικής θεωρίας και θεωρίας της οικονομικής πολιτικής, και ένα 10 Π. Γέμτος, ό. π., σ

52 από τα πρώτα καθήκοντα της επιστημονικής έρευνας είναι η αποφυγή των σχετιζομένων με τα συμφέροντα αξιολογήσεων, η αφετηρία των θεωριών περικλείει σε κάθε περίπτωση αξιολογικές κρίσεις, αξιολογική ερμηνεία, όπως γράφει. Διότι οι επιστημονικές γνώσεις συνδέονται με τη συνολική πνευματική κατάσταση της εποχής τους, γεγονός που δεν αποκλείει, πάντα κατά τον Wendt, να περιέχουν «αντικειμενικές αλήθειες». Εντούτοις, η πνευματική κατάσταση της κάθε εποχής, ακόμη και αν υπάρχει μία κυρίαρχη, δεν είναι ενιαία. Εάν υπάρχουν περισσότερες αντιμαχόμενες θεωρίες για το ίδιο αντικείμενο με διαφορετικές αφετηρίες, δεν μπορούν να κατέχουν όλες «αντικειμενικές αλήθειες». Ενδεχομένως ο Wendt εννοεί με αξιολογικές κρίσεις την πολιτική ιδεολογία. Βασικές οικονομικές και πολιτικές ιδεολογίες, για να περιοριστούμε εδώ στις ιδεολογίες που μας ενδιαφέρουν, είναι ο φιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός που προκρίνουν την ελεύθερη αγορά και την ανεμπόδιστη επιχειρηματική πρωτοβουλία, στον αντίποδα ο κομμουνισμός που τάσσεται υπέρ της οικονομικής ισότητας και της κοινοκτημοσύνης των μέσων παραγωγής και ανάμεσα ο σοσιαλισμός ή σοσιαλδημοκρατία, που επιδιώκει ένα συνδυασμό της επιχειρηματικότητας και μίας ορισμένης άμβλυνσης των οικονομικών ανισοτήτων. Η πολιτική ιδεολογία υπεισέρχεται στην αφετηρία των περιγραφικών θεωριών με την επιλογή των αρχικών δεδομένων, προϋποθέσεων και παραδοχών. Από διαφορετικές αρχικές προτάσεις με μία σειρά λογικών συλλογισμών ή μαθηματικών μετασχηματισμών καταλήγουμε σε διαφορετικά αποτελέσματα, αλλά όλες οι θεωρίες με λογική συνοχή κατέχουν την τυπική αλήθεια. Το ζητούμενο είναι η εμπειρική αλήθεια των θεωριών. Για την επιστήμη είναι γνωστό το πρόβλημα, ότι δεν μπορούν να παραχθούν λογικά προτάσεις από το είναι για το δέον και αντιστρόφως. Εντούτοις τα πορίσματα της κάθε θεωρίας, αν και περιγραφική, παραπέμπουν σε διαφορετικές προτάσεις οικονομικής πολιτικής. Όπως γράφει ο νεοφιλελεύθερος H. Leipold, 11 από τα πορίσματα της μελέτης του εξάγεται ένα κανονιστικό μήνυμα, και από την άλλη πλευρά, κατά τον Fr. Morin, 12 υπάρχει σχέση μεταξύ διάγνωσης και θεραπείας. Για αυτό από την πολιτική ιδεολογία και τους επιδιωκόμενους στόχους και μέτρα της οικονομικής πολιτικής, που ευνοούν τα οικονομικά συμφέροντα ορισμένων κοινωνικών ομάδων και θίγουν άλλων, εκπορεύονται επιδράσεις κατά τη συγκρότηση των οικονομικών θεωριών. Έτσι η πολιτική ιδεολογία μειώνει την αντικειμενική (καλύτερα: την εμπειρική) αλήθεια των θεωριών και ως εκ τούτου και την 11 H. Leipold, Kulturvergleichende Institutionenoekonomik, Stuttgart 2006, S F. Morin, Un monde sans Wall Street?, ελληνικά: Ένας κόσμος χωρίς τη Wall Street, Αθήνα 2011, σ

53 αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής. Επ αυτού συμφωνούν τόσο οι νεοφιλελεύθεροι 13 όσο και οι μαρξιστές συγγραφείς. 14 Για την κατάσταση που επικρατεί στην οικονομική επιστήμη, χαρακτηριστική είναι η άποψη του D. Patinkin ενός σημαντικού σύγχρονου οικονομολόγου: «Θα αρχίσω να πιστεύω στα Οικονομικά ως επιστήμη, όταν θα έλθει από το Yale μία διδακτορική διατριβή που θα δείχνει την υπεροχή της νομισματικής πολιτικής σε κάποια ιστορική στιγμή και από το Chicago μία που θα δείχνει την ανωτερότητα της δημοσιονομικής πολιτικής». 15 Η άποψη του Wendt να συνδέσουμε την οικονομική επιστήμη με την πνευματική ιστορία της εποχής είναι μονόπλευρη. Η οικονομία είναι ένα τμήμα του συνολικού κοινωνικού γίγνεσθαι, του πνευματικού συμπεριλαμβανομένου. Μέχρι πρότινος στην οικονομική επιστήμη μόνο η μαρξιστική θεωρία αναφέρονταν και στο συνολικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Η δυτική οικονομική θεωρία περιορίζονταν να εξετάζει τη λειτουργία των οικονομικών συστημάτων στα πλαίσια μίας δεδομένης δομής. Κατά την άποψή της το πρόβλημα της μεταβολής των δομών υπερέβαινε τα όρια της δικαιοδοσίας της. Σταδιακά συνειδητοποιήθηκε, ότι η οικονομική σκέψη δεν αρκεί να λύσει μόνη της τα οικονομικά προβλήματα και ότι χρειάζεται μία σύνθεση των κοινωνικών επιστημών. Τις τελευταίες δεκαετίες δημιουργήθηκαν στα πλαίσια της θεσμικής οικονομικής δύο σχολές, που εξετάζουν, εκτός από τους οικονομικούς θεσμούς και τις μεταβολές τους, και τις σχέσεις της οικονομίας με τους άλλους κοινωνικούς τομείς: η αμερικανική νεοθεσμική σχολή, με κύριο εκπρόσωπο τον Douglass North, 16 και η γερμανική θεωρία της τάξης πραγμάτων, με τους Alfred Schüller 17 και Helmut Leipold Επίλογος Ο Siegfried Wendt πρωτοτυπεί στο βιβλίο του, καθότι χρησιμοποιεί τις μορφές σκέψης ως κριτήριο ταξινόμησης των θεωρητικών ρευμάτων στην ιστορία της οικονομικής επιστήμης. Στο κεφάλαιο όμως για τους σοσιαλιστές συγγραφείς καταστρατηγεί το ταξινομικό του σύστημα, διότι δεν προτάσσει τις αντίστοιχες μορφές σκέψης, όπως στις άλλες σχολές. 13 W. Eucken, Die Grundlagen der Nationaloekonomie, 8 Aufl., Berlin Heidelberg New York 1965, S H. Meissner, Theoretische Grundpositionen der buergerlichen politischen Oekonomie, in: H. Meissner (Hg.), Geschichte der Politischen Oekonomie, 2 Aufl., Berlin(DDR) 1985, S Π. Γέμτος, ό.π., Τόμος 1, σ D. C. North, Structure and Change in Economic History, New York London 1981, Institutions, Institutional Change and Economic Performance, Cambridge A. Schueller, Theorie des wirtschaftlichen Systemsvergleichs Ausgangspunkte, Weiterentwicklungen und Perspektiven, in: H. Leipold und I. Pies (Hg.), Ordnungstheorie und Ordnungspolitik, Stuttgart H. Leipold, a.a.o. 53

54 Περαιτέρω, ο Wendt είναι οπαδός της φιλοσοφικής θέσης του υποκειμενικού ιδεαλισμού, σύμφωνα με την οποία η πραγματικότητα δεν υφίσταται αυτή καθαυτή, αλλά ανήκει στη σφαίρα της ανθρώπινης σκέψης και δράσης. Η θέση αυτή οδηγεί σε αδιέξοδα, γιατί ο έλεγχος της εμπειρικής αλήθειας των οικονομικών θεωριών είναι αδύνατη. Όπως αδύνατη είναι και η επιλογή της κατάλληλης μορφής σκέψης, που αντιστοιχεί στη μορφή διάρθρωσης της οικονομικής πραγματικότητας. Στις σχέσεις οικονομικής ιστορίας και ιστορίας της οικονομικής επιστήμης δεν προβαίνει σε μία περιοδολόγηση της ιστορίας με ένα ενιαίο κριτήριο διάκρισης των διαφόρων ιστορικών περιόδων. Αντίθετα ορθά αναφέρεται στην κανονιστική-δεοντολογική πλευρά των οικονομικών θεωριών. Με τις αξιολογικές κρίσεις στην αφετηρία των οικονομικών θεωριών που θεωρεί αναπόφευκτες, ο Wendt ενδεχομένως εννοεί την πολιτικές ιδεολογίες, που υπεισέρχονται στην αφετηρία των περιγραφικών θεωριών με την επιλογή των αρχικών δεδομένων και μειώνουν την εμπειρική αλήθεια των οικονομικών θεωριών και την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής. Τέλος, η άποψη του να συνδέσουμε τις οικονομικές θεωρίες με τη συνολική πνευματική κατάσταση της εποχής τους είναι μονόπλευρη, διότι η οικονομία είναι μέρος του συνολικού κοινωνικού γίγνεσθαι, του πνευματικού συμπεριλαμβανομένου. Παρά την κριτική που επιδέχονται οι απόψεις του Wendt, το βιβλίο του αξίζει να γίνει αντικείμενο μελέτης και συζήτησης, διότι θέτει σε πρώτη θέση τις μορφές σκέψης και μετά το περιεχόμενο των διαφόρων θεωρητικών ρευμάτων, που εκ των πραγμάτων υπάρχει σε κάθε βιβλίο ιστορίας των οικονομικών θεωριών, και δίνει έτσι το έναυσμα για συζήτηση των μεθοδολογικών προβλημάτων της οικονομικής επιστήμης. 54

55 Η Θεωρία Οικονομικών Κρίσεων του Karl Marx * ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΑΡΙΟΛΗΣ «Η Βαβυλωνιακή άποψη μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ξέρεις τα διάφορα θεωρήματα και πολλές από τις ενδιάμεσες σχέσεις, δεν έχεις όμως συνειδητοποιήσει ποτέ πλήρως πως όλα ανάγονται σ ένα μικρό σύνολο αξιωμάτων [όπως στην Ελληνική άποψη].». Richard Feynman, Ο Χαρακτήρας του Φυσικού Νόμου (1967) 1. Εισαγωγή Δεν είναι λίγα τα ζητήματα, τα οποία έχει να επιλύσει κανείς, με τη θεωρία οικονομικών κρίσεων του Marx, όπως αυτή εκτίθεται στο Κεφάλαιο (περιλαμβανομένου του λεγόμενου 4 ου τόμου του, δηλαδή του Θεωρίες για την Υπεραξία). Ορισμένα από αυτά είναι: (i). Για ποιόν λόγο ο Marx, όταν εκθέτει τη θεωρία του περί «εφεδρικού στρατού των εργατών» (στον 1 ο τόμο), ορίζει το πραγματικό ωρομίσθιο ως την ε- ξαρτημένη μεταβλητή και το ρυθμό επισώρευσης κεφαλαίου ως την ανεξάρτητη, ενώ όταν εκθέτει το «νόμο της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους» (στον 3 ο τόμο), η διάταξη μάλλον αντιστρέφεται; Για ποιον λόγο, επίσης, όταν διερευνά τη διαδικασία τομεακής επισώρευσης και αναπαραγωγής («κυκλοφορίας») του κεφαλαίου, μέσω των «σχημάτων αναπαραγωγής» (στον 2 ο τόμο), θεωρεί το πραγματικό ωρομίσθιο αμετάβλητο; (ii). Ποιο ρόλο αποδίδει στην τεχνική μεταβολή; Γιατί, δηλαδή, σε ορισμένες περιπτώσεις την αντιπαρέρχεται (όπως στα «σχήματα αναπαραγωγής» και εν μέρει στα «περί εφεδρικού στρατού των εργατών»), ενώ σε άλλες την καθιστά κεντρική (όπως στον «νόμο της πτωτικής τάσης»); (iii). Σε ποιο βαθμό λαμβάνει υπόψη το ρόλο της όπως λέμε «σήμερα» ενεργού ζητήσεως; Μία «πολιτική διαχείρισης της ενεργού ζητήσεως» δύναται να αναιρέσει τις κατά Marx κεφαλαιοκρατικές κρίσεις; (iv). Συμβιβάζεται ο νόμος της πτωτικής τάσης με το «κριτήριο ελαχιστοποίησης του κόστους», δηλαδή με το κριτήριο επιλογής της χρησιμοποιούμενης τεχνικής παραγωγής (κατά τη σύγχρονη μικροοικονομική επιστήμη); * Εκδοχές του κειμένου έχουν παρουσιαστεί σε συναντήσεις του Study Group on Sraffian Economics: Είμαι υπόχρεος στους Νίκο Ροδουσάκη και Γιώργο Σώκλη για εκτενείς συζητήσεις, σχόλια και προτάσεις. Περαιτέρω, ευχαριστώ τον Σπύρο Βασιλάκη για ενδιαφέρουσες συζητήσεις επί του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους. 55

