ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΣΧΕ ΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ «ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ»

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΣΧΕ ΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ «ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ»"

Transcript

1 ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΣΧΕ ΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ «ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ» ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2012

2 Χαιρετισµός Αντιπεριφερειάρχη Αγροτικής Οικονοµίας και Κτηνιατρικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Από το γραφείο του Αντιπεριφερειάρχη Αγροτικής Οικονοµίας και Κτηνιατρικής κ. ηµητρίου Ευθυµιάδη ανακοινώνεται ότι: Στα πλαίσια εκπόνησης τόσο του Επιχειρησιακού Σχεδίου Αγροτικής Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας όσο και της επιλογής των προϊόντων που θα αποτελέσουν το «καλάθι των αγροτικών προϊόντων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας», ο Θεµατικός Αντιπεριφερειάρχης κ. ηµήτριος Ευθυµιάδης απέστειλε σχετικό κείµενο εργασίας για διαβούλευση, προς όλους τους ενδιαφερόµενους φορείς της Περιφέρειας. Κάθε Περιφερειακή Ενότητα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας εξειδικεύεται στην καλλιέργεια µιας συγκεκριµένης γκάµας προϊόντων λόγω κλιµατικών, εδαφικών, παραδοσιακών και άλλων παραγόντων οι οποίοι δηµιουργούν το ιδιαίτερο προφίλ της περιοχής. Οι υφιστάµενες καλλιέργειες, θα πρέπει να υποστηριχθούν, να ενισχυθούν και να προωθηθούν σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα καθώς επίσης θα πρέπει να τεθούν στόχοι για νέες καλλιέργειες που µπορούν να συµβάλλουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην επίτευξη µιας σύγχρονης και υψηλής ποιότητας γεωργίας µε γνώµονα πάντα τις Εσωτερικές και ιεθνείς καταναλωτικές τάσεις για µια Ολοκληρωµένη Αγροτική Ανάπτυξη στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Στο κείµενο εργασίας καταγράφεται η υφιστάµενη κατάσταση του Πρωτογενούς Τοµέα της Περιφέρειάς µας, καθώς και συγκριτικά στοιχεία για την παγκόσµια, ευρωπαϊκή και ελληνική παραγωγή. Επίσης για κάθε αγροτική δραστηριότητα παρατίθενται οι γενικές και εξειδικευµένες παρεµβάσεις που συµβάλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας, στην προστασία του περιβάλλοντος και στη βελτίωση της πρόσβασης των προϊόντων στην αγορά και στις δυνατότητες βελτίωσης της ανταγωνιστικότητάς τους καθώς και τα χρηµατοδοτικά µέσα που απαιτούνται για την ανάπτυξή της. Παρακαλείται κάθε ενδιαφερόµενος, λόγω της σπουδαιότητας που παρουσιάζει ο αγροτικός τοµέας για την Περιφέρειά µας και προκειµένου να διεξαχθεί ουσιαστικός και εποικοδοµητικός διάλογος µε σκοπό τη χάραξη και αποτύπωση της Περιφερειακής Αγροτικής Πολιτικής, να µας στείλει τα σχόλια και τις παρατηρήσεις του επί του κειµένου καθώς και προτάσεις σε µέτρα και έργα υποδοµών που απαιτούνται για τη βελτίωση και ανάπτυξη του πρωτογενούς τοµέα. Οι παρατηρήσεις και προτάσεις θα πρέπει να σταλούν το αργότερο µέχρι 31 Μαϊου 2012 στο Ακολουθεί το Κείµενο Εργασίας. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 2 από 281

3 Πίνακας περιεχοµένων 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ... 5 Ο Ελληνικός Αγροτικός Τοµέας ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ Βασικά Χαρακτηριστικά της Περιφέρειας ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΦΥΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΜΕΑΣ ΣΙΤΗΡΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΒΑΜΒΑΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΦΥΤΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΕΝ ΡΩ ΩΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΟΣΠΡΙΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΑΝΘΟΚΟΜΙΚΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΦΥΤΩΝ ΑΜΠΕΛΟΟΙΝΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΦΥΤΩΝ ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 6ΕΤΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΖΩΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ Βοοτροφία Αιγοπροβατοτροφία Χοιροτροφία Πτηνοτροφία Μελισσοκοµία Αλιεία Υδατοκαλλιέργεια Κυριότερα Εισαγόµενα και Εξαγώµενα Κτηνοτροφικά Προϊόντα ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ Κύρια χαρακτηριστικά του πρωτογενους τοµέα Βαθµός µεταποίησης αγροτικών προϊόντων Φυσικό και Πολιτισµικό Περιβάλλον ΓΕΩΘΕΡΜΙΚΑ ΠΕ ΙΑ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 3 από 281

4 4.4.1 Π.Ε ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Π.Ε ΚΙΛΚΙΣ Π.Ε ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ Π.Ε ΠΕΛΛΑΣ Π.Ε ΣΕΡΡΩΝ Π.Ε ΗΜΑΘΙΑΣ Βιοµηχανία Ανάπτυξη και Έλεγχος της Αγοράς Αξιολόγηση των προβληµάτων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας SWOT Ανάλυση Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Ισχυρά Σηµεία Αδυναµίες Ευκαιρίες Απειλές Προοπτικές του αγροτικού τοµέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας ΣΤΟΧΟΙ & ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑΣ Στόχοι της αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών ΣΧΕ ΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑΣ Φυτική παραγωγή Γενικές παρεµβάσεις Ζωική παραγωγή Γενικές Παρεµβάσεις Εξειδίκευση παρεµβάσεων στον ΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗ ΤΟΜΕΑ σε συσχέτιση µε τις προτεινόµενες αναδιαρθρώσεις στον Πρωτογενή τοµέα Εξειδίκευση παρεµβάσεων στον ΤΡΙΤΟΓΕΝΗ ΤΟΜΕΑ σε συσχέτιση µε τις προτεινόµενες αναδιαρθρώσεις στον πρωτογενή τοµέα Εξειδίκευση Παρεµβάσεων στο Φυσικό Περιβάλλον Εξειδίκευση παρεµβάσεων στο Πολιτισµικό Περιβάλλον Εξειδίκευση παρεµβάσεων στη Τεχνική Υποδοµή ΠΗΓΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟ ΟΤΗΣΗΣ & ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 4 από 281

5 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Ελληνικός Αγροτικός Τοµέας Ο αγροτικός τοµέας αποτελούσε πάντα έναν από τους σηµαντικότερους τοµείς παραγωγής στη χώρα µας. Η σπουδαιότητα του είναι πολλαπλή τόσο για την οικονοµία όσο και για την ελληνική κοινωνία. Η γεωργία εξακολουθεί να συµβάλλει αποφασιστικά στην ανάπτυξη της υπαίθρου. Οι αγρότες εκπληρώνουν πολλές και διαφορετικές λειτουργίες, από την παραγωγή γεωργικών προϊόντων για διατροφή ή µη, µέχρι τη διαχείριση της υπαίθρου, τη διατήρηση της φύσης και τον τουρισµό, αναδεικνύοντας έτσι την πολυλειτουργικότητα της υπαίθρου. Σε ολόκληρο τον κόσµο, αλλά και στη χώρα µας, η ενασχόληση µε τον αγροτικό τοµέα δεν αποτελεί απλά µια ακόµα οικονοµική δραστηριότητα, όπως όλες οι άλλες. Αποτελεί µια δραστηριότητα µε ευρύτερο και σηµαντικότερο ειδικό βάρος, αφού έχει άµεση και ευθεία σχέση µε το φυσικό, κοινωνικό, πολιτισµικό και ιστορικό περιβάλλον και αφού οι διαστάσεις της είναι οικονοµικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και ειδικότερα δε για τη χώρα µας και εθνικές. Συνδέεται µε τον τρόπο ζωής µεγάλου µέρους του πληθυσµού της χώρας µας, ώστε να εξασφαλίζει ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης και ένα σταθερό ρυθµό ανάπτυξης. Μετά από χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο από δύο δεκαετίες εφαρµογής της Κ.Α.Π. στη χώρα µας και παρά τις τεράστιες εισροές κοινοτικών πόρων, ο ελληνικός αγροτικός τοµέας βρίσκεται δυστυχώς σε κατάσταση στασιµότητας και αντιµετωπίζει τον κίνδυνο συρρίκνωσης και οπισθοδρόµησης, εξαιτίας της έλλειψης πολιτικών και των αναγκαίων υποδοµών και της εξ αυτών αρνητικής επίδοσής του. Ο εφησυχασµός, που προέκυψε από το ότι η Ε.Ε. παρείχε ενισχύσεις για να παράγονται προϊόντα που δεν χρειάζονται και µε πολύ υψηλότερο κόστος παραγωγής σε σύγκριση µε εκείνο άλλων χωρών, δεν επέτρεψε την οικονοµική βελτίωση και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισµό στις αγροτικές εκµεταλλεύσεις. Αντίθετα θα έπρεπε να παράγονται προϊόντα, στα οποία πλεονεκτεί συγκριτικά η χώρα µας και τα οποία έχουν καλύτερες προοπτικές στην αγορά. Θα έπρεπε επίσης να βελτιώνονται οι αποδόσεις και κυρίως η ποιότητα των «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 5 από 281

6 προϊόντων, καθώς και ο τρόπος της εµπορίας. Τέλος, να µειώνεται το κόστος, για να εδραιωθούν στην εγχώρια αγορά και να κατακτήσουν αγορές εκτός συνόρων. Το µεγαλύτερο πρόβληµα του ελληνικού αγροτικού τοµέα, εδώ και χρόνια, είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας και η απώλεια αγορών, που συνεπάγεται απώλεια εισοδήµατος. Σ αυτό οφείλεται η συνεχής επιδείνωση του ελλείµµατος του εµπορικού ισοζυγίου αγροτικών προϊόντων, που είναι εµφανής και στον απλό παρατηρητή από την κυριαρχία των εισαγόµενων προϊόντων και ειδικότερα των ειδών διατροφής στα ράφια των καταστηµάτων, ακόµη όµως και στις λαϊκές αγορές. ΤΑ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ που αντιµετωπίζει τα τελευταία χρόνια ο αγροτικός τοµέας συνοψίζονται στα εξής: Οι περιφέρειες της χώρας µας, που στηρίζονται κυρίως στον αγροτικό τοµέα, είναι από τις πιο φτωχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ακαθάριστο αγροτικό προϊόν για πολλά χρόνια παρέµεινε στάσιµο ή µειωνόταν. Το εµπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων έγινε έντονα ελλειµµατικό, ενώ παράλληλα χάθηκαν οι ευκαιρίες για πρόσβαση σε νέες αγορές. Η εσωτερική αγορά κατακλύζεται από εισαγόµενα αγροτικά προϊόντα, νωπά και µεταποιηµένα. Στις αγορές της Ευρώπης ολοένα και λιγότερο συναντά κανείς τα ποιοτικά αγροτικά προϊόντα ελληνικής προέλευσης, ενώ η καλλιέργεια παραδοσιακών εξαγώγιµων προϊόντων µειώθηκε δραµατικά. Τα διαρθρωτικά προβλήµατα των αγροτικών εκµεταλλεύσεων επιδεινώθηκαν, αντί να βελτιωθούν. Ο κλήρος παραµένει µικρός, η ηλικία των αγροτών µεγάλη και τα έργα υποδοµής ελάχιστα. Η κατάρτιση του αγρότη και ο τεχνικός εκσυγχρονισµός των εκµεταλλεύσεων βρίσκονται σε πολύ χαµηλά επίπεδα. Σταθερό και αµετακίνητο στόχο πρέπει να αποτελεί η ανασυγκρότηση του ελληνικού αγροτικού χώρου, µε κύριο µοχλό ένα δυναµικό, πολυλειτουργικού χαρακτήρα αγροτικό τοµέα, οργανωµένο σε επιχειρηµατική βάση, που θα εφαρµόζει σύγχρονη, καινοτόµο τεχνολογία, τόσο στο επίπεδο της παραγωγής, όσο και στο επίπεδο της τυποποίησης, µεταποίησης και εµπορίας των προϊόντων. Έναν τοµέα ελκυστικό σε επενδυτικές πρωτοβουλίες, ικανό να είναι ανταγωνιστικός στην εσωτερική και τη διεθνή αγορά. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 6 από 281

7 Το διεθνές περιβάλλον, στο οποίο καλείται να προσαρµοστεί και να λειτουργήσει η ελληνική γεωργία, γίνεται όλο και πιο ανταγωνιστικό. Είναι ευνόητο εποµένως ότι, στα πλαίσια αυτά, η ελληνική γεωργία πρόκειται να λειτουργεί µέσα σε ένα συνεχώς µεταβαλλόµενο ανταγωνιστικό περιβάλλον, πράγµα που υποδεικνύει ότι η επιβίωσή της θα εξαρτηθεί, σε πολύ µεγάλο βαθµό, από τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της, που είναι απαραίτητη για να εξασφαλισθεί το µέλλον του εγχώριου τοµέα. Οι Έλληνες αγρότες θα πρέπει να αντιµετωπίσουν την κατάσταση µε προσπάθειες για µείωση του κόστους παραγωγής και στροφή προς παραγωγή προϊόντων που ικανοποιούν τα νέα καταναλωτικά πρότυπα και παρουσιάζουν αυξηµένη ζήτηση. Λαµβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑΣ πρέπει να είναι η δηµιουργία σύγχρονων, µε βάση τα νέα εσωτερικά και διεθνή δεδοµένα, ανταγωνιστικών αγροτικών εκµεταλλεύσεων, στην κατεύθυνση της παραγωγής προϊόντων υψηλής ποιότητας που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καταναλωτών. Η βελτίωση του εισοδήµατος των αγροτών, µπορεί να προέλθει από την αύξηση της παραγωγικότητας και τη διάθεση στον καταναλωτή αγροτικών προϊόντων υψηλής ποιότητας. Επιδίωξη και στόχος της στρατηγικής αυτής είναι τα αγροτικά προϊόντα να διατίθενται στην αγορά και να εξάγονται τυποποιηµένα, πιστοποιηµένα, µε υψηλή προστιθέµενη αξία και, όπου είναι δυνατόν, µε ονοµασία προέλευσης. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 7 από 281

8 «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας» 2. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ 2.1 Βασικά Χαρακτηριστικά της Περιφέρειας ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας αποτελεί µία χωρική ενότητα συνολικής έκτασης τ.χλµ. που απαρτίζεται από επτά Περιφερειακές Ενότητες: Ηµαθία, Θεσσαλονίκη, Κιλκίς, Πέλλα, Πιερία, Σέρρες και Χαλκιδική. Η αλλαγή του αυτοδιοικητικού χάρτη της χώρας απέδωσε 38 ήµους στην επικράτειά της, έναντι των 133 ήµων που είχαν δηµιουργηθεί το 1997 µε την αναδιάταξη του Καποδίστρια. Σχήµα 1: ιοικητική διαίρεση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Πηγή: Η Κεντρική Μακεδονία συνορεύει και αποτελεί την κύρια οδική και σιδηροδροµική πύλη της χώρας προς τα Βαλκάνια. Από την εδαφική της επικράτεια διέρχεται η ΠΑΘΕ και η Εγνατία Οδός. Η Περιφέρεια συνδέεται µε τις γειτονικές χώρες µέσω της ΠΑΘΕ, της Εγνατίας Οδού και των καθέτων προς αυτήν οδικών αξόνων, του σιδηροδροµικού δικτύου, του αεροδροµίου «Μακεδονία» και του λιµανιού της Θεσσαλονίκης. Ειδικά η ολοκλήρωση «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 8 από 281

9 κατασκευής της Εγνατίας Οδού έχει συµβάλλει ουσιαστικά στην άρση της αποµόνωσης των αποµακρυσµένων περιοχών στον ευρύτερο βορειοελλαδικό χώρο, την αναστροφή της εσωστρέφειας και της εγκατάλειψης, τη διευκόλυνση των µεταφορών, του τουρισµού, µε τα αναµενόµενα πολλαπλασιαστικά οφέλη. Σχήµα 2: Γεωφυσικός χάρτης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Πηγή: Σε γεωφυσικό επίπεδο, η Κεντρική Μακεδονία έχει έναν έντονα ορεινό χαρακτήρα µε πολυάριθµους ορεινούς όγκους στην εδαφική της επικράτεια, οι σηµαντικότεροι των οποίων είναι: ο Όλυµπος και τα υτικά Πιέρια στην Πιερία, το Βέρµιο στην Ηµαθία, ο Άθως και ο Χολοµώντας στη Χαλκιδική, ο Χορτιάτης και ο Βερτίσκος στη Θεσσαλονίκη, τα Κερδύλλια (Θεσσαλονίκη, Σέρρες), τα όρη Βροντούς στις Σέρρες, η οροσειρά Κερκίνη (Κιλκίς, Σέρρες), ο Βόρας, το Πίνοβο, η Τζένα στην Πέλλα, το Πάικο (Πέλλα, Κιλκίς). Κλιµατολογικά, ο χειµώνας χαρακτηρίζεται από χαµηλές θερµοκρασίες, έντονες βροχοπτώσεις και χιονοπτώσεις συνήθως από τα τέλη Νοεµβρίου ως τις αρχές Απριλίου, ενώ παρατηρούνται και ολικοί παγετοί. Το καλοκαίρι είναι δροσερό µε λίγες τοπικές βροχές. Μεταξύ των ορεινών όγκων, διαµορφώνεται ένα δυτικό και ένα ανατολικό πεδινό τµήµα µε εξαιρετικά πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Στο δυτικό τµήµα της Κεντρικής Μακεδονίας, προερχόµενοι από τα βόρεια και τα δυτικά ρέουν και εκβάλουν στη θάλασσα οι ποταµοί Αλιάκµονας, Αξιός, Γαλλικός, Λουδίας, «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 9 από 281

10 ενώ στο ανατολικό της τµήµα ρέει και εκβάλει στη θάλασσα ο ποταµός Στρυµόνας. Οι ορεινοί όγκοι, το σύστηµα απορροής και η γεωµορφολογία του εδάφους διαµορφώνουν ένα σύστηµα λιµνών που περιλαµβάνει στα βόρεια τµήµα της Βεγορίτιδας, της οϊράνης και της τεχνητής λίµνης Κερκίνης, τις λίµνες Κορώνεια και Βόλβη στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Παραθαλάσσιες περιοχές εντοπίζονται σε πέντε από τις επτά Περιφερειακές Ενότητες (εκτός Κιλκίς και Πέλλας), ωστόσο η Ηµαθία και οι Σέρρες έχουν σχετικά µικρό µήκος ακτογραµµών. Στις παράκτιες περιοχές της Πιερίας και στις χερσονήσους της Χαλκιδικής, οι οποίες έχουν το µεγαλύτερο θαλάσσιο µέτωπο, εντοπίζεται η κυριότερη τουριστική δραστηριότητα της Περιφέρειας αλλά και οξυµένα προβλήµατα, κυρίως περιβαλλοντικά (όχληση, υποβάθµιση γεωργικής γης, περιβαλλοντική υποβάθµιση) και πολεοδοµικά (συγκρούσεις χρήσεων γης, αυθαίρετη δόµηση). Η µόνη νησιωτική περιοχή που υπάγεται διοικητικά στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας είναι η Αµµουλιανή µε κύρια παραγωγική δραστηριότητα τον τουρισµό ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΑ Ο πληθυσµός της Περιφέρειας αποτελεί την πλέον βασική παράµετρο που προσδιορίζει τις ανάγκες αλλά και το αναπτυξιακό δυναµικό της. Στους επόµενους πίνακες αποτυπώνεται η πληθυσµιακή βάση της Περιφέρειας το 2011 και οι παρατηρηθείσες µεταβολές σε διάρκεια τριακονταετίας ( ) και δεκαετίας ( ). Σηµειώνεται ότι χρονικό σηµείο αναφοράς είναι οι απογραφές προηγούµενων δεκαετιών της Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛ.ΣΤΑΤ) µέχρι το 2001, ενώ για νεώτερες τιµές αξιοποιούνται στατιστικά στοιχεία ενδιάµεσων ετών και τα προσωρινά αποτελέσµατα της Απογραφής του Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας έχει κατοίκους, σύµφωνα µε τα προσωρινά αποτελέσµατα της απογραφής 2011 του µόνιµου πληθυσµού της χώρας. Η Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης συγκεντρώνει το 58,92% του µόνιµου πληθυσµού της Περιφέρειας ή κατοίκους. Όπως φαίνεται και στον πίνακα 1, πολυπληθέστερη µετά τη Θεσσαλονίκη εµφανίζεται η Π.Ε. Σερρών µε 9,39% του µόνιµου πληθυσµού, ενώ η Π.Ε. Κιλκίς έχει το µικρότερο πληθυσµό σε επίπεδο Περιφέρειας µε ποσοστό 4,29%. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 10 από 281

11 Πίνακας 1: Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Μόνιµος πληθυσµός 2011 Περιφερειακή Ενότητα Μόνιµος πληθυσµός (2011) % επί Συνόλου Περιφέρειας Πυκνότητα µόνιµου πληθυσµού (ανά τ.χλµ.) Π.Ε. Θεσσαλονίκης ,92 299,90 Π.Ε. Σερρών ,39 44,37 Π.Ε. Ηµαθίας ,51 82,73 Π.Ε. Πέλλας ,45 55,74 Π.Ε. Πιερίας ,80 84,00 Π.Ε. Χαλκιδικής ,65 36,31 Π.Ε. Κιλκίς ,29 31,90 Π.Κ.Μ ,00 99,66 Πηγή: Προσωρινά στοιχεία ΕΛ.ΣΤΑΤ, Σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας και επεξεργασία των δηµογραφικών στοιχείων για την περίοδο , ο πληθυσµός της χώρας αυξήθηκε κατά 10,76% ενώ ο πληθυσµός της Κεντρικής Μακεδονίας αυξήθηκε κατά 17,06%. Ο πληθυσµός αυξήθηκε στις περισσότερες Περιφερειακές Ενότητες µε διαφορετικούς όµως ρυθµούς αύξησης, εκτός του Κιλκίς και των Σερρών στις οποίες σηµειώνεται µείωση σε απόλυτους αριθµούς και οι οποίες αποτελούν τις Ενότητες µε την εντονότερη γεωργική δραστηριότητα. Η Χαλκιδική, η Θεσσαλονίκη και η Πιερία παρουσιάζουν εντυπωσιακά ποσοστά πληθυσµιακής αύξησης (34,05%, 26,72%, 19,22% αντίστοιχα) εντός της 30ετίας. Πίνακας 2: Εξέλιξη πληθυσµού ανά Περιφερειακή Ενότητα ιοικητική διαίρεση % Αύξηση πληθυσµού Π.Ε. Ηµαθίας ,20% Π.Ε. Θεσ/νίκης ,72% Π.Ε. Κιλκίς ,47% Π.Ε. Πέλλας ,49% Π.Ε. Πιερίας ,22% Π.Ε Σερρών ,29% Π.Ε. Χαλκιδικής ,05% Π.Κ.Μ ,06% Σύνολο χώρας ,76% Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ, Αποτελέσµατα απογραφής πληθυσµού 1981, 1991, 2001, Προσωρινά αποτελέσµατα απογραφής πληθυσµού «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 11 από 281

12 Ωστόσο, παρατηρώντας τη µεταβολή των πληθυσµιακών δεδοµένων για τη δεκαετία διαπιστώνουµε ως επί το πλείστον, πληθυσµιακή στασιµότητα µε πολύ µικρούς αριθµούς πληθυσµιακής αύξησης. Μόνον οι Περιφερειακές Ενότητες Χαλκιδικής και Θεσσαλονίκης παρουσιάζουν µία µικρή ποσοστιαία θετική µεταβολή (4,41% και 1,01% αντίστοιχα) και ενώ συνολικά η Περιφέρεια δε χαρακτηρίζεται από πληθυσµιακή αποδυνάµωση, σε πέντε από τις επτά Ενότητές της οι ρυθµοί αύξησης είναι αρνητικοί. Η σηµαντικότερη µείωση παρουσιάζεται στην Π.Ε. Σερρών (-12,38%) και στην Π.Ε. Κιλκίς (-9,76%). Πίνακας 3: Εξέλιξη πληθυσµού ανά Περιφερειακή Ενότητα Περιφερειακή Ενότητα Πληθυσµός 2001 % πληθυσµού επί Συνόλου Π.Κ.Μ (2001) Πληθυσµός 2011 % πληθυσµού επί Συνόλου Π.Κ.Μ (2011) Μεταβολή πληθυσµού Π.Ε. Θες/κης ,51% ,92% 4,41% Π.Ε. Σερρών ,73% ,39% -12,38% Π.Ε. Ηµαθίας ,67% ,51% -2,02% Π.Ε. Πέλλας ,79% ,45% -4,21% Π.Ε. Πιερίας ,94% ,80% -1,88% Π.Ε. Χαλ/κής ,60% ,65% 1,01% Π.Ε. Κιλκίς ,76% ,29% -9,76% Π.Κ.Μ ,00% ,00% 0,14% Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ και ιδία επεξεργασία. Πίνακας 4: Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Μεταβολές ΤΙΜΕΣ 2001 ΤΙΜΕΣ 2011 ΜΕΤΑΒΟΛΗ Συνολικός πληθυσµός Π.Κ.Μ % επί συνόλου χώρας 17,07 17,38 +0,31 % Μέση Ετήσια µεταβολή δεκαετίας 1,04 0,01-1,03 Πυκνότητα (άτοµα/ τ.χλµ.) 99,51 99,66 +0,15 Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ και ιδία επεξεργασία. Το αποτέλεσµα του συνδυασµού αρνητικών ρυθµών φυσικής αύξησης και αυξανόµενης µεταναστευτικής κίνησης, κυρίως εισροών από το εξωτερικό, καταγράφεται στους σχετικά χαµηλούς, αλλά αυξητικούς ρυθµούς πληθυσµιακής µεταβολής που προβλέπονται έως το 2030 στην Κεντρική Μακεδονία, φαινόµενο το οποίο γενικεύεται στη χώρα σύµφωνα µε τις δηµογραφικές προβλέψεις. Είναι αναγκαίος, εποµένως, ο στρατηγικός σχεδιασµός ανάπτυξης των βασικών υποδοµών ώστε να αντιµετωπισθεί ο αυξανόµενος φόρτος λόγω της πληθυσµιακής µεγέθυνσης. Προβλέπεται, επίσης, επιτάχυνση της πληθυσµιακής γήρανσης, µε συνέπεια την αυξανόµενη επιβάρυνση των τοπικών υποδοµών υγείας και κοινωνικής µέριµνας ηλικιωµένων. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 12 από 281

13 2.1.3 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ Αναλύοντας τα βασικά µακροοικονοµικά µεγέθη της Κεντρικής Μακεδονίας, διαπιστώνουµε ότι η Περιφέρεια παράγει το 15,03% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (2 η µεγαλύτερη συµµετοχή περιφέρειας µετά την Περιφέρεια Αττικής που συµµετέχει µε 43,4%), αλλά εµφανίζεται 8 η στην κατάταξη των Περιφερειών της χώρας 1 για το κατά κεφαλή προϊόν και υπολείπεται του εθνικού µέσου όρου. Στους Πίνακες 5 και 6 παρουσιάζεται το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ), καθώς και το κατά κεφαλή ΑΕΠ σε περιφερειακό και πανελλαδικό επίπεδο για το διάστηµα Πίνακας 5: Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε εκατ Π.Κ.Μ Ελλάδα % Περιφ. ΑΕΠ επί συνόλου χώρας 13,81 13,86 13,86 13,77 14,97 15,03 Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ και ιδία επεξεργασία. Πίνακας 6: Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) κατά κεφαλή σε εκατ Π.Κ.Μ Ελλάδα % Περιφ. κ.κ. ΑΕΠ επί µ.ο. χώρας 80,35 80,35 80,33 79,81 86,68 87,00 Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ και ιδία επεξεργασία. Σχετικά µε το κατά κεφαλή ΑΕΠ στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, µελετώντας τα διαθέσιµα στοιχεία παρατηρείται: (α) αύξηση σε απόλυτα µεγέθη σε περιφερειακό επίπεδο, (β) υστέρηση του κατά κεφαλή ΑΕΠ της Περιφέρειας από το µέσο όρο της χώρας. Το υψηλότερο κατά κεφαλή ΑΕΠ καταγράφεται στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, και έπονται η Αττική και η Στερεά Ελλάδα. Ως προς την ενδοπεριφερειακή κατανοµή του παραγόµενου προϊόντος προκύπτει σαφέστατη υπεροχή της Π.Ε. Θεσσαλονίκης µε ποσοστό 65,26% το Οι υπόλοιπες Ενότητες συµµετέχουν στο περιφερειακό ΑΕΠ µε ποσοστά κάτω του 7%. Σχεδόν ισόποση 1 ελτίο Τύπου ΕΛ.ΣΤΑΤ. (31/3/2011): Περιφερειακοί Λογαριασµοί «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 13 από 281

14 συµµετοχή παρουσιάζουν η Π.Ε. Ηµαθίας (6,77%), η Π.Ε. Σερρών (6,62%) και η Π.Ε. Πέλλας (6,49%). Πίνακας 7: Ποσοστιαία συµµετοχή ανά Π.Ε. στο σχηµατισµό του περιφερ. ΑΕΠ 2004* 2005* 2006* 2007* 2008* Μεταβολή % Περιφ. ΑΕΠ Π.Ε. Ηµαθίας 6,83 6,72 6,75 6,26 6,77-0,06 % Περιφ. ΑΕΠ Π.Ε. Θεσ/κης 65,02 64,92 64,91 66,17 65,26 +0,24 % Περιφ. ΑΕΠ Π.Ε. Κιλκίς 4,12 4,29 4,31 4,10 4,37 +0,25 % Περιφ. ΑΕΠ Π.Ε. Πέλλας 6,36 6,44 6,48 6,48 6,49 +0,13 % Περιφ. ΑΕΠ Π.Ε. Πιερίας 5,62 5,59 5,27 5,25 5,40-0,22 % Περιφ. ΑΕΠ Π.Ε. Σερρών 7,02 6,85 7,10 6,62 6,62-0,40 % Περιφ. ΑΕΠ Π.Ε. Χαλ/κής 5,03 5,18 5,18 5,12 5,09 +0,06 % ΠΚΜ/ Ελλάδα 15,59 15,52 15,32 15,18 14,97-0,62 Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ και ιδία επεξεργασία, *Προσωρινά Στοιχεία. Σχήµα 3. Συµµετοχή των ΠΕ στο ΑΕΠ της ΠΚΜ Ακολουθεί παρουσίαση της ακαθάριστης προστιθέµενης αξίας (ΑΠΑ) συνολικά και κατά τοµέα παραγωγής σε περιφερειακό και πανελλαδικό επίπεδο για το διάστηµα Πίνακας 8: Ακαθάριστη Προστιθέµενη Αξία (ΑΠΑ) σε εκατ Π.Κ.Μ Ελλάδα % Περιφ. ΑΠΑ επί συνόλου χώρας 13,88 13,84 13,86 13,77 14,97 15,03 Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ και ιδία επεξεργασία. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 14 από 281

15 Πίνακας 9: Ακαθάριστη Προστιθέµενη Αξία (ΑΠΑ) ανά τοµέα παραγωγής (εκατ. ) ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ ΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ ΤΡΙΤΟΓΕΝΗΣ ΤΟΜΕΑΣ Π.Κ,Μ Ελλάδα % Περιφ. τοµεακό ΑΠΑ επί συνόλου χώρας 20,0 20,4 18,9 19,1 20,8 20,8 18,0 18,0 17,9 17,9 16,4 16,4 12,4 12,4 12,4 12,4 14,4 14,5 Εθνικός Μ.Ο. (%) 4,4 4,0 4,0 3,8 3,1 3,1 20,4 19,4 21,0 20,3 18,1 17,8 75,2 76,6 75,0 75,9 78,7 79,1 Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ και ιδία επεξεργασία

16 Ως προς τη συµµετοχή του κάθε τοµέα παραγωγής σε περιφερειακό επίπεδο στη σύνθεση των παραγωγικών τοµέων πανελλαδικά το 2009, από τον Πίνακα 9 διαπιστώνουµε ότι ο πρωτογενής τοµέας στην Κεντρική Μακεδονία συµµετέχει κατά 20,8% στην ΑΠΑ του πρωτογενούς τοµέα σε επίπεδο χώρας. Κατά την περίοδο , η συµµετοχή αυξήθηκε ποσοστιαία από 20% σε 20,8% ωστόσο σηµειώθηκε µείωση σε απόλυτους αριθµούς. Ο πρωτογενής τοµέας στην Κεντρική Μακεδονία έχει τη µεγαλύτερη συµµετοχή σε σχέση µε τις υπόλοιπες Περιφέρειες στο σχηµατισµό της ΑΠΑ πανελλαδικά. Η δεύτερη µεγαλύτερη συµµετοχή περιφέρειας µετά την Κεντρική Μακεδονία είναι της Θεσσαλίας µε 13%, ακολουθεί η υτική Ελλάδα µε ποσοστό 11,6%, ενώ οι υπόλοιπες Περιφέρειες παρουσιάζουν ποσοστά κάτω του 10%. Ο πανελλαδικός µέσος όρος συµµετοχής του πρωτογενούς τοµέα στο σχηµατισµό της ΑΠΑ το 2009 είναι µόλις 3,1%. Ο δευτερογενής τοµέας συµµετέχει κατά 16,4% στην ακαθάριστη προστιθέµενη αξία του δευτερογενούς τοµέα σε επίπεδο χώρας. Κατά την περίοδο , η συµµετοχή µειώθηκε ποσοστιαία από 18% σε 16,4% και σηµειώθηκε αντίστοιχη µείωση σε απόλυτους αριθµούς. Ο δευτερογενής τοµέας στην Κεντρική Μακεδονία έχει τη δεύτερη µεγαλύτερη συµµετοχή µετά την Περιφέρεια Αττικής (33,4%) σε σχέση µε τις υπόλοιπες Περιφέρειες στο σχηµατισµό της ΑΠΑ πανελλαδικά. Ο πανελλαδικός µέσος όρος συµµετοχής του δευτερογενούς τοµέα στο σχηµατισµό της ΑΠΑ το 2009 είναι 17,8%, και συγκριτικά η Κεντρική Μακεδονία υπολείπεται του εθνικού µέσου όρου. Ο τριτογενής τοµέας συµµετέχει κατά 14,5% στην ΑΠΑ του τριτογενούς τοµέα σε επίπεδο χώρας. Κατά την περίοδο , η συµµετοχή αυξήθηκε ποσοστιαία από 12,4% σε 14,5% και σηµειώθηκε αντίστοιχη αύξηση σε απόλυτους αριθµούς. Ο τριτογενής τοµέας στην Κεντρική Μακεδονία έχει την δεύτερη µεγαλύτερη συµµετοχή µετά την Περιφέρεια Αττικής (47,2%) σε σχέση µε τις υπόλοιπες Περιφέρειες στο σχηµατισµό της ΑΠΑ πανελλαδικά, από την οποία όµως υπολείπεται συντριπτικά. Ο πανελλαδικός µέσος όρος συµµετοχής του τριτογενούς τοµέα στο σχηµατισµό της ΑΠΑ το 2009 είναι 79,1%, και έτσι η Κεντρική Μακεδονία υπολείπεται σηµαντικά του εθνικού µέσου όρου. Η ποσοστιαία συµµετοχή του κάθε παραγωγικού τοµέα στη συνολική ακαθάριστη προστιθέµενη αξία της Κεντρικής Μακεδονίας για τα έτη 2004 και 2009 αντίστοιχα φαίνεται παρακάτω: «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 16 από 281

