1/47. σχοινί^ υ-χολή. י * > inf. τrjs' έμο) σ πάρα τρίβειν A.Ag.-ίθζ-,, etc.; ε'ίτφ κα 1 λoyίζεσθaι σ. S.

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "1/47. σχοινί^ υ-χολή. י * 501 0 -> inf. τrjs' έμο) σ πάρα τρίβειν A.Ag.-ίθζ-,, etc.; ε'ίτφ κα 1 λoyίζεσθaι σ. S."

Transcript

1 σχοινί^ 1/47 υ-χολή Id.3.!48. -σ υμβολ υς, έως, d, = σχοινιοστρόφος I. I, Poll.7.160, A Β302 : also -σ- μβολο 5, δ, Sch.Ar.P«^3 7 (cod. Ven. σχοινί οσννδί'ταις). σχοιν-is (Α), Γ50Ϊ, ή, = σχαινίον, rope, cord, Theoc wall-decoration in form of a rope, Supp.Epigr (Didyma, ii B.C.); similar decoration of a silver cup,?<?/ (ibid., iii B.C.). II. v. 1. for 2χοινής (q. v.), Lyc is (Β), ίδος [1], poet. fem. of σχοί'vivos, σχοινίδι κΰρτν Nic.^4/.625 -ισμα, ατός, τό, piece of land measured out by the σχο ΐνος, portion, allotment, Lxx Pi.32.9, / ,3!. 2. generally, division, portion of a people, ib.2/<! ισμός, 6, measurement of land, PTeb. 12.7,61 (6). 333 (ii B.C.), Sammelb (1 B.C.), PAmh (1 A. D., pi.); as a form of hard labour, Plu.Z.wc.20. II. =foreg. 1, allotment, Lxx_/ Irts, (Sor, v, made of rushes, καλύβη AP7.295 (Leon.). -ίων,, wj05 ί, a bird. perh. = σχοινί(κ)λος, Arist. M610 a 8. II. a effeminate air on the flute, Plu d, 1133a, Poll.4.65,79. σχοινο-βάτη5 Γα], ου, ό, {βαίνω) rope-dancer, Cat.Cod.Astr.8(4). 213) Man , Gloss.; Lat. schoenobates, Juv.3.77 : hence -βατία, Ion. -ίη, ή, rope-dancing, interpol. in Hp.Vict.?,.68 ; -βατική (sc. τέχνη), Sch.D.T.p.noH. -δρομία, Ion. -ίη, ή, rope-dancing, f. 1. in Hp. F/C/ Spojio6,, rope-climber, 5 ev TTJ νηί σ. Hsch. s. v. σχοινίον. - 1δή9, «s, like a rope or cord, πλέγμα }.AJ ; βαβδία Dsc μετρησι?, εως, ή, land-survey, τής Συρίας Alex.P01yh TTKEKTOS, ον, plaited of rushes, &yyos Arar.8. -ττλοκικό?, ή, όν,of orfor rope-making, σπάρτον Str ττλόκος, b, maker of rush-ropes or mats, Hp.Epid.4.2, Sch. Ar.Pax36, Suid. -ττώλη?, ου, d, rope-seller, Gloss., prob. 1. in C/<?(add.)4812a'(Egypt). -ρράφεω, stitch with cord, Sch.DII (Pass.). σχοΐνοξ, ό, also ή (Ar.Pr.34, PI.541 (anap.), Theoc , Call.Pr. 481, Dsc.4.52, etc.): rush, Hdt.4.190, etc.; πλεκτή σ. Ar.Fr. 1. c.; στιβάς σχοίνων Id.PI. 1.c. (anap.) ; σχοίνοι επ\ τας όροφάς IG2 2.16j2. lot ; esp. camel-hay, Cymbopogon Schoenanthus, Thphr.//Pg.7.1, CP6.18.1, Orf.25, 33, D.S.2.49, Dsc.1.17; σ. εύοσμος Thphr.CP6.18, 1; σ. ευώδης,ךhp.mul.t.8 cf , Nat.Mul.33, Aret.C42.8. b. σ. οξνς, σ. έλεία, σ. λεία, = οξύσχοιυος, ל ג Dsc.4.5 Thphr.//P4 12.1, Gal.L ; σ. κάρπιμος, = μελαγκρανίς, Thphr.IJP4-12.1; σ. ΐ,υριπική, = δλόσχοινος, Dsc.4.52) c f Plin,HiVa1,119 (its flowerwas called σχοίνου άνθος, Arist.Fr. 110). 2. reed, used as an arrow or javelin, Batr.253 (as v. 1.) ; as a'thorn in the side,י Ar.Ach.230 as a spit, Pl.C0m.201; as a pen, Lxx/e.8.8; as a means of exploring a narrow and crooked passage in the skull, καθιέντας ή σ. ή ύείαν τρίχα Gal. UP rush-bed, Od,5.463, Pi.O.6.54, Arist.Mete.3^ 1. II. anything twisted or plaited of rushes, esp. rope, cord, Orac.ap.Hdt , 5.16, PI. Ti. 78b, etc. 2. fence round a garden, API strap of a bed, AP5.2g3.12 (Agath., pi.). III. a land-measure, used esp. in Egypt, δύναται ό σ., μέτρον είίιν λίγύπτιον, εξήκοντα στάδια Hdt.2.6; but varying in length acc. to Artemid.ap.Str , cf. ib.41, Plin.fflV6.124; = 40 στάδια acc. to Eratosth.ap.Plin. HN ; 30 or 48 acc. to HeroGeom.23.20,43 ; τψ μεγάλφ (corrected to δικαία!) σ. PCair.Zen (iii B.C.), cf , al.; also τέχνη κρίνετε, μη σχο'ινφ Τίερσίδι τήν σοφίην QaW.Aet. Oxy (cf. iv.481). σχοινο-στρόφος, ον, = σχοινιοστρόφος 1.1, Plu c τενεια, ή, poet. fem. of sq., formed like ήδυέπεια, μουνογένεια, of doubt ful meaning, <r. άοιδά διθυράμβων Pi.Pr.79 A ( = Dith.Oxy ); perh. moving straight forward, rather than prolix. -τενής, ές, (τείνω) stretched out like a measuring line : hence, I. drawn in a straight line, διώρυχες, διέξοδοι, Hdt.1.189,199 ; σχοινοτενές ποιήσασθαι to draw a straight line, Id metapli., stretched out, prolix, άσματα Philostr./ier.lg.^ ; εννοιαι Eust ; of rhetorical κώλα exceeding a certain length, Hermog./ra/.1.5,4.4 Adv. -τενως ib II. twisted or plaited of rushes, σπυρίδες ^4Ρ6 5 (Phil.). -το- vos, ον, stretched with rushes or cords, δίφροs Hp Steril σχοινουργ-ία, ή, = σχοινισμός 1, PRyl.1y1.18 (i A. D.), PFlor (ii A. D.). -ός, δ, land surveyor, PLond (i A. D.). σχοινοΐϊ, οΰσσα, οΰν, contr. for *σχοινόεις, grown over with rushes, Str ; as place-name, Schwyzeritf.23 (Megara), 7G , etc. σχοινο-φΐλίνδά, Adv. a game somewhat like our hunt-the-slipper, Poll.9.115, -φόρος, ον, carrying rushes, cords, or mats, Ρϋ/ χαλινός [δ], ον, with rein of twisted rushes, 'ίπποι Str σχοινώδης, es, full of rushes, οχθο.ι Nic.Al stringy, ράβδοι, φύλλα, Dsc.3.109,4.46, cf. 148,175. σχολ-άζω, Boeot. -άδδω /G (Haliartus) : to have leisure or spare time, to be at leisure, have nothing to do, συ δ' ήν σχολάστ!! Ar. Lys.412, cf. Th.4.4, etc.; δια rb μή σχολάζειν υπb πολέμων because they have no leisure left by the wars, Pl.i_g-.694e ; ασχολούμεθα Ίνα σχολάζωμεν Arist. 7V1 χ 77 b 5 ; σ. καλώς spend one's leisure well, Id. ^ 1.W 1^!;, Ο ελευθερίας κα\ σωφρόνως ןib.326 b 3I: c. inf., have leisure or time to do a thing, X.Cyr ,8.1.18, PI. Lg. 763d, etc. 2. loiter, linger, A.Supp.20y, 883, K.Hec.^zo, D II. <r. από τίνος have rest or respite from a thing, cease from doing, X.Cyr ; airj! τον Κ ρώμνου were set free from the operations at K., Id. PG7.4.28; also σ. έργων Plu. Nic.28. III. c.dat., have leisure, time, or opportunity for a thing, devote one's time to a thing, πάντα τ bv βίον ΐνχόλακεν [ &] τούτω D.22.4σ. φιλοσοφία:, μουσική, etc., Luc.Macr.\, 5 ; μόντ! σ. ύγιεία Gal.6.1'68 ; TTJ γή, i. e. agriculture, Sammelb (iii A. D.) ; so πρ^ταϋτα X.Mem ; προς rots Ζδίοι? Arist. Pol. 130S b 36; επί τίνος Id.P^i682 a 34 ; 7repi λόγους Plu,Brut. 2 2 ; 77 ρ us έννοια...προς αυτόν ld.num.l^. 2. c. dat. pers., devote oneself to.., τοις φίλοις ;ך. X.Cyr.5.39 ^αι/τοί$ Gal ; δ στρατηγοί.. τοίι διαφέρονσ ιν *σχόλασε!; Wilcken 0!r.4!18 (iii Α. D.); esp. of students,, { s/w. attend lectures, επϊ Παλλαδίω Phld.^carf./ a'.p.8s Μ.; <r. TIW devote oneself to a master, attend his lectures, IT. Καρνεάδη, Ίσοκράτει, ib.p.89m., Plu.2.844b; τοΐς φιλοσόφοις /G2 2.IO28.34 (ii/i B.C.); ^ER' 'Επίκουρου Phylarch.24 J.; παράτισι Alciphr abs., devote oneself to learning. hence, give lectures (cf. σχολή 11), Apollon.Perg. Con.i Pracf.; σ.'ai>v^» Phld.PA.l.95 S.; έν Αυκείω D.H.Amni. 1. =, cf. Plu.Dem.5: c. acc.neut., απερέσχολάσαμενΐιεπιείγ.lac. Here ; τά 7repi του τέλους σχολασθέντα lectures upon.., S.E.Μ ; of a gladiator, to be master of a school (ludus), e/s- ", Εφεσον Rev. Arch.?,a (1929).24 (Gortyn). IV. of a place, to be vacant, unoccupied, Plu.CG 12, Jul. 316C: c. dat., to be reserved for,τό άπ' ούρανον κορυφής μέχρι σελήνης θεοΐς καϊ &arp01s..σχολάζει Herm.ap.Stob αΐος, a, ον, leisurely, tardy, σ. κομισθήναι to go leisurely, Th.3-29 ; σ. τοιε'ιν τήν πορείαν Χ.Αη.4 1!3 > σχολαίτεραι άτταλλα7αί Hp.Dieb.Judic.TO ; βίος Plu e. Adv. -αίως Χ.An , Arist. W1171 b 24» etc.: Comp. σχολαπ-epa Hdt.9.6; -αίτερον Th.4.47, Pl.P.610d : Sup. -αίτατα X.HG6.3.6, but also σχολαιότερον, -ότατα, Id.^M , Lac.lX.3, Gal (Adj.); -οτέρως Dsc. Ther.Praef. -αιότηζ, ητοί, leisureliness, laziness, Th.2.18, Chor. 15.7F.-R. σ-χολάριος [ο], i, one of the Imperial guards,, rr.24 Procop..4 Just. Nov. χ 17.11, Agath σχολαρχ-βω, to be the head of a school, D.L.4.1,al. -ης, ου, <5, head of a school, Id.5.2, / (?/^ (iii A. D.). -ΙΚ ό^,ή, όν, professorial, prob. forσχολαργικός in Vett.Val σχολασ-τήριον, τό, placeforpassing leisure in, Piu.Z.KC.42, Moschio ap. Ath Ε, -της, Ο ν, 6, one who lives at ease, man of leisure, Com.Adesp.11g, LxxEx.^.iy, Plu.Brut.3. II. as Adj., leisurely, idle, βίος Id.C«. 3,2.135b ; apyos κα,ι σ. όχλος Id.Sol.22. -τικός, ή,, $1 > inclined to ease, enjoying leisure, at -κώτεραι πόλεις Arist.Pol B 37? cf. 134! A 28 ; σύλλογοι σ. lounging parties, ib.l 3 13 B 4 ; τί> σ. leisure, ld.enn^b AstroL, σ. τόπυς = αργόςη. 4, Vett.Val II. devoting one's leisure to learning, learned man, scholar, Thphr.ap.D.L.5.37, Posidon.36 J., C/C2746 (Aphrodisias), al., Sammelb.1g2i, Plu.G'C academic, theoretical, ρήτορες, OPP. εμπρα- «T01,Phld.PA.2.265S. 3. freq.in bad sense, pedant, learned simpleton, Arr.Epict , M.Ant.1.16, Hierocl.P!2«A263, al. III. advocate, Phoeb.Pz -.3 ; as an officially recognized legal adviser, OG1 693 (iii A. D.), PS (v A. D.), PMasp.2 ii 2,al. (vi A. D.), etc.; άπί> σχολαστικών, ex-σχολαστικός, PLond.~, (vi A. D.) ; esp. public advocate, Lat. defensor civitatis, IGRom.^6^ (Phrygia); σ. ical εκδικος BGUiog^.i (vi A. D.). σχολεαΐον, gloss on ασπερχες, Hsch. σχολεΐον, τό, school, Arr.Epict II. perh. burialplace, (last) resting-place, BCH (Thyatira), Supp.Epigr (Ephesus). σχολερός, Α., όν, idle, σχολερ))ν προσθΰναι ταί αιτίας τψ γράμματι a waste of time, Sever. Clysl.3. σχολή, ή, leisure, rest, ease, Pi.iV.10.46, Hdt.3.134, etc.; opp. ασχολία, Arist.PoA1334 a 15, etc.; σχολήν άγειν to be at leisure, enjoy ease, keep quiet, Hdt. I.e., E-.ilW.1238, Tb.5.29; bt'i τινι for a thing, Pl.Ap.36d ; περί τι Antip.Sloic ; πρόςτι Pl.PArff-.229e, Arr.Epict ; τινι Luc.Cal.15; σ. αγαγεΐν έπίτινα to give up one's time to him, ld.ddeor.12.2, etc.; σ. εχειν to have leisure, E.Andr. 732, Pl.Z..813c, etc.; άμφΐ εαυτόν for one's own business, X.Cyr ; σ. νοιεΐσθαι to find leisure, πρός τι Id.Mem : c P' /0«530d; μή σχολή? τίθει, i.e. make haste, A.Ag.io^g; ηνίκ' tv «σχολή λάβω Ε./Γ1432 ; σχολή [ίστί] μοι I have time, οϋ σχολή αΐιτψ Pl.Pri.314d > ουκ οΰσ-ης σ. Ar.P/.2S1 ; also παρούσης πολλής σ...πρός τι Pl.P#.272b: prov., 06 σ. δούλου Arist.P0/.1334 a21: c י * > inf. τrjs' έμο) σ πάρα τρίβειν A.Ag.-ίθζ-,, etc.; ε'ίτφ κα 1 λoyίζεσθaι σ. S. Aj.816 ; el σοι σ. προϊόντι ακούειν Pl.Phdr.22 ;b ; καταβαίνειν οΰ σ. Ar. Ach.^og,a).; σ. πλείων ή θέλω πάρεστί μοι A.Pr.SlS; σχολή εδόκει yίyvεσθaι he thought he had plenty of time, ΤΙ1.5.ΪΟ ; σ. διδάναι, παρέχειν τινι, X.Cyr , Hier.\o. ; σ. καταναλίσκειν eh τι Isoc.l. 18 ; τήν τον πράττοντος σ. περιμένειν to wait his leisure, PI./?.370b; σχολής τόδ' έργον a work for leisure, i.e. requiring attention, E. Andr.552 : freq. with Preps., επί σχολής at leisure, PI. Tht.^2d ; κατα σχολή'ν Ar.Ec.48, Pl.Phdr.228a ; μετα σχολής Id.Criti. ι ioa ; vvb σχολής Plu.2.667d ; v. infr. Β. 2. c. gen., leisure, rest from a thing, εντινι σχολή κακόν S. OF1286 ; as σχολήν λύσαιμεν*,. τόνων Ε.HF 725 ; σ. εστί τινι των πράξεων Pl.Lg.g6\b, cf. R.370c; also σ. γίyv'etai τινι από τίνος ld.pkd.66d ; σ. αγειν ίπότινος to keepc/rarof.., X.Cyr ; V Ύ ν αναγκαίων σ. Arist.P0/.1269 a idleness, τίκτει yap οι/δεν έσθλύν ε'ικαίασ. S.Pr.308 ; σ. τερπνίν κακόν Έ,.Ηίρρ II that in which leisure is employed, ου κάμνω σχολή I am not weary of talk, Id.Ion 276 ; esp. learned discussion, disputation, lecture, Pl.Z^820. c (pi.), Arist.Po/ b 39 ; παρεκαθίζανον..σχολαις φιλομαθεΐν προαιροίμενοι IG2.Ι01Γ.22; ταντ' ον σχολή Πλάτωνος; Alex.158; σχολάς άναγράψαι Phld.Acad./nd.p.j^ Μ., cf. Plu.2.37c, etc.; σ. περί πολιτείας γράψασθαι ib^goe ; σ. avayvavai, λέγειν, Phld, Acad.lnd. p. 82 Μ., Arr.Epict.^.w.i^ ; ήθικαΐ σ., title of work by Persac us, r.102, cf. Cie. Γ«;!; ,8. 2. a group to whom lectures ivere given, school, Arist.Pol.1313^3, Phld./jirf.Sfo.io, D.H./soc.i, Z?cw.44, Plu.Per.35, A,ך. lex etc,; σ. εχειν to keep a school, Arr.Epict.

2 σχολιάζω ; σχολής ήγεΐσθαι to be master of if, Phld.Acad./11d.p.g2M., D.H.Amm.i.;. 3, Lat. schola, = σχολαστήριον, Vitr , CIL , etc. III. σχολαί, αΐ, regiments of the Imperial guard, Procop. (?0/Λ.4.27, Suid. s. v. διέόρων; Lat.scholae, Cod.Theod.14.1y.9 (iv A. 0.), etc. b. section of an office, PMasp.^y ii 18 (vi A. D.) ; of the 15 'schools'ofshorthand writers, Lyd.Mag.3.6. Β. σχολτ) as Adv., in a leisurely way, tardily, ήνυτον σ. βραδύς S. Ant. 231, cf. TH.1.142,3.46, And.2.19, etc.; ST ρεμά τε καϊ σ. Alex, '35*4! cr. καϊ βάδην Plb.S.28.11, 2. at one's leisure, i.e. scarcely. hardly, not at all, S.O7434.Ant.^go, Pl.Sph.233b, etc.; παραινώ πασι..σ, τεκνοΰσθαι παϊδας E.Pr.317 > σ.γε And.1.102, X.Mem ; σ.που Pl.Sph. 261b: freq. in apodosi, to introduce an a fortiori ar^ument, ei δέμή..,ή που σχολή,.γε if not so..,hardly or much less so.., And.1,90; tl αύται.. μή ακριβετς ε'ισι, σχολή α'ί γε &λλαι PI.Phd.6e,b ; ε'ι μή τούτων.,, σ. των γε άλλων Arlst.Metaph.ggg^l ο ; οπότε γαρ,., answered by σ. γε, ΡΙ.Ρ.όιοε ; μή γιγνώσκων τήν ούσίαν σ. τήν γε ορθότητα διαγνώσεται Id.Lg.668c. <τχ0κί-άζω, write scholia or commentaries on, τά Αυκόφρονος TZ. ad Lyc αστής, οΰ, δ, scholiast, commentator, Eust σχολικός, ή, όν, (σχολή 11) scholastic, υπομνήματα Ath.3.83b; παράδοσις He!iod.ap.Orib ; academic, σ. συγγυμνασία A.D.Conj ; cr. πλάσματα school compositions, D.Chr.lS.iS ; σ. άγνόημα an error of the (Aristarchean) school, Sch.II ; σχολικόν μάλλον ή παραγγελματικόν, more like lectures than a handbook, D.H. Camp. 22. Adv. -κώς after the manner ofthe schools, S.E.Af long-winded, tedious, Longin.3.5, scholarly, Philostr.KS (Sup.). II. σχολικά, τά, = causae sumtnatim excerpiae, Gloss. σχολιογράφος [a], i, writer of scholia, commentator, Sch. Par. A. R σχόλιον, τό, (σχολή 11) interpretation, comment, Cic.Att.16.y.3 ; σχόλια λέγειν Arr.Epict ; esp. shoii note, scholium, Gal. 18(2). 847, etc.; σχόλια συναγείρων Luc.Vit.Anct.23, cf. Porph.Plot.3 ; σ. εϊς τι on a book, Marin.Prac/. 27. II. tedious speech, lecture, Hsch., Phot. σχολνδριον, το', Dim. of σχόλιον, TZ. ad Lyc (-ίδρια codd. plerique). σχομενος, v. εχω. σχονθΰλλω, - τονθορύζω, Hsch. <τχ5ρ, ό,=χήρ, hedgehog, \d. σχω, ιτχώμεν, σχών,ν. έχω. σώ, ν. σάω, σήθω, α ω, Att. contr. for σώοι. (τωάοδίΐ, ν. σγζω. σωδάριον, τό, = σουδάριον, Hermipp.96 (s. v. 1.). σώδίς, al, a kind of singing-bird, Dionys Av σωζόιτολις, εως, δ, ή, gloss on όρθόπολις, Sch.Pi σωζω, with ι wherever ζ follows ω, as σφζω, /1/741.27» and so (written σωιζ-) in Inscrr. and Papyri down to iii B.C., e. g. /Gi , , , Isyll.75 (lapis), PCair.Zen , (iii B. c.), Test.Epict. 1.6(iii/ii b. C.), (0Fa-)/G ,also in cod. Laur. of S , a '-> b ut otherwise without it, e.g. έσωσε /G9(2) (Thess., ν Β. c.); but Didym. (and many Hellenistic and later Inscrr. and Papyri) rejected the 1 everywhere, v. EMI. c., and on the other hand Inscrr. show σφσ- (always written σωισ-) from ν B.C., εσψσεν /G1 2.ioS5.5, , συνδιασφσαντες GDI (Dyme, iii B. C.), σφσαι (3 sg. opt.) /G5(2) (Stymphalus, iii B.C.), διέσψσαν OG/56.18 (Canopus, iii B.C.), cf. PPctr.3 p.72 (iii B.C.); σοζΐ, i.e. σαι ζ[, occurs in /C 1*590: fut. σώσω &.Ph. 13,91, Th.1.137, etc.; early Att. σωώ /G1 2.18S.30 : pf. σέσωκα, also σέσωκα,ν. άνασφζω : M3d., fut. σώσομαι E.Prt.793, (έκ-) A.Pers.360, (δια-) X.Cyr S : aor. έσωσάμην Ar.Ec.402: Pass., fut. σωθήσομαι Th.5.111, Ar.Nu.yy, Hp.Prog. 1, etc.: aor. έσάθην Th , al., S/G (Mylasa, ivb.c.) (έσώσθην only in Hsch.): pf. σέσωσμαι A.Th.[821 (S20)], σέσωσται E.IT60J, D.56.33, σεσώσμεβα S. Tr.83, etc.; but σέσωται Pl.Criti.iogd, cf. 110a, σεσωμένος PCair.Zen (iii B.c.); said to be Att. by Phot.; διασεσιρμένους is found in /G ii (after 336 B. c.) and διασεσιρμένοι in PCair. Zen (iii B. c.); later σέσωσται IG12(7) (Amorgos, iii B, c.). The foil, forms are found in Horn, and dialects, 1. pres. part, σώζων Od.5.490; 3 sg. ind. or opt. σώζει (-01) Hes.O^.376 (v.l. for είη): pres. part. Pass, σωζόμενοι (-ομένοισι) Thgn.68,235 (s.v.l.). 2. from σαόω, 3 sg. σαοΐτι^η. S68, Call.Z}i/.22, etc.; 3 pi. σαοίσι Tyrt.11.13; 2 sg. imper. σάοο h.hom.13.3, Call.Epigr.35 (as v.l.), etc.: fut. σαώσω Il : aor. έσάωσα , Pi.Pn23! : aor. inf. Pass, σαωθήναι II , Od.io. 473; imper. σαωθήτω II ; Ep.3pl. έσάαθεν Od : fut. Med. σαώσομαι from σάωμί, Aeol. 2 sg. σάως Ale.73 (fort. σάφς); 2 sg. imper. σάω Od , , Call. I.e., etc.: σάω as 3 sg. impf., Il , from σώω,part.σωοντεςοά.9.430; Ion. impf. σώεσκον II.8.363; σώετε, σώεσθαι, A.R.4-197! from σόω, subj. σόης,-τ!, -ωσι, II ,424j393 vu! &' w^ere Ty rann ' ap.hdn.gr.2.66reads σοως,σοω, σοώσι ; in Aristarch. read both σαφς and σοφς; the forms σοως, σοφ perh. arise from σαόω, by contraction and 'distraction': but σόωσι from σώωσιζοο. tohdn.gr, 1. c.; Hsch. cites also σόεις,σοΰται as = σώζεις,σώζεται, β. Lacon. σωάδδει παρατηρεί, Hsch.: but also -σοΐδδω, aor. απέσοιξεν απέσωσεν, Αάκωνες, Id. 7. σωννΰω, Dinol.5 : save, keep, 1. of persons, save from death, keep alive, σώοντες εταίρους Od.9.430; ζωους σάω ; 0Τ &σφ' απολλυμένοις σάως Alc.731 c f- Th.1.9', Χ.Αη ; πόδες καϊ γούνα σ. τινά II ί ; νυξ στρατόν σ. 9-7 > spare, Od.22.,. Pass י to be saved, 357 kept alive, preserved, άπολέσθαι, opp , Od-3.185? etc. j άγαττ^τω? <τξ<ίω<τμ4νον$ Lys J keep ci whole skin, escape destruction, 01 σωθησόμςνοί Έ > άךtthtλ6 ^\ ; so in pres. σω- σωλην ζόμενος, Thgn.68,235 ( s - ν l«}t to be healed, recover from sickness, Hp.C0ac.i36, Is.I.I0(dub. 1.) ; ύγιαίνοντες καΐ σωζόμενοι /G2 2,J (i Β. c.) ; σώζε0, as a wish, God bless you, farewell, Call.ZW.150, AP$.24a (Paul. Sil.), ; σώζοισθε ib.171 (Pall.); also, save oneself, escape, σώθητι PI.Cri.44b; μόγις or μόλις σφζεσθαι escape with difficulty, Id.iT/j.332c, D.S.2.48, etc.; χαλεπώς σ. Thgn.675. k esp. in NT, of God or Christ, lep.cor.l.il, etc.; σ. τό άιτολωλ^ Ev.Luc.ig.lo; σ. rbv κόσμο ν Ev.Jo : f re< 5- η Pass., to Le saved or in a slate of salvation, Ev.Mait , etc. J 01 σφζόμενοι Εν. Luc.13.23, Act. Αρ of tilings, keep safe, preserve, rare iri Horn., σάω μέν ταύτα, σάω δ' εμέ Od.i3.230 ; σπέρμα πυρός σώζων "> πόλιν και άστυ σ. ; II σαώσει Άργείους καϊ νήας 10.44, cf : freq. in Trag. and Att., σ. φάρμακον S.7V.6S6; τα τόξα Id. Ph.766 ; τα σκεύη, παΐδας οίκον χρήματα, καρπούς, Ar. Ρα* 730 (anap.), ^2^.380 (troch.), 1062 (lyr.) ; τα πατρφα, τα υπάρχοντα, Id. 7"Λ.820 (lyr.), Th.1.70 ; σ. πόλιν preserve the city or the state, Hdt.8.34, A. jfa.749(lyr.), S.Ant. 1058, PI./?.417a, cf. Grg.512b, etc.; ταπράγματα Th.i 74 > T V 'Ελλάδα Ar.iys.525 (lyr.); τά$ πολιτείας, τήν δημοκρατίαν, etc., Arist.Po/ b l 5,36 ; τόνδε γαρ [ λόγοι ] σφζων keeping it secret, A.Pr.524, cf. S.OC1530 ; σ. καιρόν save or recover an opportunity, D.19.6, cf : Med., keep or preservefor oneself, τήν εύλάβειαν S.P/.993, cf.. ΐ-.Alc 146, etc.; αυτός αΰτφ σ. τι hr.ec.ifi2, cf. g.loi7 (hex.): Pass., το άπραγμον οΰ σψζεται is not secure, Th.2. 63; ή..πόλις ουκ hv εσψζετο; Ar. Ec. 219 ; to be preserved or extant, of books, Longin.ap.Porph.P/0/.2o, Gal , D.C keep, observe, maintain laws, etc., σ. έφεταάς A.Eu.241 ; τόν παρόντα voiv r0^s Id.JV.394; καθεστώταs νόμους S.AMt.1114, cf. Arist.VV1250 ; τους σους λόγους E.AV/.155 2! τό μόρσιμον ib.613 ; τα πρός τους ך 1 κατοίκους δίκα:α BGU~,62.1g (ii A.D.); confirm, τό του παιήσαντος 4 Arist.il/».4 00b2 c f Antig.iWiV.45 (Pass.); 7τρί>$ τό τα φαινόμενα σφζει ν to retain the observed facts, />. Irocl.//>5.1 ο; καταποσόν σφζειτήν πρός τό μωλυ έμφέρειαν retains, i. e. does not lack, a certain resemblance to.., Dsc.3.46, cf. 98, Sor.Fasc.8 : Pass., to be maintained, του μήκους σιρζομένου. Arist.^f^e386 a '2 ; εφ' φ τοτς βεο'ις τά. ιερά σωθήσεσθαι PHib.i.jy.7 (iii B.C.). 4. keep in mind, remember, E.IIel.266, PI. P.4S6C: more freq. in Med., παρήκα θεσμών ουδέν, αλλ' εσιρζόμην,. όπως δύσνιπτον εκ δέλτου γραφήν S.7>.682, cf. El. 1257; μηδ' & έμαθε σφζοιτο Pl./?.455b; in full, μνήμην σφζομαι στρατεύματος Ε.ΙΑ302 ^lyr.), cf. Pl.Grg.50ia, Tht.\63d. II. Constr.: 1. simply c. acc., v. supr. 2. with a sense of motion to a place, bring one safe to, τόν δ' έσάωσεν ες ποταμού προχοάς Od ϊ ές όμιλον II.19 י 4 401; πόλινδε 5-22 etc! «οίκους S.Ρ/ ; εις τήν βασιλειαν τήν επουράνιοι! 2Ερ. 7ϊ 4-18 : Pass., come safe to a place, σωθέντος έμεΰ οπίσω ές οίκον Hdt.4-97» c f 0 1ο 4, ηπεψον σεσώσθαι A.i W s.737 i ;ןδεΰρoE.Ph.'2$ οΐκαδεχ.ηΰι.β.γ; σφζεσβαι επί τήν ύμετέρην[χώρην] Hdt. -98 ; ες δόμους σωθέντ' S. 7V.611 ; σωθώμεν επ) θάλαττανχ.αη ο: C. dat. pers., μόλις ϋμμιν έσώθην Theoc.) σ.τιναέκ φλοίσβοιο, έκ πολέμου, carry off safe, rescuefrom.., II.5.469, II.752; εκ ποταμοίο ; έκ θανάτοιο Od > έκ πολλών πόνων S.ΕΙ. ι 35f> J από στρατείας A.Ag.603 ; διά δεινών πραγμάτων σεσωσμένοι Χ. An : c. gen., σώσας έχθρων χθόνα having rescued it from them, S.^4«/,ii62 ; σώσαί τινα κακόν Id.P/i.919; σεαυτόν νούσου Ath.Mitt (Smyrna) ; σωθήναι κακών Ε.Ο? 501 ^. 779 constructions may be combined, σ. τινά εκ πολέμοιο νήας επ ι ll.17.4s 2 > ν f- fta νήας ; έξ Α,ίγίνης δεΐροριΰ^.ζιιά. 4. c. acc. et dat. pers., save for another, υΐά τινι Od.4.765; ήμίν τόν βίον Pl.Prt.356e, etc.: Pass., σάζεται τί τινι Ar.Pax 1022, Χ.Αη C. inf., [σπονδαϊ] αϊ σε σψζουσιν θανε'ν which save thee from dying, E.P/i.6co (troch.). Θ. c. part., σφζεσθαι φεύγοντες by flight, X.Cyr.3, abs., τα σώσοντα what is likely to save, D.6.5 ; ή σψζουοα [ψί)ψ0ϊ] Luc.Hai-m.3- b. σώζων, i, Saviour, of a god, JHS14.28 (Iconium); epith. of Apollo, Ci? (Sizma). ο. σφζουσα,ή,- αρτεμισία, Ps.-Dsc-3.il3 σωκάριον, τό, = σχοινίον, Hero Geom.4.11, dub. 1. in Gp σωκέω, have power or strength, A.Eu c. inf., to be in a condition or state to do, S.El.l 19 (anap.). σώκος, <5, the stout, strong one, epith. of Hermes, II.20.72, cf. Corn. ivz>16,z0nar.; of the planet Mercury, Cat.C0d.Astr.\.113. pr. : as in II.II.427. Χωκράτ-ίϊον, τό, monument to Socrates, Marin./Voc/.lo. II. pi. -eia, τί, festival in memory of S., ib ίω, do like Socrates, Socratise ',. Ar.yiz1282 (εσωκρίτων cod. R). -t s, ό, Socrates : gen. Σωκράτους ; acc. sg.in PI. Σωκράτη (asalso in Ar.Nu. 182, etc.), in X.Mem. 1.2,33 Σωκράτην ; voc. Σώκρατες : Dim. Σωκρατί8ιον, dear little Socrates! Ar.Nu.222, al. -ίζω, = Σωκρατέω, Alciphr.2.2, Poet, in Arg.4 Ar.Nu. - IKOS, ή, όν, Socratic, of Socrates, λόγοι Arist. P b ll ; μνημονεύματα Phld.F >.p-41 J. ; έπ.στολαί Wilcken Chr. 155 (iii A.D.); 01 Σ the philosophers of his school, Luc.Am.23. Adv. -κώς more Socratico, Cic.Alt ισ-της, ον, ό, imitator of Socrates, Arg. 3 Ar.Nu. Σωκρατό-γομφος, ον, patched up by Son-ates, of the plays of Euripides, Mnesilochusap.D.L.2.18 (v. Telecl./>39. IO. σωλάριον, T0', = Lat. solarium, C/G3281,3386 (Smyrna;, BMus. Inscr.645 (Ephesus), Cod.Just σωλήν, ήνος, δ (also σωλήνοϊ, δ, Anan.O^. ΙΟ87 57)> channel, gutter, Archil.5, Aen.Tact. 18.6, PPetr.2 p.l 19 (iii B.C.), t"n.bel.g\. 26, pipe, Hdt.3.60, HeroSpir.1.1, al., Arv.Epid.4.'.'. <)\ κεραμεόίσ. Plu.2.526b ; σκύτινος Str, ; μολίβδινος Gp ; ventilation-pipe, ib ; αργυρούς και χρυσούς (for unguents) Plu.

3 σιοχ-ηνάριον σωματοτίοιέω Galb. 19 (pi.). 3. cylindrical box for keeping a broken limb straight, 947 (lyr.) ; τό " τ οΰ παντ ός, τον κόσμου, Ρ). Τί.3 ) b. 32c ; S3 tup, ττοταμου σ. Chaerem.i 7 ; τό σ. της πίστεως the body of the proof, i. e. argil- Hp.Ojf.14, Fract.16, grooved tile, /G4 j (i). 109iv 116,11 7 (Epid., IV B. c.),11(2).203p97(delos, iii B.C.), Hsch.,etc. 5. a ments, Arist./?/«.1354*15 ; της λέξεως Longin./17/.p. 188 Η.; of a shell-fish, perh. the razor-fish, Epich.42, Sophr.24, Philyll.13, Arist. body of writings, Cic.Att ; to/of a document, opp. ύπογραφί}, //^528*18, 548*5,al., Gal β. membrumvirile, Hsch. 7. BGUiSy.ii (ii A.D.), cf. PFajy.34.20(ii A.D.); of a will, POxy.494. the cavity of the spine, P grooved rails in which wheels 30(11 A. D.). 2. ξύλα σώματα logs, opp. κλάδοι, POxy (iii run, Hero Aut. 2.2 ; σωλήνες καταπαλτών, σκορπιών σωλήνες, IG2 2. A. D.); α. μέγα περσέας CPHerm^ii 27, cf. iii 8 (iii A. D.) ,5 1?!' , vulgar name for lienteria, Steph. σώμ,αι, Dor. for σοΰμαι, v. σεύω. i'«g«/.i.314d. σωμάλοιφος' ό κατειλημμένος σώματι τα σκύτινα αιδοία, σωλην-άριον, τό, Dim. of σωλήν, HeroSpir.l.lo, al., Heliod.ap. Hsch. Orib.50.9.S, Gal , Alex.Trall ίΰομαι, Pass., to be σωμάριστρον, = ωμ.-, soup-ladle, PLond.^ (iv/v Α. D.). carried round as in a pipe, EM3%$.2~ t, Hsch. -ίδιον, το, small σωμασκ-έω, exercise the body, practise wrestling, etc., X.Cyr , groove, Ph. B e l ך small pipe, BU046.5, Gal , Plb , -ίζω, etc,;, ο αυτόν D.L.8.12 : metaph., σ. τόνπόλεμον hollow out like a pipe, Ruf.ap.Orib ; cf. σωληνόομαι. -ικός, train War (personified) for action, Plu.^247«.8. -ητής, οϋ, 6, one ή, iv, tubular, λέβης cj. in POxy (vi A. D.). -ιον, τό, Dim. that practises bodily exercises, D.L ία, ή, bodily exercise, of σωλήν, BH046.4, Ρ11.Ρί/.75 46, Dsc.Eup.1.61, Antyll.ap.Orib.!0. athletic training of the body, Pl.PM1.30b, Lg.646d, 674b, X.Mem ίσκος,ί, =. ΟΙ < ΊΟ^ΜΗΕΓ05;!>ΊΝ.2.22,501 -ισμ-ός, 11, Ph.2.8 (pi.). -ία%, ου, t, one who takes bodily exercise, Poll.3. i, hollowing out like a pipe, Ruf.ap.Orib ιστής, οΰ, ό, 154 ; glossed by κατάσαρκος, Hdn.Efiim.130. one who fishes for the σωλήν 5, Phaenias ap.ath. 3.90Ε. σωμάτ-εϊον,τό, corporate body, Cod.Just , al. -εκμαγίΐον, σωληνοειδής, ές, pipe-shaped, grooved, Aen.Tact. 16.6, Ph.2.244, το', body-towel, bath-towel, Meyer Os/r.62.4 (ii E. C.). -εμττορέω, D.C Adv. -ειδώς like a pipe, Ruf.Oss.24; groove-wise, Sor. trade in slaves, Str ί'μττορος,, 01 slave-dealer, Dsc.Eup.,. Cfl/.C0rf.;4s/>213.(4)8 -θήρας, ου, 6, one who fishes for the σωλήν 5, Phaenias ap. I.233, OG/524.5 (Thyatira), Artem.3.17, Ath.3.90f. -κεντης, ου, 6, fisher of σωλήνες, OG/756.5 Eust , Gloss. -ηγέω, carry a body, of saddle-mules, Hsch. Mitet.). -ομ,αι, Pass., serve as a groove or pipe, v. 1. for -ίζομαι in s. v. άστράβη, Eust ηγός, <ίν, (άγω) carrying a body, i. e. Paul. Aeg used for riding, σ. ήμίονος Suid. s. v. άστράβη. -ίδιον, τό, Dim. σωλήνος, ό, v. σωλήν. of σώμα IV. 1, text of a document, Ρ Lips (iii a. D.. -ίζω, σωληνώδης, ες, = σωληνοειδής, Aristid.Quint embody, Herm.ap.Stob.i II. put into documentary form, σωληνωτός, ή, όν, like α σωλήν, υφάσματα Lyd.Mag.2.4 ( = Lat. execute, PThead.$.1g (iv A.D.), PMasp (vi A. D.). 2. register, tiibulamenta). book, σωματίσαντός μοι..πόρον POxy (iii A.D.): Pass., c.dat., σωλίγξαι δραμεΐν, Hsch. -ίσθησαν τοίς δείνα άρουραι ib (ii/iii A. D.). ικός, ή, όν, σώμα,ατος, τό (Arc. dat. pi. σωμάτεσι /G5(2) (Stymphalus, of or for the body, bodily, opp. ψυχικός, έργα Arist.. 7Vl lol b 33 ', πάθη iii B. c.)). body of man or beast, but in Horn., as Aristarch. remarks (v. ib b 9 ; ήδοναί ib.i 104 b 5 ; τα σ. ήδέα ib. 1152*5 ; πόνοι SIG Apollon.Lix.), always dead body, corpse (wher8as the living body is Metropolis, ii B.C.); έργασίαι PEay (ii A. D.) ; ασθένεια BGU δέμας), &ς τε λέων ίχάρη μεγάλιρ έπϊ σώματι κύρσας II.3 ל 23 cf ; (i B.C.),. PPfo>51.5 (ii A.D.). 2. bodily, corporeal, opp. σ. δί οϊκαδ' έμόν δόμεναι πάλιν י 7 79 α κατελείπομεν &βαπτον Od j ασώματος, Arist. de AK.404 b 31, cf. Metaph.987*4, Ph. 214*12, Ti. ων.. σώματ ακηδέα κείται i s0 a ' so ' η Hes.Sc.426, Simon.119, Locr_96a ; σ. εποίησαν τά δώδεκα ζφδια κατά τα μέλη τ οΰ ανθρώπου Pi.O.9.34, Hdt.7.167, Posidon. 14J., Ev.Marc , etc.; τό σ. του gave somatic application (cf. μελοθεσία I. 1) to.., Rhetor, in Cat. τεθνεώτος Pl.P. 469d, cf. Grg. 524c, D.43.65; σ. νεκρόν POxy.31.7 (ii Cod. Astr : Comp. -ώτερος Thphr.CP : Sup. -ώτατος A. D.); νεκρόν σ. Gal. 18(2).93, cf. νεκρός II. I ; μέγιστον σ... σποδού, = ld.si-ws.37. Adv. -κώς corporeally, Ph.1-484, Ep.Col.2.9, Plu.2. σ. μέγιστου & νυν ο!τοδό5 εστι, S.P/-758 ; also later, Wilcken C/ir ε; άργυρικώς ή σ. κολασθήσεται OGI (Egypt, iii A.D.): (ii/iii A.D.). 2. the living body, Hes.O/>.540, Batr.44, Thgn.650, Astrol.-Kcos, opp.'in aspect', Ptol.7Vir.52,132,147 : Comp. -ώτερον Pi.O.6.56, P8.82, Hdt , etc.; δόμοι καϊ σώματα Α. ΤΆ.896 (,lyr.) ; S.E.P.I.7 3. forming a corpus, α! σποράδην καϊ οϋ σ. ζητήσεις γενναίος τφ σ. S.Ph.51; εύρωστος τό σ X,HG6.1 *6 ; τό σ. σψζειν or D.L ΐνος, η, ον, = foreg., Gloss. -ιον, τό, Dim. of -εσθαι save one'slife, D ! Th ; διασώζε iv or-εσθαι Isoc.6.46, σώμα, small body, poor body, Isoc.P/>.4.11, Epicur.Pr.181, Gnathacna X.^M ; π ε pi πολλών σ. καϊ χρημάτων βουλεύειν Th ; περϊ του ap.ath b, etc.; ασθένειατού σ. PHerc ; of a sick man's <τ. αγωνίζεσθαι for one'slife, Lys.5.1; εχειν τό σ. κακώς, &>ς βέλτιστα, body, PCair.Zen.254 (iii b. c.), Gal , cf. Agathin.ap.Orib. 10. etc., to be in a bad, a good state of bodily health, X.Mem , 7.4; of an animal, Arist.Pr.339; of an infant, Sor body, opp. spirit (είδωλον), Pi.Pr.131; opp. soul corpse, Plu.2.119b, Pap. in Stud.Ital. 12(1935).99 (UA.D.), PLips (iii A.D.), Hdn slave, PS/ (iii B.c.), PCair. {ψυχή), PI.6<g\493a, Phd.gid ; τάτοϋσ. %pyabodily\abours,x.mem. Zew (iii B.C.), PUniv.Giss (ii A.D.), etc. II. of ; al τοΰ σ. ήδοναί, al κατά rb σ. ήδ., ib.1.5-6, Pl./?.328d ; τά εις things, 1. small body, corpuscle, Arist. ilean.1, HA525* τό σ. τιμήματα bodily punishments, Aeschin > τά είςτό σ. οδικήματα ΡΡ/αΙ.ι.1g3 (iii β- c.). 4. animalbody, opp. plants, PI.P pi., padding, used by actors to improve their figure, PI. Com.256, LUC./7V.4I, Poll.2.235, book, volume, 564a (pi.); but of plants, 1 Ep. Cor civic rights( like lleraclit.^z/.i, Porph.Plot.26 ; structure of a poem, Longin.9. Lat. caput), Lys.23.12; άτιμοι τά σ. And.I.74; μέρος ήτιμώσθαι text, opp. signature, PGen. 11.1S,68.18 (iv A.D.). 5. τοΰ σ. D.51.I2. 6. in NT, of the sacramental body of instalment of a sum due, PEleph (iii b. C.). σωμάτειον is freq. Christ, τουτό έστι τό σ. μου Ev.Matt.26.26, cf. 1Ep.Cor.\o,16. b. v. 1., cf. C/G2829.9, (Aphrodisias). -ισμός, b, embodiment of the body of Christ's church, 01 πολλοί εν σ. έσμεν εν Χριστφ Ερ. in a legal instrument, POAy (i A.D.), (iii A. D.). 2. Pom. 12.5, ή 4κκλησία ήτις «στί τϊ> σ. [τοΰ Χρίστου] Ep.Efih. 1. registration of liability to taxation, PFay (ii A. D.), PHamb. 23. II. periphr., ανθρώπου σ. εν ουδέν, = άνθρωπος ούδϊ ετς, Hdt ; esp. in Trag., σώμα θηρ&ς, = θήρ, S.OC156S (lyr.) ; τεκέων σώματα, = τέκνα, Ε. 7V.201 (lyr.); τό σόν,. ο = σύ, \d.hec.301; rarely in σ. κατ' άνδρα BGUl^i A 4 (iii A. D.). II.11 (iii A.D.) : generally, registration, listing, PLond (i A.D.); sg. of many persons, σώμα τέκνων \d.med (anap.). 2. σωμάτο-βλάβέΐα [βλο], ή, bodily harm or injuiy, Procl.Par.Ptol. a person, human being, τά πολλά σ., = οί πολλοί, S.^?ίί.676 ; λευκά ίιδής, ες, bodily, corporeal, Pl.PArf.83d, 86a ; τί> σ. corporeal γήρασ. Ε HEgog (lyr.) ; σ. άδικα ld.supp.223, cf. Pl.Lg-.908a, PSI nature, ib.s1b,c. 2. incarnate, of a god, Ephor-31(6) J., Rev (iii Β. c.), 8tc.; εκάστου τοΰ σώματος /Gi ; κατά Phil (Egypt, Tab. Defix.). 3. substantial, solid, Thphr. σώμα per person, PRev.Laws50.9(111 β. c.); καταστήσαντες τδ σ. //P5.9.3, / «.48, al. II. metaph., organic, systematic, απαγγελίαι ίφείιτθωσαν της έγγύης ΡMich. Zen (iii Β. c.); (ργαζομένη αυτή τ!ρ Arist.Rh.Al b 31 ; Ιστορία Plb Adv. -δώϊ Arist.Rh.Al. ιδίφσ. working for herself, earning her own living, PEnteux.26.7 (iii 1436*29. -θήκη, ή, sarcophagus, ΤΑΜ 2(1).122 (l.evissi), 222.1!i.e.);,. τάφίλταταο of children, Aeschin.3.78 ; freq. of slaves, αίχμίλωτα σ. D.20.77, /G12(7) (Amorgos, iii B.C.), S/G (Cilicia). -βήκιον, τό, Dim. of foreg., written -θήκιν, MAMA (Sidyma), CIG4224c(near Telmissus), JHS34.2S (Lycia), (Milet., ii B.C.), etc.; οίκετικά σ. Lexap.Aeschin. 1.16, cf. S/G633.SS (Corycus). -μάχί'ω, practise gymnastic exercises with an (Milet., ii B.C.); δούλα Poll.3.78 ; ελεύθερα σ. X.HG2.1.1g, Plb.2.6. opponent, Gal ττλαστέω, model a body, interpol. in Jul. '1. etc.; later, σώμα is used abs. for a slave, PHib (iii B.c.\ P/I.89 (P.138B.-C.). -πλαστικός, ή, όν, forming bodies, Lyd. Plb , Apoc , etc.; σ. γυναικείον, α όνομα.. GDI Μens. 39. (Delph., ii β. c.); a usage censured by Poll.l. c. and Phryn.355 ; also σωματο-ττοι-εω, give bodily existence to, ένέργειαν Herm.ap.Stob.i. of troops, τήν των cr. σύνταξιν Aen.Tact.1.1 ; μηχανήμασιν ή σώμασιν represent in art,τόν"ερωτσ. Alex.Aphr.Pr.i personiέναντι οΰσθαι &δε Id. 32,1. III. genεrally, a body, i.e. any corporeal 73», Men.Rh.p. 333 S., Sch.Ar.^ic/i.976, Pass., become more substance, δει αυτό (sc. Tb όν) σ. μή εχειν Meliss.9 ; ή μέγεθός έστι ν solid or bulky, Dsc.5.75, Sor II. organise as a body, Tb έθνος ή σ. έστιν Gorg. 3 ; σ. άψυχον, έμψυχον, P\.Phdr.24^e, cf. Pit. 288e, Plb , cf. D.S.I 1.86, D.L ; make into a whole, σ. τα κεχαρισμένα Artem-4Prooem. ; σ. τήν διαίρεσιν, τήν φράσιν, Sch.Hermog.in Arist.P/i.265 b 29, al.; ό λίθος σ. έστι Luc. Vit.Auct.23 ; φασϊνοίμένσ. fivai τόν χρόνον, οί δέ άσώματον S.E.M ; κυκλικόν σ., of one Rh.7.60,791 W.: Pass., Longin III. provide with bodily of the spheres, Jul.Or.5.162b, al.; το πέμπτον σ. the fifth element, strength, recruit, τους 'ίππους Plb ; τον Φίλιππον Id ; su'j- ךSIG.62 sidize, τινά των πολιτικών χορηγιών σωματοποιών παρ' έαυτοΰ Philol.12, Placit , Jul.Or.4.132c ; metallic substance, Olymp. Alch.p. 71 B. 2. Math,,figure of three dimensions, solid, opp. a surlace, etc., Arist. Top., 142'24 Metaph , al. IV. the body or p.66m.: metaph., revive, refresh, τάςψυχάς, πασαν ελπίδα, Plb , 40 (Dionysopolis, i Β. c.); provide with refreshment, Phld.Acad.Ind νε- whole of a thing, esp. of οοιηρίείε parts of the body, Tb σ. τών cf. Pm ; τάς&ρμάς D.S ; του! πυρετούς Antyll. Ιΰ.//^497'9 Ί>ρών σ τί,/ αίσθητύ Ρ < ιων Id-G^744 b2 4 '> τί σ. t^s ap.orib exalt, magnify, πράξεις Plb.Pr.47 : Pass., : ך. Ael.NAι42 γαστρός, της κοιλίας, Gal.I 5.667,806 ; σ. παιδοποιόν ίιπb γυναικών -ουμένους Cat.Cod.Astr.8(4).154_ -ησις, εως, ή, the generally, the whole body or frame of a thing, ΰπό σώματι γάς A.Th., giving of bodily existence, Ptol. Tetr.103, Herm.ap.Stob ' -Cc.,