56 Θεωρώ ότι τα περισσότερα ζητήματα επιλύονται στην εξής βάση. 1 Ο Marx επιχείρησε να αναπτύξει μία συνολική θεωρία των κρίσεων, η οποία ενέχει τρεις επιμέρους, διακριτές «διαστάσεις» ή «υπο-θεωρίες», ήτοι: (i). Περί οικονομικών διακυμάνσεων, οι οποίες προκαλούνται μόνον από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην κατανομή του εισοδήματος, την επισώρευση κεφαλαίου και το ποσοστό ανεργίας, εν απουσία τεχνικής μεταβολής. Αυτή δεν είναι παρά η «ουσία» της ανάλυσης για τον «εφεδρικό στρατό των εργατών» (βλέπε Μαρξ, 1978, τ. 1, κεφ. 23, σσ ). (ii). Περί ενεργού ζητήσεως (βλέπε, κυρίως, Μαρξ, 1978, τ. 1, σσ , τ. 2, τ. 3, σσ , 1985, κεφ. 17, 19, σσ , και 20, σσ ). Αυτή εντοπίζεται στις διάσπαρτες κριτικές παρατηρήσεις του στον «Νόμο του Say» (και στις συναφείς αναλύσεις του D. Ricardo), καθώς και στα «σχήματα αναπαραγωγής», τα οποία βασάνισαν την R. Luxemburg. Πρόκειται για τη σημαντικά λιγότερο ανεπτυγμένη στο μαρξικό έργο υπο-θεωρία, αλλά δεν είναι διόλου συμπτωματικό ότι, μέσω αυτού του έργου, ο M. Kalecki ανέπτυξε τη δική του θεωρία περί ενεργού ζητήσεως και κατανομής του εισοδήματος. (iii). Περί τεχνικής μεταβολής και επακόλουθης πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους, η οποία, εν αντιθέσει με τις άλλες υπο-θεωρίες, είναι κατεξοχήν μακροχρόνιου χαρακτήρα (Μαρξ, 1978, τ. 1, κεφ , και τ. 3, κεφ ). Κάθε μία από αυτές τις υπο-θεωρίες συγκροτείται αυτοτελώς, δηλαδή σε σχετική ανεξαρτησία από τις υπόλοιπες, αλλά μόνον η ολότητά τους συνιστά τη μαρξική προσπάθεια σύλληψης του τρόπου με τον οποίο όντως αναπαράγεται ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής. Επίσης, αυτή η ολότητα παραπέμπει στην αναπόφευκτη ανάδυση ενός νέου τρόπου παραγωγής, του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, όπου ο κοινωνικός καταμερισμός-συνδυασμός της εργασίας θα οργανώνεται άμεσα και συνειδητά από τους ίδιους τους εργαζόμενους (βλέπε π.χ. Μαρξ, 1978, τ. 1, σσ ). Στα ακόλουθα επιχειρείται «κωδικοποιημένη» έκθεση και αποτίμηση του μαρξικού συστήματος των κρίσεων βάσει νεότερων ευρημάτων της οικονομικής επιστήμης. 2. Το Μαρξικό Σύστημα των Κρίσεων 2.1. «Εφεδρικός στρατός εργατών» και κατανομή εισοδήματος Κάνοντας αφαίρεση από κάθε ζήτημα τεχνικής μεταβολής και ενεργού ζητήσεως, θεωρούμε ένα κλειστό μονοτομεακό σύστημα, με ομοιογενή εργασία, χωρίς μη αναπαραγόμενες εισροές και κρατικό τομέα, όπου ο ποσοστιαίος 1 Ό,τι ακολουθεί αποτελεί ανασύνθεση και σύνοψη αναλύσεων, οι οποίες έχουν εκτεθεί στα Μαριόλης (2006, κεφ. 4-5, 2010, Δοκίμιο 10, 2011, Δοκίμιο 3, και, 2014α). Ως εκ τούτου, όλες οι ενδιάμεσες α- ποδείξεις, καθώς και κάποιες «λεπτομέρειες», παραλείπονται. 56

57 ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ωρομισθίου καθορίζεται από το ύψος του ποσοστού ανεργίας («καμπύλη Phillips»), ενώ ο ποσοστιαίος ρυθμός μεταβολής της προσφοράς εργασίας είναι εξωγενώς δεδομένος. Όπως κατά πρώτον απεδείχθη από τον Goodwin (1967), τo σύστημα συμπεριφέρεται ως ένας διατηρητικός ταλαντωτής Lotka-Volterra, όπου το μερίδιο των μισθών στο προϊόν παίζει το ρόλο του «θηρευτή» και το ποσοστό απασχόλησης της εργασίας το ρόλο του «θηράματος». Έπεται, λοιπόν, ότι εργάτες και κεφαλαιοκράτες δεν συνδέονται μεταξύ τους μόνον μέσω ανταγωνιστικής σχέσης αλλά και συμπληρωματικής, η οποία εκδηλώνεται με την αέναη κυκλική κίνηση των εισοδηματικών μεριδίων και του ποσοστού απασχόλησης. Εδώ, ακριβώς, εντοπίζεται ο πυρήνας της μαρξικής υπο-θεωρίας περί «εφεδρικού στρατού», 2 και ο Goodwin (1972, p. 445) προβαίνει σε μία αξιοσημείωτη, αν και υπερβαίνουσα, κατά την άποψή μου, τα όρια του υποδείγματός του, επισήμανση: «Εδώ και καιρό θεωρούσα ότι το πρόβλημα του Volterra σχετικά με τη συμβίωση δύο πληθυσμών, εν μέρει συμπληρωματικών και εν μέρει εχθρικών, είναι χρήσιμο για την κατανόηση των δυναμικών αντιφάσεων του καπιταλισμού, ιδιαίτερα όταν αυτές διατυπώνονται με μία κατά το μάλλον ή ήττον μαρξική μορφή. Αυτή η περί καπιταλισμού Θεωρία της Κότας με το Χρυσό Αυγό μου φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα στην πραγματική [actual] εμπειρία της εργατικής τάξης και στη συνδικαλιστική στρατηγική από ό,τι η ευθέως μαρξική. Δύναται να βοηθήσει στην εξήγηση μέρους της αποτυχίας του μαρξισμού στα συνδικάτα, ό- πως επίσης και στην εξήγηση (αλλά και, την ίδια στιγμή, στη μερική συγχώρηση) της κουταμάρας και της λιποψυχίας της σοσιαλδημοκρατίας.» Ενεργός ζήτηση Υποθέτουμε, τώρα, ότι, πρώτον, η ex ante επένδυση εξακολουθεί να ισούται με την ex ante αποταμίευση, αλλά, δεύτερον, είναι δυνατή η ύπαρξη υποαπασχόλησης του αποθέματος κεφαλαίου, και, τρίτον, ο από τους κεφαλαιοκράτες ε- πιθυμητός ρυθμός επισώρευσης αποτελεί γνησίως αύξουσα συνάρτηση του βαθμού απασχόλησης της δυναμικότητας παραγωγής και του μεριδίου των κερδών στο προϊόν (εισάγουμε, δηλαδή, μία νεο-καλετσκιανή συνάρτηση ζήτησης επενδύσεων ή, αλλιώς, επισώρευσης κεφαλαίου à la Bhaduri and Marglin, 1990). Όπως έχει αποδειχθεί σχετικά πρόσφατα, δηλαδή μετά το , το υπόδειγμα ανάγεται σε σύστημα δύο μη-γραμμικών διαφορικών εξισώσεων 2 Έχει ειπωθεί, από ορισμένους μελετητές, ότι αυτή είναι, κατά πρώτον, θεωρία προσδιορισμού της κύμανσης του ωρομισθίου κάτω από το όριο που θέτει το επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας και, άρα, εξήγησης του μηχανισμού διασφάλισης της παραγωγής θετικού κέρδους («υπεραξίας»). Ω- στόσο, η αναλυτική διερεύνηση των διαφορικών εξισώσεων του υποδείγματος δείχνει ότι η κύμανση του ωρομισθίου δεν φράσσεται, κατανάγκην, από την παραγωγικότητα της εργασίας (βλέπε π.χ. Μαριόλης, 2006, σσ και ). Για μία πρόσφατη προσπάθεια αλγεβρικής ανακατασκευής του υποδείγματος, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται τόσο η θετικότητα του κέρδους όσο και η κύμανση του ποσοστού απασχόλησης της εργασίας σε επίπεδα κάτω του 1, βλέπε Desai et al. (2006). 57

