Νίκος Σαραντάκος. Λέξεις που χάνονται. 366 λέξεις, η ερμηνεία και η ιστορία τους ΤΟ ΒΗΜΑ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Νίκος Σαραντάκος. Λέξεις που χάνονται. 366 λέξεις, η ερμηνεία και η ιστορία τους ΤΟ ΒΗΜΑ"

Transcript

1

2 Νίκος Σαραντάκος Λέξεις που χάνονται 366 λέξεις, η ερμηνεία και η ιστορία τους ΤΟ ΒΗΜΑ

3 Περιεχόμενα Πρόλογος... 9 Λ Ε Ξ Ε ΙΣ ΠΟΥ Χ Α Ν Ο Ν Τ Α Ι Βιβλιογραφία Ευρετήριο

4 Πρόλογος Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας περιέχει 366 σύντομα άρθρα, αφιερωμένα σε ισάριθμες λέξεις που χάνονται, που θα σας ταξιδέψουν σε 366 σπάνιες λέξεις, καταταγμένες σε αλφαβητική σειρά, από τον αβαγιανό ώς το ψίκι - λέξη που να αρχίζει από (ομέγα δεν αξιώθηκα να βρω. Λέγοντας «σπάνιες λέξεις», στην προκείμενη περίπτωση, εννοο) λέξεις που να μη συμπεριλαμβάνονται στα δύο μεγάλα ελληνικά λεξικά που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή, δηλαδή το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη) ή ΛΚΝ και το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Λεξικό Μπαμπινιώτη) ή ΛΝΕΓ. Αυτό ήταν το μοναδικό απαράβατο κριτήριο που υπαγόρευσε την επιλογή των 366 λέξεων του βιβλίου, όσο κι αν θα πείτε, με το δίκιο σας, ότι είναι αυθαίρετο. Διάλεξα τα λεξικά αυτά για τον προφανή λόγο ότι είναι τα πιο διαδεδομένα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα- το μεν ΛΝΕΓ έχει κάνει τις περισσότερες πωλήσεις, το δε ΛΚΝ, που κι αυτό έχει αρκετή διάδοση, είναι ελεύθερα προσιτό σε όλους στο Διαδίκτυο, στον εξαιρετικό ιστότοπο της Πύλης για την Ελληνική Γλώσσα (www.greekianguage.gr). Σκέφτηκα πως ένας φιλέρευνος αναγνώστης που θέλει να μάθει κάτι περισσότερο για μια λέξη, το πιθανότερο είναι να ανατρέξει ή στο ΛΚΝ ή στο ΛΝΕΓ Αν δεν βρει τη λέξη ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, μπορούμε να πούμε ότι έχουμε μια σπάνια λέξη κατά την έννοια του βιβλίου. Για τα δυο αυτά λεξικά χρησιμοποιώ την ανακριβή αλλά οικονομική περιγραφή τα νεότερα λεξικά. Ό που διαβάζετε στο βιβλίο <)

5 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ για νεότερα λεξικά, χοορίς άλλον προσδιορισμό, να ξέρετε ότι εννοώ το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ. Βέβαια, υπάρχουν και άλλα λεξικά που βγήκαν περίπου την ίδια εποχή με το ΑΚΝ και το ΛΝΕΓ, όποος το Νεοελληνικό Λεξικό του Κριαρά ή το Μείζον Τεγόπουλου Φυτράκη, υπάρχει το λίγο παλιότερο λεξικό του Πάπυρου, υπάρχουν και τα παλιότερα μεγάλα λεξικά μας, του Σταματάκου, του Δημητράκου και της Πρωίας, για να μην πάμε πιο πίσω. Έχουν όμως πολύ μικρότερη διάδοση. Φυσικά, μια λέξη μπορεί να λείπει από τα δυο λεξικά μας επειδή είναι πολύ καινούργια, επειδή είναι νεολογισμός, όπως π.χ. η κινητροόότηση ή ο καλλικρατικός. Η καταγραφή τέτοιων λέξεων έχει το δικό της ενδιαφέρον (στο φόρουμ iexilogia.gr έχουμε ειδικό νήμα συζήτησης, όπου τις καταγράφουμε), αλλά δεν είναι αντικείμενο του βιβλίου αυτού* δεν αναζητώ νιόκοπες λέξεις που να μην έχουν μπει ακόμα στα λεξικά αλλά παλιές, που να μη βρίσκονται πλέον στα λεξικά ή να μην μπήκαν ποτέ τους όχι νεολογισμούς αλλά.., παλαιολογισμούς. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως οποιαδήποτε παλιά λέξη είναι κατάλληλη. Επιδίωξα να διαλέξω σπάνιες λέξεις που, κατά το δυνατόν, να μη βαρύνονται με περιορισμούς χρονικούς, γείογραφικούς και τομεακούς. Εννοο): λέξεις που να ακούγονται ακόμα ή να ακούγονταν κατά τον προηγούμενο αιώνα όχι αρχαίες και μεσαιωνικές λέξεις, εκτός αν συνέχισαν να χρησιμοποιούνται και στα επόμενα χρόνια. Λέξεις που (εκτός εξαιρέσεων) να μην είναι περιορισμένες σε μία μόνο περιοχή της χώρας. Λέξεις που να μην είναι και τομεακά περιορισμένες, δηλαδή, εκτός εξαιρέσεων πάλι, όχι λέξεις της «βαθιάς» τεχνικής ορολογίας: η ναυτική ορολογία έχει χιλιάδες σπάνιες λέξεις, τα λαϊκά ονόματα φυτών είναι επίσης χιλιάδες, οι λέξεις m>v μαστόρων ή των βοσκών το ίδιο, δεν θα είχε νόημα ούτε γούστο να χαθούμε στους λαβυρίνθους της κάθε ειδικής ορολογίας. Ωστόσο, διάλεξα αρκετές λέξεις της «ρηχής» ορολογίας, της ευρύτερα γνωστής. Προσπάθησα να διαλέξω λέξεις που να λέγονται σε περισσότερα από ένα μέρη της Ελλάδας: θέλω να αναδείξω το φαινόμενο ότι μια λέξη που θεωρείται π.χ. αποκλειστικά κρητική ή κερκυράίκή είναι πολλές φορές πανελλήνια ή τουλάχιστον πολυπεριφερειακή, μια και 10

6 ΠΡΟΛΟΓΟΣ ακοιίγεται ενδεχομένως και στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Επίσης, λέξεις που να έχουν κάποιο ενδιαφέρον ετυμολογικό (π.χ., δάνεια ή αντιδάνεια) ή ιστορικό, ή να έχουν χρησιμοποιηθεί από κάποιον μεγάλο λογοτέχνη ή να ακούγονται σε κάποιο γνοοστό τραγούδι. Προσπάθησα δηλαδή να βρω λέξεις που να έχω να πω γι αυτές κάτι ενδιαφέρον και τερπνό, λέξεις που να είναι σπάνιες μεν αλλά γνωστές σε ικανό ποσοστό tc o v αναγνωστών. Πάντως, δεν έθεσα αποκλειστικό κριτήριο επιλογής το να είναι μια λέξη ακόμα ζωντανή. Συνειδητά προτείνω αρκετές λέξεις που δεν λέγονται πλέον, όταν υπάρχουν ενδιαφέροντα πράγματα που αξίζει να λεχθούν γι αυτές. Έπειτα, μπορεί μια λέξη να μην τη χρησιμοποιούμε ενεργητικά, αλλά να τη συναντάμε, π.χ., σε ποιήματα, τραγούδια, λογοτεχνικά έργα: το καραντί λίγοι το λένε, αλλά το έχει τραγουδήσει όλη η Ελλάδα. Άλλοτε μια ιδιωματική λέξη έρχεται ξαφνικά στην επικαιρότητα επειδή χρησιμοποιείται από έναν πολιτικό, όπως η γράνα, ή επειδή μπαίνει θέμα σε πανελλήνιες εξετάσεις, όπως η ντοντιά. Από την άλλη, αναγνώριζαν επίσης ότι η διατύπωση «λέξεις που χάνονται» του τίτλου δεν ισχύει για όλες τις λέξεις του λημματολογίου. Ορισμένες είναι ολοζοόντανες και κακώς δεν συμπεριλαμβάνονται στα νεότερα λεξικά. Βέβαια, το βιβλίο αυτό δεν έχει σκοπό να αποτελέσει τη «μαύρη βίβλο» που συγκεντρο5νειτις λέξεις που κακοός παρέλειψαν τα δύο μεγάλα νεότερα λεξικά μας ή και τα παλιότερα. Σε πολλές περιπτώσεις θα δείτε πως επισημαίνω ότι καλώς δεν συμπεριλαμβάνεται η τάδε λέξη στα νεότερα λεξικά- πιστεύο) πάντίος ότι η λεξικογραφία μας πράγματι περιφρονεί ελαφρίός τις λαϊκές και καθημερινές λέξεις. Είναι κι αυτό, θαρρο), απόρροια της αντίληψης ότι η νέα γλώσσα είναι τάχα παρακατιανή και ωχριά μπροστά στα αρχαία ελληνικά. Είναι επίσης συνέπεια του ότι οι λαϊκές λέξεις λεξικογραφούνταν δυσκολότερα. Παρεμπιπτόντως, τα λεξικά δεν είναι ο ασφαλέστερος οδηγός για να διαπιστώσουμε αν μια λέξη είναι ακμαία και ζωντανή, ή αν αντίθετα είναι ετοιμοθάνατη ή νεκρή. Χρειάζεται και έρευνα σε σώματα κειμένιον. Αν βρούμε εμφανίσεις της λέξης σε σημερινά κείμενα, και ιδίως σε σημερινά συμφραζόμενα, συμπεραίνουμε μη 11

7 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ εξαφανισμένη τη λέξη, όπως ο ζωολόγος ανακοινώνει ότι υπάρχουν ακόμα πληθυσμοί του χρυσαετοΰ και του αργυροπελεκάνου στον τάδε βιότοπο. (Βέβαια, τις λέξεις κάποιοι τις ξεθάβουν, αλλά ας μη γίνουμε μακάβριοι.) Φυσικά, η επιλογή του λημματολογίου του βιβλίου είναι υποκειμενική. Εδώ που τα λέμε, πώς θα μπορούσε να μην είναι, αφού το ζητούμενο ήταν να επιλεγούν 366 σπάνιες και ενδιαφέρουσες λέξεις από τις πολύ περισσότερες υποψήφιες. Αλλά και γενικότερα στη γλώσσα είμαστε περισσότερο υποκειμενικοί απ όσο συνειδητοποιούμε. Ένα παράδειγμα είναι οι ντοπιολαλιές. Νομίζουμε ότι μια λέξη είναι πανελλήνια, επειδή έχουμε γαλουχηθεί μαζί της, ενο5 στην πραγματικότητα είναι γνωστή σε στενότερο κύκλο. Θυμάμαι το παράδειγμα του σαλονικιού δασκάλου, που έτυχε να διδάξει σε τάξη με παιδιά από την Αθήνα - σε μια άσκηση τους έβαλε τις λέξεις όζα (το βερνίκι των νυχιών) και παϊτόνι (το αμαξάκι) και δοκίμασε μεγάλη έκπληξη όταν συνειδητοποίησε ότι κανένα παιδί δεν τις γνώριζε. (Το ίδιο έπαθα κι εγώ όταν διαπίστωσα πως κανείς από τους γνωστούς μου δεν γνώριζε τη λέξη πρωτοφονήοιμος για τα φρούτα, που την είχα μάθει πολύ μικρός από τη μυτιληνιά γιαγιά μου.) Βέβαια, το παϊτόνι και η όζα δεν υπάρχουν στο βιβλίο αυτό, επειδή βρίσκονται στο Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, άρα εξ ορισμού αποκλείονται. Υπάρχει και ο αντίστροφος υποκειμενισμός: να νομίζεις πως μια λέξη ανήκει αποκλειστικά στη μητρική ντοπιολαλιά σου και στην πραγματικότητα να ανήκει σε πολλές άλλες- θυμάμαι την έκπληξη που δοκίμασε ένας κερκυραίος φίλος όταν βρήκε το σκουτί, που το θεωρούσε ατόφιο κερκυραϊκό, σε μια συλλογή «ευρυτανικών» λέξεων (εδίο χρειάζονται τα εισαγωγικά γιατί το σκοντί είναι πανελλήνια λέξη). Στα πιο πάνω κριτήρια έκανα μερικές εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, έκανα συνειδητά εξαίρεση στον κανόνα να μη διαλέγω λέξεις που να λέγονται αποκλειστικά σε μία περιοχή- διάλεξα λοιπόν από τις μεγάλες διαλέκτους (επτανησιακή, κρητική, ποντιακή, κυπριακή) μερικές λέξεις που ίσως δεν είναι γνωστές αλλού, έτσι για γεύση, π.χ. το επτανησιακό μπιστιού, τα ποντιακά καρτόφια, την κυπριακή τσαέρα, τον κρητικό μπέτη. Όμως αυτές οι εξαιρέσεις είναι μετρημένες στα δάχτυλα. 12

8 ΙΙΡΟΛΟΓΟΣ Εξαιρέσεις έκανα και στον κανόνα που απορρίπτει τους νεολογισμούς ας πούμε, έχω βάλει μια λέξη που δεν είναι βέβαια νεολογισμός αλλά πάντως είναι σχετικά φρέσκια, μεταπολεμική: τη λέξη φούφοντος. Έχω ακόμα τρεις λέξεις που τις συμπεριλαμβάνει το λεξικό Μπαμπινιώτη (άρα παραβιάζουν τον «απαράβατο» κανόνα), όμως με άλλη σημασία ή τύπο, ενώ τη λέξη γαζέτα την είχε το ίδιο λεξικό σε προηγούμενες εκδόσεις, αλλά στην τελευταία έκδοση την αφαίρεσε: αυτό τον εξοβελισμό τον θεώρησα τεκμήριο σπανιότητας και έτσι συμπεριέλαβα τη λέξη στη συλλογή. Είναι αλήθεια ότι σχεδόν τα τρία τέταρτα των λέξεων του λημματολογίου είναι γλωσσικά δάνεια, αλλά αυτό είναι επόμενο σε ένα δείγμα με σπάνιες και ενδιαφέρουσες λέξεις. Ο γλωσσικός δανεισμός είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά φαινόμενα και, σε αντίθεση με τον οικονομικό υπερδανεισμό, δεν καθηλώνει αλλά αναζθ)ογονεί - δείτε την αγγλική, η οποία χάρη στον εύκολο δανεισμό από παντού απέκτησε το πλουσιότερο λεξιλόγιο από όλες τις σύγχρονες γλώσσες. Κι έπειτα, πώς θα λογαριάσεις τις λέξεις που έχουν περάσει από σαράντα κύματα; Το κάσαρο, λόγου χάρη, που ξεκίνησε από το λατινικό castrum, πέρασε στο βυζαντινό κάστρον, από εκεί στο αραβικό qasr, ύστερα στο βενετικό cassaro και στερνά στο νεοελληνικό κάσαρο, τι θα το λογαριάσουμε; Λατινική, αραβική, βενετική ή ντόπια λέξη; Ή μήπως με ποσοστά; Αχαρο δεν είναι αυτό το μπακαλίκι; Ωστόσο, ομολογώ πως στην επιλογή ήμουν μεροληπτικός αφενός, έχω πολλά αντιδάνεια (κάπου τριάντα), επειδή τυχαίνει να ασχολούμαι εδώ και καιρό με αυτό το φαινόμενο κι έτσι είχα πολύ έτοιμο υλικό. Κι έπειτα, έδειξα μεροληψία στην επιλογή αποσπασμάτων από τη λογοτεχνία: υπεραντιπροσωπεύονται λογοτέχνες, σαν τον Παπαδιαμάντη - εδώ είναι θέμα ευτυχούς συνάντησης: η αγάπη μου και η γνώση μου για το έργο του συναντάει την ύπαρξη γερών βοηθημάτων (την κριτική έκδοση των Απάντων και το Ετυμολογικό γλωσσάρι του Κ. Καραποτόσογλου). Και ο Κοτζιούλας έχει έντονη παρουσία, επειδή έδινε μεγάλη προσοχή στην ντοπιολαλιά και επειδή έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα με το έργο του και ετοιμάζω μια μελέτη για το λεξιλόγιό του. 13

9 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Για πολλές από αυτές τις λέξεις θα μπορούσα να πω πολΰ περισσότερα, αλλά προτίμησα τα πολλά και σύντομα άρθρα παρά τα λιγότερα και μεγαλύτερα. Έτσι, έβαλα όριο τις 200 λέξεις (αν και έγινε υπέρβαση σε λίγες περιπτώσεις). Μέσα σε τρεις παραγράφους και 200 λέξεις δεν μπορώ πάντοτε να πω όσα θα ήθελα, ελπίζω όμως να έχω κάνει μια ικανοποιητική παρουσίαση που θα σας ανοίγει την όρεξη να ερευνήσετε περισσότερο. Γιατί άραγε 366 λέξεις; Η απλή απάντηση είναι: επειδή τόσες μέρες έχει ένας χρόνος (με πρόβλεψη για τα δίσεκτα). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να διαβάζει κανείς ένα άρθρο την ημέρα, ούτε ότι το βιβλίο θα αυτοκαταστραφεί μόλις περάσει ένας χρόνος, αντίθετα θα διατηρήσει όλη την... ανεπικαιρότητά του και τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, το βιβλίο δεν είναι ανάγκη να το διαβάσετε μονοκοπανιά ή από την αρχή ώς το τέλος - αφού τα άρθρα είναι αυτοτελή, μπορείτε να το πιάνετε και να το αφήνετε- νομίζω ότι είναι καλό για βιβλίο κομοδίνου. Μπορεί επίσης να το βρείτε χρήσιμο σαν βάση για παιχνίδια συναναστροφών με την παρέα σας. Σε κάθε περίπτωση θα είναι χαρά και τιμή μου αν διασκεδάσετε διαβάζοντας το βιβλίο, αν η περιπλάνησή σας στις λιγότερο χαρτογραφημένες περιοχές του λεξιλογίου μας, στις λέξεις που χάνονται, αποδειχτεί τερπνή και ωφέλιμη, γιατί όχι και συναρπαστική. (Ακόμα μεγαλύτερο καμάρι θα νιώσίο αν αρχίσετε να χρησιμοποιείτε κάποιαν από τις λέξεις του βιβλίου- μερικές από αυτές είναι λέξεις πραγματικά χρήσιμες, με την έννοια ότι δεν υπάρχει ακριβές συνώνυμό τους.) Μια διευκρίνιση: για το καθένα από τα αρθράκια των 200 (το πολύ) λέξεων, χρειάστηκε να ερευνήσω και να συμπυκνώσω πολλαπλάσιο υλικό' απέφυγα τον υπομνηματισμό, γιατί, αν ήθελα να τεκμηριώσω σχολαστικά κάθε παράθεμα, θα έπρεπε να βάλω πάνω από χίλιες υποσημειώσεις, κάτι που δεν θα ταίριαζε σε ένα βιβλίο κομοδίνου, αλλά μάλλον σε διατριβή. Αυτό δεν είναι υπεκφυγή για να σας πλασάρω αστήρικτες εικασίες. Όπου έχω κάποιον ισχυρισμό που ξεφεύγει από τα όσα λένε τα βασικά έργα αναφοράς, αναφέρω την πηγή. Κι αν κάπου έχετε απορία, μπορείτε να μου στείλετε ηλεμήνυμα στο και θα πάρετε απάντηση! 14

10 11Ρ0Λ 0Γ0Σ Και αυτό το βιβλίο μου, όπως και τα δύο προηγούμενα, το Γλώσσα μ ετ εμποδίοιν και το Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία, οφείλει πολλά στο Διαδίκτυο. Καταρχάς, αρκετά άρθρα (όχι πολλά όμως) πρωτοδημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία (sarantakos.wordpress.com) και ο σχολιασμός από τους φίλους επισκέπτες υπήρξε πολύτιμος. Ακόμα, στο γράψιμο του βιβλίου έχω χρησιμοποιήσει πόρους που προσφέρονται στο Διαδίκτυο και ιδίως τη μηχανή αναζήτησης Γκουγκλ. Αν ξέρει κανείς να διαβάσει τα αποτελέσματα των αναζητήσεων μπορείνα βγάλει πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα, μια και η αναζήτηση γίνεται σε ένα τεράστιο σώμα κειμένων. Ειδικότερα, η δυνατότητα αναζήτησης μέσο;) Γκουγκλ στο κείμενο παλιών βιβλίων (books.google.com) μπορεί να βοηθήσει καθοριστικά όποιον καταπιάνεται με την ιστορία των λέξεων, αν και -τουλάχιστον για την ελληνική γλώσσα- οι περισσότερες πηγές εξακολουθούν να βρίσκονται εκτός Διαδικτύου και εκτός επίγραμμικής πρόσβασης (όεν είναι ονλάιν, ελληνιστί). Ευχάριστο') θερμά τους συναδέλφους και φίλους Τάκη Δρεπανιώτη και Νίκο Λίγγρη, στυλοβάτεςτου διαδικτυακού μεταφραστικού φόρουμ Λεξιλόγια (www.lexilogia.gr), που διάβασαν το τελικό δακτυλόγραφο και έκαναν πολλές χρήσιμες υποδείξεις, τον συνάδελφο και φίλο Σάκη Σεραφείμ, επίσης εκλεκτό στέλεχος της Λεξιλογίας, για τη βοήθειά του στην τεκμηρίωση, καθο5ς και τον συνάδελφο και φίλο Νίκο Λυκιαρδόπουλο που διάβασε μια πρώτη μορφή του κειμένου και που μαζί του είχα χρήσιμες συζητήσεις για τη μεθοδολογία του βιβλίου. Η φίλη Ηρο) Δια μαντού ρου και ο Θωμάς Σύψας, που είναι και συντελεστές του λεξικογραφικού ιστότοπου slang.gr, διάβασαν ένα μέρος του κειμένου και έκαναν χρήσιμες προτάσεις- από το slang.gr, που το θεο)ρώ έξοχο συλλογικό εγχείρημα και όχι μόνο για την αργκό, έχω αντλήσει αρκετό υλικό του βιβλίου. Πολύ χρήσιμη στάθηκε επίσης η επικοινωνία, μέσω ηλεταχυδρομείου, με φίλους, όπως ο Yusuf Gnrsey, ο Νίκος Κούρκουλος, ο Βάιος Λιαπης, ο Παναγιώτης Μοσχοβίτης, ο Μαρίνος και ο Γιώργος Σαρηγιάννης. Πρέπει να εξάρω την πολύτιμη βοήθεια του γλωσσολόγου ετυμολόγου Κώστα Καραποτόσογλου, ο οποίος έλυσε αρκετές 15

11 a i:hi;il h o y χ λ ν ο ν τ λ ι απορίες μου με σχόλιά του στο ιστολόγιο sarantakos.wordpress.com και με προσωπική επικοινωνία. Ευχαριστίες οφείλω φυσικά στον Γιάννη Νικολόπουλο, των Εκδόσειον του Εικοστού Πρώτου, που όχι μόνο αγκάλιασε την ιδέα του βιβλίου αλλά και με εύστοχες προτάσεις συνδιαμόρφωσε τη δομή του. Επίσης, στους πολλούς φίλους, επισκέπτες και τακτικούς σχολιαστές του ιστολογίου μου, που με βοήθησαν καθοριστικά στη διερεύνηση της σημερινής χρήσης και της εξάπλωσης σπάνιων λέξεων - πολλές συζητήσεις μας μετατράπηκαν σε αληθινά εργαστήρια διαλεκτολογικής έρευνας και μου επέτρεψαν να συνειδητοποιήσω καθαρότερα ότι λέξεις που θεωρούνται περιορισμένες τοπικά στην πραγματικότητα απούγονται σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χοόρου. Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν. Επαναλαμβάνοντας την τελευταία παράγραφο από την αντίστοιχη ενότητα του προηγούμενου βιβλίου μου, θέλω να εκφράσο), τέλος, ευχαριστίες στους γονείς μου που δεν στραβομουτσούνιασαν όταν εγκατέλειψα την ευθεία οδό της καριέρας του μηχανικού για τον αβέβαιο ωκεανό της γλώσσας, και ειδικότερα στον πατέρα μου Δημήτρη Σαραντάκο που με ενθάρρυνε και με κέντριζε να γράφω όλα αυτά τα χρόνια σημειοόματα για το περιοδικό Φιοτίκι που έβγαζε. Τέλος, στη γυναίκα μου Αγγελική και στις κόρες μου, την Εύη και την Αννα, που ομορφαίνουν τη ζωή μου και δεν δυσανασχετούν όταν ασχολούμαι με αλλότρια. Νίκος Σαραντάκος Η>

12 Λέξεις που χάνονται

13 ΥΠΟΜΝΗΜΑ λ. = λέξη ρ. = ρήμα φρ. = φράση *(λέξη): πριν από μία λέξη, ο αστερίσκος σημαίνει ότι η λέξη αυτή είναι αμάρτυρη, δηλαδή δεν εμφανίζεται σε κείμενα, αλλά η ύπαρξή της τεκμαίρεται έμμεσα. (λέξη)*: έπειτα από μια λέξη, ο αστερίσκος σημαίνει ότι η λέξη αυτή είναι λήμμα του βιβλίου. Δεν διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου, παρά μόνο σε λίγες περιπτώσεις όπου κρίθηκε ότι εκφράζει την ατμόσφαιρα της εποχής. Μία από αυτές είναι ο τίτλος της Οδνοκιας του Καζαντζάκη. IS

14 αβαγιανός Ταιριάζει να αρχίσουμε την περιήγησή μας στο περβόλι των σπάνιων λέξεων μ ένα λουλούδι! Ο αβαγιανός είναι η αγριολεβάντα, αρωματικό φυτό με μπλε λουλούδια. Από τχ\ βαγιά, που ανάγεται στο αρχαίο βαΐς, λέξη κοπτικής καταγωγής* από την ίδια λέξη και τα βάγια. Ο αβαγιανός ακούγεται κυρίως στη Λέσβο, αλλά και στη λογοτεχνία χρησιμοποιείται. Μόνο το μνημειώδες Ελληνοαγγλικό λεξικό του Γεωργακά, από το οποίο έχει εκδοθεί μόνο το γράμμα Α, έχει τη λέξη. Είναι και επιόνυμο. Επειδή ο αβαγιανός ανθίζει κοντά στο Πάσχα, είναι από τα κατεξοχήν λουλούδια του πασχαλιάτικου διάκοσμου, ιδίως στον Επιτάφιο: «Ύστερα ερχόταν το κουβούκλιο από τον Επιτάφιο, χαμένο κάτω από τις βιόλες και τους αβαγιανούς» (Μυριβήλης, Ο Βαοίλης ο Αρβανίτης), ή: «Η δάφνη, η μυρσίνη, ο βασιλικός, το δεντρολίβανο, ο αβαγιανός, ήτανε αγιασμένα» (Κόντογλου). Τη λέξη τη χρησιμοποιεί κατ επανάληψη, σαν μοτίβο, ο Δ. Λιαντίνης: «Στους δρόμους που γκιζέριζα καθώς γιουδαίοι και ατσίγγανοι / ό,τι έσπερνες εθέριζα, αβαγιανούς και ρίγανη». Και ο Π. Κριναίος: «ν αποθέσει στα πόδια της Θεοτόκου ένα μάτσο από αβαγιανό και θυμάρι» - αντέχεται τόση ευωδιά; αβοκάτος Ο δικηγόρος. Και αβονκάτος. Και ως εποονυμο. Η λέξη δεν υπάρχει στα σημερινά λεξικά, ούτε στον Δημητράκο, παρά μόνο στον Πάπυρο. Δάνειο από το ιταλικό awocato που σημαίνει το ίδιο, και που ανάγεται στο λατινικό advocare. Η λ. μπήκε στη γλώσσα μας με τη Φραγκοκρατία (πρώτη εμφάνισή της στο Χρονικόν τον Μορέως) και δεν περιορίστηκε στα Επτάνησα και την Κρήτη, αλλά έγινε πανελλήνια - και στα ποντιακά είναι αβονκάτος, αλλά μέσω τουρκικών (avukat). Καθώς πρόκειται για «θεσμική» λέξη, εύκολα αντικαταστάθηκε από τον δικηγόρο μόλις φτιάχτηκε το νεοελληνικό κράτος και τα δικαστήρια άρχισαν τη λειτουργία τους. Σήμερα χρησιμοποιείται 19

15 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ σπάνια και συνήθο>ς περιπαικτικά. Όταν ο Μακρυγιάννης παραπονιέται ότι επί Όθωνα, με τις διώξεις των αγωνιστών, «θησαύρισαν οι κριταί μας και οι αβοκάτοι μας», χρησιμοποιεί τη λέξη που ήταν ακόμα σε χρήση. Ό ταν όμως ο Παλαμάς, το 1909, στα Σατιρικά γυμνάσματα γράφει «οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι, κομματάρχηδες και κοτσαμπασήδες», χρησιμοποιεί επίτηδες τον παλιωμένο και ξενόφερτο όρο μειωτικά, για δείνωση. Αν ο αβοκάτος έχει σχεδόν ξεχαστεί, τα τελευταία χρόνια μπήκε στη ζωή μας το αβοκάντο, ο μεξικάνικος καρπός. Πρόκειται για παρετυμολογία: στη γλώσσα των Αζτέκων ήταν ahuakatl, στα μεξικάνικα ισπανικά aguacate, και παρετυμολογήθηκε στα καστιλιάνικα ως avogado (δικηγόρος) και στα αγγλικά avocado. αγγρίζω Αγγρίζο) θα πει ερεθίζω, ενοχλώ' προκειμένου για ζώα, βρίσκομαι σε περίοδο οργασμού. Άγγρισμα είναι, σύμφιονα με τον ορισμό του Σεφέρη στο Βνσσινί τετράδιο, «η καύλα των ζώων», αλλά για ανθρο> πους είναι η δυσαρέσκεια. Αγγρισμένο άλογο είναι το ερεθισμένο, είτε σεξουαλικά είτε αλλιώς. Όλες o l λέξεις αυτής της οικογένειας βρίσκονται γραμμένες και με «γκ», αγκρίζω κτλ. Ετυμολογούνται από το αρχαίο αγρίζω, από το άγριος. Στο Άξιον Ε στίτου Ελύτη υπάρχει ο στίχος: «ιδού εγώ καταντικρύ [...] της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε, γαστέρας το άγγρισμα», ενώ ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη «χτυπούσε μανιασμένος το μαστίγι, και τ άλογα χλιμιντρούσαν αγγρισμένα κι έτρεχαν». Και: «Η μάζα παφλάζει, ένα πελώριο, άγριο, αγκρισμένο ζθ)θ που ξεχειλίζει από χυμούς», σε πρόσφατη μετάφραση του Ελίας Κανέτι από την Τζένη Μαστοράκη. Οι λέξεις αυτές είναι ζιοντανές τουλάχιστον στην Κρήτη, στη Λέσβο και ιδίως στην Κύπρο, όπου συχνά βρίσκουμε τη λ. αγγρισμένος με τη σημασία «θυμωμένος» σε εφημερίδες και ιστολόγια, π.χ. «είναι αγγρισμένος γιατί έχασεν» (στις εκλογές). Μερικοί μάλιστα έχουν την εντύπωση ότι πρόκειται για πρόσφατο δάνειο από το αγγλικό angry! 20

16 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ αγκλιά Αγκλιά είναι σκεύος με το οποίο αντλούμε νερό ή μεταγγίζουμε νερό ή άλλο υγρό από το ένα δοχείο στο άλλο- ειδικότερα, αντλιά είναι η κομμένη στα δυο ξερή νεροκολοκύθα που χρησίμευε παλιότερα σαν πρόχειρο αντλητήρι, π.χ, για κρασί ή άλλο ποτό- συνεκδοχικά, αγκλιά είναι η ποσότητα που αντλείται. Η λ. ετυμολογείται από το αρχαίο αντλία > αντλιά > αγκλιά. Υπάρχει και ρ. αγκλώ. Σχεδόν πανελλήνια κάποτε. Σε ένα δημοτικό τραγούδι, η κόρη βγάζει νερό από το πηγάδι και, σε μια από τις παραλλαγές, «σαράντ αγκλιές ανέσυρε και δεν ανατρανίζει [δεν σηκώνει τα μάτια]». Σε πρόσφατο μυθιστόρημα (Ελένη Τσαμαδού, Ο χορός των μυστικών), διαβάζω: «Ξεκούμποοσε το πουκαμισάκι της, πήρε λιγουλάκι νερό με την αγκλιά και έβρεξε το πρόσωπο και το λαιμό της». Σε υποσημείωση εξηγείται ότι την ξερή κολοκύθα «την ανοίγουν και μοιάζει με μεγάλη κουτάλα, για να παίρνουν το νερό από τον κουβά». Πολύ φυσικό ήταν και η ίδια η νεροκολοκύθα να ονομαστεί αγκλιά, ακόμα κι όταν δεν χρησιμοποιείται κομμένη στα δυο. Σε αναμνήσεις διάβασα ότι τα παιδιά μάθαιναν κολύμπι με «ένα ζευγάρι αγκλιές» - λύση πιο οικολογική από τα πλαστικά μπρατσάκια που έχουμε σήμερα. αζάπης Ο αζάπης, λένε τα παλιότερα λεξικά, είναι ο ανύπαντρος, ο ελεύθερος, ο ατίθασος είναι όμως και ο καημένος, ο δυστυχισμένος. Το μπέρδεμα οφείλεται στο ότι στην πραγματικότητα έχουμε δύο λέξεις, και τις δυο δάνεια, την πρώτη από το αραβοτουρκικό azab- azap (στρατιώτης ή ναύτης Τούρκος, υποχρεωμένος να μένει άγαμος) και τη δεύτερη, παλαιότερη, από το αραβικό azap = τιμωρία, βασανιστήριο. Γι αυτό, σε παλιότερα λεξικά υπάρχουν δύο χωριστά λήμματα για τον αζάπη. Είτε με τη μια σημασία είτε με την άλλη, ο αζάπης είχε ευδόκιμη σταδιοδρομία στην ελληνική ποίηση, διότι ικανοποιεί μια βασική 21

17 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ ανάγκη: είναι μια από τις λιγοστές βολικές λέξεις που κάνει ρίμα με την αγάπη (μαζί με τον αράπη, τον σατράπη και μερικές ακόμα). Πολύ συχνός είναι στον Ερωτόκριτο και τα άλλα κρητικά της εποχής, με τη σημασία του καημένου, π.χ. Σ τούτην την παίόαν ήτονε κι ο Ερωτόκρι- τος ο αζάπης! θνμώντας τα σνχνιά σνχνιά τα λόγια της Αγάπης. Με την πραίτη σημασία, ακόμα ακούγεται το ποίημα Γόης του μεγάλου γόη της ελληνικής ποίησης, του Ρώμου Φιλύρα, που τον τρέλανε ο μαστροπός λαός:' Εγώ είμαι ο πλανερός αζάπης / που στήνω βρόχια της αγάπης και την τσακώνίο στη βραγιά, / και την πλανεύω με λογάκια που ξέρουν μόνο τα πουλάκια / για να τα λεν μες τη φωλιά. αθάσι Αθάσι είναι το αμύγδαλο, ιδίως το νωπό ή το αφράτο αμύγδαλο. Η λ. δεν υπάρχει στα νεότερα λεξικά, και εδώ που τα λέμε δεν πρέπει να λέγεται και πάρα πολύ στην εποχή μας στα ελλαδικά ελληνικά, αλλά στην Κύπρο ακούγεται συχνότατα. Αν όμως η λέξη επιζεί στην Κύπρο, η καταγωγή της, όπως ίσως υποψιαστήκατε, είναι από τη Θάσο! Οι αρχαίοι τα αμύγδαλα τα ονόμαζαν και «θάσια κάρυα», επειδή πολύ καλά αμύγδαλα έβγαζε η Θάσος (και το κάρνα που σημαίνει «καρύδια» ήταν επίσης γενικός όρος για όλους τους καρπούς με κέλυφος). Ό πω ς έχει συμβεί πάμπολλες φορές, το ουσιαστικό εξέπεσε και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε, έτσι στα νεότερα χρόνια τα αμύγδαλα ειπώθηκαν και θάσια ή θιάσια. Οι Βυζαντινοί είχαν ένα αναψυκτικό από αμύγδαλα, ίσως ανάλογο της σουμάδας, που το έλεγαν θασόρροφον. Αθασιά, φυσικά, λέγεται η μυγδαλιά. Δοκιμάστε λοιπόν να πείτε τον εξής κυπριακό γλωσσοδέτη: «Η αθασιά της Αϊσιές αν έσιει αθάσια ας έσιει!» J. Με την υποχώρηση της παραδοσιακής ποίησης, ο αζάπης ξεχάστηκε. "Ισως ξανανιώσει τώρα που η ομοιοκαταληξία έχει κάνει ορμητικήν επάνοδο. Τον βρίσκω παντιος αε πεζογράφημα του νεότερου συγγραφέα Σάκη Σερέφα. 22

