ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ"

Transcript

1 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΤΜΗΜΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚO ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ Κασσάνδρα Σ. Τόλια Διπλωματική Εργασία που υποβλήθηκε στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς ως μέρος των απαιτήσεων για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην Εφαρμοσμένη Στατιστική Πειραιάς Φεβρουάριος 2012 i

2 ii

3 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΤΜΗΜΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚO ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΕ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ Κασσάνδρα Σ. Τόλια Διπλωματική Εργασία που υποβλήθηκε στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς ως μέρος των απαιτήσεων για την απόκτηση του Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην Εφαρμοσμένη Στατιστική Πειραιάς Φεβρουάριος 2012 iii

4 Η παρούσα Διπλωματική Εργασία εγκρίθηκε ομόφωνα από την Τριμελή Εξεταστική Επιτροπή που ορίσθηκε από τη ΓΣΕΣ του Τμήματος Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς στην υπ αριθμ... συνεδρίασή του σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Εφαρμοσμένη Στατιστική. Τα μέλη της Επιτροπής ήταν: Δράκος Κωνσταντίνος (Επιβλέπων καθηγητής) Πανοπούλου Αικατερίνη Γκλεζάκος Μιχαήλ Η έγκριση της Διπλωματική Εργασίας από το Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς δεν υποδηλώνει αποδοχή των γνωμών του συγγραφέα iv

5 U N I V E R S I T Y O F P I R A E U S DEPARTMENT OF STATISTICS AND INSURANCE SCIENCE POSTGRADUATE PROGRAM IN APPLIED STATISTICS CREDIT RISK ON BANK LOANS By Kassandra S. Tolia MSc Dissertation submitted to the Department of Statistics and Insurance Science of the University of Piraeus in partial fulfillment Of the requirements for the degree of Master of Science In Applied Statistics Piraeus, Greece February 2012 v

6 vi

7 Περίληψη Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εμπειρική διερεύνηση των παραγόντων που επηρεάζουν το ποσό που πρέπει να διατηρεί ως αποθεματικό κάθε πιστωτικός οργανισμός για να αντιμετωπίσει τις απώλειες από δάνεια, γνωστό ως loan loss reserves. Με βάση τους κανόνες του εποπτικού πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προσαυξάνουν με τη μορφή ειδικού αποθεματικού (loan loss reserves-loan loss allowance) τα ίδια κεφάλαιά τους κατά το ποσό των απαιτήσεων που βρίσκονται σε καθυστέρηση πέραν της τριετίας από την ημέρα που έπαυσαν να θεωρούνται ενήμερες (charge-offs), στην περίπτωση που δεν θα έχουν διενεργηθεί για τις απαιτήσεις αυτές ισόποσες ειδικές προβλέψεις (provisions). Μέσω επιλογής κατάλληλων μεταβλητών που έχουν εμφανισθεί σε πλήθος ακαδημαϊκών μελετών, προσπαθούμε να διαπιστώσουμε την επεξηγηματική τους δύναμη πάνω στα αποθεματικά έκτακτων αναγκών των αμερικανικών τραπεζών σε μια περίοδο που περιλαμβάνει τόσο ανοδικές όσο και πτωτικές πορείες της αμερικανικής, και γενικότερα της παγκόσμιας οικονομίας. Η ανάλυση γίνεται με τη βοήθεια ανάλυσης παλινδρόμησης που αναφέρονται τόσο σε διαστρωματικό όσο και σε διαχρονικό επίπεδο χρησιμοποιώντας τη μέθοδο panel data. Το δείγμα αφορά το σύνολο σχεδόν των αμερικανικών τραπεζών σε όλες τις πολιτείες της Αμερικής, ενώ η ανάλυση αφορά την χρονική περίοδο Παράγοντες που είχαν προταθεί από τη θεωρητική βιβλιογραφία και είχαν βρεθεί να επηρεάζουν τα loan loss reserves παρατηρούμε ότι πολλοί από αυτούς επηρεάζουν την εξαρτημένη μεταβλητή και στο δείγμα της μελέτης μας. Καταλήγουμε σε ένα μοντέλο με όλες τις 10 ανεξάρτητες μεταβλητές που έχουμε επιλέξει (εκτός από τη μεταβλητή έσοδα που δεν προέρχονται από τόκους επειδή παρουσιάζει υψηλό συντελεστή συσχέτισης με την αντίστοιχη μεταβλητή που αναφέρεται στα έξοδα, καθώς και την μεταβλητή σύνολο των δανείων, η οποία έχει πολλές απούσες τιμές) καθώς και ψευδομεταβλητές που δηλώνουν το έτος και την γεωγραφική περιοχή σε επίπεδο Πολιτείας (state) που εδρεύει η κάθε τράπεζα. Με βάση την ανάλυση του μοντέλου αυτού και με βάση την μέθοδο fixed effects καταλήγουμε στις στατιστικά σημαντικές μεταβλητές που επηρεάζουν τις αποφάσεις των τραπεζικών στελεχών για τον καθορισμό των έκτακτων αποθεματικών. Στο 1ο κεφάλαιο γίνεται μια εισαγωγή στην έννοια των προβλέψεων και των αποθεματικών για απώλειες από δάνεια, στο 2 ο κεφάλαιο γίνεται μια λεπτομερειακή εξέταση των θεωριών του πιστωτικού κινδύνου και της κεφαλαιακής επάρκειας γενικότερα με βάση τους κανόνες της Βασιλείας Ι & ΙΙ και στο 3 ο κεφάλαιο επιχειρείται μια επισκόπηση της εμπειρικής βιβλιογραφίας κυρίως σε διεθνές επίπεδο. Στη συνέχεια, το 4 ο κεφάλαιο εμπεριέχει την οικονομετρική ανάλυση που ακολουθείται στη συγκεκριμένη μελέτη και στο κεφάλαιο 5 αναφέρονται τα αποτελέσματα της ανάλυσης που έχει πραγματοποιηθεί, ενώ στο κεφάλαιο 6 συνοψίζονται τα κυριότερα αποτελέσματα της μελέτης. vii

