ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΓΕΩΛΟΓΙΑΣ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΓΕΩΛΟΓΙΑΣ"

Transcript

1 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΓΕΩΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ «ΓΕΩΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ» ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ «ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΓΕΩΧΗΜΕΙΑ» ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ «Περιβαλλοντικός σχεδιασµός για την ασφαλή επαναχρησιµοποίηση αστικών λυµάτων και ιλύος βιολογικών καθαρισµών του Νοµού Αιτωλοακαρνανίας σε εδάφη» ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Επιβλέπων Καθηγητής Κίµων Χρηστάνης ΠΑΤΡΑ 2011

2 ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ Με την ολοκλήρωση αυτής της µελέτης, επιθυµώ να ευχαριστήσω το Τµήµα Γεωλογίας του Πανεπιστηµίου Πατρών για την δυνατότητα που µου έδωσε, ώστε να µπορέσω να παρακολουθήσω το Μεταπτυχιακό Πρόγραµµα Σπουδών στις «Γεωεπιστήµες και Περιβάλλον» και συγκεκριµένα στην κατεύθυνση «Περιβαλλοντική και Θαλάσσια Γεωχηµεία».. Από καρδιάς θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Επιστηµονικό Υπεύθυνο της κατεύθυνσης «Περιβαλλοντική και Θαλάσσια Γεωχηµεία» Καθηγητή κύριο Σωτήριο Βαρνάβα. Ο κύριος Βαρνάβας σε όλη την διάρκεια των σπουδών µε βοήθησε σε απίστευτο βαθµό. Να είναι πάντα καλά. Προς τον επιβλέποντα Καθηγητή µου εκφράζω τις θερµές µου ευχαριστίες για την αµέριστη συµπαραστασή του, την επιστηµονική του καθοδήγηση και την άψογη συνεργασία κατά την πραγµατοποίηση αυτής της µελέτης. Τα µέλη της τριµελούς εξεταστής επιτροπής ευχαριστώ πολύ για την ανάγνωση και κριτική αξιολόγηση της µεταπτυχιακής µου µελέτης. Θερµές ευχαριστίες και ένα µεγάλο συγνώµη στην γυναίκα µου και τα δύο παιδιά µας, τους οποίους παραµέλησα κατά την πραγµατοποίηση του εν λόγω µεταπτυχιακού και της µελέτης που το συνοδεύει. 2

3 ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Στην παρούσα µελέτη εξετάζεται η δυνατότητα επαναχρησιµοποίησης των επεξεργασµένων αστικών λυµάτων και ιλύος από Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυµάτων του νοµού Αιτωλ/νίας σε γεωργικές εκτάσεις του νοµού. Στο πρώτο µέρος της εργασίας γίνεται µια εισαγωγή στην επαναχρησιµοποίηση των αστικών λυµάτων στην γεωργία. Περιγράφονται τα χαρακτηριστικά των λυµάτων, οι διεργασίες που συντελούνται στις Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυµάτων, τα κριτήρια ποιότητας που πρέπει να πληρούν τα λύµατα (προκειµένου να χρησιµοποιηθούν για άρδευση). Αναλύονται τα αγρονοµικά κριτήρια και τα κριτήρια για την διασφάλιση της δηµόσιας υγείας, που πρέπει να τηρούν τα επεξεργασµένα λύµατα, ώστε να εφαρµόζονται στα εδάφη µε ασφάλεια. Επίσης, στο πρώτο µέρος αναλύονται τα κριτήρια επιλογής θέσεων για την εφαρµογή των λυµάτων, καθώς και το νοµοθετικό πλαίσιο που ισχύει στην Ελλάδα σχετικά µε την επαναχρησιµοποίηση. Τέλος, γίνεται µια επισκόπηση της διεθνούς πρακτικής σχετικά µε την επαναχρησιµοποίηση και περιγράφεται και η κατάσταση που επικρατεί στον Ελλαδικό χώρο. Στο δεύτερο µέρος γίνεται αναφορά στους υδατικούς πόρους του νοµού Αιτωλ/νίας. Περιγράφεται το υδατικό δυναµικό του νοµού Αιτωλ/νίας, οι ανάγκες νερού για διάφορες χρήσεις στον νοµό, καθώς και οι υποδοµές δικτύων άρδευσης σην Αιτωλ/νία. Το τρίτο µέρος αναφέρεται στην χρήση της ιλύος στην γεωργία. Γίνεται περιγραφή των χαρακτηριστικών της λυµατολάσπης, του νοµικού πλαισίου που ισχύει κατά την χρήση της στην γεωργία και τονίζονται τα κρίσιµα σηµεία ελέγχου κατά την εφαρµογή της λάσπης στα γεωργικά εδάφη. Στο τέταρτο µέρος γίνεται η οριοθέτηση και η περιγραφή των περιοχών µελέτης και παρουσιάζεται ο τρόπος, µε τον οποίο προσδιορίζονται οι καλλιεργούµενες εκτάσεις µέσα σε κάθε περιοχή µελέτης, ώστε στην συνέχεια να εκτιµηθούν οι υδατικές απαιτήσεις. Οι Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Αστικών Λυµάτων, που εξετάζονται στην παρούσα µελέτη, είναι αυτές των ήµων Μεσολογγίου, Αιτωλικού, Θέρµου, Αγρινίου και Ναυπάκτου. Ενώ οι επιλεγείσες περιοχές µελέτης βρίσκονται πλησίον των ανωτέρω εγκαταστάσεων. Γίνεται επίσης σύντοµη αναφορά στον τρόπο λειτουργίας της κάθε ΕΕΛ. 3

4 Στο πέµπτο µέρος γίνεται αναφορά στους παράγοντες που επηρεάζουν την υδατοκατανάλωση των καλλιεργειών, αναλύεται η µεθοδολογία µε την βοήθεια της οποίας προσδιορίζονται οι υδατικές απαιτήσεις των καλλιεργειών σύµφωνα µε την εξίσωση των Penman Monteith κατά FAO. Προσδιορίζονται οι υδατικές απαιτήσεις των καλλιεργειών και οι συνολικές ανάγκες σε αρδευτικό νερό για κάθε περιοχή µελέτης, ακολουθεί η συσχετισή του µε τις ετήσιες εκροές της κάθε ΕΕΛ, ώστε να προκύψει το ποσοστό κάλυψης των αρδευτικών αναγκών µε επεξεργασµένες εκροές για την κάθε περιοχή. Τέλος, στο έκτο µέρος γίνεται µια προσπάθεια εκτίµησης της δυνατότητας χρήσης της λυµατολάσπης στα εδάφη του νοµού Αιτωλ/νίας. 4

5 SUMMARY This study examines the potential reuse of treated municipal wastewater and sludge from Waste Water Treatment Plants (WWTPs) in agricultural areas of Aitoloakarnania prefecture. The first part of the study is an introduction to the reuse of urban wastewater in agriculture. Describes the characteristics of wastewater, the processes occurring in the wastewater treatment plants, the quality criteria that wastewater should have for safe use in irrigation. Also, the first part analyzes the criteria for selecting areas to apply wastewater. The legislative framework in Greece for waste water reuse is also analyzed. Finally, a review of international and domestic practices on agricultural reuse is given. The second part refers to the water resources of the Aitoloakarnania prefecture. The third part refers to the use of sludge in agriculture. Describes the characteristics of the sludge, the legal framework applicable for use in agriculture and highlights the critical control points in the application of sludge on soils. The fourth part describes each study area and shows how we can specify in each area the cultivated species (crops) in order to calculate the water requirements of the crops. The study areas are sited near by the WWTPs of Messolongi, Aitoliko, Thermo, Agrinio, Naupaktos. The fifth part refers to the factors affecting water requirements of the crops, and analyzes the methodology used to calculate water requirements of crops (FAO Penman Monteith equation). At the end of the part there is a correlation between the water requirements of the crops and the annual output of each WWTP, resulting in the percentage of coverage of irrigation demands of crops in each studied area. Finally, the sixth part is an attempt to assess the usability of sludge to soils of the Aitoloakarnania prefecture. 5

6 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ... 2 ΠΕΡΙΛΗΨΗ:... 3 SUMMARY: ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ... 6 ΣΚΟΠΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ... 8 Α. Η ΕΠΑΝΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΛΥΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΓΕΩΡΓΙΑ Α1. Εισαγωγή Α2. Χαρακτηριστικά Αστικών λυµάτων Α3. ιαδικασίες στις Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυµάτων Α4. Γενικά χαρακτηριστικά λυµάτων για χρήση στην άρδευση Α5. Αγρονοµικά χαρακτηριστικά επεξεργασµένων λυµάτων για άρδευση Α6. ηµόσια Υγεία και άρδευση µε επεξεργασµένα λύµατα A7. Γεωτεχνικά κριτήρια για την επιλογή θέσεων διάθεσης λυµάτων A8. Η επαναχρησιµοποίηση λυµάτων για άρδευση στο κόσµο A9. Νοµοθετικό πλαίσιο χρήσης λυµάτων για άρδευση στην Ελλάδα Β. ΟΙ Υ ΑΤΙΚΟΙ ΠΟΡΟΙ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ Γ. ΧΡΗΣΗ ΛΥΜΑΤΟΛΑΣΠΗΣ ΓΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ Γ1. Εισαγωγή Γ2. Νοµικό πλαίσιο για τη γεωργική χρησιµοποίηση της ιλύος Γ3. Χρησιµοποίηση της ιλύος για γεωργικούς σκοπούς ΜΕΘΟ ΟΛΟΓΙΑ Εισαγωγή η Περιοχή Μελέτης Πλησίον ΕΕΛ ήµου Μεσολογγίου Οριοθέτηση Περιοχής Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Μεσολογγίου Περιγραφή της Περιοχής Γεωλογία Υδρογεωλογικές συνθήκες Τεκτονική - Σεισµικότητα: Εδαφολογικά στοιχεία: Κλίµα της Περιοχής: Υδρολογία: Ο Ποταµός Εύηνος: Το δέλτα του ποταµού Εύηνου: Η Λιµνοθάλασσα Κλείσοβα: Οικοσυστήµατα ειδικού ενδιαφέροντος: Πληθυσµιακά στοιχεία - Παραγωγικές δραστηριότητες Προσδιορισµός καλλιεργειών οριοθετηµένης περιοχής: η Περιοχή Μελέτης Πλησίον ΕΕΛ ήµου Ναυπάκτου Οριοθέτηση περιοχής Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Ναυπάκτου Περιγραφή της Περιοχής: Γεωλογία: Υδρογεωλογικές συνθήκες: Σεισµικότητα Έδαφος Υδρολογία Κλίµα

7 Πληθυσµιακά στοιχεία και χρήσεις γης: Οικοσυστήµατα Ειδικού Ενδιαφέροντος Προσδιορισµός Καλλιεργειών Οριοθετηµένης Περιοχής: η Περιοχή Μελέτης Πλησίον ΕΕΛ ήµου Θέρµου Οριοθέτηση περιοχής Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Θέρµου Περιγραφή της Περιοχής Γεωλογία Έδαφος Σεισµικότητα Υδρολογία Κλίµα Πληθυσµιακά στοιχεία και χρήσεις γης Οικοσυστήµατα Ειδικού Ενδιαφέροντος Προσδιορισµός καλλιεργειών οριοθετηµένης περιοχής: η Περιοχή Μελέτης Πλησίον ΕΕΛ ήµου Αγρινίου Οριοθέτηση Περιοχής Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Αγρινίου Περιγραφή της Περιοχής Γεωλογία Τεκτονική Υδρογεωλογία Εδαφολογικά στοιχεία Κλίµα της Περιοχής: Υδρολογία Οικοσυστήµατα ειδικού ενδιαφέροντος Πληθυσµιακά στοιχεία - Παραγωγικές δραστηριότητες Προσδιορισµός καλλιεργειών οριοθετηµένης περιοχής: η Περιοχή Μελέτης Πλησίον ΕΕΛ ήµου Αιτωλικού Οριοθέτηση Περιοχής Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Αιτωλικού Περιγραφή της Περιοχής Γεωλογία Τεκτονική - Σεισµικότητα Υδρογεωλογία Εδαφολογικά στοιχεία Κλίµα της Περιοχής Υδρολογία Οικοσυστήµατα ειδικού ενδιαφέροντος Πληθυσµιακά στοιχεία - Παραγωγικές δραστηριότητες Προσδιορισµός καλλιεργειών οριοθετηµένης περιοχής: Ε. ΠΡΟΣ ΙΟΡΙΣΜΟΣ Υ ΑΤΙΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ Ε1. Εισαγωγή Ε2. Εξάτµιση Ε3. ιαπνοή Ε4. Εξατµισοδιαπνοή και υπολογισµός της Ε5. Ανάγκες των καλλιεργειών σε αρδευτικό νερό και υπολογισµός τους ΣΤ. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΙΛΥΟΣ Ζ. ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

8 ΣΚΟΠΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ Ένας από τους φυσικούς πόρους που βρίσκεται σε µεγάλη έλλειψη στην σηµερινή εποχή, είναι το πόσιµο νερό. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής απαιτεί την όλο και µεγαλύτερη κατανάλωση νερού για την κάλυψη αναγκών διαβίωσης, βελτίωσης και διατήρησης του βιοτικού επιπέδου, παραγωγής τροφής, κάλυψης αναγκών σε βιοµηχανικές και άλλες δραστηριότητες. ιαχρονικά η πρόσβαση µιας κοινωνίας σε πόσιµο νερό διασφαλίζει και την πρόοδο αυτής. Επειδή οι ήδη υπάρχουσες πηγές πόσιµου νερού είναι περιορισµένες, ο άνθρωπος αναγκάζεται να αναζητήσει νέες πηγές πόσιµου νερού, προκειµένου να καλύψει τις όλο και αυξανόµενες ανάγκες του. Η επαναχρησιµοποίηση των επεξεργασµένων αστικών λυµάτων µπορεί να δώσει λύση σε αυτό το αδιέξοδο προβάλλοντας ως ένας νέος εναλλακτικός πόρος νερού, που µπορεί να καλύψει κάποιες από τις ανάγκες της κοινωνίας µας σε νερό. Παράλληλα η επαναχρησιµοποίηση συµβάλλει και στην προστασία του περιβάλλοντος, καθώς αποφεύγεται η διάθεση των λυµάτων σε αποδέκτες µε επακόλουθο την υποβαθµισή τους. Ακόµα και σε περιοχές που προς το παρόν δεν αντιµετωπίζουν πρόβληµα επάρκειας νερού, η κλιµατική αλλαγή µπορεί στο µέλλον να προκαλέσει έλλειψη. Έτσι η διαχείριση των επεξεργασµένων λυµάτων µπορεί να συµβάλει στην συντήρηση και διατήρηση του συγκεκριµένου φυσικού πόρου. Ειδικά η χρήση των επεξεργασµένων λυµάτων στην γεωργία µε σκοπό την κάλυψη των αρδευτικών αναγκών των καλλιεργειών προβάλει ως µια ιδιαίτερα ελκυστική λύση, που αποδεσµεύει παράλληλα νερό για άλλες χρήσεις, δεδοµένου µάλιστα ότι σε πολλές περιοχές του πλανήτη µας (όπως τις ξηρές και τις ηµίξηρες) η γεωργία αποτελεί τον µεγαλύτερο καταναλωτή νερού (γύρω στο 70% και περισσότερο). Όπως και σε κάθε πόρο, έτσι και στην χρήση των επεξεργασµένων λυµάτων πρέπει να τηρούνται κανόνες, πρότυπα και διαδικασίες, που προκύπτουν µέσα από την επιστηµονική και τεχνολογική αναζήτηση, ώστε να διασφαλίζεται η αειφορική τους χρήση και η προστασία των περιοχών όπου εφαρµόζονται. Πάνω σε αυτό το πλαίσιο η παρούσα εργασία προσπαθεί τα εξής: 8

9 Την µε επιστηµονικά γεωτεχνικά κριτήρια οριοθέτηση των περιοχών, όπου θα γίνει η εφαρµογή των λυµάτων µε σκοπό την άρδευση. Τον προσδιορισµό µε ακρίβεια των καλλιεργούµενων εκτάσεων στις οριοθετηµένες περιοχές, καθώς και τον προσδιορισµό των ειδών των καλλιεργειών. Τον καθορισµό µε ακρίβεια των υδατικών αναγκών των καλλιεργούµενων φυτικών ειδών στις οριοθετηµένες περιοχές, καθώς και τις δυνατότητες που υπάρχουν από τις υπάρχουσες εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυµάτων για κάλυψη των αναγκών αυτών. Την περιγραφή των περιοχών εφαρµογής µε διεπιστηµονικό τρόπο, όπως άλλωστε πρέπει να αντιµετωπίζονται όλα τα θέµατα περιβάλλοντος και προστασίας της υγείας των ανθρώπων. Την κατανόηση των φυσικοχηµικών χαρακτηριστικών των λυµάτων, ώστε να επαναχρησιµοποιούνται στην γεωργία µε ασφάλεια. Την εφαρµογή των επεξεργασµένων λυµάτων στην γεωργία µε βάση τα κριτήρια και κανόνες που θέτονται από τον Παγκόσµιο Οργανισµό Υγείας (2006) καθώς και την Κ.Υ.Α /2011 (ΦΕΚ 354/τ.Β /2011) του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιµατικής Αλλαγής. Την διάθεση θρεπτικών συστατικών, που υπάρχουν στα λύµατα (άζωτο, φώσφορο), παράλληλα µε την άρδευση, ώστε να περιοριστούν φαινόµενα ευτροφισµού στους υδάτινους αποδέκτες και να εξοικονοµηθεί ενέργεια και οικονοµικοί πόροι από τους χρήστες. Την προστασία των εδαφών και των φυτών κατά την χρήση των λυµάτων. Την χρήση του εδάφους ως ένα πολύπλοκο γεωχηµικό και βιογεωχηµικό φίλτρο, που πέρα από τις όποιες διαδικασίες των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυµάτων συµβάλλει στην περαιτέρω εξυγίανση των επεξεργασµένων λυµάτων και στην προστασία των ευαίσθητων οικολογικών συστηµάτων. Τέλος, έγινε προσπάθεια εκτίµησης της δυνατότητας χρήση της ιλύος από τις Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυµάτων για την κάλυψη των θρεπτικών αναγκών των καλλιεργειών στις περιοχές µελέτης. 9

10 Α. Η ΕΠΑΝΑΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΛΥΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΓΕΩΡΓΙΑ Α1. Εισαγωγή Η γεωργία αποτελεί ίσως την σηµαντικότερη δραστηριότητα του ανθρώπου, η οποία επηρεάζει άµεσα και έµµεσα την ποιότητα της ζωής του. Μέσω της γεωργίας ο άνθρωπος είναι σε θέση να χειρίζεται την σηµαντικότερη δύναµη που υπάρχει στον πλανήτη, αυτήν της παραγωγής τροφίµων. Η τροφή διαχρονικά αποτελεί τον κινητήριο µοχλό για την ανάπτυξη του πολιτισµού µας, συντελεί στην ευηµερία της κοινωνίας µας, αποτελεί βασικό συντελεστή παραγωγής πλούτου, αλλά συµβάλει και στην ποιότητα ζωής του ατόµου µέσω της επιδρασής της στην υγεία του. Το νερό αποτελεί ίσως τον βασικότερο συντελεστή της παραγωγικής διαδικασίας για µια αποδοτική γεωργία, που συντελεί στην ανάπτυξη των κοινωνιών µας και την επάρκεια τροφής στον πλανήτη µας. Η γεωργία είναι ο µεγαλύτερος καταναλωτής νερού: 70% του νερού σε παγκόσµιο επίπεδο και πάνω από 80% στις περισσότερες Μεσογειακές χώρες καταναλώνεται στη γεωργία (Χαρτζουλάκης et al., 2007). Η έλλειψη νερού προκαλεί πτώση των αποδόσεων της γεωργικής δραστηριότητας µε αποτέλεσµα να απειλείται η διαβίωση δισεκατοµµυρίων ανθρώπων, κυρίως στις αναπτυσσόµενες χώρες. Ιδιαίτερα στην λεκάνη της Μεσογείου η επάρκεια ή όχι νερού καθόριζε και καθορίζει σε µεγάλο βαθµό την οικονοµική ανάπτυξη των χωρών και το βιοτικό επίπεδο του πληθυσµού τους. Πολλές φορές η έλλειψη νερού, που συναντάµε στις χώρες της Μεσογείου, δεν σχετίζεται τόσο µε την επάρκεια νερού, όσο µε τις µεγάλες διακυµάνσεις της διαθεσιµότητας και της ζήτησης του νερού. Μεγάλης διάρκειας καλοκαίρι που ακολουθείται από µικρής διάρκειας χειµώνα είναι το κύριο χαρακτηριστικό στις περισσότερες περιοχές της Μεσογείου. Σε πολλές περιοχές, το 70-80% της ετήσιας βροχόπτωσης εντοπίζεται σε 3-4 µήνες. Αυτή η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός της ταυτόχρονης αύξησης της ζήτησης τόσο από τη γεωργία, όσο και τον τουρισµό και την οικιακή χρήση κατά τη διάρκεια της θερµής και ξηρής περιόδου. Η έλλειψη σε ποσότητα πρέπει να συνδυασθεί και µε τη υποβάθµιση της ποιότητας λόγω της ρύπανσης των επιφανειακών και υπογείων νερών και την έλλειψη έργων υποδοµής. 10

11 Η Ελλάδα θεωρείται πλούσια χώρα σε νερό, µε µέσο ύψος των ετήσιων βροχοπτώσεων στα 700 mm, που αντιστοιχεί σε 115 Gm 3. Από αυτά χάνεται το 50% λόγω εξατµισοδιαπνοής και το 30% (περίπου 35 Gm 3 ) λόγω επιφανειακής απορροής (καταλήγουν στη θάλασσα). Η άνιση κατανοµή των βροχοπτώσεων, τα ακραία καιρικά φαινόµενα και οι ανθρωπογενείς παρεµβάσεις έχουν ως αποτέλεσµα τα φαινόµενα λειψυδρίας που παρατηρούνται σε ορισµένες περιοχές της χώρας (Χαρτζουλάκης et al., 2007). Στην Ελλάδα η γεωργία είναι ο µεγάλος καταναλωτής νερού (85-86% για άρδευση), ακολουθεί η ύδρευση (περίπου 11%), ενώ µόνο το 3-4% καταναλώνεται από τη βιοµηχανία (Κουτσογιάννης, 2008). Η ζήτηση νερού άρδευσης είναι µεγάλη και αρδεύεται σήµερα το 41,2% της καλλιεργούµενης έκτασης (Καλαβρουζιώτης, 2010). Η παραγωγή αγροτικών προϊόντων απαιτεί µεγάλη κατανάλωση νερού. Για παραγωγή 1 Kg ξηράς ουσίας π.χ. σε πατάτες, τοµάτες, σιτάρι και ρύζι απαιτούνται 0,5, 0,6-1,0, 0,9 και 1,9 m 3 νερού αντίστοιχα. Η αναγκαιότητα της επέκτασης και βελτίωσης των αρδεύσεων για την εξασφάλιση βιώσιµης και αυτοτροφοδοτούµενης γεωργίας ολοένα και αυξάνεται (Χαρτζουλάκης et al., 2007). Τις τελευταίες δεκαετίες, παγκοσµίως, εµφανίζεται αυξηµένο ενδιαφέρον για την επαναχρησιµοποίηση των επεξεργασµένων αστικών λυµάτων στην γεωργία εξαιτίας της αυξηµένης ζήτησης σε αρδευτικό νερό. Η πληθυσµιακή αύξηση, η αυξηµένη κατ άτοµο χρήση νερού, η βελτίωση της ποιότητας ζωής, οι απαιτήσεις της βιοµηχανίας και της γεωργίας πιέζουν για άµεσες λύσεις στον τοµέα των υδατικών πόρων. Η επεξεργασία των λυµάτων παρέχει νερό ικανοποιητικής ποιότητας, που µπορεί να χρησιµοποιηθεί µε σκοπό την άρδευση των καλλιεργειών. Τα επεξεργασµένα αστικά λύµατα αντί να διατεθούν σε υδάτινους αποδέκτες µπορούν να αξιοποιηθούν για άρδευση γεωργικών εκτάσεων και εµπλουτισµό των υπόγειων υδροφορέων. Η άρδευση των καλλιεργειών είναι ο καλύτερος τρόπος επαναχρησιµοποίησης των λυµάτων, επειδή αποφεύγεται η υποβάθµιση της ποιότητας του νερού των αποδεκτών (ελαχιστοποίηση του ευτροφισµού), αποτελεί µια νέα πηγή νερού στο ισοζύγιο των ελλειµµατικών περιοχών και τροφοδοτεί το έδαφος µε θρεπτικά στοιχεία, όπως το άζωτο, ο φωσφόρος και το κάλιο, που βοηθούν στην ανάπτυξη της καλλιέργειας και ελαχιστοποιούν τη ανάγκη προσθήκης χηµικών λιπασµάτων. Εκτός από την εξοικονόµηση νερού, σηµαντική είναι και οικονοµία στην εφαρµογή λιπασµάτων (Pettygrove et al., 1984). 11

12 Η χρήση των επεξεργασµένων αστικών λυµάτων για άρδευση ενδεχοµένως να παρουσιάσει µία σειρά από κινδύνους για το περιβάλλον και την δηµόσια υγεία. Οι κίνδυνοι αυτοί σχετίζονται µε την ιδιαίτερη σύσταση των λυµάτων, την πιθανή ύπαρξη παθογόνων µικροοργανισµών (παθογόνοι ιοί, βακτήρια, πρωτόζωα και παρασιτικοί σκώληκες), αλλά και χηµικούς ρυπαντές, όπως βαρέα µέταλλα και οργανικές ουσίες. Η αντιµετώπιση και η εξάλειψη αυτών των κινδύνων επιβάλλει κατά τον σχεδιασµό ενός συστήµατος επαναχρησιµοποίησης λυµάτων σε µια περιοχή, να λαµβάνονται όλα τα απαραίτητα µέτρα, να εφαρµόζονται οι κατάλληλες πρακτικές διαχείρισης και να υπάρχουν αυστηροί, συστηµατικοί και διαρκείς έλεγχοι του έργου. Απαιτείται δε η διεπιστηµονική προσέγγιση ενός τέτοιου προγράµµατος εφαρµογής, ώστε να καλυφτούν πλήρως όλες οι διαστάσεις προσέγγισης του συστήµατος. Από δε καθαρά αγρονοµικής απόψεως το εφαρµοζόµενο επαναχρησιµοποιηµένο νερό πρέπει να έχει τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε να µην προκαλεί την υποβάθµιση της παραγωγικότητας του εδάφους και των καλλιεργειών (Pettygrove et al., 1984; WHO, 1989).. Τα κριτήρια ποιότητας του νερού που έχουν καθιερωθεί για τις αρδευόµενες καλλιέργειες µε καθαρό νερό είναι τα καλύτερα διαθέσιµα κριτήρια για την επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων για άρδευση. Επειδή όµως στα λύµατα υπάρχουν πρόσθετα συστατικά, τα οποία συνήθως δεν υπάρχουν ή βρίσκονται σε ασήµαντες ποσότητες στους φυσικούς υδατικούς πόρους, απαιτείται ο ορισµός ειδικών προδιαγραφών για την επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων. Η επαναχρησιµοποίηση των υγρών αστικών λυµάτων πρέπει να βασίζεται στις εξής αρχές: α) Στην παροχή αξιόπιστης επεξεργασίας των αστικών λυµάτων, προκειµένου να καλυφτούν οι ακριβείς απαιτήσεις ποιότητας του νερού άρδευσης, β) την προστασία της δηµόσιας υγείας και γ) τη δηµόσια αποδοχή. Α2. Χαρακτηριστικά Αστικών λυµάτων Λύµατα είναι τα απόνερα αστικής προέλευσης, που δηµιουργούνται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και την οικιακή ζωή, καθώς επίσης και από βιοτεχνικές δραστηριότητες. Τα αστικά λύµατα διαφέρουν κατά πόλη, γεωγραφική περιοχή και χώρα. Τα ρυπαντικά φορτία στα λύµατα των Μεσογειακών πόλεων είναι αυξηµένα ιδιαίτερα σε στερεό υπόλειµµα και ρυπαντικά φορτία σήψης. Η µέση ποιότητα 12

13 λυµάτων, που αποχετεύει ο άνθρωπος την ηµέρα, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, οι κυριότεροι από τους οποίους είναι η αφθονία ή η έλλειψη νερού στο σπίτι και την περιοχή, το κόστος νερού, το πολιτιστικό επίπεδο, η οικονοµική κατάσταση. (Βαγενάς, 2003). Τα αστικά λύµατα αποτελούνται κατά 99,9% από νερό, µέσα στο οποίο συναντάµε σε διάλυση ή εναιώρηση σχετικά µικρές συγκεντρώσεις οργανικών και ανόργανων στερεών. Οι οργανικές ουσίες των αστικών λυµάτων περιλαµβάνουν υδρογονάνθρακες, λιγνίνη, λίπη, σάπωνες, συνθετικά απορρυπαντικά, πρωτεΐνες και τα αποδοµηµένα προϊόντα τους, καθώς και µεγάλο εύρος φυσικών και συνθετικών οργανικών χηµικών ουσιών, που προέρχονται από τη βιοµηχανία (Fatta Kassinos, 2011). Τα αστικά λύµατα περιέχουν επίσης ποικιλία ανόργανων ουσιών από αστικές και βιοµηχανικές πηγές, ανάµεσα στις οποίες απαντώνται και τοξικά στοιχεία, όπως αρσενικό, κάδµιο, χρώµιο, χαλκός, µόλυβδος, υδράργυρος, ψευδάργυρος και άλλα. Ακόµα και αν η συγκέντρωση των τοξικών στοιχείων δεν ενέχει κίνδυνο για τον άνθρωπο, ωστόσο µπορεί να απαντώνται σε επίπεδα τοξικά για τα φυτά πράγµα που πρέπει να λαµβάνουµε υπόψη όταν τα λύµατα πρόκειται να χρησιµοποιηθούν µε σκοπό των άρδευση των καλλιεργειών. Στον πίνακα A1 παρουσιάζονται οι σηµαντικότεροι ρύποι κατά την επεξεργασία των λυµάτων, ενώ στον πίνακα A2 βλέπουµε την τυπική σύσταση ανεπεξέργαστων λυµάτων (Βαγενάς, 2003). Στα λύµατα εκτός από ρυπαντικά φορτία, διοχετεύονται και παθογόνοι µικροοργανισµοί, που προέρχονται κυρίως από τον ανθρώπινο µεταβολισµό. Οι παθογόνοι µικροοργανισµοί που συναντάµε είναι: παθογόνοι ιοί, βακτήρια, πρωτόζωα, παρασιτικοί σκώληκες (όπως νηµατώδεις και πλατυέλµινθες). Τα παθογόνα βακτήρια βρίσκονται σε µικρότερους πληθυσµούς από τα κολοβακτηρίδια στα λύµατα, η παρουσία του Escherichia coli (κολοβακτηρίδιο που ενδηµεί στο κατώτερο µέρος του πεπτικού συστήµατος ανθρώπου και ζώων) αποτελεί την καλύτερη µαρτυρία της µόλυνσης του νερού από ανθρώπινα εκκρίµµατα και της παρουσίας παθογόνων µικροοργανισµών, µπορεί να αναγνωριστεί, να αποµονωθεί και να µετρηθεί σε εντερόκοκκους ανά 100 ml λυµάτων (Pettygrove et al., 1984; Pepper et al., 2006). 13

14 Πίνακας A1: Σηµαντικοί ρύποι στην επεξεργασία των υγρών λυµάτων (Βαγενάς, 2003) ΡΥΠΟΙ Αιωρούµενα στερεά Βιοαποδοµήσιµα οργανικά Παθογόνα Θρεπτικά Επιλεκτικοί ρύποι (υψηλής προτεραιότητας) Μη αποδοµήσιµα οργανικά Βαρέα µέταλλα ιαλυτοποιηµένα ανόργανα ΣΗΜΑΣΙΑ Τα αιωρούµενα στερεά οδηγούν στην ανάπτυξη αποθεµάτων λάσπης και αναερόβιων συνθηκών, όταν ανεπεξέργαστα λύµατα απορρίπτονται σε υδάτινους αποδέκτες. Αποτελούνται κυρίως από πρωτεΐνες, υδατάνθρακες και λιπαρά. Μετρούνται κυρίως µε το BOD και το COD. Αν διατεθούν ανεπεξέργαστα στο περιβάλλον προκαλούν εξάντληση του οξυγόνου και ανάπτυξη σηπτικών συνθηκών. Μεταδοτικές ασθένειες από ιούς, βακτήρια, µύκητες, παρασιτικούς σκώληκες. Όταν το άζωτο και ο φώσφορος απορρίπτονται σε υδάτινους αποδέκτες, προκαλούν φαινόµενα ευτροφισµού. Οργανικές και ανόργανες ενώσεις, που µπορεί να προκαλέσουν καρκινογένεση, τερατογένεση. Υπολείµµατα αντιβιοτικών, ουσίες που επιδρούν στον ορµονικό σύστηµα (Xenobiotics). Επιφανειοδραστικές Ενώσεις, φυτοφάρµακα, φαινόλες, κ.α. Προστίθενται στο απόβλητο κυρίως ως αποτέλεσµα των βιοµηχανικών και εµπορικών δραστηριοτήτων. Πρέπει να αποµακρυνθούν από τα λύµατα, όταν αυτά πρόκειται να επαναχρησιµοποιηθούν. Ανόργανα συστατικά, όπως ασβέστιο, νάτριο και θειικά, προστίθενται στο αρχικό οικιακό νερό ως αποτέλεσµα της χρήσης του και πρέπει να αποµακρυνθούν πριν την επαναχρησιµοποίηση του νερού. 14

15 Πίνακας A2: Τυπική σύσταση ανεπεξέργαστων αστικών λυµάτων (Βαγενάς, 2003). Συγκέντρωση Συστατικά Μονάδες Μικρή (Ασθενές) Μέση (Ενδιάµεσο) Μεγάλη (Ισχυρό) Στερεά, ολικά (TS) mg/l ιαλυτά, Ολικά (TDS) mg/l Σταθεροποιηµένα mg/l Πτητικά mg/l Αιωρούµενα στερεά (SS) mg/l Σταθεροποιηµένα mg/l Πτητικά mg/l Καθιζάνοντα στερεά mg/l BOD5 mg/l TOC mg/l COD mg/l Άζωτο (ως ολικό Ν) mg/l Οργανικό mg/l Αµµωνία mg/l Νιτρώδη mg/l Νιτρικά mg/l Φώσφορος (ως ολικός P) mg/l Οργανικός mg/l Ανόργανος mg/l Χλώριο mg/l Θειικά mg/l Αλκαλικότητα (ως CaCO3) mg/l Λίπος mg/l Ολικά κολοβακτηρίδια no/100ml VOC S µg/l < >400 15

