Ευαρμοσμένη Γεωγραυία και Διαχείριση του Χώρου. Καηεύζπλζε: Αλάπηπμε θαη δηαρείξηζε ηνπ Δπξωπαϊθνύ ρώξνπ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Ευαρμοσμένη Γεωγραυία και Διαχείριση του Χώρου. Καηεύζπλζε: Αλάπηπμε θαη δηαρείξηζε ηνπ Δπξωπαϊθνύ ρώξνπ"

Transcript

1 ΧΑΡΟΚΟΠΔΙΟ ΠΑΝΔΠΙΣΗΜΙΟ Σκήκα Γεωγξαθίαο Πξόγξακκα Μεηαπηπρηαθώλ πνπδώλ Ευαρμοσμένη Γεωγραυία και Διαχείριση του Χώρου Καηεύζπλζε: Αλάπηπμε θαη δηαρείξηζε ηνπ Δπξωπαϊθνύ ρώξνπ «Σοςπισμόρ, Πεπιβάλλον και Σοπική ανάπτςξη. Η πεπίπτωση τηρ Π.Ο.Σ.Α. Ρωμανού στην εςπύτεπη πεπιοσή τηρ Πύλος» Γηπιωκαηηθή εξγαζία ηεο Γηνλπζίαο Β. Μαξθνπνύινπ Αζήλα, Ινύιηνο 2011

2 ΧΑΡΟΚΟΠΔΙΟ ΠΑΝΔΠΙΣΗΜΙΟ Σκήκα Γεωγξαθίαο Πξόγξακκα Μεηαπηπρηαθώλ πνπδώλ Ευαρμοσμένη Γεωγραυία και Διαχείριση του Χώρου Καηεύζπλζε: Αλάπηπμε θαη δηαρείξηζε ηνπ Δπξωπαϊθνύ ρώξνπ ΣΙΣΛΟ ΔΙΠΛΩΜΑΣΙΚΗ ΕΡΓΑΙΑ «Σοςπισμόρ, Πεπιβάλλον και Σοπική ανάπτςξη. Η πεπίπτωση τηρ Π.Ο.Σ.Α. Ρωμανού στην εςπύτεπη πεπιοσή τηρ Πύλος» Γηπιωκαηηθή εξγαζία ηεο Γηνλπζίαο Β. Μαξθνπνύινπ Δπηβιέπωλ θαζεγεηήο: Κωζηήο Χαηδεκηράιεο Αζήλα, Ινύιηνο 2011

3 Η υωτογπαυία στο εξώυςλλο ανήκει στον υωτογπάυο άγπιαρ υύσηρ Andrea Bonetti, Φλαμίνγκο στη λιμνοθάλασσα τηρ Γιάλοβαρ την ανατολή.

4 ΠΡΟΛΟΓΟΣ...3 ΠΕΡΙΛΗΨΗ...4 ABSTRACT...5 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΜΕΘΟ ΟΣ ΚΑΙ ΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ...7 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ...72 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ Π.Ο.Τ.Α. ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΕΘΟ ΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ Π.Ο.Τ.Α. ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΕΠΙΤΟΠΙΑ ΕΡΕΥΝΑ - ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ Π.Ο.Τ.Α ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΥΟ ΜΕΤΑΒΛΗΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

5 2

6 ΠΡΟΛΟΓΟΣ Αφορµή και έναυσµα για την παρούσα εργασία ήταν το ενδιαφέρον µου να συνδυάσω την εφαρµοσµένη περιβαλλοντική εµπειρία και γνώση που απέκτησα από τις σπουδές µου αλλά και µέσω της εργασίας µου, µε την ανθρωπογεωγραφική διάσταση που ενυπάρχει σε κάθε περιβαλλοντικό ζήτηµα. Σπούδασα στο τµήµα Περιβάλλοντος ΠΣΕ Περιβαλλοντικής Χαρτογραφίας του Πανεπιστηµίου Αιγαίου και συνέχισα της Μεταπτυχιακές µου σπουδές στο τµήµα Επιστήµων της θάλασσας µε αντικείµενο «ιαχείριση Παράκτιων Περιοχών». Στην συνέχεια εργάστηκα στην Αθήνα στην περιβαλλοντική ΜΚΟ Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία και κατόπιν σε ιδιωτική χαρτογραφική εταιρεία στην οποία εργάζοµαι µέχρι και σήµερα. Η επιλογή να επεκτείνω τις γνώσεις µου στο µεταπτυχιακό πρόγραµµα σπουδών του τµήµατος Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστηµίου, συγκεκριµένα στην κατεύθυνση «Ανάπτυξη και διαχείριση του Ευρωπαϊκού χώρου», προέκυψε από την ανάγκη και το ενδιαφέρον να εµβαθύνω τις γνώσεις µου στην ανθρωπογεωγραφική διάσταση του χώρου πέρα από την περιβαλλοντική και την χαρτογραφική. Η Μεσσηνία αποτελεί τον τόπο καταγωγής µου και οι εξελίξεις στην αναπτυξιακή της διαδροµή καθώς και το ιδιαίτερο και αναγνωρισµένο διεθνώς, φυσικό περιβάλλον της περιοχής ήταν µια σηµαντική αφορµή για την έρευνα και τη σύνταξη της παρούσας εργασίας. Στην Μεσσηνία κατασκευάζεται ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγµα της νέας τάσης τουριστικών επενδύσεων στην Ελλάδα, ένα δίκτυο από ξενοδοχειακές και παραθεριστικές εγκαταστάσεις από τα µεγαλύτερα στην Ελλάδα. Έχει χωροθετηθεί και χαρακτηριστεί ως «Περιοχή Ολοκληρωµένης Τουριστικής Ανάπτυξης Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας» και διέπεται από ειδικό νοµοθετικό καθεστώς. Ήδη στην παραλία του Ρωµανού, κοντά στην Πύλο, λειτουργεί η πρώτη από τον Μάιο του 2010, η Π.Ο.Τ.Α Ρωµανού. Η σύνταξη της παρούσας εργασίας ξεκίνησε στα τέλη 2009 και ολοκληρώθηκε την Άνοιξη του Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της οφείλεται σε ένα δυσάρεστο γεγονός του περασµένου Οκτώβρη όταν διέρρηξαν την κατοικία µου και ανάµεσα στα άλλα, αφαίρεσαν και τον προσωπικό µου υπολογιστή µε αποτέλεσµα να χαθεί η εργασία µου και στοιχεία που είχα συλλέξει και αναλύσει. Έτσι χρειάστηκε να την ξαναδηµιουργήσω. Σε αυτό το σηµείο θα ήθελα να ευχαριστήσω το διοικητικό και διδακτικό προσωπικό του τµήµατος για την κατανόηση και την πολύτιµη χρονική παράταση που µου δόθηκε για την ευδόκιµη ολοκλήρωση της εργασίας µου και ιδιαιτέρως τον επιβλέπων καθηγητή µου Κ. Χατζηµιχάλη για την πολύτιµη καθοδήγηση του κατά την διάρκεια εκπόνησης της. 3

7 Περίληψη Η παρούσα εργασία αφορά το τρίπτυχο τουρισµός περιβάλλον τοπική ανάπτυξη, τρεις συνιστώσες άρρηκτα συνδεδεµένες µεταξύ τους, που η ισόρροπη σχέση τους αποτελεί συνθήκη για την περαιτέρω ανάπτυξη µιας περιοχής. Το αντικείµενο µελέτης αναφέρεται στην ευρύτερη περιοχή της Πύλου και στην κατασκευή µιας µεγάλης και πρότυπης για τα ελληνικά δεδοµένα ξενοδοχειακής επιχείρησης, της Περιοχής Ολοκληρωµένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) Μεσσηνίας (Costa Navarino όπως είναι η εµπορική της ονοµασία) και συγκεκριµένα της Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού που ξεκίνησε την λειτουργία στις 20 Μαΐου του Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να διερευνήσει τη σχέση που υπάρχει ανάµεσα στις µεγάλες τουριστικές επενδύσεις, το περιβάλλον και την τοπική ανάπτυξη εξετάζοντας δευτερογενή στοιχεία αλλά και τη γνώµη της τοπικής κοινωνίας µέσω δειγµατοληπτικής έρευνας µε ερωτηµατολόγια. Μέσα από τη διαδικασία της εµπειρικής διερεύνησης δευτερογενών στοιχειών διαπιστώσαµε ότι το θεσµικό πλαίσιο που διέπει περιβαλλοντικά προστατευόµενες περιοχές και αρχαιολογικές χώρους, δεν τηρήθηκε σ αυτή την περίπτωση και είναι αµφίβολο αν θα τηρηθεί σε ανάλογες περιπτώσεις στη χώρα µας, µετά µάλιστα τις πρόσφατες πολιτικές αποφάσεις και νοµοθετικές πρωτοβουλίες οι οποίες δεν βοηθούν συλλογικά τις τοπικές κοινότητες παρά µόνο το επενδυτικό όφελος µεγάλων επιχειρήσεων. Τα ευρήµατα της έρευνας πεδίου όσον αφορά τις απόψεις της τοπικής κοινωνίας σχετικά µε τη εγκατάσταση και λειτουργία της Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού και τη γενικότερη στάση τους απέναντι στο περιβάλλον, διακρίνεται πως η πάγια τοποθέτηση των υπευθύνων της επιχείρισης περί καθολικής αποδοχής από την τοπική κοινωνία, δεν ανταποκρίνεται στην πραγµατικότητα, όπως τεκµηριώνουν τα ευρήµατα της παρούσας έρευνας. Συµπερασµατικά, οι ισχυρισµοί της κατασκευάστριας εταιρείας δεν συνάδουν µε τους προβληµατισµούς και τις αµφιβολίες της τοπικής κοινωνίας από την εγκατάσταση και λειτουργία της Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού, σε ζητήµατα περιβάλλοντος και σε κοινωνικά - οικονοµικά οφέλη της τοπικής κοινωνίας. 4

8 Abstract This paper is about the triptych tourism environment local development, three components inextricably linked that their balanced relationship is a condition for the further development of a region. The subject of the study is about the wider region of Pylos and the construction of a large and prototype, for Greek standards, hotel investment in the area of Integrated Tourist Development Area (P.O.T.A) in Messinia prefecture (commercially known by the name Costa Navarino) and more specifically of P.O.T.A Romanos, the very first investment that started operating on the 20th of May The purpose of this paper was to study the relationship between the large tourism investments, the environment and local development by examining secondary data as well as the opinion of the local community through sample survey questionnaires. Through the process of empirical investigation of secondary data, it turned out that the institutional framework for protected areas and archaeological places was not applicable or adopted in this particular case and besides that it is doubtful if it will be implemented in other cases such as this, especially after the recent political decisions and legislative initiatives, that will not collectively help local communities but the investment interests of large companies. The results of the field research, regarding the opinion of the local community about the establishment and operation of P.O.T.A Romanos and their general attitude regarding the environment, it is evident that the main argument of the people in charge about total acceptance of this investment and total support from the local community, doesn t correspond to reality as demonstrated by the research findings. To conclude, the construction company s claims, don t really match with the concerns and doubts expressed by the local community about the establishment and operation of P.O.T.A. Romanos, as far as environmental issues and social-economic benefits for the local community are concerned. 5

9 6

10 Κεφάλαιο 1. Εισαγωγή: Αντικείµενο, µέθοδος και διάρθρωση της εργασίας Οι τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζονται από µια σηµαντική αύξηση του τουρισµού και παράλληλα από την ανάπτυξη ενός αντίστοιχου επιστηµονικού λόγου που ερευνά τα χαρακτηριστικά και τη δυναµική αυτού του φαινοµένου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά ο τρόπος που αναπτύσσεται ο τουρισµός, η συµβολή του στην τοπική ανάπτυξη και οι επιπτώσεις του στο φυσικό και δοµηµένο περιβάλλον, στην κοινωνία και στον πολιτισµό. Η παρούσα εργασία αφορά το τρίπτυχο τουρισµός περιβάλλον τοπική ανάπτυξη, τρεις συνιστώσες άρρηκτα συνδεδεµένες µεταξύ τους, που η ισόρροπη σχέση τους αποτελεί συνθήκη για την περαιτέρω ανάπτυξη µιας περιοχής. Μέχρι τη δεκαετία του 80 η περιβαλλοντική πολιτική θεωρούταν αντίθετη ως προς την πολιτική της τουριστικής ανάπτυξης και γενικότερα των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων ( ανάπτυξη ή προστασία του περιβάλλοντος ). Τη δεκαετία του 90 όµως, αναγνωρίστηκε ότι η σχέση προστασία του περιβάλλοντος και ανάπτυξης της οικονοµίας µπορούν και πρέπει να συµβαδίζουν. Το αντικείµενο µελέτης αναφέρεται στην ευρύτερη περιοχή της Πύλου και στην κατασκευή µιας µεγάλης και πρότυπης για τα ελληνικά δεδοµένα ξενοδοχειακής επιχείρησης, της Περιοχής Ολοκληρωµένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) Μεσσηνίας και συγκεκριµένα της Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού που ξεκίνησε την λειτουργία στις 20 Μαΐου του Οι εγκαταστάσεις της Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας, Costa Navarino όπως είναι η εµπορική της ονοµασία, τοποθετούνται σε τέσσερις περιοχές, στην περιοχή του Ρωµανού, της Πύλου, του Κυνηγού και του Ριζόµυλου (Χάρτης 1). Από την άνοιξη του 2010 βρίσκεται σε λειτουργία η Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού ενώ κατασκευάζεται η Π.Ο.Τ.Α. Πύλου.. 7

11 Χάρτης 1: Χωροθέτηση των Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας σε Google Earth Η Πύλος βρίσκεται στην νοτιοδυτική Πελοπόννησο και η περιοχή χαρακτηρίζεται από πλούσια φυσικά και πολιτιστικά στοιχεία. Στην ευρύτερη περιοχή βρίσκεται η λιµνοθάλασσα της Γιάλοβας η οποία αποτελεί έναν από τους σηµαντικότερους υγροτόπους των Βαλκανίων µε διεθνή αναγνώριση. Η πλούσια πανίδα σε συνδυασµό µε πλήθος παράκτιων οικοτόπων, συνθέτουν το µωσαϊκό της προστατευόµενης περιοχής, η οποία ανήκει στο ευρωπαϊκό ίκτυο Natura Επίσης, η περιοχή αποτελεί έναν από τις σηµαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Πελοποννήσου. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν, έφεραν στο φως προϊστορικά, αρχαϊκά, κλασικά και ρωµαϊκά ευρήµατα. Παρόλη την ιδιαίτερη σηµασία της ως οικολογικά και πολιτισµικά ευαίσθητη περιοχή, τα τελευταία χρόνια δέχεται πολλές πιέσεις. Μια από αυτές είναι και η κατασκευή της Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού που θα αναφερθούµε εκτενέστερα ως µελέτη περίπτωσης. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει τη σχέση που υπάρχει ανάµεσα στις µεγάλες τουριστικές επενδύσεις, το περιβάλλον και την τοπική ανάπτυξη. Συγκεκριµένα, η εργασία χωρίζεται σε δύο βασικά µέρη, την βιβλιογραφική ανασκόπηση και την εµπειρική διερεύνηση. Η ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας θα συµβάλλει στην 8

12 ενηµέρωσή µας για το υπό µελέτη θέµα και θα µας υποδείξει πτυχές που επιδέχονται περαιτέρω διερεύνησης. Η εµπειρική διερεύνηση θα γίνει µέσω εξέτασης δευτερογενών στοιχειών και προσωπικής παρατήρησης καθώς και µέσω δειγµατοληπτικής έρευνας. Έτσι στο δεύτερο µέρος της εργασίας, θα εξεταστούν δευτερογενή στοιχεία όπως η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) της Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού, η Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) της προστατευόµενης περιοχής που συµπίπτει µε τα όρια της Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού, η Υδρολογική µελέτη για τις Λεκάνες Απορροής Πύλου-Ρωµανού σύµφωνα µε την οδηγία 2000 για τα νερά, αλλά και η αποδελτίωση του τοπικού και εθνικού τύπου. Μέσω αυτών των στοιχείων θα προσπαθήσουµε να κατανοήσουµε τη συµβολή της Π.Ο.Τ.Α Ρωµανού στην τοπική ανάπτυξη της περιοχής λαµβάνοντας υπόψη κοινωνικοοικονοµικές αλλά και περιβαλλοντικές συνιστώσες. Επιπλέον, µέσω δειγµατοληπτικής έρευνας µε ερωτηµατολόγια, θα διερευνηθεί η γνώµη που έχει η τοπική κοινωνία για αυτό το είδος τουριστικής ανάπτυξης. Κύριος στόχος της έρευνας πεδίου ήταν να διερευνηθεί η γνώση της τοπικής κοινωνίας σχετικά µε τη µεγάλη αυτή επένδυση, οι απόψεις των πολιτών για το περιβάλλον και την προστατευόµενη περιοχή Natura 2000, καθώς και οι απόψεις της τοπικής κοινωνίας για τη δηµιουργία της Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας. Το βασικό ερευνητικό ερώτηµα είναι η διερεύνηση των απόψεων των κατοίκων σε ότι αφορά τη σχέση που υπάρχει ανάµεσα στις µεγάλες τουριστικές επενδύσεις, το περιβάλλον και την τοπική ανάπτυξη. Η δειγµατοληπτική έρευνα φιλοδοξεί να απαντήσει στα ακόλουθα υποερωτήµατα: Η πρώτη οµάδα των υποερωτηµάτων αφορά τη γνώση και τη στάση των κατοίκων για το φυσικό περιβάλλον της περιοχής και ειδικότερα για την προστατευόµενη περιοχή Λιµνοθάλασσας ιβάρι Πύλου-Γιάλοβα που είναι ενταγµένη στο δίκτυο Natura Η δεύτερη οµάδα υποερωτηµάτων διερευνά την άποψη της τοπικής κοινωνίας για τη δηµιουργία της Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας και τις τυχόν προσδοκίες ή αµφιβολίες από την λειτουργία της στο κοινωνικοοικονοµικό περιβάλλον της περιοχής. Η δοµή της εργασίας έχει ως εξής: 9

13 Εισαγωγή: Στο 1 ο κεφάλαιο θα γίνει περιγραφή του θέµατος, του ευρύτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το θέµα και µικρή περιγραφή του σκοπού της εργασίας. ιεύρυνση του πεδίου: Στο 2 ο κεφάλαιο θα γίνει βιβλιογραφική ανασκόπηση για τα θέµατα που εξετάζουµε και συγκεκριµένα για τον τουρισµό, την τοπική ανάπτυξη και τον χωροταξιακό σχεδιασµό στην Ελλάδα. Εφόσον, η συγκεκριµένη τουριστική επένδυση περιλαµβάνει κοµµάτι που ανήκει σε προστατευόµενη περιοχή ιδιαίτερης περιβαλλοντικής αξίας, κρίνεται σκόπιµο να υπάρχει ένα ακόµα υποκεφάλαιο µε το θεσµικό πλαίσιο για το περιβάλλον που σχετίζεται άµεσα µε την εργασία. Ταυτόχρονα θα γίνει αναφορά στη στάση των τοπικών κοινωνιών σε ανάλογα έργα και οι κοινωνικές συγκρούσεις που προέκυψαν για θέµατα περιβαλλοντικής προστασίας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Υφιστάµενη κατάσταση: Στο 3 ο κεφάλαιο θα γίνει περιγραφή της ευρύτερης περιοχής της Πύλου Μεσσηνίας, η φυσική και πολιτιστική της αξία, καθώς και τα γεωγραφικά και δηµογραφικά της χαρακτηριστικά. Επόµενο υποκεφάλαιο θα είναι η αναφορά στα χαρακτηριστικά της Π.Ο.Τ.Α., πότε ορίστηκε, τι είναι, θεσµικό πλαίσιο και άλλα. Σχεδιασµός έρευνας: Το 4ο κεφάλαιο της εργασίας θα αφορά στην µεθοδολογία που ακολουθήσαµε για τη κατασκευή του ερωτηµατολόγιου και τη µεθοδολογία για τη διεξαγωγή της έρευνας πεδίου η οποία έγινε µε τη µέθοδο του ερωτηµατολογίου. Τα υποκείµενα της έρευνας ανήκουν στον πληθυσµό της ευρύτερης περιοχής µελέτης, βόρεια εκτείνεται µέχρι την πόλη των Γαργαλιάνων και νότια την πόλη της Πύλου. Αποτελέσµατα: Το 5 ο κεφάλαιο θα διαιρεθεί σε δύο µέρη. Στο πρώτο µέρος µέσω της εµπειρικής διερεύνησης κυρίως δευτερογενών στοιχείων θα γίνει µια προσπάθεια ανάλυσης διαφόρων πτυχών που χαρακτηρίζουν αυτή την επένδυση. Η εξέταση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), η Ειδική Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΕΠΜ), η Υδρολογική µελέτη, η αποδελτίωση του τοπικού και εθνικού τύπου καθώς και η προσωπική παρατήρηση κρίνονται απαραίτητα ώστε να αποκτήσουµε πιο σφαιρική άποψη για την συγκεκριµένη επένδυση. Στο δεύτερο µέρος θα παρουσιαστούν και αναλυθούν τα αποτελέσµατα 10

14 της ποσοτικής έρευνας πεδίου µε τη βοήθεια της περιγραφικής στατιστικής αλλά και των πινάκων διπλής εισόδου. Συµπεράσµατα: Στο 6 ο και τελευταίο κεφάλαιο θα παρουσιαστούν τα συµπεράσµατα της παρούσας εργασίας για την αλληλοεπίδραση της Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού µε το περιβάλλον καθώς και την συµβολή της στην τοπική ανάπτυξη της περιοχής. 11

15 Κεφάλαιο Τουρισµός Ο τουρισµός θεωρείται σήµερα ότι αποτελεί µία από τις πλέον αναπτυσσόµενες οικονοµικές δραστηριότητες σε παγκόσµιο επίπεδο (Κοκκώσης και Τσάρτας 2001). Ο όρος προέκυψε στις σύγχρονες κοινωνίες από την εξέλιξη της απλής περιήγησης. Πρόκειται δηλαδή για το φαινόµενο που συνδυάζει την αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου για γνώση και επαφή µε το νέο (περιήγηση), µε την ανάγκη για ψυχαγωγία, ανάπαυση, φυγή από την καθηµερινότητα και συνδέεται µε νέες αξίες που έχουν γίνει αποδεκτές από τη σύγχρονη κοινωνία. Σύµφωνα µε τη ιεθνή Ακαδηµία Τουρισµού (The International Academy for the Study of Tourism 1 ), ο τουρισµός είναι το σύνολο των ανθρωπίνων µετακινήσεων και δραστηριοτήτων που προκύπτουν από αυτές και υποκινούνται, σε διαφορετικό βαθµό και ένταση, από την τάση απόδρασης που ενυπάρχει στα άτοµα. Στον επίσηµο ορισµό της Παγκόσµιας Οργάνωσης Τουρισµού (World Trade Organization-WTO, 1981), ο τουρισµός θεωρείται µια δραστηριότητα που περιλαµβάνει κάθε είδους µετακινήσεις οι οποίες πραγµατοποιούνται είτε διαµέσου διεθνών συνόρων (αλλοδαπός) είτε όχι (ηµεδαπός), µε διάρκεια πάνω από 24 ώρες και οι οποίες προκαλούνται από ποικίλα αίτια (εκτός των λόγων µετανάστευσης και τακτικής ηµερήσιας απασχόλησης). Ο τουρισµός διακρίνεται µε βάση ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά σε επιµέρους κατηγορίες. Στην ελληνική βιβλιογραφία σηµειώνονται έξι βασικές κατηγορίες τουρισµού: ο µαζικός, ο ατοµικός, ο εσωτερικός, ο εξωτερικός, ο εποχιακός και ο συνεχής τουρισµός (Σφακιανάκης, 2000 και Ηγουµενάκης, 1997). Αυτό σηµαίνει ότι οι κατηγορίες του τουρισµού εξαρτώνται άµεσα από τον αριθµό (µαζικός ή ατοµικός ή µη µαζικός), από τον τόπο προορισµού (εσωτερικός και εξωτερικός), αλλά και από τη διάρκεια µιας τουριστικής δραστηριότητας (συνεχής και εποχιακός τουρισµός)

16 Εικόνα 1: Κατηγορίες Τουρισµού (Μπακαούκας, 2008). Οι µορφές των τουριστικών δραστηριοτήτων κατηγοριοποιήθηκαν και αυτές µε τη σειρά τους. Χρησιµοποιήθηκαν οι όροι «κύριες» ή «επικρατούσες» ή «καθιερωµένες» ή «παραδοσιακές» ή «συµβατικές» µορφές τουρισµού και από την άλλη οι «εναλλακτικές» ή «ήπιες» µορφές τουρισµού. Το µεγαλύτερο ποσοστό της τουριστικής δραστηριότητας που συνδυάζει ταυτόχρονα και µεγαλύτερο ποσοστό υποδοµών είναι η συµβατική µορφή τουρισµού εφόσον ο δεύτερος τύπος, ο εναλλακτικός τουρισµός αναπτύσσεται τα τελευταία κυρίως χρόνια. Ιστορική αναδροµή Σταθµός της δυναµικής ανάπτυξης του τουρισµού αποτελεί ο 19ος αιώνας. Η λέξη tourist χρησιµοποιείται για πρώτη φορά το 1800 και χαρακτηρίζει τα άτοµα που λάµβαναν µέρος στην «µακρά περιήγηση», ενώ το 1811 η επιλογή να ταξιδεύει κάποιος από ευχαρίστηση αποδίδεται µε τον όρο tourism. Κατά τη διάρκεια του αιώνα αυτού εκδίδονται οι πρώτοι τουριστικοί οδηγοί και κατασκευάζονται πολυτελή ξενοδοχεία (Ritz στο Παρίσι, Grand Hotel στη Ρώµη, Carlton στο Λονδίνο κ.α.) (Sigaux,1965). Ο αιώνας αυτός σηµατοδοτείται από τα τεχνολογικά επιτεύγµατα της Βιοµηχανικής Επανάστασης, αλλά και από τις περαιτέρω κοινωνικό-οικονοµικές προεκτάσεις της. Η περίοδος που ξεκινά από το Β Παγκόσµιο Πόλεµο χαρακτηρίζεται ως η περίοδος της τουριστικής άνθησης (τουριστικό boom). Κατά την περίοδο αυτή ( ) το τουριστικό φαινόµενο γιγαντώνεται, µε τα τουριστικά µεγέθη να αυξάνονται πολλαπλασιαστικά. Για πρώτη φορά τη δεκαετία του 50 χρησιµοποιούνται οι όροι µαζικός τουρισµός και µαζικοποίηση, που προσδιορίζουν την ανισοκατανοµή στο χρόνο και τον τόπο του πλήθους των τουριστών (Σφακιανάκης, 2000). 13

17 Η περίοδος µετά το 1980 µπορεί να χαρακτηριστεί ως περίοδος της συστηµατικής παγκοσµιοποίησης της τουριστικής ανάπτυξης, της χωρικής και γεωγραφικής επέκτασης του τουρισµού, µε την έννοια ότι επεκτείνεται και στις πλέον αποµακρυσµένες περιοχές του πλανήτη λόγω των συνεχών τεχνολογικών εξελίξεων στα µέσα µεταφοράς. Ο τουρισµός τις τελευταίες δεκαετίες αποτελεί µια από τις πιο σηµαντικές οικονοµικές δραστηριότητες σε παγκόσµιο επίπεδο κυρίως λόγω των πρωτοβουλιών στο µάρκετινγκ. Από το 1950 µέχρι το 1994, ο διεθνής τουρισµός αυξήθηκε σχεδόν 20 φορές ξεπερνώντας τις 528 εκατοµµύρια αφίξεις. Σύµφωνα µε τα στοιχεία του ιεθνές Συµβουλίου Ταξιδιών και Τουρισµού ( ΣΤΤ World Travel and Tourism Council), τα ταξίδια και ο τουρισµός είναι η µεγαλύτερη βιοµηχανία στον κόσµο, ξεπερνώντας την αυτοκινητοβιοµηχανία, τη σιδηροβιοµηχανία, τα ηλεκτρονικά και τον αγροτικό τοµέα. Η διεθνοποίηση του τουρισµού Ο σύγχρονος τουρισµός θεωρείται ένα πολυσχιδές κοινωνικό φαινόµενο, οι διαπλοκές της ανάπτυξής του οποίου επηρεάζουν την κοινωνία, την οικονοµία, τον πολιτισµό και το περιβάλλον ενός πλήθους χωρών του κόσµου (Lickorish and Jenkins, 2004). Ιδιαίτερα για τις παράκτιες µεσογειακές περιοχές και τα νησιά, ο τουρισµός θεωρείται ως η βασικότερη πηγή εισοδήµατος για τον τοπικό πληθυσµό (Loukissas and Skayannis, 2001). Παρόλα αυτά, η πρόσφατη διεθνής οικονοµική κρίση µε το ντόµινο των εξελίξεων που έχει ακολουθήσει, είναι σίγουρο ότι έχει επηρεάσει αρνητικά την τουριστική κίνηση και τη διατήρηση κάποιων επιχειρήσεων του κλάδου 2. Η συµβολή του τουρισµού στη δηµιουργία απασχόλησης και στην αύξηση του εισοδήµατος, καθώς και το γεγονός ότι συχνά παρουσιάζεται ως η µόνη επιλογή οικονοµικής ευηµερίας, ειδικά σε περιοχές που χαρακτηρίζονται ως καθυστερηµένες ή αποµονωµένες, δηµιουργεί αυξηµένες προσδοκίες τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης. Παρόλο που αυτά τα χαρακτηριστικά είναι κοινά σε γενικές γραµµές για όλες τις παραγωγικές δραστηριότητες, ο τουρισµός έχει ορισµένες ιδιαιτερότητες που µπορούν να 2 Ένα από τα βασικά συµπεράσµατα του γενικού γραµµατέα του Παγκόσµιου Οργανισµού Τουρισµού Taleb Rifai, την πρώτη µέρα του 8ου Συνεδρίου Τουρισµός & Ανάπτυξη που διοργανώνεται κάθε χρόνο µε πρωτοβουλία του ΣΕΤΕ, ήταν ότι το 2010 θα κλείσει µε µείωση της τουριστικής δραστηριότητας κατά 5% σε παγκόσµιο επίπεδο καθώς και ότι η ανάκαµψη από την κρίση θα είναι περιπετειώδης. 14

18 ενταχθούν σε δυο χωρικές και γεωγραφικές κλίµακες, όσον αφορά την παραγωγή και την κατανάλωση του: Στην µεγάλη κλίµακα ο τουρισµός αποτελεί µία διεθνοποιηµένη δραστηριότητα, οπότε η αναπτυξιακή πορεία ενός τόπου είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε τις ιδιοµορφίες της διεθνούς αγοράς, άρα και µε τις ευκαιρίες και τους περιορισµούς που θέτει αυτή στο δεδοµένο κάθε φορά χώρο-χρονικό πλαίσιο. Στην µικρή κλίµακα ιδιαιτερότητες όπως το µοναδικό φυσικό περιβάλλον, ο πολιτιστικός πλούτος, η σχέση µεταξύ τουρίστα και ντόπιου, καθώς και η πολυπλοκότητα και συµπληρωµατικότητα του τουριστικού προϊόντος, διαφοροποιεί τον τουρισµό από τις λοιπές δραστηριότητες υπηρεσιών (Μελισσουργός, 2008). Επιπλέον, η τουριστική προσφορά περιλαµβάνει ετερογενή αγαθά και υπηρεσίες, τα οποία προτείνονται στον τουρίστα-καταναλωτή προκειµένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες του στον τόπο προορισµού του. Οι φυσικοί και πολιτιστικοί πόροι που αποτελούν την πρωτογενή τουριστική προσφορά συµβάλλουν στην ελκυστικότητα των τουριστικών περιοχών. Η δευτερογενής τουριστική προσφορά περιλαµβάνει: α) το γενικό εξοπλισµό υποδοµής (επικοινωνίες, δίκτυα, υπηρεσίες) που υποδηλώνει το βαθµό οργάνωσης του τουριστικού χώρου και β) την τουριστική υποδοµή (ξενοδοχειακά και άλλα καταλύµατα, εγκαταστάσεις εστίασης και αναψυχής), που υποδηλώνει την ικανότητα ανταπόκρισης στη ζήτηση του τόπου προορισµού (Αυγερινού, 2000). Αυτά τα γενικά χαρακτηριστικά δεν αναιρούν φαινόµενα άνισης κατανοµής στο χώρο και στο χρόνο που οδηγούν σε κορεσµό και σε πιέσεις στο κοινωνικό, οικιστικό και φυσικό περιβάλλον ορισµένων περιοχών της χώρας. Ορισµένοι τόποι στηρίζουν σε µεγάλο βαθµό την ευηµερία τους στον τουρισµό χωρίς να είναι πάντοτε φανερή η χωροκοινωνική κατανοµή ωφελειών και ζηµιών ούτε και η διαχείρισή τους. Βασικό ρόλο στην οικονοµία του διεθνούς τουρισµού παίζουν οι επιχειρήσεις οργανωµένων µαζικών ταξιδιών. Εδώ περιλαµβάνονται οι επιχειρήσεις που παράγουν και/ή πωλούν µαζικά ταξίδια και διακοπές µε όλα πληρωµένα (αγγλικός όρος: tour operators - T.O. ή promoters) και οι απλοί πωλητές ταξιδιών και διακοπών (travel agents T.A.). Οι επιχειρήσεις των Τ.Ο., κατευθύνουν στην ουσία τη ζήτηση για τουριστικούς προορισµούς προκειµένου να πουλήσουν το πακέτο µε το οργανωµένο 15

