Καλογεράκης Αντώνιος. Πρωτεύουσα Μεταπτυχιακή Εργασία:

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Καλογεράκης Αντώνιος. Πρωτεύουσα Μεταπτυχιακή Εργασία:"

Transcript

1 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΛΑ ΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΧΩΡΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΑΙΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΛΟΓΙΑΣ Καλογεράκης Αντώνιος Πρωτεύουσα Μεταπτυχιακή Εργασία: Οθωµανική Κρήτη ο αιώνας µετά την κατάκτηση: Η εφαρµογή του οθωµανικού δικαίου Οι µάρτυρες επί της διαδικασίας ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

2 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΛΑ ΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΧΩΡΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΑΙΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΛΟΓΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗΣ Πρωτεύουσα Μεταπτυχιακή Εργασία: Οθωµανική Κρήτη ο αιώνας µετά την κατάκτηση: Η εφαρµογή του οθωµανικού δικαίου Οι µάρτυρες επί της διαδικασίας Επιβλέπων καθηγητής: Ιωάννης Χ. Αλεξανδρόπουλος Ηµεροµηνία έγκρισης: 27/ 01/ 2010 Η έγκριση της Μεταπτυχιακής Εργασίας από το τµήµα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. δεν υποδηλώνει αναγκαστικά ότι αποδέχεται το τµήµα τις γνώµες του συγγραφέα. 2

3 Κρήτη την ιστορία σου, όποιος την εδιαβάσει, αν είναι φίλος θα χαρεί, αν είναι εχθρός θα σκάσει. Κρητική µαντινάδα 3

4 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Προλογικό Σηµείωµα... σελ. i Εισαγωγή... σελ. 1 Α. Ο Κρητικός Πόλεµος ( ) Η πολιορκία και κατάκτηση του Χάνδακα... σελ. 4 Β. Η εδραίωση της οθωµανικής κυριαρχίας στην Κρήτη Β. 1. ιοικητική οργάνωση... σελ. 35 Β. 2. ιοικητική γραφειοκρατία και στρατιωτική οργάνωση... σελ. 37 Β. 3. ηµογραφικά στοιχεία... σελ. 41 Β Η οθωµανοποίηση των πόλεων Ο Χάνδακας... σελ. 42 Β Εξισλαµισµοί... σελ. 47 Β Η Εκκλησία..., σελ. 52 Β. 4. Φορολογικό σύστηµα Γαιοκτησία... σελ. 53 Β. 5. Οικονοµία και εµπόριο... σελ. 57 Γ. Η εφαρµογή του οθωµανικού δικαίου στην Κρήτη Οι µάρτυρες του ιεροδικείου (şuhud) Γ. 1. Μία γενική θεώρηση του οθωµανικού δικαίου... σελ. 62 Γ. 2. Το δικαστικό σύστηµα στην Οθωµανική Αυτοκρατορία... σελ. 67 Γ Η ακροαµατική διαδικασία... σελ. 73 Γ Η οργάνωση του δικαστικού συστήµατος στην Κρήτη... σελ. 76 Γ. 3. Οι µάρτυρες επί της διαδικασίας (şuhud ul hal)... σελ. 79 Επίλογος... σελ. 93 4

5 Παράρτηµα κειµένων... σελ. 97 Παράρτηµα εικόνων... σελ. 105 Βιβλιογραφία... σελ

6 ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Αφορµή για την ανάληψη του συγκεκριµένου θέµατος µελέτης αποτέλεσε η ενασχόληση µας, στα πλαίσια του µεταπτυχιακού προγράµµατος σπουδών, µε την µετάβαση της Κρήτης από την βενετική στην οθωµανική κυριαρχία. Η κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωµανούς αποτέλεσε ένα από τα σηµαντικότερα γεγονότα του 17 ου αι. καθώς ολοκλήρωσε µε τον πιο εντυπωσιακό τρόπο την πορεία επέκτασης της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη και σηµάδεψε την έναρξη της υποβάθµισης της Βενετίας ως υπολογίσιµης δύναµης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ιδιαιτερότητα αυτή της Κρήτης, το γεγονός δηλαδή ότι αποτέλεσε την τελευταία µακροχρόνια κατάκτηση της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας, από µόνη της αποτελεί κίνητρο για τον ερευνητή να εντρυφήσει στην ιστορία της οθωµανικής περιόδου του νησιού. Η Κρήτη εισήλθε στο οθωµανικό πλαίσιο σε µία περίοδο κατά την οποία η Αυτοκρατορία βρισκόταν σε µία διαδικασία µετεξέλιξης, από την φάση της επέκτασης σε αυτήν της συντήρησης των κεκτηµένων περιοχών, αναζητώντας τρόπους προσαρµογής στις νέες ανάγκες που προέκυψαν. Ο 17 ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την αυξηµένη σηµασία που προσέλαβε το πυροβολικό (Γενίτσαροι) κατά τις πολεµικές επιχειρήσεις και το σταδιακό πέρασµα σε αχρησία του ιππικού (Σπαχήδων). Για αυτόν τον λόγο καθώς η Αυτοκρατορία βρέθηκε στην ανάγκη συγκέντρωσης µεγαλύτερων ποσοτήτων ρευστού για την συντήρηση των όλο και µεγαλύτερων αριθµών του πυροβολικού σώµατος, το οποίο συντηρούνταν µε πόρους του κρατικού θησαυροφυλακίου, οδηγήθηκε στην εγκατάλειψη του τιµαριωτικού συστήµατος (το οποίο ήταν δοµηµένο πάνω στη φιλοσοφία διατήρησης ενός στρατού µε βάση το ιππικό) και στην υιοθέτηση του συστήµατος εκµίσθωσης των φόρων (iltizam). Πολλοί µελετητές και οθωµανοί χρονικογράφοι αναγνώρισαν σε αυτήν την διαδικασία στοιχεία παρακµής, άποψη η οποία θεωρείται, µε βάση τα πορίσµατα της σύγχρονης έρευνας, µονοµερής και ως ένα βαθµό υπεραπλουστευτική. Η Κρήτη αποτέλεσε την πρώτη επαρχία, η οποία δεν οργανώθηκε µε βάση το τιµαριωτικό σύστηµα αλλά µε βάση ένα 6

7 υβριδικό σύστηµα που περιλάµβανε την ύπαρξη τιµαρίων αλλά και ιδιωτικής ιδιοκτησίας η οποία απέφερε έσοδα στο κράτος µέσω του συστήµατος εκµίσθωσης των φόρων. Πέραν τούτων, η Κρήτη αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών υπό τις οποίες κατακτήθηκε. Από την έναρξη του Κρητικού Πολέµου (1645) µέχρι την λήξη του, µε την παράδοση του Χάνδακα τον Σεπτέµβριο του 1669, πέρασαν είκοσι τέσσερα χρόνια µέσα στα οποία η οθωµανική κυριαρχία είχε προλάβει, ως ένα βαθµό, να εδραιωθεί στο µεγαλύτερο µέρος της υπαίθρου, µε µόνη εξαίρεση την πόλη του Χάνδακα. Ένα σηµαντικό παρεπόµενο αυτής της διαδικασίας ήταν και ο εξισλαµισµός µίας σηµαντικής µερίδας του ντόπιου πληθυσµού, η οποία και αποτέλεσε την πλειονότητα του µουσουλµανικού πληθυσµού της νήσου. Αφορµή για να επικεντρώσουµε την έρευνά µας στον Χάνδακα αποτέλεσε το γεγονός ότι η πόλη παρουσιάζει την ιδιοµορφία να περνά υπό τον οθωµανικό έλεγχο όντας ουσιαστικά έρηµη από τους κατοίκους της και να εποικίζεται, κυρίως, από στρατιωτικούς που έλαβαν µέρος στην πολιορκία της και από ντόπιους Μουσουλµάνους, οι οποίοι όπως φαίνεται συνδέονταν µε κάποιο τρόπο µε την στρατιωτική τάξη. Στην επιθυµία µας να διερευνήσουµε την κοινωνία του Χάνδακα κατά την πρώτη περίοδο µετά την κατάκτηση βοήθησε και το γεγονός της έκδοσης της µετάφρασης δύο κωδίκων του ιεροδικείου του Ηρακλείου (του Τρίτου και του Πέµπτου Κώδικα) υπό την επιµέλεια της Ελισάβετ Ζαχαριάδου. 1 Σε αυτό το σηµείο θα πρέπει να γίνει µία σύντοµη αναφορά στο, ανεκτίµητης αξίας, έργο ζωής του Νικολάου Σταυρινίδη, ο οποίος ασχολήθηκε µε την µετάφραση των εγγράφων του τουρκικού αρχείου της Βικελαίας ηµοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου. Παρότι το έργο του Σταυρινίδη είναι εκτενέστερο καθότι περιλαµβάνει µεταφράσεις εγγράφων τα οποία συµπληρώνουν χρονικά τους δύο υπό εξέταση κώδικες, προτιµήσαµε να επικεντρωθούµε σε αυτούς για ένα κυρίως λόγο. Ο Σταυρινίδης ενδιαφέρθηκε κυρίως για την µετάφραση εγγράφων που αφορούν τους χριστιανούς κατοίκους του νησιού αφήνοντας το σηµαντικότατο από 1 Στην συγκεκριµένη φάση, η έρευνα πάνω στα πρωτότυπα κείµενα δεν ήταν δυνατή λόγω της µη εξοικείωσης του γράφοντος µε την οθωµανική γλώσσα, σε επίπεδο που να επιτρέπει την επεξεργασία ενός υλικού τόσο µεγάλου σε όγκο. 7

8 πολλές απόψεις µουσουλµανικό στοιχείο στο σκοτάδι, παρουσιάζοντας µε αυτόν τον τρόπο µία ελλιπή εικόνα της κρητικής κοινωνίας της οθωµανικής περιόδου. Για αυτό το λόγο θεωρήσαµε ότι βάση έπρεπε να δοθεί στους δύο κώδικες καθότι αποτελούν ολοκληρωµένα έργα, τα οποία αποτυπώνουν πληρέστερα την κοινωνία της πόλης του Χάνδακα, παρά τις όποιες χρονολογικές τους ασυνέπειες. Μέσα από την µελέτη των κωδίκων, το περιεχόµενο των οποίων θα παρουσιαστεί παρακάτω, προέκυψε το επόµενο στάδιο της διαµόρφωσης του θέµατος της παρούσας µελέτης, δηλαδή η επικέντρωση της έρευνας στους µάρτυρες της ορθής εφαρµογής της διαδικασίας εκδίκασης της υπόθεσης (şuhud ul hal) και ο, κατά το δυνατόν, σχηµατισµός µίας πρωσοπογραφικής µελέτης αυτών. Πέραν της διαµόρφωσης της προσωπογραφίας των µαρτύρων, στόχος της έρευνάς µας τέθηκε και ο εντοπισµός των όποιων κανονικοτήτων διέπουν την εµφάνισή τους στις καταγραφές των κωδίκων καθώς και η επιβεβαίωση ή µη κάποιων υποθέσεων που έχουν γίνει από άλλους µελετητές πάνω στο ίδιο θέµα. Οι ιεροδικαστικοί κώδικες αποτελούν µία εξαιρετική πηγή πληροφοριών για πλείστες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής µίας οθωµανικής πόλης. Μία ολοκληρωµένη έρευνα πάνω σε αυτούς θα συµπεριλάµβανε και την εξέταση εις βάθος του χαρακτήρα των υποθέσεων που παρουσιάζονται στο ιεροδικείο καθώς και των κοινωνικών συσχετισµών που αυτές υποδηλώνουν. Παρόλα αυτά, στην παρούσα µελέτη επιλέξαµε να επικεντρωθούµε αποκλειστικά και µόνο στην παρουσία των µαρτύρων επί της διαδικασίας εκδίκασης των υποθέσεων και στην παρουσίαση των συµπερασµάτων που µπορούν να εξαχθούν από αυτή. Τα χρονικά όρια µέσα στα οποία θα κινηθεί η έρευνά µας καθορίζονται από το χρονικό διάστηµα που καλύπτουν οι δύο κώδικες οι οποίοι αποτέλεσαν και την βασική πηγή πάνω στην οποία στηρίζεται. Και αυτά θα παρουσιαστούν αναλυτικότερα αµέσως παρακάτω όταν θα γίνει αναφορά και στο περιεχόµενό τους. Ο Τρίτος Κώδικας χωρίζεται σε δύο διαφορετικές ενότητες και µάλλον αποτελεί τον συνδυασµό δύο ή και τριών καταστίχων τα οποία βιβλιοθετήθηκαν µαζί κατά την οργάνωση του τουρκικού αρχείου της Βικελαίας ηµοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου κατά τις αρχές του 20 ου από τον 8

9 τότε διευθυντή του Μεταφραστικού Αρχείου Ηρακλείου, Γεώργιο Οικονοµίδη. Η πρώτη ενότητα περιλαµβάνει 726 έγγραφα της περιόδου , δηλαδή της αµέσως µετά την παράδοση της πόλης τετραετίας. Τα έγγραφα της δεύτερης ενότητας κατηγοριοποιούνται σε δύο επιµέρους ενότητες µε 106 έγγραφα να αφορούν την περίοδο και 102 έγγραφα την περίοδο Ο κώδικας βρίσκεται σε σχετικά καλή κατάσταση από άποψη συντήρησης αλλά η χρονολογική σειρά των φύλλων είναι διαταραγµένη. 2 Ο Πέµπτος Κώδικας αποτελείται από δύο διαφορετικές ενότητες εγγράφων, τα οποία ανήκαν σε δύο διαφορετικά κατάστιχα τα οποία βιβλιοθετήθηκαν µαζί, και αυτά στις αρχές του προηγούµενου αιώνα από τον Γ. Οικονοµίδη. Στην πρώτη ενότητα ανήκουν έγγραφα της περιόδου ενώ η δεύτερη περιλαµβάνει έγγραφα των ετών Ο κώδικας περιέχει εν συνόλω 953 έγγραφα, τα οποία παρατίθενται µε σχετική χρονολογική οµοιοµορφία. 3 Όπως γίνεται φανερό, ο Πέµπτος Κώδικας συµπληρώνει, κατά ένα µέρος, το κενό των 76 χρόνων που προκύπτει ανάµεσα στα δύο τµήµατα του Τρίτου Κώδικα, επιτρέποντάς µας να διαµορφώσουµε µία περισσότερο ολοκληρωµένη εικόνα για τον πρώτο αιώνα της οθωµανικής κυριαρχίας στην πόλη. Η µεθοδολογία που ακολουθήθηκε κατά την επεξεργασία των στοιχείων των κωδίκων περιλαµβάνει την καταγραφή των δεδοµένων των υποθέσεων σε λογιστικά φύλλα Excel µε στόχο την διευκόλυνση του χειρισµού τους σε ό,τι αφορά τον εντοπισµό και τον διαχωρισµό των προσώπων (µαρτύρων διαδίκων), του είδους των υποθέσεων και γενικότερα την πληρέστερη εποπτεία του υλικού. Παρότι οι κώδικες περιλαµβάνουν ευρετήρια προσώπων και τοπωνυµίων η χρήση τους µόνο επικουρικά θα µπορούσε να λειτουργήσει αναφορικά µε τους σκοπούς της παρούσας µελέτης. Επιπλέον γενικότερα σε ό,τι αφορά ζητήµατα µεθοδολογίας, παρότι οι κώδικες είναι δεµένοι και ίσως θα ήταν ορθότερη η 2 Αναλυτικότερα βλ. Καραντζίκου Ελένη- Φωτεινού Πηνελόπη, Ιεροδικείο Ηρακλείου, Τρίτος Κώδικας (1669/ /67), επιµ. Ελισάβετ Α. Ζαχαριάδου, Βικελαία ηµοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο σελ. κγ κε. 3 Αναλυτικότερα βλ. Μαρία Βαρούχα Φωτεινή Χαιρέτη Μαρίνος Σαρηγιάννης, Ιεροδικείο Ηρακλείου, Πέµπτος Κώδικας ( ), επιµ. Ελισάβετ Ζαχαριάδου, Μέρος Α, Βικελαία ηµοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2008, σελ

10 αναφορά σε εγγραφές και όχι σε έγγραφα ακολουθήσαµε την ορολογία που χρησιµοποίησαν οι επιµελητές των κωδίκων. Ακόµη, επιλέξαµε την παράθεση των όρων, ανθρωπωνυµίων και τοπωνυµίων στο ελληνικό αλφάβητο και όπου ήταν δυνατό την χρήση των εξελληνισµένων αντιστοίχων καθότι θεωρήσαµε ότι αυτά δεν είναι απολύτως ξένα µε την γλωσσική µας εµπειρία. Η διάρθρωση της εργασίας δοµήθηκε σε τρία επιµέρους µέρη. Μετά από µία σύντοµη εισαγωγή, η οποία παρουσιάζει τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή και οι οποίες οδήγησαν στην έκρηξη του Κρητικού Πόλεµου, ακολουθεί το Πρώτο Μέρος στο οποίο αναφέρεται η πορεία κατάκτησης της Κρήτης από τους Οθωµανούς µε ιδιαίτερη έµφαση να δίνεται στην πολιορκία και παράδοση του Χάνδακα, καθώς αυτός αποτελεί και τον τοπικό προσδιορισµό της έρευνάς µας. Στο εύτερο Μέρος παρατίθεται η διαδικασία εδραίωσης της οθωµανικής κυριαρχίας στο νησί µέσα από την παρουσίαση της διοικητικής οργάνωσης της νέας επαρχίας µε επιµέρους αναφορά στην διοικητική και στρατιωτική γραφειοκρατία η οποία αναδείχθηκε στα πλαίσια της παραπάνω διαδικασίας. Ακολουθεί η παράθεση των νέων δηµογραφικών δεδοµένων τα οποία διαµορφώθηκαν µετά την οθωµανική κατάκτηση στα οποία συµπεριλαµβάνεται η οθωµανοποίηση των κρητικών πόλεων, µε έµφαση στην περίπτωση του Χάνδακα, ο εξισλαµισµός ενός σηµαντικού µέρους του πληθυσµού και η αναδιοργάνωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας µέσα από την εκ νέου θεσµοθέτηση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας η οποία ήταν ανύπαρκτη κατά την περίοδο της βενετικής κυριαρχίας. Έπεται η αναφορά στο φορολογικό σύστηµα και το ιδιόµορφο γαιοκτητικό καθεστώς που εφαρµόστηκε στο νησί και, τέλος, η έκθεση των χαρακτηριστικών δοµών που διήπαν την κρητική οικονοµία και το εµπόριο κατά την πρώτη περίοδο µετά την οθωµανική κατάκτηση. Στο Τρίτο Μέρος παρουσιάζεται η εφαρµογή του οθωµανικού δικαίου στην Κρήτη. Αρχικά γίνεται µία γενική αναφορά στον χαρακτήρα, τις πηγές, την διαµόρφωση και την δοµή του οθωµανικού δικαίου, η οποία ακολουθείται από µία αναλυτική παράθεση της οργάνωσης του οθωµανικού δικαστικού συστήµατος και ιδιαίτερα της ακροαµατικής διαδικασίας η οποία λάµβανε χώρα στα οθωµανικά ιεροδικεία. Έπειτα γίνεται λόγος, συγκεκριµένα, για την δικαστική οργάνωση της επαρχίας της Κρήτης κατά την οθωµανική περίοδο. 10

11 Το τελευταίο κοµµάτι αφορά τους µάρτυρες επί της διαδικασίας εκδίκασης της υπόθεσης. Παρότι αυτό το κοµµάτι σχετίζεται άµεσα µε εκείνο, το οποίο αναφέρεται στην ακροαµατική διαδικασία επιλέγεται η ξεχωριστή παρουσίαση του καθώς αποτελεί και το θέµα στο οποίο επιθυµούµε να επικεντρωθούµε. Την παράθεση των γενικών χαρακτηριστικών που διέπουν τον ρόλο και την λειτουργία των µαρτύρων στο οθωµανικό σύστηµα απονοµής δικαιοσύνης ακολουθεί η προσωπογραφική αναφορά στους µάρτυρες που αναδεικνύονται µέσω της συχνής παρουσίας τους στις υποθέσεις οι οποίες καταγράφονται στους δύο υπό εξέταση κώδικες και η παράθεση των κανονικοτήτων, τις οποίες µπορούµε να εντοπίσουµε, γενικότερα, στην εµφάνιση των µαρτύρων. Στον επίλογο συνοψίζουµε τα συµπεράσµατά στα οποία καταλήγουµε και τα αποτελέσµατα τα οποία προέκυψαν από την έρευνά µας. Στο παράρτηµα κειµένων παρατίθενται κείµενα τα οποία θεωρείται ότι αναδεικνύουν περισσότερο άµεσα επιµέρους πτυχές της παρούσας µελέτης και στο παράρτηµα εικόνων παρουσιάζονται φωτογραφίες και χάρτες οι οποίοι βοηθούν στον σχηµατισµό µίας πιο ολοκληρωµένης εικόνας για την οθωµανική Κρήτη. Στο τέλος παρατίθεται η βιβλιογραφία. Υιοθετήθηκε η κατηγοριοποίησή της σε ελληνική και ξενόγλωσση, σε εγχειρίδια γενικής αναφοράς (εγκυκλοπαίδειες), στις εκδεδοµένες πρωτογενείς πηγές και σε ελληνική και ξενόγλωσση αρθρογραφία. Σε αυτό το σηµείο οφείλω να εκφράσω τις βαθιές µου ευχαριστίες στον καθηγητή µου, κύριο Ιωάννη Χ. Αλεξανδρόπουλο, όχι τόσο για τις συζητήσεις µας εντός των αιθουσών του σεµιναρίου, οι οποίες και ήταν καταλυτικές για την διαµόρφωση της ιστορικής µου σκέψης, όσο για τις συζητήσεις µας εκτός αυτών, οι οποίες διεύρυναν τους ορίζοντές µου. Θερµές ευχαριστίες οφείλω και στον καθηγητή κύριο Φωκίωνα Κοτζαγεώργη, ο οποίος και µε εισήγαγε στο συναρπαστικό πεδίο της οθωµανικής ιστορίας. Επίσης, είµαι βαθύτατα ευγνώµων στον κύριο Μαρίνο Σαρηγιάννη, ο οποίος είχε την ευγενή καλοσύνη να µου παραχωρήσει το εισαγωγικό του κείµενο για τον Πέµπτο Κώδικα πριν από την δηµοσίευσή του. Η εργασία αυτή δεν θα είχε πραγµατοποιηθεί χωρίς την στήριξη και την αµέριστη συµπαράσταση των γονέων µου. Για αυτό το λόγο θεωρώ πως πρέπει να αφιερωθεί αποκλειστικά σε αυτούς. Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω τους φίλους µου, εντός και εκτός 11

12 του µεταπτυχιακού προγράµµατος, καθότι µε την παρουσία τους έκαναν και κάνουν την διαδροµή πιο ευχάριστη. 12

13 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ήδη µε την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωµανούς, το , η τύχη της Κρήτης είχε λίγο ως πολύ προκαθορισθεί. Λόγω της θέσης του νησιού στο κέντρο των θαλάσσιων οδών που συνέδεαν την ύση µε την Ανατολή αλλά και την οθωµανική πρωτεύουσα µε την πλούσια σε πόρους επαρχία της Αιγύπτου 4, οι Οθωµανοί δεν είχαν την πολυτέλεια να αφήσουν το σηµαντικό αυτό στρατηγικό σηµείο στα χέρια µιας εχθρικής χριστιανικής δύναµης, η οποία παρείχε 5 συχνά βοήθεια και άσυλο στα πλοία των κουρσάρων ιπποτών της Μάλτας. Τα οθωµανικά αυτά σχέδια ήρθαν να ανακόψουν γεγονότα τα οποία τράβηξαν τελικά την προσοχή των Οθωµανών σε άλλα µέτωπα και έδωσαν µια παράταση 100 περίπου χρόνων στην βενετική κυριαρχία στο νησί. Έτσι αυτήν την περίοδο η αυτοκρατορία βρίσκεται απασχοληµένη µε τους πολέµους µε το Ιράν ( , ), µε εσωτερικές εξεγέρσεις, βασικότερη των οποίων ήταν αυτή των Τζελαλήδων, στην Μικρά Ασία, ( ) ενώ την ίδια περίοδο παραµένει ανοιχτό και το βόρειο µέτωπο όπου η αυτοκρατορία είχε να αντιµετωπίσει τους Αψβούργους της Αυστρίας ( ) καθώς και εκστρατείες στην Πολωνία (1621) και την βόρεια ακτή της Μαύρης Θάλασσας ( ). Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί και η οικονοµική κρίση του 1580, µε την υποτίµηση του οθωµανικού ασηµένιου νοµίσµατος (άσπρου) λόγω της µεγάλης εισροής πολύτιµων µετάλλων από τον Νέο Κόσµο καθώς και η διοικητική κρίση µε την άνοδο στον θρόνο αδύναµων σουλτάνων (µε εξαίρεση τον δραστήριο Μουράτ )και την εµφάνιση του λεγόµενου «σουλτανάτου των γυναικών», δηλαδή της αύξησης της επιρροής των γυναικών του Χαρεµιού, µε προεξάρχουσα την Βαλιντέ Σουλτάν, στα ζητήµατα της διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας. Όταν οι Οθωµανοί αποφάσισαν να στρέψουν τελικά και πάλι την προσοχή τους προς το νότο, δεν θα µπορούσαν να πετύχουν καλύτερη 4 Η Αίγυπτος ήταν ο κύριος τροφοδότης της Κωνσταντινούπολης σε σιτάρι, λινάρι και µπαχαρικά. 5 An Economic and Social History of the Ottoman Empire, Halil Inalcık with Donald Quataert eds., vol. II , Cambridge University Press, Cambridge 2000, σελ

14 συγκυρία. Ήδη από τις αρχές του 17 ου αι. η Βενετία διανύει µεγάλη οικονοµική κρίση. Η απόδοση, από την Οθωµανική Αυτοκρατορία, διοµολογήσεων στα δυτικά κράτη (στη Γαλλία το 1569, στην Αγγλία το 1580 και στην Ολλανδία το 1612) έφερε νέους ανταγωνιστές στο εµπόριο της στην περιοχή και εκµηδένισε, σχεδόν, την θέση του µονοπωλιακού µεσάζοντα που κρατούσε µέχρι τότε. Επιπλέον σηµαντικές επιπτώσεις στο βενετικό εµπόριο επέφερε και η ανακάλυψη νέων θαλάσσιων οδών προς την Ανατολή αλλά και της Αµερικής στη ύση. Η οικονοµική ένδεια της Βενετίας είναι τέτοια που θα αναγκαστεί να ανοίξει τις κλειστές «χρυσές βίβλους» (1646) της και να παραχωρήσει τίτλους ευγενείας και άλλα δηµόσια αξιώµατα έναντι χρηµατικών ενισχύσεων 6, προκειµένου να χρηµατοδοτήσει τον πόλεµο που βρισκόταν εν εξελίξει. Αποτελεί ειρωνεία ότι η περίοδος της µεγαλύτερης άνθησης του κρητικού πολιτισµού συνέπεσε µε την οικονοµική αυτή κάµψη της Βενετίας ανάµεσα στον τέταρτο και τον πέµπτο βενετο - οθωµανικό πόλεµο. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι αυτήν την περίοδο είναι σε θέση να διατηρεί µόλις µισθοφόρους στην Κρήτη για την εξυπηρέτηση των αµυντικών αναγκών ολόκληρου του νησιού. Επιπλέον για πρώτη φορά παρατηρούνται µεγάλες καθυστερήσεις στην καταβολή των µισθών των αξιωµατικών και των στρατιωτών µε αποτέλεσµα αυτοί να αναγκάζονται να καταφεύγουν στην άσκηση άλλων επαγγελµάτων προκειµένου να ζήσουν. Ακόµη ο στόλος µειώνεται αριθµητικά και πλέον και οι ίδιοι οι Βενετοί αποφεύγουν να υπηρετήσουν στις γαλέρες. Τις µεγάλες ελλείψεις τονίζουν στις Εκθέσεις τους και οι Γενικοί Προβλεπτές και ούκες του νησιού οι οποίοι κάνουν συνεχείς εκκλήσεις στην µητρόπολη για ενίσχυση των οχυρωµατικών έργων και καλύτερη οργάνωση του στρατού και του στόλου. Χαρακτηριστικό της βενετικής πολιτικής στο νησί είναι το γεγονός ότι ενώ η πολιτοφυλακή αριθµεί µόλις άνδρες, οι αρχές δεν προχωρούν στον εξοπλισµό του ντόπιου πληθυσµού καθότι δεν είναι ακόµα σίγουρες για τις διαθέσεις του σε περίπτωση οθωµανικής εισβολής ενώ ο µεγάλος αριθµός των εξεγέρσεων 6 Χρύσα Α. Μαλτέζου, Η Κρήτη στη διάρκεια της περιόδου της Βενετοκρατίας ( ), Σύνδεσµος Τοπικών Ενώσεων ήµων και Κοινοτήτων Κρήτης, εκδ. φροντίδα «Βικελαία ηµοτική Βιβλιοθήκη», Κρήτη 1990., σελ

15 κατά το παρελθόν δεν βοήθησαν στην οικοδόµηση σχέσεων εµπιστοσύνης µε τους γηγενείς. 7 7 Θεοχάρης Ε. ετοράκης, Ιστορία της Κρήτης, Αθήνα 1986, σελ

16 Α. Ο Κρητικός Πόλεµος ( ) Η πολιορκία και κατάκτηση του Χάνδακα Αφορµή για την έναρξη του πέµπτου βενετοοθωµανικού πολέµου αποτέλεσε ένα πειρατικό επεισόδιο, ανοιχτά της Καρπάθου, το καλοκαίρι του Τέτοιου είδους επεισόδια αποτελούσαν κοινό τόπο στον µεσογειακό χώρο κατά τους νεώτερους χρόνους, ενώ και οι Οθωµανοί αλλά και οι Βενετοί επικροτούσαν τέτοιου είδους ενέργειες αν όχι µε την έµπρακτη υποστήριξή τους τουλάχιστον µε την ανοχή τους προς τους δράστες. Περιγράφοντας το γεγονός, οι οθωµανοί χρονικογράφοι, του Κιατήπ Τσελεµπί συµπεριλαµβανοµένου, αναφέρουν ότι Ιωαννίτες Ιππότες από την Μάλτα επιτέθηκαν σε οθωµανικό πλοίο, το οποίο µετέφερε πέραν άλλων επιφανών προσώπων, τα οποία µετέβαιναν στην Μέκκα για το καθιερωµένο προσκύνηµα, και τον µαύρο αρχιευνούχο Σουνµπούλ Αγά 8 ο οποίος αποσυρόταν στην Αίγυπτο, όπως ήταν σύνηθες για τους µαύρους αρχιευνούχους στο τέλος της καριέρας τους. Το πλοίο στο οποίο µεταφέρθηκαν τα λάφυρα σταµάτησε για ανεφοδιασµό σε ένα κρητικό λιµάνι της νότιας ακτής του νησιού 9 και µέρος των λαφύρων δόθηκε ως δώρο στον Βενετό κυβερνήτη- στρατηγό της Κρήτης Άλλοι σηµαίνοντες επιβάτες ήταν, όπως αναφέρει ο Βακαλόπουλος, ο «µολλάς» της Μέκκας και ο «µολλάς» της Προύσας Μεχµέτ Εφέντης Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισµού, τόµ. Γ, Τουρκοκρατία , Οι Αγώνες για την Πίστη και την Ελευθερία, χ.ε., Θεσσαλονίκη 1968, σελ Ο Κόλιας αναφέρει τον τελευταίο ως νεοδιορισθέντα καδή του Καΐρου και προσθέτει ότι στο πλοίο επέβαινε και η τροφός του σουλτάνου Μεχµέτ Γεώργιος Κόλιας, «Το αρχείον Βερροίας και ο Κρητικός πόλεµος ( )», ελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος 11 (1956), σελ Σύµφωνα µε τον ετοράκη, ετοράκης, ο.π. σελ. 254, οι Οθωµανοί κατηγόρησαν τις βενετικές αρχές της Κρήτης ότι προσέφεραν καταφύγιο στους Ιωαννίτες πειρατές στο λιµάνι των Χανίων και ότι ο βενετός διοικητής της πόλης µοιράστηκε µαζί τους τα λάφυρα. Μία τέτοια κίνηση όµως θα ισοδυναµούσε µε επίσηµη επιδοκιµασία του γεγονότος από την βενετική πλευρά και θα αποτελούσε ανοιχτή πρόκληση προς τους Οθωµανούς. Καθώς η Βενετία επιθυµούσε να αποφύγει µία ρήξη µε την Οθωµανική Αυτοκρατορία αυτή την περίοδο, φαίνεται περισσότερο πιθανή η υπόθεση του ελλιµενισµού του µαλτέζικου πλοίου στα νότια παράλια της Κρήτης, µακριά από τα κέντρα της βενετικής εξουσίας στο νησί. 10 Caroline Finkel, Οθωµανική Αυτοκρατορία, , µεταφρ. Μιχάλης ελέγκος, εκδ. ιόπτρα, Αθήνα 2007, σελ

17 Όπως είναι εύκολα κατανοητό ένα τέτοιο γεγονός προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη, όπου θεωρήθηκε ότι οι Βενετοί είχαν εκουσίως αθετήσει τον όρο προηγούµενης συµφωνίας µε την Πύλη η οποία απαγόρευε την παροχή βοήθειας σε κουρσάρικο πλοίο το οποίο σκόπευε ή είχε ήδη επιτεθεί σε πλοίο της αντίθετης πλευράς. Σε αυτή την άποψη συνέτειναν και οι αναφορές από τους επιζώντες τις επίθεσης για παραµονή των κουρσάρων στην Κρήτη επί είκοσι ηµέρες για συγκέντρωση προµηθειών και πώληση των λαφύρων. Από την άλλη οι βενετικές αναφορές παρουσίαζαν µια εντελώς διαφορετική εκδοχή του γεγονότος. Ο κυβερνήτης της Κρήτης στην αναφορά του προς τον δόγη υποστήριζε ότι οι Μαλτέζοι παρέµειναν στο νησί µόνο για όσο χρόνο ήταν απαραίτητος για την αποβίβαση κάποιων Ελλήνων επιβατών και ότι ο υπεύθυνος για τα παράλια όπου αγκυροβόλησε το πλοίο από τη Μάλτα αξιωµατικός εκτελέστηκε για παραµέληση καθήκοντος καθώς απουσίαζε από την θέση του τη δεδοµένη στιγµή. 11 Αρχικά οι απολογίες των Βενετών για το ατυχές συµβάν έγιναν αποδεκτές µε ευγένεια και οι Οθωµανοί άρχισαν να συγκεντρώνουν στρατεύµατα και στόλο µε στόχο να εκστρατεύσουν εναντίον της Μάλτας, όπως διακήρυσσαν. 12 Οι δυνάµεις που θα έπαιρναν µέρος στην εκστρατεία κλήθηκαν να συγκεντρωθούν στον Τσεσµέ απέναντι από την Χίο, από όπου και απέπλευσαν για την δυτική Πελοπόννησο. Μετά από παραµονή τριών εβδοµάδων στο Ναβαρίνο, ο στόλος αναχώρησε για την Κρήτη στις 20 Ιουνίου Ο Κόλιας αναφέρει ότι ήταν τέτοια η µυστικότητα σε ό,τι αφορά τον πραγµατικό στόχο της εκστρατείας που αυτός ανακοινώθηκε στον στόλο «ολίγον προ του απόπλου» από το Ναβαρίνο. 13 Βέβαια η περίπτωση να µην 11 Finkel, ο.π., σελ Jason Goodwin, Lords of the Horizons, A History of the Ottoman Empire, εκδ.vintage, London 1998, σελ Τα στρατεύµατα που προέρχονταν από τις ευρωπαϊκές επαρχίες συγκεντρώθηκαν στην Θεσσαλονίκη, ενώ ο Τσεσµές ορίστηκε ως σηµείο συγκέντρωσης των στρατευµάτων της Ανατολίας. Από την Κωνσταντινούπολη απέπλευσε στόλος στις 30 Απριλίου 1645 µε προορισµό τον Τσεσµέ, τελικό σηµείο συγκέντρωσης του στρατού και του στόλου που θα λάµβανε µέρος στην εκστρατεία. Κόλιας, ο.π., σελ. 180 και Goodwin, ο.π., σελ