16 Α3. ιαδικασίες στις Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυµάτων Η επεξεργασία των αστικών λυµάτων αποτελείται από συνδυασµό φυσικών, χηµικών και βιολογικών διαδικασιών για την αποµάκρυνση των στερεών, της οργανικής ουσίας, των παθογόνων, των µετάλλων και µερικές φορές των θρεπτικών στοιχείων από τα λύµατα (βλέπε πίνακα A3 σχετικά µε την αποµάκρυνση των ρύπων στα διάφορα στάδια της επεξεργασίας λυµάτων). Γενικοί όροι που χρησιµοποιούνται στον χαρακτηρισµό των διαφόρων σταδίων επεξεργασίας σε µια Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων (ΕΕΛ) είναι πρωτοβάθµια, δευτεροβάθµια, τριτοβάθµια επεξεργασία. Η απολύµανση για έλεγχο του πληθυσµού των παθογόνων οργανισµών λαµβάνει χώρα τελευταία λίγο πριν την αποθήκευση ή διάθεση των επεξεργασµένων λυµάτων. Μπορεί να γίνει µε την χρήση χλωρίου, όζοντος και υπεριώδους ακτινοβολίας (Βαγενάς, 2003; Κουιµτζής κ.ά, 1998). Τα διάφορα χαρακτηριστικά των τεχνολογιών απολύµανσης παρουσιάζονται στο πίνακα A4. Στην πρωτοβάθµια επεξεργασία χρησιµοποιούνται φυσικές λειτουργίες για την αποµάκρυνση των στερεών στα υγρά απόβλητα που επιπλέουν και καθιζάνουν. Περιλαµβάνει την εσχάρωση, εξάµµωση (πολλοί χαρακτηρίζουν τις διαδικασίες της εσχάρωσης και εξάµµωσης ως Προεπεξεργασία) και την αποµάκρυνση των µεγάλου µεγέθους σωµατιδίων. Γενικά το 50% των αιωρούµενων στερεών και το 25-50% του BOD 5 αποµακρύνονται κατά την πρωτοβάθµια επεξεργασία (Mahmoud, 2006). Περίπου 10-20% του οργανικού αζώτου και περίπου 10% του φωσφόρου αποµακρύνονται µε τη συµβατική πρωτοβάθµια επεξεργασία. Για τα περισσότερα συστήµατα επαναχρησιµοποίησης λυµάτων η πρωτοβάθµια επεξεργασία δεν αρκεί για να επιτευχθεί η απαιτούµενη ποιότητα των επεξεργασµένων λυµάτων. Στη δευτεροβάθµια επεξεργασία, χρησιµοποιούνται βιολογικές και χηµικές διεργασίες για την αποµάκρυνση του µεγαλύτερου µέρους της οργανικής ύλης. Ένα σύστηµα συµβατικής δευτεροβάθµιας επεξεργασίας αστικών λυµάτων περιλαµβάνει την βιοαποδόµηση της οργανικής ύλης µε την βοήθεια βακτηρίων σε αερόβιες συνθήκες. Για τον σκοπό αυτό χρησιµοποιούνται οι δεξαµενές ενεργού ιλύος. Στην µέθοδο αυτή οι αερόβιοι µικροοργανισµοί αιωρούνται στο νερό της δεξαµενής, µε την παροχή οξυγόνου και την παραµονή των λυµάτων στις δεξαµενες διασπάται το οργανικό φορτίο από τα βακτήρια. Μετά την βιοαποδόµηση τα λύµατα οδηγούνται στις δεξαµενές καθίζησης όπου διαχωρίζεται η κροκιδωµένη µικροβιακή µάζα. Το αποτέλεσµα της επεξεργασίας των συµβατικών συστηµάτων περιέχει επίπεδα 16

17 αιωρούµενων στερεών και BOD 5, που κυµαίνονται µεταξύ 10 και 30 mg/l. Ανάλογα µε την διαδικασία, 10-50% του οργανικού αζώτου αποµακρύνεται κατά τη συµβατική δευτεροβάθµια επεξεργασία και ο φώσφορος µετατρέπεται σε φωσφορικά ιόντα. Στο σχήµα Α1 παρουσιάζονται τα στάδια κατεργασίας των αστικών λυµάτων σε µια εγκατάσταση επεξεργασίας λυµάτων. Για πολλά συστήµατα επεξεργασίας και επαναχρησιµοποίησης λυµάτων, η δευτεροβάθµια επεξεργασία παρέχει ικανοποιητική αποµάκρυνση οργανικών ουσιών από τα λύµατα. Συχνά η δευτεροβάθµια επεξεργασία συνδυάζεται µε διήθηση για αποµάκρυνση περισσότερων σωµατιδίων και απολύµανση. Σχήµα A1: Στάδια κατεργασίας, µέθοδοι και τεχνικές καθαρισµού αστικών λυµάτων (Κουιµτζής, 1998). Η τριτοβάθµια επεξεργασία των λυµάτων χρησιµοποιείται, όταν συγκεκριµένα συστατικά των λυµάτων δεν µπορούν να αποµακρυνθούν µε δευτεροβάθµια 17

18 επεξεργασία, αλλά απαιτείται η αποµακρυνσή τους. Περιλαµβάνει την αποµάκρυνση ενώσεων του φωσφόρου και του αζώτου, πράγµα πολύ σηµαντικό, όταν τα επεξεργασµένα λύµατα πρόκειται να διοχετευθούν σε υδάτινους αποδέκτες (κίνδυνος ευτροφισµού). Η τριτοβάθµια επεξεργασία των λυµάτων συνήθως έπεται των άλλων βιολογικών διαδικασιών επεξεργασίας. Πίνακας Α3: Χαρακτηριστικά αστικών λυµάτων και ικανότητα καθαρισµού των διαφόρων σταδίων επεξεργασίας τους (Κουιµτζής, 1998). Παράµετρος Ρύπανσης Ακατέργαστα Λύµατα Πρωτοβάθµια επεξεργασία ευτεροβάθµια επεξεργασία Τριτοβάθµια επεξεργασία ppm (mg/l) ppm I.K. ppm I.K ppm I.K. BOD % 30 90% 2,5 >95% COD % 80 80% 2-10 >95% ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΑ % 30 90% <0,5 >90% ΟΛΙΚΟ Ν % 30 50% <0,6 >90% ΟΛΙΚΟΣ P % 10 30% <0,15 >95% ΚΟΛΟΒΑΚΤΗΡΙ ΙΑ (αριθµός/ml) <0,02 - Ι.Κ: ικανότητα καθαρισµού Πίνακας Α4: Τεχνοοικονοµικά χαρακτηριστικά των τεχνολογιών απολύµανσης σε σύγκριση µε τη χλωρίωση (Lazarova, 2003) ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΧΛΩΡΙΩΣΗ ΟΖΟΝΙΣΜΟΣ U V Βακτηριοκτόνος δράση Ιοκτόνος δράση Επανεµφάνιση βακτηρίων Αποµένουσα τοξικότητα Παραπροϊόντα Προβλήµατα ασφαλείας Λειτουργικό κόστος Κόστος επένδυσης Ευκολία εγκατάστασης Συντήρηση Σύστηµα ελέγχου

19 Α4. Γενικά χαρακτηριστικά λυµάτων για χρήση στην άρδευση Ο χαρακτηρισµός της ποιότητας των επεξεργασµένων λυµάτων είναι µια πολύ σηµαντική και επίπονη διαδικασία, είναι δε απαραίτητη η θέσπιση κριτηρίων (Mahmound, 2006; Pettygrove et al., 1984; Pepper et al., 2006) ώστε: Α) Η χρήση των επεξεργασµένων λυµάτων να µην εγκυµονεί κινδύνους για την δηµόσια υγεία, Β) Η ποιότητα των λυµάτων προς άρδευση να είναι τέτοια, ώστε τα καλλιεργούµενα είδη φυτών και το έδαφος (ως ζωντανός οργανισµός και παραγωγικός συντελεστής της γεωργίας) να µην βλάπτονται ή υποβαθµίζονται κατά την εφαρµογή των λυµάτων. Γ) Η εφαρµογή των επεξεργασµένων λυµάτων δεν θα πρέπει να εγκυµονεί κινδύνους για την φυσική χλωρίδα, πανίδα και τους υδάτινους αποδέκτες της περιοχής. Α5. Αγρονοµικά χαρακτηριστικά επεξεργασµένων λυµάτων για άρδευση Οι Ayers και Westcott (1985) κατατάσσουν το αρδευτικό νερό σε τέσσερις οµάδες ανάλογα αντίστοιχα µε την αλατότητα, την διηθητικότητα, την τοξικότητα και τους λοιπούς κινδύνους. Αυτή η γενική ποιοτική κατάταξη βοηθά στην αναγνώριση πιθανών προβληµάτων στην παραγωγή των καλλιεργειών που σχετίζονται µε τη χρήση συµβατικών πηγών νερού. Τα κριτήρια αυτά µπορούν να εφαρµοστούν και για την εκτίµηση της ποιότητας των επεξεργασµένων λυµάτων για αρδευτικούς σκοπούς. Οι φυσικές και µηχανικές ιδιότητες του εδάφους, όπως η διασπορά των τεµαχιδίων, η σταθερότητα των συσσωµατωµάτων, η δοµή του εδάφους και η αγωγιµότητα, είναι χαρακτηριστικά ευαίσθητα στο είδος των ανταλλάξιµων ιόντων που εντοπίζονται στο αρδευτικό νερό. Έτσι όταν πρόκειται να χρησιµοποιηθούν επεξεργασµένα λύµατα, πολλοί είναι οι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη (Mahmoud, 2006). Οι βασικές παράµετροι ποιότητας για το νερό που προορίζεται για άρδευση (εποµένως και των επεξεργασµένων λυµάτων) από αγρονοµική σκοπιά (Ayers and Wetcot, 1985; Pescod, 1992; Καλαβρουζιώτης, 2010) είναι: 19

20 α.) Η πλέον σηµαντική παράµετρος του νερού άρδευσης είναι η αλατότητα, που προσδιορίζεται µε την ηλεκτρική αγωγιµότητα. Συνδέεται άµεσα µε τη συνολική συγκέντρωση των αλάτων στο νερό και µε τα πιθανά προβλήµατα που προκαλούν τα άλατα του νερού άρδευσης στα εδάφη και τα φυτά. Τα άλατα συσσωρεύονται στο έδαφος µε την εφαρµογή του αρδευτικού νερού και τα προβλήµατα παρουσιάζονται όταν οι συγκεντρώσεις των αλάτων φτάσουν σε επίπεδα, που είναι βλαπτικά για το έδαφος, ή/και τα φυτά. Ο ρυθµός συσσώρευσης των αλάτων εξαρτάται από το ρυθµό αποθεσής τους στο έδαφος µε το αρδευτικό νερό και από το ρυθµό αποµακρυνσής τους µε έκπλυση. Για µακρές χρονικές περιόδους, η ποσότητα των αλάτων που εισέρχεται στο έδαφος πρέπει να είναι ίση µε την ποσότητα που αποµακρύνεται. Τα περισσότερα άλατα είναι διαλυτά και µετακινούνται εύκολα µε το εφαρµοζόµενο νερό. Η µόνη διαδικασία που µπορεί να διατηρήσει την αλατότητα του εδάφους στα επιθυµητά επίπεδα είναι η έκπλυση που επιτυγχάνεται µε την εφαρµογή περισσότερου νερού από αυτό που µπορεί να συγκρατήσει το έδαφος και να καταναλώσουν τα φυτά. Για την εφαρµογή της έκπλυσης είναι απαραίτητη η καλή έως άριστη στράγγιση του εδάφους, έτσι ώστε να είναι δυνατή η συνεχής ροή του νερού από τη ζώνη του ριζοστρώµατος προς τα κάτω. β.) Τα άλατα του νατρίου στο αρδευτικό νερό, εκτός από τις άµεσες δυσµενείς επιδράσεις στα φυτά, µπορεί να επηρεάσουν και την εδαφική δοµή, µειώνοντας τόσο το ρυθµό, µε τον οποίο το νερό διεισδύει στο έδαφος, όσο και τον αερισµό του εδάφους. Εάν η διηθητικότητα µειωθεί δραστικά, µπορεί να καταστεί αδύνατη η εφαρµογή της απαραίτητης ποσότητας νερού για την καλή ανάπτυξη των φυτών. Επακόλουθο της καταστροφής της δοµής του εδάφους είναι το επιφανειακό λίµνασµα του νερού, η δηµιουργία κρούστας, η υπερβολική ανάπτυξη ζιζανίων και η έλλειψη επαρκούς αερισµού του εδάφους. Η άρδευση µε επεξεργασµένα αστικά λύµατα εφαρµόζεται συχνά σε ήδη υποβαθµισµένα εδάφη, γεγονός που καθιστά το πρόβληµα ακόµη µεγαλύτερο. Ο δείκτης SAR (λόγος απορρόφησης νατρίου Sodium Adsorption Ratio) παρέχει πληροφορίες σχετικά µε την ποσότητα νατρίου στο νερό και τον σχετικό κίνδυνο να προκληθεί αλκαλίωση του εδάφους. Εκφράζεται από τον λόγο της συγκέντρωσης ιόντων νατρίου ([Na]) στο διάλυµα του εδάφους προς την τετραγωνική ρίζα της συνολικής συγκέντρωσης δισθενών ιόντων ([Ca] +[Mg]). 20

21 Τα προβλήµατα διηθητικότητας αφορούν συνήθως ένα µικρό βάθος του επιφανειακού εδάφους και σχετίζονται κυρίως µε υψηλή περιεκτικότητα νατρίου ή πολύ χαµηλή περιεκτικότητα ασβεστίου στη ζώνη αυτή ή στο εφαρµοζόµενο νερό. Τα προβλήµατα έλλειψης ασβεστίου δηµιουργούνται από άρδευση µε νερά πολύ µικρής αλατότητας, τα οποία διαλύουν και ξεπλένουν το ασβέστιο του εδάφους ή µε νερά πολύ υψηλής περιεκτικότητας σε νάτριο, που προκαλούν µεγάλη συσσώρευση νατρίου στο έδαφος σε σχέση µε το ασβέστιο. Νερά µε υψηλή αλατότητα αυξάνουν τη διηθητικότητα και µερικώς αντισταθµίζουν τα προβλήµατα που προκαλεί ο αυξηµένος SAR (Sodium Adsorption Ratio). Για δεδοµένο SAR, η διηθητικότητα αυξάνεται όσο αυξάνεται, η αλατότητα του νερού άρδευσης και µειώνεται, όσο µειώνεται η αλατοτητά του. Για το λόγο αυτό ο SAR και η ηλεκτρική αγωγιµότητα του νερού EC W, πρέπει να λαµβάνονται υπόψη συνδυασµένα για την εκτίµηση και αντιµετώπιση των προβληµάτων διηθητικότητας. Στον πίνακα A5 που ακολουθεί, παρουσιάζονται οι κατευθυντήριες γραµµές για την αξιολόγηση της ποιότητας του νερού για άρδευση. Πίνακας A5: Κατευθυντήριες γραµµές για αξιολόγηση της ποιότητας νερού για άρδευση (Pedrero et al., 2010). Παράµετρος Μονάδες Επίπεδο περιορισµού χρήσης Μικρό Μέτριο Μεγάλο EC W ds/m <=0,7 0,7-3,0 >=3,0 TDS mg/l >2000 ιαπερατότητα (επηρεάζει την ταχύτητα διήθησης του νερού στο έδαφος και εκτιµάται µε συνδυασµένη θεώρηση των EC W και SAR) SAR=0-3 και EC W ds/m >=0,7 0,7-0,2 <=0,2 SAR=3-6 και EC W ds/m >=1,2 1,2-0,3 <=0,3 SAR=6-12 και EC W ds/m >=1,9 1,9-0,5 <=0,5 SAR=12-20 και EC W ds/m >=2,9 2,9-1,3 <=1,3 SAR=20-40 και EC W ds/m >=5,0 5,0-2,9 <=2,9 Ειδική τοξικότητα ιόντων (επηρεάζει κυρίως ευαίσθητες καλλιέργειες) ΝΑΤΡΙΟ Α. Επιφανειακή άρδευση SAR <=3,0 3-9 >=9 Β. Καταιονισµός mg/l <=70 >70 ΧΛΩΡΙΟ Α. Επιφανειακή άρδευση mg/l <= >=350 Β. Καταιονισµός mg/l <=100 >100 ΒΟΡΙΟ (σε ίχνη) mg/l <=0,7 7,0-3,0 >=3,0 ΑΖΩΤΟ (συνολικό Ν) mg/l <=5, >=30 ισσανθρακικά (HCO - 3 ), µόνο για αρδεύσεις µε mg/l <= >=500 καταιονισµό ph Κανονική διακύµανση: 6,5 8,5 Υπόλειµµα χλωρίου, µόνο για αρδεύσεις µε καταιονισµό mg/l <=1,0 1,0-5,0 >=5,0 21

22 γ.) Τα αστικά υγρά απόβλητα περιλαµβάνουν µεγάλες ποσότητες τοξικών ουσιών συµπεριλαµβανοµένων των βαρέων µετάλλων, ως αποτέλεσµα βιοµηχανικής δραστηριότητας. Μερικά από αυτά τα στοιχεία µπορεί να αποµακρυνθούν µε την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων, αλλά κάποιες ποσότητες αυτών διατηρούνται και παραµένουν στα επεξεργασµένα υγρά απόβλητα σε ποσότητες τέτοιες, που µπορούν να αναπτύξουν τοξικές συνθήκες για τα φυτά. Τα προβλήµατα τοξικότητας διαφόρων στοιχείων παρουσιάζονται συχνά µαζί µε εκείνα της αλατότητας κανοντάς τα πιο πολύπλοκα, παρόλο που µερικές φορές προβλήµατα τοξικότητας εµφανίζονται και σε χαµηλές τιµές αλατότητας. Τα ιόντα, στα οποία πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την άρδευση µε υγρά λύµατα είναι το βόριο, το νάτριο και το χλώριο. Η συγκέντρωση των δύο τελευταίων είναι αυξηµένη, όταν χρησιµοποιούνται αποσκληρυντικά νερού. Η ύπαρξη διαφόρων στοιχείων στα υγρά λύµατα σχετίζεται µε την προέλευση των νερών και τις δραστηριότητες της αστικής περιοχής, από την οποία προέρχονται τα λύµατα. Η χρήση τοξικών στοιχείων είναι ευρέως διαδεδοµένη στη βιοµηχανία και στη µεταποίηση καταναλωτικών αγαθών. Επίσης αποχετευτικά δίκτυα, που δέχονται και βιοµηχανικές εκροές, παρουσιάζουν αυξηµένες συγκεντρώσεις σε στοιχεία, που µπορεί να προκαλέσουν φυτοτοξικότητες, να συσσωρευτούν στο έδαφος και στα εφαρµοζόµενα φυτά και σε τελική ανάλυση να προκαλέσουν ρύπανση του εδάφους και του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα. Στον πίνακα Α6 που ακολουθεί, παρουσιάζονται οι µέγιστες προτεινόµενες συγκεντρώσεις στοιχείων στο αρδευτικό νερό για την αποφυγή τοξικότητας στα φυτά λόγω υπερβολικής χρήσης. Ενώ στον πίνακα Α7 παρουσιάζονται τα ανεκτά όρια συγκεντρώσεων τοξικών ρυπαντών σε εδάφη, που έχουν αρδευτεί µε επεξεργασµένα υγρά απόβλητα. 22

23 Πίνακας Α6: Προτεινόµενες µέγιστες συγκεντρώσεις στοιχείων στο αρδευτικό νερό (US-EPA, 1992; Pescod, 1992; WHO, 2006; Καλαβρουζιώτης, 2010) Στοιχεία Μέγιστη προτεινόµενη συγκέντρωση (mg/l) (α) Επισηµάνσεις Μακροχρόνια Βραχυχρόνια χρήση (β) χρήση (γ) Al 5 20 As 0,1 2 Be 0,1 0,5 Cd 0,01 0,05 Co 0,05 5 Cr 0,1 1 Cu 0,2 5 Μπορεί να προκαλέσει µείωση της παραγωγικότητας σε όξινα εδάφη (ph<5,5), ενώ σε αλκαλικά (ph>7,0) προκαλεί κατακρήµνιση του Fe µε αποτέλεσµα να περιορίζεται η τοξικοτητά του. Η τοξικότητα στα φυτά διαφέρει ευρέως, κυµαινόµενη από 12 mg/l για γρασίδι (sudan), µέχρι κάτω από 0,05 mg/l στο ρύζι. Η τοξικότητα στα φυτά διαφέρει ευρέως κυµαινόµενη από 5 mg/l στα λάχανα έως 0,5 mg/l στα νάνα φασόλια Τοξικό σε φασόλια και σακχαρότευτλα σε συγκεντρώσεις µέχρι και 0,1 mg/lt σε θρεπτικά διαλύµατα. Τοξικό σε τοµάτες σε 0,1 mg/l σε θρεπτικό διάλυµα. Τείνει να είναι ανενεργό σε ουδέτερα και αλκαλικά εδάφη. εν έχει γενικά αναγνωριστεί ως βασικό συστατικό ανάπτυξης. Συντηρητικά όρια προτάθηκαν λόγω της έλλειψης γνώσης για την τοξικοτητά του στα φυτά. Τοξικό για µεγάλο αριθµό φυτών, από 0,1 mg/l έως 1,0 mg/l σε θρεπτικά διαλύµατα. ρα συνεργιστικά µε τον Zn. F 1 15 Ανενεργό σε ουδέτερα και αλκαλικά εδάφη. Fe 5 20 Li 2,5 2,5 εν είναι τοξικό στα φυτά σε καλώς αεριζόµενα εδάφη. Μειώνει το ph του εδάφους και ανταγωνίζεται από τα κύρια στοιχεία τον φώσφορο και από τα ιχνοστοιχεία το µαγγάνιο. Ανεκτό από τις περισσότερες καλλιέργειες µέχρι τα 5 mg/l. Άστατο στο έδαφος. Τοξικό στα εσπεριδοειδή σε συγκεντρώσεις <0,075 mg/l. 23

24 Mn 0,2 10 Mo 0,01 0,05 Ni 0,2 2 Pb 5 10 Se 0,02 0,02 V 0,1 1 Zn 2 10 Ενεργεί παρόµοια όπως το βόριο. Τοξικό σε σηµαντικό αριθµό καλλιεργειών από 0,1 έως 1,0 mg/l αλλά µόνο σε όξινα εδάφη. Μη τοξικό σε φυτά, που οι συγκεντρώσεις στο αρδευτικό νερό είναι φυσιολογικές. Μπορεί να γίνει τοξικό σε ανατρεφόµενα ζώα, αν η βοσκή αναπτύσσεται σε εδάφη µε υψηλές συγκεντρώσεις διαθέσιµου µολυβδαινίου. Τοξικό σε αριθµό φυτών από 0,5 έως 1,0 mg/l. Παρατηρείται µειωµένη τοξικότητα σε ουδέτερα και αλκαλικά εδάφη. Μπορεί να εµποδίσει την κυτταρική εξέλιξη των φυτών σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις. Τοξικό σε φυτά σε συγκεντρώσεις χαµηλές 0,025 mg/l και τοξικό σε ζώα, αν η βοσκή αναπτύσσεται σε εδάφη µε σχετικά υψηλά επίπεδα προστιθέµενου Σεληνίου. Βασικό στοιχείο στα ζώα, αλλά σε πολύ χαµηλές συγκεντρώσεις. Τοξικό σε πολλά φυτά σε σχετικά χαµηλές συγκεντρώσεις. Τοξικό σε αρκετά φυτά, σε συγκεντρώσεις ευρύτερα διαφοροποιηµένες. Μειωµένη τοξικότητα σε ph>6,0 και σε καλά κατεργασµένα και οργανικά εδάφη. α) η µέγιστη συγκέντρωση βασίζεται σε ένα ρυθµό εφαρµογής νερού σύµφωνα µε ορθολογικές πρακτικές άρδευσης ( m 3 /ha/yr). Εάν ο ρυθµός εφαρµογής νερού υπερβαίνει σηµαντικά τον πιο πάνω, οι µέγιστες συγκεντρώσεις πρέπει να προσαρµοστούν προς τα κάτω ανάλογα. Για κατανάλωση νερού µικρότερη από m 3 /ha/yr δεν γίνεται προσαρµογή των µέγιστων συγκεντρώσεων. β) Οι συνιστώµενες µέγιστες συγκεντρώσεις για µακροχρόνια χρήση έχουν τεθεί συντηρητικά για να συµπεριλάβουν αµµώδη εδάφη, τα οποία έχουν µικρή δυνατότητα στράγγισης των στοιχείων που εξετάζονται. γ) Τα κριτήρια για βραχυχρόνια χρήση (µέχρι 20 έτη) συνιστώνται για εδάφη µε λεπτή δοµ, και ουδέτερο ή αλκαλικό χαρακτήρα και αυξηµένη δυνατότητα αποµάκρυνσης των διαφόρων ρυπογόνων στοιχείων. 24

25 Πίνακας Α7: Μέγιστα ανεκτά όρια συγκεντρώσεων τοξικών σε εδάφη που έχουν αρδευτεί µε λύµατα (WHO, 2006). Μέγιστη συγκέντρωση σε Χηµικά στοιχεία εδάφη που αρδεύονται µε επεξεργασµένα λύµατα (mg/kg). Sb 36 As 8 Ba 302 Be 0,2 B 1,7 Cd 4 F 635 Pb 84 Hg 7 Mo 0,6 Ni 107 Se 6 Ag 3 TI 0,3 V 47 Aldrin 0,48 Benzene 0,14 Chlordane 3 Chlorobenzene 211 Chloroform 0,47 2,4 D 0,25 DDT 1,54 Dichlorobenzene 15 Dieldrin 0,17 ιοξίνες 0,00012 Heptachlor 0,18 Hexachlorobenzene 1,40 Lindane 12 Methoxychlor 4,27 PCB s 0,89 PAH s 16 Pentachlorophenol 14 Phthalate Pyrene 41 Styrene 0,68 2,4,5 Τα 3,82 Tetrachloroethane 1,25 Tetrachloroethylene 0,54 Toluene 12 Toxaphene 0,0013 Trichloroethane 0,68 25

26 δ.) Τα θρεπτικά στοιχεία που περιέχονται στα επεξεργασµένα αστικά λύµατα αποτελούν πλεονέκτηµα της άρδευσης µε τέτοιο τρόπο, επειδή µειώνουν την ανάγκη προσθήκης θρεπτικών στοιχείων µε χηµικά λιπάσµατα. Ωστόσο, σε ορισµένες περιπτώσεις η περίσσεια θρεπτικών στοιχείων στα υγρά λύµατα µπορεί να προκαλέσει προβλήµατα σε κάποιες καλλιέργειες. Η γενική αρχή είναι να γίνονται περιοδικοί έλεγχοι για την εκτίµηση των θρεπτικών στοιχείων που περιέχονται στα λύµατα, έτσι ώστε να υπολογίζονται οι ποσότητες που δίνονται στο έδαφος και φυσικά στην καλλιέργεια µέσω των αρδεύσεων. Τα θρεπτικά στοιχεία που συνήθως υπάρχουν στα υγρά αστικά απόβλητα περιλαµβάνουν το άζωτο, το φώσφορο, και περιστασιακά το κάλιο, τον ψευδάργυρο, το βόριο και το θείο. Α6. ηµόσια Υγεία και άρδευση µε επεξεργασµένα λύµατα Οι κίνδυνοι για την υγεία κατά την επαναχρησιµοποίηση των αστικών λυµάτων, καθορίζονται αφενός από τον βαθµό επεξεργασίας που έχουν υποστεί τα λύµατα και αφετέρου από τον βαθµό άµεσης έκθεσης του πληθυσµού σε αυτά. Ο σκοπός κάθε προγράµµατος επαναχρησιµοποίησης λυµάτων είναι να προστατεύσει τη δηµόσια υγεία, χωρίς όµως περιορισµούς που να αποθαρρύνουν τη χρήση των επεξεργασµένων λυµάτων. Οι κύριες παράµετροι που θεωρούνται ότι µπορεί να επηρεάσουν την υγεία του ανθρώπου, σχετίζονται µε τους παθογόνους µικροοργανισµούς (παθογόνοι ιοί, βακτήρια, µύκητες, παρασιτικοί σκώληκες), τις οργανικές ενώσεις (µεταξύ των οποίων τα υπολείµµατα αντιβιοτικών και οι ουσίες που επιδρούν στο ορµονικό σύστηµα των θηλαστικών) και τα ανόργανα στοιχεία (κυρίως βαρέα µέταλλα) (USEPA, 1992 & 2004; WHO, 1989 & 2006; Pepper et al., 2006). Αυτός ο προβληµατισµός υπαγορεύει την ανάγκη ανάπτυξης, καθιέρωσης και θέσπισης κριτηρίων για την αποφυγή δυσµενών καταστάσεων. Αυτά τα κριτήρια περιλαµβάνουν οδηγίες για την ποιότητα των εκροών που προορίζονται για άρδευση, εφαρµογή της βέλτιστης επεξεργασίας και απολύµανσης των εκροών, περιορισµός της άρδευσης σε κατηγορίες καλλιεργειών συµβατές µε το εφαρµοζόµενο επίπεδο επεξεργασίας των αποβλήτων και περιορισµούς στην εφαρµοζόµενη πρακτική άρδευσης (όπως επιφανειακή, καταιονισµός, στάγδην και υπo-επιφανειακή), ανάλογα µε την ποιότητα των εφαρµοζόµενων εκροών. 26

27 Σε διεθνές επίπεδο, οι µέχρι σήµερα γνωστές οδηγίες και κανονισµοί κριτηρίων επαναχρησιµοποίησης εκροών υγρών αποβλήτων βασίζονται σε δύο κύριες «φιλοσοφίες», αυτή των οργανισµών WHO (Παγκόσµιος Οργανισµός Υγείας Π.Ο.Υ), FAO και Παγκόσµιας Τράπεζας από την µια πλευρά και αυτή της Πολιτείας της Καλιφόρνιας από την άλλη. Αυτές χρησιµοποιούνται σήµερα ως πρότυπα στην καθιέρωση κριτηρίων επαναχρησιµοποίησης εκροών υγρών αποβλήτων. Αυτές εµπεριέχουν βασικές διαφορές και σε κάποιο βαθµό είναι αντιφατικές. Σηµειώνεται ότι οι περισσότερες από τις διαφορές στις δύο προαναφερόµενες φιλοσοφίες αφορούν στην απαιτούµενη ποιότητα των εκροών για άρδευση κηπευτικών που καταναλώνονται ωµά ή αυτά που κατά τη διαδικασία της άρδευσης έρχονται σε άµεση επαφή µε τις εφαρµοζόµενες εκροές (Αγγελάκης κ.ά., 2003). Οι πρώτες οδηγίες, που εκδόθηκαν από τον Παγκόσµιο Οργανισµό Υγείας (WΗΟ, 1973), έθεταν ως όριο µικροοργανισµών τα 100 FC/100ml στις εκροές υγρών λυµάτων για την χρήση τους για άρδευση καλλιεργειών, που καταναλώνονται νωπές στην διατροφή του ανθρώπου. Στην πρώτη αναθεώρηση των οδηγιών του Παγκόσµιου Οργανισµού Υγείας (WΗΟ, 1989) το όριο των FC αυξήθηκε στα 1000 FC/100ml (γεωµετρικός µέσος), ενώ συµπεριλήφθηκαν και όρια για τους έλµινθες (<1 αυγό/l), καθώς δεδοµένα από επιδηµιολογικές µελέτες έδειξαν ότι αποτελούν τον κυριότερο κίνδυνο µόλυνσης όταν µη ή µερικώς επεξεργασµένες εκροές υγρών αποβλήτων χρησιµοποιούνται για άρδευση καλλιεργειών (Παρανυχιανάκης κ.ά., 2009). Στην δεύτερη έκδοση οδηγιών (WΗΟ, 1989) ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στον προορισµό χρήσης της αρδευόµενης καλλιέργειας, µε βάση την οποία η άρδευση διακρίνεται σε δυο κατηγορίες: αυτή «µε περιορισµούς», που αφορά καλλιέργειες που τα προϊόντα τους δεν καταναλώνονται νωπά και αυτή «χωρίς περιορισµούς», που µπορεί να εφαρµοσθεί ακόµη και για την άρδευση λαχανικών, γηπέδων, πάρκων, και άλλων χώρων αναψυχής και κοινόχρηστων χώρων. Στην πρώτη περίπτωση ουσιαστικά δεν απαιτούνται µικροβιολογικά κριτήρια, συνιστάται όµως η εφαρµογή ενός ελάχιστου επιπέδου επεξεργασίας, που µπορεί να είναι πρωτοβάθµια ή επεξεργασία σε λίµνες σταθεροποίησης µε χρόνο παραµονής 8-10 ηµέρες (Πίνακας Α8). Επισηµαίνεται, ότι µε την επιλογή καταλλήλου µεθόδου εφαρµογής, είναι δυνατή η άρδευση καλλιεργειών, που τα προϊόντα τους καταναλώνονται ωµά, καθώς αποφεύγεται η άµεση επαφή των καρπών µε τους παθογόνους οργανισµούς. Σε αυτήν 27

28 την περίπτωση απαγορεύεται η συλλογή των εδώδιµων καρπών από το έδαφος, ενώ ως πρόσθετο µέτρο ασφαλείας συνιστάται η διακοπή της άρδευσης δύο εβδοµάδες πριν από τη συγκοµιδή. Στην περίπτωση της άρδευσης «χωρίς περιορισµούς» συνιστάται η τήρηση συγκεκριµένων µικροβιολογικών κριτηρίων, τόσο ως προς τους εντερικούς νηµατώδεις οργανισµούς (<1 αυγό/l), και ως προς τα FC (<1000 FC/100ml), µε ακόµη αυστηρότερα κριτήρια (<200 FC/100ml) για ορισµένες περιπτώσεις, όπως η άρδευση πάρκων και γενικά χώρων µε αυξηµένη ανθρώπινη επαφή (Παρανυχιανάκης κ.ά., 2009). Στον πίνακα Α8 παρουσιάζονται τα µικροβιολογικά κριτήρια που είχε θεσπίσει ο Π.Ο.Υ. στην οδηγία του Πίνακας Α8: Προτεινόµενα µικροβιολογικά κριτήρια κατά τον Π.Ο.Υ. (WHO, 1989). Είδος άρδευσης Εκτιθέµενη οµάδα Επεξεργασία που Εντερικοί Περιττωµατικά αναµένεται να επιτύχει την νηµατώδεις (α) κολοβακτηρίδια απαιτούµενη (β) (FC) ανά 100ml (β) µικροβιολογική ποιότητα Άρδευση καλλιεργειών µε Σειρά λιµνών οξείδωσης που επιτυγχάνει την προϊόντα που τρώγονται Εργάτες, απαιτούµενη <1 <1000 ωµά. Άρδευση γηπέδων καταναλωτές, κοινό µικροβιολογική ποιότητα, ή και δηµοσίων πάρκων (γ) άλλη ισοδύναµη επεξεργασία Παραµονή σε λίµνες Άρδευση φυτών µεγάλης σταθεροποίησης για 8 µε 10 καλλιέργειας, ζωοτροφών, ηµέρες ή ισοδύναµη βοσκοτόπων και Εργάτες <1 εν τίθενται όρια αποµάκρυνση δενδρωδών καλλιεργειών περιττωµατικών (δ) κολοβακτηριδίων Επεξεργασία όπως Οµοίως µε την απαιτείται από την προηγούµενη, µε τεχνολογία του συστήµατος καµία Μη εφαρµόσιµη Μη εφαρµόσιµη εξασφάλιση µη έκθεσης άρδευσης, πάντως όχι εργαζόµενων και κοινού. µικρότερη από πρωτοβάθµια. (α) Τα είδη Ascaris και Trichuris (β) Κατά την περίοδο άρδευσης (γ) Σε γκαζόν, όπου υπάρχει πρόσβαση κοινού, π.χ. ξενοδοχεία, πρέπει να εφαρµόζεται το αυστηρότερο κριτήριο των 200 FC/ 100ml. (δ) Σε περίπτωση οπωροφόρων δένδρων, η άρδευση πρέπει να σταµατά δύο εβδοµάδες πριν από την συλλογή των φρούτων, ενώ δεν πρέπει να συλλέγονται φρούτα από το έδαφος. Επίσης δεν πρέπει να εφαρµόζεται άρδευση µε καταιονισµό. 28

29 Συµπερασµατικά µπορούµε να πούµε ότι Παγκόσµιος Οργανισµός Υγείας µε την Οδηγία του 1989 αναγνωρίζει ότι: Η άρδευση µε ακατέργαστα λύµατα και χωρίς λήψη προληπτικών µέτρων εγκυµονεί υψηλό κίνδυνο µετάδοσης ασθενειών. Η εφαρµογή µερικής επεξεργασίας των λυµάτων ή λήψη µέτρων για την αποφυγή της ανθρώπινης επαφής µε τους παθογόνους µικροοργανισµούς µειώνει τον κίνδυνο, ο οποίος όµως, αν και χαµηλός, εξακολουθεί να υφίσταται. Αποτελεσµατικό µέτρο, τουλάχιστον για τους καταναλωτές, αποτελεί η εφαρµογή της άρδευσης σε περιορισµένους τύπους καλλιεργειών και κυρίως σε καλλιέργειες που δεν παράγουν προϊόντα που τρώγονται ωµά (περιορισµένη άρδευση). Αποτελεσµατικό µέτρο είναι η επιλογή κατάλληλης µεθόδου εφαρµογής των λυµάτων και συγκεκριµένα η εφαρµογή τους στο υπέδαφος. Η πλήρης επεξεργασία των λυµάτων αποτελεί το αποτελεσµατικότερο εργαλείο για την πρόληψη µετάδοσης ασθενειών, χωρίς στην περίπτωση αυτή να είναι αναγκαίος ο περιορισµός των καλλιεργειών (απεριόριστη άρδευση). Ο Π.Ο.Υ. προτείνει τέσσερις κατηγορίες µέτρων, µε την εφαρµογή των οποίων µπορούµε να έχουµε ασφαλή επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων. Αυτά είναι: α) Τεχνολογίες επεξεργασίας των λυµάτων, β) Περιορισµός των ειδών των αρδευόµενων καλλιεργειών, γ) Επιλογή µεθόδου άρδευσης, δ) Έλεγχος της ανθρώπινης έκθεσης στους παθογόνους οργανισµούς των λυµάτων. Τον Σεπτέµβριο του 2006 εκδόθηκε η δεύτερη αναθεώρηση των οδηγιών του Π.Ο.Υ. η οποία παρουσιάζει σηµαντική διαφοροποίηση στην φιλοσοφία της σε σχέση µε τις προηγούµενες οδηγίες. Οι οδηγίες του 2006 αποτελούν ουσιαστικά µία βάση ανάπτυξης κατάλληλης µεθοδολογίας για την εκτίµηση των κινδύνων δηµόσιας υγείας που προέρχονται από την επαναχρησιµοποίηση εκροών υγρών αποβλήτων, καθώς και την διαχειρισή τους. Ο κύριος στόχος των οδηγιών αυτών είναι η µεγιστοποίηση της προστασίας της δηµόσιας υγείας και η ωφέλιµη χρήση πηγών νερού και παραµένουν προσανατολισµένες στις ανάγκες του αναπτυσσόµενου κόσµου (Παρανυχιανάκης κ.ά., 2009). 29