8 viii

9 Abstract The aim of this study is the empirical research into the factors affecting the amount which must be kept by each credit institution as a reserve, in order to face losses in the loan portfolio, known as loan loss reserves. Under the rules of Basel II supervisory framework, credit institutions should set, through form of loan loss reserves-loan loss allowance, their own capital levels to the amount of the requirements that remain in default for more than three years following the date they became delinquent (charge-offs), in case special provisions have not been made for these requirements. Via the selection of suitable variables that have appeared in numerous academic studies, we try to discover their explanatory power on the contingency reserves of the US banks in a period marked by both upward and downward trends of the US and the global economy. The analysis is performed with regression analysis comprising cross-sectional and time series data using the panel data method. The sample refers to almost the total of the US banks in all the USA States, while the analysis relates to the period Certain factors, which were suggested by the theoretical literature and were found to influence the loan loss reserves, affect the dependent variable in the sample of our study as well. We get to a model with all 10 independent variables we have chosen (except the variable "non-interest income" as it presents a high correlation coefficient with the respective variable referring to the expenses, as well as the variable "total of loans" which has many missing values) and many dummy variables indicating the year and geographical area of each State where each bank is physically established. Based to the analysis of this model and to the fixed effects method we conclude to the statistically important variables that affect the decisions of bank executives in defining contingency reserves. In the first chapter, the meanings of provisions and reserves are introduced and subsequently, in the second chapter a thorough examination of credit risk and capital adequacy is being done on the basis of the rules of Basel Ι & ΙΙ and in the third chapter an overview is attempted more specifically of the empirical literature mainly on an international level. Furthermore, the fourth chapter includes an econometric analysis that is followed in this study and in the fifth chapter; the findings of the latter analysis are reported. Finally, in the sixth chapter a synopsis is done with the main results of this study. ix

10 x

11 Περιεχόμενα Κεφάλαιο 1. Εισαγωγή... 1 Κεφάλαιο 2. Θεωρητικό υπόβαθρο Ο Πιστωτικός κίνδυνος Ορισμός πιστωτικού κινδύνου και αθέτησης υποχρεώσεων Αναμενόμενες και μη Αναμενόμενες Απώλειες Υποδείγματα Εσωτερικής Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας- Στατιστικά Υποδείγματα Οι Επισφαλείς Απαιτήσεις Κεφαλαιακή Επάρκεια και Εποπτεία της Η συμφωνία της Βασιλείας ΙΙ Η Επιτροπή της Βασιλείας Τα Χαρακτηριστικά του Νέου Εποπτικού Πλαισίου Ο Πρώτος Πυλώνας του Νέου Εποπτικού Πλαισίου: Ελάχιστες Κεφαλαιακές Απαιτήσεις Στοιχεία Εποπτικού κεφαλαίου Κεφαλαιακές Απαιτήσεις Έναντι Πιστωτικού Κινδύνου Κεφάλαιο 3. Επισκόπηση Εμπειρικής Βιβλιογραφίας Κεφάλαιο 4. Εμπειρική Ανάλυση Δεδομένα και Μεταβλητές Δείγμα-Δεδομένα Μεταβλητές Οικονομετρική Μεθοδολογία Κεφάλαιο 5. Εμπειρικά Αποτελέσματα Παρουσίαση Αποτελεσμάτων Ανάλυση Αποτελεσμάτων xi

