ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ. Σωτήρης Χτούρης ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Save this PDF as:
 WORD  PNG  TXT  JPG

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ. Σωτήρης Χτούρης ΕΚΔΟΣΕΙΣ"

Transcript

1 ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ Διαδικασίες κοινωνικής ένταξης και ένταξης στην αγορά εργασίας των νέων σε περίοδο οικονομικής κρίσης ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Σωτήρης Χτούρης ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ - ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ - ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗΣ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ

2 ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ Το Συνέδριο με τίτλο «Διαδικασίες κοινωνικής ένταξης και ένταξης στην αγορά εργασίας των νέων σε περίοδο οικονομικής κρίσης - In4Youth» υλοποιήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2014 στην Αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο του έργου με τίτλο «Διαδικασίες κοινωνικής ένταξης και ένταξης στην αγορά εργασίας των νέων σε περίοδο οικονομικής κρίσης», Ακρωνύμιο In4Youth που υλοποιείται στο πλαίσιο της Πράξης ΑΡΙΣΤΕΙΑ του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση» με Δικαιούχο τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας και συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο-ΕΚΤ) και από εθνικούς πόρους. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ 2

3 Εργαστήριο Κοινωνικής και Πολιτισμικής Ψηφιακής Τεκμηρίωσης Τμήμα Κοινωνιολογίας Πανεπιστήμιο Αιγαίου Λόφος Πανεπιστημίου, Ξενία Β, Μυτιλήνη Λέσβος, Τ.Κ Τηλ.: ,36531, Φαξ: Εκδόσεις Πανεπιστημίου Αιγαίου - Τμήμα Κοινωνιολογίας - Εργαστήριο Κοινωνικής και Πολιτισμικής Ψηφιακής Τεκμηρίωσης, 2015, Μυτιλήνη ISBN 3

4 Περιεχόμενα Πρόλογος του Επιμελητή... 5 Α ΜΕΡΟΣ... 8 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ... 9 Παναγιώτης Γρηγορίου... 9 Νικόλαος Δεμερτζής Κωνσταντίνος Ζέρβας Μαρία Πασχαλίδου Β ΜΕΡΟΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Σ. Χτούρης Δ. Μπαλούρδος Χ.Φ. Μπέλλας Φ. Ασδεράκη, Δ. Μαραγκός Γ. Σταλίδης, Μ. Ρενταρή Α. Αποστολίδου Ν. Σπυροπούλου, Α. Τhano Σ. Καλογεροπούλου

5 Πρόλογος του Επιμελητή Η έρευνα In4Youth παρουσιάζει μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης των Ελλήνων Νέων. Διερευνά τις καταστάσεις μετάβασης από την εκπαίδευση στην απασχόληση και τις καταστάσεις Ανεργίας ή Αεργίας των νέων στις συνθήκες της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Επικεντρώνεται, κυρίως, στην κατανόηση της συμβολής του κοινωνικού και πολιτισμικού κεφαλαίου στη συνολική βελτίωση των επαγγελματικών προσόντων και στην ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας, ενώ παράλληλα προσπαθεί να προσδιορίσει τους τύπους των εργαζομένων και άνεργων νέων. Προωθεί επίσης την κοινωνική γνώση στους τομείς της ευζωίας και της κοινωνικής και πολιτισμικής δραστηριότητας των νέων. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2012 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2015 σε όλη τη χώρα, με κύριο Ερευνητή και Επιστημονικό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Κοινωνιολογίας Σωτήρη Χτούρη και κύριους Ερευνητές τον Ερευνητή Α και Διευθυντή Ερευνών του ΕΚΚΕ, Διονύση Μπαλούρδο, τον Αναπληρωτή Καθηγητή Χριστόδουλο Μπέλλα, τον Επίκουρο Καθηγητή Γιώργο Σταλίδη, τη Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια Στέλλα Καλογεροπούλου και τους Υποψήφιους Διδάκτορες Ερευνητές Μάλαμα Ρενταρή, Κατερίνα Αποστολίδου, Ναταλία Σπυροπούλου και Φλώρα Τζελέπογλου. Οι ερευνητές παρουσιάζουν στον παρόντα τόμο των πρακτικών τις εισηγήσεις τους στο Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την 28 η Νοεμβρίου 2014 σε συνεργασία με το Δήμο Θεσσαλονίκης και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ). Η ταυτότητα της έρευνας In4Youth - Αναθέτουσα αρχή: Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας - Χρηματοδότηση: Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση», Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς ΕΣΠΑ , Πράξη Αριστεία. - Χρόνος διεξαγωγής: 9/ / Ανάδοχος: Εργαστήριο Κοινωνικής και Πολιτισμικής Ψηφιακής Τεκμηρίωσης, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τηλ: , Φαξ: Ιστοσελίδα: Μεθοδολογία και Τεχνικές Έρευνας Η διερεύνηση των διαδικασιών ένταξης στηρίζεται στην ανάλυση πρωτογενών ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων, τα οποία συγκεντρώθηκαν: α) από τη χορήγηση ερωτηματολογίων (Πανελλήνια έρευνα 2000 Ερωτηματολόγια), β) την υλοποίηση ομαδικών και ατομικών συνεντεύξεων σε επιλεγμένες γεωγραφικά περιοχές της χώρας (41 focus group και συνεντεύξεις που καταγράφηκαν με οπτικοακουστικά μέσα), γ) τη συγκριτική μελέτη πολιτικών σε ευρωπαϊκό πλαίσιο. Οι Θεματικές της έρευνας που θα παρουσιαστούν στον παρόντα τόμο είναι: Δημογραφικές/κοινωνικές πληροφορίες για άτομα ηλικίας ετών. Κατάσταση απασχόλησης και χαρακτηριστικά της. Σχήματα κοινωνικού αποκλεισμού και καταστάσεων φτώχειας. 5

6 Διαστάσεις κοινωνικού και πολιτισμικού κεφαλαίου. Πολιτική Συμμετοχή στα κοινά. Κοινωνικά Δίκτυα και ενσωμάτωση. Ευζωία και ποιότητα ζωής. Το δείγμα του In4Youth. Περιοχές έρευνας και στρώματα δειγματοληψίας με το αντίστοιχο τελικό δείγμα ανά στρώμα: Α) Μητροπολιτική περιοχή, πρώτης τάξης (Αθήνα- Αττική): δείγμα 58%, αριθμός ερωτηματολογίων Β) Μητροπολιτική Περιοχή, δεύτερης τάξης (Θεσσαλονίκη Περιφέρεια ΚΜ): δείγμα 23%, αριθμός ερωτηματολογίων 478. Γ) Αστικές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας (Ηράκλειο, Μυτιλήνη, Πάτρα, Χίος, Ιόνια νησιά): δείγμα 19%, αριθμός ερωτηματολογίων 478. Α. Επιλογή ατόμων: Α) Εντός κάθε περιφέρειας αναζητήθηκαν περιοχές ad hoc, στις οποίες θα υπήρχαν άτομα της ομάδας στόχου. Ως τέτοια στοχοθετημένα σημεία δειγματοληψίας καθορίστηκαν περιοχές με σχολεία, ΤΕΙ, Πανεπιστήμια και Θεσμοί Δια Βίου Εκπαίδευσης. Β) Η επιλογή του δείγματος γινόταν από τους συνεντευκτές σε συνεργασία με τους επόπτες της έρευνας, που τους είχαν δοθεί ποσοστώσεις, οι οποίες έπρεπε να συμπληρωθούν από καθορισμένες υπο-ομάδες του πληθυσμού. Β. Ομαδικές και Ατομικές Συνεντεύξεις Υλοποιήθηκαν 24 Εστιασμένες Ομάδες και ομαδικές συνεντεύξεις με: νέους (ηλικιακά) μακροχρόνια άνεργους, άτομα που βρίσκονται στο στάδιο της μετάβασης (ολοκλήρωση εκπαίδευσης αναζήτηση εργασίας), νέους με σταθερή εργασία, νέους με επισφαλή εργασία, μετανάστες δεύτερης γενιάς, εμπειρογνώμονες σε θέματα πολιτικών ένταξης και επιχειρηματικότητας, στελέχη εταιριών που διαμεσολαβούν στις τοποθετήσεις προσωπικού. Γ. Συγκριτική Έρευνα ευρωπαϊκών και μεσογειακών χωρών και Προτάσεις Πολιτικής Η έρευνα In4Youth επιδιώκει την τοποθέτηση των αποτελεσμάτων της σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό κοινωνικό πλαίσιο, καθώς η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών αποτελεί ζήτημα όχι μόνο των μεσογειακών χωρών, αλλά ένα κοινό ευρωπαϊκό πρόβλημα. 6

7 Στο πλαίσιο αυτό, υλοποιείται από την ερευνητική ομάδα μία συγκριτική ανάλυση ανάμεσα στην ελληνική νεολαία και στις νεολαίες από επιλεγμένες ευρωπαϊκές και μεσογειακές χώρες, σε θέματα που αφορούν στη δημογραφία, στην απασχόληση, στη μετανάστευση, στις πολιτικές πρακτικές και στο θεσμικό πλαίσιο της εκπαίδευσης. Η ερευνητική ομάδα καταθέτει προτάσεις πολιτικής, οι οποίες απορρέουν από την ανάλυση της κατάστασης των νέων στην Ελλάδα σήμερα. Δ. Τα κύρια πεδία της Ποσοτικής έρευνας. Τύποι Απασχόλησης, Εδραίωσης της Εργασίας και Ανεργίας, καθεστώτα απασχόλησης των νέων. Διαδικασίες και Φάσεις Μετάβασης από την εκπαίδευση στην απασχόληση και στη μακρόχρονη αναζήτηση εργασίας. Μορφές Κοινωνικού Αποκλεισμού και Φτώχειας των νέων και αποκλεισμού από την αγορά εργασίας. Ποιότητα Ζωής και Τρόποι Ανθεκτικότητας των νέων ενάντια στην κοινωνική περιθωριοποίηση. Ευχαριστίες Θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλους τους νέους και νέες που συμμετείχαν και βοήθησαν στην ολοκλήρωση της έρευνας του In4Youth και να υποσχεθούμε ότι θα χρησιμοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη γνώση που συγκεντρώσαμε προς όφελός τους. Επίσης, θέλουμε να ευχαριστήσουμε εκ μέρους της ερευνητικής ομάδας όλους τους εισηγητές που συμμετείχαν στο Συνέδριό μας, καθώς και το Δήμο Θεσσαλονίκης για την υποστήριξη της διοργάνωσης, όπως επίσης και το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) και τον Πρόεδρο και Διευθυντή αυτού καθηγητή κ. Νικόλαο Δεμερτζή. Μυτιλήνη Ο κύριος Ερευνητής της Έρευνας Καθηγητής Σωτήρης Χτούρης 7

8 Editor s Preface The In4Youth research project presents a comprehensive picture of the situation of young Greeks. Explores the situations of transition from education to employment and unemployment or inactivity situations of young people in the current financial crisis. The survey was conducted from September 2012 until the January 2015 across the country of Greece, with mainly Researcher and Scientific Coordinator the Professor of Sociology Sotiris Chtouris and principal investigator Investigator First and Research Director of NCSR, Dionyssis Balourdos, Associate Professor Christodoulos Bellas, Assistant Professor George Stalidis, the Postdoctoral Researcher Stella Kalogeropoulou and doctoral candidates Researchers Malama Rentari, Katerina Apostolidou, Natalia Spyropoulou and Flora Tzelepoglou. The researchers show in this volume of practice their presentations at the Conference held in Thessaloniki on November 28, 2014 in cooperation with the Municipality of Thessaloniki and the National Centre for Social Research (NCSR). 8

9 Α ΜΕΡΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ Παναγιώτης Γρηγορίου Κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αιγαίου Πρόεδρος Ελληνικής Πανεπιστημιακής Ένωσης Ευρωπαϊκών Σπουδών Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι, Πρώτα από όλα θέλω να ευχαριστήσω τους διοργανωτές αυτής της επιστημονικής συνάντησης, αλλά και τις ομάδες εκείνες οι οποίες συνέβαλαν στην επιτυχή εξέλιξη και πορεία αυτού του επιστημονικού - ερευνητικού προγράμματος. Ευχαριστώ για την πρόσκλησή σας εδώ, στην Θεσσαλονίκη, στην πόλη μου, στην πόλη που έχω γεννηθεί, και είναι χαρά μου που βρίσκομαι εδώ. Είναι μία ιδιαίτερη ευκαιρία, με την ιδιότητα του κοσμήτορα της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, να δηλώσω δημόσια την μεγάλη ικανοποίησή μας, και επίσης να συγχαρώ, κυρίως, το συνάδελφο κ. Χτούρη, ο οποίος είναι ο επιστημονικός υπεύθυνος αυτού του προγράμματος, για αυτή την εξαιρετική επιστημονική δουλειά. Επιπλέον, πρέπει να σημειώσω ότι ο κ. Χτούρης μας έχει συνηθίσει στη Σχολή και στο Τμήμα μας -αφού τυχαίνει και είμαστε συνάδελφοι στο ίδιο Τμήμα, σε εκείνο της Κοινωνιολογίας- σε αυτές τις ποιοτικές, επιστημονικές και ερευνητικές δουλειές. Παίρνοντας έτσι την ευκαιρία από το βήμα που μου προσφέρεται λόγω της ιδιότητας του εκπροσώπου της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, θα ήθελα να τονίσω ότι το θέμα της επιστημονικής αυτής συνάντησης, είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον και μας απασχολεί όλους εμάς τους κοινωνικούς επιστήμονες ως γνωστικό αντικείμενο, ανεξάρτητα από το επιστημονικό πεδίο στο οποίο ενεργοποιείται ο καθένας από μας.. Το δικό μας επιστημονικό πεδίο είναι η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Είναι, λοιπόν, για την Ευρώπη, αυτή η μετάβαση των νέων προς την κοινωνική ενσωμάτωση και την εργασία, ένα από τα θέματα τα οποία πραγματικά αποτελούν προτεραιότητες για την πορεία των εξελίξεων μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε βέβαια ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα, το οποίο έχει παρουσιαστεί, κυρίως, την τελευταία δεκαετία, και επιβαρύνει ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και το οποίο τείνει να οδηγήσει αυτή την διαδικασία αυτή στο να απεμπολήσει τον κοινωνικό χαρακτήρα της. Δηλαδή, κινδυνεύουμε να δούμε την κοινωνική Ευρώπη να αποτελεί ένα, θα λέγαμε, κενό γράμμα. 9

10 Είναι γεγονός ότι η ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού χώρου και ιδιαίτερα το προ-στάδιο της οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης του, στο οποίο δυστυχώς ακόμα βρισκόμαστε, δεν πρέπει, αν κι αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα, να περιορίζεται σε μια αποκλειστική οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού μύθου περί ολοκληρωμένης και μόνο εσωτερικής αγοράς. Σίγουρα αυτό που χρειάζεται είναι και η ταυτόχρονη ανάπτυξη της κοινωνικής Ευρώπης και μάλιστα με έναν αποκλειστικό στόχο να ελεγχθούν όλες οι αρνητικές συνέπειες της οικονομικής απελευθέρωσης και κυρίως νοούμε τις αρνητικές συνέπειες πάνω στο κράτος-πρόνοια και στη μη παραγωγή τελικά, αυτή είναι και η ευχή, ενός αθέμιτου κοινωνικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών-μελών. Κατά συνέπεια, βρισκόμαστε μπροστά σε μια αναγκαία επιλογή, τουλάχιστον αυτήν τη χρονική στιγμή, της μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, που δυστυχώς, αν και παρουσιάζεται έτσι, δεν είναι, δυστυχώς μόνο ένα ελληνικό πρόβλημα. Δεν πρόκειται για μία αμιγώς ελληνική κρίση. Αντίθετα, πρόκειται για κρίση διεθνή, κρίση ενωσιακή και γι αυτό το λόγο ακριβώς καλούμαστε ως Ευρώπη να δώσουμε λύσεις, επιστημονικές αλλά και λύσεις πολιτικές και κοινωνικές, οι οποίες θα είναι στην πραγματικότητα απαντήσεις σε μια σειρά ερωτημάτων, που έχουν τεθεί εδώ και καιρό. Προσπαθήσαμε λοιπόν να συνοψίσουμε αυτά τα ερωτήματα σε έξι. Το πρώτο ερώτημα είναι τελικά ποια είναι αυτή η θέση της περίφημης κοινωνικής Ευρώπης στη σημερινή της διαδικασίας, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το δεύτερο ερώτημα είναι, αν είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε τη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σημερινό κοινωνικό γίγνεσθαι ή ακριβέστερα στο παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι. Φυσικά, εδώ προσθέτω κάποια σκέψη λόγω της σχέσης μου, κυρίως, με την θεσμική πτυχή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ο προσδιορισμός αυτής της θέσης γίνεται αναμφίβολα μέσα από διαδικασίες ή ισορροπίες, θα έλεγα «τρόμου», μεταξύ soft και hard law στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το τρίτο ερώτημα είναι ποιες τελικά μπορούν να θεωρούνται κι φυσικά εάν υπάρχουν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως, με κατεύθυνση την απασχόληση και πολύ περισσότερο την απασχόληση των νέων ανθρώπων. Το τέταρτο ερώτημα είναι εάν υπάρχει το ενδιαφέρον από την πλευρά των κρατώνμελών, αλλά και από την πλευρά του ενωσιακού συστήματος να αυξηθούν οι κοινωνικές επενδύσεις και όχι να χάνονται στο όνομα μιας οικονομικής κρίσης, μέσω των διαφόρων περικοπών, που πολύ εύκολα γίνονται, και μάλιστα χωρίς να πολυσκεφτόμαστε και πάρα πολύ, ποιο είναι το πραγματικό περιεχόμενο αυτών των περικοπών. Το πέμπτο ερώτημα είναι εάν η περίφημη Οικονομική και Νομισματική Ένωση μπορεί να έχει κοινωνική διάσταση; Θα έλεγα αμέσως - αμέσως πως επιβάλλεται να έχει κοινωνική διάσταση, ειδάλλως δεν μπορούμε να μιλάμε για οικονομική ενοποίηση. Άλλωστε, έχουμε προς το παρόν επιτύχει μόνο τη νομισματική. Αλλά επιτέλους, όταν αποφασίσουμε να έχουμε και οικονομική ένωση θα πρέπει να σκεφτούμε την κοινωνική διάσταση. Το έκτο ερώτημα είναι για να επιτευχθούν όλα αυτά, να δώσουμε λύσεις και απαντήσεις σε όλα τα προηγούμενα ερωτήματα, μήπως θα πρέπει επιτέλους να 10

11 λειτουργήσει κι ένας κοινωνικός διάλογος στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Φυσικά η απάντηση και σε αυτό το ερώτημα, αλλά και στα προηγούμενα, εξαρτάται βασικά από την θέση και την βούληση των κρατών-μελών. Δυστυχώς, Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι, κακώς κατά τη γνώμη μου, ίσον κράτη-μέλη. Άρα λοιπόν, χωρίς την βούληση των κρατών-μελών δεν πρόκειται να προχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι βρισκόμαστε σε μια χρονική στιγμή σκληρής δοκιμασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες, αλλά και της ίδιας της ουσίας ευρωπαϊκής ενότητας. Και πραγματικά, αναρωτιόμαστε εάν υπάρχουν πραγματικά ουσιαστικές και ολοκληρωμένες απαντήσεις και στα ερωτήματα που θέσαμε παραπάνω. Εδώ πρέπει να πούμε ότι λίγους μήνες πριν υπήρχε μια πολύ μεγάλη ευκαιρία για την Ένωση, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η ευκαιρία των ευρωεκλογών. Θεωρούμε ότι αυτή η ευκαιρία χάθηκε, γιατί ο πολίτης δεν κατάλαβε το μέγεθος αυτής της ευκαιρίας και δεν συμμετείχε ή τουλάχιστον δεν του δόθηκε η ευκαιρία να συμμετέχει ουσιαστικά σε αυτήν την προσπάθεια ενίσχυσης της κοινωνικής διάστασης των θεσμικών και πολιτικών επιλογών της Ένωσης, τουλάχιστον αναφορικά με το άμεσο μέλλον, για την πενταετία την οποία διανύουμε. Κι αυτό πραγματικά συνέβη και στην προεκλογική περίοδο, αλλά δυστυχώς συνεχίζει να συμβαίνει. Και συνέβαινε και πριν την προεκλογική περίοδο. Δεν δίνονται οι ευκαιρίες, κυρίως, από την πλευρά των κρατών-μελών. Αλλά ας μην δίνουμε και εύκολα συγχωροχάρτι και στον μηχανισμό της Ένωσης απαλλάσσοντας τον από ευθύνες. Δεν δίνονται, λοιπόν, οι ευκαιρίες στον Ευρωπαίο πολίτη να γνωρίσει την λεγόμενη ευρωπαϊκή πρόκληση. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση καταλαβαίνουμε ότι δεν πρέπει να μείνει μια απλή υπόθεση τεχνικών διαδικασιών, τουλάχιστον όπως φαίνεται να είναι σήμερα, αλλά χρειάζεται μια άμεση ενίσχυση μέσα από έμπρακτη θεσμική και πολιτική προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων σε ολόκληρο τον ενωσιακό χώρο. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συνεχιστεί αυτή η πίεση που ασκείται πάνω στη ευρωπαϊκή αντίληψη περί κράτους-πρόνοιας όταν φυσικά πρόκειται για μία πίεση η οποία ασκείται με ένα πλαστό πρόσχημα ότι μειώνονται οι πόροι και, κατά συνέπεια, χρειάζεται διαρκώς μια αποτελεσματικότητα από την πλευρά των συστημάτων παραγωγής. Επίσης, θεωρούμε ότι αντίθετα πρέπει η ίδια η Ένωση, δηλαδή το δικό της θεσμικό σύστημα, να συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό του κράτουςπρόνοιας, με σκοπό την εμφάνιση και ιδιαίτερα την πραγματική απορρόφηση νέων μορφών κοινωνικών επενδύσεων. Πιστεύουμε λοιπόν βαθιά ότι σε αυτήν την κατεύθυνση μπορεί και πρέπει να κληθεί να συμβάλλει αποφασιστικά η νέα ευρωπαϊκή κοινωνική διακυβέρνηση, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί μέσω της συνθήκης της Λισσαβόνας. Αυτή η ευρωπαϊκή κοινωνική διακυβέρνηση θα ήταν πολύ καλύτερη εάν δεν ίσχυε η Συνθήκη της Λισσαβόνας, αλλά η ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη. Λέγεται ότι εάν πηγαίνουμε από το κακό στο χειρότερο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πηγαίνουμε δυστυχώς με ευθύνη των κρατών-μελών. Η λύση, λοιπόν, που χρειαζόμαστε είναι ότι πρέπει οι ευρωπαίοι 11

12 εταίροι να ενσωματώσουν σε βάθος τις κοινωνικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι λύσεις αυτές πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο όλων των ενωσιακών δράσεων. Δεν πρόκειται για απλή λειτουργική επιλογή, αλλά για σοβαρή πολιτική επιλογή για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Νομίζουμε ότι έφτασε η στιγμή να απομονώσουμε το επικίνδυνο ρεύμα του ευρω-σκεπτικισμού, κυρίως αυτού που διακρίνεται από ακραίες εθνικιστικές αποκλίσεις. Πιστεύουμε ότι μόνο έτσι θα καταστεί επιτέλους δυνατή η συμφιλίωση μεταξύ του Ευρωπαίου πολίτη και των ευρωπαϊκών ενοποιητικών διαδικασιών. Μόνο έτσι θα δοθεί επιτέλους η δυνατότητα να αναπτύξουμε ή να αναγνωρίσουμε την αναγκαιότητα επικράτησης της κοινοτικής μεθόδου στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Κυρίες και κύριοι σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας και εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες της συνάντησής μας. 12

13 Νικόλαος Δεμερτζής Διευθυντής & Πρόεδρος ΕΚΚΕ Κυρίες και Κύριοι Καλημέρα σας. Είναι ιδιαίτερη η ικανοποίηση και η χαρά της παρουσίας όλων μας στο σημερινό Συνέδριο δεδομένου ότι η ολοκλήρωση μιας ερευνητικής προσπάθειας και η αποτίμηση των αποτελεσμάτων που προκύπτουν είναι πάντα μια ευχάριστη στιγμή. Θα ήθελα να εκφράσω πρωτίστως τα συγχαρητήριά μου σε όλη την ερευνητική ομάδα, ιδιαιτέρως στον κ. Χτούρη, τον Επιστημονικώς Υπεύθυνου του προγράμματος αυτού, το αντικείμενο του οποίου αυτονοήτως αναδεικνύεται ως εξαιρετικά επείγον και ενδιαφέρον. Η ένταξη, δηλαδή, της νέας γενιάς στην κοινωνία, στην οικονομία προπάντων δε στην αγορά εργασίας σε περίοδο βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης. Παρακαλώ επιτρέψτε μου, λοιπόν, ως κοινωνιολόγος να μεταφέρω ορισμένες σκέψεις γύρω από το θέμα αυτό, που κατά τη γνώμη μου σχετίζονται άμεσα με το υπό συζήτηση πρόγραμμα. Καθώς βαδίζουμε από τις κοινωνίες της νεωτερικότητας στις κοινωνίες της μετα-νεωτερικότητας, στην εποχή της ρευστότητας, των πολλαπλών ταυτοτήτων και της ευελιξίας στην παραγωγή και την αγορά εργασίας, παρατηρείται μια διατάραξη στη σειρά των σταδίων της ζωής. Στις νεωτερικές κοινωνίες, από τα μέσα του 19 ου μέχρι τα μέσα περίπου του 20 ου αιώνα, τα στάδια ζωής ενός ανθρώπου ήταν λίγο ως πολύ προσδιορισμένα και ορθο-διατεταγμένα: παιδική ηλικία, εφηβεία, ενηλικίωση. Με την έλευση της μετα-νεωτερικής κοινωνίας, τόσο από την παρουσία των μέσων μαζικής επικοινωνίας και των πολλαπλών εγκλήσεων των υποκειμένων, όσο και εξαιτίας της δομή της αγοράς εργασίας και της εφαρμογής των νέων τεχνολογιών στην οικονομία και τη διοίκηση, βεβαίως δε και εξαιτίας του καταναλωτισμού και της διεύρυνσης των δυνατοτήτων εκπαίδευσης έχουν επέλθει αλλαγές στο τρόπο με τον οποίο δομείται και βιώνεται η ζωή των ανθρώπων. Αρκετοί κοινωνιολόγοι, στηριζόμενοι σε ψυχολογικές αναλύσεις, αναφέρονται στο στάδιο παρατεταμένης εφηβείας. Να θυμίσω εν προκειμένω ότι ιστορικά η εφηβεία δεν ήταν κάτι το αυτονόητο. Γνωρίζουμε ότι κατά το Μεσαίωνα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν αναγνωρίζονταν η παιδικότητα ως ξεχωριστό στάδιο στη ζωή του ατόμου. Η παιδικότητα θεσμίσθηκε κατά την πρώιμη νεωτερικότητα ακριβώς διότι άλλαξαν οι όροι συγκρότησης της κοινωνίας και της οικονομίας. Και ήταν τόσες και τέτοιες οι απαιτήσεις της βιομηχανικής κοινωνίας ώστε, πέραν της παιδικότητας, να θεσμισθεί και η εφηβεία, δηλαδή, μία περίοδος η οποία μεσολαβεί ανάμεσα στο στάδιο της παιδικότητας και της ένταξης στην αγορά εργασίας. Το ιστορικό αυτό μοντέλο δούλεψε για ενάμιση περίπου αιώνα. Στη μετα-νεωτερική κοινωνία, όμως, λόγω της αναβολής ένταξης στην αγορά εργασίας και σύναψης γάμου, η «εφηβεία» άρχισε να διαρκεί περισσότερο και να αποσυνδέεται από προδιαγεγραμμένα ηλικιακά όρια. Η εφηβεία κατανοείται πιο πολύ ως τρόπος ζωής παρά ως χρονο-βιολογική οριοθεσία. Και ακριβώς γι αυτό οι κοινωνιολόγοι μιλούν για «παρατεταμένη εφηβεία». 13

14 Κατόπιν, ήδη από το τέλος του 20 ου και τις αρχές του 21 ου αιώνα, οι κοινωνιολόγοι της οικογένειας μιλούν για την «αναδυόμενη ενηλικίωση», δηλαδή μια κατάσταση όπου, αφού κανείς ήδη έχει φτάσει στα 20 με 25, έχει αγγίξει ίσως και τα 30 ή και παραπάνω, εξακολουθεί, για ποικίλους λόγους, να μην εντάσσεται ακόμα σε αυτό που προσδιορίζεται ως το παραδοσιακό πρότυπο της ενήλικης ζωής. Δηλαδή, να παντρευτεί, να κάνει παιδιά, να μπει στην αγορά εργασίας. Αντ αυτού, σε πάρα πολλές κοινωνίες της Δύσης, οι νέοι αυτοί άνθρωποι ή νεάζοντες πλέον ενήλικες, εξακολουθούν να σπουδάζουν, να προσδοκούν ένα δεύτερο πτυχίο - οι διαδικασίες Δια Βίου Μάθησης και Εκπαίδευσης δεν είναι τυχαίο ότι έχουν επινοηθεί - αναβάλλουν το γάμο, την τεκνοποιία κ.ο.κ. Φυσικά οι διαδικασίες αυτές, όχι ομαλές για εκατομμύρια ανθρώπους, είναι αγχογόνες και ρευστές. Απαιτούν μια συνεχή διαπραγμάτευση της εικόνας εαυτού, της ταυτότητας, (ποιος είμαι, που πάω, κ.ο.κ.). Από έρευνες, τόσο στις Η.Π.Α, όσο και σε άλλες χώρες, όσον αφορά την standard αντίληψη της ενήλικης κατάστασης και ζωής, χρησιμοποιούνταν πέντε κριτήρια: α) εγκατάλειψη της οικογενειακής -πατρικής στέγης, β) ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας, γ) απόκτηση οικονομικής ανεξαρτησίας, δηλαδή ένταξη στην αγορά εργασίας, δ) ο γάμος και ε) η τεκνοποίηση, δηλαδή ο ρόλος του πρωτίστως να είναι κάποιος γονέας μιας κόρης ή ενός γιου και κατόπιν παιδί κάποιων γονέων. Αυτά, λοιπόν, τα παραπάνω πέντε στοιχεία, τα οποία ένα προς ένα συνιστούν την ενηλικιότητα, δεν συναντώνται πλέον σε ηλικιακές κατηγορίες ούτε καν Σε διαφορετικές χώρες βλέπουμε διαφορετικές κατανομές αυτών των κριτηρίων. Πρόκειται για την εμπειρικό-στατιστική θεμελίωση της προαναφερθείσας παρατεταμένης εφηβείας και της αναδυόμενης ενηλικίωσης, δύο επάλληλοι κοινωνιολογικοί όροι που σημαίνουν την υπονόμευση των νεωτερικών θεμελίων του εαυτού. Οι συνέπειες των αλλαγών αυτών δεν είναι ανέφελες. Ας αναρωτηθούμε τώρα τι συμβαίνει όταν αυτές, οι συνέπειες των εν λόγω μακρο-κοινωνικών μετανεωτερικών αλλαγών επι-καθορίζονται από (και επικαθορίζουν) τα αποτελέσματα της παρούσας κρίσης. Όταν, πλέον, δεν είναι τόσο η αναζήτηση της ταυτότητας που αναβάλλει σε κάποιον νέο άνθρωπο στα 25 ή στα 30 την ένταξη στην αγορά εργασίας ή την απόκτηση οικογένειας, όσο η καθ αυτή τραχείτης της οικονομικής αναγκαιότητας. Από έρευνες που έχουμε στη διάθεσή μας γνωρίζουμε ότι λόγω της κρίσης πολλοί νέοι άνθρωποι, ακόμα κι όταν έχουν κάποια απασχόληση, έστω και part-time, είτε δεν αποφασίζουν να φύγουν από την πατρική-οικογενειακή στέγη, είτε επιστρέφουν. Ας αναρωτηθούμε τι ενδεχομένως σημαίνει αυτό για δεκάδες χιλιάδες νέων ανθρώπων στην Ελλάδα. Σε μια κοινωνία στην οποία παραδοσιακά η οικογένεια έχει βαρύνοντα πολυ-λειτουργικό ρόλο, υποστηρικτικό αλλά και ευνουχιστικό συνάμα: ναι μεν ανέκαθεν προστατεύει τα νέα της μέλη, πλην όμως συχνότατα παρεμποδίζει σε σημαντικό βαθμό τη συναισθηματική ενηλικίωσή τους. Με την λόγω κρίσης αναβολή αναχώρησης από το συναισθηματικό «κουκούλι» της οικογένειας αλλά και με την αναγκαστική επιστροφή σε αυτό εκατοντάδων χιλιάδων νέων ανθρώπων, αναρωτηθείτε το τραυματικό πλήγμα και το κόστος που η συνθήκη αυτή επιφέρει. Τραύμα αδυναμίας κοινωνικής και συναισθηματικής ενηλικίωσης, διαδικασία η οποία γεννά αρνητικά συναισθήματα, τα οποία δεν δύνανται ανοικτά να εκφραστούν ή εκδηλώνονται δια παρακαμπτηρίων διόδων. Με το μπλοκάρισμα της ανοδικής ή έστω οριζόντιας κοινωνικής κινητικότητας, των ευκαιριών ζωής, το συναίσθημα της 14

15 απογοήτευσης, η αβοηθησία, η απελπισία και ο βουβός θυμός για την ευθύνη της προηγούμενης γενιάς, αυτής των γονιών τους, πολλοί νέοι άνθρωποι εξουθενώνονται. Άλλοι, ακριβώς επειδή τα συναισθήματα είναι σχεσιακά και γεννώνται, εξελίσσονται και εκφράζονται μέσα σε δυναμικά κοινωνικά πλαίσια, μετατρέπουν τον προσωπικό θυμό σε κοινωνικό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική συνοχή κ.ο.κ. Αυτά βέβαια που συμβαίνουν στην Ελλάδα και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες λόγω της μετάβασης από την νεωτερικότητα στην μετα-νεωτερικότητα, έστω και εν μέσω κρίσης, είναι παρωνυχίδες σε σύγκριση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Το 2010, ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας είχε καταγράψει τις περιπτώσεις παιδιών, στις χώρες του λεγόμενου Τρίτου κόσμου, ηλικίας από 4 έως 15 ετών, που εργάζονταν, τις περισσότερες φορές ανασφάλιστα, σε πάρα πολλές περιπτώσεις σε επικίνδυνες απασχολήσεις, ενώ μόνο το 1/5 αυτών πληρώνονταν. Για όλα αυτά τα εκατομμύρια παιδιών δεν υπάρχει περιθώριο αγωνίας για την ταυτότητα και τη διαμόρφωση της εικόνας εαυτού διότι αυτά τα παιδιά ζουν, σε σύγκριση με τις δικές μας κοινωνίες, σε περιβάλλοντα φρίκης. Αναλογιστείτε, ναι τώρα στην αυγή του 21 ου αιώνα, το μέγεθος και στις περιπτώσεις δουλείας. Επιστρέφοντας στην περίπτωσή μας, νομίζω πως η μελέτη των όρων ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας είναι πρόδηλη. Επιτρέψτε μου επίσης να αναφέρω ότι το ΕΚΚΕ, το οποίο συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου για την υλοποίηση και ολοκλήρωση αυτού του προγράμματος έχει ιδρυθεί το 1959, σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία είχε πολύ μεγάλη ανάγκη της κοινωνικής έρευνας προκειμένου να κατανοήσει τις αλλαγές που τις συνέβαιναν, μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά, για να κατανοηθούν και να καταγραφούν οι αλλαγές που επέφερε η εφαρμογή του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης. Η ανάγκη αυτή για κοινωνική έρευνα εξακολουθεί φυσικά να υφίσταται και στις μέρες μας, τόσο λόγω της κρίσης όσο και εξαιτίας των μετασχηματισμών που συντελούνται κατά τη μετάβαση προς τον τύπο της μετανεωτερικής κοινωνίας. Το ΕΚΚΕ έχει αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια μεγάλη εμπειρία και τεχνογνωσία γύρω από ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, κοινωνικής ανθρωπολογίας, πολιτικής κουλτούρας, πολυπολιτισμικότητας, εγκληματικότητας και όχι μόνο. Διαθέτει ερευνητικές υποδομές, συμμετέχει στο ευρωπαϊκό δίκτυο ερευνητικών υποδομών, και να λειτουργεί ως κόμβος συγκέντρωσης κοινωνικών δεδομένων. Σχεδιάζει να ενισχύσει την υποδομή αυτή και παράλληλα λειτουργεί ως σύμβουλος της πολιτείας στα θέματα της αρμοδιότητάς του. Κρίνεται δε αναγκαίο όπως η «συμβουλευτική» προς την πολιτεία λειτουργία του ενισχυθεί έτι περεταίρω προκειμένου σε περίοδο στενότητας ανθρώπινων και οικονομικών πόρων να την υποστηρίξει για τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων πολιτικών. Κλείνοντας εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες μου στους συνδιοργανωτές, ιδιαίτερα στον κ. Χτούρη και βεβαίως με πολύ ενδιαφέρον θα ήθελα να ακούσω πως η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει να συνεχίσει το έργο της πάνω στο αντικείμενο. Σας ευχαριστώ πολύ. 15