30 Υιοθετείται µία µεθοδολογία ποσοτικού προσδιορισµού των κινδύνων (QMRA - Quantitative Microbial Risk Assessment) της δηµόσιας υγείας, που απορρέουν από τους παθογόνους µικροοργανισµούς και τους χηµικούς παράγοντες (WHO, 2006). Η µεθοδολογία αυτή προτείνει την ολοκληρωµένη διαχείριση των κινδύνων µέσω της υιοθέτησης αποδεκτών/ανεκτών επιπέδων κινδύνων και λαµβάνοντας υπόψη όλες τις πορείες έκθεσης, οι οποίες µπορούν να οδηγήσουν σε εκδήλωση ασθένειας. Περιπτώσεις, που µη επεξεργασµένα υγρά απόβλητα χρησιµοποιούνται για άρδευση καλλιεργειών, που η παραγωγή τους καταναλώνεται από τον άνθρωπο, οι έλµινθες αναγνωρίζονται ως το παθογόνο που εγκυµονεί τους υψηλότερους κινδύνους. Επιπλέον, ανάλυση QMRA υποδεικνύει ότι ο κίνδυνος µόλυνσης από Rotavirus που απορρέει από διαφορετικά επίπεδα έκθεσης ήταν πάντα υψηλότερος σε σχέση µε τον αντίστοιχο κίνδυνο από παθογόνα των γενών Cαmpylobacter και Cryptosporidium (WHO, 2006) (Βλέπε πίνακα Α9). Πίνακας Α9: Περίληψη ποσοτικής ανάλυσης κινδύνου για µόλυνση από rotavirus a από διαφορετικά σενάρια έκθεσης (WΗΟ, 2006) Οι επιπτώσεις µίας ασθένειας εκφράζονται σε αριθµό ετών που ζουν µε µία ανεπάρκεια/πάθηση ή που χάθηκαν λόγω της συγκεκριµένης ασθένειας (DALYs Disability Adjusted Life Years). Οι στόχοι προστασίας της δηµόσιας υγείας, οι οποίοι στην πραγµατικότητα καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της δηµόσιας υγείας, που αποδεχόµαστε ως ανεκτό για κάθε ζηµιογόνο παράγοντα, µπορούν να επιτευχθούν µε την εφαρµογή κατάλληλων µέτρων προστασίας της δηµόσιας υγείας, τα οποία 30

31 εφαρµόζονται σε διαφορετικά σηµεία του έργου επαναχρησιµοποίησης (WHO, 2006). Το αποδεκτό / ανεκτό επίπεδο κινδύνου στις αναθεωρηµένες οδηγίες του Π.Ο.Υ (2006) ορίζεται στα 10-6 DALYs ανά άτοµο ανά έτος για ασθένειες που οφείλονται στη χρήση νερού. Για την επίτευξη του στόχου αυτού υιοθετείται µία µεθοδολογία πολλαπλών επιπέδων µείωσης των κινδύνων, που συµπεριλαµβάνει πρακτικές άρδευσης και µέτρα προετοιµασίας της τροφής. Ο ρυθµός µείωσης του πληθυσµού των παθογόνων λόγω φυσικού θανάτου λαµβάνεται επίσης υπόψη. Πρέπει να τονισθεί ωστόσο, ότι τα προαναφερθέντα µέτρα, καθώς επίσης η χρήση φαρµακευτικών σκευασµάτων και εµβολίων είναι συµπληρωµατικά µέτρα και δεν υποκαθιστούν τις διεργασίες επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων. Όλα τα σενάρια διαχείρισης των κινδύνων, που απορρέουν από την επαναχρησιµοποίηση υγρών αποβλήτων, τα οποία παρουσιάζονται στις οδηγίες του Π.Ο.Υ. (2006) περιλαµβάνουν τεχνολογίες επεξεργασίας αποβλήτων. Οι επιδιωκόµενοι στόχοι προστασίας της δηµόσιας υγείας συνοψίζονται στον Πίνακα Α10. Πίνακας Α10: Προτεινόµενοι στόχοι για την εξασφάλιση της υγείας από την χρήση των λυµάτων στην γεωργία (WHO, 2006) Στόχος για την εξασφάλιση Σενάρια έκθεσης υγείας (DALY ανά άτοµο / ανά χρόνο) Άρδευση χωρίς περιορισµούς <=10-6α log 10 Απαιτούµενη Μείωση Παθογόνων Αριθµός Εντερικών νηµατωδών ανά λίτρο Μαρούλι 6 <=1 bc Κρεµµύδι 7 <=1 bc Περιορισµένη Άρδευση <=10-6α 3-4 <=1 bc Τοπική (στάγδην) άρδευση <=10-6α Καλλιέργειες χωρίς επαφή µε το έδαφος 2 εν συστήνεται d Καλλιέργειες σε επαφή µε το έδαφος ανάπτυξης 4 <=1 bc (a) Μείωση των Rotavirus. Ο στόχος για την εξασφάλιση της υγείας µπορεί να επιτευχθεί για την απεριόριστη και την στάγδην άρδευση σε µονάδες 6-7 log µείωσης παθογόνων οργανισµών που επιτυγχάνεται µε τον συνδυασµό της επεξεργασίας των αποβλήτων και άλλων µέτρων σχετικά µε την προστασία της δηµόσιας υγείας και για την περιορισµένη άρδευση επιτυγχάνεται ένας βαθµός της τάξεως των 2-3 log µονάδων µείωσης παθογόνων οργανισµών. (b) Όταν εκτίθενται παιδιά κάτω των 15 χρονών, πρέπει για την προστασία της δηµόσιας υγείας να τηρούνται αυστηρότερα µέτρα (για παράδειγµα πρέπει να λύµατα να επεξεργάζονται σε τέτοιο βαθµό, ώστε να φέρουν λιγότερο από 0,1 αυγά νηµατωδών ανά λίτρο). (c) Ένας αριθµητικός µέσος όρος πρέπει να προσδιορίζεται για όλη την αρδευτική περίοδο. Η µέση τιµή <= 1 αυγό νηµατώδη ανά λίτρο πρέπει να ισχύει για τουλάχιστον το 90% των δειγµάτων. (d) Καµιά συγκοµιδή δεν πρέπει να αποµακρύνεται από το έδαφος. 31

32 Εφαρµογή µεθοδολογίας ποσοτικής ανάλυσης κινδύνου (QMRA) υποδεικνύει ότι απαιτείται µείωση του πληθυσµού των rotavirus για την επίτευξη του καθορισµένου ανεκτού επιπέδου µείωσης κινδύνου (10-6 DALYs) από διαφορετικά επίπεδα έκθεσης. Όσον αφορά στους έλµινθες, δεδοµένα επιδηµιολογικών µελετών καταδεικνύουν ότι δεν λαµβάνουν χώρα µολύνσεις, όταν ο πληθυσµός τους στις εκροές υγρών αποβλήτων δεν υπερβαίνει τα 1 αυγό/l. Συνοψίζοντας, οι αναθεωρηµένες οδηγίες του Π.Ο.Υ. (2006) αποσκοπούν στην υιοθέτηση ρεαλιστικών οδηγιών ποιότητας νερού και η φιλοσοφία αυτή είναι πιο κατάλληλη για αναπτυσσόµενες χώρες, γιατί βασίζονται σε πραγµατική εκτίµηση των πιθανών κινδύνων και περιγράφονται τεχνολογίες χαµηλού κόστους για την επεξεργασία και ανάκτηση εκροών υγρών αποβλήτων (Παρανυχιανάκης κ.ά., 2009). Οι οδηγίες και τα όρια που τίθενται από τον Π.Ο.Υ. έχουν υποστεί κριτική από τις αναπτυγµένες χώρες, αφού θεωρούνται αρκετά ελαστικές. Παρ όλα αυτά, επηρέασαν αρκετά και σε µεγάλο βαθµό πολλές χώρες, οι οποίες τις υιοθέτησαν και τις προσάρµοσαν στα δικά τους δεδοµένα για την επαναχρησιµοποίηση των υγρών αστικών αποβλήτων στον τοµέα της γεωργίας. Πολλές από τις αναπτυγµένες χώρες έχουν θεσπίσει δικά τους κριτήρια, τα οποία κατά κανόνα είναι αυστηρότερα από αυτά του Π.Ο.Υ. Σε παγκόσµιο επίπεδο, ο πρώτος κανονισµός για την επαναχρησιµοποίηση λυµάτων στην γεωργία εκδόθηκε το 1918 από την Πολιτεία της Καλιφόρνιας. Ο κανονισµός αυτός αναθεωρήθηκε αρκετές φορές και σήµερα αποτελεί την βάση για τα κριτήρια επαναχρησιµοποίησης λυµάτων και σε άλλες Πολιτείες των Η.Π.Α., αλλά και σε πολλές χώρες του κόσµου. Τα κριτήρια επαναχρησιµοποίησης της Πολιτείας της Καλιφόρνια εκτός από τα όρια παθογόνων οργανισµών, θολότητας και απαιτήσεις επεξεργασίας περιλαµβάνουν προδιαγραφές και για την αξιοπιστία της επεξεργασίας. Οι προδιαγραφές αυτές αναφέρονται σε εφεδρικά συστήµατα ενέργειας και ασφάλειας, πολλαπλές ή εφεδρικές µονάδες επεξεργασίας, σε αποθήκευση ή διάθεση µερικώς επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων σε περιπτώσεις ανάγκης, ελαχιστοποίηση παρακάµψεων στη διαδικασία επεξεργασίας, µηχανισµούς παρακολούθησης, αυτοµατοποίηση λειτουργίας και θέµατα σχεδιασµού για πιο ευέλικτη λειτουργία. Επιπλέον στα κριτήρια επαναχρησιµοποίησης της Πολιτείας της Καλιφόρνια περιλαµβάνονται και οι ακόλουθες απαιτήσεις αποστάσεων ασφαλείας (USEPA, 1992): 32

33 Α) δεν επιτρέπεται η άρδευση µε ανακτηµένα υγρά απόβλητα, που δεν έχουν υποστεί απολύµανση σε απόσταση 50 m από οποιαδήποτε γεώτρηση πόσιµου νερού. Β) για εκροές δευτεροβάθµιας επεξεργασίας, που έχουν δεχτεί απολύµανση, η απόσταση είναι 30 m. Γ) για εκροές τριτοβάθµιας επεξεργασίας η απόσταση πρέπει να είναι 15 m και τέλος, ) δεν επιτρέπεται η αποθήκευση επεξεργασµένων λυµάτων που έχουν υποστεί τριτοβάθµια επεξεργασία σε απόσταση µικρότερη από 30 m από κατοικίες ή µέρη, όπου είναι ιδιαίτερα αυξηµένος ο κίνδυνος να συµβεί τυχαία έκθεση. Στον πίνακα Α11 που ακολουθεί παρουσιάζονται τα µικροβιολογικά κριτήρια της Πολιτείας της Καλιφόρνιας για χρήση λυµάτων στην γεωργία. Πίνακας Α11: Μικροβιολογικά κριτήρια της Πολιτείας της Καλιφόρνια για χρήση λυµάτων στην γεωργία (Crook and Surampalli, 1996). Είδος χρήσης Ζωοτροφές, µη βρώσιµες καλλιέργειες, άρδευση οπωρώνων, αµπελώνων (1) Βοσκότοποι για γαλακτοπαραγωγικά ζώα, τεχνητές λίµνες αναψυχής (2), πότισµα γηπέδων γκολφ, νεκροταφείων, κ.λπ. Επιφανειακή άρδευση βρώσιµων καλλιεργειών (3), τεχνητές λίµνες αναψυχής (2α) Άρδευση βρώσιµων καλλιεργειών µε καταιονισµό, πάρκων, παιδικών χαρών, τεχνητές λίµνες αναψυχής (2β) Ολικά κολοβακτηρίδια (TC) ανά 100ml (5) εν τίθενται όρια <23 (διάµεση τιµή) <2,2 (διάµεση τιµή) <2,2 (διάµεση τιµή, µε απόλυτο µέγιστο το 23) (6) Απαιτούµενη επεξεργασία ευτεροβάθµια Οξείδωση και απολύµανση Οξείδωση και απολύµανση Οξείδωση, κροκίδωση, καθίζηση, διύλιση και απολύµανση (1) Για τους οπωρώνες και τους αµπελώνες τίθεται ως προϋπόθεση ότι οι καρποί δεν έχουν έρθει σε επαφή µε το νερό άρδευσης ή το έδαφος. (2) Λίµνες για αισθητική απόλαυση, χωρίς το κοινό να έρχεται σε επαφή µε το νερό. (2α) Λίµνες για αλιεία, ιστιοπλοΐα, και άλλες ψυχαγωγικές χρήσεις που δεν προϋποθέτουν επαφή του νερού µε το ανθρώπινο σώµα. (2β) λίµνες για χρήσεις χωρίς περιορισµό επαφής του νερού µε το ανθρώπινο σώµα. (3) εξαιρέσεις µπορεί να γίνουν σε βρώσιµες καλλιέργειες που υφίστανται επεξεργασία πριν την καταναλωσή τους. (4) Η θολερότητα του διυλισµένου νερού δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 2 µονάδες θολερότητας κατά την διάρκεια του 24ώρου. (5) Η διάµεση τιµή προκύπτει από τα αποτελέσµατα των πιο πρόσφατων αναλύσεων των 7 ηµερών που αυτές πραγµατοποιήθηκαν. (6) Η µέγιστη τιµή δεν πρέπει να υπερβαίνει σε περισσότερα του ενός δείγµατα για οποιαδήποτε περίοδο 30 ηµερών. 33

34 A7. Γεωτεχνικά κριτήρια για την επιλογή θέσεων διάθεσης λυµάτων Για την επιλογή της καλύτερης θέσης για την διάθεση επεξεργασµένων λυµάτων µέσω άρδευσης πρέπει να λαµβάνονται υπόψη τα εξής (Καλαβρουζιώτης, 2010; EPA 2009; Hird et al., 1996; Pettygrove, 1984): 1. Τα κλιµατικά και µετεωρολογικά δεδοµένα της περιοχής Ενδιαφέρουν ιδιαιτέρως η συχνότητα και η ποσότητα των κατακρηµνισµάτων, καθώς και η εξάτµιση και διαπνοή σε µια χρονική σειρά τουλάχιστον 10 ετών. Με την βοηθειά τους υπολογίζεται το υδατικό ισοζύγιο. Θερµοκρασία. Ο αριθµός των ηµερών, όπου η θερµοκρασία είναι κάτω από το µηδέν, δείχνει τον αριθµό των ηµερών που δεν µπορούµε να χρησιµοποιήσουµε το σύστηµα επίγειας διάθεσης και κατ επέκταση δείχνει την ανάγκη και το µέγεθος της αποθήκευσης των υγρών λυµάτων. Η ένταση, συχνότητα και διάρκεια καταιγίδων για τον υπολογισµό της επιφανειακής απορροής και την ύπαρξη ενδεχόµενων πληµµυρικών φαινοµένων. 2. Γεωλογικά, τοπογραφικά και υδρολογικά δεδοµένα της περιοχής Το υψόµετρο και το ανάγλυφο. Παίζουν σηµαντικό ρόλο στο κόστος µεταφοράς των λυµάτων. Φυσικά όρια και εµπόδια, που µπορεί να αποµονώσουν την περιοχή εφαρµογής. Η κλίση. Ισχυρές κλίσεις είναι απαγορευτικές λόγω του κινδύνου διαβρώσεως των εδαφών και της ισχυρής επιφανειακής απορροής. Η κλίση πρέπει να είναι πάντα µικρότερη του 20%. Πεδινά εδάφη χωρίς πληµµυρικά φαινόµενα είναι τα πλέον κατάλληλα. Πετρογραφικά στοιχεία για µια πρώτη εκτίµηση παραγόντων διήθησης του νερού, ικανότητας εγκατάστασης και αύξησης των φυτών και εδαφικών πληροφοριών. Στρωµατογραφικά στοιχεία για την εύρεση αδιαπέρατων (hardpan), διαπερατών και ηµιδιαπερατών ζωνών στο υπέδαφος. Βάθος εδάφους τουλάχιστον 50 εκατοστά. 34

35 Εντοπισµός και καταγραφή των επιφανειακών νερών για την µετέπειτα χρησιµοποιησή τους στον έλεγχο της διήθησης και απορροής των λυµάτων. Επίσης πρέπει να υπάρχει µια απόσταση από επιφανειακά υδάτινα σώµατα 100 ως 200 m ανάλογα και µε τον τρόπο άρδευσης, τον βαθµό επεξεργασίας των λυµάτων και το ανάγλυφο. Εντοπισµός και καταγραφή πηγών και γεωτρήσεων για τον έλεγχο της ποιότητας των υδάτων. Απόσταση από κεντρικούς δρόµους τουλάχιστον 100 m. Απόσταση από οικισµούς, µονάδες εκτροφής ζώων, αεροδρόµια, αρχαιολογικούς χώρους, περιοχές υδροληψίας 100 έως 200 m. 3. Εδαφολογικά χαρακτηριστικά: Το έδαφος αποτελεί την κύρια ζώνη των διεργασιών µεταξύ λυµάτων και περιβάλλοντος. Είναι σηµαντικό να υπάρχουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για τις φυσικές και χηµικές ιδιότητες του εδάφους που πρόκειται να χρησιµοποιηθεί για την άρδευση µε επεξεργασµένα υγρά λύµατα. Τα χαρακτηριστικά του εδάφους που χρησιµοποιούνται ως κριτήρια επιλογής θέσεων είναι: Μηχανική σύσταση του εδάφους. Μέσης σύστασης εδάφη µε περιεκτικότητα σε άργιλο από 8 20%, παρουσιάζουν µέτρια περατότητα και καλή ικανότητα συγκράτησης του νερού. Υδραυλική αγωγιµότητα (διαπερατότητα). Πρέπει να κυµαίνεται µεταξύ mm/hr, ώστε να εξασφαλίζεται µέτρια περατότητα του εδάφους. Το έδαφος να µην νεροκρατεί, αλλά ούτε το νερό να περνά γρήγορα µέσα από το έδαφος. Αυτό σε συνδυασµό µε το ποσοστό της αργίλου συµβάλλει στην ικανότητα του εδάφους να λειτουργεί ως φίλτρο απέναντι στους ρύπους που µπορεί να φέρει το επεξεργασµένο λύµα που χρησιµοποιείται για άρδευση. οµή εδάφους, πορώδες, κατανοµή υγρών, φαινοµενική υγρασία. Περιεκτικότητα εδάφους σε αδροµερή υλικά από 20 έως 40%. Το έδαφος πρέπει να χαρακτηρίζεται από µέτρια έως καλή ικανότητα στράγγισης. Η αλατότητα του εδάφους πρέπει να κυµαίνεται από 2 έως 8 ds/m. Συντελεστής ανταλλάξιµου νατρίου (ESP) γύρω στο 5. (Παίζει σηµαντικό ρόλο στην διηθητικότητα του εδάφους). 35

36 Χωρητικότητα εδάφους σε νερό µεγαλύτερη από 200 mm/m. Οι πετρώδεις σχηµατισµοί και η τυχόν αποκάλυψη του µητρικού πετρώµατος να µην υπερβαίνει το 5% της έκτασης του αγρού που πρόκειται να αρδευτεί. Ικανότητα ανταλλαγής κατιόντων (ΙΑΚ). Αυτό δείχνει τη συνολική φόρτιση της εδαφικής επιφάνειας και κατ επέκταση την ικανότητα συγκράτησης ιόντων. Η ΙΑΚ πρέπει να είναι µεγαλύτερη του 15 cmol/kg. Οργανική ουσία. Ενεργότητα ιόντων υδρογόνου (ph). Να κυµαίνεται από 4 έως 9. Ανόργανο, οργανικό και συνολικό άζωτο και φώσφορος. Το έδαφος στο οποίο γίνεται άρδευση µε επεξεργασµένα λύµατα, πρέπει συστηµατικά να παρακολουθείται για να εξακριβωθεί η τυχόν συσσώρευση βαρέων µετάλλων και ρυπαντών,καθώς και η τυχόν αλλαγή των γενικών εδαφικών ιδιοτήτων του. 4. Οικονοµικά και Κοινωνικά κριτήρια: Πρέπει να λαµβάνονται ισχυρά υπόψη για την επιλογή της θέσης. Οι περιοχές πρέπει να ανήκουν στον ίδιο Νοµό, καθώς και στα όρια αρµοδιότητας του ήµου, στον οποίο ανήκει η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Αστικών Λυµάτων της οποίας τα λύµατα θα χρησιµοποιηθούν για άρδευση. Αυτό εξυπηρετεί λόγους χρηστής διοίκησης, συντονισµού ενεργειών, αλλά και αποφυγής ή µετριασµού των αντιδράσεων από τις τοπικές κοινωνίες. A8. Η επαναχρησιµοποίηση λυµάτων για άρδευση στο κόσµο Σε παγκόσµιο επίπεδο το ποσοστό του νερού που χρησιµοποιείται στην γεωργία υπερβαίνει το 70% της συνολικής κατανάλωσης. Σε περίπτωση που οι υδατικοί πόροι µιας περιοχής δεν επαρκούν για αγροτικές εφαρµογές, µπορεί η χρήση των επεξεργασµένων λυµάτων να συµβάλει καθοριστικά στην κάλυψη του υδατικού ισοζυγίου µιας περιοχής. Στις χώρες της Εγγύς Ανατολής και της Μεσογείου η επαναχρησιµοποίηση των υγρών αστικών λυµάτων για άρδευση καλλιεργειών αποτελεί µια πρακτική, που µε την πάροδο του χρόνου καθίσταται αναγκαιότητα. Αυτό οφείλεται στο ξηρό και ηµίξηρο κλίµα, την ανάγκη άρδευσης των καλλιεργειών την περίοδο του καλοκαιριού, όταν δεν υπάρχουν βροχοπτώσεις, την µεγάλη έλλειψη υδατικών πόρων, την µεγάλη αύξηση του πληθυσµού και την ανάγκη εξοικονόµησης νερού από 36

37 την γεωργία για χρήση σε άλλες δραστηριότητες, όπως τουρισµό, βιοµηχανία και βελτίωση του επιπέδου ζωής. Έτσι, η επαναχρησιµοποίηση εµφανίζεται (µαζί µε την λελογισµένη χρήση των υδάτινων πόρων) ως ένας επιπλέον φυσικός πόρος νερού για χρήση από τις τοπικές κοινωνίες. Η χρήση επεξεργασµένων αστικών λυµάτων για άρδευση έχει σταδιακά υιοθετηθεί από αρκετές Μεσογειακές χώρες και χώρες της Μέσης και Εγγύς Ανατολής. Από την άλλη πλευρά στις χώρες της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης, τα προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης δεν είναι τόσο αναπτυγµένα, διότι οι εν λόγω χώρες δεν αντιµετωπίζουν προς το παρόν προβλήµατα επάρκειας ύδατος, όπως συµβαίνει στις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου (Μεσογειακές χώρες). Τα περισσότερα προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης που υπάρχουν αφορούν εφαρµογές στον τοµέα του αστικού πρασίνου και χρήση στην βιοµηχανία (Hamilton et al., 2007). Περίπου το ένα τέταρτο (25%) της γεωργίας του Κουβέιτ αρδεύεται µε επαναχρησιµοποιηµένα λύµατα και στο Ιράν περίπου m 3 / έτος επεξεργασµένων λυµάτων χρησιµοποιούνται για την άρδευση διαφόρων καλλιεργειών. Στο Οµάν (παρόλο που επεξεργάζεται το 50% των αστικών του λυµάτων σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυµάτων) το 90% από τα λύµατα που εκρέουν από τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας χρησιµοποιούνται για άρδευση κυρίως δενδροκοµικών καλλιεργειών (Hamilton et al, 2007). Το Ισραήλ αποτελεί παγκοσµίως έναν από τους πρωτοπόρους στην χρήση των επεξεργασµένων λυµάτων και την χρήση τους στην γεωργία. Η επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων στο Ισραήλ αποτελεί στρατηγική επιλογή, δεδοµένου ότι πρόκειται για µια χώρα µε µεγάλη ανάπτυξη και τεχνογνωσία στον τοµέα της γεωργίας, όµως η αύξηση του πληθυσµού, η ανάγκη κάλυψης των αναγκών τους σε τροφή και η βελτίωση του επιπέδου ζωής οδήγησαν σε στενότητα υδατικών πόρων (Lawhon and Schwartz, 2006). Αυτή τη στιγµή συναντάµε στο Ισραήλ πέντε µεγάλα προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης λυµάτων για γεωργικές χρήσεις. Το παλιότερο και µεγαλύτερο πρόγραµµα είναι αυτό της περιοχής Dan κοντά στην πόλη του Tel Aviv. Σε αυτό το πρόγραµµα περίπου m 3 / έτος λυµάτων της πόλης του Tel Aviv διατίθενται µετά από επεξεργασία για τον εµπλουτισµό του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα και στην συνέχεια αντλούνται για την άρδευση των αγροτικών εκτάσεων στην έρηµο Negev (Oron, 1998). Το επόµενο µεγαλύτερο πρόγραµµα επαναχρησιµοποίησης είναι αυτό του Kishon, όπου έχει κατασκευαστεί ένας 37

38 ταµιευτήρας χωρητικότητας m 3, 30 χιλιόµετρα ανατολικά της πόλης της Haifa στον οποίο καταλήγουν τα επεξεργασµένα λύµατα της εγκατάστασης επεξεργασίας λυµάτων της πόλης της Haifa. Από τον ταµιευτήρα αυτό στην συνέχεια αρδεύεται µια έκταση της τάξης των στρεµµάτων µε κύρια καλλιέργεια το βαµβάκι (US-EPA, 2004). Στην Ιορδανία περίπου το 80% των επεξεργασµένων υγρών λυµάτων της, προερχόµενα κυρίως από τον βιολογικό καθαρισµό της περιοχής Samara, αποθηκεύονται στον ταµιευτήρα του King Talal, αφού πρώτα αναµιχθούν µε νερά από τον ποταµό Wadi Zarqua, από εκεί µε κατάλληλες αρδευτικές διώρυγες το νερό κατευθύνεται προς άρδευση καλλιεργειών στην νοτιότερη πεδιάδα της Ιορδανίας (Jimenez and Asano, 2008). Η Σαουδική Αραβία είναι µια χώρα µε τεράστιο πρόβληµα υδατικών πόρων, που αυτή την στιγµή χρησιµοποιεί πάρα πολύ την τεχνολογία της αφαλάτωσης, προκειµένου να έχει την κατάλληλη ποιότητα νερού για διάφορες χρήσεις και φυσικά και την γεωργία. Όµως η αφαλάτωση είναι µια εξαιρετικά ενεργοβόρα βιοµηχανική διαδικασία, την οποία η Σαουδική Αραβία µπορεί και υποστηρίζει προς το παρόν λόγω του πετρελαίου. Επειδή τα αποθέµατα πετρελαίου µειώνονται εξετάζεται η επαναχρησιµοποίηση για την επίλυση του προβλήµατος των υδατικών τους πόρων. Το 2000 στην περιοχή Riyadh ξεκίνησε ένα πρόγραµµα επαναχρησιµοποίησης λυµάτων συνολικού όγκου m 3 / ηµέρα, εκ των οποίων το 45% περίπου κατευθυνόταν για χρήση στην γεωργία (US-EPA. 2004). Ένας ακόµα πρωτοπόρος της επαναχρησιµοποίησης λυµάτων για άρδευση από τις χώρες της βόρειας Αφρικής είναι η Τυνησία. Το πρώτο πρόγραµµα επαναχρησιµοποίησης για άρδευση αναπτύχθηκε την δεκαετία του 1960 και αφορούσε στην άρδευση στρεµµάτων, κυρίως εσπεριδοειδών, µε επεξεργασµένα λύµατα από την εγκατάσταση επεξεργασίας λυµάτων της πόλης Charguia. Μετά από αυτό το, πρωτοπόρο για την εποχή του, πρόγραµµα της δεκαετίας του 1960 υπήρξε µια περίοδος στασιµότητας σε ό,τι αφορά τα προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης στην Τυνησία. Το ενδιαφέρον για την επαναχρησιµοποίηση αναζωπυρώθηκε από την δεκαετία του 1990 ως αποτέλεσµα έντονων περιόδων ξηρασίας που πέρασε η χώρα και της τεράστιας πίεσης που δέχτηκε στο υδατικό της ισοζύγιο. Έτσι το 1998 χρησιµοποιήθηκαν m 3 επεξεργασµένων λυµάτων για την άρδευση στρεµµάτων γης. Ο σχεδιασµός 38

39 της εν λόγω χώρας είναι µέχρι το 2020 µε την χρήση επεξεργασµένων λυµάτων να αρδεύονται περί τα στρέµµατα (Hamilton et al., 2007; Jimenez and Asano, 2008). Η Αίγυπτος και το Μαρόκο αποτελούν επίσης χώρες όπου προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης βρίσκονται σε εξέλιξη. Συγκεκριµένα η Αίγυπτος αρδεύει περίπου στρέµµατα καλλιεργειών (εκτός από λαχανικά που τρώγονται ωµά). Στο Μαρόκο γίνεται επαναχρησιµοποίηση λυµάτων σε µια έκταση στρεµµάτων γεωργικής γης (US-EPA, 2004). Στην Κύπρο m 3 /έτος υγρών λυµάτων που αντιπροσωπεύουν το 75% του µέσου ετήσιου διαθέσιµου ποσού επαναχρησιµοποιούνται για αρδευτικούς σκοπούς στην γεωργία. Τα υπόλοιπα 25% επαναχρησιµοποιούνται στην εγχώρια βιοµηχανία και σε άλλους σκοπούς. Τα κριτήρια για την επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων στην γεωργία είναι αυστηρότερα από αυτά που έχει προτείνει ο Παγκόσµιος Οργανισµός Υγείας (Καλαβρουζιώτης, 2010). Στην Ινδία πάνω από στρέµµατα γεωργικής γης αρδεύονται µε επεξεργασµένα λύµατα, ενώ στο Πακιστάν στρέµµατα αρδεύονται µε λύµατα, τα οποία όµως δεν έχουν υποστεί ικανοποιητικό βαθµό επεξεργασίας (Strauss and Blumenthal, 1990). Η Ιαπωνία είναι µία ακόµα χώρα, στην οποία η επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων για άρδευση χρησιµοποιείται ευρύτατα. Κυρίως τα επεξεργασµένα λύµατα χρησιµοποιούνται για την άρδευση αστικού πρασίνου, ενώ το ποσοστό των επεξεργασµένων λυµάτων που χρησιµοποιούνται στην γεωργία είναι περίπου m 3, που αντιστοιχούν στο 13% της συνολικής επαναχρησιµοποίησης ύδατος στην χώρα (Jimenez and Asano, 2008). Στη Γαλλία οι καλλιέργειες αρδεύονται µε λύµατα σχεδόν εδώ και έναν αιώνα (ειδικά σε περιοχές που βρίσκονται γύρω από µεγάλα αστικά κέντρα). Το ενδιαφέρον για την επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων αναζωπυρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 για δύο κυρίως λόγους: α) την ανάπτυξη της εντατικής αρδευόµενης γεωργίας (όπως η καλλιέργεια του αραβοσίτου) και β) την πτώση της υπόγειας στάθµης έπειτα από τις διάφορες σοβαρές ξηρασίες. Λόγω αυτού του καινούργιου ενδιαφέροντος για την επαναχρησιµοποίηση, οι Αρχές Υγείας εξέδωσαν το 1991 οδηγίες σχετικά µε την επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων για άρδευση των καλλιεργειών και χώρων 39

40 πρασίνου. Αυτές οι οδηγίες ουσιαστικά ακολουθούν τις οδηγίες του Παγκόσµιου οργανισµού Υγείας. Στην Γαλλία, 20 έως 30 σταθµοί επεξεργασίας υγρών λυµάτων, καλύπτουν περισσότερα από στρέµµατα αρδευόµενης γης. Μια από τις µεγαλύτερες εφαρµογές επαναχρησιµοποίησης στην Ευρώπη βρίσκεται στην Γαλλία και αποτελεί το πρόγραµµα Clermont Ferrand για την άρδευση στρεµµάτων καλλιέργειας αραβοσίτου (Hamilton et al., 2007). Στην Ιταλία, η χρήση των επεξεργασµένων λυµάτων γίνεται σε περίπου στρέµµατα. Μια από τις µεγαλύτερες εφαρµογές εντοπίζεται στην Emilia Romagna, όπου περισσότερα από m 3 /έτος επεξεργασµένων λυµάτων χρησιµοποιούνται για την άρδευση 2500 στρεµµάτων (Καλαβρουζιώτης, 2010). Στην Ισπανία χρησιµοποιούν τα επεξεργασµένα λύµατα για την άρδευση γηπέδων γκολφ, επαναφόρτιση υπόγειων υδροφορέων και φυσικά και για την άρδευση γεωργικών εκτάσεων. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά προγράµµατα άρδευσης καλλιεργειών µε επεξεργασµένα λύµατα βρίσκεται στην περιοχή Vitoria της χώρας των Βάσκων στην βόρεια Ισπανία, όπου στέµµατα καλλιεργειών αρδεύονται κατά την καλοκαιρινή περίοδο µε επεξεργασµένα λύµατα σύµφωνα µε τα αυστηρά κριτήρια της πολιτείας της Καλιφόρνιας (USEPA, 2004). Στο Μεξικό µια έκταση της τάξης των στρεµµάτων αρδεύεται µε επεξεργασµένα λύµατα, ενώ το πιο παλιό πρόγραµµα επαναχρησιµοποίησης βρίσκεται κοντά στην πόλη του Μεξικού, όπου το 90% των λυµάτων της πόλης χρησιµοποιείται µετά από σχετική επεξεργασία για την άρδευση στρεµµάτων στην παρακείµενη κοιλάδα Mezquidal, µε µια παροχή που ανέρχεται στα 4,5 m 3 / στρέµµα (Van der Hoek, 2004). Οι Πολιτείες της Καλιφόρνια (παγκόσµιος ηγέτης στην επαναχρησιµοποίηση για άρδευση και όχι µόνο) και Φλόριντα στις Η.Π.Α. αποτελούν και αυτές πρωτοπόρες στην επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων για άρδευση τόσο αστικού περιβάλλοντος, όσο και αγροτικών εκτάσεων. Η Πολιτεία της Καλιφόρνια έχει ξεκινήσει προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης λυµάτων για άρδευση εκτάσεων από το 1890, ενώ το 1970 ο όγκος επεξεργασµένων λυµάτων που χρησιµοποιούνται για άρδευση γεωργικών εκτάσεων είχε φτάσει στο ποσό των m 3 / έτος. To 2003 ο αντίστοιχος όγκος επεξεργασµένων λυµάτων, για άρδευση ήταν m 3 / έτος. Από τον συνολικό όγκο λυµάτων που επαναχρησιµοποιούνται στην 40