19 ταξίδι διακοπές. Κυρίως µέσω της διαφήµισης διαµορφώνουν ένα προϊόν που µπορεί να πωλείται µαζικά (άρα και σε χαµηλότερο κόστος) και συχνά συνενώνονται µε µεγάλες επιχειρήσεις µεταφορών, ξενοδοχείων, τράπεζες και άλλα, δηµιουργώντας έτσι µεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις (Αγγελίδης, 2000). Το µεγαλύτερο ποσοστό των Τ.Ο. συγκεντρώνεται στη Ευρώπη (Μ. Βρετανία, Γαλλία και Γερµανία) και αποτελεί το δυναµικότερο κλάδο επιχειρηµατικής δραστηριότητας στον τουριστικό τοµέα. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σηµασία για τις αναπτυσσόµενες χώρες, είναι ότι όλες οι προωθητικές επιχειρήσεις του τουριστικού προϊόντος (οι Τ.Ο.) ανήκουν όπως προαναφέρθηκε, στις αναπτυγµένες χώρες. Επιπλέον, µε την καθοριστική επιρροή που διαθέτουν στην πώληση του προϊόντος τους, µπορούν να υπαγορεύουν τους όρους τους στις αναπτυσσόµενες χώρες. Οι προωθητικές αυτές επιχειρήσεις µπορούν επίσης, ανάλογα µε τα συµφέροντα τους, να αλλάζουν τη ροή του τουριστικού ρεύµατος, κάνοντας έτσι εξαιρετικά ασταθή την ανάπτυξη του τουριστικού τοµέα κυρίως στις αναπτυσσόµενες χώρες (Αγγελίδης, 2000). Η ανάπτυξη του οργανωµένου τουρισµού, οδήγησε µε αυτόν τον τρόπο στη βιοµηχανοποίηση του τουρισµού µέσα από µεθόδους καθετοποίησης των προσφερόµενων υπηρεσιών και στη µετατροπή του, τελικά, σε ένα προϊόν µε τυποποιηµένα χαρακτηριστικά, το οποία καθορίζουν την τιµή, το είδος και την ποιότητά του στη διεθνή αγορά. Μια υποκατηγορία του πακέτου διακοπών στα πλαίσια του ανταγωνισµού του τουριστικού προϊόντος είναι το επονοµαζόµενο all inclusive, κατά το οποίο ο πελάτης αγοράζει ένα οργανωµένο ταξίδι που περιλαµβάνει µεταφορά, διαµονή, διατροφή, διασκέδαση, ξεναγήσεις σε µουσεία, εκδροµές, ενοικίαση αυτοκινήτου και άλλα 3. Η µεγάλη διαφορά του all inclusive από τα κλασσικά πακέτα διακοπών ήταν η προσφορά όλης της γκάµας των απαιτήσεων του τουρισµού από τον ίδιο πάροχο στον ίδιο χώρο. Ο τουρίστας δεν χρειάζεται να βγει καθόλου από το ξενοδοχείο ενώ στην περίπτωση του κλασσικού πακέτου, το προϊόν εξασφαλίζει διαµονή και µετακίνηση από και προς τον προορισµό αλλά επέτρεπε στον τουρίστα την ελεύθερη κατανάλωση για κάλυψη των λοιπών αναγκών του στον τόπο προορισµού. 3 Χαρακτηριστικό γνώρισµα των ανθρώπων που έχουν επιλέξει αυτού του είδους τουρισµό, είναι ότι φοράνε ένα βραχιόλι που υποδηλώνει ότι τα άτοµα συµµετέχουν σε ένα τουριστικό πακέτο all inclusive αλλά και επίσης υποδηλώνει την προσφορά χαµηλότερων τιµών από συµβεβληµένες επιχειρήσεις µε τον πάροχο. 16

20 Ως στάδια τουριστικής ανάπτυξης χαρακτηρίζονται οι διαδοχικές φάσεις της τουριστικής ανάπτυξης µιας περιοχής, κατά τις οποίες ο εκάστοτε τόπος προορισµού αποκτά συγκεκριµένα χαρακτηριστικά που έγκεινται στην κοινωνικό-οικονοµική δοµή και τον τύπο των τουριστικών υποδοµών και παρεχόµενων υπηρεσιών (Κοκκώσης και Τσάρτας, 2001). Η προσέγγιση για τα στάδια ανάπτυξης ενός τουριστικού προορισµού δεν έχει το χαρακτήρα µιας θεωρίας, αλλά ενός ερευνητικού πλαισίου που οριοθετεί την εξέλιξη του τουρισµού σε µια περιοχή (Τσάρτας, 1996). Πολλοί βέβαια ήταν αυτοί που αµφισβήτησαν τη δυνατότητα ύπαρξης µιας ενιαίας θεώρησης σταδίων ανάπτυξης, άποψη που στηρίζεται στη διαφοροποίηση των τουριστικών προορισµών περιοχών και στο γεγονός πως µια περιοχή δεν επιβάλλεται να περάσει διαδοχικά από όλα τα στάδια ανάπτυξης του τουρισµού, µιας και αυτή πια καθοδηγείται από τα µαζικά και οργανωµένα συµφέροντα των tour operators. Κατά το πρώτο στάδιο ανάπτυξης, η περιοχή «ανακαλύπτεται» από τουρίστες-περιηγητές που ταξιδεύουν αυτόνοµα χωρίς οργάνωση ή προγραµµατισµό ή εγχώριους επιχειρηµατίες. Στη φάση αυτή παρατηρείται µια αργή αλλαγή των παραγωγικών δοµών, συνήθως από τη γεωργία προς τις υπηρεσίες, µε τη δηµιουργία µιας υποτυπώδους υποδοµής σε χώρους εστίασης και αναψυχής και µε τις πρώτες µικρής εµβέλειας τουριστικές επενδύσεις (Τσάρτας, 1996 και Κοκκώσης και Τσάρτας, 2001). Κατά το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης, οι κάτοικοι εκλαµβάνουν θετικά τα µηνύµατα της τουριστικής ανάπτυξης και αντιδρούν λαµβάνοντας πρωτοβουλίες που αφορούν στην απασχόληση στον τουριστικό τοµέα, µε εγκατάλειψη σχεδόν ολοκληρωτικά των λοιπών παραγωγικών κλάδων δραστηριοποίησης. Στην περιοχή προορισµό ταξιδεύουν οι πρώτες οµάδες οργανωµένου τουρισµού, οι οποίες απολαύνουν µια σύνθετη τουριστική υποδοµή, η οποία αποτελεί προϊόν σηµαντικών κρατικών και ιδιωτικών επενδύσεων και προωθείται µέσω µιας δειλής διαφηµιστικής εικόνας (Τσάρτας, 1996 και Κοκκώσης και Τσάρτας, 2001). Τέλος, κατά το τρίτο στάδιο, ο προορισµός υιοθετεί το πρότυπο του οργανωµένου µαζικού τουρισµού, µε την περιοχή να µετατρέπεται σε τουριστικό προορισµό διεθνών προδιαγραφών, µε µαζικά οργανωµένη υποδοµή και µια διεθνοποιηµένη διαφηµιστική εικόνα. Στη φάση αυτή το µεγαλύτερο ποσοστό της τουριστικής υποδοµής αποτελεί προϊόν εκµετάλλευσης ξένων προς την περιοχή συµφερόντων (αλλοδαποί ή ηµεδαποί), ενώ ο συνολικός έλεγχος της τουριστικής αναπτυξιακής πορείας υπάγεται κυρίως στην 17

21 αρµοδιότητα των κρατικών φορέων και των tour operators (Τσάρτας, 1996 και Κοκκώσης και Τσάρτας, 2001). Τα τρία προαναφερθέντα στάδια φαίνεται να έχουν τη βάση τους στη θεωρία του Rostow, κατά την οποία µια οικονοµική αναπτυξιακή διαδικασία συντελείται σε πέντε στάδια, στάδια από τα οποία είναι αναγκασµένη να περάσει η οικονοµία κάθε χώρας (Λαµπριανίδης, 2000). Έτσι, το πρώτο στάδιο της τουριστικής ανάπτυξης αντιστοιχίζεται µε αυτό της παραδοσιακής κοινωνίας του Rostow, το δεύτερο στάδιο µε αυτό της διαµόρφωσης των προϋποθέσεων της απογείωσης και το τρίτο στάδιο µε την απογείωση, φάση που διαρκεί περίπου για δυο ή τρεις δεκαετίες. Πολλοί ερευνητές προσπάθησαν να προσδιορίσουν τα στάδια της τουριστικής ανάπτυξης ενός προορισµού χρησιµοποιώντας ως εργαλείο την έννοια του κύκλου ζωής. Σε αυτό το µοντέλο σταδίων ανάπτυξης τουριστικών προορισµών περιλαµβάνονται τα παραπάνω τρία στάδια, ενώ εισάγεται το στάδιο του µαρασµού, στάδιο κατά το οποίο ο µεγάλος αριθµός των τουριστών που επισκέπτονται το συγκεκριµένο τουριστικό προορισµό τον οδηγεί σε κορεσµό. Πολύ λίγες επιχειρήσεις ξεκινούν τη λειτουργία τους, ενώ τα ακίνητα (γη και κατοικία ή κτίρια) χάνουν την αξία τους και περιέρχονται στην ιδιοκτησία του ντόπιου πληθυσµού (Ανδριώτης, 2005). Σύµφωνα µε τον Χατζηµιχάλη, (2006) ο «κύκλος ζωής ενός τουριστικού τόπου», διακρίνεται σε πέντε φάσεις: πρώτη φάση η διερεύνηση δυνατοτήτων τουριστικής ανάπτυξης, δεύτερη φάση η γρήγορη ανάπτυξη του µαζικού τουρισµού, τρίτη η παγίωση του τουριστικού τόπου, τέταρτη η σταθερότητα αφίξεων και η εµφάνιση των πρώτων αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τελευταία φάση η µείωση των αφίξεων και η απαξίωση του τόπου. Η πρόκληση έρχεται όταν ο προορισµός περάσει στη φάση του µετά-µαρασµού, όπου θα ακολουθήσει είτε η πτώση, είτε η αναζωογόνηση µέσω της ανάπτυξης τεχνητών ατραξιόν (Walt Disney στις Η.Π.Α ή Eurodisney Παρίσι) και την εκµετάλλευση πρώην αναξιοποίητων πόρων (Ανδριώτης, 2005). Κατά κύριο λόγο τα φαινόµενα υποβάθµισης εµφανίστηκαν σε περιοχές ανάπτυξης του µαζικού παραθαλάσσιου τουρισµού 4. Ο µαζικός τουρισµός επιφέρει µια σειρά από 4 Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι η Ισπανία τώρα αναγγέλλει την κατεδάφιση αυθαιρέτων και την αποτυχία του µοντέλου τουρισµού αυτού του είδους. Κορεσµένοι τουριστικοί προορισµοί χαρακτηρίζονται εκείνα τα θέρετρα όπου σηµειώθηκε µαζικός τουρισµός κατά τις δεκαετίες του 50 και του 60 στην Ισπανία. Τις δεκαετίες του 60 και 70 το µεγαλύτερο ποσοστό των κατασκευών επιδοτήθηκε από το κράτος. Ο κορεσµός οδήγησε στη σταδιακή υποβάθµιση των περιοχών αυτών µε αποτέλεσµα το 2004 ο αριθµός των τουριστών να µειωθεί κατά σε σχέση µε τα επίπεδα του Η υποβάθµιση αυτή οφείλεται κυρίως στον πολλαπλασιασµό των έργων υποδοµής, όπως ξενοδοχεία, διαµερίσµατα και 18

22 αρνητικές επιπτώσεις στους εκάστοτε τουριστικούς προορισµούς, αφού χαρακτηρίζεται από τη συγκέντρωση υποδοµής και τουριστών στο χρόνο και το χώρο και παρουσιάζεται ως πιο επιθετικός απέναντι στους εγχώριους πλουτοπαραγωγικούς πόρους, αλλοιώνοντας το φυσικό και το δοµηµένο περιβάλλον, υποδαυλίζοντας το στοιχείο του ερασιτεχνισµού της τουριστικής διαδικασίας και προσβάλλοντας τα χρηστά ήθη των εγχώριων κοινωνιών (Ανδριώτης, 2005 και Σχίζας, 1998). Η ανάπτυξη οµογενοποιηµένων τουριστικών θέρετρων και υποδοµών που χαρακτήρισε τις δεκαετίες του '60 και του '70 δεν ήταν αρκετή για τις επόµενες δεκαετίες. Οι καταναλωτές τείνουν σε αναζήτηση νέων τουριστικών προορισµών και περιοχών που δεν έχουν ακόµη αναπτυχθεί τουριστικά και απαιτούν πιο εξειδικευµένες υπηρεσίες που θα καλύπτουν και άλλες ανάγκες ταυτόχρονα µε αυτές τις αναψυχής όπως επαγγελµατικές, αθλητικές και άλλες. Σύµφωνα µε τους Κοκκώσης και Τσάρτας (2001), παρατηρείται κάποια µεταστροφή των προτιµήσεων των τουριστών και αντίστοιχη της προσφοράς των τουριστικών υπηρεσιών προς πιο ανεξάρτητες µορφές, προσαρµοσµένες στα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα του κάθε τουρίστα για επαφή µε το φυσικό περιβάλλον, αναζήτηση πολιτισµικών δραστηριοτήτων, συµµετοχή σε επιστηµονικές και άλλες εκδηλώσεις, αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων ζωής και διάφορες άλλες ειδικές µορφές. Είναι πλέον αποδεκτό στις σπουδές του τουρισµού πως ως γενικό (generic) τουριστικό προϊόν πρέπει να θεωρείται η συνολική τουριστική εµπειρία (Gordon και Goodall, 2000, Judd, 2006 στο Μελισσουργός, 2008), αντανακλώντας έτσι την φύση του τουρισµού ως υπηρεσίας (Debbage & Daniels στο Μελισσουργός, 2008). Η τουριστική αγορά επιδιώκει την ικανοποίηση του τουρίστα από τη δράση του ως καταναλωτή/ρια, όχι µόνο από την ποιότητα και την ποσότητα αυτού που πληρώνει, αλλά κυρίως από τη διαδικασία µέσω της οποίας βιώνει την εµπειρία της κατανάλωσης. Η τουριστική εµπειρία αποτελείται από το σύνολο των πτυχών του ταξιδιού που βιώνει ο επισκέπτης. Σε αυτές ανήκουν πράµατα, υπηρεσίες, τόποι, άνθρωποι και ιδέες. Ορισµένα από αυτά τα αντικείµενα της τουριστικής εµπειρίας είναι εµπορεύσιµα και άλλα όχι (Μελισσουργός, 2008). κάµπινγκ, όπως επίσης και στην αύξηση του αριθµού των εστιατορίων, των γηπέδων γκολφ και των κέντρων διασκέδασης µε σκοπό να εξυπηρετήσουν τον ολοένα αυξανόµενο αριθµό τουριστών. Επιπρόσθετα, υπάρχουν περισσότερα από εξοχικά, ιδιοκτησίες κυρίως τουριστών που επισκέπτονται τη χώρα το πολύ δύο φορές το χρόνο. Εκτιµάται ότι στις ακτές της Ισπανίας υπάρχουν ήδη παράνοµες κατοικίες. (http://www.diktioaigaiou.gr/contents/draseis.phpaction=show&kid=63&kkid=56&lang=1&m1=4). 19

23 ιεθνώς, οι τουριστικές επενδύσεις µετά το 1990, ισχυρίζονται ότι δίνουν µεγάλη προσοχή στη διαφύλαξη της ποιότητας (περιβαλλοντικής, αισθητικής και κοινωνικής) των τόπων όπου θα γίνουν οι επενδύσεις, είναι µεγάλες σε κλίµακα (αριθµό δωµατίων, πολυµορφία παρεχοµένων εξυπηρετήσεων), είναι πολυτελής και προσπαθούν να έχουν πελατεία όλο το χρόνο. εν είναι τυχαίο ότι στο νέο πρότυπο, εκτός από τα συνεδριακά και ιατρικά κέντρα, τις αθλητικές δραστηριότητες, τις θαλασσοθεραπείες και άλλα, υπάρχουν πάντα γήπεδα γκολφ και παραθεριστικές κατοικίες για αγορά ή ενοικίαση, δεδοµένα που διευρύνουν τη χρονική λειτουργία των µονάδων και προσελκύουν υψηλότερα εισοδήµατα. Ο τόπος της τουριστικής εµπειρίας έχει προφανώς καθοριστικό ρόλο και οι τουριστικές επενδύσεις µετά το 1990 διεθνώς, δίνουν µεγάλη προσοχή στη διαφύλαξη της ποιότητας (περιβαλλοντικής, αισθητικής και κοινωνικής) των τόπων όπου θα γίνουν οι επενδύσεις. Έµµεσα από τα παραπάνω προκύπτει ότι µόνο µεγάλες επενδύσεις που έχουν την δυνατότητα (α) να δεσµεύσουν µεγάλες περιοχές και να τις ελέγχουν περιβαλλοντικά, (β) να προσφέρουν µια ποικιλία εµπειριών όλο το χρόνο και όχι µόνο "ήλιο, θάλασσα και greek salad", και (γ) να µπορούν να επηρεάσουν κρατικές και τοπικές κυβερνήσεις για την υλοποίηση των στόχων τους, µπορούν να προσφέρουν αυτή την «συνολική εµπειρία» (Χατζηµιχάλης, 2006). Σύµφωνα µε τον Μελισσουργό (2008), η κερδοφορία των µεγάλων τουριστικών επενδύσεων εξαρτάται απόλυτα από αυτή τη συνταγή. Οι υλοποιηµένες προτάσεις µε βάση το νέο πρότυπο δείχνουν µια αποµάκρυνση από τις παλαιές τουριστικές επενδύσεις σε µικρούς χώρους και τη µετάβαση σε µεγάλα projects µε πλήρη έλεγχο του τοπίου, της περιβαλλοντικής διαχείρισής του και φυσικά των θετικών εξωτερικών οικονοµιών που το ίδιο δηµιουργεί. Έτσι ο µαζικός τουρισµός και τα πακέτα του all inclusive προσαρµόζονται στην νέα τάση και εµπλουτίζονται µε µια σειρά από δραστηριότητες και επιλογές. Τα τουριστικά ξενοδοχειακά συγκροτήµατα µετατρέπονται σταδιακά σε τουριστικά χωριά, µε µεγάλες εκτάσεις που περιλαµβάνουν πέραν από ξενοδοχεία και κατοικίες για τους τουρίστες, γήπεδα γκολφ, γήπεδα τένις, πισίνες, συνεδριακά κέντρα, µαρίνες και πληθώρα άλλων εγκαταστάσεων, όπως καταστήµατα για τις αγορές και τις ανάγκες του καταναλωτή. Η νέα τάση επενδύσεων δεν προσεγγίζει πλέον τον τουρισµό ως «προϊόν» ή ως «υπηρεσία», αλλά ως «συνολική εµπειρία» για τον τουρίστα-καταναλωτή». Αυτό το 20

24 καινούργιο πρότυπο σύνθετης και ολοκληρωµένης ανάπτυξης τουριστικών υποδοµών σταθερού παραθερισµού ορίζεται ως Περιοχή ολοκληρωµένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) δραστηριοτήτων τουρισµού. Ως αιχµές έχει τα γήπεδα γκολφ και την αγορά παραθεριστικής κατοικίας και συµπληρωµατικές υπηρεσίες τα συνεδριακά και ιατρικά κέντρα, τις αθλητικές δραστηριότητες, τις θαλασσοθεραπείες και άλλα (Μελισσουργός, 2008). Οι περιοχές που κατά κύριο λόγο υιοθετούν αυτό το πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης είναι περιοχές µε πλούσιους περιβαλλοντικούς και πολιτισµικούς πόρους, που σταδιακά µετατρέπονται σε προορισµούς µε συγκεκριµένη διαφηµιστική εικόνα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο (Κοκκώσης και Τσάρτας, 2001). Ο τουρισµός παραθεριστικής κατοικίας, είναι µια νέα µορφή τουρισµού που απευθύνεται κυρίως σε βορειοευρωπαίους πολίτες. Πέραν της διαµονής για συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα στη χώρα προορισµού, η τάση αυτή αφορά στη χρονοµίσθωση ή αγορά σπιτιού εντός τουριστικών ή οικιστικών συγκροτηµάτων, που χτίζονται από µεγάλους tour operators ή µεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες έτσι ώστε ο καταναλωτής να µπορεί να τα επισκέπτεται όποτε επιθυµεί. Οι Gordon και Goodall 2000, τονίζουν ότι ο τουρισµός παραθεριστικής κατοικίας ήρθε να προωθήσει το τουριστικό προϊόν περισσότερο σε καταναλωτές υψηλών εισοδηµάτων των βόρειων ευρωπαϊκών χωρών, προσφέροντας τους το κάτι παραπάνω από µια κλίνη: την εξεζητηµένη δεύτερη κατοικία τους σε µια από τις χώρες της νότιας Ευρώπης, που σε συνδυασµό µε τις υπόλοιπες παρεχόµενες υπηρεσίες εντός του χώρου όπου θα διαµένουν (αθλήµατα όπως το γκολφ, ιστιοπλοΐα κ.α.) αυξάνουν τη ζήτηση του προϊόντος κάνοντας το αποκλειστικό. Η δυναµική του τουρισµού του γκολφ από την άποψη της προσφοράς εξαρτάται από τη δυναµική του τοµέα της δεύτερης κατοικίας. Το κεντρικό προϊόν είναι οι παραθεριστικές κατοικίες, η αξία των οποίων (εµπορική, συµβολική) αναβαθµίζεται λόγω του γκολφ, χωρία αυτό αν σηµαίνει παράλληλα ότι το γήπεδο γκολφ και ο τουρισµός γκολφ δεν αποτελούν ανεξάρτητο και σηµαντικό τµήµα τόσο των συγκροτηµάτων όσο και του προορισµού συνολικά (Μελισσουργός, 2010). Τα τελευταία χρόνια ο αριθµός των γηπέδων γκολφ, µια ιδιαίτερα υδροφόρα δραστηριότητα, αυξάνεται παγκοσµίως κατέχοντας εξέχουσα θέση στο τουριστικό πακέτο. 21

25 Οι επίσηµες και πιο πρόσφατες καταγραφές του Golf Research Group το 200, αναφέρουν ότι υπάρχουν 32,000 γήπεδα γκολφ σε 119 χώρες, από τα οποία το 59% βρίσκεται στη Β. Αµερική, το 19% στην Ευρώπη, το 12 % στην Ασία και το 10 % αλλού (Εικόνα 2). Η Ευρώπη αριθµεί περίπου γήπεδα. Στην Ισπανία υπάρχουν 280, στην Ιταλία 229, στην Πορτογαλλία 67, στην Τουρκία 14, στην Κύπρος 4 και στην Ελλάδα 6 (Αττική, Κέρκυρα, Ρόδος, Χαλκιδική και 2 στην Κρήτη, Άγιο Νικόλαο και Ηράκλειο) Εικόνα 2: European Golf Association, Οι επενδυτικές προτάσεις σε συγκροτήµατα και γήπεδα γκολφ τα τελευταία χρόνια έχουν πληθύνει. Στην παραπάνω αναφορά µε τα γήπεδα γκολφ στην Ελλάδα, το 2010 προστέθηκε άλλο ένα γήπεδο γκολφ που βρίσκεται στον νοµό Μεσσηνίας και συγκεκριµένα στην Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού. Η Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας είναι γνωστή ως επένδυση µε το όνοµα Costa Navarino και αναπτύσσεται σε τέσσερις ανεξάρτητες περιοχές στη Μεσσηνία συνολικής έκτασης άνω των στρεµµάτων: στο Ρωµανό, στην Πύλο, στον Κυνηγό και στο Ριζόµυλο (Χάρτης 2). 22

26 Χάρτης 2: Χωροθέτηση των Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας σε Google Earth Την στιγµή αυτή έχει ολοκληρωθεί η Α φάση της Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού και βρίσκεται σε λειτουργία από τον Μάιο του 2010, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζεται η κατασκευή της Π.Ο.Τ.Α. Πύλου. Εικόνα 3: Φωτογραφίες από το ξενοδοχείο Navarino Dunes, Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού, (http://el.hotels.com/ho333341/the-romanos-costa-navarino-pilos-ellada/#description) Η Μπριασούλη (2005), τονίζει ότι είναι πολλές οι αρνητικές επιπτώσεις των γηπέδων γκολφ, οι οποίες πολλαπλασιάζονται σε θερµά κλίµατα όπως αυτό του Μεσογειακού. Από τις πιο σηµαντικές είναι οι µεταβολές των χρήσεων γης, η διατάραξη των 23

27 οικοσυστηµάτων, οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, η µεγάλη κατανάλωση ενέργειας και οι επιπτώσεις στους υδατικούς πόρους και στα χερσαία και θαλάσσια οικοσυστήµατα από την εντατική χρήση νερού για πότισµα και χρήση λιπασµάτων και αγροχηµικών για τη συντήρηση του γκαζόν. Σοβαρότερη ίσως επίπτωση των γκολφ είναι η πολιτιστική αλλοίωση, η περαιτέρω εγκατάλειψη τοπικών δραστηριοτήτων και των κοινωνικών δικτύων καθώς και η τουριστική µονοκαλλιέργεια. Κατανοώντας αυτό οι τουριστικές επιχειρήσεις, προβάλλουν πλέον ποιοτικά πρότυπα σχετικά µε το σύνολο µιας περιοχής και ιδιαίτερα ζητήµατα ελέγχου και διαχείρισης της τουριστικής ανάπτυξης γίνονται όλο και συστηµατικότερα στα πλαίσια ενός εντεινόµενου ανταγωνισµού. Τα πρότυπα αυτά αφορούν την περιβαλλοντική προστασία, την προβολή της τοπικής παράδοσης και του πολιτισµού, την βιωσιµότητα των επιχειρήσεων και τις προσφερόµενες υπηρεσίες (Burns & Holden, 1995). Η έννοια της πολυτέλειας είναι ιδιαίτερα ρευστή και διαφοροποιείται σηµαντικά ανάλογα µε την κοινωνία και την εποχή. Στο µέλλον, οι ταξιδιώτες οι οποίοι θα προέρχονται από χώρες-αναδυόµενες οικονοµίες και οι οποίοι τώρα αρχίζουν να συγκεντρώνουν πλούτο θα επιζητούν τη «χλιδή» 5. Πολυτέλεια για αυτούς τους ταξιδιώτες θα συνεχίζει να σηµαίνει πρώτη θέση στο αεροπλάνο, σαµπάνια, χαβιάρι, ιδιαίτερη διακόσµηση, ανέσεις, επώνυµη επίπλωση, άριστη εξυπηρέτηση, επώνυµα ψώνια κ.ο.κ. Από την άλλη, κυρίως στην υτική Ευρώπη, όπου οι καταναλωτές νιώθουν ήδη υλικό κορεσµό, η αντίληψη για την πολυτέλεια ολοένα και αποµακρύνεται από το πεδίο της κατανάλωσης. Ο ταξιδιώτης αυτός εφεξής, θα προσεγγίζει την πολυτέλεια µε την έννοια της αυτοεκπλήρωσης, της εµπειρίας και του «ευ ζην». Θα αναζητά ποιοτικές εµπειρίες και θα απαιτεί προσωποποιηµένες και «αποκλειστικές» υπηρεσίες. Η απόκτηση εµπειριών από το ταξίδι θα έχει µεγαλύτερη σηµασία γι αυτόν από ότι το κόστος του. Η διαµονή σε µια παραδοσιακή κατοικία στη φύση, η δυνατότητα παρατήρησης ενός σπάνιου ζώου, το κολύµπι σε µια µεγάλη, µοναχική παραλία, η επίσκεψη µε 5 Σύµφωνα µε τη µελέτη China s Emerging Middle Class Beyond Economic Transformation από το Wolfensohn Center for Development at Brooking, 2010, η µεσαία τάξη της Ευρώπης προβλέπεται να συρρικνωθεί, ενώ ταυτόχρονα αναµένεται µια ανοδική «έκρηξη» στη µεσαία τάξη της Ασίας. Οι προβλέψεις αυτές θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη στη διαµόρφωση της τουριστικής προσφοράς, καθώς θα επηρεάζουν µε διαφορετικό τρόπο την τουριστική ζήτηση. 24

28 φιλανθρωπικό κίνητρο- σε νοσοκοµεία φτωχών περιοχών αποτελούν ενδεικτικές όψεις ενός ταξιδιού πολυτελείας. Η αυθεντικότητα και η µοναδικότητα θα είναι λέξεις κλειδιά 6. Στο πλαίσιο αυτό η σχέση τουρισµού και περιβάλλοντος έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σηµασία τα τελευταία χρόνια, λόγω: i. Αύξησης του διεθνούς ανταγωνισµού στον τουρισµό καθώς νέες χώρες και προορισµοί εισέρχονται στην αγορά προσφέροντας νέο και σχετικά ανέπαφο περιβάλλον στον τουρίστα. ii. Γενικότερης αναζήτησης των δοτικών καπιταλιστικών κοινωνιών για βελτίωση της ποιότητας ζωής και καλύτερο περιβάλλον όχι µόνο στον τόπο διαµονής του αλλά ιδίως στον τόπο προορισµού του για αναψυχή και διακοπές (Κοκκώσης και Τσάρτας, 2001). Ο επαναπροσδιορισµός της σχέσης τουρισµού µε το περιβάλλον είναι επιθυµητός από κοινωνική και πολιτιστική άποψη αλλά και ζωτικής σηµασίας για την ανάπτυξη των περιοχών που διαθέτουν ελκτικό περιβάλλον αξιόλογους τουριστικούς πόρους - και επιδιώκουν να διατηρήσουν ή να βελτιώσουν τη θέση τους στην τουριστική αγορά (Αγγελίδης, 2000). Θεµέλιο της τουριστικής δραστηριότητας είναι η αναζήτηση του διαφορετικού φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Βασικός στόχος των εναλλακτικών µορφών τουρισµού είναι η µετάβαση από την ποσότητα (οµοιόµορφος, µαζικός τουρισµός παραλίας), στην ποιότητα (τουρισµός µικρών οµάδων, βάσει ειδικών ενδιαφερόντων) (Σπιλάνης, 2000). Ο στόχος της ποιότητας εκφράζεται µε την επιδίωξη της αειφόρου ανάπτυξης, µε αξιολόγηση και επιλογή των παρεµβάσεων εκείνων που προσαρµόζονται στα εγγενή χαρακτηριστικά µιας περιοχής (φυσικό περιβάλλον, πολιτιστικοί πόροι κτλ) και ακολουθούν, ως προς την κλίµακα ανάπτυξης, ορισµένα επίπεδα φέρουσας ικανότητας (Coccossis and Parpairis 1992, Κοµίλης και Βαγιονής 1999). Εκτός από τον οικοτουρισµό, εναλλακτικές µορφές τουρισµού θεωρούνται ο αγροτουρισµός, ο αθλητικός, ο ιαµατικός, ο γαστρονοµικός, ο θρησκευτικός τουρισµός και άλλα (Σφακιανάκης. 2000). Οι µορφές αυτές τουρισµού χαρακτηρίζονται από την έµφαση που δίνουν σε µία ή παράλληλες δραστηριότητες, οι 6 Σηµαντική, επίσης θα είναι και η εύκολη πρόσβαση. Ακόµα, οι εξελίξεις στο διαδίκτυο και στις αεροµεταφορές αλλάζουν δραστικά τις αντιλήψεις για τον παράγοντα χρόνο, αναδεικνύοντας έτσι το κριτήριο value for time ως ιδιαίτερα σηµαντικό για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και για την επιλογή ταξιδιών και διακοπών. 25

29 οποίες όµως δεν απαιτούν µεγάλες ποσότητες πόρων, ώστε να υποβαθµίζουν το περιβάλλον, ενώ, αντίθετα, µπορεί να το αναδεικνύουν και να το προστατεύουν. Άλλωστε, το περιβάλλον αποτελεί βασικό πόρο για τις εναλλακτικές µορφές τουρισµού, από την ποιότητα του οποίου εξαρτάται η επιτυχής ή όχι ανάπτυξη της δραστηριότητας. Αυτή η φιλοσοφία ανάπτυξης του τουρισµού εντάσσεται στη γενικότερη προβληµατική για την αειφόρο ανάπτυξη, µια ανάπτυξη που συνδέεται µε τη διατήρηση της γενικής ισορροπίας και αξίας του αποθέµατος φυσικού κεφαλαίου και συνεπάγεται τον επαναπροσδιορισµό των κριτηρίων αξιολόγησης κόστους / οφέλους και των µέσων που θα ανταποκρίνονται σε πραγµατικά κοινωνικό οικονοµικά δεδοµένα και αξίες της κατανάλωσης και συντήρησης (Αγγελίδης, 2000). Η ιεθνής Εταιρεία Οικοτουρισµού (The International Ecotourism Society TIES) δέχεται ότι ο οικοτουρισµός είναι: η υπεύθυνη µετακίνηση σε φυσικές περιοχές που διατηρούν το περιβάλλον και το υψηλό επίπεδο διαβίωσης των κατοίκων της περιοχής (Blangy and Wood, 1993). Πάντως, ο επικρατέστερος και ευρύτερα αποδεκτός ορισµός, έχει δοθεί από τον Παγκόσµιο Οργανισµό Τουρισµού (World Tourism Organisation WTO), σύµφωνα µε τον οποίο οικοτουρισµός είναι: ο τουρισµός που ασκείται σε σχετικά µη αλλοιωµένες φυσικές περιοχές, µε βασικό σκοπό το θαυµασµό τους και την απόκτηση γνώσης σχετικά µε αυτές (Yunis, 2001). Ο οικοτουρισµός, περισσότερο από τις υπόλοιπες µορφές εναλλακτικού τουρισµού, παρέχει δυνατότητες για αλληλεπίδραση µε τις τοπικές κοινωνίες, και εποµένως έχει άµεση σχέση µε το πλαίσιο του πολιτιστικού τουρισµού (Goodwin, 2001). Σε πολλές περιπτώσεις ο αειφορικός τουρισµός ταυτίζεται µε τις εναλλακτικές µορφές τουρισµού και θεωρείται αντίθετος µε τον µαζικό τουρισµό. Σηµαντικό στοιχείο είναι ότι τονίζεται η σηµασία της συµµετοχής των τοπικών κοινωνικών υποκειµένων στην λήψη αποφάσεων και η ανάπτυξη διασυνδέσεων της παραγωγής σε τοπικό επίπεδο (Ανδριώτης, 2006). Ο οικολογικός τουρισµός είναι ο ταχύτερα επεκτεινόµενος κλάδος της τουριστικής βιοµηχανίας. Το 2004, η συγκεκριµένη αγορά αναπτύχθηκε τρεις φορές ταχύτερα από ό,τι ο κλάδος στο σύνολό του. Ο Παγκόσµιος Οργανισµός Τουρισµού εκτιµά ότι οι παγκόσµιες δαπάνες για οικολογικό τουρισµό αυξάνονται κατά 20 % ετησίως ρυθµός 26