12 Κεφάλαιο 6. Συμπεράσματα Παράρτημα Βιβλιογραφία xii

13 Κεφάλαιο 1. Εισαγωγή Το κύριο ζήτημα αναφορικά με την ποιότητα του χαρτοφυλακίου του ενεργητικού ενός πιστωτικού οργανισμού σχετίζεται με την ικανότητα των δανειοληπτών να εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους και να αποπληρώνουν τα δάνεια τους. Οι κακής ποιότητας χρηματοδοτήσεις (bad loans) έχουν παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο σε πολλές τραπεζικές κρίσεις, και σίγουρα κυρίως στην τελευταία, και έχουν θέσει πολλά πιστωτικά ιδρύματα σε κίνδυνο πτώχευσης. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό για κάθε πιστωτικό οργανισμό να μπορεί να διαχειριστεί τις καθυστερημένες απαιτήσεις και ιδιαίτερα αυτές που είναι σε επισφάλεια. Ένας τρόπος για να το πετύχει αυτό και να είναι σε θέση να μειώσει τον πιστωτικό κίνδυνο που προέρχεται από αυτές τις απαιτήσεις είναι να προβλέψει καταρχάς τις απώλειες από τις δανειακές οφειλές των πελατών του. Οι αναμενόμενες ζημιές του χαρτοφυλακίου των επισφαλών δανείων αντιπροσωπεύονται κυρίως από τις προβλέψεις (loan-loss provisions), οι οποίες αποτελούν ένα λογαριασμό εξόδων, το οποίο αφαιρείται από την αξία των ακαθάριστων δανείων του ισολογισμού. Το φλέγον ζήτημα σχετικά με το εάν και κατά πόσον είναι επαρκείς οι προβλέψεις για ζημιές λόγω δανείων είναι πλέον αναγνωρισμένο από όλες τις κεντρικές τράπεζες. Με βάση τους κανόνες του εποπτικού πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ, η διαφορά μεταξύ των προβλέψεων και των αναμενόμενων απωλειών στο δανειακό χαρτοφυλάκιο κάθε πιστωτικού οργανισμού επηρεάζει σημαντικά το ύψος του εποπτικού κεφαλαίου, το οποίο είναι καθοριστικής σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού. Λόγω των παραπάνω, βασική μέριμνα των τραπεζικών στελεχών είναι ο καθορισμός επαρκών προβλέψεων και η εξέταση των παραγόντων που επηρεάζουν αυτό το ποσό, από τη στιγμή που είναι πολύ δύσκολο να προβλέψουν επακριβώς τις απώλειες από τα δάνεια που έχουν χορηγήσει. Στην διεθνή βιβλιογραφία, έχουν αναφερθεί πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν το ποσό των προβλέψεων και τους λόγους που τα τραπεζικά στελέχη θεωρούν σημαντική την πρόβλεψη του ποσού αυτού. Όμως λίγοι έχουν αναφερθεί για το καθορισμό του ποσού, γνωστό στην διεθνή ορολογία ως loan loss reserves (LLR) ή allowance for loan losses. 1

14 Τα αποθεματικά αυτά έκτακτων αναγκών, τα οποία δεν αποτελούν λογαριασμό εξόδου αλλά αποτελούν μέρος τους ενεργητικού του ισολογισμού σε σύγκριση με τις προβλέψεις, συνδέεται στενά με τις ζημιές από τα καθυστερημένα και επισφαλή δάνεια, το εποπτικό κεφάλαιο και τις προβλέψεις. Το ποσό που θα προσδιορίσει τα αποθεματικά αυτά (LLR) προέρχεται από το ποσό των προβλέψεων όταν τα επισφαλή δάνεια διαγράφονται από το δανειακό χαρτοφυλάκιο του πιστωτικού οργανισμού. Έχει παρατηρηθεί ότι οι περισσότερες τράπεζες ανά τον κόσμο τείνουν να αυξάνουν τα loan loss reserves σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, όπου οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας έχουν υπερεκτιμηθεί και τα ανεπαρκή αποθεματικά θέτουν την τράπεζα σε έκθεση υψηλού κινδύνου. Σύμφωνα με τη μελέτη των Wetmore και Brick (1994), τα τραπεζικά στελέχη πρέπει να ακολουθούν κάποια κριτήρια όταν προσδιορίζουν την επάρκεια των αποθεματικών. Τα κριτήρια αυτά τα χρησιμοποίησαν και άλλοι συγγραφείς στη μελέτη τους για να διαπιστώσουν αν υπάρχει κάποια μορφή συσχέτισης με τα αποθεματικά έκτακτων αναγκών και τις προβλέψεις. Τα κριτήρια αυτά είναι τα εξής: Εκτιμώμενες μελλοντικές απώλειες σε όλα τα σημαντικά δάνεια Επιδείνωση σε μεγέθη συγκέντρωσης πιστωτικού κινδύνου Κίνδυνος σε διεθνή δανεισμό Ιστορική εμπειρία ζημιών σε παλιότερα δάνεια Εθνικές και τοπικές οικονομικές συνθήκες Εκτός ισολογισμού πιστωτικός κίνδυνος Δανειοδοτικές πολιτικές και διαδικασίες Η εμπειρία, ικανότητα και η διαχείριση των κινδύνων και το προσωπικό. 2