18 είχαν πληροφορηθεί, οι Βενετοί τα σχέδια της Πύλης φαντάζει µάλλον απίθανη. Η Finkel υποστηρίζει ότι οι Βενετοί «αφελώς» πίστεψαν την δεδηλωµένη πρόθεση των Οθωµανών να επιτεθούν εναντίον της Μάλτας και ότι αιφνιδιάστηκαν από την εµφάνιση του οθωµανικού στόλου στα ανοιχτά των Χανίων στις 26 Ιουνίου Ο Βακαλόπουλος, από την άλλη, αναφέρει ότι οι Βενετοί δεν παρασυρθήκαν από αυτήν την κίνηση παραπλάνησης καθώς ήδη από τον Απρίλιο ήταν γνωστές φήµες ότι ο πραγµατικός στόχος ήταν η Κρήτη και είχαν προβλέψει για την εξοπλισµό των γαλερών και τον διορισµό των απαραίτητων για την άµυνα του νησιού αξιωµαούχων (Γενικός Προνοητής του Στρατού Provveditor Generale dell Armata, Aνώτεροι Προνοητές Sopra Provveditori). 15 Η άποψη της Finkel είναι υπεραπλουστευτική. Είναι µάλλον απίθανο οι Βενετοί, έχοντας ήδη εµπειρία τεσσάρων πολέµων καθώς και το προηγούµενο της κατάκτησης της Κύπρου από τους Οθωµανούς ένα περίπου αιώνα πριν, να µην ανέµεναν µία επίθεση εναντίον της Κρήτης, καθώς το νησί αποτελούσε στρατηγικό σηµείο για την διασφάλιση της επικοινωνίας µε την Αίγυπτο. Με το επιχείρηµα του αιφνιδιασµού ίσως γίνεται προσπάθεια να εξηγηθεί η αδυναµία της Βενετίας να στελεχώσει επαρκώς την άµυνα του νησιού καθώς και το γεγονός της εύκολης σχετικά εκπόρθησης των Χανίων. Έτσι στις 24 Ιουνίου καταφθάνει στο νησί ένας οθωµανικός στόλος από 100 πολεµικά πλοία και 350 µεταγωγικά τα οποία µετέφεραν στρατιώτες από τους οποίους ήταν Γενίτσαροι. 17 Αρχηγός του στόλου είχε τεθεί ο Γιουσούφ Πασάς και του στρατού ο Μουσά Πασάς και ο Μουράτ Αγάς. 18 Η απόβαση έγινε στο δυτικό άκρο του κόλπου των Χανίων 14 Finkel, ο.π., σελ Βακαλόπουλος, ο.π., σελ Με αυτήν την άποψη συµφωνεί και ο Goodwin, ο οποίος προσθέτει ότι οι Βενετοί προέβλεψαν και για την επαρκή ενίσχυση των φρουρών του νησιού και την επιστράτευση της ντόπιας πολιτοφυλακής Goodwin, ο.π., σελ Κόλιας, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π., σελ. 255 και ηµήτρης Σ. Μπελέζος, Η Λατινοκρατία στην Ελλάδα, έκδοση του περιοδικού «Ιστορικά Θέµατα», σειρά «Παγκόσµια Ιστορία», τίτλος 4 ος, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα 2004., σελ ετοράκης, ο.π. σελ

19 και οι Οθωµανοί προχώρησαν γρήγορα στην έναρξη της πολιορκίας της πόλης, την οποία υπερασπίζονταν ο στρατηγός Cornaro και ο ρέκτορας Fenarolo µε µία φρουρά 800 µισθοφόρων και πολιτοφυλάκων. 19 Μετά την πτώση του φρουρίου στο νησί του Αγίου Θεοδώρου και την έναρξη της πολιορκίας, οι Βενετοί προχώρησαν σε κινήσεις αντιπερισπασµού µέσω ναυτικών επιχειρήσεων κατά των κέντρων ανεφοδιασµού του οθωµανικού στρατού, στην δυτική Πελοπόννησο (Μονεµβασία, Ναύπλιο κ.α.). Για την αντιµετώπισή τους εκδόθηκε φιρµάνι (7 Αυγούστου 1645), το οποίο σώζεται στο οθωµανικό αρχείο της Βέροιας και απευθύνεται στον Καπουτζήµπαση των ανακτόρων Μουσταφά Αγά, ο οποίος βρισκόταν σε αποστολή στην Θεσσαλονίκη. ιατάσσεται η συγκέντρωση στρατευµάτων από την περιοχή, τα οποία αφού ενωθούν µε τα υπόλοιπα της Τρίτης Στρατιάς της Ρούµελης, υπό την ηγεσία του Βεζίρη Αχµέτ Πασά, θα κινηθούν προς την Πελοπόννησο. Όπως καταδεικνύει ένα πρωιµότερο φιρµάνι του ίδιου αρχείου, οι Οθωµανοί ανέµεναν τέτοιου είδους κινήσεις από την πλευρά των Βενετών. Για αυτό τον λόγο στις 24 Ιουνίου 1645 είχε εκδοθεί φιρµάνι το οποίο απευθυνόταν στον καδή της Θεσσαλονίκης και στον Μουτεσελίµη του σαντζακιού Θεσσαλονίκης και καλούσε τις εν λόγω αρχές να επιστρατεύσουν µουσουλµανικό πληθυσµό από την περιοχή για την επάνδρωση των παράκτιων φρουρίων, των οποίων η στελέχωση σε άνδρες ήταν ελλιπής λόγω της γενικής επιστράτευσης που προηγήθηκε της εκστρατείας. 20 Σηµαντικό όσον αφορά τον τρόπο ανεφοδιασµού του οθωµανικού στρατού στην Κρήτη και την προέλευση των πολεµοφοδίων είναι ένα φιρµάνι από το αρχείο της Βέροιας, µε ηµεροµηνία έκδοσης 7 Αυγούστου 1645, που αφορά την συγκέντρωση εκατόν σαράντα αλόγων από την περιοχή της Θεσσαλονίκης, των Σερρών και των Τρικάλων, την µεταφορά τους στην Καλλίπολη και την αποστολή τους από εκεί στα Χανιά. Ο Κόλιας συµπεραίνει ότι προφανώς χρειάστηκε να περάσει ένα διάστηµα εκπαίδευσης των εν λόγω αλόγων στην Καλλίπολη, λόγω του ότι η µόνη αναφορά για εκφόρτωση 19 ετοράκης, ο.π. σελ Κόλιας, ο.π., σελ

20 εκατόν πενήντα αλόγων στα Χανιά χρονολογείται στις αρχές του 1647 (ενάµιση χρόνο από την έκδοση του φιρµανιού). 21 Η πολιορκία των Χανίων διήρκησε δύο µήνες και τελικά η πόλη παραδόθηκε στις 22 Αυγούστου του ίδιου έτους 22, ενώ οι υπερασπιστές τούς αφέθηκαν να φύγουν µε τα υπάρχοντά τους σύµφωνα ό,τι προέβλεπε ο ισλαµικός νόµος και η οθωµανική πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις. 23 Από τις πρώτες µέρες της εισβολής δηµιουργούνται στο νησί σώµατα ατάκτων (οι λεγόµενοι Χαΐνηδες) 24, τα οποία αποτελούν πυρήνες αντίστασης του ντόπιου πληθυσµού. Το 1646 οι Οθωµανοί ετοιµάστηκαν για ανανέωση των επιχειρήσεων στην Κρήτη. Τρία φιρµάνια που εκδόθηκαν από το φθινόπωρο του 1645 µέχρι τον Φεβρουάριο του 1646 και σώζονται στο αρχείο Βέροιας φανερώνουν τις προετοιµασίες για αυτή τη νέα εκστρατεία. Και τα τρία καλούν σε γενική επιστράτευση τις στρατιωτικές δυνάµεις της Ρούµελης και ως τόπος συγκέντρωσής τους ορίζεται η Καλλίπολη, από όπου ο στόλος θα απέπλεε για την Κρήτη υπό την ηγεσία του νεοδιορισθέντος αρχιστράτηγου Σουλτάνζαντε Μεχµέτ Πασά. Μολονότι ως ηµεροµηνία έναρξης της εκστρατείας είχε καθοριστεί ο Μάρτιος του 1646, λόγω των καθυστερήσεων στην συγκέντρωση των στρατευµάτων, της απόβασης των Βενετών στην Τένεδο και της παρουσίας του βενετικού στόλου µπροστά στα στενά, ο στόλος αναχωρεί τελικά για την Κρήτη τον Μάιο του Οι δύο στόλοι απέφυγαν την διεξαγωγή µιας ναυµαχίας λόγω του ότι οι µεν Οθωµανοί επέλεξαν να κινηθούν προς την Κρήτη, οι δε Βενετοί να προχωρήσουν σε επιχειρήσεις αντιπερισπασµού µέσω επιδροµών στα παράλια του βορείου Αιγαίου. Οι επιδροµές αυτές των Βενετών είχαν ως αποτέλεσµα την ενίσχυση της άµυνας των παραλιακών οθωµανικών φρουρίων. Το γεγονός φανερώνουν δύο φιρµάνια που εκδόθηκαν το πρώτο τον Μάιο του 1646 και το δεύτερο τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Οι 21 Κόλιας, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π. σελ. 257 η Μαλτέζου αναφέρει ως ηµεροµηνία παράδοσης των Χανίων την 29 Αυγούστου, Μαλτέζου, ο.π., σελ Finkel, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π. σελ Κυριολεκτικά οι «προδότες», οι «ταραχοποιοί», οι «αχάριστοι». 20

21 βενετικές επιχειρήσεις όπως φαίνεται από το δεύτερο φιρµάνι έφθασαν να απειλήσουν και την ίδια τη Θεσσαλονίκη. 25 Μετά τα Χανιά σειρά είχε η τρίτη µεγαλύτερη πόλη του νησιού, το Ρέθυµνο. Οι επικουρικές δυνάµεις ανδρών υπό τον Ντελή Χουσεΐν Πασά αποβιβάζονται στην Σούδα και κινούνται ανατολικά στην κατεύθυνση του Ρεθύµνου. Τον Ιούλιο του 1646 πέθανε ο αρχιστράτηγος Σουλτάνζαντε Μεχµέτ Πασάς και στη θέση του διορίστηκε ο προαναφερθείς, Ντελή Χουσεΐν Πασάς. Σύµφωνα µε τον Κόλια, από το καλοκαίρι µέχρι το φθινόπωρο του 1646 τα οθωµανικά στρατεύµατα κατέλαβαν τα φρούρια του Αποκόρωνα, του Κλαδισσού και της Γραµβούσας ενώ ξεκίνησε και η πολιορκία της Σούδας. Η αποχώρηση του βενετικού στόλου από το λιµάνι της Σούδας προκάλεσε ανησυχία στους Οθωµανούς. Με ένα φιρµάνι που εκδόθηκε στις αρχές Σεπτεµβρίου του ίδιου έτους, καλούνται σε επιστράτευση τα ασύντακτα στρατεύµατα σε όλη την Αυτοκρατορία. Το φιρµάνι απευθύνεται στους «εντεταλµένους την φρούρησιν της χώρας από Βοσπόρου µέχρις Αυλώνος και Αλεξανδρείας». Το σηµαντικότερο σηµείο στο εν λόγω φιρµάνι είναι η διαταγή «...Εις το µέλλον ούτε κόκκος σίτου ή άλλο είδος δυνάµενον να ενισχύση τους κατηραµένους απίστους θέλει παραδοθή εις αυτούς, την δε διαταγήν µου ταύτην θέλετε τηρεί αυστηρώς ώστε, εάν περιέλθη εις γνώσιν µου ότι εδόθησαν εις αυτούς εκ των περιφερειών σας δηµητριακοί καρποί ή πολεµικά είδη επενδύσεως...» από όπου συνάγεται ότι παρά την εµπόλεµη κατάσταση οι Βενετοί συνέχισαν να εµπορεύονται µε την Αυτοκρατορία, τουλάχιστον σε αυτή την αρχική φάση του πολέµου. 26 Το γεγονός αυτό µπορεί να εξηγηθεί αν λάβουµε υπόψη τις µακροχρόνιες εµπορικές σχέσεις που διατηρούσε η Βενετία µε την Οθωµανική Αυτοκρατορία, τη σηµασία που είχε το εµπόριο της ανατολικής Μεσογείου για την βενετική οικονοµία καθώς και την χρόνια ανεπάρκεια σιτηρών στην Κρήτη. Επιπλέον, από τη στιγµή που είχαν ήδη προηγηθεί τέσσερις, σχετικά σύντοµοι, πόλεµοι µεταξύ Οθωµανών και Βενετών, µετά το πέρας των οποίων τα δύο κράτη επανέρχονταν πάντα σε οµαλές εµπορικές σχέσεις, οι έµποροι πιθανότατα να αντιλαµβάνονταν τον πόλεµο ως κάτι το συνηθισµένο που δεν δικαιολογούσε την διακοπή των 25 Κόλιας, ο.π. σελ Κόλιας, ο.π., σελ

22 εµπορικών συναλλαγών, αντίθετα µάλιστα αποτελούσε µία ευκαιρία για αυξηµένα κέρδη. Η πολιορκία του Ρεθύµνου ξεκίνησε τον Σεπτέµβριο του Όπως και στην περίπτωση των Χανίων, η φρουρά της πόλης είναι ολιγάριθµη ενώ την γενική εποπτεία της υπεράσπισής της έχει αναλάβει ο Γενικός Προβλεπτής Andrea Cornaro µε την βοήθεια του στρατιωτικού διοικητή Don Camillo Conzaga και του προβλεπτή Molino. Λόγω του κινδύνου από τους βοµβαρδισµούς, καθώς η πόλη περικλείεται από υψώµατα, µεγάλο µέρος του άµαχου πληθυσµού µεταφέρεται στον Χάνδακα. ύο µήνες µετά την έναρξη της πολιορκίας οι Οθωµανοί καταφέρνουν και εισβάλλουν στην πόλη ενώ οι τελευταίοι υπερασπιστές της κλείνονται στο φρούριο της Φορτέτζας. Τελικά στις 13 Νοεµβρίου του 1646 υπογράφεται συνθήκη παράδοσης και του φρουρίου. Και εδώ παρατηρείται το φαινόµενο του µαζικού εκπατρισµού των πολιτών µε κύριους προορισµούς τον Χάνδακα και τα Επτάνησα. 27 Καθώς πλέον πλησίαζε ο χειµώνας του δεύτερου έτους του πολέµου, αποφασίστηκε ο στρατός να διαχειµάσει στο νησί. Όπως ήταν αναµενόµενο µία τέτοιας κλίµακας εκστρατεία απαιτούσε και την ανάλογη οικονοµική υποστήριξη. Για αυτόν τον λόγο επιβλήθηκε έκτακτη φορολογία (avarız). Ένα φιρµάνι (22/09/1646), πάλι από την Βέροια ανεβάζει το ύψος αυτής σε πέντε γρόσια «επί εκάστης οικίας» συν δέκα άσπρα για τα οδοιπορικά και τα δικαιώµατα είσπραξης του ανάλογου αξιωµατούχου. 28 Παρότι το εν λόγω φιρµάνι σώζεται στην Βέροια, ένα τέτοιο µέτρο προφανώς θα αφορούσε αν όχι όλη την Αυτοκρατορία, τότε σίγουρα ένα µεγάλο µέρος αυτής. Με την κατάκτηση του Ρεθύµνου οι Οθωµανοί επικεντρώνονται πλέον στην επιβολή του ελέγχου τους στην δυτική Κρήτη, πράγµα που θα επιτευχθεί µέχρι το τέλος του Μία από τις πρώτες ενέργειές τους προς αυτήν την 27 ετοράκης, ο.π. σελ Κόλιας, ο.π., σελ Σύµφωνα µε τη Finkel η πολιορκία του Χάνδακα ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1647 Finkel, ο.π., σελ Από την άλλη ο Goodwin προχωράει παραπέρα και υποστηρίζει ότι ο οθωµανικός στρατός είχε φτάσει στα τείχη του Χάνδακα µέχρι τον Ιούλιο του 1645, έχοντας κατακλύσει το µεγαλύτερο µέρος της υπαίθρου Goodwin, ο.π., σελ Φυσικά η ηµεροµηνία που προτείνει ο Goodwin είναι µάλλον απίθανη καθώς αυτό το διάστηµα 22

23 κατεύθυνση είναι και η αποκατάσταση της ορθόδοξης ιεραρχίας στο νησί και η αναδιοργάνωση της Εκκλησίας της Κρήτης. Ήδη από το ο Νεόφυτος Πατελλάρος διορίζεται πρώτος ορθόδοξος µητροπολίτης. Στις αρχές του επόµενου έτους καταλήφθηκε το φρούριο του Μιραµπέλου και πραγµατοποιήθηκε µία ανεπιτυχής επιχείρηση για την εκπόρθηση του Χάνδακα. 31 Την άνοιξη του 1647 αποβιβάζονται στο νησί νέες οθωµανικές επικουρίες. Οι αιφνιδιαστικές αντεπιθέσεις των Βενετών δεν φέρουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσµα ενώ µέχρι την άνοιξη του επόµενου έτους, µε την εξαίρεση µερικών φρουρίων ήσσονος σηµασίας, το µεγαλύτερο µέρος της κρητικής υπαίθρου βρίσκεται υπό οθωµανικό έλεγχο. 32 Από αυτήν την περίοδο προέρχονται και οι πρώτες αναφορές περί εξισλαµισµών. Το γεγονός αυτό πρέπει σταδιακά να έλαβε διαστάσεις καθώς το 1657 ο περιηγητής P.Richard αναφέρει την ύπαρξη εξισλαµισµένων Κρητικών, αναφορά όµως που δεν είναι δυνατό να επαληθευθεί. 33 Ταυτόχρονα οι Οθωµανοί, σε µία κίνηση αντιπερισπασµού, µετέφεραν τον πόλεµο και στα παράλια της αλµατίας όπου είχαν σηµαντικές εδαφικές απολαβές, χάνοντας όµως αργότερα ένα τµήµα τους. Οι Βενετοί πέρασαν στην αντεπίθεση µεταφέροντας τον πόλεµο στο βόρειο Αιγαίο. Το 1646 αποβιβάστηκαν στην Τένεδο και παρότι απωθήθηκαν κατάφεραν σηµαντικό πλήγµα στην επικοινωνία του οθωµανικού στρατού στην Κρήτη µε το κύριο κέντρο ανεφοδιασµού του στην Καλλίπολη. Παρότι το λιµάνι της Καλλίπολης ήταν από τα πλέον αποµακρυσµένα από το πεδίο των επιχειρήσεων στην Κρήτη, αποτελούσε το σηµαντικότερο κέντρο ανεφοδιασµού του οθωµανικού στρατού στο νησί, τουλάχιστον στην πρώτη φάση του πολέµου. Καθόσον αποτελούσε έδρα του Καπουδάν Πασά και βρισκόταν κοντά στην πρωτεύουσα προσέφερε καλύτερο συντονισµό των σχετικών επιχειρήσεων. βρισκόταν σε εξέλιξη η πολιορκία των Χανίων και εποµένως ο οθωµανικός στρατός δεν είχε προλάβει να εδραιώσει ακόµα την παρουσία του στο νησί. 30 ετοράκης, ο.π. σελ Κόλιας, ο.π., σελ Οι Βενετοί κατέχουν µόνο τον Χάνδακα και τα φρούρια της Σούδας, της Γραµβούσας και της Σπιναλόγκας. 33 Μανόλης Γ. Πεπονάκης, Εξισλαµισµοί και επανεκχριστιανισµοί στην Κρήτη ( , Ρέθυµνο 1997 σελ

24 Επιπλέον δεν πρέπει να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι βρισκόταν πλησίον των κύριων εµπορικών και στρατηγικών οδών της αυτοκρατορίας που οδηγούσαν από την πρωτεύουσα στην κεντρική και βόρεια Βαλκανική, 34 όπου εντοπίζονται, όπως φαίνεται και από τα φιρµάνια που σώζονται στο οθωµανικό αρχείο Βέροιας και αφορούν τον Κρητικό Πόλεµο, οι κύριες πηγές ανεφοδιασµού των οθωµανικών στρατευµάτων. Τέλος, καθώς ήταν προφυλαγµένη από τις επιδροµές του βενετικού στόλου, λόγω των στενών των αρδανελλίων, σε αντίθεση µε τα κοντινά στην Κρήτη λιµάνια της ανατολικής Πελοποννήσου αναδείχθηκε σε κέντρο οργάνωσης των αποστολών ανεφοδιασµού του στρατού, που επιχειρούσε στην Κρήτη. Η επιβολή, το 1648, ναυτικού αποκλεισµού στα αρδανέλλια για ένα χρόνο ανάγκασε τον οθωµανικό στόλο να µεταφέρει την έδρα του στον Τσεσµέ. Με αυτόν τον τρόπο έγινε δυνατό να ξεπεραστεί η στασιµότητα που είχε επιφέρει ο βενετικός αποκλεισµός στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Κρήτη. Ένα χρόνο αργότερα, η αποστολή ενός νέου στόλου από την πρωτεύουσα θα επιτύχει την διάσπαση του αποκλεισµού των Βενετών, αποκαθιστώντας την ελεύθερη επικοινωνία µε τα οθωµανικά στρατεύµατα στην Κρήτη. 35 Από τον Μάιο του 1648 οι Οθωµανοί είναι ελεύθεροι να αφοσιωθούν στην πολιορκία του Χάνδακα καθώς έχουν πλέον εξασφαλίσει τα νώτα τους περιορίζοντας την παρουσία των Βενετών στο νησί µόνο µέσα στο Κάστρο. Αρχικά τοποθετούν το στρατόπεδό τους στην περιοχή Γιόφυρος, 6χµ. δυτικά του Χάνδακα. Λίγους όµως µήνες αργότερα θα αποφασίσουν την µεταφορά του στρατοπέδου τους στην περιοχή του Μαραθίτη η οποία και θα ονοµαστεί «Νέος Χάνδακας» 36. Λόγω του γεγονότος ότι ο Χάνδακας ήταν εξοπλισµένος µε το απαύγασµα της οχυρωµατικής τέχνης της εποχής, κρίθηκε απαραίτητη η 34 Βλ. αναλυτικότερα, Peter F. Sugar, Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από Οθωµανική Κυριαρχία ( , µεταφρ. Παυλίνα Χρ. Μπαλουξή, τόµος Α, εκδ. Σµίλη, Αθήνα 1994, σελ Finkel, ο.π., σελ Με την ονοµασία «Νέος Χάνδακας» ( Candia Nova ) αναφέρεται στις δυτικές πηγές το φρούριο Ιναντιέ. Για µία περιγραφή του φρουρίου βλ. Εβλιά Τσελεµπί, Οδοιπορικό στην Ελλάδα ( ), Πελοπόννησος- Νησιά Ιονίου- Κρήτη- Νησιά Αιγαίου, εισαγ., µεταφρ., σηµ. : ηµήτρης Λούπης, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2005, σελ

25 οικοδόµηση τριών φρουρίων που θα εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της πολιορκίας. Παραπέµποντας στον Ψιλάκη, ο Κόλιας αναφέρει ότι τα παραπάνω φρούρια ανηγέρθησαν απέναντι από την πύλη του Αγίου Γεωργίου ή Λαζαρέττο (στην ανατολική πλευρά της πόλης), κοντά σε ένα µικρό φρούριο του Κάστρου και στην τοποθεσία όπου αποβιβάζονταν οι οθωµανικές ενισχύσεις. 37 Καθώς υπήρχε έλλειψη έµπειρου προσωπικού που θα αναλάµβανε το παραπάνω εγχείρηµα, επιστρατεύθηκαν για αυτό το λόγο τεχνίτες από άλλα µέρη της οθωµανικής επικράτειας. Ένα φιρµάνι µε ηµεροµηνία έκδοσης 28 Φεβρουαρίου 1649, επίσης από το οθωµανικό αρχείο Βέροιας, καλεί τους καδήδες και τους διοικητές του «µέσου βραχίονα της Ρούµελης» να συγκεντρώσουν το απαραίτητο προσωπικό και να φροντίσουν για την αποστολή του στην Κρήτη. 38 Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι προφανώς λόγω του αποκλεισµού των αρδανελλίων από τους Βενετούς, η µεταφορά των παραπάνω ανθρώπων στο νησί επαφιόταν στις τοπικές αρχές. Το καλοκαίρι του 1648 αρχίζει η πολιορκία µε συστηµατικούς καθηµερινούς βοµβαρδισµούς ενώ παράλληλα καταστρέφονται και οι υδραγωγοί που τροφοδοτούν την πόλη µε φρέσκο νερό. 39 Οι δυτικές δυνάµεις οι οποίες αρχικά φάνηκαν διστακτικές στην αποστολή ενισχύσεων προς βοήθεια των Βενετών, ίσως φοβούµενες την διατάραξη των εµπορικών τους σχέσεων µε την Οθωµανική Αυτοκρατορία, αρχίζουν να κινητοποιούνται. Το πρώτη η Ισπανία έστειλε εφόδια σε σιτάρι, χρηµατική βοήθεια ρεαλίων και 8 πολεµικές γαλέρες. έκα χρόνια αργότερα η Γαλλία αποφάσισε την αποστολή του πρίγκιπα Almerigo d Este µε εκστρατευτικό σώµα ανδρών, ο οποίος προχώρησε σε µία αποτυχηµένη προσπάθεια ανακατάληψης των Χανίων. 40 Επιπλέον µε διάφορους τρόπους συνέδραµαν τους πολιορκηµένους οι Ιππότες της Μάλτας, ο Πάπας, ο ούκας της Τοσκάνης και ο ούκας της Σαβοΐας. 41 Το 1651 οι Βενετοί θα εφαρµόσουν εκ νέου ναυτικό αποκλεισµό στα αρδανέλλια, ο οποίος θα διαρκέσει µέχρι τα τέλη του χρόνου. Η κίνηση αυτή 37 Κόλιας, ο.π., σελ Κόλιας, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π., σελ Μαλτέζου, ο.π., σελ

26 είχε ως στόχο την παρεµπόδιση αποστολής εφοδίων και ενισχύσεων προς τους πολιορκητές του Χάνδακα. Παράλληλα, όµως, το γεγονός αυτό είχε ένα εξίσου, αν όχι σηµαντικότερο παρεπόµενο για τους κρατούντες στην Κωνσταντινούπολη. Αυτό ήταν η διακοπή της σύνδεσης µε την Αίγυπτο µε αποτέλεσµα την επίσχεση της αποστολής σιταριού για τον εφοδιασµό των αγορών της πρωτεύουσας καθώς και της οµαλής επικοινωνίας της Πύλης µε την εν λόγω επαρχία. 42 Καθώς ο Χάνδακας ήταν πλήρως αποκλεισµένος από την πλευρά της στεριάς, οι Βενετοί συνέχισαν τις προσπάθειές τους να ανακόψουν τον ανεφοδιασµό των οθωµανικών στρατευµάτων, προκειµένου να µειωθεί η πίεση στην πόλη, γεγονός που φαίνεται από τις τέσσερις ναυµαχίες που δόθηκαν στα αρδανέλλια (Μάιος 1654, Ιούνιος 1655, Ιούνιος 1656, Ιούλιος 1657) και από µια αποτυχηµένη πολιορκία πέντε εβδοµάδων της Μονεµβασίας τον Ιούλιο του Ο οθωµανικός στόλος υπέστη συντριπτική ήττα στην ναυµαχία του 1656 µε αποτέλεσµα οι Βενετοί να επιβάλλουν την κυριαρχία τους στα τεράστιας στρατηγικής σηµασίας για τον έλεγχο των Στενών νησιά της Λήµνου και της Τενέδου. 43 Η ασταθής πολιτική κατάσταση στα υψηλά κλιµάκια της εξουσίας στην Κωνσταντινούπολη όπου ο ένας Μεγάλος Βεζίρης διαδεχόταν τον άλλο οδήγησε τον πόλεµο στην Κρήτη σε στασιµότητα. Η συνέχιση της πολιορκίας του Χάνδακα απαιτούσε µία σταθερότητα στον ανεφοδιασµό του στρατού µε άντρες και πολεµοφόδια. Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε στο νησί είναι η εξέγερση, το 1649, των Γενιτσάρων που υπηρετούσαν στο µέτωπο επί δύο χρόνια χωρίς να έχουν αντικατασταθεί. 44 Η απαιτούµενη σταθερότητα στο πολιτικό σκηνικό θα επέλθει µε την ανάθεση στον Κιοπρουλού Μεχµέτ Πασά του αξιώµατος του Μεγάλου Βεζίρη το Ο διορισµός του έδωσε τέλος στον ναυτικό αποκλεισµό τον οποίο είχαν επιβάλλει οι Βενετοί καθώς και στην κατοχή των νησιών της Λήµνου και της Τενέδου. Μετά από εκτεταµένες ναυτικές επιχειρήσεις πολλών µηνών, των 42 Goodwin, ο.π., σελ Finkel, ο.π., σελ Finkel, ο.π., σελ Finkel, ο.π., σελ

27 οποίων την επίβλεψη είχε ο ίδιος ο Μεγάλος Βεζίρης, οι Οθωµανοί ανακατέλαβαν τα δύο νησιά παρά την σθεναρή αντίσταση των Βενετών. 46 Την ίδια περίοδο η Βενετία συνειδητοποίησε την τεράστια ζηµία που επέφερε ο πόλεµος στα εµπορικά της συµφέροντα, καθώς η σηµαντικότατη για την οικονοµία της οθωµανική αγορά ήταν πλέον κλειστή. Οι ρεαλιστικές προτροπές Βενετών γερουσιαστών για άµεσο τερµατισµό του πολέµου έτσι ώστε να µπορέσουν οι έµποροι της δηµοκρατίας να εισδύσουν εκ νέου και απρόσκοπτα στην αγορά της Ανατολικής Μεσογείου δεν εισακούστηκαν. Επιπλέον η οθωµανική πρόταση για υπογραφή συνθήκης ειρήνης, λόγω της πίεσης που δέχονταν από την εξέγερση του Γεωργίου Β Ράκοσζυ στην Τρανσυλβανία, δεν έγινε δεκτή καθώς οι Οθωµανοί απαιτούσαν ολοκληρωτική κατοχή της Κρήτης. 47 Στο πεδίο των επιχειρήσεων στο νησί, δεν σηµειώθηκε καµία θεαµατική εξέλιξη, µέχρι την ανάρρηση του Κιοπρουλού Ζαντέ Φαζίλ Αχµέτ Πασά στο αξίωµα του Μεγάλου Βεζίρη, το 1661, η οποία έφερε νέα δεδοµένα στον Κρητικό Πόλεµο. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Vasvar, τον Αύγουστο του 1664, µεταξύ του σουλτάνου Μεχµέτ και του αυτοκράτορα Λεοπόλδου Α, οι οθωµανικές δυνάµεις είναι ελεύθερες να αφοσιωθούν εκ νέου στην πολιορκία. Η αποστολή από την Βενετία στο νησί στρατιωτικής επικουρίας υπό τον Μαρκήσιο de Ville δεν κατάφερε να αλλάξει την κατάσταση για τους πολιορκηµένους. 48 Το 1666 η Υψηλή Πύλη ανακαλεί τον οθωµανό αρχιστράτηγο Χουσεΐν Πασά, ο οποίος αποκεφαλίζεται για την αναποτελεσµατική δράση του, και την θέση του αναλαµβάνει ο ίδιος ο Μεγάλος Βεζίρης. Από την πλευρά των Βενετών την αρχιστρατηγία αναλαµβάνει ο αρχιναύαρχος του βενετικού στόλου Francesco Morosini. 49 Πριν την ανάληψη νέας εκστρατείας κατά του Χάνδακα, η πολιορκία του οποίου βρισκόταν ήδη στον δέκατο όγδοο χρόνο της, έγινε στο βενετό πρέσβη, ο οποίος τελούσε υπό κράτηση στην Αδριανούπολη τα τελευταία δώδεκα χρόνια, νέα πρόταση για σύναψη συνθήκης ειρήνης. Η πρόταση 46 Goodwin, ο.π., σελ Finkel, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π., σελ. 265 και Μπελέζος, ο.π., σελ

28 προέβλεπε ότι οι Βενετοί προκειµένου να διατηρήσουν τον Χάνδακα υπό την κατοχή τους θα έπρεπε να καταβάλλουν ένα εφάπαξ ποσό της τάξεως των χρυσών δουκάτων καθώς και χρυσά δουκάτα ετησίως ως φόρο υποτέλειας. Οι παραπάνω όροι µαζί µε άλλους που προβλέπονταν από το σχέδιο ειρήνης απορρίφθηκαν από την πλευρά των Βενετών, µε αποτέλεσµα την επίσπευση των ετοιµασιών για την αναχώρηση του εκστρατευτικού σώµατος υπό την ηγεσία του ίδιου του Μεγάλου Βεζίρη, µε προορισµό την Κρήτη. Τα λιµάνια της Θεσσαλονίκης, της Εύβοιας και της Μονεµβασίας ορίστηκαν ως κέντρα συγκέντρωσης των στρατευµάτων που θα έπαιρναν µέρος στην εκστρατεία από όπου θα επιβιβάζονταν σε πλοία µε προορισµό την Κρήτη. Ο Φαζίλ Αχµέτ Πασάς ξεκίνησε, µε την ακολουθία του, από την Αδριανούπολη τον Μάιο του 1666 µε προορισµό την Εύβοια, προβλήµατα όµως που προέκυψαν κατά την διαδροµή, δεν επέτρεψαν στο στράτευµα να πλησιάσει τις ακτές της Κρήτης πριν από το χειµώνα. 50 Επιπλέον, κρίθηκε απαραίτητη η επιβολή νέας εισφοράς από τον πληθυσµό προκειµένου να εφοδιαστούν µε τρόφιµα και άλλες προµήθειες τα στρατεύµατα που απασχολούνταν µε την πολιορκία του Κάστρου. Με φιρµάνι της 25 ης εκεµβρίου 1666, το οποίο είχε συνταχθεί ήδη από τον Μάιο του ίδιου έτους, όταν ο Μεγάλος Βεζίρης βρισκόταν στην Αδριανούπολη µε τον Σουλτάνο, καλούνταν οι υπήκοοι της Ρούµελης να συνεισφέρουν σε χρήµα σύµφωνα µε ειδικούς καταλόγους που θα καταρτίζονταν για κάθε περιοχή για την αγορά των εν λόγω προµηθειών. Στην περίπτωση που κάποιος αποφάσιζε να συνεισφέρει σε είδος, θα έπρεπε να αναλάβει και την αποστολή της εισφοράς στο νησί. Επίσης µε φιρµάνι της 10 ης Ιανουαρίου 1667, που προέρχεται όπως και το προηγούµενο από το αρχείο της Βέροιας, διατάζεται 50 Finkel, ο.π., σελ Συγκεκριµένα ο Εβλιά Τσελεµπί, ο οποίος και ήταν αυτόπτης µάρτυρας, αναφέρει, µιλώντας για την Θήβα, ότι «στην άπλα τούτης της περιοχής στρατοπέδευσε ο µέγας βεζίρης Κιοπρουλού Ζαδέ Αχµέτ Πασά. Τόσο κακό ήταν όµως το κλίµα της Ιστίφα, που αποδείχθηκε ολέθριο για τους µουσουλµάνους στρατιώτες. Αφού δεκαοκτώ χιλιάδες απ αυτούς αρρώστησαν και πέθαναν, αναγκάζοντας τον ενάρετο πασά να παραµείνει στρατοπεδευµένος για ογδόντα ολόκληρες µέρες.» Εβλιά Τσελεµπί, Ταξίδι στην Ελλάδα, έρευνα λογοτεχνική απόδοση Νίκος Χειλαδάκης, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 1991, σελ

29 Σηµαντικό γεγονός για την εξέλιξη της πολιορκίας αποτέλεσε η νέα επιστράτευση ανδρών για την ενίσχυση του στρατού στην Κρήτη. Τα νέα στρατεύµατα θα προέρχονταν από την ευρύτερη περιοχή της σηµερινής Ελλάδας και θα έπρεπε να αποσταλούν στο νησί µέχρι τον Μάρτιο του αυτοµόληση τον Νοέµβριο του 1667 του συνταγµατάρχη του Μηχανικού Andrea Barozzi, ο οποίος και υπέδειξε στους Οθωµανούς τα αδύναµα σηµεία των οχυρώσεων έτσι ώστε να εστιάσουν εκεί τις προσπάθειές τους. 52 Το παράδειγµα του Barozzi είναι χαρακτηριστικό καθώς οι λιποταξίες γίνονται συχνό φαινόµενο, ιδιαίτερα ανάµεσα στα πληρώµατα των γαλερών. Οι Οθωµανοί δεν έχασαν την ευκαιρία να ανταµείβουν όσους προέβαιναν σε λιποταξία µε µεγάλα χρηµατικά ποσά. Αναφέρεται µάλιστα ότι ο Μεγάλος Βεζίρης δαπάνησε χρυσά νοµίσµατα προς ενθάρρυνση των λιποταξιών. 53 Η πολιορκία του Χάνδακα βρισκόταν πλέον στο δέκατο ένατο έτος της και είχε λάβει συµβολική διάσταση και για τις δύο αντιµαχόµενες πλευρές που αναγνώριζαν σε αυτή µία πάλη επικράτησης ανάµεσα στο Ισλάµ και στον Χριστιανισµό. Ο αντίκτυπος που είχε ο Κρητικός Πόλεµος σε όλο το µήκος και το πλάτος της Αυτοκρατορίας φαίνεται και από το γεγονός ότι σε ένα ηµερολόγιο από την αµασκό αναφέρεται ότι τον εκέµβριο του 1667 διενεργήθηκαν δηµόσιες µαζικές προσευχές στο όρος Qasiyun υπέρ του Σουλτάνου, του Μεγάλου Βεζίρη, της ακολουθίας του και του στρατού του 51 Κόλιας, ο.π., σελ Η συνεχής επιστράτευση ανδρών από την περιοχή της Μακεδονίας για την κάλυψη των αναγκών του πολέµου στην Κρήτη, η οποία είχε ως επακόλουθο την αδυναµία των τοπικών αρχών να επιβάλλουν την τάξη, οδήγησε στην ανάπτυξη σωµάτων κλεφτών στην περιοχή µε έντονη δραστηριότητα, η οποία περιελάµβανε ακόµα και επιδροµές σε µεγάλες πόλεις όπως το Μοναστήρι Βασίλης ηµητριάδης, Η κεντρική και δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιά Τσελεµπί, (εισαγωγή- µετάφραση- σχόλια), εκδ. Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1973, σελ Μαλτέζου, ο.π., σελ. 96, ετοράκης, ο.π. σελ. 266 και Εβλιά Τσελεµπί, (από εδώ και στο εξής) Οδοιπορικό στην Ελλάδα, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π. σελ Για την αντιµετώπιση των ατόµων που αυτοµολούσαν στο οθωµανικό στρατόπεδο βλ. Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ. 177 και