16 Κωνσταντίνος Ζέρβας Αντιδήμαρχος Κινητοποίησης της Κοινωνίας των Πολιτών, Νεολαίας & Αθλητισμού Δήμου Θεσσαλονίκης Καλημέρα σας Αξιότιμε Διευθυντή και Πρόεδρε του ΕΚΚΕ, αξιότιμε κοσμήτορα της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αιγαίου, αγαπητοί συνάδελφοι, φίλες και φίλοι, Είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι σήμερα εδώ γιατί η σημερινή συζήτηση εστιάζει σε ένα από τα πιο φλέγοντα ζητήματα της εποχής μας, αυτό της αντιμετώπισης του τεράστιου προβλήματος της συνολικής ανεργίας σε καιρούς κρίσης, γι αυτό πριν ξεκινήσω θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα του διοργανωτές, το τμήμα Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου, το ΕΚΚΕ, και πρωτίστως βέβαια την Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα νεολαίας 2014 γι αυτή τους την πρωτοβουλία και για την πρόσκλησή τους να συμμετέχω σε αυτή την ενδιαφέρουσα συζήτηση, αλλά και για μια πρόταση-πρόκληση να τοποθετηθώ πάνω σε ένα τόσο ενδιαφέρον ζήτημα. Έχω πει πολλές φορές ότι όταν η κρίση χτύπησε την πόρτα της χώρας δεν έκανε καμία διάκριση, όμως είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η νεολαία αποτέλεσε και αποτελεί ένα από τα πιο ευάλωτα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας στα συμπτώματα της κρίσης, οδηγώντας πρώτη φορά τη χώρα στη μεταπολιτευτική της ιστορία να διαθέτει τον κίνδυνο συνολικής οικονομικής και κοινωνικής περιθωριοποίησης και απαξίωσης της νέας γενιάς, κι όμως στην Ελλάδα της κρίσης οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η ανεργία των νέων έχει σκαρφαλώσει πάνω από το εξωπραγματικό 50%, ενώ η μετανάστευση των νέων στο εξωτερικό που φαντάζει διέξοδος στην ανεργία και μας φέρνει παλιές κακές αναμνήσεις στο μυαλό παίρνει εφιαλτικές διαστάσεις στερώντας από τη χώρα μας ότι πιο δυναμικό, δημιουργικό και ελπιδοφόρο κομμάτι από την αγορά της εργασίας. Βεβαίως το πρόβλημα είναι και ποιοτικό καθώς ένας μεγάλο μέρος της νεολαίας παρά το γεγονός ότι διαθέτει το μεγαλύτερο απόθεμα γνώσεων των τελευταίων γενιών παραμένει εκτός κάθε κοινωνικής και επαγγελματικής προοπτικής, ενώ οι υπόλοιποι τυχεροί που βρίσκουν εργασία, αντιμετωπίζουν καθεστώς εργασιακής επισφάλειας και άτυπου οικονομικού μέλλοντος όπου η αβέβαιη ευκαιριακή απασχόληση αποτελεί τον κανόνα και η ασφαλής και αποτιμώμενη εργασία τίποτα παραπάνω από ένα σύντομο διάλειμμα. Ποιο είναι το κόστος αυτής της κατάστασης; Τεράστιο και πολυεπίπεδο. Οικονομικό, κοινωνικό και ψυχολογικό. Η ανεργία των νέων όχι μόνο απειλεί να παραβιάσει την αρχή της ισότητας και της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών, η οποία είναι μια σημαντική πτυχή της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά εντείνει πραγματικά την απάθεια και την θυσία τους λόγω της έλλειψης ευκαιριών απασχόλησης. Παράλληλα έχει συνέπεια στην υγεία, ψυχολογική και σωματική των νέων, ως αποτέλεσμα της παρατεταμένης αδράνειας και της ανεργίας, που οδηγεί εκτός από την απώλεια μισθών και οικονομικής ασφάλειας, στη μείωση της αυτοπεποίθησης καθώς στην απώλεια ικανοποίησης από την εργασία, το ανθρώπινο και πολιτιστικό κεφάλαιο. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο κατανοώ απόλυτα και συμμερίζομαι την ανησυχία των νέων ανθρώπων, το άγχος τους, πολλές φορές και το δίκαιο θυμό τους για το ότι κινδυνεύουν να καταλήξουν μια χαμένη γενιά για λόγους για τους οποίους δεν έφταιξαν, γι' αυτό πιστεύω πως 16

17 πρωτοβουλίες σαν κι αυτές του συνεδρίου καθώς και της έκθεσης in4youth που θα παρουσιαστεί εδώ είναι πολύ σημαντικές γιατί θέτει στο επίκεντρο όλων, όχι μόνο την κρισιμότητα του προβλήματος, αλλά κυρίως τη μεγάλη αναγκαιότητα της άμεσης επίλυσής του. Εμείς όλοι εδώ στο Δήμο Θεσσαλονίκης προσπαθούμε να κάνουμε ότι είναι δυνατό προς αυτήν την κατεύθυνση και στήριξη της κοινωνικής απασχόλησης, της καινοτομίας, της δημιουργίας και της επιχειρηματικότητας και ο Δήμαρχος μας έχει αναφερθεί πολλές φορές σε αυτό το αντικείμενο, κι ο λόγος είναι ότι κατανοούμε ότι το συλλογικό μας μέλλον δεν εξαρτάται μόνο από τις δεξιότητες και τις ικανότητες των νέων ανθρώπων αλλά κι από το αν θα έχουν την ευκαιρία να εφαρμόσουν και να αναπτύξουν αυτές τις ικανότητες στην αγορά εργασίας, στον οικονομικό και κοινωνικό στίβο. Γιατί για εμάς η επένδυση στους νέους δεν προκύπτει απλά από την κοινή οικονομική λογική, αλλά είναι πρώτιστα μια ηθική επιταγή και μια επιτακτική ανάγκη. Για όλους τους παραπάνω λόγους συγχαίρω τους διοργανωτές και εύχομαι κάθε επιτυχία στο σημερινό σας συνέδριο. Σας ευχαριστώ πολύ. 17

18 Μαρία Πασχαλίδου Επικεφαλής Ευρωπαϊκής Πρωτεύουσας Νεολαίας - Θεσσαλονίκη 2014 Καλημέρα κι από μένα. Είναι τιμή για μας η συμμετοχή στο συνέδριο. Θέλω να ευχαριστήσω πάνω απ' όλα τον καθηγητή τον κ.χτούρη, αλλά και τους συνδιοργανωτές, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, το τμήμα Κοινωνιολογίας, το ΕΚΚΕ, αλλά και το τμήμα Νεολαίας για την πολύτιμη βοήθεια τους. Κοιτάζοντας όλους εσάς που βρίσκεστε εδώ μέσα στην αίθουσα προσπαθώ να μαντέψω τη συνθήκη σας, δηλαδή το κοινωνικό, επαγγελματικό status σας, και δεν είναι δύσκολο. Νέοι στα πρόθυρα της απόγνωσης και λίγο μεγαλύτεροι άλλοι με παιδιά και άλλοι όχι, ενταγμένοι στην προσωπική μας απόγνωση και στο αβέβαιο μέλλον. Υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις για να μεταβεί ένας νέος ομαλά στην αγορά εργασίας. Υγιή οικονομία, δεν την έχουμε, σύνδεση αρχικής εκπαίδευσης και κατάρτισης με την αγορά εργασίας, θα έλεγα πως την έχουμε αλλά σε πολύ μικρό βαθμό, διευρυμένες δυνατότητες των εργαζομένων για εκπαίδευση και κατάρτιση, σε μικρό βαθμό, δίκτυα ασφάλειας για ομάδες υψηλού κινδύνου, δηλαδή για μαθητές που δεν ολοκλήρωσαν την εκπαίδευσή τους, σχεδόν ανύπαρκτα, ανεπτυγμένο δίκτυο συμβουλευτικής και επαγγελματικής πληροφόρησης, θυμάμαι το είχα δει σε μια ταινία. Η θέα ενός ανθρώπου στην ουρά του ΟΑΕΔ είναι ότι πιο θλιβερό μπορεί να παρουσιάσει μια χώρα. Κανονικά η μεγαλύτερή μας έγνοια αυτή τη στιγμή θα ήταν πως να κρατήσουμε τους νέους στην αγορά εργασίας, δηλαδή να τους εντάξουμε και να τους κρατήσουμε στο παιχνίδι της αγοράς εργασίας. Οι νέοι της χώρας μας δεν έχουν ξεκάθαρη επαγγελματική προοπτική, με αποτέλεσμα να φυτοζωούν, συνήθως έχοντας τη στήριξη της οικογένειας τους, καταφεύγοντας σε άτυπες μορφές κατάρτισης και την ίδια στιγμή να απαξιώνονται ακαδημαϊκά. Πόσο χρήσιμα θα είναι όσα έμαθαν είτε το ΑΕΙ είτε στο ΤΕΙ, όταν βρουν δουλειά, 10 χρόνια μετά την αποφοίτησή τους. Από να περιμένουν ελπίζοντας για μαι θέση εργασίας ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος της μετανάστευσης. Για παράδειγμα, ένα πρώτο θέμα της απασχολησιμότητας είναι ψηλά στις προτεραιότητες των ξένων πανεπιστημίων, δεν ξέρω αν συμβαίνει το ίδιο και στα ελληνικά πανεπιστήμια, ιδιαίτερα σε ανθρωπιστικές σχολές. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτων υποταγή στην αγορά εργασίας αλλά πρακτική και ουσιαστική προετοιμασία των φοιτητών. Έχω παρατηρήσει το εξής, από τους νέους που στέλνουν βιογραφικά για σπουδές ή που αναζητούν εργασία στο εξωτερικό, διαπιστώνω ότι πολλοί από αυτούς δεν είναι σε θέση καν να συντάξουν ένα κατάλληλο βιογραφικό. Στα ξένα πανεπιστήμια εκπαιδεύουν συστηματικά τους φοιτητές στο πως να συντάξουν βιογραφικό, αιτήσεις για εργασία ή έρευνα για να προετοιμαστούν για μια συνέντευξη. Αμφιβάλλω όμως αν στα ελληνικά πανεπιστήμια συμβαίνει το ίδιο. Η κρίση έχει πλήξει άσχημα τους νέους κι αν θέλουμε να τους δώσουμε περισσότερες ευκαιρίες για εργασία θα πρέπει να αναθεωρηθούν ριζικά προγράμματα σπουδών, μέθοδοι διδασκαλίας και τρόποι εξέτασης. Αν η Ελλάδα δεν τους εμπιστευτεί, δεν τους δώσει ευκαιρίες, και δεν εγκαταλείψει αυτή την αρτηριοσκληρωτική νοοτροπία της επετηρίδας όπως την ξέρουμε όλοι μας, δύσκολα θα ορθοποδήσει. Μπορεί κάποιες ευρωπαϊκές χώρες να είναι δημογραφικά νεανικές χώρες, όμως, σαν την Ελλάδα, δεν έχουν άλλη επιλογή από τα να γίνουν ιδεολογικά νεανικές. Η κρίση εντέλει θέτει ένα αμείλικτο δίλημμα, είτε θα δοθεί η ευκαιρία στους νέους να ηγηθούν και να αλλάξουν τη χώρα, είτε αυτοί θα οδηγηθούν στα άκρα και στην εκρηκτική απόγνωση. Σας ευχαριστώ πολύ και εύχομαι καλά αποτελέσματα. 18

19 Β ΜΕΡΟΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Σ. ΧΤΟΥΡΗΣ Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Ελλάδα Επιστημονικός Υπεύθυνος In4Youth, Κύριος ερευνητής του προγράμματος In4Youth Abstract This article presents the methodology and results of the In4Youth research. A quantitative survey was conducted with questionnaires. Qualitative research was also carried out with 24 focus groups and open interviews. Also, a comparative desk top research was organized at European level and drawn policy proposals for youth unemployment. The presentation will develop the key questions for quantitative and qualitative research and will present the most important results like the figures of youth unemployment, the youth transition processes and finally the risks and opportunities faced by young people in times of crisis. Finally, we present a number of proposals for the improvement of unemployment policies to address youth unemployment. Keywords: Youth transition, Youth unemployment, Precarious employment, In4Youth research Λέξεις κλειδιά: Μετάβαση των Νέων, Νεανική ανεργία, Επισφαλής Εργασία, Έρευνα In4Youth Εισαγωγή και ορισμένες θεωρητικές υποθέσεις της έρευνας In4Youth Στην παρουσίαση θα επικεντρωθούμε στα αποτελέσματα της έρευνας εθνικής εμβέλειας In4Youth για τη μετάβαση των νέων από την εκπαίδευση στην απασχόληση και την αγορά εργασίας. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας έχουν ισχυρές επιρροές από την τρέχουσα ελληνική οικονομική κρίση, η οποία διαμορφώνει την κατάσταση της αγοράς εργασίας, αλλά και όλων των σχετικών οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών. Η έρευνα σχεδιάστηκε για να παρουσιάσει μια τυπολογία των ανέργων και εργαζόμενων νέων και τις διαδρομές τους από τα διαφορετικά καθεστώτα ζωής και επίπεδα της εκπαίδευσης στην απασχόληση και την επαγγελματική τους ένταξη ή μη. Η ανάλυση για τη μετάβαση των νέων συνήθως επικεντρώνεται στα στάδια που λαμβάνουν χώρα μετά την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης των νέων. Το τελευταίο διάστημα, όμως, αυτές οι μεταβατικές φάσεις έχουν επεκταθεί - μεταβληθεί και ως προς το χρόνο της εξέλιξής τους, αλλά και ως προς τα σημαντικά γεγονόταορόσημα και καταστάσεις που παρατηρούμε. Οι νέοι άνθρωποι εμπλέκονται πλέον σε πιο πολύπλοκες τροχιές και μεταβατικές καταστάσεις, όπως αυτές της συνεχιζόμενης επισφαλούς απασχόλησης, της ανεργίας μακράς διάρκειας, τους επαναλαμβανόμενους κύκλους επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, της εξαιρετικά καθυστερημένης ολοκλήρωσης της οικογενειακής ζωής, αλλά και τις νέες μορφές σχέσεων και συμβίωσης με συνομήλικους, καθώς και βιώματα που συνδέονται με την απόκτηση πολλαπλών ταυτοτήτων και δικτύων. Στις ευρωπαϊκές έρευνες για τις διαδικασίες μετάβασης, σημαντικό ρόλο παίζει ο διαχωρισμός και η σχέση δομής - δράσης και πώς αυτή η διπλή αναφορά καθορίζει τις διαδικασίες μετάβασης των νέων στην ενηλικίωση και στην εργασία. Στην προβληματική αυτή ο Furlong (2003 et.al.) βλέπει κυρίως μια εξορθολογισμένη εξατομίκευση, ενώ άλλοι ερευνητές προτείνουν ως θεωρητικό πλαίσιο τη δομημένη εξατομίκευση (Rudd and Evans 1998), δηλαδή τον επικαθορισμό της μετάβασης από σημαντικές δομές στη ζωή και στο κοινωνικό περιβάλλον των νέων. Η πολυπλοκότητα των μεταβάσεων, όμως, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από το μετασχηματισμό του τρόπου συστημικής και κοινωνικής ένταξης των νέων ατόμων και η οποία απορρέει σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο συγκρότησης του ευρύτερου κοινωνικού καθεστώτος στο οποίο είναι ενταγμένοι, καθώς και από τις μορφές 19

20 ρύθμισης που έχουν αναπτυχθεί σε αυτό (1). Επίσης, σημαντικό στοιχείο της ανάλυσης, είναι να προσδιοριστεί το ισχύον καθεστώς κοινωνικής ευημερίας που ισχύει για τους Έλληνες, έχοντας ως αναφορά τη θεωρία του Esping Andersen - και άλλων σημαντικών ερευνητών (Arts, Gelissen 2002) - αξιολογώντας ταυτόχρονα συγκριτικά στο μέτρο του δυνατού την επίδραση των πραγματικών μεταβιβάσεων της κοινωνικής πολιτικής και τη διαγενεακή υποστήριξη που επηρεάζουν τη μετάβαση των νέων στην εργασία. Τέλος, το ενδιαφέρον της ανάλυσης στρέφεται στην ισχύουσα κοινωνική δομή και την ανισοκατανομή πόρων, όπως την παρατηρούμε στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, στον οποίο η κοινωνική ανισότητα συνδυάζεται με τον περιορισμό της βιομηχανικής εργασίας, τον περιορισμό του κοινωνικού κράτους και της δημόσιας απασχόλησης. 2. Παρουσίαση αποτελεσμάτων από την ποσοτική και ποιοτική έρευνα του In4Youth 2.1 Οι Καταστάσεις Απασχόλησης - Ανεργίας - Μη απασχόλησης των νέων Ο αριθμός των άνεργων νέων, μαζί με αυτούς που δεν αναζητούν εργασία, στις ηλικίες αποτελούν τα 2/3 του συνολικού πληθυσμού των νέων του δείγματος. Οι εργαζόμενοι νέοι αποτελούν το 40% του συνόλου του πληθυσμού των νέων ετών, ένα γεγονός που συνδέεται με το μικρό μέγεθος του εργατικού δυναμικού των νεώτερων ηλικιών. Η δημογραφική γήρανση επηρεάζει άμεσα την ελληνική αγορά εργασίας, δημιουργώντας σημαντικές στρεβλώσεις σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες ο νεανικός πληθυσμός εμφανίζεται σχετικά σταθερός ή αυξανόμενος. Χώρες με έντονη δημογραφική γήρανση, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία παρουσιάζουν χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης των νέων, σε αντίθεση με τις χώρες του Ευρωπαϊκού Βορρά, όπως η Δανία η Σουηδία, η Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, στις οποίες η δημογραφική γήρανση έχει αντιστραφεί τις τελευταίες δεκαετίες (Contini 2010:11). To 2012, η Ελλάδα παρουσίασε το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης, 33.0% των νέων, ενώ ο μέσος όρος της Ευρώπης ανέρχεται στο 33.0%, και σε χώρες, όπως η Δανία με εξελιγμένα συστήματα υποστήριξης των νέων στην αγορά εργασίας, το ποσοστό απασχόλησης φτάνει το 55.0%. Ανάλογα χαμηλός είναι ο δείκτης απασχόλησης του συνόλου του πληθυσμού στην Ελλάδα, που ανέρχεται την ίδια χρονική περίοδο στο 58.0, ενώ ο μέσος όρος της Ε.Ε. πλησιάζει το 75.0% και στη Δανία το 78.0% (Eurostat, 2012). Αυτή η κατάσταση φαίνεται ότι έχει σχέση - πέρα από την επίδραση της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, με τη διαδεδομένη χαμηλή αποδοχή της κουλτούρας και του πολιτισμού της εργασίας, που έχει εισάγει η νεωτερική και βιομηχανική κοινωνίας στις Δυτικές Χώρες, ενώ ταυτόχρονα αποκρύπτει μεγάλα μεγέθη μη τυπικής και αδήλωτης εργασίας, κυρίως στα πλαίσια της λειτουργίας των μικρών και πολύ μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων. 1 Αυτό υποθέτουμε ότι ισχύει σε μεγάλο βαθμό και για τις ομάδες των νέων στις Βόρειες Ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες σε περιοχές με ασταθείς αγορές εργασίας, ενώ η ευαλωτότητά τους είναι μία σύνθεση από τις εξαιρετικά αρνητικές δομικές (τοπικές) συνθήκες, αλλά και από τις δύσκολες προσωπικές εμπειρίες που έχουν συγκεντρώσει πολύ πριν έρθουν σε επαφή με την αγορά εργασίας και μάλιστα αρκετό χρόνο πριν αποχωρήσουν ή ολοκληρώσουν τις διαδικασίες εκπαίδευσης (Furlong and Cartmel 2004). 20

21 Σχέδιο 1. Κατάσταση Απασχόλησης των νέων ετών. Η ανεργία των νέων συγκριτικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση Σχέδιο 2: Youth unemployment rates for the EU Member States, February 2012, August 2012 and February2013 Notes: *Data for January 2013 instead of February 2013: EE, EL, HU, UK. ** Data for December 2012 instead of February 2013:CY, LV, RO, SI. Source: Eurostat, LFS Στην Ελλάδα, το 2013, το ποσοστό ανεργίας των νέων ξεπέρασε το 59,1%, δημιουργώντας ένα αρνητικό ρεκόρ σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεπερνώντας έτσι και τα μεγέθη της ανεργίας των νέων ηλικίας 15-24, που παρουσίαζε μέχρι τότε η Ισπανία. Γενικά, οι χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, μαζί και με την Ιρλανδία, ξεπέρασαν όλες το 2012 το όριο του 30%, υπογραμμίζοντας τη διαχρονική χαμηλή προσφορά θέσεων εργασίας για τους νέους και τις δομικές αδυναμίες της αγοράς εργασίας στις χώρες αυτές. Αντίθετα, μόνο η Ολλανδία, η Αυστρία και η Γερμανία 21

22 παρουσίασαν ποσοστά ανεργίας των νέων μικρότερα του 10%. Η ελληνική κατάσταση και ιδιαίτερα η διαχρονική υψηλή ένταση της ανεργίας των νέων, υποδηλώνει ότι το πρόβλημα αυτό είναι ένα δομικό πρόβλημα της οικονομίας, ακόμα και πριν την οικονομική κρίση και καθορίζεται κυρίως από τους παράγοντες α) της αναντιστοιχίας της προσφοράς και της ζήτησης θέσεων ως προς το επίπεδο εκπαίδευσης και την ποιότητα των θέσεων εργασίας, β) το χαμηλό επίπεδο αμοιβών και κοινωνικής προστασίας με αποτέλεσμα τη μεγάλη διάρκεια στην αναζήτηση της επιθυμητής εργασίας, γ) το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων και η αδυναμία τους να παραμείνουν ανταγωνιστικές μετά την έναρξη της κρίσης το 2009 πολλαπλασίασε την ένταση ενός υπάρχοντος δομικού προβλήματος, προσθέτοντας σε αυτό και τη μεγαλύτερη μείωση της προσφοράς θέσεων εργασίας, λόγω της πτώχευσης χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων και την αναστολή επ αόριστον των διορισμών στο δημόσιο τομέα. Πίνακας 1. Ανεργία των νέων ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ελλάδα EU ,3 17,9 18,1 18,6 18,6 17,3 15,5 15,6 19,9 20,9 21,3 22,8 GR ,0 26,1 25,7 26,5 26,0 25,2 22,9 22,1 25,8 32,9 44,4 55,3 64,9 Eurostat Labor Force Statistics, annual data (lfsa_etpga) and (lfsa_eppga). Youth aged 15-24, adults Παρατηρούμε, επίσης, ότι τα υψηλά ποσοστά ανεργίας των νέων μεταξύ συνοδεύονται από μία σημαντική μείωση των απασχολούμενων, ιδιαίτερα στις ηλικίες ετών κατά 50% και στις ηλικίες κατά 35%, γεγονός που βρίσκεται σε άμεση σχέση και με το οξύ δημογραφικό πρόβλημα και τη μείωση του νεανικού πληθυσμού που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και η οποία γίνεται φανερή και από τη μείωση του συνολικού νεανικού πληθυσμού από 3,075 εκ. άτομα σε 2,572 εκ. άτομα. Η μείωση του συνολικού αριθμού των απασχολούμενων αποτελεί μία εξαιρετικά σημαντική παράμετρο για το σχεδιασμό των πολιτικών εκπαίδευσης και απασχόλησης του ανθρώπινου δυναμικού. Ο δείκτης απασχόλησης των νέων ετών, όπως υπολογίζεται με αναφορά στον Πίνακα 2, μειώνεται εντυπωσιακά από 44,65 το 2000 σε 42.5 το 2010 στο εξωτερικό, χαμηλό μέγεθος του 29,0% το Αυτό το μέγεθος του δείκτη απασχόλησης έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τη μεγέθυνση της ανεργίας, αλλά και από την προληπτική οχύρωση των νέων σε μία διαρκή επαναλαμβανόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση που δεν έχει ως άμεσο στόχο την ένταξη στην αγορά εργασίας ή τη δημιουργία επιχειρηματικής δραστηριότητας. 22

23 Πίνακας 2. Άνεργοι και απασχολούμενοι νέοι επί του συνόλου του Ενεργού Πληθυσμού Ηλικίες Απασχολούμενοι Άνεργοι Οικονομικά Μη ενεργοί ΣΥΝΟΛΟ Απασχολούμενοι Άνεργοι Οικονομικά Μη ενεργοί ΣΥΝΟΛΟ Ηλικίες Απασχολούμενοι Άνεργοι Οικονομικά Μη ενεργοί ΣΥΝΟΛΟ Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Έρευνες Εργατικού Δυναμικού 2000,2010, Καταγραφή και Ερμηνεία της ανεργίας και απασχόλησης των ηλικιακών ομάδων των νέων ετών Τα συμπεράσματα που μπορούμε να εξάγουμε από τη διασταύρωση των μεταβλητών είναι ενδιαφέροντα, ιδιαίτερα σε σχέση με πιθανούς προσδιοριστικούς παράγοντες και τα χαρακτηριστικά των νέων που συνδέονται με την ένταξή τους στην αγορά εργασίας [Ηλικία: Κατάσταση Απασχόλησης και Ανεργίας 2 - (Cramer's V=0,580, Sig 0,000)] Οι νεαρότερες ηλικίες (15-19 ετών) φαίνεται να έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να βρίσκονται στην κατάσταση της μη αναζήτησης εργασίας με κύριο στόχο τη συνέχιση της εκπαίδευσης και των διαδικασιών κατάρτισης. Σε αυτή την ηλικία, η κατανομή των καταστάσεων απασχόλησης στους νέους αυτής της ηλικίας είναι: 4,5% εργαζόμενοι, 8,9% άνεργοι και 86,6% νέοι που δεν αναζητούν εργασία. Ο αριθμός των ανέργων είναι σχεδόν διπλάσιος από τον αριθμό των εργαζομένων. Αυτή η ηλικιακή ομάδα, αν και παρουσιάζει μικρό απόλυτο αριθμό ανέργων δείχνει μία μεγαλύτερη πιθανότητα να βρίσκεται στην κατάσταση ανεργίας, όταν αναζητεί εργασία. 2 Ανάλυση με τη βοήθεια της διασταύρωσης των σχετικών μεταβλητών, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις με τον συμπληρωματικό έλεγχο μέσω της πολυωνυμικής λογιστικής παλινδρόμησης (In4Youth ). 23

24 Στην ομάδα ηλικιών ετών, το ποσοστό των ανέργων είναι ιδιαίτερα υψηλό και ανέρχεται στο 46,2,% αυτής της ομάδας. Περιλαμβάνει έτσι το μισό όλων των νέων αυτής της ηλικιακής ομάδας (46,2%), ενώ ο αριθμός των εργαζομένων σχεδόν τριπλασιάζεται (14,9%) σε σχέση με την αμέσως νεώτερη ηλικιακή ομάδα. Ταυτόχρονα, το ποσοστό των νέων που δεν αναζητούν εργασία παραμένει εξαιρετικά υψηλό (39,0%). Το τελευταίο ποσοστό δείχνει ότι οι παράγοντες που κρατούν τους νέους μακριά από την αγορά εργασίας, παραμένουν ενεργοί για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την ολοκλήρωση της αρχικής τους εκπαίδευσης. Το ποσοστό των απασχολούμενων αυξάνεται με την ηλικία. Στην αμέσως μεγαλύτερη ηλικιακή ομάδα των νέων ετών, παρατηρούμε ότι το 30,7% είναι εργαζόμενοι, το 41,3% είναι άνεργοι και το 4,7% δεν αναζητούν εργασία. Σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό απασχολούμενων 59,7% παρατηρούμε στην ομάδα ηλικιών ετών, ενώ το ποσοστό των ανέργων είναι χαμηλότερο (22,3%) και των μη αναζητούντων εργασία μόλις 3,1%. Η ηλικιακή ομάδα δείχνει, όμως, να έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να βρίσκεται στην κατάσταση ανεργίας, σε σύγκριση με τις άλλες ηλικιακές ομάδες σύμφωνα με έναν έλεγχο μίας πολυωνυμικής λογιστικής παλινδρόμησης. 3 Από τα ανωτέρω στατιστικά μεγέθη συμπεραίνουμε ότι οι εσωτερικές αναλογίες των τριών καταστάσεων απασχόλησης [Εργασία - Ανεργία - Μη αναζήτηση εργασίας] μεταβάλλονται σημαντικά με την αύξηση της ηλικίας, μέσα από τη σταδιακή μετάβαση των νέων από τη μη εργασία στην εργασία, ενώ η κατάσταση της ανεργίας παραμένει ιδιαίτερα σημαντική για τις δύο μεσαίες ομάδες ηλικιών: και Εισόδημα: Κατάσταση Απασχόλησης και Ανεργίας (Cramer's V=0,152, Sig=0,000)]: Οι νέοι των οποίων το οικογενειακό εισόδημα δεν ξεπερνάει τα 500 ευρώ/μήνα στο σύνολο του δείγματος είναι: 39,9% απασχολούμενοι, 36,8% άνεργοι και 23,3% δεν αναζητούν εργασία. Η ομάδα των νέων των οποίων η οικογένεια διαθέτει /μήνα παρουσιάζει - με αναφορά στο σύνολο του δείγματος - 34,4% απασχολούμενους, 43,2% άνεργους, και 22,4% που δεν αναζητούν εργασία. Ανάμεσα στις δύο εισοδηματικές τάξεις δεν παρατηρούμε κάποια ισχυρή διαφοροποίηση ως προς τα μεγέθη της ανεργίας και της απασχόλησης, αλλά και ως προς αυτούς που δεν αναζητούν εργασία. 3 Nominal log. Regression: Κατάσταση Απασχόλησης Ε0α = εξαρτημένη μεταβλητή/ Ομάδες Ηλικιών: Β=0,158 / Exp(B)=1,171 24

25 Μεγαλύτερες πιθανότητες να έχουν εργασία είναι τα νέα άτομα των οποίων οι οικογένειες έχουν εισοδήματα μεγαλύτερα των Ευρώ, ενώ οι νέοι με πολύ χαμηλά οικογενειακά εισοδήματα, κάτω των Ευρώ, παρουσιάζουν πολύ μεγάλες πιθανότητες να είναι άνεργοι. Αυτό ερμηνεύεται, κυρίως, από το γεγονός ότι αυτή η ομάδα δεν έχει ευκαιρίες να βρει εργασία, κυρίως, λόγω της χαμηλής εκπαίδευσης ή της μη ολοκληρωμένης κατάρτισης, αλλά και πιθανά και από τις υποχρεώσεις που προκύπτουν εντός του νοικοκυριού που ζούνε, όπως μας τεκμηριώνουν και τα δεδομένα ποιοτικής έρευνας Το οικογενειακό Εισόδημα των Άνεργων Νέων Το 15,8% τoυ συνόλου των άνεργων νέων του δείγματος παρουσιάζουν οικογενειακό εισόδημα μικρότερο από 500 Ευρώ, ενώ ένα άλλο 28,7% παρουσιάζει εισόδημα μικρότερο από Ευρώ. Η ανεργία συνδυάζεται άμεσα με τον κίνδυνο φτώχειας για το 44,5% των νέων, καθώς και των νοικοκυριών στα οποία διαβιούν, εφόσον δεχτούμε ότι το μέσο μέγεθος των νοικοκυριών των νέων ανέρχεται κατά μέσο όρο στα 3 άτομα και ότι το οικογενειακό εισόδημα κατανέμεται ισόρροπα μεταξύ τους. Συνολικά, παρατηρούμε μία χαμηλή παρουσία των ανέργων στα μεσαία και υψηλότερα οικογενειακά εισοδήματα. Μόλις το 6,1 % όλων των άνεργων νέων του δείγματος έχουν οικογενειακό εισόδημα Ευρώ, ενώ το 9,3% ξεπερνάει τις Ευρώ. Αλλά, ακόμα και τα εισοδήματα μέχρι τις Ευρώ στην Ελλάδα σήμερα, δεν επιτρέπουν υψηλή ευμάρεια για μία τριμελή οικογένεια, ιδιαίτερα εάν δε διαθέτει δικιά της κατοικία και εάν έχει οικονομικές υποχρεώσεις για θέματα υγείας ή εκπαίδευσης των παιδιών. Καταστάσεις που επιβαρύνονται ακόμα περισσότερο από την υψηλή φορολογία που έχει επιβληθεί μετά το Πολλά νέα άτομα που δουλεύουν, δέχονται συχνά τη βοήθεια της οικογένειας για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες στέγασης και διατροφής. Το εισόδημα που κερδίζουν από την εργασία τους κατευθύνεται, κυρίως, στην ατομική τους κατανάλωση, στην ενδυμασία και στις διακοπές, όπως και στη χρήση ιδιωτικού αυτοκινήτου, εκτός και 4 [Πηγή: In4Youth: Εστιασμένες Ομάδες In4Youth: Σύνθετη Ανάλυση Εστιασμένων Ομάδων (1) : Κοινωνικό Καθεστώς - Οικογένεια και κοινωνική προστασία)] 25

26 αν και αυτό παραχωρείται επίσης από την οικογένεια. Τα μέλη της Εστιασμένης Ομάδας (ΕΟ) 16 που ανήκουν σε μεσοαστικές οικογένειες, διέθεταν ικανοποιητικά εισοδήματα μέχρι πρόσφατα, αλλά και μετά την κρίση. Έτσι, είναι σε θέση να αναλάβουν αρκετό μεγάλο βάρος του κόστους ζωής και των εργαζόμενων απογόνων που είναι σε ηλικίες μεταξύ ετών 5, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτή η βοήθεια συνδέεται με τη βελτίωση του επιπέδου της εκπαίδευσής τους 6. Πίνακας 4. Ομάδες ηλικιών Ποσοστά (%) επί του συνόλου των άνεργων νέων του δείγματος Ν=595 εισοδηματικές κατηγορίες Σύνολο μέχρι 500 Ευρώ 0,50% 4,10% 6,10% 5,20% 15,80% ,40% 8,60% 12,00% 6,80% 28,70% ,40% 7,00% 11,10% 5,00% 24,40% ,10% 5,00% 6,60% 2,90% 15,60% ,50% 2,00% 3,60% 6,10% 2500< 0,20% 4,10% 5,00% 9,30% Πηγή: In4Youth 2014 Ο κίνδυνος υποκειμενικής φτώχειας συνδυάζεται, επίσης, σε πολλές περιπτώσεις με συμπεριφορές επικίνδυνες ή παραβατικές: συμπεριφορές όπως η συχνή χρήση αλκοόλ 17,5%, το κάπνισμα 35,2%, η συχνή ή πολύ συχνή χρήση ουσιών 7,2% και, τέλος, η συχνή ή πολύ συχνή βίαιη συμπεριφορά - 14% του συνόλου των ανέργων του δείγματος 7. 5 [Ανάλυση Εστιασμένης Ομάδας,F.G. (16) Επισφαλής. Εργασία.txt.] 6 [Πηγή: In4Youth: Εστιασμένες Ομάδες In4Youth: Σύνθετη Ανάλυση Εστιασμένων Ομάδων (1) : Κοινωνικό Καθεστώς - Οικογένεια και κοινωνική προστασία)] 7 [Πηγή: In4Youth,Διασταύρωση μεταβλητής Η.5.1. με τις διαστάσεις της μεταβλητής Ε.1.11.] 26

27 Η διατήρηση της ανθεκτικότητας των νέων μέσω της οικογενειακής βοήθειας Οι άνεργοι νέοι του δείγματος δέχονται σε ποσοστό 27,6% συχνά ή πολύ συχνά βοήθεια 44,6%. Αυτοί που δέχονται, επίσης, συχνά ή πολύ συχνά βοήθεια (Ε ) από την οικογένειά τους, είναι τα άτομα που δεν αναζητούν εργασία σε αντίστοιχα ποσοστά 31,7% και 43,2%. Πρόκειται για ένα γεγονός που μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους: Ο πρώτος είναι οι μεγαλύτερες ανάγκες που αντιμετωπίζουν για την επιβίωσή τους και ο δεύτερος ότι μπορεί ένα ποσοστό αυτής της κατηγορίας των νέων να βρίσκει μία ικανοποιητική προστασία στην οικογενειακή βοήθεια και η οποία δημιουργεί αντικίνητρα για την άμεση αναζήτηση εργασίας. Αντίθετα, η προστασία και η βοήθεια από τους συγγενείς με τους οποίους κατοικούν μαζί τους οι νέοι, δε συνδυάζεται με την πιθανότητα της ανεργίας. Η προστασία της οικογένειας επεκτείνεται και στην αποδοχή και στην εμπιστοσύνη που δείχνουν οι νέοι για συμβουλές σε σχέση με τη εύρεση εργασίας. Σε ποσοστό 33%, οι νέοι άνεργοι εμπιστεύονται την οικογένεια και μόνο σε ποσοστό 5,7% τους δημόσιους φορείς εκπαίδευσης και 8,2% τους αρμόδιους συμβούλους του ΟΑΕΔ. Χαμηλή είναι, επίσης, η εμπιστοσύνη και στη συμβουλευτική που προσφέρεται από ιδιωτικές επιχειρήσεις και γραφεία εύρεσης εργασίας. Η απουσία των δημόσιων και ιδιωτικών και δημόσιων θεσμών σε αυτό τον κρίσιμο τομέα καταδεικνύει ότι οι νέοι που είναι άνεργοι ή αναζητούν να βελτιώσουν την εργασιακή τους θέση, διαθέτουν μόνο τον ατομικό οικογενειακό ορίζοντα αξιολόγησης των ευκαιριών ή των δυσκολιών που παρουσιάζονται στην αγορά εργασίας. Το 53% των άνεργων νέων που δέχονται συχνά ή πολύ συχνά βοήθεια από την οικογένεια διαφωνούν ότι κινδυνεύουν από τον κοινωνικό αποκλεισμό.[ερ.η5.1. (4) &(5)]. Οι οικογενειακοί δεσμοί είναι αυτοί που εξασφαλίζουν την ανθεκτικότητα απέναντι στην περιθωριοποίηση των νέων. Ταυτόχρονα, όμως, τους εγκλωβίζουν σε μία λανθάνουσα, αλλά αντικειμενική και μακρόχρονη οικονομική περιθωριοποίηση. Επίσης, το 50% των άνεργων νέων που δέχονται βοήθεια δεν αισθάνονται ιδιαίτερα μειονεκτικά απέναντι στον κοινωνικό τους περίγυρο.[ερ.η5.2. (4) &(5). Το ισχύον πολιτισμικό πρότυπο της εργασίας διαφέρει σημαντικά από αυτό των βόρειων ευρωπαϊκών χωρών, στο οποίο αντίθετα ασκείται ισχυρή ηθική και οικονομική πίεση στον άνεργο (προτεσταντική ηθική). 27

