38 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 2011

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "38 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 2011"

Transcript

1

2 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 Χαιρετισμός Προέδρου Αγαπητοί Συνάδελφοι Τo Διοικητικό Συμβούλιο και η Εκπαιδευτική Επιτροπή της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας με ιδιαίτερη χαρά σας καλωσορίζουν στο 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού που πραγματοποιείται στη Θεσσαλονίκη, από τις 6 έως και τις 9 Απριλίου 0. Το πρόγραμμα και αυτού του συνεδρίου είναι πολυθεματικό αγγίζοντας τομείς που μας απασχολούν. Συνεχίζεται και φέτος η διοργάνωση των δύο εκπαιδευτικών σεμιναρίων που ξεκίνησαν πιλοτικά την προηγούμενη χρονιά. Το σεμινάριο της Οστεοπυκνομετρίας, που φέτος αφιερώνεται στην εκτίμηση της BMD σε παιδιά και εφήβους και γίνεται από ξένο συνάδελφο και το σεμινάριο Υπερηχοτομογραφίας του Θυρεοειδούς, το οποίο διεξάγεται δυο ημέρες με καθορισμένο αριθμό συμμετεχόντων. Η καινοτομία μας φέτος είναι ότι σε τρεις από τις συναντήσεις με τον ειδικό, συμμετέχουν προσκεκλημένοι ομιλητές από το εξωτερικό. Ελπίζουμε ότι και το Συνέδριο αυτής της χρονιάς θα ικανοποιήσει τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις των περισσότερων από εμάς. Για το Δ.Σ. Η Πρόεδρος Μαργαρίτα Αναπλιώτου

3 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 Διοικητικό Συµβούλιο Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας ΠΡΟΕ ΡΟΣ: ΑΝΤΙΠΡΟΕ ΡΟΣ: ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: ΤΑΜΙΑΣ: ΕΙ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ: Μ. Αναπλιώτου Φ. Καλδρυµίδης I.-A. Βατάλας Μ. Σώµαλη Χρ. Γρυπαίου Ι. Ηλίας Φ. Παπαδοπούλου Εκπαιδευτική Επιτροπή Κ. Μάρκου Στ. Νικοπούλου Κ. Τσίγκος Επιτροπή Ελευθέρων Επαγγελµατιών Κ. Ανδριανός Ζ. Μούσλεχ Δ. Σπανούδης Επιτροπή Ε.Σ.Υ. Δ. Βασιλειάδη Β. Βασιλείου Ε. Κούκκου Ελεγκτική Επιτροπή Γ. Μισιχρόνης Α. Σαρπάκης Α. Τσούρδης Προφορικές Ανακοινώσεις Κριτές Εργασιών Αβραμίδης Α. Αδαμόπουλος Δ. Βαγενάκης Α. Βαϊνάς Η. Βασιλάτου Ε. Βασιλόπουλος Χ. Βλαχοπαπαδοπούλου Ε. Γαλλή - Τσινοπούλου Α. Γκρέκα - Σπηλιώτη Β. Γρηγοράκης Σ. Καϊμάρα - Παπαθανασίου Α. Καλτσάς Θ. Καραϊσκος Κ. Κάργα Ε. Κοντογεώργος Γ. Κούκκου Ε. Κουκούλης Γ. Κούστα Ε. Κούτμος Σ. Λιπαράκη Μ. Μαμαλάκη Ε. Μαργιωρής Α. Μόρτογλου Α. Μπαργιώτα Α. Παζαΐτου - Παναγιώτου Κ. Πιαδίτης Γ. Ποντικίδης Ν. Σαριδάκη Α. Τζανέλα Μ. Τζώτζας Θ. Τσακαλάκος Ν. Τσίγκος Κ. Τσούρδης Α. Φαινέκος Κ. Χαρμανδάρη Ε. Χρυσουλίδου Α. Κριτές Βραβείων Γιώβος Ι. Μαργιωρής Α. Ποντικίδης Ν. Συγκελλάκης Π. Τασόπουλος Χ. Τζαβάρα - Αγγελοπούλου Ι. Τσαγκαράκης Στ. Τσατσούλης Α. Φαινέκος Κ.

4 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 O0 ΘΥΡΕΟΕΙΔΗΣ ΦΑΙΝΟΤΥΠΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΥΤΟΑΝΟΣΗΣ ΘΥΡΕΟΕΙΔΙΚΗΣ ΝΟΣΟΥ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΣΠΟΡΑΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ * Τερζίδης K., Σαλτίκη Κ., Μάντζου Ε., Αναστασίου Ε., Αλεβιζάκη Μ. Ενδοκρινολογική Μονάδα, Ευγενίδειο Θεραπευτήριο και Θεραπευτική Κλινική, Π.Γ.Ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών Εισαγωγή: Υπάρχουν έμμεσες ενδείξεις ότι το είδος των αντισωμάτων τα οποία θετικοποιούνται σε αυτοάνοση θυρεοειδική νόσο διαφέρουν στις κληρονομούμενες σε σχέση με τις σποραδικές περιπτώσεις. Τα θυρεοσφαιρινικά αυτοαντισώματα είναι πιθανό να επηρεάζονται σε σημαντικότερο βαθμό από περιβαλλοντικούς παράγοντες. Σκοπός της μελέτης είναι η καταγραφή των διαφορών στον τρόπο εκδήλωσης μεταξύ κληρονομούμενων και σποραδικών περιπτώσεων αυτοάνοσης θυρεοειδικής νόσου. Ασθενείς - Μέθοδος: Μελετήθηκαν 54 άτομα με αυτοάνοση νόσο θυρεοειδούς (από τουλάχιστον εξαμήνου ευθυρεοειδικοί). Ως οικογενείς περιπτώσεις χαρακτηρίστηκαν τα άτομα τα οποία εκ του ιστορικού είχαν τουλάχιστον ένα συγγενικό πρόσωπο (πρώτου βαθμού) με αυτοάνοση θυρεοειδική νόσο (N=97), ενώ οι λοιπές περιπτώσεις (N=57) που δεν ανέφεραν κανένα συγγενικό πρόσωπο με θυρεοειδική νόσο χαρακτηρίστηκαν ως «σποραδικές». Αποτελέσματα: 8,5% των ασθενών με κληρονομικό ιστορικό αυτοάνοσης θυρεοειδικής νόσου είχαν θετικά anti-tg αντισώματα, ενώ αντίστοιχα 6,4% των «σποραδικών» περιπτώσεων είχε θετικά θυρεοσφαιρινικά αυτοαντισώματα (Pearson s χ, p=0.0). Τα ποσοστά των θετικών anti-tpo αντισωμάτων ήταν 50,% για τις οικογενείς περιπτώσεις και 65,9% για τις «σποραδικές» περιπτώσεις (Pearson s χ, p=0.). Τα μέσα επίπεδα των anti- TG αντισωμάτων ήταν σημαντικά ψηλότερα στις «σποραδικές» σε σχέση με τις οικογενείς περιπτώσεις (94.5±686 vs. 9.8±5 UI/ml, p<0.05, Mann-Whitney test), ενώ τα επίπεδα των anti-tpo αντισωμάτων δε διέφεραν σημαντικά (54.9±679 vs. 6.54±46, p=ns). Το.% των οικογενών περιπτώσεων ήταν άρρενες ενώ αντίστοιχα άρρενες ήταν το 4.% των «σποραδικών» περιπτώσεων (Fisher s exact<0.0). Η μέση ηλικία στην οποία ετέθη η διάγνωση ήταν σημαντικά χαμηλότερη στις οικογενείς (5.77±9 ετών) σε σχέση με τις «σποραδικές» περιπτώσεις (47.7±5 ετών) (p<0.00, Mann- Whitney test). 7.9% των οικογενών (σε αντιδιαστολή με το 5.% των «σποραδικών») περιπτώσεων είχαν αναπτύξει υποκλινικό υποθυρεοειδισμό τη στιγμή της διάγνωσης (διαφορά μη στατιστικά σημαντική) και 57,5% των «σποραδικών» περιπτώσεων λάμβαναν θυροξίνη (σε σχέση με το 4,9% των οικογενών περιπτώσεων). Συμπεράσματα: Η πιθανότητα ανεύρεσης θυρεοσφαιρινικών αυτοαντισωμάτων σε «σποραδικές» περιπτώσεις αυτοάνοσης θυρεοειδικής νόσου σε σχέση με τις αντίστοιχες οικογενείς είναι αυξημένη. Αντίστοιχα, τα μέσα επίπεδά τους στις «σποραδικές» περιπτώσεις είναι σημαντικά υψηλότερα. Τέτοιες διαφορές δε φαίνεται να ισχύουν για τα αντι-tpo αντισώματα. Αυτή η διαφοροποίηση, ενδεχομένως να οφείλεται σε αυξημένη επίδραση περιβαλλοντικών παραγόντων στην θετικοποίηση των θυρεοσφαιρινικών αντισωμάτων, ενώ κληρονομικοί παράγοντες ίσως να είναι πιο σημαντικοί για την παρουσία των αντι-tpo αντισωμάτων. Στις οικογενείς περιπτώσεις η διάγνωση τίθεται νωρίτερα προφανώς λόγω της αυξημένης εγρήγορσης. * Η μελέτη αυτή χρηματοδοτείται από την Ελληνική Ενδοκρινολογική Εταιρία. O0 ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΒΑΣΗ ΣΕ 86 ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΘΗΛΩΔΟΥΣ ΜΙΚΡΟΚΑΡΚΙΝΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ Βλασοπούλου Β., Βρυωνίδου Α., Κωλέτη Α., Ιωαννίδης Δ., Κλωνάρης Ν., Κατσούλης Κ., Πανάγου Μ., Βασιλόπουλος Χ., Τζαβάρα Ι. Τμήμα Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη και Μεταβολισμού, Νοσοκομείο Ευαγγελισμός, Τμήμα Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη και Μεταβολισμού, Νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός», Τμήμα Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη και Μεταβολισμού, Νοσοκομείο «Αμαλία Φλέμιγκ», Αθήνα Σκοπός ασθενείς: Η κλινική σημασία του θηλώδους μικροκαρκινώματος του θυρεοειδούς (ΘΜΘ) συζητείται ευρέως και δεν υπάρχει ομοφωνία όσον αφορά την αντιμετώπισή του. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εκτίμηση της κλινικής εμφάνισης, των χαρακτηριστικών του όγκου και της έκβασης της νόσου σε ασθενείς με ΘΜΘ. Σε αυτή την αναδρομική μελέτη, από ένα σύνολο 4 ασθενών με ΘΜΘ, έγινε ανάλυση των ανωτέρω στοιχείων σε 86 ασθενείς, οι οποίοι είχαν τακτική παρακολούθηση για τουλάχιστον τρία χρόνια. Αποτελέσματα: Από τους 86 ασθενείς, με μέση ηλικία 48.9 (εύρος 6-76) έτη, οι 6 (79%) ήταν γυναίκες. Διακόσιοι εξήντα ένας ασθενείς (9.%) υποβλήθηκαν σε σχεδόν ολική και 5 ασθενείς σε μερική θυρεοειδεκτομή. ΘΜΘ βρέθηκε τυχαία σε 48 (86.7%) ασθενείς που χειρουργήθηκαν για άλλο αίτιο μη σχετιζόμενο με κακοήθεια του θυρεοειδούς, ενώ 8 ασθενείς χειρουργήθηκαν λόγω ύποπτης FNAB ή θετικού λεμφαδένα. Σε 8 (6.6%) ασθενείς η νόσος ήταν μονοεστιακή και από αυτούς οι 9 είχαν μία εστία -5mm και οι υπόλοιποι μία εστία 6-0mm. Πολυεστιακό ΘΜΘ διαπιστώθηκε σε 04 (6.%) ασθενείς. Από αυτούς, κανένας ασθενής δεν είχε απομακρυσμένες μεταστάσεις ενώ σύστοιχη ή τοπική επέκταση και λεμφαδενική διήθηση βρέθηκε σε και 9 ασθενείς αντίστοιχα. Διακόσιοι είκοσι έξη (79%) ασθενείς έλαβαν συμπληρωματική αγωγή με ραδιενεργό ιώδιο λόγω επιθετικών ιστολογικών υποτύπων, διήθησης της θυρεοειδικής κάψας, πολυεστιακής νόσου ή θυρεοειδικών υπολειμμάτων. Ο μέσος χρόνος παρακολούθησης των ασθενών ήταν 8.9 (εύρος -) έτη. Υποτροπή της νόσου παρατηρήθηκε σε μια μόνο ασθενή (με λοβεκτομή και χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου), 0 έτη μετά την αρχική διάγνωση. Κατά τη παρακολούθηση, 6 (%) ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε σχεδόν ολική θυρεοειδεκτομή και λήψη ραδιενεργού ιωδίου παρουσίαζαν εμμονή της νόσου ενώ 79 (97.5%) ήταν ελεύθεροι νόσου. Συμπεράσματα: Το ΘΜΘ φαίνεται να έχει καλή πορεία στην πλειονότητα των ασθενών που αντιμετωπίζονται με σχεδόν ολική θυρεοειδεκτομή κι επομένως σύμφωνα και με τις αναθεωρημένες κατευθυντήριες οδηγίες της ATA, δεν κρίνεται σκόπιμη η συμπληρωματική χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου. Παρόλα αυτά, φαίνεται να υπάρχει ένας επιθετικός «υπότυπος» του ΘΜΘ και προκειμένου να αναγνωριστεί, χρειάζονται περισσότερες προοπτικές μελέτες ή πιθανόν προσδιορισμός κάποιων μοριακών δεικτών. O0 Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΓΟΝΙΔΙΟΥ ΤΗΣ ΒRAF ΚΙΝΑΣΗΣ ΒΕΛΤΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΗΣ FNAB ΣΤΟΝ ΘΥΡΕΟΕΙΔΗ Κόικα Β.,, De Biase D., Morandi L., Tallini G., Γεωργόπουλος Α.Ν., Μάρκου B. Κ. Ενδοκρινολογικό Τμήμα, Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα Τμήμα Ενδοκρινολογίας Αναπαραγωγής, Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής, Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα Dipartimento di Anatomia Patologica, Bellaria Hospital, University of Bologna, Bologna, Italy Σκοπός: Η βιοψία αναρρόφησης υλικού λεπτής βελόνης (Fine Needle Aspiration Biopsy, FNAB) αποτελεί εξέταση εκλογής στον εντοπισμό κακοήθειας όζου του θυρεοειδούς. Ο γενετικός έλεγχος για συνήθεις σημειακές μεταλλάξεις είναι μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση στην προεγχειρητική διερεύνηση και μετεγχειρητική παρακολούθηση των ασθενών με διαφοροποιημένο καρκίνο θυρεοειδούς. Η συνηθέστερη γενετική μεταλλαγή είναι μια σημειακή μετάλλαξη στο ΒRAF γονίδιο (η αντικατάσταση της Βαλίνης 600 σε Γλουταμικό οξύ V600E), που απαντάται στα θηλώδη καρκινώματα σε ποσοστό από 0% έως και 80%, ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή και την πρόσληψη ιωδίου. Η μετάλλαξη V600E έχει συνδεθεί με επιθετικότητα διαφοροποιημένων καρκινωμάτων και μικροκαρκινωμάτων του θυρεοειδούς, καθώς και με σταδιοποίηση υψηλού κινδύνου. Η ανίχνευση και ο εντοπισμός της σημειακής αυτής μετάλλαξης στους όζους, βελτιώνει την προεγχειρητική διερεύνηση και τη μετεγχειρητική παρακολούθηση των ασθενών. Σκοπός της μελέτης αυτής είναι η διερεύνηση ανίχνευσης της μετάλλαξης αυτής σε υλικό από FNAB θυρεοειδικών όζων. Μέθοδοι: Μελετήθηκαν 5 ευθυρεοειδικοί ασθενείς (4 άνδρες και γυναίκες) με όζους του θυρεοειδούς, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε προ-εγχειρητική ανίχνευση της μετάλλαξης V600E (T799A) στο BRAF γονίδιο με δύο τρόπους α) με ειδική PCR για το κάθε αλληλόμορφο (allele specific PCR) και β) με αλληλούχιση (sequencing) σε υλικό από FNAB. Αποτελέσματα: Από τους εξετασθέντες όζους, με βάση την κυτταρολογική εξέταση 8 ήταν καλοήθεις, μη διαγνωστικοί, ύποπτοι για θυλακιώδες νεόπλασμα και κακοήθεις. Από αυτούς V600E μετάλλαξη στο BRAF γονίδιο διαπιστώθηκε στους κακοήθεις και σε 4 καλοήθεις όζους. Από τους τελευταίους σε εξ αυτών εντοπίστηκε η V600E αλλαγή, ενώ στην 4η περίπτωση ανιχνεύτηκε η Κ60Ε μετάλλαξη, η οποία έχει και αυτή σχετιστεί με ισχυρή ενεργοποίηση της BRAF κινάσης. Συνοπτικά τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στους Πίνακες και. Πίνακας FNAB Κυτταρολογική διάγνωση Παρουσία Μετάλλαξης V600E BRAF. Πίνακας V600E BRAF. Κ60Ε BRAF Καλοήθεια Μη διαγνωστική θυλακιώδης νεοπλασία Κακοήθεια FNAB με Μεταλλαγμένο BRAF. FNAB Κυτταρολογικά κακοήθεις FNAB Κυτταρολογικά καλοήθεις 0 Συμπεράσματα: Ο έλεγχος ανίχνευσης μεταλλάξεων της BRAF κινάσης σε δείγματα ληφθέντα από FNAB του θυρεοειδούς είναι εφικτός και βελτιώνει την διαγνωστική ακρίβεια και ευαισθησία της εξέτασης. Παρόμοιος συμπληρωματικός μετεγχειρητικός έλεγχος στο ιστολογικό υλικό είναι απαραίτητος. O04 ΟΖΩΔΗΣ ΘΥΡΕΟΕΙΔΙΚΗ ΝΟΣΟΣ ΜΕ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΒΑΣΙΚΗ ΤΙΜΗ ΚΑΛΣΙΤΟΝΙΝΗΣ - ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΑΛΣΙΤΟΝΙΝΗΣ ΣΤΗ ΔΙΕΓΕΡΣΗ ΜΕ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΜΕΤΑ ΟΛΙΚΗ ΘΥΡΕΟΕΙΔΕΚΤΟΜΗ Τερτίπη Α., Κεραμίδας Ι., Καλτζίδου Β., Παπαδουλή Δ., Τριβιζάκη Ε., Βεκίνι Τ., Αραπαντώνη-Δαδιώτη Π., Καλδρυμίδης Φ. Ενδοκρινολογική Κλινική Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής Παθολογανατομικό Τμήμα, ΕΑΝΠ Μεταξά, Πειραιάς Σκοπός: Η συσχέτιση της απάντησης της καλσιτονίνης στη διέγερση με τα αποτελέσματα της ιστολογικής εξέτασης μετά θυρεοειδεκτομή, σε ασθενείς με οζώδη θυρεοειδική νόσο και αυξημένη βασική τιμή καλσιτονίνης. Μέθοδοι: Μελετήσαμε 7 ασθενείς, οι γυναίκες, ηλικίας 59.9±5.6χρ. με οζώδη θυρεοειδική νόσο που υποβλήθηκαν σε ολική θυρεοειδεκτομή λόγω απάντησης της καλσιτονίνης στη δοκιμασία διέγερσης >00pg/ml. Όλοι οι ασθενείς είχαν βασική τιμή καλσιτονίνης >0pg/ml και <00pg/ml. Μία ασθενής είχε γνωστή μετάλλαξη του γονιδίου RET(G5C), ενώ μία δεύτερη ασθενής με μυελοειδές καρκίνωμα που υποβλήθηκε σε γονιδιακό έλεγχο μετά τη διάγνωση, βρέθηκε φορέας μετάλλαξης του RET(C64R). Η διέγερση της καλσιτονίνης έγινε με ενδοφλέβια χορήγηση ασβεστίου. Η μέτρηση της καλσιτονίνης έγινε με IRMA. Η ιστολογική διάγνωση του μυελοειδούς καρκινώματος και της υπερπλασίας των παραθυλακιωδών κυττάρων έγινε με χρώση αιματοξυλίνης-ηωσίνης και ανοσοϊστοχημεία. Για το στατιστικό έλεγχο χρησιμοποιήθηκαν η δοκιμασία Mann-Whitney και η ανάλυση ROC. Αποτελέσματα: 5/7 ασθενείς (9.4%) είχαν μυελοειδές καρκίνωμα του θυρεοειδή. Οι ασθενείς με μεταλλάξεις του RET είχαν πολυεστιακό μυελοειδές με μέγεθος της μεγαλύτερης εστίας.4εκ. και εκ. Το μέγεθος των υπολοίπων μυελοειδών καρκινωμάτων ήταν, 0.9 και 0.5εκ. Οι /7 ασθενείς (70.6%) είχαν μόνο διάχυτη ή και εστιακή υπερπλασία των παραθυλακιωδών κυττάρων. Σε 7/7 ασθενείς (4.%) βρέθηκε θηλώδες καρκίνωμα το οποίο, σε ασθενείς συνυπήρχε με μυελοειδές και ήταν μικροσκοπικό, σε 5 συνυπήρχε με υπερπλασία παραθυλακιωδών κυττάρων, και ήταν μικροσκοπικό στους, πολυεστιακό στους. Οι ασθενείς με μυελοειδές είχαν μέγιστη απάντηση της καλσιτονίνης στη διέγερση 600pg/ml (475±96pg/ml, όρια pg/ ml). Οι ασθενείς με μόνη υπερπλασία των παραθυλακιωδών κυττάρων είχαν μέγιστη απάντηση της καλσιτονίνης στη διέγερση 64pg/ml (8±69pg/ml, όρια 5-64pg/ml). Υπήρχε σημαντική διαφορά στη βασική τιμή καλσιτονίνης ανάμεσα στους ασθενείς με μυελοειδές καρκίνωμα και σε εκείνους με υπερπλασία των παραθυλακιωδών κυττάρων (60.6±4.pg/ ml έναντι 0.±.5pg/ml αντίστοιχα, p=0.006), όπως και στη μέγιστη απάντηση της καλσιτονίνης στη διέγερση (475±96pg/ ml έναντι 8±69pg/ml αντίστοιχα, p=0.00). Η ανάλυση ROC έδειξε ότι μέγιστη τιμή καλσιτονίνης στη διέγερση >565pg/ml διαχώριζε τους ασθενείς με μυελοειδές καρκίνωμα από εκείνους με υπερπλασία των παραθυλακιωδών κυττάρων, με ευαισθησία 00% και ειδικότητα 9% (p=0.00). Η θετική διαγνωστική αξία 4 5

5 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 για μυελοειδές καρκίνωμα της τιμής αυτής ήταν 8.%. Συμπεράσματα: Το όριο των 00 pg/ml στην απάντηση της καλσιτονίνης στη διέγερση για σύσταση θυρεοειδεκτομής, είναι πιθανόν χαμηλό για την προεγχειρητική διάγνωση μυελοειδούς καρκινώματος του θυρεοειδή. Ασθενείς που χειρουργούνται με βάση το όριο αυτό διαγιγνώσκονται με μυελοειδές καρκίνωμα σε ποσοστό ~0%, οι υπόλοιποι παρουσιάζουν υπερπλασία των παραθυλακιωδών κυττάρων. Για τον καθορισμό ακριβέστερου ορίου απάντησης της καλσιτονίνης στη διέγερση, πρέπει να διευκρινιστεί περισσότερο η βιολογική σημασία της υπερπλασίας των παραθυλακιωδών κυττάρων στην ανάπτυξη μυελοειδούς καρκινώματος, εκτός του συνδρόμου ΜΕΝ. Η συνύπαρξη σε μεγάλο ποσοστό, υπερπλασίας των παραθυλακιωδών κυττάρων ή μυελοειδούς με θηλώδες καρκίνωμα χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση για τυχόν αιτιοπαθογενετική συσχέτιση. O05 6 ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΚΛΙΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕ MRI ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΘΥΡΕΟΕΙΔΙΚΗ ΟΦΘΑΛΜΟΠΑΘΕΙΑ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΑ ΓΛΥΚΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΗ. Τσιρούκη Θ., Μπαργιώτα Α., Γκουντιός Ι., Καψαλάκη Ε., Τσιρώνη Ε., Κουκούλης Γ. Πανεπιστημιακή Οφθαλμολογική Κλινική, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Πανεπιστημιακή Κλινική Ενδοκρινολογίας και Μεταβολικών Νόσων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Πανεπιστημιακό Τμήμα Ακτινολογίας Σκοποί: Η Θυρεοειδική Οφθαλμοπάθεια (ΘΟ) είναι μία πάθηση με δυνητικά καταστροφικά αποτελέσματα στον οφθαλμό, αν δεν χορηγηθεί εγκαίρως η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Μέχρι σήμερα δεν έχουν καθοριστεί συγκεκριμένα ευρήματα που να οδηγούν στην πρόβλεψη της έκβασης της νόσου. Σκοπός της παρούσης μελέτης είναι η αξιολόγηση της δυνατότητας κλινικών, εργαστηριακών και απεικονιστικών παραμέτρων στην πρόβλεψη της πορείας της ΘΟ και της αποτελεσματικότητας της θεραπείας με ενδοφλέβια γλυκοκορτικοειδή. Μέθοδοι: Σε διάρκεια μηνών, εξετάστηκαν 50 ασθενείς με ΘΟ. Έγινε λήψη λεπτομερούς ιστορικού, πλήρης οφθαλμολογική εξέταση με υπολογισμό των κλινικών δεικτών CAS, για τον καθορισμό της ενεργότητας και NOSPECS και TES για την ένταση της νόσου, καθώς και MRI οφθαλμικών κόγχων για την εκτίμηση παρουσίας ή όχι φλεγμονώδους οιδήματος και υπολογισμό του πάχους των οφθαλμοκινητικών μυών. Η επιλογή των ασθενών για ενδοφλέβια χορήγηση μεθυπρεδνιζολόνης έγινε σύμφωνα με τις οδηγίες της EUGOGO (European Group on Graves Orbitopathy). Τις πρώτες 6 εβδομάδες χορηγήθηκαν εφάπαξ ανά εβδομάδα 0,5 gram και τις επόμενες 6 εβδομάδες ανά εβδομάδα 0,5 gram. Συνολική διάρκεια θεραπείας εβδομάδες. Η πλήρης οφθαλμολογική εκτίμηση επαναλήφθηκε στις 6 εβδομάδες και στη λήξη της αγωγής οπότε και έγινε νέα MRI οφθαλμικών κόγχων σε σημαντικό ποσοστό ασθενών. Αποτελέσματα: Από τους 50 ασθενείς της μελέτης, το 70% ήταν γυναίκες και το 54% καπνιστές. Οικογενειακό ιστορικό θυρεοειδοπάθειας είχε το 5,7% των ασθενών και ΘΟ το 7,%. Κατά την ένταξη τους στη μελέτη, 50% είχαν Ήπια, 6% Μέτρια και 4% Σοβαρή ΘΟ. Προσβολή των μαλακών μορίων παρατηρήθηκε στην μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών (94%). Εξόφθαλμος > mmhg παρατηρήθηκε στο 46%, θετικό σημείο Kocher στο 80%, αποκάλυψη σκληρού στο 48%, διαταραχή της κινητικότητας του βολβού στο 54%, και διπλωπία στο 58%. Προσβολή του κερατοειδούς παρατηρήθηκε στο 4%, ενώ οίδημα του οπτικού νεύρου δεν παρουσίαζε κανένας ασθενής. Σε MRI υποβλήθηκε το 64% των ασθενών. Σύμφωνα με την κλινική εκτίμηση το 78% είχε ενεργό νόσο, ενώ σύμφωνα με την MRI, το 7,8%. Συσχέτιση του CAS με την MRI, ως προς την ενεργότητα της νόσου, υπήρχε στο 00%. Θεραπεία με ενδοφλέβια γλυκοκορτικοειδή δόθηκε στο 6% των ασθενών. Βελτίωση της κλινικής εικόνας, σύμφωνα με το CAS, μετά τη λήξη της θεραπείας είχε: κατά ένα βαθμό το 4,%, κατά δύο βαθμούς το 4,8%, κατά τρεις βαθμούς το 4,%, κατά τέσσερις βαθμούς το 4,% και κατά πέντε βαθμούς το 4,%, ενώ σύμφωνα με το συνολικό TES βελτίωση είχε το 85,7%. Συμπεράσματα: Ο συνδυασμός κλινικής εκτίμησης υπολογισμού των δεικτών CAS και TES, και MRI των οφθαλμικών κόγχων αυξάνει την ευαισθησία της πρόβλεψης παρουσίας ενεργού ΘΟ και της θεραπευτικής απάντησης των ασθενών στα iv γλυκοκορτικοειδή. O06 Σελήνιο και θυρεοειδική λειτουργία/ αυτοανοσία κατά και μετά την κύηση Αλεξίου Μ., Ηλίας Ι., Μάμαλη Ειρ., Νικοπούλου Στ., Αλεβιζάκη Μ., Κούκκου Ε. Τμήμα Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη και Μεταβολισμού, Νοσοκομείο-Μαιευτήριο «Έλενα Βενιζέλου», Αθήνα Ενδοκρινολογικό Τμήμα Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα ΠΕνδοκρινολογική Μονάδα, Θεραπευτική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Αθήνα Εισαγωγή: Το σελήνιο (Se) συνιστά ένα βασικό ιχνοστοιχείο των αποιωδινασών και ως εκ τούτου συνδέεται με τη θυρεοειδική λειτουργία. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ενδεχομένως βελτιώνει την θυρεοειδική αυτοανοσία, όπως αυτή εκφράζεται με τα αντισώματα κατά της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (αντι-τρο). Η κύηση αποτελεί κατάσταση που επηρεάζει την θυρεοειδική λειτουργία και τους μηχανισμούς της αυτοανοσίας. Σκοπός: Η μελέτη των επιπέδων του Se στην κύηση και η συσχέτισή τους με τη θυρεοειδική λειτουργία και αυτοανοσία σε γυναίκες που ζουν στην περιοχή της Αθήνας. Μέθοδος: Μελετήθηκαν προοπτικά 6 ευθυρεοειδικές, έγκυες γυναίκες χωρίς επιπλοκές (ηλικίας ετών) στα τρία τρίμηνα της κύησης, καθώς και μήνες μετά το τοκετό. Προσδιορίστηκαν στον ορό οι TSH, FT 4, FT, αντι-τρο και σε δείγμα ούρων το Se (μg/l) και το ιώδιο (μg/l). Εκτιμήθηκαν οι μεταβολές τους ανά τρίμηνο και συσχετίσθηκαν οι παράμετροι της θυρεοειδικής λειτουργίας με το Se (Δοκιμασία Kruskall- Wallis και Spearman αντίστοιχα). Αποτελέσματα:. Η TSH και τα αντι-τρο δεν παρουσίασαν σημαντικές διαφορές κατά και μετά την κύηση, ενώ η FT 4 και η FT παρουσίασαν σταδιακή πτώση ανά τρίμηνο και αύξηση μετά την κύηση. Το Se ούρων εμφάνισε πτώση στο ο τρίμηνο σε επίπεδα παρόμοια εκείνων μετά τον τοκετό, p=0.0). Ασθενής θετική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ Se ούρων και FT 4 και FT (r=0,, r =0,04, p=0,00 για αμφότερα), και μεταξύ Se και Ιωδίου ούρων (r=0,, r =0,04, p=0,0005), ενώ δεν διαπιστώθηκαν μεταβολές στο Se ούρων συνδεόμενες με τα αντι-τρο. o μηνο (n=6) o μηνο (n=76) o μηνο (n=54) Μετά Τοκετό (n=) TSH (μu/ml) 0,6/,/, 0,99/,4/,8 0,98/,68/, 0,6/,4/, FT 4 (ng/dl),05/,7/, 0,90/0,98/,0 0,89/0,96/,0,8/,4/, FT (pmol/l) 4,09/4,48/4,96,56/4,07/4,47,9/,8/4, 4,9/4,8/5,46 Αντι-TPO (+) % % % % Se ούρων (μg/l) 4/7/4 4/76/4 /55/08 5/45/04 Ιώδιο ούρων (μg/l) 8/0/8 78/7/75 8//7 /79/5 ( ο τεταρτημόριο/διάμεσος/ ο τεταρτημόριο) Συμπέρασμα: Το διαθέσιμο Se, όπως εκτιμάται με τα επίπεδα του στα ούρα, μειώνεται στο τέλος της κύησης. Οι αλλαγές συνδέονται με ήπιες αλλαγές στην θυρεοειδική λειτουργικότητα, αλλά όχι με αλλαγές στη θυρεοειδική αυτοανοσία. O07 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΠΑΡΑΘΟΡΜΟΝΗΣ ΣΤΗΝ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΠΑΘΟΥΣ ΥΠΕΡΠΑΡΑΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΥ Βαμβακίδης Κ., Γρίβας Π., Πλιακοστάμος Κ., Αραμπατζή Α., Σουτζοπούλου Χ., Ψωμάς Ε., Γαλανοπούλου Α., Κουρέας Α. 4, Κούτσικος Ι. 5, Βλαχοδημητρόπουλος Δ. 6, Μισιχρόνης Γ. 7 Τμήμα Χειρουργικής Ενδοκρινών Αδένων, Κεντρική Κλινική Αθηνών Αναισθησιολογικό Τμήμα, Κεντρική Κλινική Αθηνών Εργαστήριο Βιοπαθολογίας, Κεντρική Κλινική Αθηνών 4 Ακτινολογικό Τμήμα, Αρεταίειο Νοσοκομείο 5 Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής, Κεντρική Κλινική Αθηνών 6 Παθολογοανατομικό Εργαστήριο, Ευγενίδειο Θεραπευτήριο 7 Ενδοκρινολογικό Τμήμα, Κεντρική Κλινική Αθηνών Σκοπός της μελέτης ήταν να δειχθεί η σημασία της διεγχειρητικής μέτρησης παραθορμόνης (qpth) στην βιοχημική ίαση των ασθενών με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκαν από τον Σεπτέμβριο 009 έως τον Νοέμβριο 00 4 χειρουργικές επεμβάσεις σε 4 ασθενείς (0 γυναίκες, 4 άνδρες, με μ.ο ηλικίας 5 έτη, min.8, max.77) με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό (ΠΥΠ) με διεγχειρητική μέτρηση παραθορμόνης (qpth) Προεγχειρητική εντόπιση όλων των παθολογικών παραθυρεοειδών κατέστη δυνατή υπερηχογραφικά σε 9 ασθενείς (9/4, ποσοστό 79%), σπινθηρογραφικά σε 8 ασθενείς (8/4, ποσοστό 75%) ενώ ταύτιση και των δύο μεθόδων σε 6 ασθενείς (6/4, ποσοστό 67%). Μέθοδος: Περιφερικό φλεβικό αίμα προς προσδιορισμό qpth ελαμβάνετο αμέσως μετά την εισαγωγή των ασθενών στην αναισθησία και στη συνέχεια 0 και 0 λεπτά μετά την αφαίρεση του παθολογικού παραθυρεοειδούς αδένα. Το αφαιρεθέν υλικό υποβάλλετο σε ταχεία βιοψία. Κριτήριο βιοχημικής ίασης αποτέλεσαν η πτώση της qpth > 50% της αρχικής τιμής, ή η πτώση στα φυσιολογικά επίπεδα 0 λεπτά μετά την αφαίρεση του παθολογικού παραθυρεοειδικού ιστού. Σε περίπτωση μη επίτευξης των ανωτέρω κριτηρίων συνεχιζόταν η διερεύνηση προς ανάδειξη και άλλων παθολογικών παραθυρεοειδών αδένων. Αποτελέσματα: ασθενείς (87,5%) έπασχαν από μονήρες αδένωμα παραθυρεοειδούς αδένα και ασθενείς από νόσο πολλαπλών αδένων (,5%). Από αυτούς οι ασθενείς έπασχαν από νόσο αδένων (8,%) και ασθενής από νόσο 4 αδένων (στα πλαίσια ΜΕΝ) (4,7%). Στους ασθενείς με μονήρες αδένωμα παραθυρεοειδούς αδένα ο μ.ο της πτώσης της παραθορμόνης στα 0 λεπτά μετά την αφαίρεση του αδενώματος ήταν 8,6% από την αρχική τιμή (min. 68,87%, max. 9,45%), ενώ στα 0 λεπτά ήταν 89% (min. 78,7%, max. 95,5%). Στους ασθενείς με νόσο πολλαπλών αδένων ο μ.ο της πτώσης της παραθορμόνης στα 0 λεπτά μετά την αφαίρεση του ου παθολογικού παραθυρεοειδούς αδένα ήταν 40,5% (min. 6,87%, max. 45.9%) από την αρχική τιμή, ενώ όλες οι τιμές ήταν πάνω από τα ανώτερα φυσιολογικά όρια. Πτώση των τιμών της qpth εντός φυσιολογικών ορίων κατέστη δυνατή μόνο μετά την αφαίρεση όλων των παθολογικών παραθυρεοειδών αδένων. Την η μετεγχειρητική ημέρα όλοι οι ασθενείς είχαν τιμές παραθορμόνης εντός φυσιολογικών ορίων ή χαμηλότερες των κατώτερων φυσιολογικών ορίων (μ.ο,6 pg/ml, min.,5 pg/ ml, max. 46,5 pg/ml). Συμπέρασματα: Σε όλους τους ασθενείς επιτεύχθη βιοχημική ίαση την οποία προανήγγειλε η διεγχειρητική πτώση της παραθορμόνης κατά τα παραπάνω αναφερόμενα κριτήρια. Στους ασθενείς με νόσο πολλαπλών αδένων η qpth κατήλθε στα φυσιολογικά επίπεδα μόνο μετά την αφαίρεση και του τελευταίου παθολογικού παραθυρεοειδούς αδένα. Είναι προφανές ότι η διεγχειρητική μέτρηση παραθορμόνης μπορεί να εμποδίσει αποτυχία της χειρουργικής θεραπείας λόγω εναπομείναντος παθολογικού παραθυρεοειδικού ιστού ειδικά στις περιπτώσεις νόσου πολλαπλών αδένων. Κατά συνέπεια η qpth κρίνεται απολύτως απαραίτητη για την διασφάλιση της επιτυχίας της χειρουργικής αντιμετώπισης σε ασθενείς με ΠΥΠ. O08 ΦΑΙΝΟΤΥΠΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΛΕΜΦΟΚΥΤΤΑΡΩΝ ΜΕ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ (Tregs) ΣΤΟΝ ΘΗΛΩΔΗ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ Γόγαλη Φ., Πατεράκης Γ., Καλτσάς Γ., Γούσης Π. 4, Νεονάκης Ε. 5, Ρασιδάκης Γ. 6, Λίαπη Χ. Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών Εργαστήριο Κυτταρομετρίας, Ανοσολογικό Τμήμα, ΠΓΝΑ Γεννηματάς Εργαστήριο Παθολογικής Φυσιολογίας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών 4 Χειρουργική Κλινική, Μητροπολιτικό Θεραπευτήριο 5 Χειρουργική Κλινική, Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών 6 Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών Σκοποί: Κύριος σκοπός της μελέτης είναι η ανίχνευση Τ ρυθμιστικών λεμφοκυττάρων (Tregs) στο θηλώδες καρκίνωμα θυρεοειδούς και η σύγκριση με ιστό από οζώδη βρογχοκήλη. Δευτερεύον σκοπός είναι η συσχέτιση του ποσοστού των ρυθμιστικών κυττάρων με το στάδιο της νόσου. 7