41 Καλιφόρνια, το 48% προορίζεται για την γεωργία και το 20% για την άρδευση αστικού πρασίνου, το υπόλοιπο 32% αφορά την επαναφόρτιση υπόγειων υδροφορέων και χρήσεις ανακτηµένου νερού στην βιοµηχανία (Recycled Water Taskforse, 2003). Τα αντίστοιχα ποσοστά για την Πολιτεία της Φλόριντα έχουν ως εξής: 19% για χρήση στην γεωργία, 44% για χρήση στην άρδευση αστικών χώρων και το υπόλοιπο 37% για υπόλοιπες χρήσεις. Η τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί στην Πολιτεία της Καλιφόρνιας είναι από τις υψηλότερες σε ολόκληρο τον κόσµο, ενώ η νοµοθεσία που υπάρχει είναι µια από τις αυστηρότερες σε σύγκριση µε τα κριτήρια του Παγκόσµιου Οργανισµού Υγείας. Από πολλές δε χώρες του κόσµου τα κριτήρια της Καλιφόρνιας έχουν υιοθετηθεί στα δικά τους προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης (USEPA, 2004; Jimenez and Asano, 2008). Η Αυστραλία αποτελεί µία ακόµα χώρα, όπου εκπονούνται αρκετά προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης τόσο για την βιοµηχανία και τον αστικό χώρο, όσο και για την γεωργία. Έχει αναπτυχθεί αξιόλογη τεχνογνωσία ενώ η διοίκηση έχει καταρτίσει όρους και κριτήρια για την ασφαλή επαναχρησιµοποίηση των λυµάτων. Στην Αυστραλία περίπου το 10% των λυµάτων της επαναχρησιµοποιούνται, ποσό που αντιστοιχεί σε όγκο m 3 / έτος. Υπάρχουν περί τα 584 προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης στην χώρα αυτή, από τα οποία 79 αφορούν χρήσεις στην βιοµηχανία, 229 αστικές χρήσεις (µε κυριότερη την άρδευση γηπέδων γκολφ) και 270 αφορούν εφαρµογές της επαναχρησιµοποίησης στον αγροτικό τοµέα (54% του όγκου των επεξεργασµένων λυµάτων). Ένα από τα προγράµµατα επαναχρησιµοποίησης για άρδευση στην Αυστραλία, το οποίο είναι και από τα µεγαλύτερα, είναι αυτό στην επαρχία Virginia, στην περιοχή αυτή µια ποσότητα λυµάτων της τάξης των m 3 / έτος, επεξεργασµένων στην εγκατάσταση επεξεργασίας λυµάτων Bolivar χρησιµοποιείται για την άρδευση αγροτικών εκτάσεων που παράγουν λαχανικά (Radcliffe, 2004). Στην Ελλάδα, η ζήτηση για νερό έχει αυξηθεί πάρα πολύ τα τελευταία 50 χρόνια. Παρά το ικανοποιητικό µέσο ύψος βροχοπτώσεων, συχνά παρατηρείται έλλειψη ισορροπίας στο υδατικό ισοζύγιο, λόγω των χρονικών και τοπικών διακυµάνσεων που παρατηρούνται όσον αφορά στη βροχόπτωση, της αυξηµένης ζήτησης για νερό κατά τους καλοκαιρινούς µήνες και της δυσκολίας στη µεταφορά νερού εξ αιτίας του ορεινού ανάγλυφου. Επιπλέον σε πολλές περιοχές της νοτιοδυτικής Ελλάδας υπάρχει έντονη πίεση για εξεύρεση πηγών γλυκού νερού, γεγονός που οφείλεται στην 41

42 ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση για νερό µε στόχο την κάλυψη των αναγκών στις περιοχές µε τουρισµό και για άρδευση. Εποµένως, η ένταξη της επεξεργασίας των λυµάτων στα προγράµµατα διαχείρισης των υδατικών πόρων είναι ένα ιδιαίτερα σηµαντικό ζήτηµα. Σήµερα, το 65% των νοικοκυριών της Ελληνικής Επικράτειας συνδέεται µε πάνω από 350 σταθµούς επεξεργασίας υγρών λυµάτων, µε συνολική χωρητικότητα πάνω από m 3 / ηµέρα. Η συντριπτική πλειοψηφία των επεξεργασµένων λυµάτων παράγονται σε περιοχές µε ελλειµµατικό υδατικό ισοζύγιο. Εποµένως, η επαναχρησιµοποίηση σε αυτές τις περιοχές θα ικανοποιούσε την υπάρχουσα ζήτηση σε νερό. Στην Ελλάδα αρκετοί ερευνητές έχουν ασχοληθεί µε την χρήση των επεξεργασµένων λυµάτων για άρδευση καλλιεργειών. Καλλιέργειες όπως βαµβάκι, αραβόσιτος, ρύζι, ζαχαρότευτλα, λαχανικά, αµπελώνες, θερµοκηπιακές καλλιέργειες, ανθοκοµικά φυτά, όπως η ζέρµπερα, καθώς και διάφορα δασικά και καλλωπιστικά φυτά έχουν αποτελέσει αντικείµενο έρευνας για την δυνατότητα επιτυχούς αρδευσής τους µε επεξεργασµένα λύµατα µε πάρα πολύ καλά αποτελέσµατα που ενισχύουν την χρήση των επεξεργασµένων λυµάτων στην γεωργία (Pedrero et al., 2010). Η επικρατούσα κατάσταση στην Ελλάδα από άποψη έργων ανάκτησης και επαναχρησιµοποίησης υγρών λυµάτων παρουσιάζεται συνοπτικά στον Πίνακα A12. Από τον Πίνακα συµπεραίνεται ότι επαναχρησιµοποιούνται m 3 /d εκροές την θερινή περίοδο και αρδεύονται περίπου στρ. γεωργικής γης, καθώς επίσης m 3 /d εκροές και αρδεύονται στρ. χώροι πρασίνου. Τέλος, υπολογίζεται ότι επαναχρησιµοποιούνται έµµεσα από τους φυσικούς αποδέκτες, κυρίως ποταµούς µέσω της διάθεσης εκροών m 3 /d για άρδευση γεωργικών καλλιεργειών (Παρανυχιανάκης, 2009). 42

43 Πίνακας A12: Σηµαντικότερα έργα ανάκτησης και επαναχρησιµοποίησης αστικών υγρών αποβλήτων στην Ελλάδα (Παρανυχιανάκη, 2009). Έργο Περιφέρεια υναµικότητα Έκταση Αρδευόµενα είδη Άρδευση γεωργικών εκτάσεων m 3 /d (στρ.) Θεσσαλονίκη Κ. Μακεδονία Αραβόσιτος, τεύτλα, ρύζι κ.ά. Λιβαδειά Στ. Ελλάδα Ελιές, αραβόσιτος, Άµφισσα Στ. Ελλάδα 400 Ελιές, βαµβάκι, κ.ά. Νέα Καλικράτεια Κ. Μακεδονία Αραβόσιτος, ελιές, κ.ά. Χερσόνησος Κρήτη Ελιές, κ.ά. Αρχάνες Κρήτη Ελιές, αµπέλια, κ.ά. Κώς Ν. Αιγαίο Εσπεριδοειδή, ελιές, κ.ά. Άλλα Άρδευση άλλων εκτάσεων Χαλκίδα Στ. Ελλάδα Χερσόνησος Κρήτη Ά. Κωνσταντίνος Β. Αιγαίο Κένταρχος Β. Αιγαίο Κως Ν. Αιγαίο Κάρυστος Ν. Αιγαίο Ιερισσός Ν. Αιγαίο Άλλα Έµµεση επαναχρησιµοποίηση Λάρισα Θεσσαλία Αραβόσιτος, βαµβάκι, κ.ά. Καρδίτσα Θεσσαλία Αραβόσιτος, βαµβάκι, κ.ά. Λαµία Στ. Ελλάδα Ελιές, αραβόσιτος, βαµβάκι, κ.ά. Τρίπολη Πελοπόννησος Μηλοειδή, πατάτες, κ.ά. Άλλα Σύνολο

44 A9. Νοµοθετικό πλαίσιο χρήσης λυµάτων για άρδευση στην Ελλάδα Γενικά η διαχείριση των αστικών υγρών αποβλήτων στην Ελλάδα, όπως και στα υπόλοιπα κράτη-µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διέπεται από την οδηγία 91/271/EOK. Με την αριθ. 5673/400/1997 Κοινή Υπουργική Απόφαση, η επεξεργασία των αστικών υγρών αποβλήτων στην Ελλάδα εναρµονίστηκε πλήρως µε αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύµφωνα µε αυτήν, έχουν τεθεί χρονικά όρια προσαρµογής και τήρησης των όρων επεξεργασίας. Ευρωπαϊκές οδηγίες για την ανάκτηση και επαναχρησιµοποίηση εκροών αστικών υγρών αποβλήτων δεν υπάρχουν είναι όµως βέβαιο ότι θα θεσπιστούν σύντοµα. Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στη διαφορετικότητα Νότιων και Βόρειων χωρών σε ό,τι αφορά τη διαθεσιµότητα υδατικών πόρων. Στην Οδηγία 91/271/EK, άρθρο 12 παρ. 1, αναφέρεται ρητά ότι «επεξεργασµένα υγρά απόβλητα θα επαναχρησιµοποιούνται οποτεδήποτε θεωρούνται κατάλληλα». Στην Ελλάδα το νοµοθετικό πλαίσιο των υδατικών πόρων χαρακτηριζόταν µέχρι και τον Φεβρουάριο του 2011 (οπότε υπογράφτηκε από τους Συναρµόδιους Υπουργούς Περιβάλλοντος, Γεωργίας και Υγείας η Κ.Υ.Α /2011 (ΦΕΚ 354/τ. Β /2011) «Περί καθορισµού µέτρων, όρων και διαδικασιών για την επαναχρησιµοποίηση επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων και άλλες διατάξεις») από πολυνοµία, αντιφατικότητα και έλλειψη εκσυγχρονισµού. Ο N. 1739/1987 αποτελούσε το βασικότερο νοµοθέτηµα που έχει εκδοθεί στον τοµέα διαχείρισης των υδατικών πόρων. Αυτός διαµόρφωσε ένα θεσµικό πλαίσιο και τους αναγκαίους µηχανισµούς για την ορθολογική διαχείριση των υδατικών πόρων της χώρας µας, το οποίο όµως δεν έτυχε ουσιαστικής εφαρµογής. Ο Ν.3199/2003 εναρµόνισε την Ελληνική νοµοθεσία υδατικών πόρων µε αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Οδηγία 60/2000/EK). Όµως ούτε ο Νόµος αυτός αναφέρεται σε αντικείµενα ανακύκλωσης και επαναχρησιµοποίησης υγρών αποβλήτων. Έτσι, το νοµοθετικό πλαίσιο για την ορθή διαχείριση των υδατικών πόρων και την προστασία των εξαρτώµενων οικοσυστηµάτων στην ουσία καθοριζόταν από την οδηγία 60/2000/EK, παρόλο που στην οδηγία αυτή δεν δίνεται ιδιαίτερη έµφαση στην ανάκτηση και επαναχρησιµοποίηση υγρών αποβλήτων. Είναι αξιοσηµείωτο ότι στην Ελλάδα χρησιµοποιούνταν µέχρι και την ψήφιση της ανωτέρω Κ.Υ.Α κριτήρια διάθεσης για δευτεροβάθµια εκροή βάσει απόφασης των υπουργείων Εσωτερικών και ηµόσιας 44

45 Υγείας του 1965 (υγειονοµική διάταξη Ε1β 221/1965), στα οποία δεν γίνεται αναφορά σε θέµατα ανάκτησης και επαναχρησιµοποίησης. Με το δεδοµένο ότι τα ανακτώµενα και επαναχρησιµοποιούµενα επεξεργασµένα υγρά απόβλητα αποτελούν έναν νέο υδατικό πόρο και µία σταθερή πηγή νερού για άρδευση η νέα Κ.Υ.Α. του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιµατικής Αλλαγής ορίζει τα εξής στα άρθρα 4, 5, 8, 9, καθώς και στους πίνακες των παραρτηµάτων της: 1. Για την επαναχρησιµοποίηση επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων για άρδευση, διακρίνουµε δύο τύπους άρδευσης µε βάση το είδος των καλλιεργειών, το σύστηµα άρδευσης και την προσβασιµότητα του κοινού στην αρδευόµενη περιοχή: α. Την άρδευση µε περιορισµούς (περιορισµένη), η οποία αφορά µόνο σε καλλιέργειες που τα προϊόντα τους καταναλώνονται µετά από θερµική ή άλλη επεξεργασία ή δεν προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση ή δεν έρχονται σε άµεση επαφή µε το έδαφος, όπως καλλιέργειες ζωοτροφών, βιοµηχανικές καλλιέργειες, λιβάδια, δέντρα (µη συµπεριλαµβανοµένων των οπωροφόρων), µε την προϋπόθεση ότι κατά τη συλλογή οι καρποί δεν βρίσκονται σε επαφή µε το έδαφος, καλλιέργειες σπόρων. Ως προς το σύστηµα της άρδευσης, δεν επιτρέπεται η µέθοδος του καταιονισµού. Η πρόσβαση του κοινού στην αρδευόµενη έκταση δεν επιτρέπεται. Σε περίπτωση που υπάρχει προσβασιµότητα σε ανθρώπους ή ζώα, εκτός των χρηστών, πρέπει να λαµβάνονται κατά περίπτωση πρόσθετα µέτρα, όπως περίφραξη, ορισµός απαγορευτικής ζώνης για ορισµένες χρήσεις από τα όρια της αρδευόµενης έκτασης, απαγόρευση βοσκής ζώων για ορισµένο χρόνο µετά την άρδευση. β. Η άρδευση χωρίς περιορισµούς (απεριόριστη), η οποία µεταξύ άλλων, αφορά σε όλα τα άλλα είδη καλλιεργειών όπως λαχανικά, αµπέλια ή καλλιέργειες, των οποίων τα προϊόντα καταναλώνονται ωµά, ανθοκοµικά. Κατά την απεριόριστη άρδευση επιτρέπονται διάφορες µέθοδοι χρήσης του ανακτηµένου νερού, συµπεριλαµβανοµένου του καταιονισµού και δεν απαιτούνται περιορισµοί στην πρόσβαση. 2. Για την περιορισµένη ή απεριόριστη άρδευση µε επεξεργασµένα υγρά απόβλητα απαιτείται η εκπόνηση µελέτης σχεδιασµού και εφαρµογής του 45

46 συστήµατος της άρδευσης ανάλογα µε το συγκεκριµένο είδος της καλλιέργειας και τη συγκεκριµένη περιοχή. Η µελέτη αυτή περιλαµβάνει: α) το υδατικό ισοζύγιο, σε συνάρτηση και µε τις αρδευόµενες καλλιέργειες και το ισοζύγιο οργανικού φορτίου και θρεπτικών συστατικών, καθώς και κρίσιµων ιχνοστοιχείων, προκειµένου να προσδιορισθεί η ανά µονάδα αρδευόµενης επιφάνειας επιτρεπόµενη φόρτιση µε επεξεργασµένα υγρά απόβλητα, β) τον υπολογισµό της συνολικά απαιτούµενης εδαφικής έκτασης, γ) τα προγράµµατα παρακολούθησης των ποιοτικών χαρακτηριστικών των επαναχρησιµοποιούµενων υγρών αποβλήτων και κατά περίπτωση, τα απαιτούµενα προγράµµατα παρακολούθησης των χαρακτηριστικών του εδάφους και των αρδευόµενων καλλιεργειών, δ) τα τυχόν απαιτούµενα πρόσθετα µέτρα και όρια για την συγκεκριµένη εφαρµογή (ενδεχόµενη περίφραξη της αρδευόµενης έκτασης, τρόπος άρδευσης, κλπ), καθώς και ε) τα απαιτούµενα µέτρα ενηµέρωσης και προστασίας για τους χρήστες και τους καταναλωτές, που πρέπει να λαµβάνονται, µε ευθύνη του φορέα υλοποίησης της άρδευσης, ο οποίος µπορεί να είναι ο φορέας διαχείρισης ή ο άµεσος χρήστης του ανακτηµένου νερού. Μεταξύ των µέτρων αυτών µπορεί να υιοθετούνται αυτόµατα ή ηµιαυτόµατα αρδευτικά συστήµατα για ελαχιστοποίηση της επαφής των χειριστών µε τα επεξεργασµένα υγρά απόβλητα, στ) τον προσδιορισµό των τυχόν ελάχιστων απαιτούµενων αποστάσεων της συγκεκριµένης εφαρµογής από υφιστάµενες ή µελλοντικές υδροληψίες ή άλλες χρήσεις. 3. Μολονότι κατά την επιφανειακή ή υπεδάφια άρδευση µέρος των υγρών αποβλήτων µπορεί να καταλήγει στον υπόγειο υδροφορέα, η επαναχρησιµοποίηση των υγρών αποβλήτων εξετάζεται στο πλαίσιο εφαρµογής του παρόντος άρθρου, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της άρδευσης και στο βαθµό που τεκµηριώνεται ότι το µεγαλύτερο µέρος των επαναχρησιµοποιούµενων υγρών αποβλήτων προσλαµβάνεται από τα φυτά ή εξατµίζεται. 46

47 4. Στις περιπτώσεις επαναχρησιµοποίησης επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων για άρδευση ή αστική ή περιαστική χρήση και εφόσον, σύµφωνα µε τη σχετική µελέτη, οι ποσότητες των διατιθέµενων αποβλήτων πλεονάζουν των απαιτήσεων των φυτών και κατεισδύουν προς τον υπόγειο υδροφορέα, έστω και για ορισµένη εποχή του έτους (χειµώνας), η επαναχρησιµοποίηση εµπίπτει και στις προβλέψεις ττων άρθρων 5 και 8 για τον εµπλουτισµό των υπόγειων υδροφορέων της ίδια Κ.Υ.Α. 5. Στους πίνακες 1 και 2 του Παραρτήµατος I, στον Πίνακα 4 του Παραρτήµατος II, στον Πίνακα 5 του Παραρτήµατος III και στον Πίνακα 6 του Παραρτήµατος IV παρατίθενται τα επιτρεπόµενα όρια για τις µικροβιολογικές, τις συµβατικές και άλλες χηµικές παραµέτρους και τα επιθυµητά αγρονοµικά χαρακτηριστικά, καθώς και η εκάστοτε κατ' ελάχιστον απαιτούµενη επεξεργασία, το είδος και η ελάχιστη συχνότητα δειγµατοληψιών και αναλύσεων, στην περίπτωση επαναχρησιµοποίησης επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων για περιορισµένη και απεριόριστη άρδευση (βλέπε πίνακες Α13, Α14, Α15). 6. Για το περιεχόµενο της µελέτης σχεδιασµού και εφαρµογής του συστήµατος της άρδευσης γνωµοδοτούν η ιεύθυνση Υδάτων της Αποκεντρωµένης ιοίκησης και οι Αρµόδιες ιευθύνσεις Υγείας και Αγροτικής Οικονοµίας και Περιφέρειας, στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης της άδειας επαναχρησιµοποίησης, όπως προβλέπεται από την νέα Κ.Υ.Α. 7. Για την επαναχρησιµοποίηση των επεξεργασµένων υγρών αποβλήτων για τις χρήσεις και δραστηριότητες που προβλέπονται στην Κ.Υ.Α. απαιτείται άδεια. Η άδεια επαναχρησιµοποίησης υγρών αποβλήτων εκδίδεται από το Γενικό Γραµµατέα της οικείας Αποκεντρωµένης ιοίκησης, µετά από εισήγηση της ιεύθυνσης Υδάτων της Αποκεντρωµένης ιοίκησης και γνωµοδότηση των κατά περίπτωση αρµόδιων υπηρεσιών που αναφέρονται στα άρθρα 4,5,6,7 και 8. 47

48 Πίνακας Α13: Μικροβιολογικά κριτήρια για περιορισµένη άρδευση που υιοθετούνται µε την νέα ΚΥΑ περί επαναχρησιµοποίησης του ΥΠΕΚΑ (πίνακας 1 παραρτήµατος Ι της ΚΥΑ): 48

49 Πίνακας Α14: Μικροβιολογικά κριτήρια για απεριόριστη άρδευση που υιοθετούνται µε την νέα ΚΥΑ περί επαναχρησιµοποίησης του ΥΠΕΚΑ (πίνακας 2 παραρτήµατος Ι της ΚΥΑ): 49

50 Πίνακας Α15: Αγρονοµικά χαρακτηριστικά των προς άρδευση επαναχρησιµοποιούµενων επεξεργασµένων λυµάτων που υιοθετούνται από την νέα ΚΥΑ του ΥΠΕΚΑ. (Πίνακας 5 παραρτήµατος ΙΙΙ της ΚΥΑ). 50

51 Β. ΟΙ Υ ΑΤΙΚΟΙ ΠΟΡΟΙ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ Ο νοµός Αιτωλοακαρνανίας ανήκει στο τέταρτο Υδατικό ιαµέρισµα (Υ ) της Χώρας, γνωστό και ως «Υδατικό ιαµέρισµα υτικής Στερεάς Ελλάδας». Το Υδατικό ιαµέρισµα υτικής Στερεάς Ελλάδας περιλαµβάνει τους Νοµούς Ευρυτανίας, Αιτωλοακαρνανίας και Λευκάδας, το µισό περίπου του Νοµού Φωκίδας και µικρά τµήµατα των Νοµών Καρδίτσας, Τρικάλων, Άρτας και Φθιώτιδας. Το Υ υτικής Στερεάς Ελλάδας είναι προνοµιακό από άποψη διαθεσιµότητας υδατικών πόρων αφού περιλαµβάνει τις λεκάνες απορροής σηµαντικών υδάτινων σωµάτων, όπως ο π. Αχελώος, ο π. Εύηνος και ο π. Μόρνος, καθώς και τις φυσικές λίµνες Τριχωνίδα, Λυσιµαχεία, Βουλκαριά, Αµβρακία και Οζερός και τους ταµιευτήρες Κρεµαστών, Καστρακίου, Στράτου, Ταυρωπού, Μόρνου και Αγίου ηµητρίου (Εύηνου) (Κουτσογιάννης κ.ά., 2008). Η µεγαλύτερη κατανάλωση νερού στον νοµό Αιτωλ/νίας καταγράφεται στην άρδευση, καθώς µεγάλες γεωργικές εκτάσεις καλλιεργούνται στα πεδινά του. Σηµαντικό ποσοστό των πεδινών εκτάσεων του νοµού αρδεύονται από συλλογικά δίκτυα, που είναι οργανωµένα σε 39 Τοπικούς Οργανισµούς Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ). Ένας άλλος σηµαντικός χρήστης νερού στον νοµό Αιτωλ/νίας είναι η ΕΗ για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας µέσω των Υδροηλεκτρικών σταθµών (ΥΗΣ) Κρεµαστών, Καστρακίου, Στράτος Ι, Στράτος ΙΙ. Άλλες πολύ µικρότερες χρήσεις νερού καταγράφονται στην ύδρευση, τον τουρισµό, τη βιοµηχανία και την κτηνοτροφία. Το Υ υτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως προαναφέρθηκε, είναι πλεονασµατικό σε νερό, τυχόν περιοχές του διαµερίσµατος µε έλλειψη νερού είναι περιορισµένες και τα προβλήµατα είναι εξαιρετικά τοπικά (Κουτσογιάννης κ.ά., 2008). Ειδικότερα για την Αιτωλ/νία τα κύρια ελλείµµατα που προκύπτουν αφορούν αποκλειστικά στην άρδευση, ενώ οι υπόλοιποι χρήστες και κυρίως η ύδρευση καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες τους, καθώς είτε έχουν πρώτη προτεραιότητα (ύδρευση) είτε αντλούν µικρές ποσότητες νερού (Μαριολάκος κ.ά., 2001). Η ζήτηση νερού ανά χρήση (υδατικές ανάγκες υδατικού διαµερίσµατος υτικής Στερεάς Ελλάδας) παρουσιάζεται στον πίνακα Β1, ενώ οι υδατικοί πόροι του διαµερίσµατος παρουσιάζονται στον πίνακα Β2. Ας σηµειωθεί ότι από τα 367 hm 3 51

52 (1hm 3 = m 3 ) ανά έτος που απαιτούνται για άρδευση του διαµερίσµατος, τα 339,4 hm 3 αφορούν ανάγκες του νοµού Αιτωλ/νίας (συντριπτική πλειοψηφία). Πίνακας Β1: Υδατικές Ανάγκες Υδατικού ιαµερίσµατος υτικής Στερεάς Ελλάδας (Κουτσογιάννης κ.ά., 2008). Έτος Ιούλιος Άρδευση 367 hm 3 79 hm 3 Ύδρευση 22 hm 3 2 hm 3 Κτηνοτροφία 9 hm 3 1 hm 3 Σύνολο 398 hm 3 82 hm 3 Πίνακας Β2: Υδατικοί πόροι Υδατικού ιαµερίσµατος υτικής Στερεάς Ελλάδας (Κουτσογιάννης κ.ά., 2008). Έτος Έκταση hm 3 Ετήσιος όγκος απορροής 4986 hm 3 Μέσο εκµεταλλεύσιµο δυναµικό Ιουλίου 417 hm 3 Συνολική ωφέλιµη χωρητικότητα ταµιευτήρων 3936 hm 3 Ρυθµιστικά αποθέµατα υδροφορέων 480 hm 3 Παρατηρείται από τον συνδυασµό των πινάκων Β1 και Β2 ότι τον µήνα Ιούλιο, που αποτελεί και τον σηµαντικότερο από πλευράς άρδευσης και υδατοκατανάλωσης γενικότερα χρονικό διάστηµα, υπάρχουν υδατικές ανάγκες ύψους 82 hm 3, ενώ το αντίστοιχο χρονικό διάστηµα το µέσο εκµεταλλεύσιµο υδατικό δυναµικό είναι 417 hm 3. Αυτό επιβεβαιώνει το γεγονός ότι το Υδατικό ιαµέρισµα της υτικής Στερεάς Ελλάδας, και κυρίως ο νοµός Αιτωλ/νίας, είναι πλεονασµατικό σε νερό. Στο σχήµα Β1 παρουσιάζεται ο χάρτης επάρκειας ύδατος για ύδρευση στον Νοµό Αιτωλ/νίας. 52

53 Σχήµα Β1: Χάρτης Επάρκειας ύδατος ύδρευσης του νοµού Αιτωλοακαρνανίας (Μαριολάκος κ.ά., 2001). Ο νοµός Αιτωλ/νίας είναι ένας από τους καλύτερα αρδευόµενους νοµούς της Ελλάδας, καθώς οι υπό άρδευση εκτάσεις καλύπτουν το 50% της συνολικής γεωργικής γης του νοµού (το σύνολο της αρδευόµενης έκτασης στην Ελλάδα είναι περίπου 40%). Τα δίκτυα µεταφοράς και διανοµής του αρδευτικού νερού είναι σύνθετα και πολύπλοκα, µεταφέρουν το νερό σε µεγάλες αποστάσεις και συµπληρώνονται µε τα δίκτυα αποστράγγισης και αποχέτευσης. Συνολικά υπάρχουν 39 ΤΟΕΒ (Τοπικοί Οργανισµοί Εγγείων Βελτιώσεων) στο νοµό Αιτωλοακαρνανίας καθένας από τους οποίους εποπτεύει τη λειτουργία των εγγειοβελτιωτικών έργων σε µια δεδοµένη περιοχή. Οι οργανισµοί αυτοί εποπτεύονται από έναν Γενικό Οργανισµό Εγγείων Βελτιώσεων (ΓΟΕΒ), όπου υπάρχει, ή τη ιεύθυνση Εγγείων Βελτιώσεων Αιτωλ/νίας. Οι ΤΟΕΒ αποτελούν οργανωµένες αρδευτικές µονάδες µε συγκεκριµένη διοικητική δοµή οι οποίοι καλύπτουν το µεγαλύτερο τµήµα της αρδευόµενης έκτασης στο νοµό Αιτωλ/νίας. Στον πίνακα Β3 παρουσιάζονται τα αρδευτικά δίκτυα και οι φορείς 53

54 διαχείρισης, ενώ στα σχήµατα Β2 και Β3 παρουσιάζονται η χωρική κατανοµή και τα δίκτυα των κυριοτέρων ΤΟΕΒ του νοµού Αιτωλ/νίας (Κουτσογιάννης κ.ά., 2008). Πίνακας Β3: Αρδευτικά δίκτυα και φορείς διαχείρισης στο νοµό Αιτωλ/νίας (Κουτσογιάννης κ.ά., 2008). Α/Α ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΑΡ ΕΥΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ΠΡΟΪΣΤΑ-ΜΕΝΗ ΙΟΙΚΗΣΗ 1 ΑΓ. ΒΛΑΣΗ ΤΟΕΒ 2 ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΗΓΑΝΑΣ ΤΟΕΒ 3 ΑΓΡΙΝΙΟΥ ΓΟΕΒ 4 ΑΝΑΚΤΟΡΙΟΥ (ΒΟΝΙΤΣΑΣ) ΕΒ 5 ΑΝΑΛΗΨΗΣ - ΑΒΑΡΙΚΟΥ ΕΒ 6 ΓΑΛΑΤΑ ΕΒ 7 ΕΥΗΝΟΧΩΡΙΟΥ ΓΟΕΒ 8 ΘΕΡΜΟΥ - ΠΕΤΡΟΧΩΡΙΟΥ ΕΒ 9 ΘΥΡΙΟΥ ΤΟΕΒ 10 ΚΑΙΝΟΥΡΓΙOY ΕΒ 11 ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ - ΛΕΥΚΟΥ ΕΒ 12 ΚΑΛΥΒΙΩΝ ΓΟΕΒ 13 ΚΑΤΟΥΝΑΣ - ΚΟΝΟΠΙΝΑΣ ΤΟΕΒ 14 ΚΑΤΟΧΗΣ ΓΟΕΒ 15 ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ ΓΟΕΒ 16 ΛΕΣΙΝΙΟΥ ΓΟΕΒ 17 ΛΟΥΤΡΟΥ ΕΒ 18 ΛΥΣΙΜΑΧΙΑΣ ΓΟΕΒ 19 ΜΑΚΡΥΝΕΙΑΣ ΓΟΕΒ 20 ΠΕ ΙΑ Α ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΓΟΕΒ 21 ΜΥΡΤΙΑΣ ΤΟΕΒ 22 ΝΕΟΧΩΡΙΟΥ ΓΟΕΒ 23 ΟΖΕΡΟΥ ΓΟΕΒ 24 ΠΑΛΑΙΟΜΑΝΙΝΑΣ ΓΟΕΒ 25 ΠΑΛΑΙΡΟΥ (ΚΕΚΡΟΠΙΑΣ) ΤΟΕΒ 26 ΠΑΜΦΙΟΥ ΓΟΕΒ 27 ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΟΥ ΓΟΕΒ 28 ΠΑΡΑΒΟΛΑΣ ΓΟΕΒ 29 ΠΕ ΙΑ ΑΣ ΑΓΡΙΝΙΟΥ ΓΟΕΒ 30 ΠΟΡΟΣ - ΦΑΜΙΛΑ ΤΟΕΒ 31 ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑΣ ΤΟΕΒ 32 ΣΚΟΥΤΕΡΑΣ ΕΒ 33 ΣΠΑΡΤΟΥ ΕΒ 34 ΣΤΑΘΑ ΤΟΕΒ 35 ΤΡΙΚΟΡΦΟΥ ΕΒ 36 ΦΥΤΕΙΩΝ ΓΟΕΒ 37 ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΥ ΕΒ 38 ΧΡΥΣΟΒΕΡΓΙΟΥ ΤΟΕΒ 39 ΧΡΥΣΟΒΙΤΣΑΣ ΤΟΕΒ Το αρδευτικό σύστηµα του Νοµού Αιτωλοακαρνανίας που εποπτεύεται από τους ΤΟΕΒ µπορεί να χωριστεί στο σύστηµα της Ανατολικής όχθης του ποταµού Αχελώου και το σύστηµα της υτικής όχθης του Αχελώου. Το σύστηµα της υτικής όχθης είναι πιο απλό, καθώς περιλαµβάνει µόνο µια λίµνη (Οζερός), ενώ το αρδευτικό δίκτυο διωρύγων είναι σχετικά απλό. Το σύστηµα της ανατολικής όχθης είναι πιο πολύπλοκο 54

55 και περιλαµβάνει τον Αχελώο, τις λίµνες Τριχωνίδα και Λυσιµαχεία ως πηγές υδροδότησης και µια πληθώρα διωρύγων για τη µεταφορά και διανοµή του αρδευτικού νερού, καθώς επίσης και µια σειρά από τάφρους για την αποχέτευση και αποστράγγιση των νερών των πληµµυρών. Στην Ανατολική όχθη του Αχελώου τα κυριότερα έργα είναι η Ενωτική Τάφρος που συνδέει την Τριχωνίδα µε τη Λυσιµαχεία, η Τάφρος ιµήκου, που συνδέει τη Λυσιµαχεία µε τον ποταµό Αχελώο, και η Σήραγγα Λυσιµαχείας, που ενώνει τη Λυσιµαχεία µε τα αρδευτικά δίκτυα της νότιας περιοχής του Κάτω Αχελώου (Κουτσογιάννης κ.ά., 2008). Οι ΤΟΕΒ Πεδιάδας Αγρινίου, Λυσιµαχείας, Καλυβίων, Παναιτώλιου υδροδοτούνται από τον Αχελώο µέσω της προσαγωγού διώρυγας VII. Οι ΤΟΕΒ της Παραβόλας, Πάµφιας, Καινούργιου και Μακρύνειας καθώς και ανεξάρτητες αρδευτικές εκτάσεις, όπως της Παντάνασσας, αρδεύονται απευθείας από την Τριχωνίδα µέσω αντλιοστασίων (πρόκειται για παρόχθιους της Τριχωνίδας ΤΟΕΒ). Ο ΤΟΕΒ Κλεισούρας αρδεύεται απευθείας από τη Λυσιµαχεία µέσω αντλιοστασίων. Για όλους τους ΤΟΕΒ υπάρχει πλήρως κατασκευασµένο στραγγιστικό δίκτυο τάφρων που απάγουν τα στραγγίσµατα των αρδευτικών εκτάσεων και τις πληµµύρες. Τα στραγγιστικά δίκτυα των ΤΟΕΒ Μακρύνειας, Παραβόλας, Παναιτώλιου και Πεδιάδας Αγρινίου καταλήγουν στη λίµνη Τριχωνίδα, του ΤΟΕΒ Κλεισούρας στη λίµνη Λυσιµαχεία, ενώ των ΤΟΕΒ Καλυβίων και Λυσιµαχείας εκβάλουν στον Αχελώο µέσω ενός συστήµατος τάφρων µε πιο σηµαντική την τάφρο ιµήκου, που ενώνει τη λίµνη Λυσιµαχεία µε τον Αχελώο. Η Ενωτική Τάφρος συνδέει τις λίµνες Τριχωνίδα και Λυσιµαχεία και χρησιµοποιείται για την αποφόρτιση της Τριχωνίδας κατά τη διάρκεια πληµµυρών και τη διατήρηση της στάθµης της Τριχωνίδας κάτω από τα +17 m περίπου. Η τάφρος έχει συνολικό µήκος m. Η Σήραγγα Λυσιµαχείας είναι το σηµαντικότερο τεχνικό έργο του δικτύου που συνδέει τη βόρεια µε τη νότια περιοχή του Κάτω Αχελώου και αποτελεί την πηγή υδροδότησης των ΤΟΕΒ της νότιας περιοχής (Μεσολογγίου, Νεοχωρίου, Κατοχής, Ευηνοχωρίου και µέρους του ΤΟΕΒ Λεσινίου). Έχει συνολικό µήκος m και καταλήγει στο βόρειο εσώτερο σηµείο της λιµνοθάλασσας του Αιτωλικού. 55

56 Η Τάφρος ιµήκου έχει µήκος 10,5 km και αποχετεύει τα πλεονάζοντα νερά της Λυσιµαχείας στον Αχελώο. Στη Τάφρο ιµήκου εκβάλλουν και οι πηγές Αγγελόκαστρου- ιµήκου, οι οποίες τροφοδοτούνται από τα στραγγίσµατα των αρδευτικών εκτάσεων και από τις διηθήσεις των χονδρόκοκκων αποθέσεων κατάντη του Στράτου. Στην έξοδο της Σήραγγας Λυσιµαχείας έχουν κατασκευαστεί οι υδροληψίες των προσαγωγών διωρύγων XX και XXVIII. Η προσαγωγός διώρυγα XX ξεκινά από τη δεξιά υδροληψία και αρδεύει τους ΤΟΕΒ Νεοχωρίου και Κατοχής καθώς και τµήµα του ΤΟΕΒ Λεσινίου. Η προσαγωγός διώρυγα XXVIII ξεκινάει από την αριστερή υδροληψία της εξόδου της Σήραγγας Λυσιµαχείας, υδροδοτεί τους ΤΟΕΒ Μεσολογγίου, Ευηνοχωρίου, καθώς και το Polder της Λιµνοθάλασσας Κλείσοβας. Το συνολικό µήκος της διώρυγας είναι 28 km. Στην δυτική όχθη του Αχελώου τα κυριότερα έργα είναι: Από τη δεξιά υδροληψία του φράγµατος εκτροπής κατάντη του Υδροηλεκτρικού Σταθµού Στράτου ξεκινάει η προσαγωγός διώρυγα Ι, η οποία αρδεύει τους ΤΟΕΒ Οζερού και Φυτειών. Ο ΤΟΕΒ Παλαιοµάνινας, νοτίως του Οζερού, αρδεύεται µε καταιονισµό µέσω του αντλιοστασίου Παλαιοµάνινας, που αντλεί απευθείας από τον Αχελώο. Η διάθεση των στραγγισµάτων είναι επιφανειακή µε διήθηση στο έδαφος. Ο ΤΟΕΒ Λεσινίου αρδεύεται κατά ένα µέρος από την σήραγγα της Λυσιµαχείας, µέσω διωρύγων και αντλιοστασίων, και κατά το υπόλοιπο, µέσω αντλιοστασίου, από τις πηγές Λάµπρας. Ο ΤΟΕΒ Λεσινίου στραγγίζεται στο Ιόνιο Πέλαγος µέσω των αντλιοστασίων. 56