58 και, έτσι, ενέχει την παραγωγή διακυμάνσεων, για τις οποίες ελάχιστα πράγματα δύνανται να λεχθούν a priori και των οποίων οι ιδιότητες προσδιορίζονται μόνον στη γειτονιά του σημείου ισορροπίας του συστήματος. 3 Ειδικότερα, η τοπική συμπεριφορά του καθορίζεται από την ελαστικότητα της IS-καμπύλης, η οποία καθορίζεται, με τη σειρά της, από τη μορφή της υποτιθέμενης συνάρτησης ζήτησης επενδύσεων, 4 και έχουν ανιχνευθεί οι ακόλουθες περιπτώσεις: (i) ασυμπτωτικής ευστάθειας (μονοτονικής ή μέσω φθινουσών ταλαντώσεων), (ii) αστάθειας (μονοτονικής ή μέσω αυξουσών ταλαντώσεων ή σαγμοειδούς), (iii) κύκλου τύπου Lotka-Volterra, και (iv) οριακού κύκλου (-ων) (βλέπε Mariolis, 2013, καθώς και την εκεί εκτιθέμενη βιβλιογραφία). Τέλος, εάν επιτρέψουμε και την ύπαρξη ανισορροπίας στην αγορά του εμπορεύματος, υποθέτοντας ότι το παραγόμενο προϊόν αντιδρά θετικά (αρνητικά) σε κάθε θετική (αρνητική) απόκλιση της ex ante επένδυσης από την α- ποταμίευση, τότε το υπόδειγμα ανάγεται σε σύστημα τριών μη-γραμμικών διαφορικών εξισώσεων. Έτσι, η προαναφερθείσα «απροσδιοριστία» της δυναμικής συμπεριφοράς του επαυξάνεται, ενώ δεν αποκλείεται ακόμα και η ύπαρξη «χαοτικών λύσεων» (Ροδουσάκης, 2012, σσ ). 5 Συμπεραίνεται, επομένως, ότι οι διακυμάνσεις-κρίσεις συνιστούν τον κανόνα της λειτουργίας του συστήματος, ενώ οι καταστάσεις ισόρροπης και αναλογικής μεγέθυνσης (τις οποίες ο Marx μελέτησε εξαντλητικά δια των «σχημάτων αναπαραγωγής», προκειμένου, ακριβώς, να συλλάβει το αντίθετό τους) συνιστούν την εξαίρεση. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1840, ο Engels, o οποίος προηγήθηκε του Marx (και τον επηρέασε, καταρχάς) στη μελέτη της Πολιτικής Οικονομίας, κατέληξε στην ακόλουθη διατύπωση (η ουσία της ο- ποίας «ξαναβρίσκεται», ακόμα και τέσσερις δεκαετίες αργότερα, στις τελευταίες σελίδες του Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους (1884)): «Η άμεση συνέπεια της ατομικής ιδιοκτησίας είναι το εμπόριο [ ] η πώληση και η αγορά. [ ] Ο νόμος του ανταγωνισμού είναι ότι η ζήτηση και η προσφορά πάντα προσπαθούν να εναρμονισθούν και, συνεπώς, 3 Ένα από αυτά τα σημεία ισορροπίας είναι το λεγόμενο «καθεστώς υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου», το οποίο είναι τοπικά ασταθές, από δυναμική άποψη, και αντιστοιχεί, σημαντικά, στη μαρξική ανάλυση περί «υπερπαραγωγής κεφαλαίου» (Μαρξ, 1978, τ. 3, σσ και 610). Τα άλλα δύο σημεία ι- σορροπίας είναι το «καθεστώς υποκατανάλωσης» (σαγματικό) και το «κεϋνσιανό καθεστώς» (τοπικά ευσταθές). 4 Στο παρόν υπόδειγμα η IS-καμπύλη δεν είναι à la Hicks, αλλά αφορά στους συνδυασμούς βαθμού απασχόλησης του αποθέματος κεφαλαίου-μεριδίου των κερδών στο προϊόν, για τους οποίους η αγορά εμπορεύματος είναι σε κατάσταση ισορροπίας. Διευρυμένες εκδοχές του υποδείγματος δύνανται να περιλαμβάνουν το επιτόκιο, δια της εισαγωγής του ως προσδιοριστικού παράγοντα της ζήτησης επενδύσεων (βλέπε, για παράδειγμα, Hein, 2008). 5 Ορισμένοι μελετητές επιχειρούν να πραγματευτούν τη μαρξική «υπερπαραγωγή κεφαλαίου» χωρίς να περιλαμβάνουν την υποαπασχόληση του αποθέματος κεφαλαίου (ούτε την ανισορροπία στην αγορά του εμπορεύματος). Και αυτό παρά την ύπαρξη της πρωτοπόρας συμβολής των Glombowski and Krüger (1986). 58

59 ουδέποτε το επιτυγχάνουν. [ ] Τι πρέπει να σκεφτούμε για κάποιον νόμο ο οποίος μπορεί να επιβληθεί μόνο μέσα από περιοδικές αναστατώσεις; [ ] [Είναι] ένας φυσικός νόμος βασισμένος στην έλλειψη επίγνωσης εκ μέρους των συμμετεχόντων.» (Σχέδιο για μία κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Γαλλο- Γερμανικά Χρονικά, Φεβρουάριος 1844) Πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους Αν και συνεχίζει να προκαλεί διενέξεις, ο νόμος της πτωτικής τάσης είναι α- πλούστατος ή μάλλον καθίσταται τέτοιος μετά τη μελέτη των εργασιών του Okishio (1961, 1972). Εάν υποθέσουμε, για απλοποίηση και μόνον των εξισώσεων, ότι οι μισθοί καταβάλλονται εξολοκλήρου στο τέλος της περιόδου παραγωγής, τότε μπορούμε να εκφράσουμε το ποσοστό κέρδους ως 1 r hu [1 (1 ) ] u (1) C C όπου h είναι το μερίδιο των κερδών στο προϊόν, u ο βαθμός απασχόλησης του αποθέματος κεφαλαίου, και ο λόγος δυνητικού προϊόντος-αποθέματος κεφαλαίου ή, αλλιώς, η λεγόμενη μέση παραγωγικότητα του κεφαλαίου, για την οποία ισχύει, εξ ορισμών, 1 (2) C L k όπου L είναι η μέση παραγωγικότητα της εργασίας, και k η τεχνολογικά καθορισμένη ένταση κεφαλαίου ή «τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου» (Marx). Τέλος, είναι ο λόγος κερδών-μισθών ή, αλλιώς, το μαρξικό «ποσοστό εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης», το οποίο κινείται στην ίδια κατεύθυνση με το h, και εκφράζεται ως 1 1 h(1 h) w 1 (3) L όπου w είναι το πραγματικό ωρομίσθιο. 6 Δεδομένου ότι 0 h 1 και 0 u 1, από την εξίσωση (1) έπεται ότι r C (4) ήτοι η παραγωγικότητα του κεφαλαίου είναι το άνω φράγμα του ποσοστού κέρδους. 7 Κατά τον Marx, o ανεπτυγμένος κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται από τη συστηματική αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου (εντατική μηχανοποίηση της παραγωγής), η οποία αφενός επιβάλλεται από τον διαταξικό (εργατών-κεφαλαιοκρατών) και ενδοταξικό (μεταξύ κεφα- C 6 Για κάθε πεπερασμένη τιμή του L, το h ισούται με 1 όταν, και μόνον όταν, το απειρίζεται, συνεπεία μηδενισμού του w («οι εργάτες ζουν με τον αέρα μόνο», Μαρξ, 1978, τ. 3, σελ. 313). 7 Μέσω κατάλληλων προσαρμογών, οι εξισώσεις (1) έως και (4) ισχύουν, τελικά, και για γενικότερα υποδείγματα, πολλών εμπορευμάτων, ετερογενούς κεφαλαίου και εργασίας, μη αναπαραγόμενων εισροών, συμπαραγωγής (joint production) και ανοικτών οικονομιών. Σημειώνεται, επίσης, ότι μαρξικός νόμος είναι καταρχήν ανεξάρτητος από ζητήματα ενεργού ζητήσεως. Μόνον χάριν συντομίας τον εκθέτουμε συμπεριλαμβάνοντας τη μεταβλητή u. 59

60 λαιοκρατών) ανταγωνισμό και αφετέρου, πρώτον, συνεπάγεται την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, δεύτερον, διασφαλίζει μακροχρονίως τη συστηματική αύξηση του μεριδίου των κερδών, και, τρίτον, ενέχει τη μείωση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε από τις προαναφερθείσες εξισώσεις έπονται τα εξής: Η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται ποσοστιαία περισσότερο από όσο αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας (βλέπε την εξίσωση (2)), η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται ποσοστιαία περισσότερο από όσο αυξάνεται πραγματικό ωρομίσθιο (βλέπε την εξίσωση (3)), και, τέλος, το ποσοστό κέρδους μειώνεται μακροχρονίως, διότι το άνω φράγμα του μειώνεται συστηματικά. 8 Αυτός είναι ο νόμος της πτωτικής τάσης, και, όπως μπορεί να αποδειχθεί (Okishio, 1972) ενέχει την από ένα χρονικό σημείο και μετά συνεχή μείωση της ποσότητας απασχολούμενης εργασίας και, άρα, τη συνεχή αύξηση του ποσοστού ανεργίας (όταν η προσφορά εργασίας δεν μειώνεται) Σύνθεση Εάν οι τρεις υπο-θεωρίες συνδυαστούν μεταξύ τους, τότε έπεται ότι η κατά τον Marx προσιδιάζουσα στον ανεπτυγμένο κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής τεχνική μεταβολή (δηλαδή, η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και η μείωση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου) επιδρά στην κίνηση του συστήματος με τον ακόλουθο αντιφατικό τρόπο: Από τη μία πλευρά τείνει να συμπιέζει το ποσοστό κέρδους (άρα, και τον ποσοστιαίο ρυθμό μεταβολής του επενδεδυμένου κεφαλαίου) και, συνεπώς, να εξασθενεί (να ενισχύει) τις φάσεις ανάπτυξης (κρίσης), ενώ από την άλλη τείνει να επαυξάνει το μέγεθος του «εφεδρικού στρατού των εργατών» και, συνεπώς, να εξασθενεί (να ενισχύει) κάθε διαγραφόμενη άνοδο (πτώση) του πραγματικού ωρομισθίου. Έτσι, το σύστημα μάλλον διαγράφει μία τροχιά φθινουσών διακυμάνσεων μειούμενης περιόδου, κατά μήκος της οποίας το ποσοστό κέρδους και το επίπεδο απασχόλησης της εργασίας αναγκαστικά τείνουν, μακροχρονίως, προς το μηδέν, ακόμα και εάν το μερίδιο των κερδών και ο βαθμός απασχόλησης του αποθέματος * 1 κεφαλαίου τείνουν στο 1 (βλέπε, για παράδειγμα, το Σχήμα 1, όπου το r ru ισούται με το λόγο των κερδών προς το απασχολούμενο απόθεμα κεφαλαί- 8 Η πιο καθαρή-ευθεία διατύπωση του νόμου μάλλον εντοπίζεται στις κριτικές παρατηρήσεις του Marx στο βιβλίο του A.-E. Cherbuliez, με τίτλο Richesse ou pauvreté (1841): «Φαίνεται να διαισθανόταν ότι η μάζα της χρησιμοποιούμενης ζωντανής εργασίας μειώνεται σχετικά, σε σύγκριση με τη χρησιμοποιούμενη παρωχημένη εργασία, μολονότι αυξάνει απόλυτα, και ότι γι αυτό πρέπει να μειώνεται το ποσοστό του κέρδους. Η διαίσθηση αυτή όμως δεν είναι εκείνο που επικρατεί.» (Μαρξ, 1985, τ. 3, σελ. 429). Το κλάσμα το οποίο θεωρεί καθοριστικό ο Marx, για τη μείωση του ποσοστού κέρδους, είναι ποσοτικά ίσο με την παραγωγικότητα του κεφαλαίου (απλώς, το εκφράζει σε όρους εργασιακών α- ξιών). 9 Έχει ειπωθεί ότι ένα συνεχώς μειούμενο ποσοστό κέρδους κατανάγκην προκαλεί μία τελικώς μειούμενη μάζα κερδών και, άρα, ένα «μακρύ κύμα» (à la Kondratiev) κεφαλαιακής επισώρευσης (Shaikh, 1987, 1992, Papageorgiou and Tsoulfidis, 2006, Tsoulfidis, 2010, pp ). Αυτό, όμως, δεν είναι ορθό, παρά μόνον σε συστήματα à la Ricardo (Μαριόλης, 2010, σσ , Mariolis, 2014). 60

