ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ (ΦΛΩΡΙΝΑ) ΤΜΗΜΑ ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΔΗΜIOΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ»

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ (ΦΛΩΡΙΝΑ) ΤΜΗΜΑ ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΔΗΜIOΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ»"

Transcript

1 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ (ΦΛΩΡΙΝΑ) ΤΜΗΜΑ ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΔΗΜIOΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ» Κωνσταντίνος Δ. Σουλτάνης "Εμπειρική μελέτη και σχεδιασμός ενός τυπογραφικού πιεστηρίου του 15 ου αιώνα: Η τυπογραφική τεχνική του Γουτεμβέργιου". ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΕΠΟΠΤΗΣ Μίμης Σουλιώτης, Καθηγητής ΝΕΦ - ΠΤΝ/ΠΔΜ ΦΛΩΡΙΝΑ

2 Κωνσταντίνος Δ. Σουλτάνης "Εμπειρική μελέτη και σχεδιασμός ενός τυπογραφικού πιεστηρίου του 15 ου αιώνα: Η τυπογραφική τεχνική του Γουτεμβέργιου". ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Υποβλήθηκε στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Δημιουργική Γραφή» της Παιδαγωγικής Σχολής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας με ημερομηνία προφορικής εξέτασης την 11 η Ιουνίου 2012 ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Σουλιώτης Μίμης, Καθηγητής Καριώτογλου Πέτρος, Καθηγητής Κωτόπουλος Τριαντάφυλλος, Λέκτορας - 1 -

3 στη μάνα μου «Εκείνος ο οποίος πρώτος με το χειροκίνητο μηχανικό τυπογραφικό πιεστήριο και με τα κινητά μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία απάλλαξε τις στρατιές των αντιγραφέων και καθαίρεσε τους περισσότερους των βασιλιάδων και συγκλητικών δημιουργώντας ένα καινούριο κόσμο δημοκρατικό: είχε εφεύρει την τέχνη της τυπογραφίας.» (Thomas Carlyle, Sartor Resartus, 1833) - 2 -

4 Ευχαριστίες Εδώ και καθώς τo τέρμα αναδιπλώνεται συμπερασματικά στην αφετηρία αυτής της εμπειρικής εντρύφησης, αισθάνομαι υπόχρεα ευγνώμων να ευχαριστήσω τα πρόσωπα τα οποία ενέπνευσαν και καθοδήγησαν τα γεγονότα στην υλοποίηση της παρούσας εργασίας, συμπαραστεκόμενα επιστημονικά και ηθικά, σε τούτο το μικρό «τυπογραφικό οδοιπορικό» μας. Κατ αρχήν, να ευχαριστήσω θερμά τον Επιβλέποντα Καθηγητή κ. Μίμη Σουλιώτη, αφενός για την υπόδειξη του πρωτότυπου αυτού θέματος, αφετέρου για την καθοδήγησή του στα προορισμένα στάδια της εργασίας, τόσο στο ερευνητικό εύρος και στην διάρθρωση, όσο και στην ανάπτυξη των περιεχομένων του θεωρητικού μέρους της, καθώς επίσης στην διαχείριση και στην περεταίρω αξιοποίηση του συνόλου των ευρημάτων της μελέτης. Ωστόσο, τον ευγνωμονώ για την εμπιστοσύνη την οποία επέδειξε στο πρόσωπό μου, καθώς η πραγμάτωση του παρόντος μελετητικού εγχειρήματος θα ικανοποιούσε και ένα προσωπικό του όνειρο, στο οποίο θέλει την ανακατασκευή ενός πιεστηρίου από τον εκπονούντα την μελέτη, ένα όνειρο το οποίο μοιράστηκε ισόμερα με τους συνοδοιπόρους της προσπάθειας αυτής. Με τα ίδια συναισθήματα επιθυμώ να ευχαριστήσω τα αξιότιμα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, τους κ.κ. Πέτρο Καριώτογλου και Τριαντάφυλλο Κωτόπουλο. Τον κ. Καριώτογλου, Καθηγητή Δ.Φ.Ε./Π.Τ.Ν., για τις συχνές και διαφωτιστικές συζητήσεις σε θέματα φυσικών επιστημών και τεχνοεπιστημών, στων οποίων άπτεται η τυπογραφική «τεχνική» του Ιωάννη Γουτεμβέργιου, αλλά και στο πρακτικό μέρος της εργασίας. Τον κ. Κωτόπουλο Λέκτορα Ε.Λ.-Π.Λ.,/Π.Τ.Ν., για τις ιδιαιτέρες απόψεις και παρατηρήσεις του στην εμπειρική διάσταση της μελέτης, καθώς και στην συγγραφή της εργασίας. Την κ. Έφη Παπαγεωργίου, μέλος ΕΙ.Δ.Υ.Π., της Π.Σ./Π.Δ.Μ., για τις πολύτιμες συζητήσεις σε θέματα Βιβλιολογίας και για την οργάνωση της πραγματικής επίσκεψης στο «Μ. Τ. Χανίων». Την κ. Ελία Κουμή, διευθύντρια του «Μ.Τ. Χανίων» και τον κ. Γιώργη Μαρουλοφυλλάκη βετεράνο δημοσιογράφο/εργάτη τύπου στα «Χανιώτικα Νέα», για την φιλικότατη υποδοχή και τις άριστες προϋποθέσεις δραστηριοποίησης τις οποίες μου εξασφάλισαν στο εν λόγω μουσείο. Τον μηχανουργό κ. Μανόλη Μπενιουδάκη για την πρόθυμη συνάντηση και εποικοδομητική συζήτηση την οποία αναπτύξαμε σε θέματα σχετικά με την εμπειρία του ως κατασκευαστής του τυπογραφικού πιεστηρίου του «Μ.Τ. Χανίων». Τέλος, να ευχαρισήσω θερμά τον κ. Νικόλαο Παπαδάκη, Καθηγητή Εφαρμογών Τ.Ε.Ι. Κρήτης, για το ενδιαφέρον του και για την συστατική διαμεσολάβησή του, ώστε να καταστεί ευκόλως δυνατή η αποδοχή του αιτήματος της επίσκεψης στο εν λόγω μουσείο

5 Πρόλογος Η παρούσα συγγραφή και υπό τον τίτλο «Εμπειρική μελέτη και σχεδιασμός ενός τυπογραφικού πιεστηρίου του 15 ου αιώνα: Η τυπογραφική τεχνική του Γουτεμβέργιου», αποτελεί τη διπλωματική μου εργασία την οποία εκπόνησα στα πλαίσια της σπουδής μου στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών της Παιδαγωγικής Σχολής (Φλώρινα) του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και στην κατεύθυνση «Δημιουργική Γραφή» υπό την επίβλεψη του κ. Μίμη Σουλιώτη, Καθηγητή ΝΕΦ/ΠΤΝ του οικείου Πανεπιστημίου. Στον επίλογο της εργασίας και σε μία τελευταία αναστοχαστική ματιά, η οποία εστίασε κριτικά στην αρχική πεποίθηση υλοποίησης των στοχευόμενων στην εργασία, εξέτασα το ενδεχόμενο, ώστε, να έχω προσθέσει με έμφαση μία επιπλέον σύνοψη της ιστορίας της τυπογραφίας. Σκέφτηκα ότι, ενδεχομένως και να θεωρηθεί ως τυπική παράθεση δεδομένων, κατά τρόπον, ώστε η παρούσα εργασία να αστοχεί στον επαρκή προσδιορισμό και στην κριτική προσέγγιση των όσων σχετικών τα οποία θα θεωρούνταν εν δυνάμει τεκμήρια μίας ερευνητικής διαδικασίας προς διάκριση των βιβλιογραφικών αναφορών και των μαρτυριών εκείνων, οι οποίες αφενός μεν κινούνται μεταξύ εικασίας και πραγματικότητας, αφετέρου δε εκλαμβάνονται ή και θεωρούνται άλλοτε ως απόλυτα τεκμήρια και άλλοτε ως επιτηδείως αμφιλεγόμενα, ενώ αφορούν σημαντικά στην εργοβιογραφία του Ιωάννη Γουτεμβέργιου και στην πατρότητα της τυπογραφικής «τεχνικής» του. Βέβαια, ανεξάρτητα από το πόσο τεκμαίρεται κάτι από τα παραπάνω πραγματευόμενα, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον, θεωρώ επιμελώς λειτουργημένη και διαφερόντως περίσπουδη την προσπάθεια αυτής της οδοιπορίας προς συνάντηση του Γουτεμβέργιου, καθώς προκύπτει ως αποτέλεσμα μίας ευτυχούς συγκυρίας «προσώπων» και «γεγονότων» τα οποία μου επεφύλαξε η διετής σπουδή μου, ώστε να εμβαθύνω στην γενική ιστορία της τυπογραφίας και εν συνεχεία να εργαστώ στην μελέτη σχεδιασμού ενός καθόλα λειτουργικού πιεστηρίου, εγχείρημα το οποίο τίθεται ως βασικός στόχος στην παρούσα εργασία

6 Περίληψη Η παρούσα εργασία, στην ευρύτερη ενότητα «Θεωρητικό Μέρος» και υπό μορφή έρευνας επισκόπησης, παρουσιάζει αδρομερώς και κατά στάδια την ιστορία εξέλιξης της τυπογραφίας, από την πρώτη επιζωγραφική «εντύπωση» έως την μηχανική «εκτύπωση» του πρώτου βιβλίου. Και αυτό, με την θεώρηση ότι, η τυπογραφία εξελίχθηκε στην προσπάθεια του διαχρονικού ανθρώπου να εφευρίσκει μεθόδους και τεχνικές απεικόνισης νοημάτων, διεπόμενη αλληλεπιδραστικά στη γραμμική σχέση «λόγος-γραφή-τυπογραφία», με συνέπεια τις πρόδρομες τυπογραφικές τεχνικές επάνω στις οποίες βασίστηκε η τυπογραφική «τεχνική» του Ιωάννη Γουτεμβέργιου. Στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο, παραθέτει πληροφορίες, οι οποίες αφορούν στις μεσαιωνικές τυπογραφικές τεχνικές με την χρήση ξύλινων κινητών τυπογραφικών στοιχείων, στην έλευση της τυπογραφίας με την «τεχνική» Γουτεμβέργιου, καθώς στην εξάπλωση και στην προσφορά της στον Κόσμο. Παρομοίως, συνοψίζει την ιστορία των τεχνοεπιστημών με τα εκάστοτε ανά εποχή επιτεύγματα του τεχνοεπιστημονικού πολιτισμού του ανθρώπου και με έμφαση στη μεταλλοτεχνία του μεσαίωνα, καθώς αυτή υπήρξε βασικό τεχνογνωσιακό προαπαιτούμενο στην «τεχνική» Γουτεμβέργιου. Εν συνεχεία πραγματεύεται την ιστορία της χειροκίνητης μηχανικής τυπογραφίας με αναφορά στις βασικές εκτυπωτικές τεχνικές και στους αντιπροσωπευτικούς τύπους πιεστηρίων, οι οποίοι συνιστούν τεχνολογικές μεταλλαγές εξέλιξης, αρχής γενομένης από το θεωρούμενο ως «πρότυπο» μηχανικό τυπογραφικό πιεστήριο του Γουτεμβέργιου έως σήμερα και με ενδεικτικό παράδειγμα την τεχνολογία των πιεστηρίων της Heidelberger. Εξετάζει, τις προγενέστερες τεχνοεπιστημονικές εφαρμογές οι οποίες υιοθετούνται εφαρμοστικά στην «τεχνική» Γουτεμβέργιου, τη φύση και τη χημική συμπεριφορά των υλικών σωμάτων τα οποία χρησιμοποιεί, καθώς επίσης τους κανόνες οι οποίοι διέπουν τις σχέσεις λειτουργίας των εργαλειομηχανισμών της «τεχνικής», από την πλευρά των φυσικών επιστημών. Επίσης, παρουσιάζει δείγματα υφιστάμενων σωζόμενων ή υφιστάμενων αντίγραφων «ελαφρού» τύπου πιεστηρίων «Κοινή Τύπου Γουτεμβέργιου», την εργοβιογραφία του Ιωάννη Γουτεμβέργιου και τα ειδικά συστατικά στοιχεία της τυπογραφικής του «τεχνικής». Στην δεύτερη ενότητα «Πρακτικό Μέρος», εστιάζει στην εμπειρική μελέτη, με περιγραφή της αντίστοιχης «εμπειροτεχνικής» μεθόδου η οποία εφαρμόστηκε στο σχεδιασμό ενός λειτουργικού τυπογραφικού πιεστηρίου, του οποίου τα αρχιτεκτονικά και μηχανικά χαρακτηριστικά ανάγονται σε εκείνα των τεσσάρων (4) υπό μελέτη ομοιότυπων «ελαφρού» τύπου πιεστηρίων «Κοινή Τύπου Γουτεμβέργιου». Στο τέλος, διατυπώνει τα εξαχθέντα συμπεράσματα και τις προτάσεις, οι οποίες υλοποιούν το βασικό στόχο της μελέτης, ο οποίος αφορά στον σχεδιασμό και στην διαστασιοποίηση ενός πιεστηρίου, ως άρτιας πρότασης ανακατασκευής και λειτουργικής αξιοποίησης του χειροκίνητου τυπογραφικού πιεστηρίου, γεγονός το οποίο επιτυγχάνεται ικανοποιητικά στην παρούσα μελέτη

7 Summary The present study in the wider unit Theoretical Part and under the form of research presents coarsely and at stages the history of development of Typography from the first painting impression of caves to the mechanical printing of the first book. And this,with the consideration that the typography has been developed in the efforts of the diachronic man to invent methods and techniques of meaning depiction conditioned interactively in the linear relation Word-Graphic-Printing consistently precursors letterpress techniques relied on the technique of Johannes Gutenberg. At the same historical context, information is provided concerning the medieval printing techniques with the use of wooden movable typography typefaces, to the advent of the printing press in the printing Technical Gutenberg, and in the expansion and offer to the world.similarly, it summarizes the history of technoscience with the achievements of technical and scientific human culture with emphasis on medieval metalwork, as this was a key prerequisite to Technical Gutenberg. It then discusses the history of manual mechanical printing with reference to basic printing techniques and representative types of presses which represent technological change evolution, starting from the considered model of Gutenberg's printing press to date and with an indicative example of technology presses of Heidelberger. It examines the earliest technoscience applications which are adopted to Gutenberg s technique, the nature and chemical behavior of material bodies which he uses, as well as the rules, governing relations operation of gear mechanisms technique from the side of science. It also presents a sample of existing and surviving or existing copies light type presses or Common Types Gutenberg, the biographical of Johannes Gutenberg and the specific components of his technical printing. At the second section Practice the study focuses on the empirical study with a description of the corresponding empirical and technical method which was applied in the design of an operating printing press, whose architectural and mechanical characteristics are reduced to those of the four study facsimiles light type presses Common Types Gutenberg. In the end it puts forwards the conclusions reached and recommendations that implement the basic purpose of the study, which is related to the design and dimensioning of a press, a newly proposed reconstruction and functional recovery of the printing press, which is achieved satisfactorily in this study

8 Περιεχόμενα Συντομογραφίες 13 Γλωσσάριο. 14 Επεξήγηση όρων τίτλου εργασίας.16 Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Σκοπός της μελέτης Προβληματική στη μελέτη Μεθοδολογικά στοιχεία εργασίας Μέθοδος εμπειρικής μελέτης Βιβλιογραφική επισκόπηση..21 ΙΙ. ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ 1. Ορισμός της τυπογραφίας Ιστορικά στοιχεία για την τυπογραφία Από τη βραχογραφία στην τυπογραφία Η ιστορία εξέλιξης της τυπογραφίας έως τον 15 ο μ.χ. αιώνα Οι σφραγίδες της Ανατολίας Ιερογλυφικά συστήματα Αλφαβητικά συστήματα Ο Κώδικας «τετράς διά δύο» Το χειρόγραφο βιβλίο Πρώιμες μέθοδοι και τεχνικές εκτυπώσεων Στα πρόθυρα της μηχανικής τυπογραφίας Η έλευση της μηχανικής τυπογραφίας Η εξάπλωση και η προσφορά της τυπογραφίας Η ιστορία των τεχνοεπιστημών έως το 15 ο μ.χ. αιώνα Ανθρώπινη γνώση και τυπογραφία Οι Επιστήμες Προϊστορία και προκλασική αρχαιότητα Κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα Ευρωπαϊκός Μεσαίωνας Η Τεχνολογίες Αρχέγονες τεχνολογικές γνώσεις Προϊστορία Αρχαιότητα

9 Ευρωπαϊκός Μεσαίωνας Η μεταλλοτεχνία στο Μεσαίωνα Η ιστορική προσέγγιση στη θεώρηση του «προτύπου» πιεστηρίου Αναπαραστάσεις της εκδοχής του «πρότυπου» πιεστήριου Η εκδοχή του «προτύπου» στις γκραβούρες του Albert Durer Το τέχνημα Jón Matthíasson ως πρόδρομη εκδοχή «προτύπου» Η προσομοίωση Άλαν Μάι ως εκδοχή του «προτύπου» Η θεώρηση περί «προτύπου» στην παρούσα εργασία Αξιοσημείωτα παραδείγματα μεταλλαγής «προτύπων» Ιστορία εξέλιξης των τυπογραφικών πιεστηρίων έως τον 21 ο αιώνα Βασικά χαρακτηριστικά εξέλιξης έναντι του «προτύπου» Τύποι τυπογραφικών πιεστηρίων και στοιχειοθετικών τεχνικών Τύποι τυπογραφικών πιεστηρίων α. Όρθιο τυπογραφικό πιεστήριο...62 β. Επίπεδο τυπογραφικό πιεστήριο γ. Περιστροφικό τυπογραφικό πιεστήριο κυλίνδρων Κλασικές εκτυπωτικές τεχνικές. 62 α. Υψιτυπία...62 β. Ξυλογραφία...62 γ. Επιπεδοτυπία...62 δ. Βαθυτυπία..63 ε. Μεταξοτυπία Κλασικές στοιχειοθετικές τεχνικές...63 στ. Στερεοτυπία...63 ζ. Μονοτυπία. 63 η. Λινοτυπία Σταθμοί εξέλιξης τυπογραφικών πιεστηρίων και στοιχειοθετικών τεχνικών Βασικές δομολειτουργικές έννοιες των τύπων πιεστηρίων Βελτιωτικές τροποποιήσεις στο «πρότυπο» Γουτεμβέργιου Τα πρώτα ολομεταλλικά πιεστήρια Το κυλινδρικό πιεστήριο του Friedrich Koenig Το ατμοκίνητο πιεστήριο του F. Koenig and A.Bauer Πιεστήριο περιστροφικό αυτοτροφοδοτούμενου χάρτου W. Bullock Εκμηχάνιση της στοιχειοθετικής διαδικασίας και τεχνικές εκτύπωσης Η ενσωμάτωση στοιχειοθετικών μηχανών στα πιεστήρια Η Στερεοτυπική και στερεογραφική τεχνική στοιχειοθεσίας Η «Λινοτυπική ή Τυποχυτική» στοιχειοθετική μηχανή

10 Η «μονοτυπία ή μονοτυπική» στοιχειοθετική μηχανή Η τεχνική της Ξυλογραφίας Η τεχνική της Φωτοευαισθησίας Η τεχνική της Λιθογραφίας Η τεχνική της Φωτοχαρακτικής και της Βαθυτυπίας Η τεχνική της Μεταξοτυπίας Η τεχνική της Κολλοτυπίας Η τεχνική της Φλεξογραφίας Αντιπροσωπευτικά πιεστήρια και εκτυπωτικές τεχνικές του 20ου αιώνα Σύγχρονες εκτυπωτικές τεχνικές 20ου αιώνα Η τεχνική της Υγρής και της Ξηράς Όφσετ ( Offset ) Η τεχνική εφαρμογή της Αυτοματοποιημένης στοιχειοθεσίας Η τεχνική εφαρμογή της Προγραμματιζόμενης στοιχειοθεσίας Η τεχνική της Τρισδιάστατης εκτύπωσης Η τεχνική της Φωτοστοιχειοθεσίας Η τεχνική Όφσετ ( Offset ) στην πρώτη δεκαετία 21ου του αιώνα Η αναλογική εκτύπωση γραφείου «γραφομηχανής» Η Ψηφιακή εκτύπωση γραφείου «H/Y» ( P.C. ) Heidelberger αντιπροσωπευτικό παράδειγμα πιεστηρίων του 20 ου αιώνα Η παλαιά τεχνολογία της Heidelberger Η νέα τεχνολογία της Heidelberger Ξύλινα χειροκίνητα μηχανικά πιεστήρια «Κοινή Τύπου Γουτεμβέργιου» Ειδοποιά στοιχεία ξύλινων χειροκίνητων μηχανικών πιεστήριων «Κ.Τ. Γ.» Πιεστήρια «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.» 15ου 19ου αιώνα Πιεστήρια «βαρέως» τύπου «Κ.Τ.Γ.» 15ου 19ου αιώνα Υφιστάμενα πιεστήρια «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.» 16ου 19ου αιώνα Πιεστήρια σωζόμενα «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.» Το Fawkner Press Το Isaiah Thomas Το Stephen's Day To Pananas Press To John Christian Blum Press To Franklin Press Το Robert Luist Fowle Πιεστήρια αντίγραφα σύγχρονων ανακατασκευών «Κ.Τ.Γ.» Το Tom Paine Printing Press To Newseum Press

11 Το Richard Jermyn's Common Press Το William Parks Common Press To πιεστήριο «Τυπογραφικού Μουσείου Χανίων» Επιστήμη και Τεχνολογία στην τυπογραφική «τεχνική» του Γουτεμβέργιου Αρχέγονα εργαλεία και μηχανές Τροχός Τροχαλία Μοχλός Ατέρμονας Η Σφήνα Η Φυσική και η Χημεία της «τεχνικής» του Γουτεμβέργιου Εργαλεία και μηχανές Ο τροχαλιοφόρος άξονας Ο ιμάντας ολίσθησης Ο μοχλός στρέψης Η ανατομία του κοχλία Ο Kοχλίας στο «ελαφρού» τύπου πιεστηρίου «Κ.Τ. Γ.».105 α) Κοχλίας τριών ελικώσεων (αρχών).105 β) Εμβολοφόρος Κεφαλή..106 γ) Ποτήρι Πιεστικής Βελόνης Η δυναμική του κοχλία στο πιεστικό σύστημα («πρέσα») Η φύση των υλικών της «τεχνικής» Γουτεμβέργιου Τα υλικά σώματα ως χημικά στοιχεία.111 α) Σίδηρος β) Χαλκός..111 γ) Αντιμόνιο..111 δ) Μόλυβδος. 112 ε) Κασσίτερος στ) Ορείχαλκος ζ) Μάρμαρο η) Δρυς Η σύσταση του μελανιού Η δομή του χαρτιού Η σχέση «μελάνι και χαρτί» Τεχνικές σύνδεσης ξύλινων μερών Ιωάννης Γουτεμβέργιος ο «πατέρας» της μηχανικής τυπογραφίας Βιογραφικά στοιχεία

12 Η καταγωγή του Γουτεμβέργιου Ο τόπος γέννησης του Γουτεμβέργιου Η εκπαίδευση και η παιδεία του Γουτεμβέργιου Οι πρώτες επαγγελματικές ενασχολήσεις και εμπειρίες Οι επιχειρηματικές συνεργασίες στο Στρασβούργο Οι «τυπογραφικές» συνεργασίες στο Μάιντς Το ταξίδι του στην αιωνιότητα Αμφιλεγόμενα στην «εφεύρεση» του Γουτεμβέργιου Σύνοψη εργοβιογραφίας προσώπων σχετικών με το Γουτεμβέργιο Laurens Jansz Coster ο έτερος εφευρέτης της τυπογραφίας Johann Fust, ο χρηματοδότης του Γουτεμβέργιου Peter Schöffer ο μαθητής του Γιόχαν Φουστ Albert Durer και Anton Koberger Nicolas Jenson Η Τυπογραφική «τεχνική» του Γουτεμβέργιου Τεχνογνωσιακές αναφορές Το χειροκίνητο μηχανικό τυπογραφικό πιεστήριο Τα μεταλλικά κινητά τυπογραφικά στοιχεία Τα μελάνια Το χαρτί Διαδικασία και πράξη στην «τεχνική» Γουτεμβέργιου Προϋποθέσεις εκτύπωσης Η διαδικασία στοιχειοθεσίας Η τυπογραφική πράξη Αντιπροσωπευτικές εκτυπώσεις «τεχνικής» Γουτεμβέργιου ΙΙ. ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ 1. Μελέτη Σχεδιασμού Μέθοδος της μελέτης Περιγραφή της μεθόδου Η διαδικασία μελέτης Εμπειρικές μονάδες μέτρησης 159 α) Το ανάστημα του μελετητή ως προς το ανάπτυγμα του πιεστηρίου..159 β) Το εικονιζόμενο δάκτυλο ως εμπειρική μονάδα αναγωγής Δεδομένα διαστασιοποίησης Μοντέλα προσομοίωσης Πιεστικού Συστήματος Η σκοπιμότητα των μοντέλων

13 Η προσομοίωση της κατακόρυφης κίνησης Η προσομοίωση της οριζόντιας κίνησης Συμπεράσματα στις προσομοιώσεις Περιγραφή «ελαφρού» τύπου πιεστήριου Κ.Τ.Γ Μορφολογικά στοιχεία στα υπό μελέτη πιεστηρίων Κριτήρια επιλογής των τεσσάρων (4) υπό μελέτη πιεστηρίων Γενική προσέγγιση στο αντιπροσωπευτικό πιεστήριο Χανίων «Χ.Ν.» Ειδική περιγραφή αντιπροσωπευτικού πιεστηρίου Χανίων «Χ.Ν.» Ξύλινα μέρη Μεταλλικά μέρη Εργαλεία Η επίσκεψη στα Χανιά Στο Μουσείο Τυπογραφίας Η επιλογή του Μουσείου Ημέρα πρώτη Ημέρα δεύτερη Ημέρα τρίτη Ημέρα τέταρτη Αποσπάσματα Ημερολογίου Άφιξη στο Μουσείο Τυπογραφίας Η συνάντηση με τον διευθυντή της εφημερίδας «Χανιώτικα Νέα» Η συνάντηση με τον μηχανοτεχνουργό Μανόλη Μπενιουδάκη..189 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ Συμπεράσματα στο «Θεωρητικό Μέρος» Συμπεράσματα στο «Πρακτικό Μέρος». 193 Αξιοποίηση..194 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 196 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ Παράρτημα Ι: «Θεωρητικό Μέρος»: Εικόνες Σχέδια Παράρτημα ΙΙ-1: «Πρακτικό Μέρος»: Ανάγνωσης /κατανόησης πιεστηρίου 241 Παράρτημα ΙΙ-2: Εικόνες Σχέδια και μοντέλα μεθόδου Παράρτημα ΙΙ-3: Η Heidelberger ως παράδειγμα πιεστηρίων του 20 ου αιώνα 257 Παράρτημα ΙΙΙ: Επιστολές - Συνεντεύξεις

14 Συντομογραφίες Ι.Γ. Ιωάννης Γουτεμβέργιος Ε.Κ. Εμβολοφόρος Κεφαλή Κ. Κοχλίας Π.Β., Πιεστική Βελόνη Τ.Π. Τυπογραφική Πλάκα Τ.Τ. Τυπογραφική Τράπεζα Π.Σ. Πιεστικό Σύστημα (Πρέσα: Κοχλίας/Περικόχλιο - Ποτήρι /Πιεστική Βελόνη) «Κ.Τ.Γ.» «Κοινή Τύπου Γουτεμβέργιου» (χειροκίνητο μηχανικό πιεστήριο) (βλ.σ.0/φ.0) (βλέπε σελίδα 0/Φωτο 0) παραπομπή στα «Παραρτήματα» εικόνων-σχεδίων

15 Γλωσσάριο Οι παρακάτω λέξεις - φράσεις της αγγλικής και όπως μεταφράζονται στην ελληνική, αφορούν σε ενδεικτικούς τυπογραφικούς όρους και λέξεις κλειδιά αναζήτησης σχετικά με τα βασικά μέρη ενός χειροκίνητου μηχανικού τυπογραφικού πιεστηρίου της «τεχνικής» Γουτεμβέργιου, ενώ παράλληλα οι ίδιοι αποδίδονται σύμφωνα με την μελετητική προσέγγιση της παρούσα εργασίας. axis rounce bar (μπάρα) beams store box spanner cap (καπέλο) carriage (στρόφαλος) coffin/stone (φέρετρο/πέτρα) coffin plank common press counter thread (βίδα) crosspiece- till cylinder rounce double thread dovetail connection (head) foot assembly forestay (εμπρόσθιο στήριγμα) frame rails framework - set type hammer hand press hand printing machine head (κεφάλι) hind rail assembly hinges frisket hose assembly Inker Inking jaws rails joint presses marchpié metal box movable type «τροχαλιοφόρος άξονας» «μοχλός βραχίονας στρέψης» «δοκοί οδήγησης» πλαισίου πλατφόρμς Τ.Τ, «ποτήρι» σύσφιξη κλείδας «επιστέγασμα» (αέτιο γείσο) «χειριστήριο τροχαλιοφόρου άξονα» «τελάρο» τυπογραφικής τράπεζας και «μάρμαρο» «σανίδα/βάση» έδρα εφαρμογής πλαισίου Τ.Τ., «κοινή πρέσα/πιεστήριο» - «Κ.Τ.Γ.» «κοχλίας μίας ελίκωσης» (μονό σπείρωμα) «μέσο διαιρούμενο ζευκτό» διέλευσης ποτηριού «κυλινδρικός μελανωτής» «κοχλίας διπλής ελίκωσης» (διπλό σπείρωμα) «χελιδονωτή σύνδεση» άνω ζευκτού «πέλμα» στήριξης - σύνδεσης ορθοστατών «ποδιά» στήριξης εμπρόσθιου μέρους «πλαίσιο δρομέων» πλατφόρμας φορέας Τ.Τ. «πλαίσιο» στοιχειοθεσίας - φορμών «σφυρί» στοιχειοθεσίας «χειροκίνητο μηχανικό πιεστήριο» («πρότυπο») «χειροκίνητη τυπογραφική μηχανή» «άνω κινητό ζευκτό» «δρομείς παλινδρόμησης κοίτης» (ράγες) «μεντεσέδες» πλαισίου σελιδοθέτησης «σφιγκτήρας ποτηριού» πιεστικού συστήματος «εργάτης μελανωτής και χαρτοθέτης» «μελάνωση» διαδικασία μελάνωσης «σιαγόνες» ολίσθησης (επί σιδηροτροχιών) «κοινές πρέσες» (το πλείστον μεταλλικές) «υποπόδιο» ξύλινο έπιπλο στήριξης ποδιού «συλλέκτης λιπαντικού» σημείο πίεσης «κινητό τυπογραφικό στοιχείο»

16 Type-mold complete typesetters box near cheek (μάγουλο) nut nut bolts off cheek (μάγουλο) plate hooks platen (πλάκα) press pressman printer printing bed (φέρετρο) punch Types ribbed iron frame rails rounce straps round -handle bar press round-headed screws rubrics shoe stud spanner three threads thumbwheel till (έως) tympan and frisket (τύμπανο) wooden pegs «μήτρα» καλούπι χύτευσης στοιχείων «στοιχειοστήλη» τυπογραφικού χαρακτήρα «ορθοστάτης» (εγγύς πρόσθιο) «περικόχλιο» θηλυκό ανάτυπο κοχλία «παξιμάδι (πεταλούδα) βίδας (ατέρμονα» «ορθοστάτης» χαμηλά πλαϊνά πρόσθετα «άγκιστρα» εξάρτησης τυπογραφικής πλάκας «τυπογραφική πλάκα» (πιεστική πλάκα) «χειριστής μοχλού πίεσης» εργάτης πιεστηρίου «τυπογράφος/χειριστής τυπογραφικής πρέσας» «κοίτη» τυπογραφική (τυπογραφική τράπεζα) «στιγέας» κατασκευής μητρότυπου «δοκίκες πλαισίου δρομέων» πλατφόρμας Τ.Τ. «ιμάντες ολίσθησης» πλατφόρμας Τ.Τ. «ατέρμονες συγκράτησης πρέσας-κοχλία» «ατέρμονες ρύθμισης άνω ζευκτού» «ρουμπρίκες» μαξιλάρια μελανώματος «πέλμα - ορθοστάτης» «δικλείδα» πιεστικής βελόνης (σύμπλεξης) «τριπλής ελίκωσης» (τριπλό σπείρωμα) «ροδέλα περιστροφής» κλείδας βελόνης «οδηγός μέσου ζευκτού» διέλευσης ποτηριού «καλύπτρα» (πλαίσιο σελιδοθέτησης) «καβίλιες» σύνδεσης ξύλων

17 Επεξήγηση όρων τίτλου εργασίας Τίτλος διπλωματικής εργασίας: "Εμπειρική μελέτη και σχεδιασμός ενός τυπογραφικού πιεστηρίου του 15ου αι: Η τυπογραφική τεχνική του Γουτεμβέργιου". Ως «εμπειρική μελέτη και σχεδιασμός», νοείται αφενός η τυπική περιγραφή του ενδεχομένως «πρότυπου» πιεστηρίου του Ιωάννη Γουτεμβέργιου και θεωρούμενου ως «πρότυπου» στην παρούσα εργασία, αφετέρου ο ανασχεδιασμός και η διαστασιοδότηση ενός «ελαφρού» τύπου πιεστήριου «Κοινή Τύπου Γουτεμβέργιου» του 16 ου - 19 ου αιώνα, με πρότυπο μία ομάδα τεσσάρων (4) ομοιότυπων πιεστηρίων της ίδιας χωροχρονικής περιόδου στην οποία και έχει αναφορά η ταυτότητά τους. Ως τυπογραφική «τεχνική» του Ιωάννη Γουτεμβέργιου, νοείται το σύνολο των τυπογραφικών τεχνικών, των μεθόδων και των διαδικασιών με τις οποίες ο Γουτεμβέργιος θεωρείται στον δυτικό Κόσμο και όχι μόνον, ως ο δημιουργός της χειροκίνητης μηχανικής τυπογραφίας. Η τυπογραφική «τεχνική» του Γουτεμβέργιου αφορά σε δύο βασικά συστατικά μέρη: στο χειροκίνητο μηχανικό τυπογραφικό πιεστήριο και στα κινητά μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία. Ειδικότερα, η σχέση αυτή των δυο συστατικών μερών της τυπογραφικής «τεχνικής» του, «πιεστήριο στοιχεία», αφορά σε μία επαναστατική εργαλειομηχανική εφαρμογή και στοιχειοθετική τεχνική, των οποίων η λειτουργική τελειότητα επιβεβαιώθηκε από το εκτυπωτικό της αποτέλεσμα, την «Βίβλο»