28 Σύμφωνα με τις αναλύσεις των κοινωνικών επιστημόνων, στην Ελλάδα λειτουργεί το Μεσογειακό καθεστώς κοινωνικής προστασίας, στο οποίο το ελλειμματικό κράτος υποκαθίσταται και συμπληρώνεται από τα δίκτυα αλληλεγγύης της οικογένειας (Χτούρης 1993, Ferrera 1996). Η οικονομική κρίση και η κρίση χρέους μετά το 2009 έχει περιορίσει, όμως, δραστικά τα οικονομικά αποθέματα των νοικοκυριών και έχει απαξιώσει την αποταμίευση των ακινήτων που αποτελούσε τη βάση του συστήματος διαγενεακής αλληλεγγύης στην ελληνική εκδοχή του Μεσογειακού συστήματος. Έχουν γίνει, επίσης, ακόμα πιο ασαφή τα όρια - όπως παρουσιάζεται παρακάτω - ανάμεσα στη μισθωτή εργασία, την άτυπη εργασία, την ανεργία και τη μη εργασία που συνήθως υποστηρίζεται από την οικογένεια, όπως επίσης και οι διαδρομές μετάβασης. Ανάλυση από τις Εστιασμένες Ομάδες για την οικογενειακή προστασία Ο ρόλος της οικογένειας και των κοντινών ισχυρών κοινωνικών δεσμών αναδεικνύεται, και στις 24 Εστιασμένες Ομάδες (Focus Groups), των Νέων ανέργων και των Ειδικών, ως πρωταρχικός, τόσο για την οικονομική υποστήριξη των νέων ανέργων, όσο και για την ψυχολογική υποστήριξη και τη δημιουργία ενός κλίματος ασφάλειας. Τόσο οι κοινωνικοί όσο και οι οικονομικοί κίνδυνοι, φαίνεται να περιορίζονται σημαντικά μέσα από την προστασία που παρέχει ο θεσμός της οικογένειας 8. Οι περισσότεροι νέοι είναι ενταγμένοι στο δίχτυ προστασίας της κοινωνικής προστασίας της οικογένειας, ακόμα και όταν εργάζονται. Οι νέοι θεωρούν ότι είναι πολιτισμικά δεδομένο, ότι εφόσον αυτό είναι δυνατό για την οικογένεια προέλευσης, θα υπάρχει μία διαρκής ισχυρή διαγενεακή αλληλεγγύη ανάμεσα σε αυτούς και την οικογένειά τους. Αυτή η πολιτισμική - κοινωνική δέσμευση οδηγεί το άτομο να συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία αμοιβαιότητας, κυρίως μέσα από την ένταξή του σε ένα συλλογικό milieu (οικογένεια - ευρύτερη οικογένεια - συγγενικά δίκτυα κ.λπ.), το οποίο καθορίζει τη δράση του και καθορίζεται αντίστροφα και από τον ίδιο. Η σχέση αυτή είναι μέσο επίτευξης ατομικών και συλλογικών στόχων και εξελίσσεται ανάλογα με τις δυνατότητες της οικογένειας και το βαθμό συνοχής της (ύπαρξη οικονομικού κεφαλαίου, πολιτισμικού κεφαλαίου, ακίνητης περιουσίας κ.ά.) 9. Η οικογένεια προέλευσης αποτελεί το κυριότερο σημείο επιστροφής και κοινωνικής οχύρωσης στην περίπτωση που η νέα οικογένεια των νέων αποτυγχάνει και τα μέλη της οδηγούνται στο διαζύγιο ή σε μία διαταραγμένη συμβίωση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις γυναίκες και τα παιδιά, όταν δεν έχουν άλλη προστασία. Στο σημείο αυτό, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις γίνεται ιδιαίτερα ορατό το Ελλειμματικό Κράτος Πρόνοιας και, γενικότερα, η χαμηλή λειτουργική θεσμική πυκνότητα του Κράτους και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Διαφοροποίηση των καταστάσεων Απασχόλησης- Ανεργίας σε σχέση με το φύλο Η ανεργία κατανέμεται με παρόμοια ποσοστά ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες. Το 47,5% του συνόλου των ανέργων του δείγματος είναι άνδρες, ενώ το ανάλογο ποσοστό των γυναικών είναι το 52,5% του δείγματος. Μία παρόμοια, αλλά αντίστροφη κατανομή παρατηρούμε και στην κατάσταση απασχόλησης σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι άνδρες ανέρχονται στο 53,1% του δείγματος, ενώ το 46,9% είναι εργαζόμενες γυναίκες. Οι άνδρες, σύμφωνα με την ανάλυση της πολυωνυμικής λογιστικής παλινδρόμησης παρουσιάζουν 1,3 φορές μεγαλύτερες 8 In4Youth 2014 : - Σύνθετη Ανάλυση Εστιασμένων Ομάδων (1) : Κοινωνικό Καθεστώς - Οικογένεια και κοινωνική προστασία) 9 [Ανάλυση, Επισφαλής Εργασία 2014 (ΕΟ -16)] & I n4youth 2014 : - Σύνθετη Ανάλυση Εστιασμένων Ομαδων (1) : Κοινωνικό Καθεστώς - Οικογένεια και κοινωνική προστασία) 10 [Εστιασμένη Ομάδα Ε.Ο. Περιστέρι 2014 (ΕΟ 2) 28

29 πιθανότητες να είναι άνεργοι σε σχέση με τις γυναίκες 11. Η διαφοροποίηση αυτή δε φαίνεται να ακολουθεί την παραδοσιακή ανισότητα στην ελληνική αγορά εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας ήταν αντικείμενο της ανδρικής εργασίας. Η οικονομική κρίση, μετά το 2009, οδήγησε σε μία εξίσωση αυτής της διαφοράς, κυρίως λόγω της σημαντικής μείωσης των θέσεων εργασίας των ανδρών στις κατασκευές και στη βιομηχανική παραγωγή, ενώ αντίθετα, οι χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας των γυναικών στο εμπόριο και στις υπηρεσίες, δεν υπέστησαν μία ανάλογη μείωση Η Ανεργία των νέων σε σχέση με τις κατευθύνσεις Εκπαίδευσης και κατάρτισης Οι πιθανότητες ανεργίας φαίνεται να διαφοροποιούνται ολοκληρώσει οι άνεργοι 12. ανάλογα με το είδος της εκπαίδευσης που έχουν Μια σχετικά θετική θέση εκκίνησης για την ένταξη στην αγορά εργασίας προσφέρουν τα επαγγέλματα της εκπαίδευσης στα οποία μόλις το 19,6% των αποφοίτων τους είναι άνεργοι, ενώ 57,6% εργάζονται και 22,8% δεν αναζητούν εργασία. Ανάλογα ποσοστά παρατηρούμε και στους απόφοιτους με ειδίκευση στις υπηρεσίες κάθε τύπου, όπου το ποσοστό των ανέργων είναι 16,2%, των απασχολούμενων 59,6% και αυτών που δεν αναζητούν εργασία 24,2%. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι αρνητικές πιθανότητες για την ένταξη στην αγορά εργασίας, που παρουσιάζουν τα τεχνικά επαγγέλματα [Μηχανικοί, Μεταποίηση, Κατασκευές- Ερ. Δ.3.7], οι απόφοιτοι των οποίων μόνο σε ποσοστό 49,4% εργάζονται, το 33,7% είναι άνεργοι και το 16,9% δεν αναζητούν εργασία. Παραπάνω από το 50% αυτών των επαγγελματικών κατευθύνσεων είναι άνεργοι ή δεν αναζητούν εργασία. Το γεγονός αυτό είναι, βέβαια, το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του κλάδου των κατασκευών και της ολοένα διευρυνόμενης αποβιομηχάνισης της χώρας. Ανάλογα ποσοστά συναντούμε και στα επαγγέλματα πληροφορικής, επιστήμες της φύσης κ.ά. [Ερ. Δ.3.6], των οποίων οι απόφοιτοι φαίνεται να είναι σε ποσοστό 39,1% άνεργοι, 19,0% μη εργαζόμενοι και μόνο το 41,9% εργαζόμενοι. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε στην οικονομία ένας άμεσος μετασχηματισμός κατά τη διάρκεια της κρίσης και ότι η επιθυμητή μετάβαση από τους παραδοσιακούς κλάδους προς τους κλάδους παραγωγής της νέας τεχνολογίας και καινοτομίας δεν έχει πραγματοποιηθεί. Δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με τα επαγγέλματα της πληροφορικής είναι το ίδιο ευάλωτα στην ανεργία, όπως και τα επαγγέλματα που έβρισκαν επαγγελματική διέξοδο στη Δημόσια Διοίκηση και Εκπαίδευση. 11 Εξηρτημένη Μεταβλητή Ε0α:κατάσταση απασχόλησης, Β=0,231, Exp(B)= 1,260] 12 [Διασταύρωση μεταβλητών Ε0α και Δ3 (Cramer's V=0,240, Sig=0,0) ]. 29

30 Τα επαγγέλματα υγείας και πρόνοιας (Ερ. Δ.3.9) παρουσιάζουν, επίσης, μεγάλα ποσοστά ανεργίας (34,9%) και μη απασχόλησης (27,5%) στο σύνολο των αποφοίτων τους. Ένα γεγονός που είναι, επίσης, βέβαιο αποτέλεσμα της απορρύθμισης όλων των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και κοινωνικής προστασίας, μέσα από τον περιορισμό του προσωπικού τους, τις απολύσεις και την αναστολή κάθε νέου διορισμού στον κρίσιμο τομέα της Υγείας και της κοινωνικής προστασίας. Το 62,4% των αποφοίτων του δείγματος που είχαν σπουδές στα επαγγέλματα Υγείας και Πρόνοιας καταγράφηκαν, επίσης, από την έρευνα του In4Youth ως μη εργαζόμενοι. Οι εκπαιδεύσεις που ολοκλήρωσαν οι νέοι με αντικείμενο τις Επιχειρήσεις και το Δίκαιο συνδέονται σε ποσοστό 50,2% με την Απασχόλησή τους, σε ποσοστό 27,4%, με την κατάσταση Ανεργίας και σε ποσοστό 22,4% με τη μη αναζήτηση Εργασίας. Η κατάσταση αυτή της μεγεθυμένης ανεργίας και υποαπασχόλησης σε κρίσιμα επαγγέλματα, που έχουν άμεση σχέση με την επιχειρηματική και κρατική δραστηριότητα, καταδεικνύουν και το βάθος και την έκταση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, στο σύνολο των δημόσιων θεσμών. Οι απόφοιτοι Κοινωνικών Επιστημών (ΚΕ) και Ανθρωπιστικών Επιστημών (ΑΕ) αντιμετωπίζουν παρόμοια ποσοστά ανεργίας, 26,6% και 34,9%, ενώ τα ποσοστά των αποφοίτων τους που δεν αναζητούν εργασία είναι αντίστοιχα 31,5% και 21,2 %. Δε γνωρίζουμε για τους νέους απόφοιτους αυτών των επιστημονικών επαγγελμάτων πού εργάζονται [41,9% (ΚΕ) και 43,8% (ΑΕ) το μέγεθος της ετεροαπασχόλησης]. Τη μεγαλύτερη έκπληξη δημιουργεί το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης - 29,3% των αποφοίτων των κλάδων που έχουν σχέση με τη Γεωργία και την Κτηνιατρική, καθώς και το μεγάλο ποσοστό αυτών που δεν αναζητούν εργασία 41,5%, ενώ οι άνεργοι του κλάδου αυτού ανέρχονται στο 29,3% του συνόλου των αποφοίτων. Γίνεται, επίσης, φανερό από τα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα της έρευνας, ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί κάποια σημαντική αλλαγή στις παραγωγικές δραστηριότητες της χώρας μέσα από την επανάκαμψη του αγροτικού τομέα και την επιστροφή των νέων σε περισσότερο πρακτικά επαγγέλματα. Αυτό υπογραμμίζεται και από το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης του συνόλου των αποφοίτων 2,3% που έχουν σχέση με τον κλάδο της Γεωργίας και της Κτηνοτροφίας. Το 13,9 των εργαζομένων, αλλά και το 23,3% των ανέργων δεν έδωσαν καμία απάντηση στην ερώτηση που αφορά στην επαγγελματική τους εκπαίδευση, ένα γεγονός που υποστηρίζει την υπόθεση ότι περίπου το 14,4% του συνολικού Δείγματος των νέων ετών, δεν έχει πιθανά καμία αναγνωρισμένη ή ολοκληρωμένη επαγγελματική εκπαίδευση. Από αυτούς το 54,3% είναι άνεργοι και το 43,4% εργαζόμενοι και μόνο το 2,3% δεν αναζητά εργασία. Tα ποσοστά αυτά καταδεικνύουν τα σημαντικά προβλήματα εξειδίκευσης και κατάρτισης του ανθρώπινου κεφαλαίου των νέων στην Ελλάδα, αλλά και την υψηλή ζήτηση, κυρίως για ανειδίκευτη και πιθανά χαμηλόμισθη εργασία. 30

31 Σύμφωνα με μια πολυωνυμική λογιστική παλινδρόμηση, υπάρχουν μία σειρά ενδιαφέροντα συμπληρωματικά αποτελέσματα για τη σχέση εκπαίδευσης και πιθανότητας απασχόλησης (βλέπε πίνακα στο Παράρτημα 1): α) Οι μη εξειδικευμένοι νέοι που δε δηλώνουν μία ολοκληρωμένη εκπαιδευτική διαδικασία (Δ.3=66,) παρουσιάζουν 12 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι εργαζόμενοι σε σχέση με τους απόφοιτους των Σχολών Υγείας (Δ.3=9)/( με κατηγορία αναφοράς Ε0α =Δεν Αναζητώ εργασία.) β) Οι απόφοιτοι των κλάδων που παρουσιάζονται ότι έχουν ολοκληρώσει μία γενική Εκπαίδευση Γενικά Προγράμματα (Δ.3 =1), παρουσιάζουν σχεδόν 4 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι εργαζόμενοι σε σχέση με τους απόφοιτους των Σχολών Υγείας (Δ.3=9), (με κατηγορία αναφοράς Ε0α =Δεν Αναζητώ εργασία). γ) Οι απόφοιτοι των κλάδων των επιχειρηματικών και νομικών σπουδών (Δ.3=5) και οι απόφοιτοι των κλάδων των μαθηματικών, πληροφορικής και φυσικών επιστημών (Δ.3=6), έχουν 1,6 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι εργαζόμενοι σε σχέση με τους απόφοιτους των Σχολών Υγείας (Δ.3=9)/(με κατηγορία αναφοράς Ε0α=Δεν Αναζητώ εργασία). δ) Οι απόφοιτοι των κλάδων των Υπηρεσιών (Δ.3=1ο) και των κλάδων της Εκπαίδευσης (Δ.3=2), παρουσιάζουν σχεδόν 1,8 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι εργαζόμενοι σε σχέση με τους απόφοιτους των Σχολών Υγείας (Δ.3=9),(με κατηγορία αναφοράς Ε0α =Δεν Αναζητώ εργασία). Η ερμηνεία των ανωτέρω στοιχείων μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πρόσβαση και ένταξη στην αγορά εργασίας διευκολύνεται περισσότερο στους απόφοιτους που προέρχονται από γενικές κατευθύνσεις εκπαίδευσης και κατάρτισης, χωρίς υψηλή εξειδίκευση και οι οποίες επιτρέπουν πιθανά έναν υψηλό βαθμό προσαρμογής στις εκάστοτε προσφερόμενες θέσεις εργασίας, όπως επίσης και την εύκολη μεταφορά των διαθέσιμων ικανοτήτων των νέων ανέργων (transferability of skills) στις προτεινόμενες θέσεις εργασίας. 31

32 Η σχέση των διαδικασιών Κατάρτισης με την Απασχόληση /Ανεργία Η συμμετοχή σε προγράμματα κατάρτισης συνδέεται με μεγάλα ποσοστά ανεργίας των νέων. Το 46,7% των νέων του δείγματος που είχαν συμμετάσχει σε προγράμματα τους τελευταίους 12 μήνες ήταν άνεργοι, ενώ το 32,8% εργαζόμενοι και 20,5% δεν αναζητούσε κάποια εργασία. Αυτό έχει πιθανά σχέση με το ότι οι άνεργοι νέοι του δείγματος συμμετείχαν σε μεγάλο ποσοστό σε προγράμματα κατάρτισης, τα οποία προσφέρονταν κατά την περίοδο διεξαγωγής της έρευνας, αλλά και από την πρακτική των νέων ανέργων να προχωρούν σε επαναλαμβανόμενες και διαδοχικές συμμετοχές σε ανάλογα προγράμματα, με στόχο την εξασφάλιση, κυρίως της οικονομικής υποστήριξης, μέσω των επιδομάτων που προσφέρουν. (Διασταύρωση της Μεταβλητής Κατάσταση Απασχόλησης (Ε0α) και της συμμετοχής σε προγράμματα κατάρτιση (Ερ. Δ.6)). [Εστιασμένη Ομάδα 14: Στελέχη 2014]. Σύμφωνα με μία πολυωνυμική λογιστική παλινδρόμηση ο νέος/α που συμμετείχε σε προγράμματα κατάρτισης, έχει σχεδόν 4 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες να είναι άνεργος σε σχέση με το νέο που δεν συμμετείχε σε ανάλογα προγράμματα. Ερ.Δ6 Β Sig. Exp(B) ΑΝΕΡΓΟΣ [d6_new=1] Συμμετείχε 1,315,000 3,725 [d6_new=2] Δεν Συμμετ 0 b a. The reference category is: ΔΕΝ ΑΝΑΖΗΤΩ ΕΡΓΑΣΙΑ. Από τους νέους ανέργους που έχουν απορρίψει θέσεις εργασίας κατά τη διάρκεια της αναζήτησης εργασίας, μόνο το 49% θεωρεί ότι έχει κατάλληλες και πολύ κατάλληλες ικανότητες για την επιθυμητή εργασία. Ενώ από τους νέους ανέργους που δεν έχουν οι ίδιοι απορρίψει θέσεις εργασίας αλλά παραμένουν άνεργοι μόνο το 38,5% θεωρεί ότι έχει κατάλληλες και πολύ κατάλληλες επαγγελματικές ικανότητες. [Διασταύρωση μεταβλητών Γ12 και Γ13]. Συνολικά, το 32,3% των άνεργων νέων έχει απορρίψει, με δική του πρωτοβουλία, θέσεις εργασία που έχει βρει ή του έχουν προταθεί. Σχεδόν το 50% από αυτούς έχουν απορρίψει περισσότερες από δύο θέσεις εργασίας και το 23,4% περισσότερες από τρεις. Το μέγεθος αυτό καταδεικνύει τη δυσαρμονία ανάμεσα στις προσφερόμενες θέσεις εργασίας και τις ανάγκες και παραστάσεις των νέων για την επιθυμητή εργασία [Μεταβλητή Γ12.1.]. Οι Προσδοκίες της Οικογένειας και η Κατάσταση Απασχόλησης των Νέων Η οικογένεια μπορεί να επιτείνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τις πιθανότητες για ένα νέο να αντιμετωπίσει την ανεργία, κυρίως, όμως, λόγω των υποχρεώσεων και των υψηλών προσδοκιών που μπορεί να δημιουργεί. Όπως δήλωσε το 6,6% των νέων ανέργων του δείγματος, θεωρούν ότι οι υποχρεώσεις που αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν, λόγω της οικογένειας, τους εμποδίζει να έχουν την κατάλληλη εκπαίδευση, ενώ 2,4% των νέων της ίδιας κατηγορίας, εμποδίζονται λόγω των προσδοκιών της οικογένειας να έχουν το είδος της εκπαίδευσης που 32

33 επιθυμούν (Ερ.Δ13). Ταυτόχρονα, στην ερώτηση αν εμποδίζονται από την οικογένεια να βρουν την κατάλληλη εργασία (Ερ.Γ11), μόνο το 6,1 % των ανέργων απάντησε θετικά. Τα ποσοστά αυτά είναι, παρόλα αυτά, σχετικά χαμηλά αν υπολογίσουμε τα προβλήματα και τις αμοιβαίες υποχρεώσεις που έχει δημιουργήσει στα νοικοκυριά η οικονομική κρίση μετά τη μεγάλη μείωση των μισθών, των συντάξεων και τις εκτεταμένες ομαδικές απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα Η διάρκεια της Ανεργίας των νέων ετών Το υψηλό ποσοστό της ανεργίας μακράς διάρκειας ανέρχεται στο 53% των άνεργων νέων, με αρκετά μεγαλύτερο το ποσοστό των μακροχρόνια άνεργων γυναικών, που αποτελούν σχεδόν το 60% των άνεργων γυναικών. Περίπου το 20,0% των νέων είναι άνεργοι από 6-11 μήνες, ανεξαρτήτως φύλου. Η συσχέτιση αυτή είναι στατιστικά σημαντική και τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι η ανεργία στους νέους επικεντρώνεται κυρίως στη δυσκολότερη μορφή της, δηλαδή στην ανεργία μακράς διάρκειας και η οποία αποτελεί, επίσης, το κατώφλι για το σταθερό αποκλεισμό των νέων από την αγορά εργασίας. Στην καταγεγραμμένη ανεργία μακράς διάρκειας, πρέπει να συνυπολογίσουμε και τους άνεργους νέους που έχουν διακόψει την αναζήτηση εργασίας είτε από τη συσσωρευμένη απογοήτευση της αναποτελεσματικής συνεχόμενης αναζήτησης είτε για να επικεντρωθούν σε άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις, οι οποίες τους αποφέρουν μία παράλληλη μικρή οικονομική ψυχολογική υποστήριξη από την οικογένεια, όπως δείχνουν τα ποιοτικά δεδομένα της έρευνας. ΠΙΝΑΚΑΣ 2. ΕΡ.Α ΦΥΛΟ Total ΠΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΙΣΤΕ ΑΝΕΡΓΟΣ; ΑΝΔΡΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΗΝΑ 5,7% 3,8% 4,7% 1-2 ΜΗΝΕΣ 7,5% 5,1% 6,2% 3-5 ΜΗΝΕΣ 17,1% 9,2% 12,9% 6-11 ΜΗΝΕΣ 20,3% 20,0% 20,1% 12 ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΑΝΩ (Ανεργία μακράς διάρκειας) 46,6% 59,4% 53,4% ΣΥΝΟΛΟ Πηγή: In4Youth 2014 (Ερ.Γ1.1.) Υποστήριξη των ανέργων από τους Δημόσιους Θεσμούς /ΟΑΕΔ Ο βαθμός θεσμικής - οικονομικής υποστήριξης των άνεργων νέων είναι ιδιαίτερα χαμηλός στην Ελλάδα. Όπως παρατηρούμε στον Πίνακα 2, μόνο ένα μικρό ποσοστό 6,3% των ανέργων του δείγματος, λαμβάνουν επίδομα από τον ΟΑΕΔ και αυτό συγκεντρώνεται κυρίως στις μεγαλύτερες ηλικιακές κατηγορίες (30-34 ετών & ετών). Αντίθετα, περισσότερο από τα 2/3 των ανέργων (69,6%), ενώ είναι δηλωμένοι στον ΟΑΕΔ, δε λαμβάνουν κανένα επίδομα [ΕρΓ6/ 4 Ηλικιακές ομάδες]. Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν την άποψη ότι το κράτος πρόνοιας είναι ιδιαίτερα φειδωλό όσον αφορά στην υποστήριξη των εργαζομένων στην περίπτωση που αναγκαστούν να αλλάξουν εργασία ή να αναζητήσουν μία νέα εργασία λόγω απόλυσης. Το πρόβλημα των ανέργων είναι ακόμα μεγαλύτερο στην περίπτωση που παραμείνουν για μεγάλο διάστημα εκτός εργασίας λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος, στα 33

34 οποία αποδίδονται τα επιδόματα ανεργίας. Στην περίπτωση αυτή ο κύριος θεσμός υποστήριξής τους είναι η οικογένεια, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις αξιοποιούν επιδόματα και αποζημιώσεις που δίνονται από τα προγράμματα κατάρτισης ως έμμεσα επιδόματα ανεργίας. Πίνακας 3. Υποστήριξη από τον ΟΑΕΔ κατά ομάδες ηλικιών % επί του συνόλου των ανέργων: Ν= Ν=595 ΝΑΙ, ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΩ 0,30% 0,70% 2,00% 3,20% ΕΠΙΔΟΜΑ ΝΑΙ, ΚΑΙ ΔΕΝ 1,40% 21,20% 33,30% 13,80% ΠΑΙΡΝΩ ΕΠΙΔΟΜΑ 6,3% 69,6% ΟΧΙ 4,20% 7,80% 4,10% 5,10% 21,2% ΝΑΙ, ΚΑΙ ΕΠΑΙΡΝΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ 0,20% 0,50% 1,50% ΕΠΙΔΟΜΑ 2,2% Πηγή: In4Youth (Ερ.Γ6) Άνεργοι νέοι που αναζητούν για πρώτη φορά εργασία Σημαντικό είναι πως για τους περισσότερους, άνδρες και γυναίκες, δεν είναι η πρώτη φορά που έχουν βρεθεί σε κατάσταση ανεργίας (83,4%). Αυτή η διαρκής αναζήτηση εργασίας συνδέεται με τις ασταθείς σχέσεις εργασίας που έχουν επικρατήσει, ιδιαίτερα μετά την έναρξη της κρίσης το Επίσης, το ποσοστό των άνεργων νέων που αναζητούν για πρώτη φορά εργασία στις ηλικίες ετών ανέρχεται στο 45% αυτής της ομάδας και στο 7% του συνόλου των ανέργων. Αυτό δείχνει ότι ένας σημαντικός αριθμός των νέων εισέρχεται πολύ καθυστερημένα για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας. Δομικοί και οικογενειακοί λόγοι εξηγούν αυτή την επιλογή: κυρίως με τη μακρά αναμονή για την είσοδο στην Πρωτεύουσα Αγορά Εργασίας, την Επαναλαμβανόμενη Αρχική Εκπαίδευση χωρίς οριοθετημένους επαγγελματικούς στόχους και την επαγγελματική στρατηγική να προσανατολίζεται, κυρίως στην απασχόληση στο δημόσιο τομέα. Οι μεγαλύτερες ηλικίες απευθύνθηκαν πιο συχνά σε πολιτικούς φίλους για να βρουν εργασία (ΕΡ.Γ.2.5.) ένταξη και υποστή των νέων εργαζόμενων και ανέργων H κοινωνική ένταξη και η ουσιαστική υποστήριξη των ανέργων περιορίζεται εγκλωβίζεται - μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας, με αποτέλεσμα η επαγγελματική τους πορεία να καθορίζεται και να εξαρτάται κυρίως από τις σχέσεις αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας που υπάρχουν σε αυτήν. 34

35 Διασταύρωση τύπου ανέργου με τα κοινωνικο-δημογραφικά χαρακτηριστικά 13 Διασταυρώθηκε ο τύπος ανέργου, όπως προσδιορίζεται από τις μεταβλητές Γ1.1 Πόσο καιρό είστε άνεργος, Γ1.2 Είναι η πρώτη φορά που αναζητάτε εργασία, Γ4 Τι είδους εργασία αναζητάτε, Γ7 Ποια ήταν η κυριότερη ασχολία σας ένα χρόνο πριν με το Κοινωνικο-δημογραφικό του προφίλ, όπως προσδιορίζεται από το φύλο (GEND), Ηλικία (AGE), αν μένει με την οικογένειά του (FAM), το οικογενειακό εισόδημα (INC), το πεδίο εκπαίδευσης (Δ3) και επίσης τη σύνθετη μεταβλητή σχετικά με το κοινωνικό κεφάλαιο (SC), η οποία επικεντρώνεται, κυρίως ενδεικτικά στις διαστάσεις της παροχής ή λήψης βοήθειας από το κοινωνικό περιβάλλον. Η δημιουργία κλάσεων με τη βοήθεια της ΜCA, μας οδηγεί να διατυπώσουμε υποθέσεις για τους τύπους ανεργίας και ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας 14. Στο παραγοντικό επίπεδο 1Χ2 (70,9% της ερμηνείας), ο 1 ος παράγοντας διαχωρίζει τους νέους ανέργους από μακροχρόνια ανέργους και ο 2 ος παράγοντας διαχωρίζει τα δύο φύλα. Εμφανίστηκαν οι ακόλουθες κλάσεις: Α) Κυρίως άντρες, που αναζητούν μόνο πλήρη απασχόληση (Γ4_1, GEND1). Συγκριτικά με το μέσο προφίλ, περιλαμβάνουν αυξημένα ποσοστά μακροχρόνια ανέργων (>1 έτος) που δεν αναζητούν εργασία πρώτη φορά και έχουν ηλικία μεγαλύτερη από 25 ετών. Συνδέονται με υψηλά ποσοστά λήψης βοήθειας από φίλους. 13 Με την χρήση της ΜCA, Multiple Correspondance Analysis. Η Ανάλυση έγινε σε συνεργασία και με τη στατιστική τεχνική εποπτεία του Επίκουρου Καθηγητή Γιώργου Σταλίδη, Ερευνητή στο In4Youth. 14 Στην παρούσα εισήγηση δεν είναι δυνατό μόνο περιορισμένα να παρουσιαστεί συνδυαστικά ή ανάλυση των Κοινωνικών Τύπων των ανέργων που πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια των ποιοτικών μεθόδων των Εστιασμένων Ομάδων και την χρήση της διαλεκτικής ποιοτικής μεθοδολογίας. 35

36 Σύγκλιση με τύπο που έχει εξαχθεί από την ποιοτική έρευνα: παράδειγμα. -O Κοινωνικός τύπος του νέου/νέας που θέλει να ξεπεράσει τους περιορισμούς της αγοράς εργασίας και αναζητεί ευκαιρίες και εναλλακτικές λύσεις. Ταυτόχρονα, κάνει μία συνειδητή προσπάθεια σύνθεσης της ατομικής με την επαγγελματική του ολοκλήρωση, με ενεργοποίηση της ατομικής του δράσης. Β) Αναζητούν πλήρη απασχόληση, αλλά στην ανάγκη και μερική, είναι άνεργοι περισσότερο από 1 έτος, δεν είναι η πρώτη φορά που αναζητούν εργασία, έχουν οικογενειακό εισόδημα , ηλικία και υπάρχει ανεξαρτησία ως προς το φύλο. (Γ4_2, Γ.1.1_3, Γ1.2_2, INC2, AGE_3, Γ7_1). Συνδέονται με τις χαμηλότερες διαβαθμίσεις του κοινωνικού κεφαλαίου, δηλαδή είτε παρέχουν βοήθεια ποτέ ή σπάνια προς γονείς και φίλους και σπάνια λαμβάνουν από αυτούς βοήθεια, είτε μερικές φορές λαμβάνουν -παρέχουν βοήθεια σε γονείς και φίλους, αλλά ποτέ ή σπάνια σε άλλα μέλη της οικογένειας, γνωστούς και γείτονες. Σύγκλιση με τύπο που έχει εξαχθεί από την ποιοτική έρευνα: παράδειγμα. -Ο κοινωνικός τύπος του νέου/νέας για τον οποίο η εργασία αποτελεί βασικό συστατικό της κοινωνικής τους ταυτότητας. Παρουσιάζουν έντονη δραστηριότητα και ενεργοποίηση για την εύρεση μιας εδραιωμένης εργασίας. Γ) Μακροχρόνια άνεργοι που ήταν άνεργοι και πριν ένα χρόνο, επικρατούν ηλικίες 30-34, γυναίκες και οικογενειακό εισόδημα <500. Τείνουν να αναζητούν πλήρη απασχόληση, αλλά στην ανάγκη θα δέχονταν και μερική. (Γ7_2, Δ3_66, AGE_4, INC_1). Σύγκλιση με τύπο που έχει εξαχθεί από την ποιοτική έρευνα: παράδειγμα. - Ο κοινωνικός τύπος που συνδυάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα την κοινωνική προστασία της οικογένειας με την εκπαίδευση και την ταυτόχρονη αναζήτηση μίας σταθερής εργασίας, με στόχο την αποφυγή της ευάλωτης και χαμηλά αμειβόμενης εργασίας. -Ο κοινωνικός τύπος του νέου του οποίου η ταυτότητά του καθορίζεται κυρίως από τη συμμετοχή στην εκπαίδευση, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και το σημαντικότερο κοινωνικό και ψυχολογικό καταφύγιο και μία εξισορρόπηση των παραγόντων που οδηγούν σε μία ευάλωτη και επισφαλή κοινωνική κατάσταση. Ο κοινωνικός τύπος καθορίζεται από την στρατηγική της ταυτόχρονης κοινωνικής ενσωμάτωση και της οικονομικής ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας. Δ) Αναζητούν μόνο μερική απασχόληση, είναι πρώτη φορά που αναζητούν εργασία και ήταν μαθητές/φοιτητές πριν ένα χρόνο. Επικρατούν ηλικίες ετών και εκπαίδευση σε κοινωνικές επιστήμες ή σε φυσικές/μαθηματικά/η/υ.( AGE_1, Γ4_4, Γ7_3, Γ1.2_1, Δ3_6, Δ3_4). Χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό λήψης-παροχής βοήθειας προς οικογένεια, αλλά μέτριο προς φίλους και γείτονες. Σύγκλιση με τύπο που έχει εξαχθεί από την ποιοτική έρευνα: παράδειγμα. - Ο κοινωνικός τύπος του νέου που αποδέχεται τη γονεϊκή κουλτούρα προστασίας και η δράση του ως οικονομικού υποκειμένου καθορίζεται από τις εσωτερικές ισορροπίες της οικογένειας, έστω και αν αυτή συνοδεύεται από συγκρούσεις και αντιφάσεις. Η υποστήριξη που λαμβάνει καλύπτει κυρίως τη στέγαση, την τροφή αλλά και τη χρήση διαρκών καταναλωτικών αγαθών, όπως το αυτοκίνητο κ.ά., καθώς και την εκπαίδευση. Ε) Αναζητούν μερική απασχόληση, αλλά στην ανάγκη και πλήρη, είναι άνεργοι ως 5 μήνες, επικρατούν ηλικίες ετών και εισόδημα (Γ4_3, INC5, Γ1.1_1, AGE2). Χαρακτηρίζονται από υψηλότατο βαθμό λήψης-παροχής βοήθειας που περιλαμβάνει, πέρα από την οικογένεια, υψηλά ποσοστά συχνής λήψης - παροχής βοήθειας και από φίλους και γείτονες. Σύγκλιση με τύπο που έχει εξαχθεί από την ποιοτική έρευνα: παράδειγμα. 36

37 - Ο τύπος του νέου/νέας που παρουσιάζει συσσωρευμένα κοινωνικά προβλήματα σε συνδυασμό με εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο χειραφέτησης. Αυτός ο κοινωνικός τύπος του νέου έχει οδηγηθεί σε ένα Habitus παθητικής στάσης, χωρίς ενεργό αναστοχασμό για την κατάσταση που αντιμετωπίζει. Η στρατηγική οικονομικής ένταξης επικεντρώνεται στις λίγες ευκαιρίες που εμφανίζονται στο στενό κοινωνικό περιβάλλον και τη συμβουλευτική της οικογένειας. Ο κοινωνικός τύπος καθορίζεται από τη στρατηγική της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Μεθοδολογική Ανάλυση: Στο παραγοντικό επίπεδο 3Χ4 (13,5% της ερμηνείας ) ο 1 ος παράγοντας διαχωρίζει νέους ανέργους από μακροχρόνια ανέργους και ο 2 ος αυτούς που μένουν από αυτούς που δε μένουν με την οικογένειά τους. Η διαμονή με την οικογένεια συνδέεται (α) με τους ανέργους νεαρής ηλικίας (15-19) που αναζητούν για πρώτη φορά εργασία και (β) με ανέργους μεγαλύτερης ηλικίας (25-29) που ήταν άνεργοι πριν ένα χρόνο, έχουν πολύ χαμηλό οικογενειακό εισόδημα (<500 ) και αναζητούν πλήρη απασχόληση αλλά στην ανάγκη θα δέχονταν και μερική. Η μη διαμονή με την οικογένεια συνδέεται με (α) ανέργους ηλικίας 20-24, που είναι άνεργοι λιγότερο από 5 μήνες, έχουν υψηλό οικογενειακό εισόδημα ( ) και αναζητούν είτε μερική απασχόληση αλλά θα δέχονταν και πλήρη, είτε κάθε μορφής ευέλικτη απασχόληση και με (β) με ανέργους μεγάλης ηλικίας (30-34) που εργάζονταν πριν ένα χρόνο και δεν είναι η πρώτη φορά που αναζητούν εργασία. Οι μακροχρόνια άνεργοι που αναζητούν μόνο πλήρη απασχόληση είναι ανεξάρτητοι της διαμονής ή όχι με την οικογένεια. Φύλο και διαμονή ή όχι με την οικογένεια είναι ανεξάρτητα στοιχεία Νέες Υβριδικές μορφές Ανεργίας και απασχόλησης των Νέων και ο κατακερματισμός των αγορών έργασίας. Μορφές Ανεργίας των Νέων και οι υβριδικές παραλλαγές της 15 Μέσα από το συνδυασμό των ποσοτικών με τα ποιοτικά δεδομένα των Εστιασμένων Ομάδων και των ομαδικών συνεντεύξεων 16, διαπιστώσαμε μορφές ανεργίας, περιστασιακής απασχόλησης και επαναλαμβανόμενης κατάρτισης, που συνυπάρχουν με κάποιο τρόπο, ταυτόχρονα ή με μικρή διαφορά χρόνου στο ίδιο άτομο. Η ρευστή κατάσταση της αγοράς εργασίας και η ευάλωτη εργασιακή κατάσταση των νέων μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι παραδοσιακοί διαχωρισμοί άνεργος εργαζόμενος εκπαιδευόμενος μη αναζητών εργασία, έχουν πλέον αμβλυνθεί μέσα από την ασάφεια που επικρατεί στην αγορά εργασίας, αλλά και μέσα από την επικράτηση στον ιδιωτικό τομέα της ευάλωτης και περιστασιακής εργασίας, και ως προς τους τρόπους τοποθέτησης στην εργασία, αλλά και ως προς τους τρόπους εδραίωσης της εργασίας. 15 Η ποσοτική εκτίμηση των μορφών ανεργία προέρχεται από διαφορετικές μεταβλητές και τα ποιοτικά δεδομένα της έρευνας. Για τον λόγο αυτό το σύνολο των ποσοστών δεν αθροίζεται στο 100% του δείγματος των άνεργων νέων. 16 Εκτιμήσεις από την ποσοτική και ποιοτική έρευνα: βλέπε: α) Σύνθετη ανάλυση, Οικογένεια και κοινωνική προστασία, β) Σύνθετη ανάλυση Παραδοσιακή και σύγχρονη Επιχειρηματικότητα Πρωτοβουλίες Ελεύθερο Επάγγελμα, γ) Επίσης τις μεταβλητές Γ.1.1: Πόσο καιρό είστε άνεργος και δ) Γ10: Για ποιο λόγο σταματήσατε να εργάζεστε στην τελευταία σας εργασία] 37