30 ανάπτυξης έξι φορές ταχύτερος από εκείνον του συνόλου του κλάδου (Περιοδικό της Γενικής ιεύθυνσης Περιβάλλοντος, αρ.41, Ιανουάριος ). Οι επιπτώσεις του τουρισµού Όπως όλες οι οικονοµικές δραστηριότητες, έτσι και τουρισµός, επηρεάζει την κοινωνική και οικονοµική ευηµερία των περιοχών, την απασχόληση και το εισόδηµα, την ποιότητα και το κόστος ζωής, την κοινωνική συνοχή, την πολιτισµική φυσιογνωµία, το πνεύµα και το ήθος του τόπου γενικότερα. Οι φυσικοί και ανθρωπογενείς πόροι είναι οι κύριοι αποδέκτες των θετικών ή αρνητικών επιρροών που συνεπάγεται ο τουρισµός. Αναντίρρητα ο τουρισµός συµβάλλει στην οικονοµική ανάπτυξη, δηµιουργεί θέσεις εργασίας, εισοδήµατα και φορολογικά έσοδα. Επιπλέον επηρεάζει θετικά λόγω της συµβολής του στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και του περιβάλλοντος γενικότερα λόγω έργων υποδοµής που δεν θα κατασκευαζόντουσαν ή που θα αργούσαν να κατασκευασθούν ελλείψει τουρισµού, ενεργοποιεί την τοπική επιχειρηµατικότητα, αυξάνονται οι επενδύσεις για τη προστασία περιοχών µε οικολογική και ιστορική αξία, δίνει κίνητρα για την µη εγκατάλειψη της γεωργίας, συγκρατεί τον πληθυσµό από φθίνουσες και αποµονωµένες περιοχές και άλλα. Η πραγµατοποίηση µιας µεγάλης επένδυσης έχει οικονοµικές και κοινωνικές επιπτώσεις οι οποίες διακρίνονται στις εξής τρεις κατηγορίες: Άµεσες επιπτώσεις: οι πληρωµές των τουριστών (εισαγωγή συναλλάγµατος) που δηµιουργούν εισόδηµα στις τουριστικές επιχειρήσεις, στα νοικοκυριά που εργάζονται σε αυτές, δηµιουργούν απασχόληση µε συγκεκριµένα χαρακτηριστικά, δηµιουργούν τοπικά και εθνικά φορολογικά έσοδα, αλλάζουν συνήθειες και πολιτισµικά πρότυπα. Έµµεσες επιπτώσεις: οι πληρωµές των τουριστικών επιχειρήσεων σε άλλες επιχειρήσεις για προµήθειες αγαθών και υπηρεσιών (συνδέσεις προς τα πίσω), πληρωµές προσωπικού, τοπική και εθνική φορολογία επιχειρήσεων, δηµιουργία συνεργασιών και δικτύων µεταξύ επιχειρήσεων, δηµιουργία ζήτησης από άλλες επιχειρήσεις για τις υπηρεσίες που παρέχουν (συνδέσεις προς τα µπρος), άνοδος αξιών γης και κόστους ζωής, πληθωριστικές πιέσεις. Παρακινηθείσες επιπτώσεις: οι δαπάνες των νοικοκυριών των τουριστικών επιχειρήσεων και των εργαζοµένων σε αυτές για διάφορες καθηµερινές ανάγκες, αγορές 7 27

31 διαρκών καταναλωτικών αγαθών, δηµιουργία άλλων επιχειρήσεων άσχετων µε τον τουρισµό, φορολογία φυσικών προσώπων, αλλαγές στην καθηµερινή ζωή και στα πολιτισµικά πρότυπα, διάθεση για εκπαίδευση, πληθωριστικές πιέσεις. Όσο µεγαλύτερο ποσοστό από τις θετικές επιπτώσεις των τριών κατηγοριών παραµένει σε τοπικό/περιφερειακό επίπεδο, τόσο µεγαλύτερες οι πιθανότητες για τοπική/περιφερειακή οικονοµική ανάπτυξη. Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι τονίζονται οι οικονοµικές επιπτώσεις διότι οι αρνητικές περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις θα υφίστανται έτσι και αλλιώς (Χατζηµιχάλης, 2006). Οι επιπτώσεις του τουρισµού στο περιβάλλον, θα µπορούσαν να διακριθούν στις εξής τέσσερις γενικές κατηγορίες: Στο φυσικό περιβάλλον (φυσικά οικοσυστήµατα και τους φυσικούς πόρους: έδαφος, χλωρίδα, πανίδα, τοπίο, αέρας, θάλασσα, νερά). Στο δοµηµένο περιβάλλον, ειδικότερα στην αρχιτεκτονική κληρονοµιά αλλά και στη δοµή, λειτουργία και δυναµική των ανθρωπίνων οικισµών. Στην κοινωνία (θεσµούς, ήθη, έθιµα) και στην τοπική, περιφερειακή και εθνική οικονοµία. Στην πολιτισµική κληρονοµιά. Προϋπόθεση για την ύπαρξη θετικών αποτελεσµάτων της τουριστικής ανάπτυξης είναι ο σωστός σχεδιασµός λαµβάνοντας σοβαρά υπόψη τις παραµέτρους όπως η ουσιαστική εφαρµογή Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, οι δείκτες τουριστικής ανάπτυξης (όπως δείκτες πυκνότητας, συγκεντρώσεις στις ακτές, δείκτες προσελκυστικότητας), η ενίσχυση της διαδικασίας ελέγχου και εφαρµογής της ισχύουσας νοµοθεσίας, η διαχείριση και προβολή φυσικών και πολιτιστικών πόρων, ο έλεγχος των διαδικασιών ανάπτυξης, η ενεργή συµµετοχή τις τοπικής κοινωνίας στα θέλω και στις ανάγκες της κ.α.. Όταν δεν υφίστανται προϋποθέσεις για βιώσιµη τουριστική ανάπτυξη, η βιβλιογραφία έχει επιδείξει πάµπολλες αρνητικές συνέπειες και στις τέσσερις παραπάνω κατηγορίες των επιπτώσεων του τουρισµού (Πίνακας 1). 28

32 Πίνακας 1: Οµαδοποίηση ορισµένων αρνητικών επιπτώσεων του µαζικού τουρισµού στο περιβάλλον Φυσικό περιβάλλον οµηµένο περιβάλλον Πολιτισµική κληρονοµιά Κοινωνία - Οικονοµία Ατµοσφαιρική ρύπανση από τα µέσα µεταφοράς Αυθαίρετη δόµηση (κυρίως µέσω ενοικιαζόµενων δωµατίων) Εγκατάλειψη παραδοσιακών δραστηριοτήτων Εποχικότητα απασχόλησης και εισοδήµατος Εξάντληση και υποβάθµιση των υδατικών πόρων Αστικοποίηση του παράκτιου χώρου Αποθάρρυνση των νέων από διαδικασίες επαγγελµατικής κατάρτισης Αύξηση κόστους ζωής Θαλάσσια ρύπανση λόγω αποβλήτων και ελλιπούς επεξεργασίας των λυµάτων Έργα υποδοµής ακατάλληλης κλίµακας (αεροδρόµια, λιµάνια, οδικό δίκτυο) Απώλεια πολιτισµικής ταυτότητας λόγω προσαρµογής των κατοίκων στη ζωή των τουριστών Σύγκρουση χρήσεων γης ιάβρωση των ακτών και παρεµπόδιση φυσικών Κυκλοφοριακή Εξάρτηση στη διεργασιών της ακτής από συµφόρηση, θόρυβος µονοκαλλιέργεια την κατασκευή υποδοµών Μείωση βιοποικιλότητας, αποµόνωση των βιοτόπων και αλλαγή στη συµπεριφορά της πανίδας Άσκηση πιέσεων στο δοµηµένο περιβάλλον εξαιτίας της µεγάλης προσέλκυσης που παρουσιάζουν Άνιση κατανοµή οικονοµικών ωφελειών Σηµαντική υποβάθµιση του τοπίου από την κατασκευή τουριστικών εγκαταστάσεων και έργων υποδοµής Υπερφόρτωση των δικτύων υποδοµής (ύδρευση, άρδευση, οδικό δίκτυο) Απώλεια ωφελειών σε περίπτωση µη ικανοποιητικής διασύνδεσης µε άλλους οικονοµικούς τοµείς Πηγή: Ιδία επεξεργασία 29

33 Ο τουρισµός εφόσον βασίζεται στην «αξιοποίηση» των τοπικών φυσικών και πολιτιστικών πόρων είναι ευνόητο ότι δηµιουργεί πιέσεις από τη χρήση των πόρων αυτών µε θετικές αλλά και αρνητικές επιπτώσεις που πιθανώς ελλοχεύουν κινδύνους υποβάθµισής, σηµαντικής αλλοίωσης τους ή ακόµα και απώλειας τους (Κοκκώσης και Τσάρτας, 2001). Μια τέτοια υποβάθµιση όµως έχει αντίκτυπο και στο ίδιο το τουριστικό προϊόν, προκαλώντας αρνητικές επιπτώσεις στην περαιτέρω ανάπτυξη ή και διατήρηση της τουριστικής δραστηριότητας. Η εξέλιξη του τουρισµού είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε τη βιωσιµότητα της περιοχής υποδοχής, της ευρύτερης περιφέρειας και της χώρας. Σε κάθε περίπτωση όµως οι επιπτώσεις από την τουριστική ανάπτυξη εξαρτώνται από το είδος του τουρισµού (µαζικός, επιλεκτικός, εποχιακές πιέσεις, συγκέντρωση τουριστών, είδος δραστηριοτήτων, χρόνος παραµονής, είδος ηµερήσιας τουριστικής δαπάνης κλπ) και από τα χαρακτηριστικά της περιοχής που φιλοξενεί τον τουρισµό. Ο Τουρισµός στην Ελλάδα Στη χώρα µας ο τουρισµός αποτελεί µία από τις σηµαντικότερες οικονοµικές δραστηριότητες και κατέχει κυρίαρχη θέση στον τριτογενή τοµέα. Τα τελευταία τριάντα (30) χρόνια αποτελεί για την Ελλάδα έναν από τους σηµαντικότερους πυλώνες ανάπτυξης, δηµιουργίας εισοδήµατος και απασχόλησης και θεωρείται ως κλάδος αιχµής. Οι γενικές τάσεις του ελληνικού τουρισµού είναι µακροχρόνια αυξητικές και σύµφωνα µε τον Παγκόσµιο Οργανισµό Τουρισµού η Ελλάδα κατατάσσεται, µε 17,518 εκατοµµύρια τουριστών για το 2007, στην 13η θέση στον κόσµο και στην 9η θέση µεταξύ των ευρωπαϊκών προορισµών (Tourism highlights 2008 edition, UNWTO 8 ). Σύµφωνα µε την µελέτη «Πρόταση για το νέο αναπτυξιακό µοντέλο» του Συνδέσµου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων ΣΕΤΕ (2010) 9, η συµµετοχή του στο ΑΕΠ της χώρας µας, είναι σταθερά µεγαλύτερη από 15% (βλ. Πίνακας 2) και κατά περιόδους ξεπέρασε το 18%. Σχεδόν ένας στους πέντε κατοίκους, απασχολείται άµεσα ή έµµεσα 8 ml Edition.ht 9 ιαθέσιµο εδώ: %292.pdf 30

34 στον τουριστικό τοµέα, ενώ ιδιαίτερα σηµαντική είναι η συµβολή του τουρισµού στην κάλυψη του ελλείµµατος του εµπορικού ισοζυγίου, όπου παρά τη διόγκωση του τα τελευταία τρία χρόνια, οι τουριστικές εισπράξεις καλύπτουν σχεδόν το 1/3 αυτού. Πίνακας 2: Η συµβολή του τουρισµού σε ΑΕΠ, απασχόληση, εµπορικό ισοζύγιο Πηγή: ΣΕΤΕ, Η συµβολή του τουρισµού είναι επίσης σηµαντική στην κοινωνικοοικονοµική ανάπτυξη, σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Στον τουρισµό αποδίδεται το 18,5% της απασχόλησης, µε απασχολούµενους και το 15,2% του ΑΕΠ (ΣΕΤΕ, ). Σαφής ένδειξη, είναι η αύξηση του πληθυσµού στους τουριστικούς νοµούς στη διάρκεια µιας περιόδου όπου, οι περισσότεροι νοµοί χάνουν πληθυσµό λόγω της εσωτερικής µετανάστευσης που προκαλεί η κατά τόπους ανεργία (ΣΕΤΕ, 2010). Ακόµα µια σαφή ένδειξη ότι η τουριστική ανάπτυξη αποτελεί το βασικό µέσο βελτίωσης των κοινωνικοοικονοµικών δεικτών ανάπτυξης, αποτελεί το γεγονός ότι οι τουριστικοί νοµοί της χώρας κατατάσσονται σε υψηλές θέσεις µε βάση τον Σύνθετο είκτη Ευηµερίας και Ανάπτυξης (Σ ΕΑ), ο οποίος συνεκτιµά τους επιµέρους παράγοντες που καθορίζουν την αναπτυξιακή ταυτότητα µιας περιοχής (βλ. Πίνακα 3). Αναµένεται µε ενδιαφέρον η επικαιροποίηση της κατάταξης αφού, από το 2000 και µετά µερικοί νοµοί παρουσιάζουν αξιοωσειµείωτη τουριστική ανάπτυξη (π.χ. Ευρυτανία, Ηλεία, Λακωνία, Μεσσηνία κλπ.), (ΣΕΤΕ, 2010)

35 Πίνακας 3: Σύνθετος είκτης Ευηµερίας και Ανάπτυξης (Σ ΕΑ) σε επίπεδο νοµού. Πηγή: Amedia, 2002, Πετράκος Γ. & Ψυχάρης Γ., 2004, Περιφερειακή ανάπτυξη στην Ελλάδα, Εκδόσεις Κριτική. Σύµφωνα µε την ίδια µελέτη, η τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα ξεκίνησε στη δεκαετία του 50. Για είκοσι περίπου χρόνια ο κύριος λόγος επίσκεψης στη χώρα µας ήταν τα ταξίδια µε σκοπό την περιήγηση και τη γνωριµία µε νέους τόπους και πολιτισµούς, στο πλαίσιο του προτύπου που έγινε διεθνώς γνωστό ως «wanderlust. Στη συνέχεια υπήρξε µια στροφή της ζήτησης για ταξίδια µε σκοπό την αναζήτηση του ήλιου και της ξεκούρασης κατά τις καλοκαιρινές διακοπές. Το πρότυπο αυτό της ζήτησης, όπου οι τουρίστες επιλέγουν µε βάση το κίνητρο της ξεκούρασης και όχι τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες κάθε προορισµού, δηλαδή το πρότυπο sunlust επικράτησε και επικρατεί τα τελευταία τριάντα χρόνια στη χώρα µας. Η εξέλιξη αυτή δεν ακύρωσε εντελώς την πολιτιστική διάσταση των κινήτρων για ταξίδια προς την Ελλάδα, αλλά αφού την περιόρισε σταδιακά, διαµόρφωσε, ιδιαίτερα µετά το 1980, µια εικόνα της Ελλάδας ως χώρα καλοκαιρινών διακοπών µε συγκεκριµένα χαρακτηριστικά προσφοράς τα 3S (sun, sea, sex). Το πρότυπο αυτό της διεθνούς τουριστικής ζήτησης, µαζί µε το κυρίαρχο ως αποκλειστικό προϊόν 3S, οδήγησαν σε µια µονοδιάστατη προσαρµογή της προσφοράς του ελληνικού τουρισµού και, κατά συνέπεια, στην εξάρτηση του. Η προϊοντική αυτή εξάρτηση, έχοντας εντονότατα χαρακτηριστικά εποχικότητας, οδήγησε και σε χωρικές συγκεντρώσεις-υπερσυγκεντρώσεις της τουριστικής δραστηριότητας, µε σχεδόν αποκλειστική ανάπτυξη σε παραθαλάσσιες και νησιωτικές περιοχές. Το πρότυπο αυτό της ανάπτυξης πολύ γρήγορα οδήγησε και σε εξάρτηση καναλιών διανοµής που περιορίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στους tour operators (ΣΕΤΕ, 2010). 32

36 Οι βασικότεροι τουριστικοί πόροι της Ελλάδας είναι οι ακτές, οι περιοχές φυσικού κάλους, και τα ιστορικά και πολιτιστικά µνηµεία. Λόγω της γεωµορφολογίας της χώρας µας, οι πόροι αυτοί είναι ιδιαίτερα υψηλής ποιότητας, αλλά περιορισµένης έκτασης. Από την πρώτη φάση ανάπτυξης του τουρισµού, στις ελληνικές ακτές υπήρχε έντονος κατακερµατισµός της ιδιοκτησίας της γης κοντά σε παραθαλάσσιους οικισµούς αλλά και σε αγροτικές περιοχές. Χαρακτηριστικό ακόµα είναι, ότι το κράτος δεν καθόρισε ούτε έλεγξε έγκαιρα τις επιτρεπόµενες χρήσης γης και όρους δόµησης στις ακτές µε αποτέλεσµα επέκτασης του Σχεδίου Πόλεως σε ζώνες αυθαιρέτων. Σ' αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε έντονα η δηµιουργία πολύ µικρών µονάδων ενοικιαζόµενων δωµατίων κ.λ.π. σε µικρά οικόπεδα, µε υψηλή πυκνότητα δόµησης. Αυτή είναι κ η πιο σηµαντική τυπική µορφή ανάπτυξης των τουριστικών περιοχών στην Ελλάδα. Μια δεύτερη τυπική µορφή ανάπτυξης είναι εκείνη των περιοχών µε µεγαλύτερο µέγεθος τουριστικών µονάδων µε µικρότερη πυκνότητα δόµησης (Αγγελίδης, 2000). Όπως κάθε προϊόν, έτσι και το ελληνικό τουριστικό προϊόν, ακολούθησε ένα κύκλο ζωής. Ξεκίνησε µε υψηλούς ρυθµούς ανάπτυξης στις δεκαετίες 50, 60 και 70, όταν η Ελλάδα ήταν µόδα και δηµοφιλής στη τουριστική ζήτηση. Στη δεκαετία του 80, όταν ο προορισµός έγινε οικείος, άρχισαν αν εµφανίζονται τα πρώτα σηµάδια στασιµότητας για αν ακολουθήσει πορεία επιβράδυνσης από τη δεκαετία του 90 και µετά. Ο τουριστικός προορισµός Ελλάδα είχε πλέον κουράσει τη διεθνή τουριστική ζήτηση (Σχήµα 1). Σχήµα 1: Η εξέλιξη της εικόνας του τουριστικού προορισµού Ελλάδα Πηγή: ΣΕΤΕ,

37 Το πρότυπο sunlust και το προϊόν 3S λειτούργησαν ως εξής στον κύκλο ζωής του τουριστικού προϊόντος. Αρχικά επέβαλλαν τη µαζικοποίηση του τουριστικού φαινοµένου. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και ο «εκδηµοκρατισµός» των διακοπών ήλιου/ξεκούρασης µεγέθυναν την τουριστική ζήτηση, κυρίως µε σχετικά χαµηλά εισοδηµατικά στρώµατα, οδηγώντας στην ανάπτυξη µαζικής και νοµοτελειακά χαµηλότερης ποιότητας προσφοράς. Άµεση συνέπεια αυτής της εξέλιξης ήταν η µεταφορά του ανταγωνισµού σε τιµολογιακό επίπεδο, µε τους ελέγχοντες τη ζήτηση TOs να επιδιώκουν ολοένα και χαµηλότερες τιµές. Η Ελλάδα, µη δυνάµενη να ανταγωνιστεί χώρες µε φθηνότερους συντελεστές παραγωγής, ιδίως µετά την ένταξη στην Ευρωζώνη, βρέθηκε µε ανταγωνιστικό µειονέκτηµα. Σύµφωνα µε τον Χατζηµιχάλη, 2006, το πρότυπο που είχε στηριχθεί µέχρι τη δεκαετία του 1990 ο τουρισµός στην Ελλάδα, ήταν οι επενδύσεις από µικρές και µεσαίες οικογενειακές µονάδες και από λίγες µεγάλες επιχειρήσεις κυρίως στο κοµµάτι της διαµονής και της εστίασης και δευτερευόντως στις συµπληρωµατικές µε τον τουρισµό δραστηριότητες (αθλητικές εγκαταστάσεις, συνεδριακές υποδοµές κλπ). Οι τουριστικές µονάδες αυτές µπορεί να θεωρηθεί ότι είχαν µια σηµαντική συµπληρωµατικότητα και δηµιούργησαν κατά µήκος των ακτών ένα πυκνό δίκτυο δραστηριοτήτων σχετικά ενταγµένων στην τοπική οικονοµία µε πολλές διασυνδέσεις «προς τα πίσω», τις προµήθειες και τους µισθούς και «προς τα µπρος», τις υπηρεσίες προς άλλες επιχειρήσεις. Ήταν µια εντατική και εκτατική µεγέθυνση του τουριστικού κλάδου µε σηµαντικές θετικές επιπτώσεις στα τοπικά εισοδήµατα, ήταν µια οικονοµική ανάπτυξη της περιφέρειας και των επιµέρους τόπων που την απαρτίζουν. Όµως το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος ήταν ιδιαίτερο βαρύ από την αλόγιστη δόµηση στα 4 στρέµµατα, από τις µεγάλες πυκνότητες, από την καταστροφή της αγροτικής γης και του υδροφόρου ορίζοντα και από τις θέσεις εργασίας χαµηλής εξειδίκευσης και υψηλής ανασφάλειας που απαιτεί ο κλάδος, στοιχεία που αγνοούν ή τα θεωρούν αναγκαίο κακό οι εµπλεκόµενοι µε τον τουρισµό (Χατζηµιχάλης, 2006). Συνεχίζοντας, όπως παρατηρούν οι Μπριασούλη και Σοφουλής (1995), «η αναπτυξιακή κατεύθυνση προσανατολιζόµενη στον τουρισµό, βασίστηκε σε µια Πολιτική κινήτρων και δηµόσιων επενδύσεων, δηλαδή γρήγορης αύξηση τουριστικής προσφοράς». Επικρατούσε µια µονοδιάστατη προσέγγιση του τουρισµού, ως µέσο βελτίωσης της οικονοµίας. Ως αποτέλεσµα οι παρεµβάσεις του συγκεκριµένου κλάδου επέφεραν δυσµενείς επιπτώσεις στους υδάτινους πόρους, στα χερσαία και παράκτια συστήµατα και συνέβαλλαν στην αισθητική αλλοίωση, στη µείωση της δασοκάλυψης και την πτώση του 34

38 υδάτινου ορίζοντα (Μπριασούλη και Σοφουλής, 1995). Αντίστοιχο αποτέλεσµα αποτέλεσε η περαιτέρω οικιστική ανάπτυξη για απρογραµµάτιστες επεκτάσεις πόλεων και η ασχεδίαστη µετατροπή χρήσεων γης, όπως από γεωργική γη υψηλής παραγωγικότητας σε τουριστική χρήση. Και στην περίπτωση αυτή, είναι εµφανής ο κυρίαρχος ρόλος των οικονοµικών παραγόντων κατά την υλοποίηση τουριστικών δράσεων σε µια περιοχή, γεγονός που επηρεάζει και τις εξαρτώµενες από τον τουρισµό δραστηριότητες του τριτογενούς τοµέα, όπως είναι το εµπόριο και η αναψυχή. Στον κλάδο της βιοµηχανίας, παρατηρούνται οι ίδιες αδυναµίες και εσφαλµένες πρακτικές που χαρακτηρίζουν τον τουριστικό τοµέα µε χαρακτηριστική την απουσία της περιβαλλοντικής διάστασης στις σχεδιαζόµενες ενέργειες, την εφαρµογή αποσπασµατικών µέτρων προστασίας και την χωρική γειτνίαση µε άλλες ασύµβατες δραστηριότητες. Η πρόσφατη διεθνής οικονοµική κρίση επηρέασε την ελληνική κοινωνία και οικονοµία αρνητικά και έφερε στην επιφάνεια όλες τις διαχρονικές της αδυναµίες, οι οποίες κάνουν δύσκολο το έργο της αντιµετώπισης των νέων προβληµάτων που προέκυψαν από αυτή. Σύµφωνα µε την έρευνα του Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠhttp://www.itep.gr/), ο ελληνικός τουρισµός, πέρα των διαφόρων προβληµάτων της ελληνικής οικονοµίας, αντιµετωπίζει πρόσθετα προβλήµατα, τα οποία διακρίνονται σε γενικά και διαρθρωτικά. Στα γενικά προβλήµατα συγκαταλέγονται η έλλειψη οράµατος και µακροχρόνιων στόχων, οι συναρµοδιότητες των διαφόρων υπουργείων, η ενίσχυση µέσω των επενδυτικών κινήτρων περιοχών που είναι ήδη αναπτυγµένες τουριστικά, το µεγάλο κόστος των µεταφορών, η µειωµένη προσπελασιµότητα, η απόσταση της χώρας από τις κύριες πηγές προέλευσης τουριστών, η έλλειψη ικανού αριθµού γενικών και ειδικών ποιοτικών υποδοµών, η µη επαρκής χρήση των νέων τεχνολογιών και το γεγονός της µη αξιοποίησης της αρχαιολογικής και πολιτιστικής κληρονοµιάς. Στα διαρθρωτικά προβλήµατα συµπεριλαµβάνονται το υψηλό κόστος των τουριστικών και συναφών υπηρεσιών, η µη επίλυση του χωροταξικού σχεδίου στη χώρα, η ανυπαρξία ολοκληρωµένου σχεδίου διαχείρισης κρίσεων στον κλάδο, η εµµονή στις ίδιες αγορές, το αποσπασµατικό και χωρίς προγραµµατισµό διεθνές µάρκετινγκ και η όξυνση του ανταγωνισµού µε τη δυναµική εµφάνιση νέων ανταγωνιστών. 35

39 Για την επίλυση των παραπάνω προβληµάτων χρειάζονται, σύµφωνα µε το ΙΤΕΠ, γενναίες αποφάσεις για την αλλαγή του πολιτικού, κοινωνικού και οικονοµικού περιβάλλοντος της χώρας µας. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει τη χρηµατοδότηση του κράτους από το εθνικό παραγωγικό πλεόνασµα και όχι από δανεικά, τον εκσυγχρονισµό της νοµοθεσίας, τη µέτρηση της αποτελεσµατικότητας των φορέων που προσφέρουν δηµόσιες υπηρεσίες και τη σύνδεση του προσφερόµενου έργου µε τις δαπάνες που αυτό συνεπάγεται, τη σύσταση επιτροπής µε αντικείµενο την εκτίµηση των οικονοµικών επιπτώσεων κάθε νοµοθετικού µέτρου κ.α. Επιπλέον, τονίζει το ΙΤΕΠ, οι ρόλοι των διαφόρων φορέων θα πρέπει να είναι σαφώς ορισµένοι, µε την πολιτική ηγεσία να είναι σε θέση να υιοθετήσει ένα θεσµικό πλαίσιο αυστηρό και ξεκάθαρο και να αποκαλύπτει στους πολίτες την πραγµατική κατάσταση της οικονοµίας, χωρίς να φοβάται το πολιτικό κόστος. Τα εργατικά συνδικάτα από την πλευρά τους θα πρέπει να µάχονται για την ικανοποίηση των δίκαιων αιτηµάτων των εργαζοµένων, να δείχνουν ανοχή και κατανόηση στις δύσκολες περιόδους-εφόσον τους παρέχονται οι απαραίτητες εγγυήσειςκαι τα µέλη τους να µην επηρεάζονται από σκοπιµότητες 11. Η τουριστική πολιτική της χώρας πριν την κρίση, είχε αρχίσει να διαµορφώνεται στη βάση της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, όπως αυτή εξειδικεύεται µέσα από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης - ΚΠΣ και χρηµατοδοτείται από τα ιαρθρωτικά Ταµεία κ.α.. Τα αρµόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεσµοθέτησαν σειρά µέτρων και δράσεων µε σκοπό την άµεση και αποτελεσµατική ενίσχυση του τουρισµού γενικότερα αλλά και ειδικότερα του αγροτοτουρισµού και των εναλλακτικών µορφών τουρισµού µε σκοπό τη συγκράτηση και την οικονοµική ενίσχυση του πληθυσµού των ορεινών και µειονεκτικών περιοχών των χωρών µελών. Η νέα τουριστική πολιτική που ακολουθήθηκε από το 1990 και ύστερα, υποτίθεται ότι θα αναβάθµιζε τα τουριστικά δεδοµένα, εισάγοντας στην ελληνική αγορά ένα νέο πρότυπο γνωστό ήδη στο εξωτερικό. Ο τουρισµός δεν προσεγγίζεται πλέον ως «προϊόν» ή ως «υπηρεσία», αλλά ως «συνολική εµπειρία», είναι µε άλλα λόγια το αποτέλεσµα της ικανοποίησης του τουρίστα από τη δράση του ως καταναλωτή-ρια, όχι µόνο από το πόσο πληρώνει για ότι καταναλώνει, αλλά κυρίως από τη διαδικασία µέσω της οποίας βιώνει την εµπειρία της κατανάλωσης. 11 Άρθρο στο µηνιαίο περιοδικό Τουρισµός και Ανάπτυξη, Τεύχος 49, Νοέµβριος

40 Οι νέες επενδύσεις λοιπόν, «έπρεπε» να ξεφύγουν από τους κορεσµένους προορισµούς της Ισπανίας, της Νότιας Γαλλίας και της Ιταλίας, και να βρουν µεγάλες εκτάσεις µε φυσικό περιβάλλον αλλά και µε καλή προσβασιµότητα. Με αυτά τα δεδοµένα τα τελευταία χρόνια παρατηρείται πολύ έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα από εταιρίες που θέλουν να ανοίξουν τις επενδυτικές τους βλέψεις σε καινούργιες αγορές και από tour operators που αναζητούν συνεχώς νέους προορισµούς για την προώθηση του προϊόντος τους. Ο στόχος των εταιριών είναι η «συνολική εµπειρία» (Μελισσουργός, 2008), να παραµένει εντός του συγκροτήµατος και να περιορίζονται στο ελάχιστο οι διαρροές κερδών εκτός, στοιχείο που διασφαλίζει η µεγάλη έκταση, η πολλαπλότητα των προσφερόµενων υπηρεσιών και ο έλεγχος που θα ασκεί η εταιρία στους πελάτες της. Τις πρώτες αλλαγές για τη δηµιουργία νέου νοµοθετικού πλαισίου για την υλοποίηση των νέων µεγάλων και ειδικών τουριστικών επενδύσεων, αναλαµβάνει να εισηγηθεί ο κ. Α. Τσοχατζόπουλος το 1993 µε ειδική διάταξη στο νόµο περί "Τουριστικής εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις" µε την οποία εισάγεται για πρώτη φορά το τουριστικό real estate και τίθεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη 400 στρεµµάτων κατ' ελάχιστο. Στις σχετικές δηλώσεις (Βήµα 24/11/03) ο τότε Γ.Γ. του Υπουργείου Ανάπτυξης υπογραµµίζει ότι "...οι τουριστικές επενδύσεις στην Ελλάδα για να γίνουν ελκυστικές πρέπει να αφορούν σύνθετες εγκαταστάσεις µε γήπεδα γκολφ, αντισφαίρισης, spa, club house, κ.α.". Έκτοτε ακολουθούν µια σειρά ειδικά νοµοσχέδια µεταξύ των οποίων και για τις "Περιοχές Ολοκληρωµένης Τουριστικής Ανάπτυξης", τις περίφηµες Π.Ο.Τ.Α. του ΥΠΕΧΩ Ε επί κας Βάσω Παπανδρέου το 1999 (Χατζηµιχάλης Κ., 2008). Όπως και να έχει όµως ο τουρισµός στην Ελλάδα έχει αναδειχθεί σε βασική προσοδοφόρα οικονοµική δραστηριότητα της χώρας και ως εκ τούτο έχει διεισδύσει σε πολλούς τοµείς της κοινωνικής ζωής, ενώ ταυτόχρονα δηµιουργεί πολλαπλές περιβαλλοντικές και οικιστικές-χωροταξικές επιπτώσεις. Για αυτό ακριβώς το λόγο, αποτελεί ένα σηµαντικό και συνεχώς εξελισσόµενο πεδίο έρευνας και προβληµατισµού. 37

41 2.2 Θεσµικό πλαίσιο Ανάπτυξη Η έννοια της τοπικής Ανάπτυξης Οι βασικοί θεσµοί για την διεθνή, µεταπολεµική οικονοµική ανάπτυξη προέκυψαν στην διεθνή συνδιάσκεψη που έγινε το 1944 στο Bretton Woods της Πολιτείας New Hampshire ΗΠΑ 50 χρόνια αργότερα, σε µια διάσκεψη για την επανεξέταση των αποφάσεων του Bretton Woods, έγινε δεκτό ότι η ανάπτυξη είναι µια πολυδιάστατη διαδικασία, επικεντρωµένη στον άνθρωπο: «Ο σκοπός της ανάπτυξης είναι να δηµιουργήσει τις συνθήκες που θα επιτρέψουν σε κάθε ανθρώπινο ον να υλοποιήσει τις δυνατότητες του για πολιτική, κοινωνική και οικονοµική ολοκλήρωση, µε τρόπο συµβατό προς το κοινό καλό. Τα δικαιώµατα, υποχρεώσεις και συµµετοχή των ατόµων βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας και του στόχου της. Η πρώτη προτεραιότητα είναι η εκρίζωση της φτώχειας, η χορήγηση στα άτοµα της εξουσίας να ελέγχουν την ζωή τους και να αποκτούν τους πόρους που χρειάζονται για να ικανοποιούν τις ανάγκες τους µε ένα οικολογικά βιώσιµο τρόπο. Η γνήσια ανάπτυξη είναι ουσιαστικά µια διαδικασία από τις ρίζες, από τα κάτω προς τα πάνω, που φυτρώνει από την βάση, µε τις τοπικές κοινωνίες ως βασικούς συντελεστές. Την οικονοµική δραστηριότητα πρέπει να διαχειρίζονται οι άνθρωποι µέσα στα όρια θραύσης και εξάντλησης του περιβάλλοντος. Η αγορά µπορεί να είναι ένα µέσο για την επίτευξη αυτών των στόχων, αλλά όχι ένας αυτοσκοπός» (Griesgraber, J.M. and B.G. Gunter, 1996). Η ιεθνής Τράπεζα στην τακτική της έκθεση του 1991 για την ανάπτυξη του πλανήτη (World Development Report) υιοθετεί την ακόλουθη τοποθέτηση: «Η πρόκληση της ανάπτυξης είναι να βελτιώσει την ποιότητα ζωής. Ιδίως στις φτωχές χώρες του κόσµου, µια καλύτερη ποιότητα ζωής απαιτεί υψηλότερα εισοδήµατα, αλλά εµπλέκει και πολλά άλλα. Περιλαµβάνει ως αυτόνοµους στόχους την καλύτερη παιδεία, τα υψηλότερα πρότυπα υγείας και διατροφής, τη λιγότερη ένδεια, το πιο καθαρό περιβάλλον, την περισσότερη ισότητα ευκαιριών, τη µεγαλύτερη ατοµική ελευθερία και τελικά την πλουσιότερη πολιτιστική ζωή» (Todaro, M.P 2000). Τη δεκαετία του 1970 και ιδιαίτερα µετά τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις, αναθεωρήθηκε σε διεθνές και Ευρωπαϊκό επίπεδο η έννοια και η κατεύθυνση της αναπτυξιακής πολιτικής. 38