61 r * r ου). 10 Ανεξαρτήτως, λοιπόν, του πόσο επιτυχημένες είναι οι ασκούμενες πολιτικές διαχείρισης της ενεργού ζητήσεως, το τελικό αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο: Η ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής ενέχει την αυτοαναίρεσή του, ενώ το μυστικό της αυτοαναίρεσης αποκαλύπτεται δια του νόμου της πτωτικής τάσης. Με τα λόγια του Μαρξ (1978, τ. 1, σελ. 787), «[μαζί] με τη διαρκή ελάττωση του αριθμού των μεγιστάνων του κεφαλαίου 11 [...] αυξάνει η μάζα της αθλιότητας, της καταπίεσης, της υποδούλωσης, του εκφυλισμού, της εκμετάλλευσης, αλλά αυξάνει μαζί και η αγανάκτηση της εργατικής τάξης, που διαρκώς πληθαίνει και που διαπαιδαγωγείται, συνενώνεται και οργανώνεται απ αυτόν τον ίδιο το μηχανισμό του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής. Το μονοπώλιο του κεφαλαίου μετατρέπεται σε δεσμά του τρόπου παραγωγής που άνθισε μαζί του και κάτω απ αυτό. Η συγκεντροποίηση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φτάνουν σε ένα σημείο, όπου δε συμβιβάζονται με το κεφαλαιοκρατικό τους περίβλημα. Το περίβλημα αυτό σπάει. Σημαίνει το τέλος της κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται.». π C 0 t Σχήμα 1. Η κατά Marx διαχρονική κίνηση του ποσοστού κέρδους 10 Το σύστημα έλκεται, επομένως, προς το μη οικονομικά σημαντικό (μηδενικό μερίδιο μισθών και μηδενικό ποσοστό απασχόλησης της εργασίας) και ασταθές (σαγματικό) σημείο ισορροπίας του υποδείγματος «θηρευτή-θηράματος» του Goodwin (1967). 11 Σε αυτό το σημείο απαιτείται επεξήγηση, η οποία δίνεται στο Παράρτημα Ι του παρόντος. 61

62 Η παρατήρηση ότι στο μαρξικό έργο δεν βρίσκονται «εν ενεργεία» όλα όσα εκθέσαμε, δεν θα ήταν άστοχη. Ωστόσο, όχι μόνον βρίσκονται «εν δυνάμει», αλλά και μέσω μίας παρεμβολής-προσθήκης, η οποία έγινε στη γαλλική έκδοση (1873) του Κεφαλαίου, ο Marx υποδεικνύει, με εντυπωσιακή ακρίβεια, το σημείο απόληξης του συνόλου των ερευνών του (ή, αλλιώς, των τριών υποθεωριών του): «Ως τώρα η διάρκεια αυτών των [εμπειρικά παρατηρούμενων Θ. Μ.] κύκλων είναι δεκάχρονη ή εντεκάχρονη, όμως δεν έχουμε κανένα λόγο να θεωρούμε σταθερό τον αριθμό αυτό. Απεναντίας, από τους νόμους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, όπως τους εκθέσαμε πριν λίγο, πρέπει να συμπεράνουμε ότι είναι μεταβλητός και ότι η διάρκεια των κύκλων θα περιορίζεται 12, 13 βαθμηδόν» (Μαρξ, 1978, τ. 1, σελ. 885 πρόσθετη έμφαση). Συμπεραίνεται, επομένως, ότι ο νόμος της πτωτικής τάσης υπερκαθορίζει τις άλλες δύο μαρξικές υπο-θεωρίες. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να μας διαφύγει ότι το όλο οικοδόμημα στηρίζεται σε ένα επισφαλές θεμέλιο: Δεν αρκεί η παραγωγικότητα του κεφαλαίου να μειώνεται συνεχώς, πρέπει το όριό της να είναι το μηδέν. Διότι, στην αντίθετη περίπτωση, τίποτε δεν διασφαλίζει την τελική πτώση του ποσοστού κέρδους και, άρα, της ποσότητας απασχολούμενης εργασίας (Himmelweit, 1974, Okishio, 1974, Steedman, 1977, pp ), αλλά το ποσοστό κέρδους θα μπορούσε ακόμα και αυξάνεται συνεχώς, τείνοντας στο όριο της μειούμενης παραγωγικότητας του κεφαλαίου (βλέπε το Σχήμα 2). 12 Αυτή η ακρίβεια, πάντως, κάθε άλλο παρά είναι ορατή στο μεγαλύτερο τμήμα του κεφ. 15 του 3 ου τόμου του Κεφαλαίου: Μάλλον προέρχεται από συνονθύλευμα σημειώσεων, τις οποίες επιχείρησε να βάλει σε τάξη ο F. Engels, όπου τα περί «εφεδρικού στρατού» και τεχνικής μεταβολής συμπλέκονται, πότε οιονεί-ακατάληπτα και πότε ακατάληπτα, με αναλύσεις καταστάσεων υποαπασχόλησης του αποθέματος κεφαλαίου, οι οποίες ανάγονται σε ανεπάρκειες της συνολικής ενεργού ζητήσεως. 13 Σχετικά με τη «διάρκεια των κύκλων», στο εγχειρίδιο του Σεγκάλ ([1946] χ.χ., σελ. 232), για παράδειγμα, γράφεται το εξής: «[Α]πό τα 1825 ο καπιταλιστικός κόσμος πέρασε μία σειρά κρίσεις, που ε- παναλαμβάνονταν κατά μέσο κάθε δέκα χρόνια και ύστερα κάθε έξη-εφτά χρόνια. Κρίσεις ξέσπασαν στα 1825, στα 1836, στα 1847, στα 1857, στα 1866 και στα Στα 1880 και στις αρχές του 1890 υπήρχε ένας μαρασμός στην παραγωγή των κυριότερων καπιταλιστικών χωρών. Έπειτα αρχίζει μία άνοδος, που καταλήγει στην κρίση του Ύστερα ακολουθούν οι κρίσεις 1907, 1913, 1921 και Αυτή η τελευταία κρίση είναι η τρομερότερη απ όλες τις κρίσεις που πέρασε ο καπιταλισμός [ ]. Κάθε νέα κρίση ξεσπάει στη βάση ενός ανώτερου επίπεδου των παραγωγικών δυνάμεων από την προηγούμενη. Για τούτο οι κρίσεις έχουν κάθε φορά βαθύτερο χαρακτήρα.». 62

63 π C r 0 t Σχήμα 2. Φθίνουσα παραγωγικότητα του κεφαλαίου και αύξον ποσοστό κέρδους 3. Αποτίμηση Ο εξπρεσιονιστής αρχιτέκτονας L. M. van der Rohe σημείωνε: «To λιγότερο είναι το περισσότερο [ ]. Η σαφέστερη και πιο άμεση λύση ενός προβλήματος είναι η καλύτερη αρχιτεκτονική.». Ας υποθέσουμε ότι, πρώτον, το σύνολο των διαθέσιμων τεχνικών παραγωγής αποδίδεται μέσω μίας «συνάρτησης παραγωγής» σταθερών αποδόσεων κλίμακας, της μορφής y TF( K, L), όπου T είναι η «συνολική παραγωγικότητα (ή αποδοτικότητα) των συντελεστών παραγωγής» (TFP), K το απόθεμα κεφαλαίου και L η ποσότητα απασχολούμενης εργασίας, δεύτερον, ικανοποιούνται οι συνθήκες ελαχιστοποίησης του κόστους, και, τρίτον, δεν υφίστανται μονοπωλιακές ή μονοψωνιακές καταστάσεις. 14 Ως γνωστόν, ισχύουν οι ακόλουθες δύο εξισώσεις (το σύμβολο «^» δηλώνει τον ποσοστιαίο ρυθμό μεταβολής): ˆ ˆ ˆL T hk ή, δεδομένου ότι k ˆ ˆ ˆ (βλέπε την εξίσωση (2)), και L C (1 h) ˆ ˆ ˆ L h C T (5) 14 Στη μαρξική ανάλυση, καθαυτή, μάλλον δεν προϋποτίθεται η ύπαρξη εξωγενώς δεδομένου συνόλου διαθέσιμων τεχνικών παραγωγής, αλλά τεχνικών παραγωγής που δημιουργούνται-παράγονται μέσω επισώρευσης κεφαλαίου. Επομένως, δεν αντιστοιχεί η έννοια «συνάρτηση παραγωγής» (αναλυτικά, βλέπε Μαριόλης, 2006, σσ , και, 2010, σσ και Παραρτήματα 1, 2, 4.2 και 6). Επειδή, όμως, θα επικεντρωθούμε στον έλεγχο του νόμου της πτωτικής τάσης, αυτός δύναται να γίνει βάσει της απλουστευτικής (και, άρα, ευνοϊκής για την ευστάθεια του νόμου) υπόθεσης ύπαρξης μίας τέτοιας συνάρτησης. 63

64 (1 h) wˆ hrˆ Tˆ (6) Αυτές οι εξισώσεις δηλώνουν ότι, όταν και μόνον όταν αυξάνεται το T, είναι δυνατή η ταυτόχρονη αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας και του κεφαλαίου, και, συνεπώς, η ταυτόχρονη αύξηση του ωρομισθίου και του ποσοστού κέρδους. Ειδικότερα, για κάθε ποσοστιαία αύξηση του w, η οποία είναι μικρότερη του T ˆ(1 h ) 1, το ποσοστό κέρδους αυξάνεται (Βλέπε το Σχήμα 3, όπου απεικονίζεται η εξίσωση (6) για δύο διαφορετικά ύψη του μεριδίου των κερδών, καθώς και για τις ακραίες τιμές αυτού. Η κλίση των ευθειών ισούται με το αντίστροφο του αντίστοιχου ποσοστού εκμετάλλευσης). Άρα, η ευστάθεια του νόμου της πτωτικής τάσης προϋποθέτει την μη αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας (μία εναλλακτική, ισοδύναμη πραγμάτευση δύναται να βασιστεί στον Bliss, 1987, pp ). 15 Th ˆ ˆr 1 1 h 0 Th ˆ ο ˆT h ˆT T ˆ(1 h ) 1 T ˆ(1 ) ŵ h 1 2 Σχήμα 3. Εφικτοί συνδυασμοί ταυτόχρονης αύξησης του πραγματικού ωρομισθίου και του ποσοστού κέρδους, για διαφορετικά ύψη του μεριδίου των κερδών ( h 1 h 2 ) Τι δείχνει, άραγε, το σύνολο των διαθέσιμων εμπειρικών ευρημάτων; Δείχνει ότι, από τη δεκαετία του 1870 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1910, όπου το σύστημα εισέρχεται, κατά τον Λένιν ([1917] 1986), στο στάδιο του 15 Βάσει της συμβολής του Sraffa (1960), έχει αποδειχθεί ότι οι εξισώσεις (5) και (6) δεν ισχύουν ποσοτικά στην περίπτωση του ετερογενούς κεφαλαίου. Για παράδειγμα, όταν T ˆ 0, η ελαστικότητα του πραγματικού ωρομισθίου ως προς το ποσοστό κέρδους διαφέρει, κατά κανόνα, από το ποσοστό εκμετάλλευσης, ήτοι wr ˆˆ 1 (για δύο πρόσφατες, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συμβολές, βλέπε Steedman, 2013, και Eichert, 2014). Ωστόσο, αυτές οι ποσοτικές αποκλίσεις δεν οδηγούν σε ποιοτική αλλοίωση του τελικού συμπεράσματός μας, και αυτό είναι ό,τι έχει, εδώ, σημασία. 64