15 Κεφάλαιο 2. Θεωρητικό υπόβαθρο 2.1 Ο Πιστωτικός κίνδυνος Ορισμός πιστωτικού κινδύνου και αθέτησης υποχρεώσεων Στην ενότητα αυτή θα ασχοληθούμε με τον πιστωτικό κίνδυνο, δηλαδή με την πιθανότητα πρόκλησης ζημιών στους πιστωτικούς οργανισμούς εξαιτίας μη αναμενόμενων και κατά συνέπεια μη πιθανολογηθέντων γεγονότων που αφορούν την αθέτηση υποχρεώσεων των πελατών τους προς τους οποίους χορηγήθηκαν δανειακά κεφάλαια. Ο πιστωτικός κίνδυνος είναι ο κατεξοχήν κίνδυνος διαμεσολάβησης, στον οποίο εκτίθενται οι πιστωτικοί οργανισμοί, αφού συνδέεται άμεσα με τη βασική τους δραστηριότητα, δηλαδή τη χορήγηση δανειακών κεφαλαίων. Ο πιστωτικός κίνδυνος αναφέρεται στο ενδεχόμενο φυσικά ή νομικά πρόσωπα που συμβάλλονται με τον πιστωτικό οργανισμό να μην μπορέσουν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς αυτόν. Οι υποχρεώσεις τους αυτές αφορούν είτε την εξόφληση ενός δανείου που τους έχει χορηγηθεί από τον πιστωτικό οργανισμό, είτε τις τακτικές πληρωμές που απορρέουν από την έκδοση ενός ομολόγου στο οποίο έχει επενδύσει ο πιστωτικός οργανισμός. Υπάρχουν πολλοί ορισμοί της έννοιας της αθέτησης υποχρεώσεων. Μία από τις «νομικές» προσεγγίσεις της αθέτησης είναι η παρακάτω. Αθέτηση μιας υποχρέωσης έχει επέλθει όταν συμβαίνουν το ένα ή και τα δύο γεγονότα: Ο πιστωτικός οργανισμός θεωρεί ότι είναι πιθανό ο πιστούχος να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις πληρωμών προς τον ίδιο ή προς οποιαδήποτε εταιρία ομίλου, στο σύνολο τους. Ο πιστούχος εμφανίζει καθυστέρηση 90 ημερών στην αποπληρωμή των υποχρεώσεων του. Πέρα από την νομική αυτή προσέγγιση, υπάρχει και η «οικονομική». Σύμφωνα με αυτή, αθέτηση της υποχρέωσης συμβαίνει όταν η αξία των στοιχείων ενεργητικού του οφειλέτη (επιχείρηση) βρεθεί να υπολείπεται της αξίας των υποχρεώσεων του. Η προσέγγιση αυτή αναπτύχθηκε από τον Merton (1974) και έχει ενσωματωθεί στο μοντέλο εκτίμησης του πιστωτικού κινδύνου KMV της Moody s. Ο ορισμός της έννοιας της αθέτησης είναι κρίσιμος για την εκτίμηση της πιθανότητας αθέτησης (probability of default). 3