18 Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Σκοπός της μελέτης Στην παρούσα εργασία και μη εξαιρουμένης της κατά στάδια αδρομερούς παράθεσης των σχετικών με την τυπογραφία ιστορικών στοιχείων τα οποία και αποτελούν το βασικό της θεωρητικό υπόβαθρο, κατεξοχήν στόχο αποτελεί αφενός, η μέσα από μία εκτεταμένη πρωτογενή έρευνα τυπολογική προσέγγιση και περιγραφή ενός τεχνήματος του 15 ου αιώνα με την περεταίρω ανάδειξη των βασικών στοιχείων του τα οποία χαρακτηρίζουν την τυπογραφική «τεχνική» του Ιωάννη Γουτεμβέργιου (τούδε Ι.Γ.), αφετέρου και ειδικότερα αποσκοπεί στην εκπόνηση μίας μελέτης σχεδιασμού η οποία επιλέγει ως αντικείμενά της τέσσερα (4) ομοιότυπα υφιστάμενα (σωζόμενα ή αντίγραφα) «ελαφρού» τύπου πιεστήρια «Κοινή Τύπου Γουτεμβέργιου» τα οποία έχουν όμοια αρχιτεκτονικά και μηχανικά χαρακτηριστικά, προκειμένου αυτή η μελέτη να αποτελέσει άρτια πρόταση ανακατασκευής ενός λειτουργικού πιεστηρίου με ανάλογο εκτυπωτικό αποτέλεσμα. Ο τρόπος διάρθρωσης και τα αντιστοιχούντα κειμενικά περιεχόμενα του «Θεωρητικού Μέρους» της εργασίας, συνιστούν το πλείστον μία τυπική παράθεση πληροφοριών, οι οποίες ως προϊόντα μελέτης αναδιατυπώνονται εξ επιλογής σε μικτή γλώσσα με τον προσωπικό λόγο του συγγραφέα και με γενική αναφορά στις αντίστοιχες πηγές, ως υποσημειωμένες. Συνεπώς, η σκοπιμότητα της εργασίας δεν αφορά στην κριτική ανάλυση των όποιων πληροφοριών ή ευρημάτων της βιβλιογραφίας, καθώς επικεντρώνει ειδικά στο «Πρακτικό Μέρος» της και το οποίο αφορά στην μελέτη σχεδιασμού του πιεστηρίου. Για τον λόγο αυτόν και για την ευχερέστερη κατανόηση των περιεχόμενων πληροφοριών του «Θεωρικού Μέρους», παρατίθεται πλούσιο φωτογραφικό υλικό, όπως αντίστοιχα στο «Πρακτικό Μέρος» και για το οποίο παρατίθενται ενδεικτικά παραδείγματα της χρησιμοποιούμενης μεθόδου, με σκίτσα και μοντέλα, για την λειτουργικότερη κατανόηση των μελετητικών διαδικασιών της. 2. Προβληματική στη μελέτη Η βασική προβληματική στην παρούσα εργασία - με την έννοια ερευνητικού ερωτήματος - είναι η αποτύπωση και η διαστασιοποίηση ενός πιεστηρίου του οποίου, τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και μηχανικά στοιχεία του θα ανάγονται κατ αναλογίαν και λειτουργικό μέτρο σε εκείνα των τεσσάρων (4) υπό μελέτη πιεστηρίων. Το βασικό ερώτημα το οποίο τίθεται, αφορά σε αυτό καθαυτό το γεγονός του εγχειρήματος, δηλαδή, στο κατά πόσον θα είναι κατορθωτό να αποτυπωθεί ένα πιεστήριο αυτού του τύπου, χωρίς την ύπαρξη κανενός απολύτως γεωμετρικού ή υπολογιστικού δεδομένου, δηλαδή, μη γνωρίζοντας και έχοντας τίποτε σχετικό γύρω από τις πραγματικές διαστάσεις των υπό μελέτη πιεστηρίων. Το εγχείρημα αποτύπωσης και διαστασιοποίησης του πιεστηρίου, ως μίας οιονεί πρότασης η

19 οποία στοχεύει στην ανακατασκευή του, αποτελεί και το βασικό πρόβλημα στην παρούσα εμπειρική («εμπειροτεχνική») μελέτη για τον λόγο ότι δεν υπάρχουν και δεν εξασφαλίζονται εκείνα τα βιβλιογραφικά δεδομένα, τα οποία θα παρείχαν αν όχι τις ακριβείς, τουλάχιστον τις περίπου και επί σχεδίων πληροφορίες, σχετικά με τις διαστάσεις του σώματος του πιεστηρίου και οι οποίες θα υποστήριζαν την περιγραφή και τον ανασχεδιασμό του. Συνεπώς, και προκειμένου η επιχειρούμενη μελέτη να υπερβεί την διαδικασία μίας περίπου σκαριφηματικής απεικόνισης ή ενός τυπικού αρχιτεκτονικού σχεδιασμού υπό τύπο μίας απλής οπτικής περιγραφής χωρίς υπολογιστικά κατασκευαστικά δεδομένα, επινοεί μεθόδους και χρησιμοποιεί εμπειροτεχνικές πρακτικές εκτίμησης των μεγεθών στα υπό μελέτη πιεστήρια, ώστε να καταφέρει να καταλήξει σε εκείνα τα υπολογιστικά αριθμητικά δεδομένα τα οποία θα όριζαν κατά προσέγγιση τις πραγματικές διαστάσεις ενός επί σχεδίου και εν συνεχεία επί ενός ρεαλιστικού και λειτουργικού σώματος τυπογραφικού πιεστηρίου. 3. Μεθοδολογικά στοιχεία Η παρούσα διπλωματική εργασία, επιχειρεί αρχικά μία επισκόπηση στην ιστορίας της τυπογραφίας από την ιστορική στιγμή κατά την οποία εμφανίζονται τα πρώτα ίχνη ως «σημεία τύπου» στη Γη και τα οποία εκ των υστέρων ερμηνεύονται ως οι αναγκαίες πρωταρχικές μορφές έκφρασης, απεικονιστικής ιστόρησης γεγονότων και επικοινωνίας του πρωτόγονου ανθρώπου, γεγονός το οποίο συνιστά απαρχή στην πολιτιστική δραστηριότητα και στην τεχνηματική δημιουργία του ανθρώπου. Εν συνεχεία εστιάζει στην εποχή και στον ιδιαίτερο χωρόχρονο μέσα στον οποίο ο Ι.Γ., ( J. G., ) πειραματίζεται και καταφέρνει την ιστορική τεχνολογική καινοτομία του, η οποία θεωρείται απαρχή στην μηχανική τυπογραφία και με επακόλουθη την ραγδαία ανάπτυξή της και όπως αυτή σημειώθηκε εξελικτικά από τον 15 ο έως τον 21 ο αιώνα. Συνεπώς, η περιεχόμενη διάρθρωση της εργασίας διακρίνεται σε δύο βασικά μέρη με τις επιμέρους και εκατέρωθεν διακριτές ενότητες, καθώς και τις απαραίτητες υποενότητες αντίστιχα. Ήτοι, στο «Θεωρητικό Μέρος», το οποίο συνιστά μία τυπική περίπτωση επισκόπησης της υπάρχουσας και σχετικής με την τυπογραφία βιβλιογραφίας και στο «Πρακτικό Μέρος», το οποίο αφορά στην εμπειρική μέθοδο μελέτης περιγραφής- σχεδιασμού, η οποία εφαρμόστηκε στην ομάδα των επιλεγμένων πιεστηρίων, ως αμέσως απότοκα της τυπογραφικής «τεχνικής» του Γουτεμβέργιου. Στο «Θεωρητικό Μέρος», περιγράφει κατά στάδια την ιστορία της τυπογραφίας από εμφάνισης των πρώτων ενδείξεων «εντύπωσης» των ιδεών και του λόγου του ανθρώπου, την ιστορία των τεχνοεπιστημών έως τον 15 ο αιώνα ως το βασικό τεχνοεπιστημονικό και γνωσιακό περιβάλλον μέσα από το οποίο ο Ι.Γ., άντλησε ιδέες για την δημιουργία της τυπογραφικής «τεχνικής» του. Παράλληλα, επιχειρείται η περιγραφική παρουσίαση των βασικών μερών του σώματος ενός ενδεχομένως «προτύπου» πιεστηρίου του Ι.Γ., και με

20 βάση την περί «προτύπου» θεώρηση της παρούσας εργασίας, η οποία διαμορφώνεται από μία δειγματική μελέτη σε υφιστάμενα «παραδείγματα» απεικονιστικών και ρεαλιστικών αναπαραστάσεων της εκδοχής του «προτύπου» πιεστηρίου της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ.,. Συγχρόνως, επιχειρείται μία εκλαϊκευμένη απόδοση των απλών όρων και των εννοιών της «φυσικής και της χημείας» από τις οποίες διέπεται η τυπογραφική «τεχνική» του Ι.Γ., και αυτά σε ό,τι αφορά τους εργαλειομηχανισμούς και την φύση των υλικών σωμάτων τα οποία την συνθέτουν. Βασικά, ενδιαφέρει η παρουσίαση των «ελαφρού» και «βαρέως» τύπου μεταγενέστερων ξύλινων χειροκίνητων μηχανικών τυπογραφικών πιεστηρίων («Κοινή Τύπου Γουτεμβέργιου») τα οποία εμφανώς συνιστούν ένα πρώτο τεκμήριο της εργαλειομηχανικής των ξύλινων πιεστηρίων και ένα πρώτο στάδιο εξέλιξης του θεωρούμενου «προτύπου», ενώ ακολουθεί μία ιδιαίτερη παρουσίαση των ανά τον Κόσμο σωζόμενων υφιστάμενων «ελαφρού» τύπου πιεστηρίων «Κοινή Τύπου Γουτεμβέργιου». Εν συνεχεία, παρουσιάζει αντιπροσωπευτικούς τύπους πιεστηρίων με τις αντίστοιχες στοιχειοθετικές και εκτυπωτικές τεχνικές, τύπων δηλαδή οι οποίοι αποτελούν και συνιστούν βασικά «Παραδείγματα» επαναστατικών αλλαγών στην εξέλιξη της μηχανικής τυπογραφίας έως σήμερα. Στο τέλος, περιγράφεται ενδεικτικά ο χωρόχρονος εξάπλωσης της χειροκίνητης μηχανικής τυπογραφίας στον υπόλοιπο Κόσμο και οι επιδράσεις των προϊόντων της τυπογραφίας στην πνευματική αναγέννηση της ανθρωπότητας. Στο «Πρακτικό Μέρος» περιγράφει αρχικά τον βιβλιογραφικά μαρτυρούμενο οικογενειακό και «τυπογραφικό βίο» του Ι.Γ., και με μία σύντομη αναφορά στον βίο των στενών συνεργατών του, ενώ ακολουθεί ειδική περιγραφή της τυπογραφικής του «τεχνικής». Εν συνέχεια και στο μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω κεφαλαίου, περιγράφει αυτό καθαυτό το εγχείρημα της παρούσας εργασίας, δηλαδή, την μελέτη σχεδιασμού και η οποία ενδιαφέρει, αφενός μεν στην τυπική περιγραφή των τεσσάρων (4) «ελαφρού» τύπου επιλεγμένων ομοιότυπων χειροκίνητων πιεστηρίων «Κοινή Τύπου Γουτεμβέργιου» (τούδε «Κ.Τ.Γ»), αφετέρου δε στον σχεδιασμό ενός λειτουργικού πιεστηρίου «αντίγραφου» αυτών. Σχετικά με την περιγραφή των «ελαφρού» τύπου πιεστηρίων «Κ.Τ.Γ.» και με τυπικό παράδειγμα το πιεστήριο των «Χανίων- Χ.Ν.», πρόκειται για ειδική περιγραφή η οποία αφορά στα αρχιτεκτονικά και δομικά χαρακτηριστικά, όπως και στα εργαλειοχηχανικά στοιχεία τα οποία συνθέτουν το σώμα τους και συντελούν στις συγχρονισμένες μηχανικές λειτουργίες τους. Σχετικά με τον σχεδιασμό του πιεστηρίου, αυτός επιχειρείται με την χρήση εμπειρικών τεχνικών και μεθόδων («εμπειροτεχνικών»), οι οποίες εξηγούνται και ως μελετητικά εργαλεία, αλλά και ως διαδικασίες εφαρμογής προκειμένου να επιτευχθεί η προσέγγισή τους, η μελέτη και ο σχεδιασμός μίας συνθετικής εκδοχής των υπό μελέτη πιεστήριων, παρά το ομοιότυπο της φυσιογνωμίας τους. Βασική επιδίωξη της μεθόδου αποτελεί ο σχεδιασμός και η διαστασιοποίηση των υπό μελέτη πιεστηρίων, σε μία διαδικασία η οποία ως αρχική υπόθεση εργασίας (τύπου ερευνητικού ερωτήματος) συνιστά εντέλει και μία εν δυνάμει

21 πρόταση ανακατασκευής ενός όμοιου πιεστηρίου και αυτό σύμφωνα με τα δεδομένα τα οποία περισυνάγει και προσκομίζει συμπερασματικά η παρούσα μελέτη. 4. Η Μέθοδος της μελέτης Η μέθοδος, ως εργαλειακή διαδικασία, η οποία και θα περιγραφεί στο «Πρακτικό Μέρος», αφορά σε μία εμπειροτεχνική μέθοδο η οποία σε πρώτο στάδιο επιχειρεί να μελετήσει, να κατανοήσει και να περιγράψει τυπικά τα προφανή δομικά/αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και λειτουργικά/μηχανικά στοιχεία των τεσσάρων (4) υπό μελέτη «ελαφρού» τύπου πιεστηρίων «Κ.Τ.Γ». Αρχικά η μέθοδος εκλαμβάνει τα πιεστήρια ως κοινές ξυλότυπες κατασκευές και εν συνεχεία προχωρεί σε έναν πρώτο σχεδιασμό βασιζόμενη στην πολλαπλή αναγωγική σύγκριση επιλεγμένων «σημείων» (μεγεθών) επί των τεχνημάτων, τα οποία σημεία αφορούν στα κοινά δομικά στοιχεία και στις εκτιμώμενες αναλογίες των κοινών χαρακτηριστικών των υπό μελέτη πιεστηρίων. Αυτό επιτυγχάνεται με πολλαπλές αναλογικές μετρήσεις και υπολογιστικές αναγωγές στα επιπλέον και διαφορετικά σημεία της επιλογής της, τα οποία ως μεγέθη συγκλίνουν προσεγγιστικά σε επιθυμητές τιμές των ήδη αισθητοποιημένων μεγεθών και των κατά υπολογιστική πρόοδο θεωρούμενων εν δυνάμει πραγματικών διαστάσεων, σε σχέση με την γεωμετρική αισθητική την οποία εμφανίζει η πρώτη εκδοχή της αποτύπωσης. Η υπολογιστική διαδικασία γίνεται με αναγωγική αναφορά από το γενικό στο ειδικό, από την κατ αίσθηση θεώρηση των αναλογιών των πιεστηρίων μέσα στο χώρο έως στα γνωστά φυσικά μεγέθη του περιβάλλοντος χώρου (παραπλεύρως συνιστάμενα και συγκρινόμενα πρόσωπα ή αντικείμενα), δηλαδή, σε εκτιμήσεις οι οποίες τείνουν μεθοδικά σε μετρήσεις από το εικονικό προς το ρεαλιστικό. Συνεπώς, οι αλλεπάλληλες και κατά προσέγγιση προκύπτουσες μετρήσεις, αντιστοιχούν σε μέτρα (m) όταν πρόκειται για το συνολικό ύψος ή το φάρδος των τεχνημάτων και σε εκατοστά ή χιλιοστά (cm-mm) όταν πρόκειται για τις μικρότερες διαστάσεις των ιδιαίτερων δομικών στοιχείων και λεπτομερών εξαρτημάτων τους, και λαμβανομένων βάσιμα υπόψη των προφανών μεγεθών στην κατ αναλογία σχέση τους με πρώτο εμπειρικό μέτρο το ανάστημα του μέσου ανθρώπου (στην περίπτωση αυτό του ερευνητή) ο οποίος θα χειρίζονταν με λειτουργική ευχέρεια τον συγκεκριμένο τύπο πιεστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, επιχειρείται μεθοδική ανάγνωση της κατασκευής ως προς την κατανόηση των απλών τεχνοδομικών («μαραγκικών») χαρακτηριστικών τα οποία αφορούν στην σύνθεση (αρμολόγηση) των βασικών μερών τους, των εξαρτημάτων και εγραλειομηχανικών λειτουργιών τους, ως μία πρώτη απάντηση της υπό τύπου ερωτήματος αρχικής άποψης η οποία θεωρεί και προτάσσει ότι, είναι απολύτως εφικτό να κατασκευαστεί ένα ανάλογο (όμοιο) πιεστήριο και με τα ίδια κατ αναλογία τεχνικά χαρακτηριστικά, και ανεξαρτήτως των πραγματικών διαστάσεων των υπό μελέτη πιεστηρίων. Έτσι ώστε, με βάση τα υπολογιστικά προϊόντα της μεθόδου, το εν λόγω εγχείρημα της ανακατασκευής να

22 εξασφαλίζει και ένα ομοίως ανάλογο εκτυπωτικό αποτέλεσμα από μία λειτουργική εργαλειομηχανική προσομοίωση, ως συνθετική απόδοση του τύπου των τεσσάρων (4) υπό μελέτη ομοιότυπων πιεστηρίων. 5. Βιβλιογραφική επισκόπηση Προκειμένου να υποστηριχτεί βιβλιογραφικά το θέμα και με βάση τον προκαθορισμένο γνωσιακό ορίζοντα πραγμάτευσής του, τόσο σε επίπεδο μελέτης - περιγραφής όσο και σε επίπεδο αποτύπωσης - διασταδιοδότησης, ο μελετητής προσανατολίστηκε αρχικά στην αναζήτηση βιβλιογραφικών πηγών στο περιβάλλον μίας κλασικής βιβλιοθήκης και σε πλήθος ηλεκτρονικών πηγών και οι οποίες εντέλει θεωρούνται πρωτεύουσες πηγές. Οι περισσότερες των πηγών, οι οποίες και αξιοποιήθηκαν αναλόγως, παραπέμπουν σε ιστοσελίδες ξενόγλωσσου περιεχομένου, με κειμενικά χαρακτηριστικά τα οποία αφορούν σε έναν τυπικό τίτλο του θέματος και στις περισσότερες των περιπτώσεων χωρίς τα στοιχεία του συγγραφέα. Σε ό,τι αφορά στην συγγραφή και στις όποιες παρατηρούμενες επαναλήψεις ή επικαλύψεις οι οποίες παρατηρούνται στο κειμενικό σώμα της παρούσας εργασίας, αυτές, θεωρήθηκαν απαραίτητες προκειμένου να εξασφαλίσουν λειτουργικό συνειρμισμό στον αναγνώστη, ώστε, να μην ανατρέχει ή να παραπέμπεται διαρκώς για ειδικές και συναφείς πληροφορίες οι οποίες αφορούν στην περιγραφή τινών αντικειμένων, τα οποία προφανώς εμπίπτουν και σε άλλες ενότητες ή υποενότητες, αλλά με διαφορετική την ειδολογική τους προσέγγιση ή πραγμάτευση κατά περίπτωση. Ολοκληρώνοντας τη διερεύνηση της βιβλιογραφίας και προϊδεασμένοι επαρκώς για το θέμα, επισκεφτήκαμε μία σειρά εικονικά και πραγματικά περιβάλλοντα (μουσεία και συλλογές) στα οποία εκτίθενται διάφοροι τύποι πιεστήριων, είτε πρόκειται για κατ εξοχήν τεχνοεπιστημονικά μουσεία με ειδική θεματική στην τυπογραφία και με υφιστάμενα πιεστήρια «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.» του ενδιαφέροντός μας, είτε για περιπτώσεις πιεστηρίων γενικά «Κ.Τ.Γ.» τα οποία εκτίθεται σε μεμονωμένους χώρους ή αναρτώνται σε τυπικές ιστοσελίδες απλά και ονομαστικά ως απλά εικονιζόμενα αντικείμενα. Και στις δυο περιπτώσεις των επισκέψεων, τα ευρήματα αφορούν σε πληροφοριακά κείμενα γενικού ενδιαφέροντος, τα οποία αναφέρονται αδρομερώς στο βίο του Ι.Γ., συνοδευόμενα ενίοτε από συνήθεις φωτογραφίες διαφόρων και διαφορετικών εκδοχών πιεστηρίων «Κ.Τ.Γ» και τα οποία σχεδόν κατακλύζουν ανώνυμα τον χώρο του διαδικτύου. Συνεπώς, τα βιβλιογραφικά ευρήματα, σε καμία των περιπτώσεων δεν αναφέρονται καν τυπικά στον «τύπο» του εκάστου εικονιζόμενου πιεστηρίου, παρά μόνο ως Printing press Gutenberg, πόσο μάλλον σε μία εμπεριστατωμένη μελέτη περιγραφής ενός πιεστηρίου, έτσι ώστε αυτό να θεωρούνταν ή να εκλαμβάνονταν ως προϋπάρχουσα μελέτη / περιγραφή του ενδεχομένως «προτύπου» ή άλλου τύπου πιεστηρίου της «τεχνικής» του Ι.Γ.,. Για το λόγο αυτό θεωρούμε εκ προοιμίου ότι, η παρούσα διπλωματική εργασία, ως σύνολο δεδομένων, αποτελεί πρωτεύουσα

23 ερευνητική και συγγραφική προσέγγιση, από πλευράς περιγραφής και μελέτης και επιπροσθέτως μία εν δυνάμει βιβλιογραφική σύνοψη της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ., τόσο για περεταίρω ανάπτυξη ή προέκταση του συγκεκριμένου θέματος από τον ίδιο συγγραφέα της παρούσας εργασίας, όσο και από οιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο ερευνητή. Από την πραγματοποιηθείσα βιβλιογραφική επισκόπηση εκτιμάται ότι, η υπάρχουσα βιβλιογραφία είναι σχετικά περιορισμένη, καθώς παρέχει μόνον τυπικές βιογραφικές πληροφορίες με επικαλύψεις από πηγή σε πηγή και οι οποίες το πλείστον αφορούν στις σημαντικές ημερομηνίες και στους ιδιαίτερους σταθμούς της «τυπογραφικής» ζωής του Ι.Γ., χωρίς ωστόσο να πραγματεύονται με σαφήνεια ο,τιδήποτε το οποίο θα θεωρούνταν σαφής απάντηση στα ερωτήματα τα οποία θέτει η παρούσα εργασία ως εμπειρική μελέτη. Δηλαδή, δεν υφίστανται ειδικές πληροφορίες αριθμητικών υπολογιστικών δεδομένων τα οποία θα περίγραφαν την γεωμετρία των τεχνημάτων ως προς τις διαστάσεις των σωμάτων των υπό μελέτη πιεστηρίων «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.», αλλά και των ειδικών μηχανικών μερών του, πόσο μάλλον των ιδιαίτερων μηχανισμών και των εξαρτημάτων τους. Εν κατακλείδι, οι περί «μυστικών σχεδίων» του Ι.Γ., βιβλιογραφικές αναφορές, παραμένουν ως μυστικά και αποτελούν το κυρίαρχο πρόβλημα το οποίο καλείται να επιλύσει η παρούσα μελέτη. Για τον λόγο ότι, δεν περιορίζεται θεωρητικά και μόνον σε μία εξ αποστάσεως οπτική περιγραφή ενός αφελώς εικονιζόμενου ή ρεαλιστικά ψηλαφούμενου υφιστάμενου πιεστηρίου, αλλά επιδιώκει τον σχεδιασμό σε επίπεδο αποτύπωσης και απόδοσης των κατά προσέγγιση διαστάσεων, με υπαρκτό «γρίφο» την λειτουργία του Πιεστικού Συστήματος («πρέσας») το οποίο αποτελεί το κρυφό λειτουργικό εργαλείο (κλειδί) του πιεστηρίου, αλλά και γενικά του σώματός του

24 ΙΙ. ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ 1. Ορισμός της τυπογραφίας Με τον όρο «τυπογραφία» και με την κλασική του έννοια, ορίζεται το σύνολο των παραδοσιακών τυπογραφικών τεχνικών και των διαδικασιών οι οποίες λαμβάνουν χώραν στην μορφοποίηση και στην αναπαραγωγή κειμένων, εικόνων ή σχεδίων, προκειμένου τα μελανωμένα κινητά τυπογραφικά στοιχεία να εντυπωθούν επάνω στο χαρτί με την επενέργεια μίας προορισμένης πίεσης η οποία ασκείται από το πιεστικό σύστημα του χειροκίνητου μηχανικού τυπογραφικού πιεστηρίου («πρέσας»). Σήμερα και αναφερόμενοι σε αυτές τις μεθόδους και με τον όρο «γραφικές τέχνες» πλέον, εννοούμε μονοσήμαντα συνήθως την δημιουργία πολλαπλών, σύνθετων και πανομοιότυπων αναπαραγωγών του ενός και αρχικού πρότυπου εντύπου και όπως αυτό μορφοποιήθηκε ή σχεδιάστηκε («χτίστηκε») επάνω στην τυπογραφική φόρμα, προκειμένου να εκτυπωθεί στο χαρτί, στο πλαστικό, στην πέτρα ή και κάποιο μεταλλικό έλασμα. Από μία άποψη, η κλασική «γουτεμβεργιανή» μηχανική τυπογραφία, δεν διαφέρει από αυτήν την αρχέγονη τεχνική «εντύπωσης» των ανάγλυφων ή εγχάρακτων συμβολισμών και των εικονογραφήσεων, όταν εστιάσει κανείς στην τεχνική «εντύπωσης» η οποία αφορά άμεσα σε μία συγκεκριμένη περίσταση επικοινωνίας, δηλαδή, στον επικοινωνιακό της στόχο. Ωστόσο όμως η ίδια η ιστορία της τυπογραφίας, από την εποχή των σφραγιδόλιθων ως την εποχή των χειρόγραφων και από την χειροκίνητη μηχανική τυπογραφία των πιεστηρίων της «τεχνικής» του Ι.Γ., ως τις σύγχρονες τεχνικές φωτοχημικής δράσης και συνεπεία των ηλεκτρονικών υπολογιστών σήμερα, θέλει αυτή να την εννοούμε και να την ορίζουμε διαφορετικά στη διαχρονία της. Έτσι, η επαναπροσέγγιση του όρου «τυπογραφία» στο παρόν και σε διάκριση των προγενέστερων λειτουργικών αποδόσεών του, αφορά το πλείστον στην τεχνολογική εξέλιξη της τυπογραφίας, καθώς αυτή απαλλαγμένη πλέον από μόλυβδο, αντιμόνιο, μελάνια, στιγμόμετρα, και λιγότερο ως προς αυτό καθαυτό το τυπογραφικό αποτέλεσμα («έντυπο») το οποίο ως προς την μορφοποίηση της «εντύπωσης» του λόγου, δηλαδή της εκτύπωσης, δεν φαίνεται να αλλάζει σχεδόν καθόλου στην σύγχρονη τυπογραφία. Στην παρούσα εργασία και για έναν ευρύτερο εννοιολογικά ορισμό της τυπογραφίας, θεωρούμε απαραίτητη την επισήμανση της σχέσης «λόγος-γραφή-τυπογραφία» με την έννοια ότι, θεωρούμε την τυπογραφία ως συνέπεια της γραφής δια του λόγου. Και αυτό, γιατί σχεδόν νομοτελειακά, τα συστήματα γραφής είναι εκείνα τα οποία με τις πρώτες επιγραφικές μορφές «εντύπωσης» και εν συνεχεία με τις παλαιογραφικές μορφές «τύπου», οδήγησαν τον προφορικό λόγο μέσω των γραπτών γλωσσών στην έντυπη έκφρασή του. Δηλαδή, με την κάθε είδους, μεγέθους, σχήματος και υφής «γραπτή ύλη» η οποία διαχρονικά υπήρξε φορέας σημειογραφίας ή φωνολογίας και συνεπώς μέθοδοι και τεχνικές αποτύπωσης του λόγου, τις οποίες στον παρόν ονομάζουμε Τυπογραφία

25 Ο έναρθρος λόγος είναι μία ανθρώπινη λειτουργία η οποία εκδηλώνεται από εμφάνισης του ανθρώπου επάνω στην Γη, σε αντίθεση με την γραφή η οποία είναι καθαρά ανθρώπινη επινόηση και αφορά στην απεικόνιση του λόγου, δηλαδή, στην «εντύπωση» της «απήχησης» του έναρθρου λόγου με διακριτά «γραπτά» σύμβολα. Ωστόσο, η αντιστοίχηση «λόγουγραφής», αποτελεί αρχικά μία συστηματική προσπάθεια του διαχρονικού ανθρώπου ώστε να καταστήσει απολύτως χειροπιαστή την διαλεκτική και συναλλακτική επικοινωνία του μεταξύ εννοιών και αντικειμένων, προκειμένου να εξασφαλίσει έτσι ένα άμεσο και αδιαμφισβήτητο επικοινωνιακό αποτέλεσμα στην οιαδήποτε περίσταση πραγμάτευσης ή σύμπραξης με τον συνάνθρωπό του. Αρχικά ο άνθρωπος επιδόθηκε στην εικονογραφία με την χρήση εικόνων οι οποίες εξέφραζαν περιεκτικά το περιεχόμενο του λόγου του, εν συνεχεία πέρασε στην ιδεογραφία με την χρήση συμβόλων («ιδεογράμματα») τα οποία εξέφραζαν ιδέες, νοήματα και ιδιότητες, όπως για παράδειγμα στα αιγυπτιακά και στα κρητομινωϊκά ιερογλυφικά, καθώς επίσης και στα κινεζικά ιδεογράμματα. Οι γραφές, ως κείμενα συστήματα στην ανθρώπινη επικοινωνία με την χρήση ορατών και αναγνωρίσιμων ψηφίων «σημείων» και για την άμεση απεικονιστική απόδοση της εκφοράς του προφορικού λόγου του, οδήγησε τον άνθρωπο στην εξεύρεση μεθόδων και τεχνικών «εντύπωσης» με την χρήση κατάλληλων υλικών ως εν δυνάμει μεθόδων και τεχνικών, τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως φορείς «εντύπωσης» και διακίνησης κείμενων πληροφοριών λόγου. Πρόκειται, κατά κάποιο τρόπο, για αυτό το οποίο ονομάζουμε σήμερα «έντυπο», είτε πρόκειται για πληροφορίες στην φάση της σημασιολογίας, είτε για πληροφορίες στην φάση της φωνολογίας και ασφαλώς για οποιαδήποτε περίστασης επικοινωνίας. Συνεπώς, η πρακτική αναγκαιότητα της «εντύπωσης» του λόγου, δηλαδή η απεικόνιση ή κειμενοποίηση με την χρήση των ιερογλυφικών απεικονιστικών ή των αλφαβητικών γλωσσικών συστημάτων, οδήγησε στην τυπογραφία με μία σειρά τεχνικών και μεθόδων τις οποίες συναντάμε στην διαχρονία της «γραφής» και της «εντύπωσης» αντίστοιχα. Οι «εντυπώσεις» αυτές, αποτελούν αδιαμφισβήτητα πρόδρομες και συνάμα εξελικτικές μορφές των μεθόδων και των τεχνικών, οι οποίες ενέπνευσαν και καθόρισαν την μορφολογία της «χαρακτηροποίσης», την τεχνική της «στοιχειοθέτησης» και την γεωμετρία της «μορφοποίησης» των χειρόγραφων γλωσσικών ψηφίων στην μηχανική τυπογραφική τεχνική, γεγονός το οποίο μας το επιβεβαιώνουν σωζόμενα κείμενα τα οποία δημιουργήθηκαν («εντυπώθηκαν») με την τεχνική της «επιγραφικής» και με αυτήν της «παλαιογραφίας». Ως «επιγραφική» θεωρείται η τεχνική την οποία συναντάμε στην Ανατολία και Μεσοποταμία και είναι η τεχνική με την οποία οι γλωσσικοί χαρακτήρες εντυπώνονται επάνω σε λειασμένο σκληρό υλικό σώμα (μάρμαρο, μέταλλο, οστό) με εγχάρακτη ή ανάγλυφη μορφή και με την χρήση ειδικής σμίλης («χαρακίδας»). Η «παλαιογραφία» αφορά στην «εντύπωση» γλωσσικών χαρακτήρων επάνω σε λεπτό και μαλακής υφής φυσικό υλικό σώμα (πάπυρο,

26 περγαμηνή, χαρτί) με την χρήση γραφίδων, μολυβιών και πινέλων, αυτά τα οποία απλά ονομάζουμε χειρόγραφα. Συμπερασματικά θεωρούμε ότι, η τυπογραφία είναι νομοτελειακή συνέπεια εξέλιξης των αλφαβητικών συστημάτων με την συνεχή ανάπτυξη της «γραφής» των, η οποία γραφή αποδιδόμενη στην μορφή «εντύπωσης» άνοιξε τον δρόμο στο βιβλίο και ακόλουθα το βιβλίο διάνοιξε τον δρόμο στην τεχνική της μηχανικής τυπογραφίας δια των κινητών μεταλλικών τυπογραφικών στοιχείων και των πάσης φύσεως εκτυπωτικών μέσων και ποικίλων κείμενων προϊόντων της. Η εξέλιξη της τυπογραφίας με την πάροδο των αιώνων έχει φθάσει στις μέρες μας στην εκτύπωση κειμένων και εικόνων, όχι μόνο με τυπογραφικά στοιχεία, αλλά με την φωτοχημική δράση η οποία αποτελεί πρόδρομη τεχνική των σύγχρονων «μη στοιχειθετικών» εκτυπωτικών τεχνικών. Ωστόσο όμως, το τελικό εκτυπωτικό προϊόν και διεπόμενο πάντα στην σχέση «λόγος-γραφή-τυπογραφία», δηλαδή, η τυπωμένη ή προβαλλόμενη σελίδα, μένει σχεδόν πάντα το ίδιο προ οφθαλμών των αναγνωστών, ακόμα και αν πρόκειται για το ηλεκτρονικό βιβλίο ( e-book ) το οποίο δεν χρειάζεται πλέον τυπογραφικά στοιχεία, χαρτί, εκτύπωση, βιβλιοδεσία, αποθήκευση ή διανομή και όλα αυτά στην σχέση μίας χειρώνακτης διαδικασίας την οποία απαιτεί η παραδοσιακή τυπογραφία έως σήμερα. 2. Ιστορικά στοιχεία τυπογραφίας 2.1. Από τη βραχογραφία στην τυπογραφία Τα δακτυλικά αποτυπώματα, θα μπορούσαν να είναι τα πρώτα σημεία εντύπωσης και μίας ιδέας «πρότυπα στοιχεία τύπου» 1 τα οποία πρωτοαντίκρισε ο συγκεχυμένος περιβαλλοντικά homo erectus. Εκείνα τα αποτυπώματα από τα τραχιά ακροδάχτυλα του πρωτόγονου, τα οποία αργότερα ψηλαφίστηκαν με τα λεπτεπίλεπτα εργαλειποιημένα δάκτυλα λεπτής υφής αποτυπωμάτων του σκεπτόμενου homo sapiens και ενδεχόμενα να τα αναψηλαφήσουν τα κάποια άλλης μορφής και υφής αποτυπώματα δακτύλων του απώτερου συμπαντικού άνθρωπου, homo. Έτσι ώστε να ήταν η σχέση αυτή, μία διαισθητική παρέκταση στην διαχρονική έννοια την οποία θα μπορούσε να εμπεριέχει συμβολικά ο κλασικός όρος «τυπογραφία» από τον τρισδιάστατο στον πολυδιάστατο χωρόχρονο της πολύτροπης διαλεκτικής του σύγχρονου ανθρώπου και την οποία τόσο απλά για το παρόν μας «στοιχειοθέτησε» ο Ι.Γ.,. (βλ.σ.203/φ.1) Ο πρωτόγονος άνθρωπος επιβίωσε βιολογικά και εξελίχθηκε πνευματικά μέσα σε μία αλληλουχία γεωλογικών και κλιματικών μεταβολών, με μοναδική πρόνοια το ένστικτο της 1 τύπος (ο) αρχ., το τύπτειν, κτύπημα το εκ του κτυπήματος ίχνος, αποτύπωμα οποίον το επί των νομισμάτων, εικών, σχήμα, μορφή «ο τύπος της ουλής» (αρχ.), «εάν μη βάλω μου την χείρα εις τον τύπον των ήλων» (Ιωαν.20,25) - Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Παύλου Δρανδανάκη, ΚΓ, εκδ. Φοίνιξ, Αθήνα χ.χ