4 σωματότη σΰστρα. ή, = foreg., Ps.-Ocell.2. ι ο. -ός, όν, giving bodily existence, Iamb. Myst.8.1 (v.l. σώματα ποια). σωματότηϊ, ητος, ή, corporeality, S.E.Af.3-85) Gal , Plot , Theol.Ar.5, lamb.protr.21. σωματοτροφεΐον, το', a place where slaves are kept, slave-depot, D.S σωματουργ-εω, = σωματοποιέω : metaph., form into a whole, Procl.!'« D.,al, -ία, ή, = σωματοποιία, Herm.ap.Stob.i.49.69, Porph.Antr IKOS, όν,=σωματοποιός, Procl.inTi D., al. -ός, όν, creative of bodies, Id. in Prm. p. 63SS., in Ti D. σωματο-φ90ρε'ω,/>ο//«ί«with the body, A.^.948 (s. v. 1.). -φόρβος, ον, nourishing the body, Man φόρος, ον, bearing a metallic substance, γή Olymp.Alch.p.71 Β. -φρο-υρητήρ, ήρος, δ, = σωματοφύλαξ, Μ3η φίής, ές, corporeal, Gai.PM.Hist. 13 σ-ωματοφΰλ,ακ-εω, to be a bodyguard, D.S : c. acc., ].AJ6.6. 1, ία, ή, guarding the body or person, D.S.16.93, ιον, τ ό, place where a body is guarded or kept, sepulchre, Luc. Cant σωματοφύλαξ [C], ά/tos, δ, bodyguard, Sammelb.39^41.5 (ii B. c.), Plb , Gal : in pi., Plb S, al., Lxx/«.12.7, D.S.34.2, Arr.^; , Hdn : as Adj., protecting the body, φυλακτήριον σωματοφύλαξ πρόςφαίμονας PMag.L0nd σωμάτ-όω, make corporeal, prob. in Philol.i 1 : Pass., become corpore al or substantial, Arist.GVi 739*12,744*17, 5^5.445*23, Thphr. CP Pass., to be embodied, associated with a body, ψυχή..σωματωθείσα י Plot θείσα αίσθησις Dam.Pr.16. -ώδης, ες, σωματοειδήςΐ, י Arist.F/^ ! τά 0-. Id.G^737 a 35> a ' : Comp. and Sup. -έστερος, -έστατος, ld.pr.863 B 9, PA647 A 20. -ωσις, εως, ή, embodying, making of bodies, Herm.ap.Stob.i. 4 r.6 ; formation of the body, Theol.Ar thickening, consolidation, Thphr. CP Math., becoming solid, acquiring a third dimension, Theol.Ar. 16,36, 4. the stuff of which bodies are made, εκτήςγειναμένης -ώσεως έποίησεν ημάς Η ertn.ap.stob σωμελής, ές, sound of limb, Schwyser 181 i V4 (Crete). σωννυω, = σφζω (q. v.). σώαμαι, = σούμαι, σεύομαι, A.R.2.10I0, II. ν.σιρζω. σώος, ν. σώς. Σωιτάτρει,ος, α, ον, of Sopatros, Inscr.Delos438.2 (iib.c.): neut. -61a, τά, festival in his honour, ib.320b58 (iii B. c.). σωττάω, Dor. and poet, for σιωπάω, Pi./ ; cf. διασιωπάω. Σω-η-ή, = 2ιωπή, prob. cj. in Emp.123; σωπή γενέσθω Call.Iamb. I.102, cf.^255 σω 7η.αίνουσιν 01 κύνες παρά Ζενοφώντι, Hsch. σωίγομττία, ή, guaranteed manumission, Schwyzer336,11 (Delph,). σωρά, ή, scopa, Gloss, (dub.). σωρακίς, ίδος, ή, a sleeve for rubbing down horses, P.S/ (iii B.C.), Poll.1.185, II. =sq., IG ) σωρακί[ον]). σώρακος, δ, basket or box, Ar.Pr.248, Aen.Tact.30.2, Babr. I08.18, BGi/!4iv10(iiiA, D.); καταπαλτών, τοξευμάτων, /G2 2.I20.37, 1649, 14. σωράνθεμις and σωρανθίς, ή, = ανθυλλίς. ff. 11. in Ps. - Dsc , σωρ-εία, ή, heaping tip, ή έπϊ τοσούτο σ. Plu.O/A summation, Porph.Sent.36, Iamb.«>uVfc.p.S1 P.,al. 3. arithmetical progression, Theol.Ar.2\. -είτης, -ειτικός, v. σωρίτης, ιτικός. -εός, δ, = σωρός, Sch.Il ,,! ΕΜ42.21 Theognost.Can.^o, Suid. -ενμα, atos, τό, heap, pile, X..Cyr , Eub.47. -ευσις, εως, ή, accumulation, Arist.Metaph b 2g, Gloss. -ε-υτής, οΰ, ό, one who heaps up wealth, σ. άνθρωποι Phld. Oec.p.^oJ. (pi.); Ο, χρυσοί, χρημάτων, Cat.Cod.Astr.8(4).174,149 (both pi.). ευτικός, ή, όν, addicted to heaping up, φιλοκτήματος, Sch.Pto!. Tetr.6 f. -ευτός, ή, iv, heaped up, Alex.83. -ενω, heap one thing on another, τι πpos τι Arist.PA.1390 b 18 ; έπϊ τοΰ κοσκινού τά τεθλιμμένα Dsc άλλον έπ' &λλψ πλοΰτον Luc. Epigr. 12.6; άνθρακας έπϊ τήν κεφαλήν τίνος LxxPr.25.22, Ep.Rom ; περϊτόσώμα λάφυρα Piu.Pe/,33; νεκρούς D.S.I2.62 ; πλοΰτον Id. 1.62, cf. 5.46, Phld.Oic.p.45 J- : Pass,, Arist.GC325 b 22, Plb. 16. II.4; ούσίας πλήθος-εύεται Epicur.Fr.4S0, II. heap with something, c. gen., αιγιαλοί σεσωρευμένοι τινών Plb : c. dat., σ. βωμούς λιβάνφ Hdn.4.8.9; αυχένας στέμμασι ΑΡ7.233 (Apollonid.): metaph., γυναικάρια σεσωρευμένα άμαρτίαις 2Ep.Ti.Z- 6. -ηβόν, Adv. by heaps, in heaps, Plb , -«4-P7.713 (Antip.), Lxx VVi , 2. in arithmetical progression, Theol.Ar.g. -1, v. σώρυ. -ικός,v. σωριτικός. -i.t r\%\l\,ov,b,thefallacyoftheheap, invented by Eubulides of Miletus. D.L.2.108, Cic.Acad , S.E. ju.9.182, Asp. in F7V56.34, Luc.Sjy1K/>.2 3, Gal.8,25; 7repl τών πρός τάς φωνάς σωριτών λόγων, title of work by Chrysipp., Stoic.2.6. (σωρείτης, -ειτικός are freq. vv. Π.) -ϊτικός, ή, όν, of the nature of the σωρίτης, σ. απορία S.E.P.3.80 (σωρική ά7τορία in Μ. 1.68,8ο may be f.l.), Gal.18(2).254. Adv. -κώς S.~E,M.<).1S2. -ΐτις, 150s, ή, of Demeter, Giver of heaps of corn, Orph.// σωρο-βόλιον, τό, place for depositing heaps (of corn or of refuse), LW.424,427 (Mylasa), -ειβής, ές, like heaps, Hsch. s. v. σωρός, ό, heap, esp. heap of corn, Hes.O/>-778, Theoc ; σ. σίτου Hdt.1.22 ; πυρών Plu.2.697b (but σφφ is prob. cj.); of other things, σ. ψήγματος Hdt ; ακανθέων Id.2,75 ; ξύλων, λίθων, νεκρών, X.HG ; λίθινος σ. API.4.254: abs., heapor mound of earth, X.Vect.4.2 (pi.), Diph.ioo. 2. generally, heap, quantity, χρημάτων, κακών, αγαθών, Ar.P/.269, 270, 804 : opp. a definite num- ber or quantity, Απ5ί.^/α/>Α.1044» 4,10S4 b 22 ; σ. ή δρμαθόν ψάμμον Id. de An.41^24: prov., κόγχην ττροττάροιθει εχειν σωρών, of contentment, Epigr.Gr.44(> (Palestine). 3. as Adj., mpov σωροί, of a quality of corn, PGiss.63.7 (ii A. D.), Os/r.774 (cf. p.437), al. σωρότερος, 6, large cup, PLond ; also fem., σωροτέρην άτάνυσσον έμοϊ παλάμηφιν έάων D\ozcor\xs,\r\PLit.Lond.g8 ii! 4 (dub.). σώρυ,τό, a kind of ore, perh./errows sulphate, melanterite : nom. σώρι Dsc (but σώρυ as cited by Gal. and Orib.); the gen. is σώρεα>j in Dsc. I.e., Hippiatr.70, 96 ; soreos in Cels ; soraw (v. 1. sarios, soryos) in Plin./7/V σώς (A), δ, ή, σων, τό, defect. Adj. of which the foil, forms occur : Att. and later Gr. nom. crws.aiv.th.s.si, D ; acc., Th.3.34 ris1 > D ; nom. pi, ff$i(written(rw,but cf.em~ t 42.1 )cited byael.dion. Fr.302 from Th. r.74 (where σώοι codd.); α13οσ0ϊαε1.0ίοη.!. c.; acc. pi. masc.cris D.5.17,8.16,19.75, Luc.Phal.2.4; fem.sg.ffaar.fr,631, /G (Bruttium), prob. in ib , butσώs as fem., E.Cyc. 294, Ar.Fi-.658, Pl F%rf.106a,Call.yirf ; neut. pi. σα E.Fr.762, Pl.CWtf.111c, At/1.Mitt.49.3 (Attica, IVB.C.): Ep. nom. sg. masc, ER S H (here guaranteed by the metre), , Od.5.305,15.42, , ; o-oos ; acc.. Ι1.Ι.Π7(ν σώ1 1. σόον,σάον), (v.l. σόον); σόον 7.310, 8.246, (v.l. σάον) ; nom.sg.fem. σο'7) ; nom, pi. masc. σόοι 1.344, 5-531) , Od.4.98 ; nom. pi. neut. σόα ll , Od : Hdt. has nom. sg. σώς 1.24, al.; neut. σόον (v.l, σώον) ; pi. σόοι (v.l, σώοι) 8.39 ; fem. αόαι (σώαι codd.) 1,66; neut. σόαζν.ι. σώα) 4.124, '; gen. pi. neut. σόων (v.l. σώων) β': Hp. has σώον Art.: the stem σωο- never appears in Horn. or early poets, but is found in later poetry (nom. σώος Max.386; Comp. σωότερος A.R ), and in an Att. prose Inscr., neut. σώον IGi'.^g. 13, along with σών ib.128.6, ; the foil, forms from σωο- are found in Att. and latertexts : σώοςχ.αη , Luc.Abd-ξ; σώονlys.7.17, 20.24, Arist. Oec. 1347"24, Plu.2.786f,S0r.2.60,Aristid. I.425 J., Lib.Or.48.3; σώοι Χ.Αη , a!., D ,153,326; σώους Luc.Laps.8, Aristid J,; σώα X.Cyr^.4.13, HG1.1.24, Arist. Ath.30.4 ; fem. σώα X.HGp.4.4, D.56.37, Aristid.2.78 J.; acc, σώαν D , Aristid.2.42S J.; gen. σώας D , Off/ (Didyma, fii B.C.): the Papyri have acc. sg. masc. σώον PLond (11 A.D.), etc., acc. pi. neut. σώα BGU (1" B. c.), etc.: the word is rare in Lxx, acc. sg. masc. σώον 2Ma ; nom. pi. fem. σώαι (v. 1. σώοι) Thd.Be/17 ; acc. pi. masc. σώους 3Ma.2.J; neut. σώα 2^/ ; not found in JVT: acc. to Thom.Mag.p.328R. σώς is Att. for σώος, σών for σώον (masc. and neut.), σώς for σώους and σώας, but all other Att. forms are uncontr. (σώοι, σώα): the form σψος is recommended by Did.ap..ΕΛ/741.43, but rejected by Hdn.Gr.ib.46 (cf. Hdn.Gr.2.53), and is found in cod. 20fD ,al.; Babr.94.8; σφον AP6.%4g. 6(Phld.) : the form ffaosis preserved as v. l.in 11,1.117 (ap. A.D.Cow/ ), , and in the Comp. σαώτερος,ν. σάος: safe and sound, alive and well, of persons, εφης..σΰς έσσεσβ' ; ουνεκά 01 σώς έσσι Od ; 8τ1 01 σώς είμι ; βούλομ' έγώ λαόν σών (ν.ι. σόον, σάον) εμμεναι II ; c f ; σόοι εμμεναι Od άλοχο'5 τε σόη καϊ παίδες ΙΙ.Τ5-497 ϊ e Ij a1 Hdt.5-96 ; σώς καϊ υγιής Id.4-76, י 3-34.ך 1 ז Ρ' Li.82b. II. of things, safe, whole, ίνα περ τάδε τοι σόα μίμνγ (sc. τά κειμήλια) tl.i4.0u, cf. Od.r3.364! Hdt a'; ουδέ κε φαίης ήέλιον σών έμμεναι (ν. 1. σόον) II ?! s0 άγαλμα..,τό ετι καϊ ες έμέ ήν σόον was preserved, extant, Hdt ; αί πέδαι ετι καϊ ές έμέ?)σαν σόαι Id. 1.66, ל cf ποτίν.., εϊπερ έστϊ σών S Ph. 21; έστι σών [θοίμάτιον] καϊ ουκ άττόλωλεν Pl.PAflI.87b ; ή χιών οϋσα σώς κα 1 άτηκτος ib. 106a ; τό άθάνατον σών καϊ άδιάφθορον ib.e ; εχειν τι σών Χ.An ; των σήμαντρων έόντων σόων intact, Hdt β'; σώαι αί σφραγίδες; Lxx Be/17", παραδώσω τόν γόμον σώον καϊ άκακούργητον P/-0»rf.2,301.13(11 A.D.) ; α τε εάν λάβη, σώα συντηρήσειν καϊ άποδώσειν BGU (i B.C.) ; of money, intact, undiminished. ~E.Hec.gg4; τάργύριον σών παρέχειν Ar.Lys.488, IG2 a , cf. PI.P.333C ; σώα άποδιδόναιτα χρήματα ן. X.Cyr.4.1 g. 2. of events, safe, sure, certain, νΰντοι(μοι) σώς αΐπύς όλεθρος II > Od (σά^ος, cf. Cypr. pr. η. Σα^οκλέρ-ης.) σώς (Β), contr. for σόος, σοΰς, ό, = βλάστησις, dub. in Hsch. s. v. σών. σώσανδρον, τό, = δελφίνων, Ps.-D.sc. 3-7?» σωσάνιον, το, shoulder-piece of a coat of mail, Sch. ΑΓ.Λ'Κ.70. σωσίβιοι01 κωβιοί, Hsch. σώσικες' οί έφθοϊ κύαμαι, Id. σωσί-οικος [η, ον, saving the house, Apollon./.ftr. s.v. σώκος, Hsch., roxis! ιδος and 10s, δ, ή, saving the city, λεώς Ar.Ach. 163 ; ZeurStr , cf. S/G (Magn. Mae., iib.c.). σωσ-τε'ος, a,, 0J to be saved, Aristid.Or.24(44).37. II. σοιστέον one must save, E.//P1385 ; you must be saved, Ar.iys.501. The form σωτεος is cited by Hsch., Phot., Suid. -τικός, ή, όν, able to save, maintain, or preserve, c. gen., ή δικαιοσύνη νόμων σ. Arist. Top. I49 b 33 ; σ. ή ποιητικυν αγαθού Ιό.ΜΜι 183 b 36 ; τον θερμού Id.P;.g32 b : ais0 in 3 (Comp.) ; τό ίσον σ. ομονοίας Id.il/«.397*3 Prose, Dsc.4.81, Max.Tyr.6.2, Alex.Aphr. P0/ , Porph. Abst.3.26, Procl. in Alc.p.55 C., etc. -τός, ή, όν, safe, τλοΐον Apollon.i/!V.6. σώστρα, τά, (σώζω, cf. σαοστρέω) reward for saving one's lift, thank-offering for deliverance from a danger, σώστρα τον ναι δός θύειν [0 ΟΓΪ] Hdt.1.118, cf. APg (Pall.); σ. οφείλειντισί Luc.Salt.8 ; έκτίνειν τισί la.dmar reward for bringing back lostcattle or runaway slaves,, ο παρέχειν Hdt.4.9 ; σώστρα τούτου ίνακηρύσσειν X.Mem, ; σώστρα δέ μή έξεΐμ[εν έσπραξα 1] Foed.Delph. PelL2A2- s. 3 physician's fee, Poll.6,186; thank-offering to

5 σώτ 1ρα Asclepios.7Gi4.967 a 1, b 1 (Rome 1, 4 2 (I\483 (Epid.). The sg. only in App.SC4.62. σώτείρα, ή, fem. of σωτήρ, Pi.O.13.54, Hdt.2.156, E.AW.528, Heracl.588, Pl c. 2. freq. as epith. of protecting goddesses, οίτίχα, Pi.O.12.2 (cf. σωτήρ 1 2); of Θέμις, ib.8.21; ofeiνομία, ib.9.16; of Athena, Lycurg.17,/GJ ; of Artemis, AP 6.267(Diotim,), /G ; of Hecate, C/G(add.) 3827?(Cotiaeum); of Rhea, ib.4695 (Egypt), etc.; ή 2 abs., of DemeterjAr.ffa.379 (lyr.), Arist./?/!.1419*3 ; of Kore, SIG (Cyzicus, iii B.C.) ; of Artemis. /G ,40, etc.; of Cleopatra II or III, PTheb.Bank 11.2, OG/739.8 (ii B. c). II. an antidote, Gal.ap.Hsch., Paul. Aeg.3.45, ^ σωτέος, v. σωστέος. σωτεψατα' σωτρεύματα, Hsch. σωτήρ, ήρος, S, voc. σώτερ (v. infr. 1.2): poet, σαωτήρ Simon. 129, Call./>/.166 : (σφζω) : saviour, deliverer, c. gen. of person etc. saved, σ. ανθρώπων, νηών, h.hom. 22.3, 33.6 ; τής Ελλάδος Hdt ; εστίας πατρός A.CA.264; but also C. gεn. rei, [νόσου], κακών, βλάβης, a preserver from disease, ills, hurt, S. Ο 7304, Ε. Med.360 (anap.), Heracl.640; c. dat., σ. τή πόλει καϊ νψν φανείς Ar.Eq. 149; ο δόμοις ld.nu.1161 ; of a philosopher or guide, όδηγόν..'όν φησι σωτήρα μόνον Phld.Z.!i.p.20Ο.; esp. of Epicurus, d σ. ό ημέτερος Polystr.Here.346 p.80 V. 2. epith. of Ζεύς, Pi.Ο. 5.17, Fr.30.5, /G2 2.4IO.I8 (iv B.C.), etc.; to whom persons after a safe voyage offered sacrifice, Diph ; there was often a temple of Ζεός 2. at harbours, e.g. the Piraeus, Str.9.i.ig ; to Ζεύς Σωτήρ the third cup of wine was dedicated, τρίτον 2ωτήρι σπένδειν Pi./.6(5). 8; τρίτην Αιός 2ωτήρος εύκταίαν λίβα A.Fr.55; Ζεύ σώτερ Ar. 77!. 1009, Din.1.36; 21 Ζεύ σώτερ Philem.79.21, Men j to drink this cup became a symbol of good luck, and the third time came to mean the lucky time, τρίτος ήλθέ πόθεν σωτήρ' ή μόρον είπω; A.Ch (anap.); whence the proverb τό τρίτον τψ σωτήρι the third (i.e. the lucky) time, Pl-.ff.583b, Phlb.66d, Chrm. 167a; and Zeus was himself called τρίτος σ., Παλλάδος και Αοξίου εκατι καϊ τοΰ πάντα κραίροντος τρίτου σωτήρος,ךα.ειι.60 cf. Supp. 26 (anap.), b. epith. of other gods, as ofapollo, ld.ag.312, etc.; ofhermes, ld.ch.2 ; of Asclepios, /G4.718 (Hermione), (Hyettus, iii A.D.), BMus. Cat.CoinsPontus p.156 (Nicaea) ; σ. εύρυχόρου Λακεδαίμονος Isyll. 82; τόν σ. τών όλων Άσκληπιόν Jul.Or.4.153^! Ζεύς 'Ασκληπιός σ. των όλων. Aristid.0>4.(6)42 ; of the Dioscuri, /G12(3)-422 (Thera, iii B.C.), (Tarentum), etc.; even with fem. deities, Ύίχη σωτήρ, for σώτειρα, A.Ag.664, S.OT81 : generally, of guardian or tutelary gods, Hdt.8.138, A.Supp.982, S.P/4.738; τοίς άποτροπαίοις καϊ σωτήρσι X.//G applied to rulers, δια σε, βασιλεΰ (viz. Ptolemy IV Philopator), τόν πάντων κοινόν σ. PEnteux. 1I.6(iii B.C.); Πτολεμαίος 2 OGIig.l, al.; Άντίοχος 2 ib.233.3, al.; of Roman Emperors or governors, ib (Egypt, i A.D.), PLond (1 A. D.), etc. 4. in Lxx and NT, applied to God, LxxiJi.32.15, al., iep.ti.1.1, al.; to Christ, Ev.Luc.2.11, al. II. in Poets, as Adj., σ. ναός πρότονος A.Ag.Sgy, cf. Pi.Fr. 139; with a fem. noun, γονής σωτήρος (as Herm. for γυνή) A.Th. 213 ; τιμαϊ σωτήρες the office or prerogative of saving, of the Dioscuri, E.F/.993 (anap.). III. name of a month created by Caligula, BGU^8 (38 A.d.), PRyl (39/4 A ז(-ס etc σωτηρ-ία, Ion. -ίη, ή, deliverance, preservation, σωτηρίην ύποθησόμενον ύμίν Hdt.5-98; ז> μηχανάσθαι Id.7.172; σ. Ελλ?;σ1 δώσουσ' έρχομαι Έ..ΙΑ ך ί 42 ; σ. κατεργάσασθαι, ld.heracl.lo43 φέρειν Id.Tr. "53; άπεργάζεσθαι, πορίζειν, έκπορίζεσθαι, Pl.Lg.64'jb, Prt.32 lb, Th.6.83 ; σωτηρίαν εχειν S.Af.ioSo,,ךE.Or.1τ8 etc.; ζητείν Isoc.4 95; εύρίσκεσθαι Aeschin ; also σωτηρίας τυχείν A.Pers.308, Ch.203, X.Cyr.4.1.2, etc.; ενεύχομαί σοι τήν 'Απολλώνιου σ. PCair. Zen (iii Β. c.); 'ομνύω σωι (or σοι) τήν σαυτού σ. ib (iii B.C.); ΰπέρ σωτηρίας Αύτοκράτορος, = Lat. pro salute Imperatoris, OG/678.1 (Egypt, ii A. D.). 2. a way or means of safety ( = μηχανή σωτηρίας A.Th.20g), εστί τις σ.; ld.pers.~ t 33 (troch.); έχει ς τιν'..σ.; Ε.Ο.778 (troch.), cf. Ar.Eq.12 ; είς σ. άλλην καταφυγεΐν Antipho 2.4 I, cf. Th safe return, ή ές τήν πατρίδα σ. Id.7-7 > ήοϊκαδε <r. D.50.16, cf. Plu.2.241e ; ήσ.ήν συνέβη τω πατρϊ δεΰρο D ; νόστιμος σ.,ךgך. A.Pers Ag.343! in Lxx and NT, salvation, δ θεός τής σ. μου LxxPs.go(51). 14! al. ; σ. ψυχών lep.pet. 1.9; εύαγγέλιον τής σ. Ep.Eph. 1.13, etc. II. of things, keeping safe, preservation, Hdt.4.98; c. gen., A.Eu.gog, Pl.ff.433c, etc.; maintenance, τών οικοδομημάτων καϊ δδών Arist.Pol b 21; τών νόμων Pl.ff.425e; τοΰ ουρανού, τών άστρων, Arist.Cai/.28 4 *2ο, Mete.335'' security, guarantee for safety, σ. έστω τών υποκειμένων guarantee for the safe keeping of.., Syngr.ap_D ; σωτηρίας ένεκα τοις πολλοίς τών σωμάτων for their safe custody,, Pl.Z-g-.goSa; έπϊ τή jys ψυχής σωτηρία, ib.goga ; σωτηρίαι τής πολιτείας ways of preserving it, Arist P0/.13o1 a 23, cf b 24, Pl.Pr/.354b. 3. security, safety, τοΰ against, ; toivooth.2.60 τοΰ βίου Pl.Prt.336d. 4. e.gen. ob].,security απορίας Philem bodily health, well-being, j5g / (ii A-D.), POxy (iii A.D.), etc. -ιάκόν τό είς έκφοράν νεκρού δώόμενον, Hsch. -ιαστ&ί, ot, worshippers of Artemis σώτειρα, IG 2ί ιϊ4ζ 9> l-2(l).3s» a ' (Rhodes -ικά,τά, name of a festival, SIGSigA 28(Delph., iii B.C.). -109, ov, saving, delivering, ανγαί ήχ' ίου A.Supp.2\3, cf. Th.3.53, Pl.P/i.jna, etc.; θεοί BGU J62v1(iii A.D,); of symptoms, betokening recovery, Ηρ.^/Ά.7.37 ; ολιγοχρόνιόν τε καϊ σωτήριον δηλοΐ τό νόσημα Gal.9-574» έλττίϊ σπέρ- "ατό; σωτηρίου hope of seed to preserve or perpetuate the race, A.Ch ; δέχεσθαι τόν ίκέτην σωτήριον who brings safety to our state, S. OC 1751 σώφρων 4S7codd. b. c. dat., bringing safety or deliverance to.., ϋδωρίχθύσι σ. Heraclit.61; άριστα καϊπόλεισ. Α. Γ/!. 183, cf. Ο!. 505, Ε.Iieracl.402, Ph. 918 ; νηυσίντε καϊ ναύττ!σιν IG12(8) p.x(thasos, vi/vb.c.): also c. ger!.,t7)s βασιλικής αρχής σ. Pl.Efi.354b, cf. Arist.Pol. 1314*13 : Comp. and Sup., τό πείθεσθαι σωτηριώτερον αύτοίς ן. X.Mem.3.3 ο ; Ίππος -ώτατοίτψ αναβάτη Id.Eq.3! of persons, much like σωτήρ, Ε. Or. 657! Βα.963, etc ; 2 *ύς,. S.El. 281, Fr : c. dat., Th.7, 64; [ Ελένη ] ναυτίλοις σ. E.Or.1637 : c. gen. pers., τάχ άν γενοίμεθ' αυτόν..σωτήριοι S.Aj.Jjg. II. as Subst., σωτήρια, τά, deliverance. safety, τάκείνου σωτήρια ld.el.923 (so σ. πράγματα A.Ag.646) ; ή έλπϊς των σ. Arist.Rh. 1383*17 : also in Sg., ίρυμα τής χώρας καϊ πόλεως σ. Α. «701; έπινοείν τι σ. τοις παροΰσι Luc.JTr.18, cf. DMeretr.g σωτήρια (sc. ίερά~),τά, a thank-offeringfor deliverance, σ. βύειν θεοίς, Χ.Αη.3.2.9,5.1.1 cf. Marm.Par.7, etc.; σ. άγειν Luc.Herm. 86; σ. τοΰ βασιλέως πανηγυρίζειν for his escape, Hdn.I.10,7; of a festival at Delphi, commemorating the retreat of the Gauls. S/G402. 5(iiiB.c.), etc. 3. physician's fee. Poll public privy, at Smyrna, APg.642 (in lemmate), Suid. III. Σωτήριος (sc. μήν), ό, also written 2ωτήρειος, name of a month, PLond (I A. D.), PFlor. 55 (i A. D.), etc. IV. Adv. -ίως Antip.StoV.3.256, Ph.2.12,al., Plu.Z.«ir.5, S.E.iif.9.113, etc.; <r. ίχειν to be capable of recovery, Plu. 2.9!8d. -ιώδης, ες, wholesome, φάρμακον Gal (Sup.); giving safety, Hid : Comp., D.C : Sup., IGRom^.gi^cg (Cibyra). Adv. -5<2s, έχει ν to be on the way to recovery, Agt.5.51 ; = salubriter, salutabiliter, Gloss. σώτρον, τό, wooden felloe of the wheel (the iron hoop or tire being έπίσωτρον), P0II.I.I44, י ΙΟ.53 ^f. σωτενματα. σωφρον-έω, poet, σάοφ- Opp.Ll.3.446, AP (Agath.) : to be sound of mind. Hdt.3.35, Ev.Marc Gal ; %ςήνφορητός ούδέ σωφρόνων Babr to be temperate, moderate, show self-control, Heraclit.u 2,116 (v.l.), A.Pr.982, Pers.829, IG , Antipho 2.2.5, Th.8.24,, a. PI. FW»244 X.Cyr ; τό σωφρονεΐν, = σωφροσύνη, A.Ag.1423, cf. 181, Ar.Nu. I06t, 1071 ; ές Άφροδίτην σ. Ε.ΙΑ 1159, c f Ba.3 I4(s. v. 1.), π ερί τους θεούς Χ. Mem. I.I.20 ; of soldiers, σ. καϊ ευτακτείν ib , cf. Lys.l2.47; σ - κα ' όμονοείν And.1.109; opp. ύπερφρονέω, Ep.Rom : with a part., WjUToyTes σωφρονοίμεν άν Pl.Men.god. 3. come to one's senses, learn moderation, Hdt.3.64 ; σ. ύπό στένει A.Eu.321 (lyr.); σωφρονούντες εν χρόνω ib.1000 (lyr.) ; ον σωφρονήσεις; S. ז Aj έσωφρόνησας ld.pa.123g; νεσωφρονηκώς when he had recovered his senses, PI. Phdr.241b. 4. Pass., τά σεσωφρονημένα εν τω βίφ μοι things Ihad done with discretion, Aeschin ημ α-> ατός, τό, an example of self-control, X.Ages.5.4, Stoic.3.136; cf. σωφρόνισμα. -ητέον, one must be temperate, Luc.Hist.Conscr.45. -ίζω, recall a person to his senses, chasten, Pi.Fr.2cg, Pl.G>g47. Sd, X.Cyr , etc.; ή τοιαύτη ήττα σωφρονίζειν Ικανή ib ; τους πονηροτάτους αί συμφορά! σ. D ' folld. by inf., 'ίνα σωφρονίζωσιν τάϊ νέας φιλάνδρους είναι κτλ. Ep. Tit.2.4 : Pass., to be chastened, learn self-control, Th.6.78, X.Cyr , etc. 2. of passions, things, etc., σ. τό θυμούμενον τής γνώμης Antipho i T V" λαγνείαν λιμφ σ. Χ.Mem ; άμπνοάς σ. to pant less violently, Ε.HF86g (troch.); των κατά τήν πόλιν τι ές εύτέλειαν σ. to reduce the expenses ofgovernment at home, Th ικός, ή, όν, naturally temperate, self-controlled, of persons, X.Mem , Arist./?/!.1390*14, 7V b 5, etc.; oi βουλόμενοι σ. είναι (ironically) Stoic ; cr. τήν άναβολήν Luc. Tim.54. Adv. -κώς Ar.Eq.343, Sor.1.33 : Comp. -ώτερον Ath c. 2. of things, PI.Pit. 307a; σεμνότης Plb , etc.; σωφρονικωτέρα τροφή >. Muson./18 B p.lo4 Η.; τό σ. X.Mem , cf. Me.trod.Herc ; τά σ. καϊ ανδρεία Phld.Mus. ρ.50 Κ. -ισμ-α, ατος, τό, chastisement, lesson, Α.Supp.992, Aristarch. Trag.3 (v.l. ημα), App.Pun ισμός, ό, teaching of morality or moderation, Str , J.BJ2.1.3, Plu d, etc.; self-control, 2Ερ. Ti ιστήρ, ήρος, ό, = σωφρονιστής,.ךplu.cat.μα.2 II. pi., wisdom-teeth ( κραντήρες), Hp.Cam. 13, Cleanth. S/ofc.1.118, Ruf.OHOOT.51, Hsch., etc. III. σωφρονιστήρ λίθος at Thebes, which restored reason to Heracles, Paus , -ιστήρισν, τό, house of correction, Pl.Z,^.908a, Ph ιστής, ου, ό, one that chastens or chastises, Th.6.87, Pl./?.471a, D , etc.; <5 δήμος.. εκείνων σ. Th.8.48 ; τής γνώμης Id.3.65 ; 5 σ. λόγος Lyc.Fr.3; νόμους σ. επί τισι τιθέναι D.H II. at Athens, superintendents of the youth in the gymnasia, 10 in number, /G , al., Arist. Ath. 42.2, Pl.Ax.36~a.. -ιστικός, ή, όν, making temperate, teaching morality, δύναμις S.E.M.6.21 ; λόγοι P0II.3.I00; [ψδη!] Eust ιστ-ύς, ύος, ή, = σωφρονισμός, σωφρονιστύος ένεκα for the sake of correction, Pl.Lg.g34a. σωφροσύνη [δ], Dor. -τίνα, Ep. and poet, σαοφροσιίνη (as in Horn, and in later poetry. IG^.3632,11, 3753), ή, soundness of mind, prudence, discretion, Od ; in pi., ib.30 ; the common form first in Tbgn.379, 701, 113S, Epich.101; αιδώς σωφροσύνης πλείστον μετέχει Th.1.84 ; σ. λαβείν Id ; sanity, opp. μανία, X.Mem. ι. τ. 16, cf. Act. Ap moderation in sensual desires, self-, PI363(anap. control, temperance. Dem0cr.210, Ar.Nu.962 (anap.), And.1.131,, eךpl.phdr.23 etc.; σ. τό κρατείν ηδονών καϊ έ-πιθυμιών Id. Smp. 196c ; σ. τό ττερϊ τάς γυναίκας (sc. έργον) Arist.Po/.I263 b 9j cf. ΕΝ11i7 b 23, Pl.PM68c, /?.430Ε sq., iep.ti in a political sense, a moderate form of government, Th σωφρόσΐνος, η, ον, = σώφρων, Porph. in Cat σώφρων, Ep. and poet, σάόφρων (as in Horn., v. infr., Pi,Pae.g. 46 ),ovos, ό, ή : neut. σώφρον : prop, of sound mind (from σώς, φρήν,

6 α ώχω cf. Pl.Cra.411e, Arist. 7V1140*11): hence, discreet, prudent, ουκ &v με σαόφρονα μυθήσαιο εμμεναι II , cf. Od.4.158; opp. άφρων, Thgn.431,454, 497 ; opp. νήπιος, ל Id.483 PP ανόητος, Hdt.r.4 ; σώφρονεςπερϊ θεούς X.Mem j σωφρονέστατος έντήτε'χνη Hp.Prorrh , of things, τοϊσι λόγου σώφρον έπεστιν άνθος Ar.Nu (lyr.); σ. οίκτος reasonable compassion, י Th έστατον κήρυγμα Aeschin.3-4; σώφρον' εΐπας Ε.ΙΑ 1024; άλλο τι -έστερον γνώ- ΟΈσθεΤΙι^.ιιΙ; σώφρόν έστι c. inf., Id II. in Att., esp. having control over the sensual desires, temperate, self-controlled, chaste (σώφρων δ μετρίας επιθυμίας έχων ΡΙ.Ζλ/ 4 τ 5d. σωφροσύνη 1), μοι δός -εστέραν πολύ μητρός γενέσθαι A.Ch. 140, cf. S.Af. 132! γυνή σ. And. 4-14) Cf. S.Fr.682 ; σ. και εγκρατής εαυτού Pl.Grg.4gid, cf. lep.ti. 3.2, etc. 2. of things, σ. γνώμη A.Ag (troch.) ; c-ύχαί Id. Supp.710 ; σ. ΰμέναιοι, λέχη, Ε. Or.558,El ; τράπεζα, δίαιτα, Id, Fr.893 (ty.jj Pl.Ep.336c ; άριστοκρατ/amoderate, Th.3.82 ; χάρις ib. 58 ; βίος Ρ ε ; φρονείν σώφρονα S.Fr τό σώφρον, = σωφροσύνη, Id.Fr.786, E.Hipp.43h T h י «37 σ05 σ F-^ndr. 365, cf. ו 346 etc.; έπΐτό-έστερον λαμβάνειν τι Hdt j τό-έστατονth-3. 62; τά σώφροναλάγδην πατείται S.Fr.683 HI. Adv. -όνα! Α.Th. 645: EU.4\, Hdt.4.77 ; σ. τραφήναι Ar.F Υ ) Γ ) σ Te ^ox μετρίωs ΡΙ.Τ?^^ ; δικαίως πράττοντες Καϊ σ. Id.Ale ^; σ έφέπεσθαι cautiously, Χ.Ages. 2.3: Comp., -έστερονπολιτεύειν adopt a more moderate constitution, Th.8.53, cf. T -S4> X.Eq.Mag.T.T4, etc.; but -εστέρως gךe..ia3 ' (troch.) : Sup. -έστατα Isoc.7.13, Ρ1.Ζ..?.728ε. σώχω, Ion. for-ψώχω, rub to pieces, grind, Nic.Th.3go!6g6, Hsch.; cf. κατασώχω. σώω, Ep. for σωζιβ (q. v.). τ T T, ταΰ, τό, indecl., twenty-second letter of the Formello abecedaria, IG , but nineteenth of the Ion, alphabet, cf. PI. Cra. 394b : as numeral τ'= 300, but/r= 300,000. τ', apostroph. for τε, and. 2. τοι is elided in Od.1.60,347, also in Aeolic verse, θέλω τί τ" είπην Sapph.28, cf. Ale.O^y.i ii 9, but is joined with &v, άρα by crasis. 3. Attic τό, τά are never elid ed, but may suffer crasis. 4. τί or τί can suffer neither elision nor crasis. τά, v. δ, ό, and ός. II. v. τίς. ταβαίτας, ου, ό, tvooden bowl, a Persian word, Amynt.ap.Ath.14, 50od. ταβάλα ταβήλα, Parthian word for a drum, Hsch.; cf. tabulas (acc. pi.) in codd. of Seneca Ep ταβάσιος, δ, perh. = τοπάζιος, Pllolm ; λίθον τ όν καλού μεν ον ταβάσι(ν) ib. 4 Ι 2 ; <5 λεγόμενος ταβάσις έκ τής Αιγύπτου καταφερόμενος ib.8.7- τάβελλ,-α, ή, writing tablet, note, PHamb (i A.D.), POxy (1A.D.); Τ. ελευθερώσεως manumission-/ #«r, Sammelb (11 A. D.), cf. BGU388 i 11,16 (ii/iii A. D.). -άριος, δ, = Lat. tabellarius, τοΰ κυρίου Καίσαρος / 5(2) (Lycosura), cf. PCair.Preis (ii/iii A.D.). -ίων, ωνος, ό, = Lat. tabellio, PStrassb.r.15 (VA.D.), PMasp (vi A. D.). τάβίρνοδύτης [ΰ], ου, 0,=ganeo, sabinario, Gloss. τάβλ-α (so FGi/ (i A.D.)) or τάβλη, ή,. Lat tabula. από χαλκής τάβλης Wilcken C/ir (ii A. D.), cf. BGUySo.l 5 (ii A. D.); dice-table, acc. τάβλην APg (Agath.), but τάβλαν ib. 767 lemma ; acc. τάβλαν, of a mummy-label, Wilcken CAr (ii/ iii A.D.); acc. pi. τάβλας, of corn-distribution tokens, Sammelb.4514 iiiia.d.). -άριος, 15, = Lat. tabularius, PSI (ii A. p.), IGRom (Eulandra), etc. -ίζω, play at dice, Hsch. s. v. κυβεΰσαι, Suid. s. v. πεττεύουσι, Zonar. S.v. πεττοί; written ταολ- in Thorn.Mag.p.212 R. -ίον, τό, tray, τ. μαγειρικά PFay (iii A.D.),cf. PLond (iiA.D.), ο (iii A.D.). II. τ. χελώνης the shell of a tortoise, Gp Ill.= la/us clavus, Suid.s. v. χλαμύς. -ιό-π-η, ή, comic word, formed after Καλλιόπη, a game at dice, ^4F11.373(Pall.). -ιστήριον, τό, = κυβείον, Sch. Aeschin ιστής, οΰ, δ, dice-player, Gloss. τάβλον, τό, perh. =ταβλίον 1, τάβλα γ' BGU338S (ii/iii Α. D.). ταβλοιτάροχος, δ, sine interpr., Gloss. τάβλ-ωμα, ατοί, τό, = δρύφακτος, Sch.Ar.Fy ωτός, όν, boarded, δρύφακτοι Sch.Ar. Κ.348,385 τάγά, a, time during which α ταγός holds officc, i. e. war-time, opp. άταγία, S/G55 (Thessaly, ν B.C.). τάγαΐος, a, ov, acting by command, Hsch. τάγανα ταύτα, Κρήτες, Id. ταγαρίζα, τά, perh. = *ταγαρίδια, pi. of Dim. of ταγή 5, supplies, or = τά γαρίζα, = *γαρίδια, Dim, οίγάρος, POxy (iiia.d.). ταγατίζων κιχλίζων, Hsch. ταγγ-ή, ή, (ταγγός) rancidity, Alex.Aphr.Fr II. a kind of scrofulous tumour, Y{p.Epid ίασις, εως, ή, = foreg. 11, Gloss. -ίζω, to be or become rancid, Crito ap, Aet.8.2, Gp.g ός, ή, όν, rancid, ibid. τάγεία, ή, office or rank of ταγός, X.HG τάγείς, v. τάσσω. τάγενμα, ατοί, τό, dub. 1. in A.Myrm. in PSh , Ταίναρο? τάγ-ε15ω, to be ray is or chief oftbessaly, ז. X./7G6,1 c,: Pass., to be united under one ταγός, ib /0 be chief of a phratria, Schu1yzer12},A I, 531,33 (Delph., iv B.C.). 3. to be magistrate of a Thessalian town, /G9(2) (Larissa, iii B.C.), (Thess,, i B.C.). II. Med., let soldiers be posted or stationed, άνδρας αρίστους..πνλών έπ' έζόδοισι τάγζυσαι A.77! εω, to be ruler, ατάσης Άσ'ιδος Id.Fers.764. ταγή, ή, line of battle, front, ιάν έκ τΰς ταγαί έλστ! ποκά Ar. Lys command, province, Arist. Ogc b 2 53 b 2. command, order, Supp.Epigr.4.46^3 (Branchidae, iii A.D.). 4. pension, alimony, PEnteux (iii B. c.). 5. ration, PCair.Zen , 569, 22,al., Sammelb.6jg6.34 (all iii B.C.), BGUII (i B. C.), POxy (iv A. D.), Hsch.; for a horse, Hippiatr.97. β. stipulated amount to be delivered, λίθων PPetr.2ρ.γ (iii B. C.), cf. PFlor. IJ9.6(iii А.D.), Sammelbr t 44I.7 spi A. D.) F 7. penalty, /W, ΖΧΛ/2.'40 (Telmessus), τάγήν" όνομα ορνέου, Suid. τάγην-άριον [a/>], τό, Dim. of άτταγήν, Suid. s. v. άτταγάς, Lex.de Spir. p ias, ου, ό, pancake, Magn.i, Cratin.125, Metag.6, Nicopho!5. -ίζω, = τηγανίζω, fry, broil, Eup.351, Gal.6.637, al.: Pass., Ph.2.250, Gal ΐσις, εως, ή,frying, ib.7s7, Alex. Aphr. in Mete π. -ισ ταί, 01, the Broilers, name of a play by Ar. -LOTTOS, ή, όν, fried. ίχθύες Alex. ;ο, cf. Gal ; [ρ'ά] ib ίτης [1], ου, &, Att. for τηγανίτης, ib.490, Ath d. " τάγηνο-κνίσο-θήρας, ου, ό, frying-pan-sniffer, Eup.172. τάγηνον [ά], τό, frying-pan, saucepan, Eup.346, Ar.Fy.929, PI. Com , Anaxandr.33.4, Luc.Symp.3S: more freq. in form τήγάνον, Pherecr. 104, 127, Eup.14.4, LxxLe.2.3, al,, Mariaap.Zos. Alch.p.236B.(codd. vary in Gal.6.490,3!.); cf. Ath.6.228fsq., who also cites ήγανον from Anacr.26. ταγηνοστρόφιον, τό, slice for turning things over in a frying-pan, Poll.6.89,10,98 : written τηγανόσ-τροφον in Hsch. s. v. λί(σ)τριον. τάγιλος φειδωλός, Hsch. τάγιος" κήρυξ, πρεσβευτής, οξύς, ταχύς, βάσιμος, Id. τάγμα, ατοί, τό, (τάσσω) ordinance, command, νόμου τ. Ρ1.Ζ)ςί4 τ 4 ε > εκ δυοΐν τ. from a combination of two ordinances, Arist.P0l.12g4 h б. II. fixed assessments payment, Id.Oec.1349"24, C/G Crete). III. body of soldiers, division, brigade, X.Mem , PFrankf.7.5 (iiib.c.), Ph.Fe/.96.48, , PRein (iib.c.), Plb , etc. b. = Lat. manipulus, Id = Lat. legio, legion, D.H.6.42, Str.3.3.8, ~Pia.Oth.12, D.C.71.9, C/G4693 (Abukir). IV. order, rank, IG (Naples); βουλευτικόν τ. CIG (Cilicia); Ιππικόν τ. ib.2803 (Aphrodisias); τό τ. των γυμνάσιάρχων POxy. 1252*. 24 (iii A.D.); τοΰ πρώτου τ. IG.f 2 (l).81 (Epid., i A.D.) : acc. τάγμα as Adv., CIG 3765 (dub.), cf./gi (Naples). V. generally, arrangement, of footprints, τίς ό τρόπος τοΰτ.; S.Tir/m.ii4; tow of bricks, dub. in Ale status, φύσεως τάγμα εχειν Epicur.F/>. ι p. 24 U.; function, Phld.Po.5 Fr. 1; & τ. γενόμενοι c. inf., being in a position to.., PLond (ii A. D.). ταγματ-άρχης, ου, ό, leader of α τάγμα, D.H.20.4, Onos.42.8: hence ταγματαρχε'ω, Ph ικός, ή, όν, of orfor α τάγμα in, έπιφοραί D.S ; υπηρέτης PThch.BankS.2 (ii B.C.): ταγματικόν, τό, = τάγμα in, ib.5. II. τογματικό!, ό, =legionarius, Gloss. -ιον, legiunculus, = ib. ταγός, ό, (τάσσω) commander, ruler, chief, ταγός μακάρων, of Zeus. A.Pr.96 (anap.) ; ταγοί Περσών Id.Pers.23 (anap.); ξύμφρονε τaךώ prob. in Id.Ag. 110 (lyr.); νεών, ναών, Id.Pers.324,480, cf. S.Ant. 1057, ~E.IA26g (lyr.) ; τών'αθηνών Ar.Eq II. specially, federal commander of Thessalian league, X.HG6.1.6,6.4.28, etc. 2. pi., college of magistrates in Thessaly, IG 9(2) (Larissa, iii B.C.): sg., one such magistrate, SIG33 (v B. c.), Inscr. Cypr. 116,170H. 3. president of a phratria. Schwyzer323A ii, al. (Delph.). [a, but ταγοί was read by Aristarch. and others in II ; if o'l τ' άγοί is read ο'ίτ' is relat. (sc. 61V1V).] ταγοϋχος, ό, (ταγή, εχω) having command, commander, A. «.296. τάγΐρΐ [al, τό, indecl., little bit, morsel, μαθόντι μηδέ τάγυρι μουσικής Eup_3 Theognost. Can. 120 cites it as a noun ending in ;; ταγύρια is perh. corrupt in Hsch. τάγχαρας, foreign word for gold, CosmasadOG/199: the gen. τάγχρου should perh. be read in AP (Besant.yira, ταγχούρον cod. A); τάγχουρος γαρ ο χρυσός, ή λέξις Περσική Sch. ad 10c. (Sch. Theoc.p.351 W.). ταγώνιον, sine expl., Theognost. Co«.l 24. τάδε, Dor. for τί)δε, here, Schwyeer 167 a (Selinus, ν B.C.). τάδήν [a], Adv. ο(τέ'ινω, on the stretch, Fii/ τάθείς, τάθη, V. τείνω. ταθρίσιον, τό, or -ιος, δ, a kind of fish, PLond.ined Ταινάρΐίυς, έως, δ, native of Taenarus, Orph. Λ. 20^, Ταίναρος, ή, Taenarus, a promontory at the southern end of Laconia, Pi.P.4.44,174 ; also masc. or neut., Th. 1.12S,133, 7.19; Ταίναρον ήνεμόεντα ת! : Str Orph.^.1370 : neut. Ταίναρον, τό, most passages the word occurs in an obi. case without an Adj., so that the gender is undetermined, as in h. Αρ.412, Hdt.1.23,24, Th , Ar.Fa.l87, etc.; Ποσειδών οϋπϊ Ταινάρω θεός\d. Ach.3\0 ; πύλη τις εστί (sc. of the infernal regions) Ταινάρου προς έσχάτοις Men.842, cf. Str. I.e.: Adj. Ταινάριος, α, ον, Ταιναρίην ύπό χθόνα A.R.I. 102f, epith. of Artemis, Euph.9.11 ; Τ. λίθος, v. λίθος 11. 1: neut. pi. Ταινάρια,τά, festival of Poseidon at Taenarus, Hsch. (-[ας cod.) : hence Ταινάριοι, 01, celebrants of this festival, IG5(1 ) : also Taiva-