6 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 Μέθοδοι: Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θυρεοειδεκτομή στα πλαίσια θηλώδους καρκινώματος θυρεοειδούς και οζώδους βρογχοκήλης. Αναλύσαμε με κυτταρομετρία ροής τον κυτταρικό πληθυσμό των Τ ρυθμιστικών λεμφοκυττάρων στο περιφερικό αίμα και τον θυρεοειδικό ιστό 7 ασθενών με θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς και ασθενών με οζώδη βρογχοκήλη. Επιπλέον αναλύθηκαν τα Tregs στο περιφερικό αίμα 5 υγιών δοτών. Ο ανoσοσοφαινότυπος των Tregs ορίστηκε ως CD4+CD5+CD7low. Παράλληλα αναλύσαμε με ανοσοιστοχημεία τον θυρεοειδικό ιστό 54 ασθενών με θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς και 5 ασθενών με οζώδη υπερπλασία. Ο μεταγραφικός παράγοντας που χρησιμοποιήθηκε για την ταυτοποίηση των Tregs με την ανοσοιστοχημεία είναι ο Foxp. Αποτελέσματα: Διαπιστώθηκε διήθηση του νεοπλασματικού ιστού από Τ ρυθμιστικά λεμφοκύτταρα και με τις δύο τεχνικές. α)αποτελέσματα Κυτταρομετρίας Ροής: H διάμεση τιμή και το 5 ο -75 ο εκατοστημόριο των Tregs είναι: Θυρεοειδικός καρκινικός ιστός 5,4 (,-7,) Ιστός οζώδους υπερπλασίας (0,8-,5) Αίμα ασθενών με καρκίνο, (,6-.9) Αίμα ασθενών με οζώδη υπερπλασία,4 (-,) Αίμα υγιών δοτών,5 (,-,). Το ποσοστό των Tregs στον ιστό των ασθενών με καρκίνο βρέθηκε στατιστικά σημαντικά αυξημένο σε σχέση με αυτό των ασθενών με οζώδη βρογχοκήλη. (t-test)(p<0.000). Δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά στα ποσοστά των ρυθμιστικών λεμφοκυττάρων στο αίμα ασθενών με καρκίνο, οζώδη υπερπλασία και σε αυτά των υγειών δοτών (ANOVA). β) Αποτελέσματα ανοσοιστοχημείας : Η διάμεση τιμή και το 5 ο - 75 ο εκατοστημόριο των Tregs Θηλώδης καρκίνος: 9,4 (4,-,5) Οζώδης υπερπλασία:,( -5) Το ποσοστό των Tregs στον ιστό των ασθενών με καρκίνο βρέθηκε στατιστικά αυξημένο σε σχέση με αυτό των ασθενών με βρογχοκήλη. (t-test)(p<0.000). Επιπλέον τα ποσοστά των Tregs βρέθηκαν σημαντικά υψηλότερα στα στάδια III-IV της νόσου σε σχέση με τα στάδια I-II (t-test)(p<0.006). Συμπεράσματα: Τα ποσοστά των Τ ρυθμιστικών λεμφοκυττάρων είναι υψηλότερα στον ιστό των ασθενών με θηλώδη καρκίνο του θυρεοειδούς σε σύγκριση με τους ασθενείς με οζώδη υπερπλασία (Ανοσοιστοχημεία και Κυτταρομετρία ροής). Οι τιμές των ρυθμιστικών λεμφοκυττάρων στο αίμα ασθενών με καρκίνο θυρεοειδούς ήταν μέσα στα φυσιολογικά όρια καθώς και των ασθενών με οζώδη υπερπλασία (Κυτταρομετρία ροής). Τα ποσοστά των Tregs βρέθηκαν σε υψηλότερα ποσοστά στον ιστό των ασθενών που βρίσκονταν σε πιο προχωρημένα στάδια της νόσου (Ανοσοιστοχημεία). Έχοντας ως βάση τα παραπάνω αποτελέσματα νέοι δρόμοι ανοίγονται τόσο στην πρόγνωση όσο και στην θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών με θηλώδη καρκίνο του θυρεοειδούς. 8 O09 ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ Β-ΓΛΥΚΟΥΡΟΝΙΔΑΣΗ ΣΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΤΥΠΩΝ ΥΠΕΡΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΛΗΨΗ ΑΜΙΟΔΑΡΟΝΗΣ Μάρκου Β Κ., Ροττστέιν Λ., ΗλιοπούλουΜ., Πιτσή Ε., Λάμαρη Ν. Φ., Μπεράτης Ν. 4, Βαγενάκης Γ. Α. Ενδοκρινολογικό Τμήμα, Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα Παιδιατρική Κλινική, Καραμανδάνειο Νοσοκομείο Παίδων, Πάτρα Τμήμα Φαρμακευτικής Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα 4 Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα Σκοπός: Η λήψη του ιωδιούχου αντιαρρυθμικού σκευάσματος αμιοδαρόνη (Angoron) μπορεί να προκαλέσει ως παρενέργεια υποθυρεοειδισμό σε ποσοστό 0% και υπερθυρεοειδισμό σε ποσοστό %. Ο τελευταίος προκαλείται μέσω μηχανισμών: α) τύπου που αποτελεί την κλασσική μορφή εκδήλωσης υπερθυρεοειδισμού εξ ιωδιούχων σε ασθενείς με προϋπάρχουσα λανθάνουσα θυρεοειδική νόσο (ν.graves ή πολυοζώδη βρογχοκήλη) και β) τύπου που εμφανίζεται σε ασθενείς με φυσιολογικό θυρεοειδή αδένα και οφείλεται σε καταστροφή-φλεγμονή του θυρεοειδικού ιστού από την αμιοδαρόνη. Η διαφορική διάγνωση ανάμεσα στους τύπους υπερθυρεοειδισμού, που απαιτούν διαφορετική θεραπευτική στρατηγική, είναι πολύπλοκη, δυσχερής, κοστίζει, και ενίοτε είναι ανέφικτη. H κυτταρική καταστροφή οδηγεί σε έξοδο λυσοσωματικών ενζύμων στο εξωκυττάριο υγρό. Αυξημένα επίπεδα τέτοιων ενζύμων στον ορρό έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό βακτηριακής μηνιγγίτιδας και πειραματικά. Σκοπός της μελέτης μας είναι η διερεύνηση της χρησιμότητας του προσδιορισμού της δραστηριότητας του λυσοσωματικού ένζυμου β-γλυκουρονιδάση στον ορρό στην διαφορική διάγνωση των δύο τύπων ασθενών με υπερθυρεοειδισμό μετά λήψη αμιοδαρόνης. Μέθοδος :Μελετήθηκαν στην οξεία φάση της νόσου συνολικά 6 ασθενείς, 6 άνδρες και 5 γυναίκες. Από αυτούς: 5 παρουσίασαν υπερθυρεοειδισμό μετά από λήψη αμιοδαρόνης Τύπου (Ομάδα ), 7 παρουσίασαν υπερθυρεοειδισμό μετά από λήψη αμιοδαρόνης Τύπου (Ομάδα ), χωρίς προϋπάρχουσα θυρεοειδική νόσο πού παρέμειναν ευθυρεοειδικoί υπο αμιοδαρόνη μακροχρόνια (Ομάδα ), με υπερθυρεοειδισμό οφειλόμενο σε ποικίλα αίτια (Ομάδα 4) και 4 με υποξεία θυρεοειδίτιδα (Ομάδα 5). Ως ομάδα ελέγχου μελετήθηκαν 7 φυσιολογικοί εθελοντές (Ομάδα ελέγχου ) και 5 ευθυρεοειδικοί ασθενείς χρόνο μετά την αποδρομή υποξείας θυρεοειδίτιδος (Ομάδα ελέγχου ). Σε όλους έγινε προσδιορισμός στον ορρό των Τ, Τ 4, TSH, αtpo, a-tg με ανοσοχημειοφωταύγεια, της β-γλυκουρονιδάσης και/η σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς με πρόσληψη 4 ωρών (Ομάδες, και ). Αποτελέσματα: Τα επίπεδα ενζύμου (MO+SD), της ομάδα ήταν σημαντικά αυξημένα (p<0,00,*) συγκριτικά με τις ομάδες,, 4 και ομάδα ελέγχου και, ενώ δεν παρουσίαζαν διαφορά με την ομάδα 5. Επιπλέον τα επίπεδα ενζύμου της ομάδας 5 ήταν αυξημένα σε σχέση με την ομάδα, και ομάδα ελέγχου και (p<0,00, ). Δραστηριότητα β-γλυκουρονιδάσης (nmol 4-MU/ml/h) Ομάδα ελέγχου 50±7 (8-67) * Ομάδα ελέγχου 67±8 (58-76) * Ομάδα Ομάδα Ομάδα Ομάδα 4 Ομάδα 5 0±6 (89-90) * Συμπεράσματα: Ο προσδιορισμός του λυσοσωματικού ενζύμου της β-γλυκουρονιδάσης αποτελεί μια νέα, συμπληρωματική, αποτελεσματική και φθηνή μέθοδο διαφορικής διάγνωσης των δύο τύπων υπερθυρεοειδισμού μετά λήψη αμιοδαρόνης. O0 ΟΣΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΗΣ ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΟΣ ΥΠΕΡΠΑΡΑΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ (ΟΜ-ΥΠΘ) ΜΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΣ ΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΜΕΝ Ποντικίδης Ν., Μπότσιος Δ., Καρράς Σ., Σακκάς Λ., Δούμας Α. 4, Ζέλεβα Τ., Ευθυμίου Η., Κρασσάς Ε. Γ. Τμήμα Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη και Μεταβολισμού, Γεν. Νοσοκομείο ΙΚΑ Παναγία, Θεσσαλονίκη Δ Χειρουργική Κλινική, Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ Παθολογοανατομικό Εργαστήριο, Νοσοκομείο Γ. Παπανικολάου, Θεσσαλονίκη 4 Γ Τμήμα Πυρηνικής Ιατρικής, Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ., Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη Εισαγωγή: Ο ΟΜ-ΥΠΘ είναι σπάνια αυτοσωματική κληρονομική διαταραχή που ευθύνεται για το % περίπου των περιπτώσεων πρωτοπαθούς ΥΠΘ. Μπορεί να εκδηλωθεί ως μεμονομένη διαταραχή [ΟΜ-ΥΠΘ ή ΥΠΘ τύπου, (Online Mendelian Inheritance in Man, OMIM )] ή να αποτελεί ατελή έκφραση συνδρομικής μορφής Ο-ΥΠΘ: α) ΜΕΝ-, ΟΜΙΜ 4.00, β) ΜΕΝ-Α, ΟΜΙΜ 7.400, γ) οικογενής υπασβεστιουρική υπερασβεστιαιμία (ΟΥΥ), και δ) Ο-ΥΠΘ με όγκους γνάθου ή Ο-ΥΠΘ-τύπου, ΟΜΙΜ Η διάγνωσή του βασίζεται στην διαπίστωση πρωτοπαθούς ΥΠΘ και στον αποκλεισμό ΜΕΝ- και Ο-ΥΠΘ - τύπου. Η ηλικία διάγνωσης είναι 0 και πλέον χρόνια νωρίτερα από τον σποραδικό ΥΠΘ και εκδηλώνεται είτε με πολλαπλά αδενώματα ή υπερπλασία. Ασθενείς Μέθοδοι: Οικογένεια με 6 μέλη, σε 4 γενεές (εικόνα), εν ζωή. Ελέγχθηκαν 8 μέλη και διαγνώστηκεαντιμετωπίστηκε ΥΠΘ σε 7 (4 Γ, Α), μ.ο. ηλικίας 8,8χρ.. Σε όλους επιβεβαιώθηκε ΥΠΘ ( Ca, PTH), και αποκλείστηκε κλινικά και εργαστηριακά ΜΕΝ-, ΜΕΝ-Α, ΟΥΥ και Ο-ΥΠΘ - τύπου. Ο γενετικός δε έλεγχος για ΜΕΝ- (ΟΜΙΜ.00), Ca Sensing Reseptor (OMIM 60.99) και CDC7 (γονίδιο που οι μεταλλάξεις του προδιαθέτουν για ΟΜ-ΥΠΘ, ΟΜΙΜ ), που διενεργήθηκε στους ασθενείς 8. και 4 ήταν αρνητικός για μεταλλάξεις. Εικόνα: Γενεαλογικό δέντρο (pedigree) * Ηλικία κατά τη διάγνωση ή το θάνατο 6,8±865 (78-850) 57,76±5 (66-7) * 0 9 ± 4 7 (77-95) * 8,±949 (08-495) Αποτελέσματα: Ασθενής Νο 5: αδενώματα υποτροπή (λαμβάνει Mimpara), Νο 4: πιθ. ΥΠΘ (νευρολιθίαση), Νο 8: αφαίρεση γιγαντιαίου (8εκ.) αδενώματος, 006, υποτροπή, υφολική ( /) παραθυρεοειδεκτομή. Νο,7,: υφολική ( /) παραθυρεοειδεκτομή (υπερπλασία), Νο 5: αδενώματα, Νο 4: (δίδυμη με Νο ) υπερπλασία, δεν χειρουργήθηκε, λαμβάνει Mimpara, Νο:,0,5,6 δεν ελέγχθηκαν για ΥΠΘ, Νο 4,8,, ελέγχθηκαν και δεν πάσχουν προς το παρόν. Συμπεράσματα: Πρόκειται για οικογένεια με ΟΜ-ΥΠΘ με πολλά πάσχοντα μέλη, σε ισότιμη αναλογία Α/Γ, που ο έλεγχος απέκλεισε εμφανή συνδρομική διαταραχή. Ωστόσο, θα απαιτηθεί λεπτομερέστερος γενετικός έλεγχος για τυχόν σπάνιες μεταλλάξεις. Ο Ο ΒSMI ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΟΝΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΣΧΕΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΟΣΤΙΚΗ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΣΕ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΜΜΝΟΠΑΥΣΙΑΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΥΠΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΝΤΙΕΠΙΛΗΠΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ Αρμένη Ε., Τριανταφύλλου Ν., Καπαρός Γ., Αλεξάνδρου Α. 4, Θώδα Π., Λογοθέτης Ε., Κρεατσά Μ., Αντωνίου Α. 5, Κουσκούνη Ε., Λαμπρινουδάκη Ε. Β Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αρεταίειο Νοσοκομείο, Αθήνα Νευρολογική Κλινική, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Αθήνα Ορμονολογικό και Βιοχημικό Εργαστήριο, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αρεταίειο Νοσοκομείο, Αθήνα 4 Α Χειρουργική Κλινική, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Λαϊκό Νοσοκομείο, Αθήνα 5 Ακτινολογικό Τμήμα, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αρεταίειο Νοσοκομείο, Αθήνα Σκοποί: Η οστική νόσος και ο κίνδυνος κατάγματος φαίνεται να σχετίζεται άμεσα τόσο με τον τύπο της επιληψίας όσο και με την αντιεπιληπτική θεραπεία, η οποία φαίνεται να αποτελεί ανεξάρτητο παράγονται κινδύνου για μείωση της οστικής πυκνότητας. Ταυτόχρονα, ο BsmI πολυμορφισμός του γονιδίου του υποδοχέα της βιταμίνης D έχει συσχετιστεί με μειωμένη οστική πυκνότητα κυρίως σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η μελέτη αυτή αξιολογεί τη σχέση μεταξύ του οστικού μεταβολισμού σε ασθενείς με επιληψία και του BsmI πολυμορφισμού του υποδοχέα της βιταμίνης D σε ασθενείς υπό χρόνια αγωγή με αντιεπιληπτική θεραπεία. Μέθοδοι: Η παρούσα μελέτη διασταύρωσης (crosssectional) αξιολόγησε 7 ασθενείς υπό χρόνια αντιεπιληπτική μονοθεραπεία. Δείγματα αίματος νηστείας συγκεντρώθηκαν στα πλαίσια του βιοχημικού ελέγχου ώστε να εκτιμηθούν τα επίπεδα ασβεστίου, μαγνησίου, φωσφόρου, παραθορμόνης, 5-υδροξυβιταμίνης D, καθώς και για τον προσδιορισμό του γονοτύπου του υποδοχέα της βιταμίνης D. Η οστική πυκνότητα στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης μετρήθηκε με DXA. Σύμφωνα με τον ορισμό της διεθνούς εταιρίας κλινικής 9

7 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 πυκνομετρίας (International society of Clinical Densitometry), σε νέους ενήλικες τιμές Z-score<- σε μια πλευρά χαρακτηρίστηκε ως οστική πυκνότητα κάτω από το αναμενόμενο εύρος για την ηλικία. Αποτελέσματα: Η οστική πυκνότητα (BMD) συσχετίστηκε σημαντικά με το γονότυπο του υποδοχέα της βιταμίνης D (μέση τιμή BMD: γονότυπος Bb,.056 ± 0.6 g/cm ; γονότυπος BB,.059 ± 0. g/cm ; γονότυπος bb,.79 ± 0.0 g/ cm ; P < 0.05). Επιπλέον, η παρουσία ενός τουλάχιστον Β αλληλίου σχετίστηκε σημαντικά με μειωμένη οστική πυκνότητα (παρουσία Β αλληλίου: BMD =.057 ± 0. g/cm, απουσία B αλληλίου: BMD =.79 ± 0.9 g/cm ; P < 0.0). Οι ασθενείς με ένα τουλάχιστον Β αλλήλιο είχαν χαμηλότερα επίπεδα 5- υδροξυβιταμίνης D, σε σύγκριση με ασθενείς του bb γονοτύπου (.6 ng/ml έναντι.7 ng/ml, P < 0.05), ενώ έτειναν να έχουν υψηλότερα επίπεδα παραθορμόνης. Συμπεράσματα: Ο BsmI πολυμορφισμός του γονιδίου του υποδοχέα της βιταμίνης D συσχετίζεται με σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα οστικής πυκνότητας σε ασθενείς με επιληψία. Η αλληλεπίδραση αυτή πιθανόν να ρυθμίζεται μέσω της οδού βιταμίνης D-παραθορμόνη. O ΔΕΚΑΟΚΤΑΜΗΝΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΜΕΤΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΙΑΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΠΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΑΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΤΕΡΙΠΑΡΑΤΙΔΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. ΜΕΛΕΤΗ EFOS Αλουμανής Κ., Δροσινός Ε., Πολυδωράκης Α., Λαγουδάκης Α., Αλεξίου Π., Καρράς Δ., Ελληνική ομάδα μελέτης EFOS Ιατρικό Τμήμα Φαρμασέρβ-Lilly Ιδιώτης Ιατρός Νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ, Αθήνα Σκοπός: Η καταγραφή καταγμάτων, πόνου στην πλάτη, συμμόρφωσης στην αγωγή, σχετιζόμενης με την υγεία Ποιότητας Ζωής (HRQoL), των σχετιζόμενων με κατάγματα δαπανών υγείας σε οστεοπορωτικές μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που έλαβαν τεριπαρατίδη (TPTD). Μέθοδοι: Τριετής, πολυκεντρική μελέτη παρατήρησης μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών, ήτοι 8 μήνες χορήγηση TPTD (εγκεκριμένο διάστημα χορήγησης επί διεξαγωγής της μελέτης) και 8 μήνες επιπλέον παρακολούθησης, όπου κατεγράφησαν: Κατάγματα (σπονδυλικά και μη) Πόνος στην πλάτη, με χρήση κλίμακας οπτικής αναλογίας 00 mm (ΚΟΑ) και ερωτηματολόγιο HRQoL μέσω του ερωτηματολογίου EQ-5D. Εκτιμήθηκαν οι αλλαγές στη συχνότητα και σοβαρότητα του πόνου και στον περιορισμό κινήσεων. Εδώ περιγράφονται τα αποτελέσματα της περιόδου παρακολούθησης (8 μήνες μετά την ολοκλήρωση της αγωγής με TPTD). Αποτελέσματα: Από σύνολο 648 ασθενών σε 8 Ευρωπαϊκές χώρες, 0 παρακολουθήθηκαν στην Ελλάδα (ηλικία (SD) 69.5±8.5 έτη). 4 ασθενείς ανέφεραν ένα τουλάχιστον κάταγμα μετά την ηλικία των 40 ετών (Διάμεσος (Q, Q) αριθμός καταγμάτων:.5 (.0,.0) (89.7% σπονδυλικά και.5% μη σπονδυλικά). 8.7% είχαν λάβει προηγούμενη αντιοστεοπορωτική αγωγή και 86.4% έλαβαν αντιοστεοπορωτική αγωγή μετά την TPTD. 8 μήνες μετά την ολοκλήρωση χορήγησης TPTD παρατηρήθηκε διατηρούμενη μείωση πόνου στην πλάτη, περιοριμού της κινητικότητας, αναφερόμενων ημερών στο κρεββάτι και βελτίωση της κινητικότητας και της καταγραφόμενης ποιότητας ζωής (πίνακας ). Η επίπτωση καταγμάτων και η οστική μάζα (όπου αυτή καταγράφηκε) περιγράφονται στον πίνακα. Συμπεράσματα: Φαίνεται πως η TPTD έχει ευεργετικά αποτελέσματα στον πόνο στην πλάτη, την κινητικότητα και την ποιότητα ζωής, που πιθανώς διατηρούνται ακόμα και 8 μήνες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Τα ευρήματα οφείλουν να εκτιμηθούν υπό το πρίσμα των περιορισμών των μελετών παρατήρησης και με δεδομένο το μέγεθος του πληθυσμιακού δείγματος. Πίνακας. Μεταβολές πόνου στην πλάτη και αναφερόμενης ποιότητας ζωής. N/N ολικό, ποσοστό, Διάμεσος (Q, Q), LSΜέσος ± SΕ, *P<0.00 Παράμετροι 8 μήνες (περίοδος θεραπείας) 6 μήνες Βελτίωση πόνου πλάτης /69 (79,%*) 98/57 (77,0%*) Βελτίωση περιορισμών στην κίνηση λόγω πόνου πλάτης 95/69 (7,5%*) 8/58 (70,9%*) Μείωση ημερών κλινήρους κατάστασης λόγω πόνου πλάτης 0 (-5,0) * 0 (-5,0) * ΚΟΑ Βελτίωση πόνου πλάτης -8.6±.7 * 4.0±.7* EQ-5D Βελτίωση πόνου πλάτης 76/7 (64.9%*) 5/56 (59.4%*) EQ5D Βελτίωση στην κίνηση 0/7 (48.0%*) 0/56 (46.9%*) EQ-5D- Βελτίωση αυτοεξυπηρέτησης 08/7 (9.9%*) 00/56 (9.%*) EQ5D Βελτίωση συνήθων δραστηριοτήτων 48/7 ( 54.6%*) 4/56 (48.4%*) EQ5D Βελτίωση άγχους / κατάθλιψης 4/7 ( 45.8%*) 09/56 (4.6%*) EQ-5D Βελτίωση γενικής κατάστασης Υγείας 0.09 (0.7, 0.80) * 0.75(0.06,0.766) * EQ - 5 D ΚΟΑ.7±.5 * 4.9±.5 * Πίνακας. Κατάγματα και οστική πυκνότητα σε Ελληνίδες που παρακολουθήθηκαν για 6 μήνες μετά την έναρξη TPTD. Περίοδος παρακολούθησης (μήνες) 0-<6 6-< -<8 8-<4 4-<0 0-6 Ολικά κατάγματα ανά ασθενείς/έτη Έναρξη 8 μήνες 6 μήνες BMD ΟΜΣΣ -.45± ± ±0.80 (N=) Tscore (μέσο±sd) BMD αυχένα μηριαίου Tscore (mean±sd) (N=08) -.07±0.84 (N=47) (N=5) -.7±0.69 (N=) -.9±0.6 (n=5) O ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΤΟΥ ΜΑΓΝΗΣΙΟΥ ΟΡΟΥ ΜΕΤΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΚΙΝΑΚΑΛΣΕΤΗ ΓΙΑ ΠΡΩΤΟΠΑΘΗ ΥΠΕΡΠΑΡΑΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟ Δαράκη Β., Σπύρου Φ., Στάμου Κ., Βολανάκη Ε., Καλικάκης Γ., Παπαβασιλείου Σ. Κλινική Ενδοκρινολογίας, Σ. Διαβήτη και Νόσων του Μεταβολισμού, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου H κινακαλσέτη, ένας ασβεστιομιμητικός παράγοντας που ελαττώνει την έκκριση παραθορμόνης και τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό ενεργοποιώντας τον υποδοχέα CaR, χρησιμοποιείται πρόσφατα για την θεραπεία ασθενών με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό.mέχρι τώρα δεν υπάρχουν δεδομένα στη βιβλιογραφία για τη δράση της κινακαλσέτης στο μεταβολισμό του μαγνησίου. Σκοπός: Η επίδραση της θεραπείας με κινακαλσέτη στα επίπεδα μαγνησίου σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό. Υλικό-μέθοδος: Μελετήθηκαν 6 ασθενείς, 7 άνδρες και 9 γυναίκες, 65 ±ετών με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό οι οποίοι ελάμβαναν αγωγή με κινακαλσέτη. Οι 6 ασθενείς έπασχαν από αδένωμα παραθυρεοειδών και οι 0 από υπερπλασία. Έντεκα ασθενείς έπασχαν από υποβιταμίνωση D.Ο λόγος έναρξης κινακαλσέτης ήταν προοδευτική(n=4) ή συμπτωματική (n=7) υπερασβεστιαιμία, άρνηση χειρουργικής επέμβασης(n=) ή υποτροπή υπερπαραθυρεοειδισμού μετά από ανεπιτυχή παραθυρεοειδεκτομή (n=). H μέση ημερήσια δόση του φαρμάκου ήταν 60mg (διακύμανση 0-90mg) και o μέγιστος χρόνος παρακολούθησης κυμαινόταν από έως 8 μήνες. Καθόλη την διάρκεια της θεραπείας καταγράφηκαν οι παρενέργειες του φαρμάκου και προσδιορίστηκαν οι τιμές ασβεστίου και μαγνησίου αίματος ανά μήνα. Αποτελέσματα: Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κινακαλσέτη οι ασθενείς ανέφεραν κράμπες 8%, μυαλγίες % και αρρυθμία %.Η μέση πτώση του Ca ορού ήταν σε όλους στατιστικά σημαντική (από 0,85± 0,49 mg/dl σε 9,4± 0,8mg/dl, p<0,000), παρουσίαζε εξάρτηση από τη δόση ( p<0,000), εμφανιζόταν αμέσως μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και παρέμενε χαμηλή καθόλη τη διάρκεια χορήγησης της κινακαλσέτης. Σε 4 ασθενείς (87,5%) εμφανίστηκε στατιστικά σημαντική πτώση του Mg (από,05± 0,7 mg/dl σε,89± 0, mg/dl, p=0,0),η οποία επίσης παρουσίαζε εξάρτηση από τη δόση (p=0,006) και εμφάνιζε διακυμάνσεις κάτωθεν του φυσιολογικού ορίου κατά την διάρκεια της θεραπείας. Οι πτώσεις των τιμών του Ca και του Mg ορού παρουσίαζαν γραμμική συσχέτιση μεταξύ τους σε συνάρτηση με την δόση του φαρμάκου. (r=0,9; p= 0,07) Συμπεράσματα: Η θεραπεία με κινακαλσέτη ασθενών με πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό οδηγεί σε ομαλοποίηση των συγκεντρώσεων του ασβεστίου ορού και σε πτώση των επιπέδων Μg ορού κάτω από το φυσιολογικό όριο σε ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών. Η εμφάνιση της υπομαγνησιαιμίας ενδεχομένως να συσχετίζεται με εκδήλωση συμπτωμάτων όπως κράμπες, μυαλγίες,αρρυθμία που αναφέρονταν από τους ασθενείς μετά την έναρξη της κινακαλσέτης. Ο παθογενετικός μηχανισμός δεν είναι γνωστός. Η ενεργοποίηση του υποδοχέα CaR στο παχύ ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle στο νεφρό οδηγεί σε μειωμένη επαναρρόφηση τόσο του ασβεστίου όσο και του μαγνησίου, ενώ ενεργοποιητικές μεταλλάξεις του υποδοχέα CaR ευθύνονται για εμφάνιση τόσο υπασβεστιαιμίας όσο και υπομαγνησιαιμίας σε ένα ποσοστό των πασχόντων. Ενδεχομένως η ενεργοποίηση του υποδοχέα CaR σε συνδυασμό με τη σημαντική πτώση της παραθορμόνης να ευθύνονται για τα ανωτέρω ευρήματα. O4 ΘΕΤΙΚΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΣΚΛΕΡΟΣΤΙΝΗΣ ΟΡΟΥ ΜΕ ΟΣΤΙΚΗ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΟΣΦΥΙΚΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ Η ΕΞΑΜΗΝΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΡΙΣΕΔΡΟΝΑΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΡΙΠΑΡΑΤΙΔΗΣ Πολύζος Α.Σ., Αναστασιλάκης Δ. Α., Bratengeier C., Woloszczuk W. 4, Παπαθεοδώρου Α. 5, Τέρπος Ε. 6 B Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, Θεσσαλονίκη Ενδοκρινολογική Κλινική, 44 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, Θεσσαλονίκη Biomarker Design Forschungs GmbH, Vienna, Austria 4 Biomedica Medizinprodukte GmbH & Co KG, Vienna, Austria 5 Τμήμα Ιατρικής Έρευνας, 5 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας, Αθήνα 6 Θεραπευτική Κλινική ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα, Αθήνα Σκοποί: Κύριος σκοπός της μελέτης ήταν η εκτίμηση της σκλεροστίνης ορού μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών και η συσχέτισή της με την οστική πυκνότητα (bone mineral density, BMD) στην οσφυική μοίρα σπονδυλικής στήλης (ΟΜΣΣ) και με δείκτες οστικού μεταβολισμού. Δευτερεύων σκοπός ήταν η επίδραση θεραπείας 6 μηνών με τεριπαρατίδη ή ρισεδρονάτη στη σκλεροστίνη ορού γυναικών με μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση. Μέθοδοι: Οι συμμετέχουσες στη μελέτη ήταν είτε γυναίκες με μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση, που έλαβαν τεριπαρατίδη (0 μg/ημέρα) ή ρισεδρονάτη (5 mg/εβδομάδα) για 6 μήνες, είτε μη-οστεοπορωτικές γυναίκες πρώιμης εμμηνόπαυσης (non-osteoporotic early postmenopausal, NOEP). Οι γυναίκες εκτιμήθηκαν κλινικά και εργαστηριακά προ της ενάρξεως αγωγής και 6 μήνες μετά. Η κύρια μέτρηση ήταν η σκλεροστίνη ορού, η οποία διενεργήθηκε στο εργαστήριο της Biomedica (Wien, Austria) με sandwich-type ELISA. Ο υπόλοιπος εργαστηριακός έλεγχος περιλάμβανε μέτρηση ασβεστίου, φωσφόρου, αλβουμίνης, ολικής αλκαλικής φωσφατάσης (TSAP), C-terminal cross-linking telopeptide of type I collagen (CTX), N-terminal propeptide of type collagen (PNP), παραθορμόνης (PTH), οιστραδιόλης και 5-ύδροξυβιταμίνης D [5(OH)D] ορού. Η μέτρηση της BMD στην ΟΜΣΣ έγινε προ της χορήγησης αγωγής με Lunar DPX-IQ densitometer. Αποτελέσματα: Οι ομάδες της τεριπαρατίδης, ρισεδρονάτης και NOEP περιλάμβαναν, 6 και ασθενείς αντίστοιχα. Προ της χορήγησης αγωγής, η σκλεροστίνη ήταν υψηλότερη στην ομάδα της NOEP (46.9 ±.9 pmol/l) συγκριτικά με την ομάδα της τεριπαρατίδης (0.6 ± 4.8 pmol/l, p=0.007) ή της ρισεδρονάτης (6.5 ±.0 pmol/l, p=0.049). Η σκλεροστίνη συσχετιζόταν θετικά τόσο με τη BMD (r=0.5, p=0.005) όσο και το T-score (r=0.50, p<0.00) της ΟΜΣΣ και αρνητικά με την PTH (r= -0.4, p=0.04). Συνολικά, δεν υπήρξε στατιστικώς σημαντική συσχέτιση της σκλεροστίνης με τους δείκτες οστικού μεταβολισμού, την οιστραδιόλη ή την 5(OH)D. Η ανάλυση πολλαπλής παλινδρόμησης για προσαρμογή ως προς ηλικία, δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ), ασβέστιο, φωσφόρο, 5(OH) D, οιστραδιόλη, PTH, TSAP, PNP, CTX, έδειξε ότι η BMD (Beta=0.65, p=0.08) και το T-score (Beta=0.7, p=0.005) της ΟΜΣΣ ήταν ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες της σκλεροστίνης ορού. Αντίθετα, η PTH δεν αποτέλεσε ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα της σκλεροστίνης. Η σκλεροστίνη αυξήθηκε σημαντικά 6 μήνες μετά την αγωγή στην ομάδα της ρισεδρονάτης (4. ±.5 pmol/l, p=0.00), ενώ παρέμεινε στατιστικά αμετάβλητη στην ομάδα της τεριπαρατίδης (4.8 ± 4. pmol/l, p=ns). 0