27 βιοτικής αυτοσυντήρησης εξελισόμενος και μεταστρεφόμενος σταδιακά από μετακινούμενος τροφοσυλλέκτης και κυνηγός σε πρωτοοικιστή γεωκτηνοτρόφο και συνάμα τεχνολόγο εργαλειοκατασκευαστή για τις εκάστοτε ανά εποχή ανάγκες της καθημερινής του πράξης. Παράλληλα και αισθανόμενος την ανάγκη να μεταδώσει την σκέψη του, άλλοτε για την καθημερινή επικοινωνία στο πλαίσιο μίας απλής συνεννόησης, άλλοτε για την άμεση διαπραγμάτευση ή την φυσική άμυνα και άλλοτε για την έκφραση των εκπληκτικά αναδυόμενων συναισθημάτων του, άρχισε να επινοεί και να χρησιμοποιεί τρόπους απεικόνισης («εντύπωσης») των σκέψεων και των ενεργημάτων του. Το σημαντικότερο και το οποίο αφορά στην έκφραση, αποτελεί αρχικά η ιστόρηση της απρόοπτα σκληρής καθημερινότητάς του και εκείνη η διαρκής προσπάθεια εξήγησης του δυσθεώρητου φυσικού κόσμου ο οποίος τον περιέβαλε φοβερά, εφευρίσκοντας έτσι τρόπους με τους οποίους κατασκεύαζε γνώση, εντυπώνοντας συμβολιστικά και ανεξίτηλα τα σημαντικά γεγονότα του βίου του, ανοίγοντας έτσι την πρώτη σελίδα στην πολιτιστική του ιστορία. Από τους προϊστορικούς χρόνους, διαφαίνεται η ανάγκη του ανθρώπου για την «γραπτή επικοινωνία», αναπτύσσοντας παράλληλα εναλλακτικές τεχνικές και μεθόδους επικοινωνίας προσηνείς των νοητικών ικανοτήτων του, έναντι αυτού το οποίο εννοούμε σήμερα τεχνολογία και κοινωνία της πληροφορίας και γραμματισμός, προκειμένου να επιτύχει την αναπαράσταση εννοιών και την διακίνηση ιδεών, από ένα άτομο στο άλλο άτομο. Το πρώτο εγχείρημα «εντύπωσης - απεικόνισης», αυτό το οποίο σήμερα ονομάζουμε «αποτύπωμα» και στην τυπογραφία «εκτύπωση», είτε ως τυχαία πράξη είτε ως επινόηση, θεωρείται πάρα πολύ παλιά ιστορία και με ποικίλες τις εκδοχές εμφάνισής του μέσα στην πολιτισμική ανθρωπογεωγραφία του πλανήτη μας και όπως αυτά αναδείχθηκαν στις ιδιαίτερες κουλτούρες των λαών της Γης, όπου και επιβεβαιώνονται ασφαλώς σήμερα από συγκεκριμένα ανασκαφικά ευρήματα, από ενδεικτικά έως αποδεικτικά «σημεία τύπου» των συγκεκριμένων ιστορικών περιόδων στις οποίες αποδίδονται. Απαρχή «τύπου» ο πρωτόγονος άνθρωπος πριν χρόνια, ο οποίος «εντύπωσε» απεικονιστικές - αναπαραστατικές επικοινωνιακές περιστάσεις στα τοιχώματα των σπηλαίων διαβίωσής του και ως συνέχειά του ο σύγχρονος άνθρωπος του διαδικτύου και της ψηφιοποίησης των πάντων, σε ό,τι αφορά την διακίνηση της πληροφορίας, η οποία από την έντυπη μορφή πέρασε πλέον στην ηλεκτρονική, συνεπεία της εξέλιξης των τεχνοεπιστημών του διαχρονικού ανθρώπου. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε πλέον σήμερα, η εφεύρεση της τυπογραφίας δεν φαίνεται να ανήκει ούτε σε κάποιο συγκεκριμένο λαό, αλλά ούτε και σε κάποια συγκεκριμένη ιστορική εποχή και με αντίστοιχη γεωγραφία. Ωστόσο όμως και ανεξάρτητα από την ανθρωπογεωγραφία, οι πρώτες ενδείξεις «εντύπωσης» φαίνεται να συνιστούν πρόδρομες μορφές και εν δυνάμει μεθόδους και τεχνικές «τυπογραφίας», με την έννοια της καταγραφής και της επικοινωνίας, καθώς αυτές απαντώνται ποικιλόμορφα και ποικιλότροπα ως προς την τεχνική τους και τον επικοινωνιακό τους χαρακτήρα, στους

28 συγκεκριμένους πολιτισμούς των οποίων ποικίλα αντιπροσωπευτικά δημιουργήματα ήρθαν στο φως με την αρχαιολογική σκαπάνη, για να σημειωθούν στην ανά τον κόσμο μουσειακή προθήκη ως χαρακτήρες και «σημεία τύπου» του ανθρώπου.έτσι, παρά την πληθώρα και την ποικιλομορφία των από χιλιετηρίδων δημιουργημένων σημείων «τύπων» του διαχρονικού ανθρώπου και τα οποία εκ των υστέρων αλληλοσχετίστηκαν απόλυτα με την ιστορία της τυπογραφίας, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτά εξηγήθηκαν ως τεχνικές ή αναγνώστηκαν ως φορείς πληροφοριών, με την έννοια της αναπαραγωγής και διακίνησής των, τα ίδια ως κείμενες πληροφορίες συνιστούν ευκρινείς μορφές «εντύπωσης» του λόγου. Ακόμα και γι αυτές τις χωροχρονικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκαν αυτά τα πρώτα σημεία «τύπων», ανεξάρτητα και αναμφισβήτητα συνιστούν τεχνικές τυπογραφίας τις οποίες μπορούμε να τις διακρίνουμε σε απολύτως διακριτές ιστορικές περιόδους, ανάλογα με τα γεωπολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, σε σχέση με το περιβάλλον και τις ανάγκες οι οποίες συνέτειναν στην δημιουργία τους, ως τέλεια επινοήματα, βελτιούμενα και τροποποιούμενα ανά εποχή και τεχνονολογικό περιβάλλον. Η έντυπη έκφραση είναι η διαδικασία δημιουργίας «εντύπωσης - απεικόνισης» μίας μεμονωμένης εικόνας ή ενός συμβόλου το οποίο συνιστά αμέσως έναν φορέα μηνύματος / πληροφορίας, όπως για παράδειγμα μία βραχογραφία ή μία σφραγίδα, με την δημιουργία πολλαπλών αντιγράφων μίας εικόνας ή ενός συμβόλου, γεγονός το οποίο διακρίνει την ακίνητη «απεικόνιση» από την κινητή «εντύπωση», αυτό το οποίο διαχρονικά εννοούμε προϊόν τυπογραφίας. Συνεπώς, η κάθε εικόνα, το οιασδήποτε μορφής ιδεόγραμμα και πάσης φύσεως κείμενο ανάγλυφο ή εγχάρακτο με γράμματα ή με αριθμούς και σε οιοδήποτε συνδυασμό εικόνας - κειμένου, εάν μπορούν να στοιχειοθετήσουν και να αποδώσουν αποτελεσματικά μία οιαδήποτε περίσταση επικοινωνίας η οποία μπορεί να διακινηθεί επάνω σε οποιοδήποτε υλικό μέσον εντύπωσης, τότε αυτά συνιστούν μορφές και εκδοχές τυπογραφίας. Προκειμένου να έχουμε μία γενικότερη έποψη των σημείων «τύπου» του ανθρώπου και με εστίαση στην σχέση «λόγος-γραφή-τυπογραφία», επιχειρούμε στην συνεχεία μία αδρομερή επισκόπηση της ιστορίας της τυπογραφίας και στις σημαντικές ιστορικές περιόδους όπου καταγράφονται διακριτά τα πρώτα σημεία γραφής και εν δυνάμει πρόδρομα «στοιχεία» τυπογραφίας, τα οποία ασφαλώς αποτελέσαν την μαγιά στην «τυπογραφική ιδέα» του Ι.Γ., Η ιστορία και εξέλιξη της τυπογραφίας μέχρι το 15ο αιώνα Οι σφραγίδες της Ανατολίας Οι σφραγίδες της Ανατολίας θεωρούνται τα πρώτα σημεία τύπου των οποίων η δημιουργία προέκυψε από την ανάγκη του οικιστή ανθρώπου της νεολιθικής περιόδου, περί την 8η χιλ. π.χ., ώστε να μπορεί να διαχειρίζεται και να υπολογίζει την καθημερινή του παραγωγική δραστηριότητα και λογιστική πράξη, τόσο στα πλαίσια της επίλυσης προβληματικών καταστάσεων οι οποίες σχετίζονταν με το περιβάλλον δραστηριοποίησής του, όσο και στις

29 επικοινωνιακές ανάγκες τις οποίες απαιτούσαν οι ανταλλακτικές ή μεταπρατικές συναλλαγές του. Πιο συγκεκριμένα, αναδύθηκε η ανάγκη εξεύρεσης ενός υπολογιστικού μηχανισμού, ο οποίος θα εξυπηρετούσε στην διαχείριση των ανταλλάξιμων πόρων, στην μέτρηση της παραγωγής και των αντίστοιχων εκτάσεων της καλλιεργήσιμης και συνεπώς αρδεύσιμης γης. Αυτήν ακριβώς την πρακτική ανάγκη της υπολογιστικής διαχείρισης εξυπηρέτησαν οι πρώτες σφραγίδες, οι οποίες εμφανίστηκαν στην Ανατολία από την 7 η χιλιετία π.χ., καθώς και τα πρώτα συστήματα μέτρησης του «Καλάτ Τζάρμο» στο ιρακινό Κουρδιστάν κατά την ίδια περίπου εποχή. Ωστόσο όμως, οι καινοτομίες αυτές ως πρώτες ενδείξεις «τύπου» και «γραφής» έμειναν χωρίς συνέχεια και οι συνθήκες για την εμφάνιση της γραφής δεν φαίνεται να είχαν ωριμάσει ακόμα. Το πρώτο αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της «γραφής» πραγματοποιήθηκε στο γεωπολιτισμικό περιβάλλον των πλούσιων και άριστα οργανωμένων διοικητικά πόλεων - κρατών της Μεσοποταμίας (βλ.σ.203/φ.2), όπου επινοείται ένα σύστημα κυλινδρικών σφραγίδων και το οποίο διαδόθηκε ευρύτατα, ενώ αργότερα και περί το έτος π.χ. στη Σούσα είχε ήδη εξελιχθεί ένα ιδιαίτερο σύστημα μέτρησης με την χάραξη γραμμών επάνω σε νωπό πηλό. Οι «σφραγίδες» της νεολιθικής περιόδου συνιστούν αναφορά των μεταγενέστερων τεχνικών με τις όποιες κατασκευάστηκαν κατά την εποχή του χαλκού οι «σφραγιδόλιθοι» 2 της Μεσοποταμίας και ιδιαίτερα αυτοί της Μινωικής και Μυκηναϊκής, οι λεγόμενοι Αιγιακοί, της «ιδεογραφικής» τεχνικής των ιερογλυφικών. Οι συγκεκριμένοι σφραγιδόλιθοι, ανεξάρτητα από το αν είχαν διακοσμητικό ή επικοινωνιακό χαρακτήρα, θεωρούνται πρόδρομες συνάψεις γλωσσικών συστημάτων και ευκρινή σημεία «τύπου», τα οποία προκύπτουν ασφαλώς από ανασκαφικά ευρήματα, με πρόσφατα ανασκαφικά παράδειγμα, όπως τη σφραγίδα Γιαννιτσών και την επιγραφική πινακίδα Δισπηλιού. (βλ.σ.203/φ.1-5) Ιερογλυφικά συστήματα Με τον όρο «ιερογλυφικά», αναφερόμαστε σε ένα αρκετά πρώιμο σύστημα γραφής το οποίο συνδυάζει «ιερά» εικονιστικά σύμβολα και οιονεί αλφαβητικά στοιχεία, τα οποία το πλείστον αποδόθηκαν με την ανάγλυφη τεχνική επάνω σε πηλό και πέτρα, είτε με στη μορφή σφραγίδων, είτε στη μορφή πινακίδων. Την ιερογλυφική γραφή 3 τη συναντάμε κατ εξοχήν στην Αίγυπτο, στη Μινωική Κρήτη, αλλά σε και άλλους υπερατλαντικούς λαούς (Ίνκας, Μάγια, Αζντέκοι) οι οποίοι ανάπτυξαν παρόμοιο τεχνοεπιστημονικό πολιτισμό. Ωστόσο όμως και για το «δυτικό κόσμο», οι Μεσογειακές «εντυπώσεις» της πρώιμης γραφής 2 ΦΩΤΗΣ ΥΦΑΝΤΙΔΗΣ: «ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΛΛΗΣΗ: ΜΙΑ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΠΗΛΙΝΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ» 3 Ιερογλυφικά:wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CF% 85%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%AC

30 θεωρούνται ως οι αρχαιότερες από όλες τις συμβολικές γραφές του Κόσμου, η ηλικία των οποίων φτάνει ως και την τρίτη χιλιετηρίδα π.χ.. Η διαφορά μεταξύ των Αιγυπτιακών και Πρωτομινωικών ιερογλυφικών έγκειται στο γεγονός ότι, τα Αιγυπτιακά συντίθενται με εικόνες («ιδεογραφήματα») οι οποίες μπορούν να εντυπώσουν, να αποδώσουν και να νοηματοδοτήσουν μία εσωτερική ιδέα, ενώ τα Κρητικά προσδίδουν σε κάθε μία ξεχωριστή εικόνα («ιδεογραφήμα») και μία απολύτως συγκεκριμένη φωνητική αξία, και αυτό προφανώς καθότι, δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί ακόμη στο σύνολό τους. (βλ.σ.203/φ.5-7) Ανεξάρτητα από τις ομοιότητες ή τις διαφορές τις οποίες εμφανίζουν τα ανά τους πολιτισμούς ιερογλυφικά συστήματα, το σίγουρο είναι ότι, αποτελούν πρόδρομες μορφές «γραφής» με χιλιάδες συμβολικούς χαρακτήρες και ψηφία, όπως για παράδειγμα το Σινικό αλφάβητο με τους εκατοντάδες χαρακτήρες και αντίστοιχα το Σουμεριακό. Ωστόσο όμως το Αιγυπτιακό, το οποίο ερμηνεύτηκε πλέον ως σύστημα γραφής, φαίνεται να συνδύαζε πλέον των σύμβολων, λογογραμμάτων και αλφαβητικών ψηφίων και παρομοίως το Κρητομινωικό ιερογλυφικό το οποίο επιπλέον προσιδιάζει με την τεχνική της τυπογραφίας, ως προς την ανάγλυφη εντύπωση και τη διάταξη («στοιχειοθέτηση») των ιδεογραφημάτων του στις επιφάνειες των κυκλικών δίσκων. Συνεπώς, ιδιαίτερης σημασίας στοιχείο «τύπου», ως προς την τεχνική και το περιεχόμενό του, αποτελεί ο περίφημος δίσκος της Φαιστού, ο οποίος είναι ανάγλυφος και παρουσιάζει μία ακολουθία αποτυπωμάτων από μικρές σύσσωμες σφραγίδες σε μία κοχλιωτή φορά και ο οποίος μπορεί να θεωρείται ως το πρώτο βήμα στην στοιχειοτυπογραφία. (βλ.σ.203/φ.3) Ο δίσκος της Φαιστού χρονολογείται περί το έτος 1600 π.χ., ο οποίος και θεωρείται το σημαντικότερο ελληνικό ιερογλυφικό και συνάμα το πρώτο βήμα στην τυπογραφία, αφενός μεν ως η πλέον γνωστή και αρκετά πρώιμη εφαρμογή γραφής γλωσσικού συστήματος, αφετέρου δε ως η πρώτη μορφή μίας ενιαίας τυπογραφική φόρμας «κινητού τυπογραφικού στοιχείου» με την έννοια της φορητότητας και η οποία ενδεχόμενα θα μπορούσε να αναπαράγεται με «εντύπωση» επάνω σε άλλους δίσκους μαλακού πηλού ή σε δέρμα και να διακινείται σε πλείστα αντίγραφα Αλφαβητικά συστήματα Η γραφή προέκυψε από την επικοινωνιακή ανάγκη του ανθρώπου, προκειμένου να αποτυπώσει τη σκέψη του, να την μεταβιβάσει σαφώς και να την αποθηκεύσει ασφαλώς, ώστε να μη βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στη μνήμη του. Έτσι, αρχικά οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν την εικονιστική γραφή με τα πρώτα γράμματα-εικόνες τα οποία εκ των υστέρων ονομάστηκαν «εικονογράμματα-πικτογράμματα 4 ενώ αυτά θεωρούνται ως τα παλαιότερα κείμενα τα οποία ανάγονται στο έτος π.χ., και των οποίων παραδείγματα προαναφέραμε. Για να τα διαβάσει κανείς αυτά, δεν θεωρούνταν απαραίτητο ώστε ο 4 ΓΛΩΣΣΕΣ ΚΑΙ ΑΛΦΑΒΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Iστορία της γλώσσας - ιστορία της γραφής

31 αναγνώστης να ομιλεί την ίδια γλώσσα με τον εικονογράφο, ωστόσο όμως ήταν εύκολο να προκύψει παρερμηνεία των συμβολισμών σε ό,τι αφορά την ικανότητα πρόσληψής των σημαινόμενων και την ποικιλότητα των σημαινόντων τους τα οποία ενδεχομένως να αναδεικνύονταν αναλόγως από ανάγνωση σε ανάγνωση. Με βάση τις προγενέστερες «εντυπώσεις» γραφής, με τις οποίες διάφοροι πολιτισμοί προσπάθησαν να αναπαραστήσουν τη γλώσσα τους και με τη χρήση των εκατοντάδων συστημάτων και των τεχνικών οι οποίες επινοήθηκαν, κοινό στοιχείο όλων αυτών αποτελεί το γεγονός ότι, κάθε ιδεογράφημα εντυπώνει απεικονιστικά και ένα ιδιαίτερο στοιχείο της γλώσσας. Έτσι, τα λεγόμενα «σημασιογραφικά συστήματα» γραφής, θα αποτελέσουν τη μητρότυπη βάση στην απαρχή των φωνολογικών-συλλαβικών συστημάτων γραφής και με αντιπροσωπευτικότερα τα συστήματα αυτά της Γραμμικής Β και Γραμμικής Α. (βλ.σ.204/φ.4-7) Τα προαναφερόμενα αλφαβητικά συστήματα θεωρούνται ως οι τελειότερες προϊούσες μορφές στην ανάπτυξη και στην εξέλιξη της «κειμενικής γραφής» ως συστήματα σημείων, με βάση τους χαρακτήρες των προγενέστερων αλφαβητικών συστημάτων, στα οποία κάθε γράμμα αντιστοιχούσε σε ένα «φώνημα» το οποίο και αποτελούσε (αποτελεί) τη μικρότερη μονάδα του προφορικού λόγου. Λέγεται ότι, οι Έλληνες γνώρισαν το φοινικικό αλφάβητο 5 περί τον 9 ο ή 8 ο αιώνα π.χ., και το υιοθέτησαν ή κατά μία άλλη εκδοχή αξιοποίησαν μέρος του συστήματός του προσαρμοστικά στο δικό τους και αυτό προσθέτοντας τα φωνήεντα τα οποία του έλειπαν, διευκολύνοντας έτσι στην υπάρχουσα γραφή τους την απόδοση των φυσικών ηχοφωνητικών φθόγγων της προφορικότητας του λόγου, με αποτέλεσμα να προκύψει έτσι το τελειότερο αλφαβητικό σύστημα γραφής το οποίο και υιοθετήθηκε αργότερα από ολόκληρο τον δυτικό Κόσμο και στις γνωστές χαρακτηρικές εκδοχές του. Τα τελειοποιημένα φωνολογικά αλφαβητικά συστήματα, ως σημεία «τύπου» και υπό μορφή ενιαίου κειμενικού συνόλου (σώματος), εντυπώνονταν στα Αρχαϊκά χρόνια επάνω σε ψημένο πηλό, στα δε Κλασικά έως και τα Ρωμαϊκά χρόνια εγχαράσσονταν με τη σφηνοειδή τεχνική της «επιγραφικής» επάνω σε μαρμάρινες κινητές πλάκες ή κολόνες («στήλες») ή σε ακίνητες («επιτοίχιες»). Μεταγενέστερα, τα ίδια αλφαβητικά συστήματα, γράφονταν («γραφίζονταν») με μελάνια σε περγαμηνές, σε παπύρους, τα οποία ως υλικοτεχνικά μέσα «εντύπωσης» κειμένων τυλίγονταν σε κυλινδρικούς «κοντούς» τα οποία διακρίνονταν σε «Ειλητάρια» και «Παλίμψηστα», ενώ παράλληλα η χρήση του λιναριού ήταν η συχνόχρηση γραφική ύλη, έως της εμφανίσεως του χαρτιού. (βλ.σ.205/φ.8 & σ.205/φ.9) Ο Κώδικας «τετράς διά δύο» Επειδή η χρήση του κυλίνδρου («Κοντάκιο») εκτύλιξης της περγαμηνής και του παπύρου, δυσκόλευαν πρακτικά στην ανάγνωση των κειμένων, καθώς το ένα χέρι έπρεπε να ξετυλίγει 5 ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, «Η ΓΡΑΦΗ: ΤΟ ΦΟΙΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ - Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ»

32 την γραπτή ύλη, δηλαδή την επιφάνεια «εντύπωσης» κειμένου και το άλλο έπρεπε να την επανατυλίγει για απρόσκοπτη αναγνωστική συνέχεια, για το λόγο αυτό το 2 ο αιώνα μ.χ. και διατηρούμενης αυτής της μορφοποίησης των κειμένων, επινοήθηκε ένας άλλος τρόπος τεχνικής ανασύνταξης για την χρηστικότερη ανάγνωση των κειμένων και ο οποίος τρόπος θεωρείται ως η πρόδρομη μορφή του χειρόγραφου βιβλίου. Έτσι, στο εξής οι γραφείς, έπαιρναν μερικά κειμενικά τεμάχια από πάπυρο ή περγαμηνή ή αργότερα από χαρτί, τα οποία εν συνεχεία τα δίπλωναν στη μέση και απολύτως ισογώνια, κατόπιν τα συνέραβαν και δημιουργούσαν έτσι ένα τετράφυλλο τεύχος, όπως περίπου το εννοούμε σήμερα. Έτσι, τέσσερα από αυτά τα ίδια φύλλα και διπλωμένα στη μέση, συνέθεταν ένα τεύχος των οκτώ φύλλων, το οποίο ονομαζόταν «τετράδιο», καθώς όφειλε την ονομασία του στην τεχνική της συρραφής του, δηλαδή, στη λεγόμενη «τετράς διά δύο» 6. Πολλά τέτοια ίδια τετράδια («τεύχη») συνδυασμένα, γωνιασμένα και συραμμένα μαζί επάνω στο τσάκισμά τους, δηλαδή στη ράχη τους, συνέθεταν τον «Κώδικα» και ο οποίος Κώδικας είναι το πρώτο χειρόγραφο βιβλίο το οποίο αποτέλεσε το βασικό «Παράδειγμα» («πρωτοβιβλίο») στην εξέλιξη των βιβλιοδετικών τεχνικών και στην εξέλιξη του ίδιου του προϊόντος των, δηλαδή του βιβλίου, έως σήμερα. (βλ.σ.205/φ.9) Το χειρόγραφο βιβλίο Με την πάροδο των χρόνων και προϊόντων των κυλινδρόσχημων «βιβλίων», κατά τον 15 ο αιώνα περίπου και με καλλίτερη τη γνώση γύρω από την χαρτοποιητική τεχνική για μία ποιοτικότερη κατασκευή χαρτιού, κάνει την εμφάνισή του το «βιβλίο» σε χειρόγραφη μορφή («παλαιογραφία») 7, και σε μία καλόσχημη βιβλιοδεσία, καθώς αυτό συνδύαζε ένα διπλό προστατευτικό εξώφυλλο και με τα περιεχόμενα φύλλα χαρτιού τοποθετημένα και δεμένα σύσσωμα σε κοινή «ράχη» με τη γνωστή τεχνική της συρραφής και σχεδόν όπως περίπου την εννοούμε σήμερα στην παραδοσιακή βιβλιοδετική τεχνική και τέχνη. Κατά τη μεσαιωνική εποχή 8 και στην Ευρώπη του 5 ου έως και 15 ου αιώνα μ.χ., τα βιβλία αναπαράγονταν χειρόγραφα και βιβλιοδετούνταν χειροπρακτικά, κυρίως σε μοναστήρια. Τα ιδιαίτερα και ιδιότυπα αυτά μεσαιωνικά χειρόγραφα βιβλία, χαρακτηρίζονται από την εντυπωσιακή λεπτομέρεια των εικονογραφήσεών τους, καθώς και από την καλλιγραφία τους η οποία ανάγεται σε ιδιαίτερη γραφιστική τέχνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου βιβλίου, του 15 ου αιώνα, είναι η Biblia Pauperum 9 («H Βίβλος των Φτωχών»), το οποίο είναι μία περίπου συνοπτική και εικονογραφημένη διασκευή των σημαντικότερων γεγονότων 6 Η χρήση του κιλύνδρου 7 ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΑΚΚΕΤΟΣ, «Πώς φτάσαμε από τον πάπυρο στο βιβλίο;» 8 Μεσαιωνικά βιβλία, 9 Biblia pauperum,

33 της Βίβλου και του βίου του Ιησού Χριστού, σε βαθμό στον οποίο θα μπορούσε κανείς να δει ομοιότητες με τις σύγχρονες εικονογραφήσεις των κινούμενων σχεδίων, όπου σε κάθε μία από τις εικόνες αντιστοιχούσε και ένα δίδαγμα γραμμένο σηνήθως στη λατινική ή στη γερμανική γλώσσα. ((βλ.σ.205/φ.11) Επίσης μαρτυρείται ότι, περί το έτος 1460 ο Albrecht Pfister, 10 τύπωσε και δημοσίευσε το πρώτο εικονογραφημένο βιβλίο με τον τίτλο Der Ackermann von Böhme («Ο Αγρότης του Μπόχουμ»), ωστόσο όμως, το μόνο σωζόμενο αντίγραφο της πρώτης έκδοσης δεν περιέχει εικόνες, αλλά φαίνεται να έχει προβλεφθεί και αφεθεί ελεύθερος ο χώρος εκείνος ώστε να τις υποδεχτεί, ενώ και σε μία δεύτερη έκδοση η οποία έγινε το1463, επίσης δεν περιλαμβάνει εικόνες. Το έτος 1461 τυπώθηκε από τον Pfister η έκδοση του Der Edelstein, η οποία αφορά σε μία σειρά μύθων στη γερμανική γλώσσα και η οποία περιέχει εικονογραφήσεις με την τεχνική της ξυλογραφίας. Τα μορφοποιητικά πλαίσια των ξυλογραφιών οριοθετούνταν κατά τη στοιχειοθεσία με ένα απλό περίγραμμα το οποίο ενδεχομένως να προορίζονταν προς επιζωγράφιση με το χέρι. Τα βιβλία όμως, λόγω του τρόπου αναπαραγωγής της οποίας μέσον ήταν η αντιγραφή, είχε ως αποτέλεσμα να είναι ελάχιστα (τεμάχια) και πανάκριβα (κόστος) για το ευρύτερο και εν δυνάμει αναγνωστικό κοινό της εποχής, έτσι η πρόσβαση σε αυτά ήταν σχεδόν απαγορευτική στον απλό κόσμο, καθώς αυτά συναντιόνταν μόνο σε κάποια μοναστήρια τα οποία διέθεταν οργανωμένες βιβλιοθήκες ή σε ιδιώτες οι οποίοι εξασφάλιζαν υψηλά εισοδήματα. Στη βιβλιογραφία του βιβλίου, τα μεσαιωνικά μοναστήρια αξίζουν υψηλής αναγνώρισης, επειδή δημιούργησαν τεράστιες βιβλιοθήκες, μέσα στις οποίες διέσωσαν, διαφύλαξαν αλλά και διαχειρίστηκαν σπάνια συγγραφικά έργα και ενώ έχοντας παραλάβει το βιβλίο από την αρχαία κειμενική του μορφή, το προήγαγαν σε μία λεπτομερή και υψηλής αισθητικής χειρογραφική τέχνη. 11 Ωστόσο, η χειρόπρακτη αυτή συρραπτική τεχνική του ελληνιστικού και του μεσαιωνικού βιβλίου, αποτέλεσε τη βάση της βιβλιοδετικής τεχνικής και ως ειδικό αντικείμενο, τη γένεση πλέον της ιδιαίτερης τεχνοεπιστήμης της Βιβλιολογίας, η οποία είναι καθόλα σχετική με το «υλικό αντικείμενο» βιβλίο σε ό,τι αφορά το κατασκευαστικό μορφοποιητικό μέρος του και όχι απαραίτητα με το περιεχόμενό του. (βλ.σ.206/φ.12) Τα πρώτα τυπωμένα βιβλία ιστορούνται στην Κίνα του 6 ου αιώνα μ.χ., με το πρώτο φερόμενο να έχει τυπωθεί με ξύλινα στοιχεία για την έκδοση ενός βουδιστικού κειμένου του έτους 868 μ.χ., το «Τιπιτάκα», καθώς και ενός άλλου επίσης βουδιστικό κείμενου το οποίο τυπώθηκε 10 Albrecht Pfister., Pfister/ 11 Howard, Nicole, The Book, The Life Story of a Technology, The John Hopkins University Press, Baltimore 2007,

34 μεταξύ των ετών 972 και 983 μ.χ., ωστόσο λόγω του πολυπληθούς των ψηφίων της Σινικής γλώσσας, η τεχνική αυτή εγκαταλείφτηκε για πρακτικούς λόγους. (βλ.σ.206/φ α) Στην Ευρώπη, η εκτύπωση βιβλίων με τη χρήση ξύλινων στοιχείων άρχισε περί τον 14 ο αιώνα και προήχθη με την τεχνογνωσία η οποία αποκτήθηκε από την επαφή των δυτικών με τους ανατολικούς λαούς. Κατά την Αναγέννηση, δύο ήταν οι ανακαλύψεις οι οποίες έδωσαν ώθηση στη μαζική παραγωγή του τυπωμένου πλέον βιβλίου. Η μία ήταν το χαρτί, του οποίου η γνώση για την παραγωγή αποκτήθηκε από τον ισλαμικό κόσμο και ο οποίος με τη σειρά του το είχε πάρει από τους Κινέζους, και η άλλη ήταν τα κινητά μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία τα οποία επινόησε ο Ι.Γ., με το σύνολο της τυπογραφικής «τεχνικής» του. Έτσι, από το έτος 1450 έως το 1456, η τυπογραφία γνώρισε μία αλματώδη εξέλιξη και έγινε αυτομάτως δυνατή η αναπαραγωγή ενός νέου τύπου βιβλίου το οποίο αναπαράγονταν σε μεγάλους αριθμούς αντιτύπων και με χαμηλό το εκδοτικό κόστος, συντελώντας έτσι θεαματικά στην «επανάστασή της τυπογραφίας», με το ίδιο το βιβλίο να γίνεται όλο και πιο προσιτό στο ευρύτερο ευγενές ή λαϊκό αναγνωστικό κοινό. Από πλευράς της Βιβλιολογίας και της βιβλιοδετικής τεχνικής, οποιοδήποτε βιβλίο γράφεται ή αναπαράγεται προκειμένου να διαβαστεί και όσο περισσότερες φορές ανοίξει αυτό και γυριστούν οι σελίδες του με τις ανάλογες χρήσεις, τόσο μικραίνει και η διάρκεια της ζωής του. Έτσι, από τη στιγμή κατά την οποία τα βιβλία έλαβαν τη μορφή του «κώδικα», οι τεχνίτες τα έντυναν πλέον με προστατευτικό κάλυμμα το οποίο μπορεί να ήταν από ξύλο, δέρμα ή και σκηρό χαρτόνι. Το δέσιμο επίσης, μπορεί να ήταν προστατευτικά και αισθητικά απλό ή περίτεχνο με διακοσμήσεις από χρυσό, ασήμι και πολύτιμους λίθους, όπως για παράδειγμα τα εκκλησιαστικά βιβλία της εποχής. Έτσι, στην «μετά εποχή» της χειροκίνητης μηχανικής τυπογραφίας, ο βιβλιοδέτης παραλάμβανε τα διπλωμένα φύλλα χαρτιού από τον τυπογράφο σε ομάδες «ισόφυλλων και ισογώνιων» τευχώνμε τη σωστή σειρά και τάξη, έτοιμα για συρραφή στην «βιβλιοδετική» μηχανή. (βλ.σ.207/φ.14,14 α,15,15 α,16,16 α ) Πιο συγκεκριμένα, η βιβλιοδεσία αφορούσε σε πρώτη φάση στη σύνδεση των «ολότυπων όψεων» των ξεχωριστών φύλλων των τευχών και με τελική φάση την επικάλυψη του βιβλιόδετου με ένα ανθεκτικό και περικαλλές κάλυμμα, το λεγόμενο «εξώφυλλο». Μέχρι το 19 ο αιώνα, η βιβλιοδεσία γίνονταν χειρώνακτα, ενώ η μηχανική βιβλιοδεσία εμφανίστηκε περί τα 1820 στην Αγγλία, με καινοτομία το υφασμάτινο ένδυμα το οποίο έφερε το εξώφυλλο του νέου τύπου βιβλίου. Έτσι και εξελισσόμενης της βιβλιοδετικής τεχνικής, διαμορφώθηκαν τρεις βασικοί τύποι βιβλιοδεσίας: ο χαρτόδετος, ο οποίος αφορούσε στην χάρτινη επένδυση με την κόλληση ενός χοντρού χαρτονένιου εξώφυλλου, ο πανόδετος, ο οποίος αφορούσε στην υφασμάτινη επένδυση του πρώην χαρτονένιου εξώφυλλου και ο δερματόδετος, ο οποίος είχε «ολόδερμα» στα εξώφυλλα και στην κυρτωμένη ράχη του βιβλίου, η οποία διαμορφώνονταν από τους κόμβους και τις περασιές των κλωστών

35 συρραφής, δηλαδή, ένα καμπύλωμα το οποίο διατηρούνταν σχεδόν ανάλογο ως «κοιλοκύρτωμα» εσωτερικά και εξωτερικά κατά μήκος του ανοίγματος του βιβλίου. 12 Συμπερασματικά, είναι δυνατόν να σημειώσουμε ότι, κατά τη διάρκεια του 18 ου αιώνα και στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, το βιβλίο ξαναγεννιέται και γίνεται περισσότερο προσιτό στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, καθώς η τιμή του μειώνεται δραστικά, ενώ συγχρόνως εγκαταλείπεται σταδιακά η χειρώνακτη βιβλιοδεσία. Τα βιβλία συρράβονται πλέον στη βιβλιοδετική μηχανή («ραπτικό πιεστήριο») με βελτιωμένες τεχνικές, σχετικά με τις κλωστές, τις κόλλες, την αισθητική καθώς και την ταχύτητα παραγωγής τους. Στον αιώνα μας, τα περισσότερα βιβλία δένονται με εργαλειομηχανήματα, αφενός μεν επειδή το κόστος παραγωγής μειώθηκε έναντι εκείνου της χειροπρακτικής βιβλιοδεσίας, αφέτερου δε, επειδή η μηχανική βιβλιοδεσία εξασφαλίζει τη μαζική παραγωγή των νέων τύπων βιβλίων, ως προς το σχήμα και τη μορφή τους. Ωστόσο όμως σήμερα, είναι αρκετοί οι βιβλιοδέτες εκείνοι οι οποίοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν παράλληλα με τις σύγχρονες ή και αποκλειστικά τις παραδοσιακές μεθόδους και τεχνικές, καταφέρνοντας έτσι καλλιεπέστατες βιβλιοδετικές εκδοχές οι οποίες προσιδιάζουν απόλυτα στα κλασικά βιβλία. (βλ.σ.207/φ.14-16α) Εξετάζοντας κανείς σήμερα ένα «παλιό βιβλίο» διαπιστώνει ότι, πρόκειται για μοναδικό τέχνημα του οποίου η κατασκευή απαιτούσε όχι μόνον υψηλές τεχνικές δεξιότητες από τον βιβλιοδέτη της εποχής, αλλά και ιδανική αίσθηση του ωραίου, στοιχεία τα οποία καθιστούν σήμερα την παραδοσιακή βιβλιοδετική, ιδιαίτερη τέχνη Πρώιμες μέθοδοι και τεχνικές εκτυπώσεων Πριν την έλευση της τυπογραφίας και όπως πλέον την εννοούμε με βάση την τυπογραφική «τεχνική» του Ι.Γ., οι απαρχές της εντοπίζονται στην Κίνα, όπου μία πρώιμη μέθοδος τυπογραφίας βρίσκονταν ήδη σε λειτουργική χρήση αρκετούς αιώνες πριν ο Ι.Γ., κάνει τις πρώτες του πειραματικές απόπειρες για μηχανική εκτύπωση. Μαρτυρείται ότι, κατά τον 10 ο αιώνα στην Κίνα, πραγματοποιήθηκε από τον αλχημιστή σιδηρουργό Πι Τσενγκ (Pi Cheng) η πρώτη εκτύπωση με την χρήση κινητών στοιχείων. Τα στοιχεία αυτά είχαν κατασκευαστεί από ψημένο πηλό και εντυπώνονταν επάνω σε χαρτί το οποίο ήταν σε χρήση στην Κίνα από το έτος 105 μ.χ. περίπου. (Εικ.Π1/Φ.14) Μία άλλη εκδοχή της τυπογραφικής τεχνικής του Πι Τσενγκ, η οποία ενισχύει το ενδεχόμενο προηγούμενης εκτύπωσης κειμένων με τη βοήθεια κινητών στοιχείων («τύπων»), ανάγεται πάλι στην Κίνα του 7 ου ή 8 ου αιώνα μ.χ. και η οποία πιθανότατα να μεταφέρθηκε στην Ιαπωνία περί τα έτη μ.χ. με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Shotoku. Αυτή η τεχνική φαίνεται να αποτελεί μία πρόδρομη μορφή τυπογραφίας, η οποία αφορούσε στην αναπαραγωγή εικόνων, συμβόλων και κειμένων επίσης επάνω σε χαρτί ή και σε ύφασμα, με βασικό περιεχόμενο βουδιστικές προσευχές. Οι γραφικές αυτές ύλες, ως φορείς κειμένων, 12 ΚΟΝΤΕΟΥ ΝΑΣΤΟΥ, «Η ΜΕΓΆΛΗ ΕΓΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ» 6 ος Τόμος