7 ταινί ρίζω, celebrate this festival, St.Byz. s.v. Ταίναρος, and Ταιναρισταί, 01, Ταινάριοι, Hsch. ταινί, ν. όνί. ταινία, ή, band, fillet, esp. headband, worn in sign of victory, θήσω δέ νικητήριον τρείς ταινίας Eub-3, cf. Emp.112.6, X.Snip.5.9, Ρ!. S1uf>.212e, Paus ig, etc.; ταινίας πωλεΐν D.57.3: ; also, the breastband of young girls, etc., Anacreont.2 2.\3, cf. Paus , Poll.7.65 ; abdominal band, DiocI.Pr.i42 ; bandage, Hp.Art.30 (pi.). /C4 2 (!) ,61 (Epid., iv B.C.), Sor.Pasc.2s,al; ribbon, distd. fr. λημν'ισκος, PCair.Zen.696 (ϊύ B.C.). 2. stripe in fur, Opp. C pennon of a ship, D.Chr.74.8, Poll.1.90 ; of a spear, D.S , 4. = ταινίδων III oriv, τ. χρυσή, έφ'ής επιγραφή Βασίλισσα Στρατονίκη.. Inscr.Dilos 442 Β 33 (ϋ B.C.); τ. περιηργυρωμένη ib. 29. II. strip or tongue of land, D.S.I.31, App.Pun.121, Plu. Alex.26; sandbank, PTeb.3.30, PStrassb (both ii B.C.), Plb , Str name of a strip of land near lake Mareotis, Ath.1.33ε. III. in joiner's work, fillet, fascia, τήν τ. έπϊ τόν θράνον του νεώ έπιθέντι IG11(2). 161 Α 50 (D810s, iii B.C.), cf, LxxPs. 27.5, PW ; περιθήσει ταινίαν μέλαιναν a black band (round a mosaic floor), PCair.Zen (iii B. C.). IV. tape-ivorm, Gal.14. Gp (pi,). 755 V. a long, thin fish, Epich.56, Arist,HA s 4 b 33 t [Ϊ, butϊ metri gr., Emp. I.e., Opp. I.e.] ταινιάζω, = ταινιόω, Anon.(Iamb.Sai>.(?))ap.Suid. s.v. άνέδουν,. ^. Luc.Zc11 but perh. f. 1. for παιανίζω, cf. ταινίδιο ν,τό, Dim. of ταινία, strip of linen, Ηρ.^«<Λ(5^.)15, Sor. Ease. 36, al.; strip of skin, Hcliod.ap.Orib , Antyll.ib ι. II. Dim. of ταινία III, PMich.Zen.38.8 ij'ii B. C.). III. perh. small jewel-case, δακτύλιος χρυσούς έν-ίφ ένδεδεμένος ξυλίνψ IG 11(2). 161 ^51, cf. 119, 203P68 (Delos, iii B.C.); στλεγγίδων χρυσούν έπϊ ταινιδίω ib.82, cf. g I ; όρμος χρυσούς έπϊ ταινιδίου Inscr.Delos442 Β202 (ii Β. c.). IV. small ribbon, στέφανον έλάας μετά -ου φοινικιοΰ SIG 1018 (Pergam., iii B.C.) ; τ. χρυσούν IG ί 1(2).203 Β 48 ; δλκή.. συν ταινιδίοις καϊ λίνψ ib.8j. ταινίν, ν. δνί. ταινιοβιδής, ές, ribbon-like, ίμάς Hp.,ךArt.4 cf. Thphr.//P ταινίον, τό, Dim. of ταινία, small band, ΡΛ/749.44; ταινίον χρυσούν Inscr. Prien (I B. C.). ταινιόιτωλις, ιδος, ή, dealerin ταινίαι, Eup.243, D ταινι-όω, bind with a headband, esp. as a conqueror, ז Th X HG5.1.3 i Pass., to be crowned, Ar.ffa.395, D S : metaph.. D.C.39.25; ομφαλός τεταινιωμένος Str : Med., wear a headband, Ar.Pc ώδης, ες, = ταινιοειδής, Thphr.Ign.J2. -ωτικό?, ή, όν, οίνος, perh, wine from the Ταινία (v. ταινία II. 2), Ath. 1.33ε ; cf. Taeneotica papyrus, Plin.ΗΝ ταιννί, v. δνί. ταΐννυ, v. 'όνυ. ταίτης, ου, δ, (ταως) peacock stone, = πάγχρους, Cyran. 38. τάκίρός, ά, όν, (τακήναι, τήκω) melting in the mouth, tender, άκροκύλια Ar.Fr-4, Hp.Mul.i. 16g; σχελίδες τακεράταται PHΕRΕCR.I0S.!3 ; τακεροϋς ποιήσαι τobs ερεβίνθους Id.84, cf. Hp.Aff.36, Gal.6.498, al.; τακερά μηκάδων μέλη Antiph.1.4 ; τ. ποιείντά κρέα Dionys. Com. 3.7; τ. πόδες as food for invalids, Herod.Med.in Rh.Mus.58.95,98, m8taph., meltu. b, languishing, Ερως Anacr.169 ; τακέρ' όμμασι δερκόμενος Ibyc.2; τακερόν.,καϊ μαλακόν τό βλέμμ' έχει Philetaer-5 ; τακεραίs λεύσσουσα κόραις APg.36j (Antip.); τακερόν βλέπεις βλέμμα Alciphr ; τ. τι έν τοίς ομμασιν πάθος άνυγραίνων Luc.Am.x4 Adv. -ρώς meltingly, of the nightingale's song, ελίττειν τό μέλος II. Act., serving to dissolve, soft, ύδατα εψειν άριστα καϊ -ώτατα Hp.^er.7. τάκερόχρως, δ, ή, gen. χρωτός, with tender flesh, Antiph.52.5 τακερ-όω, boil soft, έρίφιον έτακέρωσε Athenio 1.30: Pass., Agathin.ap.Orib , Dsc ωσ ι9, εως, ή, boiling to softncss, έψεμέχρι -ώσεωι Archig.(?)ap.A<5t.l2.1. τακηρός, ά, όν, = τακερός, Dsc τάκιστα, for τάχιστα, barbarism in Ar. Th τακ-τε'ον, one must arrange in order, Pi.Z. 631, d, Str.9.3.9, Gal. 18(1).780, etc. -της, ου, δ, assessor of tribute, IG , τικός, ή, όν, fit for ordering or arranging, esp. in war, τ. ανήρ tactician, X.Cyr ; τακτικόν ήγείσθαί τι to think it a good piece of tactics, ibid.; οί τ. αριθμοί the regular battalions, ib : ή τακτική (sc. τέχνη) the art of tactics, Nicom.Com.1.37 ; τά τ. X.Cyr , etc - ; י υπόμνημα Αεη.Tact.tit. (intcrpol.) ; τακτικόν, title of work by Democr^Pr^S 1 "). Adv. Comp. -ώτερον v.l. for τατικin Sch.E.PA.i generally, regulating, δογμάτων M.Ant II. ordinal, of numbers, D.T τακτόμ,ισθος, δ, a rank in the army of the Ptolemies. PPefr.3 p.26. al. (iii B.C.), ΡLond.ined.2243 (iii B. C.), PGiss.2 ii 9 (ii B. C.), UPZ 31.3 (ii B.C.), etc. τακτός, ή, όν, (τάσσω) ordered, prescribed, τακτόν τι παρά τοΰ Κύρου παραγγέλλων X.Cyr.S.3.28 ; τ. αργύριον a fixed or stated sum, Th ; Τ. χρήματα Pl.Z,^.'746a ; σίτος τ. a fixed quantity of corn, Th.4. 16; Τ. τροφήν λαμβάνειν?l.lg.gogc, cf. Alex ; δίκαι τ. fixed penalties, Pl. g-.632b ; έκφόριον τ. a fixed rent, PPetr.3p.230 (iii B c.); τ. δδός a prescribed way, D ; iv τ. ήμέραπ βουλευεσθαι Aeschin ; έπϊ τά τ. ετη πέντε POxy.lOlAO (ii Α. D.); κατάτιναζ χρόνους τ. Arist.HA3gg b 4 Adv τακτώςν. 1. in Plot τάκω [el, Dor. for τήκω. τάκων fal, ωνος, δ, a kind of sausage or rissole, CratesCom.17, cf. Poll τάλα, obscure word in /G12(2).74.1 (Mytii., iii B.C.). II ταλαντάω Palmyrapain1, Bonassusflabellifer, Megastli. ap.arr.ind.j. III. τάλα" μέγα, Hsch. τάλάεργός, όν, (*τλάιν, [-έργον, cf. ταλαύρινος) bearing or enduring labour, of mules, ,662, Od.4.636, Hes.0/1.46,al. ; of Heracles, Theoc.13.1y ; laborious, πόνος Opp.// τάλαίμοχθος, ον, = ταλαίπωρο!, Eust τάλαινα [«]> fem of τάλαί ; whence T11eognost.C'a«.66 invents a masc. τάλαινος. Τάλαίονίδης [ίονί], ον, ό, Patron, formed irreg. metri gr. for *Ταλαίδης, son if Talaus, , τάλαιττωρ-εω, pf. τεταλαιπώρηκα Isoc.8.19, etc.: Pas3.,with fut. Med. -ήσομαι Aristid.τ.438 J. : aor. έταλαιπωρήθην Isoc.3.64, etc. : pf. τεταλαι πώρημαι Gal.6.560: do hard work, endure hardship or distress, E.Or.672. Th. 1.99, 5.74 ; υπό χειμώνας Id.2.ιοί; έωυτοίσι for their own benefit, Hp. Aer. τ6 ; έθέλουσα ταλαιπωρείν Antipho?. 93; τψ σώματι αδύνατος ταλαιπωρείν Lys ; λυπούνται καϊ συνεχως ταλαιπωροΐσι D.2.16 : c. dat., suffer by reason of, ελπίσι κεναϊτ Polystr.p.3! W. II. rarely trans., distress, trouble, 6 πόλεμος πάντας τρόπους τεταλαιπώρηκεν ημάς Isoc.8.19, cf. D.C ; ανδρός..υμάς μηδ' όσον προπέμψαι ποι αύ τον άπιόντα..-ήσαντος who did not trouble you even to.., Id : freq. in Pass., to be distressed, suffer hardship, llp.ae'r.lg, Th.3.78 (s. v. 1.), Pl.PZirf.95d, P-372d; έν τοις άγροίς. τ αλαιπω ρου μένους Ar.PZ.224 ; 1(να μή τσ.λαιπωροίτο μηδ' άχθος φέροι Id.Ρα,24, cf. F.967 ; τεταλαιτωρημένοι υπό της νόσου worn out by.,, Th.3.3 ϊ Τ Ψ του πολέμου D ; δια τόν πόλεμον Isoc. 5.3S; τό σώμα ταλαιπωρούμενον being distressed, Plu.Brut. 37 ; σμικρά παιδία.. κρύει ταλαιπωρούμενα Gal.6.43! έν τα?ς δσημέραι πράξεσι πολλά ib.471 -ούμενος -ημα, ατος, τό, hardship, distress,./ Phalar.F (pi.), Secund.Se«/-9. -ησις, εως,ή, = ταλαιπωρία, Arr.An. 6.26,1. -ία, Ion, -ίη, ή, hard labour, Hp.Aer.21, י Gal ,741 also simply, regular use, exercise, τής χειρός Hp. A r t. 2. hardship, distress, Th.4.117; τή τοΰ σώματος τ. And.2.17 ; ή έν τοις έργοιτ τ. Plb ; ήπερϊ τό πράγματ. Phld.Oec.p.53 J* :, ταλαιπωρία pi! ένδέκεσθαι Hdt.6.11 ; τετρνμένοι. ταλαιπωρίησί τ ε καϊ ήλίφ ib Lodily suffering or pain, caused by disease, Th ίζω, = ταλαίπωρε'», Sm.Is II. pronounce unhappy, commiserate, Phld.il/0r/.32. -ικός, ή, όν, full of hardship, βίος Gal. If ισμός, ό, = ταλαιπωρία, hard conditions, τοΰ βίου (sc. τών ζφων) Phld.Ό ταλαίπωρος, ον, suffering, distressed, miserable, ήβαι Pi.Fr.l 9 7> βροτοί Α. Ρ ι ώταλαίπωρ יib.317 -\ Jy6231 ) S.OC14, etc.; ανδρών γένος Id.Pr.945 ; τ. άρα τις σύ γε Euthd.$02b ; τό τ. hardihood, Ar.Nu.4Ϊ4; a hard life, Hp.Aer.tg. Adv.-pais Ar.Fc.54, Tb of things, τ. βίος S.OCgi; πρά.γματα Ar.Av. 135 ; πάθος Alex. 144 ; το,λαιπωρότερον ουδέν έστι..τής γαστρός Diph ταλαίφρων, ovos, δ, ή, much-enduring, ivretched, S.^i«/.S66(lyr.), Ε. I/el.524 (lyr.) ; voc. ταλαΐφρον S.Ant.39, Af.go3(lyr.). τάλάκάρδιος, ον, (*τλάω) stout hearted, of Heracles, Hes.Sc.424; of Oedipus, much-enduring, miserable, S.OC540 (lyr,), cf. Epigr.ap. Aeschin : prob, in Lyr.Adesp.Oxy.860(a)3. ταλαν-ίζω, call or deem one unhappy, Aesop.n3, 328, Jo.Sic. in Rh W.: Pass., Ptol, Tetr.208, Heliod. in ENig. 18 :-hence - ισμός, 13, Jo.Sic. 1. c. τάλαντ-άω, = ταλαντεύω, EM εία, ή, the straying motion of anything suspended, prob. cj. in Pl.Oa.395e (τανταλεία codd. BT). 1j0), (τάλαντον) balance, sway to andfro, τ. τι iv οφθαλμόίς let it hover before them, Hid.8.17 ; τ. τά καθ' ήμα,ϊ ή μοίρα Id : Pass., sway backwards and forwards, ebb and flow, δια τΰ ταλαντεύεσθαι [τήν βάλατταν] δεΰρο κάκείσε ז 1 '"י Arist.Mete.334^ μάχης δεΰρο κάκείσε ταλαντευομένης D.S , cf. ]6.4; ρέπει καϊ τ. πρός τουναντίον P S2e. 2. weigh out, measure out, ίΐδασι (i.e. by the κλεψύδρα) ήελίοιο ταλαντεύουσι κελεύθους APg.782 (Paul. Sil.); Τιτάν νύκτα ταλαντεύει καϊ φάος App.Anlh.4~14(Synesius); τοότων σύ τήν αίρεσιν τ. Alciphr.1.8 : Pass., τό ζήν ούδ 3 ύιτό τούτοις τα.- λαντεύεται ib. 25. II. intr., oscillate, έπϊ θάτερα Arist./Α ;08 ι ι4 2. intr., weigh doivn the balance, τή μεν έταλάντευε τό έλεος, τή δ' άντεβριθεν δ νόμος Ph ιαΐος, α, ον, worth a talent, οίκος D ; κτήσις Plb > νοσήματα τ. costing a talent, prob. in fee to the physician, Alc.C0m of persons, worth a talent, i.e. possessed of one, CratesCom.32 ; έγγυοι τ. giving surety to the amountofa talent, Arist.O«c.1350 a 19. II. weighing a talent, ξύλον Id.Cael.3u h 3 ; λιθοβόλος τ. an engine throwing stones of a talent weight, Plb codd.; πετροβολάς τ. Ph.Bel in which the prize is a talent, άγών C/G (Aphrodisias). -ιεΐος, a, ov, = foreg. ii, στρώμα PMich.Zen (iii B.C.). -ισμός, A, name of a tax, dub. in BGUl (1 B. c.). -ov, to, balance, Ζευς..τό τ. έπιρρέπει άλλοτε άλλως Thgn.157 ί ζυγόν ταλάντου A.Supp,823 (lyr.); ταλάντφ μουσική σταθμήσεται Ar.Prt.797 : ' η this sense used by Horn, only in pi., pair of scales, έχον &ς τε τάλαντα γυνή..,ή τ ε σταθμόν έχουσα καϊ εϊριον άμφϊς άνέλκει ίσάζουσα II esp. of the scales in which Zeus weighed the fortunes of men, χρύσεια πατήρ «.'τίταινε τ. S.69, Τ" Ύ^Ρ Διλϊ ίρά τ ; έπήν κλίνγσι τ- Ζεύς, i.e. when he decides the issue of battle, ; τ. βρίσας ουκ ίσορρόπφ τύχγ A.Pers.346 ' f "1 e Scales of justice, δίκης κατέκειτο τάλαντα h.merc.324, cf..4p (Diotim.) : so in sg., δίκας βέπει τάλαντον Β tax paid for the use of the public scales, SIG 4.7 (Cyzicus, vi B.C.). II. anything weighed, 1. a definite weight, talent, in Horn, always of gold, δέκα χρυσοίο τάλαντα II.η. 122 ; δύω χρ. τ. 1S.507 ; δέκα πάντα τ. ten in all,!9-247; ;

8 ταλαό? 1754 ταμιακός χρυσού,.εϋεργέος επτά τ. Od ; χρυσοΐο τάλαντον..τιμήεντος ταμεία, ή, = ταμιεία I, [Βδατο!] J.A/7 ;? 8.393' from the order of the prizes in II sq. and other passages its weight was probably not great, cf. Arist.Pr τάμεσίχρως, 005, ό, ή, (τάμνω) cutting the skin, wounding, χαλκός, τάμεΐον, ν. ταμί^ον. τάμεσβαι, ν. τέμνω. 34,?ז, II in post-hom. writers, the τάλαντον was both a commercial weight ε'γχεία:, (differing in different systems), and also the sum of money represented by the corresponding weight of gold or silver; τοΐσι μεν έφύλασα ε Od c f ) Alcm.31, άμφίπολος τ. ΙΙ : ταμία, Ep. and Ion. -ίη, ή, housekeeper, housewife, γυνή τ. % τάντ' (of the subjects of Darius) άργύριον απαγινέουσι είρητο Βαβυλώνιου also in Prose, X.Oec.q.11,10.10, Lib.Or ! as cult-title, παρά σταθμόν τ. άπαγινέειν, τοίσι δε χρυσίον απαγινέουσι Εύβοϊκόν' τό δε τάν Ίστίαντάν Ταμίαν S/G (Cos, iv/iii B.C.). Βζβυλώνιον τ. δύναται Εϋβοΐδαί (οκτώ καϊ add. Reiz) έβδομήκοντα ταμία, = ζημία, Hsch. μνέας Hdt.3-S9; τ. Άττικόν, Αιγιναίον, etc., P0IL9.S6 ; έποίησε [ό ταμΐ-ακάς, ή, όν, of or for the treasury, CIG (add.) (Lamp- ( 7 1i sacus); = l.at.fiscalis, ταμιακοί λόγοι PLips (iv A. D.); -και 20'λων] σταθμά πρός τό νόμισμα τρείς και έξήκοντα μνάς τό τ. άγούσας Arist.Ath.lo.2. a. of money, τ. αργυρίου Hdt.7.28, cf. X.HG3.3. φοι ib.37 : ταμιακόν, τό, the Fiscus, IG2 2. π II. tamiaca,!,etc.; χίλια τ. νομίσματος Aeschin ; μ> ά άπίι τοο τ./g woman of the Empress's bedchamber, Gloss. -as, Ep. and Ion. 7, cf > a ' b of weight, τότ.τό έμπορικόν ib use d ίης, ου (rarely ταμία IG 11(2).287 Β loo (Delos. iii B. c.),4 2 (l) in weighing lead, ib.! , 4 2 (x ) (Epid.,iv n.c.), PMich. (Epid., ii B. c.)), <5: old Att. dat. pi. ταμίασιν ib , : Zen.9.4 (iii B.C.): iron, PCair.Zen (iii B.c.), CPHerm.p.77 (iii Aeol. τομίαις dub. in Ale.87 (ταμίαις acc. to Gramm.inPBouriant A.D.); cloth, PMich.Zen.!20.8 (iiib.c.), etc. -όομαι., Pass., to 8.16): prop, one who carves and distributes, dispenser, steward, ταμίαι be balanced, sway, oscillate, άνωμάλως πάντη, opp. ίσορροπέω, PL Τι. παρά νηυσίν εσαν, σ'ποιο δοτήρες Il.19.44> Ar.P.613 (anap.), Ostr. 52e, -ονχο%,ον, (έχω) holding the balance. metaph., Αρης τ. έν P007. ί 304 (ii Β. c.) ; τ. άνδράσι πλοότου Pi.O.13.7 (pi-) 2. ofzeus, μάχη he who holds the scale in battle, A.yig-.439(Iyr.'). -ωσις, 641s, as the dispenser of all things to men, Ζειίϊ, 05 τ' ανθρώπων τ. πολέμοιο ή, loeighing, Antipho Soph (from Pass.) ebb and flow, τέτυκτο ΙΙ.4.84 ; τ. αγαθών τε κακών τε Poet.ap.PI.ff-379 e > ούκ εστίν tidal motion, Arist. Mete πλην Αιόί ούδεϊς τών μελλόντων τ. V.59 4 S.i (anap.); Ζήνα, 05 όρκων θνατοΐς τ. νενόμισται controller, E.Med.l 70 (anap.); τών όμβρων κα'ι τών ταλά-ό5, ή, όν, (*τλάω) = τλήμων, Ar.Av.687 (anap.), Q.S.I. αύχμών τ οΐς άλλοις ό Ζευς τ. εστίν Isoc.l 1.13; also τ. ανέμων, of Aeolus, ιτάθης, ές, = τληπαθής, Suid. -πείριο?, ον, (*τλάω, Od (hence oftheiungs, τών πνευμάτων τψ σώματι τ. Pl.T1.84d)'. πείρα) one who has suffered much, much-suffering, not in II., ξεΐνος freq. in Pi., of kings or persons in authority, controller, director, τ. Κυράvas, Χπάρτας, P.5.62, N.lo. 2 ; τ. κώμων master of the revels, / 6(5). τ. ένθάδ' ίκάνω j Od.724 cf ; ικέτης τ ! י > πτωχός τ. ΑΡ!0.66 (Agath.). 2. vagrant, vagabond, Aen.Tact.lo. 57 ; τ. Διός steward 0τ priest ofzeus, O.6.5 ; ταμίαι Μοισάν, i. e. poets, 10. ττενθής, ε'ϊ, bearing great griefs, patient in woe, θυμός Od. Fr.ι ; οίκος τ. στεφάνων that hath store of crowns, N.6.26 ; also "ιν δ' 5.222; of persons, φωτός Β of things, toilsome, αΰτφ θανάτου τ. Hes.Pr.li; γνώμης τ.({οη.γλώπσης] one that is master ύσμίναι Panyas. 12.5; woeful, αγγελία Β of his judgement, Thgn.504; Αμφοτέρων (sc. νου καϊ γλώσσης) Id. 1186; ταλάττης, ου, δ, a plant similar to the κεντρίτις, PMag.Par ( φιλότητος ] Id ; αμα τής τε έπιθυμίας καϊ τής τύχης..τ. γενέσθαι τάλάρ-ιον [λα], τό, Dim. of τάλαρος, small basket, Poll.Io.125, controller both of his desire and of fortune, Tb.6.78 ; τ. τριαίνης, of POxy.936 (iii A. D.). -ίσκος, 15, = foreg., Arist,Pr.924 b 11, Theoc. Poseidon, Ar.Nu.366 (lyr.); αλός ταμίαι lords of the sea. Critias J13, APS. 174(Antip. (Sid.)). -os, 0, basket, άργύρεος τ., of a 12 : abs., τ0( τ. Ιακχ0ν S.^4«ii.1154(lyr.). II. in Prose, controller work-basket, Od ; ύπόκυκλος ib.131; πλεκτοί τ. baskets of of receipts and expenditure, treasurer, paymaster, τ. τών βασιλέας wicker-work, in which new-made cheeses were placed so as to let χρημάτων Hdt a', cf. X.UG3.1.2J ; τ. τοΰ ϊρού controller of the whey run off, Od.9.247, cf. Ar.ffa.560, APg.567 (Antip.), IG3. the sacred treasure in the citadel of Athens, Hdt.8.51 ; r. τής θεού 1309, Gal ; basket for fruit, II , Hes.Sc.293 ; for flowers, י Lexap.D Pl.Lg.y~4b, Decr.ap.And.1.77 ; τ. τών τής θεοΰ Mosch.2.34,61, Paus wicker cage for fowls : hence abs., Lys.9.6, Arist.P0/.1321 b 33 ; ol τών τής 'Αθηναίας τ. 1G1 2.1)1. metaph., Ήΐουσέωντ., of the Museum, Timo ; ταμίαι Ιερών χρημάτων τής 'Αθηναίας ib ; ό τ. τον δήμου τάλας (,v. sub fin.), τάλαινα, τάλαν (fem. τάλαί Ar. Th. 103S) : gen. ib Ϊ2, etc.; βουλής ταμίαι ib.223cj: freq. in other Greek άνος, αίν-ης, avos, also dat. τάλαντι Hippon. 12 : voc. τάλαν, masc. in states, S/G249.9 (Delph., iv B.C.), etc.; παρά ταμιών Άλικαρνασσέων PCair.Zen (iii B.C.), cf. 317(a)-17 (iii B.C.); τόν έκ τον Od ,19.6S, Thgn.5 [2, etc., fem, in Ar.ffa.559, al. (Adv. acc. to A.D.Adv , Hdn.Gr.2.12, al.): Aeol. nom. τάλαις Choerob.in ζυτοπαλίου τ. ib (iii B.C.). 2. = Lat. quaestor, S7G/C0.4 Theod Η.: (*τλάω): suffering, wretched, ξεΐνε τάλαν Od , ^Lete, ii β. C.), D.H.5.34, Plu.Publ.12, etc. -εία, ή, stewardship, management, P\.Lg.806a, X.Oec.7.41, IPE\ l.32b64 (Olbia, etc.; 3> τάλας εγώ S.OC1338,1401,^/981; S> τάλαιν εγώ A. Ch. 743 ; & τάλαν S.Ph.i 196 (lyr.): c. gen. causae, ot 'γώ τάλαινα συμφοράς κακής A.Pers-4451 cf 5 1? י' τάλαιν' εγώ τής ΰβρεος Ar.ΡΙλ044 ' StS. in bad iii B. c.), /G2 2.i ; ή τής τροφής τ. the storing of food, by ants, Arist.AL4622 b 26; τ. ψυχρού καϊ θερμού Hp.Nat.Puer.26. II. office of treasurer, Arist. Ρ01.i^crf*.ך. 2 = Lat. quaestura, Str.4. «ταμιεία 1.12, Plu.Cat.Mi.17. III. ταμιεία (corr. Darembergfor is dat. of ταμίας, housekeeper, Ath.Med.ap.Orib.mc.5.6 ; so ταμιεία πολιτικών λημμάτων is written (hypercorrectly) for ταμία 7r. λ. in sense, τάλαν wretch! Od : but in Com., τάλαν poor dear I as a sort of coaxing address, Ar.Lys.910,914; so & τάλαινα ld.pc ill Trag. also of things, sorry, wretched, μόχθοι A.Ch (anap.); παρακοπά Id.^. 223 (lyr.); πάθος Id. Th.gSp (lyr.)} νηδύς S.OC1263 ; αύλιον Id.P/i.1088 (lyr.); συμφορά, νόσος, Id.El. 1179, 7"r.10S4 ; ερις, φυγά, Ε.//e/.24S(lyr.), ΡΛ (lyr.): Sup. ταλάντατος, η, ov, Ar. P/.6S4,1046,1060, Pl.Cra.395e. Poet, word, used by X.Cyr.4.6.5, Ph.2.239, Arr.Epict , Plu.Ant.ךg, al., Luc.DMeretr II. Τάλαί, δ, a constellation (0ε<ίι τις κατακέφαλα κείμενος) rising with Sagittarius, Cat.Cod.Astr [τάλα! A.Pr.158 (anap.), S. (v. supr.), Ar.Ach. 163,1192. Pax79, Av. 1404, PI.930 ; Dor. also τάλάϊ Theoc.2.4, APg.3^8 (Pall.) : voc. τάλαν Tngn.512, SPA (lyr.), Ar.Sc.658,1005 (both anap.).] τάλάσ-ήϊος, η, ov, Ep. word, of ιυοοΐ-spinning, τ. έργα, = ταλασία, A. R ; ταλασήϊος ϊδρώ! caused by spinning, Nonn.D ία, ή, wool-spinning, = ταλασιουργία, Pl.Lg.803e, X.Mem.3.g.11, Oec.J. 41, Ph (pi.), Plu.ff0m.l5, etc. -to?, ov, ταλασήϊος, έργα X.Oec. 1 /.6. ταλάσ-ιο-υργ-εω, spin wool, X.Mem , D.S.2.23, Luc.VH2, 36. -ία, ή, = ταλασία, Pl.P/i.2S2c,283a, C0rn.A X>20, Ath.Med.ap. Orib.!'«c.5.4 -ικός,ή, 0v,of or for wool-spinning, όργανα X. Oec. 9.7, cf. Pl.PZZ.282c ; ή κή (sc. τέχνη), foreg., ib.a, -6s, δ, ή, wool-spinner, Id.Ion 540c, Tryphoap.Ath.i4.61Sd. τάλασίφρων, ovos, δ, ή, (*τλάω) patient of mind, stout-hearted, υπό κ εν ταλασίφρονά περ δέος εΐλεν Ι j mostly as epith. of Odysseus, , Od.r.87,129, al Hes.7Vj.1012 ; δμώες τ. Theoc ταλάσσης, -στ, v. *τλάω. τάλαιίρϊνος, ον,, τλάω ") fρινός) beating a shield of buws-hide, epith. of Ares, τ. πολεμιστής U.5.289, 20.78, etc.; so of Πόλεμος, Ar. Pax241 ; and, jokingly, of Lamachus, Id.^cA.964 ; τ. χρώς a thick tough hide, ΑΡη.208 (Anyte): neut. as Adv., ταλαύρινov πολεμίζειν to fight toughly, stoutly, II (or masc., to fight as a bearer of a butts-hide shield). τάλάφρων, ονος, δ, ή, ταλασίφρων, II ο. Ορρ τάλάωρ [λά], ωροϊ, δ, bow, Euph.9.12, Choerob. in Theod Η.; ταλαώρεα' τοξεύματα, Hsch. τάλίκοξ, ov, Dor. for τηλίκος. τάλι-s, ιδος, ή, marriageable maiden, S.Ant.62g (anap.), Call Aet (Aeol. word acc. to Sch.S. ]. c. ; also, betrothed maiden, married woman, and bride, acc. to Hsch.) ταλώς δ ήλιος, Hsch. τάμε, τάμε'ειν, ν. τέμνω. BGi/934 (iii A.d.). -είδιον,τό, Dim. ofsq., Suid.,prob. in Men. Sam εΐον,το', treasury,th Pi.R.416d,55cd,Plu.Ca/.M. 18 ; of the Roman aerarium, Plb , 7G4 2 (l).63-7 (Epid., ii B.C.); the Imperial fiscus. PRyl (ii A. D.), etc. 2. magazine, storehouse, Th,7.24, X.Py.4.1, Arist.Oec b 33, PCair.Zen.2gg.J, (iii B. c.); store-room, IG1" , Pl.PrZ.315d. Men.Sam.14, Str , Babr.108.2, Sor.1.51, Plu.2.9e; reservoir. Hp.Vict chamber, closet, LxxGe.43.30, al., Ev.Matt.6.6. (Freq. contr. to ταμείον in Papyri, Inscrr., and codd. from i B.C., PhId.Oec.p.3 J. (citing Arist. I.e.), Babr. I.e., CPP1.83 (i A.D.), S/G (Ephesus, iii A.D.), etc.; also written ταμίον PLond (1 A.D.), etc.) -ενμα, ατοί,, το in pi., stores, supplies, D.S II.= sq. I, X.Oec ειισις, εως, ή, = ταμιεία : metaph., economy, χρόνου Ael. VH2.3. II. - fiscatio, proscriptio. Gloss. -ευτηριον, τό, = ταμιείον, Sch.Ar. 2X426. -ίυτης, οΰ, ό, <= ταμίας, ν. 1. in Poll εντικός, ή, όν, of or for housekeeping, thrifty, Poll.3.115: τό -κόν economy, thrift, M.Ant II. at Rome, belonging to the quaestor or quaestorship, Lat. quaestorius, ή τ. εξουσία D.H.8.77; τ άρχή Supp.Epigr.y. 1.3 (Susa, 1A.D., Epist Artabam),Plu.C«/J/M6; 01' νόμοι 01' τ. ibid.; δ τ. νόμος the law concerning the treasury, Id.Publ ευτωρ, opos, ό, = ταμίας, Man ενω, fut. -εύσα Ar.Py.94S, Is.6.61, etc.: pf. τεταμίευκα D.S.37.8 : Med., fut. -εύσομαι D.H.l.82 : aor. έταμιευσάμην D.S.4.12, Luc.Im.2l : Pass., aor. έταμιεύθην Ph : pf. τεταμίευμαι Lys.3ο.3 codd., Plu.2.I57a; in med. sense, Hyp. Dem.Fr. 4 : to be treasurer, paymaster, controller, 7G ; ούκέτι έμαΐταμιεύσεις Ar.Py.948, cf. 959, D ; σύ γαρ ταμιεύουσ' έτυχες Ar. P. 964 ; τ. καϊ τάς μεγίστας αρχάς άρχειν Arist,P0/.I : c. gen., τής Παράλου τ. to be paymaster of.d ; προσόδων Inscr.Delos439a 18 (ii B. c); τ. στρατιωτικών Plu F: Med., αύταιs ταμιεύεσθαι Ar. Th.411) (cod. R, ταμιεύσαι και Reiske). cf. Ec.600 (anap.). 2. at Rome, to be quaestor, D.S-37.S, IG (Naples), Plu.A 9,». App.PC1.77, etc. II. trans., deal out, dispense, PI.P.465C: Med., τά τίμια έκ τής ψυχής ταμι ευομαι X.Smp. 4.41, τ. μικράς τάς ψωμίδας, of a bird feeding, Arist.ZV.348 : Pass., τήν δύναμιν έκ τούτου -ομένην Pl. ff. 508b; τους νόμους τεταμιεύμεβα We have the laws dealt out, Lys.30.3 (nisi leg. έταμιευόμεθα)