65 ανεπτυγμένου «μονοπωλιακού ανταγωνισμού-ιμπεριαλισμού», η μέση παραγωγικότητα του κεφαλαίου μάλλον μειώνεται και η «συνολική παραγωγικότητα» παραμένει στάσιμη ή αυξάνεται με ασθενείς ρυθμούς, ενώ αυτές οι τάσεις αντιστρέφονται στη συνέχεια. 16 Οι Samuelson και Nordhaus (2000, τ. 2, σσ ) επισημαίνουν: «Η οικονομική ιστορία των [κεφαλαιοκρατικά Θ. Μ.] προηγμένων εθνών [κατά τον 20 ο αιώνα Θ. Μ.] μπορεί, προσεγγιστικά, να συνοψισθεί στις ακόλουθες τάσεις: 17 Τάση 1. Η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου έχει αυξηθεί. Τάση 2. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του αιώνα, υπήρξε ισχυρή ανοδική τάση στα πραγματικά ωρομίσθια. Τάση 3. Το μερίδιο των κερδών έχει μειωθεί πολύ ελαφρά μακροπρόθεσμα, αλλά κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει παραμείνει σταθερό (ή εμφανίζει αύξηση). Τάση 4. Έχουν υπάρξει μεγάλες διακυμάνσεις στα πραγματικά επιτόκια και στο ποσοστό κέρδους, ιδιαίτερα στη διάρκεια των οικονομικών κύκλων, αλλά δεν υπήρξε ισχυρή ανοδική ή καθοδική τάση στον αιώνα αυτόν. Τάση 5. Αντί για τη σταθερή μείωση της μέσης παραγωγικότητας του κεφαλαίου, την οποία θα ανέμενε κανείς βάσει της Τάσης 1, στην πραγματικότητα αυτό το μέγεθος έχει αυξηθεί. Τάση 6. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του αιώνα, ο λόγος επενδύσεωνακαθάριστου προϊόντος έχει μείνει σταθερός. Τάση 7. Μετά την εξάλειψη των αποτελεσμάτων του οικονομικού κύκλου, το εθνικό προϊόν έχει αυξηθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό κοντά στο 3%. Η αύξηση του προϊόντος υπήρξε πολύ υψηλότερη από το σταθμικό μέσο της αύξησης των εισροών του συστήματος (μέσα παραγωγής, εργασία και μη αναπαραγόμενες εισροές-πόροι), υποδηλώνοντας ότι η αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας πρέπει να έχει παίξει κεντρικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη. Ακριβώς για αυτό, άλλωστε, οι Τάσεις 3, 4 και 5 συνυπάρχουν. 18 Οι επτά τάσεις της οικονομικής ιστορίας μας δίνουν ουσιώδεις πληροφορίες για την ανάπτυξη στη σύγχρονη εποχή, αλλά δεν είναι σαν τους αμετάβλητους νόμους της Φυσικής. Εξάλλου, η μετά το 1973 περίοδος, με αξιοσημείωτη επιβράδυνση της αύξη- 16 Ως γνωστόν, οι τρεις τελευταίες δεκαετίες του 19 ου αιώνα συνιστούν το λεγόμενο «δεύτερο κύμα της βιομηχανικής επανάστασης», και χαρακτηρίζονται από τη χρησιμοποίηση νέων πηγών ενέργειας (ηλεκτρισμός και πετρέλαιο) και την εκτεταμένη εφαρμογή επιστημονικών γνώσεων στη βιομηχανία, η οποία βασίζεται στην ίδρυση ερευνητικών εργαστηρίων από τις επιχειρήσεις. Οι νέες μέθοδοι κατεργασίας του χάλυβα, η κατασκευή ηλεκτρικών μηχανών, μηχανών εσωτερικής καύσης, νέων υλικών (π.χ. τα ελαστικά και το συνθετικό μετάξι) και νέων μέσων μεταφοράς και επικοινωνίας (ασύρματη) συνιστούν αντιπροσωπευτικά παραδείγματα. 17 Παραθέτω με ορισμένες μεταβολές (κυρίως ορολογίας), ως προς το πρωτότυπο κείμενο, προκειμένου να υπάρχει ευθεία αντιστοιχία με την παρούσα συζήτηση. 18 Περαιτέρω, βλέπε το Παράρτημα ΙΙ του παρόντος, όπου αμβλύνεται, επίσης, ο περιορισμόςαπλούστευση που επισημάνθηκε στην υποσημείωση

66 σης του προϊόντος, του πραγματικού ωρομισθίου και της παραγωγικότητας της εργασίας, μας υπενθυμίζει ότι κανένας οικονομικός νόμος δεν διασφαλίζει ότι το μέλλον πρέπει να συνεχίσει να προσφέρει τη ρωμαλέα αύξηση των εισοδημάτων που είδαμε τον τελευταίο αιώνα.». 19 Θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει δεκτό ότι, παρά την όχι ασήμαντη εσωτερική συνοχή του όλου μαρξικού συστήματος, 20 η κύρια βάση της τρίτης, μακροχρόνιας «διάστασής» του είναι χωρίς εμπειρικό αντίκρισμα στον ύστερο κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. 4. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις Από το μαρξικό σύστημα των κρίσεων απομένει σε πλήρη ισχύ η θεώρηση των οικονομικών διακυμάνσεων-κρίσεων ως ενδογενούς φαινομένου, προκαλούμενου από κύκλωμα αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στην κατανομή του εισοδήματος, το ποσοστό ανεργίας, την ενεργό ζήτηση, την επισώρευση κεφαλαίου και την τεχνική μεταβολή. Δεν φαίνεται, ωστόσο, να απομένει η αναγόμενη στο μειούμενο μέσο ποσοστό κέρδους θεώρηση αυτοαναίρεσης του καπιταλισμού. Δεδομένων αυτών, ορισμένα ερωτήματα, τα οποία θα άξιζε, κατά την ά- ποψή μου, να ερευνηθούν, είναι: (i). Μελετώντας κρίσεις του πραγματικού κόσμου δια του προαναφερθέντος κυκλώματος, είναι δυνατόν να εντοπιστούν εκείνες οι αλληλεπιδράσεις, οι ο- ποίες έπαιξαν τον κύριο ρόλο σε κάθε μία από αυτές τις κρίσεις; Μπορούν, δηλαδή, οι αλληλεπιδράσεις να διασπαστούν σε πρωτεύουσες και δευτερεύουσες; (ii). Πώς ερμηνεύεται ότι ο Λένιν (1915-6, [1917] 1986), κατά την ανάλυση του «μονοπωλιακού ανταγωνισμού-ιμπεριαλισμού», δεν επικαλείται, ούτε μία φορά, τον νόμο της πτωτικής τάσης; (iii). Γνωρίζουμε ότι, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ο υπαρκτός καπιταλισμός δεν κατέρρευσε «συνεπεία του νόμου της πτωτικής τάσης». Μήπως, όμως, είναι ο υπαρκτός σοσιαλισμός αυτός που κατέρρευσε, τελικά, από την αδυναμία ταυτόχρονης αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και του κεφαλαίου; Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, στις ΗΠΑ η παρατηρούμενη επιτάχυνση του ποσοστιαίου ρυθμού αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας και της μέσης παραγωγικότητας της εργασίας κατά την περίοδο (για την πρώτη, 1.5% ανά έτος έναντι 0.9% ανά έτος κατά την περίοδο ), σχετίζεται με τις καινοτομίες που αναπτύχθηκαν στους τομείς της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών. Για μία συζήτηση, βλέπε Ferguson and Wascher (2004), ενώ για πρόσφατες εκτιμήσεις του μελλοντικού ρυθμού μεγέθυνσης των ΗΠΑ, οι οποίες δεν είναι κατανάγκην αισιόδοξες, βλέπε Fernald and Jones (2014). 20 Ας σημειωθεί ότι η αναπτυχθείσα κατά τη δεκαετία του 1980 θεωρία των «Πραγματικών Οικονομικών Κύκλων» (RBC) δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διακύμανση της συνολικής παραγωγικότητας (την οποία αποκαλεί, κάπως ασαφώς, «διαταραχή παραγωγικότητας») ως ερμηνευτικό παράγοντα των οικονομικών διακυμάνσεων. Για μία πυκνή έκθεση αυτής της κάθε άλλο παρά μαρξιστικής προελεύσεως θεωρίας, βλέπε Plosser (1989). 21 Αυτή η αδυναμία υποστηρίζεται από τα ευρήματα ορισμένων μελετών, με πρώτη, από ό,τι γνωρίζω, αυτήν του Powell (1968), η οποία αφορούσε στην Ε.Σ.Σ.Δ.. 66

67 (iv). Έστω ότι όλα τα έως τώρα διαθέσιμα εμπειρικά ευρήματα σχετικά με τη συνολική παραγωγικότητα και την παραγωγικότητα του κεφαλαίου είναι ανακριβή ή εσφαλμένα, και έστω, ακόμα, ότι η δεύτερη μειώνεται συνεχώς. Τι διασφαλίζει ότι τείνει μακροχρονίως στο μηδέν και όχι σε κάποιο θετικό όριο; Πώς μπορεί να αποκλειστεί η δεύτερη περίπτωση; (v). Κατά τον Marx, το ποσοστό εκμετάλλευσης αυξάνεται συστηματικά, μακροχρονίως (μαζί με το πραγματικό ωρομίσθιο). Αρκετοί μαρξιστές το επαναλαμβάνουν. Είναι, όμως, συμβατό με το κριτήριο ελαχιστοποίησης του κόστους; (vi). Ήδη πριν από έναν αιώνα, ο Λένιν ([1917] 1986), σσ ) θεωρούσε την συμπαραγωγή εμπορευμάτων ως ένα από τα κύρια γνωρίσματα της τεχνικής βάσης του «μονοπωλιακού καπιταλισμού». Μετά τον Sraffa (1960, Part II) και τους μαθητές του γνωρίζουμε ότι στην συμπαραγωγή δεν αποκλείεται, πρώτον, η ταυτόχρονη αύξηση του πραγματικού ωρομισθίου και του ποσοστού κέρδους, ακόμα και χωρίς την αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας (όπως και στην περίπτωση της απλής παραγωγής με αύξουσες αποδόσεις κλίμακας βλέπε Mainwaring, 1979, Μαριόλης, 2010, σσ , Soklis, 2011, Σώκλης, 2012, κεφ. 6), ή, δεύτερον, η για αμετάβλητο πραγματικό ωρομίσθιο μείωση του ποσοστού κέρδους συνεπεία της εισαγωγής μίας τεχνικής παραγωγής, η οποία ικανοποιεί το κριτήριο ελαχιστοποίησης του κόστους (Salvadori, 1981, Bidard, 1986, Fujimoto and Ranade, 1998). Ποια είναι η επίδραση της συμπαραγωγής (και των αυξουσών αποδόσεων κλίμακας) στη διαχρονική εξέλιξη του μέσου ποσοστού κέρδους στον πραγματικό κόσμο; (vii). Κατά τον Ιστορικό Υλισμό, κανένας τρόπος παραγωγής δεν είναι αιώνιος, και αυτό δεν ανάγεται σε μεταβολές των αντιλήψεων της ανθρωπότητας αλλά των παραγωγικών δυνάμεών της και, πρωτίστως, των εργαλείων παραγωγής, μεταβολές οι οποίες «μπορούν να διαπιστωθούν με την αντιστοιχούσα στις φυσικές επιστήμες ακρίβεια» (Marx). Ειδικότερα, σε κάθε τρόπο παραγωγής αντιστοιχεί ένα κάτω και ένα άνω φράγμα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων: Υπερβαίνοντας το πρώτο φράγμα κυριαρχεί, τελικά πλήρως, επί του προγενέστερου τρόπου παραγωγής, ενώ υπερβαίνοντας το δεύτερο δίνει τη θέση του σε έναν νέο τρόπο παραγωγής (βλέπε, ιδίως, Πλεχάνωφ, [1895] 1975, κεφ. 5, και Okishio, 1977). Τι δύναται να συναχθεί από τη μελέτη της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων στον σύγχρονο καπιταλισμό; (viii). Χωρίς να έχουν προσφέρει εμπειρικές εκτιμήσεις για την παραγωγικότητα του κεφαλαίου, δηλαδή για την μεταβλητή-κλειδί του νόμου της πτωτικής τάσης, ορισμένοι έλληνες μελετητές ισχυρίζονται ότι η τρέχουσα κρίση της ελληνικής οικονομίας αποτελεί εκδήλωση αυτού του νόμου. Θεωρώ ότι θα έπρεπε να υπάρχουν ορισμένες a priori αμφιβολίες, διότι ο νόμος αφορά σε σύστη- 67