16 Επομένως, η πιθανότητα να αθετήσει ένας δανειολήπτης τις υποχρεώσεις του σε δεδομένα χρονικά διάστημα χαρακτηρίζει τον κίνδυνο αθέτησης. Πέρα όμως από το ακραίο αυτό ενδεχόμενο της αθέτησης, υπάρχουν ενδιάμεσες καταστάσεις που αντιπροσωπεύουν την πιθανότητα υποβάθμισης ή αναβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δηλαδή την πιθανότητα μετάβασης (transition probability) από τη μία πιστοληπτική διαβάθμιση στην άλλη. Στην περίπτωση της πλήρους αθέτησης ο πιστωτικός οργανισμός υφίσταται απώλειες που ισοδυναμούν με την αξία του πιστωτικού ανοίγματος που δεν μπορεί να καλυφθεί με τη ρευστοποίηση των ενδεχόμενων εξασφαλίσεων ή την εκτέλεση των εγγυήσεων. Στην περίπτωση όμως της πιστοληπτικής υποβάθμισης του δανειολήπτη, ο πιστωτικός οργανισμός δεν υφίσταται άμεσα λογιστικές ζημιές, αν και αυξάνεται η πιθανότητα αθέτησης. Στην περίπτωση αυτή, διευρύνεται η απαιτούμενη απόδοση, δηλαδή το πιστωτικό περιθώριο που απαιτεί η αγορά για την ανάληψη του υψηλότερου πιστωτικού κινδύνου, με συνέπεια τη μείωση της παρούσας αξίας της απαίτησης Αναμενόμενες και μη Αναμενόμενες Απώλειες Ο πιστωτικός κίνδυνος στον οποίο εκτίθεται ένας τραπεζικός οργανισμός εκτιμάται στη βάση των πιστωτικών απωλειών που ενδέχεται να υποστεί το δανειακό και ομολογιακό του χαρτοφυλάκιο (Γ. Σαπουντζόγλου & Χ. Πεντότης, Τραπεζική Οικονομική, κεφ.9, σελ.235). Οι πιθανές αυτές πιστωτικές απώλειες διακρίνονται σε: 1)Αναμενόμενες απώλειες (expected losses-el), που αντιπροσωπεύουν τις μέσες απώλειες που αναμένεται να υποστεί το πιστωτικό χαρτοφυλάκιο. Το ποσοστό των αναμενόμενων απωλειών (EL) ενός χαρτοφυλακίου εκτιμάται από το γινόμενο της πιθανότητας αθέτησης (PD) επί το ποσοστό των απωλειών σε περίπτωση αθέτησης (loss given default-lgd), δηλαδή έχουμε: EL=PD*LGD=PD*(1-RR), Όπου, RR είναι το ποσοστό του ανακτώμενου κεφαλαίου (recovery rate) 4

17 Οι αναμενόμενες απώλειες δεν αποτελούν κίνδυνο. Πρόκειται για ένα μέγεθος που οφείλουμε να το γνωρίζουμε, για αυτό και πρέπει να εκτιμούμε ότι θα προκύψει. Για αυτό εξάλλου διενεργούμε και τις ανάλογες προβλέψεις. Αυτό σημαίνει ότι ένας πιστωτικός οργανισμός, ασκώντας χορηγητική δραστηριότητα, αναμένει με βεβαιότητα το χαρτοφυλάκιο του να υποστεί ένα μέγεθος πιστωτικών απωλειών. Ο βέβαιος χαρακτήρας των απωλειών αυτών τις καθιστά ένα αναγκαίο κόστος που θα πρέπει να υποστεί ο πιστωτικός οργανισμός για την ανάληψη της δεδομένης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Για το λόγο αυτό, οι αναμενόμενες απώλειες πρέπει να καλύπτονται από τους πιστωτικούς οργανισμούς, μέσω της τιμολόγησης των δανειακών συμβάσεων. Γενικά, οι αναμενόμενες απώλειες συμπίπτουν με το μέσο επίπεδο απωλειών ενός πιστωτικού χαρτοφυλακίου. Ειδικότερα, στην περίπτωση της κανονικής κατανομής οι αναμενόμενες απώλειες χαρακτηρίζουν την κορυφή της κατανομής. 2)Μη αναμενόμενες απώλειες (unexpected losses-ul), που χαρακτηρίζουν την απόκλιση των πιστωτικών απωλειών από τα μέσα επίπεδα. Σημειώνεται ότι θεωρητικά ισχύει: Συνολικές Απώλειες= EL+ UL. Οι μη αναμενόμενες απώλειες αποτελούν τον πραγματικό κίνδυνο για ένα πιστωτικό οργανισμό. Χαρακτηρίζουν, δηλαδή, τις μέγιστες δυνητικές απώλειες που μπορεί να υποστεί το χαρτοφυλάκιο ενός πιστωτικού οργανισμού με κάποιο επίπεδο βεβαιότητας. Κατά μια έννοια αποτελούν τη μεταβλητότητα των πιστωτικών απωλειών γύρω από το μέσο ή αναμενόμενο επίπεδο απωλειών. Οι μη αναμενόμενες απώλειες προσδιορίζουν, επίσης, το πιστωτικό Var (credit-value at risk), δηλαδή τις μέγιστες πιστωτικές απώλειες που ενδέχεται να υποστεί το χαρτοφυλάκιο του πιστωτικού οργανισμού με κάποιο βαθμό βεβαιότητας. Στην περίπτωση της κανονικής κατανομής, οι μη αναμενόμενες απώλειες μπορούν να προσδιοριστούν σε όρους n τυπικών αποκλίσεων από το μέσο επίπεδο απωλειών, για δεδομένα βαθμό βεβαιότητας. Έτσι, με πιθανότητα 95%, οι μη αναμενόμενες απώλειες δεν αναμένεται να υπερβούν τις 1.65 τυπικές αποκλίσεις από το μέσο επίπεδο απωλειών. Στην πραγματικότητα όμως, οι πιστωτικές απώλειες δεν κατανέμονται κανονικά. Συνήθως παρουσιάζουν σημαντική δεξιά ασυμμετρία, γεγονός που σημαίνει ότι υψηλότερες απώλειες εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα από αυτή που υποδηλώνει η κανονική κατανομή. 5