9 ταμικός 1755 τάνυσις [ύδωρ] έξ αγγείου ταμιευόμενον Arist.Mcte.353 b21 cf GA 77 0 * 21 ofa י' patient's drinks, 'ύστερον-έσθω Aet manage, control, [ταμίαι] ταμιευόντων έμ πόλει έν τφ όπισθοδόμψ τά τών θεών χρήματα IG ; τά τής πόλεως Lys ; of keeping house, regulate, manage, Ar.Av.1338, Lys.493 : Med., τό αργύρων,.τους ίεροποιούς έμ πόλει ταμιεύεσθαι IG store up, Ζηνός ταμιεύεσκε γονάς she was the depository of it, S.Ant.g4g (lyr.) : Med., Arist.H^615 B 23 : Pass., c. dat., to be held in trustfor, ΛωριεΊ λαφ Pi.O.8.30 ; to be stored or saved up for, ταμιεύεταί σοι 'Ροδιακού (sc. μέλιτος ήμικάδιον) a'pca!>.ze« (iiib.c.). 4. metaph., husband, ισχύν Hp. Art.47 : Med., ούκ έστιν ήμΐν ταμιεύεσθαι ές 'όσον βουλόμεθα άρχειν control the limits to which we mean to extend our sway, Th.6.18 ; εξεστιν ήμΐν ταμιεύεσθαι όπόσοις &ν βουλοίμεθα μά,χεσθαι, Χ..An cf. Eq.Mag.7.11, Cyr ,4.1.18; ταμιεύεσθαι τήν τύχην, τόν καιρόν, make the best use of fortune or the time, D.H.1.65,82 ; ες τήν aipiov ταμιεύεσθαι τό μίσος lay it by.., Luc.Prom.8 ; ταμιεύεσθαι τινα τών ρητών εις τό Π ερϊ έθους γραφησόμενον ήμΐν save up.., Gal ; τών θεών ταμιευσαμένων ε'ις τούτον τόν ίερώτατον Καιρόν τήν τής οίκουμένης ασφάλειαν having preserved.., OGI66g.g = jbgi/ (i A. D.). b. Med., c. gen., regulate in amount, exercise control over, του πνεύματος Arist.G^4788 a 32, cf. Plu.2.131d. o. abs., Arist.Gv4 788 a 30, PA673 h 21. III. --Lat.fisco,proscribo, Gloss. -η,-ης, Ep. and Ion. for ταμία, ταμία!. τάμικός, ή, όν, belonging to a treasurer, δ πόρος δ τ. treasurer's funds, BCH (Thasos, i Β. c.). 2. -κόν, τό, the office of the fiscus, ετέθη έν τίρ τ. PFlor (iii Α. D.). τάμι-ονχος, δ, ή, (έχω) having charge of the store-room, Aesop.ap. Gloss, iii p_47) Hsch. -όω, 3 sg. -01, = confiscat, Gloss. Ταμιράδαι' ιερείς τίνες έν Κύπριρ, Hsch.; cf. Tacit.Hist τάμΐσ -ίνης τυρός, δ, cheese made with rennet, Diocl.Pc ιον, τό,-coagulum, Gloss. -ος, ή, rennet, Hp.Mul. 2.1g2 ; δέρμα νέας ταμίσοιο ποτόσδον Theoc.7-16, cf , Nic. ΤΆ.577, al. τάμνω, V. τέμνω. τάμον, Thess. Adv. to-day, τά ψαφίσματα τό τε ύππρό τάς γενόμενον και τό τάμον yesterday's decree and to-day's, IGg(2) (Larissa, iii B. c.). (Perh. neut. of an Adj. *τάμος, cf. τήμος 11.) τάν, Att. crasis for τ01 άν : but τάν, for τά έν. τάν, indecl., only Att. and in phrase & τάν, as a form of address, sir, my good friend, S.OT1143, ΡΛ.1387, E. a.802, Pl.Ap.23c, Ep. 319ε, D.i.26 : freq. in Com. (not in Ar.), Pl.Com. 17D., Men.Saw. 202, Com.Adesp.21.11D,: with a pr. η., ώ τ. Φαίδιμε ib.22.66d.; used in addressing εενε^ι ρεγ30ηξ, τί δρώμεν, Si τάν; S.Ichn.98 ; αρά γε, δ τάν, έθελήσετε; Cratin.360, cf. Nicopho 29. (A.D.Adv says ωταν has a long final syllable and two acconts : after criticizing earlier theorios he derives it from ώ *έταν, in which *έτάν is a form of έτης, comparing μεγισταν, ξυνΰν: accented Si τάν in S.Ichn. I.e.) Τάν, Cret. for Ζεύς (q. v.). τανάγρ-α, ή, copper, cauldron, Hsch. : Dim. -ίς, ίδος, ή, v. 1. for ναναγρίς in Poll Τάναγρα, ή, a town of Boeotia, Hdt.9-15, Th.1.108, εΐε. (on the accent, v. Hdn.Gr ): Adj. Ταναγρ-ικός, ή, όν, of Tanagra, Hdt.5.57, etc.: αΐος, <5, a man of Tanagra, X-flG5-4-49, etc.; Ταναγραίων φυή, prov. of enormous bulk, from a native of T., Ephor. 225 J.; fem. -ίς, ίδος, a woman of., C0rinn.20 (in poet. dat. Tavaγρίδεσσι); also -ική, Sophil.4.4 : ή -αϊκή Λε district of Τ., v.l. in Plu.Per. 10. [Τά-, Sophil. 1. c., Orph.^.147.] τανά-ήκης, ες, (άκή) with long point or edge, ταναήκεϊ χαλκφ, of a sword or spear, II.7.77, ; of an axe, II. tall, σχοίνος Opp.H.4.53 ; "Αλπεις Orph.^i (τανυήκης is freq. v ' ) -ηχί'τ ης, ου, δ, far-sounding, ροεί. -ηχέτα, Opp.C τάναι, αί, emanations of decans, prob. corrupt in Hcrm.ap.Stob τάναίμΐκος, ov, far-bellowing, βούς AP6.116 (Samus). ταναίχαλκος, v. τανάχαλκος. τάνάόδειρος, ov, long-necked, οιωνοί Ar.^.254,1394. [ταν-short by natur8, but lengthd. in Ar. 11. cc. in dactylic verses.] τάνάός, ή, όν, also ός, όν Il.l6.589, E.Sa.831 : (τείνω: prop. ταναρός, cf. sq.) : outstretched, tall, taper, αλγανέη II. I.e.; α,στάχυες h.cer. 454; י. πύρ, 'όσον -ώτερον ^εν Emp.84.il, cf. ib.5 ; πλόκαμος τ. long flowing locks, Ε.Ρα.455! 831 ; τ. αιθήρ outspread ether, Id.Or.322 (lyr.), Men.Saw.m ; αήρ Q.S ; τ. γήρας long old age, AP3.281 (Agath.), cf (Lucill.); όρνις Opp.C.1.51 ; ταναή όπί with loud voice, Q.S ; τ. χείλεα, of a gadfly, Id τάναυιτους (i. e. τανά^πους, cf. ταναός), ποδός, δ, ή, Ερ. form for τανύπους (q. v.), stretching the feet, long-striding, long-shanked, μήλα ταναύποδα Od.9.464, h.ap.304, h.merc.232. τάνά-ύ'φής [Sj, ές, (υφή) woven long and finely, Hsch. (τανουφή cod.), Suid., hencc r8std. in S.7V.602 for γ' ευύφή. -χαλκός, ov, of stretched (i.e. hammer-wrought) bronze, f. 1. (prob. for ταναίχαλκον) in AP6.306 (Aristo). -ώττις, ιδο!, ή, (δψ) far-sighted, Emp.122. Thphr.//P4_1 2 τάνεϊαι, αί, beams, τάνηλεγής, ές, perh. bringing long woe, epith. of death, μοίρα τανηλεγέος θανάτοιο Od.2.100, etc.; δύο κήρε τ. θ. II.8.7 ; κήρ,.τ. 9 Od ,Tyrt Adv. τανηλεγέως Supp.Epigr (Phrygia). (Apparently a compd. of άλγος (άλέγω) like δυσηλεγής.) τάνήλοφος, ov, long-necked, with a long dome or top, Hsch. τα,νθαρνζω or τανθάλΰζω, quiver, shake, found in the following forms: καθαρίζε ιν (κανθαρίζειν Ammon.fli/. p.79 V., τανθαρύζειν cj. Valckenaer) μέν λέγουσιν 01 'Αττικοί τό τρέμειν, τονθορύζειν ( ίζειν Amnion.) δε τό ψιθυρίζειν και γογγύζειν Ptol.Asc.p.410Η. ; τανθαλύζει (ταντ- cod.)* τρέμει, Αωριείς, 01 δε σπαίρει, Hsch.; έτανθόριζον ετρεμον, Id. ; ταονθορύζειν τρέμειν, Phot., Suid. (cf. έκτανθαρύζω, τανταλίζω, παμφαλύζω, τοιθορύσσω): hence τανθαρΰκτρια, cj. Valckenaer for τοιθορύκτριο. (q. v.) : τανθαρ-υεττος 'όρμος a necklace quivering with suspended gems, Theopomp.Com.95. τανί, v. δνί. τάνίκα, Dor. for τηνίκα. Τάνις, εως or ιος, η, a town in lower Egypt, the Hebrew Zoan, Str.17.1,20: hence δ Τανίτης νομός the Tanile none, Hdt.2.166, PRev.Lawsy..\o (iii B.C.), etc.; and τό Τανϊτικον στόμα, of the Nile, Str. I.e. τανισια,=epinia, Gloss, (dub.). τάνίετφΰρος, ov, slender-ankled, Hes.FV.94.23, Ibyc.Oxy.ifgoFr. Ι.II, B.3.60, (Prob. dissim. fr. τανύσφυρος, q.v.) τάνίφυλλος [ϊ], ov, with long foliage, όρος Β (Dissim. fr. τανύφυλλος (q.v.), cf. foreg.) ταννί, V. δνί. τάνννν, V. όνν(ν). τανταλάσσεται δάκρυα στάζει δάκρυα, Hsch. ταντάλ-εία, ή, ν. ταλαντεία. -ειος, -εος, -ί8ης, -ικός, -is, v. Τάνταλο;. -ίζω, wave about, Anacr.78 ; έταντάλιζεν" ετρεμεν, έτανταλίχθη έσείσθη, and τανταλίζεται' σαλεύεται, Hsch.: prov., in Med., τά Ταντάλου τάλαντα τανταλί^εται he weighs in purse as much as Tantalus, v. Τάνταλο! sub fin., Zen.6,4. -όομαι, Pass., to be balanced or swung, έπϊ γά πέσε τανταλωθείς fell hurtling to earth, ξ!.ant. 134 (lyr.): the Sch. expl. by διατιναχθείς, διασεισθείς. Τάνταλος, δ, Tantalus, ancestor of the Pelopidae, Od , ξυνήκα yap τοός Ταντάλου ן, etc κήπους τρύγων Com.Adesp.330 Adj. Ταντάλ-ειος, a, ον, also ος, ον (v. infr.), of or belonging to Τ., 01 Τ. έκγονοι the descendants of Τ., Ε. /.1176; Πέλοψ δ Τ. Ιά.ΙΤι, cf. 988, etc.; τιμωρία Ταντάλειos Poet.ap.Plb.4-45 ^ cf. Ph.1.512; Τ. δίκας ΰποφέρειν Luc.Am.53 ; also -εος, a, ov, AP (Paul. Sii.); -ικός, ή, 6v, Man.5.187: -ίδης, ου, δ, descendant of Tantalus, Α.^.1469 (pi., iyr.): -ίς, ίδος, daughter of Τ., i.e. Niobe, API (Mel.), cf. 131 (Antip.). (Derived by PI. from ταλάντατο! in reference to his endurance of torment, or from ταλαντεία (τανταλεία codd.) in reference to the story of the rock balanced and tottering over his head, Cra.395ε ; by others from his proverbial wealth, τά Ταντάλου τάλαντ' εκείνα Men.301.6; cf. τανταλίζω.) τάνν, ν. 'όνυ. τάνΰ-γληνος, ον, large-eyed, full-eyed, Νοηη.Ζ) γλωσ - σος, ον, long-tongued, chattering, κορώναι Od γλώχΐς, Ινος, δ, ή, with long point, όϊστοί II.S.297, Simon. 106, Q.S δρ 0\lo%, ον, running at full stretch, A.Eu.371 (lyr.). -ε'θειρα, ή, long-haired, with flowing hair, ~2,εμέλα Pi.O ήκης, ες, άχή) = ταναήκης, with long point or edge, 'άορ II , Od , al. II. tapering, 'όζοι II ήλι ζ,ϊκος, ό, ή, of advanced age, AP3.203 (Leon.). -ηχέτά, δ, v.l. for ταναηχέτα, Opp.C < ηχήϊ ε!, Dor. -αχής, far-sounding, χορδών κτύπος prob. in Lyr. in Aegyptus θριξ, τρίχας, δ, ή,long-haired, shaggy, αΐξ iies.op.3l6 ; Is a bristly sw^, έεγηοη κνήμΐς, ϊδο!, δ, ή, long-legged, Nonn._D.i ov, = ioreg., ib , κραιρος, ον, long-horned, έλαφος Opp.C.1.191; ταύροι ΑΡ 6.74 (Agath.). -κρήττΐς, Ίδος, δ, ή, with long, high base or foundation, Nonn._D On the accent v. Hdn.Gr τάνΰμαι, Pass., = τανύομαι, to be stretched, τάνυται II τάνϋμήκης, ε!, long-stretched, tall, Ιτέαι AP6.1J0. τανΰν, better τά νΐν, now, v. νυν 1. τάνυ-ττεττλος [6], ον, with flowing robe, freq. in Ep. as epith. of high-born ladies or goddesses, Ελένη II.3.228, Od ; Θέτις II ; Ήνιόχη, Έύδώρη, Hes.Sc.83,. 180 < ; 'Αλκμήνη /G12(8)-356 (Thasos, vi B.C.); φερσεφύνη ib , cf. B.Scol.Oxy.2081 (e) ( = 1361 Fr. 5) πλακοΰς. τ., comically, Batr.36. -πλεκτός, ο ν, in long plaits, μίτραι APj 473 (Aristodic.) ; 'έρκος Opp.H , π-λευρος - ov, long-sided, enormous, πέτροι APg.636. πλόκαμος, ov, with long locks of hair, Nonn , τους! - δ,ή,gen. ποδος, = ταναύπους, Ερινύες S.Af.837 -ιτρεμνος, ον, with long stem, φηγός Nonn. ).5.303; λόχμηίί.34 ι ϊ with tall trees,"ιδη v.l.in Coluth.195. π ρωρος, ov, with long prow, Q.S.5.348, II. τανυπρφρους τάς καλύπτρας, δια τό περί τό πρόσωπον περιτετάσθαι, Hsch. πτερος, ον, = τανυσίπτερος, with extended wings, long-winged, ο'ιωνοί h.cer. 89; α'ιετός Hes. Th.323, cf. Ibyc.4, Pi.P.5.112; of arrows, Tim. Pers.30. -τττέρυξ, ϋγος, δ, ή, = (oreg., οιωνοί ; αρπη ι g, 350: also -ιττε'ρΰγος, ον, μυΐα Simon.32 (cf. POxy ); gen. pi. -πτερύγων may belong to either, Ερώτων Sammelb (Ptolemaic). τττοροος, ov, branching, κέρατα Nonn. > ; δένδρον ib ρριζος, ov, (βίζα) with outstretching roots, αίγειροι Hes.Sc ρρϊνος, ov, (βίς) long-nosed, prob. cj. in Νοηη. 5.Ιο for τανυρρήνοιο. -ρροιζος, ov, whizzing along, άκωκή Opp.C.4.195, τάνϋσί-δρομος, ov, running swiftly, Sapph.71 (dub. cj. for ανυοδρόμον). -τττερος, ov, = τανύπτερος, όρνιθες Od.5.65, cf. Hes.O/). 2 12, Alc.84 ; κίχλαι Od ; αλκυόνες Ibyc.8 ; οιωνός h.merc. 213; χελιδών Ar.Av (lyr.). -ιττε'ρΐγος, ov, = foreg., Man τάνΰσίς, εως, ή,=τάσις, Hp.Art.fi, Aret.CA2.2.

10 τανυσίσκοττος τάνϋσίσκοιτος, ov, far-seeing, Φοιβείη άκτίς Poet.ap. Jul. Ep.89. τάνυσκΐος, ov, with long-stretching shadow, Opp.C τανΰσ-κομαι, to be ' on the stretch', τήν ψυχήν Dam.Isid.2 11 (s.v.l.). τανΰστροφος, ov, long-whirling, σφενδόνη Orac. in App.Anth.6. τίίνυστυς, ύος, ή, stretching, stringing, τόξου Od τανν-σφϋρος, ον, with long taper ankles or feet, θυγάτηρ h.cer.2, cf. 77 ; ΏκεανΊναι Hes.Th.36j, cf. Sc.33. -τρϊχος, ov, = τανύθριξ, Opp.Cl.1S7. ταννφάντης, ου, 0, a kind of weaver, distd. fr. ποκύφος, PTeb (ii B. c.). τάνυ-φθογγος, ov, far-sounding, γερανοί Q.S.I 1.11ο; κήρυξ Tryph. Ill ; λαιμοί Nonn.D φλοιος, ov, of trees, with longstretched bark, i. e. of tall or slender growth, κράνεια II ; αίγειρος S.Fr.593.2(lyr.); 6p1iOjThe0c ; έλάτ-η Orph.yi φ-υλλος \νύ), ον, with long-pointed leaves, of the olive, Od ,346, prob. in Pi.(?) 0xy II. with thick foliage, leafy, όρος Theoc χειλής [S], ές, long-nebbed, μέλισσαι, όρνιθες, Q. S , ταννω, II , etc.: fut. -ύσω AP3.261 (Paul. Sil.); Ep. -ΰω Od ,174, τανύσσω Orph,L.181 : aor. έτάννσα, Ep. ε'τάνυσον. Od ; τάνυσσα ; part, τανύσας Hp,S/w7.244 : Med., Ep. fut. τανύσσομαι in pass, εεηβε, Archil.3: Ep. aor. part, τανυσσάμενος II : Pass., 3 sg. pf. τετάνυσται Od ; part, τετανυμένος Gal.l3.991, τετανυμμένος (sic) Dioscorus in PLit.L0nd.g8 ii 10: 3 fut. τετανύσσεται Orph.L.324 : aor. έτανύσθην Hes.Th. 177, etc., Ep. 3 pi. τάνυσθεν 11,16.475, Od [ϋ always, cxc. έκτανϋειν (s.v.l.) in Anacreont.35.5.] Ep. Verb (used twice by Pi., never by Trag.) : stretch, strain, βοείην ,391; Jpiv ib. 547; τ. βιόν string a bow, Od ;, τανΰω I cannot string it, , cf. 171,174 (so in Med., τό μέν [τόξον]..τανυσσάμενος having strung his bow, II.4.112, cf, Archil.3); of putting the strings to a harp, ρηϊδίως έτάνυσσε νέφ περϊ κόλλοπι χορδήν Od.2 τ. 407 (also in M8d., οίων έτανύσσατο χορδάς h.merc.31); τ. κανόνα pull the W8aving-bar in, in w8aving, Il ; όπ-πως.. τανύσρ βοέοισιν ίμάσιν how to urge on [the hors8s], ib.324 ; έπϊ Άκράγανπ τανυσσας (sc. όϊστουϊ) having aimed th8m, Pi.O.2.91 ; 6V Ίσθμφ άρμα τάνυεν was driving it to the Isthmus, ib.8.49 > τ & τα λόγου lend attentive ear, ΑΡη.362 (Jul.); τ. όμμα επί τίνος, ές ουρανόν, ib (Paul. Sil.), 9 '88 : Pass., to be stretched or strained, γναθμοϊ τάνυσθεν (for έτανύσθησαν) 111ε hollow cheeks filled out, Od.16.i73 ; τετάνυστο λαίφεα A.R.I metaph., strain, make more intense, μάχην II ; έριδα ; κακόν πόνον : more fully, όμοιίου πτολέμοιο πεΐρα,ρ έπαλλάξαντες έπ' άμφοτέροισι τάνυσσαν (cf. έπαλλάσσω 1) : Pass., strain or exert oneself, run at full stretch, of horses galloping, τανύοντο δέ μώνυχες Ίπποι άψορρον προτϊ &στυ j ρυτήρσι τάνυσθεν י ib.475 C f mules, άμοτον τανύοντο Od II- stretch out in length, lay out, lay, άνθρακιήν στορέσας όβελούς έφύπερθε τάνυσσε II.9.213! έγχος έπ' Ικριόφιν τ. νεός Od ; έτάνυσσε τράπεζαν set out a long table, 4.54, ; τ. τινά έν κονίρς, έπϊ γαίη, lay one in the dust, stretch him at his length, II , Od.l8.92 ; ένα δρόμον τ. form one long flight, of cranes, Arat.lon : Pass., lie stretched out, τάπης τετάνυστο was י spread, II ; σύες.. εύόμενοι τανύοντο διά φλογός 9-4^8; έπ αύτφ ήλακάτη τετάνυστο Od > extend, νήσος παρίκ λιμένας τετάνυσται 9-116; τετάνυστο περί σπείους ήμερίς 5-^8; έτανύσθη πάνττ! he stretched himself every way, Hes. ; έπϊ χθονϊ κεΐτο τανυσθείς II , cf. Ι ι etc ( s0 ί π Med., κείτο τανυσσάμενας Od.g. 29S); also τρίβος τετάνυστο the path stretched away, Theoc ; 1.). (dub. ύξ τετάνυσται Arat.557 ; πλόος τ. Α. R ταξατο, η, ον, = Lat. taxatus, PIand.g.33 0' Α D ) ταξβίδιον, τό, purpose, $! e τίνα ταξείδια Ps.-Democr.Alch.ρ.54 Β. ταξεώτης, ου, ό, officer of a magistrate, sergeant, commissary, etc., member of the militia palatina, Cod.Just.l.3.33, PMasp (vi A. D.), F (vi A. D.) ; written ταξιώτης, An.Ox.2.307, Gloss. : hence Adj. -ωτικός, ή, όν, ραβδούχος Cod.fust , Eust , ταξΐαρχ-6ω, to be a taxiarch, command the contingent (τάξις) supplied by an Athenian φυλή, ταξιαρχών καϊ την εαυτού φυλήν έχων Th. 8.92, cf. Ar Pa.*444; Lys.13.7j , Arist.P0/.1277 b 11,IG2 1.g ; έάν ημών τις -αρχή ή λοχαγή σοι Χ.Ment.3.1.5, <י) 5 ~ ου, 6, less common form of ταξίαρχος, A.Fr (acc. pi. -a?), Hippod.ap. Stob.4.t,94 (nom. pi. -ai); gen. pi. -Ιων is v.l. in Hdt.7.99,9.53, but he uses nom. pi. ταξίαρχοι (v. ταξίαρχος); ταξιαρχών is so accented in Pl.Lg-.755e, but acc. ταξιάρχους occurs ibid.; τ. used as a nickname, Cic.All ; cf. ταξίαρχος 1. 2 and 3b,c. -ία, ή, office of taxiarch, Ar\sS..P0l.\322 3, Polyaen II, τάξις ι. 4b, Ascl.rarf.3.4, Arr.7W.10.9, Ael.rarf ικός, ή, όν, of α ταξίαρχος, εξουσία PLond (vi A. D.). -OS, 6, commander of a corps or squadron, ταξίαρχοι από τών νεών Hdt.8.67; ταξίαρχοι τών τελέων Id.9.42 ; τ. καϊ πεζών και ιππέων X.Cyr ; in the army of Alexander, Arr.An.3.g.6; in Ptolemaic Egypt, PMich.Zen (iii B.C.); cf. ταξιάρχης. 2. commander of a τάξις (128 men), Ascl.7α«.2.8, Ael.7W.9_3 (-άρχης Arr.Tact.I. 2). 3. = Lat. centnrio, Plb , al., Zos b. = tribunus militum, D.H.5.41, J.β/3.5.2,, «. Plu.Ca37 App.FC5.61, Agath,2. 20 (-άρχης Plu.Pamp.32, App._BC3.3g). c. = legatus legionis. anachronism in App.Sam.4.6 (-άρχαι codd.). d. = ordinarius. Lyd.iWag1.46,. Gloss., also glossed by manipularis and evocatus, 1756 ταπεινός ib. II. at Athens, commander of α τάξις, or quota of infantry furnished by a φυλή, Ar.Ach.36g (lyr.), Pax 1172 (troch.), Av.333 (troch,), Th.4.4, 7.60, Arist.Ath.30.2, D.4.26, 54.5, Aeschin.3.169, / r J3 > T ] ηγείται των φυλετών και λοχαγούς καθίστησιν Arist.Ath.61.3 ; applied to naval officers, X.HG ,35. ταξί-λοχο5 [ϊ], ov, commanding α λόχος or division, τ. λαών Arist. Pepl, 9. -όζωτοϊ, ov, with branches at regular intervals, Thphr. ΗΡ1.8.3 (prob. cj. for αξιολογότατα). -οομαι, Pass., engage in battle, Pi. O τάξις, εως, Ion. ιος, ή, {τάσσω) arranging, arrangement: I. in military sense : 1. drawing up in rank and file, order or disposition of an army, Th.5.68 (init.), 7.5, etc.; τά αμφϊ τάξεις rules for it, tactics, X.An ; τ. καϊ άντίταξις Phld.Piet.\2. 2. battle array, order of battle, κατά τάξιν Hdt.8.86; έν τάξει Th.4.72, etc.; 4 ς τάξιν καθίστασθαι, άνάγειν, ib.93, Ar.y41;.400 (anap.); 'ίνα μή διασπασθείηή τ. Th.5.70; of ships, άποπλΰσαι έκ τής τάξιος Hdt a single rank or line of soldiers, έπϊ τάξιας ολίγας γίγνεσθαι to be drawn up a few lines deep, ib.i 11, cf. 9.3J; έλύθησαν ai τ. των Ώερσων PILa.igic. 4. body of soldiers, A.Pers.2gS, S.OC1311: esp. at Athens, the quota of infantry furnished by each φυλή (cf. ταξίαρχος π), Lys ; but freq. of smaller bodies, company, Χ.Αη ,6.5.11, etc.; ιππέων τ. ib ; so of ships, squadron, A.Pers.380: generally, band, company, φιλία γαρ */!δε τ., of the chorus, Id.Pn 128 (lyr.); έμφανίσας μοι έν γ εσομαι τάξει PCair.Zen (iii B.C.). b. esp. a contingent of 128 men, Ascl.Tact.2.8, Arr.Tact.io.2, Ael.Tact.g.3. o. in late Gr., membership of the militia palatina (cf. ταξεώτης), Lib. Or post or place in the line of battle, άξιεύμεθα ταύτης τής τ. Hdt.9.26,cf. ך 2 ; έντήτ. είχε έωυτόν Id ; μένειν έν τί) έωυτοΰ τ. Id.3.158; τ. φυλάξων Ε.Rh. 664; ή τ. φυλακτέα X.Cyr ! י 7 'έκαστος τήν τ. είχε ν Id.An.» T V S πρώτης τ. τεταγμένος Lys. 14. II, cf. Th.5.68 (fin.); έκλι- πόντας τήν τ. Hdt.5-75j cf i λείπειν τήν τ. And.1.74! Pi Αρ. 2ga, D.13-34) ? Aeschin.3.159; etc ; παραχωρείν τής τάξεως D.3-36) etc.; but ήγεμών εξω τάξεων officer on the unattached list, Arch.Pap.3A88, cf. Sammelb.599, OGI69 (Coptos); so 01 έξω τάξεως staff-officers, aides-de-camp, D.S II. generally, arrangement, order, ήμερων τ. εις μηνών περιόδους Pl.Lg.80gd ; ή τών 'όλων τ. X.Cyr.S.r-22 ; disposition, τής ψυχής G0rg.Hel.l4 " disposition, opp. λέξις, Arist.PA.1414 a 29; ή τ. τοΰ λόγου Aeschin , cf. D.18.2, Sor.1.18, Gnl.Lib7-.OrdA ; ύστερον TTJ T. D.3.15, cf, Gal.6.68, ; έν τ. είναι, = μένειν, PI.Tht. 153ε ; τ. καϊ ήρεμία Arist.FC1218 a 23 ; εί τά γυμνάσια εχοι τήν τ. ενταύθα Id.P0iU331 a 37; diift. from θέσις or mere position, Id.Ph. \ 88 a 24, Thphr.Se»s. 60 (θέσεως τ. Gal.6.194; τ. θέσεως is dub. 1. in ); ή κατά τ. τινά βασιλεία, opp. αόριστος τυραννίς, Arist.FA.I366 a 2 ; καϊ τούτο κατά τ., έως..and so on, until.., Sor order, regularity, εις ד άγει ν έκ τής αταξίας Pl.7V.30a ; τ. καϊ κόσμος Id,G;;g-.504a ; οίίτε νόμος ούτε τ. Id.Lg-.875c, cf.r.58fa; τ. περιόδου Epicur.Ep.2 ρ.42 U.; διά τάξεως γίγνεσθαι Pl.Lg.j80a., τάξιν εχειν to be regular, Thphr. //P3.9.6; έν τάξει in an orderly manner, PI.Lg-.637e ; so τάξει SJG (Nysa, i B. c:., rendering of Lat. ordine). 3. ordinance, κατά τήν τ. τοΰ νόμου Pl.Lg-.g25b ; παρά τήν τοΰ νομοθέτου τ. Id.Pit. 305c, etc. b. prescription, τήν τοΰ λυσιτελοΰντος τοις σώμασι ποιείσθαι τ. Id.Plt.2g4e ; recipe, cj. in PHolm τ. TOO φόρου assessment of tribute, X.Ath.3.5, cf. IG\' i.63.2, al. ; τώνοφειλημάτων περϊ τής πράξεως ib ) Lex ap.d '1, י τής ύδρείας a ration of water, Pl.Lg-.844b. 5. political order, constitution, τ. Κρητική, Λακωνική, etc., Arist.P0/.1271 b 4o, cf. Ath.3.1, al. III. metaph. from I. 5, post, rank, position, station, υπό χθόνα τάξιν έχουσα Α.En. 396 (lyr.) ; ή τών άκοντιζόντων τ. Antipho ϊ ιδία τοΰ βίου τ. Isoc. 6.2 ; άνήρ τής πρώτης τ. C7G2767.4(Aphrodisias); οίκέτου τ. D , cf. PGnom. 43,196 (η A.D.), Mitteis Chr-3J2 ν 18 (ii A.D.); Τ. έχοντος έν τψ Μονσείφ Sammelb.6674 Io(ii Α. D.); έν τί) Θετταλών τάξει ranging herself with the Τ., D >» έχθρού τ. as an enemy, Id , etc.; έν επήρειας τάξει by way of insult, Id.18.13; αδύνατον εΐχεν τ. occupied an impossible position, i.e. was unthinkable, Hyp.(?) Oxy ; τήν ύπέρύμών έλόμενον τάξιν πολιτεύεσθαιchampionship of your cause, D , cf. Ep ; έγώ τήν τής εύνοιας τ., ούκ έλιπον post of patriotism, Id IV. order, class of men, X.Mem ',function, D list, register, όπως ταγή αυτού τό όνομα εν T?) των τετελευτηκότων τ. Samme.ib.J3igΑ3, cf ( י 1 PSL) , ίο. 114Τ. 1ο (all ii A.D.); ή τ. τών κατοχίμ ων PTeb (iia.d.) ; τ. λαογράφων PLond b 2 (ii Α. D.). 3. account, ίδιας τάξεως POxy.61.8 (iii A. D.), cf. PL0«af ,30 (iii A.D.). 4. payment, ib.966,3 (iv A. D., cf. Arch.Pap.4.333). 5. category of land, κατοικική τ. FGL^g.i 2 (i A. D.), cf. Wilcken Chr (ii A.D.), etc. V. reduction of hornia by manipulation, Gal VI. degree of heating power in drugs, Id ,787, cf. Gorg.Pal. 14. VII. treatise, έν τή ύστερα τ. Ps.-Democr,ap.Zos.Alch,p.153 Β. VIII. fixed point of time, term, κατ ένιαυτόν ή κατά τινα &λλην τ. ή χρόνον Arist. 7V.1261 a 34 ; end (or perh. date fixed for the end), μέχρι τάξεως αυτής τής τρυγης Sammelb.58ΙΟ.15 (IV Λ. D.). ταξίφνλλος [ϊ], ον, with leaves set in rows, Thphr.//P1.10.8, prob. in ταξιώτης, ό, v. ταξεώτης. τάξο5, ή, yew, Taxiis baccata, Sabin.ap.Orib.9.16,3, Gal (cited as a Latin word by Dsc.4.79). τά-ττεινολογία, ή, low, humble speech, Poll.2.124, ταπεινός, ή, όν, Ιοιν: 1. of Place, low-lying, χώρη Hdt.4.191,

11 ταπανότης 1707 ταράσσω cf. Arist.Mete.332 h 32 (Comp.); νήσος D.S.3.21 ; ταπεινά νέμεσθαι to live in low regions.. PiJV3.82 ; τ. εζεσθαι. Κ.Or 1411 (lyr.) ; ή μαία ιιαθεζέσθω -οτέρα Sor.1.70% cf. 2.61; of stature or size, low, οστά X. Eq. 1.4 ; τροχοί ib ; of position in the body, τά τ. τού θώρακος Gal. t ; a river, low, opp. μέγας. Plb ; of stars, low, i.e. near the horizon, Cleom.1.5, a). ; but also, near the earth, Id.2. 5; ofthe sun, opp. ύψηλός, Diog.Oen.8 ; λοξός καϊ τ. Gal of persons, humbled, abased in potuer, pride, etc., Hdt.7.14; σύ δ' ούδίπω τ. A.Pr.322, cf. 908; τ. πιρέχειν τινά Χ.Αη ; τά τοι μέγιστα πολλάκις θεός ταπείν' εθηκε Ε.Fr.716, cf. Hec.245! Andr.gyg, submissive, X.Hier,5.4 (Comp.), etc.; ai τ. τών πόλεων small, poor, weak, Isoc.4.95, cf. 7.7, X. Cyr. y (Sup.) ; τ. δύναμις D.4.23 ; of low intelligence, αί τών ασυνέτων καϊ τ. ανθρώπων ψυχαί Gal ; τ);ν μικράν καϊ τ. [ίατρικήν θεωρίαν) δ Ιπποκράτης ηύξησεν Id Adv., ταπεινώς (or ταπεινά) πράττειν to be in low estate or obscurity, Isoc.5.64, Plu.TAes.6; -v s ζην Philem.227 ; όμιλείν Arist.Pol. I3!3 b ofthe spirits, downcast, dejected, διάνοια Th.2.61 ; τ. Hal έρημοι συνεκάθηντο X.HG2.4.23, cf in moral sense, either bad, mean, base, abject, τ. καϊ ανελεύθερος ~Pl.Lg.yg1d, cf. X.Mem , Isoc.2.34, etc. ; or good, lowly, humble, PI.Lg. 716a, X.Cyr.3.1.5, freq. in NT, Ev.Matt.i 1.29,2Ep.Cor.y.6, al. 5. of things, mean, low, poor, τ. iral άπορος δίαιτα Pl.Lg.y62e, cf. Phld. Oec.p.48J.: Sup., -οτάτη περίστασις Id. KAp.26 J.; θεωρία -οτέρα, opp. τιμιωτέρχ, Arist.PA63g -1 ; of style, low, poor, τ. λέξις, opp. κεκοσμημένη, Id.FA. I404 b 6. Adv., -νώς λέγειν in a submissive mannet, ib.1408 a 1 9. τάιτανότης, ητος, ή, lowness of position, etc., ταπεινότητος ε'ίνεκα Hdt.4.22 ; τ. Tijs χώρας D.S.1.31 ; τής μήτρας Placit of condition, low estate, abasement, Th.7.75 ; εις τοσαύτην τ. καταστήσαι Isoc.4.118, cf. D.io.74, Men , LxxSi.13.20, Phld.F.i. II. 3. lowness of spirits, dejection, σιωπήν τε καϊ τ. X.HG in moral sense, baseness, vileness, P\.Plt.30ga\ joined with μικροψυχία, Arist.FA. 1384*4. 5. of style, meanness, Quint. fci τά1γ 1νο-φρον ω, to be lowly in mind, humble, י (131) LxxFs. to be mean-spirited, Arr.Epict.l.g.10. -φροσυνη, ή, humility, Ep.Eph.4.2, al. ; mean-spiritedness, J.F/4.9.2, Arr.Epict φρων, ονος, δ, ή, mean-spirited, base, Plu.2.336ε. 2. in good sense, lowly in mind, humble, Lxx Fr.29.23, iep.pet ψϋχος, ov, humble-spirited, V8tt.Val τά 7Γ 1ν-άω, lower, in point of height, reduce, σπλήνα (swollen spleen) Dsc : Pass., 7r3v όρος ταπεινωθήσεται Lxx Is.40.4 ; πρόσωπον έκ μετεώρου ταπεινούμενον Hp Coac.208; of a plant, decrease in size, Thphr.HPy.13.9 ; of rivers, D.S.1.36 ; Astrol., of a planet, suffer dejection, Vett.Vai.i II. metaph., lessen, τόν φθόνον Plu.Pcr.32 ; τό έν μέλιτι χολώδες Gal (to εχρί. κολάζεται in Hp.Acut.3g)disparage, minimize, Plb , cf : Pass., to be lowered or lessened, Pl.7V.72d. 2. humble, abase, X.An ; τ. καϊ συστέλλων Pl.Ly.210e; ταπεινώααντες..τους νύν έπηρμένους Aeschin ϊ Pass., ταπεινωθείς 'έπεται Pl.FAi7r.254e; υπό πενίας Id.F.553 c > Phld.Rh.x.225 S.; τεταπείνωται ή τών Αθηναίων δόξα X.Mem.3 3 4! έταπεινούντο ταΐς έλπίσι D.S.I3.H ; τεταπεινωμένων τών άλλων διά τήν τών πραγμάτων κατάστασιν Anon.Oxy b. OTbfoteawoman,LxxGi;.34-2,27 y.13.12,14,f; , in moral sense, make lowly, humble, εαυτόν Phld. Vit.p.38 J., Ev.Mati , al.: Pass., humble oneself, τήν θεόν εξιλάσαντο τφ ταπεινονσβαι σφόδρα Men.544! Lxx Ge.16.9, Si.18.21, iep.pet esp. of fasting or abstinence, θεού ω πάσα ψυχή έν τή σήμερον ημέρα (i. e. on a fast-day) ταπεινούται μεθ' ίκετείας S7G (Rhenoa, Jewish, ii A. D.); εάν ψυχ/!ν τεταπεινωμένην έμπλήσρς feed the hungry, Lxx7s.58.10, cf. Le , al.; oloa ταπεινούσθαι, opp. νερισσεύειν, Ep,Phil ωμα, ατos, τό, Astro!., the dejection of a planet (i.e. the sign opposite to that in which 1't is exalted), opp. ύψωμα, Plu.2.149a, S.EJ/.5.35, Ptol.rc/r.41, PPar.igbisig, al. (ii A.D.), FS (iv A. D.).' -ωσις, εως, ή, lowering, of a movement in dancing, PI.L^.815a. 2. lessening, opp. αίξησις, Arist.F.46S9 a 25; reduction of a swelling, Gal humiliation, abasement, Zeno Stoic.1.31 (pi.), Plb ; τ. καϊ δουλεία D.S ; δονάμεώς τίνων ποιείν -σιν Id. II.87, cf. Plu. Arist. 7; άγέννεια καϊ τ Phld./7err. l w eslaie l w eondition, LxxGe.29.32, Εν.Luc. 1.48, al. 4. lowness of style, Pln.2.ya, Quint.Inst dejection of a planet (cf. ταπείνωμα), Doroth.86. -ωτεον, one must disparage, Arist.Rh.Al ft 10. τάττή, ή, = ταφή, mummification, Sammclb.602g.11 (i E.C.); mummy, ib.761 (ii A. D.). τάττης [α], ητος, δ, carpet, rug, τάπητα φέρεν μαλακού έρίοιο Od.4 124; χλαινάων..ούλων τε ταπήτων II ; spread on seats and beds, εΐσεν δ' έν κλισμοίσι τάπησί τε πορφυρέυισιν ρ.2σο, cf , , Od.4.298,10.12, Herod.2.44, S7G (Cos, iv/iii B.C.); φορμό'ν εχειν άντϊ τάπητος Ar.PI. 542 ; τάπης Αιγύπτιος, τ Αφρός, etc., Edict.Diocl ,24, al. Later Att. forms are τάπις, δάπις (qq. v.). τάττητ-άριος, <5, carpet-weaver or carpet-merchant, POxy (iva.d.), PS (vi A. d.) ; cf. ταπιτάριος. -έμπορος, δ, carpet-merchant, POxy (iv A. d.). τ&πήτιον, τό, Dim. of τάπης, Alciphr.Fr.6-7, PGen.So.io (iv A.D.,-ητιν), POxy (ivA.D.), etc. τάττίδιον, τό, = foreg., PLond.2.402'.1 7 (ii B.C.), CFFp.125 (111 Λ. D.). τάττΐδϊφ-άντης, ου, δ, carpet weaver, PHib (iii B.C.); written ταιτιδοφ-,pcafr.zar.4s4.ι 7 FFI B.C.) : hence -αντίκα, τά, proceeds of tax on carpet-ivcavers, Ostr.Bodl. i 47 (ii B. c., -υφ -). τα-ττΐδνφος [c], <5, carpet-wraver, PPar.3 xix 1 (iib.c.), Ostr τάιτις [a], ιδος, ή, = δάπις (q.v., which is quoted as old Att. by Ael.Dion.Fr.116), X.Cyr , An ,27, 7G 11(a). 147Β 12 (Delos, iv/iii B. C.). τάιτΐτ-άριος, ό, = ταπητάριος, BGU (iva.d.). -as, a. δ, = foreg., POxy (iii A. D.). -ιοΰχος, ov, caparisoned, 7ΤΏΛΟΊ ib (vi A. D.). Tap, acc. to Hdn.Gr.2.22 an cnciit. Conjunction (παραπληρωματικός σύνδεσμος Trypho in Kenyon Class. Texts p.116), Ϊ τα ρ, οΰ ταρ, to be read in place of ε"τ' άρ\ ούτ tip', as in II. 1.65,93 i there edi is Ms. authority for ταρ in 1.8, ; in one of the tions of Aristarch. had ταρ, the other γαρ, and codd. are divided : Cobet conjectured ταρ for γαρ, (where his cj. is now confirmed by two codd.), and in other places, Misc.Crit.315: on the relation between αυταρ, αδ, and ταρ, v. A.D.C0K/.254.2, τάραγ-μα [τα], ατοί, τό, disquietude, έν φρένων τ. πέπτωκα Ε.HF logr, cf. 907 (lyr.); τ. δαιμόνων D.H.8.52 ; πάθη καϊ ταράγματα Demetr.Lac.Herc y. -μός, ό, disturbance, disquietude, τ. ές φρένας πίτνει A.CA.I056; τ. έμπέπτωκέ μοι E.77ec.857, c f- Id. Oew.p-39A.; ές ταραγμόν ήκειν Id.77F5B3 5. י είσήλθεν πόλιν Id. Ph.196, cf. / 572 ϊ pi., παιδοκτόνους φρένων τ. Id.77F836. τάρακ-τηριον, τό, stirrer, gloss on τορύνη, Scb.Pl.Hp.Ma.2god. -της, ου, έ, disturber, Lyc.43 -TIKOS, ή, όν, disturbing, τής ψυχής Plu.Crass.23 (Sup.); τ. καϊ νεωτερισταί, of political agitators, D.PI. יκαθ ; of food that does not agree with the stomach, τ. τών 5.75 υπνον όψεων Plu.2.734^; olvos τ. ib.648b, cf. Sor.1.86 (prob.), Mnesith.ap.Gal ; τ. τί]ϊ κοιλίας ld.ap.ath.3.g2b. -TOS, ή, όν, disturbed, that may be disturbed, Sch.Ar.F«. I 242, cf. FA/746.50, prob. f.l. for ταράττον, cf. Hsch. s. v. τάργανον. -τρον, τό, tool for stirring with. metaph. of a person, = ταρακτικός, Ar.Pax634 ;lyr.). -τωρ, ορος, δ, poet, for ταράκτης, τόν πόλεως Τ. Α. ΤΑ TapavSos [α], δ, a horned beast, native of Scythia, reindeer, or more prob. elk, Arist.. A/*V832 b 8, Fr.371, Thphr.Fr.172.1, Ael.NA 2.16; TapavSpos is better attested in Ph , and is v. 1. in Arist. Mir. I.e.; so tarandrus in VXm.HNZ. 123,124 (parandrum in Solin ), ΤαραντΧναρχ-εω, command a body of Ταραντίνοι, SIG6gy Η4 (Delph., ii B.C.), IG , Άρχ.Έφ (Larissa, ii B. c.). -ία, ή, a body of 256 horsemen, a double έπιλαρχία, Ascl. Iact.y.11, Ae\.Tact.20.2, Arr.Tact. 1S.3. -os, ό, squadronleader of light cavalry (Ταραντίνοι), Άρχ.Αελτ. 14 PI. iv 19 (Thespiae, iii B.C.), S/G711G7(Delph., ii B.C.): also -άρχης, ου, δ, ib.697.ir 6,9 (Delph., ii B.C.). Τάραντϊν-ίζω, ride like a Tarentine horseman, St.Byz. s.v. Τάρας -ivos, η, ov, made of Tarentine cloth (v. Ταραντίνον), Schwyzer462 Β 46 (Tanagra, iii B. c.). Ταραντίνοι., 01, cavalry armed -with javelins, SIG6gyΗ16 (Delph., ii B. c.), Ascl. Tact Τάραντΐν-ον, τό, garment made of a diaphanous material ivoven from the byssus of the pinna, y1er1.epit.2y2, Semus 20, Nicostr.Com. 40 (v. 1. -ίδιον), /G (Thebes), Aristaenet.1.25, Hsch., Phot., Suid., Sch.Ar.Ljys.45 : Dim. -ίδιον, τό, a light wrap, Luc. Ca/. 16, DMeretr.7.2, Alciphr ; apparently =pillow, Gal (in this sense also -is, ίδος, ή, ib.639). ταραξίας, ου, <5, = ταράκτης, Suid. ταραξϊ-κάρδϊοβ, ον,heart-troubling, Ar.Ach.3i3 (troch.). -ιτολις, ιδος, δ, ή, troubling the city, Ph (pi.). ταράξ-nriros, ov, troubling or frightening horses, of Poseidon, D.Chr : δ τ. the name of an altar on the Olympic race-course, described by Paus ,19, πτιτόστράτος, ov, troubling the horse-array, of Cleon as a sworn foe to the 'Ιππείς, Ar.Eq.24J (troch.). τάραξις [α], εως, ή, = ταραγμός, confusion, τοΰ βίου Ar.Th.i3y, cf. Ael ; AL39-49 II. M e & c ^ j g q ^ a l i f a, ταξαν-fcυσ κλντί? όμοιως 5-68 ; είκοσι ναυσϊ έτάξαντο 3-77 (but in 2.90 ) trans., e7rl τεσσάρων ταξάμενοι τάς ναύς having drawn up their ships in ί four lines, cf. E.Heracl.664). post, station, τά$ καμήλους άντίατής \ Ίππου Hdt.1.80, cf. Ε.FA.749 ; τινάς επί τινας one group against another, X.Cyr.2.1.() (but τ. τινά έπϊ τους ιππέας set him over them, to command them, Id.//G3.4.20); εαυτόν ύμίν τάξαι παρέσχεν י en- for rolment, Lys.31.9, cf. Lycurg.43 : Pass., to be posted or stationed, i «V&d%Me WTOHdt. 1 dfcfrf* * fr» ταράσσω, Pi.O.2.63, etc.; Att. -ττω Ar.Eq.g02 ; also θράσσω (q.v.): fut. ταράξω ib,358, etc.: aor. έτάραξα Od.5.291, (συν-) Il.r. 579,8.86: plpf. συν-ετεταράχει D.C : Ep. pf. in pass, sense τέτρηχα (v. infr. ill) : Pass., fut. ταραχθήσομαι Men.858 (prob.), Epict.F7icA.3, etc. ; Med. ταράξομαι in pass, sense, Th.7.36, X. Cyr : aor. έταράχθην Ar.Nu. 386 (anap.), etc.: pf. τετάραγμαι ib.388 (anap.), etc. : stir, trouble, in a physical sense, σύναγεν νεφέλας έτάραξε δε πόντον [Ποσειδών] Od ; κύμασιν ταράσσεται πόντος Archil.54! cf S0I.54; τ. πέλαγος αλός Ε. Tr.88, cf. 692; δμού τ. τήν τε γήν καϊ τήν θάλατταν εική Ar.Eq.43i ; τ. καϊ κυκά,ν Id.Ach.688 (troch.), Eq.231 (troch.) ; ου χθόνα ταράσσοντες troubling not the earth (by ploughing), Pi. I.e.; βροντήμααι., κυκάτω πάντα καϊ ταρασσέτω A./V.994; τ. φάρμακον perh. mix, Lac.Lex.4, cf. Amips.18: metaph., φωνάν ταρασσέμεν to wag the tongue, Pi.F ; πάντα τ., of a speaker, jumble up, D ;