36 τυλίγονταν σε μικρούς κυλίνδρους, οι οποίοι προσιδιάζουν με την Αιγυπτιακή τεχνική κειμενοποίησης και αναγνωστικής χρήσης. Σε ό,τι αφορά τώρα τον δυτικό κόσμο, από τα τέλη του 14 ου αιώνα στην Ευρώπη, εκτός από το χαρτί και τα μελάνια, ήταν ήδη σε χρήση τα ξύλινα κινητά τυπογραφικά στοιχεία, με τη διαφορά ότι, αυτά τα στοιχεία είχαν το σημαντικό ελάττωμα ώστε να εμποτίζονται από τη μελάνη και από την υγρασία του περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα να φθείρονται πολύ εύκολα και να απαιτούν τη συχνή τους αντικατάσταση και αναλόγως χρονοβόρα την αναπαραγωγή τους η οποία θα έπρεπε να είναι «χαρακτηρικά» ομοιότυπη. (βλ.σ.207/φ.15) Ως τυπογραφική τεχνική, αφορούσε στην κατασκευή τυπογραφικών πλακών με τη χρήση τεμαχίων ξύλου, επάνω στα οποία χαράζονταν οι εικόνες με το ανάλογο αντίστοιχα συνοδευτικό κείμενο, το οποίο ήθελαν να εντυπώσουν («εκτυπώσουν»). Και αυτό, είτε αν επρόκειτο για σχετικά μεγάλα μεγέθη στοιχείων, όπως στην περίπτωση εκείνων του σινικού «αλφάβητου» με τις τόσες χιλιάδες ιδεογράμματα τα οποία δεν προσφέρονταν για μία τέτοια διαδικασία «εντύπωσης», είτε αν επρόκειτο για μικρά μεγέθη εκλεπτυσμένων στοιχείων, φαίνεται ότι και τα δύο αυτά μεγέθη δεν εξασφάλιζαν τέλειο τυπογραφικό προϊόν. Στα ιδεογράμματα της Ανατολής προσιδίαζε περισσότερο η τεχνική της «εντύπωσης» μικρών βιβλίων από ξύλινες μήτρες, τα λεγόμενα «ξυλογραφικά βιβλία». Η πρώιμη αυτή εκδοχή της τυπογραφίας ασφαλώς και δεν έχει καμία απολύτως ομοιότητα με την τυπογραφική τεχνική του Ι.Γ., και με τα προϊόντα τα οποία στο εξής ονομάζουμε προϊόντα «εκτύπωσης» και την διαδικασία παραγωγής των «εκτύπωση». Ωστόσο όμως, τα πρώιμα αυτά τυπογραφικά δείγματα («στοιχεία»), αναμφισβήτητα ιδεοδότησαν τους μεταγενέστερους κατασκευαστές ξύλινων τυπογραφικών στοιχείων και ενέπνευσαν εντέλει το Ι.Γ., στην τελειοποίηση του συνόλου της ανακαλυπτικής του εφεύρεσης Στα πρόθυρα της μηχανικής τυπογραφίας Η περίοδος η οποία οριοθετείτε στις αρχές του 14 ου έως τέλη του 15 ου αιώνα είναι μία από τις πλέον σημαντικές περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας των λαών και των πολιτισμών για τις τεχνοεπιστήμες. Κυριολεκτικά, ο 15 ος αιώνας και ιδιαίτερα το δεύτερο ήμισύ του, σηματοδοτεί τη μετάβαση από τη μεσαιωνική εποχή στη σύγχρονη, καθώς καταγράφηκε αυτή ως η εποχή των μεγάλων αλλαγών οι οποίες συντελέστηκαν σε όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνικής ζωής και της επιστημονικής σκέψης, συνέπεια της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ.,. Ο αιώνας αυτός σηματοδοτήθηκε από νέες τεχνολογικές καινοτομίες και μεταρρυθμιστικές κινήσεις στο κοινωνικό επίπεδο και ασφαλώς εντονότερες εκείνες οι οποίες σημειώθηκαν στους κόλπους της Εκκλησίας με αρνητικό ιστορικό της προηγούμενο, δηλαδή, την ειδεχθή δράση της «Ιεράς Εξέτασης». Η Ευρώπη εισέρχεται σε μία περίοδο κρίσιμων κοινωνικο/πολιτικο/οικονομικών αλλαγών και νέων επιστημονικών αναζητήσεων. Η ευρωπαϊκή οικονομία, μετά από μία μακρά περίοδο στασιμότητας, αρχίζει και πάλι να αναπτύσσεται σχεδόν θεαματικά. Ο μεσαιωνικός κόσμος, της αρρήτου γνώσης, των

37 μαγισσών, των αλχημιστών, των δεισιδαιμονιών, των ιεροεξεταστών και της αλαθήτου πυράς φαίνεται πλέον να εκπνέει. Η εξέλιξη προς τον σύγχρονο και φιλελεύθερο κόσμο, όπου τα πάντα θα ορίζονται ρητά έχει προδιαγραφεί, έχοντας επανασυνδεθεί άρρηκτα με την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και κοσμοθεώρηση, των οποίων η ανάσυρση από την πνευματική αφάνεια και τον απόλυτο σκοταδισμό, τροφοδότησε και ώθησε αποφασιστικά την νέα επιστημονική σκέψη. Και ενώ μέχρι πριν ελάχιστα χρόνια, δεν ήταν λίγοι οι αριστοκράτες εκείνοι οι οποίοι θεωρούσαν υποτιμητικό να έχουν στη συλλογή τους τυπογραφικά βιβλία, από τα μέσα του 16 ου αιώνα οι φωνές αυτές γίνονται όλο και πιο σπάνιες. Η καθιέρωση του έντυπου βιβλίου ήταν αποτέλεσμα μίας εξέλιξης της οποίας τα πρώτα ίχνη διακρίνονται ακριβώς την ίδια εποχή. Το τυπογραφικό βιβλίο διαμορφώνει το δικό του ύφος και σχήμα και αποκτά το ένα μετά το άλλο όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία θα το χαρακτηρίζουν μορφολογικά στο μέλλον, όπως, η πρώτη λευκή εσωτερική σελίδα, η σελίδα του τίτλου, ο πίνακας των περιεχομένων, η αρίθμηση των σελίδων, το ευρετήριο και ο κολοφώνας της μέσης στοίχισης. Στη νέα κοινωνία η οποία διαμορφώνεται οργασμικά, η γνώση της γραφής καθίσταται ολοένα και περισσότερο απαραίτητη, καθώς η επικοινωνία, οι υλικές συναλλαγές και οι πνευματικές ανταλλαγές βρέθηκαν σε μία πρωτόγνωρη αλληλεπίδραση, ενώ οι επιστήμες και οι τεχνολογίες αποκτούν πολλαπλασιαστικά μεγαλύτερη αξία και ιδιαίτερη σημασία. Τα έγγραφα και τα πάσης φύσεως έντυπα πολλαπλασιάζονται άρδην και μία νέα γραφειοκρατία κάνει την εμφάνισή της στις υφιστάμενες κοινωνικές και πολιτειακές δομές. Και όσο πολλαπλασιάζεται η παραγωγή αυτών των εντύπων/εγγράφων, τόσο αυξάνεται η ταχύτητα της γραφής για την αναπαραγωγή τους. Αποτέλεσμα ποιοτικό, καθότι, από τα μέσα του 13 ου αιώνα οι γραφείς φαίνεται να αναπροσανατολίζουν την τεχνική τους και αρχίζουν να μην δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην εμφάνιση και στην διακόσμηση των εγγράφων. Γράφουν σχεδόν πρόχειρα και βιαστικά, προκειμένου να εξυπηρετήσουν την εκάστοτε και οιαδήποτε περίσταση επικοινωνίας, καθώς για πρώτη φορά αισθάνονται ασφυκτική την πίεση του χρόνου, ενώ παράλληλα, πλήθος εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ιδρύονται σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης προσελκύοντας υπερμεγέθη αριθμό φοιτούντων οι οποίοι χρειάζονται το βιβλίο μέσα σε μία Ευρώπη η οποία προχωρά ολοταχώς προς την Αναγέννηση. (βλ.σ.207/φ.16) Παραδόξως, η σημειούμενη οικονομική και δημογραφική κρίση κατά το δεύτερο ήμισυ του 14 ου αιώνα, δεν στάθηκε ικανή να αναχαιτίσει τις κοινωνικές, τις επιστημονικές και τις τεχνολογικές προόδους οι οποίες είχαν σχεδόν εδραιωθεί δομολειτουργικά, καθώς στη θέση των παραδοσιακών δομών και εν γένει των θεωρήσεων, αναδείχτηκαν νέες πνευματικές και συστημικές δυνάμεις οι οποίες σχεδόν αξιωματικά μετατόπισαν το επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας στην κεντρική Ευρώπη και κυρίως στη Γερμανία. Η οικονομική ανάπτυξη αυτής της χώρας θεμελιώνεται σε ένα απολύτως στέρεο έδαφος ή μάλλον για να μιλήσουμε κυριολεκτικά, θεμελιώνεται σε ένα υπέδαφος πλούσιο σε άργυρο, σε χρυσό, σε

38 σίδηρο, σε χαλκό και σε διάφορα άλλα πολύτιμα ή κοινά μέταλλα. Σύντομα ακολουθεί μία εντυπωσιακή πνευματική αναγέννηση, η οποία μαρτυρείται με την ίδρυση και τη συνεχή λειτουργία μιάς σειράς πανεπιστημίων σε ολόκληρη την κεντρική Ευρώπη, όπως στην Πράγα το έτος 1347, Κρακοβία το 1369, Βιέννη το 1364, στην Ερφούρτη την φερόμενη ως τροφό σπουδής του Ι.Γ. το 1384, στην Χαϊδελβέργη το 1386 και στην Κολωνία το έτος Στα τέλη του 14 ου και στις αρχές του 15 ου αιώνα, οι διαμορφούμενες κοινωνικές και πολιτικές δομές υπαγορεύουν πλέον μαζικότερη και αμεσότερη πρόσβαση στην έντυπη πληροφόρηση και το σπουδαιότερο, δρομολογούν την πρόσβαση στην σωρευμένη γνώση και στην έως πρότινος αποσιωπημένη ή επιλεκτικά αποκαλυμμένη γνώση των κλασικών συγγραφέων της Αρχαιοελληνικής Γραμματείας. Όχημα σε αυτή τη μετάβαση αποτέλεσε η χειροκίνητη μηχανική τυπογραφία της «τεχνικής» του Ι.Γ., η οποία θα παρουσιάσει το βιβλίο σε λείο χαρτί, με εκλεπτυσμένους τους χαρακτήρες των τυπογραφικών στοιχείων, με περίκομψη και περίτεχνη τη βιβλιοδεσία, με προοδευτικά κλιμακούμενη την αύξηση στην ταχύτητα της εκτύπωσης και με το «νέο βιβλίο» να καθίσταται φορέας ενός νέου κόσμου και απόλυτο αγαθό παιδείας για κάθε σκεπτόμενο και φιλομαθή παγκόσμιο πολίτη Η έλευση της μηχανικής τυπογραφίας Αρχικά, στην «τυπογραφική Ευρώπη» του 12 ου αιώνα μ.χ., η τεχνική της ξυλογραφίας ήταν αυτή η οποία χρησιμοποιήθηκε για το «στάμπωμα» των υφασμάτων, ενώ αργότερα και περί τις αρχές του 15 ου αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτες εκτυπώσεις σε χαρτί για συνηθισμένα αντικείμενα όπως, παιγνιόχαρτα και εικόνες δημοφιλών αγίων της ιδιαίτερα θρησκευόμενης και θρησκόληπτης εποχής ως προς την κρατούσα θεολογική κοσμοθεώρηση, η οποία εκπορεύονταν από τον παπισμό και θεωρούνταν από τον γεωκεντρισμό. Την ίδια εποχή και περί τα μέσα 15 ου αιώνα εμφανίζεται μία άλλη μέθοδος αναπαραγωγής εικόνων, η τεχνική της χαλκογραφίας, με την οποία ο τεχνίτης χαράζει το θέμα του σε ένα φύλλο μαλακού μετάλλου, συνήθως χαλκού με ένα ειδικό εργαλείο το «μπουρέν («burin»). Με βάση αυτές τις τεχνικές οι οποίες θεωρούνταν το πλείστον πειραματικές, οι «τυπογραφικές συνθήκες» στην Ευρώπη φαίνεται να είχαν ωριμάσει δεόντως από στις αρχές του 15 ου αιώνα, οπότε και οι πρώτες προσπάθειες για μία σειριακή αναπαραγωγή εικόνων και κειμένων είχαν ήδη καταφέρει σχεδόν επιτυχή τα τυπογραφικά τους αποτελέσματα. Ο πρώτοι ευρωπαίοι τυπογράφοι επιθυμούσαν ώστε τα βιβλία τους να μοιάζουν με τα χειρόγραφα των κλασικών «Κωδίκων», έτσι, «καλλίγραφαν» ένα μεγάλο αρχικό γράμμα («αρχίγραμμα») στην αρχή του κεφαλαίου της «πρωτοπαράγραφου», καθώς επίσης ενδιάμεσα διάκοσμα («λετρίνες») και προς αυτό κατασκεύαζαν τυπογραφικά στοιχεία παρόμοια με τους χαρακτήρες του χειρόγραφου, ενώ εκ των υστέρων προσέθεταν χειρώναντα τα περίτεχνα αρχιγράμματα και λοιπά διακοσμητικά στοιχεία. Tα βιβλία τα οποία τυπώνονταν στα πρώτα πενήντα χρόνια, μετά την «εφεύρεση» του Ι.Γ., ονομάζονται αρχέτυπα ή παλαίτυπα ή incunabula (σπάργανα), δηλαδή «γενοφάσκια». Χαρακτηριστικό

39 των βιβλίων αυτής της περιόδου είναι το άριστο επίπεδο δεξιοτεχνίας και εφόσον τα βιβλία εξακολουθούσαν να αναπαράγονται με την ίδια επιτηδειότητα ώστε να προσιδιάζουν με τα υψηλής ποιότητας αντιπροσωπευτικά του είδους χειρόγραφα. Οι πρώτοι τυπογράφοι οι οποίοι και ενδεχομένως τύπωσαν με ξύλινα κινητά στοιχεία στην Ευρώπη, εργάζονταν ιεροκρυφίως και με τρόπο μυστικό, στην τυπογραφική τους εμμονή, προκειμένου να προσδώσουν στα βιβλία όψη χειρογράφου το οποίο θα είχε μεγαλύτερη αξία πώλησης. H Τυπογραφία, ξεκίνησε δηλαδή ως μία πράξη λαθρεμπορίου, μία προσπάθεια εξαπάτησης του αναγνωστικού κοινού ως ιδιότυπη πλαστογραφία κειμένων και για το λόγο αυτό, δεν ανέγραφαν τον τόπο και την ημερομηνία όπου εκτελέστηκε η συγκεκριμένη στην κατά τα άλλα σύννομη τυπογραφική εργασία. Το μόνο το οποίο έλλειπε πλέον στην εποχή, ήταν να εξευρεθεί μία λύση για την αναπαραγωγή κειμένων μεγαλύτερης έκτασης, τα οποία θα επέτρεπαν τη δημιουργία βιβλίων, δηλαδή, μία λύση την οποία έδωσε ο Ι.Γ., με την «εφεύρεση» της τεχνικής εκτύπωσης δια των κινητών μεταλλικών τυπογραφικών στοιχείων. «Τα βιβλία του πρώτου Ευρωπαίου τυπογράφου υπερείχαν από όλα τα προηγούμενα σε ομορφιά και τεχνική. Έτσι, ο Ι.Γ., συνέβαλε αποφασιστικά στην αποδοχή του τυπωμένου βιβλίου το οποίο αντικατέστησε πια τα χειρόγραφα. Το επόμενο μισό του 15 ου αιώνα τυπώθηκαν περισσότερα από έργα, ενώ ο αριθμός των τυπογράφων στην Ευρώπη αυξανόταν.». Προς την κατεύθυνση βελτίωσης της βιβλιοδεσίας και προσαρμογής της στο «γουτεμβεργιανό περί βιβλίου πρότυπο», συνέβαλε καταλυτικά ο Άλδος Μανούτιος ( Aldus Pius Manutius ), 13 ο οποίος ως ισχυρός εκδότης και τυπογράφος κατά την εποχή ακμής της Αναγέννησης, όρισε τον σχεδιασμό του βιβλίου με ένα υπό τύπο πρωτοκόλλου, το οποίο αφορούσε στις διαστάσεις του χαρτιού, στον σχεδιασμό, στην χρήση συγκεκριμένων γραμματοσειρών εκτύπωσης, καθώς στην μορφολογία των σελίδων, εισάγοντας παράλληλα νέες μεθόδους και τεχνικές βιβλιοδεσίας Η εξάπλωση και η προσφορά της τυπογραφίας Η έλευση της χειροκίνητης μηχανικής τυπογραφίας σηματοδοτεί άμεσα την αναπαραγωγή και την εγκατάσταση πλήθους του είδους τυπογραφικών πιεστηρίων στα απώτερα των 13 Άλδος Μανούτιος CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B9%CE%BF%CF%82 14 «Το παράδειγμα του Άλδου Μανούτιου να τυπώσει σε μικρότερο, σε 8ο σχήμα-οctavio- το μιμήθηκαν και άλλοι τυπογράφοι στην Ευρώπη, ιδίως στις εκδόσεις προσευχηταρίων και λαϊκών βιβλίων με λίγες σελίδες. Στα 1501, ο Άλδος Μανούτιος ξεκίνησε μια σειρά βιβλίων σε όγδοο σχήμα (octavo) που θα γινόταν η επιτομή των εκδόσεων του. Τα ονόμασε libelli portatiles (μικρά κινητά βιβλία), και αποτελούνταν από τα έργα φημισμένων συγγραφέων, απαλλαγμένα από τα σχόλια που παραδοσιακά τα περιστοίχιζαν, τυπωμένα σε πλάγια γραμματοσειρά που μιμούνταν την καλύτερη ουμανιστική καλλιγραφία: τα κλασικά κείμενα έγιναν καινούργια για τους σύγχρονους αναγνώστες του.»

40 αστικών περιοχών της γενέτειράς των, της Ρηνανίας, με ραγδαία την εξάπλωσή τους και στην υπόλοιπη και τεχνολογικά ακμάζουσα Ευρώπη. Έμπειροι τεχνίτες και εργάτες τύπου («τυπογράφοι») μετακινούνται αρχικά από το Μάιντς στις πλησιέστερες πόλεις και εν συνεχεία στις μεγαλύτερες της Γερμανίας. Περί τα τέλη του έτους 1462 μ.χ., ο τότε Αρχιεπίσκοπος του Μάιντς, εγκαταλείπει με τα στρατεύματά του την περιοχή, συμβάλλοντας έτσι προς ένα ασταθές και δυσμενές επιχειρηματικό κλίμα στην ευρύτερη περιοχή, με αποτέλεσμα οι τυπογράφοι να εγκαταλείψουν μαζικά το Μάιντς αναζητώντας νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες αλλού και με τις οποίες θα συνδύαζαν ένα ευνοϊκότερο πολιτικό και εργασιακό περιβάλλον. Ως πρώτος προορισμός των μετακινούμενων τυπογράφων υπήρξε αρχικά η πόλη της Κολονίας, η οποία αριθμούσε μεγάλο πληθυσμό φοιτητών και μία αγορά καθόλα πρόσφορη και με ειδικό το ενδιαφέρον για την εκτύπωση των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Ακολουθούν, η Βασιλεία, η Ρώμη, η Βενετία, το Παρίσι, η Νυρεμβέργη, το Μιλάνο, η Νάπολη και η Φλωρεντία. «Τα είκοσι πανεπιστήμια τα οποία υπήρχαν στην Ευρώπη κατά το έτος 1300 είχαν ήδη γίνει ογδόντα στα εκατό επόμενα χρόνια. Ως το έτος 1500 υπήρχαν 300 τυπογραφεία σε εξήντα γερμανικές πόλεις, ενώ στη Βενετία υπήρχαν 150 εκτυπωτικά καταστήματα τα οποία είχαν εκδώσει περισσότερους από τίτλους σε αντίτυπα για τον κάθε έναν.» 15 Παράλληλα, η άνοδος της μεσαίας τάξης δημιουργεί ένα νέο αναγνωστικό κοινό το οποίο εκτός από θεολογικά συγγράμματα, ενδιαφέρεται και για λογοτεχνικά και περισσότερο για τα επιστημονικά συγγράμματα τα οποία περιέχουν θέματα Ιατρικής, Ανατομίας, Φιλοσοφίας, Φυσικής Ιστορίας και Φυσικών Επιστημών. Εκδίδονται βεβαίως και λαϊκότερα αναγνώσματα, όπως, ημερολόγια, συναξάρια, βίοι αγίων, ολιγοσέλιδα βιβλία με πεζά ή έμμετρα κείμενα, ενώ συγχρόνως κάνει την εμφάνιση του ένα νέο είδος βιβλίων, τα λεγόμενα βιβλία της γεωγραφίας και των ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Στα τέλη του 15 ου αιώνα το σχήμα των βιβλίων τυποποιείται, καθιερώνεται η σελίδα τίτλου, τυποποιούνται τα τυπογραφικά στοιχεία, αριθμούνται οι σελίδες, εγκαταλείπονται τα συμπλέγματα γραμμάτων και εκδίδονται πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς στις εθνικές γλώσσες. Η προώθηση των εθνικών γλωσσών σε μία Ευρώπη στην οποία κυριαρχούσε η Λατινική, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την γέννηση της εθνικής ταυτότητας των υπηκόων της. Ωστόσο, η τέχνη της τυπογραφίας δε θα μπορούσε να μην υποστεί κι αυτή τις συνέπειες των πολιτικών εξελίξεων. Έτσι και κατά στο δεύτερο ήμισυ του 16 ου αιώνα, η παπική εκκλησία λογοκρίνει τα βιβλία και εκδίδει το Index, δηλαδή, τον πρώτο «Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων» ενώ η οικονομική κρίση και οι πόλεμοι, πλήττουν το βιβλίο αξιακά ως εμπορικό προϊόν αλλά και ως φορέα πολιτισμού. Καθοριστική υπήρξε η συμβολή του ανθρωπισμού («ουμανισμός») ο οποίος βρίσκεται στον πυρήνα του αναγεννησιακού πνεύματος, καθώς αποτέλεσε το κύριο έναυσμα ενδιαφέροντος των ανθρώπων για την τέχνη, την κλασική 15 Ψυχογιός, Δημήτρης Κ., Τα έντυπα Μέσα Επικοινωνίας,

41 αρχαιότητα και τον φυσικό πραγματικό κόσμο, με μέσον το βιβλίο. Έκτοτε, η μαζική πρόσβαση στη γνώση δημιουργεί αμέσως την αμφισβήτηση απέναντι στις παραδοσιακές δομές εξουσίας, απέναντι στην εξουσιάζουσα Εκκλησία, η οποία ήταν κύριος εκπρόσωπος της άρχουσας τάξης και συνεπώς, η αμφισβήτηση αυτή, οδήγησε σε δυναμικές συγκρούσεις, επαναστάσεις ανάσχεσης και ανακατάταξης προϋπαρχουσών κοινωνικοπολικών δομών και αντίστοιχων μορφών εξουσίας. Η γνωστή «Μεγάλη Μεταρρύθμιση» με πρωτεργάτη τον Μαρτίνο Λούθηρο ο οποίος κατά το έτος 1517 θορύβησε την Ευρώπη αμφισβητώντας ευθέως το κύρος του Ποντίφικα, αποτελεί άμεση συνέπεια στην εξάπλωση της μηχανικής τυπογραφίας. «Τα κείμενα του Λούθηρου, χάρη στην τυπογραφία, διαδόθηκαν μαζικά και γρήγορα και με τις φιλελεύθερες ιδέες του, είχαν αποτέλεσμα όχι μόνο ν ανατρέψουν την πρωτοκαθεδρία του Βατικανού στα θρησκευτικά πράγματα, αλλά και να οδηγήσουν σε εξεγέρσεις με οικονομικά, κοινωνικά και εθνικά αιτήματα.» 16 Σε αντίθεση με κάποιους, θιγόμενους κύκλους και οπισθοδρομικά σκεπτόμενους, οι οποίοι αντιμετώπισαν την τυπογραφία ως σκοτεινή τέχνη, αντιθέτως, οι Προτεστάντες την αντιλήφθηκαν ως θεϊκή τέχνη. «Οι Προτεστάντες του 16 ου αιώνα πιστεύουν πως η τυπογραφία, η ars artificialiter scribendi, ήταν θέλημα Θεού, ώστε να διαδοθεί ο λόγος Του-για την ακρίβεια ο λόγος του Λούθηρου: κάθε προτεσταντική ομάδα ιδρύει και τυπογραφείο». Μετά από αρχικές αμφιταλαντεύσεις λόγω πιέσεων των μοναχών και ιδιαίτερα των «γραφέων», η καθολική Εκκλησία υιοθέτησε την «τεχνική» της τυπογραφίας, καθώς διέβλεψε ότι, με αυτήν θα διατηρούσε το προπαγανδιστικό μονοπώλιο και θα διευκόλυνε αποτελεσματικά την διάδοση θρησκευτικών εκδόσεών της στη λατινική γλώσσα, την οποία διάφοροι ανανεωτές ήθελαν να αντικαταστήσουν με εθνικές γλώσσες οι οποίες ήταν κατανοητές από το λαό τους. Συνεπεία αυτών των κοινωνικών αιτημάτων της εποχής, η πίστη στις παλιές θεωρίες αποδυναμώνεται προοδευτικά, καθώς οι άνθρωποι ανακαλύπτουν ποικίλες αντιφάσεις εντός των κειμένων, γεγονός το οποίο ενισχύει σημαντικά, ή μάλλον εγκαθιστά την κριτική σκέψη στην ανάγνωση ως εργαλείο πρόσληψης κείμενων νοημάτων. Συγχρόνως, η επιστημονική γνώση οικοδομείται διευρυνόμενη και με την δυνατότητα των επιστημόνων να τυπώσουν έργα τους και να έλθουν σε επαφή με έργα άλλων συγγραφέων, εγκαινιάζοντας έτσι τον επιστημονικό και διεπιστημονικό διάλογο, δηλαδή, την μετάβαση από το βήμα του απολογούμενου επιστήμονα στο βήμα της επιστημονικής κοινότητας του απελευθερωμένου, του έγκριτου και έγκυρου επιστημονικού διαλόγου. Ενδεχομένως και για αυτήν την μετάβαση, το «πρότυπο» πιεστήριο του Ι.Γ., ως «τέχνημα», να εμπεριέχει κάποιον ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς θα διέκρινε αναπαραστατικά τον «παλαιό» κόσμο του μεσαιωνικού σκοταδισμού και της προβιομηχανικής εποχής από 16 Mπαρμάζη, Όλγα "Σύντομη αναφορά στην ιστορία του έντυπου βιβλίου" στο.από τον Γουτεμβέργιο στο DTP (DeskTop Publishing, Σύνδεσμος εκδοτών Βιβλίου, Αθήνα

42 εκείνον τον αναγεννημένο πνευματικά νέο κόσμο και στα πρόθυρα της βιομηχανικής εποχής. Έτσι, ο συμβολισμός αυτός της διάκρισης των εποχών θα ήταν κατανοητός, αν αυτό το «τέχνημα» πιεστήριο του Ι.Γ., το τοποθετούσαμε ανάμεσα στην ειδεχθή μεσαιωνική κατασκευή την «γκιλοτίνα» και στο ευγενές αρχέγονο τέχνημα, τον «αργαλειό». Η γκιλοτίνα κάλλιστα συμβολίζει τον «παλαιό» κόσμο του σκοταδισμού, ο αργαλειός το «νέο» κόσμο της βιομηχανικής εποχής και ενδιαμέσως το τυπογραφικό πιεστήριο ως ορόσημο και όχημα μετάβασης από τον «παλαιό» στον «νέο» αναγεννημένο κόσμο, όπου τα πάντα ορίζονται και συνδιαλέγονται ρητά. Το αρχαίο φιλοσοφικό και επιστημονικό πνεύμα, αναβίωσε ξαφνικά μέσα στο απόλυτο μεσαιωνικό σκοτάδι, ο πνευματικός κόσμος πέρασε στο ημίφως του 13 ου έως 16 ου αιώνια «επάνω» από το πιεστήριο του Ι.Γ., όπου και στην χρονική αυτή περίοδο η θεμελίωση της επιστημονικής μεθόδου να αποτελεί κοσμοϊστορικό γεγονός και «Παράδειγμα» επανάστασης στις φυσικές επιστήμες με τη εκτέλεση του πρώτου πειράματος από τον Γαλιλαίο. Η αποτυχία αρχικά της μεσαιωνικής επιστήμης να αποσπασθεί από τη Φυσική και την Kοσμολογία του Αριστοτέλη και με την επιστημονική σκέψη σε απόλυτη καχεξία στον πρώιμο μεσαίωνα, η έλευση της τυπογραφίας συντελεί, ώστε, κατά τον ύστερο μεσαίωνα να αποδυναμωθεί η απολυτότητα της ισχύος του Αριστοτελείου δόγματος και σχεδόν κάθε ιδέας μονισμού, έναντι των νεοεκκολαπτόμενων φιλοσοφικών και επιστημονικών αντιλήψεων των εννοούμενων ως φυσικών επιστημών για τον δυτικό Κόσμο. Επιστήμονες και στοχαστές της Αναγέννησης όπως Μachiavelli, Κοπέρνικος, Γαλιλαίος, Decartes, E. Grant, έχουν ως αρωγό τους την τυπογραφία για την υποστήριξη και τη διάδοση των ιδεών και θεωριών τους. Με την επίδραση των παραπάνω, ο Descartes κάνει την πρώτη επιστημονική ομολογία στο ρηθέν «Σκέφτομαι άρα υπάρχω» όπου για πρώτη φορά ο κοινός άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι μπορεί να έχει την δική του γνώμη την οποία μπορεί να εκφράζει ελεύθερα, εντύπως ή προφορικά. Αποτέλεσμα των ραγδαίων αλλαγών ήταν ότι, ενώ το έτος 1350 μ.χ. υπήρχαν στην Ευρώπη 20 πανεπιστήμια το πλείστον θεολογίζοντα, με την συμβολή της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ., είχαν ξεπεράσει τα 80 πανεπιστήμια το έτος Στα μέσα του 16 ου αιώνα η τυπογραφία έχει κατακτήσει σχεδόν κάθε περιοχή της Ευρώπης και εξάγεται θεαματικά στην «Οθωμανική αυτοκρατορία 1503, Ρουμανία 1508, Ιρλανδία 1550, Ρωσία 1553», απλώνει τα φτερά της στο Νέο Κόσμο «Μεξικό 1534, Περού 1584 και στην Ασία (Παλαιστίνη 1563, Ινδία 1556)» με πιεστήρια τα οποία αρχικά εισάγονται και εν συνεχεία με εγχώριας παραγωγής, όπως στην Αγγλία. Σχετικά με την ραγδαία εξάπλωση στον «Νέο Κόσμο», συνέβαλαν καθοριστικά οι Ανακαλύψεις οι οποίες ενθάρρυναν τον αποικισμό, με συνέπεια την εγκαθίδρυση αποικιοκρατικών καθεστώτων και στρατιωτικών αποστολών χαρτογραφήσεων, με παράλληλη τη διάδοση θρησκευτικών δογμάτων μέσω των ιεραποστολών, καθώς με διάνοιξη νέων εμπορικών δρόμων, δηλαδή, σχέσεις επικοινωνίας και συναλλαγές οι οποίες δεν θα μπορούσαν να διεκπεραιωθούν χωρίς τυπογραφικό

43 πιεστήριο. Το βέβαιο της προσφοράς της τυπογραφίας είναι ότι, δημιούργησε την τεχνική βάση για πνευματικές, κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές αλλαγές, για την συσσώρευση και διάδοση της γνώσης. Το Πιεστήριο βοήθησε ηγέτες να διατηρήσουν την εξουσία και καταπιεσμένους να μεθοδεύσουν την εξέγερσή τους και το αξιοσημείωτο ότι, βοήθησε ενεργά στην πολιτισμική επανάσταση της Αναγέννησης με ό,τι αυτή συνεπάγεται ιστορικά σήμερα σε επίπεδο ιδεών και προόδων. Tο έτος 1833 o Thomas Carlyle, φιλόσοφος, συγγραφέας, ιστορικός και καθηγητής κατά τη διάρκεια της βικτωριανής εποχής, θα σημειώσει χαρακτηριστικά: «Εκείνος ο οποίος πρώτος με το χειροκίνητο μηχανικό τυπογραφικό πιεστήριο και με τα κινητά μεταλλικά στοιχεία απάλλαξε τις στρατιές των αντιγραφέων και καθαίρεσε τους περισσότερους των βασιλιάδων και συγκλητικών δημιουργώντας έναν καινούριο κόσμο δημοκρατικό: είχε εφεύρει την τέχνη της τυπογραφίας.». (βλ.σ.208/φ.17-20) 3. Η ιστορία των τεχνοεπιστημών έως τον 15 ο μ.χ. αιώνα 3.1. Ανθρώπινη γνώση και τυπογραφία Θα ήταν παράλειψη να μελετήσουμε την εργοβιογραφία του Ι.Γ. χωρίς να αναφερθούμε αδρομερώς στην ιστορία των επιστημών οι οποίες διαμόρφωσαν την Κοσμοθεώρηση της εποχής μέσα στο πνεύμα της οποίας ο Ι.Γ., τον 15 ο αιώνα εφεύρε το «τεχνολογικό μέσον» το οποίο θα εντύπωνε εφεξής, αφενός διασώζοντας και γνωστοποιώντας την προγενέστερη θεωρητική και φιλοσοφική γνώση του Κόσμου, εφετέρου θα διέδιδε ταχύτατα την νέα επιστημονική σκέψη και θεώρηση, απόψεις οι οποίες από αρχές του 16 ου είχαν αρχίζει να περιγράφουν τις πραγματικές διαστάσεις ενός φυσικού κόσμου ο οποίος συρρικνώνονταν στα φοβικά και θρησκόληπτα στεγανά του μεσαιωνικού σκοταδισμού. Οτιδήποτε κατέχουμε σήμερα ως συγκροτημένη γνώση για τον κόσμο, είναι προϊόν εξέλιξης της σκέψης του ανθρώπου εξ υπαρχής του, και ενδεχομένως από εκείνη την ιστορική συγκυρία κατά την οποία ο άνθρωπος άρχισε να λειτουργεί αφαιρετικά, δηλαδή, από τη στιγμή κατά την οποία άρχισε να αντιλαμβάνεται τον Κόσμο με αριθμούς, σχετίζοντας και ορίζοντας τα περιβάλλοντα αντικείμενα μεταξύ των, εννοιολογικά. Από την στιγμή κατά την οποία άρχισε να απαριθμεί τα ομοειδή και προς διάκριση των ανόμοιων, είτε στην μορφή ακέραιων μονάδων, είτε ως κλάσματα, εγκαθιστώντας έτσι και μία πρώτη νοητική διαδικασία λογικομαθηματικής σκέψης και αντίληψης του περιβάλλοντος κόσμου, πέρα από τις διαστάσεις της δεδομένης και εκλαμβανομένης ως φυσικής γνώσης, μέχρι την επιστημονική θεώρηση του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου, δηλαδή, στην εποχή κατά την οποία η τυπογραφική «τεχνική» του Ι.Γ., καταγράφονταν ήδη ως το κορυφαίο κοσμοϊστορικό γεγονός. (βλ.σ.209/φ.20-21) Το σύνολο της διαχρονικής επιστημονικής γνώσης της οποίας η κατοχή και η διαχείριση υπήρξε προνόμιο και αντικείμενο εκμετάλλευσης ολίγων, πέρασε επάνω από το πιεστήριο του Ι.Γ., προκειμένου να διαχυθεί στον Κόσμο, παρακάμπτοντας