8 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 Συμπεράσματα: Η σκλεροστίνη ορού είναι ελαττωμένη σε γυναίκες με μετεμμηνοπαυσιακή οστεοπόρωση συγκριτικά με μη-οστεοπορωτικές γυναίκες πρώιμης εμμηνόπαυσης και, παραδόξως, συσχετίζεται θετικά με την οστική πυκνότητα της ΟΜΣΣ. Η εξάμηνη θεραπεία με ρισεδρονάτη αύξησε τη σκλεροστίνη ορού, σε αντίθεση με τη θεραπεία με τεριπαρατίδη. Η επίδραση διφωσφονικού στη σκλεροστίνη ορού δημοσιεύεται για πρώτη φορά διεθνώς. O5 Ο ΣΥΝΕΡΓΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΣΜΩΝ A0V ΚΑΙ V667M ΤΟΥ ΓΟΝΙΔΙΟΥ LRP5 ΣΤΗΝ ΟΣΤΙΚΗ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙ- ΚΑΙ ΜΕΤΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΙΑΚΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ Μαρκατσέλη Ε. Α., Χατζή Ε., Μπούμπα Ι., Γεωργίου Ι., Χάλλα Α., Τίγκας Σ., Τσατσούλης Α. Ενδοκρινολογική Κλινική Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Εργαστήριο Γενετικής και Ανθρώπινης Αναπαραγωγής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Εργαστήριο Υγείας του Παιδιού Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Σκοποί: Έχουμε ήδη εξετάσει την επίδραση του πολυμορφισμού A0V του γονιδίου LRP5, το οποίο κωδικοποιεί την πρωτεΐνη 5 που σχετίζεται με τον υποδοχέα των χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών, στον καθορισμό της οστικής πυκνότητας (ΒΜD) περι- και μετεμμηνοπαυσιακών Ελληνίδων. Συγκεκριμένα, παρατηρήσαμε ότι οι γυναίκες που έφεραν τους γονότυπους CT ή TT εμφάνιζαν χαμηλότερη BMD στην οσφύ σε σχέση με τις γυναίκες που έφεραν το γονότυπο CC (CT/TT ± g/cm έναντι CC 0.89 ± 0. g/cm, P < 0.000). Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η μελέτη ενός δεύτερου πολυμορφισμού, του V667M του γονιδίου LRP5, στον ίδιο πληθυσμό, καθώς και η διερεύνηση πιθανής συνεργικής δράσης των δύο πολυμορφισμών (A0V και V667M) του γονιδίου LRP5 στην BMD της οσφύος. Μέθοδοι: Στη μελέτη περιελήφθησαν περι- και μετεμμηνοπαυσιακές Ελληνίδες ηλικίας 40-6 ετών. Σε κάθε μία διενεργήθηκαν οι ακόλουθες εξετάσεις: α) μέτρηση της οστικής πυκνότητας στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης με τη μέθοδο της απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ διπλής ενέργειας (DXA) β) γενετική ανάλυση του πολυμορφισμού V667M του γονιδίου LRP5 με τη βοήθεια της αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης πραγματικού χρόνου (real-time PCR) γ) ανάλυση απλότυπου για τους δύο πολυμορφισμούς και συσχέτισή του με τη BMD. Αποτελέσματα: Κατεγράφη σημαντική συσχέτιση μεταξύ του πολυμορφισμού V667M και της BMD στην οσφύ. Η BMD ήταν μικρότερη στις γυναίκες με γονότυπο GA ή AA από ό,τι στις γυναίκες με γονότυπο GG (GA/AA ± g/ cm έναντι GG 0.89 ± 0. g/ cm, P < 0.000). Σε ανάλυση παλινδρόμησης αποκαλύφθηκε σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ των πολυμορφισμών A0V και V667M πάνω στην BMD της οσφύος (P = 0.05). Η μελέτη των συχνοτήτων των απλοτύπων για τους δύο πολυμορφισμούς έδειξε ότι οι πολυμορφισμοί A0V και V667M είναι σε ανισορροπία σύνδεσης (LD) (συντελεστής συσχέτισης 0.76, P < 0.00). Όταν πραγματοποιήθηκαν συγκρίσεις της BMD μεταξύ των γυναικών που έφεραν τον απλότυπο TA και αυτών που έφεραν τους απλότυπους GT ή CA, βρέθηκε ότι ο απλότυπος TA, ο οποίος περιείχε και τα δύο αλλήλια κινδύνου των πολυμορφισμών A0V και V667M, προσέδιδε μεγαλύτερο κίνδυνο για μειωμένη BMD οσφύος από ό,τι οι άλλοι απλότυποι (TA 0.74 ± 0.05 g/cm² έναντι GT ± 0.0 g/cm², P = 0.046) (TA 0.74 ± 0.05 g/cm² έναντι CA 0.84 ± 0.0 g/cm², P = 0.045). Συμπεράσματα: Oι πολυμορφισμοί A0V και V667M του γονιδίου LRP5 είναι σε ισχυρή ανισορροπία σύνδεσης. Επιπλέον, οι δύο πολυμορφισμοί συμβάλλουν στον καθορισμό της BMD της οσφυϊκής μοίρας στις περι- και μεταεμμηνοπαυσιακές Ελληνίδες και μάλιστα με συνεργικό τρόπο. O6 ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΕΠΕΜΒΑΤΙΚΗ ΠΑΡΑΘΥΡΕΟΕΙΔΕΚΤΟΜΗ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΤΑΧΕΙΑΣ ΔΙΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΘΟΡΜΟΝΗΣ Μαρκογιαννάκης Χ., Τούτουζα Μ., Πετροχείλου Αικ., Παπαβασιλείου Ε., Καριπίδου Ε., Σπύρου Φ., Λιναρδούτσος Δ., Μανουράς Α. Τμήμα Χειρουργικής Ενδοκρινών Αδένων, Ά Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ανοσολογικό & Μικροβιολογικό Τμήμα, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ενδοκρινολογική Κλινική, Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου Σκοπός: Ανάλυση των αποτελεσμάτων της ελάχιστα επεμβατικής παραθυρεοειδεκτομής με τη χρήση της ταχείας διεγχειρητικής μέτρησης της παραθορμόνης (IOPTH monitoring) για μονήρη αδενώματα παραθυρεοειδούς. Μέθοδος: Προοπτική μελέτη των ασθενών (ν=44) με μονήρη αδενώματα παραθυρεοειδούς που χειρουργήθηκαν στο τμήμα μας από 0/0/008 έως //00 με την εστιασμένη/στοχευμένη παραθυρεοειδεκτομή (πλάγια τομή - cm: focused parathyroidectomy). Η τεχνική αυτή προϋποθέτει προσεκτική επιλογή των ασθενών με αυστηρά προκαθορισμένα κριτήρια: καμία υποψία πολυαδενικής νόσου, εντόπιση μονήρους αδενώματος στο sestamibi scan και/ή το υπερηχογράφημα τραχήλου καθώς και μη ασυμφωνία sestamibi και υπερηχογραφήματος ως προς την εντόπιση του αδενώματος. Σε όλους χρησιμοποιήθηκαν αυστηρά κριτήρια επιλογής και διεγχειρητικά ταχεία βιοψία και IOPTH monitoring που περιλαμβάνει μέτρηση παραθορμόνης (PTH) άμεσα προεγχειρητικά (PTH 0 ), στα 5 min (PTH ) και 5 min (PTH ) μετά την αφαίρεση του αδενώματος. Η επέμβαση τερματίζεται με βάση την εκτίμηση της προεγχειρητικής και διεγχειρητικής εικόνας, της ταχείας βιοψίας και των αυστηρά προκαθορισμένων κριτηρίων του IOPTH monitoring: (α)pth <50% της PTH 0, (β) PTH <PTH και (γ) φυσιολογική PTH (5-68 pg/ml). Αποτελέσματα: Οι μέσες προεγχειρητικές τιμές ασβεστίου και PTH 0 ήταν,9±0, mg/dl και 90,7±5,8 pg/ml (ηλικία: 5,4±5, έτη / γυναίκες: 68,%). Οι μέσες PTH και PTH ήταν αντίστοιχα 45,±6, pg/ml (84,4% πτώση) και 9,5±6,7 pg/ ml (90% μείωση) και όλοι οι ασθενείς είχαν φυσιολογική PTH, επιβεβαιώνοντας την εξαίρεση του παθολογικού παραθυρεοειδούς αδένα σε συμφωνία με την ταχεία. Ο εγχειρητικός χρόνος ήταν 5,8±4,9 min, η αναμονή της ταχείας βιοψίας 9,±,6 min και της διεγχειρητικής PTH,±4,8 min. Η εστιασμένη/στοχευμένη τεχνική ήταν επιτυχής στα 4 (97,8%) περιστατικά ενώ σε ένα ασθενή απαιτήθηκε μετατροπή στην κλασσική επέμβαση με βάση τα διεγχειρητικά ευρήματα και τα αποτελέσματα του IOPTH monitoring. Τέσσερα αδενώματα (9,%) ήταν έκτοπα (ενδοθυμικά). Πέντε περιστατικά (,%) χρειάστηκαν αναλγησία με παρακεταμόλη, τρία (6,8%) παρουσίασαν παροδική μετεγχειρητική υπασβεστιαιμία, ένα (,%) παροδική πάρεση παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου και ένα (,%) μετεγχειρητικό αιμάτωμα. Η μέση νοσηλεία ήταν 5,±4,7 ώρες. Δεν έχει παρατηρηθεί επιμονή/υποτροπή της νόσου κατά το μικρό χρονικό διάστημα follow-up (-6 μήνες). Συμπεράσματα: Η ελάχιστα επεμβατική παραθυρεοειδεκτομή, με βάση αυστηρά κριτήρια επιλογής, είναι ασφαλής και αποτελεσματική. Το IOPTH monitoring στη χειρουργική του υπερπαραθυρεοειδισμού είναι πολύτιμο, ανοίγοντας νέους ορίζοντες στις ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές. Μεγαλύτερο διάστημα παρακολούθησης απαιτείται για τη διεξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για την πιθανότητα υποτροπής. O7 ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΕΓΧΕΙΡΗΤΙΚΗΣ ΥΠΑΣΒΕΣΤΙΑΙΜΙΑΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΚΤΟΜΗ ΜΟΝΗΡΟΥΣ ΑΔΕΝΩΜΑΤΟΣ ΠΑΡΑΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ Μέμος Ν., Μαλαχτάρη Σ., Αθανασίου Β., Τζουτζουράκη Π., Μαμαλάκη Ε. 4, Παπαβασιλείου Ε. 4, Μαρκογιαννάκης Χ., Μανουράς Α. Τμήμα Χειρουργικής Ενδοκρινών Αδένων, Α Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ενδοκρινολογικό Τμήμα, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ενδοκρινολογικό Τμήμα, Γενικό Νοσοκομείο Χανίων «Άγιος Γεώργιος» 4 Ενδοκρινολογική Κλινική, Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου Σκοπός: Αναζήτηση των προγνωστικών παραγόντων της μετεγχειρητικής υπασβεστιαιμίας μετά από εκτομή μονήρους αδενώματος παραθυρεοειδούς. Μέθοδος: Προοπτική μελέτη όλων των ασθενών με μονήρη αδενώματα παραθυρεοειδούς που χειρουργήθηκαν στο τμήμα μας την τριετία (ν=80). Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε αυτούς που εμφάνισαν υπασβεστιαιμία κατά τη μετεγχειρητική περίοδο (ομάδα Α) και εκείνους χωρίς μετεγχειρητική υπασβεστιαιμία (ομάδα Β). Αποτελέσματα: Με βάση αυστηρά κριτήρια 44 ασθενείς (55%) χειρουργήθηκαν με εστιασμένη/στοχευμένη παραθυρεοειδεκτομή (πλάγια τομή - cm: focused parathyroidectomy) με εφαρμογή ταχείας διεγχειρητικής μέτρησης παραθορμόνης (PTH), ενώ (,8%) με ετερόπλευρη διερεύνηση τραχήλου, 9 (,%) με αμφοτερόπλευρη διερεύνηση και 6 (0%) με αμφοτερόπλευρη διερεύνηση τραχήλου και ταυτόχρονη θυρεοειδεκτομή λόγω συνυπάρχουσας θυρεοειδοπάθειας. Σε όλους διενεργήθηκε ταχεία βιοψία που επιβεβαίωσε την αφαίρεση του παθολογικού παραθυρεοειδούς αδένα. Μετεγχειρητική υπασβεστιαιμία παρουσίασαν 4 περιστατικά (0% του συνόλου): 9 της αμφοτερόπλευρης και θυρεοειδεκτομής (56,% των ασθενών της συγκεκριμένης ομάδας), 6 της αμφοτερόπλευρης (66,7%), 6 της ετερόπλευρης (54,5%) και της ελάχιστα επεμβατικής τεχνικής (6,8%) (p=0,00). Η μονοπαραγοντική ανάλυση ανέδειξε ότι οι ασθενείς της ομάδας Α είχαν χαμηλότερη PTH στα 5 min μετά την αφαίρεση του αδενώματος καθώς και στις μετεγχειρητικές ώρες, χαμηλότερη προεγχειρητική 5(OH) VitD, υψηλότερο φώσφορο στις μετεγχειρητικές ώρες και είχαν υποβληθεί λιγότερο συχνά σε εστιασμένη/στοχευμένη παραθυρεοειδεκτομή σε σύγκριση με την ομάδα Β (p<0,05). Αντίθετα, δεν υπήρχε καμία στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων όσον αφορά στα: ηλικία, φύλο, BMI, ASA score, συνυπάρχουσα θυρεοειδοπάθεια, άλλα συνυπάρχοντα νοσήματα, συμπτώματα υπερπαραθυρεοειδισμού (είδος και χρονική διάρκεια), οστική πυκνότητα, προεγχειρητικές τιμές PTH, ασβεστίου, φωσφόρου, FT, FT 4, T, T 4, TSH, anti-tg, anti- TPO, ALP, κρεατινίνης και αλβουμίνης ορού, προεγχειρητικές τιμές ασβεστίου και φωσφόρου ούρων 4ώρου, εγχειρητικό χρόνο καθώς και θέση, διάμετρο, όγκο και βάρος αδενώματος. Η πολυπαραγοντική ανάλυση ανέδειξε τη χειρουργική τεχνική ως το μοναδικό ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα της μετεγχειρητικής υπασβεστιαιμίας (OR = 49, - 95% CI =,56-95,7 p = 0,0). Συμπεράσματα: Η ελάχιστα επεμβατική εκτομή μονήρους αδενώματος παραθυρεοειδούς οδηγεί σε σημαντικά μικρότερο ποσοστό μετεγχειρητικής υπασβεστιαιμίας. O8 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΙΚΗ ΟΣΤΙΚΗ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑ ΥΓΙΩΝ ΜΕΤΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΙΑΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Πέππα Μ., Κολιάκη Χ., Παπαευσταθίου Α., Γαρόφλος Ε., Ράπτης Α.Σ.,, Δημητριάδης Γ., Χατζηδάκης Δ. Ενδοκρινολογική Μονάδα Β Προπαιδευτικής- Παθολογικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών, Π.Γ.Ν Αττικόν Β Προπαιδευτική-Παθολογική Κλινική, Μονάδα Έρευνας και Διαβητολογικό Κέντρο Πανεπιστημίου Αθηνών, Π.Γ.Ν Αττικόν Εθνικό Κέντρο Έρευνας, Πρόληψης και Θεραπείας του Σακχαρώδη Διαβήτη και των Επιπλοκών του (Ε.ΚΕ.ΔΙ) Εισαγωγή-Σκοποί: Πρόσφατα δεδομένα αμφισβητούν την παραδοσιακή γνώση ότι η παχυσαρκία προστατεύει από την εμφάνιση οστεοπόρωσης και παρέχουν ένδειξη για αρνητική συσχέτιση μεταξύ της ποσότητας του λιπώδους ιστού και της οστικής πυκνότητας, όταν συνεκτιμηθεί ο παράγοντας του βάρους σώματος, που αντανακλά την παράμετρο της μηχανικής φόρτισης. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της επίδρασης της λιπώδους και της μυϊκής μάζας στην ολική και περιοχική οστική πυκνότητα (ΟΠ) υγιών μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών, ανεξάρτητα από την επίδραση του σωματικού βάρους. Μέθοδοι: Μελετήθηκαν συνολικά 8 υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες [ηλικία 55±5 έτη, ΒΜΙ 0.4±5.8 Kg/m (μέση τιμή ± τυπική απόκλιση), διάμεση διάρκεια εμμηνόπαυσης έτη], που εισήλθαν φυσιολογικά στην εμμηνόπαυση και δεν ανέφεραν ιστορικό λήψης οποιασδήποτε αγωγής με επίδραση στον οστικό μεταβολισμό. Η ΟΠ στο σύνολο του σκελετού, την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης (ΟΜΣΣ) και το ισχίο, καθώς επίσης η λιπώδης και η μυϊκή μάζα στο σύνολο του σώματος και σε επιμέρους υποπεριοχές, όπως τον θώρακα και την κοιλιά (κεντρική κατανομή), τους μηρούς και τους γλουτούς (περιφερική κατανομή), εκτιμήθηκαν με τη μέθοδο απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ διπλής ενέργειας (DXA). Αποτελέσματα: Στις μονοπαραγοντικές αναλύσεις, διαπιστώθηκε θετική συσχέτιση της συνολικής και περιοχικής λιπώδους μάζας (συνολικό λίπος, κοιλιακό και θωρακικό λίπος, λίπος κάτω άκρων, μηρών και γλουτών) με την ολική και περιοχική ΟΠ (p<0.05). Ωστόσο, σε πολυπαραγοντικό μοντέλο γραμμικής παλινδρόμησης με ανεξάρτητες μεταβλητές την ηλικία, τη φυσική δραστηριότητα, το κάπνισμα, το ύψος και το σωματικό βάρος, η συνολική λιπώδης μάζα παρουσίασε αρνητική συσχέτιση προς την ολική ΟΠ (p=0.00), την ΟΠ της

9 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 ΟΜΣΣ (p=0.004) και του ισχίου (p=0.007). Παρόμοια αρνητική συσχέτιση διαπιστώθηκε στο πολυπαραγοντικό μοντέλο και για την περιοχική λιπώδη μάζα, με ισχυρότερη την αρνητική συσχέτιση του θωρακικού λίπους προς την ολική ΟΠ (p<0.00) και του λίπους των γλουτών προς την ΟΠ της ΟΜΣΣ (p=0.0). Αύξηση του θωρακικού λίπους κατά Kg συσχετίσθηκε με μείωση της ολικής ΟΠ κατά 0.04, ενώ ισοδύναμη αύξηση του γλουτιαίου λίπους συσχετίσθηκε με ελάττωση της οσφυϊκής ΟΠ κατά 0.05 g/cm. Σε αντίθεση με τη λιπώδη μάζα, η συνολική και περιοχική μυϊκή μάζα παρουσίασαν ισχυρές θετικές συσχετίσεις προς την ολική και περιοχική ΟΠ, τόσο στις μονοπαραγοντικές όσο και στις πολυπαραγοντικές αναλύσεις. Συμπεράσματα: Η θετική συσχέτιση της παχυσαρκίας με την οστική πυκνότητα φαίνεται ότι εξηγείται κατά κύριο λόγο από το αυξημένο σωματικό βάρος, που αντανακλά τον παράγοντα της μηχανικής φόρτισης. Ωστόσο, η λιπώδης μάζα δρα αρνητικά στην οστική μάζα, ενώ η μυϊκή θετικά. Συνεπώς, η αλλαγή του τρόπου ζωής προς την κατεύθυνση μείωσης των θερμίδων και αύξησης της φυσικής δραστηριότητας, πλην της αναμενόμενης απώλειας βάρους, συμβάλλει σημαντικά στην προστασία της οστικής μάζας. Ο9 ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΩΝ TNF-Α, ΑKT- ΚΑΙ MCP- ΣΕ ΜΟΝΟΠΥΡΗΝΑ ΚΥΤΤΑΡΑ ΠΕΡΙΦΕΡΙΚΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ (PBMCS) ΠΑΙΔΙΩΝ, ΕΦΗΒΩΝ ΚΑΙ ΝΕΑΡΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ (ΣΔ) Κουτρουμάνη N., Καρβέλα Α., Ρόχας-Χίλ Π.Α., Δεττοράκη Α., Γκρέκα-Σπηλιώτη Β. Ερευνητικό Εργαστήριο Μοριακής Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας, Μονάδα Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και Διαβήτη, Παιδιατρικής Κλινικής, Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα Εισαγωγή: Η διαβητική αγγειοπάθεια συνδέεται με την ενεργοποίηση των PBMCs και την αυξημένη υπενδοθηλιακή τους χημειοταξίας. Η έκφραση του μείζονος χημειοτακτικού παράγοντα-, MCP-, επάγεται από την φλεγμονώδη κυτταροκίνη TNF-α (παράγοντας νέκρωσης του όγκου-α), διαμέσου της πρωτεϊνικής κινάσης Β (Akt-/PKB). Σκοπός: Η μελέτη της έκφρασης των TNF-α, MCP- και Akt- σε PBMCs ασθενών με ΣΔΙ. Μέθοδοι/υλικά: Σε PBMCs 47 παιδιών και εφήβων (4-8 ετών) και 0 νεαρών ενηλίκων (Ν.Ε) (8-9 ετών) με ΣΔ και 9 μη διαβητικών μαρτύρων αντίστοιχης ηλικίας, μελετήθηκε η γονιδιακή έκφραση των MCP-, Akt- και TNF-α με RT-PCR και η πρωτεϊνική έκφραση της Akt- με Western Immunoblotting. Αποτελέσματα: Η γονιδιακή έκφραση του MCP- εμφάνισε σημαντική αύξηση στους διαβητικούς που βρίσκονταν στην αρχή (Tanner II) και στο τέλος της εφηβείας (Tanner V) σε σχέση με τους αντίστοιχους μάρτυρες. Η γονιδιακή έκφραση της Akt- είχε σημαντική αύξηση στους προεφηβικούς διαβητικούς ασθενείς σε σύγκριση με τους αντίστοιχους μάρτυρες. Επίσης, η πρωτεϊνική έκφραση της Ακt- βρέθηκε σημαντικά αυξημένη στους διαβητικούς με διάρκεια νόσου >5 έτη σε σχέση με αυτούς που είχαν διάρκεια ΣΔ 5έτη. Θετική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της γονιδιακής έκφρασης του MCP- και της πρωτεϊνικής έκφρασης της Akt- σε διαβητικούς ασθενείς με διάρκεια νόσου >5 έτη. Η γονιδιακή έκφραση του TNF-α παρουσίασε σημαντική μείωση στους διαβητικούς ασθενείς σε σχέση με τους μάρτυρες, στο σύνολό τους. Επίσης, βρέθηκε σημαντική τάση μείωσης (p=0.06) του TNF-α σε διαβητικά παιδιά ετών με μεγαλύτερης διάρκειας (>5 έτη) νόσο, σε σχέση με τα διαβητικά παιδιά που είχαν διάρκεια ΣΔ 5 έτη και τους μάρτυρες. Συμπεράσματα: Ο TNF-α πιθανόν αποτελεί αρχικό εμπλεκόμενο μόριο στην επαγωγή της χημειοταξίας των PBMCs μέσω της Akt- και του MCP-. Η μειωμένη έκφραση του στους νεαρούς διαβητικούς ασθενείς πιθανόν αντικατοπτρίζει την προσπάθεια του οργανισμού να περιορίσει τα αυξανόμενα επίπεδα των προφλεγμονωδών και χημειοτακτικών παραγόντων (Akt-, MCP-) σε αυτούς τους ασθενείς και ιδιαίτερα σε αυτούς με μικρότερη ηλικία ( ετών) και διάρκεια νόσου ( 5 έτη). Με τον τρόπο αυτό πιθανόν να προστατεύει αυτά τα παιδιά και τους έφηβους από τον κίνδυνο ανάπτυξης χρόνιας φλεγμονώδους αγγειακής βλάβης. Ο0 ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΦΛΕΓΜΟΝΩΔΩΝ ΜΟΡΙΩΝ AKT-II, CD68, MCP-, IL-6 ΚΑΙ IL-8 ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΙΝΣΟΥΛΙΝΗ ΣΤΟ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ ΙΙ (ΣΔII) Ρόχας Χιλ Π.Α., Νικόλαινας Ε., Καρβέλα Α., Κεχαγιάς Ι., Λινός Δ., Καλφαρέντζος Φ., Γκρέκα-Σπηλίωτη Ε. Β. Ερευνητικό Εργαστήριο Μοριακής Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας, Μονάδα Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και Διαβήτη, Παιδιατρικής Κλινικής, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα Χειρουργική Κλινική, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα Χειρουργική Κλινική, Νοσοκομείο Υγεία, Αθήνα Εισαγωγή: Η παχυσαρκία συσχετίζεται με την ανάπτυξη φλεγμονής, αντίστασης στην ινσουλίνη και ΣΔII. Το CD68 και MCP είναι μόρια που προσελκύουν τα μακροφάγα και οι κυτταροκίνες IL-6 και IL-8 σχετίζονται με τη φλεγμονή. Η Akt- είναι ένας αντι-αποπτωτικός παράγοντας. Σκοπός: Η μελέτη της έκφρασης των MCP-, CD68, IL-6, IL-8 και Akt- στον ενδοκοιλιακό (ΕΚ), υποδόριο κοιλιακό (ΥΔΚ) και υποδόριο μηριαίο (ΥΔΜ) λιπώδη ιστό από ενήλικα λεπτόσωμα άτομα και ενήλικες με σοβαρή νοσογόνο παχυσαρκία (superobese). Μέθοδοι: Πρωτογενείς καλλιέργειες προ-λιποκυττάρων αναπτύχθηκαν από χειρουργικές βιοψίες από ενδοκοιλιακό (ΕΚ), υποδόριο κοιλιακό (ΥΔΚ) και υποδόριο μηριαίο (ΥΔΜ) λιπώδη ιστό, 7 λεπτόσωμων ατόμων (Μ) και 7 ατόμων με Δείκτη Σωματικής Μάζας 50 (ΝΠ) που χωρίστηκαν σε ομάδες ως εξής: 7 ασθενείς με ΣΔ (ΝΠΣΔ), 4 με υπερινσουλιναιμία (ΥΙ) (ΝΠΥΙ) και 6 χωρίς ΣΔ ή ΥΙ (ΝΠΧ). Το MCP-, CD68 και Akt- μελετήθηκαν σε επίπεδο mrna (mr) με RT-PCR και σε πρωτεϊνικό επίπεδο (ΠΕ) με Western Immunoblotting (WB). Τα επίπεδα των IL-6 και IL-8 στον ορό του αίματος μετρήθηκαν με ELISA. Αποτελέσματα: Στα άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία σε σχέση με τους μάρτυρες βρέθηκαν τα εξής: () το MCP- mr: (α)στον ΕΚ, ΥΔΚ και ΥΔΜ από όλους τους παχύσαρκους υπήρχε μία τάση αύξησης (β) αρνητική συσχέτιση με την LDL χοληστερίνη (r=-0.7, p=0.05), () το CD68 mr σε όλα τα παχύσαρκα άτομα έδειξε: α) μία τάση αύξησης στον ΕΚ, ειδικά στα ΝΠΣΔ και ΝΠΥΙ, β) χαμηλότερη έκφραση σε ΥΔΚ, γ) καμία διαφορά στον ΥΔΜ και δ) αρνητική συσχέτιση με την γλυκόζη ορού στον ΥΔΜ (r=-0.78 p=0.07), () Η Akt- mr έδειξε: α) στον ΕΚ μία τάση αύξησης στους ΝΠΣΔ και ΝΠΥΙ, β) στον ΥΔΚ μία σημαντική αύξηση σε όλους τους παχύσαρκους και γ) στον ΥΔΜ καμία διαφορά, (4) Οι IL-6 και IL-8 ΠΕ βρέθηκαν υψηλότερες στους ΝΠΣΔ σε σχέση με τους υπόλοιπους παχύσαρκους. Συμπεράσματα: Η αυξημένη Akt- στο ενδοκοιλιακό και υποδόριο κοιλιακό λίπος των ατόμων με νοσογόνο παχυσαρκία και ΣΔΙΙ (ΝΠΣΔ) και αυτών με υπερινσουλιναιμία (ΝΠΥΙ) ενδεχομένως να συνεισφέρει στη διαφοροποίηση των λιποκυττάρων σε υπερτροφικά, ινσουλινοαντιστασόμενα κύτταρα στα άτομα αυτά. Επίσης, η τάση στο ενδοκοιλιακό λίπος των ΝΠΣΔ και ΝΠΥΙ για αυξημένη έκφραση των MCP- και CD68, και στους ΝΠΣΔ, αυξημένη έκφραση των IL-6 και IL-8, ενδέχεται να προκαλεί αύξηση της σωματικής φλεγμονής μαζί με περαιτέρω μεταβολικές βλάβες. Ο ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΜΕ ΤΗ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΣΔΚ Γιακουμή Α., Αθανασιάδου Α., Κυρατζόγλου Ε., Βασιλείου Β., Αλεβιζάκη Μ., Αναστασίου Ε. Α Ενδοκρινολογικό Τμήμα- Διαβητολογικό Κέντρο ΓΝ Αλεξάνδρα Σκοπός: Σε προηγούμενη πρόδρομη μελέτη διαπιστώσαμε σημαντική συσχέτιση μεταξύ έλλειψης βιταμίνης D και επιπέδων γλυκόζης νηστείας στην κύηση. Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η περαιτέρω διερεύνηση σε μεγαλύτερο αριθμό εγκύων γυναικών της σχέσης των επιπέδων της βιταμίνης D με το διαβήτη κύησης υιοθετώντας τα νέα κριτήρια της IADSPG. Ασθενείς και μέθοδοι: Μελετήθηκαν προοπτικά 48 Ελληνίδες έγκυες (ηλικία: 0±5.7έτη) κατά τη διάρκεια ΣΚ-75g στο ο τρίμηνο της κύησης (ηλικία κύησης: 7.4±4.εβδ). Παράλληλα στο χρόνο 0 ελήφθησαν δείγματα ορού για προσδιορισμούς των επιπέδων 5(OH)D, PTH, Ca και P. Για τη διάγνωση του ΣΔΚ χρησιμοποιήθηκαν τα κριτήρια της IADSPG (ΣΔΚ όταν παρουσιάζεται μια ή περισσότερες παθολογικές τιμές γλυκόζης στους χρόνους: 0 9, 60 80, 0 5 mg/dl). Ως έλλειψη της 5(OH)D ορίσθηκαν επίπεδα κάτω από 0ng/ml. Καταγράφηκαν δημογραφικά και σωματομετρικά στοιχεία. Για τη στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν: ANOVA, x, γραμμική συσχέτιση του Pearson όπου χρησιμοποιήθηκε ο φυσικός λογάριθμος (Ln) της 5(OH)D, που ακολουθεί κανονική κατανομή, καθώς και μοντέλο πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης. Αποτελέσματα: Έλλειψη της 5(OH)D διαπιστώθηκε σε 5 από τις 48 (56%) έγκυες. Η ομάδα των εγκύων που παρουσίασαν παθολογικές τιμές γλυκόζης (5) στη ΣΚ είχε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα 5(OH)D από εκείνες που παρουσίασαν μία (8) ή δύο παθολογικές τιμές (5) καθώς και από την ομάδα των φυσιολογικών (5) εγκύων (6.±5,7vs 0.9±7,7, 0.±7,9, 0.±7,ng/ml αντίστοιχα F=.4, p<0.08). Στην ομάδα αυτή ο σχετικός κίνδυνος έλλειψης 5(OH)D ήταν,4 (95%CI:.-5.4) έναντι των άλλων ομάδων. Παρατηρήθηκε σημαντική αρνητική συσχέτιση μεταξύ του Ln-5(OH)D και της γλυκόζης νηστείας (r= -0., p=0,07). Η συσχέτιση αυτή ήταν ανεξάρτητη από το ΔΜΣ, την ηλικία, την ηλικία κύησης καθώς και την εποχή του έτους. Παρατηρήθηκε σημαντική αρνητική συσχέτιση του Ln-5(OH)D με τον δείκτη HOMA-IR (r= -0.4, p<0.05). Επίσης οι έγκυες με ιστορικό δύο ή περισσότερων τοκετών είχαν συχνότερα έλλειψη 5(OH)D έναντι των πρωτοτόκων και των δευτερότοκων γυναικών (75% vs 56% και 5% αντίστοιχα, p= 0.09). Περαιτέρω επιβεβαιώσαμε την αναμενόμενη αρνητική συσχέτιση της 5(OH)D με την PTH (r= -0.85, p<0.0) καθώς και με τη συστολική ΑΠ (r= -0.4, p=0.07) και τη διαστολική ΑΠ(r= -0.64, p=0.00). Συμπεράσματα: Στην παρούσα μελέτη με την εφαρμογή των νέων κριτηρίων διάγνωσης του ΣΔΚ δεν διαπιστώθηκε συσχέτιση της έλλειψης 5(OH)D με την εμφάνιση ΣΔΚ αλλά με τη βαρύτητα της νόσου όπως αυτή εκφράστηκε με την παρουσία τριών παθολογικών τιμών γλυκόζης. Ένα επιπλέον ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης ήταν ότι οι πολύτοκες γυναίκες ( ή περισσότεροι τοκετοί) παρουσίασαν σχεδόν πλάσιο κίνδυνο εμφάνισης έλλειψης 5(OH)D. Ο ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ IADPSG ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΣΔΚ; Κυρατζόγλου Ε., Αθανασιάδου Α., Μουφλουζέλης Α., Βασιλείου Β., Αλεβιζάκη Μ., Αναστασίου Ε. Α Ενδοκρινολογικό Τμήμα-Διαβητολογικό Κέντρο Γ.Ν. Αλεξάνδρα Εισαγωγή Μέχρι πρόσφατα για τη διάγνωση του ΣΔΚ (Σακχαρώδη Διαβήτη Κύησης) στο Διαβητολογικό Κέντρο του ΓΝΑλεξάνδρα είχαν υιοθετηθεί τα ευρέως χρησιμοποιούμενα κριτήρια της ADA 000 (Coustan & Carpenter). Όμως σε διαφοροποίηση από τα κριτήρια της ADA οι έγκυες που παρουσίαζαν μία παθολογική τιμή γλυκόζης στη σακχαραιμική καμπύλη (ΣΚ) δεν θεωρούνταν φυσιολογικές, αλλά χαρακτηρίζονταν ως ομάδα με μεμονωμένη υπεργλυκαιμία και υποβάλλονταν σε περαιτέρω παρακολούθηση. Τον Μάρτιο του 00 δημοσιεύτηκαν τα νέα προτεινόμενα κριτήρια από την IADPSG (International Association of Diabetes and Pregnancy Study Groups) για τη διάγνωση του ΣΔΚ. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να διερευνηθεί κατά πόσο η υιοθέτηση των νέων κριτηρίων α) μεταβάλλει τον επιπολασμό του ΣΔΚ και β) κατά πόσο αυξάνει τον αριθμό των γυναικών που πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Ασθενείς και μέθοδοι: Μελετήθηκαν συνολικά 768 έγκυες που υποβλήθηκαν σε ΣΚ κατά τη διάρκεια του ου τριμήνου της κύησης. Η διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη Κύησης (ΣΔΚ), με βάση τα κριτήρια της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας (ADA) στηρίχθηκε στην ανεύρεση δύο ή περισσότερων παθολογικών τιμών γλυκόζης κατά την διενέργεια -ωρης ΣΚ: γλυκόζη νηστείας 95mg/dl, γλυκόζη 60 80mg/dl, γλυκόζη 0 55mg/ dl, γλυκόζη 80 40mg/dl. Αντίθετα για τη διάγνωση του ΣΔΚ σύμφωνα με τα κριτήρια IADPSG αρκεί η ανεύρεση μίας παθολογικής τιμής κατά τη διάρκεια -ωρης ΣΚ. Τα προτεινόμενα όρια είναι: γλυκόζη νηστείας 9mg/dl, γλυκόζη 60 80mg/ dl, γλυκόζη 0 5mg/dl. Αποτελέσματα: Σύμφωνα με τα κριτήρια της ADA 55 (.0%) έγκυες παρουσίασαν ΣΔΚ, ενώ 50 (67.0%) χαρακτηρίστηκαν ως φυσιολογικές. Όταν όμως από την ομάδα των φυσιολογικών (Φ) διαχωρίστηκε η ομάδα της μεμονωμένης υπεργλυκαιμίας (ΜΥ) τα ποσοστά διαμορφώθηκαν ως εξής: ομάδα Φ 8 έγκυες (50.0%), ομάδα ΜΥ 90 (7.0%), ΣΔΚ 55 (.0)%. Με την εφαρμογή των νέων κριτηρίων της IADPSG διαγνώσθηκε ΣΔΚ στο 5.6% των εγκύων γυναικών, ενώ 47.4% είχαν φυσιολογική ΣΚ. Η αύξηση κατά 9.6% του ποσοστού του ΣΔΚ με τα κριτήρια της IADPSG, οφειλόταν στη μετακίνηση της ομάδας ΜΥ στην ομάδα ΣΔΚ, καθώς και σε ένα περαιτέρω ποσοστό,.6%, φυσιολογικών γυναικών, που διαγνώστηκε σαν ΣΔΚ λόγω μείωσης των ορίων της γλυκόζης νηστείας και -ωρου. 4 5