18 Πιστωτικοί οργανισμοί με χορηγήσεις μεγάλων δανείων με μικρό αριθμό δανειοληπτών (συγκέντρωση) ή χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων ορισμένων κλάδων (συσχέτιση) είναι λογικό να αντιμετωπίζουν υψηλό επίπεδο μη αναμενόμενων απωλειών και κατανομή πιστωτικών απωλειών με μεγάλη δεξιά ασυμμετρία και μεγάλη απόκλιση μεταξύ (EL) και (UL), για δεδομένο επίπεδο εμπιστοσύνης. Αντίθετα, πιστωτικοί οργανισμοί με χαρτοφυλάκια που χαρακτηρίζονται από μεγάλη διασπορά και μικρή ή αρνητική συσχέτιση των επιμέρους πιστώσεων είναι λογικό να αντιμετωπίζουν μικρότερο επίπεδο μη αναμενόμενων πιστωτικών απωλειών. Για την αντιμετώπιση των μη αναμενόμενων απωλειών, οι πιστωτικοί οργανισμοί υποχρεούνται από τις εποπτικές αρχές να διακρατούν επαρκές οικονομικό κεφάλαιο. Το κεφάλαιο αυτό αποτελεί εγγύηση για τη διατήρηση της φερεγγυότητας του πιστωτικού οργανισμού σε περίπτωση εμφάνισης απροσδόκητα υψηλών πιστωτικών και όχι μόνο απωλειών. Εκτίμηση των πιστωτικών απωλειών (C-Var) Το μοντέλο CreditMetrics αναπτύχθηκε το 1997 από τη JP Morgan σε συνεργασία με άλλους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οίκους, όπως η Bank of America και η UBS και στηρίχθηκε στην προσέγγιση VaR (Value at Risk) για την εκτίμηση των πιστωτικών απωλειών που θα μπορούσε να υποστεί το χαρτοφυλάκιο των δανειακών τίτλων ενός πιστωτικού οργανισμού, από μεταβολές της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών. Το μοντέλο αυτό μπορεί να παράγει δύο τύπους εκτιμήσεων των πιστωτικών απωλειών: Μια βασισμένη στην υπόθεση ότι οι εκτιμημένες σε κάθε επίπεδο πιστοληπτικής διαβάθμισης τιμές του δανείου κατανέμονται κανονικά και Μια εκτίμηση βασισμένη στην πραγματική, ασύμμετρη κατανομή των τιμών του δανείου. Δεδομένης της εκτίμησης της παρούσας αξίας του δανείου για κάθε πιθανό επίπεδο πιστοληπτικής διαβάθμισης του δανειολήπτη, το πρώτο βήμα της διαδικασίας υπολογισμού του C-Var απαιτεί την εκτίμηση της μέσης τιμής του δανείου στο τέλος του πρώτου έτους. Η μέση τιμή του δανείου εκτιμάται ως το άθροισμα του γινομένου της παρούσας αξίας του δανείου σε κάθε επίπεδο πιστοληπτικής διαβάθμισης (PV) και της πιθανότητας μετάβασης του δανειολήπτη στη δεδομένη διαβάθμιση (p), δηλαδή: 6

19 k μ = p PV i= 1 i Πέραν όμως της μέσης τιμής του δανείου, ο πιστωτικός οργανισμός ενδιαφέρεται και για τη μεταβλητότητα των τιμών του δανείου αφού αυτή αποτελεί οδηγό για την εκτίμηση των μη αναμενόμενων απωλειών. Συγκεκριμένα, ο πιστωτικός οργανισμός επιθυμεί να γνωρίζει, με κάποιο επίπεδο βεβαιότητας, το μέγεθος των πιστωτικών του απωλειών στην περίπτωση που το επόμενο έτος χαρακτηριστεί από σημαντική υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη. Η εκτίμηση των πιστωτικών απωλειών μπορεί να γίνει στη βάση διαφορετικών επιπέδων βεβαιότητας. Για παράδειγμα, η εκτίμηση του Var 5% χαρακτηρίζει το μέγεθος των μέγιστων δυνητικών απωλειών που μπορεί να υποστεί ο πιστωτικός οργανισμός με βεβαιότητα 95%. Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι τιμές του δανείου κατανέμονται κανονικά, ο πιστωτικός οργανισμός μπορεί να εκτιμήσει τη διακύμανση και την τυπική απόκλιση των τιμών γύρω από το μέσο ως εξής: i (1) 2 2 σ = pi ( PV i μ) και σ 2 = σ (2) Δεδομένων των ανωτέρων τιμών, ο πιστωτικός οργανισμός μπορεί να εκτιμήσει τώρα το επίπεδο των μη αναμενόμενων πιστωτικών απωλειών (UL), υπολογίζοντας το Var 5% ως εξής: Var 5% =1,65*σ. Οι εκτιμήσεις όμως αυτές ενδέχεται να υποεκτιμούν τις πραγματικές απώλειες, αφού βασίζονται στην αυθαίρετη υπόθεση της κανονικής κατανομής. Στην πραγματικότητα, η κατανομή των τιμών του δανείου παρουσιάζει σημαντική αρνητική ασυμμετρία. Οι μη αναμενόμενες απώλειες, όμως δεν αποτελούν το μοναδικό στοιχείο κινδύνου για τον πιστωτικό οργανισμό. Ο πιστωτικός οργανισμός αναμένει ότι η θέση του θα υποστεί και ένα μέσο επίπεδο απωλειών (Expected Losses-EL) που προσδιορίζεται από τη διαφορά ης παρούσας αξίας του δανείου που αντιστοιχεί στην αρχική διαβάθμιση του δανειολήπτη και της εκτιμημένης τιμής του δανείου, δηλαδή: Αναμενόμενες απώλειες (EL)= PVBBB μ (3) 7