38 Ανεργία μακράς διάρκειας: αφορά στο 53% των άνεργων νέων και παρουσιάζεται σε συνδυασμό με τις πρακτικές της περιστασιακής άτυπης εργασίας, της εναλλασσόμενης ευάλωτης χαμηλόμισθης εργασίας και την επαναλαμβανόμενη κατάρτιση που έχει, επίσης, άτυπο επιδοματικό χαρακτήρα. Διαρθρωτική Ανεργία: αφορά περίπου στο 20% των άνεργων νέων και παρουσιάζεται σε συνδυασμό με τις πρακτικές της άτυπης και συχνά άμισθης εργασίας, στα πλαίσια της οικογένειας και των τοπικών δικτύων. Ανεργία Τριβής: αφορά στο 35% των άνεργων και εμφανίζεται πλέον σε μία υβριδική παραλλαγή που συνδυάζει την επαναλαμβανόμενη κατάρτιση, τη διαρκή στόχευση στα επιδόματα ανεργίας, σε συνδυασμό με σύντομα συμβόλαια και άλλες μορφές επισφαλούς εργασίας. Ανεργία Αναμονής νέων: 20% των άνεργων νέων εμφανίζεται σε μία υβριδική παραλλαγή που συνδυάζει πρακτικές επαναλαμβανόμενης Αρχικής εκπαίδευσης [περισσότερα Πανεπιστημιακό Πτυχία], Ανάληψη ευθύνης για την εξυπηρέτηση σταθερών οικογενειακών υποχρεώσεων στην οικογένεια προέλευσης, αλλά και επαναλαμβανόμενες καταρτίσεις ή νέους επαναλαμβανόμενους Μεταπτυχιακούς κύκλους σπουδών. Όλες οι παραπάνω μορφές ανεργίας περιέχουν, ταυτόχρονα, χαρακτηριστικά στοιχεία ακούσιας 17 και εκούσιας ανεργίας. Ο συνδυασμός και η βαρύτητα της κάθε κατάστασης χωριστά επηρεάζεται από την επισφάλεια και ασάφεια που επικρατεί στην αγορά εργασίας, τη διάρκεια του χρόνου που είναι άνεργος και αντιμετωπίζει αυτή την επισφάλεια, αλλά και το βαθμό υποστήριξης που διαθέτει από την οικογένεια και το κοινωνικό του περιβάλλον. Η είσοδος σε αυτή τη διαλειμματική κατάσταση, καθορίζεται, αρχικά, από μία πρώτη φάση ακούσιας ανεργίας, στην οποία ο νέος εισέρχεται, συνήθως, λόγω της χαμηλής προσφοράς κατάλληλων θέσεων εργασίας και η οποία γρήγορα αποκτά, λόγω και των διάφορων ατομικών επιλογών, και τη μορφή της εκούσιας ανεργίας. Στην εκούσια ανεργία, ο Δεδουσόπουλος (2000) συμπεριλαμβάνει την α) καιροσκοπική ανεργία, β) την ανεργία αναμονής, γ) την ανεργία διεύρυνσης και δ) την ανεργία προθαλάμου. Όλες αυτές οι μορφές εκούσιας ανεργίας που διατύπωσε ο Phelps to 1972, περιέχουν στοιχεία από τις μορφές ανεργίας, που αναφέρονται παραπάνω, χωρίς όμως να εμφανίζονται ως καθαροί τύποι στη σημερινή αγορά εργασίας, την οποία συναντούν οι Έλληνες νέοι σήμερα. Η αγορά εργασίας στην Ελλάδα παρουσιάζεται παράλληλα κατακερματισμένη σε ενότητες - τμήματα, που καθορίζονται, κυρίως από το μέγεθος των επιχειρήσεων και από το δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα της οικονομικής δραστηριότητας ή των προσφερόμενων υπηρεσιών. Μέχρι την έναρξη της οικονομικής κρίσης, ο δημόσιος τομέας έδινε εξαιρετικές ευκαιρίες εισόδου στο επάγγελμα, σταθερές διαδρομές καριέρας και εξέλιξης και βελτιώσεις του μισθού, χωρίς ο εργαζόμενος να υπόκειται σε ισχυρό ανταγωνισμό. Ο δημόσιος τομέας μαζί με τις μεγαλύτερες πολυεθνικές επιχειρήσεις συγκροτούν ακόμα και σήμερα τον πρωτεύοντα τομέα, ενώ το δευτερεύοντα τομέα τoν συγκροτούν οι μικρότερες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από την έρευνα του In4Youth, αλλά και από προηγούμενες έρευνες (ΟΡΦΕΑΣ 2005), εντοπίζουμε και ένα τρίτο τομέα, στον οποίο συγκεντρώνονται οι μικρές και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις. Σε αυτόν τον τομέα, οι προοπτικές καριέρας και βελτίωσης των εισοδημάτων είναι εξαιρετικά μικρές, ενώ η σταθερότητα της εργασίας εξαρτάται από τις συγγενικές και διαπροσωπικές σχέσεις. Οι διαδρομές καριέρας σε αυτή την περίπτωση, συγκροτούν μια ισχυρή κατάτμηση του τομέα σε πολλαπλές μικρές και πολλές φορές αδιαπέραστες αγορές εργασίας 18. Στην περίπτωση αυτή, ο θρυμματισμός σε πολλαπλές αγορές εργασίας συνδέεται και συνεργεί με τις υβριδικές μορφές ανεργίας που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι νέοι είναι - όπως φαίνεται από τα εμπειρικά δεδομένα της ποσοτικής έρευνας του In4Youth, αλλά και τα ποιοτικά δεδομένα των Εστιασμένων Ομάδων - το πιο ευάλωτο τμήμα του εργατικού δυναμικού που υφίσταται τις αρνητικές επιπτώσεις αυτής της κατάστασης. 17 Σύμφωνα με τον Perlman (1969) η ακούσια ανεργία αποτελεί την κατάσταση στην οποία ο άνεργος που αναζητεί εργασία είναι έτοιμος να δεχτεί ένα χαμηλότερο μισθό από αυτό που ισχύει στην αγορά, αλλά παρόλα αυτά δεν είναι σε θέση να βρει εργασία. 18 Βλέπε επίσης μία ενδιαφέρουσα περιγραφή του Seymour Spilerman (1977:583) για την δευτερεύοντα τομέα στις ΗΠΑ, που βοηθάει επίσης στην ανάλυση των δομών της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα: We also expect the secondary sector to be made up of several distinct labor markets, as workers will restrict their drifting among jobs to related positions (e.g., individuals who cycle among restaurant, cafeteria, and hotel work are probably not the ones who move among jobs in hospitals and nursing homes). Thus, even without institutional barriers to inhibit movement, habit and familiarity will engender labor market segmentation and the possibility of wage differentials for essentially similar tasks, performed by workers with identical qualifications. 38

39 3. Η συγκριτική ανάλυση της ελληνικής περίπτωσης με άλλες μεσογειακές και βόρειο - ευρωπαϊκές χώρες Ο M. Cinalli και ο M. Giugni (2013) που επεξεργάστηκαν την έννοια των καθεστώτων προστασίας για τους νέους στην Ευρώπη με τη μορφή των youth unemployment regimes, τα οποία αποτελούν ένα σύνολο από συνεκτικά μέτρα και πολιτικές για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων, διαχωρίζουν δύο σημαντικές κατηγορίες που επηρεάζουν τα καθεστώτα απασχόλησης, ως τμήμα των καθεστώτων ευημερίας: α) τις ρυθμίσεις για την ανεργία και δ) τις ρυθμίσεις για την αγορά εργασίας. Όπως φάνηκε από τη μέχρι τώρα ανάλυση των φάσεων μετάβασης της διαδικασίας από την εκπαίδευση στην απασχόληση των νέων, είναι αρκετά διαφοροποιημένο και ως προς την χρονική του εξέλιξη και διάρκεια, αλλά και ως προς το κοινωνικό προφίλ, την κοινωνική θέση και την περιοχή ζωής (περιοχή αναφοράς του Βιόκοσμου) και κατοικίας των νέων. Στην ανάλυση των Pohl &Walther (2007), που έχουν συστηματοποιήσει, επίσης, σε μία συγκριτική ευρωπαϊκή έρευνα τη μετάβαση των νέων σε καθεστώτα μετάβασης, η ελληνική περίπτωση εντάσσεται στο καθεστώς της subprotective transition μαζί με άλλες μεσογειακές χώρες, την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Στο καθεστώς αυτό, πολλές από τις διαδικασίες των τριών ανωτέρω φάσεων συγχωνεύονται σε μία κατάσταση, στην οποία ο κύριος προστατευτικός μηχανισμός είναι η οικογένεια, κάτι που, όμως δεν ανταποκρίνεται στην κρίσιμη διαφοροποίηση που φαίνεται να υπάρχει μεταξύ τους και η οποία είναι καθοριστική για την ένταξη ή την περιθωριοποίηση των νέων. Επίσης, η παρουσία της οικογένειας ως βασικού συστήματος κοινωνικής προστασίας, χωρίς τον καθορισμό της θέσης της μέσα σε ένα συνολικότερο και πολλές φορές αντιφατικό σύστημα του Βιόκοσμου και των παραγωγικών του σχέσεων, δυσκολεύει την κατανόηση των διαφορετικών και πολλές αντίστροφων διαδρομών μετάβασης των νέων από την εκπαίδευση στο επάγγελμα. Παρόλα αυτά, η συγκριτική έρευνα δείχνει ορισμένες εντυπωσιακές ομοιότητες ανάμεσα στις μεσογειακές χώρες, όπως και η έρευνα του (Eurofound 2014), όσον αφορά στα clusters των μεσογειακών χωρών και οι οποίες, σε μία πρώτη άποψη, προέρχονται από παρόμοιες μορφές ένταξης της εργασίας σε συγγενικές δομές ή σχετικά όμοιες δομές σε κοινωνικά καθεστώτα στα οποία η οικογένεια και ο Βιόκοσμος παίζουν ένα καθοριστικό ρόλο. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι ομοιότητες δεν είναι δυνατό να προέρχονται από την παρόμοια χαμηλή απουσία ή και απουσία του κράτους από το καθεστώς κοινωνικής προστασίας. Αυτή η ομοιότητα είναι περισσότερο το αποτέλεσμα μια πιο ουσιαστικής δομικής διαφοροποίησης που εκφράζεται με αυτό τον τρόπο. Αυτό γίνεται κατανοητό όταν εφαρμόζονται παρόμοιες πολιτικές ή σχεδόν απολύτως όμοιες πολιτικές στις χώρες της Μεσογείου και στις χώρες του σοσιαλδημοκρατικού καθεστώτος - ότι τα ουσιαστικά αποτελέσματα είναι τελείως διαφορετικά (χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη εφαρμογή του προγράμματος voucher στην Ελλάδα και αυτό έχει σχέση από τον τρόπο με τον οποίο τα νέα άτομα, το κοινωνικό πλαίσιο και ο βιόκοσμος των νέων ανέργων υποδέχεται και αντιμετωπίζει αυτές τις πολιτικές). Οι φάσεις μετάβασης, όπως έχουν μελετηθεί μέχρι σήμερα στην ελληνική περίπτωση, κυρίως για τους απόφοιτους των Πανεπιστημίων από τη Μαρία Καραμεσίνη (2008,2009 α, 2009β), συνδυάζονται με πολλές διαφορετικές στρατηγικές, από τις οποίες οι κυριότερες είναι α) η συμμετοχή σε δράσεις πρακτικής άσκησης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και η οποία βελτιώνει τις πιθανότητες ένταξης στην αγορά εργασίας, β) η συμμετοχή σε προγράμματα ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης, που μειώνουν την πιθανότητα ένταξης σε θέσεις εργασίας, γ) η απόκτηση ποιοτικών πτυχίων και το ύψος του βαθμού αποφοίτησης που βελτιώνει την πιθανότητα απόκτησης μίας σταθερής εργασίας που εναρμονίζεται με το αντικείμενο των σπουδών και δ) η κινητικότητα εργασίας που αυξάνει την αποσχολησιμότητα των νέων, αλλά ταυτόχρονα μειώνει την πιθανότητα να βρει ο ενδιαφερόμενος σταθερή εργασία. Με αναφορά στους ανωτέρω θεωρητικούς προβληματισμούς και τα σχετικά εμπειρικά ευρήματα, αλλά και από τα στοιχεία της μελέτης του In4Youth, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι το καθεστώς ανεργίας των νέων στην Ελλάδα στηρίζεται σε μία εκτεταμένη απορρύθμιση της κοινωνικής προστασίας και την υποκατάσταση της, όταν αυτό είναι δυνατό από την οικογενειακή αλληλεγγύη. Συμπληρωματικά, λειτουργούν και συντρέχουν τους άνεργους νέους ορισμένα κοινωνικά επιδόματα και το επίδομα ανεργίας, καθώς και τα αποσπασματικά προγράμματα επιδοτούμενης 39

40 κατάρτισης. Το παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα διατηρεί την αποτελεσματικότητά του για ένα μικρό τμήμα επαγγελμάτων, αλλά κυρίως για τους απόφοιτους με υψηλές επιδόσεις και πραγματική εμπειρία στον τομέα των σπουδών τους. Απουσιάζουν από την ελληνική πραγματικότητα η θεσμική πυκνότητα και οι Δημόσιοι φορείς απασχόλησης που θα είναι σε θέση να εφαρμόσουν οριζόντιες, αλλά και εξειδικευμένες πολιτικές και μέτρα για την υποστήριξη των άνεργων νέων. 4. Οι φάσεις και καταστάσεις μετάβασης των νέων στην Ελλάδα από την εκπαίδευση στο επάγγελμα και την εργασία 19 Οι φάσεις μετάβασης από την εκπαίδευση στο επάγγελμα καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το εκπαιδευτικό σύστημα που έχει μία μεγάλη περίοδο τυπικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης μέχρι το 13 ο έτος της ηλικίας και η οποία συνήθως εκτείνεται ουσιαστικά και μέχρι το 18 ο έτος, δηλαδή μετά την αποφοίτηση από το λύκειο, την οποία το κοινωνικό εκπαιδευτικό πρότυπο τη θεωρεί σχεδόν υποχρεωτικό βήμα για τους νέους, αλλά ακόμα και τη συνέχιση της εκπαίδευσης στην ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση. Οι φάσεις μετάβασης επηρεάζονται, επίσης, έντονα από τις συνθήκες της αγοράς εργασίας και από την οικονομική συγκυρία και την περιορισμένη προσφορά θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα μετά το Η έρευνα του In4Youth αποτυπώνει ορισμένα χαρακτηριστικά της μετάβασης των νέων από την εκπαίδευση στην απασχόληση σε μία ορισμένη περίοδο. Για το λόγο αυτό η έρευνα μπορεί να μας βοηθήσει να εντοπίσουμε περισσότερο τις καταστάσεις μετάβασης σε μία ορισμένη περίοδο και όχι τη διαχρονική πορεία και τις φάσεις μετάβασης στη διαδρομή ενός νέου από την εκπαίδευση στην απασχόληση. Πρώτη Κατάσταση Μετάβασης: Προσπάθεια δομημένης ένταξης μετά την ολοκλήρωση της αρχικής τυπικής εκπαίδευσης. Μετά την ολοκλήρωση της αρχικής εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης (Λύκειο, Πανεπιστήμιο), ένα σημαντικό μέρος των αποφοίτων εντάσσεται στις οικογενειακές επιχειρήσεις, το ελεύθερο επάγγελμα ή σε επιχειρήσεις στις οποίες διασφαλίζει πρόσβαση, κυρίως μέσα από το συγγενικό ή το φιλικό και πολιτικό δίκτυο της οικογένειας. Αυτό το τμήμα των νέων έχει αυξηθεί το τελευταίο διάστημα, μέσα από την αναγκαστική προσαρμογή στις συνθήκες της κρίσης και την ανάγκη να επιδείξουν ρεαλισμό και επειδή δε θέλουν να χάσουν την ευκαιρία που τους προσφέρει η οικογενειακή δομή προστασίας. Στο πρόσφατο παρελθόν η σχετικά μεγάλη προσφορά της δημόσιας απασχόλησης κάλυπτε μεγάλο μέρος της ζήτησης των νέων για άμεση τοποθέτηση σε θέσεις εργασίας, μετά την ολοκλήρωση της αρχικής εκπαίδευσης. Η απουσία προσφοράς θέσεων εργασίας από το Δημόσιο αυξάνει δραματικά την Ανεργία Αναμονής των νέων. Δεύτερη κατάσταση μετάβασης: Αναμονή, Ευελιξία, Προσαρμογή Η δεύτερη φάση μετάβασης συνδέεται με μία παρατεταμένη αναμονή για μία ποιοτική θέση εργασίας και πραγματοποιείται κυρίως μέσα στη δομή του νοικοκυριού και σε συνδυασμό με μία παρατεινόμενη εκπαιδευτική 19 Τα δεδομένα για την ανάλυση που ακολουθεί προέρχονται από μία συνδυαστική ανάλυση των ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων της έρευνας. [βλέπε: Εστιασμένες Ομάδες 2,7,15,22,: βλέπε: Σύνθετη ανάλυση, Οικογένεια και κοινωνική προστασία, & Σύνθετη ανάλυση Παραδοσιακή και σύγχρονη Επιχειρηματικότητα Πρωτοβουλίες Ελεύθερο Επάγγελμα)]. 40

41 διαδικασία. Στη δεύτερη φάση μετάβασης παρατηρούμε, επίσης, μία ισχυρή τάση για την προσωρινή αποδοχή των ευέλικτων μορφών εργασίας, την προσωρινή απασχόληση, την πολυαπασχόληση και την αναγκαστική προσαρμογή στις χαμηλές αποδοχές, κυρίως με τη διαρκή υποστήριξη της οικογένειας, όταν αυτή είναι δυνατή. 20 Η δεύτερη φάση μετάβασης συνδέεται, επίσης, με τη Δια Βίου Εκπαίδευση και την προσπάθεια βελτίωσης των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των νέων, με κύριο στόχο την τοποθέτησή τους στο επιθυμητό επάγγελμα. Οι περισσότεροι νέοι χρησιμοποιούν την κατάρτιση ως υποκατάσταση εισοδηματικών βοηθημάτων, χωρίς να έχουν ουσιαστικό ενδιαφέρον για την αποτελεσματικότητά τους στη βελτίωση των επαγγελματικών τους ικανοτήτων. Οι νέοι έρχονται πολύ καθυστερημένα σε επαφή με την ιδέα και την εμπειρία της εργασίας και αφού έχουν ολοκληρώσει την αρχική εκπαίδευση και δεσμευτεί σε μία ιδεατή επαγγελματική παράσταση που δεν ανταποκρίνεται, όμως, στα δεδομένα της αγοράς εργασίας. H μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία, όταν διαρκεί περισσότερο από ένα χρόνο, συνδέεται επίσης με: αποδόμηση του κοινωνικού κεφαλαίου, κίνδυνο του κοινωνικού αποκλεισμού, διακρίσεων και της φτώχειας, (Chtouris, S. & A. Zissi, 2012), δυσαρέσκεια και απογοήτευση, επικίνδυνο τρόπο ζωής (EUROFOUND 2014b: 36). Τρίτη Κατάσταση Μετάβασης: Μακροχρόνια ανεργία, απένταξη από την αγορά εργασίας, περιθωριοποίηση Η τρίτη φάση είναι η συνηθισμένη εξέλιξη, εφόσον αποτύχουν οι πρώτες δύο φάσεις, οι οποίες μπορεί να είναι, όμως, εξαιρετικά σύντομες ή να έχουν παρακαμφθεί για λόγους που έχουν σχέση με το ατομικό κοινωνικό προφίλ του νέου, αλλά και τις αντικειμενικές συνθήκες της αγοράς εργασίας στην περιοχή και την πόλη κατοικίας του. Η μακροχρόνια ανεργία, αλλά και η αδυναμία εξυπηρέτησης βασικών αναγκών, οδηγεί σε ρήξη, ακόμα και με τους κοντινούς ισχυρούς δεσμούς του κοινωνικού κεφαλαίου, ενώ το άτομο αποδομεί εσωτερικά κάθε παράσταση ευταξίας που μπορεί να έχει ως εργαζόμενος, αλλά και ως κοινωνική υπόσταση. Από την ποσοτική έρευνα προκύπτει ότι το 7,7% των ανέργων θεωρούν τον εαυτό τους αποκλεισμένο από την κοινωνία, ενώ το 43,7% θεωρούν ότι διατρέχουν άμεσο κίνδυνο να περιέλθουν σε κατάσταση φτώχειας και περιθωριοποίησης (Ερ. Η5.1 &Η5.3). Το κοινωνικό προφίλ των νέων στην 3 η φάση καθορίζεται, κυρίως, από την απομείωση της λειτουργικότητας των δεσμών του κοινωνικού κεφαλαίου, τη χαμηλή ή την παντελή απουσία του πολιτισμικού κεφαλαίου του νοικοκυριού και της οικογένειας, και, τέλος, το διαρκώς απομειούμενο ανθρώπινο κεφάλαιο και την απαξίωση της αρχικής εκπαίδευσης. 20 Το καθεστώς απασχόλησης των νέων στην Ελλάδα, δεν αποτελείται από ένα συνεκτικό σύστημα υποστήριξης των νέων και θεσμούς με ανεπτυγμένες και εξειδικευμένες υπηρεσίες τοποθέτησης των νέων σε θέσεις εργασίας. Οι άνεργοι νέοι εντάσσονται και υποστηρίζονται από τις ίδιες υπηρεσίες, όπως όλος ο πληθυσμός και δεν υπάρχει καμία ιδιαίτερη πολιτική για τις διαδικασίες μετάβασης από την εκπαίδευση στην απασχόληση. Παράλληλα, οι υπηρεσίες του ΟΑΕΔ, αλλά και τα προγράμματα απασχόλησης των νέων που ολοκληρώνονται αποσπασματικά και με πολλές επικαλύψεις και αντιφάσεις μεταξύ τους δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης στους νέους λόγω των πελατειακών σχέσεων που παρεμβαίνουν στις διαδικασίες τοποθέτησης. [Ανάλυση: Εστιασμένη Ομάδα, Αγ. Ανάργυροι (6)] 41

42 Σε πολλές περιπτώσεις, αυτή η κατάσταση συνδέεται με την ριζοσπαστικοποίηση των νέων με ακραίες πολιτικές θέσεις και την επιθετική στάση απέναντι σε διάφορες εθνοτικές και μεταναστευτικές ομάδες και την πολυπολιτισμική πραγματικότητα που βιώνουν στη γειτονιά ή την πόλη τους. 5. Συμπεράσματα και προτάσεις πολιτικής για την κοινωνική και οικονομική ένταξη των νέων Συμπέρασμα 1 Από την έρευνα του In4Youth, αλλά και τη συγκριτική κατανόηση της κατάστασης της ανεργίας και της απασχόλησης των νέων, διαπιστώνουμε ότι έχει αλλάξει ριζικά το νόημα της Εργασίας και του Επαγγέλματος στην Ελλάδα. Αν και διατηρούνται ακόμα οι παραδοσιακές επαγγελματικές παραστάσεις, λόγω της παρουσίας ενός εκτεταμένου εκπαιδευτικού συστήματος και ακόμα ορισμένων ισχυρών επαγγελματικών ομάδων, οι νέοι αντιμετωπίζουν έναν ασαφή ορίζοντα στον οποίο η σταθερή μισθωτή εργασία αποτελεί, ολοένα και περισσότερο, ένα μικρό τμήμα της συνολικής απασχόλησης. Η κοινωνική και επαγγελματική επισφάλεια των νέων συνδέεται ολοένα και περισσότερο με υβριδικές, αλλά εμμένουσες καταστάσεις, που βρίσκονται ανάμεσα στην εκπαίδευση, την ανεργία, την άτυπη απασχόληση και την ατομική κοινωνική δραστηριότητα, όπως είναι ο εθελοντισμός και ο εκτεταμένος δημιουργικός ή μη ελεύθερος χρόνος. Συμπέρασμα 2 Η διατήρηση κανόνων και προτύπων μετάβασης από την εκπαίδευση στο επάγγελμα και την εργασία είναι πλέον δύσκολη, ιδιαίτερα μέσα από την προοπτική της εσωτερικής αγοράς εργασίας. Πολλοί νέοι, σε αυτή την προσπάθεια, αναγκάζονται να εντάξουν τα σχέδια και τις προοπτικές τους σε μία διεθνοποιημένη και ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, ιδιαίτερα όταν έχουν αποκτήσει επαγγελματικές ικανότητες που βρίσκονται σε ζήτηση σε χώρες που έχουν υποεπενδύσει τις τελευταίες δεκαετίες σε επαγγέλματα του κοινωνικού τομέα, υγείας, φροντίδας (γιατροί, νοσηλευτές, υπηρεσίες φροντίδας κ.α.) και υπηρεσιών (διατροφής, εστίασης κ.ά.). Μία εναλλακτική λύση παρουσιάζεται με τη δημιουργία θέσεων εργασίας από την μικρο - επιχειρηματικότητα που αναπτύσσεται με τη στήριξη των κοινωνικών δικτύων των ανέργων και την εμπορευματοποίηση (commodification) και επιχειρηματικότητα μικρής κλίμακας, που αναπτύσσεται στα πλαίσια των δεσμών του κοινωνικού και οικογενειακού κεφαλαίου (Waldstrom, C.& Svendsen 2008). Στα πλαίσια αυτά, οι ανταλλακτικές σχέσεις που υπάρχουν ήδη στα πλαίσια των κοινωνικών δεσμών και των σχέσεων στην κοινότητα, μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας στην επίσημη οικονομία και να βοηθήσουν στην ένταξη στην κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων που σήμερα βρίσκονται στην άτυπη οικονομία ή είναι άνεργοι. Το ίδιο ισχύει και στις προσπάθειες ήπιας εμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου και του περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με την προστασία και την ανάδειξη των φυσικών του χαρακτηριστικών στα πλαίσια ενός μικτού σχεδιασμού του χώρου(fincher et al 2014). Η εκτεταμένη commodification που πραγματοποιείται σήμερα μέσω της ληστρικής υπερεκμετάλλευσης του περιβάλλοντος και του δημόσιου χώρου από μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, αντίθετα, αποκλείει τους περισσότερο ευάλωτους και τους νέους άνεργους από την παρουσία τους στο δημόσιο χώρο και τη συμμετοχή στα κοινά. Τα καθολικά συστήματα κοινωνικής πολιτικής που έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση της Φτώχειας και του Κοινωνικού Αποκλεισμού (Atkinson 1998,Levitas 2007), αδυνατούν να αντιμετωπίσουν αυτά τα φαινόμενα (Dafermos, Papatheodorou 2011) στο πλαίσιο του Μεσογειακού Συστήματος Κοινωνικής Προστασίας (Southern Model of Welfare) (Leibfried 1992,Ferrera 1996), στο οποίο κεντρικό ρόλο παίζει η οικογένεια και τα οικογενειακά δίκτυα (Chtouris 1992, 2014). Αντίθετα, μια μικτή κοινωνική πολιτική που θα έχει από τη μία μεριά στο κέντρο του ενδιαφέροντός της τη στήριξη των δομών της οικογένειας, κυρίως, όμως, μέσα από τον εξορθολογισμό της χρήσης των πόρων που διαθέτει για την κοινωνική προστασία, αλλά και τη λειτουργική ανασύνταξη των προτύπων εκπαίδευσης και κοινωνικής κινητικότητας, κάτι που θα έχει αρχικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην 42

43 αποτελεσματικότητα των δημόσιων πόρων που διατίθενται σήμερα για την προστασία των ανέργων και την προστασία των ευάλωτων ομάδων. Από την άλλη πλευρά, είναι απολύτως απαραίτητη η στοχοθετημένη ανάδειξη των ατομικών και επαγγελματικών ικανοτήτων, μέσα από έξυπνα συστήματα συμβουλευτικής σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, καθώς και η ανασύνταξη της χρήσης των δημόσιων πόρων που διατίθενται για την εκπαίδευση, κατάρτιση και την υποστήριξη της νεανικής επιχειρηματικότητας. Συμπέρασμα 3 Η παρούσα κρίση, ο μεγάλος περιορισμός των πόρων της κοινωνικής πολιτικής, αλλά και η προηγούμενη αποτυχία των καθολικών πολιτικών να μειώσουν τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα και παρά την αύξηση των διαθέσιμων πόρων (Dafermos, Papatheodorou 2011), κάνει αναγκαία την ανάπτυξη νέων έξυπνων πολιτικών. Αρχικά, είναι απαραίτητη η πιλοτική ανάπτυξη έξυπνων συστημάτων προστασίας και υποστήριξης των νέων που θα χρησιμοποιούν, συνεργικά τουλάχιστον, σε τοπικό επίπεδο, όλους τους διαθέσιμους πόρους, ατομικούς, οικογενειακούς και δημόσιους, για την ένταξη των νέων στους κοινωνικούς δεσμούς, στην εργασία και στη δημιουργική επιχειρηματικότητα. Τα μεγάλα μεγέθη νεανικής ανεργίας και υποαπασχόλησης στην Ελλάδα, αλλά και η υψηλή ανεργία των νέων σε όλη την Ευρώπη, κάνει αναγκαία μια Ευρωπαϊκή Πολιτική Απασχόλησης που ταυτόχρονα θα έχει αναπτυξιακούς στόχους, κυρίως για περιοχές που αντιμετωπίζουν διαρκή ύφεση και αποβιομηχάνιση. Είναι φανερό ότι γίνεται ολοένα και περισσότερο αναγκαία μία πολιτική που δεν θα περιορίζεται, όπως οι υπάρχουσες πολιτικές για το ανθρώπινο κεφάλαιο στην κατάρτιση και ενημέρωση των νέων για τις ευκαιρίες που πιθανά διαθέτουν, αλλά θα υποστηρίζει ενεργά τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης σε κρίσιμους τομείς, κυρίως των κοινωνικών υπηρεσιών. Οι παθητικές πολιτικές και τα μέτρα απασχόλησης που μέχρι πρόσφατα κάλυπταν σχεδόν τα 2/3 όλων των πολιτικών για την απασχόληση στις χώρες της Ευρώπης (Κluve 2010:906), δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τα μεγέθη της ανεργίας και της περιθωριοποίησης των νέων στην Ελλάδα. Αυτό είναι αναγκαίο, ειδικότερα στην Ελλάδα που ακόμα και τα μέτρα των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης έχουν μετασχηματιστεί σε λανθάνουσες επιδοματικές πολιτικές της ανεργίας 21. Βιβλιογραφία Arts, W. & Gelissen, J Three worlds of welfare capitalism or more? A state- of-the art report. Journal of European Social Policy, 12 (2): Atkinson, A. B. & Hills, J. (eds), Exclusion, Employment and Opportunity. London: London School of Economics and Political Science, Centre for Analysis of Social Exclusion. Chtouris, S., Complex Processes of Social Exclusion and the Role of the Family in Social Protection, Praxis, Athens. Chtouris, S., Amitsis, G., & Gravaris, D Institutions and Regulations in Greek Social Policy, Praxis editions, Athens. Chtouris S., Miller. S.D Social accumulation of value for economic recovery research model (saver) in, Nicholas P. Petropoulos and George O. Tsobanoglou (eds), The Debt Crisis in the Eurozone: Social Impacts, Newcastle upon Tyne, U.K.: Cambridge Scholars Publishing, 2014 (541 pp). 21 [(βλέπε: Εστιασμένες Ομάδες. Αγ. Ανάργυροι (7), Περιστέρι (7)] 43

44 Chtouris, S. & Zissi Α., Social Discrimination in Greece. Local policies to compact discrimination and poverty, In. Balourdos D. Ed. Compating Dicrimination in Greece today. National Institute for Social Research - EKKE, Athens. Kluve, J., The effectiveness of European active labor market programs. Labour Economics 17 (2010) Cinalli M. and Giugni, Μ., New challenges for the welfare state: The emergence of youth unemployment regimes in Europe? International Journal of Social Welfare. Volume 22, Issue 3, pages , July 2013 Contini, B., Youth Employment in Europe: Institutions and Social Capital Explain Better than Mainstream Economics. IZA DP No January 2010 Δεδουσόπουλος, Α., Θεωρίες της Ανεργίας, Αθήνα, Δαρδάνος. Eurofound (2014 b.). Mapping youth transitions in Europe, Publications Office of the European Union, Luxembourg Ferrera, M., The southern model of welfare in social Europe, Journal of European Social Policy, 6(1): Furlong, A., Cartmel, F., Biggart, A., Sweeting, H., and West, P., Youth Transitions: Patterns of Vulnerability and Processes of Social Inclusion. Edinburgh, Scottish Executive Furlong, A., Cartmel, F., Vulnerable young men in fragile labour markets: Employment, unemployment and the search for long-term security by Andy Furlong, Τhe Joseph Rowntree Foundation, Fincher, R.F., Iveson, K., Leitner, H., Preston, V., Planning in the multicultural city: Celebrating diversity or reinforcing difference? Progress in Planning 92 (2014) 1 55 Dafermos, G., Papatheodorou, C., The Paradox of Social Policy in Greece, Institute of Employment - General Confederation of Greek Workers, Athens Hawting, M., Percy-Smith J., Community Profiling, NY. Mc Graw Hill. Karamessini, M., The absorption of university graduates in the labour market, Athens: Network of the Career Offices of Universities and Dionicos. (G) Karamessini, M., 2009a. Transition from higher education to work: Gender differences in employment outcomes of university graduates in Greece, paper presented at the International Association for Feminist Economics.2009 Annual Conference, Boston Mass., USA, June 26-28, 2009,Available online at: conference/download.cgi?db_name=iaffe2009&paper_id=69. Karamessini, M., 2009b. Social origin, field of study and labour market. integration of university graduates in the Greek labour market,comparative and International Education Review, 11-12, (G) Kunz, J.L, Where is Platform 9 3/4? Understanding Income Security and Social Exclusion. Paper prepared for: What do we Know and Where do we Go? Conference sponsored by the Canadian Council on Social Development and Human Resources. Development Canada, March Available online: http: // Laderchi, C. R., Saith, R., and Stewart, F., Does it matter that we do not agree on the definition of poverty? A comparison of four approaches. Oxford Development Studies, 31, 3: Leibfried, S., Towards a European welfare state? On integrating poverty regimes into the European Community. In Ferge,Z. and Kolberg, J.E. (eds).social Policy in Changing Europe, European Centre for Social Policy in changing Europe, Frankfurt a M. 44

45 Le Grand, J., Possible Definition of Social Exclusion, paper circulated at CASE meeting at Cumberland Lodge, 5th and 6th January Levitas, R., The concept and measurement of social exclusion in Pantazis, C., Gordon, D. and Levitas, R. Poverty and Social Exclusion in Britain, Bristol, Policy Press. Levitas, R., Pantazis, C., Fahmy, E., Gordon, D., Lloyd, E. and Patsios, D., The Multi-dimensional Analysis of Social Exclusion, London, Department for Communities and Local Government (DCLG) Litchfield, J. A., 1999, Inequality: Methods and Tools. Text for the World Bank Πρόγραμμα Ορφέας. Επιμ. Σ. Χτούρης, Τοπική Στρατηγική για την Απασχόληση στον τομέα της Αειφορείας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.. Μυτιλήνη Perlman, R., Labor Theory, Wiley & Sons Pohl, A., Walther, A., Activating the disadvantaged. Variation in addressing youth transitions across Europe, International Journal of Lifelong Education, 26,5 PovertyNet website: Piachaud, D., Capital and the Determinants of Poverty and Social Exclusion. Centre or Analysis of Social Exclusion. CASEpaper 60. London School of Economics Room, G., (ed.), Beyond the Threshold: The Measurement and Analysis of Social G. (ed.) (1995). Beyond the Threshold: The Measurement and Analysis of Social Exclusion, Bristol: Policy Press Ringen, S., Direct and indirect measures of poverty. Journal of Social Policy,17(3):ξ Ringen, S., The Possibility of Politics. Oxford, Clarendon Press Rudd, Peter and Evans, Karen (1998). Structure and Agency in Youth Transitions: Student Experiences of Vocational Further Education, Journal of Youth Studies 1(1): Sen, A., Inequality Reexamined, Cambridge Mass, Harvard University Press Spilerman, S., Careers, Labor Market Structure, and Socioeconomic Achievement. American Journal of Sociology, Vol. 83, No. 3 (Nov., 1977), pp Svenddsen, G. L.H., Kjelden, C., Egon, N., How do private entrepreneurs transform local capital into economic capital? For case Studies from rural Denmark.? Journal of Socio-Economics 39, Social Exclusion Unit «Preventing Social Exclusion». London: Government of the United Kingdom. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: Waldstrom, C., Svendsen, G.L.H., On the capitalization and cultivation of social capital: towards a neo-capital general science? Journal of Socio-Economics 37 (4),