17 Σχήµα 4. Συµµετοχή τοµέα παραγωγής στην Περιφερειακή ΑΠΑ (2004 και 2009) Συµµετοχή τοµέα παραγωγής στην περιφερειακή ΑΠΑ (2004) Τοµέας Παραγωγής Τριτογενής ευτερογενής Πρωτογενής 26,46% 6,30% 67,24% Εκατ. Συµµετοχή τοµέα παραγωγής στην περιφερειακή ΑΠΑ (2009) Τοµέας Παραγωγής Τριτογενής ευτερογενής Πρωτογενής 19,38% 4,35% 76,26% Εκατ. Ο τριτογενής τοµέας είναι ο µεγαλύτερος συγκριτικά τοµέας στην Περιφέρεια µε ποσοστό 76,26% το 2009, παρουσιάζοντας σηµαντική αύξηση σε σχέση µε το 2004 όπου η συµµετοχή ήταν 67,24%. Παρατηρώντας τα διαχρονικά στοιχεία, είναι προφανής η έντονη τριτογενοποίηση της Κεντρικής Μακεδονίας. Οι άλλοι δύο τοµείς παρουσίασαν µείωση, ειδικά ο δευτερογενής ο οποίος από ποσοστιαία συµµετοχή 26,46% στην περιφερειακή ΑΠΑ το 2004, εµφανίζει για το 2009 ποσοστιαία συµµετοχή ύψους 19,38%. Ο πρωτογενής τοµέας κατά την περίοδο παρουσίασε ποσοστιαία µείωση κατά 2 µονάδες περίπου, από 6,30% σε 4,35%. Οι τάσεις αλλά και η βαρύνουσα θέση της Θεσσαλονίκης στη διαµόρφωση του χαρακτήρα της οικονοµίας της Κεντρικής Μακεδονίας διαφαίνονται εποπτικά στο ακόλουθο διάγραµµα. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 17 από 281

18 Σχήµα 5 Τοµεακή σύνθεση Προστιθέµενης αξίας Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Λαµβάνοντας υπόψη την παρούσα µέτρηση της περιφερειακής οικονοµίας, η Κεντρική Μακεδονία αποτελεί οικονοµικό υποσύνολο αντιπροσωπευτικό της επίδοσης και της τοµεακής διάρθρωσης του ακαθάριστου προϊόντος του συνόλου της χώρας. Αυτό σηµαίνει ότι τόσο οι παράγοντες που συνέβαλαν στους ρυθµούς οικονοµικής µεγέθυνσης της ελληνικής οικονοµίας την περίοδο , ενισχύοντας ιδιαίτερα την εσωτερική ζήτηση (µείωση των επιτοκίων, εισροή πόρων από τα ιαρθρωτικά Ταµεία της Ε.Ε.), όσο όµως και οι δυσοίωνες προβλέψεις για την πορεία του οικονοµικού κύκλου στην Ελλάδα την επόµενη τριετία, είναι ενεργοί σε περιφερειακό επίπεδο. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 18 από 281

19 3. ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΙ ΤΟΜΕΙΣ Σύµφωνα µε τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας για το 2009, το εργατικό δυναµικό στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας απασχολείται στον πρωτογενή τοµέα σε ποσοστό 12%, στον δευτερογενή τοµέα σε ποσοστό 21% και στον τριτογενή κατά 67%. Επίσης, παρατηρείται σηµαντική πτώση σε απόλυτα µεγέθη, µε ιδιαίτερη αποδυνάµωση του δευτερογενούς τοµέα, ενώ αυξάνει το εργατικό δυναµικό στον τριτογενή τοµέα, γεγονός που υποστηρίζει την παρατηρούµενη συνεχίζεται η τάση τριτογενοποίησης της οικονοµίας. Πίνακας 10: Εργατικό δυναµικό ανά τοµέα παραγωγής ( ) Π.Κ.Μ (2005) Ελλάδα (2005) Π.Κ.Μ (2009) Ελλάδα (2009) Α γενής τοµέας Β γενής τοµέας Γ γενής τοµέας Σύνολο Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ και ιδία επεξεργασία Ακολουθεί αναλυτική παρουσίαση της διάρθρωσης του πρωτογενούς τοµέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και της χώρας ως βάση σύγκρισης και στάθµισης της σηµαντικότητας των αγροτικών δραστηριοτήτων. Τα στατιστικά στοιχεία αφορούν τους Τοµείς Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Αλιείας και συγκεντρώθηκαν από τις ιευθύνσεις Αγροτικής Οικονοµίας και Κτηνιατρικής των Περιφερειακών Ενοτήτων της Π.Κ.Μ από την Ελληνική Στατιστική Αρχή, τον ΕΛΟΓΑΚ και το Τµήµα Αγροτικής Στατιστικής ( ιεύθυνση Αγροτικής Πολιτικής & Τεκµηρίωσης του ΥΠΑΑΤ). «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 19 από 281

20 3. 1 ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΦΥΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ Από τη γενική διαστρωµάτωση των συντελεστών της φυτικής κατεύθυνσης που παρουσιάζεται παρακάτω, προκύπτει η πολύπλευρη και πολυσήµαντη συµβολή της στη τελική διαµορφούµενη κρίσιµη µάζα αγροτικών προϊόντων σε σχέση µε το σύνολο της χώρας. Πίνακας 11. Εκτάσεις καλλιεργειών και αγρανάπαυσης κατά κατηγορία και ανά Π.Ε το έτος 2007 ΣΥΝΟΛΟ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΓΡΑΝΑΠΑΥΣΗΣ ΑΡΟΤΡΑΙΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΚΗΠΕΥΤΙΚΗ ΓΗ ΑΜΠΕΛΙΑ, ΣΤΑΦΙ ΑΜΠΕΛΟΙ ΕΝ ΡΩ ΕΙΣ ΑΓΡΑΝΑΠΑΥΣΗ ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ Πίνακας 12: Ποτιστικές καλλιέργειες κατά κατηγορία και ανά ΠΕ το έτος 2007 ΣΥΝΟΛΟ ΠΟΤΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ ΑΡΟΤΡΑΙΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΚΗΠΕΥΤΙΚΗ ΓΗ ΑΜΠΕΛΙΑ, ΣΤΑΦΙ ΑΜΠΕΛΟΙ ΕΝ ΡΩ ΕΙΣ ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ Σύµφωνα µε τα προσωρινά στοιχεία του 2009 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας το 48% ( στρ.) της συνολικής γεωργικής «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 20 από 281

21 γης είναι αρδευόµενο. Η αναλογία του αρδευόµενου εδάφους διαφέρει µεταξύ των Περιφερειακών Ενοτήτων. Στη Π.Ε Ηµαθίας η αρδευόµενη έκταση καταλαµβάνει το 88% της καλλιεργούµενης, στην Π.Ε Θεσσαλονίκης το 41%, στην Π.Ε Κιλκίς το 17%, στην Π.Ε Πέλλας το 81%, στην Π.Ε Πιερίας το 48%, στην Π.Ε Σερρών το 54% και στην Π.Ε Χαλκιδικής το 25%. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζεται η διαχρονική εξέλιξη των εκτάσεων των σηµαντικότερων αρδευθεισών καλλιεργειών στην Κεντρική Μακεδονία για την περίοδο Η αρδευόµενη έκταση κατά την περίοδο αυξήθηκε κατά στρ. Πίνακας 13. Αρδευόµενη έκταση της ΠΚΜ (περίοδος ) ΕΙ ΟΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ / / /1990 Αροτραίες Κηπευτική γη Άµπελοι, Σταφιδάµπελοι ενδρώδεις Αρδ. Καλλιέργειες Πηγή : Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίµων Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας έχει µεγαλύτερη αναλογία αρδευόµενου εδάφους από την αντίστοιχη της χώρας. Πρόκειται για ένα συγκριτικό πλεονέκτηµα της γεωργίας της Κεντρικής Μακεδονίας σε σχέση µε άλλες περιοχές της χώρας. Η συνολική έκταση γεωργικής γης είναι στρ. (περίπου 19,5 % των καλλιεργούµενων εκτάσεων της χώρας) και καταλαµβάνουν περίπου το 39% της έκτασης της Κ. Μακεδονίας Η Κ. Μακεδονία αποδεικνύεται ευνοηµένη, από απόψεως καλλιεργούµενων εκτάσεων, περιφέρεια της χώρας. Οι Π.Ε Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Σερρών, Χαλκιδικής και Ηµαθίας είναι οι πιο ευνοηµένες από απόψεως αναλογίας καλλιεργούµενων εκτάσεων. Η κατανοµή της καλλιεργούµενης έκτασης (στοιχεία 2007) κατά κατηγορίες καλλιεργειών είναι: αροτραίες καλλιέργειες 74%, κηπευτική γη 2%, δενδρώδεις καλλιέργειες 15%, άµπελοι 1% και αγρανάπαυση 8 %. Η κατανοµή αυτή διαφέρει σηµαντικά µεταξύ των Περιφερειακών Ενοτήτων. Η έκταση των αροτραίων καλλιεργειών στις ΠΕ Ηµαθίας, Πιερίας και Χαλκιδικής είναι αναλογικά µικρότερη από αυτή των άλλων ΠΕ (Πέλλας, Θεσσαλονίκης, Σερρών και Κιλκίς), ενώ υπάρχουν µεγάλες διαφορές µεταξύ των ενοτήτων όσον αφορά κυρίως την έκταση της κηπευτικής γης και των δενδρωδών καλλιεργειών. Οι διαφορές αυτές «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 21 από 281

22 αντανακλούν διαφορές στους διαθέσιµους φυσικούς πόρους, στην υποδοµή, στην παραγωγική κατεύθυνση και γενικότερα στην ανάπτυξη της γεωργίας µεταξύ των Περιφερειακών Ενοτήτων. Η σύγκριση των χρήσεων της γης στην Κεντρική Μακεδονία µε τις αντίστοιχες για το σύνολο της χώρας δείχνει ότι υπάρχουν διαφορές κυρίως στην αναλογία των αροτραίων καλλιεργειών, των δενδρωδών καλλιεργειών και της αµπέλου. Η ίδια σύγκριση µε κάθε περιφερειακή ενότητα δείχνει ότι σε όλες εκτός της Ηµαθίας και της Χαλκιδικής η αναλογία της έκτασης αροτραίων καλλιεργειών προς τη συνολική γεωργική έκτασης είναι υψηλότερη του συνόλου της χώρας. Στις ΠΕ Ηµαθίας, Πέλλας και Χαλκιδικής οι δενδρώδεις καλλιέργειες καταλαµβάνουν µεγαλύτερη αναλογικά έκταση από αυτή του συνόλου της χώρας, όπως και η κηπευτική γη στις ΠΕ Ηµαθίας, Θεσσαλονίκης, Πέλλας και Πιερίας. Σχήµα 6. Σύγκριση συνολικά καλλιεργούµενης έκτασης και αρδευόµενης έκτασης Περιφέρειεας Κεντρική Μακεδονίας Συνολικές εκτάσεις γεωργικής γης και αρδευθεισών καλλιεργειών στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας το 2009 (ΕΣΥΕ) Αρδευθείσα γη στρ Συνολική γεωργική γη στρ 48% επί του συνόλου της ΠΚΜ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 22 από 281

23 Σχήµα 7. Σύγκριση συνολικά καλλιεργούµενης έκτασης και αρδευόµενης έκτασης Περιφέρειεας Κεντρική Μακεδονίας ανά ΠΕ ΠΙΝΑΚΑΣ 14. ιαχρονική µεταβολή γεωργικής γης, καλλιεργειών κατά κατηγορίες και αγρανάπαυσης στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (στρέµµατα) ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ / / /1990 Σύνολο καλλιεργειών και αγρανάπαυσης Αροτραίες Κηπευτική γη Αµπελοι - Σταφιδάµπελοι ενδρώδεις Αγρανάπαυση Σιτηρά για καρπό Μαλακό Σιτάρι Σκληρό Σιτάρι Κριβάρι Βρώµη Σίκαλη Καλαµπόκι Καλαµπόκι συγκαλλιεργούµενο «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 23 από 281

24 Ρύζι Λοιπά Βρώσιµα όσπρια Φασόλια Φασόλια συγκαλλιεργούµενα Κουκιά Φακή Ρεβύθια Λάθυρος (Φάβα) Μπιζέλια Κτηνοτροφικά Όσπρια Βίκος Ρόβη Λούπινα Λάθυρος Σπόρος Τριφυλλιών Λοιπά Βιοµηχανικά Φυτά Καπνός Βαµβάκι Αρδευτικό (Σύσπορο) Βαµβάκι Ξηρικό (Σύσπορο) Βαµβάκι (ΣΥΝΟΛΟ) Σουσάµι Ηλίανθος Σόργος Αραχίδα Ζαχαρότευτλα Σόγια Κτηνοτροφικά Φυτά για σανό Καρπούζια - Πεπόνια (Σύνολο) Καρπούζια Πεπόνια Πατάτες Τοµάτες Κρεµµύδια ξερά Φασολάκια Λάχανα Κουνουπίδια ΛΑΧΑΝΑ - ΚΟΥΝΟΥΠΙ ΙΑ (ΣΥΝΟΛΟ) Κολοκυθάκια Αγγούρια Μελιτζάνες Αγγινάρες Ραδίκια - Αντίδια Σπανάκι Αρακάς Μπάµιες Αρδευτικές Μπάµιες Ξηρικές Μπάµιες (ΣΥΝΟΛΟ) Πράσα Αµπελοι Οινάµπελοι Άµπελοι Επιτραπέζιων Σταφυλιών «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 24 από 281

25 ΣΧΗΜΑ 8. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΤΑΣΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΓΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑΣ «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας» «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 25 από 281

26 3.1.1 ΤΟΜΕΑΣ ΣΙΤΗΡΩΝ Τα σιτηρά κατέχουν εξέχουσα θέση στον αγροτικό τοµέα, αν σκεφτεί κανείς την πολλαπλή χρήση των προϊόντων τους, κυρίως για τη διατροφή του ανθρώπου, σαν πρώτη ύλη στην ένδυση και σε µικρότερο ποσοστό για την κάλυψη των αναγκών της ζωικής παραγωγής. Η παγκόσµια παραγωγή σιτηρών για την χρονική περίοδο εκτιµάται σε 1.523,18 εκατοµµύρια τόνους. Ειδικότερα τα χειµερινά σιτηρά καλλιεργούνται κάθε χρόνο σε έκταση µεγαλύτερη από εκατοµµύρια στρέµµατα, σε περισσότερες από 120 χώρες. Το σιτάρι είναι το σηµαντικότερο από τα αγρωστώδη φυτά και το πιο διαδοµένο στον κόσµο. Οι σηµαντικότερες χώρες παραγωγής σιταριού στον κόσµο είναι οι ΗΠΑ, η Σοβιετική Ένωση, η Ινδία, ο Καναδάς, η Αργεντινή και η Αυστραλία. Κατά την παραγωγική περίοδο (στοιχεία FAOStat) το µεγαλύτερο µέρος της παραγωγής του σιταριού προήλθε κυρίως από τις Ασιατικές χώρες και τα Ευρωπαϊκά κράτη. Το κριθάρι, λόγω της µεγάλης προσαρµοστικότητας του σε ποικιλία εδαφοκλιµατικών συνθηκών, καλλιεργείται σ όλη τη γη, από τον ισηµερινό µέχρι τους πόλους και σπέρνεται το φθινόπωρο ή την άνοιξη, µε κύριες χώρες παραγωγής τη Ρωσία, τον Καναδά, τη Γερµανία, την Ουκρανία, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Τουρκία. Πίνακας 15. Παγκόσµια παραγωγή σιτηρών Προϊόντα Μέσοι Όροι πενταετίας Παραγωγή σε εκατοµµύρια τόνους Ποσοστό επί του συνόλου Σιτάρι 596,98 39,19 Αραβόσιτος 683,30 44,89 Κριθάρι 142,86 9,38 Σόργο 59,76 3,92 Βρώµη 24,80 1,63 Σίκαλη 14,98 0,98 Σύνολο 1.523,18 100,00 Πηγή: ΥΠΑΑΤ Η βρώµη καλλιεργείται κύρια στη βόρεια και µέση Ευρώπη και στην Αµερική, ενώ στις νοτιότερες χώρες η καλλιέργεια, είναι λιγότερο διαδοµένη. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 26 από 281

27 Η καλλιέργεια του καλαµποκιού έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσµο, αποδίδοντας έτσι καθ. όλη τη διάρκεια του χρόνου, συγκοµιδή. Από τις χώρες µε µεγάλη παραγωγή αραβοσίτου αναφέρονται κατά σειρά οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Βραζιλία, η νότια Αφρική, η Αργεντινή κ.λ.π. Ο αραβόσιτος αντιπροσωπεύει περίπου το 45% του συνόλου της παγκόσµιας παραγωγής και κατανάλωσης σιτηρών. Η καλλιέργεια ρυζιού αποτελεί τη βασική τροφή για τα 2/3 τουλάχιστον του πληθυσµού της γης και η παραγωγή του αναποφλοίωτου ρυζιού το 2004 ανήλθε στους 600 εκατοµµύρια τόνους σε όλο τον κόσµο. Η παραγωγή σιτηρών σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, σύµφωνα µε στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίµων (Υπ.Α.Α.Τ) για την περίοδο , έφτασε τα 218 εκατοµµύρια τόνους, αντιστοιχώντας σε χιλιάδες εκτάρια. Στον παρακάτω πίνακα, είναι εµφανές ότι η πλειονότητα των καλλιεργούµενων εκτάσεων µε σιτηρά σε επίπεδο Ε.Ε καλύπτεται κυρίως από µαλακό σιτάρι και κριθάρι, τα οποία παρουσιάζουν και την υψηλότερη παραγωγή. Ακολουθούν ο αραβόσιτος, το σκληρό σιτάρι, η βρώµη, η σίκαλη και το σόργο τόσο σε έκταση όσο και σε όγκο παραγωγής. Πίνακας 16 : Ευρωπαϊκή παραγωγή σιτηρών (Μέσοι Όροι πενταετίας ) Προϊόντα έκταση Απόδοση Παραγωγή (1.000 εκτ.) (τον/εκτ) (1.000 τον.) Μαλακό σιτάρι ,80 6, ,40 Κριθάρι ,80 4, ,60 Αραβόσιτος 5.553,60 8, ,60 Σκληρό σιτάρι 3.684,40 2, ,20 Βρώµη 2.421,20 3, ,80 Σίκαλη 1.566,80 3, ,20 Σόργο 105,40 5,22 548,00 Σύνολο , ,80 ΠΗΓΗ: ΥΠΑΑΤ Στην Ελλάδα, µέχρι το 2005 παρουσιάστηκε µείωση των καλλιεργούµενων εκτάσεων των χειµερινών σιτηρών και ιδιαίτερα αυτή του µαλακού σιταριού, αντιθέτως η µέση στρεµµατική απόδοση του, καθώς και των υπολοίπων χειµερινών σιτηρών, παρουσίασε «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 27 από 281

28 ανοδική τάση. Την ίδια περίοδο, παρουσιάστηκε αύξηση των καλλιεργούµενων εκτάσεων και της παραγωγής του σκληρού σιταριού, ενώ παρόµοια τάση παρουσίασε και η σίκαλη. Η καλλιεργούµενη µε κριθάρι και µε βρώµη έκταση, όσο και η παραγωγή τους ακολούθησε πτωτική πορεία. Η καλλιέργεια δηµητριακών καταλαµβάνει έκταση περίπου 12 εκατοµµυρίων στρεµµάτων ετησίως. Η καλλιέργεια του ρυζιού, λόγω του ότι απαιτεί θερµό κλίµα και αφθονία νερού γίνεται σε υφάλµυρα εδάφη όπου µόνο αυτό το είδος µπορεί να ευδοκιµήσει. Οι σηµαντικότεροι ορυζώνες στη χώρα µας εντοπίζονται στα δέλτα των ποταµών και σε παράκτιες περιοχές, κυρίως στη Μακεδονία και στους νοµούς Θεσσαλονίκης και Σερρών. Η χρηστικότητα των προϊόντων των σιτηρών ποικίλει, αφού αποτελεί βασικό είδος συντήρησης του ανθρώπου παρέχοντάς του το 45% της απαραίτητης γι αυτόν ενέργεια. Το σκληρό σιτάρι χρησιµοποιείται στην παρασκευή ζυµαρικών και πολύ λιγότερο στην κτηνοτροφία. Το αλεύρι από τα σπέρµατα του µαλακού σιταριού χρησιµοποιείται στην αρτοποιία και δευτερευόντως στην κτηνοτροφία. Ο καρπός του κριθαριού χρησιµοποιείται, είτε µόνος του για την διατροφή των ανθρώπων ή των ζώων είτε αναµειγµένος µε σιτάρι, για την διατροφή των ανθρώπων, αποτελεί δε την κυριότερη πρώτη ύλη για την κατασκευή της µπύρας (ζυθοποιία). Η σίκαλη, στη χώρα µας, καλλιεργείται κύρια για το καλάµι της, που χρησιµοποιείται για την κατασκευή δεµάτων κατά το θερισµό των άλλων σιτηρών, για συσκευασία γυάλινων ειδών, κατασκευή ψαθών, καλαθιών, καπέλων, κοινού χαρτιού καθώς επίσης και για την παρασκευή ψωµιού, οινοπνευµατωδών ποτών και ζωοτροφών. Ο καρπός της βρώµης είναι εξαιρετική τροφή για τα ζώα, θρεπτική, θερµαντική, ενώ ο χόνδρος (πλιγούρι) της είναι θρεπτικότατος και τονωτικός για τον άνθρωπο και συνιστάται για τα παιδιά και τους αρρώστους. Ο αραβόσιτος χρησιµοποιείται σαν τροφή του ανθρώπου και των ζώων. Ειδικότερα το χλωρό χόρτο βοηθά στη γαλακτοπαραγωγή των αγελάδων και οι ξηρές κορυφές χρησιµεύουν για τροφή των ζώων. Το ρύζι χρησιµοποιείται αποκλειστικά και µόνο για ανθρώπινη κατανάλωση. Στη χώρα µας, το σύνολο των καλλιεργούµενων εκτάσεων µε σιτηρά ανέρχεται περίπου σε 12 εκατοµµύρια στρέµµατα και η εσωτερική ζήτηση καλύπτεται κυρίως από εισαγωγές που φτάνουν τους τόνους περίπου. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 28 από 281

29 Πίνακας 17. Εγχώρια έκταση και παραγωγή σιτηρών Μέσοι εξαετίας Προϊόντα Έκταση (στρέµµατα) Συνολική παραγωγή (τόνοι) Σκληρό σιτάρι Μαλακό σιτάρι Κριθάρι Αραβόσιτος Ρύζι Σύνολο ΠΗΓΗ: ΥΠΑΑΤ Το σκληρό σιτάρι καταλαµβάνει την πρώτη θέση σε καλλιεργούµενη έκταση και σε παραγωγή µε ποσοστό 60% και 34% επί του συνόλου, αντίστοιχα. Η πλεονασµατική ποσότητα του σκληρού σίτου εξάγεται είτε ως σιτάρι (σπόρος), είτε ως σιµιγδάλι (αλεύρι για παραγωγή ζυµαρικών), κυρίως στην Ιταλία, όπως φαίνεται και στον πίνακα που ακολουθεί: Πίνακας 18 : Ελληνικές εισαγωγές και εξαγωγές ανά προϊόν Προϊόντα Μέσοι όροι πενταετίας Εισαγωγές σε τόνους Εξαγωγές σε τόνους Σκληρό σιτάρι , ,86 Μαλακό σιτάρι , ,10 Κριθάρι , ,36 Αραβόσιτο , ,10 Ρύζι , ,60 Βρώµη ,26 0,40 Σίκαλη 7.399, ,26 Σόργο 367,24 6,00 ΠΗΓΗ: ΥΠΑΑΤ Είναι εµφανές, ότι η χώρα µας είναι ελλειµµατική σε παραγωγή µαλακού σιταριού, κριθαριού και αραβοσίτου. Προκειµένου να καλυφθούν οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς εισάγονται ποσότητες ύψους 1 εκατοµµυρίων τόνων µαλακού σιταριού, τόνων κριθαριού που προέρχονται κυρίως από Γερµανία και τόνων αραβοσίτου οι οποίοι εισάγονται κυρίως από Γαλλία. Η παραγωγή ρυζιού υπερκαλύπτει τις ανάγκες του πληθυσµού της χώρας µας. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 29 από 281

30 Όσον αφορά στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας απαντώνται όλες οι καλλιέργειες σιτηρών σε µια συνολική έκταση που πλησιάζει τα στρέµµατα και η οποία αποτελεί το 31% περίπου της καλλιεργούµενης µε σιτηρά έκτασης της Χώρας. Τα κυριότερα σιτηρά που καλλιεργούνται στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας είναι το σκληρό σιτάρι, το µαλακό σιτάρι, το κριθάρι, το καλαµπόκι και το ρύζι. Τα πέντε αυτά προϊόντα αποτελούν το 98% περίπου της καλλιέργειας των σιτηρών στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Αξίζει να επισηµανθεί ότι η καλλιέργεια ρυζιού στην Κεντρική Μακεδονία αποτελεί περίπου το 83% της καλλιεργούµενης µε ρύζι έκτασης της Χώρας. Απαντάται κυρίως στις Περιφερειακές Ενότητες Θεσσαλονίκης 58 % επί της συνολικής καλλιεργούµενης έκτασης στη χώρα µας και Σερρών 14%. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 30 από 281

31 Πίνακας 19. Εκτάσεις και Παραγωγή σιτηρών ανά ΠΕ το έτος 2007 ΣΙΤΑΡΙ ΜΑΛΑΚΟ ΣΙΤΑΡΙ ΣΚΛΗΡΟ ΚΡΙΘΑΡΙ ΒΡΩΜΗ ΣΙΚΑΛΗ ΑΡΑΒΟΣΙΤΟΣ (χωρίς ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΠΑΡΑΓΩΓΗ (tn) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΠΑΡΑΓΩΓΗ (tn) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΠΑΡΑΓΩΓΗ (tn) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΠΑΡΑΓΩΓΗ (tn) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΠΑΡΑΓΩΓΗ (tn) συγκαλλιέργεια) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΠΑΡΑΓΩΓΗ (tn) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΡΥΖΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ (tn) ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ ΠΗΓΗ: ΕΛ.ΣΤΑΤΠΗ Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ και ιδίοι υπολογισµοί «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 31 από 281

32 Σχήµα 9. Εκτάσεις καλλιεργούµενες µε σιτηρά, Αραβόσιτο και ρύζι ανά ΠΕ Εκτάσεις σιτηρών σε στρέµµατα το 2009 (ΕΣΥΕ) Θεσσαλονίκη Κιλκίς Σέρρες Ηµαθία Πέλλα Πιερία Χαλκιδική Εκτάσεις Αραβοσίτου το 2009 σε στρέµµατα (ΕΣΥΕ) Σέρρες Ηµαθία Θεσσαλονίκη Κιλκίς Πέλλα Πιερία Χαλκιδική Εκτάσεις Ρυζιού το 2009 σε στρέµµατα (ΕΣΥΕ) Θεσσαλονίκη Ηµαθία Κιλκίς 0 Πέλλα 720 Πιερία Σέρρες Χαλκιδική 0 «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 32 από 281

33 Παρά τη συνεχή φθίνουσα πορεία που σηµειώνεται τα τελευταία χρόνια στον τοµέα των σιτηρών, όπως χαρακτηριστικά παρουσιάζεται παρακάτω, εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς τοµείς της οικονοµίας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Στο παρακάτω πίνακα αποτυπώνεται η µεταβολή της καλλιεργούµενης έκτασης για τα πλέον σηµαντικά σιτηρά της Περιφέρειας κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών. ΠΙΝΑΚΑΣ 20: ιαχρονική µεταβολή γεωργικής γης, καλλιεργειών κατά κατηγορίες και αγρανάπαυσης στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (σε στρέµµατα) ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ / / /1990 Σιτηρά για καρπό Μαλακό Σιτάρι Σκληρό Σιτάρι Κριβάρι Βρώµη Σίκαλη Καλαµπόκι Καλαµπόκι συγκαλλιεργούµενο Ρύζι Λοιπά Σχήµα 10. Καλλιεργούµενες εκτάσεις στην ΠΚΜ. Σύγκριση Εξέλιξη καλλιεργούμενης έκτασης των κυριότερων σιτηρών στην ΠΚΜ ΈΚΤΑΣΗ (στρ) Μαλακό Σιτάρι Σκληρό Σιτάρι Κριβάρι Καλαμπόκι Ρύζι *Όπου 1,2,3,4 στον άξονα των χ αντιστοιχεί σε 1978, 1985, 1990, Από το διάγραµµα διαπιστώνεται ότι οι καλλιέργειες µαλακού και σκληρού σιταριού ακολουθούν µια αντίστροφη πορεία η οποία έχει οδηγήσει σε δραµατική µείωση των εκτάσεων µαλακού σίτου και αύξηση της καλλιέργειας σκληρού σίτου. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 33 από 281

34 Παρά την εντυπωσιακή άνοδο της καλλιέργειας σκληρού σίτου µετά τα πρώτα χρόνια ένταξης της χώρας στην ΕΕ εν συνεχεία καταγράφεται µια µείωση της καλλιεργούµενς έκτασης η οποία προφανώς αιτιολογείται µε βάση τις αλλαγές του πλαισίου επιδοµατικής ενίσχυσης της καλλιέργειας. Για τα άλλα δύο σηµαντικά σιτηρά της Περιφέρειας ο µεν αραβόσιτος χαρακτηρίζεται από µια σταθερή πορεία ενώ το κριθάρι ακολουθεί µια φθίνουσα πορεία. Ακολουθεί αναλυτική παρουσίαση του ισοζυγίου της αγοράς σιτηρών στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας µε τα κυριότερα είδη για τα έτη 2005 µέχρι «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 34 από 281

35 ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΩ ΙΚΏΝ Σιτηρά Βρώµη ηµητριακά (εκτός από σιτάρι και σµιγάδι, σίκαλη, κριθάρι, βρώµη, καλαµπόκι, ρύζι, φαγόπυρο το εδώδιµο "µαύρο σιτάρι", κεχρί, κεχρί το µακρό και σόργο σε κόκκους) Καλαµπόκι (εκτός από αυτό που προορίζεται για σπορά) Καλαµπόκι που προορίζεται για σπορά Κριθάρι Ρύζι αποφλοιωµέ νο "ρύζι cargo ή ρύζι brun" Ρύζι µε το φλοιό του "ρύζι paddy" Ρύζι µισολευκασµ ένο ή λευκασµένο, έστω και γυαλισµένο ή στιλβωµένο Ρύζι σε θραύσµατα Σίκαλη Σιτάρι και σµιγάδι (εκτός από σιτάρι σκληρό) Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg ###### Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Πίνακας 21. Ισοζύγιο αγοράς σιτηρών περιόδου Σιτάρι σκληρό Σόργο σε κόκκους «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 35 από 281

36 3.1.2 ΤΟΜΕΑΣ ΒΑΜΒΑΚΟΣ Το βαµβάκι θεωρείται διεθνώς ένα από τα πιο σπουδαία αγροτικά προϊόντα. Η συµµετοχή του στη διαµόρφωση των οικονοµικών µεγεθών των χωρών παραγωγής του είναι πολύ µεγάλη. Για πολλές χώρες αποτελεί κύρια πηγή εισροής οικονοµικών πόρων. Στηρίζει το εισόδηµα και την ανάπτυξη µεγάλων αγροτικών περιοχών και απασχολεί µεγάλο αριθµό εργατικού δυναµικού (ICAC, 2002). Το βαµβάκι είναι ταυτόχρονα αγροτικό προϊόν και βιοµηχανική πρώτη ύλη και έχει σπουδαία επίδραση στο γεωργικό και βιοµηχανικό τοµέα της παγκόσµιας οικονοµίας. Αποτελεί επίσης παράγοντα ανάπτυξης του διεθνούς εµπορίου, καθώς πάνω από το 30% της παγκόσµιας παραγωγής γίνεται αντικείµενο εµπορίας (ICAC, 2001). Παράγεται σε 100 περίπου χώρες σε όλες τις Ηπείρους. Οι κυριότερες από τις χώρες αυτές είναι η Κίνα, οι Η.Π.Α., η Ινδία, το Πακιστάν, το Ουζµπεκιστάν, η Τουρκία και η Αυστραλία. Στην Ευρώπη καλλιεργείται κυρίως στην Ελλάδα, στην Ισπανία και σε µικρές εκτάσεις στη Βουλγαρία και στη Γιουγκοσλαβία (Παπακώστα Τασοπούλου, 2002). Το βαµβάκι αν και διεθνώς θεωρείται ελαιούχος καλλιέργεια, κυρίως καλλιεργείται για τις ίνες του, που αποτελούν την κύρια πρώτη ύλη για τη βιοµηχανία της κλωστοϋφαντουργίας. Η συνεχώς αυξανόµενη ζήτηση, λόγω της αύξησης του πληθυσµού της γης, την υποκατάσταση άλλων υλικών από το βαµβάκι και της απαίτησης για καλύτερης ποιότητας υφασµάτων λόγω αύξησης του εισοδήµατος των καταναλωτών, αποτελούν τους τρεις σηµαντικότερους άξονες για την εφαρµογή της νέας τεχνολογίας στην εκµετάλλευση του βαµβακιού. Το βαµβάκι αποτελεί µια από τις σηµαντικότερες καλλιέργειες για τη χώρα µας και στηρίζει πλήρως τα εισοδήµατα ολόκληρων περιοχών. Αυτή η τόσο σηµαντική καλλιέργεια αντιµετωπίζει προβλήµατα επιβίωσης σε µια ελεύθερη ανταγωνιστική αγορά. Τα προβλήµατα αυτά εντοπίζονται κυρίως στη διάρθρωση της Ελληνικής γεωργίας και στην προώθησης των εξαγωγών του εκκοκκισµένου βαµβακιού στο διεθνές εµπόριο. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 36 από 281

37 Η παγκόσµια παραγωγή, η οποία πλέον ανέρχεται σε είκοσι εκατοµµύρια τόνους εκκοκκισµένου βάµβακος, σχεδόν διπλασιάστηκε εντός των τελευταίων σαράντα ετών. Η καλλιεργούµενη µε βαµβάκι έκταση, παρουσιάζει σταθεροποιητικές τάσεις στο επίπεδο των τριακοσίων είκοσι έως τριακοσίων σαράντα εκατοµµυρίων στρεµµάτων. Εποµένως η αύξηση της παραγωγής αποδίδεται σε βελτιώσεις των αποδόσεων ως αποτέλεσµα βελτιωµένων ποικιλιών, νέων καλλιεργητικών τεχνικών, εφαρµογής άρδευσης, χηµικής προστασίας και άλλων µεθόδων. Σχήµα 11. Παγκόσµια Παραγωγή και Έκταση βαµβακιού (χιλιάδες τόνοι, εκατοµµύρια στρέµµατα) Πηγή :www.icac.org Οι κυριότερες χώρες παραγωγής είναι η Κίνα (22,6% της παγκόσµιας παραγωγής ), οι Η.Π.Α. (20,1%), η Ινδία (13,1%) και το Πακιστάν (9,0%),το Ουζµπεκιστάν (6,5%), η Αυστραλία (5%), η Τουρκία (4,1%), ενώ η Ε.Ε. (2,5%) διαδραµατίζει µικρό ρόλο στην αγορά του προϊόντος. Η παγκόσµια κατανάλωση παρουσιάζει διαρκή ανοδική πορεία τις τελευταίες δεκαετίες και στις µέρες µας είναι περίπου είκοσι εκατοµµύρια τόνοι. Οι µεγαλύτεροι καταναλωτές βαµβακιού στον κόσµο είναι εκείνοι µε εδραιωµένες µεταποιητικές βιοµηχανίες. Η Κίνα καταναλώνει το 25,4% του παγκόσµιου βάµβακος, ακολουθούµενη από την Ινδία, τις Η.Π.Α. και το Πακιστάν, ενώ η Κοινοτική κατανάλωση αντιστοιχεί στο 5% περίπου της παγκόσµιας (Σχεδιάγραµµα 2.3). Οι κυριότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 37 από 281