18 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ αθιβολή Λέξη με πολλές σημασίες, αθιβολή είναι η αμφιβολία* ο λόγος, η συζήτηση' αλλά και η μνεία για κάποιον, π.χ. «χτες βράδυ είχαμε τη αθιβολή σου», δηλαδή, συζητούσαμε για σένα1είναι όμως και η σκέαμη ή η θύμηση. Από το μεσαιωνικό αμφίβολη < αμφιβολία. Η λέξη είναι εμβληματική του κρητικού ιδιώματος, αν και ακουγόταν παλιότερα και σε άλλες περιοχές. Συχνό μοτίβο σε δημοτικά τραγούδια είναι το «αθιβολή δεν είχανε κι αθιβολή ευρήκαν» (δηλαδή θέμα για συζήτηση), ενο5 για κάποιον που φέρεται εκκεντρικά λένε πως «έγινε αθιβολή της γειτονιάς». Φυσικά, η λ. είναι συχνή στις μαντινάδες, π.χ. «Αν τύχει και μου φέρουνε αθιβολή για σένα, ξανοίγω αλλού να μη φανούν τα μάθια μου κλαμένα». Και «αθιβολές μέσα στη νύχτα μού ταράζουνε το νου», τραγούδησαν οι Χάίνηδες. Αθιβολές λέγονται και οι ευτράπελες διηγήσεις, και είναι συχνός τίτλος σε συλλογές ανεκδότων, συχνά γραμμένων σε τοπικό ιδίωμα. Ξαδερφάκι της αθιβολής είναι η λεσβιακή αφλονγή (αμφίβολη > αφιβολή > αφλουγή) και σημαίνει κουτσομπολιό, κουβεντολόι, δηκτικό σχόλιο. Συχνός τίτλος σε στήλες παραπολιτικών σχολίων στις τοπικές εφημερίδες. αΐλανθος Και άιλαντος και αειλανθος, μια σπάνια λέξη για ένα μάλλον κοινό δέντρο, ιθαγενές της ανατολικής Ασίας, που όμως ευδοκιμεί στην Ελλάδα, όπου εισήχθη στα χρόνια του Όθωνα. Το βοτανικό του όνομα είναι Ailanthus altissima, από το ailanto ή aylanto, λ. ινδονησιακής γλώσσας που σημαίνει «δέντρο του ουρανού». Η γραφή ailanthus/άίλανθος είναι παρετυμολογική προσαρμογή στο «άνθος», ενώ η γραφή «αειλανθος» στο «αεί». Περιέργως, τα νεότερα λεξικά δεν έχουν τη λέξη. Το λαϊκό του όνομα είναι βρομοκαρνόιύ, επειδή πράγματι είναι δύσοσμο. Σε άρθρο του, το 1946, ο Κ. Καρθαίος ομολογούσε ότι 23

19 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝ ΤΑΚΟΣ «όποιος θελήσει να το μνημονέψει με το κοινό του όνομα σε λογοτεχνικό κείμενο, θα βρεθεί σε δύσκολη θέση. Μα στη βοτανική το βρίσκουμε μ ένα πολύ ωραίο όνομα. Λέγεται άίλαντος». Ο Οδυσσέας Ελύτης το απαθανάτισε στα Ρω τον έρωτα: «Φθινόπωρο και πάλι μού γυρίζει ο νους / στην ξύλινη παράγκα με τους α'ιλανθους». Ο α'ίλανθος αναπτύσσεται γρήγορα και φτάνει σε ύψος τα 20 μέτρα και τον προτιμούν για αναδασώσεις. Είναι όμως χωροκατακτητικό είδος, δηλαδή εκτοπίζει τα ντόπια. Κάποιοι, υπερβάλλοντας μάλλον, έγραψαν ότι σε πενήντα χρόνια η Ελλάδα θα έχει γίνει ένα απέραντο δάσος από αίλανθους! ακράνης Ακράνης είναι ο φίλος, ο συμπολεμιστής, ο σύντροφος. Η λ. είναι δάνειο από το τουρκικό akran, που σημαίνει «συνομήλικος», «όμοιος»* αραβικής αρχής. Δεν ακούγεται πια στις μέρες μας, αλλά τα παλιότερα λεξικά την έχουν. Τη βρίσκουμε σε ακριτικό τραγούδι από την Κάρπαθο, όπου «κι ο Κωσταντίνος ο μικρός ας ελιανοτραούει τ ακράνη του τ Ανδρόνικου του νιου του παινεμένου». Ο ακράνης αποδίδει ακριβώς το αρχαίο εταίρος, και γι αυτό το χρησιμοποίησαν πολύ οι Καζαντζάκης-Κακριδής στις ομηρικές μεταφράσεις τους, π.χ. «σέρνει φωνή κι ανακαλέστηκε τον γκαρδιακό του ακράνη» (Ψ 179), ή «Ευτύς φωνάζει του Αλκιμέδοντα, του γκαρδιακού του ακράνη» (Ρ 500), ή «που τον τρανό, καλόκαρδο, σου χει σκοτώσει ακράνη» (Φ 96). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το ομηρικό κείμενο έχει εταίρος. Ο Σταύρος Βαβούρης σχολίασε ειρωνικά σε δικό του ποίημα τη χρήση αυτής της λέξης (μιλώντας για τον Πυλάδη):2 «Ο Ορέστης θα ταν σε όλα / ακράνης του που λένε κολλητός / ο Κακριδής κι ο Καζαντζάκης στην Ιλιάδα τους». 2. Κι ύστερα, έπειτα, μετά ή Σχόλιο στους μετα-τραγικονς Ατρείδες, περιοδικό Λέξη τχ

20 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ αλικοντίζοο Αλικο ντίζω ή αλικουντίζω ή αλικουντάω σημαίνει εμποδίζω κάποιον, τον καθυστερώ, του παρεμβάλλω προσκόμματα, τον κάνω να σταματήσει τον δρόμο του ή να αναβάλει μια δουλειά. Είναι δάνειο από το τουρκικό ρ. alikomak, που σημαίνει «κατακρατο5», «εμποδίζω», ή μάλλον από τον αόριστό του, alikodim. Σπάνιο σήμερα. «Με τα τέσσερα καριοφίλια τους γυρεύουν ν αλικοντίσουν τις χιλιάδες τους Τούρκους που ροβόλαγαν πήχτρα να περάσουν το γεφύρι», περιγράφει ο Δ. Φωτιά δη ς (Καραϊσκάκης) τη μάχη στην Αλαμάνα. Και στην ερωτική αντιζηλία, αχον Πύργο τον Α κροπόταμον του Χατζόπουλου, η Μαριώ «βάζει όλα της τα δυνατά να μπει παντού εμπρός από την Κούλα, να την παραμερίσει ή τουλάχιστο να την αλι.κοτήσει». Σε μια κρητική εφημερίδα διάβασα ότι «η φτιυχεια δεν αλικοντίζει την ευτυχία». Αλικοντίζομαι, στη μέση φωνή, σημαίνει «δεν καταφέρνω να κάνω τη δουλειά που έχω ξεκινήσει», όπως στο δίστιχο «Ήμουν για να πηγαίνω και μπαρκαρίστηκα / κι είδα τα δυο σου μάτια κι αλικοντίστηκα» ή «Κανονικά θα είχα τελειώσει, αλλά μου ήρθαν μουσαφίρηδες κι αλικοντίστηκα». αλιτζές Ο αλιτζές είναι το ξανθότριχο, το πυρρόξανθο άλογο. Λέξη καθιερωμένη στην πολύ πλούσια και τυποποιημένη ιππική ορολογία, υπάρχει σε μερικά παλαιότερα λεξικά και χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία, τόσο σαν ουσιαστικό (ένας αλιτζές) όσο και σαν επίθετο για το χρώμα του αλόγου (το αλιτζέ άλογο). Παρόλο που ακούγεται τουρκογενής, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη πρόκειται για δάνειο από το γαλλικό alezan, που δηλώνει αυτό ακριβώς το χρώμα των αλόγων - αξίζει να σημειωθεί ότι η γαλλική λέξη χρησιμοποιείται μόνο για τα άλογα, όχι για άλλα αντικείμενα με ξανθό χρώμα. Η γαλλική λέξη, μέσω ισπανικών (alazan), ανάγεται στο αραβικό az ar (κοκκινωπός). 25

21 ΝΙΚΟΣ ΣΛΡΑΝΤΑΚΟΣ Αν είναι σο)στή η άποψη για τη γαλλική ετυμολογία, η λ. θα πέρασε στα ελληνικά όταν το ιππικό οργανώθηκε από γάλλους ειδικούς στις αρχές του 20ού αιοίνα. Μιαν «αλιτζέ φοράδα» βρίσκω σε διήγημα του Γιάννη Μαγκλή. Στην κλασική μετάφραση της Αννας Καρένινα, που επανεκδόθηκε πρόσφατα, στη σκηνή της ιπποδρομίας, ο Αρης Αλεξάνδρου βάζει έναν «αλιτζέ κέλητα», χωρίς υποσημείωση - προκαλώντας ίσιος απορία στον σημερινό αναγνίόστη, τουλάχιστον στον όχι φίλιππο. άμια Άμια είναι η θεία, και γενικότερα κάθε γυναίκα περασμένης ηλικίας, συχνά ως προσφώνηση από νεότερους. Η λ. ακούγεται ακόμα στη Σύρο, στην Τήνο, στη Χίο και σε πρόσφυγες από τη Μικρασία, αλλά δεν υπάρχει στα περισσότερα λεξικά. Πρόκειται για δάνειο από τα ενετικά (amia), που ανάγεται στο λατινικό amita, που σήμαινε την εκ πατρός θεία, μια διάκριση που δεν πέρασε στα νέα ελληνικά (αλλά διατηρήθηκε στο βυζαντινό άμιτα). Ό πως και το πολύ πιο διαδεδομένο συνώνυμό του, το θεία, το άμια χρησιμοποιείται σαν προτακτικό, και σ' αυτή την περίπτωση είναι άκλιτο. Για παράδειγμα, στην αυτοβιογραφία της, η Άννα Σικελιανού θυμάται ότι το εξοχικό τους σπίτι στη Σύρα ήταν δίπατο, «ενο) της αμια-σπεράντζας ή της αμια-καλής, όπως κι όλατ άλλα, ήτανε μονόπατα, στραμμένα με χώμα, και μυρίζανε από τα ζωντανά τους». Άλλωστε, «Τα μόνα αληθινά στοιχεία στη θυσία / είναι το πρόσφορο της αμια-πρασίνας / και το κεράκι του καπετ Αυγουστή» (Ματθαίος Μουντές, Νηπιοβαπτισμός). αμόντε Αμόντε θα πει μάταια, στα χαμένα, συχνά σε φράσεις με το ρήμα πηγαίνω, π.χ. «οι κόποι μας πήγαν αμόντε», δη λ. πήγαν στράφι ή «πήγε 26

22 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ αμόντε», δηλαδή καταστράφηκε. Δάνειο από το ιταλικό a monte, κατά λέξη «στο βουνό»' η ιταλική ιδιοοματική φράση andare a monte σημαίνει «καταστρέφομαι, αποτυγχάνίο». Με αυτή τη σημασία, η λ. ακούγεται. στα Επτάνησα, στην Κρήτη, στη Λέσβο. Για παράδειγμα, σε ζακυνθινή εφημερίδα διάβασα για «τη μελέτη λιμνοδεξαμενών που η υπόθεση πήγε αμόντε, γιατί οι κάτοικοι ξεσηκοίθηκαν για να μη γίνει το έργο». Στη Βαβυλωνία του Βυζάντιου, όταν τελικά το επεισόδιο λήξει χωρίς να μπει κανείς στη φυλακή, ο επτανήσιος αστυνόμος παραπονιέται: «Κρίμα σ τσι κόπους μου, και σ τσι φιονές μου... ούλα πάν αμόντε». Ο Κεφαλονίτης Μικέλης Άβλιχος έγραψε ειρωνικά: «και πέσει λύκος [παράσιτο] στο φτοοχό κουκί μας / και πάει τότε αμόντε η φύτεψή μας». Όμως, το αμόντε είναι και χαρτοπαικτικός όρος, που ακούγεται πολύ ευρύτερα. Λέγοντας τη φρ. «πάμε αμόντε» ή, συχνότερα, σκέτο «αμόντε», ένας παίκτης, π.χ. στην πόκα, μπορεί να προτείνει να ακυρωθεί το συγκεκριμένο κόλπο και να ξαναμοιραστούν τα χαρτιά. Φυσικά αυτό θα γίνει μόνο αν δεχτούν όλοι οι συμπαίκτες. Στερεότυπη αρνητική απάντηση στην έκκληση για αμόντε. είναι: «Κουνιώνται!» αμπανόζι Αμπανόζι είναι ο έβενος, το πολύτιμο ξύλο. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (abanoz), που όμως προέρχεται από τον αρχαίο έβενο, αιγυπτιακό δάνειο που εμφανίζεται πρ<ύτη φορά στον Ηρόδοτο και πέρασε αφενός στη Δύση (λατιν. ebenus) και αφετέρου στους Άραβες ως ebnus και μέσω αυτών στο τουρκικό abanoz. Αντιδάνειο, λοιπόν, το αμπανόζι. Υπάρχει και ο τύπος ο αμπανός («κορνιζαρισμένα με χρυσό ξύλο κι αμπανό», Βάρναλης, Ιστορία τον Άγιον Παχώμιον). Σε ρουμελιώτικο γλωσσάρι (του Δ. Καραπιπέρη) βρίσκω επίσης τον τύπο μπανός - κάτι πολύ σκληρό, π.χ. ψωμί μπανός, που δεν τρώγεται, ή για έδαφος που δεν σκάβεται. 11

23 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ Στον Ήλιο τον θανάτου, ο Πρεβελάκης γράφει: «Ακόμα και το μπαστουνάκι του το χε αλλάξει. Δεν ήταν το καλαμένιο που ήξερα, παρά ένα άλλο, μαύρο και γυαλιστερό σαν αμπανόζι». Σε ένα απόσπασμα επιφυλλίδας που σήμερα μπορεί να κρινόταν ασύμβατο με τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας, ο Φώτης Κόντογλου γράφει: «Οι σκλάβο εφοπλιστές είχανε χτίσει μέγαρα για τα γραφεία τους κι αρχοντικά για να κάθουνται, κι όλα τα ταβάνια και τα έπιπλα ήτανε από αμπανόζι, μαύρο σαν τους δυστυχισμένους τους αραπάδες που τα πληρώνανε με τη ζωή τους». αμπασάδα Αμπασάδα όεν είναι η πρεσβεία, παρόλο που από εκεί ετυμολογείται η σπάνια αυτή λέξη, που ελάχιστα ακούγεται πια και μόνο στις Κυκλάδες (ιδίως στη Νάξο), στα Κύθηρα και την Κρήτη. Είναι η ελαφριά εργασία, το θέλημα, η εξυπηρέτηση που μας κάνει κάποιος. «Κάμε μου, να σε χαροί, μιαν αμπασάδα». Πρόκειται για δάνειο από το ενετικό ambassada, που θα πει βέβαια πρεσβεία1ομόρριζο είναι το σημερινό ιταλικό ambasciata και όλα τα ισοδύναμα στις ρωμανικές γλώσσες (και το αγγλικό embassy, άλλωστε). Σε τσιριγώτικη τοπική εφημερίδα, βρίσκω αναμνήσεις για τον τελάλη του Ποταμού στη δεκαετία του 1950, που «ήταν ανειδίκευτος, επαγγελματίας αργόσχολος και με αμπασάδες τα βόλευε» - ο αρθρογράφος αισθάνεται την ανάγκη να το επεξηγήσει: θελήματα. Αυτός που κάνει την αμπασάδα, δηλαδή που εκτελεί την παραγγελία, την εντολή ή το θέλημα, λέγεται αμπασαδόρος και όπως λέει η σαντορινιά παροιμία, ο αμπασαδόρος ξυλιές δεν τρώει, δηλαδή όποιος εκτελεί εντολή δεν έχει ευθύνη. αμποδεμα Αμπόδεμα ή μπόδεμα είναι το μαγικό δέσιμο που (υποτίθεται ότι) κάνει τον νιόπαντρο άντρα ανίκανο για συνουσία, πράγμα που, 28

24 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ σύμφωνα με παλιότερη αντίληψη, το έκαναν οι αντίζηλοι ή γενικώς οι μοχθηροί άνθρωποι, κυρίως γυναίκες, οι αμποδέστρες. Η λέξη ετυμολογείται από το ρ. αμποδένο), που προέρχεται από το αρχαίο αποδένω (δένω εντελώς), με επιρροή και του εμποδίζω. Η πρόληψη αυτή ήταν πανελλήνια, αλλά πιο ζο.)ντανή στην Πελοπόννησο. Υποτίθεται ότι ο ζηλόφθονος αμποδέτης (αμποδέστρα συνήθως) πήγαινε να σταθεί πίσω από το αντρόγυνο και, την ο>ρα που ο παπάς έλεγε το «Ευλογητός», έδενε κόμπους μια κόκκινη κλωστή λέγοντας «Όπως δένω τον κόμπο, έτσι να δεθεί ο γαμπρός». Στον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα, οι χωριάτισσες ζητούν από τον Τζιριτόκωστα μαγικά βότανα για «το αμπόδεμα και το λύμα του* το αβάσκαμα και το γήτεμά του». Στη Λυγερή, του ίδιου, μια αμποδέστρα, όπως λέγονταν οι γυναίκες που ήξεραν να αμποδένουν, συμβουλεύει τη μάνα του γαμπρού «να δοχτει. εις τον υιόν της να κρατεί επάνω του το Τετραβάγγελον, διά ν αποφύγει την κακοβουλίαν άλλης καμιάς αμποδέστρας». αναροΰσα Αναρούσα και ανερούσα είναι μια λέξη με δυο σημασίες αφενός, η επιστροφή του κύματος από την παραλία στη θάλασσα, αλλά και η δίνη μέσα στη θάλασσα, και αφετέρου η νεράιδα του γιαλού, το ξωτικό. Από τη μετοχή του αναρρέω, αναρρέουσα, με αποβολή του «ε» υπό την επίδραση άλλων μετοχο>ν όπ (ος γλνκοφιλούσα. Θα το βρείτε, γραμμένο και με δύο «ρ». Ο Ψυχάρης στα Ρόδα και μήλα μιλάει για την Άνδρο: «Οι αμμουδιές της είναι χαριτωμένες, τα κύματά της φοβερά, οι ανερούσες εκείνες που σε παίρνουν και σε παρασέρνουν και δε σ αφήνουνε πια. Κι η αγάπη τέτοια είναι- έχει αμμουδιές κι ανερούσες. Θέλοο κι η ποίηση να είναι τέτοια, θέλω να μοιάζει της Άντρος, να είναι χαρά και, τρομάρα». Με τη σημασία της νεράιδας, έχει γράψει εγκώμια ο Παλαμάς: «πράσινομαλλούσα και φεγγοβολούσα / μέσ στις ανεράιδες ρήγισσα ανερούσα», ενώ στην Έρμη στα 'ξένα οι Σκιαθίτισσες του Παπαδιαμάντη βάζουν λόγια στη νοικοκυρά, πως δεν έπρεπε να φέρει μαζί 20

25 ΝΊΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ της την όμορφη και ψηλή υπηρέτρια της, «κοτζάμ αναρρούσα παιδί μ». Ακόμα κι όταν προκαλεί δέος η αναρρούσα, είναι συνήθως πανύψηλη και όμορφη. ανασόνι Ανασόνι είναι το γλυκάνισο. Πρόκειται για δάνειο από τα τουρκικά (anason), αλλά η τουρκική λ. ανάγεται (προφανώς μέσο;) αραβικών) στο αρχαίο ελληνικό άννησον, που απαντά πριότη φορά στον Ηρόδοτο, επομένως, το ανασόνι είναι αντιδάνειο. Πάντως, είναι σπάνια λέξη, που ακούγεται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και απουσιάζει από τα περισσότερα λεξικά. Όπως λέει ένα δημοτικό δίστιχο, «Μες στο Ζαγόρι είναι δεντρί, το λέγουν ανασόνι / όποιες κόρη μ κι αν φίλησα, καμιά δεν είπε σώνει». Βρήκα στο Διαδίκτυο μια γουστόζικη παράφραση: «Πάμε για κείνο το ποτό που φτιάχνουν μ ανασόνι; / Όσα και να κατέβασα, ποτέ δεν είπα σώνει». Το άννησον (που πρέπει κι αυτό να είναι δάνειο, όπως είχε επισημάνει ο Γ. Χατζιδάκις) πέρασε και στα λατινικά, anisum, από όπου το γαλλικό anis και το λικέρ anisette, της οικογενείας του ούζου, που θα το δείτε και στα ελληνικά ως ανιζέτα. «Μέθυσα απαίσια με ανιζέτα - μοιάζει κάπως με το δικό μας το ούζο αυτό το σπίρτο», γράφει στο Για ένα φιλότιμο ο Γιώργος Ιιοάννου, για τον καιρό που ήταν καθηγητής στη Βεγγάζη. αναφάνταλος Αναφάνταλος είναι ο ελαφρόμυαλος, ο επιπόλαιος, που λέει ανοησίες και χαζομάρες, που κοινολογεί τα μυστικά του. Και παραλλαγή, αλαφάνταλος. Τσως ετυμολογείται από το μεταγενέστερο αναφάλαντος, αλλά αυτό σήμαινε «φαλακρός στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού», δεν είναι και πολύ κοντινές οι σημασίες. Η λ. δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό (μόνο στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Μ)

26 ΛΕΞΕΙΣ 1ΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Δρανδάκη), αλλά έχει κερδίσει την αθανασία γιατί τη χρησιμοποιεί κατ επανάληψη ο Παπαδιαμάντης στα έργα του, πάντοτε για γυναίκες και από γυναίκες. Η Ντελησνφέρω πίστευε ότι «οι περισσότερες, οι τωρινές, είναι βιλάνες, σούσες-μαρούσες, αναφάνταλες, αστάνευτες». Η πεθερά στα Δυο κούτσουρα έλεγε πως ο γιος της πήρε γυναίκα «μίαν αστάνευτη, μιαν αναφάνταλη, μίαν απασσάλωτη!» Για την καπετάνισσα στο Του μ π ούφ του π λι οι άλλες γυναίκες έλεγαν πως ήταν «απασσάλωτη, αναφάνταλη, αστάνευτη». Στερεότυπος κατάλογος, πράγματι. Στο Μεγαλείων οψο/νια μια γυναίκα «ήταν πολύ αναφάνταλη. Όλα τα μυστικά της τα εκήρυττεν επί του εξοδστου». Χρησιμοποιείται η λέξη σήμερα; Η παραλλαγή αλαφάνταλος φαίνεται πως ακούγεται, αν πιστέψω τον ιστότοπο slang.gr. Βρίσκω άλλοοστε και στο Διαδίκτυο να γίνεται λόγος για ένα αεροπλάνο που έκανε απογείωση «πολύ αλαφάνταλη». Και χωρίς να ξέρεις τη σημασία, καταλαβαίνεις πως δεν ήταν και πολύ καθωσπρέπει. ανταίνω Ή αντένο), ή ντέ\'(ο, σημαίνει συναντώ, πετυχαίνω, αλλά κυρίως με την κακή έννοια: προσκρούω σε εμπόδιο, μπλέκομαι, μπλέκω. Ο αόριστος είναι άντεσα και έντεσα. Προέρχεται από το αρχαίο ρ. αντάω -ώ, που το βρίσκουμε σε σύνθετα ρήματα όπως απαντώ και συναντώ. Ακούγεται κυρίως στην Ή πειρο, στην Κέρκυρα και τη Δυτική Στερεά, στη Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία. Ο Κοτζιούλας σε ένα ποίημά του συμπονάει μια νύφη που «με πεθερά έντεσε, με σύντροφο κακό», ενώ ο Θεοτόκης στη μετάφραση της σανσκριτικής Σακουντάλα γράφει για «το πανωφόρι της βασίλισσας που είχε ντέσει σ ένα κλαρί». Υπάρχει και παροιμία, «Κοντό σου ντέσει φόρα το, μακρύ κωλόσουρέ το», δηλ. φρόντισε να προσαρμοστείς στην κατάσταση. Μια άλλη παροιμία είναι μοιρολατρική: «Άντεσες με παλαβό; Καλά σου ξεμπερδέματα!» Ακούγεται και η ευχή «Κακό να μη σου ντέσει!» Ντέσιμο (και έντισμα ή άντεσμα) λέγεται το μπλέξιμο ή ο άνθρωπος που προκαλεί μπελάδες. 31

27 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ Πριν από μερικά χρόνια, μια αθηναϊκή εφημερίδα έγραψε αε ρεπορτάζ ότι «έντισμα κακό αποτελεί για τους μαθητές ενός λυκείου των Τρικάλων ο διευθυντής κ. X.». Φυσικά, εξήγησε τη σημασία της λέξης! αντράλα Αντράλα (και ντράλα) είναι η ζάλη, η σκοτοδίνη, ο ίλιγγος. Ακοΰγεται περισσότερο στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά είναι λέξη σχεδόν πανελλήνια. Το ρήμα είναι αντραλίζομαι και προέρχεται από το μεσαιωνικό τραλίζομαι (π.χ. στον Πτωχοπρόόρομο), που σημαίνει επίσης «ζαλίζομαι, σκοτίζομαι» και που ο Κοραής το είχε ετυμολο* γήσει από το τραυλός. Ο Καζαντζάκης χρησιμοποίησε συχνά στην Οόνσειά του την αντράλα, και μάλιστα σε επιστολή του στον Κακριδή υπερασπίστηκε τη χρήση αυτής της «καθαρότατα δημοτικής» λέξης. Στο δημοτικό του «Κάστρου της Ωριάς», ο μεταμφιεσμένος Τούρκος παρακαλεί την κυρά να μην τον ανεβάσει με τον σάκο: «Μη κυρά τον σάκκο κι αντραλίζομαι» έτσι αυτί] ανοίγει την πόρτα του κάστρου. Υπάρχει και η αστεία παροιμία «Κρεμάστε τον αδερφό μου γιατί εγώ αντραλίζομαι», που τη χρησιμοποίησε στη Βουλή πριν από μερικά χρόνια ο Φ. Χατζημιχάλης,. βουλευτής Λάρισας. Η αντράλα μπορεί να οφείλεται σε πείνα: «Αντραλίζομαι, πεινώ», παρακαλεί ο κυρ Μέντιος του Βάρναλη για να πάρει την απάντηση ότι θα φάει στον ουρανό μπορεί και σε έρωτα: στο τραγούδι Μη γαρίφαλό μου (Μ. Λοιζος - Λ. Παπαδόπουλος), ο τραγουδιστής παραπονιέται ότι «κλαίω κι αντραλίζομαι, πέφτω και τσακίζομαι κι αυτή δεν με προσέχει». Αντράλα είναι και η ζάλη μετά το μεθύσι. Σίγουρα δεν έπρεπε να λείπει από τα νεότερα λεξικά μας. αντρομίδα Η αντρομίδα δεν έχει καμιά σχέση με τους άντρες* είναι το χοντρό μάλλινο κλινοσκέπασμα, η βελέντζα, το κιλίμι, η κουβέρτα του Μ

28 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ αργαλειού' ετυμολογείται από το ελληνιστικό ενόρομίς, που σήμαινε ένα είδος μπουρνουζιού, ένα χοντρό ύφασμα με το οποίο τυλίγονταν οι δρομείς μετά τον αγώνα για να μην κρυολογήσουν (σήμαινε και ένα είδος παπουτσιού). Χωριάτικη λέξη, κυρίως μοραΐτικη, θα τη βρούμε συχνά στις ομηρικές μεταφράσεις του Πάλλη, του Καζαντζάκη και του Σίδερη, καθώς και σε πολλά λογοτεχνικά έργα, όπως στον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα, όπου οι ζητιάνοι είχαν μαζί τους ένα σακάτικο παιδί «τυλιγμένο σε μιαν αντρομίδα». Σε ένα πεζό του Μανιάτη Γ. Φτέρη (Τσιμπιδάρου) γίνεται λόγος για τη «μεγάλη κασέλα με την αντρομίδα και τα φαντά». Στους Αόερφοφάδες του Καζαντζάκη, οι Ηπειρώτες «σμίγαν κάτω από τις αδρές μάλλινες αντρομίδες κι ένα μονάχα είχαν στο νου τους: να κάμουν παιδιά». Σύμφωνα άλλωστε με την παράδοση, η μητέρα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη τον γέννησε κάτω από ένα δέντρο, πάνω σε μιαν αντρομίδα. απάκι Απάκι λέγεται το ψαχνό γύρω από τα νεφρά* η λ. συνήθοις στον πληθυντικό, τα απάκια ή τα πάκια. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Θεόφιλο, βυζαντινό γιατρό του 7ου αιώνα, που γράφει ότι «τούτους τους ραχίτας μύας ονομάζει η κοινή συνήθεια απάκια», αλλά για την ετυμολογία η μόνη διατακτική πρόταση που έχει διατυπωθεί είναι του Κοραή, από το αλωπέκιον (μικρή αλεπού), με παραφθορά αλωπεκία > αλεπέκια > αλπέκια? Ο Πτωχοπρόδρομος ήδη αναθυμιόταν τα ευτυχισμένα χρόνια που μαγείρευε «ακρόπαστον απάκιν σύμπλευρον». Τα σημερινά απάκια είναι κομμάτια χοιρινό κρέας μαριναρισμένο και καπνισμένο με αρωματικά βότανα, εκλεκτός μεζές, ιδίως κρητικός. Όσο για το ανθρώπινο σώμα, υπάρχει η τυποποιημένη έκφραση 3. Δεν είναι τόσο απίθανο όσο φαίνεται, μια και οι αρχαίοι τα κρέατα αυτά τα ονόμαζαν ψοας και αλώπεκας. 33

29 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ «μου έπεσαν τα πάκια» ή «μου πιάστηκαν τα πάκια», που λέγεται όταν πονέσει η μέση μας (π.χ. όταν προσπαθήσουμε να σηκώσουμε μεγάλο βάρος) ή και γενικότερα από την πολλή δουλειά. Λέγεται και ειρωνικά, «ναι, σου έπεσαν τα πάκια απ τη δουλειά», όταν υπονοούμε ότι κάποιος τεμπελιάζει. απονύχτερος Απονΰχτερος είναι αυτός που περνάει τη νύχτα έξω, που ξενυχτάει, αλλά και κάτι που γίνεται αργά τη νύχτα. Ηχηρή λέξη, την αγάπησαν αρκετοί ποιητές μας, ιδίως προπολεμικοί, μα ελάχιστα ακούγεται έξω από τα έργα τους. Ο Ρώμος Φιλύρας έγραψε ποίημα με τίτλο Απονύχτερα τραγούδια («Το φως σου πο5ς γητεύει με, co Σελήνη,..»), αλλά ο Μιλτιάδης Μαλακάσης παρουσίασε ολόκληρη σειρά από ποιήματα με τη γενική ονομασία Απονύχτερα. Ο αδικοχαμένος Μΐνως Ζαϊτος είδε «απονύχτερα πουλιά να φεύγουν κρώζοντας βραχνά», ενώ ο Άγγελος Τερζάκης, σε άρθρο με αναμνήσεις του για τον πόλεμο του 1940 έγραι^ε π(ος «ο αέρας του Νοέμβρη ο απονύχτερος βίτσιζε το πρόσωπο». Όμως, ο ποιητής που πιο πολύ χρησιμοποίησε τη λέξη ήταν ο Άγγελος Σικελιανός, που μίλησε για την «απονύχτερη ησυχία των γρύλων», ενώ στο Atάβα τον ελαιώνα (από τις Ραψωδίες τον Ιόνtον) τη χρησιμοποιεί δυο φορές προπα «σα λουστο5 απονύχτερα, μιαν αστραψιά αναβράειτριγύρα από φωσφόρισμα» και, πέντε στίχους πιο κάτω, «Κι ανοίγουν απονύχτερα των άστροιν τα μπουμπούκια / κι όλη ευωδά η μαγιάτικη νυχτιά απ τα τόσα ρόδα». αποτάζω Αποτάζω ή ποτάζω σημαίνει αποκτώ, και ειδικότερα βάζ<υ κατά μέρος κάτι, αποκτώ περίσσευμα πρόκειται για το μεσαιωνικό ρ. αποτάζωίαποτάσσω, που αποτελεί μετεξέλιξη του αρχαίου υποτάσσω, δηλ. δεν έχει σχέση με το λόγιο ρ. αποτάσσω που χρησιμοποιούμε 34

30 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ σήμερα. Συνήθως το ρήμα χρησιμοποιείται με άρνηση ή με ερώτηση, όπως στην παροιμία «Αποτάζει ο γύφτος προζύμι;» - όπου η υπονοούμενη απάντηση είναι αρνητική. Στην έμμετρη διασκευή του αισώπειου μύθου από τον Βηλαρά, ο τζίτζικας παραπονιέται: «Ανεπάντεχα κρύα μ επήραν / δεν ποτάζω σπειρί να πορέψω», ενώ στον Φωτεινό ο Βαλαωρίτης δηλοδνει ότι «Ο δούλος, είν αλήθεια, λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχή κι αίμα δεν έχει», λίπος μόνο μαζεύει.. Και βέβαια, υπάρχει το πολύ γνωστό ρεμπέτικο «Όσοι έχουνε πολλά λεφτά» του Μάρκου Βαμβακάρη με το δίστιχο: «Εγώ ψιλή στην τσέπη μου ποτές δεν αποτάζω / κι όλα τα ντέρτια μου περνούν μόνο σαν μαστούριάζοο». Κάποιοι που δεν καταλαβαίνουν τη σημασία, νομίζουν ότι το σωστό είναι «ποτέ δεν αποστάζω», πιστεύοντας ίσως όχι ο Μάρκος φαντάζεται να πέφτουν στάλα στάλα τα λεφτά στην τσέπη του. αποταυρίζομαι Το αρκετά συνηθισμένο αυτό ρήμα λείπει από τα περισσότερα γενικά λεξικά (υπάρχει μόνο στην Πρωία και στο Μείζον), κάτι που το βρίσκω ένδειξη αριστοκρατικής προσέγγισης στη λεξικογραφία. Αποταυρίζομαι σημαίνει «τεντιόνομαι, τανυέμαι, τεντιόνω χέρια ή/ και πόδια προς τα πίσω για να ξεμουδιάσω», συνήθοος σε συνδυασμό με χασμουρητό. Επειδή τη λέξη τη βρίσκουμε συχνά στον Καζαντζάκη, κάποιοι πιστεύουν (κακώς) ότι πρόκειται για δικό του νεολογισμό ή για λέξη αποκλειστικά της κρητικής διαλέκτου, αλλά αυτό δεν ισχύει. Υπάρχει ήδη σε βυζαντινά σχόλια στον Αριστοφάνη («περί τους [...] διαστρεφομένουςτα μέλη») και στη συνέχεια σε μεσαιωνικά λεξικά όπως του Δουκάγγιου και του Σομαβέρα. Ο Καζαντζάκης όντως χρησιμοποιεί πολύ τη λέξη, π.χ. «Αποταυρίστηκε, έσφιξε το ζωνάρι του, σήκωσε από χάμω το βοσκοράβδι του» (Ο Χριστός ξαναστανρώνεται) ή «χασμολογάται, αποταυρίζεται και κουφ αναστενάζει.» (Οδνσεια), αλλά φυσικά δεν είναι ο μοναδικός: 35

31 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ «χασμουρήθηκε, αποταυρίστηκε και κατέβασε το πηλήκιό του ώς το δεξί του φρΰδι» (Αλ. Κοτζιάς). απτάλης Απτάλης είναι ο ηλίθιος, ο «υπερβαλλόντίος βλαξ» κατά τον ορισμό του Δημητράκου είναι και ο ασουλούποπος, και ο άξεστος. Ετυμολογείται από το τουρκικό aptal, που προέρχεται από το abdal, λέξη πολύ σημαντική στη θεοσοφία των σούφι. Οι αμπντάλ είναι σαράντα άγιοι, ο πέμπτος βαθμός της ιεραρχικής τάξης των αγίων του σουφισμού, οι οποίοι, χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι κοινοί θνητοί, συμβάλλουν στη διατήρηση της τάξης του σύμπαντος. Πρόκειται για πληθυντικό της λ. badal, που έχει πολλές σημασίες, μεταξύ των οποίων και «άγιος». Αμπντάλ όμως είναι και ο δερβίσης. Ενδιαφέρον είναι ότι όταν η λ. abdal έπαψε να εκλαμβάνεται ίος πληθυντικός, σχημάτισε νέον πληθυντικό: budala, απ όπου ο δικός μας μπουνταλάς. Ήδη στα τουρκικά, η έννοια του «ένθεου τρελού» (σαν τους «διά Χριστόν σαλούς» του Βυζαντίου) είχε ως αποτέλεσμα η λ. aptai να πάρει τη σημασία του ηλίθιου, με την οποία πέρασε και σε άλλες βαλκανικές γλο5σσες (π.χ. σέρβικά). Μάλλον από τους δερβίσηδες, απτάλικος είναι η ονομασία ενός γρήγορου χορού απτάλικο ζεϊμπέκικο, για παράδειγμα, είναι το ρεμπέτικο Κάτω στα λεμονάόικο του Βαγγέλη Παπάζογλου. Επειδή δεν είναι φανερή η σχέση με τον απτάλη, κάποιοι είχαν υποθέσει ότι η ονομασία του χορού προέρχεται από την Αττάλεια. άρατος Σημαίνει αόρατος, άφαντος. Η λέξη συνήθως είναι εύχρηστη στη φρ. «έγινε άρατος», δηλαδή εξαφανίστηκε, τράπηκε σε φυγή, που ακόμα ακούγεται, ιδίως στην Πελοπόννησο και την Ήπειρο. Η φράση γεννήθηκε από ένα εκκλησιαστικό δρώμενο: στα εγκαίνια εκκλησίας, ο επίσκοπος μπροστά στην πύλη της εκκλησίας φωνάζει «Άρατε πύλας,

32 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ οι άρχοντες υμών» και ένας ιερέας που βρίσκεται μέσα στον ναό και υποκρίνεται τον διάβολο τρέπεται σε φυγή. Κάτι παρόμοιο γίνεται και κατά την επάνοδο στον ναό μετά την Ανάσταση, στο προαύλιο. Αυτό το «άρατε πύλας» παρερμηνεύθηκε και γεννήθηκε η φρ. «έγινε άρατος πύλατος», για όποιον το βάζει στα πόδια, και συχνότερα το σκέτο «έγινε άρατος». Φτιάχτηκε και ρήμα οροτίζω = τρέπω σε φυγή, π.χ. «αράτισες τους άντρες μας, φοβερέ μ Αλή Πασιά». Στο Ανθρωπομάζωμα, ο Γ. Κοτζιοΰλας θυμάται «εκείνους τους σκασμένους που γενήκαν άρατοι», εννοαίντας τους Γερμανούς που τράπηκαν σε φυγή. Και χωιρίς το «γίνομαι», ο Βάρναλης στο Φως που καίει γράφει «Εχάθη ο ήλιος άρατος». Σήμερα που η εξοικείοίση με τα εκκλησιαστικά έχει μειωθεί, πολλοί στην Πελοπόννησο πιστεύουν ότι η φρ. «έγινε άρατος» προέρχεται από τον... Αρατο, τον στρατηγό της αχαϊκής συμπολιτείας! Προφανώς δεν είναι έτσι - και άλλουστε η φράση είχε παλαιότερα πανελλήνια διάδοση. άρκλα Η άρκλα είναι ξύλινο ντουλάπι ή ερμάρι, ι.δίίος για τη φύλαξη ψωμιού, αρτοθήκη είναι επίσης η κασέλα- είναι και το γραφείο με θήκες, το σκρίνιο* σε πιο μακάβρια χρήση, στην Κρήτη και στα Κύθηρα, άρκλα είναι η νεκροφόρα λάρνακα, το μνήμα και η πλάκα που το σκεπάζει. Κοινός τόπος σε όλες αυτές τις σημασίες, η θήκη. Από το λατινικό arcula (μυροφυλάκιο), υποκοριστικό του area (κιβωτός). Ήδη βυζαντινό- ο Πτωχοπρόδρομος λέει «ανοίγω και την άρκλαν μου, να βρω ψωμί κομμάτιν», ενο) σε ένα γνωστό παραμύθι ο νέος, που έχει τη μαγική βούλα, γεμίζει με ψωμί την άρκλα προκαλώντας έκπληξη στη μητέρα του. Με τη σημασία του τάφου, η Ερωφίλη παρακαλεί τη Νένα, «αν είναι μπορετό σου, ς μιαν άρκλα με το ταίρι μου τα χέρια σου ας με χώσου», ενώ με τη σημασία της ταφόπλακας στο Salvatores Dei ο Καζαντζάκης παρομοιάζει την κατάστασή του με έναν «που αγωνίζεται ν ανεσηκωθεί, γιατί τον κατασκευάζει η άρκλα της ύλης κι \\ άρκλα της ψυχής». 37