46 Παράρτημα 1 Πολυωνυμική Λογιστική Παλινδρόμηση. Εξαρτημένη μεταβλητή = Κατάσταση Απασχόληση (Ε0α) Ανεξάρτητη Μεταβλητή = Δ3 (Ποιο είναι το πεδίο/κλάδος της εκπαίδευσής σας) ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΣ /ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΣ B Std. Error Wald df Sig. Exp(B) [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=1] 1,324,422 9,846 1,002 3,757 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=10],602,317 3,611 1,057 1,826 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=2],622,330 3,546 1,060 1,863 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=3],434,300 2,091 1,148 1,543 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=4] -,021,264,007 1,936 0,979 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=5],511,272 3,520 1,061 1,667 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=6],473,291 2,649 1,104 1,605 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=66] 2,564,458 31,351 1,000 12,991 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=7],759,296 6,565 1,010 2,136 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=8] -,643,424 2,293 1,130 0,526 [EKPAIDEYSI_2_KLADOS=9] 0b a. The reference category is: ΔΕΝ ΑΝΑΖΗΤΩ ΕΡΓΑΣΙΑ. 46

47 Δ. ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), Ελλάδα Νέοι - Φτώχεια - Κοινωνικός αποκλεισμός Abstract Young adulthood is a stage of life where individuals pass through a series of changes: leaving home, finding a job, getting married or setting up home with a partner and becoming parents. Many of these changes are associated with several pressures and potential risks such as unemployment, poverty and social exclusion. The research in this paper focus on the extent of poverty or social exclusion among young people in Greece, and analyzing which young people are particularly at risk. Our analysis takes a relatively broad definition of youth, covering young people aged 15 24; however, we often focus on smaller subgroups within this age range when it is appropriate to do so. The data was collected in 2014 while the analysis is mainly descriptive, based on appropriate indices, measures and policy prospects. We find that in Greece, poverty rates among younger youth are much higher than among older youth, suggesting that poverty among young people is closely associated with child poverty. As with the total working age population in similar surveys, we also find there are many cases of working poor while the unemployed show the higher risk of poverty (33%). Keywords: Youth, poverty, social exclusion Λέξεις κλειδιά: Νέοι, φτώχεια, κοινωνικός αποκλεισμός 1. Εισαγωγή, ερευνητικά ερωτήματα Η παρατεταμένη οικονομική ύφεση είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του ρυθμού αύξησης της απασχόλησης και συνακόλουθα αύξηση της ανεργίας, η οποία διατηρείται έκτοτε σε πολύ υψηλά επίπεδα. Η κατάσταση πλήττει περισσότερο συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού, όπως τους ανειδίκευτους εργάτες και τις γυναίκες, αλλά κυρίως πλήττει τους νέους - εισερχομένους στην αγορά εργασίας. Επιβεβαιώνεται, συνεχώς, ότι οι επιπτώσεις από την κρίση, αν και επηρέασαν τη σταθερότητα όλων των εργαζομένων στην αγορά εργασίας, ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικές και έντονες στην απασχόληση των νέων, των οποίων η θέση στην αγορά εργασίας έγινε πολύ ευάλωτη, η δε ένταξή τους σε αυτήν πολύ πιο προβληματική, δύσκολη και μη σαφώς οριοθετημένη, ενώ η σύνδεση μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας-εισόδου νέων σε αμειβόμενη απασχόληση είναι σε ορισμένες περιπτώσεις ακατόρθωτη έως και ανέφικτη. Παράλληλα, με την αύξηση των επιπέδων της συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι νέοι άνθρωποι παραμένουν εξαρτώμενοι οικονομικά από τις οικογένειές τους ή το κράτος για μεγαλύτερη χρονική διάρκεια. Χωρίς την προστασία αυτή, ειδικά για τους λιγότερο προνομιούχους, οι νέοι άνθρωποι δεν μπορούν να βιώσουν τα νεανικά χρόνια ως μία μεταβατική περίοδο, μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης, και ως μία φάση κοινωνικού πειραματισμού, ανάπτυξης της δημιουργικότητας, διαμόρφωση προσωπικότητας, προσωπικών απόψεων, αισθήματος ευθύνης, κοινωνικής δικαιοσύνης, αλληλεγγύης κ.λπ. Επιπλέον, λόγω της κρίσης και των διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας, πολλοί νέοι, αν και επιθυμούν να εργαστούν, περνούν μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς δουλειά ή αποδέχονται χαμηλής ποιότητας ή/και επισφαλή 47

48 απασχόληση. Το γεγονός αυτό καθιστά την περίοδο προσπαθειών ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας ως μια ταραγμένη και αβέβαιη π1ερίοδο. Στο πλαίσιο αυτό, ο προβληματισμός για τη μετάβαση των νέων από το σχολείο στην εργασία φαίνεται να επανέρχεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος διαφόρων πολιτικών (εργασιακών, εκπαιδευτικών, κ.ά). Αναγνωρίζεται περισσότερο από ποτέ ότι η μετάβαση ενέχει δυσκολίες και αυξημένους κινδύνους, όχι μόνον για τους νέους που εγκατέλειψαν πρόωρα τις σπουδές, αλλά και για εκείνους οι οποίοι αναζητούν απασχόληση πριν ακόμη ή αμέσως μετά την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όσο και για εκείνους οι οποίοι πριν από την αναζήτηση εργασίας ακολουθούν τριτοβάθμιες σπουδές. Κατά την τελευταία δεκαετία, ένα σημαντικό μέρος ερευνητικών προσπαθειών έχει επικεντρωθεί σχετικά με τη μετάβαση προς την ενηλικίωση (transition to adulthood), το οποίο γίνεται καλύτερα κατανοητό ως ο συνδυασμός πολλών διαφορετικών μεταβάσεων: ολοκλήρωση των σπουδών και προσπάθεια εξεύρεσης εργασίας (και, εν καιρώ, μια σταθερή και καλά αμειβόμενη εργασία), απομάκρυνση ή αποχώρηση του παιδιού από το πατρικό σπίτι, επιλογή συγκατοίκησης με σύντροφο και ίσως δημιουργία οικογένειας. Ουσιαστικά, πρόκειται για μία ολοένα και πιο πολύπλοκη και παρατεταμένη μετάβαση προς την ενηλικίωση, που, συχνά, φέρνει τους νέους αντιμέτωπους με πολλούς κινδύνους, καθιστώντας τους ιδιαίτερα ευάλωτους. Παρόλες τις διαπιστώσεις, ακόμη και σήμερα, πολύ λίγα έχουν γραφτεί για την οικονομική κατάσταση, την ανεργία, τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και γενικότερα τις συνθήκες διαβίωσης των νέων. Αυτό το έλλειμμα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό, καθώς κάτι αντίστοιχο δεν παρατηρείται σε άλλες υψηλού κινδύνου ηλικιακές ομάδες (π.χ. ηλικιωμένοι ή παιδιά). Σκοπός της εργασίας αυτής είναι να περιγράψει ορισμένα στοιχεία για τις συνθήκες διαβίωσης, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό των νέων στην Ελλάδα. Η περιγραφή θα γίνει με απλές περιγραφικές προσεγγίσεις, την εκτίμηση σχετικών δεικτών και συγκριτική ανάλυση α) με άλλες ηλικιακές ομάδες και β) μεταξύ νέων σε διάφορα επίπεδα μετάβασης. Θα δοθεί έμφαση στον εντοπισμό νέων ομάδων που πλήττονται από φτώχεια, όπως για παράδειγμα τα παιδιά μέχρι 17 ετών, τα ζευγάρια νέων που συζούν, είναι παντρεμένοι, με ή χωρίς παιδιά, νέοι που ζουν με τους γονείς τους και εργαζόμενοι νέοι φτωχοί. Τα κύρια ερευνητικά ερωτήματα έχουν ως εξής: Πόσοι νέοι δοκιμάζονται από καταστάσεις σχετικής και ακραίας φτώχειας στην Ελλάδα σήμερα και ποια τα χαρακτηριστικά τους; Πώς διαφοροποιείται ο κίνδυνος φτώχειας νέων συγκρινόμενος με άλλες ηλικιακές ομάδες, κυρίως των παιδιών; Σε ποια φάση μετάβασης είναι περισσότερο έντονος ο κίνδυνος φτώχειας και πώς καθορίζονται οι φάσεις αυτές; Τα ερωτήματα αυτά εξετάζονται στη συνέχεια. Στην ενότητα που ακολουθεί γίνεται σύντομη περιγραφή στη μεθοδολογία της έρευνας, ακολουθεί μία σύντομη επισκόπηση σε μεθοδολογικά στοιχεία, ορισμούς και δείκτες φτώχειας. Στη συνέχεια παρουσιάζεται η ανάλυση των στοιχείων με απλή περιγραφική στατιστική και τα συμπεράσματα της έρευνας. 2. Μεθοδολογία συλλογής στοιχείων: έρευνα πεδίου Η ανάλυση βασίζεται στα στοιχεία της πανελλαδικής έρευνας πεδίου του έτους 2013/14. Η συλλογή ερωτηματολογίων πραγματοποιήθηκε μέσω της μεθόδου των προσωπικών συνεντεύξεων στα νοικοκυριά με νέους, με χρήση δομημένου έντυπου ερωτηματολογίου. 48

49 Μέγεθος δείγματος Το σχεδιασθέν μέγεθος δείγματος ήταν άτομα που ανήκουν στον πληθυσμό έρευνας. 22 Το δείγμα αυτό αντιστοιχεί στο 8 του πληθυσμού 23 (n=2.000) και θεωρείται ικανοποιητικό, προκειμένου να συνάγει κανείς ασφαλή συμπεράσματα σε εθνικό επίπεδο. Επιλογή δείγματος/δειγματοληπτικό πλαίσιο (sampling frame)/κριτήρια δειγματοληψίας και γεωγραφικά στρώματα Για τη «διαμόρφωση του πλαισίου του δείγματος» αναζητήθηκαν αρχικά βάσεις δεδομένων/στοιχεία ερωτωμένων ανά κατηγορία πληθυσμού, όπως απαιτείται για τη συγκρότηση ενός αντιπροσωπευτικού δείγματος νέων ηλικίας ετών, όλων των επαγγελματικών κατηγοριών, στρωματοποιημένο ανά ευρύτερες περιφερειακές ενότητες και αστική περιοχή, δίχως, ωστόσο, να υπάρξει κάποιο απτό αποτέλεσμα. 24 Με βάση τα στοιχεία αυτά, αποφασίστηκε να ακολουθηθεί η δειγματοληψία με τη χρήση ποσοστώσεων (quota sampling): ο ερευνητής επιλέγει ένα δείγμα όμοιο προς τον πληθυσμό αναφοράς, με βάση διάφορα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά ελέγχου. Αυτά τα χαρακτηριστικά ελέγχου είναι συνήθως δημογραφικά (π.χ. φύλο, ηλικία, τόπο διαμονής). Προκειμένου να γίνει εκτενέστερη ανάλυση και αναφορά σε περιοχές με ιδιαίτερη βαρύτητα σε ό,τι αφορά τα υπό διερεύνηση θέματα, ορίσθηκαν τα εξής στρώματα δειγματοληψίας με το αντίστοιχο τελικό δείγμα ανά στρώμα: 25 Α. Μητροπολιτική περιοχή, πρώτης τάξης (Αθήνα - Αττική): δείγμα 59%, αριθμός ερωτηματολογίων Β. Μητροπολιτική περιοχή, δεύτερης τάξης (Θεσσαλονίκη - Περιφέρεια ΚΜ): δείγμα 23%, αριθμός ερωτηματολογίων 478. Γ. Αστικές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας (Ηράκλειο, Μυτιλήνη, Πάτρα, Χίος, Ιόνια νησιά): 17%, αριθμός ερωτηματολογίων 338. Επιλογή ατόμων Εντός κάθε περιφέρειας αναζητήθηκαν περιοχές ad hoc, στις οποίες θα υπήρχαν άτομα της ομάδας στόχου. Ως τέτοια στοχοθετημένα σημεία δειγματοληψίας καθορίστηκαν περιοχές με σχολεία, ΤΕΙ, Πανεπιστήμια και θεσμοί Δια Βίου Εκπαίδευσης. Η επιλογή του δείγματος γινόταν από τους συνεντευκτές σε συνεργασία με τους επόπτες της έρευνας, που τους είχαν δοθεί ποσοστώσεις, οι οποίες έπρεπε να συμπληρωθούν από καθορισμένες υπο-ομάδες του πληθυσμού. Οι ερωτώμενοι προς συμμετοχή στην έρευνα επιλέχθηκαν με βάση ποσοστώσεων φύλου και ηλικίας. Σε περίπτωση όπου δεν υπήρχε κάποιο κατάλληλο άτομο (ήταν εκτός ποσοστώσεων - out of quotas), τότε γινόταν αντικατάσταση με άλλο άτομο, το οποίο πληρούσε τα κριτήρια των ποσοστώσεων. 22 Το τελικό μέγεθος δείγματος ανήλθε σε άτομα. 23 Με βάση τα στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού το μέγεθος του πληθυσμού ηλικίας ετών ανέρχεται σε άτομα. 24 Δεν δίνονται στοιχεία, καθώς υπάρχει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, από την οποία απαιτείται άδεια για να πάρει ένας φορέας Πανεπιστημίου κατάλογο με ονόματα, διευθύνσεις και άλλα προσωπικά στοιχεία. 25 Με 4 ερωτηματολόγια ως missing. 49

50 3. Μία σύντομη επισκόπηση σε μεθοδολογικά στοιχεία Μετάβαση στην ενηλικίωση Σκοπός της ενότητας αυτής είναι η παρουσίαση μιας θεώρησης της διαδικασίας μετάβασης από τη νεότητα στην ενηλικίωση, ώστε να γίνει δυνατή στη συνέχεια μια πρώτη προσπάθεια ερμηνείας ορισμένων ευρημάτων της έρευνάς μας. Υπογραμμίζεται, ότι με τον όρο μετάβαση, στην παρούσα εργασία, εννοείται μια ακολουθία από καταστάσεις ή θέσεις που επιτεύχθηκαν για ένα χρονικό διάστημα από ένα «σημείο έναρξης» σε ένα «τελικό σημείο». Μπορεί να πάρει τη μορφή μιας ομαλής εξέλιξης ή μιας σειράς από πιο απότομες αλλαγές. Κατά το παρελθόν, οι μεταβάσεις των περισσότερων ατόμων ήταν σχετικά απλές και γραμμικές: σπουδές - είσοδος στην αγορά εργασίας - επαγγελματική καταξίωση - γάμος, απόκτηση παιδιών, κ.λπ. Οι μεταβάσεις αυτές θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως επαρκείς για να σηματοδοτήσουν τη διαδικασία ενηλικίωσης. Όπως, ωστόσο, αναφέρουν οι (Koulaidis, Dimopoulos, 2005), στις σύγχρονες, κοινωνικές συνθήκες, όπου, όπως υποδεικνύουν τα ευρήματα μιας σειράς εμπειρικών ερευνών, 26 η διαδικασία ενηλικίωσης των νεαρών ατόμων έχει προ πολλού πάψει να είναι γραμμική και διακρίνεται αντίθετα για τον περίπλοκο, παλινδρομικό και χαοτικό της χαρακτήρα, οι παραπάνω όροι δε φαίνεται να αποτελούν ασφαλή κριτήρια για την οριοθέτηση της πορείας ενηλικίωσης της νεολαίας. Σχετικά πιο πρόσφατες θεωρητικές και εμπειρικές μελέτες προσδιόρισαν τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, ως μια περίοδο με διακριτά χαρακτηριστικά που είναι σημαντικά για την κατανόηση της ανάπτυξης του ανθρώπου (Cohen et al., 2003). Ο Erikson 27 διατυπώνει την άποψη ότι οι άνθρωποι περνούν μέσα από οκτώ διαδοχικά στάδια στα οποία διαμορφώνεται η ταυτότητα του Εγώ, η οποία διαμορφώνεται δυναμικά μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. O Levinson (1978) είδε τη ζωή ως μια σειρά διαδοχικών περιόδων/φάσεων που σχηματίζονται γύρω από συγκεκριμένα αναπτυξιακά καθήκοντα, κύριους στόχους, καθώς και ανησυχίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα στη διάρκεια κάθε περιόδου. Μια περίοδος τελειώνει όταν τα καθήκοντα χάσουν τη σπουδαιότητά τους και προκύψουν ή αντικατασταθούν από νέα. Με βάση τη θεωρία του αυτή ο Levinson θεωρεί ότι η αρχική φάση ενηλικίωσης ξεκινά στην ηλικία των 17 και ολοκληρώνεται στην ηλικία των 33 ετών (Σχήμα 1): 1) Πρώιμη μετάβαση στην ενηλικίωση (17-22 ετών) - μετά την εφηβεία, ο νέος κάνει προκαταρκτικές επιλογές για την ενήλικη ζωή. 2) Πέρασμα στην ομάδα των ενηλίκων (22-28 ετών) - αρχικές επιλογές για σύντροφο, επάγγελμα, φιλίες, αξίες και αναζήτηση επιθυμητού τρόπου ζωής. 3) Μετάβαση στην ηλικία των 30 (28-33 ετών) - συμβαίνουν αλλαγές στη δομή της ζωής του νέου, είτε μια μέτρια αλλαγή ή, συχνότερα, μια σοβαρή και αγχωτική κρίση. 26 Βλέπε: Chisholm, (1992), Lagree, Green et al., Pollock, Βλέπε: Erikson, Erik H. (1968), Identity, Youth and Crisis. New York: Norton. 50

51 Σχήμα 1. Μετάβαση στην ενηλικίωση: Φάσεις/στάδια Η μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση έχει αλλάξει σημαντικά κατά τα τελευταία χρόνια. Ο κανόνας για τους νέους ανθρώπους μέχρι 20 ετών είναι να εξαρτώνται από τους γονείς τους για συναισθηματική, πρακτική και οικονομική υποστήριξη. Ο Arnett (2000) αναφέρεται σε μία φάση αναδυόμενης ενηλικίωσης που αφορά στην αναπτυξιακή περίοδο που καλύπτει το διάστημα από τα τέλη της δεύτερης δεκαετίας της ζωής μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας των 20 ετών, δίνοντας έμφαση στις ηλικίες από 18 έως 25 ετών. Υποστηρίζει ότι στο διάστημα αυτό, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν κάνει επιλογές που έχουν σημαντικές και μακροχρόνιες επιπτώσεις στη ζωή τους. Εγκαταλείποντας την εξάρτηση της παιδικής ηλικίας και εφηβείας και μη έχοντας, ακόμα, αναλάβει τις υπευθυνότητες και τους κανονιστικούς ρόλους του ενήλικα, οι αναδυόμενοι ενήλικες εξερευνούν ποικίλες κατευθύνσεις στη ζωή, στις σχέσεις τους και στην εργασία. Την περίοδο αυτή τα άτομα έρχονται αντιμέτωπα με μεταβάσεις και καλούνται να πάρουν σημαντικές αποφάσεις περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της ζωής τους. Καθοριστικά στοιχεία για την αναδυόμενη ενηλικίωση περιλαμβάνουν αλλαγές όπως αύξηση του αριθμού των νέων που φοιτούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ανάγκη για εξειδίκευση, αύξηση των ζευγαριών με προγαμιαίες σχέσεις, ελεύθερες - εκτός γάμου - «σταθερές συμβιώσεις» και εξωσυζυγικές σχέσεις, μετάβαση από την εποχή όπου το παιδί ήταν «το πολυτιμότερο αγαθό» σε μία εποχή όπου εκδηλώνονται νέα πρότυπα οικογενειακού «καταναλωτισμού», σταδιακή οικονομική αυτονομία των γυναικών, απλούστευση της θεσμικής διαδικασίας διαζυγίου, σημαντική μείωση των μη επιθυμητών γεννήσεων, νομιμοποίηση των αμβλώσεων, συνεχιζόμενη μείωση της γονιμότητας κάτω από το επίπεδο αναπαραγωγής και αρνητική φυσική αύξηση, μείωση της γαμηλιότητας, αύξηση της διαζυγιότητας, διεύρυνση των οικογενειακών τύπων και της έννοιας του νοικοκυριού, αύξηση της ηλικίας σύναψης (πρώτου) γάμου, αύξηση της ηλικίας απόκτησης πρώτου παιδιού (κυρίως για τις γυναίκες), αύξηση της αναλογίας απόκτησης παιδιών εκτός γάμου, αύξηση της αναλογίας γυναικών και ανδρών που αποφασίζουν να μην αποκτήσουν παιδιά. Οι αλλαγές αυτές προκάλεσαν μία παράταση της ηλικίας εισόδου στην ενήλικη ζωή και ανάπτυξαν κοινωνίες με υψηλές απαιτήσεις και ζήτηση ενός πολύ καλά καταρτισμένου, υψηλής - κατανάλωσης, με καλό επίπεδο πληροφόρησης/τεχνοκρατικού εργαζόμενου και υψηλά αμειβόμενου πληθυσμού. Σύμφωνα με τον Arnett (2000), η φάση αναδυόμενης ενηλικίωσης αφορά στις σχέσεις με το άλλο φύλο, στην εργασία και στην κοσμοθεωρία. Υπό τις 51

52 προϋποθέσεις αυτές, τα κριτήρια για να εισέλθει κανείς στην ενηλικίωση δεν είναι αμιγώς ηλικιακά ή δημογραφικά 28 (π.χ. η ολοκλήρωση των σπουδών, η εύρεση μιας σταθερής εργασίας, ο γάμος κτλ.), αλλά περισσότερο «ποιοτικά». Ο Arnett (2000) έχει ορίσει ως τα κυριότερα από αυτά τα εξής: 29 την αποδοχή της ευθύνης για τον εαυτό, τη λήψη ανεξάρτητων αποφάσεων και την οικονομική ανεξαρτησία. Η είσοδος στην ενηλικίωση συνεπάγεται την εγκαθίδρυση μιας σταθερής ταυτότητας και την υιοθέτηση ρόλων ενηλίκου σε όλα τα πεδία της ζωής. Η μεγαλύτερη ασάφεια/αβεβαιότητα, όσον αφορά στις μεταβάσεις φανερώνεται περισσότερο μέσα από το γεγονός ότι το πέρασμα από το ένα καθεστώς μετάβασης στο άλλο είναι λιγότερο σαφές από ότι στο παρελθόν, ενώ τα αποτελέσματα τείνουν να είναι πιο αβέβαια από πριν. Οι νέοι άνθρωποι τείνουν να ζουν σε ένα «εκτεταμένο παρόν», όπου οι τρέχουσες προτεραιότητες της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής παραμένουν έντονα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, λόγω της δυσκολίας της σχεδιασμού για τη μελλοντική τους απασχόληση και τις οικογενειακές τους διευθετήσεις (Lewis et al., 1999). Το εύρος των διαδρομών μετάβασης έχει αυξηθεί τόσο σε αριθμό όσο και σε πολυπλοκότητα, και συχνά η αλληλουχία των γεγονότων έχει αλλάξει (Furlong και Cartmel, 1997). Οι Berger et al. (1993:57) έχουν παρομοιάσει αυτές τις αλλαγές σε: «... μια μετατόπιση από ένα «τρένο μοντέλο» του κύκλου της ζωής με ένα σχετικά μικρό αριθμό διαφορετικών συρμών, με σταθερές τροχιές και χρονοδιαγράμματα, σε έναν κύκλο ζωής που μοιάζει με «μοντέλο αυτοκινήτου», όπου τα άτομα και οι οικογένειες μπορεί και πρέπει να επιλέξουν μεταξύ διαφορετικών διαδρομών, ώρα αναχώρησης και ταχύτητες διαδρομής». 30 Οι νέοι ολοένα και περισσότερο τείνουν να περνούν στον κόσμο των ενηλίκων μέσα από ποικίλες διαδρομές από ότι στο παρελθόν συνδυάζοντας ανεργία, μερική απασχόληση με εκπαίδευση και κατάρτιση. Η Iacovou (2010) καθώς και η European Foundation for the Improvement of Living and Working Conditions (2014), μεθοδολογικά προσεγγίζουν το ζήτημα της μετάβασης των νέων προς την ενηλικίωση με μία σειρά σημαντικών γεγονότων που περιλαμβάνουν: Δημο-κοινωνικά γεγονότα: Αν ζουν με τους γονείς τους Αν έχουν εγκαταλείψει την πατρική στέγη Αν ζουν με κάποιο σύντροφο Αν έχουν αποκτήσει παιδί/ά. Γεγονότα που σχετίζονται με την εκπαίδευση και την απασχόληση: Μετάβαση από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας Κατάσταση στην αγορά εργασίας Ποσοστό των μαθητών - σπουδαστών που ταυτόχρονα εργάζονται Χρόνος εύρεση της πρώτης εργασίας μετά την ολοκλήρωση των σπουδών κ.λπ. Σύμφωνα με τους Green, Owen & Wilson, (2001, σ. 298) και τη Eurostat (1997), η μετάβαση προς την ενηλικίωση είναι ο συνδυασμός πολλών διαφορετικών μεταβάσεων: ολοκλήρωση των σπουδών και προσπάθεια εξεύρεσης εργασίας (και, εν καιρώ, μια σταθερή και καλά αμειβόμενη εργασία), απομάκρυνση ή αποχώρηση του παιδιού από το πατρικό σπίτι, επιλογή συγκατοίκησης με σύντροφο και ίσως δημιουργία οικογένειας και απόκτηση παιδιών κ.λπ. Οι ίδιοι συγγραφείς θεωρούν, ωστόσο, ότι δύο είναι οι βασικότερες μεταβάσεις με τις οποίες συνήθως περιγράφεται η πορεία ενηλικίωσης των νέων ανθρώπων: 28 Όπως είναι π.χ. στις προσεγγίσεις των Erikson και Levinson που αναφέρθηκαν πριν. 29 Βλέπε αναλυτικότερα: 30 Η παραπομπή αυτή περιλαμβάνεται, επίσης, στο άρθρο των Green, Owen και Wilson (2001, σ. 299). 52

53 1. Η μετάβαση από το εκπαιδευτικό σύστημα στην αγορά εργασίας - από την εκπαίδευση στην απασχόληση, και 2. H εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας και η δημιουργία ανεξάρτητου νοικοκυριού (household), το οποίο σε πολλές περιπτώσεις συνδέεται με τη σύναψη σχέσης, γάμο, απόκτηση παιδιών, καθώς και τη δυνατότητα προσωπικής οικονομικής αυτοδυναμίας. Οι δύο αυτοί βασικοί όροι καθορίζουν σε γενικές γραμμές την πορεία ανεξαρτητοποίησης και χειραφέτησης, εντέλει την ίδια την πορεία προς την ενηλικίωση. Στην παρούσα εργασία επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι η συμμετοχή στην αγορά εργασίας, μολονότι μπορεί να υπάρξουν σημαντικές αλληλεξαρτήσεις με άλλες μεταβάσεις. Η μετάβαση από την εκπαίδευση στην απασχόληση είναι, ίσως, η πιο κρίσιμη στον κύκλο ζωής ενός ατόμου, επειδή, συχνά, μορφοποιεί και δρομολογεί επιμέρους σταδιοδρομίες, πιθανότητες και ευκαιρίες ζωής. Επιπλέον, η σχέση με την αγορά εργασίας καθορίζει κατά ένα μεγάλο βαθμό τις συνθήκες διαβίωσης των νέων. Έχει διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματα των νέων κάτω από την ηλικία των 24 ετών είναι κατωτέρα από τον εθνικό μέσο όρο (Eurostat, 2002), ενώ τα παιδιά διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας από ότι το σύνολο του πληθυσμού της χώρας. Οι νέοι διατρέχουν, επίσης, μεγαλύτερο κίνδυνο σε άλλες μη - χρηματικές στερήσεις: π.χ. ζουν σε υποβαθμισμένες κατοικίες, έχουν αδυναμία ή έλλειψη σε διαρκή καταναλωτικά αγαθά κ.λπ. Για τους νέους, κατά το αρχικό στάδιο της μετάβασης προς την ενηλικίωση, οι παράγοντες που σχετίζονται με τη φτώχεια και τις κακές συνθήκες διαβίωσης είναι παρόμοιοι με τους παράγοντες που συνδέονται με την παιδική φτώχεια. Έτσι, ο κίνδυνος της φτώχειας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα εισοδήματα των ενήλικων μελών της οικογένειας (κυρίως τους γονείς), σε σχέση με το μέγεθος των νοικοκυριών. Ωστόσο, καθώς οι νέοι κινούνται προς την ενηλικίωση, οι παράγοντες που συνδέονται με τη φτώχεια γίνονται πιο περίπλοκοι. Πολλοί νέοι μπορεί να είναι στην εκπαίδευση, μπορεί να έχουν μια δουλειά (με καλές ή κακές αμοιβές), μπορεί να είναι άνεργοι, μπορεί να έχουν την φροντίδα δικών τους παιδιών, ή μπορεί να είναι εκτός της αγοράς εργασίας για διάφορους άλλους λόγους. Οι αναλογίες των νέων σε κάθε μία από αυτές τις καταστάσεις μπορεί να ποικίλλουν τόσο μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών όσο και μεταξύ των περιφερειών μιας χώρας. Με βάση την παραπάνω περιγραφή οι υποθέσεις εργασίας έχουν ως εξής: i. Βασική υπόθεση εργασίας: Σε κάθε φάση μετάβασης οι κίνδυνοι φτώχειας μπορεί να διαφοροποιούνται. ii. iii. Στην πρώιμη μετάβαση προς την ενηλικίωση (17-22 ετών), η φτώχεια νέων κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα με την παιδική φτώχεια. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα εισοδήματα των ενήλικων μελών (κυρίως τους γονείς), καθώς και άλλους παράγοντες, όπως π.χ. το μέγεθος και τη σύνθεση του νοικοκυριού. Για τους νέους που είτε εργάζονται είτε αναζητούν μία θέση απασχόλησης είτε είναι στην εκπαίδευση, ο κίνδυνος φτώχειας θα είναι έντονα διαφοροποιημένος: οι εργαζόμενοι θα κινδυνεύουν λιγότερο από ότι οι άνεργοι και οι σπουδαστές/φοιτητές, ενώ η εκπαίδευση μαζί με άλλους παράγοντες θα διαφοροποιούν κατά περίπτωση τον κίνδυνο φτώχειας των νέων. 53

54 4. Μεθοδολογία μέτρησης της φτώχειας και της στέρησης/κοινωνικού αποκλεισμού των νέων, με αναφορές στα στοιχεία του ερωτηματολογίου 4.1. Ορίζοντας και μετρώντας τη φτώχεια: εισαγωγικά σχόλια Η έννοια της φτώχειας είναι πολυδιάστατη, αφηρημένη και σχετικά ασαφής. Υπάρχουν πολλές αντιθετικές ή/ και εναλλακτικές μεθοδολογίες ορισμού και προσέγγισής της, δίχως να ξεχωρίζει κάποια ως γενικότερα αποδεκτή. Ερωτήματα όπως φτώχεια σε σχέση με τι δεδομένα ή σε τι επίπεδα, σε τι χωροχρόνο και μετρούμενη με ποια ή ποιανού κριτήρια, αν και είναι βοηθητικά, εντούτοις δεν καταλήγουν σε πολύ ξεκάθαρες απαντήσεις. Υπάρχει ένας ενιαίος και αποδεκτός ορισμός της φτώχειας; Η απάντηση είναι βεβαίως όχι, αλλά η τρέχουσα πραγματικότητα επιτρέπει αφαίρεση και απλοποίηση. Θα ορίζεται η φτώχεια και η αποστέρηση με μοναδικό κριτήριο το χρηματικό εισόδημα ή συνυπολογίζονται και άλλα επιπρόσθετα στοιχεία; Θα μετράται η φτώχεια ως έλλειψη ελευθερίας και ικανοτήτων, ως έλλειψη οικονομικών πόρων και ελλειμματική χρησιμότητα, ως έλλειψη ευκαιριών ή/και ως μια κατάσταση αδυναμίας κάλυψης βασικών αναγκών; Και ποιες είναι αυτές οι βασικές ανάγκες, η έλλειψη των οποίων καθιστά κάποιον φτωχό; Ποιος αποφασίζει για το αν κάποιος είναι ή δεν είναι φτωχός; Όταν το ανεπαρκές διαθέσιμο εισόδημα και το έλλειμμα στην κατανάλωση αγαθών μεταφράζονται σε δείκτες αποστέρησης και μη κάλυψης στοιχειωδών αναγκών, είναι η κρίση ενός ειδικού επιστήμονα στη φτώχεια λιγότερο υποκειμενική από αυτήν που εκφράζεται από κάποιο μέλος του νοικοκυριού; Εάν οι άνθρωποι αποφασίζουν στη βάση της δική τους εμπειρίας ότι δεν «τα βγάζουν πέρα» κάτω από ένα συγκεκριμένο εισόδημα, είναι αυτό μια έγκυρη γραμμή φτώχειας; Είναι ελλειμματική η κάλυψη των βασικών αναγκών, σε περίπτωση που καταναλώνονται μόνον μερικά βασικά αγαθά; Πώς κατηγοριοποιούνται τα άτομα που έχουν ελλείψεις κάποιων βασικών αναγκών, αλλά καταναλώνουν αγαθά τα οποία δεν είναι άμεσης ανάγκης και προτεραιότητας; Είναι πράγματι φτωχοί εάν μπορούν να καλύψουν όλες τις βασικές τους ανάγκες αλλά επέλεξαν να μην το κάνουν; Άλλωστε η διάκριση μεταξύ εθελοντικής και μη εθελοντικής φτώχειας είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Αυτοί που επιλέγουν ηθελημένα να αποστερούνται τα πάντα, έχουν πραγματικά φτωχές τις βασικές - φυσικές τους ανάγκες; Εάν θεωρήσουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι φτωχοί, εφ όσον επέλεξαν να μη χρησιμοποιούν τις ανέσεις και τα αγαθά που οι περισσότεροι άνθρωποι απολαμβάνουν, τότε πώς εκλαμβάνονται εκείνοι που οικειοθελώς δεν επιλέγουν έναν περιθωριακό και μίζερο τρόπο ζωής; Έχουν πολλοί ανασφάλιστοι ηλικιωμένοι, άστεγοι, άτομα με ειδικές ανάγκες, ναρκομανείς και αλκοολικοί επιλέξει ορθολογικά τη φτώχεια τους; Είναι επιλεγμένη η φτώχεια για τις ανύπαντρες γυναίκες ή για τα άτομα που στερούνται στοιχειωδών εκπαιδευτικών διαπιστευτηρίων και για το λόγο αυτό στερούνται «ίσων» ευκαιριών στην αγορά εργασίας και της απολαβής ενός ευπρεπούς εισοδήματος; Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, σίγουρα θα εμπεριέχει υποκειμενικά στοιχεία και κατά ένα μεγάλο βαθμό, θα εξαρτάται από το ποιος προσδιορίζει τι είναι φτώχεια, ποιες οι αντιλήψεις του και ποιο το ιδεολογικό του υπόβαθρο. Αν και η πολυπλοκότητα μέτρησης αντανακλά την πολυπλοκότητα του ορισμού, εντούτοις η φτώχεια σε μια χώρα ή σε μία περιοχή πρέπει να μετρηθεί άμεσα διότι αποτελεί ένα ουσιαστικό κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα. Οποιοσδήποτε ορισμός σίγουρα εμπεριέχει και συσχετίζεται με στοιχεία αποστέρησης, μιζέριας, στεναχώριας και σίγουρα αφορά έναν ανικανοποίητο, ελλειμματικό και περιθωριακό τρόπο ζωής. Η μέτρησή της είναι ίσως το πρώτο στοιχείο το οποίο είναι απαραίτητο για το σχεδιασμό κατάλληλης κοινωνικής πολιτικής. Ένα θεμελιώδες ζήτημα, που κρύβεται κάτω από τις διαφορές στις μεθοδολογικές προσεγγίσεις, αφορά στο πεδίο ορισμού και μέτρησης της φτώχειας. Από την περιγραφή μιας γενικής, αφηρημένης κατάστασης διαπιστώνεται ότι μεταξύ των φτωχών υπάρχει κάποιο έλλειμμα. Παραδοσιακά, το έλλειμμα αυτό αντιστοιχείται με την ευημερία και ειδικότερα με την ελλειμματική ευημερία, δηλαδή τον αποκλεισμό από αγαθά και υπηρεσίες ή/και την αδυναμία κάλυψης κάποιων βασικών - στοιχειωδών αναγκών (Hagenaars, van Praag 1985). Σε άλλες προσεγγίσεις, η φτώχεια εκλαμβάνεται ως έλλειψη δυνατοτήτων ή ως αδυναμία ελευθερίας να απολαμβάνει κανείς μία αξιοπρεπή ποιότητα ζωής (Sen 1976). 54