42 Προσδιοριστικοί παράγοντες αυτής της πορείας υπήρξαν τόσο η αξιολόγηση της εµπειρίας των αναπτυσσόµενων χωρών όσο και η αναζήτηση νέων κατευθύνσεων πολιτικής από τις βιοµηχανικές χώρες που αντιµετώπιζαν προβλήµατα στασιµοπληθωρισµού, υψηλών δηµοσιονοµικών ελλειµµάτων και χαµηλής παραγωγικότητας: Στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα το θέµα της ανάπτυξης είχε επικεντρωθεί στην επάρκεια και διαχείριση των φυσικών πόρων µιας χώρας. Σύµφωνα µε τη θεώρηση αυτή, η Αργεντινή ή η Ινδία είχαν καλύτερες αναπτυξιακές προοπτικές από τη Σιγκαπούρη ή την Κορέα. Η εµπειρία βεβαίως έχει καταδείξει ότι η επάρκεια και η καλή διαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πηγών ισχύει µέχρι σήµερα ως ένας βασικός παράγων ανάπτυξης αν σκεφθούµε τη θέση των κρατών της Αφρικής σε σχέση µε αυτών της Ευρώπης. Μετά τον Β Παγκόσµιο Πόλεµο βασικός παράγοντας για την ανάπτυξη θεωρήθηκε η συσσώρευση κεφαλαίου. Στη δεκαετία του 1960, καθώς η εµπειρία διέψευδε τις προσδοκίες ολοένα και περισσότερο, το βάρος έπεσε στον ανθρώπινο παράγοντα, στην εκπαίδευση, την υγεία κλπ., δηλαδή στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Από τα µέσα της δεκαετίας του 1970 και µετά την οικονοµική κρίση της µαζικής παραγωγής και τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1980, αναπτύχθηκε µια έντονη κριτική στις παραδοσιακές προσεγγίσεις της πολιτικής οικονοµίας. Είναι πια εµφανές ότι η ανάπτυξη δεν είναι αρκετό να προγραµµατίζεται από τους κεντρικούς φορείς. Είναι απαραίτητη η λειτουργική σύνδεση της τοπικής ανάπτυξης µε τις στρατηγικές προώθησης της από τα κάτω ανάπτυξης. Η θεσµική αποκέντρωση και η συµµετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και των τοπικών φορέων για την ενεργοποίηση της διαδικασίας τοπικής ανάπτυξης κρίνεται απαραίτητη (Παπαδασκαλόπουλος, 1995). Το φαινόµενο της Παγκοσµιοποίησης δεν άφησε και αυτό µε τη σειρά του ανεπηρέαστες τις θεωρητικές προσεγγίσεις της τοπικής ανάπτυξης. Ήδη από τα µέσα της δεκαετίας του 1980 εµφανίζονται πολλές νέες προσεγγίσεις της τοπικής ανάπτυξης που προσπάθησαν να απεµπλακούν τόσο από την αυστηρότητα και το δεσµευτικό χαρακτήρα συνολικών θεωρητικών σχηµάτων προηγούµενων περιόδων, όσο και από τη στενά τυπολατρική παράδοση ορισµένων θετικιστικών προσεγγίσεων. Οι αναδυόµενες αυτές τάσεις επιδιώκουν να ικανοποιήσουν την εµπειρική σχετικότητα, τη θεωρητική συνοχή και την πρακτική αποτελεσµατικότητα των προτεινόµενων εννοιολογικών πλαισίων, µε κεντρικό πυρήνα την αναβάθµιση της σηµασίας του χώρου και εµπειρικό πεδίο εφαρµογής τα διαφορετικά επίπεδα εδαφικών ενοτήτων, µε ιδιαίτερη έµφαση στο επίπεδο της περιφέρειας. Αυτή η αναβίωση της περιφέρειας συνάδει µε τη γενικότερη έµφαση στο 39

43 τοπικό επίπεδο και τη διαφορετικότητα που συνοδεύουν την αποµάκρυνση από τη µαζική παραγωγή, τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και τις τάσεις παγκοσµιοποίησης. Σύµφωνα µε τον Stoper (1997) αυτή η στροφή οφείλεται στην προσδοκία ότι ο τόπος µπορεί να αποτελέσει το θεµελιώδη πυρήνα της οικονοµικής και κοινωνικής ζωής στην εποχή της παγκοσµιοποίησης. ιεθνούς φήµης οικονοµολόγοι τόνιζαν ότι η σωστή αναπτυξιακή πολιτική δεν σηµαίνει την αύξηση ή και παρουσία ενός ή περισσότερων συντελεστών παραγωγής (έδαφος, εργασία, κεφάλαιο), αλλά την κινητοποίηση του παραγωγικού δυναµικού που βρίσκεται σε υπολανθάνουσα (ή λανθάνουσα) κατάσταση (Hirschman 1958,1981). Η έννοια της ανάπτυξης ταυτίσθηκε δηλαδή σταδιακά µε την αύξηση της παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής που προϋποθέτει την: (α) ενεργοποίηση των κοινωνικών και οικονοµικών φορέων για ανάληψη νέων δραστηριοτήτων (κοινωνική κινητικότητα), (β) θεσµική και οργανωτική ανασυγκρότηση των αναπτυξιακών φορέων για την έγκαιρη και αποτελεσµατική λήψη αποφάσεων και υλοποίηση της πολιτικής και (γ) αναδιάρθρωση και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης µέσα από την προώθηση της τεχνολογικής και γνωστικής δυναµικότητας του οικονοµικού συστήµατος. Η νέα αυτή αντίληψη περί ανάπτυξης και αναπτυξιακής πολιτικής επηρέασε, όπως ήταν φυσικό, τόσο τη θεωρητική σκέψη όσο και την άσκηση πολιτικής 12. Η πολιτική που βασίζεται στην τοπική ανάπτυξη θεµελιώνεται στην υπόθεση ότι οι περιφέρειες µπορούν να αναπτύξουν συγκριτικά πλεονεκτήµατα τα οποία δηµιουργούνται µάλλον από την ενεργοποίηση του πληθυσµού τους, παρά δωρίζονται από τη φύση. Η υπόθεση αυτή για την ανάπτυξη συγκριτικών πλεονεκτηµάτων στη περιφέρεια κάνει τους εκτός αυτής παράγοντες ουδέτερους, πράγµα που σηµαίνει ότι η αναπτυξιακή διαδικασία δεν βασίζεται εξ' ολοκλήρου πλέον σε παράγοντες που έχουν σχέση µε τη χωροθέτηση της περιφέρειας και τον εξοπλισµό της σε φυσικούς πόρους, ή 12 Η αναπτυξιακή πολιτική στην Ελλάδα σχεδιάζεται από το Υπουργείο Οικονοµίας και Οικονοµικών (ΥΠΟΙΟ) το οποίο έχει και την συνταγµατική υποχρέωση (Παρ. 8 του άρθρου 79) υποβολής Πενταετών Προγραµµάτων Ανάπτυξης για έγκριση από τη Βουλή. Το ΥΠΟΙΟ έχει επίσης την ευθύνη κατάρτισης και υποβολής Σχεδίων Περιφερειακής Ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Ο συντονισµός ενεργειών, για την υλοποίηση των αναπτυξιακών προγραµµάτων, η αξιολόγηση των επιµέρους δράσεων και η αναθεώρηση, µετά από την υποβολή ετήσιας απολογιστικής έκθεσης στη Βουλή, είναι επίσης αρµοδιότητες του ίδιου Υπουργείου. 40

44 στην τρέχουσα διάρθρωση της παραγωγής. εν βασίζεται ακόµα και πάνω στις διακυµάνσεις της εκτός περιφέρειας ενεργού ζήτησης. Πέρα από τη θεωρητική της διάσταση, η νέα αντίληψη για την αναπτυξιακή διαδικασία εκφράστηκε και µε προώθηση νέων πολιτικών και προγραµµάτων, που είχαν ως στόχο την κινητοποίηση των παραγωγικών συντελεστών και την ανάληψη αναπτυξιακών πρωτοβουλιών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Για τους λόγους αυτούς, η συγκεκριµένη πολιτική έγινε ευρύτερα γνωστή ως πολιτική για την Ενεργοποίηση του Ενδογενούς υναµικού (Ε.Ε..) και προωθήθηκε προς τρεις συγκεκριµένες κατευθύνσεις : (α) πολιτική για αύξηση της επιχειρηµατικότητας (entrepreneurship), σε τοπικό επίπεδο µε τη µορφή ανάληψης νέων δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις, ιδιαίτερα µικρού και µεσαίου µεγέθους, (β) πολιτική για αύξηση της παραγωγικότητας, δηλαδή αύξησης της απόδοσης των συντελεστών παραγωγής και (γ) πολιτική για την ενίσχυση τοπικών πρωτοβουλιών που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από επιχειρηµατική δράση. Τόσο η αύξηση της επιχειρηµατικότητας όσο και η προώθηση τοπικών πρωτοβουλιών δεν στοχεύουν αναγκαστικά και µονοδιάστατα στη µεγιστοποίηση του κέρδους. Η αύξηση της απασχόλησης, η επέκταση της δηµιουργικότητας ή της τεχνογνωσίας, οι καινοτοµίες, η προώθηση της κοινωνικής συνεργασίας, η βελτίωση του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος αποτελούν παράλληλους στόχους της πολιτικής Ε.Ε.. Εποµένως η πολιτική αυτή µπορεί να προσλάβει πολλές µορφές που διαφοροποιούνται µεταξύ τους και ως προς το στόχο της παρέµβασης και ως προς τα κριτήρια αποδοτικότητας (ιδιωτικοοικονοµικά ή κοινωνικά κριτήρια). Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα παρακολούθησε τις εξελίξεις αυτές και διαµόρφωσε µια πολιτική στήριξης της τοπικής ανάπτυξης, που εκφράστηκε ιδιαίτερα µε δύο άξονες: τον τοµέα των µικροµεσαίων επιχειρήσεων και τον τοµέα των τοπικών πρωτοβουλιών για τη στήριξη της απασχόλησης. Η τοπική ανάπτυξη (Local development) αποτελεί ουσιαστικά άλλη µια µορφή περιφερειακής ανάπτυξης στην οποία οι διάφοροι τοπικοί φορείς, οι τοπικές επιχειρήσεις, αποτελούν τα βασικά στοιχεία πάνω στα οποία θα στηριχθεί η αναπτυξιακή διαδικασία. 41

45 Οι τοπικοί παράγοντες όµως δεν αφορούν µόνο τα γεωγραφικά και φυσικά χαρακτηριστικά του τοπικού πληθυσµού αλλά κυρίως τα κοινωνικά, πολιτισµικά και οικονοµικά χαρακτηριστικά του τοπικού πληθυσµού που σχετίζεται µε την αναπτυξιακή διαδικασία (Coffey και Polese, 1985). Με την έννοια αυτή η τοπική ανάπτυξη µπορεί να θεωρηθεί ως µια διαδικασία οικονοµικής ανάπτυξης και διαρθρωτικών αλλαγών, που συµβάλλει στη βελτίωση του επιπέδου ζωής του τοπικού πληθυσµού. Η έννοια της τοπικής ανάπτυξης περιλαµβάνει όλες τις πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην τόνωση της τοπικής επιχειρηµατικής δραστηριότητας µιας περιοχής, τόσο µέσω των δηµοσίων οργανισµών όσο και µέσω των επιχειρήσεων του ιδιωτικού και κοινωνικού τοµέα. Σκοποί της είναι: η ενθάρρυνση του επιχειρηµατικού πνεύµατος των γνώσεων, των ικανοτήτων διαχείρισης και του πολιτιστικού υποβάθρου των τοπικών παραγόντων, η ανάδειξη και η εκµετάλλευση των τοπικών πόρων για τη δηµιουργία απασχόλησης, η προώθηση της ανάπτυξης και της δηµιουργίας επιχειρήσεων και η δηµιουργία δικτύων συνεργασίας µεταξύ των φορέων και ατόµων για τον συνδυασµό δράσης και των συντονισµό των ενεργειών τους. Οι διασυνδέσεις και οι συνεργασίες σε τοπικό επίπεδο που περιλαµβάνει η έννοια έχουν σκοπό τη µεγαλύτερη συµµετοχή των τοπικών παραγόντων στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων (Ποταµιάνος, 1991). Με διάφορες δράσεις έρευνας, ευαισθητοποίησης, χρηµατοδότησης και ανάλυσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαµόρφωσε µια σειρά εργαλείων πολιτικής για τη µεταφορά «τεχνογνωσίας», για τη βελτίωση της τοπικής «αναπτυξιακής ικανότητας», για την παροχή οικονοµικής και τεχνικής βοήθειας, για την οργάνωση δικτύων, την προώθηση καινοτόµων και την επιµόρφωση του ανθρώπινου δυναµικού. Οι στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης δεν αποσκοπούν στην αποµόνωση των τοπικών οικονοµιών και των τοπικών αγορών εργασίας από την παγκόσµια οικονοµία. Αντίθετα σκοπεύουν στην ολοκλήρωση της τοπικής οικονοµίας, διατηρώντας την τοπική πολιτιστική-οικονοµική «ταυτότητα», προωθώντας τις τοπικές και διεθνείς συνεργασίες και εµβαθύνοντας τον τοπικό/περιφερειακό καταµερισµό εργασίας (Ποταµιάνος, 1991). Χαρακτηριστικό των θεωρητικών προσεγγίσεων της τοπικής ανάπτυξης είναι ότι η ανάπτυξη παράγεται ενδογενώς. Η λειτουργία του προτύπου της τοπικής ανάπτυξης χαρακτηρίζεται από αυτονοµία σε τρεις διαστάσεις, τη βιοµηχανική, τη χωρική και τη θεσµική διάσταση. Η βιοµηχανική διάσταση αναφέρεται στην κλαδική εξειδίκευση, στην ανάπτυξη καινοτοµίας και τον έλεγχο της παραγωγικής δραστηριότητας σε τοπικό επίπεδο. Η χωρική διάσταση περιλαµβάνει την τοπική επιχειρηµατικότητα, τη 42

46 συνεργασία µεταξύ των οικονοµικών µονάδων. Η θεσµική διάσταση αναφέρεται στους τοπικούς θεσµούς και την τοπική δηµόσια δράση (Χριστοφάκης, 2004). Η διαδικασία της τοπικής ανάπτυξης πραγµατοποιείται εντός του πλαισίου της τοπικής αγοράς εργασίας και συχνά καλύπτει µια επιφάνεια µεγαλύτερη ή ίση από µια περιοχή τοπικής εξουσίας, αλλά µε δραστηριότητα πάντοτε εστιασµένη σε ειδικές θέσεις, τοµείς ή κοινωνικές οµάδες. Το στοιχείο δηλαδή το οποίο εισέρχεται είναι η τοπική εξουσία και οι τοπικοί οικονοµικοί και κοινωνικοί φορείς (Χριστοφάκης, 2004). Σε αντίθεση µε την «από τα άνω ανάπτυξη», η οποία αναφέρεται στις πρωτοβουλίες που λαµβάνονται και σχεδιάζονται από το κεντρικό κράτος, ορίζεται η «από τα κάτω» ανάπτυξη. Η ενδογενής ανάπτυξη είναι το αποτέλεσµα του σωστού συνδυασµού χάραξης της κατάλληλης αναπτυξιακής διαδικασίας µε την ενεργοποίηση των διαθέσιµων πόρων της περιοχής και της ενδογενούς δυναµικότητας της. Αναµφισβήτητα, ο καθορισµός µιας στρατηγικής ενδογενούς ανάπτυξης γίνεται όταν η τοπική κοινότητα αποφασίζει να ενεργοποιήσει το δυναµικό της. Η εφαρµογή αυτής της στρατηγικής αποτελεί τη βάση για µια πολιτική τοπικής ενδογενούς ανάπτυξης (Barquero, 1991). Πολλοί υποστηρίζουν ότι η έννοια της τοπικής ανάπτυξης είναι συνδεδεµένη και µε την έννοια της βιωσιµότητας, καθώς το τοπικό επίπεδο είναι το ιδανικότερο για την επίτευξη του στόχου βιωσιµότητας. Αυτό φαίνεται να συµµερίζεται και η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύµφωνα µε την οποία, «βιώσιµη ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη που παρέχει βασικές περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονοµικές υπηρεσίες σε όλους τους κατοίκους µιας περιοχής χωρίς να απειλεί τη βιωσιµότητα φυσικών, δοµικών και κοινωνικών συστηµάτων από τα οποία εξαρτάται η παροχή αυτών των υπηρεσιών» (Ευρωπαϊκή Ένωση, 1996). Η ανάγκη οικονοµικών δραστηριοτήτων διατηρώντας την περιβαλλοντική ισορροπία, η επιθυµία να περιοριστεί στο ελάχιστο η χρήση πλουτοπαραγωγικών πηγών και τα οφέλη από τη συνεργασία εµπλεκοµένων οργανισµών προσπαθώντας να συνδυάσουν το περιβάλλον µε την τοπική ανάπτυξη, οδήγησαν τις τοπικές και περιφερειακές πολιτικές στην επιδίωξη της βιώσιµης ανάπτυξης. Εποµένως, «η προστασία του περιβάλλοντος, των φυσικών πόρων, της ενέργειας και ο περιορισµός της µόλυνσης ιεραρχούνται σαν στόχοι πρώτης προτεραιότητας στα πλαίσια της βιώσιµης ανάπτυξης» (Χατζηµιχάλης, Γκέκας, 2001, σ.19). Γενικά συναντά κανείς διαφορετικές θεωρίες και προσεγγίσεις σχετικά µε ερµηνεία της τοπικής ανάπτυξης µε κοινό στόχο την περιβαλλοντική ισορροπία. Επίσης επανεξετάζονται παλιότερες πολιτικές σε µια προσπάθεια ένταξης 43

47 τους στις νέες κοινωνικο-οικονοµικές συνθήκες και προσδίδοντας τους νέο περιεχόµενο (Χατζηµιχάλης, Γκέκας, 2001, σ.20). Εν κατακλείδι, για να υπάρξει τοπική ανάπτυξη θα πρέπει να υφίστανται όσα προαναφέρθηκαν, αξιοποιώντας τους φυσικούς πόρους αποδοτικά σε ένα κράτος δικαίου και την εφαρµογή των θεσµών. Βιώσιµη τοπική ανάπτυξη Η έκθεση του Ο.Η.Ε. τον Απρίλιο του 1987 µε τίτλο «Το Κοινό µας Μέλλον» της ιεθνούς Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη ως Βιώσιµη (ή Αειφόρος) Ανάπτυξη ορίζεται η ανάπτυξη που καλύπτει τις ανάγκες της παρούσας γενιάς χωρίς να υποθηκεύει την ικανότητα των µελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες. Αυτός ο ορισµός έµελλε να µείνει στην ιστορία του διεθνούς περιβαλλοντικού κινήµατος και είναι αυτός που χρησιµοποιείται κατά κόρον µέχρι και σήµερα. Σύµφωνα µε τις κατευθυντήριες γραµµές της επιτροπής, η Βιώσιµη Ανάπτυξη στηρίζεται σε 3 πυλώνες: το περιβάλλον, την οικονοµία και την κοινωνία (βλ. Εικόνα 4). Εικόνα 4: Οι 3 πυλώνες της Βιώσιµης Ανάπτυξης Η Βιώσιµη Ανάπτυξη θα πρέπει επίσης να αναπτύσσεται σε κάθετα επίπεδα: διεθνές, περιφερειακό, εθνικό, τοπικό, οικιακό (βλ. Εικόνα 5). ηλαδή για να επιτευχθεί η βιώσιµη ανάπτυξη σε παγκόσµιο επίπεδο, θα πρέπει µέχρι και η συµπεριφορά κάθε νοικοκυριού να εµπεριέχει στοιχεία που οδηγούν στη βιωσιµότητα. Το σλόγκαν της προσπάθειας για τη βιώσιµη ανάπτυξη είναι «Σκέψου παγκόσµια- ράσε τοπικά». 44

48 Εικόνα 5: Τα επίπεδα της Βιώσιµης Ανάπτυξης Από τον ορισµό της έννοιας το 1987 µέχρι τα θέµατα της πρακτικής εφαρµογής της βιώσιµης ανάπτυξης να µπουν στην ατζέντα των παγκόσµιων πολιτικών συζητήσεων πέρασαν πέντε χρόνια. Αυτό έγινε το 1992 στη «ιάσκεψη για τη Γη» που έγινε στο Ρίο της Βραζιλίας. Το πρώτο άρθρο της διακήρυξης του Ρίο δηλώνει ότι Οι άνθρωποι βρίσκονται στο επίκεντρο των προσπαθειών για βιώσιµη ανάπτυξη. Έχουν δικαίωµα στην υγιεινή και παραγωγική ζωή σε αρµονία µε τη φύση. Η διακήρυξη του Ρίο, εάν και γενικόλογη, αποτελεί ουσιαστικά το πρώτο πολιτικό κείµενο που οριοθετεί την κοινή παγκόσµια προσπάθεια προς τη βιώσιµη ανάπτυξη. Στη συνδιάσκεψη του Ρίο συµµετείχαν 108 αρχηγοί κρατών οι οποίοι υπέγραψαν και υιοθέτησαν την Agenda 21, το σύνολο δηλαδή των οδηγιών για την βιωσιµότητα στον 21ο αιώνα. Η «Αgenda 21» είναι ένα πολιτικό κείµενο που αποτελείται από 40 κεφάλαια, περισσότερους από 100 τοµείς προγραµµάτων και 3000 συστάσεις. Αφορά σε τοµείς κλειδιά, όπως η γεωργία, η βιοµηχανία και η αστική διαχείριση, ένα εύρος περιβαλλοντικών προτεραιοτήτων, όπως η διατήρηση της βιοποικιλότητας, η προστασία των ωκεανών και θαλασσών, η κλιµατική αλλαγή, τα επικίνδυνα απόβλητα, τα τοξικά χηµικά και το νερό, καθώς και µια σειρά συναφών θεµάτων όπως η µεταφορά τεχνολογίας, η φτώχεια, ο πληθυσµός και το εµπόριο. Αντανακλά τις απόψεις µιας ευρείας οµάδας ενδιαφεροµένων µερών. Ως τέτοια αποτελεί ένα µακροπρόθεσµο πρόγραµµα δράσης για βιώσιµη ανάπτυξη στον 21ο αιώνα. Η συνδιάσκεψη ίδρυσε την Επιτροπή των Ηνωµένων Εθνών για τη Βιώσιµη Ανάπτυξη για να παρακολουθεί την εφαρµογή του προγράµµατος δράσης «Αgenda 21». Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η προοπτική προς τις τοπικές αρχές αν ετοιµάσουν από µια Τοπική Ατζέντα 21 («Local Agenda 21» ή «Τοπικό Σχέδιο ράσης 21») καθώς οι 45

49 περισσότεροι από τους στόχους της Ατζέντα 21 µπορούν να πραγµατοποιηθούν µέσα από δράσεις σε τοπικό επίπεδο στις πόλεις, (Χατζηµιχάλης και Γκέκας, 2001). Η σηµαντικότερη καινοτοµία της «Agenda 21» βρίσκεται στις διαδικασίες που προτείνονται ως οι πλέον κατάλληλες για την επίτευξη των στόχων αυτών: δηµοκρατικές, συναινετικές διαδικασίες που εξασφαλίζουν την ενεργό συµµετοχή των πολιτών και την ανάπτυξη µιας οικολογικής αντίληψης, ευθύνης και «διαφορετικής» συµπεριφοράς. Οι νέες αυτές διαδικασίες συµµετοχής των πολιτών σύµφωνα µε την «Agenda 21» πρέπει να αναπτυχθούν στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης γιατί εκεί λαµβάνονται οι σηµαντικές αποφάσεις που ρυθµίζουν την καθηµερινή ζωή των πολιτών, αλλά και εκεί µπορεί να λειτουργήσουν καλύτερα διαδικασίες οικοδόµησης συναίνεσης µέσα από τις οποίες οι πολίτες µαζί µε τις τοπικές αρχές θα πρέπει να καταλήξουν σε ένα «Σχέδιο ράσης για τον 21ο αιώνα», δηλαδή µια «Local Agenda 21». Η καινοτόµος µεθοδολογία της «Local Agenda 21» πυροδοτεί σηµαντικές αλλαγές στον τρόπο πολιτικής λειτουργίας της Τοπική Αυτοδιοίκηση καθώς µε την εφαρµογή της περνάµε από ένα πρότυπο «αυταρχικής διακυβέρνησης» σε ένα πρότυπο «συµµετοχικής διακυβέρνησης», όπου οι αποφάσεις λαµβάνονται µε την ενεργό συµµετοχή και συναίνεση των πολιτών. Τον Ιούλιο του 1992 υιοθετήθηκε από τα αρµόδια όργανα της ΕΕ το 5ο πρόγραµµα για το περιβάλλον Στόχος η αειφόρα. Το πρόγραµµα αυτό είναι η συµµετοχή και η δέσµευση της ΕΕ στην πρόσκληση της Ατζέντα 21 για συµβολή όλων στη δράση για βιώσιµη ανάπτυξη. Το πρόγραµµα στηρίζεται στο προϋπάρχον νοµοθετικό πλαίσιο, κυρίως τις 200 νοµοθετικές πράξεις σχετικά µε την ρύπανση της ατµόσφαιρας, των υδάτων και του εδάφους, την διαχείριση των αποβλήτων, τα µέτρα προστασίας στους τοµείς των χηµικών ουσιών και της βιοτεχνολογίας, τα πρότυπα προϊόντων, τις µελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την προστασία της φύσης. Επίσης χρησιµοποιεί σαν νοµοθετική βάση τις σχετικές διατάξεις που περιέχονται στην Συνθήκη για την ΕΕ (Συνθήκη του Μάαστριχ 7/2/1992), (Χατζηµιχάλης και Γκέκας, 2001). Η καινοτοµία των πολιτικών της δεκαετίας του '90, θεωρείται η δράση από την βάση προς την κορυφή (εµπλοκή όλων των κοινωνικών και οικονοµικών παραγόντων) σε αντίθεση µε προηγούµενα που κατευθύνονταν από την κορυφή προς τη βάση (νοµοθετικές ρυθµίσεις), (Χατζηµιχάλης και Γκέκας, 2001). Με αυτά τα δεδοµένα ο κόσµος έφτασε στην πλέον πρόσφατη (Αύγουστος 2002) «Παγκόσµια ιάσκεψη για τη Βιώσιµη Ανάπτυξη» που έγινε στο Γιοχάνεσµπουργκ της 46

50 Νοτίου Αφρικής, µε κύριο στόχο την αποτίµηση των αποτελεσµάτων των συµφωνιών του Ρίο. Η αίσθηση που άφησε αυτή η διάσκεψη µπορεί να χαρακτηριστεί ως ουδέτερη καθώς τα πράγµατα δείχνουν να βρίσκονται εκεί που βρίσκονταν και πριν 10 χρόνια. Επιβεβαιώθηκε το γεγονός ότι η ουσιαστική πορεία προς τη βιώσιµη ανάπτυξη δεν µπορεί να προέλθει από ευχολόγια και ψηφίσµατα αλλά από την αποφασιστικότητα της διεθνούς κοινότητας για την εφαρµογή των συµφωνηθέντων 13. Οι έννοιες του αναπτυξιακού και του χωροταξικού σχεδιασµού Το βασικότερο Σχέδιο για την ανάπτυξη µιας χώρας είναι το Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης. Πρώτο βασικό του στοιχείο είναι συνήθως η επιλογή της επιθυµητής εξέλιξης, σε συγκεκριµένο χρονικό ορίζοντα, µιας σειράς εθνικολογιστικών µεγεθών όπως το εθνικό προϊόν, το εθνικό εισόδηµα, του ισοζυγίου πληρωµών, ιδιωτικών επενδύσεων κλπ. εύτερο βασικό του στοιχείο είναι µια σειρά επιλογές για την ανάπτυξη των επιµέρους οικονοµικών τοµέων: της βιοµηχανίας, του τουρισµού κλπ. Καθορίζεται π.χ. Το αν θα δοθεί προτεραιότητα στην ανάπτυξη της βιοµηχανίας σε σχέση µε άλλους οικονοµικούς τοµείς κλπ. Ή αν θα επιδιωχθούν ψηλοί ή χαµηλοί ρυθµοί ανάπτυξης του τουρισµού στη διαρκεί του Προγράµµατος. Ποιών ειδών τουρισµό, µε ποιά µέτρα κλπ. Με βάση τα στοιχεία αυτά, διαµορφώνονται τα Προγράµµατα Σχέδια ανάπτυξης και χωρικής οργάνωσης των επιµέρους περιφερειών, ο χωροταξικός και περιφερειακός σχεδιασµός 14. Θα θεωρηθεί ίσως κοινοτοπία, αλλά είναι απαραίτητο να θυµίσει κανείς ότι προϋπόθεση του οποιουδήποτε σχεδιασµού είναι η ύπαρξη σχεδίου, έστω και ενός γενικού σχεδίου κατευθύνσεων και στρατηγικού προσανατολισµού, όχι όµως και τόσο αόριστου ώστε να καθίσταται άχρηστο. Στο σηµείο αυτό πρέπει να επισηµανθεί ότι το φαινόµενο της 13 Παρόλα αυτά, οι πολιτικές ηγεσίες των ισχυρών κρατών, παρόλο που τα περιβαλλοντικά προβλήµατα είναι εµφανή και έχουν λάβει παγκόσµιες διαστάσεις, συνεχίζουν να ακολουθούν πολιτικές που δεν συνάγουν µε την προστασία του περιβάλλοντος. εν αποφασίζεται από κοινού η τήρηση κάποιων συµφωνιών και η επιβολή κυρώσεων στην περίπτωση αθέτησης. Χαρακτηριστικό παράδειγµα της αδυναµίας λήψης έγκαιρης και παγκόσµιας απόφασης αποτελεί το Πρωτόκολλο του Κιότο (περιορισµός στις εκποµπές βλαβερών αερίων στις αναπτυγµένες χώρες) που τέθηκε σε ισχύ στις 16 Φεβρουαρίου του 2005 ενώ είχε ήδη προταθεί από το Μάλιστα οι ΗΠΑ µε ευθύνη της κυβέρνησης Μπους αποχώρησαν από το Πρωτόκολλο και µε αυτόν τον τρόπο «πήραν» µαζί τους και το 25% των παγκοσµίων εκποµπών. 14 Πρόγραµµα Ανάπτυξης Σχέδιο Ανάπτυξης. Συνήθως το Σχέδιο Ανάπτυξης είναι ευρύτερη έννοια από το πρόγραµµα Ανάπτυξης. Το Πρόγραµµα περιλαµβάνει κυρίως επιλογές για τις επιθυµητές εξελίξεις µιας σειράς µεγεθών, ενώ το Σχέδιο αναφέρεται αναλυτικότερα και στις διαδικασίες υλοποίησης πχ τα µέτρα εφαρµογής, τις επιπτώσεις των παρεµβάσεων κλπ. 47

51 χωροταξίας στην χώρα µας, σε σχέση µε την πολεοδοµία και τον οικονοµικό σχεδιασµό, είναι ενδιαφέρον. Αν και υπήρχε νόµος για πολλά χρόνια (Ν.360/1976 περί Χωροταξίας και Περιβάλλοντος) που καθιστούσε υποχρεωτική την ύπαρξη χωροταξικών σχεδίων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, τέτοια σχέδια δεν υπήρξαν για πολλά χρόνια, και µόνο από το 1997 περίπου προχώρησε επιτέλους η πολιτεία στην εκπόνηση περιφερειακών χωροταξικών σχεδίων. Το 1999 ψηφίσθηκε από την Βουλή και νέος νόµος για τον χωροταξικό σχεδιασµό και την αειφόρο ανάπτυξη, που κατήργησε τον Ν.360. Το θεσµικό πλαίσιο της χωροταξίας που ισχύει σήµερα είναι ο Νόµος 2742/1999. Αντίθετα, στο επίπεδο του πολεοδοµικού σχεδιασµού υπήρχαν ήδη εκατοντάδες γενικά πολεοδοµικά σχέδια και πολεοδοµικές µελέτες, που καταλήγουν στα γνωστά σε όλους σχέδια πόλεως. Όσο για τον οικονοµικό σχεδιασµό, υπήρξε µια σειρά 5ετών προγραµµάτων κοινωνικής και οικονοµικής ανάπτυξης, ίσως όχι ιδιαίτερα αποτελεσµατικών, που τα διαδέχθηκαν, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, τα ΣΠΑ (σχέδια περιφερειακής ανάπτυξης), που αποτέλεσαν τον οδηγό 3 διαδοχικών ΚΠΣ (Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης), που αντίθετα µε τα 5ετή έχουν πολύ πιο σκληρές δεσµεύσεις τήρησης, προφανώς λόγω της συγχρηµατοδότησης τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά και χωρίς τα ΣΠΑ και τα ΚΠΣ, κάποιας µορφής οικονοµικός σχεδιασµός, έστω και ατελής, εκφράζεται αναγκαστικά από τον ετήσιο κρατικό προϋπολογισµό και ιδιαίτερα το πρόγραµµα δηµοσίων επενδύσεων (Βανσεχόβεν, 2005). Η πολιτεία, κατά την άσκηση χωροταξικής πολιτικής, µπορεί να παρέµβει ελέγχοντας την ανάπτυξη του χώρου, όπως µε την θεσµοθέτηση των ΖΟΕ, παρακινώντας τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να χωροθετήσουν τις δραστηριότητες τους, σύµφωνα µε κοινωνικά αποδεκτές κατευθύνσεις, και κατασκευάζοντας υποδοµές που επηρεάζουν την χωρική ανάπτυξη, όπως υποδοµές µεταφορών, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, εκπαίδευσης, υγείας κλπ. Για τον λόγο αυτό τα κίνητρα για την εγκατάσταση ή µετεγκατάσταση βιοµηχανικών µονάδων, αλλά και επιχειρήσεων τουρισµού και παροχής υπηρεσιών, η πολιτική δηµιουργίας βιοµηχανικών περιοχών (ΒΙΠΕ) ή πάρκων επιχειρήσεων ή εµπορευµατικών κέντρων, τα σχέδια χωροταξικής κατανοµής µεγάλων νοσοκοµειακών µονάδων ή πανεπιστηµίων και η πολιτική επιλεκτικής ενίσχυσης Περιοχών Ολοκληρωµένης Τουριστικής Ανάπτυξης - Π.Ο.Τ.Α. ασκούν µεγάλη επίδραση στην οργάνωση του χώρου και αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο µιας συνολικής χωροταξικής 48