33 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΛΚΟΣ αρνησιά Σύμφωνα με τις παραδόσεις, η αρνησιά και η άρνα είναι η λησμονιά, ο τόπος όπου οι νεκροί απαρνιούνται, λησμονούν τους ζωντανούς, και συνεκδοχικά ο κάτο) κόσμος. Από το ρήμα αρνιέμαι. Μπορεί να δείτε την άρνα γραμμένη και με κεφαλαίο, Άρνα ή Άρνη, σαν τοπωνύμιο όμο)ς είναι φανταστικό και δεν πρέπει να ταυτίζεται με κάποιο από τα πολλά υπαρκτά τοπωνύμια Άρνα, με τα οποία είναι απλιός ομόηχο. Ο Παλαμάς είχε πει «Νερόν ήθελα να πινα στης Άρνας τα λαγκάδια / της αρνησιάς να μ έζωναν τα τρίσβαθα σκοτάδια». Αργότερα, βρέθηκε στη σπαραχτική θέση να γράψει, απευθυνόμενος στο νεκρό παιδί του, «Κι. αν διψάσεις μην το πιεις από τον κάτω κόσμο / το νερό της αρνησιάς, φτωχό κομμένο δυόσμο».4 Με τέτοια μοτίβα, ο τραγουδοποιός Σ. Σιόλας βραβεύτηκε το 2006 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το ΤηςΆρνης το νερό. Είναι κοινός τόπος στα μοιρολόγια ότι «πάει στης Άρνης τα βουνά, στης αρνησιάς τα μέρη, π αρνιέτ' η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα». Σε άλλο κλίμα ο Καζαντζάκης: «όποιος σκιάζεται τον ήλιο και το αλάτι, ας γυρέψει αραξίά στις ξεφυγές και στα συχωρολόγια και στα ναρκωτικά [...] και ας γεμίσει οδς τ αυτιά με της Άρνας το νερό». αρουλίζω Το μόνο λεξικό που έχει τη σπάνια αυτή λέξη είναι το Ελληνοαγγλικό του Γεωργακά. Αρουλιξίο θα πει ουρλιάζω, ειδικά το ουρλιαχτό του λύκου, του σκύλου ή του τσακαλιού. «Ξοπίσω του κοπάδια αρούλιζαν οι πεινασμένοι λύκοι», γράφει ο Καζαντζάκης στην Οόύσεια, ενώ ο ΓΤρεβελάκης στον Ήλιο του θανάτου χρησιμοποιεί τη λέξη πλάι σε άλλες που επίσης κοντεύουν να ξεχαστούν: «Τα παιδιά βαρούσαν απάνω μου τις λιόφουντες: στρήνιαζαν, αρούλιζαν, γκούιζαν, χλιμίντριζαν». 4. Κατά το δημοτικό τραγούδι, οι νεκροί «πίνουν της άρνας το νερό, τον κόσμο λησμονάνε». Mi

34 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Ακούγεται στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, αν και στην τελευταία χρησιμοποιείται κυρίως ο εναλλακτικός τύπος αρονλιέμαι, όπως σε αυτήν εδ(ό την περιγραφή (από το Διαδίκτυο) για ένα στοιχειό: «Τη νύχτα βγήκε αυτό και έσκουζε σε διάφορες μορφές- έκανε σαν άνθρωπος που βόγκαγε, μετά από δέκα λεπτά σαν παιδί που κλαίει, μετά σαν σκυλί που αρουλιέται, παρακάτω σαν βόιδι που μουγκανίζει, μετά σαν γουρούνι που το σφάζουνε...» Αλλά και στον Φτωχούλη τον Θεού του Καζαντζάκη, κάποιος «έγρουζε, μούγκριζε, μπεμπέριζε σαν το αρνί, αρούλιζε σαν το λύκο». Με την απομάκρυνση από την ύπαιθρο, εξασθένισαν οι λέξεις που ξεχωρίζουν τις φωνές της φύσης. Τοόρα όλα ουρλιάζουν, και πρώτοι εμείς - αλλά ποιος μας ακούει; αρσίξης Αρσίζης είναι ο αναίσχυντος, ο ξετσίπωτος, ο αισχρός, ο ερο)τικά λαίμαργος. Από το τουρκικό arsiz, όπου το «siz» είναι στερητικό επίθημα και το «ar» σημαίνει αιδώς, ντροπή. Λέξη που ακούγεται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα. Δευτερογενούς, επειδή ο ερωτικά λαίμαργος είναι και ζωηρός, η λ. έχει πάρει και σημασίες όπως δύστροπος, ατίθασος, ιδιότροπος. Ακούγεται και η παραλλαγή αρσούζης. Η λέξη ήταν σε ευρεία χρήση παλιότερα και αξιώθηκε και εμφάνιση στην προπη ελληνική διασκευή βολτερικού έργου, τον Μέμνο- να (1766, όπου μάλιστα και το ημιλόγιο παραθετικό αροιζώτερος). Σύμφοτνα με την παροιμία, «από τον αρσίζη ντροπή γυρεύεις;» Στην Πνρπολημένη γη, η Ιφιγένεια Χρυσοχόου περιγράφει ένα φαγοπότι όπου «παίρναν και δίναν [...] οι αρσίζικες κουβέντες». Σε έναν Ύμνο στη μπότα ο Ντίνος Χριστιανόπουλος αποφαίνεται πως «μονάχα οι ποιητές δεν πρέπει να φορούνε μπότες / γιατί οι μπότες θέλουν ομορφιά θέλουν δύναμη θέλουν σκληράδα / θέλουν να είναι αρσίζης αυτός που τις φοράει», ενώ ο νεότερος Σάκης Σερέφας έχει γράψει για «κάτι αρσίζικα κύτταρα τα οποία παράγουν άφιθονη ντοπαμίνη». 39

35 ΝΙΚΟΣ ΣΛΡΑΝΤΑΚΟΣ ασένιο Ασένιο είναι επίρρημα που σημαίνει «εντάξει» ή «στο σημείο που πρέπει», «στη σωστή θέση», π.χ. «ασένιο το καινούργιο καράβι», ή «το ρολόι πάει ασένιο» ή «θα το φέρω ασένιο» ή και «έτοιμος», όπως στο παπαδιαμαντικό Έρως-ήρως, όπου ο ναυτικός φωνάζει «Ασένιο, Γιωργή!» δηλώνοντας έτοιμος για το ταξίδι. Δάνειο από το ιταλικό a segno, η λέξη ακουγόταν στα νησιά Αιγαίου και Ιον ίου και ήταν όρος του ναυτικού λεξιλογίου, αλλά όχι μόνο. Στο Νανούρισμα του Καββαδία, «Στέρνουν ένα μπριγκαντίνι, όλο ασένιο, στο καντίνι», δηλαδή αρματωμένο στην εντέλεια, ενώ σε ένα λαϊκό παραμύθι ο γιος ξαπλίυνει στο κρεβάτι την άρρωστη μητέρα του «και την πλακώνει με τα κρεμμύδια σε πέντε έξι μέρες ασένιο η γριά στο ποδάρι». Θα τολμήσω να προτείνω ότι το κοινό επίθετο σένιος, το σενιάρω και ο σενιαρισμένος δεν ετυμολογούνται από τα σινιέ ρούχα και από το ιταλ. signare όπως θέλουν τα νεότερα λεξικά, αλλά από το ασένιο > σένιο σε φράσεις για ρούχα, διότι σένιος δεν είναι ο πολυτελώς ντυμένος αλλά αυτός που τα ρούχα τού πάνε στην εντέλεια. Βρίσκω μάλιστα στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας τη φράση «σένιο τού ήρθε το ρούχο», που πιστεύω ότι αποτελεί πειστική ένδειξη υπέρ αυτής της πρότασης. ασλάνι Ασλάνι, και σπάνια ασιλάνι, είναι το λιοντάρι είναι μεταφορικά και το παλικάρι, αυτός που είναι γερός και ρωμαλέος σαν λιοντάρι. Ασλάνια λέγονταν επίσης κάποια παλιά νομίσματα με παράσταση λιονταριού. Δάνειο από το τουρκικό as!an, ακούγεται ακόμα αρκετά, κυρίως σε προσφωνήσεις («ασλάνι μου!») και βέβαια έχει δώσει πολλά επώνυμα (Ασλάνης, Ασλανίδης, Ασλάνογλου κτλ.). Ο Αλήπασας είχε το παρωνύμιο «ασλάνι τίον Γιαννίνων», ενώ ο Παπαδιαμάντης στη Μετανάστιδα αποκαλεί κάποιον γενναίο ναυτικό «ασλάνι της θαλάσσης». Ο Ρήγας Φεραιος, στον Θούριο του, 40

36 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ κάλεσε τους Αιγύπτιους να ξεσηκωθούν και να αυτονομηθούν: «Του Μισιριού ασλάνια, για πρώτη σας δουλειά / δικόν σας ένα μπέη, κάμετε βασιλιά». Στα παραμύθια, το ασλάνι βρίσκεται συχνά μαζί με το καπλάνι, το ίδιο και στο διήγημα Χριστούγεννα στη σπηλιά του Φώτη Κόντογλου: «Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!» Για το «ασλάνι του Θεού» τραγούδησε πρόσφατα ο Αργύρης Μπακιρτζής, ενώ ο νέος ποιητής Θεοδόσης Βολκώφ έγραψε «Είμαι το ασλάνι σου το μαύρο μες στ αγρίμια» - η ποίηση καλοδέχεται και μαύρα λιοντάρια. αστρέχα Αστρέχα ή αστράχα ή, σπανιότερα, οστρέχα είναι το γείσο της στέγης στα σπίτια με κεραμοσκεπή, η άκρη της στέγης που προεξέχει, και κατ επέκταση η υδρορροή της στέγης. Ο λόγος ύπαρξης της αστρέχας είναι να μην τρέχουν τα νερά της βροχής πάνω στους τοίχους. Κατά μία άποψη, προέρχεται από το αρχαίο όστρακον (επειδή σι στέγες στρώνονταν με θραύσματα αγγείων). Κατά μία άλλη, που τη θεωρώ πιθανότερη, ετυμολογείται από το σλαβ. streha, που σημαίνει τη στέγη. Λέξη πανελλήνια, η αστρέχα μάλλον κακώς δεν συμπεριλαμβάνεται στα νεότερα λεξικά, αφού εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και να ακούγεται, ακόμα και στα δικαστήρια, για παράδειγμα αν η αστρέχα (που μπορεί να φτάνει το ένα μέτρο) περνάει τη νοητή γραμμή δυο οικοπέδων. Στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη «ακούστηκε απάνω στην αστρέχα του σπιτιού η κουκουβάγια να χουχουλίζει», ενώ σε διήγημα του Απ. Σπήλιου ένα ζευγάρι αποκοιμιέται «ακούγοντας τη θυμωμένη βροχή να κρουνελιάζει απ την αστρέχα της αυλής». Η λέξη λειτουργεί και ως επίρρημα, με τη σημασία «τοίχο τοίχο»: «Δεν είχα ομπρέλα και πήγαινα αστρέχα». 41

37 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ αχτάρης Ο αχτάρης ήταν το παλιό ισοδύναμο του ψιλικατζή: αρχικά ήταν ο μυροπώλης, αλλά τα μαγαζιά αυτά πέρα από μυρωδικά πουλούσαν επίσης βότανα και ματζούνια, μπαχαρικά, όπως και κάθε λογής ψιλικά. Δάνειο από το τουρκικό aktar, αραβικής αρχής, που σημαίνει τον (μικρο)μαγαζάτορα. Η λ. έχει σχεδόν ξεχαστεί- χαρακτηριστικό είναι, πως όταν τη χρησιμοποιεί, το 1947 κιόλας, σε διήγημά του ο [ Ιετσάλης-Διομήδης, αισθάνεται την ανάγκη να επεξηγήσει, σε παρένϋεση, «μυροποίλης». Στψ Ά νλή μας, της Μ. Ιορδανίδου, «φώναξε αμέσως τη Σουλτάνα και την έστειλε στον αχτάρη ν αγοράσει ένα τετράδιο, ένα μολύβι, κι ένα κουτί χρωματιστά κραγιόνια» - ό,τι και από το σημερινό ψιλικατζίδικο. Σε ένα από τα λιγοστά πεζά του Καβάφη, το Μία ννξ εις το Καλιντέρι, γίνεται λόγος για τη «μεγάλη που επήρε τον Κωστάκη τον αχτάρη». Το αχτάρικο ήταν το κατάστημα του αχτάρη. Μέχρι το 1915 υπήρχε στο κέντρο του Ηρακλείου, εκεί που είναι τα Λιοντάρια, μια μικρή αγορά, τα «Αχτάρικα», που κατεδαφίστηκε αλλά η ανάμνησή της μένει στο μέγαρο «Αχτάρικα», που στεγάζει εν μέρει τη Βικελαία Βιβλιοθήκη. Οι νεότεροι το ξέρουν και «Ακτάρικα», από το όνομα καφετέριας που υπήρχε εκεί, που είναι βέβαια υπερδιόρθωση. βαλμάς Βαλμάς ήταν ο βοσκός μεγάλων ζώων, ιδίως αλόγων, καθώς και εκείνος που έτρεφε άλογα και τα νοίκιαζε για αγροτικές εργασίες, και ειδικότερα αυτός που κατεύθυνε τα άλογα στο αλώνισμα. Έ β α λα αόριστο επειδή οι καιροί εκείνοι έχουν περάσει πάντως η λ. είχε σχεδόν πανελλήνια εξάπλωση, εν(ύ σήμερα μόνο ως επώνυμο επιβιώνει. Δυστυχώς, τα (παλιότερα) λεξικά που έχουν τη λέξη δεν μας διαφωτίζουν ως προς την ετυμολογία της: αγνοκττου ετύμου, γράφουν. 42

38 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Ο Κρυστάλλης έχει γράψει πως το σούρουπο «ο αντίλαλος βραχνό τραγούδι φέρνει του αλογολάτη, του βαλμά». Το μέρος όπου βοοκούσαν τα άλογα λεγόταν βαλμαδιό. «Αλλού τα βοσκοτόπια με τα μαντριά αλλού τα βουκολιά με τα βόδια- αλλού τα βαλμαδιά με τ άλογα», περιγράφει ένα πλούσιο χτήμα ο Καρκαβίτσας στον Αρχαιολόγο. Τα πράγματα μπερδεύονται λίγο γιατί η λ. βαλμάς έχει κι άλλη μια σημασία: είναι το πουλί, ο γκιόνης. Σύμφωνα με τον θρύλο (έχει γράψει σχετικά ο Βαλαωρίτης), ήταν δυο αδέρφια βαλμάδες (αλογοβοσκοί) και ο μεγάλος σκότωσε τον μικρό, και μάλιστα άδικα- όταν το κατάλαβε, παρακάλεσε τον Θεό να τον μεταμορφώσει σε πουλί. Βρήκα κάπου ένα παλιό άρθρο εφημερίδας, που ειρωνεύεται τους πολιτικούς αντιπάλους ότι διαμαρτύρονται «με φωνήν βαλμά». βαρδαλαμπούμπας Μια ομολογουμένως αστεία λέξη, ο βαρδαλαμπούμπας ήταν η δερμάτινη καλύπτρα (δαχτυλήθρα) που χρησιμοποιούσαν οι πυροβολητές στα παλιά εμπροσθογεμή κανόνια για να προστατεύουν τον αντίχειρά τους, που έκλεινε την οπή του οπαίου. Ετυμολογείται από το ενετικό vardalabomba, όπως λεγόταν το σύνεργο αυτό. Συνεκδοχικά, βαρδαλαμπούμπας είναι ο αντίχειρας και μεταφορικά έτσι λέγεται ο κοντόχοντρος άνθρωπος, που μοιάζει με αντίχειρα. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, όταν διασκεύασε (σε Εξηνταβελόνη) τον Φιλάργυρο του Μολιέρου, ονόμασε Βαρδαλαμπούμπα ένα από τα πρόσωπα, τον πλούσιο χήρο (στο πρωτότυπο Anselme, Ανσέλμης στις παραστάσεις του Εθνικού). Η λ. έχει επίσης χρησιμοποιηθεί σε ευθυμογραφήματα και χρονογραφήματα, σαν ευτράπελο αυτοσχέδιο επώνυμο, όπως το Τρεχαγυρευόπουλος. Ο Σκαρίμπας, σε χρονογράφημα του 1976, είχε αποκαλέσει «βαρδαλαμπούμπα του φαρισαϊσμού» τον Σολζενίτσιν! Σήμερα η λέξη πιο πολύ ακούγεται σαν αστείος και σαφώς αλλά ακαθόριστα μειωτικός χαρακτηρισμός, μια και κανείς δεν ξέρει τις αρχικές σημασίες. 43

39 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ βαρικό, βαρκό Βαρικός λέγεται ο βαλτοίδης τόπος, ο μόνιμα υγρός βαρικό χωράφι. Το ουδέτερο στέκεται και μόνο του σαν ουσιαστικό: βαρικό ή βαρκό, το έλος, ο βάλτος. Από το επίθετο βαρύς και την κατάληξη -ικός. Όπως είναι αναμενόμενο, υπάρχουν πολλά τοπωνύμια και μικροτοπωνύμια με αυτή την ονομασία, π.χ. στη Φλώρινα και στο Λιτόχωρο. I I λέξη είναι σχεδόν πανελλήνια, ενώ το βαρκό έχει περάσει και στα βλάχικα με τη σημασία «έλος». Ο Τάσος ΑΟανασιάδης στα Παιδιά της Νιόβης περιγράφει μερικούς πρόσφυγες που αναζητούν νέα γη: «Θύσανοι από βούρλα πρόδιναν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της τοποθεσίας. Τη λέγανε, είπε, Βαρικό". Έσκυψε, γέμισε τη φούχτα του μ ένα σβώλο χώμα. Το μάλαξε. Τους το δείξε. Ήταν σα ζυμάρι. Είχε πολύ πηλό». Πράγματι, έτσι είναι τα βαρικά χωράφια. Ο Κρυστάλλης έχει τον στίχο «Μέσα σε αυλάκι, σε βαρκό, λαλείη νεροχελώνα». Ο Καραγάτσης, περιγράφοντας θεσσαλικά τοπία, λέει: «στον κάμπο της Νυχτερέμ το βαρκό, τον παχύ, τον πλουσιοποτισμένο με τους γόνιμους βούρκους του Σαλαμπριά [του Πηνειού]». Για τον αγρότη, ο βαρικός τόπος είναι ευλογία, όχι για τον κτηνοτρόφο: «Ξέρουν οι τσοπάνηδες, πως άμα βοσκήσει πρόβατο σε βαρκούσιο μέρος, χλαπατσιάζει». βαρταλαμίδι Λέξη που ακούγεται παράξενη επειδή έχει χάσει την ετυμολογική της διαφάνεια, το βαρταλαμίδι ή βαρθαλαμίδι είναι ένα κρυφό διαμέρισμα, θήκη ή συρτάρι που υπήρχε συχνά στις παλιές κασέλες και τα σεντούκια, όπου έκρυβε ο νοικοκύρης τα τιμαλφή του σπιτιού, λίρες, βέρες και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ετυμολογείται από το *παραθαλαμίδι. Λέγεται και παρακάσελο ή παράκλί'. Κάποτε σχεδόν πανελλήνια, σήμερα ακούγεται ακόμα σε Θράκη και Λέσβο. Κατ επέκταση, βαρταλαμίδι λέγεται το συρτάρι ή το ράφι για πολύτιμα αντικείμενα έστο) κι αν δεν είναι κρυφό. Μεταφορικά, 44

40 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ «δεν έχει μέσα του βαρθαλαμίδια» λένε για τον άδολο χαρακτήρα που δεν κρύβει μυστικά. Υπάρχει και το δημοτικό δίστιχο: «Αργυροκούμπι καιτσακκί, κουμπί και δαχτυλίδι, οδς πότε θε να κρύβγεσαι μέσ στο βαρθαλαμίδι;» Βαρταλαμίόι είναι ο τίτλος που δόθηκε σ' ένα πρόγραμμα για την «ψηφιοποίηση των πολιτιστικών κοιτασμάτων της Θράκης». Τον Ιούλιο του 2011 στη Μυτιλήνη, όπως έγραψαν οι τοπικές εφημερίδες, βρέθηκε ολόκληρος θησαυρός από χιλιάδες χρυσές λίρες μέσα σε βαρταλαμίδι που υπήρχε στο κάτω μέρος μιας ντουλάπας, που κληρονόμησε ο μακρινός συγγενής ενός πλούσιου έμπορου. Ο θησαυρός ήρθε στο φως όταν επιχείρησαν να διαλύσουν την ντουλάπα για να τη μεταφέρουν, επειδή ήταν ασήκοκη. Καλού-κακού, ρίξτε μια ματιά στα παλιά σας έπιπλα πριν τα δώσετε στον παλιατζή! βεδοΰρα Βεδούρα και βεδούρι είναι ξύλινο κυλινδρικό δοχείο που χρησιμοποιούν οι βοσκοί για να αρμέγουν το γάλα ή για να πήζουν το γιαούρτι, αλλά και για να τα μεταφέρουν περίπου συνώνυμο με την καρδάρα. Η βεδούρα μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το βεδούρι, Το βεδούρι είναι δάνειο από το σλαβικό vedro, αρκετά παλιό, αφού «βεδούρία χαλκά γανωτά» περιγράφει ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (ασφαλώς όχι για ποιμενική χρήση). Λέξη σχεδόν πανελλήνια, ακόμα ακούγεται. Στον Βαρδιάνο στα σπόρκα του Παπαδιαμάντη, ο Αγκόρτζας, ο παραγιός του Νικόδημου φέρνει κάθε πρωί «μίαν βεδούραν γάλα» στη θεια-σκευω, εν<;ό ο Κοτζιούλας θυμάται από το παιδικά του χρόνια ότι αγαπούσε τις γίδες τους, «γιατί στέκονταν κι αρμέγαμε το αφριστό γάλα τους στην τέντζερη ή στη βεδούρα. Έπεφτε και καμιά κοπριά μέσα, μα ήταν κι εκείνες, ποδς να το πω, καθαρές». Ο Κολοκοτρώνης, διαβάζω στον Τερτσέτη, αποκαλούσε «άπλυτη βεδούρα» τη νοικοκυρά, που στο σπίτι της τύχαινε να διανυκτερεύσει, αν διαπίστωνε ποος υστερούσε στην καθαριότητα. Η βεδούρα συνήθους είναι ξύλινη, και μάλιστα από ξύλο κέδρου, αλλά ο Τσιφόρος, 45

41 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ στα Βιβλικά χαμόγελα μιλάει για πήλινα δοχεία: «μέσα στις πήλινες βεδούρες ρίχνανε την πυτιά και μοσκοβόλαγε το ανθοτΰρι». βεζινές Ο βεζινές ή βεζενές ή βεζνές είναι η ζυγαριά, και ειδικότερα η πλάστιγγα ακρίβειας που χρησιμοποιούσαν παλιότερα οι αργυραμοιβοί για νομίσματα και πολυτίμους λίθους. Επίσης, η μικρή πλάστιγγα του μπακάλικου: «Αν η ποσότητα του είδους που αγοράζαμε ήταν μικρή, ο μπακάλης το έβαζε με μια μικρή σέσουλα σε χαρτοσακούλα και το ζύγιζε στο βεζενέ με τα δράμια που υπήρχαν πάνω στον πάγκο» (Διαδίκτυο). Υπάρχει και ως εποόνυμο. Από το τουρκικό vezne. Η λέξη κοντεύει να ξεχαστεί, φυσικά, αλλά κάποτε θα ήταν πανελλήνια. Την είχε χρησιμοποιήσει ο Αδαμάντιος Κοραής σε μια πολύ γνωστή επιστολή του. που έστειλε νεαρός από το Άμστερνταμ στους συνεταίρους του: «ο φρόνιμος άνθρωπος δεν πρέπει να είναι κανταρτζής [...] το καντάρι ποτέ σωστά δεν ζυγίζει, αλλά πρέπει να είναι σαράφης με τον πολίτικον βεζινέν εις τον κόλπον, να ερευνά τα πράγματα κατά βάθος». Την ίδια αντιδιαστολή ανάμεσα στις ζυγαριές που ζυγιάζουν μεγάλες ποσότητες και στον βεζινέ τη βρίσκω και σε κρητικό στιχούργημα του Φραγκούλη (στην Κρήτη η λέξη ακόμα ακούγεται): «στσι παντρεμένες καμπανό κι απόκου ν αξαγιάζω / στσι λεύτερες το βεζινέ, στο ζύγι να μη σφαίρνω». Ο καμπανός, όπως και το καντάρι, είναι ζυγαριά για οκάδες, όχι για γραμμάρια. βελέσι Το βελέσι είναι εσοτυερικό γυναικείο φόρεμα, μεσοφούστανο. Η λέξη ακούγεται ή ακουγόταν πολύ στα Επτάνησα, όμως εντοπίζεται επίσης στη Δυτική Ελλάδα, στην Πελοπόννησο, αλλά και στην Κρήτη. Βέβαια, κατά περιοχές η σημασία της αλλάζει' αλλού είναι εξωτερικό 46

42 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ επίσημο γυναικείο φουστάνι ή φούστα, που το φοράγαν στις γιορτές, αλλού είναι πλεχτό. Είναι δάνειο από το βενετικό valessio, και πρώτη φορά καταγράφεται σε κείμενο του Βελεσερό ύφασμα είναι το βαμβακερό, λ. που ακούγεται ακόμα στην Κρήτη. Στο σατιρικό Γιατί τα τάλαρα τα λένε τάλαρα, ο Λασκαράτος βάζει τον Θεό να μαλιόνει τον Αδάμ, μετά το προπατορικό αμάρτημα: «Σε σέρνει το βελέσι». Η φράση αυτή ήταν παροιμιακή παλιότερα. Υπάρχει και δημοτικό δίστιχο, «Όποιος πιστεύει γυναικός, βελέσι να φορέσει / με τις πολλές τις μαργιολιές εύκολα θα τον δέσει». Αλλά το διασημότερο ποίημα με βελέσι είναι η Άρχοντοπούλα στο χορό, του Γ. ΑΗάνα: Στο χοροστάσι κι η Μαριώ σήμερα θα κατέβει. Α π τον καιρό που αρφάνεψε πριυτη φορά χορεύει. Άσπρη φούστα και βελέσι νυφικά να τα φορέσει! βεντέμα Βεντέμα είναι η συγκομιδή των καρπών, και ειδικότερα το μάζεμα της ελιάς στην Κρήτη ή ο τρύγος στη Σαντορίνη, που είναι δυο από τα μέρη όπου ακούγεται πολύ η λέξη. Δάνειο από το βενετικό vendema (vendemmia στα σημερινά ιταλικά) που σημαίνει τον τρύγο. Κατ επέκταση, βεντέμα δεν είναι απλώς η σοδειά, αλλά είναι η καλή σοδειά' έτσι, οι ελιές έχουν τη μια χρονιά βεντέμα και την άλλη όχι. Επίσης, κατ επέκταση, βεντέμα είναι η αφθονία, η έντονη και πυρετική δραστηριότητα, το πανηγύρι ακόμα. Και σαν επίρρημα, βεντέμα = αδιάκοπα- «η μηχανή δουλεύει βεντέμα» (από τοπικό γλοοσσάρι). Στον Ποπολάρο του Ξενόπουλου, ο κόντε Ντιμάρας δεν μπορεί να λείπει από το χτήμα γιατί «η βεντέμα αρχινάει». Πέρα από Κρήτη και Σαντορίνη, η λ. ακούγεται και στις υπόλοιπες Κυκλάδες, στα Επτάνησα και τη Δυτική Πελοπόννησο, δηλαδή στα μέρη της ενετοκρατίας. «Με μια καλή βεντέμα ξεχρεώνει ο νοικοκύρης», λέει η κρητική παροιμία. 47

43 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ βεντερούγα Βεντερούγα είναι η ραχίτιδα, το καμπούριασμα. Λέξη αγνώστου ετΰμου σύμφωνα με όλες τις πηγές, ακούγεται στην Πελοπόννησο, στη Δυτική Στερεά, στην Ή πειρο, στα Επτάνησα. Λόγω της ετυμολογικής της αδιαφάνειας, τη βρίσκουμε και με παραλλαγές όπως πεντερούγα, πενταρούγα ή βροντορούγα, ενώ κατά περιοχές μπορεί να σημαίνει και άλλες παθήσεις. Στον Θάνατο τον παλικαριού, το γνωστότερο πεζό έργο του Κωστή Παλαμά, γίνεται λόγος για τη Μαριγή την Πολίτισσα, που «ξόρκιζε το μάτιασμα, πρόφταινε τη βεντερούγα, ίσαζε τα βγαλμένα κόκαλα». Στο ίδιο έργο υπάρχει και βοτάνι, το βεντερουγόχορτο. Ο Λασκαράτος έχει γράψει ότι μετά θάνατο όλοι ίδιοι είμαστε: «κι αν είχες μάτια τ ουρανού και χερουβείμ φτερούγα / ή πλάτη κακοτράχαλη από τη βεντερούγα», δεν έχει διαφορά. Σε μια παράσταση Καραγκιόζη που καταγράφει ο Γ. Ιωάννου, βρίσκουμε μια παραλλαγή: «Μπα, που να βγάλεις τον αγκλέουρα, την αστρακιά, την πενταρούγα στο σβέρκο!» (φυσικά το λέει ο Καραγκιόζης στον Χατζηαβάτη). Ενώ σε πρόσφατο άρθρο στο Διαδίκτυο, μ.ιαν άλλη: «πείτε μας αν κάνουμε καλά που παθαίνουμε μια βροντορούγα που ζούμε εδα) που ζούμε και όχι αλλού». βερβελιά Βερβελιά και βιρβιλιά, είναι, και με το συμπάθιο, η κοπριά των γιδοπροβάτων, αλλά και του λαγού. Πρόκειται για δάνειο από το λατινικό vervella (αρνάκι). Η λέξη πρέπει να είναι σχεδόν πανελλήνια και ασφαλώς είναι ζωντανή, οπότε η απουσία της από τα νεότερα λεξικά ίσως οφείλεται και σε μια δόση σεμνοτυφίας. Αντικρούοντας στα Είδωλά του τις κατηγορίες για «δήθεν πτωχεία» της δημοτικής, ο Ροΐδης έφερε σαν παράδειγμα ότι η δημοτική έχει την ικανότητα να διακρίνει τη βερβελιά των προβάτων από την καβαλίνα των αλόγων, «κάπως εμφαντικότερατης μηλείης, ονείης και ημιονείης κόπρου». Στην Οδύσειά του ο Καζαντζάκης έγραψε 48

44 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ για τον λύκο που μυρίζει το χώμα «κάπου να βρει του αρνιού τη βερβελιά γιάτου λαγού το αχνάρι», ενώ στην παπαδιαμαντική Γλνκοφιλονσα ο παπάς παραπονιέται που τα γίδια «γεμίζουν βιρβιλιές» τα ξωκλήσια. Στη σημερινή χρήση, βρίσκω τη βερβελιά ή βιρβιλιά σε άρθρα και διαδικτυακές συζητήσεις κυνηγούν, δεδομένου ότι, όπως φαίνεται, η υφή, το μέγεθος και τα άλλα χαρακτηριστικά της βερβελιάς προσφέρουν πολύτιμες ενδείξεις για τον εντοπισμό το.)ν θηραμάτων. Όμως βερβελιές λέγονται και τα ανθριοπινα κόπρανα όταν είναι πολύ μικρά σε μέγεθος, αλλά καλύτερα να μην επεκταθώ. βεργέτα βεργέτα είναι η βέρα ή γενικά το δαχτυλίδι χωρίς πέτρα, είναι όμως και το σκουλαρίκι-κρίκος. Δάνειο από τα ιταλικά, ασφαλώς, ίσιος από το ιταλικό verghetta (που όμως σημαίνει «ραβδάκι»), ίσως απο το ενετικό veretta (μικρή βέρα) κατ επίδραση της βέργας λέξη ήδη μεσαιωνική. Με τη σημασία του σκουλαρικιού λέγεται ή λεγόταν κυρίως στα Επτάνησα και τη Δυτική Ελλάδα1με τη σημασία της βέρας πολύ ευρύτερα, ακόμα και στον Πόντο. Στα Ματωμένο, χώματα της Διδώς Σωτηρίου, οι Τούρκοι λιποτάχτες «για ν αρπάξουνε προσφάι, ρούχο, βεργέτα ή χρυσό δόντι, ξαπλοδνανε τον πασαένα νεκρό». Στην Ξεριζο)μένη γενιά της Ιφιγένειας Χρυσοχόου, η μητέρα μιας άρρωστης προσφυγοπούλας «πούλησε τη βεργέτα της, το μόνο που της απόμεινε, κι έφερε το γιατρό», Στα Επτάνησα, παλιότερα οι άνθρο^ποι του λαού φορούσαν βεργέτα (σκουλαρίκι) στο αριστερό αυτί, συχνά δώρο του νονού. Ο Διονύσιος Σολωμός ως βρέφος, στην προσωπογραφία που φιλοτέχνησε ο Ν. Κουτούζης, φορά βεργέτα στο αυτί. Στον Πύργο τον Λκροπόταμου, του Κ. Χατζόπουλου, η Κούλα ποθεί χρυσά σκουλαρίκια. Τελικά, τα καταφέρνει: «στ αυτιά της γυαλίζανε οι χρυσές βεργέτες, που λαχταρούσε τόσον καιρό». 49

45 ΝΙΚΟΣ LAPANTAKOL βήσαλο Βήσαλο είναι το κομμάτι από σπασμένο τούβλο ή κεραμίδι ή το χαλίκι. ΓΤριοτομπήκε στη γλώσσα την ύστερη αρχαιότητα ωςβήσσαλον και βήσαλον, με τη σημασία «τούβλο», δάνειο από το λατινικό laterculi besales (τούβλα των οκτώ δακτύλων). Το βήσαλο επέδρασε και στον σχηματισμό της λ. βότσαλο (δάνειο από το ιταλ. bozzolo). Θα το βρείτε και ως βήσααλο, βέσ(σ)αλο, βίσαλο. Σύμφωνα με το δημοτικό τραγούδι, τα ορφανά «στο κεραμίδι γεύονται, στο βήσαλο δειπνάνε», δηλαδή φτωχικά και πρόχειρα. Στη Μάνα του Καρκαβίτσα, «ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βήσαλα καί λιθάρια σαρώνει». Στο ν Χριστό 'ξανασχαυρώνεται του Καζαντζάκη, «κάποτε θα χαν κατοικήσει κι εδ(6 άνθρωποι - διακρίνεις ακόμα έναν γκρεμισμένο τοίχο, βήσαλα από σπασμένα λαγήνια». Μια κατάρα που τη λέμε σε εχθρό είναι «να μη σου μείνει βήσαλο». Επίσης, επειδή παλιά υπήρχε συνήθεια στις κηδείες να γράφει ο παπάς το όνομα του πεθαμένου σε ένα κομμάτι κεραμίδι και να το ρίχνει μέσα στον τάφο, μια άλλη κατάρα είναι «να σου βάλουν το βήσαλο σου». Υπάρχει και η παροιμία «χώνει βήσαλα και βγάζει καρβέλια», για όποιον τυχερό ή επιδέξιο καταφέρνει πολλά με ελάχιστα μέσα. βιρανες Βιρανές, βιράνι ή βεράνι είναι το ερείπιο, το ερειπωμένο σπίτι, αλλά και το οικόπεδο που απομένει όταν ένα σπίτι έχει πέσει ή καεί, και κατ επέκταση το άχτιστο οικόπεδο. Δάνειο από το τουρκικό viran, virane, περσικής αρχής, η λέξη ακουγόταν παλιότερα σε αρκετές περιοχές του ελλαδικού χοίρου. Η φρ. «έγινε βιράνι» ή «βεράνι» σήμαινε την ολοσχερή καταστροφή, από σεισμό, πυρκαγιά ή πόλεμο, π.χ. «Καήκανε τα Γιάννινα, γινήκανε βιράνι» ή «όλα βιράνι γένη καν, τσαρσιά* και μαχαλάδες» (για τον μεγάλο σεισμό της Χίου το 1881). Και σμυρνέικο τραγούδι 50