12 ταραχή 1758 ταρσός τήν τών πραγμάτων διδασκαλίαν Gal.15.lS5 2. trouble the mind, φοβείται nor feels fear, neither turns to flight, II , cf. E.PA. agitate, disturb, με δεινός ορθομαντείας πόνος στροβεί ταράσσων A.Ag. 361 ; τώ μεν ταρβήσαντε καϊ αίδομένω βασιλήα στήτην II ; 1216 ; δε» ά (adverbial) τ. [με] S.OF483 (lyr.); 'όταν ταράξη Κύιτρις πώς δ' ταρβείς τοιάδ' έκρίπτων εττ-η; A.Pr.()32, cf. 898 (lyr.), ήβώσαν φρένα E.Hipp.g6g, cf. Pr i Νικίαν ταράξω Ar.Fy.358 Pers. 685 ; τό τ αρβοΰν a slate of fear, E.Or.312 ; μ.ή με ταρβήσας προδψς from fear, S.PA.757! ταρβήσασ' εχω Id.7r.37 ; τεταρβηκώς fear- (troch.); τ. καρδίαν Ε.Βα.1321 ; esp. of fear, A.Ch.289, Ar.Fy.66, etc. ; &v τις φόβος τ. X.Mem ; τό σώμα τ. τήν ψυχήν Pl.Phd. stricken, E.IA8$J (troch.); τ. φόβω S.Tr.lj6, E.//F971 ; τ. μή.. 66a, cf. 103c; so τ. γλώσσαν Ε.7^41542 : abs., cause confusion, PI. Od , S.OF1011, Tr.2gy, etc.; τ.άμφ' αύτφ μή..a.r ί P.564b, Hp.Mi.3y3b : Pass., Id.PArf.100d, etc.; περί τι Id.Sph. τ. ειπείν Ε.Βα.775 II. c. acc., fear, dread, ταρβήσας χαλκόν II. 242c ; διά τι D.4.3 ; ταράσσομαι φρένας Q.Ant.log3 ; όμμα σόν τ. Ε ; πληθύν > י - ' 5 ך. 1 σ ' ε τ' ϊλλοί 'Αχαιών ταρβήσειεν Or of an army, etc., throw into disorder, Hdt.4.125, 586, cf. A.fV.960, ΓΑ.35, S.TV.723, Theoc.21.62, etc. 2. s/a«ai 9.51, etc.; έτάρα,σσον τους ταρσούς τών κοιπέων Id.8.12: Pass.,!'» awe of, revere, σέβας, χρησμούς, A.Eu.Joorf 14, cf. S.OC292. to be in disorder, Id.4.125,129, 8.16, Th.4.25,,ךX-Cyr etc.; Poet, word, rare in Prose, as Epicur.F/>.3p.62U., Pl.y4^.370a, Plu. έν σφίσιν αϊ)τοις τ. Th b. metaph., rout or upset, κριτήριον τ. Demetr.Lac.T/crc (perh. variant of Epicur.Se«/..().-. Όλο -os, εος, τό, alarm, terror, Il , S.Ο7296, etc.; Ant.39. -η, ή, τάρβος, Suid. -ήει.ς> εσσα, εν, affrighted, Nonn. περίφοβόν μ' έχει τ. h.supp.y-φ (lyr.); έν χρόνφ άποφβίνει τό τ. Id. 24): Pass., λόγου ταραχθέντας Phld.PA. 1.Γ36S. ; εί τά σημεία Ag.858 ; αμφϊ τάρβει id.ca.547 > ζωπυρούσι τ. folld. by acc. of persons feared (cf. δέος 1), Id.TA.290 (lyr.). 2. awe, reverence, ταραχθείη Gal τ. τήν γαστέρα cause relaxation of the bowels, of purges, iip.nat.mul.12, cf. Acut.56, Arist.Pr. 864 b 23, Gal : Pass., έταράχβης τήν γαστέρα Ar.Nu.386 τίνος for one, Id.Pers.696 (lyr.). II. an object of alarm, a fear ianap.); τό πνεύμα Gal ; more generally, τετ αραγμένου σώμα or alarm, έχεις τι θάρσος τοΰδε τοΰ τάρβους πέρι; S.F/.412; πίλει Sor freq. of political agitation, τ. την πάλιν Ar.Eq. τάρβος ήσθα Ε.Βα. 131 Poet, word, rare in Prose, as Aret. 867; τά πράγματα ib.214: Pass., to be in a state of disorder or SD1.6, Plu.2.666b. (Cf. Skt. tarjati 'threaten', Lat. torvus.) -οσχίνη, ή, = τάρβος, Od , BMus.Inscr.100$ anarchy, έν άλλήλοις τ. Th.2.65, cf. D.2.14, Ptol.7VZr. L ταράττεσθαι έπϊ τών Ίππων to be shaken in one's seat on horseback, X. (Troas). -ocruvos, η, ov, affrighted or affrighting, φόβος A. Th. Cyn5.2.I7 7. Math., τεταραγμένη αναλογία disturbed proportion, Euc.5De/18, Archim.S/j/!.Cy/.2.4. II. stir up, me- ταργαίνω, = ταράσσω, Hsch. 240 (lyr.). taph,, τ. νεΐκος, πόλεμον, S.Ant.yg^ (lyr.), P1.P.5673 ; φόνον Ε.Βα. ταργάνη, ή, = σαργάνη, plaited work, Hsch., EM; , ήλίκα πράγματα ταράξασα D , cf. Χ.Αη ; τ. δίκας τάργάνον, το', vinegar, Phoen.5. II. = τράγος ν, Dsc.4.51 τινϊ πρός τινας Plu.Them.5 : Pass., πόλεμος έταράχθη D ; ^v. 1. τράγανον). γόος...ταραχθείς A.Ch.331 (lyr ) III. exc. in the places mentioned, Horn, uses only intr. pf. τέτρηχα, to be in disorder or con- ταργανόομαι, Pass.: I. (τάργάνον) to be turned into vinegar, οίνος τεταργανωμένος PI. Com. 189, II. (ταργάνη) to be plaited or fusion, be in an uproar, τετρήχει δ' άγορή II.2.95 ; άγορή τετρηχυΐα entwined, Hsch., /!/753.54: cf. προσταργανόω ; so τετρηχύϊα θάλασσα ΑΡγ.283 (Leon.); τετρηχότος οίδματο ς A.R ; τετ ρηχότα βωλον Id » τετρηχότι νώτψ Ταργυηνός, epith. of Zeus, Keil-Premerstein Erster Bericht Ταργηλιών, v. Θαργηλίων. Nic. ΤΑ.267 ; but έκ σέθεν. Λλγεα..τετρήχααι cruel woes arise, A.R. p.26 (Philadelphia, i A. D.) , cf , Philet.7 ; in Nic τετρήχοντα κλήματα is Tapes, gen. τάρων, shortd. for τέτταρες, Amphis30.11 ; cf. ταρτημόριον. f. 1. for δε τρήχοντα. (Alexandrine and later Poets seem to have thought erroneously that τέτρηχα = lobe rough (ci. τραχύς).) (ταράχjva> from ταραχ-ή, τάραχ-ος and these from *θάραχ-: cogn. with -εία, Ion. -ηΐη, ή, preserving, pickling, in pi., εις ταριχείας φαύλοι τάρϊχ-άς, ά, δ, dealer in salt fish, Stud.Pal (ii A, D.). βράσσω from θράχ^ω of which the Ion. pf. is τέτρηχα.) Arist. L4607 b 28, cf. Mete.33g -16 : sg., γογγυλίδας εις τ POxy. ταραχή, also τάρχη (Hsch.), ή, disorder, physiological disturbance (i A. D.), cf. Gal mummification, PEleph.8.8 (iii or upheaval, Sor,1.105, 2 *59> πνεύματος Id.1.46; ή από τής B. c.), POxy.40.() (ii A. D.). 3. maceration, Olyrnp.Alch.p.69 B., φλεβοτομίας τ. Id.2.II ; esp. of the bowels, τής καιλίης Hp.Coac. al. II. Ταριχεΐαι prob. factories for salting fish, Hdt.2.15,113, 205 ; οΰδέ θόρυβόν τίνα ή τ. έν τί) κοιλία ποιεί Gal of Str εΐον,τά,pickle-factory, PStrassb.y3-2 (iii A.D.). -εμthe mind, αί φρενών ταραχαί Pi.0.73! ανωμαλία καϊ τ. Isoe.2.6 ; έν jropos, δ, dealer in salt fish, D.L.4.46, -ευσ-ts, εως, ή, embalming, of mummies, Hdt.2.85, pickling, salting, offish, Id. πολλή τ. καϊ φόβιρ όντας ΤΙ > τ παρέχειν PlPhd.66d, cf. F.602C; ε'ν ο'ίαις ήν τ. D ; πολλήν έχει τ. Arist.P0/ > 4; τ - μειρακιώ- 4.53,Gloss. -ευτηρ, ήρος, i, = sq. 1, Man evrqs, Sous μεστός Isoc.I2.23 ; ταραχής γέμων Epicnr.Sent.l 7, cf. Phld. ov, δ, embalmer, of mummies, Hdt.2.S9, PEleph.8.3 (iii B.C.), UPZ 7r.p.56 W. (.pi.)} διανοι'α5 ισχυρά τ. Sor.1.46 ; τήν τ. τοΰ οφθαλμού 102.8(iiB. c.), Phld.Si -«.2,D.S pickler, PFay.13.4 Thphr.Sms of an army or fleet, Th.3.77, etc.; έν τή τ. in (ii B.C.), etc. -eurikos, ή, όν, = ταριχηρός (which is v.l.), the confusion, in the mbee, Hdt , political confusion, Dsc.2.32, -εντός, ή, iv, salted, pickled, κρέα Plu,2.685d, tumult, and in pi. tumults, troubles, πολλή τ. περϊ τών τιμέων έγένετο Id.4.162, cf. 6.5; ε'ν τί) τ. Id.3.150; αί τ. γεγενημεναι ^σαν artificial means, embalm, of Egyptian mummies, Hdt.2.86, PI.Phd. cf. D3C.3.45 > τάτ. Plu.2.912c, Sor εύω, preserve the body by Lys.12.53; τ. έγγίγνεταί τισι Is.4.5 J τ. ποιείν τισι Th.7.86 ; ές τ. 80c. II. preserve food by salting, pickling, or smoking, τ. 00. κχθιστάναι τινάς Id.4-75 Isoc.6.107, etc.; εις τ. προκαθεΐναι τήν \d.smp.1god; ελΰν ( = έλαίαν) PRyl (i A.D.) : Pass,, [Ιχθίας] πόλιν D.14 5 ; έν τ. καθεστηκέναι Isoc.I2.233! έν ταραχαίς είναι Id. έξ άλμης τεταριχευμένους Hdt.2.77, cf. PGiss.g^.2 (ii A. D.), etc.; 4.13S; ταραχής τε καϊ ανομίας μεστήν πολιτείαν Pl.Alc.2.146b, cf. τεμάχη τετap1χευμέvapreservedmeat, X.An.5.4.2S; χλωρά[κάππαρις] Isoc ; τ. καθίστατο τών ξυμμάχων ττρός τήν Αακεδαίμονα Th-5- πριν-ευθήναι Gal season wood by soaking it in water, 25) cf. D ; τ. έμπίπτει Aeschin.3.81 ; τ. διαλύειν, κατασβεννύναι, Isoc X-C>"' ί rebellions or civil wars in Egypt, al. III. metaph. in Pass., waste away, wither, κακώς ταριχευ- Thphr.7LP4.2,2, macerate, Oiymp.Alch.p.70B., 0GIg0.20 (Rosetta), Wilcken Chr.g. 11, , Mitteis Chr.31 ν 29 θέντα παμφθάρτφ μόρψ A.CA.296, cf. Sophr.54; τεταριχενμένος stale, (all ii B.C.): Lat. twnultus, Plu.Caes.33. opp. νεαλής καϊ πρόσφατος, D Medic., reduce a patient Tapax01r0L0s, όν, causing disorder or confusion, Aesop.76 b. by starving, Gal «vyos ό, salt-fish hawker, Alex. τάραχος [τά], δ, = ταραχή, Χ.Αη , C>r , Oec.8.10, Epicur.F/ι.τ p.28u., al., LxxFs.1.1, al., Plu.P0mp.61, FGi/ (ii jar, Arist./7yi534 a 21 ; τ. οσμαί of it, ib. 19 ; τ. γάρος salt-fish pickle, 218, -ηρό5> ά, iv, of or for pickled food, τ. κεράμων a pickling a. D.), etc. 5.Fr.606 ; τά τ-, opp. τά πρόσφατα, Gal ; κρέας τ. Chrysipp. φθόνε- trot'mirsg, disturbing, τό θείον,.έόν pv'eiji sixy-^ ( י?)ל hence Adj. -ωτικός, ή, όν, βαβδοΰχος Cod.Just. 1:3 3, φαληρίδες Cleomenesap.Ath-9.393c. 2. stale, ούρον PHolm.6. Stoic.3.199, cf. PPetr.3p.16y (iii B.C.), Arr.^« , Gal ; τα ΐαρχ-έω, to be a taxiarch, command the contingent (τάξις) supplied by an Athenian φυλή, ταξιαρχών καϊ τήν εαυτού φνλήν έχων Th. ή σύνταξις η των σειτοποιών καϊ τών τ. PFay. 15.4(1 B.C.). -ιον, 6. II. -ηρός, δ, pickler, τετάρτη -ηρών PPetr.3p.300 (iii B.C.); 8.92, cf. Ar.Pax444, Lys.13-7> D.39.17, Arist.P0/.1277 b 11, IG2 2.g36. τό, Dim. of τάριχος, Ar.Pax 363 (troch.), Cephisod.8, Sor.2.15, 49 ; έάν ημών τις -αρχή ή λοχαγή σοι X.Mem ηβ, ου, δ, Sammelb (HA.D.), Gloss. -ov, τό, v. τάριχος fin. less common form of ταξίαρχος, A.Fr t (acc. pi. -as), Hippod.ap. τάρΐχά-ιτλεως, ων, full of salt fish, prob. cj. in Ps.-Hes.ap.Ath. Stob (nom. pi. -ai); gen. pi. -έων is v.l. in Hdt.7.99, 9.53, 3.116b. -ιτοιε'ω, pickle, Alex.Aphr.!'«Top.\6.2y. -ττράτισσα. A.d.). «HOT, [άτ], rtgictaxfu. ή, female,(v. pickle-seller, ταξίαρχος) PMasp.23.8 ; ταξιαρχών (vi «ייי 50 -ιτωλε'ω, sell 0^ of the mind, disordered, delirious, γνώμαιτ. Hp.Coac. salt fish, Pl.CArw.163b, Luc.AVr." ττώλης, ov, ό, dealer in 302 ; τ. άγρυπνοι \d.prorrh.1.\ ( τ. καϊ &., where τ. slightly disordered mentally, acc. to Gal ). 4. turbid, of a liquid, λιον,τό, salt-fish-market, IG , Thphr.Char.6.g,Inscr.Magn. salt fish, Nicostr.Com.5.3, Alex.15.14, Plu.2.631d, Gloss. -πω- Alex.Trail.Febr.2. III. Adv. -δως, τ. ζην live in a stateof confusion, Isoc.5.52 ; τ. εχειν πρός τινας to be rebelliously disposed, D. τάρϊχ-os [ά], δ, τάρΐχος, εος, τό, and τάρΐχον, τό (v. sub j 16.35(11 A.d.), Gloss.; also ττωλεΐον, ib., Sch.Ar.Ly Ep.3.10; τ. ΰπειλ-ηφέναι περί τίνος to have confused notions, Isoc. fin.) : dead body preserved by embalming, mummy, τεθνεώς καϊ τάριχος έών Hdt.g.!20. II. meat preserved by salting, pickling, dry- ל 43 Id.78-9 : Sup., -έστατα διακείσθαι ταρβάλέος, a, ov, (τάρβος) affrighted, fearful, h.merc.163, S.Tr.957 ing, or smoking, esp. dried or smoked fish, τό έλκος,.φαίνεται ϋισπερ (lyr.) ; τ. δάκρυα tears of distress, Max.331. II. fearful, terrible, τάριχος Hp.VClg ; ου τό τάριχος ίόνιον Ar.Eq.l 24/ ; τό πολϋ τάριχας Id.Pa.558 ; Θρΐον ταρίχους ld.ach.h0i ; τοΰ ταρίχους..ίζιωτερα λέων Nonn./> ; Ζεύς ib.434. ταρβάχυξ, νγος, δ, = ταρακτικός, Hdn.Gr Id.P.491 ; έπϊ τψ ταρίχει Id.Pr.630, cf. Ach.g6~. pi. τάριχοι Hdt. ταρβαρέον δεινόν, φοβερόν, Hsch. I.e.; ταρίχη Hermipp.63.5j Gal.6-747? etc : dual ταρίχει Hdn.Gr. ταρβ-έω, Boeot. τάρβειμι Hdn.Gr : (τάρβος): intr., to be III. metaph. of a stupid fellow, stockfish, τόν τ. τούτον! frightened, alarmed, , al.; βάρσεο.. Φρεσι, μηδέ τι τάρβει Ar.Fr.200. It is laid down that the masc. is Ion., the neut. τάριχος Att., AB : in fact, the masc. alone occurs in Hdt.; II , cf , Od.7.51, J ουδέ τι θυμφ ταρβεϊ ουδέ Hp-

13 ταριχοφαγία 1759 τάσσω uses both forms, masc. (acc. τάριχον, v. 1. -ος) in Morb.2.50, neut. (acc. τάριχος Γαδειρικόν)ίη Int.25 ; neut. predominates inatt., e.g. Ar. 11. cc., Chionid.6, Hermipp. 1, c., but masc. in Cratin.40, Pl.C0m.49, PCair.Zen (iii B. c.), Sor. 1.94,98 : also τάριχον, τό, Anaxandr.50, Philippid.9 ; pi. τάριχα Axionic.3.15, PMich.Zen.2.II (iii B.C.), Sor. 1.46; ταρίχου (gender undetermined) PCair.Zen , 81, al. (iii B. c.), Sor.1.52, Gal os. ov, = ταριχευτός, Ael. ΛΜ12.6. τάρϊχοφαγία, ή, eating of salt fish, Gal.ap.Orib.SjyH.9.3.6, Aet. 8.73, Paul.Aeg τάρϊχώτηβ, ου, ό, --= ταριχευτής, Berl.Sitzb (Tab. Defix.). τα,ρρ,-όσσίύ, frighten, Lyc (Hence άτάρμυκτος.) ταρνόν κολοβόν, κολοβόουρον, Hsch. ταρόν ταχύ, Id. (cf. τραρόν). τίριτη,ή, large wicker basket, IG2 2, , PoU.io.i cs, EMyifi. 53 ; Syracusan acc. to Hsch.: so ταρ7τόνη, ή, Peripl.M.Ritbr.63 ; ταρττόβ, ό, Poll : cf τερπός. ταρττήναι, Ep. ταριτήμίναι, v. τέρπω. τάρριον, τό, Dim. of ταρρός, small hurdle, Poll τάρροθοβ, δ, = έπιτάρροθος, Lyc.360,400, al. ταρρός, -ρόω, -ρώδηί, -ρωμα, ν. ταρσ. ταρσήται, cheese-crates, Hsch. ταρσιά, ή, ν. τρασιά. ταρσικάριος, δ, weaver of Tarsian fabrics, PLips.26.g, 89.2, al. (iv A. D.) ; written θαρσ- in POxy (iii A. D.), I (iv A. D.). Ταρσικ-os, ή, όν, of Tarsus, λίνου Ταρσικοΰ PLips.8g.sj (iva.d.), cf. Edict.Diocl.26.J4, a\., λίνα Θαρσικά POxy (iii A. D.) ; Tapσικόν έλλύχνιον (as application for swellings) Aet : -κοί, 01, name of a school of tragic poets, D.L ταρσικο-ϋφικό«, ή, όν, for weaving Tarsian fabrics, ιστό ς POxy (iii A. D.). Tapcro-yev-rjs, ές, born at Tarsus, / (Rome). ταρσ-ός, Att. ταρρός, δ : also with heterocl. pi. ταρσά, τά, Opp. C.3.470, Anacreont.g, API (Leont.), Nonn. ).1.270, al.: (τέρσομαι). frame of wicker-work, crate, flat basket, for drying cheeses on, ταρσοί μέν τυρών βρίθον Od.9,219, cf. Theoc.11,37 : generally, basket, Kr.Nu mat of reeds, such as were built into brickwork to bind it together, ταρσοί καλάμων Hdt , SIG243 G13 (Delph., iv B.C.); τ. καλάμου Th mass of matted roots, Thphr.CP II. of various broad flat surfaces, resembling a ταρσός Ι. I, as, I. τ. ποδός flat of the foot, the part betiveen the toes and the heel, II ,388, cf. Hdt.9.37, Hp.Fract.g, Diog.Apoll 6 (but also, palm of the hand, ibid.); ούλήταρσω άριστερψ PMicli.Teb. 121 R III i 3 (i A. D.) : generally, foot, Anacreontic,.4, Opp.C.3.470, AP 5.26(Rufin.), 9.653(Agath.). b. palm.«ruf.o«o of the hand, Si, Sor.Fract.22 ; v. supr. 11.1a. c. ankle, Gal. 3.6 ; but distd. from σφυρόν, Sor τους τ. τώνκωπέων the rows of oars 011 the sides of ships, Hdt.8.12; so τοί5 τ. alone, Th. 7.40: sg., 7G , Plb.I.50.3 ; & δεξιός τ. τής veecs Id : sg., oar, Έ..1Τ τ, πτερύγων flat of the outstretched wing, ΛΡ (Mel )» cf. Babr.72.9 ; δ τ. τών πτερών Ae\,NA2.\ : abs., wing, Anacreont.g, APg.28y (Apollonid.), etc.; in Prose, D.H.4.63 : of a peacock's tail, Mosch.2.60 ; ταρσοί feathers, D.S τ. οδόντων the row of teeth in a saw, Opp Pan's pipe, ταρσό! Πάν δ μελιζόμενος Epigr.Gr.y8\.\ ο (Cnidus). β. edge of the eyelid and its lashes, Hp. />.23, Poll.2.69, Gal.UPio.y. -όω, provide with α ταρσός 11 3, τόν 'ΐρμήν..ταρσώσαντες πτεροίς Lyd. Mens.4.76: elsewh. Pass, -όομαι, Att. ταρρόομαι, to be like basket-work, to be matted, of roots, Thphr.CP ; of the reticulation of veins, περί τήν 'όλην κεφαλήν έκτετάρσωται Hp.Oss. 12 ; τεταρσωμέναι μασχάλαι, of plants with pinnatifid leaves, Dsc , cf. 4.8 ; τετ. ναύς with its oars complete (v. ταρσός II. 2), Polyaen ώδης, Att. ταρρ-, tr, like basket-work, matted, of roots, Thphr.HP6.J.4, > T f! πλοκή ταρσώδεις (v.l. ταρσωταί) D.S ωμα, Att. τάρρωμα, ατός, τό, = ταρσός י pi., = οί στίχοι τών κω-iriv, Poll II. = κωπηλασία, Ar.Fr.S68. -ωτόξ, V. ταρσώδης. Ταρτάρ- 105[ά], a, ον, Tartarean, horrible. τάραγμαρ..hfgoy (lyr.), cf. tuc.philops.24 : also Ταρτάρεοβ, Ath.Mitt (Bithynial ; Ταρτάριος, Pherecyd.Syr.5, Epic.Alex. Adesp.y.5, Orph ίζω, quake with cold, shiver, Plu.2.948f, Serv.ad"Verg.^ ". -ίτης [ϊ], ου, δ, dweller in Tartarus, Com. Adesp Ταρτάρό-irais, παιδος, δ, ή, child of Tartarus, Orph.yi.977. Τάρτάρ-os, <5, also ή Pi.P.1.15, Nic.PA.203 : heterocl. pi. Τάρταpa, τά, Hes.LA. 119,841, etc. (sg. Τάρταρον, τό, St.Byz., Sch.ILl. 312). Tartarus, U.S. 13,481, Hes.Th.80y,h.Ap.n6,h.Merc.256,374, etc. (never in Od.); later, the nether world generally, Hes.Sc.255; απέραντος, κελαινός, A.Pr. 154 (lyr.), I051 (anap.) ; Ταρτάρου μελαμβαθής κευθμών ib.221 ; σκότον νέμοντα.1 Τάρταρόν θ' ύπό χθονός Id.L«. 72, cf. LxxJb.40.15, II- personified as husband of Gaia and father of Typ'hoeus, Hes. PA.822 ; & Τάς παί κα\ Τ αρτάρου, οί Cerberus, S.OC1574 (lyr ) -οΐχος, ον, controlling Tartarus, PMag.Par. ι , a 1. Ταρτάρόφρουρο5, ον, guarding Tartarus, PMag.Par Ταρταρ-όω, cast into Tartarus or hell, Acus.8J., 2Ep.Pet.2.4, Lyd.Mens.4.1i,8 (Pass.), Sch.T II ώδη5, Tartaruslike, τιμωρία Anon.ap.Suid. s.v. σοβαρός. -ωσι5, εως, η, casting into Tartarus, Τιτάνων dub. in Phld.P;W.60. ταρτημόριον, τό, shortd. for τεταρτ-, Macho ap.ath e,BGU (iii B.C.), Hsch., Phot.; Dor. ταρτάμόριον Delpti-3(5)-78, 82(ivB.c.): also ταρτήμορον, τό, PCair.Zen. 7;6.12(iii Β. C.), BGU ι517.4, (iii B.C.), 7G11(2). 287^43, al. (Delos, iii B.C.), Inscr. >e70s444?105(ii B. c.); ταρτημο[.. IG , Ταρτησσός, δ, Hdt , elsewh. ή : a district of Spain at the mouth of the Baetis, the Tarshish of Scripture (Θαρσείς in Lxx 3 Ki , al.), Hdt. 1. c., Arist.il/;'r.S44 a 17, Str , etc. : also the river Baetis, Stesich.5 (ap.str. I.e.): hence Ταρτήσσιος,β,or, Tariessian, Hdt-4.192, An.RrT.475 ; Ταρτησσιοι, οί, Hdt , etc. τάρφθη, τάρφθίν, V. τέρπω. τάρφ-os, εος, τό, thicket, βαθείης τάρφεσιν ύλης II.5-555! βαθέης εν τ. ύλης ; μνιόεντα βυθοίο τάρφεα Α.R (From τρέφω thicken.') - us, εία, ύ, fem. ταρφύς Α. Th.535» prob. in Pers.926 (lyr.): thick, close, θρίξ A c.; ταρφέος έχέτλης Orac.ap.Luc../7r. 31: Horn, only uses the pi., ταρφέες Ιοί , Od ; ταρφέας lois Il.ig-47 2 j ταρφέες κεραυνοί Hes.77i.693 > ταρφέα δράγματα II.11.69: neut. pi. ταρφέα as Adv., ofttimes, often, ?, Od : regul. Adv. ταρφέas : Horn. B also has a fem. nom. ταρφειαί and acc. ταρφειάς, so accented by Aristarch. and found in most codd., ταρφεια1 νιφάδες, κόρυθες, II. Γ 9-357>359 ; ταρφειάς [νιφάδας] ; ταρφείας was prescribed (prob. wrongly)by D.T.ap.Hdn.Gr.2.81 in (Cf. τάρφος.) ταρχάνιον" έντάφιον, Hsch. τάρχανον (τέρχ- (. cod πένθος, κήδος, Id. τάρχη" τάραξις, Id. ταρχΰω, Α.R.3.208: fut. -ύσω : Ερ. aor. τάρχϋσα Q.S. I. 8οι, etc.: Med., aor. έταρχΰσάμην Nonn. ).37-96» Ερ. ταρχ- A.R. 1.83: Pass., Ερ. aor. ταρχύθ ην Γϋ] APy.\y6 (Antiphil.); part. -θεΐσαν Lyc.369 : pf- τετάρχύμαι /G : bury solemnly, οφρα I ταρχύσωσι ; I ταρχύσουσι τύμβψ τε στήλτ) τε ; θανοΰσαν..τήνδ' υπό βώλον ταρχύσας ךSupp.Epigr (Egypt): metaph., οϋνομα τ. ΑΡη.^Ί (Phan.). (Cf. ταρχάνιον, τάρχανον, τέρχνεα, and perh. τριχώσαι: prob. not connected with ταριχεύω.) [0 in all tenses.] τάσις [α], εως, ή, (τείνω) stretching, tension, τής κοιλίης f. 1. in one cod. for στάσις, tip.acut.^y ; τοΰ οισοφάγου Arist. A4691 a 1, cf. 664 a 32 ; τάσιν έχειν to be capable of tension, Id.HAgi 5 b 16, al.; o- φρύων τ. contraction of the eyebrows, AP12.42 (Diosc.) ; of tension accompanying inflammation, Sor.2.19, Gal extension, τ. έπϊ μήκος καϊ 67rl πλάτος Arist.HA4gef' τάσεις τής φωνής pitch of the voice, Stoic.2.96 ; in music, Plu e, cf. 1133c ; ofthe accents, τάσεις φωνής αί καλοΰμεναι προσιρδίαι D.Η.Comp.1g ; οξεία τ. Ath.2.53a. 4. intensity, force, τάσιν λαβείν, of darts, Plu.5i<// fixing of the eyes upon an object, Lib.Or II. = tentigo, Gloss. 2. = menta, ib. (also written tarsis, ib.). τάσσω, A.Ag.3,%2, etc.; Att. -ττω Pl.PrZ.262e, etc.: fut. τάξω A. Th.285, etc.: aor. έταξα ld.supp.g86, etc.: pf. τέτάχα X.Oec.4.5, (συν ) PI. Lg. 625c : plpf. έτετάχει Plb : Med., fut. τάζομαι (in pass, sense) Lxx * : aor. έταξάμην ridt.3.13, Th.2.83, etc.: Pass., fut. ταχθήσομαι D.S.I 1.41, (έπι-) Th.1.140, etc.; later ταγήσομαι(έν~) Orib.8.1, (i/7ro-) lep.cor.l5.28 ; 3fut. τετάξομαιέ..1τ10ί,6, Th.5.71, Ar.Av.63y : aor. έτάχθην ΑΡκ.279, etc.; later έτάγην [ά] SIG708.9 (Istropolis, ii B.C.), Plu.2.965ε, Perict.ap.Stob , etc. : pf. τέταγμαι Pi.O.2.30, etc. ; 3 pi. τετάχαται Th.3.13, (άντι-)χ. An.4.8.5: 3 pi. plpf. έτετάχατο Th.5.6, 7.4. draw up in order of battle, form, array, marshal, both of troops and ships, τήν στρατιήν Hdt ; τους δπλίτας Th.4.9 ; νεων στίφος έν στίχοις τρισίν Α.Pers. 366 ; πολεμίων στίχας Έ..Heracl.6y6 ; τ. εις μάχην στρατιάν X.Cyr ' abs.,isoc : Pass., tobedrawnup, ές μάχηνϋά1.τ.80; ούδένα κάσμον ταχθέντες Id.9.69 ; έπϊ τεττάρων ταχθήναι in four lines, Χ. An ; επί μιάς, of ships. Id.77G ; έπϊ κέρως Eub.67.4 ; κατά μίαν νανν τεταγμένοι in line, Th.2.84, tirl οκτώ, of troops, Id : abs., τεταγμένοι in rank andfile, Id.2.81 (so metaph., τό έν τω τεταγμένφ ov the rank and file, opp. Senators and Equitos, D.C ) ; στράτευμα τεταγμένον, opp., άτακτοι ך. X.Mem.},Λ : Med.,fall in,formin order ofbattle, freq. in Th., 1.48, 4. 11, etc.; ώς ές μάχην ; έτάξαντο κύκλον τών νεων formed in a circle, ib.83, cf ; I- τάξαντο οΰ πάντες ομοίως 5-68 ; είκοσι ναυσι έτάξαντο 3-77 (but in 2.90 trans., έπϊ τεσσάρων ταξάμενοι τάς ναΰς having drawn up their ships in four linos, cf. Y-.Heracl.664). 2. post, station, τάς καμήλους άντία τής Ίππου Hdt.1.80, cf. י Ε.ΡΑ.749 τινάς επί τινας οηε group against another, X.Cyr.2.1.Q (but τ. τινά έπϊ τους ιππέας set him over them, to command them, Id.77G3.4 20); εαυτόν ύμίν τάξαι παρέσχεν for enrolment, Lys.31.9, cf. Lycurg.43 : Pass., to be posted or stationed, TTJ ovsels 6τ τακτο Hdt.ι.84, cf. A,Pers.381 ; s > το όρος Hdt ; but ές τό πεζόν or ές π. τετάχθαι to serve among the infantry, ib.21,81 ; ές τόν ναυτικόν στρατόν θέντες ib.203 : c. gen., τής πρώτης τάξεως (or simply τής πρώτης) τεταγμένος Lys.14.11, c acc - c ogn., τάξιν τινά ταχθήναι Pl.Phdr.24ya, etc.; δεξιόν τεταγμένους κέρας Ε.Supp. 657 : freq folld. by Preps, (cf. infr. 11. I, etc.), ταχθήναι or τετάχθαι έπϊ τινα or τινας against another,th.3.78, etc.; επί τινι or τισι A.Th. 448, Th.2.70, 3.13, etc. ; also, to be posted at a place, έφ' επτά πύλαις ταχθέντες ίσοι πρός ίσους S.Ant.142 (anap.); ev εύωνύμψ κέρατι on the left wing, X.Oec.4.19 ; e7rl τοΰ λαιοΰ κέρας Plb ; τ. κατά τινα over against,.., Hdt.8.85, Χ.Αη ; τ. μετά τινα behind him.., Id.77G7.2.4 (so επί τινι Id.Lac. 13.7) ; μετά τίνος with him, by his side, Plb , etc., cf. Th.2.63; σύν τινι Χ.Αη , etc.; παρά τόν ποταμόν Hdt.9.15 ' περ\ τό Ηραιον ib.6g ; άμφϊ τήν K^ovld II. appoint to any service, military or civil, the latter being metaph. from the former, άρχοντας X.HGy ; τινά έπϊ τινι

14 τατα 17! 60 Id.Cyr , D , etc.; έπϊ τάς πράξεις Isoc.5.151, cf. Pl.Ly. 209b, etc.; αξιώ σε τάξαι με έπί Τίνος PCair.Zen.3 (iii B.C.) : also τ. εαυτόν έπϊ τι undertake a task, Pl.P.371 c, D.8.71, etc.; πρός τι X. Mem.2.4.6: Pass., οίτεταγμένοι βραβής S.El.709, cf. 759; πρέσβεις ταχθέντες D ; τετάχθαι επί τινι to be appointed to a service, Hdt , 2.3S, A.Pers. 298, Ε.Ion 1040, X.Cyr ; έπϊ τι Ar.Av.63y, X.Cyr , etc.; also έπί Τίνος Hdt (1?7r' ου, v. 1. οκου), D.IO. 46 ; τόν έπϊ τής σφαγης τεταγμένον Pia.Cle0m.3S, cf. Plb ; δ πρός τοις γράμμασι τεταγμένος secretary, Id > < πρός ταίς φυλακαίς (tolls) τετ. PCair.Zen (iii β. c.). 2. c. acc. et inf., appointor order one to do or be, τάττετ' έμέ ήγείσθαι X. An , cf. Cyr , Hdt.3.25, S.OC639, E.Hec.223, etc. : Pass., μοίρα ή ταχθείσα.. φρουρέειν Hdt-4 133! cf 8.13, A.Eu.2yg,639, etc.; τασσόμενος πορεύεσθαι X.Cyr , etc.; τούτο τετάγμεθα (sc. ποιεΐν) E.Alc.4g ; also τεταγμένος κίοι A.Supp.304, δ έπ' Αϊγυπτον ταχθείς (sc. κήρυξ) ordered to Egypt, Hdt.3.62, cf. 6S, also τ. τινι c. inf., Id.2.124, X.Cyr.1.5.5, etc.: impers., ίωμεν.., Ίν' ήμΐν τέτακται (sc. ίέναι) S.P/J.I 181 (lyr.); οΐς έτέτακτο παραβοηθεϊντ ; τοίςδέ έπεσθαι τέτακται X.Lac : also with inf. omitted, κόσμον φυλάσσουσ' 'όντιν άν τάξη πόλις (sc. φυλάσσειν) E.Supp. 245, cf. 46, Η^ 1390, etc. 4. assign to a duty or class of dutiful persons, ε'ν ν 7ταο1 έμαυτόν έταττον D ; είϊ ύπηρετικήν αυτούς τ. Pl.P//.289e ; πρός τινας τάξαι αυτόν Din.3.18 ; συν έμοϊ τ. σεαυτήν D.H.8.47! τ. έμαυτόν εις τάξιν τινά X.Mem.2.8 ; τινάς είς τους αρχικούς ib-7 ; είς τήν δουλείαν έμαυτόν ib. II ; τ. εαυτόν τίνων είναι range oneself with.., D : Pass., πρός τ)!ν ξυμμαχίαν ταχθήναι to join it, Th III. c. acc. rei, place in a certain order or relative position, χωρίς έκάτερα τ. Hdt.7-36 ; τίνα μέσον τάξω λόγον ; E.El.g08 ; πρώτον καϊ τελευτοίον τό κάλλιστον τ. X.Mem.3.1 9! τά τυφλά τοΰ σώματος κχΐ άοπλα εναντία τάττειν τοις πολεμίοις ld.cyr ! του! πόδας [τοΰ εμβρύου] κατ' εύθύ τού στομίου τής υστέρας τάσσειν Sor.2.60 ; μη κατά άνεμον τών οικημάτων τάττειν τήν ά\ω Gp ; τάξας.. από μέν δύσεως μίαν θυρίδα φωτός ένεκεν ib ; [/CTjpiay] τήν μεσότητα τάσσειν υπό τό γένειον PMed.L0nd.133H 2 9, cf. Sor.Ease.25. al.; είς τ αυτό τ. τήν εύτυχίαν τή ευδαιμονία Arist. ΕΝ1099 b 7 > Αυδους.. πρός απαντας range over against, Pl.Plt.262e ; τήν σοφιστικήν περί τό μ) όν έταξεν Ar'1st.Metaph.1026 h 13, cf. Top. 125^21 ; c. inf., \?Ομηρον~\ έν τοίς.. σοφωτάτοις είναι τάττομεν Aeschin ; ουκ ευλόγως τό τοιούτον σημείον έν τοις φρενιτικοίς τάττει Gal , cf. 1S(2).238 ; τ. τι έπί τίνος apply a term to a certain sense, Ath.1.21a : Pass., τετάχθαι κατά τίνος D.H.2.48 ; έμπροσθεν τ. τινός Pl.Lg.631d, cf. Χ. Mem.3.ι.7, etc. b. with an inf. and Adj., lay down, rule to be so and so, άπερ άν..αισχρά είναι καϊ κακά τάττη Pl.L^.72Sa; τά τε δίκαια ταχθέντ' είναι και άδικα Id. Pit. 305b. 2. ordain, prescribe, τ. τά περϊ τά τέκνα Arist.Pol.1262 b 6 : abs., δ νόμος οΰτωτ. Pl.La.199a ; ούτω τ. δ λόγος Arist.F/V111g b l7 : Pass., τό ταττόμενον Ar.Ec.y66 ; TeT י c τό ταχθέν τελείν S.Aj.328 ; τά τεταγμένα X.Cyr , e ' άγειν the things appointed to them for conveying, ib.8.5.4; T V s T P ~ י' φής ή βέλτιστη τέτακται τοίς έλευθέροις Arist. GA 744 bl S Τ Ψ τεταγμένψ είναι to be fulfilling one's obligations, IGι , , X. Cyr of taxes or payments, assess, τόν φόρον ταίς πόλεσι And.4 11, cf. Aeschin.2.23, D ; ταϊσδε έταξαν οί τάκται IG I ; SOT. τφ ναύτη δραχμήν X.HG1.3.4 : with inf. added, χρήματα τοίς πάσι τάξαντες φέρειν Th.1.19, etc. (Pass., φόρον ετάχθησαν φέρειν Hdt.3-97)! τάσσειν αργυρίου πολλού fix a high price, Th.4. 26: Pass., τό ταχθέν τίμημα PI.P.551b; είσφέρειν τό τεταγμένον Arist.P0/.1272 a 14 : Med., take a payment on oneself, i.e. agree to pay it, φόρον τάξασθαι Hdt.3.13, 4.35 ; χρήματα άποδούναι ταξάμενοι Th. 1.1 ΟΙ ; χρήματα ταξάμενοι κατά χρόνους αποδούναι agreeing to pay by instalments, ib.117, cf. 3.70; 7τόλει5 αΰταΐ ταξάμεναι IGI , cf. 211 vi 6 ; also τάξασθαι ες τήν δωρεήν Hdt.3.97 (but also, much like Act., έτάξατο φόρους οίπροσιέναι ib.89). b. Med., generally, agree upon, settle, ταξαμένους.. δέχεσθαι μισθόν τής φυλακής Ρ1.Ρ 416ε; τάςτιμάς Id.Lg. 743 e > cf 844b,c,al.; τέταγμαι ποιμέσιν, όϊ μοι δώσουσιν τιμήν PMich.Zen (iii B.C.) ; votum expld. as וי, ευχή τάττεταίτις Orip, Gloss.: c. inf. fut., PEnteux.54.5 (iii B. c.), Plb , al. C. Med., pay, τής δε τιμής τάξονται παραχρήμα τό δ' μέρος, τό δέ λοιπόν έν ετεσι γ' PEleph.14 18(iiiΒ.c.), cf. PEnteux. 60.9, 89.7, PMich.Zen.yg.g, PCair.Zen.64g.16 (all iii B. C.), PAmh , 52.1, Ostr.Bodl. 146,96, al., PLond , (all ii B. c.). 4. impose punishments, τ. δίκην Ar.P.1420, etc.; τ. ζημίας, τιμωρίας, Pl.Lg.8y6c, D ; τφ κλέψαντι θάνατον Lycurg.65 : also in Med., Hdt b. impose laws, o&r [νόμους] έταξε αύτοίς δ νομοθέτης Pl.Lg.yy2c. 5. in pf. part. Pass., fixed, settled, prescribed, δ τεταγμένος χρόνος (like τακτός) Hdt.2.41, etc.; ωρα Ε.Pa. 723; ημέρα X.Cyr ; εττ; Pl.Lg-.810b ; ή τετ. χώρα Χ. Cyr ; αί τετ. θυσίαι the regular offerings, Id.TZG3.3-4 ; οί έπϊ τούτφ τετ. [νόμοι] PI.Cn'.50d; ή τετ. δίαιτα prescribed, Id.P.404a ; τά τετ. ονόματα received, Isoc.9.9 j TeT,τέχνη regular, Id ; τεταγμένον, opp. άτακτον, Arist. Cael. 280 a 8 ; νύξ τά τεταγ μέν' απέχει Lyr. Alex. Adesp.37.6; of geom. figures, regular, i.e. equilateral and equiangular, Papp.306.2,8, al. cf. τεταγμένως. τατά, voc., daddy, AP11.67 (Myrin.): dub. cj. for ταύτα in Thphr. Char τάτάλίζω, call by pet name (cf. τατ'ι), coax, Herod. 1.60, τάτάομαι, Dor. for τητάομαι. τατες, V. τήτες. τϋτί, familiar name applied by slave to mistress, Herod τάτικός, ή, όν, (τείνω) neut. τατικόν, territibile (sic), Gloss. 2. exerting tension, Orib τα υροβόας τάτός, ή, όν, that can be stretched, Arist. Η A $11)' τατ-υρας, δ, oriental name of the pheasant, Pamphil.ap.Ath.9. ; e 38 cf. τε'τapos, τέτραξ. (Cf. Mod. Pers. tedzrev 'pheasant', Lith. teterva 'black grouse', etc.: the bird τέταρος was imported from Media acc. to Ath ) ταν,τό, the letter τ, Hp.PCi, Pl.Cra.394c, 7G (iv B.C.), Sor.Pa.Si\45, etc. Τάΰγετον, Ion. Τηΰγετον, τό, Mount Taygetus, between Laconia and Messenia, Od.6.103, Hdt.4.145, etc. : later Ταΰγετος, ό, Plu d, Luc.Icar.11 (s.v.l.). ταυληρόντα ιμάντα, Ήρακλέων, Hsch. (perh. cf. εύληρα). ταυρ-άριος, δ, perh. = ταυροκαθάπτης, C/oss. -αφε'της,, 01 δ, the one who releases the bull at a bull-fight, LW499 (Caryanda). -άω (ν.1. ταυριάω), want the bull, of cows, Arist.HA Ταυρεασταί, οί, worshippers of Poseidon at Ephesus, Ephes.:. 75 (i B.C.). ταυρ-εία (sc. δορά), ή, bull's hide, ox-hide, hence, 1. a kind of drum covered with skin, G/^ (unless in sense 2). 2. whip of ox-hide, Artem.1.70, Phot. s.v. μάραγνα. -ειος, a, ov, also os, uv E.//i : of bulls, oxen, cr cows, φόνος A.?'/!.44 ; κέρατα, αίμα, S. TV.51 8 (lyr.), Fr. 178, Ar.Eg.S3 > Sor.1.64, POxy.2: (ii/iii A. D.), PHolm.6.3y, a '! στε'αρ Sor.2.14, Gal ; τουςל E./P/.1555 ; άγέλαι Tl1eoc.27.7i; βρίμας ταυρείους Orph.Fr ofbull's-htde, κυνέη, ασπίς, Il.10.25S, etc.; ιμάντες Onos.lc.4 : cf. foreg. and ταύρεος. -ειών, v. Ταυρεών. -ελάτης [ά], ου, ό, ίέλαύνω) ox-driver, PG00dsp.Cair.30vi 8 (ii A.D,/, PF/or :iii A.d.),etc. II. a Thessalian horseman who played a principal part in the bull-fight, toreador, τ. χορός ανδρών APg.343 (Phil.), cf. Hid ελάφος, δ, tame Indtan buffalo, Cosmas Indicopleustes 11 ed. E. O. Winstedt, Cambr. 1909) ; also a wild Ethiopian species, ibid., Acl.NA ταυρεόμορφος, ov, = ταυρόμορφος, PMag.Par.] ταύρεος, a, ov, = ταΰρειος, κόλλα 7G ; τά τ. τύμπανα Lxr. ך. Alex.Adesp.316 ; τ. κέρατα Orph.Pr.168.I4; ζωστήρια PLond τ.8 (ii Β. c.). II. epith. of Poseidon in Boeotia (cf. ταύρος 1. 2\ Hes.Sc. 104, because bulls were offered to him at Oncheslus, acc. to Sch. ; written Ταΰρειος, Hsch. s.v. ταύρος ; Ταύριος, Suid. Ταυρεών, ωνος, δ, name of a month at Miletus, Cyzicus. etc., SIG (Milet.), CIG (Cyzic.),Herod.7.S6,etc.: 3]50Τα.υρειών, 7GI2(7).62.IO (Amorgos). ταυρ-ηδόν, Adv. like a bull, εβλεψε yocv τ. έγκύφας κάτω Ar.Ra. 804 ; τ. ύποβλέψας προς τόν άνθρωπον PI Phd. 117b. -ηλάτης [Α], ου, ό, <= ταυρελάτ7]ς I, PFlor.32i.ig (ii A D.), etc. -ιάω, Ν. ταυράω. -ίδιον [ϊδ], τό, Dim. of ταύρος, Suid. -ίζω, gloss on τείνω (s.v.l.), An.Ox ικός, ή, όν, of oxen, ζεύγη PLille 8.8, PCair.Zen.216.5, PS/ (all iii B. c.). 2. neut. ταυρικόν, τό, ox-tcam for ploughing, PStrassb (iii A.D.), PGen.76.6 (iii/iv A. D.), PFa_y (iii /iv A. D ). ταυρινάδαι, οί, a guild of cobblers, Ephes. 2.So,81 [ταυρεινlapis], ταυρίνδα' φαλλική παιδιά παρά Τοραντίνοις, Hsch. ταυ ρίνη [ϊ], ή, Lat. taurina, a kind of shoe, Edict. Diocl.g. 15. Ταύριος, v. ταύρεος. ταυρο-βόας, ου, δ, bellowing like a bull, Orph./ βόλιον, τό, sacrificial slaughter of a bull, IGRom.4.4g4 (Pergam.\ 499 (ibid.), /G2 2.4S42-4 ; in Lat. form taurobolium, C/L (Puteoli). -βόλος, ov, striking or slaughtering bulls, τελετή τ., = ταυροβόλιον, /G ,11, , βόρος, ov, devouring bulls, λέων API.4.94 (Arch.). -γαστρικός, ή, όν, made of bults hide, βίρρος Edict.Diocl γάστωρ, ορος, δ, with bulls paunch: metaph., enormous, API.4.52.ו. Phil ) -γενής, ές, doubtful epith. of Dionysus, Orph.Pr δε'της, ου, δ, bull-binder, in fem. -δε'τις, ιδος, βύρσα AP6.41 (Agath.). -δετός, ov, made from bull's hide, κόλλα E.Fr (s. v. 1., anap.). -δΐδαξία, ή, training of (performingί bulls, Milet. 1(7).205a (ii A.D.). -δράκαινα [δρά], ή, half-bull half-snake, prob. in PMag.Par (-διακ- Pap.). -ειδής, ές, bull-like, τ. τήν μορφήν Str.I θηρία, ή, bull-hunt, = ταύροκαθάψια, /G 9 (2).531(Larissa). -θυσία [ϋ], τά, sacrifice of a bull, Supp.Epigr (Ceramus, ΪΒ. c.). -θΰτε'ω, sacrifice a bull or bulls, IG (Acraeph.). - θϋτος, ov, at the sacrifice of a bull, λοιβή Orph.yi κάθάιττης, ου, ό, bull-fighter, CIG ώ (add.) (Aphrodisias), OG/ (Ancyra, i A. D.). -κάθάψια, τά, bull-fight, held on occasion of a festival in Thessaly, Sch.Pi.P.2.78 ; at Smyrna, C/G3212; at Sinope, ib.4157 : also -κάθαψις, εως, ή, IGRom (Pergam.), unless -ifnv is for -ψιον. -κάρηνος [a], ov, bull-headed, Νοηη.Ζλ , PMag. Par κε'νται, οί, in Lat. form Taurocentae, bull-stabbers (in bull-fights), C/L (Pompeii). -κε'ρκουρος, δ, a kind of river-boat, PCair.Zen. 242 (iii B.C.), Suid. -κερως, ωτος, δ, η, bull-horned, E.Fa.ioo (lyr.), Euph.14, Orph κε'φάλος, ον, bull-headed, of Bootes, Teucer in Boll Sphaera 18,49. -κολλά, ή, glue made from bulls' hides, Plb , Dsc. 3.87, Antyll.ap.Orib , Gal , Paul.Aeg κολλον, τό, = foreg., Gloss. -κολλώδης, ες, like bull's-liide glue, Dsc.1.67, κράνος, ov, bull-headed, E.Or.1378 (lyr.), API κράτης, δ, gloss on Γάνδαρος, Hsch. -κτονέω, slaughter or sacrifice bulls, θεοίσιν A. Th. 276 ; βούς τ. S. Tr κτόνος, ov, killing bulls, λέοντες Id.PA.400 (lyr.). II. proparox. ταυρόκτονος, ov. Pass., killed by a bull, Ammon.Diff. p V. -μάχία,