52 πολιτικής, όπως αυτή τελικά εκφράζεται στο εθνικό και στα περιφερειακά χωροταξικά σχέδια. Αναλυτικότερα για την Π.Ο.Τ.Α. θα δούµε στο επόµενο κεφάλαιο. Σηµαντικό εργαλείο άσκησης χωροταξικής πολιτικής, αν και πάλι µε ένα στενά ελεγκτικό τρόπο, είναι η και η χορήγηση της λεγόµενης προέγκρισης χωροθέτησης παραγωγικών δραστηριοτήτων και έργων υποδοµής, που συνοδεύεται από την επιβολή περιβαλλοντικών όρων, µετά από εκπόνηση µελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, µε την οποία τεκµηριώνεται η επίδραση του έργου ή της µονάδας παραγωγής στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον. Η διαδικασία αυτή θεµελιώνεται στον Ν.1650 για το περιβάλλον, που αναφέρθηκε νωρίτερα. Θα πρέπει πάντως να σηµειωθεί ότι η πολιτική σε τοµείς όπως η βιοµηχανία, ο τουρισµός, η γεωργία, τα δάση, οι µεταφορές κ.ά. επηρεάζει µε πολλούς τρόπους την οργάνωση του χώρου, χωρίς δυστυχώς να εντάσσεται σε µια συντονισµένη χωροταξική και περιβαλλοντική πολιτική. Χωροταξικός σχεδιασµός στην Ελλάδα Αξιόλογο βήµα στη διαµόρφωση θεσµικού πλαισίου άσκησης χωροταξικής πολιτικής υπήρξε η ψήφιση του Νόµου 360/76 για τη Χωροταξία και το Περιβάλλον. Στο διάστηµα εκπονείται από ιδιωτικό γραφείο, µε ανάθεση του Υπουργείου Συντονισµού, το Εθνικό Χωροταξικό Σχέδιο της Ελλάδας, που όµως δεν αποτέλεσε επίσηµο πλαίσιο άσκησης χωροταξικής πολιτικής. Από τη δεκαετία του '80, εκτός από ελληνικούς φορείς, παρεµβαίνουν όλο και περισσότερο στον αναπτυξιακό και χωροταξικό σχεδιασµό οι αρµόδιοι φορείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε εφαρµογή της πολιτικής διατήρησης της οικονοµικής και κοινωνικής συνοχής της Ένωσης, διαµορφώθηκαν, ιδίως από το 1985 προγράµµατα ανάπτυξης των περιφερειών και ορισµένων οικονοµικών τοµέων της χώρας, στη χρηµατοδότηση των οποίων συµµετέχει και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για τα Μεσογειακά Ολοκληρωµένα Προγράµµατα (Μ.Ο.Π.), τα Σχέδια περιφερειακή Ανάπτυξης (Σ.Π.Α). κλπ. Μετά από µια πρώτη φάση υλοποίησης των ΜΟΠ θεωρήθηκε ότι επέτυχαν µερικώς το στόχο τους και η ολοκλήρωση τους εντάχθηκε σε ένα πιο αποτελεσµατικό πλαίσιο παρέµβασης, το Ά Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (Κ.Π.Σ. ή Ά πακέτο Delors όπως ονοµάσθηκε από το όνοµα του τότε προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), που αναφερόταν στην περίοδο

53 Την περίοδο προωθείται ακόµα περισσότερο η αποκέντρωση και ανατίθενται αρκετές αρµοδιότητες εφαρµογής αναπτυξιακού και χωροταξικού σχεδιασµού σε περιφερειακούς και τοπικούς φορείς. Ο εθνικός αναπτυξιακός και περιφερειακός και χωροταξικός σχεδιασµός βελτιώνονται σηµαντικά, και λόγω των υποχρεώσεων που προκύπτουν για την χωρά µας από την εφαρµογή του ΣΠΑ-που χρηµατοδοτούνται και από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης. Παρόλ αυτά οι µηχανισµοί εφαρµογής του περιφερειακού και του χωροταξικού σχεδιασµού εξακολουθούν να παρουσιάζουν σηµαντικές αδυναµίες. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η ελληνική περιφερειακή πολιτική ακολουθεί, σε ορισµένο βαθµό, τα βήµατα, τις κάθε φορά κατευθύνσεις της περιφερειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα ακόµα εργαλείο παρέµβασης για την υποβοήθηση της αναδιάρθρωσης των πιο αδύνατων χωρών και περιφερειών της ΕΕ, ήταν το Β ΚΠΣ για την περίοδο Το Γ ΚΠΣ για την περίοδο περιελάµβανε περισσότερους πόρους από το Β ΚΠΣ µε σκοπό τη βελτίωση οικονοµικών και κοινωνικών δοµών στις λιγότερες αναπτυγµένες χώρες στο ανταγωνιστικό περιβάλλον της Οικονοµικής και Νοµισµατικής Ένωσης (ΟΝΕ). Από το , το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (ΕΣΠΑ) αποτελεί το έγγραφο αναφοράς για τον προγραµµατισµό των Ταµείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε εθνικό επίπεδο. Εκπονήθηκε στο πλαίσιο της νέας στρατηγικής προσέγγισης για την Πολιτική Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύµφωνα µε την οποία το ΕΣΠΑ «..εξασφαλίζει ότι η συνδροµή από τα Ταµεία συµβαδίζει µε τις κοινοτικές στρατηγικές κατευθυντήριες γραµµές για τη συνοχή και προσδιορίζει το σύνδεσµο µεταξύ των κοινοτικών προτεραιοτήτων αφενός και του εθνικού προγράµµατος µεταρρυθµίσεων αφετέρου» (http://www.espa.gr/el/pages/staticwhatisespa.aspx). Στο σηµείο αυτό πρέπει να αναφέρουµε ότι η περιφερειακή πολιτική της ΕΕ, µέσα από τις σχετικές χρηµατοδοτήσεις ασκεί µια de facto χωροταξική πολιτική, που επηρεάζει άµεσα την οργάνωση του εθνικού και περιφερειακού χώρου της Ελλάδας π.χ. Όπως οι Κοινοτικές Πρωτοβουλίες για την συµπλήρωση ενισχύσεων Στόχων 1 & 2, που είναι οι εξής: INTERREG III Ενθάρρυνση διασυνοριακών, διακρατικών και διαπεριφερειακών συνεργασιών URBAN II Στήριξη καινοτόµων στρατηγικών ανάπλασης πόλεων και προβληµατικών συνοικιών 50

54 Αξιοσηµείωτος όµως είναι και ο χωροταξικός και ευρύτερος αναπτυξιακός σχεδιασµός του παράκτιου εθνικού µας χώρου. Η Ελλάδα έχει µήκος ακτών χιλιοµέτρων και παρουσιάζει παγκοσµίως, µετά τη Νορβηγία αναλογία µήκους ακτών ανά τετραγωνικό χιλιόµετρο γης. Οι ακτές εποµένως καθώς και ο αιγιαλός και η παραλία αποτελούν έναν εξαιρετικής σηµασίας εθνικό πόρο και ένα σηµαντικό συγκριτικό εθνικό πλεονέκτηµα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πιέσεις που δέχονται οι φυσικοί, κοινωνικοί και πολιτιστικοί πόροι των παράκτιων περιοχών είναι συνεχής και αυξανόµενες. Για να προστατευθεί και να διατηρηθεί η ικανοποιητική ποιότητα του περιβάλλοντος στις παράκτιες ζώνες αλλά και να επιτευχθεί βιώσιµη ανάπτυξη, απαιτείτε η εφαρµογή κατάλληλων µορφών διαχείρισης και συγκεκριµένα ορθός σχεδιασµός ειδικής χωροταξικής πολιτικής για τις παράκτιες ζώνες. Στις µέρες µας, η οργάνωση και η διαχείριση των παράκτιων ζωνών παρουσιάζουν προβλήµατα και στα τρία επίπεδα πολιτικής, Ευρωπαϊκό, Εθνικό, Τοπικό. Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι επιστήµονες Αγγελίδης Μ. και Οικονόµου Α., τα προβλήµατα αυτά οφείλονται «κυρίως στις αδυναµίες και στην έλλειψη συντονισµού στην υλοποίηση των πολυάριθµων πολιτικών οι οποίες έχουν χωρικές επιπτώσεις στις παράκτιες ζώνες». Επιβάλλεται ο χωροταξικός και ευρύτερος αναπτυξιακός σχεδιασµός του αιγιαλού, της παραλίας και γενικότερα του παράκτιου εθνικού µας χώρου να αποτελέσει το αντικείµενο ενός ευρύτερου προβληµατισµού που θα αποσκοπεί στην ορθολογική και µακροπρόθεσµη διαχείριση του µε στόχο την επιβίωση της βιώσιµης ανάπτυξης. Σε σχετικές ανακοινώσεις και Συστάσεις των κοινοτικών οργάνων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή/ ΕΕ, 2000, Ευρωπαϊκό Συµβούλιο, 2002, EC, 2007) αναφέρεται συγκεκριµένα «Οι παράκτιες ζώνες έχουν στρατηγική σηµασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποτελούν τον τόπο εγκατάστασης ενός µεγάλου ποσοστού των ευρωπαίων πολιτών, µια µείζονα πηγή τροφίµων και πρώτων υλών, έναν ζωτικής σηµασίας κρίκο στην αλυσίδα των µεταφορών και του εµπορίου, τον τόπο φιλοξενίας ορισµένων από τα πλέον πολύτιµα ενδιαιτήµατα και τον προτιµώµενο προορισµό ψυχαγωγίας. Ωστόσο, η έλξη που ασκούν οι παράκτιες ζώνες υφίστανται αυξανόµενη πίεση: οι παράκτιοι πόροι καταναλώνονται µε ρυθµούς που ξεπερνούν τη φέρουσα ικανότητά τους, η έλλειψη χώρου οδηγεί σε συγκρούσεις µεταξύ των εναλλακτικών χρήσεων, παρουσιάζονται LEADER + Ανάδειξη νέων πρωτοβουλιών αγροτικής ανάπτυξης, προερχόµενων από οµάδες τοπικής δράσης EQUAL Καταπολέµηση ανισοτήτων και διακρίσεων κατά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας Όπως και Πολιτικές µε χωροταξικό αντίκτυπο: Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ), Μεταφορές ιευρωπαϊκά ίκτυα, ιαρθρωτικές πολιτικές Συνοχή, Έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη Πολιτική ανταγωνισµού, Περιβαλλοντική πολιτική / νοµοθεσία. 51

55 µεγάλες εποχιακές διακυµάνσεις σε ότι αφορά στον πληθυσµό και στην απασχόληση και υποβαθµίζονται τα φυσικά οικοσυστήµατα που υποστηρίζουν τις παράκτιες ζώνες. Οι παράκτιες ζώνες είναι ιδιαίτερα εκτεθειµένες σε κινδύνους οι οποίοι επιδεινώνονται από τις ενδεχόµενες επιπτώσεις της αλλαγής του κλίµατος». Στη σύσταση (Recommendation), η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2002 για την Ολοκληρωµένη ιαχείριση των Παράκτιων Ζωνών (Ο ΠΖ) απευθύνεται έκκληση για την υιοθέτηση µιας στρατηγικής προσέγγισης όσον αφορά στον σχεδιασµό και στη διαχείριση των παράκτιων ζωνών, προκειµένου να επιτευχθεί αειφόρος ανάπτυξη. Για την επίτευξη της Ο ΠΖ συστήνεται η προώθηση από τα κράτη µέλη της διατοµεακής ολοκλήρωσης καθώς και της ολοκλήρωσης µεταξύ των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης, όπως επίσης µια συµµετοχική προσέγγιση βασισµένη στη γνώση. Τα παράκτια κράτη µέλη κλήθηκαν να χαράξουν εθνικές στρατηγικές εφαρµογής της Ο ΠΖ. Το 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε σε σχετική Ανακοίνωση (EC,2007) τα συµπεράσµατα της αξιολόγησης της εφαρµογής της σύστασης για την Ο ΠΖ του 2002 και προσδιόρισε τις κύριες κατευθύνσεις πολιτικής για την περεταίρω προώθηση της Ο ΠΖ στην Ευρώπη. Το πλαίσιο αυτό προώθησης της Ο ΠΖ υλοποιείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και µέσω των εργαλείων και των προγραµµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι, τα προγράµµατα επίδειξης, ενσωµάτωσης των αρχών της Ο ΠΖ στα ΚΠΣ και άλλα προγράµµατα, της στήριξης σχετικών πρωτοβουλιών των εθνικών και των τοπικών αρχών κλπ. Οι παράκτιες ζώνες όµως είναι ένας χώρος που σηµειώνονται διαρκώς δυναµικές αλληλεπίδρασης και για το λόγο αυτό απαιτεί συνεχή αναθεώρηση και εξέλιξη της στρατηγικής για την διαχείριση των παράκτιων περιοχών τόσο σε Ευρωπαϊκό όσο και σε Εθνικό και τοπικό επίπεδο ανάλογα πάντα µε τις ιδιαιτερότητες, τα χαρακτηριστικά και τις εξελίξεις κάθε περιοχής. Σύµφωνα µε τον Οικονόµου (2008), στην Ελλάδα, ο ρόλος των κατοίκων και των τοπικών φορέων, στην ανάπτυξη και στον καθορισµό των χρήσεων γης στις παράκτιες ζώνες, φαίνεται να είναι πιο σηµαντικός από εκείνων των ανωτέρων επιπέδων διοίκησης, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας µε τον έντονα παράκτιο χαρακτήρα, απαιτεί ιδιαίτερος σχεδιασµός και οργανωµένες πολιτικές ανάπτυξης και προστασίας των παράκτιων ζωνών της. Όπως ειπώθηκε ήδη τόσο το Γενικό (δηλ. εθνικό) Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης, όσο και τα Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης, ακολουθούν τις πολιτικές που ασκούνται µέσα από το Κοινοτικό 52

56 Πλαίσιο Στήριξης, αλλά και τις κατευθύνσεις του Σχεδίου Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου. Παρόλα αυτά το Ειδικού Χωροταξικού Σχεδίου για τον Τουρισµό και συγκεκριµένα τα άρθρα 9 και 10 του που κατέθεσε προς συζήτηση το ΥΠΕΧΩ Ε το 2008 ξεσήκωσε ένα κύµα αντιδράσεων από περιβαλλοντικές οργανώσεις, πλήθος πολιτών και εκπροσώπων των εργαζοµένων και εργοδοτών όλων των κλάδων της οικονοµίας. Το χωροταξικό του τουρισµού κατηγορήθηκε για τη µετατροπή των παράκτιων περιοχών της χώρας σε περιοχές εντατικής και εκτατικής τουριστικής ανάπτυξης µε αιχµές τα γήπεδα γκολφ, τα µεγάλα πολυτελή τουριστικά ξενοδοχεία και τις παραθεριστικές κατοικίες. Οι αντιδράσεις αυτές στόχευαν στην απόσυρση του και τον επανασχεδιασµό του µε γνώµονα την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, τη φέρουσα ικανότητα και τη βιωσιµότητα των τοπικών κοινωνιών. Στα αρνητικά του σχεδίου καταγράφεται η επέκταση της εκτός σχεδίου δόµησης πλησίον ορίων οικισµών, το γεγονός ότι δεν λαµβάνονται µέτρα για την ποιότητα των κτιρίων ειδικά σε προστατευόµενες περιοχές και η διατήρηση της οικοδόµησης σε απόσταση 50 µέτρων από τον αιγιαλό. Προωθεί την αλλεπάλληλη διάσπαρτη δόµηση τουριστικών χωριών (προς πώληση µε όρους δόµησης ξενοδοχείων) σε όλη την Ελλάδα και ιδιαίτερα στα νησιά και στις ακτές µε επιδότηση έως και 50% και υπέρ-πολλαπλάσια δόµηση από ότι επιτρεπόταν έως σήµερα. Μετά από µια σειρά διαβουλεύσεων και µε πληθώρα αντιδράσεων 16 να συνεχίζονται, το ΥΠΕΧΩ Ε αναγκάστηκε τελικά να αλλάξει τις κρίσιµες διατάξεις του Χωροταξικού του Τουρισµού. Μείωσε στο 20% το ποσοστό των ξενοδοχείων που µπορούν να πωλούνται σαν παραθεριστικές κατοικίες έναντι του 70% που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο. Αυτό φαίνεται να µην επιτρέπει πλέον σε κτηµατοµεσιτικές και κατασκευαστικές εταιρίες να αξιοποιήσουν τις µεγάλες επιδοτήσεις. Συνεχίζει όµως να επιτρέπει σε ξενοδόχους να συνεργάζονται µε µεγάλες κατασκευαστικές και κτηµατοµεσιτικές εταιρίες προκειµένου να κτίζουν µεγάλους παραθεριστικούς οικισµούς, εκτός οικισµών, χωρίς πολεοδοµικό σχέδιο, χωρίς δηµόσιους χώρους και µε επιδότηση

57 Επίσης στους ορεινούς οικισµούς ενώ πρότεινε αρχικά να κτίζονται ξενοδοχεία σε µια ζώνη 500 µέτρων γύρω από τα όριά τους µε συντελεστή δόµησης 0,3 (έναντι το 0,2 που ισχύει σήµερα) και µε αρτιότητα τα 2 στρέµµατα (έναντι των 4 που ισχύουν σήµερα), αυτό περιορίζεται σε οικισµούς µε πληθυσµό κάτω των 300 κατοίκων και εξαιρούνται οι διατηρητέοι. Με τον τρόπο αυτό, εξαιρούνται πλέον τα φιλέτα του ορεινού όγκου από το µέτρο, αλλά αυξάνεται η εκτός σχεδίου δόµηση κατά 50% τουλάχιστον στις περισσότερες ευαίσθητες ορεινές περιοχές. Μείωσε σε 3 από 5 που ήταν στις προηγούµενες προτάσεις τις περιώνυµες ανώνυµες βραχονησίδες όπου θα µπορούν να κτίζονται αυτές οι σύνθετες και ολοκληρωµένες τουριστικές υποδοµές. ιατηρεί όµως το πολύ χαµηλό, όριο των 50 µ από τον αιγιαλό. Η ρύθµιση αυτή δεν απειλεί απλώς την παράκτια ζώνη µε σοβαρή οικοδοµική επιβάρυνση, αλλά προκαλεί και ευθεία αµφισβήτηση της τεκµηριωµένης σχετικής νοµολογίας του Συµβουλίου της Επικρατείας που ορίζει ως ελάχιστη απόσταση τα 100 µ. (Π.Ε. 247/2003, Τµ. Ε, καθώς και Π.Ε. 636/2002 και 633/2002). Σε διεθνές επίπεδο δεν υπάρχει καµία διεθνής συµφωνία δεσµευτικής µορφής που να αφορά τον τουρισµό και τη προστασία της φύσης. Υπάρχουν ωστόσο σηµαντικές πρωτοβουλίες από οργανισµούς όπως η WTO, UNEP, Council of Europe, World Tourism and Travel Council. Σε κοινοτικό επίπεδο σηµαντικό είναι το Πρόγραµµα ράσης της Ε.Ε. και σε εθνικό κάποιες προσπάθειες που γίνονται εµπλουτισµού των παρεχόµενων υπηρεσιών και προώθησης πολιτικής αναβάθµισης. Ωστόσο η περιβαλλοντική νοµοθεσία µέσω των οδηγιών της Ε.Ε. µπορεί να αλληλοεπιδράσει µε άλλες τοµεακές ρυθµίσεις και πολίτικές σε σχέση µε την ανάπτυξη του τουρισµού. Τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα µε την ψήφιση του µεσοπρόθεσµου στις 29/6/2011 για το νέο πακέτο οικονοµικής βοήθειας στην χώρα µας, την φέρνουν µεταξύ άλλων αντιµέτωπη και µε νέες αλλαγές στην χωροταξία και το περιβάλλον. Αναφορικά µε τον τουρισµό, ο διάδοχος της κας Μπιρµίλη στο Υ.ΠΕ.ΚΑ, ο κ. Παπακωνσταντίνου, ξεµπλοκάρει επενδύσεις 17 που είχαν παγώσει καθώς οι εκτάσεις ή οι σχεδιαζόµενες 17 Επενδύσεις µε αιχµή τα πολυτελή ξενοδοχεία, γκολφ, παραθεριστικές κατοικίες κ.α., τα οποία έχουν αρχίσει να ξεµπλοκάρουν στο πλαίσιο του fast track και µε βασικό διαµεσολαβητή την Invest in Greece, είναι: στις Νηές Μαγνησίας (ενώ εκτάσεις που διαθέτει η εταιρεία σε Κρήτη, Τζια, Βόλο και Βοιωτία η εταιρεία βρίσκεται σε προχωρηµένο στάδιο αδειοδότησης), 54

58 δραστηριότητες έβρισκαν απέναντι στα σχέδια τους το ισχύον θεσµικό πλαίσιο για την προστασία του περιβάλλοντος. Το Υ.ΠΕ.ΚΑ. ουσιαστικά καταργεί τις προµελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τους κανονισµούς που διέπουν τις προστατευόµενες περιοχές, υποσκελίζει τον ρόλο των πολεοδοµιών, οι ζώνες οικιστικού ελέγχου και οι αποφάσεις του Συµβουλίου της Επικρατείας δεν λαµβάνονται υπόψη, καθώς και άλλες αλλαγές που ουσιαστικά δεν βοηθούν συλλογικό συµφέρον παρά µόνο το επενδυτικό όφελος µεγάλων επιχειρήσεων. Επιπλέον µε την κατάθεση του Πολυνοµοσχεδίου για τον τουρισµό τον Ιούλιο του 2011, ανοίγει ο δρόµος για την κατασκευή σύνθετων καταλυµάτων, συνολικού προϋπολογισµού που µπορεί να ξεπεράσει τα 7 δις ευρώ. Την προώθηση επενδύσεων τουριστικού real estate την περίµεναν πολύ καιρό µεγάλες ελληνικές και ξένες εταιρείες 18. Με την κατάθεση στην βουλή του Πολυνοµοσχεδίου του υπουργείου Οικονοµικών, υπάρχει ξεχωριστό κεφάλαιο για την εισαγωγή και στην Ελλάδα των σύνθετων τουριστικών καταλυµάτων (mixed use resort). Το νοµοσχέδιο δίνει την δυνατότητα πώλησης µέρους των κατοικιών. Σύµφωνα µε τις διατάξεις, το ποσοστό των επιπλωµένων κατοικιών που µπορούν να πουληθούν ή να εκµισθωθούν, δεν µπορεί να υπερβαίνει το 30% της δοµηµένης επιφάνειας, ενώ η διάρκεια µίσθωσης συνοµολογείται για χρονικό διάστηµα 10 ετών. Η µείωση στο υπό ψήφιση σχέδιο νόµου της προτεινόµενης κάλυψης της δοµηµένης επιφάνειας µε τουριστικές κατοικίες από το 35% (που λεγόταν) σε 30%, αποτελεί θετικό στην Λοκρίδα Φθιώτιδας (το AtalantiHills, σε έκταση στρεµµάτων το οποίο χρηµατοδοτείται από έλληνες και κύπριους επιχειρηµατίες. Το έργο δεν έχει προχωρήσει γιατί βρίσκεται σε δασική έκταση), στο Μεγανήσι Λευκάδας (µε στόχο την ανέγερση πολυτελών επαύλεων 1.000τ.µ. η κάθε µια, σχεδιασµένη από την οικογένεια Ρότσιλντ), στην Ηλεία (το Olympia Resorts από Αµερικάνους επενδυτές), στο Πόρτο Χέλι (η DolphinCapital µε όπου όµως ο επικεφαλής της εταιρείας, Μίλτος Καµπουρίδης, ανακοίνωσε ότι την άνοιξη του 2012 θα ξεκινήσει η λειτουργία ένα µέρος της, το Aman Resort µε τουριστικές κατοικίες), στον Κίσαµο Χανίων (δύο έργα από κύπριους επενδυτές), στην Σητεία Κρήτης (η επένδυση Minoan Group στο ακίνητο της Μονής Τοπλού σε έκταση περίπου στρέµµατα. Η µελέτη περιβαλλοντικών όρων είχε προσφάτως ακυρωθεί αλλά η αγγλική εταιρεία επανήλθε καταθέτοντας νέο φάκελο µε αλλαγές στο master plan. Παράλληλα, στις αρχές του καλοκαιριού, το Εφετείο Χανίων αθώωσε 8 κατηγορούµενους για την υπόθεση, τον ηγούµενο της Μονής και 7 εµπειρογνώµονες, οι οποίοι κατηγορούνταν για απάτη κατά συρροήν). 18 Άλλωστε, την τελευταία 5ετία πληροφορίες αναφέρουν ότι ξένοι επενδυτές αγόρασαν µεγάλες εκτάσεις κυρίως στην Κρήτη, τη Ρόδο, την Πελοπόννησο και περίµεναν ευνοϊκότερες συγκυρίες. 55

59 βήµα αλλά παραµένει υψηλότερο ποσοστό από τις προβλέψεις του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΠΧΣΑΑ) Τουρισµού. Με αυτό το σχέδιο νόµου, σε ένα παραθεριστικό συγκρότηµα µε ξενοδοχεία και τουριστικές κατοικίες, θα µπορεί να πουληθεί ή να µισθωθεί 1 στις 3 κατοικίες. Ο αγοραστής του επιπλωµένου σπιτιού θα µπορεί να το χρησιµοποιεί ο ίδιος ή να το νοικιάζει. Τη διαχείριση του ακινήτου θα αναλαµβάνει η εταιρεία που διαχειρίζεται και το ξενοδοχείο. Τα σύνθετα τουριστικά καταλύµατα αναπτύσσονται σε οικόπεδα τουλάχιστον 150 στρεµµάτων και τα ξενοδοχεία πρέπει να είναι 5 αστέρων. Η πώληση των ανεξάρτητων καταλυµάτων επιτρέπεται µόνο µετά την ανέγερση του ξενοδοχείου και τις άλλες τουριστικές υποδοµές. Ο συντελεστής δόµησης είναι µέχρι 0,15. Αν υπερβαίνει τον συντελεστή πρέπει να γίνουν ή κατεδαφίσεις είτε να πληρωθεί εισφορά 5% επί της αντικειµενικής αξίας του 0,15 κατασκευών. Η δηµιουργία σύνθετων τουριστικών καταλυµάτων σε οικόπεδα πάνω από 800 στρέµµατα επιτρέπεται µόνο σε Π.Ο.Τ.Α. Για τα νησιά, εκτός Κρήτης, Κέρκυρας και Ρόδου, η ελάχιστη επιφάνεια είναι 100 στρέµµατα. Για να αποκτήσει δηλαδή ένας επιχειρηµατίας τα πλεονεκτήµατα του νοµοσχεδίου, απαιτούνται µόλις 100 στρέµµατα στα νησιά, ενώ 150 στρέµµατα αλλού. Η διαφοροποίηση σε βάρος του νησιωτικού περιβάλλοντος, αποτελεί υπέρµετρη επιβάρυνση, ιδίως µετά την υπερδόµηση που έχουν υποστεί ιδιαίτερα τα νησιά κατά την πρόσφατη τεσσαρακονταετία. Ουσιαστικά µε αυτό το Πολυνοµοσχέδιο επεκτείνουν τη χωροθέτηση µεγάλων τουριστικών εγκαταστάσεων κυρίως στις παράκτιες περιοχές και τα νησιά, εντατικοποιώντας περισσότερο από το ΕΠΧΣΣΑΑ για τον Τουρισµό την εκµετάλλευση της γης σε ευαίσθητες περιοχές. Για τα σύνθετα τουριστικά καταλύµατα, το πολεοδοµικό καθεστώς που τα διέπει και ο ιδίως ο συντελεστής δόµησης είναι ενιαίος για το σύνολο του σύνθετου τουριστικού καταλύµατος και µικρότερος (0,15) από αυτόν που ίσχυε σήµερα για τις τουριστικές εγκαταστάσεις εκτός σχεδίου (0,20). Οι εξελίξεις όµως στην µεσογειακή αγορά τουριστικής κατοικίας δείχνουν ότι τουριστικές κατοικίες µένουν απούλητες µόνο σε µια Μεσογειακή χώρα. Είναι επίσης, ευρύτερα παραδεκτό ότι η ενθάρρυνση κατασκευής κατοικιών αποτέλεσε κρίσιµο 56

60 παράγοντα στη δηµιουργία της παρατεταµένης οικονοµικής κρίσης στις ΗΠΑ, την Ιρλανδία και την Ισπανία. Σηµαντικό είναι να αναφέρουµε ότι αµέσως µετά την ανακοίνωση των διατάξεων για την παραθεριστική κατοικία, οικονοµικά «µικρότεροι» κατασκευαστές και ξενοδόχοι απ ότι φωτογραφίζουν οι διατάξεις, άρχισαν να διαµαρτύρονται υποστηρίζοντας ότι τα µεγάλα έργα θα αφανίσουν τους µικρούς επενδυτές. 57

61 2.2.2 Θεσµικό πλαίσιο για το περιβάλλον ιεθνής Περιβαλλοντική Νοµοθεσία ανά τοµέα φυσικού περιβάλλοντος και το ζήτηµα εναρµόνισης του ιεθνούς και Περιφερειακού ίκαιου Η διασυνοριακή εµβέλεια που παρουσιάζουν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των ανθρώπινων δράσεων, προσδίδει στα οικολογικά προβλήµατα οικουµενικό χαρακτήρα και συνηγορεί κατά της αποσπασµατικής αντιµετώπισης τους, στα πλαίσια εσωτερικού δικαίου, από το οποίο, µέχρι τις αρχές του 1980 διέπονταν οι περισσότερες αναπτυγµένες χώρες. Ουσιαστικά, η θέσπιση ειδικού συνόλου κανόνων του διεθνούς δικαίου για το περιβάλλον, φάνηκε ότι από τα µέσα του 20ου αιώνα ως απόλυτη και επιτακτική ανάγκη. Η ιεθνοποίηση του ικαίου του Περιβάλλοντος παραπέµπει στην έννοια της Παγκόσµιας Περιβαλλοντικής ιακυβέρνησης, στα πλαίσια της οποίας διαµορφώνονται διακριτά επίπεδα λήψης αποφάσεων. Οι αποφάσεις αυτές συνιστούν το τοπικό, το εθνικό, το περιφερειακό και το παγκόσµιο, µε στόχο την προώθηση περιβαλλοντικών επιδιώξεων µέσα από τον ανασχεδιασµό της οικονοµικής πολιτικής και την ενδυνάµωση των θεσµικών περιβαλλοντικών φορέων. Η Περιβαλλοντική Πολιτική µε άξονα την προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας, βασίζεται σε ορισµένες Συµβάσεις Παγκόσµιας Εµβέλειας µε κυριότερες τη Σύµβαση για την Βιολογική Ποικιλότητα, τη Σύµβαση Ramsar και τη Σύµβαση της Βέρνης, οι οποίες αποτέλεσαν και τον σκελετό πάνω στον οποίο στηρίχθηκε το Κοινοτικό ίκαιο για την διατύπωση σχετικών Οδηγιών και Κανονισµών που κατοχύρωσε η Εθνική µας Νοµοθεσία. Ουσιαστικά η κατάρτιση των Ρυθµιστικών αυτών Συµβάσεων, εκφράζει την αφύπνιση και το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας για το συγκεκριµένο θέµα ενώ επί πλέον πιστοποιεί τα αµοιβαία συµφέροντα και τις υποχρεώσεις των κρατών για την προστασία της φυσικής κληρονοµιάς, ανατρέποντας κατ αυτόν τον τρόπο, την παραδοσιακή εθνική κυριαρχία προάγοντας πλέον την διεθνή συνεργασία και αλληλεγγύη. Σκοπεύουν κυρίως στην προστασία των υγροτόπων, στη διατήρηση της παγκόσµιας φυσικής κληρονοµιάς, στη ρύθµιση της εµπορευµατικής διακίνησης ειδών και προϊόντων της άγριας ζωής, δίνοντας έµφαση στα αποδηµητικά, ευαίσθητα και απειλούµενα υπό εξαφάνιση είδη. Οι πιο σηµαντικές από αυτές είναι οι ακόλουθες: η Σύµβαση για την Βιολογική Ποικιλότητα (διατήρηση και αειφορική χρήση της βιολογικής ποικιλότητας, υπεγράφη το 1992) 58

62 η Σύµβαση Ramsar (προστασία υγροτόπων, υπεγράφη το 1971) η Σύµβαση της Βέρνης (προστασία των ειδών και των οικοτόπων τους στην Ευρώπη αλλά αποτέλεσε και τη βάση για τη δηµιουργία της Οδηγίας 92/43 ΕΟΚ για τους οικοτόπους. υπεγράφη το 1979) η Σύµβαση CITES (προστασία ορισµένων ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας τα οποία απειλούνται µε εξαφάνιση, µέσω του ελέγχου ή της απαγόρευσης της εµπορευµατικής διακίνησης ειδών και προϊόντων της άγριας ζωής, υπεγράφη το 1973) η Σύµβασης της Βαρκελώνης (συνεργασία όλων των χωρών της Μεσογείου για την πρόληψη, ελάττωση και καταπολέµηση της θαλάσσιας ρύπανσης, υπεγράφη 1976) η Σύµβαση της Βόννης (προστασία και τη διατήρηση των µεταναστευτικών ειδών, υπεγράφη το 1979 η Σύµβαση για την Παγκόσµια Κληρονοµιά (προστασία της πολιτιστικής και φυσικής κληρονοµιάς που έχει εξαιρετική παγκόσµια αξία, υπεγράφη το 1975) Ο Εθνικός Νόµος 1650/1986 «για την προστασία του περιβάλλοντος» Η θέσπιση του Νόµου-πλαισίου 1650/1986 «για την προστασία του περιβάλλοντος», αποτελεί σε κανονιστικό επίπεδο, την πιο φιλόδοξη νοµοθετική πράξη µε την οποία επιχειρείται η σφαιρική προσέγγιση των περιβαλλοντικών ζητηµάτων και τίθενται τα θεµέλια της Ελληνικής Περιβαλλοντικής πολιτικής. ( ούση,2001,σ.66-67& Σπανού,1995, σ.144) Ουσιαστικά αποτελεί τον φορέα των νέων αντιλήψεων και των διαφορετικών προσεγγίσεων του ιεθνούς ικαίου για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της ιαχειριστικής Πολιτικής των Προστατευόµενων Περιοχών. Συγκεντρώνοντας τους πρωταρχικούς και στρατηγικούς στόχους των σηµαντικότερων ιεθνών και Κοινοτικών Αποφάσεων, ο Νόµος προβλέπει την θέσπιση θεµελιωδών κανόνων, την λήψη προληπτικών µέτρων και την καθιέρωση κριτηρίων, προδιαγραφών όρων και µηχανισµών, αποσκοπώντας στην αποτροπή της υποβάθµισης της ποιότητας του φυσικού υδάτινου και χερσαίου περιβάλλοντος από ανθρώπινες δραστηριότητες, µε απώτερο στόχο την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του ανθρώπου 19.Ο Ν1650/1986 τροποποιήθηκε µε τον Ν3010/2002 προκειµένου να εναρµονιστεί µε τις Οδηγίες 97/11ΕΕ 19 Σύµφωνα µε το άρθρο 1, Σκοπός του Νόµου είναι η θέσπιση θεµελιωδών κανόνων και η καθιέρωση κριτηρίων και µηχανισµών για την προστασία του περιβάλλοντος, έτσι ώστε ο άνθρωπος, ως άτοµο και ως µέλος του κοινωνικού συνόλου, αν ζει σε ένα υψηλής ποιότητας περιβάλλον, µέσα στο οποίο να προστατεύεται η υγεία του και να ευνοείται η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. 59