10 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 Συμπεράσματα: Τα νέα κριτήρια της IADPSG έρχονται να επιβεβαιώσουν την άποψη ότι οι γυναίκες με ΜΥ έχουν παθολογικό φαινότυπο και παρουσιάζουν περιγεννητικές επιπτώσεις. Έτσι παρ ότι φαίνεται να αυξάνεται σημαντικά το ποσοστό των γυναικών που διαγιγνώσκονται ως ΣΔΚ, ως προς το σκέλος της θεραπευτικής παρακολούθησης ελάχιστα διαφοροποιούν τη μέχρι τώρα ακολουθούμενη πρακτική. Ο ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΝΔΟΚΥΤΤΑΡΙΑΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΤΟΥ CTLA-4 ΣΤΑ Τ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΑ ΛΕΜΦΟΚΥΤΤΑΡΑ (TREGS) ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ Πάσχου Α.Σ., Βαρθολομάτος Γ., Κολαΐτης Ν., Παπαδόπουλος Κ. Γ., Τσατσούλης Α. Ενδοκρινολογική Κλινική, Iατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Ερευνητική Μονάδα Μοριακής Βιολογίας, Αιματολογικό εργαστήριο, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων Εργαστήριο Βιοχημείας & Βιοφυσικής, Τ.Ε.Ι Ηπείρου, Άρτα Εισαγωγή - Σκοπός: Διάφοροι μηχανισμοί έχουν προταθεί για να ερμηνεύσουν την κατασταλτική δράση των Τ ρυθμιστικών λεμφοκυττάρων (Tregs), αλλά στις λεπτομέρειές τους παραμένουν ακόμα αδιευκρίνιστοι. Το CTLA-4 (Cytotoxic T-Lymphocyte Antigen-4, IDDM ) έχει συσχετισθεί γενετικά με το Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου και έχει προταθεί ως μεσολαβητής της ρυθμιστικής λειτουργίας των Tregs μέσω μετάδοσης αρνητικού σήματος στα ενεργοποιημένα Τ λεμφοκύτταρα (Teff) και στα αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα (APCs) στην περιφέρεια κυρίως. Σκοπός της εργασίας είναι η μελέτη της μεμβρανικής και ενδοκυττάριας έκφρασης του CTLA-4 στα Τregs διαβητικών τύπου και υγιών μαρτύρων. Υλικά και μέθοδοι: Περιφερικό αίμα από νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς (9Α/4Θ,.5 ± 9.4 ετών), 6 μακράς διάρκειας διαβητικούς τύπου (Α/4Θ, 6.7 ± 9. ετών) με διάρκεια νόσου.6 ± 7.4 έτη και μάρτυρες (Α/9Θ, 5. ± ετών) χωρίς κανέναν πρώτου ή δευτέρου βαθμού συγγενή με αυτοάνοσο νόσημα αναλύθηκε με κυτταρομετρία ροής για τα mctla-4 (μεμβρανικό) και icctla-4 (ενδοκυττάριο) στον πληθυσμό των Tregs. Η στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων έγινε με το λογισμικό SPSS 6.0. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται ως ποσοστά κυττάρων που παρουσιάζουν θετική έκφραση και ως Μέση Ένταση Φθορισμού (MFI, Mean Fluoresence Intensity), δηλαδή μέσος αριθμός μορίων ανά κύτταρο. Αποτελέσματα: Παρατηρείται σημαντική ποσοτική ανεπάρκεια των Tregs (ως ποσοστό των CD4 + T κυττάρων) κατά την εμφάνιση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου (νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς.59 ± 0.64 % vs μάρτυρες.047 ± 0.64 %) που μερικώς διορθώνεται στην πορεία της νόσου (μακράς διάρκειας ασθενείς.748 ± 0.08 %) (σε όλα p < 0.00). Το CTLA-4 ανευρίσκεται σαφώς τόσο στη μεμβράνη όσο και στο κυτταρόπλασμα των Tregs χωρίς όμως στατιστικά σημαντικές διαφορές στην έκφρασή του μεταξύ διαβητικών τύπου (νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς: mctla-4 % 6.0 ± 8. MFI 9.8 ± 5.48, icctla-4 % ± 7.70 MFI ± 8.60, μακράς διάρκειας ασθενείς: mctla-4 % 4.97 ± 8.84 MFI 7. ± 58.68, icctla-4 % 44.0 ± 44.5 MFI 50.8 ± 80.78) και υγιών μαρτύρων (mctla-4 % 9. ± 6.0 MFI 78.7 ± 40.94, icctla-4 % 7.9 ± MFI ± ) (σε όλα p > 0.05). Συμπεράσματα: Η σημαντική μεμβρανική και ενδοκυττάρια παρουσία του CTLA-4 στα Tregs επιβεβαιώνει τη συμμετοχή του στη ρυθμιστική τους λειτουργία. Απουσιάζουν όμως διαφορές στα ποσοτικά επίπεδα έκφρασής του μεταξύ διαβητικών τύπου και υγιών μαρτύρων. Ο4 ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΚΥΗΣΗΣ; Αθανασιάδου Α., Κυρατζόγλου Ε., Γιακουμή Α., Μουζακιώτη Στ., Βασιλείου Β., Αλεβιζάκη Μ., Αναστασίου Ε. A Ενδοκρινολογικό Τμήμα-Διαβητολογικό Κέντρο Γ.Ν. Αλεξάνδρα Σκοπός: Υπάρχουν ελάχιστα και αντικρουόμενα δεδομένα στη βιβλιογραφία για πιθανή εποχιακή διακύμανση του ΣΔΚ. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν ο προσδιορισμός της επίπτωσης του ΣΔΚ ανά μήνα σε ένα σημαντικό αριθμό εγκύων γυναικών που προσήλθαν για έλεγχο ΣΔΚ την τελευταία δεκαετία. Ασθενείς και μέθοδοι: Μελετήθηκαν 768 έγκυες που υποβλήθηκαν σε -ωρη δοκιμασία σακχαραιμικής καμπύλης (ΣΚ) 00γρ κατά τη διάρκεια του ου τριμήνου της κύησης. Η διάγνωση του ΣΔΚ (ADA κριτήρια) στηρίχθηκε στην ανεύρεση δύο ή περισσότερων παθολογικών τιμών γλυκόζης. Υπολογίσθηκε η επίπτωση ΣΔΚ ανά μήνα διενέργειας της ΣΚ και ανά εποχή. Επίσης υπολογίσθηκαν τα μέσα επίπεδα γλυκόζης της ΣΚ ανά εποχή. Περαιτέρω καταγράφηκαν οι μέσες μηνιαίες θερμοκρασίες της τελευταίας δεκαετίας. Για τη στατιστική ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν: x, odds ratio και πολυμετάβλητη ανάλυση διασποράς (MANOVA). Αποτελέσματα: Η σχετική επίπτωση (RP) του ΣΔΚ και ο σχετικός κίνδυνος (OR-95%CI) ανά μήνα με σημείο αναφοράς τον Ιανουάριο καθώς και η μέση μηνιαία θερμοκρασία φαίνονται στον Πίνακα. Μήνας ΣΔΚ% RP OR(95%CI) Μέση μηνιαία θερμοκρασία C 0 Iαν.7% Σε σχέση με Ιανουάριο 9.5 Φεβρ 6.4%..( ) 0.5 Μαρ 6.9%..4( ) Απρ 4.%.6.4(.-.8) 6 Μάιος 8.%.7.(.0-.65) Ιουν 44.7%.6.60(.6-.04) 5 Ιουλ 49.%.50.88(.49-.8) 8 Αυγ 49.9%.5.84(.4-.7) 8 Σεπτ 9.5%..4(.-.79) 4 Οκτ 8.9%.9.9(.0-.65) 0 Νοε 7.4%.4.5( ) 6 Δεκ.8%.00.0(0.79-.).5 Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά της επίπτωσης του ΣΔΚ ανά εποχή: Χειμώνας(Χ)= 8,%, Θέρος(Θ)= 9,%, Άνοιξη- Φθινόπωρο(Α-Φ)=,4%, (χ=5.0, p<0.000). Ο σχετικός κίνδυνος της επίπτωσης του ΣΔΚ κατά τους θερινούς μήνες ήταν,65 (95%CI:.4-.90), την άνοιξη- φθινόπωρο. (95%CI:.08-.9) σε σχέση με τους χειμερινούς μήνες. Στη συνέχεια υπολογίσθηκαν οι τιμές γλυκόζης της ΣΚ ανά εποχή. Δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στις τιμές γλυκόζης νηστείας. Αντίθετα στους χρόνους 60, 0 και 80 παρατηρήθηκαν σημαντικά αυξημένες τιμές κατά το Θ σε σχέση με τον Χ, ενώ οι τιμές Α-Φ ήταν ενδιάμεσες (ANOVA: p<0.000). Ενδεικτικά γλυκόζη 60 : Θ vs Α-Φ vs Χ=7.9mg/dl mg/dl mg/dl. Το MANOVA μοντέλο έδειξε πως μετά από διόρθωση για την ηλικία, την ηλικία της κύησης, τον ΔΜΣ, την αύξηση ΣΒ στην κύηση καθώς και τη ΣΑΠ και ΔΑΠ η επίδραση της εποχής στα επίπεδα γλυκόζης στους χρόνους 60, 0 και 80 παρέμενε ανεξάρτητος σημαντικός παράγοντας (p<0.000). Συμπεράσματα: Η επίπτωση του ΣΔΚ στην Ελλάδα παρουσιάζει εποχιακή κατανομή με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης(~70%) κατά τους θερινούς μήνες έναντι των χειμερινών. Οι διαφορές στην επίπτωση ανά εποχή οφείλονται στις μεταβολές που παρατηρούνται στις τιμές γλυκόζης μετά φόρτιση και όχι στα επίπεδα γλυκόζης νηστείας. Τα ανωτέρω ευρήματα δείχνουν ότι η διακύμανση της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος (παρά τη σταθερή θερμοκρασία δωματίου πραγματοποίησης της εξέτασης) έχει κλινική σημασία και πιθανόν θα πρέπει να συνυπολογίζεται στον καθορισμό των κριτηρίων διάγνωσης του ΣΔΚ. Ο5 Η ΕΚΛΥΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ ΤΗΣ ΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΝΗΣ (CRH) ΑΣΚΕΙ ΑΝΤΙΡΡΟ-ΠΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΟΥ ΦΟΡΤΙΟΥ ΣΕ ΕΝΔΟΘΗΛΙΑΚΑ ΚΥΤΤΑΡΑ Γκούγκουρα Γ.Σ., Φιλιπόνη Ε.Μ., Δρίτσα Ι.Π., Λιάκος Α.Π., Κουκούλης Ν.Γ. Εργαστήριο Ενδοκρινολογίας και Μεταβολικών Νόσων, Ιατρική Σχολή, Τομέας Κλινικών Eργαστηρίων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Λάρισα. Εργαστήριο Βιοχημείας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Λάρισα Σκοπός: Στους διαβητικούς ασθενείς οι αγγειακές επιπλοκές αποτελούν την κύρια αιτία νοσηρότητας και θνητότητας. Αυξανόμενος αριθμός βιβλιογραφικών παρατηρήσεων δείχνει το σημαντικό ρόλο της υπεργλυκαιμίας στη γένεση ελεύθερων ριζών οξυγόνου και την πρόκληση φλεγμονώδους ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας που αποτελεί προοίμιο της αθηρογένεσης. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση, in vitro, της επίδρασης της υπεργλυκαιμίας στο ενδοκυτταρικό οξειδωτικό φορτίο και τη δραστικότητα των αντιοξειδωτικών ενζύμων σε ενδοθηλιακά κύτταρα και της ρυθμιστικής δράσης της CRH η οποία έχει κεντρικό ρόλο στην ρύθμιση της λειτουργίας του ενδοθηλίου. Μέθοδοι: Μακροενδοθηλιακά κύτταρα της σειράς EAhy96 που είχαν προεκτεθεί σε 0mM γλυκόζης για ώρες επωάστηκαν επί ωρο παρουσία ή όχι CRH (0-7 M) και εκλεκτικών ανταγωνιστών των CRH υποδοχέων της R και R, antalarmin και astressin-β αντίστοιχα, στη συγκέντρωση των 0-6 M. Προσδιορίστηκαν τα επίπεδα του μονοξειδίου του αζώρου (ΝΟ) και των περοξεινιτρικών (ΟΝΟΟ - ), στο υπερκείμενο, το ενδοκυτταρικά επίπεδα των ελευθέρων ριζών οξυγόνου (ROS), και η ενδοκυτταρική δραστικότητα των ενζύμων ενδοθηλιακής συνθετάσης του ΝΟ (enos), καταλάσης και δισμουτάσης του ανιόντος υπεροξειδίου (SOD), καθώς και τα ενδοκυτταρικά επίπεδα της ανηγμένης μορφής της γλουταθειόνης (GSH) και του λόγου GSH/GSH+GSSG. Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η υπεργλυκαιμία αυξάνει σημαντικά τα εξωκυττάρια ONOO - (p<0,00) και τα ενδοκυττάρια ROS (p<0,00), ενώ παράλληλα ελαττώνεται η δραστικότητα των αντιοξειδωτικών ενζύμων enos (p<0,00), SOD (p<0,0), καταλάσης (p<0,05) καθώς και η συγκέντρωση της GSH (p<0,05) και ο λόγος GSH/GSH+GSSG (p<0,00). Την προκαλούμενη από την υπεργλυκαιμία μεταβολική εκτροπή ανταγωνίσθηκε η CRH ενισχύοντας τη δραστικότητα της enos, της SOD και της καταλάσης όπως και το σύστημα της GSH, δρώντας μέσω αμφοτέρων των CRH υποδοχέων, με εξαίρεση τη SOD όπου η επαγωγή ασκείται μέσω του υποδοχέα R. Συμπεράσματα: Στα ενδοθηλιακά κύτταρα, η υπεργλυκαιμία αυξάνει το οξειδωτικό φορτίο, δράση που ανταγωνίζεται η CRH η οποία ενεργοποιεί την αντιοξειδωτική κυτταρική απάντηση υποδηλώνοντας προστατευτικό ρόλο στην πρόκληση των μακροαγγειακών επιπλοκών του ΣΔ. Ο6 ΣΥΝΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑ AΠΟ ΑΛΛΕΣ ΑΥΤΟΑΝΟΣΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ - ΕΜΠΕΙΡΙΑ 0- ΕΤΙΑΣ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΟΥ ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ Παπαδοπούλου-Μαρκέτου Ν., Κωστέρια Ι., Μαλλιόπουλος Δ., Χρούσος Γ., Κανακά-Gantenbein Χ. Διαβητολογικό Κέντρο Μονάδος Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Διαβήτη Α Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου (ΣΔ) αποτελεί μία από τις συχνότερες νόσους αυτοάνοσης αιτολογίας στην παιδική/ εφηβική ηλικία και συχνά συνυπάρχει με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα στο ίδιο άτομο ή σε άλλη μέλη της οικογένειάς του. Σκοπός της μελέτης: Η μελέτη αυτή, σκοπό έχει να δείξει στον Ελλαδικό χώρο ) τη συχνότητα παρουσίας αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων κατά τη διάγνωση του ΣΔ, ) τη συννοσηρότητα από κοιλιοκάκη ή/και θυρεοειδίτιδα κατά την πορεία της νόσου, ) τη συσχέτιση με βάση το HLA σύστημα αντιγόνων ιστοσυμβατότητας 4) τη συσχέτιση με το θετικό οικογενειακό ιστορικό άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων, 5) τη συσχέτιση με άλλα αυτοάνοσα νοσήματα στο ίδιο άτομο με βάση τα διαχρονικά στοιχεία 0ετίας ενός Παιδιατρικού Διαβητολογικού Κέντρου αναφοράς που δέχεται παιδιατρικούς ασθενείς από όλη την Ελλάδα Μεθοδολογία: Αναδρομική μελέτη καταγραφής των δεδομένων αυτοανόσων παθήσεων από το αρχείο του Διαβητολογικού Κέντρου της Μονάδος Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Διαβήτη της Α Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μελετήθηκαν 5 ασθενείς με ΣΔ τύπου που παρακολουθούνται στο Διαβητολογικό Κέντρο από το 990 έως σήμερα. Ολοι οι ασθενείς είχαν ηλικία < 6 ετών κατά την αρχική διάγνωση της νόσου. Αποτελέσματα: Θετικά αυτοαντισώματα τυπικά για ΣΔ όπως IA, anti-gad, ICA, ΙΑΑ κατά τη διάγνωση, υπάρχουν σε ποσοστό 7,%. Η ποσοστιαία αναλογία των αντισωμάτων είναι: IAA: 7,5%, IA: 6,5%, anti-gad: 75%, ICA: 40%. Το ποσοστό των νοσούντων που εμφανίζουν θετικά όλα τα αυτοαντισώματα είναι 6,4%. Κατά τη διάγνωση του ΣΔ συνυπάρχει θυρεοειδίτιδα σε ποσοστό 4%. Η συννοσηρότητα από θυρεοειδίτιδα κατά την πορεία του ΣΔ εμφανίζεται σε ποσοστό %. Κατά την πορεία της νόσου υπάρχει συννοσηρότητα με κοιλιοκάκη με βάση τα θετικά αντισώματα σε ποσοστό 0,% με κατανομή θετικών αντισώματων έναντι Γλοιαδίνης-IgA (9,%), Ενδομυίου (8,9%), Ιστικής Τρανσγλουταμινάσης (0,%). Όσον αφορά το HLA σύστημα υπερέχουν τα Α (9,55%), Α4 (5,4%), DR(7,7%), DR4(6,8%). Υπάρχει στατιστικά αυξημένη συχνότητα εμφάνισης άλλων αυτοανόσων νοσημάτων σε συγγενείς παιδιών με ΣΔ σε σχέση με το γενικό πληθυσμό (,86%) (p-value: 0,0). Από τα αυτοάνοσα νοσήματα, την υπεροχή έχουν η θυρεοειδίτιδα Hashimoto (5,%), η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα (4,6%), η 6 7

11 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 νόσος Graves (7%), η Πολλαπλή Σκλήρυνση (%), η Λεύκη (6%) και η κοιλιοκάκη (%). Συμπεράσματα: Ο ΣΔ είναι μία αυτοάνοση νόσος, η οποία εμφανίζει συχνά συννοσηρότητα από άλλα αυτοάνοσα νοσήματα όπως η θυρεοειδίτιδα και η κοιλιοκάκη. Το δεύτερο αυτοάνοσο νόσημα μπορεί να εκδηλωθεί και χρόνια μετά τη διάγνωση του ΣΔ και ως εκ τούτου τακτικός έλεγχος για πρώιμη ανίχνευση και έγκαιρη διάγνωση άλλου αυτοάνοσου νοσήματος είναι απαραίτητος στην πορεία παρακολούθησης παιδιών και εφήβων με ΣΔ. Το υψηλό ποσοστό εμφάνισης λοιπών αυτοάνοσων νοσημάτων σε άλλα μέλη της οικογένειας πιθανώς υποδηλώνει κοινούς παθογενετικούς γονιδιακούς παράγοντες. Ο7 ΕπιπολασμΟς και παραγοντες κινδυνου για σεξουαλικη δυσλειτουργια και ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟ distress σε προεμμηνοπαυσιακεσ ΓυΝΑΙΚΕΣ ΜΕ Ανεπιπλεκτο ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ τυπου Μπαργιώτα Α., Δημητρόπουλος Κ., Μπαλαμώτη Σ., Μουζάς Ο., Τζώρτζης Β., Κουκούλης Γ. Πανεπιστημιακή Κλινική Ενδοκρινολογίας και Μεταβολικών Νόσων, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Πανεπιστημιακή Ουρολογική Κλινική, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι ο προσδιορισμός του επιπολασμού και των παραγόντων κινδύνου που συσχετίζονται με τη γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία (ΓΣΔ) και το προκαλούμενο σεξουαλικό distress (sexual distress, SD) σε μια ομάδα προεμμηνοπαυσιακών γυναικών με ΣΔ τύπου χωρίς χρόνιες διαβητικές επιπλοκές. Μέθοδοι: Ο Δείκτης Γυναικείας Σεξουαλικής Λειτουργίας (Female Sexual Function Index, FSFI), η Κλίμακα Γυναικείου Σεξουαλικού Distress (Female Sexual Distress Scale, FSDS) και το Ερωτηματολόγιο Γενικής Υγείας 8 (General Health Questionnaire 8, GHQ 8) χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη της σεξουαλικής λειτουργίας, του SD και της ποιότητας υγείας 44 ασθενών με ΣΔ τύπου και 47 υγιών γυναικών αντίστοιχης ηλικίας. Σε όλες τις γυναίκες πραγματοποιήθηκε δομημένη συνέντευξη και προσδιορισμός των στεροειδών των γονάδων, της γλυκόζης νηστείας και της HbAc. Παραμετρικές και μη παραμετρικές δοκιμασίες χρησιμοποιήθηκαν στη στατιστική ανάλυση των δεδομένων. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται ως διάμεσος ( ο ο τεταρτημόριο). Αποτελέσματα: Σεξουαλική δυσλειτουργία βρέθηκε στο 5% των γυναικών με ΣΔ τύπου και στο 8.5% των γυναικών της ομάδας ελέγχου (P=0.04). Έναντι της ομάδας ελέγχου, οι διαβητικές γυναίκες είχαν σημαντικά χαμηλότερα αποτελέσματα στη σεξουαλική επιθυμία [5.4 ( ) / 4. ( ), P=0.00], στη διέγερση [5.7 ( ) / 5. ( ), P=0.000], στην ικανοποίηση [5.6 ( ) / 5. ( ), P=0.04] και στο σύνολο της σεξουαλικής λειτουργίας [.5 ( ) / 0.55 ( ), P=0.00]. Ο συνδυασμός ΓΣΔ και SD βρέθηκε στο 5.9% των διαβητικών έναντι.% της ομάδας ελέγχου (Ρ=0.00). Σε σύγκριση με τις υγιείς γυναίκες, οι διαβητικές είχαν σημαντικά υψηλότερο σκορ στο FSDS [.5 ( ) / 6.5 ( ), Ρ=0.04]. Δε βρέθηκε σημαντική διαφορά στα αποτελέσματα του GHQ 8 μεταξύ των δύο ομάδων (P>0.05). Στις διαβητικές γυναίκες, σημαντική συσχέτιση βρέθηκε μεταξύ της ΓΣΔ και της συνολικής υγείας, της κοινωνικής δυσλειτουργίας, του άγχους, της κατάθλιψης, του υψηλού δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) και του αριθμού των τέκνων. Η παρουσία SD βρέθηκε να σχετίζεται σημαντικά με τη χαμηλή ποιότητα γενικής υγείας (σωματικά συμπτώματα, κατάθλιψη, άγχος, κοινωνική δυσλειτουργία) και με το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Η ΣΔ και το SD δε βρέθηκαν να σχετίζονται με άλλους οργανικούς ή ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Συμπεράσματα: Η σεξουαλική δυσλειτουργία είναι συχνή σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ανεπίπλεκτο ΣΔ τύπου. Ο επιπολασμός της ΓΣΔ και του συνδυασμού της με SD σε αυτές τις γυναίκες ήταν σημαντικά υψηλότερος από αυτόν των μη διαβητικών. Η σεξουαλική επιθυμία, η διέγερση και η ικανοποίηση ήταν οι σεξουαλικοί τομείς που βρέθηκαν επηρεασμένοι. Ψυχοσωματικές και κοινωνικές παράμετροι φαίνεται να είναι οι κύριοι παράγοντες κινδύνου για ΓΣΔ και SD, ενώ οι σχετιζόμενοι με το σακχαρώδη διαβήτη παράγοντες δε φαίνεται να παίζουν κάποιο ρόλο. Ο8 Η ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΗ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓΛΟΥΤΕΝΗΣ ΔΙΑΙΤΑ ΕΧΕΙ ΘΕΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ (ΣΔΤ) Κωστέρια Ι., Βιτετζάκη Ε., Φώτης Λ., Δελής Δ., Παπαδοπούλου Α., Βαζαίου Α. Α Παιδιατρική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο Νοσοκομείο Παίδων Π. & Α. Κυριακού Σκοπός: Η σιωπηλή μορφή της κοιλιοκάκης είναι συχνή στα παιδιά με ΣΔΤ. Ωστόσο δεν υπάρχουν πολλά δεδομένα για την επίδραση της δίαιτας χωρίς γλουτένη στον γλυκαιμικό έλεγχο των παιδιών με ΣΔΤ. Ο σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της επίδρασης της συμμόρφωσης στη δίαιτα χωρίς γλουτένη των παιδιών και εφήβων με κοιλιοκάκη και ΣΔΤ στο γλυκαιμικό έλεγχο. Μέθοδοι: Μελετήθηκαν παιδιά {μέση ηλικία (SD).78 (5.7) χρόνια, 4 αγόρια, διάμεση διάρκεια ΣΔΤ 4.8 χρόνια, εύρος } από σύνολο 450 ασθενών με ΣΔΤ (7,%) που παρακολουθούνται στο διαβητολογικό κέντρο, τα οποία παρουσίασαν θετικά αντισώματα IgA κατά του ενδομυίου και/ή IgA αντιγλοιαδινικά και/ή ΙgA έναντι ιστικής τρανσγλουταμινάσης στον ετήσιο έλεγχό τους. Οκτώ από παιδιά είχαν θετικά αντισώματα, 8 δύο και 8 ένα αντίσωμα. Η κοιλιοκάκη επιβεβαιώθηκε με βιοψίες δωδεκαδακτύλου στις οποίες διαπιστώθηκαν ιστολογικές ανωμαλίες (Marsh /Marsh βλάβες) σε 7 ασθενείς (6%). Σε παιδιά η βιοψία δεν ήταν διαγνωστική. Δύο παιδιά αρνήθηκαν την εξέταση. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε σε 4 παιδιά και εφήβους [μέση (SD) ηλικία 0.4 (4.4) έτη, 0 αγόρια, διάμεση διάρκεια ΣΔΤ 5 έτη, εύρος 0-6.], που παρακολουθήθηκαν μετά τη διάγνωση της κοιλιοκάκης για διάμεσο χρονικό διάστημα 4.0 χρόνια, εύρος Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (ΗbAc), το ύψος, το βάρος και οι ημερήσιες ανάγκες σε ινσουλίνη καταγράφηκαν κάθε μήνες. Επιπλέον υπολογίσθηκε ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) καθώς και το z-score του ΔΜΣ σε όλα τα χρονικά σημεία. Η HbAc, το βάρος και το ύψος καθώς και οι ημερήσιες ανάγκες σε ινσουλίνη μήνες πριν από τη θετικοποίηση των αντισωμάτων συγκρίθηκαν με αυτά μήνες μετά την αρνητικοποίηση των αντισωμάτων. Σε 7 παιδιά συνυπήρχαν θετικά αντιθυρεοειδικά αντισώματα και από αυτά ελάμβαναν θεραπεία υποκατάστασης με θυροξίνη. Αποτελέσματα: Συνολικά πραγματοποιήθηκαν μετρήσεις αντισωμάτων σε 4 ασθενείς με ΣΔ και κοιλιοκάκη, εκ των οποίων οι 70 (60,9%) ήταν θετικές. Οι ασθενείς που είχαν αρνητικά αντισώματα (συμμόρφωση στη δίαιτα), είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα HbAc εντός του χρόνου πριν τον έλεγχο των αντισωμάτων, σε σύγκριση με αυτούς που είχαν θετικά αντισώματα ( μη συμμόρφωση): μέση τιμή (SD) HbAc 7. (0.9) % έναντι 8. (.9) % αντίστοιχα, p<0,0005. Επιπρόσθετα, οι ημερήσιες ανάγκες σε ινσουλίνη ήταν σημαντικά χαμηλότερες στους ασθενείς που παρουσίαζαν συμμόρφωση στη δίαιτα σε σχέση με αυτούς που δεν συμμορφώνονταν: μέση τιμή (SD) 0.96 (0.5) U/kg έναντι.0 (0.) U/kg, p=0.08. Διαπιστώθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων της HbAc και της παρουσίας αυτοαντισωμάτων της κοιλιοκάκης καθώς και αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων (R:0.7,Β:0.99,SE(B):0., p:0.004 και Β 0,89 SE(B) 0.8, p=0,04). Δε διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ των ασθενών που συμμορφώνονταν και των ασθενών που δε συμμορφώνονταν ως προς το ΔΜΣ z-score. Συμπέρασμα: Η συμμόρφωση στη δίαιτα χωρίς γλουτένη παιδιών και εφήβων με κοιλιοκάκη και ΣΔ επηρεάζει θετικά γλυκαιμικό έλεγχο των παιδιών αυτών. O9 ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΤΥΧΑΙΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΡΟΣΟΥΒΑΣΤΑΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΑΤΟΡΒΑΣΤΑΤΙΝΗΣ ΣΤΟ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΓΛΥΚΟΖΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΔΙΠΟΚΙΝΩΝ ΣΕ ΜΗ-ΔΙΑΒΗΤΙΚΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ Αναγνωστής Π., Σελαλματζίδου Δ., Πολύζος Σ., Παναγιώτου Α., Σλαβάκης Α., Ζουρνατζή Β., Παναγιωτίδου Α., Κήτα Μ. Ενδοκρινολογική Κλινική, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Μικροβιολογικό Εργαστήριο, Τμήμα Βιοχημείας, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Β-Γ Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Εισαγωγή: Τελευταία βιβλιογραφικά δεδομένα συσχετίζουν τη λήψη στατινών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ). Από την άλλη πλευρά, αντικρουόμενα στοιχεία υπάρχουν στη βιβλιογραφία σχετικά με την επίδρασή τους στην ινσουλινοαντίσταση καθώς και στα επίπεδα αδιποκινών, κυρίως αδιπονεκτίνης και λεπτίνης. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η σύγκριση της επίδρασης της ροσουβαστατίνης και ατορβαστατίνης στο μεταβολισμό της γλυκόζης και στα επίπεδα των αδιποκινών σε μη-διαβητικούς ασθενείς. Μέθοδοι: Προοπτική ανοιχτή τυχαιοποιημένη μελέτη ασθενών με δυσλιπιδαιμία, χωρίς ΣΔ. Δεκαοχτώ ασθενείς ( άνδρες/5 γυναίκες) μέσης ηλικίας 54,7 ±, έτη έλαβαν ροσουβαστατίνη 0mg και 8 ασθενείς ( άνδρες/5 γυναίκες) μέσης ηλικίας 59,8 ± 0, έτη έλαβαν ατορβαστατίνη 0 mg ημερησίως. Μετρήθηκαν τα επίπεδα των λιπιδίων (ολικής χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων, LDL-C, HDL-C και non-hdl-c), γλυκόζης νηστείας, HbAc και δείκτων ινσουλινοαντίστασης (ΗΟΜΑ-IR και QUICKI), αδιπονεκτίνης, λεπτίνης και υψηλής ευαισθησίας CRP (hscrp) στην αρχή, στις 4 και εβδομάδες αγωγής. Δεν υπήρχαν διαφορές στα βασικά χαρακτηριστικά και τις βιοχημικές παραμέτρους κατά την έναρξη θεραπείας. Αποτελέσματα: Τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων, της LDL-C και της non-hdl-c στις 4 και εβδομάδες, ελαττώθηκαν σημαντικά και στις ομάδες, χωρίς διαφορά μεταξύ των ομάδων. Η λήψη ροσουβαστατίνης οδήγησε σε σημαντική ελάττωση των επιπέδων ινσουλίνης και του δείκτη HOMA-IR (-5%, p=0.005 και -%, p=0.0, αντίστοιχα) καθώς και σημαντική αύξηση του δείκτη QUICKI (+%, p=0.00) στις εβδομάδες θεραπείας, σε αντίθεση με την ατορβαστατίνη που δεν είχε καμία επίδραση. Η διαφορές αυτές παρέμειναν σημαντικές μετά από έλεγχο για τυχόν επίδραση διαφόρων παραγόντων όπως ηλικία, φύλο, μεταβολή της περιμέτρου μέσης, των επιπέδων των τριγλυκεριδίων και των αδιποκινών. H επίδραση των στατινών στα επίπεδα γλυκόζης νηστείας και της HBAc ήταν ουδέτερη. Όσον αφορά τα επίπεδα αδιπονεκτίνης, λεπτίνης και hscrp δεν υπήρξε καμία διαφορά σε σχέση με τα επίπεδα προ θεραπείας από τις στατίνες στις 4 και εβδομάδες αγωγής, αν και από συγκρίσεις μεταξύ των ομάδων η χορήγηση ροσουβαστατίνης συνοδεύτηκε από αύξηση της αδιπονεκτίνης και μείωση της λεπτίνης σε σχέση με την ατορβαστατίνη (p = 0.06 και p = 0.009, αντίστοιχα). Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη καταδεικνύει για πρώτη φορά στη βιβλιογραφία μία ευνοϊκή επίδραση της ροσουβαστατίνης στο μεταβολισμό της γλυκόζης σε σύγκριση με την ατορβαστατίνη. Η επίδραση των στατινών στα επίπεδα αδιποκινών και δεικτών φλεγμονής δεν υπήρξε σημαντική. O0 ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΚΕΤΟΓΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΕΡΜΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΙΤΑΣ ΣΕ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΣΤΟ ΟΞΕΙΔΩΤΙΚΟ ΣΤΡΕΣ, ΣΤΑ ΤΕΛΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΗΣ ΓΛΥΚΟΖΥΛΙΩΣΗΣ (ΑGEs) ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΙΑΛΥΤΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΟΥΣ (srage) ΣΕ ΠΑΧΥΣΑΡΚΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ Παρτσαλάκη Ι., Λάμαρη Φ., Καρβέλα Α., Ρόχας-Χίλ Α.Π., Γκρέκα-Σπηλιώτη Β. Ερευνητικό Εργαστήριο Μοριακής Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας, Μονάδα Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και Διαβήτη, Παιδιατρικής Κλινικής, Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα Εργαστήριο Φαρμακογνωσίας και Χημείας Φυσικών Προϊόντων, Τμήμα Φαρμακευτικής Πανεπιστημίου Πατρών Σκοποί: Να μελετηθούν και να συγκριθούν οι επιδράσεις μιας Υποθερμιδικής Δίαιτας, (ΥΔ) και μιας δίαιτας πολύ χαμηλών υδατανθράκων (Κετογονική Δίαιτα, ΚΔ) σε διάφορους μεταβολικούς παράγοντες και στο οξειδωτικό στρες (OΣ) σε παχύσαρκα παιδιά και εφήβους. Αυτό επιτυχάνθη εκτιμώντας τόσο ένα τοξικό προϊόν της λιπιδικής υπεροξείδωσης, τη Μηλονική-διαλδεϋδη (Malondialdehyde,ΜDΑ), όσο και την ολική αντιοξειδωτική ικανότητα του πλάσματος με τη μέθοδο προσδιορισμού της ικανότητας αναγωγής του σιδηρι-κατιόντος (FRAP-assay). Επίσης, μετρήθηκαν τα επίπεδα της Καρβοξυμεθυλλυσίνης (Ν ε -Carboxymethyllysine,CML), που είναι ένα από τα σημαντικότερα AGEs, και όλων των κυκλοφορούντων διαλυτών ισομορφών του υποδοχέα τους, τον srage, ως έναν ενδογενή παράγοντα προστασίας έναντι των AGEs, Ως γνωστόν, τα AGEs σχετίζονται με την αύξηση της φλεγμονής και του ΟΣ και παίζουν ρόλο στην εμφάνιση των χρόνιων επιπλοκών του σακχαρώδους διαβήτη και πλήθους άλλων παθολογικών καταστάσεων. Μέθοδοι: 58 παχύσαρκα παιδιά και έφηβοι μοιράστηκαν στις δυο δίαιτες. Ελήφθησαν ανθρωπομετρικά στοιχεία και μετρήθηκε η σύνθεση σώματος με τη μέθοδο της ΒΙΑ, το λιπιδαιμικό προφίλ, η Υψηλού Μοριακού Βάρους Αντιπονεκτίνη (HMW-Adiponectin) με ELISA, η ΜDA μέσω της αντίδρασης με το Θειοβαρβιτουρικό 8 9