38 σε κατανάλωση βαµβακιού είναι η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Γαλλία και η Γερµανία (Townseed T.,2000). Περίπου 6,5 µε 7 εκατοµµύρια τόνοι το χρόνο γίνονται αντικείµενο εµπορίας µεταξύ των χωρών όλου του κόσµου. Η Ε.Ε., µε περίπου τόνους εισαγωγών και τόνους εξαγόµενου εκκοκκισµένου βάµβακος είναι ο κυριότερος καθαρός εισαγωγέας στην παγκόσµια σκηνή. Η Κίνα εναλλάσσεται µεταξύ καθαρών εισαγωγών και εξαγωγών, αναλόγως µε την κατάσταση της δικής της συγκοµιδής. Η Βραζιλία και η Νοτιοανατολική Ασία είναι επίσης σηµαντικοί εισαγωγείς βάµβακος για τις µεταποιητικές τους βιοµηχανίες, αφού οι ίδιες έχουν πολύ µικρή ή και καθόλου παραγωγή αν και η Βραζιλία εµφανίστηκε πρόσφατα ως νέα παραγωγός χώρα, µε περίπου τόνους βάµβακος (Μπαµπαράκου, 2003). Στις παγκόσµιες εξαγωγές βάµβακος αναµφίβολα δεσπόζουν οι Η.Π.Α., στις οποίες σήµερα αναλογούν 1,8 εκατ. τόνοι, δηλαδή το 25% του παγκοσµίου εµπορίου. Το Ουζµπεκιστάν, η Αφρική (χώρες της ζώνης C.F.A.) και η Αυστραλία, η κάθε µία µε εµπόριο περίπου τόνων, είναι οι µόνοι άλλοι σηµαντικοί εξαγωγείς στην παγκόσµια σκηνή (Shepherd B., 2004). Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρήγαγε ελάχιστες ποσότητες βαµβακιού πριν το 1981.Με την ένταξη της Ελλάδας στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονοµική Ένωση (Ε.Ο.Κ.) άρχισε ουσιαστικά η παραγωγή βαµβακιού η οποία ενισχύθηκε µε την ένταξη της Ισπανίας το Βαµβάκι επίσης καλλιεργείται και στη Πορτογαλία, αλλά η παραγωγή της είναι πολύ µικρή συγκριτικά µε αυτές της Ισπανίας και της Ελλάδας. εδοµένου ότι η παραγωγή της Ισπανίας διατηρείται σχεδόν σταθερή, η παραγωγή βαµβακιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση σηµείωσε σηµαντική αύξηση, χάρη στην εντυπωσιακή άνοδο της βαµβακοκαλλιέργειας στην Ελλάδα τις δύο τελευταίες κυρίως δεκαετίες. Η άνοδος αυτή αποδίδεται κυρίως στην αύξηση της καλλιεργούµενης έκτασης, αλλά και στη βελτίωση των συνθηκών καλλιέργειας (άρδευση, εκµηχάνιση), στη δηµιουργία νέων αποδοτικότερων ποικιλιών και στην εξάπλωση των αγροχηµικών (European Commission, 2007). Έως και τις µέρες µας η Ευρωπαϊκή παραγωγή στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην παραγωγή των δύο χωρών, της Ελλάδας και της Ισπανίας. Η «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 38 από 281

39 Ελλάδα συµµετέχει στην Ευρωπαϊκή παραγωγή κατά την τελευταία δεκαετία µε το 80% της παραγωγής( σε σύνολο τόνων) και η Ισπανία µε το υπόλοιπο 20% (Οργανισµός βάµβακος, 2001). Ως παραγωγός, η Ε.Ε. διαδραµατίζει µικρό ρόλο στη διεθνή σκηνή, συµβάλλοντας µόνον κατά περίπου 2,5% στη συνολική παγκόσµια παραγωγή. Ενώ η παραγωγή βαµβακιού στην Ε.Ε. αφορά συγκεκριµένες χώρες, η εµπορία και η µεταποίηση του δείχνουν να παρουσιάζουν ενδιαφέρον για όλες σχεδόν. Η κατανάλωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση αγγίζει το 5-6% της παγκόσµιας κατανάλωσης και κυµαίνεται µεταξύ και τόνων βάµβακος (Eurostat, 2000). Οι ανάγκες της, οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ την παραγωγή της, καλύπτονται µε εισαγωγές από τρίτες χώρες. Η Ε.Ε., µε τόνους εισαγωγών (κατά το 2004) και τόνους εξαγόµενου εκκοκκισµένου βάµβακος κατέχει την πρώτη θέση στις εισαγωγές, στην παγκόσµια αγορά. Πίνακας 22. Ισοζύγιο βάµβακος για τα έτη στην ΠΚΜ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΩ ΙΚΏΝ Βαµβάκι, µη λαναρισµένο ούτε χτενισµένο Βαµβάκι, λαναρισµένο ή χτενισµένο 2005 Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 39 από 281

40 2009 Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ Η Ελλάδα για την εγχώρια κατανάλωση απαιτεί τόνους περίπου εκκοκκισµένου βαµβακιού. Η υπόλοιπη παραγωγή (περίπου τόνοι) εξάγεται και η χώρα µας κατέχει την πέµπτη θέση µεταξύ των σηµαντικότερων χωρών-εξαγωγέων βαµβακιού, εξάγοντας το 4,5% περίπου των συνολικά εξαγόµενων ποσοτήτων παγκοσµίως. Η αξία του εξαγόµενου βάµβακος αντιστοιχεί στο ένα τρίτο της αξίας όλων των γεωργικών προϊόντων που εξάγει η Ελλάδα ( Ε.Σ.Υ.Ε., 2002). Οι εισαγωγές βαµβακιού στη χώρα (περίπου τόνοι) αφορούν καλύτερης ποιότητας ίνες και µακρόινο βαµβάκι που δε µπορεί να παραχθεί στις κλιµατολογικές συνθήκες της Ελλάδας. Σχήµα 12. Η αγορά του βαµβακιού στην Ελλάδα (εκκοκκισµένο σε χιλιάδες τόνους) Πηγή «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 40 από 281

41 Η βαµβακοκαλλιέργεια στη χώρα µας και ιδιαίτερα στην Κεντρική Μακεδονία αποτελεί σήµερα µια από τις πιο δυναµικές καλλιέργειες της Ελληνικής γεωργίας, µε τεράστια σηµασία για την αγροτική και την Εθνική οικονοµία γιατί καλλιεργείται σε στρέµµατα (στοιχεία ΕΛ.ΣΤΑΤ έτους 2007) σε όλη τη χώρα. Στην Κεντρική Μακεδονία το βαµβάκι αποτελεί µια από τις πιο σπουδαίες καλλιέργειες. Καταλαµβάνει έκταση περίπου στρεµµάτων που αντιστοιχεί περίπου στο 25% της συνολικής έκτασης της καλλιέργειας στην Ελλάδα. Εξασφαλίζει βασική απασχόληση και ικανοποιητικό γεωργικό εισόδηµα σε αγροτικές οικογένειες Παρέχει εργασία και συνθήκες διαβίωσης σε αστικές οικογένειες που ασχολούνται στα διάφορα στάδια της παραγωγικής και µεταποιητικής βιοµηχανίας του βαµβακιού (π.χ. διακίνηση, εµπόριο, βαµβακοβιοµηχανία, κλπ.), συµβάλλοντας έτσι θετικά στην αντιµετώπιση της ανεργίας Συµβάλλει στην περιφερειακή ανάπτυξη κάθε περιοχής και ειδικότερα στη βιοµηχανική, οικονοµική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη Προµηθεύει µε πρώτη ύλη την Ελληνική βαµβακοβιοµηχανία Είναι σηµαντική συναλλαγµατοφόρος πηγή για την Εθνική µας Οικονοµία Το σύσπορο βαµβάκι που συλλέγεται είναι ογκώδες προϊόν µε πολύ λίγη έως καθόλου κατευθείαν χρήση και θα πρέπει να επεξεργαστεί παραπέρα σε προϊόντα που η βιοµηχανία και ο τελικός καταναλωτής θα αγοράσει. Οι ίνες είναι το σπουδαιότερο προϊόν καθώς αποτελούν την πρώτη ύλη για τη βιοµηχανία της κλωστοϋφαντουργίας. Το πρώτο κρίσιµο στάδιο στην παραγωγή ινών είναι η καλλιέργεια του βαµβακιού. Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σηµαντικά ο αριθµός των ποικιλιών που καλλιεργούνται µε αποτέλεσµα την παραγωγή ανοµοιόµορφου προϊόντος. Εκτιµάται ότι µετά το «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 41 από 281

42 1993 οι καλλιεργούµενες ποικιλίες βαµβακιού αυξήθηκαν από 5 σε 75. Η έλλειψη τυποποίησης αποτελεί ένα από τα σηµαντικότερα προβλήµατα του marketing που καλείται να αντιµετωπίσει το Ελληνικό βαµβάκι. Επίσης ο χειρισµός που γίνεται από τους παραγωγούς κατά τη συλλογή είναι πολλές φορές ακατάλληλος (υπερβολική υγρασία, όχι αποφύλλωση). Επιπρόσθετα η µη ύπαρξη κατάλληλης υποδοµής για αποθήκευση στο χωράφι οδηγεί στην απευθείας µεταφορά του στα εκκοκκιστήρια, τη δηµιουργία συνωστισµού και περιπλοκής κατά την παράδοση σε περιόδους αιχµής και τελικά στην υποβάθµιση της ποιότητας του προϊόντος. Η εκκόκκιση του βαµβακιού είναι το δεύτερο κρίσιµο στάδιο της παραγωγής ινών και είναι καθοριστικής σηµασίας για την τύχη των προϊόντων που θα παραχθούν. Το Ελληνικό βαµβάκι έχει πολλά από τα επιθυµητά αγρονοµικά και τεχνολογικά χαρακτηριστικά όταν είναι ακόµη στο φυτό (µήκος ίνας, χρώµα, αντοχή, λευκότητα κ.ά.). Η µεταχείρισή του όµως από το στάδιο της συγκοµιδής µέχρι τη δεµατοποίησή του πλέον σαν εκκοκκισµένο, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια δεν είναι η πρέπουσα µε αποτέλεσµα το τελικό προϊόν που θα παραχθεί να είναι υποβαθµισµένης ποιότητας. Όλα τα παραπάνω οδήγησαν το Ελληνικό βαµβάκι να χάσει µεγάλο µέρος της αξίας του σε σχέση µε το βαµβάκι που παράγεται σε άλλες χώρες, στις αγορές του εξωτερικού. Η τιµή του βαµβακιού διαµορφώνεται στο χρηµατιστήριο. Το θέµα των αποθεµάτων, της κυκλικότητας και της ελαστικότητας της τιµής είναι αντικείµενο που χειρίζονται τόσο τα βαµβακοπαραγωγά κράτη, όσο και διεθνείς συµβουλευτικοί οργανισµοί. Η εξέλιξη της παραγωγής του βαµβακιού στην Ελλάδα είναι πράγµατι εντυπωσιακή. Η καλλιεργούµενη έκταση από στρέµµατα το 1930 ξεπερνάει τα στρέµµατα το 1963, τα το 1985 και σήµερα έφθασε τα στρέµµατα. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 42 από 281

43 Πίνακας 23. Εξέλιξη της καλλιέργειας του σύσπορου βαµβακιού ΕΤΟΣ ΕΚΤΑΣΗ (στρέµµατα) ΠΑΡΑΓΩΓΗ (τόνοι) ΣΤΡΕΜ. ΑΠΟ ΟΣΗ (κιλά/στρεµ.) ΤΙΜΗ (δρχ./κιλό) ΑΚΑΘ. ΑΞΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ (σε χιλ. δρχ.) , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , * , * , * , * , * , * , * , * * *τιµές σε ευρώ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 43 από 281

44 Σχήµα 13. Εξέλιξη της καλλιέργειας του σύσπορου βαµβακιού Το βαµβάκι είναι ένα προϊόν πολύ σηµαντικό για την παγκόσµια αγορά, για αυτό και η τιµή του καθορίζεται µε τους νόµους της Προσφοράς και της Ζήτησης διεθνώς στο χρηµατιστήριο. Για πολλά χρόνια η ΕΕ αποτελεί µοναδική εξαίρεση ή για άλλους παραφωνία σε αυτή την παγκόσµια πρακτική, περιχαρακώνοντας την παραγωγή βαµβακιού στον Κοινοτικό χώρο µε µια σειρά γνωστών στην Ευρωπαϊκή πρακτική προστατευτικών µέτρων. Η συνεχής πίεση του ΠΟΕ για αποδέσµευση της τιµής από την παραγωγή από τη µια µεριά και ο θεσµός της επιδότησης από την άλλη, έχουν βάλει και την βαµβακοκαλλιέργεια σε µία τροχιά επανένταξης στους νόµους της αγοράς. Η αύξηση του κόστους παραγωγής δεν είναι µόνο Ελληνικό φαινόµενο. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σύµφωνα µε τη ιεθνή Συµβουλευτική Επιτροπή Βάµβακος (THE ICAC RECORDER) παρατηρείται διεθνώς µια σηµαντική αύξηση του κόστους παραγωγής της καλλιέργειας που φέρνει σε πολύ δύσκολη θέση τους βαµβακοκαλλιεργητές. Χαρακτηριστικότατη είναι η περίπτωση της Γουατεµάλας που αποφάσισε να εγκαταλείψει την βαµβακοκαλλιέργεια λόγω του αυξηµένου κόστους, παρόλο που η παραγωγικότητα της χώρας ήταν στα ίδια επίπεδα µε αυτά των ΗΠΑ. Πάντως η ίδια επιτροπή εκτιµά ότι τα προσεχή χρόνια δεν θα υπάρξει σηµαντική περαιτέρω άνοδος των τιµών των εισροών στην βαµβακοκαλλιέργεια. Όσον αφορά στην ζήτηση του βαµβακιού δεν «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 44 από 281

45 προβλέπονται αξιόλογες αλλαγές τα προσεχή χρόνια. Κυριότερος λόγος που δεν αναµένεται αύξηση της ζήτησης είναι η σταθερότητα της παγκόσµιας ανάπτυξης καθώς και το γεγονός ότι η Κίνα από χώρα που εισήγαγε βαµβάκι, τώρα εξάγει, αυξάνοντας την παγκόσµια προσφορά. Από την παραπάνω ανάλυση είναι προφανές ότι τα προσεχή χρόνια η βαµβακοκαλλιέργεια δεν θα είναι πιο προσοδοφόρα από ότι είναι σήµερα. Πίνακας 24. Εκτάσεις και παραγωγή βαµβακιού ανά ΠΕ το έτος 2007 ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΒΑΜΒΑΚΙ (Ποτιστικό και Ξηρικό) ΠΑΡΑΓΩΓΗ (tn) ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ ΠΙΝΑΚΑΣ 25. ιαχρονική µεταβολή γεωργικής γης, καλλιεργειών κατά κατηγορίες και αγρανάπαυσης στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (σε στρέµµατα) ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ / / /1990 Βαµβάκι Αρδευτικό (Σύσπορο) Βαµβάκι Ξηρικό (Σύσπορο) Βαµβάκι (ΣΥΝΟΛΟ) Σχήµα 14. Καλλιεργούµενες εκτάσεις βαµβακιού στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις Βαµβακιού το 2009 σε στρέµµατα (ΕΣΥΕ) Ηµαθία Θεσσαλονίκη Κιλκίς Πέλλα Σέρρες Πιερία Χαλκιδική «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 45 από 281

46 3.1.3 ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΦΥΤΩΝ Στην κατηγορία των βιοµηχανικών φυτών ανήκει και το βαµβάκι το οποίο λόγω της εξέχουσας σηµασίας του αναλύθηκε χωριστά στην προηγούµενη παράγραφο. Η διαχρονική µεταβολή των καλλιεργούµενων εκτάσεων µε βιοµηχανικά φυτά από το 1978 µέχρι και το 2008 παρουσιάζεται παρακάτω. ΠΙΝΑΚΑΣ 26. ιαχρονική µεταβολή γεωργικής γης, καλλιεργειών κατά κατηγορίες και αγρανάπαυσης στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (σε στρέµµατα) ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ / / /1990 Βιοµηχανικά Φυτά Καπνός Βαµβάκι Αρδευτικό (Σύσπορο) Βαµβάκι Ξηρικό (Σύσπορο) Βαµβάκι (ΣΥΝΟΛΟ) Σουσάµι Ηλίανθος Σόργος Αραχίδα Ζαχαρότευτλα Σόγια Πηγή: ΥΠΑΑΤ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 46 από 281

47 Πίνακας 27. Έκταση και Παραγωγή βιοµηχανικών φυτών στις ΠΕ της ΠΚΜ σε σύγκριση µε τη συνολική έκταση και παραγωγή της χώρας (2007). (Πηγή ΕΛ.ΣΤΑΤ) ΚΑΠΝΟΣ (Ανατολικού Τύπου) ΚΑΠΝΟΣ (Berley, Virginia) ΗΛΙΟΣΠΟΡΟΣ ΖΑΧΑΡΟΤΕΥΤΛΑ ΕΛΑΙΟΚΡΑΜΒΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 47 από 281

48 Ο καπνός burley απαντάται κυρίως στις ΠΕ Πέλλας και Κιλκίς. Ο καπνός ανατολικού τύπου καλλιεργείται τόσο σε ξηρικές όσο και σε αρδευόµενες εκτάσεις κυρίως στις ΠΕ Σερρών, Πιερίας και Ηµαθίας. Η καλλιέργεια του ανατολικού τύπου καπνού απαντάται σε περιοχές της Κατερίνης, όπου έχει ιδιαίτερη οικονοµική σηµασία, και στους Ν. Κιλκίς, Θεσσαλονίκης και Σερρών. Η συνολική έκταση όλων των τύπων καπνού ανέρχεται σε στρ. περίπου (στοιχεία 2009). Σχήµα 15. Καλλιεργούµενες εκτάσεις καπνού στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις Καπνού το 2009 σε στρέµµατα (ΕΣΥΕ) Πιερία Σέρρες Ηµαθία Θεσσαλονίκη Κιλκίς Πέλλα 279 Χαλκιδική «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 48 από 281

49 Σχήµα 16. Καλλιεργούµενες εκτάσεις ζαχαρότευτλων στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις Ζαχαροτεύτλων το 2009 σε στρέµµατα (ΕΣΥΕ) Σέρρες Ηµαθία Πέλλα Θεσσαλονίκη Κιλκίς Πιερία Χαλκιδική 0 Σχήµα 17. Καλλιεργούµενες εκτάσεις ενεργειακών φυτών στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις Ενεργειακών Kαλλιεργειών το 2010 σε στρέµµατα Θεσσαλονίκη Σέρρες Ηµαθία 0 Κιλκίς Πέλλα Πιερία 0 Χαλκιδική «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 49 από 281

50 3.1.4 ΤΟΜΕΑΣ ΕΝ ΡΩ ΩΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ Εσπεριδοειδή Οι πιο διαδεδοµένοι αντιπρόσωποι εσπεριδοειδών είναι τα πορτοκάλια (Citrus sinensis L.), τα µανταρίνια (C. reticulata Blanco), τα λεµόνια (C. limon), τα γκρέϊπφρουτ (C. paradise) και τα λάϊµ (C. aurantifolia). Στην Ελλάδα, ο τοµέας των εσπεριδοειδών αντιπροσωπεύει σηµαντικό µέρος του κλάδου των δενδρωδών καλλιεργειών και ιδιαίτερα των καλλιεργειών για την παραγωγή φρούτων, τόσο από άποψη εκτάσεως και παραγωγής, όσο και από την άποψη της ακαθάριστης αξίας αυτής. Η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών, εκτείνεται κυρίως στην Πελοπόννησο, στη υτική Ελλάδα και στην Κρήτη. Βάσει στοιχείων της πενταετίας 98/99 έως 02/03 κύρια χώρα παραγωγής εσπεριδοειδών είναι η Βραζιλία µε 19,5 εκατοµµύρια τόνους περίπου, ακολουθεί η Μεσογειακή Ζώνη (CLAM) µε σύνολο 17 εκατοµµύρια τόνους, οι ΗΠΑ (Φλώριδα, Καλιφόρνια) και η Κίνα, στην οποία παρατηρείται µια ραγδαία ανάπτυξη. Στην λεκάνη της Μεσογείου (CLAM), κατά την προαναφερόµενη πενταετία, η ετήσια συνολική παραγωγή εσπεριδοειδών διαµορφώνεται στους 16,8 εκατοµµύρια τόνους µε ανώτατο όριο τους 17,5 εκατοµµύρια τόνους και κατώτερο τους 15,5 εκατοµµύρια τόνους. Η Ισπανία κατέχει το 33,5% επί της συνολικής παραγωγής της Μεσογειακής Ζώνης, ακολουθεί η Ιταλία µε 17,5 % και οι αξιοσηµείωτα αναπτυσσόµενες, στον τοµέα, Αίγυπτος µε 15,3% και Τουρκία 10,6%. Η Ελλάδα κατέχει την 5η θέση µε 7,5%. Για την παραγωγική περίοδο 2005/2006, σύµφωνα µε στοιχεία της CLAM, η Ελλάδα κατήλθε στην 7η θέση µε ποσοστό 6,36% της συνολικής παραγωγής της CLAM ( χιλιάδες τόνους) γεγονός το οποίο οφείλετε κατά κύριο λόγο στην καταστροφή φυτικού κεφαλαίου κατά τους παγετούς του Στην Ελλάδα, η έκταση των εσπεριδοειδών ανέρχεται κατά µέσο όρο στα στρέµµατα µε κυρίαρχη την έκταση της πορτοκαλιάς, η οποία συµµετέχει µε ποσοστό 70%. Ακολουθεί η έκταση της λεµονιάς µε ποσοστό «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 50 από 281

51 19%, η έκταση της µανταρινιάς µε ποσοστό 11% και τέλος τα γκρειπ. φρουτ µε ποσοστό 0,4% της συνολικά καλλιεργούµενης έκτασης, επί του µέσου όρου της πενταετίας Η κατανοµή των καλλιεργούµενων εκτάσεων ανά είδος και νοµό εµφανίζεται στον πίνακα που ακολουθεί και από τον οποίο προκύπτει ότι στην καλλιέργεια πορτοκαλιών και µανταρινιών προηγείται ο Νοµός Αργολίδας που συγκεντρώνει περίπου το 1/3 της συνολικής έκτασης πορτοκαλιών και µανταρινιών. Ακολουθούν οι νοµοί Λακωνίας, Άρτας, Χανίων και Αιτωλοακαρνανίας, όσον αφορά την έκταση της πορτοκαλιάς. Στην έκταση της λεµονιάς προηγείται ο νοµός Κορινθίας µε το 1/3, περίπου, της συνολικής έκτασης, ακολουθούµενος από τους νοµούς Αχαΐας, Πειραιά και Ηλείας. Στα µανταρίνια µετά τον νοµό Αργολίδας ακολουθούν οι νοµοί Άρτας, Χανίων και Κορινθίας. Οι Νοµοί Ρεθύµνου και Αχαΐας παρουσιάζουν εκτάσεις µε καλλιέργεια κιτριάς και ο Νοµός Κέρκυρας εκτάσεις καλλιέργειας κουµ κουάτ. Πίνακας 28: Κατανοµή καλλιεργούµενων εκτάσεων και ειδών εσπεριδοειδών στους νοµούς της χώρας για το έτος 2004 ΝΟΜΟΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΛΕΜΟΝΙΑ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΑ ΛΟΙΠΑ ΕΣΠ/ΕΙ Η ΑΡΓΟΛΙ ΑΣ ΑΡΤΑΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ ΧΑΝΙΩΝ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ ΑΧΑΪΑΣ (ΚΙΤΡΑ) ΗΛΕΙΑΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΑ ΧΙΟΥ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ Ω ΕΚΑΝΗΣΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ (ΚΙΤΡΑ) ΚΕΡΚΥΡΑΣ (ΚΟΥΜΚΟΥΑΤ) ΛΟΙΠΟΙ ΝΟΜΟΙ ΣΥΝΟΛΟ Πηγή: /νσεις Αγ ροτικής Ανάπτιιξης & Τµήµα Εσπεριδοειδών - Υποτροπικών της /νσης ΠΑΠ ενδροκηπευτικής (ΥπΑΑΤ), Στοιχεία 2004 «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 51 από 281

52 Οι καλλιέργειες εσπεριδοειδών είναι ιδιαίτερα περιορισµένες στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Απαντώνται κυρίως στην ΠΕ Χαλκιδικής. Η συνολική έκταση των καλλιεργειών αυτών ανέρχεται σε 217 στρέµµατα αντιπροσωπεύοντας περίπου το 0,0379% της αντίστοιχης έκτασης σε εθνικό επίπεδο. Η κατανοµή της έκτασης αυτής µεταξύ των ΠΕ παρουσιάζεται παρακάτω. Πίνακας 29. Εκτάσεις εσπεριδοειδών ανά ΠΕ το 2007 ΕΣΠΕΡΙ ΟΕΙ Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ ΛΕΜΟΝΙΕΣ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΕΣ ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ Στα οπωροφόρα περιλαµβάνονται δενδρώδεις καλλιέργειες µεταξύ των οποίων οι τρεις κατηγορίες, των πυρηνοκάρπων, των µηλοειδών και των ακρόδρυων. Στα πυρηνόκαρπα συγκαταλέγονται η ροδακινιά, η νεκταρινιά, η δαµασκηνιά, η βερικοκιά, η κερασιά και η βυσσινιά, στα µηλοειδή ανήκουν κυρίως η µηλιά και η αχλαδιά, ενώ στα ακρόδρυα συγκαταλέγονται η φυστικιά, η αµυγδαλιά, η καρυδιά, η καστανιά και η φουντουκιά. Πολύ λίγα οπωροφόρα είδη έχουν επεκταθεί τόσο γρήγορα και προσαρµοστεί σε τόσα πολλά κλιµατικά περιβάλλοντα όσο η ροδακινιά. Η ευρύτητα της καλλιέργειας της ροδακινιάς και της µεταλλαγής της, της νεκταρινιάς (ή µηλοροδακινιάς) συνδέονται στενά µε την ποιότητα των καρπών τους που είναι από τους πιο εύγευστους, και την ευρεία «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 52 από 281

53 χρησιµοποίηση τους στην παραγωγή σακχαρόπηκτων και κονσερβοποιηµένων προϊόντων. Στην Ελλάδα η ροδακινιά καλλιεργείται κυρίως στις περιφέρειες Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Πελοποννήσου. Τα κυριότερα κέντρα είναι οι νοµοί: Πέλλας, Ηµαθίας, Πιερίας, Κοζάνης, Λάρισας, Μαγνησίας, Αχαΐας, Ηλείας, Ιωαννίνων, Τρικάλων, Κιλκίς και Φλώρινας. Οι ποικιλίες της ροδακινιάς διακρίνονται στις επιτραπέζιες και στις κονσερβοποιήσιµες (συµπύρηνες) που καλλιεργούνται κυρίως για την παρασκευή κοµπόστας. Η Ελλάδα είναι µια από τις κυριότερες χώρες παραγωγής ροδάκινων και νεκταρινιών στον κόσµο. Η συνεχής ανανέωση της καλλιέργειας µε νέες ποικιλίες και η εφαρµογή σύγχρονης τεχνικής στα σχήµατα διαµόρφωσης, στο κλάδεµα καρποφορίας κ.α. βελτιώνουν διαχρονικά την ποιότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη θέση του ελληνικού ροδάκινου στην παγκόσµια αγορά. Η παραγωγή οπωροκηπευτικών της Ε.Ε-25 (2004) ανέρχεται περίπου σε 126 εκατοµµύρια τόνους, (9,8% της παγκόσµιας παραγωγής) εκ των οποίων τα 62,5 εκατοµµύρια τόνους φρούτα. Η Ε.Ε είναι η δεύτερη σε παραγωγή οπωροκηπευτικών (~9,5%) παγκοσµίως µετά την Κίνα (~36%) ενώ στην τρίτη θέση βρίσκεται η Ινδία µε πολύ µικρή διαφορά. Η χώρα µας παράγει περίπου το 6,4% της Κοινοτικής παραγωγής φρούτων. Το παγκόσµιο εµπόριο οπωροκηπευτικών ανέρχεται περίπου στα 50 δισεκατοµµύρια (αν θεωρηθεί η Ε.Ε ως µια οντότητα, εξαιρουµένου του ενδοκοινοτικού εµπορίου). Σε αξία, οι ΗΠΑ είναι ο κύριος εξαγωγέας µε µερίδιο περίπου 17,1% στις παγκόσµιες εξαγωγές (µε την Ε.Ε, την Κίνα κα). Οι µισές παγκόσµιες εισαγωγές αφορούν τρεις σηµαντικές αγορές µε µεγαλύτερη την Ε.Ε, ακολουθούµενη από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία (11,1%). Λαµβάνοντας υπόψη και το ενδοκοινοτικό εµπόριο, η Ε.Ε καλύπτει σχεδόν τις µισές από τις παγκόσµιες εισαγωγές και το 40% των αντίστοιχων εξαγωγών. Η ανάπτυξη της παραγωγής των φρούτων στην Ε.Ε ευνοείται σηµαντικά από το γεγονός ότι το 35% της παραγωγής αποτελεί ενδοκοινοτικό εµπόριο. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 53 από 281

54 Στην Ελλάδα, τα οπωροκηπευτικά αποτελούν σηµαντικό ποσοστό της συνολικής αξίας της γεωργικής παραγωγής και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, στην ανατολική, κεντρική και δυτική Μακεδονία που αποτελούν άνω του 30% της συνολικής αξίας της γεωργικής παραγωγής. Οι ελληνικές εξαγωγές νωπών οπωροκηπευτικών ανέρχονται σε χιλιάδες τόνους από τους οποίους περίπου το 70% έχει στόχο χώρες της Ε.Ε. Η αξία των εξαγωγών του κλάδου των νωπών φρούτων και καρπών ήταν για το έτος 2006 περίπου 446 εκατοµµύρια µε µερίδιο 2,7% επί του συνόλου της αξίας των εξαγωγών. Πυρηνόκαρπα Οι παγκόσµιες εξαγωγές νωπών φρούτων, πυρηνοκάρπων (κεράσια, ροδάκινα & νεκταρίνια, νωπά & ξερά δαµάσκηνα και βερίκοκα) ανήλθαν σε περισσότερα από 800 εκατοµµύρια για το έτος 2004 σύµφωνα µε στοιχεία του τµήµατος Γεωργίας των ΗΠΑ (µη συµπεριλαµβάνοντας το ενδοκοινοτικό εµπόριο), αυξηµένα κατά 8% σε σχέση µε το έτος Οι µεγαλύτεροι εξαγωγείς του τοµέα ήταν οι ΗΠΑ, η Χιλή, η Ε.Ε-25, η Τουρκία, η Νότια Αφρική και η Αυστραλία. Η αξία των εξαγωγών του νωπού κερασιού βρισκόταν στην πρώτη θέση, (περίπου 320 εκατοµµύρια ), ακολουθούµενη από αυτή των ροδάκινου-νεκταρινιού (περίπου 280 εκατοµµύρια ), και την αξία εξαγωγών του δαµάσκηνου (περίπου 280 εκατοµµύρια ). Τελευταίες σε αξία ήταν οι εξαγωγές του βερίκοκου (περίπου 40 εκατοµµύρια ). Στην Ελλάδα, κατά την περίοδο , η ελληνική παραγωγή σε ροδάκινα και νεκταρίνια κυµάνθηκε από τους στους τόνους µε εξαίρεση τη χρονιά του 2003 που η συνολική παραγωγή ροδάκινου και νεκταρινιού ήταν σε εξαιρετικά χαµηλά επίπεδα ( τόνους). Για την τριετία , η παραγωγή παρουσίασε σηµαντική µείωση µε µέσο ετήσιο ρυθµό µεταβολής -0,14%. Η µέση στρεµµατική απόδοση της καλλιέργειας ροδάκινου για την πενταετία ( , πλην του 2003) ήταν 1,77 τόνους ενώ για το νεκταρίνι ήταν 1,72 τόνους, αποδόσεις υψηλότερες από αυτές της Ε.Ε- 25 (Μ.Ο οκταετίας: ). «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 54 από 281

55 Οι ελληνικές παγκόσµιες εισαγωγές σε ροδάκινα και νεκταρίνια για την πενταετία κυµάνθηκαν από 3,3 έως 8 εκατοµµύρια (Μ.Ο 5,2 εκατοµµύρια ) µε εξαίρεση το 2003 όπου το ύψος τους εκτινάχθηκε στα 20 εκατοµµύρια λόγω της πολύ µικρής εγχώριας παραγωγής. Οι εισαγωγές πραγµατοποιούνται κυρίως από τα κράτη µέλη µε έξαρση την τελευταία διετία ( ) όπου οι εισαγωγές πραγµατοποιήθηκαν σχεδόν στο σύνολο τους από την Ε.Ε. Οι εξαγωγές της Ελλάδος για την ίδια περίοδο είχαν µέσο όρο πενταετίας τα 205 εκατοµµύρια εκτός της χρονιάς του 2003 που κυµάνθηκαν σε ιδιαίτερα χαµηλά επίπεδα. Σύµφωνα µε στοιχεία της τελευταίας εξαετίας ( ) η παραγωγή βερίκοκου στην Ελλάδα κυµάνθηκε από έως τόνους µε εξαίρεση τη χρονιά του 2004 που η παραγωγή έφτασε σε πολύ υψηλά σχετικά επίπεδα. Η µέση στρεµµατική απόδοση της καλλιέργειας βερίκοκου για την εξαετία ήταν περίπου 940 κιλά, περίπου 100 κιλά υψηλότερη από τον κοινοτικό µέσο όρο της οκταετίας Οι ελληνικές εξαγωγές βερίκοκου αφορούν σχεδόν αποκλειστικά τα Κ-Μ της Ε.Ε ενώ οι εισαγωγές λαµβάνουν χώρα κυρίως από τη Κοινότητα. Συνολικά οι εξαγωγές σε αξία και ποσότητα είναι σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από τις αντίστοιχες εισαγωγές. Αναφορικά µε την παραγωγή κερασιού για την εξαετία είχε ακραίες τιµές τους και τους τόνους. Η µέση στρεµµατική απόδοση της καλλιέργειας κερασιού, για την εξαετία, ήταν περίπου 350 κιλά, περίπου 140 κιλά µικρότερη από τον κοινοτικό µέσο όρο της οκταετίας Οι ελληνικές εξαγωγές κερασιού αφορούν κυρίως τα Κ-Μ της Ε.Ε ενώ οι εισαγωγές λαµβάνουν χώρα κυρίως από τις τρίτες χώρες. Συνολικά οι εξαγωγές, σε αξία και ποσότητα είναι σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από τις αντίστοιχες εισαγωγές (αναλογία περίπου 10 προς 1 για την πενταετία ). Η παραγωγή δαµάσκηνου για την πενταετία κυµάνθηκε µεταξύ των 4 και 13,5 χιλιάδων τόνων. Κατά την τριετία παρατηρήθηκε σηµαντική πτώση της παραγωγής την οποία διαδέχθηκε σηµαντικότατη «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 55 από 281