57 Σχήµα Β2: Οι κυριότεροι ΤΟΕΒ του νοµού Αιτωλ/νίας και οι περιοχές αρµοδιότητας τους (Κουτσογιάννης κ.ά., 2008). Σχήµα Β3: Κύρια αρδευτικά κανάλια και αντλιοστάσια των κυριοτέρων ΤΟΕΒ του νοµού Αιτωλ/νίας (Κουτσογιάννης κ.ά., 2008). 57

58 Γ. ΧΡΗΣΗ ΛΥΜΑΤΟΛΑΣΠΗΣ ΓΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ. Γ1. Εισαγωγή Όπως έχει προαναρθεί στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυµάτων (ΕΕΛ) συντελούνται σύνθετες διεργασίες, µε πρώτη ύλη τα ανεπεξέργαστα λύµατα, τελικό προϊόν τα επεξεργασµένα λύµατα και βασικό παραπροϊόν την λυµατολάσπη (λάσπη ή ιλύς). Ιλύς αποβάλλεται από τα ακόλουθα στάδια της επεξεργασίας των λυµάτων: α) Εσχάρωση, β) Εξάµµωση, γ) Λιποσυλλογή, δ) Πρωτοβάθµια καθίζηση, ε) Βιολογική (δευτεροβάθµια) επεξεργασία και στ) Τριτοβάθµια επεξεργασία. Η περαιτέρω επεξεργασία της λάσπης αυτής στις ΕΕΛ περιλαµβάνει τις διεργασίες της α) Πάχυνσης (Συµπύκνωση), β) βιολογικής χώνευσης, γ) βελτίωσης (σταθεροποίηση), δ) υγειονοποίησης και ε) αφυδάτωσης. Ένα από τα σηµαντικά προβλήµατα που αντιµετωπίζει η Ελληνική γεωργία είναι η έντονη υποβάθµιση της ποιότητας των εδαφών. Η κατάσταση αυτή εκφράζεται σε µεγάλο βαθµό µε τη µείωση των επιπέδων των εδαφών σε οργανική ουσία και τη µειωµένη περιεκτικότητα αυτών σε θρεπτικά συστατικά, µε αποτέλεσµα τη µείωση της γονιµότητάς των και την ανάγκη για υπερκατανάλωση χηµικών λιπασµάτων. Προς την κατεύθυνση της αντιµετώπισης των παραπάνω προβληµάτων, µπορεί να χρησιµοποιηθεί η πρακτική της γεωργικής αξιοποίησης της ιλύος των αστικών λυµάτων, µε ιδιαίτερα θετικά αποτελέσµατα λόγω της αυξηµένης περιεκτικότητας αυτής σε οργανική ουσία και θρεπτικά συστατικά. Με αυτόν τον τρόπο µπορούν να δηµιουργηθούν συνθήκες εµπλουτισµού των ελληνικών εδαφών σε οργανική ουσία και σηµαντικής εξοικονόµησης χηµικών λιπασµάτων, ενώ ταυτόχρονα µπορούν να δοθούν λύσεις στο πιεστικό πρόβληµα της ορθολογικής διάθεσης του υλικού αυτού. Σε διεθνή κλίµακα, η γεωργική διαχείριση της ιλύος των αστικών λυµάτων συνιστά την ευχερέστερη, οικονοµικότερη και περισσότερο ευνόητη µορφή περιβαλλοντικής διαχείρισης αυτής, στο πλαίσιο της αειφόρου διαχείρισης του περιβάλλοντος (Κουλουµπής και Τσαντήλας, 2007). Εκτός όµως από τα ωφέλιµα χαρακτηριστικά της ιλύος, απαντώνται σε αυτήν και διάφοροι επιβλαβείς παράγοντες, κυρίως τοξικές ουσίες (ανόργανοι και οργανικοί ρύποι) και παθογόνα. Κατά τη διάρκεια της γεωργικής αξιοποίησης της ιλύος, σε καµία περίπτωση δεν πρέπει να επιτραπεί το ενδεχόµενο, η αξιοποίηση της ιλύος να 58

59 οδηγήσει σε αυξηµένη συγκέντρωση τοξικών ανόργανων και οργανικών ενώσεων, καθώς επίσης και παθογόνων µικροοργανισµών στο έδαφος (Κουλουµπής και Τσαντήλας, 2007). Γ2. Νοµικό πλαίσιο για τη γεωργική χρησιµοποίηση της ιλύος Τα σηµαντικότερα τµήµατα του ευρωπαϊκού νοµοθετικού πλαισίου που αναφέρονται, άµεσα ή έµµεσα, στη γεωργική χρήση της ιλύος των αστικών λυµάτων, µπορούν να συνοψισθούν περιληπτικά ως εξής (βλέπε και πίνακα Γ1 που ακολουθεί): Οδηγία 75/442/ΕΟΚ για τα στερεά απόβλητα. Οδηγία 86/278/ΕΟΚ σχετικά µε τη προστασία του περιβάλλοντος και ιδίως του εδάφους κατά τη χρησιµοποίηση της ιλύος καθαρισµού λυµάτων στη γεωργία Οδηγία 91/271/ΕΟΚ για την επεξεργασία των αστικών λυµάτων. Οδηγία 1999/31/ΕΚ για την υγειονοµική ταφή των αποβλήτων. Οδηγία 2000/60/ΕΚ για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στο τοµέα της πολιτικής των υδάτων. Απόφαση 2001/119/ΕΚ για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Καταλόγου Αποβλήτων. Κανονισµός 1774/2002/ΕΚ αναφορικά µε τον καθορισµό υγειονοµικών κανόνων σχετικά µε τα ζωικά υποπροϊόντα, που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο. Τα σηµαντικότερα τµήµατα του ελληνικού νοµοθετικού πλαισίου, το οποίο ισχύει για το αντικείµενο της ενδεδειγµένης αξιοποίησης της ιλύος ή περιέχει διατάξεις που έχουν άµεση ή έµµεση εφαρµογή για το υπ' όψη θέµα, µπορούν να συνοψισθούν περιληπτικά, ως εξής: Νόµος 1650/1986. Στον νόµο αυτό βασίζεται το σύνολο των νοµοθετικών διατάξεων που ρυθµίζουν τα σχετικά µε τη προστασία του περιβάλλοντος. ΚΥΑ 49541/1424/1986. Πρόκειται για την βασική Απόφαση για τα στερεά απόβλητα. ΚΥΑ 80568/4225/1991. Μέθοδοι, όροι και περιορισµοί για τη χρησιµοποίηση στη γεωργία της ιλύος που προέρχεται από επεξεργασία οικιακών και αστικών λυµάτων σε εναρµόνιση µε την Οδηγία 86/278/ΕΟΚ, ΦΕΚ 641Β/

60 ΚΥΑ 5673/400/1997. Μέτρα και όροι για την επεξεργασία αστικών λυµάτων (ΦΕΚ 192Β/1997) σε εναρµόνιση µε την Οδηγία 91/271ΕΟΚ. Πρόκειται για βασική ΚΥΑ που ασχολείται µε θέµατα που άπτονται της λειτουργίας των Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυµάτων. ΚΥΑ /1997. Εθνικός σχεδιασµός διαχείρισης στερεών αποβλήτων- Γενικές κατευθύνσεις της πολιτικής διαχείρισης των στερεών αποβλήτων. ΚΥΑ /1997. Κατάρτιση πλαισίου προδιαγραφών και γενικών προγραµµάτων διαχείρισης στερεών αποβλήτων. ΚΥΑ 29407/3508/2002. Μέτρα και όροι για την υγειονοµική ταφή των αποβλήτων (ΦΕΚ 1572Β/2002), σε εναρµόνιση µε την Οδηγία 1999/31/ΕΚ. ΚΥΑ 50910/2727/2003. Μέτρα και Όροι για τη ιαχείριση Στερεών Αποβλήτων, Εθνικός και Περιφερειακός Σχεδιασµός ιαχείρισης, ΦΕΚ1909Β2003, µε την οποία καθορίζονται, µεταξύ των άλλων, στόχοι και προδιαγραφές για την ολοκληρωµένη διαχείριση των αποβλήτων. 60

61 Πίνακας Γ1: Απαιτήσεις της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Νοµοθεσίας για την χρήση ιλύος στην γεωργία (Αγγελάκης κ.ά., 2005). Παράµετροι - Απαιτήσεις Οδηγία 86/278/EOK ΚΥΑ 80568/4225/91 Cd Cr - Cr(III): 500, Cr(VI): 10 Βαρέα µέταλλα στην ιλύ Cu (mg/kg DS) Παράρτηµα IB Hg Νi Βαρέα µέταλλα στο έδαφος (mg/kg DS) Παράρτηµα ΙΑ Pb Ζn Cd Cr - - Cu Ηg Νi Ρb Ζn Cd 0, Βαρέα µέταλλα που Cu µπορούν να εισάγονται στα Νi 3 3 καλλιεργηµένα εδάφη µε βάση ένα µέσο όρο 10 Ρb ετών (kg/ha/έτος) Ζn Hg Cr - - Σε χορτολιβαδικές εκτάσεις που χρησιµοποιούνται ως βοσκότοποι ή σε καλλιέργειες χορτονοµής προτού παρέλθει ορισµένη προθεσµία και που δεν µπορεί να είναι µικρότερη από 3 εβδοµάδες Επιφάνειες που απαγορεύεται η χρήση ιλύος Σε καλλιέργειες οπωροκηπευτικών κατά την περίοδο της βλάστησης (εξαιρούνται καλλιέργειες οπωροφόρων δέντρων). Σε εδάφη προοριζόµενα για καλλιέργειες οπωροκηπευτικών που βρίσκονται σε άµεση επαφή µε το έδαφος και που συνήθως καταναλώνονται ωµά, επί δέκα µήνες πριν αρχίσει η συγκοµιδή και κατά τη συγκοµιδή Συχνότητα δειγµατοληψιών Βαρέα µέταλλα στην ιλύ 6 µήνες 6 µήνες Οργανικές ενώσεις - - Έδαφος Πριν την 1η εφαρµογή Πριν την 1η εφαρµογή 61

62 Γ3. Χρησιµοποίηση της ιλύος για γεωργικούς σκοπούς Η χρήση της λυµατολάσπης για γεωργικούς σκοπούς αποτελεί µέθοδο διαχείρισης ενός παραπροϊόντος που προκύπτει από τις Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυµάτων. Αποτελεί µέθοδο που συµβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος µέσω της διασποράς της ιλύος στα εδάφη κάνοντας χρήση του πολύπλοκου γεωχηµικού και βιογεωχηµικού φίλτρου, που λέγεται έδαφος. Η λυµατολάσπη συµβάλλει µε τα οργανικά συστατικά που περιέχει στην βελτίωση της δοµής των εδαφών και των φυσικών χαρακτηριστικών τους (εδαφικά κολλοειδή αργιλοχουµικά σύµπλοκα) και µε τα θρεπτικά συστατικά που περιέχει µπορεί να καλύψει µέρος των αναγκών των φυτών µε παράλληλη εξοικονόµηση χρηµάτων από τον περιορισµό της χρήσης χηµικών λιπασµάτων. Ο περιορισµός χρήσης χηµικών λιπασµάτων συµβάλει µε την σειρά του στην προστασία του περιβάλλοντος µέσω του περιορισµού της σπατάλης στην χρήση τους. Κάτα την επεξεργασία των αστικών λυµάτων παράγεται ιλύς µε ξηρά ουσία περίπου 25-30%, πλούσια σε χουµικά συστατικά και µε περιεκτικότητα σε άζωτο και φώσφορο που φθάνει το 1,5-7,5% και 0,75-6,0% αντίστοιχα (Αγγελάκης κ.ά., 2005). Η περιεκτικότητα της λυµατολάσπης σε άζωτο και φώσφορο της προσδίδει χαρακτηριστικά λιπάσµατος, καθώς τα στοιχεία αυτά αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για την ανάπτυξη των φυτών. Στον πίνακα Γ2 που ακολουθεί βλέπουµε την µέση οργανική και ανόργανη σύσταση των ιλύων, οι οποίες είναι κατάλληλες για την γεωργική αξιοποίηση. Πολύ σηµαντική παράµετρος που πρέπει να λαµβάνεται υπόψη κατά την χρήση της ιλύος στην γεωργία αποτελεί η προστασία της ηµόσιας Υγείας και του περιβάλλοντος. Αυτή εκφράζεται µε τον έλεγχο της περιεκτικότητας της ιλύος σε βαρέα µέταλλα (αλλά και άλλες οργανικές ή και ανόργανες ουσίες), καθώς και τον έλεγχο της ιλύος για την ύπαρξη µικροοργανισµών που είναι παθογόνοι για τον άνθρωπο. 62

63 Πίνακας Γ2: Μέση οργανική και ανόργανη σύσταση των βιολογικών λασπών (ιλύος), οι οποίες είναι κατάλληλες για γεωργική αξιοποίηση (Σιδηράς, 1997). Υγρές λάσπες 12% ξηρά ουσία Εν µέρει αποστραγγισµένη 13-30% ξηρά ουσία Αποστραγγισµένες λάσπες 30% ξηρά ουσία Ξηρή Ουσία % 5,6 20,3 45 Βάρος όγκου (t/m 3 ) 1 0,92 1,18 Άζωτο Ν (kg/m 3 ) 2,2 5 8,5 Φώσφορος (P 2 O 5 ) (kg/m 3 ) 2 5,6 11,4 Κάλιο (K 2 O) (kg/m 3 ) 0,3 0,7 1,2 Ασβέστιο (CaO) (kg/m 3 ) 4,2 17,6 71 Μαγνήσιο (MgO) (kg/m 3 ) 0,6 1,9 4,2 63

64 Τα βαρέα µέταλλα κατά τις διαδικασίες που επικρατούν στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυµάτων δεν καταστρέφονται και συγκεντρώνονται ως επί το πλείστον στην λυµατολάσπη. Τα µέταλλα βρίσκονται στην λάσπη κυρίως σε µορφή αδιάλυτων θειούχων και ανθρακικών αλάτων ή σύµπλοκων ιόντων ή είναι ενσωµατωµένα σε µικροοργανισµούς. Σχετικά µε τα βαρέα µέταλλα στην οδηγία 86/278/ΕOK καθορίζονται ανώτατα όρια στις συγκεντρώσεις των βαρέων µετάλλων στην λυµατολάσπη, που προορίζεται για γεωργική χρήση, καθώς και στα εδάφη. Οι συγκεντρώσεις των βαρέων µετάλλων δεν πρέπει να ξεπερνούν τις προβλεπόµενες, εξαιτίας της τοξικότητας τους τόσο για τον άνθρωπο, όσο και για τα φυτά. Το ph του εδάφους αποτελεί σηµαντικό παράγοντα που επηρεάζει την κινητικότητα των βαρέων µετάλλων στο έδαφος καθώς και την πρόσληψη τους από τα φυτά. Γενικά η κινητικότητα των βαρέων µετάλλων αυξάνει µε την πτώση του ph (ph < 6,5). Σε όξινα εδάφη, το χαµηλό ph προκαλεί την κινητικότητα των µετάλλων τόσο προς τα κατώτερα στρώµατα του εδάφους και τελικά στους υπόγειους υδροφόρους, όσο και την αυξηµένη προσληψή τους από τα φυτά µε αποτέλεσµα τον κίνδυνο εµφάνισης φαινοµένων φυτοτοξικότητας. Ο χαλκός, ο ψευδάργυρος και το νικέλιο αποτελούν µέταλλα που η κινητικότητα τους αυξάνει µε την πτώση του ph, οπότε µπορεί να εµφανιστούν φαινόµενα φυτοτοξικότητας. Επίσης το κάδµιο συσσωρεύεται στα φυτά µε αποτέλεσµα στην µετέπειτα καταναλωσή τους από τον άνθρωπο ή τα ζώα, να περνά στην τροφική αλυσίδα. Το είδος των µικροοργανισµών που περιέχονται στην λυµατολάσπη αποτελεί κεφαλαιώδους σηµασίας χαρακτηριστικό της λάσπης διότι υπάρχουν κίνδυνοι για την υγεία των εργαζόµενων αλλά και των καταναλωτών. Οι περιορισµοί για το µικροβιακό φορτίο πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηροί. Η τύχη των παθογόνων µικροοργανισµών, που αποτίθενται στο έδαφος, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Η επιβιωσή τους είναι µικρότερη το καλοκαίρι από το χειµώνα, σε εδάφη µε όξινο ph από τα αλκαλικά εδάφη, σε περιόδους µε περιορισµένη ξηρασία από τις υγρές εποχές, στην επιφάνεια του εδάφους από τα βαθύτερα στρώµατα, σε εδάφη µε έντονο ανταγωνισµό από στείρα εδάφη (Μάλλιου, 2006). Η χρήση ιλύος στα εδάφη σχετίζεται πολλές φορές µε την εµφάνιση δυσοσµιών. Η αιτία αυτής της κατάστασης είναι η βιολογική δράση στη µάζα της ιλύος. Ωστόσο 64

65 επισηµαίνεται ότι µε την απαιτούµενη επεξεργασία για τη µείωση των παθογόνων µικροοργανισµών, αδρανοποιείται το µεγαλύτερο ποσοστό των οργανισµών, µε αποτέλεσµα στην περίπτωση της προηγµένης επεξεργασίας να είναι σχεδόν απίθανο να εµφανιστεί ανάπτυξη δυσοσµιών. Συνοπτικά για τη διάθεση της ιλύος στη γεωργία πρέπει να εξασφαλίζονται τα παρακάτω: Περιορισµένη εισαγωγή βαρέων µετάλλων στην αγροτική γη, Χαµηλή συγκέντρωση συνθετικών οργανικών ενώσεων στην ιλύ, Ελάχιστη έως µηδενική έκθεση σε παθογόνους µικροοργανισµούς, Προστασία των υπογείων και επιφανειακών υδάτων από την διασπορά της ιλύος. Αποφυγή ενοχλητικών συνθηκών (π.χ. από δυσοσµίες). 65

66 . ΜΕΘΟ ΟΛΟΓΙΑ 1. Εισαγωγή Στα πλαίσια της παρούσας µελέτης και προκειµένου να σχεδιαστεί η επαναχρησιµοποίηση των επεξεργασµένων λυµάτων για άρδευση των καλλιεργειών σε περιοχές του νοµού Αιτωλοακαρνανίας επιλέχθηκαν πέντε περιοχές. Η επιλογή των περιοχών σχετίστηκε µε τον χώρο, όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυµάτων των ήµων Μεσολογγίου, Ναυπάκτου, Θέρµου, Αγρινίου και Αιτωλικού. Η οριοθέτηση των περιοχών βασίστηκε σε κριτήρια αγρονοµικά, γεωλογικά, κλιµατικά, τοπογραφικά, υδρολογικά, κριτήρια διασφάλισης της δηµόσιας υγείας σύµφωνα µε τις οδηγίες του Παγκόσµιου Οργανισµού Υγείας, κριτήρια προστασίας των εδαφών και των ευαίσθητων υδάτινων αποδεκτών, καθώς και κοινωνικά-οικονοµικά στοιχεία όπως αυτά αναφέρθηκαν σε αντίστοιχες ενότητες του πρώτου κεφαλαίου. Οι περιοχές µελέτης είναι: 1. Περιοχή πλησίον Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Μεσολογγίου. 2. Περιοχή πλησίον Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Ναυπάκτου. 3. Περιοχή πλησίον Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Θέρµου. 4. Περιοχή πλησίον Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Αγρινίου. 5. Περιοχή πλησίον Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Αιτωλικού Αφού οριοθετήθηκε η περιοχή γύρω από κάθε εγκατάσταση επεξεργασίας λυµάτων (Σχήµα 1) στην συνέχεια χρησιµοποιήθηκαν δεδοµένα γεωγραφικών συστηµάτων πληροφοριών (ψηφιακή απεικόνιση αγροτεµαχίων ψηφιοποιηµένοι ορθοφωτοχάρτες) έτους 2010 από τις Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισµών (Ε.Α.Σ) Αγρινίου και Μεσολογγίου Ναυπακτίας ώστε να προσδιοριστούν µε ακρίβεια το είδος των καλλιεργειών και η εκτασή τους µέσα σε κάθε οριοθετηµένη περιοχή. Οι τιµές των φυσικοχηµικών χαρακτηριστικών των εκροών των Εγκαταστάσεων Επεξεργασίας Λυµάτων στην περιοχή της Αιτωλ/νίας έχουν µελετηθεί (Loukopoulos and Kalavrouziotis, 2008; Kalavrouziotis and Koukoulakis, 2009; Aggeli et al., 2009; Kalavrouziotis et al., 2010; Kalavrouziotis et al., 2011). Τέλος προσδιορίστηκαν οι υδατικές απαιτήσεις των καλλιεργειών κάθε περιοχής µε την βοήθεια της εξίσωσης FAO Penman Monteith και έγινε συσχέτιση τους µε τις 66

67 εκροές των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυµάτων της κάθε περιοχής. Αποτέλεσµα ήταν να προσδιοριστεί το ποσοστό κάλυψης του υδατικού ισοζυγίου (ως προς τις ανάγκες άρδευσης) των καλλιεργειών από τα επεξεργασµένα λύµατα των εγκαταστάσεων κάθε περιοχής. Σχήµα 1: Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυµάτων στον Νοµό Αιτωλ/νίας. (Google earth). 67

68 2. 1 η Περιοχή Μελέτης Πλησίον ΕΕΛ ήµου Μεσολογγίου 2.1 Οριοθέτηση Περιοχής Η περιοχή έρευνας εκτείνεται γύρω από την εγκατάσταση επεξεργασίας λυµάτων του ήµου Μεσολογγίου, που βρίσκεται δίπλα στο χείµαρρο «Κούκο» και βόρεια της λιµνοθάλασσας Κλείσοβα. Η οριοθέτηση της περιοχής εµπεριέχει τα ανατολικά όρια της πόλης του Μεσολογγίου, εκτείνεται βόρεια µέχρι την Εθνική Οδό Αντιρρίου Ιωαννίνων, φτάνει ανατολικά µέχρι την δυτική όχθη του Ποταµού Εύηνου, νότια εκτείνεται παράλληλα µε την ακτογραµµή της λιµνοθάλασσας και φτάνει µέχρι την εκβολή του ποταµού στον Πατραϊκό Κόλπο. Η περιοχή παρουσιάζει οµαλό ανάγλυφο βρισκόµενη ανάµεσα στις επίπεδες εκτάσεις που γειτνιάζουν της λιµνοθάλασσας του Μεσολογγίου και των προβούνων του Αράκυνθου Όρους. ιασχίζεται από ρηχούς χείµαρρους ρέµατα, ένα από τα οποία είναι και ο χείµαρρος Κούκος. Το όρος Αράκυνθος δοµείται από σχηµατισµούς της Ιόνιας ενότητας, κυρίως κλαστικές ακολουθίες του φλύσχη, ενώ οι επίπεδες εκτάσεις από προσχώσεις της λιµνοθάλασσας (Έψιλον Α.Ε., 1998). Μεγάλου πάχους και επιφανειακής εξάπλωσης αλλουβιακά ριπίδια και πλευρικά κορήµατα καλύπτουν την περιοχή ανάµεσά τους. Η περιοχή περιλαµβάνει την αλλουβιακή πεδιάδα Μεσολογγίου Ευηνοχωρίου, καθώς και το κτήµα Polder. Χαρακτηριστικά της αλλουβιακής πεδιάδας είναι τα πολυάριθµα τεχνητά αρδευτικά κανάλια, µεγάλο µέρος των οποίων βρίσκεται σε αποξηραµένους βάλτους πλευρικά του ποταµού Εύηνου. Στο σχήµα 2 παρουσιάζεται χάρτης µε την οριοθετηµένη περιοχή, οι συντεταγµένες οριοθέτησης της περιοχής στο σύστηµα ΕΓΣΑ 87, καθώς και η συνολική έκταση της περιοχής µελέτης που είναι στρέµµατα. Η Μονάδα Επεξεργασίας Λυµάτων (ΜΕΛ) Μεσολογγίου βρίσκεται ανατολικά βορειοανατολικά της οµώνυµης πόλης, σε απόσταση περίπου 3 km από το κέντρο της και δίπλα στον χείµαρρο Κούκο.. 68

69 Σχήµα 2: Χάρτης µε την οριοθέτηση της περιοχής µελέτης πλησίον του σταθµού επεξεργασίας λυµάτων ήµου Μεσολογγίου(Κτηµατολόγιο Α.Ε, 2011). ΕΕΛ 69

70 2.2 Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Μεσολογγίου Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων (ΕΕΛ) του ήµου Μεσολογγίου βρίσκεται στο ήµο Μεσολογγίου, πλησίον του χείµαρρου Κούκου και βορείως της λιµνοθάλασσας Κλείσοβας. Καταλαµβάνει έκταση 10 στρεµµάτων, το υψόµετρο της εγκατάστασης είναι περίπου 0,8 m και οι συντεταγµένες της είναι Χ= και Υ= (σύστηµα αναφοράς ΕΓΣΑ 87). Ο αρχικός αποδέκτης των επεξεργασµένων λυµάτων είναι ο παρακείµενος χείµαρρος Κούκος, ο οποίος στην συνέχεια εκβάλλει στην λιµνοθάλασσα της Ανατολικής Κλείσοβας, η οποία µέσω του διαύλου της Κλείσοβας επικοινωνεί µε τον Πατραϊκό Κόλπο (Έψιλον Α.Ε., 1998). Η εγκατάσταση κατασκευάστηκε το 1974 και λειτούργησε για πρώτη φορά το έτος Το 1999 έγιναν εργασίες αναβάθµισης της µονάδας και προσθήκης τριτοβάθµιας επεξεργασίας που λειτούργησε για πρώτη φορά το Στον πίνακα 1 παρουσιάζονται δεδοµένα λειτουργίας της ΕΕΛ Μεσολογγίου (Έψιλον Α.Ε, 1998).. 70

71 Πίνακας 1: Συγκεντρωτικά δεδοµένα από την λειτουργία της ΕΕΛ ήµου Μεσολογγίου (Έψιλον Α.Ε., 1998). ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ Πληθυσµός που εξυπηρετείται κάτοικοι Μέση ηµερήσια παροχή m 3 /ηµέρα BOD kg/ηµέρα Αιωρούµενα στερεά kg/ηµέρα Ολικό Άζωτο 200 kg/ηµέρα Φώσφορος 40 kg/ηµέρα Στάδια επεξεργασίας Τριτοβάθµια επεξεργασία και απολύµανση εκροών. Μέθοδος απολύµανσης Τεχνολογία UV Ποσότητα λυµατολάσπης 1500 m 3 /έτος (>20% Ξ.Ο) Επεξεργασία λυµατολάσπης Περιλαµβάνει πάχυνση, βελτίωση σταθεροποίηση και τέλος αφυδάτωση και ξήρανση Τρόπος διάθεσης της λάσπης Με µονοταφή πέριξ του χώρου της Εγκατάστασης. Απολύµανση υγιεινοποίηση λάσπης Με την χρήση ανθρακικού ασβεστίου Η επεξεργασία των λυµάτων γίνεται µε την µέθοδο της ενεργού ιλύος µε παρατεταµένο αερισµό, νιτροποίηση απονιτροποίηση και αποφωσφόρωση. Η απολύµανση των επεξεργασµένων εκροών της µονάδας γίνεται µε υπεριώδη ακτινοβολία. Η επεξεργασία της λυµατολάσπης (ιλύος) γίνεται µε πάχυνση σε δεξαµενές βαρύτητας, µε αερόβια σταθεροποίηση και µηχανική αφυδάτωση (Έψιλον Α.Ε., 1998). Τα λύµατα µέσω των καταθλιπτικών αγωγών των αντλιοστασίων της πόλης του Μεσολογγίου καταλήγουν στην Μονάδα Επεξεργασίας και εισέρχονται στα έργα προεπεξεργασίας που περιλαµβάνουν την µονάδα της εσχάρωσης και την µονάδα της αφαίρεσης της άµµου και των λιπών. Μετά την προεπεξεργασία τα λύµατα οδεύουν σε φρεάτιο, προκειµένου να κατευθυνθούν προς βιολογική επεξεργασία. Τα έργα βιολογικής επεξεργασίας περιλαµβάνουν την δεξαµενή βιολογικής αποφωσφόρωσης, τις δεξαµενές απονιτροποίησης (στις οποίες υπό ανοξικές συνθήκες λαµβάνει χώρα βιολογική µετατροπή του αζώτου που βρίσκεται σε νιτρική µορφή σε αέριο άζωτο), τις δεξαµενές αερισµού (οι οποίες ικανοποιούν τις απαιτήσεις για αποµάκρυνση BOD 5 και νιτροποίηση κατά τη διάρκεια του χειµώνα και του καλοκαιριού) και τέλος τις δεξαµενές καθίζησης. 71

72 Στις δεξαµενές καθίζησης γίνεται ο διαχωρισµός ιλύος από το επεξεργασµένο υγρό. Τα διαυγασµένα λύµατα οδηγούνται στη µονάδα διύλισης, η οποία αποτελείται από ένα µηχανικό φίλτρο περιστρεφόµενου τύµπανου και τέλος απολυµαίνονται µε υπεριώδη ακτινοβολία (Έψιλον Α.Ε., 1998). Τα επεξεργασµένα λύµατα από την ΕΕΛ ήµου Μεσολογγίου στην έξοδο της Μονάδας έχουν τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται στον πίνακα 2: Πίνακας 2: Χαρακτηριστικά επεξεργασµένων λυµάτων ΕΕΛ Μεσολογγίου (Έψιλον Α.Ε., 1998). A/A ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΜΟΝΑ Α ΤΙΜΗ 1 BOD 5 mg/l <15 2 Αιωρούµενα στερεά mg/l <20 3 Νιτρικό άζωτο mg/l <3 4 Αµµωνιακό άζωτο mg/l <1-3 5 Ολικός φώσφορος mg/l <2-4 72

73 2.3 Περιγραφή της Περιοχής Γεωλογία Οι γεωλογικοί σχηµατισµοί που απαντούν στην ευρύτερη περιοχή διακρίνονται σε αλπικούς και µεταλπικούς. Οι αλπικοί σχηµατισµοί ανήκουν στην γεωτεκτονική ενότητας της Ιόνιας και από κάτω προς τα πάνω είναι (Έψιλον Α.Ε., 1998): Ασβεστόλιθοι: Πρόκειται για µικριτικούς, µικρολατυποπαγείς ασβεστόλιθους χρώµατος λευκού έως λευκοκίτρινου, µεσοστρωµατώδεις έως λεπτοστρωµατώδεις µε κονδύλους και ενστρώσεις πυριτιολίθων. Τα ανθρακικά αυτά πετρώµατα που απαντούν στους λόφους βόρεια του Μεσολογγίου και ανατολικά της λιµνοθάλασσας του Αιτωλικού, συνιστούν το βαθύτερο σχηµατισµό της περιοχής και υπόκεινται του σχηµατισµού του φλύσχη που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της ΕΕΛ. Η ηλικία των ασβεστόλιθων είναι Ανώτερο Κρητιδικό Ανώτερο Ηώκαινο. Το πάχος του φτάνει τα 300 m. Φλύσχης: Ο σχηµατισµός αυτός συνιστά το κορυφαίο στρώµα της Ιόνιας ενότητας και δοµεί τους παρακείµενους λόφους ανατολικά της ΕΕΛ, ενώ ουσιαστικά συνιστά και το γεωλογικό υπόβαθρο της ευρύτερης περιοχής. Αποτελείται από εναλλαγές ψαµµιτικών και πηλιτικών στρωµάτων χρώµατος τεφρού έως καστανού. Το κλαστικό υλικό αποτελείται από λιθοκλάστες ασβεστόλιθων, όξινων ηφαιστειακών πετρωµάτων, πυριτιολίθων και σπανιότερα υπερβασικών πετρωµάτων και από κλάστες χαλαζία και αστρίων. Η συγκολλητική ύλη είναι κυρίως ασβεστιτική. Στη βάση του φλύσχη απαντούν ασβεστιτικές µάργες, που αποτελούν τα µεταβατικά στρώµατα από τους υποκείµενους ασβεστόλιθους στο σχηµατισµό του φλύσχη. Κατά θέσεις διακρίνονται ορίζοντες από µεσόκοκκους έως ανδρόκοκκους ψαµµίτες και πολυγενετικά κροκαλοπαγή. Τα τελευταία αποτελούνται από αρκετά καλά αποστρογγυλωµένες κροκάλες ασβεστόλιθων µέσα σε ψαµµιτική κύρια µάζα. Το πάχος του φλύσχη στην περιοχή ξεπερνάει τα m. Η ηλικία του είναι Κατώτερο Ολιγόκαινο. Ασύµφωνα στους αλπικούς σχηµατισµούς της Ιόνιας ενότητας απαντούν µεταλπικοί σχηµατισµοί. Πρόκειται για κώνους κορηµάτων, πλευρικά κορήµατα και σύγχρονες προσχωσιγενείς αποθέσεις. Πλευρικά κορήµατα κώνοι κορηµάτων (αλλουβιακά ριπίδια). Καταλαµβάνουν τα κράσπεδα της προσχωσιγενούς πεδιάδας του Μεσολογγίου και προέρχονται από τη 73

74 διάβρωση του φλύσχη. Αποτελούνται από ασύνδετες ψαµµιτικές, ανθρακικές και πυριτικές λατύπες ή κροκάλες, κατά θέσεις συγκολληµένες µε αργιλικά υλικά. Τα υλικά τους παρουσιάζουν πτωχή διαβάθµιση, ανακατεµένα µε αργίλους και παλαιοεδάφη. Το πάχος τους ποικίλλει από θέση σε θέση και µπορεί να φτάσει τα 10 m. Σύγχρονες Προσχωσιγενείς αποθέσεις: Πρόκειται για ποταµοχερσαίες, λιµνοθαλάσσιες και θαλάσσιες αποθέσεις της πεδινής έκτασης του Μεσολογγίου. Χαρακτηρίζονται ως ένα σύµπλεγµα από φακοειδή επιµήκη σώµατα ή ασυνεχή στρώµατα χαλικιών, άµµου, ιλύος και αργίλου, ανακατεµένα κατά διάφορα ποσοστά. Κατά κανόνα κοντά στα κράσπεδα της πεδινής έκτασης επικρατούν τα αδροµερή υλικά. Το πάχος του σχηµατισµού µεταβάλλεται από θέση σε θέση και εξαρτάται από το παλαιοανάγλυφο των αλπικών πετρωµάτων. Στην περιοχή της ΕΕΛ πρέπει να φτάνει τα 20 m. Oι αλπικοί σχηµατισµοί της Ιόνιας ενότητας δοµούν το όρος Αράκυνθος, ανατολικά της πόλης του Μεσολογγίου και σχηµατίζουν µία σχετικά µονοκλινική ακολουθία, η οποία κλίνει προς τα ΒΑ. Ο βαθύτερος σχηµατισµός είναι οι ασβεστόλιθοι που παρατηρούνται στις δυτικές πλαγιές του όρους. Οι ασβεστόλιθοι µεταβαίνουν στον φλύσχη, ο οποίος παρουσιάζει µεγάλη επιφανειακή εξάπλωση και πάχος βορειοανατολικά της πόλης του Μεσολογγίου. Στην περιοχή της ΕΕΛ, ο φλύσχης καλύπτεται από σχετικά µεγάλου πάχους πλευρικά κορήµατα και κώνους κορηµάτων, που προέρχονται από τη διάβρωση του υποκείµενου φλύσχη. Προς τα νότια και δυτικά τα πλευρικά κορήµατα µεταβαίνουν πλευρικά στις προσχώσεις της λιµνοθάλασσας. Στο σχήµα 3 παρουσιάζεται ο γεωλογικός χάρτης της περιοχής µελέτης. Ο χάρτης προκύπτει από σύνθεση των Φύλλων Μεσολογγίου και Ευηνοχώρι του ΙΓΜΕ. 74