55 4.2. Η προσέγγιση της φτώχειας στο πλαίσιο της οικονομικής ευημερίας H οικονομική προσέγγιση διαχωρίζει τους φτωχούς από τους μη φτωχούς με κριτήριο την ατομική τους ευημερία. Υποτίθεται ότι ανάμεσα στις δύο ομάδες υπάρχει κάποιος τύπος «ανομοιομορφίας», «ασυνέχειας» ή κάποιο σημείο «ρήξης» (Ravallion 1996). Γι αυτό είναι απαραίτητη η χάραξη μιας γραμμής ή ενός ορίου, έτσι ώστε η συμπεριφορά και τα χαρακτηριστικά των φτωχών να «προεξέχουν», να αναγνωρίζονται και να διαφοροποιούνται από τους μη φτωχούς. Στο πλαίσιο αυτό, η φτώχεια επιχειρησιακά προσεγγίζεται με αμιγή εισοδηματικά κριτήρια, ως απόκλιση από ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικών - χρηματικών πόρων. Στη συνέχεια όμως, με όρους επιπέδου διαβίωσης και ευημερίας κατανοείται και ερμηνεύεται ως ευπάθεια, ως αδυναμία, ως ένα μη αποδεκτό ελλειμματικό επίπεδο εισοδήματος ή κατανάλωσης. Η κυριότερη κριτική στην οικονομική αυτή προσέγγιση, προέρχεται από τη θεωρία της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κυρίως αμφισβητείται: Το κατά πόσο η χρησιμότητα μπορεί να αποτελεί έναν ικανοποιητικό δείκτη ευημερίας. Το κατά πόσο το χρηματικό εισόδημα ή οι καταναλωτικές δαπάνες συνιστούν ένα ικανοποιητικό μέτρο της χρησιμότητας. Το κατά πόσο μία βραχυχρόνια μείωση/αύξηση της χρησιμότητας επιφέρει και επιπτώσεις οι οποίες σχετίζονται με τη φτώχεια. Ο ad-hoc προσδιορισμός μιας διαχωριστικής γραμμής φτώχειας. 4.3 Η προσέγγιση των βασικών αναγκών και της λειτουργικότητας Η προσέγγιση των βασικών αναγκών, έχει αφετηρία τις κλασικές μελέτες του Rowntree (1901), όπου η απόλυτη φτώχεια προσδιορίζεται μέσω της αποστέρησης μιας σειράς βασικών αγαθών και υπηρεσιών (τροφή, νερό, στέγη, ρουχισμό, καλές συνθήκες υγιεινής κλπ) και συνδέεται άμεσα με την έννοια του ελαχίστου ορίου επιβίωσης (Streeten et al 1981). Μάλλον, πρόκειται για μία βιολογική προσέγγιση, καθώς δε δίνεται καθόλου έμφαση στην έννοια της χρησιμότητας ή της οικονομικής ευημερίας. Στην προσέγγιση της λειτουργικότητας τονίζεται ότι δεν πρέπει μόνο να εξετάζεται τι υλικά αγαθά ή μέγεθος εισοδήματος είναι διαθέσιμα, αλλά τι κάνουν και τι μπορεί αυτά να κάνουν (Sen 1987, 1992). Στο πλαίσιο αυτό, η κάλυψη των βασικών αναγκών αποτελεί ένα ουσιαστικό στοιχείο για να αξιολογηθεί η επίτευξη λειτουργικοτήτων. Μαζί με άλλα επιπρόσθετα στοιχεία, σε γενικές γραμμές, λόγω των ατομικών διαφοροποιήσεων, η ισότητα στην κάλυψη του χώρου των βασικών αναγκών, μετατρέπεται σε ανισότητα στο χώρο της λειτουργικότητας. Όπως ειδικότερα αναφέρει ο Α. Sen (1997, σ. 39), η ατομική ευημερία προσεγγίζεται καλύτερα ως δείκτης λειτουργικότητας (functioning) η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατάστασης ενός ατόμου, και στην ουσία εκφράζεται με το τι κατορθώνεται να πραγματοποιείται. 4.4 Φτώχεια ικανοτήτων Στην πρωτοποριακή προσέγγιση του A. Sen (1976, 1997, σ. 40), η φτώχεια εκλαμβάνεται ως έλλειψη ικανοτήτων, εγγενών και οργανικών: π.χ. εισόδημα, εκπαίδευση, υγεία, ανθρώπινα δικαιώματα, αστικά δικαιώματα κ.λπ, που θα επέτρεπαν την επίτευξη λειτουργικοτήτων (να κάνουν οι άνθρωποι πράγματα που θέλουν) και την επίτευξη καταστάσεων που επιδιώκονται. Πρόκειται για μία προσέγγιση η οποία είναι σχετική, δηλαδή προσεγγίζεται με την 55

56 ανάπτυξη σχετικών δεικτών (Human Development και Human Poverty Indices), αλλά ταυτόχρονα μπορεί να καθορίσει ένα ελάχιστο σύνολο ικανοτήτων που είναι απαραίτητο, αναγκαίο ή δικαιωματικό (Doyal και Gough 1991). Θεωρώντας ότι τα χρηματικά μέτρα αποτυγχάνουν να συλλάβουν άλλες σημαντικές πτυχές της ατομικής ευημερίας, όπως οι κοινοτικοί πόροι, οι κοινωνικές σχέσεις, ο πολιτισμός, η προσωπική ασφάλεια και το φυσικό περιβάλλον, έχουν οδηγήσει ανάπτυξη ενός συνόλου συμπληρωματικών δεικτών που στοχεύουν να συλλάβουν τις ανθρώπινες ικανότητες (Sen McKinley Micklewright και Stewart, 2001). Πρόσφατα, Α. Sen (1999) έχει επεκτείνει την εννοιολογική προσέγγιση των ικανοτήτων, υποστηρίζοντας ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη μπορεί να αναζητηθεί σε πέντε δικαιώματα ή ελευθερίες: πολιτικές ελευθερίες, οικονομικές ανέσεις, κοινωνικές ευκαιρίες, εγγυήσεις διαφάνειας και προστατευτική ασφάλεια. Στο πλαίσιο αυτό (Βλ. Σχήμα 2), η προσέγγιση της φτώχειας ως ανικανότητα εκπλήρωσης ουσιαστικών λειτουργιών της ανθρώπινης ζωής (human poverty), διαφοροποιείται ουσιαστικά από την οικονομική φτώχεια (economic poverty). Λειτουργικότητες (Functionings) Ικανότητες (Capabilities) Συμμετοχή στην κοινωνική Να μπορεί να εμφανίζεται Να μπορεί να ζωή δημόσια χωρίς ντροπή συμμετέχει στην Οικονομική κοινωνική ζωή ευημερία Δημόσια Να μπορεί Να μπορεί Να μπορεί να Επίτευξη ενός εμφάνιση να είναι με να τρέφεται αποφύγει βασικού επιπέδου χωρίς ντροπή επαρκή επαρκώς την αποτρέψιμη χρησιμότητας ρουχισμό/ νοσηρότητα Αποφυγή στέγαση αποτρέψιμης νοσηρότητας Να τρέφεται επαρκώς Να διαθέτει επαρκή ρούχα/ στέγαση Να διαθέτει πόσιμο νερό Να διαβιεί σε υγιεινό περιβάλλον Να διαθέτει μόρφωση Να έχει πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα Να έχει πρόσβαση σε δημόσια μέσα μεταφοράς Βασικές ανάγκες Πηγή: L-M. Asselin, A. Dauphin,

57 4.5 Πυραμίδα των εννοιών φτώχειας O B. Baulch (1996) έχει περιγράψει επιτυχώς την προοδευτική διεύρυνση αυτού που εννοιολογικά θεωρείται φτώχεια, με την «πυραμίδα των εννοιών φτώχειας». Κάθε έννοια αντιπροσωπεύει μία διάσταση ευημερίας και κάθε εννοιολογική σύνθεση αποτελείται από έναν συνδυασμό διαστάσεων. Όπως φαίνεται (Σχήμα 3), σταδιακά οι συνδυασμοί διευρύνονται και γίνονται πιο πολύπλοκοι. Η παραδοσιακή οικονομική «σύλληψη» της φτώχειας, συνδυάζει το διαθέσιμο προσωπικό εισόδημα ή τις δαπάνες ιδιωτικής κατανάλωσης με την ιδιοκτησία διαρκών αγαθών και την παροχή - κατανάλωση κρατικών - δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών. Εμπειρικά, λόγω δυσκολιών μέτρησης άλλων παραγόντων, η εκτίμηση της οικονομικής φτώχειας γίνεται μόνο με τις καταναλωτικές δαπάνες ή το χρηματικό εισόδημα. Σχήμα 3. Πυραμίδα εννοιών της φτώχειας ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑ + ΒΙΠ ΕΙΣΟΔΗΜΑ + ΒΙΠ + ΠΚΑΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑ + ΒΙΠ + ΠΚΑΥ + ΔΙΑΡΚΗ ΑΓΑΘΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑ + ΒΙΠ + ΠΚΑΥ + ΔΙΑΡΚΗ ΑΓΑΘΑ + ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑ + ΒΙΠ + ΠΚΑΥ + ΔΙΑΡΚΗ ΑΓΑΘΑ + ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ + ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑ = Προσωπικό εισόδημα (ή εναλλακτικά δαπάνες ιδιωτικής κατανάλωσης), ΒΙΠ = Βασικοί ιδιοκτησιακοί πόροι, ΠΚΑΥ = Παροχή κρατικών αγαθών και υπηρεσιών Πηγή: Β. Baulch, 1996, ίδιες εκτιμήσεις 57

58 Στο άλλο άκρο του εννοιολογικού φάσματος, ο A.Sen (1997) θεωρεί την ελευθερία, την αυτονομία, την αξιοπρέπεια ως κεντρικά στοιχεία της έννοιας της φτώχειας, ενώ άλλα στοιχεία εκλαμβάνονται ως δευτερευούσης σπουδαιότητας. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι όσο πιο σύνθετη είναι η εννοιολογική σύλληψη της φτώχειας, τόσο πιο δύσκολα καθίσταται λειτουργική και εμπειρικά μετρήσιμη. Κατά συνέπεια, αν και η προσέγγιση Sen είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην κατανόηση της ευημερίας και των ιδιοτήτων της ευημερίας, είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί ή να έχει μία εύχρηστη εμπειρική εφαρμογή Απόλυτη, σχετική φτώχεια και ζητήματα στην πρακτική μέτρησης της φτώχειας Υπάρχουν δύο μεθοδολογίες προσέγγισης της φτώχειας, η απόλυτη και η σχετική: Η απόλυτη προσέγγιση αναφέρεται στην έλλειψη κάποιου στοιχειώδους (ελαχίστου επιπέδου) εισοδήματος, που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των βασικών αναγκών ενός ατόμου ή ενός νοικοκυριού. Εκφράζεται ως κόστος για «ένα στοιχειώδη καλάθι» αγαθών (φτώχεια ως ανεπάρκεια). Η σχετική φτώχεια επικεντρώνεται στην ανεπάρκεια ή την απόκλιση από ένα συνηθισμένο, κοινωνικά αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης (φτώχειας ως ανισότητα). Σε γενικές γραμμές φαίνεται να υπάρχει συναίνεση ότι στις χώρες που βρίσκονται σε χαμηλότερα στάδια οικονομικής ανάπτυξης, σίγουρα υπάρχει κάποιο απελπιστικά χαμηλό απόλυτο επίπεδο αποστέρησης, όπου το άτομο, η οικογένεια ή το νοικοκυριό βρίσκονται σε κατάσταση απόλυτης φτώχειας. Εντούτοις, στην περίπτωση των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, η προσέγγιση ενός τέτοιου επιπέδου δε φαίνεται να έχει κάποια χρησιμότητα και, συνεπώς, η φτώχεια πρέπει να εκτιμάται με σχετικά κριτήρια. Κατά τον A. Sen (1993, p. 41), όμως, η φτώχεια είναι «σχετική» αν η αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων ή της ποιότητας ζωής ενός ατόμου ή νοικοκυριού γίνεται με βάση το εισόδημα, τις καταναλωτικές δαπάνες και τους οικονομικούς πόρους, γενικότερα, καθώς καταδεικνύεται το στοιχείο της απόστασης κλιμάκωσης, δηλαδή της ανισότητας. Είναι όμως «απόλυτη» στο χώρο των ικανοτήτων και της λειτουργικότητας, καθώς καταδεικνύει στοιχεία αδυναμίας να πραγματοποιηθούν ορισμένες αναγκαίες λειτουργίες (π.χ. αδυναμία κατανάλωσης τροφίμων υψηλής πρωτεϊνικής αξίας, αδυναμία αγοράς και ανανέωσης ενδυμάτων κ.λπ.), που, όμως, δε διαφοροποιεί ούτε εξαρτάται από τη θέση ενός ατόμου έναντι ενός άλλου. Κατά συνέπεια, η στέρηση ικανοτήτων ξεπερνά την «κοινότοπη συζήτηση» και τους προβληματισμούς μεταξύ σχετικής ή απόλυτης φτώχειας. Η στατιστική μέτρηση της φτώχειας συνιστά μία ξεχωριστή και ίσως περισσότερο πολύπλοκη διάσταση. Κοινή πρακτική συνιστά η εξειδίκευση και η εκτίμηση δύο ιδιαίτερα εύχρηστων δεικτών: αναλογία των φτωχών (δηλαδή την αναλογία του πληθυσμού με εισοδήματα κάτω από το όριο φτώχειας-headcount index) και χάσμα φτώχειας (δηλαδή, η απόσταση του μέσου εισοδήματος των φτωχών από το όριο της φτώχειας). Οι δείκτες αυτοί εμφανίζουν το πλεονέκτημα ότι ερμηνεύονται εύκολα και λειτουργούν συμπληρωματικά. Μαζί με την εκτίμηση του κινδύνου της φτώχειας, με αναφορά σε μία συγκεκριμένη ομάδα πληθυσμού, προσδιορίζονται στοιχεία και χαρακτηριστικά σύνθεσης, έντασης και έκτασης του φαινομένου. Ο A. Sen (1976), ωστόσο, επισημαίνει ότι η αναλογία φτωχών δεν αναφέρεται στο εισόδημα που υπολείπεται μέχρι το όριο φτώχειας, κάτι που προσεγγίζεται με το χάσμα της φτώχειας, που με τη σειρά του δεν αναφέρεται στην αναλογία των φτωχών. Παρ όλες τις οξείες κριτικές, όμως, ο «παραδοσιακός» δείκτης αναλογίας φτώχειας εξακολουθεί να παραμένει δημοφιλής, κυρίως λόγω της απλότητας και της ευχρηστίας του (Ravaillon 1996). Άλλωστε, μέχρι στιγμής, οι φαινομενικά εσωτερικές λογικές και οι μαθηματικοί-στατιστικοί τύποι άλλων τακτικών μέτρων ή δεικτών, δύσκολα κατανοούνται και αφομοιώνονται. 31 Για τον λόγο αυτό άλλωστε, οι δείκτες που επιλέγονται και αναλύονται παρακάτω, για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. είναι κυρίως οικονομικοί δείκτες. 58

59 Παράλληλα, έχει αρχίσει να αναγνωρίζεται η ανάγκη να εξετάζονται οι επιπτώσεις σε ολόκληρο το φάσμα της φτώχειας και κυρίως να εξετάζονται ειδικά οι οριακές περιπτώσεις (μόλις κάτω και πάνω από τη γραμμή φτώχειας). Γι αυτό, γίνονται εκτιμήσεις με πολλαπλά όρια φτώχειας (κάτω από 40%, 50% ή 70% της διαμέσου), θεωρώντας ότι έτσι αποτιμάται η περίπτωση των «εξαιρετικά φτωχών», καθώς και των «εξαιρετικά ευάλωτων» περιπτώσεων που βρίσκονται μόλις πάνω από τη διαχωριστική γραμμή. Σε άλλες περιπτώσεις, εκτός από το χρηματικό εισόδημα συνεκτιμώνται μία σειρά από δείκτες αποστέρησης, αποτυπώνοντας έτσι (ποιοτικά) στοιχεία συνθηκών διαβίωσης των φτωχών. Στο πλαίσιο αυτό, οι φτωχοί εκτός από ελλειμματικό εισόδημα εμφανίζουν και χαμηλό βιοτικό επίπεδο. 4.7 Μεθοδολογία μέτρησης του κινδύνου φτώχειας (Eurostat) Σύμφωνα με τον ορισμό της φτώχειας που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 1975, ορίζονται ως «φτωχά», «εκείνα τα άτομα ή τα νοικοκυριά των οποίων οι πόροι είναι τόσο χαμηλοί, ώστε να αποκλείονται από τον ελάχιστα αποδεκτό τρόπο ζωής της χώρας στην οποία ζουν». Στο πλαίσιο αυτό η φτώχεια καθορίζεται σε σχέση με το μέσο επίπεδο διαβίωσης μιας συγκεκριμένης κοινωνίας σε μια δεδομένη χρονική περίοδο (φτωχός σε σχέση με τους άλλους) και ανταποκρίνεται στις πολιτικές απασχόλησης, εκπαίδευσης και πρόνοιας που κινητοποιούνται σε εθνικό επίπεδο για την καταπολέμηση της φτώχειας. Αυτή η σχετική θεώρηση της φτώχειας δίνει έμφαση στην οικονομική ανισότητα, σε αντίθεση με την απόλυτη φτώχεια που δίνει έμφαση στην οικονομική ανεπάρκεια και προϋποθέτει τον καθορισμό μιας γραμμής φτώχειας (το κατώφλι της φτώχειας). Χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία που χρησιμοποιεί η Eurostat, η εν λόγω γραμμή καθορίζεται στο 60% του διάμεσου ισοδύναμου συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος του νοικοκυριού 32. Για τον υπολογισμό του συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του νοικοκυριού λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα όλων των μελών του νοικοκυριού, δηλαδή το εισόδημά τους που προκύπτει μετά την αφαίρεση των φόρων και των εισφορών για κοινωνική ασφάλιση. Επειδή όμως το να είναι ένα άτομο ή νοικοκυριό κάτω από αυτό το όριο δεν είναι ούτε απαραίτητο ούτε αρκετό για να πούμε ότι είναι και φτωχό, ο δείκτης δεν ονομάζεται δείκτης φτώχειας, αλλά μέτρο (όριο) κινδύνου φτώχειας. Ακολουθώντας τη μέθοδο αυτή της Eurostat στην παρούσα έρευνα για τον υπολογισμό του συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος του νοικοκυριού, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, δηλαδή το εισόδημα που προκύπτει μετά την αφαίρεση των φόρων και των εισφορών για κοινωνική ασφάλιση, που λαμβάνεται από όλα τα μέλη του νοικοκυριού. Συγκεκριμένα, οι εισοδηματικές συνιστώσες που περιλαμβάνονται στην έρευνα είναι (ερωτήματα Η Η ): και 1. Το εισόδημα από εργασία 2. Το εισόδημα από ατομική-ιδωτική επιχείρηση/γραφείο 3. Οι κοινωνικές παροχές - Βοηθήματα/Επιδόματα και οι συντάξεις 32 Σύμφωνα με τις οδηγίες της Eurostat, το ισοδύναμο μέγεθος νοικοκυριού υπολογίζεται με βάση την τροποποιημένη κλίμακα του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με την οποία, δίνονται οι εξής συντελεστές στάθμισης: Συντελεστής στάθμισης 1 για τον πρώτο ενήλικα, 0,5 για άτομα άνω των 13 και 0,3 για παιδιά 13 ετών και κάτω. Το ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα κάθε νοικοκυριού υπολογίζεται διαιρώντας το συνολικό καθαρό εισόδημα του νοικοκυριού με το ισοδύναμο μέγεθος του. 33 Ποιο είναι το καθαρό μηνιαίο ατομικό σας εισόδημα λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πηγές, όπως μισθοί, υπερωρίες, εισοδήματα από ενοίκια, μερική απασχόληση, συντάξεις, οικογενειακή βοήθεια, κτλ.; Αναφέρατε ποσό. 34 Ποιο είναι το καθαρό μηνιαίο οικογενειακό σας εισόδημα, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος των άλλων μελών της οικογένειάς σας, ή της οικογένειας προέλευσης, αν μένετε μόνος, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πηγές, όπως μισθοί, υπερωρίες, εισοδήματα από ενοίκια, μερική απασχόληση, συντάξεις κτλ.; Αναφέρατε ποσό. 59

60 4. Το εισόδημα από περιουσία (ενοίκια και άλλες πηγές) 5. Οι χρηματικές μεταβιβάσεις από οικογένεια/συγγενείς Το ισοδύναμο μέγεθος του νοικοκυριού υπολογίζεται με βάση την τροποποιημένη κλίμακα του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με την οποία ορίζεται συντελεστής στάθμισης 1 για τον πρώτο ενήλικα, 0,5 για το δεύτερο ενήλικα και μέλη 14 ετών και άνω και 0,3 για παιδιά 13 ετών και κάτω 35. Είναι επομένως απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα του ερωτήματος: ΕΡ: Α1 του ερωτηματολογίου, από την ενότητα : ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ. Στη συνέχεια, αφού γίνει διαχωρισμός φτωχών - μη φτωχών, με τη μεθοδολογία της πινακοποίησης (cross tabulation), θα καθοριστούν οι ομάδες υψηλού κινδύνου φτώχειας. Ειδικότερα, θα γίνει cross tabulation του δείκτη φτώχειας με μεταβλητές του ερωτηματολογίου, όπως για παράδειγμα: 36 - Φύλο - Οικογενειακή κατάσταση - Μέγεθος νοικοκυριού - Ομάδες ηλικιών - Κύρια οικονομική δραστηριότητα και με ποια μορφή είναι η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα (ΕΡ.B1) - Επίπεδο εκπαίδευσης και επιπλέον στοιχεία για το ρόλο της εκπαίδευσης (ΕΝΟΤΗΤΑ Δ) - Τύπος νοικοκυριού (δημιουργία μεταβλητής με αριθμό μελών, σύνθεση με αριθμό ενηλίκων, παιδιών και ηλικιωμένων) - Ιδιοκτησιακό καθεστώς της κατοικίας με βάση τα ερωτήματα: ΕΡ.H6.3 Μένετε σε δικιά σας κατοικία; ΕΡ.H6.5 Η οικογένειά σας μένει σε δικιά της κατοικία Επιπλέον, θα πραγματοποιηθεί οικονομετρική διερεύνηση (πολυμεταβλητή ανάλυση: Binary logistic regression) με εξαρτημένη μεταβλητή (νέος απασχολούμενος ή σε κατάσταση ανεργίας). Στο πλαίσιο αυτό, η πιθανότητα έκβασης στην κατάσταση Υ=1 (απασχολούμενος την περίοδο της επιτόπιας έρευνας) έναντι της εναλλακτικής κατάστασης Υ=0 (ανεργία την περίοδο διενέργειας της επιτόπιας έρευνας) εκλαμβάνεται ως μία συνάρτηση των ανεξάρτητων μεταβλητών x i, με i= 1,...,k, που θα είναι στοιχεία και χαρακτηριστικά των νέων (ηλικία, φύλο, επίπεδο εκπαίδευσης κοκ), τα οποία θα έχουν συλλεγεί από την επιτόπια έρευνα. 4.8 Κοινωνικός αποκλεισμός Οι δυσκολίες και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι νέοι που κινδυνεύουν από τη φτώχεια είναι πλέον σωρευτικά. Η πραγματικότητα της φτώχειας απέκτησε ακόμη πιο περίπλοκο χαρακτήρα: πολλαπλά μειονεκτήματα και στέρηση, σε συνδυασμό με διάφορους παράγοντες κινδύνου, όπως η έλλειψη βασικών πόρων, οικογενειακά προβλήματα, 35 Επισημαίνεται ότι στην κατανομή κατά άτομο θεωρείται, με βάση τον παραπάνω ορισμό, ότι το κάθε μέλος του νοικοκυριού κατέχει το ίδιο εισόδημα που αντιστοιχεί στο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα. Αυτό σημαίνει ότι το κάθε μέλος του νοικοκυριού απολαμβάνει το ίδιο επίπεδο διαβίωσης. Συνεπώς, στην κατά άτομο κατανομή, το εισόδημα που αποδίδεται σε κάθε άτομο δεν αντιπροσωπεύει χρηματική απολαβή, αλλά έναν δείκτη επιπέδου διαβίωσης. 36 Οι οποίες αναφέρονται ενδεικτικά και κυρίως εκτιμώνται για το σύνολο του πληθυσμού από άλλες έρευνες, όπως είναι π.χ. η EU SILC. 60

61 έλλειψη μαθησιακής ικανότητας και ψηφιακών δεξιοτήτων, επισφαλής υγεία, ανεπαρκής και απομακρυσμένη στέγαση, αποκλεισμός από την κοινωνία της πληροφορίας, καθώς και έλλειψη κοινωνικής στήριξης που επιδεινώνεται σε ορισμένες περιπτώσεις από τις διακρίσεις, οδηγούν σε ακραίες καταστάσεις φτώχειας και κοινωνικό αποκλεισμό. Η Silver (1994) υπογραμμίζει τρεις διαφορετικές περιπτώσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνικό αποκλεισμό: έλλειψη αλληλεγγύης, έλλειψη ειδίκευσης (έλλειψη προσόντων) και μονοπώλιο (οι εντός και οι εκτός). Αναφέρεται ότι για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι μια διαδικασία με την οποία ορισμένα άτομα ωθούνται στο περιθώριο της κοινωνίας και αποτρέπονται να συμμετάσχουν πλήρως λόγω φτώχειας, ή έλλειψης βασικών ικανοτήτων και ευκαιριών δια βίου μάθησης ή ως αποτέλεσμα διακρίσεων. Αυτό τους απομακρύνει από την εργασία, το εισόδημα, τις ευκαιρίες εκπαίδευσης, καθώς επίσης και από τις κοινωνικές και κοινοτικές δραστηριότητες και δίκτυα. Έχουν λίγη πρόσβαση στους οργανισμούς δύναμης και λήψης αποφάσεων και έτσι, συχνά, έχουν το αίσθημα ότι είναι ανίσχυροι και ανίκανοι να πάρουν έλεγχο των αποφάσεων που έχουν επιπτώσεις στην καθημερινή τους ζωή. (European Commission, Joint Report on Social Exclusion summarising the results of the examination of the National Action Plans for Social Inclusion ( ), COM(2003) 773 final, 12 December 2003; Αντίστοιχα, ερευνητική ομάδα του ιδρύματος Townsend (Levitas, Pantazis, Patsios και Townsend), σε μία προσπάθεια εμπειρικής εφαρμογής των κριτηρίων του G. Room (1995), στα πλαίσια του προηγούμενου ορισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2003) ή του ορισμού του J. Berghman (1995), έχουν ξεχωρίζει τέσσερις διαστάσεις κοινωνικού αποκλεισμού (στο Gordon κ.ά 2000): Αδυναμία ή αποκλεισμός λόγω ανεπάρκεια εισοδήματος ή πόρων Αποκλεισμός από την αγορά εργασίας Αποκλεισμός από τις υπηρεσίες του κοινωνικού κράτους Αποκλεισμός από κοινωνικές σχέσεις (κοινωνικές δραστηριότητες, απομόνωση, έλλειψη υποστήριξης, αστική αποδέσμευση και περιορισμός) Για τον G. Room (1995) ο κοινωνικός αποκλεισμός ορίζεται με άξονες αναφοράς: 37 Την ιδιωτική αγορά και κυρίως την αγορά εργασίας, μέσω της οποίας προάγεται η οικονομική ενσωμάτωση. Το κοινωνικό κράτος, μέσω του οποίου προάγεται η κοινωνική ενσωμάτωση. Τα άτυπα δίκτυα στήριξης (οικογένεια, φίλοι, γείτονες, δημοτικές -τοπικές υπηρεσίες κλπ), μέσω των οποίων προάγεται η διαπροσωπική ενσωμάτωση. Το δημοκρατικό σύστημα 38, μέσω του οποίου προάγεται η ενσωμάτωση και η ισότητα στην κοινωνία των πολιτών. 37 Για εκτενέστερη ανάλυση και μέτρηση του κοινωνικού αποκλεισμού βλέπε: Room, G. [ Ed.] (1995), Beyond the Threshold: The Measurement and Analysis of Social Exclusion, The Policy Press. 38 Που είναι πλέον δεδομένο σε όλες τις χώρες χώρες της ΕΕ. 61

62 Δηλαδή, σε κοινωνικό αποκλεισμό, οδηγεί ο ταυτόχρονος αποκλεισμός από τους κύριους μηχανισμούς παραγωγής και διανομής πόρων όπως είναι: Η ιδιωτική αγορά, Το κοινωνικό κράτος Τα άτυπα δίκτυα στήριξης Η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού και συσχέτισή του με την έννοια της φτώχειας και την έννοια της σχετικής αποστέρησης κατανοούνται καλύτερα με βάση τα κάτωθι στοιχεία (Σχήμα 4). Σχήμα 4. Διαστάσεις του Κοινωνικού Αποκλεισμού ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΤΥΠΑ ΔΙΚΤΥΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ Όπως είναι φανερό, η οικονομική φτώχεια συνιστά μία από τις βασικές διαστάσεις του αποκλεισμού, καθώς η μη συμμετοχή στις δραστηριότητες της ιδιωτικής αγοράς ουσιαστικά αφορούν την αγορά εργασίας και την απολαβή εισοδήματος μέσω της απασχόλησης. Σε καθαρά εμπειρικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Eurostat καθορίζουν τον αριθμό των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό, σύμφωνα με τους τρεις ακόλουθους δείκτες: Κίνδυνος ή ποσοστό φτώχειας: Αναφέρεται στην κατάσταση των ατόμων, των οποίων το διαθέσιμο εισόδημα είναι κάτω από το 60% του διαμέσου ισοδύναμου εισοδήματος της χώρας τους. Είναι ένα σχετικό μέτρο για τη φτώχεια, που συνδέεται με την κατανομή του εισοδήματος, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πηγές του νομισματικού εισοδήματος, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων της αγοράς και των κοινωνικών μεταβιβάσεων. Απεικονίζει τον 39 Μαζί οι τρεις δείκτες απεικονίζουν το στόχο της στρατηγικής της Ευρώπης

63 ορισμό της φτώχειας που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 1975, που ανταποκρίνεται στις πολιτικές απασχόλησης, εκπαίδευσης και πρόνοιας που κινητοποιούνται σε εθνικό επίπεδο για την καταπολέμηση της φτώχειας. 2. Ποσοστό ατόμων που ζει σε νοικοκυριά που έχουν σοβαρή υλική στέρηση. 40 Πρόκειται για έναν δείκτη ο οποίος ουσιαστικά συμπληρώνει την εικόνα που δίνεται μέσω του κινδύνου φτώχειας, παρέχοντας μία εκτίμηση για τη μερίδα των ατόμων που οι συνθήκες διαβίωσης έχουν πληγεί σοβαρά από την έλλειψη πόρων. 3. Ποσοστό πληθυσμού που διαβιεί σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση απασχόλησης. Αναφέρεται στο ποσοστό πληθυσμού ηλικίας ετών που τα μέλη τους εργάστηκαν λιγότερο από το 20% της συνήθους απασχόλησης κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους. 41 Φανερώνει την πόλωση μεταξύ πλούσιων και φτωχών σε απασχόληση νοικοκυριών. Έχοντας εξετάσει μερικά από τα στοιχεία που κυρίως αφορούν τη φτώχεια και το κοινωνικό αποκλεισμό, στη συνέχεια εξετάζεται η περίπτωση της οικονομικής φτώχειας και στη συνέχεια δίνεται μία σύντομη 42 συγκριτική περιγραφή για τις χώρες της ΕΕ-28 με βάση τα στοιχεία της EU SILC. 5. Τι δείχνουν τα στοιχεία της επιτόπιας έρευνας; Στην ενότητα αυτή αρχικά εξετάζονται αρχικά ορισμένα στοιχεία απλές κατανομές των στοιχείων της επιτόπιας έρευνας (φύλο, ηλικία κλπ). Στη συνέχεια γίνεται εκτενέστερη με βάση το δείκτη φτώχειας ο οποίος έχει εξειδικευτεί με βάση τη μεθοδολογία της Eurostat. Φύλο, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, επίπεδο εκπαίδευσης, σχέση με την αγορά εργασίας Εξετάζοντας αναλυτικά τα στοιχεία των επόμενων σχημάτων, διαπιστώνεται αρχικά ότι στο δείγμα η κατανομή νέων κατά φύλο σε κάθε ηλικιακή ομάδα (15-19, 20-24, και 30-34) είναι σχεδόν ισόποση (Σχήμα 5). Ενδιαφέροντα είναι και τα στοιχεία του επόμενου σχήματος 6, στο οποίο διαπιστώνεται ότι η μεγάλη πλειονότητα των νέων (80,6%) είναι άγαμοι, ενώ μόνον το 14,4% δηλώνει έγγαμος. Το πόρισμα αυτό συνάδει με τα στοιχεία για τη γαμηλιότητα στην Ελλάδα. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την ΕΛ ΣΤΑΤ (2014), 43 η μέση ηλικία των γυναικών κατά τον πρώτο γάμο, για το 2013, ήταν 29,9 έτη, ενώ το 2012 ήταν λίγο χαμηλότερη, 29,6. Η αντίστοιχη μέση ηλικία των ανδρών για το 2013 ήταν 32,7 έτη, ενώ το 2012 ήταν 32,5. Σημειώνεται, ότι στο σύνολο των γάμων, οι γυναίκες που τέλεσαν πρώτο γάμο ήταν , ενώ οι άντρες ήταν Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι η πλειοψηφία πρώτων γάμων για τις γυναίκες είναι στην ηλικιακή ομάδα ετών, ενώ για τους άνδρες είναι στην ηλικιακή ομάδα ετών. 40 Οι άνθρωποι θεωρούνται ότι αντιμετωπίζουν σοβαρή υλική στέρηση στην περίπτωση που παρουσιάζουν τουλάχιστον 4 από τις 9 στερήσεις: i) καθυστέρηση στην αποπληρωμή πάγιων λογαριασμών (ρεύμα, νερό κ.λπ.), ενοίκιο ή δόσεις δανείων κύριας κατοικίας ή δόσεις άλλων δανείων, ii) να κρατήσουν το σπίτι τους επαρκώς ζεστό, iii) να αντιμετωπίσουν απροσδόκητα έξοδα, iv) να τρώνε κρέας, ψάρι ή ισοδύναμο πρωτεΐνης κάθε δεύτερη μέρα, v) οικονομική αδυναμία για πληρωμή μιας εβδομάδας διακοπών, vi) οικονομική αδυναμία να διαθέτουν αυτοκίνητο, vii) να έχουν πλυντήριο ρούχων, viii) οικονομική αδυναμία να διαθέτουν έγχρωμη τηλεόραση ή ix) οικονομική αδυναμία να διαθέτουν τηλέφωνο. 41 Σύμφωνα με την ΕΛ ΣΤΑΤ (2014, σ. 19): «Η ένταση εργασίας ορίζεται ως ο λόγος μεταξύ του αριθμού μηνών που όλα τα μέλη εργάζονται κατά το προηγούμενο έτος και του συνολικού αριθμού μηνών που θα μπορούσαν θεωρητικά να έχουν εργαστεί κατά την ίδια περίοδο. Οικονομικά ενεργά μέλη θεωρούνται τα μέλη του νοικοκυριού ηλικίας ετών. Τα νοικοκυριά που αποτελούνται μόνο από μαθητές ή σπουδαστές κ.λπ. κάτω των 25 ετών ή και άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω εξαιρούνται από τον υπολογισμό του δείκτη». 42 Λόγω της μεγάλης έκτασης που διαφορετικά θα μπορούσε να προσλάβει η εργασία. 43 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΗ, Φυσική κίνηση του πληθυσμού έτους , ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ, Πειραιάς, 30 Σεπτεμβρίου

64 Σύμφωνα με τα στοιχεία του Σχήματος 7, ποσοστό νέων 56,7% ηλικίας ζούσε με τους γονείς του. Το ποσοστό αυτό είναι πλησίον του αντίστοιχου ποσοστού (57,1% ) για το σύνολο της χώρας το 2013 (Βλέπε Σχήμα 23 παρακάτω), καθιστώντας τα στοιχεία του δείγματος ιδιαίτερα αξιόπιστα. Φαίνεται, επίσης, ότι η ανεργία των νέων είναι ιδιαίτερα υψηλή στις ηλικίες ετών, ενώ περιορίζεται στην ηλικιακή ομάδα ετών (Σχήμα 8). Από τους νέους οι οποίοι είναι εργαζόμενοι, ποσοστό 29,8% δηλώνει ότι είναι κύριος εισοδηματίας του νοικοκυριού (Σχήμα 9), ενώ οι περισσότεροι (51%) δηλώνουν ότι εργάζονται ως μισθωτοί στον ιδιωτικό τομέα (Σχήμα 10), με ηλικία έναρξης συστηματικής εργασίας που κυμαίνεται μεταξύ ετών (Σχήμα 11) και σε γενικές γραμμές η απασχόληση των περισσότερων είναι πλήρης (75,9%) παρά μερική (Σχήμα 12). Αναφορικά με τη μετάβαση μεταξύ εκπαίδευσης και απασχόλησης, διαπιστώνεται στο Σχήμα 13 ότι οι περισσότεροι νέοι (51%) δηλώνουν ότι η τωρινή τους εργασία δεν είναι η πρώτη μετά την εκπαίδευση, ενώ το 45% αναφέρει ότι όντως είναι η πρώτη τους εργασία μετά τις σπουδές/εκπαίδευση. Επίσης, φαίνεται ότι πολλοί από τους νέους που δεν είναι οικονομικά ενεργοί σπουδάζουν, ενώ 62,7% έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους και αναζητούν εργασία (Σχήμα 14). Η κύρια δραστηριότητα όσων έχουν κλείσει τον κύκλο των σποδών τους (περίοδος μετά τις σπουδές) είναι είτε να έχουν βρει κατευθείαν μία πρώτη εργασία (25,9%) είτε να έχουν εργαστεί σε διάφορες δουλειές με διάρκεια μεγαλύτερη (27,4%) ή μικρότερη των τριών μηνών (Σχήμα 15). Σχήμα 5. Κατανομή νέων ετών κατά φύλο και ηλικιακές ομάδες 64