68 μα εντατικής επισώρευσης κεφαλαίου και μηχανοποίηση της παραγωγής, ενώ η ελληνική οικονομία εμφανίζει, κατά μήκος της όλης δεκαετίας του 2000 (δηλαδή εντός-ευρώ), πρώτον, αρνητική συνολική καθαρή αποταμίευση (με την «ασθενική» εξαίρεση του έτους 2001) και, δεύτερον, ακαθάριστα κέρδη, 22 τα οποία υπολείπονται της εκτός των μισθών συνολικής τελικής καταναλωτικής δαπάνης (με την «ασθενική» εξαίρεση του έτους 2004 αναλυτικά, βλέπε Μαριόλης, 2014β). Ακόμα, όμως, και εάν τα στοιχεία δείξουν συστηματική μείωση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, θα ήταν άστοχο να αναρωτηθεί κανείς μήπως αυτή δεν ερμηνεύεται με τον «μαρξικό μηχανισμό» αλλά με την αποσάθρωση της παραγωγικής βάσης, την εξειδίκευση σε παραδοσιακούς («εντάσεως φυσικών πρώτων υλών και ανειδίκευτης εργασίας») κλάδους παραγωγής και την επέκταση των τομέων παραγωγής μη διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων σε βάρος των τομέων παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων εμπορευμάτων, τις οποίες προκάλεσε (σύμφωνα με αρκετές μελέτες) η ένταξη της χώρας στη Ζώνη του Ευρώ; Παράρτημα Ι: Φθίνον ποσοστό κέρδους, επιτόκιο και συγκεντροποίηση κεφαλαίου Το ποσοστό κέρδους δύναται να γραφεί ως εξής: ή όπου r r ( P P)( K K ) ( P K )[ K ( K K ) ] ( PK )[ K ( K K ) ] 1 e e e e i e i e e e e i i i i e i r r (1 a) ia e min{ re, i} r max{ re, i} (Ι.1) P K, K e είναι το ποσοστό κέρδους και το ίδιο κεφάλαιο των επιχειρήσεων, αντιστοίχως, P i οι τόκοι που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις επί του δανειακού κεφαλαίου τους, το οποίο συμβολίζουμε με K i, i είναι το επιτόκιο δανεισμού, και a K K K 1 i ( e i ), 0 a 1, ο λόγος ξένου-συνολικού κεφαλαίου (ή «χρέους-κεφαλαίου») των επιχειρήσεων. Άρα, για κάθε δεδομένο ύψος των a και i, το φθίνον r προκαλεί μείωση του r e, το οποίο είναι θετικό για i ra 1, και μεγαλύτερο του i, όταν i r. Παράλληλα, η επίτευξη, από τους μεμονωμένους κεφαλαιοκράτες, του εκάστοτε ισχύοντος ποσοστού κέρδους απαιτεί (όπως αναφέρεται στο κυρίως κείμενο) την εντατική μηχανοποίηση της παραγωγής και, άρα, τη διενέργεια επενδύσεων κατάλληλου ύψους και ποιότητας. Δεν είναι, λοιπόν, αβάσιμο να θεωρηθεί ότι οι δύο αυτές συζυγείς διαδικασίες (μηχανοποίηση-μείωση του r ) προάγουν τον αφανισμό μονάδων παραγωγής, στις οποίες είτε η εργασία δεν έχει ακόμα «υπαχθεί (ή πλήρως υπαχθεί) στο κεφάλαιο» είτε η παραγωγικότητα της εργασίας δεν είναι υψηλή, και, ταυτοχρόνως, την «απαλλοτρίωση του ενός κε- 22 Δηλαδή, καθαρά κέρδη συν φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών μείον επιδοτήσεις. 68

69 φαλαιοκράτη από τον άλλο», ήτοι τη «συγκεντροποίηση του κεφαλαίου». Με μία λέξη, η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους επιταχύνει την αυτοαναίρεση του «τέλειου ανταγωνισμού», η οποία απορρέει, αυτή καθαυτή, από την επιδίωξη απόσπασης υπερκερδών μέσω της εισαγωγής νέων τεχνικών παραγωγής μείωσης του κόστους ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος. Ακόμα και εάν το a θεωρηθεί, σε πρώτη προσέγγιση (για παράδειγμα, βραχυχρονίως), εξωγενώς δεδομένο και αμετάβλητο, στο μαρξικό έργο δεν καθίσταται σαφές πώς επακριβώς προσδιορίζονται οι μεταβλητές της εξίσωσης (Ι.1). Μάλλον ισχύει το εξής: (i). Εάν κάνουμε αφαίρεση από την ενεργό ζήτηση ( u 1), τότε το πραγματικό ωρομίσθιο (ή, ισοδυνάμως, το μερίδιο των κερδών) και οι τεχνικές συνθήκες της παραγωγής προσδιορίζουν το r (βλέπε την εξίσωση (1)), ενώ τα r e και i προσδιορίζονται, βάσει της εξίσωσης (Ι.1), από το συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στους κατόχους «χρηματικών» και «παραγωγικών» κεφαλαίων, και με το πρώτο να προσδιορίζεται ως εξ υπολοίπου μέγεθος. 23 (ii). Στην αντίθετη περίπτωση ( u 1), η ισορροπία στην αγορά του εμπορεύματος ορίζει έναν γεωμετρικό τόπο των u, h και i. 24 Δεδομένων των h και i, προσδιορίζεται το u και, επομένως, το r (εξίσωση (1)) και, τελικά, το r e (εξίσωση (Ι.1)). Σε αυτήν την περίπτωση, το επιτόκιο δύναται να θεωρηθεί είτε ως προσδιοριζόμενο στην αγορά χρηματικών κεφαλαίων, όπου η αλληλεπίδραση προσφοράς-ζήτησης οδηγεί στην ισχύ της σχέσης i r, και, άρα, στη θετικότητα της ζήτησης για επενδύσεις (βλέπε Μαρξ, 1978, τ. 3, κεφ. 22, κυρίως), 25 είτε, σύμφωνα με ορισμένες μετακεϋνσιανές αναλύσεις, ως καθοριζόμενο από την Κεντρική Τράπεζα, η οποία λειτουργεί ως «δανειστής εσχάτης ανάγκης» των εμπορικών τραπεζών (οπότε η ζήτηση χρήματος εξαρτάται (και) από το επιτόκιο, ενώ η προσφορά χρήματος προσδιορίζεται ενδογενώς). Για ορισμένα, διαθέσιμα στη βιβλιογραφία, υποδείγματα αναλογικής μεγέθυνσης ή/και ενδογενών διακυμάνσεων, τα οποία ενέχουν και τον προσδιο- 23 Ακολουθώντας μία υπόδειξη του Sraffa (1960, p. 33), στο υπόδειγμα του οποίου το πραγματικό ω- ρομίσθιο δεν είναι δεδομένο και, επιπλέον, έχει τεθεί u 1, ο Pivetti (1991) προτείνει τη θεώρηση του r e ως εξωγενώς δεδομένου ή μάλλον ευρισκόμενου σε σταθερές αναλογικές σχέσεις, ανά κλάδο παραγωγής, με το i (σχέσεις καθοριζόμενες από τους «κινδύνους και τις δυσχέρειες» της παραγωγής σε κάθε κλάδο), και του i ως καθοριζόμενου από τις αρχές οικονομικής πολιτικής ή/και την αγορά χρηματικών κεφαλαίων. Έτσι, το r προσδιορίζεται από την εξίσωση (Ι.1) και οδηγεί, μέσω των υφιστάμενων τεχνικών συνθηκών παραγωγής, στον μονοσήμαντο προσδιορισμό των τιμών των εμπορευμάτων σε όρους του χρηματικού ωρομισθίου, ήτοι στον προσδιορισμό, τελικά, του ύψους του πραγματικού ωρομισθίου. Ακόμα και μεταξύ των σραφφαϊανών οικονομολόγων δεν υπάρχει ομοφωνία για αυτήν την πρόταση. 24 Βλέπε την υποσημείωση Όταν i r, ισχύει re r και σημειώνεται υπερβάλλουσα προσφορά χρηματικών κεφαλαίων, κατάσταση η οποία δεν είναι διατηρήσιμη. Έτσι, το i μειώνεται το λιγότερο έως το ισχύον επίπεδο του r. 69

70 ρισμό του λόγου χρέους-κεφαλαίου των επιχειρήσεων (τα δεύτερα εμπνέονται από αυτό του Goodwin, 1967), βλέπε Μαριόλης (2006, σσ ), Mariolis (2007), Hein (2008). Παράρτημα ΙΙ: Ενδογενής Συνολική Παραγωγικότητα και Εναλλακτικός Εμπειρικός Έλεγχος του Μαρξικού Νόμου Ό,τι υποστηρίζουν οι Samuelson και Nordhaus (2000, τ. 2, σσ ) βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τα ευρήματα πλήθους εμπειρικών μελετών, οι οποίες εκκινούν από την εξίσωση (5) του κυρίως κειμένου και έχουν εκπονηθεί από τους (κατά χρονολογική σειρά) J. Τinbergen, M. Abramovitz, R. M. Solow, O. Aukrust, J. W. Kendrick, E. F. Denison, D. W. Jorgenson, Z. Griliches και A. Maddinson, μεταξύ άλλων. Δεν απαιτείται, ωστόσο, να τονιστεί ότι όλες αυτές οι μετρήσεις δεν είναι απαλλαγμένες από πλήθος προβλημάτων, θεωρητικών και πρακτικών (για μία σύνοψη, βλέπε π.χ. Μαριόλης, 2010, σσ ). Μία από τις a priori αδυναμίες της εξίσωσης (5) είναι ο εξωγενής χαρακτήρας της μεταβολής της συνολικής παραγωγικότητας («μάννα εξ ουρανού»), ζήτημα το οποίο δύναται να αντιμετωπιστεί θεωρώντας ότι, σε αντιστοιχία με την πραγματικότητα, το επίπεδο της συνολικής παραγωγικότητας συναρτάται με το ύψος του αποθέματος κεφαλαίου ή/και της ποσότητας απασχολούμενης εργασίας. Για παράδειγμα, εάν υποτεθεί, ότι η συνάρτηση παραγωγής είναι σταθερών αποδόσεων κλίμακας και έχει την Cobb-Douglas μορφή y 1 TK L, 0 1 και ότι (Anchishkin, [1973] 1977, pp ) 1 (ΙΙ.1) T T K L, T 1 0, ( 1), (1 )( 1), 1 (II.2) τότε, συνδυάζοντας τις δύο εξισώσεις, προκύπτει ότι η παραγωγή εμφανίζει αύξουσες αποδόσεις κλίμακας, ήτοι y T K L,, (1 ), (ΙΙ.3) 1 Διαφορίζοντας την τελευταία εξίσωση λαμβάνουμε, τελικά, (1 ) ˆ ˆ ( 1) ˆ ˆ L C L T1 από την οποία έπεται ότι η ταυτόχρονη αύξηση των L, C είναι δυνατή ακόμα και όταν η εξέλιξη του T δεν καθορίζεται καθόλου από εξωγενείς παράγοντες ( T 1ˆ 0) αλλά μόνον από τις μεταβολές των K, L. 26 Αυτή η πραγμάτευση βρίσκεται στον πυρήνα της «θεωρίας ενδογενούς μεγέθυνσης» (βλέπε, για παράδειγμα, Romer, 2006, κεφ. 3), όπου ο παράγοντας T απεικονίζεται, με τον 26 Το τελικό συμπέρασμα δεν αλλάζει όταν στην εξίσωση (ΙΙ.1) περιλαμβάνεται η ύπαρξη μη αναπαραγόμενων εισροών, οι ποσότητες των οποίων δεν δύνανται να αυξηθούν ή/και μειώνονται κατά μήκος του χρόνου. 70