75 Σχήµα 3: Γεωλογικός χάρτης Ελλάδας. Φύλλο Μεσολογγίου (ΙΓΜΕ, 1996) και Φύλλο Ευηνοχώρι. (ΙΓΜΕ, 1991). Τεταρτογενές Ολόκαινο. Σύγχρονες προσχωσιγενείς αποθέσεις Υδρογεωλογικές συνθήκες Στην περιοχή µελέτης συναντώνται πρόσφατες προσχωσιγενείς αποθέσεις του Ολόκαινου, η περιεκτικότητατων οποίων σε λεπτόκοκκο υλικό, τις κάνει λιγότερο ή περισσότερο υδροπερατές. Στην παράκτια ζώνη της περιοχής µελέτης απαντώνται παραλιµνοθαλάσσιες αποθέσεις και αποθέσεις τελµάτων αποτελούµενες από ιλύ, άργιλο και άµµο, που χαρακτηρίζονται ως αποθέσεις µικρής υδροπερατότητας. Στο µεγαλύτερο µέρος της µελετούµενης περιοχής συναντάµε αλουβιακές αποθέσεις. Πρόκειται για ποτάµιες αποθέσεις αργίλου, άµµου, κροκάλων και λατυπών. Οι σχηµατισµοί αυτοί θεωρούνται ηµιπερατοί και του πάχος τους µειώνεται από την παραλιακή ζώνη προς τα ορεινά. Εντός των σχηµατισµών αυτών αναπτύσσεται υδροφόρος ορίζοντας µιρκής δυναµικότητα µε παροχές 5 ως 15 m 3 /h (Λεµέσιος, 2008). 75

76 Τεκτονική - Σεισµικότητα: Τα ρήγµατα και οι τεκτονικές γραµµές ακολουθούν την γενική διεύθυνση Β. Ν.Α της Πίνδου. Εξαίρεση στην τάση αυτή αποτελεί ο εγκάρσιος, στην πιο πάνω διεύθυνση, άξονας των λιµνών Τριχωνίδας και Λυσιµαχείας. Το σύστηµα των λιµνοθαλασσών Αιτωλικού Μεσολογγίου θεωρείται αποτέλεσµα της τεκτονικής των ρηγµάτων. Η ανατολική και βορειοανατολική ακτή του συστήµατος καθορίζεται από ρήγµα διεύθυνσης ΒΒ ΝΝΑ, ενώ ρήγµα παράλληλο προς το προηγούµενο διέρχεται από τις νησίδες της υτικής ακτής. Στο σχήµα 4 παρουσιάζεται ο νεοτεκτονικός χάρτης του νοµού Αιτωλοακρνανίας. Η περιοχή µελέτης, καθώς και το µεγαλύτερο τµήµα της ευρύτερης περιοχής, βρίσκεται σύµφωνα µε το Χάρτη Ζωνών Σεισµικής Επικινδυνότητας της Ελλάδας, στη ζώνη ΙΙΙ, µεγάλης δηλαδή σεισµικής επικινδυνότητας. Αυτό συµβαίνει λόγω του ότι η εν λόγω περιοχή γειτνιάζει µε δραστήριες σεισµικά περιοχές (σεισµικές περιοχές Ιονίου) (Ανδριόπουλος, 2005). 76

77 Σχήµα 4: Νεοτεκτονικός χάρτης του νοµού Αιτωλοακαρνανίας, κλίµακα 1: (Λέκκας, 1997). 77

78 Εδαφολογικά στοιχεία: Η υπό µελέτη περιοχή είναι µια προσχωµατική πεδιάδα και τα εδάφη (αλλουβιακά) που απαντώνται στην περιοχή είναι αποτέλεσµα του ποικίλου γεωλογικού περιβάλλοντος των γύρω περιοχών (αποσάθρωση των πετρωµάτων τους και απόθεση τους). Τα εδάφη της ευρύτερης περιοχής µελέτης διακρίνονται στις παρακάτω κατηγορίες: Ι) Εδάφη βαθιά, βαριάς έως ελαφράς µηχανικής σύστασης, µε υψηλή στάθµη του υπεδάφιου νερού. Οι κύριοι εδαφικοί τύποι που απαντώνται είναι άργιλοι (C) και αµµώδεις πηλοί (SL). Τα εδάφη αυτά έχουν αλκαλική δράση και µικρή διηθητικότητα. ΙΙ) Εδάφη βαθιά, µε µέση µηχανική σύσταση, µέτρια έως καλά στραγγιζόµενα. Οι κύριοι εδαφικοί τύποι είναι οι πηλοί (L) και οι άργιλοι (C). Έχουν αλκαλική αντίδραση και µικρή διηθητικότητα. III) Εδάφη βαθιά, µε µέση προς βαριά µηχανική σύσταση, καλώς στραγγιζόµενα που περιλαµβάνουν τους εδαφικούς τύπους: αργιλοπηλοί (CL), αµµώδεις αργιλοπηλοί (SCL) και ιλυώδεις αργιλοπηλοί (SiCL). Τα εδάφη αυτά είναι αλκαλικής αντίδρασης και µέσης διηθητικότητας. IV) Εδάφη βαριάς µηχανικής σύστασης, που ανήκουν στους εδαφικούς τύπους αργίλου (C) και αργιλοπηλού (CL). Είναι αλκαλικής αντίδρασης µε µέτρια διηθητικότητα. Αξιοσηµείωτη είναι η παρουσία αλατούχων και νατριωµένων εδαφών στο κάτω ρου της λεκάνης του ποταµού Ευήνου (κυρίως κοντά στις παραλιµνοθαλάσσιες περιοχές) ως αποτέλεσµα της εισόδου του θαλασσινού νερού, της υψηλής στάθµης των υπογείων νερών και της έλλειψης επαρκών έργων στράγγισης. Στο σχήµα 5 παρουσιάζεται ο εδαφολογικός χάρτης της περιοχής µελέτης όπως προκύπτει από την επιµέρους σύνθεση των φύλλων Μεσολογγίου και Ευηνοχωρίου της ασικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας. Στο σχήµα 6 βλέπουµε την χωρική απεικόνιση παθογενών εδαφών κατά το έτος

79 Σχήµα 5: Εδαφολογικός χάρτης της περιοχής µελέτης (Υπουργείο Γεωργίας ασική Υπηρτεσία, 1992) 79

80 Σχήµα 6: Χωρική απεικόνιση των παθογενών εδαφών στην περιοχή µελέτης κατά το έτος (Σταυρινός, 2010) Κλίµα της Περιοχής: Τα κύρια κλιµατικά χαρακτηριστικά της περιοχής είναι το εύκρατο κλίµα µε χειµωνιάτικες έντονες βροχοπτώσεις και θερµό καλοκαίρι. Οι χιονοπτώσεις και οι χαλαζοπτώσεις στην περιοχή είναι σπάνιες. Οι άνεµοι που επικρατούν στην περιοχή είναι οι Β.Α. και δευτερευόντως οι Β.. (κυρίως κατά την διάρκεια του χειµώνα). Η υγρασία είναι φυσικό και αναµενόµενο να είναι έντονη στην περιοχή, η µέση σχετική τιµής της είναι 68,5 %. Ο µέσος ετήσιος όρος ωρών ηλιοφάνειας είναι περίπου 2700 ώρες. Η µέση θερµοκρασία φτάνει συχνά τους 40 o C, ενώ η ελάχιστη του -3 o C µε µέση τους 18 o C. Το µέσο ύψος εξάτµισης χαρακτηρίζεται ως υψηλό (περίπου 1650 mm), εξαιτίας της έντονης καλοκαιρινής εξάτµισης διευκολύνεται η δηµιουργία αλµυρόβαλτων σε ορισµένα σηµεία και αυξάνεται κατά πολύ η αλατότητα σε άλλα σηµεία της λιµνοθάλασσας (Ανδριόπουλος, 2005; Έψιλον Α.Ε., 1998; Λεµέσιος 2008). 80

81 Υδρολογία: Στην λεκάνη απορροής του ποταµού Εύηνου το υδρογραφικό δίκτυο εµφανίζεται αρκετά πυκνό και µε αυξηµένη επιφανειακή απορροή. Στην λιµνοθάλασσα καταλήγουν οι χείµαρροι που έχουν δηµιουργηθεί στον ορεινό όγκο που αναπτύσσεται ανατολικά των λιµνοθαλασσών. Οι χείµαρροι αυτοί στη διαδροµή τους προς την προσχωσιγενή περιοχή µεταφέρουν, µεγάλες ποσότητες νερού ιδιαίτερα κατά τους βροχερούς µήνες. Στο σχήµα 7 παρουσιάζεται το υδρογραφικό δίκτυο της περιοχής µελέτης. Τα αρδευτικά και αποστραγγιστικά έργα που υπάρχουν στην περιοχή έχουν αλλοιώσει τον φυσικό υδρολογικό κύκλο και έχουν τροποποιήσει τη φυσική λεκάνη απορροής της λιµνοθάλασσας (βλέπε προηγούµενο κεφάλαιο παράγραφος υδάτινοι πόροι της Αιτωλ/νίας). Σχήµα 7: Υδρογραφικό δίκτυο της περιοχής µελέτης (www.titan.chi.civil.ntua.gr) Σηµείωση: Υδρογραφικό ίκτυο, µε βαθµονόµηση κατά Strahler 81

82 Ο Ποταµός Εύηνος: Ο ποταµός Εύηνος ή Φίδαρης (λόγω της µαιανδρικής µορφής στο κάτω τµήµα ροής του), πηγάζει από τα Βαρδούσια όρη και διατρέχοντας το Νοµό Αιτωλοακαρνανίας µε διεύθυνση ΒΒΑ-ΝΝ, εκβάλλει στον Πατραϊκό Κόλπο απέναντι από την Πάτρα, διανύοντας συνολικά 113 km. Στην πορεία του δέχεται νερά πλήθους χειµάρρων και παραπόταµων, όπως οι Κότσαλος, Πόριαρης, Γιδοµαντρίτης κ.λπ. Ο χαρακτήρας του ποταµού εναλλάσσεται από τον άνω ρου προς τα κατώτερα τµήµατα. Αρχικά η ροή του είναι ορµητική, ενώ στο κάτω τµήµα της περιοχής ο ρυθµός ροής του αρχίζει να πέφτει, αποθέτοντας φερτά υλικά έως τις εκβολές µε τις προσχώσεις και το εκτεταµένο δέλτα, που συνιστούν εύφορη προς καλλιέργεια γη. Η ορεινή φύση της λεκάνης απορροής του, σε συνδυασµό µε τις απότοµες µορφολογικές κλίσεις και τη γεωλογική δοµή των στρωµάτων που διατρέχει ο Εύηνος ποταµός, έχουν ως αποτέλεσµα την έντονη διαβρωτική δράση του και την άφθονη στερεοπαροχή. Με τις φερτές του ύλες, ο Εύηνος ενισχύει το προσχωµατικό έργο του Αχελώου στο σχηµατισµό των λιµνοθαλασσών και διαµορφώνει την εκβολή του. Αν και δεν αποτελεί εφήµερο ποταµό, η παροχή του νερού έχει περιοδικές διακυµάνσεις µε µειωµένη ροή τους καλοκαιρινούς µήνες, το φαινόµενο αυτό εντάθηκε µε την κατασκευή του φράγµατος στον Άγιο ηµήτριο, όπου τα νερά των Βαρδουσίων συγκεντρώνονται σε τεχνητή λίµνη έκτασης 3,3 km 2 στην ορεινή κοιλάδα του Αγ. ηµητρίου. Μέρος αυτών (25%) µεταφέρεται µέσω σήραγγας µήκους 3,1 km και διαµέτρου 3,5 m στο Μόρνο για την υδροδότηση του νοµού Αττικής. Η οικολογική ισορροπία και η ζωή στον ποταµό διασφαλίζονται µε τον αγωγό θερινής παροχής που κατασκευάσθηκε και αποδίδει στην κοίτη του Ευήνου 1 m 3 /sec (Ανδριόπουλος, 2005; Καρύµπαλης, 2008). Στις εκβολές του σχηµατίζονται εποχικά έλη (λασποτόπια), ιλυώδεις τόποι µε ελάχιστη βλάστηση, που πληµµυρίζουν περιοδικά από νερά είτε της θάλασσας είτε της λιµνοθάλασσας Κλείσοβας. Αυτές οι εκτάσεις, ξερές το καλοκαίρι, αναζωογονούνται το φθινόπωρο µε τους νοτιάδες και τις πληµµύρες και γεµίζουν µε σµήνη από τρύγγες, σκαλίδρες, τουρλίδες και ερωδιούς, που τρέφονται µε µικρούς οργανισµούς που βρίσκουν στη λάσπη. 82

83 Το δέλτα του ποταµού Εύηνου: Το δέλτα του Ευήνου έχει έκταση 92 km 2 και βρίσκεται στον Πατραϊκό Κόλπο. Ο ποταµός σε όλη του τη διαδροµή στη δελταϊκή πεδιάδα έχει διακλαδιζόµενη µορφή και έχει ευθυγραµµιστεί και οριοθετηθεί µε τεχνητά αναχώµατα από το Πριν την παρέµβαση αυτή η κοίτη είχε µαιανδρική µορφή για µικρό µήκος πριν τις εκβολές που βρίσκονταν ανατολικά των σηµερινών. Στη δελταϊκή πεδιάδα αναγνωρίστηκαν και χαρτογραφήθηκαν αρκετές εγκαταλελειµµένες κοίτες. Τα περισσότερο ευδιάκριτα, τόσο σε αεροφωτογραφίες όσο και σε χάρτη του 1885 και συνεπώς προηγούµενα του 1959 µαιανδρικά ίχνη ροής του ποταµού βρίσκονται δυτικά της σηµερινής κοίτης και καταλήγουν στην Άκρα Ευήνου περίπου 1,6 Km δυτικά των σηµερινών εκβολών. Μεταξύ 1885 και 1945 η κοίτη µετανάστευσε 300 m ανατολικότερα και οι εκβολές βρέθηκαν 1,9 Km ανατολικά της Άκρας Ευήνου. Μια οµάδα εγκαταλελειµµένων κοιτών διασχίζει τη δυτική δελταϊκή πεδιάδα και τη λιµνοθάλασσα Κλείσοβας καταλήγοντας στην Τουρλίδα, ενώ µια άλλη εντοπίζεται δυτικά του Ευηνοχωρίου και καταλήγει στις βορειοανατολικές όχθες της Κλείσοβας. Οι παλαιές κοίτες του ανατολικού δέλτα είναι µαιανδρικής µορφής, αρκετά δυσδιάκριτες και διαβρώνονται από τις θαλάσσιες διεργασίες. Η ανατολική ακτογραµµή χαρακτηρίζεται από αιγιαλούς µε αδροµερή ιζήµατα (χάλικες κροκάλες και χονδρόκοκκη άµµο), ενώ η δυτική ακτογραµµή και η περιοχή των εκβολών από λεπτόκοκκη άµµο, ιλύ και άργιλο. Η ανατολική ακτή περιλαµβάνει χαµηλούς κρηµνούς και διαβρούµενες θίνες στο χώρο των παλαιών εκβολών, ενώ το κύριο χαρακτηριστικό της δυτικής ακτογραµµής είναι η ανάπτυξη έντεκα σχεδόν παράλληλων παράκτιων αµµωδών ράχεων µεταξύ Τουρλίδας και Άκρας Ευήνου. Η ακτογραµµή στη θέση των παλιών εκβολών (πριν την τεχνητή διευθέτηση) για την περίοδο µεταξύ 1959, οπότε και διεκόπη η τροφοδοσία της από το ποτάµι µε ίζηµα, έως 1995 έχει υποχωρήσει µε µέσο ρυθµό 3,6 µέτρα/ έτος. Επιπλέον σηµαντική διάβρωση µε ρυθµό που εκτιµάτε σε 1,7 m / έτος έχει υποστεί για την περίοδο η περιοχή Άκρα Ευήνου. Η µόνη περιοχή, που διαπιστώνεται προέλαση του δέλτα για την ανωτέρω περίοδο ήταν οι σηµερινές εκβολές όπου ο µέσος ρυθµός πρόσχωσης ανήλθε σε 36 m / έτος (Καρύµπαλης, 2008). 83

84 Η Λιµνοθάλασσα Κλείσοβα: Η λιµνοθάλασσα Κλείσοβα χωρίστηκε µε ανθρώπινη παρέµβαση σε δύο επιµέρους τµήµατα, την ανατολική και την δυτική Κλείσοβα. Η περιοχή της δυτικής Κλείσοβας έχει πολύ µικρή επικοινωνία µε την υπόλοιπη κεντρική λιµνοθάλασσα µέσω δύο διόδων που βρίσκονται κατά µήκος του δρόµου που συνδέει την πόλη του Μεσολογγίου µε την περιοχή της Τουρλίδας. Η ανατολική Κλείσοβα χωρίστηκε από τη δυτική µε σκοπό τη µετατροπή της σε υδατοσυλλέκτη για την µεταφορά των επεξεργασµένων λυµάτων της Εγκατάστασης Επεξεργασίας Λυµάτων της πόλης του Μεσολογγίου. Η επικοινωνία της µε τον Πατραϊκό επιτυγχάνεται µέσω διαύλων επικοινωνίας που ονοµάζονται µπούκες. Αυτό το κοµµάτι της Κλείσοβας χαρακτηρίζεται από τον έντονο ευτροφισµό που προκαλεί ακραίες φυσικοχηµικές τιµές οξυγόνου, ph και θρεπτικών αλάτων (Ανδριόπουλος, 2005) Οικοσυστήµατα ειδικού ενδιαφέροντος: Η ευρύτερη περιοχή αποτελεί τµήµα του Εθνικού Πάρκου Λιµνοθαλασσών Μεσολογγίου-Αιτωλικού, κάτω ρου και εκβολών ποταµών Αχελώου και Εύηνου και νήσων Εχινάδων. Το πάρκο βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο της Στερεάς Ελλάδας, εκεί όπου ο Πατραϊκός Κόλπος συναντά το Ιόνιο Πέλαγος και εκβάλλουν οι ποταµοί Εύηνος και Αχελώος. Σε αυτήν την περιοχή εντάσσονται λιµνοθαλάσσιες, χερσαίες και ποτάµιες περιοχές του νότιου τµήµατος του Νοµού Αιτωλοακαρνανίας και το νησιώτικο σύµπλεγµα των Β. και Ν. Εχινάδων του Νοµού Κεφαλληνίας που διακρίνονται για τη µεγάλη βιολογική, οικολογική, αισθητική, επιστηµονική, γεωµορφολογική και παιδαγωγική τους αξία. Η περιοχή περιλαµβάνει πλήθος οικοτόπων που η οικολογική τους σηµασία, η ποικιλία τους, το φυσικό τους κάλλος έχουν διεθνώς αναγνωριστεί. Το καθεστώς προστασίας του πάρκου προσδιορίζεται από τη Σύµβαση Ramsar και Eυρωπαϊκές Συµβάσεις και οδηγίες για την βιοποικιλότητα και τις Σηµαντικές Περιοχές για τα Πουλιά. Έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura Επιµέρους τµήµατα υπόκεινται σε ειδικά καθεστώτα προστασίας, όπως αυτά των περιοχών «ιδιαιτέρους κάλλους», των «καταφυγίων θηραµάτων» και των «διατηρητέων Μνηµείων της Φύσης». Το ίκτυο Natura 2000 αποτελεί ένα Ευρωπαϊκό Οικολογικό ίκτυο περιοχών, οι οποίες φιλοξενούν φυσικούς τύπους οικοτόπων και οικοτόπους ειδών που είναι 84

85 σηµαντικοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αποτελείται από δύο κατηγορίες περιοχών: Τις «Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ)» (στα αγγλικά: Special Protection Areas - SPA) για την Ορνιθοπανίδα, όπως ορίζονται στην Οδηγία 79/409/EK, και τους «Τόπους Κοινοτικής Σηµασίας (ΤΚΣ)» (στα αγγλικά: Sites of Community Importance SCI), όπως ορίζονται στην Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Εδώ πρέπει να τονίσουµε ότι ο τελικός αποδέκτης των εκροών της εγκατάστασης επεξεργασίας λυµάτων Μεσολογγίου είναι η λιµνοθάλασσα Κλείσοβα, η οποία ανήκει στις προστατευόµενες περιοχές του δικτύου Natura 2000 και της Συνθήκης Ramsar. Η προστασία εποµένως του ευαίσθητου αυτού αποδέκτη καθιστά πρακτικές διάθεσης των λυµάτων, όπως η άρδευση καλλιεργειών, πολύ σηµαντικές γιατί µε την διάθεση των λυµάτων στο έδαφος γίνεται χρήση του πολύπλοκου βιογεωχηµικού φίλτρου που λέγεται έδαφος µικροοργανισµοί φυτά, ώστε να αποφευχθούν φαινόµενα ευτροφισµού και υποβάθµισης του υδάτινου αποδέκτη. Στο σχήµα 8 παρουσιάζονται οι περιοχές Natura 2000 στον υπό µελέτη χώρο. 85

86 Σχήµα 8: Προστατευόµενες περιοχές στον υπό µελέτη χώρο (www.oikoskopio.gr) 86

87 Πληθυσµιακά στοιχεία - Παραγωγικές δραστηριότητες Το Μεσολόγγι, πρωτεύουσα του νοµού Αιτωλοακαρνανίας (νυν Περιφερειακή Ενότητα Αιτωλοακαρνανίας της Περιφέρειας υτικής Ελλάδας), αποτελεί το διοικητικό κέντρο του νοµού. Εκτός της ανάπτυξης των κρατικών υπηρεσιών, σηµαντικό µέρος του πληθυσµού ασχολείται µε την αλιεία, την γεωργία (κυρίως στα ηµοτικά ιαµερίσµατα του Ευρύτερου ήµου Μεσολογγίου), το εµπόριο, τον κλάδο των υπηρεσιών, ενώ υπάρχει και αρκετό εργατικό δυναµικό (οικοδοµές, βιοτεχνίες και βιοµηχανία). Τις τελευταίες δεκαετίες σηµαντική ώθηση στην ανάπτυξη και την οικονοµία της πόλης έφερε η λειτουργία του Τ.Ε.Ι. (άνθηση της οικοδοµικής δραστηριότητας για την κατασκευή καταλυµάτων για τους σπουδαστές, καθώς και επιχειρήσεων που ασχολούνται µε την εστίαση και την διασκέδαση των σπουδαστών). Σε ό,τι αφορά στα πληθυσµιακά δεδοµένα του ήµου Μεσολογγίου αυτά παρουσιάζονται στον πίνακα 3. Πίνακας 3: Πληθυσµιακά Στοιχεία των ηµοτικών ιαµερισµάτων του ήµου της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου (Τ.Ε..Κ, 2010). ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ήµος Μεσολογγίου ηµοτικό ιαµέρισµα Αγίου Γεωργίου Αγίου Θωµά Άνω Κουδούνι Ελληνικά Ευηνοχώρι Μούσουρα Ρέτσινα 193 Ευρύτερα η περιοχή αναπτύχθηκε ιστορικά σε άµεση σχέση µε την λιµνοθάλασσα, µε την οποία είναι άµεσα συνδεδεµένη και η µελλοντική της κοινωνικοοικονοµική πορεία και ανάπτυξη. Ο πλέον αναπτυγµένος τοµέας είναι αυτός της γεωργίας (φυτική και ζωική παραγωγή), στον οποίο λόγω διάρκειας, έκτασης και έντασης, οφείλονται και οι περισσότερες επεµβάσεις στο φυσικό περιβάλλον. Πιο συγκεκριµένα, στα πλαίσια επέκτασης, προστασίας και αύξησης της αγροτικής παραγωγής, έχουν γίνει επεµβάσεις, όπως αποστραγγίσεις αποξηράνσεις υγροτόπων (ένα µεγάλο µέρος των καλλιεργούµενων εκτάσεων προέρχεται από αποστραγγίσεις ελωδών περιοχών στο δέλτα του ποταµού Ευήνου και στην περιοχή της λιµνοθάλασσας. Στην περιοχή 87

88 µελέτης το µεγαλύτερο τµήµα του δέλτα του Ευήνου και της λιµνοθάλασσας Κλείσοβας αποστραγγίστηκαν από το Πολλές από τις αποξηραµένες περιοχές παρουσιάζουν φαινόµενα υψηλής αλατότητας και αλκαλικότητας των εδαφών τους. Το µεγαλύτερο µέρος της πεδινής περιοχής γύρω από τη λιµνοθάλασσα (συµπεριλαµβανοµένης και της υπό µελέτη περιοχής) είναι εκτάσεις γεωργικής γης µε µεγάλη στρεµµατική απόδοση. Κυριότερες καλλιέργειες που απαντώνται στην ευρύτερη περιοχή του ήµου Μεσολογγίου είναι οι ελιές (βρώσιµες ελιές κυρίως ποικιλίας Καλαµών και ελαιοποιήσιµες) και τα εσπεριδοειδή σε ό,τι αφορά τις δενδρώδεις καλλιέργειες, και η µηδική, ο αραβόσιτος και το βαµβάκι σε ό,τι αφορά στα φυτά µεγάλης καλλιέργειας. Σποραδικά σε θερµοκήπια της ευρύτερης περιοχής καλλιεργούνται κηπευτικά (τοµάτα, µελιτζάνα, πιπεριά και κολοκυνθοειδή), τα οποία καλύπτουν κυρίως τις ανάγκες της ευρύτερης περιοχής και του νοµού γενικότερα. Σε ό,τι αφορά στην κτηνοτροφία, εκτρέφονται κυρίως αιγοπρόβατα και βοοειδή. Τα πρόβατα είναι ποιµενικής µορφής µε πρόχειρες εγκαταστάσεις. Τα βοοειδή εκτρέφονται για την παραγωγή κρέατος. Οι δασικές δραστηριότητες εντοπίζονται στο όρος Αράκυνθος. Ο δευτερογενής τοµέας (βιοµηχανία οικοδοµές λατοµεία) δεν είναι ιδιαίτερα αναπτυγµένος. ραστηριότητες που απαντώνται στην περιοχή του ήµου Μεσολογγίου είναι: α) οι ηµόσιες Αλυκές που βρίσκονται στον επαρχιακό δρόµο, που συνδέει το Μεσολόγγι µε το Αιτωλικό, οι ηµοτικές Αλυκές Τουρλίδας, το εργοστάσιο επεξεργασίας άλατος της εταιρείας «ΚΑΛΑΣ», βιοτεχνίες επεξεργασίας µαρµάρου, βιοτεχνίες επίπλων, ελαιοτριβεία, πυρηνελαιουργείο και εργοστάσιο παρασκευής γύψου. Σε ό,τι αφορά στον τριτογενή τοµέα (τουρισµός, εµπόριο και υπηρεσίες) αναφέρονται τα εξής. Υπάρχει µεγάλη ανάπτυξη του κλάδου των υπηρεσιών πάσης φύσεως λόγω της ύπαρξης του ΤΕΙ Μεσολογγίου, του Κέντρου Εκπαίδευσης Πεζικού και της συγκέντρωσης των κρατικών Υπηρεσιών ως πρωτεύουσας του νοµού. Ο τουρισµός είναι σχετικά αναπτυγµένος, αλλά υπάρχουν σηµαντικές δυνατότητες για την περαιτέρω ανάπτυξή του. Ολόκληρη η περιοχή είναι ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους που ευνοεί τον φυσιολατρικό τουρισµό. Επιπλέον υπάρχει η πλούσια πολιτιστική κληρονοµιά του Μεσολογγίου από τους αγώνες του λαού µας για ελευθερία, καθώς και οι σηµαντικοί αρχαιολογικοί χώροι της αρχαίας Πλευρώνας και Καλυδώνας. Στο σχήµα 9 παρουσιάζονται οι χρήσεις γης για την περιοχή µελέτης. 88

89 Σχήµα 9: Χρήσεις γης στην υπό µελέτη περιοχή (www.oikoskopio.gr). 89

90 2.4 Προσδιορισµός καλλιεργειών οριοθετηµένης περιοχής: Προκειµένου να προσδιοριστούν µε ακρίβεια το είδος των καλλιεργειών και η έκταση που καταλαµβάνουν στην περιοχή µελέτης, ακολουθήθηκε η εξής διαδικασία: Οι παραγωγοί της χώρας µας προκειµένου να λάβουν τις επιδοτήσεις τους στα πλαίσια των κανονισµών και στηρίξεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση υποβάλλουν κάθε χρόνο δήλωση καλλιέργειας (Αίτηση Ενιαίας Ενίσχυσης) στις τοπικές Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισµών. Στην συνέχεια ακολουθεί ψηφιοποίηση των αγροτεµαχίων τους και καταχώρηση του είδους της καλλιέργειας, ενώ το κάθε αγροτεµάχιο αποκτά ένα κωδικό (13 ψηφία) αριθµό που σχετίζεται µε τον τοπογραφικό του προσδιορισµό στο Ενιαίο Γεωγραφικό Σύστηµα Αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ 87). Με αυτόν τον τρόπο προκύπτουν ψηφιακοί ορθοφωτοχάρτες, όπου φαίνονται όλα τα δηλωµένα αγροτεµάχια κάθε περιοχής (βλέπε σχήµατα 10 α και 10 β όπου παρουσιάζονται ψηφιακός χάρτης µέρους της περιοχής µελέτης). Η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισµών Μεσολογγίου Ναυπακτίας, στην αρµοδιότητα της οποίας ανήκει η περιοχή µελέτης, προµήθευσε αντίστοιχους ορθοφωτοχάρτες, σε ψηφιακή µορφή καθώς και αρχείο (βλέπε σχήµα 11) µε τις δηλούµενες καλλιέργειες και τους κωδικούς τους. Αφού οριοθετήθηκε η περιοχή µε βάση τα κριτήρια που ήδη έχουν αναφερθεί σε προηγούµενο κεφάλαιο, στην συνέχεια καταγράφηκαν, µέσα στα όρια της περιοχής µελέτης, όλα τα αγροτεµάχια καθώς και το είδος της καλλιέργειας µε την οποία είχαν δηλωθεί. Έτσι προέκυψαν τα στοιχεία του πίνακα 4 που απεικονίζουν τα είδη καλλιεργειών και την έκταση τους στην οριοθετηµένη περιοχή. Αυτά τα στοιχεία του πίνακα χρησιµοποιήθηκαν στην συνέχεια για τον προσδιορισµό των υδατικών αναγκών των καλλιεργειών. 90

91 Σχήµα 10: Παράδειγµα του τρόπου εργασίας. Στο σχήµα 10α βλέπουµε τµήµα της περιοχής µελέτης όπως απεικονίζεται στο googlearth. Στο σχήµα 10β βλέπουµε την απεικόνιση της ανωτέρω περιοχής σε ψηφιακό ορθοφωτοχάρτη της ΕΑΣ Μεσολογγίου Ναυπακτίας για το έτος Με πορτοκαλί χρώµα σηµειώνονται τα όρια των ενοτήτων, ενώ µε πράσινο χρώµα σηµειώνονται τα αγροτεµάχια και ο αύξων αριθµός τους µέσα σε κάθε ενότητα. Α) 91

92 Β) Σχήµα 11: Παράδειγµα καταγραφής ανά ψηφιοποιηµένο αγροτεµάχιο του κωδικού καλλιέργειας και της συνολικής του έκτασης (ΕΑΣ Μεσολογγίου Ναυπακτίας, 2010). 92

93 Πίνακας 4: Είδη καλλιεργειών και η έκταση που καταλαµβάνουν στην υπό µελέτη περιοχή. ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΕΚΤΑΣΗ ΣΕ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ ΠΟΣΟΣΤΟ % ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΗ ΙΚΗ ,70 ΒΑΜΒΑΚΙ 6926,5 32,89 ΑΡΑΒΟΣΙΤΟΣ 1901,7 9,03 ΛΟΙΠΑ ΣΙΤΗΡΑ (ΒΡΩΜΗ, ΚΡΙΘΑΡΙ, ΚΛΠ) 1034,4 4,91 ΕΣΠΕΡΙ ΟΕΙ Η 2136,2 10,14 ΒΟΣΚΟΤΟΠΟΙ 860,4 4,09 ΣΚΛΗΡΟ ΣΙΤΑΡΙ 5,4 0,03 ΟΣΠΡΙΑ 14 0,07 ΡΥΖΙ 9 0,04 ΑΜΠΕΛΙΑ 3,1 0,01 ΚΗΠΕΥΤΙΚΑ 61,6 0,29 ΕΛΙΕΣ 1194,3 5,67 ΕΛΑΙΟΥΧΟΙ ΣΠΟΡΟΙ 8 0,04 ΙΑΦΟΡΟΙ ΕΝ ΡΩΝΕΣ (ΠΥΡΗΝΟΚΑΡΠΑ, ΜΗΛΟΕΙ Η, ΑΚΡΟ ΡΥΑ) 17,5 0,08 ΣΥΝΟΛΟ: 21058,1 100,00 93

94 3. 2 η Περιοχή Μελέτης Πλησίον ΕΕΛ ήµου Ναυπάκτου 3.1 Οριοθέτηση περιοχής Η περιοχή έρευνας βρίσκεται πλησίον της εγκατάστασης επεξεργασίας λυµάτων του ήµου Ναυπάκτου που βρίσκεται σε παραθαλάσσια έκταση κοντά στο δέλτα του ποταµού Μόρνου και Ανατολικά της Πόλης της Ναυπάκτου. Η οριοθέτηση της περιοχής εµπεριέχει τα ανατολικά όρια της πόλης της Ναυπάκτου, εκτείνεται βόρεια µέχρι την Εθνική Οδό Ναυπάκτου Ιτέας, φτάνει ανατολικά µέχρι την δυτική όχθη του Ποταµού Μόρνου, νότια εκτείνεται παράλληλα µε την ακτογραµµή του Κορινθιακού Κόλπου και φτάνει µέχρι την εκβολή του ποταµού Μόρνου στον Κορινθιακό Κόλπο. Η περιοχή παρουσιάζει οµαλό ανάγλυφο και περιλαµβάνει της προσχωσιγενή πεδιάδα της Ναυπάκτου. Στο σχήµα 12 παρουσιάζεται χάρτης µε την οριοθετηµένη περιοχή, οι συντεταγµένες οριοθέτησης της περιοχής στο σύστηµα ΕΓΣΑ 87, καθώς και η συνολική έκταση της περιοχής µελέτης που είναι στρέµµατα. Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων (ΕΕΛ) Ναυπάκτου βρίσκεται ανατολικά της οµώνυµης πόλης, σε απόσταση περίπου 5 km από το κέντρο της και σε απόσταση 500 µέτρων από τα πλησιέστερα σπίτια και σε παραθαλάσσια έκταση πλησίον του έλτα του Ποταµού Μόρνου.. 94

95 Σχήµα 12: Χάρτης µε την οριοθέτηση της περιοχής µελέτης πλησίον του σταθµού επεξεργασίας λυµάτων ήµου Ναυπάκτου (Κτηµατολόγιο Α.Ε., 2011). ΕΕΛ 95

96 3.2 Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Ναυπάκτου Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων (ΕΕΛ) του ήµου Ναυπάκτου βρίσκεται στο ήµο Ναυπάκτου σε παραθαλάσσια έκταση (Κορινθιακός κόλπος) πλησίον του έλτα του ποταµού Μόρνου και ανατολικά της Πόλης της Ναυπάκτου. Οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυµάτων της Ναυπάκτου έχουν κατασκευαστεί στη θέση Μπούτος και σε απόσταση 800 m από την Εθνική Οδό Ναυπάκτου - Ιτέας. Η θέση αυτή, βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως σε απόσταση περίπου 500 m από τα πλησιέστερα σπίτια του οικισµού. Η πρόσβαση γίνεται από την Εθνική Οδό Ναυπάκτου-Ιτέας και στη συνέχεια από δηµοτικό δρόµο που οδηγεί σε αυτό. Το γήπεδο είναι συνολικής έκτασης 15 στρεµµάτων περίπου και διοικητικά ανήκει στο δήµο Ναυπάκτου. Οι συντεταγµένες της εγκατάστασης είναι Χ= και Υ= (σύστηµα αναφοράς ΕΓΣΑ 87). Ο αποδέκτης των εκροών της εγκατάστασης είναι ο θαλάσσιος χώρος στις εκβολές του ποταµού Μόρνου. Η εγκατάσταση λειτούργησε για πρώτη φορά το έτος Στον πίνακα 5 παρουσιάζονται δεδοµένα λειτουργίας της ΕΕΛ Ναυπάκτου. Πίνακας 5: Συγκεντρωτικά δεδοµένα από την λειτουργία της ΕΕΛ ήµου Ναυπάκτου (Γραφείο Μελετών Σπ. Φράγκου, 2002). ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ Πληθυσµός που εξυπηρετείται κάτοικοι Μέση ηµερήσια παροχή m 3 /ηµέρα BOD kg/ηµέρα Αιωρούµενα στερεά kg/ηµέρα Ολικό Άζωτο 250 kg/ηµέρα Φώσφορος 70 kg/ηµέρα Στάδια επεξεργασίας Τριτοβάθµια και απολύµανση εκροών. Μέθοδος απολύµανσης Τεχνολογία χλωρίωσης Ποσότητα λυµατολάσπης 1200 m 3 / έτος (>20% Ξ.Ο) Επεξεργασία λυµατολάσπης Περιλαµβάνει πάχυνση, βελτίωση σταθεροποίηση και τέλος αφυδάτωση και ξήρανση Τρόπος διάθεσης της λάσπης Υγειονοµική ταφή. Απολύµανση υγιεινοποίηση λάσπης Με την χρήση ανθρακικού ασβεστίου 96