56 άνοδος το έτος 2004 (περίπου 220%). Η µέση στρεµµατική απόδοση της καλλιέργειας νωπού δαµάσκηνου, τόσο στην Κοινότητα, όσο και στην Ελλάδα σύµφωνα µε τα αντίστοιχα διαθέσιµα στοιχεία ήταν περίπου 1 τόνος. Οι ελληνικές εισαγωγές σε δαµάσκηνα για την πενταετία κυµάνθηκαν από 4 έως 6 εκατοµµύρια (Μ.Ο. περίπου 5 εκατοµµύρια ). Οι εισαγωγές πραγµατοποιούνται κυρίως από τα Κ-Μ και σε µικρότερο ποσοστό από τρίτες χώρες (περίπου 30% των συνολικών). Οι εξαγωγές της Ελλάδος, για την ίδια περίοδο, είχαν µέσο όρο τα 1,5 εκατοµµύρια εκτός της χρονιάς του 2003 που κυµάνθηκαν σε ιδιαίτερα χαµηλά επίπεδα. Πίνακας 30: Έκταση (στρ.) και παραγωγή (τόνοι) πυρηνόκαρπων στην Ελλάδα ΕΚΤΑΣΗ Παραγωγή σε τόνους ΡΟ ΑΚΙΝΑ ΝΕΚΤΑΡΙΝΙΑ ΒΕΡΙΚΟΚΑ S ΚΕΡΑΣΙΑ ΑΜΑΣΚΗΝΑ ΝΩΠΑ * ΑΜΑΣΚΗΝΑ * ΑΠΟΞΗΡΑΜΕΝΑ ΣΥΝΟΛΟ S (ΠΗΓΗ: ΥΠΑΑΤ, *µέση τιµή εξαετίας) ΑΚΡΟ ΡΥΑ Σύµφωνα µε στοιχεία του Οργανισµού Τροφίµων και Γεωργίας (FAO), οι τέσσερις µεγαλύτεροι παραγωγοί φιστικιού για το έτος 2003 ήταν το Ιράν µε τόνους (58% µερίδιο της παγκόσµιας παραγωγής), ακολουθούµενο από την Τουρκία ( τόνους, 16% µερίδιο), τις ΗΠΑ ( τόνους, 10% µερίδιο) και τη Συρία (50.000τόνους, 9% µερίδιο). Σύµφωνα µε στοιχεία οι παγκόσµιες εξαγωγές φιστικιού ανήλθαν σε περίπου 610 εκατοµµύρια για το ηµερολογιακό έτος 2003, 54% αύξηση σε σχέση µε «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 56 από 281

57 το Παγκοσµίως παρατηρείται σηµαντική επανεξαγωγή φιστικιού και ιδιαίτερα στην Ε.Ε. Η Γερµανία, το Λουξεµβούργο και η Ολλανδία σηµαντικότατοι εξαγωγείς παγκοσµίως δεν καλλιεργούν φιστίκια αλλά εισάγουν από το Ιράν και τις ΗΠΑ. Η Ολλανδία και το Λουξεµβούργο εισάγουν επιπρόσθετες ποσότητες φιστικιού από τη Γερµανία. Οι έξι µεγαλύτεροι παραγωγοί καρυδιού για το έτος 2003 ήταν η Κίνα µε τόνους (25% µερίδιο της παγκόσµιας παραγωγής), ακολουθούµενη από τις ΗΠΑ ( τόνους, 20% µερίδιο), το Ιράν ( τόνους, 11% µερίδιο), τη Τουρκία ( τόνους, 9% µερίδιο), την Ουκρανία ( τόνους, 4% µερίδιο) και τη Ρουµανία ( τόνους, 4% µερίδιο). Σύµφωνα µε στοιχεία του 2003, οι παγκόσµιες εξαγωγές καρυδιού ήταν περίπου 485 εκατοµµύρια, εκ των οποίων το 64% ήταν καρύδια µε κέλυφος και το 36% χωρίς κέλυφος. Οι τέσσερις κορυφαίοι εισαγωγείς καρυδιού (µε και χωρίς κέλυφος) ήταν για το ίδιο έτος η Γερµανία (περίπου 54 εκατοµµύρια ), η Ιαπωνία (περίπου 50 εκατοµµύρια ) και η Ιταλία (περίπου 33 εκατοµµύρια ). Ο µεγαλύτερος προµηθευτής καρυδιών για την ΕΕ-15, το 2003, ήταν οι ΗΠΑ, η Μολδαβία, η Ινδία και η Ουκρανία. Οι πέντε µεγαλύτεροι παραγωγοί αµυγδάλων για το ηµερολογιακό έτος 2003 ήταν οι ΗΠΑ µε τόνους (45% µερίδιο της παγκόσµιας παραγωγής), και ακολουθούν η Ισπανία ( τόνους, 12% µερίδιο), η Συρία ( τόνους, 18% µερίδιο), το Ιράν ( τόνους, 6% µερίδιο) και η Ιταλία ( τόνους, 5% µερίδιο). Από το 1993 µέχρι το 2003 η παγκόσµια παραγωγή αµυγδάλου αυξήθηκε 5% ετησίως. Το έτος 2003 η αξία των παγκόσµιων εξαγωγών των αµυγδάλων µε κέλυφος ήταν περίπου 1 δισεκατοµµύριο και των αµυγδάλων χωρίς κέλυφος περίπου 190 εκατοµµύρια. Σύµφωνα µε παγκόσµιες αναφορές εξαγωγών η αξία των εξαγωγών αµυγδάλου των ΗΠΑ ανήλθε στο 53% της συνολικής παγκόσµιας. Η Ινδία είναι η µεγαλύτερη αγορά αµυγδάλου χωρίς κέλυφος εισάγοντας το 94% της εγχώριας κατανάλωσής της. Οι πέντε µεγαλύτεροι παραγωγοί φουντουκιού το 2002 ήταν η Τουρκία µε τόνους (74% µερίδιο της παγκόσµιας παραγωγής), η Ιταλία ( τόνους, 15% µερίδιο), η Ισπανία ( τόνους, 3% «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 57 από 281

58 µερίδιο), το Αζερµπαϊτζάν ( τόνους, 2% µερίδιο) και οι ΗΠΑ ( τόνους, 2% µερίδιο). Από το 1961 µέχρι το 2002 η παγκόσµια καταγεγραµµένη παραγωγή φουντουκιού ανήλθε από τους 182 στους 843 χιλιάδες τόνους. Η παραγωγή της Τουρκίας είναι ο πρωταρχικός συντελεστής καθορισµού της παγκόσµιας αυξητικής τάσης. Η Ιταλία που αποτελεί παραδοσιακά το δεύτερο, παγκοσµίως, µεγαλύτερο παραγωγό φουντουκιού είχε αύξηση από 55 χιλιάδες τόνους το 1961, σε 123 το Οι παγκόσµιες εξαγωγές (2002) φουντουκιού µε και χωρίς κέλυφος ανήλθαν περίπου σε 560 εκατοµµύρια. Το παγκόσµιο εµπόριο φουντουκιού επηρεάζεται άµεσα από την παραγωγή της Τουρκίας και τις εξαγωγές της. Το 2002 η αξία των συνολικών εξαγωγών της Τουρκίας ήταν περίπου 400 εκατοµµύρια που αντιστοιχούν στο 75% των παγκόσµιων εξαγωγών. Η παγκόσµια παραγωγή κάστανου, το 2001, ανήλθε σε 970 χιλιάδες τόνους παρουσιάζοντας την τετραετία αύξηση 16%. Η Κίνα κυριαρχεί στην παγκόσµια παραγωγή µε 63% συµµετοχή το 2001, µε σηµαντικές τάσεις ανόδου. Ακολουθεί στην παραγωγή η ηµοκρατία της Κορέας (9,3% µερίδιο), η Τουρκία (6,2%) και η Ιταλία (5,2%). Η παραγωγή ξηρών καρπών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αν και είναι σηµαντική σε σχέση µε τη συνολικά καλλιεργούµενη έκταση χαρακτηρίζεται από χαµηλή ανταγωνιστικότητα και µικρά περιθώρια κέρδους. Περίπου το 70% της παραγωγής ξηρών καρπών µπορεί να χαρακτηριστεί σαν εκτατική (λιγότερο παραγωγικές περιοχές, φτωχές/οριακές συνθήκες ανάπτυξης συχνά σε αποµακρυσµένες, ορεινές ή λοφώδεις ξηρικές εκτάσεις) και το 30% σαν κανονική (καλύτερες ποικιλίες, συνθήκες ανάπτυξης ή αρδευόµενες εκτάσεις). Η παραγωγή αµυγδάλου µιας χρονιάς είναι ισχυρά εξαρτηµένη από τον εναλλακτικό ετήσιο παραγωγικό κύκλο της προηγούµενης χρονιάς. Η συνολική παραγωγή αµυγδάλου (χωρίς κέλυφος) της Ε.Ε-15 κυµαίνεται γύρω από τους τόνους. Η παραγωγή της ανέρχεται σε 31% περίπου της παγκόσµιας παραγωγής µε την Ισπανία να παράγει το 61% και την Ιταλία το 23,3%. Ακολουθούν η Ελλάδα (12%) και η Πορτογαλία (6,7%). «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 58 από 281

59 Η παραγωγή φουντουκιού κυµαίνεται γύρω στους τόνους (χωρίς κέλυφος). Η Ιταλία είναι ο κύριος παραγωγός (78,5% της Ε.Ε-15), ακολουθούν η Ισπανία (14,5%), η Γαλλία και η Ελλάδα (2,7%). Η παραγωγή καρυδιού είναι στατική στους τόνους (χωρίς κέλυφος). Η κατανοµή της παραγωγής είναι πιο οµοιόµορφη από τις τους άλλους ξηρούς καρπούς. Οι κύριες παραγωγές χώρες είναι η Γαλλία (33,9% της Ε.Ε-15), η Ελλάδα (28,5%), η Ιταλία (19,5%) και η Ισπανία µε την Πορτογαλία (20%). Η παραγωγή καρυδιού θεωρείται πιο αποδοτική και είναι ανταγωνιστική µε την παραγωγή της Καλιφόρνιας. Η παραγωγή κάστανου της Ε.Ε-15 είναι περίπου 125 χιλιάδες τόνους. Η Ιταλία παράγει περίπου το 51% της παραγωγής, η Πορτογαλία το 16%, η Ισπανία το 13,2%, η Γαλλία το 9,9% και η Ελλάδα το 9,7%6. Σε ότι αφορά στην παραγωγή φιστικιού της Ε.Ε-15 είναι οριακή µε λιγότερο από 9 χιλιάδες τόνους ετησίως και ιδιαίτερα µεταβαλλόµενες τιµές σε ετήσια βάση. Η ευρωπαϊκή παραγωγή συγκεντρώνεται στην Ελλάδα και στην Ιταλία. Για την περίοδο , η ελληνική παραγωγή αµύγδαλου κυµάνθηκε από 35 έως 62 χιλιάδες τόνους µε σηµαντική ετήσια διακύµανση και τη µικρότερη παραγωγή να πραγµατοποιείται το έτος Η µέση στρεµµατική απόδοση της καλλιέργειας αµυγδάλου για την πενταετία ανήλθε περίπου σε 190 κιλά. Οι παγκόσµιες εξαγωγές της Ελλάδος, σε αµύγδαλο, για την πενταετία παρουσιάζουν σηµαντική αύξηση µε εξαίρεση τη χρονιά του 2006 που παρατηρείται πτώση. Ο κύριος προορισµός των εξαγωγών της Ελλάδος είναι τα Κ-Μ της Ε.Ε. Αντίστοιχα για την ίδια περίοδο οι εισαγωγές παρουσιάζουν ανοδική τάση µε εξαίρεση την τελευταία χρονιά που παρουσιάζουν µικρή ύφεση. Παρόλα αυτά σε αξία οι εισαγωγές αµυγδάλου (µέσος όρος πενταετίας) είναι περισσότερο από διπλάσιες από τις εξαγωγές. Για την περίοδο , η ελληνική παραγωγή καρυδιού µειώθηκε από τους 20,5 στους 15 χιλιάδες τόνους µε σηµαντική ετήσια µείωση. Tα στοιχεία παραγωγής κάστανου της Ε.Ε-15 θεωρούνται λιγότερο αξιόπιστα «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 59 από 281

60 διότι µεγάλες εκτάσεις είναι διάσπαρτες και καλλιεργούνται παράλληλα µε άλλα γεωργικά προϊόντα. Οι παγκόσµιες εξαγωγές ελληνικού καρυδιού ( ) παρουσίασαν αυξητική τάση µε εξαίρεση το έτος 2006, αλλά παραµένουν σε πολύ χαµηλά επίπεδα συγκριτικά µε τις αντίστοιχες εισαγωγές (αποτελούν περίπου το 20% του συνόλου των εισαγωγών για την περίοδο 02-06). Ο κύριος όγκος των εξαγωγών πραγµατοποιείται εντός της Ε.Ε, ενώ οι εισαγωγές καρυδιού λαµβάνουν χώρα κυρίως από τρίτες χώρες. Για την περίοδο , η ελληνική παραγωγή φουντουκιού κυµάνθηκε από τους 3,4 στους 2,4 χιλιάδες τόνους, µε σηµαντική ετήσια διακύµανση, λόγω του παραγωγικού κύκλου της καλλιέργειας αλλά µε αισθητά πτωτική τάση. Η µειωµένη παραγωγή οφείλεται µεταξύ άλλων και στη µείωση της καλλιεργούµενης έκτασης για την αντίστοιχη περίοδο. Οι ελληνικές εξαγωγές (σε αξία) φουντουκιού για την πενταετία ( ) παρουσιάζουν διαδοχικές διακυµάνσεις, οι οποίες πιθανώς σχετίζονται µε τον παραγωγικό κύκλο της φουντουκιάς και την ανάλογη µεταβολή της ευρωπαϊκής ζήτησης. Παρόλα αυτά οι συνολικές εισαγωγές φουντουκιού, κυρίως από τις τρίτες χώρες, είναι σηµαντικά υψηλότερες από τις εξαγωγές (περίπου σε αναλογία 13:1). Για την περίοδο η ελληνική παραγωγή φιστικιού κυµάνθηκε από έως τόνους µε µικρή µείωση για την περίοδο (κυρίως το έτος 2002) που όµως τη διαδέχθηκε ουσιαστική αύξηση το έτος 2004 (περίπου 10. Οι εξαγωγές φιστικιού της Ελλάδος τόσο σε ποσότητα όσο και σε αξία, για την περίοδο έχουν ανοδική τάση πλην του έτους 2006 που παρατηρείται σηµαντική µείωση. Παρόλα αυτά οι εισαγωγές υπερκαλύπτουν τις εξαγωγές, τόσο σε αξία, όσο και σε ποσότητα. Η ελληνική παραγωγή κάστανου, την πενταετία , κυµάνθηκε από έως τόνους. Κατά τη διάρκεια των δυο πρώτων ετών της υπό εξέταση περιόδου η παραγωγή παρουσιάζει σηµαντική άνοδο (67% σε σχέση µε το 2002), αλλά στα υπόλοιπα 3 έτη της περιόδου, η παραγωγή σταθεροποιείται περίπου στους τόνους σχετικά µειωµένη µε «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 60 από 281

61 τα επίπεδα του Η µέση στρεµµατική απόδοση της καλλιέργειας κάστανου για την πενταετία ανήλθε περίπου σε 190 κιλά. Αναφορικά µε τις ελληνικές εξαγωγές κάστανου, αυτές παρουσιάζουν σηµαντική µείωση κατά την πενταετία εκτός της χρονιάς του 2005 που παρατηρείται αξιόλογη αύξηση. Οι εισαγωγές επίσης βαίνουν µειούµενες κατά την αντίστοιχη περίοδο (περίπου 66,5% την πενταετία). Τα πυρηνόκαρπα, µηλοειδή και ακρόδρυα δεν αντιµετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήµατα, τόσο στην καλλιέργεια όσο και στην εµπορία των προϊόντων τους. Οι εδαφοκλιµατικές συνθήκες στη χώρα µας συµβάλουν µέγιστα στην καλλιέργεια και στην παραγωγή ποιοτικών προϊόντων. Παρόλα αυτά στα πλαίσια αντιµετώπισης των προβληµάτων (χαµηλής ποιότητας, υψηλού κόστους παραγωγής, υπερπαραγωγής και έντονου διεθνή ανταγωνισµού) όπως καταγράφονται στις περισσότερες χώρες, γίνονται προσπάθειες επιλογής ποικιλιών (υπερπρώιµων και όψιµων) µε στόχο τη διεύρυνση της εµπορικής περιόδου ποιοτικών προϊόντων (ιδιαίτερα στα πυρηνόκαρπα). Στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, οι εκτάσεις που καλλιεργούνται µε τα κυριότερα οπωροφόρα είδη παρουσιάζονται παρακάτω. Πίνακας 31. ιαχρονική εξέλιξη των δενδρωδών καλλιεργειών για τα έτη 1978 µέχρι 2008 ΕΙ ΟΣ ΕΝΤΡΟΥ / /1990 ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ ΛΕΜΟΝΙΕΣ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΕΣ ΜΗΛΙΕΣ ΑΧΛΑ ΙΕΣ ΡΟ ΑΚΙΝΙΕΣ ΒΕΡΙΚΟΚΙΕΣ ΚΕΡΑΣΙΕΣ ΞΕΡΑ ΣΥΚΑ ΑΜΥΓ ΑΛΙΕΣ ΚΑΡΥ ΙΕΣ ΕΛΙΕΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΝΤΡΩΝ (ΣΥΝΟΛΟ) Πηγή: ΥΠΑΑΤ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 61 από 281

62 Πίνακας 32. Εκτάσεις σε στρέµµατα οπωροφόρων και ακρόδρυων ανά ΠΕ το 2007 ΟΠΩΡΟΦΟΡΑ ΜΗΛΙΕΣ ΑΧΛΑ ΙΕΣ ΡΟ ΑΚΙΝΙΕΣ ΒΕΡΥΚΟΚΙΕΣ ΝΕΚΤΑΡΙΝΙΑ ΚΕΡΑΣΙΕΣ ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ ΞΗΡΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΚΑΙ ΑΠΟΞΗΡΑΙΝΟΜΕΝΟΙ ΣΥΚΙΕΣ ΑΜΑΣΚΗΝΙΕΣ ΑΜΥΓ ΑΛΙΕΣ ΚΑΡΥ ΙΕΣ ΦΟΥΝΤΟΥΚΙΕΣ ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 62 από 281

63 Σχήµα 18. Καλλιεργούµενες εκτάσεις οπωροφόρων στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις οπωροφόρων (ροδάκινα, κεράσια, µήλα, αχλάδια, ακτινίδια κλπ.) σε στρέµµατα το 2007 Ηµαθία Πέλλα ΘεσσαλονίκηΚιλκίς Πιερία Σέρρες Χαλκιδική Σχήµα 19. Καλλιεργούµενες εκτάσεις ξηρών και αποξηραινόµενων καρπών στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις ξηρών & αποξηραινόµενων καρπών σε στρέµµατα το 2007 (ΕΣΥΕ) Σέρρες Θεσσαλονίκη Κιλκίς Πιερία Χαλκιδική Ηµαθία Πέλλα Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 63 από 281

64 Έκταση και παραγωγή των κυριότερων γιγαρτόκαρπων στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Παραγωγή (τον.) ΑΧΛΑΔΙΑ ΜΗΛΑ ΚΥΔΩΝΙΑ ΑΚΤΙΝΙΔΙΑ Έκταση ha Παραγωγή (τον.) Πηγή: /νση Αγροτικής Οικονοµίας της ΠΚΜ, Προσωρινά στοιχεία του Έκταση και παραγωγή κυριότερων πυρηνόκαρπων στην ΠΚΜ Παραγωγή (τον.) ΒΕΡΙΚΟΚΑ ΚΕΡΑΣΙΑ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ ΝΕΚΤΑΡΙΝΙΑ ΡΟΔΑΚΙΝΑ Έκταση ha Παραγωγή (τον.) Πηγή: /νση Αγροτικής Οικονοµίας της ΠΚΜ, Προσωρινά στοιχεία του 2010 «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 64 από 281

65 7000 Έκταση και παραγωγή των κυριότερων ακρόδρυων στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Παραγωγή (τον.) ΑΜΥΓΔΑΛΑ ΚΑΡΥΔΙΑ ΚΑΣΤΑΝΑ ΦΥΣΤΙΚΙΑ ΦΟΥΝΤΟΥΚΙΑ ΣΥΚΑ Έκταση ha Παραγωγή (τον.) Πηγή: /νση Αγροτικής Οικονοµίας της ΠΚΜ, Προσωρινά στοιχεία του 2010 ΕΛΙΑ Οι κυριότερες χώρες παραγωγής ελαιολάδου είναι οι τρεις Μεσογειακές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα οι οποίες παράγουν το 75% της παγκόσµιας παραγωγής ελαιολάδου. Το µεγαλύτερο µέρος από το υπόλοιπο παράγουν επτά άλλες Μεσογειακές χώρες (Τυνησία, Τουρκία, Συρία, Μαρόκο, Ισραήλ, Πορτογαλία, Αλγερία). Οι Η.Π.Α. (Καλιφόρνια) έχουν µια ετήσια παραγωγή η οποία µόλις αγγίζει το 0,1% της παγκόσµιας παραγωγής. Στις ελαιοπαραγωγικές χώρες έχει τα τελευταία χρόνια προστεθεί και η Αυστραλία, µε ετήσια παραγωγή τόνους η οποία αναµένεται να αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται τα στοιχεία για τη παραγωγή των τριών µεγάλων ελαιοπαραγωγών χωρών, δηλαδή της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 65 από 281

66 ΠΙΝΑΚΑΣ 33. Παραγωγή ελαιολάδου στην Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα ΠΑΡΑΓΩΓΗ (σε τόνους) ΙΣΠΑΝΙΑ ΙΤΑΛΙΑ ΕΛΛΑΔΑ (προσωρινά) (προσωρινά) Πηγή: ιεθνές Συµβούλιο Ελαιολάδου (IOOC) Η παγκόσµια κατανάλωση ελαιολάδου παρουσιάζει αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια. Από το 1990 ως το 2007 έχει αυξηθεί κατά 72%. Το σηµαντικότερο µέρος της κατανάλωσης (γύρω στο 71%) γίνεται βέβαια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα στις χώρες παραγωγής του ελαιολάδου. Η κατανάλωση ελαιολάδου στις µη ελαιοπαραγωγικές χώρες ΗΠΑ και Καναδά, µέχρι το 1983, και στην Αυστραλία µέχρι το 1990, ήταν περιορισµένη και προήρχετο κυρίως από τους µετανάστες των ελαιοπαραγωγών χωρών Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία καθώς και των άλλων Μεσογειακών χωρών. Ο µεγάλος κυρίαρχος ελαιολάδου τόσο στις εξαγωγές όσο και στις εισαγωγές είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού στις τάξεις της έχει τις τρεις µεγαλύτερες εξαγωγικές χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία). Όσο για τις εισαγωγές παρατηρείται σηµαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια µετά τη µερική απελευθέρωση του εµπορίου που αποφασίστηκε το 1994 στο Μαράκες. Η µείωση των δασµών επέδρασε θετικά στις εισαγωγές της Ένωσης αλλά και στη διείσδυση του ελαιολάδου της, καθώς παρατηρήθηκε άνοδος «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 66 από 281

67 στις κύριες αγορές εισαγωγής (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Καναδάς, Αυστραλία, Βραζιλία κ.α.) αν και σε µερικές από αυτές το ελαιόλαδο είχε ήδη ελεύθερη πρόσβαση. Τη δεκαετία του 90 οι εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάλυπταν το 54,5% των παγκόσµιων εξαγωγών στο τοµέα του ελαιολάδου (Commission of the European Communities, 2002). Από το 2000 το ποσοστό αυτό αυξήθηκε στο 57,1%. Η Ε.Ε. είναι, επίσης, η δεύτερη χώρα (συνασπισµός χωρών) στις εισαγωγές ελαιολάδου. Στην Ε.Ε. υπάρχουν οι 3 µεγαλύτερες εξαγωγικές χώρες, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα και αυτό επιτρέπει την Ε.Ε. να έχει θετικό εµπορικό ισοζύγιο στο εµπόριο ελαιολάδου µε τρίτες χώρες. Σ αυτό το σηµείο πρέπει να αναφερθεί πως η Ελλάδα έχει µηδαµινή συνεισφορά στις εξαγωγές της Ε.Ε. γιατί οι εξαγωγές της σε χώρες εκτός της Ένωσης είναι ελάχιστες και δε ξεπερνούν τις τόνους (IOOC). Οι επόµενες σχετικά µεγάλες εξαγωγικές χώρες είναι η Τυνησία, η Τουρκία και η Συρία. Στον παρακάτω πίνακα υπάρχουν οι µεγαλύτερες εξαγωγικές δυνάµεις ελαιολάδου στο κόσµο από το 1996 ως το Πίνακας 34. Οι εξαγόµενες ποσότητες των µεγαλύτερων εξαγωγικών χωρών (σε τόνους). ΕΤΗ ΙΣΠΑΝΙΑ ΙΤΑΛΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΤΥΝΗΣΙΑ ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΥΡΙΑ Πηγή: IOOC «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 67 από 281

68 Η Ισπανία, η µεγαλύτερη εξαγωγική χώρα ελαιολάδου, εξάγει το 50% από τις ποσότητές της στην Ιταλία ενώ το υπόλοιπο στις ΗΠΑ, στη Γαλλία, στην Πορτογαλία, στην Ιαπωνία και στην Αυστραλία. Η χώρα µας εξάγει σχεδόν το σύνολο της ποσότητάς της στην Ιταλία και αυτό το γεγονός απεικονίζει το φτωχό δίκτυο εµπορίας που διαθέτει. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι πως το προϊόν εξάγεται σε µορφή χύµα και στη συνέχεια οι Ιταλοί συσκευάζουν και το εξάγουν µε ιταλική ετικέτα, χωρίς να υποδηλώνουν τη χώρα προέλευσης της πρώτης ύλης. Αυτό έχει ως συνέπεια οι Ιταλοί να κερδίζουν την υπεραξία του τυποποιηµένου και συσκευασµένου ελληνικού προϊόντος. Εκτός αυτού, είναι δύσκολη η είσοδος του ελληνικού ελαιολάδου σε αγορές, γιατί οι καταναλωτές έχουν συνδυάσει το συγκεκριµένο προϊόν µε τη χώρα της Ιταλίας. Ουσιαστικά, βοηθούµε τους Ιταλούς να αυξάνουν συνεχώς το µερίδιο αγοράς τους εις βάρος της χώρας µας. Γενικά, οι Έλληνες εξαγωγείς δεν έχουν εξειδικευτεί στη τυποποίηση, τη συσκευασία και τη σήµανση, µέσω ετικέτας, του προϊόντος µε αποτέλεσµα να µη βρίσκουν δίοδο στο εξωτερικό, εκτός της Ιταλίας, η οποία ενδιαφέρεται για χύµα ελαιόλαδο ώστε να το επεξεργαστεί, να το εξάγει και ν αποκοµίσει τα οικονοµικά οφέλη. Οι µεγαλύτερες εισαγωγικές δυνάµεις στο πλανήτη είναι οι Ηνωµένες Πολιτείες Αµερικής και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρώτη εισάγει περίπου το 37% από τις ποσότητες ελαιολάδου που διακινούνται στο κόσµο και η δεύτερη περίπου το 26%. Άλλες αγορές που εισάγουν σχετικά µεγάλες ποσότητες είναι η Ιαπωνία, η Βραζιλία, ο Καναδάς και η Αυστραλία. Ιδιαίτερα, η Ιαπωνία αύξησε τις εισαγόµενες ποσότητές της τα τελευταία χρόνια κατά 100% αφού το 1995 εισήγαγε τόνους και το Η δεύτερη µεγαλύτερη εισαγωγική χώρα, οι ΗΠΑ, εισάγει περίπου το 73% από την Ιταλία, το 15% από την Ισπανία και το 10% από την Ελλάδα, την Τυνησία και την Τουρκία. Στον επόµενο πίνακα αναγράφονται οι εισαγόµενες ποσότητες σε τόνους των κυριότερων χωρών λαµβάνοντας την Ε.Ε. ως µία χώρα και µη συµπεριλαµβάνοντας το ενδοκοινοτικό εµπόριο. Η Ιταλία παρόλο που είναι η δεύτερη παραγωγικότερη χώρα και είναι ικανή να αντιµετωπίσει µόνη τις ανάγκες της σε ελαιόλαδο, εισάγει µεγάλες ποσότητες ελαιολάδου. Είναι πλέον «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 68 από 281

69 γνωστή η στρατηγική των Ιταλών να εισάγουν «χύµα» ελαιόλαδο από την Ισπανία, την Ελλάδα και την Τυνησία, να το επεξεργάζονται και στη συνέχεια να το εµπορεύονται, είτε στη χώρα τους είτε στο εξωτερικό, ως ελαιόλαδο Ιταλικής καταγωγής. Πίνακας 35. Οι εισαγωγές των µεγαλύτερων εισαγωγικών χωρών από το 1998 ως το Η.Π.Α Ε.Ε. ΙΑΠΩΝΙΑ ΒΡΑΖΙΛΙΑ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ ΚΑΝΑ ΑΣ Πηγή: IOOC Η ελαιοκαλλιέργεια στην Ελλάδα αποτελεί µία από τις παραδοσιακές και περισσότερο διαδεδοµένες καλλιέργειες στη χώρα, βασικό παράγοντα οικολογικής ισορροπίας, ιδιαίτερα, στις άγονες ηµιορεινές και ορεινές εκτάσεις των περιοχών της ηπειρωτικής χώρας και των νησιών. Έχει µεγάλη κοινωνική και οικονοµική σηµασία, δεδοµένου ότι απασχολεί και αποδίδει εισόδηµα σε περισσότερες από γεωργικές εκµεταλλεύσεις. Η ελαιοκαλλιέργεια καλύπτει το 21% της καλλιεργούµενης γης και διαδραµατίζει πρωτεύοντα ρόλο στην Οικονοµία των αγροτικών περιοχών γιατί συµβάλλει στη διατήρηση µίας ελάχιστης γεωργικής δραστηριότητας, σε πολλές και ακατάλληλες για άλλες καλλιέργειες εκτάσεις της Χώρας συµπληρώνοντας το εισόδηµα των αγροτικών οικογενειών, ενώ, παράλληλα, συµπληρώνει και αναδεικνύει το φυσικό περιβάλλον και προστατεύει το έδαφος από τις διαβρώσεις. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 69 από 281

70 Η ζήτηση επιτραπέζιων ελιών εξαρτάται άµεσα από τις διατροφικές συνήθειες των καταναλωτών. Οι ελιές αποτελούν παραδοσιακό προϊόν διατροφής των Ελλήνων, ενώ, η αναγνωρισµένη αξία της µεσογειακής διατροφής καθώς και τα θρεπτικά συστατικά των συγκεκριµένων προϊόντων είναι στοιχεία που επηρεάζουν θετικά τη ζήτησή τους. Σηµαντικό ρόλο στην αύξηση της ζήτησης επιτραπέζιων ελιών, κυρίως στο εξωτερικό έχει και η προβολή των εν λόγω προϊόντων στις ξένες αγορές. Η διαφηµιστική δαπάνη των επιχειρήσεων για την προβολή των εξεταζόµενων προϊόντων είναι περιορισµένη. Το µεγαλύτερο µέρος της ελληνικής παραγωγής επιτραπέζιων ελιών, που καταναλώνονται στην εγχώρια αγορά, εξακολουθεί να διατίθεται σε χύµα µορφή, ενώ τα υψηλά λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων τυποποίησης και εµπορίας επιτραπέζιων ελιών τους οδήγησαν την περασµένη διετία σε ζηµιογόνα αποτελέσµατα. Αυτό επισηµαίνεται στη µελέτη για τον κλάδο της επιτραπέζιας ελιάς, που εκπόνησε η διεύθυνση οικονοµικών µελετών της ICAP, στην οποία υπογραµµίζεται πως, η εγχώρια παραγωγή επιτραπέζιων ελιών υπερκαλύπτει κάθε χρόνο την εσωτερική ζήτηση και µεγάλες ποσότητες του προϊόντος διατίθενται στις αγορές του εξωτερικού. Το µέγεθος του προϊόντος παρουσιάζει ετήσιες διακυµάνσεις, καθώς σε µεγάλο βαθµό εξαρτάται από τις επικρατούσες στις ελαιοπαραγωγικές περιοχές καιρικές συνθήκες. Χαρακτηριστικό της παραγωγής είναι η κυκλικότητά της, µε εναλλαγές µεταξύ «καλών» και «κακών» ελαιοκοµικών ετών. Στον κλάδο δραστηριοποιείται µεγάλος αριθµός επιχειρήσεις, οι περισσότερες των οποίων αναπτύσσουν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα, καθώς µεγάλος µέρος των προϊόντων τους διατίθενται, χύµα ή τυποποιηµένα, στο εξωτερικό. Όµως, αντιµετωπίζουν έντονο ανταγωνισµό από τις ελιές άλλων ελαιοπαραγωγικών ευρωπαϊκών χωρών, οι περισσότερες των οποίων διαθέτουν ισχυρά εµπορικά σήµατα και έχουν αποσπάσει σηµαντικά µερίδια αγοράς. Παράλληλα, έντονος είναι ο ανταγωνισµός που δέχονται οι ελληνικές ελιές από τρίτες, κυρίως µεσογειακές ελαιοπαραγωγικές χώρες, οι οποίες διαθέτουν τα προϊόντα τους σε χαµηλότερες των ελληνικών τιµές. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 70 από 281

71 Η παραγωγή επιτραπέζιων ελιών εκτιµάται στα επίπεδα των τόνων την περίοδο έναντι τόνων την προηγούµενη ελαιοκοµική περίοδο (σύµφωνα και µε στοιχεία του ιεθνούς Συµβουλίου Ελαιολάδου). Οι περισσότερες από τις επιχειρήσεις του κλάδου διαθέτουν το µεγαλύτερο µέρος των επεξεργασµένων /τυποποιηµένων επιτραπέζιων ελιών στο εξωτερικό (σε χύµα ή τυποποιηµένη µορφή). Οι εξαγωγές κατευθύνονται, σε ποσοστό 60% περίπου, στις Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, µε κυριότερες χώρες εισαγωγής την Ιταλία και τη Γερµανία και το υπόλοιπο (περίπου 40%) προς τρίτες χώρες, µε κυριότερους προορισµούς τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, τον Καναδά και τη Σαουδική Αραβία. Η εγχώρια κατανάλωση επιτραπέζιων ελιών εκτιµάται στους τόνους την περίοδο 2008/09 (έναντι τόνων την περίοδο 2007/08). Το µεγαλύτερο µέρος των επιτραπέζιων ελιών που καταναλώνονται στην εγχώρια αγορά διατίθεται σε χύµα µορφή. Εντούτοις, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακά αύξηση του µεριδίου συµµετοχής των τυποποιηµένων επιτραπέζιων ελιών. Σε παγκόσµιο επίπεδο η παραγωγή επιτραπέζιων ελιών την περίοδο 2008/09 διαµορφώθηκε στους 2,03 εκ τόνους, σηµειώνοντας µείωση 5,6% σε σχέση µε το 2007/08. Η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα αποτελούν τις µεγαλύτερες παραγωγούς χώρες επιτραπέζιων ελιών, καλύπτοντας από κοινού το 97,3% της παραγωγής της Ε.Ε (περίοδος 2008/09). Όσον αφορά στην παγκόσµια κατανάλωση επιτραπέζιων ελιών αυτή διαµορφώθηκε στους 2,14 εκ. τόνους την περίοδο 2008/09, παραµένοντας σχεδόν στα ίδια επίπεδα µε το 2007/08. Κυριότερες χώρες κατανάλωσης επιτραπέζιων ελιών είναι διαχρονικά η Ισπανία και η Ιταλία, συγκεντρώνοντας από κοινού το 58,7% της συνολικής κατανάλωσης στην Ε.Ε. (Πηγή: ICAP Επιτραπέζιες Ελιές Νοέµβριος 2009) «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 71 από 281