44 κάθε προηγούμενο εμπόδιο, οδηγώντας την νέα επιστήμη σε ραγδαία εξέλιξη και με συγκλονιστικά τα εκάστοτε επιστημονικά «Παραδείγματα» τα οποία συνέστησαν επανάσταση για την επιστήμη και τεχνολογία. Σήμερα, ένας δυσθεώρητος κόσμος γνώσης σωρεύεται μεθοδικά στις κλασικές βιβλιοθήκες και στον κυβερνοχώρο, με όλα τα προϊόντα και επιτεύγματα της σκέψης του διαχρονικού ανθρώπου. Όλα αυτά έγιναν με τη σκέψη και από τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος έθεσε το πρώτο υπαρξιακό του ερώτημα απέναντι στη φύση, από και προς τον εαυτό του, καθώς άρχισε να «βλέπει» τον κόσμο αφαιρετικά. Όλα αρχίζουν από τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος κατάφερε να διατυπώσει υποθέσεις, ρωτώντας κατευθείαν στην φύση, παρατηρώντας θετικά, διερευνώντας και υπολογίζοντας με την λογική, προκειμένου να έχει τις πρώτες απαντήσεις, πέρα από φοβικούς εσωτερικισμούς, εναλλακτικές/διαισθητικές αντιλήψεις και αφελείς θρησκευτικές προκαταλήψεις. Για μία γενικότερη έποψη αυτών, επιχειρούμε ακόλουθα μία αδρομερή επισκόπηση της ιστορίας της τεχνοεπιστημών στις διακριτές ιστορικές περιόδους, σε σχέση με τα κυριότερα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα του διαχρονικού ανθρώπου Οι Επιστήμες Προϊστορία και προκλασική αρχαιότητα Γενικά και όλοι οι πολιτισμοί του πλανήτη, έχουν να επιδείξουν επιστημονικά επιτεύγματα, καθώς είχαν αναπτύξει κάποιο σύστημα και ανάλογες μεθόδους παρατήρησης του φυσικού κόσμου, στην προσπάθεια να συνδέσουν τις παρατηρήσεις με τα διάφορα παρατηρούμενα φυσικά φαινόμενα, τα οποία έπλητταν ή εξέπληταν το φυσικό και εν δυνάμει δομημένο περιβάλλον στο οποίο ανάπτυσσαν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονταν άμεσα με την διαβίωση. Οι Βαβυλώνιοι, στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού Ιράκ ανάπτυξαν περί το έτος π.χ. εμπειρικά συστήματα των οποίων υπάρχουν αναφορές και για μετέπειτα συστηματικές αστρονομικές παρατηρήσεις οι οποίες αφορούσαν στην καταγραφή των εκλείψεων Ήλιου και Σελήνης και στην καταγραφή των κινήσεων κάποιων πλανητών. Οι Αιγύπτιοι αστρονόμοι των οποίων η ιδιότητα ταυτίζονταν με την ιεροσύνη, συνέταξαν κατάλογο με δεκάδες αστερισμούς και ένα ημερολόγιο δώδεκα μηνών, με υποδιαιρέσεις εβδομάδων και ημερών. Οι Κινέζοι κατασκεύαζαν αστρονομικά όργανα παρατήρησης και μέτρησης του χρόνου, ενώ οι Φοίνικες και οι Πέρσες στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού Ιράν, εγκατέστησαν αστεροσκοπεία για μελέτη του ουράνιου θόλου και χρησιμοποίησαν μεθοδικά τις γνώσεις για ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας και του εμπορίου Κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα Οι Έλληνες, 17 είναι πρώτος λαός ο οποίος θεμελίωσε την Αστρονομία ως ιδιαίτερη επιστήμη, ξεφεύγοντας από τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις, εγκυροποιώντας τη θεωρία με 17 ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ -

45 παρατηρησιακά δεδομένα και εισάγοντας τα μαθηματικά στην Αστρονομία ως τα μόνα μεθοδοδολογικά και νοητικά εργαλεία μελέτης των φυσικών φαινομένων με σημαντικούς επιστήμονες στην εποχή, αλλά και με μεγάλη τη βιωσιμότητα των θεωρήσεων οι οποίες χαρακτήριζαν την κοσμοαντίληψη και την κοσμοθεώρηση ως τα τέλη του Μεσαίωνα. Ο Ευκλείδης με την Γεωμετρία, απετέλεσε θεμέλιο λίθο στην ανάπτυξη της «δυτικής» επιστήμης και τεχνικής όπου στηρίζονται όλες οι προϋποθέσεις της Κλασικής Φυσικής από την Αναγέννηση και εντεύθεν, ανεξάρτητα από το αν αργότερα αποδείχθηκε ότι ο Ευκλείδης αντιλαμβάνονταν απλοϊκά τις διαστάσεις ενός επίπεδου αισθητού χώρου και όχι για πολύ μεγάλες τις τιμές των φυσικών μεγεθών της κυρτότητας του πραγματευόμενου χώρου, οπότε και παύει να ισχύει θεωρητικά η Ευκλείδεια Γεωμετρία. Ο Πυθαγόρας ο Σάμιος, σημαντικός φιλόσοφος, μαθηματικός, γεωμέτρης, θεωρητικός της μουσικής και ο κατ εξοχήν θεμελιωτής των ελληνικών μαθηματικών, δημιούργησε ένα άρτιο σύστημα για την επιστήμη των ουρανίων σωμάτων με σχετικές αριθμητικές και γεωμετρικές αποδείξεις των θεωρήσεών του. Υπήρξε ο πρώτος ο οποίος χρησιμοποίησε την λέξη «κόσμος», αποδίδοντάς της την έννοια «του όλου περιοχής», προσεγγίζοντας και ερμηνεύοντας την τάξη του σύμπαντος με μαθηματικά, κατά τρόπον ώστε, μετρώντας τα κατάλληλα μήκη της χορδής ενός μονόχορδου, διαπίστωσε ότι τα σύμφωνα μουσικά διαστήματα μπορεί να εκφρασθούν σε απλές αριθμητικές αναλογίες των τεσσάρων πρώτων ακεραίων αριθμών. 18 Ο Απολλώνιος, ο οποίος θεωρείται μέγιστος μελετητής της γεωμετρίας και τρίτος μεγαλύτερος μαθηματικός μετά τον Αρχιμήδη και τον Ευκλείδη, με πλήθος έργων και με κορυφαίο τα "Κωνικά" όπου ανακάλυψε και διατύπωσε τις κωνικές τομές (παραβολή, υπερβολή, κύκλος, έλλειψη). Ωστόσο όμως στον τομέα της Αστρονομίας υπήρξε επίσης συνεισηγητής του Γεωκεντρικού Συστήματος δια των "εκκέντρων κύκλων και επικύκλων" μέσω των οποίων προσέγγιζε και ερμήνευε τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων. Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος υποστήριξε ότι οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο και γύρω από τον εαυτό τους, κάνοντας λόγο για ηλιοκεντρικό σύστημα. Πρόκειται για μία ιδέα η οποία έπεσε σε αφάνεια χρόνια, θεώρηση η οποία αποδείχτηκε μέσα στις μεταμεσαιωνικές ημέρες οι οποίες συμπίπτουν με τον ενεργό τεχνοεπιστημονικό βίο του Ι.Γ.. Ο Πτολεμαίος Κλαύδιος συνέγραψε την «Αλμαγέστη», μνημειώδες σύγγραμμα μαθηματικών και αστρονομίας, το οποίο υπήρξε Βίβλος των αστρονόμων για δώδεκα αιώνες και βασίζονταν στις ήδη καταγεγραμμένες γνώσεις του Ίππαρχου, ανεξάρτητα από το αν πρότεινε το γεωκεντρικό πλανητικό μοντέλο Ευρωπαϊκός μεσαίωνας Στη διάρκεια του Μεσαίωνα, η ιδέα των Ελλήνων για τη μελέτη των φαινομένων και σύμφωνα με την κρατούσα λογική εκθρονίστηκε, με αποτέλεσμα την αστρονομία να την 18 Αρχαίοι Έλληνες μαθηματικοί και η συμβολή τους στη θετική σκέψη.,

46 αντικαταστήσει η αστρολογία. Οι απόψεις οι οποίες δεν συμφωνούσαν με τις απόψεις της Καθολικής Εκκλησίας διώκονταν άμεσα και μάλιστα αρκετές φορές βίαια από το ειδεχθές όργανό της, την «Ιερά Εξέταση». Η μόνη πρόοδος για εκείνα τα σκοτεινά χρόνια ήταν οι μελέτες των Αράβων 19 ερευνητών, οι οποίοι διέπρεψαν σε τομείς όπως η ιατρική, η χημεία και η οπτική. Ο Al Farghani, περί τον 9 ο αιώνας μ.χ, είναι εκείνος ο οποίος μελέτησε τη θέση του Ήλιου ως τροχιά και ο Ibn Zuni ο οποίος σημείωσε τις εκλείψεις του Ηλίου και της Σελήνης, αποτελούν τους πλέον επιφανείς λόγιους Άραβες αστρονόμους των οποίων τα έργα μεταφραστήκαν στη λατινική περί τον 12 ο αιώνα και έτσι έγιναν γνωστά στην μεσαιωνική Ευρώπη. Απαρχή της αναβίωσης και της προαγωγής των κλασικών επιστημών και θεωρήσεων, ο αστρονόμος και κληρικός Κοπέρνικος ( ), ο οποίος επανάφερε την ηλιοκεντρική θεωρία των Ελλήνων, μετρώντας τις θέσεις και τις αποστάσεις των πλανητών από τον Ήλιο. Ο Δανός αστρονόμος Τίχο Μπράχε, σημαντικός παρατηρησιακός Φυσικός, πραγματοποίησε εμπεριστατωμένες αστρονομικές παρατηρησιακές μελέτες και συνέταξε ακριβείς καταλόγους με τις θέσεις πολλών ουράνιων σωμάτων, προσφέροντας έτοιμη γνώση στο μαθητή του Γιόχαν Kέπλερ ( ), ο οποίος εν συνεχεία και ως θεωρητικός, διατύπωσε τους τρεις νόμους του για την κίνηση των ουρανίων σωμάτων. Ο Γαλιλαίος ( ) ήταν ο πρώτος ο οποίος διέκρινε τους πλανήτες από τη γενικόλογη έννοια «άστρα», υποστηρίζοντας ανένδοτα το ηλιοκεντρικό πλανητικό σύστημα (μοντέλο) και θεμελιώνοντας συνάμα την επιστημονική μέθοδο για τις φυσικές επιστήμες, αφ ενός με τη χρήση του πειράματος, αφετέρου με παράλληλη την ανάπτυξη μαθηματικών υπολογισμών. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος για τον Ισαάκ Νεύτωνα ο οποίος με τη χρήση των μαθηματικών διατύπωσε τους νόμους της παγκόσμιας έλξης, εδραιώνοντας τη σύγχρονη επιστήμη με απότοκες τις επαναστατικές θεωρίες της κβαντομηχανικής. Σε αυτήν την κοσμογονική συγκυρία, η τυπογραφική «τεχνική» του Ι.Γ., κυριαρχεί και είναι αυτή η οποία «στοιχειοθετεί» και «γεφυρώνει» εποικοδομητικά την παλαιά θεμέλια γνώση με τη νέα τεχνοεπιστημονική γνώση της ανατολής και της δύσης, για να καταστεί πλέον έτοιμη να κυκλοφορήσει απολύτως ελεύθερα, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή της Αναγέννησης, καθώς πλέον τη θέση των μάγων επανακατέλαβαν οι φιλόσοφοι, οι επιστήμονες και οι καινοτόμοι τεχνολόγοι / μηχανικοί της προβιομηχανικής εποχής Η Τεχνολογία Αρχέγονες τεχνολογικές γνώσεις Η Τεχνολογία, ως ιστορικό και τεχνολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο άνθρωπος ανακάλυψε ή επινόησε και εφεύρε τα επιτεύγματά του, εκτείνεται σε ένα αρκετά ευρύ τεχνογνωσιακό πεδίο, το οποίο ασχολείται γενικότερα με την τεχνική γνώση, με τη χρήση 19 Γιώργος Κριεμπάρδης, Αστρονομία για όλους

47 των πάσης φύσεως εργαλείων και τεχνικών, καθώς και με το πως αυτά επηρεάζουν την ικανότητα και τη δυνατότητα του ανθρώπου να επιλύει καθημερινά προβλήματα, να ελέγχει αποτελέσματα, να παρεμβαίνει δραστικά στο περιβάλλον του, αλλά και να προσαρμόζεται φυσιολογικά ή κατά συνθήκην σε αυτό. Σε μία προσπάθεια να μελετήσουμε τις αρχέγονες επιστημονικές και τεχνολογικές γνώσεις των λαών και των αντίστοιχων πολιτισμών οι οποίοι χάνονται στα βάθη του χρόνου, εντοπίζουμε και παραθέτουμε αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ευρημάτων τα οποία συνιστούν ιδιαίτερα μνημεία τεχνοεπιστημονικής γνώσης. Πιο συγκεκριμένα, τεχνολογικά επιτεύγματα τα οποία αποτελούν αν όχι αδιαμφισβήτητες αποδείξεις, τουλάχιστον σαφείς ενδείξεις μίας απαρχής στην εξέλιξης της τεχνολογίας και ιδιαίτερα αυτή της μηχανικής στην οποία εμπίπτει και η περίπτωση της «τεχνικής» του Ι.Γ., ως απόρροια της προϋπάρχουσας τεχνοεπιστήμης και μηχανικής. Συγχρόνως, καταγράφεται ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος επιστήμονας μελετά και οικοδομεί έως σήμερα επάνω σε προηγούμενες γνώσεις με σκοπό την τροποποίηση, τη βελτίωση και την προαγωγή των τεχνολογικών επιτευγμάτων του σε ανώτερα εφαρμοστικά επίπεδα, γεγονός το οποίο ως διαδικασία συνιστά εξέλιξη και συνάμα επιστημονική μέθοδο ή οποία ως συστηματική πράξη και διαδικασία συμβάλλει στην προαγωγή των τεχνοεπιστημών. Η διαρκής αναζήτηση του ανθρώπου για την εξεύρεση τρόπων, μέσων και λύσεων για τη βιωσιμότητα και την περαιτέρω κατανόηση του κόσμου μέσον της υπάρχουσας γνώσης και των μεθοδολογικών εργαλείων της τα οποία υπήρξαν επιτεύγματα της διαχρονικής σκέψης και της προόδου του. Ο Βρετανός Μαθηματικός Samuel Lilley, με εξειδίκευση στην ιστορία της επιστήμης και της τεχνικής, δημοσίευσε το έτος 1940 μία μελέτη, με την οποία κατέγραψε τις κοινωνικά και οικονομικά σημαντικές επινοήσεις και εφευρέσεις από την εποχή του έτους 5500 π.χ. μέχρι τον 20 ο αιώνα μ.χ. 20 Ο Lilley κατέγραψε περί τις εφευρέσεις και τις συσχέτισε με μία εποχή ή ένα έτος και όπου αυτή η εφεύρεση αποδεδειγμένα έχει διαδοθεί. Προς το σκοπό αυτό, μελέτησε τη βιβλιογραφία η οποία έχει καθιερωθεί στη «Δυτική Ιστοριογραφία», δηλαδή, την προερχόμενη από τη Μεσοποταμία, από τις κοιτίδες των χωρών και λαών της ανατολικής Μεσογείου, την Ελληνορωμαϊκή πολιτισμική συνέχεια και τη Δυτικοευρωπαϊκή τεχνοεπιστημονική γνώση Προϊστορία Η εποχή του λίθου χαρακτηρίζεται από τη χρήση του λίθου ως βασικού εργαλείου και πρώτης ύλης για την κατασκευή βασικών εργαλείων («πυριτόλιθος») χρησιμοποιώντας αρχικά την πέτρα στο φυσικό της σχήμα και με εργαλειακή προέκταση (χειρολαβή) το ανθρώπινο χέρι. 20 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ, Posted: 02/04/2011 in Uncategorized., 21 ΕΡΓΑΛΕΙΑ - ΟΠΛΑ,

48 Προοδευτικά άρχισε να γίνεται επεξεργασία της πέτρας και να κατασκευάζονται τα πρώτα εργαλεία τα οποία είχαν σχήμα αμυγδαλοειδές, ωστόσο όμως ήταν αρκετά χονδροειδή και δύσχρηστα στις προβληματικές τεχνικές περιστάσεις. Προς το τέλος της νεολιθικής εποχής κάνει την εμφάνισή του ο εχέφρων άνθρωπος («homo sapiens») με την ανακάλυψη της φωτιάς, οπότε και επέρχεται σημαντική βελτίωση στα εργαλεία, τα οποία με τελειότερη την επεξεργασία λείανσης, σφυρηλάτησης, ακονισμού και με την προσθήκη ξύλινης χειρολαβής έγιναν απολύτως εύχρηστα, όπως για παράδειγμα, οι αξίνες, τα μαχαίρια και τα δρεπάνια, περί το έτος π.χ.. Κατά τη νεολιθική εποχή αναπτύχθηκαν οι τεχνολογικοί πολιτισμοί των Ασσυρίων, των Σουμερίων, της Κίνας, της Αιγύπτου, των Κυκλάδων, της Κρήτης, των Μυκηναίων κ.ά. πολιτισμών οι οποίοι παρουσίασαν μεγάλα τεχνικά και οικοδομικά έργα όπως επιχωματώσεις, αρδευτικά συστήματα, τείχη, πύργους, ναούς, καθώς επίσης και δύο από τα μεγαλύτερα τεχνολογικά επιτεύγματα, τον τροχό και τη σχεδία πλεύσης. Η νεολιθική εποχή κλείνει με το πλέον χαρακτηριστικότερο επίτευγμα του ανθρώπινου πολιτισμού, με τη γραφή και με τις αντίστοιχες υλικοτεχνικές εφαρμογές. Στο εξής και με τεχνογνωσιακό προηγούμενο την ανακάλυψη της φωτιάς, σηματοδοτείται μία άλλη τεχνολογική εποχή, αυτή των μετάλλων, η οποία άρχισε αμέσως με την ανακάλυψη και χρησιμοποίηση του χαλκού, στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία. Οι πειραματισμοί επάνω στα γνωστά μέταλλα δημιούργησαν τον ορείχαλκο («μπρούντζος»), ο οποίος είναι κράμα χαλκού και κασσίτερου. Σημαντική κατάκτηση υπήρξε και η τεχνική τήξης των ορυκτών μεταλλευμάτων και η χύτευση των μετάλλων σε πήλινα καλούπια περί το έτος π.χ.. 22 Έτσι, και με αυτά τα επαναστατικά υλικά, ο άνθρωπος κατασκεύασε σπουδαία εργαλεία κοπής και χάραξης, προχωρώντας άμεσα στην επεξεργασία του ξύλου κατασκευάζοντας κατοικίες, οικοσκευές, εργαλεία, όπλα και άλλα τεχνήματα. Από την 5 η χιλιετία όμως, οι Έλληνες σημείωσαν ραγδαία τεχνολογική ανάπτυξη και σε συνδυασμό με τη μεταλλοτεχνία, κατασκεύασαν όπλα, μεγάλα τεχνικά έργα, ανέπτυξαν τη ναυπηγική τέχνη με παράλληλη ανάπτυξη στη γεωργία, στην αγγειοπλαστική, στην υαλουργία και εντέλει στο θαλάσσιο εμπόριο. Ουσιαστικά, με την ανακάλυψη των μετάλλων άνοιξε ο δρόμος των επιστημών με απαρχή τα μετρικά συστήματα των λαών της Ανατολής, τα οποία απαιτούσαν γεωμετρία και τοπογραφία, όπως και η αστρονομία, η άλγεβρα και άλλες επιστήμες θεμελιώδεις των σημερινών επιστημών Αρχαιότητα Η εποχή του σιδήρου θεωρείται ως το κέντρο διεργασίας και ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού, ο οποίος μεταλαμπαδεύτηκε αργότερα από την Ελλάδα στη Ρώμη ως μιμητικό δημιούργημα αυτής της διαδοχής και το οποίο σήμερα ονομάζουμε δυτικό πολιτισμό και δυτικό τρόπο σκέψης. Η ανακάλυψη και η χρήση του σιδήρου προώθησε σημαντικά την 22 ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΑΣ»

49 ανάπτυξη της γεωργίας, της βιοτεχνίας, της οικοδομικής, της ξυλουργικής και ιδιαίτερα των θαλάσσιων μεταφορών στις οποίες βασίστηκε και αναπτύχθηκε το εμπόριο της εποχής. Μόλις το έτος π.χ, εμφανίζονται τα πρώτα σιδερένια εργαλεία στην Ελλάδα, καθώς ο σίδηρος γίνεται γνωστός με την κάθοδο των Δωριέων περί το έτος 1200 π.χ.. 23 Έτσι, η τεχνολογία στην αρχαία Ελλάδα γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και σπουδαίες εφαρμογές των οποίων αντιπροσωπευτικά παραδείγματα τεχνολογικής επίτευξης αποτελούν, η επινόηση του Κοχλία (τούδε Κ) η κατασκευή υδραγωγείων, οι τροχαλιομηχανές όπως το βαρούλκο και ο πολιορκητικός καταπέλτης. Επίσης και για την ίδια εποχή, χτίζεται η πολεμική τριήρης, ο οριζόντιος νερόμυλος, η κλεψύδρα, η λάμπα του Φίλωνα, ο Κ άντλησης υγρών του Αρχιμήδη, ο ατέρμονας Κ («πρέσα») και η διόπτρα του Ήρωνα, η αιολόσφαιρα η οποία θεωρείται ως η πρώτη ατμομηχανή, μηχανισμοί πλοήγησης και άλλοι εργαλειομηχανισμοί. Αναλόγως και ως συνέχεια των Ελλήνων υπήρξαν και τα τεχνολογικά επιτεύγματα των Ρωμαίων τα οποία θεωρούνται ως επί το πλείστον βελτιωτικές τροποποιήσεις των κλασικών επιτευγμάτων, όπως η βελτίωση του νερόμυλου, η βελτίωση των οικοδομικών κατασκευών με τη χρήση ενός είδους τσιμέντου, η κατασκευή των μεγάλων έργων οδοποιίας και γεφυροποιίας, η βελτίωση του πολιορκητικού - βαλλιστικού καταπέλτη και ιδιαίτερα των μηχανισμών πλοήγησης, με τη ναυπηγική και τη ναυσιπλοΐα να έχουν ξεπεράσει κάθε τεχνολογικό προηγούμενο. Η σημαντικότερη όμως έκφραση του επινοητικού πνεύματος των Αρχαίων Ελλήνων, είναι ο ωρολογιακού τύπου υπολογιστικός μηχανισμός των Αντικυθήρων, ο οποίος υπολόγιζε με απόλυτη ακρίβεια αστρονομικά δεδομένα και θεωρείται σήμερα ως η απαρχή μίας υψηλής τεχνολογίας Ευρωπαϊκός Μεσαίωνας Έως το μ.χ. τα βασικά εργαλεία και τα όπλα, ως τεχνουργήματα, παρέμεναν σχεδόν ίδια με εκείνα τα πρώτα εργαλεία των αρχαίων Ελλήνων και με ελάχιστες μεταλλαγές. Συνεπώς, ως ιστορία της τεχνολογίας στο Mεσαίωνα θα εννοούσαμε κυρίως τη διατήρηση, την αξιοποίηση και την μερική τροποποιητική τελειοποίηση προηγούμενων τεχνολογικών επιτευγμάτων, για το λόγο ότι, η επιστημονική έρευνα στον τεχνοεπιστημονικό τομέα παρεμποδίστηκε συστηματικά από τον έντονο θεολογικό χαρακτήρα αυτής της ιστορικής περιόδου. Παράλληλα, την εποχή αυτή ο Σινικός πολιτισμός ανέπτυξε ένα σύνολο τεχνικών και μεθόδων άγνωστων στη Δύση, όπως η εφεύρεση της πυρίτιδας, η τεχνική χύτευσης των μετάλλων, η επινόηση των ξύλινων κινητών τυπογραφικών στοιχείων του ιδιαίτερου αυτού «αλφαβητικού» τους συστήματος, η κατασκευή χαρτιού, η χρήση της μελάνης, η 23 ΤΡΟΧΟΣ 24 ΑΡΧΑΙΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ troxalia?mode=embed&layout=http%3a%2f%2fskin.issuu.co m%2fv%2flight%2flayout.xml

50 αγγειοπλαστική της πορσελάνης και άλλα επιτεύγματα τα οποία έφθασαν στη Δύση, είτε από το δρόμο του μεταξιού, είτε από την Ιβηρική χερσόνησο με τους Άραβες και τα οποία υιοθετήθηκαν θεαματικά και εφαρμόστηκαν αποτελεσματικά. 25 Ορόσημα στην εξέλιξη της τεχνολογίας κατά τη μεσαιωνική περίοδο θεωρήθηκαν ως επί το πλείστον οι εκλεπτυσμένες κατασκευές μικρομηχανικής, όπως η κατασκευή μηχανικών ρολογιών, η ανακαλυπτική εφεύρεση της τυπογραφίας, η κατασκευή κανονιών, η παραγωγή σαπουνιού, η κατασκευή της μαγνητικής πυξίδας, η ανέγερση μεγάλων οικοδομημάτων και ιερών ναών, το χτίσμο υπερπόντιων καραβιών, μία σειρά βαρέων στρατιωτικών εξοπλισμών, επιστημονικών οργάνων, καθώς και άλλων αξιόλογων τεχνολογικών μέσων και εργαλείων. Κορυφαίος και πανεπιστήμονας υπήρξε ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι ( ) και σχεδόν σύγχρονος του Ι.Γ., στου οποίου τα σχέδια και μεταξύ των δεκάδων επινοήσεών του, απεικονίζεται ένα κοχλιωτό πιεστήριο, καθώς και μία σπειροτόμος μηχανή. 26 (βλ.σ.208/φ.18) Κατά την περίοδο αυτή, σημειώνεται μία συνεργατική σχέση τεχνολογίας - επιστήμης και σχεδόν αμφίδρομη, καθώς η τεχνολογία τροφοδοτούσε την επιστήμη με όργανα και άλλα εργαλεία απαραίτητα για την εκτέλεση των επιστημονικών πειραμάτων και παρατηρήσεων, ενώ η επιστήμη ενίσχυε θεωρητικά την τεχνολογία και ιδιαίτερα τη μηχανική. Επάνω σε αυτά τα θεμέλια οικοδομήθηκε προοδευτικά η τεχνολογική γνώση και με τη σημειούμενη πρόοδο, η οποία με την εφεύρεση της ατμομηχανής οδήγησε στο θαύμα της Βιομηχανικής Επανάστασης. Στο εξής, οι σιδερένιες κατασκευές δε χρησιμοποιούν σχεδόν καθόλου τη δύναμη του ανθρώπου προκειμένου να λειτουργήσουν και εδώ ακριβώς αρχίζει πλέον η διαφοροποίηση ή μάλλον ο διαχωρισμός της έννοιας αρχέγονο «εργαλείο» από την έννοια χειροκίνητη «μηχανή», όπως για παράδειγμα το πιεστήριο της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ., με την ατμομηχανή ως την απόλυτη «μηχανή» η οποία αξιοποίησε την ενέργεια των φυσικών πόρων, ανοίγοντας το δρόμο στη Βιομηχανική Επανάσταση. Ωστόσο όμως, η τεχνολογική πρόοδος η οποία σημειώθηκε από το 13 ο έως το 16 ο αιώνα, δεν θεωρείται απολύτως αυθύπαρκτη, αλλά εντάσσεται σε ένα γενικότερο ευρωπαϊκό πολιτιστικό και επιστημονικό κίνημα, την «Αναγέννηση», η οποία συντέλεσε καθοριστικά στην αφύπνιση του μεσαιωνικού κόσμου, στην αλματώδη ανάπτυξη των τεχνοεπιστημών και ως συνέπεια της ανακαλυπτικής εφεύρεσης του Ι.Γ., Η μεταλλοτεχνία στο Μεσαίωνα Η μεταλλουργία θεωρείται ως μία από τις παλαιότερες τεχνικές διαδικασίες τις οποίες εφήρμοσε ο άνθρωπος και εντοπίζεται περί το έτος π.χ., με τις στοιχειώδεις μορφές επεξεργασίας και ανάλογα με τα μέσα τα οποία διέθετε ο άνθρωπος της κάθε εποχής, όπως και με την πρόοδο στην ανακάλυψη νέων μετάλλων. Συνεπώς, από την ανακάλυψη των 25 Ιστορία της Τεχνολογίας: Η εποχή του Μεσαίωνα 26 Εισαγωγή στην «Ιστορία της Τεχνολογίας»

51 πρώτων μετάλλων, του σιδήρου, του χρυσού και του χαλκού, μέταλλα τα οποία αποτέλεσαν τη βάση του τεχνολογικού πολιτισμού του ανθρώπου, έως το τέλος του 17 ου αιώνα μόλις δώδεκα (12) ήταν γνωστά τα μέταλλα, μεταξύ των οποίων το αρσενικό, το αντιμόνιο, το βισμούθιο, ο μόλυβδος, ο κασσίτερος και ο ψευδάργυρος. Τα μέταλλα τα οποία αποκτούν ιδιαίτερη σχέση με την τυπογραφική «τεχνική» του Ι.Γ., δηλαδή με τα κινητά μεταλλικά τυπογραφικά στοιχεία, είναι ο μόλυβδος, το αντιμόνιο, ο κασσίτερος, ο ορείχαλκος, ο χαλκός αλλά και ο μαλακός σίδηρος με τον χυτοσίδηρο, μέταλλα σχετικά με τους εργαλειομηχανισμούς του χειροκίνητου μηχανικού πιεστήριου. Η χρήση της τεχνικής του χυτοσιδήρου στο δυτικό κόσμο χρονολογείται περί το έτος 1161 μ.χ., καθώς το πρώτο χυτήριο σιδήρου απαντάται στην Αγγλία και αποδεδειγμένα κατά το έτος 1346 μ.χ., καθώς διαρκούντος του εκατονταετούς πολέμου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτόν κανόνια προϊόντα χύτευσης. Ωστόσο όμως, μέχρι εκείνη την εποχή, οι Κινέζοι ήδη από το έτος 513 π.χ., έχουν την πρωτοπορία στη χρήση του χυτοσίδηρου σε τεχνικές εφαρμογές οι οποίες αφορούν στην οικοδόμηση των «παγόδων». Στην κεντρική Ευρώπη του Μεσαίωνα, μαρτυρούνται επώνυμα χυτήρια κατασκευής κανονιών, αρχικά στην περιοχή της Ρηνανίας, όπου έκτοτε λειτούργησαν μεγάλες μονάδες παραγωγής και επεξεργασίας προϊόντων σιδήρου. «Το οι Γερμανοί οπλουργοί κατασκεύασαν ένα κανόνι βάρους 4,5 τόνων με μήκος σωλήνα 3,5 μέτρων, ενώ συγχρόνως το έτος κυκλοφορεί στη Γερμανία μία μελέτη από τον Konrad Kryeser, στην οποία γίνεται αναφορά για άρματα, πολιορκητικές μηχανές, ανυψωτικούς μηχανισμούς, φλογοβόλα όπλα, όργανα και μηχανουργικά εργαλεία. Στη φαντασία των τεχνικών της εποχής δεν μπορεί να τεθεί πλέον κανένα εμπόδιο και για κάθε εργαλειομηχανικό κατασκευαστικό εγχείρημα.» (βλ.σ.209/φ.20-21) Με βάση την τεχνική της χύτευσης (χυτοσίδηρος) οι μεταλλοτεχνίτες του μεσαίωνα κατασκεύασαν το μεταλλικό πιεστικό σύστημα (Κ κοχλίας 16 ου αι.) μίας, δύο και τριών αρχών ελίκωσης, ο οποίος αφορά στον μελετώμενο τύπο πιεστηρίου «Κ.Τ.Γ.». Το σώμα (σύσσωμο) του εν λόγω κοχλία, δηλαδή, ο κοχλίας, η εμβολοφόρος κεφαλή και η πιεστική βελόνη, φέρεται να είναι προϊόν χύτευσης και το οποίο αντικατέστησε ασφαλώς τον ξύλινο Κ τον οποίο έφερε το θεωρούμενο «πρότυπο» πιεστήριο της «τεχνικής» του Ι.Γ., ή ενδεχομένως τον μίας αρχής μεταλλικό Κ ενός δεύτερου τύπου πιεστηρίου το οποίο να επανασχέδιασε ή να ανακατασκεύασε ο ίδιος ο Ι.Γ H ιστορία της χειροκίνητης μηχανικής τυπογραφίας 4.1. Aναπαραστάσεις της εκδοχής του «πρότυπου» πιεστήριου Αρχικά και προκειμένου να πραγματευτούμε στην παρούσα ενότητα την υπό μορφή διαχρονικού ερωτήματος ιστορική αμφιβολία, δηλαδή, για το ποιός ενδεχομένως να ήταν ο 27 Ιστορία της Τεχνολογίας: Μεταλλουργία -

52 αρχικός τύπος του «πρότυπου» πιεστηρίου, του γνήσιου πιεστηρίου ( original common press ) το οποίο κατασκεύασε ο ίδιος ο Ι.Γ., με το σύνολο της «τεχνικής» του, οφείλαμε να εξασφαλίσουμε τη εκείνη θεώρηση με βάση την οποία θα ορίζαμε τον τύπο αυτού του πιεστηρίου και ο οποίος ενδεχομένως να αποτελούσε το ουσιαστικό τεχνολογικό συστατικό της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ.,. Ο λόγος αναζήτησης και θεώρησής του αφορά, αφενός προκειμένου να τον περιγράψουμε εξ ορισμού ως τέχνημα ενός «προτύπου» πιεστηρίου, αφετέρου και ασφαλώς προς διάκριση εκείνων των ξύλινων τύπων πιεστηρίων οι οποίοι ορίζονται ως μεταγενέστερα πιεστήρια «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.», δηλαδή, τα πρώτης γενεάς εξελιγμένα τυπογραφικά πιεστήρια. Και αυτό για το λόγο ότι, δεν υφίσταται απολύτως κανένα σωζόμενο «πρωτότυπο» («πρότυπο») πιεστήριο της «τεχνικής» του Ι.Γ., του οποίου ενδεχόμενα τα αρχιτεκτονικά, τα δομικά και τα μηχανικά χαρακτηριστικά να αποτέλεσαν γενεσιουργό πρότυπο, αφενός για την ανακατασκευή νέων πιεστηρίων με τις όποιες βελτιωτικές τροποποιήσεις ενδεχομένως από τον ίδιο τον Ι.Γ., αφετέρου ως πρότυπο ανακατασκευών προϊόντων απομίμησης από άλλους σύγχρονους τυπογράφους. Συνεπεία αυτής της αμφιβολίας, επιχειρούμε την ακόλουθη υπόθεση η οποία διατυπώνεται μέσα από τη σχέση στην οποία τέσσερα (4) ρεαλιστικά «παραδείγματα» τυπογραφικών πιεστηρίων τα οποία επιλέγει η παρούσα μελέτη με τις σχετικές περί του «προτύπου» αναπαραστάσεις των και είναι τα εξής: α) Ήρωνος, β) Jón Matthíasson, γ) Alan May και δ) The replica of Gutenberg's printing press15 th and 16 th. (βλ.σ.210/φ.23) Τα τέσσερα (4) «παραδείγματα» πιεστηρίων εκ των οποίων τα τρία (3) είναι τυπογραφικά, αλλά και με την ευρύτερη έννοια των κοινών πιεστικών συστημάτων ως εγραλειομηχανισμοί και σώματα, τα οποία απεικονίζονται σε γκραβούρες και φαίνεται να αποκτούν προφανή χαρακτηριστικά συσχέτισης μεταξύ των, ενδεχομένως να εμπεριέχουν μία προκαταβολική ερμηνεία της αρχικής μας υπόθεσης περί του «προτύπου» και όπως αυτό υποδεικνύεται στην παρούσα εργασία, με τις όποιες επιφυλάξεις μας. Και αυτό, με δεδομένη την ιστορική και κοινά αποδεκτή στο δυτικό κόσμο θεώρηση η οποία εμφαίνει ότι, ο Ι.Γ., προκειμένου να κάνει πράξη το τυπογραφικό του όραμα, υιοθέτησε στο σύνολό του το αρχαϊκό πιεστήριο «πρέσα» (σταφυλιών-λαδιού) του Ήρωνος του Αλεξανδρέως με βασική εφαρμογή στο τέχνημά του τον Κ (ατέρμονα) και βεβαίως, διατηρούμενης καθόλα της αρχιτεκτονικής του κορμού της κατασκευής του Ήρωνος. Αδιαμφισβήτητα, πρόκειται για ένα οικείο Πιεστικό Σύστημα (τούδε Π.Σ.,) το οποίο επιβίωνε χρηστικά στο μεσαίωνα χωρίς ουσιαστικές τροποποιήσεις στο σώμα του και ασφαλώς ήταν σε γνώση του Ι.Γ., λόγω του ιδιαίτερου περιβάλλοντος των αμπελοκαλλιεργειών και των οινοποιείων μέσα στο οποίο εξασφάλιζε ζωηρές βιωματικές προσλαμβάνουσες παραστάσεις και τεχνογνωσιακές εμπειρίες. Έτσι ώστε, με βάση αυτή την εμπειρία να φτάσει στη σύλληψη του μηχανισμού, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα τη σύνθεση του τυπογραφικού πιεστηρίου επάνω στο οποίο εφάρμοσε την ιδέα του και τις επινοημένες από τον ίδιο καινοτόμες εκτυπωτικές τεχνικές