30 Ισλάµ που µαχόταν κάτω από τα τείχη του Χάνδακα. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας το γεγονός αυτό προκάλεσε µεγάλη αίσθηση στην πόλη. 54 Η πολιορκία του Κάστρου εντάθηκε 55 τα επόµενα δύο χρόνια γεγονός που έφερε την φρουρά του σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Οι ενισχύσεις από την Γαλλία αργούσαν να φτάσουν ενώ αντεγκλήσεις όσον αφορά ζητήµατα πρωτοκαθεδρίας µεταξύ των πλοιάρχων του συµµαχικού χριστιανικού στόλου- αυτός είχε σχηµατιστεί από δυνάµεις της Σαβοΐας, της Βενετίας, του Πάπα, των Ιπποτών της Μάλτας, της Νεάπολης και της Σικελίαςπροκαλούσαν δυσχέρειες στον συντονισµό των επιχειρήσεων Goodwin, ο.π., σελ Βέβαια υπό µία άλλη οπτική γωνία, στο γεγονός αυτό θα µπορούσε να αναγνωριστεί εύκολα µια ενορχηστρωµένη κίνηση από την κρατική προπαγάνδα µε στόχο την τόνωση του δηµόσιου αισθήµατος. Λόγω της µεγάλης διάρκειας του πολέµου και των συνεχώς αυξανόµενων αναγκών σε άνδρες και πολεµοφόδια ελάχιστα µέρη της Αυτοκρατορίας είχαν µείνει ανεπηρέαστα. 55 Τα τελευταία τρία χρόνια του πολέµου, κατά την διάρκεια των οποίων ο µεγάλος βεζίρης Φαζίλ Αχµέτ Πασάς ανέλαβε την διοίκηση των επιχειρήσεων αυτοπροσώπως, οθωµανοί στρατιώτες και Βενετοί και σύµµαχοι βρήκαν τον θάνατο. ιενεργήθηκαν 56 επιθέσεις κατά του Κάστρου και 96 έξοδοι από την πλευρά των αµυνοµένων µε στόχο την λύση της πολιορκίας. Παράλληλα, κάθε µία από τις δύο πλευρές ανατίναξε λαγούµια, αποβλέποντας στην αποδυνάµωση των θέσεων του αντιπάλου. Goodwin, ο.π., σελ Σχετικά µε τις οθωµανικές απώλειες την συγκεκριµένη περίοδο του πολέµου ο αριθµός που αναφέρει ο Goodwin έρχεται σε αντίθεση µε αυτόν που αναφέρεται στο αγγλικό υπόµνηµα που δηµοσίευσε ο Χιονίδης, Χ. Χιονίδης, «Αγγλικόν υπόµνηµα περί της πολιορκίας και πτώσεως του Χάνδακος», Κρητικά Χρονικά 3 (1949), σελ Σύµφωνα µε την απογραφή των ενισχύσεων που έφθασαν στην Κρήτη µετά την άφιξη του Μεγάλου Βεζίρη, όπως αυτή παρουσιάζεται στο εν λόγω υπόµνηµα, το σύνολο των ενισχύσεων που έφτασε στο νησί κατά τα τελευταία τρία χρόνια της πολιορκίας του Χάνδακα άγγιξε τις , ενώ από αυτές τις ενισχύσεις βρήκαν τον θάνατο στα πεδία των µαχών Χιονίδης, ο.π., σελ Επιπλέον σηµαντικός αναφαίνεται ο ρόλος των γαλλικών πλοίων στην µεταφορά των οθωµανικών στρατευµάτων, τουλάχιστον για τα έτη 1667, 1668 για τα οποία διατίθενται στοιχεία. Το γεγονός αυτό φαίνεται να αντιφάσκει µε την υποστήριξη παρέχει ο Λουδοβίκος Ι της Γαλλίας στους υπερασπιστές του Χάνδακα κατά το 1669 µε την αποστολή γαλλικών ενισχύσεων. Χιονίδης, ο.π., σελ Finkel, ο.π., σελ

31 Όσον αφορά τους τελευταίους µήνες του πολέµου και την παράδοση του Χάνδακα, εξαιρετικά διαφωτιστικά είναι δύο υποµνήµατα, ένα αγγλικό 57 και ένα γαλλικό τα οποία δηµοσιεύτηκαν από τον Χιονίδη και την Λογιάδου Πλάτωνος αντίστοιχα. Και τα δύο περιγράφουν αναλυτικά τις διαπραγµατεύσεις για την παράδοση της πόλης καθώς και την κατάσταση στο στρατόπεδο των αµυνοµένων την περίοδο αυτή. Σύµφωνα µε τις παραπάνω εκθέσεις, κοµβικό σηµείο της πολιορκίας αποτέλεσε η µεταφορά του σηµείου βαρύτητας των οθωµανικών επιχειρήσεων και η επικέντρωσή τους στους προµαχώνες του Αγίου Ανδρέα και της Σαµπιονέρας, το καλοκαίρι του Η κίνηση αυτή έγινε µετά από υπόδειξη ενός αντισυνταγµατάρχη 58 του βενετικού στρατού, ο οποίος αυτοµόλησε στο οθωµανικό στρατόπεδο. Παρά το γεγονός ότι η κατάσταση της πόλης ήταν ιδιαίτερα κρίσιµη καθώς η στελέχωση της άµυνας της ήταν ανεπαρκής, ο Φαζίλ Αχµέτ Πασάς, σύµφωνα µε τον συγγραφέα του χειρογράφου, δεν ριψοκινδύνεψε µε µία µεγάλης κλίµακας επιχείρηση, η οποία θα είχε ως στόχο την άλωση της πόλης, διότι µία γενική έφοδος ενδεχοµένως να συνεπαγόταν υπερβολικές απώλειες από την οθωµανική πλευρά, κάτι που θα οδηγούσε σε λύση της πολιορκίας αν το αποτέλεσµα δεν 57 Η πολιορκία του Χάνδακα δεν είχε προκαλέσει το αγγλικό ενδιαφέρον παρά µόνο όταν το τέλος της ήταν θέµα µηνών. Η έλλειψη ενδιαφέροντος από την πλευρά των Άγγλων για τα τεκταινόµενα στην Κρήτη είναι έκδηλη στα διπλωµατικά και προξενικά έγγραφα που διασώζονται στο Public Record Office. Σε αυτά ο Κρητικός Πόλεµος αναφέρεται µόνο περιστασιακά σε αναφορές των άγγλων προξένων και πρακτόρων στην Βενετία και στην Ζάκυνθο. Παρότι µία επίσηµη κλήση για την συνδροµή του άγγλου Βασιλιά στον αγώνα της Βενετίας τόνιζε την ζηµία που θα επέφερε στα αγγλικά εµπορικά συµφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο µία ενδεχόµενη κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωµανούς, είναι φανερό ότι το αγγλικό εµπόριο στην περιοχή βασιζόταν σε µεγάλο βαθµό στην καλή διάθεση της Πύλης, γεγονός που απέτρεπε την Αγγλία από το να αναλάβει οποιαδήποτε δράση που θα έθετε σε κίνδυνο τα εµπορικά της προνόµια στην Αυτοκρατορία. Επιπλέον σε µία έγγραφη διαµαρτυρία των Βενετών προς τους Άγγλους, το 1661, γίνεται αναφορά για χρήση αγγλικών πλοίων για την µεταφορά οθωµανικών στρατευµάτων στο νησί. Gareth Morgan, English State Papers on the Siege of Candia, Κρητικά Χρονικά 13 (1959), σελ , σελ Σωσώ Λογιάδου Πλάτωνος, «Ανέκδοτο γαλλικό χειρόγραφο γύρω στα τελευταία χρόνια της πολιορκίας του Χάνδακα», Κρητικά Χρονικά 6 (1952), σελ και , σελ. 99. Ο εν λόγω αντισυνταγµατάρχης εµφανίζεται και στο προαναφερθέν αγγλικό υπόµνηµα. εν είναι ξεκάθαρο αν οι αναφορές αυτές αφορούν τον διαβόητο Barozzi. 31

32 ήταν ευνοϊκό. 59 Η θέση των αµυνοµένων ήταν µάλιστα τέτοια, που αν οι εργασίες υπονόµευσης των οχυρώσεων δεν καθυστερούσαν λόγω των βροχοπτώσεων, οι Οθωµανοί θα είχαν προλάβει να καταλάβουν τον Χάνδακα προτού φθάσουν οι ενισχύσεις από την Αγία Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία. 60 Τα οθωµανικά στρατεύµατα συνέχισαν να λαµβάνουν ενισχύσεις και πολεµοφόδια παρά την έντονη παρουσία του βενετικού στόλου, επειδή, όπως αναφέρει το γαλλικό χειρόγραφο, η απόσταση µεταξύ των Χανίων (διοικητικού κέντρου των Οθωµανών) και της Πελοποννήσου ήταν µικρή και λόγω της ταχύτητας των οθωµανικών γαλερών τις οποίες δεν µπορούσαν να απωθήσουν οι βενετικές. 61 Η ανικανότητα αυτή τον Βενετών να επιβάλλουν αποκλεισµό του οθωµανικού στρατού πρέπει να οφείλεται και στο γεγονός ότι η κυριαρχία των Βενετών στις θάλασσες δεν ήταν τόσο αδιαµφισβήτητη καθώς ο οθωµανικός στόλος σε πολλές περιπτώσεις βρέθηκε ικανός να αντιµετωπίσει επιτυχώς τον βενετικό, κατά την διάρκεια του πολέµου, ενώ µεγάλο µέρος του δεύτερου ήταν απασχοληµένο µε τον ανεφοδιασµό του Χάνδακα. Επιπλέον οι Οθωµανοί συχνά χρησιµοποίησαν γαλλικά πλοία 62 για την µεταφορά ενισχύσεων στο νησί. 59 Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ. 102, όπου και αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τα στρατεύµατα που στάλθηκαν από τον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α τέθηκαν υπό την σηµαία του Πάπα, έτσι ώστε να µην προκληθεί ένταση στις σχέσεις των Αψβούργων µε τους Οθωµανούς. 61 Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ.103. Για µία αναλυτική περιγραφή των πολεµικών πλοίων της εποχής βλ. Hugh Bicheno, Η ναυµαχία της Ναυπάκτου, 1571, µεταφρ. Χαρίκλεια Τσαλιγοπούλου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα Παρότι η ναυµαχία της Ναυπάκτου έλαβε χώρα περίπου εβδοµήντα χρόνια πριν από την έναρξη του Πέµπτου Βενετοοθωµανικού Πολέµου οι πολεµικές γαλέρες παρέµεναν σε χρήση, τουλάχιστον στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στην δοµή και τον εξοπλισµό τους. 62 Μία φορά το 1667 και δύο φορές το 1668 µε τις ενισχύσεις που µεταφέρθηκαν µε γαλλικά πλοία να φθάνουν τους άνδρες. Χιονίδης, ο.π., σελ Επίσης, ο Goffman αναφέρει ότι ο άγγλος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, Σάκβιλ Κρόου κατήγγειλε στον Μεγάλο Βεζίρη τους συµπατριώτες του στη Σµύρνη για «συνεχή ανεφοδιασµό των Ενετών µε δηµητριακά, όπλα, στρατιώτες και κωπηλάτες». Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας πίσω από αυτή την καταγγελία κρύβονταν ιδιοτελή κίνητρα που είχαν να κάνουν µε τον ανταγωνισµό µεταξύ των άγγλων εµπόρων στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, παρόλα αυτά, και σε συνδυασµό µε άλλες αναφορές, από τον ίδιο συγγραφέα, για συµµετοχή αγγλικών πλοίων σε 32

33 Οι ενισχύσεις που έφθασαν στο Κάστρο αριθµούσαν στρατιώτες 63 και ανακούφισαν σηµαντικά τους αµυνόµενους. Παρόλα αυτά όµως δεν µειώθηκαν τα φαινόµενα αυτοµόλησης κατώτερων αξιωµατικών προς την άλλη πλευρά, οι οποίοι και παρείχαν στους Οθωµανούς πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε στο Κάστρο. 64 Παρά όµως την πληροφόρηση αυτή, ή ίσως και εξ αιτίας αυτής, το οθωµανικό επιτελείο συνέχισε να µην διακινδυνεύει µία γενική έφοδο και προτιµούσε να παρατείνει την πολιορκία έτι περεταίρω. Κύρια ασχολία του οθωµανικού στρατού φαίνεται πως ήταν η διαφύλαξη της απρόσκοπτης εργασίας των υπονοµευτών τους, ενώ οι προκεχωρηµένες θέσεις των Οθωµανών δεν επανδρώνονταν µε µεγάλο αριθµό στρατιωτών προκειµένου να µειωθούν οι απώλειες από τους βενετικούς υπονόµους. Οι Βενετοί, από την άλλη πλευρά, φοβούµενοι µία γενική έφοδο, ίσως και λόγω αυτής της διαρροής πληροφοριών για την κατάστασή τους, επιθυµούσαν να κρατήσουν τα προκεχωρηµένα σηµεία της αντίστασής τους τοποθετώντας εκεί το καλύτερο µέρος του στρατού τους, υφιστάµενοι έτσι πολλές απώλειες από την ανατίναξη των οθωµανικών υπονόµων. Πέραν του φόβου µίας οθωµανικής γενικής εφόδου, η πεποίθηση των αµυνοµένων ότι ήταν κύριοι στο πεδίο των εργασιών υπονόµευσης, λόγω των πηγαδιών της πόλης από όπου επιχειρήσεις του οθωµανικού στόλου, γίνεται εµφανής η εµπλοκή των ευρωπαϊκών χριστιανικών κρατών στον Κρητικό Πόλεµο µε βασικό άξονα την εξυπηρέτηση των εµπορικών πολιτικών συµφερόντων τους στην περιοχή. Daniel Goffman, Η Οθωµανική Αυτοκρατορία και η πρώιµη νεότερη Ευρώπη, µία νέα ιστορική προσέγγιση, µεταφρ. Αγάπιος Σωτήρης, επιµ. Μαίρη Κεκροπούλου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2007, σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση ενός εξωµότη που αναφέρει ο Goffman, παραπέµποντας στον ιεραπόστολο R. Frampton. Ο Frampton αναφέρει ότι συνάντησε στο Χαλέπι ένα γάλλο εξωµότη από τον Χάνδακα Το ενδιαφέρον στην συγκεκριµένη περίπτωση είναι η περιγραφή του εξωµότη για την ζωή του µετά την µεταστροφή του στο Ισλάµ. Όπως υποστήριζε ο ίδιος ζούσε «σε καλή κατάσταση», είχε «καλά ρούχα, ελευθερία και χρήµατα στο πουγκί του». Όσο υποκειµενική και αν είναι η συγκεκριµένη µαρτυρία και χωρίς να µπορεί να εξαχθεί από αυτή κανένα γενικό συµπέρασµα, παραµένει πολύτιµη για τα κίνητρα που µπορεί να ωθούσαν ένα άτοµο στον προσηλυτισµό στο Ισλάµ Goffman, ο.π., σελ

34 διανοίγονταν στοές µε πολλές διακλαδώσεις προς το µέρος των εχθρικών θέσεων, τους οδηγούσε στο να ακολουθούν την παραπάνω τακτική. 65 Όµως παρά την πεποίθηση αυτή των Βενετών, ο συγγραφέας του χειρογράφου είναι έντονος στην κριτική του απέναντι στο σώµα των µηχανικών και τους καταλογίζει ευθύνες για την ελλιπή αντιµετώπιση των οθωµανικών επιχειρήσεων υπονόµευσης των οχυρώσεων της πόλης. 66 Η πίεση των Οθωµανών στον προµαχώνα του Αγίου Ανδρέα έγινε περισσότερο έντονη τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1669, πιθανόν λόγω της αναµενόµενης άφιξης των γαλλικών ενισχύσεων. Καθώς οι Βενετοί υπέφεραν από µεγάλες ελλείψεις σε πολεµοφόδια, ο κύριος τρόπος αντιµετώπισης της οθωµανικής προέλασης ήταν η ανατίναξη υπονόµων όταν nos ingenieurs et autres gens appostes a cela et quy en avoyent le soin faisoyent leurs debvoir, quy estoit bien rare. 67 Στο τέλος Απριλίου ο προµαχώνας του Αγίου Ανδρέα έπεσε πλέον στα χέρια των Οθωµανών. 68 Οι ενισχύσεις που έφτασαν στα µέσα Μαΐου από το Λουνεβούργο και το Μπρούνσβικ, τις οποίες αποτελούσαν άνδρες, βοήθησαν σηµαντικά τους αµυνόµενους καθώς οι απώλειές τους, σύµφωνα µε απογραφή που παραθέτει ο συγγραφέας του γαλλικού χειρογράφου έφθαναν τους άνδρες το µήνα (νεκροί και τραυµατίες). 69 Ο ενθουσιασµός των πολιορκηµέων από την άφιξη των νέων επικουριών, φανερώνεται ως ένα βαθµό από την εγκωµιαστική περιγραφή των νεοαφιχθέντων, από τον συγγραφέα, χωρίς όµως να παραλείπεται η αναφορά στην αδυναµία προσαρµογής τους Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Στο θέµα αυτό επανέρχεται πολλές φορές κατά την συγγραφή της αναφοράς. Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ. 108, 115, 124 και Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Χωρίς να συµπεριλαµβάνονται σε αυτό τον αριθµό οι απώλειες σε εργατικό προσωπικό. Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ c estoyent de fort belles troupes, gens tous jeusnes et vigoreux, mais quy s amaladissoyent fort a cause de la saison desja ardente et de leur maniere de vivre (comme aussy de toutes les autres Allemands) quy s accordoit fort mal avec l air de Candie, de sorte que fort peu des blesses des nouveaux venus en eschapoyent, Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ

35 Παρόλα αυτά η δεινή κατάσταση των υπερασπιστών του Κάστρου δεν βελτιώθηκε σηµαντικά καθώς οι οθωµανικές επιθέσεις συνεχίζονταν µε αµείωτη ένταση σε σηµείο που το βενετικό επιτελείο να αµφιβάλει για την δυνατότητα να κρατηθεί το φρούριο µέχρι την άφιξη των γαλλικών στρατευµάτων. 71 Για αυτόν τον λόγο αποφασίζεται η αποστολή του συνταγµατάρχη Annand προκειµένου να επιταχυνθεί η άφιξη της γαλλικής επικουρίας. 72 Οι γαλλικές ενισχύσεις που κατέφθασαν στην πόλη στις αρχές Ιουνίου 73, αποτελούνταν από άνδρες υπό την διοίκηση του ούκα του Navailles. 74 Στις 13 του ίδιου µήνα 75 αποφασίστηκε να επιχειρήσουν εναντίον των θέσεων των Οθωµανών στην Σαµπιονέρα, οι οποίες ήταν σχετικά αποδυναµωµένες εξαιτίας της επικέντρωσης των επιθέσεών τους στον προµαχώνα του Αγίου Ανδρέα. Λόγω του κακού σχεδιασµού και της απροθυµίας των Γάλλων για συνεργασία, η επιχείρηση στην Σαµπιονέρα κατέληξε σε αποτυχία, µε τις απώλειές τους να υπολογίζονται στους 600 µε 700 άνδρες. 76 Καθώς και οι υπόλοιπες επιχειρήσεις που ανέλαβαν αποδείχτηκαν το ίδιο αναποτελεσµατικές, το ηθικό των Γάλλων υπέστη βαρύ πλήγµα και επιθυµούσαν πλέον να εγκαταλείψουν την πόλη. Η αποχώρησή τους θα καθυστερούσε µέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής µίας αµυντικής γραµµής, την οποία είχαν αναλάβει, έργο που θα διαρκούσε γύρω στις τρεις εβδοµάδες Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Η άφιξη ήταν γαλλικών ενισχύσεων ήταν σηµαντική για την αναπτέρωση του ηθικού των πολιορκηµένων. Ο Μιχαήλ Φόσκολος, υιός του Μαρκαντόνιου Φόσκολου, συγγραφέα της κωµωδίας «Φορτουνάτος», σηµείωσε το γεγονός σε µία λευκή σελίδα του χειρογράφου του πατέρα του ως εξής : Adi 9 Giunio 1669 S.V./ Ano vegniuto i socorsi di candia per fa campagnia. Τασούλα Μαρκοµιχελάκη, «Οµολογώ εγώ ο Μαρκ Αντώνιος Φόσκολος...», Έργα και Ηµέρες στην Κρήτη, από την Προϊστορία στο Μεσοπόλεµο, επιµ. : Άγγελος Χανιώτης, Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001, σελ , σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ

36 Οι προσπάθειες της βενετικής διοίκησης του Χάνδακα να µεταπείσει τον ούκα του Navailles έπεσαν στο κενό και η 20 η Αυγούστου ορίστηκε ως ηµέρα έναρξης της αποχώρησής τους. 78 Ο σηµαντικός ρόλος που είχαν τα γαλλικά στρατεύµατα στην άµυνα της πόλης φαίνεται από το γεγονός ότι η παράδοσή της επήλθε είκοσι περίπου µέρες µετά την αποχώρησή τους. Το ίδιο µάλιστα αγγλικό υπόµνηµα αναφέρει επί τούτου ότι This unexpected resolution which would without doubt have proved the loss of the Piazza 79, and in all probability, the ruin of the garrison and of the whole fleet, did appear void of reason to the Venetian commissioner there present 80 και the French forsaking the town in so great an extremity, the loss thereof must inevitably follow 81. Όπως ήταν αναµενόµενο, η ανακοίνωση της απόφασης του ούκα του Navailles για την αποχώρηση των γαλλικών στρατευµάτων προκάλεσε αναστάτωση στο βενετικό επιτελείο. Η παρουσία τους στον Χάνδακα κρινόταν απαραίτητη είτε µέχρι την άφιξη µίας νέας επικουρίας είτε για να λειτουργήσει ως µοχλός πίεσης έτσι ώστε οι αµυνόµενοι να πετύχουν µία συνθήκη παράδοσης υπό ευνοϊκούς για τους ίδιους όρους, 82 καθώς πλέον η κατάσταση µέσα στην πόλη ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε την περαιτέρω παράταση της πολιορκίας. 83 Χαρακτηριστική της κατάστασης που επικρατούσε µέσα στο Κάστρο, λόγω των συνεχών βοµβαρδισµών, είναι η αναφορά του Άγγλου Thomas Lynch που βρέθηκε στο Χάνδακα το καλοκαίρι πριν από την παράδοση της πόλης, ως πράκτορας του λόρδου Arlington, ότι καθώς συνέτασσε την έκθεσή του το σπίτι στο οποίο διέµενε έτρεµε συχνά καθώς γκρεµίζονταν τα γειτονικά του, ενώ δεν µπορούσε να είναι σίγουρος για το ότι ο επόµενος βοµβαρδισµός δεν θα κατέστρεφε και αυτό Χιονίδης, ο.π., σελ Με τον όρο «Piazza» αναφέρεται η πόλη του Χάνδακα. 80 Χιονίδης, ο.π., σελ Χιονίδης, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ «...while I have been writing, this little ombre of a house that I am in has often trembled at its neighbours ruins; and that I am not sure the fatal canon or mortier may not put a period to my days before I do this letter», Morgan, ο.π., σελ

37 Τελικά, και για διάφορους λόγους, ο απόπλους των γαλλικών ενισχύσεων επισπεύστηκε και ορίστηκε για τις 16 Αυγούστου. 85 Κρίνοντας από το γεγονός ότι µία τέτοια απόφαση όντως θα είχε ως συνέπεια να περάσει η πόλη στα χέρια των Οθωµανών, θα µπορούσαµε ίσως να υποθέσουµε ότι η Γαλλία διαβλέποντας την επερχόµενη βενετική ήττα επιθυµούσε να απεµπλακεί από τον πόλεµο όσο το δυνατόν γρηγορότερα προκειµένου να επαναφέρει το παραδοσιακό φιλικό κλίµα στις σχέσεις της µε την Οθωµανική Αυτοκρατορία και να καρπωθεί, µε αυτόν τον τρόπο, τα οφέλη από την µελλοντική µείωση της παρουσίας της Βενετίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Μία άλλη συνέπεια της γαλλικής αποχώρησης, η οποία είχε ως αποτέλεσµα τον περιορισµό της αµυντικής ικανότητας της βενετικής φρουράς του Κάστρου ήταν και η λιποταξία 500 από τους καλύτερους, όπως αναφέρεται στο υπόµνηµα, στρατιώτες της ηµοκρατίας, οι οποίοι επιβιβάστηκαν λαθραία στα γαλλικά πλοία. 86 Πλέον στον Χάνδακα είχαν αποµείνει µόλις στρατιώτες, ικανοί να στελεχώσουν την άµυνα της πόλης. Η θέση των αµυνοµένων επιδεινώθηκε τόσο, µετά την απόφαση του ούκα του Navailles για αποχώρηση των γαλλικών ενισχύσεων, ώστε στο πολεµικό συµβούλιο που ακολούθησε οι παριστάµενοι βενετοί αξιωµατούχοι 87 συµφώνησαν ότι δεν ήταν δυνατό να συνεχίσουν να αποκρούουν τις οθωµανικές εφόδους επί µακρόν. 88 Έχοντας να αντιµετωπίσουν µία τέτοια κατάσταση, κατέληξαν ότι η σύναψη συνθήκης παράδοσης ήταν η καλύτερη διέξοδος στο πρόβληµα. Η πρόταση που κατέθεσε ο Grinaldi για ανατίναξη του Κάστρου και των υπονόµων και αναχώρηση µετά από επιβίβαση των αµάχων και των στρατιωτών στα πλοία απορρίφθηκε ως µη εφαρµόσιµη Χιονίδης, ο.π., σελ But that which did very much add to the straits of the garrison was the shipping away of 500 of the Republic s best soldiers by stealth with the French forces. Χιονίδης, ο.π., σελ Πλήρης κατάλογος όσων παρευρέθησαν στο πολεµικό συµβούλιο, βλ. Χιονίδης, ο.π., σελ Χιονίδης, ο.π., σελ Ο Grinaldi υποστήριζε ότι η συγκεκριµένη ήταν η καλύτερη λύση γιατί πρώτον the enemy in a treaty about the surrender would not keep their word, nor would the Prime Visier (sic), being a wary man, suffer the remainder of the armada to escape, that had for so many 37

38 Με αυτόν τον τρόπο 90 αποφασίστηκε να αρχίσουν οι διαπραγµατεύσεις µε την οθωµανική πλευρά προκειµένου να διερευνηθεί κατά πόσον ήταν δυνατή η σύναψη συνθήκης ειρήνης, µε όρους που να µην είναι ιδιαίτερα επαχθείς για τους ηττηµένους. ιαπραγµατευτής από την πλευρά των Βενετών ορίστηκε ο συνταγµατάρχης Annand 91, τον οποίο συνόδευε ένας γραµµατέας για την καταγραφή των τεκταινοµένων κατά τις συζητήσεις. 92 Από την πλευρά των Οθωµανών 93 τις διαπραγµατεύσεις ανέλαβε ο Αχµέτ Αµάν Αγάς, τον οποίο συνόδευε ο Μπαρότσι. 94 Σύµφωνα µε το γαλλικό υπόµνηµα, οι Βενετοί είχαν αρχικά την πρόθεση, αυτές να γίνουν επί της βάσης µίας πρότασης ειρήνης που είχε προέλθει από την πλευρά των Οθωµανών πριν την άφιξη των γαλλικών στρατευµάτων. 95 Αντίθετα το αγγλικό υπόµνηµα years taken away not only the commerce, but the dominion of his own seas. και έτσι ώστε to put a correspondent period to a defence (sic) which if considered, is without parallel, which was to leave the enemy, not a stately palace, but a heap of rubbish and stones as a trophy of their slow and bloody victory. Χιονίδης, ο.π., σελ Ο Εβλιά Τσελεµπί αναφέρει ότι την ευθύνη για την έναρξη των διαπραγµατεύσεων για την σύναψη της συνθήκης ειρήνης είχαν χριστιανοί ιερείς από τον Χάνδακα (Εβλιά Τσελεµπί, ο.π. σελ. 200). Είναι απορίας άξιο γιατί, ο Τσελεµπί, ενώ έχει πρόσβαση σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης, παραθέτει αυτή τη λανθασµένη πληροφορία. Το µόνο συµπέρασµα που µπορούµε να εξάγουµε είναι ότι ίσως να θέλησε µε αυτόν τον τρόπο να τονίσει ότι το κλίµα ανάµεσα στον ορθόδοξο κλήρο ήταν σαφώς υπέρ της παράδοσης της πόλης. 91 Ο Σταυρινίδης αναφέρει τον Annand ως Έλληνα αντιπρόσωπο του Morosini κατά τις διαπραγµατεύσεις. Από το αγγλικό υπόµνηµα όµως δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο. Βλ. Νικόλαος Σταυρινίδης, «Ανέκδοτα έγγραφα της Τουρκοκρατίας εν Κρήτη, Πέντε έγγραφα των πρώτων µετά την άλωσιν του Χάνδακα χρόνων», Κρητικά Χρονικά 2 (1948), σελ , σελ. 157, υποσηµείωση Χιονίδης, ο.π., σελ Παρότι στα δύο υποµνήµατα οι Οθωµανοί παρουσιάζονται εξ αρχής θετικά διακείµενοι για την έναρξη διαπραγµατεύσεων, ο Τσελεµπί τους παρουσιάζει να έχουν µία περισσότερο άτεγκτη στάση (Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ. 201). Φυσικά µία τέτοια εικόνα πρέπει να ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο της προσπάθειας για προβολή του ηρωισµού του οθωµανικού στρατεύµατος. 94 Χιονίδης, ο.π., σελ Η εν λόγω πρόταση προέβλεπε τον διαµοιρασµό της Κρήτης ανάµεσα στις δύο πλευρές, την λύση της πολιορκίας του Χάνδακα από τους Οθωµανούς και την κατεδάφιση του φρουρίου Ιναντιγιέ (Νέου Χάνδακα), που είχαν χτίσει, εάν έπρατταν το ίδιο και οι Βενετοί στην Σούδα. Επιπλέον οι Βενετοί θα παρέδιδαν τα εδάφη που είχαν κατακτήσει στην αλµατία 38

39 αναφέρει ότι οι Βενετοί επιθυµούσαν βάση των διαπραγµατεύσεων να είναι η πρόταση που είχε κατατεθεί από τον Βενετό Molin 96, η οποία προέβλεπε την διατήρηση του Χάνδακα υπό βενετική κυριαρχία. Ενδιαφέρον προκαλεί σε αυτό το σηµείο το γεγονός ότι η συγκεκριµένη πρόταση, που το γαλλικό χειρόγραφο αποδίδει στον Φαζίλ Αχµέτ Κιοπρουλού, οµοιάζει εν πολλοίς µε εκείνη που το αγγλικό υπόµνηµα αποδίδει στον Molin. Το σίγουρο είναι ότι διαπραγµατεύσεις για τον τερµατισµό του πολέµου προηγήθηκαν της άφιξης του Μεγάλου Βεζίρη στο νησί και ότι οι προτάσεις του απορρίφθηκαν από την βενετική πλευρά. 97 Κάτι τέτοιο δεν έγινε δεκτό από την οθωµανική πλευρά που υποστήριζε ότι βάση των διαπραγµατεύσεων θα έπρεπε να είναι η παράδοση της πόλης. 98 Σε αυτό το σηµείο των διαπραγµατεύσεων κάνει την εµφάνισή του και ο Παναγιώτης Νικούσιος 99, Μέγας ραγουµάνος της Υψηλής Πύλης, ο οποίος βρισκόταν στο νησί µε την ακολουθία του Μεγάλου Βεζίρη και ο οποίος προσέθεσε ότι η πόλη βρισκόταν σε διαφορετική κατάσταση, από ότι την δεδοµένη στιγµή, όταν διεξήχθεισαν οι διαπραγµατεύσεις υπό τον Molin. Μετά από πολεµικό συµβούλιο που έλαβε χώρα στο βενετικό στρατόπεδο, διατάχθηκε ο Annand να µεταβεί πάλι στη τοποθεσία των διαπραγµατεύσεων και να ζητήσει την αποσαφήνιση των όρων παράδοσης καθώς και το φρούριο της Clissa, στην βόρειο Αλβανία. Η πρόταση απορρίφθηκε από την Βενετική Γερουσία, επειδή εκείνη την περίοδο έφθασαν στον Χάνδακα οι ενισχύσεις από την Αγία Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία και τον Πάπα. Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Η πρόταση Molin αφορούσε την παροχή ενός ποσού ετησίως, µίας εφάπαξ «δωρεάς» προς τον Σουλτάνο καθώς και την επιστροφή των εδαφών τα οποία είχαν αποκτήσει οι Βενετοί στην αλµατία και την βόρειο Αλβανία (Clissa), κατά την διάρκεια του πολέµου, µε αντάλλαγµα την διατήρηση της κυριαρχίας τους στον Χάνδακα. Χιονίδης, ο.π., σελ. 459 και Gülsoy Ersin, Girit in Fethi ve Osmanli Idaresinin Kurulmasi ( ), Tarih ve Tabiat Vakfi, Istanbul 2004, σελ Χιονίδης, ο.π., σελ Το κείµενο παραθέτει µία ενδιαφέρουσα περιγραφή του Νικούσιου, η οποία έχει ως εξής: he had then with him one Panagiotti (sic), the Grands Vizier s secretary and dragoman, a man of moderate stature, somewhat well set, and about 80 years old, with a thin beard of a chestnut color, intermixed with a few grey hairs, fair faced, and a literate person, discreet and well versed in state affairs.... Χιονίδης, ο.π., σελ

40 που έθεταν οι Οθωµανοί. 100 Αρχικά οι πολιορκητές ζήτησαν η παράδοση του φρουρίου να προηγηθεί της συζήτησης των όρων ειρήνευσης, αξίωση η οποία δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτή από τους αµυνόµενους οι οποίοι ζήτησαν οι διαπραγµατεύσεις να διεξαχθούν επί ίσοις όροις και να προταθούν ανταλλάγµατα από τους Οθωµανούς για την παράδοση του Κάστρου. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι η γενικότερη στάση των Βενετών κατά την διάρκεια των συζητήσεων ήταν η διαπραγµάτευση επί της αρχής των αµοιβαίων υποχωρήσεων 101 σε αντίθεση µε τους Οθωµανούς που συµµετείχαν στις διαπραγµατεύσεις θεωρώντας ότι κατέχουν θέση ισχύος. Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο πλευρές ήταν εξουθενωµένες από την εικοσαετή και πλέον πολιορκία και επιθυµούσαν την όσο το δυνατόν ταχύτερη λήξη του πολέµου. Παρόλα αυτά, το Κάστρο αργά ή γρήγορα θα έπεφτε στα χέρια των Οθωµανών. Εποµένως, οι Βενετοί ως πεπειραµένοι έµποροι επιθυµούσαν να αποκοµίσουν τα περισσότερα δυνατά κέρδη από ένα προϊόν µειωµένης αξίας. Τελικά οι διαπραγµατεύσεις για τον καθορισµό των όρων της συνθήκης ειρήνης ξεκίνησαν την 1 η Σεπτεµβρίου 102 και συνεχίστηκαν επί αρκετές µέρες, µε τον Σισµάν Ιµπραήµ Πασά, Μπεηλέρµπεη του Χαλεπιού, 103 να αναλαµβάνει την ευθύνη των διαπραγµατεύσεων από την οθωµανική πλευρά στη θέση του Αχµέτ Αµάν Αγά. Στους αρχικούς όρους, τους οποίους έθεσαν οι Οθωµανοί για την παράδοση του Χάνδακα, συµπεριλαµβάνονταν οι όροι της πρότασης Molin καθώς και η παράδοση των «παρακείµενων φρουρίων» (µε αυτόν τον όρο εννοούνται στο αγγλικό υπόµνηµα τα φρούρια της Σούδας, της Γραµβούσας και της Σπιναλόγκας) και του συνόλου του πολεµικού εξοπλισµού που βρισκόταν στον Χάνδακα Χιονίδης, ο.π., σελ and that if his demands should be granted as to that point, it was but reasonable that he should satisfy their desires also, because they ought to be mutual and alternative turns between them.. Χιονίδης, ο.π., σελ Gülsoy Ersin, ο.π., σελ Χιονίδης, ο.π., σελ Χιονίδης, ο.π., σελ Εάν δεν υποθέσουµε ότι τέτοιου είδους όροι προέρχονταν από την αυτοκρατορική νοοτροπία των Οθωµανών σε ό,τι αφορά τις διεθνείς σχέσεις, τότε βρισκόµαστε µπροστά σε µία προσέγγιση των διαπραγµατεύσεων ιδιαίτερα ρεαλιστική, σύµφωνα µε την οποία κατά την διαπραγµάτευση απαιτούνται τα µέγιστα προκειµένου να δηµιουργηθεί χώρος για υποχωρήσεις. 40