72 Πίνακας 36: Εµπόριο ελαιολάδου της Ελλάδας µε όλο τον κόσµο για τα έτη Έτος Εισαγωγές (ευρώ) Εξαγωγές (ευρώ) Ισοζύγιο Εισαγωγές (Κg) Εξαγωγές (Κg) Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ. Λόγω της ποικιλοµορφίας του εδάφους, στην Ελλάδα καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες ελιών όπως είναι η Κονσερβολιά, η Καλαµών, Χαλκιδικής, Θρουµποελιά κ.λ.π. Στην Περιφέρεια Κεντρικής Ελλάδος, η ελιά καλλιεργείται κυρίως στην Π.Ε Χαλκιδικής. Η σηµαντικότερη καλλιέργεια στην Χαλκδική είναι η ελιά και κυρίως η ελιά Χαλκιδικής που προορίζεται για βρώσιµη. Η ετήσια παραγωγή µπορεί να φθάσει τους τόνους µε το 60-70% να προορίζεται για εξαγωγή. Στην Χαλκιδική έχουν ιδρυθεί 80 µικρές και µεγάλες µεταποιητικές µονάδες οι οποίες έχουν κυρίως εξαγωγική δραστηριότητα. Επίσης καλλιεργούνται και τοπικές ποικιλίες ελαιοποιήσιµες (Μεταγγιτσίου, Αγίου Όρους, Γαλάτιστας) που µπορούν να παράγουν µέχρι και τόνους ελαιόλαδο. Υπάρχουν και περιπτώσεις που κάποια ποσότητα ελιών Χαλκιδικής µεταποιούνται για την παραγωγή ελαιολάδου (αγουρέλαιο). Η καλλιέργεια των βρώσιµων ελιών Χαλκιδικής είναι εντατική σε ποτιστικούς ελαιώνες µε υψηλές εισροές σε λιπάσµατα και φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Απότελεσµα της εντατικής καλλιέργειας είναι ότι οι ελιές δεν παρενιαυτοφορούν και στις περισσότερες περιπτώσεις καρποφορούν κανονικά κάθε έτος. Η κατανοµή της καλλιέργειας της ελιάς έχει ως εξής: Βρώσιµη ελιά Πρώην ήµους Καλλικράτειας, Ν. Μουδανιών, Ν.Τρίγλιας, Πολυγύρου, Ορµύλιας και η ηµοτική Κοινότητα Νικήτης. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 72 από 281

73 Ελαιοποιήσιµη Οι χερσόνησοι Κασσάνδρας, Σιθωνίας, οι πρώην ήµοι Σατγείρων Ακάνθου και Παναγίας και οι ηµοτικές Κοινότητες Γαλάτιστας και Γαλαρινού. Με την εντατικοποίηση των καλλιεργειών η παραγωγή της βρώσιµης ελιάς έχει µεγιστοποιηθεί και έχει προσεγγίσει τα ανώτερα όρια. Το σηµαντικότερο πρόβληµα είναι η διάθεση της µεταποιηµένης ελιάς κυρίως χύδην και σε πολύ µικρό ποσοστό τυποποιηµένη. Μεγάλες ποσότητες πράσινης ελιάς Χαλκιδικής τυποποιούνται σε διάφορες χώρες του κόσµου όπως ΗΠΑ, Καναδάς, Γερµανία, Ιράν, Βέλγιο, Βουλγαρία, Ρωσία κ.ο.κ. Επίσης η µαύρη σταφιδάτη ελιά που µεταποιείται από την Χονδρελιά Χαλκιδικής. Η κατάσταση αυτή µπορεί να ανατραπεί σε κάποιο βαθµό µε την ολοκλήρωση της πιστοποίησης της ως ΠΟΠ (έχει δηµοσιευθεί και εξετάζονται οι ενστάσεις). Λάδι στην Χαλκιδική παράγεται είτε από τοπικές ποικιλίες λαδολιάς (γαλανό, Γαλάτιστας), είτε από χονδρελιά Χαλκιδικής (διπλής κατεύθυνσης) είτε όταν υπάρχει ζηµιά στον καρπό (χαλαζόπτωση) είτε όταν υπάρχει πρόβληµα µε την διάθεση της ως βρώσιµη (χαµηλή τιµή, µεγάλη παραγωγή). Επίσης το σηµαντικότερο πρόβληµα είναι η τυποποίηση του ελαιολάδου (µόνο 3 µονάδες τυποποίησης σε 40 ελαιοτριβεία). Επίσης, η αναγνώριση του αγουρέλαιου ως ΠΓΕ (διαδικασία που είναι στο τελικό στάδιο) θα ενθαρρύνει την τυποποίηση του. Πίνακας 37: Έκταση ελαιοδέντρων σε στρέµµατα ανά ΠΕ το έτος 2007 ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΑ ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑΔΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 73 από 281

74 Παραγωγή ελιών το 2009 σε τόνους (ΕΣΥΕ) Ηµαθία Θεσσαλονίκη Κιλκίς Πέλλα Πιερία Σέρρες Χαλκιδική Επιτραπέζιες ελιές Ελιές ελαιοποίησης Παραγωγή ελαιολάδου σε τόνους ανά ΠΕ το έτος 2007 (ΕΛ.ΣΤΑΤ) ΠΕ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ 957 ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ 882 ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ 80 ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ 0 ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 377 ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 74 από 281

75 60000 Έκταση ελαιοδέντρων και παραγωγή ελιών (επιτραπέζιες και ελαιοποίησης) στην ΠΚΜ Παραγωγή (τον.) ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ ΕΛΑΙΟΔΕΝΤΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΩΝ ΕΛΙΩΝ Έκταση ha Παραγωγή (τον.) Πηγή: /νση Αγροτικής Οικονοµίας της ΠΚΜ, Προσωρινά στοιχεία του 2010 Η διαχρονική µεταβολή της καλλιέργειας της ελιάς παρουσιάζεται στον παρακάτω πίνακα ΕΙ ΟΣ ΕΝΤΡΟΥ / /1990 ΕΛΙΕΣ Στον πίνακα παρακάτω παρουσιάζονται τα στοιχεία των εισαγωγών και εξαγωγών του ελαιολάδου κατά τα έτη 2005 έως «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 75 από 281

76 ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΩ ΙΚΏΝ Ελαιόλαδο και τα κλάσµατά του, που λαµβάνονται αποκλειστικά από ελιές µε τη χρήση µηχανικών ή φυσικών µέσων υπό συνθήκες που δεν προκαλούν αλλοίωση του ελαίου, παρθένα Ελαιόλαδο και τα κλάσµατά του, που λαµβάνονται αποκλειστικά από ελιές µε τη χρήση µηχανικών ή φυσικών µέσων υπό συνθήκες που δεν προκαλούν αλλοίωση του ελαίου, επεξεργασµένα, αλλά χηµικώς µη µετασχηµατισµένα 2005 Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg και ή αγορά Γενικός στόχος: Ενίσχυση της εικόνας των επιτραπέζιων ελιών στην ελληνική «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 76 από 281

77 *106% Ποσότητα εξαγωγών των κυριότερων φρούτων στην ΠΚΜ 120% 100% % 80% Ποσότητα (τόνοι) % % % % % 21% % % 40% 20% % εξαγωγής % produced tonnes exported tonnes % of production that is exported Οι δενδρώδεις καλλιέργειες καταλαµβάνουν περίπου το 16,5% της καλλιεργούµενης έκτασης στην Περιφέρεια. Στους νοµούς Ηµαθίας, Πέλλας και Πιερίας η καλλιέργεια των καρποφόρων δένδρων αποτελεί την κύρια παραγωγική κατεύθυνση. Οι σπουδαιότερες δενδροκοµικές καλλιέργειες είναι της ροδακινιάς, της βερικοκιάς, της κερασιάς, της µηλιάς, της αχλαδιάς και της ακτινιδιάς. Το ροδάκινο Νάουσας και τα τραγανά κεράσια Ροδοχωρίου, προϊόντα Ονοµασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), καθώς επίσης και το ακτινίδιο Πιερίας, προϊόν Γεωγραφικής ένδειξης (ΠΓΕ), αποτελούν τα κύρια εξαγώγιµα νωπά φρούτα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 77 από 281

78 3.1.5 ΤΟΜΕΑΣ ΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ Τα κηπευτικά κατέχουν εξέχουσα θέση αφενός γιατί διαδραµατίζουν πολύ σηµαντικό ρόλο στην αγροτική οικονοµία κι αφετέρου γιατί αποτελούν βασικό είδος στη διατροφή του ανθρώπου. Τα κηπευτικά καλλιεργούνται είτε υπαίθρια (π.χ. σπαράγγι, παντζάρια κλπ), είτε σε θερµοκήπια (π.χ. κολοκυθάκια, τοµάτες, αγγούρια κλπ.) είτε υπό χαµηλή κάλυψη (π.χ. µελιτζάνες, πιπεριές, µαρούλια, πεπόνια κλπ.). Η παγκόσµια παραγωγή οπωροκηπευτικών ανέρχεται, κατά µέσο όρο σε 1,1 δισεκατοµµύρια τόνους. Τα φρούτα αντιπροσωπεύουν 530 και τα λαχανικά 470 εκατοµµύρια τόνους αντίστοιχα. Η Ασία κατέχει την πρώτη θέση µε παραγωγή που πλησιάζει το 56%, ακολουθούµενη από τη Λατινική Αµερική και την Καραϊβική µε 12%, την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε) και την Ινδία µε 10%, την Αφρική µε 9% και τη Βόρεια Αµερική µε 7%. Η Κίνα αποτελεί τη µεγαλύτερη παραγωγική χώρα σε παγκόσµιο επίπεδο (29%). Στη χώρα µας, η συνολικά καλλιεργούµενη έκταση, µε κηπευτικά, ανέρχεται περίπου σε στρέµµατα που αντιπροσωπεύουν το 5,2% του συνόλου των καλλιεργούµενων εκτάσεων. Από αυτά τα στρέµµατα περίπου καλλιεργούνται στα θερµοκήπια (υπολογίζεται ότι το 50% των θερµοκηπίων βρίσκονται στην Κρήτη) ως πρώτη και δεύτερη καλλιέργεια και τα στρέµµατα περίπου σαν χαµηλή κάλυψη. Τα κυριότερα κηπευτικά υπό κάλυψη παρουσιάζονται παρακάτω από όπου προκύπτει ότι οι δύο πλέον σηµαντικές υπό κάλυψη καλλιέργειες είναι αυτές των καρπουζιών και της τοµάτας (καταλαµβάνοντας τα 2/3 περίπου της συνολικής έκτασης αλλά και της συνολικής παραγωγής). «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 78 από 281

79 Πίνακας 38: Κυριότερα κηπευτικά υπό κάλυψη σε εθνικό επίπεδο (µέσοι όροι πενταετίας ) Καλλιέργεια Μέσος Όρος εκτάσεων σε στρέµµατα Μέσος όρος παραγωγής σε τόνους Αγγούρια Καρπούζια Κολοκυθάκια Μαρούλια Μελιτζάνες Πεπόνια Πιπεριές Τοµάτες Φασολάκια Φράουλες Σύνολο Πηγή: ΥΠΑΑΤ Από το σύνολο των κηπευτικών που καλλιεργούνται υπαίθρια, τις µεγαλύτερες εκτάσεις στον ελλαδικό χώρο τις καταλαµβάνουν οι πατάτες µε στρέµµατα, οι τοµάτες µε στρέµµατα, το λάχανο µε στρέµµατα και τέλος τα καρπούζια µε στρέµµατα. Στον πίνακα 35 φαίνονται οι κυριότερες υπαίθριες καλλιέργειες των κηπευτικών. Αξίζει να επισηµανθεί ότι επειδή η πατάτα καλλιεργείται σε 3 περιόδους, συναντάται σε όλα τα γεωγραφικά διαµερίσµατα της χώρας (ιδιαίτερα στους νοµούς, Βοιωτίας, Εύβοιας, Αχαΐας, Ηλείας, Μεσσηνίας, Ηρακλείου, Λασιθίου, Έβρου, ράµας, Αρκαδίας) κι εποµένως προϊόν υπάρχει καθ. όλη τη διάρκεια του χρόνου, µε µέση ετήσια παραγωγή που ξεπερνά τους τόνους. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 79 από 281

80 Πίνακας 39: Κυριότερα υπαίθρια κηπευτικά σε εθνικό επίπεδο (µέσοι όροι πενταετίας ) Καλλιέργεια Μέσος Όρος εκτάσεων σε στρέµµατα Μέσος όρος παραγωγής σε τόνους Αγγούρια Αγκινάρες Καρότα Καρπούζια Κολοκπθάκια Κοιινοιιπίδια Κρεµµύδια ξερά Μαρούλια Μελιτζάνες Μπάµιες Παντζάρια Πατάτες -ανοιξιάτικες καλοκαιρινές φθινοπωρινές Πεπόνια Πιπεριές Πράσα 18.93ο Σκόρδα ξερά Σπανάκια Σπαράγγια Τοµάτες -για νωπή κατανάλωση για µεταποίηση Φασολάκια Φράοιιλες Σύνολο Πηγή : Στοιχεία Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίµων Σύµφωνα µε στοιχεία της Eurostat, οι συνολικές εισαγωγές και εξαγωγές κηπευτικών, την περίοδο , ανέρχονταν σε περίπου τόνους και τόνους αντίστοιχα. Οι κύριες χώρες εισαγωγής κηπευτικών προϊόντων στη χώρα µας είναι η Ολλανδία, η Γερµανία, η Γαλλία, το Ηνωµένο Βασίλειο κλπ., ενώ κύριοι προορισµοί των εξαγώγιµων εγχώριων κηπευτικών µας είναι η Γερµανία, η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Ρουµανία, η Αυστρία, κλπ. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο τοµέας των κηπευτικών είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος κι αυτό τον καθιστά αρκετά ευµετάβλητο τόσο στις αλλαγές των καιρικών συνθηκών, λόγω της ευπαθούς φύσης των προϊόντων, όχι µόνο στην «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 80 από 281

81 παραγωγή αλλά και στην συντήρηση, όσο και των τιµών τους σαν επίδραση της διεθνούς αγοράς στην εγχώρια. Σαν αποτέλεσµα των προαναφερόµενων είναι οι εισαγωγές και οι εξαγωγές να παρουσιάζουν σηµαντική διαφοροποίηση κάθε χρόνο. Στον παρακάτω πίνακα φαίνονται οι µέσοι όροι των εισαγωγών και εξαγωγών των κυριοτέρων κηπευτικών της χώρας µας για την πενταετία Όπως είναι εµφανές µε µοναδικές εξαιρέσεις τα αγγούρια και τα σπαράγγια σε όλα τα κηπευτικά το ισοζύγιο είναι αρνητικό. Πίνακας 40: Ελληνικές εισαγωγές και εξαγωγές των κυριοτέρων κηπευτικών τετραετίας (στοιχεία Εurostat) Κηπευτικά Εισαγωγές Εξαγωγές Ισοζύγιο Πατάτες (νωπές ή διατηρηµένες µε απλή ψύξη) Κρεµµύδια Ντοµάτες (νωπές ή διατηρηµένες σε απλή ψύξη) Πιπεριές Λαχανικά ξερά (κοµµένα σε τεµάχια ή σε φέτες ή και τριµµένα σε σκόνη) Αγγούρια και αγγουράκια (νωπά ή διατηρηµένα µε απλή ψύξη) Μαρούλια Καρότα, γογγύλια και παρόµοιες βρώσιµες ρίζες (νωπά ή διατηρηµένα µε απλή ψύξη Κουνουπίδια και µπρόκολα Μελιτζάνες Σκόρδα Πράσα και άλλα παρόµοια λαχανικά Σέλινα και ραπανοσέλινα Σπαράγγια Αγκινάρες Σπανάκι Πηγή: Στοιχεία Eurostat Πρωτεύουσα θέση στις εισαγωγές και εξαγωγές κατέχει η πατάτα, κι ακολουθούν η τοµάτα στις εισαγωγές και στις εξαγωγές τα αγγούρια, τα αγγουράκια και τα σπαράγγια. Στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας απαντάται ένα µεγάλο πλήθος καλλιεργούµενων κηπευτικών σε µια συνολική έκταση περίπου στρεµµάτων (17 % περίπου της καλλιεργούµενης µε κηπευτικά έκτασης της Χώρας). Η σύνθεση της έκτασης και της παραγωγής των κηπευτικών στην «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 81 από 281

82 Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας σε σύγκριση µε αυτή της Χώρας παρουσιάζεται στον Πίνακα 37. Η κηπευτική γη, που καταλαµβάνει περίπου το 2,5% της καλλιεργούµενης έκτασης στην Περιφέρεια, περιλαµβάνει όλες τις καλλιέργειες λαχανικών. Ιδιαίτερη οικονοµική σηµασία έχει η καλλιέργεια σπαραγγιού στο Νοµό Πέλλας, το οποίο εξάγεται. Σχήµα 20. Καλλιεργούµενες εκτάσεις κηπευτικών στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις κηπευτικών το 2009 σε στρέµµατα (ΕΣΥΕ) Κιλκίς % Πέλλα % Θεσσαλονίκη % Ηµαθία % Χαλκιδική % Σέρρες % Πιερία % Πηγή: ΕΣΥΕ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 82 από 281

83 ΤΟΜΑΤΕΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ Πίνακας 41: Έκταση και παραγωγή κηπευτικών ανά ΠΕ το έτος 2007 ΤΟΜΑΤΕΣ ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΕΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ (ΣΤΡ.) (tn) ΤΟΜΑΤΕΣ ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΕΣ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ (ΣΤΡ.) (tn) ΦΑΣΟΛΑΚΙΑ ΛΑΧΑΝΑ ΚΟΥΝΟΥΠΙ ΙΑ ΣΠΑΡΑΓΓΙΑ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ ΚΟΛΟΚΥΘΑΚΙΑ ΚΡΕΜΜΥ ΙΑ ΞΕΡΑ ΣΚΟΡ Α ΞΕΡΑ ΑΓΓΙΝΑΡΕΣ ΣΠΑΝΑΚΙ ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΛΟΙΠΕΣ ΚΗΠΕΥΤΙΚΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ ΠΗΓΗ: ΕΛ.ΣΤΑΤ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 83 από 281

84 Έκταση και Παραγωγή των κυριότεων κηπευτικών στην ΠΚΜ Παραγωγή (τον.) Έκταση (ha) Παραγωγή (τον.) ΠΗΓΗ: /ΝΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΠΚΜ (στοιχεία 2010) Έκταση και Παραγωγή των κυριότερων κηπευτικών στην ΠΚΜ Παραγωγή (τον.) Μπάμιες Παντζάρια Ραδίκια Σέλινο Σπανάκι Καρότα Έκταση (ha) Παραγωγή (τον.) ΠΗΓΗ: /ΝΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΠΚΜ (στοιχεία 2010) «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 84 από 281

85 Έκταση και Παραγωγή των κυριότερων κηπευτικών στην ΠΚΜ Παραγωγή (τον.) Έκταση (ha) Παραγωγή (τον.) ΠΗΓΗ: /ΝΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ ΠΚΜ (στοιχεία 2010) Παραγόμενη ποσότητα και εξαγωγές των κυριότερων λαχανικών στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας % 90% 80% Ποσότητα(τόνοι) ,35% % 60% %εξαγωγές 50% 40% % 18,13% ,98% 20% ,25% 7,76% 5,52% % 0% Σπαράγγια Καρότα Πατάτες Αγγούρια Πεπόνια Καρπούζια produced tonnes exported tonnes % of production that is exported «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 85 από 281

86 Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζεται η διαχρονική µεταβολή της καλλιεργούµενης έκτασης των κηπευτικών στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας κατά τα έτη 1978 έως ΠΙΝΑΚΑΣ 42: ιαχρονική µεταβολή γεωργικής γης, καλλιεργειών κατά κατηγορίες και αγρανάπαυσης στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας (σε στρέµµατα) ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ / / /1990 Καρπούζια Πεπόνια (Σύνολο) Καρπούζια Πεπόνια Πατάτες Τοµάτες Κρεµµύδια ξερά Φασολάκια Λάχανα Κουνουπίδια Λάχανα Κουνουπίδια (Σύνολο) Κολοκυθάκια Αγγούρια Μελιτζάνες Αγγινάρες Ραδίκια - Αντίδια Σπανάκι Αρακάς Μπάµιες Αρδευτικές Μπάµιες Ξηρικές Μπάµιες (ΣΥΝΟΛΟ) Πράσα ΠΗΓΗ: ΥΠΑΑΤ Στο Σχήµα 21 παρουσιάζεται η διαχρονική µεταβολή της καλλιεργούµενης έκτασης των κυριοτέρων κηπευτικών της Περιφέρειας από την οποία διαπιστώνεται µια αυξητική τάση στην καλλιέργεια κρεµµυδιών, λαχάνων-κουνουπιδιών καθώς και για τα φασολάκια σε αντίθεση µε τις καλλιέργειες πατατών, τοµάτας και καρπουζιών/πεπονιών οι οποίες ακολουθούν µια πτωτική πορεία µε την τοµάτα να εµφανίζει την µεγαλύτερη πτώση. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 86 από 281

87 Σχήµα 21. ιαχρονική εξέλιξη των κηπευτικών στην Περ. Κεντρικής Μακεδονίας Καρπούζια Πεπόνια Πατάτες Τομάτες Κρεμμύδια ξερά Φασολάκια ΛΑΧΑΝΑ -ΚΟΥΝΟΥΠΙΔΙΑ (ΣΥΝΟΛΟ) Μελιτζάνες Σπανάκι *Όπου 1,2,3 και 4 αντιστοιχούν σε 1978, 1985, 1990 και 2008 «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 87 από 281

88 3.1.6 ΤΟΜΕΑΣ ΟΣΠΡΙΩΝ Τα όσπρια σε παγκόσµιο επίπεδο καταλαµβάνουν µικρές σχετικά εκτάσεις και οι κύριες χώρες παραγωγής τους είναι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Τουρκία κ.α. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα όσπρια καλλιεργούνται σε ασήµαντες, για την σπουδαιότητα τους και τα πλεονεκτήµατα τους, εκτάσεις που χρόνο µε το χρόνο µειώνονται. Στην Ελλάδα, σε ότι αφορά την καλλιέργεια των οσπρίων, το σύνολο της καλλιεργούµενης έκτασης ανέρχεται σε στρέµµατα περίπου, µε µέση παραγωγή τους τόνους, εκ των οποίων τα φασόλια καλύπτουν το 64% των εκτάσεων και το 73% της συνολικής παραγωγής. Πίνακας 43. Στοιχεία εκτάσεων και παραγωγής για τα βρώσιµα όσπρια περιόδου Βρώσιµα Όσπρια Μέσος Όρος εκτάσεων σε στρέµµατα Μέσος όρος παραγωγής σε τόνους Φασόλια , ,00 Ρεβίθια , ,60 Φακές 7.870,40 971,00 Βρώσιµα λαθούρια 2.524,60 271,20 Βρώσιµα κουκιά , ,20 Βρώσιµα µπιζέλια 3.040,00 506,60 Λοιπά βρώσιµα όσπρια 2.536,80 382,80 (µαυροµάτικα, πράσινο φασολάκι καλαµών κλπ.) Σύνολο , ,40 Πηγή: (στοιχεία Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης &Τροφίµων-Υπ.Α.Α.Τ) Βάσει του ανωτέρω πίνακα παρατηρείται µία αυξητική τάση στα βρώσιµα όσπρια, τόσο των εκτάσεων όσο και της παραγωγής ειδικότερα των φασολιών και µία σηµαντική µείωση των βρώσιµων κουκιών αντίστοιχα. Η καλλιέργεια των φασολιών απαντάται κύρια στους νοµούς Φλώρινας, Καστοριάς και Καβάλας. Τα ρεβίθια στους νοµούς Ευβοίας, Βοιωτίας, «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 88 από 281

89 Φθιώτιδας και Κυκλάδων. Τα κουκιά στους νοµούς Ηρακλείου και Αρκαδίας, το λαθούρι στο νοµό Κορινθίας και η φακή στο νοµό Λάρισας. Στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας η καλλιέργεια των οσπρίων πραγµατοποιείται σε στρέµµατα (στοιχεία 2009), αντιπροσωπεύοντας περίπου το 9% της καλλιεργούµενης έκτασης σε εθνικό επίπεδο. Το µεγαλύτερο µέρος των εκτάσεων συγκεντρώνεται στις ΠΕ Σερρών, Θεσσαλονίκης, Πέλλας και Χαλκιδικής. Η διαχρονική εξέλιξη των οσπρίων ακολουθεί µια πτωτική πορεία. Το 1978 καλλιεργήθηκαν στρέµµατα ενώ το 2008 καλλιεργήθηκαν περίπου στρέµµατα µε όσπρια. Πίνακας 44. ιαχρονική εξέλιξη των οσπρίων στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ / / /1990 Βρώσιµα όσπρια Φασόλια Φασόλια συγκαλλιεργούµενα Κουκιά Φακή Ρεβύθια Λάθυρος (Φάβα) Μπιζέλια Πηγή : ΥΠΑΑΤ Όσον αφορά στη διάρθρωση κυριοτέρων καλλιεργειών οσπρίων ανά ΠΕ το έτος 2007, αυτή παρουσιάζεται στο ακόλουθο πίνακα. Η έκταση που καλλιεργούνταν µε όσπρια το 2007 ήταν στα στρ. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 89 από 281

90 Πίνακας 45: Έκταση και παραγωγή οσπρίων ανά ΠΕ το έτος 2007 ΦΑΣΟΛΙΑ (χωρις συγκαλλιέργεια) ΦΑΣΟΛΙΑ (συγκαλλιεργούµενα) ΚΟΥΚΙΑ ΦΑΚΗ ΡΕΒΥΘΙΑ ΛΑΘΟΥΡΙ ΜΠΙΖΕΛΙΑ ΛΟΙΠΑ ΒΡΩΣΙΜΑ ΟΣΠΡΙΑ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ (tn) ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΤΑΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) (ΣΤΡ.) (tn) ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 90 από 281

91 Σχήµα 22. Καλλιεργούµενες εκτάσεις οσπρίων στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις Οσπρίων το 2009 σε στρέµµατα (ΕΣΥΕ) Σέρρες Θεσσαλονίκη Ηµαθία 103 Κιλκίς 198 Πέλλα 882 Πιερία 594 Χαλκιδική 691 Σχήµα 23. ιαχρονική εξέλιξη των οσπρίων στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Τίτλος άξονα Φασόλια Κουκιά Φακή Ρεβύθια Μπιζέλια *Όπου 1,2,3 και 4 αντιστοιχούν σε 1978, 1985, 1990 και 2008 Τα όσπρια υποτιµήθηκαν στην ελληνική γεωργία γιατί η καλλιέργειά τους είναι δύσκολη. Έτσι, ενώ τα όσπρια για πολλά χρόνια αποτελούσαν τη βάση της διατροφής µας, σήµερα παράγουµε συνολικά κατά µέσον όρο τόνους το χρόνο ενώ καταναλώνουµε περίπου τόνους. Άµεση συνέπεια της «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 91 από 281

92 ελλειµµατικότητας που παρουσιάζει η παραγωγή µας στον συγκεκριµένο τοµέα και προκειµένου να καλυφθούν οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς εισάγονται ποσότητες της τάξεως των τόνων. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι αποτελεί ανάγκη ο περιορισµός της υφιστάµενης ελλειµµατικότητας στην παραγωγή οσπρίων. Οι εξαγόµενες ποσότητες είναι πάρα πολύ µικρές µε δεσπόζουσα θέση να κατέχουν τα φασόλια. Πίνακας 46. Ελληνικές εισαγωγές και εξαγωγές βρώσιµων οσπρίων Βρώσιµα Όσπρια Μέσοι όροι πενταετίας Εισαγόµενη ποσότητα σε τόνους Εξαγόµενη ποσότητα σε τόνους Ισοζύγιο Φασόλια ,74 748, ,28 Φακές ,22 315, ,84 Ρεβίθια 4.710,10 91, ,40 Μπιζέλια 2.015,76 12, ,34 Κουκιά και λαθούρια 1.623,98 32, ,84 Λοιπά ξερά όσπρια 1.126,68 18, ,10 Σύνολο , , ,80 Πηγή: Ελληνικές εισαγωγές και εξαγωγές βρώσιµων οσπρίων (στοιχεία Υπ.Α.Α.Τ) Από το σύνολο της παραγωγής οι τόνοι περίπου αντιστοιχούν στα φασόλια ενώ η κατανάλωση φτάνει τους τόνους. Οι κύριες χώρες από τις οποίες εισάγονται τα φασόλια (κυρίως κοινά φασόλια και γίγαντες-ελέφαντες) και τα οποία χρησιµοποιούνται για την παρασκευή παραδοσιακών ελληνικών εδεσµάτων είναι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Αλβανία και η Αργεντινή. Ελάχιστες είναι οι ποσότητες της φακής που παράγουµε, περίπου τόνοι, την ίδια στιγµή που δεκαπλάσιες ποσότητες έρχονται από τον Καναδά, την Τουρκία και τις ΗΠΑ, εποµένως το 95% των αναγκώνµας σε φακές καλύπτονται από τις εισαγωγές. Τα ρεβίθια έρχονται κυρίως από τη γείτονα Τουρκία εφόσον η ντόπια παραγωγή περιορίζεται στους τόνους το χρόνο και κατά 67% οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς καλύπτονται από εισαγωγές. Εισάγουµε λοιπόν περίπου το 60-65% των οσπρίων που χρησιµοποιούµε, που σηµαίνει ότι έχουµε περιορίσει την παραγωγή προϊόντων η κατανάλωση και οι τιµές των οποίων ανεβαίνουν συνεχώς. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 92 από 281

93 Πίνακας 47. Ισοζύγιο βρώσιµων οσπρίων περιόδου στην ΠΚΜ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΩ ΙΚΏΝ Ρεβίθια Φασόλια Φακές Κουκιά 2005 Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Όσπρια ξερά, (εκτός από µπιζέλια, ρεβίθια, φασόλια, φακές, κουκιά και λαθούρια "φάβα") 2006 Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Αξία Εισαγωγών ( ) Αξία Εξαγωγών ( ) Ποσότητα Εισαγωγών (kg) Ποσότητα Εξαγωγών (kg) Ισοζύγιο σε Ισοζύγιο σε kg Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ Βασική επιδίωξη για την αντιµετώπιση της ελλειµατικότητας θα πρέπει να αποτελέσει η αύξηση καλλιεργούµενων εκτάσεων µέσω µιας συστηµατικής προσπάθειας και συνεργασίας όλων των εµπλεκόµενων φορέων µε τα όσπρια, βασιζόµενη τόσο στις παραγωγικές δυνατότητες του τόπου µας, όσο και στις αναπτυξιακές ευκαιρίες που παρέχει η Ε.Ε. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 93 από

94 3.1.7 ΤΟΜΕΑΣ ΑΝΘΟΚΟΜΙΚΩΝ Σύµφωνα µε τα διαθέσιµα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίµων (ΥΠΑΑΤ) προκύπτουν τα εξής, αναφορικά µε την ανθοκοµία και τις ανθοκαλλιέργειες στην Ελλάδα: Οι ανθοκαλλιέργειες υπαίθρου υπέστησαν βαθµιαία µείωση κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες ( ), της τάξεως του 18%, περιοριζόµενες από τα στα στρέµµατα. Οι ανθοκαλλιέργειες θερµοκηπίων αυξήθηκαν βαθµιαία κατά τις αντίστοιχες δεκαετίες ( ), ανερχόµενες από τα στα στρέµµατα Το σύνολο των καλλιεργούµενων εκτάσεων µε ανθοκοµικά (υπαίθρου και θερµοκηπίων) κατά την τελευταία εικοσαετία κυµάνθηκε σε µεγέθη στρεµµάτων. Πίνακας 48. Εξέλιξη Ανθοκαλλιεργειών Υπαίθρου και Θερµοκηπίων σε στρ. ( ) Μορφή καλλιέργειας Υπαίθρου Θερµοκηπίου Σύνολο ιεθνώς, µεγάλα ανθοκοµικά κέντρα στον αναπτυγµένο κόσµο είναι το Βέλγιο, η ανία, η Ολλανδία, οι ΗΠΑ κ.α. (χώρες υψηλής τεχνολογίας και χαµηλού κόστους παραγωγής), ενώ στον αναπτυσσόµενο κόσµο η Κολοµβία, το Μεξικό, το Περού, ο Ισηµερινός, η Κένυα, κ.α. (χώρες φτηνής εργασίας και ιδανικού µικροκλίµατος). Σε διεθνές επίπεδο η Κίνα µε 40% της παγκόσµιας έκτασης λουλουδιών παράγει το 7% της παγκόσµιας παραγωγής, οι ΗΠΑ µε 6% της παγκόσµιας έκτασης παράγει το 19% και η Ινδία µε 15% παράγει λιγότερο από το 1%. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε) µε µερίδιο 12% στη συνολική παγκόσµια έκταση και 42% στην παγκόσµια παραγωγή ανθέων και φυτών γλάστρας είναι µία από τις περιοχές µε τη µεγαλύτερη ένταση καλλιέργειας ανά εκτάριο. Η υψηλότερη παραγωγικότητα ανά εκτάριο παρατηρείται στην Ολλανδία και στην Ιταλία. Η µεγάλη απόδοση οφείλεται «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 94 από 281

95 στην ανάπτυξη της παραγωγής σε θερµοκηπιακές εγκαταστάσεις υψηλής τεχνολογίας. Πίνακας 49. Καλλιεργούµενη Έκταση και Παραγωγή Ε.Ε-25 * (συµπεριλαµβάνονται και τα χριστουγεννιάτικα δέντρα ) Έτος Έκταση καλλωπιστικών φυτών και λουλουδιών* (στρέµµατα) Παραγωγή καλλωπιστικών φυτών και λουλουδιών* (σε εκατοµµύρια ) Ο σηµαντικότερος εισαγωγέας λουλουδιών σε Ευρωπαϊκό επίπεδο είναι η Ολλανδία και ακολουθούν το Ηνωµένο Βασίλειο και η Γερµανία. Η εισαγωγή γίνεται κυρίως από τη Κένυα, το Ισραήλ, την Κολοµβία και το Εκουαδόρ. Οι κυριότεροι εξαγωγείς λουλουδιών της Ε.Ε είναι η Ολλανδία, η Ιταλία και η Γερµανία. Οι προορισµοί των εξαγωγών των νωπών-φρέσκων λουλουδιών αφορούν κυρίως τις ΗΠΑ, την Ελβετία, τη Ρωσία, τη Νορβηγία και την Ιαπωνία. Στην Ελλάδα οι εξαγωγές ανθοκοµικών προϊόντων, αν και εµφανίζουν µια αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια, θα λέγαµε ότι είναι πολύ χαµηλές, αφού η αξία τους αντιστοιχεί µόλις στο 8% της αξίας των εισαγωγών τους. Πίνακας 50. Εξέλιξη Εισαγωγών και Εξαγωγών ανθοκοµικών, Έτος Εισαγωγές (εκατ. ) Εξαγωγές (εκατ. ) ΙΣΟΖΥΓΙΟ , , , , , ,18 «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 95 από 281

96 Οι εξαγωγές των ελληνικών ανθοκοµικών ειδών γίνονται σε ποσοστό 68% προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε ποσοστό 32% προς τρίτες χώρες, µε καλύτερες αγορές αυτές της Γερµανίας και Γαλλίας. Οι ανθοκαλλιέργειες στην Ελλάδα υπό την έννοια της συστηµατικής εµπορίας και καλλιέργειας ανθοκοµικών ειδών δεν έχουν µεγάλη παράδοση, δεδοµένου ότι η ανθοκοµία άρχισε να ασκείται συστηµατικά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, αρχικά από αγρότες κυρίως της Αττικής, και στη συνέχεια από αγρότες και άλλων περιοχών. Το µερίδιο της αγοράς των υπεραγορών (σουπερµάρκετ) συνεχώς αυξάνεται, παρόλα αυτά στις περισσότερες χώρες εξειδικευµένα καταστήµατα ανθέων έχουν το µεγαλύτερο µερίδιο στην αγορά. Τα καταστήµατα ανθέων και οι αλυσίδες supermarket αποτελούν τις κυρίαρχες µορφές εµπορικής δοµής της αγοράς στην Γερµανία, στο Ηνωµένο Βασίλειο, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Ισπανία και στην Ολλανδία. Στην Ελλάδα, εφόσον επιλυθούν τα χρόνια προβλήµατα όπως είναι 1) η έλλειψη οργανωµένων/σύγχρονων αγορών 2) το κόστος θέρµανσης 3) ο χαµηλός βαθµός επαγγελµατικής κατάρτισης των ανθοκαλλιεργητών 4) ο µικρός βαθµός οργάνωσης των ανθοκοµικών εκµεταλλεύσεων και 5) το κόστος των εισροών, ο κλάδος µπορεί να αποτελέσει έναν από τους δυναµικότερους της φυτικής παραγωγής. Οι ευνοϊκές κλιµατολογικές συνθήκες που επικρατούν στα ανθοκοµικά κέντρα της Ελλάδας δίνουν ευνοϊκές προοπτικές για την περαιτέρω ανάπτυξη και εξάπλωση του κλάδου. Οι εξελίξεις των τελευταίων δυο δεκαετιών στο χώρο της Ανατολικής Ευρώπης καθώς και η διεύρυνση της Ε.Ε δηµιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για τη διάθεση ενός µεγάλου µέρους της ελληνικής παραγωγής στις αγορές αυτές. Σηµειώνεται ότι, για τις χώρες αυτές υπάρχει το συγκριτικό πλεονέκτηµα της µικρής απόστασης και των παραδοσιακών σχέσεων φιλίας. Επίσης, η διεύρυνση της Ε.Ε αναµένεται να επηρεάσει θετικά τη ζήτηση των καλλωπιστικών φυτών που είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε το αυξανόµενο κατά κεφαλήν εισόδηµα των καταναλωτών των νέων µελών της Ε.Ε. Ακολουθεί παρουσίαση της έκτασης των θερµοκηπίων ανθέων και των εµπορικών ανθόκηπων σε στρέµµατα στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 96 από 281