53 Το αρχαϊκό πιεστήριο ελιών του Ήρωνος, 28 το οποίο αποδεδειγμένα ενέπνευσε και προσανατόλισε την εφευρετική σκέψη του Ι.Γ., προς τη μηχανική διάσταση της τυπογραφίας, αυτό το ίδιο τεχνολογικό παράδειγμα φαίνεται να προσιδιάζει ιδανικά με ένα σωζόμενο τυπογραφικό πιεστήριο, το φερόμενο ως πιεστήριο του Jón Matthíasson ή 15th Century Printing Press 29 του 15 ου αιώνα, το οποίο αν όχι απολύτως, τουλάχιστον προφανώς, φέρει σχεδόν τα ίδια δομικά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά με αυτό του Ήρωνος, με μόνη διαφοροποίηση ότι, στην απόληξη του ατέρμονα όπου εξαρτάται η δίοπος Εμβολοφόρος Κεφαλή (τούδε Ε.Κ.,) στρέψης, ενσωματώνει κοινή Τυπογραφική Πλάκα (τούδε Τ.Π.,) αντί της πλάκας «απομύζησης» του πιεστηρίου του Ήρωνος. (βλ.σ.210/φ.23) Με βάση τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά τα οποία συνδυάζουν οι δυο μηχανικές κατασκευές, θεωρούμε ότι, ο τύπος Jón Matthíasson σαφώς και εξ ορισμού αφορά σε ένα σωζόμενο τέχνημα μίας απλής χειροκίνητης «πρέσας» η οποία προσιδιάζει σχεδόν σημαντικά με κοινό τυπογραφικό πιεστήριο. Ο ίδιος αυτός τύπος ενδεχομένως να συνιστά, αν όχι μία γνήσια και σε πειραματικό στάδιο εκδοχή του «προτύπου» (original press) πιεστηρίου του Ι.Γ., ωστόσο όμως μεταστρέφει ικανοποιητικά την εικασία σε συμβατή πραγματικότητα και ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο μίας πρόδρομης εκδοχής τυπογραφικού πιεστηρίου, το οποίο ενδεχομένως να υποστηρίζει επαρκώς την άποψή μας στην περίπτωση κατά την οποία αυτή η άποψη θα θεωρούσε ότι, το πιεστήριο του Jón Matthíasson είναι το εγγύτερο λειτουργικά τέχνημα έναντι του ζητούμενο ως «προτύπου» πιεστηρίου του Ι.Γ.,. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να εκληφθεί ασφαλώς ως μία πρώτη πιλοτική εφαρμογή των «μυστικών σχεδίων» του Ι.Γ., και ως η απαρχή της χειροκίνητης μηχανικής τυπογραφίας. Με βάση την παραπάνω υπόθεση, η οποία τείνει προς θεώρηση και η οποία συσχετίζει σε πρώτο στάδιο τα δύο (2) εκ των τεσσάρων (4) ανωτέρω «παραδείγματων» προγενέστερων πιεστηρίων, ήτοι, τον τύπο του Ήρωνος με τον τύπο του Jón Matthíasson και εν συνεχεία αυτούς τους δύο (2) τύπους με τους απεικονιζόμενους τύπους πιεστηρίων στις γκραβούρες της εποχής, οι οποίες, αν και περιγράφουν τα πιεστήρια με κάποια προφανή απεικονιστική αφέλεια, ωστόσο όμως τα προσδιορίζουν χρονικά με σαφείς αναφορές ως γνήσια πιεστήρια της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ.,. Με βάση αυτά τα «παραδείγματα», τείνουμε να συγκλίνουμε με τη μελετητική άποψη και με την κατασκευαστική εκδοχή του πιεστηρίου των Άλαν Μάι ( Alan May ) και Στήβεν Φράι ( Stephen Fry ). Βασικά ο Άλαν Μάι, ως ειδικός μελετητής και κατασκευαστής, ορίζοντας τη μεθοδολογία τους σημειώνουν ότι, προκειμένου να συνθέσει ο πρώτος την τελική αναπαραστατική πρόταση για ένα εν δυνάμει 28 ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Η αγροτική τεχνολογία των αρχαίων Ελλήνων 29 Glossary of Antique and Vintage Print Terms,

54 πιστό αντίγραφο και ενδεχόμενα «πρότυπο» πιεστήριου της τυπογραφικής ««τεχνικής» του Ι.Γ., άντλησε τις βασικές του πληροφορίες από τις γκραβούρες της εποχής του Ι.Γ., και με βάση τις τεχνικές εκδοχές του τύπου τον οποίο αυτές απεικονίζουν σχετικά με σώμα και τους εργαλειομηχανισμούς του, προχώρησε στο σχεδιασμό του. (βλ.σ.210/φ.24) Αξιοσημείωτο και το γεγονός ότι, μεταξύ των σχεδίων του Λεονάρντο Ντα Βίντσι ( ) υπάρχουν κάποια αναπτύγματα σκίτσων τα οποία περιγράφουν ένα ιδιαίτερο τύπο κοχλιωτού τυπογραφικού πιεστηρίου και μία μηχανή εκσκαφής ελικώσεων του «Κ.», δηλαδή, σπειροτόμο μηχανή 30 (Π1/Φ.19) Επίσης, σε ιστοριογραμμή (timeline) της τυπογραφίας, εικονίζονται δύο (2) τύποι πιεστηρίων, φερόμενοι ως πιεστήρια Ι..Γ., οι οποίοι φέρουν μεταλλικό Κ και χρονολογούνται περί το έτος 1452, εκ των οποίων ο ένας τύπος υποδεικνύεται με τον χαρακτηρισμό Johannes Gutenberg invents the printing press - προφανώς απλός τύπος - και άλλος ως The printing press evolves εξελιγμένος, δηλαδή, αυτούς τους οποίους η μελέτη χαρακτηρίζει ως «Κ.Τ.Γ.». Ωστόσο όμως άλλη πηγή μαρτυρεί και επιβεβαιώνει ότι, ο μεταλλικός Κ τοποθετήθηκε στις αρχές του 16 ου αιώνα, ενώ μία τρίτη πηγή αναφέρεται και σε ακριβή χρονολογία. (βλ.σ.211/φ25) Έτσι, στην παρούσα ενότητα και χωρίς πρόθεση να απαντήσουμε ή άρουμε την υπό μορφή διαχρονικού ερωτήματος ιστορική αμφιβολία για το ζητούμενο «πρότυπο» πιεστήριο της «τεχνικής» του Ι.Γ., δεχόμαστε ως εξ ορισμού γνήσιου τύπο («πρότυπο») πιεστηρίου του Ι.Γ., την θεώρηση και πρόταση της αναπαραστατικής/κατασκευαστικής εκδοχής των Άλαν Μάι και Στήβεν Φράι, το οποίο θα περιγράψουμε αδρομερώς και στα βασικά του μέρη, υλοποιώντας έτσι το πρώτο σκέλος του τίτλου της παρούσας εργασίας «Περιγραφή και μελέτη τεχνήματος 15ου αι.,.». Η περί «προτύπου» εκδοχή της μελετητικής πρότασης των Άλαν Μάι και Στήβεν Φράι, προσεγγίζει και προσομοιώνει τα βασικά και αρχέτυπα χαρακτηριστικά του ενδεχομένως «προτύπου» πιεστηρίου και του Κ, εξαιρουμένης βέβαια της προσθήκης του «τυμπάνου» σελιδοθέτησης, καθώς αυτό φέρεται να προσαρτήθηκε το έτος 1550 και σχεδόν συγχρόνως με τον μεταλλικό Κ. Άλλωστε, οι προσθήκες αυτές, αποτελούν τις πρώτες βέλτιστες τροποποιητικές εφαρμογές οι οποίες επιχειρήθηκαν επάνω στο θεωρούμενο «πρότυπο» και διατηρήθηκαν απαράλλακτες επί τρεις αιώνες στα ξύλινα και στα μεταλλικά πιεστήρια των οποίων η κατασκευή ασφαλώς είχε ως βάση το «πρότυπο» ( original printing press ), δημιουργώντας έτσι τα «ελαφρού» τύπου ξύλινα πιεστήρια «Κ.Τ.Γ.». Επιπροσθέτως, πιεστήρια της εποχής του Ι.Γ., ή λείψανα αυτών δεν φαίνεται να έχουν διασωθεί πουθενά, παρ όλα αυτά όμως και από τις γκραβούρες είναι δυνατόν να εξασφαλίσουμε μία ισχυρή εντύπωση και άποψη για την φυσιογνωμία των πρώτων εργαστηρίων και των περιεχόμενων 30 Printing Press: Leonardo's designs for a printing press.,

55 σε αυτά πιεστηρίων, των οποίων τα βασικά χαρακτηριστικά είναι αρκετά ευκρινή. Επίσης για το λόγο ότι, σήμερα υπάρχουν αδιαμφισβήτητα προϊόντα της παραγωγής εκείνων των πιεστηρίων και ένα πλήθος εικόνων οι οποίες τα αναπαριστούν σχεδόν ομοιότυπα, έτσι ώστε να πειραματιστεί κανείς σε μία λειτουργική εκδοχή ενός ανάλογου πιεστηρίου, συγκρίνοντας το εκτυπωτικό αποτέλεσμα, με τις εκτυπώσεις εκείνων των πιεστηρίων. Στο "Gutenberg Museum" 31 του Μάιντς, στη γενέτειρα πόλη του Ι.Γ., εκτίθεται ένα απολύτως λειτουργικό πιεστήριο το οποίο προσιδιάζει σχεδόν με τα «βαρέως» τύπου πιεστήρια «Κ.Τ.Γ.». Το εν λόγω πιεστήριο με το χαρακτηρισμό The replica of Gutenberg's printing press15 th and 16 th ) 32, υφίσταται προκειμένου να υποστηρίζει τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες του "Gutenberg Workshop" και το οποίο αν και δεν έχει απόλυτη σχέση με το ενδεχομένως «πρότυπο» και όπως αυτό αποδίδεται απεικονιστικά αλλά και ρεαλιστικά στις προαναφερόμενες εκδοχές του, ωστόσο όμως το σώμα του φαίνεται να δομείται στο πρότυπο των αναπαριστώμενων πιεστηρίων Η εκδοχή του «προτύπου» στις γκραβούρες του Albert Durer Στον χαράκτη Άλμπρεχτ Ντύρερ ( Albert Durer ) 33 ανήκει η γκραβούρα η οποία φέρει ως χρονολογία το έτος 1511 και απεικονίζει ένα πιεστήριο της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ., το οποίο ενδεχομένως να είναι προϊόν μνήμης. Άξιο παρατήρησης όμως, αποτελεί το γεγονός ότι, στην γκραβούρα αυτή ο Κ, φαίνεται να στρέφει με λάθος βηματισμό έναντι του δεξιόστροφου λειτουργικού βηματισμού των πιεστηρίων. Παρά το γεγονός αυτό, οι εργαλειομηχανισμοί και η αρχιτεκτονική του προσιδιάζουν απόλυτα με εκείνους των πιεστηρίων τα οποία απεικονίζονται στις εκδοχές Jodocus badius Ascensius του έτους 1520 και 1522, καθώς και με εμφατική την εντύπωση των εργαλείων τα οποία βρίσκονται αναρτημένα στους ορθοστάτες, στο άνω ζευκτό, όπως, ψαλίδια, σφυρί, ελάσματα, κ.ά.. Επίσης, η γκραβούρα η οποία φέρει τον τίτλο Badius Jodocus Ascensius επισημαίνεται και θεωρείται ως η πρώτη γκραβούρα η οποία αναπαριστά μία πρώτη εκδοχή πιεστηρίου του Ι.Γ.. 34 Οι συγκεκριμένες γκραβούρες αν και φέρονται να απομνημονεύουν απεικονιστικά το σώμα ενός πιεστηρίου, ωστόσο όμως φαίνεται να απεικονίζουν έναν όμοιο προς τον 31 Gutenberg Museum, Mainz: The "Gutenberg Workshop" (The replica of Gutenberg s printing press, rebuilt according 15th- and 16th-century woodcuts) 32 Gutenberg Museum, Mainz., Mainz%2C+Germany&p=1 33 Albrecht Dürer., From Wikipedia, the free encyclopedia THE PROCESS OF BOOK MAKING IN THE HAND-PRESS PERIOD., THE PROCESS OF BOOK MAKING IN THE HAND-PRESS PERIOD

56 θεωρούμενο «πρότυπο» τύπο πιεστηρίου, ενισχύοντας έτσι σημαντικά τη θεώρηση της αρχιτεκτονικής και της μηχανικής του «προτύπου» πιεστήριου του Ι.Γ., γεγονός το οποίο αποδίδεται ικανοποιητικά στην περί «προτύπου» προσομοίωση των Άλαν Μάι / Στήβεν Φράι. Υπάρχει επίσης και μία χαλκογραφία του έτους 1628, η οποία δημοσιεύθηκε στο Χάρλεμ από τον Peter Scriverius, στην οποία και κατά τον ίδιο τρόπο απεικονίζονται τα ίδια ακριβώς εγχειρίδια (εργαλεία) αναρτημένα στους ορθοστάτες του και ασφαλώς το ίδιο σώμα και οι εργαλειομηχανισμοί του πιεστηρίου, παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με εκείνα τα πιεστήρια τα οποία απεικονίζονται στις προαναφερόμενες γκραβούρες. Ωστόσο όμως, η συγκεκριμένη απεικόνιση της γκραβούρας του Άλμπρεχτ Ντύρερ του έτους 1511, χαρακτηρίστηκε ως "η πρώτη ακριβής αναπαράσταση ενός πιεστηρίου με την έννοια του «προτύπου» πιεστηρίου της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ.,. Να σημειώσουμε εδώ ότι, ο Άλμπρεχτ Ντύρερ, κατείχε ο ίδιος τυπογραφικές εμπειρίες και βιωματικές παραστάσεις πιεστηρίων της εποχής του και το σημαντικότερο όλων ότι, είναι σχεδόν σύγχρονος αν όχι του Ι.Γ., αλλά της εποχής του, καθότι γεννήθηκε μόλις τέσσερα (4) έτη μετά τον θάνατο του Ι.Γ., και στην εποχή κατά την οποία το «πρότυπο» πιεστήριο κυριαρχούσε αυτούσιο χωρίς να είχε υποστεί ακόμη ουσιαστικές μεταλλαγές, πλην όσων ενδεχομένως ο ίδιος ο Ι.Γ., να είχε επιχειρήσει. Σημαντική θεωρείται και η αναφορά ανακατασκευής ενός πιεστήριου το οποίο βρίσκεται στο σπίτι του χαράκτη Albrecht Dührer και νυν Μουσείου με την επωνυμία House Albrecht Dürer. 35 Σε ένα τέτοιο τύπο πιεστηρίου φέρεται να εκτύπωνε ο Ντύρερ τα χαρακτικά του σχέδια και πορτραίτα. Το πιεστήριο αυτό και εφόσον πρόκειται για προσομοίωση (πιστό αντίγραφο) 36 φαίνεται να προσιδιάζει σημαντικά με τα απεικονιζόμενα στις γκραβούρες του ιδίου, καθώς επίσης με εκείνο το οποίο εκτίθεται στο Museum of Literature and Printing in Grębocin (Poland) ενώ με αυτά προσιδιάζει ασφαλώς η κατασκευαστική εκδοχή περί του «προτύπου», του Άλαν Μάι. (βλ.σ.211/φ.26) Το τέχνημα Jón Matthíasson ως πρόδρομη εκδοχή «προτύπου» Ο Τζον Άρασον ( Jón Arason., ), 37 Ισλανδός ρωμαιοκαθολικός επίσκοπος και ποιητής ο οποίος εκτελέστηκε στον αγώνα του κατά της επιβολής της προτεσταντικής μεταρρύθμισης στην Ισλανδία, φέρεται να εισήγαγε το πρώτο τυπογραφείο στην Ισλανδία για την υποστήριξη των συγγραφικών δραστηριοτήτων τους. Βέβαια, η χρονολογία εισαγωγής του πιεστηρίου δεν απολύτως έγκυρη, ωστόσο όμως και κατά πάσα πιθανότητα, φέρεται να εισήχθη λίγο πριν από το έτος Το εν λόγω τυπογραφικό πιεστήριο, το παρέλαβε από έναν Σουηδό ονόματι, Jon Matthíasson ή Mattheusson και στο οποίο 35 HouseAlbrecht Dürer Tip by lifeisatrip., 36 The reconstruction of Albrecht's printing presshttp., 37 Jón Arason,

57 τυπογραφικό πιεστήριο o Jón Arason τύπωνε κυρίως λεξικά και θρησκευτικά βιβλία. Υπάρχει και μία άλλη αναφορά κατά την οποία, η πρώτη έκδοση της Divina Commedia του Δάντη φέρεται να τυπώθηκε στις 11 Απριλίου του έτους 1472 από τον εν λόγω τύπο πιεστηρίου ( della Nunziatella, Foligno Ιταλία) 38 και το οποίο θεωρείται ως το πρώτο μηχανικό τυπογραφικό πιεστήριο το οποίο χρησιμοποιήθηκε στη Γερμανία τον 15 ο αιώνα, ενώ σήμερα αποτελεί απλό συλλεκτικό αντικείμενο. (βλ.σ.210/φ.23) Ωστόσο όμως και σε ό,τι αφορά τις απεικονιζόμενες εκδοχές πιεστηρίων σε γκραβούρες, η χαρακτική είχε εξελιχθεί κατά διάρκεια των επόμενων αιώνων μέσα στους οποίους άρχισε να απεικονίζει σχεδόν ρεαλιστικά τα θέματά της. Πρόκειται πλέον για τεχνική η οποία διαφέρει με την σχεδόν αφελή απεικόνιση των προαναφερθέντων «παραδειγμάτων» των Jodocus badius Ascensius και Badius Jodocus Ascensius των ετών 1520 και Συνεπώς, οι ερευνητές και συλλέκτες δυσκολεύονται να κατανοήσουν από τις γκραβούρες τις όποιες διαφορές ανάμεσα σε αυτές και στα σωζόμενα ή και φερόμενα ως γνήσια πιεστήρια «τεχνικής» της Ι.Γ., πόσο μάλλον να το υποδείξουν. Πιο συγκεκριμένα, ο οιοσδήποτε ερευνητής ή συλλέκτης των παλαιών πιεστηρίων (αντικών) θα πρέπει να αναζητήσει τις «εκδοχές» πιεστηρίων και τα προϊόντα εκτύπωσής των τα οποία χρονολογούνται πριν από τις αρχές του 17 ου αιώνα και προς διάκριση όσων αφορούν στην περίοδο μεταξύ 17 ου έως 19 ου αιώνα, καθώς στη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι εκτυπώσεις είχαν καταστεί ευκρινέστερες και ποιοτικότερες με τις καινοτόμες μεθόδους εκτύπωσης, έναντι εκείνων του 15 ου αιώνα Η προσομοίωση Άλαν Μάι ως εκδοχή του «προτύπου» Το γεγονός ότι ο Ι.Γ., επινόησε πρωτοποριακές τυπογραφικές τεχνικές και μηχανιστικές μεθόδους τυπογραφίας για την εποχή του, με εφευρετικό επιστέγασμα την κατασκευή του πρώτου χειροκίνητου πιεστήριου, ανοίγοντας το δρόμο στη μηχανική τυπογραφία, το γεγονός αυτό αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα και επαρκώς μαρτυρούμενη, τόσο από πλευράς των υφιστάμενων τυπογραφικών προϊόντων τα οποία παρήγαγε ο ίδιος, όσο και από πλευράς των απολύτως επιβεβαιωμένων ιστορικών μαρτυριών του βίου του, οι οποίες διατυπώνουν ασφαλώς το ενδιαφέρον του και την επαγγελματική του ενασχόληση στα τυπογραφικά. Ωστόσο όμως, εκείνο το οποίο δεν φαίνεται να είναι απολύτως σαφές βιβλιογραφικά και του οποίου τις εκδοχές προσεγγίσαμε στη προηγούμενη ενότητα, αφορά στα τεχνικά χαρακτηριστικά του αυθεντικού πιεστηρίου τα οποία παραμένουν ως εν μέρει αναπάντητο ερώτημα στην ιστορία της μηχανικής τυπογραφίας. Αφορά δηλαδή, στο ποιο μπορεί να ήταν το πραγματικό σώμα, το πρωτότυπο σώμα του πιεστηρίου το οποίο κατασκεύασε ο Ι.Γ., και επάνω στο οποίο υλοποίησε τις καινοτόμες περί τυπογραφίας ιδέες του με διαγνωσμένη την χρήση των προγενέστερων τεχνολογικών μηχανισμών τους οποίους

58 υιοθέτησε και ασφαλώς εφάρμοσε ο ίδιος, με απόδειξη τα σωζόμενα εκτυπωτικά προϊόντα τα οποία κατακυρώνουν την πατρότητα της «τεχνικής» του στον ίδιο. Συνεπώς, εφόσον και οι όποιες από βιβλιογραφικής σκοπιάς αναφορές σχετικές με το ενδεχομένως αυθεντικό πιεστήριο και με την έννοια του «προτύπου» του Ι.Γ., δεν αποδεικνύουν και δεν υποδεικνύουν τον τύπο του ζητούμενου πιεστηρίου, δημιουργούν μία κατά τρόπο ιστορική σύγχυση ακόμη στον ειδικό μελετητή ο οποίος φαίνεται να κινείται μεταξύ εικασίας και πραγματικότητας περί της εκδοχής του, οπότε θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο ώστε να προκύψει κάποια σαφέστερη απάντηση στην παρούσα εργασία. Ωστόσο όμως και μόνο για την περίπτωση της περιγραφής, κρίνεται τυπικά απαραίτητη η υιοθέτηση κάποιας εκδοχής περί του αυθεντικού τύπου ή εν δυνάμει «πρότυπου» πιεστηρίου της «τεχνικής» του Ι.Γ., ανεξάρτητα από το αν και κατά πόσο ενδεχομένως να ενισχύονται περεταίρω οι ήδη προϋπάρχουσες επιφυλάξεις, οι οποίες θα θεωρούσαν την οιαδήποτε εκδοχή ως εκ προοιμίου «πρότυπο». Ο λόγος ότι, οι πληροφορίες οι οποίες υπάρχουν τόσο σε επίπεδο ρεαλιστικής περιγραφής, όσο και σε επίπεδο σχετικής (αφελούς χαρακτικής) απεικόνισης του πιεστηρίου, κρίνονται σημαντικά ανεπαρκείς και απεικονιστικά δυσδιάκριτες. Προφανώς, δεν επιτρέπουν τον ορισμό του «προτύπου» με απόλυτη σιγουριά, καθότι δεν σώζεται το αυθεντικό πιεστήριο ως δημιούργημα του Ι.Γ., ή άλλο του ιδίου από αυτή την πρώιμη περίοδο της τυπογραφικής του δραστηριότητας. Επιπλέον, κανείς δεν έχει ανακαλύψει ποτέ κάποια σαφή χρονολογημένη απεικόνιση ενός χαράκτη σύγχρονου του Ι.Γ., η οποία θα προσδιόρισε επακριβώς τη δομική και αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του πιεστηρίου, πλην των αμοιδρών παραδειγμάτων των Jodocus badius Ascensius και Badius Jodocus Ascensius. (βλ.σ.211/φ.26,24) Ενδεχομένως και η υπάρχουσα πρόταση σχεδιασμού πιεστηρίου του 15 ου αιώνα, την οποία ο Στήβεν Φράι υποστήριξε θεωρητικά και υλοποίησε κατασκευαστικά ο Άλαν Μάι και αυτή φαίνεται να απομακρύνεται εν μέρει από πραγματικότητα, για το λόγο ότι, πιεστήρια της εποχής του Ι.Γ., δεν έχουν διασωθεί ούτε ως ακέραια λείψανα ή ως τεμάχια ενός βασικού σώματος ή κάποιου σώματος. Παρ 'όλα αυτά, μπορούμε να πάρουμε μία ιδέα για τη φυσιογνωμία των πρώτων πιεστηρίων, από τη στιγμή κατά την οποία υφίστανται τα εκτυπωτικά προϊόντα ενός σημαντικού μέρος εκείνης της παραγωγής, υφίσταται ένα πλήθος γκραβουρών οι οποίες αναπαριστούν πιεστήρια και τυπογραφικά εργαστήρια, αλλά και τα εκτυπωτικά προϊόντα των σύγχρονων προσομοιώσεων πιεστηρίων τα οποία καταφέρνουν σχεδόν όμοιο εκτυπωτικό αποτέλεσμα. Συμπερασματικά και για την αποδοχή μίας εκδοχής του «προτύπου» πιεστηρίου στην παρούσα εργασία, οι πληροφορίες οι οποίες διατίθενται σχετικά με τον τύπο («πρότυπο») πιεστηρίου του Ι.Γ., φαίνεται να αντλούνται αποκλειστικά από μία σειρά γκραβούρες. Οι υπάρχουσες γκραβούρες αν και θεωρούνται αμφιβόλου συγχρονίας σχετικά με το πρόσωπο του Ι.Γ., αφορούν συνάμα και σε απεικονιστικές

59 προσεγγίσεις οι οποίες άλλοτε είναι αφελείς σχεδιαστικά (σκίτσα) και άλλοτε απλοϊκά ενδεικτικές στα βασικά αρχιτεκτονικά και μηχανικά μέρη του πιεστηρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αναπαριστούν κάποια πραγματικότητα την οποία μπορεί να αναγνωρίσει μόνο ένας ειδικός μελετητής, ιστορικός της τυπογραφίας ή μηχανολόγος. Σύμφωνα με τη θεώρηση (πεποίθηση) του Στήβεν Φράι για την αξιόλογη κατασκευαστική προσπάθεια του Άλαν Μάι, η οποία ανέδειξε ένα απολύτως αξιόλογο κατασκευαστικό «παράδειγμα» προσομοίωσής, όχι μόνο του «προτύπου», αλλά και ενός «ελαφρού» τύπου πιεστηρίου «Κ.Τ.Γ.» 39, φαίνεται να αποτελεί παραδοχή. Ο ίδιος ο κατασκευαστής εικάζεται ότι, το τυπογραφικό πιεστήριο του Ι.Γ., μοιράζονταν όντως κάποια κοινά τεχνικά και δομικά χαρακτηριστικά με τα μεταγενέστερα πιεστήρια «Κ.Τ.Γ.»., μία άποψη η οποία προφανώς ενίσχυσε σημαντικά τη θεώρησή του στο κατασκευαστικό του εγχείρημα για την συγκεκριμένη εκδοχή του «προτύπου» η οποία είναι δεόντως προσηνής του τρόπου ανάγνωσης και ερμηνείας των απεικονιζόμενων στις γκραβούρες πιεστηρίων. Να αναφέρουμε εδώ ότι, τα περισσότερα τυπογραφικά πιεστήρια, ήταν ισχύος από 100 έως 150 κιλών και εφάρμοζαν ένα σχεδόν παρόμοιο κεντρικό Π.Σ., (Κ) το οποίο ασκούσε πίεση προς τα κάτω και επάνω στην Τ.Π., η οποία πίεζε παρομοίως την Τ.Τ., σε μία σχέση δυναμικής η οποία και καθορίζει τη δομική (χτίσιμο) του στηρικτικού συστήματος του βασικού κορμού και γενικά του σώματος του πιεστηρίου. (βλ.σ.212/φ.27) Συμπερασματικά και σχετικά με αυτά τα δύο κατασκευαστικά εγχειρήματα, ο Άλαν Μάι ως ειδικός στη κατασκευή τυπογραφικών πιεστηρίων και ο Στήβεν Μάι ο μελετητής και σχεδόν ανάδοχος, ενώ αρχικά αναζητούν στοιχεία για την κατασκευή του «πρότυπου» πιεστηρίου του Ι.Γ., το μόνο στοιχείο το οποίο ανακαλύπτουν ήταν μία σχετική απεικόνιση (γκραβούρα) του πιεστηρίου στο La Dance Macabre του χαράκτη Albrecht Dürer την οποία ενδεχόμενα να δημιούργησε εξήντα χρόνια μετά την πρώτη εκτύπωση του Ι.Γ.,. Παράλληλα, ο Άλαν Μάι είχε την τύχη να βρεθεί απέναντι σε ένα άλλο μη συμβατό πιεστήριο, του όποιου τα πέλματα εξείχαν αρκετά μπροστά από τους ορθοστάτες (μάγουλα) και με μία επιπλέον προβολή στήριξης στο μπροστινό μέρος (ποδιά), τέχνημα το οποίο προφανώς δεν αφορούσε σε κοινό πιεστήριο το οποίο είδαν στο χαρακτικό του Albrecht Dürer. Είναι γεγονός ότι, αυτός και οι συνεργάτες του είχαν μόλις στη διάθεσή τους τα λείψανα ενός «ελαφρού» τύπου πιεστηρίου «Κ.Τ.Γ.» του ( Tom Paine ), 40 το οποίο μελέτησαν μεθοδικά και εν συνεχεία ανακατασκεύασαν 41, διατηρώντας παράλληλα το ενδιαφέρον για τον ανασχεδιασμό και την ανακατασκευή του προορισμένου ως «προτύπου» πιεστηρίου του Ι.Γ.,. (βλ.σ.211/φ.26) 39 THE TOM PAINE PRINTING PRESS, 40 Chethams Library: A pressing situation, 41 THE TOM PAINE PRINTING PRESS,

60 Με βάση τη θεώρηση για αυτήν την απλή λειτουργία του ενδεχομένως «πρότυπου» πιεστήριου του Ι.Γ., και στηριζόμενοι απόλυτα στις απεικονιστικές αναπαραστάσεις του, δηλαδή στις σωζόμενες γκραβούρες, εκ του αποτελέσματος εμφαίνεται ότι το αυθεντικό πιεστήριο του Ι.Γ., και εν δυνάμει «εκ πρωτοτύπου πρότυπο», ήταν μία απλή ξυλότυπη δίστηλη κατασκευή σχήματος «Π ή Η» η οποία εφάρμοζε λειτουργικά επάνω της έναν ξύλινο Κ και με τελούμενες τις λειτουργίες μίας επίπεδης τυπογραφικής πράξης. Ο τύπος αυτός, εξασφάλιζε τη μηχανική δυνατότητα να εκτυπώνει διαδοχικά από μία σελίδα σε κάθε εκτυπωτική πράξη, σε σχέση με τα μετέπειτα «ελαφρού» τύπου «ΚΤ.Γ» τα οποία τύπωναν δυο σελίδες σε γρήγορη ακολουθία και ενδεχομένως αυτή η εκτυπωτική διαδικασία να επιτελείται και στην προσομοιωμένη εκδοχή του «προτύπου» Άλαν Μάι και Στήβεν Φράι. (βλ.σ.212/φ.27) Η θεώρηση περί «προτύπου» στην παρούσα εργασία Στην παρούσα ενότητα και σύμφωνα με την από βιβλιογραφικής σκοπιάς διαμορφούμενη άποψη, προκύπτει η περί «προτύπου» θεώρηση με βάση την εκδοχή της προσομοιωμένης πρότασης Άλαν Μάι ( Alan May ) 42 και Στέφαν Φρέυ ( Stephen Fry ) 43, ως η πλέον προσηνής προσομοίωση του «προτύπου» πιεστηρίου της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ., η οποία υιοθετείται ως παραδοχή στην παρούσα εργασία και μελέτη. (βλ.σ.212/φ.27) Ωστόσο όμως και εκ των πραγμάτων, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε απόλυτα αν αυτό το ήδη θεωρούμενο ως «πρότυπο» πιεστήριο Ι.Γ., αν αυτό είχε σταθερή ή κινητή Τ.Τ., με παλινδρομικά κυλιόμενη πλατφόρμα, δηλαδή, δύο βασικά τεχνικά και λειτουργικά ειδοποιά στοιχεία τα οποία δεν είναι ευκρινή στις γκραβούρες στις οποίες σαφώς έχει γενεσιουργό αναφορά το υποτιθέμενο και θεωρούμενο ως «πρότυπο» πιεστήριο. Φαινομενολογικά εκτιμούμε ότι, ενδεχομένως να ήταν κινητή η Τ.Τ., όχι βέβαια όπως στα πιεστήρια της «Κ.Τ.Γ.» όπου κινείται με ειδικό εργαλειομηχανισμό, αλλά με απλή χειρώνακτη προώθησηεξώθηση (σπρώξιμο) από την χειρολαβή της πλατφόρμας («κοίτης»), η οποία χειρολαβή ενδεχομένως στους εξελιγμένους τύπους να είχε πλέον χρήση στηρίγματος (σταντ) του τυμπάνου σελιδοθέτησης. 42 Ο Alan May είναι ειδικός σε θέματα τυπογραφίας και κατασκευαστής πιεστηρίων της «τεχνικής» Γουτεμβέργιου και ο οποίος συνεργάστηκε με τον Stephen Fry και με δική του πρωτοβουλία και μελετητική πρόταση την κατασκευή της εκδοχής του «πρότυπου» πιεστηρίου του Γουτεμβέργιου., 43 O Stephen Fry, σκηνοθέτης, δημοσιογράφος, μελετητής πιεστηρίων Γουτεμβέργιου και δημιουργός του στο ντοκιμαντέρ Ο Stephen Fry και η τυπογραφία του Γουτεμβέργιου της σειράς Η μεσαιωνική εποχή:ταξιδέψτε στο μεσαιωνικό μυαλό του BBC Four, μέσα από το οποίο επιχειρεί όχι μόνο να «συλλάβει» τα εργαλεία και την τεχνολογία του 15ου αιώνα αλλά και να διεξάγει ένα μοναδικό πείραμα: την κατασκευή μιας εξ ολοκλήρου λειτουργικής τυπογραφικής πρέσας της εποχής του Γουτεμβέργιου. (http://www.bookn3rd.com/?tag=printing-press)

61 Επίσης, στις «γκραβούρες» δεν προσδιορίζεται ακριβώς ο τύπος και η λειτουργία του τυμπάνου (πλαισίου) ο οποίος θα όριζε το προς εκτύπωση μέρος της σελίδας ώστε να διατηρούσε τα επιθυμητά περιθώρια ανέπαφα από το μελάνωμα της τυπογραφικής φόρμας, γεγονός το οποίο δεν εμφανίζεται ως πρόβλημα στις σελίδες των εκτυπώσεων του Ι.Γ.. Ως επικρατέστερη άποψη εκτιμάται εκείνη η όποια θεωρεί ότι, αρχικά το πιεστήριο του Ι.Γ., αποτελούσε τυπική προσαρμογή του απλού βιβλιοδετικού πιεστηρίου το οποίο ανάγονταν στα τυπικά πιεστήρια των ελαιοτριβείων και των οινοποιείων, δηλαδή στο μοντέλο του εργαλειομηχανισμού του Ήρωνος. Ωστόσο, εκείνο το οποίο θεωρείται προφανές είναι ότι, το πιεστήριο του Ι.Γ., κατά την τυπογραφική πράξη πραγματοποιούσε μία βασική χειροκίνητη μηχανική κίνηση, δηλαδή, αυτή της συστροφής του Κ, η οποία έδινε την επιθυμητή πίεση για ένα επιθυμητά καθαρό τυπογραφικό αποτέλεσμα και για το οποίο ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, βλέποντας κανείς σήμερα μία σελίδα της «Βίβλου» Αξιοσημείωτα παραδείγματα μεταλλαγής «προτύπων» Ωστόσο και αναφερόμενοι στην εξέλιξη της μηχανικής τυπογραφίας διαχρονικά, εννοούμε βασικά την κάθε μορφής σημαντική μεταλλαγή τόσο στις τυπογραφικές μηχανές, είτε αυτές συντελούνται επί ενός αρχικού τύπου («πρότυπου») είτε επί ενός καθόλα καινοτόμου, όσο δε και στις τεχνικές οι οποίες εφαρμόζονται διαχρονικά στην τυπογραφική τέχνη και για έκαστο τύπο τυπογραφικής μηχανής. Στην παρούσα εργασία, αξιοσημείωτο θεωρείται το γεγονός ότι, η εξέλιξη των τύπων πιεστηρίων η οποία αφορά στη σχέση «εργαλειομηχνισμοί και τεχνικές εκτύπωσης» όταν πρόκειται για Π.Σ., της σχέσης «Κ.Τ.Π.» και για Π.Σ., της σχέσης «κυλίνδρων», δηλαδή στη σχέση πίεσης/μελάνωματος και οι δύο τύποι πιεστηρίων έχουν σαφή αναφορά σε συγκεκριμένα «πρότυπα» πιεστηρίων. Πρόκειται για ένα «επίπεδο» πιεστήριο στο πρότυπο του Ι.Γ., και για ένα «κυλινδρικό» αγνώστου, τα οποία εκτίθενται στο Museum of Literature and Printing του Γκρεμποσίν 44 Πολωνίας. Τα δυο αυτά πιεστήρια θεωρούνται τυπικά, αλλά μοναδικά ως αντιπροσωπευτικά «παραδείγματα» ξύλινων χειροκίνητων μηχανικών πιεστηρίων τα οποία η παρούσα εργασία χαρακτηρίζει γενεσιουργά της εξέλιξης των δυο αυτών διαφορετικών τεχνικών εκτύπωσης, στη σχέση πίεση/μελάνωση. Επίσης, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο τα σώματα των ξύλινων χειροκίνητων «επίπεδων» πιεστηρίων μεταλλάσσονται σε μεταλλικά χυτοσιδήρου διατηρώντας σχεδόν απαράλλακτες τις βασικές μηχανικές λειτουργίες του «προτύπου», έτσι και κατά τον ίδιο τρόπο συντελείται η μεταλλαγή και στα «κυλινδρικά» πιεστήρια με μία σειρά ακόλουθων τύπων, έως ότου και εν εξελίξει τα δύο αυτά «πρότυπα» θα συγκλίνουν εντέλει λειτουργικά διαμορφώνοντας τους τύπους των «όρθιων» ή «επίπεδων» αυτόματων τυπογραφικών μηχανών. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αυτής της σχέσης μεταλλαγής αποτελούν, το 44 Making a printing press replica., -