41 Όπως θα ανέµενε κανείς, οι παραπάνω όροι απορρίφθηκαν εν συνόλω από την βενετική πλευρά. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στην βενετική άρνηση για την παράδοση των τριών νησιωτικών φρουρίων οι Οθωµανοί αντιπρόσωποι απαντούν ότι η διατήρησή τους θα προκαλούσε συνεχείς τριγµούς στις σχέσεις της ηµοκρατίας µε την Αυτοκρατορία, ενώ η δεύτερη θα αναγκαζόταν να διατηρεί µόνιµο στρατό στο νησί για την υπεράσπισή του. 105 Η νύξη αυτή φανερώνει την αντίληψη της οθωµανικής πλευράς ότι η Βενετία δεν θα υποχωρούσε εύκολα από την διεκδίκηση της Κρήτης και ότι η επιµονή των Βενετών στο θέµα των φρουρίων είχε ως στόχο την χρησιµοποίησή τους ως βάσεων για µία µελλοντική εκστρατεία ανακατάληψης της νήσου. Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν µε τις δύο πλευρές να παλινδροµούν σε ζητήµατα αρχής και κυρίως σε ό,τι αφορά την ισχύ ή µη της πρότασης Molin κατά την τρέχουσα διαπραγµάτευση. ευτερεύοντα θέµατα που απασχόλησαν τις δύο πλευρές ήταν το κατά πόσον θα επετρέπετο στους πολιορκηµένους να πάρουν µαζί τους κατά την αποχώρησή τους τα κανόνια και τον πολεµικό εξοπλισµό που ανήκε στον βενετικό στόλο και είχε χρησιµοποιηθεί για την άµυνα της πόλης και ο αριθµός των ηµερών που θα παραχωρούνταν στους Βενετούς προκειµένου να οργανώσουν και να πραγµατοποιήσουν την αποχώρησή τους. 106 Εν τέλει οι δύο πλευρές υπέγραψαν την συνθήκη ειρήνης στις 6 Σεπτεµβρίου. 107 Η σύναψη της συνθήκης παράδοσης σχολιάζεται ευνοϊκά από τον συντάκτη της αγγλικής έκθεσης καθώς, όπως αναφέρει η πόλη ήταν ήδη χαµένη για τους Βενετούς ενώ η συµφωνία που επιτεύχθηκε χαρακτηρίζεται ως an honorable and advantageous peace για τους ηττηµένους. 108 Όσον αφορά τους όρους της συνθήκης, στους οποίους κατέληξαν οι δύο πλευρές, 109 υπάρχουν δύο σηµεία τα οποία χρήζουν της προσοχής µας. Στον έκτο όρο αναφέρεται ρητά ότι κατά την διάρκεια της αποχώρησης των 105 Χιονίδης, ο.π., σελ Χιονίδης, ο.π., σελ Gülsoy, ο.π., σελ Χιονίδης, ο.π., σελ Βλ. Παράρτηµα Κειµένων, κείµενο 1. 41

42 Βενετών δεν επιτρέπεται στους στρατιώτες των δύο πλευρών να συζητούν µεταξύ τους 110, η συγκεκριµένη διάταξη φανερώνει τον βαθµό αλληλεπίδρασης µεταξύ των εντός και των εκτός του Κάστρου, γεγονός µάλλον αναµενόµενο µετά από µία τόσο µακρά πολιορκία, κατά την διάρκεια της οποίας οι επιχειρήσεις βρίσκονταν για µεγάλα διαστήµατα σε στασιµότητα. Ερωτηµατικά προκαλεί όµως το πώς επιτυγχανόταν µία τέτοια επικοινωνία. Μήπως το speak together του κειµένου φανερώνει τον βαθµό στον οποίο το οθωµανικό στράτευµα βασιζόταν στους «γερλήδες» (ντόπιους) Γενιτσάρους µε αποτέλεσµα να είναι δυνατή η επικοινωνία µε αντίστοιχους ντόπιους ή εξελληνισµένους υπερασπιστές του φρουρίου; Μία τέτοια υπόθεση δεν πρέπει να απέχει πολύ της πραγµατικότητας, καθώς µετά την παράδοση της πόλης, τη συντριπτική πλειονότητα του µουσουλµανικού πληθυσµού της θα αποτελέσουν οι εν λόγω Γερλήδες καθώς και εξισλαµισµένοι Κρητικοί που συµµετείχαν ως άτακτοι στον οθωµανικό στρατό ή συνδέονταν µε αυτόν µε τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Το επόµενο σηµείο στο οποίο θα σταθούµε είναι ο 14 ος όρος της συνθήκης σχετικά µε την παροχή αµνηστίας στους υπηκόους των δύο πλευρών που συνεργάστηκαν µε την αντίθετη πλευρά µε οποιονδήποτε τρόπο. Το γεγονός που προκαλεί εντύπωση εδώ είναι ότι δεν έγινε χρήση αυτού του όρου για την διεκδίκηση δηµευθεισών περιουσιών κατά την διάρκεια του πολέµου, τουλάχιστον µε βάση τις υποθέσεις που περιλαµβάνονται στον Τρίτο Κώδικα του ιεροδικείου του Χάνδακα. Η απουσία ανάλογων υποθέσεων µπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες των εν λόγω περιουσιών, µε την απόφασή τους να εγκαταλείψουν το νησί µαζί µε τους Βενετούς, ουσιαστικά αποποιούνταν των δικαιωµάτων τους επί των περιουσιών τους. Μία άλλη εξήγηση είναι ότι αρκετοί από αυτούς τους ιδιοκτήτες µπορεί να είχαν πεθάνει κατά την διάρκεια της µακρόχρονης πολιορκίας. Τέλος, ίσως ο συγκεκριµένος όρος να αφορούσε περισσότερο τους εµπόρους που συνεργάστηκαν µε την αντίθετη πλευρά παρέχοντας εφόδια, γεγονός που επιβεβαιώνουν σουλτανικά φιρµάνια, κατά την διάρκεια του πολέµου, που απαγόρευαν την πώληση σιτηρών στους Βενετούς. 110 prohibiting the soldiers to advance forwards or to speak together, Χιονίδης, ο.π., σελ

43 Ενδεχοµένως µε αυτόν τον όρο οι Βενετοί να επιθυµούσαν να προστατεύσουν τους εµπορικούς τους συνεργάτες στην Αυτοκρατορία εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την γρήγορη επαναδιείσδυσή τους στην οθωµανική αγορά. Τα δύο υποµνήµατα δεν διαφέρουν σηµαντικά σε ό,τι αφορά τους όρους στους οποίους κατέληξαν οι δύο πλευρές. Τα µόνα σηµεία στα οποία εντοπίζονται διαφορές ανάµεσα στις δύο αναφορές, είναι η µνεία του γαλλικού χειρογράφου περί παράδοσης του µισού πολεµικού εξοπλισµού, ο οποίος βρισκόταν στην πόλη. 111 Όσον αφορά την συγκεκριµένη ρήτρα, γνωρίζουµε από το αγγλικό υπόµνηµα ότι οι δύο πλευρές συµφώνησαν στην παράδοση του συνόλου του εξοπλισµού που βρισκόταν στο φρούριο µε την εξαίρεση των κανονιών και πολεµοφοδίων που ανήκαν στον βενετικό στόλο και είχαν µεταφερθεί εκεί, καθώς και έξι κανονιών που δόθηκαν στους Βενετούς ως ένδειξη αναγνώρισης της γενναιότητάς που επέδειξαν κατά την διάρκεια της πολιορκίας. Πιθανότατα για αυτό το λόγο ο συγγραφέας του γαλλικού χειρογράφου αναφέρει ότι παραδόθηκε ο µισός εξοπλισµός του φρουρίου. Σηµαντικό γεγονός αποτελεί και η διάσωση των βενετικών αρχείων του Χάνδακα, τα οποία φορτώθηκαν σε 5 πλοία (από τα οποία τα 3 έφθασαν στη Βενετία) 112 υπό την επίβλεψη του καγκελάριου Θωµά Σακελλάρη, 113 καθώς µε αυτόν τρόπο διασώθηκε ένα σηµαντικό κοµµάτι της ιστορίας του νησιού που διαφορετικά θα είχε χαθεί. Όσον αφορά την ηµεροµηνία αποχώρησης των Βενετών από τον Χάνδακα, τα δύο υποµνήµατα αναφέρουν την 17 η Σεπτεµβρίου, καθώς σύµφωνα µε την υπογραφείσα συµφωνία δόθηκε προθεσµία 12 ηµερών Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π. σελ Μαλτέζου, ο.π., σελ Σχετικά µε τον καθορισµό του αριθµού των ηµερών που θα παραχωρούνταν στους Βενετούς για την οργάνωση της αποχώρησής τους, στο αγγλικό υπόµνηµα αναφέρεται ότι αρχικά ζητήθηκε από τον Annand ένα διάστηµα 20 ηµερών. Οι Οθωµανοί αντιπρότειναν 5 ηµέρες και τελικά οι δύο πλευρές συµφώνησαν στις 12 ηµέρες. Ο Gülsoy αναφέρει ότι η αποχώρηση των Βενετών πραγµατοποιήθηκε στις 27 Σεπτεµβρίου (Gülsoy, ο.π., σελ. 164). Αυτή η αναφορά προκαλεί σύγχυση σχετικά µε την προθεσµία που έλαβαν οι Βενετοί προκειµένου να εκκενώσουν την πόλη. Ουσιαστικά όµως, η διαφορά αυτή έγκειται στην διαφορά µεταξύ των δύο χριστιανικών ηµερολογίων (Ιουλιανό- Γρηγοριανό). Η ηµεροµηνία που παραδίδει ο Εβλιά Τσελεµπί για την αποχώρηση των Βενετών από το νησί είναι η 43

44 στους αµυνόµενους να εκκενώσουν την πόλη. 115 Σύµφωνα µε το γαλλικό κείµενο ο απόπλους των βενετικών στρατευµάτων έγινε την νύχτα επειδή ο αρχιστράτηγος Μοροζίνι φοβόταν ότι οι Οθωµανοί θα παραβίαζαν την εκεχειρία. 116 Παρότι και ο ίδιος ο συγγραφέας υιοθετεί αρχικά µία επιτιµητική στάση σε ό,τι αφορά την εντιµότητα των Οθωµανών, αργότερα αναθεωρεί τις απόψεις του δηλώνοντας ότι η σε τέτοιο βαθµό πιστή τήρηση των συµφωνηθέντων ήταν σπάνια ακόµα και ανάµεσα στους χριστιανικούς στρατούς. Την στάση όµως αυτή την αποδίδει στον έγκριτο χαρακτήρα του Μεγάλου Βεζίρη και όχι τόσο στο ίδιο το στράτευµα. 117 Η είδηση της υπογραφής της συνθήκης παράδοσης του Χάνδακα έφθασε στην Βενετία στις 18 Οκτωβρίου γεγονός το οποίο δεν ικανοποίησε ιδιαίτερα την αριστοκρατία της πόλης, όπως αναφέρει ο Άγγλος George Hayles, πράκτορας και αυτός του λόρδου Arlington, στην πόλη. 118 Έτσι γίνεται φανερό ότι οι Βενετοί δεν εγκατέλειψαν εντελώς την προοπτική ανακατάληψης της Κρήτης. Για αυτόν τον λόγο άλλωστε είχαν διατηρήσει και τις βάσεις τους γύρω από το νησί, στη Σούδα, στη Γραµβούσα και στη Σπιναλόγκα. 119 Παρασκευή 1 Τζεµαζιελεβέλ 1080 του ισλαµικού ηµερολογίου (Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ.208). Η ηµεροµηνία αυτή, µετατρεπόµενη στο χριστιανικό ηµερολόγιο, δίδει τις ηµεροµηνίες Παρασκευή 17 Σεπτεµβρίου 1669 για το Ιουλιανό ηµερολόγιο, το οποίο ήταν σε χρήση την περίοδο αυτή, και Παρασκευή 27 Σεπτεµβρίου 1669 για το Γρηγοριανό ηµερολόγιο, το οποίο χρησιµοποιείται σήµερα. Εµείς προκρίνουµε την πρώτη προκειµένου να αποφευχθεί η παραπάνω σύγχυση. 115 Χιονίδης, ο.π., σελ. 492 και Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ Λογιάδου Πλάτωνος, ο.π., σελ «This nobility is not over- well- pleased with this established peace». 119 Morgan, ο.π., σελ

45 Με την κατάκτηση της Κρήτης η βενετική οικονοµία και το εµπόριο 120 των Βενετών στην Ανατολή δέχθηκε βαρύτατο πλήγµα ενώ και το γόητρο και η επιρροή της Βενετίας ως «Μεγάλης ύναµης» µειώθηκαν σηµαντικά. Οι πρόσφυγες από την Κρήτη 121 που κατέφυγαν στις βενετικές κτήσεις του Ιονίου µεταφύτευσαν εκεί στοιχεία του κρητικού πολιτισµού. Η διαµόρφωση της κοινωνικής δοµής των Επτανήσων και η δηµιουργία του επτανησιακού πολιτισµού θα επηρρεασθούν σε µεγάλο βαθµό από την ζωντανή πολιτισµική παρουσία των Κρητών προσφύγων, φορέων µακροχρόνιων πολιτισµικών παραδόσεων και µιας υψηλής στάθµης αστικής κουλτούρας. 122 Μετά την παράδοση του Χάνδακα, ο Μεγάλος Βεζίρης παρέµεινε στην Κρήτη προκειµένου να οργανώσει την νέα επαρχία. Για την σίτιση του στρατού που παρέµεινε επίσης στη νήσο, εκδόθηκε φιρµάνι στις 31 εκεµβρίου 1669 που αφορούσε την συλλογή εισφορών από τους πλησιέστερους στην Κρήτη καζάδες της Ρούµελης. Οι εισφορές ανά περιοχή θα προέκυπταν από ειδικό κατάλογο που θα καταρτιζόταν για αυτόν τον σκοπό και προφανώς θα ήταν ανάλογος αυτού που καταρτίσθηκε για το φιρµάνι του εκεµβρίου του Από τα φιρµάνια που σώζονται στο αρχείο Βέροιας και αφορούν τον Κρητικό Πόλεµο γίνεται εµφανής ο βαθµός στον οποίο αυτός επηρέασε και τις υπόλοιπες περιοχές της Αυτοκρατορίας. Αυτό πάντως που προκαλεί 120 Γενικά, οι οθωµανό ενετικές διενέξεις ωφελούσαν κυρίως την ηµιανεξάρτητη ηµοκρατία της Ραγούζας (Dubrovnik), µεγάλο εµπορικό ανταγωνιστή της Γαληνοτάτης στην Οθωµανική Αυτοκρατορία. Παρότι τα εν λόγω οφέλη ήταν συνήθως µικρής διάρκειας, όπως και οι αντίστοιχοι πόλεµοι, το διαµετακοµιστικό εµπόριο της Ραγούζας γνώρισε θεαµατική άνθηση κατά τον ιδιαίτερα µακροχρόνιο Κρητικό Πόλεµο. Έτσι ενώ στην αρχή του Πολέµου τα έσοδα της δαλµατικής πόλης από το εµπόριο ανέρχονταν σε δουκάτα, µε το τέλος του Πολέµου, το 1669, είχαν εκτιναχτεί στα δουκάτα. Ένα όµως χρόνο µετά την κατάληψη του Χάνδακα και µε την επανέναρξη των οθωµανό ενετικών εµπορικών σχέσεων τα εµπορικά έσοδα της Ραγούζας εξέπεσαν στο λιγότερο εντυπωσιακό νούµερο των δουκάτων. Goffman, ο.π., σελ Με την αποχώρηση των Βενετών ο Χάνδακας, ουσιαστικά εκκενώνεται. Λέγεται ότι µόνο δύο γέροντες, µία γυναίκα και λίγες οικογένειες Εβραίων δεν αποχώρησαν. Ο τελευταίος Χριστιανός που εγκατέλειψε την πόλη ήταν ένας Γερµανός αξιωµατικός που ονοµαζόταν Χριστόφορος Degenfeld ετοράκης, ο.π. σελ Μαλτέζου, ο.π., σελ Κόλιας, ο.π., σελ

46 µεγαλύτερη εντύπωση είναι το ανεξάντλητο των πόρων του οθωµανικού κράτους τόσο σε ανθρώπινο δυναµικό όσο και υλικά αποθέµατα καθώς και το επίπεδο οργάνωσης που διέκρινε την οθωµανική διοικητική µηχανή έτσι ώστε να συγκεντρωθούν και να τεθούν στην υπηρεσία του κράτους οι παραπάνω πόροι. Προφανώς, στον συγκεκριµένο τοµέα, η Οθωµανική Αυτοκρατορία δεν υπολειπόταν σε τίποτα από τα σύγχρονά της βασίλεια της υτικής Ευρώπης. Εν τέλει, ο απολογισµός της πολιορκίας, σύµφωνα µε τον ετοράκη, περιλαµβάνει νεκρούς 124 από την αρχή της πολιορκίας, από τους οποίους Γενίτσαροι, 15 πασάδες, 80 τσορµπατζήδες (διοικητές γενιτσαρικών ταγµάτων) και 120 τσαούσηδες (στρατιωτικοί µε διάφορα καθήκοντα που αφορούσαν κυρίως την τήρηση της τάξης) εν διευκρινίζεται αν ο αριθµός αυτός αφορά µόνο τους µάχιµους ή αν συµπεριλαµβάνονται και οι άµαχοι. Το πιθανότερο, όµως, είναι ότι αναφέρεται µόνο στους στρατιώτες καθώς είναι µάλλον απίθανο οι απώλειες σε άµαχο πληθυσµό να απασχολούσαν τις οθωµανικές στρατιωτικές δυνάµεις. 125 ετοράκης, ο.π. σελ. 270 και Μπελέζος, ο.π., σελ. 137 και για τα τρία τελευταία έτη του πολέµου βλ. Joseph Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους, , µεταφρ. και εισ. : Μάκης και Μυρτώ Απέργη, σχόλια : Μάκης Απέργης Ειρήνη Λυδάκη, Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003, σελ. 50. Ο Εβλιά Τσελεµπί παραδίδει αναλυτικά τις απώλειες του οθωµανικού στρατεύµατος κατά τα τελευταία τρία χρόνια της πολιορκίας (Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ ). Παρότι ήταν παρών και είχε πρόσβαση σε έγκυρες πηγές, ο Τσελεµπί δεν είναι ιστοριογράφος. Οι αριθµοί που αναφέρει κρίνονται υπερβολικοί και θα πρέπει να αντιµετωπισθούν µε επιφύλαξη. 46

47 Β. Η εδραίωση της οθωµανικής κυριαρχίας στην Κρήτη Β. 1. ιοικητική οργάνωση Συµβολική έναρξη της οθωµανικής κυριαρχίας στην Κρήτη θα πρέπει να θεωρηθεί η µετατροπή του µητροπολιτικού ναού 126 των Χανιών σε σουλτανικό τέµενος, αµέσως µετά την κατάκτηση της πόλης τον πρώτο χρόνο του Κρητικού Πολέµου, το Παρόλα αυτά θα περάσουν τέσσερα ακόµα χρόνια πριν να χαρακτηρισθεί το νησί µπεηλερµπεηλίκι και αποκτήσει τη χαρακτηριστική δοµή µιας οθωµανικής επαρχίας (διοικητική διαίρεση σε σαντζάκια και ναχιγέδες). Με τον κανουννάµε των Χανίων του 1650 η επαρχία χωρίζεται σε τέσσερα σαντζάκια (Χανιά - Hanya, Ρέθυµνο - Resmo, Χάνδακας - Kandiye, Σητεία -Đstiye) και είκοσι ναχιγέδες. 128 Με την ολοκλήρωση της κατάκτησης, µετά την παράδοση του Χάνδακα, η Κρήτη µετατρέπεται σε εγιαλέτι, µε πρωτεύουσα τον Χάνδακα. ιατηρείται ο χωρισµός σε τέσσερα σαντζάκια και είκοσι ναχιγέδες, µε µόνη διαφορά την υπαγωγή του ναχιγέ Λασιθίου (Laşit) στο σαντζάκι Σητείας Πρόκειται για το ναό του Αγίου Νικολάου στην περιοχή της Σπλάντζας. 127 Finkel, ο.π., σελ Gülsoy, ο.π., σελ Αναλύτικά η διοικητική διαίρεση του νησιού, όπως την παραδίδει ο Gülsoy, έχει ως εξής: Σαντζάκι Χάνδακα (ναχιγέδες Πεδιάδος - Pediye, Μονοφατσίου - Menakoça, Καινούριου - Kenurye, Πυργιωτίσσης - Piryotiçe, Μαλεβιζίου - Maloviz, Τεµένους - Temnos), σαντζάκι Χανίων (ναχιγέδες Χανίων - Hanya, Κισσάµου - Kisamo, Σελίνου - Selune, Αποκωρόνου - Abukoron, Σφακίων - Đsfakye), Σαντζάκι Ρεθύµνου (ναχιγέδες Ρεθύµνου - Resmo, Μυλοποτάµου - Milapoteme, Αµαρίου - Amari, Αγίου Βασιλείου - Ayvasil) σαντζάκι Σητείας (ναχιγέδες Σητείας - Đstiye, Μιραµπέλου - Miranbelo, Ιεράπετρας - Yerapetro, Λασιθίου - Laşit, Ρίζου -Rizo). Gülsoy, ο.π., σελ Επιπλέον, σύµφωνα µε τον ετοράκη, ο ναχιγές Μυλοποτάµου υπαγόταν άλλοτε στο σαντζάκι Ρεθύµνου και άλλοτε στο σαντζάκι Χάνδακα. ετοράκης, ο.π. σελ.275. Στο έγγραφο 617, που χρονολογείται το 1674, του Πέµπτου Κώδικα του Ιεροδικείου Ηρακλείου, εµφανίζεται ο ναχιγές Μυλοποτάµου να ανήκει στο σαντζάκι του Χάνδακα (Ιεροδικείο Ηρακλείου, Πέµπτος Κώδικας ( ), Μαρία Βαρούχα Φωτεινή Χαιρέτη Μαρίνος Σαρηγιάννης, επιµ. Ελισάβετ Ζαχαριάδου, Μέρος Α, Βικελαία ηµοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2008, σελ. 348). Αργότερα όµως, το ίδιο έτος, µετά από αίτηση του καδή του Ρεθύµνου στην Υψηλή Πύλη ο ναχιγιές επαναφέρεται στην 47

48 Η παραπάνω διοικητική διαίρεση αποτελούσε, κατά βάση, συνέχεια του προϋπάρχοντος βενετικού συστήµατος διοικητικής οργάνωσης του νησιού σε τέσσερα διαµερίσµατα. 130 Αργότερα τα σαντζάκια θα περιοριστούν σε τρία (µε την υπαγωγή του σαντζακιού Σητείας στο σαντζάκι Χάνδακα). Η καινούργια αυτή κατάσταση θα διατηρηθεί για περίπου 200 χρόνια, µέχρι το 1867, οπότε οι τέσσερις ανατολικοί ναχιγέδες (Λασιθίου, Μιραµπέλου, Σητείας και Ιεράπετρας) θα οργανωθούν στη νέα διοικητική περιφέρεια του Λασιθίου. 131 Η παλαιότερη άποψη περί ύπαρξης ιδιαίτερου καθεστώτος διοικητικής ανεξαρτησίας και περιορισµένης φορολογίας της περιοχής των Σφακίων γιατί αποτελούσε τιµάριο της Βαλιντέ Σουλτάν ανατράπηκε µε την δηµοσίευση των µεταφράσεων των τουρκικών αρχείων της Βικελαίας ηµοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου, από τον Σταυρινίδη. Σύµφωνα µε τις οθωµανικές πηγές τα Σφακιά δοθήκαν ως τιµάριο στον Οθωµανό αρχιστράτηγο Ντελή ή Γαζή Χουσεΐν µετά δικαιοδοσία του. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την επεκτατική διάθεση των αρχών του Χάνδακα (πολιτικοστρατιωτικών και δικαστικών) εις βάρος των γειτονικών καζάδων. Μ. Σαρηγιάννης, «Η δικαστική Οργάνωση και το ιεροδικείο του Χάνδακα στη νεοκατακτηµένη Κρήτη», Ιεροδικείο Ηρακλείου, Πέµπτος Κώδικας, ( ), επιµ. Ελισάβετ Α. Ζαχαριάδου, Μέρος Α, Βικελαία ηµοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο, 2008, σελ Η οργάνωση των πρόσφατα κατακτηθεισών επαρχιών σύµφωνα µε τα προϋπάρχοντα διοικητικά όρια δεν είναι φαινόµενο που εµφανίζεται µόνο στην Κρήτη ή ιδιαίτερα αυτή την περίοδο. Όπως αναφέρει ο Imber, οι Οθωµανοί ακολουθούσαν αυτή την τακτική ήδη από τον δέκατο πέµπτο αιώνα. Colin Imber, The Ottoman Empire, : The Structure of Power, εκδ. Palgrave Macmillan, Basingstoke 2002, σελ και Ibrahim Metin Kunt, Οι υπηρέτες του Σουλτάνου, Ο µετασχηµατισµός της οθωµανικής επαρχιακής διακυβέρνησης , επιµ., µεταφρ., σχολ. Στέφανος Παπαγεωργίου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2001, σελ ετοράκης, ο.π. σελ Ο ετοράκης συµφωνεί µε τον Βακαλόπουλο, ο οποίος όµως αναφέρει ότι η Κρήτη χωρίστηκε εξαρχής σε τρία σαντζάκια. Βακαλόπουλος, ο.π., σελ Ίσως από τις τρεις απόψεις (Gülsoy, ετοράκης, Βακαλόπουλος) περισσότερο κοντά στην αλήθεια πρέπει να είναι ο ετοράκης, η άποψη του οποίου αποτελεί ουσιαστικά σύζευξη των άλλων δύο. Σχετικά µε τον διοικητικό διαχωρισµό του νησιού, ο Εβλιά Τσελεµπί αναφέρει ότι χωρίστηκε σε είκοσι τέσσερις «καζάδες», οι οποίοι υπάγονταν διοικητικά στους πασάδες των ανάλογων σαντζακιών Εβλιά Τσελεµπί, ο.π. σελ Ο Τσελεµπί εδώ προσθέτει τους ναχιγέδες µε τους καζάδες και αναφέρεται συνολικά σε όλους ως καζάδες. Στο πρόβληµα της σύγχησης µεταξύ του ναχιγέ και του καζά που συναντάται στις πηγές της περιόδου για την Κρήτη, θα αναφερθούµε εκτενέστερα παρακάτω. 48

49 την κατάληψή τους το Ο ίδιος τα αφιέρωσε ως βακούφι 133 στην Μέκκα και τη Μεδίνα µε αποτέλεσµα οι κάτοικοι των Σφακίων να είναι αναγκασµένοι να πληρώνουν γρόσια ετησίως ως «Ιερό ώρο» µαζί µε τον κεφαλικό φόρο που ήταν υποχρεωµένοι να πληρώνουν και οι υπόλοιποι κάτοικοι του νησιού από το Συχνά είναι τα αιτήµατα διαµαρτυρίας των κατοίκων προς τις αρχές για την είσπραξη ποσών πέραν των καθιερωµένων. Μάλιστα το 1762, µετά από αίτηµα της Φατιµέ Χατούν Χανούµ Σουλτάν, διαχειρίστριας των βακουφιών του Γαζή Χουσεΐν, επιτυγχάνεται η έκδοση ειδικού φιρµανιού για την φορολογική ελάφρυνση της περιοχής. 135 Β. 2. ιοικητική γραφειοκρατία και στρατιωτική οργάνωση ιοικητικό κέντρο του νησιού παρέµεινε ο Χάνδακας (Kandiye). Κάθε σαντζάκι έχει διοικητή ένα σαντζάκµπεη, ο οποίος διορίζεται από τον Σουλτάνο. Ο Πασάς του Χάνδακα προΐσταται των πασάδων των Χανίων και του Ρεθύµνου. 136 Επιπλέον, φέρει τον τίτλο του σερασκέρη (αρχιστράτηγος) της Κρήτης και έχει το δικαίωµα να διορίζει τους φρούραρχους στα µικρότερα φρούρια στις πρωτεύουσες των επαρχιών. Σύµφωνα µε τον Εβλιά Τσελεµπί, 132 Οι κάτοικοι των Σφακίων συµµετείχαν µάλιστα και στις επιχειρήσεις του οθωµανικού στρατού κατά του Χάνδακα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Εβλιά «κι ενώ πριν δεν ακολουθούσαν το στράτευµα, αυτή τη φορά µπήκαν µε το ζόρι και πέθαναν µέσα στα χαρακώµατα και τα λαγούµια». Εβλιά Τσελεµπί, ο.π. σελ Η ιδιότητα τους αυτή αναφέρεται και σε ένα έγγραφο του Ιεροδικείου Ρεθύµνης όπου σηµειώνεται χαρακτηριστικά «Του χωρίου Πατσιανού της Επαρχίας Σφακίων οι φόροι είνε (sic) αφιερωµένοι εις τους Ιερούς Τόπους (Μέκκας)». Έγγραφα Ιεροδικείου Ρεθύµνης, 17 ος - 18 ος αι., Οι µεταφράσεις του «Βήµατος» Ρεθύµνης, επιµ. Γιάννης Ζ. Παπιοµύτογλου, ηµόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρεθύµνης, Ρέθυµνο 1995, έγγραφο 218, σελ Σε αυτό συµφωνεί και η αφήγηση του Εβλιά. Εβλιά Τσελεµπί, ο.π. σελ Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., εγγρ Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., εγγρ Greene Molly, Κρήτη Ένας Κοινός Κόσµος, Χριστιανοί και Μουσουλµάνοι στη Μεσόγειο των Πρώιµων Νεότερων Χρόνων, µεταφρ. Ελένη Γκαρά- Θέµις Γκέκου, εκδ. Του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2005, σελ

50 ο Πασάς του Χάνδακα έχει τον βαθµό του Βεζίρη 137, θεωρείται ισότιµος µε τον Βεζίρη της Ρούµελης και το αξίωµά του τού αποφέρει ετήσια έσοδα «δώδεκα φορτώµατα µε εβδοµήντα χιλιάδες άσπρα». 138 Ο Πασάς αποτελεί και τον φορέα της σουλτανικής εξουσίας στο νησί. Είναι ο εκτελεστής των σουλτανικών διαταγµάτων ενώ στα καθήκοντά του περιλαµβάνεται η συγκέντρωση των φόρων και η ασφαλής αποστολή τους στην πρωτεύουσα καθώς και η διατήρηση ετοιµοπόλεµου στρατού. 139 Καθένας από τους τρεις πασάδες της Κρήτης διαθέτει ιδιαίτερο συµβούλιο ιβάνι το οποίο αποτελεί µικρογραφία του αντίστοιχου Αυτοκρατορικού στην πρωτεύουσα. Τα συµβούλια αυτά διενεργούν τακτικές αλλά και έκτακτες συνεδριάσεις όταν παραστεί ανάγκη. Ο Πασάς, ο Καδής, ο Μουφτής, ο Αγάς των Γενιτσάρων και ο Αγάς των στρατιωτικών ταγµάτων (ορτάδων) αποτελούν τα µέλη του ιβανιού του κάθε σαντζακιού. Κατά την διάρκεια των συνεδριάσεων του ιβανιού διαβάζονται και ερµηνεύονται τα σουλτανικά φιρµάνια και βεράτια και λαµβάνονται αποφάσεις για τοπικά ζητήµατα (θέµατα διοίκησης, οικονοµίας, στρατού, αστυνόµευσης κ.λ.π) Σύµφωνα µε τον Imber η συνήθεια του διορισµού κυβερνητών επαρχιών µε τον βαθµό του βεζίρη χρονολογείται πριν το Ο κυβερνήτης µίας επαρχίας, ο οποίος είχε ταυτόχρονα και τον βαθµό του βεζίρη είχε υπό τις διαταγές του και τους κυβερνήτες των γειτονικών, µε την επαρχία του, επαρχιών. Imber, ο.π., σελ Η Κρήτη αποτελεί µάλλον ειδική περίπτωση καθώς έχουµε το φαινόµενο ο σαντζάκµπεης του Χάνδακα να είναι ταυτόχρονα και µπεηλέρµπεης της Κρήτης, µε το βαθµό του βεζίρη να του αποδίδεται µάλλον για να δηλώσει την πρωτοκαθεδρία του ανάµεσα στους υπόλοιπους σαντζάκµπέηδες του νησιού. 138 Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ εν είναι κατανοητό αν ο συγγραφέας µε τον όρο «φορτώµατα» εννοεί τη γνωστή µονάδα µέτρησης «φορτίο» (yük). Καθώς η πραγµατική αξία του φορτίου ( άσπρα) συντείνει στην τιµή που δίνει ο Τσελεµπί, µάλλον θα πρέπει να καταλήξουµε στην υπόθεση ότι όντως αναφέρεται στη συγκεκριµένη µονάδα µέτρησης. Οπότε τα ετήσια έσοδα του Πασά του Χάνδακα κυµαίνονται κάπου µεταξύ των άσπρων και των άσπρων. 139 ετοράκης, ο.π. σελ. 273 και ετοράκης, ο.π. σελ. 275 και Σταυράκης Νικόλαος, Στατιστική του πληθυσµού της Κρήτης µετά διαφόρων γεωγραφικών, ιστορικών, αρχαιολογικών, εκκλησιαστικών κτλ. ειδήσεων περί της νήσου, αναδηµοσίευση της πρώτης έκδοσης του 1890, Βιβλιοπωλείον Νότη Καραβία, Αθήνα 1978., σελ