71 ένα ή τον άλλο τρόπο, είτε ως ενδογενής μεταβλητή (όπως προηγουμένως) είτε ως αναπαραγόμενη εισροή του συστήματος (στην δεύτερη περίπτωση, ιδίως, οι «ορθόδοξες» αναλύσεις εμφανίζουν, πολύ συχνά, προβλήματα λογικής συνοχής, τα οποία έχουν αναδειχθεί από τον Kurz, 1997, και τον Steedman, 2001). Τα ευρήματα των σχετικών εμπειρικών μελετών δεν έρχονται σε αντίφαση, όσον αφορά στο ζήτημα που μας ενδιαφέρει, με αυτά των παραδοσιακών μελετών, οι οποίες εμμένουν στην εξίσωση (5). Ένας εναλλακτικός τρόπος εμπειρικού ελέγχου του μαρξικού νόμου, ο οποίος υπερβαίνει τα ζητήματα της ετερογένειας του κεφαλαίου και της μέτρησης της συνολικής παραγωγικότητας, είναι ο ακόλουθος: Εάν εστιάσουμε στο ενιαίο ποσοστό κέρδους, και οι τιμές των εμπορευμάτων μετρηθούν σε ό- ρους του «Προτύπου εμπορεύματος» του Sraffa (1960, chs 4-5), τότε, για κάθε σύστημα απλής παραγωγής, η εξίσωση (1) του κυρίως κειμένου, με u 1, δύναται να αντικατασταθεί από την εξίσωση 1 r (1 m ) (ΙΙ.4) από την οποία προκύπτει S r 1 όπου m S είναι το χρηματικό ωρομίσθιο μετρημένο σε όρους του Προτύπου εμπορεύματος, και η Perron-Frobenius ιδιοτιμή της εγχώριας μήτρας των «καθέτως ολοκληρωμένων» (Pasinetti, 1973, 1988) τεχνικών συντελεστών, 27 (αυτές οι εξισώσεις ισχύουν και για ορισμένα συστήματα συμπαραγωγής). Ε- πομένως, από την μελέτη της διαχρονικής κίνησης του, βάσει Πινάκων Εισροών-Εκροών, μπορούν να συγκεντρωθούν ενδείξεις για την εμπειρική ισχύ του νόμου. Από τις σχετικά λίγες τέτοιες εργασίες, οι οποίες είναι διαθέσιμες (λόγω δυσκολίας συλλογής των απαιτούμενων στατιστικών στοιχείων), δεν φαίνεται ότι δύνανται να αντληθούν συμπεράσματα, τα οποία έρχονται σε α- ντίφαση με ό,τι ήδη αναφέρθηκε Αναφορές Ελληνόγλωσσες Λένιν, Β. Ι. (1915-6) Τετράδια για τον Ιμπεριαλισμό, στο: Β. Ι. Λένιν (1986) Άπαντα, τ. 28, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή. Λένιν, Β. Ι. ([1917] 1986) Ο Ιμπεριαλισμός Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού. Εκλαϊκευτική Μελέτη, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή. 27 Σημειώνεται ότι το δεν ισούται με την παραγωγικότητα του κεφαλαίου. Επίσης, για κλειστές οικονομίες η εξίσωση (ΙΙ.4) ισχύει με το σύμβολο της ισότητας, το μέγεθος 1 m ισούται με το μερίδιο των κερδών στο σραφφαϊανό Πρότυπο σύστημα, και η μέγιστη, οικονομικά σημαντική τιμή του είναι το 1 (για ανοικτές οικονομίες είναι μικρότερη του 1). S m S 71

72 Μαριόλης, Θ. (2006) Εισαγωγή στη Θεωρία των Ενδογενών Οικονομικών Διακυμάνσεων. Γραμμικοί και Μη Γραμμικοί Οικονομικοί Ταλαντωτές, Αθήνα, Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός. Μαριόλης, Θ. (2010) Δοκίμια στη Λογική Ιστορία της Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα, Matura. Μαριόλης, Θ. (2011) Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Ένωση και Οικονομική Κρίση, Αθήνα, Matura. Μαριόλης, Θ. (2014α) Εκβιομηχάνιση και βιωσιμότητα: κριτική ανασύνθεση της συμβολής του Δημήτρη Μπάτση, στο: Μαριόλης, Θ. (Επιμ.) (2014) Σχεδιασμένη Καθυπόταξη ή Σχεδιασμένη Ανάπτυξη; Μελέτες στο έργο του Δημήτρη Μπάτση (υπό έκδοση). Μαριόλης, Θ. (2014β) Οι σχέσεις μισθών-κερδών-μεγέθυνσης και η περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, στο: Μαριόλης, Θ. (Επιμ.) (2014) Σχεδιασμένη Καθυπόταξη ή Σχεδιασμένη Ανάπτυξη; Μελέτες στο έργο του Δημήτρη Μπάτση (υπό έκδοση). Μαρξ, Κ. (1978) Το Κεφάλαιο, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή. Μαρξ, Κ. (1985) Θεωρίες για την Υπεραξία, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή. Πλεχάνωφ, Γ. Β. ([1895] 1975) Η Εξέλιξη της Μονιστικής Αντίληψης της Ιστορίας, Αθήνα, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος. Ροδουσάκης, Ν. (2012) Ενδογενείς Οικονομικές Διακυμάνσεις σε Μονοτομεακά και Πολυτομεακά Υποδείγματα τύπου Goodwin, Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Τομέας Οικονομίας, Αθήνα, Ο- κτώβριος Romer, D. (2006) Προχωρημένη Μακροοικονομική, Αθήνα, Τυπωθήτω. Samuelson, P. A. και Nordhaus, W. D. (2000) Οικονομική, Αθήνα, Παπαζήσης. Σεγκάλ, Λ. ([1946] χ.χ.) Αρχές Πολιτικής Οικονομίας, Αθήνα, Αναγνωστίδης. Σώκλης, Γ. (2012) Εργασιακές Αξίες, Εμπορευματικές Αξίες, Τιμές και Κατανομή του Εισοδήματος. Διερεύνηση βάσει Εμπειρικών Πινάκων Εισροών-Εκροών, Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Τομέας Οικονομίας, Αθήνα, Μάιος Ξενόγλωσσες Anchishkin, A. ([1973] 1977) The Theory of Growth of a Socialist Economy, Moscow, Progress Publishers. Bidard, C. (1986) Baisse tendancielle du taux de profit et marchandise-étalon, Économie Appliquée, 39, pp Bhaduri, A. and Marglin, S. (1990) Unemployment and the real wage rate: the economic basis for contesting political ideologies, Cambridge Journal of Economics, 14, pp Bliss, C. (1987) Equal rates of profit, in: J. Eatwell, M. Milgate and P. Newman (Eds), The New Palgrave. A Dictionary of Economics, Vol. 2, London, Macmillan. Desai, M., Henry, B., Mosley, A. and Pemberton, M. (2006) A clarification of the Goodwin model of the growth cycle, Journal of Economic Dynamics and Control, 30, pp Eichert, W. (2014) Long-period positions in multi-sectoral Cobb-Douglas economies, Metroeconomica, 65, pp

73 Ferguson, R. W. Jr. and Wascher, W. L. (2004) Distinguished lecture on economics in government: lessons form past productivity booms, Journal of Economic Perspectives, 18, pp Fernald, J. G. and Jones, C. I. (2014) The future of US economic growth, American Economic Review: Papers and Proceedings, 104, pp Fujimoto, T. and Ranade, R. R. (1998) Technical changes and the rate of profit in models with joint production and externalities: a duality approach, Metroeconomica, 49, pp Glombowski, J. and Krüger, M. (1986) Some extensions of a classical growth cycle model, in: W. Semmler (Ed.) Competition, Instability, and Nonlinear Cycles, Berlin, Springer. Goodwin, R. M. (1967) A growth cycle, in: C. H. Feinstein (Ed.) Socialism, Capitalism and Economic Growth: Essays Presented to Maurice Dobb, London, Cambridge University Press. Goodwin, R. M. (1972) A growth cycle, in: E. K. Hunt and J. G. Schwartz (Eds) A Critique of Economic Theory, Harmondsworth, Penguin. Hein, E. (2008) Money, Distribution and Capital Accumulation. Contributions to Monetary Analysis, Basingstoke, Palgrave MacMillan. Himmelweit, S. (1974) A formal proof of Marx s two theorems: comment, Kobe University Economic Review, 20, pp Kurz, H. D. (1997) What could the new growth theory teach Smith or Ricardo?, in: H. D. Kurz and N. Salvadori (2003) Classical Economics and Modern Theory: Studies in Long-period Analysis, London, Routledge. Mainwaring, L. (1979) The wage-profit relation without constant returns, Metroeconomica, 31, pp Mariolis, T. (2007) Distribution and growth in an economy with heterogeneous capital and excess capacity, Asian-African Journal of Economics and Econometrics, 7, pp Mariolis, T. (2013) Goodwin s growth cycle model with the Bhaduri-Marglin accumulation function, Evolutionary and Institutional Economics Review, 10, pp Mariolis, T. (2014) Falling rate of profit and mass of profits: a note, Review of Political Economy, 26, pp Okishio, N. (1961) Technical change and the rate of profit, Kobe University Economic Review, 7, pp Okishio, N. (1972) A formal proof of Marx s two theorems, Kobe University Economic Review, 18, pp Okishio, N. (1974) A formal proof of Marx s two theorems: reply, Kobe University Economic Review, 20, p. 95. Okishio, N. (1977) Notes on technical progress and capitalist society, Cambridge Journal of Economics, 1, pp Papageorgiou, A. and Tsoulfidis, L. (2006) Kondratiev, Marx and the long cycle, in: T. Mariolis and L. Tsoulfidis (Eds) Distribution, Development and Prices. Critical Perspectives, New Delhi, Serials. Pasinetti, L. (1973) The notion of vertical integration in economic analysis, Metroeconomica, 25, pp Pasinetti, L. (1988) Growing subsystems, vertically hyper-integrated sectors and the labour theory of value, Cambridge Journal of Economics, 12, pp

74 Pivetti, M. (1991) An Essay on Money and Distribution, Basingstoke, Palgrave Mac- Millan. Plosser, C. I. (1989) Understanding real business cycles, Journal of Economic Perspectives, 3, pp Powell, R. P. (1968) Economic growth in the U.S.S.R., Scientific American, 219, pp Salvadori, N. (1981) Falling rate of profit with a constant real wage: an example, Cambridge Journal of Economics, 5, pp Shaikh, A. (1987) The current economic crisis: causes and implications, in: The Imperiled Economy, Book 1, New York, Union for Radical Political Economics. Shaikh, A. (1992) The falling rate of profit as the cause of long waves: theory and empirical evidence, in: A. Kleinknecht, E. Mandel and I. Wallerstein (Eds) New Findings in Long-Wave Research, New York, St. Martin s Press. Soklis, G. (2011) Shape of wage-profit curves in joint production systems: evidence from the supply and use tables of the Finnish economy, Metroeconomica, 62, pp Sraffa, P. (1960) Production of Commodities by Means of Commodities. Prelude to a Critique of Economic Theory, Cambridge, Cambridge University Press (ελληνική έκδοση (1985): Θεσσαλονίκη, Σύγχρονα Θέματα). Steedman, I. (1977) Marx after Sraffa, London, New Left Books. Steedman, I. (2001) On measuring knowledge in new (endogenous) growth theory, in: N. Salvadori (Ed.) (2203) Old and New Growth Theories, Cheltenham, Edward Elgar. Steedman, I. (2013) Sraffian thoughts in full marginalist dress, Metroeconomica, 64, pp Tsoulfidis, L. (2010) Competing Schools of Economic Thought, Berlin, Springer. 74