65 Σχήμα 6. Κατανομή νέων κατά οικογενειακή κατάσταση Σχήμα 7. Νέοι ετών που ζουν με τους γονείς τους, έχουν δικό τους νοικοκυριό κ.λπ. 65

66 Σχήμα 8. Σχέση των νέων με την αγορά εργασίας κύρια οικονομική δραστηριότητα κατά ηλικιακές ομάδες Σχήμα 9. Νέοι ετών που είναι οι κύριοι εισοδηματίες του νοικοκυριού Σχήμα 10. Επαγγελματική δραστηριότητα νέων ετών 66

67 Σχήμα 11. Ηλικία έναρξης συστηματικής εργασίας Σχήμα 12. Είδος απασχόλησης στην κύρια εργασία Σχήμα 13. Είναι η πρώτη εργασία αμέσως μετά την εκπαίδευσή σας; 67

68 Σχήμα 14. Εγγεγραμμένος σε κάποια βαθμίδα εκπαίδευσης αυτή τη στιγμή Σχήμα 15. Κύρια δραστηριότητα μετά τις σπουδές Ομάδες υψηλού κινδύνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού: η κρίση και οι επιπτώσεις της στους νέους Στη συνέχεια, από τα στοιχεία του Σχήματος 16, διαπιστώνεται ότι ο κίνδυνος φτώχειας είναι υψηλότερος για τους νέους 15-9 ετών (28,1%). Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει για μία ακόμη φορά την αξιοπιστία των στοιχείων της έρευνας, καθώς στο σύνολο της χώρας η παιδική φτώχεια για το έτος 2013 ανέρχεται σε 28,8%. 44 Επιπλέον, επιβεβαιώνεται η υπόθεσή μας ότι οι συνθήκες διαβίωσης των νέων ηλικίας ετών θα είναι πλησιέστερα στις αντίστοιχες συνθήκες διαβίωσης των παιδιών. Επίσης, υψηλός είναι ο κίνδυνος φτώχειας για τους νέους ετών (27,7%) και περιορίζεται σε 24,4% για τους νέους ετών και σε 25,1% για όσους έχουν ηλικία ετών (Σχήμα 17). Ιδιαίτερα εντυπωσιακά είναι τα στοιχεία του κινδύνου της φτώχειας για όσους νέους ζουν με τους γονείς τους. Φαίνεται ότι αυτό, κατά ένα μεγάλο βαθμό, είναι μία ανάγκη, καθώς 29,4% ζει με εισόδημα κάτω από όριο της 44 Αφορά παιδιά ηλικίας μέχρι 18 ετών. 68

69 φτώχειας. Αντίθετα, οι νέοι που έχουν δικό τους νοικοκυριό σε ποσοστό 20,2% αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας (Σχήμα 17). Διαπιστώνεται, επίσης, ότι τα νοικοκυριά, με μεγάλο μέγεθος, κινδυνεύουν περισσότερο από ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά (Σχήμα 18), κάτι το οποίο παρατηρείται και με τα στοιχεία της πανελλαδικής έρευνας συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα (EU SILC). Η απόκτηση θέσης απασχόλησης είναι η ασφαλέστερη έξοδος από τη φτώχεια για όσους μπορούν να εργαστούν. Ωστόσο, η δυσκολία που αντιμετωπίζουν ορισμένοι προκειμένου να ακολουθήσουν την οδό αυτή, φαίνεται ότι δε μειώνεται σε ουσιαστικό βαθμό από την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης. Η μακροχρόνια ανεργία εξακολουθεί να ανέρχεται στο 3%. Το 16% του πληθυσμού κινδυνεύει από τη φτώχεια (βλέπε γράφημα 1 του παραρτήματος), ενώ ένας στους πέντε ζει σε ακατάλληλες συνθήκες στέγασης. Ακόμη, πιο ανησυχητικό για το μέλλον είναι ότι το ποσοστό των παιδιών που κινδυνεύουν από τη φτώχεια είναι περίπου 19% και ότι το ποσοστό των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο εξακολουθεί να είναι υψηλό φθάνοντας το 15% περίπου. Το ποσοστό των ατόμων που ζουν σε νοικοκυριά ανέργων παρέμεινε σταθερό στο 10% περίπου κατά την περίοδο μεταξύ του 2000 και του 2005, προτού μειωθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα στη συνέχεια, ενώ δεν μειώθηκε σχεδόν καθόλου (0,3 ποσοστιαίες μονάδες) ο αριθμός των νοικοκυριών ανέργων με παιδιά. Η εργασία δεν παρέχει ικανοποιητική προστασία ενάντια στη φτώχεια Η εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας δεν αποτελεί πάντοτε εγγύηση για την καταπολέμηση της φτώχειας και οι φτωχοί εργαζόμενοι αντιπροσωπεύουν το ένα πέμπτο των νέων που εργάζονται, που είναι κατά 5,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από ότι για το σύνολο των νέων. Η φτώχεια συνδέεται με τις συνθήκες απασχόλησης, όπως οι χαμηλές αμοιβές, η χαμηλή ειδίκευση, η επισφαλής απασχόληση ή η υποαπασχόληση. Λόγω της κρίσης, η αύξηση της προσωρινής απασχόλησης, της μερικής απασχόλησης (συμπεριλαμβανομένης της ακούσιας μερικής απασχόλησης), συχνά μαζί με τη στασιμότητα των μισθών έχει αυξήσει τον αριθμό των ατόμων με χαμηλές ετήσιες απολαβές, ιδίως μεταξύ των γυναικών και των νέων. Η φτώχεια των εργαζομένων σχετίζεται, επίσης, με τα χαμηλά ποσοστά εργασίας ανά οικογένεια, δηλαδή με καταστάσεις στις οποίες ελήφθησαν όλα μαζί, οι ενήλικες της οικογένειας δεν εργάζονται αρκετά για να έχουν τα προς το ζην για ολόκληρο το νοικοκυριό. Μεταξύ αυτών, άγαμοι γονείς, οικογένειες με ένα γονέα που δεν εργάζονται σε πλήρες ωράριο, καθώς και οικογένειες με ένα μισθωτό, αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο κίνδυνο της φτώχειας. Έτσι, βλέπουμε ότι οι άνεργοι καταγράφουν υψηλό κίνδυνο φτώχειας (33%), ενώ ιδιαίτερα υψηλό είναι και το αντίστοιχο ποσοστό (27%) για τους μη οικονομικά ενεργούς (Σχήμα 19). Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι οι νέοι αντιμετωπίζουν κινδύνους φτώχειας παρόμοιους με το συνολικό πληθυσμό. Η μικρή ηλικία συνδέεται με το κίνδυνο της παιδικής φτώχειας, ενώ ο κίνδυνος είναι σχετικά πιο περιορισμένος για τις μεγαλύτερες ηλικίες. Επίσης, ο κίνδυνος είναι υψηλός για την Ελλάδα σε σύνθετες/μεγάλες οικογένειες. Οι νέοι που ζουν με τους γονείς τους, έρχονται αντιμέτωποι με υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας, συγκριτικά με τους νέους που έχουν δικό τους νοικοκυριό. Η εργασία προστατεύει από τη φτώχεια, αλλά όχι απόλυτα. Ένας στους πέντε εργαζόμενους νέους είναι φτωχός, ενώ η ανεργία σχετίζεται με υψηλό κίνδυνο φτώχειας. 69

70 Σχήμα 16. Κίνδυνος φτώχειας νέων κατά ηλικιακή ομάδα Σχήμα 17. Κίνδυνος φτώχειας νέων ηλικίας που ζουν με τους γονείς τους, έχουν δικό τους νοικοκυριό κ.λπ. 70

71 Σχήμα 18. Κίνδυνος φτώχειας νέων κατά μέγεθος νοικοκυριού Σχήμα 19. Κίνδυνος φτώχειας νέων ηλικίας κατά κατάσταση απασχόλησης 71

72 Διαδικασίες κοινωνικής ένταξης και ένταξης στην αγορά εργασίας των νέων σε περίοδο οικονομικής κρίσης - In4Youth 6. Λογιστική παλινδρόμηση: Περίπτωση εργαζομένων φτωχών Με την πολυμεταβλητή ανάλυση μπορεί να καθοριστούν αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ δύο μεταβλητών ελέγχοντας ταυτόχρονα ως προς κάποιες άλλες τρίτες μεταβλητές. Ειδικότερα, για να εξεταστεί η σχέση μεταξύ της απασχόλησης ή της ανεργίας των νέων και των ατομικών τους χαρακτηριστικών, προτείνεται να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της λογιστικής παλινδρόμησης (binomial logistic regression). Πρόκειται για μία μέθοδο πολυπαραγοντικής στατιστικής ανάλυσης (multivariate statistical analysis) που χρησιμοποιεί ένα σύνολο ανεξάρτητων μεταβλητών (independent variables) για τη διερεύνηση της κίνησης μιας κατηγορικής εξαρτημένης μεταβλητής (dependent variable). Η λογιστική παλινδρόμηση (Logistic Regression) είναι χρήσιμη σε καταστάσεις στις οποίες επιθυμούμε την πρόβλεψη της ύπαρξης ή της απουσίας ενός χαρακτηριστικού ή ενός συμβάντος. Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται στην κατασκευή ενός μοντέλου και συγκεκριμένα στον προσδιορισμό των τιμών που παίρνουν οι συντελεστές ενός συνόλου ανεξάρτητων μεταβλητών που χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές πρόβλεψης (predictor variables). Εκτός από την πρόβλεψη, ένα μοντέλο λογιστικής παλινδρόμησης δίνει τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε την επίδραση κάθε ανεξάρτητης μεταβλητής στη διαμόρφωση των τιμών της εξαρτημένης μεταβλητής. Στόχος είναι να προσδιοριστούν μεταβλητές /χαρακτηριστικά των νέων που σχετίζονται και επηρεάζουν θετικά τον τύπο της απασχόλησης: πλήρης ή μερική (ΕΡ.B4.1. Ποιο είναι το είδος της απασχόλησής σας;) Στο πλαίσιο αυτό, η πιθανότητα έκβασης στην κατάσταση Υ=1(απασχολούμενος την περίοδο της επιτόπιας έρευνας) έναντι της εναλλακτικής κατάστασης Υ=0 (ανεργία την περίοδο διενέργειας της επιτόπιας έρευνας), εκλαμβάνεται ως μία συνάρτηση των ανεξάρτητων μεταβλητών x i, με i= 1,...,k, που θα είναι στοιχεία και χαρακτηριστικά των νέων (ηλικία, φύλο, επίπεδο εκπαίδευσης κ.ο.κ.), τα οποία θα έχουν συλλεγεί από την επιτόπια έρευνα. Η πιθανότητα να συμβεί η έκβαση Υ=1, υπολογίζεται σύμφωνα με την ακόλουθη εξίσωση: 45 P(Y=1) = 1/1 + e y, όπου: y = a + b1 x b k x k Με τη μέθοδο αυτή, θα ελεγχθεί καταρχάς η επίδραση μιας σειράς παραγόντων, στην απασχόληση (έναντι της ανεργίας) νέων, όπως για παράδειγμα: ηλικία, φύλο, εκπαίδευση, οικογενειακή κατάσταση, γνώση υπολογιστών, ξένων γλωσσών, χρονικό διάστημα εργασίας στην τωρινή θέση, επίπεδο εκπαίδευσης /αν το αντικείμενο της εργασίας σχετίζεται με αυτό της εκπαίδευσης του ερωτώμενου (ΕΡ.B6), κ.ο.κ. Όσον αφορά στη μεθοδολογία εκτίμησης των προαναφερθέντων υποδειγμάτων, επισημαίνεται ότι έχει χρησιμοποιηθεί το στατιστικό πακέτο SPSS, ενώ οι αντίστοιχοι συντελεστές παλινδρόμησης πρόκειται να υπολογιστούν με βάση την «iterative maximum likelihood method». Με την εφαρμογή της εν λόγω μεθοδολογίας, κατά την εκτίμηση κάθε επιμέρους μοντέλου, θα καταγράφεται η τιμή του συντελεστή Β, με βάση τον οποίο θα καθορίζεται το αν οι ανεξάρτητες μεταβλητές συσχετίζονται θετικά ή αρνητικά με τα επίπεδα της εκάστοτε εκλαμβανόμενης ως εξαρτημένης μεταβλητής. Όσο μεγαλύτερος και θετικός 45 Το μοντέλο είναι γραμμικό αν λογαριθμηθεί:. Διαφορετικά, η εξαρτημένη μεταβλητή Υ σχετίζεται κατευθείαν με τις ανεξάρτητες μεταβλητές, μέσω της εκθετικής συνάρτησης και άρα όχι γραμμικά. 72

73 Διαδικασίες κοινωνικής ένταξης και ένταξης στην αγορά εργασίας των νέων σε περίοδο οικονομικής κρίσης - In4Youth είναι ο συντελεστής Β, τόσο μεγαλύτερη θετική συσχέτιση υπάρχει. Αντίθετα, μεγάλες αρνητικές τιμές καταδεικνύουν μικρή πιθανότητα συσχέτισης. Δοκιμάστηκε ένας μεγάλος αριθμός με συνδυασμούς πολλών ανεξάρτητων μεταβλητών και από ότι φαίνεται μόνο ένας σχετικά περιορισμένος αριθμός από αυτές επιδρά στην απασχόληση των νέων, όπως φαίνεται στον κάτωθι Πίνακα. Πίνακας 1. Λογιστική παλινδρόμηση της απασχόλησης των νέων: η επίδραση της ηλικίας και του ερωτήματος αν ο νέος είναι ο κύριος εισοδηματίας του νοικοκυριού Απασχολούμενος: Model 1 B S.E. 46 Wald 47 Sig 48 Exp(B) Ηλικία (συνεχής) -0,862 0,238 13,099 0,000 0,422 Ηλικία στο τετράγωνο (συνεχής) 0,021 0,005 21,788 0,000 1,022 Η οικογένεια διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία (1) -0,418 0,210 3,969 0,046 0,659 Κίνδυνος φτώχειας 0,645 0,154 17,550 0,000 1,906 Σταθερός όρος 7,301 3,055 5,713 0, ,444-2LL =1320,865 Cox & Snell R Square =0,212 Nagelkerke R Square =0,284 Διαπιστώνεται καταρχάς ότι η ηλικία, η διχοτομική μεταβλητή σε κίνδυνο φτώχειας (Ναι=1, Όχι=0) και το γεγονός αν η οικογένεια του ερωτώμενου έχει ιδιόκτητη κατοικία (Ναι=1, Όχι=0) είναι αυτές που ξεχώρισαν και είναι σημαντικές στην εξαρτημένη μεταβλητή. Επίσης διαπιστώνεται ότι οι τιμές Cox & Snell R Square = 0,212 και Nagelkerke R Square =0,284 είναι σχετικά ικανοποιητικές. Στον παραπάνω Πίνακα οι συντελεστές της στήλης B αναφέρονται στο λογιστικό μετασχηματισμό της εξαρτημένης (δίτιμης) μεταβλητής και όχι την εξαρτημένη μεταβλητή κατευθείαν. Οι συντελεστές της στήλης Exp(B) αναφέρονται στην εξαρτημένη (δίτιμη) μεταβλητή. Η ηλικία, η ιδιοκτησία κατοικίας της πατρικής οικογένειας επηρεάζουν αρνητικά την εξαρτημένη μεταβλητή γενικότερα. 49 Δηλαδή θα λέγαμε ότι καθώς αυξάνεται η ηλικία, μάλλον μειώνονται οι πιθανότητες των νέων να βρουν δουλειά. Το παράδοξο αυτό εύρημα μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στις συνέπειες της κρίσης καθώς η αντίστοιχη μεταβλητή που είναι η ηλικία στο τετράγωνο που συνήθως χρησιμοποιείται προσεγγιστικά ως μεταβλητή επαγγελματικής εμπειρία είναι θετική: οι νέοι που έχουν εμπειρία κατά μεγαλύτερη πιθανότητα έχουν απασχόληση από ότι οι νέοι με χαμηλότερη ή 46 Η πολυσυγγραμικότητα (multicollinearity) στη λογιστική παλινδρόμηση εξετάζεται με βάση τα τυπικά σφάλματα των συντελεστών b (standard errors for the b coefficients). Ένα τυπικό σφάλμα μεγαλύτερο του 2,0 φανερώνει αριθμητικά προβλήματα όπως π.χ. πολυσυγγραμικότητα μεταξύ των ανεξάρτητων μεταβλητών. Μηδενικά κελιά για μία διχοτομική ανεξάρτητη ψευδομεταβλητή με όλα τα υποκείμενα να έχουν ίδια τιμή και τέλειο διαχωρισμό 'complete separation', δηλαδή οι δύο ομάδες της εξαρτημένης μεταβλητής διαχωρίζονται τέλεια με σκορ πάνω σε μία από τις ανεξάρτητες μεταβλητές. Όπως διαπιστώνεται, καμία από τις ανεξάρτητες μεταβλητές δεν έχει τυπικό σφάλμα μεγαλύτερο του 2,0 (Πίνακας 1). Υπογραμμίζεται ότι ο έλεγχος των τυπικών σφαλμάτων δεν αφορά στο τυπικό σφάλμα του σταθερού όρου. 47 Αν το επίπεδο σημαντικότητας του Wald statistic είναι μικρό (μικρότερο από το 0,05), τότε η παράμετρος εκλαμβάνεται σημαντική-χρήσιμη για το μοντέλο. 48 Το Sig του Πίνακα αφορά στο επίπεδο σημαντικότητας του Wald statistic. Μία τιμή p<0.05 δείχνει ότι οι συντελεστές των ανεξάρτητων μεταβλητών είναι σημαντικά διάφοροι το μηδενός, δηλαδή ενισχύουν την επεξηγηματικά ισχύ του μοντέλου. 49 Στο λογιστικό της μετασχηματισμό. 73

74 Διαδικασίες κοινωνικής ένταξης και ένταξης στην αγορά εργασίας των νέων σε περίοδο οικονομικής κρίσης - In4Youth καθόλου εμπειρία. Επίσης διαπιστώνεται ότι η απασχόληση και η φτώχεια έχουν μεταξύ τους θετική σχέση, επιβεβαιώνοντας τη συνθήκη ότι για τους εργαζόμενους νέους η απασχόληση δεν συνιστά ασφαλές δίχτυ προστασίας ενάντια στη φτώχεια. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της κρίσης, μετά την εξαφάνιση των καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, οι νέοι σχεδόν από όλα τα οικονομικά στρώματα φαίνεται να παρατείνουν τις σπουδές, να εξακολουθούν να παραμένουν μαζί με τους γονείς και να παντρεύονται και να αποκτούν δική τους οικογένεια αργότερα. Στη χώρα μας αναφορικά με τους νέους φαίνεται να επιβεβαιώνεται το μοντέλο εντός - εκτός (insiders- outsiders) της αγοράς εργασίας. 50 Στο πλαίσιο αυτό, οι «εντός της αγοράς εργασίας», δηλαδή οι εργαζόμενοι νέοι με κάποια επαγγελματική εμπειρία, είναι σε πιο ασφαλείς θέσεις και σε μεγάλο βαθμό προστατευμένες από τους κινδύνους της αγοράς. Αντίθετα, οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας, είναι πιο πιθανό να καταλάβουν μια προσωρινή ανασφαλή και αβέβαιη θέση με ιδιαίτερα χαμηλές αποδοχές και να βρίσκονται σε κατάσταση φτώχειας. Εάν δε, λόγω της κρίσης, η μετάβαση στην ενηλικίωση είναι αργή και επίπονη, για μεγάλο μέρος του γενικού πληθυσμού, τόσο πιο δύσκολο πρέπει να είναι για τους νέους ανθρώπους που μεγαλώνουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και κοινωνικό αποκλεισμό. Αυτό το ιδιαίτερα ευάλωτο τμήμα των νέων, μπορεί να περιγραφεί ως προς τις συγκεκριμένες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν - π.χ. ψυχικό τραύμα - πέραν εκείνων των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι νέοι γενικότερα. 7. Kοινωνικός αποκλεισμός, κίνδυνος φτώχειας και ανεργία νέων: συγκριτικά στοιχεία με τις χώρες της ΕΕ-28 Ο πληθυσμός νέων ετών που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό στην Ελλάδα το 2013 ανέρχεται σε 48,6% και είναι κατά 11,8 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από ότι για το σύνολο της χώρας (36,8%). Μεταξύ των χωρών της ΕΕ-28 η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη και ακολουθούν η Βουλγαρία και η Ρουμανία με τιμές 48,1% και 47,5% αντίστοιχα (Σχήμα 20). Στο Σχήμα 21 φαίνονται αναλυτικά τα ποσοστά για την κάθε συνιστώσα του δείκτη κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για το 2013, ενώ στο ίδιο σχήμα έχει προστεθεί το ποσοστό νέων κάτω των 25 ετών που είναι άνεργοι. Αναφορικά με τους νέους ετών που έρχονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας διαπιστώνεται ξανά ότι η Ελλάδα (33,1%) μαζί με τη Δανία (33,1%) βρίσκονται στην κορυφή μεταξύ των χωρών της ΕΕ - 28 και ακολουθούν η Ισπανία (29,5%), η Σουηδία (28%), η Ιταλία (26%) και η Πορτογαλία (25,6%). Είναι σχετικά παράδοξο το γεγονός ότι στη Δανία και στη Σουηδία, οι οποίες είναι χώρες του ευρωπαϊκού βορρά με αναπτυγμένο κράτος πρόνοιας, ο κίνδυνος φτώχειας των νέων κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Στις χώρες αυτές, μάλλον, επιβεβαιώνεται το μοντέλο εντός - εκτός (insiders- outsiders) της αγοράς εργασίας, το οποίο έχει ή αναφερθεί πριν. Το ποσοστό πληθυσμού νέων ετών που ζει σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας στην Ελλάδα ανήλθε το 2013 σε 18,4% και ήταν λίγο χαμηλότερο της Δανίας (21%) και της Ιρλανδίας (21,5%). 51 Στην περίπτωση της Ισπανίας η τιμή του δείκτη περιορίζεται σε 14% και ακολουθεί η περίπτωση της Ιταλίας, Βελγίου, Κροατίας, Η. Βασιλείου, Βουλγαρίας, Γερμανίας και Πορτογαλίας με τιμές που κυμαίνονται μεταξύ 14% και 10,1% (που είναι και ο Ευρωπαϊκός μέσος όρος). 50 Τα μοντέλα insiders - outsiders χρησιμοποιήθηκαν για να εξηγήσουν τα διάφορα είδη διαχωρισμού (segmentations) που παρατηρούνται στην αγορά εργασίας (π.χ. μέλη συνδικαλιστικών φορέων - μη μέλη, ειδικευμένοι - ανειδίκευτοι εργαζόμενοι κ.ο.κ.) και τις επιδράσεις τους στην απασχόληση και την παραγωγικότητα (Βλ. Lindbeck και Snower, 1989). Σε αντιστοιχία, υπάρχει ο διαχωρισμός οι εντός συστήματος που απολαμβάνουν θεμιτά και αθέμιτα οφέλη, ενώ το σύστημα τους προστατεύει από τον ανταγωνισμό και την αξιοκρατία και οι εκτός συστήματος, που είναι περισσότεροι, αλλά διάσπαρτοι και σε αντίθεση με τους εντός συστήματος, πολύ λίγο ή καθόλου οργανωμένοι, όσον αφορά στην προάσπιση των συμφερόντων τους. 51 Τα στοιχεία της Ιρλανδίας είναι για το

75 Διαδικασίες κοινωνικής ένταξης και ένταξης στην αγορά εργασίας των νέων σε περίοδο οικονομικής κρίσης - In4Youth Η σοβαρή υλική στέρηση παρουσιάζει τον πληθυσμό νέων ετών που ζει σε νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες σε, τουλάχιστον, τέσσερις από τις εννέα, συνολικά, διαστάσεις της υλικής στέρησης. Για το 2013 το 20,3% του πληθυσμού νέων στην Ελλάδα βρισκόταν σε σοβαρή υλική στέρηση σε σχέση με το 43% της Βουλγαρίας, το 28,5% της Ρουμανίας, το 26,8% της Ουγγαρίας, το 24% της Λετονίας και το 9,6% της ΕΕ-28 (Σχήμα 21). Παρόμοιες παρατηρήσεις, προκύπτουν και από τα στοιχεία του ιδίου Σχήματος, όπου η ανεργία νέων κάτω των 25 ετών, σημειώνεται μέγιστη στην Ελλάδα (58,3%) και ακολουθούν η Ισπανία (55,5%), Κροατία (50%), Ιταλία (40%), Κύπρος (38,9%), Πορτογαλία (38,1%) και Σλοβακία (33,7%). Άλλωστε, διαπιστώνεται ότι λόγω της κρίσης ο κίνδυνος φτώχειας νέων, που κυμαινόταν γύρω από το 23% την περίοδο , 52 καταγράφει ανοδική πορεία την περίοδο , καταγράφοντας μέγιστες τιμές το 2012 (32,3%) και το 2013 (33,1%). Για την ίδια περίοδο η ανεργία νέων κάτω των 25 ετών, από 26,5% το 2004, περιορίζεται σε 21,9% το 2008 και καταγράφει την τιμή 58,3% το 2013 που είναι μέγιστη στο διάστημα αναφοράς. Όπως, δε, διαπιστώνεται από τα στοιχεία του Σχήματος 22, ο συντελεστής συσχέτισης ανάμεσα στις δύο μεταβλητές καταγράφει θετική και ιδιαίτερα υψηλή τιμή (r = 0,93). Φαίνεται, επομένως, ότι μεταξύ των χωρών της ΕΕ-28, η Ελλάδα έρχεται πρώτη στον κίνδυνο φτώχειας και στην ανεργία νέων, ενώ καταλαμβάνει ιδιαίτερα υψηλές θέσεις στη σοβαρή υλική στέρηση και στην τιμή του δείκτη χαμηλής έντασης εργασίας. Πράγματι, οι άνεργοι νέοι στη χώρα μας είναι μία από τις ομάδες που βιώνουν αυξανόμενο κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικό αποκλεισμό. Πολλοί νέοι, αν και άνεργοι, έχουν σταματήσει να ψάχνουν συστηματικά για δουλειά γιατί έχουν απογοητευθεί, καθώς δε βλέπουν ότι θα έχουν δυνατότητες να ενταχθούν πλήρως στην αγορά εργασίας. Ουσιαστικά, η αγορά εργασίας στην Ελλάδα δεν είναι ενιαία, αλλά αποτελείται από αυτόνομες υπο-αγορές ή τμήματα ή μία πρωτεύουσα και μία δευτερεύουσα αγορά. Η πρώτη, χαρακτηρίζεται από σταθερή απασχόληση, υψηλότερες αποδοχές και εργασιακά επιδόματα, ενώ η δευτερεύουσα αγορά, περιλαμβάνει επαγγέλματα με μικρότερους μισθούς, χαμηλό κύρος, υψηλών κινδύνων, χωρίς μονιμότητα και δυνατότητα ανέλιξης. Σε αυτή την αγορά περιλαμβάνονται οι πιο ανεπιθύμητες εργασίες που, συνήθως βρίσκονται στον πιο βαρύ και "βρώμικο" τομέα εργασιακής απασχόλησης. Ως εκ τούτου, η θεωρία αναφέρει, ότι υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες μετακίνησης εργαζομένων από τη μία στην άλλη αγορά. Συνεπώς, κάθε αγορά πρέπει να αναλυθεί και να εξεταστεί ξεχωριστά. Στο πλαίσιο αυτό, ομάδες, όπως οι νέοι που ψάχνουν για δουλειά, λόγω της υψηλής ανεργίας, οδηγούνται και εγκλωβίζονται σε ασταθή και προσωρινά επαγγέλματα της δευτερεύουσας αγοράς εργασίας. Αυτή η αστάθεια και ο προσωρινός χαρακτήρας δημιουργεί μεγαλύτερο κίνδυνο ή έναν φαύλο κύκλο ανεργίας, φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. 52 Με εξαίρεση το 2006 και το 2007 που κυμαινόταν σε σχετικά υψηλότερα επίπεδα (25,1% και 24,9% αντίστοιχα). 75

76 κρίσης - In4Youth Σχήμα 20. Πληθυσμός σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό στις χώρες της ΕΕ-28: νέοι ετών και σύνολο πληθυσμού, 2013 Πηγή: Eurostat 76

77 κρίσης - In4Youth Σχήμα 21. Κίνδυνος φτώχειας και σοβαρή υλική στέρηση νέων ετών, Ποσοστό πληθυσμού που διαβιεί σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση απασχόλησης και ανεργία νέων κάτω των 25 ετών στις χώρες της ΕΕ -28, 2013 Πηγή: Eurostat Σχήμα 22. Κίνδυνος φτώχειας νέων ετών και ανεργία νέων κάτω των 25 ετών στην Ελλάδα

78 Διαδικασίες κοινωνικής ένταξης και ένταξης στην αγορά εργασίας των νέων σε περίοδο οικονομικής κρίσης - In4Youth 8. Νέοι που ζουν με τους γονείς τους: Ελλάδα και χώρες της ΕΕ-28 Το 2013, 48,2% των νέων ηλικίας ετών, ζουν με τους γονείς τους στις χώρες - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ -28). Τα υψηλότερα ποσοστά παρουσιάζουν η Σλοβακία (74,1%), Κροατία (71,3%), Ιταλία (65,8%), Ουγγαρία (64,7%), Μάλτα (64%), Βουλγαρία (62,8%) και Ελλάδα (62,3%), ενώ τα χαμηλότερα η Δανία (15,8%), Φινλανδία (20,5%), Σουηδία (23,9%) και Γαλλία (34,2%). Μάλιστα, σύμφωνα με έρευνα της Εurostat, το ποσοστό αυτό αυξάνει στις νοτιοευρωπαϊκές και ανατολικοευρωπαϊκές χώρες και μειώνεται στις βορειοευρωπαϊκές. Για παράδειγμα, στη χώρα μας το ποσοστό από 56,8% το 2004, ανέρχεται σε 58,4% το 2008 και σε 62,3% το 2013 (Σχήμα 23). Τα στοιχεία της Eurostat περιλαμβάνουν νέους ετών που εξακολουθούν να ζουν με τους γονείς τους, μπορεί να είναι εργαζόμενοι, σπουδαστές, άνεργοι ή άεργοι. Έτσι, στην Ελλάδα παρατηρείται το γεγονός ότι μεταξύ 2008 και 2013, το ποσοστό νέων που είναι εργαζόμενοι σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης από 48,6% μειώνεται σε 26,5%. Για το ίδιο διάστημα, το ποσοστό νέων που ζουν με τους γονείς τους από 13,2% αυξάνει σε 37,1% (Σχήμα 5). Φαίνεται, επομένως, ότι η κρίση δημιούργησε την ανάγκη επιστροφής στην πατρική στέγη για πολλούς νέουςενήλικες. Η ανάγκη αυτή απορρέει, κατά ένα μεγάλο βαθμό, από το γεγονός ότι η ανεργία είναι κύριο χαρακτηριστικό της χώρας, ενώ οι νέοι είναι οι πλέον ευάλωτοι. Όπως διαπιστώνεται (Σχήμα 6), ενώ το 2008 (πριν την οικονομική ύφεση) το ποσοστό νέων ηλικίας που ζουν με τους γονείς τους και έχουν πλήρη απασχόληση ήταν 48,6%, το 2013 περιορίστηκε σε 26,5%. Σε γενικές γραμμές διαπιστώνεται ότι στην Ελλάδα, η κρίση είναι ιδιαίτερα επώδυνη για τους νέους, καθώς, εκτός από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, κίνδυνου φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό που ζει με τους γονείς τους. Από αυτούς, ένα υψηλό ποσοστό, το 2013, δηλώνει ότι είναι άνεργο, ενώ το ποσοστό όσων έχουν πλήρη απασχόληση περιορίζεται δραστικά. 78

79 κρίσης - In4Youth Σχήμα 23. Νέοι ηλικίας που ζουν με τους γονείς τους και κίνδυνος φτώχειας (σύνολο χώρας), στις χώρες της ΕΕ - 28, 2013 Πηγή: Eurostat 79

80 κρίσης - In4Youth Σχήμα 24. Νέοι ηλικίας που ζουν με τους γονείς τους (%) και νέοι που ζουν με τους γονείς τους και έχουν πλήρη απασχόληση (%), Ελλάδα 2013 Πηγή: Eurostat 80

81 Συμπεράσματα Στο παρόν κείμενο, με απλή και πολυμεταβλητή ανάλυση εξετάστηκε ο κίνδυνος φτώχειας συγκριτικά με διάφορες ηλικιακές ομάδες νέων και αλλά επιπρόσθετα χαρακτηριστικά (φύλο, απασχόληση, εκπαίδευση). Η ανάλυσή βασίστηκε στα πρωτογενή στοιχεία της ποσοτικής έρευνας IN4YOUTH που διεξήχθη στην Ελλάδα την περίοδο σε δείγμα περίπου 2000 νέων ηλικίας ετών. Γενικά, τα αποτελέσματα της έρευνας, φαίνεται να μην διαφοροποιούνται σημαντικά από αποτελέσματα άλλων πρόσφατων ερευνών, όπως είναι για παράδειγμα η έρευνα EU SILC. Οι νέοι της έρευνας σε ποσοστό 28% βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας. Μεταξύ των διάφορων ηλικιακών ομάδων υψηλότερα κινδυνεύουν όσοι είναι μεταξύ ετών σε αντίθεση με τον χαμηλότερο κίνδυνο φτώχειας των νέων ετών, πολλοί εκ των οποίων είναι ενταγμένοι στην αγορά εργασίας. Εξετάζοντας τη συσχέτιση βασικών κοινωνικό-οικονομικών μεταβλητών με τον κίνδυνο φτώχειας, διαπιστώνεται ότι φτωχογόνους παράγοντες για τους νέους αποτελούν: η χαμηλή εκπαίδευση η ανεργία το μέγεθος του νοικοκυριού Στη συνέχεια, με τη χρήση λογιστική παλινδρόμησης αναδείχθηκαν, μεταξύ άλλων, ως σημαντικοί παράγοντες της απασχόλησης των νέων: η ηλικία, η ιδιοκτησία ή μη κατοικίας της οικογένειας και ο κίνδυνος φτώχειας. 81

82 Βιβλιογραφία Asselin L-M. Dauphin A.,2001. Poverty measurement: A conceptual framework. Canadian Centre for International Studies and Cooperation. Arnett, J.J., Emerging adulthood: A theory of development from the late teens through the twenties. American Psychologist, 55, pp Baulch, B Neglected trade-offs in poverty measurement, IDS Bulletin: Poverty,Policy and Aid, Vol. 27, No. 1. Berger, et al., Differentiation in the life courses? Changing patterns in labour market sequences in West Germany. European Sociological Review 9 (1), pp Bergman, J., Social exclusion in Europe: policy context and analytical framework. Ιn Room G. (eds.), Beyond the Threshold: The Measurement and Analysis of Social Exclusion. Bristol: The Policy Press. Chisholm, L., Initial transitions between education, training and employment in a learning society. Sociologia, 29(6), pp Cohen, J., Cohen, P., West, SG., Aiken, LS., Applied multiple regression/ correlation analysis for the behavioral sciences. Hillsdale, NJ: Erlbaum. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΗ, Φυσική κίνηση του πληθυσμού έτους , ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ, Πειραιάς, 30 Σεπτεμβρίου Erikson, E. H., Identity, Youth and Crisis. New York: Norton. European Foundation for the Improvement of Living and Working Conditions, Mapping youth transitions in Europe. Eurostat, Household structure in the EU. Luxembourg: Publications Office of the European Union. Eurostat, The Young Europeans. Luxemburg: European Union. Eurostat, Income, Poverty and Social Exclusion: second report. Luxembourg: European Social Statistics, pp European Commission, Joint Report on Social Exclusion summarising the results of the examination of the National Action Plans for Social Inclusion ( ). COM(2003) 773 final, 12 December Furlong, A., Cartmel, F.,1997. Youth and Social Change: Individualisation and Risk in Late Modernity. Milton Keynes, Open University. Iacovou, M., Leaving home: Independence, togetherness and income. Advances in Life Course Research, vol. 15 (4), pp Gordon, D., κ.ά., Poverty and Social Exclusion in Britain. York: Joseph Rowntree Foundation. Green, A.E., D.W. Owen and Wilson, R., Regional Differences in Labour Market Participation of Young People in the European Union. European Urban and Regional Studies, 8 (4), pp ( ). 82

83 Green, L., Myerson, J., Ostaszewski, P Discounting of delayed rewards across the life span: Age differences in individual discounting functions. Behavioural Processes, 46, pp Koulaidis, V., Dimopoulos, K., Science Education in Primary and Secondary Level: An analysis of the discursive transitions across different modalities of the pedagogic discourse. International Journal of Learning, vol.10. Lagree, J.C., Rolling Youth, Rocking Society. Youth take part in the post-modern debate on globalization. Paris: UNESCO. Levinson, D., The Seasons of a Man s Life. New York: Knopf. Lindbeck A., Snower, D. (1989), Job security, work incentives and unemployment. Scandinavian Journal of Economics Pollock, G Youth Transitions: Debates over the social context of becoming an adult. Sociology Compass 2(2), pp Ringen, S., Direct and indirect measures of poverty. Journal of Social Policy, 17(3), pp Ruggeri, Laderchi C.,2000., The monetary approach to poverty: a survey of concepts and methods. QEH Working Paper Series QEHWPS58. Working Paper Number 58 Room,G., Beyond the threshold: the measurement and analysis of social exclusion. Bristol: Policy Press. Sen, A K, Poverty: an ordinal approach to measurement. Econometrica, vol 44, pp Sen, A., Equality of What? in Choice, Welfare and Measurement. Oxford: Blackwell; Cambridge MA: MIT Press. Silver, H., Social Exclusion and Social Solidarity: Three Paradigms. International Labour Review, 133 (5-6), pp Townsend, P., Poverty in the United Kingdom. London: Allen Lane and Penguin Books. 83