51 Υπεύθυνος για την εκτέλεση των αποφάσεων ήταν ο Αρχιαστυνόµος (σερτουρνάς 141 ). Στην Κρήτη εφαρµόζεται και ο θεσµός του Γραµµατικού της Πόρτας 142, του επαρχιακού δηλαδή διερµηνέα, θεσµός ο οποίος αποτελεί κοµµάτι του θεσµού των ιερµηνέων 143. Οι Γραµµατικοί της Πόρτας είχαν το δικαίωµα να συµµετέχουν στο ιβάνι του Πασά όταν αυτό ήταν απαραίτητο. Ο ρόλος τους στην συλλογή του κεφαλικού φόρου καθώς και στην συνολική διευθέτηση των φορολογικών υποχρεώσεων των χριστιανών φορολογουµένων 144 σήµαινε την συνεργασία τους µε τον εφτερδάρη της Κρήτης. Επιπλέον, όµως, οι γενικότερες αρµοδιότητές τους όσον αφορά τον χριστιανικό πληθυσµό 141 Το αξίωµα αυτό αναφέρεται από τον ετοράκη στο ετοράκης, ο.π. σελ. 275, χωρίς όµως να είναι δυνατή η επαλήθευσή του ενώ πρόβληµα αποτελεί και η ετυµολογία του. 142 Κατά την περίοδο την οποία εξετάζουµε έδρασε ο πρώτος και επιφανέστερος από τους Γραµµατικούς της Πόρτας στην Κρήτη. Αυτός ήταν ο Ανδρέας Μηλιώτης, ο οποίος καταγόταν από το χωριό Μαργαρίτες της επαρχίας Μυλοποτάµου. Η συνεργασία του Μηλιώτη µε τους Οθωµανούς ξεκίνησε ήδη από τον δεύτερο χρόνο της παρουσίας τους στο νησί, λίγο µετά την κατάκτηση του Ρεθύµνου (1646). Η συνεργασία αυτή απέβη ιδιαίτερα επωφελής για τον ίδιο, αφού κατάφερε να συγκεντρώσει µία αρκετά µεγάλη περιουσία. Το τέλος του επήλθε µετά από κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του για µυστική συνεργασία µε τους Βενετούς, κατηγορία που δεν πρέπει να απείχε και πολύ από την αλήθεια κρίνοντας από τον χαρακτήρα του αλλά και από την αβεβαιότητα που επικρατούσε στο νησί αυτή την πρώτη περίοδο µετάβασης από τη µία κυριαρχία στην άλλη και εδραίωσης της οθωµανικής εξουσίας Ν. Σταυρινίδης, «Ο θεσµός των Γραµµατικών της Πόρτας στην Κρήτη», Πεπραγµένα του ιεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου: (Ηράκλειο 29 Αυγούστου 3 Σεπτεµβρίου 1976), Γ : Νεώτεροι Χρόνοι, Πανεπιστήµιον Κρήτης, Αθήνα 1981, σελ , σελ Οι ιερµηνείς στην Οθωµανική Αυτοκρατορία χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη περιελάµβανε τους Μεγάλους ιερµηνείς στην υπηρεσία της Υψηλής Πύλης, στην πρωτεύουσα, η δεύτερη τους ραγουµάνους του Στόλου, στην υπηρεσία του Καπουδάν Πασά και η τρίτη τους ιερµηνείς των επαρχιών στην υπηρεσία των κατά τόπους πασάδων Σταυρινίδης, «Ο θεσµός...», ο.π., σελ Η είσπραξη και η συγκέντρωση των φόρων γινόταν µέσω των κετχουντάδων και των καπετάνιων των επαρχιών. Νικόλαος Σταυρινίδης, «Ανδρέας Μηλιώτης, Πρώτος Γραµµατικός της Πόρτας εν Κρήτη», Κρητικά Χρονικά 2 (1948), σελ , σελ «Καπετάνιος», ήταν ο τίτλος των προέδρων των χωριών µετά την ολοκληρωτική κατάκτηση του νησιού. Εδώ πρέπει να σηµειωθεί ότι ο Σταυρινίδης κατά την περίοδο από την απόβαση των Οθωµανών στην Κρήτη µέχρι και την άλωση του Χάνδακα σηµειώνει µόνο ένα καπετάνιο, τον «Καπετάν Ανδρέα», γεγονός που τον οδηγεί στην υπόθεση ότι µάλλον πρόκειται για τον ίδιο τον Μηλιώτη. Στο ίδιο, σελ

52 προϋπέθεταν την συνεργασία τους µε όλες τις υπηρεσίες της τοπικής διοίκησης. Επίσης, για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών του νησιού διατηρούσαν αντιπροσώπους στο Ρέθυµνο και στα Χανιά. Βασική πηγή εισοδήµατος των Γραµµατικών της Πόρτας ήταν οι τέσσερις παράδες που εισέπρατταν από κάθε φορολογούµενο. 145 Όσον αφορά την στρατιωτική οργάνωση του νησιού, το πεζικό χωρίζεται σε δύο τάξεις Γενιτσάρων. Οι αυτοκρατορικοί γενίτσαροι (Kapı Kulu) και οι ντόπιοι ή Γερλήδες (Yerli Yeniçeri), οι οποίοι αποτελούνταν από εξισλαµισµένους Κρητικούς, ενώ υπήρχε η δυνατότητα κατάταξης σε αυτά ακόµα και χριστιανών 146. Αρχηγός της κάθε τάξεως είχε τοποθετηθεί ένας αγάς. Στον Χάνδακα βρίσκονταν 5 τάγµατα γενιτσάρων που το καθένα αποτελούνταν από άνδρες και 28 οτζάκια (στρατώνες) γερλήδων. Η ίδια δύναµη έδρευε και στα Χανιά για την προστασία της δυτικής Κρήτης. 147 Τα στρατιωτικά σώµατα πληρώνονταν κάθε τρεις µήνες, ενώ η συχνή καθυστέρηση της καταβολής των µισθών προκαλούσε εξεγέρσεις. 148 Σύµφωνα µε µία αναφορά ενός Ευρωπαίου περιηγητή του 18 ου αι., ενώ τα χρήµατα για τη µισθοδοσία των υπόλοιπων στρατιωτικών σωµάτων που έδρευαν στο νησί προέρχονταν από τον φόρο του χαρατσιού (haraç) και τους δασµούς των τελωνείων, οι µισθοί των Γενιτσάρων έρχονταν από την Κωνσταντινούπολη. 149 Προφανώς αυτή η τακτική θα ακολουθούνταν είτε επειδή τα έσοδα από τον φόρο και τους δασµούς δεν ήταν αρκετά για την συντήρηση του συνόλου της στρατιωτικής δύναµης του νησιού είτε γιατί µε αυτόν τον τρόπο η κεντρική κυβέρνηση διατηρούσε ένα έµµεσο µέσο πίεσης προς τους συχνά απείθαρχους Γενίτσαρους. Η κατάσταση αυτή διατηρείται µέχρι το 1826 οπότε ο σουλτάνος Μαχµούτ Β διέλυσε το σώµα των Γενιτσάρων σε όλη την αυτοκρατορία. Για τις ανάγκες του στρατού διατηρούνται µεγάλα αποθέµατα σε σιτάρι και παξιµάδια. Το 1753 αναφέρεται ότι στις δηµόσιες αποθήκες του Χάνδακα 145 Σταυρινίδης., «Ο θεσµός...»,κρ. Χρον., σελ Βλ. κείµενο 3 παραρτήµατος. 147 ετοράκης, ο.π. σελ Τριανταφυλλιδου Baladié Γιολάντα, Το εµπόριο και η οικονοµία της Κρήτης ( ), Βικελαία ηµοτικά Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 1988, σελ An Economic and Social History, ο.π., σελ

53 αποθηκεύτηκαν µουζούρια σιτάρι (περίπου 225 τόνοι) για αυτό το σκοπό. 150 Το σύστηµα απονοµής δικαιοσύνης που εφαρµόστηκε στο νησί δεν διέφερε από αυτό που ίσχυε στην υπόλοιπη Αυτοκρατορία. Η δοµή του, όµως και η λειτουργία του θα εξεταστεί αναλυτικά στο δεύτερο µέρος της µελέτης. Β. 3. ηµογραφικά στοιχεία Η οθωµανική κατάκτηση επέφερε µεγάλη µείωση του πληθυσµού της Κρήτης, γεγονός στο οποίο συνετέλεσε η µεγάλη διάρκεια του πολέµου και η µαζική φυγή πληθυσµού προς τις άλλες βενετικές κτήσεις και την ίδια την µητρόπολη, κυρίως από τα τρία µεγάλα αστικά κέντρα του νησιού. Εικόνα για το µέγεθος του πληθυσµού αυτή την περίοδο µπορούµε να έχουµε είτε έµµεσα µέσω των απογραφών είτε από Ευρωπαίους περιηγητές, οι οποίοι όµως δεν είναι πάντα αξιόπιστοι. Από οθωµανική πηγή του 1671 ο φορολογούµενος πληθυσµός των 11 ανατολικών ναχιγέδων του νησιού και του ναχιγέ Μυλοποτάµου ανέρχεται στις Αν χρησιµοποιήσουµε την αναλογία ένα προς τέσσερα, των φορολογουµένων προς το σύνολο του πληθυσµού, τότε καταλήγουµε ότι ο χριστιανικός πληθυσµός σε αυτές τις περιοχές πρέπει να ήταν κοντά στις Φορολογικοί κατάλογοι του 1687 αναφέρουν οικογένειες χριστιανών φορολογουµένων στο νησί, αριθµός που µε βάση την ίδια αναλογία µας δίνει συνολικό χριστιανικό πληθυσµό του νησιού Παίρνοντας υπόψιν το παραπάνω αποτέλεσµα η µαρτυρία του Άγγλου περιηγητή Randolf ότι το 1687 η Κρήτη έχει συνολικό πληθυσµό ( χριστιανούς, µουσουλµάνους) κρίνεται ως εντελώς αναξιόπιστη. 153 Ο Γάλλος περιηγητής Joseph Pitton de Tournefort µας δίδει σηµαντικές πληροφορίες για τον αστικό πληθυσµό στα τέλη του 17 ου αι. Σύµφωνα µε τον Tournefort τα Χανιά έχουν 150 ετοράκης, ο.π. σελ ετοράκης, ο.π. σελ Βακαλόπουλος, ο.π., ετοράκης, ο.π. σελ

54 αυτή την περίοδο χριστιανούς κατοίκους και µουσουλµάνους. 154 ιαφορετική είναι η εικόνα στον Χάνδακα όπου έχουµε µουσουλµάνους, χριστιανούς κατοίκους ( 800 ελληνορθόδοξους και 200 Αρµένιους) και Εβραίους. 155 Στις αρχές του 18 ου αι. ο πληθυσµός παρουσιάζει αύξηση καθώς σύµφωνα µε τους καταλόγους των φορολογουµένων και ακολουθώντας το παραπάνω σύστηµα, ο πληθυσµός εµφανίζεται να ξεπερνά τις Με το πέρας των πρώτων 50 χρόνων από την κατάκτηση του νησιού και µε την εδραίωση της οθωµανικής κυριαρχίας εµφανίζεται άνοδος του αγροτικού πληθυσµού ενώ στο τέλος του αιώνα οι ξένοι περιηγητές αναφέρουν τον υπερβολικό για τα δεδοµένα της εποχής αριθµό των κατοίκων στο νησί. Πιο κοντά στην αλήθεια πρέπει να βρίσκονται ελληνικές πηγές που αναφέρουν για την προ του 1821 περίοδο πληθυσµό χριστιανών στο νησί και µουσουλµάνων Β Η οθωµανοποίηση των πόλεων Ο Χάνδακας Με την παράδοση του Κάστρου και την φυγή των εναποµείναντων κατοίκων του µαζί µε τα βενετικά στρατεύµατα, η αστική παράδοση που είχε δηµιουργηθεί τα τελευταία χρόνια της βενετικής κυριαρχίας και είχε οδηγήσει στην λεγόµενη Κρητική Αναγέννηση εξαφανίστηκε. 157 Το πέρασµα στην οθωµανική κυριαρχία σηµατοδοτήθηκε από µία πλήρη αλλαγή του χαρακτήρα της πόλης. Ο Χάνδακας έπαψε να αποτελεί µία «ιταλική» πόλη στην Ανατολή και απέκτησε τα στοιχεία εκείνα που χαρακτήριζαν τις οθωµανικές πόλεις της πρώιµης νεωτερικότητας. Καθώς ο πληθυσµός του αποτελείτο πλέον κατά κύριο λόγο από στρατιωτικούς, προσήλυτους και µετανάστες από την κρητική 154 Tournefort, ο.π., σελ Αυτόν τον αριθµό των µουσουλµάνων κατοίκων, τον αναφέρει ο ετοράκης ( ετοράκης, ο.π. σελ. 287). Ο ίδιος ο Tournefort δίνει αναλυτική περιγραφή των στρατιωτικών σωµάτων της πόλης (τον αριθµό των οποίων ανεβάζει στους άνδρες), αναφέροντας απλά ότι «οι υπόλοιποι κάτοικοι της πόλης είναι Τούρκοι» που ανήκουν στα παραπάνω σώµατα, Tournefort, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π. σελ Greene, ο.π., σελ

55 ύπαιθρο, τα κτίρια βενετικού ύφους αποτελούσαν την µόνη ένδειξη ότι η πόλη ήταν κάποτε πρωτεύουσα του βενετικού «Βασιλείου της Κρήτης». Εν τούτοις η Green εντοπίζει οµοιότητες στον οθωµανικό και τον ύστερο βενετικό Χάνδακα από την άποψη ότι το µεγαλύτερο µέρος των κατοίκων της πόλης παρέµεινε ελληνόφωνο και κρητικής καταγωγής, ενώ συνεχίζεται η συνύπαρξη δύο θρησκειών (µε τις όποιες εντάσεις αυτή συνεπάγεται), αυτήν του κατακτητή, που ήταν πλέον το Ισλάµ και αυτή των γηγενών που παρέµεινε η Ορθοδοξία. 158 Σηµαντικές για την περίοδο που ερευνούµε είναι οι αναφορές δύο περιηγητών που µας παραδίδει ο Warren. Ο πρώτος είναι ο Bernard Randolph, ο οποίος βρέθηκε στην Κρήτη το 1680, λίγα χρόνια µετά την παράδοση του Χάνδακα, και ο δεύτερος ο Dr Richard Pocock που επισκέφθηκε το νησί το Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Χάνδακα από τον Randolph. Έντεκα χρόνια µετά την λήξη του πολέµου οι επιπτώσεις της πολιορκίας ήταν ακόµα ορατές στην πόλη και τα περίχωρά της. Συγκεκριµένα αναφέρει: «All the plain for above two miles without the Walls is like a new plow d (sic) field, where you cannot walk, but must see pieces of dead mens (sic) bones». 160 Η αναφορά του Pocock είναι περισσότερο πλήρης καθώς περιλαµβάνει όλες τις πτυχές της ζωής του νησιού. Αξιόλογη είναι και εδώ η περιγραφή του Χάνδακα, καθώς ο συγγραφέας κάνει ιδιαίτερη µνεία στην παρουσία των στρατιωτικών στην πόλη, αναγνωρίζοντας όµως ότι η στρατιωτική ιδιότητα πολλών εξ αυτών δεν είναι ουσιαστική («There are in Candia six thousand men belonging to the six bodies of the Turkish soldiers, but those include all the Turks who are fit to bear arms; for they all belong to some military 158 Greene, ο.π., σελ Warren Peter, 16 th, 17 th and 18 th sentury (sic) British Travellers in Crete, Κρητικά Χρονικά 24 (1972), σελ , σελ. 77 και Warren, ο.π., σελ. 77. Σε αυτό συµφωνεί και ο Tournefort, ο οποίος αναφέρει, τριάντα χρόνια µετά την κατάληψη της πόλης, ότι ο Χάνδακας «είναι ότι αποµένει από µια µεγάλη πολυάνθρωπη πόλη» και ότι «Σήµερα θα είχε ερηµωθεί αν δεν υπήρχε η συνοικία της αγοράς, όπου έχουν συγκεντρωθεί οι κάτοικοι της καλύτερης τάξης». Tournefort, ο.π., σελ

56 body») 161. Παρότι έχουν παρέλθει εβδοµήντα χρόνια από την εγκαθίδρυση της οθωµανικής κυριαρχίας, η πόλη διατηρεί τον βενετικό χαρακτήρα της όπως φαίνεται από την περιγραφή που ακολουθεί: the city is well built, though some parts of it near the ramparts lie in waste; the streets are broad and handsome, and the shops built after the Venetian manner in the piazza there is a fine fountain 162 of Vincenzo; the lower basin is adorned with excellent bass reliefs, the upper basin is supported by four lions, and had in the middle a fine statue by the same hand, which the Turks destroyed. 163 Η πολιτική της αναγκαστικής µετακίνησης πληθυσµών για τον εποικισµό των πρόσφατα αποκτηµένων περιοχών, η οποία είχε ακολουθηθεί από τους Οθωµανούς σε περιπτώσεις παλαιότερων κατακτήσεων, ήταν πλέον σε αχρησία. Οι έποικοι που ήρθαν στον Χάνδακα δεν προέρχονταν από άλλες επαρχίες αλλά από το εσωτερικό του νησιού το οποίο βρισκόταν ήδη εδώ και µία περίπου γενιά υπό οθωµανική κυριαρχία. 164 Ο εξισλαµισµός της πόλης ήταν µία πραγµατικότητα η οποία επιτεύχθηκε µέσω του προσηλυτισµού του ντόπιου πληθυσµού, διαδικασία που ήταν σε εξέλιξη από τα πρώτα κιόλας χρόνια του πολέµου, και όχι µε την µεταφορά Μουσουλµάνων από άλλες περιοχές, όπως είχε συµβεί στην Κύπρο. Το φαινόµενο αυτό ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι, λόγω της µακροχρόνιας πολιορκίας που προηγήθηκε, ο Χάνδακας µπορεί να µην φάνταζε ως το ιδανικό µέρος για την αναζήτηση νέων ευκαιριών. 165 Από την άλλη στο νησί 161 Warren, ο.π., σελ Αναφέρεται στην κρήνη Morosini. 163 Warren, ο.π., σελ Εντυπωσιακή είναι η άποψη της Bierman ότι τα τρία µεγάλα αστικά κέντρα του νησιού κατοικήθηκαν κυρίως από µουσουλµανικούς πληθυσµούς που µεταφέρθηκαν από την Μικρά Ασία, την Αίγυπτο και την Αλβανία (The Ottoman City and Its Parts, edt. by Irene A. Bierman, Rifa at A.Abou- El- Haj & Donald Preziosi, Aristide D.Caratzas,Publisher, New Rochelle, New York 1991, σελ. 55.), καθώς όλοι οι µελετητές και οι κώδικες συµφωνούν στην εντοπιότητα της πλειονότητας του µουσουλµανικού πληθυσµού των πόλεων. Ο εποικισµός από άλλα µέρη της Αυτοκρατορίας ήταν περιορισµένος και αφορούσε κυρίως τους υψηλούς κρατικούς αξιωµατούχους, οι οποίοι διορίζονταν στο νησί και τους ανήκοντες στα στρατιωτικά σώµατα που στάθµευαν εκεί. 165 Παρόλα αυτά από ότι φαίνεται υπήρχαν περιπτώσεις ατόµων που ήρθαν στον Χάνδακα προκειµένου να αναζητήσουν την τύχη τους. Σε µία τέτοια κατηγορία ίσως ανήκει η 56

57 υπήρχε ήδη ένας ικανός αριθµός Μουσουλµάνων, κρητικής καταγωγής, την πλειονότητα των οποίων αποτελούσαν στρατιώτες που υπηρετούσαν στον οθωµανικό στρατό σε σώµατα ατάκτων και οι οποίοι σε µεγάλο βαθµό µπορούσαν να ταυτιστούν µε τους ντόπιους, για να αποτελέσει τον πυρήνα του νέου πληθυσµού της πόλης. 166 Μία εβδοµάδα µετά την µετάβαση της πόλης στην οθωµανική κυριαρχία ο Εβλιά Τσελεµπί, ο οποίος ακολουθούσε το στρατό του Μεγάλου Βεζίρη, κάλεσε τους νέους κυρίαρχους του Χάνδακα στην προσευχή της Παρασκευής. 167 Ο Φαζίλ Αχµέτ Πασάς διέταξε την άµεση επιδιόρθωση των κατεστραµµένων υποδοµών της πόλης ενώ οργανώθηκαν µεγάλοι εορτασµοί για την σηµαντική νίκη. Ο Εβλιά αναφέρει ότι ο Μέγας Βεζίρης προχώρησε στην κατασκευή αποχετευτικών έργων στο Χάνδακα µε την διάνοιξη της κεντρικής λεωφόρου «από το τζαµί της Βαλιντέ Σουλτάνας ως έξω από την πύλη του λιµανιού» 168. Και στον Χάνδακα, όπως και στις υπόλοιπες µεγάλες πόλεις του νησιού, η µετάβαση στην οθωµανική κυριαρχία σηµαδεύτηκε από συµβολικές αλλαγές στον αρχιτεκτονικό ορίζοντα της πόλης. Η καθολική εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου µετατράπηκε σε τέµενος και ονοµάστηκε προς τιµή του σταδιοδροµία του γιατρού Αλέξη Παπάζογλου, ο οποίος αναφέρεται σε δεκατέσσερα συµφωνητικά θεραπείας κήλης, στον Τρίτο Κώδικα, κατά το διάστηµα από τις 9 Ιανουαρίου 1672 (9 Ραµαζάν 1082) (έγγραφο 280) µέχρι τις 25 Μαρτίου 1672 (26 Ζίλκαντε 1082) (έγγραφο 389). Το επίθετό του φανερώνει ότι µάλλον προέρχεται από περιοχή εκτός Κρήτης καθώς δεν συνηθίζεται για τους Κρητικούς η προσθήκη του επιθέµατος «-ογλού» στα πατρωνυµικά τους. Η ολιγόµηνη «καριέρα» του µπορεί είτε να οφείλεται στην µη αποτελεσµατική θεραπεία που προσέφερε, είτε στο γεγονός ότι ο Παπάζογλου µπορεί απλά να αναγκάστηκε να µείνει για κάποιο λόγο στον Χάνδακα, ως ενδιάµεσο σταθµό στο ταξίδι του. Από την σταδιοδροµία του γιατρού συνάγεται επίσης το συµπέρασµα ότι η κήλη, ήταν µία µάλλον διαδεδοµένη ασθένεια κατά την περίοδο. Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει και το πελατολόγειο του Παπάζογλου στο οποίο περιλαµβάνονται µόνο Μουσουλµάνοι, µε την εξαίρεση ενός Αρµένιου. 166 Finkel, ο.π., σελ Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ Προφανώς η χάραξη αυτής της λεωφόρου θα ακολουθούσε την πορεία της σηµερινής οδού 1866 από την πλατεία Κορνάρου, βόρεια µέχρι την οδό ικαιοσύνης και από εκεί την πορεία της οδού 25 ης Αυγούστου, πάλι βόρεια προς το λιµάνι. 57

58 Σουλτάνου. Η επιλογή του ναού εξυπηρετούσε τους σκοπούς της αυτοκρατορικής προπαγάνδας καθώς λόγω της θέσης του, ο µιναρές του τεµένους θα φαινόταν από µακριά και από τις χερσαίες αλλά και από τις θαλάσσιες οδούς που οδηγούσαν στην πόλη. 169 Με αυτόν τον τρόπο η οθωµανική εξουσία έκανε έκδηλη την παρουσία της στο νησί. 170 Μία άλλη διάσταση αυτής της «οθωµανοποίησης» των κρητικών πόλεων, η οποία φανερώνει και την µετατόπιση της εξουσίας από τον σουλτανικό οίκο στους οίκους των πασάδων, από τον 17 ο αι. και έπειτα, είναι και το γεγονός ότι τα σουλτανικά τζαµιά στις τρεις µεγάλες πόλεις του νησιού είχαν περισσότερο συµβολικό ρόλο παρά χρηστικό. Τα σηµαντικότερα τζαµιά τόσο στο Ρέθυµνο όσο και στον Χάνδακα, από την άποψη της εξυπηρέτησης της πλειονότητας των πιστών, χρηµατοδοτούνταν από κοινωφελή ιδρύµατα τα οποία είχαν ιδρυθεί από κρατικούς αξιωµατούχους που έπαιξαν ρόλο στην κατάκτηση του νησιού, µε επιφανέστερο ανάµεσά τους τον ίδιο τον Μεγάλο Βεζίρη, και από την βαλιντέ σουλτάνα Τουρχάν. Ένα µέρος της ακίνητης περιουσίας που εγκαταλείφθηκε από τους αποχωρήσαντες Βενετούς και τους κατοίκους της πόλης που τους ακολούθησαν παραχωρήθηκε από τον Μεγάλο Βεζίρη 171 για την κάλυψη των αναγκών αυτών των κοινωφελών ιδρυµάτων 169 The Ottoman City, ο.π., σελ Αυτή η αρχιτεκτονική σηµειολογία είναι περισσότερο φανερή στην περίπτωση του Ρεθύµνου όπου το σουλτανικό τζαµί βρίσκεται στο βενετικό φρούριο (Φορτέτζα), το οποίο επιστέφει τη πόλη όντας σε ύψωµα. Με αυτόν τον τρόπο η εικόνα του τεµένους µε τον µιναρέ του ήταν ορατή από µακριά στα καράβια που πλησίαζαν στο λιµάνι της πόλης. Το κατά πόσον η συγκεκριµένη επιλογή εξυπηρετούσε καθαρά τους σκοπούς της κρατικής προπαγάνδας φαίνεται από το γεγονός ότι το εν λόγω τζαµί δεν ήταν ιδιαίτερα λειτουργικό για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών του µουσουλµανικού πληθυσµού. 171 Η οικοδοµική δραστηριότητα του Φαζίλ Αχµέτ Πασά δεν περιορίστηκε στην Κρήτη. Ο Goffman αναφέρει ότι στα 1670 ο Μέγας Βεζίρης χρηµατοδοτεί την ανέγερση ενός υδραγωγείου, ενός πανδοχείου, µίας στεγασµένης αγοράς, δηµόσιων λουτρών και ενός τελωνειακού υπόστεγου στη Σµύρνη Goffman, ο.π., σελ Η χρονολογία (ένα µόλις χρόνο µετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Κρήτης), σε συνδυασµό µε την µεγάλη κτηµατική περιουσία που δηµιούργησαν οι Köprülü στο νησί ίσως αποτελεί την ένδειξη για το οικονοµικό υπόβαθρο της πλουσιοπάροχης αυτής δωρεάς. 58

59 ενώ το υπόλοιπο πωλήθηκε σε ιδιώτες (κυρίως στρατιωτικούς) έπειτα από πλειστηριασµό, γεγονός που επίσης συνετέλεσε στον εποικισµό της πόλης. 172 Όσον αφορά τις υπόλοιπες σηµαντικές πόλεις του νησιού και το Ρέθυµνο και τα Χανιά είχαν πλέον πληθυσµό αποτελούµενο κυρίως από Μουσουλµάνους, παρότι «the houses here are intire (sic) according to the Venetian manner». 173 Το γεγονός ότι οι κάτοικοι των πόλεων ήταν σε µεγάλο βαθµό Μουσουλµάνοι (προφανώς εξισλαµισµένοι γηγενείς) οφείλεται ασφαλώς στην φυγή των Χριστιανών µετά την αποχώρηση των βενετικών στρατευµάτων. Παρόλα αυτά, όπως αναφέρει και ο Randolph, είχαν δηµιουργηθεί χριστιανικές συνοικίες εκτός των τειχών 174 (τα λεγόµενα βαρόσια, που συναντάµε και στην Κύπρο αλλά και σε άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας). Τέλος, µε την εξαφάνιση της αστικής τάξης της βενετικής περιόδου και την γενικότερη πολιτιστική παρακµή που την ακολούθησε παρατηρείται και µία σύγκληση στο πεδίο της υψηλής κουλτούρας σηµάδι της οποίας ήταν η υιοθέτηση του τρόπου ζωής υψηλών οθωµανών αξιωµατούχων από τους κρητικούς προύχοντες. 175 Β Εξισλαµισµοί Ο εξισλαµισµός µέρους του κρητικού πληθυσµού αποτελεί ένα σύνθετο φαινόµενο κύριες χαρακτηριστικά του οποίου είναι η πρώιµη έναρξή του, πριν 172 Finkel, ο.π., σελ Τα εν λόγω ιδρύµατα όπως τονίζει η Finkel (στο ίδιο, σελ. 353) έπαιξαν σηµαντικό ρόλο στην διάδοση της οθωµανικής και ισλαµικής κουλτούρας στη νέα κτήση. 173 Warren, ο.π., σελ Warren, ο.π., σελ. 80. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Χάνδακας όπου λόγω της πλήρους ερήµωσης της πόλης, επιτράπηκε η κατοίκηση χριστιανών εντός των τειχών, στα πλαίσια της προσπάθειας εποικισµού της. 175 An Economic and Social History, ο.π., σελ Η σύγκλιση αυτή δεν περιοριζόταν µόνο στις τάξεις της ελίτ των δύο κοινοτήτων. Χαρακτηριστικό είναι το µπουγιουρντί το οποίο εκδίδει ο διοικητής Κρήτης Κιαµήλ Πασάς (Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., έγγραφο 842) στις 25 Αυγούστου 1762 (4 Σαφέρ 1176) µε το οποίο απαγορεύεται στους Χριστιανούς του Χάνδακα να κυκλοφορούν ενδεδυµένοι κατά τον µουσουλµανικό τρόπο. 59

60 την ολοκληρωτική κατάκτηση του νησιού, οι µεγάλες διαστάσεις που αυτός έλαβε µε αποτέλεσµα την δηµιουργία ενός συµπαγούς πυρήνα µουσουλµανικού πληθυσµού στο νησί και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τελευταίου που ήταν η διατήρηση της ελληνοφωνίας και σε µεγάλο βαθµό της τοπικής ταυτότητας. Όλα τα παραπάνω κάνουν την περίπτωση της Κρήτης ιδιαίτερη και ανάλογη ίσως µόνο µε αυτή της Βοσνίας. Ο εξισλαµισµός στην Κρήτη είχε δύο κύριες µορφές, τον ατοµικό εξισλαµισµό και τον εξισλαµισµό που προερχόταν από µικτούς γάµους 176. Η διαδικασία του ατοµικού εξισλαµισµού λάµβανε χώρα ενώπιον του ιεροδίκη 177 όπου ο προσήλυτος προχωρούσε σε απαγγελία του µουσουλµανικού συµβόλου της πίστεως και έπαιρνε ένα καινούργιο, µουσουλµανικό όνοµα. Όσον αφορά τους µικτούς γάµους, ο εξισλαµισµός µπορεί να προέκυπτε εάν 176 Η µεγάλη διάδοση των µικτών γάµων είναι µία εικόνα που αναδύεται ανάγλυφα και µέσα από τους κώδικες του ιεροδικείου Ηρακλείου. Σίγουρα η κύρια αιτία του γεγονότος ήταν ότι οι Οθωµανοί δεν έφεραν γυναίκες στο νησί, εποµένως όσοι από αυτούς εγκαθίστανται στην Κρήτη µετά την κατάκτηση, παίρνουν ντόπιες συζύγους. Η σχετική ευκολία µε την οποία η Κρητικές εισέρχονταν σε τέτοιου είδους γάµους δεν µπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στη βία. Ενδιαφέρουσα είναι η θέση της Greene ότι οι Κρητικοί, ήδη από την βενετική περίοδο, είχαν εξοικειωθεί µε την ιδέα µίας επίσηµης θρησκείας (αυτής του ξένου επικυρίαρχου) η οποία µεταφέρεται στους απογόνους από τον πατέρα και µε την οποία συνεπάγονταν κάποια προνόµια και της Ορθοδοξίας η οποία µπορούσε να διατηρείται από τις γυναίκες της οικογένειας. Greene, ο.π., σελ Ο Χιδίρογλου αναφέρει ότι η διαδικασία λάµβανε χώρα και ενώπιον µαρτύρων (Χιδίρογλου Παύλος, «Εξισλαµισµοί στην Κρήτη», Πεπραγµένα του ιεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου: Ηράκλειο 29 Αυγούστου- 3 Σεπτεµβρίου 1976, τόµος Γ : Νεώτεροι Χρόνοι, σελ , σελ.344), όµως στις περισσότερες περιπτώσεις εξισλαµισµού που αναφέρονται στον Τρίτο Κώδικα, δεν υπάρχει η αναφορά των ονοµάτων των µαρτύρων στο τέλος της καταγραφής της υπόθεσης. Το γεγονός αυτό αποτελεί µάλλον σύµπτωση. Η εικόνα από τον Πέµπτο Κώδικα είναι διαφορετική, καθώς σε αρκετές από τις υποθέσεις εξισλαµισµού καταγράφονται οι µάρτυρες στο τέλος της υπόθεσης (για παραδείγµατα βλ. Βαρούχα Χαιρέτη Σαρηγιάννης, ο.π., εγγρ. α, β, γ, ε, ι,ια,ιβ και ιγ ).. Από την άλλη όµως, δεν αναφέρεται η καταγωγή των προσήλυτων. Ακόµα ο συγγραφέας αναφέρει ότι «σε πολλές περιπτώσεις εγγράφονται και οι αιτίες των εξισλαµισµών» (Χιδίρογλου, ο.π., σελ. 345) και αυτή η θέση, όµως, δεν συµφωνεί µε τα δεδοµένα του Τρίτου Κώδικα και του Πέµπτου Κώδικα. Γενικότερα οι καταγραφές των εξισλαµισµών στον Κώδικα είναι πολύ λακωνικές. Οι µόνες πληροφορίες που δίνονται είναι το όνοµα των προσήλυτων, η καταγωγή τους και το νέο, µουσουλµανικό, όνοµα το οποίο λαµβάνουν. 60

61 η σύζυγος επιθυµούσε να διατηρήσει την επιµέλεια των παιδιών σε περίπτωση διάλυσης του γάµου ή θανάτου του συζύγου. 178 Λαµβάνοντας υπόψιν την αναφορά του Jennings ότι στην περίπτωση που µία γυναίκα προσηλυτιζόταν στο Ισλάµ και ο σύζυγός της δεν επιθυµούσε να την ακολουθήσει ο γάµος διαλυόταν, ίσως θα µπορούσαµε να υποθέσουµε ότι ένα κίνητρο για τον εξισλαµισµό αρκετών γυναικών να ήταν και η επιθυµία τους να αποχωρήσουν από ένα γάµο, επιθυµία που δύσκολα θα πραγµατοποιούνταν, αν όχι ποτέ, υπό κανονικές συνθήκες. 179 Από την άλλη δεν ήταν σπάνιες και οι περιπτώσεις οµαδικών εξισλαµισµών, τουλάχιστον κατά τα χρόνια του Κρητικού Πολέµου, όπως αναφέρει και ο Εβλιά Τσελεµπί 180 και ο Ναϊµά. 181 Το φαινόµενο µνηµονεύεται και από τον Μπουνιαλή. 182 Είναι αµφίβολο όµως το κατά πόσον οι εν λόγω οµαδικοί εξισλαµισµοί ενείχαν το στοιχείο της βίας. Καθώς και οι τρεις συγγραφείς γράφουν για την περίοδο του Κρητικού Πολέµου, θα ήταν 178 Ο Χιδίρογλου σηµειώνει ότι ένας ακόµα λόγος για την προσχώρηση ενός ατόµου στο Ισλάµ ήταν και η παύση της ποινικής δίωξης και παραθέτει τους παρακάτω στίχους δηµοτικού τραγουδιού προς υποστήριξη της παραπάνω θέσης : «Πιάνουν µπισταγκωνίζουνται/ Να τόνε καταλύσουν/ Τούρκεψε σκύλε Κωνσταντή/ Να γίνεις Μουσουλµάνος/ Να προσκυνάς εις το τζαµί/ και νάµπης (sic) στο κιτάπι..». Χιδίρογλου, ο.π., σελ 345. Σε αυτό συµφωνεί και ο Πεπονάκης, ο οποίος παραθέτει απόσπασµα από τον B. Lucca, ο οποίος στα 1660, έγραφε: «...ορισµένοι θέλουν µέσω του εξισλαµισµού τους να αποκτήσουν γη, άλλοι να πάρουν αµνηστία, για κάποια πράξη τους, που θα επέφερε τιµωρία» Πεπονάκης, ο.π., σελ. 33. Παρόλα αυτά σε καµία από τις υποθέσεις εξισλαµισµού που αναφέρονται στους υπό µελέτη κώδικες δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο. Πέραν του γεγονότος ότι η φύση των καταγραφών είναι εξαιρετικά περιληπτική, ίσως το γεγονός ότι η αιτία του εξισλαµισµού δεν είναι ιδιαίτερα τιµητική να συµβάλει και στην απουσία της από τους κώδικες. 179 Jennings Ronald C., Divorce in the Ottoman Sharia Court of Cyprus, , Studia Islamica, No. 78 (1993), σελ , σελ Στην απογραφή του νησιού που παρατίθεται από τον Τσελεµπί σηµειώνεται η ύπαρξη εφτά χιλιάδων εξωµοτών («εφτά χιλιάδες Ρωµιοί άλλαξαν την πίστη τους»). εν προσδιορίζεται όµως χρονικά η µεταστροφή τους ούτε εάν αυτό το νούµερο ανταποκρίνεται στο συνολικό αριθµό των εξισλαµισθέντων του νησιού. Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ Ο Ναϊµά, σύµφωνα µε τον Χιδίρογλου, κάνει λόγο µόνο για µερικές εκατοντάδες εξισλαµισµένων. Χιδίρογλου, ο.π., σελ «όπου πολλοί οι Χριστιανοί γιαµια σαλαβατίσα, / και τσι σταυρούς ερίχτασι, την πίστην αθετήσα». Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής, Ο Κρητικός Πόλεµος ( ), εισαγ. επιµ. Α. Ν. Νενεδάκης, Αθήνα 1979, σελ. 310, στ