97 Σχήµα 24. Καλλιεργούµενες εκτάσεις θερµοκηπίων στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Έκταση Θερµοκηπίων & Εµπορικών Ανθοκήπων σε στρέµµατα ( ΕΣΥΕ 2009) Έκταση σε στρέµµατα Ηµαθία Θεσ/νίκη Κιλκίς Πέλλα Πιερία Σέρρες Χαλκιδική Θερµοκήπια Ανθέων Θερµοκήπια Κηπευτικών Εµπορικοί ανθόκηποι «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 97 από 281

98 3.1.8 ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΩΜΑΤΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΦΥΤΩΝ Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να προβάλλεται ως αίτηµα των καιρών η «επιστροφή στη φύση». Η τάση αυτή έχει οδηγήσει όλες τις χώρες σε µία αύξηση της ζήτησης για φυσικά προϊόντα και ιδιαίτερα για τα αρωµατικά & φαρµακευτικά φυτά λόγω των πολλαπλών χρήσεων τους. Σκοπός της καλλιέργειας των αρωµατικών και φαρµακευτικών φυτών είναι η παραγωγή αιθέριων ελαίων και ξηρής δρόγης. Οι χρήσεις των αρωµατικών και φαρµακευτικών φυτών είναι ανάλογες µε τα αιθέρια έλαια που περιέχουν. Τα έλαια αυτά χρησιµοποιούνται σήµερα σε ευρεία κλίµακα από πολλές βιοµηχανίες (αρωµάτων, σαπουνιών, καλλυντικών, τσιγάρων, τροφίµων, κλπ.) αλλά και σαν αρτύµατα ή καρυκεύµατα φαγητών ( όπως π.χ. η δάφνη, η ρίγανη, το δενδρολίβανο κλπ. ). Το σύνολο των καλλιεργουµένων εκτάσεων µε αρωµατικά και φαρµακευτικά φυτά σε παγκόσµιο επίπεδο είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί, διότι ο κλάδος αποτελείται από πολλά είδη διάσπαρτα κατανεµηµένα. Η κυρίαρχη χώρα παραγωγός αρωµατικών και φαρµακευτικών φυτών είναι η Ασία, ενώ οι µεγαλύτερες αγορές σε παγκόσµιο επίπεδο είναι η Κίνα, η Ευρώπη (Γαλλία, Γερµανία, Ιταλία, Ισπανία, Αγγλία), η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση αρωµατικά και φαρµακευτικά φυτά παράγονται στις 16 από τις 25 χώρες και συνολικά ευδοκιµούν περί τα 200 είδη. Οι καλλιεργούµενες εκτάσεις στην Ε.Ε την περίοδο ανέρχονταν περίπου στα χιλιάδες εκτάρια µε µέσο ετήσιο ρυθµό µείωσης της τάξης του 5,2%, ενώ οι παραγόµενες ποσότητες µειώθηκαν κατά 8,6% το οποίο παραπέµπει σε µείωση των στρεµµατικών αποδόσεων. Για την ίδια χρονική περίοδο στην Ελλάδα τα αντίστοιχα µεγέθη παρουσίασαν αύξηση (µέσος ετήσιος ρυθµός µεταβολής καλλιεργούµενων εκτάσεων 41,42%). Η αγορά των αρωµατικών και φαρµακευτικών φυτών στην Ευρώπη είναι πολύπλοκη λόγω της διαφορετικής τους χρήσης και η εµπορία τους συγκεντρώνεται και ελέγχεται από µικρό αριθµό χονδρεµπόρων. Οι καλλιεργούµενες εκτάσεις της Ελλάδας για το χρονικό διάστηµα ανέρχονταν σε 0,80% των συνολικά καλλιεργούµενων εκτάσεων της Ε.Ε. Το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 2,26%, το 2005 καταλαµβάνοντας έτσι την 11η θέση στο σύνολο των 16 ευρωπαϊκών χωρών. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 98 από 281

99 Η Ελλάδα θεωρείται µια από τις πλουσιότερες χώρες σε αρωµατικά και φαρµακευτικά φυτά, γεγονός που ανοίγει νέους και αρκετά προσοδοφόρους δρόµους στις αγροτικές καλλιέργειες, αν υπάρξει η απαιτούµενη οργάνωση για να αξιοποιηθούν. Στη χώρα µας ευδοκιµούν περισσότερα από 112 είδη αρωµατικών φυτών εκ των οποίων 68 χαρακτηρίζονται και ως µελισσοτροφικά. Τα κυριότερα εµπορικά αρωµατικά και φαρµακευτικά φυτά στην Ελλάδα είναι το τσάι του βουνού, το φασκόµηλο, η ρίγανη, το γλυκάνισο, ο βασιλικός, το µάραθο (µαραθόσπορος), το χαµοµήλι, η δάφνη, η µέντα, ο δυόσµος, η λεβάντα, κλπ. Τα κυριότερα καλλιεργούµενα είδη είναι: ο δίκταµος, ο κρόκος, η µέντα, η ρίγανη, το τσάι του βουνού, ο µαραθόσπορος, ο γλυκάνισος. Η συνολικά καλλιεργούµενη έκταση µε αρωµατικά και φαρµακευτικά φυτά κυµαίνεται από έως στρέµµατα και η ετήσια παραγωγή από έως τόνους µε τις κυριότερες καλλιέργειες να αποτυπώνονται στον Πίνακα 46. Πίνακας 51. Έκταση και παραγωγή αρωµατικών φυτών σε εθνικό επίπεδο Καλλιέργεια Έκταση Παραγωγή Έκταση Παραγωγή Έκταση Παραγωγή Γλυκάνισος ίκταµος Κρόκος , Λεβάντα Μαραθόσπορος Μέντα Ρίγανη , Φασκόµηλο Χαµοµήλι - (9) - 9,6-9,1 Τσάι του βουνού Πηγή: Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξη και Τροφίµων (2004) Η µέση στρεµµατική απόδοση των καλλιεργούµενων εκτάσεων δεν µπορεί να προσδιοριστεί καθότι υπάρχουν εκτάσεις εγκαταλελειµµένες, στις οποίες η καλλιέργεια δεν συγκοµίζεται κι επίσης ποσότητες που προέρχονται από αυτοφυή χλωρίδα. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 99 από 281

100 Ειδικότερα στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας η κατάσταση όσον αφορά στα αρωµατικά και φαρµακευτικά φυτά παρουσιάζεται παρακάτω: Σχήµα 25. Καλλιεργούµενες εκτάσεις αρωµατικών φυτών στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις Αρωµατικών Φυτών (κυρίως ρίγανη, γλυκάνισο, µέντα, κλπ.) σε στρέµµατα το 2009 (ΕΣΥΕ) Θεσσαλονίκη Ηµαθία 65 Κιλκίς 772 Πέλλα 3 Πιερία Σέρρες 119 Χαλκιδική Στην παγκόσµια αγορά η Ευρώπη είναι η πρώτη σε εισαγωγές χώρα µε ποσοστό 35%, ακολουθεί η Ασία µε 26%, η Β. Αµερική µε 21%, η Ιαπωνία µε 11% ενώ οι υπόλοιπες περιοχές καλύπτουν το 7%. Η Βουλγαρία αποτελεί έναν από τους κύριους προµηθευτές της Ευρώπης µε αρωµατικά & φαρµακευτικά φυτά αφού εξάγει το 75% των προϊόντων της κυρίως σε χονδρέµπορους της Γερµανίας. Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη, σύµφωνα µε το Παγκόσµιο Συµβούλιο για Φαρµακευτικά και Αρωµατικά Φυτά, το εµπόριο αυξάνει µε ετήσιο ρυθµό της τάξης του 10%, τόσο εξαιτίας της στροφής του πληθυσµού προς τη υγιεινή διατροφή και τις εναλλακτικές θεραπείες, όσο και γιατί έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτό το οικονοµικό όφελος από την εµπορία των αρωµατικών & φαρµακευτικών φυτών. Η φαινοµενική κατανάλωση στη χώρα µας αρωµατικών & φαρµακευτικών φυτών την περίοδο καταγράφει άνοδο µε ετήσιο ρυθµό µεταβολής 1,28%. Την ίδια περίοδο ένα µεγάλο µέρος της παραγωγής προορίζονταν για εξαγωγές, ενώ η εγχώρια κατανάλωση καλύπτονταν από εισαγωγές. Οι κυριότερες «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 100 από 281

101 χώρες προορισµού των ελληνικών εξαγωγών είναι η Κύπρος (γλυκάνισο, µάραθο, κορίανδρος), η Αλβανία (κορίανδρος, θυµάρι), η Βουλγαρία (κύµινο), η Ισπανία, η Ιταλία (κρόκος), οι Φιλιππίνες (δάφνη), οι ΗΠΑ (ρίγανη) και η Γερµανία (ρίγανη, φασκόµηλο). Αντίστοιχα, οι κυριότερες χώρες προέλευσης των ελληνικών εισαγωγών είναι η Τουρκία (γλυκάνισο, µάραθο, θυµάρι, δάφνη, ρίγανη), η Βουλγαρία (κορίανδρος, ρίγανη), η Συρία, η Ινδία (κύµινο), η Αλβανία (ρίγανη, θυµάρι), η Αυστρία και η Ισπανία (κρόκος). Ο κλάδος των αρωµατικών & φαρµακευτικών φυτών δεν αποτελεί σηµαντικό κοµµάτι του ελληνικού εξωτερικού εµπορίου, καθώς καλύπτει το µόλις το 0,01 % της αξίας των συνολικών εξαγωγών αλλά και των εισαγωγών της χώρας για την περίοδο Το κύριο εξαγώγιµο προϊόν είναι ο κρόκος µε ποσοστό συµµετοχής 51% επί του συνόλου της αξίας των εξαγώγιµων προϊόντων, ακολουθούν η ρίγανη µε ποσοστό 19%, ο γλυκάνισος, η δάφνη και το φασκόµηλο µε ποσοστό 1% αντίστοιχα. Σε όρους ποσότητας εξαγωγών η ρίγανη κατέχει πρωτεύουσα θέση µε ποσοστό 63% κι ακολουθούν ο κρόκος, η δάφνη, το φασκόµηλο µε ποσοστά 2% και ο κορίανδρος, το κύµινο και το θυµάρι µε ποσοστά 1%. Επί του συνόλου της αξίας των εισαγωγών η ρίγανη αποτελεί το 22%, ο µάραθος το 11%, το κύµινο το 9%, ο γλυκάνισος το 8%, ο κρόκος το 4% και το θυµάρι, η δάφνη, το αιθέριο έλαιο λεβάντας και ο κορίανδρος το 1%. Πρέπει να τονισθεί ότι η αξία των εξαγόµενων αρωµατικών & φαρµακευτικών φυτών είναι κατά πολύ υψηλότερη των αντίστοιχων εισαγωγών, γεγονός που επιβεβαιώνει την ποιοτική ανωτερότητα των εγχώριων προϊόντων. Τα περισσότερα αρωµατικά και φαρµακευτικά φυτά συναντώνται, λόγω των ευνοϊκών εδαφοκλιµατικών συνθηκών, ως αυτοφυή σε όλη την επικράτεια, για το λόγο αυτό η χώρα µας θα µπορούσε να αποτελεί την µητρόπολη της καλλιέργειας, δεδοµένου ότι η αγορά των αρωµατικών και φαρµακευτικών φυτών αποτελεί την ιδανική λύση για την αξιοποίηση φτωχών και εγκαταλελειµµένων εκτάσεων, κυρίως, σε ορεινές και ηµιορεινές περιοχές, όπου οι αγροί δεν µπορούν να αποδώσουν µε άλλες καλλιέργειες, στοιχείο, που επί σειρά ετών δεν έτυχε της οφειλόµενης προσοχής και πολιτικής για την αξιοποίηση των ορεινών και µειονεκτικών περιοχών της χώρας µας. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 101 από 281

102 Παρά το γεγονός ότι η καλλιέργεια των φυτών αυτών στην Ελλάδα είχε ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, εξακολουθεί να θεωρείται ένα νέο σχετικό πεδίο δράσης για τον ελλαδικό χώρο προσφέροντας µια εναλλακτική δυναµική ανάπτυξης στον πρωτογενή τοµέα, συµβάλλοντας στην αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, στην αύξηση του εισοδήµατος των παραγωγών και στην ανάπτυξη επιχειρηµατικών δραστηριοτήτων στις περιοχές αυτές µε αποτέλεσµα την συγκράτηση του πληθυσµού στην ύπαιθρο ενώ µπορεί να δώσει ώθηση και στον δευτερογενή τοµέα της µεταποίησης. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 102 από 281

103 3.1.9 ΑΜΠΕΛΟΟΙΝΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ Ο αµπελουργικός τοµέας αποτελεί έναν από τους βασικούς κλάδους της γεωργικής παραγωγής, που εξασφαλίζει προϊόντα για νωπή κατανάλωση όπως επιτραπέζια σταφύλια, σταφύλια για οινοποίηση και ξηρές σταφίδες. Η συνολική έκταση των αµπελώνων κυµαίνεται για την περίοδο 2001/2006 κοντά στα 1,3 εκ. στρέµµατα. Συγκρίνοντας τα διαθέσιµα στοιχεία για τις εκτάσεις των αµπελώνων της Ελλάδας (περίπου 1,3 εκατοµµύρια στρέµµατα) µε τα αντίστοιχα, κράτη µέλη (Κ-Μ) της Ένωσης, η χώρα µας βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις απέχοντας κατά πολύ από τις εκτάσεις χωρών όπως η Ισπανία (περίπου 12 εκατοµµύρια στρέµµατα) και η Γαλλία (περίπου 9,1 εκατοµµύρια στρέµµατα). Όσον αφορά στη γεωγραφική κατανοµή των ελληνικών εκτάσεων, ο µεγαλύτερος αριθµός αµπελώνων (στοιχεία τριετίας ) βρίσκεται στην Πελοπόννησο µε στρέµµατα, ενώ ακολουθούν η Κρήτη µε και η περιφέρεια της υτικής Ελλάδας µε Όσον αφορά στις εκτάσεις των καλλιεργούµενων ποικιλιών της Ελλάδας, οι οινάµπελοι κατέχουν περίπου το 56% των αµπελώνων, ενώ οι υπόλοιπες εκτάσεις καλλιεργούνται µε επιτραπέζιες ποικιλίες και σταφίδα. Οι ποικιλίες που προορίζονται για επιτραπέζια κρασιά καταλαµβάνουν το 80% περίπου της συνολικής έκτασης των οιναµπέλων, σηµειώνοντας σηµαντική πτώση από το Η παγκόσµια παραγωγή νωπών σταφυλιών µαζί µε τις εκτιµήσεις απωλειών υπολογίστηκε για το 2002 ότι ανήλθε σε 16,4 εκατοµµύρια τόνους (έναντι 15,4 το 2001: +6%). Με 8,7 εκατοµµύρια τόνους παραγωγή το 2002, η Ασία ήταν η πρώτη παραγωγός ήπειρος (53% παγκόσµιας παραγωγής), ακολουθούµενη από τις Ευρώπη (20%), Αµερική (15%) και Αφρική (11%). Η σχετική συνολική αύξηση που παρατηρείται το 2002 (+20% σε σχέση µε Μέσο Όρο Μ.Ο ) οφείλεται κυρίως στην Κίνα, στη Χιλή, στο Ιράν και στη Νότια Αφρική. Σύµφωνα µε στοιχεία του FAO, το 2004 η Κίνα ήταν η πρώτη σε παραγωγή σταφυλιού νωπής κατανάλωσης. Η Τουρκία ήταν δεύτερη (µε το «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 103 από 281

104 35% της συνολικής της παραγωγής σταφυλιού να προορίζεται προς νωπή κατανάλωση), µε σηµαντική διαφορά από την Κίνα, ενώ η Ελλάδα για την ίδια χρονιά ήταν 8η σε παραγωγή. Η ελληνική παραγωγή επιτραπέζιων σταφυλιών προς νωπή χρήση, παρουσιάζει σταθερά µειούµενη τάση κατά τη διάρκεια της τελευταίας 25ετίας. Παρόλα αυτά οι εξαγωγές νωπού επιτραπέζιου σταφυλιού παρουσιάζουν ανοδική τάση για την πενταετία , από τους στους τόνους, ενώ το εµπορικό πλεόνασµα για την ίδια περίοδο, έχει Μ.Ο. πενταετίας 86,5 εκατοµµύρια µε ανοδικές τάσεις. Η παραγωγή αντιστοιχεί σε όλα τα νωπά σταφύλια που, ανεξάρτητα από τον αρχικό σκοπό καλλιέργειας του αµπελώνα, αποξηραίνονται προς σταφίδα. Σύµφωνα µε το ιεθνή Οργανισµό Αµπέλου & Οίνου (OIV) η παγκόσµια παραγωγή, εκφρασµένη σε βάρος σταφίδας, ήταν το ,2 εκατοµµύρια τόνους (+1.2% σε σχέση µε το 2001). Αυτό το ύψος της παραγωγής µπορεί να θεωρηθεί ως υψηλό χωρίς να φθάνει το υψηλότερο καταγεγραµµένο του 2000 (1,3 εκατοµµύρια). Η Ασία παραµένει για το 2002 η πρώτη σε παραγωγή σταφίδας ήπειρος (590 χιλιάδες τόνους), ακολουθούµενη από τις ΗΠΑ (430 χιλιάδες τόνους) και την Ευρώπη (100 χιλιάδες τόνους). Η πρώτη παραγωγός χώρα από το 2000 µέχρι το 2002 ήταν οι ΗΠΑ (365 χιλιάδες τόνους), ακολουθούσε η Τουρκία (343 χιλιάδες τόνους) και το Ιράν (196 χιλιάδες τόνους) και τέταρτη σε σειρά ήταν η Ελλάδα. Σε ότι αφορά στην ελληνική παραγωγή σταφίδας (κορινθιακής & σουλτανίνας) αυτή φαίνεται σύµφωνα µε στοιχεία του Υπ.Α.Α.Τ στον πίνακα που ακολουθεί: Πίνακας 52: ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΑΦΙ ΑΣ (ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗΣ-ΣΟΥΛΤΑΝΙΝΑΣ) ΣΕ ΤΟΝΟΥΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ Μ.Ο. ΤΕΤΡΑΕΤΙΑΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΣΟΥΛΤΑΝΙΝΑ ΣΥΝΟΛΟ Πηγή: (Υπ.Α.Α.Τ) «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 104 από 281

105 Σε ότι αφορά στο εµπόριο, για την Ελλάδα, τα αποξηραµένα σταφύλια (σουλτανίνα, κορινθιακή σταφίδα, κα) αποτελούν καθαρά εξαγωγικό προϊόν. Οι εξαγωγές λαµβάνουν χώρα κυρίως προς τα Κ-Μ της Ε.Ε (κατά 85%), ενώ παρουσιάζουν σταθερά ανοδική πορεία για το διάστηµα , µε εξαίρεση το 2003 και το 2004, η οποία ενδεχοµένως ερµηνεύεται από την ιστορικά χαµηλή παραγωγή σταφίδας που πραγµατοποιήθηκε το Το διάστηµα αυτό οι συνολικές εξαγωγές κυµάνθηκαν από έως τόνους, ενώ το εµπορικό πλεόνασµα σταφίδας είναι σταθερό περίπου στα 34,5 εκατοµµύρια, µε εξαίρεση τη διετία 2003 και 2004, που παρουσιάστηκε µειωµένο πιθανώς λόγω της µικρής παραγωγής του Όσον αφορά στην παραγωγή χυµού σταφυλής, σε πολλές χώρες δεν υπάρχουν διαθέσιµα στατιστικά στοιχεία και όπου υπάρχουν, παρατηρείται µη σαφής διαχωρισµός µεταξύ της παραγωγής µούστου και του χυµού σταφυλής. Παρόλα αυτά σύµφωνα µε εκτιµήσεις βασιζόµενες στην παγκόσµια κατανάλωση χυµού σταφυλής, υπολογίζεται ότι η παγκόσµια παραγωγή ανέρχεται περίπου σε 1 εκατοµµύριο λίτρα. Όσον αφορά στην παραγωγή οίνου, κατά την περίοδο , η παγκόσµια παραγωγή αµπελιού είχε ραγδαία πτώση. Κατά την περίοδο η πτωτική τάση συνεχίστηκε µε µεγαλύτερη ένταση (-14%). Από το 1995 µέχρι το 2000 υπήρξε αλλαγή από πτωτική σε ανοδική τάση στην παραγωγή, κυρίως λόγω αύξησης της συνολικά καλλιεργούµενης έκτασης αµπελιού, µε εξαίρεση το 1998 λόγω του φαινόµενου «Ελ Νίνιο». Το 2002 η παγκόσµια παραγωγή οίνου ήταν 26,1 εκατοµµύρια λίτρα (-2%, σε σχέση µε το 2001) και µπορεί να χαρακτηριστεί µέτρια έως µικρή σε σχέση µε το µέσο όρο παραγωγής που ήταν 27,3 εκατοµµύρια λίτρα. Σύµφωνα µε στοιχεία του FAO η παγκόσµια παραγωγή οίνου για την περίοδο 2003/04 ήταν 27,1 εκατοµµύρια τόνους. Η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία παράγουν σχεδόν το 50% της παγκόσµιας παραγωγής, οι ΗΠΑ (το 90% παράγεται στην Καλιφόρνια) που συνεχώς αυξάνει την παραγωγή της, είναι στην τέταρτη θέση και ακολουθούν η Αργεντινή, η Κίνα και η Αυστραλία. Τα Κ-Μ της Ε.Ε, σύµφωνα µε τα στοιχεία του OIV, κυριαρχούν στην παγκόσµια παραγωγή κρασιού. Ειδικότερα, η Ε.Ε παράγει σχεδόν το 60% της «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 105 από 281

106 παγκόσµιας παραγωγής, µε την Ιταλία και τη Γαλλία, να αποτελούν τους σηµαντικότερους (σχεδόν 34% της συνολικής), αν και σε πτωτική τάση, παραγωγούς. Η Ισπανία είναι η τρίτη, σε ποσότητα, παραγωγική χώρα µε ισχυρά ανοδική τάση της συµµετοχής της στο παγκόσµιο µερίδιο από το 11% το 1996 στο 17% το Όλα τα υπόλοιπα Κ-Μ της Ε.Ε παράγουν συνολικά λιγότερο από 10% της παγκόσµιας παραγωγής. Σηµαντική παραγωγή καταγράφεται στα κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, ενώ παράλληλα διακρίνονται στην παγκόσµια αγορά ως σηµαντικοί εξαγωγείς. Συνοψίζοντας, η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε) είναι παγκόσµιος ηγέτης στην αγορά κρασιού και καταλαµβάνει την πρώτη θέση σε όλους τους τοµείς. Πίνακας 53. Συνολική παραγωγή κρασιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση(*1.000 εκατόλιτρα) ΧΩΡΕΣ Μ.Ο. ΠΕΝΤΑΕΤΙΑΣ ΤΣΕΧΙΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΕΛΛΑ Α ΙΣΠΑΝΙΑ ΓΑΛΛΙΑ ΙΤΑΛΙΑ ΚΥΠΡΟΣ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ ΟΥΓΓΑΡΙΑ ΜΑΛΤΑ ΑΥΣΤΡΙΑ ΠΟΡΤΟΓΑΛΛΙΑ ΣΛΟΒΕΝΙΑ ΣΛΟΒΑΚΙΑ ΛΟΙΠΑ Κ-Μ ΣΥΝΟΛΟ Ε.Ε ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ ΡΟΥΜΑΝΙΑ Για την Ελλάδα όπως και για την Ε.Ε συνολικά, ο τοµέας αµπέλι - κρασί είναι εξαιρετικά σηµαντικός λόγω του ότι η Ε.Ε είναι ηγετική δύναµη σε παγκόσµιο επίπεδο µε το 64,7% των παγκόσµιών εξαγωγών οίνου να «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 106 από 281

107 πραγµατοποιούνται από χώρες της Ε.Ε. Πρώτη σε συµµετοχή στις παγκόσµιες εξαγωγές, σύµφωνα µε εκτιµήσεις του OIV, είναι η Ιταλία µε 18,8%, ακολουθούν η Ισπανία και η Γαλλία µε 17,6% και 17,4% αντίστοιχα, ενώ η Ελλάδα συµµετέχει µε µερίδιο 0,2%. Σύµφωνα µε στοιχεία του Υπ.Α.Α.Τ, η εγχώρια παραγωγή οίνου από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 µέχρι και το 2002 ακολουθεί, µε µικρές εξαιρέσεις, φθίνουσα πορεία. Πίνακας 54. Οινοπαραγωγή περιόδου σε 100-λιτρα ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 1. ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΟΙ ΟΙΝΟΙ ΣΥΝΟΛΙΚΟΣ ΟΓΚΟΣ (100ΛΓΤΡΑ) ΕΚ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΟΙΝΟΙ ΕΡΥΘΡΟΙ & ΕΡΥΘΡΩΠΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΟΙΝΟΙ ΛΕΥΚΟΙ α) Χωρίς γεωγραφική ένδειξη β) Με γεωγραφική ένδειξη γ) Ονοµασία κατά παράδοση:(γ.1 + γ.2) γ.1) Χωρίς γεωγραφική ένδειξη (Ρετσίνα υπόλοιπης^ώρας) γ.2) Με γεωγραφική ένδειξη 20, (Τοπικοί Οίνοι: Βερντέα Ζακύνθου, Ρετσίνα Απικής- Βοιωτίας-Εύβοιας) 2. V.Q.P.R.D. (ΟΠΑΠ-ΟΠΕ) ΣΥΝΟΛΟ ΓΛΕΥΚΗ ΣΤΑΦΥΛΗΣ ΣΥΝΟΛΟ Πηγή: Υπ.Α.Α.Τ Σύµφωνα µε τα στοιχεία του ανωτέρω πίνακα, η ελληνική παραγωγή οίνου περιλαµβάνει κυρίως οίνους λευκούς (68%) και δευτερευόντως οίνους ερυθρούς και ερυθρωπούς (32%) το µερίδιο των οποίων στη συνολική εγχώρια παραγωγή συνεχώς µειώνεται. Όσον αφορά στους τύπους του παραγόµενου οίνου, η συνολική εγχώρια παραγωγή καλύπτεται σε συντριπτικό ποσοστό από επιτραπέζιους οίνους, ενώ µικρό µόνον µέρος της παραγωγής αφορά οίνους V.Q.P.R.D. (περίπου 9,5%) ποσοστό που παραµένει µάλλον σε περιορισµένο επίπεδο. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 107 από 281

108 Οι ελληνικές εξαγωγές οίνου, προς τα Κ-Μ της Ε.Ε, για την πενταετία κυµάνθηκαν από 27 έως 30,5 χιλιάδες τόνους, µε εξαίρεση το έτος 2003 όπου παρουσίασαν πολύ σηµαντική άνοδο (σχεδόν διπλασιασµός σε σχέση µε το 2002, τόνους). Συγκριτικά οι εξαγωγές οίνου προς τρίτες χώρες βρίσκονται σε ιδιαίτερα χαµηλά επίπεδα (Μ.Ο. πενταετίας περίπου τόνους). Οι εισαγωγές οίνου αποτελούν περίπου το 51% της ποσότητας των εξαγωγών, ενώ το εµπορικό πλεόνασµα οίνου παρουσιάζεται σταθερά θετικό για την πενταετία, µε πτωτικές τάσεις από τα 43 (για το 2003) στα 27 εκατοµµύρια (για το 2006). Οι κύριοι εξαγωγικοί προορισµοί του ελληνικού κρασιού αποτελούν η Γερµανία (µε σηµαντική διαφορά από τις υπόλοιπες), η Γαλλία, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και το Βέλγιο. Ακολουθεί παρουσίαση της κατανοµής των εκτάσεων των αµπελώνων καθώς και των αµπελουργικών προϊόντων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας όπου διαπιστώνεται αφενός ότι η κύρια παραγωγική κατεύθυνση είναι αυτή της παραγωγής οίνων έναντι των επιτραπέζιων σταφυλιών και αφετέρου ότι τα κύρια κέντρα αµπελοκαλλιέργειας της Περιφέρειας είναι οι ΠΕ Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Σχήµα 26. Καλλιεργούµενες εκτάσεις αµπελώνων στην ΠΚΜ (2007) ΠΗΓΗ: ΕΛ.ΣΤΑΤ «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 108 από 281

109 Σχήµα 27. Καλλιεργούµενες εκτάσεις αµπελώνων στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις Aµπελώνων το 2007 σε στρέµµατα (ΕΣΥΕ) Ηµαθία Θεσσαλονίκη Κιλκίς Πέλλα Πιερία Σέρρες Χαλκιδική Οινοποιήσιµα Επιτραπέζια Σχήµα 28. Παραγωγή µούστου και επιτραπέζιων σταφυλιών στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Παραγωγή Μούστου και Επιτραπέζιων σταφυλιών το 2009 σε τόνους (ΕΣΥΕ) Ηµαθία Θεσσαλονίκη Κιλκίς Πέλλα Πιερία Σέρρες Χαλκιδική Μούστος Επιτραπέζια Σταφύλια «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 109 από 281

110 Η διαχρονική εξέλιξη της καλλιέργειας οινάµπελων και επιτραπέζιων σταφυλιών στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας αποτυπώνεται στον Πίνακα 50 από το οποίο διαπιστώνεται µια διαχρονική συρρίκνωση της καλλιεργούµενης έκτασης. Πίνακας 55. ιαχρονική µεταβολή καλλιέργειας οινάµπελων και επιτραπέζιων σταφυλιών ΕΙ ΟΣ / / /1990 ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑΣ Αµπελοι Οινάµπελοι Άµπελοι Επιτραπέζιων Σταφυλιών Σχήµα 29. Καλλιεργούµενες εκτάσεις οινάπελων και αµπελιών παραγωγής επιτραπέζιου σταφυλιού στην ΠΚΜ Οινάμπελοι Άμπελοι Επιτραπέζιων Σταφυλιών *Όπου 1,2,3 και 4 αντιστοιχούν στα έτη 1978, 1985, 1990 και 2008 Οι εκτάσεις που καταλαµβάνει η αµπελοκαλλιέργεια αντιπροσωπεύουν µικρό ποσοστό της χρησιµοποιούµενης γεωργικής έκτασης. Η αµπελουργία είναι τοπικής σηµασίας καλλιέργεια αλλά µε µεγάλες προοπτικές Με τον Καν (ΕΚ) 479/2008 και τον εφαρµοστικό αυτού (Καν (ΕΚ) 607/2009 η Ε.Ε. µεταβλήθηκε το θεσµικό πλαίσιο για τους οίνους ποιότητας (ΟΠΑΠ, ΟΠΕ) που ίσχυε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο επί σειρά ετών ώστε να υπάρχει ενιαία αντιµετώπιση για «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 110 από 281

111 όλα τα ποιοτικά αγροτικά προϊόντα. Με βάση το νέο αυτό πλαίσιο ισχύουν πλέον οι ακόλουθες κατηγορίες: Οίνοι Ονοµασίας Προελεύσεως. Παράγονται σε συγκεκριµένες περιοχές, των οποίων το όνοµα φέρουν στην ετικέτα τους. Ο νοµοθέτης έχει καθορίσει, τις ποικιλίες αµπέλου από τις οποίες παράγονται τα συγκεκριµένα κρασιά, τις συνθήκες καλλιέργειας για την καλή ωρίµανση των σταφυλιών, τους τρόπους οινοποίησης έτσι ώστε να παρουσιάζουν τυπικό χαρακτήρα. Τα ελληνικά κρασιά µε Ονοµασία Προελεύσεως διακρίνονται σε Οίνους Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητας (Ο.Π.Α.Π.) και Οίνους Ονοµασίας Προελεύσεως Ελεγχόµενης (Ο.Π.Ε.) Στην Ελλάδα παράγονται 27 οίνοι Ονοµασίας Προελεύσεως εκ των οποίων οι 19 είναι Ο.Π.Α.Π. και οι υπόλοιποι Ο.Π.Ε. Σύµφωνα µε τη νέα ευρωπαϊκή οινική νοµοθεσία οι ελληνικοί οίνοι ΟΠΑΠ εντάσσονται στην κατηγορία των προϊόντων ΠΟΠ. Επιτραπέζιοι Οίνοι. ιακρίνονται στους Τοπικούς Οίνους, τους Oίνους µε Ονοµασία Κατά Παράδοση και τα κρασιά Μάρκας (brand name). Τοπικοί Οίνοι. Τα κρασιά που παράγονται σε συγκεκριµένα γεωγραφικά διαµερίσµατα ή σε µικρές µεµονωµένες περιοχές, σύµφωνα µε όρους, αντίστοιχους µε αυτούς που συναντήσαµε στα κρασιά Ονοµασίας Προέλευσης. Στην ετικέτα τους διαβάζουµε τη Γεωγραφική Ένδειξη της Καταγωγής τους π.χ. Μακεδονικός Τοπικός Οίνος. Ελληνικοί Οίνοι ΠΟΠ (ΟΠΑΠ) Οίνοι "Προστατευόµενης Ονοµασίας Προέλευσης" (πρώην Οίνοι "Ονοµασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος") Οίνοι ΠΟΠ (ΟΠΑΠ) Γουµένισσα - Κιλκίς (PDO Goumenissa) Οίνοι ΠΟΠ (ΟΠΑΠ) Νάουσα - Ηµαθία (PDO Naoussa) Οίνοι ΠΟΠ (ΟΠΑΠ) Πλαγιές Μελίτωνα - Χαλκιδική (PDO Playies Melitona) Η Γουµένισσα είναι το επίκεντρο του ερυθρού ξηρού οίνου ΠΟΠ (ΟΠΑΠ) Γουµένισσα, που εκτός από ξινόµαυρο περιέχει και την τοπική ερυθρή ποικιλία νεγκόσκα. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 111 από 281