15 τα,νράομαι 1761 τάφρος V, bull-fight, OG/pjj.^- (Ancyra, i A.D.), IGRom r 4 (Xanthus) -μέτωπος, ov, bull-faced, Orph.//.45.I -μορφος, ov, bull-formed, όμμα Κηφισοΰ Υ,.Ιοη 1261, cf. Ρ , Ath a ;. 1.6 PMag.Par. κανθαρος τ. ταυρόομαι, Pass., become savage as a bull, A.C/i.275; take the form of a bull, E.Ba.g2 2 ; τ. όμμα τινι cast savage glances on one, ld.med.g2. ^ 2. Act., ταύρωσον τανρον ποίησον, Hsch. τανρο-ττά^θενος, ή, bull-maiden, i.e. 10, Lyc. 1292, cf. Tz. ad 10c. -ιτάτωρ [ά], ορος, ό, ή, sprungfrom a bull, of bees, Theoc. Syrinx 3. Ταυροιτόλια, τά, festival of Artemis Tatiropolos, Άρχ.Έφ.1932 Supp.10 (Attica, ivb.c.), Men. />//.234. II. sg. Ταυροιτόλιον, τό, temple of Artemis on the island of Icaria, Str. [ ταυροιτάλος, ή, E./P1457, Ar.Lys.44η, CIG26gg ;וMylasa ) also ταυρο π όχα, S.Aj, 172 (lyr.): a name of Artemis (cf. Ταυρώ\ variously interpreted as worshipped at Tauris, or drawn by a yoke of bulls, or hunting bulls; cf. IsterS; applied to Iphigenia, Ant. Lib ταυρό-1τους, d, ή, πουν, τό, gen. ποδος, bull-footed, σήμα, of a rivergod, E.L4275 (lyr.). -7τρόσ ωττος, ov, bull-faced, θεός PMag. Leiil.W. 1.30, cf. Hermes Trism. in Rev.Phil ; ναΰς Sch.Par. A.R ιτρωρος, ov, having a bull on the prow, as figurehead, πλοίον Sch.Lyc.i292. ταϋρος, b, bull, , etc.; as a sacrifice to Poseidon, , Od.13.l81 ; alsotacpof βοΰς II ; άπεχε τής βοός τόν τ., oracularly of Agamemnon and his wife, A.Ag (lyr.). 2. priest of Poseidon Taureios, Ath c. 3. a kind of Lycian boat with bull as figurehead, postulated to explain Europa's bull, Poll II. the bull as a sign of the Zodiac, Eudox.ap. Hipparch , Arat. 167, al., /C , Supp.Epigr (Dura-Europus, ii A. D.), etc. III. = κοχώνη, Poll , Gal : also the pudenda muliebria, Phot.: the male αίδοίον, Suid. (Cf. Lat. taunts, Lith. tauras, Slav, turii, etc.) ταυρο-σφάγεω, cut a bull's throat, τ. ές σάκος cut its throat (so that the blood runs) into a hollow shield, A. 7/2.43, c f Sch.Ar.Ljy σφάγος fa], ov, bull-slaughtering, esp. in sacrifice, τ. ήμέρα S. Tr.60g ; τ. λέαινα Lyc.47 ; of dithyrambic poets, Pi.Diff. Poet.iy. -τενής, ές, dub. sens, in Dain Inscr. du Louvre (Heracleaad I.atmum). -φάγος fa], ov, bull-eating, epith. of Dionysus, S.Fr.668 ; applied to Cratinus by Ar.Pa.357 (anap.). -φάνής, ές, bull-like, D. P.642. ταυρόφθαλμος, ov, bull-eyed, Heph.Astr.2.2. ταυρά-φ0ογγος, ov, bellowing like a bull, τ. μΐμοι sounds that imitate the bellowing of bulls, A.Fr.57.8 (anap.). -φόνος, ov, = ταυροσφάγος, τριετηρίς Pi.TL6.40 ; δόρπα ΑΡίΐ.60 (Paul. Sil.); τ. λέων BCH1 r.599 (Delph., ivb.c.), Orph.T/.14.2 ; f.l. in Theoc φόρος, ov, stamped with the device of a bull, τετράχμα Inscr. Delos 1429 Β ii 41 (ii B. C.). 2. having a bull as a figurehead, ναΰς St.Byz. s. v. Ταυρίεις. -φϋής, ε'ί, bull-shaped, Nonn..7. Hsch. -χάλια (sic) εορτή έν Κυζικφ, נ 53 Τα-υρώ, 0ΐ5, ή, a name of Artemis (cf. τανροπίλος), Hsch. ταυρώδης, ε5, = ταυροειδής, ταυρώδεα λεύσσων Nic.ΑΙ.222. Ταυρών, ωνος, ό, a month at Alexandria, Ptol.vi/w.9.7. ταυρ-ωττός, ίν, (&ψ) bull-faced, Ion Lyr.9, Orph.77,29.4, Corn.ND 22 : neut. as Adv., ταυρωπόν άποβλεψάμενοι Ph : fem.-ώΐγΐς, Nonn.D ; epith. of Isis in Samothrace, POxy (ii A.D.). -ωτικός, ή, iv, like a bull, τό τ. Sch.Nic.j473!. ταΰς, = μέγας, πολύς, and τανσ-ας μεγαλύνας, πλεονάσας, Hsch, : hence Madvig restored κεκτημένος ταυ χρυσίον (for τ' al πολύ χρ.) in Poet.ap.Pl. Tht.iy^c πολύ (which is absent in codd. BT, though added by a later hand in Τ and found (without τ al or ταμ) in the citation by Iamb.Protr. 14) being a gloss. ταίσιος, v. τηύσιος. ταΐτα,ηευί. pi. of ούτος : but ταΰτά, crasis for τά αύτά. τα-ύτ, Dor. Adv. =ταύτρ, IG12:3) (Anaphe, ii B.C.): written ταύτα (spondee) ib.5(1) (Sparta, VB.C.). ταυτίζω, use as synonymous, Eust.8.33, etc.; εν είσι καϊ ταυ τίζονται Procl. in Prm. (Suppl.) p S. ταΰτο-γράφε'ω, write in the same way, Eust δΰνάμε'ω, of words, to be equivalent, mean the same, Sch. E.Or ειδής, ές, having the form of identity, Dam.Pr.340. Adv. -ειδως, synonym for ωσαύτως, ib ε'ιτεια, ή, = ταυτολογία, Hsch., Suid. -ειτε'ω, gloss on ταύτολογέω, Phot., Suid. ταυτοιος, a, ov, resembling or approaching identity, Dam.Pr.350, 9 ג 4 ταϋτοκλΐνής, ές, in the same latitude, Str , ταΰτολογ-ε'ω, repeat what has been said, περί τίνος Plb. I.I.3 ; ύπέρ τίνος Id ; Τ. τόν λίγον Str : abs -> Plb , Phld. Po.Herc.gg4.30,.. Hermog./«Z3.15 -ημα, ατος, τί, tautology, Eust ία, ή, = foreg., D.H. Comp. 23, Ph , Quint.Inst. S.3.50: pi. in Plu.2-504d. -ικώς, Adv. tautologically, Eust ος (parox.), ov, repeating what has been said, tautologous, APg.206 (^Eupith.). ταΰτο-μήκης, ες, ofthe same length, Nicom.^r.2.1S. -voia, rj, identity of meaning, Eust νομός, ov, following the same rule, Tz. in An.Par ταύτίομαι, become identified, πρός τι Dam.Pr.305 : abs., opp. έτεροιοΰται, Procl. in Prm. p.899 S. ταίιτο-ιτάθεια 'πα., ή, reflex signification, Hdn.Gr.ap.^«.0^ , τοδία,ήך 67.44/!/,1 repetition ~ of the saute foot in the same verse, Sch.Ar.Tiii.346, Heph.3.3, Mar.Vict. p.47 K.. Atil.Fort. p. 2S0K. -ττοιε'ω, act as deputy, PPetr.2 p.45 (iii B. C. '. II. do the same thing, Phld.Po iroios, όν, creating identity, Procl. incra. p.20p., Dam,Pr. 305, al., ττολϋλογεω - keep repeating the same thing, 'Yz.II ταΰτός, ή, iv, identical, in nom. pi. masc. τ αυτοί, Syrian. πι Metaph ,25,26, Sch.Theoc. Τ. 56 codd.; το ταύτό Arist. Mela ph. I054 t ej ; το ταυτόν Syrian, in Metaph.62.32, al. ταΰτό-σημος, ov, of the same signification, Enst.lo3.23 : - σήμαντος, ov, Sch.E.//cr.l6, Eust συλλάβεω, have the same syllables,. 71/ / ταϋτότη?, ητος, ή, identity, Arist.ENl 161 b 31, Metaph.995 b 2 1, Gal , Dam.Pr.423, etc. II. monotony, H.Comp.2,19 D, ז, Hermog.il/I7A.37. III. identical condition, iv τ. μείναι POxy (ν A.D.); maintenance of identity, Plot ταύτο-φανης, ές, presenting the appearance of identity, Dam.Pr, φωνος, ov, of the same sound, Eust : hence-φωνία,?;, ib.20. ταϋτόω, make identical, Procl. in Prm. pp.899,923 S. ταίτωμα, ατοί, τό, identified substance, Procl. in Prm. p.863 S. ταντώνίμος, ov, (όνομα) of the same name, Speus.ap.Simp. in Cat. 3S.20. ταφαιών, V. ταφεάν. τάφε, ν. τέθηπα. τάφ-ειμα [ά], ατοί, τά, tomb, IGRom (Arabia, prob. ii A. D.). -εΐος, v. ταφήϊος. II. neut. ταφείον, τί, tomb, BCH (Priene). -ευς, έως, b, burier, grave-digger, S.OC582, El. 1488, Pia.C0mp.Pel.Marc.21. -εών, ων os, ό, burial-ground, Supp. Epigr.y. 16R, 167 (Palmyra, ii A.D."), OGI642 (ibid., iii A. D.); written ταφαιών, ך. Supp.Epigr.166 (ibid., ii A.D.): also ταφών, IG I 2(1).656 (Rhodes). -ή, ή, (v. θάπτω) burial, ταφής τυχείν, κυρήσαι, Hdt.ι.24,112 : in pi., mode of burial, Id. 2.85,5.8 : pi. also ofthe burials of those who had fallen in battle, δημοσία, ταφάς έπο.ήσαντο Th.2.34; νόμοι.., οΐς έχρωντο περί τάς το,φάς ib.52, cf. OGIgo. 32 (Rosetta, ii β. c.). 2. pi. also, burial-place, Hdt.4.71, 5.63, S. Aj. 1090,1109 : later in sg., Sammelb , al. (i B.C.); but σής el στερήσομαι ταφής, of the urn supposed to contain the ashes of Orestes, S ; so in Egypt, mummy, POxy (i A. D.), Wilcken Chr. 499 (ii/iii A.D.), etc.; also, sarcophagus, SCUTέρα τ., of a double sarcophagus, PGiss.68.7 (ii A. D.), Arch.Pap.4.133(» A. D,). 3. paymerit for burial, burial-fee, τόν τήν τ. τοΰ πατρός ούκ άπειληφότα D ; ενδεείς γενόμενοι εις τήν τ. τήν Φιλίππου PEnteux (iii B.C. ; υπέρ τέλους ταφής μιας Ostr.Bodl.ii 45 (ii Α. D.). -ήϊος, η, ον, Ερ. for ταφείος (not found), of or for a burial, φάρος τ. a windingsheet, shroud, Od. 2.99; μ^λα, i. e. for sacrifice, A.R ικόν, το', burial-money, PEnteux.20.5, 21.8 (iii B.C.), IG2 2.I323.II (iii/ii B.C.), Ostr.Bodl. i 134 (pi., ii B.C.), BGU166S. 14 (i A. D.). -10s, a, ov, = ταφήϊος, λίθος gravestone, APj.40 (Diod.). II. pi. τάφια, τά, burial-place, 1G1 2(1 ).736 (Camirus, iii B. c.) : but also τάν ταφιαν (from ταφία or ταφιά) Supp.Epigr.3.6y ja 4, al. (Rhodes, ii B. c.). ταφοειδής, ές, like a burial or grave, στήλη D.C τάφος [a] (A) f ό, (θάπτω) funeral-rites, II , Od.4.547; Satνυναι τάφον to give a.funeral-feast, II.23.29, Od ; τελέσαι τάφον "Εκτορι δίιρ to perform thefuneral-rites, II ; so %v πόλις στυ-γεί, συ τιμήσεις τάφιρ; Α. 711.Ι0~1 ; τάφφ κτερίζειν S.Ant.203 ; τάφον τινός θέσθαι Id.ΟΡι447 j τ περιστέλλειν νεκροΰ Xd.Aj.wyo; τάφου τυχείν obtain the rites of burial, Y-.Hec.4y ; τοιόσδε & τ. έγένετο Th.2. 47: pi of a single funeral, PI.P.414a ; so of cremation, Clitarch, 32 J. 2. the act of pe'forming the funeral-rites, τοΰδε τοΰ τ. φήσεις μετασχεΐν S.Ant.534 H- grave, tomb, Hes.Sc.477, Ρ' / 8(7).63, t\.pers.686,c.h.\68, S sq., Hdt.2.136, Th.1.26, etc. (never in Horn.) : pi. of a single grave, S.0C).n ; όντες έν τάφοις dead and buried, A.Eu.j6y ; μέγας γ' οφθαλμός οί πατρός τάφοι his being dead and buried, S.O 987: γύπες έμψυχοι τάφοι Gorg εμψυχός τις τ. a, living skeleton', Luc.DMort = βωμός, Duris 34J. 4. Cypr. for φόνος, Sch. II τάφος [ά] (Β), εος, τά, (τέθηπα) astonishment, amazement, τ. δ' ελε πάντας Od , cf '! τ δε οί ήτορ ίκανεν 23.93! dat. τάφει Ibyc.21. ταφρ-εία, ή, making of ditches or trenches, D, , Delph.3(5) (iv B.C.), Plb.5.2.5, etc.: collectively, entrenchments, Ph.Bel. So.19, 85.46, D.C.36.54, al. -ευμα, ατος, τό, ditch, PI.Lg.j6\ b, D.C.Pr.57.33, Pr ενσ ις, εως, ή, digging, method of digging, Ae\.NAg.%. -ε-υτής, ov, 6, ditcher, PCair.Zen.y44.9 (iii B.C.). -ev<a,make a ditch, PI.Lg.y60e,yy8e, X.LIG3.2.4; τάφρους τ. Aeschin : c. acc., τά έσωθεν Aen.Tact.33.4! η V! I n - for τάφρος (which is v.l.), Hdt.4.28,201 : also τράφη, 7G12(7) (Amorgos, iv B. C.). ταφρο-βολεω, fossam duco, Gloss. -ειδής, ές, ditch-like, trench-like, Sch.D ττοιε'ω, make a trench for besieging, D.S τάφρος, ή, ditch, trench, freq. in II. (once in Od., ); τάφρον όρύξομεν II.7.341, cf. IGl 2.g4.21,34, Th.2.78, al. ; άμφ'ι δε τάφρον ήλασαν drew a trench, II.7.449, cf. Hdt.4.3, Alcid.Od.3, etc. ; τάφρων ΰπερ over the trenches, S.W/1279, cf. Aen.Tact.37.3, al., OG/90.24 (Rosetta, ii B.C.) ; irrigation-ditch, PHal.l.gy, ai., PS/ (both iii B.C.): it is sts. found as masc. in codd., e.g. Ph.Bel (cod. V), D.S ; but βαθύν is Ep. for βαθεΐαν in Call.Del. 37: Dor. τράφος Tab.Heracl , ט 3

16 ταφρώδ-ης 1762 ταχύ? ταφρ-ώ8ης, ες, = ταφροειδής, AB394. -ωρνχος [0], 5, (αρίσσω) sapper and miner, D.L ωσι%,vallatus, Gloss. τάφων, V. τέθηπα.. II. V. ταφεών. τάχα, Adv., (ταχύς) quickly,presently,forthwith, freq. i η Horn,,who, like Pi. (0.2.29,4.83, al.) and B. (5.89), uses it only of time, II , , al.; ijt.soon i'faith, Od ,338 ; of past time, τ. Εκτ ' 5 οροςάγχι γένοντο : also in Trag. and (more rarely) Att. Prose and Com., with fut., τάχ' εΐσομαι A. Th.261, cf. ^.489,1649, Ch.303, S.OT84, Ar.Pa.527, Pl.S/>A.247d,etc.; εοικα θεσπκρδήσειν τ. A.Ag ; πέμψον πρός έμέ τ. Sammelb C" Α D ) > in this sense not found in Lxx or in Papyri (exc. I.e.); τάχα έπει δάν, = έπειδάν τάχιστα, as soon as, PX.Phdr. 242a. II. perhaps, to express any contingency from a probability to bare possibility, 51s μέν γαρ καϊ τρϊς τ. τεύξεαι Hes. Op.401 ; τ. ουδέ τεθέασθε τυραννουμένην πόλιν Pi.Lg.Jlls., cf. Hp. Μα.303b) Χ.An.3.2.Theoc.27.61, Bion Fr.4.8, Gal ,690 : more freq. τάχ' &v, probably, perhaps, Hdt. 1.70, al., freq. in Trag. and Att.; mostly with opt., as Hdt. 1. c.. A.Pr. 314, «.512 (lyr.), S. OP139, Th.1.81, etc.; rarely with aor. ind,, PI. Phdr. 256c, Gal ; with impf. ind., D ; with part., S.OT323, Th.6.2 ; with inf., Luc.Par.io ; τάχ' άν alone, in answers, Pl.Sph.255c, P.369a, etc.: strengthd., τάχα..ίσως Ar. Th. 718 ; Ίσως τ. X.HGj.1.24; τ. τοίνυν Ίσως D ; τάχ' hv Ίσως PI. Pit. 264c ; τάχ' Ίσως &v Id.Sph. 247d ; Ίσως τάχ' άν S.Aj.6gl, Th.6.34, PI. Ti.386; αμφισβητούντες προστιθέασιν αεί το ίσω5 καϊ τ. Arist.PA.isSg^ig', in this sense only twice in Lxx (^'.13.6,14.19). III. Sup. τάχιστα, v. ταχύς c. II. IV. Ar. formed an acc. pi. τάχας, perhaps-es, Fr.869. τάχε'ως, Adv. οίταχιίί (q. v.). τάχεωστί, = foreg., Pherecr.239 ; cf. μεγαλωστί. ταχίζω, make swift, AI.// ταχΐνά, v. ταχινός. τάχίνας, ό, Lacon. name of the hare, Ael.NAj.4J; of the deer, Hsch. τάχΐνός, ή, όν, poet, and late Prose for ταχύς, φρένες, Ίουλοι, Theoc.2.7, Call.yoiJ.56, cf. A.R , Lxx Wi. 13.2, al., 2Ep.Pet.2. I, Cat.Cod.Astr.i.137, etc.: Sup. -ώτατος Arat.289 : neut. pi. ταχινά, τάχα, Theoc τάχίων, -ιον, τάχιστος, -ιστα, ν. ταχύς c. τάχος [ά], εος, τό, (ταχύς) swiftness, speed, Ίπποισι.., οίσιν Άθήνη νυν &ρεξε τ. Il , cf. 515! τ βραδυτής Pl.Thf.i36c, Arist. Ph.228 b 2g, etc.: p\., velocities, P\.Ti.3gd, Lg.8g3d. 2. τ. φρενών quickness of temper, hastiness, E. Ba.670 ; & χρόνος μάθησιν άντϊ τοΰ τάχους,.δίδωσι ld.s11pp.4ig; f. 1. in. Pl.Lg944 c > τ ψυχής quickness of apprehension, ib.689c. II. τάχ05 is freq. used in Adverbial phrases for ταχέως, abs. in acc., A.Th.38, Ag.945, Eu. 124, Ε.ΡΛ.986, HE860(troch.), etc.; also in dat., τάχει όμοίως with like velocities, Pl.Pf.36d: with Preps., διά τάχους S.Aj.822, Th.l. 63, etc.; ε'ν τάχει Pi.lV.3.35, A.Pr.747, S.OC500, Th.1.86, PCair. Zen.62(b).10 (iii B.C.), etc.; εις τάχος X.Eq.3.5, Ar.Ach.686, etc.; κατά τάχος Hdt.1.124,152, Th.l.73; κατά τί) τ. PCair.Zen. 130.II (iii B.C.); τό τ. (without κατά) ib , 166.4, , PHib ( a '' hi B.C.), etc.; μετά τάχους Pl.Prt.332b ; μετά παντός τ. with all speed, POxy (iii A.D.); συν τάχει S.Aj.833, OC 885 (lyr.), 904 : also with relatives, ώ5 τάχος, = ως τάχιστα, A.Ag. 27, Ch.SSg, Hdt.5.106, Ar.Lys.n87; so 'ό τι τάχος Pidt.g.J.$', Th. 7.42, PCair.Zen.60.8 (iii B.C.); όσον τάχος S.P/.1373, etc.; y (Dor. S) τάχος Pi , Theoc : also ώς τάχεος είχε έκαστος Hdt , cf. Th.2.90 ; ctis είχον τάχους Id.7.2 ; πώς πρός άλληλα τάχους %x e 1Pl.Grg.4$\C. ταχϋ-άχωτο5 [α], ον, conquered quickly or easily, χάρη Hdt βάμων [a], ovos, ό, ή, fast-walking, Axist.Phgn.81 jpj ; also -βήμων, as gloss on αύριβάτας, Hsch. (-βήλων cod.). -βάτης [α], ου, ί, = foreg., Ε.ΡΑ.134 (lyr,). -βλαστία, ή, quick sprouting, Thphr.CP4.i-3, βλαστός, ον, sprouting quickly, ib (Comp.). -βουλος, ov, hasty in counsel, opp. μετάβουλος, perh. with allusion to the votes respecting Mytilene (Th.3.36), Ar.Ach.630 ; cf. Max.76. -γάμος, ov, early-marrying, Cat.Cod.Astr γηρος, ov, soon becoming decrepit, neut. pi. ταχνγηρα Hp.^irf.58 ; περϊ τοΰ μή τ. γίνεσθαι τό ζφον Gal.6.9 ; ταχύγηροι περϊ τήν κεφαλήν turning grey early, Id.I γχωσσος, ov, quick of tongue, talking fast, Hp.Epid , Ruf.pr.70, etc. -γονία, ή, quick reproduction, Arist./Pi580 b 27. -γονος, ov, yielding fruit quickly or soon, Thphr.CP γράφ05 [7pa], ό, shorthand writer, Lyd.Mag.3.6, Stud.Pal (vi/vii A. D.): hence -γράφε'ω, write shorthand, Tz.H.8, 267, Eust δάής, ές, burning quickly, Agath.I δακρυς, υ, gen. υος, soon moved to tears, Luc.Nav. 2. -δίνης, ές, whirling quickly, Nonn.P Βρομε'ω, run fast,sch.e.med.ι ; of Venus, Cat.Cod.Astr.i. 133, -δρομία, ή, quickness in } unmhg, Arist.Pr.S81 h J. -δρόμος, ov, fast-running, Nonn.P , Orph.//.27.3, Aesop II. Subst. -δρόμος, S, courier, PMasp , al. (vi A. D.); = cursor, Gloss. [Proparox. in Nonn. and Orph. Il.cc., parox. in Aesop, and Gloss. 11. cc.] -εργής, ές, = ταχυεργός, App.PC εργία,ή, quickness in working, X.Cyr.7.1,19. II. hastiness, App.Pun.33. -εργός, όν, doing or ivorking quickly, י Nonn.D πό! ib ; epith. of Horus, Sammelb II. hasty, App.Pun.4J, BC2.120, Adam ήρης, ες, fast-rowing, rapid, A.Supp.32 (anap. i, Opp.H θάνασία, ή, early death, Cat.Cod.Astr θάνατος [θά], ov, liable to sudden death, Hp.Aph.2.44 ; τ. είναι, = ταχέως θνήσκειν, \d.epid.1.12 ; = decrepitus, Gloss. II. killing speedily. Hp.Acul.56, Art.66 (Sup.)., Tiros -, 01 riding fast, ijch.ar.mi κάρδιος, ov, hasty in spirit, Thd./s κατάφορος, ov, setting rapidly, ζψδια Sch.Ptol. Tctr κίνησις [κγ], εως, ή, quick movement, ib κινητός [ϊ], ov, moving quickly, Gal , Porph.in Harm. P.240W,, Adam κρίσιμος [κρί~\, ov, coming quickly to a crisis, Hp.Epid.1.24, Gal , al. -μά0ής, ές, quick to learn, P0II.4.II. -μάχης [/id], ου, quick to the fray, Hsch. s.v. ωκυβόας. -μετάβολος, ov, quickly changing, Ptol. Tetr.162, Geog μηνις, εως, b, ή, swift to anger, APg μητι5, = ταχόβοι/λοί, Hsch. s.v. άργιμήτας. -μορος, ov, quickly dying, short-lived, κλέος A.Ag.^SG (lyr.): also -μόριος, Keil-Premerstein Zweiter Bericht No.264 (Phrygia, iii A.D.): and -μοιρος, Epigr. Gr.363 (Cotiaeum), 367 (ibid.), Supp.Epigr (Phrygia, iii A.D.). -μΰθο %, ov, speaking fast, Nonn./) ; φαινή ib vauttio, sail fast, "!יי Th.6.31,34, Plb , al. J ταχυναυτούσαι Aeschin.3.97 ; { τριήρεις ] -ονσαι /G (iv B.C.). -νοια, ή, = άγχίνοια, AB210. τα,χιίνω, make quickly, κοιλήν κάπετον χερσϊ ταχΰνατε S.Ap.ijos (anap.); is δύνασαι..ταχύνας σπεύσον κοιλήνκάπετον ib.l 164(anap.); τάδε το! με απερχόμενος ταχύνει such are the words by which he urging hastens me, i.e. urges me to hasten, E.Alc.23J (lyr.): Pass., σελ!5 ταχυνομένη quickly written., AP6.227 (Crin.). II. intr., to be quick, make haste, hurry, A.Pers.6g2, Ch.660, S.07~861, OC219(lyr.), Ar.Ec.3S2 : in Prose, X.Oyr : c. gen,, τον ποιήσαι Lxx Ge to be early, ταχύνουσαν ή βραδύνουσαν ακμή ν προδιαγνώναι Gal. 19,201. ταχί-ίτάθης, ές, soon affected, χυμός Choerob.Rh.p.247 S. -1mθής, ές, soon persuaded, credulous, Theoc.2.138, 7,38, N0nn.X> II. obeying quickly or easily, ανέμων βιπή Tryph ττέτης, ες, or -τγ τή5, ές, (ττέτομαι) flying fast, Suid. s.v. ώκύπτερον. -ττλοεω, sail fast, Plb π-χοία, ή, swiftness in sailing, Poll ιτλοος. ov, contr. itxods, ουν, fast-sailing, E.Hyps.Fr.1 iii X-z, Sch.Od , Hsch. s.v. ώκύπλους. -irvoea), breathe quickly, Herod.Med. in Rh.Mus ιτνοια, ή, quickness of respiration, Hp.Oss.13, Aet τγομττος, ov, quick-sailing, διωγμοί A.Supp (lyr.). -ιτορος, ov,fast-going, quick of motion, ld.ag.j%6,e.el. 451; τ. κώπη ld.hcl.12y2 (all lyr.); τ. φυγή Tim.Pers. 175; τ. σιδήρια Hp. Art. 11 (Comp.); of foods, passing rapidly, Gal ιτοτμος, ov, ταχύμορος, Pi ; 'Ανάγκα Lyr. Alex.Adesp.34.9, cf. /<? , Nonn.Λ48.ΙΓ. -ττονς, ποδος, δ, ή, νουν, τό, swift-footed, ~E.Ba.jS2, Ar.Eq.106S ; Χχνος E.Tr.232 (anap.); κώλον Id.Ba.168 (lyr.). -τττερνος, ov, with swift heels, swift-footed, 'ίπποι Thgn ντερορρνέω, moult quickly, Aristaenet.2.1 (better ταχύ 7ττ-). ιττερος, ov, swift-winged, πνοαί A.Pr.88. -ττωλος, ov, with fleet, swift horses, epithet of the Greeks, Δαναοί τ. II.4.232, al. (never in Od.); Τυνδαρίδη Theoc ρροθος, ov, swift-rushing, λόγοι A. Th ppoos, ov, swiftly-flozving, Hsch. s. v. άψορρόου, Sch ρρωστος, ov, swift-rushing, swift-flying, πελειάς S.OC1081 (l} r.). τάχνς [ϋ], εία, ύ : I. of motion, sivift, fleet, opp. βραδύς, 1. of persons and animals, either abs., II.18.69, etc.; or more fully, πόδας ταχύς!3.249,482, , etc.; ταχύς εσκε θέειν Od c > θείειν τ , Od ; κύνες,έλαφος, πτώξ,ίππος, II.3-26,8.248, etc.; ο'ιωνόν, ταχύν , άγγελον Od ; , cf. τ. βαδιστής a quick walker, E.Med ; σφοδροί κα 1 τ. X.Cyr ofthings, τ. πόδες II.6.514) c f Od.I3.261, etc.; τ.!ός, όϊστοί, II.4-94) Od.22.?, etc.; πτερά Ar.Av > -ύτατα άρματα Pi.0.1,77; νήες, τριήρεις, Hdt.8.23, Th.6-43> etc. [Ϊχνοϊ] τότού ποδός μέν βραδύ, τό τοΰ δέ νοϋ ταχύ Ε.Ion 742. II of thought and purpose, quick, hasty, φρονείν γαρ οί ταχείς ούκ ασφαλείς S.OT61J : c. inf., βλάπτειν τ. Ar.Ρα.1428; τ. βουλεύσαί τι άνήκεστον Th.l.132, cf. 118, Luc. Dcm.Enc.12 ; also τ. πρός οργήν Plu.Cat.Mi.l ; τό ταχύ speed, haste, Ε. Ph. 452, X.Eq.J.lS, etc. 2. of actions, events, etc., rapid, sudden, πήδημα ii.aj.s33; αδης, μόρος, E.Hipp.\o\J, Mosch.3.26; πόλεμος Th.4.55, φυγή'id.4.44 ; μεταβολή Pl-/?.553 d י fort, τ. ελπίδες fleeting hopes, Pi.P.l.83; έπαυρέσεις Th.2.53; ατραπός Ar. Pa. 127 ; ταχέί σύν χρόνψ S.OC1602 ; τ. διήγ-ησις short, rapid, Arist. /?A.1416 B 30. Β. Adv., 1. regul. ταχέως, quickly, opp. βραδέως, Il , Hes.77!.103, etc.: rarely in sense perhaps (cf. τάχα 11), Plb the Adv. is also expressed bj periphr., δια ταχέων in haste, Th.1.So, 3.13, P\.Ap.32d,X.An.1.3.9; έκ ταχείας S.TV.395 ; cf.τάχος π. '3. neut. Ta X as Adv., Pi.-P.10.51, /V.l.51, S.FA.349, E.//FS85 (lyr.), Ar.Eq. 109, Gal , etc.; ^δηήδητ. Τ. Sammelb , PGi/956.3 (both iii A. D.); άρτι άρτι τ. τ. Arch.Pap (ii A. D.); also τάχα (q.v.). 4. the Adj. ταχύς is freq. construed with Verbs, where we should use the Adv., ταχέες δ' ίππήες άγερβεν Il ; ταχείά γ' ήλθε χρησμών πράξις A.Pers.J39; όρμάσθω ταχύς S.PA.526 ; δεΰρ' αφίξεται τ. W.OC307, τ. χάρις διαρρεί Id.Aj. 1266, cf. Th.2.75) C. Degrees of Comparison : I. Comp.: 1 the form ταχύτερος, a, ov, is used by Hdt., έποίησα ταχύτερα ή σοφώτερα J. 63, cf ; also in Arist.Mu.394*3, Arr.Ind.g.6, Aret.SDl.16, but not in good Att.; ταχύτερον as Adv., Hdt.4.127, 9.101, Hp. Prog the more usual form is θάσσων, neut. θάσσον, gen. όνος, Att. θάττων, neut. θαττον, II , (elsewh. only

17 ταχνσ-τροφάλιγξ 1763 re neut. in Horn.), etc. : neut. as Adv., freq. in Horn., Od.2.307, al.; θάσσον άν.. κλύοιμι sooner, i.e. rather, would I hear, S.PA. 631 ; θάσσον also often stands for the Positive, II.2.440, Od , , Pi.P.4.181, Ar.Nu.306, P. 187, Fa.94; ού θάσσον οίσεις; i.e. make haste and bring, S.7V. 11S3, cf. 0/430; θάττον νοήματος quicker than thought, X.Mem , cf. Ar.P824, etc.; with a Conj., 'ότι θάσσον, like 'ότι τάχιστα, Theoc.24.48; έπειδή θάττον συνεσκότασεν as soon as.., D.54-5 > έπειδάν θ. συνιή τις Pl.Prt.323c ; 'όταν θ. φθέγγηται ό κόκκυξ Arist.HA363 hl It cf - 611*5 > έάν or ήν θ. as soon as... X.Cyr , An , Pl.Alc a ; άν θ. Men. Ρέ.174; ει β. PX.Ep.324b; ώςθ. Plb , ; θ. rarely = sooner than, before, έξήλαυνον μεσημβρίας ού πολλω τινι θ. Aristid. Or. 51 (27).ι3 (cf τάχιον infr. 3). 3. the form ταχίων [t], neut. ιον, is freq, in late Prose, as Lxx Wi.13.9, ima.2.40, Ph.Bel.69.!4,1j, , Gem.1.20, D.H.6.42, D.S.20.6, J. (v. infr.), Plu.2.240d, Ev.Jo. 20.4, Alciphr.3.4; also in Ηρ.Λ/κ/.ι.ι, Men ; but condemned by Phryn.58, Hdn.Philet.p.436P. ; τήν ταχίονα τής τροφής παράθεσιν earlier, sooner, Gal : Adv. τάχιον earlier, πλέεται..περϊ τόν Σεπτέμβριον μήνα.ούδένδέ κωλύει κάν τ. Peripl.M.Rubr. 24; τ. τής υποσχέσεως sooner than they had promised, Rev.Et.Gr (Iasus); τ. τού παραγγέλματος J.Ρ/ ; ε'ις μακρόν ο.ύτών γήρας καϊ βίου μήκος 'όμοιον τοίς τ. έπερχομένων ld.ajl.3-j > άποπαύεται ούτε τ. έτών τεσσαράκοντα ούτε βράδιον έτών πεντήκοντα Sor. 1.20, cf. 4S> al. ; formerly, έπεσκεύασαν τό πσ,ρόχιον,. τ. γενόμενον γυμνάσιον IGRom (Lycia, ii A.D.), cf (Sardis), (Philadelphia), (Tira), Keil-Premerstein Dritter Bericht p.ji) (iii A. D.), Hermes (Callatis); cf. supr. 2 fin. II. Sup.: 1. the form ταχύτατος is rare, ταχύτατα άρματα Pi ; ταχύτατα as Adv., X.//G codd., Antipb.87 codd.; but both passages have been corrected. 2. the usual form is τάχιστος, η, ov, used by Horn. only in neut. pi. τάχιστα as Adv., most quickly, most speedily, όττι τάχιστα as soon as may be, as soon as possible, ΙΙ.4.193, 9.659, al.; nounced it with an aspirate, ταως λέγουσιν 'Αθηναίοι τήν τελευταίαν συλλαβήν περισπώντες καϊ δασύνοντας ; the bird was a native of India (ταώς έξ Ινδίας Luc. Nav. 23); hence τα&ς and Lat. pavus, pavo, perh. also Hebr. tukkiyim ' peacocksmay be borrowed from the same oriental source.) τε, enclitic Particle, with two main uses (v. infr. A, B). A. as a Conjunction, I. τε,.τε, both..and, joining single words, phrases, clauses, or sentences, the first τε merely pointing forward to the second, ανδρών τε θεών τε II ; αγαθών re κακών τε Hes.Op.669 ; δίψη τε Κιμω τε Α.Pers.491> cf. < S35<34./4 Ar.Ach. Ρ' τ/ι ϊ ν Te νήσον τήν τε ήπειρον Th.4.8, cf. Antipho י 37 >375 P ϊ λυσόμενάς τε θύγατρα, φέρων τ' άπερείσι άποινα II.1.13! 7ταΐδά τε σο! άγέμεν Φοίβιρ θ' ίερήν έκατόμβην βέξαι ib-443 > the elements joined by τε..τε are usu. short in Horn., longer in later Gr., e.g. επειδή πρόξενοι τέ είσιν 'Αθηναίων καϊ εύεργέται.., εν τε τή στήλη γε'- γραπται IGΙ 2.Ι03 7! (י τε γάρ 7ί εύυδρός έστι, ποταμοί τε δι' αύτής ()έουσι Hdt.4-47 > χρή τούς τε πρεσβυτέρους όμοιωθήναι τοίς πρϊν έργοις, τούς τε νεωτέρους.. μή αίσχύναι κτλ. Th.4-9 2! c f- P'-F-474 c > X.Cyr.I.4.25, Is.1.50 ; τά τε yap ληφθέντα πάντ' άν σιρζοιτο ο'ί τ' άδικήσαντες κατ άξίαν λάβοιεν τα. έπιτίμια Aen.Tact. 16.8, cf. Gp I, ; τούτου yap γενομένου. -τά τε έχφόρια Χρυσέρμφ δυνήσομαι άποδούναι, εγώ τε έσομαι παρά σού φιλανθρωπίας τετευχώς PEnteux.60.\l (iiiβ.c.) ; κλείειν τε τά βλέφαρα δεομένων έλπιζόντων τε κοιμηθήσεσθαι Gal > י cf I 'his use is common at all times in ούτε.. ούτε, μήτε., μήτε, είτε., είτε (qq.v.); τε may be used three or more times, εν τ' άρα οί φύ χειρί, έπος τ' εφατ έκ τ' όνόμαζεν Od > cf. ל ΙΙ.ι.ι772.58, A.Pr.89sq., B.17.19sq, Lys , X.Oyr : ένδεκάτη τε δυωδεκάτη τε prob. means the eleventh or twelfth, Od.2.374,4.588: sts. τε..τε couples alternatives, άπόρως είχε δούναι τε μή δούναι τε Έ.ΙΛφ, cf. Heracl. 153» Ρ739 1 > hence we find τε.. ή.., PI. Tht. 143c, Ion 333d ; on ή (θγ^).,τείη and A. «.524(lyr.) v. J! the first clause may be 'ότι τάχιστα S.O71341 (lyr.), Th.3.31, etc.; so 'όσον τ. A.Ch.772, negative, S. the second affirmative, as έκκλησίαν τε ούκ έποίει.., τήν ΟΓ1436, etc.; 0! (prob.)t. Pi ; όπως τ. A.Ag.603, S.OP1410, τε πόλιν έφύλασσε Th.2.22 ; but ούτε. τε is more freq., as ούτε ποσίν Ar.V16j ; ώςτ. /Gi , Hdt.1.210, Th.4.15, E.PA.147, X.An.i. εϊ'μι ταχύς,.,γιγνώσκω τε Χ.Cyr (ν. οϋτεΐΐ-4)', we also find ού : these are ellipt. phrases, as may be seen from the foil, examples, ώς δυνατόν έστι τάχιστα Pl.Lg-.710b, X.Cyr > V δυνατόν. τε.., as'lva μή τι διαφύγη ήμάς, είτε' τι βούλει κτλ. P\.Phd.g3e. τε..,as ούχ ήσύχαζον.., παρεκάλουν τε τους ξυμμάχουςτιτ.ι ך 6. ; and μή 3. τ. \d.hg6-3.6 ; ώς or 7J ήδύνατο τ. Id.Cyr , 4« ; ώς δόναιτο τ. Hdt.1.79 > ώς or לל άν δύνωμαι τ. X.//G4.1.38, Cyr.7.1.9, cf. /C b. τάχιστα after Particles of Time, as soon as, έπεϊ (Ion. έπεί τε) τάχιστα A.Pr.201, Hdt.1.27,75, 7.163, Χ.Αη , PCair.Zen (iii B.C.); επειδή τ. Pl.PrZ.310d, Is.9.3, D.27.16, etc.; έπεάν τ. Hdt.4.134, 7.129, ; έπάντ. Χ.Αη ; έπειδάν τ. Id.Cyr , ^«3 1 9; όταν τ. Id.Cyr : also ώς τ. separated by one or more words, ώς ήμέρη τ. έγεγόνεε Hdt.1.11, cf. 19, 47,65, al., X.Cyr.1.3.2, Mem.l.1.\6, al.; ώς δέ τ. εξήλθε..κόρον έτεκε /G4 2 (1) (Epid., ivb.c.); ώςγάρτ. είσήλθον Men.Pk.28j ; ώς άν τ. λάβης τήν έπιστολήν PCair.Zen (iii B.C.); but ώς τ. yap άπεδήμησας ib B.C.); όπως τ. A.Pr.230 : the same notion is sometimes expressed by the part., ά π αλλα7εί5 τάχιστα, = ως απηλλάγη τ., P\u.Dem.8, cf freq. also in Prose, τήνταχίστην (in full, τήν τ. δδόν X.An.1.2.2ο, Luc.PA.Pr-4) as Adv., by the quickest way, i.e. most quickly, Hdt. 1.24,73,81,86, Hyp. Eux.j, Men. Pk.J3, Plb , etc. (Cf. Lith. (dial.) dengti, Lett, diegt, both = ' run quickly', Polish dpzyc 1 hurry '.) τάχυ-στροφάχιγξ [ψά], 1770s, quickly turning, χορείη Nonn.P ! cf τεκκος, ov, quickly productive of children, -όταται μίξεις Aet τάχϋτής, ήτος, Dor. -τάς, άτος, ή (on the accent v. Hdn.Gr ), quickness, swiftness, of dogs, Od ; ταχυτήτυς άεθλα, of the race, II ; τ. ποδών Xenoph.2.1,17, Pi.O.1.95 ; ήσσων ές ταχύτητα Hdt.3.102, cf. Anaxag.g, Archyt. I, Pl.La.192a, Arist. Mete. 342 a 5 ; of persons, hastiness, Id.LA^i 150 b 27 τάχϋ-τόκος, ov, quickly bringing forth, Arist.Pr.891 b 25 -φθίμένος [Γ], η, ον, quickly perishing, short-lived, ήβη Νοηη.Ρ.7.31 ; ανεμώνη ib φΰής, ές, healing quickly, of fractures, Hp. Mochl.38, in neut. pi. ταχύφυα (leg. ταχυφυα). -φωνος, ov,fastspeaking, Adam.2.56, Po\em.Phgn.2.6j. -χειλής, ές, quick-lipped, αϋλοϊ τ. flutes or pipes over which the lips run rapidly, AP3.205 (Leon.). -χειρ» <S, ή, gen. χειρός, quick of hand, nimble, Critias 55 -χειρία, ή, quickness of hand, dexterity, Phryn.PSp.il I B., Poll τάων [a], Ep. gen. pi. fem. of i, ή, τό. τάωνικός, ή, όν, peacock-coloured, i.e. shot with various hues, ιμάτι a Alex.Aphr. in Mete τάώνιος or -ειος, ov, of a peacock, πτερά huc.vh2.22. τάως τέως, Κρήτες, Hsch. : cf. άως. τάώς, ογτάώς, ό, Ar.Av.102,269, Arist.HA488 b 24, al.; gen. ταώ or ταώ Alex , Inscr.Dclos290.4(iii B. C.); acc. ταών or TacSvEup. 36: pi., nom. ταψί Arist./L4564 a 31 ; ταοί Menodot.ap.Ath a; gen. ταών Antiph.205 ; acc. ταως or ταώς Id : but also nom. ταών Aesop. 397 b ; gen.tacivos Arist./7^i559 b 29, Gal.6.701, Gp ; dat. ταών! Ar.Av.884 : pi., nom. ταώνεί v. 1. in Arist./L4564 a 31 ; gen. ταώνων Lxx 3Ki ; dat. ταώσι Ar.Ach.63; acc - ταώνας Com.Adesp.39, Plu.Per. 13 : the form ταός is non-existent acc. to Hdn.Gr.ap.Choerob. in Theod.l.284 H.. peacock, Pavo cristatus, 11. cc.: metaph. of coxcombs, Ar.Ach. I.e., cf. Stratt.27, Luc.Nigr. 13. II. nameofagem, P\\n.HN3J.1Sj. III. name ofa fish, Philostr. i. (Acc. to Tryphoap.Ath.9.397e, the Athenians pro- τε (both) sts. corresponds to a following δε (and), or τε (and) to a preceding μέν, e. g. a. τε.. δε.., as κόμισύ τέ με, δός δε' μοι Ίππους II.5 359>cf. 7-4 j 8> S.OC367, Tr. 285, Ε.ΡΑ.1625 ; έσθάς άμφότερόν νιν εχεν, 'ά τε.. έπιχώριος.., άμφϊ δε παρδαλέαστέγετο Pi.-P.4-80 ; διήκουέ τε. έπειτα δέ καϊ έπηνεσε X.Cyr > so with άμα δε καϊ.., ωσαύτως δε καϊ.., Th.i.25, Pl S»i^.186e : so τε.., άτάρ οΐν καϊ.., Id.Pip.Μα b- μέν. τε.., άνδρα μέν..,τρεις τε κασιγνήτους ΐΙ 19 2<)1-3, cf. Od < Pi.O.6.88, 7-88, Α.ΓΑ.924, CA.585(lyr.),S.^«/.963 (lyr.), E.Heracl.stf codd., Cj/ofi (lyr.), Ar.7V«.563(lyr.), PI.Phdr. 266c, Lg.92jb : v. μέν Α. ii.6c. 4:. a single τε (and.) joins a word, phrase, or (esp. later) clause 01 sentence to what precedes, τελευτήν κεφαλήν τε Pl.7V.6ga; θνητά άθάνατά τε ib.c ; Ζεύ άλλοι τε θεοί ΙΙ ; κύνεσσιν οίωνοίσί τε πάσι 1.5 > ρίγησέν τ' hp έπειτα άναξ ανδρών Αγαμέμνων v.l. for δ' άρ in II.254! 'έν τε ούδέν κατέστη Ίαμα.., σώμά τε αύτ αρκες iv ούδέν διεφάνη.., Th.2.51 ; τά τε ιερά.. νεκρών πλέα ήν.. ib.52 ; νόμοι τε πάντες ξυνεταράχθησαν ibid.; δάκνει σ' αδελφός 'ό τε θανών Ίσως πατήρ Ε.ΕΙ.242, cf. 253> 2 62, al. ; εις τετας άλλας.. άθροίζεσθαι Aen.Tact.3.5 > τών τε αρχόντων.. ib.6, cf. 10.8, al.; 'ό τε γραφεϊς κύκλος.. Archim.S/uV.ii Defy ; πρός τε τούτοις φησϊν.. PEnteux.63.lS (iii Β. C.); χωρίς τ ε τούτων Plb , 61.1,3.17*7; ταΰτά τ' έγίνετο.. Id , cf > άπαιτούμενός τε ύπ' έμού τά ερια ούκ άποδίδωσί PEnteux. 2.6, cf. 8.4, al. (iii B.C.); γράψαι Άγαθοκλεΐ τω επιστάτη διασαφήσαί τε αύτφ ib.81.2i (iii Β. C.) ; καθόλου τε.. Arr.Epict.l.19.13, cf ; άταράχους τήν τε δύναμιν άκαθαιρέτους Sor.1.21, cf. 24, al.; όζει βαφικώ στυπτηρία τε PHolm. 1.4, cf. Gem ; χρή λαχάνων άπτεσθαι, κοιλίαν τε λύειν Gp , cf , al.; this τε may be used any number of times, Od , 14.75,158-9, Men.Pk.13,16,20, Hipparch , Act.Ap.2. 43,46, 4.13,14, al. II. τε..καϊ.., or τε καϊ.., both..and.., where τε points forward to και, and usu. need not be translated, e.g. Ά- τρείδης τε άναξ ανδρών καϊ δίος Άχιλλεύς II.1.7! ει' δή ομού πόλεμός τε δαμά καϊ λοιμός 'Αχαιούς ib.61 ; δειλός τε καϊ ούτιδανός καλεοίμην ib. 293 ; ζωύν τε καϊ άρτεμέα ל cf >33 8 > al.; τής τε γης έούσης έπιτηδέης καϊ τών ποταμών έύντων σφι συμμάχων Hdt.4-47 ' βούλεταί τε καϊ έπίσταται Th.2.35! φΰς τε καϊ τραφείς PI.P.396C ; βάσιν τε γαρ πάλιν τήν αύτήν έχουσι τήν ΖΒ καϊ.. Euc.1-47 ; sts. the elements joined by τε..καϊ.. are joined in order to be compared or contrasted rather than simply joined, κάκιστος νύν τε καϊ πάλαι δοκεΐ S.Ant. 181 ; μεσαμβρίη τέ έστι καϊ τό κάρτα γίνεται ψυχρόν Hdt ; ετυχόν τε ύσταται έξαναχθείσαι και κως κατείδον Id.7.194; ε'7γαόο ατ(ί τε ό άνεμος καϊ τό κύμα έστρωτο ib.l93 > ταύτα,.νύν τε καϊ τότε Ar.Av. 24 ; χωρϊς τό τ' ειπείν πολλά καϊ τά καίρια S.OC808 ; όσον τό τ' άρχειν καϊ τό δουλεύει ν δίχα A.Pr.927 ; sts. (like τε,.τε) even used of alternatives, διάνδιχα μερμήριξεν, Ίππους τε στρέψαι καϊ έναντιβιον μαχέσασθαι II ; έν δίκφ τε καϊ παρά δίκαν Pi ; θεού τε.. θέλοντος καϊ μή θέλοντος Α.ΡΑ.427 ; πείσας τε..καϊ μή τυχών Th : on 0Ί τε άλλοι καϊ.., e.g. τοις τε άλλοις απασι καϊ Αακεδαιμονίοις Isoc.I2.249> and άλλως τε καϊ.., ν. άλλος II. 6, άλλως I in this sense τ' ήδέ is only Ερ., σκήπτρόν τ' ήδέ θέμιστας Il.g. 99> cf. Ι.400, al.; also τε.., ίδέ, χαλκόν τε ίδε Κόφον 6.469, cf καϊ,.τε, both.,and.., is occasionally found, as καϊ μητέρα πατέρα τ' E.Alc.646. b. καϊ..τε perh. means and..also