63 και 96/61/ΕΕ σχετικά µε την προστασία του περιβάλλοντος από έργα και δραστηριότητες που επιφέρουν δυσµενείς επιπτώσεις σε αυτό. Η δόµηση του περιεχοµένου του, αποδεικνύει την προσπάθεια κωδικοποίησης διάσπαρτων διατάξεων µε την συµπλήρωση νέων που ρυθµίζουν θέµατα αστικού σχεδιασµού, προβλέπουν όρους για την ίδρυση και εγκατάσταση βιοµηχανικών µονάδων, την διαχείριση στερεών και υγρών αποβλήτων, την καθιέρωση και επιµερισµό αρµοδιοτήτων από το στάδιο της υλοποίηση έως και των έλεγχο των δραστηριοτήτων που επηρεάζουν το φυσικό περιβάλλον. Επίσης, αν και σε περιορισµένο αριθµό διατάξεων, εισαγάγει νέα εργαλεία περιβαλλοντικής πολιτικής, όπως φόρους, τέλη ή χρήση της εκάστοτε καλύτερης διαθέσιµης και οικονοµικά εφικτής τεχνολογίας και επιβάλλει κατά το σχεδιασµό να λαµβάνονται υπόψη οι κοινωνικές, οικονοµικές, τεχνικές, περιβαλλοντικές και εν γένει οι ειδικές συνθήκες της περιοχής. Ειδικότερα ο Νόµος δοµείται από 3 βασικά σκέλη: προστασία του Περιβάλλοντος από Έργα και ραστηριότητες προστασία του Περιβάλλοντος από την Ρύπανση προστασία της φύσης και του τοπίου Νόµος 2742/1999 «Χωροταξικός Σχεδιασµός και Αειφόρος Ανάπτυξη και άλλες διατάξεις» Αν και όπως περιγράφηκε παραπάνω, η δηµιουργία προστατευόµενων περιοχών είχε θεσµοθετηθεί από το 1986 µε το Νόµο 1650, εντούτοις µε τον Ν. 2742/99 (ΦΕΚ 207Α/ ) συµπληρώθηκαν οι ασάφειες και τα κενά του Νόµου και καθορίστηκε το πλαίσιο της διοίκησης και διαχείρισης 20 προστατευόµενων περιοχών. Ο Νόµος 2742/1999 περιλαµβάνει ορισµένες από τις σηµαντικότερες ρυθµιστικές διατάξεις στο πεδίο των περιοχών υπό καθεστώς προστασίας. Πρόκειται για την εφαρµογή ιαχειριστικής Πολιτικής στις Ελληνικές Προστατευόµενες περιοχές και την δηµιουργία Φορέων ιαχείρισης. Ειδικότερα, το πέµπτο κεφάλαιο του κείµενου Νόµου έχει ως αντικείµενο την ιοίκηση και ιαχείριση Προστατευόµενων Περιοχών ξεκινώντας από το άρθρο 15 µε το οποίο ρυθµίζεται η διαδικασία ίδρυσης Φορέων 20 Συγκεκριµένα στα άρθρα του Κεφαλαίου Ε όπου προσδιορίζονται οι φορείς που µπορούν να αναλάβουν τη διαχείριση µιας προστατευόµενης περιοχής και περιγράφονται αναλυτικά οι αρµοδιότητες και οι υποχρεώσεις τους, καθώς και οι πόροι που µπορούν αυτοί να εκµεταλλευτούν. 60

64 ιαχείρισης των προστατευόµενων περιοχών, καθώς και τις αρµοδιότητες και τον τρόπο λειτουργίας τους. Οι Φορείς ιαχείρισης είναι κοινωφελούς χαρακτήρα, µε έδρα µέσα ή κοντά στα προστατευόµενα αντικείµενα, εποπτεύεται από τον Υπουργό ΠΕΧΩ Ε και διοικείται από επταµελές έως ενδεκαµελές διοικητικό συµβούλιο το οποίο συγκροτείται από έναν επιστήµονα µε αποδεδειγµένη γνώση και εµπειρία στα περιβαλλοντικά θέµατα, εκπρόσωπους των υπουργείων ΠΕΧΩ Ε, Γεωργίας, Ανάπτυξης και εκπρόσωπους της τοπικής αυτοδιοίκησης (Περιφέρειες, Νοµαρχίες. ήµοι), ενώ προβλέπεται και η συµµετοχή εκπροσώπου περιβαλλοντικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται στην περιοχή µε όριο θητείας 3 χρόνια. Εξουσιοδοτούνται µε διάφορες αρµοδιότητες 21 και ευθύνες που περιλαµβάνουν την εκπόνηση διαχειριστικών σχεδίων µε πενταετή ισχύ και µελετών, κατάρτιση κανονισµών λειτουργίας, παρακολούθηση και εκτίµηση της εφαρµογής των κανονισµών (αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγ. 5 του Νόµου 1650/1986 όπως τροποποιείται µε τον Νόµο αυτόν), έλεγχο των παρεµβάσεων στις περιοχές, γνωµοδότηση για την προέγκριση χωροθέτησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων των Έργων ή δραστηριοτήτων που εµπίπτουν στις περιοχές ευθύνης τους, διεξαγωγή έρευνας, οικονοµική διαχείριση (προβλέπεται η κατάρτιση οικονοµοτεχνικής µελέτης), καθώς και ευαισθητοποίηση του κοινού 22. Με τον παρόν Νόµο ιδρύονται 25 Φορείς ιαχείρισης (Φ ), αυτή την στιγµή έχουµε 29 Φ 23. Το 2003, 17 χρόνια µετά τον Ν.1650/86, ορίστηκαν τα πρώτα.σ, ενώ 21 Στο σύνολο των αρµοδιοτήτων των Φορέων ιαχείρισης, υπάγονται η κατασκευή, επισκευή και συντήρηση αναγκαίων έργων υποδοµής, προώθηση, υποστήριξη, οργάνωση και εφαρµογή οικοτουριστικών προγραµµάτων. Επίσης µεριµνούν για την συλλογή, ταξινόµηση και επεξεργασία περιβαλλοντικών στοιχείων και δεδοµένων για τις περιοχές ευθύνης τους και για την λειτουργία σχετικών βάσεων δεδοµένων και τεκµηρίωσης καθώς και για Χορήγηση σήµατος ποιότητας και συνεργασίας σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εντός προστατευόµενων περιοχών (άρθρο 15,παρ.2). 22 Η ενηµέρωση, εκπαίδευση κατάρτιση και ευαισθητοποίηση του πληθυσµού σε θέµατα που σχετίζονται µε το έργο των φορέων διαχείρισης, προβλέπεται να γίνεται µέσα από την ίδρυση Κέντρων Πληροφόρησης και τη διεξαγωγή επιµορφωτικών σεµιναρίων έλτα Έβρου/2. άσους αδιάς/3.λίµνης Κερκίνης/4. Λιµνοθάλασσας Μεσολλογίου/5. έλτα Αξιού Λουδία Αλιάκµονα / 6. Λιµνών Κορώνειας Βόλβης / 7. Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Αλοννήσου - Β. Σποράδων / 8. έλτα Νέστου Βιστωνίδας Ισµαρίδας / 9. Όρους Πάρνωνα και υγροτόπου Μούστου / 10. Λίµνης Παµβώτιδας Ιωαννίνων / 11. Υγροτόπου Αµβρακικού / 12. Κοτυχίου Στροφυλιάς / 13. Εθνικών ρυµών Βίκου - Αώου και Πίνδου / 14. Εθνικού ρυµού Πρεσπών / 15. Εθνικού ρυµού Αίου / 16. Εθνικού ρυµού Ολύµπου / 17. Εθνικού ρυµού Σαµαριάς / 18. Εθνικού ρυµού Παρνασσού / 19. Εθνικού ρυµού Πάρνηθας / 20. Εθνικού ρυµού Οίτης / 21. Στενών και Εκβολών Καλαµά και Αχέροντα / 22. Χελµού Βουραϊκού / 23. Οροσειράς Ροδόπης / 24. Καρπάθου Σαρίας / 25. Κάρλας µαυροβουνίου - Κεφαλόβρυσου Βελεστίνου (άρθρο 15, παράγραφος 10). Σε αυτές προστέθηκαν οι 26. Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Ζακύνθου/27. Εθνικό Πάρκο Σχινιά-Μαραθώνα και δύο Φ που φαίνεται να είναι «ανενεργοί» οι Φ 28. Τζουµέρκα και 29. Κηφισού. 61

65 τον εκέµβριο του 2004 οι περισσότεροι φορείς απέκτησαν τους κανονισµούς λειτουργίας τους και το 2006 ορίστηκαν τα σηµερινά.σ. Natura (Φύση) 2000 Στις µέρες µας όµως, οι ανθρώπινες παρεµβάσεις επιδρούν αρνητικά στη βιοποικιλότητα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Οι αλλαγές που συντελούνται είναι πολύ γρήγορες και οδηγούν σε απώλεια φυτικών και ζωικών ειδών. Τα είδη εξαφανίζονται φορές ταχύτερα από το φυσικό ρυθµό και αυτή η τάση προβλέπεται να αυξηθεί δραµατικά στα επόµενα χρόνια. Σύµφωνα µε τους σηµερινούς υπολογισµούς φυτικά είδη και ζωικά είδη (ανάµεσα σε αυτά 1 στα 8 είδη πτηνών) απειλούνται άµεσα. Σύµφωνα µε την έκθεση της ιεθνούς Ένωσης για την ιατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων (IUCN 24 ) που εκδόθηκε το έτος 2000, περίπου το 10% των ζωικών ειδών και το 14% των φυτικών ειδών απειλούνται άµεσα 25. Η σύγχρονη προσέγγιση σχετικά µε την προστασία της βιοποικιλότητας προβλέπει τον καθορισµό συγκεκριµένων προστατευόµενων περιοχών. Η ίδρυση του εθνικού πάρκου Yellowstone στις Η.Π.Α. το 1872 ήταν η πρώτη προσπάθεια για τη θεσµοθέτηση προστατευόµενων περιοχών σε παγκόσµιο επίπεδο. Η αρχική προσέγγιση του θεσµού των προστατευόµενων περιοχών προσδιόριζε τις περιοχές αυτές ως χώρους «απόλυτης προστασίας» αποκλείοντας έτσι κάθε ανθρώπινη παρέµβαση. Στην πορεία έγινε φανερό ότι η αποµόνωση των προστατευόµενων περιοχών όχι µόνο δεν εξασφαλίζει τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά µπορεί να έχει και τα αντίθετα αποτελέσµατα. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε σταδιακά στην εγκατάλειψη της ιδέας της απόλυτης προστασίας και στην ανάγκη ενσωµάτωσης της προστατευόµενης περιοχής στον ευρύτερο οικολογικό, οικονοµικό και κοινωνικό περίγυρο. Σύµφωνα µε τις νεότερες αντιλήψεις που διέπουν την προστασία, οι προστατευόµενες περιοχές θα πρέπει να αποτελούν αντικείµενο αειφορικής διαχείρισης, που να εξασφαλίζει αφενός τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και των οικοτόπων και αφετέρου 24 World Conservation Union, 25 Η σηµαντικότερη ανθρωπογενής επίπτωση στη βιοποικιλότητα είναι ο µετασχηµατισµός και η καταστροφή των βιοτόπων των ειδών. Η ένταση της αστικοποίησης και η αύξηση των υποδοµών, η υπερεκµετάλλευση των φυσικών πόρων, η κάθε είδους ρύπανση και η εισαγωγή ξενικών ειδών στα οικοσυστήµατα βλάπτουν πολύ τη βιοποικιλότητα. Έτσι, στο σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου, απειλούνται το 42% των θηλαστικών, το 15% των πτηνών και το 52% των ψαριών του γλυκού νερού. Παράλληλα, πάνω από είδη φυτών απειλούνται µε εξαφάνιση ή τελούν υπό εξαφάνιση. 62

66 τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες στις περιοχές αυτές. Θα πρέπει να προκρίνεται η «ενεργός διαχείριση» των προστατευόµενων περιοχών, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται ο πρωταρχικός τους ρόλος που είναι η διατήρηση του φυσικού τους περιβάλλοντος 26. Ο επικρατέστερος ορισµός για τις προστατευόµενες περιοχές έχει δοθεί από την IUCN ή The World Conservation Union όπως αποκαλείται σήµερα: Ως προστατευόµενη περιοχή ορίζεται µια έκταση χερσαία ή/και θαλάσσια, ειδικά αφιερωµένη στην προστασία και διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας, των φυσικών και συναφών πολιτιστικών πόρων, που υφίστανται διαχείριση σύµφωνα µε νοµικά ή άλλου τύπου, αποτελεσµατικά µέτρα. Ένα δίκτυο προστατευόµενων περιοχών αποτελεί τον πυρήνα κάθε προγράµµατος που στοχεύει στη διατήρηση της ποικιλότητας των οικοσυστηµάτων, των ειδών και των φυσικών γενετικών αποθεµάτων, καθώς και στην προστασία φυσικών περιοχών µε µεγάλη αξία λόγω των εγγενών αξιών τους και λόγω της έµπνευσης και της αναψυχής που προσφέρουν. Οι προσπάθειες για την αναχαίτιση της απώλειας της βιοποικιλότητας στην Ευρώπη οδήγησαν στην έκδοση της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ Για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας από το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο. Σε αυτό το πλαίσιο τα κράτη-µέλη δεσµεύονται να παρουσιάσουν εθνικό κατάλογο µε περιοχές ιδιαίτερου φυσικού ενδιαφέροντος, οι οποίες θα αποτελέσουν το ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο Natura Το δίκτυο Natura 2000 (Φύση 2000) αποτελεί Ευρωπαϊκό Οικολογικό ίκτυο περιοχών οι οποίες φιλοξενούν τύπους οικοτόπων και οικοτόπους ειδών, που είναι σηµαντικοί σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Αποτελείται από δύο Οδηγίες: την Οδηγία για τα Άγρια Πουλιά θεσµοθετώντας τις Ζώνες Ειδικής Προστασίας για την Ορνιθοπανίδα ΖΕΠ (Special Protected Areas SPA) όπως ορίζει η Οδηγία 79/409/ΕΟΚ και την Οδηγία για τους Οικοτόπους θεσµοθετώντας τους Τόπους Κοινοτικής Σηµασίας ΤΚΣ (Site of Community Importance - SCI) σύµφωνα µε την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Οι περιοχές αυτές τελούν υπό ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας καθώς τα κράτη-µέλη υποχρεώνονται να λάβουν ειδικά µέτρα, ώστε να διατηρήσουν τα σηµαντικά οικολογικά χαρακτηριστικά τους. 26 Η προσπάθεια για την προστασία της βιοποικιλότητας δεν τερµατίζεται µε τη θεσµοθέτηση προστατευόµενων περιοχών ουσιαστικά τότε αρχίζει! 63

67 Η εθνική νοµοθεσία έχει εναρµονιστεί µε τις δύο ανωτέρω Οδηγίες (ΚΥΑ /85 ΦΕΚ 757/Β/85 για την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ και ΚΥΑ 33318/3028/98 ΦΕΚ 1289/Β/ για την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ). Οι περιοχές του δικτύου τίθενται υπό καθεστώς Ειδικής ιαχείρισης που καθορίζει κάθε Κράτος Μέλος, λαµβάνοντας υπόψη κοινωνικές, οικονοµικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες. Η δηµιουργία του δικτύου Natura 2000, που αποτελεί και υποχρέωση της Ελλάδας, θα συµβάλλει στην αποτελεσµατικότερη προστασία των απειλούµενων ειδών και των ενδιαιτηµάτων και θα αποτελέσει το βασικό µέσο για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την γενικότερη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Οι περιοχές SPA, µετά τον χαρακτηρισµό τους από τα Κράτη Μέλη, εντάσσονται αυτόµατα στο ίκτυο Natura Αντίθετα, για την ένταξη των περιοχών SCI ακλουθεί επιστηµονική αξιολόγηση και διαπραγµάτευση µεταξύ των Κρατών Μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύµφωνα µε τα αποτελέσµατα των κατά οικολογική ενότητα Βιογεωγραφικών σεµιναρίων. Στην παρούσα φάση, στην Μεσογειακή ζώνη στην οποία ανήκει η Ελλάδα, έχει γίνει η αξιολόγηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει οριστικοποιήσει τις προτεινόµενες από τα Κράτη Μέλη περιοχές SCI (Απόφαση 613/2006/ΕΚ). Στον παρακάτω χάρτη απεικονίζονται οι προστατευόµενες περιοχές του δικτύου στον Νοµό Μεσσηνίας. Παρατηρούµε ότι τµήµα της περιοχής µελέτης που εξετάζουµε, έχει ενταχθεί στον Εθνικό Κατάλογο προστατευόµενων περιοχών και στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο προστατευόµενων περιοχών Natura 2000 µε την ονοµασία «Λιµνοθάλασσα Πύλου ( ιβάρι) και νήσος Σφακτηρία» ως Τόπος Κοινοτικής Σηµασίας (ΤΚΣ-SCI), κωδικός Natura 2000: GR µε έκταση 3548,06 εκτάρια και ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ-SPA) κωδικός Natura 2000: GR µε έκταση 998,00 εκτάρια. 64

68 Χάρτης 3: Προστατευόµενες περιοχές του δικτύου Natura 2000 στον νοµό Μεσσηνίας 65

69 Στην ελληνική επικράτεια το ίκτυο περιλαµβάνει Τόπους Κοινοτικής Σηµασίας µε έκταση 43,3 εκατοµµύρια εκτάρια και Ζώνες Ειδικής Προστασίας µε έκταση 27,4 εκατοµµύρια εκτάρια (οι εκτάσεις δεν αθροίζονται διότι πολλές περιοχές αλληλεπικαλύπτονται και δεν µπορεί να εξαχθεί ποσοστό επί της συνολικής επιφάνειας, διότι υπάρχουν και θαλάσσιες εκτάσεις 27 ). Η απογραφή και εκτίµηση της βιοποικιλότητας στην Ελλάδα, σε εφαρµογή της Οδηγίας 92/431/ΕΟΚ ξεκίνησε τον Ιούνιο του 1994 µε υλοποίηση του έργου µε τίτλο Καταγραφή, Αναγνώριση, Εκτίµηση και Χαρτογράφηση των Τύπων Οικοτόπων και των Ειδών Χλωρίδας και Πανίδας της Ελλάδας (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ). Η Ελλάδα έχει 239 περιοχές ως Τόπους Κοινοτικής Σηµασίας και 151 Ζώνες Ειδικής Προστασίας της ορνιθοπανίδας. Αναπτυξιακές παρεµβάσεις στις περιοχές Natura 2000 Με την καθιέρωση των περιοχών Natura 2000, δεν αναστέλλεται η ανάπτυξη των περιοχών αυτών. Αντίθετα µάλιστα, η γεωργία και η δασοκοµία µπορούν να είναι συµβατές µε τη διατήρηση της φύσης και ταυτόχρονα να παραµένουν οικονοµικά βιώσιµές δραστηριότητες. Ακόµη, η διατήρηση των περιοχών Υψηλής Φυσικής Αξίας σε συνδυασµό µε την αειφορική ανάπτυξη της υπαίθρου, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη δηµιουργία απασχόλησης στις περιοχές αυτές. Η ύπαρξη προστατευόµενων περιοχών αποτελεί απόδειξη µιας καλά προστατευµένης φυσικής περιοχής, κάτι που µπορεί να οδηγήσει στην προσέλκυση επισκεπτών, µε οφέλη ακόµη από π.χ. εγκαταστάσεις για την παρατήρηση πουλιών και τα διάφορα µέσα ερµηνείας. Επιπλέον προσφέρει νέες δυνατότητες για την ανάπτυξη της υπαίθρου µέσω του χαρακτηρισµού και της προώθησης περιβαλλοντικά φιλικών προϊόντων (τυρί, µέλι, ρύζι, κρασί και οινοπνευµατώδη, κλπ.). εν αληθεύει ότι επηρεάζεται η κυριότητα της γης της έκτασης που συµπεριλαµβάνεται µια περιοχή Natura Οι περιουσίες δεν χάνουν αξία ως συνέπεια της ένταξης τους σε προστατευόµενες περιοχές, ούτε περιορίζονται οι οικονοµικές δραστηριότητες σε αυτές. Στις περιοχές Natura 2000 δεν απαγορεύεται η κυνηγετική δραστηριότητα ούτε η κατασκευή νέων υποδοµών. Ο µόνος 27 Μπορούµε να πούµε όµως ότι το χερσαίο τµήµα της Ελλάδας που έχει ενταχθεί στο ίκτυο Natura 2000 εκτιµάται σε ποσοστό περίπου 18% της συνολικής γεωγραφικής επιφάνειας της χώρας. 66

70 δεσµευτικός όρος, ως προς τις παρεµβάσεις στις προστατευόµενες περιοχές, είναι ότι πρέπει να ακολουθούν ορισµένους κανόνες και αν είναι σύµφωνες µε το γενικότερο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδιασµού. Από τις περιοχές Natura 2000, απορρέει η υποχρέωση του κράτους να καθορίσει τα αναγκαία µέτρα διατήρησης που ενδεχοµένως συνεπάγονται είτε ειδικά ενδεδειγµένα σχέδια διαχείρισης ή ενσωµατωµένα σε άλλα σχέδια διευθέτησης, καθώς και τα δέοντα κανονιστικά, διοικητικά ή συµβατικά µέτρα που ανταποκρίνονται στις οικολογικές απαιτήσεις της περιοχής. Σε περιοχές Natura 2000, είναι απαραίτητη και Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ.). Το περιεχόµενο των Ε.Π.Μ. πρέπει να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές που θέτει η Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) ΦΕΚ 678/Β/1990 (άρθρο 11, εφ Ε'), για την τεκµηρίωση της σηµασίας της προστατευόµενης περιοχής, την ένταξής της σε µια από τις κατηγορίες του άρθρου 18 του Ν.1650/86 και τη σκοπιµότητας των προτεινόµενων µέτρων προστασίας. Από την Εθνική Νοµοθεσία πριν από κάθε µεγάλο έργο απορρέει η υποχρέωση για τη σύνταξη της Ειδικής Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΕΠΜ) προβλέπεται από το Ν. 1650/1986 (άρθρο 21 παρ. 1), ως απαραίτητη προϋπόθεση για την τεκµηρίωση της σηµασίας του προστατευµένου αντικειµένου και τη σκοπιµότητα των προτεινόµενων µέτρων προστασίας. Για τον οριστικό χαρακτηρισµό της περιοχής, το οριστικό χαρακτηρισµό των ορίων της και των τυχόν ζωνών προστασίας της θα απαιτηθεί η έκδοση Προεδρικών ιαταγµάτων που θα εκδοθούν ύστερα από πρόταση των αρµόδιων υπουργών και τη γνώµη του Νοµαρχιακού Συµβουλίου της εκάστοτε Νοµαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Σε περίπτωση που στην περιοχή υπάρχουν ζωικά ή φυτικά είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος που απαιτούν αυστηρή προστασία (παράρτηµα IV) ή είδη των οποίων η απόσπαση από το φυσικό τους περιβάλλον και η εκµετάλλευση είναι δυνατόν να ρυθµίζονται µε διαχειριστικά µέτρα (Παραρτήµατος V), θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα µέτρα ώστε να θεσπιστεί το αυστηρότερο καθεστώς προστασίας που προβλέπεται από την Οδηγία. Στις οριοθετηµένες περιοχές υπό καθεστώς προστασίας παρουσιάζονται ανθρώπινες δραστηριότητες που κλιµακώνονται, ξεκινώντας από τις ζώνες όπου απαγορεύεται κάθε δραστηριότητα και αποτελούν τους πυρήνες προστασίας, φτάνοντας µέχρι τις ευρύτερες 67

71 περιοχές που τις περιβάλλουν (περιοχές οικοανάπτυξης) όπου προβλέπεται η ανάπτυξη οικονοµικών δραστηριοτήτων κυρίως µε την µορφή ήπιων µορφών εναλλακτικού τουρισµού, τοπικών βιοτεχνικών εφαρµογών και αγροτικών ασχολιών. Λεπτοµερέστερα, η συγκεκριµένη κατηγοριοποίηση του φυσικού χώρου συνιστά την διαµόρφωση τριών κυρίαρχων ζωνών επέµβασης στην ευρύτερη περιοχή όπου εµφανίζεται το ευαίσθητο οικοσύστηµα. ηλαδή καθορίζονται µέτρα και περιορισµοί εκτός των περιοχών απόλυτης προστασίας και σε γειτονικές εκτάσεις. Η 1 η ζώνη αποτελεί τον πυρήνα προστασίας (περιοχές απόλυτης προστασίας), η 2 η ζώνη αποτελεί την µεταβατική όπου οι επεµβάσεις είναι διακριτές και δηµιουργούν µια βαθµιαία µετάβαση από την πιο αυστηρή προστασία στην χαλαρότερη χρήση του χώρου (Περιοχές προστασίας της φύσης,εθνικά πάρκα, Προστατευόµενοι φυσικοί σχηµατισµοί, προστατευόµενα τοπία και στοιχεία του τοπίου) και η 3 η η περιφερειακή ζώνη στην οποία λαµβάνουν χώρα οι περισσότερες ανθρώπινες δραστηριότητες και πιο πολύ οι οικονοµικές για την τοπική οικονοµία (περιοχές οικοανάπτυξης). Ειδικά σε αυτήν την ζώνη επιδιώκεται η ενίσχυση των παραδοσιακών ασχολιών και δραστηριοτήτων. Συνεπώς, επιτρέπεται η άσκηση µικρής κλίµακας παραγωγικών δραστηριοτήτων, οι οποίες προσαρµόζονται στο φυσικό περιβάλλον και την τοπική αρχιτεκτονική. Ιδιαίτερα ενθαρρύνονται η ανάπτυξη του αγροτουρισµού µε χρησιµοποίηση αγροτικών κατοικιών, ξενώνων, κάµπινγκ και άλλων κατασκευών. Βιοµηχανικές δραστηριότητες είναι δυνατό να επιτρέπονται, εφ όσον ευνοούν την οικονοµική αναζωογόνηση των αγροτικών περιοχών και δεν προκαλούν υποβάθµιση του περιβάλλοντος ασυµβίβαστη µε το χαρακτήρα των περιοχών αυτών 28. Με Π ορίζεται ο χαρακτηρισµός και η ίδρυση προστατευόµενης περιοχής που προϋποθέτει όµως τη σύνταξη ΜΠΕ για την τεκµηρίωση της σηµασίας του προστατευµένου αντικειµένου και τη σκοπιµότητα των προτεινόµενων µµέτρων προστασίας, η έγκριση της οποίας καθορίζεται µε απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩ Ε. Αξίζει να σηµειωθεί ότι, στις ΜΠΕ (οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόµου 1650/1986) κάθε σχέδιο µη άµεσα συνδεόµενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση τη περιοχής, 28 Αν µια επιχείρηση ή δραστηριότητα προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθµιση του περιβάλλοντος, επιβάλλεται προσωρινή απαγόρευση της λειτουργίας της έως να ληφθούν τα κατάλληλα µέτρα ώστε να αποτρέπεται η ρύπανση ή η υποβάθµιση. Μπορεί επίσης να επιβληθεί η οριστική διακοπή της λειτουργίας της, αν η επιχείρηση ή η δραστηριότητα παραλείπει να συµµορφωθεί προς τα υποδεικνυόµενα µέτρα ή αν η λήψη αποτελεσµατικών µέτρων είναι ανέφικτη. Η διακοπή επιβάλλεται µε απόφαση του οικείου Νοµάρχη. Με απόφαση του οργάνου που επέβαλε την απαγόρευση λειτουργίας της επιχείρησης ή δραστηριότητας µπορεί, σε κάθε περίπτωση, να αίρεται η απαγόρευση αυτή, αν η επιχείρηση ή η δραστηριότητα λάβει αποτελεσµατικά µέτρα, ώστε να παύσει οριστικά η ρύπανση ή υποβάθµιση του περιβάλλοντος. 68

72 το οποίο όµως είναι δυνατόν να την επηρεάζει σηµαντικά, θα πρέπει να εκτιµηθεί δεόντως και οι αρµόδιες αρχές µπορούν να συµφωνήσουν σ αυτό µόνο αφού βεβαιωθούν ότι δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα της περιοχής και ενδεχοµένως αφού εκφραστεί πρώτα η δηµόσια γνώµη. Σε περίπτωση που εξάγονται αρνητικά συµπεράσµατα, αλλά η πραγµατοποίηση του έργου ή της δραστηριότητας στην Προστατευόµενη Περιοχή ελλείψει εναλλακτικών λύσεων επιβάλλεται για λόγους ουσιώδους δηµόσιου συµφέροντος ή ιδιαίτερης οικονοµικής σηµασίας, το ΥΠΕΧΩ Ε σε συνεργασία µε τα συναρµόδια Υπουργεία, µπορεί να λάβει κάθε αναγκαίο διοικητικά αντισταθµιστικό µέτρο, προκειµένου να διασφαλιστεί η προστασία της συνολικής συνοχής του ικτύου ΝΑΤURA 2000 και να ενηµερώσει την Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εάν όµως πρόκειται για Ζώνη που συµπεριλαµβάνει έναν τύπο φυσικού οικοτόπου Προτεραιότητας ή Είδος προτεραιότητας, είναι δυνατόν να προβληθούν επιχειρήµατα µόνο σχετικά µε την ηµόσια Υγεία και ασφάλεια ή µε θετικές συνέπειες πρωταρχικής σηµασίας για το Περιβάλλον ή εφόσον προηγηθεί γνωµοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά µε άλλους επιτακτικούς λόγους ουσιώδους δηµόσιου συµφέροντος ή ιδιαίτερης οικονοµικής σηµασίας (άρθρο 6, παρ.2). Η διαχείριση µιας προστατευόµενης περιοχής σηµαίνει και τη διαχείριση των συγκρούσεων µεταξύ των διαφόρων κοινωνικοοικονοµικών οµάδων που έχουν συµφέρον από την ύπαρξή του. Μια από τις πιο σηµαντικές λειτουργίες που θα πρέπει να προσφέρει η ύπαρξη ενός φορέα διαχείρισης είναι η σύνθεση των απόψεων, η δυνατότητα διαπραγµάτευσης, ο συγκερασµός των αντιθέσεων και η αφοµοίωση των φυγόκεντρων δυνάµεων που αποκλίνουν από το σκοπό της προστασίας και διατήρησης της προστατευόµενης περιοχής. Έτσι λοιπόν, η διαχείριση µιας προστατευόµενης περιοχής δεν θα πρέπει να νοείται µόνο ως ένα τεχνικό έργο ειδικών επιστηµόνων, αλλά και ως µια πολιτική (υπό την ευρεία έννοια) διαδικασία, που στοχεύει στην παραγωγή της ελάχιστης αναγκαίας συναίνεσης µεταξύ υποκειµένων µε διαφορετικά συµφέροντα και ιδεολογίες. Οδηγία 2000/60 της ΕΕ για τα νερά - ιαχείριση των υδατικών πόρων Η ζήτηση του νερού εξελίσσεται παράλληλα µε την αύξηση του πληθυσµού. Τα επόµενα χρόνια αν ο αυξηµένος ρυθµός ζήτησης σε σχέση µε την αύξηση του πληθυσµού συνεχιστεί τότε διπλάσια αύξηση του πληθυσµού θα σηµαίνει 6πλάσια αύξηση της ζήτησης. Η πληθυσµιακή αύξηση και η αστικοποίηση είναι παράγοντες κλειδιά που αποτελούν τη βάση για την τροµερή αύξηση στη ζήτηση νερού. Ο ρυθµός αύξησης της 69

73 συνολικής παγκόσµιας χρήσης νερού επιταχύνθηκε αξιοσηµείωτα τον 20ο αιώνα συγκρινόµενος µε παλαιότερες περιόδους, ιδιαίτερα µετά το 1940 (Εικόνα 4). Εικόνα 6: Αύξηση της συνολικής χρήσης νερού (Πηγή: Πεταλάς Χ., 2004) Προσπαθώντας να αντιµετωπίσει πιο αποτελεσµατικά το πρόβληµα της διαθεσιµότητας και της ποιότητας του νερού, η EE υιοθέτησε τον εκέµβριο του 2000 την Οδηγία- Πλαίσιο για το Νερό (2000/60/ΕΕ). Η Οδηγία Πλαίσιο για τα νερά ( (2000/60/ΕΚ 29 ) αποτελεί ένα καινοτόµο βήµα στην νοµοθεσία της ΕΕ για τα νερά ως µια οικολογικά βασισµένη, ολιστική προσέγγιση στην αξιολόγηση της κατάστασης των υδάτων και τον σχεδιασµό σε επίπεδο λεκάνης απορροής. Η Οδηγία αποσκοπεί να προστατέψει και να αποκαταστήσει την λειτουργία και την δοµή των υδατικών και των εξαρτώµενων από αυτά χερσαίων οικοσυστηµάτων και εποµένως να διασφαλίσει την αεϊφορική χρήση των υδάτινων πόρων και να συµβάλει στη διατήρηση των προστατευόµενων περιοχών. Οι αντικειµενικοί στόχοι που θέτει η Οδηγία Πλαίσιο για τα Νερά είναι: Η ενίσχυση της προστασίας και η βελτίωση του υδατικού περιβάλλοντος Η εξασφάλιση επαρκούς παροχής µε νερό καλής ποιότητας για τη βιώσιµη, ισόρροπη και δίκαιη χρήση του νερού 29 H διαχείριση του υδάτινου περιβάλλοντος, όπως αυτοί δίνονται στο νόµο για την προστασία του περιβάλλοντος που θεσπίστηκε από το Ελληνικό κράτος (Νόµος 3199/2003 «Προστασία και διαχείριση των υδάτων - Εναρµόνιση µε την Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2000». (ΦΕΚ Α 280/ ). 70