112 Από το 2009 ο αµπελώνας της Γουµένισσας και του Ευρωπού παράγει και τους οίνους ΠΓΕ Πλαγιές Πάικου (Τοπικός Οίνος Πλαγιών Πάικου). Οίνοι ΠΓΕ - "Προστατευόµενης Γεωγραφικής Ένδειξης" ή Τοπικοί Οίνοι Οίνοι ΠΓΕ Ηµαθία (Τοπικός Οίνος Ηµαθίας) Ποικιλίες οίνων ΠΓΕ Ηµαθία: ξινόµαυρο (σε λευκή οινοποίηση για λευκούς οίνους), πρικνάδι, αθήρι, ασύρτικο, µαλαγουζιά, ροδίτης, σαρντονέ, σοβινιόν µπλαν, µερλό, σιρά. Τύποι οίνων ΠΓΕ Ηµαθία: λευκός, ροζέ, ερυθρός - ξηρός, ηµίξηρος, ηµίγλυκος. Παράγονται 37 οίνοι ΠΓΕ Ηµαθία από 14 οινοπαραγωγούς. Στην πλειοψηφία τους ερυθροί οίνοι που είναι από ξινόµαυρο µε µερλό ή/και σιρά. Υπάρχει πρόταση αυτοί οι ερυθροί οίνοι να γίνουν υπο-κατηγορία του ΟΠΑΠ Νάουσα (µε περιορισµένο το ποσοστό των ξενικών ποικιλιών). Οι περισσότεροι από τους λευκούς οίνους είναι από ξινόµαυρο σε λευκή οινοποίηση αλλά µετά την τροποποίηση του 2011 αυτό µάλλον θα αλλάξει. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΗΜΑΘΙΑ (ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΗΜΑΘΙΑΣ): Άσπρο από Μαύρο - κρασί λευκό ξηρό - Κτήµα Χρυσοχόου αλαµάρα ΛΕΥΚΟΣ - κρασί λευκό ξηρό - Οινοποιείο αλαµάρα ΟΓΜΑΤΙΚΟΣ -κρασί λευκό ξηρό - VAENI NAOUSSA ΕΛΙΝΟΣ λευκός - κρασί λευκό ξηρό - Ελίνος Ίµερος λευκός - κρασί λευκό ξηρό - VAENI NAOUSSA Λευκός Φουντή - κρασί λευκό ξηρό - Κτήµα Φουντή Τρυγίας Φουντή - κρασί λευκό ξηρό - Κτήµα Φουντή ΚΑΠΝΙΣΤΟΣ αλαµάρα - κρασί λευκό ξηρό - Οινοποιείο αλαµάρα Αγέχορος - κρασί ερυθρό ξηρό - Οινοποιείο αλαµάρα Γιαννακοχώρι - κρασί ερυθρό ξηρό - Κτήµα Κυρ Γιάννη ΙΑΠΟΡΟΣ - κρασί ερυθρό ξηρό - Κτήµα Κυρ Γιάννη ΥΟ ΕΛΙΕΣ - κρασί ερυθρό ξηρό - Κτήµα Κυρ Γιάννη «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 112 από 281

113 ΕΛΙΝΟΣ ερυθρός - κρασί ερυθρό ξηρό - Ελίνος Έντεχνος - κρασί ερυθρό ξηρό - VAENI NAOUSSA Κάβα ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ - κρασί ερυθρό ξηρό - Κτήµα Χρυσοχόου Κτήµα Χρυσοχόου SYRAH - κρασί ερυθρό ξηρό - Κτήµα Χρυσοχόου ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (ΤΟΠΙΚΟΣ ΟΙΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ) Ποικιλίες οίνων ΠΓΕ Θεσσαλονίκη: αθήρι, ασύρτικο, ζουµιάτικο, µαλαγουζιά, ροδίτης, σαββατιανό, βιονιέ, σαρντονέ, σοβινιόν µπλαν, τρεµπιάνο, ληµνιό, ξινόµαυρο, παµίδι, γκρενάς ρουζ, καµπερνέ σοβινιόν, σενσό, µερλό, σιρά. Τύποι οίνων ΠΓΕ Θεσσαλονίκη: λευκός, ροζέ, ερυθρός - ξηρός. Θεσµοθετήθηκε το 2006 και έχει ήδη αξιόλογη παρουσία. Παράγονται 35 οίνοι ΠΓΕ Θεσσαλονίκη από 11 οινοπαραγωγούς. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ (ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ): Ασύρτικο, Μαλαγουζιά -κρασί λευκό ξηρό - Οινοποιείο Βούλγαρη Cabernet - Merlot - κρασί ερυθρό ξηρό - Οινοποιία Αρβανιτίδη Merlot - κρασί ερυθρό ξηρό - Οινοποιείο Βούλγαρη Merlot - κρασί ερυθρό ξηρό - Οινοποιία Αρβανιτίδη Syrah - κρασί ερυθρό ξηρό - Οινοποιία Αρβανιτίδη ΦλόγΟινος - κρασί ερυθρό ξηρό - Μεσηβρία Οινοποιητική ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΠΕΛΛΑ (ΤΟΠΙΚΟΣ ΟΙΝΟΣ ΠΕΛΛΑΣ) Ποικιλίες οίνων ΠΓΕ Πέλλα: ροδίτης, σαρντονέ, σοβινιόν µπλαν, τρεµπιάνο, αγιωργίτικο, ληµνιό, µοσχόµαυρο, ξινόµαυρο, νεγκόσκα, καµπερνέ σοβινιόν, µερλό, σενσό, σιρά. Τύποι οίνων ΠΓΕ Πέλλα: λευκός, ροζέ, ερυθρός - ξηρός, ηµίξηρος. Παράγονται 11 οίνοι ΠΓΕ Πέλλα από 2 οινοπαραγωγούς αλλά στην περιοχή υπάρχει µεγάλη οινική ανάπτυξη και πιθανότατα θα προστεθούν και άλλοι. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 113 από 281

114 ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΠΕΛΛΑ (ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΕΛΛΑΣ): Κτήµα Λίγας ΛΕΥΚΟΣ - κρασί λευκό ξηρό - Κτήµα Λίγας Κτήµα Λίγας Ροδίτης - κρασί λευκό ξηρό - Κτήµα Λίγας Κτήµα Λίζας ΡΟΖΕ - κρασί ροζέ ξηρό - Κτήµα Λίγας Κτήµα Λίγας ΕΡΥΘΡΟΣ - κρασί ερυθρό ξηρό - Κτήµα Λίγας ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΠΙΕΡΙΑ (ΤΟΠΙΚΟΣ ΟΙΝΟΣ ΠΙΕΡΙΑΣ) Ποικιλίες οίνων ΠΓΕ Πιερία: ασύρτικο, µαλαγουζιά, ροδίτης, σαββατιανό, σαρντονέ, σοβινιόν µπλαν, τρεµπιάνο, αγιωργίτικο, ληµνιώνα, ξινόµαυρο, παµίδι, γκρενάς ρουζ, καµπερνέ σοβινιόν, µερλό, σενσό, σιρά. Τύποι οίνων ΠΓΕ Πιερία: λευκός, ροζέ, ερυθρός - ξηρός, ηµίξηρος, ηµίγλυκος, γλυκύς. Θεσµοθετήθηκε τον Ιούνιο του 2008 σηµατοδοτώντας την είσοδο της Πιερίας στον οινικό χάρτη. Παράγονται 9 οίνοι ΠΓΕ Πιερία από 2 οινοπαραγωγούς αλλά θα προστεθούν και άλλοι. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΠΙΕΡΙΑ (ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΙΕΡΙΑΣ): Οίνοι από το Κτήµα Κούρτη, Κελάρι, Χρυσοστόµου, Τερζή και Κτήµα Αδάµου ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΣΕΡΡΕΣ (ΤΟΠΙΚΟΣ ΟΙΝΟΣ ΣΕΡΡΩΝ) Ποικιλίες οίνων ΠΓΕ Σέρρες: αγούµαστος, αθήρι, ασπρούδα Σερρών, ασύρτικο, ζουµιάτικο, µαλαγουζιά, µοσχάτο Αλεξανδρείας, µπατίκι, ροδίτης, σαρντονέ, σοβινιόν µπλαν, τρεµπιάνο, κοϊνιάρικο, ληµνιό, παµίδι, καµπερνέ φραν, καµπερνέ σοβινιόν, µερλό, σενσό, σιρά. Τύποι οίνων ΠΓΕ Σέρρες: λευκός, ροζέ, ερυθρός - ξηρός, ηµίξηρος, ηµίγλυκος. Θεσµοθετήθηκε το 1995 αλλά η ουσιαστική του ανάπτυξη άρχισε το «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 114 από 281

115 Τροποποιήθηκε στα τέλη του 2010, οπότε διευρύνθηκε σηµαντικά η ποικιλιακή του σύνθεση. Παράγονται 33 οίνοι ΠΓΕ Σέρρες από 8 οινοπαραγωγούς και θα προστεθούν και άλλοι. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΣΕΡΡΕΣ (ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΣΕΡΡΩΝ): Βισαλτικός λευκός - Λευκός ξηρός - Το Κτήµα τ' Αποστόλη ΒΙΤΑΣΤΙΑΝΟΣ λευκός - Λευκός ξηρός - Κτήµα Χαραλαµπόγλου Λυκόπετρα λευκός - Λευκός ξηρό - Κτήµα Χαραλαµπόγλου Ισάρι - Ροζέ ξηρός - Gazoritis Winery Λυκόπετρα ροζέ - Ροζέ ξηρός - Κτήµα Χαραλαµπόγλου άκρυ Χαράς - Ερυθρός ξηρός - Το Κτήµα τ' Αποστόλη ΙΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ - Ερυθρός ξηρός - Gazoritis Winery ΕΡΙΦΥΛΗ - Ερυθρός ξηρός - Το Κτήµα τ' Αποστόλη SYRAH - Ερυθρός ξηρός - Κτήµα Χαραλαµπόγλου Λυκόπετρα ερυθρός - Ερυθρός ξηρός - Κτήµα Χαραλαµπόγλου ΠΟΡΦΥΡΑ - Ερυθρός ξηρός - Gazoritis Winery ΑΡΤΕΜΙ ΟΣ Η ΥΣ - Ερυθρός ηµίγλυκος - Gazoritis Winery Βισαλτικός Ηµίγλυκος - Ερυθρός ηµίγλυκος - Το Κτήµα τ' Αποστόλη ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗ (ΤΟΠΙΚΟΣ ΟΙΝΟΣ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ) Η τροποποίηση του εκεµβρίου 2011 (ΦΕΚ 2778Β ) διεύρυνε ελαφρώς την ποικιλιακή σύνθεση (βιονιέ, σαρντονέ) και επέβαλε περιορισµούς ποσοστών σε κάποιες ποικιλίες. Ποικιλίες οίνων ΠΓΕ Χαλκιδική: αθήρι, ασύρτικο µαλαγουζιά, µοσχάτο Αλεξανδρείας, ροδίτης, σοβινιόν µπλαν, τρεµπιάνο, σαρντονέ, βιονιέ, ληµνιό, ξινόµαυρο, γκρενάς ρουζ, καµπερνέ σοβινιόν, µερλό, σιρά. Οι ποικιλίες αθήρι, ασύρτικο, ροδίτης & ληµνιό, καµπερνέ σοβινιόν πρέπει να είνασι σε ποσοστά διαφορετικά των λευκών & ερυθρών οίνων ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα αντιστοίχως. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 115 από 281

116 Τύποι οίνων ΠΓΕ Χαλκιδική: λευκός, ροζέ, ερυθρός - ξηρός, ηµίξηρος, ηµίγλυκος. Παράγονται 31 οίνοι ΠΓΕ Χαλκιδική από 7 οινοπαραγωγούς αλλά θα προστεθούν και άλλοι. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗ (ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ): ΑΜΠΕΛΩΝΑΣ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ - Λευκός ξηρός - Ε. Τσάνταλης ALEXANDRA - Λευκός ξηρός - Κτήµα Παπαγιάννη ΤΡΙΑ ΠΟ ΙΑ λευκός - Λευκός ξηρός - Ε. Τσάνταλης VIOGNIER ASSYRTIKO - Λευκός ξηρός - Κτήµα Παπαγιάννη Claoudia Papagianni Rose - Ροζέ ξηρός - Κτήµα Παπαγιάννη Grenache rose - Ροζέ ξηρός - Ε. Τσάνταλης ΤΡΙΑ ΠΟ ΙΑ ροζέ - Ροζέ ξηρός - Ε. Τσάνταλης ΕΞ' ΑΡΝΩΝ ερυθρός - Ερυθρός ξηρός - Κτήµα Παπαγιάννη MERLOT Τσάνταλη - Ερυθρός ξηρός - Ε. Τσάνταλης NIKOLAS - Ερυθρός ξηρός - Κτήµα Παπαγιάννη ΤΡΙΑ ΠΟ ΙΑ ερυθρός - Ερυθρός ξηρός - Ε. Τσάνταλης ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑ (ΜΑΚΕ ΟΝΙΚΟΙ ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ) Οι οίνοι ΠΓΕ Μακεδονία θεσµοθετήθηκαν το 1989 ως Μακεδονικοί Τοπικοί Οίνοι. Ποικιλίες αµπέλου οίνων ΠΓΕ Μακεδονία: Στους οίνους ΠΓΕ Μακεδονία (Τοπικούς οίνους Μακεδονίας) επιτρέπεται η χρήση σταφυλιών ή οίνων που προέρχονται από τις ζώνες ΠΟΠ (ΟΠΑΠ) ή/και ΠΓΕ (τοπικών οίνων) που έχουν θεσµοθετηθεί στην αµπελουργική περιφέρεια της Μακεδονίας, δηλαδή τις ζώνες: ΠΟΠ Αµύνταιο, ΠΟΠ Γουµένισσα, ΠΟΠ Νάουσα, ΠΟΠ Πλαγιές Μελίτωνα, ΠΓΕ Άγιον Όρος, ΠΓΕ Αγορά, ΠΓΕ Αδριανή, ΠΓΕ Βελβεντός, ΠΓΕ Γρεβενά, ΠΓΕ ράµα, ΠΓΕ Επανοµή, ΠΓΕ Ηµαθία, ΠΓΕ Θεσσαλονίκη, ΠΓΕ Καστοριά, ΠΓΕ Κοζάνη, ΠΓΕ Νέα Μεσηµβρία, ΠΓΕ Παγγαίο, ΠΓΕ Πέλλα, ΠΓΕ Πιερία, ΠΓΕ Πλαγιές Βερτίσκου, ΠΓΕ Πλαγιές Πάικου, ΠΓΕ Σέρρες, ΠΓΕ Σιάτιστα, ΠΓΕ Σιθωνία, ΠΓΕ Φλώρινα, ΠΓΕ Χαλκιδική. Τύποι οίνων ΠΓΕ Μακεδονία: λευκός, ροζέ, ερυθρός - ξηρός, ηµίξηρος, ηµίγλυκος. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 116 από 281

117 Είναι ο περιφερειακός τοπικός οίνος που άνοιξε το χορό και έγινε πρώτος γνωστός. Σήµερα, παράγονται 74 οίνοι ΠΓΕ Μακεδονία από 23 οινοπαραγωγούς, εκ των οποίων µόνο 2 είναι εκτός περιφέρειας. Η θέσπιση των νοµαρχιακών τοπικών οίνων Καστοριάς, Κοζάνης και Πιερίας αλλά κυρίως η αναθεώρηση του τοπικού οίνου Φλώρινας µειώνει σταδιακά την εκπροσώπησή του. Το ίδιο θα προκαλέσει και η θέσπιση του τοπικού οίνου περιοχής "Πλαγιές Πάϊκου". ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑ (ΜΑΚΕ ΟΝΙΚΟΙ ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ): Από οινοποιεία εντός ζώνης Αθήρι - λευκός ξηρός - Ε. Τσάνταλης ARGATIA λευκός - λευκός ξηρός - Αργατία CAVA TSANTALI λευκός - λευκός ξηρός - Ε. Τσάνταλης Chardonnay - λευκός ξηρός - Οινοποιία Αρβανιτίδη CHARDONNAY BOUTARI - λευκός ξηρός - Μπουτάρης Οινοποιητική Chardonnay Oak - λευκός ξηρός - Οινοποιία Αρβανιτίδη Claoudia Papagianni λευκός - λευκός ξηρός - Κτήµα Παπαγιάννη ΕΞ ΑΡΝΩΝ λευκός - λευκός ξηρός - Κτήµα Παπαγιάννη Λευκίτης - λευκός ξηρός - Κτήµα Χρυσοχόου ΜΑΚΕ ΟΝΙΚΟΣ λευκός - λευκός ξηρός - Ε. Τσάνταλης ΠΡΕΚΝΙΑΡΙΚΟ - λευκός ξηρός - Κτήµα Χρυσοχόου SAUVIGNON BLANC - λευκός ξηρός - Μπουτάρης Οινοποιητική ΣΥΛΛΟΓΗ Στέλιου Κεχρή λευκός - λευκός ξηρός - Οινοποιία Κεχρή Το Μυστικό - λευκός ξηρός - Οινοποιία Κεχρή ΠΕΤΡΙΤΗΣ λευκός - λευκός ηµίξηρος - Κτήµα Χρυσοχόου ΜΑΚΕ ΟΝΙΚΟΣ ροζέ - ροζέ ξηρός - Ε. Τσάνταλης Rose Boutari Sec - ροζέ ξηρ - Μπουτάρης Οινοποιητική ΠΕΤΡΙΤΗΣ ροζέ - ροζέ ηµίξηρος - Κτήµα Χρυσοχόου Rose Boutari Demi Sec - ροζέ ηµίξηρος - Μπουτάρης Οινοποιητική Rose Foundi - ροζέ ηµίξηρος - Κτήµα Φουντή AGRATIA ερυθρός - ερυθρός ξηρός - Αργατία AGRATIA ΞΙΝΟΜΑΥΡΟ - ερυθρός ξηρός - Αργατία CAVA TSANTALI ερυθρός - ερυθρός ξηρός - Ε. Τσάνταλης «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 117 από 281

118 Claoudia Papagianni ερυθρός - ερυθρός ξηρός - Κτήµα Παπαγιάννη ΜΑΚΕ ΟΝΙΚΟΣ ερυθρός - ερυθρός ξηρός - Ε. Τσάνταλης Μοσχόµαυρο - ερυθρός ξηρός - Ε. Τσάνταλης Όλγανος - ερυθρός ξηρός - Κτήµα Φουντή ΠΑΡΑΓΚΑ - ερυθρός ξηρός - Κτήµα Κυρ Γιάννη Πρώτειος ερυθρός - ερυθρός ξηρός - Οινοποιία Κεχρή ΣΥΛΛΟΓΗ Στέλιου Κεχρή ερυθρός - ερυθρός ξηρός - Οινοποιία Κεχρή Syrah - ερυθρός ξηρός - Vaeni Naoussa ΠΕΤΡΙΤΗΣ ερυθρός - ερυθρός ηµίξηρος - Κτήµα Χρυσοχόου Από οινοποιεία εκτός ζώνης ΑΒΕΡΩΦ ΡΟΖΕ - ροζέ ηµίξηρος - Κατώγι ΟΙΝΟΙ ΠΓΕ ΠΕΡΙΟΧΩΝ (ΤΟΠΙΚΟΙ ΟΙΝΟΙ ΠΕΡΙΟΧΩΝ) Οίνος ΠΓΕ Άγιον Όρος - Αγιορείτικος Τοπικός Οίνος - Χαλκιδική Οίνος ΠΓΕ Επανοµή - Τοπικός Οίνος Επανοµής - Θεσσαλονίκη Οίνος ΠΓΕ Νέα Μεσηµβρία -Τοπικός Οίνος Νέας Μεσηµβρίας - Θεσσαλονίκη Οίνος ΠΓΕ Πλαγιές Βερτίσκου - Τοπικός Οίνος Πλαγιών Βερτίσκου - Θεσσαλονίκη Οίνος ΠΓΕ Πλαγιές Πάικου - Τοπικός Οίνος Πλαγιών Πάικου - Κιλκίς Οίνος ΠΓΕ Σιθωνία - Τοπικός Οίνος Σιθωνίας Χαλκιδική «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 118 από 281

119 ΤΟΜΕΑΣ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΩΝ ΦΥΤΩΝ Σύµφωνα µε εκτίµηση των καλλιεργούµενων εκτάσεων µε κτηνοτροφικά φυτά, η µηδική καλλιεργείται παγκόσµια σε έκταση µεγαλύτερη των 350 εκατοµµυρίων στρεµµάτων. Ο βίκος καλλιεργείται σε αρκετά εκατοµµύρια στρέµµατα, ενώ για τα τριφύλλια και τα κτηνοτροφικά ψυχανθή για καρπό οι παγκόσµια καλλιεργούµενες εκτάσεις είναι πάρα πολύ µικρές. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα κτηνοτροφικά ψυχανθή καταλαµβάνουν κάθε χρόνο έκταση περίπου 15 εκατοµµυρίων στρεµµάτων µε δεσπόζουσα καλλιέργεια αυτή της µηδικής που καταλαµβάνει σηµαντικές εκτάσεις στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Ρουµανία, την Ουγγαρία και την Πολωνία. Στη χώρα µας από το σύνολο των κτηνοτροφικών φυτών σηµαντική έκταση καταλαµβάνουν τα κτηνοτροφικά ψυχανθή για σανό, εκ των οποίων, µε σηµαντική απόκλιση από τα άλλα, η µηδική και τα πολυετή τριφύλλια που φτάνουν τα στρέµµατα µε µέση παραγωγή τόνους ( ). Πίνακας 56. Στοιχεία εκτάσεων και παραγωγής για τα κτηνοτροφικά ψυχανθή για σανό, περιόδου Κτηνοτροφικά ψυχανθή για σανό Μέσος Όρος εκτάσεων σε στρέµµατα Μέσος όρος παραγωγής σε τόνους Μηδική-πολυετή τριφύλλια , ,00 Ετήσια τριφύλλια , ,20 Βίκος , ,00 Λοιπά σανά (Λαθούρι, µπιζέλια κλπ) , ,20 Σύνολο , ,40 Πηγή: (στοιχεία Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης &Τροφίµων-Υπ.Α.Α.Τ) εν παρατηρείται µεγάλη διαφοροποίηση ούτε των καλλιεργούµενων εκτάσεων ούτε της µέσης παραγωγής των κτηνοτροφικών ψυχανθών για παραγωγή σανού. Αξιοσηµείωτο είναι ότι αυξήθηκε η καλλιεργούµενη έκταση µε µηδική και πολυετή τριφύλλια η οποία συνοδεύτηκε και από µια µικρή αύξηση της µέσης παραγωγής τους. Κατά την περίοδο παρατηρήθηκε µία µικρή µείωση «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 119 από 281

120 τόσο της παραγωγής όσο και των εκτάσεων των τριφυλλιών, ακολουθώντας µία σταθεροποιητική τάση τα επόµενα χρόνια. Πίνακας 57. Στοιχεία εκτάσεων και παραγωγής για τα κτηνοτροφικά ψυχανθή για καρπό ή σπόρο, περιόδου Κτηνοτροφικά ψυχανθή για καρπό ή σπόρο Μέσος Όρος εκτάσεων σε στρέµµατα Πηγή: (στοιχεία Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης &Τροφίµων-Υπ.Α.Α.Τ) Μέσος όρος παραγωγής σε τόνους Μηδική-τριφύλλια (για σπόρο) , ,20 Βίκος ( για καρπό) , ,80 Ρόβη (για καρπό) 2.203,40 245,40 Λαθούρι (για καρπό) 1.971,20 344,40 Μπιζέλια (για καρπό) 3.020,20 498,80 Λούπινα (για καρπό) 2.396,00 376,80 Λοιπά (π.χ. κουκιά για καρπό) , ,40 Σύνολο , ,60 Ο βίκος καταλαµβάνει την µεγαλύτερη έκταση από τα κτηνοτροφικά ψυχανθή για παραγωγή καρπού ή σπόρου, η οποία φτάνει για την περίοδο τα στρέµµατα περίπου µε µέση παραγωγή τόνους. Ακολουθεί η µηδική και τα τριφύλλια µε µέση καλλιεργούµενη έκταση στρέµµατα και παραγωγή τόνους. Οι υψηλότερες αποδόσεις των καλλιεργειών σηµειώνονται στη Μακεδονία και Στερεά Ελλάδα. Γενικότερα όλα τα καλλιεργούµενα είδη των κτηνοτροφικών ψυχανθών για παραγωγή καρπού ή σπόρου παρουσιάζουν µια σταθεροποιητική τάση σύµφωνα µε στοιχεία της τελευταίας πενταετίας. Στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας απαντώνται όλες οι κατηγορίες κτηνοτροφικών φυτών, µε κύριες καλλιέργειες τη µηδική για σανό, το βίκο για καρπό και σανό, τον αραβόσιτο, λοιπά κτηνοτροφικά ψυχανθή κ.α. Σύµφωνα µε πρόσφατα στοιχεία (2009) η καλλιέργεια κτηνοτροφικών φυτών στην ΠΚΜ Ελλάδας ανέρχεται σε στρέµµατα περίπου αποτελώντας το 9,1% της αντίστοιχης έκτασης σε εθνικό επίπεδο. Η διάρθρωση της έκτασης των κτηνοτροφικών φυτών ανά ΠΕ παρουσιάζεται στον ακόλουθο πίνακα από τον οποίο διαπιστώνεται ότι το κυριότερο κέντρο καλλιέργειας κτηνοτροφικών φυτών είναι η ΠΕ Θεσσαλονίκης ακολουθούµενη από τις ΠΕ Πέλλας, Σερρών, Κιλκίς και Χαλκιδικής. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 120 από 281

121 Πίνακας 58. Κατανοµή των καλλιεργούµενων εκτάσεων µε κτηνοτρoφικά φυτά ανά ΠΕ (έτος 2007) Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ Κ τοφικά για ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΑ ΦΥΤΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΑ ΦΥΤΑ ΓΙΑ ΣΑΝΟ ΓΙΑ ΧΟΡΤΟ ΚΑΙ ΡΙΖΩΜΑΤΑ ΦΥΤΑ ΓΙΑ (Κριθάρι, Βρώµη, Βίκος, Τριφύλλια, Κοφτολίβαδα, Λοιπά σανά) (Αραβόσιτος χλωρός, Σόργο χλωρό, Τεύτλα ΚτηνοτροφικάΚριθάρι, Βρώµη, Βίκος, Τριφύλλια, ΓΡΑΣΙ ΙΑ (Κριθάρι, Βρώµη, Βίκος, Λαθούρι, Κοφτολίβαδα, Λοιπά σανά) Τεχνητοί Λειµώνες) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΕΚΤΑΣΗ (ΣΤΡ.) ΣΥΝΟΛΟ ΕΛΛΑ ΑΣ ΠΚΜ ΠΕ ΗΜΑΘΙΑΣ ΠΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΕ ΚΙΛΚΙΣ ΠΕ ΠΕΛΛΑΣ ΠΕ ΠΙΕΡΙΑΣ ΠΕ ΣΕΡΡΩΝ ΠΕ ΧΑΛΚΙ ΙΚΗΣ Σχήµα 30. Καλλιεργούµενες εκτάσεις κτηνοτροφικών φυτών στην ΠΚΜ ανά ΠΕ Εκτάσεις Κτηνοτροφικών Φυτών (τριφύλλι, µηδική, µπιζέλια, σανός βίκου, κλπ.) το 2009 σε στρέµµατα (ΕΣΥΕ) Θεσσαλονίκη Κιλκίς Πέλλα Σέρρες Ηµαθία Πιερία Χαλκιδική Σανοί, χόρτα, Παρά το γεγονός ότι τα κτηνοτροφικά φυτά αποτελούν σηµαντικό κλάδο για την ελληνική αγροτική παραγωγή, και είναι ξεχωριστής σηµασίας καλλιέργειες, αφού «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 121 από 281

122 επηρεάζουν την αγροτική οικονοµία και στη φυτική και στη ζωική παραγωγή, σηµειώνεται σηµαντική µείωση των καλλιεργούµενων εκτάσεων και κατά συνέπεια της παραγωγής µε αρνητικές επιπτώσεις στο εµπορικό ισοζύγιο των ζωοτροφών. Πίνακας 59. ιαχρονική µεταβολή εκτάσεων καλλιεργούµενων κτηνοτροφικών φυτών περιόδου ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ / / /1990 Κτηνοτροφικά Όσπρια Βίκος Ρόβη Λούπινα Λάθυρος Σπόρος Τριφυλλιών Λοιπά Πηγή: ΥΠΑΑΤ Στο ακόλουθο αποτυπώνεται η διαχρονική µείωση των εκτάσεων κτηνοτροφικών φυτών για καρπό κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Σχήµα 31. ιαχρονική εξέλιξη των κτηνοτροφικών φυτών στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Βίκος Ρόβη Λούπινα Λάθυρος Σπόρος Τριφυλλιών Λοιπά *Όπου 1,2,3 και 4 αντιστοιχούν στα έτη 1978, 1985, 1990 και 2008 Η χώρα µας είναι ελλειµµατική στον τοµέα των κτηνοτροφικών φυτών, αυτό έχει ως συνέπεια οι παραγόµενες ποσότητες να µην καλύπτουν την εγχώρια ζήτηση και να εισάγονται µεγάλες ποσότητες από χώρες του εξωτερικού. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 122 από 281

123 Στα κτηνοτροφικά ψυχανθή για σπόρο ή καρπό, τις µεγαλύτερες εισαγόµενες και εξαγόµενες ποσότητες τις έχουν ο βίκος και ακολουθούν τα σπέρµατα τριφυλλιού στις εισαγωγές και τα σπέρµατα ζαχαρότευτλων στις εξαγωγές. Το κυριότερο πρόβληµα που αντιµετωπίζει ο τοµέας των κτηνοτροφικών φυτών είναι η ελλειµµατικότητα. Βασική επιδίωξη για την αντιµετώπιση της ελλειµατικότητας θα πρέπει να αποτελέσει η αύξηση καλλιεργούµενων εκτάσεων µέσω µιας συστηµατικής προσπάθειας και συνεργασίας όλων των εµπλεκόµενων φορέων µε κτηνοτροφικά φυτά, βασιζόµενη τόσο στις παραγωγικές δυνατότητες του τόπου µας, όσο και στις αναπτυξιακές ευκαιρίες που παρέχει η Ε.Ε. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 123 από 281

124 ΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ 6ΕΤΙΑ Ως προς την διάρθρωση του εξωτερικού εµπορίου της χώρας, η συντριπτική πλειοψηφία των εµπορικών συναλλαγών µας όσον αφορά στα αγροτικά προϊόντα, πραγµατοποιείται µε τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι µε τις τρίτες χώρες. Συγκεκριµένα, µε βάση τα στοιχεία του 2009, το 79% των γεωργικών µας εισαγωγών γίνεται από την Ε.Ε. και το 70% των γεωργικών µας εξαγωγών γίνεται προς την Ε.Ε. Αντίστοιχη είναι η εικόνα διαχρονικά. Σε ότι αφορά το εισαγωγικό εµπόριο αγροτικών προϊόντων, από την θεώρηση των σχετικών στοιχείων προκύπτει ότι µεταξύ των 10 µεγαλύτερων εµπορικών εταίρων της Ελλάδας, οι 3 πρώτες θέσεις καταλαµβάνονται σταθερά από την Γερµανία, την Ολλανδία και την Γαλλία. Η Γερµανία και η Ολλανδία εναλλάσσονται στην 1η θέση. Ειδικότερα και κατά τη διάρκεια της εν λόγω 6ετίας, το 13-14% του συνόλου των αγροτικών προϊόντων που εισάγουµε, προέρχεται από την Γερµανία, το 12-15% από την Ολλανδία και το 11-12% από την Γαλλία. Ως προς τους υπόλοιπους εµπορικούς µας εταίρους στο εισαγωγικό εµπόριο, µε βάση τα τελευταία στοιχεία για το 2009, εικόνα που δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα και τα προηγούµενα χρόνια, παρατηρούνται τα εξής: Μαζί µε τη Γαλλία στην 3η θέση µε µερίδιο στις εισαγωγές 11% βρίσκεται και η Ιταλία, ακολουθεί το Ηνωµένο Βασίλειο µε 5%, η Ισπανία, το Βέλγιο και η Βουλγαρία στην ίδια θέση µε 4%, η ανία µε 3% και τέλος η Βραζιλία συµπληρώνει την λίστα µε τους 10 κυριότερους εταίρους, µε µερίδιο στις εισαγωγές 2%. Άλλες τρίτες χώρες, πλην της Βραζιλίας, που στην διάρκεια της περιόδου περιλαµβάνονται στην κατάταξη των 10 βασικότερων εταίρων, είναι η Αργεντινή, οι Η.Π.Α. και η Ρωσία. Ως προς το σκέλος των εξαγωγών της Ελλάδας σε αγροτικά προϊόντα, η Ιταλία κατά την περίοδο έρχεται πρώτη στην παγκόσµια κατάταξη των 10 κυριότερων προορισµών για τα αγροτικά µας προϊόντα µε µερίδιο εξαγωγών κατά µέσο όρο 18% έναντι του συνόλου των αγροτικών µας εξαγωγών προς όλο τον κόσµο. Ακολουθεί η Γερµανία µε µερίδιο 14% και το Ηνωµένο Βασίλειο µε µερίδιο κατά µέσο όρο περίπου 7%. Ειδικά το 2009, στην 3η θέση βρίσκεται η «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 124 από 281

125 Τουρκία µε µερίδιο στις εξαγωγές µας 6%, ακολουθούν η Βουλγαρία και το Ηνωµένο Βασίλειο µε 5%, έπονται η Κύπρος και οι Η.Π.Α. µε 4% και η κατάταξη των 10 βασικότερων προορισµών των εξαγωγών µας κλείνει µε τις Ολλανδία, Ρουµανία και Γαλλία µε µερίδιο 3%. Φαίνεται όµως ότι υπάρχουν πολύ σηµαντικά περιθώρια ανάπτυξης και ενίσχυσης των εξαγωγών µας σε µεγάλες αγορές όπως η Αίγυπτος και η Ρωσία, οι οποίες απορροφούν µόλις το 2% κατά µέσο όρο των εξαγωγών µας σε αγροτικά προϊόντα. Εάν δούµε τους δύο επόµενους πίνακες (1) και (2), για το 2004 και για το 2009, στα 6 αυτά χρόνια οι εξαγωγές µας προς τις δύο προαναφερθείσες χώρες αυξήθηκαν µεν αλλά µε πολύ αργό ρυθµό, παραµένοντας έτσι σε ιδιαίτερα χαµηλά επίπεδα σε σχέση µε τις δυνατότητες των εν λόγω αγορών. Ακόµα µεγαλύτερες ευκαιρίες παρουσιάζονται στις αγορές του Καναδά, της Κίνας και της Ινδίας, τη στιγµή που οι εξαγωγές µας σε αυτές τις αχανείς χώρες αντιπροσωπεύουν ποσοστό κάτω του 1% των συνολικών µας εξαγωγών σε αγροτικά προϊόντα προς όλο τον κόσµο. Ειδικά στην Κίνα και στην Ινδία, οι εξαγωγές για 6 χρόνια παρέµειναν ακριβώς στα ίδια επίπεδα προς την Κίνα και µειώθηκαν προς την Ινδία. Το εξωτερικό µας εµπόριο από και προς τα κράτη µέλη της Ε.Ε. απέσπασε ακόµα µεγαλύτερο µερίδιο σε βάρος των τρίτων χωρών : Οι εξαγωγές προς Ε.Ε. από 63,7% το 2004 ανήλθαν στο 70% το 2009 και οι εισαγωγές από την Ε.Ε. από 74% το 2004 ανήλθαν στο 79% το Κατά συνέπεια, οι επιπτώσεις της ενιαίας αγοράς στο εξωτερικό εµπόριο αγροτικών προϊόντων της Ελλάδας ήταν καίριες. Είναι προφανές ότι οι εισαγωγές που πραγµατοποιεί η χώρα µας από τα κράτη µέλη της Ε.Ε. καθ όλη την µετα-ενταξιακή περίοδο, και µάλιστα σε τιµές και ποσότητες υψηλότερες από εκείνες προ της ένταξης µας στην Ε.Ε., οδήγησαν σε πλήρη αναδιάρθρωση το ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων και συγκεκριµένα στη δηµιουργία µεγάλου εµπορικού ελλείµµατος επί µακρόν, το οποίο οι εξαγωγές δεν µπόρεσαν, µέχρι στιγµής τουλάχιστον, να εξαλείψουν. Όµως όπως θα σχολιαστεί και παρακάτω, η σηµαντική συρρίκνωση των εισαγωγών από το 2009 και έπειτα, λόγω των επιπτώσεων της οικονοµικής κρίσης, σε συνδυασµό µε την πλήρη ανάπτυξη των εξαγωγών µας µε σαφή προσανατολισµό προς τις τρίτες χώρες, µπορεί να ανατρέψει σε βάθος χρόνου πλήρως την αρνητική «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 125 από 281