62 αντιφατικό οι Οθωµανοί να επιχειρούσαν τον βίαιο εξισλαµισµό του ορθόδοξου πληθυσµού τη στιγµή που αυτός ήταν θετικά διακείµενος απέναντί τους (τουλάχιστον οι κάτοικοι της υπαίθρου) και η κατάκτηση του νησιού δεν είχε ακόµη ολοκληρωθεί. Ο εξισλαµισµός συνοδεύτηκε και στην Κρήτη από την εµφάνιση του φαινοµένου του Κρυπτοχριστιανισµού. Επειδή όµως η περίοδος η οποία εξετάζεται είναι ιδιαίτερα πρώιµη για τέτοιου είδους αναλύσεις και καθώς σηµαντικά στοιχεία για το φαινόµενο εµφανίζονται κυρίως από τον 19 ο αι., όταν µετά το Hatt ı Hümayun του 1856 άρχισαν να εµφανίζονται δηµόσια πολλοί από τους κρητικούς κρυπτοχριστιανούς 183, δεν θα επιχειρηθεί εδώ περαιτέρω ανάλυση του φαινοµένου. Το κρητικό Ισλάµ έλαβε µία περισσότερο µυστικιστική κατεύθυνση µε φηµισµένους εκπροσώπους του τον σεΐχη Ιζεντίν ( Izz ed- Din) και τον άγιο και ιδρυτή τεκκέ Χαγί Μπεκτασί (Hağğî Bektaşî) του Χάνδακα. 184 Όσον αφορά την εξάπλωση των σουφικών ταγµάτων, ο Τσελεµπί, στην περιγραφή του των τριών µεγάλων πόλεων του νησιού αναφέρει την ύπαρξη δεκαέξι τεκέδων στον Χάνδακα 185, τριών τεκέδων στο Ρέθυµνο 186 και επτά στα Χανιά 187 Κατά τα άλλα, στο νησί δεν δηµιουργήθηκε κανένα ισλαµικό κέντρο ικανής φήµης ώστε να µετατραπεί σε κέντρο προσκυνήµατος, το οποίο να ελκύει Μουσουλµάνους εκτός του νησιού, ούτε κάποιο σηµαντικό κέντρο µελέτης του Ισλάµ, µε ανάλογες βιβλιοθήκες. Αντίθετα, στην ανάλογη 183 Χιδίρογλου, ο.π., σελ Χιδίρογλου, ο.π., σελ Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ Εντύπωση προκαλεί η ύπαρξη τόσο µεγάλου αριθµού τεκέδων στο Χάνδακα, καθώς το ύστερο της κατάκτησής του θα δικαιολογούσε µάλλον το αντίθετο. Ίσως η εικόνα αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της είκοσι ενός ετών πολιορκίας µεγάλος αριθµός στρατευµάτων βρισκόταν καθηλωµένος έξω από τα τείχη της πόλης. Το σουφικό Ισλάµ από τη γένεσή του έβρισκε µεγάλη διάδοση στις περιοχές των συνόρων καθώς και στις τάξεις του στρατού. εν πρέπει να λησµονείται η µεγάλη συµβολή των δερβίσηδων, κυρίως του τάγµατος των Μπεκτασή, στη διάδοση του Ισλάµ στις βαλκανικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, κατά την περίοδο της προώθησης των Οθωµανών στα Βαλκάνια. Η Κρήτη, όντας µία νέα κατάκτηση, προσφερόταν ως πεδίο προσηλυτιστικής δράσης και αγώνα κατά των απίστων για τους δερβίσηδες. 186 Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ

63 περίπτωση της Κύπρου διαπιστώνουµε την ίδρυση του περίφηµου Τεκέ της Λάρνακας (Hala Sultan Tekkesi), φηµισµένου στον κόσµο του Ισλάµ µε βιβλιοθήκη που περιλαµβάνει πολλά σηµαντικά ερµηνευτικά βιβλία του Κορανίου και τελετουργικών της µουσουλµανικής θρησκείας. Το παραπάνω φαινόµενο ίσως εξηγείται από το γεγονός ότι στην Κρήτη την συντριπτική πλειονότητα του µουσουλµανικού πληθυσµού αποτελούσαν προσήλυτοι, κρητικής καταγωγής, των οποίων η αποδοχή του Ισλάµ είχε ως κύριο κίνητρο την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Αντίθετα στην Κύπρο, ο µουσουλµανικός πληθυσµός προήλθε από µετακίνηση πληθυσµών από την οθωµανική ενδοχώρα που ήταν ήδη εξοικειωµένοι µε την µουσουλµανική θρησκεία, τις αρχές και την θεολογία της, γεγονός που θα επέτρεπε ίσως την περεταίρω ανάπτυξή της στο νέο έδαφος. Στα παραπάνω ίσως θα µπορούσε να προστεθεί και το γεγονός ότι η Κύπρος βρίσκεται εγγύτερα στα µεγάλα µουσουλµανικά κέντρα της Μέσης Ανατολής και της Αιγύπτου και εποµένως πιο κοντά στην επιρροή της ανεπτυγµένης αραβικής θεολογικής σκέψης. Όπως αναφέρει και ο Χιδίρογλου, «οι εξισλαµισθέντες Κρήτες δεν είχαν καµµία τελετουργική σχέση µε την θρησκεία που έδέχοντο». Σηµαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε προφανώς και η διατήρηση της ελληνοφωνίας από τους προσήλυτους (πέραν της µηχανικής αναπαραγωγής των προσευχών στην αραβική γλώσσα) που τους απέκοψε από την ισλαµική θεολογική φιλολογία. 188 Οι εξισλαµισµοί που έλαβαν χώρα, ενώ δεν είχαν συστηµατικό χαρακτήρα, επέφεραν σταδιακή αλλοίωση του πληθυσµού, παρότι οι εξισλαµισµένοι διατήρησαν σε µεγάλο βαθµό µία τοπικιστική συνείδηση. Οι εξισλαµισµοί στην Κρήτη, όπως και αλλού, στην πλειονότητά τους αποτελούσαν προϊόν ατοµικής επιλογής και σπάνια αναφέρονται φαινόµενα µαζικών εξισλαµισµών. Όπως και να έχει και στις δύο περιπτώσεις τα κίνητρα εξισλαµισµού παρέµεναν η επιθυµία για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης και την απόκτηση ευκαιριών για κοινωνική ανέλιξη. 188 Χιδίρογλου, ο.π., σελ

64 Β Η Εκκλησία Μία από τις πρώτες ενέργειες των Οθωµανών µετά την έναρξη του Κρητικού Πολέµου και της εδραίωσής τους στο νησί, ήταν και η ανασύσταση της Κρητικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η κίνηση αυτή πρέπει να οφείλεται εν µέρει, πέραν της πάγιας οθωµανικής πολιτικής που αφορούσε τον προσεταιρισµό των ορθοδόξων, και στην δράση του Παναγιώτη Νικούσιου, ο οποίος κατείχε την περίοδο αυτή το αξίωµα του Μεγάλου ιερµηνέα. 189 Πρώτος Μητροπολίτης του νησιού χειροτονήθηκε ο Νεόφυτος Πατελλάρος, ο οποίος και κατέφθασε στη Κρήτη το 1647, δύο χρόνια µετά την έναρξη του πολέµου. 190 Την ανασύσταση της ορθόδοξης εκκλησιαστικής ιεραρχίας στο νησί ακολούθησε και η επανίδρυση των επιµέρους επισκοπών. Ήδη σε χειρόγραφο του 1659 αναφέρονται δώδεκα επισκοπές χωρίς όµως να υπάρχει διορισµένος επίσκοπος σε όλες. 191 Σύντοµα κατοχυρώθηκαν και οι χρηµατικές εισφορές που λάµβανε ο Μητροπολίτης Κρήτης από τους ιερείς και από τους υπόλοιπους Χριστιανούς του νησιού. όπως αναφέρεται σε αίτηση του Μητροπολίτη Φωτίου προς τον Γενικό ιοικητή Κρήτης και τον Σουλτάνο (6 Φεβρουαρίου 1721) 192, «είναι παλαιά συνήθεια να µου δίδει έκαστος ιερεύς µίαν Οθωµανικήν λίραν και έκαστος πολίτης 12 παράδες 193 γερούς». Στην ίδια αίτηση αναφέρεται ότι η φορολόγηση αυτή είχε επικυρωθεί µε παλαιότερο σουλτανικό φιρµάνι. 194 Καθώς η αίτηση χρονολογείται 52 έτη µετά την κατάκτηση του νησιού είναι µάλλον λογικό να υποθέσουµε ότι η παραπάνω χρηµατική εισφορά θα πρέπει 189 Ν. Β. Τωµαδάκης, «Σύντοµον διάγραµµα της Ιστορίας της Εκκλησίας της Κρήτης επί Τουρκοκρατίας», ελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος 14 (1960), σελ και , σελ Τωµαδάκης, ο.π., σελ Αναλυτικά για τις επισκοπές της Κρήτης, βλ. Τωµαδάκης, ο.π., σελ Ο Τωµαδάκης προφανώς εκ παραδροµής τοποθετεί την αίτηση στα Τωµαδάκης, ο.π., σελ Προφανώς εδώ εννοούνται άσπρα, αφού το ποσόν αυτό προοριζόταν για την εκπλήρωση των χρηµατικών υποχρεώσεων του Μητροπολίτη προς την τοπική και αυτοκρατορική διοίκηση. 194 Έγγραφα Ιεροδικειού Ρεθύµνης, ο.π., σελ Ο Τωµαδάκης σηµειώνει ότι Μητροπολίτης Κρήτης µε αυτό το όνοµα δεν αναφέρεται στις πηγές. Τωµαδάκης, ο.π., σελ

65 να είχε καθιερωθεί ήδη από τα πρώτα χρόνια µετά την κατάκτηση, αν όχι µετά την έναρξη του πολέµου. Επιπλέον µε σουλτανικό φιρµάνι, το οποίο φέρει την ίδια ηµεροµηνία, καθιερώνεται η ανεξαρτησία της Μονής Αρκαδίου από τον Μητροπολίτη Κρήτης λόγω του σταυροπηγιακού καθεστώτος που την διέπει. 195 Όπως αναφέρει ο Τωµαδάκης, η Μητρόπολη Κρήτης εκµισθωνόταν προς άσπρα τα οποία παρέµεναν στο επαρχιακό ταµείο της Κρήτης ως τακτικό έσοδο. Πέραν αυτών, ο Μητροπολίτης όφειλε και µία ετήσια δωρεά στο αυτοκρατορικό ταµείο αξίας άσπρων. Για να διευκολυνθεί στην συγκέντρωση των παραπάνω ποσών, είχε θεσπισθεί η χρηµατική εισφορά των δώδεκα άσπρων, που αναφέρθηκε παραπάνω. Ανάλογο φόρο µε αυτό που δικαιούνταν ο Μητροπολίτης εισέπραττε και το Οικουµενικό Πατριαρχείο. Επιπλέον τα εισοδήµατα του Μητροπολίτη, η προσωπική του περιουσία καθώς και οι σε είδος εισφορές προς αυτόν εξέπιπταν της κρατικής φορολόγησης. 196 Β. 4. Φορολογικό σύστηµα Γαιοκτησία Με την ολοκλήρωση της κατάκτησης του νησιού, µε την παράδοση του Χάνδακα, τελείται απογραφή των γαιών και των φορολογουµένων στο νησί. 197 Το 1671 εκδίδεται ο πρώτος κανουνναµές 198 για τον καθορισµό των φόρων. 195 Έγγραφα Ιεροδικειού Ρεθύµνης, σελ Τωµαδάκης, ο.π., σελ Η πρώτη απογραφή του νησιού διενεργήθηκε από τον Ντεφτερντάρη των Χανίων Μεχµέτ Πασά το 1650, όταν δηλαδή είχε ολοκληρωθεί η κατάκτηση του µεγαλύτερου µέρους του νησιού και η πολιορκία του Χάνδακα διήνυε το δεύτερο χρόνο της. Η επόµενη απογραφή για την οποία και γίνεται λόγος λαµβάνει χώρα το 1670 από ένα γραφέα του σώµατος των Γενιτσάρων, τον Ντεφτέρζαντε Μεχµέντ Εφέντη. Gülsoy, ο.π., σελ Ο συγκεκριµένος καννουναµές είναι αχρονολόγητος. Όµως µέσα από τον συνδυασµό στοιχείων που µας είναι γνωστά από άλλες πηγές καταλήγουµε ότι η πιθανότερη ηµεροµηνία έκδοσής του είναι το Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., σελ., σελ. µθ και ετοράκης, ο.π., σελ

66 Το 1669 είχε προηγηθεί η έκδοση κανουνναµέ για τον καθορισµό των τελωνειακών δασµών. 199 Οι γαίες στο νησί χωρίζονται σε έξι κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία περιλαµβάνει τις δηµόσιες βενετικές γαίες, οι οποίες περιέρχονται αυτοµάτως υπό την κυριότητα του κράτους και µετατρέπονται σε αυτοκρατορικά κτήµατα (havas-i hümayun). Ακολουθούν τα τεµλίκια (temlik), δηλαδή µεγάλα κτήµατα και χωριά που παραχωρούνται από τον σουλτάνο σε ανώτερους αξιωµατούχους, οι οποίοι ξεχώρισαν µε τις υπηρεσίες τους κατά την διάρκεια του πολέµου και πάνω στα οποία οι κάτοχοί τους έχουν δικαίωµα πλήρους ιδιοκτησίας και τα κτήµατα υψηλής απόδοσης αλλά χωρίς δικαιώµατα πλήρους ιδιοκτησίας (zeamet) 200 που παραχωρούνταν σε στρατιωτικούς αξιωµατούχους καθήκον των οποίων ήταν η τήρηση της τάξης και της ασφάλειας του νησιού. Σε µία τέταρτη κατηγορία ανήκουν τα τιµάρια (timar), τα οποία αφορούν εκτάσεις µικρότερες από τις δύο προηγούµενες κατηγορίες, οι οποίες όµως επίσης χρησιµοποιούνται ως ανταπόδοση στρατιωτικών υπηρεσιών που προσφερθήκαν στο κράτος, σε αυτή την περίπτωση, όµως, από ιδιώτες. Η πέµπτη κατηγορία περιλαµβάνει τις γαίες που αφιερώθηκαν σε ιερά καθιδρύµατα (vakıf). Τέλος όσες γαίες παρέµειναν στην κατοχή των ιδιοκτητών τους µετά την κατάκτηση (araz-i haraciye), περιήλθαν σε µία έκτη κατηγορία Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., έγγραφο Συνολικά ανέρχονται σε δεκαεπτά σε ολόκληρο το νησί : οχτώ στο Χάνδακα, τέσσερα στο Ρέθυµνο και πέντε στα Χανιά, Σήφακας Αντώνιος Γ., «Το υπό των Τούρκων εισαχθέν εις Κρήτην φορολογικόν σύστηµα», σελ , Επετηρίς Κρητικών Σπουδών, τόµος ΙΙΙ, 1940, σελ Πεπονάκης, ο.π., σελ. 41. Όσον αφορά τον χωρισµό της γης διακρίνουµε την συνύπαρξη στην Κρήτη γαιών τύπου miri και mülk καθώς και ενός ιδιότυπου temlik, του οποίου οι ιδιοκτήτες είναι υποχρεωµένοι να πληρώνουν φόρο (βλ. κείµενο 5 παραρτήµατος). ετοράκης, ο.π. σελ , Σταυράκης, ο.π., σελ. 149 και και Σήφακας, ο.π., σελ Ενδιαφέρουσα σε αυτό το σήµειο είναι και η µελέτη της Ευγενίας Κερµελή για το σύστηµα γαιοκτησίας που εφαρµόστηκε στην Κρήτη µετά την οθωµανική κατάκτηση. Η συγγραφέας καταλήγει στο συµπέρασµα ότι «Crete was an experiment in profit making crops cultivated by sharecropping methods. The Ottomans transformed local custom vis-à-vis their needs. Moreover, while doing so they were faithful to their own tradition as prescribed by Ebussuud a century later. The use of Islamic terms to articulate their needs was a reflection of the changes that the Empire was going through», Kermeli Eugenia, Caught between Faith 66

67 Οι µη µουσουλµάνοι κάτοικοι του νησιού είναι υποχρεωµένοι να πληρώνουν τον κεφαλικό φόρο και δύο ειδών έγγειους φόρους. 202 Ανάλογα µε την τάξη στην οποία ανήκαν (εύποροι, µεσαίοι και άποροι) ο κεφαλικός φόρος είχε υπολογιστεί σε 675 άσπρα για τους εύπορους, 336 άσπρα για τους µεσαίους και 168 για τους άπορους. 203 Ο κεφαλικός φόρος καταβάλλεται πάντα σε χρήµα και χρησιµοποιείται για την µισθοδοσία του στρατού. Επιπλέον σύµφωνα µε την Τριανταφυλλίδου Baladié η εξόφληση γινόταν σε τέσσερις δόσεις. 204 Υπόχρεοι στην καταβολή του είναι όλοι οι άρρενες έγγαµοι χωρίς να εξαιρούνται και οι ιερείς. Το πρώτο είδος έγγειου φόρου ονοµάζεται χαράτς ι µουκασεµέ (haraç-i mukaseme) και υπολογίζεται στο 1/5 της παραγωγής, χωρίς να λείπουν οι οικονοµικές ατασθαλίες των φοροεισπρακτόρων που συχνά το ανέβαζαν στο 60% της παραγωγής. Ο παραπάνω φόρος, θεωρητικά, παραδιδόταν πάντοτε σε είδος. Ο δεύτερος έγγειος φόρος ήταν το χαράτς ι µουκατά (haraç-i mukataa), ο οποίος αφορούσε τα αµπέλια και τους κήπους και υπολογιζόταν σε 140 άσπρα ανά τζερίπι 205 (περίπου 17,5 τµ.). 206 and Cash : The Ottoman Land System of Crete, σελ , σελ. 48, στο The Eastern Mediterranean Under Ottoman Rule : Crete, , Halcyon Days in Crete VI, A Symposium Held in Rethymno January 2006, επιµ. Antonis Anastasopoulos, Crete University Press, Rethymno Ο Τσελεµπί αναφέρει σχετικά µε την φορολογία που επιβλήθηκε στους Χριστιανούς του νησιού : ««και από τα σαράντα τέσσερα είδη φόρων, αποφασίστηκε µε φερµάνι να ζητηθούν µονάχα τέσσερις και αυτοί µόνο από τους ρεαγιάδες. Σύµφωνα µε τις επιταγές του Προφήτη Οµέρ ορίστηκε φόρος µελισσιού, δεκάτη των σιτηρών µία φορά το χρόνο, στρεµµατικός και φόρος µποστανιών µαζί µε τον κεφαλικό, ενώ µε σουλτανικά φερµάνια οι ρεαγιάδες της Κρήτης εξαιρέθηκαν από τους υπόλοιπους φόρους». Παρόλα αυτά στον Καννουναµέ του νησιού αναφερέται ρητά ότι απαγορεύεται η λήψη του φόρου κυψελών (resm - i güvare), βλ. Κείµενο 2 παραρτήµατος. Επιπλέον, η αναφορά στον «Προφήτη Οµέρ» (προφανώς εννοεί τον Χαλίφη Όµαρ) είναι ενδεικτική της λεγόµενης επιστροφής στην ισλαµική παράδοση η οποία επιχειρήθηκε στο νησί. Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ Λόγω της υποτίµησης του άσπρου ο φόρος οριζόταν σε δράµια ασηµιού (dirhem), εδώ η µετατροπή σε άσπρα έγινε σύµφωνα µε την αναλογία 1 δράµι ασηµιού προς 14 άσπρα. Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., σελ να και Σήφακας, ο.π., σελ Τριανταφυλλιδου Baladié, ο.π., σελ Μέτρο επιφάνειας ίσο µε 60 x 60 πήχεις, σύµφωνα µε το Νέο Κανουνναµέ της Κρήτης. Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., σελ. κη. 67

68 Οι κάτοικοι της υπαίθρου ήταν υποχρεωµένοι να καταβάλλουν και άλλα προϊόντα όπως ζώα και ποσότητες µαλλιού, άχυρα, καυσόξυλα, λάδι, µέλι τυρί, σταφίδες κ.λ.π). Το καλοκαίρι, µάλιστα, έπρεπε να µεταφέρουν φορτία χιόνι από τον Ψηλορείτη και τις Μαδάρες. 207 Κάποιοι προκειµένου να αποφύγουν την φορολογία έπαψαν να καλλιεργούν τις γαίες τους αλλά το 1685 θεσµοθετείται φόρος επί των ακαλλιέργητων γαιών µε βάση την παραγωγή των προηγούµενων ετών. Παράλληλα µε την οικονοµική καταπίεση από τους κρατικούς αξιωµατούχους 208, εµφανίστηκε και το φαινόµενο της οικονοµικής καταπίεσης από τους χριστιανούς κετχουντάδες (πρόεδροι των επαρχιών). Η Μητρόπολη της Κρήτης, όπως αναφέρθηκε, εκµισθώνεται και αυτή προς άσπρα τα οποία κατατίθενται στον Ντεφτερντάρη του νησιού, ως τακτικό έσοδο του Εγιαλετιού. Όπως επίσης προειπώθηκε, ο Μητροπολίτης είναι υποχρεωµένος να καταβάλλει άσπρα το χρόνο επιπλέον ως δώρο στο αυτοκρατορικό ταµείο. Σε αυτές τις εισφορές θα πρέπει να προστεθούν και τα πεσκέσια που έπρεπε να στέλνει τακτικά ο µητροπολίτης στον Πασά και τους ανώτερους αξιωµατούχους στις µεγάλες εορτές. Για την συγκέντρωση των παραπάνω ποσών κάθε έγγαµος χριστιανός φορολογείται µε 12 άσπρα. 209 Τέλος, θα πρέπει να σηµειώσουµε όσον αφορά το φορολογικό σύστηµα ότι παρότι ακολουθούνταν οι προαναφερθείσες βασικές αρχές, συχνά εκδίδονταν διατάγµατα που επανακαθόριζαν τον προσδιορισµό των τάξεων των φορολογουµένων (εύποροι, µεσαίοι, άποροι) καθώς και τον τρόπο υπολογισµού του φόρου αλλά και του ίδιου του σώµατος των φορολογούµενων υπηκόων Για τους φόρους βλ. κείµενο 2 παραρτήµατος. 207 Βακαλόπουλος, ο.π., σελ. 529 και ετοράκης, ο.π. σελ Το φαινόµενο των οικονοµικών ατασθαλιών και καταχρήσεων µάλλον έγινε ενδηµικό ανάµεσα στους οθωµανούς αξιωµατούχους του νησιού. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σε διάστηµα µικρότερο των δέκα χρόνων ( ), δύο διοικητές της Κρήτης εκτελούνται για τον παραπάνω λόγο. Βακαλόπουλος, ο.π., σελ. 529 και ετοράκης, ο.π. σελ Γενικότερα για το φορολογικό σύστηµα που εφαρµόστηκε στην Κρήτη κατά την διάρκεια της οθωµανικής κυριαρχίας βλ. Τριανταφυλλιδου Baladié, ο.π., σελ , ετοράκης, ο.π. σελ και Σήφακας, ο.π., σελ

69 Β. 5. Οικονοµία και εµπόριο Η οικονοµία του νησιού για τουλάχιστον µισό αιώνα µετά την κατάκτηση υποχώρησε σε υποτυπώδεις αγροτικές και κτηνοτροφικές δοµές ενώ το εµπόριο ουσιαστικά απονεκρώνεται. εν µπορεί να γίνει λόγος για ανάκαµψη της κρητικής οικονοµίας παρά µόνο µισό αιώνα µετά την οθωµανική κατάκτηση. Οι Οθωµανοί επιθυµούν βέβαια την αναδιοργάνωση της οικονοµίας του νησιού και χαρακτηριστικό αυτού του γεγονότος είναι ότι ήδη από το 1669 εκδίδεται κανουνναµές για τον καθορισµό των τελωνειακών δασµών. 211 Επιπλέον δύο χρόνια µετά την κατάληψη του Χάνδακα εγκαθίσταται βενετός πρόξενος στην πόλη ενώ το 1674 ιδρύεται γαλλικό προξενείο στα Χανιά µε υποπροξενείο στον Χάνδακα και πρακτορείο στο Ρέθυµνο. Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι αυτήν την περίοδο η Κρήτη παράγει επαρκείς ποσότητες σιτηρών και άλλων αγροτικών προϊόντων έτσι ώστε να προχωρεί και σε εξαγωγές σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας (Βεγγάζη, Ρόδος, Χίος, Εύβοια). Επίσης παρατηρείται µεγάλη παραγωγή αλατιού στις αλυκές της Σπιναλόγκας ( µουζούρια, δηλαδή περίπου 577,260 τόνοι, η παραγωγή του 1672). 212 Από τις αρχές του 18 ου αι. παρατηρείται αύξηση της εµπορικής κίνησης. Ο κύριος όµως όγκος του εµπορίου διεξάγεται µε γαλλικά πλοία. 213 Η άνθηση της σαπωνοποιίας και η συνεπαγόµενη αυξηµένη ζήτηση ελαιολάδου, 211 Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., έγγραφο 249, σελ ετοράκης, ο.π. σελ Πέραν του γεγονότος ότι δεν υπήρχε κρητικός εµπορικός στόλος η χρήση των γαλλικών πλοίων από τους οθωµανούς εµπόρους οφειλόταν και σε άλλους παράγοντες. Η Γαλλία είναι η κυρίαρχη δύναµη στο εµπόριο της Ανατολικής Μεσογείου τον 18 ο αιώνα και επιπλέον ένας από τους κύριους προορισµούς για το κρητικό ελαιόλαδο. Ακόµη, η χρήση των γαλλικών πλοίων παρείχε ασφάλεια απέναντι στους χριστιανούς πειρατές, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στην υτική Μεσόγειο (κυρίως οι Ιωαννίτες Ιππότες της Μάλτας) και επιπλέον µε αυτόν τον τρόπο οι έµποροι επωφελούνταν από τους χαµηλότερους δασµούς στους οποίους υπόκεινταν τα εµπορεύµατα που µεταφέρονταν µε ευρωπαϊκά πλοία. Panzac Daniel, International and Domestic Maritime Trade in the Ottoman Empire during the 18 th Century, International Journal of Middle East Studies, vol. 24, No. 2 (May 1992), σελ , σελ

70 δίνει ώθηση στην ελαιοκαλλιέργεια µε αποτέλεσµα την µείωση της καλλιέργειας σιτηρών. Από τα µέσα του 18 ου αι. η σαπωνοποιία έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθµό που µόνο στο Χάνδακα λειτουργούν 20 σαπωνοποιεία. Η ετήσια παραγωγή του 1765, µόνο στο Χάνδακα έφτασε τα καντάρια (περίπου 151,370 τόνοι). Το κρητικό σαπούνι εξάγεται στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στη Μασσαλία 214 όπου ήταν επίσης ανεπτυγµένη η σαπωνοποιία και όπου το κρητικό σαπούνι χρησιµοποιούνταν ως πρώτη ύλη, 215 ενώ καλύπτει και τις ανάγκες της πρωτεύουσας. 216 Η Greene παραλληλίζει την κρητική οικονοµία του 18 ου αιώνα µε αυτήν 16 ου αιώνα, κατά την βενετική περίοδο. Το κρητικό κρασί έγινε διάσηµο στην Ευρώπη 217 κατά την βενετική περίοδο και η καλλιέργεια αµπελιού έλαβε σχεδόν διαστάσεις µονοκαλλιέργειας στο νησί. Τον 18 ο αιώνα, µε την ανάκαµψη της κρητικής οικονοµίας, το λάδι εµφανίζεται κυρίαρχο στις εξαγωγές 218 και εξαπλώνεται αντίστοιχα η καλλιέργεια ελαιόδεντρων. Η παραπάνω αντιστοιχία οφείλεται, κατά την συγγραφέα στη «δυνατότητα επικέντρωσης σε επικερδείς εξαγωγές» και στην «προθυµία των εγχώριων ελίτ να ανταποκριθούν στα ερεθίσµατα της αγοράς» Η σύνδεση της Κρήτης µε την γαλλική σαπωνοποιία ξεκινά ήδη από τα τέλη του 17 ου αιώνα. Μάλιστα ο Tournefort αναφέρει ότι το 1699 από τις µεζούρες λαδιού, στις οποίες ανερχόταν η ετήσια παραγωγή του νησιού, οι εξήχθεισαν στη Γαλλία προκειµένου να εξυπηρετήσουν τις αυξηµένες ανάγκες της παραπάνω βιοτεχνίας λόγω της πτώσης της παραγωγής λαδιού της Προβηγκίας. Tournefort, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π. σελ. 295 και Τριανταφυλλιδου Baladié, ο.π., σελ Βλ. κείµενο 2 παραρτήµατος. Ο εφοδιασµός της πρωτεύουσας µε σαπούνι δηµιούργησε έναν ανταγωνισµό µεταξύ των Γάλλων και των Οθωµανών όσον αφορά την πρόσβαση στις πρώτες ύλες, δηλαδή το λάδι. Η Greene αναφέρει χαρακτηριστικά ότι γύρω στα µέσα του 18 ου αιώνα ένας γάλλος πρόξενος παραπονιέται ότι «η οθωµανική βιοµηχανία σαπουνιού χρησιµοποιούσε το 50% της παραγωγής τις καλές χρονιές και το σύνολο σχεδόν όταν η χρονιά ήταν κακή». Greene, ο.π., σελ Πριν τον πόλεµο οι περιγραφές των περιηγητών τονίζουν την πλούσια αγροτική παραγωγή του νησιού τονίζοντας κυρίως τις περίφηµες ποικιλίες κρασιού (Μαλβαζία «Malvesy» και Μοσχάτο «Muscadell»), το οποίο και αποτελούσε το κύριο εξαγωγικό προϊόν κατά την τελευταία περίοδο της Βενετικής Κυριαρχίας. Warren, ο.π., σελ. 70, υποσηµ Οι εξαγωγές λαδιού αυξάνονται σε τέτοιο βαθµό, που το 1717 επιβάλλεται δασµός τριών άσπρων ανά οκά εξαγόµενου λαδιού. Greene, ο.π., σελ Greene, ο.π., σελ

71 Η ανάπτυξη του εµπορίου ελαιολάδου αναβάθµισε το λιµάνι των Χανίων σε κύριο εξαγωγέα λαδιού από το νησί. 220 Παράλληλα όµως µε την άνθηση της βιοτεχνίας παραγωγής σαπουνιού η Κρήτη αναδεικνύεται σε σηµαντικό εµπορικό παράγοντα στο εµπόριο της Ανατολικής Μεσογείου. 221 Όσον αφορά το τοπικό εµπόριο, σηµαντική είναι η αναφορά στο τοπικό εµπόριο που διεξάγεται από τους κατοίκους των Σφακίων, οι οποίοι διατηρούν, αυτήν την περίοδο ένα µικρό εµπορικό στόλο και ασχολούνται µε την µεταφορά ξυλείας, καλαµποκιού και άλλων εµπορευµάτων στα παράλια του νησιού. 222 Οι εισαγωγές στο νησί περιλαµβάνουν ζάχαρη, καφέ, ρύζι, δέρµατα, υφάσµατα, παστά ψάρια, είδη ξυλείας και σιδερικά. 223 Η προτίµηση της καλλιέργειας ελαιόδεντρων για την εξυπηρέτηση των αναγκών της ντόπιας σαπωνοποιίας δηµιούργησε σηµαντικό πρόβληµα επισιτισµού στο νησί. 224 Για αυτό το λόγο, κατά τον 18 ο αιώνα γίνονται εισαγωγές σιταριού σε µεγάλες ποσότητες από την ηπειρωτική Ελλάδα και την Μικρά Ασία. 225 Οι έµποροι του νησιού είναι κυρίως Μουσουλµάνοι και κατοικούν στις τρεις µεγάλες πόλεις. Γιατί µπορεί τα Χανιά να είχαν πρωτεύοντα ρόλο για το διεθνές εµπόριο ελαιολάδου, αλλά ο Χάνδακας παρέµενε το κύριο εµπορικό κέντρο, όσον αφορά το περιφερειακό εµπόριο, εντός της Αυτοκρατορίας, 220 Εξαιτίας του γεγονότος ότι η οθωµανική κυριαρχία είχε εδραιωθεί στην πόλη είκοσι τέσσερα χρόνια πριν την κατάκτηση του Χάνδακα, τα Χανιά είχαν πάρει το προβάδισµα, όσον αφορά την διεξαγωγή εµπορικών δραστηριοτήτων, καθώς οι ευρωπαίοι έµποροι προτιµούσαν να διενεργούν τις συναλλαγές τους εκεί, λαµβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι στην πόλη ήταν εγκατεστηµένη και µία µικρή κοινότητα Καπουτσίνων µοναχών. Greene, ο.π., σελ Η εισαγωγή στάχτης από την Αίγυπτο, για τις ανάγκες της παραγωγής σαπουνιού του νησιού, ανέδειξε την Κρήτη σε τρίτο εµπορικό προορισµό για τα πλοία που έφευγαν από το λιµάνι της Αλεξάνδρειας. Από την άλλη ο εφοδιασµός της πρωτεύουσας µε σαπούνι την ανέδειξε σε δεύτερο προορισµό (µετά από την Αίγυπτο) για τα πλοία από την Κωνσταντινούπολη κατά την τριετία Panzac, ο.π., σελ Warren, ο.π., σελ ετοράκης, ο.π. σελ Ο Tournefort σηµειώνει (1700) ότι η εξαγωγή σιτηρών από το νησί απαγορεύεται χωρίς άδεια από τις αρχές. Tournefort, ο.π., σελ Greene, ο.π., σελ

72 καθώς και το πολιτικό κέντρο του νησιού. 226 Η Greene θέλοντας να τονίσει τη συνέχεια ανάµεσα στην ύστερη βενετική µε την οθωµανική περίοδο, υποστηρίζει ότι, µε την κατάκτηση του Χάνδακα, δεν επέρχεται σηµαντική διαφοροποίηση στην τάξη των εµπόρων. Πέραν του γεγονότος ότι οι περισσότεροι είναι Μουσουλµάνοι και έχουν κάποια σχέση µε τον στρατό δεν εντοπίζει σηµαντική µεταβολή στην σύνθεση της εµπορικής τάξης καθώς στο µεγαλύτερο µέρος της συνεχίζει να αποτελείται από ντόπιους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο τοπικό περιφερειακό εµπόριο της Ανατολικής Μεσογείου. 227 Η παραπάνω θέση κρίνεται ως µάλλον υπεραπλουστευτική. Μετά την παράδοσή του, ο Χάνδακας αποτελεί πλέον µία έρηµη πόλη. Οι νέοι κάτοικοι, εφόσον είναι ντόπιοι, αποτελούνται στο µεγαλύτερο µέρος τους από προσήλυτους, οι οποίοι ανήκουν ή σχετίζονται µε τα άτακτα στρατιωτικά σώµατα, αλλά η καταγωγή τους είναι πιθανότατα αγροτική. εν θα ήταν δικαιολογηµένο λοιπόν να θεωρήσουµε ότι, εξαιτίας του γεγονότος ότι πολλοί από αυτούς ασχολήθηκαν µε το εµπόριο, υπάρχει κάποια συνέχεια ή διασύνδεση µε την αστικής κουλτούρας εµπορική τάξη, η οποία είχε διαµορφωθεί στην πόλη κατά την βενετική περίοδο. Το πιο πιθανό είναι ότι σηµαίνοντα ρόλο στην διαµόρφωση µιας τάξης οθωµανών εµπόρων στον Χάνδακα είχε ο συσχετισµός των εν λόγω ατόµων µε τον στρατό και ειδικότερα µε τα σώµατα των Γενιτσάρων (χωρίς κατ ανάγκη να είναι ενεργοί στρατιώτες), οι οποίοι, όπως είναι γνωστό συνδέονταν στενά µε εµπορικές δραστηριότητες καθώς και µε τις επαγγελµατικές συντεχνίες. Η Κρήτη λόγω του µεγέθους της παρουσιάζει διαφορετικό χαρακτήρα από τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου. Μετά την οθωµανική κατάκτηση, οι κάτοικοι δεν χρησιµοποιούνται πλέον για την επάνδρωση του στόλου αλλά ενθαρρύνονται να ασχοληθούν µε την αύξηση της γεωργικής παραγωγής. Για αυτό το λόγο το κρητικό θαλάσσιο εµπόριο, κατά την οθωµανική περίοδο, είναι τοπικής κλίµακας και περιορίζεται στη παράκτια µεταφορά εµπορευµάτων ανάµεσα στα λιµάνια του νησιού. Αυτό έχει ως αποτέλεσµα την µη ανάπτυξη κρητικού εµπορικού ναυτικού, κατά τον 18 ο αιώνα, σύµφωνα 226 Greene, ο.π., σελ Greene, ο.π., σελ

73 µε το πρότυπο άλλων νησιών του Αιγαίου (Ύδρα, Ψαρά κ.α.), τα οποία λόγω της έλλειψης άλλων πόρων στράφηκαν προς τη θάλασσα και αξιοποίησαν την εµπειρία των κατοίκων τους από την υπηρεσία στον οθωµανικό στόλο Greene ο.π., σελ