46 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ για την καταστροφή: «Η Σμύρνη κι αν εκάηκε και γίνηκε βεράνι / μια Σμυρνιοπούλα να ν καλά5 πάλι την ξαναφκιάνει». Αλλά και μεταφορικά: «έχεις το τζιεράκι μου βεράνι καμωμένο» (σε μαντινάδα), μου ρήμαξες τα σωθικά, θα λέγαμε. Σε αντίθεση με αυτή την εικόνα ερήμωσης, στην Ύ δρα βιράνι είναι ο ελεύθερος όροφος σε ενιαίο χώρο χουρίς μεσοχωρίσματα, ενώ σε άλλες περιοχές ο ακάλυπτος χώρος («στο βιράνι που ήταν απλωμένα τα κουκούλια», Ισμήνη Καπάνταη, Απειρο)τάν και Τούρκων). βλησίδι Βλησίδι σημαίνει τον κρυμμένο θησαυρό, και κατ επέκταση τον πλούτο γενικά, την αφθονία, τον πλούσιο και εύφορο τόπο. Από το μεσαιωνικό βληοίδιον, υποκοριστικό του αρχαίου βλήσις (αφιέρωμα), από το βάλλω. Θα το δείτε γραμμένο και βλνσίδι, επειδή το ετυμολογούσαν (πρόταση Γ. Χατζιδάκι) από το βλύσις, δηλαδή ότι. ο θησαυρός ανέβλυσε. Και βλισιδι, για πιο απλά. Πάμπολλες είναι οι παραδόσεις για αρχαίους θησαυρούς θαμμένους στη γη* κάθε τέτοιο εύρημα λέγεται βλησίδι, και μερικά έγιναν τοπωνύμια. Από εκεί και οι δευτερογενείς έννοιες του μεγάλου πλήθους, π.χ. καρπών: «Οι ελιές είναι βλησίδι». Από εκεί και ο πλούσιος τόπος. Στους τραγικούς Σφουγγαράδες τον Καρκαβίτσα, ο καπετάνιος λέει στον σφουγγαρά που δεν τα κατάφερνε: «Σε φέρνω σε βλισίδι. Αν δεν βγάλεις και τώρα το δίχτυ γεμάτο, καλά θα κάμεις να ταχτείς καλόγηρος». Με την έννοια του κρυμμένου θησαυρού, βρίσκου τη λέξη στα Οράματα του Μακρυγιάννη («ήτον κι ένα βλησίδι χρημάτων εις την σπηλιά του περιβολιού»). Ο Βλαχογιάννης, ο άνθρωπος που έφερε στο φως τα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη, μεταχειρίστηκε κι αυτός τη λέξη, με σημασία τα πλούτη: «άλογα και μουλάρια φορτωμένα με του αγά τ ασημικό, το χάλκωμα κ α ιτ άλλο του ακριβό βλησίδι». 5. "Η: «ο Βενώ-λος να ν καλά». Μ

47 ΝΙΚΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ βοδώνω Το ρήμα αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τα... βόδια, αντίθετα κινείται σε ανώτερες σφαίρες. Προέρχεται από το αρχαίο ευοδώ, και έχει παρόμοιες με αυτό σημασίες: εκτελώ με επιτυχία μια εργασία, τη φέρω σε πέρας- ευδοκιμώ, προκόβω- προφταίνω κάποιον- τα καταφέρνω. Στην Κρήτη και στα νησιά, ακούγεται ο τύπος βγοδώνω, ήδη μεσαιωνικός. Στα σημερινά χιοηικα, το βγοδώνω επιβιώνει με τη σημασία «κάνω γρήγορα». Στη μετάφραση της Οδύσσειας από τους Καζαντζάκη-Κακριδή, διαβάζουμε «σα στάχια να βγοδώνουν τα φαρδιοκούτελα γελάδια του κανείς δεν είδα τόσο» (υ 211), ενώ σε σχετικά πρόσφατο πεζογράφημα του Μυκονιάτη Π. Κουσαθανά ότι «Χίορίς την ευλογία της σεπτής εικόνας τού περιφανούς ναού [...] τίποτα δεν ήταν δυνατόν να βγοδώσει», και τα δυο με την έννοια του «προκόβω». Σττ\ Σίβυλλα του Σικελιανού, κάποιος εύχεται «και τ άλλα ας τα βοδώσει καθώς ξεκρίνει τα ο Θεός», εδώ με την έννοια «φέρω σε πέρας», ενώ ο Κοτζιούλας θυμάται έναν γέρο μάστορα που φο5ναζε στα άταχτα παιδιά που ανέβαιναν στη συκιά του: «Δε θα σας βοδώσω πουθενά;» δηλαδή, δεν θα σας πετύχω; βοΰργια Η βούργια ή βούργα ή και βούλγα είναι σακίδιο δερμάτινο ή μάλλινο, ταγάρι. Σήμερα τη λένε κυρίως στην Κρήτη και στην Κύπρο, αν και παλιότερα ακουγόταν σε αρκετά ευρύτερο χώρο. Υποκοριστικό, το βονργιαλάκι. Ετυμολογείται από το μεσαιωνικό βονλγια και αυτό από το λατινικό bulgea (δερμάτινο πουγκί, λ. κελτικής προέλευσης). Αξιοπερίεργο είναι ότι από την ίδια λατινική ρίζα είναι και το αγγλικό budget, άρα θα μπορούσε κανείς να πει πως το μπάτζετ είναι μακρινό ξαδέρφιτης βούργιας. Η βούργια θεωριόταν σήμα κατατεθέν των βοσκών: «Έζωσε σφιχτά το φαρδύ ζωνάρι του, ανακρέμασε στην πλάτη του την πιο καλή, την ξομπλιαστή του βούργια, φούχτωσε το βοσκοράβδι του», 52

48 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ λέει κάπου ο Καζαντζάκης. Βέβαια, αυτό έχει και μειονεκτήματα, όπως λέει η μαντινάδα: «Τη βέργα μου επαντόνιαρα [έβαλα στην άκρη] και πια δε βάνω βούργια, γιατί πες πως δε θες βοσκό αγάπη μου καινούργια». Σήμερα τις βούργιες τις χρησιμοποιούν για να βάζουν μέσα το (χρηματικό) δώρο στους κρητικούς γάμους. Στην Κύπρο, βέβαια, λένε «βούρκα»1η έκφραση «την κκελέ του μες την βούρκαν» είναι το κυπριακό ισοδύναμο της «το κεφάλι του στον ντορβά» και δεν έχει σχέση με τον βούρκο όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς καλαμαράς. βουρδουνάρης Η λέξη βονρόοννάρης ή βορόονάρης σημαίνει τον ημιονηγό, τον μουλαρά. Από το μεσαιωνικό βονρόωνάριος, που είναι δάνειο από το λατινικό burdonarius (burdo το μουλάρι), κυρίως στο Αγιο Όρος χρησιμοποιείται, καθώς και στην Κρήτη. Στα παλιά λεξικά θα τη βρείτε βορόωνάρης, αλλά ελάχιστοι ακολουθούν σήμερα αυτή τη γραφή. Ένα από τα εξήντα διακονήματα των μοναχών στο Άγιο Όρος είναι και ο βονρόοννάρης, ο μοναχός που συνοδεύει πεζός τα φορτωμένα μουλάρια. Κανονικά, δεν είναι υπεύθυνος για τον στάβλο και τις ζωοτροφές, αυτή είναι αρμοδιότητα άλλου μοναχού, του χατλάρη. Βέβαια, με την τεχνική πρόοδο ο βουρδουνάρης έχει σε πολλές μονές μετατραπεί σε οδηγό αυτοκινήτου. Στην Κρήτη ο βορδονάρης είναι ο αγοογιάτης («όπου γάιδαρος κι εγώ βορδονάρης») και ο πραματευτής, όπως στο Μοιρολόι τον Γιάννη (το έχει δισκογραφήσει ο Λουδοβίκος των Ανωγείων) όπου η χήρα λέει «δεν ήρθε ο βορδονάρης μου Χριστέ μου». γάγλα Γάγλα, γάγγλα, βάγκλα ή ζάγκλα είναι οι στροφές του δρόμου, η πτυχή του υφάσματος και η καμπύλη γραμμή. Ο δρόμος κάνει γάγλες, 53

49 ΝΙΚΟΣ LAPANTAKOL το ποτάμι κάνει γάγλες, τα μαλλιά επίσης - σκάλες, λέμε στην κοινή. Η λ. ακούγεται πολύ στην Κρήτη, αλλά δεν ανήκει αποκλειστικά στην κρητική διάλεκτο1παλιότερα ακουγόταν σε μεγάλα τμήματα του ελλαδικού χώρου και έχει δώσει και μερικά τοπωνύμια. Γαγλίοτός είναι το επίθετο, ο ελικοειδής, που κάνει στροφές. Συχνό το γαγλωτό μονοπάτι, τόσο στον Καζαντζάκη («Να σκοτεινιάσει ακόμα πιο πολύ, να μην με δούνε στο χωριό συλλογίζουνταν ο Μανολιός και κατέβαινε αργά το γαγλωτό μονοπάτι», Ο Χριστός ξαναστανρώνεται) όσο και στον (μη Κρητικό) Ν. Κυτόπουλο («Το γαγλωτό μονοπάτι δίπλα από τον άπατο γκρεμό αρχίζει να παγώνει»). ΓLa όποιον πηγαίνει, κάνοντας πολλούς ελιγμούς, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, υπάρχει η φρ. «κάνει γάγλες μάγλες». Υπάρχει και κρητικό τραγούδι: «Γάγλες και μάγλες κοπελιά, στο δρόμο μη μου κάνεις / γιατί είμ ελεύθερο πουλί κι ογλήγορα με χάνεις». γαζέτα Το γαζέπι είναι ο μεγάλος θυμός' είναι και η απροσδόκητη συμφορά, η οργή του Θεού είναι, τέλος, η θύελλα, η θεομηνία. Δάνειο από το τουρκικό gazap που σημαίνει οργή, έννοια που είναι καί ο κοινός τόπος ανάμεσα στις σημασίες της λέξης. Έχει δώσει επ(ύνυμα και τοπωνύμια, αλλά ελάχιστα ακούγεται πια - κυρίως σε Ή πειρο και Κρήτη. «Τον παίρνω (σε) γαζέπι» σημαίνει «τον έχω σε δυσμένεια, έχω σκοπό να τον εξοντώσω». Στο κλέφτικο τραγούδι Οι Λαζαίοι: «Μας χάλασε ο Βελή-πασάς, μας πήρε σε γαζέπι» - αλλά επειδή έχει ο καιρός γυρίσματα, άλλο δημοτικό τραγούδι βάζει τον ίδιο τον Αλήπασα να λέει στα παιδιά του «Ο βασιλιάς μ' οργίσθηκε, με πήρε σε γαζέπι». Και κατάρα: «γαζέπι να σου "ρθεί» (δηλαδή, συμφορά) ή «γαζέπι να χεις». Με τη σημασία της νεροποντής, ιδίως της ξαφνικής, σε ένα πεζό του κείμενο έγραψε ο Κρυστάλληςγια «απάντεχο γαζέπι», αλλά και ο Κοτζιούλας έχει γράψει για τις γυναίκες που βρέθηκαν ανυπεράσπιστες στους δύσκολους καιρούς: «να σας χτυπάει, να σας μαδάει δρολάπι και γαζέπι, κακό για σας, χειρότερο για κείνον που το βλέπει». 54

50 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ γαζέτα Η γαζέτα είναι μια λέξη με δυο σημασίες: αφενός είναι ένα χάλκινο νόμισμα μικρής αξίας, αφετέρου η εφημερίδα. Δάνειο από το ενετικό gazeta (ιταλ. gazzetta). ΓΙροηγήθηκε το νόμισμα, που κόπηκε στη Βενετία πριότη φορά το 1539 σύμφωνα με την παραδοσιακή εξήγηση, το 1600 που κυκλοφόρησαν οι πρώτες εφημερίδες στη Βενετία, πουλιούνταν για μια γαζέτα, και γι αυτό ονομάστηκαν και οι εφημερίδες έτσι. Νόστιμο, αλλά τα σύγχρονα λεξικά έχουν επιφυλάξεις. Στον ελληνόφωνο χιορο η λέξη μπήκε και με τις δυο σημασίες. Η Ιόνιος Πολιτεία έκοψε γαζέτες το 1801, όταν ανήκε στους Ρώσους και τους Οθωμανούς. Οι δυο σημασίες, νόμισμα και εφημερίδα, συνυπήρξαν για πολλές δεκαετίες πρώτη ξεθώριασε η σημασία του νομίσματος. Η αντικατάσταση της γαζέτας από την εφημερίδα θεωρείται από τα επιτυχημένα παραδείγματα της καθαριστικής δράσης των λογιών κατά τον Τριανταφυλλίδη, η ευκολία της αντικατάστασης οφείλεται στο ότι έγινε σε μια εποχή που οι «γαζέτες» δεν είχαν πάρει ευρεία διάδοση. Με την έννοια της εφημερίδας χρησιμοποιείται σπάνια και σήμερα άλλωστε, υπάρχουν πολλές γνωστές ξενόγλωσσες εφημερίδες που έχουν τη λ. Γκαζέτα στον τίτλο τους. Οι εκδότες εφημερίδων της Πόλης λέγονταν γαζετατζήδες, λέξη που την απαθανάτισε ο Βάρναλης στον Εξαγνισμό, στην περιγραφή της καλής κοινωνίας: «γαζετατζήδες, γαλονάδες, μπαγκέρηδες με τον παρά...» γαΐτα Γάίτα είναι μακρόστενη αλιευτική βάρκα που χρησιμοποιείται στην παράκτια αλιεία, ειδικότερα όμως γαΐτες λέγονται οι βάρκες της λιμνοθάλασσας, μονόξυλες ψαρόβαρκες χωρίς καρίνα, ειδικές για τα αβαθή νερά της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, τον Αμβρακικό και τη Λευκάδα. Για την ετυμολογία της λέξης, η μόνη (όχι πειστική) εξήγηση που υπάρχει είναι πως προέρχεται από το ιταλικό gavetta, 55

51 MKOL ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ είδος στρατιωτικής καραβάνας που χρησιμοποιούν οι ναύτες για φαγητό. Τα νερά στη λιμνοθάλασσα συχνά δεν είναι βαθύτερα από μισό μέτρο- η γαΐτα έχει επίπεδο πυθμένα και δεν κινείται με κουπιά' ο βαρκάρης κρατάει ένα κοντάρι, το σταλίκι, που το ακουμπάει στον βυθό και σπροίχνει τη γάίτα. Σήμερα βέβαια έχουν μηχανή. Οι μεγάλες γάΐτες λέγονται προιάρια (< πλοιάρια). Η λέξη χρησιμοποιείται, εύλογα, στις περιοχές εκείνες: Επτάνησα, Αιτωλοακαρνανία, Ί Ιπειρο. Τα παλιότερα λεξικά την έχουν. Το 1941, ο μεσολογγίτης ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης έγραψε ένα ποίημα που το αφιέρωσε στον συντοπίτη του Αντοόνη Τραυλαντώνη: «Τι λες; σε μια γαΐτα πια μπασμένοι / δεν είν καιρός προς τον Άη Σώστη να τραβούμε;» Κόντευε πράγματι ο καιρός. Μπήκαν στη γαΐτα με δέκα μέρες διαφορά, τον Γενάρη του γάρμπος Γάρμπος ή γάρμπο είναι αυτό που δεν έχει ο άγαρμπος: η χάρη, η κομψότητα, οι αρμονικές αναλογίες, η καλή εφαρμογή. Και γαρ- μπάτος ή γαρμπόζος είναι ο κομψός, ο γεμάτος χάρη. Από το ιταλικό garbo, που είναι αμφίβολης ετυμολογίας - σύμφωνα πάντως με μια εκδοχή, προέρχεται από το αραβικό qalib (απ όπου και το καλονπι), το οποίο ίσως είναι ελληνικής απώτερης αρχής, από το καλάπονς, καλαπόδι δηλαδή. Σε πρόσφατο σχόλιό του, ο δημοσιογράφος Β. Αγγελικόπουλος επισήμανε ότι το γάρμπος δεν το λέμε πια, αλλά εξακολουθούμε να το τραγουδάμε - εννοώντας το αρχοντορεμπέτικο Παναγιά μου ένα παώ ί, που έχει και τους στίχους «τέτοιο γάρμπος, τέτοια γλύκα, βρε δεν έχω ξαναδεί». Το γάρμπος δεν έχει σχέση με τον άνεμο γαρμπή (αραβικής αρχής), ενο5 όπως είπαμε ο άγαρμπος από εκεί παράγεται. Πάντως, στην Κέρκυρα το γάρμπο έχει πάρει τη σημασία του φλερτ (υπάρχει και παραδοσιακό τραγούδι Το γάρμπο), ενώ γαρμπόζος είναι ο ερωτύλος. Ο άγαρμπος διατηρεί τη σημασία του. 56

52 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ γεβεντίζω Γεβεντίζω και- γιβεντίζω θα πει διαπομπεύω. Η πράξη της διαπόμπευσης λέγεται γεβέντισμα ή γιβέντισμα ή και γίβεντο. Πρόκειται για τη γνωστή απεχθή συνήθεια των παλιότερων χρόνων, να ανεβάζουν τους μοιχούς (και κυρίως τις μοιχαλίδες) πάνω στο γαϊδούρι και να τους γυρίζουν σε όλο το χωριό. Σύμφοονα με τον Ανδριώτη, δάνειο από το μεσαιωνικό γαλλικό gibet (σταυρός, κρεμάλα), όπου κρεμούσαν για παραδειγματισμό τους διαπομπευόμενους. Πανελλήνια η λέξη κάποτε, αν και στα κρητικά είναι ξεγιβεντίζω. Κατ αναλογία, η διαπομπευμένη γυναίκα λέγεται γεβεντισμένη. Στην Παναγιά Γοργόνα του Μυριβήλη, οι άλλες γυναίκες «ήτανε χολοσκασμένες, πως δεν πρόλαβαν να κρατήσουν την πριμαντόνα, να τη βάλουν ανάποδα σ ένα κουτσό γάιδαρο, να της δώσουν την ουρά στο χέρι, και να τη γυρίσουν έτσι σ όλο το συνοικισμό και σ όλη τη Σκάλα, τη γεβεντισμένη». Η παροιμία λέει βέβαια ότι «Η κούρβα [πόρνη] το γεβέντισμα για πανηγύρι τόχει», αλλά τις παροιμίες τις βγάζουν εκ του ασφαλούς οι πολλοί. Ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος είχε τιτλοφορήσει «Το γεβέντισμα του Παπαδιαμάντη» ένα άρθρο του στο οποίο επέκρινε την τσαπατσούλικη επιμέλεια κάποιων διηγημάτων του Παπαδιαμάντη ωστόσο, το γεβέντισμα δεν είναι από τις παπαδιαμαντικές λέξεις. γεμενί Η λέξη γεμενί έχει δύο σημασίες. Καταρχάς, γεμενί είναι ένα χρωματιστό κεφαλομάντιλο, από μεταξωτό ύφασμα- όμως, στον πληθυντικό συνήθως, τα γεμενιά είναι ελαφρά δερμάτινα παπούτσια ή παντόφλες. Ονομάστηκαν έτσι, και το μεν και τα δε, επειδή αρχικά κατασκευάζονταν στην Υεμένη, αν και βέβαια στη συνέχεια έρχονταν από την Πόλη και άλλους πιο κοντινούς τόπους. Το γεμενί ως φακιόλι ακούγεται και σήμερα χάρη στο πολύ γνωστό δημοτικό τραγούδι με το ρεφρέν «Μαύρο γεμενί με λένε / σα με χάσεις γύρευέ με». Σττ\ν Αποκριάτικη νυχτιά του Παπαδιαμάντη «Εχόρευον 57

53 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ τον συρτόν ή τον καλαματιανό ν, κι ετραγουδούσαν το Μαύρο γεμενγ», ενο3 και στον Θάνατο τον παλικαριού του Παλαμά κάποια ποτίζει «τα μυριστικά της, ψιθυρίζοντας το μαύρο γεμενί». Οι ζεϊμπέκηδες του Λευτέρη Παπαδόπουλου, στο τραγούδι Γιορτή ζεϊμπέκηδων, «πίνουνε ρακί, τρώνε παστουρμά και χτυπάνε τα ποδάρια με τα γεμενιά» - εδώ βέβαια πρόκειται για τα παπούτσια, που τα έφτιαχναν οι γεμενιτζήδες ή γεμενετζήόες. Ωστόσο, φορούσαν και. οι άντρες γεμενιά μαντίλια, όπως σημείωσε κι ο Ν, Κασομούλης, παραξενεμένος, όταν είδε τους Μοράίτες «με μέστια καιτζαρούχια ποδημένοί είδος αλλόκοτον εις τα μάτια μας και με μανδήλια μαύρα και κασπαστιά εις την κες)αλήν και γεμενιά». γεντέκι Το γεντέκι είναι λέξη με πάρα πολλές σημασίες - το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας καταγράφει, ούτε λίγο ούτε πολύ, είκοσι! Καταρχάς, σημαίνει το σκοινί με το οποίο ρυμουλκούν βάρκα, και κατ' επέκταση την ίδια την πράξη της ρυμούλκησης. Έπειτα, σημαίνει το άλογο που το οδηγεί κανείς πεζός, από το χαλινάρι. Είναι επίσης το μικρό καζάνι με το ζεστό νερό και το βρυσάκι στα καφενεία. Δάνειο από τα τουρκικά, yedek, που σημαίνει το σκοινί της ρυμούλκησης και, γενικότερα, «εφεδρικός». Με το γεντέκι έσερναν τα σκάφη ιδίως σε ποταμούς. Βρήκα ένα διήγημα του Αντ. Γιαλούρη, με τίτλο Γεντέκι, όπου προοταγωνιστεί ένας που «στον ώμο είχε ριχτό ένα τυλιγμένο σκοινί, που του χρησίμευε για να τραβά γεντέκι τις βάρκες και τα καΐκια». Γεντέκι πήγαιναν τα εφεδρικά άλογα ή όσα τύχαινε να περισσεύουν, όπως στον Μακρυγιάννη: «είχε άλογα άδεια και τα τράβαγε γεντέκια». Για το γεντέκι του καφενείου, που ακόμα χρησιμοποιείται και το βρίσκουμε και σε καταλόγους προμηθευτών, έχει γράψει πολλά ο Ηλ. Πετρόπουλος στο Ο τούρκικος καφές εν Ελλάόι. Μια σημασία που δεν τη βρίσκω στις είκοσι του λεξικού: «φαρδύ χασαπομάχαιρο, απ αυτά που τα λένε γεντέκια» (Μυριβήλης, Ο Βασίλης ο Αρβανίτης). Μπελάς το γεντέκι! 5S

54 Μ ;ΞίΊΐ; HOY ΧΛΝΟΝΤΛΙ γερδέλι Μια λέξη με πολλές παραλλαγές, γερδέλι ή γκερδέλι ή γιορδέλι ή γιονρδέλι είναι ο κουβάς, είτε των πηγαδκόν είτε τοον καραβιών. Είναικαι ο ξύλινος κάδος για το άρμεγμα των ζο5ο:>ν. Είναι λέξη πολυταξιδεμένη: η ετυμολογική της αλυσίδα ξεκινάει από το λατινικό caldarium, που σημαίνει «καζάνι, χύτρα». Αυτό πέρασε στα ελληνικά ως καρδάρι, λέξη που υπάρχει και σήμερα αλλά είναι μεσαιωνική. Το καρδάρι το δανείζονται στα τουρκικά ως gerdel, και η τουρκική λ. περνάει ξανά στα ελληνικά οϊςγερδέλι, που επομένως είναι αντιδάνειο. Η λέξη ακούγεται ακόμα, αλλά πολύ σπάνια, οπότε τα νεότερα λεξικά δεν την έχουν. Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί το γερδέλι με τη σκιαθίτικη παραλλαγή του (γιονρδέλι) και, κατά σύμπτοχτη, και τις δυο φορές σε σχέση με πνιγμένα κοριτσάκια. Στη Φόνισοα, η Φραγκογιαννού καταθέτει στον ειρηνοδίκη ότι «όταν όμως μετ ολίγον εχρειάσθη ν αντλήσουν νερόν από το φρέαρ, τότε το "γιουρδέλι [...] προσέκρουσεν εις στερεόν σώμα εντός του ύδατος», ενώ στην Τελευταία βαπτιστική, όταν πέφτει η μικρή στο πηγάδι, «έναν κουβά! ένα γιουρδέλι! εκραύγαζεν έκφρων η γραία Σοφούλα». Στον Κανάρη του Φωτιάόη βρίσκουμε το ναυτικό γερδέλι: «Μόλις θαμπόφεγγε κατά το λεβάντε, προποι οι μούτσοι βρίσκονταν κάθε πρωί στην κουβέρτα με τα μαστέλα και τα γερδέλια να την πλύνουν». γιαβουκλούς Γιαβουκλούς είναι ο αγαπητικός ή ο μνηστήρας στο θηλυκό, η γιαβουκλού είναι η αγαπητικιά ή η αρραβωνιαστικιά. Είναι από τις ελάχιστες λέξεις που διατηρούν τον τύπο σε -λούς του αρσενικού (αντί του πιο οικείου στους Έλληνες -λής), γι αυτό και σήμερα πολλοί προβληματίζονται, όταν την ακούν σε ρεμπέτικα, πα>ς έχει το αρσενικό γένος. Δάνειο από τα τουρκικά (yavuklu, με τις ίδιες σημασίες). 59

55 ΝΙΚΟΣ ΣΛΡΑΝΤΑΚΟΣ Λέξη συχνότατη στα ρεμπέτικα, τόσο για άντρες («Μη θαρρείς πως θα σ αφήσω, να χεις άλλον γιαβουκλού», Σμνρνιά καμωματού του Σκαρβέλη) όσο και για γυναίκες (π.χ. «Βρε μάγκα αυτή σου πρέπει να χεις γιαβουκλού, που είναι αλανιάρα, τσαχπίνα χασικλού», Νέος μάγκας του Κασιμάτη). Εμπνευσμένος από τέτοια δίστιχα, έγραψε κι ο Ν. Εγγονόπουλος π ο ίη μ α //γιαβουκλού (χωρίς όμως να χρησιμοποιεί τη λέξη έξω από τον τίτλο). Κανονικά η γιαβουκλού ήταν η επίσημη (και κοινωνικά αποδεκτή) σχέση, αλλά πού και πού σημαίνει απλώς την ερωμένη, όπως στα Ματωμένα χώματα, όπου ένας φαντάρος της πρώτης γραμμής κατηγορεί τους επιτήδειους των γραφείων: «Στο να πόδι τη μια γιαβουκλού, στ άλλο την άλληνα και στα ενδιάμεσα θα σκαρώνεις λόγια παχιά, να μας τα φέρνουνε διο πάνω στα μέτωπα, για πατρίδα, για θυσία, για Μεγάλη Ελλάδα». Πράγματι, έτσι είναι πιο εύκολες οι θυσίες. γιαγέρνω Γιαγέρνω καιγιαέρνο) θα πει επιστρέφω κάτι, γυρίζω πίσω, στρέορομαι. Λέξη χαρακτηριστική της κρητικής διαλέκτου, έχει όλες τις σημασίες του κοινού νεοελληνικού γυρίζω. Και γιαγερμός ή γιάγερμα, η επιστροφή. Ετυμολογείται από το αρχαίο διεγείρω, ενο3 σε μεσαιωνικά κείμενα σώζεται και ο μεταβατικός τύπος όιαγέρνω. Φυσικά, η λ. χρησιμοποιείται πολύ συχνά στον Ερωτόκριτο και τα άλλα έργα της εποχής π.χ. «κι ό,τι μου πήρε ο θάνατος πλιο δεν μου το γιαγέρνει» ή «αν πάει μακρά ο Ρωτόκριτος, πάλι γιαγείρει θέλει» ή «Καλά το λεν οι φρόνιμοι, η αγάπη φόβο φέρνει / κι εις ένα πράμα οπού αγαπά χίλιες φορές γιαγέρνει» και βέβαια σε μαντινάδες, π.χ. «στάλα τη στάλα το νερό το μάρμαρο τρυπά το, το πράμα που μισεί κιανείς γιαέρνει κι αγαπά το» (όπου βλέπουμε και τη σημασία «μεταστρέφομαι, αλλάζω γνώμη»). Στην κρητική (σατιρική) παραλλαγή του τραγουδιού Μια βραδιά στο λούκι, οι Etsi de έβαλαν τον στίχο «γιαγέρνω στον δικό μου», αντί του «γυρίζω στον δικό μου» που είχε το πρωτότυπο. Λλλά και (>()

56 ΛΕΞΕΙΣ 1ΙΟΥ ΧΛΝΟΝΊ ΛΙ ο Σεφέρης, σε μια Μπαλάδα φτιαγμένη επίτηδες με κρητικές λέξεις, είχε το δίστιχο: «η θύμηση γιαγέρνει μ απονιά, να λέει την κρίση όπου τα πάθη φέρα». γιαγκίνι Γιαγκίνι είναι η φωτιά, η πυρκαγιά και μεταφορικά το ερωτικό πάθος. Δάνειο από τα τουρκικά, yangin, η λέξη λείπει από τα νεότερα λεξικά αν και ίσως θα έπρεπε να υπάρχει για ιστορικούς λόγους. Οι πυρκαγιές ήταν συχνότατο φαινόμενο στις παλιές πολιτείες με τα ξύλινα σπίτια, αλλά το αρχετυπικό γιαγκίνι είναι βέβαια η πυρκαγιά της Σμύρνης το το λέει άλλωστε και το τραγούδι: «Σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι, στο ντουνιά δεν έχει γίνει». Το τραγούδι αυτό, που έχει ενσωματώσει και δίστιχα που είχαν γραφτεί για παλιότερες πυρκαγιές, έχει γνωρίσει πολλές επανεκτελέσεις, αν και δεν έγινε αμέσως σουξέ επειδή θύμιζε οικεία κακά. Άλλα ρεμπέτικα χρησιμοποιούν τη λέξη μεταφορικά, ενώ σε υπερθετικό βαθμό έχουμε το καραγιαγκίνι στο Ερηνάκι του Τούντα. Όμως κι ο Παλαμάς έχει γράψει ότι «μου τρο5ει γιαγκίνι την καρδιά και το κορμί μαράζι». Πιο παλιά, κάποιος ερωτευμένος φλεγόταν από το πάθος: «Ινσάφι κάμε άπονη, μετέβαλε πια ήθος / διες τι γιαγκίνι άναψες στο άθλιόν μου στήθος». Αργότερα, άναψε ο ίδιος απελευθερωτική φωτιά: ήταν ο Ρήγας Βελεστινλής.' γιαγλίδικος Αν υπάρχουν λέξεις που ακουστικά ταιριάζουν απόλυτα με τη σημασία τους, μια απ αυτές είναι και το γιαγλίδικο, που τη λες και γεμίζει το στόμα σου! Γιαγλίδικο είναι το φαγητό που έχει παρασκευαστεί με μπόλικο βούτυρο ή λάδι, το λιπαρό. Δάνειο από το τουρκικό yagli, 6. Γιώργης Έξαρχος, Ρήγας Βελεστινλής: ανέκδοτα έγγραφα, νέα στοιχεία, σελ

57 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ που σημαίνει «λιπαρός» (yag το λίπος), λέξη που ακούγεται ακόμα σε μαγειρικά συμφραζόμενα. Φυσικά, η λέξη μπορεί να χρησιμοποιείται θετικά, όπως από τον Π. Κουσαθανά για κάτι κεφτέδες που φτιάχνουν στη Μύκονο («Μεγάλους μεγάλους, και μακρουλούς, με μυρωδικά βότανα του νησιού, δεν έχει πιο γιαγλίδικο και νόστιμο πράμα»), μπορεί όμως και αρνητικά: «κι άλλα διάφορα ουγγαρέζικα πιάτα πατημένα στην πάπρικα, βαριά καιγιαγλίδικα» (Μ. Καραγάτσης, Γιονγκερμαν). Η Λωξάντρα, δεν υπάρχει αμφιβολία, επαινετικά τη χρησιμοποιούσε: «Πού τα γιαγλίδικα σιμίτια του Καράκιοϊ! Μχ! Πόλη και πάλε Πόλη!» Ο Σπύρος Μελάς, σε χρονογράφημα του 1927 στο Έθνος, κρατάει αποστάσεις: «Η κουζίνα μας, μολονότι συμφορά του στομάχου, πικάντικη, γιαγλίδικη, ανατολίτικη, πολυμπαχαρισμένη [...]», ενώ ο Μάριος Πλωρίτης είχε παρομοιάσει την ταινίαλ όλα Μοντέζ του Οφύλς με «ένα πλούσιο πιάτο, φτιαγμένο από τα πιο γιαγλίδικα υλικά, μα χωρίς αλάτι, χωρίς πιπέρι και χωρίς μαγειρική ςπνέτσα». Χρειάζεται κι η φινέτσα, βέβαια. γιαράς Ο γιαράς, ή η γιαρά, είναι η πληγή, η λαβωματιά, ιδίως η πληγή που πυορροεί. Δάνειο από το τουρκικό yara. Ο θηλυκός τύπος φαίνεται να είναι παλιότερος, αν κρίνουμε από το ότι εμφανίζεται σε ιατρόσοφικό σύγγραμμα του 16ου ήδη αιώνα: «Εις μεγάλην γιαράν όταν τρέχει αίμα πολύν». Κάποτε πανελλήνια λέξη, ο γιαράς έχει έντονη παρουσία σε δημοτικά τραγούδια. Τραγούδι που ανιστορει τον θάνατο του Καραϊσκάκη τον παρουσιάζει, τραυματισμένο, να εμψυχοίνει τα παλικάρια του, λέγοντας o t l «εγώ θα πάο.) στην Κούλουρη να γι,άνω τον γιαρά μου». Πολύ γνο>στό είναι και το δημοτικό της απαρνημένης, η οποία καταριέται τον νέο που την εγκατέλειψε να γκρεμιστεί από ψηλά και «δέκα γιατροί να τον κρατούν και δεκαφτά καλφάδες / και δεκοχτώ γραμματικοί να γράφουν τους γιαράδες», να καταγράφουν δηλαδή 62

58 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ τα τραύματα! Πιο κοντά μας, ο αντάρτης του εμφυλίου πολέμου Μήτσος Καρατζάς, θαυμάζει στο ημερολόγιό του μίαν αντάρτισσα γιατί «κοιτάζει τους γιαράδες και πάντοτε γελά». Πάντως, βρήκα τον γιαρά να χρησιμοποιείται σε περυσινό «αγιασώτικο ξόμπλιασμα», σατιρικό δηλαδή στιχούργημα, όπου, σχολιάζοντας τα οικονομικά μέτρα λιτότητας ο ποιητάρης αναρωτιέται «ο γιαράς είναι μεγάλος, τίλουγια θα γιατρευτεί;» - κι εμείς αυτή την απορία έχουμε! γιαρές Ο γιαρές είναι αργό και περιπαθές ερωτικό ανατολίτικο τραγούδι* ίσως είναι δίδυμη λέξη, κατά κάποιον τρόπο, με τον γιαρά που μόλις γνωρίσαμε, εφόσον, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ο ψυχικός πόνος (γιαράς) λέγεται και γιαρές και η σημασία του παθιάρικου τραγουδιού αποτελεί επέκταση κατ άλλους, προέρχεται από το τουρκικό yar (φίλος, εραστής, αγαπημένος) με κατάληξη -ές κατά το αμανές. Πάντως είναι λέξη που, αν καί δεν θα τη βρείτε στα νεότερα λεξικά, ακούγεται ακόμα, σε μουσικολογικά ανατολίτικα συμφραζόμενα. Σε έναν διάσημο στίχο από τα Σατιρικά γυμνάσματα του Παλαμά, «οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες». Στο πρόσφατο μυθιστόρημα Ιμαρέτ του Γ. Καλπούζου, περιγράφεται ένα καφέ αμάν: «Με αμανέδες, ταξίμια, σαρκιά, γιαρέδες, σαμπάι, γκαζέλια, ελφαζιέ σε ελληνική και τούρκικη γλώσσα [...] συνεχίστηκε η βραδιά». Φυσικά, οι γιαρέδες δεν θα μπορούσαν να λείπουν από ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια, αφού μάλιστα δίνουν προφανείς ρίμες. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου έχει γράψει για τη «Βαγδάτη με τους γιαρέδες σου και τους μιναρέδες σου», ενώ ο Τόλης Χάρμας ελπίζει ότι «με τους αμανέδες μου και τους γιαρέδες μου» θα κερδίσει την καρδιά της Γκιουλ Τζαμάλ. Σε προπολεμικό χρονογράφημα, ο ΠετιμεζάςΑαύρας θεωρεί την καντάδα αντίδοτο στον «αμανέ και γιαρέ», με τον οποίο προφανούς ταυτίζει το ρεμπέτικο. (>λ

59 μ κ ο ε ε α ρ α ν τ α κ ο ς ; γιορτόπιασμα Πρόκειται για λέξη που δεν υπάρχει ούτε στα παλιότερα λεξικά (εκτός από το Ιστορικό Λ εξικό της Ακαδημίας), μάλλον από λεξικογραφική σεμνοτυφία. Γιορτόπιασμα, κατά λέξη, είναι το παιδί που η σύλληψή του έγινε Κυριακή ή μεγάλη γιορτή, διότι κατά την παράδοση θε<υρείται αμάρτημα η ερωτική συνεύρεση, έστω και συζύγο>ν, τέτοιες μέρες. Αποτέλεσμα είναι, πάντα κατά την παλιά λαϊκή αντίληψη, να γεννιούνται παιδιά ανάπηρα και προβληματικά. Όπως το καταγράφει ο Ν. Πολίτης, «Σημαδιακά παιδιά γεννιούνται, κι είναι γιορτοπιάσματα ή από παθιαραίους γονήδες». Ειδικά τα παιδιά που γεννιούνται ανήμερα Χριστούγεννα θεωρούνται γιορτοπιάσματα γιατί υπολογίζεται πως η σύλληψή τους έγινε του Ευαγγελισμού. Κατ επέκταση, γιορτόπιασμα λέγεται κάποιος που έχει σωματική αναπηρία ή είναι καχεκτίκός, διότι θεωρείται δεδομένο ότι πιάστηκε μέρα γιορτής. Επίσης κατ επέκταση, γιορτόπιασμα αποκαλείταιτο πολύ άταχτο παιδί. Είναι και βρισιά. Η λ. ακούγεται σε Επτάνησα, Ήπειρο και Κρήτη. Τη χρησιμοποιεί ο Καζαντζάκης στην Οδύσεια, καθ(ός και ο Κοτζιούλας σε αναμνήσεις από τη «βάβω του τη Θό6ω», η οποία αποκαλεί «γιορτόπιασμα» έναν συμμαθητή του που του έκλεψε το χαρτζιλίκι. Δεν είναι μόνο οι δικές μας προλήψεις που αποστρέφονται τα γιορτοπιάσματα- διαβάζω στο Διαδίκτυο ότι η σύλληψη σε μέρα γιορτής θεωρείται σε πολλές χώρες παράγων προδιάθεσης για να γίνει κανείς βρικόλακας! γιουφκάς Γιουφκάς είναι ένα είδος ζύμης και το λεπτό φύλλο κρούστας που φτιάχνεται από αυτή τη ζύμη, ενώ γιουφκάδες στον πληθυντικό είναι οι χυλοπίτες που φτιάχνονται από αυτή την αποξηραμένη ζύμη. Δάνειο από τα τουρκικά (yufka, που θα πει «λεπτός» και «φύλλο κρούστας»). Όπα>ς εξηγεί η Μ. Καβρουλάκη στο Η γλώσσα της γεύσης, οι παλιές νοικοκυρές έφτιαχναν τους γιουφκάδες δυο-τρεις 64