18 re 1764 τε in ita! ναυτικφ τε 'άμα Til. I.g ; καί πρός τε τους 'Ρηγίνους Id.C.^4 ', κα\ clauses (and in parenthetic principal clauses) which indicate what αυτό5 τ6 Id.8.6S ; v. infr. c τε..τε or τε../cai.. sts. join is customary, επεϊ ούχ ίερήϊον οϋδ έ βοή ην άρνύσθην, ά τε ποσσϊν αίθλια elements which are not syntactically parallel, c-sp. a part, and a γίγνεται ανδρών which are the usual prizes ; εργ' ανδρών ל ' 3-4 נ < ) cf. finite verb, ΙοΊσίν re τιτυσκόμενοι λάεσσί τ' εβαλλον (for βάλλοντα) τε θεών τε, τά τε κλείουσιν αοιδοί Od , II.3-80; ίλλα re έπι φραζόμενος κα\ δη καί έπεπόμφεε Hdt. I.S5 ; άλλ^ι 1.226, , ו ; κύματος έξαναδύς, τά τ' έρεύγεται ήπειρόνδε τ6 τρόπφ 7τειράζοντες κα! μηχανην προσηγαγον Th ; της τε ίίρας Od ; μολπή τ' ορχηστύς τε, τα yap τ' αναθήματα δαιτός :..ταύτης ούσης.., καϊ τί> χωρίον.. χα\(π)1ρ?!ν Id. 7-47» cf. 4-85, 8.81, similarly in clauses with οΐά τε (πολλά), κήτος επισσείη μέγα δαίμων the copulative τε becomes rare in later Gr.; it is found εξ αλός, υίί τε πολλά τρέφει..'αμφιτρίτη 5.422; οϋ γάρ σ' ουδέ.. about 340 times in Lxx, mostly in the Pentateuch and 1-4 Ma., Ιαήμονι φωτΐ έίσκω άθλων, οΐά τε πολλά μετ' άνθρώποισι πέλονται 8. only 3 times in Ps. ; in the NT it is found about 150 times in Act. 160, cf , ,379 β- ' η relative clauses indieating what is true of all persons or things denoted by the same Αρ., 20 times in Ep.Hebr., and very rarely in the other books. B. In Ep. (more rarely in other dactylic verse, v. infr. 11) τε word, οϋ yip τις νήσων ίππήλατος οϋδ' εύλείμων α'ίθ' βλ! κεκλίαται 11ο stands in general or frequentative statements or in statements of one of the islands which lie in the sea (as all islands do, i.e. no what 13 well known ; such statements are freq. made as justifications of a preceding particular statement or of a preceding exhor- island at all,י Od.4.608; ήμίονον..η τ' άλγίστη δαμάσασθαι II ϊ έσθλίς έών γαμβρδς 1) πενθερός, ο'ί τε μάλιστα κήδιστοι τελέθουσι Od ; α'ιετοΰ οίματ' έχων.. Us θ' άμα κάρτιστάς τε αϊ,/ ύιιιστος tation to a particular person or persons ; the sense of τε thus π ετεηνών II , cf ; ούδέ μι ν είσοιχνεΰσι κυνηγέται, ο'ί τ ε approaches that of τοι (cf. το! and τε in Od , and cf. II καθ' υλην άλγεα πάσχουσιν Od ; δικασπόλοι, ο'ί τε θέμιστας τρϊις with ); although associated with numerous particles and Δibs είρύαται II , cf. Od.5.67,101, II ! ! > 0^νές other words of particular types (v. infr.) its meaning remains independent of these and applies to the whole sentence in which it 11ε τρώει,.,οςτε καϊ άλλους βλάπτει Od , c ' J 4-4^4! πά,ρφασις, η τ' εκλεψε νόον πύκα περ φρονεόντων ; ο'ικωφελίη, 'ή τε stands: αΐφά τε φυλόπ ιδος πέλεται κόρος άνθρώποισιν Il.1g.221 ; οϋ τρέφει άγλαά τέκνα Od when the antecedent is a yap τ' αίψα θεών τρέπεται νόος α'ιεν έόντων Od > δ6 τε πάντα "ισασιν cf. 5-79, / ; SS, , definite group of gods 01 men, the relative clause with τε indicates, Ερινύες α'ί 0'6rbyaiav antecedent, ; tyvbs Ένυάλιος και τε κτανέοντα κατέκτα , cf. r.n Od.11. essential characteristic of the ג ) Il ;, Ο Τ έβλητ! τ' εβαλ' άλλον ΙΙ.4Ι0; οΰ «με γάρ τε ανθρώπους τείνυνται II i Σειρήνας.., α'ί ρά τε πάντας ανθρώπους κακϊ>ν βασικευέμεν Od ; οί φύλλοισιν έοικότες άλλοτε μέν τε (έλγουσιν Od > Φαίηκές μ' άγαγον ναυσίκλυτοι, ο'ί τε καϊ άλλους (αφλεγέες τελέθουσιν.. άλλοτε δε.. II ; άλλος γάρ τ άλλοισιν ίνθρώπους πέμπουσιν , cf > νυμφάων α'ί τ' άλσεα καλά άνηρ επιτέρπεται εργοις Od , cf ,170, > του γάρ τε νέμονται καϊ πηγάς ποταμών ; Αωτοφάγων, οί τ άνθινον είδαρ ξείνος μιμνήσκεται βήματα πάντα, άνδρδς ξεινοδόκου, υς κεν φιλότητα έδουσι Od.9-84 : similarly when the antecedent is an individual παράσχη יib.54 cf >7-322; βεχθεν δέ τε νήτιος εγνω II ; παθών person (incl. god) or thing, the relative clause with τε indicates δέ τε νήπιος εγνω Hes. Ο p.1.18 ; aul yάρ τε νεώτεροι αφραδέουσιν Od. one of his or its general or essential characteristics or aspects, οϋ ', Od.5.4 δύσζηλοι yάp τ' ειμ\ν επϊ χθονϊ φΰλ' ανθρώπων ib.307 ; του δέ μα Ζην' 'ός τις τε θεών ύπατος καϊ άριστος ) c f , י' τε πολλοί επαυρίσκοντ' άνθρωποι, καί τε πολέας έσάωσε II.! ϊ Ερμείαο εκητι διακτόρου, ος βί τε πάντων ανθρώπων έργοισι χάριν καϊ του μεν yip τε κακοΰ τρέπεται χρώς άλλυδις άλλ»7, εν δε' τε' 01 κραδίη κΰδος όπάζει > Αό.μπον καϊ Φαέθονθ', ο'ί τ', Ηώ πώλοι άγουσι 23. στέρνοισι πατάσσει.., πάταγος δέ τ6 γίγνετ' οδόντων ib > όλίγη ; Τειρεσίαο μάντιος αλαοΰ, τον τ ε φρένες εμπεδοί είσι > τεύχεα δε τ' άναπνευσις πολεμοιο 18.20Ι ; νεψ δέ τε πάντ' έπέοικεν..κεΐσθαι 2 2. ύυνεις άνδρδς άριστηος, τον τε τρομεουσι καϊ άλλοι Il , cf ; 71 ; κατέλεξεν άπαντα κήδε' 'όσ άνθρώποισι πέλει,τώνάστυ a\<iy זάνδρα κε7ται άνϊιρ Άν τ' (ν. 1. ( >& Ισον ετίομεν Εκτορι δίω, Αινείας ) ^he μεν κτείνουσι, πόλιν δε τε πϋρ άμαθύνει, τέκνα δε τ' άλλοι άγουσι, βαθυζώνους τε γυναίκας < 4 c ' , > νεμεσσωμαί γ6 ι elative clause sts. indicates what is customary, ούδέ σε ληθω τιμής ης τέ μ' εοικε τετιμησθαι μετ' Άχαιοίς ! ένθα δ' άνηρ ένίαυε πελώριος, ΐίς ρά τε μηλα οίος ποιμαίνεσκε Od-9-187; των πάντων οϋ μεν ουδέν καϊ γάρ τίς τ'άλλοίον οδύρεται άνδρ' όλέσασα..ή Όδυστ!' τύσσον οδύρομαι.. ώς ενός, 'ύς τέ μοι υπνον άπεχθαίρει καϊ έδωδήν μνωομένιρ 4 Ι0 5 > άλόχου..7} τε τ01 αϋτως ήσται ένϊ μεγάροισιν 13 Od ; σχέτλιε, καϊ μέν T'IS τε χερείονι πείθεθ' εταίρω.., αύτάρ iyw θεόί ε'ιμι 20.45, cf , ,9-632 ; νΰν δε μνησύμεθα 336 ; καϊ κήρυκα Μέδοντα σαώσομεν, 05 τε' μευ αΐεϊ.. κηδέσκετο 22. δόρτου" καί γάρ τ' ήύκομος Νιόβη έμνήσατο σίτου κτλ (where 357) c f τε is used in descriptions of particular places a general inference is implied); hv Βριάρεων καλέουσι θεοί, άνδρες δέ or things when attention is called to their peculiaror characteristic τε πάντες Αιγαίων' 1.403, cf , 5 3 ^ '! sts - features, or their position, e.g. Αίβνην,ΐνατ' άρνεςάφαρ κεραοϊ τελεrepeated action by particular persons, άλλοτε μέν τε γόψ φρένα Οονσι Od.4.85 ; ενθα δέ τ' όρνιθες τανυσίπτεροι εύνάζοντο 5-65, cf. 9. τέρπομαι Od ; οϋ μα, γαρ 'Απόλλωνα All φίλον, φ τε σύ, נ י 1 Κάλχαν, 124, ) IC ג 9) 2 44 *ζ δε' τε 01 (SC. 2κυλλ;!) δειραϊ περιμήκεες 12.90, ל 99 cf > ^ν δέ τε Γοργείη κεφαλή (in Athena, s ai'yis) ευχόμενος,.θεοπμοπίας άναφαίνεις II.1.86; η δε..μ' αίε\.,νεικεΐ, καί τέ με φησι μάχη Τρώεσσιν αρήγειν ib ϊ μίιτηρ γάρ τέ μέ φησι θεά, II.5-74' > χaλεπbv δέ τ' ορύσσειν άνδράσι γε θνητοΐσι (sc. μώλυ) Od. Θέτις άργυρόπεζα, διχθαδίας κηρας φερέμεν θανάτοιο τε'λοσδε ; δοιαΐ γάρ τε πύλαι άμενηνών ε'ισϊν ονείρων ; Sts. τε 41ο. 2. in exhortations addressed to an individual, a subsidiary draws attention to a well-known custom or permanent feature, sentence or relative clause in which he is reminded of his special άρξάμενοι του χώρου, 'όθεν τέ περ οίνοχοεΰει ; η μενετε or characteristic sphere of activity is marked by τε, e. g. Ερμεία, σοϊ Τρώας σχεδδν έλθέμεν, ένθα τε νήες ε'ιρύατ' εϋπρυμνοι II.4 247) c ' Od. γάρ τε μάλιστά γε φίλτατόν εστίν άνδρ\ εταιρίσσαι καί τ' εκλυες φ κ' 6.266; εν ποταμψ, οθι τ' άρδμυς έην πάντεσσι βοτο'ϊσιν ll , cf. εθέλησθα, βάσκ' Ίθι.. II ! Άτρείδη, σοί γάρ τε μάλιστά γε λαός Od β- a P art of the anatomy is defined by a clause 'Αχαιών πείσονται μύθοισι.., νυν δ' άπ)> πυρκαϊης σκέδασον ; δενρο δή ίίρσο, γρηυ.., 7) τε γυναικών δμωάων σκοπός έσσι.., ερχεο Od , c f!' similarly in general and frequentative statements consisting of two clauses (one of which may be a relative clause, freq. containing the subj. or opt.), in which the fulfilment of the condition stated in the subsidiary or subordinate clause is declared to be generally or always followed by the result stated in the principal clause, either or both clauses may contain τε a. the principal clause alone contains τε, ός κε θεοϊς ε'πιπείθηται, μάλα τ' εκλυον αυτοΰ ; δ' >& άμύμων αϋτος εη καϊ άμύμονα είδη, του μέν τε κλέος εύρυ δια ξεϊνοι φορέουσι πάντας έπ' ανθρώπους, πολχοί τέ μιν έσθλbv εειπον Od.!9-333 > ~/άρ θυμφ γε μενοινάα πολεμίζειν, άλλα τε λάθρη γυΐα βαρύνεται.., βλάβεται δέ τε γούνατ' ίόντι II ; φ μέν κ' αμμειξας δώτ! Ζευς τερπικέραυνος, άλλοτε μέν τε κακω 'ό γε κύρεται άλλοτε 5' έσθλω b the subordinate clause alone contains τε, λάζετο δ' εγχος..τψ δάμνησι ατίχας ανδρών ηρώων οΐσίν τε κοτέσσεται όβριμοπάτρη ΐ δ' άρίγνωτος γόνος άνέρος φ τε Κρανίων ολβον έπικλώση Od ; αντί ל 98 cf 7-2 νυ πολλών λαών έστιν άνηρ 'όν τε Ζευς κηρι φιλί^ση Ι » Od , 7 74> ; with opt., άλλα πολυ πρώτιστος.. έλεσκον ανδρών δυσμενέων δ τέ μοι 6ί ειε πόδεσσι : it is prob. that τε has been replaced by κε in the text of Horn, in II S, (cf. 508), and some other passages in which κε seems to be used, exceptionally, in general relative clauses. c. both clauses contain τε, μέν τ' αίδέσεται κούρας Αώς άσσον ίούσας, τον δε μέγ' ϋνησο,ν καί τ' εκλυον εύχομένοιο Ι '! εϊπερ γάρτε χόλον γε και αυτημαρ καταττε'ψίϊ, αλλά τε καϊ μετόπισθεν εχει κότον I in the subordinate clause of a collective sentence, in which the principal clause states something to be true of all those,i.e. each individual) to whom the predicate of the subordinate clause applies, ΰπόσχωμαι.. κτήματα.. πάντα μάλ' 8σσα τ' 'Αλέξανδρος.. ηγάγετο Τροίηνδ'.. δωσέμεν ; πάντων 'όσσα τε γαΐαν επι πνείει τε και 'έρπει Od , II ! βάλλειν άγρια πάντα τά τε τρέφει οΰρεσιν 'ύλη ; cf in relative (containing τε) which indicates a feature which universally belongs to it, κατ' Ισχίον, ενθα τε μηpbς ΐσχίφ ένστρέφεται II.5.305, cf. 8.S3, ) ] 6 481) ; similarly a point of time is defined, Sipr! iv ε'ιαρινη, 'ότε τ'!ματα μακρά πέλονται Od τε is used in relative clauses which define a measurement of a particular thing or action by reference to the measurement (in general) of some thing or action well known in daily life, γεφύρωσεν δε κέλευθον μακρην ήδ' εύρείαν, οσον τ' έπϊ δoυpbς έρωή γίγνεται , τοΰ δ' ήτοι κλέος έσται ίσον τ' έπικίδναται ηώς 7-Ί5 1 > τε τύσσον απην οσσον τε γέγωνε βοήσας Od.9-473) c f >al.; more rarely the definition is by reference to the measurement of a particular thing 01 action,!σθιε.. 'έως 'ό τ' άοιδδς ενϊ μεγάροισιν άειδεν (s. ν. 1.) τις δή τέτληκε τόσα φρεσίν, όσσα τ' έγώπερ ן ; 358 the freq. use of τε Β in similes is to be explained under one or other of the foregoing heads, e.g. when reference is made to generally known kinds of things or natural phenomena, to human experience in daily life, or to well-known phenomena of the animal world, H.2.456,459,463,468,470,471,474,481, ,33, , al.; or when universal characteristics of gods, men, animals, etc., are indicated by relative clauses introduced by lis τε, ός /5ά τε, etc., י' 5,6 e.g. 3.61,151,198,31 ; or by ως τε, ήύτε, &ς τις τε, etc., ) Od.4-535) ^s < * , «9.314, etc. II. in post- Horn. Gr. this use of τε is more restricted ; outside of Ep. and other early dactj'lic verse (Hes.0/1.30,214,233, al.. Xenoph.13.7, Thgn.148,359, etc.) it is not found except with relatives, and with these it has scarcely any discernible sense, so that lis τε in Lyr. and Trag. is for the most part only = Us, e.g. (possibly generalizing) Μοϊρ', ά τε πατρώϊον τώνδ' εχει rbv είφρονα πότμον Pi ' 2, /!.». 1024, Ε.//if.445 (lyr ) etc. (v. 'άστε) ; without generalizing ל 74 - force, Pi./V.9.9, A.Pers.297, Ch.615, etc.; Hdt. has τά πε'ρ τε 1 οκαιs τε codd., όσον τε (without a verb, as in Od.9.325, al.) 1. "י : 5.11) 3.5, al., οΐά τε 1.93 codd. (adverbially 2.175, 126, 2.96, Prose and Com. even these uses disappear and we find only a few י

19 TC 1765 τέθηπα phrases, as άτε, ίστε. έφ' $τε, οτός τε ; in later Gr. we find exceptionally ένθεν τε Hp.Ep.iy ; άφ0 S τε UPZ62.S (ii B.C.); άττ' ού re noun are freq. regarded as forming a unity indivisible by τε, τοίς what precedes (Porson ad 10c.): but article + noun, preposition + PCair.Zen (iii B. c.); οί'τε CP/ (Erythrae, iib.c.); ή τ κτανονσί τε A.Ch. 41 (lyr.); προς βίαν τε Id.Ρ;210 ;. also the order is Ρ Mag.Ρ(7r. ι ; δσον re όκτώ στάδια Paus ; καϊ εστίν επη freq. determined by the meaning, τε being placed immediately after Te 'ל Id.9.3'-5 κ ϊ ημείς Μαντικά όπόσα τε ( = which) έπελεξάμεθα the word (or first word of a phrase or clause) which it joins to wh.it καί έπϊ τής " κύων" φωνής θεωρούμεν S.E.ilLl precedes or to what follows, πατήρ ανδρών τε θέων re II j έξω C. in Horn. Τε is also (but less freq.) used in conjunction δόμων re καί πάτpas A.Pr.665 ; the copulative or preparatory re with other particles in contexts (mainly particular statements) such precedes many other particles, e.g. re yap, r' άρα, re r is. 2. re as the following : 1. in assurances, statements on oath, and is enclitic in signfs. B, c also, and stands early in its sentence, threats, σχέτλιος, J! τ' εκέλευον απωσάμενον δήϊον πνρ &ψ έπϊ νήας clause, or phrase (v. supr.), but many particles which follow re in ίμεν ; έξ αυ νύν 'έφυγες θάνατον, κύον"? τε' τοι άγχι ήλθε signf. A precede it in signfs. B, c, e.g. in sigr.fs. B, c we have δέ κακόν ; ή τε is similarly used in ,17.171,236, Od.24. re, μέν re, yap re, άλλα re, S' άρα re, os ^ά re, 0(lr' ίρ re, καί yap ris 28,311, al.; 1) τ' άν in II , al.; γάρ τε (s. v. 1.) in ού γάρ τ' οϊδα re, os ris re, καί re , cf. Od ; νύ re in 1.60,347 (but τ' more prob.^toi, E. Etymology: signf. A is found also in Skt. ca, Lat. -que ; v. σΰ); δε τε in άγορ^ δε' τ' ίμείνονές είσι καϊ άλλοι ΙΙ ; σε for signfs. Β and c cf. Skt. ca in yah kds ca 'whosoever (with following verb)lat, -que in quisque, ubique, plerique, usque, neque, nee δέ τ' ένθάδε γύπες έδονται ; μέν τε in σφώ μέν re σαώσετε λο,όν Αχαιών ל 47 י 13 c ז ' εί πέρ τε in ού τοι ετι δ-ηρόν γε φίλης (-non in necopinans, etc.), Goth, ni-h ' not' (also 'and not'). Lat. από πατρίδος α'ίης έσσεται, ούδ' ε'ί πέρ τε σιδήρεα δέσμα,τ' εχησιν Od. I. namque ( = nam). 204, cf. 188, II. ι 2.223, also in commands, warnings, and re, Dor. acc. sg. of σό (q. v.). admonitions, σίγα, μή τις τ' άλλος 'Αχαιών τούτον άκούση μύθον τε", apostroph. for τεά, neut, pi. of reo's, II >.0, cf. Od ; (ός άγαγ' ώς μήτ' άρ τις ϊδη μήτ' άρ τε νοήση τεαρσιηιας, obscure word (perh. a pr. n.) in Ostr.Strassb.583 i 3, 337 ; τούσδε τ' (ν. 1. δ') εάν (nisi leg. τούσδ' ετ') ; δός δετέ μ' άνδρα al. (iii B. c.). έλείν 5-118; μηδέ τ' έρώει (nisi leg. μηδ' έτ') 2. ι 79, 22 ' also τεαύτα, V. τοιούτος. in passionate utterances, in clauses which indicate the cause of the τεβει.9, dub. 1, in Pyiw/I (ii B.C.). speaker's passion or a circumstance which might have caused τεγγΰρος όρνεον ποιόν, Hsch. others to behave more considerately towards him, li μοι έγώ ן".. δειλή τε'γγω, Ale.39, etc.: fut. τέγξω Pi.O.4.19, E.Supp.gJi) (lyr.): aor. τ',.τόν μέν..θρέψασα.. ל έπιπροέηκα σχέτλιοί έστε, θεοί, ζηλήμονές έξοχον άλλων, ο'ί τε θεαίς άγάασθε..ήν τις τε.. IלOd.i.I!9 20, S.Ph (anap.), Pl./ e : wet, moisten, τέγγε πλεύμονας ο'ίνω ετεγ 0!Β.5.157, A.Pr.402(lyr.), Hp.Nat.Mu/.? 5 : Pass.,aor. έτέγχθ-ην cf , , ; ημείς δ' αυ μαχόμεσθ', ο'ί πέρ τ επίκουροι Ale. I.e.; άκρήτιρ πνεύμονα τεγγόμενος Era tost h. 25; οϊνφ πνεύμονα reyye ινειμεν and we, who (mark you) are only allies (not γαμβροί and Poet.ap.Suid. s. v. reyye ; τε'γγει γάρ [τό έλαι ον] τόν ξηρόν χρω τα. Gal. κασίγνητοι), are fighting, 5.477! τρεις γάρ τ' έκ Κρόνου είμέν 6.229, cf. 366,560, esp. of internal moistening by liquid food, ο.δελφεοί for we, let me tell you, are three brothers, sons of Cronos opp. βρέχω (moisten on the surface), Id , (the word is (and Zeus has no prior title to power), ; ποιόν σε έπος φύγεν not freq. in Prose); φάρεα ποταμία δρόσφ τ., so as to wash them, E. ερκος οδόντων δεινόν τ' άργαλέον τε' νεμεσσώμαι δέ τ' άκούων Od.2I. Hipp. 127 (lyr.) ; έν θαλάττη τ. τους πόδas PI.Z -.S66d :-in Τ rag. 169 ; ού μήν οί τό γε κάλλιον ουδέ τ' άμεινον ΙΙ in d e and Lyr. freq. of tears, δάκρυσι κόλπους τέγγουσι A.Pcrs.540 (anap.) ; scriptions of particular events and things where there is no general απ όσσων παρειάν νοτίυις ετεγξα παγαίς Id.Pr.402 (lyr.) ; όμμα δάκρυσιν reference, κνίση μέν άνήνοθεν, έν δέ τε φόρμιγξ ήπύει Od.i7.270 ; ως τ. Ε.Supp.21, cf. /A496 ; and simply, τ. παρειάν, όμμα, S,ΛηΙ,ί,τ,ο ( SO) τέ μοι υβρίζοντες ύπερφιάλως δοκέουσιν δαίνυσθαι κατά δώμα I. (anap.), E.^/c.764; τέγξαι βλέφαρονβ : Pass., ίο be moistened, 227; τους μεν τ ίητροϊ πολυφάρμακοι άμφιπένονται..συ δ' αμήχανος 0poao1sS.Aj. 12Ο9 (lyr.); δάκρυσι μου βλέφαρα τ. Ε.Hipp.S ^yr.): τέγγομαι (sc. οσσε), i.e. I weep, A.Pers (lyr.). 2. c. acc. cogn., έπλευ, Άχιλλεύ ; πόλιν πέρι δινηθήτην καρπαλίμοισι πόδεσσι, θεοϊ δέ τε πά.ντες δρώντο dub. 1. in ; εύρε δ' ένϊ σπή'ί γλαφνρώ τ. δάκρυα shed tears, Pi.N ; άδινών χλωράν τε'γγει δακρύων Θέτιν, άμφϊ δέ τ' 'άλλαι ε'ίαθ' όμηγερέες άλιαι θεαί (s.v.l.) ; εν δέ άχναν S.rr (lyr.) : Pass., όμβρος χάλαζά θ' αίματοΐσσ' έτέγγετο,. τήκεσρα πολλάς a shower fell, Id.OP soak, in Pass., distd. from ל τ6 φάρμακονήκε Od ! νβϊ δέ τ άψορροι κίομεν ηαρ δή νύκτας,.άεσα καί τ' άνέμεινα..'ηώ Od ! δε'ελον δ' έπι Arist.Afe/f.385^22 ; reyyei is prob. f. 1. for στέγει in Id.Pr.869 b 25. II. יάπτόμεναι σημά τ' εθηκε II ; έν δέ τε οίνον κρητήρσιν κερόωντο Od.20. soften (properly, by soaking or bathing), άοιδα! θέλξαν νιν 252; so with ούδε τ' (nisi leg. ούδ' ετ), τον καϊ ύπεδδεισαν μάκαρες θεοϊ ουδέ Οερμον ύδωρ τόσον ye μαλθακά τέγξει (sic Plu.2.467d, τεύχει codd. οΰδε τ' έδησαν II.1.406; ουδέ τ' έληγε μέγας θεός, Spro δ' έν' αυτόν Pi.) γυΐα (i.e. &στε μαλθακά γενέσθαι) Ρί./ν.4 4' metaph. in Pass., ; ουδέ τ' άειρε '. ούδε' τ' εασεν , , cf. 1 5* τε'γγει γάρ ούδέν thou art no whit softened, A.Pr ; οίίτε yap οτε τε (when) freq. introduces a temporal clause defining a point of time in the past by means of a well-known event λόγοις έτέγγεθ'?)δε νύν τ' ού πείθεται E-.PIipp.^oj, ; χωρεΐτ' οργή καί μή τε'γγεσθ' Ar.Lys.350 ; ύπό κακοδοξίας τίγγεσθαι PI.P.361C, ct. which occurred then, ή ού μέμν-ρ ore τ' έκρέμω ύψόϋεν; II ; οτε l g.ssoe. III. dye, stain : metaph., οΰ ψεύδεϊ τέγζω λόγον Pi.Ο. τε Κρόνον..Zetis γαίης νέρθε καθείσε ; ήματιτίρ 8τε τ ήλθον 4.19 (Cf. Lat. tingo.) 'Αμαζόνες (hut ήματι τφ 'ότε τε is general ל in so a ' so Τεγεα, as, Ion. Τεγεη,,ןז 5 ή, Tegea in Arcadia. II.2.607, Pi.O. ore πέρ τε..κέρωνται in 4.259) ; οτε τ' ήλυθε νόσφιν 'Αχαιών άγγελος 10(11).66, etc.: Τεγεάτηξ [α], ου, Ion. -ήτης, ό, of 01 from Tegea. es Θήβας < 58 3 c f , , Od ,!8.257 β i ' > Hdt..65, etc. ; then, by a play upon words, of or from a brothel (that 01 because) the τε has no observable meaning, χωόμενος ί τ' (v.τέγος in), Diog.Cyn.ap.D.L.6.61 : fem. Τεγεάτις, 1δ05, (sc. χώρα) άριστον 'Αχαιών ούδεν ετισας II , cf. 4' 2, 4 3 2, , Od.5-357, the'tegeate country, Th Adj. Τε>εάτικόΐ, Ion. -ητικός, ή, al. 7. έπεί τε = έπεί (when) is rare in Horn., έπείτ' ένόησε όν, Hdt , cf. έπείτε. 8. where τ' άρ occurs in questions, e. g. πή τ' άρ τεγείδισν, ν. τεγίδιον. μέμονας καταδύναι 'όμιλον; II ? c f 1 8, 18,188, al., ταρ (q.v.) τε'γεος, ον, (τε'γο?) at or near the roof, τ. θάλαμοι, of the women's should prob. be read, since άρ(α) usu. precedes a τε which is not chambers, = ύπ ερωον, roofed, Δι os r. δόμοι Emp. copulative; so perh. rapa should be read for τ' άρα in Od.i. 142, and so perh. in II. I.e., though Apollo.Lex. glosses by ύπερφοι ill ή θέμις εστίν,.'η τ' ανδρών ή τε γυναικών! , it is not clear whether τε is copulative (τε A) or generalizing (re B) or τε'γη, ή, = στέγη, τέγος, D.C (τέγναις Codd.), Hsch. 2. neither (τε c); ή is prob. = 1j (accented as in ήτοι); ή τ' αλκής ή = τέγος ill, Vett.Val.i τε φόβοιο is dub. 1. in 17.42; ן 1 τ' = or is found in , = than in τεγίδιον, τό, name of a woman's garment, Schzvyzer462Β3S Od Rarer and later uses : a. also, esp. with (Tanagra, iii B.C.), PS/ (iii B. c.); τεγείδιον' κοσμάριον ποιον ά\λ0ί, 'Ερμεία, σύ γάρ αύτε τά τ' άλλα περ άγγελος έσσι Od.5-29, cf. γυναικείον, Hsch. (this sense is possible in PS/ 1. c.). καλώς, ; ε'7τε1 τά τε άλλα πράττουσιν י 73 7, '! τεγκτός, άναθεΐναι ή, όν, αύτούς (τέγγω) capable of being softened in water fopp. καϊ στήλην IG2 2 Ι 298.9, cf. Lycurg. 100 (s. v. I.); έκομισάμην τό παρά metal, which is τηκτόν), Arist.Mete.385^1 3 sq. 2. τεγκτούς χρηστούς (leg. χριστούς), Hsch. σού έπιστόλιον, έν φ ύπέγραψάς μοι τήν τε παρά Ζήνωνος πρός 'Iεδδονν γεγραμμένην PCair.Zen (iii Β. C.) ; εί ούν περϊ τούτων έπιστροφήν τε'γξιϊ, εως, ή, wetting, moistening, Hp.Epid.6.8.9, Aret.CA2.l : μ) ποιήσει, οί τε λοιποί μοι τάς χείρας προσοίσουσιν (-σωσιν Pap.) pi., Gal.6.592, Aret.CA 1.1. PPetr. 2 p. 10 (iii B.C.); τών δε παρά ταύτα ποιησόντων τά τε κτήνη τε'γος, εος, τό, = στέγος, roof, Od , , U.64, al. (never υπό στέρεσιν άχθήσεσθαι πρός τά έκφόρια PTeb.27-74(» B.C.); v. in II.), Ar.iV/i.1126,1488, Men.Saw.246, Herod.3.40; ούπί τού τεγους you on the roof! Ar.Nu.1502, cf. K.68 ; θεώ μ άπό τού τέγους supr. A. ir. 3b. b. with 'όδε, adding a slight emphasis to the preceding word, εί δή τήνδε τε γαίαν άνείρεαι Od , cf. 15 ia.ach.262, cf. Lys.3.11 ; τ. τοΰοϊκήματοςτιτ.4 4 8, X.Cyr.y.5.22, τε γάρ rarely = καί γάρ or γάρ, Arist./iP0.75 b 4 r» dean. HG4-4 ' 1 2. etc any covered hall or chamber, τ. Παρνάσιον י 11 40j\j, P^4661 b 28, P0/.1318 b 33,1333*2 ; έάν τε γάρ for even if, 2Ep. the temple at Delphi, Pi.P ; λιθίνφ ένδον τέγει, i.e. in a cave, Cor. 10.8; τήν τε γάρ έπιθυμίαν ούκρδειν for I had not known even Id.^ III. later, brothel, stew, AP (Diosc.), Plb. lust, Ep.Rotn , Man (Not found in Trag.) (Cf. Lat. tego.) D. Position of re : 1 in signf. A, as an enclitic, it stands τεθάλ υΐα, τεθηχω?, τεθάλώς, v. βάλλω. second word in the sentence, clause, or phrase, regardless of the τεθαρρηκότως, Adv. pf. part, of θαρρέω, boldly. Plb , 9.9.8, meaning : έγγύθι τε ΤΙριάμοιο καί Εκτορος near both Priam and Phld.P«. 18, D.S.4.17, etc. Hector, II ; ήμέτεραί τ' άλοχοι καί νήπιατέκνα 2.136, cf. 4 5 γ τεθάφάται, Ion. 3 pi. pf. Pass, of θό,πτω, f. 1. in Hdt ; αίεί τε δ^ νηλής σύ καϊ θράσους πλέως A.Pr.42 codd., cf. 291 τεθηττα, pi', with pres. sense, Ep. plpf, έτεθήνεα as impf., from (atlap.); άνεο τε δόλου καϊ απάτης Hdt.I.69; υπέρ τε σο Ο καί τί)> τ αφ- (v. fin.), of which no pres. is found : poet. Verb, also used ίδελφής PEnteux.(,.6 (iii B.C.); τοις τε πόνοις καϊ μαβήμασι Ρ1.Ρ. in Ion. and late Prose : 1. intr., to be astonished, astounded, 537a, cf. Ti.70b; hence in E.Or.S97 iro^eos must be taken with amazed, θυμός μοι ένι στήθεσσι τέθηπεν Od mostly in part.

20 Τζθμωζ 1766 τζιχάρων τεθηπώς, amazed, astonied, II.4.243, 21.64, Parm.6.7, Emp.17.21, etc.; έτεθήπεα Od : joined with the part., τέθηπα άκούων Hdt , cf. Luc.Merc.Cond.42. To this belongs also aor. έτάφον, used by Horn, only in part, ταφών, in the phrases ταφών άνόρουσε II.9-193, Od , al.; στη δέ ταφών Il.l 1.545, al.; later in indie., 3 sg. τάφε Pi.P-4-95, dub. in B ; 3 pi. τάφον ib.48, A.R.2.207; ι sg. εταφον A.Pers.ggg (lyr.). 2. c. acc., wonder or be amazed at, Plu.2.24ε, Luc. Tim.28,56, etc. (in Od.6.168, the acc. σε belongs only to άγαμαί). (Prob. cogn. with θάμβος.) τεθμιο?, v. θέσμιος. τεθμός, ν. θεσμός. τεθμοφούλαξ, ν. θεσμοφνλαξ. τε'θναθι, τεθναίην, τεθνάκην, τεβνάμεν, τεθνόμεναι, τεθνάναι, τεθνάσι, τεθνεώς, τεθνηξομαι, τεθνηξω, τεθνηώς, τεθνώς, ν. dvrjσκω. τεθνάκοχαλκίδας [Γ], α, ό, perh. one who would die for a farthing, i.e. a miser, Cerc τεθολώς' άνάπλεως, Amerias ap.hsch. τεθορνβημε'νως, Adv., (θορυβέω) tumultuously, in a disorderly manner, αποχωρείν X.HG τε&ρά'ίος and τεθρά'ίτος, apparently = quadrivium, PMag.Lond τεθρητιτε-ύω, drive a four-horse chariot, dub. 1. in E.Fr (τέθριππ' άγοντος Nauck). τεθριτγ-ττο-βάμων [ά], ονος, o, = sq., τ. στόλος, τέθριππον, Ε.Or. 989 (lyr }* -βάτης [ά], ου, δ, driver of a four-horse chariot, Hdt τε'θρίίγίτοϊ, ov, (τέτταρα, ί'τητος) with four horses yoked abreast, άρμα (Pi.Ll.14; Γ εο )0 A. Fr. 346 ; ίχος E.Hipp ; τ. ηλίου σέλας ld.el.866 ; τ. αμιλλαι chariot-races, Id.He/.386; of the charioteer, οί Λυδοί έπϊ Πέλοπος τέθριπποι.. ήσαν [καί] άρματΐται Philostr./w.i. 17 (και seel. Schenkl). II. τέθριππον (sc. άρμα), τό, four-horse chariot, Pi.O.2.50, Hdt.6.103, E.Alc.428, Pl.Lj1.205c, etc.; τ. 'ίππων a team of four abreast, Ar.iVw.1407: pi., of a single chariot, Pi.P. 1.59, E.HF177. τεθρπττγο-τροφεω, keep a team of four horses, Hdt τρόφος, ov, (τρέφω) keeping a team of four horses, οίκίη τ., i. e. a wealthy family that could support this the most expensive contest in the games, ib.35. τεθρίλημε'νωϊ, Adv., (θρυλέω) as is well known, Poll τεθρχιμμενως, Adv., (θρύπτω) wantonly, effeminately, Plu.2.801a. τεΐ or τεί, Dor. acc. sg. of σύ, Alcm.53. τειδε, Dor. for here ( ένθάδε, Hsch.), Epich.99, Axiop.1.1, v.l. in Theoc.5.32 ; = hither, Hes.O^.635 (Cretan for ενταύθα acc, to Procl. ad 10c. (631)): also τειδεί, Άρχ.Έφ (Rhodes, iv B. C.). (Loc. of the masc. or neut. stem το-.) τείδε'κυ, Arc., = foreg., IG5(2).113 (Tegea, VB.C.). τείν [Γ], Dor. and Ep. dat. sg. of συ (q.v.). τεΐνδε, said to be Dor. for here (cf. τεΐδε), v.l. in Theoc , 5.32 (cf. Sch.), 8.40.,ך 2.ך. Lip,Aph τεινεσμ-05, δ, (τείνω) a vain endeavour to evacuate, Epid. 1.5 (pi.), Sor.2.12, Gal (pi.). -ώδης, ες, like α τείνεσμός, lip.epid.ι.26. γ'; προθυμίαι -ώδεες Aret.SA2.$, cf. S0r Adv. -δώς Ruf.ap.Orib τείνυμαι, v. τίνω. τείνω, Il , etc.: fut. τενώ Ar.Th. 1205, (a7ro-) PI.<?^.458^ (έκ-) Ε.Med.585 : aor. έτεινα Ep. τεΐνα : ρί.τετάκα D.H , etc., (a7ro-)pl.grg465. e: Μβά-,ί^-τενοΟμα! (1rapa-)Th.3.46, (πμο-)ϋ.ι4 5: aor. ^τεινά,ιιην,ερ.τειν-, A.R ,4.705, (προ-) Hdt. 9.34, (δι-) Antipho5.46, Pl.7V.78b : Pass., fut. ταθήσομαι (παρα-) Id.Ly.204c : aor. έτάθην [a] S.Ant. 124 (lyr.), etc., Ep. τάθην II : pf. τέτάμαι Hes.Op.54g, etc. : plpf. 3 sg. and pi. τέτατο, τέταντο, Od.11.11, II.4.544, 3 dual τετάσθην ib.536 : stretch by force, pull tight, κυκλοτερές μέγα τόξον έτεινε II.4 124; 'זדε Άλεξάνδρφ τείνοντα πάλαι τόξον A.Ag.364 (anap.); έξ άντυγος ηνία τείνας having tied the reins tight to the chariot-rail, II ; ναός πόδα τείνας keeping the sheet taut, S.Ant.J16 ; κάλων τείνας οϋριον εύφροσυνάν IG ; οί απείρως κατ' εύθυ τείνοντες Sor Τ Ψ ψιμύθφ..παρειήν make it (look) full, ΑΡ (Maced.) : Med,, τείνατο τόξα stretched hisbow, A.R , cf. Orph.^.589; of tendons, etc., Gal. 18(2) 58, al.: Pass., [ίμάί] ΰπ' άνθερεωνος..τέτατο [the strap] was made tight, II ; τελαμώνε περϊ στήθεσσι τετάσθην ! τέταθ' ιστία were stretched taut, Od metaph., stretch or strain, Ίσον τείνειεν πολέμου τέλος strain the issue of war even, II. 20. ^ש ן 3 ז : Pass., τών έπϊ Ίσα μάχη τέτατο πτόλεμός τε , Hes ; τετατο κρατερή ύσμίνη the fight was strained, was intense, II ; Ίπποισι τάθη δρόμος their pace was strained to the utmost, ; τοίσι 5' από νύσσης τέτατο δρόμος they set off at full speed(rom the starting-line, ib.758,od.8.121: τ. αύδάν strain the voice, raise it high, A.Pers.574(lyr.): Pass, also, exert oneself, be anxious, Pi ; άμφ' άρεταΐς Id.P.I stretch out, spread, οτε τε Ζεύς λαίλαπα τείνρ II ; έπϊ νύξ τέταται βροτοίσι night is spread over them, Od.ll.19; αήρ τέταται μακάρων έπί έργοις Hes.O/. 549 > light, αχγλαν & τέταται S.PA.831 (lyr.), cf. Pl.F.616b ; of sound, άμφϊ νωτ' έτάθη πάταγος S.Ant.124 (lyr.); δίκτυα τ. X.Cyn. 6.g ; ψυχήν διά παντός PI. Ti.34^ b Gramm., lengthen a syllable, A.D.Pron.55.ι : Pass.,ib.27.25, cf. π. 1 fin. 4. aimat, directtowards a point, prop, from the bow, έπϊ Τροία τ. τά θεών αμάχητα βέλη S.ΡΑ.198 (anap.) : metaph., ές τινα τ. φόνον aim, design death to one, E.Hec.263 (but Τ. φόνον prolong murder, Id.Supp.6j2); τ. λόγον εϊς τινα PI.PArf.63a : Pass., ές σε τ. γλώσσα Ε.ΡΑ V άμιλλα τέταται προς τοΰτο Pl.PArfi-.27ia, cf. ך ך. Lg od, /?.581b. XI. stretch out in length, lay, ζυγά έπιπολής r. Hdt.2.96 : Pass., lie out at length, lie stretched, έπϊ yah! κείτο ταθείς Il ; έν κονίρσι τετάσθην, τέταντο, 4 536)544 'י ταθά! ένϊ ίεσμψ hanging stretched in chains, Od ; [φάσγανον] ύπό λαπάρην τέτατο hung along or by his side, II ; διά..αιθέρος..τέταται extends, Emp,135,cf ; τών έκ τής χώραί λεωφόρων els τήν πόλιν τεταμένων Pl.Lg.j63c, φλέψ.,διά τον κοίλου τείνεται Arist.ii^45 I 3 b 3 : τεταμένος sts. becomes a mere Adj., long, αυχένα,.τεταμένον τrj φύσει, of birds, ld.pa6g2 b 10; in Gramm., of a long vowel, PBouriant8i 1, stretch or hold out, present, τινά έπί σφαγάν Ε. Or (,lyr.); ασπίδα, δόρυ, APj.14J (Arch.), 720(Chaerem.); τήν χείρα τινι or έπί rt, A.R ,1049: Med., τείνεσβαι χέρε, γυία, δειρήν, one's hands, etc., Theoc.21.48, A.R.i.1009, 4.127, etc.; συός τέκος Id ; έανούς ib extend, lengthen, of Time, τόν μακρόν τ. βίο ν Α. Pr.537 (lyr.), cf. E.i/erf.670; αίώνα Id./ow62 5; τιίνδ' έτεινάτην λόγον A.CA-510; μακρούς τ. λόγους E.Hec.ilJJ ; τί μάτην τείνουσι βοήν; (where others interpr. it like τ. αύδάν, v. supr. 1. 2) Id.Med. 201 (anap.); πολλά μέν τάλαινα πολλά δ' al σοφή... μακράν έτεινας A.Ag.12g6, cf. S.Af Β. intr., of geographical position, stretch out or extend, παρ' ή ν (sc. λίμνην) τό.,. ορός τείνει Hdt. 2.6 ; τό πρός Αιβύ-ης..όρος άλλο τείνει ib.8 ; τ. μέχρι.. Id.4.38; ές... Id έπϊ.. Χ.Ages. 2.17; of a י A.R dress, ΰπό σφυρόίσι τ. Ε.Βα.936 ; of a mountain, ύφόθι τ. of Time, ήμερολεγδόν τείνοντα χρόνον dragging out time, A.Pers.64 (anap.): rarely so in Pass., όρος τεταμένον τόν αυτόν τρόπον Hdt II. exert oneself, struggle, εναντία, τισι Pl.P.492d ; press on, hasten, οί δ' ετεινον ές πύλας ךΕ.Supp.20 ; δηλοΐ ταύργον, οΐτ. χρεών Id.Or.I129 ; τό μή τείνειν άγαν S.Ant.Jll ; τ. ως τινα Ar ; ετεινον άνω πρός τό ορος Χ.Αη ; εύβο Βαβυλώνος Luc.AV.6 ; τήν έπϊ τού ουρανού Id./car.22. III. extend to, reach, έπι τήν ψυχήν Pl.77iZ.186c; έπί πάν Id.Smp. 186b ; of the veins stretching from one point to another, Arist.7F4492 a 20, 513"2, al., cf. PI c, Diog.Apoll.6, 2. tend, refer, belong to, τείνει ές σέ it refers to, concerns you, Hdt.6.109, cf , E.PA.435, Hipp.797, etc.; ποΐτείνει καί είς τί; to what does it tend? Pl.CW.47c, cf. Tht.!63a, D.10.54; μηδαμόσε άλλοσε PI.P.499a ; πρός τι Id.Smp. 188d, Prt. 345b ; ές ταύτόν Id.Cra.439c. 3. τείνειν πρός τινα or τι, come near to, to be like, Id. Tht.l6gb, Cra.402c ; έγγύς τι τείνειν τού τεθνάναι Id.PArf.65a, cf. P.548d. (Cf. τανύω, Skt. ianoli 'stretch', Lat. tendo, etc.) τειον" ποΐον, Κρήτες, Hsch.: cf. οτεΐος (q.v.) and τέουτος (v. τοιούτος). Teios, v. τέως sub fin. τείρεα, τείρεσ^σ)ιν, v. τέρας. τείρω, impf. ετειρον, found only in pres. and impf. Act. and Pass., and in Aeol. pf. inf. Pass, τέτορθαι Hdn.Gr.2.69 : ofthe effects of pain, sorrow, etc., on body and mind, oppress, distress, weaken, τείρουσι (sc.^aas or σε) μαρνάμενοι I ,cf. S.I02, ; αλλά σε γήρας τείρει 4-3Ϊ5 ; βελεος δέ σε τείρει άκωκή ; τείρε γάρ αύτόν έλκος ; οδυνάων αϊ ννν μιν τείρουσι κατά φρένας 15-61, cf. Od.I.34 2 j ίδρώς γάρ μιν έτειρεν IL5.796! τείρε γάρ αίνώς φωκάαιν..οδμή Od, ; fi'f ετειρεν έρος Hes.Fr. 105 ; νιν έρως έτειρεν Telest. 1.6 ; κακαϊ τ. μέριμναι Mimn.1.7 ; έπεί με..τύχαι τείρουσ "Ατλαντας A.Fr.35 ϊ י οδύνη με τ. Ε. ΡΑ. 799 Pass., τείροντο δέ νηλέϊ χαλκφ καμάτφ τε καϊ ίδρώ ib.745 '! ένδοθι θυμός ετείρετο πενθεί λυγρίρ ; τείρετο δ'αίνώς she was sore distressed, ; τειρόμενοι, by war, , cf , al.; έλκει -όμενον Pi.P.1.52 ; άχθεσι τ. Tyrt.6; έν..κακω τείρει (2 sg. Pass.) ψυχήν εξαπατηθείς Ar.Lys.g60; Έρμιόνας δούλαν αςβπο τειρομένα..τάκομαι E.Andr.l 14 (lyr.). Poet, word, used by Gal , Ael.Af (The other tenses are supplied by τέτρυμαι etc. from τρυω (not found before Call, in pres. or impf.), which may be cogn.) τείρων, ωνος, ό, = Lat. tiro, recruit, PC/ (Thasos), Ρ Lips (iv A. D.), Keil-Premerstein DritlerBericht p. 87 (inc.loc.), etc. ; cf. τίρων. τειχ-άριον, τό, wall, in contemptuous sense, τειχάρια παλαιά PRyl (i A.D.). -εσι-π-λήτης, ov, i, ( πελάζω) only in voc. -πλήτα, approacher of walls, i.e. stormer of cities, epith. of Ares, U.5.31,455 (where -βλήτα was read by Zenod. etc.): cf. δατπλήτις. -ε'ω, used by Hdt. for τειχίζω (which he also has), build walls, Hdt.1.99, al. : c. acc. cogn., τείχος τειχείν Id.9.7. II. trans., wall, fortify, τον Ίσθμόν Id.8.40, 9.8, cf. 5.23, al. ^ -ήεις, εσσα, εν,=τειχιόεις, as cited by Str ηρη«, «> within walls, enclosed by walls : hence, 1. beleaguered, besieged, τε!χήρεας ποιήσαί τινας Hdt,1.162, cf. Th.2.I01, 4.25 ; τ. γίγνεσθαι And.3.21 ; τ. είναι X..HG5.3.2, Plb.2I.10.6, etc.; τ. μένοντες καθήμεβα. D.H walled, fortified, Lxx Νu (r9), De.g.1, a!., Str ; τ. τήν φύσιν firm by nature, Philostr. Her τ. στέφανος, = corona vallaris, BCH (Argos, ii A. D.). -ίδιον, τ<5, Dim. of τείχος, Zonar. -ίζω, fut. Att. -!ω Th.6.97, D.6,14, : aor. έτείχισα Hdt : pf. τετείχικα D : Med., fut. τειχιουμαι X.Cyr.6.l.1g (v. 1. -ίσασθαι) י aor. έτειχισάμην Th.l.II ; Ep. έτειχίσσαντο Π.7.449: (τείχος): build a wall, Ar.^w.838, Th.1.64, etc.: c. acc. cogn., τ. μακρά τείχη build them, Id.5.82 : Med., τείχος έτειχίσσαντο they built them a wall, II.7.449, cf. Th.3.105, And.3.38 (έτειχίσαμεν codd.) ; ερυμα τψ στρατοπέδω έτειχίσαντο Th.l. 11 : Pass., to be built, πύργος τετείχισται Ρί./.5(4) 44; ύμνων θησαυρός τετείχισται ld.p.6.g. 2. form a

Adjectives. Describing the Qualities of Things. A lesson for the Paideia web-app Ian W. Scott, 2015

Adjectives. Describing the Qualities of Things. A lesson for the Paideia web-app Ian W. Scott, 2015 Adjectives Describing the Qualities of Things A lesson for the Paideia web-app Ian W. Scott, 2015 Getting Started with Adjectives It's hard to say much using only nouns and pronouns Simon is a father.