12 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 οξύ με χρήση φθορισμομέτρου, η CML και ο srage με ELISA, η γλυκόζη και η ινσουλίνη αίματος μετά από φόρτιση με γλυκόζη (OGTT), και εκτιμήθηκαν οι δείκτες ινσουλινικής αντίστασης (ΗΟΜΑ-ΙR) και ευαισθησίας του σώματος στην ινσουλίνη (WBISI). Όλες οι παράμετροι επανεκτιμήθηκαν μετά από μια απώλεια τουλάχιστον 0% του αρχικού σωματικού βάρους (AΣΒ). Αποτελέσματα: To 75% των παιδιών που ακολούθησαν την ΚΔ και το 60% αυτών στην ΥΔ έχασε 0% του ΑΣΒ. Στην ΚΔ το σωματικό βάρος μειώθηκε σημαντικότερα απ ότι στην ΥΔ (8.9±.7 kg έναντι 5.4±.4 kg, p=0.04). Παρά τη σημαντική αύξηση της Ινσουλινοευαισθησίας και τη σημαντική μείωση της ινσουλίνης νηστείας και στις δυο ομάδες (p=0.05 στην καθεμία), μόνο μετά τη ΚΔ η HMW-Adiponectin αυξήθηκε σημαντικά (p=0.05). Η MDA μειώθηκε σημαντικά (p=0.05) μετά το πέρας της ΚΔ, ενώ στην ΥΔ δεν άλλαξε. Συγκρίνοντας τις δυο ομάδες μεταξύ τους δεν παρατηρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές μεταβολές σε κάποιο δείκτη εκτός από τη σημαντικότερη αύξηση της HDL-χοληστερόλης μόνο με την ΚΔ (p=0.0). Συμπεράσματα: Και οι δυο δίαιτες μείωσαν το σωματικό βάρος και λίπος και βελτίωσαν την ινσουλινοευαισθησία, με σημαντικότερες μεταβολές στη ΚΔ, μετά την οποία αυξήθηκε επίσης σημαντικότερα και η αντιπονεκτίνη, όπως και μειώθηκε σημαντικότερα η MDA. Συγκρίνοντας τις δυο ομάδες μεταξύ τους δεν παρατηρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές μεταβολές εκτός από τη σημαντικότερη αύξηση της HDL-χοληστερόλης μόνο με την ΚΔ. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο αυστηρός περιορισμός των υδατανθράκων (ΚΔ), σε σύγκριση με τον περιορισμό των θερμίδων (ΥΔ), συνοδεύτηκε με σημαντικότερη βελτίωση του οξειδωτικού στρες και παρά το υψηλότερο διατροφικό φορτίο λίπους και πρωτεΐνης δεν επηρέασε τα επίπεδα των AGEs, χωρίς ωστόσο αυτά να βελτιώνονται με την μια ή την άλλη δίαιτα. O Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΟΥ CB ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΖΥΜΩΝ ΤΩΝ ΕΝΔΟΚΑΝΝΑΒΙΝΟΕΙΔΩΝ FAAH KAI DAGL-α ΣΕ ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΛΙΠΟΚΥΤΤΑΡΩΝ ΛΕΠΤΟΣΩΜΩΝ ΚΑΙ ΠΑΧΥΣΑΡΚΩΝ ΠΡΟΕΦΗΒΙΚΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ, ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΙΝΣΟΥΛΙΝΗ Καρβέλα Α., Παππά Α., Ρόχας-Χίλ Α.Π., Σαμκινίδου Ε., Γεωργίου Γ., Γκρέκα-Σπηλιώτη Β. Ερευνητικό Εργαστήριο Μοριακής Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας, Μονάδα Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και Διαβήτη, Παιδιατρικής Κλινικής, Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα Τμήμα Παιδιατρικής Χειρουργικής, Καραμανδάνειο Νοσοκομείο Παίδων, Πάτρα Εισαγωγή: Η παιδική παχυσαρκία σχετίζεται με την ανάπτυξη ινσουλινοαντίστασης και Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου ΙΙ. Τα Ενδοκανναβινοειδοί μέσω του υποδοχέα τους CB ρυθμίζουν περιφερικά τη λιπογένεση και μειώνουν την γονιδιακή έκφραση της αντιπονεκτίνης μειώνοντας, με τον τρόπο αυτό, την ινσουλινοευαίσθησία. Σκοπός: Ο κύριος σκοπός ήταν η μελέτη της έκφρασης του CB και των ενζύμων των ενδοκανναβινοειδών, FAAH (του ενζύμου αποδόμησης της ανανδαμίδης) και DAGL-α (του ενζύμου βιοσύνθεσης του -AG) σε παχύσαρκα και λεπτόσωμα προεφηβικά και εφηβικά παιδιά σε σχέση με τα επίπεδα, στον ορό, της ινσουλίνης και της υψηλού μοριακού βάρος αντιπονεκτίνης (ΗΜWAd). Μέθοδοι: Αναπτύχθηκαν πρωτογενείς καλλιέργειες προ- και ώριμων λιποκυττάρων (ΩΛ) από βιοψίες υποδόριου κοιλιακού λιπώδους ιστού χειρουργείων ρουτίνας, 7 παχύσαρκων (BMI>95%) και 6 λεπτόσωμων (BMI< 85%) προεφηβικών παιδιών. Τα παιδιά χωρίστηκαν σε δύο ηλικιακές ομάδες (ομάδα Α: μηνών-7ετών, ομάδα Β: 8-ετών). Μελετήθηκε η έκφραση του CB σε επίπεδο mrna (mr) με Reverse Transcriptase PCR και σε πρωτεϊνικό επίπεδο (Pr) με Western Immunoblotting. Η mrna έκφραση των FAAH και DAGL-α μελετήθηκαν με Real- Time - PCR. Επίσης, μετρήθηκαν στον όρο αίματος οι HMWAd και ινσουλίνη με ELISA. Αποτελέσματα: Ο CB υποδοχέας βρέθηκε σημαντικά μειωμένος στα ΩΛ των παχύσαρκων παιδιών και των δύο ηλικιακών ομάδων, ενώ παρουσίασε μία σημαντική αύξηση με την ηλικία στα μεγαλύτερα λεπτόσωμα προεφηβικά παιδιά. Το FAAH ήταν μειωμένο στα μεγαλύτερα λεπτόσωμα παιδιά (ομάδα Β) σε σύγκριση με τα λεπτόσωμα παιδιά της ομάδας Α και ήταν αυξημένο στα μεγαλύτερα παχύσαρκα παιδιά σε σύγκριση με τα λεπτόσωμα τους. Το DAGL-α βρέθηκε αυξημένο στα μεγαλύτερα λεπτόσωμα και παχύσαρκα παιδιά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα παιδιά της ομάδας Α. Η HMWAd βρέθηκε σημαντικά αυξημένη στα μικρότερα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά (ομάδα Α) συγκριτικά με τα αντίστοιχα λεπτόσωμα, και σημαντικά μειωμένη στα λεπτόσωμα και παχύσαρκα παιδιά της ομάδας Β σε σχέση με τα παιδιά της ομάδας Α. Η ινσουλίνη ήταν σημαντικά αυξημένη στα μεγαλύτερα λεπτόσωμα και παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά σε σχέση με τα αντίστοιχα της ομάδας Α. Συμπεράσματα: Η μείωση του CB στα μικρότερα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά, σε συνδυασμό με την αυξημένη ΗΜWAd και την μειωμένη ινσουλίνη πιθανόν να προστατέυουν τα παιδιά αυτά από περαιτέρω λιπογένεση και να διατηρούν την ινσουλινοευαισθησία τους. Η μείωση του CB στα μεγαλύτερα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά σε συνάφεια με την αυξημένη έκφραση των ενζύμων των ενδοκανναβινοειδών, FAAH και DAGL-α, πιθανόν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη διαταραγμένης ανοχής στη γλυκόζη, όπως δείχνουν μελέτες σε μεγαλύτερους (>40 ετών) παχύσαρκους ενήλικες, λόγω του ήδη διαταραγμένου τους ενεργειακού ισοζυγίου. O Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΛΕΠΤΙΝΗΣ ΟΡΟΥ. ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΣΕ ΕΠΙΜΥΕΣ Υψηλάντης Π., Πολίτου Μ., Αναγνωστόπουλος Κ., Τσίγαλου Χ., Παπαναστάση Ε., Ντούμου Ε., Καλύβα Ι., Τσέλιου Μ., Καμπουρομύτη Γ., Κορτσάρης Α., Σιμόπουλος Κ. Εργαστήριο Πειραματικής Χειρουργικής και Χειρουργικής Έρευνας, Τμήμα Ιατρικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Αλεξανδρούπολη Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Ιατρικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Αλεξανδρούπολη Εργαστήριο Βιοχημείας, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, Αλεξανδρούπολη Σκοπός: Μελετήθηκαν οι μεταβολές του σωματικού βάρους και της συγκέντρωσης λεπτίνης ορού μετά από διακοπή του καπνίσματος. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε ζωικό μοντέλο έκθεσης επιμύων σε καπνό τσιγάρου. Μέθοδοι: Χρησιμοποιήθηκαν επίμυες οι οποίοι χωρίστηκαν σε ομάδες των 6 ζώων η καθεμία. Η πρώτη ομάδα τοποθετούνταν σε θαλάμους με περιβάλλον καπνού τσιγάρου καθημερινά για min με διάλλειμα 40 λεπτών για περίοδο 8 εβδομάδων. H δεύτερη ομάδα μαρτύρων τοποθετούνταν στους ίδιους θαλάμους χωρίς καπνό τσιγάρου για ίσο χρόνο. Ανά 4 εβδομάδες τα ζώα υποβάλλονταν σε δοκιμασία προτίμησης κλωβού για έλεγχο του εθισμού τους στον καπνό. Κατά τη διάρκεια της περιόδου έκθεσης στον καπνό και 8 εβδομάδες αργότερα, μετρούνταν το σωματικό βάρος και η κατανάλωση τροφής ανά εβδομάδα και η συγκέντρωση κοτινίνης και λεπτίνης ορού ανά εβδομάδες. Αποτελέσματα: Διαπιστώθηκε τάση των ζώων για εθισμό στον καπνό. Τα επίπεδα κοτινίνης αυξήθηκαν σε επίπεδα ανάλογα των καπνιστών. Κατά τη διάρκεια της περιόδου έκθεσης στον καπνό παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της κατανάλωσης τροφής και του σωματικού βάρους που ωστόσο, μετά τη διακοπή, επανήρθαν στα επίπεδα των μαρτύρων. Η συγκέντρωση της λεπτίνης ορού μειώθηκε σημαντικά κατά την περίοδο έκθεσης στον καπνό, ενώ επανήρθε στο φυσιολογικό την 7η εβδομάδα μετά τη διακοπή. Συμπεράσματα: Το κάπνισμα μείωσε το σωματικό βάρος, την κατανάλωση τροφής και τα επίπεδα λεπτίνης ορού των επιμύων. Μετά τη διακοπή του επανήρθαν η όρεξη και το σωματικό βάρος στο φυσιολογικό, χωρίς ωστόσο να ξεπερνούν τα επίπεδα των μαρτύρων. Η λεπτίνη ήταν μειωμένη κατά τη διάρκεια της περιόδου καπνίσματος και στη συνέχεια επανήρθε σταδιακά σε φυσιολογικά επίπεδα. O ΟΙ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΗΣ RETINOL-BINDING PROTEIN 4 ΤΟΥ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΩΝ ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΙΝΩΝ ΤΟΥ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΥΝ THN ΑΠΟΛΙΠΟΠΡΩΤΕΙΝΗ Β ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ Χρήστου Α.Γ., Τέλλης Κ., Ελισάφ Μ., Τσελέπης Δ. Α., Κιόρτσης Ν.Δ. Εργαστήριο Φυσιολογίας, Ιατρική Σχόλη, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Εργαστήριο Βιοχημείας, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Παθολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα Σκοπός: Ο σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην Retinol-binding protein 4 (RBP 4 ) και στις αθηρογόνες λιποπρωτείνες που περιέχουν την απολιποπρωτείνη Β (ApoB), ως ενός δυνητικού μηχανισμού που είναι υπεύθυνος για τη συσχέτιση ανάμεσα στην RBP 4 και την καρδιαγγειακή νόσο. Μέθοδοι: Σαράντα έξι παχύσαρκοι ή υπέρβαροι ασθενείς με υπερτριγλυκεριδαιμία τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν ένα από τα εξής τρία σκέλη παρέμβασης, για μήνες: ) Δίαιτα (n= 0), ) Δίαιτα και φαινοφιμπράτη (n= 8), ) Δίαιτα και rimonabant (n= 8). Πριν την έναρξη της μελέτης και κατά τη διάρκεια της μελέτης στον μήνα και στους μήνες θεραπείας διενεργήθηκαν οι εξής μετρήσεις: ανθρωπομετρικές μετρήσεις, γλυκόζη ορού, ινσουλίνη ορού, πλήρες λιπιδαιμικό προφίλ, ανάλυση υποκλασμάτων της low density lipoprotein-cholesterol (LDL-C), μέτρηση της RBP 4 του πλάσματος. Αποτελέσματα: Η συγκέντρωση της RBP 4 στο πλάσμα μειώθηκε στους ασθενείς μετά από μήνες δίαιτας. Η RBP 4 του πλάσματος στον μήνα της δίαιτας παρουσίασε θετική συσχέτιση με την ποσοστιαία μεταβολή της συγκέντρωσης της ApoB και των μικρών πυκνών LDL (sdldl) κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της δίαιτας. Η ποσοστιαία μεταβολή της RBP 4 κατά τη διάρκεια των μηνών της δίαιτας παρουσίασε θετική συσχέτιση με την ποσοστιαία μεταβολή των τριγλυκεριδίων (TRG), της very low density lipoprotein-cholesterol (VLDL-C), της LDL-C, της ApoB και της sdldl-c. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση, η ποσοστιαία μεταβολή της RBP 4 κατά τη διάρκεια των μηνών της δίαιτας ήταν ο πιο ισχυρός ανεξάρτητος καθοριστής των ποσοστιαίων μεταβολών της ApoB και της sdldl-c. Η αγωγή με φαινοφιμπράτη προκάλεσε αύξηση στην RBP 4 του πλάσματος, κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα, λόγω της μείωσης της νεφρικής κάθαρσης της RBP 4 από τη φαινοφιμπράτη, και ακολούθως μείωση της RBP 4 του πλάσματος, κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών, ως αποτέλεσμα της μεταβολικής δράσης της φαινοφιμπράτης. Η χορήγηση rimonabant μείωσε την RBP 4 του πλάσματος. Συμπεράσματα: H RBP 4 πιθανώς συνδέεται αιτιολογικά με τη μεταβολική οδό που είναι υπεύθυνη για τις μεταβολές των λιποπρωτεινών του πλάσματος που περιέχουν ApoB. Αυτός είναι ένας πιθανός μηχανισμός που ερμηνεύει τη συσχέτιση της RBP 4 με την καρδιαγγειακή νόσο. O4 ΕΛΑΤΤΩΜΕΝΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΟΜΟΚΥΣΤΕΪΝΗΣ ΟΡΟΥ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΗ-ΑΛΚΟΟΛΙΚΗ ΣΤΕΑΤΟΗΠΑΤΙΤΙΔΑ Πολύζος Α.Σ., Κουντουράς Ι., Πατσιαούρα Κ., Κατσίκη Ε., Ζαφειριάδου Ε., Δερετζή Γ. 4, Ζαβός Χ., Γαβαλάς Ε., Μανέ Β. 5, Σλαβάκης Α. 5 B Παθολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Παθολογοανατομικό Εργαστήριο, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Ακτινολογικό Εργαστήριο, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης 4 Νευρολογική Κλινική, Νοσοκομείο Παπαγεωργίου Θεσσαλονίκης 5 Βιοχημικό Εργαστήριο, Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Σκοπός: Παρά τα υφιστάμενα αντικρουόμενα δεδομένα, η υψηλή ομοκυστεΐνη ορού έχει συσχετισθεί με το μεταβολικό σύνδρομο και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η μη-αλκοολική νόσος λιπώδους ήπατος (nonalcoholic fatty liver disease, ΜΑΝΛΗ) χαρακτηρίζεται ως η ηπατική συμμετοχή στο μεταβολικό σύνδρομο, αλλά υφίστανται ανεπαρκή δεδομένα σχετικά με την ομοκυστεΐνη ορού στη ΜΑΝΛΗ. Ο σκοπός της παρούσης crosssectional μελέτης ήταν η εκτίμηση των επιπέδων ομοκυστεΐνης ορού σε ασθενείς με ΜΑΝΛΗ. Μέθοδοι: ασθενείς με αποδεδειγμένη με βιοψία ΜΑΝΛΗ (54± έτη, 8 άνδρες), ταξινομήθηκαν επιμέρους σε εκείνους με μη-αλκοολική απλή στεάτωση ήπατος (MAΣ, n=5) και μη-αλκοολική στεατοηπατίτιδα (ΜΑΣΗ, n=6) σύμφωνα με το σύστημα ιστολογικής ταξινόμησης NAFLD activity score (NAS). Επιπλέον, στρατολογήθηκαν υγιείς μάρτυρες (5±9 έτη, 5 άνδρες) αντίστοιχου φύλου, ηλικίας και δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ). Έγινε πρωινή αιμοληψία μετά ολονύκτια νηστεία για μέτρηση ομοκυστεΐνης, φυλλικού οξέος, βιταμίνης Β, ινσουλίνης, γλυκόζης, τρανσαμινασών (SGOT και SGPT) και γ-gt. Η αντίσταση στην ινσουλίνη υπολογίσθηκε με τη μέθοδο HOMA- IR (homeostatic model of assessment-insulin resistance). Αποτελέσματα: Ο ΔΜΣ ασθενών και μαρτύρων ήταν.±5. 0

13 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 έναντι 0.7±.8 kg/m αντίστοιχα (p=ns). Δεν υπήρξε στατιστικώς σημαντική διαφορά στην ομοκυστεΐνη ορού μεταξύ μαρτύρων και ασθενών με ΜΑΝΛΗ (.6±4.6 έναντι.5±.6 mmol/l αντίστοιχα, p=0.4). Το φυλλικό οξύ ορού και η βιατμίνη Β ήταν επίσης παρόμοια μεταξύ ασθενών και μαρτύρων. Όπως αναμενόταν, οι ασθενείς με ΜΑΝΛΗ είχαν υψηλότερη SGPT (p<0.00), SGOT (p=0.00) γ-gt (p=0.00), γλυκόζη (p=0.00) και ινσουλίνη (p=0.00) ορού, καθώς και HOMA-IR (p=0.00). Μεταξύ των ασθενών, εκείνοι με ΜΑΣΗ είχαν χαμηλότερη ομοκυστεΐνη συγκριτικά με τους ασθενείς με ΜΑΣ (.±.5 έναντι 4.7±. mmol/l, p=0.006). Δεν υπήρχαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές μεταξύ των ασθενών με ΜΑΣΗ και ΜΑΣ στην ηλικία, ΔΜΣ, φυλλικό οξύ, βιταμίνη Β, SGPT, SGOT, γ-gt, γλυκόζη και ινσουλίνη ορού, ούτε και στο HOMA-IR. Σε ανάλυση πολλαπλής λογιστικής παλινδρόμησης (multiple logistic regression analysis), η ομοκυστεΐνη ορού υπήρξε ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας για τη ΜΑΣΗ (p=0.049) μετά προσαρμογή για ηλικία, ΔΜΣ και HOMA-IR. Συμπεράσματα: Ενώ η ομοκυστεΐνη ορού ήταν παρόμοια μεταξύ ασθενών με ΜΑΝΛΗ και μαρτύρων, βρέθηκε να είναι ελαττωμένη σε ασθενείς με ΜΑΣΗ συγκριτικά με εκείνους με ΜΑΣ και ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας για ΜΑΣΗ. Η ομοκυστεΐνη ενδέχεται να αποτελεί ένα μη-επεμβατικό δείκτη για την εκτίμηση ασθενών με ΜΑΝΛΗ. O5 ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΗ ΑΥΤΗΣ ΜΕ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ Βαζαίου Α., Παπαδοπούλου Α., Kούτρη K., Μποτόνης Π., Σταθοπούλου M. 4, Φώτης Λ., Σκουρολιάκου M. 4 Α Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων Π&Α Κυριακού Αθήνα Τμήμα Διατροφής, Μαιευτήριο Ιασώ, Αθήνα Τμήμα Φυσικής Εκπαίδευσης και Αθλητισμού, Πανεπιστήμιο Αθηνών 4 Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα Στόχοι: Πρόσφατες μελέτες υποδηλώνουν ότι η παιδική παχυσαρκία συσχετίζεται με τη διατροφή των βρεφών, ιδίως την πρόσληψη πρωτεϊνης. Ωστόσο, δεν υπάρχουν πολλές μελέτες συσχέτισης της διατροφής των παιδιών στην περίοδο της προσχολικής ηλικίας με την παχυσαρκία. Στόχος της μελέτης είναι η εκτίμηση της διατροφής των παιδιών προσχολικής ηλικίας και η σχέση της με τους δείκτες αύξησης και ανάπτυξης αυτών. Μέθοδοι: Μελετήθηκαν 0 παιδιά προσχολικής ηλικίας [μέση ηλικία (SD) 4.4 (7.6) μήνες, 4 αγόρια]. Από τους γονείς τους ζητήθηκε να συμπληρωθεί ένα διαιτολόγιο τετραήμερης καταγραφής δίαιτας. Τα αποτελέσματα αναλύθηκαν με το λογισμικό της USDA Food Search for Windows version, database SR8. Η πρόσληψη των μακρο και μικρο θρεπτικών συστατικών συγκρίθηκε με την συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη αναφοράς (DRI). Σε 85 παιδιά {μέση ηλικία (SD) 4. (7.7) μήνες, 88 αγόρια} υπήρχαν μετρήσεις ύψους και βάρους καταγεγραμμένες στα βιβλιάρια υγείας. Συγκρίθηκαν οι μετρήσεις στη γέννηση ( ο χρονικό σημείο), με εκείνες κοντά στον ο χρόνο της ζωής {μέση ηλικία (SD).8 (.048) μήνες ( ο χρονικό σημείο}, κοντά στη καταγραφή του διαιτολογίου {.679 (7.77) μήνες ( ο χρονικό σημείο} και 6 μήνες αργότερα {0.08 (7.667) μήνες (4 ο χρονικό σημείο)}. Σε όλα τα παραπάνω χρονικά σημεία υπολογίσθηκαν τα z-scores για το βάρος προς μήκος (Β/Μ) και το μήκος για την ηλικία (ΜΓΗ) βάσει προγράμματος του WHO. Υπολογίσθηκε επιπλέον η διαφορά των z scores (delta z-scores) για το Β/Μ και ΜΓΗ σε όλα τα παραπάνω χρονικά σημεία. Results: Η μέση ημερήσια θερμιδική πρόσληψη (SD) ήταν (9.) Kcal. Η μέση ημερήσια πρόσληψης πρωτεϊνης (SD) ήταν 48.9 (.) g την ημέρα, η οποία υπερέβαινε κατά.8 φορές την DRI. Η πρόσληψη των πολυακόρεστων λιπών και ινών ήταν.6 (.) και 8.7 (.8) g την ημέρα αντίστοιχα, η οποία ήταν χαμηλότερη της DRI κατά μέσο όρο κατά.7 και. φορές αντίστοιχα. Η διαφορά των z-scores (delta z-scores) Β/Μ και ΜΓΗ μεταξύ γέννησης και ου χρόνου ζωής ήταν σημαντικά μεγαλύτερη σε σύγκριση με εκείνης μεταξύ της γέννησης και του ου χρόνου της ζωής, μέση τιμή (SD).89 (.0) vs.57 (.94) αντίστοιχα, p= Η διαφορά του z-score του ΜΓΗ μεταξύ της γέννησης και του ου χρόνου της ζωής ήταν συγκρίσιμη με εκείνη μεταξύ της γέννησης και του ου χρόνου της ζωής μέση τιμή, pns. Ωστόσο, βρέθηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ της διαφοράς του z-score του ΜΓΗ μεταξύ των χρονικών σημείων 4 και και του ποσοστού την ημερήσιας πρόσληψης της πρωτεϊνης πάνω από το DRI, στο χρονικό σημείο (r =0.04; p=0.007). Συμπέρασμα: Η ημερήσια πρωτεϊνική πρόσληψη είναι σημαντικά αυξημένη στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, ενώ η πρόσληψη πολυακόρεστων λπών και ινών είναι χαμηλή. Απαιτείται ωστόσο περαιτέρω έρευνα για την εκτίμηση της επίδρασης των παραπάνω διαταραχών στην εμφάνιση της παχυσαρκίας. O6 ΣΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ Ο ΥΠΟΚΛΙΝΙΚΟΣ ΥΠΟΘΥΡΕΟΕΙΔΙΣΜΟΣ (ΥΥ) ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟ ΑΥΞΗΜΕΝΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΘΥΡΕΟΕΙΔΙΚΗ ΝΟΣΟΣ Μόρτογλου Α., Μόρτογλου Αικ., Γεωργιάδου Ε., Νικολοπούλου Μ. Τομέας Ενδοκρινολογίας, Διαβήτου και Μεταβολισμού Ιατρικού Κέντρου Αθηνών Σκοπός: Η συχνότητα ΥΥ είναι αυξημένη επί παχυσαρκίας, κατ έξοχήν σε άτομα με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) >40 κλ/ μ. Μετά από απώλεια βάρους, συντηρητική ή χειρουργική, τα επίπεδα TSH επανέρχονται συνήθως στο φυσιολογικό. Αυτό δημιουργεί ερωτηματικά για το αν η αυξημένη TSH είναι ένδειξη βλάβης του θυρεοειδούς ή προσαρμογή στο αυξημένο σωματικό βάρος. Υλικό και Μέθοδος: Εγινε επιλογή αναδρομικά από το ηλεκτρονικό αρχείο της κλινικής μας για άτομα ηλικίας >7 ετών, με TSH IU/ml, με αρνητικά ΑΘΑ, χωρίς γνωστό διαβήτη και με επίπεδα γλυκόζης <6 mg/dl. Ολοι ήταν τουλάχιστον μήνες μακράν διαιτητικών παρεμβάσεων και κανένας δεν ελάμβανε φάρμακα που επιδρούν στη θυρεοειδική λειτουργία, στην αρτηριακή πίεση, στα επίπεδα λιπιδίων και στα επίπεδα γλυκόζης. Ανευρέθησαν 756 περιπτώσεις, 9 άνδρες και 67 γυναίκες, ηλικίας 8-9 ετών. Από αυτούς οι 5 είχαν ΔΜΣ 8.5-5, οι 7 5-0, οι και οι 48 >40. Μετά ολονύκτια νηστεία έγινε αιμοληψία για προσδιορισμό σακχάρου, Τ4, Τ, ΤSH, ΑΘΑ, χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων, HDL και υπολογίστηκαν η non-hdl και η LDL χοληστερόλη. Μετρήθηκε το βάρος, το ύψος, η αρτ. πίεση και υπολογίστηκε ο ΔΜΣ. Εγινε στατιστικη ανάλυση κατά Pearson, One way Anova και γραμμική πολυπαραγοντική ανάλυση. Αποτελέσματα: ΔΜΣ ΔΜΣ 5-0 ΔΜΣ 0-40 ΔΜΣ >40 T4 μg/dl 7.±.4 7.7±.6 7.9±.4 8.±.7 T ng/dl 4.6± ±5.0 4.± ±.7 TSH IU/ml 5.87± ±.4 5.6± ±.59 Ολική Χοληστερ mg% 98±9 06±4 ±45 05±4 Τριγλυκερ mg% 8±56 07±79 4±76 5±7 HDL mg% 59.9±.8 5.8±.6 50.±. 47.±.4 Non-HDL Χοληστ mg% 7.±8. 5.± ± ±9.8 LDL mg% 0.6±.8.8± ± ±.8 Ηλικία 8±4 6± 7± 6± Γλυκόζη mg% 88± 90± 9± 95± Σε συσχετίσεις κατά Pearson, η TSH είχε στατιστικά σημαντική θετική ομοσυσχέτιση με το ΔΜΣ (p= 0.0), την ηλικία (p= 0.005) και το γυναικείο φύλο, ενώ δεν υπήρξε ουδεμία συσχέτιση με το λιπιδαιμικό προφίλ των μελετηθέντων, τα επίπεδα γλυκόζης και την αρτ. πίεση. Πολυπαραγοντική ανάλυση με εξηρτημένη μεταβλητή τα επίπεδα Τ4 απέδειξε ότι αυτά επηρεάζονται σημαντικά από το ΔΜΣ (θετική συσχέτιση), την TSH, την ηλικία, το φύλο και την Τ. One way Anova μεταξύ των τεσσάρων κατηγοριών ΔΜΣ, απέδειξε ότι η ηλικία δεν είχε καμμιά στατιστικά σημαντική διαφορά, τα επίπεδα της Τ4 και της Τ αυξάνοντο σημαντικά όσο μεγαλύτερος ήταν ο ΔΜΣ και τα επίπεδα TSH ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα στα άτομα με ΔΜΣ σε σχέση με αυτά με ΔΜΣ 5-0 και 0-40 αλλά όχι με αυτά με ΔΜΣ >40. Συμπέρασμα: Σε υπέβαρα και παχύσαρκα ο ΥΥ, όπως αυτός εκφράζεται από τα αυξημένα επίπεδα TSH, φαίνεται να αποτελεί προσαρμοστική υποθαλαμική μεταβολή στο αυξημένο σωματικό βάρος, αφού συνοδεύεται από σχετικά αυξημένα επίπεδα περιφερικών ορμονών και δε συμμετέχει στο διαταραγμένο μεταβολικό προφίλ των παχύσαρκων ατόμων. O7 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ ΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΛΙΠΟΚΑΛΙΝΗΣ- ΟΡΟΥ Πανίδης Δ., Τζιόμαλος Κ., Κόιου Α., Κανδαράκη Α.Ε., Τσούρδη Ε., Δέλκος Δ., Κατσίκης Η., Παπαδάκης Ε., Κόιος Γ. Μονάδα Ενδοκρινολογίας και Ανθρώπινης Αναπαραγωγής, Β Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Εισαγωγή-Σκοπός: Το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) χαρακτηρίζεται από χρόνια ολιγο- ή ανωοθυλακιορρηξία, βιοχημική υπερανδρογοναιμία ή κλινικές εκδηλώσεις υπερανδρογοναιμίας και πολυκυστική μορφολογία των ωοθηκών στο υπερηχογράφημα. Η παχυσαρκία, συνήθως κεντρικού τύπου, αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό του συνδρόμου, καθώς παρατηρείται στο 0 70% των περιπτώσεων, και συνδέεται άμεσα με την αντίσταση των περιφερικών ιστών στη δράση της ινσουλίνης. Η λιποκαλίνη-, μια νέα αντιποκίνη που ανήκει στην υπεροικογένεια των λιποκαλινών, απομονώθηκε, για πρώτη φορά, από ανθρώπινα ουδετερόφιλα λευκά αιμοσφαίρια. Είναι γλυκοπρωτεΐνη, με μοριακό βάρος 5 kda, και συνδέεται ομοιοπολικά με μεταλοπρωτεϊνάσες. Η λιποκαλίνη- φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο στην ανάπτυξη αντίστασης στην ινσουλίνη και τα επίπεδά της είναι υψηλά στα παχύσαρκα άτομα. Εντούτοις, τα δεδομένα είναι πολύ περιορισμένα, όσον αφορά τα επίπεδα της λιποκαλίνης- σε ασθενείς με PCOS. Η παρούσα μελέτη σχεδιασθηκε με σκοπό την εκτίμηση των επιπέδων της λιποκαλίνης- στον ορό ασθενών με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών και μαρτύρων. Άτομα που μελετήθηκαν και μέθοδοι: Μελετήθηκαν 00 ασθενείς με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών (ομάδα I) και 50 υγιείς εθελόντριες (μάρτυρες) (ομάδα II). Οι ασθενείς με PCOS ταξινομήθηκαν, ανάλογα με τις τιμές του δείκτη μάζας σώματος (BMI), στην υπο-ομάδα Iα [φυσιολογικό BMI (, ±,8 kg/m ), n=00, ηλικία,4 ± 4,5 έτη] και στην υπο-ομάδα Iβ (BMI,9 ± 5,6 kg/m, n=00, ηλικία 5,7 ± 5,8 έτη). Επίσης, οι μάρτυρες κατατάχθηκαν, ανάλογα με τις τιμές του BMI, στην υπο-ομάδα IΙα [φυσιολογικό BMI (,9 ±,6 kg/m ), n=5, ηλικία, ± 4,5 έτη] και στην υπο-ομάδα IΙβ (BMI 8, ±,0 kg/m, n=5, ηλικία,9 ± 4,6 έτη). Αποτελέσματα: Η συγκεντρώσεις της λιποκαλίνης- στον ορό ήταν ελαφρώς υψηλότερες στις ασθενείς με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών σε σύγκριση με τις μάρτυρες (65,4 ± 4, ng/ml έναντι 60, ± 6,0 ng/ml, αντίστοιχα), διαφορά που δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Αντίθετα, οι συγκεντρώσεις της λιποκαλίνης- στον ορό βρέθηκαν σημαντικά υψηλότερες στις υπέρβαρες και παχύσαρκες ασθενείς με PCOS από εκείνες των φυσιολογικού βάρους ασθενών με το σύνδρομο (76, ± 7, ng/ml έναντι 54,5 ± 7, ng/ml, αντίστοιχα, p < 0,00). Ακόμη, οι συγκεντρώσεις της λιποκαλίνης- στον ορό ήταν σημαντικά υψηλότερες στις υπέρβαρες και παχύσαρκες μάρτυρες από ό,τι στις φυσιολογικού βάρους μάρτυρες (70, ± 4,9 ng/ml έναντι 50,5 ±,7 ng/ml, αντίστοιχα, p = 0,004). Στο σύνολο των ατόμων που μελετήθηκαν (ασθενείς με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών και μάρτυρες), οι συγκεντρώσεις της λιποκαλίνης- παρουσίαζαν ανεξάρτητη θετική συσχέτιση με τις τιμές του BMI (p < 0,00). Στις ασθενείς με PCOS, οι συγκεντρώσεις της λιποκαλίνης- εμφάνιζαν ανεξάρτητη θετική συσχέτιση με τις τιμές της μικρότερης περιμέτρου της μέσης (p<0,00). Συμπεράσματα: Η παχυσαρκία σχετίζεται με αυξημένες συγκεντρώσεις λιποκαλίνης- στον ορό. Αντίθετα, το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών δεν φαίνεται να επηρεάζει τα επίπεδα της αντιποκίνης αυτής. O8 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΒΑΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΜΕΤΦΟΡΜΙΝΗ ΣΤΙΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΑΣΠΙΝΗΣ ΟΡΟΥ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ Κόιου Α., Τζιόμαλος Κ., Δίνας Κ., Κατσίκης Η., Βοσνάκης Χ., Δέλκος Δ., Κανδαράκη Ε., Τσούρδη Ε., Κόιος Γ., Πανίδης Δ. Μονάδα Ενδοκρινολογίας και Ανθρώπινης Αναπαραγωγής, Β Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Εισαγωγή-Σκοπός: Σημαντικό ποσοστό ασθενών με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) παρουσιάζει αντίσταση στην ινσουλίνη, παχυσαρκία, συνήθως κεντρικού τύπου, και δυσανεξία στη γλυκόζη, παθολογικές καταστάσεις οι οποίες συνοδεύονται με διαταραχές της παραγωγής της βασπίνης. Η βασπίνη, μια νέα αντιποκίνη που απομονώθηκε από το σπλαγχνικό λίπος το 000, είναι πρωτεΐνη, μοριακού βάρους 45, kda, που κυκλοφορεί στον ορό και διατηρεί την ευαισθησία στην ινσουλίνη και την ανοχή στη γλυκόζη. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε με σκοπό την εκτίμηση των συγκεντρώσεων της βασπίνης ορού σε ασθενείς με PCOS, καθώς και την επίδραση της απώλειας βάρους και της χορήγησης μετφορμίνης στα

14 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 επίπεδα της αντιποκίνης αυτής. Άτομα που μελετήθηκαν και μέθοδοι: Μελετήθηκαν 79 ασθενείς με PCOS και 50 υγιείς εθελόντριες (μάρτυρες). Στις 5 ασθενείς με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών και φυσιολογικό δείκτη μάζας σώματος (BMI: < 5 kg/m ) χορηγήθηκε μετφορμίνη, σε δόση 850 mg, δύο φορές την ημέρα, για έξι μήνες. Οι 54 υπέρβαρες και παχύσαρκες ασθενείς με PCOS υποβλήθηκαν σε ολιγοθερμιδική δίαιτα (βασικός μεταβολικός ρυθμός 600 θερμίδες την ημέρα), άσκηση και χορήγηση ορλιστάτης, σε δόση 0 mg τρείς φορές την ημέρα (n = 7) ή σιμπουτραμίνης, σε δόση 0 mg μία φορά την ημέρα (n = 7), για έξι μήνες. Στην αρχή της μελέτης και στο τέλος του έκτου μήνα προσδιορίσθηκαν τα ανθρωπομετρικά, τα μεταβολικά, τα υπερηχογραφικά και τα ορμονικά χαρακτηριστικά, καθώς και οι συγκεντρώσεις της βασπίνης ορού στις ασθενείς με PCOS, ενώ στις μάρτυρες οι παραπάνω παράμετροι εκτιμήθηκαν μόνο μία φορά. Αποτελέσματα: Οι ασθενείς με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, ως σύνολο, παρουσίαζαν υψηλότερες συγκεντρώσεις βασπίνης ορού από εκείνες των γυναικών της ομάδας ελέγχου (p = 0,0). Οι φυσιολογικού βάρους ασθενείς με PCOS εμφάνιζαν υψηλότερα επίπεδα βασπίνης ορού από εκείνα των μαρτύρων (p = 0,04). Οι τιμές της βασπίνης ορού δεν διέφεραν σημαντικά ανάμεσα στις υπέρβαρες και παχύσαρκες ασθενείς με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών και στις υπέρβαρες και παχύσαρκες μάρτυρες. Στις φυσιολογικού βάρους ασθενείς με PCOS, η χορήγηση μετφορμίνης οδήγησε σε ελάττωση των συγκεντρώσεων της βασπίνης ορού, η οποία, όμως, δεν έφθανε σε στατιστικά σημαντικό επίπεδο. Στις υπέρβαρες και παχύσαρκες ασθενείς με το σύνδρομο, η δίαιτα, η άσκηση και η χορήγηση ορλιστάτης ή σιμπουτραμίνης, δεν επηρρέασε σημαντικά τα επίπεδα της βασπίνης ορού. Τα επίπεδα της βασπίνης ορού παρουσίαζαν σημαντική, ανεξάρτητη θετική, συσχέτιση με τις τιμές του BMI στις ασθενείς με PCOS (p= 0,00) και με τις τιμές της μικρότερης περιμέτρου της μέσης στις μάρτυρες (p= 0,05). Συμπεράσματα: Οι συγκεντρώσεις της βασπίνης ορού είναι αυξημένες στις ασθενείς με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών. Εντούτοις, ούτε η μικρή απώλεια βάρους, ούτε η χορήγηση μετφορμίνης για έξι μήνες, φαίνεται να επηρρεάζουν σημαντικά τα επίπεδα της αντιποκίνης αυτής στον ορό. O9 O ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΪΝΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΕΣΤΕΡΩΝ ΧΟΛΗΣΤΕΡΟΛΗΣ (CETP) ΣΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ ΤΩΝ HDL ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΝΙΚΟΤΙΝΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ ΣΕ ΔΙΑΒΗΤΙΚΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ Τζώτζας Θ., Καρράς Σ., Καλτσάς Θ., Τζιόμαλος Κ., Κελεπούρης Ζ., Παπαδοπούλου Φ., Lagrost L.*, Ευθυμίου Η. Κλινική Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη και Μεταβολισμού, Νοσοκομείο Παναγία, Θεσσαλονίκη * INSERM, UMR866, Dijon-France Η χορήγηση του νικοτινικού οξέος (ΝΙ) επιδρά ευνοϊκά στις λιπιδαιμικές παραμέτρους αυξάνοντας κυρίως τις HDL και ελαττώνοντας τα τριγλυκερίδια(τγλ) και τη LP(a) με συνέπεια τη μείωση του κινδύνου αθηρωμάτωσης. Η CETP μεταφέρει εστέρες χοληστερόλης από τις HDL προς τις VLDL και LDL ενώ αντίστροφα μεταφέρονται ΤΓΛ με αποτέλεσμα τη μείωση του μεγέθους και των επιπέδων των HDL.Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι το νικοτινικό οξύ αυξάνει τις ΗDL μέσω ελάττωσης της CETP (van der Hoorn et al,arterioscler Thromb Vasc Biol 008;8:06-),όμως δεν υπάρχουν αντίστοιχες μελέτες στον άνθρωπο. Σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνηθεί η επίδραση του συνδυασμού νικοτινικού/λαροπιπράντης (ΝΙ/ΛΑΡ) στη CETP και η τυχόν επίδραση της μεταβολής της στα επίπεδα και σύσταση των HDL σε ασθενείς με ΣΔτ και δυσλιπιδαιμία. Μέθοδοι: Τυχαιοποιήθηκαν 55 ασθενείς (7Γ, 8Α) με ΣΔτ (0 σε ινσουλίνη, 45 σε αντιδιαβ/κά δισκία) και δυσλιπιδαιμία (ΤΓΛ>50mg/dl και/ή HDL <50mg/dl (Γ), HDL<40 (A), οι οποίοι ελάμβαναν ήδη στατίνη. Αποκλείσθηκαν άτομα με νεφρική, ηπατική ανεπάρκεια και ηλικία >80 χρ. 8 ασθενείς (ηλ. 6±9,0 χρ.) έλαβαν ΝΙ/ΛΑΡ γρ/4ωρο και 7 (64±, χρ.) βιταμίνη Β6 50 mg/4ωρο για μήνες. Μετρήθηκαν: Ανθρωπομετρικοί δείκτες,βασικά λιπίδια ορού, σύσταση των HDL σε ελεύθερη(eλ.x-hdl), εστεροπ/μένη χολ/λη(eστ.χ-hdl), τριγλ/δια(tγλ-hdl) και φωσφολιπίδια(φ-hdl), CETP[μάζα(m) και δραστικότητα(act)],αποα, ΑποΒ, LP(a), γλυκόζη νηστείας, HbAc και δείκτης HOMA -στους μη ινσουλινορυθ/νους ασθενείς-. Αποτελέσματα: Ομάδα ΝΙ/ΛΑΡ (n=6) Πριν Μετά P ΧΟΛ(mg/dl) 6±9 58±46 NS ΤΓΛ 8±9 00,±, 0,04 LDL 99±,5 88±5, NS HDL 5±8 40±5 <0,00 Ελ.Χ-HDL ± ± 0,004 Eστ.X-ΗDL ±8 8±5 <0,00 TΓΛ-ΗDL 5± ±8 NS Φ-HDL 67±9 75±5 0,04 mcetp,46±,86,67±,54 NS actcetp 0,5±0,08 0,5±0,06 NS ApoA,8±0,7,4±0, <0,00 ApoB 0,99±0,6 0,7±0, <0,00 LP(a) 6,±0,97 0,8±, <0,09 HOMA IR 4,06±6,7,8±,60 ΝS HbAc(%) 7,8±,4 7,9±,5 NS Ομάδα Β6 (n = 5) Πριν Μετά P ΧΟΛ(mg/dl) 60±8 67±7 NS ΤΓΛ 95±78 0±9 NS LDL 84±6 87± NS HDL 7±9 40± NS Ελ.Χ-HDL ± ± 0,0 Eστ.X-ΗDL 4±8 8± 0,06 TΓΛ-ΗDL 0±9 7±4 NS Φ-HDL 68±4 69±4 NS mcetp,88±,59,94±,5 0,008 actcetp,56±, 0,97±0,46 NS ApoA,4±0,8,46±0, NS ApoB 0,99±0,4 0,89±0,0 NS LP(a) 5,6±46,5,6±4,9 NS HOMA IR,8±,60,6±,0 NS HbAc(%) 7,9±,9 7,5±,6 0,04 Σημαντικές διαφορές στις μεταβολές μεταξύ των ομάδων(- way repeated measures ANOVA)διαπιστώθηκαν για την HDL (p=0,08), τα ΤΓΛ (p=0,04),την Ελ.Χ-HDL(p=0,08),την Εστ.Χ- HDL(p=0.05) και τα ΤΓΛ-HDL(0,004). Ανεπιθύμητες ενέργειες: /8 ασθενείς (ΝΙ/ΛΑΡ) διέκοψαν τη θεραπεία λόγω έκδηλης υπεργλυκαιμίας και εξάψεων. Από τους υπόλοιπους της ομάδας ΝΙ/ΛΑΡ, εμφάνισαν κνησμό, εξάψεις, μέτρια αύξηση γλυκόζης και 4 άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες. Συμπεράσματα: Σε ασθενείς με ΣΔτ ο συνδυασμός νικοτινικού/λαροπριπάντης μείωσε σημαντικά τα ολικά τριγλ/ δια και αύξησε τις HDL,αυξάνοντας κυρίως το κλάσμα της ελεύθερης χοληστερόλης και μειώνοντας το κλάσμα των ΤΓΛ- HDL.Oι μεταβολές αυτές δεν φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα της επίδρασης του φαρμάκου στη CETP.Άλλοι μηχανισμοί όπως η αύξηση της παραγωγής της ΑποΑ μάλλον παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην προκαλούμενη αύξηση της HDL. O40 ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΑ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΥΠΟΦΥΣΗΣ ΣΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ DEXA-CRH ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΤΥΧΑΙΩΣ ΑΝΕΥΡΕΘΕΝΤΑ ΜΟΡΦΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΩΝ: ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ Τσατλίδης Β., Μαργέλου Ε., Ταμπούρλου Μ., Μαζαράκης Ν., Τζανέλα Μ., Πιαδίτης Γ., Τσαγκαράκης Σ. Τμήμα Ενδοκρινολογίας ΓΝΑ Πολυκλινική Αθηνών Τμήμα Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη & Μεταβολισμού ΓΝΑ Ευαγγελισμός, Τμήμα Ενδοκρινολογίας ΓΝΑ «Γ. Γεννηματάς» Τα τυχαίως ανευρισκόμενα μορφώματα των επινεφριδίων αποτελούν ιδιαίτερα συχνό πρόβλημα στη κλινική πράξη. Παρά το ότι στη πλειονότητα των περιπτώσεων τα μορφώματα αυτά είναι ετερόπλευρα, σε ποσοστό 9-7% είναι αμφοτερόπλευρα. Η πλειονότητα των τυχαίων μορφωμάτων είναι καλοήθη αδενώματα των επινεφριδίων με άγνωστη παθογένεια. Ειδικότερα, δεν έχει μελετηθεί επαρκώς το ενδεχόμενο να ενέχεται κάποιου βαθμού λειτουργική υποφυσιακή υπερέκκριση της ACTH. Δεδομένου ότι η δοκιμασία CRH μετά από μικρή αναστολή με δεξαμεθαζόνη (DEXA-CRH) αποτελεί διαγνωστικό δείκτη υπερέκκρισης ACTH από την υπόφυση, χρησιμοποιήσαμε την δοκιμασία αυτή για την διερεύνηση ασθενών με τυχαίους όγκους των επινεφριδίων και φυσιολογικούς εθελοντές. Μελετήθηκαν 97 ασθενείς, 5 με ετερόπλευρα (ηλικίας 50,9±,9 έτη, 0 γυναίκες, άνδρες), 46 (ηλικίας 6,4±, έτη, γυναίκες, 4 άνδρες,) με αμφοτερόπλευρα μορφώματα επινεφριδίων και 4 φυσιολογικοί μάρτυρες (ηλικίας 40,5±,6 έτη, 6 γυναίκες, 8 άνδρες) Ασθενείς και μάρτυρες υποβλήθηκαν σε δοκιμασία μικρής αναστολής με δεξαμεθαζόνη και το πρωί της τρίτης ημέρας υποβλήθηκαν σε δοκιμασία CRH. Στη δοκιμασία αυτή οι ασθενείς με αμφοτερόπλευρα ή ετερόπλευρα μορφώματα παρουσίασαν στατιστικά σημαντικά υψηλότερα επίπεδα ACTH από τους μάρτυρες (p<0,05). Οι ασθενείς ανάλογα με την μέγιστη (max) απάντηση της ACTΗ στη δοκιμασία DEXA- CRH διαχωρίστηκαν σε ομάδες: ομάδα Α με ACTHmax <0 pg/ml (n-48), ομάδα Β με ACTHmax 0-0 pg/ml (n=4) και ομάδα Γ με ACTHmax >0 pg/ml (n=5). Tο ποσοστό ασθενών με αμφοτερόπλευρα μορφώματα ήταν σημαντικά υψηλότερο στην ομάδα Γ από εκείνο στην ομάδα Α (66,6% vs 7,5%, P<0.05), ενώ αντίθετα το ποσοστό ασθενών με ετερόπλευρα μορφώματα ήταν σημαντικά χαμηλότερο στην ομάδα Γ από εκείνο στην ομάδα Α (.% vs 6.5%, P<0.05). Συμπερασματικά, ορισμένοι ασθενείς με μορφώματα επινεφριδίων εμφανίζουν παθολογική απάντηση της ACTH στη δοκιμασία DEXA-CRH. Το ποσοστό αυτό είναι σημαντικά υψηλότερο στους ασθενείς με αμφοτερόπλευρα μορφώματα και υποδηλώνει ενδεχόμενη συμμετοχή της ACTH στη παθογένεια των αδενωμάτων αυτών. O4 ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟΣ ΠΟΣΟΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ 7ΟΗ-ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗΣ, -ΔΕΟΞΥΚΟΡΤΙΖΟΛΗΣ, Δ4-ΑΝΔΡΟΣΤΕΝΕΔΙΟΝΗΣ, ΚΟΡΤΙΖΟΛΗΣ ΚΑΙ ΚΟΡΤΙΖΟΝΗΣ ΣΕ ΚΗΛΙΔΑ ΑΙΜΑΤΟΣ ΣΕ ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΑ ΜΕ ΥΓΡΗ ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ- ΦΑΣΜΑΤΟΜΕΤΡΙΑ ΜΑΖΑΣ (LC-MS/MS) Μαγνήσαλη Π., Χαλιώτη Μ. Β., Λιβαδάρα Θ., Ματαράγκας Μ., Παλιάτσιου Σ., Μαλαμίτση- Πούχνερ Α., Μουτσάτσου Π. Εργαστήριο Βιολογικής Χημείας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα Τμήμα Τροφίμων και Τεχνολογίας, Εργαστήριο Μικροβιολογίας Τροφίμων και Βιοτεχνολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα Τμήμα Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Μονάδα Νεογνών, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα Σκοπός: Η Συγγενής Υπερπλασία των Επινεφριδίων (ΣΥΕ) στα νεογνά είναι νόσος που οφείλεται κυρίως στην έλλειψη της -υδροξυλάσης (περίπου 90% των περιπτώσεων) και της βυδροξυλάσης (περίπου 5% των περιπτώσεων) με αποτέλεσμα την μείωση των επιπέδων των γλυκοκορτικοειδών η/και των αλατοκορτικοειδών και αύξηση της 7ΟΗπρογεστερόνης και των ανδρογόνων. Η έγκαιρη διάγνωση μειώνει τις ανεπιθύμητες επιπτώσεις και τη θνησιμότητα της νόσου. Οι ανοσοαναλύσεις οι οποίες προσδιορίζουν την 7ΟΗπρογεστερόνη (ως δείκτη για τη συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων) πάσχουν από έλλειψη ειδικότητας και δίνουν υψηλό αριθμό ψευδώς παθολογικών αποτελεσμάτων. Επιπλέον, τα νεογνά υπό συνθήκες στρες, τα ελλιποβαρή και τα πρόωρα νεογνά, αν και φυσιολογικά, παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα 7ΟΗπρογεστερόνης γεγονός που δημιουργεί προβλήματα στη διάγνωση της νόσου. Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν η ανάπτυξη και η αξιολόγηση μιας LC-MS/MS μεθοδολογίας (η οποία είναι μέθοδος αναφοράς για τα στεροειδή) για τον ταυτόχρονο ποσοτικό προσδιορισμό της 7ΟΗ-Προγεστερόνης (7ΟΗP), -δεοξυκορτιζόλης (S), Δ4- Ανδροστενεδιόνης (Δ4-Α), Κορτιζόλης (F) και κορτιζόνης (Ε) (προφίλ στεροειδών) σε κηλίδα αίματος στα νεογνά. Μέθοδος: Από ξηρά κηλίδα αίματος (5mm) εκλούθηκε αίμα με την χρήση υδατικού διαλύματος εμπλουτισμένου με δευτεριωμένα εσωτερικά πρότυπα d8-7ohp και d4- κορτιζόλη. Στην συνέχεια, τα στεροειδή που εκχυλίστηκαν από το αίμα υπέστησαν κατεργασία με διαιθυλαιθέρα σε στήλες Extrelut mini NT. Ακολούθησε εξάτμιση των εκχυλισμάτων και ποσοτικοποίηση με LC-MS/MS. Με την αναπτυχθείσα μέθοδο προσδιορίστηκαν τα όρια αναφοράς για όλα τα παραπάνω στεροειδή σε 50 νεογέννητα. Αποτελέσματα: Η μέθοδος που αναπτύχθηκε περιλαμβάνει απλό και γρήγορο στάδιο προκατεργασίας του δείγματος, είναι υψηλής ευαισθησίας (το όριο ανίχνευσης κυμαίνεται από ng/ml για όλα τα στεροειδή), είναι υψηλής ειδικότητας και ακρίβειας (σχετικό σφάλμα, -0.% - 0.%) καθώς και επαναληψιμότητας (inter-assay CV=7-5%, και intra-assay CV=.-5%). Η μέθοδος έχει καλή σχετική ανάκτηση για όλα τα στεροειδή (55-80%). Τα όρια αναφοράς που προσδιορίσαμε στα νεογέννητα συμφωνούν με αυτά που αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία, ενώ η μελέτη μας προσδιόρισε, για πρώτη φορά, τιμές κορτιζόνης σε κηλίδα αίματος σε νεογέννητα. Συμπεράσματα: Η μέθοδος είναι απλή, γρήγορη, υψηλής ακρίβειας, ευαισθησίας, ειδικότητας και επαναληψιμότητας, άρα κατάλληλη για εργαστηριακή ρουτίνα. Ο ταυτόχρονος προσδιορισμός της κορτιζόλης, Δ4-ανδροστενεδιόνης και 7ΟΗ προγεστερόνης δίνει τη δυνατότητα υπολογισμού του κλάσματος 7ΟΗ προγεστερόνη + Δ4-ανδροστενεδιόνη/κορτιζόλη με αποτέλεσμα να ελαττώνει σημαντικά τα ψευδώς παθολογικά 4 5