62 ξύλινο χειροκίνητο «επίπεδο» πιεστήριο (πρόδρομο του «ελαφρού» τύπου) Museum of Literature and Printing in Grębocin (Poland) με το χυτοσιδηρένιο Peter Smith εργαστηρίων FHTW in Oberschöneweide στο Βερολίνο και το ξύλινο κυλινδρικό (πρόδρομο του «περιστροφικού» τύπου) Gutenberg's Printing Press, Deutches Museum, Munich, Germany του Museum of Literature and Printing in Grębocin (Poland) με το ολομεταλλικό κυλινδρικό Chandler and Conrad (τέλη 18 ου αρχές 19 ου αι.). (βλ.σ.212/φ33) 5. Ιστορία εξέλιξης της τυπογραφίας από το 15 ο έως τον 21 ο αιώνα 5.1. Βασικά χαρακτηριστικά εξέλιξης έναντι του «προτύπου» Μία πρώτη γενική ειδοποιός στην εξέλιξη της μηχανικής τυπογραφίας αποτελεί η διαπίστωση ότι, κάθε ξύλινο μέρος του σώματος μεταλλάσσεται σε μεταλλικό (χυτοσίδηρος) και κάθε χειροκίνητος εργαλειομηχανισμός μετατρέπεται αρχικά σε ημιαυτόματο μηχανικό, δηλαδή σε μερικώς χειροκίνητο πιεστήριο και εν εξελίξει σε αυτόματο όρθιο ή επίπεδο μηχανικό πιεστήριο (μηχανή) και εντέλει σε ηλεκτρονική εκτυπωτική μηχανή (συσκευή) της οποίας το σύνολο των μηχανικών λειτουργών διέπονται από κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα (εγκέφαλο) το οποίο εκτελεί προδιαγραμμένες εντολές ενός χειριστή τυπογράφου και σε σχέση με τις εκτυπωτικές δυνατότητες της κάθε εκτυπωτικής μηχανής. Σύμφωνα με τη διαπιστούμενη εξέλιξη του «προτύπου» πιεστηρίου του Ι.Γ., και με βάση τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά τα οποία φαίνεται να αποκτούν εν συνεχεία και ανά εποχή τα χειροκίνητα μηχανικά πιεστήρια, διακρίνουμε την εξέλιξή τους σε δυο βασικές περιόδους οι οποίες, οριοθετούνται εκατέρωθεν της περιόδου μεταξύ των ετών 1760 έως 1860, ως το κατ εξοχήν χρονικό μεσοδιάστημα διεργασιών της Βιομηχανικής Επανάστασης. Και αυτό για το λόγο ότι, προβιομηχανικά, δηλαδή από τα έτη 1550 έως 1850, η τεχνολογία και η επιστήμη ως υποστηρικτικές της τυπογραφίας κατάφεραν πολύ ελάχιστες αλλαγές οι οποίες είχαν ως τεχνογνωσιακή βάση τη μεσαιωνική και την κλασική τεχνολογία. Προς το τέλος αυτής της περιόδου και με την έκρηξη της Βιομηχανικής Επανάστασης επήλθαν οι σημαντικές καινοτομίες οι οποίες δρομολόγησαν ραγδαία και θεαματικά την τεχνολογία της τυπογραφίας. Δηλαδή, επήλθε η τεχνολογική και η οικονομική συνιστώσα της Βιομηχανική Επανάστασης η οποία καθόρισε αποφασιστικά την εκμηχάνιση των παραγωγικών διαδικασιών με την ολοένα αυξανόμενη αξιοποίηση πορισμάτων των φυσικών επιστημών και τεχνοεπιστημών, καθώς και με τη χρήση νέων υλικών και μορφών ενέργειας Τύποι τυπογραφικών πιεστηρίων και στοιχειοθετικών τεχνικών Τύποι τυπογραφικών πιεστηρίων Αρχικά και ως επεξήγηση στην επακόλουθη παρουσίαση των αντιπροσωπευτικών τύπων πιεστηρίων και των στοιχειοθετικών τεχνικών οι οποίοι/ες συνιστούν ορόσημα εξέλιξης της τυπογραφίας, να επισημάνουμε ότι, οι διάφορες τυπογραφικές εργαλειομηχανές και μηχανές οι οποίες κατασκευάστηκαν για να υποστηρίξουν την τυπογραφική δραστηριότητα από την

63 εποχή του «πρότυπου» πιεστηρίου του Ι.Γ., έως σήμερα, μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες σε σχέση με την εκάστοτε μορφή της Τ.Π., και του ανάλογου Π.Σ., καθώς και των τεχνικών στοιχειοθεσίας τις οποίες εφάρμοζαν. (βλ.σ.218/φ.38) α. Όρθιο τυπογραφικό πιεστήριο: «Όρθιο» τυπογραφικό πιεστήριο ονομάζεται το πιεστήριο των δύο παράλληλων επίπεδων πλακών στην κατακόρυφη σχέση, δηλαδή, με την Τ.Π., και την Τ.Τ.,να βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, σχέση η οποία προσιδιάζει με την τυπογραφική «τεχνική» Ι.Γ.,. Η Τ.Τ. φορέας τελάρου χαρακτήρων (στοιχείων) παραμένει σταθερή και σε όρθια θέση, ενώ η πλάκα πίεσης (Τ.Π.,) κινείται παλινδρομικά για να πραγματοποιηθεί η εκτύπωση. β. Επίπεδο τυπογραφικό πιεστήριο: «Επίπεδο» ονομάζεται το πιεστήριο το οποίο συνδυάζει την επίπεδη Τ.Τ., φορέα τελάρου χαρακτήρων (στοιχείων) η οποία βρίσκεται σε οριζόντια θέση και ως Π.Σ.,, αντί Τ.Π., φέρει ένα Τυπογραφικό Κύλινδρο της πρώιμης περιστροφικής τεχνικής του Friedrich Koenig. γ. Περιστροφικό τυπογραφικό πιεστήριο κυλίνδρων: Πρόκειται για το «Περιστροφικό Πιεστήριο» στο οποίο η εκτύπωση πραγματοποιείται στην σχέση περιστροφής ενός εκτυπωτικού κυλίνδρου φορέα ανάγλυφων στοιχείων (χαρακτήρων) και ενός κυλίνδρου ο οποίος ασκεί την πίεση, για το λόγο αυτό και ονομάζεται περιστροφικό πιεστήριο. Οι μηχανές αυτού του τύπου χρησιμοποιήθηκαν ευρέως για την εκτύπωση εφημερίδων μέχρι την επικράτηση της εκτυπωτικής μεθόδου της «Όφσετ» Κλασικές εκτυπωτικές τεχνικές Οι εκτυπωτικές και στοιχειοθετικές τεχνικές οι οποίες αναπτύχθηκαν από την τυπογραφική «τεχνική» του Ι.Γ., έως σήμερα και με τις ενδιάμεσα σημαντικές καινοτομίες οι οποίες σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια ταυ 19 ου αιώνα και προετοίμασαν τα έδαφος για νέες τυπογραφικές τεχνικές οι οποίες στο εξής έπαψαν να σχετίζονται άμεσα με αυτήν του Ι.Γ., διακρίνονται στις ακόλουθες γενικές κατηγορίες: α. Υψιτυπία: Στην υψιτυπία το υπό εκτύπωση θέμα είναι ανάγλυφο (εξώγλυφο) με το να εξέχει από την στοιχειοθετική ή εκτυπωτική φόρμα (πλάκα) και αφορά στις τεχνικές της κλασικής τυπογραφίας της τυπογραφικής «τεχνικής» Ι.Γ., και της Ξυλογραφίας, καθώς και στην σύγχρονη τεχνική της Φλεξογραφίας (εκτύπωση ανιλίνης) για την εκτύπωση σε πλαστικά, μεταλλικά ελάσματα, σελοφάν και χαρτί. β. Ξυλογραφία: Η ξυλογραφία είναι η κατ εξοχήν Σινική τέχνη με την οποία χαράζουμε σε ξύλινη επιφάνεια ανάγλυφες παραστάσεις οι οποίες προορίζονται να τυπωθούν. Aφού χαραχθεί ή ιχνογραφηθεί το κείμενο ή η εικόνα επάνω στο ξύλο, αφαιρούνται τα μέρη τα οποία θα αποτελέσουν τη λευκή επιφάνεια της εικόνας ή του κειμένου και δημιουργείται η πλάκα (ξυλογραφία) η οποία θα τυπωθεί υπό κατάλληλη πίεση

64 γ. Επιπεδοτυπία: Στην επιπεδοτυπία το υπό εκτύπωση θέμα βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την εκτυπωτική φόρμα (πλάκα) και αφορά στις τεχνικές της κλασικής Λιθογραφίας και της Λιθογραφίας «Όφσετ» ( Offset ). δ. Βαθυτυπία: Στη βαθυτυπία το υπό εκτύπωση θέμα βρίσκεται κάτω από επίπεδο της εκτυπωτικής φόρμα (πλάκα), δηλαδή, είναι εσώγλυφο και αφορά στις τεχνικές της κλασικής Χαλκογραφίας και της Βαθυτυπίας. ε. Μεταξοτυπία: Στη μεταξοτυπία το υπό εκτύπωση θέμα της εκτυπωτική φόρμας αφορά σε ένα το σχέδιο με λιπαρά κραγιόνια ή μελάνια, με επίστρωση αραβικής κόλλας το οποίο αποτυπώνεται επάνω μεταξωτό ύφασμα τεντωμένο σε τελάρο και επειδή έχει ως βάση το νερό, το μελάνι δεν πιάνει στα λιπαρά μέρη του σχεδίου Κλασικές στοιχειοθετικές τεχνικές Οι βασικές στοιχειοθετικές τεχνικές 45 οι οποίες εφαρμόστηκαν στην εν εξελίξει τεχνολογία των τυπογραφικών πιεστηρίων είναι οι εξής: α. Στερεοτυπία: Η στερεοτυπία ως τεχνική συνίσταται σε ένα εκμαγείο με στοιχειοθετημένο το κείμενο επάνω σε πηλό ή μαλακό μέταλλο για την αναπαραγωγή μολύβδινων αντιγράφων του συνόλου της φόρμας. Οι στερεοτυπικές πλάκες («στερεότυπα ή κλισέ») άφηναν τα τεμάχια των τυπογραφικών στοιχείων της φόρμας αμέσως διαθέσιμα για περαιτέρω χρήση, αυξάνοντας έτσι τον ρυθμό με τον οποίον μπορούσαν αυτά να ανακυκλωθούν. β. Μονοτυπία: Η μονοτυπία είναι ένα σύστημα μηχανικής στοιχειοθεσίας με τη χρήση μεμονωμένων τυπογραφικών στοιχείων, το οποίο απαρτίζεται από δύο χωριστά τμήματα, μία μηχανή με πλήκτρα και ένα χυτήριο στοιχείων, δηλαδή, ένας «χαρακτήρας» σε ένα μεμονωμένο κινητό μεταλλικό στοιχείο. Ο στοιχειοθέτης πληκτρολογεί το κείμενο έχοντας στη διάθεσή του διαφορετικά πλήκτρα για κάθε τύπο στοιχείου της γραμματοσειράς και μέσω μίας διαδικασίας η οποία πραγματοποιείται με πεπιεσμένο αέρα, ενώ το κείμενο το οποίο έχει πληκτρολογηθεί χυτεύεται σε ξεχωριστά στοιχεία. γ. Λινοτυπία: Η λινοτυπία (στιχοτυπία) είναι η τεχνική η οποία πραγματοποιούνταν από μια μηχανή η οποία παρήγαγε συμπαγείς στίχους (αράδες) χαρακτήρων, δηλαδή, μία ««αράδα χαρακτήρων»» σε ένα μεμονωμένο επίμηκες κινητό μεταλλικό στοιχείο. Η σύνθεση κάθε στίχου ήταν μηχανική, καθώς ο χειριστής για κάθε χαρακτήρα πίεζε στο πληκτρολόγιο τον αντίστοιχο χαρακτήρα (γράμμα). Οι συμπαγείς στίχοι δημιουργούνταν από κράμα μολυβιού, κασσιτέρου και αντιμονίου, το οποίο βρίσκονταν τηγμένο στο πίσω μέρος της μηχανής Σταθμοί εξέλιξης πιεστηρίων και στοιχειοθετικών τεχνικών Βασικές δομολειτουργικές έννοιες τύπων πιεστηρίων Ανεξίτηλα και αναντικατάστατα παρέμειναν τα βασικά μηχανικά του «προτύπου» της ανακαλυπτικής εφεύρεσης της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ., ως έννοιες στην εξέλιξη 45 Type Technology-The Four Revolutions.,

65 της τυπογραφίας, από την πρότυπη ή αρχέτυπη «τυπογραφική τεχνική» την αποκαλούμενη πλέον ως «παραδοσιακή τυπογραφική τεχνική», μέχρι την σύγχρονη «γραφιστική τέχνη» της ψηφιοποίησης των πάντων. Αν και δεν είναι τόσο εμφανή στις σύγχρονες τυπογραφικές μηχανές, ωστόσο όμως αν εστιάσει κανείς στην εξέλιξη των τυπογραφικών μηχανών και ιδιαίτερα σε εκείνες οι οποίες θεωρούνται «Παραδείγματα» αλλαγών, θα διαπιστώσει ότι, τα σώματα των μηχανών παρά τις προφανείς μορφολογικές διαφορές τις οποίες παρουσιάζουν και αφορούν στη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας των υλικών και της μηχανολογίας, μεταμορφώνονται ανάλογα με το τι προσθέτει η κάθε εποχή ή μάλλον με το τι υιοθετεί και προσαρμόζει από αυτές η μηχανική τυπογραφία, είτε πρόκειται για κινητήριες δυνάμεις, είτε για νέα υλικά. Πιο συγκεκριμένα, αν λάβουμε υπόψη ότι η τυπογραφική «τεχνική» του Ι.Γ., εγγράφεται ως απαρχή στη μηχανική τυπογραφία με «μέσο» τον τέλειο τυπογραφικό εργαλειομηχανισμό (πιεστήριο), ο οποίος εκ των υστέρων χαρακτηρίστηκε «απλό (κοινό) χειροκίνητο επίπεδο μηχανικό πιεστήριο», εκείνο το οποίο θα ενδιέφερε ώστε να εστιάσει κανείς σήμερα, είναι οι έννοιες «απλό», «χειροκίνητο», «επίπεδο», «μηχανικό», «πιεστήριο» και να διακρίνουμε στη διαχρονία της μηχανικής τυπογραφίας και στους εκάστοτε τύπους μηχανών οι οποίες ως διακριτές αλλαγές συνιστούν σταθμούς εξέλιξης. Δηλαδή, αν και πότε και κατά πόσο διατηρήθηκαν ή σε ποιό βαθμό παρωχήθηκαν αυτές οι έννοιες, οι οποίες χαρακτηρίζουν τη μηχανική φυσιογνωμία του «προτύπου» σε σχέση με την συνεχή εξέλιξη της τεχνολογίας και την επίδραση αυτών από νέες τεχνολογικές επινοήσεις ή εφευρέσεις συγγενών τεχνικών περιβαλλόντων και οι οποίες εφαρμόστηκαν ανά εποχή επάνω στα σώματα των τυπογραφικών μηχανών. Οιοσδήποτε γνώστης της μηχανικής του θεωρούμενου ως «προτύπου» πιεστηρίου του Ι.Γ., συγκρίνοντας αυτό με τους εξελιγμένους τύπους διαπιστώνει ότι, η έννοια «απλό» ακούει στην έννοια «σύνθετο», η έννοια «χειροκίνητο» στην έννοια «αυτόματο», η έννοια «επίπεδο» στην έννοια «όρθιο» και ανεξάρτητα από την διαδικασία ή την τεχνική της εκτύπωσης στον κάθε τύπο πιεστηρίου, η έννοια «μηχανικό» υπακούει στην έννοια «ηλεκτρονικό μηχανικό», η έννοια «πιεστήριο» σε «φωτοσύνθεση, ψεκασμό, laser» και άλλες σύγχρονες εκτυπωτικές τεχνικές Βελτιωτικές τροποποιήσεις στο «πρότυπο» Γουτεμβέργιου Το «πρότυπο» πιεστήριο της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ., και με τις αμέσως επόμενες τρποποοιητικές εκδόσεις του στις «Κ.Τ.Γ.», παρέμεινε ως το μοναδικό εργαλείο τυπογραφίας το οποίο χρησιμοποιήθηκε επί τρεισήμισι σχεδόν αιώνες και αφότου άρχισαν να κατασκευάζονται τα πρώτα «ολομεταλλικά» πιεστήρια και έως ότου η ενέργεια του ατμού ως κινητήριας δύναμης θα άλλαζε εντελώς την τεχνολογία των πιεστηρίων και συνεπώς των εκτυπωτικών τεχνικών. Μέχρι τότε και στο διάστημα κατά το οποίο ήταν σε χρήση τα πιεστήρια της «Κ.Τ.Γ.», οι σημαντικότερες αλλαγές τις οποίες επιδέχτηκε το «πρότυπο» του

66 Ι.Γ., κατά τον 16 ο έως 18 ο αιώνα, αφορούν πρώτον, στην αντικατάσταση του ξύλινου Κ., από τον μεταλλικό, στη μετατροπή της έδρας της Τ.Τ., («κοίτης») από σταθερή σε κινητή πλατφόρμα φορέα της, στην προσθήκη του «τυμπάνου» σελιδοθέτησης του χαρτιού, στην προσθήκη ενός «αντίβαρου» επαναφοράς του Π.Σ., και της Τ.Π., καθώς στην αντικατάσταση της «ρουμπρίκας» μελανώματος από χειροκύλινδρο 46. Η αντικατάσταση του ξύλινου Κ., με μεταλλικό τριών ελικώσεων ή και τεσσάρων, πραγματοποιήθηκε περί το έτος 1550 και χρησιμοποιήθηκε αρχικά στα «ελαφρού» τύπου πιεστήρια, εν αντιθέσει προς τα «βαρέως» τύπου στα οποία οι Κοχλίες ποίκιλαν ως προς το πάχος διατομής, ενώ ο βηματισμός τους ήταν από μίας έως δυο ελικώσεων το πλείστον. (βλ.σ.217/φ.77- σ.223/φ.47) Το έτος 1772 ο Ελβετός Γουίλλιαμ Χάας ( William Haas ) αντικαθιστά εκ νέου τον Κ., τριών ελικώσεων, αλλάζοντας το βήμα του σπειρώματος, ενώ συγχρόνως τροποποιείται και η σταθερή πλατφόρμα φορέας («κοίτη») της χειρωθούμενης Τ.Τ., («κιβώτιο/μάρμαρο») η οποία τροχοδρομείται έτσι ώστε να ολισθαίνει σε δρομείς (σιδηροτροχιές-σιαγόνες) επενεργείας του τροχαλιοφόρου άξονα τύλιξης ιμάντων για παλινδρομική κίνησή της. Από αυτή τη φάση αρχίζει η μεταλλαγή του «προτύπου» και η διαμόρφωση του νέου τύπου του λεγόμενου «ελαφρού» τύπου πιεστηρίου «Κ.Τ.Γ.». Ο νέος τύπος Κ., ο οποίος ενεργούσε με ένα ισχυρά σταθερό κεκλιμένο βήμα, εξασφάλιζε μικρή διαδρομή μετακίνησης του εμβόλου (μοχλού) στρέψης, ενώ παράλληλα μείωνε το ενδεχόμενο μίας ανεξέλεγκτα ασκούμενης πίεσης του πιεστικού συστήματος προς την Τ.Π., και συνεπώς στην Τ.Τ.,. Η τεχνική αυτή κατέστησε την εκτυπωτική διαδικασία ταχύτερη έτσι ώστε, η τυπογραφική φόρμα (τελάρο στοιχείων) να ωθείται και επαναπροωθείται σταθερά κάτω από την Τ.Π., εξασφαλίζοντας έτσι την εκτύπωση σε δύο φάσεις, η οποία θα παρέμενε σε χρήση επί τρεις αιώνες. Ταυτόχρονα, η έως τότε χρησιμοποιούμενη τεχνική της σφήνας 47 για σταθερή σύνδεση του «άνω ζευκτού» ως φορέα του Π.Σ., τροποποιήθηκε σε κινητή χελιδονωτή άρθρωση όπου και εφαρμόστηκαν τα δύο ζεύγη ατερμόνων, εκ των οποίων το ένα λειτουργεί ως ρυθμιστής της καθ ύψους μετακίνησης του «άνω ζευκτού» και το άλλο ως σφικτήρας συγκράτησης του περικοχλίου και κατ επέκταση του Π.Σ.,. Επίσης και περί το έτος 1570 έγινε η προσθήκη του «τυμπάνου», το οποίο είναι ένα πλαίσιο διπλής άρθρωσης με ειδικούς μεντεσέδες επάνω από τη φόρμα (για κατάλληλη δίπλωση - αναδίπλωση), επενδυμένο με περγαμηνή ή μαλακό μουσιαμά (μάσκα), προκειμένου να αποτρέπεται η κηλίδωση της μη εκτυπωμένης περιοχής της σελίδας, αλλά και για να 46 From Gutenberg to Grandin: Tracing the Development of the Printing Press

67 βελτιώνει την κανονικότητα της ασκούμενης πίεσης επάνω στην τυπογραφική φόρμα (τελάρο) ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες διαφορές ύψους των τυπογραφικών στοιχείων. Περί το έτος 1620 στο Άμστερνταμ εφαρμόζεται η πρώτη ημιαυτόματη μηχανική λειτουργία, καθώς ο William Jensen Blaew 48 πρόσθεσε ένα αντίβαρο στο Π.Σ., και ένα μεταλλικό βραχίονα (μοχλό στρέψης) ώστε να επιτυγχάνεται η αυτόματη ανύψωση της Π.Π.. μετατρέποντας τη σταθερή Τ.Τ., σε χειρωθούμενη. Έτσι δημιουργήθηκε το επονομαζόμενο ολλανδικό πιεστήριο, ένα αντίγραφο του οποίου ενδεχόμενα να είναι το πρώτο τυπογραφικό πιεστήριο το οποίο εισήχθη στη Βόρεια Αμερική από τον Στήβεν Ντέι στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης το έτος Το πιεστήριο The Print Museum, Antwerp 49 το οποίο χρονολογείται περί το έτος 1600, ενδεχομένως και να αποτελεί τυπικό παράδειγμα των πρώτων μεταλλαγών οι οποίες διαμόρφωσαν προοδευτικά το «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.» πιεστήριο και προφανώς εφαρμόζει τον ιδιότυπο Κ μίας ελίκωσης, ως πρώτη προσομοίωση του ξύλινου Κ., του «προτύπου» πιεστηρίου Ι.Γ.,. (βλ.σ.211/φ.26) Το έτος 1772 ο Φρίντριχ Bίλχεμ Xανς κατασκεύασε ένα χειροκίνητο πιεστήριο του οποίου τα κύρια εξαρτήματα ήταν από σίδηρο, ενώ το ξύλο άρχισε να εκτοπίζεται από τον σίδηρο και με τον χρόνο από όλα τα τυπογραφικά εργαλεία. Αμέσως και κατά το έτος 1790 ο Άγγλος επιστήμονας «Γουίλιαμ Νίκολσον» ( William Nikolson ) αντικατέστησε τις δυο δερμάτινες «ρουμπρίκες» μελανώματος με ένα μεταλλικό κυλιόμενο χειροκύλινδρο ομοιόμορφης μελάνωσης, ο οποίος ήταν επενδυμένος με μαλακό δέρμα, ενώ παράλληλα και εμμέσως εισήγαγε την περιστροφική κίνηση ως βασική ιδέα στην μετέπειτα λειτουργία των κυλινδρικών συστημάτων πίεσης και μελανώματος Τα πρώτα ολομεταλλικά τυπογραφικά πιεστήρια Στα τέλη του 18 ου αιώνα και στις αρχές του 19 ου αιώνα, άρχισαν οι πρώτες μεταλλαγές και μετατροπές στα πιεστήρια με ολική αντικατάσταση του ξύλου από τα μέταλλα. Το πρώτο ολομεταλλικό (χυτοσιδηρένιο) πιεστήριο κατασκευάστηκε περί το έτος 1795 στην Αγγλία από τον κόμη «Φίλιππο Στάνχεπ» ( Philip Stanhope ) 51 και το οποίο πιεστήριο οδήγησε σε άριστες εκτυπώσεις συνδυάζοντας ταχύτητα και ποιότητα. Σε αυτόν τον τύπο μπορούσε να ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση και να τυπώνονται κάθε φορά δύο σελίδες ταυτοχρόνως, ενώ πρώτα τυπωνόταν μόνο μία, γεγονός το οποίο σήμαινε και διπλασιασμό της παραγωγής. H τροφοδοσία του χαρτιού, το μελάνωμα, η άσκηση πίεσης και φυσικά η στοιχειοθεσία γινόταν 48 How does the printing process work in the eighteenth century?., 49 The Print Museum, Antwerp 50 Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Τόμος Printing Yesterday and Today.,

68 με το χέρι, ενώ η εκτυπωτική διαδικασία εξασφάλιζε αρχικά μόλις 250 αντίτυπα την ώρα. Εν συνεχεία και το έτος 1857, στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής κατασκευάστηκε ένα επίσης ολομεταλλικό πιεστήριο στο οποίο η λειτουργία του Κ αντικαταστάθηκε από ανάλογο σύστημα Κ μίας σειράς συμπλεκόμενων ραβδόμορφων μεταλλικών συνδέσμων. Πρόκειται για τα τυπογραφικά πιεστήρια Columbian Press κατά το έτος και το πιεστήριο Washington Press 53 του «Σάμιουελ Ραστ» ( Samuel Rust ) κατά το έτος 1820, τα οποία συνιστούν το εξελικτικό απόγειο του «προτύπου» κοχλιωτού πιεστηρίου το οποίο κληροδότησε ο Ι.Γ., και του οποίου η εκτυπωτική ικανότητα υπερέβαινε τα 250 περίπου αντίτυπα την ώρα. (βλ.σ.223/φ.46) Οι πρώτοι αυτοί ολομεταλλικοί τύποι πιεστηρίων, αρχής γενομένης από τα τέλη του 18 ου αιώνα, φαίνεται να «χτίζονται» στο πρότυπο των «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.» ξύλινων πιεστηρίων, καθώς διατηρούν τρία τουλάχιστον βασικά χαρακτηριστικά. Πρώτον, το καθ ύψος και κατ έκταση ανάπτυγμα με απολύτως προσιδιάζοντα τα δομικά χαρακτηριστικά, δεύτερον, ένα ελαφρώς τροποποιημένο κοχλιωτό Π.Σ., με κοινό έμβολο στρέψης και τρίτον, τον εργαλειομηχανισμό ολίσθησης της «κοίτης» της Τ.Τ., με κοινό τον τρόπος φόρτωσης (σελιδοθέτησης), ενώ το συνολικό βάρος του ολομέταλλου μηδενίζει τα όποια προηγούμενα στατικά προβλήματα τα οποία ενδεχόμενα και να εμφάνιζε μετά από μία τυπογραφική υπερδραστηριότητα ο ξύλινος μητρικός τύπος πιεστηρίου. Αξιοσημείωτο παράδειγμα μεταλλαγής αποτελεί η πρώτη εκδοχή του χυτοσιδηρένιου πιεστηρίου του Stanhope Press, 54 το οποίο αν και ολομεταλλικό, ενσωματώνει και διατηρεί αρχικά το ξύλινο πλαίσιο της Τ.Τ., (τελάρο), αναδεικνύοντας αφενός μεν την προόδο μετάβασης από τον ξύλινο «ελαφρού» τύπου στον ολομεταλλικό χυτοσιδηρένιο τύπο, αφετέρου δε ίσως και μία τεχνική δυσκολία ή σκοπιμότητα έτσι ώστε αυτοί οι τύποι να μην ξεφεύγουν ολολοτελώς από τις δεσμεύσεις τις οποίες ενείχε η δομική τάξη των μερών του ξύλινου σώματος του μητρικού τύπου, σχετικά με τη θέση και λειτουργία των σχεδόν απαράλλαχτα εφαρμοζόμενων εργαλειομηχανισμών. Χαρακτηριστικά αυτής μεταλλαγής και του τρόπου με τον οποίο υπεισέρχονται τα πρώτα μεταλλικά λειτουργικά εξαρτήματα αποτελεί τα μικτό σώμα (ξύλο-μέταλλοο) του πιεστηρίου το οποίο και εκτίθεται στο Washington Museum. (βλ.σ.220/φ.41α ) Επίσης, μέσα σε ένα τυπικό τυπογραφικό εργαστήριο, τα ολομεταλλικά χειροκίνητα μηχανικά πιεστήρια αναπτύσσονταν κατά τον ίδιο τρόπο όπως σε εκείνα των ξύλινων πιεστηρίων 55, δεδομένου ότι, δεν είχε αλλάξει απολύτως τίποτε σε ό,τι αφορά την «τεχνική» 52 "The Columbian Press"., 53 Washington Press 54 Stanhope Press., 55 the beginning of free press.,

69 του Ι.Γ., και συνεπώς στους χώρους των εργαστηρίων όπου συντελούνταν οι εκτυπωτικές διαδικασίες. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων κατασκευάστηκαν δεκάδες τύποι πιεστηρίων, ωστόσο όμως, τα πιεστήρια τα οποία απέδωσαν ικανοποιητικά εκτυπωτικά αποτελέσματα ήταν αυτά της μεταλλαγής του «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.» σε ολομεταλλικά (χυτοσιδηρένια) και αμέσως μετά την τελειοποίηση του πιεστηρίου «Λίμπερτυ» στις Ηνωμένες Πολιτείες το έτος Το πιεστήριο αυτό εφάρμοσε μία ημιαυτόματη λειτουργία, καθώς με την επενέργεια του χειριστή σε ένα ποδοπλήκτρο και συμπτωματικά σχεδόν στη θέση που κατείχε το υποπόδιο του «προτύπου» πιεστηρίου, προκαλούσε την πίεση της Τ.Π., επάνω στην Τ.Τ., προκειμένου να συντελεστεί η εκτυπωτική πράξη. Μολονότι ο Νίκολσον κατοχύρωσε πολύ νωρίς την ευρεσιτεχνία μίας τυπογραφικής μεθόδου με χρήση κυλίνδρου επάνω στον οποίο προσαρμόζονταν οι στοιχειοθετημένοι χαρακτήρες, ουδέποτε κατόρθωσε να αναπτύξει και να τελειοποιήσει την σχετικά απαιτούμενη τεχνολογία, μία τεχνολογία την οποία θα εφαρμόσει αποτελεσματικά ο Friederick Koenig στην επόμενη εκδοχή αυτού του τύπου πιεστηρίου Το κυλινδρικό πιεστήριο του Friedrich Koenig Στις αρχές του 19 ου αιώνα η προοπτική εφαρμογής της ατμοκίνησης στην τυπογραφία παρακίνησε την έρευνα για την επινόηση μέσων και τεχνικών, με τα οποία οι επιμέρους λειτουργίες της τυπογραφίας θα μπορούσαν να συνδυαστούν σε έναν μοναδικό και απολύτως συγχρονισμένο κύκλο παραγωγής του εντύπου. Το έτος 1803, στη Γερμανία, ο Φρήντριχ Κένιχ ( Friederick Koenig ) 56 συνέλαβε την ιδέα ενός πιεστηρίου, γνωστού ως The Suhl(er) press, στο οποίο η άνοδος και η κάθοδος της Τ.Π., η παλινδρόμηση της Τ.Τ., και η μελάνωση της τυπογραφικής φόρμας, επιτελούνταν μέσω μίας σειράς «κυλίστρων» τα οποία ελέγχονταν από παράπλευρο σύστημα οδοντωτών τροχών κίνησης, ωστόσο όμως οι πρώτες δοκιμές αυτού του πιεστηρίου κατά το έτος 1811 στο Λονδίνο, απέβησαν άκρως ανεπιτυχείς. Το The Suhl(er) press ήταν ένα ξύλινο χειροκίνητο μηχανικό πιεστήριο το οποίο εφάρμοζε τους βασικούς εργαλειομηχανισμούς του «ελαφρού» τύπου «Κ.Τ.Γ.» δηλαδή, την κινητή παλινδρομική Τ.Τ., το αναδιπλούμενο «τύμπανο», με μόνη διαφορά το καινοτόμο σύστημα αυτομελάνωσης από την επιφάνεια των «κύλινδρων». Αυτός ο τύπος πιεστηρίου, θεωρήθηκε ως η πρώτη ημιαυτόματη τυπογραφική μηχανή η οποία μπορούσε να εκτυπώσει 400 αντίτυπα την ώρα και η οποία ενδεχομένως δεν παρήχθη μαζικά λόγω του υψηλού κόστους κατασκευής και συνεπώς της παραγωγής της. (βλ.σ.226/φ.51α) Ο κύλινδρος ήταν πραγματικά η ευφυέστερη επιλογή ενός γεωμετρικού στερεού για χρήση σε κυκλική εκτυπωτική διεργασία και διαδικασία και επίσης το απόλυτο γεωμετρικό στερεό το οποίο θα μπορούσε να επιτύχει τη μεγαλύτερη παραγωγή. Με δεδομένη την ποσότητα 56 KOENIG: First Powered Printing Machines http://letterpressprinting.com.au/page58.htm