60 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ φορές τον χρόνο και τους φύλαγαν για να τους χρησιμοποιήσουν σε διάφορα φαγητά. Ο Γιώργος Ιωάννου θυμάται τη γιαγιά του τη Μικρασιάτισσα, που «Συμμάζεψε το σπιτικό, έκανε σοδειά, έβγαλε πουλιά και παπιά, ετοίμασε τραχανάδες, γιουφκάδες, ρετσέλια». Πιο αναλυτικός ο Γ. Ξανθούλης (στην Ελευθεροτυπία)'. «Αντε, κοντά στον τραχανά να κάνουμε και γιουφκάδες (yofka στα τούρκικα λένε το φύλλο που χρησιμοποιείται στις πίτες). Τιουφκάδες' με γάλα και αυγά λέγαμε τις χυλοπίτες. Αυτό φυσικά το έμαθα πολύ αργότερα, όταν ήδη είχα φάει στρέμματα γιουφκάδων». Αν έψαξα καλά, δεν θα βρείτε τους γιουφκάδες σε κανένα λεξικό, νεότερο ή παλιότερο, ίσως επειδή μέχρι πρόσφατα τη λέξη τη χρησιμοποιούσαν κυρίως πρόσφυγες. Βέβαια, εδώ και λίγον καιρό οι γιουφκάδες έχουν μπει για τα καλά στο γαστρονομικό λεξιλόγιο, οπότε σε επόμενες εκδόσεις ίσως να λεξικογραφηθούν. γιώνω Γιώνω θα πει σκουριάζω, οξειδιονομαι - λέγεται καταρχήν για τα χάλκινα σκευή, που έχουν παλιώσει- και η επικασσιτέρωση έχει, φύγει κι έχουν πιάσει αυτό το πράσινο στρώμα σκουριάς. Μεταφορικά, λέγεται για το πρόσωπο που πρασινίζει από μίσος, φθόνο κτλ., για τον άνθρωπο που δηλητηριάζεται από τέτοια συναισθήματα. «Αντί να χαίρεται, γιώνει για του αδερφού του την προκοπή». Υπάρχει και η μετοχή, γιωμένος: ο σκουριασμένος, οξειδωμένος, και ο μνησίκακος, κι αυτός που έχει πρασινίσει απ το κακό του. Η λ. ετυμολογείται από το αρχαίο ρ. ιώ, ιονμαι στη μέση φωνή, που θα πει, ακριβώς, σκουριάζω, πιάνω σκουριά, και που προέρχεται από τον /ο, μια και στα αρχαία ιός, εκτός από το δηλητήριο, ήταν και η σκουριά, η πράσινη του χαλκού και η κόκκινη του σίδερου. Τη λέξη δεν την έχουν τα νεότερα λεξικά, α>στόσο βλέπω να χρησιμοποιείται ακόμα, τουλάχιστον στη Αέσβο, όπου σε άρθρο τοπικής εφημερίδας βρίσκω παράπονα για τα «γιωμένα» καρφιά σε κάποια οργανιομένη πλαζ. Και βέβαια υπάρχει το εξαιρετικό 65

61 ΝΊΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ ποίημα t o o αναρχικού Μικέλη Άβλιχου ( ) για τον «μοχθηρό ψευτοφιλόπατρι», που λες πως γράφτηκε για μερικούς σημερινούς: «Το πρόσιοπό του εκείνο το γιωμένο / που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά...» γκαϊλές Γκαΐλές είναι η θλίψη, η φροντίδα, η στενοχώρια, η αγωνία που έχουμε για κάτι και μας αγχώνει. Πρόκειται για λέξη που είναι ολοζώντανη, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά ωστόσο δεν έχει αξιωθεί να λημματογραφηθεί σε λεξικό, πέρα από το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας. Δάνειο από το τουρκικό gaile, ίδιας σημασίας, αν και πολλοί το προφέρουν καϊλέ επειδή το συσχετίζουν με το παρόμοιο ελληνικό καΐλα ή πιστεύουν ότι πρόκειται για αντιδάνειο (δεν είναι' η τουρκική λ. έχει αραβική αρχή). Ενώ στα παλιότερα κείμενα ο γκαϊ,λές χρησιμοποιείται κατά κυριολεξία (π.χ. «την έφαγε ο γκαϊλές του ξενιτεμένου του γιου της»), στη σημερινή χρήση λειτουργεί υπονομευτικά, θα λέγαμε, αφού χρησιμοποιείται συνήθως ειρωνικά, για να δηλωθεί ότι κακοκ ή υποκριτικά τον απασχολεί κάποιον ένα θέμα. Π.χ. «Οι πολιτικοί με έναν γκαϊλέ κοιμούνται και σηκ(όνονται, πχύς θα στηριχτούν οι μικρομεσαίοι» (Γιώργος Σκαμπαρδίόνης, Μακεδονία, 2007) ή «άλλον γκαϊλέ δεν είχε στην γκλάβα του, π(ός θα πάρει το αίμα του πίσω» (Μάρκος Μέσκος, Μ ουχαρέμ) ή «λες και είχα κανέναν γκαϊλέ να μάθω τα προσωπικά του» (Διαδίκτυο). Άλλωστε, όπως λέει και η παροιμία για όσους κακοίς κατατρίβονται με ξένες υποθέσεις, «Θ κό του ψοψιί τρώει, ξένους γκάίλέδες τραβάει». γκαμούζα Η γκαμούζα είναι λέξη που δεν θα τη βρείτε σε κανένα λεξικό, κι όμως την έχουν χρησιμοποιήσει αρκετοί μεγάλοι λογοτέχνες μας. Το 66

62 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ παράδοξο εξηγείται εν μέρει αν σκεφτούμε ότι η γκαμούζα είναι το αιγυπτιακό βουβάλι. Δάνειο από τα αραβικά: το βουβάλι στα αιγυπτιακά αραβικά προφέρεται γκαμονς, ενώ τζαμούς αλλού, απ όπου το κρητικό και κυπριακό τζαμούζα (βουβάλα, αλλά και αγελάδα). Στον Τελευταίο σταθμό ο Σεφέρης μιλάει για «πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια / κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες». Ο Τσίρκας στη Νυχτερίδα περιγράφει: «Η γη στο Δέλτα στραφτάλιζε κάτω από το φεγγάρι. Μαύρη σιλουέτα σε φόντο ασημί. Μια γκαμούζα σκυμμένη πίνει από το κανάλι», ενώ στο Έρως θέρος πόλεμος της Ευγενίας Φακίνου, ένα κορίτσι από τη Σύμη που φιλοξενείται στην Αίγυπτο βλέπει μια βουβάλα (που έχει καμπούρες) και νομίζει ποος είναι καμήλα. Η λέξη χρησιμοποιείται (σπάνια) και σήμερα, σαν κάπως απροσδιόριστος υποτιμητικός χαρακτηρισμός για γυναίκες. Στην Κρήτη, τζαμούζες αποκαλούν ειδικά τις χοντρές γυναίκες. Στο Εργοστάσιο των μολυβιών της Σώτης Τριανταφύλλου, ο ήρωας, όταν νεύριαζε, αποκαλούσε τη χοντρή υπηρέτριάτου «γκαμούζα, γελάδα». Όταν όμως οι πολιτείες μας γκρεμιστούν και χορταριάσουν, Oct γίνουν βοσκοτόπι για τις γκαμούζες... γκατζόλι Όποιος έκανε φαντάρος ξέρει ότι ο νομός Έβρου, ιδίως στα σύνορα, λέγεται στη φανταρίστικη γλίόσσα Γκατζολία, και σχεδόν όλοι έχουν ακούσει ότι το όνομα βγήκε επειδή οι ντόπιοι ονομάζουν γκατζόλι το γαϊδούρι. Σωστά είναι αυτά, αλλά υπάρχουν και άλλα. Καταρχάς, η λ. γκατζόλι δεν είναι λέξη αποκλειστικά εβρίτικη το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας καταγράφει τους τύπους γκαζέλι, γαζέλι, γκατζόλι σχεδόν σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα (πλην Πελοποννήσου), αλλά και στην Κρήτη - βέβαια, αυτά ίσχυαν το 1900, που συγκεντρώθηκε το υλικό του λεξικού. Σήμερα δεν ξέρω αν λέγεται σε άλλες περιοχές η λέξη και τότε όμως. στη Θράκη ακουγόταν περισσότερο άλλωστε, το ίδιο λεξικό καταγράφει το παρατσούκλι Γκατζουλοσονφλιώτης, παρατσούκλι 67

63 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ των κατοικούν της περιοχής Σουφλίου επειδή χρησιμοποιούν πολύ τους γάιδαρους στις εργασίες τους. Το λεξικό δίνει και παροιμίες, όπως «Το χαμαδό το γκατζόλι όλοι το ανεβαίνουν», δηλαδή τους αδύνατους όλοι τούς εκμεταλλεύονται. Μια άλλη: «Μπράβο λεν και στα γκατζόλια όταν βγουν από τη λάσπη», για έπαινο που θεωρούμε περιττό. Η ετυμολογία της είναι ενδιαφέρουσα. Κατά το ίδιο λεξικό, είναι δάνειο από το υστερολατινικό gazella = φοράδα, που προέρχεται από το αραβικό ghasel, τη δορκάδα. Που σημαίνει ότι η γπατζόλα και η γαζέλα είναι ετυμολογικούς ξαδερφούλες - σίγουρα άλλη χάρη θα είχε η θητεία στη ΓαζελίαΙ γκεξερώ Και γκιζερώ, και γκεζεράω -ρνάο:» και γκεζερίζω/γκιζερίζω. Περιπλανιέμαι, τριγυρίζω, γυρίζω εδώ κι εκεί, άσκοπα ή για αναψυχή- και γκεζέρι ή γκεζέρισμα, ο περίπατος. Δάνειο από το τουρκικό gezmek. Λέξη που κάποτε ακουγόταν σε μεγάλο τμήμα του ελλαδικού χοίρου, σήμερα έχει περιοριστεί. Ο Μακρυγιάννης χρησιμοποιεί συχνά το ρήμα, και με τους δυο τύπους, π.χ. στο διάσημο απόσπασμα «και οι αγωνισταί και χήρες το>ν σκοτο^μένων κι αρφανά παιδιά τους, κι εκείνοι οπού θυσιάσαν το δικόν τους στα δεινά της πατρίδος ας γκεζερούν εις τους δρόμους ξυπόλυτοι και ταλαιπωρεμένοι κι ας λένε ψωμάκι», ή «και εκείνοι οπού χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα» - και όχι μόνο για όσους περιπλανιούνται από απόγνωση: «τους βαθμολόγησαν συνταματάρχηδες και τους κρέμασαν κι από να σταυρό και γκεζερούν εις τα σοκάκια του Αναπλιού και καμαρώνουν». Και σε νεότερα κείμενα βρίσκουμε τη λέξη. Για παράδειγμα, στη Λεηλασία μιας ζωής του Τραυλαντώνη: «"Η γκεζεράς εδο5, όσο να βγουν τα κοριτσόπουλα από τα καταστήματα;» Και σήμερα χρησιμοποιείται η λέξη, συχνά σαν παιγνιώδες συνώνυμο του τριγυρίζω ή του περιφέρομαι. 68

64 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ γκερίζι Γκερίξι ή γκιρίζι είναι ο υπόνομος, ο οχετός, το ανοιχτό αυλάκι για τις ακαθαρσίες. Δάνειο από το τουρκικό geriz, keriz, η λέξη υπάρχει στα παλιότερα λεξικά. Αν και αρχική έννοια είναι ο οχετός, έφτασε επίσης να σημαίνει σε διάφορες περιοχές και το χτιστό κανάλι ύδρευσης ή ακόμα (στη Φλώρινα) το αποχωρητήριο. Τη λέξη τη βρίσκουμε σε μικρασιάτικα κείμενα. Ο Κ. Πολίτης στο Στον Χατζηφράγκον γράφει για «το ανοιχτό γκερίζι που τρέχει ανάμεσα στην ξεραΐλα», ενώ η Ιφιγένεια Χρυσοχόου στη Μ αρτυρική πορεία ότι το χνότο κάποιου «γκερίζι μυρίζει». Υπάρχει και ως βρισιά, αρχικά για κάποιον βρομόστομο, αν και σήμερα χρησιμοποιείται, υποψιάζομαι, χωρίς να είναι σαφής η ακριβής σημασία. Με το γκερίζι υπάρχει μια γουστόζικη ιστορία. Στα Κορακίστικά του Φαναριώτη Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού, όπου σατιρίζονται κάποιοι κοραϊστές για την προσπάθεια να βγάλουν ελληνικές τις ξένες δάνειες λέξεις, ένας λογιότατος υποστηρίζει ότι το γκερίζι «είναι ελληνικότατον. Διεφθάρη από την λέξιν εκρυσείον, σημαίνουσαν τον διά του οποίου εκρέουσιν αι κοπρίαι τόπον». Και ο συνομιλητής του παρατηρεί ότι «οι φιλογενείς» θα προτιμήσουν να κυλιούνται «εις το ελληνικόν και ευγενικόν εκρυσείον» παρά να κολυμπούν «εις το χυδάίκόν ανθόνερον»! γκογκοβια, τα Τα γκογκόβια ή κοκόβια είναι οι όρχεις, τα αρχίδια, ένα από τα πάμπολλα συνώνυμα του όρου το περίεργο όμως είναι ότι, ενώ η λ. χρησιμοποιείται αρκετά, δεν έχει καταγραφεί σε κανένα από τα έντυπα λεξικά της αργκό και της πιάτσας, όπίος π.χ. τα καρύδια. Ωστόσο, δεν είναι πρόσφατη λέξη, αφού τη βρίσκουμε στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας, εκείνο που σταμάτησε στο λήμμα «δαχτυλωτός», με καταγραφές σε Πόντο και Βιθυνία. Σύμφωνα με το λεξικό, είναι δάνειο από τα αρμενικά (gogov, λέξη που συνδέεται με το αρχαίο ελλ. κόκκος). 69

65 ΝΙΚΟΣ EAPANTAKOL Το λεξικό δίνει και τη φράση «Είναι μάστορας με γκογκόβια». Στο Διαδίκτυο η λέξη χρησιμοποιείται αρκετά, μια και αποτελεί κάπως πιο εύσχημο και ταυτόχρονα ευτράπελο συνώνυμο της λ. αρχίόια. Έ τσι, βρίσκουμε να την αντικαθιστά σε όλες τις στερεότυπες εκφράσεις. ΣτηΛωξάντρα της Μαρίας Ιορδανίόου υπάρχει ένας ήρωας με το παρατσούκλι Τεκ-Γκογκόβης, ο οποίος είναι μονάρχιδος. Τεκ θα πει μονός στα τούρκικα (tek). Έ να παρατσούκλι μισό τούρκικο και μισό αρμένικο που το χρησιμοποιούσαν Ρωμιοί, ωραίο παράδειγμα για τον πολυεθνικό χαρακτήρα της παλιάς Πόλης! γκρίφι Στον πληθυντικό συνήθιος, τα γκρίψια είναι οι αιχμηρές προεξοχές των βράχων, ή γενικά οι μυτεροί και απόκρημνοι βράχοι, ιδίως της θάλασσας. Σε όλα τα παλιότερα λεξικά, όχι όμο)ς και στα νεότερα, μπορεί να το βρείτε και στο λήμμα «αγγρίφι» ή «αγκρίφι»,7πιο κοντά στο αρχικό έτυμο, αλλά και με επιπλέον σημασίες, αφού αγγρίφι είναι επίσης ο γάντζος, το τσιγκέλι, αλλά και το αγκάθι, η αγκίδα. Λέξη τυπικά παπαδιαμαντική: ο Πανταριύτας, για να δείξει πόσο έμπειρος ναυτικός ήταν, καυχιόταν ότι «οι ξέρες και τα γκρίφια τον εγνώριζαν». Γκρίψια και λαλαρίδια* είναι μια στήλη με σχόλια, ενίοτε αιχμηρά, στα Παπαδιαμαντικά τετράδια του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου. «Να τονε φαν τα γκρίφια» είναι κατάρα, που σημαίνει «να πνιγεί και να τον ξεβράσει η θάλασσα πάνω στα βράχια». Η λέξη πανελλήνια, κυρίως όμως στα παραθαλάσσια μέρη, ανήκει και στο «προσωπικό γλωσσάρι» του Οδυσσέα Ελύτη (στον Μικρό Ναυτίλο). Βρίσκω επίσης να την έχουν χρησιμοποιήσει ο Γρυπάρης, ο Πεντζίκης, αλλά και ο Καζαντζάκης, που προτιμούσε τον τύπο αγκρίφια. Ετυμολογείται μάλλον από το μεταγενέστερο αγρίφη ή 7. Στην έκδοση του το Λεξικό Μπαμπινιώτη έχει λήμμα «αγκρΐφι», με σημασία τον γάντζο και την αγκίδα, και το ετυμολογεί, μάλλον απίθανα, από την αγκράφα. 70

66 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ αγρείφνα, γεωργικό εργαλείο σαν την τσουγκράνα. Η ομοιότητα με το γαλλικό griffe (νΰχι) εντυπωσιακή, αλλά μάλλον συμπτωματική. γκώνω Γκο5νω και αγκώνο) σημαίνει εξογκώνομαι, πρήζομαι από το πολύ φαγητό, αισθάνομαι κορεσμό. Το ρήμα είναι και αμετάβατο («έφαγα πολύ και έγκιοσα») και μεταβατικό («οι λουκουμάδες με γκώνουν»). Πρόκειται για μια δυσάρεστη αίσθηση κορεσμού, πολύ κοντύτερα στο μπουχτίζω παρά στο χορταίνω. Προέρχεται από το αρχαίο ογκώ, μέσω του μεσαιωνικού ογκώνω, ογκώνω. Πανελλήνια και ολοζώντανη λέξη. Προκειμένου για γλυκά, το γκώνο) είναι λίγο πιο βαρύ από το λιγώνω. Σε έναν διάσημο στίχο από την Οδύσεια του Καζαντζάκη, η Ράλα διώχνει τον νιο ψαρά: «Σύρε στον ουρανό σου να χαθείς και παρθενιές δε θέλω / το άσπρο κρινάνθι σου μ αναγουλιάει κι η γλύκα σου με γκώνει». Μεταιρορικά, βρίσκουμε το γκώνω πολύ συχνά σε άρθρα εφημερίδων και σε διαδικτυακές συζητήσεις. Όταν στη Σκάλα του Μιλάνου οι θεατές αποδοκίμασαν τον σκηνοθέτη μιας παράστασης, ο Κ. Γεωργουσόπουλος έγραψε στα Νέα: «οι άνθρωποι έγκωσαν πια». Μάλιστα, εξελίσσεται σε παροιμιακή φράση το «γκώσαμε», σαν παραλλαγή και συνώνυμο των παλιότερων «δώσαμε, δώσαμε» και «όχι άλλο κάρβουνο», ένδειξη κορεσμού, π.χ.: «Όχι άλλες γκέι παραστάσεις. Γκώσαμε!» ή «Όχι άλλον [όνομα τηλεσχολιαστή]. Γκώσαμε!» γοδέρω Γοδέρω ή γοντέρω θα πει απολαμβάνω κάτι, το χαίρομαι1επίσης, όιασκεδάζολ Είναι από τα λιγοστά δάνεια ρήματα σε -έρω, μια και συνήθως στα ελληνικά τα δανεικά ρήματα σχηματίζονται σε -άρα> ή σε -ίζω. Και γουόέρω. Από το βενετικό goder, η λέξη κάποτε ακουγόταν σε όλα τα νησιά, στην Πελοπόννησο, στη Στερεά και τη Σμύρνη, ενώ σήμερα μόνο στα Επτάνησα θα ακούγεται, κι εκεί παλκυμένη. 71

67 ΝΙΚΟΣ ΣΛΡΛΝΤΛΚΟΣ Τα παλιότερα λεξικά πάντως την έχουν, ενώ οτη Συναγωγή του ο Κουμανούδης τη χαρακτηρίζει «ιταλοβαρβαρική». Στα Απομνημονεύματά του, ο Μακρυγιάννης υποστηρίζει, μιλώντας με παραβολές, ότι ο Καποδίστριας «έλαβεν εις την εξουσίαν του εκείνον τον λαμπρόν τόπον και γοδέρει τ αγαθά του, την ώρα που ο λαός υποφέρει», ενώ κερκυραϊκό δίστιχο της αγάπης λέει: «Η μάνα σοΐί σε τάιζε ρύζι με το κουτάλι / για να σου κάνει το κορμί να το γοδέρουν άλλοι». Συχνά το βρίσκουμε σε παλιά συμβόλαια και διαθήκες (π.χ, «να έχει το αμπέλι και να γοδέρει τον καρπόν του για δύο χρόνους» - από τη διαθήκη της μητέρας του Κάλβου). Και ουσιαστικό, το γοόιμέντο: η απόλαυση, η ηδονή. γόμπα Γόμπα και σγόμπα, γούμπα και σγούμπα είναι η καμπούρα. KaL γόμπος, σγόμπος, σβόμπος, ζόμπος, σγουμπός καιγουμπός, αλλά και γομπιάρης ο καμπούρης! Ακούγεται κυρίως στα Επτάνησα, αλλά και στην Πελοπόννησο και στην Ήπειρο. Δάνειο από τα ενετικά (goba - στα ιταλικά, gobba). Η απειλητική φράση «θα σου σι άξιο τη σγόμπα» (θα σου ισιώσω την καμπούρα) σήμαινε «θα σε ξυλοφορτώσω». Κατ επέκταση, σβόμπος λέγεται όχι μόνο ο καμπούρης, αλλά γενικά ο κακοφτιαγμένος και μικρόσωμος άνθρο^πος. Το ρήμα είναι γομπιάζω: «υπό το βάρος της θρησκευτικής του φιλοδοξίας, το μπαίγνιο τούτο του πειρασμού γομπιάζει, καχεχτεί, σοβαρούται, και δίνει στον εαυτόν του αέρα ταπεινής μεγάλης ιδέας!» (Λασκαράτος, Ιδού) ο άνθρωπος, «Ο καλόγερος»). Ο ίδιος Λασκαράτος, ειρωνευόμενος τον θεσμό του γάμου με προξενιό, λέει πως οι προξενήτρες: «συστένουν εξακολουθηνά στους ανύπανδρους τες ανύπανδρες, ορκίζοντας πως δεν είναι ούτε στραβή, ούτε κουτσή, ούτε γόμπα!...» Στον Υπεράνθρωπο του Χατζόπουλου εμφανίζεται «ένας κοντακιανός, σγουμπός νέος με ματογυάλια», ενώ στη Μάνη λεγόταν η παροιμία «Είπε η γκαμήλα στο γκαμηλάκιτης πως είναι σγουμπό» - χωρίς να προσέξει τη δική της μεγαλύτερη σγόμπα, εννοείται! 72

68 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ \ Λ Ν η νί ΑΙ γουλόζος Γουλόζος είναι ο λαίμαργος, είναι όμως και ο καλοφαγάς, ο εκλεκτικός στο φαγητό. Δάνειο από το ιταλικό goloso, όπως δείχνει και η κατάληξη. Ακούγεται κυρίως στα Επτάνησα και στην Πελοπόννησο. Έ να ντόπιο σχεδόν συνιονυμο είναι ο γονλιάρης (από τη γούλα, με τη σημασία της λαιμαργίας) που όμως έχει μόνο την αρνητική σημασία, του λαίμαργου. Βέβαια, και η γούλα τελικά είναι δάνειο από τα λατινικά (gula). Ο γουλόζος, είπαμε, είναι δίσημη λέξη. Στον Γιονγκερμαν του Καραγάτση, ο Βάσιας βρίσκεται στην Πάτρα για επαγγελματικό ταξίδι και διαβάζει ατον Νεολάγο: «Εις την αγοράν μας έφθασαν οι προίτοι. σπάροι, γενόμενοι ανάρπαστοι από τους γουλόζους» επειδή αγνοεί τι είναι γουλόζοι, πληροφορείται από τον ντόπιο συνάδελφό του πως είναι οι καλοφαγάδες. Ίσως βέβαια η σημασία να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα δυο άκρα- σε μια από τις πολλές γευσιγνοοστικές σελίδες εφημερίδων διάβασα την εξής κλίμακα, από το χειρότερο προς το καλύτερο: κοιλιόδουλος - σαβουροφάγης - γουλόζος - λιχούδης - γκουρμέ - γαστρονόμος. Δεν ξέρω όμως αν συμφωνούν όλοι με αυτή την ιεράρχηση. γουρμάζω Το γουρμάζω είναι διαλεκτικός τύπος του ωριμάζω, έχει όμως αρκετή απόσταση, οπότε μπορούμε να τον θεωρήσουμε χωριστό λήμμα. Αλλωστε, είναι αρκετά διαδεδομένος, οπότε ίσως θα πρέπει να μιλήσουμε για λαϊκό τύπο και όχι για διαλεκτικό. Γουρμάζω λοιπόν θα πει ωριμάζω, γουρμασμένος και γούρμος είναι ο ώριμος και γούρμασμα η ωρίμανση. Και χίορίς το αρχικό «γ» κάποτε: ουρμά- ζω, ονρμασμένυς. Στα Ματωμένα χώματα της Δ. Σωτηρίου διαβάζουμε για «τις λαχτάρες ώς να ρθει να γουρμάσει η αγουρίδα, να μαζωχτεί το σταφύλι», ενώ ο Παλαμάς στο ποίημα Τα σκολειά χτίστε παρομοίασε τους καρπούς της εκπαίδευσης με «γούρμα σταφύλια, λογής, 73

69 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ κεχριμπαρένια, άλικα, μαύρα». Ο Σκίπης έγραψε στον Απέθαντο ότι «όλα τα φρούτα τα γευτήκαμε [...] τα τραγανά και τα ουρμαομένα», αλλά η παροιμία «γούρμα κι άγουρα τα τρώει» λέγεται για όποιον ενεργεί απερίσκεπτα, χωρίς διάκριση του σωστού και του λάθους. Ο άγουρος λέγεται κι αγούρμαστος, σαν την «τσούπα την αγούρμαστη, της μάνα της χρυσάφι», που έχασε ο Καλός πολίτης του Βάρναλη. «Άμα η αλήθεια δεν κάνει φαλάκρα, πώς να γουρμάσει...» αναρωτήοηκε ο Νίκος Καρούζος στη Νεολιθική ννχτωόία στην Κροστάνόη, ενο), κατά τον Παναγιώτη Κουσαθανά, «Ο γέρος πρέπει να γουρμάζει μαλακά. Σαν καμωμένο σύκο να πέφτει από τη συκιά στη γλυκιά ώρα του». γράνα Βαθύ και στενό αυλάκι, χαντάκι, τάφρος στα χωράφια, με δυο βασικές χρήσεις: ή για να χωρίζει τα χοοράφια ή για την αποστράγγιση των νερών της βροχής. Λέξη κατεξοχήν πελοποννησιακή. Υπάρχουν και πολλά τοπωνύμια Γράνα. Ετυμολογείται από το σλαβικό grana. Το 1821, η «μάχη της γράνας» έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πτιόση της Τριπολιτσάς, όταν ο Κολοκοτρώνης διέταξε να φτιαχτεί μια γράνα βάθους ενός μέτρου και πλάτους δύο μέτρων, με μήκος 700 μέτρα στις 10 Αυγούστου, πολιορκημένοι που βγήκαν προς άγρα τροφής βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο πυρά και έπαθαν βαριές απώλειες. Από τότε, δεν επιχείρησαν άλλη έξοδο και στις 23 Σεπτεμβρίου η Τριπολιτσά έπεσε. Μιλώντας στη Βουλή, το 2007, ο τότε υπουργός Δημοσίας Τάξεως Βύρων Πολύδωρας, επιχειρηματολογώντας για την ανάγκη αγροφυλάκων, είπε τη φράση: «Ποιος θα δει την κομμένη γράνα;» και εξήγησε ότι γράνα είναι ο υδραγωγός.,s Μια και κανένα νεότερο 8. Δεν εξήγησε ότι λέγοντας «κομμένη» εννοοιίσε «φραγμένη από χοηιατα» (με αποτέλεσμα τα όμβρια νερά να πλημμυρίζουν τον δρόμο και να καταστρέφουν την άσφαλτο). 74

70 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ λεξικό δεν έχει τη γράνα, καλώς ή κακώς η φράση έγινε στόχος για πάμπολλα ειρωνικά σχόλια και το βιντεάκι της αγόρευσης αναμεταδόθηκε ευρύτατα στο Διαδίκτυο, όπου έγινε «καλτ». γρέκι Γρέκι είναι περιφραγμένος και πρόχειρα στεγασμένος τόπος, όπου σταβλίζονται τα αιγοπρόβατα. Χαρακτηριστική λέξη του ποιμενικού λεξιλογίου, με πανελλήνια εξάπλωση, υπάρχει στα παλιότερα λεξικά, όχι όμως στα νεότερα. Και τοπωνύμιο. Από το τούρκικο egrek, που σημαίνει «λίμνη» αλλά έχει πάρει και τη σημασία του σκιερού καταφυγίου για τα κοπάδια. Πολύ συχνό σε δημοτικά τραγούδια, π.χ. «βρίσκω το γρέκι μ αδειανό, κουδούνια δεν βροντούνε», μοτίβο που το έχει χρησιμοποιήσει και ο Κρυστάλλης («Όμως το γρέκι του αδειανό κι έρμη τη στάνη βρίσκει»). Λέξη πανταχού παρούσα κάποτε, πήρε και τη σημασία του συνοικισμού, αλλά και τη μεταφορική σημασία της κατοικίας («πάμε στο γρέκι μας τώρα»), ενώ η φρ. «το έκαμε γρέκι» σήμαινε ότι κάποιος συχνάζει πολύ σε ένα μέρος. Στη Γυνή πλέονσα, ο ΓΙαπαδιαμάντης περιγράφει έναν καραβοκύρη ο οποίος κάθε Οκπ.αβρη γύριζε στο νησί και «το έριχνε γρέκι, κατά το κοινόν ναυηκόν λόγιον», δηλαδή περνούσε χρυσόν χειμώνα στη θαλπωρή της οικογένειας. Σήμερα βρίσκεται σε υποχώρηση, φυσικά, όπως και οι ποιμενικές δραστηριότητες όποκ λέει και ένα σαρακατσάνικο δημοτικό τραγούδι, «χορταριάσανε τα γρέκια». γρεντιά Γρεντιά είναι το ξύλινο δοκάρι, ιδίως το δοκάρι της στέγης στα παλιά σπίτια, ή τα πολλά δοκάρια τα παράλληλα προς τις στενές πλευρές του σπιτιού που στηρίζουν τη στέγη ή το επάνω πάτωμα. Από το (τλαβ. greda = δοκάρι. Η λέξη παλιότερα ακουγόταν σε Ή πειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία. 75

71 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ Γρεντιά είναι και ο επεξεργασμένος κορμός δέντρου. «Με σφένδαμνου γρεντιές τ άλογο εφτίάσθη», γράφει για τον Δοΰρειο Ίππο ο Μαβίλης στη μετάφραση χχ\ςαινεΐάδας. Από τις γρεντιές της στέγης κρεμούσαν στα παλιά σπίτια πλεξίδες καλαμπόκι (τις κρεμάόες), κρέας ή άλλα τρόφιμα. «Βρίσκομαι ανάσκελα κοιτώντας τις γρεντιές», λέει ο Κοτζιούλας σ ένα ποίημά του, γραμμένο όταν τον είχε ρίξει στο κρεβάτι η αρρώστια. Η γρεντιά είναι σήμερα ζωντανή τουλάχιστον στα Γιάννενα. «Στην πέτρα σύρθηκε το φίδι / κι άστραψ η λάμα στο σκοτάδι / και γκρεμίστηκαν οι γρεντιές», γράφει σε σχετικά πρόσφατο ποίημά του» ο γιαννιώτης ποιητής Τάσος Κανάτσης. Και σε πολύ πρόσφατη διαδικτί ακή συζήτηση για τα οικονομικά μέτρα, γράφτηκε ότι είναι απαράδεκτο «να κρεμιέται από τη γρεντιά ο μικρομεσαίος». γροΰπος Ο γρούπος είναι λέξη ξεχασμένη, αλλά έχει γούστο να την αναφέρουμε επειδή είναι ξαδερφάκι μιας ξένης λέξης που ακούγεται πάρα πολύ, του γκρουπ, είτε εκδρομικό είναι είτε μουσικό. Γρούπος λοιπόν, δάνειο από το ιταλικό gruppo, είναι αφενός ομάδα ανθροοπων και αφετέρου το χρηματόδεμα. Τον έχουν τα παλιότερα λεξικά αλλά δεν χρησιμοποιείται πια. Με τη σημασία της ομάδας ανθροόπων, βρίσκουμε τον γρούπο στην Κνρα-Κώσταινα του Μιχ. Μητσάκη: «ήρχισε κόσμος να συνάζεται, ν ακούει, vet περιβάλλε ι τον μικρόν γρούπον των απαγωγέων και της νέας», ή στο Νούμερο του Βενέζη: «πώς του ήρθε του Γιωργή να ξεκόιρει απ το γρούπο μας για να μαζέψει αποτσίγαρα». Με τη σημασία του χρηματοδέματος, ήδη στον Μακρυγιάννη: «Ένας έκλεψε ένανγρούπον με χρήματα κι εκείνος οπού τα είχε χάσει ήρθε και μου είπε τον κλέφτη», και συχνά στον Σουρή: «κι εντός του γρούπου Περικλή ευρίσκω άλλον γρούπον, κι ακούω φράγκων αργυρών και πεντόλιρων γδούπον». Ο γρούπος δεν ήταν λέξη λαϊκή στην εφημερίδα της κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος διαβάζουμε διάταγμα του 1836 «Περί παραδόσεως γρούπο)ν εις τα ταχυδρομεία Αθηνών και Πειραιώς: 76

72 ΛΕΞΕΙΣ IlOY ΧΑΝΟΝΤΑΙ Το παραλαμβάνον ταχυδρομείον τον τοιούτον γρούπον χρεωστεί vex επιθέτει, επί παρουσία του παραδίδσντος, την σφραγίδα της υπηρεσίας εις έν μέρος του γρούπου...» δερμονι Δερμόνι είναι το κόσκινο για τα σιτηρά που χρησιμοποιείται μετά το λίχνισμα* είναι πολύ μεγάλο σε μέγεθος, και έχει μεγάλες τρύπες, περίπου σαν μισό ρεβίθι, με αποτέλεσμα να περνάει ο καρπός αλλά να συγκρατιούνται πέτρες, φρύγανα και άλλα σκουπίδια. Λέγεται έτσι επειδή φτιαχνόταν, συχνότατα, από δέρμα. Η λέξη είναι σχεδόν πανελλήνια, αλλά έχει εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό από παραλλαγές: διρμόνι, όρεμόνι, όραμόνι, όριμόνι και δρνμόνι, δρομόνι (π.χ. Χίος, Θράκη), τερμόνιΐ Η διαδικασία λέγεται δερμόνιασμα (και αντίστοιχες παραλλαγές) και το ρήμα δερμονι ά- ζω. Και στα βουλγάρικα (νταρμόν) και στα ρουμάνικα (dirmon). Ο Κοτζιούλας, όταν πήγε σχολαρχείο κοντά στα Γιάννινα, σημείωσε απορημένος ότι εκεί το κόσκινο το έλεγαν δραμόνι. Χρησιμοποιείται και σε μεταφορικές φράσεις, π.χ. «βρέχει με το δερμονι» (καταρρακτωδώς, με το τουλούμι), «κουβαλά νερό με το δρεμόνι» (ματαιοπονεί). «Κι ό,τι κάμνει για ψωμιά, ό,τι θρέφει και μεστώνει / πέρασέ r ακόμη μια, απ την κρίσα, απ το δρεμόνι», συμβουλεύει τον «νέον Έλληνα σπουδαστήν» ο Γ. Βιζυηνός, ενώ σε ανδριώτικα κάλαντα διαβάζουμε την ωραία ευχή: «Εσέ σου πρέπει αφέντη μας / και μπέη και λεβέντη μας / φλουριά να δρυ μανίζεις / και τ απο δρυμόν ίδια σου / εμάς να μας τα δίνεις». διακαμος Μια υπέροχη λέξη που δεν αξιώθηκε κανένα λεξικό να την καταγράψει. Διακαμός είναι ο φωσφορισμός της θάλασσας που οφείλεται στις αναλαμπές των ψαριών ή στη βιοφωταύγεια του πλαγκτού. Και μεταφορικά η σκιά, κάτι που διακρίνεται θαμπά, μια σιλουέτα, το 77