84 Καθεστώτα Απασχόλησης και η Ευζωία των Νέων στην Ελλάδα Χ.Φ. ΜΠΕΛΛΑΣ Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Ελλάδα Abstract The paper attempts to measure the well-being of Greek youth. Well-being is alternatively conceived of as either satisfaction (utility) or freedom (capability) in the relevant bibliography. The proposed measures are based on these alternative and allegedly conflicting approaches. It is, moreover, investigated whether the measures differ significantly according to the employment status of the persons (employed, unemployed or out of the labour force). The data are derived from our field survey conducted among persons aged 15 to 34 by using a closed type questionnaire. In particular, two sets of indices for youth satisfaction are proposed: Ten indices of satisfaction from private goods (nine specific and one general) and 22 for satisfaction from public institutions and policies (21 specific and one general). Freedom measures are subdivided into four categories: indices of consumption capabilities (seven specific and one general); measures of employment capabilities (eight specific and one general); indices of political and civil rights (eight specific and one general); and indices of ability for practical reason (eight specific and one general). Finally, a general capability index of youth was calculated on the basis of the above four index categories. The main conclusions with regard to well-being viewed as satisfaction are: a) Relative majorities of young Greeks are satisfied from private factors that influence their welfare. The only exception is family income; here the number of dissatisfied matches exactly that of the satisfied; b) Greek youth are extremely dissatisfied with public institutions and the conduct of public policies; c) the unemployed are clearly the most dissatisfied group. The main findings from the measurement of well-being as freedom are: a) Young persons, especially the unemployed, think that their employment capabilities are restricted; b) the unemployed stress their inadequate access to health services; c) no serious problems with regard to individual and political rights were recorded, with the ability for political participation being the salient exception; d) the unemployed think that their individual and political rights are restricted to a greater extent than the rest; e) Self-respect is in general at a satisfactory level, despite the fact that stress and the threat of poverty oppress the unemployed. The overarching conclusion emerging from the analysis of our data is that unemployment is the great threat to the well-being of Greek youth, irrespectively of whether the latter is viewed as satisfaction from private amenities, public institutions and policies or as freedom of access to material goods, labour markets, civil rights, and ability for deliberation and practical reason. Keywords: Well-being, utility, satisfaction, freedom, capabilities, practical reason 84

85 Εισαγωγή Ο σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να παρουσιάσει στατιστικά ευρήματα για την ευζωία των νέων στην Ελλάδα σε μια εποχή που η χώρα διέρχεται την μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής οικονομικής της ιστορίας και να εξετάσει πώς η ευζωία διαφοροποιείται ανάλογα με το καθεστώς απασχόλησης του νέου ατόμου. Η ανάλυση βασίζεται στην πρωτογενή δειγματοληπτική έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος Διαδικασίες Κοινωνικής Ένταξης και Ένταξης στην Αγορά Εργασίας των Νέων σε Περίοδο Οικονομικής Κρίσης. Στις σύγχρονες θεωρητικές αντιλήψεις φιλοσόφων και οικονομολόγων σχετικά με την ευζωία διακρίνει κανείς δύο εναλλακτικές και, σε κάποιο βαθμό, αντικρουόμενες προσεγγίσεις: από την μια πλευρά την προσέγγιση της ευζωίας ως ικανοποίησης και από την άλλη την θεώρησή της ως της ελευθερίας που έχει ένα άτομο ώστε να μπορεί να επιλέγει ανάμεσα σε εναλλακτικά σύνολα λειτουργικοτήτων που του επιτρέπουν να σχεδιάζει τη ζωή του. Σύμφωνα με την πρώτη προσέγγιση, η ευζωία (well-being) ενός ατόμου είναι η υποκειμενική αίσθηση ικανοποίησης που αποκομίζει από διάφορες πτυχές της ζωής του. Η θεωρητική θεμελίωση αυτής της προσέγγισης γίνεται στην βάση της πολιτικής και οικονομικής φιλοσοφίας του κλασικού ωφελιμισμού (utilitarianism) των Bentham, Sidgwick, J.S. Mill, Edgeworth, Marshall, Dalton και Pigou που ξεκινά από τα τέλη του 18 ου και εκτείνεται μέχρι τις αρχές του 20 ου αιώνα. Οι υποθέσεις του ωφελιμισμού έχουν επικριθεί σφοδρά επειδή, εκτός από τις αντιρρήσεις που υπάρχουν σχετικά με τη δυνατότητα μέτρησης και διαπροσωπικής σύγκρισης της ατομικής ευημερίας, θεωρήθηκε ότι είναι δυνατόν να οδηγούν στην παραβίαση θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και να προσδίδουν μια μονοδιάστατη και ελλιπή προσέγγιση των αξιών και της εμπρόθετης δράσης των ατόμων. Ωστόσο, τελευταία παρατηρείται μια αναβίωση του ωφελιμισμού στο έργο οικονομολόγων όπως ο R. Layard (2005), αλλά και διεθνών οργανισμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2012 δημοσιεύτηκε υπό την αιγίδα του ΟΗΕ η πρώτη Έκθεση Παγκόσμιας Ευτυχίας ( Helliwell, Layard and Sachs 2012).Επίσης η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρηματοδοτεί έρευνα υπό τον νομπελίστα στα οικονομικά ψυχολόγο Daniel Kahneman 53 προκειμένου να σχεδιαστούν τρόποι μέτρησης της «υποκειμενικής ευζωίας». Έχει προηγηθεί η Γαλλία δημοσιεύοντας τον δικό της Δείκτη Ευτυχίας το 2009 ενώ ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) έχει σχεδιάσει ένα σύνολο οδηγιών για τα μέλη του προκειμένου να δημιουργήσουν «στατιστικά δεδομένα ευζωίας» (OECD 2013). Η προσέγγιση της ατομικής ευζωίας αποκλειστικά ως ικανοποίησης έχει επικριθεί από οικονομολόγους και φιλοσόφους όπως ο Amartya Sen (1982, 1999α,1999β, 2009) και η Martha Nussbaum (2000). Σύμφωνα με αυτούς δεν έχει τόσο σημασία το πόσο ικανοποιημένος αισθάνεται κανείς αλλά το τι μπορεί να είναι ή να κάνει. Ο Sen, επικρίνοντας αντιλήψεις ωφελιμιστικού τύπου σχετικές με την έννοια της κοινωνικής ευημερίας, έχει διατυπώσει μια θεωρία «προσαρμοσμένων προτιμήσεων» (adaptive preferences) σύμφωνα με την οποία άτομα τα οποία μειονεκτούν σε κάποια κοινωνική κατάσταση αποδέχονται και υιοθετούν την κρατούσα κυρίαρχη ιδεολογία περί κοινωνικής ανισότητας. Συνεπώς ο Sen θεωρεί ότι είναι λανθασμένο οι «προσαρμοσμένες» αντιλήψεις να γίνονται αποδεκτές από τους φορείς της κοινωνικής πολιτικής σχετικά με το τι συνιστά αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης. Ο ίδιος συγγραφέας μαζί με την M. Nussbaum προτείνουν πολιτικές που θα πρέπει να είναι προσανατολισμένες προς τη διεύρυνση των δυνατοτήτων (capabilities) των μελών μιας κοινωνίας, ιδιαίτερα εκείνων που βρίσκονται στην ασθενέστερη θέση. Οι δυνατότητες ενός ατόμου νοούνται ως οι βαθμοί ελευθερίας που έχει, ώστε να επιτελεί εναλλακτικά σύνολα λειτουργικοτήτων (functionings) και που του επιτρέπουν να ακολουθεί εναλλακτικά σχέδια ζωής. Τέτοιες λειτουργικότητες, σύμφωνα με τη Nussbaum, είναι το να έχει μια κανονική διάρκεια ζωής, να είναι σωματικά υγιές, να μπορεί να χρησιμοποιεί τις αισθήσεις, τη σκέψη και τη φαντασία του, να έχει συναισθήματα, να μπορεί να σχηματίζει αναστοχαστικά μια ιδέα για το τι είναι καλό, να μπορεί να ζει και να συνεργάζεται με άλλους ανθρώπους και να απολαμβάνει την κοινωνική βάση του αυτοσεβασμού, να ζει ενδιαφερόμενο για τον φυσικό κόσμο που το περιβάλλει και βεβαίως να έχει συμμετοχή και έλεγχο πάνω στο πολιτικό και οικονομικό του περιβάλλον. Από την έρευνά μας επιχειρήθηκε να καταγραφούν και οι δύο όψεις της ευημερίας των νέων. Από τις απαντήσεις κατασκευάστηκαν και προτείνονται δύο κατηγορίες δεικτών: α) Δείκτες Ικανοποίησης που υποδιαιρούνται σε : α1) Δείκτες ικανοποίησης από ιδιωτικά αγαθά ( 9 ειδικοί δείκτες και ένας γενικός δείκτης) και α2) Δείκτες ικανοποίησης από δημόσιους θεσμούς και πολιτικές ( 21 ειδικοί δείκτες και ένας γενικός δείκτης). β) Δείκτες Δυνατοτήτων που περιλαμβάνουν τέσσερις υποκατηγορίες δεικτών: β1) Δείκτες καταναλωτικών δυνατοτήτων ( 7 ειδικοί δείκτες και 53 Βλ. σχετικά Kahneman et al (2004). 85

86 ένας γενικός δείκτης), β2) Δείκτες εργασιακών δυνατοτήτων( 8 ειδικοί δείκτες και ένας γενικός δείκτης), β3) Δείκτες ατομικών και πολιτικών ελευθεριών ( 8 ειδικοί δείκτες και ένας γενικός δείκτης) και β4) Δείκτες δυνατοτήτων πρακτικού λόγου ( 8 ειδικοί δείκτες και ένας γενικός δείκτης). Τέλος κατασκευάστηκε και ένας Γενικός Δείκτης Δυνατοτήτων των νέων. Οι 68 παραπάνω δείκτες υπολογίστηκαν για το σύνολο του δείγματος και, επιπλέον, για κάθε μια από τις τρεις αμοιβαίως αποκλειόμενες κατηγορίες απασχόλησης στις οποίες μπορεί να βρίσκεται ένα νέο άτομο: Εργαζόμενος-η, άνεργος-η, δεν αναζητά εργασία. Οι απλοί δείκτες είναι διαφορές ποσοστών θετικών και αρνητικών απαντήσεων και οι γενικοί δείκτες είναι σταθμισμένες διαφορές ποσοστών θετικών και αρνητικών απαντήσεων. Στο επόμενο τμήμα επιχειρείται να μετρηθεί ο βαθμός ικανοποίησης της ελληνικής νεολαίας ενώ στο τρίτο τμήμα προτείνεται ένας τρόπος μέτρησης της τη ευζωίας των νέων όταν αυτή νοείται ως ελευθερία. Το κείμενο ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των βασικών συμπερασμάτων που προκύπτουν από την ανάλυση, τόσο για το σύνολο των νέων όσα και για τις επιμέρους ομάδες στις οποίες μπορεί να υποδιαιρεθεί ανάλογα με το καθεστώς της απασχόλησης. Η Ευζωία των Νέων στην Ελλάδα ως Ικανοποίηση Στο εμπειρικό πεδίο, η προσέγγιση της ευζωίας ως ικανοποίησης έχει γίνει με την διάκριση και την προσπάθεια στατιστικής αποτύπωσης, κυρίως μέσω δομημένων ερωτηματολογίων, ξεχωριστών πεδίων ικανοποίησης: Ικανοποίηση από το εισόδημα, ικανοποίηση από την εργασία, ικανοποίηση από την υγεία, ικανοποίηση από την κατοικία, ικανοποίηση από το εύρος και την ποιότητα του ελεύθερου χρόνου, ικανοποίηση από τις περιβαλλοντικές συνθήκες της ζωής, ικανοποίηση από την κοινωνική ζωή, ικανοποίηση από τον γάμο ή από τη ζωή με την/τον σύντροφο. Η ικανοποίηση στα παραπάνω πεδία έχει διερευνηθεί στατιστικά πρωτογενώς μέσω ερωτηματολογίων σε δειγματοληπτικές έρευνες νοικοκυριών στην Γερμανία (German Socio-Economic Panel, GSOEP) και στο Ηνωμένο Βασίλειο (British Household Panel Survey, BHPS). Σε δευτερογενές επίπεδο, οι Bernard Van Praag και Ada Ferrei-i-Carbonell (2008) ανέλυσαν επεξεργάστηκαν οικονομετρικά υπάρχοντα πρωτογενή στοιχεία επιχειρώντας τον προσδιορισμό αιτιωδών σχέσεων για κάθε πεδίο ικανοποίησης. Επιπλέον, στην ανάλυσή τους οι ίδιοι συγγραφείς εκτίμησαν ένα επίπεδο γενικής ικανοποίησης χρησιμοποιώντας ως προσδιοριστικούς του παράγοντες τα επίπεδα ικανοποίησης στα επί μέρους πεδία. χρησιμοποιώντας Η ανάλυση στο ίδιο έργο επεκτείνεται σε μία ακόμη περιοχή: διάφορες μορφές ικανοποίησης από την πολιτική ζωή στην Ολλανδία. Οι επιμέρους εκτιμήσεις χρησιμοποιήθηκαν για να υπολογισθεί οικονομετρικά μια εξίσωση γενικής πολιτικής ικανοποίησης. Στην ανάλυση που ακολουθεί παρουσιάζονται τα πρωτογενή δεδομένα που προέκυψαν σχετικά με την ικανοποίηση των νέων στην Ελλάδα και αναλύονται με βάση το καθεστώς της απασχόλησής τους (εργαζόμενες οι, άνεργες οι, εκτός εργατικού δυναμικού) προκειμένου να καταγραφούν οι διαφοροποιήσεις που προκύπτουν μεταξύ των τριών αυτών τμημάτων του δείγματος. Δείκτες Ικανοποίησης από Ιδιωτικά Αγαθά Η φύση των «ιδιωτικών» παραγόντων ικανοποίησης είναι τέτοια ώστε α) το άτομο να μπορεί μέσω της δράσης του να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη διαθεσιμότητά τους και β) να θεωρεί ότι οι επιπτώσεις τους περιορίζονται στο πρόσωπό του ή στο στενό κύκλο της οικιακής του ομάδας και των κοινωνικών του συναναστροφών. Η έρευνά μας επιχείρησε να αποτυπώσει την ικανοποίηση από τους παρακάτω ιδιωτικούς παράγοντες ικανοποίησης: οικογενειακό εισόδημα, εργασία, στέγαση, διάρκεια και ποιότητα του ελεύθερου χρόνου, διαθέσιμες στο άτομο υπηρεσίες υγείας, γάμος ή η συμβίωση με σύντροφο, ζωή τον τόπο κατοικίας τους και η κοινωνική ζωή τους. Με βάση τις απαντήσεις, υπολογίστηκε αρχικά ένας δείκτης ικανοποίησης για κάθε ένα από τα 9 σκέλη της ερώτησης Η.1 του ερωτηματολογίου που αφορούν ικανοποίηση από ιδιωτικούς παράγοντες και τα 21 σκέλη της ερώτησης Η.4 που αφορούν ικανοποίηση από δημόσιους θεσμούς και πολιτικές ως η διαφορά ποσοστών μεταξύ θετικών (πολύ ικανοποιημένος-η, αρκετά ικανοποιημένος-η) και αρνητικών (λίγο ικανοποιημένος-η, καθόλου ικανοποιημένος-η) απαντήσεων, ενώ στον υπολογισμό, όπως συνηθίζεται, δεν ελήφθησαν υπόψη οι «ουδέτερες» (μέτρια ικανοποιημένος-η) απαντήσεις. 86

87 . Διάγραμμα 1 Δείκτης Ικανοποίησης από Ιδιωτικά Αγαθά Νέοι ετών: Ελλάδα 2014 Ανάλυση κατά Κατηγορία Αγαθού (Διαφορά ποσοστού θετικών και αρνητικών απαντήσεων) Στο Διάγραμμα 1 παρουσιάζονται οι τιμές των 9 δεικτών ικανοποίησης που αναφέρονται στους «προσωπικούς» παράγοντες της ατομικής ευημερίας. Παρατηρείται ότι οι θετικές απαντήσεις υπερτερούν των αρνητικών, με εξαίρεση την ικανοποίηση από το εισόδημα όπου οι θετικές και αρνητικές απαντήσεις βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία. Είναι προφανές ότι οι επιπτώσεις της κρίσης στα οικογενειακά εισοδήματα έχουν δημιουργήσει μια μεγάλη μερίδα δυσαρεστημένων νέων που αγγίζει το ένα τρίτο των απαντήσεων του δείγματος. Πάντως φαίνεται ότι σε γενικές γραμμές οι νέες και οι νέοι δείχνουν ικανοποίηση από τους «ιδιωτικούς» παράγοντες που επηρεάζουν την ευημερία τους. Ιδιαίτερα ικανοποιημένοι είναι από την κατοικία, τη διαβίωση με σύζυγο/σύντροφο και τη κοινωνική τους ζωή. Πρέπει να επισημανθεί ότι η καταγραφή της ικανοποίησης που προέρχεται από την εργασία αφορά σχεδόν αποκλειστικά τα εργαζόμενα άτομα, επειδή τόσο τα άνεργα όσο και τα εκτός εργατικού δυναμικού άτομα στη συντριπτική τους πλειονότητά δεν απάντησαν στην ερώτηση. 87

88 Πίνακας 1 Δείκτες Ικανοποίησης από Ιδιωτικά Αγαθά Νέοι ετών: Ελλάδα 2014 Ανάλυση ανά τύπο αγαθού και κατάσταση απασχόλησης (Διαφορά ποσοστού θετικών και αρνητικών απαντήσεων) Δείκτες Ικανοποίησης από: Εργαζόμενοι Άνεργοι Δεν αναζητούν εργασία Σύνολο δείγματος Εισόδημα 0,02-0,20 0,20 0,00 Εργασία 0,39-0,06-0,13 0,39 Διάρκεια ελεύθερου χρόνου -0,03 0,35 0,22 0,15 Ποιότητα ελεύθερου χρόνου 0,19 0,22 0,36 0,25 Υπηρεσίες υγείας 0,22 0,16 0,06 0,16 Κατοικία 0,54 0,50 0,75 0,59 Γάμο / Ζωή με σύντροφο 0,57 0,37 0,27 0,43 Κοινωνική Ζωή 0,48 0,49 0,59 0,51 Ζωή στον τόπο κατοικίας 0,32 0,20 0,47 0,32 Ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις προκύπτουν εάν το δείγμα διαμερισθεί σε τρεις ομάδες, ανάλογα με το καθεστώς απασχόλησης, σε άτομα που εργάζονται, σε άνεργους ες και άτομα που δεν αναζητούν εργασία. (Βλέπε Πίνακα 1). 54 Φαίνεται αμέσως ότι οι δείκτες ικανοποίησης των ανέργων είναι αισθητά χαμηλότεροι σε σύγκριση με τους περισσότερους αντίστοιχους δείκτες των άλλων δύο ομάδων. Ειδικά ως προς το εισόδημα, ο δείκτης για τα άνεργα άτομα παίρνει αρνητική τιμή (τα δυσαρεστημένα άτομα ξεπερνούν τα ικανοποιημένα κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες). Ο μόνος δείκτης που υπερέχουν σε ικανοποίηση είναι η διάρκεια, όχι όμως και η ποιότητα του ελεύθερου χρόνου τους. Τα εργαζόμενα νέα άτομα υπερέχουν σε σύγκριση με τις άλλες δύο ομάδες ως προς την ικανοποίηση από το γάμο/ ζωή με σύντροφο και τις διαθέσιμες υπηρεσίες υγείας και υστερούν ως προς την ικανοποίηση που αποκομίζουν από τη ποιότητα και διάρκεια του ελεύθερου χρόνου τους. Την μεγαλύτερη ικανοποίηση για το οικογενειακό εισόδημα εμφανίζουν οι νέοι που δεν αναζητούν εργασία. Υπερέχουν επίσης ως προς την ικανοποίηση από τις συνθήκες στέγασης και την ποιότητα του ελεύθερου χρόνου τους. 54 Οι στατιστικοί έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν ανέδειξαν ιδιαίτερα σημαντικές διαφορές μεταξύ των τριών ομάδων και για τις 9 πτυχές της ικανοποίησης από ιδιωτικά αγαθά. 88

89 Δείκτες Ικανοποίησης από Δημόσιους Θεσμούς και Πολιτικές Τα κύρια χαρακτηριστικά των «δημόσιων» παραγόντων ικανοποίησης είναι ότι α) οι επιδράσεις τους διαχέονται στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και δεν περιορίζονται μόνο στο ίδιο το άτομο ή τα στενό του περιβάλλον και β) το άτομο έχει αρκετά περιορισμένη δυνατότητά επηρεασμού τους. Για να αποτυπώσει και τη «δημόσια» διάσταση της ικανοποίησης των νέων, η έρευνά μας κατέγραψε μέσω του ερωτηματολογίου και την ικανοποίηση που αντλεί το άτομο από τη λειτουργία δημόσιων πολιτικών θεσμών (κοινοβούλιο, κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση, το σύστημα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης, εκπαιδευτικό σύστημα, λειτουργία της αστυνομίας, εθνικής άμυνας και δικαιοσύνης, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωκοινοβούλιο) και από ασκούμενες πολιτικές σε συγκεκριμένα πεδία (απασχόληση, μετανάστευση, ιδιωτικοποιήσεις και τη διαχείριση του δημόσιου χρέους). Πίνακας 2 Δείκτες Δυσαρέσκειας από Δημόσιους Θεσμούς και Πολιτικές Νέοι ετών: Ελλάδα 2014 Ανάλυση ανά κατηγορία θεσμού και κατάσταση απασχόλησης (Διαφορά ποσοστού θετικών και αρνητικών απαντήσεων) Δείκτες Δυσαρέσκειας από: Εργαζόμενοι Άνεργοι Δεν αναζητούν εργασία Σύνολο Βουλή -0,81-0,89-0,85-0,84 Πολιτική για το δημόσιο χρέος -0,78-0,88-0,86-0,84 Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης -0,85-0,86-0,80-0,83 Κυβέρνηση -0,78-0,88-0,85-0,83 Πολιτική της ΕΕ για το δημόσιο χρέος -0,80-0,82-0,85-0,82 Πολιτική για την απασχόληση -0,80-0,81-0,77-0,80 Πολιτική για τη μετανάστευση -0,76-0,81-0,79-0,78 Πολιτική για τις αποκρατικοποιήσεις -0,73-0,75-0,70-0,73 Σύστημα δημόσιας υγείας -0,68-0,78-0,70-0,72 Ευρωπαϊκή Ένωση -0,56-0,67-0,64-0,62 ΟΑΕΔ -0,62-0,54-0,63-0,60 Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο -0,55-0,61-0,58-0,58 Τοπική αυτοδιοίκηση -0,48-0,62-0,56-0,55 Δικαιοσύνη -0,49-0,60-0,56-0,54 Σύστημα δευτεροβάθμιας παιδείας -0,44-0,51-0,51-0,48 ΓΓ Νέας Γενιάς -0,41-0,52-0,48-0,46 89

90 Αστυνομία -0,40-0,46-0,47-0,44 Σύστημα πρωτοβάθμιας παιδείας -0,36-0,49-0,35-0,40 Σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης -0,37-0,30-0,48-0,38 Σύστημα τριτοβάθμιας παιδείας -0,32-0,45-0,45-0,38 Σύστημα άμυνας -0,21-0,38-0,31-0,29 Στον Πίνακα 2 παρουσιάζονται οι τιμές των δεικτών ικανοποίησης από 16 δημόσιους θεσμούς και 5 πεδία άσκησης πολιτικής εκ μέρους του ελληνικού κράτους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εικόνα που προκύπτει είναι μια εικόνα γενικής δυσαρέσκειας που έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα ικανοποίησης που προέκυψε από τους δείκτες ικανοποίησης από ιδιωτικά αγαθά. Σε όλες τις κατηγορίες θεσμών και πολιτικών που διερευνήθηκαν, το ποσοστό των δυσαρεστημένων ατόμων ξεπερνά κατά πολύ το αντίστοιχο των ικανοποιημένων. Η δυσαρέσκεια των νέων ως προς τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική είναι μεγάλη τα 5 πεδία πολιτικής που διερευνήθηκαν βρέθηκαν μεταξύ των 8 χειρότερων θέσεων. Την μεγαλύτερη όμως δυσαρέσκεια στους νέους προκαλεί ο κορυφαίος δημοκρατικός θεσμός της χώρας. Το ποσοστό όσων δήλωσαν λίγο ή καθόλου ικανοποιημένοι από το κοινοβούλιο ξεπερνά το αντίστοιχο όσων δήλωσαν πολύ ή αρκετά ικανοποιημένοι κατά 84 ποσοστιαίες μονάδες. Η δυσαρέσκεια για τη κυβέρνηση είναι σχεδόν εξίσου έντονη, όπως και για το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης ο οποίος περιλαμβάνει τους ισχύοντες κανόνες για τα επιδόματα ανεργίας. Το σύστημα της άμυνας της χώρας και το εκπαιδευτικό σύστημα προκαλούν την μικρότερη δυσαρέσκεια που ωστόσο και σε αυτές τις περιπτώσεις είναι μεγάλη. Η ανεργία είναι βασικός παράγοντας που διαφοροποιεί τη δυσαρέσκεια των νέων. Συγκεκριμένα, ο βαθμός της δυσαρέσκειας για δημόσιους θεσμούς και πολιτικές είναι μεγαλύτερος μεταξύ των ανέργων και μικρότερος μεταξύ των ατόμων που εργάζονται. Από τον Πίνακα 2 προκύπτει ότι σε 17 από τις 21 κατηγορίες δημόσιων θεσμών και πολιτικών οι άνεργοι ήταν η περισσότερο δυσαρεστημένη ομάδα. Στον αντίποδα, σε 16 από τις 21 κατηγορίες δημόσιων θεσμών και πολιτικών η κατηγορία των εργαζόμενων / αυτοαπασχολούμενων έχει τον χαμηλότερο δείκτη δυσαρέσκειας. Η κατάταξη των παραγόντων που προκαλούν τη δυσαρέσκεια τόσο των ανέργων όσο και των εργαζομένων είναι παρόμοια με αυτή που προέκυψε και για το σύνολο του δείγματος. Η κατηγορία των ατόμων που δεν αναζητούν εργασία ξεπέρασε τους άνεργους σε δυσαρέσκεια σχετικά με τη πολιτική της ΕΕ για το δημόσιο χρέος, την Αστυνομία, τη λειτουργία του ΟΑΕΔ και του συστήματος επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι τελευταίες διαπιστώσεις υποδεικνύουν ότι μεταξύ των νέων που σήμερα βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού υπάρχει μια μερίδα αποθαρρημένων ατόμων που έχουν παράπονα από τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος ένταξης των νέων στις αγορές εργασίας. Οι έξι θεσμοί και πολιτικές στους οποίους υπήρξε εξαίρεση και η δυσαρέσκεια των εργαζόμενων δεν ήταν η μικρότερη ήταν οι πολιτικές απασχόλησης και αποκρατικοποιήσεων, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, ο ΟΑΕΔ, και τα συστήματα πρωτοβάθμιας και επαγγελματικής εκπαίδευσης. Στις τρεις πρώτες εξαιρέσεις και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση πιο μετριασμένη δυσαρέσκεια έδειξαν τα άτομα που δεν αναζητούν εργασία και στις άλλες δύο οι άνεργοι. Προφανώς μεταξύ των ανέργων του δείγματος υπάρχει ένα όχι εντελώς αμελητέο ποσοστό ατόμων που ικανοποιούνται από τη λειτουργία του ΟΑΕΔ και από το σύστημα στης επαγγελματικής εκπαίδευσης. 90

91 Διάγραμμα 2 Γενικός Δείκτης Ικανοποίησης των Νέων από Ιδιωτικά Αγαθά Νέοι ετών: Ελλάδα 2014 Ανάλυση κατά κατάσταση απασχόλησης (Σταθμισμένη διαφορά ποσοστού θετικών και αρνητικών απαντήσεων) Προκειμένου να συναθροιστούν τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τους 9+21 επιμέρους δείκτες, κατασκευάστηκε ένας Γενικός Δείκτης Ικανοποίησης από Ιδιωτικά Αγαθά (ΓΔΙΙΑ) ως σταθμικός αριθμητικός μέσος των εννέα σχετικών δεικτών και ένας Γενικός Δείκτης Ικανοποίησης από Δημόσιους Θεσμούς και Πολιτικές (ΓΔΙΘΠ) ως σταθμικός αριθμητικός μέσος των 21 σχετικών δεικτών. 55 Ο Γενικός Δείκτης Ικανοποίησης των Νέων από Ιδιωτικά Αγαθά υπολογίστηκε σε 0,32 δηλαδή μεσοσταθμικά το ποσοστό των νέων ατόμων που δήλωσαν ικανοποιημένα ή πολύ ικανοποιημένε από τα 9 ιδιωτικά αγαθά ξεπέρασε κατά 32 ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό όσων δήλωσαν καθόλου ή λίγο ικανοποιημένες οι. Στο Διάγραμμα 2 αποτυπώνεται η υστέρηση του ΓΔΙΙΑ στην περίπτωση των ανέργων και η υψηλή τιμή του στην κατηγορία των ατόμων που δεν αναζητούν εργασία. 55 Ως συντελεστές στάθμισης για τον ΓΔΙΙΑ χρησιμοποιήθηκαν οι λόγοι του αριθμού των θετικών και αρνητικών απαντήσεων του κάθε δείκτη επί του συνόλου των θετικών και αρνητικών απαντήσεων και των εννέα κατηγοριών. Αντίστοιχη στάθμιση έγινε προκειμένου να υπολογισθεί ο Γενικός Δείκτης Ικανοποίησης από Δημόσιους Θεσμούς και Πολιτικές ΓΔΙΘΠ. Με τον ίδιο τρόπο υπολογίστηκαν ξεχωριστά ΓΔΙΙΑ και ΓΔΙΘΠ για τους εργαζόμενους, άνεργους και εκτός εργατικού δυναμικού νέους. Ο τρόπος κατασκευής των δεικτών πρώτον, δίνει μεγαλύτερη έμφαση στους παράγοντες εκείνους όπου οι «ουδέτερες» αξιολογήσεις υστερούν. Δεύτερον, το σύστημα στάθμισης δίνει μικρότερη βαρύτητα σε εκείνες τις κατηγορίες όπου υπάρχει σχετικά μικρός αριθμός συνολικών απαντήσεων. Τέλος, η βαρύτητα του επιμέρους δείκτη επηρεάζεται αρνητικά από το ποσοστό των ατόμων που δεν ήθελαν να απαντήσουν. 91

92 Διάγραμμα 3 Δείκτης Δυσαρέσκειας από Δημόσιους Θεσμούς και Πολιτικές Νέοι ετών: Ελλάδα 2014 Ανάλυση κατά κατάσταση απασχόλησης (Σταθμισμένη διαφορά θετικών και αρνητικών απαντήσεων Ο ΓΔΙΘΠ είναι ουσιαστικά δείκτης δυσαρέσκειας καθώς οι αρνητικές απαντήσεις ξεπερνούν μεσοσταθμικά τις θετικές κατά 64 ποσοστιαίες μονάδες. Στο Διάγραμμα 3 παρουσιάζονται και οι διαφοροποιήσεις του δείκτη ανάλογα με την κατάσταση απασχόλησης των ερωτωμένων. Η μεγαλύτερη δυσαρέσκεια καταγράφηκε στα άνεργα άτομα και η μικρότερη στου νέους που εργάζονται. Η Ευζωία των Νέων στην Ελλάδα ως Ελευθερία Στο εμπειρικό πεδίο οι Anand, Hunter and Smith (2005) υποστηρίζουν ότι κοινωνικές έρευνες και έρευνες σε νοικοκυριά όπως αυτές που προαναφέρθηκαν (BHPS και GSOEP) περιέχουν ήδη δεδομένα τα οποία μετρούν δυνατότητες. Οι Anand,Santos και Smith (2009) διερεύνησαν εμπειρικά τον τρόπο μέτρησης των δυνατοτήτων με τη χρήση ενός ερωτηματολογίου. που Η ανάλυσή τους έδειξε πώς μπορούν να μετρηθούν πολλές διαστάσεις δυνατοτήτων και να συνδεθούν με διαστάσεις ικανοποίησης από όψεις της ζωής. Επίσης έδειξε ότι μπορεί να εντοπιστούν μέσω στατιστικών τεχνικών αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ διαφόρων δυνατοτήτων και παραγόντων που τις προκαλούν. Οι Papadopoulos and Tsakloglou (2008) κατασκεύασαν δείκτες κοινωνικού αποκλεισμού εμπνευσμένους από την προσέγγιση των δυνατοτήτων του Sen με αναφορά στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιώντας στατιστικά δεδομένα της περιόδου από το ECHP. Σε πρώτο στάδιο δημιούργησαν, ως προσεγγίσεις στέρησης συγκεκριμένων δυνατοτήτων, στατικούς δείκτες στέρησης σε συγκεκριμένα πεδία. Στη συνέχεια συνάθροισαν τους επιμέρους δείκτες προκειμένου να κατασκευάσουν ένα δείκτη σωρευτικού μειονεκτήματος. Τέλος, εστίασαν στον εντοπισμό χρόνιου μειονεκτήματος το οποίο θεωρούν ως μια λογική προσέγγιση της έννοιας του κοινωνικού αποκλεισμού. Χρησιμοποίησαν τέσσερα σύνολα δεδομένων (εισόδημα, συνθήκες διαβίωσης, αναγκαία μέσα διαβίωσης και κοινωνικές σχέσεις) για να υπολογίσουν αντίστοιχους δείκτες. Στη συνέχεια, δίνοντας την ίδια βαρύτητα σε κάθε επιμέρους δείκτη υπολόγισαν τον σωρευτικό δείκτη στέρησης ως τον αριθμό των δεικτών σύμφωνα με τους οποίους το κάθε μέλος του πληθυσμού ταξινομείται ως αποστερημένο εάν υστερεί σε τουλάχιστον δύο από τους παραπάνω τέσσερις δείκτες. Με αυτό το κριτήριο η σωρευτική στέρηση κυμάνθηκε από 3,4% στη Δανία σε 18,8% στην Ελλάδα. Χρησιμοποιώντας τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα των δειγματοληψιών της ECHP οι συγγραφείς κατέγραψαν τον αριθμό των περιπτώσεων που ένα άτομο θεωρήθηκε αποστερημένο στη διάρκεια της τριετίας Όσον αφορά τη συσχέτιση του κινδύνου στέρησης με κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά, προκύπτει ότι σε όλες τις χώρες τα άτομα που απασχολούνται πλήρως αντιμετωπίζουν ένα στατιστικά χαμηλότερο κίνδυνο αποκλεισμού από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Επίσης τα δεδομένα δείχνουν ότι το μορφωτικό επίπεδο του ατόμου προστατεύει σημαντικά έναντι του κοινωνικού αποκλεισμού. Επιπλέον σε όλες τις χώρες ο κίνδυνος 92

93 κοινωνικού αποκλεισμού είναι σημαντικά υψηλότερος σε άτομα τα οποία ταξινομούνται ως «ασθενή/ανάπηρα». Τέλος σε όλες τις χώρες οι «φτωχοί μετανάστες από τον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι από τις περισσότερο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες». Από την φιλοσοφική αφετηρία των δυνατοτήτων εκκινεί και ο δείκτης που κατασκευάστηκε από τη Sabina Alkire και συναδέλφους της στο Oxford Poverty and Human Development Initiative. 56 ) Ο Δείκτης της Πολυδιάστατης Φτώχειας στοχεύει να αποτυπώσει την φτώχεια στον αναπτυσσόμενο κόσμο και δεν στηρίζεται στην αντίληψη της φτώχειας ως εισοδηματικής στέρησης αλλά ως στέρησης βασικών λειτουργικοτήτων. O δείκτης στηρίζεται σε 10 ερωτήσεις που απευθύνονται σε νοικοκυριά, οι δύο από τις οποίες αφορούν στερήσεις στο μορφωτικό επίπεδο, οι δύο στο επίπεδο υγείας και οι έξι στο επίπεδο διαβίωσης. Οι δέκα παραπάνω στερήσεις σταθμίζονται διαφορετικά και εάν η τιμή του δείκτη ξεπερνά το 33% το νοικοκυριό θεωρείται φτωχό. Είναι σαφές ότι η φιλοσοφία του παραπάνω δείκτη είναι παρόμοια με εκείνη του γνωστού Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (Human Development Index, HDI) (1990) που χρησιμοποιείται από τον ΟΗΕ ως εναλλακτικός από το κατά κεφαλήν εισόδημα προσδιορισμός του βιοτικού επιπέδου. Στην παρούσα ανάλυση οι δυνατότητες των νέων κατηγοριοποιήθηκαν σε τέσσερις ομάδες: α) Δυνατότητες πρόσβασης σε σημαντικά καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες (διατροφή, κατοικία, ιδιωτικό μεταφορικό μέσο, αναψυχή και υπηρεσίες υγείας) και η εν γένει γενική εισοδηματική δυνατότητα της οικιακής ομάδας του ερωτώμενου ατόμου. Ειδικά για το εισόδημα οι απαντήσεις κατηγοριοποιήθηκαν σε τρεις ομάδες: χαμηλό, μεσαίο και υψηλό. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι με τις σχετικές ερωτήσεις διερευνήθηκαν οι δυνα&t