126 εικόνα στο εµπορικό µας ισοζύγιο, δηµιουργώντας πλεονάσµατα προς όφελος του Α.Ε.Π. της χώρας και µάλιστα σε µια εξαιρετικά κρίσιµη συγκυρία για την οικονοµία. ΣΤΑ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, 2004 ΣΕ ΕΚ.ΕΥΡΩ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟΙ ΕΤΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΑΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ % ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ % ΕΛΛΕΙΜΜΑ (-) /ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ (+) ΣΥΝΟΛΟ % % ΕΕ ,7% % ΓΕΡΜΑΝΙΑ % % -203 ΙΤΑΛΙΑ % % -72 ΗΝ. ΒΑΣΙΛΕΙΟ 227 7% 262 5% -35 ΙΣΠΑΝΙΑ 111 4% 277 5% -166 ΟΛΛΑΝ ΙΑ 106 3% % -733 ΓΑΛΛΙΑ 105 3% % -542 ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ ,3% % -331 ΤΟΥΡΚΙΑ 162 5% 110 2% +52 Η.Π.Α % 109 2% +41 ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ 95 3% 107 2% -12 ΚΥΠΡΟΣ 100 3% 34 1% +66 ΑΙΓΥΠΤΟΣ 67 2% 35 1% +32 ΡΩΣΙΑ 46 1% 77 1% -31 ΚΑΝΑ ΑΣ 29 1% 63 1% -34 ΚΙΝΑ 11 <1% 31 1% -20 ΙΝ ΙΑ 7 <1% 37 1% -30 ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟΙ ΕΤΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΑΣ ΣΤΑ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ, 2009 ΣΕ ΕΚ. ΕΥΡΩ ΕΞΑΓΩΓΕΣ % ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ % ΕΛΛΕΙΜΜΑ (-) /ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ (+) ΣΥΝΟΛΟ % % ΕΕ % % ΙΤΑΛΙΑ % % +9 ΓΕΡΜΑΝΙΑ % % -335 ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ 224 5% 256 4% -32 ΗΝ. ΒΑΣΙΛΕΙΟ 202 5% 308 5% -106 ΚΥΠΡΟΣ 183 4% 70 1% +113 ΟΛΛΑΝ ΙΑ 142 3% % -698 ΡΟΥΜΑΝΙΑ 137 3% 96 1% +41 ΓΑΛΛΙΑ 137 3% % -590 ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ % % -98 ΤΟΥΡΚΙΑ 237 6% 117 2% +120 Η.Π.Α % 104 2% +42 ΑΙΓΥΠΤΟΣ 77 2% 34 1% +43 ΡΩΣΙΑ 75 2% 40 1% +35 ΚΑΝΑ ΑΣ 40 1% 27 <1% +13 ΚΙΝΑ 11 <1% 39 1% -28 ΙΝ ΙΑ 5 <1% 68 1% -63 «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 126 από 281

127 ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΞΑΓΟΜΕΝΑ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΕΙΣΑΓΟΜΕΝΑ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ Οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων της Ελλάδας αντιπροσωπεύουν κατά µέσο όρο το 12,3% των συνολικών εισαγωγών µας, σε όλα δηλαδή τα προϊόντα, την 6ετή περίοδο Η τάση στις εισαγωγές είναι σταθερά ανοδική γεγονός που αποτελεί καίριο ανασταλτικό παράγοντα στην προσπάθεια δηµιουργίας εµπορικού πλεονάσµατος στο εµπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων της χώρας, τη στιγµή που δεν υπάρχει τουλάχιστον αντίστοιχη τάση και στις εξαγωγές. Πράγµατι οι εισαγωγές µας σε αγροτικά προϊόντα από όλο τον κόσµο αυξήθηκαν διαχρονικά ως εξής: +2,2% το 2005/2004, +2,5% το 2006/2005, +14,5% το 2007/2006, +7,2% το 2008/2007. Μόνο το 2009 σε σχέση µε το 2008 οι εισαγωγές κατέγραψαν σηµαντική υποχώρηση κατά -10,2% κάτι που συνέβαλε καθοριστικά στην µείωση του ελλείµµατος του εµπορικού µας ισοζυγίου κατά 22,9% το 2009, εφόσον οι εξαγωγές µας την ίδια χρονιά παρέµειναν σχεδόν αµετάβλητες (-1%). Οι κυριότερες κατηγορίες αγροτικών προϊόντων στις οποίες πραγµατοποιούµε κατά µέσο όρο το 67% των εισαγωγών µας διαχρονικά, είναι : Φρούτα και Λαχανικά. Αξιοσηµείωτες είναι οι µεταβολές του 2007 και του 2009, όταν σηµειώθηκε αύξηση στις εισαγωγές κατά 18,1% το 2007/2006 και µείωση 6,9% το 2009/2008. Εισάγονται κυρίως µπανάνες νωπές, λεµόνια, πατάτες απλώς ψηµένες και κατεψυγµένες, αµύγδαλα χωρίς κέλυφος, νωπές πατάτες πρώιµες και για σπορά, µήλα, κατεψυγµένοι χυµοί πορτοκαλιού, τοµάτες νωπές, καρύδια χωρίς κέλυφος, φασόλια ξερά, φιστίκια, µανιτάρια παρασκευασµένα (του γένους Agariccus). ηµητριακά και Παρασκευάσµατα δηµητριακών. Πολύ έντονες οι µεταβολές στις εισαγωγές της κατηγορίας κατά την εξεταζόµενη περίοδο, µε σηµαντικότερες την ισχυρότατη αύξηση κατά 36% το 2007 και την αισθητή πτώση τους κατά 28,9% το Κυριότερα εισαγόµενα προϊόντα στην κατηγορία είναι : σιτάρι µαλακό και σκληρό, καλαµπόκι, κριθάρι, διάφορα παρασκευάσµατα δηµητριακών, «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 127 από 281

128 προϊόντα και ζυµάρια αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής ή µπισκοτοποιίας, βύνη ακαβούρντιστη και ζυµαρικά. Ποτά. Οι µεταβολές στις εισαγωγές της κατηγορίας είναι σχετικά ήπιες. Το 2008/2007 σηµειώθηκε άνοδος των εισαγωγών κατά 5,6% και πτώση κατά 2,3% το Κυρίως εισάγεται ουίσκι Scotch, blended µε µεγάλη διαφορά από τα υπόλοιπα προϊόντα. Ακολουθούν εµφιαλωµένα νερά (και µεταλλικά, αεριούχα κτλ.) λικέρ, µπίρα από βύνη, τζίν, καµπανίτης (αφρώδες) και ρούµι. Καπνός και προϊόντα καπνού. Σε ένα τόσο βασικό και µέχρι προ τίνος χαρακτηριστικά εξαγώγιµο προϊόν της Ελλάδας, οι εισαγωγές στην κατηγορία, µετά την τελευταία µεταρρύθµιση του τοµέα που είχε ως αποτέλεσµα την κάθετη πτώση της εγχώριας παραγωγής, έχουν ξεκάθαρη ανοδική τάση. Ειδικά το 2009, οι εν λόγω εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 22,3% περιορίζοντας δραστικά το εµπορικό πλεόνασµα που έχουµε διαχρονικά στην κατηγορία κατά 80%, εφόσον οι εξαγωγές µας παρέµειναν ουσιαστικά αµετάβλητες (-0,7). Είναι αξιοσηµείωτο ότι το 2009 το εµπορικό πλεόνασµα έπεσε στο χαµηλότερο επίπεδο της τελευταίας 6ετίας. Εισάγονται στην συντριπτική πλειοψηφία τσιγάρα. Ακολουθούν καπνά sun cured ανατολικού τύπου, flue cured τύπου Virginia, πούρα και πουράκια καθώς και καπνά light air cured τύπου Burley. ΕΞΑΓΟΜΕΝΑ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ Στον αντίποδα, οι γεωργικές εξαγωγές της Ελλάδας αντιπροσωπεύουν κατά µέσο όρο το 24,2% των συνολικών εξαγωγών της χώρας κατά την 6ετία Παρόλο που για 3 χρόνια είτε παρέµειναν αµετάβλητες είτε συρρικνώθηκαν ελάχιστα, οι γεωργικές µας εξαγωγές παρουσιάζουν µια ανοδική τάση. Όµως το συνολικό τους µέγεθος δεν καταφέρνει να καλύψει το µεγάλο χάσµα που τις χωρίζει από το µέγεθος των εισαγωγών και έτσι να µειωθεί δραστικά το έλλειµµα του εµπορικού ισοζυγίου δραστικά, αν όχι να δηµιουργηθεί πλεονασµατικό ισοζύγιο. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 128 από 281

129 Οι εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά +20,3% το 2005/2004, παρέµειναν αµετάβλητες το 2006/2005, κατέγραψαν ελαφρά πτώση κατά -1,4% το 2007, επανέκαµψαν πλήρως µε άνοδο +13,4% το 2008/2007 και τέλος συρρικνώθηκαν ανεπαίσθητα το 2009 κατά -1,0%. Οι κυριότερες κατηγορίες προϊόντων στις οποίες πραγµατοποιούµε το 85% των γεωργικών µας εξαγωγών, είναι κατά σειρά µεγέθους αξίας: Φρούτα και λαχανικά: o ρυθµός αύξησης των εξαγωγών στην εν λόγω κατηγορία φθίνει συνεχώς µέχρι που το 2009, οι εξαγωγές σηµείωσαν πτώση κατά 2,6%. Το εµπορικό πλεόνασµα στην κατηγορία αυτή είναι το σηµαντικότερο αντιστάθµισµα στο έλλειµµα που καταγράφουν οι εµπορικές συναλλαγές στις συντριπτικά περισσότερες κατηγορίες αγροτικών προϊόντων. Είναι από τις κατηγορίες κλειδιά στην προσπάθεια αναστροφής του αρνητικού πρόσηµου του ισοζυγίου σε θετικό. Κυριότερα εξαγώγιµα προϊόντα είναι οι παρασκευασµένες ελιές και οι κονσέρβες ροδάκινων µε µεγάλη διαφορά από τα υπόλοιπα προϊόντα. Ακολουθούν επιτραπέζια σταφύλια, πορτοκάλια, ροδάκινα, µπρουνιόν και νεκταρίνια, καρπούζια, σπαράγγια, ακτινίδια, κεράσια, παρασκευασµένοι καρποί του γένους Capsicum (όχι γλυκοπιπεριές), σταφίδα µαύρη κορινθιακή, βερίκοκα, τοµατοχυµοί και πολτοί καθώς και διάφορα γλυκά κουταλιού, ζελέδες, µαρµελάδες κτλ. Καπνός και προϊόντα καπνού : Το κατέγραψαν πτώση κατά 13,5% και 4,8% αντίστοιχα, αλλά ανέκαµψαν πλήρως το 2008 µε αύξηση 21,2%. Το 2009 οι εξαγωγές παρέµειναν σχεδόν αµετάβλητες (-0,7%). Εξάγονται καπνά sun cured ανατολικού τύπου, τσιγάρα, καπνά flue cured τύπου Virginia, καπνά light air cured τύπου Burley καθώς και απορρίµµατα καπνού. ηµητριακά και τα παρασκευάσµατα τους : πολύ θετική η πορεία των εξαγωγών στην εν λόγω κατηγορία µε σηµαντικές αυξήσεις ετησίως, κατά µέσο όρο µε ρυθµό +24,2%, µε εξαίρεση µια ανεπαίσθητη κάµψη -2,6% το Βασικά εξαγώγιµα προϊόντα είναι : σιτάρι σκληρό και µαλακό, ρύζι, ζυµαρικά, µείγµατα, ζυµάρια και προϊόντα για την αρτοποιία, ζαχαροπλαστική ή «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 129 από 281

130 µπισκοτοποιία, γκοφρέτες, άλευρα σιταριού µαλακού και όλυρας, καθώς και καλαµπόκι Φυσικές υφαντικές ίνες (Βαµβάκι): µικτή η εικόνα στην πορεία των εξαγωγών της κατηγορίας µε έντονες διακυµάνσεις. Χαρακτηριστική είναι η σοβαρότατη πτώση των εξαγωγών κατά 44,9% το 2007 αλλά η µετέπειτα εξέλιξη ήταν πολύ ικανοποιητική, µε άνοδο +30,2% το 2008 και περαιτέρω βελτίωση κατά 29,3% το Άλλο ένα επιµέρους εµπορικό πλεόνασµα που στηρίζει καίρια την προσπάθεια για θετικό πρόσηµο στο ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων. Εξάγεται σχεδόν αποκλειστικά βαµβάκι, µη λαναρισµένο ούτε χτενισµένο. Ακολουθούν αρκετά κάτω στην κατάταξη, τα απορρίµµατα από βαµβάκι και το λαναρισµένο ή χτενισµένο βαµβάκι. Έλαια και Λίπη : Μετά από την εκρηκτική άνθιση των εξαγωγών το 2005, η θετική εξέλιξη ανακόπτεται µε σηµαντικές πτώσεις στις εξαγωγές µας, κατά -25,6% το 2007 και κατά -19,1% το Κυρίαρχο προϊόν εξαγωγής στην κατηγορία είναι το παρθένο ελαιόλαδο. Ακολουθούν τα πυρηνέλαια, το κατεργασµένο σογιέλαιο, το µη παρθένο ελαιόλαδο, διάφορα φυτικά λίπη και λάδια και το κατεργασµένο φοινικέλαιο. «Κείµενο εργασίας για διαβούλευση Απρίλιος 2012» Σελ. 130 από 281

131 3.2 ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΖΩΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ Στην Κεντρική Μακεδονία απαντώνται όλοι οι κλάδοι της ζωικής παραγωγής υπό µορφή οργανωµένων εκµεταλλεύσεων των αντίστοιχων τύπων. Επειδή όµως η κτηνοτροφία υπόκειται στον ανταγωνισµό της φυτικής παραγωγής ως προς τη χρησιµοποίηση του εδάφους και της εργασίας έχει αναπτυχθεί σε συγκεκριµένες περιοχές της Περιφέρειας στις οποίες οι διαρθρωτικές συνθήκες (αναλογία αρδευόµενου εδάφους, µέγεθος εκµεταλλεύσεων, διαθέσιµη εργασία, πεδινές και ηµιορεινές περιοχές, ύπαρξη βοσκοτόπων κ.λ.π.) συνεπάγονται µεγαλύτερες προσόδους για τους διαθέσιµους συντελεστές (έδαφος και εργασία) από τις προσδοκώµενες µε τη χρησιµοποίησή τους στη φυτική παραγωγή. Στις περιοχές αυτές η κτηνοτροφία έχει δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης µε την βελτίωση κυρίως της υποδοµής εµπορίας. Η ζωική παραγωγή και ιδιαίτερα η παραγωγή γάλακτος και γαλακτοκοµικών προϊόντων υπήρξε πάντα µια από τις βασικές δραστηριότητες του πληθυσµού της υπαίθρου, έχοντας προσφέρει προϊόντα µοναδικά από άποψη ποιότητας και γεύσης. Η άριστη ποιότητα των πρώτων υλών που είναι προσεχτικά επιλεγµένες, δίνει στα προϊόντα ποιοτικά χαρακτηριστικά που κάνουν τη δοκιµή τους µία µοναδική γευστική εµπειρία. Στην µεγάλη γκάµα των γαλακτοκοµικών προϊόντων, περιλαµβάνονται γνωστά προϊόντα όπως η φέτα, το κατσικίσιο τυρί, το κασέρι και το παραδοσιακό γιαούρτι αλλά και λιγότερο γνωστά, όπως το Αριάνι και το Κεφίρ. Κύριοι κλάδοι ζωικής παραγωγής (κτηνοτροφίας) είναι η βοοτροφία, που περιλαµβάνει τη γαλακτοπαραγωγό βοοτροφία, τις θηλάζουσες αγελάδες και την κρεοπαραγωγό αγελαδοτροφία, η προβατοτροφία, η αιγοτροφία και η χοιροτροφία. Στην Κ. Μακεδονία υπάρχουν δύο καθαρές φυλές αγελάδων: Η φυλή «Συκιάς» που εκτρέφεται σε µικρό αριθµό ζώων στη Σιθωνία (Ν. Χαλκιδικής) και η φυλή «Κατερίνης» µε µικρό αριθµό ζώων. Όσον αφορά τα πρόβατα στην Κ. Μακεδονία εκτρέφονται οι φυλές «Χιώτικη» και «Σερραϊκή» σε σχετικά µεγάλο αριθµό. «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας Φεβρουάριος 2012» Σελ. 131 από 281

132 Οι κτηνοτρόφοι µε τις οικογένειές τους εργαζόµενοι 365 ηµέρες το χρόνο υπό οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, φροντίζουν διαρκώς τα ζώα τους σε µια προσπάθεια επίτευξης της ποσότητας αλλά και της ποιότητας γάλακτος που θα τους εξασφαλίσει το οικογενειακό τους εισόδηµα. Μεταφέρουν τεχνογνωσία αιώνων που διδάσκεται από τις προηγούµενες γενιές στις επόµενες και ενσωµατώνεται στις εφαρµοζόµενες πρακτικές και στην καθηµερινή ζωή δηµιουργώντας την πλούσια παράδοση της περιοχής. Αυτή µε το πέρασµα των αιώνων εµπλουτίστηκε και συµπεριέλαβε στοιχεία πολυπολιτισµικά αφού η Κεντρική Μακεδονία ανέκαθεν υπήρξε σταυροδρόµι πολιτισµών ενώνοντας την ανατολή µε τη δύση και το βορρά µε το νότο. Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας αναγνωρίζει ότι ο κλάδος της κτηνοτροφίας και εκείνος της µεταποίησης των κτηνοτροφικών προϊόντων είναι σηµαντικός για την οικονοµία µας, τόσο σε επίπεδο Περιφέρειας όσο και σε Εθνικό επίπεδο κατέχοντας ένα σεβαστό µερίδιο του ΑΕΠ, επηρεάζοντας έτσι τη βιωσιµότητα και κατ επέκταση την ευηµερία µεγάλου και σηµαντικού τµήµατος του πληθυσµού της. Στις µέρες µας που οι αγορές κλυδωνίζονται και επικρατεί αστάθεια και αβεβαιότητα σε όλα τα επίπεδα επηρεάζοντας και τον κλάδο των γαλακτοκοµικών, µοναδικός τρόπος για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες είναι ο µακροχρόνιος στρατηγικός σχεδιασµός µε κινήσεις οι οποίες θα συµβάλλουν στην κατάκτηση των αγορών από τα προϊόντα αυτά, προσδίδοντας τους την προστιθέµενη αξία που δικαιωµατικά τους ανήκει. Κεντρική Στρατηγική της Περιφέρειας είναι η δηµιουργία σύγχρονων, ανταγωνιστικών αγροτικών και κτηνοτροφικών εκµεταλλεύσεων, µε βάση τα νέα εσωτερικά και διεθνή δεδοµένα, στην κατεύθυνση της παραγωγής προϊόντων υψηλής ποιότητας που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καταναλωτών. Η βελτίωση του εισοδήµατος των αγροτών, µπορεί να προέλθει από την αύξηση της παραγωγικότητας και τη διάθεση στον καταναλωτή αγροτικών προϊόντων υψηλής ποιότητας. Επιδίωξη και στόχος της στρατηγικής αυτής είναι τα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα να διατίθενται στην αγορά και να εξάγονται «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας Φεβρουάριος 2012» Σελ. 132 από 281

133 τυποποιηµένα, πιστοποιηµένα, µε υψηλή προστιθέµενη αξία και όπου είναι δυνατόν, µε ονοµασία προέλευσης. Για τον λόγο αυτό η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας στηρίζει έµπρακτα µε στοχευµένες δράσεις τα προϊόντα αυτά, έχοντας προγραµµατίσει πλήρες σχέδιο υποστήριξής τους, µε κύρια µέριµνα την προώθησή τους και γνώµονα την ασφάλεια των προϊόντων, την προστασία του καταναλωτή και του περιβάλλοντος. Η Κεντρική Μακεδονία αποτελεί περιφέρεια µε αξιόλογη κτηνοτροφική παραγωγή και είναι το κύριο κέντρο της βοοτροφίας της χώρας. Αξίζει να σηµειωθεί ότι η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας κατέχει πρωτεύουσα θέση πανελλαδικά στην παραγωγή γάλακτος, καθώς αντιπροσωπεύει, σύµφωνα µε στοιχεία του ΕΛΟΓΑΚ (2010): το 47,5% της συνολικής παραγωγής του αγελαδινού γάλακτος (320 χιλ. τόνοι ετησίως, αξίας 116 εκ.) 16% της συνολικής παραγωγής του πρόβειου γάλακτος (88,5 χιλ. τόνοι ετησίως, αξίας 82 εκ ) 25% της συνολικής παραγωγής του αιγείου γάλακτος (37 χιλ. τόνοι ετησίως, αξίας 21 εκ ) Η συνολική αξία του παραγόµενου γάλακτος στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας είναι 220 εκατοµµύρια ευρώ ετησίως, ποσό που αφορά στις αγορές του πρωτογενούς προϊόντος από τους µεταποιητές γάλακτος, που ανέρχονται στους 120. Τα χαρακτηριστικά, τα προβλήµατα και οι προοπτικές όλων των κλάδων της κτηνοτροφίας αναλύονται παρακάτω Βοοτροφία Βοοτροφία ορίζεται ο κλάδος της Κτηνοτροφίας ο οποίος έχει ως αντικείµενο την εκτροφή των βοοειδών, βουβαλιών και βισόνων για την παραγωγή κυρίως γάλακτος, κρέατος και δέρµατος. Η έντονη ελλειµµατικότητα που παρουσιάζει η χώρα µας σε προϊόντα του κλάδου της βοοτροφίας και τα τεράστια ποσά που ξοδεύουµε για την εισαγωγή τους, της προσδίδουν ιδιαίτερη σηµασία για την εθνική µας οικονοµία. «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας Φεβρουάριος 2012» Σελ. 133 από 281

134 Στην Ελλάδα εκτρέφονται περίπου (Υπ.Α.Α.Τ 2005) βοοειδή, εκ των οποίων βουβάλια και 100 βίσονες και παράγονται περίπου τόνοι αγελαδινού γάλακτος και τόνοι βοείου - µοσχαρίσιου κρέατος. Κύριο ενδιαφέρον για τη χώρα µας παρουσιάζει η εκτροφή των κατοικίδιων βοών, για αυτό και οι όροι βοοειδή και βοοτροφία είναι σχεδόν ταυτόσηµοι µε τα ζώα αυτά. Η βοοτροφία αποτελεί σηµαντικό κλάδο της γεωργίας και γενικότερα της εθνικής µας οικονοµίας για τους εξής λόγους : Παράγει δύο από τα σηµαντικότερα προϊόντα της διατροφής του ανθρώπου (γάλα και κρέας), τα οποία στις αναπτυγµένες χώρες αποτελούν τις βασικές πηγές πρωτεϊνών, λιπαρών ουσιών και άλλων στοιχείων, όπως σιδήρου και ασβεστίου. Εξασφαλίζει κύρια ή συµπληρωµατική απασχόληση σε πάνω από οικογένειες, οι οποίες προσφέρουν στην εθνική οικονοµία προϊόντα αξίας 215 εκατοµµυρίων ευρώ. Αξιοποιεί διαθέσιµους βοσκότοπους, κατώτερης ποιότητας ζωοτροφές (άχυρα, χόρτα κτλ.) και κάθε είδους γεωργικά και βιοµηχανικά υποπροϊόντα τα οποία µετατρέπει σε προϊόντα υψηλής βιολογικής και διαιτητικής αξίας και τα οποία διαφορετικά θα έµεναν ανεκµετάλλευτα. Παρέχει απασχόληση και εισόδηµα στους τοµείς της µεταποίησης, της εµπορίας και των µεταφορών. Αποτρέπει την εγκατάλειψη και ερήµωση των ορεινών και µειονεκτικών περιοχών της Ελλάδας και συµβάλλει έτσι στη διατήρηση του κοινωνικού ιστού της χώρας. Σύµφωνα µε στοιχεία της Eurostat (2005) η βοοτροφία, σαν κλάδος της ζωικής παραγωγής στην Ελλάδα συµµετείχε στην Ακαθάριστη Αξία Ζωικής Παραγωγής (ΑΑΠ) µε ποσοστό 19,2% ενώ η συνολική εκατοστιαία µεταβολή της ΑΑΠ του κλάδου βοοτροφίας, την περίοδο 1995/2005 υπολογίζεται σε 26,7%. Στην Ελλάδα εκτρέφονται εγχώριες φυλές (Κοινή Βραχυκερατική, Τήνου, Κατερίνης, Συκιάς), γαλακτοπαραγωγικές φυλές, κυρίως της φυλής Ασπρόµαυρη (Holstein -Friesian), κρεοπαραγωγικές φυλές κυρίως Λιµουζέν και «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας Φεβρουάριος 2012» Σελ. 134 από 281

135 Μπλοντ ντ Ακιτέν (Blonde d-aquitaine) και µικτής απόδοσης (Φαιά των Άλπεων και Σίµενταλ). Η Βοοτροφία αποτελεί τον κλάδο της ζωικής παραγωγής που συνδέεται άµεσα µε το καλλιεργούµενο έδαφος και ως εκ τούτου υπόκειται στον ανταγωνισµό ως προς τη χρησιµοποίηση του εδάφους και της εργασίας περισσότερο από τους άλλους κλάδους της ζωικής παραγωγής. Οι βοοτροφικές επιχειρήσεις, µε βάση την παραγωγική τους κατεύθυνση διακρίνονται σε: Μονάδες εκτροφής αγελάδων γαλακτοπαραγωγής Μονάδες εκτροφής αγελάδων κρεατοπαραγωγής Μονάδες πάχυνσης µοσχαριών Επειδή η παραγωγή µοσχαριών δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών της χώρας γίνονται αθρόες εισαγωγές µοσχαριών, είτε από ευρωπαϊκές, είτε από τρίτες χώρες. Τα µοσχάρια εισάγονται σε ηλικία 4-6 µηνών και βάρος κιλών και παχύνονται µέχρι την ηλικία των µηνών. Η κρεατοπαραγωγός βοοτροφία στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από µεγάλο αριθµό µονάδων, σχετικά µικρής δυναµικότητας, διεσπαρµένων σε όλη τη χώρα. Το ποσοστό συµµετοχής των συστηµατικών µονάδων στο σύνολο της παραγωγής κυµαίνεται σε σχετικά χαµηλά επίπεδα. Οι βοοτροφικές επιχειρήσεις κρεατοπαραγωγής ασχολούνται συνήθως µε την πάχυνση (σε µικρό βαθµό µε την αναπαραγωγή) ζώων που εισάγονται σε µικρή ηλικία και εν συνεχεία µε την σφαγή αυτών. Οι Έλληνες αγελαδοτρόφοι είναι ως επί το πλείστον νέοι επιχειρηµατίες, που δεν βασίζουν τη βιωσιµότητά τους στις άµεσες επιδοτήσεις της Ε.Ε, έχουν προχωρήσει σε πολύ σηµαντικές επενδύσεις συγκριτικά µε άλλους κλάδους της οικονοµίας και έχουν στόχο τη δηµιουργία κτηνοτροφικής παράδοσης για τα διάδοχα µέλη της οικογένειας. Η σύγχρονη ελληνική επιχειρηµατική γαλακτοπαραγωγός αγελαδοτροφία συγκεντρώνεται κυρίως στη Μακεδονία (59,3%), τη Θράκη (7,3%) και τη Θεσσαλία (5,1%), ενώ το υπόλοιπο ποσοστό (28,3%) των αγελαδοτροφικών µονάδων κατανέµεται στην Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τα νησιά. «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας Φεβρουάριος 2012» Σελ. 135 από 281

136 Στην Ελλάδα, εκτρέφεται το 0,4% των βοοειδών όλης της Ευρώπης. Ο µεγαλύτερος πληθυσµός βοοειδών στην Ελλάδα, σύµφωνα µε στοιχεία της ΕΣΥΕ, καταγράφηκε το Από τότε ξεκίνησε µια πτωτική πορεία του που οφείλεται κυρίως στην ανταγωνιστική τάση φυτικής προς ζωική παραγωγή για τη χρήση εδαφικών πόρων. Έτσι µε την τόνωση, µέσω ευνοϊκής πολιτικής, της φυτικής παραγωγής µειώθηκαν οι εκτάσεις µε βοσκότοπους ή καλλιεργούµενες ζωοτροφές µε άµεσο αποτέλεσµα την συρρίκνωση του κλάδου της βοοτροφίας. Επικουρικά αυτού του λόγου έδρασε και η εκµηχάνιση της γεωργίας εξαιτίας της οποίας σταµάτησε η χρησιµοποίηση των βοοειδών στις γεωργικές εργασίες καθώς επίσης και η ακολουθούµενη πολιτική τιµών η οποία καθήλωσε τις τιµές παραγωγού σε χαµηλά επίπεδα. Σύµφωνα µε στοιχεία του Υπ.Α.Α.Τ το υφιστάµενο, για το 2005, ζωικό κεφάλαιο βοοειδών καθώς επίσης και οι βοοτροφικές εκµεταλλεύσεις κατανέµονται στις 13 περιφέρειες της χώρας µας ως κατωτέρω: Πίνακας 60: Χωροταξική κατανοµή του ζωικού κεφαλαίου και των βοοτροφικών εκµεταλλεύσεων στις 13 περιφέρειες της Ελλάδας κατά το έτος 2005 ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΕΙΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΕΦΑΛΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ αριθµός ποσοστό αριθµός ποσοστό ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ,01% ,00% ΜΑΚΕ ΟΝΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑ & ΟΡΑΚΗ ,06% ,75% ΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑ ,08% ,59% ΗΠΕΙΡΟΣ ,88% ,72% ΘΕΣΣΑΛΙΑ ,14% ,42% ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ 492 2,11% ,78% ΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑ Α ,44% ,12% ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑ Α 637 2,73% ,87% ΑΤΤΙΚΗ 103 0,44% ,41% ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ ,59% ,95% ΒΟΡΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟ 848 3,64% ,33% ΝΟΤΙΟ ΑΙΓΑΙΟ ,60% ,41% ΚΡΗΤΗ 531 2,28% ,64% ΣΥΝΟΛΟ ΠΗΓΗ: Στοιχεία του ΥΠΑΑΤ 2005 Ειδικότερα, η εγχώρια παραγωγή βόειου κρέατος κατά την τριετία κατανέµεται ως ακολούθως στις περιφέρειες της Ελλάδας. «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας Φεβρουάριος 2012» Σελ. 136 από 281

137 Πίνακας 61. ιαχρονική εξέλιξη της παραγωγής βόειου κρέατος και αριθµού σφαγίων και κατανοµή τους στις περιφέρειες της χώρας ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗ 2002 ΠΑΡΑΓΩΓΗ 2003 ΠΑΡΑΓΩΓΗ 2004 ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑ & ΘΡΑΚΗ ΑΡΙΘΜΟΣ ΖΩΩΝ ΤΟΝΟΙ ΚΡΕΑΤΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΖΩΩΝ ΤΟΝΟΙ ΚΡΕΑΤΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΖΩΩΝ ΤΟΝΟΙ ΚΡΕΑΤΟΣ , , ,1 ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑ , , ,9 ΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕ ΟΝΙΑ , , ,3 ΗΠΕΙΡΟΣ , , ,2 ΘΕΣΣΑΛΙΑ , ,2 ΙΟΝΙΑ ΝΗΣΙΑ , , ,4 ΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑ Α , , ,0 ΣΤΕΡΕΑ ΕΛΛΑ Α , , ,0 ΑΤΤΙΚΗ , , ,0 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ , , ,0 ΒΟΡΕΙΟ ΑΙΓΑΙΟ , , ,0 ΝΟΤΙΟ ΑΙΓΑΙΟ , , ,0 ΚΡΗΤΗ , , ,0 ΣΥΝΟΛΟ , , ,1 Πηνπ ΕΣΥΕ Την πρώτη θέση στη συνολική παραγωγή βοείου/µοσχαρίσιου κρέατος, µε σηµαντική διαφορά από τις υπόλοιπες, κατέχει η περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία τη τριετία συγκέντρωσε το 42,54% της συνολικής παραγωγής βοείου κρέατος. Ακολούθησαν κατά σειρά η Ανατολική Μακεδονία & Θράκη µε ποσοστό 15,4%, η Θεσσαλία µε ποσοστό 13,6% και η υτική Μακεδονία µε ποσοστό 7,7%. Οι περισσότερες περιφέρειες της χώρας παρουσίασαν διαχρονική µείωση της παραγωγής τους σε βόειο κρέας κατά την εξεταζόµενη περίοδο, ενώ κάποιες παρουσίασαν σταθερότητα ή µικρή αύξηση. Στην Ελλάδα η γαλακτοπαραγωγός βοοτροφία εξελίσσεται σε επιχειρηµατική µορφή µε γρήγορους ρυθµούς. Έχει επιτευχθεί σηµαντική βελτίωση των αποδόσεων λόγω της βελτίωσης του γενετικού υλικού των «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας Φεβρουάριος 2012» Σελ. 137 από 281

138 ζώων και της βελτίωσης των συνθηκών εκτροφής τους (διατροφή, σταβλισµός κ.λπ.). Χωροταξικά η παραγωγή γάλακτος συγκεντρώνεται κυρίως σε ορισµένες περιφέρειες της χώρας µε πρώτη την Κεντρική Μακεδονία, στην οποία παράγεται το 48% του αγελαδινού γάλακτος και ακολουθούν οι περιφέρειες της Θεσσαλίας και της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Η γαλακτοπαραγωγός αγελαδοτροφία παραδοσιακά συγκεντρώνονταν σε πεδινές περιοχές µε αρδευόµενες εκτάσεις κατάλληλες για παραγωγή ζωοτροφών καθώς και κοντά σε αστικά κέντρα όπου αναπτύχθηκαν και οι πρώτες µονάδες επεξεργασίας και τυποποίησης αγελαδινού γάλακτος. Σήµερα όµως, µε την ανάπτυξη της τεχνολογίας και το αναπτυγµένο δίκτυο µεταφορών, οι µονάδες επεξεργασίας δεν συνδέονται πλέον στενά µε τον τόπο παραγωγής του γάλακτος. Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζεται το ισοζύγιο παραγωγήςκατανάλωσης βόειου κρέατος για τα έτη 1970, 1980 και για την χρονική περίοδο Όπως φαίνεται και από τον πίνακα, η αυτάρκεια της Ελλάδας σε βόειο κρέας αντιστοιχεί, κατά µέσο όρο στην εξεταζόµενη περίοδο, σε 35,3% η δε κατά κεφαλήν κατανάλωση βόειου κρέατος σε 20,9 κιλά. Ο κίνδυνος από τη νόσο των «τρελών αγελάδων» επηρέασε πολύ σοβαρά την κατανάλωση βοείου κρέατος. Στη συνέχεια η κατανάλωση επανήλθε σταδιακά, σε επίπεδα όµως χαµηλότερα από αυτά πριν από την κρίση. Επίσης υπάρχει µία ελαφρά σταδιακή µείωση στην κατανάλωση βοείου κρέατος, λόγω της αλλαγής των διατροφικών συνηθειών και λόγω της γενικότερης αντίληψης που υπάρχει σήµερα για την ασφάλεια του βοείου κρέατος. Κατά τις περιόδους έντονων διατροφικών κρίσεων (όπως ήταν αυτή µε τη νόσο των τρελών αγελάδων) παρατηρείται κάθετη µείωση της κατανάλωσης βόειου κρέατος, αλλά παράλληλα εµφανίζεται έντονη ζήτηση του εγχώριου κρέατος, δηλαδή του κρέατος που προέρχεται από ζώα που γεννήθηκαν, παχύνθηκαν και σφάχτηκαν στην Ελλάδα, το οποίο γενικά θεωρείται ασφαλές. «Καλάθι προϊόντων Περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας Φεβρουάριος 2012» Σελ. 138 από 281

139 Πίνακας 62. Ισοζύγιο παραγωγής κατανάλωσης βόειου κρέατος Για τα γαλακτοκοµικά προϊόντα από αγελαδινό γάλα, σύµφωνα µε στοιχεία του Υπ.Α.Α.Τ (2001), η αυτάρκεια της χώρας κυµαίνεται σε ένα µέσο όρο 48-50% και η µέση κατανάλωση ανά άτοµο φθάνει µόλις τα 40 κιλά νωπού αγελαδινού γάλακτος, έναντι τ&omeg