97 Η µέθοδος επεξεργασίας είναι αυτή της Ενεργού Ιλύος όπως εξειδικεύεται από το σύστηµα του Παρατεταµένου Αερισµού (Extended Aeration Activated Sludge), µε ταυτόχρονη πλήρη σταθεροποίηση της ιλύος και µε απονιτροποίηση - αποφωσφόρωση. Προ της µονάδας προεπεξεργασίας υφίσταται το φρεάτιο υποδοχής βοθρολυµάτων. Οι επιµέρους µονάδες του έργου είναι (Γραφείο Μελετών Σπ. Φράγκου, 2002): α. Η Μονάδα Προεπεξεργασίας η οποία αποτελείται από : Το Φρεάτιο Άφιξης των Λυµάτων Το Έργο Εσχάρωσης Το Μετρητή Παροχής Το Έργο Εξάµµωσης β. Η δίδυµη Μονάδα Βιολογικής Επεξεργασίας, κάθε γραµµή της οποίας αποτελείται από : Το Φρεάτιο Επιλογής Μικροοργανισµών Την Αναερόβια εξαµενή Την Ανοξική εξαµενή Τη εξαµενή Αερισµού Τη εξαµενή Καθίζησης Το Αντλιοστάσιο Ανακυκλοφορίας και Περίσσειας Ιλύος γ. Η Μονάδα Επεξεργασίας Ιλύος η οποία αποτελείται από : Τη Μονάδα Μηχανικής Πάχυνσης Ιλύος Τη Μονάδα Μηχανικής Αφυδάτωσης Ιλύος δ. Η Μονάδα ιύλισης και Απολύµανσης η οποία αποτελείται από : Τη Μονάδα ιύλισης Τη Μονάδα Απολύµανσης µε χλωρίωση Στο φρεάτιο άφιξης καταλήγουν τα λύµατα της Ναυπάκτου παράλληλα υφίσταται φρεάτιο υποδοχής βοθρολυµάτων όγκου 10,5 m 3. Από τα δύο αυτά φρεάτια τα λύµατα οδηγούνται στην αρχή των διωρύγων εσχάρωσης. Στην εσχάρωση κατακρατούνται τα µεγαλύτερα των 10 mm στερεά. Η εσχάρα είναι µηχανικού αυτοκαθαριζόµενου τύπου. Από το έργο εσχάρωσης τα λύµατα οδηγούνται στον εξαµµωτή για την αποµάκρυνση της άµµου καθώς και των λιπών και αφρών. Τα παραπροϊόντα της προεπεξεργασίας, δηλαδή τα εσχαρίσµατα και η άµµος µεταφέρονται προς υγειονοµική ταφή. Στη συνέχεια τα λύµατα οδηγούνται στο 97

98 φρεάτιο διανοµής απ όπου ισοκατανέµονται στις δύο γραµµές της µονάδας βιολογικής επεξεργασίας. Στις γραµµές της µονάδας βιολογικής επεξεργασίας που αποτελούνται από αναερόβια, ανοξική και αερόβια δεξαµενή τα λύµατα υφίστανται βιολογική επεξεργασία για την αποικοδόµηση και ανοργανοποίηση των ρυπαντικών τους φορτίων µε ταυτόχρονη σταθεροποίηση της ιλύος και σύγχρονη απονιτροποίηση και αποφωσφόρωση. Στις αερόβιες δεξαµενές επιτελούνται οι ακόλουθες διεργασίες : α) Αποµάκρυνση του οργανικού φορτίου (95%), β) Πλήρης νιτροποίηση, γ) Σταθεροποίηση (ηλικία ιλύος > 22 ηµέρες, ποσοστό οργανικών 49%). Στις ανοξικές δεξαµενές επιτελούνται οι ακόλουθες διεργασίες: Α) Απονιτροποίηση του οξειδωµένου αζώτου και β) Σταθεροποίηση της ιλύος (ποσοστό οργανικών ιλύος 49% και ηλικία ιλύος > 22 ηµέρες). Μετά τη δεξαµενή αερισµού τα λύµατα περνούν στη δεξαµενή καθιζήσεως όπου καθιζάνει η βιολογική µάζα και ανακυκλοφορείται στις δεξαµενές αερισµού για τη διατήρηση σταθερού ποσοστού ενεργού ιλύος, µέσω του αντλιοστασίου ανακυκλοφορίας ενώ τα διαυγασµένα υγρά υπερχειλίζουν προς τη µονάδα διύλισης και απολύµανσης, η οποία γίνεται µε υποχλωριώδες νάτριο σε δεξαµενές επαφής. Μετά την απολύµανση τα λύµατα οδηγούνται στο φρεάτιο εξόδου και διατίθενται στην παρακείµενη θαλάσσια περιοχή του Κόλπου της Ναυπάκτου σύµφωνα και µε την 2630/ απόφαση Νοµάρχη Αιτωλίας και Ακαρνανίας περί Καθορισµού χρήσης φυσικού αποδέκτη των επεξεργασµένων αστικών αποβλήτων ήµου Ναυπάκτου. Η πλεονάζουσα ιλύς παροχετεύεται καθηµερινώς προς τον µηχανικό παχυντή όπου υφίσταται πάχυνση για τη µείωση του όγκου της. Μετά την πάχυνση η ιλύς παροχετεύεται για µηχανική αφυδάτωση. Τα υγρά στραγγίσεως από την πάχυνση και την αφυδάτωση επιστρέφουν στο αντλιοστάσιο στραγγιδίων µε βαρύτητα και στη συνέχεια αντλούνται προς το φρεάτιο µερισµού του βιολογικού αντιδραστήρα. Η αφυδατωµένη ιλύς µεταφέρεται για υγειονοµική ταφή. Η πάχυνση της ιλύος πραγµατοποιείται σε τράπεζα πάχυνσης που εξασφαλίζει µεγάλη απόδοση στην αύξηση συγκέντρωσης στερεών και µικρό χρόνο παραµονής, ώστε να αποφεύγονται φαινόµενα δηµιουργίας αναερόβιων συνθηκών. Το σύστηµα αποτελείται από διάταξη µίξης πολυηλεκτρολύτη, από τράπεζα πάχυνσης µε οριζόντιο κυλιόµενο ιµάντα πλάτους ίσου προς το πλάτος της ταινίας της αντίστοιχης 98

99 ταινιοφιλτρόπρεσσας. Η αφυδάτωση της ιλύος γίνεται µηχανικά µε την χρήση ταινιοφιλτρόπρεσσας. Τα επεξεργασµένα λύµατα από την ΕΕΛ ήµου Ναυπάκτου στην έξοδο της Μονάδας έχουν τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται στον πίνακα 6: Πίνακας 6: Χαρακτηριστικά επεξεργασµένων λυµάτων ΕΕΛ Ναυπάκτου (Γραφείο Μελετών Σπ. Φράγκου, 2002). A/A ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΜΟΝΑ Α ΤΙΜΗ 1 BOD 5 mg/l 8 2 Αιωρούµενα στερεά mg/l 5 3 Ολικό άζωτο mg/l 10 4 Ολικός φώσφορος mg/l Περιγραφή της Περιοχής: Γεωλογία: Μορφολογικά η περιοχή χαρακτηρίζεται από οµαλό, πεδινό ανάγλυφο. Η πεδινή αυτή έκταση δηµιουργήθηκε ως αποτέλεσµα της απόθεσης ιζηµάτων µεγάλου πάχους από τον ποταµό Μόρνο µε τη µορφή δελταϊκού ριπιδίου. Παλιές κοίτες του ποταµού παρατηρούνται ακόµη και σήµερα σε διάφορες θέσεις εντός αυτής της έκτασης, ενώ σήµερα ο Μόρνος είναι εγκυβωτισµένος από την έξοδό του από το ορεινό ανάγλυφο µέχρι και τη βόρεια ακτή του Κορινθιακού Κόλπου. Όλη η πεδινή έκταση καλύπτεται από ιζήµατα του δέλτα του Μόρνου. Τα ιζήµατα αυτά, που αποτέθηκαν λόγω της αιφνίδιας µείωσης της ταχύτητας ροής του ποταµού, διασπείρονται σε µία µεγάλη έκταση, η οποία έχει τη µορφή βεντάλιας (ριπιδίου). Πρόκειται για ασύνδετα, χαλαρά κροκαλοπαγή ή λατυποπαγή, άµµους, ιλύ και άργιλο. Η κοκκοµετρία τους ποικίλει από ψηφίδες µέχρι ογκόλιθους, µε τα αδροµερέστερα υλικά να βρίσκονται κοντά στην έξοδο του ποταµού από τους ορεινούς όγκους, αναµιγµένα µε πιο λεπτόκοκκα κλάσµατα. Τα διάφορα στρώµατα που σχηµατίζει το ριπίδιο έχουν φακοειδή µορφή, σε τοµή εγκάρσια προς το ριπίδιο και επιµήκη κατά τη διεύθυνση των υδρορρευµάτων µε το µέγεθος των κροκαλών να 99

100 µειώνεται προς τα κατάντη. Τα κροκαλοπαγή χαρακτηρίζονται συνήθως από µία κύρια µάζα από ψαµµιτικό υλικό. Τις περισσότερες φορές φαίνονται σαν οι κροκάλες να κολυµπάνε µέσα σε αµµώδη στρώµατα. Το µέγεθος των κροκαλών ποικίλλει από µερικά χιλιοστά έως cm και παρουσιάζουν αρκετά καλό βαθµό αποστρογγύλωσης. Συχνά απαντάνε ογκόλιθοι, οι οποίοι προέρχονται από ασβεστόλιθους της ενότητας της Πίνδου, που δοµεί τους ορεινούς όγκους βόρεια του ριπιδίου. Το µέγεθος των ογκολίθων ποικίλλει από µισό έως και ενάµισι µέτρο. Οι ψαµµιτικοί ορίζοντες χαρακτηρίζονται συχνά από σταυρωτή στρώση και µπορεί να είναι είτε χονδρόκοκκοι είτε λεπτόκοκκοι. Στις εκβολές του ποταµού οι αποθέσεις αυτές παρουσιάζουν µεγαλύτερη έκταση και είναι πιο λεπτοµερείς, όπου και αποτελούνται κυρίως από αµµώδη και αργιλικά υλικά (Γραφείο Μελετών Σπ. Φράγκου, 2002).. Κατά µήκος της ακτογραµµής παρατηρούνται και µικρού πάχους Παράκτιες Αποθέσεις, οι οποίες συνίστανται από χαλαρά υλικά (λεπτές άµµοι έως κροκάλες διαφόρων µεγεθών) ασύνδετα µεταξύ τους. Οι σχηµατισµοί αυτοί εναλλάσσονται µε τις δελταϊκές αποθέσεις και πολλές φορές είναι δύσκολο να διακριθούν µεταξύ τους. Οι παραπάνω αποθέσεις προέρχονται από τη διάβρωση των αλπικών πετρωµάτων που δοµούν τους ορεινούς όγκους βόρεια της Ναυπάκτου. Οι σχηµατισµοί αυτοί ανήκουν στην ενότητα της Πίνδου. Πρόκειται για πελαγικούς, λεπτοπλακώδεις ασβεστόλιθους µε ενδιαστρώσεις ή κονδύλους πυριτιολίθων, ηλικίας Ανωτέρου Τριαδικού Ανωτέρου Ιουρασικού και Ανωτέρου Κρητιδικού, ερυθρούς και πρασινωπούς ραδιολαρίτες σε εναλλαγές µε ερυθρούς πηλίτες, που φέρουν κοιτάσµατα µαγγανίου, ηλικίας Ανωτέρου Ιουρασικού και κλαστικούς σχηµατισµούς από πηλίτες, ψαµµίτες και κροκαλοπαγή ηλικίας Ανωτέρου Τριαδικού, Κατωτέρου Κρητιδικού και Παλαιοκαίνου. Οι σχηµατισµοί αυτοί είναι πολυπτυχωµένοι και έντονα λεπιωµένοι, µε αποτέλεσµα συχνά να επαναλαµβάνονται. Στο ύψος της πόλης της Ναυπάκτου η ενότητα της Πίνδου είναι επωθηµένη στον φλύσχη της ενότητας της Τρίπολης, µέσω µίας επαφής, η οποία κλίνει προς τα ανατολικά. Ο φλύσχης της Τρίπολης αποτελείται από ψαµµίτες, πηλίτες και κροκαλοπαγή σε ρυθµικές εναλλαγές. Τα στρώµατα του φλύσχη κλίνουν, επίσης, προς τα ανατολικά. Στο σχήµα 13 παρουσιάζεται ο γεωλογικός χάρτης της περιοχής µελέτης. 100

101 Σχήµα 13: Γεωλογικός χάρτης Ελλάδας. Φύλλο Ναυπάκτου (ΙΓΜΕ, 1971). Σύγχρονες προσχωσιγενείς αποθέσεις Υδρογεωλογικές συνθήκες: Η περιοχή µελέτης περιλαµβάνει πρόσφατες προσχωσιγενείς αποθέσεις. Έτσι ο συντελεστής υδροπερατότητας, όπως είναι αναµενόµενο, δεν είναι σταθερός αλλά κυµαίνεται από m/sec στους αδροµερείς ορίζοντες µέχρι 10-9 m/sec στις αργίλους. Η ετερογένεια αυτή έχει µεταφερθεί και στους υδροφόρους ορίζοντες, οι οποίοι παρουσιάζουν σηµαντικές διαφορές στις αποδόσεις τους από θέση σε θέση. Σε γενικές γραµµές πρόκειται για ελεύθερους και µερικώς υπό πίεση υδροφόρους ορίζοντες, αρκετές φορές αρτεσιανούς, µε το ύψος της υπόγειας στάθµης να είναι περίπου στο ύψος της θάλασσας αυξανόµενο σταδιακά προς το εσωτερικό της ξηράς. Η τροφοδοσία τους γίνεται κυρίως από τη κατείσδυση του νερού του ποταµού και πλευρικά από τις ασβεστολιθικές µάζες της ενότητας της Πίνδου στις βόρειες παρυφές του σχηµατισµού του δέλτα και λιγότερο από κατείσδυση λόγω βροχοπτώσεων. Η πλευρική τροφοδοσία είναι πολύ σηµαντική, καθώς η υδροφορία 101

102 των ασβεστολίθων είναι πολύ µεγάλη, όπως µαρτυρούν οι παράκτιες πηγές στην πόλη της Ναυπάκτου, οι οποίες εκφορτίζουν τα ανθρακικά πετρώµατα της ενότητας της Πίνδου, που απαντούν βόρεια της πόλης. Το νερό αυτό κατά µήκος της παράκτιας ζώνης είναι υφάλµυρο λόγω ανάµιξής του µε το θαλασσινό νερό του Κορινθιακού κόλπου. Η διείσδυση της θάλασσας προς το εσωτερικό διαφέρει από εποχή σε εποχή καθώς εξαρτάται από την παροχή του ποταµού, αλλά πολλές φορές φτάνει τις αρκετές δεκάδες µέτρα. Οι παροχές των υδροφόρων αυτών κυµαίνονται από m 3 /h (Γραφείο Μελετών Σπ. Φράγκου, 2002) Σεισµικότητα Η σεισµικότητα της περιοχής σχετίζεται µε την σεισµική δραστηριότητα που παρατηρείται στις τάφρους του Ιονίου πελάγους και του Κορινθιακού Κόλπου. Η περιοχή χαρακτηρίζεται ως µια από τις πλέον σεισµογόνες περιοχές της Ελλάδας (Κωστάρα, 2010). Στο σχήµα 14 παρουσιάζεται η σεισµικότητα στην περιοχή µελέτης. Σχήµα 14: Σεισµικότητα περιοχής µελέτης από το 1968 έως και το (Κωστάρα, 2010). 102

103 3.3.4.Έδαφος Από γεωλογική άποψη και ειδικότερα όσον αφορά τα ανώτερα στρώµατα τα οποία ενδιαφέρουν, η περιοχή αναφοράς αποτελείται από αργιλικές και λοιπές λεπτοµερείς αποθέσεις οι οποίες διασχίζονται από πλήθος φυσικών τάφρων και υδατορευµάτων µε τελικό αποδέκτη τον κορινθιακό κόλπο. Οι αποθέσεις αυτές καλύπτουν το τµήµα της περιοχής µελέτης το εµφανίζον µορφή οριζοντίου επιπέδου. Αποτελούνται από άµµους, αργίλους και ερυθρογαίες οι οποίες έχουν προέλθει από την αποσάρθρωση των Μειοπλειοκαινικών σχηµατισµών. Το πάχος τους δεν ξεπερνά τα 10 m. Λόγω του µικρού τους πάχους οι αλλουβιακές αποθέσεις δεν παίζουν κάποιο ιδιαίτερα σηµαντικό ρόλο στην υδρογεωλογία της περιοχής Υδρολογία Το υδρογραφικό δίκτυο χαρακτηρίζεται από τον ποταµό Μόρνο που αποτελεί και το ανατολικό όριο της περιοχής µελέτης. Εκτός από τον ποταµό Μόρνο στην περιοχή απαντώνται πολλές διακλαδώσεις µόνιµης ή µη ροής (Σχήµα 15). Σχήµα 15: Υδρογραφικό δίκτυο στην περιοχή µελέτης. (www.titan.chi.civil.ntua.gr) Σηµείωση: Υδρογραφικό ίκτυο, µε βαθµονόµηση κατά Strahler 103

104 Ο ποταµός Μόρνος πηγάζει από τη νότια Οίτη σε υψόµετρο 700 m. έχεται τις απορροές των Βαρδουσίων και της Γκιόνας, έχει µήκος 70 Km και εκβάλλει στον Κορινθιακό Kόλπο, ανατολικά της Ναυπάκτου, όπου σχηµατίζει δέλτα. Αποχετεύει τη λεκάνη που βρίσκεται µεταξύ Βαρδουσίων, Οίτης, Γκιόνας και Λιδορικίου, συνολική έκτασης 430 Km 2. Αποτελεί το φυσικό όριο των επαρχιών Ναυπακτίας και ωρίδας και ταυτόχρονα το όριο των νοµών Αιτωλοακαρνανίας και Φωκίδας. Είναι ποταµός κυρίως του νοµού Φωκίδας. Στο Νοµό Αιτωλοακαρνανίας εµφανίζεται στο Κοκκινοχώρι και διαµορφώνει τα οριά του µέχρι τη Ναύπακτο (λίγο ανατολικότερά της), όπου και δηµιουργεί µικρή προσχωµατική περιοχή. Στο µέρος που εκβάλλει σχηµατίζει µικρή πεδινή περιοχή µε τις συνεχείς προσχώσεις του. Με τα νερά του Μόρνου αρδεύονται περί τα στρέµµατα, από τα οποία τα ανήκουν στην Φωκίδα και τα στην Αιτωλοακαρνανία. Με φράγµα που έχει κατασκευασθεί στο Λιδορίκι υδρεύεται το λεκανοπέδιο της Αττικής. Στις δελταϊκές αποθέσεις του ποταµού Μόρνου, αναπτύσσεται πλούσια υπόγεια υδροφορία. Το υδρολογικό καθεστώς της περιοχής έχει διαταραχθεί λόγω της λειτουργίας του φράγµατος στον ποταµό (αλλαγές στο ρυθµό επιφανειακής απορροής). Στις δελταϊκές αποθέσεις, εµφανίζονται τοπικά φαινόµενα αρτεσιανισµού, τα οποία οφείλονται κυρίως στην παρεµβολή αργιλικών υλικών σηµαντικού πάχους. Το δέλτα του ποταµού Μόρνου βρίσκεται στις βόρειες ακτές του δυτικού Κορινθιακού κόλπου και έχει έκταση 28 km 2. Η κοίτη του ποταµού στη δελταϊκή πεδιάδα είναι διακλαδιζόµενη και έχει οριοθετηθεί τεχνητά από το Πριν την τεχνητή διευθέτηση η σηµερινή κοίτη ήταν δευτερεύουσα καθώς η κύρια κοίτη βρισκόταν ανατολικά αυτής στη κεντρική δελταϊκή πεδιάδα εκβάλλοντας στην Μπούκα - Καραχασάνη 3,7 Km ανατολικά των σηµερινών εκβολών (Σχήµα 16). Η διεργασία που σήµερα είναι ενεργή σχεδόν σε όλο το µήκος της παράκτιας ζώνης είναι η διάβρωση λόγω του περιορισµού της στερεοπαροχής του ποταµού που προκάλεσε η κατασκευή του φράγµατος στον άνω ρου του το 1980 (Καρύµπαλης, 2008). 104

105 Σχήµα 16: Γεωµορφολογικός χάρτης του δέλτα του ποταµού Μόρνου. (Καρύµπαλης, 2008) Κλίµα Το κλίµα στην περιοχή Ναυπάκτου Ευπαλίου είναι τυπικά ηπειρωτικό µε θερµό και ξηρό θέρος και ψυχρό και υγρό χειµώνα. Σύµφωνα µε την κλιµατική ταξινόµηση κατά Thornthwaite, το κλίµα της περιοχής κατατάσσεται στον κλιµατικό τύπο C 1 db 3 b 4, όπου οι συµβολισµοί δηλώνουν: C 1 : ξηρό αποκλίνοντα προς ηµίυγρο τύπο. B 3 : µεσόθερµο τύπο d: απουσία ή µικρό πλεόνασµα ύδατος b 4 : µέτρια θερµική δραστηριότητα το θέρος Πιο συγκεκριµένα, το κλίµα της περιοχής είναι ξηρό αποκλίνον προς το ηµίυγρο, ανήκον στο µεσόθερµο τύπο θερµικού κλίµατος στο οποίο η δυνητική εξατµισοδιαπνοή κυµαίνεται περίπου στα 700 mm. Η αναπτυσσόµενη θερµική δραστηριότητα το θέρος είναι µέτρια. Η µέση µέγιστη θερµοκρασία στην περιοχή εκτιµάται στους 27 ο C η δε απόλυτη δεν ξεπερνά τους 42 ο C. 105

106 Οι µηνιαίες τιµές βροχόπτωσης κυµαίνονται από µια µέγιστη τιµή που παρουσιάζεται κατά το µήνα Νοέµβριο και µια ελάχιστη κατά τον µήνα Αύγουστο. Η σχετική υγρασία παρουσιάζει µέγιστο τους µήνες Νοέµβριο και Ιανουάριο µε τον µήνα εκέµβριο να ακολουθεί. Η χαµηλότερη τιµή παρατηρείται τον µήνα Ιούλιο. Η µέση ετήσια σχετική υγρασία ανέρχεται σε 70% (Γραφείο Μελετών Σπ. Φράγκου, 2002) Πληθυσµιακά στοιχεία και χρήσεις γης: Η Ναύπακτος βρίσκεται στις ακτές του Κορινθιακού Κόλπου, χτισµένη αµφιθεατρικά στην πευκόφυτη πλαγιά και δοµηµένη γραµµικά στο παραλιακό µέτωπο. Ανήκει στο Νοµό Αιτωλοακαρνανίας, στη υτική Περιφέρεια της Ελλάδας. Ο ήµος Ναυπάκτου παρουσιάζει ιδιαίτερο πολιτιστικό και τουριστικό ενδιαφέρον. Καταλαµβάνει µια µικρή εδαφική ενότητα επιφάνειας στρεµµάτων µε µικρό πληθυσµιακό δυναµικό (πραγµατικό πληθυσµό κατοίκους), που χαρακτηρίζεται από την συνύπαρξη µιας έντονα δυναµικής, πεδινής περιοχής µε µικρό θαλάσσιο µέτωπο και µιας φθίνουσας ευρύτερης ορεινής ηµιορεινής ενδοχώρας. Τα φυσικά όρια του δήµου είναι οι ποταµοί Μόρνος και Εύηνος, ο Πατραϊκός κόλπος και ο υγροβιότοπος στο έλτα του ποταµού Μόρνου. Ο δήµος αποτελείται από 14 δηµοτικά διαµερίσµατα µε δυναµικότερο αυτό της Ναυπάκτου και από 36 διάσπαρτους οικισµούς και συνοικισµούς, µόνο οι 29 οικισµοί απογράφονται αυτοτελώς. Η έδρα του δήµου είναι η Ναύπακτος µε µόνιµο πληθυσµό κάτικοι και χαρακτηρίζεται ως αστικός οικισµός, λόγω του πληθυσµιακού του µεγέθους και της δοµής και λειτουργίας του και αποτελεί ένα συγκροτηµένο οικιστικό κέντρο, σε επίπεδο εξυπηρετήσεων. Ουσιαστικά, πρόκειται για µια ενιαία οικιστική ενότητα µε τους οικισµούς Λυγιά και Ξηροπήγαδο, που αποτελεί και την αστική περιοχή του ήµου µε συνολικό µόνιµο πληθυσµό κατοίκους (Μπέκος, 2008). Η πόλη της Ναυπάκτου αναπτύσσεται κατά µήκος ολόκληρου σχεδόν του θαλάσσιου µετώπου της εδαφικής περιοχής του ήµου (µήκους περίπου m), διασχίζεται από την παλαιά εθνική οδό Ναυπάκτου Ιτέας Άµφισσας και οριοθετείται προς Βορρά από την νέα εθνική οδό (παράκαµψη της πόλης) που ακολουθεί την διαφοροποίηση του φυσικού ανάγλυφου του εδάφους. Η περιοχή του δήµου είναι 106

107 κατ εξοχήν περιοχή του τριτογενούς τοµέα, παροχής υπηρεσιών και τουρισµού - αναψυχής µε χαµηλή συµµετοχή στην απασχόληση του πρωτογενούς τοµέα και κυρίως της κτηνοτροφίας και µε διαρκώς φθίνουσα συµµετοχή στον δευτερογενή τοµέα. Χαρακτηριστικό είναι ότι είναι διαρκώς αυξανόµενη η ανάπτυξη του τουρισµού και του παραθεριστικού τοµέα στην πεδινή και παραθαλάσσια ζώνη. Οι χρήσεις γης, όπως αυτές προβλέφθηκαν στο Γ.Π.Σ. του 1988, δεν χωροθετήθηκαν. Οι αναπτυξιακές ζώνες και οι ζώνες οικονοµικών και θεσµικών κινήτρων και πολεοδοµικών µηχανισµών, δυστυχώς δεν καθορίστηκαν. Όσον αφορά τις χρήσεις γης στο ανατολικό όριο της πόλης, χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη της ανεξέλεγκτης χωµατερής της Ναυπάκτου, των Σφαγείων και της εγκατάστασης επεξεργασίας λυµάτων στον υγροβιότοπο του ποταµού Μόρνου, που φυσικά δεν συµβαδίζει καθόλου µε τα στοιχεία της περιοχής (Μπέκος, 2008). Αξίζει να σηµειώσουµε ότι η θέση των χρήσεων αυτών στο χώρο του βιοτόπου του ποταµού Μόρνου έχει χαρακτηριστεί ακατάλληλη. Όσον αφορά όµως την εγκατάσταση επεξεργασίας λυµάτων, η τµηµατική λειτουργία και η κατασκευή του δικτύου των αγωγών αποχέτευσης, καθιστούν αδύνατη την αλλαγή της δεδοµένης χωροθέτησής του, για την επόµενη δεκαετία τουλάχιστον. Στην παράκτια ζώνη, οι έντονες οικιστικές πιέσεις (για Α και Β κατοικία), οδήγησαν στην επέκταση της πόλης, γραµµικά στο θαλάσσιο µέτωπο, συµβάλλοντας στην υποβάθµιση του φυσικού τοπίου. Η υπερανάπτυξη και η συνεχή οικοδόµηση ξενοδοχειακών µονάδων, κυρίως εκατέρωθεν του ιστορικού πυρήνα, «φορτίζουν» ακόµα περισσότερο την ευαίσθητη αυτή περιοχή. Η διαρκής πίεση για οικοπεδοποίηση των καλλιεργούµενων εκτάσεων, τείνει να καταργήσει την υπάρχουσα γεωργική γη, ανατολικά στην κοιλάδα του Μόρνου και δυτικά στην περιοχή της Παλαιοπαναγιάς, ενώ η γεωργική γη της παραλιακής ζώνης σταδιακά εγκαταλείπεται και οικοπεδοποιείται. Χαρακτηριστική είναι η διάσπαρτη χωροθέτηση των βιοτεχνιών, µέσα στην πόλη της Ναυπάκτου και κυρίως κατά µήκος του κύριου οδικού άξονα της Εθνικής οδού, στην περιοχή του Ξεροπήγαδου και της άφνης και µικρότερη στην περιοχή της Παλαιοπαναγιάς (Μπέκος, 2008). Η έλλειψη κοινωνικής και τεχνικής υποδοµής στο ανατολικό τµήµα της οικιστικής ενότητας και η µη διάνοιξη των εγκεκριµένων δρόµων διατηρεί την περιοχή υποβαθµισµένη και ευνοεί την αυθαίρετη δόµηση εντός σχεδίου. Έντονα παραµένουν 107

108 τα προβλήµατα, ηχορύπανσης και κυκλοφοριακής συµφόρησης, κατά µήκος της παλιάς εθνικής που διασχίζει την πόλη. Η ζεύξη Ρίου Αντιρρίου, λειτουργεί προσθετικά στα κυκλοφοριακά προβλήµατα, εφόσον έχει ως συνέπεια την αύξηση του πληθυσµού στην περιοχής της Ναυπάκτου, είτε αφορά τον µόνιµο ή πραγµατικό πληθυσµό του δήµου. Τέλος, η πόλη, γενικά, παρουσιάζει µεγάλες εξαρτήσεις από το πολεοδοµικό συγκρότηµα των Πατρών σε τοµείς που σχετίζονται µε την περίθαλψη, την εργασία και κυρίως το εµπόριο και την αναψυχή, κυρίως λόγω της ζεύξης Ρίου Αντιρρίου, παρόλο που παρουσιάζει αυτοτέλεια και οι εξυπηρετήσεις που παρέχει είναι ανώτερες από τις αναµενόµενες, στον ολοένα και αυξανόµενο πληθυσµό (Μπέκος, 2008). Στο σχήµα 17 αποικονίζονται οι χρήσεις γης στην υπό µελέτη περιοχή. Σχήµα 17: Χρήσεις γης στην υπό µελέτη περιοχή. (www.oikoskopio.gr) 108

109 Οικοσυστήµατα Ειδικού Ενδιαφέροντος Για το χαρακτηρισµό ενός οικοσυστήµατος ως ειδικού ενδιαφέροντος, χρησιµοποιείται ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω κριτήρια : η ύπαρξη σπάνιων ή ενδηµικών φυτών ή ζώων η ύπαρξη µεγάλης ποικιλίας χλωρίδας και πανίδας και ζωνών αναπαραγωγής το πέρασµα αποδηµητικών πουλιών η µοναδικότητα της περιοχής σε σχέση µε την κατάσταση του περιβάλλοντος στον υπόλοιπο νοµό η οµορφιά του τοπίου και η ιδιαίτερη σηµασία για την ιστορική και πολιτιστική παράδοση του τόπου Τόσο η θέση όπου βρίσκονται οι υφιστάµενες ΕΕΛ όσο και η περιοχή µελέτης δεν υπόκεινται σε καµία τέτοια διάταξη (Σχήµα 18). Σχήµα 18: Περιοχή µελέτης και προστατευµένες περιοχές. (www.oikoskopio.gr). 109

110 3.4 Προσδιορισµός Καλλιεργειών Οριοθετηµένης Περιοχής: Προκειµένου να προσδιοριστούν µε ακρίβεια το είδος των καλλιεργειών και η έκταση που καταλαµβάνουν στην περιοχή µελέτης ακολουθήθηκε ο ίδιος τρόπος εργασίας που περιγράφηκε και στην περίπτωση της περιοχής του Μεσολογγίου. Έτσι προέκυψαν τα στοιχεία του πίνακα 7 που απεικονίζουν τα είδη καλλιεργειών και την έκταση τους στην οριοθετηµένη περιοχή. Αυτά τα στοιχεία του πίνακα χρησιµοποιήθηκαν στην συνέχεια για τον προσδιορισµό των υδατικών αναγκών των καλλιεργειών. Πίνακας 7: Είδη καλλιεργειών και η έκταση που καταλαµβάνουν στην υπό µελέτη περιοχή. ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΕΚΤΑΣΗ ΣΕ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ ΠΟΣΟΣΤΟ % ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΗ ΙΚΗ ,99 ΑΡΑΒΟΣΙΤΟΣ 90 11,56 ΛΟΙΠΑ ΣΙΤΗΡΑ (ΒΡΩΜΗ, ΚΡΙΘΑΡΙ) 17 2,18 ΕΣΠΕΡΙ ΟΕΙ Η 18 2,31 ΑΜΠΕΛΙΑ 11 1,41 ΚΗΠΕΥΤΙΚΑ 2 0,26 ΕΛΙΕΣ 279,2 35,87 ΙΑΦΟΡΟΙ ΕΝ ΡΩΝΕΣ 3,2 0,41 ΣΥΝΟΛΟ: 778,

111 4. 3 η Περιοχή Μελέτης Πλησίον ΕΕΛ ήµου Θέρµου 4.1 Οριοθέτηση περιοχής Η περιοχή έρευνας βρίσκεται πλησίον της εγκατάστασης επεξεργασίας λυµάτων του ήµου Θέρµου που βρίσκεται Νοτιοδυτικά της Πόλης του Θέρµου, σε απόσταση 1,5 Km από αυτή και 300 m από τον επαρχιακό δρόµο Ναυπάκτου - Θέρµου. Η οριοθέτηση της περιοχής εµπεριέχει τα νότιο ανατολικά όρια της πόλης Θέρµου, εκτείνεται νότια νοτιοδυτικά µέχρι το τοπικό διαµέρισµα Πετροχώρι και περιλαµβάνει και την περιοχή εκατέρωθεν του επαρχιακού δρόµου Ναυπάκτου Θέρµου. Η περιοχή παρουσιάζει οµαλό ανάγλυφο και περιλαµβάνει της προσχωσιγενή πεδιάδα του Θέρµου. Στην ουσία πρόκειται για µία κλειστή πεδιάδα που περιβάλλεται από τις γύρω λοφώδεις περιοχές. Στο σχήµα 19 παρουσιάζεται χάρτης µε την οριοθετηµένη περιοχή, οι συντεταγµένες οριοθέτησης της περιοχής στο σύστηµα ΕΓΣΑ 87, καθώς και η συνολική έκταση της περιοχής µελέτης που είναι στρέµµατα. 111

112 Σχήµα 19: Χάρτης µε την οριοθέτηση της περιοχής µελέτης πλησίον του σταθµού επεξεργασίας λυµάτων ήµου Θέρµου (Κτηµατολόγιο Α.Ε., 2011). ΕΕΛ 112