73 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ περίγραμμα μιας φευγαλέας μορφής. Από το ρ. όιακαίω. Η λέξη έχει περάσει παι στα τουρκικά (yakamoz). Λέξη παπαδιαμαντική. Στα Ρόδινα ακρογιάλια την εξηγεί: «εφάνη μακρόθεν ένας διακαμός, μια σκιά ανθρώπου». Στο ερωτικότατο Όνειρο στο κύρια η «λουσμένη κόρη» βλέπει στο φεγγαρόφιοτο «τον μαύρον ίσκιον μου, τον διακαμόν μου, επάνω εις τον βράχον» και βγάζει φωνή φόβου. Ο κυρ Αλέξαντρος χρησιμοποιεί άλλες δυο ή τρεις φορές τον διακαμό, και στη Φόνισσα δίνει και συνώνυμο, το διάνεμα. Πάντως, και ο Ελύτης έχει γράψει για «έναν τέτοιον διακαμό βαρύ από πέτρες που δε βουλίαξαν». Έστω και μόνο για χάρη του Παπαδιαμάντη, κάποιο λεξικό έπρεπε να αποθησαυρίσει τη λέξη, που μόνο σε τοπικά γλωσσάρια βρίσκεται. Εννοείται ότι χρησιμοποιείται και με την αρχική σημασία, του θαλάσσιου φωσφορισμού. Για παράδειγμα, διαβάζιο κάπου ότι στο νυχτερινό ψάρεμα, ο ψαράς πρέπει να μαντέψει από τον διακαμό του κοπαδιού το είδος των ψαριών. διασάκι Το διασάκι είναι λέξη που μπερδεύει - παρά τη μορφή της, δεν είναι σύνθετη, δεν έχει σχέση με το δισάκι ούτε με την πρόθεση διά. Όσο κι αν δεν της φαίνεται, είναι τουρκικό δάνειο, από το yasak, και σημαίνει «απαγόρευση», «περιορισμός». Εμφανίζεται και ο τύπος γιασάκι κατά τον Φιλήντα, λειτούργησε παρετυμολογία με τη διαταγή. Σαν λέξη της τουρκοκρατίας, διασάκι ήταν ο περιορισμός που έβαζε ο καϊμακάμης ή ο ντόπιος διοικητής στους χριστιανούς, π.χ. απαγόρευση να οπλοφορούν ή να φορούν επιδεικτικά ρούχα ή καπέλα. Η λ. εφαρμόστηκε και γενικότερα, π.χ. στον ορισμό ζωνών δενδροφύτευσης. Η λέξη καταγράφεται συχνά στην Κρήτη, στα νησιά του Βορείου Αιγαίου αλλά και στην Ήπειρο. Συχνός είναι σε δημοτικά τραγούδια ο στίχος «Ακόμα δεν εδόθηκε των ομματιών διασάκι», δηλ. στα μάτια περιορισμός δεν μπαίνει. Και ως παροιμία: «Τα μάτια διασάκι δεν έχουνε», αλλά υπάρχει και η αντίθετη: «Έχουνε και τα μάτια διασάκι». Ο Μυτιληνιός Θειελπης Λευκιας, με το ψευδίόνυμο Βρανάς 7Κ

74 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Μπεγιάζης, έγραψε ποίημα (1924) με τίτλο Διασάκι σε μια όμορφη που όποτε έβγαινε στο μπαλκόνι αναστάτιονε τη γειτονιά: «Να μη σε δω και ξαναβγείς και κάτσεις στο μπαλκόνι / κι έχεις απά στο κάγκελο το πόδι ανεβασμένο». διατσέντο Διατσέντο ή διατσίντο ή γιατσέντο ή γιατσίντο είναι το ευωδιαστό λουλούδι του φυτού τιολιοανθές το κονδνλόριζον, ή αλλιώς, ο υάκινθος. Λέξη αντιδάνεια, διότι το ιταλικό giacinto (και το διαλεκτικό diacinto), από το οποίο προέρχονται όλες αυχές οι παραλλαγές, ανάγεται, μέσω του λατινικού hyacinthus, στον υάκινθο. Όπως και το συγγενικό ζουμπούλι, έτσι και το διατσέντο έχει δοχτει και επώνυμα αλλά και γυναικεία βαφτιστικά ονόματα (Διατσέντα). Η λ. καταγράφεται στα Επτάνησα και στα νησιά του Αιγαίου εκτός Κρήτης, αλλά ακούγεται και στην ορολογία τα)ν αρωμάτων, διότι το αιθέριο έλαιο του διατσέντου χρησιμοποιείται στην αρα>ματοποιία. «Διατσέντο μου στην ομορφιά, κρίνε μου στην ασπράδα», λέει ένα ροδιακό δημοτικό τραγούδι, ενο) ο Κ. Χρηστομάνος στο βιβλίο της αντοκράτειρας Ελισάβετ έγραψε για «ευτυχισμένα ανθοκρέβατα γεμάτα ρόδα και διατσέντα». Από σώματα κειμένων προκύπτει ότι ο τύπος διατσίντο ήταν συχνότερος παλιότερα, αλλά φαίνεται να έχει περιοριστεί σε ορισμένες περιοχές όπως π.χ. στη Χίο. Η Πηνελόπη Δέλτα θυμάται, από τα παιδικά της χρόνια στην Αλεξάνδρεια, έναν χορό μεταμφιεσμένων όπου ένας διάσημος Γάλλος ανθοπο5λης είχε στολίσει όλο το σπίτι: «ήταν σαν κήπος, τα τζάκια και οι κονσόλες σκεπασμένα, σαν πρασιές, από μυρωδάτα τριαντάφυλλα, ζιμπούλια, διατσίντα». διώμα Το διώμα είναι μια όμορφη λέξη με όμορφη σημασία- σημαίνει τη χάρη, το παράστημα, την όψη, την επιβλητική εξωτερική εμφάνιση. 79

75 ΝΙΚΟΣ ΣΛΡΑΝΤΑΚΟΣ Λέξη που εμφανίζεται ήδη στη βυζαντινή περίοδο, θεωρώ πιθανότερο να προέρχεται από το ιδείν παρά από το ιδίωμα (που ανάγεται στο ίδιος), εκτός κι αν έχει γίνει συμφυρμός των δύο. Η λέξη συχνή στον Ερωτόκριτο, π.χ. «λιοντάρι στην παλικαριά, χρουσός αϊτός στο δΐίόμα». Θεωρείται λέξη της κρητικής διαλέκτου, αλλά εμφανίζεται και αλλού, για παράδειγμα ο Μαβίλης έγραψε «Γλύκας ανεκδιήγητης ανάβρα / χύνει, το νεραϊδένιο σου το διώμα» για το χωριό Σωκράκι της Κέρκυρας, ενοδ ο κύπριος Κυρ. Χαραλαμπίδης έγραψε για «το πιο αγαπητέρό περπάτημα και διο>μα». Στονς Σκλάβους πολιορκημένυυς, ο Βάρναλης βάζει τον καπετάνιο του να απειλεί «σας κά\[>αμε σα θεμωνιές, με το διώμα, με το σείσμα, με τραγούδι και με πείσμα». Όποιος έχει διώμα, είναι διοψατάρης: ο όμορφος, ο επιβλητικός: «μπόι κυπαρίσσι, μέση δαχτυλίδι, στήθος μπεντένι [τείχος]», σύμφωνα με την περιγραφή ενός διωματάρη από τον Καζαντζάκη στον Καπετάν Μιχάλη. Είναι και εποδνυμο, αλλά και βαφτιστικό όνομα, σπάνιο βέβαι α. δοκιέμαι Δοκιέμαι ή δοκιούμαι σημαίνει αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνιυ, σκέφτομαι, θυμάμαι. Είναι λαϊκή εξέλιξη (ήδη μεσαιωνική) του αρχαίου δοκώ, που ήταν πολύ σημαντικό στα αρχαία αλλά δεν έχει επιβιώσει στην κοινή νεοελληνική, ούτε καν στην καθαρεύουσα, πέρα από τη στερεότυπη φρ. «κατά το δοκούν». Ακούγεται σχεδόν πανελλήνια, περισσότερο όμως σε Πελοπόννησο, Δυτική Στερεά και Ήπειρο. Ο Καζαντζάκης στην Οδύσεια το χρησιμοποιεί: «δοκήθηκα άξαφνα ένα σούρουπο, με αλάλητη τρομάρα / πως πλοκαμούσε μέσα μου ο θεός και πλάνταε την καρδιά μου», ενώ ο Γ. Κοτζιούλας, θρηνώντας τον Άρη Βελουχκδτη, κλείνει το ποίημα με τους στίχους «για 9. Ο Γ. Μπααπινιώτης, στο Λεξικογραφικό Επίμετρο του λεξικού τοτ, θεωρεί «άγνωστη σήμερα» τη λέξη! ΚΟ

76 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ να δοκιέμαι, τρέμοντας ώς μες στο φυλλοκάρδι, το χρέος οπόχουν το σκληρό στα χρόνια μας οι βάρδοι». Εύχρηστος είναι ιδίως ο αόριστος: δοκήθηκα, δηλ. το πήρα είδηση, το υποψιάστηκα, το κατάλαβα. Τον βρίσκουμε και σε παλιά δημοτικά, π.χ. «Ο Μάρκος μας εχύθηκε στου Σκόντρα το τσαντίρι / για να τον πιάσει ζωντανό και να τον πάρει σκλάβο / και ο Σκόντρας το δοκήθηκε και ήτανε φευγάτος», αλλά και σε εντελώς σύγχρονα κείμενα, όπως του δημοσιογράφου Γιάννη Τριάντη, που το χρησιμοποιεί αρκετά, π.χ.: «Σοβαρά; Έτσι ξαφνικά, ξύπνησε μια μέρα το spread, και μόλις δοκήθηκε την απουσία του [πρώην υπουργού], εκτινάχθηκε στα ύψη;» δρακούλα Δρακούλα λέγανε οι παλιότεροι σε πολλές περιοχές της χώρας το αβάφτιστο κοριτσάκι, και δράκο, το αβάφτιστο αγοράκι- σε μι,α εποχή με πολύ μεγάλη βρεφική θνησιμότητα, θεωρούσαν γρουσουζιά να μνημονέψουν το όνομα που θα έπαιρνε το παιδί, ακόμη κι αν το είχαν αποφασίσει, ενο) παράλληλα η ονομασία δράκος/δρακούλα έπαιζε «ευκτικό» ρόλο10μια και ο δράκος εθε(υρείτο ότι έχει ακατάβλητη δύναμη. Τα νεότερα λεξικά δεν καταγράφουν καθόλου τη δρακούλα, εν<ύ τον δράκο τον σημειώνει ο Μπαμπινιώτης αλλά (νομίζω) με λάθος ορισμό, αφού λέει ότι έτσι ονόμαζαν τα αρσενικά βρέφη που είχαν ανεπτυγμένη τριχοφυΐα στην πλάτη. Κατά τη γνοόμη μου, η ονομασία δινόταν σε όλα αδιακρίτως τα αβάφτιστα βρέφη, αν και όχι σε όλες τις περιοχές της χώρας. Στο ποίημα του Παπαντωνίου για τη Μαριγώ που «μια σίοστή δουλειά δεν κάνει», η νεαρή κοπέλα μακριά από το σπίτι της σκέφτεται το αβάφτιστο αδερφάκι της: «Ποιος το δράκο μας κουνά;» Επίσης, όταν γεννήθηκε, το 1902, η κόρη του Γρ. Ξενόπουλου, ο ευτυχής πατέρας έστειλε στα Διαπλασόπουλα «έν ευχαριστήριον 10. Όπως λεπ ο Ν. Πολίτης οταααογραφικά Σύμμεικτα, τομ. Β ', σελ ΚΙ

77 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ ουά της δρακούλας». Σήμερα βέβαια χρησιμοποιούμε το όνομα που σκοπεύουμε να δοίσουμε ή λέμε μπέμπα, αν και σε κάποια νησιά ίσως κρατιέται η παλιά συνήθεια - που έχει δώσει άλλωστε και βαφτιστικό όνομα. δραπέτι Δραπέτι ή δραπέτσι ή τραπέτσι λέγεται το πολύ δυνατό ξίδι και γενικότερα καθετί που έχει δυνατή, δριμεία γεύση, π.χ. το πολύ αλμυρό φαγητό, η δυνατή σκορδαλιά, το ξινισμένο κρασί ή το στυφό άγουρο φρούτο. Η λ. ετυμολογείται από τη φρ. «δραπέτης οίνος», όπως λεγόταν το κρασί που έχει ξινίσει, έχει χάσει τον χαρακτήρα του (ετυμολογία που πρότεινε ο Φ. Κουκουλές και οι αρχαίοι έλεγαν εκτροπίαν οίνον το ξινισμένο κρασί). Η λέξη συχνά ως επίθετο, π.χ. «ξίδι δραπέτι», ή και μόνη της. Παρόλο που ο καθένας ομιλητής θεωρεί ότι η λέξη ανήκει στο τοπικό ιδίωμα της ιδιαίτερης πατρίδας του, στην πραγματικότητα είναι σχεδόν πανελλήνια αλλά «υπόγεια». Η μόνη τοπική διαφοροποίηση είναι ότι στα Επτάνησα επικρατεί ο τύπος με τ-, τραπέτσι, όπως στο αποκριάτικο κεφαλονίτικο τετράστιχο: Το έταξε και τ αμπέλι της που 'ναι στα Τσουκαλάτα που με την πιο καλή χρονιά γιομίζει μια κανάτα. Τση τάζει κι άλλο δεύτερο απάνου στ Ακρωτήρι που το κρασί του γένεται τραπέτσι στο ποτήρι. είδισμα Παρόλο που είναι ακραιφνώς ελληνική λέξη και παρόλο που έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά, τόσο από τον λαό όσο και από δόκιμους λογοτέχνες, το είόισμα δεν το βρήκα σε κανένα λεξικό μας, ούτε και στα παλιά και μεγάλα σαν τον Δημητράκο' θα έμπαινε, πιθανότατα, στο Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά αυτό σταμάτησε, οριστικά όπως φαίνεται, στο λήμμα «δαχτυλωτός». 82

78 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Λέξη της Ηπείρου και- της Δυτικής Στερεάς περισσότερο, τα ειδίσματα είναι, σύμφωνα με διάφορα γλίοσοάρια, αντικείμενα του σπιτιού, σκεύη, ρούχα' ωστόσο, σε πολλές χρήσεις είναι ειδικούς κοσμήματα, τιμαλφή' ακόμα ειδικότερα, οι βέρες των αρραβώνων. Για παράδειγμα, στον σπαραχτικό Πολιτισμό εις το χωρίον του Παπαδιαμάντη, ο μπαρμπα-στέργιος, για να βρει τα έξοδα της ταφής του παιδιού του, δίνει στον άτεγκτο ενεχυροδανειστή μερικά ειδίσματα: δυο ασημένια σκουλαρίκια κι ένα δαχτυλίδι. Στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης αφηγείται ότι με δική του παρέμβαση αναγκάστηκε ο Παπαφλέσσας «να δώσει πίσου τα ειδίσματα ολουνο3ν των ανθρώπο^ν» που είχε λεηλατήσει, ενώ σε ένα θεατρικό του Κοτζιούλα υπάρχει η φ>ράση «Κλέφτης θέλεις να γίνω; Ξένο είδισμα δεν έπιασα στα χέρια μου ποτέ». εντεψίζης Βντεψίζης είναι ο ανήθικος, αλλά και ο κακοήθης, ο αχρείος, ο ανάγίογος. Τουρκικό δάνειο (edepsiz, όπου edep είναι οι καλοί τρόποι, η ευπρέπεια, και siz το στερητικό επίθημα). Και ντεψίζης. Τη λέξη την έχει μόνο το Μείζον. Ακούγεται σπάνια, από Μικρασιάτες και Θρακιώτες. Ωστόσο, διατηρείται ζωντανή σε μια κόχη του λεξιλογίου μας, εξαιτίας της συλλογής με άσεμνα ποιήματα του Γ. Σεφέρη που κιικλοφόρησε μετά τον θάνατό του (το 1988) σε επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη, με τίτλο Τα εντεψίζικα, συλλογή που περιλαμβάνει αρκετά αθυρόστομα λιμερίκια, μια πορνογραφική παρωδία του Ερωτόκριτον και άλλα ακατάλληλα για ανηλίκους στιχουργήματα. Το βιβλίο του Σεφέρη προκάλεσε τη διαιώνιση της λέξης αλλά με κάποια μετατόπιση της σημασίας της, αφού αρχικά ο εντεψίζης ήταν περισσότερο ο κακοήθης παρά ο αδιάντροπος (ο οποίος λέγεται, στα τουρκογενή, αρσίζης*). Για παράδειγμα, όταν ο λογικός άνθρωπος στο Στον Χατζηφράγκον του Κ. Πολίτη λέει «Οι Οβραίοι παίρνουνε παιδιά; Ποιος εντεψίζης λέει τέτοιες κουταμάρες;», δεν εννοεί κάποιον αθυρόστομο αλλά, ολοφάνερα, κάποιον κακοήθη. Ηλ

79 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ ε χ ο ς Το έχος είναι το βιος, η κινητή και ακίνητη περιουσία κάποιου. Πρόκειται για ουσιαστικό που σχηματίστηκε από το απαρέμφατο έχειν > τα έχειν > τα έχει, και από εκεί, με συσχέτιση με τα τριτόκλιτα π.χ. έθνη, φτιάχτηκε νέος ενικός, το έχος. Και εχούμενος, ο πλούσιος. Το έχος θεωρείται χαρακτηριστική ηπειρώτικη λέξη (και της Θεσσαλίας), αλλά υπάρχει και στην Κρήτη, όπου μάλιστα χρησιμοποιείται συχνά και ο πληθυντικός, τα έχη, τα πλούτη, π.χ. «Γροικούνε για τα έχη τζη κι ανοίγ η όρεξή ντως» (στιχούργημα στην εφημ. Πατρίς). Άλλωστε, το εχούμενος λέγεται και στην Κύπρο. Η φρ. «για έχος» λέγεται για την περιουσία που σκοπεύουμε να κρατήσουμε, π.χ. «οι τσελιγκάδες κρατούσαν κάποια ζώα για έχος», για να γεννούν και να αυξάνουν το κοπάδι. Ή: «κράτησε λίγο αλεύρι για έχος, έρχονται δύσκολοι καιροί». Ο Νεόφυτος Δούκας συμβούλευε τους συμπατριώτες του Ζαγοριανούς «όταν αποθαίνει κανένας, να αφήνει εις το σχολείον ένα από τα δέκα από το έχος του». Δεν είναι βέβαιο ότι τον άκουσαν. Ο Γιώργος Κοτζιούλας, στο Επιτίμιο προς τους συμπατριώτες του Ηπειρώτες, όπου τους κατηγορεί ότι μόνο στον πλουτισμό έχουν τον νου τους, τελειώνει με τους τσουχτερούς στίχους: «Για λόγου μου ρωτάς; Κι αν απ τη νέκρα πέσω / -μιλώ ηπειρώτικα- μες στο έχος σας να χέσω». ζάβαλης Ζάβαλης είναι ο δυστυχής, ο ταλαίπωρος, ο φουκαράς, ο καημένος. Δάνειο από το τουρκικό zavalli που έχει παρόμοιες σημασίες. Μπορεί να είναι και θωπευτικό (όποος άλλωστε και το καημένος). Σήμερα σπάνια ακούγεται. Έ χει δώσει και επώνυμο. Ο ζάβαλης υποφέρει χωρίς να φταίει. Στην Αληθινή απολογία του Σωκράτη, ο Βάρναλης ειρωνεύεται όσους άλλους έγραψαν απολογίες του Σωκράτη, ότι θέλουν να παρουσιάσουν αθώο τον αθηναϊκό λαό και πως «μονάχοι φταίχτες οι τρεις παλιανθρώποι, που τονε 84

80 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ κατατρέξανε το ζάβαλη» (τον Σωκράτη). Στη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη υπάρχει ο τίτλος κεφαλαίου «Ζάβαλη μάικω» (μανούλα). Διαφορετική είναι η κλητική επιφώνηση ζάβαλεί, που είναι και σήμερα ζωντανή στην Κρήτη, ίσως και αλλού δεν απευθύνεται σε κάποιον συγκεκριμένα, αλλά σημαίνει περίπου «να πάρει η ευχή!» ή και «διάβολε!» «ΓΥ αυτό έβλεπα κάτι ανάποδα όνειρα, ζάβαλε», αναφωνεί ο Νταντής στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη μόλις μαθαίνει πως πέθανε το παιδί του στην κούνια. Παρόμοιο και το κυπριακό ζάβαλλιΐ (αλίμονο!). ζαΐρές Ζαΐρές και ζαερές είναι o l προμήθειες, τα εφόδια, οι ζωοτροφές. Δάνειο από το τουρκικό zahire, ίδιας σημασίας. Λέξη πολύ σημαντική κάποτε, αφού η αδυναμία εφοδιασμού μπορούσε να σημάνει την καταδίκη των πολιορκημένων, ο ζαΐρές είναι πανταχού παρ(ύν στα απομνημονεύματα των αγοονιστών του 1821, όπως στον Μακρυγιάννη: «Αυτείνοι είχαν σκοπόν την αυγή να μας κλείσουνε μέσα και χωρίς πολεμοφόδια και ζαϊρέ θα κιντυνεύαμε». Ο Κολοποτρίόνης (ή ο Τερτσέτης που τα μεταφέρει) χρησιμοποιεί τον τύπο ζαερές, προτρέποντας τους πολιορκημένους στο Ναύπλιο Τούρκους: «Αν θελήσουν ν αδειάσουντ Ανάπλι, και τους βαρκάρω, να πάγουν όπου θέλουν τώρα οπού έχουν ζαερέ, [...] και μην καρτερείτε πλέον ζαερέδες από την Κόρινθον, διατί πηγαίνω ατός μου εις τα Δερβενάκια και δεν θα αφήσο) να σας περάσουν ζωοτροφίας και αν δεν ακούσετε, ας έχετε το κρίμα εις τον λαιμόν σας». Σε μεταγενέστερα συμφραζόμενα, βρίσκω πως ακούγεται και σήμερα η μακεδονίτικη φρ. «Κοίτα το ζαϊρέ σου», δηλ. κοίτα τη δουλειά σου. Σε περιγραφή του «καλεστικού» γάμου από την Αρκαδία: «κάθε καλεσμένος πήγαινε με το ζαερέ του, έτσι έλεγαν την πλάτη το κρέας, το ψωμί και την τσιότρα με το κρασί». Και στην Κρήτη ακούγεται ακόμα η λέξη ίσως όχι αρκετά για να δικαιολογήσει τη λημματογράφηση στα σημερινά λεξικά, αρκετά όμως για να μη λησμονηθεί εντελούς. Η5

81 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ ζαμπούνης Ζαμπούνης (και ζαμπουνιάρης) είναι ο άρρωστος, ο αδιάθετος, ο αδυνατισμένος, ο καχεκτικός. Η λ. λεγόταν αρκετά παλιότερα, σήμερα μόνο ως επώνυμο πρέπει να έχει απομείνει. Από το τούρκικο zabun, zebun, ίδιας σημασίας, και αυτό από τα περσικά, zabun. Στο Θαύμα της Καισαριανής του Παπαδιαμάντη, η τσοπάνισσα ρωτάει την αφηγήτρια: «Άντρας σου είναι τσούπα; Σα ζαμπούνη τον γλιέπο». Και στα Χριστουγεννιάτικα τσαρούχια του Γ, Αθάνα, ο πατέρας του πρωταγωνιστή τον βλέπει να έχει αδυνατίσει: «Μην ήταν τίποτα ζαμπούνης; Μην τον πείραζε κανένα κρυφομάζωμα; Να κράξει το γιατρό;» Προκειμένου για παιδιά, ζαμπούνικο είναι το καχεκτικό. «Να, τ(όρα... το μικρό μικρό παίζει. Κοίτα... Να το, τώρα παίζει. Είναι λίγο ζαμπούνικο...» (Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ} άστρα). Το ρήμα είναι ζαμποννεύω. Σε ένα γράμμα του προς την οικογένεια του, που βρισκόταν στο νησί Κάλαμος, ο Καραϊσκάκης παραγγέλνει «να το ταγίζετε όμορφα όσον ημπορείτε, να μη ζαμπουνέσει το άτι τίποτα, ωσάν ένα παιδί μου να το κοιτάζετε». ζαναχάτι Με πέντε τουλάχιστον παραλλαγές, ζαναέτι ή ζαναχάτι ή ζαναάτι ή ζενάτι ή ζανάτι είναι το επάγγελμα, η τέχνη. Δάνειο από το τουρκικό zanaat (παραλλαγή του snaat), αραβικής αρχής. Ακούγεται ή ακουγόταν σε Μακεδονία, Θράκη, Βόρειο Αιγαίο, παλιότερα και αλλού1σε επιστολή που έστειλαν τον Μάη του 1821 οι Σπετσιώτες πρόκριτοι στους Αργείους: «Όσοι άνδρες οικοκυραίοι, μαστόροι από το κάθε ζαναχάτι, Αργείται, μας τους στέλνετε εδώ». Ο Βάρναλης βάζει τον Σωκράτη να κάνει λογοπαίγνιο με το επάγγελμα του κατήγορου του, του Άνυτου (βυρσοδέψης): «κρύφτηκε [...] ώς που να πέσει το κάστρο και να γλιτώσει το πετσί του. Το ζαναέτι, βλέπεις, τον κάνει να λογαριάζει πιότερο τα πετσιά κι απ τον υπέρ πατρίδος θάνατο». Σε σκίτσα απλών ανθρώπων, ο Κόντογλου έγραφε 86

82 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ για κάποιον κυρ Κατακουζνό: «Ρωμιοράφτης ήτανε το ζαναάτι του, ειρηνικόν επάγγελμα όπως έλεγε ο ίδιος», ενώ σε ένα κλέφτικο: «Πανάθεμα την τέχνη μας και αυτό το ζαναχάτι / Δεν μας αφήνουν τα βουνά, αυτά τα κορφοβούνια». Μια μέρα στη Μυτιλήνη, ο Μυριβήλης ρώτησε τον Κώστα Μάκιστο (άλλον μυτιληνιό λόγιο) αν η ποίηση είναι ξονρ (κουσούρι, πετριά) ή ζαναχάτ\ «Ξουρ!» απάντησε ο Μάκιστός και ο Πρωτοπάτσης που τους άκουγε τον σκιτσάρισε με λεζάντα «Η ποίηση είναι ξουρ!» Πράγματι, δεν είναι ζαναχάτι η ποίηση. ζάντζα Η ζάντζα και οι ζάντζες είναι η ιδιοτροπία, τα νάζια, τα καμώματα, οι ζαβολιές. Ό ποιος κάνει ζάντζες είναι ζαντζιάρης* κι επειδή συνήθως ζάντζες κάνουν τα παιδιά και τα υποζύγια ζώα, λέμε ότι είναι ζαντζιάρικα. Η λέξη, που δεν την έχει κανένα γενικό λεξικό, ακούγεται κυρίως στην Ήπειρο, αλλά και στη Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία* τη βρίσκω όμως και στη Χίο. Πρέπει να ετυμολογείται από το ιταλικό/ενετικό usanza (συνήθεια), με δείνωση της σημασίας, κάτι συχνό στα δάνεια. Στο διήγημα Το στοιχειό στη Μονόπλοτη, ο Κοτζιούλας περιγράφει ένα παιδί νευριασμένο επειδή το αποκόβουν απ το θηλασμό: «Θα του δινε βραστόγαλο, θα κοίταε να το χύσει. Θα του φκιανε γαλοκούρκουτα, θα κανε πέρα όλο ζάντζες». Από κοντινά μέρη είναι και ο Σίοτήρης Δημητρίου, που γράφει στο Ντιαλιθ ιμ Χρηστάκη για ένα άλλο παιδί, που «έβγαλε κι αυτό σα μεγάλωσε ζάντζες και παράξενα φερσίματα». Στο Διαδίκτυο βρήκα έναν καλόν ορισμό: «Ζάντζες λέγανε από παλιά οι χωρικοί τις ζαβολιές που κάνανε τα πουλάρια, μέχρι να συνηθίσουν να ζούνε αρμονικά με τα αφεντικά, τους ανθρώπους. Δηλαδή, να είναι υπάκουα». Εσείς, τις έχετε κόψει τις ζάντζες; 87

83 ΝΙΚΟΣ ΣΛΡΛΝΤΛΚΟΣ ζαράρι Λέξη που δεν υπάρχει σε κανένα γενικό λεξικό, αλλά έχει κερδίσει την υστεροφημία, αφοΰ έχει χρησιμοποιηθεί και από τον άγιο Παπαδιαμάντη και σε ρεμπέτικα τραγούδια. Ζαράρι, από το τούρκικο και αραβικό zarar, είναι το κακό, η ζημιά, η βλάβη είναι και η φασαρία, ο καβγάς. «Βγάζω το ζαράρι» σημαίνει «καλύπτω τη ζημιά, τη χασούρα». Στη Φόνισσα, ο Καμπαναχμάκης παραπονιέται πως τον βρήκε «μεγάλο ζαράρι» όταν αρρώστησε η γυναίκα του, ενώ στη Βαβυλωνία, ο Ανατολίτης εξετάζει την πληγή του Κρητικού και αποφαίνεται ότι «ζαράρι ντεν έχει», δεν είναι σοβαρή. Η λέξη υπάρχει σε πολλές μαντινάδες (π.χ. «μα πλια είναι το ζαράρι σας παρά το διάφορό σας», το κακό σας παρά το καλό σας), αλλά είναι σχεδόν πανελλήνια, και ακόμα ακούγεται π.χ. σε διαδικτυακές συζητήσεις. Σε παλιά ρεμπέτικα, τα ζαράρια τα βρίσκουμε συχνά να ριμάρουν με τα ζάρια, π.χ. «Γιάννη, άλλαξε τα ζάρια, να μην έχομε ζαράρια» ή «Θα λιμάρουμε τα ζάρια, θα σας κάνουμε ζαράρια». Και το ζάρι αραβικό είναι, αλλά καμιά ετυμολογική σχέση δεν έχει με το ζαράρι. ζάρκος Ζάρκος είναι ο γυμνός, είναι και ο φτωχός. Λέξη που ακούγεται στην Ήπειρο και στη Δυτική Θεσσαλία, ενώ στα Επτάνησα ακούγεται η παραλλαγή ζάρκος. Η ετυμολογία της είναι άγνωστη. Υπάρχει και τοπωνύμιο Ζάρκο, σε γυμνά από βλάστηση μέρη. Είναι και επώνυμο - ο Γκόργης Ζάρκος ήταν συγγραφέας. Με την πρώτη σημασία της λέξης, ο Κρυστάλλης έγραψε πως όποιος περπατάει τη νύχτα σ έρημα μέρη μπορεί να τύχει να δει τις νεράιδες «να λούζουνται στα ρέματα με ζάρκα τα κορμιά τους», γυμνές δηλαδή. Σαν ένδειξη εγκατάλειιμης, πάλι ο Κρυστάλλης: «Οι άλλοι μείναμαν ζάρκοι κι έρμοι». Με τη σημασία του πάμφτωχου: «Ζάρκος λαός ώς πότε, φώναξα, θα σκύφτει;» (Κοτζιούλας). Καμιά φορά, σημαίνει ελαφρά ντυμένος: «Πώς πολεμάει η κλεφτουριά το τούρκικο τουφέκι / πώς πολεμούν οι Έλληνοι ζάρκοι και στο γελέκι». 88

84 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Για την επτανησιακή παραλλαγή ζόρκος, κάποιοι πιστεύουν (κακώς) ότι προέρχεται από το ζόρικος. «Όποιος λέει πάντ αλήθεια, ζόρκος γλήγορα θα μείνει», έγραψε, μεταφράζοντας γαλλική παροιμία, ο Σκιαδαρέσης. Και μια κεφαλονίτικη: «Που γράφει ζόρκονε ο Θεός βρακί δεν αποτάζει» - δείτε και αποτάζω*. ζαρταλοΰδι Ζαρταλούδι ή ζέρδελο ή ζέρζελο ή ζέρταλο λέγεται το βερίκοκο σε μερικά μέρη, όπως στη Θράκη, στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία, στη Χίο και τη Λέσβο, πιθανώς και αλλού. Όλα αυτά ανάγονται στο τουρκ. zerdali «βερίκοκο» (παλαιότ. zerdalu), το οποίο έχει την αφετηρία του στο περσικό zard alu, κατά λέξη «κίτρινο δαμάσκηνο». Το -ούδι είναι το χαρακτηριστικό θρακιώτικο υποκοριστικό επίθημα. Η λ. υπάρχει στα παλιότερα λεξικά, με μία ή περισσότερες από τις παραπάνω μορφές. Ο Ροΐδης την παραθέτει (στα Είδωλα), μαζί με το γνωστότερο καϊσί, ως απόλυτο συνώνυμο του βερίκοκου, αν και σε μερικά μέρη ζαρταλούδι ονομάζεται συγκεκριμένη ποικιλία βερίκοκου, π.χ. τα πικροπύρηνα. Υπάρχει και γλίοσσοδέτης: «Ανέβηκα στην ζερδελιά, την μπερδελιά και την ζερδελομπερδελοκουκκιά, να κόψω ζέρδελα, μπέρδελα και ζερδελομπερδελόκουκκα». Στις αναμνήσεις από τα σχολικά του χρόνια, ο Κοτζιούλας θυμάται ένα δέντρο «που έβγαζε στο τέλος της άνοιξης τα στρογγυλά, χνουδάτα, πορτοκαλόχρυσα ζέρδελα, δηλαδή τα βερίκοκα. Αν μας πετούσαν από κανένα οι νοικοκυράίοι, έτσι για να μην κάνουμε στα μάτια, το θεωρούσαμε σπάνια δωρεά». Σπάνια δωρεά, πράγματι, όταν είναι στην ώρα του. ζάρφι Σύμφωνα με το λεξικό του Δημητράκου, το ζάρφι είναι μεταλλικό, πλατύστομο κύπελλο- παρόμοια και σε άλλα λεξικά* κατά τη γνώμη μου όμως το ζάρφι δεν είναι κύπελλο, αλλά η μεταλλική, συχνά 89

85 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ συρμάτινη, θήκη που περιβάλλει το τούρκικο φλιτζάνι, που δεν έχει χερούλι, ώστε να μην καίγονται τα δάχτυλα. Όσοι έχουν επισκεφτεί καφενέ στην Τουρκία, ξέρουν περί τίνος πρόκειται. Αφήνω να τα πει ο Ηλίας Πετρόπουλος (Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι): «Η θήκη του φλιτζανιού λεγότανε ζάρφι [...] Βεβαίως, οι πασάδες διέθεταν χρυσά και αδαμαντοκόλλητα ζάρφια. Ακόμα, κι ο κάθε ψωροφαναριώτης που γινότανε οσποδάρος θεωρούσε τον εαυτό του υποχρεωμένο να αγοράσει ένα ζάρφι διακοσμημένο με πολύτιμα πετράδια». Έτσι ήταν στη φαναριώτικη Ιστορία τον άρχοντος και σπαθαρίου Στανράκη (18ος αι.) διαβάζουμε ότι είχε «ένα τακίμι ζάρφια και κάθε ζάρφι μία / πέτραν είχεν απανωτού ώς δώδεκα πουγγία», ενώ στα Κρητικά του Θ. Αφεντούλη πίνουν καφέ «με το φελτζάνι φαρφουρί, με ζάρφι συρματένιο». Σε ένα διήγημα του Μυριβήλη, οι αρχοντοξεπεσμένες αδερφάδες αναγκάζονται να πουλήσουν «τα μαλαματικά, τ ασημένια κουταλάκια, τα ζάρφια», ενώ ο Σπύρος Μελάς περιγράφει τη Θεσσαλονίκη του 1908: «Όλοι έπιναν στα ζάρφια το καφεδάκι τους, με τη γαλήνη της ανατολίτικης καταλήψιας». Κι η γαλήνη πάντως δεν είναι κακό πράγμα. ζεμπερέκι Ζεμπερέκι είναι ο παλαιός τύπος μπετούγιας που μοιάζει με μοχλό και υψώνεται με πίεση του αντίχειρα. Δάνειο από το τουρκικό zemberek, που θα πει ελατήριο. Η λέξη ακούγεται κυρίθ)ς στην Πελοπόννησο. Στην Κρήτη λέγεται ζεμπερές, ενώ στη Σάμο ζονμπερέκι. Για κάποια ολοσχερή λεηλασία πόλης, διάβασα ότι πήρανε «μέχρι και τα ζεμπερέκια απ τις πόρτες». ΓΙαλιότερα, υπήρχε η φράση «δεν δουλεύει καλά το ζεμπερέκι» όταν κάποιος είχε καρδιακά προβλήματα. Ό πως και το συμβατικό πόμολο, το ζεμπερέκι είναι ηχηρό. Ο Τερζάκης στον Απρίλη γράφει: «Ξάφνου η ανάσα μου κόβεται ακούω το ζεμπερέκι της πόρτας που ανασηκίονεται, το πορτόφυλλο ανοίγει, νιώθω μια σκιά να μπαίνει [...]» Ο ηλείος συγγραφέας Λημήτρης >0

86 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Κανελλόπουλος θυμάται τα παιδικά του χρόνια: «Κάποτε έπιανα το ζεμπερέκι της πορτοπούλας και τους τρέλαινα με το τσικ-τσικ πάνω-κάτω». Το ζεμπερέκι περιλαμβάνεται στις «εκφυλλοφορητέες» λέξεις που συμπεριέλαβε σε παράρτημα του λεξικού του ο Σκαρλάτος ο Βυζάντιος στα μέσα του 19ου αιώνα, δηλ. αυτές που πρέπει να αποβληθούν. Πράγματι, τα περισσότερα λεξικά δεν την έχουν, έχει όμως εξασφαλίσει μιαν ελάχιστη διαιώνιση, αφενός διότι Ζεμπερέκι λέγεται ένα γνωστό μεζεδοπωλείο και αφετέρου επειδή απ όσο ξέρω δεν υπάρχει άλλη λέξη για τον συγκεκριμένο μηχανισμό, ο οποίος ακόμα πουλιέται στα ειδικά μαγαζιά. ζερνίκι Σπάνια λέξη, αλλά την έχουν τα παλιότερα λεξικά, ενώ πρέπει να χρησιμοποιείται ακόμη στα ποντιακά. Έ χει ωστόσο ενδιαφέρουσα ετυμολογική διαδρομή καί αξίζει να τη διηγηθούμε. Ζερνίκι είναι το ποντικοφάρμακο, γενικά το φάρμακο που περιέχει αρσενικό, το γνωστό χημικό στοιχείο που ενώσεις του χρησιμοποιούνται σαν δηλητήριο - θα θυμάστε τα αστυνομικά έργα. Στην αρχαιότητα, ήταν γνωστό ένα σουλφίδιο του αρσενικού, το As2S3>το οποίο είχε χρ<όμα χρυσοκίτρινο και το οποίο ονομαζόταν στα περσικά ζαρνίκ (ζαρ είναι ο χρυσός ή το κίτρινο, το χρυσό χρίάμα). Η λέξη πέρασε στα αρχαία ελληνικά, αλλά οι αρχαίοι ημοίν πρόγονοι είχαν τη συνήθεια να συνδέουν τα γλωσσικά τους δάνεια με ντόπιες λέξεις και να τα εξελληνίζουν, κι έτσι το ζαρνίκ, που ήταν πολύ δραστική ουσία, το παρασύνδεσαν με το επίθετο αρσενικός και το είπαν αρσενικόν ή αρρενικόν, απ όπου πέρασε και στα λατινικά ως arsenicum και από εκεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Το περσικό ζαρνίκ πέρασε και στα αραβικά και στα τουρκικά, απ όπου το πήραμε και στα ελληνικά ως ζερνίκι, και αξιώθηκε να μπει και σε εφημερίδες κυβερνήσείος του 19ου αιώνα. Βέβαια, τζερνίκια είναι σε μερικά μέρη τα τζάνερα - κάθε άλλο παρά δηλητηριώδη! *)Ι