Διαβάστε περισσότερα

Οι αδελφοί Montgolfier: Ψηφιακή αφήγηση The Montgolfier Βrothers Digital Story (προτείνεται να διδαχθεί στο Unit 4, Lesson 3, Αγγλικά Στ Δημοτικού)

Οι αδελφοί Montgolfier: Ψηφιακή αφήγηση The Montgolfier Βrothers Digital Story (προτείνεται να διδαχθεί στο Unit 4, Lesson 3, Αγγλικά Στ Δημοτικού) Οι αδελφοί Montgolfier: Ψηφιακή αφήγηση The Montgolfier Βrothers Digital Story (προτείνεται να διδαχθεί στο Unit 4, Lesson 3, Αγγλικά Στ Δημοτικού) Προσδοκώμενα αποτελέσματα Περιεχόμενο Ενδεικτικές δραστηριότητες

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 12 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΩΔΕΚΑ) REF : 202/055/32-ADV. 4 February 2014

LESSON 12 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΩΔΕΚΑ) REF : 202/055/32-ADV. 4 February 2014 LESSON 12 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΩΔΕΚΑ) REF : 202/055/32-ADV 4 February 2014 Somewhere κάπου (kapoo) Nowhere πουθενά (poothena) Elsewhere αλλού (aloo) Drawer το συρτάρι (sirtari) Page η σελίδα (selida) News τα νέα (nea)

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 14 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ) REF : 202/057/34-ADV. 18 February 2014

LESSON 14 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ) REF : 202/057/34-ADV. 18 February 2014 LESSON 14 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ) REF : 202/057/34-ADV 18 February 2014 Slowly/quietly Clear/clearly Clean Quickly/quick/fast Hurry (in a hurry) Driver Attention/caution/notice/care Dance Σιγά Καθαρά Καθαρός/η/ο

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΑΣΤΕΚΤΟΜΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΙΣΟΚΚΑ Λευκωσία 2012 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

Math 6 SL Probability Distributions Practice Test Mark Scheme

Math 6 SL Probability Distributions Practice Test Mark Scheme Math 6 SL Probability Distributions Practice Test Mark Scheme. (a) Note: Award A for vertical line to right of mean, A for shading to right of their vertical line. AA N (b) evidence of recognizing symmetry

Διαβάστε περισσότερα

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ CYPRUS COMPUTER SOCIETY 21 ος ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΜΑΘΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Δεύτερος Γύρος - 30 Μαρτίου 2011

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ CYPRUS COMPUTER SOCIETY 21 ος ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΜΑΘΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ Δεύτερος Γύρος - 30 Μαρτίου 2011 Διάρκεια Διαγωνισμού: 3 ώρες Απαντήστε όλες τις ερωτήσεις Μέγιστο Βάρος (20 Μονάδες) Δίνεται ένα σύνολο από N σφαιρίδια τα οποία δεν έχουν όλα το ίδιο βάρος μεταξύ τους και ένα κουτί που αντέχει μέχρι

Διαβάστε περισσότερα

Code Breaker. TEACHER s NOTES

Code Breaker. TEACHER s NOTES TEACHER s NOTES Time: 50 minutes Learning Outcomes: To relate the genetic code to the assembly of proteins To summarize factors that lead to different types of mutations To distinguish among positive,

Διαβάστε περισσότερα

Chapter 2 * * * * * * * Introduction to Verbs * * * * * * *

Chapter 2 * * * * * * * Introduction to Verbs * * * * * * * Chapter 2 * * * * * * * Introduction to Verbs * * * * * * * In the first chapter, we practiced the skill of reading Greek words. Now we want to try to understand some parts of what we read. There are a

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 16 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΕΞΙ) REF : 102/018/16-BEG. 4 March 2014

LESSON 16 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΕΞΙ) REF : 102/018/16-BEG. 4 March 2014 LESSON 16 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΕΞΙ) REF : 102/018/16-BEG 4 March 2014 Family η οικογένεια a/one(fem.) μία a/one(masc.) ένας father ο πατέρας mother η μητέρα man/male/husband ο άντρας letter το γράμμα brother ο

Διαβάστε περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΛΛΗΣ SCHOOLTIME E-BOOKS

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΛΛΗΣ SCHOOLTIME E-BOOKS ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΛΛΗΣ SCHOOLTIME E-BOOKS www.scooltime.gr [- 2 -] The Project Gutenberg EBook of Iliad, by Homer This ebook is for the use of anyone anywhere at no cost and with almost no restrictions

Διαβάστε περισσότερα

ΟΙ ΑΞΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ THE VALUES OF LIFE Η ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ..THE RESPONSIBILITY ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΟΙ ΑΞΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ THE VALUES OF LIFE Η ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ..THE RESPONSIBILITY ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΟΙ ΑΞΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ THE VALUES OF LIFE Η ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ..THE RESPONSIBILITY ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑΣ/ LESSONS ABOUT RESPONSIBILITY Μάθημα 1: Νιώθω υπερήφανος όταν.../ I feel proud when.

Διαβάστε περισσότερα

Volume of a Cuboid. Volume = length x breadth x height. V = l x b x h. The formula for the volume of a cuboid is

Volume of a Cuboid. Volume = length x breadth x height. V = l x b x h. The formula for the volume of a cuboid is Volume of a Cuboid The formula for the volume of a cuboid is Volume = length x breadth x height V = l x b x h Example Work out the volume of this cuboid 10 cm 15 cm V = l x b x h V = 15 x 6 x 10 V = 900cm³

Διαβάστε περισσότερα

Στεγαστική δήλωση: Σχετικά με τις στεγαστικές υπηρεσίες που λαμβάνετε (Residential statement: About the residential services you get)

Στεγαστική δήλωση: Σχετικά με τις στεγαστικές υπηρεσίες που λαμβάνετε (Residential statement: About the residential services you get) Νόμος περί Αναπηριών 2006 (Disability Act 2006) Στεγαστική δήλωση: Σχετικά με τις στεγαστικές υπηρεσίες που λαμβάνετε (Residential statement: About the residential services you get) Greek Νόμος περί Αναπηριών

Διαβάστε περισσότερα

Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών Άνοιξη 2009. HΥ463 - Συστήματα Ανάκτησης Πληροφοριών Information Retrieval (IR) Systems

Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών Άνοιξη 2009. HΥ463 - Συστήματα Ανάκτησης Πληροφοριών Information Retrieval (IR) Systems Πανεπιστήμιο Κρήτης, Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών Άνοιξη 2009 HΥ463 - Συστήματα Ανάκτησης Πληροφοριών Information Retrieval (IR) Systems Στατιστικά Κειμένου Text Statistics Γιάννης Τζίτζικας άλ ιάλεξη :

Διαβάστε περισσότερα

Advanced Subsidiary Unit 1: Understanding and Written Response

Advanced Subsidiary Unit 1: Understanding and Written Response Write your name here Surname Other names Edexcel GE entre Number andidate Number Greek dvanced Subsidiary Unit 1: Understanding and Written Response Thursday 16 May 2013 Morning Time: 2 hours 45 minutes

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 26 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ) REF : 102/030/26. 18 November 2014

LESSON 26 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ) REF : 102/030/26. 18 November 2014 LESSON 26 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΞΙ) REF : 102/030/26 18 November 2014 But Weekend I love The song I sing I smile I laugh Greek (thing) Greek(people) Greek (man) αλλά (το) Σαββατοκύριακο αγαπώ (το) τραγούδι τραγουδώ

Διαβάστε περισσότερα

οίητό οΐκεω % νόμοιί..μάλιστα οίκεΐσθαι δοκεΐ D.21.150: fut. οίκήσεται in pass. α ' 1 [*

οίητό οΐκεω % νόμοιί..μάλιστα οίκεΐσθαι δοκεΐ D.21.150: fut. οίκήσεται in pass. α ' 1 [* οίητό ν 1202 οΐκεω οίητόν, = rebile, Gloss. olis, ιδο!, η, poet, for o'is, sheep, Theoc.1.9 (in acc. sg. d!1 δα, but οΐίδα 'sheepskin' [cj. Ahrens] is prob.). οΐκα, as, ε, Ion. for εοικα. οικ-α86 (Delph.

Διαβάστε περισσότερα

Summer Greek. Lesson 3. NOUNS GENDER (does not refer to fe/male) masculine feminine neuter NUMBER singular plural. NOUNS -Case.

Summer Greek. Lesson 3. NOUNS GENDER (does not refer to fe/male) masculine feminine neuter NUMBER singular plural. NOUNS -Case. A Summer Greek Lesson 3 Ω Parts of Speech NOUN- person, place, thing, quality, idea, or action ARTICLE Indefinite = a / an ; Definite = the ADJECTIVE- describes a noun (includes in/definite articles) PRONOUN-word

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 28 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ) REF : 201/033/28. 2 December 2014

LESSON 28 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ) REF : 201/033/28. 2 December 2014 LESSON 28 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ) REF : 201/033/28 2 December 2014 Place/Seat Right (noun) I am right I am not right It matters It does not matter The same (singular) The same (Plural) Η θέση Το δίκιο Έχω

Διαβάστε περισσότερα

Πτυχιακή Εργασία Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΣΤΗΘΑΓΧΗ

Πτυχιακή Εργασία Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΣΤΗΘΑΓΧΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή Εργασία Η ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΣΤΗΘΑΓΧΗ Νικόλας Χριστοδούλου Λευκωσία, 2012 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

Διαβάστε περισσότερα

Κάθε γνήσιο αντίγραφο φέρει υπογραφή του συγγραφέα. / Each genuine copy is signed by the author.

Κάθε γνήσιο αντίγραφο φέρει υπογραφή του συγγραφέα. / Each genuine copy is signed by the author. Κάθε γνήσιο αντίγραφο φέρει υπογραφή του συγγραφέα. / Each genuine copy is signed by the author. 2012, Γεράσιμος Χρ. Σιάσος / Gerasimos Siasos, All rights reserved. Στοιχεία επικοινωνίας συγγραφέα / Author

Διαβάστε περισσότερα

Homework 3 Solutions

Homework 3 Solutions Homework 3 Solutions Igor Yanovsky (Math 151A TA) Problem 1: Compute the absolute error and relative error in approximations of p by p. (Use calculator!) a) p π, p 22/7; b) p π, p 3.141. Solution: For

Διαβάστε περισσότερα

έαρδάλη έβενος έάφθη, found only in II. 13.543 επϊ δ' ασπίς εάφθη καϊ κόρυς and 14.

έαρδάλη έβενος έάφθη, found only in II. 13.543 επϊ δ' ασπίς εάφθη καϊ κόρυς and 14. έαρδάλη 466 έβενος εαρδάλη ίπλησίασεν, Hsch.!αρίδας τάί κανθαρίδας, Id. έαρίδρετττος {-δροπos Bgk.), ov,pluckedin spring, Pi.Pr.75.6. εαρίζω, pass the spring, X.An.3.5.15. II. bloom as in spring, Ph.2.99

Διαβάστε περισσότερα

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ CYPRUS COMPUTER SOCIETY ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΜΑΘΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ 6/5/2006

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ CYPRUS COMPUTER SOCIETY ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΜΑΘΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ 6/5/2006 Οδηγίες: Να απαντηθούν όλες οι ερωτήσεις. Ολοι οι αριθμοί που αναφέρονται σε όλα τα ερωτήματα είναι μικρότεροι το 1000 εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη διατύπωση του προβλήματος. Διάρκεια: 3,5 ώρες Καλή

Διαβάστε περισσότερα

þÿ»±íº »¹ Áà  : É º±¹ Ä þÿ Á³ Ä Å : ¼¹± ºÁ¹Ä¹º ±À Ä ¼

þÿ»±íº »¹ Áà  : É º±¹ Ä þÿ Á³ Ä Å : ¼¹± ºÁ¹Ä¹º ±À Ä ¼ Neapolis University HEPHAESTUS Repository School of Health Sciences http://hephaestus.nup.ac.cy Master Degree Thesis 2015 þÿ»±íº »¹ Áà  : É º±¹ Ä þÿ Á³ Ä Å : ¼¹± ºÁ¹Ä¹º ±À Ä ¼ þÿ Ä Æ Á Â, Á ÃÄ Â þÿ Á̳Á±¼¼±

Διαβάστε περισσότερα

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education www.xtremepapers.com UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education *6301456813* GREEK 0543/03 Paper 3 Speaking Role Play Card One 1 March 30

Διαβάστε περισσότερα

Γιπλυμαηική Δπγαζία. «Ανθπυποκενηπικόρ ζσεδιαζμόρ γέθςπαρ πλοίος» Φοςζιάνηρ Αθανάζιορ. Δπιβλέπυν Καθηγηηήρ: Νηθφιανο Π. Βεληίθνο

Γιπλυμαηική Δπγαζία. «Ανθπυποκενηπικόρ ζσεδιαζμόρ γέθςπαρ πλοίος» Φοςζιάνηρ Αθανάζιορ. Δπιβλέπυν Καθηγηηήρ: Νηθφιανο Π. Βεληίθνο ΔΘΝΙΚΟ ΜΔΣΟΒΙΟ ΠΟΛΤΣΔΥΝΔΙΟ ΥΟΛΗ ΝΑΤΠΗΓΩΝ ΜΗΥΑΝΟΛΟΓΩΝ ΜΗΥΑΝΙΚΩΝ Γιπλυμαηική Δπγαζία «Ανθπυποκενηπικόρ ζσεδιαζμόρ γέθςπαρ πλοίος» Φοςζιάνηρ Αθανάζιορ Δπιβλέπυν Καθηγηηήρ: Νηθφιανο Π. Βεληίθνο Σπιμελήρ Δξεηαζηική

Διαβάστε περισσότερα

Inverse trigonometric functions & General Solution of Trigonometric Equations. ------------------ ----------------------------- -----------------

Inverse trigonometric functions & General Solution of Trigonometric Equations. ------------------ ----------------------------- ----------------- Inverse trigonometric functions & General Solution of Trigonometric Equations. 1. Sin ( ) = a) b) c) d) Ans b. Solution : Method 1. Ans a: 17 > 1 a) is rejected. w.k.t Sin ( sin ) = d is rejected. If sin

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 6 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΞΙ) REF : 201/045/26-ADV. 10 December 2013

LESSON 6 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΞΙ) REF : 201/045/26-ADV. 10 December 2013 LESSON 6 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΞΙ) REF : 201/045/26-ADV 10 December 2013 I get up/i stand up I wash myself I shave myself I comb myself I dress myself Once (one time) Twice (two times) Three times Salary/wage/pay Alone/only

Διαβάστε περισσότερα

2007 Classical Greek. Intermediate 2 Translation. Finalised Marking Instructions

2007 Classical Greek. Intermediate 2 Translation. Finalised Marking Instructions 2007 Classical Greek Intermediate 2 Translation Finalised Marking Instructions Scottish Qualifications Authority 2007 The information in this publication may be reproduced to support SQA qualifications

Διαβάστε περισσότερα

4.6 Autoregressive Moving Average Model ARMA(1,1)

4.6 Autoregressive Moving Average Model ARMA(1,1) 84 CHAPTER 4. STATIONARY TS MODELS 4.6 Autoregressive Moving Average Model ARMA(,) This section is an introduction to a wide class of models ARMA(p,q) which we will consider in more detail later in this

Διαβάστε περισσότερα

VERBS: memory aids through lesson 9 ACTIVE PRESENT AND IMPERFECT IMPERATIVE

VERBS: memory aids through lesson 9 ACTIVE PRESENT AND IMPERFECT IMPERATIVE Verbs. thr.less9, p1 moods tenses INDICATIVE VERBS: memory aids through lesson 9 ACTIVE PRESENT AND IMPERFECT present present stem + / primary person endings present stem + / ending of infinitive I stop

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΝΑΥΤΙΛΙΑ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΝΑΥΤΙΛΙΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΝΑΥΤΙΛΙΑ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΠΛΟΙΟΥ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ που υποβλήθηκε στο

Διαβάστε περισσότερα

ΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΣΤΗ ΙΟΙΚΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ. ιπλωµατική Εργασία. της ΘΕΟ ΟΣΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗΣ ΜΣ:5411

ΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΣΤΗ ΙΟΙΚΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ. ιπλωµατική Εργασία. της ΘΕΟ ΟΣΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗΣ ΜΣ:5411 Παρακίνηση εργαζοµένων: Ο ρόλος του ηγέτη στην παρακίνηση των εργαζοµένων. ΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΣΤΗ ΙΟΙΚΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ιπλωµατική Εργασία της ΘΕΟ ΟΣΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΕΝΗΣ ΜΣ:5411 ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΗ

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή εργασία ΑΓΧΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΑΣΤΕΚΤΟΜΗ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή εργασία ΑΓΧΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΑΣΤΕΚΤΟΜΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή εργασία ΑΓΧΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΑΣΤΕΚΤΟΜΗ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΣ 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Διαβάστε περισσότερα

Right Rear Door. Let's now finish the door hinge saga with the right rear door

Right Rear Door. Let's now finish the door hinge saga with the right rear door Right Rear Door Let's now finish the door hinge saga with the right rear door You may have been already guessed my steps, so there is not much to describe in detail. Old upper one file:///c /Documents

Διαβάστε περισσότερα

Review 4n.1: Vowel stems of the third declension: πόλις, πρέσβυς

Review 4n.1: Vowel stems of the third declension: πόλις, πρέσβυς Review 4n.1: Vowel stems of the third declension: πόλις, πρέσβυς We review side by side a model of stems ending in ι: πόλις, πόλεως, ἡ = city-state and a masculine model of stems ending in υ: πρέσβυς,

Διαβάστε περισσότερα

Η θέση ύπνου του βρέφους και η σχέση της με το Σύνδρομο του αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

Η θέση ύπνου του βρέφους και η σχέση της με το Σύνδρομο του αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Η θέση ύπνου του βρέφους και η σχέση της με το Σύνδρομο του αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. Χρυσάνθη Στυλιανού Λεμεσός 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ

Διαβάστε περισσότερα

Εγχειρίδια Μαθηµατικών και Χταποδάκι στα Κάρβουνα

Εγχειρίδια Μαθηµατικών και Χταποδάκι στα Κάρβουνα [ 1 ] Πανεπιστήµιο Κύπρου Εγχειρίδια Μαθηµατικών και Χταποδάκι στα Κάρβουνα Νίκος Στυλιανόπουλος, Πανεπιστήµιο Κύπρου Λευκωσία, εκέµβριος 2009 [ 2 ] Πανεπιστήµιο Κύπρου Πόσο σηµαντική είναι η απόδειξη

Διαβάστε περισσότερα

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΟΔΟΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΗΣ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΟΔΟΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΟΔΟΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΩΤΕΡΑΣ ΠΡΟΣΘΕΤΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΑΤΗΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΣΥΝΔΕΣΜΩΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑΣ

Διαβάστε περισσότερα

"ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΤΗ 2011-2013"

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΤΗ 2011-2013 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΡΗΤΗΣ ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ Επιμέλεια Κρανιωτάκη Δήμητρα Α.Μ. 8252 Κωστορρίζου Δήμητρα Α.Μ. 8206 Μελετίου Χαράλαμπος Α.Μ.

Διαβάστε περισσότερα

VBA ΣΤΟ WORD. 1. Συχνά, όταν ήθελα να δώσω ένα φυλλάδιο εργασίας με ασκήσεις στους μαθητές έκανα το εξής: Version 25-7-2015 ΗΜΙΤΕΛΗΣ!!!!

VBA ΣΤΟ WORD. 1. Συχνά, όταν ήθελα να δώσω ένα φυλλάδιο εργασίας με ασκήσεις στους μαθητές έκανα το εξής: Version 25-7-2015 ΗΜΙΤΕΛΗΣ!!!! VBA ΣΤΟ WORD Version 25-7-2015 ΗΜΙΤΕΛΗΣ!!!! Μου παρουσιάστηκαν δύο θέματα. 1. Συχνά, όταν ήθελα να δώσω ένα φυλλάδιο εργασίας με ασκήσεις στους μαθητές έκανα το εξής: Εγραφα σε ένα αρχείο του Word τις

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΙΑΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ. Greek Orthodox Church. Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ecumenical Patriarchate Greek Orthodox Metropolis of New Jersey ASCENSION

ΘΕΙΑΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ. Greek Orthodox Church. Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ecumenical Patriarchate Greek Orthodox Metropolis of New Jersey ASCENSION Ecumenical Patriarchate Greek Orthodox Metropolis of New Jersey ASCENSION Greek Orthodox Church FAIRVIEW - NEW JERSEY Weekly Bulletin Sunday June 1 st, 2014 Fathers of the 1st Ecumenical Council Οικουμενικόν

Διαβάστε περισσότερα

ΣΟΡΟΠΤΙΜΙΣΤΡΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ

ΣΟΡΟΠΤΙΜΙΣΤΡΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΣΟΡΟΠΤΙΜΙΣΤΡΙΕΣ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΣΟΡΟΠΤΙΜΙΣΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ - ΤΕΥΧΟΣ Νο 110 - Δ ΤΡΙΜΗΝΟ 2014 Το πρώτο βραβείο κέρδισε η Ελλάδα για την φωτογραφία Blue + Yellow = Green στον διαγωνισμό 2014 του

Διαβάστε περισσότερα

Το αντικείμενο αυτό είναι χειροποίητο από 100% οικολογικό βαμβάκι, με φυτικές βαφές και φυτική κόλλα.

Το αντικείμενο αυτό είναι χειροποίητο από 100% οικολογικό βαμβάκι, με φυτικές βαφές και φυτική κόλλα. Cotton leather paper Με υπερηφάνια σας παρουσιάζουμε μια νέα σειρά χειροποίητων προϊόντων το...cotton leather paper. Το αντικείμενο αυτό είναι χειροποίητο από 100% οικολογικό βαμβάκι, με φυτικές βαφές

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ Π Τ Υ Χ Ι Α Κ Η Ε Ρ Γ Α Σ Ι Α: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΗΓΕΣΙΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 8 REF : 202/047/28-ADV. 7 January 2014

LESSON 8 REF : 202/047/28-ADV. 7 January 2014 LESSON 8 (ΜΑΘΗΜΑ ΟΧΤΩ) REF : 202/047/28-ADV 7 January 2014 Εκατό (Εκατόν) (Ekato, Ekaton) 100 Διακόσια (Diakosia) 200 Τριακόσια (Triakosia) 300 Τετρακόσια (Tetrakosia) 400 Πεντακόσια (Pendakosia) 500 Εξακόσια

Διαβάστε περισσότερα

Croy Lesson 10. Kind of action and time of action. and/or Redup. using the verb λύω

Croy Lesson 10. Kind of action and time of action. and/or Redup. using the verb λύω A Lesson 10 Vocabulary Summer Greek Croy Lesson 10 Ω ἄγω αἴρω ἀναβαίνω ἀπέρχοµαι ἀποθνῄσκω ἀποκτείνω καταβαίνω µέλλω ὀφείλω συνάγω ἀπόστολος, ὁ ἱερόν, τό παρά (G,D,A) (+ gen.) from; (+ dat.) beside, with,

Διαβάστε περισσότερα

Στο εστιατόριο «ToDokimasesPrinToBgaleisStonKosmo?» έξω από τους δακτυλίους του Κρόνου, οι παραγγελίες γίνονται ηλεκτρονικά.

Στο εστιατόριο «ToDokimasesPrinToBgaleisStonKosmo?» έξω από τους δακτυλίους του Κρόνου, οι παραγγελίες γίνονται ηλεκτρονικά. Διαστημικό εστιατόριο του (Μ)ΑστροΈκτορα Στο εστιατόριο «ToDokimasesPrinToBgaleisStonKosmo?» έξω από τους δακτυλίους του Κρόνου, οι παραγγελίες γίνονται ηλεκτρονικά. Μόλις μια παρέα πελατών κάτσει σε ένα

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 9 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΝΝΙΑ) REF : 101/011/9-BEG. 14 January 2013

LESSON 9 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΝΝΙΑ) REF : 101/011/9-BEG. 14 January 2013 LESSON 9 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΝΝΙΑ) REF : 101/011/9-BEG 14 January 2013 Up πάνω Down κάτω In μέσα Out/outside έξω (exo) In front μπροστά (brosta) Behind πίσω (piso) Put! Βάλε! (vale) From *** από Few λίγα (liga) Many

Διαβάστε περισσότερα

Final Test Grammar. Term C'

Final Test Grammar. Term C' Final Test Grammar Term C' Book: Starting Steps 1 & Extra and Friends Vocabulary and Grammar Practice Class: Junior AB Name: /43 Date: E xercise 1 L ook at the example and do the same. ( Κξίηα ηξ παοάδειγμα

Διαβάστε περισσότερα

Terabyte Technology Ltd

Terabyte Technology Ltd Terabyte Technology Ltd is a Web and Graphic design company in Limassol with dedicated staff who will endeavour to deliver the highest quality of work in our field. We offer a range of services such as

Διαβάστε περισσότερα

Newborn Upfront Payment & Newborn Supplement

Newborn Upfront Payment & Newborn Supplement GREEK Newborn Upfront Payment & Newborn Supplement Female 1: Το μωρό μου θα ρθει σύντομα, θα πρέπει να κανονίσω τα οικονομικά μου. Άκουσα ότι η κυβέρνηση δεν δίνει πλέον το Baby Bonus. Ξέρεις τίποτα γι

Διαβάστε περισσότερα

Bring Your Own Device (BYOD) Legal Challenges of the new Business Trend MINA ZOULOVITS LAWYER, PARNTER FILOTHEIDIS & PARTNERS LAW FIRM

Bring Your Own Device (BYOD) Legal Challenges of the new Business Trend MINA ZOULOVITS LAWYER, PARNTER FILOTHEIDIS & PARTNERS LAW FIRM Bring Your Own Device (BYOD) Legal Challenges of the new Business Trend MINA ZOULOVITS LAWYER, PARNTER FILOTHEIDIS & PARTNERS LAW FIRM minazoulovits@phrlaw.gr What is BYOD? Information Commissioner's Office

Διαβάστε περισσότερα

ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ. ΘΕΜΑ: «ιερεύνηση της σχέσης µεταξύ φωνηµικής επίγνωσης και ορθογραφικής δεξιότητας σε παιδιά προσχολικής ηλικίας»

ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ. ΘΕΜΑ: «ιερεύνηση της σχέσης µεταξύ φωνηµικής επίγνωσης και ορθογραφικής δεξιότητας σε παιδιά προσχολικής ηλικίας» ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙ ΕΥΤΙΚΟΥ ΣΧΕ ΙΑΣΜΟΥ «ΠΑΙ ΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΠΑΙ ΑΓΩΓΙΚΟ ΥΛΙΚΟ» ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ που εκπονήθηκε για τη

Διαβάστε περισσότερα

1999 MODERN GREEK 2 UNIT Z

1999 MODERN GREEK 2 UNIT Z STUDENT NUMBER CENTRE NUMBER HIGHER SCHOOL CERTIFICATE EXAMINATION 1999 MODERN GREEK 2 UNIT Z (55 Marks) Time allowed Two hours (Plus 5 minutes reading time) DIRECTIONS TO CANDIDATES Write your Student

Διαβάστε περισσότερα

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education *2517291414* GREEK 0543/02 Paper 2 Reading and Directed Writing May/June 2013 1 hour 30 minutes

Διαβάστε περισσότερα

Επιβλέπουσα Καθηγήτρια: ΣΟΦΙΑ ΑΡΑΒΟΥ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ

Επιβλέπουσα Καθηγήτρια: ΣΟΦΙΑ ΑΡΑΒΟΥ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ EΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΤΕΙ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Ταχ. Δ/νση : Λεωφ. Αντ.Τρίτση, Αργοστόλι Κεφαλληνίας Τ.Κ. 28 100 τηλ. : 26710-27311 fax : 26710-27312

Διαβάστε περισσότερα

Παλεπηζηήκην Πεηξαηώο Τκήκα Πιεξνθνξηθήο Πξόγξακκα Μεηαπηπρηαθώλ Σπνπδώλ «Πξνεγκέλα Σπζηήκαηα Πιεξνθνξηθήο»

Παλεπηζηήκην Πεηξαηώο Τκήκα Πιεξνθνξηθήο Πξόγξακκα Μεηαπηπρηαθώλ Σπνπδώλ «Πξνεγκέλα Σπζηήκαηα Πιεξνθνξηθήο» Παλεπηζηήκην Πεηξαηώο Τκήκα Πιεξνθνξηθήο Πξόγξακκα Μεηαπηπρηαθώλ Σπνπδώλ «Πξνεγκέλα Σπζηήκαηα Πιεξνθνξηθήο» Μεηαπηπρηαθή Γηαηξηβή Τίηινο Γηαηξηβήο Ανάπτυξη διαδικτυακού εκπαιδευτικού παιχνιδιού για τη

Διαβάστε περισσότερα

Η ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Η ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ Η ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ Κ. 6ο Δμοτικό Σχολείο Κηφησιας Πηνελόπη Δέλτα, Β Δ/νση Εκπ/σης Αθήνας ΠΕΡΙΛΗΨΗ Πρόθεσή μας είναι να παρουσιάσουμε ένα συνδυασμό των προγραμμάτων

Διαβάστε περισσότερα

Areas and Lengths in Polar Coordinates

Areas and Lengths in Polar Coordinates Kiryl Tsishchanka Areas and Lengths in Polar Coordinates In this section we develop the formula for the area of a region whose boundary is given by a polar equation. We need to use the formula for the

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ: ΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ!

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ: ΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ! ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ: ΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ! ΘΥΜΑΡΑ Μ. Μ. 11 Ο Γυμνάσιο Πειραιά, Δ/νση Β/Θμιας Εκπ/σης Πειραιά e-mail: margthym@yahoo.gr ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το πρόγραμμα της διαμόρφωσης των σχολικών

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή εργασία Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΕΦΗΒΟΥΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 1

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή εργασία Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΕΦΗΒΟΥΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 1 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή εργασία Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΕΦΗΒΟΥΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 1 ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Φ.Τ:2008670839 Λεμεσός 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

ΙΩΑΝΝΗ ΑΘ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

ΙΩΑΝΝΗ ΑΘ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗ ΓΕΩΠΟΝΙΑΣ, ΔΑΣΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΤΜΗΜΑ ΓΕΩΠΟΝΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΙΩΑΝΝΗ ΑΘ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ Πτυχιούχου Γεωπόνου Κατόχου Μεταπτυχιακού

Διαβάστε περισσότερα

9j αιωνος Pi.Fr.l61j. 2. asbigasa tree, Thphr./7P3.1.1. -δε'ξι.09,

9j αιωνος Pi.Fr.l61j. 2. asbigasa tree, Thphr./7P3.1.1. -δε'ξι.09, Ισημψίον U.HAtfd b!4, etc.: in pi., Hp.Aer.11, P].4x.tfoc, Porph.Antr. 24. -ημερινό9, f!, 6v, equinoctial, ίνατολ)\, 51ισμύ, Arist.7l/

Διαβάστε περισσότερα

Objectives-Στόχοι: -Helping your Child become a fantastic language learner «Βοηθώντας το παιδί σας να γίνει εξαιρετικό στην εκμάθηση γλωσσών» 6/2/2014

Objectives-Στόχοι: -Helping your Child become a fantastic language learner «Βοηθώντας το παιδί σας να γίνει εξαιρετικό στην εκμάθηση γλωσσών» 6/2/2014 -Helping your Child become a fantastic language learner «Βοηθώντας το παιδί σας να γίνει εξαιρετικό στην εκμάθηση γλωσσών» Dr Caroline Linse Queens University, Belfast, Northern Ireland Objectives-Στόχοι:

Διαβάστε περισσότερα

Modern Greek *P40075A0112* P40075A. Edexcel International GCSE. Monday 3 June 2013 Morning Time: 3 hours. Instructions. Information.

Modern Greek *P40075A0112* P40075A. Edexcel International GCSE. Monday 3 June 2013 Morning Time: 3 hours. Instructions. Information. Write your name here Surname Other names Edexcel International GCSE Centre Number Modern Greek Candidate Number Monday 3 June 2013 Morning Time: 3 hours You do not need any other materials. Paper Reference

Διαβάστε περισσότερα

Προσοµοίωση Π ρ ο µ ο ί ω Μ η χ α ν ο ί Ε λ έ γ χ ο υ τ ο υ Χ ρ ό ν ο υ Φάσεις σο ση ς ισµ ιδάσκων: Ν ικό λ α ο ς Α µ π α ζ ή ς Φάσεις τ η ς π ρ ο σο µ ο ί ω ση ς i. Κατασκευή το υ µ ο ν τέ λ ο υ π ρ ο

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ. Τα γνωστικά επίπεδα των επαγγελματιών υγείας Στην ανοσοποίηση κατά του ιού της γρίπης Σε δομές του νομού Λάρισας

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ. Τα γνωστικά επίπεδα των επαγγελματιών υγείας Στην ανοσοποίηση κατά του ιού της γρίπης Σε δομές του νομού Λάρισας ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΥΓΕΙΑΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Τα γνωστικά επίπεδα των επαγγελματιών υγείας Στην ανοσοποίηση

Διαβάστε περισσότερα

Η κατάσταση της ιδιωτικότητας Ηλίας Χάντζος, Senior Director EMEA

Η κατάσταση της ιδιωτικότητας Ηλίας Χάντζος, Senior Director EMEA Η κατάσταση της ιδιωτικότητας Ηλίας Χάντζος, Senior Director EMEA Αθήνα 1 η Απριλίου 2015 Και γιατί μας νοιάζει ή μας αφορά; Νέα Ευρωπαική νομοθεσία Τίνος είναι τα προσωπικά δεδομένα; Και λοιπόν; Τα περιστατικά

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή Εργασία "Η ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΙΚΟΥ ΘΗΛΑΣΜΟΥ ΣΤΗ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ" Ειρήνη Σωτηρίου Λεμεσός 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 15 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ) REF : 202/058/35-ADV. 25 February 2014

LESSON 15 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ) REF : 202/058/35-ADV. 25 February 2014 LESSON 15 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ) REF : 202/058/35-ADV 25 February 2014 Often/frequently Συχνά (sihna) Seldom Σπάνια (spania) Early Νωρίς (noris) Late (adv)/slowly Αργά (arga) I am having a bath When/whenever

Διαβάστε περισσότερα

MODERN GREEK VERBS. (without much grammatical jargon)

MODERN GREEK VERBS. (without much grammatical jargon) MODERN GREEK VERBS (without much grammatical jargon) Verbs are words describing actions. Modern Greek verbs are divided into two main categories: A) ω B) μαι A) ω verbs are further divided into 3 subcategories

Διαβάστε περισσότερα

1 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΡΙΤΑΡΗΣ

1 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΡΙΤΑΡΗΣ 69 Φεβρουάριος 2011 Περιεχόμενα Η συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στην εδραίωση της ανεξαρτησίας και της ουδετερότητας της Ελβετίας σ. 1 Οι νέες ισορροπίες στην Ασία και Μ. Ανατολή Η ινδοϊστραηλινή συνεργασία

Διαβάστε περισσότερα

επι,πικραίνω ΙττιΐΓίκρ-αίνω, make still more keen, δίψαν Up.Acut.62., 05 ov,

επι,πικραίνω ΙττιΐΓίκρ-αίνω, make still more keen, δίψαν Up.Acut.62., 05 ov, επι,πικραίνω 651 Ί7ΓΛ009 77 ΙττιΐΓίκρ-αίνω, make still more keen, δίψαν Up.Acut.62., 05 ov, ג. Thphr.//P6.4 somewhat bitter, ίτιχίλναμαι, only pres., Ep. for έπιπελάζομαι, come near, ούτε χιίον Ιτιπίλναται

Διαβάστε περισσότερα

Case 1: Original version of a bill available in only one language.

Case 1: Original version of a bill available in only one language. currentid originalid attributes currentid attribute is used to identify an element and must be unique inside the document. originalid is used to mark the identifier that the structure used to have in the

Διαβάστε περισσότερα

Αναερόβια Φυσική Κατάσταση

Αναερόβια Φυσική Κατάσταση Αναερόβια Φυσική Κατάσταση Γιάννης Κουτεντάκης, BSc, MA. PhD Αναπληρωτής Καθηγητής ΤΕΦΑΑ, Πανεπιστήµιο Θεσσαλίας Περιεχόµενο Μαθήµατος Ορισµός της αναερόβιας φυσικής κατάστασης Σχέσης µε µηχανισµούς παραγωγής

Διαβάστε περισσότερα

GREECE BULGARIA 6 th JOINT MONITORING

GREECE BULGARIA 6 th JOINT MONITORING GREECE BULGARIA 6 th JOINT MONITORING COMMITTEE BANSKO 26-5-2015 «GREECE BULGARIA» Timeline 02 Future actions of the new GR-BG 20 Programme June 2015: Re - submission of the modified d Programme according

Διαβάστε περισσότερα

@ BY AVENUES PRIVATE INSTITUTE JUNE 2014

@ BY AVENUES PRIVATE INSTITUTE JUNE 2014 1 Εκεί που η ποιότητα συναντά την επιτυχία Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου 7, Αρεδιού Τηλ. 22874368/9 2 ENGLISH INSTITUTE A Place where quality meets success 7, Makarios Avenue, Arediou, Tel. 22874368/9 99606442 Anglia

Διαβάστε περισσότερα

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education www.xtremepapers.com UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education GREEK 0543/03 Paper 3 Speaking Role Play Card One 1 March 30 April 2010

Διαβάστε περισσότερα

Εικονική Αναπαράσταση Νοηµατικής Γλώσσας στο ιαδίκτυο

Εικονική Αναπαράσταση Νοηµατικής Γλώσσας στο ιαδίκτυο ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΧΟΛΗ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ Εικονική Αναπαράσταση Νοηµατικής Γλώσσας στο ιαδίκτυο ΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Διαβάστε περισσότερα

*2354431106* GREEK 0543/02 Paper 2 Reading and Directed Writing May/June 2009

*2354431106* GREEK 0543/02 Paper 2 Reading and Directed Writing May/June 2009 UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education *2354431106* GREEK 0543/02 Paper 2 Reading and Directed Writing May/June 2009 1 hour 30 minutes

Διαβάστε περισσότερα

Special edition of the Technical Chamber of Greece on Video Conference Services on the Internet, 2000 NUTWBCAM

Special edition of the Technical Chamber of Greece on Video Conference Services on the Internet, 2000 NUTWBCAM NUTWBCAM A.S. DRIGAS Applied Technologies Department NCSR DEMOKRITOS Ag. Paraskevi GREECE dr@imm.demokritos.gr http://imm.demokritos.gr Το NutWBCam είναι ένα RealVideo πρόγραµµα που σας δίνει τη δυνατότητα

Διαβάστε περισσότερα

Modern Greek *P40074A0112* P40074A. Edexcel International GCSE. Thursday 31 May 2012 Morning Time: 3 hours. Instructions. Information.

Modern Greek *P40074A0112* P40074A. Edexcel International GCSE. Thursday 31 May 2012 Morning Time: 3 hours. Instructions. Information. Write your name here Surname Other names Edexcel International GCSE Centre Number Modern Greek Candidate Number Thursday 31 May 2012 Morning Time: 3 hours You do not need any other materials. Paper Reference

Διαβάστε περισσότερα

KEPKYPA Â Î Û Â È KEPKYPA

KEPKYPA Â Î Û Â È KEPKYPA KEPKYPA Â Î Û Â È KEPKYPA ISBN: 978-960-9490-06-1 Copyright: Εκδόσεις ΚΕΡΚΥΡΑ Α.Ε. Economia PUBLISHING 1η έκδοση, Νοέµβριος 2010 Ελεύθερη έµµετρη απόδοση: ηµήτρης Β. Χρυσοβιτσιώτης Εικονογράφηση: Ειρήνη

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΤΜΗΜΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΤΜΗΜΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΤΜΗΜΑ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ιπλωµατική Εργασία του φοιτητή του τµήµατος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Ηλεκτρονικών

Διαβάστε περισσότερα

13111203 P.R.O. Tri Sprint Suit

13111203 P.R.O. Tri Sprint Suit 13111203 P.R.O. Tri Sprint Suit The P.R.O. Tri Sprint Suit features our Transfer Repel fabric which is hydrodynamic perfect for short distance races such as sprint or Olympic but can also be worn over

Διαβάστε περισσότερα

Όλνκα πνπδάζηξηαο: Γξεγνξία αββίδνπ Α.Δ.Μ:7859. Δπηβιέπνλ Καζεγεηήο: Παζραιίδεο Αζαλάζηνο ΑΝΩΣΑΣΟ ΣΔΥΝΟΛΟΓΗΚΟ ΔΚΠΑΗΓΔΤΣΗΚΟ ΗΓΡΤΜΑ ΚΑΒΑΛΑ

Όλνκα πνπδάζηξηαο: Γξεγνξία αββίδνπ Α.Δ.Μ:7859. Δπηβιέπνλ Καζεγεηήο: Παζραιίδεο Αζαλάζηνο ΑΝΩΣΑΣΟ ΣΔΥΝΟΛΟΓΗΚΟ ΔΚΠΑΗΓΔΤΣΗΚΟ ΗΓΡΤΜΑ ΚΑΒΑΛΑ ΑΝΩΣΑΣΟ ΣΔΥΝΟΛΟΓΗΚΟ ΔΚΠΑΗΓΔΤΣΗΚΟ ΗΓΡΤΜΑ ΚΑΒΑΛΑ ΥΟΛΖ ΓΗΟΗΚΖΖ ΚΑΗ ΟΗΚΟΝΟΜΗΑ ΣΜΖΜΑ ΛΟΓΗΣΗΚΖ Εςπωπαϊϊκή Εταιιπείία,, ο θεσμόρ καιι η ανάπτςξη τηρ. Όλνκα πνπδάζηξηαο: Γξεγνξία αββίδνπ Α.Δ.Μ:7859 Δπηβιέπνλ Καζεγεηήο:

Διαβάστε περισσότερα

ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΗΣ USE INSTRUCTIONS

ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΗΣ USE INSTRUCTIONS ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΗΣ USE INSTRUCTIONS ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΜΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΛΗΣΗΣ /CORDED PHONE WITH CALLER ID ΜΟΝΤΕΛΟ/MODEL: TM09-448 DC48V Παρακαλούμε διαβάστε προσεκτικά όλες τις οδηγίες χρήσης πριν την χρήση της συσκευής

Διαβάστε περισσότερα

ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΙΦΝΙΔΙΟΥ ΒΡΕΦΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΙΦΝΙΔΙΟΥ ΒΡΕΦΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΙΦΝΙΔΙΟΥ ΒΡΕΦΙΚΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ Ονοματεπώνυμο: Λοϊζιά Ελένη Λεμεσός 2012 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

ΓΕΩΠΟΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΓΕΩΠΟΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΓΕΩΠΟΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Επιστήμη και Τεχνολογία Τροφίμων και Διατροφή του Ανθρώπου» Κατεύθυνση: «Διατροφή, Δημόσια

Διαβάστε περισσότερα

Verklarte Nacht, Op.4 (Εξαϋλωμένη Νύχτα, Έργο 4) Arnold Schoenberg (1874-1951)

Verklarte Nacht, Op.4 (Εξαϋλωμένη Νύχτα, Έργο 4) Arnold Schoenberg (1874-1951) 1 Verklarte Nacht, Op.4 (Εξαϋλωμένη Νύχτα, Έργο 4) Arnold Schoenberg (1874-1951) Αναγνώσματα από το βιβλίο Η Απόλαυση της Μουσικής (Machlis, Forney), για τους μαθητές που θα μελετήσουν το έργο: «Ο Σαίνμπεργκ

Διαβάστε περισσότερα

«ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ»

«ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ» I ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ «ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ

Διαβάστε περισσότερα

Πτυχιακή Εργασία. Παραδοσιακά Προϊόντα Διατροφική Αξία και η Πιστοποίηση τους

Πτυχιακή Εργασία. Παραδοσιακά Προϊόντα Διατροφική Αξία και η Πιστοποίηση τους ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΣΧΟΛΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΑΣ Πτυχιακή Εργασία Παραδοσιακά Προϊόντα Διατροφική Αξία και η Πιστοποίηση τους Εκπόνηση:

Διαβάστε περισσότερα

Cambridge International Examinations Cambridge International General Certificate of Secondary Education

Cambridge International Examinations Cambridge International General Certificate of Secondary Education Cambridge International Examinations Cambridge International General Certificate of Secondary Education GREEK 0543/03 Paper 3 Speaking Role Play Card One For Examination from 2015 SPECIMEN ROLE PLAY Approx.

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 5 (ΜΑΘΗΜΑ ΠΕΝΤΕ) REF: 201/033/25-ADV. 3 December 2013

LESSON 5 (ΜΑΘΗΜΑ ΠΕΝΤΕ) REF: 201/033/25-ADV. 3 December 2013 LESSON 5 (ΜΑΘΗΜΑ ΠΕΝΤΕ) REF: 201/033/25-ADV 3 December 2013 Place/seat η θέση (thesi) Right (noun) το δίκιο (dikio) I am right έχω δίκιο (eho dikio) Wrong (noun) άδικο (adiko) I am wrong έχω άδικο δεν

Διαβάστε περισσότερα