74 Ο µετριασµός των επιπτώσεων από τις πληµµύρες και τις ξηρασίες Η συµβολή στον έλεγχο των διασυνοριακών προβληµάτων νερού Με τους στόχους αυτούς επιδιώκεται: 1. Η αποτροπή της περαιτέρω υποβάθµισης, η προστασία και η βελτίωση της κατάστασης των υδατικών και των άµεσα εξαρτηµένων από αυτά χερσαίων οικοσυστηµάτων, όπως και των υγροτόπων, όσον αφορά στις ανάγκες τους σε νερό. 2. Η προώθηση της βιώσιµης χρήσης των υδατικών πόρων σε µια βάση µακροπρόθεσµης προστασίας τους 3. Η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της κοινότητας που απορρέουν από διεθνείς συµβάσεις για την προστασία και τη διαχείριση των χερσαίων και των παράκτιων οικοσυστηµάτων. Απαίτηση της οδηγίας είναι: η κατάρτιση ολοκληρωµένων σχεδίων διαχείρισης της λεκάνης απορροής ποταµού, µε τα οποία επιδιώκεται να επιτευχθούν οι περιβαλλοντικοί στόχοι που θέτει αυτή και συγκεκριµένα η επίτευξη «καλής κατάστασης» για όλα τα ύδατα των κρατών της ΕΕ µέχρι το έτος Στην Ελλάδα η εναρµόνιση µε την κοινοτική οδηγία έγινε µέσω του νόµου Ν.3199/2003 «Προστασία και διαχείριση των υδάτων». Στην οδηγία επισηµαίνεται η ανάγκη για την ύπαρξη κοινών αρχών για το συντονισµό των προσπαθειών των κρατών µελών για τη βελτίωση της προστασίας των κοινοτικών νερών από άποψη ποιότητας και ποσότητας, την προώθηση της βιώσιµης χρήσης του ύδατος τη συµβολή στον έλεγχο των διασυνοριακών προβληµάτων ύδατος, την προστασία των υδάτινων οικοσυστηµάτων και των χερσαίων οικοσυστηµάτων και υγροτόπων που εξαρτώνται άµεσα από αυτά. Η καλή ποιότητα θα εξασφαλίσει την παροχή πόσιµου νερού στον πληθυσµό. Η κατάσταση των υδάτων θα πρέπει να παρακολουθείται από τα κράτη µέλη σε συστηµατική και συγκρίσιµη βάση σε όλη την Κοινότητα. Τα κράτη µέλη θα πρέπει να υιοθετήσουν µέτρα για την εξάλειψη της ρύπανσης των επιφανειακών υδάτων από τις ουσίες προτεραιότητας και σταδιακή µείωση της ρύπανσης από άλλες ουσίες (Γκίκας, 2009). 71

75 2.3 Κοινωνικές συγκρούσεις για τη περιβαλλοντική προστασία Η αµφίπλευρη σχέση ανθρώπου και φύσης και η αλληλεξάρτηση του φυσικού και πολιτισµικού περιβάλλοντος, έχει αναγνωριστεί πια στις µέρες µας και η προστασία του περιβάλλοντος, αποτελεί από τις µεγαλύτερες προκλήσεις, που καλείται να αντιµετωπίσει σήµερα η ανθρωπότητα. Θέµατα που µέχρι πρότινος θεωρούνταν ανεξάρτητα από την κατάσταση του περιβάλλοντος, πλέον έχουν αναγνωριστεί ότι συσχετίζονται στενότατα µε το περιβάλλον. Η ανθρώπινη υγεία, η οικονοµία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η φτώχεια 30 και η εθνική ασφάλεια είναι τοµείς µε σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, των οποίων το µέγεθος πολλές φορές παραβλέπεται (Lubchenco, 1998). Μιλώντας, λοιπόν, για το περιβάλλον και µάλιστα για την προστασία του είναι προφανές ότι πρέπει κανείς να κινηθεί µέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης στάσης και συµπεριφοράς. Αυτό, βέβαια, µε τη σειρά του σηµαίνει πολυφωνία και ποικιλία: η προστασία του περιβάλλοντος µπορεί να βρίσκει κάποιους σύµφωνους έως και ένθερµους υποστηρικτές, ενώ άλλους αντίθετους, έντονα διαφωνούντες ή απλά αδιάφορους. Η ίδια η χωρική ανάπτυξη εµπεριέχει ορισµένα στοιχεία που δηµιουργούν χωροκοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις. Ο Castells (2004) διατυπώνει έναν ευρύτερο ορισµό, σύµφωνα µε τον οποίο τα χωρο-κοινωνικά κινήµατα είναι κάθε σκόπιµη συλλογική δράση της οποίας το (νικηφόρο ή µη) αποτέλεσµα µετασχηµατίζει τις αξίες και τους θεσµούς της κοινωνίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις το διακύβευµα της σύγκρουσης είναι οι τοπικοί πόροι και η αλλαγή στο υφιστάµενο καθεστώς διατήρησης και αξιοποίησης τους. Η αξιοποίηση των τοπικών πόρων συνήθως αφορά σε µια βίαιη αλλαγή σηµαντικής έκτασης / έντασης. Εκτός από την αποτροπή χωροθέτησης εγκαταστάσεων µε περιβαλλοντικές επιπτώσεις, οι τοπικές αντιδράσεις σκοπεύουν και στην αποτροπή χωροθέτησης µε κοινωνικές επιπτώσεις (φυλακές, ιδρύµατα). 30 Η απαίτηση µείωσης της φτώχειας παγκοσµίως ήταν ανέκαθεν µια από τις βασικές επιδιώξεις του κινήµατος της ανάπτυξης. Η φτώχεια για πολλά χρόνια θεωρούταν ότι δεν συσχετίζονταν µε την περιβαλλοντική υποβάθµιση αλλά ήταν χαρακτηριστικό της επίδρασης της βιοµηχανοποίησης. Αργότερα όµως η συνεχιζόµενη αποψίλωση και ερηµοποίηση αρκετών αναπτυσσόµενων σηµείων του πλανήτη, οι φτωχοί άρχισαν να αναγνωρίζονται ως µεσάζοντες τις περιβαλλοντικής καταστροφής. Όπως το έθεσε η έκθεση Brubdland, «η φτώχεια µειώνει την δυνατότητα των ανθρώπων να χρησιµοποιούν τους φυσικούς πόρους µε έναν αειφόρο τρόπο και έτσι εντείνει την πίεση προς το περιβάλλον. Μια αναγκαία αλλά όχι επαρκής συνθήκη για την εξάλειψη της απόλυτης φτώχειας είναι η σχετική άµεση αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήµατος στις χώρες του Τρίτου Κόσµου». 72

76 Στην αρένα των κινητοποιήσεων υπέρ ή κατά του περιβάλλοντος αλληλεπιδρούν πολλοί διαφορετικοί δρώντες - παίκτες (actors): περιβαλλοντικές οργανώσεις, τοπικές οργανώσεις πολιτών, επαγγελµατικά και άλλα σωµατεία, οργανισµοί τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), κρατικοί φορείς, ιδιωτικές εταιρείες, οµάδες απλών ανθρώπων κ.ο.κ.. Όπως παρατηρεί η Κούση (2001), οι διαφορετικοί αυτοί φορείς δεν επηρεάζονται από τα υφιστάµενα περιβαλλοντικά προβλήµατα ώστε να αντιδράσουν µε τους ίδιους τρόπους σε αυτά. Έτσι, οι επαγγελµατικοί περιβαλλοντικοί οργανισµοί (όπως, για παράδειγµα, µεγάλες ΜΚΟ) µπορεί να ιεραρχούν τις αλλαγές στη σύγχρονη πολιτική δοµή ως ιδιαίτερης σηµασίας για τη χάραξη της δράσης τους, ενώ οι απλοί πολίτες και οι τοπικές οργανώσεις λαϊκής βάσης (grassroots environmental activists) πιθανόν να επηρεάζονται περισσότερο από πολιτιστικούς, περιβαλλοντικούς ή οικονοµικούς παράγοντες, σε ό,τι αφορά τις κινητοποιήσεις τους (Kousis 2001). Αντίστοιχα, σύµφωνα µε τα ευρήµατα του Elliot (1984) από µια έρευνα για τις διαδικασίες διαβούλευσης σχετικά µε τη χωροθέτηση ενός χώρου απόθεσης απορριµµάτων, οι δηµόσιοι φορείς και οι ειδικοί τεχνικοί εστίαζαν το ενδιαφέρον τους κυρίως στα τεχνικά χαρακτηριστικά της εξεταζόµενης τοποθεσίας, ενώ οι απλοί πολίτες ενδιαφέρονταν πρώτα απ όλα να εντοπίσουν πιθανούς περιβαλλοντικούς κινδύνους για την υγεία που θα µπορούσαν να προκύψουν από τη διαχείριση των εγκαταστάσεων (Elliot 1984 στο Fischer 2000:130). Η αντίδραση προς κάθε τέτοια εγκατάσταση, που συχνά οδηγεί σε ακύρωση των χωροταξικών προγραµµατισµών, είναι τόσο ισχυρή και διαχρονική ανά τον κόσµο, ώστε από καιρό χαρακτηρίστηκε από το ακρωνύµιο N.I.M.B.Y (Not In My Back Yard), το οποίο σηµαδεύει την ανάλογη τάση (LaGrega et al., 2001) 31. Αξιοσηµείωτο είναι ότι στην εν λόγω τάση στηρίζονται και δραστηριοποιούνται χιλιάδες διεθνείς, εθνικοί και τοπικοί οργανισµοί. Τέτοιες κοινωνικές συγκρούσεις, πρέπει να αναµένονται στο βαθµό που κάθε πρόγραµµα περιφερειακής ανάπτυξης (όπως η εκβιοµηχάνιση και η αστικοποίηση µια µη αναπτυγµένης περιφέρειας) είναι βασικά µια πολιτική διαδικασία, δηλαδή αποτελεί αναπόσπαστο τµήµα της κοινωνικής πρακτικής (Βαΐου και Χατζηµιχάλης, 1979). Σε πολλές περιπτώσεις η έλλειψη εµπιστοσύνης προς την πολιτική βούληση προκαλεί τέτοια 31 Θέτοντας ως ερώτηµα το πόσο κοινωνικά και χωρικά δίκαια είναι τα κινήµατα N.I.M.B.Y. δεν εντόπισα κάποια βιβλιογραφική απάντηση. Θα µπορούσαµε να πούµε όµως ότι ενδέχεται να είναι δίκαια τοπικά αλλά άδικα για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, γιατί προάγουν το προσωπικό και τοπικό συµφέρον σε σχέση µε το ευρύτερο κοινωνικό. 73

77 φαινόµενα απόρριψης και διαµαρτυρίας, καθώς εκλαµβάνεται ενίοτε ως προσπάθεια άνωθεν επιβολής µιας τετελεσµένης απόφασης. Σε παγκόσµιο επίπεδο οι υτικές κοινωνίες, κατά κύριο λόγο, εκτιµούν τις προσπάθειες περιβαλλοντικής προστασίας και αναγνωρίζουν το θεσµό των προστατευόµενων περιοχών, ενώ αντίθετα οι αυτόχθονες πολιτισµοί και οι χώρες του Τρίτου Κόσµου θεωρούν ότι τέτοιοι θεσµοί υπάγονται στην ιµπεριαλιστική οπτική των πρώτων και αντιτίθενται (Burns & LeMoyne 2001). Γενικά, πάντως, ανεξάρτητα από τον εκάστοτε παράγοντα που µπορεί να επηρεάζει τη στάση του καθενός απέναντι στο περιβάλλον, ισχύει η διαπίστωση του Boyle, σύµφωνα µε την οποία «συνήθως, τα περιβαλλοντικά προβλήµατα απαιτούν µια µεγάλη καταστροφή για να µπορέσουν οι άνθρωποι να συνειδητοποιήσουν ότι πρέπει να κάνουν κάτι γι αυτό» (Βέλλη, 2006). Το αίσθηµα ευθύνης απέναντι στο περιβάλλον και την προστασία του αναφέρεται, σύµφωνα µε τους Fransson & Garling (1999), τόσο σε µια συγκεκριµένη συµπεριφορά που αναδεικνύει άµεσα και µε σαφήνεια τις προθέσεις ενός ατόµου, όσο και σε ένα γενικότερο προσανατολισµό αξιών ή στάση ζωής (Fransson & Garling 1999:370 στο Carrus et al. 2005:239). Οι τεχνικές και επιστηµονικές προσπάθειες για την προστασία του περιβάλλοντος από µόνες τους δεν είναι αρκετές για να λύσουν τις αιτίες που προκαλούν τα περιβαλλοντικά προβλήµατα. Η κοινωνική και η οικονοµική συµπεριφορά των ανθρώπων έχει επίσης πολύ σηµαντικές και µαζικές οικολογικές επιδράσεις (Kanatschnig & Weber 1998). Η επίλυση πολλών περιβαλλοντικών θεµάτων απαιτεί την ανταλλαγή πολλών διαφορετικών πληροφοριών και γνώσεων, που κυµαίνονται από την επιστηµονική γνώση που χαρακτηρίζει τους ειδικούς, ως την εµπειρική και τη διαισθητική γνώση των πολιτών, που πηγάζει από την καθηµερινή πρακτική και ενασχόληση µε ένα θέµα ή πεδίο (Sapountzaki & Wassenhoven 2005:449). Σύµφωνα µε την Κούση (1999) οι µεγάλοι πρωταγωνιστές των περιβαλλοντικών πολιτικών και συγκρούσεων στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες αντιµάχονται για τη χρήση των φυσικών πόρων (Schnaiberg 1994 στο Kousis 2001:6). Έτσι, οµάδες που ενδιαφέρονται για τη χρηστική αξία των τοπικών οικοσυστηµάτων, όπως οι κάτοικοι ή οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, έρχονται σε σύγκρουση µε τις οµάδες εκείνες που 74

78 ενδιαφέρονται περισσότερο για την ανταλλακτική αξία των οικοσυστηµάτων, όπως οι απασχολούµενοι στον τουριστικό και το µεταποιητικό τοµέα ή το Κράτος (Kousis 2001). Είναι φανερό ότι το συµφέρον του καθενός (οικονοµικό ή άλλο) καθοδηγεί και τη στάση του. Ειδικότερα, σε περιπτώσεις όπου διακυβεύονται µεγάλα οικονοµικά συµφέροντα, υπάρχουν επιπτώσεις στην απασχόληση και άλλες οικονοµικές δραστηριότητες της περιοχής και / ή επηρεάζεται σε µεγάλο βαθµό η «εικόνα» της περιοχής προς το εξωτερικό περιβάλλον, η κατάσταση είναι αρκετά περίπλοκη. Στο πεδίο των περιβαλλοντικών κινητοποιήσεων και διαµαρτυριών στην Ελλάδα για περιβαλλοντικά θέµατα, που αφορούν κυρίως την υποβάθµιση του φυσικού περιβάλλοντος από άλλες δραστηριότητες, υπάρχει µεγάλος όγκος ερευνητικών δεδοµένων και διαπιστώσεων (Kousis 2000; 2001; 2004, Theodossopoulos 2004; 2005 και Botetzagias 2000; 2001; 2003 στο Βέλλη, 2006.). Οι περισσότερες κινητοποιήσεις που έχουν µελετηθεί στην Ελλάδα είναι υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος. Όσον αφορά κινητοποιήσεις κατά της προστασίας του περιβάλλοντος, η ελληνική βιβλιογραφία είναι περιορισµένη. Από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγµατα είναι οι αντιδράσεις των κατοίκων της Ζακύνθου όταν έµαθαν για τη δηµιουργία του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου προστασίας της θαλάσσιας χελώνας Καρέττα-καρέττα, που προσέβαλε τα άµεσα συµφέροντα των κατοίκων, καθώς η περιοχή όπου θα γινόταν το Πάρκο περιελάµβανε ιδιοκτησίες τους (Theodossopoulos, 2003), όπου οι προστριβές συνεχίζονται ακόµα και σήµερα. Βέβαια και το ότι δεν είναι καταγεγραµµένες σε βιβλιογραφία κινητοποιήσεις κατά της προστασίας του περιβάλλοντος δεν σηµαίνει ότι δεν υπάρχουν. Για παράδειγµα υπάρχουν πολλές αλλά ανεπίσηµες πληροφορίες ότι στην Πελοπόννησο έγιναν οµαδικές δολοφονίες σε ένα είδος άγριου πουλιού, το Όρνιο, µε σκοπό να αποχαρακτηριστούν οι περιοχές που το προστάτευαν. Σύµφωνα µε τον Μελισσουργό (2008), παρόλο που ορισµένες κοινωνιολογικές κυρίως προσεγγίσεις δείχνουν ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τις τουριστικές δραστηριότητες γίνονται από νωρίς αντιληπτές από τις τοπικές κοινωνίες και αξιολογούνται ως αρνητικές, παρόλα αυτά οι αντιδράσεις δεν είναι συχνές (Tsartas 1992, Τσάρτας 2003α). Η εµφάνιση κοινωνικής κινητοποίησης ή άλλης συλλογικής δράσης ενάντια στον τουρισµό δεν αποτελεί συνηθισµένο φαινόµενο στον τουριστικά ανεπτυγµένο Ευρωπαϊκό Νότο παρόλη την εξειδίκευση της µακροπεριφέρειας αλλά και το µέγεθος των περιβαλλοντικών προβληµάτων (Kousis, 2000). Αυτό οφείλεται στα 75

79 χαρακτηριστικά της τουριστικής ανάπτυξης και την εξάρτηση της τοπικής απασχόλησης και επιχειρηµατικότητας από τον τουρισµό σε πολλές περιοχές. Το ίδιο φαινόµενο παρατηρείται και στις αγροτικές δραστηριότητες όπου οι κάτοικοι των περιοχών αυτών παραµερίζουν τις απαιτήσεις τους για καθαρό περιβάλλον ή την προστασία συγκεκριµένων ειδών από τις απειλές που προέρχονται από την άσκηση του της γεωργίας, επειδή αυτές ακριβώς οι δραστηριότητες τους εξασφαλίζουν οικονοµικά. Βέβαια, κάποιοι υποστηρίζουν ότι µακροπρόθεσµα τα ίδια αυτά οικονοµικά συµφέροντα θα οδηγήσουν στην ανάγκη για βιώσιµη ανάπτυξη και περιβαλλοντική προστασία, καθώς η εξάρτηση από τοµείς όπως ο τουρισµός θα κάνει τις τοπικές κοινωνίες να συνειδητοποιήσουν ότι εξαρτώνται άµεσα από την ποιότητα του περιβάλλοντός τους (Kousis 2000:470). Ωστόσο σε ορισµένες περιπτώσεις οι αρνητικές οικονοµικές επιπτώσεις της περιβαλλοντικής υποβάθµισης και άρα διακύβευσης της τουριστικής ανάπτυξης συνέβαλλαν στην ανάδυση διαµαρτυρίας (Kousis, 2003). εν είναι άγνωστη η αντίληψη δράσεων για την προστασία και διατήρηση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος έναντι της υποβάθµισης του από δραστηριότητες που ανταγωνίζονται τον τουρισµό, υφίστανται όµως και κινητοποιήσεις που κατευθύνονται ενάντια στον τουρισµό και αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος από τουριστικές δραστηριότητες (Kousis, 2000). Ένα άλλο παράδειγµα µε ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι αυτό των Βαλεαρίδων Νήσων στην Ισπανία. Κατά την περίοδο , έλαβαν χώρα στην περιοχή πολλές κινητοποιήσεις µε περιβαλλοντικό υπόβαθρο, καθώς το Κράτος σχεδίαζε την ανέγερση τουριστικών υποδοµών στο νησί Dragonera, που ανήκει στο σύµπλεγµα των Βαλεαρίδων. Το πλήθος των διαµαρτυρόµενων περιελάµβανε απλούς κατοίκους, οµάδες πολιτών, πολιτιστικές οµάδες, τοπικούς εκπροσώπους (αριστερών κατά κύριο λόγο) κοµµάτων, οικολογικές οργανώσεις κ.α.. Υποστήριζαν ότι τα σχέδια του Κράτους είχαν γίνει σε συνεργασία µε µια µεγάλη ιδιωτική κατασκευαστική εταιρεία και δεν λάµβαναν καθόλου υπόψη τους τις επιδράσεις που θα είχαν οι κατασκευές αυτές στο περιβάλλον της περιοχής. Σε αντιδιαστολή, οι κινητοποιούµενοι πρότειναν την επιβολή διατάξεων για την προστασία της περιοχής, των παράκτιων ζωνών και των ειδών χλωρίδας και πανίδας (Kousis 2000: ). Η πρωτοβουλία αυτή αποδεικνύει ότι η εµπλοκή των τοπικών κοινωνιών στο 76

80 σχεδιασµό για την ανάπτυξη µιας περιοχής είναι αναγκαία προκειµένου να βρεθεί η πλέον κατάλληλη λύση. Εύλογη, βέβαια, είναι η απορία αν κινητοποιήσεις τέτοιου χαρακτήρα είναι εύκολο να εµφανιστούν στην Ελλάδα, δεδοµένου του ότι οι άνθρωποι ακόµη δεν έχουν τόσο ανεπτυγµένη περιβαλλοντική συνείδηση. Παρόλα αυτά και στην Ελλάδα έχουµε µερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις αντιδράσεων σε έργα οικονοµικής εκµετάλλευσης που θα είχαν προφανή περιβαλλοντικό κόστος. Στις αρχές του 1990 στην Χαλκιδική υπήρξαν έντονες αντιδράσεις στα σχέδια επέκτασης του τουριστικού συγκροτήµατος Sani resort που περιελάµβανε γήπεδο γκολφ και ανέγερση εξοχικών κατοικιών δίπλα σε υγρότοπο. Οι αντιδρώντες προέρχονταν αρχικώς από την νοµαρχία και οικολογικές οµάδες. Όταν κατέφυγαν νοµικά στο ΣτΕ η τοπική κοινότητα µε τις οικολογικές οµάδες κέρδισαν αποτρέποντας την επέκταση του ξενοδοχείου µε µια σειρά διαδοχικές αποφάσεις της Ολοµέλειας. Το 2004 στο Νοµό Λασιθίου επιχειρείται η παραχώρηση δασικής έκτασης σε βρετανική εταιρεία, Loyalward ltd για τουριστική αξιοποίηση. Τον Απρίλιο του 2009, η Ολοµέλεια του Συµβουλίου της Επικρατείας, κάνει δεκτή την προσφυγή των περιβαλλοντικών οργανώσεων και 294 πολιτών κατά της µεγάλης τουριστικής επένδυσης της βρετανικής εταιρείας Loyalward σε έκταση 26 χιλιάδων στρεµµάτων στην περιοχή Natura στο Βάι, στο Κάβο Σίδερο του Νοµού Λασιθίου, ιδιοκτησίας της Μονής Τοπλού. Έτσι το ΣτΕ έκανε δεκτή την αίτηση ακύρωσης των 294 πολιτών, µε την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί η κοινή υπουργική απόφαση του Ήταν η απόφαση µε την οποία εγκρίνονταν οι περιβαλλοντικοί όροι «για την ολοκληρωµένη τουριστική ανάπτυξη πέντε παραθεριστικών χωριών και 7000 κλινών µαζί µε γήπεδο γκολφ και άλλες εγκαταστάσεις». Η απόφαση στηρίχτηκε στα περιβαλλοντικά επιχειρήµατα των αιτούντων επισηµαίνοντας ότι δεν υπήρξε καν πρόβλεψη οργανωµένης δραστηριότητας µε βάση τον χωροταξικό σχεδιασµό και απέρριψε τις παρεµβάσεις που έκαναν υπέρ της διατήρησης της υπουργικής απόφασης η βρετανική εταιρεία, η Μονή Τοπλού, το ίδρυµα Παναγία 77

81 Ακρωτηριανή, η Μητρόπολη Σητείας, τοπικοί φορείς, αγροτικοί συνεταιρισµοί, εµπορικοί σύλλογοι, ξενοδόχοι, αθλητικοί και πολιτιστικοί σύλλογοι κ.λ.π. 32. Αντιδράσεις υπάρχουν και στις Νηές Μαγνησίας όπου η πλειοψηφία των κατοίκων καθώς και περιβαλλοντικές οµάδες εναντιώνονται στα σχέδια της εταιρείας Dolphin Capital. Εντός των ορίων του έργου βρίσκεται δασική έκταση και οι εγκαταστάσεις των γηπέδων του γκολφ δεν έχουν περιβαλλοντική µελέτη. Όσον αφορά την αντιδικία για την ιδιοκτησία γης, στην οποία προστίθεται το γεγονός πως η Ι.Μ. ηµητριάδος έχει πουλήσει στην εταιρεία έκταση 1,638 στρεµµάτων, η οποία έχει κηρυχθεί από τη ιεύθυνση ασών Μαγνησίας ως δασική περιοχή. Το ζήτηµα της ιδιοκτησίας δασικής έκτασης από τη µονή και όχι από το ελληνικό δηµόσιο, όπως ορίζεται από την εθνική νοµοθεσία, προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Ζήτηµα στις αντιδράσεις είναι και το γεγονός ότι µέρος της παραλίας στην περιοχής όπου πραγµατοποιείται το έργο καλύπτεται από υγρότοπο δίπλα στον οποίο υπάρχει ακτή κολύµβησης. Ο συγκεκριµένος παράκτιος υγρότοπος είναι σηµαντικός για τα µεταναστευτικά παρυδάτια και υδρόβια πουλιά, ενώ, εντός του, έχουν παρατηρηθεί πολλά ψάρια, γεγονός που τον καθιστά σηµαντική πηγή ζωής για τα ψαροφάγα είδη πουλιών (Τσελεµέγκου, 2009 σελ. 75). Πρόσφατο παράδειγµα είναι στην Αταλάντη του νοµού Φθιώτιδα στην οποία σχεδιάζει την εγκατάσταση µεγάλης τουριστικής µονάδας µε το όνοµα «ATALANTI HILLS» που περιλαµβάνει 3 γήπεδα γκολφ, µεγάλες ξενοδοχειακές µονάδες και παραθεριστικές κατοικίες. Πρόκειται για µια επένδυση η οποία είχε σταµατήσει µετά την αντίδραση πολιτών και την άρνηση του ασαρχείου Αταλάντης να γνωµοδοτήσει να γίνει σε δασική έκταση (εκκρεµεί ακόµα η γνωµοδότηση των Νοµικών Υπηρεσιών στο Υπουργείο Γεωργικής Ανάπτυξης). 32 Με βάση τη µηνυτήρια αναφορά που έχει καταθέσει για την υπόθεση ο τότε πρόεδρος της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Αλέκος Αλαβάνος, τον Νοέµβριο του 2008 ζήτησε από την εισαγγελέα Εφετών Κρήτης Βασιλική Θεοδώρου να διενεργήσει έρευνα για την συγκέντρωση επιπλέον στοιχείων για τη διάπραξη κακουργηµατικών πράξεων όπως η απάτη σε βάρος του ηµοσίου εκ µέρους της Μονής, της άµεσης συνέργειας σε απάτη εκ µέρους δασικών υπαλλήλων και πραγµατογνωµόνων, της ψευδούς βεβαίωσης εκ µέρους υπαλλήλων της δασικής υπηρεσίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδείς βεβαιώσεις εκ µέρους της Μονής Κρήτης. Μάλιστα στο κείµενο της 25σέλιδης παραγγελίας του ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κάνει λόγο και την συµπεριφορά βουλευτών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι εξυπηρετούσαν συµφέροντα της Μονής, επηρεάζοντας πραγµατογνώµονες και υπαλλήλους του ηµοσίου. 78

82 Η Κίνηση Πολιτών που έχει συγκροτηθεί στην περιοχή είναι αρκετά ενεργή, ενώ υπάρχουν και υποστηρικτές του έργου αυτού 33. Το 1999 εµφανίζεται στην Πύλο Μεσσηνίας µια τοπική κίνηση πολιτών µε την ονοµασία ΚΙΝΩ, η οποία πρωτοστατεί στην άσκηση σηµαντικής κριτικής στην εγκατάσταση της Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας από την ΤΕΜΕΣ, επιχείρηση του ντόπιου επενδυτή-εφοπλιστή Β. Κωντσταντακόπουλου. Πρόκειται για την µακροβιότερη και ίσως περισσότερο εντατική και οργανωµένη κινητοποίηση του είδους, παρόλο που η ισχύς της θα µειωθεί έπειτα από µερικά χρόνια δίχως να έχει επιτύχει τις κεντρικές επιδιώξεις της. Ιδρύθηκε ως κίνηση της υπεράσπισης της περιοχής, της ανάδειξης του ιστορικού και φυσικού πλούτου, µε προτάσεις για εναλλακτική ανάπτυξη της περιοχής καθώς και µε προτάσεις επίλυσης προβληµάτων σε κοινωνικές και τεχνικές ελλείψεις. Αναφορικά µε την τουριστική επένδυση, η κίνηση εναντιώνεται στα γήπεδα γκολφ, στις απαλλοτριώσεις, την υποβάθµιση των γειτονικών υγροτόπων και της περιοχής Natura 2000, την κατασπατάληση του νερού, τη βίαιη αλλαγή χρήσεων γης, τις προνοµιακές νοµοθετικές ρυθµίσεις και ζητάει την µαταίωση της επένδυσης. Τα τρία βασικά αιτήµατα της κίνησης προς τον επενδυτή, που θα αποδείκνυαν το πραγµατικό του ενδιαφέρον για τον τόπο και θα τον έκαναν να δεσµευτεί για θετικές αναπτυξιακές συνέπειες στην τοπική οικονοµία, είναι: i. η απασχόληση του τοπικού πληθυσµού 33 Χαρακτηριστικά στις 1 Ιουνίου 2011, η πανεπιστηµιακός Νέλλυ Ψαρρού παρουσίασε το ντοκιµαντέρ «Golfland» στην Αταλάντη, προσκεκληµένη της Κίνησης Πολιτών, ωστόσο όµως πολίτες της περιοχής που µάχονται υπέρ της επένδυσης για το Atalanti Hills της επιτέθηκαν µε φραστικές αναφορές. Το συγκεκριµένο ντοκιµαντέρ περιορίζεται στον Ελλαδικό χώρο, όπου προσπαθεί να καταγράψει προσδοκίες, ελπίδες, αλλά και απογοητεύσεις από διάφορα σηµεία της χώρας όπου είτε δηµιουργήθηκαν, είτε έχουν εκφραστεί προθέσεις για να δηµιουργηθούν, γήπεδα γκολφ µαζί µε τουριστικές επενδύσεις. Αναλύοντας όλες τις περιοχές που έχουν καταγραφεί θετικά εγχειρήµατα από τους επιστήµονες ότι από µόνο του ένα γήπεδο γκολφ δεν έχει να προσθέσει κάτι, αλλά αντίθετα συνδυασµένο µε περιοχές δεύτερης κατοικίας αποκτά µια άλλη δυναµική και άλλη δυνατότητα. Καταλήγει στην πράξη ότι το σύνολο των εταιρειών που εµπλέκονται µε όλες αυτές τις επενδύσεις δεν είναι αυτές καθ αυτές που παρουσιάζονται, αλλά πρόκειται για κτηµατοµεσιτικές επιχειρήσεις, οι οποίες προσπαθούν να αποκτήσουν γη και δυνατότητες και να προωθήσουν έτσι τις οποιεσδήποτε επενδύσεις µέσα από διάφορες άλλες εταιρείες και από γνωστά funs του εξωτερικού. 79

83 ii. iii. η απορρόφηση από την ξενοδοχειακή µονάδα τοπικών προϊόντων η ανοικτή λειτουργία της Π.Ο.Τ.Α. (και όχι βασισµένη σε κλειστό σύστηµα όπως τα all inclusive). Τα µέλη της ΚΙΝΩ, πολίτες διαφορετικού µορφωτικού επιπέδου, επαγγελµατικής δραστηριότητας και από όλο το πολιτικό και ιδεολογικό φάσµα (αυτή η πολυσυλλεκτικότητα θεωρούν ότι ήταν το πλεονέκτηµά τους), από την πρώτη στιγµή παρακολούθησαν την υπόθεση και τις ενέργειες της επενδύτριας εταιρίας, της κεντρικής ή τοπικής εξουσίας καθώς και την στάση των Μ.Μ.Ε.. Κατά την διάρκεια της κινητοποίησης στην Πύλο αναπτύσσεται µια πολυδιάστατη κριτική απέναντι στα γήπεδα γκολφ και τις µεγάλες επενδύσεις ως «ατµοµηχανές» τοπικής ανάπτυξης. Η πρώτη τους ηµερίδα έγινε στις 31/3/2001 στην Πύλο όπου ήταν προσκεκληµένοι αρκετοί επιστήµονες για να τοποθετηθούν στο τι πρέπει να γίνει ώστε να υπάρξουν οφέλη από την λειτουργία αυτής της µεγάλης επένδυσης στην τοπική κοινωνία. Εκεί τέθηκαν για πρώτη φορά σε δηµόσιο έλεγχο τα σχέδια της ΤΕΜΕΣ Α.Ε. (του φορέα υλοποίησης της Π.Ο.Τ.Α Μεσσηνίας) καθώς και προτάσεις για ισόρροπη ανάπτυξη της κοινωνικο-οικονοµικής ζωής της περιοχής. Έκτοτε συµµετείχαν ενεργά σε αρκετές ηµερίδες (όπως αυτή ΙΝΕ ΓΣΕΕ-Α Ε Υ µε θέµα «Εργαζόµενοι και Τουρισµός» που έγινε στους Γαργαλιάνους στις 15/4/02) καθώς και συνδιοργάνωναν ηµερίδες µε σκοπό την ενηµέρωση των κατοίκων (όπως αυτή που διοργάνωσε ο ήµος Γαργαλιάνων στις 20/11/2004 µε την συµµετοχή των επενδυτών και µεγάλου αριθµού επιστηµόνων και µελετητών). Η συλλογή υπογραφών καθώς και η παρακίνηση να προσφύγουν νοµικά στο Συµβούλιο της Επικρατείας κάποιοι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, είναι µερικές από τις δράσεις τους. Στο σηµείο αυτό να αναφέρουµε ότι η Πύλος είναι ένας ιστορικός τόπος για το Οικολογικό κίνηµα στην Ελλάδα, όταν τη δεκαετία του 1970 η εξέγερση των κατοίκων εναντίον της εγκατάστασης ναυπηγείων απέτρεψε την υποβάθµιση του περιβάλλοντος. Η δράση της ΚΙΝΩ ήταν ιδιαίτερα έντονη κατά την περίοδο Σήµερα η δράση της συνεχίζεται παρόλο που δεν είναι της ίδια αρχικής έντασης. Σύµφωνα µε µέλος της κίνησης, «έχει σταµατήσει να είναι ενεργή, εξαιτίας της απογοήτευσης 80