74 Γ. Η εφαρµογή του οθωµανικού δικαίου στην Κρήτη Οι µάρτυρες του ιεροδικείου (şuhud) Γ. 1. Μία γενική θεώρηση του οθωµανικού δικαίου Το Ισλάµ είναι µία κανονιστική θρησκεία, η οποία περιλαµβάνει και διατάξεις που αφορούν την οργάνωση της ισλαµικής κοινωνίας, γενικότερα. Ως εκ τούτου βάση του νοµικού συστήµατος ενός µουσουλµανικού κράτους, όπως η Οθωµανική Αυτοκρατορία, αποτελούσε ο ισλαµικός ιερός νόµος, η Σαρία (shari a şeriat, στην κυριολεξία, «η οδός») 229. Παράλληλα όµως µε τον θρησκευτικό νόµο ήταν σε ισχύ και ο κοσµικός νόµος (qanun kanun) ο οποίος απέρρεε από το δικαίωµα του ηγεµόνα να νοµοθετεί και την ανάγκη συµπλήρωσης 230 της νοµοθεσίας σε θέµατα για τα οποία δεν υπήρχαν ανάλογες διατάξεις στη Σαρία. Η Σαρία, θεωρητικά, αποτελεί τον Θεϊκό Νόµο, ο οποίος όµως δεν είναι δυνατό να διαγνωστεί από τον άνθρωπο. Η ισλαµική νοµολογία (fikh fıkıh) αποτελεί την επιστήµη της προσπάθειας διάγνωσης του Θεϊκού Θελήµατος. Με αυτόν τον τρόπο τα ισλαµικά νοµικά κείµενα είναι παράγωγα της ισλαµικής νοµολογίας και όχι της Σαρίας. Πρακτικά, λοιπόν, η Σαρία είναι ο ιερός νόµος, όπως αυτός εκφράζεται από τους µουσουλµάνους νοµικούς, σε αντίθεση µε τον κοσµικό νόµο του ηγεµόνα. Επιπλέον, καθώς περιλαµβάνει διατάξεις που αφορούν την κανονικοποίηση τόσο των σχέσεων µεταξύ των ανθρώπων όσο 229 Οι νοµικοί όροι θα αναφέρονται στην αραβική µορφή τους καθώς όλοι προέρχονται από την αραβική γλώσσα, η οποία αποτελεί και την καθιερωµένη γλώσσα για όλα τα νοµικά κείµενα. Παράλληλα όµως θα παραδίδεται και η οθωµανική τους µορφή για διευκόλυνση της ταύτισής τους από τον αναγνώστη. 230 Πολλές φορές οι διατάξεις του κοσµικού δικαίου έρχονταν σε αντίθεση µε κάποιες διατάξεις του θρησκευτικού δικαίου. Στην περίπτωση της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας το έργο της εναρµόνισης του κοσµικού µε το θρησκευτικό δίκαιο πιστώθηκε στον νοµικό και Σεϋχουλισλάµη (Şeyhülislam) του 16 ου αιώνα Εµπούσσουουντ (Ebussuud). Joseph Schacht, An Introduction to Islamic Law, εκδ. Clarendon Press, Oxford 1964, σελ

75 και της σχέσης µεταξύ του ανθρώπου µε το Θεό, αποτελεί ένα καθολικό νόµο, ο οποίος καλύπτει όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής. 231 Από τη στιγµή που η Σαρία θεωρείται θεϊκός νόµος, η ισλαµική νοµολογία ανάγει την βασική πηγή της στην θεία αποκάλυψη. Βασική εποµένως πηγή του ισλαµικού νόµου θεωρείται το Κοράνιο ως το καθ αυτό τεκµήριο της θείας αποκάλυψης της θέλησης του Θεού στον άνθρωπο. Παρόλα αυτά καθώς το Ιερό Βιβλίο είναι σχετικά φτωχό σε νοµικές διατάξεις, στην εξέλιξή της η ισλαµική νοµολογία υιοθέτησε ως δεύτερη πηγή τις παραδόσεις (hadith hadis) για τα λεγόµενα και τον τρόπο ζωής του Προφήτη Μωάµεθ, του οποίου τον βίο ο Θεός όρισε ως παράδειγµα προς µίµηση για κάθε πιστό Μουσουλµάνο. Η αλήθεια είναι ότι το σώµα των εν λόγο παραδόσεων εξελίχθηκε παράλληλα µε την ισλαµική νοµολογία, καθώς συχνά οι µουσουλµάνοι νοµικοί «δηµιουργούσαν» µία παράδοση προκειµένου να νοµιµοποιήσουν νέες νοµικές διατάξεις οι οποίες προέκυπταν από ανάγκες, οι οποίες εµφανίζονταν µε την πάροδο των αιώνων. Συµπληρωµατικές πηγές του νόµου αποτέλεσαν η νοµική αναλογία (qiyas kıyâs), το προϋπάρχον έθιµο ( adat âdet) και η οµοφωνία µεταξύ των µουσουλµάνων νοµικών (ijma icma). Οι παραπάνω όµως αποτελούν δευτερεύουσες πηγές καθότι αντλούν την νοµιµοποίησή τους στις δύο πρώτες, κύριες πηγές της ισλαµικής νοµολογίας. 232 Κατά συνέπεια, όπως υποστηρίζει ο Schacht, «παρόλο που ο Ισλαµικός Νόµος είναι ένας «ιερός νόµος», σε καµία περίπτωση δεν µπορεί αυτός να θεωρηθεί υπέρλογος στη βάση του δεν δηµιουργήθηκε µέσω µίας άλογης διαδικασίας συνεχούς αποκάλυψης αλλά από µία έλλογη µέθοδο ερµηνείας και τα θρησκευτικά δεδοµένα και οι ηθικοί κανόνες οι οποίοι ενσωµατώθηκαν στο νοµικό πεδίο προµήθευσαν το πλαίσιο για την δοµική του διαµόρφωση» Colin Imber, Ebu s su ud: The Islamic Legal Tradition, Edinburgh University Press, Edinburgh 1997, σελ. 30. Όπως αναφέρει ο Imber, η Σαρία είχε πολλούς ρόλους στα πλαίσια της µουσουλµανικής κοινωνίας «In many, although not all areas of the law, it provided the basis of a practical legal system, it supplied the materials for academic learning and intellectual discourse, and it was a means of gaining religious merit». Imber, ο.π., σελ Imber, The Ottoman Empire, σελ Schacht, ο.π., σελ

76 Σε αυτό το σηµείο, θα πρέπει να επισηµάνουµε ότι οι σηµερινοί διαχωρισµοί ανάµεσα σε δηµόσιο και ιδιωτικό, ποινικό και αστικό και ουσιαστικό και δικονοµικό δίκαιο, είναι άγνωστοι σε ό,τι αφορά το ισλαµικό οθωµανικό δίκαιο. Ο µόνος σταθερός διαχωρισµός που υπάρχει είναι αυτός ανάµεσα στα αδικήµατα που προσβάλλουν τα «δικαιώµατα του Θεού» (haqq Allah) και σε αυτά που προσβάλλουν τα δικαιώµατα του ανθρώπου (haqq adam). Τα πρώτα αφορούν συγκεκριµένα αδικήµατα (µοιχεία, κατανάλωση αλκοόλ και άλλα) τα οποία και επιδέχονται συγκεκριµένων τιµωριών (hadd), οι οποίες ορίζονται από το Κοράνι. Στα δεύτερα περιλαµβάνονται όλα τα υπόλοιπα αδικήµατα, τα οποία θα χαρακτηρίζαµε σήµερα ποινικά. 234 Από τη στιγµή που, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, βάση της ισλαµικής νοµολογίας είναι η ερµηνεία του θεϊκού νόµου, επόµενο ήταν να δηµιουργηθούν στα πλαίσια του Ισλάµ διαφορετικές σχολές ερµηνείας του νόµου. Οι ερµηνευτικές σχολές (madhhab mezheb) που προέκυψαν στα πλαίσια του σουννιτικού Ισλάµ είναι τέσσερις. Όλες ονοµάστηκαν κατά το όνοµα του υποτιθέµενου ιδρυτή τους η Χανεφιτική Σχολή από τον Αµπού Χανίφα (Abu Hanifa), η Σαφιητική Σχολή από τον Σάφιη (Shafi i), η Μαλικιτική Σχολή από τον Μάλικ (Malik) και η Χανµπαλιτική από τον Ιµπν Χανµπάλ (Ibn Hanbal) και επικράτησαν σε διαφορετικές περιοχές του ισλαµικού κόσµου. 235 Η Οθωµανική Αυτοκρατορία αποτέλεσε µία ιδιαίτερη περίπτωση σε ότι αφορά την εφαρµογή και ανάπτυξη του Ιερού Νόµου. Καθώς το οθωµανικό εµιράτο ξεκίνησε την ύπαρξή τους ως ένα πολιτικό µόρφωµα σε µια περιοχή µε συνοριακό χαρακτήρα, η αντιµετώπιση του ισλαµικού δικαίου αρχικά επηρεάστηκε σε µεγάλο βαθµό από την µυστικιστική αντίληψη των δερβισικών ταγµάτων, τα οποία εκ των πραγµάτων, γνώριζαν µεγάλη διάδοση σε περιοχές σχετικού θρησκευτικού συγκρητισµού όπως η Μικρά Ασία του 14 ου αιώνα. Σε αυτό το πρώιµο στάδιο, το προϋπάρχον εθιµικό και διοικητικό δίκαιο κυριάρχησαν στην διαµόρφωση του οθωµανικού δικαίου και για αυτό το λόγο πολλοί από τους θεσµούς που διαµορφώθηκαν αυτήν την περίοδο (για παράδειγµα το λεγόµενο «παιδοµάζωµα» devşirme) έρχονταν σε αντίθεση 234 Schacht, ο.π., σελ Imber, Ebu s su ud, σελ

77 µε τις διατάξεις του Ιερού Νόµου. 236 Μετά από την εδραίωσή τους στην εξουσία και την ανάδειξη της Αυτοκρατορίας σε δεσπόζουσα δύναµη στην περιοχή, οι οθωµανοί Σουλτάνοι ευνόησαν την υιοθέτηση της χανεφιτικής νοµικής σκέψης 237 στην συγκρότηση του συστήµατος απόδοσης δικαιοσύνης στα εδάφη τους. Αυτό συνέβη γιατί ήδη η εν λόγω Σχολή είχε εγκαθιδρυθεί στις πόλεις της Μικράς Ασίας από τους σελτζούκους Σουλτάνους, εποµένως οι καδήδες, οι οποίοι κλήθηκαν να στελεχώσουν τα οθωµανικά ιεροδικεία, είχαν λάβει χανεφιτική νοµική κατάρτιση στα ιεροδιδασκαλεία (madrasa medrese) των εν λόγω πόλεων. 238 Όπως προαναφέρθηκε, παράλληλα µε την Σαρία εξελίχθηκε και λειτούργησε το κοσµικό δίκαιο, το οποίο ερχόταν να συµπληρώσει τον ιερό νόµο, είτε όταν οι διατάξεις του δεν αρκούσαν για την κάλυψη ορισµένων 236 Schacht, ο.π., σελ Για την εξέλιξη της Χανεφιτικής νοµικής σκέψης ενδιαφέρον είναι το άρθρο του Meron, ο οποίος µελετά ακριβώς την εξέλιξη της Χανεφιτικής νοµολογίας µέσα από τα νοµικά κείµενα τα οποία συνέγραψαν οι νοµικοί της εν λόγω σχολής. Χωρίζοντάς τα σε τρεις περιόδους (Αρχαία, Κλασική, Μετακλασική) εξετάζει την συνεισφορά των µετέπειτα σχολιαστών των τριών µεγάλων δασκάλων της Σχολής Αµπού Χανίφα (Abu Hanifa), Αµπού Γιουσούφ (Abu Yusuf), Μουχάµµαντ Αλ Σαϋµπανι (Muhammad Al Shaybani). Meron Ya akov, The Development of Legal Thought in Hanafi Texts, Studia Islamica, No. 30 (1969), σελ Rudolph Peters, Crime and Punishment in Islamic Law, Theory and Practice from the Sixteenth to the Twenty First Century, Themes in Islamic Law, Cambridge University Press, Cambridge 2005, σελ. 71. Όσον αφορά την υπεροχή της χανεφιτικής νοµολογίας στο νοµικό σύστηµα της Αυτοκρατορίας, ερωτήµατα προκαλεί η άποψη του Peters σε αυτό το σηµείο ότι «judgments passed according to other Hanafite or non Hanafite views would be null and void and would not be enforceable». Σίγουρα η Χανεφιτική Σχολή έχαιρε της «προστασίας» της αυτοκρατορικής εξουσίας, όµως καθώς το οθωµανικό κράτος έφτασε να περιλαµβάνει στους κόλπους του εδάφη στα οποία είχαν ήδη καθιερωθεί άλλες Σχολές ερµηνείας του νόµου (η Σαφιητική στην Αίγυπτο, η Μαλικιτική στην Βόρειο Αφρική), προφανώς η µη αναγνώριση της εγκυρότητας της νοµολογίας των άλλων αυτών Σχολών θα δηµιουργούσε πρόβληµα στο σύστηµα απονοµής δικαιοσύνης. Εποµένως µάλλον θα πρέπει να υιοθετηθεί ένα σχήµα συνύπαρξης των διαφόρων νοµολογιών στα πλαίσια του οθωµανικού δικαστικού και νοµοθετικού συστήµατος. Goffman, ο.π., σελ Επιπλέον, όπως αναφέρει ο Jurji, παρότι κάθε Μουσουλµάνος πρέπει να ανήκει σε µία Σχολή και να συµπεριφέρεται σύµφωνα µε τις αρχές της, έχει την δυνατότητα να αποφασίσει να ακολουθήσει µία άλλη Σχολή. Edward J. Jurji, Islamic Law in Operation, The American Journal of Semitic Languages and Literatures, vol. 57, No. 1 (Jan., 1940), σελ , σελ

78 θεµάτων ή για θέµατα για τα οποία δεν υπήρχε καµία πρόβλεψη από τη Σαρία. Ο όρος «qanun kanun» µπορεί να αναφέρεται είτε σε ένα νοµοθετικό διάταγµα, είτε στο κοσµικό δίκαιο στο σύνολό του 239. Το οθωµανικό κοσµικό δικαίο περιλαµβάνει κυρίως διατάξεις που αφορούν το τυπικό των αυλικών τελετουργιών, την διάρθρωση του τιµαριωτικού συστήµατος της Αυτοκρατορίας, θέµατα δηµοσιονοµικά, θέµατα στρατιωτικής οργάνωσης και την αντιµετώπιση ποινικών παραβάσεων. 240 Γενικότερα οι διατάξεις του κανούν χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Αυτές που αφορούν συγκεκριµένα θέµατα, αυτές που αφορούν µία επαρχία και αυτές που έχουν ισχύ σε όλη την Αυτοκρατορία. 241 Οι απαρχές του θα πρέπει µάλλον να αναζητηθούν στην βασιλεία του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α, ο οποίος εισήγαγε τον θεσµό της κατάρτισης καταστίχων απογραφής (tapu tahrir defter) των οικονοµικών πόρων των πρόσφατα κατεκτηµένων επαρχιών. Τα εν λόγω κατάστιχα περιείχαν ως προοίµιο τους φόρους οι οποίοι ίσχυαν στα αντίστοιχα εδάφη πριν την κατάκτηση και ποιοι εξ αυτών θα συνέχιζαν να ισχύουν υπό το νέο καθεστώς. Το κοµµάτι αυτό αποτελούσε τον κανουνναµέ (kanunname) της συγκεκριµένης περιοχής. Με αυτόν τον τρόπο, βασική πηγή του οθωµανικού κανούν αναδεικνύεται η καταγραφή και κωδικοποίηση του εθιµικού φεουδαρχικού δικαίου που ίσχυε στα οθωµανικά εδάφη, πριν την οθωµανική κατάκτηση, και η εν µέρει τροποποίησή του µέσω της οθωµανικής διοικητικής πρακτικής και των σουλτανικών διαταγµάτων. 242 Συνήθως, οι Οθωµανοί αρκούνταν στην εµπέδωση και εξειδίκευση της ήδη υπάρχουσας εθιµικής νοµοθεσίας και απέφευγαν την εισαγωγή νεωτερισµών. 243 Η κωδικοποίηση και οργάνωση της κοσµικού δικαίου επήλθε τελικά για πρώτη φορά µε τους δύο καννουναµέδες του Μεχµέτ Β, οπότε και συγκροτήθηκε το λεγόµενο «κανούν ι οσµανί» Imber, Ebu s su ud, σελ Dora Glidewell Nadolski, Ottoman and Secular Civil Law, International Journal of Middle East Studies, vol. 8, No. 4 (Oct., 1977), σελ , σελ Χαλίλ Ιναλτζίκ, Η Οθωµανική Αυτοκρατορία. Η κλασική εποχή, , µεταφρ. Μιχάλης Κοκολάκης, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995, σελ Imber, Ebu s su ud, σελ. 41 και Peters, ο.π., σελ Ιναλτζίκ, ο.π., σελ

79 Γ. 2. Το δικαστικό σύστηµα στην Οθωµανική Αυτοκρατορία Βασική µονάδα τους οθωµανικού συστήµατος απονοµής δικαιοσύνης αποτελούσε ο καζάς (qada kaza), δηλαδή η περιφέρεια για την οποία ήταν υπεύθυνος ένας καδής. Στην Οθωµανική Αυτοκρατορία ο καζάς αποτέλεσε και την µικρότερη διοικητική µονάδα, γεγονός που φανερώνει την σηµασία την οποία απέδωσαν οι οθωµανοί Σουλτάνοι στην εφαρµογή του Ιερού Νόµου στα εδάφη τους. 245 Απαραίτητο όργανο για την λειτουργία του συστήµατος είναι ο καδής. Όπως ακριβώς και ο ίδιος ο Ιερός Νόµος το αξίωµα του καδή διαµορφώθηκε και πήρε την οριστική του µορφή µέσα από µία ιστορική διαδικασία η οποία διήρκησε αιώνες 246. Στην Οθωµανική Αυτοκρατορία, ο καδής είναι απόφοιτος ενός µεντρεσέ, ανάλογα µε τον οποίο καθορίζεται και η θέση του στην ιεραρχία του αξιώµατος. ιορίζεται από τον ανάλογο καζασκέρη (kadıasker, στρατιωτικός δικαστής), της Ρούµελης εάν ο καζάς διορισµού του βρίσκεται στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Αυτοκρατορίας ή της Ανατολίας εάν αντίστοιχα ο καζάς διορισµού του βρίσκεται στις ασιατικές επαρχίες. Με αυτόν τον τρόπο οι καδήδες, παρότι απόφοιτοι θρησκευτικών σχολών, κατέχουν µία, λίγο ως πολύ, κοσµική θέση στην κοινωνία καθότι είναι αξιωµατούχοι διορισµένοι από την κεντρική εξουσία και υπόλογοι σε αυτήν 247. Η θητεία ενός καδή, γενικά, 245 Schacht, ο.π., σελ Για την εµφάνιση και την εξέλιξη του αξιώµατος βλ. N. J. Coulson, Doctrine and Practice in Islamic Law: One Aspect of the Problem, Bulletin of the School of Oriental and African Studies, University of London, vol. 18, No. 2 (1956), σελ και Jurji, ο.π., σελ Παρά το γεγονός ότι τα όρια της εξουσίας του καδή είναι αρκετά ευρεία, αυτή περιορίζεται µέσω δύο τρόπων. Θεωρητικά ο καθένας µπορούσε να εφεσιβάλει µία δικαστική απόφαση καθώς µπορούσε να υποβάλει την υπόθεσή του στην κρίση του Αυτοκρατορικού Συµβουλίου ( ιβάνι), στην Κωνσταντινούπολη, είτε εµφανιζόµενος αυτοπροσώπως είτε ζητώντας από τον καδή την προώθηση της υπόθεσής του εκεί. Με αυτόν τον τρόπο το Αυτοκρατορικό Συµβούλιο αποκτούσε την ιδιότητα του Ανωτάτου ικαστηρίου εκδίδοντας τελεσίδικες αποφάσεις για υποθέσεις που είχαν ήδη εκδικαστεί πρωτοβάθµια από τον τοπικό καδή. Η απόφαση του Αυτοκρατορικού Συµβουλίου µεταφερόταν στο τοπικό δικαστήριο από ένα αυτοκρατορικό τσαούση (çavuş) και ήταν άµεσα εκτελεστή. Ο δεύτερος τρόπος µε τον οποίο περιοριζόταν η εξουσία του καδή ήταν, όπως θα αναφερθεί και παρακάτω, η αδυναµία του να εφαρµόσει τις αποφάσεις που εξέδιδε. Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων ανήκε στην 79

80 δεν ξεπερνά τους είκοσι µήνες 248 ενώ οι απολαβές του καθορίζονται από την θέση του στην ιεραρχία. 249 Όπως και σε άλλα αξιώµατα ισχύει η εναλλαγή (devir) στις θέσεις. Οι καδήδες που είχαν παυθεί από την θέση τους (ma zul) λάµβαναν, κατά την διάρκεια της αναµονής νέου διορισµού ένα είδος σύνταξης. 250 Βασική αρµοδιότητα του καδή ήταν η εφαρµογή του Ιερού Νόµου στην επίλυση των διενέξεων µεταξύ των υπηκόων. Παράλληλα µε την εφαρµογή του Ιερού Νόµου ήταν υπεύθυνος και για την εφαρµογή του δικαίου που εκπορευόταν από τα αυτοκρατορικά διατάγµατα. Επιπλέον είχε την υποχρέωση να συνδράµει και να διευκολύνει το έργο των απεσταλµένων από την πρωτεύουσα καθώς και να καταχωρεί στα κατάστιχά του τα αυτοκρατορικά διατάγµατα (ferman) και τις διοικητικές διατάξεις και κανονισµούς που κατέφθαναν από την κεντρική διοίκηση. 251 αρµοδιότητα των τοπικών αξιωµατούχων που ήταν υπεύθυνοι για την τήρηση της τάξεως (σουµπασήδες subaşı) Goffman, ο.π., σελ Ronald C. Jennings, Kadi, Court and Legal Procedure in 17 th c. Ottoman Kayseri: The Kadi and the Legal System, Studia Islamica, No. 48 (1978), σελ , σελ. 137, Σοφία Λαΐου, Η Σάµος κατά την οθωµανική περίοδο, εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 61 και Ηλίας Κολοβός, Η νησιωτική κοινωνία της Άνδρου στο οθωµανικό πλάισιο, Ανδριακά Χρονικά, Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος 2005, σελ Από την άλλη ο Đnalcık αναφέρει ότι ενώ αρχικά η θητεία του καδή ήταν απεριόριστη, το 1598 µειώθηκε στα τρία χρόνια, σταδιακά στα δύο µέχρι που τον 17 ο αι. καθιερώνεται στον ένα χρόνο, H. Đnalcık, Mahkama, The Encyclopaedia of Islam,New Edition,τ. VI, Leiden, 1991, σελ Πέραν των δύο καζασκέρηδων, ανώτερος θεωρείται ο καδής της πρωτεύουσας. Ακολουθούν µε την σειρά οι καδήδες των δύο ιερών πόλεων (Μέκκα, Μεδίνα), των δύο παλαιών πρωτευουσών (Αδριανούπολη, Προύσα) και των πέντε σηµαντικότερων πόλεων ( αµασκός, Ιερουσαλήµ, Κάιρο, Χαλέπι και Φιλιππούπολη, οι οποίοι είχαν µισθό πεντακοσίων άσπρων ηµερησίως. Επόµενοι στην ιεραρχία και µε µισθό τριακοσίων άσπρων ηµερησίως, είναι οι καδήδες των τριάντα δύο σπουδαιότερων πόλεων της Αυτοκρατορίας. Αµέσως κατώτεροι ήταν οι καδήδες των µεγάλων πόλεων µε ηµερήσια αποζηµίωση που ανερχόταν στα εκατόν πενήντα µε διακόσια ενενήντα εννιά άσπρα και τέλος οι καδήδες των µικρών πόλεων µε ηµερήσια αποζηµίωση είκοσι πέντε µε εκατόν σαράντα εννιά άσπρων. Ιναλτζίκ, ο.π., σελ. 291, πίνακας 6. Επιπλέον της ηµερήσιας αποζηµίωσης, οι καδήδες αµείβονται και µε διάφορα τέλη που προκύπτουν από την καταχώρηση πράξεων στους ιεροδικαστικούς κώδικες και την έκδοση εγγράφων (χοτζετιών). Κολοβός, ο.π., σελ Σαρηγιάννης, ο.π., σελ Kunt, ο.π., σελ

81 Η ιδιαιτερότητα του αξιώµατος του καδή µέσα στο όλο σύστηµα της οθωµανικής γραφειοκρατίας συνίσταται στο γεγονός ότι ενώ όλοι οι υπόλοιποι αξιωµατούχοι ανέτρεχαν στον Σουλτάνο ως µοναδική πηγή νοµιµοποίησής τους, ο καδής όντας θεραπευτής και λειτουργός του Ιερού Νόµου, µπορεί να επικαλείται και τη θεία νοµιµοποίηση, αποκτώντας ένα αξιοσηµείωτο ποσοστό αυτονοµίας από τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας. Η απόλυτη εξουσία της Πύλης περιορίζεται στους «δούλους της Πύλης» (kapı kulu) πάνω στους οποίους έχει δικαίωµα ζωής και θανάτου. Για όποιο ζήτηµα σχετίζεται µε τους υπόλοιπους υπηκόους, η Πύλη θα πρέπει να µεταβιβάσει το αίτηµά της για τον έλεγχο µιας υπόθεσης πρώτα στον τοπικό καδή, ο οποίος είναι και ο µόνος αρµόδιος για την επιβολή ποινών. Σηµαντικός, επίσης, είναι και ο ρόλος του καδή σε ό,τι αφορά την νοµιµοποίηση της ίδιας της κεντρικής εξουσίας. Με την εφαρµογή, από τον καδή, του Ιερού Νόµου αλλά και του δικαίου του ηγεµόνα, ταυτόχρονα, το κανούν τυγχάνει νοµιµοποίησης στα µάτια του πληθυσµού, µέσα από το κύρος του Ιερού Νόµου. 252 Οι καδήδες αποτελούν το «εκτελεστικό» κοµµάτι της οµάδας των Ουλεµάδων (Ulema) καθώς είναι αυτοί που είναι υπεύθυνοι για την ορθή εφαρµογή του ισλαµικού όπως και του σουλτανικού νόµου. Το θεωρητικό τους αντίστοιχο αποτελούν οι µουφτήδες, οι οποίοι είναι οι ερµηνευτές του ισλαµικού νόµου. 253 Οι µουφτήδες συνδέονται έµµεσα µε την απονοµή της δικαιοσύνης µέσω των γνωµοδοτήσεων (fatwa fetva) που εκδίδουν για αµφιλεγόµενα ζητήµατα. Η αίτηση για έκδοση φετβά από τον µουφτή µπορεί να προέρχεται είτε από κάποιον που εµπλέκεται σε µία υπόθεση είτε από τον καδή. Ο µουφτής διατυπώνει την άποψή του µε γενικό τρόπο, παρότι αφορά συγκεκριµένη υπόθεση, και χρησιµοποιούνται απρόσωπα ονόµατα όπως Zeyd και Amr (ο «Τάδε» και ο «είνα») στην θέση των ονοµάτων των εκάστοτε διαδίκων. Τα ερωτήµατα πάνω στην υπόθεση πρέπει να είναι έτσι διατυπωµένα από τους αιτούντες τον φετβά, ώστε να επιδέχονται αποκλειστικά µονολεκτικές απαντήσεις (θετικές ή αρνητικές). Συνήθως, η απάντηση του µουφτή βασίζεται αποκλειστικά πάνω στις αρχές του fikh χωρίς να λαµβάνονται υπόψη τα στοιχεία της υπόθεσης για την οποία 252 Jennings, Kadi, Court..., ο.π., σελ Goffman, ο.π., σελ

82 ερωτάται. 254 Η θεµατολογία των φετβάδων περιλαµβάνει και τα πιο απλά καθηµερινά θέµατα. Ακόµη και ο ίδιος ο Σεϋχουλισλάµης δεν θεωρούσε µειωτική την ενασχόλησή του µε τέτοιου είδους θέµατα. Οι φετβάδες, εποµένως ήταν ένα χρήσιµο εργαλείο για όσους δεν µπορούσαν να αποτανθούν στα εξειδικευµένα νοµικά βιβλία και για αυτό το λόγο η χρήση τους εξαπλώθηκε. Επίσης χρησιµοποιούνταν ευρέως και για την εξωδικαστική διευθέτηση των διαφορών, µέσω της οποίας τα άτοµα εξοικονοµούσαν χρήµατα. 255 Κύριος βοηθός στο έργο του καδή είναι η περιφερειακή εκτελεστική εξουσία (Εhl - i örf), δηλαδή ο σαντζάκµπεης και κατά κύριο λόγο ο τοπικός σούµπασης. Ο καδής µπορεί να είναι ο αρµόδιος για την έκδοση της απόφασης αλλά η εφαρµογή της και η τιµωρία των ενόχων έγκειται στη σφαίρα της δικαιοδοσίας της εκτελεστικής εξουσίας. 256 Ο σούµπασης είναι στρατιωτικός αξιωµατούχος επιφορτισµένος µε την τήρηση της τάξεως, ο οποίος διορίζεται από τον τοπικό σαντζάκµπεη. Στην δικαιοδοσία του, βρίσκεται η σύλληψη υπόπτων για παραβατική συµπεριφορά και έχει την δυνατότητα να εγείρει δικαστική διαδικασία εναντίον ατόµων, τα οποία έχει συλλάβει. Η θητεία του είναι περιορισµένη και καθώς, όπως αναφέρει ο Jennings για την περίπτωση της Καισάρειας, συχνά εµφανίζονται πρόσωπα να επανέρχονται στην θέση αυτή ανά περιόδους, είναι λογική η υπόθεση ότι στη θέση αυτή διορίζονται άτοµα που προέρχονται από την εκάστοτε περιοχή. 257 Επικουρικό ρόλο στην διαδικασία απονοµής δικαιοσύνης είχαν και υπάλληλοι του ιεροδικείου, οι οποίοι διορίζονταν από τον καδή. Ίσως σηµαντικότερος εξ αυτών ήταν ο ναΐπης (na ib naib), ο οποίος λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος του καδή είτε στις υποπεριφέρειες (ναχιγέδες) του καζά για τον οποίο είναι αρµόδιος (βλ. το παράδειγµα της Κρήτης παρακάτω) είτε ακόµα και στην έδρα του καζά αναλαµβάνοντας πέραν άλλων καθηκόντων και την εκδίκαση υποθέσεων. 258 Τα άτοµα που υπηρετούν σε αυτή την θέση 254 Jennings, Kadi, Court..., ο.π., σελ Jennings, Kadi, Court..., ο.π., σελ Kunt, ο.π., σελ. 91 και Peters, ο.π., σελ Jennings, Kadi, Court..., ο.π., σελ Για τις αρµοδιότητες του ναΐπη βλ. Đnalcık, Mahkama, ο.π., σελ

83 φαίνεται πως ήταν ντόπιοι µε αποτέλεσµα να έχουν µεγαλύτερη γνώση του τόπου και των κατοίκων. Χαρακτηριστικό που τους δίνει πλεονέκτηµα σε σχέση µε τον εκάστοτε καδή ο οποίος διορίζεται από το κέντρο, έχει περιορισµένη θητεία και συνεπώς άγνοια σε ό,τι αφορά τους τοπικούς συσχετισµούς και τον πληθυσµό του καζά στον οποίο διορίζεται. 259 Προφανώς το εν λόγω αξίωµα αποτελούσε το πρώτο στάδιο για την εκκίνηση µίας δικαστικής καριέρας. Άλλοι λειτουργοί 260 του ιεροδικείου ήταν ο µουχζίρης (muhzir), ο οποίος διοριζόταν από τον καδή και είχε καθήκοντα δικαστικού κλητήρα, εγκαλώντας, κυρίως, τους εναγόµενους να παραστούν στην εκδίκαση της υπόθεσης. Παρόµοια καθήκοντα είχε και ο τσοχαντάρης (çukadar) 261. Αυτοί οι δύο λειτουργοί εµφανίζονταν συχνά και ως µάρτυρες επί της διαδικασίας στις καταγραφές των υποθέσεων (şuhud ul hal), το θέµα αυτό όµως θα αναλυθεί εκτενέστερα παρακάτω Σαρηγιάννης, ο.π., σελ Ο Κολοβός αναφέρει και τον διερµηνέα (tercüman) ως ένα από τους υπαλλήλους του ιεροδικείου. Κολοβός, ο.π., σελ Η ύπαρξη ενός διερµηνέα ήταν προφανώς απαραίτητη στα ιεροδικεία των ευρωπαϊκών επαρχιών, όπου οι χριστιανοί υπήκοοι αποτελούσαν την πλειοψηφία. Βέβαια, ακόµα και στην υποθετική περίπτωση που οι Χριστιανοί δεν προσέτρεχαν στο ιεροδικείο για την επίλυση των διαφορών τους, δεν πρέπει να ξεχνάµε ότι οι υπηρεσίες του διερµηνέα θα ήταν χρήσιµες και για τους µεγάλους µουσουλµανικούς πληθυσµούς των προσήλυτων, οι οποίοι διατηρούσαν σε µεγάλο ποσοστό την µητρική τους γλώσσα (για παράδειγµα οι περιπτώσεις της Βοσνίας, της Αλβανίας αλλά και της Κρήτης). Αν ισχύει κάτι τέτοιο είναι µάλλον περίεργο το γεγονός ότι εµφάνιση διερµηνέων ως µαρτύρων επί της διαδικασίας συναντάµε µόνο σε υποθέσεις όπου ένας τουλάχιστον από τους διαδίκους είναι χριστιανός. Στον Χάνδακα για τα έτη εµφανίζεται σε αρκετές υποθέσεις ως µάρτυρας ο διερµηνέας Κουρτ (Καραντζίκου - Φωτεινού, ο.π., εγγρ. 54, 68, 209, 471, 628). Η σχετικά συχνή παρουσία του και η απουσία άλλων προσδιοριστικών πέραν του τίτλου «διερµηνέας», δικαιολογεί την υπόθεση ότι µάλλον πρόκειται για υπάλληλο του ιεροδικείου. 261 Ο Swanson αποδίδει στον τσοχαντάρη καθήκοντα επιτηρητή των δηµοσίων ηθών. Swanson Glen. W., The Ottoman Police, Journal of Contemporary History, vol. 7, No. ½ (Jan.- Apr. 1972), σελ , σελ Βλ. στο ίδιο και για αναλυτικότερα πάνω στο θέµα των αρµοδίων για την τήρηση της τάξης στις οθωµανικές πόλεις (σούµπασης, µουχτεσίπης κ.α.). 262 Jennings, Kadi, Court..., ο.π., σελ

84 Ρόλο στην δικαστική διαδικασία είχαν και οι λεγόµενοι «Μουσουλµάνοι». Αυτοί αποτελούν µία µάλλον ανεξάρτητη οµάδα και πιθανόν εξασκούν ένα βαθµό επιρροής στο δικαστήριο προς όφελος των τοπικών συµφερόντων και αναγκών. Σύµφωνα µε τον Jennings η συνδροµή τους ήταν τριπλή, είτε ως µάρτυρες της υπόθεσης (şuhud ul hal), είτε ως εµπειρογνώµονες είτε τέλος ως διαµεσολαβητές (muslihun). 263 Τέλος, στο σύστηµα απονοµής δικαιοσύνης είχε συµβολή και ο µουχτεσίπης (muhtesib), τα καθήκοντα του οποίου αφορούσαν τον έλεγχο της σωστής λειτουργίας των αγορών και σε ένα βαθµό την προστασία των χρηστών ηθών. 264 Γ Η ακροαµατική διαδικασία Γενικότερα, σήµερα, λόγω της περιληπτικής φύσης των καταγραφών στους ιεροδικαστικούς κώδικες (sicil), οποίοι, προφανώς, προορίζονταν να διαβαστούν από άτοµα που ήταν εξοικειωµένα µε την δικαστική διαδικασία, 263 Jennings, Kadi, Court..., ο.π., σελ. 136 και Jennings, Kadi, Court..., ο.π., σελ Παρότι η προστασία των χρηστών ηθών ενέπιπτε της αρµοδιότητας του κατά την πρώιµη ισλαµική περίοδο, ο Schacht υποστηρίζει ότι στην Οθωµανική Αυτοκρατορία η δικαιοδοσία του είχε περιοριστεί στον έλεγχο της αγοράς. (Schacht, ο.π., σελ. 92). Ο Jenning, συµφωνεί µε αυτήν την θέση παραθέτοντας ως επιχείρηµα την απουσία του µουχτεσίπη από ανάλογες υποθέσεις στους ιεροδικαστικούς κώδικες της Καισάρειας. Η εµφάνιση µουχτεσίπηδων στα έγγραφα είναι αρκετά σπάνια. Ο ίδιος συγγραφέας, την συνδέει αποκλειστικά µε την ιδιότητά τους που σχετίζεται µε τις αγορές, αναφέροντας ότι ο µουχτεσίπης παρευρισκόταν στο ιεροδικείο της Καισάρειας, κατά την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούσαν παραβάσεις σχετικά µε την µέγιστη τιµή πώλησης των προϊόντων (narh) και τα µέτρα και τα σταθµά. Όσον αφορά όµως τον Χάνδακα, παρατηρείται ότι η παρουσία του µουχτεσίπη στο ιεροδικείο, δεν συνδέεται µε κανένα από τα εν λόγω καθήκοντά του. Οι εφτά υποθέσεις στις οποίες απαντώνται µουχτεσίπηδες, στον Τρίτο Κώδικα, αφορούν κτηµατικές και κληρονοµικές διαφορές, υιοθεσία, διαζύγιο, λήψη γαµήλιας µη προκαταβαλλόµενης δωρεάς µετά τον θάνατο συζύγου και καθορισµό των δαπανών για τον εξωραϊσµό τεµένους (βλ. για παράδειγµα τις περιπτώσεις των Ρετζέπ Μπεσέ υιού Μπαϊράµ και Ρετζέπ Μπέη υιού Μουσταφά, Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., εγγρ. 215, 336, 524, 540, 600, 602, 646). 84