15 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 που οφείλονται σε φυσιολογικά νεογνά τα οποία είναι υπό συνθήκες στρες είτε είναι ελλιποβαρή νεογνά. Στις περιπτώσεις αυτές οι μεταβολές της 7ΟΗπρογεστερόνης συνοδεύονται με μεταβολές κορτιζόλης ενώ το κλάσμα παραμένει σε φυσιολογικά όρια. Ο προσδιορισμός του λόγου κορτιζόλη/κορτιζόνη σε κηλίδα αίματος παρέχει την δυνατότητα διερεύνησης του ρόλου αυτού του κλάσματος, τόσο στα νεογνά όσο και σε ενήλικες, σε ενδοκρινολογικές/μεταβολικές καθώς και νευροψυχικές διαταραχές όπου απαιτούνται πολλαπλές λήψεις αίματος για τον προσδιορισμό της κορτιζόλης και κορτιζόνης. O4 ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ ΜΕ ΔΕΞΑΜΕΘΑΖΟΝΗ (LDDST) ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΤΑΧΕΙΑΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ (OVERNIGHT DEXAMETHASONE SUPPRESSION TEST, ODST) ΣΤΗΝ ΕΚΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΛΔΟΣΤΕΡΟΝΗΣ Δάσου Αικ., Παππά Θ., Τσιαβός Β., Τσουνάς Π., Τσενικλίδη Ε., Πρεβόλη Α., Τσιάμα Β., Καφρίτσα Π., Παπαναστασίου Λ., Μάρκου Α., Ράγκου Δ., Πιαδίτης Γ. Τμήμα Ενδοκρινολογίας & Διαβητολογικό Κέντρο, Γ.Ν.Α. Γ.Γεννηματάς Σκοποί: Γενικώς, ως κύριο ερέθισμα της έκκρισης της αλδοστερόνης θεωρείται το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης- ΙΙ, ενώ ο ρόλος της ACTH έχει σχεδόν πλήρως αγνοηθεί. Σε πρόσφατες μελέτες μας δείξαμε ότι η χορήγηση δεξαμεθαζόνης με στόχο την καταστολή της ACTH κατά τη διάρκεια των δοκιμασιών φόρτισης με χλωριούχο νάτριο που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση του πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού (ΠΥ), αυξάνει εντυπωσιακά την ευαισθησία και τη διαγνωστική ακρίβεια των δοκιμασιών αυτών. Στην παρούσα μελέτη συγκρίνουμε την επίδραση της διήμερης κλασσικής καταστολής με δεξαμεθαζόνη (low dose dexamethasone suppression test, LDDST) με εκείνη της ταχείας καταστολής (overnight dexamethasone suppression test, ODST) στην έκκριση της αλδοστερόνης, έχοντας ως στόχο την απλούστευση των δοκιμασιών διάγνωσης του ΠΥ. Μέθοδοι: Μελετήθηκαν 60 άτομα με απόλυτα φυσιολογική αρτηριακή πίεση (ΣAΠ<5 mmhg, ΔAΠ<85 mmhg) σε πολλαπλές μετρήσεις και απόλυτα φυσιολογική μορφολογία επινεφριδίων στην αξονική τομογραφία. Όλα τα άτομα υπεβλήθησαν στις ακόλουθες δοκιμασίες: Α. ODST: mg συνήθως και mg στους παχύσαρκους (ΒΜΙ>7kg/m ) το βράδυ ώρες μετά το τελευταίο γεύμα (4.00), Β. LDDST: 0.5 mg Dex/6hX μέρες. Πριν και στο τέλος (8:00-8:0 πρωί) των δοκιμασιών καταστολής έγιναν αιμοληψίες για προσδιορισμό ACTH, κορτιζόλης (F), αλδοστερόνης (ALD), ενεργού ρενίνης (REN) και λόγου ALD/REN. Αποτελέσματα: Η χορήγηση δεξαμεθαζόνης είτε με την μορφή του LDDST είτε του ODST προκάλεσε σημαντική πτώση των πρωινών επιπέδων ALD χωρίς ταυτόχρονη σημαντική αλλαγή των επιπέδων REN ή του λόγου ALD/REN (Mean±SE: LDDST πριν και μετά ALD: 5±4. vs 7.8±6.06 pmol/l, p<0.004, REN:.97±.76 vs 6.68±.45 mu/l, p=0., ALD/ REN:.4±.8 vs 4.04±.4 pmol//l/mu/l, p=0.07, ODST: πριν και μετά ALD: 0.±5.45 vs 55.4±8.6 pmol/l, p<0.009, REN: 0.70±4.0 vs.89±5.04 mu/l, p=0.8, ALD/ REN:. vs.0±.7 pmol//l/mu/l, p=0.06). Τα επίπεδα της αλδοστερόνης μετά το LDDST δεν διέφεραν σημαντικά από εκείνα μετά το ODST (p=0.5). Τα επίπεδα της ACTH κατεστάλησαν πλήρως και στις δύο δοκιμασίες. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το ODST καταστέλλει εξίσου αποτελεσματικά τα πρωινά επίπεδα της αλδοστερόνης και μπορεί να αντικαταστήσει το LDDST, απλοποιώντας σημαντικά τις διαγνωστικές δοκιμασίες φόρτισης με χλωριούχο νάτριο που χρησιμοποιούνται για την διάγνωση του ΠΥ. O4 ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΛΔΟΣΤΕΡΟΝΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΣΤΗ ΣΥΝΗΘΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ ΚΑΙ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΞΟΝΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΩΝ Παππά Θ., Τσιαβός Β., Πρεβόλη Α., Τσενικλίδη Ε., Τσουνάς Π., Τσιάμα Β., Δάσου Αικ., Καφρίτσα Π., Παπαναστασίου Λ., Μάρκου Α., Ράγκου Δ., Πιαδίτης Γ. Τμήμα Ενδοκρινολογίας & Διαβητολογικό Κέντρο, Γ.Ν.Α. Γ. Γεννηματάς Σκοποί: Σε πρόσφατες μελέτες μας δείξαμε ότι η χορήγηση δεξαμεθαζόνης (LDDST) με στόχο την καταστολή της ACTH κατά την διάρκεια των δοκιμασιών φόρτισης με χλωριούχο νάτριο που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση του πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού (ΠΥ), αυξάνει εντυπωσιακά την ευαισθησία και τη διαγνωστική ακρίβεια των δοκιμασιών αυτών. Στην παρούσα εργασία μελετήθηκε η συχνότητα του ΠΥ σε ασθενείς με δύσκολα ρυθμιζόμενη αρτηριακή υπέρταση (ΑΥ) χρησιμοποιώντας την τροποποιημένη δοκιμασία ενδοφλέβιας έγχυσης χλωριούχου νατρίου. Μέθοδοι: Μελετήθηκαν 0 ασθενείς ηλικίας 5-75 ετών με δύσκολα ρυθμιζόμενη ΑΥ, υπό διπλή ή τριπλή αντι-υπερτασική αγωγή διαφόρων συνδυασμών, οι οποίοι είχαν αρνητική αξονική τομογραφία επινεφριδίων. Σε όλους τους ασθενείς η αντι-υπερτασική αγωγή που ελάμβαναν αντικατεστάθη με αναστολέα του ασβεστίου (nifedipine 0 mg) για τουλάχιστον εβδομάδες πριν την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο. Όλοι οι ασθενείς υπεβλήθησαν στις ακόλουθες δοκιμασίες: Α. Synacthen-Test: 50 μg, IV. Αιμοληψίες στους χρόνους 0, 0, 60 για κορτιζόλη (F) και αλδοστερόνη (ALD) Β. LDDST: 0.5 mg Dex/6hX μέρες και αμέσως μετά Γ. Δοκιμασία φόρτισης: L NaCl 0.9%, IV σε 4 ώρες. Έναρξη: πρωί. Πριν και μετά τις δοκιμασίες έγιναν αιμοληψίες για προσδιορισμό ACTH, F, ALD, ενεργού ρενίνης (REN) και λόγου ALD/REN. Τα φυσιολογικά όρια (cut-offs) για την ALD και τον λόγο ALD/REN μετά τη δοκιμασία φόρτισης για το εργαστήριό μας είναι: ALD: 7 pmol/l και ALD/REN: pmol/l/mu/l. Ασθενείς που έχουν ταυτόχρονα τιμές ALD και ALD/REN μετά την φόρτιση μεγαλύτερες των αναφερθέντων θεωρούνται ότι έχουν αυτονομία στην έκκριση της αλδοστερόνης. Υπεραπάντηση στο synachten θεωρούμε όταν οι μέγιστες τιμές είναι > 400 pmol/l ή η AUC (area under the curve) > Αποτελέσματα: Από τους 0 ασθενείς οι 9 (8.7%) εμφάνισαν αυτονομία στην έκκριση της αλδοστερόνης, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από αυτό της διεθνούς βιβλιογραφίας. Δώδεκα ασθενείς (9.9%) εμφάνισαν εξεσημασμένη απάντηση της αλδοστερόνης στο synachten χωρίς ταυτόχρονη αυτονομία στην έκκριση της αλδοστερόνης. Παρατηρήθηκε σημαντική συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων ALD μετά την φόρτιση με τη συστολική ΑΠ (r= +0.9, p<0.000), τη διαστολική ΑΠ (r= +0., p<0.0), το κάλιο ορού (r= -0.4, p<0.0004), το κάλιο ούρων 4ώρου (r= +0.9, p<0.000) και το λόγο κάλιο/νάτριο ούρων 4ώρου (r= +0.7, p<0.0). Παρόμοιες συσχετίσεις παρατηρήθηκαν επίσης χρησιμοποιώντας το λόγο ALD/REN μετά τη φόρτιση καθώς και τη μέγιστη απάντηση της ALD ή την AUC στο synachten test. Συμπεράσματα: Χρησιμοποιώντας την τροποποιημένη δοκιμασία φόρτισης, η συχνότητα εμφάνισης του πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού φαίνεται να είναι πολύ μεγαλύτερη από ό, τι πιστεύαμε μέχρι σήμερα σε ασθενείς με ανθεκτική υπέρταση και φυσιολογική μορφολογία επινεφριδίων. Επίσης, εκτός από την αυτονομία στην έκκριση, σημαντικό ρόλο στη γένεση της αρτηριακής υπέρτασης φαίνεται να έχει και η υπεραπάντηση της αλδοστερόνης στην ενδοφλέβια έγχυση ACTH, που αποτελεί μείζονα ορμόνη του stress, και πιθανώς αποτελεί μια νέα κλινική οντότητα. O44 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΗΣ ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΡΙΣΗ ΑΛΔΟΣΤΕΡΟΝΗΣ (ΑΕΑ) Ή ΜΕ ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΗ ΥΠΕΡΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΔΟΣΤΕΡΟΝΗΣ ΜΕΤΑ ΑΠΌ ΔΙΕΓΕΡΣΗ ΜΕ ACTH (ΥΑΑ) Τσουνάς Π., Δάσου Α., Τσιάμα Β., Παππά Θ., Τσιαβός Β., Πρεβόλη Α., Τσενικλίδη Ε., Καφρίτσα Π., Μάρκου Α., Παπαναστασίου Λ., Πιαδίτης Γ. Ενδοκρινολογική Κλινική & Τμήμα Διαβήτη, Γ.Ν.Α. Γ.Γεννηματάς Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να αναδείξει την καταλληλότητα της στοχευμένης αντιϋπερτασικής θεραπείας με ανταγωνιστές της αλδοστερόνης (σπιρονολακτόνη, επλερενόνη) ή ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης-ιι (ΑΤ-ΙΙ), σε ασθενείς με ΑΕΑ ή ΥΑΑ. Υλικό-Μεθοδολογία: Στο χρονικό διάστημα των τελευταίων 7 ετών μελετήθηκαν 99 ασθενείς ηλικίας 5-75 ετών, που εθεωρείτο ότι έπασχαν από ιδιοπαθή υπέρταση. Η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης (ΑΠ) έγινε τρις ημερησίως υπό την αγωγή που ελάμβαναν (Θεραπεία-). Ακολούθως, η αγωγή τους αντικαταστάθηκε με αναστολέα διαύλων ασβεστίου για εβδομάδες πριν τη συμμετοχή τους στη μελέτη. Οι ασθενείς υπεβλήθησαν στον ακόλουθο έλεγχο: ) Τροποποιημένη δοκιμασία φόρτισης, είτε με lt NaCl 0,9%, iv για 4h μετά από overnight καταστολή με mg Dexamethasone, είτε με p.os χορήγηση gr NaCl/4h και φλουοροϋδροκορτιζόνης 0,mgx4 για 4 ημέρες, καθώς και overnight mg Dexamethasone την τελευταία ημέρα. Αιμοληψίες ελήφθησαν πριν και μετά από κάθε δοκιμασία για προσδιορισμό των επιπέδων ACTH, αλδοστερόνης (ALD), ενεργού ρενίνης (REN) και κορτιζόλης (F), ) Synacthene test: (50 μg, iv) αιμοληψίες για REN, ALD και F. Ακολούθως χορηγήθηκε αντιϋπερτασική αγωγή με ανταγωνιστές της αλδοστερόνης ή ανταγωνιστές-ατ-ιι (Θεραπεία-) και συνεστήθη αυτοέλεγχος ΑΠ τρις ημερησίως για ένα μήνα. Σε 6 από τους ασθενείς με ΑΕΑ (Ομάδα Η) ετέθη Holter 4h καταγραφής της ΑΠ, αρχικά μετά από μηνιαία αγωγή με νιφεδιπίνη (CR0mgx/ημ), και στη συνέχεια μετά από μηνιαία αγωγή με σπιρονολακτόνη (00mgx/ημ). Αποτελέσματα: Από τους 99 ασθενείς, βρέθηκαν: Α) 44 με αδένωμα επινεφριδίου (Ομάδα Α), από τους οποίους με AEA (Ομάδα Α) και χωρίς αυτονομία αλλά με μεμονωμένη YAA (Ομάδα Α). Β) 55 χωρίς αδένωμα επινεφριδίου (Ομάδα Β), από τους οποίους 49 με AEA (Ομάδα Β) και 6 χωρίς αυτονομία αλλά με μεμονωμένη YAA (Ομάδα Β). Η επίδραση της στοχευμένης αντιϋπερτασικής αγωγής έχει ως ακολούθως: ΑΠ (mmhg): Θεραπεία- vs Θεραπεία-: mean±se: Ομάδα Α: Συστολική ΑΠ (ΣΑΠ): 5.9±.8 (Ρ<0.00) vs.0±. (P<0.00), Διαστολική ΑΠ (ΔΑΠ): 9.4±. (Ρ<0.00) vs 77.4±.0 (P<0.00). Ομάδα Α: ΣΑΠ: 5.±.9 vs.±.4 (Ρ<0.000), ΔΑΠ: 9.8±.4 vs 77.7±.0 (P<0.00), Ομάδα Α: ΣΑΠ: 57.±. vs 5.±. (P<0.000), ΔΑΠ: 90.±. vs 76.5±.9, (P<0.00), Ομάδα Β: ΣΑΠ: 47.±.7 (Ρ<0.000) vs.7±. (P<0.00), ΔΑΠ: 90.7±. (Ρ<0.00) vs 76.±.9 (Ρ<0.00) Ομάδα Β: ΣΑΠ: 57.±. vs 5.±. (P<0.000), ΔΑΠ: 90.±. vs 76.5±.9 (P<0.00), Ομάδα Β: ΣΑΠ: 70±6. vs 0.5±.0 (P<0.00), ΔΑΠ: 99.±.7 (Ρ<0.00) vs 76.8±.9 (P<0.00). Η χορήγηση σπιρονολακτόνης στην ομάδα Η μείωσε την ΑΠ (ΣΑΠ: 7.4±., ΔΑΠ: 76.0±.7) σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα που παρατηρήθηκαν υπό αγωγή με νιφεδιπίνη (ΣΑΠ: 7.±.6, ΔΑΠ: 80.5±.9) (Ρ<0.000). Συμπεράσματα: Από την παρούσα μελέτη προκύπτει ότι η χορήγηση στοχευμένης αντιϋπερτασικής αγωγής με σπιρονολακτόνη ή επλερενόνη ή με ανταγωνιστές-ατ-ιι υποδοχέων σε υπερτασικούς ασθενείς με ΑΕΑ αποκαθιστά πλήρως την αρτηριακή πίεση. Αυτό καταδεικνύει τη μεγάλη διαγνωστική ακρίβεια των τροποποιημένων δοκιμασιών διάγνωσης του πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού, όπως αυτές χρησιμοποιούνται στο τμήμα μας. O45 ΚΟΡΤΙΖΟΛΗ ΣΙΕΛΟΥ ΣΕ ΒΑΡΕΩΣ ΠΑΣΧΟΝΤΕΣ ΔΙΑΣΩΛΗΝΩΜΕΝΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ Βασιλειάδη Α. Δ., Μαύρου Ε., Τζανέλα Μ., Νικήτας Ν. 4, Θεοδωρακοπούλου Μ., Ορφανός Σ., Αρμαγανίδης Α., Δημοπούλου Ι., Τσαγκαράκης Σ. Ενδοκρινολογική Μονάδα, Β Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, ΠΓΝ «Αττικόν» Β Πανεπιστημιακή Κλινική Εντατικής Θεραπείας, ΠΓΝ «Αττικόν» Κλινική Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Διαβήτη, ΓΝΑ «Ο Ευαγγελισμός» 4 Θεραπευτική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα Εισαγωγή: Η κορτιζόλη σιέλου αποτελεί αξιόπιστο δείκτη της ελεύθερης κορτιζόλης και η μέτρησή της για την αξιολόγηση του υποθάλαμο-υποφυσιο-επινεφριδικού (ΥΥΕ) άξονα σε καταστάσεις που συνοδεύονται από σημαντικές μεταβολές των δεσμευτικών πρωτεινών του ορού ενδέχεται να υπερέχει της μέτρησης της ολικής κορτιζόλης. Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εκτίμηση της μέτρησης κορτιζόλης σιέλου σε βαρέως πάσχοντες διασωληνωμένους ασθενείς. Μέθοδοι: Τριάντα εννιά ασθενείς (5 άνδρες), με μέση ηλικία 65± έτη που διασωληνώθηκαν και νοσηλεύθηκαν στη ΜΕΘ πάσχοντες από διάφορα αίτια (6 ασθενείς με σήψη). Οι μέσες τιμές των δεικτών βαρύτητας APACHE II και SOFA ήταν 7±0 και 7±, αντίστοιχα. Η μέση τιμή αλβουμίνης ήταν.0±0.7 g/ dl. Εντός 48 ωρών από τη διασωλήνωση υποβλήθηκαν σε δοκιμασία Synacthen (50μg iv) με μέτρηση κορτιζόλης ορού και σιέλου πριν και 0 λεπτά μετά τη χορήγηση του Synacthen. Επίσης μετρήθηκαν οι βασικές πρωϊνές τιμές κορτιζόλης σιέλου σε 8 υγιείς εθελοντές. Αποτελέσματα: Οι ασθενείς είχαν σημαντικά ψηλότερες τιμές κορτιζόλης σιέλου συγκριτικά με τους υγιείς εθελοντές (.±0.80 μg/dl vs. 0.±0.80 μg/dl, p=0.00). Οι βασικές τιμές κορτιζόλης ορού πριν και μετά τη χορήγηση του Synacthen ήταν ±μg/dl και ± μg/dl αντίστοιχα (p<0.00). Επίσης μετά τη χορήγηση του Synacthen διαπιστώθηκε σημαντική αύξηση των τιμών κορτιζόλης σιέλου (βασικές τιμές:.±0.80 μg/dl, τιμές μετά τη διέγερση:.4±0.90 μg/dl, p=0.004). Υπήρχε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ των βασικών τιμών κορτιζόλης 6 7

16 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 ορού και σιέλου μόνο στους ασθενείς με τιμές αλβουμίνης >.5 g/dl (r=0.60, p=0.0). Αντίθετα δεν υπήρχε συσχέτιση αυτών των παραμέτρων σε ασθενείς με τιμές αλβουμίνης ορού <.5 g/dl. Οι τιμές κορτιζόλης ορού και σιέλου μετά από διέγερση με τη χορήγηση Synacthen δεν παρουσίασαν συσχέτιση σε καμιά από τις δύο ομάδες. Συμπεράσματα: Η μέτρηση της κορτιζόλης σιέλου είναι πρακτικά εύκολη σε διασωληνωμένους ασθενείς που νοσηλεύονται στη ΜΕΘ. Η κορτιζόλη σιέλου σε αυτούς τους ασθενείς είναι ψηλότερη συγκριτικά με υγιείς εθελοντές και παρουσιάζει σημαντική αύξηση μετά τη χορήγηση 50μg Synacthen. Η μέτρηση της κορτιζόλης σιέλου ενδέχεται να υπερέχει στην αξιολόγηση του ΥΥΕ άξονα σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς, ιδιαίτερα σε αυτούς με υποπρωτειναιμία. Η παρούσα μελέτη χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από επιχορήγηση της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας. O46 ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΕΚΤΟΜΗ: ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ Κέκης Β. Π.,, Μαρκογιαννάκης Χ., Λιπαράκη Μ., Ευαγγελιδάκης Ε., Δαράκη Β., Καλικάκης Γ., Παπαβασιλείου Ε., Μανουράς Α. Τμήμα Χειρουργικής Ενδοκρινών Αδένων, Α Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ιατρικό Κέντρο Αθηνών Ενδοκρινολογική Κλινική, Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου Σκοπός: Ανάλυση των αποτελεσμάτων των λαπαροσκοπικών επινεφριδιεκτομών στο τμήμα μας από 0/0/006 έως //00. Μέθοδος: Τα δεδομένα όλων των περιστατικών που υποβάλλονται σε λαπαροσκοπική επινεφριδιεκτομή καταγράφονται προοπτικά σε βάση δεδομένων. Αποτελέσματα: Διενεργήθηκαν 86 λαπαροσκοπικές επινεφριδιεκτομές σε 85 ασθενείς (μέση ηλικία: 5,±,7 έτη γυναίκες: 58,8%). Τα μέσα προεγχειρητικά ASA score και BMI ήταν,4±, και 7,8±,6 αντίστοιχα. Είκοσι έξι περιστατικά (0,6%) είχαν προηγούμενη ανοιχτή χειρουργική επέμβαση κοιλίας. Ένας ασθενής (,%) υπεβλήθη σε αμφοτερόπλευρη λαπαροσκοπική επινεφριδιεκτομή λόγω ανθεκτικής νόσου Cushing, 44 (5,8%) σε δεξιά και 40 (47%) αριστερή επινεφριδιεκτομή. Με βάση την πλήρη κλινικοεργαστηριακή, ενδοκρινολογική, απεικονιστική και παθολογοανατομική εξέταση η τελική διάγνωση στις 84 ετερόπλευρες επινεφριδιεκτομές ήταν: μη λειτουργικό αδένωμα σε (7,4%), σύνδρομο Cushing 8 (,4%), σύνδρομο Conn 6 (9%), φαιοχρωμοκύττωμα (4,%), μονήρης μετάσταση 8 (9,5%) και σπανιότερες ιστολογικές οντότητες σε 7 (8,4%) ασθενείς. Η μέση διάμετρος του όγκου ήταν 5,±0,5 cm (εύρος:,7-0,0 cm). Αναλυτικότερα, 50 ασθενείς (58,8%) είχαν διάμετρο όγκου 5,0 cm, 8 (,%) 5,-7,0 cm και 7 (0%) είχαν όγκο >7,0 cm. Ο μέσος εγχειρητικός χρόνος ήταν 75,7±5, min. Μετεγχειρητικά, ο χρόνος επανασίτισης ήταν 7,7± ώρες ενώ το VAS score πόνου (κλίμακα: 0-0) στην ηρεμία και στην κίνηση ήταν αντίστοιχα,8±0,4 και 4,7±0,. Μετατροπή σε ανοιχτή επινεφριδιεκτομή χρειάστηκε σε δύο περιπτώσεις (,%), ένα φαιοχρωμοκύττωμα 4,5 cm λόγω διήθησης της νεφρικής αρτηρίας και ένα όγκο 7,5 cm που διηθούσε τους πέριξ ιστούς. Μία ασθενής με φαιοχρωμοκύττωμα παρουσίασε αιμοδυναμική αστάθεια διεγχειρητικά ενώ μετεγχειρητικά ένας ασθενής παρουσίασε ουρολοίμωξη και ένας αιμάτωμα σε μία από τις τομές. Στο μικρό χρονικό διάστημα follow-up (-60 μήνες) ένας ασθενής με σύνδρομο Conn παρουσίασε υποτροπή. Ο μέσος χρόνος νοσηλείας ήταν,±0, ημέρες. Συμπεράσματα: Η λαπαροσκοπική επινεφριδιεκτομή είναι ασφαλής και αποτελεσματική. Απαραίτητη προϋπόθεση για ικανοποιητικά περιεγχειρητικά αλλά και απώτερα μετεγχειρητικά αποτελέσματα αποτελεί η άριστη συνεργασία ενδοκρινολόγων, ακτινολόγων, χειρουργών με εμπειρία και εξειδίκευση στη λαπαροσκοπική ενδοκρινική χειρουργική, αναισθησιολόγων και παθολογοανατόμων. O47 ΛΑΠΑΡΟΣΚΟΠΙΚΗ ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΕΚΤΟΜΗ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΟΓΚΟΥΣ ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΚΟΙΛΙΑΣ Κέκης Β. Π.,, Μαρκογιαννάκης Χ., Μαλαχτάρη Σ., Γκόλατς Ά.- Μ. 4, Στάμου Κ. 4, Παπαβασιλείου Ε. 4, Ζωγράφος Κ. Γ., Μανουράς Α. Τμήμα Χειρουργικής Ενδοκρινών Αδένων, Α Προπαιδευτική Χειρουργική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ιατρικό Κέντρο Αθηνών Ενδοκρινολογικό Τμήμα, Ιπποκράτειο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών 4 Ενδοκρινολογική Κλινική, Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου Σκοπός: Ανάλυση των περιεγχειρητικών αποτελεσμάτων των λαπαροσκοπικών επινεφριδιεκτομών σε ασθενείς με μεγάλους όγκους επινεφριδίων και προηγούμενες ανοιχτές χειρουργικές επεμβάσεις κοιλίας. Μέθοδος: Προοπτική μελέτη όλων των ασθενών που υποβλήθηκαν σε λαπαροσκοπική επινεφριδιεκτομή στο τμήμα μας την 5ετία Διενεργήθηκε σύγκριση των ασθενών με όγκο επινεφριδίου 7 cm σε σχέση με αυτούς με διάμετρο <7 cm και, επιπλέον, των ασθενών με ιστορικό μίας ή περισσότερων ανοιχτών επεμβάσεων κοιλίας σε σχέση με εκείνους που δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη κοιλιακή επέμβαση. Οι παράμετροι που αξιολογήθηκαν στις συγκρίσεις αυτές ήταν: ηλικία, φύλο, BMI, ASA score, συνυπάρχοντα νοσήματα, δεξιά/αριστερή εντόπιση επινεφριδιακού όγκου, συμπτώματα, τελική διάγνωση, εγχειρητικός χρόνος, χρόνος αναισθησίας, χρόνος επανασίτισης, VAS score πόνου στην ηρεμία και στην κίνηση, μετατροπή σε ανοιχτή επέμβαση, επιπλοκές και χρόνος νοσηλείας. Αποτελέσματα: Διενεργήθηκαν 86 λαπαροσκοπικές επινεφριδιεκτομές σε 85 ασθενείς (μέση ηλικία: 5,±,7 έτη γυναίκες: 58,8%). Ένας ασθενής (,%) υπεβλήθη σε αμφοτερόπλευρη λαπαροσκοπική επινεφριδιεκτομή λόγω ανθεκτικής νόσου Cushing, 44 (5,8%) σε δεξιά και 40 (47%) αριστερή επινεφριδιεκτομή. Με βάση την πλήρη κλινικοεργαστηριακή, ενδοκρινολογική, απεικονιστική και παθολογοανατομική εξέταση η τελική διάγνωση στις 84 ετερόπλευρες επινεφριδιεκτομές ήταν: μη λειτουργικό αδένωμα σε (7,4%), σύνδρομο Cushing 8 (,4%), σύνδρομο Conn 6 (9%), φαιοχρωμοκύττωμα (4,%), μονήρης μετάσταση 8 (9,5%) και σπανιότερες ιστολογικές οντότητες σε 7 (8,4%) ασθενείς. Μετατροπή σε ανοιχτή επινεφριδιεκτομή χρειάστηκε σε περιπτώσεις (,%), ένα φαιοχρωμοκύττωμα 4,5 cm λόγω διήθησης της νεφρικής αρτηρίας και ένα όγκο 7,5 cm που διηθούσε τους πέριξ ιστούς ενώ ασθενείς (,5%) παρουσίασαν επιπλοκή. Η μέση διάμετρος του όγκου ήταν 5,±0,5 cm (εύρος:,7-0,0 cm). Είκοσι τέσσερις ασθενείς (8,%) είχαν όγκο 7 cm (ομάδα Α) ενώ οι υπόλοιποι 6 (7,8%) είχαν διάμετρο <7 cm (ομάδα Β). Η σύγκριση μεταξύ των ομάδων Α και Β ανέδειξε ότι οι άνδρες ήταν περισσότεροι στην ομάδα Α (66,7% vs.,%, p=0,0) και ότι ο εγχειρητικός χρόνος (94,±7,6 vs. 68,5±5, min, p=0,0) και ο χρόνος αναισθησίας (6,±,8 vs. 89,±7, min, p=0,0) ήταν μεγαλύτεροι στην ομάδα Α. Είκοσι έξι περιστατικά (0,6%) είχαν προηγούμενη ανοιχτή επέμβαση κοιλίας (ομάδα Γ) ενώ 59 (69,4%) δεν είχαν καμία επέμβαση (ομάδα Δ). Η σύγκριση της ομάδας Γ και Δ ανέδειξε ότι οι αριστερές επινεφριδιεκτομές ήταν συχνότερες στην ομάδα Γ (69,% vs. 7,, p=0,00) και ότι ο εγχειρητικός χρόνος (9,±5,7 vs. 70±4, min, p=0,04), ο χρόνος αναισθησίας (0,6±9, vs. 94,±8,4 min, p=0,0) και ο χρόνος νοσηλείας (±0, vs. ±0, ημέρες, p=0,0) ήταν παρατεταμένοι στην ομάδα Γ. Συμπεράσματα: Η λαπαροσκοπική επινεφριδιεκτομή είναι ασφαλής και αποτελεσματική, ακόμη και σε ασθενείς με μεγάλους όγκους επινεφριδίων και προηγούμενες ανοιχτές χειρουργικές επεμβάσεις κοιλίας. O48 Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ STRESS ΣΤΗΝ ΕΚΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΛΔΟΣΤΕΡΟΝΗΣ ΣΤΗΝ ΙΔΙΟΠΑΘΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ Μάρκου Α., Παππά Θ., Ανδρουλάκης I.Ι., Γουλή Α., Ράγκου Δ., Ζαχαρούλης Α., Κονδύλη Γ., Πιαδίτης Γ. Τμήμα Ενδοκρινολογίας & Κέντρο Διαβήτη, Γ.Ν.Α Γ. Γεννηματάς Καρδιολογική Κλινική, Γ.Ν.Α Γ. Γεννηματάς Σκοποί: Διερεύνηση του βαθμού έκκρισης της αλδοστερόνης σε ασθενείς με ιδιοπαθή αρτηριακή υπέρταση και σε μάρτυρες μετά από: ) ενδοφλέβια έγχυση ACTH (synachten test) ) δοκιμασία κόπωσης. Μέθοδοι: Μελετήθηκαν 5 ασθενείς με αρτηριακή υπέρταση (πρωτοεμφανισθείσα ή θεραπευόμενη) και 66 μάρτυρες (ΑΠ<40/90mmHg), ηλικίας ετών. Στους υπερτασικούς έγινε αλλαγή της αγωγής τους σε νιφεδιπίνη (adalat CR 60-0 mg/ημ) ένα μήνα πριν την έναρξη των δοκιμασιών. Οι δύο ομάδες υποβλήθηκαν σε ) κλινική εξέταση, βασικό βιοχημικό και ορμονολογικό έλεγχο (ACTH, κορτιζόλη, αλδοστερόνη, ρενίνη), συλλογή ούρων 4ώρου για Na και K, αξονική τομογραφία επινεφριδίων, ) δοκιμασία φόρτισης προς αποκλεισμό περιπτώσεων αυτονομίας στην αλδοστερόνη (Χορήγηση Tabl Flοrinef 0./6h και NaCl 0 mmol/4h για 4 μέρες και Dexamethasone mg πριν τη βραδινή κατάκλιση της 4 ης μέρας της χορήγησης του Flοrinef) και προσδιορισμός των επιπέδων ACTH, κορτιζόλης, αλδοστερόνης, ρενίνης το πρωί της επομένης, ) ενδοφλέβια χορήγηση 0.0 μg synachten (η ελάχιστη δόση που μπορεί να προκαλέσει διέγερση του επινεφριδίου για παραγωγή αλδοστερόνης) και μέτρηση των επιπέδων κορτιζόλης, αλδοστερόνης, ρενίνης στους χρόνους 0, 5, 0 λεπτά, 4) δοκιμασία κόπωσης κατά Bruce, με στόχο την επίτευξη του 80% της μέγιστης προβλεπόμενης καρδιακής συχνότητας με βάση την ηλικία του ασθενούς, με σκοπό να αναπαραχθούν καθημερινές συνθήκες ήπιου σωματικού stress και μέτρηση των επιπέδων ACTH, κορτιζόλης, αλδοστερόνης, ρενίνης στους χρόνους 0, μέγιστη άσκηση, 5 λεπτά μετά. Αποτελέσματα: Οι υπερτασικοί είχαν στατιστικώς σημαντικά μεγαλύτερα: δείκτη μάζας σώματος (p=0.0), περίμετρο μέσης (p=0.004), γλυκόζη νηστείας (p=0.0), βασικά επίπεδα αλδοστερόνης (p=0.00), πηλίκου αλδοστερόνη/ρενίνη (p=0.08), και Κ ούρων 4ώρου (p=0.09). Οι μάρτυρες είχαν φυσιολογική αξονική επινεφριδίων. Από τους 5 υπερτασικούς οι (5%) είχαν ένα τουλάχιστον αδένωμα στα επινεφρίδια, ενώ οι 5 (%) εμφάνιζαν αυτονομία στην αλδοστερόνη. Από αυτούς οι 5 είχαν αδένωμα επινεφριδίων. Συγκρίνοντας τους μάρτυρες με τους 6 υπερτασικούς (χωρίς αυτονομία) βρέθηκαν τα ακόλουθα: ) Στη δοκιμασία synachten οι δύο ομάδες δεν διέφεραν μεταξύ τους ως προς τα επίπεδα κορτιζόλης και ρενίνης, αλλά οι υπερτασικοί είχαν στατιστικά υψηλότερα επίπεδα αλδοστερόνης (p=0.009, p=0.00, p=0.00) και πηλίκου αλδοστερόνη/ρενίνη (p=0.00, p=0.004, p=0.00) και στους τρεις χρόνους αντίστοιχα,. ) Στη δοκιμασία κόπωσης οι δύο ομάδες δεν διέφεραν μεταξύ τους ως προς τα επίπεδα ACTH, κορτιζόλης και ρενίνης, αλλά οι υπερτασικοί είχαν στατιστικά υψηλότερα επίπεδα αλδοστερόνης (p<0.00, p<0.00, p<0.00) και πηλίκου αλδοστερόνη/ρενίνη (p<0.00, p=0.00, p=0.00) και στους τρεις χρόνους αντίστοιχα. Συμπεράσματα: Οι υπερτασικοί παρουσιάζουν στατιστικώς σημαντική αύξηση στην έκκριση της αλδοστερόνης και στις δύο δοκιμασίες, η οποία είναι ανεξάρτητη της ρενίνης. Οι υπερτασικοί παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία του επινεφριδίου ως προς την έκκριση της αλδοστερόνης κάτω από την επίδραση του stress (ACTH και ήπια σωματική άσκηση) σε σχέση με τους μάρτυρες. Φαίνεται ότι ορισμένα άτομα παρουσιάζουν μια εκλεκτική υπεραπάντηση της ACTH-εξαρτώμενης αλδοστερόνης σε καθημερινές καταστάσεις stress, πιθανώς λόγω αυξημένης ευαισθησίας των επινεφριδίων τους, η οποία θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να συσχετιστεί αιτιολογικά με την αρτηριακή υπέρταση. Ο49 ΠΑΙΔΟΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΑ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ FGF ΣΤΗΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΦΩΣΦΟΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΑΥΞΗΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ Ευθυμιάδου Α., Κρητικού Δ., Μανταγός Στ., Χρύσης Δ. Ενδοκρινολογική Μονάδα Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Πατρών Σκοπός: Ο FGF- είναι μείζων ρυθμιστής της ομοιοστασίας του φωσφόρου προωθώντας την απέκκρισή του με αποτέλεσμα την μείωση του φωσφόρου αίματος. Σε αντίθεση, η θεραπεία με αυξητική ορμόνη (GH) αυξάνει την επαναρρόφηση του φωσφόρου με αποτέλεσμα την αύξηση του φώσφορου αίματος αλλά οι υποκείμενοι μηχανισμοί δεν είναι διευκρινισμένοι. Ο σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνήσουμε εάν η προκαλούμενη αύξηση του φωσφόρου αίματος από την GH οδηγεί σε καταστολή των επιπέδων του FGF και ως εκ τούτου αύξηση του φωσφόρου στον ορό αίματος. Μέθοδοι: Μελετήσαμε παιδιά με ανεπάρκεια GH ( κορίτσια και 0 αγόρια), ηλικίας 8.9 ετών, πριν την έναρξη και μήνες υπό θεραπεία με GH (0.0mg/kg/day). Πριν την έναρξη της θεραπείας και μήνες υπό θεραπεία με GH μετρήθηκαν ο φώσφορος, το ασβέστιο, ο IGF-I, η,5(oh) βιταμίνη D ορού, η νεφρική σωληναριακή επαναρρόφηση φωσφόρου (TmPO4) και ο FG πλάσματος. Μετρήσαμε το καρβοξυλικό άκρο (C-terminal) του FGF με ELISA. Αποτελέσματα: Ο φώσφορος ορού και το TmPO4 αυξήθηκαν σημαντικά με την GH (4.99 ± 0.5 vs 4.65 ± 0.4mg/dl, p<0.00 και 5.48 ± 0.9 vs 4.87 ± 0.8, p<0.0, αντίστοιχα), όπως επίσης και ο IGF-I (04 ± 8 vs ± 59ng/ml, p<0.000), ενώ η,5(oh) βιταμίνη D δεν μεταβλήθηκε (7 ± 7 vs 6 ± 8 9