84 των µελών, λόγω του ότι κάποιοι έφυγαν και δεν διαµένουν πλέον στην περιοχή, αλλά και λόγω το ότι ένα κοµµάτι άλλαξε στρατόπεδο, όπως η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία» Πληροφορίες για την κίνηση πολιτών ΚΙΝΩ δόθηκαν από ιδρυτικό µέλος, κατόπιν συνέντευξης. 81

85 Κεφάλαιο 3 Η Περιοχή Ολοκληρωµένης Τουριστικής Ανάπτυξης - Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας αποτελεί το αντιπροσωπευτικό παράδειγµα της νέας τάσης επενδύσεων στην Ελλάδα (σύµφωνα µε τον Μελισσουργό (2008), η νέα τάση επενδύσεων δεν προσεγγίζει πλέον τον τουρισµό ως «προϊόν» ή ως «υπηρεσία», αλλά ως «συνολική εµπειρία» για τον τουρίστα - καταναλωτή). Ο νόµος 2545/1997 ορίζει ότι οι Π.Ο.Τ.Α., όπως και οι Βιοµηχανικές Περιοχές, αφορούν πάντοτε δηµόσια ωφέλεια. Παρόλο δηλαδή που είναι µια ιδιωτική επένδυση για πρώτη φορά στον τουρισµό υποστηρίζεται από το νοµικό πλαίσιο και θεωρείται ότι αφορά δηµόσιο συµφέρον επιτρέποντας την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων υπέρ του φορέα και µε δαπάνες του για την εκτέλεση έργων υποδοµής ή κάθε άλλου έργου απαραίτητου για την εγκατάσταση και λειτουργία της επιχείρησης. Την υλοποίηση των σχεδίων κατασκευής και εκµετάλλευσης περιοχών Π.Ο.Τ.Α. αναλαµβάνει η εταιρία ΤΕΜΕΣ A.E. (Τουριστικές Επιχειρήσεις Μεσσηνίας Α.Ε.), συµφερόντων της εφοπλιστικής οικογένειας Βασιλείου Κωνσταντακόπουλου 35. Ανατρέχοντας στο παρελθόν θα διαπιστώσουµε ότι οι επίσηµες διαδικασίες σχετικά µε τις Π.Ο.Τ.Α. στην Ελλάδα άρχισαν τον Ιανουάριο του 1997 όταν ο Ε.Ο.Τ. δηµοσίευσε σχετική πρόσκληση και ανταποκρίθηκαν δύο µόνο επενδυτικές οµάδες. Από αυτές µόνο η περίπτωση της Μεσσηνίας συνέχισε το ενδιαφέρον της και κρίθηκε προωθητέα. Μέχρι σήµερα η Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας είναι η µοναδική εφαρµογή του σχετικού νόµου 36. Συγκεκριµένα στις 27/7/1997 κατά τη Συνεδρίαση της 3ης Επιτροπής Παρακολούθησης του προγράµµατος του Β Κ.Π.Σ. «Τουρισµός Πολιτισµός», η Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας εντάχθηκε καταρχήν στο Μέτρο 1.4. για επένδυση 40,5 δισ. δρχ. στο πλαίσιο της «ιαφοροποίησης του τουριστικού προϊόντος και µέσω αυτής της επιµήκυνσης της τουριστικής περιόδου». Η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στους επενδυτές µε το υπ. αριθµ / έγγραφο του ΕΟΤ. Από το παραπάνω γίνεται σαφές ότι το ύψος της επένδυσης καλύπτεται εκτός από ιδιωτική συµµετοχή (ίδια κεφάλαια και τραπεζικός δανεισµός) και από δηµόσια δαπάνη 35 Ο Β. Κωνσταντακόπουλος είναι µέλος του Σ της ΕΘΝΙΚΗΣ, του ανήκει η «Costamare», η µεγαλύτερη ελληνική εταιρεία εµπορευµατοκιβωτίων µε συνολικά 51 πλοία, το 2006, η εταιρεία παρέλαβε το µεγαλύτερο πλοίο µεταφοράς εµπορευµατοκιβωτίων στον κόσµο µε την επωνυµία «COSCO HELLAS». 36 Για την συγκεκριµένη νοµοθετική ρύθµιση υπάρχουν σαφείς υπόνοιες από τον εθνικό και τοπικό τύπο για φωτογραφικές διατάξεις υπέρ της συγκεκριµένης επιχειρηµατικής επένδυσης. 82

86 (κοινοτική και εθνική συµµετοχή), όπου η άµεση δηµόσια επιχορήγηση ανέρχεται στα 145εκ., µε ποσοστό χρηµατοδότησης 45% του κόστους επένδυσης 37. Το 2000, σε συνέχεια του Μέτρου 4.1 του Β Κ.Π.Σ., στα πλαίσια του 6ετούς ( ) Επιχειρησιακού Προγράµµατος «Ανταγωνιστικότητα» (ΕΠΑΝ) του Υπουργείου Ανάπτυξης, η έννοια της Π.Ο.Τ.Α. ενσωµατώνεται στις προτεραιότητες της εθνικής στρατηγικής για τον τουρισµό, ως έργο εθνικής σηµασίας. Έτσι, στον Άξονα Προτεραιότητας 5 του ΕΠΑΝ (από τους 7) που αναφέρεται στον τουρισµό, στο πρώτο µέτρο, στο Μέτρο 5.1. υπάρχει σχετική αναφορά και πρόβλεψη για τις Π.Ο.Τ.Α.. Το 2001 µε την ΚΥΑ 24069/3817/ (ΦΕΚ 887/ ) χαρακτηρίζονται οι περιοχές της Π.Ο.Τ.Α. και οριοθετούνται, ενώ εγκρίνονται οι χρήσεις γης και όροι εκµετάλλευσης και τίθενται οι περιορισµοί και οι όροι προστασίας του περιβάλλοντος. Με το νόµο αυτό υλοποιείται σήµερα η επένδυση της Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας (ή Costa Navarino όπως είναι το εµπορικό της όνοµα) στην ευρύτερη περιοχή της Πύλου. Οι εγκαταστάσεις της Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας τοποθετούνται σε τέσσερις περιοχές, στην περιοχή του Ρωµανού, της Πύλου, του Κυνηγού και του Ριζόµυλου. Το κάθε τµήµα Π.Ο.Τ.Α. µε τον εισαγωγικό νόµο που τις θεσπίζει και τις περιγράφει, περιλαµβάνει ένα σύνολο τουριστικών εγκαταστάσεων, εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδοµής (π.χ. γήπεδα golf) και συµπληρωµατικές εγκαταστάσεις αναψυχής, άθλησης και διάθεσης ελεύθερου χρόνου. Αυτή την στιγµή η Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού βρίσκεται σε λειτουργία από τον Μάιο του 2010 και κατασκευάζεται η Π.Ο.Τ.Α. Πύλου 38. Παρόλο που µέρος της επένδυσης λειτουργεί µόλις έναν χρόνο, είναι ιδιαίτερα γνωστή στο ελληνικό κοινό κυρίως µέσω της διαφήµισης και προβολής της στα ΜΜΕ και στον έντυπο τύπο. Η επένδυση αυτή θεωρείται ότι αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγµα της νέας τάσης τουριστικών επενδύσεων, οι οποίες χωροθετούνται σε περιοχές µε ιδιαίτερη πολιτισµική και φυσική αξία και έχουν αιχµές τα γήπεδα γκολφ, την αγορά παραθεριστικής κατοικίας και συµπληρωµατικές υπηρεσίες τα συνεδριακά και ιατρικά κέντρα, τις αθλητικές δραστηριότητες, τις θαλασσοθεραπείες και άλλα. Ενδιαφέρον έχει ότι γύρω από την 37 Πρέπει να σηµειώσουµε ότι το όλο εγχείρηµα για τη δηµιουργία της Π.Ο.Τ.Α. είχε την άµεση υποστήριξη και από τα δύο µεγάλα κόµµατα, Ν και ΠΑΣΟΚ. 38 Στην Π.Ο.Τ.Α. Πύλου δεν έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή της αλλά πιθανότατα από τον Σεπτέµβριο του 2011 θα λειτουργήσει το γήπεδο γκολφ που έχει απέναντι από την Σφακτηρία 83

87 επένδυση αυτή έχει δηµιουργηθεί σηµαντική συζήτηση και αντιδράσεις οι οποίες αποτελούν µέρος της εργασίας και θα σχολιαστούν παρακάτω. 3.1 Η ευρύτερη περιοχή του έργου Η Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας όπως είδαµε χωροθετείται στον Νοµό Μεσσηνίας. Η ακτογραµµή του Νοµού Μεσσηνίας εκτείνεται σε µήκος 250 χλµ., αποτελώντας το 21% της συνολικής ακτογραµµής της Περιφέρειας. Από το συνολικό µήκος ακτογραµµής του Νοµού Μεσσηνίας, µόνο το µισό περίπου (δηλ. τα 120,5 χλµ.) είναι κατάλληλο για κολύµβηση λόγω της δυσπρόσιτης µορφολογίας του. Το κλίµα του νοµού είναι θαλάσσιο µεσογειακό, µε ήπιο τον χειµώνα και δροσερό το καλοκαίρι, ενώ διαφοροποιείται µεταξύ παράκτιων, ορεινών και πεδινών περιοχών. Η µέση ετήσια θερµοκρασία είναι 22,4 C. Γενικότερα, σύµφωνα µε εµπειρογνώµονες µετεωρολόγους, το κλίµα του Ιονίου είναι από τα πλέον προνοµιούχα κλίµατα και γι αυτό ο νοµός χαρακτηρίζεται και ως Ανατολική Ριβιέρα. Οι βροχοπτώσεις, είναι σχετικά µεγάλες και αυξάνονται από τις παράκτιες προς τις πεδινές και ορεινές περιοχές όπου όµως ο µέσος αριθµός ηµερών µε βροχόπτωση είναι πολύ χαµηλός ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς µήνες. Το έδαφος της Μεσσηνίας είναι στο µεγαλύτερο τµήµα του ορεινό και ηµιορεινό. Αναλυτικά, κατανέµεται ως εξής: 34,9% πεδινό, 25% ηµιορεινό και 40,1% ορεινό. Ανατολικά η Μεσσηνία κυριαρχείται από τον ορεινό όγκο του Ταϋγέτου (µε την κορυφή του Προφήτη Ηλία στα µ.) ο οποίος και αποτελεί φυσικό σύνορο µε τη Λακωνία, το βορειοανατολικό άκρο της οριοθετείται από το όρος Λύκαιο (µε µ.), νοτιότερα εκτείνεται το όρος Τετράζιο (1.389µ.) ενώ δυτικά υψώνονται τα χαµηλά Όρη της Κυπαρισσίας (1.218µ.). Στο Νοµό Μεσσηνίας βρίσκονται 3 από τα 15 θεσµοθετηµένα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους της Περιφέρειας Πελοποννήσου Οι περιοχές αφορούν σε οικισµούς, οι οποίοι εντάσσονται στο πολιτιστικό δυναµικό του Νοµού και αποτελούν πόλους έλξης επισκεπτών. Επιπλέον στην περιοχή υπάρχουν και αρκετές θεσµοθετηµένες προστατευόµενες περιοχές (Natura 2000, ΚΑΖ και άλλα). Σύµφωνα µε που έχουν διεξαχθεί κατά καιρούς, ο νοµός είναι πολύ πλούσιος σε αρχαιολογικά µνηµεία. Η Μεσσηνίας παράγει 1,1% του ακ. εγχώριου προϊόντος. Είχε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φυσικής µείωσης του πληθυσµού τα έτη (υπεροχή 84

88 γεννήσεων/1.000 κατοίκους: - 4,6 το 2001) και χαµηλή αναλογία µαθητών ηµοτικού ανά κατοίκους (52 έναντι µέσου όρου χώρας 59). Μεταξύ των απογραφών 1991 και 2001 ο πληθυσµός του αυξήθηκε 5,9%. Στη γεωργία αναλογεί το 1/5 του προϊόντος του νοµού και εκεί παράγεται 2,9% του συνολικού γεωργικού προϊόντος της χώρας. Στη µεταποίηση αναλογεί το 1,6%, εκεί δε παράγεται µόνο 0,1% της συνολικής µεταποιητικής παραγωγής της χώρας. Οι επενδύσεις των βιοµηχανικών επιχειρήσεων του νοµού, αφού διατηρήθηκαν σε χαµηλά επίπεδα τη 2ετία , το 2000 αυξήθηκαν σηµαντικά, σύµφωνα µε τα στοιχεία της Ετήσιας Βιοµηχανικής Έρευνας της ΕΣΥΕ. Με κατά κεφαλή προϊόν 2,8 εκατ. δρχ. κατατάσσεται 47ος µε βάση το κριτήριο αυτό µε 69% του µέσου Ελλάδας το Ανά 100 κατοίκους του αναλογούν 0,9 νέες κατοικίες και 47 τηλεφωνικές συνδέσεις (µέσος όρος χώρας 1 το 2001 και 54 αντίστοιχα το 2000) και 14 αυτοκίνητα (µέσος χώρας 31 το 2001). To 2002 οι πωλήσεις νέων επιβατικών Ι.Χ. µειώθηκαν 1,9%, µε µείωση 3,2% στο σύνολο της χώρας. Με δηλωθέν εισόδηµα 1,1 εκατ. ανά κάτοικο το 2001 (άνοδος 10%, 65% του µέσου όρου της Ελλάδας) και καταθέσεις 1,4 εκατ. δρχ. ανά κάτοικο το 2000, οι κάτοικοί του πλήρωσαν το 2001 κατά µέσο όρο για φόρο εισοδήµατος 68 χιλ. δρχ., έναντι µέσου όρου για τη χώρα 142 χιλ. δρχ. Σε αυτόν αναλογεί 1,3% των φορολογουµένων (άνοδος 2,1% το 2002), 1,1% του δηλωθέντος εισοδήµατος της χώρας (+9,6%) και 0,8% του φόρου εισοδήµατος φυσικών προσώπων (+10,4%). Είναι η 5η παραγωγός περιοχή ελαιολάδου (η 1η το 2001) µε 6% της παραγωγής της χώρας και η 8η στην παραγωγή πατάτας µε 4% το Η αναλογία τροχαίων ατυχηµάτων ανά κατοίκους το 2001 ήταν 1 µε µέσο χώρας 1,8, ενώ τα ατυχήµατα µειώθηκαν 9% το Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από την προηγούµενη απογραφή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) το 2001 και πιθανότατα δεν αντιπροσωπεύουν την σηµερινή κατάσταση. Την περίοδο που γράφεται αυτή η εργασία, δεν έχουν δοθεί στη δηµοσιότητα τα πρόσφατα στοιχεία της απογραφής που έγινε τον Μάιο του

89 Πίνακας 4: είκτες ευηµερίας του Νοµού Μεσσηνίας Νοµός Μεσσηνίας Μέσος όρος χώρας Κατάταξη σε σχέση µε τους 52 νοµούς ΑΕΠ κατά κεφαλή ,77 εκατ.δρχ. 4,05 47 Κατά κεφαλή απ.ο.τ.α. µιευτικές καταθέσεις ,40 εκατ.δρχ. 1,79 23 ηλωθέν εισόδηµα ανά κάτοικο ,11 εκατ.δρχ. 1,69 37 Φόρος εισοδήµατος ανά κάτοικο χιλ.δρχ Φυσική αύξηση πληθυσµού/ 1000 κατοίκους ,61-0,01 48 Μαθητές δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης/ 1000 κατοίκους Μαθητές δηµοτικού/ 1000 κατοίκους Συµµετοχή στα συνολικά µεγέθη της χώρας ΑΕΠ ,1% 21 Φορολογούµενοι ,3% 16 ηλωθέν στην εφορία εισόδηµα ,1% 18 Φόρος εισοδήµατος φ.π ,8% 18 αποταµιευτικές καταθέσεις ,3% 13 Πηγή: ΠΕΠ Πελοποννήσου (http://www.peloponnisos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=83&itemid=64) Σύµφωνα µε την ανάλυση που έχει προηγηθεί ο Νοµός Μεσσηνίας, αν και είναι ένας παράκτιος νοµός µε εκτεταµένες πεδιάδες, εύφορο έδαφος, πλούσιους και εξαιρετικούς 86

90 πολιτιστικούς αρχαιολογικούς χώρους, εκτεταµένη ακτογραµµή και ένα σωρό άλλα πλεονεκτήµατα εντούτοις βάση των οικονοµικών στοιχείων ο νοµός µπορεί να χαρακτηριστεί ως προβληµατικός. Σύµφωνα µε τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το 2001 στον νοµό Μεσσηνίας απασχολούνται στον κλάδο «Ξενοδοχεία Εστιατόρια» άτοµα (οικονοµικά ενεργός πληθυσµός), που αντιστοιχεί στο 1,16% του συνολικού ενεργού πληθυσµού που απασχολείται στον κλάδο αυτό σε επίπεδο χώρας. Εντούτοις, ο συνολικός αριθµός των ατόµων στον ίδιο κλάδο για τους ήµους Γαργαλιάνων, Νέστορος, Πεταλιδίου και Πύλου, είναι µόλις 360 άτοµα από τα άτοµα περίπου (το 10% περίπου) που απασχολούνται συνολικά στον Νοµό. Οι τέσσερις ήµοι παρουσιάζουν αύξηση το 2001 στα ποσοστά τους σε σχέση µε το 1991, µε καλύτερο το ήµο Πεταλιδίου, ο οποίος εµφανίζει ποσοστό +56% όταν το ποσοστό αύξησης του Νοµού και της χώρας στον κλάδο αυτό είναι +44%. Αντίθετα, οι άλλοι ήµοι εµφανίζουν κατώτερα του µέσου όρου ποσοστά, µε τους ήµους Νέστορος και Πύλου να εµφανίζουν περίπου +36% ενώ ο ήµος Γαργαλιάνων µόλις 6%. Επίσης, από τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. της απογραφής του 2001, µε βάση την ηλικιακή κατανοµή των εργαζοµένων στον κλάδο αυτό, παρατηρείται ότι το 31% των εργαζοµένων αυτών είναι κάτω από 30 χρονών, το 53% είναι µεταξύ 30 και 50 χρονών και το 16% πάνω από πενήντα χρονών (σηµ. αντίστοιχα ποσοστά εµφανίζονται και σε επίπεδο χώρας). Σύµφωνα µε την Μελέτη Τουριστικής Ανάπτυξης Πελοποννήσου του ΕΟΤ 40 ο νοµός Μεσσηνίας: Είναι ο 3 ος Νοµός της Περιφέρειας σε τουριστική κίνηση µετά τους Νοµούς Αργολίδας και Κορινθίας. Κατά το 1999, ο Νοµός συµµετέχει κατά 22% στην τουριστική κίνηση της Περιφέρειας Πελοποννήσου, τόσο στις αφίξεις όσο και στις διανυκτερεύσεις. Σε σχέση µε τις αρχές της δεκαετίας του 90, η συµµετοχή του Νοµού στη συνολική τουριστική κίνηση της Περιφέρειας φαίνεται να έχει ενταθεί, καθώς η συµµετοχή του κατά το 1990 διαµορφωνόταν στο 14% επί των αφίξεων και στο 13% επί των διανυκτερεύσεων του Νοµού. 40 βλ. Μελέτη: ΕΟΤ- Τουριστική Ανάπτυξη Περιφέρειας Πελοποννήσου Α Φάση, Συµπράττοντες µελετητές: Αλ. Κοτζαµπόπουλος Γ. Παυλάκης, Ιούνιος

91 Οι περισσότεροι τουρίστες, όπως και στους υπόλοιπους Νοµούς, πλην της Αργολίδας, είναι Έλληνες σε ποσοστό που πλησιάζει το 77% για τις αφίξεις και το 63% για τις διανυκτερεύσεις. Από τους αλλοδαπούς, οι οποίοι είναι κατά κύριο λόγο Ευρωπαίοι, κυριαρχούν οι Άγγλοι, οι Γερµανοί, οι Γάλλοι, οι Ελβετοί, οι Ολλανδοί και οι Ιταλοί, ενώ σηµειώνεται µικρή παρουσία Αµερικανών και Ιαπώνων επισκεπτών. Η τουριστική κίνηση σε ετήσια βάση σηµειώνει τις υψηλότερες τιµές της στο διάστηµα Μαΐου-Σεπτεµβρίου και κορυφώνεται στο δίµηνο Ιουλίου-Αυγούστου, το οποίο συγκεντρώνει περισσότερο από το 40% των διανυκτερεύσεων. Η µέση διάρκεια παραµονής στο Νοµό κυµαίνεται στις 2-3 ηµέρες. Βεβαίως, η µέση διάρκεια παραµονής εξαρτάται άµεσα από τον προορισµό. Παραθεριστικές περιοχές όπως η Στούπα και η Καρδαµύλη, το Πεταλίδι και η Αιπεία κλπ., έχουν υψηλή µέση διάρκεια παραµονής, ειδικά στη Στούπα, η µέση διάρκεια παραµονής φθάνει τις 7 ηµέρες. Σε περιοχές όπως η Πύλος, η Μεθώνη και η Κορώνη, η µέση διάρκεια παραµονής διαµορφώνεται σε µέσα επίπεδα. Οι περισσότερες τουριστικές µονάδες είναι οικογενειακές επιχειρήσεις και η διαχείριση και λειτουργία τους γίνονται από τα µέλη της οικογένειας. Οι διεθνείς προδιαγραφές δεν πληρούνται απόλυτα, η ποιότητα των υπηρεσιών είναι αµφισβητούµενη και η συνεργασία µε τοπικούς και κρατικούς τουριστικούς φορείς είναι περιορισµένη. Η συντριπτική πλειοψηφία των µονάδων δεν χρησιµοποιεί tour operators για την προώθηση των δωµατίων. Στον τοµέα της πληρότητας σηµαντικό ρόλο παίζει η µη ανάδειξη και η µη εκµετάλλευση άλλων, εναλλακτικών µορφών τουρισµού (όπως ο οικολογικός, ο χιονοδροµικός, ο θρησκευτικός, ο εξειδικευµένος πολιτιστικός, ο αθλητικός διαφόρων τύπων κ.α.) οι οποίες θα µπορούσαν να διευρύνουν τις επιλογές των τουριστών, δρώντας θετικά υπέρ της επιµήκυνση της τουριστικής σαιζόν και της διεύρυνσης / µεγέθυνσης της τουριστικής δραστηριότητας. Ο µεσσηνιακός τουρισµός, έχει µικρό αριθµό τουριστικών καταλυµάτων που ως επί το πλείστον είναι κυρίως συγκεντρωµένα στην περιοχή της Καλαµάτας. Παρά την αύξηση των µεγεθών κατά τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλή εποχικότητα και προβλήµατα ποιότητας. 88

92 Όπως έχουµε ήδη αναφέρει, η Π.Ο.Τ.Α. Ρωµανού βρίσκεται σε λειτουργία από τον Μάιο του 2010 και αυτή την στιγµή συνεχίζονται οι εργασίες για την κατασκευή της Π.Ο.Τ.Α. Πύλου. Ο δήµος Πύλου ανήκει στην επαρχία Πυλίας και έχει πληθυσµό κατοίκους (απογραφή 2001). Το κέντρο δραστηριοτήτων της περιοχής είναι η µικρή παραλιακή πόλη της Πύλου µε το φυσικό της λιµάνι η οποία απέχει 52χλµ. από την Καλαµάτα. Η πόλη, χτίστηκε το 1828 από το Γάλλο στρατηγό Maison µετά την ναυµαχία του Ναυαρίνο και έχει διατηρήσει την αρχική της µορφή χωρίς σηµαντικές αλλαγές. Είναι χτισµένη αµφιθεατρικά σε δυο λόφους και αρχιτεκτονικά έχει νησιώτικο χαρακτήρα, µε διώροφα σπίτια µε καµάρες. Το χωριό Ρωµανός ανήκει στην επαρχία της Πυλίας και βρίσκεται ανάµεσα στα ανάκτορα του Νέστορος και στον όρµο του Ναβαρίνου, 60χλµ. από την Καλαµάτα και 10χλµ από την Πύλο. Ο Ρωµανός ξεχωρίζει για τη γραφική του παραλία, µήκους 2χλµ. και για τους αµπελώνες του. 89

93 Χάρτης 4: ορυφορική εικόνα Landsat για την ευρύτερη περιοχή της Πύλου Μεσσηνίας Η οικονοµία της περιοχής ανέκαθεν βασιζόταν στην εµπορευµατική γεωργία για εξαγωγή (σταφίδα, σουλτανίνα, κρασί, λεµόνια, σύκα ξερά), στην αγελαδοτροφία και τον τουρισµό. Στην Πυλία βρίσκονται οι ξακουστές παραλίες της Βοϊδοκοιλιάς, της Γιάλοβας και της Χρυσής Ακτής. Η λιµνοθάλασσα της Γιάλοβας ή αλλιώς το ιβάρι βρίσκεται νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου στην Πύλο 41. Μαζί µε τον κόλπο του Ναυαρίνου, την νησίδα Σφακτηρία, τον όρµο της Βοιδοκοιλιάς και την παραλία του Ρωµανού αποτελεί ένα µέρος ξεχωριστής οµορφιάς και ενδιαφέροντος, τους υγρότοπους της Πύλου. 41 Η περιοχή αυτή έχει συµπεριληφθεί και στο ερευνητικό πρόγραµµα που αφορά στην εναλλακτική ανάλυση και τεκµηρίωση των σύγχρονων ελληνικών πολιτισµικών τοπίων το Υλοποιήθηκε από το Τµήµα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστηµίου και το κοινωφελές ίδρυµα Ιωάννη Σ. Λάτση (http://www.greekscapes.gr/index.php/ /landscapescat/ /130- gialova.html). 90

94 Η περιοχή αποτελείται από πολλά οικοσυστήµατα µε διαφορετικούς τύπους βλάστησης και ζωικών οργανισµών µε έντονη αλληλεξάρτηση. Ο βάλτος µε τους καλαµιώνες, τα υγρά λιβάδια, οι λασπώδεις περιοχές, οι αµµοθίνες και η θαµνώδης βλάστηση εντάσσονται σε αυτά τα οικοσυστήµατα. Πίσω από τον υγρότοπο υπάρχει µια ενδιάµεση ζώνη καλλιεργήσιµης γης και µακκίας. Η Λιµνοθάλασσα της Γιάλοβας είναι ένας υφάλµυρος υγρότοπος που δέχεται την εισροή του θαλασσινού νερού και των γλυκών νερών των ποταµών Τυφλοµύτη και Ξερολάγκαδο. Στη δεκαετία του 50 έπεσε και αυτή θύµα της πολιτικής των αποξηράνσεων, όµως λόγω των πλούσιων υπόγειων νερών, τα αποστραγγιστικά έργα απέτυχαν. Το µέγεθός της µειώθηκε κατά το 1/3, ενώ δείγµα των σφαλµάτων της προηγούµενης γενιάς παραµένουν τα κανάλια, οι τάφροι και ο εσωτερικός δρόµος, που αλλοίωσαν το οικοσύστηµα της λιµνοθάλασσας, άλλαξαν τη ροή των ποταµών και µείωσαν την εν δυνάµει παραγωγικότητά της. Παρ όλα αυτά, η φύση αντιστέκεται και (αν και σε µικρότερη κλίµακα) παραµένει ένα πλούσιο οικοσύστηµα που φιλοξενεί πολλούς και θαυµαστούς επισκέπτες 42 (Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία). Η έκταση του παράκτιου αυτού υγροτόπου είναι σήµερα 2.5 χιλιόµετρα και µαζί µε την περιµετρική του ζώνη φτάνει τα περίπου στρέµµατα. Είναι µια ρηχή υφάλµυρη λιµνοθάλασσα µε έλη που στεγνώνει κατά ένα µέρος το καλοκαίρι. Γύρω από αυτήν υπάρχουν αµµώδεις και λασπώδεις παραλίες ανάµικτες µε αλίπεδα και υφάλµυρα έλη και δάση µε είδη αρµυρικιών. Η εύφορη γη του υγροτόπου, τα πλούσια σε ψάρια νερά, η µεγάλη ποικιλία άγριας ζωής, παρείχαν πάντα τα αγαθά τους στον άνθρωπο. Σήµερα, ο υγρότοπος είναι τόπος ιδανικός για την επιστηµονική έρευνα, την περιβαλλοντική εκπαίδευση και την απόλαυση της φύσης. Σύµφωνα µε την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία (http://www.ornithologiki.gr/), στη λιµνοθάλασσα της Γιάλοβας µέχρι τώρα έχουν καταγραφεί 16 είδη οικοτόπων 271 είδη πουλιών, 34 είδη ερπετών, 28 είδη θηλαστικών και 16 είδη ψαριών. Η λιµνοθάλασσα της Γιάλοβας είναι ο νοτιότερος διεθνούς σηµασίας µεταναστευτικός σταθµός των

95 Βαλκανίων για τα πουλιά 43. Από τα 271 είδη πουλιών που έχουν έως τώρα παρατηρηθεί στην περιοχή, τα 81 είναι προστατευόµενα σύµφωνα µε την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ. Το είδος που φωλιάζει σε πιο σηµαντικούς αριθµούς στον υγρότοπο είναι ο Καλαµοκανάς Himantopus himantopus. Σηµαντικά είναι κάποια είδη που φωλιάζουν στη µακία βλάστηση και τους λόφους. Η Λιοστριτσίδα Hippolais olivetorum και το Κουφαηδόνι Cercotrichas galactotes είναι δύο από αυτά. Πολύ σηµαντικά για φώλιασµα είναι τα βράχια στους λόφους αλλά ιδιαίτερα στη Σφακτηρία η οποία αποτελεί ίσως το τελευταίο καταφύγιο στην περιοχή για το φώλιασµα ειδών όπως ο Πετρίτης Falco peregrinus και τα Αγριοπερίστερα. Η περιοχή είναι σηµαντική για διαχειµάζοντα και υδρόβια πουλιά µεταξύ των οποίων της χαλκόκοτας (Glossy ibis), του βαλτότρυγγα (Marsh sandpiper), του νεροχελίδονου (Collared pratincole) και του γελογλάρονου (Gull-billed term) (http://www.ornithologiki.gr/). Η περιοχή της Πύλου είναι η µοναδική περιοχή της Ευρώπης που ζει το είδος του Αφρικανικού χαµαιλέοντα (Chameleo africanus) 44 το οποίο προστατεύεται από την συνθήκη CITES (Εικόνα 7). Ένα ακόµα είδος που φωλιάζει στην παραλία Ρωµανού είναι οι χελώνες Caretta caretta, το οποίο αντιµετωπίζει υψηλό κίνδυνο εξαφάνισης και προστατεύεται από µία σειρά διεθνών συµβάσεων. Παρ όλα αυτά, ο µεσογειακός πληθυσµός της συνεχώς µειώνεται (κυρίως απειλείται από τη ρύπανση της θάλασσας, καθώς και από την υποβάθµιση των ακτών ωοτοκίας τους). 43 Η λιµνοθάλασσα της Γιάλοβας είναι ο πρώτος υγρότοπος διεθνούς σηµασίας που συναντούν στα Βαλκάνια τα εκατοµµύρια πουλιά που την άνοιξη εγκαταλείπουν τις περιοχές διαχείµανσης στην Κεντρική Αφρική και µεταναστεύουν προς βορρά για να αναπαραχθούν (http://www.ornithologiki.gr/page_cn.php?tid=1692) /130-gialova.html 92

96 Εικόνα 7: Το ενδηµικό είδος Chameleo africanus. Φωτογραφία: S. Selinger, Πηγή: Στο βόρειο άκρο της λιµνοθάλασσας υπάρχουν βράχοι ή βραχώδεις ακτές που δίνουν την εντύπωση της συνέχειας της νήσου Σφακτηρίας. Η νήσος Σφακτηρίας είναι ένα λοφώδες νησί, µε ασβεστολιθικό υπόστρωµα και ύψος 106 µ., ανήκει και αυτό στους υγροτόπους της Πύλου. Επίσης, µεταξύ της λιµνοθάλασσας και της ακτής φύονται αµµοθίνες και σχηµατισµοί µε άρκευθο τη φοινικική. Τέλος, στο νότιο τµήµα της βρίσκεται µια µικρή διώρυγα µε την οποία επικοινωνεί µε το κόλπο της Πύλου (http://www.kalamatacvb.gr/protected_areas.php). Οι παραπάνω περιοχές, καθώς περιλαµβάνουν οικοσυστήµατα σπουδαίας περιβαλλοντικής αξίας (προστατευόµενες ακτές, λιµνοθάλασσες, παρόχθιο δάσος, ποτάµια και εκβολές, ρέµατα κ.α.) έχουν δηλωθεί εδώ και καιρό στον Εθνικό Κατάλογο των σηµαντικών οικοτόπων του προγράµµατος Νatura Εκτός από την ίδια τη λιµνοθάλασσα, ως Περιοχές Προστασίας της Φύσης έχουν επίσης χαρακτηρισθεί: η νήσος Σφακτηρία η οποία αποτελεί καταφύγιο για πολλά αρπακτικά πουλιά η παραλία της Βοϊδοκοιλιάς η οποία επιπρόσθετα έχει χαρακτηρισθεί ως «Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλους» το παραποτάµιο δάσος του ποταµού Σέλας οι αµµουδιές του Ιονίου (Ρωµανού, Πετροχωρίου και Βοϊδοκοιλιάς) στις οποίες κάθε καλοκαίρι γεννά τα αυγά της η θαλάσσια χελώνα Caretta caretta. Συγκεκριµένα η περιοχή έχει ενταχθεί στον Εθνικό Κατάλογο προστατευόµενων περιοχών και στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο προστατευόµενων περιοχών NATURA 2000 µε την ονοµασία «Λιµνοθάλασσα Πύλου ( ιβάρι) και νήσος Σφακτηρία» ως Τόπος Κοινοτικής Σηµασίας (ΤΚΣ-SCI), κωδικός Natura 2000: GR µε έκταση 3548,06 93

97 εκτάρια και ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ-SPA) κωδικός Natura 2000: GR µε έκταση 998,00 εκτάρια. Τµήµα της πε&