70 ενέργειας ως κινητήρια δύναμης, η ασκούμενη πίεση από μία πιεστική Τ.Π., έπρεπε να κατανέμεται σε ολόκληρη την επιφάνεια η οποία επρόκειτο να εκτυπωθεί, ενώ η ασκούμενη από κύλινδρο πίεση μπορούσε να συγκεντρωθεί στην ανά πάσα στιγμή εφαπτόμενη προς τον κύλινδρο λωρίδα επιφανείας, εφόσον δεν πίεζε στο κέντρο της, μία πράξη την οποία επιτύγχανε σε υψηλό βαθμό και η Π.Β., δια του Κ., στο «πρότυπο» πιεστήριο του Ι.Γ Το ατμοκίνητο πιεστήριο των F. Koenig and A.Bauer Εν συνεχεία κατασκευάζονται μία σειρά πιεστήρια τα οποία πλέον αποκτούν τεχνικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά τέλειων μηχανών, όπως ο πρώτος τύπος The first stop-cylinder printing machine της αυτόματης κυλινδρικής τυπογραφικής μηχανής την οποία κατασκεύασαν οι Friedrich Koenig and Andreas Bauer το έτος 1811, με τη λειτουργική ονομασία «Κυλινδρικό πιεστήριο διακοπτόμενης περιστροφής». Το έτος 1811 ο Κένιχ και ο συνεταίρος του Αντρέας Μπάουερ, εξασφαλίζοντας από το έτος 1907 τη χρηματοδότηση από τον Thomas Bensley, επεχείρησαν μία νέα προσέγγιση στην «βασική αρχή» της περιστροφικής εκτύπωσης, σχεδιάζοντας ως Π.Σ., του πιεστηρίου έναν κύλινδρο («κυλινδρική πρέσα») ο οποίος έφερε το χαρτί το οποίο επρόκειτο να εκτυπωθεί πιέζοντάς το επάνω στην τυπογραφική φόρμα η οποία ήταν τοποθετημένη επάνω στην παλινδρομικά κινούμενη τυπογραφική τράπεζα. Η περιστροφική κίνηση του κυλίνδρου συνδυαζόταν με την κίνηση της T.Τ., προς τα εμπρός και αποσυμπλεκόταν όταν η πλατφόρμα παλινδρομούσε για να βρεθεί κάτω από τους μελανωτικούς κυλίνδρους του πιεστηρίου, επενεργείας του σύστηματος προώθησης-εξώθησης της Τ.Τ.,. Αποτέλεσμα αυτών το παρεμβάσεων ήταν, να τεθεί το 1814 σε λειτουργία στην εφημερίδα Times του Λονδίνου ( The Times of London on November 20, 1814 ) 57 το πρώτο ατμοκίνητο κυλινδρικό πιεστήριο τύπου διακοπτόμενης περιστροφής δύο κυλίνδρων, οι οποίοι περιστρέφονταν εκ περιτροπής ανταποκρινόμενοι αυτομάτως στην παλινδρομική κίνηση της Τ.Τ.,, έτσι ώστε να διπλασιάζεται ο αριθμός των εκτυπούμενων αντιτύπων και με υψηλή την ταχύτητα εκτύπωσης, περί τις σελίδες την ώρα. Εν συνεχεία το έτος 1818 οι Κένιχ και Μπάουερ σχεδίασαν ένα διπλό πιεστήριο 58 στο οποίο ένα φύλλο χαρτιού, αφού τυπωνόταν η μία του όψη στον έναν από τους κυλίνδρους, περνούσε εν συνεχεία στον άλλον, ώστε να τυπωθεί και η ανάστροφη όψη του φύλλου. (βλ.σ.226/φ.52) Το έτος 1822 ο «Γουίλιαμ Τσερτς» ( William Church ), πρόσθεσε επάνω στον κύλινδρο του δικύλινδρου πιεστήριου των Κένιχ και Μπάουερ μηχανικές «αρπάγες» για να συλλαμβάνουν, να συγκρατούν και κατόπιν να απελευθερώνουν αυτόματα το φύλλο του εκτυπούμενου χάρτου. Παράλληλα ο Τσερτς, παρουσίασε την πρώτη στοιχειοθετική μηχανή η οποία είχε ένα πληκτρολόγιο, του οποίου κάθε πλήκτρο απελευθέρωνε και αποθήκευε ένα 57 Archive for Koenig and Bauer., 58 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ.,

71 τυπογραφικό στοιχείο στους αύλακες μίας θήκης. Ωστόσο όμως, η παλινδρομική κίνηση της Τ.Τ., η οποία διατηρήθηκε ως λειτουργία σε αυτά τα πρώιμα κυλινδρικά πιεστήρια, αποτελούσε στοιχείο ασυνέχειας και για να καταστεί συνεχής και συνεπής στο κύκλο παραγωγής, θα έπρεπε να είναι κυλινδρική όχι μόνο η Τ.Π., αλλά και η έως πρότινος επίπεδη τυπογραφική φόρμα των τυπογραφικών στοιχείων. Το έτος 1824, ο «Ντάνιελ Τρέντγουελ» ( Daniel Treadwell ) 59 από τη Βοστώνη, επιχείρησε το πρώτο βήμα εκμηχάνισης της τυπογραφίας για τις Η.Π. Αμερικής ο οποίος αναπροσαρμόζοντας τους υπάρχοντες μηχανισμούς πίεσης και στοιχειοθεσίας σε έναν επίμηκες ξύλινο σώμα με παρομοίως επίπεδη την Τ.Τ., καινοτομώντας παράλληλα με τη χρήση ενός περιστρεφόμενου δίσκου μελανώματος, εμφανίζοντας έτσι ένα πιεστήριο το οποίο ήταν τέσσερις φορές ταχύτερο από ένα κοινό χειροκίνητο πιεστήριο. Το έτος 1847, οι αδελφοί «Ρίτσαρντ και Ρόμπερτ Χόου» ( Richard and Hoe ) 60 στις ΗΠΑ κατοχύρωσαν την ευρεσιτεχνία του περιστροφικού πιεστηρίου, του πρώτου το οποίο βασιζόταν στην ανωτέρω «αρχή» περιστροφής. Το πιεστήριο αυτό περιλάμβανε ένα κύλινδρο μεγαλύτερης διαμέτρου, ο οποίος στην εξωτερική επιφάνεια έφερε στήλες τυπογραφικών στοιχείων, ενώ η πίεση παρέχονταν από μερικούς (έξι, οκτώ ή και δέκα) μικρούς κυλίνδρους, καθένας από τους οποίους τροφοδοτούνταν χειρωνακτικά με φύλλα χαρτιού. (βλ.σ.227/φ56) Το σύστημα αυτό απέδωσε ταχύτητες παραγωγής μεγαλύτερες των φύλλων την ώρα, ωστόσο όμως το μοναδικό του μειονέκτημα ήταν η έλλειψη μηχανικής αξιοπιστίας, καθώς οι στερεωμένες τυπογραφικές φόρμες δεν ασφαλίζονταν σωστά και τα τυπογραφικά στοιχεία έπεφταν από τον κύλινδρο του χαρτιού στο περιστροφικό πιεστήριο. Το πρόβλημα αυτό λύθηκε με την εφαρμογή της στερεοτυπίας, δηλαδή, με τη διαμόρφωση στέρεων κυρτών κλισέ μέσω της ενσφράγισης της τυπογραφικής φόρμας επάνω σε ανθεκτικό χαρτόνι το οποίο στερεωνόταν κατόπιν στο εσωτερικό του κυλινδρικού τύπου μέσα στον οποίον εγχέονταν το τήγμα του μολυβδοκράματος. Στη Γαλλία, από του έτους 1849 και μετά, διενεργήθηκαν πειραματισμοί με αυτήν την μέθοδο, η οποία εφαρμόστηκε συστηματικά στους «Τάιμς» του Λονδίνου από τοέτος 1856 και στο περιστροφικό πιεστήριο των Friedrich Koenig and Andreas Bauer, ενώ μετά το έτος 1858 η χρήση της γενικεύθηκε. Ωστόσο όμως, η τροφοδοσία του πιεστηρίου με χαρτί εξακολουθούσε να παραμένει εκτός του εκμηχανισμένου κύκλου εκτύπωσης. Τη λύση έδωσε το έτος 1871 πάλι ο «Ρίτσαρντ Χόου» ( Richard Hoe ) ο οποίος και τελειοποίησε την εκτυπωτική διαδικασία με συνεχή τροφοδοσία ρολών χάρτου, ενώ το πιεστήριό του εκτύπωνε περί τις φύλλα εφημερίδας σε μία ώρα. (βλ.σ.226/φ /φ.54) 59 Daniel Treadwell., 60 R. HOE & COMPANY NEW YORK CITY "PRINTING PRESS".,

72 Πιεστήριο περιστροφικό αυτοτροφοδοτούμενου χάρτου W. Bullock Η εκμηχάνιση αυτής της φάσης επιτεύχθηκε με τη χρήση του κυλίνδρου συνεχούς τροφοδοσίας χάρτου με καρούλια, αντί των μεμονωμένων φύλλων, καθότι πλέον οι τεχνικές παραγωγής χαρτιού σε συνεχή κύλινδρο ήταν γνωστές από τις αρχές του 19 ου αιώνα. Το πρώτο επιτυχημένο περιστροφικό πιεστήριο και συνεχώς αυτοτροφοδοτούμενο με κύλινδρο χαρτιού μήκους πέντε μιλίων, κατασκευάστηκε από τον Αμερικανό «Γουίλιαμ Μπούλοκ» ( William Bullock ) 61 τον Απρίλιο του έτους Διέθετε επίσης, ενσωματωμένη συσκευή κοπής χαρτιού με οδοντωτό μαχαίρι μετά από κάθε εκτύπωση και από το έτος 1870 προσάρμοσε και διπλωτική μηχανή φύλλων, ενώ παρήγαγε εφημερίδες την ώρα πλήρεις φύλλων και μέχρι σελίδες στα επόμενα μοντέλα του. (βλ.σ.226/φ.53) 5.4. Η εκμηχάνιση της στοιχειοθετικής διαδικασίας και οι τεχνικές εκτύπωσης Η ενσωμάτωση στοιχειοθετικών μηχανών στα πιεστήρια Σε αντίθεση με την προηγμένη εκμηχάνιση της εκτυπωτικής διαδικασίας, η εκμηχάνιση της στοιχειοθετικής διαδικασίας ήταν δύσκολο να επιτευχθεί, ενώ μέχρι τα τέλη του 19 ου και έως τις αρχές του 20 ου, η στοιχειοθεσία πραγματοποιούνταν χειρώνακτα στο «συνθετήρι», όπως στο εργαστήριο του Ι.Γ..(βλ.σ.234/Φ.66) Το έτος 1822 ο «Γουίλιαμ Τσερτς» ( William Church ) 62 από τη Βοστώνη, γνωστός από την τροποιητική παρέμβαση στο πιεστήριο των Κένιχ και Μπάουερ, κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία μίας νέας στοιχειοθετικής μηχανής αποτελούμενης από ένα πληκτρολόγιο, όπου με το κάθε πάτημα ενός πλήκτρου απελευθέρωνε ένα τυπογραφικό στοιχείο του αντίστοιχου χαρακτήρα, το οποίο ήταν αποθηκευμένο σε αύλακες μίας θήκης (κάσας). Τα τυπογραφικά στοιχεία τα οποία παρέχονταν κατ αυτόν τον τρόπο έπρεπε να τοποθετηθούν στη θέση τους με το χέρι και να στοιχηθεί παράλληλα η κάθε μία γραμμή. Ωστόσο όμως ο Τσερτς, είχε αποφύγει το πρόβλημα της διανομής και είχε επιδείξει διορατικότητα ως προς τη λύση του, συνδυάζοντας την θήκη με μία συσκευή συνεχούς χύτευσης νέων τυπογραφικών στοιχείων. Εν συνεχεία και στη διάρκεια των επόμενων πενήντα ετών, εμφανίστηκαν πολυάριθμες μηχανές βασισμένες επάνω στην ίδια «αρχή» και εφοδιασμένες με επιπλέον μηχανισμό ο οποίος τοποθετούσε τα επιλεγόμενα τυπογραφικά στοιχεία στην ορθή τους θέση. Οι μηχανές αυτές παρήγαν τυπογραφικά στοιχεία με ρυθμό έως τεμαχίων την ώρα, σε αντίθεση με τα περίπου τεμάχια την ώρα τα οποία κατάφερνε η χειρωνακτική στοιχειοθεσία. Ωστόσο και σε όλες αυτές τις μηχανές, τα τυπογραφικά στοιχεία παρέχονταν 61 Fast Printing Press For Engravings., Printing-Press-For-Engravings.html 62 A Machine to Supersede Typesetting

73 απλώς σε συνεχή σειρά και τα οποία έπρεπε να χωριστούν εν συνεχεία σε στίχους και να στοιχηθούν στη φόρμα. Έτσι, οι μηχανές αυτές ολοκληρώθηκαν λειτουργικά με την εισαγωγή ενός μηχανικού διανομέα, ο οποίος αποτελούσε ένα είδος αντίστροφου στοιχειοθέτη, όπου, τα τεμάχια των τυπογραφικών στοιχείων από τις σειρές τις οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί, διέρχονταν μπροστά από τον χειριστή ο οποίος πατούσε το αντίστοιχο πλήκτρο του πληκτρολογίου του, ώστε, να ανοίξει το αντίστοιχο διαμέρισμα της θήκης στοιχείου. Η ταχύτητα της εκμηχανισμένης διανομής δεν υπερέβαινε τα τεμάχια την ώρα και συνεπώς δεν υπερτερούσε της χειρωνακτικής διανομής. Η εκμηχάνιση της τυπογραφικής στοιχειοθεσίας αντιμετώπισε δύο δυσκολίες, πρώτον τη στοίχιση, η οποία προϋπέθετε έλλογη εκτίμηση του μεγέθους των απαιτούμενων μεταξύ λέξεων διαστημάτων και δεύτερον, το χρόνο απασχόλησης των τυπογραφικών στοιχείων για τη μία εκτύπωση πράξη ο οποίος εμπόδιζε την ολοκλήρωση της στοιχειοθεσίας καθώς και της διανομής των στοιχείων στον ενιαίο κύκλο παραγωγής. Επειδή αυτή η μηχανή και για τους ανωτέρω λόγους κρίθηκε αναξιόπιστη, για το λόγο αυτό και δεν καθιερώθηκε, άλλωστε το έτος 1884 έκανε την εμφάνισή της η τεχνική της «Λινοτυπίας» ( Linotype ) με το αντίστοιχο τυπογραφικό πιεστήριο Η Στερεοτυπική και στερεογραφική τεχνική στοιχειοθεσίας Η αυξανόμενη ζήτηση για την παραγωγή έντυπου υλικού υποκίνησε περί τα τέλη 18 ου αιώνα την έρευνα στο τεχνολογικό περιβάλλον της τυπογραφίας για αύξηση της ταχύτητας εκτύπωσης και για μεγαλύτερο όγκο παραγωγής, με αποτέλεσμα τη διερεύνηση των τεχνικών της στερεοτυπίας και της στερεογραφίας. Η στερεοτυπία, η οποία χρησιμοποιήθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία στο Παρίσι το έτος 1790, αφορούσε στη μηχανική λήψη ενός εκμαγείου με στοιχειοθετημένο το ενιαίο κείμενο επάνω σε πηλό ή σε μαλακό μέταλλο, προκειμένου να επιτυγχάνεται η αναπαραγωγή μολύβδινων αντιγράφων του συνόλου της υπό εκτύπωση τυπογραφικής φόρμας. Οι στερεοτυπικές πλάκες («στερεότυπα ή κλισέ») οι οποίες κατασκευάζονταν με αυτόν τον τρόπο, καθιστούσαν δυνατή και οικονομική την ταυτόχρονη εκτύπωση του ίδιου κειμένου σε πολλά πιεστήρια και σε πολλαπλά ομοιότυπα αντίγραφα. Το έτος 1848, μία παραλλαγή της τότε γνωστής στερεοτυπίας, ήταν η εφαρμογή της γαλβανοπλαστικής επιμετάλλωσης, η οποία αφορούσε σε μία διεργασία κατά την οποία κατασκευάζονταν λεπτές μεταλλικές πλάκες επενδυμένες με ένα κράμα το οποίο είχε ως βάση το μόλυβδο και μέσω της ηλεκτρολυτικής απόθεσης ενός στρώματος χαλκού επάνω στο κέρινο εκμαγείο της υπό εκτύπωση τυπογραφικής φόρμας. Η στερεογραφία στόχευε στην παράκαμψη της στοιχειοθεσίας μέσω της κατασκευής αυτού του εκμαγείου, ωστόσο όμως οι προσπάθειες τελειοποίησης της μεταλλογραφικής μεθόδου με την κατασκευή μίας πήλινης μήτρας ενσφράγισης με τη χρήση γραμματοσφραγίδων, δεν έφεραν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Το έτος 1797, δοκιμάστηκε μία άλλη παραλλαγή, κατά την οποία, σειρές από χάλκινες μήτρες κάθε μεμονωμένου γράμματος κατασκευάζονταν σε

74 μεγάλους αριθμούς στοιχείων. Οι μήτρες αυτές, συναρμολογούνταν κατόπιν διαδοχικά σχηματίζοντας έτσι το προς εκτύπωση κείμενο, κατά τρόπο ώστε να καλύπτουν ολόκληρη την επιφάνεια του πυθμένα του εκμαγείου μέσα στο οποίο χυτεύονταν η μολύβδινη πλάκα. Ακολούθως και μόλις η χυτή πλάκα ήταν έτοιμη εντυπώνονταν, ενώ οι μήτρες ήταν διαθέσιμες για περαιτέρω χρήση. (βλ.σ.218/φ.39- σ.219/φ.39α,40) Η Λινοτυπική ή Τυποχυτική στοιχειοθετική μηχανή Κατά τη δεκαετία του 1880 στις ΗΠΑ, ο γερμανικής καταγωγής «Ότμαρ Μέργκενταλερ» ( Ottmar Mergenthaler ) 63 εφεύρε τη «λινοτυπική μηχανή», μία τυποχυτική στοιχειοθετική μηχανή η οποία παρήγε συμπαγή ενιαίο στίχο, ή πλίνθωμα, από κινητές μήτρες ξεχωριστές για κάθε ένα γράμμα. Η μηχανή αποτελούνταν, από ένα πληκτρολόγιο, ένα χυτήριο, ένα πλήθος καλουπιών για τη χύτευση των στοιχείων και από μηχανισμούς οι οποίοι συνέδεαν τα διάφορα τμήματα μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα της στοιχειοθεσίας με τη χρήση αυτής της μηχανής, ήταν ολόκληρες αράδες κειμένου οι οποίες χυτεύονταν για μία και μόνη φορά. Το κείμενο, δεν αποτελούνταν από ξεχωριστά στοιχεία, όπως στη μέθοδο της χειρώνακτης στοιχειοθεσίας, αλλά από ολόκληρες - μονοκόμματες σειρές στοιχείων, τα οποία στοιχεία παράγονταν με ταυτόχρονη χύτευση. Επειδή στην Αγγλική γλώσσα η λέξη «αράδα» λέγεται «λάιν» ( line )για το λόγο αυτό το «στοιχείο» λέγεται «τάιπ» ( type ) και η μέθοδος αυτού του είδους της στοιχειοθεσίας ονομάστηκε «λάινοταϊπ» ( linotype ), τεχνική της Λινοτυπία στην ελληνική γλώσσα. Ο στοιχειοθέτης εργάτης τύπου, λινοτύπης στην περίπτωση αυτή, πληκτρολογούσε το κείμενο σε ένα πληκτρολόγιο το οποίο έμοαζε με εκείνο της γραφομηχανής. Κάθε φορά κατά την οποία πίεζε ένα πλήκτρο, απελευθέρωνε μία μήτρα (καλούπι στοιχείου) το οποίο αντιστοιχούσε στο γράμμα το οποίο είχε επιλέξει στο πληκτρολόγιο. Οι μήτρες των στοιχείων βρίσκονταν συγκεντρωμένες σε ειδικές θήκες οι οποίες ονομάζονταν «μαγκαζίνα» και βρίσκονταν στο υψηλότερο σημείο της τυπογραφικής μηχανής. Ειδικά κανάλια (οδηγοί) με έναν οδηγό για κάθε ένα γράμμα ή σημείο στίξης ξεκινούσαν από τα «μαγκαζίνα» κατευθύνοντας την πτώση της κάθε μήτρας, τρόπον ώστε, η μήτρα η οποία είχε επιλεχθεί να διέρχεται μέσα από το κανάλι της και να συγκεντρώνονται στο χώρο σχηματισμού της αράδας. Όταν ολοκληρώνονταν η πληκτρολόγηση μίας αράδας, μπορούσαν να γίνουν και κάποιες διορθώσεις με το χέρι, δηλαδή, ήταν δυνατόν να αφαιρούνται ή προστίθενται μήτρες. Εν συνεχεία, η σειρά των μητρών κατευθύνονταν στο σημείο χύτευσης, όπου, το κράμα του μετάλλου συμπλήρωνε τα κενά των μητρών σχηματίζοντας πρώτα τους «οφθαλμούς» των στοιχείων και κατόπιν το σώμα της αράδας, σε ολόκληρο το πλάτος της και το ύψος της εκτύπωσης, και καθώς ψύχονταν, στερεοποιούνταν σχηματίζοντας έτσι μία αυτοτελώς συμπαγή αράδα κειμένου. 63 ZION CHURCH HISTORY.,

75 Η λινοτυπία ελάττωσε αισθητά το χρόνο της στοιχειοθεσίας, έτσι ώστε, αν ένας έμπειρος στοιχειοθέτης στη διάρκεια μίας ώρας κατάφερνε να συνθέσει στοιχεία, ο λινοτύπης πληκτρολογούσε περί τα την ώρα. Παρόλα αυτά, η μέθοδος παρουσίαζε και κάποια μειονεκτήματα, καθώς με το παραμικρό ανθρώπινο λάθος η ίδια η αράδα απαιτούσε εν νέου πληκτρολόγηση και χύτευση των στοιχείων της. Το σημαντικότερο όμως, ήταν ότι, κατά τη χύτευση προέκυπταν εξογκώματα και προεξοχές (γρέζια) μεταξύ των στοιχείων της αράδας τα οποία εμφανίζονταν στην εκτύπωση, δημιουργώντας έτσι ένα ακαλαίσθητο αποτέλεσμα. Τέλος, το γεγονός ότι το χυτήριο με τις υψηλές θερμοκρασίες και τις αναθυμιάσεις τις οποίες εξέπεμπε ως μέρος της τυπογραφικής μηχανής, καθιστούσε άκρως ανθυγιεινές τις συνθήκες εργασίας του λινοτύπη. (βλ.σ.219/φ.40) Η μονοτυπία ή μονοτυπική στοιχειοθετική μηχανή Το έτος 1885, στις Η.Π. Αμερικής, ο «Τόλμπερτ Λάνσταν» 64 ( Tolbert Lanston ) επινόησε τη «μονοτυπική μηχανή», η οποία παράγει ξεχωριστά τυπογραφικά στοιχεία για κάθε στίχο και στοιχίζει κάθε στίχο (αράδα) με σύστημα καταμέτρησης σε ειδικές μονάδες, δεδομένου ότι, η τεχνική στοιχειοθέτησης παρά τις εφευρετικές καινοτομίες, πρακτικά παρέμενε σχεδόν στο επίπεδο της τυπογραφικής «τεχνικής» του Ι.Γ.,. Το 1911, ο Αμερικανός «Ουάσινγκτον Λέντλοου» ( Washington I. Ludlow ) 65 τελειοποίησε την μονοτυπική μηχανή με την κατασκευή μεγάλων τυπογραφικών στοιχείων τα οποία φέρουν τα όνομά του και τα οποία χρησιμοποιούνταν για μία και μόνο εκτύπωση. Η μονοτυπική μηχανή, αποτελούνταν από δύο ξεχωριστά μέρη, το πληκτρολόγιο και το χυτήριο, τα οποία μπορούσαν να βρίσκονται και σε διαφορετικό χώρο. Με το κάθε κτύπημα ενός πλήκτρου στο πληκτρολόγιο και με τη χρήση ενός συστήματος πεπιεσμένου αέρα διατρυπούσε μία ταινία από ειδικό χαρτί σε μορφή ρολού και ένας συγκεκριμένος αριθμός συσχετιζόμενων τρυπών αντιστοιχούσε σε και ένα συγκεκριμένο γράμμα. Μετά την ολοκλήρωση της πληκτρολόγησης, η ταινία μεταφέρονταν στο χώρο του χυτηρίου όπου και αποκωδικοποιούνταν στη μηχανή χύτευσης. Με σύστημα πεπιεσμένου αέρα και μέσα από τις τρύπες της ταινίας επιτυγχάνονταν η ενεργοποίηση ενός μηχανισμού ο οποίος προκαλούσε τη μετακίνηση των μητρών από το χώρο αποθήκευσής τους στη θέση όπου θα γίνονταν η χύτευση. Το στοιχείο σχηματίζονταν καθώς το υγρό μέταλλο εισχωρούσε μέσα τους, και με ειδικό μηχανισμό προωθούνταν σε έναν αγωγό συγκέντρωσης. Όταν τα στοιχεία σχημάτιζαν μία αράδα, προωθούνταν όλα μαζί σε μία υποδοχή, όπου ο χειριστής του χυτηρίου έλεγχε το αποτέλεσμα. Η μονοτυπική μηχανή επέτρεπε τη διόρθωση με το χέρι ενός στοιχείου το οποίο είχε πληκτρολογηθεί λάθος και δεν απαιτούνταν η επαναχύτευση ολόκληρης της αράδας. Ακόμη, 64 Lanston History., 65 Hot metal typesetting.,

76 η χρήση της μονοτυπικής μηχανής ελάττωσε τον χρόνο στοιχειοθεσίας κατά το ήμισυ από προηγούμενα, ενώ το χυτήριο αποτελούσε πλέον αυτόνομο τμήμα της τυπογραφικής μηχανής καθιστώντας υγιεινές τις συνθήκες εργασίας του στοιχειοθέτη. (βλ.σ.220/φ.41) Η τεχνική της Ξυλογραφίας Στη διάρκεια ταυ 19αυ αιώνα πολλές σημαντικές καινοτομίες προετοίμασαν τα έδαφος για τυπογραφικές τεχνικές οι οποίες δεν σχετίζονταν πλέον άμεσα με την εφεύρεση του Ι.Γ.,. Η πρώτη μέθοδος αναπαραγωγής εικονογραφήσεων ήταν η κλασική ξυλογραφία, η οποία χρησιμοποιούσε ανάγλυφες ξυλογραφικές πλάκες και συνεπώς μπορούσε να συνδυαστεί με τα τυπογραφικά στοιχεία μίας τυπογραφικής φόρμας, δηλαδή, ως συμπερίληψη των ξύλινων ανάγλυφων και των τυπογραφικών στοιχείων ενός κειμένου στην ίδια φόρμα. Ήδη από τα δεύτερο ήμισυ του 15 ου αιώνα, η ξυλογραφία έτυχε ανταγωνισμού από την εσώγλυφη χαρακτική η οποία γίνονταν επάνω σε μεταλλικές πλάκες χαλκού, ορείχαλκου, ψευδάργυρου και χάλυβα μετά το έτος Η πλάκα η οποία ήταν χαραγμένη με τη γλυφίδα ή διαβρωμένη με χημικό οξύ, μελανωνόταν και σκουπιζόταν προσεκτικά, έτσι ώστε το μελάνι να μένει μόνο στις εγχαράξεις και να μεταφέρεται στο χαρτί υπό πίεση στο κυλινδρικό πιεστήριο. Επειδή η εσωγλυφική μέθοδος εκτύπωσης δεν ήταν συμβατή με την ξυλογραφική, σελίδες κειμένου και εικονογραφήσεων για τα ίδιο βιβλίο έπρεπε να τυπώνονται χωριστά Η τεχνική της Φωτοευαισθησίας Λίγα χρόνια μετά, ο Τζόζεπ Νιέπς ( Joseph Nicιphore Niepce ) 66, άρχισε να ασχολείται με υλικά ευαίσθητα στο φως προσπαθώντας να βρει έναν εύκολο και γρήγορο τρόπο, ώστε να «χαράξει» με τη βοήθεια του φωτός εικόνες επάνω σε εκτυπωτικές πλάκες, τις οποίες θα μπορούσε να τυπώσει στο λιθογραφικό του πιεστήριο. Χρειάστηκε όμως να περάσουν αρκετά χρόνια έρευνας και κατά τη δεκαετία του 1820 ο Νιέπς, απέδειξε ότι, ορισμένες χημικές ενώσεις είναι ευαίσθητες στο φως. Η ανακάλυψη αυτή σηματοδότησε τη γένεση της φωτοχαρακτικής και οδήγησε αφενός στην εφεύρεση της φωτογραφίας το έτος 1829 και αφετέρου στην εφαρμογή των φωτογραφικών μεθόδων για την τυπογραφική αναπαραγωγή φωτογραφιών. Αυτό έγινε μόλις το έτος 1875, με την ανακάλυψη ή καλύτερα με την τελειοποίηση της «φωτοχαρακτικής» από τον λιθογράφο Firmin Gillot, μία τεχνική η οποία σηματοδότησε την έναρξη μίας νέας εποχή στην ιστορία των εκτυπώσεων. Κατά τη διάρκεια των αρχών του 20 ου αιώνα, αναπτύσσεται η εκδοτική και διαφημιστική αγορά στις Η.Π. Αμερικής όπου αναδεικνύονται αξιόλογοι δημιουργοί, όπως ο Roger Updike, ο Bruce Rogers, ο Frederic Wardeο και ο Frederic Goudy ο οποίος και θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους σχεδιαστές στην ιστορίας της τυπογραφίας. 66 Joseph Nicephore Niépce ( ).,

77 Το έτος 1852, ο Βρετανός επιστήμονας και εφευρέτης Γουίλιαμ Χένρυ Φοξ Τάλμποτ ( William Henry Fox Talbot ) 67 τοποθέτησε ένα κομμάτι μαύρου υφάσματος (τούλι) μεταξύ του αντικειμένου το οποίο σκόπευε να αναπαραγάγει και της επιχρισμένης με φωτοευαίσθητη ουσία χαλύβδινης πλάκας παράγοντας έτσι μία εικόνα η οποία διατηρούσε τη λεπτοφυή δομή του υφάσματος. Ακολούθως, η κατεργασία με το οξύ είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την εκτεταμένη και ομοιογενή διάβρωση μίας επιφάνειας, αλλά και την πυκνή παράθεση μικροσκοπικών στιγμάτων σε όλη την έκταση της φωτοευαίσθητης επικάλυψης με βάθος κυμαινόμενο αναλόγως της φωτοέκθεσης. Ο Τάλμποτ είχε εφεύρειταυτόχρονα την οθόνη ράστερ και είχε ανοίξει τον δρόμο για μία νέα εξέλιξη της τυπογραφίας μέσω των εγχάρακτων πλακών, με την τεχνική της βαθυτυπίας. Τα πιεστήρια για την εκτύπωση κυρτών εγχάρακτων μεταλλικών πλακών τελειοποιήθηκαν στη διάρκεια του 19 ου αιώνα με την εκμηχάνιση του μελανώματος μέσω κυλίστρων και με την απόμαξη μέσω των περιστρεφόμενων υφασμάτινων ιμάντων ή δίσκων καλυμμένων με βαμβακερό ύφασμα. Ωστόσο όμως, τα πιεστήρια αυτά χαρακτηρίζονταν γενικά για την περιορισμένη εκτυπωτική τους παραγωγικότητα. (βλ.σ.237/φ.71δ) Η τεχνική της Λιθογραφίας Η τεχνική της Λιθογραφίας και το πιεστήριο με το οποίο υλοποιούνταν 68 είναι η τρίτη εκτυπωτική μέθοδος η οποία είχε παρουσιάσει αξιόλογη ανάπτυξη, καθώς βασιζόταν όχι σε ανάγλυφες ή εγχάρακτες πλάκες, αλλά στην αρχή της μη αναμιξιμότητας του νερού με το λάδι και η οποία εφαρμόστηκε ως τελειοποιημένη πλέον τεχνική περί το έτος Αρχικά και το έτος 1796, συνελήφθη ως ιδέα από τον «Αλόις Ζένεφελντερ» ( Alois Senefelder ) 69 στην Πράγα, ο οποίος, ερευνώντας τις ιδιότητες μίας ασβεστολιθικής πέτρας με λεπτόκοκκη, ομογενή και πορώδη επιφάνεια, όπου αν στην επιφάνεια της πέτρας ζωγραφιζόταν ένα σχέδιο με λιπαρό μελάνι και με ακόλουθη την ύγρανσή της με νερό και επίχρισή της με κοινό μελάνι, το μελάνι συγκρατούνταν μόνο από σχεδιασμένο μέρος. Το σχέδιο αυτό μπορούσε κατόπιν να αναπαραχθεί σε φύλλο χαρτιού το οποίο πιεζόταν επάνω στην πέτρα, ωστόσο όμως κρίθηκε ανεπιτυχής λόγω της φθοράς των στοιχειοθετικών πλακών. Αργότερα, το έτος 1875, ο Άγγλος «Ρόμπερτ Μπέρκλευ» ( Robert Barclay ) πειραματίστηκε σε αυτήν την τεχνική για εκτύπωση σε κασσίτερο χωρίς ωστόσο να σημειωθούν ιδιαίτερες βελτιωτικές αλλαγές. Εντέλει, το 1904 ο «Άιρ Ουάσιγκτον Ράμπελ» 67 BBC: William Henry Fox Talbot ( )., 68 UNITED KINGDOM - JUNE 05: Lithography, discovered in 1796 by Alois Senefelder., 69 Aloysius, Johann, Nepomuk, Franz, Senefelder., -

78 ( Ira Washington Rubel ) στις Η.Π.Αμερικής ανακάλυψε ότι ένα σχέδιο το οποίο μεταφέρθηκε τυχαία από τον κεντρικό κύλινδρο του πιεστηρίου στην ελαστική επένδυση του ενδιάμεσου εκτυπωτικού κυλίνδρου κατά διάρκεια μίας διακοπής τροφοδοσίας χαρτιού, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το ίδιο για εκτύπωση, παρέχοντας μάλιστα ανώτερα ποιοτικά αποτέλεσμα. Ωστόσο όμως και παρά την εξαιρετική ποιότητά της υστερούσε στην ταχύτητα παραγωγής και στο ότι έπρεπε να χρησιμοποιεί μόνο έναν τύπο χαρτιού. (βλ. σ.225/φ.51) Εν συνεχεία ο Ράμπελ και ένας συνέταιρός του, κατασκεύασαν ένα τρικύλινδρο πιεστήριο, το πρώτο πιεστήριο «όφσετ» ( offset ), καθιερώνοντας την ονομασία με την οποία έκτοτε έγιναν γνωστές αυτές οι σπουδαίες εκτυπωτικές μηχανές. Αυτή η διαδικασία κρίθηκε επιτυχής, σε σχέση με την εκτύπωση με τη χρήση της χαλκογραφίας και της κλασικής τυπογραφίας, οπότε και έγινε γνωστή για την οικονομική της παραγωγή. Το κίνητρο για μεγαλύτερη παραγωγικότητα το έδωσε η ανάγκη εκτύπωσης και η διάδοση της βιομηχανίας της εφημερίδας, οδηγώντας στην ανάπτυξη των εκτυπωτικών μηχανών, οι οποίες τυπώνουν τις δύο όψεις και πολλά χρώματα, με ένα και μόνο πέρασμα του υποστρώματος εκτύπωσης Η τεχνική της Φωτοχαρακτικής και της Βαθυτυπίας Η κυκλική εκμηχάνιση με την εγχάραξη μεταλλικών πλακών αντιμετώπιζε ήδη δύο αλληλεξαρτώμενες δυσκολίες, πρώτον, την ανάγκη εγχάραξης ενός μεγάλου πλήθους μικροσκοπικών στιγμάτων και δεύτερον, την ανάγκη εγχάραξής τους απευθείας επάνω σε κύλινδρο. Όμως, προέκυπταν μία σειρά τεχνικά προβλήματα για το λόγο ότι, η προστριβή του μάκτρου για την απομάκρυνση του πλεονάζοντος μελανιού, απέκλειε τη χρήση κυρτών πλακών, οι οποίες δεν παρείχαν εντελώς ομοιόμορφη επιφάνεια στην περιοχή στην οποία προσαρμόζονταν, ενώ παράλληλα και η προσαρμογή των φωτοευαίσθητων διαλυμάτων στην επιφάνεια του κυλίνδρου δεν ήταν απολύτως δυνατή. Έτσι, ενώ η τεχνολογία των πιεστηρίων εξελίσσεται ραγδαία, η ανάγκη για αποτύπωση πλήθους στοιχείων οδήγησε στην εφεύρεση της φωτοχαρακτικής μεθόδου ή βαθυτυπίας, όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1860 ο Βρετανός Τζόζεφ Γουίλσον Σουάν ( Joseph Wilson Swan ) 70 ανακάλυψε τον ανθρακούχο ιστό, ένα χαρτί με επικάλυψη ζελατίνης το οποίο είναι φωτοευαίσθητο και μπορεί να μεταφέρει φωτογραφικά τα τυπογραφικά στοιχεία επάνω σε μεταλλική επιφάνεια Η τεχνική της Μεταξοτυπίας Παράλληλα με την ανάπτυξη των τριών βασικών μεθόδων εκτύπωσης, της κλασικής τυπογραφικής, της όφσετ και της λιθογραφικής, πολλές άλλες τεχνικές γνώρισαν ανάλογη ανάπτυξη με αποτέλεσμα να κυριαρχήσουν στη διάρκεια του 20 ου αιώνα. Η τχνική της αναπαραγωγής ενός σχεδίου με διοχέτευση μελανιού μέσω των ανοιγμάτων μεταξωτής οθόνης και μερικώς καλυμμένης από ιχνογραφική πλάκα (μεταξοτυπία), εφαρμοζόταν από 70 Carbon Prints and Gelatin Tissue.,

79 τους Κινέζους και Ιάπωνες πολύ πριν εφευρεθεί η τυπογραφία. Το 19 ο αιώνα, οι υφαντουργοί της Λυών υιοθέτησαν αυτή την τεχνική για τύπωμα υφασμάτων. Στη δεκαετία του 1930 στη Βρετανία και Η.Π. Αμερικής, τα πιο ετερόκλητα υλικά, &g