17 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8pmol/L, p>0.05). Η θεραπεία με GH αύξησε σημαντικά τα επίπεδα πλάσματος του FGF C terminal (56 ± 6 vs 48 ± RU/ ml p<0.0). Τα επίπεδα του FGF ήταν θετικώς συσχετιζόμενα με το TmPO4 και αρνητικώς συσχετιζόμενα με τα επίπεδα της,5(oh) βιταμίνης D (p<0.0 και p<0.05, αντίστοιχα). Τα επίπεδα του IGF-I ήταν θετικώς συσχετιζόμενα με τηα επίπεδα της,5(oh) βιταμίνης D (p<0.05). Συμπέρασμα: Η θεραπεία με GH αυξάνει τον φώσφορο ορού αυξάνοντας την νεφρική σωληναριακή του επαναρρόφηση. Αυτή η δράση της GH δεν ασκείται μέσω καταστολής της φωσφατουρικής πρωτεΐνης FGF. Αντιθέτως παρατηρήσαμε ότι η θεραπεία με GH προκαλεί την αύξηση του FGF πλάσματος. Πιθανά, αυτή η αύξηση των επιπέδων του FGF αντανακλά έναν αντισταθμιστικό μηχανισμό λόγω της αύξησης του φωσφόρου ορού από την θεραπεία με GH. Ο50 ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΡΔΙΟ-ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΕ ΠΑΧΥΣΑΡΚΟΥΣ & ΥΠΕΡΒΑΡΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ Ανυφαντάκης Κ., Τσίτσικα Ά., Γαρούφη Α., Καραβανάκη Κ., Παντικίδη Ε., Γεωργοκώστα Χ.Α., Πέτρου Β., Παπαθανασίου Α. Μονάδα Εφηβικής Υγείας, Β Παιδιατρική Κλινική, Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Π. & Α. Κυριακού», Αθήνα Ενδοκρινολογικό Τμήμα Νοσοκομείου Παίδων «Π. & Α. Κυριακού», Αθήνα Β Παιδιατρική Κλινική, Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Π. & Α. Κυριακού», Αθήνα Εισαγωγή: Η παχυσαρκία και το υπέρβαρο στην εφηβική ηλικία έχει λάβει στις μέρες μας επιδημικές διαστάσεις. Η αυξητική τάση για παχυσαρκία των ελλήνων μαθητών σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες έχει τεκμηριωθεί από πολλές μελέτες. Η συνύπαρξη άλλων παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο έχει ιδιαίτερη σημασία σε νεαρές ηλικίες ώστε να ληφθούν προληπτικά και θεραπευτικά μέτρα. Σκοπός: Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να συγκριθεί η συχνότητα εμφάνισης αρτηριακής υπέρτασης, διαταραχής του μεταβολισμού των υδατανθράκων, δυσλιπιδαιμίας και υπερουριχαιμίας μεταξύ παχύσαρκων και υπέρβαρων εφήβων. Υλικό-Μέθοδος: Στη μελέτη συμμετείχαν 7 έφηβοι (89 παχύσαρκοι και 8 υπέρβαροι,65 κορίτσια και 6 αγόρια) μέσης ηλικίας 4± ετών (από έως 0 ετών). Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από τον κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε κατά την έναρξη της παρακολούθησης στο ιατρείο παχυσαρκίας. Η παχυσαρκία και το υπέρβαρο ορίστηκαν με βάση τις διεθνείς οριακές τιμές για το Δείκτη Μάζας Σώματος (ΤJ. Cole & συν.). Καταγράφηκαν σωματομετρικά στοιχεία (ύψος, βάρος) AΠ και μετρήθηκαν μετά ωρη νηστεία γλυκόζη, ινσουλίνη, λιπίδια, ουρικό οξύ και υπολογίσθηκε το HOMA-IR. Αποτελέσματα: Αυξημένη τιμή της αρτηριακής πίεσης βρέθηκε σε,7% των παχύσαρκων και σε 5,% των υπέρβαρων εφήβων (p=0,00) με τη ΣΑΠ >95 ης ε.θ. σε 5,5% &,7% των παχύσαρκων και υπέρβαρων εφήβων, αντίστοιχα (p=0,008) και τη ΔΑΠ>95 ης ε.θ. σε 0,0% & 4,5% των παχύσαρκων και υπέρβαρων εφήβων, αντίστοιχα (p<0,00). Αυξημένη τιμή γλυκόζης νηστείας (>00mg/dl) βρέθηκε στο 0,9% των παχύσαρκων και 8,4% των υπέρβαρων εφήβων (p=0,474). To ποσοστό των εφήβων με ινσουλινοαντίσταση (HOMA-IR >,6) είναι στατιστικά σημαντικά υψηλότερο μεταξύ των παχύσαρκων (6,%) σε σχέση με τους υπέρβαρους εφήβους (,6%, p=0,00). Όσον αφορά στο λιπιδαιμικό προφίλ των εφήβων, βρέθηκε ότι το 0,6% των παχύσαρκων και το,% των υπέρβαρων εφήβων είχε ολική χοληστερόλη >00 mg/dl (p=0,64), το,% των παχύσαρκων και το,4% των υπέρβαρων είχε LDL χοληστερόλη>0 mg/dl (p=0,70), 7% των παχύσαρκων και % των υπέρβαρων εφήβων είχε χαμηλή HDL χοληστερόλη (p=0,) και,6% των παχύσαρκων και 5,% των υπέρβαρων εφήβων είχε τριγλυκερίδια>50 mg/dl (p=0,05). Αυξημένη τιμή ουρικού οξέος (>6 mg/dl) βρέθηκε στο 6,% και το,0% παχύσαρκων και υπέρβαρων εφήβων, αντίστοιχα (p=0,009). Συμπέρασμα: Η συχνότητα εμφάνισης αρκετών καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου είναι στατιστικά σημαντικά υψηλότερη μεταξύ των παχύσαρκων εφήβων σε σχέση με τους υπέρβαρους αναδεικνύοντας την ανάγκη για πρώιμη παρέμβαση. Ο5 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΣΜΩΝ XbaI ΚΑΙ PvuII ΤΟΥ ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΙΚΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ α (ERα) ΣΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΗΒΗΣ Καραπάνου Ο., Παπαδοπούλου Α., Μαστοράκος Γ., Φρετζάγιας Α., Νικολαϊδου- Καρπαθίου Π., Παπαδημητρίου Α. Γ Παιδιατρική Κλινική ΠΓΝΑ «Αττικόν» Μονάδα Ενδοκρινολογίας Διαβήτη και Μεταβολισμού ΠΓΝΑ Αρεταίειο Σκοπός: Η επίπτωση των πολυμορφισμών XbaI και PvuII του ERα σε κορίτσια με ιδιοπαθή πρώϊμη ήβη (ΙΠΗ). Ασθενείς και μέθοδοι: Μελετήθηκαν 4 κορίτσια με πρώιμη ήβη και 50 νεαρές γυναίκες με φυσιολογική ηλικία έναρξης της ήβης (μάρτυρες). Στον πληθυσμό της μελέτης η ήβη σταδιοποιήθηκε κατά Tanner, μετρήθηκε το ύψος και το βάρος κατά τη διάγνωση, ενώ σωματομετρικά στοιχεία από τη γέννηση μέχρι τη διάγνωση καταγράφηκαν από το βιβλιάριο υγείας του παιδιού. Ο εργαστηριακός έλεγχος των κοριτσιών με ΙΠΗ περιλάμβανε LH, FSH, E, δοκιμασία διέγερσης με GnRH, υπερηχογράφημα μήτρας-ωοθηκών, και MRI υποθαλάμουυποφύσεως. Οι μάρτυρες ερωτήθηκαν για την ηλικία εμμηναρχής. Από τα κορίτσια με ΙΠΗ και τις μάρτυρες ελήφθη δείγμα περιφερικού αίματος για απομόνωση DNA, PCR και πέψη με περιοριστικά ένζυμα για ανίχνευση των πολυμορφισμών XbaI και PvuII του ERα Αποτελέσματα: Η μέση ηλικία (SD) προσέλευσης των κοριτσιών με ΙΠH ήταν 8.0 (.) χρ. και η οστική ηλικία 9.6 (.) χρ. Η μέση ηλικία έναρξης της ήβης ήταν 7.6 (0.9) χρ. Όλα τα κορίτσια είχαν αρνητική MRI υποθαλάμου-υπόφυσης, σε ποσοστό 80,5% είχαν εφηβική απάντηση της LH στη δοκιμασία διέγερσης με GnRH, σε ποσοστό 8,9% είχαν υπερηχογραφικά ευρήματα συμβατά με έναρξη ήβης και σε ποσοστό 80% παρουσίαζαν ιδιοσυστατική επιτάχυνση της αύξησης. Δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά ως προς τους πολυμορφισμούς XbaI και PvuII του ERa ανάμεσα στα κορίτσια με ΙΠΗ και τις μάρτυρες. Τα κορίτσια με ΙΠΗ που ήταν ομοζυγώτες για τον πολυμορφισμό XbaI παρουσίαζαν σημαντικά νωρίτερη έναρξη ήβης, x:6.5 (.07) σε σχέση με τα κορίτσια που ήταν ετεροζυγώτες, x:7.5 (0.74) ή δεν είχαν τον πολυμορφισμό XbaI, x:7.7 (0.78), (p= 0.05). H ήβη άρχιζε νωρίτερα στα κορίτσια που ήταν ομόζυγα και για τους δύο πολυμορφισμούς, 5.49 (0.95) συγκριτικά με αυτά με κανένα πολυμορφισμό 7.6 (0.7), (p= 0.00), γεγονός που υποδηλώνει συνεργική δράση των δύο πολυμορφισμών. Στις μάρτυρες η ηλικία εμμηναρχής, μέση τιμή (SD).5 (0.8), δεν επηρεαζόταν σημαντικά ούτε από την παρουσία του πολυμορφισμού XbaI (p=0.8), ούτε από την παρουσία του πολυμορφισμού PvuII (p=0.97). Συμπεράσματα: Οι πολυμορφισμοί XbaI και PvuII του ΕRα δεν σχετίζονται με την ανάπτυξη ΙΠΗ στα κορίτσια. Ωστόσο η παρουσία ομοζυγωτίας (xx) για τον πολυμορφισμό XbaI και σε μικρότερο βαθμό για τον PvuII (pp), οδηγεί σε έναρξη ήβης σε σημαντικά μικρότερη ηλικία από τα κορίτσια που είναι ετερόζυγα ή δεν φέρουν τον πολυμορφισμό. Πιθανώς οι πολυμορφισμοί του ERα εμπλέκονται στη νωρίτερη έναρξη της ήβης επειδή αυξάνουν την οιστρογονο-εξαρτώμενη έκφραση του kiss και συνεπώς ευοδώνουν τη μετάδοση του σήματος kisspeptin-grp54-gnrh. H μη ενωρίτερη ήβη στις μάρτυρες με τους πολυμορφισμούς αυτούς πιθανώς εξηγείται μέσω της ιδιοσυστασιακής επιτάχυνσης της αύξησης που παρουσιάζουν τα κορίτσια με πρώιμη ήβη, και τα οποία έχουν αυξημένα επίπεδα IGF- σε αντίθεση με τα κορίτσια με φυσιολογική ηλικία έναρξης της ήβης τα οποία έχουν φυσιολογικά επίπεδα IGF-. O IGF- προάγει τη μορφολογική διαφοροποίηση των υποθαλαμικών νευρώνων μέσω σύνδεσής του με ERα. Επιπλέον ο IGF- διεγείρει την έκφραση του kiss. Πιθανολογούμε ότι οι πολυμορφισμοί του ERα, σε έδαφος αυξημένου IGF-, ευοδώνουν την ενεργοποίηση του συστήματος kisspeptin-grp54-gnrh ενωρίτερα από ότι στα κορίτσια που δεν φέρουν τους πολυμορφισμούς αυτούς. Ο5 ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΦΗΒΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΗΛΙΚΗ ΖΩΗ Βλαχοπαπαδοπούλου Α.Ε., Καραχάλιου Ε.Φ., Σουλτάτου Π., Μιχάλακος Σ. Τμήμα Αύξησης και Ανάπτυξης, Γενικό Νοσοκομείο Παίδων Π.& Α. Κυριακού Σκοπός: Κύριος σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της συσχέτισης της παιδικής παχυσαρκίας σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες. Το κεντρικό ερευνητικό ερώτημα διατυπώνεται επιγραμματικά ως εξής: «είναι τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα παιδιά, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι έφηβοι ή ενήλικες;» Μέθοδοι: Πρόκειται για αναδρομική μελέτη παρακολούθησης καταγεγραμμένων περιπτώσεων παιδικής παχυσαρκίας που ελέγχθηκαν σε παιδοενδοκρινολογικό τμήμα ΕΣΥ κατά την χρονική περίοδο Επιλέχθηκε δείγμα περιπτώσεων με γεωγραφικό κριτήριο επιλογής την Αττική (n=4, M=09, F=5), οι γονείς των οποίων κλήθηκαν το τελευταίο μηνο του 00 να συμμετάσχουν στην παρούσα έρευνα μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων, με χρήση ημιδομημένου ερωτηματολογίου. Το ερωτηματολόγιο περιέλαβε κοινωνικοδημογραφικά στοιχεία, τον τρέχοντα Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), παράγοντες αύξησης ή μείωσης βάρους και δείκτες αξιολόγησης υπηρεσιών υγείας. Καθώς πρόκειται για έρευνα υπό εξέλιξη, από το σύνολο του τρέχοντος δείγματος (n=4), οι συμμετέχοντες ανέρχονται στους 89, απορρίπτονται 4 λόγω μεταβολής στοιχείων επικοινωνίας, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, και περιπτώσεις αποκλείστηκαν λόγω ηλικιακού εύρους (<6 χρ.). Το ποσοστό ανταπόκρισης ανέρχεται στο 96,6%. Η ανάλυση των ευρημάτων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση περιγραφικής στατιστικής. Αποτελέσματα: Στο συγκεκριμένο πληθυσμιακό δείγμα, η κατανομή του φύλου εμφανίζεται σχεδόν ισότιμη ανάμεσα στα αγόρια (46,5%) και τα κορίτσια (5,4%), ενώ σχετική ισοκατανομή του φύλου εμφανίζεται ανάμεσα σε άνδρες (46,7%) και γυναίκες (5,%) συμμετέχοντες. Ειδικότερα, το σύνολο του πληθυσμού στην παιδική ηλικία εμφάνιζε αυξημένο ΔΜΣ, ενώ στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή, ανεξαρτήτως φύλου, το ποσοστό των υπέρβαρων ατόμων ανέρχεται στο,6%, των παχύσαρκων στο 4,7% και των ατόμων με φυσιολογικό βάρος στο 47,%. Αναλυτικότερα, η παχυσαρκία στην εφηβεία και ενήλικη ζωή αφορά στο 7,9% γυναικών και στο 6,9% των ανδρών. Το ποσοστό των υπέρβαρων γυναικών αντιστοιχεί στο,5% και των υπέρβαρων ανδρών 0,%, ενώ φυσιολογικό ΔΜΣ εμφανίζει το 9,% των γυναικών και 8% των ανδρών. Συνολικά επομένως το 5,8% του δείγματος εφήβων και νεαρών ενηλίκων παραμένουν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Συμπεράσματα: Με βάση το επιλεγμένο δείγμα πληθυσμού παχύσαρκων παιδιών, το οποίο απευθύνθηκε κατά το παρελθόν σε ειδικευμένο κέντρο για αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας, συμπεραίνουμε ότι περισσότεροι από τους μισούς του συγκεκριμένου πληθυσμού στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή παρουσιάζει ΔΜΣ άνω των φυσιολογικών ορίων. Επιπλέον συμπεραίνεται ότι οι νεαροί άνδρες και έφηβοι εμφανίζουν παχυσαρκία σε μεγαλύτερο ποσοστό από την αντίστοιχη ηλικιακή ομάδα των γυναικών. Αντίθετα, οι γυναίκες εμφανίζονται κατά μεγαλύτερο ποσοστό υπέρβαρες από τους άνδρες συνομιλήκους τους. Τέλος, αναγνωρίζεται ότι ο περιορισμένος χαρακτήρας του τρέχοντος δείγματος και η απουσία ομάδας ελέγχου από το γενικό πληθυσμό, δεν επιτρέπει την αξιολόγηση του κατά πόσον η συμβουλευτική παχύσαρκων παιδιών κατά την παιδική ηλικία μειώνει το ποσοστό παχύσαρκων εφήβων και ενηλίκων. Ο5 Μελέτη των επίπεδων της YKL-40 και συσχέτισή τους με παραμέτρους του Μεταβολικού Συνδρόμου σε παιδιά φυσιολογικής σύλληψης και παιδιά από εξωσωματική μικρογονιμοποίηση Γκουρογιάννη Α., Μαργέλη Α., Κώνστα Μ., Κωστέρια Ι., Λουτραδής Δ., Μαστοράκος Γ. 4, Παπασωτηρίου Ι., Κανακά-Gantenbein Χρ., Χρούσος Π. Γ. Α Παιδιατρική Kλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Βιοχημικό Τμήμα, ΓΝΠΑ «Η Αγία Σοφία», Μονάδα Εξωσωματικής Γονιμοποίησης, Α Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών 4 Μονάδα Ενδοκρινολογίας, Β Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα Σήμερα, ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών γεννιέται χάρη στις μεθόδους της υποβοηθουμένης αναπαραγωγής, είτε με την κλασσική μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης (IVF) είτε με τη μέθοδο της μικορογονιμοποίησης (ICSI= Intracytoplasmic Sperm Injection). Υπολογίζεται ότι με % των παιδιών γεννιούνται πλέον με την μέθοδο της μικρογονιμοποίησης. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει αντικρουόμενα αποτελέσματα όσον αφορά το μεταβολικό προφίλ των παιδιών που γεννιούνται από υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Η ομάδα μας παρατήρησε σε προηγούμενη έρευνα IVF παιδιών ηλικίας 4-4 ετών έναντι μαρτύρων φυσιολογικής σύλληψης (Φ.Σ.) υψηλότερα επίπεδα συστολικής αρτηριακής πίεσης (ΣΑΠ) και τριγλυκεριδίων, ενώ σε πρόσφατη μελέτη μας παρατηρήσαμε χαμηλότερα επίπεδα ΣΑΠ σε ICSI παιδιά.έναντι των μαρτύρων και απουσία διαφοράς στο βιοχημικό τους προφίλ. 0

18 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 Η YKL-40, ή ανθρώπινη γλυκοπρωτεΐνη του χόνδρου 9 ή CHIL είναι μια γλυκοπρωτεΐνη 40-kDa, που αποτελεί ένα νέο δείκτη οξείας ή/και χρόνιας φλεγμονής. Κύριες πηγές της κυκλοφορούσας YKL-40 είναι τα μακροφάγα και τα ουδετερόφιλα, ενώ παράγεται επίσης από κύτταρα του αρθρικού υμένα και χονδροκύτταρα στην ρευματοειδή αρθρίτιδα και την οστεοαρθρίτιδα, καθώς και από διάφορους τύπους καρκινικών κυττάρων. Η παραγωγή της YKL-40 όπως και της CRP ενεργοποιείται από τις προφλεγμονώδεις κυτοκίνες, αλλά σε αντίθεση με την CRP, η YKL-40 δεν εκκρίνεται από τα ηπατοκύτταρα. Υψηλά επίπεδα YKL-40 έχουν παρατηρηθεί σε διάφορες φλεγμονώδεις καταστάσεις καθώς και σε ορισμένους τύπους καρκίνου. Πρόσφατα διατυπώθηκε ότι η YKL-40 μπορεί να εμπλέκεται στην χαμηλού βαθμού φλεγμονή και την αθηροσκλήρυνση και να σχετίζεται με την ινσουλινοαντίσταση και τον Σακχαρώδη Διαβήτη. Σκοπός: Σκοπός της έρευνας είναι η μελέτη των επιπέδων της YKL-40 και η συσχέτισή τους με τις παραμέτρους του Μεταβολικού Συνδρόμου (ΜΣ) σε 84 προέφηβα παιδιά, 4 παιδιά από ICSI και 4 παιδιά από Φ.Σ., αντίστοιχης ηλικίας και φύλου (μέση ηλικία 6.8±.0 έτη). Μέθοδοι: Εκτός από τις ανθρωπομετρικές παραμέτρους (ύψος, βάρος, BMI z-score, αρτηριακή πίεση, WHR κτλ) και τις βιοχημικές εξετάσεις (γλυκόζη νηστείας, ινσουλίνη νηστείας, λιπίδια, HOMA, hs-crp, hs-il-6 κτλ) μετρήθηκαν και τα επίπεδα της YKL-40 με μια ανοσοενζυματική μέθοδο. Αποτελέσματα: Από την μελέτη προκύπτει οτι: Α) τα επίπεδα της YKL-40 ήταν σημαντικά χαμηλότερα στα ICSI παιδιά σε σχέση με τους μάρτυρες (5.0±8.8 έναντι 7.5±5.4 ng/ml, αντίστοιχα, p<0.00, Β) στους μάρτυρες, η YKL-40 συσχετιζόταν θετικά με: την HDL-C, την Lp(a) και το BMI z-score (p<0.0, p<0.00 και p<0.0, αντίστοιχα, ενώ Γ) στα ICSI παιδιά συσχετιζόταν θετικά με την ΣΑΠ (p<0.0). Συμπεράσματα: Τα παιδιά της ICSI παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα YKL-40 και hs-crp έναντι των μαρτύρων, καθώς και χαμηλότερα επίπεδα ΣΑΠ, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη μελέτη. Τα χαμηλότερα επίπεδα YKL-40 στα ICSI παιδιά βρίσκονται σε συμφωνία με το εύρημα ενός ευνοϊκότερου μεταβολικού προφίλ στα παιδιά αυτά τουλάχιστον πριν την εφηβεία. Με την οικονομική υποστήριξη της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας. Ο54 Μελέτη των ΠΑΡΑΜΕΤΡΩΝ του Μεταβολικού Συνδρόμου σε παιδιά φυσιολογικής σύλληψης και παιδιά από εξωσωματική μικρογονιμοποίηση Κωστέρια Ι., Γκουρογιάννη Α., Μαργέλη Α., Κώνστα Μ., Λουτραδής Δ., Μαστοράκος Γ. 4, Παπασωτηρίου Ι., Κανακά-Gantenbein Χρ., Χρούσος Π. Γ. Α Παιδιατρική Kλινική Πανεπιστημίου Αθηνών Βιοχημικό Τμήμα, ΓΝΠΑ «Η Αγία Σοφία» Μονάδα Εξωσωματικής Γονιμοποίησης, Α Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών 4 Μονάδα Ενδοκρινολογίας, Β Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα Σήμερα, ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών γεννιέται χάρη στις μεθόδους της υποβοηθουμένης αναπαραγωγής, είτε με την κλασσική μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης (IVF) είτε με τη μέθοδο της μικορογονιμοποίησης (ICSI= Intracytoplasmic Sperm Injection). Υπολογίζεται ότι με % των παιδιών στις μέρες μας γεννιούνται με την μέθοδο της μικρογονιμοποίησης. Η όλη διαδικασία είναι στρεσογόνος για το ζευγάρι καθώς οι κυήσεις αυτές είναι πολύτιμες, πολύ συχνά πολύδυμες, με αυξημένη πιθανότητα γέννησης νεογνών μικρών για την ηλικία κύησης. Είναι επίσης γνωστό ότι το ενδομήτριο στρες μπορεί να επηρεάσει μακροχρόνια το μεταβολικό προφίλ του εμβρύου. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει αντικρουόμενα αποτελέσματα όσον αφορά το μεταβολικό προφίλ των παιδιών που γεννιούνται από μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και τόσο ευνοϊκότερο όσο και δυσμενέστερο μεταβολικό προφίλ έχει περιγραφεί στα παιδιά αυτά. Η ομάδα μας παρατήρησε σε προηγούμενη έρευνα παιδιών ηλικίας 4-4 ετών που γεννήθηκαν από κλασσική IVF έναντι μαρτύρων που προήλθαν από φυσιολογική σύλληψη (Φ.Σ.) υψηλότερα επίπεδα συστολικής αρτηριακής πίεσης (ΣΑΠ) και τριγλυκεριδίων στην ομάδα IVF. Σκοπός: Σκοπός της έρευνας αυτής είναι η μελέτη των επιπέδων των παραμέτρων του Μεταβολικού Συνδρόμου (ΜΣ) σε 84 προέφηβα παιδιά, 4 παιδιά από ICSI και 4 παιδιά από Φ.Σ.. (μάρτυρες), αντίστοιχης ηλικίας και φύλου (μέση ηλικία 6.8±.0 έτη). Μέθοδοι: Καταγράφηκαν οι ανθρωπομετρικές παράμετροι (ύψος, βάρος, BMI z-score, αρτηριακή πίεση, WHR κτλ) και προσδιορίστηκαν βιοχημικές εξετάσεις (γλυκόζη νηστείας, ινσουλίνη νηστείας, λιπίδια, hs-crp) και υπολογίστηκε ο δείκτης ινσουλινοαντίστασης HOMA. Αποτελέσματα: Από την μελέτη προκύπτει οτι: α) Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές σε ό,τι αφορά το βάρος-sds, το ύψος- SDS ούτε το ΒΜΙ- SDS μεταξύ της ομάδας ICSI και των μαρτύρων. β) τα ICSI παιδιά είχαν σημαντικά χαμηλότερη ΣΑΠ σε σχέση με τους μάρτυρες (p<0.0), γ) Δεν υπήρχαν διαφορές στα επίπεδα λιπιδίων ούτε μεταβολισμού γλυκόζης, ούτε δείκτη ΗΟΜΑ μεταξύ της ομάδας ICSI και των μαρτύρων, δ) τα ICSI παιδιά είχαν σημαντικά χαμηλότερη hs-crp σε σχέση με τους μάρτυρες (p<0.0), Συμπεράσματα: Τα παιδιά της ICSI ηλικίας 6.8±.0 ετών που μελετήθηκαν στην έρευνα αυτή δεν έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν ΜΣ σε σχέση με τα παιδιά Φ.Σ.. Αντίθετα παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα ΣΑΠ και hs- CRP έναντι των μαρτύρων, υποδηλώνοντας ένα ευνοϊκότερο μεταβολικό προφίλ. Τα αντικρουόμενα αυτά αποτελέσματα έναντι του δυσμενέστερου μεταβολικού προφίλ των παιδιών ηλικίας 4-4 ετών που γεννήθηκαν από κλασσική IVF που παρατηρήσαμε σε προηγούμενη μελέτη πιθανόν να οφείλεται στο γεγονός ότι στην ομάδα IVF υπήρχαν και εφηβικά παιδιά και όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, υπάρχει μία επιβάρυνση στο μεταβολικό προφίλ κατά την μετάβαση από την παιδική στην εφηβική ηλικία. Μόνο η μακροχρόνια παρακολούθηση του μεταβολικού προφίλ των ICSI παιδιών καθώς μεταβαίνουν στην εφηβεία θα μπορέσει να διαλευκάνει το ερώτημα κατά πόσο τα ICSI παιδιά πραγματικά έχουν ευνοϊκότερο προφίλ ή είναι θέμα χρόνου να αναπτύξουν μεταβολικές διαταραχές Με την οικονομική υποστήριξη της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας. Ο55 Προδιαβήτης: σήμα κινδύνου σε παιδιά και εφήβους με υπερβάλλον σωματικό βάρος Κοτανίδου Π.Ε., Γραμματικοπούλου Γ.Μ., Παυλίτου-Τσιόντση Α., Κοραντζής Ι. 4, Γαλλή-Τσινοπούλου Α. Δ Παιδιατρική Κλινική Α.Π.Θ., Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη Τμήμα Διατροφής και Διαιτολογίας, Αλεξάνδρειο ΤΕΙ Θεσσαλονίκης Εργαστήριο Ανοσολογίας και Ιστοσυμβατότητας, Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη 4 Αιματολογικό Εργαστήριο, Εργαστήριο Πηκτικού Μηχανισμού, Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη Σκοπός: Σκοπός της μελέτης ήταν ο υπολογισμός της συχνότητας του προδιαβήτη σε δείγμα παιδιών και εφήβων της Βόρειας Ελλάδας με υπερβάλλον σωματικό βάρος. Ασθενείς-μέθοδοι: Σε 98 παιδιά/εφήβους (4-6 ετών) με υπερβάλλον σωματικό βάρος, μελετήθηκε ο μεταβολισμός της γλυκόζης με από του στόματος καμπύλη φόρτισης γλυκόζης (.75gr/ KgΒΣ, Max 75gr). Μετρήθηκαν τα επίπεδα λιπιδίων [χοληστερόλη, τριγλυκερίδια, HDL, ApoA, ApoB, Lp(a)] και προθρομβωτικών παραγόντων (vοn Willebrand, PAI-, ινωδογόνο) και συσχετίσθηκαν με την παρουσία του προδιαβήτη. Ως προδιαβήτης ορίζεται: η μεμονωμένη διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη (Impaired Glucose Tolerance-IGT) ή η μεμονωμένη υπεργλυκαιμία νηστείας (Impaired Fasting Glucose-IFG), ή ο συνδυασμός τους. Αποτελέσματα: Προδιαβήτης διαπιστώθηκε στο 69.4% (9 παιδιά/9 έφηβοι) του δείγματος ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχοντες είχαν φυσιολογικό μεταβολισμό γλυκόζης. Συγκεκριμένα /98 ( παιδιά/ έφηβοι) συμμετέχοντες (.5%) εμφάνισαν υπεργλυκαιμία νηστείας, 9.4% είχε παθολογική τιμή γλυκόζης ώρες μετά τη φόρτιση (7 παιδιά/ έφηβοι) ενώ στο 6.5% (0 παιδιά/6 έφηβοι) συνυπήρχαν και τα δύο. Υπερχοληστερολαιμία (p=0.0) και αυξημένη ApoΒ (p=0.0) ήταν συχνότερες στην ομάδα με προδιαβήτη. Η παρουσία του προδιαβήτη τριπλασιάζει τις πιθανότητες ύπαρξης υπερχοληστερολαιμίας και τις πιθανότητες ύπαρξης αυξημένης ApoB, λαμβάνοντας υπόψη το φύλο, το στάδιο ενήβωσης και το δείκτη μάζας σώματος. Σύμφωνα με την ανάλυση απλών αντιστοιχιών η παρουσία προδιαβήτη συνδέεται με το άρρεν φύλο, την προεφηβεία, την ύπαρξη υπερχοληστερολαιμίας και τα υψηλά επίπεδα των ApoB, vw, PAI- και ινωδογόνου. Συμπέρασμα: Ο προδιαβήτης συνυπάρχει με το υπερβάλλον σωματικό βάρος ήδη από την παιδική και την εφηβική ηλικία και αποτελεί σήμα κινδύνου αλλά και ευκαιρία για αλλαγή τρόπου ζωής. Ο56 ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΟΡΦΙΣΜΟΥ FOK Ι ΤΟΥ ΓΟΝΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D (VDR) ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΙΔΙΟΠΑΘΕΣ ΚΟΝΤΟ ΑΝΑΣΤΗΜΑ Εμμανουηλίδου Ε., Γαλλή-Τσινοπούλου Α., Γκμπάντι Ε., Γούλας Α. Δ Παιδιατρική Κλινική Α.Π.Θ., Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, Θεσσαλονίκη Α Εργαστήριο Φαρμακολογίας, Ιατρική Σχολή Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη Σκοπός: Η αναζήτηση πιθανής σχέσης ανάμεσα στο γονίδιο του υποδοχέα της βιταμίνης D- (Vitamin D Receptor-VDR) και το ιδιοπαθές κοντό ανάστημα (ΙΚΑ). Πραγματοποιήθηκε συγκριτική μελέτη ανάμεσα σε ομάδα παιδιών με ΙΚΑ και παιδιών με φυσιολογικό ανάστημα (ομάδα ελέγχου), ως προς την κατανομή των αλληλομόρφων του πολυμορφισμού FokI του γονιδίου του VDR. Πρόκειται για ένα λειτουργικό SNP πολυμορφισμό, ο οποίος εντοπίζεται στο εξώνιο του γονιδίου του VDR και καθορίζεται από την ενδονουκλεάση περιορισμού FokI. Το αλληλόμορφο F κωδικοποιεί μια πιο μικρή σε μέγεθος και μεταγραφικά δραστικότερη πρωτεΐνη VDR συγκριτικά με το αλληλόμορφο f. Προηγούμενες μελέτες σε άλλους πληθυσμούς έχουν συνδέσει την αυξημένη έκφραση του αλληλομόρφου F με το ΙΚΑ. Μέθοδοι: Στην έρευνα συμμετείχαν 9 παιδιά ελληνικής καταγωγής, ηλικίας 4 έως 6 ετών. Τα 9 παιδιά παρουσίαζαν ΙΚΑ και τα 5 παιδιά είχαν φυσιολογικό ανάστημα (ομάδα ελέγχου). Στην ομάδα ΙΚΑ συμπεριελήφθησαν άτομα με οικογενές ή μη οικογενές ΙΚΑ καθώς και άτομα με Ιδιοπαθή Καθυστέρηση Αύξησης και Εφηβείας (ΙΚΑΕ). Στην ομάδα ελέγχου συμπεριλήφθησαν υγιή παιδιά της ίδιας ηλικίας, με εύρος ύψους - < SD < + από το μέσο όρο (50 η ΕΘ) του ύψους που αντιστοιχεί στην ηλικία, το φύλο και τον πληθυσμό στον οποίο ανήκουν. Οι κατανομές ηλικίας και φύλου ήταν παρόμοιες στις δύο ομάδες. Μετά την απομόνωση του DNA, ενισχύθηκε το τμήμα του γονιδίου του VDR το οποίο αντιστοιχεί στον πολυμορφισμό FokΙ, με τη μέθοδο της Αλυσιδωτής Αντίδρασης Πολυμεράσης (Polymerase Chain Reaction PCR). Τα προϊόντα της PCR επωάστηκαν με την ενδονουκλεάση περιορισμού FokΙ και τα προϊόντα της αντίδρασης διαχωρίστηκαν με ηλεκτροφόρηση σε πηκτή αγαρόζης. Αποτελέσματα: Παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ομάδα ελέγχου (FF:9,6%, Ff:45,%, ff:5,%) και την ομάδα ΙΚΑ (FF:5,%, Ff:48,7%, ff:0%) ως προς τις συχνότητες των γονοτύπων του πολυμορφισμού FokΙ (p=0,06). Οι συχνότητες τόσο των αλληλομόρφων, όσο και των γονοτύπων της ομάδας ελέγχου συμφωνούν με τη διεθνή βιβλιογραφία για τη λευκή φυλή. Η ομάδα ΙΚΑ, χαρακτηρίζεται από στατιστικά σημαντικά συχνότερη παρουσία φορέων του F αλληλομόρφου σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (p= 0,09). Δεν παρατηρήθηκε καμία συσχέτιση ανάμεσα στο γονότυπο του πολυμορφισμού FokΙ και τα επίπεδα ασβεστίου, φωσφόρου, μαγνησίου και αλκαλικής φωσφατάσης στην ομάδα IKA. Συμπεράσματα: Τα αποτελέσματά μας σε ελληνικό πληθυσμό συμφωνούν με προηγούμενες μελέτες σε άλλες εθνοτικές ομάδες και ενισχύουν την πρόταση ότι ο πολυμορφισμός FokΙ συσχετίζεται με το ΙΚΑ μέσω της αυξημένης έκφρασης του γονιδίου του VDR. Ο57 Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΙΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΑΥΞΗΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΑΥΞΗΤΙΚΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ Xατζηψάλτη M., Φώτης Λ., Βαζαίου Α., Παπαδοπούλου Α., Σταμογιάννου Λ. Α Παιδιατρική Κλινική Νοσοκομείο Παίδων Π&Α Κυριακού, Αθήνα Τα παιδιά με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης με αυξητική ορμόνη παρουσιάζουν ευρύ φάσμα κλινικής ανταπόκρισης. Ο σκοπός αυτής της πιλοτικής μελέτης είναι να εκτιμήσει την επίδραση της πρόσληψης θρεπτικών συστατικών στην ανάπτυξη των παιδιών με έλλειψη αυξητικής ορμόνης που λαμβάνουν θεραπεία υποκατάστασης. Μελετήθηκαν 5 παιδιά με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης (μέση ηλικία (SD).85 (.65) χρόνια, 5 αγόρια, μέσος Δείκτη