87 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ ζέφκι Ζέφκι λέγεται η διασκέδαση, το φαγοπότι με φίλους, αλλά και γενικότερα η καλοπέραση, η ευωχία. Τουρκικό δάνειο (zevk) αραβικής αρχής. Η τουρκική λ. έχει πλατύτερη σημασία, αφού σημαίνει και την ηδονή, και το καλό γούστο. Το ζέφκι ακούγεται σε πολλά σημεία του ελλαδικού χιόρου, και ίσως το δείτε να θεωρείται π.χ. ικαριώτικος ή κρητικός διαλεκτικός τύπος, όμως είναι σχεδόν πανελλήνιος. Πολλά κέντρα διασκέδασης έχουν πάρει το όνομα Ζ έφκι, αν και -για λόγους επιγραφικής επισημότητας-προτιμούν συνήθως την αστήρικτη ετυμολογικά γραφή Ζενκι. Λέξη παπαδιαμαντική στον Άψαλτο, ο ανιψιός του Φραγκούλα τον προσκαλεί να κοιμάται «μέσ στο κότερο, κάτω στην πλώρη, που κάνει μεγάλη ζέστη, ζέφκι, και καλοπερασιά». Στα Μαύρα κούτσουρα, ο Αγάλλος «διά να ξεχάσει τον καημόν του, ως νέος που είναι, έκαμε ζέφκι, όξ απ το Κάστρο, με τους φίλους του». Όταν ο Καραϊσκάκης ρωτήθηκε τι απόλαυσε στη ζωή του, απάντησε (όχι έμμετρα πάντως, αυτό είναι επέμβαση του γραμματικού του): «Νέος υπανδρεύθηκα, ωραίαν γυναίκα πήρα, ζέφκια πολλά ετράβησα, δόξαν μεγάλην ηύρα, καιγρόσια εκαζάντησα, όσα μου ήτον χρεία». Γρόσια μετρημένα και ζέφκια αμέτρητα - έτσι ζουν οι ήρωες. ζιαφέτι Ζιαφέτι είναι το συμπόσιο, το φαγοπότι, το ξεφάντωμα, το γλέντι. Δάνειο από τα τουρκικά, ziyafet, λέξη που έχει περάσει σε όλες τις βαλκανικές γλώσσες. Ακούγεται και σήμερα, ιδίως για τα γλέντια που γίνονται σε πανηγύρια και γενικά σε χωριά. Από την παρουσίαση του δίσκου δημοτικής μουσικής Ζαγορίσιο ζιαφέτι αντιγράφω τον ορισμό: «Ζιαφέτι στο Ζαγόρι είναι όταν μαζεύονται 2530 άτομα, βάζουν ένα αρνί σε καφενείο νύχτα και σου λένε έλα». Σε ένα δημοτικό του Ολύμπου, όταν φέραν το κεφάλι του Τάκου στον Πασά, έγινε «τρεις μέρες ζιαφέτι», ενώ αρκετά συχνά χρησιμοποιεί τη λέξη ο Ρήγας στο Σχολείον των ντελικάτων εραστα>ν. Στις η

88 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Νησιώτικες ιστορίες, ο Εφταλιώτης θυμάται έναν γάμο όπου «ήτανε μια λάκερη βδομάδα, κάθε μέρα κι απ ένα μεγάλο ζιαφέτι». Η λέξη ωστόσο δεν ακούγεται μόνο στην Ήπειρο, τη βρίσκω επίσης στα νησιά, στην Κρήτη, στη Θράκη, πιθανώς και αλλού. Ζιαφέτι γινόταν επίσης τα παλιότερα χρόνια όταν τελείωνε το χτίσιμο ενός σπιτιού και ο νοικοκύρης τραπέζωνε τους μαστόρους. Ωραία λέξη το ζιαφέτι, κι ας μην την έχουν τα νεότερα λεξικά- στους ζοφερούς καιρούς μας, θέλουμε πολλά συνώνυμα της ευοοχίας και της συντροφικότητας. ζνίχι Το ζνίχι είναι το πίσω μέρος του λαιμού, ο σβέρκος, ο αυχένας. Λέξη της παλιάς δημοτικής, δεν είναι τυχαίο ότι θα τη βρείτε σε πολλές ομηρικές μεταφράσεις. Μάλιστα, όταν ο ακαδημαϊκός Κ. Τρυπάνης γνωμοδότησε για ποιον λόγο πρέπει να σταματήσει να διδάσκεται η (εξαιρετική) μετάφραση της Οδύσσειας του Ζ. Σίδερη, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι περιέχει λέξεις παντελώς άγνωστες, όπως το ζνίχι. Ίσως ετυμολογείται από το ινίον (άγνωστο όμως με ποια διαδρομή)- πάντως το βυζαντινό λεξικό Σούδα έχει ζινίχιον το λουρί του υποδήματος. Σλαβική αρχή δεν μπορεί να αποκλειστεί, έτσι κι αλλιώς όμως είναι η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από ζν-! Εμφανίζεται σε πολλές παροιμίες, π.χ. «το φιλότιμο μαυρίζει το ζνίχι» (επειδή ο φιλότιμος υποχωρεί), ενώ διάσημος είναι ο στίχος της Ζούγκλας του Βάρναλη, όπου ο ποιητής σαν αιλουροειδές ποθεί να χοόσει νύχι και δόντι «στο κρουστό σου ζνίχι το μαυριδερό». Στον Στράτη Καλοπίχειρο, ο λεξικογράφος Στέφανος Κουμανούδης δίνει δείγματα ποιητικής λεξικογραφίας ή λεξικογραφικής ποίησης: «Ω σβέρκον, ζνίχι και αυχήν / τριώνυμε, πλην πράγμα έν!» ζολοτα Παλιά λέξη αλλά όχι χωρίς ενδιαφέρον, η ζολότα είναι ένα παλιό ασημένιο οθωμανικό νόμισμα (zolota), ίσο με τριάντα παράδες 3

89 ΝΊΚΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ δηλαδή τα τρία τέταρτα του γροσιού. Η τουρκική λ. είναι δάνειο από το πολωνικό zloty, που είναι και σήμερα το εθνικό νόμισμα της Πολωνίας, που σημαίνει κατά λέξη «χρυσό» στα ρωσικά άλλωστε zoloto σημαίνει «χρυσάφι». Το ζλότι είχε ξεκινήσει πράγματι ως χρυσό νόμισμα, αργότερα όμως κόπηκαν αργυρά η ζολότα εξαρχής ήταν ασημένια, σε πείσμα της ετυμολογίας της. Η τουρκική ζολότα δεν ήταν νόμισμα μεγάλης αξίας έτσι, υπάρχει παροιμία για τους φιλάργυρους, «πάει στον γάμο με μια ζολότα». Επειδή είχε μικρότερη αξία από το γρόσι, για όσους δεν τα κατάφερναν στις εμπορικές τους επιχειρήσεις λεγόταν η παροιμιώδης φρ. «έκανε το γρόσι ζολότα». Βρίσκιο κάλαντα από την Άνδρο, όπου από τους πλούσιους ζητάνε φλουριά, ενο) από τους «δεύτερους, ξηντάρες και ζολότες». Ομόρριζο με τη ζολότα είναι και το επώνυμο Ζολώτας' εδώ ο ετυμολογικός προκαθορισμός λειτούργησε! ζουριάζω Ζουριάζω σημαίνει φθίνω, μαραίνομαι' ζούρα ή ζούρια είναι ο μαρασμός, η καχεξία, ιδίως σε παιδιά - και ζουριασμένος ο ατροφικός, ο καχεκτικός. Η λέξη είναι δάνειο από τα ιταλικά/βενετικά (usura).11 Αν και έχει υποχωρήσει, ακούγεται ακόμα. Στη Φόνισσα, η Φραγκογιαννού συναντάει δυο κοριτσάκια, από τα οποία «το μικρότερο, χλωμόν, κακονδυμένον, εφαίνετο μάλλον να πάσχει από ζούρα ν ήτοι παιδικόν μαρασμόν». Km στον επίσης παπαδιαμαντικό Πολιτισμό εις τοχω ρίον «Ο μικρός Ελευθέριος, τετραέτης ήδη, ήτο ζαρωμένος, χλωμός, ζουριασμένος και η μήτηρ του ούτε να τον θρέψει ήτο ικανή ούτε να τον αποκόψει ηδύνατο». Βέβαια, ζουριάρηδες είναι και ενήλικοι, όπως ο «αδύνατος και ζουριάρης, με χαραχτηριστικά γάτας» φαντάρος που πρωταγωνιστεί στο διήγημα Πόλεμος του Μυριβήλη. 11. Κατά σύμπτωση, υπάρχει κι άλλο ζούρα, μεσαιωνικό, που είναι επίσης δάνειο από την ίδια λέξη: σημαίνει «τοκογλυφία». 04

90 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Φυσικά, η λ. χρησιμοποιείται και μεταφορικά - κάτι που συνήθιζαν οι παλιοί δημοτικιστές, σαν τον Φ. Φοπιάδη («του δασκάλου την άτεχνη τέχνη που του ζουριάζει, που του νεκρώνει τη ζωή») ή τον Π. Βλαστό («Σε μας είχε τόσο παραπεταχτεί η δημοτική που κατάντησε να ζουριάσει και ν αποξεραθεί»). θουρίδα Θουρίδα είναι μικρή εσοχή στον τοίχο που χρησιμεύει σαν πρόχειρο ντουλάπι. Μπορεί να είναι και χτιστά ντουλαπάκια πλάι στο τζάκι, πάντως είναι μια εσοχή. Η λ. δεν υπάρχει σε κανένα γενικό λεξικό, μόνο οτο Αντίστροφο της Άννας Συμεωνίδη. Ολοφάνερα ετυμολογείται από το θνρίς, τη θυρίδα. Παρόλο που είναι σπάνια λέξη, φαίνεται να καλύπτει μεγάλο τμήμα του ελλαδικού χώρου. Η θουρίδα και άλλες μορφές χωνευτών ντουλαπιών ήταν ανάγκη στο παραδοσιακό ελληνικό σπίτι που είχε ελάχιστα φορητά έπιπλα. Στην Ορθοκωστά, ο Θανάσης Βαλτινός γράφει «πήρα την καραμπίνα, πήρα φυσίγγια από τη θουρίδα», ενώ ο Γ. Κοτζιούλας στις αναμνήσεις από τα μαθητικά του χρόνια θυμάται πως ο πρώτος του δάσκαλος «έβγαλε απ την τσέπη του ένα μολύβι και χαρτί, πήρε απ τη θουρίδα μας ένα παλιό μεταφρασμένο Βαγγέλιο» και άρχισε να τον διδάσκει. Στην Άνδρο, θουρίδες λέγονται εσοχές που φτιάχνονται με τέχνη στις ξερολιθιές και χρησιμεύουν ως κυψέλες για τους μελισσοκόμους του νησιού, όπως εξηγεί ο Γιώργος Σπέης στο βιβλίο του Θουρίδες και μελίσσοκήπια (2003). Τώρα που οι τραπεζικές θυρίδες πικραίνουν τους περισσότερους, στην Άνδρο τουλάχιστον οι θουρίδες συνεχίζουν να γλυκαίνουν τον κόσμο. ικάντο Ικάντο και ινκάντο είναι ο πλειστηριασμός, η δημοπρασία. Δάνειο από το ιταλικό incanto («δημοπρασία») ως ινκάντο, που απλοποιήθηκι για ευφωνία σε ικάντο, όπως είναι ο συχνότερος τύπος. Ακούγεται <>5

91 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ ή ακουγόταν στη νησιωτική Ελλάδα. Και ρήμα ικαντεύω και κοντεύω, βγάζω σε πλειστηριασμό. Η λέξη ανήκε στο εμπορικό λεξιλόγιο τους προηγούμενους αιώνες. Στα γράμματα που έστελνε από το Άμστερνταμ ο Πάτμιος Σταμάτης Πέτρου, παραπονούμενος για την όχι ταιριαστή σε έμπορο συμπεριφορά του νεαρού Κοραή, γράφει: «Όσα ινκάντα έγιναν από τον καιρό που ήρθαμε έως τώρα, εις κανένα δεν επήγε διά να ιδεί και αυτός ο>σάν πραματευτής. Εδο5 τα ινκάντα, καθώς ηξεύρετε, είναι μία ρέγουλα του πραματευτή». Με την αρχική της σημασία, η λ. δεν ακούγεται πια, ωστόσο έχει επιβιοχτει σε ένα έθιμο, το ικάντο, που υπάρχει σε μερικά μέρη (Ζάκυνθος, Κάρπαθος): στο πανηγύρι του τοπικού αγίου, η εκκλησιαστική επιτροπή βγάζει σε πλειστηριασμό προσφορές των πιστών ή τάματα και τα έσοδα διατίθενται για τις ανάγκες του ναού. ίρτζι Τρτζι είναι η τιμή, η αξιοπρέπεια, η υπόληψη. Τουρκικό δάνειο, από το irz, που σημαίνει «τιμή». Δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό, παλιότερο ή νεότερο, εκτός από το Μείζον. Ωστόσο, χρησιμοποιείται πολύ σε κείμενα της εποχής του 1821, π.χ. «ή χάνομεν τα κεq}άλια μας ή κάμνομεν το ίρτζι μας τεκμίλι» (την τιμή μας κλοτσοσκούφι), όπως διαβάζουμε σε επιστολή του Καραϊσκάκη στον Μαυροκορδάτο, ή σε έργα που αναφέρονται στο 1821, π.χ. «να μη δεχτεί, έχανε το ίρτζι του» στον Καραϊσκάκη του Φωτιάδη. Σε ειρηνικά συμφραζόμενα, «ίρτζι μου και λεβεντιά μου» αποκαλεί το (κομμένο πια) μουστάκι του ο κεντρικός ήρωας στο Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται του Σπύρου Μελά. Η λέξη ακούγεται και σήμερα, κυρίως, αλλά όχι μόνο, στην Κρήτη. Είναι ζωντανή και στην υπόλοιπη Ελλάδα, ιδίως στη φράση «είναι το ίρτζι μου», με την οποία δικαιολογούμε κάποια έντονη αντίδρασή μας. Η φρ. έχει γίνει διάσημη από την ταινία Ο ατσίδας, όπου ο Βέγγος ως σερβιτόρος θυμώνει όταν ο Ηλιόπουλος χτυπάει παλαμάκια, και δικαιολογείται λέγοντας: «Είναι το ίρτζι μου». Βέβαια, στη σημερινή 96

92 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ χρήση, εξαιτίας του αποσπάσματος με τον Βέγγο, υπάρχει μετατόπιση της σημασίας: το ίρτζι έφτασε πια να σημαίνει την παραξενιά, την ιδιοτροπία, π.χ. «συγγνοόμη που επιμένω πολύ στην καθαριότητα, αλλά είναι το ίρτζι μου». καβανοζι Λέξη που λείπει από όλα τα λεξικά του 20ού αιώνα, παλιότερα και νεότερα, αλλά ακούγεται ακόμα στους Ρωμιούς της Πόλης, ενώ πρέπει να λεγόταν ή να λέγεται ακόμα στη Θράκη (έχει περάσει και στα πομάκικα). Καβανοζι είναι ένα δοχείο, συχνά μεταλλικό, στρογγυλό και βαθουλό για γλυκά, τουρσιά κτλ. Καβανοζι είχε για τα τουρσιά της και η Λωξάντρα. Φυσικά πρόκειται για δάνειο από τα τούρκικα (kavanoz), που είναι ίδιας σημασίας. Μάλιστα, ένας μεγάλος βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που φαίνεται πως ήταν στρογγυλός και στρουμπουλός, ονομαζόταν Καβανόζ Πασάς. Όμως, είναι αντιδάνειο δηλαδή έχει απώτερη αρχή σε ελληνική λέξη. Η ελληνική αυτή λέξη είναι το γάβανο, που σημαίνει δοχείο. Προέρχεται από το μεσαιωνικό γάβενον (ο Ησύχιος λέει «γάβενα: οξύβαφα ήτοιτρυβλία»). Το γάβανο μαρτυρείται με διάφορες παραλλαγές κατά τόπους, μερικές φορές αρσενικό, γάβανος, στη Λέσβο, στην Εύβοια, στη Θράκη και αλλού. Από μια τέτοια μορφή πρέπει να είναι το τουρκικό kavanoz, διότι έτσι εξηγείται το -οζ της κατάληξης που πάντα μας κάνει να σκεφτούμε ένα αρσενικό ουσιαστικό. Η σημασία του γάβανον είναι πάντα κάποιο είδος δοχείου. Υπάρχει και επώνυμο Καβανόζης, ενώ στο Ρέθυμνο λένε το γαβανόζι, πάντοτε για μεταλλικό δοχείο. καβάσης () καβάσης ήταν ο κλητήρας της Υι[>ηλής Πύλης και των υπουργείων οτην παλιά Τουρκία, αλλά και ο (ένοπλος) κλητήρας ή θυρωρός στις 97

93 ΝΊΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ πρεσβείες και τα προξενεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι καβάσηδες αυτοί φορούσαν πολύ εντυπωσιακή, χρυσοκέντητη στολή. Καβάσηδες ονομάστηκαν και οι άνδρες της προσωπικής φρουράς του ύπατου αρμοστή Γεωργίου στην Κρήτη κατά την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας ( ). Δάνειο από το τουρκ. kavas. Οι καβάσηδες ήταν συνήθως πρώτο μπόι. Ο Βενέζης στη Γαλήνη περιγράφει: «Ο πατέρας της ήταν Πρόξενος της Αγγλίας' είχε έναν Αράπη καβάση, έναν άντρα ίσαμε κει πάνω, που καθόταν πάντα δίπλα στον αμαξά, στο παϊτόνι, με μια στολή φανταχτερή με χρυσά κουμπιά». Καβάσης στο ελληνικό προξενείο της Σμύρνης θαρρώ πως είχε δουλέψει έναν καιρό και ο ζωγράφος Θεόφιλος. Κατ επέκταση, καβάσηδες στις μεγάλες πόλεις της τότε Τουρκίας ήταν ένα είδος υπηρέτη-σωματοφύλακα που μπορούσε κανείς να προσλάβει ιδιωτικά. Στη Θεσσαλονίκη πριν από το 1912 όλοι οι καβάσηδες ήταν Αρβανίτες. Ή ταν πολύ συνηθισμένο ο εύπορος αστός να συνοδεύεται από τον προσωπικό του καβάση, ιδίως σε ταραγμένες περιόδους. καδενάτσος Ο καδενάτσος ή καδινάτσος ή το καδενάτσο ή το καντινάτσο είναι ο σύρτης σε πόρτα ή παράθυρο, το μάνταλο ή η αμπάρα, που ασφαλίζει από μέσα. Σε διήγημά της, η κεφαλονίτισσα συγγραφέας Μαριάννα Αίνου-Κουτούζη δίνει και μερικά συνοίνυμα: «Η μεγάλη σιδερένια μπάρα ( καδενάτσος, φουνταδόρος ή σαγιαδόρος ) έμπαινε από τη μια ώς την άλλη άκρη της πόρτας μας, περισσότερο για ν ασφαλίσει μέσα τη γλύκα του ύπνου μας, παρά για τους απ έξω ληστές κάποιων άλλων καιρών». Η λέξη, που υπάρχει στα παλιότερα λεξικά, ακούγεται. τουλάχιστον στα Επτάνησα, στη Λέσβο και την Κρήτη. Δάνειο από το ενετικό cadenazzo (ιταλικό catenaccio), που ανάγεται στο λατινικό catcna, την αλυσίδα, απ όπου και η καδένα, αλλά και η ιδιωματική κατίνα, η σπονδυλική στήλη. Και ίσως θα αναγνωρίσατε ότι η ιταλική λ. είναι ακριβώς το κατενάτσιο, το κλειστό αμυντικό σύστημα που >8

94 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟγ \ \Novr\l λανσάρισε στη δεκαετία του 1960 ο προπονητής Ελένιο Ερέρα, ji <η< έκλεινε σαν με αμπάρα την άμυνα της ομάδας του. Ο ποιητής Άχθος Αροΰρης (ψευδώνυμο του Νίκου Σαραντάκου, του παππού μου) είχε φανταστεί, το 1933, τον εργοστασιάρχη στον Παράδεισο να απαιτεί: «Αη Πέτρο, βγάλ το καντινάτσο / στο πλάι του Χριστού να κάτσω». καλικούτσα Κοινότατη λέξη, αν και όχι πανελλήνια, που δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό επειδή είναι από τις (όχι λίγες) λέξεις που κυρίως λέγονται και σπάνια γράφονται. «Παίρνω κάποιον καλικούτσα» θα πει «παίρνω κάποιον καβάλα στους ώμους μου». Η λέξη λέγεται κυρίως στη Νότια Ελλάδα, πάντως, και φαίνεται ότι είναι δάνειο από τα αλβανικά. Δεν είναι η μοναδική λέξη γι αυτή την έννοια: για παράδειγμα, αλλού λέγεται ζαλίγκα ή ογκάνια' είναι όμως η πιο διαδεδομένη και δεν θα έπρεπε να λείπει από τα λεξικά. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται για πατεράδες που παίρνουν στους ώμους (περήφανοι) τα παιδιά τους: «εγο) πίσω με τη Θυγατέρα καλικούτσα στους ώμους να κυματίζει ψηλά ως σημαία οικογενειακή!» (Βοκκάκιος, Βήμα, 1997), αλλά λέγεται και για ενήλικο που σηκοτνει ενήλικο- πολύ σπάνια για άψυχο φορτίο. Ο Καρκαβίτσας σε διήγημά του περιγράφει τους γονείς που έμαθαν στο μικρό παιδί τους να ψελλίζει τις λέξεις «Πόλι - Γαστούνη» και ύστερα «φέροντες αυτό επί του ώμου, καλικούτσα, τω εδείκνυον εις την πεδιάδα - Να η Πόλι, η Γαστούνη, έλεγον εις αυτό». καλιοντζής Λέξη που δικαίως δεν την έχουν τα νεότερα λεξικά, αφού είναι ιστορικά προσδιορισμένη και ανήκει στο παρελθόν ο καλιοντζής ήταν ο ναύτης του παλαιού τουρκικού ναυτικού τον καιρό της Επανάστασης. 99

95 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΕ Υπάρχει λοιπόν σε κείμενα της εποχής ή σε κείμενα που αναφέρονται στα χρόνια εκείνα. Δάνειο από το kalyoncu, παραγωγό του kaiyon, που ήταν τουρκικό πολεμικό ιστιοφόρο - ίσως θα αναγνωρίσατε ότι η τουρκική λ. είναι δάνειο από το ιταλικό galeone, το γαλιόνι, που είναι μεγεθυντικό του galea, της γαλέρας- ίσως μάλιστα το γαλιόνι και ο καλιοντζής να είναι και αντιδάνεια, αφού δεν αποκλείεται η galea να έχει ελληνική αρχή, ωστόσο η ιστορία της λέξης δεν έχει ξεκαθαρίσει. Την τουρκική λ. kalyoncu δεν τη δανείστηκαν μόνο τα ελληνικά, αλλά και άλλες γλώσσες στα αγγλικά, ο Βύρωνας την πολιτογράφησε ως galiongee (1813). Κάτι που μπερδεύει είναι πως οι καλικάντζαροι (που έχουν, ως όνομα, αναρίθμητες τοπικές παραλλαγές), λέγονται, στην Ή πειρο καλιοντζήδες. Πάντως, ο καλιοντζής επιβιώνει ως επώνυμο, αν και πολλοί το γράφουν «Καλλιοντζής», ίσως πιστεύοντας πως η λέξη ετυμολογείται από το κάλλος! καμπαρντίζω Το ρήμα καμπαρντίζω δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με την καμπαρντίνα σημαίνει «περηφανεύομαι, καμαρώνω, καυχιέμαι» και είναι δάνειο από το τουρκικό kabardim, αόριστο του kabarmak, που θα πει «φουσκομϋ» τόσο με τη μεταφορική όσο και με την κυριολεκτική έννοια. Το καταγράφει ο Ανδριοπης στο ετυμολογικό του λεξικό. Δεν θα το βρείτε σε κανένα γενικό λεξικό, ίσως επειδή θεωρείται ιδιωματική λέξη. Πράγματι, χρησιμοποιείται αρκετά στη Μακεδονία και ειδικά στην Κοζάνη, σε τοπική εφημερίδα της οποίας βρήκα ένα πικρό σχόλιο για τη ζημιογόνα αεροπορική γραμμή που χρησιμεύει «για να καμπαρντίζουμε ότι έχουμε αεροπλάνο», ενο) σε δραμινή εφημερίδα διάβασα για υπεύθυνους που καμπαρντίζουν σα γύφτικα σκεπάρνια όταν παινεύουν οι άλλοι τα πλεονεκτήματα της Δράμας. Κάποτε, με την επιρροή του περηφανεύομαι, και σε μέση φωνή: «καμπαρντίζεται σα ντο γκούρκο [τον διάνο] ότι κειος έναι κι άλλος δεν έναι» (Λήμνος). Ωστόσο το έχω βρει και σε αθηναϊκές στιχομυθίες. Επιπλέον, σε άρθρο τν\ςάθενς Βόις, το 2010, η Μανίνα Ζουμπουλάκη γράφει: 100

96 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ «Το Γκάζι, μέσα στην κατά τα άλλα στραπατσαρ ισμένη πόλη, είναι σα να καμπαρντίζει που είναι 25, που βγαίνει τα βράδια με τρέλα και φοράει αμάνικα κολλητά μπλουζάκια». Θαρρώ πως πήρε και το καμπαρντίζω τα αθηναϊκά του διαπιστευτήρια. καμποΰνι Το κάμπουνι, ή πρόστεγο κατά την επίσημη ορολογία του Πολεμικού Ναυτικού, είναι το στεγασμένο μέρος στην πλοόρη του πλοίου, όπου στα παλιότερα πλοία, μέχρι τον πόλεμο, υπήρχαν οι καμπίνες για τους άνδρες του κατώτερου πληρώματος- συνεκδοχικά, έτσι ονομάστηκαν οι άνδρες του πληρώματος. Στα σημερινά πλοία, το καμπούνι, όταν υπάρχει, έχει συνήθως αποθήκες. Η λ. πρέπει να είναι δάνειο από τα ιταλικά, ωστόσο σε κανένα σύγγραμμα δεν έχω βρει την ετυμολογία της. Τα νεότερα λεξικά, άλλωστε, δεν έχουν τη λέξη. Στον Ωούγκερμαν, ο Καραγάτσης αφηγείται: «Μερικοί ναύτες δρασκέλισαν την κουβέρτα, πηγαίνοντας στα πόστα τους, ενώ άλλοι κατέβηκαν στο καμπούνι της πλώρης, να κοιμηθούν». Καμπούνι υπήρχε και στα ιστιοφόρα, κι εκεί μαζευόταν το πλήρωμα για να προστατευτεί από τον καιρό: «Το τσούρμο πιο πέρα, γονατιστό πίσω από το καμπούνι της πλώρης, παρακάλαγε την Παναγιά να τους γλυτώσει» (Δ. Φωτιάδης, Κανάρης). Στο καμπούνι μαζεύονταν οι ναυτικοί και διηγούνταν ιστορίες, όχι πάντα αληθινές, κι έτσι «λόγια του καμπουνιού» ονομάστηκαν οι φήμες, όπως λέμε «ράδιο αρβύλα» τις αντίστοιχες διαδόσεις των φαντάρων. Αλλά τα έχει πει καλύτερα ο Καββαδίας: «Τη νύχτα σου πα στο καμπούνι μια ιστορία, την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα». καράβολας Καράβολας ή καράβολος ή καραβόλι είναι ο κοχλίας: καταρχάς το σαλιγκάρι, αλλά και το οποιοδήποτε σπειροειδές διακοσμητικό σχέδιο, σε κάγκι-λα, μπαλκόνια, σιδεριές, ακόμα και σε κοσμήματα 101

97 ΝΙΚΟΣ ς α ρ α ν τ α κ ο ς ή δαντέλες. Η λ. είναι πολύ ζωντανή στην ορολογία των μαστόρων, αλλά δεν έχει περάσει σε κανένα λεξικό με αυτή τη σημασία' μόνο στον Πάπυρο και στο λεξικό της Πρωίας βρίσκω να καταγράφεται η λέξη με τη σημασία «σαλιγκάρι». Στην Κύπρο είναι καράολος. Είναι δάνειο από το ενετικό caraguol, που σημαίνει «σαλιγκάρι» (πρβλ. caracol στα ισπανικά). Η ενετική λ. μπορεί να ανάγεται, μέσω λατινικών, στο ελληνικό κάραβος (= σκαραβαίος), οπότε ο καράβολας θα είναι αντιδάνειο. Είναι και επώνυμο: ο Αντρέας Καράβολας είναι ο δήμαρχος Πατρέων με τη μεγαλύτερη θητεία. Οι καραβόλοι αποτελούν έδεσμα περιζήτητο στα Δωδεκάνησα, αλλά τα καράβολα ή τα καραβόλια, με τη σημασία του διακοσμητικού σπειροειδούς στοιχείου, ακούγονται πολύ περισσότερο. Σε κείμενο του αρχιτέκτονα Γιώργου Σαρηγιάννη διαβάζω για τα νεοκλασικά της Αθήνας, με «πόρτες ταμπλαδωτές και σιδεριές με τα καραβολάκια τους, έργα τέχνης του 19ου αιώνα», αλλά η λέξη είναι ολοζώντανη και στη σημερινή πιάτσα. καράγιαλης Ο καράγιαλης είναι ο βορειοδυτικός άνεμος, ο μαΐστρος. Είναι τουρκικό δάνειο, από το karayel, που κατά λέξη σημαίνει «μαύρος άνεμος». Ακούγεται σε πολλές περιοχές της χώρας, αλλά σπάνια. Τα παλιότερα λεξικά την έχουν, αν και μερικά δίνουν συνώνυμό του τη μαϊστροτραμονντάνα, που είναι ο βόρειος βορειοδυτικός άνεμος. Βρίσκουμε τον καράγιαλη σε αρκετές αφηγήσεις χειμωνιάτικες, π.χ. «Από τ άγριο και μανιασμένο χουγιατό του καράγιαλη μια βδομάδα τώρα φουγιάζουνε γοερά τα κλωνάρια των δέντρων» (Κ. Μαρίνης, Χειμωνιάτικες ιστορίες), ή «φυσάει ένας καράγιαλης που μαστιγιύνειτις σκεπές» (Διαδίκτυο). Το σημαντικότερο όμως είναι πως ο καράγιαλης βρίσκεται σε ποιήματα δύο μεγάλων ποιητών μας. Κι αν ο Εγγονόπουλος στη Βνκάνη τον παρουσιάζει απαίσιο («Ως την Κωνσταντινούπολη φυσάει αλύπητα / ο αφορεσμένος ο Καράγιαλης / που ρχεται από τον Βοριά»), στην Α μοργό ο Γκάτσος τον παρασταίνει σχεδόν ειδυλλιακά: 102

98 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ «ένας παλιός ανεμόμυλος [...] Και κατεβαίνει απ τις πλαγιές με τον καράγιαλη πρίμα / Ό πως κατέβαινε ο Άδωνις στα μονοπάτια του Χελμού να πει μια καλησπέρα της Γκόλφως». καραντί Καραντί είναι η θαλασσοταραχή που συνεχίζεται και μετά την κατάπαυση του ανέμου ή αλλιώς φουσκοθαλασσιά, κουφοθάλασσα ή αποθαλασσία. Λέξη ναυτική, που κατά τον Κ. Καραποτόσογλου ετυμολογείται από το τουρκ. kannti (δίνη, πλευρικό κύμα), με επίδραση της τουρκικής λ. kara που χρησιμοποιείται σε πολλές ελληνικές λέξεις ως πρώτο συνθετικό (καρα-). Ο Παπαδιαμάντης, σε ένα αυτοβιογραφικό χρονογράφημά του, γράφει για εκείνους που «ηγωνίων, επάλαιον και ετήκοντο, εις το καραντί κι εις την χιονιάν, εις την φουσκοθαλασσιάν κι εις την μπόραν».12 Φυσικά, τη λέξη θα τη βρούμε και σε άλλα ναυτικά κείμενα. Όμως, η λέξη έχει γίνει διάσημη, κι ας λείπει από τα νεότερα λεξικά, επειδή τη διάλεξε ο Νίκος Καββαδίας για τίτλο σε ένα ποίημά του που έγινε πασίγνωστο μελοποιημένο από τον Θ. Μικρούτσικο, το Καραντί: «Μπάσες στεριές, ήλιος πυρρός και φοινικιές...» Μάλιστα, ο Μικρούτσικος επέλεξε να επαναλάβει, σαν ρεφρέν, τη στροφή που περιέχει τη λ. καραντί, η οποία έτσι κι αλλιοίις λέγεται δυο φορές, οπότε η λέξη εντυπώνεται στο θυμητικό, παρόλο που λίγοι ξέρουν ακριβώς τη σημασία της: «Το καραντί το καραντί θα μας μπατάρει / Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά / Από νωρίς, δεξιά στη μάσκα την πλωριά / κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει». καράρι Καράρι σημαίνει δόση, αναλογία, όριο και ειδικότερα σημαίνει τη σωστή δόση, την κανονική ποσότητα, το ταιριαστό, το πρέπον. 12. Ταξίδι - ϋαττ<ψι Ι'ιομπκη (1895). ΗΜ

99 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ Δάνειο από το τουρκικό karar, που έχει περισσότερες σημασίες, όπως απόφαση (και στη δικαστική ορολογία). Η λ. λεγόταν σε Μικρασία, Κρήτη, Λέσβο. Στην Κύπρο τη λένε ακόμα. Προκειμένου για ρούχα, «έρχονται καράρι» σημαίνει «ακριβώς στα σωστά μέτρα», π.χ. «Λούστηκε, ξυρίστηκε, φόρεσε ρούχα που του ρθαν καράρι», λέει για έναν φυγάδα η Ιφιγένεια Χρυσοχόου στην Πνρπολημένη γη. Ένας Μυτιληνιός θυμάται τη δουλειά στο λιοτρίβι όταν έπρεπε να ξυπνήσουν χαράματα: «Στη μία να σηκωθούμε ήταν το καράρι», το κανονικό δηλαδή. «Στις δύο άμα σηκωνόμασταν λέγαμε μας πλάκωσε το πάπλωμα». Στην Άληπασιάόα διαβάζουμε: «Κι αυτός είν ένας άνθρωπος που δεν έχει καράρι, που τρόμαξ όλον τον ντουνιά, και τρέμουν σαν το ψάρι» - δεν είχε όρια, ήταν ανισόρροπος. Όμως, αν ακούγεται ακόμα το καράρι, είναι κυρίως χάρη στο γνωστό σμυρνέικο Το σαλβάρι με τη στροφή: «Και τι σε μέλλει εσένανε για το σαλβάρι μου / γιά [= ή] στενό μου γιά φαρδύ μου γιά καράρι μου» - τι σε νοιάζει αν μου έρχεται κοντό, μακρύ ή ακριβώς;13 καρλαΰτης Καρλαύτης είναι αυτός που έχει μεγάλα και κυρτά ή πεταχτά αυτιά. Τα νεότερα λεξικά δεν την έχουν, ενο3 ο Δημητράκος τη λημματογραφεί ως γαρλαύτης. Συχνή είναι και η παραλλαγή χαρλαύτης. KaL ως επίθετο. Φυσικά, θα τη βρείτε γραμμένη και καρλάφτης, χαρλάφτης κτλ. Η ετυμολογία της είναι μυστήριο αξεδιάλυτο προς το παρόν η σχεδόν πανελλήνια διάδοση της λέξης (και στην Κύπρο) δεν συνηγορεί υπέρ μιας σλαβικής προέλευσης. Έ χει προταθεί η συσχέτιση με το γαϊδονραύτης, ενώ δεν αποκλείεται να ετυμολογείται από τη λ. κλιναντης (με γερτά αυτιά) μέσω ενός τύπου καλναύτης Στην πολύτομη έκδοση Τα ρεμπέτικα του Π. Κουνάδη που κυκλοφόρησε μαζί με τα Ν έα, ο στίχος δίνεται λάθος, ζαράρι* αντί καράρι, οπότε βέβαια δεν βγαίνει νόημα! 14. Όπως πρότει,νε ο Κ. Καραποτόσογλου σε σχόλιό του στο ιιττολόγιο sarantakos. wordpress.com 104