20 2.1.3.Υποδείγματα Εσωτερικής Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας- Στατιστικά Υποδείγματα Τα τελευταία χρόνια τα πιστωτικά ιδρύματα χρησιμοποιούν πολλά εναλλακτικά υποδείγματα πιστοληπτικής αξιολόγησης των υποψηφίων δανειοληπτών. Πολλά από αυτά τα υποδείγματα στηρίζονται αμιγώς σε ποιοτικά δεδομένα, άλλα σε ποσοτικά και πολλά συνδυάζουν και τις δύο κατηγορίες στοιχείων. Τα στατιστικά υποδείγματα που θα αναλύσουμε παρακάτω είναι από τα πιο βασικά για την μέτρηση και αξιολόγηση της δανειοληπτικής ικανότητας του αξιολογούμενου, δεδομένης της ύπαρξης μιας βάσης ιστορικών παρατηρήσεων. Τα υποδείγματα αυτά, εξετάζουν αν οι τιμές των κριτηρίων φερεγγυότητας κάθε δανειολήπτη αποκλίνουν σημαντικά από τις μέσες τιμές που χαρακτηρίζουν τους φερέγγυους δανειολήπτες. Για τη λήψη στατιστικά σημαντικών εκτιμήσεων απαιτείται η χρήση ικανού μεγέθους δεδομένων και στοιχείων που αντικατοπτρίζουν με συνέπεια τον τομέα χορηγήσεων, στον οποίο το πιστωτικό ίδρυμα σκοπεύει να εφαρμόσει το μοντέλο πιστοληπτικής διαβάθμισης. Τα μοντέλα πιστοληπτικής διαβάθμισης αυτής της κατηγορίας που θα αναλύσουμε είναι η πολυμεταβλητή ανάλυση διαχωρισμού και τα μοντέλα παλινδρόμησης. Α) Πολυμεταβλητή Ανάλυση Διαχωρισμού Ο αντικειμενικός στόχος της πολυμεταβλητής ανάλυσης διαχωρισμού, που χρησιμοποιείται στα συστήματα πιστοληπτικής διαβάθμισης είναι να διακρίνει τους φερέγγυους από τους μη φερέγγυους δανειολήπτες, βασιζόμενη σε μια πολυμεταβλητή συναρτησιακή σχέση που περιλαμβάνει πολλά ανεξάρτητα κριτήρια φερεγγυότητας. Η πολυμεταβλητή ανάλυση διαχωρισμού περιγράφεται στη βάση μιας γραμμικής συνάρτησης διαχωρισμού, στην οποία δημιουργείται ένας σταθμισμένος γραμμικός συνδυασμός των πολλαπλών κριτηρίων φερεγγυότητας, που επιτρέπει το διαχωρισμό των δανειοληπτών σε φερέγγυους και μη. Ο γραμμικός αυτός συνδυασμός μπορεί να έχει την ακόλουθη μορφή. D= a0 + a1k1+ a2k ankn (4) 8