19 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) z-score (SD) 0,6 (.06) που ελάμβαναν θεραπεία με αυξητική ορμόνη (4 microg/kg ημερησίως) με μέση διάρκεια,9 χρόνια (εύρος 0, 6,9). Πραγματοποιήθηκε καταγραφή της δίαιτας για 5 ημέρες από τους γονείς και τα παιδιά μετά από οδηγίες. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έγινε με το λογισμικό της Science Technology Diet 00a Advanced Edition. Καταγράφηκαν το βάρος και το ύψος σε χρόνο πριν από την έναρξη θεραπείας με αυξητική, ένα χρόνο μετά και κατά το χρόνο της εξέτασης. Υπολογίστηκαν ο ΔΜΣ, το z-score του ΔΜΣ, ο ρυθμός αύξησης και το score της σταθεράς απόκλισης αυτού HVSDS. Πολύ καλή ανταπόκριση στη χορήγηση αυξητικής θεωρήθηκε ότι υπήρχε εάν ο ρυθμός αύξησης τον ο χρόνο μετά την έναρξη της θεραπείας ήταν > 50ης ΕΘ, ενώ μέτρια/πτωχή ανταπόκριση όταν ο ρυθμός αύξησης ήταν < 50ης ΕΘ. Δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων ως προς την ηλικία, τη διάρκεια θεραπείας με αυξητική ορμόνη ή το στάδιο ενήβωσης. Συγκρίθηκε η πρόσληψη μακρο- και μικροσυστατικών μεταξύ των δύο ομάδων καθώς και το λιπιδαιμικό προφίλ. Δεκαεννέα ασθενείς (μέση (SD) ηλικία.7 (.8) χρόνια, 5 προεφηβικά παιδιά, αγόρια) παρουσίασαν καλή ανταπόκριση στη θεραπεία με αυξητική (διάμεση τιμή (εύρος) HVSDS. (0,-0.0). Έξι ασθενείς ( μέση τιμή (SD) ηλικίας. χρόνια (.6), 4 προεφηβικά παιδιά, 0 αγόρια) είχαν μέτρια/πτωχή ανταπόκριση (διάμεση τιμή (εύρος) HVSDS. (0.-.8). Δεν υπήρχε διαφορά ως προς τον δείκτη ΔΜΣ z-score μεταξύ των δύο ομάδων. Επιπλέον, δε διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων όσον αφορά στην ημερήσια πρόσληψη ενέργειας ή μακροσυστατικών: μέση ημερήσια πρόσληψη ενέργειας Kcal έναντι 54 Kcal αντιστοίχως; μέση % ημερήσια πρόσληψη πρωτεΐνης 6. έναντι 5.9 αντιστοίχως, υδατανθράκων 44.4 έναντι 4. αντιστοίχως, λιπιδίων 9.4 έναντι 40.7 (pns). Εντούτοις, η πρόσληψη βιταμίνης D ήταν υψηλότερη σε ασθενείς με καλή ανταπόκριση σε σύγκριση με τους ασθενείς με μέτρια/ πτωχή ανταπόκριση διάμεση τιμή (εύρος) % της συνιστώμενης ημερήσιας ποσότητας για την βιταμίνη D 68.7% ( ) έναντι 46.04% (.0-6.) αντιστοίχως p=0.00. Καμία άλλη διαφορά δε διαπιστώθηκε όσον αφορά στα άλλα θρεπτικά συστατικά. Επιπλέον, οι τιμές των λιπιδίων ήταν παρόμοιες μεταξύ των δύο ομάδων. Συμπέρασμα: Σύμφωνα με την πιλοτική αυτή μελέτη η ημερήσια πρόσληψη βιταμίνης D μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην ανταπόκριση των παιδιών με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνη στην θεραπεία υποκατάστασης. O58 ΓΟΝΑΔΕΣ ΑΝΤΙΠΟΚΙΝΕΣ, ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΙΝΣΟΥΛΙΝΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΝΔΡΟΓΟΝΑΙΜΙΑ ΣΕ ΥΠΕΡΒΑΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΧΥΣΑΡΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ: Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΒΑΡΟΥΣ Σπανός Ν., Τζιόμαλος Κ., Κόϊου Α., Καρκανάκη Α., Κανδαράκη Α.Ε., Δέλκος Δ., Τσούρδη Ε., Κατσίκης Η., Παπαδάκης Ε., Πανίδης Δ. Μονάδα Ενδοκρινολογίας και Ανθρώπινης Αναπαραγωγής, Β Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Εισαγωγή-Σκοπός: Η διαταραχή της παραγωγής των αντιποκινών σε παχύσαρκες γυναίκες φαίνεται να εμπλέκεται στην παθογένεια του συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS). Η παρούσα μελέτη σχεδιάσθηκε με σκοπό: ) τον προσδιορισμό των επιπέδων της λεπτίνης, της αντιπονεκτίνης, της ρεζιστίνης και της βισφατίνης σε υπέρβαρες και παχύσαρκες ασθενείς με PCOS και σε γυναίκες χωρίς το σύνδρομο, ) την εκτίμηση ενδεχόμενης συσχέτισης των συγκεντρώσεων των παραπάνω αντιποκινών με την υπερανδρογοναιμία, την αντίσταση στην ινσουλίνη και την παχυσαρκία, και ) την επίδραση της απώλειας βάρους στα επίπεδα των παραπάνω αντιποκινών. Άτομα που μελετήθηκαν και μέθοδοι: Προσδιορίσαμε τα επίπεδα της λεπτίνης, της αντιπονεκτίνης, της ρεζιστίνης και της βισφατίνης, σε 60 υπέρβαρες και παχύσαρκες ασθενείς με PCOS (ΒΜΙ: 4,9±5,9Kg/m ) και σε 48 γυναίκες χωρίς το σύνδρομο, με παρόμοιο δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ: 4,9±6,Kg/m ). Μετρήθηκαν, ακόμη, οι δείκτες αντίστασης στην ινσουλίνη και η υπερανδρογοναιμία. Όλες οι μετρήσεις επαναλήφθηκαν ύστερα από 4 εβδομάδες, αφού τα άτομα τέθηκαν σε αγωγή με ολιγοθερμιδική δίαιτα, άσκηση και χορήγηση ορλιστάτης, σε δόση 0mg τρεις φορές την ημέρα. Αποτελέσματα: Κατά την έναρξη της μελέτης, οι συγκεντρώσεις της βισφατίνης ήταν υψηλότερες στις γυναίκες με PCOS (p=0.06), ενώ τα επίπεδα της λεπτίνης, της αντιπονεκτίνης και της ρεζιστίνης, δεν διέφεραν στις γυναίκες των δύο ομάδων. Στις 4 εβδομάδες, παρατηρήθηκε σημαντική ελάττωση του ΒΜΙ κα της μικρότερης περιμέτρου της μέσης στις γυναίκες και των δύο ομάδων (p<0.00, σε όλες τις συγκρίσεις). Τα επίπεδα των ανδρογόνων ελαττώθηκαν σημαντικά στις ασθενείς με PCOS. Στις γυναίκες των δύο ομάδων παρατηρήθηκε σημαντική και παρόμοια βελτίωση των δεικτών αντίστασης στην ινσουλίνη. Τα επίπεδα της λεπτίνης ορού ελαττώθηκαν σημαντικά στις ασθενείς με PCOS και στις γυναίκες χωρίς το σύνδρομο (p<0.00). Οι τιμές της αντιπονεκτίνης και της ρεζιστίνης ορού δεν μεταβλήθηκαν στις γυναίκες των δύο ομάδων. Οι συγκεντρώσεις της βισφατίνης ελαττώθηκαν στις ασθενείς με PCOS και παρέμειναν σταθερές στις γυναίκες χωρίς το σύνδρομο. Οι μεταβολές στις συγκεντρώσεις της βισφατίνης ορού διέφεραν σημαντικά ανάμεσα στις ασθενείς με PCOS και στις γυναίκες χωρίς το σύνδρομο (p=0.0). Στις ασθενείς με PCOS, τα επίπεδα της λεπτίνης παρουσίαζαν ανεξάρτητη συσχέτιση με τις τιμές του ΒΜΙ και με το μέσο αριθμό των ωοθυλακίων στις ωοθήκες (p<0.00 και p=0.06, αντίστοιχα). Τα επίπεδα της αντιπονεκτίνης ορού παρουσίαζαν θετική συσχέτιση με τις τιμές της SHBG (r=0.59, p=0.046). Τα επίπεδα της ρεζιστίνης ορού εμφάνιζαν ανεξάρτητη θετική συσχέτιση με τις τιμές της βισφατίνης ορού (p=0.08). Τέλος, οι συγκεντρώσεις της βισφατίνης ορού είχαν ανεξάρτητη συσχέτιση με τις τιμές του ΒΜΙ (p=0.0). Συμπεράσματα: Η λεπτίνη, η αντιπονεκτίνη και η ρεζιστίνη δεν φαίνεται να παίζουν σημαντικό παθογενετικό ρόλο στις υπέρβαρες και παχύσαρκες ασθενείς με PCOS. Αντίθετα, η βισφατίνη διαδραματίζει, ενδεχομένως, σημαντικό μεσολαβητή των ορμονικών διαταραχών σε αυτές τις ασθενείς, ιδιαίτερα στην υπερανδρογοναιμία, ρόλος που τροποποιείται με την απώλεια βάρους. O59 ΤΑ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΑΚΑ ΜΙΚΡΟΣΩΜΑΤΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΑ ΣΤΟΥΣ ΦΑΙΝΟΤΥΠΟΥΣ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ, ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ 990, ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΖΟΥΝ ΘΕΤΙΚΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΜΕ ΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΗΣ ΤΕΣΤΟΣΤΕΡΟΝΗΣ ΟΡΟΥ Κόϊου Α., Τζιόμαλος Κ., Κατσίκης Η., Βοσνάκης Χ., Κανδαράκη Α.Ε., Τσούρδη Α.Ε., Δέλκος Δ., Παπαδάκης Ε., Καρκανάκη Α., Πανίδης Δ. Μονάδα Ενδοκρινολογίας και Ανθρώπινης Αναπαραγωγής, Β Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Εισαγωγή-Σκοπός: Υπάρχουν αρκετά δεδομένα, που ενισχύουν την άποψη ότι οι ασθενείς με το σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) εμφανίζουν σημαντικότερης βαρύτητας αθηροσκλήρωση και υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων. Επιπλέον, οι ασθενείς με τους φαινότυπους του PCOS, που καθορίσθηκαν με τα κριτήρια του 990, παρουσιάζουν δυσμενέστερη μεταβολική εικόνα από εκείνες που προστέθηκαν με τα κριτήρια του 00, μολονότι δεν έχει διευκρινισθεί αν η συχνότητα των καρδιαγγειακών επεισοδίων είναι διαφορετική ανάμεσα στις δύο αυτές ομάδες. Τα αιμοπεταλιακά μικροσωμάτια (PMPs) ασκούν προθρομβοτικές δράσεις και φαίνονται να συμμετέχουν στην παθογένεια της αθηροσκλήρωσης. Η παρούσα μελέτη σχεδιάσθηκε με σκοπό: α) τον προσδιορισμό των PMPs στο πλάσμα ασθενών με PCOS, που διαγνώσθηκαν με τα κριτήρια του 990 και εκείνων που προστέθηκαν με τα κριτήρια του 00, και β) την εκτίμηση ενδεχόμενης συσχέτισης μεταξύ των PMPs πλάσματος και των ανθρωπομετρικών, μεταβολικών, ορμονικών και υπερηχογραφικών παραμέτρων του συνδρόμου. Από όσο γνωρίζουμε, είναι η πρώτη μελέτη, στην οποία εκτιμήθηκαν τα PMPs πλάσματος σε γυναίκες με PCOS. Άτομα που μελετήθηκαν και μέθοδοι: Μελετήθηκαν 76 φυσιολογικού βάρους ασθενείς με PCOS, από τις οποίες οι 9 ανήκαν στους φαινότυπους και (κριτήρια 990, ομάδα Ι) (ηλικία: 4,±,9έτη, ΒΜΙ:,6±,Kg/m ) και οι 7 στους φαινότυπους και 4 (κριτήρια 00, ομάδα ΙΙ) (ηλικία: 5,7±6,έτη, ΒΜΙ:,±,Kg/m ). Μελετήθηκαν, ακόμη, υγιείς μάρτυρες (ομάδα ΙΙΙ) (ηλικία: 5,9±,6έτη, ΒΜΙ:,±,4Kg/ m ). Η διάγνωση του PCOS τέθηκε με τα κριτήρια του 990, όπως τροποποιήθηκαν το 00. Αποτελέσματα: Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στις ανθρωπομετρικές παραμέτρους και στους δείκτες αντίστασης στην ινσουλίνη ανάμεσα στις ασθενείς με PCOS και στις γυναίκες της ομάδας ελέγχου (μάρτυρες). Αντίθετα, τα επίπεδα τεστοστερόνης ορού και ο δείκτης ελεύθερων ανδρογόνων ήταν υψηλότερα στις ασθενείς της ομάδας Ι έναντι εκείνων των ασθενών της ομάδας ΙΙ και των μαρτύρων (p<0.00, σε όλες τις συγκρίσεις), ενώ δεν υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις γυναίκες των δύο τελευταίων ομάδων. Τα PMPs πλάσματος ήταν υψηλότερα στις ασθενείς της ομάδας Ι από ό,τι στις μάρτυρες (p=0.08) και δεν διέφεραν μεταξύ των ασθενών της ομάδας ΙΙ και των μαρτύρων. Επίσης, τα PMPs πλάσματος δεν διέφεραν σημαντικά ανάμεσα στις ασθενείς των ομάδων Ι και ΙΙ. Τέλος, τα PMPs πλάσματος παρουσίαζαν σημαντική θετική συσχέτιση με τις συγκεντρώσεις της τεστοστερόνης ορού (r=0.07, p=0.04) και με τις τιμές του FAI (r=0.07, p=0.04). Συμπεράσματα: Τα PMPs πλάσματος είναι αυξημένα στις ασθενείς με τους φαινότυπους και του PCOS, σε σύγκριση με τις μάρτυρες, όχι, όμως, στις ασθενείς με τους φαινότυπους και 4. Η υπερανδρογοναιμία, που είναι εντονότερη στους φαινότυπους και του συνδρόμου, φαίνεται να εμπλέκεται στην αύξηση των αιμοπεταλιακών μικροσωματίων. O60 ΟΙ ΦΑΙΝΟΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΣΥΝΔΡΟΜΟΥ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ, ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ 990, ΕΜΦΑΝΙΖΟΥΝ ΥΨΗΛΟΤΕΡΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΒΑΣΠΙΝΗΣ ΟΡΟΥ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΤΕΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ 00 Κόϊου Α., Δίνας Κ., Τζιόμαλος K., Τουλής Κ., Καρκανάκη Α., Κανδαράκη Α.Ε., Καλαϊτζάκης Ε., Κατσίκης Η., Παπαδάκης Ε., Πανίδης Δ. Μονάδα Ενδοκρινολογίας και Ανθρώπινης Αναπαραγωγής, Β Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Εισαγωγή-Σκοπός: Οι γυναίκες με τους φαινότυπους του συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS), που καθορίσθηκαν με τα κριτήρια του 990 (ολιγο- ή ανωοθυλακιορρηξία, βιοχημική υπερανδρογοναιμία ή κλινικές εκδηλώσεις υπερανδρογοναιμίας), εμφανίζουν δυσμενέστερη μεταβολική εικόνα, από εκείνες που προστέθηκαν με τα κριτήρια του 00. Η βασπίνη, μια καινούρια αντιποκίνη που απομονώθηκε από το σπλαγχνικό λίπος το 000, είναι πρωτεΐνη μοριακού βάρους 45,kDa, που κυκλοφορεί στον ορό. Έχει αναφερθεί ότι η παχυσαρκία και η αντίσταση στην ινσουλίνη αυξάνουν την έκφραση της βασπίνης στο σπλαγχνικό λίπος, καθώς και τη συγκέντρωσή της στον ορό. Η αύξηση αυτή των επιπέδων της βασπίνης αποτελεί, ενδεχομένως, αντισταθμιστική απάντηση στη διέγερση της παραγωγής άγνωστων πρωτεασών από την παχυσαρκία και την αντίσταση στην ινσουλίνη. Οι πρωτεάσες αυτές συντίθενται στο σπλαγχνικό λίπος, αλλά και σε άλλους ιστούς, και θεωρείται ότι καταστέλλουν τη δράση της ινσουλίνης. Συνεπώς, η επαγωγή της έκφρασης της βασπίνης μπορεί να αποτελεί αμυντικό μηχανισμό έναντι της ανάπτυξης αντίστασης στην ινσουλίνη. Η παρούσα μελέτη σχεδιάσθηκε με σκοπό την εκτίμηση των επιπέδων της βασπίνης ορού σε γυναίκες με τους διάφορους φαινότυπους του PCOS. Από όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχουν άλλες μελέτες, στις οποίες να εκτιμήθηκαν τα επίπεδα της βασπίνης ορού σε ασθενείς με PCOS, σε σχέση με τον φαινότυπό τους. Άτομα που μελετήθηκαν και μέθοδοι: Μελετήθηκαν 00 ασθενείς με PCOS, που διαγνώσθηκαν με τα κριτήρια του 990 (ομάδα Ι), 00 ασθενείς με PCOS, που προστέθηκαν με τα κριτήρια του 00 (ομάδα ΙΙ) και 50 υγιείς μάρτυρες. Αποτελέσματα: τα επίπεδα της τεστοστερόνης, της Δ4- ανδροστενδιόνης και της DHEAS στον ορό, καθώς και ο δείκτης ελεύθερων ανδρογόνων, ήταν υψηλότερα στις ασθενείς της ομάδας Ι σε σύγκριση με εκείνα των ασθενών της ομάδας ΙΙ (p<0.00, σε όλες τις συγκρίσεις). Οι συγκεντρώσεις της βασπίνης στον ορό ήταν υψηλότερες στις ασθενείς των ομάδων Ι και ΙΙ από ό,τι στις γυναίκες της ομάδας ελέγχου (p<0.00 και p=0.00, αντίστοιχα) και στις ασθενείς της ομάδας Ι, σε σύγκριση με τις ασθενείς της ομάδας ΙΙ (p=0.045). Στις ασθενείς με PCOS, τα επίπεδα της βασπίνης ορού εμφάνιζαν ανεξάρτητη θετική συσχέτιση με το δείκτη μάζας σώματος (p<0.00) και με το δείκτη HoMA-IR (p=0.00). Συμπεράσματα: To PCOS σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα βασπίνης ορού. Η αύξηση αυτή αντιπροσωπεύει, ενδεχομένως, αντιρροπιστικό μηχανισμό έναντι της αντίστασης στην ινσουλίνη. Επιπλέον, τα επίπεδα της βασπίνης ορού σχετίζονται με τη βαρύτητα του PCOS και είναι σημαντικά αυξημένα στους «κλασικούς» φαινότυπους του συνδρόμου (βασισμένους στα κριτήρια του 990), σε σχέση με τις πρόσφατα προταθείσες μορφές του (βασισμένες στα κριτήρια του 00). 4 5

20 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 8 o Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας & Μεταβολισμού 6-9 Απριλίου 0 O6 ΛΙΠΑΡΑ ΟΞΕΑ ΑΠΟΜΟΝΩΜΕΝΑ ΑΠΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΠΟΛΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΩΝ ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΩΝ Μουτσάτσου Π., Παπουτσή Ζ.,, Κασσή Ε., Heldring N., Zhao C., Τσιαπάρα Α., Μέλλιου Ε., Χρούσος Γ. 4, Χήνου Ι., Karshikoff A., Nilsson L., Dahlman-Wright K. Εργαστήριο Βιολογικής Χημείας, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα Department of Biosciences and Medical Nutrition, Karolinska Institutet, NOVUM Huddinge, Sweden Εργαστήριο Φαρμακογνωσίας και Φυσικών Προϊόντων, Τμήμα Φαρμακευτικής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 4 Α Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία», Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα Σκοπός: Ο βασιλικός πολτός ο οποίος εκκρίνεται από τις μέλισσες και χρησιμοποιείται ευρέως ως συμπλήρωμα διατροφής αλλά και ως φαρμακευτικό σκεύασμα, εμφανίζει οιστρογονικές δράσεις. Εν τούτοις, οι ενώσεις που μεσολαβούν αυτές τις δράσεις παραμένουν άγνωστες. Σκοπός της παρούσης εργασίας ήταν η διερεύνηση της πιθανής οιστρογονικής δράσης των τριών κυριωτέρων λιπαρών οξέων του βασιλικού πολτού (0-υδροξυ- -δεκενοικό οξύ,,0 διυδροξυδεκανοικό οξύ και σεμπακικό οξύ) σε διάφορα κυτταρικά συστήματα. Μέθοδοι: Μελετήθηκαν τα λιπαρά οξέα (ΛΟ) σε συγκεντρώσεις Μ ως προς την ικανότητά τους να επηρεάζουν την οιστρογονο-επαγώμενη σηματοδότηση ) σε κύτταρα καρκίνου μαστού (MCF-7) και τραχήλου (HeLa) τα οποία είχαν διαμολυνθεί με πλασμίδια που εκφράζουν τον υποδοχέα ERα η/και ERβ και πλασμίδιο το οποίο εκφράζει τη λουσιφεράση (ERE-TATA-Luc) ) σε κύτταρα MCF-7 όσον αφορά την πρόσδεση του ERα, ΕRβ στον επαγωγέα του ps γονιδίου και τα επίπεδα του ps mrna καθώς και την πρόσδεση του ενισχυτή της μεταγραφής EAB στον ERα ) να επάγουν την επιμετάλλωση στους οστεοβλάστες ( KS48) με την χρώση της Αλιζαρίνης και μέτρηση των επιμεταλλωμένων οζιδίων. Αποτελέσματα: Στα κύτταρα MCF-7, τα λιπαρά οξέα ) απουσία οιστραδιόλης τροποποίησαν την πρόσδεση του ERβ, αλλά όχι του ERα, στον επαγωγέα του ps γονιδίου καθώς επίσης και τα επίπεδα του ps mrna ) παρουσία οιστραδιόλης, τροποποίησαν την πρόσδεση του ERβ και του ERα στον επαγωγέα του ps γονιδίου καθώς και τα επίπεδα του ps mrna; τροποποίησαν επίσης και την πρόσδεση του ενισχυτή EAB στον ERα καθώς και την έκφραση της λουσιφεράσης. Στα κύτταρα HeLa, τα λιπαρά οξέα ) απουσία οιστραδιόλης, παρεμπόδισαν την ERE-επαγώμενη έκφραση της λουσιφεράσης μέσω του ERβ αλλά όχι μέσω του ERα ) παρουσία οιστραδιόλης, παρεμπόδισαν την EREεπαγώμενη έκφραση της λουσιφεράσης μέσω του ERβ και μέσω του ERα. Στους οστεοβλάστες KS48, τα λιπαρά οξέα ευνόησαν τον σχηματισμό οζιδίων, μέσω μηχανισμού που περιλαμβάνει τον υποδοχέα των οιστρογόνων. Συμπεράσματα: Τα ευρήματά μας αποκαλύπτουν ότι χημικές ενώσεις όπως τα λιπαρά οξέα του βασιλικού πολτού, με χημική δομή εντελώς διαφορετική από αυτή της οιστραδιόλης, τροποποιούν την οιστρογονο-επαγώμενη σηματοδότηση μέσω του ERα και ERβ σε κύτταρα καρκίνου μαστού, τραχήλου και οστεοβλάστες. Η ιδιότητα των λιπαρών οξέων ως πιθανοί εκλεκτικοί τροποποιητές των οιστρογόνων δίνει μια νέα πρωτότυπη διάσταση στην υπάρχουσα γνώση της οιστρογονο-μεσολαβούμενης σηματοδότησης με πιθανές σημαντικές προεκτάσεις στον τομέα της Ενδοκρινολογίας και του Μεταβολισμού. Επί πλέον, τα αποτελέσματά μας υποδηλώνουν ότι οι οιστρογονικές δράσεις του βασιλικού πολτού μεσολαβούνται, εν μέρει τουλάχιστον, από τα τρία μελετηθέντα λιπαρά οξέα. O6 H ΕΝΕΡΓΟΣ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΓΚΡΕΛΙΝΗΣ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΡΙΜΗΝΟ ΤΗΣ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΜΕΣΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΓΝΟΥ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ Βαλσαμάκης Γ., Παπαθεοδώρου Δ., Μαργέλη Α., Παπαδημητρίου Γ., Mπουτσιάδης A., Παπασωτηρίου Ι., Κρεατσάς Γ., Μαστοράκος Γ. Ενδοκρινολογική Μονάδα, Β Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, Αρεταίειο Νοσοκομείο, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Κλινικής Βιοχημείας, Νοσοκομείο Παίδων Αγία Σοφία, Αθήνα Σκοποί: Το ενδομήτριο περιβάλλον της εγκυμοσύνης επηρεάζει την ανάπτυξη του εμβρύου. Σκοπός ήταν η μελέτη της επίδρασης του μεταβολισμού των γαστρεντερικών ορμονών της μητέρας στη σωματομετρία του νεογνού κατά τη γέννηση μετά από φυσιολογική μη επιπλεγμένη εγκυμοσύνη. Μέθοδοι: Προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη παρατήρησης. Ογδόντα υγιείς μη παχύσαρκες καυκάσιες γυναίκες ηλικίας 7.6 ±.8 (mean±sd) ετών με BMI. ±.6 kg/m προ κύησης εξετάσθηκαν μεταξύ της 4 ης -6 ης εβδομάδας στο εξωτερικό ενδοκρινολογικό ιατρείο του Αρεταίειου. Εγινε καμπύλη σακχάρου με 75 γρ γλυκόζης με λήψεις αίματος σε 0,5,0,60,90,0 min και υπολογίσθηκαν η αντίσταση στην ινσουλίνη (HOMAR), ο δείκτης ευαισθησίας στην ινσουλίνη (ISI), η πρώτη και δεύτερη φάση έκκρισης ινσουλίνης ( st PHIS, nd PHIS). Μετρήθηκαν οι τιμές νηστείας πλάσματος της ενεργού GLP-, ολικού GIP, ενεργού ghrelin, ολικού PYY και λιπιδίων της μητέρας. Στη γέννα μετρήθηκαν το βάρος γέννησης, το ύψος και η περιφέρεια μέσης των νεογνών. Αποτελέσματα: Η ενεργός GLP- είχε αρνητική συσχέτιση με st PHIS (p=0.0, r=-0.60), nd PHIS (p=0.0, r=-0.49), HOMA-R (p=0.00, r=-0.7) και τριγλυκερίδια (p=0.0, r=-0.59). Η κατά στάδια πολλαπλή ανάδρομος στατιστική μελέτη (stepwise multiple regression analysis) έδειξε την ενεργό ghrelin της μητέρας στο δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης να είναι ο πιο σημαντικός προγνωστικός δείκτης της περιφέρειας μέσης του νεογνού στη γέννα (p=0.0, beta=0.89) μεταξύ των ενεργού GLP-, ολικού PYY και ολικού GIP που μελετήθηκαν στο στατιστικό μοντέλο. Συμπεράσματα: Οι γαστρεντερικές ορμόνες της μητέρας φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του εμβρύου στην εγκυμοσύνη. Η ενεργός μορφή της γκρελίνης της μητέρας στο δεύτερο τρίμηνο, που είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την όρεξη, φαίνεται να αποτελεί προγνωστικό δείκτη των μελλοντικών ενεργειακών αποθεμάτων και της εναπόθεσης σπλαχνικού λίπους στο νεογνό όπως αυτά εκφράζονται από την περιφέρεια μέσης του κατά τη γέννηση. O6 ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΙΝΣΟΥΛΙΝΑΙΜΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΤΙΚΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΣΑ ΥΠΕΡΑΝΔΡΟΓΟΝΑΙΜΙΑ ΣTO ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΗ Μαρκόπουλος Μ., Βαλσαμάκης Γ., Ρίζος Δ., Κρεατσάς Γ., Μαστοράκος Γ. Β Πανεπιστημιακή Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, Αρεταίειο Νοσοκομείο, Αθήνα. Μονάδα Ενδοκρινολογίας, Β Πανεπιστημιακή Μαιευτική και Γυναικολογική κλινική, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, Αρεταίειο Νοσοκομείο, Αθήνα Σκοπός: Η διερεύνηση της υπερινσουλιναιμίας, της αντίστασης στην ινσουλίνη και των δεικτών του μεταβολισμού των υδατανθράκων και του λιπώδους ιστού, και η συσχέτισή τους με τα επίπεδα των ανδρογόνων ωοθηκικής και επινεφριδικής προέλευσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ΣΠΩ. Ασθενείς και Μέθοδοι: Μελετήθηκαν 4 γυναίκες με ΣΠΩ και 4 υγιείς μάρτυρες σε εμμηνόπαυση μετά στάθμιση ως προς την ηλικία και τον δείκτη μάζας σώματος (ηλικία 55.7±4.84 χρ. και 57.5±4.97 χρ., και δείκτης μάζας σώματος 7.4±.5 και 7.±., αντίστοιχα). Μετρήθηκαν τα βασικά επίπεδα βισφατίνης, παγκρεατικού πεπτιδίου (PYY), υψηλής ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (hscrp) νηστείας, θυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH), ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και σφαιρίνης συνδέουσας τα στεροειδή του φύλου (SHBG). Μετρήθηκαν τα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης πριν και μετά από 75 γρ. OGTT και υπολογίσθηκαν οι δείκτες ευαισθησίας και αντίστασης στην ινσουλίνη: G/I, ISI, QUICKI, HOMA-IR, και οι δείκτες πρώτης και δεύτερης φάσης έκκρισης της ινσουλίνης ( ST PHIS και ND PHIS, αντίστοιχα) κατά την OGTT. Μετρήθηκαν πριν και μετά από διέγερση με CRH τα επίπεδα κορτιζόλης, 7-υδροξυπρογεστερόνης (7-OHP), Δ 4 -ανδροστενδιόνης (Δ 4 A), θειϊκής δεϋδροεπιανδροστερόνης (DHEAS) και ολικής τεστοστερόνης (Τ) και υπολογίστηκε ο δείκτης ελεύθερων ανδρογόνων (FAI). Αποτελέσματα: Η AUC της ινσουλίνης και οι δείκτες ST PHIS και ND PHIS κατά την OGTT ήταν αυξημένοι (p<0.05) στις γυναίκες με ΣΠΩ σε σχέση με τις μάρτυρες. Τα επίπεδα γλυκόζης και ινσουλίνης νηστείας και οι δείκτες ευαισθησίας και αντίστασης της ινσουλίνης των γυναικών με ΣΠΩ δε διέφεραν σημαντικά από τις μάρτυρες. Οι γυναίκες με ΣΠΩ παρουσίασαν αυξημένα επίπεδα (p<0.05) βισφατίνης και hscrp, και ελαττωμένα επίπεδα (p<0.05) PYY συγκριτικά με τις μάρτυρες. Οι γυναίκες με ΣΠΩ παρουσίασαν αυξημένα επίπεδα (p<0.05) 7-OHP, Δ 4 A, DHEAS, ολικής Τ και FAI, και ελαττωμένα επίπεδα (p<0.05) SHBG συγκριτικά με τις μάρτυρες. Στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ΣΠΩ βρέθηκε στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση (p<0.05) των βασικών επιπέδων της 7-OHP με την ινσουλίνη νηστείας, την AUC της γλυκόζης κατά την OGTT και τον HOMA-IR, και αρνητ&io