100 ΛΕΞΕΙΣ 1ΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ο παραγιός του ήρωα περιγράφεται ο>ς «μαυροτσούκαλο, με φοβισμένα γοργοκίνητα μάτια, καρλαύτης». Όμως η λέξη χρησιμοποιείται τόσο για ανθρώπους όσο και για ζώα, ανήκει δηλαδή και στο ποιμενικό λεξιλόγιο. Έτσι, καρλαύτικο είναι το κατσίκι ή το πρόβατο με τα μεγάλα και κυρτά αυτιά. κάρναξη Πρόκειται για επιφοδνημα που απευθύνουμε σε όσους φωνάζουν ή φλυαρούν: «Κάρναξη!» δηλαδή «σκασμός, σιωπή!», ή «Κάρναξη και περίδρομος!» ή «Κάρναξη να σε πιάσει!», κατάρα που λειτουργεί σαν διαταγή στον άλλο να σωπάσει. Εντελώς ξεχασμένη είναι η αρχική σημασία της λέξης, ένα ενοχλητικό σπυρί που βγάζουν τα πουλερικά στον κόκκυγα, δάνειο από τα τουρκικά, karnaksi, που σήμερα σημαίνει τον ενοχλητικό άνθρο>πο. Ακουγόταν σχεδόν αποκλειστικά στη Μικρασία. Κάποτε και «κάρναξε!» σαν να πρόκειται για προστακτική κάποιου ανύπαρκτου ρήματος. Στν\/{ωξάντρα της Μαρίας Ιορδανίδου διαβάζουμε: «Κλαίει, χτυπιέται η Κλειώ, τραβάει τα μαλλιά της. Κάρναξη! φωνάζει η Λωξάντρα. Κάρναξη είπα!» Τη λ. τη χρησιμοποιεί και ο Γιώργος θεοτοκάς (που ήταν Κωνσταντινουπολίτης), π.χ. «Ανάθεμά μας σύντροφοι, κάρναξη να μας πιάσει, περίδρομος κι αφορισμός» (στο θεατρικό Το γιοφύρι της Αρτος). Ό σο κι αν φαίνεται περίεργο, το επιφοδνημα ακούγεται και σήμερα, ίσως από απογόνους Μικρασιατών που έμαθαν τη λέξη από γιαγιάδες και θειάδες. Ακούστηκε επίσης το 2011 σε μοντέρνο καθημερινό σίριαλ σε μεγάλο ελληνικό κανάλι. καροΰτα Καρούτα είναι η ξύλινη σκάφη, ιδίως η ποτίστρα για τα ζώα, ο ξύλινος μεγάλος κάδος ή το ξύλινο τετραγωνικό πατητήρι. Δάνειο από 105

101 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ το αλβανικό karrute που ανάγεται στο παλαιό σλαβικό koryto πατητήρι. Μόνο στον Πάπυρο καταγράφεται. Στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, τα κορίτσια χαλούσαν τον κόσμο «γύρω-τριγύρω στην καρούτα, και στο πηγάδι σιμά», ενιό σε ένα ποίημά του ο Βηλαράς αποκαλεί «καρούτα αναιώνια» τον κρασοπατέρα. Σε ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι, η κόρη πλένει το μαντίλι του Γιάννη: «βάνω το δάκρυ μου νερό, το σάλιο μου σαπούνι, βάνω και τα στηθάκια μου καρούτα και το πλένω». Παρόλο που είναι λέξη τυπική της χαμένης πια αγροτικής Ελλάδας, η καρούτα εξακολουθεί να ακούγεται, αφενός στην κυριολεξία της, για τις ποτίστρες και τις σκάφες, και αφετέρου μεταφορικά. Καταρχάς, οι μαστόροί λένε καρούτα τον χώρο μέσα στο γιαπί όπου θα μπει ασβέστης χύμα για το σοβάτισμα, που οριοθετείται με τσιμεντόλιθους ή μαδέρια. Έπειτα, καρούτα λέγεται το σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο που μόνο για παλιοσίδερα κάνει, αλλά και, στην αργκό των γηπέδων, ο ποδοσφαιριστής εκείνος που παρουσιάζει συχνά προβλήματα τραυματισμών. καρτόφια, τα Τα καρτόφια ή αι καρτόφαι είναι λέξη ποντιακή, και μόνο κάποιος γερμανομαθής μπορεί να υποψιαστεί ότι πρόκειται για τις κοινότατες πατάτες, που πράγματι στα γερμανικά λέγονται Kartoffeln. Και πράγματι από εκεί προέρχεται η λέξη, αν και όχι απευθείας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όταν έφτασαν οι προοτες πατάτες πεσκέσι στον Πάπα της Ρώμης από τους ισπανούς βασιλιάδες, αυτός ανέθεσε στον βοτανολόγο Clusius να τις μελετήσει, κι εκείνος σκέφτηκε να τις αποκαλέσει, σε όχι και πολύ καλά λατινικά, taratufli, μικρές τρoύq)ες (η τρούφα είναι tartuffo στα σημερινά ιταλικά). Γιατί τρούφες; Επειδή ήταν κόνδυλοι που φύτρωναν κάτω από τη γη, όπως οι βολβοί της τρούφας. Ο Πάπας το taratufli το μετέτρεψε σε tartufoli, και από εκεί πέρασε στα γερμανικά. Η γερμανική ονομασία της πατάτας, Kartoffel, περνάει στα 106

102 ΛΕΞΕΙΣ ΙΊΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ρωσικά (καρτόφελ) και σε άλλες γλώσσες (ρουμάνικα και βουλγάρικα: καρτόφ), και η ρωσική λ. γίνεται το ποντιακό καρτόψι, συνήθως στον πληθυντικό. Η λέξη χρησιμοποιείται πολύ κι έτσι την ξέρουν και αρκετοί μη Πόντιοι. Καρτοφλίν είναι το κρέας με πατάτες. καρύτζαφλος Μια λέξη που δεν υπάρχει σε κανένα απολύτως γενικό λεξικό, παρόλο που βρίσκεται στη γλίόσσα εδώ και ακύνες και παρόλο που χρησιμοποιείται πάντοτε αρκετά, ο καρύτζαφλος είναι το καρύδι του λαιμού μας και κατ επέκταση ο λάρυγγας. Θα τον βρείτε και καρίτσαφλο ή γκαρίτζαφλο (και σε άλλες παραλλαγές). Καταγράφεται πρώτη φορά στον Σπανό, ένα σατιρικό (και κοπρολογικό) ποίημα του 15ου αιώνα, όπου υπάρχει η κατάρα να μαράνει «τας εβδομήντα δύο ήμισυ φλέβας του γουργούρου σου [λάρυγγα] και τον καρύτσαφλόν σου». Ο Χανς Αϊντενάιερ που επιμελείται το κείμενο ετυμολογεί τη λέξη από το καρύτσιν (υποκορ. του κάρνον) και αυλός (σωλήνας). Συχνή είναι η απειλή «θα σου φάω τον καρύτζαφλο», συχνά στα αστεία, ισοδύναμη με τη «θα σου φάω το λαρύγγι/το καρύδι» της κοινής νεοελληνικής. Στη Μαθητευομένη των τακουνιών, ο Σκαρίμπας, καθώς παραθέτει έναν διάλογο, σημειώνει σε παρένθεση τις σκέψεις του: «Και μου 'ρχονταν να του φάω τον καρίτζαφλο». Βέβαια, ο καρύτζαφλος τρώγεται και κυριολεκτικά: στα χοιροσφάγια, ο πρώτος μεζές είναι ο καρύτζαφλος του ζώου στα κάρβουνα, ειδικά για τον σφαγέα. κασαβέτι Κασαβέτι είναι η λύπη, η ανησυχία, η σκοτούρα. Λέξη δανεική από τα τουρκικά (kasavet, αραβικής αρχής), ακούγεται σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου. Από εκεί προέρχεται και το επώνυμο Καοαβέτης. 107

103 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ Στον Πεντάρφανο του Παπαδιαμάντη, ο νεαρός Στάμος «ικετικώς, είχεν ειπεί εις την θεια Χαρανίναν: - Ντέρτι δικό μου, θεια, κασαβέτι δικό σου!» Ο Παπαδιαμάντης δηλίύνει ρητά ότι η φράση είναι παροιμιακή, και την ξαναβρίσκουμε στο Ένα παιδί μετράει τ άστρα του Λουντέμη: «Κι ύστερις; Τι σε βλάβει εσένα;... Δικό μου ντέρτι, δικό σου κασαβέτι; Μπααα!» Το ερωτηματικό στο τέλος της φράσης κάνει περισσότερο διάφανο και το νόημα: Αφού είναι δικός μου καημός, εσύ τι νοιάζεσαι; Τη λ. τη χρησιμοποιεί και ο Μακρυγιάννης: «Κι από αυτό το κασαβέτι πέθανε κι ο καημένος ο Ζαΐμης». Υπάρχει και η φρ. «δεν θα το πιάσω κασαβέτι», ένδειξη αδιαφορίας - «δεν θα στενοχωρηθώ». Και παροιμία: «όποιος δεν βάζει κασαβέτι στο κεφάλι του, ζει πολλά χρόνια». Κι όπως λέει ένα παραδοσιακό τραγούδι, «ό,τι κι αν μου λένε το γυρίζω στο τρελό / κι έτσι φεύγουνε τα ντέρτια κι όλα τα κασαβέτια...» Μακάρι να ήταν πάντα τόσο εύκολο να φεύγουν τα κασαβέτια. κάσαρο Κάσαρο είναι το επίστεγο πάνω από την πρύμνη του πλοίου, δηλαδή το υπερυψωμένο τμήμα που μοιάζει με καμπίνα- τυπική λέξη της ναυτικής ορολογίας, δεν θα παραξενευτούμε που είναι δάνειο από τα βενετικά, ωστόσο η συνολική ετυμολογική της διαδρομή είναι μάλλον λαβυρινθώδης: η βενετική λ. cassaro (ιταλ. cassero) είναι δάνειο από το αραβικό qasr, που σημαίνει ένα απομονωμένο κτίριο συχνά στην κορυφή άλλου κτιρίου, που είναι δάνειο από το βυζαντινό κάατρον, το οποίο, για να κλείσουμε τον κύκλο, είναι δάνειο από το λατινικό castrum, φρούριο. Στα παλιά λεξικά μπορεί και να τη βρείτε με δύο «σ», κάσσαρο. Στα νεότερα δεν θα τη βρείτε. ΊπαΛόγια της πλώρης του Καρκαβίτσα η λέξη εμφανίζεται συνεχώς, π.χ. «Ο καπετάνιος ορθός στο κάσαρο, ξεσκούφωτος, κατακόκκινος, βλαστημούσε κι έβριζε, κινώντας τα χέρια σα φτερωτές» (Βιοπαλαιστής). Το κάσαρο ήταν η θέση του καπετάνιου στα παλιά καράβια. «Ο 108

104 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Καπετάν Μανώλης κάθισε δύσθυμος στο κιλίμι πού ήταν στρωμένο στο κάσαρο της πρύμνης πλάι στο δοιάκι». (Καραγάτσης,Λ/μα χα μένο και κερδισμένο). Και στα πιο παλιά: «του Οδυσσέα στρώσανε βελέντζα και σεντόνι στου καραβιού το κάσαρο, για να γλυκοκοιμάται» (Οδύσσεια, μετάφραση Εφταλιώτη). καστραβέτσι ΙΙαρά την ηχητική ομοιότητα, δεν έχει καμιά σχέση με το κάστρο. Καστραβέτσι λέγεται το αγγούρι. Η λέξη ακούγεται σε όλη τη Δυτική Ελλάδα, ιδίως στην Ήπειρο, στη Λευκάδα και την Κεφαλονιά, αλλά και στην Πελοπόννησο. Η αρχή της λ. βρίσκεται στις νότιες σλάβικες γλώσσες (krastavac στα σέρβικα, κράσταβιτσα στα βουλγάρικα), αλλά εμείς την πήραμε μάλλον από τα βλάχικα όπου είναι castravete στον ενικό και castravetsi στον πληθυντικό, τον οποίο κατά πάσα πιθανότητα δανειστήκαμε. Και στα ρουμάνικα είναι ίδια η λέξη, αλλά το θεωρώ απίθανο να έγινε από εκεί ο δανεισμός* μπορεί όμως να το πήραμε από τα αλβανικά, όπου επίσης είναι kastravec. Η λέξη υπάρχει στο λεξικό του Δημητράκου (χωρίς αναφορά ετυμολογίας), αλλά όχι στα νεότερα μεγάλα λεξικά. Ίσως κατά τόπους να σήμαινε ή να σημαίνει κάποια ποικιλία, όχι το καθαυτό αγγούρι, αν κρίνω από την παροιμία «Αφότου βγήκε το αγγούρι, τύφλα να χουνε τα καστραβέτσια», την οποία χρησιμοποιούσε κάποια Παπαλέξαινα για να παινεύει τον Κολοκοτρώνη σε σύγκριση με άλλους οπλαρχηγούς (Π ελοποννησιακά, τόμ. 8). καταλαχοΰ Καταλαχού θα πει τυχαία, κατά σύμπτωση, κατά τύχη. Από το μεσαιωνικό ρ. καταλαχαίνω (συναντώ, βρίσκομαι κάπου), με την επίδραση των επιρρημάτων σε -ού, π.χ. απανταχού. Μόνο ο Πάπυρος την καταγράφει., καθώς και το μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά. 109

105 ΝΙΚΟΣ LAPANTAKOL Η λέξη συχνή σε παραμύθια (π.χ. «Καταλαχού, όταν γέννησε η βασίλισσα, έκαμε και παιδί και κορίτσι»), ενώ την έχει χρησιμοποιήσει σε παιδικό ποίημα και ο Ιωάννης Βηλαράς («Η Αλουπού διαβαίνοντας καταλαχού απέκει / τον βλέπει κοντοστέκει η παραπονηρή»), αλλά και στην Οδνσειά του ο Καζαντζάκης: «οι μούλοι, που ο αφέντης έσπειρε καταλαχού στα καρπερά ταξίδια». Κάπου βλέπω να θεωρείται επτανησιακή, ανήκει όμως και στο ποντιακό λεξιλόγιο. Και όχι μόνο ο Ηπειρώτης Γιώργος Κοτζιούλας, αιώνια και δίκαια παραπονεμένος για τη φτώχεια του, έγραψε σε έμμετρο Γράμμα στη Χαλκίδα, με παραλήπτη τον Γιάννη Σκαρίμπα: «Οι διαστρεμμένοι ορίζουν σήμερα την πλάση. / Μονάχα πού και πού θα βρεις, καταλαχού / μια αγνή ψυχή που ακόμα δεν έχει χαλάσει. / Κανένας δεν τιμάει την πόρτα του φτωχού». καταχανάς Καταχανάς είναι ο βρικόλακας η λ. είναι μεσαιωνική και για την ετυμολογία της δεν έχει διατυπωθεί πειστική εξήγηση ίσως από το καταχώνω > *καταχωνάς, ίσως από το κατά + χαν~ του χαίνω. Ακούγεται τουλάχιστον στην Κρήτη και στα Δωδεκάνησα, όπου διηγούνται και διάφορες τρομακτικές ιστορίες για καταχανάδες. Ο αδικοσκοτωμένος, ο νεκρός που θάφτηκε αδιάβαστος ή κακοδιαβασμένος, ο καταραμένος από την εκκλησία ή τους γονιούς του, αυτός μπορεί να γίνει καταχανάς. Για να μη βγαίνει έξω, πρέπει ο τάφος του να σφραγιστεί με ασβέστη. Η λέξη χρησιμοποιείται υβριστικά, ήδη από πολύ παλιά* σε ποίημα για την άλωση της Πόλης, ο ποιητής καταριέται «τον Τούρκον τον καταχανάν της ανομίας τον φίλον». Μεταφορικά, καταχανάς είναι ο άπληστος άνθρωπος, ο αχόρταγος. Στην κλασική του μετάφραση του Δον Κιχώτη, ο Κ. Καρθαίος βάζει κάπου να αποκαλούν «καταχανά λιμασμένο» τον αιώνια πεινασμένο Σάντσο Πάνθα. Καταχανάς είναι κι ο εφιάλτης, ο βραχνάς που ρίχνει τη βαριά σκιά του. Ο δημοτικιστής Πέτρος Βλαστός, που χρησιμοποιούσε τη λέξη, είχε αποκαλέσει «καταχανά» την αντωνυμία ο οποίοςΐ Κάπου 110

106 ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ διάβασα όμως ότι σήμερα στη Ρόδο καταχανάς σημαίνει τον εντελώς άχρηστο και ανίκανο, και ότι χρησιμοποιείται και σαν περίπου συνώνυμο της συχνότερης ελληνικής βρισιάς - sic transit... κάτι Όχι, δεν θα μιλήσουμε για την πασίγνωστη αντωνυμία αλλά για κάτι άλλο, για μια ομόγραφή της λέξη. Το κάτι, λοιπόν, είναι η πτυχή, η δίπλα, το πόσες φορές διπλώνουμε π.χ. ένα σεντόνι. «Κάνε τρία κάτια την πετσέτα για να χοορέσεί». Δάνειο από το τουρκικό kat (πτυχή), είναι λέξη ακόμα ζωντανή στα βόρεια. Ιδιαίτερα όμως ζωντανή είναι η έκφραση «έγινε δυο κάτια», που τη χρησιμοποιούν και όσοι δεν ξέρουν τι ακριβώς είναι το κάτι. Σημαίνει διπλοδθηκε στα δυο- μπορεί από έναν ξαφνικό οξύ πόνο, από κούραση, από ταλαιπωρία, από την αρροίστια ή από τα γηρατειά. «Η κυρούλα έγινε δυο κάτια απ τα χρόνια», γράφει σ ένα διήγημά του ο Βενέζης. Μπορεί βέβαια κάποιος να διπλώνεται δυο κάτια και για άλλο λόγο- περιγράφει ο Τόλης Καζαντζής (στη Δροσούλα) τον Τσιτσάνη εν δράσει: «Ξαφνικά, παίρνοντας βαθιά ανάσα, έχωσε θαρρείς το μπουζούκι στην κοιλιά του κι έγινε δυο κάτια πάν(ο του». Κάτια κάνουμε επίσης στην κλωστή που ράβουμε ή την πετονιά στο ψάρεμα. Ένα ακριβό κολιέ μπορεί να είναι δύο κάτια (δυο γύροι στον λαιμό), ενώ στα πανηγύρια λένε ακόμα πως ο χορός, για να θεωρηθεί πετυχημένος πρέπει να είναι «τρία κάτια», δηλαδή τρεις κύκλοι χορευτούν. κατοΰνα Η κατοννα είναι παλιά λέξη με πολλές σημασίες- εμφανίζεται από τα μεσαιωνικά χρόνια και σημαίνει την κατοικία, τη σκηνή, το περιχαρακωμένο στρατόπεδο- αργότερα, τον οικισμό, και αυτή είναι μια από τις βασικές νεότερες σημασίες, αλλά και τις αποσκευές του ταξιδιώτη και την οικοσκευή ενός νοικοκυριού. Τα νεότερα λεξικά 111

107 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ την παραλείπουν. Φυσικά, υπάρχουν πολλά τοπωνύμια Κατούνα ή Κατούνες, με γνωστότερο το κεφαλοχώρι στην Ακαρνανία. Σαν οικισμός, η κατούνα συχνά αφορά προσωρινή εγκατάσταση. Κατούνες ή κατούντ στα αρβανίτικα λέγονταν οι τόποι περιοδικής εγκατάστασης των Αρβανιτοδν, για εργασία σε μεγάλες ιδιοκτησίες, κατούνες λέγονταν τα μικρά χωριά γύρω από το Πλωμάρι Αέσβου, ενώ σε κατούνες (εξοχικές κατοικίες) παραθέριζαν οι κάτοικοι της Γέρας. Η λέξη περιλαμβάνεται και στο «προσωπικό λεξιλόγιο» του Ελύτη. Στη Φλογέρα τον βασιλιά του Παλαμά, «Μια σκύλα από την άβυσσο, μια φούρια από τον Αδη / κατούνες, κάστρα, κάτεργα, τα καταλεί». Εδώ, σημαίνει στρατόπεδο. Η κατούνα ετυμολογείται από το ιταλικό cantone «περιοχή, γωνία», λέξη από την οποία προήλθαν και τα καντόνια της Ελβετίας - αλλά και τα καντούνια των Επτανήσιων. κατσάκης Και κατσιάκης. Ο φυγάς, ο δραπέτης, αλλά και ο λαθρέμπορος. Ειδικά σε μικρασιάτικα συμφραζόμενα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, κατσάκηδες είναι οι ρωμιοί φυγόστρατοι, που κρύβονταν για να μην τους πάρουν στα φοβερά τάγματα εργασίας. Από το τουρκικό kaqak. Υπάρχει και ως επώνυμο. Στα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σοοτηρίου, ο αφηγητής εφόδιαζε με μπαρούτι και τροφές τους κατσάκηδες που κρύβονταν σε μια σπηλιά. Αργότερα, έγινε κατσάκης και ο ίδιος. Σε ένα διήγημα του Κόντογλου,15διαβάζουμε ότι σ ένα μοναστήρι έβρισκαν φιλοξενία όλοι, ακόμα και «κοντραμπατζήδες, φονιάδες, κατσάκηδες, ληστές». Κατσάκικος ήταν ο λαθραίος καπνός που κυκλοφορούσε εκτός μονοπωλίου. «Να φτιάνουμε τώρα κι ένα κατσάκικο», εννοώντας τσιγάρο, λέει ο γύφτος στον Μέλιο, στο Ένα παιδί μετράει τ άστρα του Λουντέμη. Από την ίδια ρίζα και η έκφραση «την κάνω κατσάκι» 15. Πρωτοχρονιά στηναγια-παρασκενή. 112

108 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ που ακούγεται στη Θράκη για το σκασιαρχείο, τη σχολική κοπάνα δηλαδή, και, μάλλον, η πανελλήνια «την κάνω κατσίκα». κατσαμάκι Το κατσαμάκι είναι μια λέξη με δυο πολύ διαφορετικές σημασίες: αφενός σημαίνει τον χυλό από καλαμποκάλευρο, και αφετέρου, κυρίως στον πληθυντικό, τις υπεκφυγές, τα κόλπα με τα οποία κάποιος επιχειρεί να το σκάσει, τα νάζια. Δάνειο από τα τουρκικά (ka^amak, που έχει τις ίδιες σημασίες). Τσως ο χυλός να θεωρείται «πρόσχημα» φαγητού. Από την ίδια ρίζα και ο κατσάκης (φυγάς) που μόλις είδαμε. Κατσαμάκι το λένε και οι Βούλγαροι, ενώ οι Ρουμάνοι μαμαλίγκα. Ο πολτός αυτός, όταν τσιγαριστεί και καρυκευτεί κατάλληλα, μπορεί να γίνει νοστιμότατος, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις στα συσσίτια των στρατιωτών και, πυν ανταρτών μοιραζόταν νερόβραστος ή άβραστος: «Κατσαμάκι κι άγιος ο Θεός. Χοντροαλεσμένο μπαγιάτικο καλαμπόκι, με σκουπίδι, τσουβαλότριχες κι ό,τι βάλεις με νου σου» (Λ. Μοχιάίτης, Στα χαρακώματα). Με τη σημασία της υπεκφυγής, ο Παπαδιαμάντης στο Ενιαύσιον θύμα παρουσιάζει τον γέρο ψαρά να μην μπορεί να πιάσει τον γιο του: «Ο Πάπος ήξευρε πολλά κατσαμάκια, ήτοι ελικοειδείς κινήσεις, και τα ποδάρια του τον άκουαν. Δεν έπασχεν από ρευματισμούς. Ο γερο-μπαμπούκος πού να τον φθάσει!» Και στο ρεμπέτικο Η' Κούλα, υπάρχει η έκκληση: «Αχ μωρέ Κούλα χασικλού, άσε τα κατσαμάκια /τρέξε κοντά μου γρήγορα και δώσ μου δυο φιλάκια». Χωρίς κατσαμάκια, δεν έχουν νοστιμιά τα φιλάκια. κατσάρι Κατσάρια είναι τα παλιά παπούτσια, που χρησιμοποιούνται αντί για παντόφλες άλλοτε, είναι οι πλαστικές σαγιονάρες. Λέξη λαϊκή και ταπεινή, που δεν αξιώθηκε την είσοδο στα νεότερα λεξικά παρότι 113

109 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ είναι ακόμα ολοζώντανη. Συνήθως εμφανίζεται στον πληθυντικό, βέβαια. Πιθανόν να προέρχεται από το επίθετο κατσός που σημαίνει «ζαρωμένος»* πράγματι, κατσάρι είναι το παλιό, το ζαρωμένο παπούτσι. Στη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, η Φραγκογιαννού καταδιωκόμενη για να σκαρφαλώσει στον βράχο «επέταξε, με λάκτισμα των ποδοόν προς τα οπίσω, τας φθαρμένας εμβάδας, τα παλιοκατσάρια της». Στην Αντιποίηση αρχής του Αλ. Κοτζιά, «πηλαλάει με τα κατσάρια η συμπεθέρα μέσα στο σκοτάδι». Βέβαια, συνήθως τα κατσάρια τα φοράει κανείς μέσα στο σπίτι* σε μια αφήγηση που βρήκα στο Διαδίκτυο, όταν η Τζένη Καρέζη πήγε πρωινή επίσκεψη στον Μάνο Χατζιδάπι, άκουσε από μέσα κάτι «κατσάρια να σούρνονται». Τα κατσάρια είναι δηλαδή το κατεξοχήν πρόχειρο υπόδημα* τα λεξικά δίνουν και μια δεύτερη σημασία, ότι κατσάρι σημαίνει την ατημέλητη, βρόμικη και αθυρόστομη γυναίκα* ομολογώ πως δεν την έχω συναντήσει. κατσιφάρα Κατσιφάρα είναι η ομίχλη, η καταχνιά. Είναι λέξη κυρίιος της Νότιας Ελλάδας: ακούγεται στην Κρήτη, στα Κύθηρα και την Πελοπόννησο. Μόνο ο Πάπυρος την έχει, και το ετυμολογικό του Ανδριώτη, που τη λημματογραφούν «κατσηφάρα», επειδή υποθέτουν ότι είναι μεγεθυντικό του αμάρτυρου *κατσηφιά, που το παράγουν από το κατηφής, μάλλον εύστοχα. Είναι βέβαια και επώνυμο γνωστού πολιτικού* ίσιος κατσιφάρας να ήταν ο κατσούφης. Σε πολλά μέρη η κατσιφάρα έχει ενδημικό χαρακτήρα* διαβάζουμε, ας πούμε, ότι η περίφημη κυθηράϊκή κατσιφάρα εμπόδισε τα ελικόπτερα του ΕΚ ΑΒ να πετάξουν. Παρόλο που ακούγεται πολύ και στην Πελοπόννησο, οι περισσότερες καταγραφές που έχουμε είναι από κρητικές μαντινάδες και ριζίτικα, όπως «Ήθελα να μουνε πουλί γή πρίνος στη Μαδάρα / να μ αγκαλιάζει δροσερά τσ αυγής η κατσιφάρα». 114

110 ΛΕΞΕΙΣ 1ΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Άλλωστε η παλιότερη μνεία της λέξης είναι από τον Κρητικό Πόλεμο του Μπουνιαλή, στον 17ο αΐίόνα: «Νέφαλα σκοτεινότατα ο ουρανός γεμίζει / κι η κατσιφάρα άρχισε λίγο να ψιχαλίζει» για να φτάσουμε στο ριζίτικο του 1941: «Παιδιά κι είντα ναι η καταχνιά και τούτ η κατσιφάρα; / Και γιάντα φεύγουν τα πουλιά κι ανατριχιούν τα δάσα; / Οι Γερμανοί πλακώσανε κι ουρανοκατε βαίνουν...» καΰκα Καύκα είναι η αγαπητικιά, και καύκος ο αγαπητικός η λ. σήμερα λέγεται μόνο στην Κύπρο (όπου και οι τύποι κανχα, κανχος), αλλά παλαιότερα ακουγόταν και ευρύτερα. Λέξη μεσαιωνική που για την ετυμολογία της πολλά έχουν γραφτεί, χωρίς οριστική απάντησηπάντως φαίνεται να συνδέεται με τον κανκο = ποτήρι, που θα το θυμάστε από την επωδό «πάλιν τον καύκον έπιας, πάλιν τον νουν απώλεσας», με την οποία ο λαός της Κωνσταντινούπολης κοροΐδευε τον μέθυσο αυτοκράτορα Φα>κά τον 7ο αιώνα. Στο διήγημα «Οι κουκλοπαντρειές», ο Παπαδιαμάντης καταγράφει γυναικοκαβγάδες σε μια αυλή αθηναϊκού φτωχόσπιτου γύρω στο 1900: «να γκρεμοτσακιστεί γρήγορα, να φύγει απ εδώ αυτή κι ο καύκος της!» Επιστρέφοντας στην Κύπρο, ο Σεφέρης στο ποίημα Ο δαίμων της πορνείας, μεταφράζοντας ποιητικά τον Λεόντιο Μαχαιρά, γράφει: «ήρθαν οι καβαλάρηδες και τον εσύραν / από της καύχας του την αγκαλιά και τον εσφάξαν». Μπορεί να μην είναι αληθινό, αλλά απλώς ben trovato, λέγεται πάντως ότι στη δεκαετία του 1970, όταν έφτασαν από την Ελλάδα στην Κύπρο αντίτυπα τ^ς Δίκης του Κάφκα που είχε παραγγείλει ένα βιβλιοπωλείο, ο τελωνειακός υπάλληλος απαγόρευσε την εισαγωγή διότι βλέποντας στο εξώφυλλο «Κάφκα» σκέφτηκε την καύκα και νόμισε ότι είναι άσεμνο το περιεχόμενο! I 15

111 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ καφαλτί Καφαλτί είναι το πρόγευμα, το πρωινό φαγητό1είναι και το κολατσιό των εργατών στα χτήματα.16αν υποθέσατε πως η λέξη είναι συγγενική με τον καφέ, σωστά το σκεφτήκατε πρόκειται για δάνειο από το τουρκικό kahvalti, που θα μπορούσε κατά λέξη να αποδοθεί «το πάρσιμο του καφέ». Μόνο το λεξικό του Σταματάκου έχει τη λέξη. Και ρήμα, καφαλτίζω. Ακούγεται στην Κρήτη, σε Χίο-Μυτιλήνη, αλλά και τη Μακεδονία. Και τίτλος σε παραδοσιακά καφενεία και συναφή κέντρα. Στις Παροιμίες του, ο Ν. Πολίτης καταγράφει τη μυτιληνιά παροιμία «Κόψ το καφαλτί σου και πάρε ένα δούλο», απάντηση σε κάποιον που προσπαθεί να μας αγγαρέψει να κάνουμε μια δική του δουλειά, χωρίς να το έχουμε υποχρέωση. Μια άλλη παροιμία, κρητική, που διδάσκει την αξία της οικονομίας: «Οπού φυλάξει καφαλτί, θα φάει το μεσημέρι». Κι ένα δημοτικό κρητικό τραγούδι, ίσως συμβολικό: «Μάνα, δεν κάνω καβαλτί, μάνα, δεν κάνω γιόμα / παρά σκοτώσω το θεριό που ναι στον καλαμιώνα». κελεψές Είναι οι χειροπέδες. Δάνειο από τα τουρκικά (kelepce)* πολλές φορές θα το δείτε γραμμένο και κελεπτσές. Στα νεότερα λεξικά δεν υπάρχει. Ωστόσο, ο κελεψές ή κελεπτσές έχει γίνει γνωστός και στις νεότερες γενιές από το πασίγνωστο ρεμπέτικο για τον Καπετανάκη (διευθυντή των φυλακών της Παλιάς Στρατώνας περί το 1920), όπου υπάρχει ο στίχος: «Τα χέρια μου στον κελεψέ κι ο νους μου στην αγάπη, πονηρέ Καπετανάκη». 16. Σε ειδικό πίνακα του λεξικού Μπαμπινιοπη με «παλαιότερους όρους ξενικής προέλευσης» που έχουν εξελληνιστεί ή πάψει να χρησιμοποιούνται, περιλαμβάνεται και το καφαλτί, δίνεται όμως ως σημασία του «το απογευματινό φαγητό», σημασία που υπάρχει (σπάνια) μόνο στα τούρκικα. Καφαλτί στα ελληνικά είναι το πρωινό. 116

112 ΛΕΞΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ Τη λέξη τη συναντάμε συνήθως στον πληθυντικό. Σε ένα συγκινητικό απόσπασμα από το βιβλίο Της φυλακής, ο Ηλίας Πετρόπουλος γράφει: «δεν ξεχνώ την εποχή όπου μικρές ομάδες καταδίκων, με τα χέρια στους κελεψέδες κατευθύνονταν στα δικαστήρια συνοδευόμενες από κουστωδίες τζανταρμάδων [χωροφυλάκων]». Χρησιμοποιείται και σήμερα, όπου η χρήση της αντί της λ. χειροπέδες μπορεί να λειτουργεί καταγγελτικά, όπως για πα ράδειγμα σε άρθρο χιώτικης εφημερίδας όπου θεωρείται λάθος της αστυνομίας «να σε βλέπουν με τους κελεψέδες» για μια τροχαία παράβαση. κενέφι Σπάνια λέξη που δεν την έχουν τα γενικά λεξικά, παλιά ή καινούργια, ίσως επειδή δεν είναι και τόσο εύοσμη, το κενέφι είναι ο απόπατος, το αποχωρητήριο. Δάνειο από το τουρκικό kenif, λ. αραβικής αρχής. Η λέξη ακούστηκε περισσότερο στη Βόρεια Ελλάδα. Τα παλιά αποχωρητήρια, βέβαια, ήταν έξω από το σπίτι. Αναμνήσεις από την περιοχή της Δράμας: «έβγαινα την νύχτα στην αυλή μας, παιδάκι μικρό να κατουρήσω και φοβόμουνα να φτάσω στον καμπινέ, στο κενέφι που έλεγε και ο μπαμπάς μου». Στο Λεξικό της λαϊκής του Δαγκίτση βρίσκω τη λέξη, καθώς και το λήμμα «κενέφης» με σημασία «ο τιποτένιος». Τη χρησιμοποιεί ο Σουρής στον Ρωμηό: «Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι και πόσο έχο:> κέφι / τρία εκατομμύρια περίσσεψαν κενέφη». Μέσα στον διχασμό, τον Μάιο του 1915, «κενέφη» είχε αποκαλέσειτο αντιβενιζελικό Σκριπ τον Ελ. Βενιζέλο! Στα Κορακίστικά του I. Ρ. Νερουλού, όπου σατιρίζονται όσοι προσπαθούν να βρουν ελληνικές ετυμολογίες παντού, ο συγγραφέας βάζει έναν λογιότατο να θεωρεί το κενέφι παραφθορά του ελληνοπρεπέστατου (και ανύπαρκτου) κενόφως, «επειδή και ο απόπατος ένι τόπος κενός φωτός και σκοτεινός εξεπίτηδες»! Φαίνεται όμως ότι κάποιοι θα το είχαν προτείνει στα σοβαρά αυτό, διότι ανάλογο υπαινιγμό βρίσκω και αλλού. 117

113 ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ κεπέγκι Κεπέγκι ή κεπέγκια είναι τα ρολά, τα στόρια που ασφαλίζουν τις βιτρίνες των καταστημάτων όταν το μαγαζί είναι κλειστό. Στον ενικό μόνο η λέξη έχει και μια δεύτερη σημασία: η καταπακτή. Είναι δάνειο από την τουρκική (kepenk), λέξη που επίσης έχει και τις δύο σημασίες.17 Συνήθως τα κεπέγκια είναι από κυματοειδή λαμαρίνα, ενώ υπάρχουν και δικτυωτά. Παλιότερα, ο μαγαζάτορας τα ανεβοκατέβαζε με το χέρι, βοηθούμενος από ένα μεταλλικό κοντάρι με γάντζο στην άκρη. Σήμερα, τα περισσότερα έχουν μηχανισμό. Είναι περίεργο που η λέξη δεν συμπεριλαμβάνεται στο Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής (του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη), το οποίο καταγράφει πολλές άλλες λέξεις της κοινής βορειοελλαδικής, διότι είναι πολύ διαδεδομένη στη Θεσσαλονίκη. Μεταξύ άλλων, Κεπέγκια λέγεται κι ένα πολύ γνωστό κέντρο διασκέδασης. Τώρα που έχει υποχωρήσει η σημασία της καταπακτής, τα κεπέγκια έχουν γίνει σχεδόν συνώνυμα με τα ρολά, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορικών σημασιών. Έτσι, στη Βόρεια Ελλάδα, όταν μια επιχείρηση διακόπτει τη λειτουργία της λένε ότι «κατέβασε κεπέγκια», αλλά και όταν ένας τερματοφύλακας έχει πολύ καλή απόδοση και αποσοβήσει σίγουρα γκολ επίσης λένε ότι «κατέβασε τα κεπέγκια», όπως ακριβώς εμείς οι χαμουτζήδες λέμε ότι «κατέβασε τα ρολά». κερχανάς Κερχανάς, κερχανές και σπανιότερα κιρχανάς είναι το πορνείο, το μπορντέλο. Τα νεότερα λεξικά δεν έχουν τη λέξη, είτε από σεμνοτυφία είτε επειδή κρίνουν ότι δεν χρησιμοποιείται τόσο πολύ στις μέρες μας. Η ετυμολογία της είναι γουστόζικη: πρόκειται για δάνειο από το τουρκικό kerhane, που με τη σειρά του είναι δάνειο από τα περσικά 17. Περίπου συνώνυμη η καπάντζα, που ίσως ανάγεται οτην ίδια τουρκική λέξη. ΠΚ

114 ΑΕΕΕΙΣ ΙΙΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ (karhane). Kar είναι στα περσικά το έργο και το κέρδος, hane είναι το κτίριο όπου γίνεται κάτι, οπότε επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας kerhane ήταν το εργοστάσιο και karhanei hassa η αυτοκρατορική φάμπρικα. Η σημασία αυτή έχει διατηρηθεί στα σημερινά περσικά, αλλά στα τουρκικά από τα μέσα του 19ου αιώνα η λ. πήρε τη σημασία του πορνείου και σήμερα αυτή επικρατεί, ενώ η αρχική, του εργοστασίου, έχει ξεχαστεί. Σε παλιά ελληνικά κείμενα, κερχανές είναι το εργαστήρι, η φάμπρικα1αν βρείτε κείμενο του 1800 να λέει «περί του εδώ κερχανά» κάποια επιχείρηση θα εννοεί, όχι χαμαιτυπείο! Στην Κρήτη ο κερχανές με τη σημασία της βιοτεχνίας κράτησε και τον 20ό αιώνα. Φυσικά σήμερα κερχανάς είναι μόνο το πορνείο (στην Κΰπρο λένε κερχανές) για μερικούς, θεωρείται βαρύτερος χαρακτηρισμός από το μπορντέλο, καθότι ανατολίτικο. Σε κάποιο ιστολόγιο διάβασα ότι το ελληνικό κράτος είναι κάτι παραπάνω από μπορντέλο, είναι κερχανάς! Κιλίφι. είναι η μαξιλαροθήκη κ&al