113 4.2 Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Θέρµου Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων (ΕΕΛ) του ήµου Θέρµου βρίσκεται στο ήµο Θέρµου. Η πρόσβαση γίνεται από την Επαρχιακή Οδό Ναυπάκτου-Θέρµου µέσω δηµοτικού δρόµου. Το γήπεδο είναι συνολικής έκτασης τριών στρεµµάτων περίπου. Οι συντεταγµένες της εγκατάστασης είναι Χ=29577,5 και Υ= ,142 (σύστηµα αναφοράς ΕΓΣΑ 87). Ο αποδέκτης των εκροών της εγκατάστασης είναι ο χείµαρρος Θέρµου που διέρχεται παραπλεύρως των εγκαταστάσεων επεξεργασίας των λυµάτων και καταλήγει στη λίµνη Τριχωνίδα. Η εγκατάσταση λειτούργησε για πρώτη φορά το έτος Στον πίνακα 8 παρουσιάζονται δεδοµένα λειτουργίας της ΕΕΛ Θέρµου. Πίνακας 8: Συγκεντρωτικά δεδοµένα από την λειτουργία της ΕΕΛ ήµου Θέρµου (Υδροτεχνική Α.Ε., 1991). ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ Πληθυσµός που εξυπηρετείται κάτοικοι Μέση ηµερήσια παροχή m 3 /ηµέρα BOD kg/ηµέρα Αιωρούµενα στερεά 437 kg/ηµέρα Ολικό Άζωτο 50 kg/ηµέρα Φώσφορος - Στάδια επεξεργασίας ευτεροβάθµια και απολύµανση εκροών. Μέθοδος απολύµανσης Τεχνολογία χλωρίωσης Ποσότητα λυµατολάσπης 350 m 3 /έτος (Ξ.Ο>20%) Επεξεργασία λυµατολάσπης Περιλαµβάνει πάχυνση, βελτίωση σταθεροποίηση ξήρανση σε κλίνες Τρόπος διάθεσης της λάσπης Υγειονοµική ταφή. Απολύµανση υγιεινοποίηση λάσπης Με την χρήση ανθρακικού ασβεστίου Η µέθοδος επεξεργασίας είναι αυτή της Ενεργού Ιλύος όπως εξειδικεύεται από το σύστηµα του Παρατεταµένου Αερισµού (Extended Aeration Activated Sludge). Οι επιµέρους µονάδες της εγκατάστασης είναι : 1. Αυτοκαθαριζόµενο κόσκινο 2. Στατικό κόσκινο 3. Εξάµµωση 4. εξαµενή αερισµού 5. εξαµενή καθίζησης 113

114 6. Αντλιοστάσιο ανακυκλοφορίας / περίσσειας λάσπης 7. Μετρητής παροχής λυµάτων 8. Μονάδα απολύµανσης επεξεργασµένων λυµάτων (χλωρίωση) 9. Μονάδα φίλτρανσης 10. εξαµενή πάχυνσης 11. Ξηραντικές κλίνες Τα λύµατα διοχετεύονται µε ανοιχτό κανάλι στο αυτοκαθαριζόµενο κόσκινο. Εδώ παρακρατούνται τα µεγαλύτερα των 20mm στερεά. Μετά διέρχονται από το διπλό αµµοσυλλέκτη όπου αποµακρύνεται η άµµος. Κατόπιν οδηγούνται στη δεξαµενή αερισµού, όπου υφίστανται αερόβια βιολογική επεξεργασία για την αποικοδόµηση και ανοργανοποίηση των ρυπαντικών τους φορτίων. Μέσω του φρεατίου υπερχείλισης οδηγούνται στη δεξαµενή καθίζησης. Στον κωνικό πυθµένα της δεξαµενής αυτής καθιζάνει η ιλύς. Τα επιπλέοντα υλικά αποµακρύνονται µε διάταξη απαγωγής. Η καθιζάνουσα ιλύς οδηγείται στο κέντρο του κωνικού πυθµένα µε τη βοήθεια περιστρεφόµενων ξέστρων. Μετά οδηγείται στο αντλιοστάσιο ανακυκλοφορίας και από εκεί στη δεξαµενή αερισµού ή στον παχυντή µέσω συστήµατος βανών. ηλαδή ένα µέρος της λάσπης επιστρέφει στη δεξαµενή αερισµού, για να διατηρείται σταθερό ποσοστό µικροοργανισµών. Τα υπερχειλίζοντα καθαρά απόβλητα από τη δεξαµενή καθίζησης οδηγούνται στη δεξαµενή χλωρίωσης όπου παραµένουν για 30 λεπτά της ώρας. Μετά τη χλωρίωση τα απόβλητα φιλτράρονται σε φίλτρο άµµου πριν οδηγηθούν στον τελικό αποδέκτη. Από το αντλιοστάσιο ανακυκλοφορίας ιλύος τροφοδοτείται η δεξαµενή πάχυνσης ιλύος. Η συµπυκνωµένη ιλύς οδηγείται στις ξηραντικές κλίνες. Εκεί µε συρταρωτά διαφράγµατα η ιλύς κατανέµεται σε κλίνες. Η αποξηραµένη ιλύς αποµακρύνεται περιοδικά µε ελαφρύ όχηµα απόξεσης. Τα επεξεργασµένα λύµατα από την ΕΕΛ ήµου Θέρµου στην έξοδο της Μονάδας έχουν τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται στον πίνακα 9: Πίνακας 9: Χαρακτηριστικά επεξεργασµένων λυµάτων ΕΕΛ Θέρµου. (Υδροτεχνική Α.Ε., 1991). A/A ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΜΟΝΑ Α ΤΙΜΗ 1 BOD 5 mg/l 25 µε µέγιστο 40 2 Αιωρούµενα στερεά mg/l 30 µε µέγιστο 45 3 Ολικό άζωτο mg/l - 4 Ολικός φώσφορος mg/l - 114

115 4.3 Περιγραφή της Περιοχής Γεωλογία Στην περιοχή µελέτης εµφανίζονται οι εξής σχηµατισµοί από τους παλαιότερους προς τους νεότερους της ζώνης Ωλόνου Πίνδου (Σχήµα 20). Τριαδικόν. Ασβεστόλιθοι και χαµηλότερα λεπτοπλακώδεις ασβεστόλιθοι µε µικρά Filaments εναλλασσόµενοι µε κερατολίθους και αργιλικούς ασβεστόλιθους. Μέγιστο πάχος είναι 75 m. Ιουράσιον. Τα κατώτερα µέλη αποτελούν σχηµατισµούς βαθιάς θαλάσσης και ειδικά ερυθροί αργιλικοί σχιστόλιθοι και ιλυόλιθοι µε παρεµβολή µικροκρυσταλλικών ασβεστόλιθων µε ακτινόζωα. Ακολουθούν εναλλαγές µικροκρυσταλλικών και µικρολατυποπαγών ασβεστόλιθων µε ενστρώσεις αργιλικών σχιστόλιθων και κατά θέσεις κερατολίθων. Τα ανώτερα στρώµατα είναι µικρολατυποπαγείς ασβεστόλιθοι πλούσιοι σε υλικά µεταφερθέντα εξ αβαθών υδάτων. Ανώτερον Ιουράσιον Κονιάσιον. Ερυθροί αργιλικοί σχιστόλιθοι, πυριτικοί σχιστόλιθοι, κερατόλιθοι και στριφροί ασβεστόλιθοι. Στα κατώτερα µέλη δεν ανεβρέθηκαν προσδιορίσιµα απολιθώµατα. Στα ανώτερα, εντός µικρολατυποπαγών ασβεστόλιθων απαντώνται εξ επαναποθέσεως βρίσκονται απολιθώµατα Ανώτατου Ιουρασικού και Κατωτ. Κρητιδικού, µετά πελαγικών τρηµατοφόρων του κατώτερου Άνω Κρητιδικού έως του Κονιάσιου. Σελώνιον. Περιλαµβάνει τεφρούς ιλυώδεις βιοµικρίτας µε πελαγική µικροπανίδα και µικρολατυποπαγείς ασβεστόλιθους µε Μαιστρίχτιον µικροπανίδα υφαλοκρηπίδας και θραύσµατα ασβεστιτικών φυκιών. Κατά περιοχή βρίσκονται επίσης εναλλαγές ασβεστόλιθων κερατολίθων µε πελαγική µικροπανίδα Σενωνίου ηλικίας Μαιστρίχτιον Ηώκαινον. Φλύσχης: Ψαµµίτες µε λεπτές παρεµβολές µαργαϊκού υλικού. Εις την βάση λεπτές παρεµβολές πελαγικών ασβεστόλιθων κατά θέσεις, µε πανίδα ανώτερου Μαιστριχτίου ή µικρολατυποπαγείς ασβεστόλιθοι µε τρηµατοφόρα, εξ επαναποθέσεως. Προς τα άνω φθάνει µέχρι του ανώτερου Ηώκαινου, ως προκύπτει εκ τρηµατοφόρων αβαθούς θαλάσσης ανευρεθέντων σε γειτονικές περιοχές. Τέλος, η πεδινή περιοχή που περιλαµβάνεται στην περιοχή µελέτης απαρτίζεται από σύγχρονες προσχώσεις τεταρτογενούς (ΙΓΜΕ, 1977). 115

116 Σχήµα 20: Γεωλογικός χάρτης Ελλάδας. Φύλλο Θέρµο. (ΙΓΜΕ, 1977). Σύγχρονες προσχωσιγενείς αποθέσεις Έδαφος Η περιοχή µελέτης περιλαµβάνει αλλουβιακά εδάφη, συνεχή, µέτρια ως βαθιά τα οποία έχουν προκύψει από την αποσάθρωση των πετρωµάτων της γύρω περιοχής και την µεταφορά τους εκεί. Πρόκειται για εδάφη που παρουσιάζουν όξινη αντίδραση. (Σχήµα 21). 116

117 Σχήµα 21: Εδαφολογικός χάρτης της Ελλάδος. Φύλλο Θέρµο (Υπουργείο Γεωργίας - ασική Υπηρεσία, 1992) 117

118 Σεισµικότητα Στην ευρύτερη περιοχή του δυτικού Κορινθιακού κόλπου υπάρχουν δύο περιοχές µε ιδιαίτερα υψηλή σεισµικότητα. Η πρώτη βρίσκεται ανατολικά της λίµνης Τριχωνίδας µε διεύθυνση Β-Ν όπου η σεισµική δραστηριότητα οφείλεται σε µηχανισµούς τόσο ανάστροφης, όσο και οριζόντιας κίνησης. Η δεύτερη περιοχή βρίσκεται στο στενό Ρίου Αντιρρίου που αποτελεί µια ρηξιγενή ζώνη µε Β-Α διεύθυνση. 118

119 Υδρολογία Το υδρογραφικό δίκτυο της ευρύτερης περιοχής αποτελείται από περιφερειακούς χείµαρρους που συγκλίνουν στην λίµνη, µε µικρή διαδροµή και µικρές λεκάνες απορροής. Το δίκτυο έχει ορθογώνια µορφή και υποτυπώδη ανάπτυξη λόγω του σχηµατισµού επιφανειακού και υπόγειου κάρστ (πόλγες Θέρµου καταβόθρες). Οι κλίσεις των πρανών είναι µεγάλες και οι χείµαρροι έχουν δηµιουργήσει την προσχωσιγενή αλλουβιακή πεδιάδα καθώς πλησιάζουν προς την λίµνη Τριχωνίδα. Στο σχήµα 22 παρουσιάζεται χάρτης µε το υδρογραφικό δίκτυο στην ευρύτερη περιοχή µελέτης. Η λίµνη Τριχωνίδα είναι το σηµαντικότερο υδάτινο σώµα της περιοχής, η οποία είναι η µεγαλύτερη σε όγκο νερού λίµνη στην Ελλάδα ( m 3 περίπου), γεγονός το οποίο δηµιουργεί τις προϋποθέσεις για ευηµερία και ανάπτυξη στην περιοχή και σε συνδυασµό µε την ορθολογική διαχείριση των αποθεµάτων νερού, δύναται να επιτευχθεί και η περιβαλλοντική προστασία των σηµαντικών οικοσυστηµάτων που φιλοξενεί. Το ακτινωτό υδρογραφικό δίκτυο που καταλήγει σ' αυτή, είναι µέτριο πυκνό και πολυσχιδές στα νότια πρανή, λόγω της υδατοστεγανότητας των σχηµατισµών του φλύσχη, ολιγότερο πυκνό στα βόρεια όπου εκτός του φλύσχη απαντούν και ανθρακικοί σχηµατισµοί, αραιό στα ανατολικά και πολύ αραιό στα δυτικά της λίµνης (προσχωµατικοί σχηµατισµοί). Στη λίµνη εκβάλλουν συνολικά 18 χείµαρροι µε πιο σηµαντικούς στη βόρεια πλευρά τους Πείνα, Καινουρίου, Λιγόρεµµα, Κουβελόρεµµα, Μπουφόρεµµα, Ξηριά και Κρανόρεµµα ενώ στη νότια πλευρά εκβάλλουν µεταξύ άλλων οι χείµαρροι Παπαδάτων, Μπουγλάστης, Γραµµατικού, Γαβαλού, Μπουρλέβας και αφνιάς. Η λίµνη τροφοδοτείται από καρστικές πηγές υπερχείλισης κυρίως στην Ανατολική - Βορειοανατολική περιµετρική ζώνη, λόγω των εγκιβωτισµένων ασβεστόλιθων µεταξύ στεγανών σχηµατισµών (σχιστοκερατολίθων ή σχιστοκερατολίθων και φλύσχη). Χαρακτηριστικό παράδειγµα η παρόχθια πηγή Πρ. Ηλία της κοινότητας Κάτω Μυρτιάς (Κύρκου, 2008). 119

120 Σχήµα 22: Υδρογραφικό δίκτυο στην περιοχή µελέτης. (www.titan.chi.civil.ntua.gr) Σηµείωση: Υδρογραφικό ίκτυο, µε βαθµονόµηση κατά Strahler 120

121 Κλίµα Το κλίµα της περιοχής του Θέρµου χαρακτηρίζεται ως ενδιάµεσο µεταξύ µεσογειακού και ηπειρωτικού τύπου. Το βόρειο τµήµα και ανάλογα µε το υψόµετρο επηρεάζεται από τις ψυχρές αέριες µάζες του Παναιτωλικού όρους. Στο νοτιότερο µέρος του δήµου ο χειµώνας είναι ήπιος και βροχερός, ενώ το καλοκαίρι θερµό και ξηρό Πληθυσµιακά στοιχεία και χρήσεις γης Το Θέρµο είναι κωµόπολη του Νοµού Αιτωλ/νίας µε επίσηµο πληθυσµό κατοίκους (ΤΕ Κ, 2010). Απέχει 32 Km από την πόλη του Αγρινίου και βρίσκεται στην Aνατολική πλευρά του νοµού. Είναι χτισµένο στα ορεινά της επαρχίας Τριχωνίδας και ένα µέρος της λίµνης Τριχωνίδας ανήκει στα όρια του. Σε ποσοστό 59% οι περιοχές του δήµου Θέρµου χαρακτηρίζονται ως ορεινές, 38% ως ηµιορεινές και 3% ως πεδινές. Το βόρειο τµήµα του δήµου αρχίζει από το Παναιτωλικό όρος µε χαρακτηριστικά τα απότοµα πρανή, τις βραχώδεις πλαγιές και τις χαράδρες. Στα νότια και δυτικά ο δήµος βρέχεται από την λίµνη Τριχωνίδα. Οι κύριες οικονοµικές δραστηριότητες στην εξεταζόµενη περιοχή είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία (εκτροφή αιγοπροβάτων). Οι χρήσεις γης στην περιοχή περιλαµβάνουν δάση, βοσκοτόπια, καλλιεργήσιµες εκτάσεις, οικισµοί και λοιπές χρήσεις. Οι κύριες καλλιέργειες που απαντώνται είναι η Ελιά και αροτραίες καλλιέργειες όπως αραβόσιτος, µηδική και βρώµη (σχήµα 23). 121

122 Σχήµα 23: Χρήσεις γης στην υπό µελέτη περιοχή (www.oikoskopio.gr) 122

123 Οικοσυστήµατα Ειδικού Ενδιαφέροντος Η λίµνη Τριχωνίδα είναι πολύ σηµαντικός υγροβιότοπος, διεθνούς σηµασίας και έχει ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό δίκτυο προστατευοµένων περιοχών Natura H θέση όπου βρίσκονται οι υφιστάµενες ΕΕΛ όσο και η περιοχή µελέτης δεν υπόκεινται σε καµία τέτοια διάταξη (σχήµα 24). Σχήµα 24: Περιοχή µελέτης και προστατευµένες περιοχές (www.oikoskopio.gr). 123

124 4.4 Προσδιορισµός καλλιεργειών οριοθετηµένης περιοχής: Προκειµένου να προσδιοριστούν µε ακρίβεια το είδος των καλλιεργειών και η έκταση που καταλαµβάνουν στην περιοχή µελέτης ακολουθήθηκε ο ίδιος τρόπος εργασίας που περιγράφηκε και στην περίπτωση της περιοχής του Μεσολογγίου. Ορθοφωτοχάρτες της περιοχής προµηθεύτηκαν από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισµών Αγρινίου, στην αρµοδιότητα της οποίας ανήκει η περιοχή µελέτης. Έτσι αφού οριοθετήθηκε η περιοχή µε βάση τα κριτήρια που ήδη έχουν αναφερθεί σε προηγούµενο κεφάλαιο, στην συνέχεια καταγράφηκαν µέσα στα όρια της περιοχής που µας ενδιαφέρει όλα τα αγροτεµάχια καθώς και το φυτικό είδος µε το οποίο καλλιεργούνται. Στον πίνακα 10 απεικονίζονται τα είδη καλλιεργειών και η έκταση τους στην οριοθετηµένη περιοχή. Αυτά τα στοιχεία χρησιµοποιήθηκαν στην συνέχεια για τον προσδιορισµό των υδατικών αναγκών των καλλιεργειών. Πίνακας 10: Είδη καλλιεργειών και η έκταση που καταλαµβάνουν στην υπό µελέτη περιοχή. ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΕΚΤΑΣΗ ΣΕ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ ΠΟΣΟΣΤΟ % ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΗ ΙΚΗ 153,3 9,13 ΑΡΑΒΟΣΙΤΟΣ 200,6 11,95 ΒΡΩΜΗ 379,3 22,59 ΑΜΠΕΛΙΑ 20,4 1,22 ΕΛΙΕΣ 925,4 55,12 ΣΥΝΟΛΟ: ,00 124

125 5. 4 η Περιοχή Μελέτης Πλησίον ΕΕΛ ήµου Αγρινίου 5.1 Οριοθέτηση Περιοχής Η περιοχή έρευνας εκτείνεται πλησίον της εγκατάστασης επεξεργασίας λυµάτων του ήµου Αγρινίου που έχει κατασκευασθεί στο χώρο της εγκαταληφθείσας κοίτης του ποταµού Αχελώου σε δηµόσια έκταση. Η έκταση αυτή βρίσκεται νοτιοδυτικά της Κοινότητας Καλυβιών και σε µέση απόσταση 2,5 Κm από το κέντρο της Κοινότητας. Τα όρια της περιοχής έχουν ως εξής: υτικά είναι η Ανατολική όχθη του ποταµού Αχελώου από το ύψος της γέφυρας Στράτου µέχρι και το ύψος της κοινότητας Αγγελοκάστρου, νότια και νοτιοδυτικά είναι η τάφρος ιµήκου που συνδέει την λίµνη Λυσιµαχεία µε τον ποταµό Αχελώο καθώς και τµήµα της λίµνης Λυσιµαχείας, ανατολικά και βορειοανατολικά συνεχής επαρχιακός δρόµος που διέρχεται δυτικά του δηµοτικού διαµερίσµατος οκιµίου µέχρι και το ύψος της Γέφυρας Στράτου. Πρόκειται για µια επίπεδη, µε οµαλό ανάγλυφο, περιοχή που περιλαµβάνει µεγάλο µέρος της αλλουβιακής πεδιάδας του Αγρινίου και χαρακτηρίζεται από εκτεταµένο αρδευτικό δίκτυο. Στο σχήµα 25 παρουσιάζεται χάρτης µε την οριοθετηµένη περιοχή, οι συντεταγµένες οριοθέτησης της περιοχής στο σύστηµα ΕΓΣΑ 87, καθώς και η συνολική έκταση της περιοχής µελέτης που είναι στρέµµατα. 125

126 Σχήµα 25: Χάρτης µε την οριοθέτηση της περιοχής µελέτης πλησίον του σταθµού επεξεργασίας λυµάτων ήµου Αγρινίου(Κτηµατολόγιο Α.Ε., 2011). ΕΕΛ 126

127 5.2 Η Εγκατάσταση Επεξεργασίας Λυµάτων ήµου Αγρινίου Η εγκατάσταση επεξεργασίας των λυµάτων (ΕΕΛ) του Αγρινίου και της µείζονος περιοχής έχει κατασκευασθεί στο χώρο της εγκαταληφθείσας κοίτης του ποταµού Αχελώου σε δηµόσια έκταση που παραχωρήθηκε στο ήµο Αγρινίου από την Κτηµατική Εταιρεία του ηµοσίου. Η έκταση αυτή βρίσκεται νοτιοδυτικά της Κοινότητας Καλυβιών και σε µέση απόσταση 2,5 Κm από το κέντρο της Κοινότητας. Ανέρχεται σε 50 στρέµµατα και το υψόµετρο του φυσικού εδάφους στα όρια του γηπέδου (οικοπέδου) κυµαίνεται από έως Οι συντεταγµένες της Εγκατάστασης στο σύστηµα ΕΓΣΑ 1987 είναι: Χ=261785,882 και Υ= ,833. Ο χώρος ορίζεται βόρεια και δυτικά από χωµατόδροµους. Παράλληλα στο δυτικό χωµατόδροµο και σε απόσταση 50 m προς τα δυτικά υπάρχει το αντιπληµµυρικό ανάχωµα του Αχελώου που είχε κατασκευασθεί για να προστατεύσει την ευρύτερη περιοχή από τις πληµµύρες. Ο χώρος της ΕΕΛ βρίσκεται στο χώρο που δηµιουργήθηκε µεταξύ της ευρύτερης (εγκαταλειµµένης σήµερα) κοίτης και της βασικής κοίτης του Αχελώου. Η προσπέλαση του οικοπέδου της ΕΕΛ γίνεται από τον παρακείµενο δρόµο του αντιπληµµυρικού αναχώµατος του Αχελώου, µε κατάλληλη διαµόρφωση της εισόδου και µε προσαρµογή προς τα υψόµετρα του αναχώµατος. Ο δρόµος αυτός είναι, παράλληλος του επαρχιακού δρόµου Καλυβίων - Αγγελοκάστρου και η πρόσβαση σε αυτόν γίνεται µε χρήση υφιστάµενου Κοινοτικού δρόµου, καθέτου στους δύο παραπάνω και σε απόσταση 1300 µέτρων από το κέντρο της Κοινότητας Καλυβίων. Ο χώρος της ΕΕΛ βρίσκεται εκτός ορίων οικισµών, Γ.Π.Σ. και Ζ.Ο.Ε. Τα επεξεργασµένα λύµατα διατίθεται στον ποταµό Αχελώο ο οποίος είναι χαρακτηρισµένος ως ευαίσθητος αποδέκτης σύµφωνα µε τις Κοινοτικές και Εθνικές οδηγίες ( ήµος Αγρινίου, 1990). Στην εγκατάσταση επεξεργασίας λυµάτων της ευρύτερης περιοχής του Αγρινίου καταλήγουν τα αστικά λύµατα του ήµου και της ευρύτερης περιοχής µέσω του Κεντρικού Αποχετευτικού Αγωγού (Κ.Α.Α) µήκους 12 Km (απόσταση ήµου Αγρινίου µέχρι τις εγκαταστάσεις της µονάδας). Η εγκατάσταση επεξεργασίας λυµάτων επεξεργάζεται τα αστικά λύµατα του ήµου Αγρινίου και της ευρύτερης περιοχής του (Ρουσέικα, Μεγάλη Χώρα, Ελαιόφυτο, οκίµι, Αγ. Κωνσταντίνος, Καινούργιο, Παναιτώλιο, Καµαρούλα), της κοινότητας Καλυβίων και των βόρειων παραλίµνιων κοινοτήτων της λίµνης Τριχωνίδας. 127

128 Στην εγκατάσταση επεξεργασία λυµάτων του ήµου Αγρινίου ακολουθείται το σύστηµα παρατεταµένου αερισµού, µε νιτροποίηση και απονιτροποίηση παράλληλα µε αποµάκρυνση φωσφόρου και τριτοβάθµια επεξεργασία ( ήµος Αγρινίου, 1990). Η προκαταρκτική επεξεργασία έχει στόχο την αποµάκρυνση κυρίως ανόργανων και αδρανών υλικών, ξένων προς τα λύµατα τα οποία δεν είναι δυνατόν να υποστούν βιολογική επεξεργασία ενώ παράλληλα µπορεί να προκαλέσουν σηµαντικές φθορές στα µηχανήµατα και τις σωληνώσεις που ακολουθούν. Η προκαταρκτική επεξεργασία αποτελείται από την εξάµµωση και την εσχάρωση. Η επόµενη διαδικασία της προκαταρκτικής επεξεργασίας, δηλαδή η εξάµµωση λιποσυλλογή, συντελείται στην πρώτη µονάδα που συναντάται στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας, αµέσως µετά την προσαγωγή των λυµάτων από το Κεντρικό Αντλιοστάσιο. Τόσο τα λεπτοµερή στερεά όσο και τα λίπη συλλέγονται σε κάδους και δοχεία αντίστοιχα και αποµακρύνονται από τη µονάδα προς τους χώρους απόθεσης των απορριµµάτων. Μετά την αποµάκρυνση των ξένων υλικών στην προκαταρκτική επεξεργασία, τα λύµατα περιέχουν σηµαντικές ποσότητες αιωρουµένων και διαλυµένων στο νερό στερεών τα οποία αποτελούν άριστες πηγές τροφής για πρωτόζωα, µούχλες, φύκη και βακτηρία που περιέχονται στην ενεργό ιλύ. Έτσι τα διαλυµένα στερεά, µε αµιγείς βιολογικές διαδικασίες αυστηρά ελεγχόµενες, µετατρέπονται σε αιωρούµενα τα οποία στη συνέχεια και υπό συνθήκες ηρεµίας καθιζάνουν στις δεξαµενές καθίζησης, απαλλάσσοντας παράλληλα το νερό από το διαλυµένο οργανικό φορτίο. Μετά την εξάµµωση τα λύµατα παροχετεύονται στο ζεύγος των δεξαµενών βιολογικής αποφωσφόρωσης όπου υπό αναερόβιες συνθήκες αποµακρύνεται ο φωσφόρος µε τη µετατροπή των οχλουσών ενώσεών του σε ενώσεις µη οχλούσες το περιβάλλον. Στις δεξαµενές αυτές η διατήρηση των λυµάτων σε εναιώρηση επιτυγχάνεται µε δύο βραδύστροφους επιδαπέδιους αναδευτήρες κατακόρυφου άξονα. Στη συνέχεια τα λύµατα εισέρχονται στον κυρίως βιολογικό αντιδραστήρα που αποτελείται από δύο δεξαµενές µορφής οξειδωτικής τάφρου. Η διαδικασία νιτροποίησης- απονιτροποίησης συντελείται εντός των δεξαµενών αυτών σε ελεγχόµενα µεταβαλλόµενου όγκου αεριζόµενες και ανοξικές ζώνες. Στις ανοξικές ζώνες και υπό συνθήκες πολύ µικρής συγκέντρωσης οξυγόνου αναπτύσσονται ετερότροφα βακτήρια. Αυτά καταναλώνουν το οξυγόνο των νιτρικών αλάτων και µετατρέπουν τα νιτρικά σε άζωτο το οποίο ελευθερώνεται στην ατµόσφαιρα. 128

129 Ταυτόχρονα, στις ίδιες ζώνες, οι µικροοργανισµοί καταναλώνουν και ενώσεις άνθρακα και έτσι αποµακρύνουν ένα µέρος του οργανικού φορτίου που υπάρχει στα λύµατα. Στις αεριζόµενες ζώνες παρέχεται αέρας από οχτώ επιφανειακούς αεριστήρες (ρότορες) οριζόντιου άξονα και οι συνθήκες µεταβάλλονται σε έντονα αερόβιες. Στις συνθήκες αυτές, άλλου είδους µικροοργανισµοί οι οποίοι είναι αυτότροφα βακτήρια, προκαλούν τη διαδικασία της νιτροποίησης µετατρέποντας την αµµωνία που υπάρχει στα λύµατα σε νιτρικά ιόντα. Ταυτόχρονα, καταναλώνεται και το µεγαλύτερο µέρος του οργανικού φορτίου και απελευθερώνεται στον αέρα ως διοξείδιο του άνθρακα. Επειδή η βιολογική διαδικασία και ειδικότερα η διαδικασία του αερισµού αποτελεί το ιδιαίτερα ενεργοβόρο τµήµα του έργου, έχει σχεδιαστεί ένα πολυεπίπεδο σύστηµα ελέγχου της µονάδας αυτής µε στόχο την ελαχιστοποίηση της ενεργειακής κατανάλωσης ( ήµος Αγρινίου, 1990). Μετά τη διαδικασία νιτροποίησης- απονιτροποίησης, τα απαλλαγµένα από το διαλυµένο ρυπαντικό φορτίο λύµατα οδηγούνται στο ζεύγος δεξαµενών καθίζησης όπου γίνεται η τελευταία υποβοηθητική πράξη της βιολογικής επεξεργασίας. Εκεί δίδεται ο απαραίτητος χρόνος στα αιωρούµενα σωµατίδια και τους µικροοργανισµούς (ενεργός ιλύς), να πυκνώσουν και να καθιζήσουν στον πυθµένα των δεξαµενών ώστε από την επιφάνειά τους να υπερχειλίσουν τα απαλλαγµένα φορτίων λύµατα. Το υπερχειλίζον αυτό υγρό, στο συγκεκριµένο έργο οδηγείται για ιδιαίτερα προωθηµένη επεξεργασία σε φίλτρα διύλισης και στη συνέχεια για απολύµανση πριν την ασφαλή επιστροφή του στο φυσικό περιβάλλον. Η καθιζάνουσα στον πυθµένα των δεξαµενών ενεργός ιλύς ακολουθεί δύο δρόµους. Το µέγιστο µέρος της επιστρέφει µε άντληση στην αρχή του Βιολογικού αντιδραστήρα ώστε να αποτελέσει «µαγιά» και βοήθεια στις διεργασίες, ενώ η περίσσεια αντλείται στη µονάδα επεξεργασίας ιλύος για πάχυνση και αφυδάτωση. Κατά τη βιολογική διαδικασία τα λύµατα απαλλάσσονται περίπου από το 95% του οργανικού τους φορτίου και των στερεών, από το 80% του αζώτου και από το 60% του φωσφόρου. Η περίσσεια ιλύος που οδηγείται για σταθεροποίηση είναι ένα υγρό που περιέχει ποσότητα πλήρως σταθεροποιηµένων βιολογικά στερεών της τάξης του 1 %. Για να είναι δυνατή η ευχερής και ασφαλής αποµάκρυνση και διάθεση της σταθεροποιηµένης ιλύος απαιτείται η µέγιστη δυνατή συµπύκνωση και αφυδάτωση της. Η διαδικασία αυτή γίνεται κυρίως µε µηχανικά µέσα και µε την υποβοήθηση 129

130 χηµικών διεργασιών που στοχεύουν στην επιτάχυνση των διεργασιών. Ειδικότερα µε την προσθήκη διαλύµατος πολυπλεκτρολύτη, η περίσσεια ιλύος υφίσταται αρχικά πάχυνση σε τράπεζα µε ιµάντα όπου αυξάνει την πυκνότητά της σε ποσοστό περίπου 5%. Στη συνέχεια η υδαρής µάζα οδηγείται σε ταινιοφιλτρόπρεσσα για τη µέγιστη δυνατή αφυδάτωση, δηλαδή την αύξηση της περιεκτικότητας των στερεών σε ποσοστό άνω του 20%. Το παραγόµενο υλικό έχει τη µορφή υγρού χώµατος, συλλέγεται σε ειδικούς κάδους και απάγεται προς εναπόθεση µαζί µε τα απορρίµµατα. Η πολυπλοκότητα του υδατικού συστήµατος της ευρείας περιοχής της εγκατάστασης οδηγεί αυτονόητα στην ανάγκη της µέγιστης δυνατής ποιοτικής προστασίας των υδατικών πόρων σε συνδυασµό µε τη χρήση τους σε αειφόρο προοπτική. Για το λόγο αυτόν, µετά την ολοκλήρωση της βιολογικής επεξεργασίας και την καθίζηση, τα επεξεργασµένα λύµατα οδηγούνται σε διυλιστήριο. Με τη διαδικασία αυτή συντελείται εξαιρετική αποµείωσn των αιωρουµένων στερεών καθώς και του οργανικού φορτίου αλλά και των λοιπών ρυπαντών που αυτά φέρουν. Στη συνέχεια το τελικώς επεξεργασµένο νερό απολυµαίνεται µε τη χρήση υποχλωριώδους νατρίου. Στους πίνακες 11 και 12 που ακολουθούν παρουσιάζονται δεδοµένα από την λειτουργία της Μονάδας επεξεργασίας καθώς και ποιοτικά χαρακτηριστικά των εκροών. 130

131 Πίνακας 11: Συγκεντρωτικά δεδοµένα από την λειτουργία της ΕΕΛ ήµου Αγρινίου ( ήµος Αγρινίου, 1990). Παράµετρος Μονάδα υναµικότητα Ισοδύναµος Πληθυσµός άτοµα Παροχές Παροχή Σχεδιασµού m 3 /d Αιχµής l/sec 325 Ελάχιστη l/sec 100 Ρυπαντικά Φορτία Οργανικό φορτίο BOD 5 kg/d mg/l Αιωρούµενα στερεά SS kg/d mg/l Ολικό άζωτο TKN kg/d mg/l Φώσφορος P kg/d mg/l Στάδια επεξεργασίας Τριτοβάθµια επεξεργασία και απολύµανση εκροών. Μέθοδος απολύµανσης Τεχνολογία χλωρίωσης Τρόπος διάθεσης της λάσπης Υγειονοµική ταφή. Ποσότητα λυµατολάσπης 5400 m 3 /έτος (>20% Ξ.Ο) Επεξεργασία λυµατολάσπης Περιλαµβάνει πάχυνση, βελτίωση σταθεροποίηση και τέλος Απολύµανση υγιεινοποίηση λάσπης αφυδάτωση και ξήρανση Με την χρήση ανθρακικού ασβεστίου Πίνακας 12: Χαρακτηριστικά Επεξεργασµένων λυµάτων ΕΕΛ ήµου Αγρινίου ( ήµος Αγρινίου, 1990). Παράµετρος Τιµή Βιοχηµικά απαιτούµενο οξυγόνο (BOD 5 ) <20 mg/l Αιωρούµενα στερεά (SS) < 25mg/l Ολικό άζωτο (TKN) < 10mg/l Φώσφορος P < 2mg/l Υπολειµµατικό χλώριο < 1mg/l Ποσοστό στερεών ιλύος > 22% Κολοβακτηρίδια περιττωµάτων < 100FC/100ml Θολότητα < 2NTU 131

132 5.3 Περιγραφή της Περιοχής Γεωλογία Η ευρύτερη περιοχή του Αγρινίου καλύπτεται από κλαστικούς σχηµατισµούς, οι οποίοι διακρίνονται σε αλπικούς και µεταλπικούς. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσεται o σχηµατισµός του φλύσχη. Οι µεταλπικοί σχηµατισµοί είναι στην συντριπτική πλειοψηφία τους ποταµοχειµάρριας και λιµναίας φάσης και έχουν αποτεθεί ασύµφωνα στο αλπικό υπόβαθρο µετά το Πλειόκαινο ( ήµος Αγρινίου, 1990). Οι σχηµατισµοί που διακρίνονται είναι οι ακόλουθοι: Κροκαλοπαγή πλειστοκαινικής ηλικίας: Κροκαλοπαγή και λατυποπαγή ηµισυνεκτικά έως χαλαρά. Εµφανίζονται ανατολικά της πόλης του Αγρινίου, από τα ύο Ρέµατα έως την Καµαρούλα, αλλά και ανατολικά του ποταµού Ερµίτσα. Το συνδετικό υλικό είναι ερυθροκάστανη ιλύς και σπανιότερα άργιλος. Ο βαθµός οµοιοµορφίας είναι χαµηλός και το µέγεθος των κροκαλών ποικίλει από λίγα χιλιοστά έως και 30 cm. Οι κροκάλες είναι µέτρια αποστρογγυλωµένες, ενώ κατά θέσεις επικρατούν οι γωνιώδεις κλάστες (λατύπες). Το πάχος του σχηµατισµού εκτιµάται στα 150 m. Σχηµατισµός οκιµίου: Ιλύες και άργιλοι χρώµατος καστανού που περιέχουν πληθώρα κροκαλών ανθρακικής προέλευσης. Ο σχηµατισµός αυτός εµφανίζεται δυτικά νοτιοδυτικά της πόλης του Αγρινίου, στην περιοχή του χωριού οκίµιο και στη θέση Τραγάνα. Οι κροκάλες έχουν µέγεθος από 1 5 cm. και παρουσιάζουν καλό βαθµό αποστρογγύλωσης. Η προέλευση του σχηµατισµού είναι ποταµοχειµάρρια, η δε λιθολογική του σύσταση δείχνει ότι η τροφοδοσία του έχει γίνει µέσω υδάτινου ρεύµατος που διέβρωνε τους ασβεστόλιθους της ενότητας της Πίνδου. Αποθέσεις αλλο