75 Το Υπόδειγμα «Θηρευτή-Θηράματος» του Goodwin και οι Παραλλαγές του: Προς μία Γενική Θεωρία των Ενδογενών Οικονομικών Διακυμάνσεων * ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΟΔΟΥΣΑΚΗΣ 1. Εισαγωγή Η προσπάθεια απεικόνισης του οικονομικού συστήματος στην αυτο-κίνησή του υπήρξε πάντα ένα ιδιαίτερης βαρύτητας, αν όχι θεμελιώδες, ζήτημα της πολιτικής οικονομίας, το οποίο εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό ως τις μέρες μας. Η ανάλυση του οικονομικού συστήματος ως κυκλώματος κατανομής του εισοδήματος, ενεργού ζητήσεως και μεταβολής (ή επιλογής) τεχνικών συνθηκών παραγωγής βασίζεται στις συμβολές των Ricardo-Marx-Keynes. Καταλήγει στο συμπέρασμα της ύπαρξης μη γραμμικών συσχετίσεων μεταξύ αυτών των στοιχείων, οι οποίες είναι ικανές να συνθέσουν μία χαρακτηριζόμενη από μη τετριμμένες διακυμάνσεις διαδικασία αναπαραγωγής του συστήματος. Με μία λέξη, οδηγεί σε «ρεαλιστικά», δηλαδή όχι ασύμβατα ως προς τα δεδομένα της εμπειρίας, πρότυπα διακυμάνσεων. Κατάλληλα για μία τέτοιου τύπου ανάλυση είναι τα υποδείγματα «μισθών-ανεργίας» (ή, αλλιώς, «θηρευτή-θηράματος»), τα οποία έχουν ως αφετηριακή βάση την, αναπτυχθείσα κατά τις δεκαετίες του , προσέγγιση του Richard M. Goodwin. Ο Goodwin (1967), βασιζόμενος στο σύστημα διαφορικών εξισώσεων «θηρευτή-θηράματος» à la Lotka-Volterra (εφεξής L-V), ήταν ο πρώτος που κατόρθωσε να συγκροτήσει με συνεκτικό τρόπο ένα υπόδειγμα ενδογενών διακυμάνσεων, το όποιο δίνει πρωταρχική σημασία στα ζητήματα της κατανομής και της επισώρευσης. 1 Θα πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι μόνο μετά την κατασκευή του εν λόγω υποδείγματος στάθηκε δυνατή η αναβάθμιση της σχετικής συζήτησης και έρευνας (βλέπε ενδεικτικά Velupillai, 1998, και Punzo, 2006), η οποία είχε, έως τότε, τη μορφή λεκτικών διατυπώσεων, ισχυρισμών και δηλώσεων, οι οποίες πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν εσωτερικά (έστω) συνεπείς. Ωστόσο, όπως έχει επισημανθεί αναλυτικά στη βιβλιογραφία (βλέπε ενδεικτικά Lorenz, 1989, 2.4), το εν λόγω υπόδειγμα βασίζεται σε μία σειρά * Για σχόλια, παρατηρήσεις και προτάσεις ευχαριστώ τους Νίκο Θεοχαράκη, Λευτέρη Τσουλφίδη, Γιώργο Σώκλη, και, ιδιαιτέρως, τον Θεόδωρο Μαριόλη. 1 Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Giuseppe Palomba είχε χρησιμοποιήσει το εν λόγω σύστημα εξισώσεων μία εικοσιπενταετία νωρίτερα από τον Goodwin, προκειμένου να απεικονίσει όψεις δυναμικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη μεγέθυνση του τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής και στη μεγέθυνση του τομέα παραγωγής μέσων κατανάλωσης. Βλέπε, αναλυτικά, Gandolfo (2008). 75

76 ισχυρών υποθέσεων, η αναίρεση των οποίων συνεπάγεται την επαύξηση των τιθέμενων σε λειτουργία αλληλεπιδράσεων. Σχετικά πρόσφατα, δηλαδή μετά το , έχει αποδειχθεί ότι η ενσωμάτωση μιας συνάρτησης ζήτησης επενδύσεων à la Bhaduri-Marglin (1990) είναι ανάλογη της ενσωμάτωσης ενός «μεταβλητού προσήμου» συντελεστή τριβής 2 στις εξισώσεις κίνησης του υποδείγματος του Goodwin και, συνεπώς, επηρεάζει την δυναμική συμπεριφορά του. 3 Συγκεκριμένα, η δυναμική συμπεριφορά ενός συστήματος, στο οποίο αφενός η ζήτηση επενδύσεων εξαρτάται από την κατανομή του εισοδήματος και το βαθμό απασχόλησης της δυναμικότητας και αφετέρου η μεταβολή του πραγματικού ωρομισθίου εξαρτάται από το ποσοστό απασχόλησης της εργασίας, δύναται να λαμβάνει ιδιαιτέρως πολύπλοκες μορφές και καταλήγει σε πιο ρεαλιστικά πρότυπα διακυμάνσεων σε σχέση με το αρχικό υπόδειγμα του Goodwin. Επιπλέον, ένας πρόσφατος ε- μπειρικός έλεγχος βάσει οικονομετρικών μεθόδων καταλήγει, τόσο για στοιχεία των ΗΠΑ (Michaelides et al., 2013) όσο και της Γερμανίας (Konstantakis et al., 2013), στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω επέκταση του υποδείγματος του Goodwin πρέπει να κριθεί ως «εμπειρικά αξιόπιστη». Σκοπός της παρούσης δεν είναι, απλώς, η συνοπτική, χωρίς μαθηματικές «λεπτομέρειες», έκθεση του υποδείγματος «θηρευτή-θηράματος» του Goodwin, αλλά μιας σειράς παραλλαγών του βάσει οικονομικά λελογισμένων υποθέσεων, οι οποίες αφενός επαυξάνουν τον βαθμό ρεαλισμού του και αφετέρου επηρεάζουν την δυναμική του συμπεριφορά. Έτσι σε ότι ακολουθεί, η έμφαση δίνεται σε γενικεύσεις βάσει της συνάρτησης ζήτησης επενδύσεων à la Bhaduri-Marglin, οι οποίες, κατά τα προαναφερθέντα, αποτελούν αξιόπιστες απεικονίσεις της κίνησης του συστήματος. Το υπόλοιπο του παρόντος δομείται ως εξής: Η Ενότητα 2 περιγράφει το υπόδειγμα του Goodwin. Η Ενότητα 3 εκθέτει παραλλαγές του υποδείγματος. Η Ενότητα 4 συνοψίζει τα συμπεράσματα της έκθεσης. 2. Το Υπόδειγμα του Goodwin Θεωρούμε, σε συμφωνία με τον Goodwin (1967), ένα μονοτομεακό, κλειστό και χωρίς κρατικό τομέα, κεφαλαιοκρατικό σύστημα, όπου ισχύουν τα εξής: i) η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται με σταθερό και εξωγενώς δεδομένο ποσοστιαίο ρυθμό, 4 ii) το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό αυξάνεται με σταθερό 2 Βλέπε Samuelson (1971, pp ) και Lorenz (1989, pp. 51-2). 3 Για αυτή τη γραμμή έρευνας, βλέπε Skott (1989), Dutt (1992), Sordi (2003), Canry (2005), Barbosa- Filho and Taylor (2006), Flaschel et al. (2009), Flaschel and Luchtenberg (2012, ch. 4), Sasaki (2013), inter alia. 4 Η υπόθεση αυτή αντιστοιχεί στην ύπαρξη «μη ενσωματωμένης», κατά Harrod (1948) ουδέτερης, τεχνολογικής προόδου βλέπε, ενδεικτικά, Jones ([1975] 1993, κεφ. 7-8). 76

77 και εξωγενώς δεδομένο ποσοστιαίο ρυθμό, iii) παράγεται ένα και μόνον ένα εμπόρευμα, για την παραγωγή του οποίου απαιτούνται κεφάλαιο και εργασία, iv) οι μισθοί (τα κέρδη), οι οποίοι καταβάλλονται στο τέλος κάθε περιόδου παραγωγής, καταναλώνονται (αποταμιεύονται-επενδύονται) εξολοκλήρου. 5 v) ο λόγος κεφαλαίου-δυναμικότητας παραγωγής είναι εξωγενώς δεδομένος και σταθερός, vi) το πραγματικό ωρομίσθιο αυξάνεται στη γειτονιά της πλήρους απασχόλησης (υποτίθεται η ύπαρξη μιας καμπύλης Phillips (1958), καίτοι ο Goodwin αποφεύγει να την ονοματίσει κατά αυτόν τον τρόπο). Βάσει αυτών αποδεικνύεται ότι η κίνηση του συστήματος προσομοιάζει με αυτήν ενός ιδιαίτερου (à la L-V) συστήματος «θηρευτή-θηράματος», στα πλαίσια του οποίου το ποσοστό απασχόλησης της εργασίας («ο πληθυσμός του θηράματος») «συμπαρασύρει» το μερίδιο των μισθών στο προϊόν («τον πληθυσμό του θηρευτή»), κατά τρόπο που αυτά τα μεγέθη εκτελούν αναλλοίωτες περιοδικές κινήσεις: το θετικό σημείο ισορροπίας του συστήματος συνιστά «ευσταθές κέντρο», με την έννοια ότι το σύστημα, καίτοι δεν επιστρέφει ποτέ στη θέση ισορροπίας του, παραμένει διαρκώς στη γειτονιά της και ουδέποτε απομακρύνεται ολοκληρωτικά από αυτήν. 6 Συγκεκριμένα, περιφέρεται αέναα περί τη θέση ισορροπίας του, διαγράφοντας κλειστές τροχιές, των οποίων η φορά είναι αντίστοιχη αυτής των δεικτών του ρολογιού. Η ακριβής θέση και μορφή των τροχιών εξαρτάται από τις αρχικές συνθήκες και τις τιμές των παραμέτρων του υποδείγματος, ενώ από τα ύψη των τελευταίων κατά σειρά μεγεθών εξαρτάται και το εάν οι τροχιές είναι οικονομικά σημαντικές ή όχι: 7 Βλέπε το Σχήμα 1, όπου το u παριστά το μερίδιο των μισθών στο προϊόν και v το ποσοστό απασχόλησης της εργασίας (προφανώς, το μέγεθος h 1 u ισούται με το μερίδιο των κερδών στο προϊόν), ενώ στο Σχήμα 2 απεικονίζεται η φορά κίνησης του υποδείγματος. 8 Αυτός ο μηχανισμός προσομοιάζει σε έναν «διατηρητικό ταλαντωτή», η λειτουργία του οποίου συνίσταται στο εξής (βλέπε ενδεικτικά Μαριόλης, 2006, σσ και 115-6, υποσημείωση 76): Σε περιόδους υψηλού ρυθμού επισώρευσης του κεφαλαίου, ο «εφεδρικός στρατός των εργατών» μειώνεται και, συνεπώς, η διαπραγματευτική δύναμη των εργατών αυξάνεται. Αυτό συνεπάγεται τη μεταβολή της κατανομής του εισοδήματος προς όφελος των εργατών 5 Δηλαδή δεν υφίσταται μία συνάρτηση επενδύσεων, αλλά οι επενδύσεις προσδιορίζονται από τις αποταμιεύσεις. Επ αυτού, βλέπε Skott (1989, 2012). 6 Θυμίζουμε ότι ο «χαρακτήρας» του θετικού σημείου ισορροπίας είναι «ολικός και όχι μόνον τοπικός», δηλαδή ό,τι ισχύει για το γραμμικοποιημένο ισχύει και για το αρχικό βλέπε π.χ. Κουτσοκέρας (2009, σελ. 40). 7 Για να είναι οικονομικά σημαντικές πρέπει μην υπερβαίνουν τον χώρο που ορίζεται από τις σχέσεις: 0 u 1 και 0 v 1. 8 Τα Σχήματα 1-5 αποτελούν προϊόν αριθμητικών προσομοιώσεων. Αναλυτικά, για την κατασκευή τους, βλέπε Ροδουσάκης (2012, κεφ. 2-3). 77

78 και, ως εκ τούτου, τη μείωση του ποσοστού κέρδους και, συνεπώς, του ρυθμού επισώ