85 βασιζόµαστε πάνω στη µελέτη των υποθέσεων προκειµένου να αναπαράγουµε, κατά το δυνατόν, την διαδικασία εκδίκασης µίας υπόθεσης. Τρία είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την διαδικασία απονοµής της δικαιοσύνης. Καταρχάς το ιεροδικείο πρέπει να δέχεται οποιονδήποτε επιζητά την κρίση του σε µία υπόθεση. Η διεξαγωγή της δίκης και η έκδοση της απόφασης πρέπει να γίνονται σύντοµα και να αποφεύγονται οι χρονοβόρες διαδικασίες και τέλος, απαγορεύεται η χρήση συνηγόρου. 265 Καθώς δεν υφίσταται αυτεπάγγελτη δίωξη, σύµφωνα µε την ισλαµική νοµολογία, παρά µόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για την εκκίνηση της δικαστικής διαδικασίας είναι απαραίτητη η αυτόβουλη καταγγελία του εγκλήµατος ή της παράβασης από τους άµεσα θιγόµενους είτε τους στενούς συγγενείς τους, σε περίπτωση που οι πρώτοι δεν δύνανται να το πράξουν οι ίδιοι. Το γεγονός αυτό έρχεται σε αντίθεση µε την πρόθεση των οθωµανικών αστυνοµικών αρχών και των δικαστηρίων να προσάγουν υποθέσεις στο δικαστήριο µε δική τους πρωτοβουλία. Βέβαια, όπως σηµειώνει ο Jennings, στην περίπτωση της Καισάρειας η προσαγωγή των υποθέσεων στο δικαστήριο γίνεται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων από ιδιώτες. 266 Μέσα από τη µελέτη των εγγράφων του Τρίτου και του Πέµπτου Κώδικα το αυτό παρατηρούµε να συµβαίνει και στον Χάνδακα. Η ακροαµατική διαδικασία ξεκινά µε την αγωγή (da wa dava), τον ισχυρισµό δηλαδή του ενάγοντος περί της υπόθεσης. Ο καδής έπειτα θα ρωτήσει τον εναγόµενο κατά πόσον ισχύει αυτό το οποίο ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Αν ο εναγόµενος επιβεβαιώσει τον ισχυρισµό (ikrar), τότε ο καδής 265 Jennings, Kadi, Court..., ο.π., σελ Ο θεσµός του βεκίλη (vekil), δεν πρέπει να συγχέεται µε αυτόν του συνηγόρου. Παρότι ο βεκίλης λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος ενός διαδίκου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αυτό συνήθως συνέβαινε λόγω της αδυναµίας του διαδίκου να παρευρεθεί στο ιεροδικείο. Η λειτουργία του βεκίλη δεν αφορούσε την υπεράσπιση των συµφερόντων του ατόµου το οποίο εκπροσωπούσε, αλλά την παροχή των αποδεικτικών στοιχείων που θα παρείχε και το ίδιο το άτοµο αν ήταν παρόν. Πάντως φαίνεται πως ήδη από τον 16 ο αι. το λειτούργηµα του βεκίλη πρέπει να είχε πάρει ηµιεπαγγελµατική µορφή καθώς υπήρχαν άτοµα τα οποία αναλάµβαναν την δικαστική αντιπροσώπευση κάποιου έναντι αµοιβής. Đnalcık, Mahkama, ο.π., σελ. 5 και αναλυτικότερα βλ. Ronald C. Jennings, The Office of Vekil (Wakil) in 17 th Century Ottoman Sharia Courts, Studia Islamica, No. 42 (1975), σελ Jennings, Kadi, Court..., ο.π., σελ

86 µπορεί να βγάλει απόφαση επί της υποθέσεως. Αν ο κατηγορούµενος αρνηθεί την όποια υπαιτιότητα που του καταλογίζεται (inkar), τότε ζητείται από τον ενάγοντα να παρουσιάσει µάρτυρες ή αποδεικτικά στοιχεία 267 τα οποία θα επιβεβαιώσουν τον ισχυρισµό του. Στην περίπτωση που ο ενάγοντας δεν δύναται να παράσχει ούτε αποδεικτικά στοιχεία ούτε µάρτυρες, ο καδής, αν ζητηθεί από τον ενάγοντα, θα ζητήσει από τον εναγόµενο να ορκιστεί για την αθωότητά του (yamin - yemin) 268. Αν αυτός δεχθεί να πάρει τον όρκο τότε η υπόθεση κρίνεται υπέρ του, στο ενδεχόµενο που δεν δεχθεί να ορκιστεί (nükul), η υπόθεση θα κριθεί υπέρ του ενάγοντος. 269 Συχνά οι αντιδικίες καταλήγουν στο συµβιβασµό (sulh), είτε εξωδικαστικά είτε στο τέλος της ακροαµατικής διαδικασίας µετά από την διαµεσολάβηση κάποιων ατόµων (muslihûn), αναγνωρισµένου κύρους, τα οποία είχαν ακριβώς τον ρόλο του διαιτητή και φρόντιζαν για την ειρηνική διευθέτηση των διενέξεων. 270 Ο ρόλος 267 Παρότι τα έγγραφα, σε κάποιες περιπτώσεις, µπορούν να χρησιµοποιηθούν ως αποδεικτικό στοιχείο, η αποδοχή τους από το δικαστήριο ως τέτοια, είναι περιορισµένη. Στις περισσότερες περιπτώσεις που γίνεται τέτοια χρήση, ο διάδικος ο οποίος τα επικαλείται χρησιµοποιεί και µάρτυρες για την επιβεβαίωση της ισχύος του εγγράφου και της ορθότητας του ισχυρισµού του. Αναλυτικότερα για την χρήση των εγγράφων στα οθωµανικά ιεροδικεία βλ. Ergene Boğaç, Document Use in Ottoman Courts of Law: Observations from the Sicils of Çankiri and Kastamonu, Turcica, No. 37 (2005), σελ Παρότι, όπως αναφέρθηκε, σε περιπτώσεις που δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία, το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση υπέρ του διαδίκου ο οποίος δεχόταν να ορκιστεί, το κύρος του όρκου ως αποδεικτικού στοιχείου είναι µάλλον περιορισµένο καθώς αυτός δεν ζητείται µε πρωτοβουλία του καδή αλλά µε πρωτοβουλία του διαδίκου ο οποίος δεν µπορεί να εµφανίσει αξιόπιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ισχυρισµό του. Ο Peters υποστηρίζει ότι κάποιος θα προτιµούσε να καταδικαστεί για ένα έγκληµα, για το οποίο κατηγορούταν παρά να υποστεί τις συνέπειες της ψευδορκίας του στη µετέπειτα ζωή (Peters, ο.π., σελ ). Μία τέτοια θέση πρέπει να θεωρηθεί µάλλον υπεργενικευτική. Προφανώς και θα υπήρχαν άτοµα τα οποία είχαν αρκετά ανεπτυγµένο µέσα τους το «φόβο Θεού» ώστε να αποφεύγουν την ψευδορκία, αλλά είναι µάλλον αµφισβητήσιµο το κατά πόσον ένα άτοµο που έχει διαπράξει ένα έγκληµα, το οποίο είναι ουσιαστικά παράβαση του Ιερού Νόµου, θα διέθετε τέτοιου είδους αναστολές. 269 Schacht, ο.π., σελ Για την ακροαµατική διαδικασία, αναλυτικότερα βλ. Schacht, ο.π., κεφ. 25 και Ronald C. Jennings, Limitations of the Judicial Powers of the Kadi in 17 th C. Ottoman Kayseri, Studia Islamica, No. 50 (1979), σελ , σελ Βλ. και παρακάτω. 86

87 του «συµβιβασµού» στη δικαστική διαδικασία είναι εξαιρετικά σηµαντικός και θεωρείται προτιµητέος σε σχέση µε την εκδίκαση της αγωγής. 271 Όλες οι υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονταν στο ιεροδικείο καθώς και τα έγγραφα που προέρχονταν από την κεντρική διοίκηση (διαταγές, οδηγίες κ.τ.λ.) καταχωρούνταν στο κατάστιχο του ιεροδικείου και κρατούνταν σε αρχείο. 272 Ο Mandaville, ο οποίος ασχολήθηκε µε τους οθωµανικούς ιεροδικαστικούς κώδικες στη Συρία και την Ιορδανία, κατηγοριοποιεί τις υποθέσεις που καταγράφονται σε αυτούς, σε εφτά θεµατικές ενότητες κάτω από τους τίτλους «οικογένεια», «εµπόριο», «γη και οικοδοµήµατα», «συλλογή φόρων», «ποινικές», «θρησκεία», «διαταγές από την κεντρική διοίκηση προς το δικαστήριο». Παρότι ο παραπάνω δεν είναι επίσηµος διαχωρισµός που ακολουθείται από τους οθωµανούς γραφείς οι θεµατικές που χρησιµοποιεί ο Mandaville περιλαµβάνουν όλα τα είδη των υποθέσεων που εκδικάζονται στο ιεροδικείο. 273 Όπως προαναφέρθηκε, στις υπηρεσίες του ιεροδικείου είχε πρόσβαση καθένας. Παρότι η Οθωµανική Αυτοκρατορία ήταν ένα ισλαµικό κράτος και το κρατικό σύστηµα απονοµής δικαιοσύνης λειτουργούσε σύµφωνα µε τις επιταγές της Σαρίας, οι διάφορες θρησκευτικές κοινότητες είχαν το δικαίωµα να διατηρούν δικά τους θρησκευτικά δικαστήρια, τα οποία έκριναν τις υποθέσεις των µελών τους µε βάση τους δικούς τους θρησκευτικούς νόµους. Παρόλα αυτά, τα ιεροδικεία διατηρούσαν την προνοµιακή τους θέση καθώς 271 Ενδιαφέρουσα σε ό,τι αφορά την αιτία, η οποία µπορεί να βρίσκεται πίσω από την προτίµηση του «συµβιβασµού», είναι η άποψη που διατυπώνει ο Coulson ότι από τη στιγµή που η ισλαµική νοµολογία βασίζεται στην ανθρώπινη ερµηνεία του θείου νόµου, ίσως ένας καδής να ήταν διστακτικός στην εφαρµογή της στην πράξη καθώς µε αυτόν τον τρόπο υπήρχε η πιθανότητα η απόφασή του να αντιβαίνει στο πραγµατικό θέληµα του Θεού. Coulson, ο.π., σελ Αναλυτικότερα για τον συµβιβασµό (sulh) βλ. Abdülmecid Mutaf, Amicable Settlement in Ottoman Law: Sulh System, Turcica, No.36 (2004), σελ και Aida Othman, And Amicable Settlement Is Best : Sulh and Dispute Resolution in Islamic Law, Arab Law Quarterly, No. 21 (2007), σελ Σύµφωνα µε τον Mandaville η συνήθεια να κρατούνται πρακτικά στο ιεροδικείο ανάγεται στον 9 ο αιώνα και ήταν κοινή σε όλα τα ισλαµικά κράτη. John E. Mandaville, The Ottoman Court Records of Syria and Jordan, Journal of the American Oriental Society, vol. 86, No. 3 (Jul.- Sep., 1966), σελ , σελ Mandaville, ο.π., σελ

88 ήταν τα µόνα αρµόδια για την εκδίκαση διακοινοτικών υποθέσεων στις οποίες ένας από τους δύο διάδικους ήταν Μουσουλµάνος. Επιπλέον, φαίνεται ότι παρά την ύπαρξη των κοινοτικών δικαστηρίων, τα µέλη των µειονοτήτων έδειχναν προτίµηση στα ιεροδικεία για την εκδίκαση των διαφορών τους. Τα κοινοτικά αρχεία βρίθουν προειδοποιήσεων προς τα µέλη των µη µουσουλµανικών κοινοτήτων για την µη υποβολή των υποθέσεων τους στην κρίση των καδήδων. Ένας λόγος που ίσως θα δικαιολογούσε την εµφάνιση µιας τέτοιας προτίµησης από την πλευρά των µη µουσουλµάνων υπηκόων της αυτοκρατορίας, είναι το γεγονός ότι η απόφαση του ιεροδικείου εµπεριείχε την µέγιστη κρατική αναγνωρισιµότητα και επιπλέον µέσω της εκτέλεσής της από τα τοπικά όργανα τήρησης της τάξεως την µέγιστη εφαρµοσιµότητα. 274 Γ Η οργάνωση του δικαστικού συστήµατος στην Κρήτη Στην Κρήτη, ήδη µετά την κατάκτηση των Χανίων το 1645, διορίζεται καδής και οργανώθηκε καζάς στο νησί µε έδρα τα Χανιά. Εν συνεχεία µετά την κατάκτηση του Ρεθύµνου, το 1646, και εν τέλει του Χάνδακα, το 1669, διορίζονται και οι αντίστοιχοι καδήδες και κατά συνέπεια δηµιουργούνται τρεις καζάδες µε έδρα της αντίστοιχες πόλεις. 275 Η καινοτοµία σε ό,τι αφορά την 274 Goffman, ο.π., σελ Σχετικά µε την χρήση των ιεροδικείων από τους χριστιανούς υπηκόους διαφωτιστικά είναι τα άρθρα των Rossitsa Gradeva, Orthodox Christians in the Kadi Courts: The Practice of the Sofia Sheriat Court, Seventeenth Century, Islamic Law and Society, 4,1, E. J. Brill, Leiden, 1997, σελ και Najwa Al Qatan, Dhimmis in the Muslim Court: Legal Autonomy and Religious Discrimination, International Journal of Middle East Studies, vol. 31, No. 3 (Aug., 1999), σελ Η πρώτη εξετάζει το θέµα µε αναφορά στους κώδικες του ιεροδικείου Σόφιας του 17 ου αι., ενώ η δεύτερη ασχολείται µε το ιεροδικείο της αµασκού κατά τον 18 ο και 19 ο αι. Και οι δύο προσθέτουν στις αιτίες αυτής της προτίµησης και τους ευνοϊκούς κανονισµούς της Σαρίας για θέµατα προίκας, διαζυγίου και κληρονοµιάς. 275 Κατά την περίοδο από την κατάκτηση των Χανίων µέχρι την παράδοση του Χάνδακα, το νησί ήταν χωρισµένο σε πέντε καζάδες, µε καδήδες να έχουν εγκατασταθεί πέραν των Χανίων και του Ρεθύµνου, στο Μελεβύζι, στην Ιεράπετρα, στην Σητεία και στο Καινούργιο, µε τον τελευταίο, λόγω του µικρού µεγέθους του χωριού και της γειτνίασής του µε τον Χάνδακα, 88

89 δικαστική διαίρεση της Κρήτης έγκειται στο γεγονός ότι ο καδής των Χανίων παρέµεινε ιεραρχικά ανώτερος των άλλων δύο καδήδων του νησιού παρά το γεγονός ότι πρωτεύουσα του εγιαλετιού ορίστηκε ο Χάνδακας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ενίοτε ο καδής των Χανίων αναφέρεται και ως «καδής της Κρήτης». 276 Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι δεν αναφέρεται η ύπαρξη µουφτή στο Χάνδακα µετά την κατάληψη. Όπως σηµειώνει και ο Σαρηγιάννης, στον Τρίτο Κώδικα δεν υπάρχει αναφορά σε φετβά που να εκδόθηκε από τοπικό καδή ενώ η πρώτη τέτοια αναφορά στον Πέµπτο Κώδικα εµφανίζεται το 1688 οπότε και αναφέρεται ο µουφτής του Χάνδακα ως µάρτυρας σε υπόθεση (έγγραφο 738 και για χρήση φετβά έγγραφο 798). Μία εκ των υποθέσεων που διατυπώνει ο Σαρηγιάννης, προσπαθώντας να δικαιολογήσει την αργοπορηµένη αναφορά στα έγγραφα των κωδίκων του ιεροδικείου σε µουφτή του Χάνδακα είναι ότι «οι Κρητικοί, Χριστιανοί και Μουσουλµάνοι, δεν προσέφευγαν στις υπηρεσίες του ενδεχοµένως από άγνοια», αυτό προκαλεί εντύπωση καθώς στα έγγραφα εµφανίζεται ικανή γνώση του ισλαµικού δικαίου, γεγονός που δεν δικαιολογεί µία τέτοια εικασία. εν πρέπει επίσης να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το µεγαλύτερο µέρος του νησιού βρισκόταν υπό οθωµανική κυριαρχία ήδη από εικοσαετίας πριν την πτώση του Χάνδακα. Η µη αναφορά, λοιπόν, µουφτή στα πρώιµα έγγραφα πρέπει να αποδοθεί µάλλον στον µη διορισµό ενός τέτοιου κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες µετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης του νησιού. 277 Καθένας από τους καδήδες της Κρήτης είχε δικαίωµα να διορίζει αντιπροσώπους του (ναΐπηδες) στις έδρες των περιφερειών του καζά του. Οι ναΐπηδες της Κρήτης ήταν είκοσι 278, ανάλογοι µε τον αριθµό των ναχιγέδων να είναι, πιθανώς, αρµόδιος για την εκδίκαση των υποθέσεων που προέκυπταν στις τάξεις του στρατεύµατος που πολιορκούσε την πόλη. Καραντζίκου Φωτεινού, ο.π., σελ. κδ, υποσ Ενδιαφέρουσα ιστορική σύµπτωση αποτελεί το γεγονός ότι ακόµα και σήµερα το Εφετείο Κρήτης έχει την έδρα του στα Χανιά, γεγονός που συνιστά συνέχεια της συνήθειας οι ανώτατες δικαστικές αρχές του νησιού να βρίσκονται στα Χανιά και όχι στο πολιτικό και γεωγραφικό κέντρο, δηλαδή το σηµερινό Ηράκλειο. 277 Σαρηγιάννης, ο.π., σελ Gülsoy, ο.π., σελ Όπως έχουµε σηµειώσει και παραπάνω, ο Τσελεµπί (Εβλιά Τσελεµπί, ο.π., σελ. 293) αναφέρει ότι στην Κρήτη υπήρχαν «είκοσι τέσσερα καδηλίκια», 89

90 του νησιού. 279 Όπως αναφέρθηκε παραπάνω οι ναΐπηδες προερχόµενοι από την τοπική κοινωνία είχαν σαφέστερη γνώση επί των τοπικών υποθέσεων και ισορροπιών και για αυτό το λόγο η θέση τους συνοδευόταν από υπολογίσιµο κύρος και εξουσία, σε τοπικό επίπεδο. Το γεγονός ότι ο ναΐπης του Χάνδακα διόριζε τους ναΐπηδες των ναχιγιέδων του σαντζακιού του Χάνδακα είναι, προφανώς, ενδεικτικό της παραπάνω κατάστασης. 280 Επίσης ενδεικτικό της ύπαρξης αυτής της εξουσίας είναι ότι το έγγραφο 617, το οποίο προαναφέρθηκε, αφορά κατάχρησή της, αναφέροντας ότι «οι ναΐπηδες των ναχιγέδων του καζά περιφέρονται από χωριό σε χωριό και καταπιέζουν τους ραγιάδες». Μέσα από τους κώδικες γίνεται φανερό ότι πέραν των µουσουλµάνων και οι χριστιανοί κάτοικοι του νησιού επωφελούνταν του οθωµανικού συστήµατος απονοµής δικαιοσύνης για την επίλυση των διενέξεών τους. Όπως έχουµε σηµειώσει, γενικότερα σε όλη την Αυτοκρατορία οι µη µουσουλµάνοι υπήκοοι αποτείνονταν στα ιεροδικεία για την εκδίκαση των υποθέσεων τους, ακόµα και αν αυτές ενέπιπταν των αρµοδιοτήτων των εκκλησιαστικών ή ραβινικών δικαστηρίων στα οποία υπάγονταν. Πέραν των λόγων που έχουµε ήδη αναφέρει οι Κρητικοί είχαν πιθανώς και ένα επιπλέον κίνητρο για την προτίµηση που επεδείκνυαν για το ιεροδικείο. Στην Κρήτη όπου η οργανωµένη εκκλησιαστική διοίκηση είναι απούσα για πάνω από τέσσερις αιώνες, από την εποχή της βενετικής κατάκτησης, είναι φυσικό οι χριστιανοί υπήκοοι να στρέφονται για την ρύθµιση των διαφορών τους στις επίσηµες δικαστικές αρχές του νέου καθεστώτος όπως, προφανώς, έκαναν και υπό την βενετική κυριαρχία. Σίγουρα κάποιος θα ήταν διστακτικός, αν όχι απρόθυµος να εµπιστευτεί την διευθέτηση προσωπικών ζητηµάτων, µικρής ή γεγονός το οποίο θα πρέπει να οφείλεται σε σύγχυση ανάµεσα στους καζάδες και τους ναχιγέδες όπως σωστά υποστηρίζει ο Σαρηγιάννης (Σαρηγιάννης, ο.π., σελ. 20, σηµ. 8). Από την άλλη οι Nükhet Adiyeke και Adiyeke, αναφέρουν µόνο ότι τον 19 ο αι. οι ναΐπηδες του νησιού ήταν δέκα, δηλώνοντας άγνοια του αριθµού τους κατά τους προηγούµενους αιώνες. Ayşe Nükhet Adiyeke and Nuri Adiyeke, Newly Discovered in Turkish Archives: Kadi Registers and other Documents on Crete, Turcica, No. 32 (2000), σελ , σελ Nükhet Adiyeke and Adiyeke, ο.π., σελ Σαρηγιάννης, ο.π., σελ

91 µεγάλης σηµασίας σε ένα θεσµό αµφίβολου κύρους, ως προς την δικαιοδοτική του επάρκεια. Γ. 3. Οι µάρτυρες επί της διαδικασίας (şuhud ul hal) 281 Για τον ισλαµικό νόµο, η µαρτυρία (şahada) αποτελεί το ύψιστο από τα αποδεικτικά στοιχεία, µε την οµολογία (ikrar) και τον όρκο (yemin) να αποτελούν τα υπόλοιπα. Στο ισλαµικό δικαστικό σύστηµα διακρίνονται κυρίως δύο είδη µαρτύρων. Κατ αρχάς οι µάρτυρες οι οποίοι επιβεβαιώνουν την ορθότητα των ισχυρισµών των διαδίκων (µάρτυρες υπεράσπισης ή κατηγορίας) και οι µάρτυρες οι οποίοι µε την παρουσία τους κατά την ακροαµατική διαδικασία πιστοποιούν την ορθή διεξαγωγή της. Ο Cahen υποστηρίζει ότι καθώς ο ρόλος των τελευταίων ήταν καθαρά διαδικαστικός, τουλάχιστον κατά τους πρώτους ισλαµικούς αιώνες, οι µάρτυρες αυτοί προέρχονταν από ήδη κατηρτισµένες λίστες που βρίσκονταν στην διάθεση των καδήδων. 282 Τυπικά, για να έχει ισχύ µία µαρτυρία πρέπει ο µάρτυρας να έχει σώας τας φρένας, να είναι ενήλικος, άνδρας, ελεύθερος και Μουσουλµάνος, γνωστός για την ηθική του ακεραιότητα 283. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις γίνεται αποδεκτή και η µαρτυρία γυναικών, κυρίως όσον αφορά τα θέµατα για τα οποία οι γυναίκες, εκ των πραγµάτων, έχουν πληρέστερη γνώση (έµµηνος 281 Όπου δεν αναφέρεται διαφορετικά, οι πληροφορίες για αυτό το κοµµάτι προέρχονται από R. Peters, Shahid, The Encyclopaedia of Islam, New Edition,τ. IX, Leiden, 1997, σελ Claude Cahen, A Propos des Shuhud, Studia Islamica, No. 31 (1970), σελ , σελ. 71, και βλ. στο ίδιο, για αναλυτικότερα στην ιστορία του θεσµού κατά την πρώιµη ισλαµική εποχή και την σχέση του µε το ρωµαϊκό δίκαιο. 283 Η ηθική ακεραιότητα ενός µάρτυρα θα πρέπει να εξακριβωθεί από τον καδή πριν επιτραπεί η µαρτυρία του στο δικαστήριο (tazkiya tezkiye). Το έργο αυτό, προφανώς θα πρέπει να ήταν αρκετά δύσκολο για ένα αξιωµατούχο του οποίου η θητεία σε µία περιοχή είχε διάρκεια είκοσι µηνών. Εποµένως, για να το φέρει εις πέρας ο καδής πιθανότατα να επαφιόταν στην εµπειρία των υπολοίπων υπαλλήλων του ιεροδικείου (µουχζίρης, ναΐπης κ.α.), των οποίων η θητεία ήταν µακροχρόνια και ήταν ντόπιοι, γεγονός που τους επέτρεπε να έχουν καλύτερη γνώση της περιοχής και των κατοίκων της. 91

92 ρύση, τοκετός, παρθενία και άλλα παρόµοια). Η µαρτυρία των δούλων και των µη Μουσουλµάνων δεν είναι αποδεκτή σύµφωνα µε τις τέσσερις σχολές ερµηνείας του Ιερού Νόµου. Παρόλα αυτά η Χανµπαλιτική Σχολή αποδέχεται τη µαρτυρία των δούλων 284, ενώ η Χανεφιτική αποδέχεται τη µαρτυρία µη Μουσουλµάνων µόνο σε υποθέσεις που αφορούν µη Μουσουλµάνους. Ένα ακόµη σηµαντικό χαρακτηριστικό ενός µάρτυρα αποτελεί και η αντικειµενικότητά του. Για αυτό το λόγο δεν γίνεται αποδεκτή η µαρτυρία κάποιου εναντίον του εχθρού του καθώς και η µαρτυρία συγγενών του διαδίκου. Επιπλέον σηµαντική είναι και η απαγόρευση της µαρτυρίας ατόµου το οποίο έχει προφανές κέρδος από την υπόθεση. Ο αριθµός των µαρτύρων, ο οποίος θεωρείται επαρκής για την θεµελίωση αποδεικτικού στοιχείου, εξαρτάται από την φύση της υπόθεσης. 285 Η µαρτυρία ενός ατόµου έχει ανακλητό χαρακτήρα. Αν η ανάκληση της µαρτυρίας συµβεί πριν από το τέλος της δικαστικής διαδικασίας, ο καδής δεν µπορεί να εκδώσει απόφαση. Αν από την άλλη η ανάκληση επέλθει µετά την έκδοση της απόφασης, αυτή ισχύει αλλά ο µάρτυρας, ο οποίος ανακάλεσε 284 Η εξαίρεση αυτή µάλλον θα πρέπει να αποδοθεί στην ιδιαίτερη θέση των δούλων στην αραβική φυλετική κοινωνία (η Χανµπαλιτική Σχολή είχε µεγαλύτερη αποδοχή στην περιοχή της σηµερινής Σαουδικής Αραβίας), όπου ο δούλος είχε περισσότερο την θέση εξαρτώµενου προσώπου παρά αντικειµένου. Η αντίληψη αυτή πέρασε και σε άλλα µουσουλµανικά καθεστώτα µε χαρακτηριστικότερο παράδειγµα την Αίγυπτο των Μαµελούκων. Καθώς παρόµοια κατάσταση διαµορφώθηκε και στην Οθωµανική Αυτοκρατορία, όπου η κοινωνική θέση του ατόµου εξαρτιόταν από την εγγύτητά του προς ηγεµόνα και όχι τόσο από το αν είναι ελεύθερος ή όχι, η παρουσία αξιωµατούχων (οι οποίοι ουσιαστικά ήταν δούλοι του Σουλτάνου) ως µάρτυρες στα δικαστήρια, θα πρέπει να συνδεθεί µε την Χανµπαλιτική αποδοχή της µαρτυρίας των δούλων. 285 Γενικά η µαρτυρία δύο ανδρών θεωρείται ότι θεµελιώνει απόδειξη. Για οικονοµικά θέµατα είναι αποδεκτή η µαρτυρία ενός άνδρα και δύο γυναικών ενώ για υποθέσεις µοιχείας απαιτείται η µαρτυρία τεσσάρων ανδρών. Όσον αφορά την µαρτυρία των γυναικών για θέµατα για τα οποία, όπως προαναφέρθηκε έχουν πληρέστερη γνώση, η Χανεφιτική και η Χανµπαλιτική Σχολή θεωρούν επαρκή την µαρτυρία µίας γυναίκας. Η Μαλικιτική Σχολή απαιτεί την ύπαρξη δύο γυναικών µαρτύρων ενώ η Σαφιϊτική Σχολή τεσσάρων. Παρότι όπως ειπώθηκε η µαρτυρία δύο ανδρών είναι αρκετή συχνά για µεγαλύτερη ασφάλεια χρησιµοποιείται η µαρτυρία περισσότερων ατόµων ο αριθµός των οποίων σε ορισµένες περιπτώσεις φτάνει και τους σαράντα οχτώ. 92

93 είναι υπόλογος στο µισό της ποινής που επιδικάστηκε στον διάδικο ο οποίος καταδικάστηκε βάσει της µαρτυρίας του. Η καταγραφή των νοµικών πράξεων και των µαρτυριών, οι οποίες τις συνόδευαν, εισήχθη στην νοµική διαδικασία σε ένα αρκετά πρώιµο στάδιο. Παρόλα αυτά και καθώς σύµφωνα µε την ισλαµική νοµολογία ένα έγγραφο δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο, τα συγκεκριµένα τεκµήρια χρησιµοποιούνται στη δικαστική διαδικασία µόνο για την επιβεβαίωση των καταθέσεων των µαρτύρων, οι οποίοι έχουν υπογράψει την αρχική πράξη. Για την αποφυγή απόρριψης από το δικαστήριο των µαρτυριών ατόµων εξαιτίας της αµφίβολης ηθικής τους ακεραιότητας, για σηµαντικές πράξεις χρησιµοποιούνταν επαγγελµατίες µάρτυρες εξακριβωµένης ηθικής ακεραιότητας (şahid adl). Το σηµαντικό σε αυτή την περίπτωση είναι ότι οι εν λόγω µάρτυρες ήταν ουσιαστικά υπάλληλοι του ιεροδικείου, διορίζονταν από τον αρµόδιο καδή και είχαν νοµική εκπαίδευση. Συχνά αυτό το στάδιο, της µαρτυρίας (şahada), θεωρείτο µέρος της εκπαίδευσης ενός µελλοντικού καδή. Πέραν των σχετικά σταθερών µαρτύρων υπήρχαν και αυτοί οι οποίοι εµφανίζονταν σε συγκεκριµένες υποθέσεις µε τις οποίες συνδέονταν µε κάποιο τρόπο. Όπως φαίνεται από το γεγονός ότι στο Χάνδακα σε υποθέσεις, φερ ειπείν, που αφορούν Γενίτσαρους εµφανίζονται ως µάρτυρες Γενίτσαροι ή στρατιωτικοί άλλων σωµάτων, η θέση του µάρτυρα στο δικαστήριο καταλαµβάνεται από άτοµα που έχουν σχέση ή ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την εκάστοτε υπόθεση. Ένας από τους ρόλους των µαρτύρων, κατά τον Jennings, συνίσταται στην επιβεβαίωση της ορθής και δίκαιης εφαρµογής της διαδικασίας για την απονοµή της δικαιοσύνης. Κάτι τέτοιο, σύµφωνα µε τον συγγραφέα, θα εξηγούσε το γιατί τέτοιου είδους άτοµα εµφανίζονται ως µάρτυρες στο ιεροδικείο. Άλλη σηµαντική λειτουργία των µαρτύρων είναι η συµµετοχή τους στις ερευνητικές επιτροπές που αποστέλλονται από το ιεροδικείο όταν είναι αναγκαία η εξέταση µίας υπόθεσης in locο, όπως για παράδειγµα σε πολεοδοµικές υποθέσεις (επισκευή κτιρίων κ. α.). Και σε αυτήν την περίπτωση όµως δεν µπορούµε να προσδιορίσουµε επακριβώς ποιον ρόλο είχαν οι µάρτυρες στις ερευνητικές αυτές επιτροπές. Η χρήση των µαρτύρων µε αυτόν τον τρόπο ήταν αναγκαία για το δικαστήριο καθ ότι εξαιτίας του γεγονότος ότι οι µάρτυρες προέρχονταν από τον ντόπιο πληθυσµό είχαν 93

94 καλύτερη γνώση των πραγµάτων της περιοχής, δυνατότητα που δεν είχε ο καδής ο οποίος υπηρετούσε στη συγκεκριµένη θέση για περιορισµένο χρονικό διάστηµα. Ακόµη, πολλές φορές αναφέρεται στις υποθέσεις ότι επιτεύχθηκε συµβιβασµός µεταξύ των διαδίκων (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κληρονοµικών διενέξεων) µετά από την µεσολάβηση «Μουσουλµάνων» 286. Με αυτόν τρόπο παρουσιάζεται η τρίτη λειτουργία των µαρτύρων στο ιεροδικείο, η οποία είναι ακριβώς η διαµεσολάβηση µεταξύ των διαδίκων προκειµένου να συµβιβαστούν εξωδικαστικώς. Οι «Μουσουλµάνοι» αυτοί, όπως αναφέρονται στους ιεροδικαστικούς κώδικες, προέρχονταν από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον των διαδίκων αλλά και πιθανότατα από άτοµα τα οποία τύγχαναν να βρίσκονται παρόντες (ακριβώς το είδος των ατόµων που αποτελούσαν τους µάρτυρες του ιεροδικείου) και µε αυτό τους το έργο παρείχαν µία χρήσιµη υπηρεσία στο δικαστήριο αλλά και στην κοινωνία καθώς, έτσι αποφεύγονταν οι δικαστικές διαµάχες και η, µικρή έστω, διαταραχή στην κοινωνική συνοχή που αυτές προκαλούν (ιδιαίτερα όταν έχουµε να κάνουµε µε µικρές αγροτικές κοινωνίες). Από τα παραπάνω µπορούµε να συµφωνήσουµε µε τον Jennings ο οποίος συµπεραίνει ότι ο ρόλος των µαρτύρων ήταν τριπλός και συνίστατο στην παροχή µαρτυρίας για την ορθή λειτουργία της απονοµής της δικαιοσύνης, στην έρευνα των υποθέσεων στο πεδίο και εν τέλει στην διαµεσολάβηση µεταξύ των διαδίκων µε σκοπό την επίτευξη εξωδικαστικού συµβιβασµού. Ιδιαίτεροι προβληµατισµοί ανακύπτουν για τον ρόλο των µαρτύρων στην ιεροδικαστική διαδικασία. Χρησίµευε η εντοπιότητα των µαρτύρων στην πληροφόρηση του καδή σχετικά µε την ηθική υπόληψη των διαδίκων; Πώς καθοριζόταν ποιος µάρτυρας θα παρουσιαστεί σε ποια υπόθεση; Αποτελούσαν οι µάρτυρες αποτρεπτικό παράγοντα σε περίπτωση κατάχρησης εξουσίας από τον καδή, µε την άρνησή τους να υπογράψουν τις αποφάσεις του; Μπορούσαν να αρνηθούν να επικυρώσουν µία απόφαση του καδή; Μπορούσε η παρουσία ενός ιδιαίτερα επιφανούς πολίτη στις τάξεις τους να εκβιάσει την έκβαση της δίκης µε κάποιο τρόπο προς όφελος ιδίων 286 Καθώς στα έγγραφα οι διαµεσολαβητές αναφέρονται γενικά ως «Μουσουλµάνοι» τοποθετήσαµε την λέξη σε εισαγωγικά προκειµένου να είναι εµφανής η διαφοροποίηση από τη κοινή χρήση του όρου. 94

95 συµφερόντων; Οι προβληµατισµοί που παρουσιάζονται από τον Jennings σε ό,τι αφορά τους µάρτυρες, παρότι δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν, είναι ιδιαίτερα σηµαντικοί για την περαιτέρω &epsil