21 Στην ταυτότητα αυτή το n αναφέρεται στο πλήθος των κριτηρίων φερεγγυότητας που λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση, το αντιπροσωπεύει το συντελεστή κάθε ανεξάρτητης μεταβλητής. Ki αναφέρεται στην τιμή κάθε κριτηρίου και το Η γραμμική πολυμεταβλητή ανάλυση διαχωρισμού υποθέτει ότι οι τιμές των εξεταζόμενων δεικτών κατανέμονται κανονικά. Η υπόθεση της κανονικής κατανομής θα πρέπει να ελέγχεται κάθε φορά για τις τιμές των χρησιμοποιούμενων δεικτών, αφού σε διαφορετική περίπτωση τα αποτελέσματα της ανάλυσης ενδέχεται να είναι ασυνεπή. Με άλλα λόγια, η μη εκπλήρωση της υπόθεσης της κανονικής κατανομής ενδέχεται να αποδυναμώσει την ικανότητα διαχωρισμού και συνεπώς την ικανότητα διάκρισης μεταξύ φερέγγυων και μη δανειοληπτών. ai Μοντέλο Z-score Το πιο αντιπροσωπευτικό μοντέλο πολυμεταβλητής ανάλυσης διαχωρισμού αποτελεί το μοντέλο Z-score, το οποίο αναπτύχθηκε το 1968 από τον Altman (Γ.Σαπουντζόγλου & Χ.Πεντότης, Τραπεζική Οικονομική, κεφ.11, σελ.347) για την πιστοληπτική αξιολόγηση των αμερικανικών βιομηχανικών επιχειρήσεων, των οποίων οι μετοχές διαπραγματεύονταν στο αμερικανικό χρηματιστήριο. Στην περίπτωση του Z-score, ο μεταβλητός παράγοντας Ζ αποτελεί ένα συνολικό μέτρο του κινδύνου αθέτησης που συνεπάγεται ένας δανειολήπτης, συνήθως μια βιομηχανική ή εμπορική επιχείρηση, για τον πιστωτικό οργανισμό. Ο μεταβλητός αυτός δείκτης εξαρτάται από τις τιμές των διαφόρων χρηματοοικονομικών αριθμοδεικτών, που προκύπτουν από τις λογιστικές καταστάσεις της υπό αξιολόγηση εταιρίας. Οι αναλυτές του τμήματος χορηγήσεων ενός πιστωτικού οργανισμού, που χρησιμοποιεί το μοντέλο Z-score για την πιστοληπτική αξιολόγηση των δανειοληπτών, έχουν υπόψη μια κρίσιμη τιμή του Ζ, την οποία το σκορ του δανειολήπτη θα πρέπει να υπερβεί προκειμένου να συνεχιστεί η διαδικασία δανειοδότησης. Στην αρχική μελέτη του Altman η κρίσιμη αυτή τιμή ήταν το Δηλαδή, τιμές του Ζ μικρότερες του 1.81 αποτελούσαν ένδειξη ασθενούς πιστοληπτικής ικανότητας, ενώ τιμές υψηλότερες αυτού του ορίου κατεδείκνυαν χαρακτηριστικά του δανειολήπτη ικανά να εγγυηθούν την εκπλήρωση των μελλοντικών του υποχρεώσεων. 9

22 Τα μοντέλα τύπου Z-score, όμως, παρουσιάζουν ένα πλήθος σημαντικών αδυναμιών που εξασθενούν την ικανότητα τους να παράγουν αποτελεσματικές και συνεπείς εκτιμήσεις σε σχέση με τη φερεγγυότητα των δανειοληπτών. Μια πρώτη αδυναμία είναι το στοιχείο της γραμμικότητας. Στην πράξη, οι δείκτες φερεγγυότητας είναι πιθανό να προσδιορίζουν τον βαθμό δανειοληπτικής ικανότητας ενός υποκειμένου με μη γραμμικό τρόπο. Μια δεύτερη αδυναμία των μοντέλων αυτών αναφέρεται στον απόλυτο διαχωρισμό των δανειοληπτών σε δύο ακραίες καταστάσεις συμπεριφοράς: κατάσταση αξιόχρεου και κατάσταση αθέτησης. Στην πράξη, υπάρχει μεγάλη ποικιλία στην κλιμάκωση της έννοιας της αθέτησης, από την απόλυτη χρεοκοπία μέχρι την καθυστέρηση ορισμένων πληρωμών. Μια τρίτη αδυναμία είναι ότι δεν υπάρχει προφανής οικονομικός λόγος να αναμένουμε χρηματοοικονομικοί δείκτες, που προσδιορίζουν το βαθμό φερεγγυότητας, να παραμένουν διαχρονικά οι ίδιοι. Οι μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες ενδέχεται να επιβάλλουν την ανάγκη ανάλυσης και άλλων χρηματοοικονομικών δεικτών που εμφανίζουν αυξημένη βαρύτητα στον προσδιορισμού του βαθμού φερεγγυότητας. Τέλος σημαντικό μειονέκτημα είναι η στήριξη των μοντέλων αυτών σε λογιστικά στοιχεία και όχι σε αγοραίες τιμές, που αποδίδουν μια πιο ρεαλιστική, δυναμική εικόνα της οικονομικής κατάστασης του δανειολήπτη. Β) Υποδείγματα Παλινδρόμησης Βασική επιδίωξη των υποδειγμάτων παλινδρόμησης, που μελετούν φερεγγυότητα/ μη φερεγγυότητα, είναι να μοντελοποιήσουν τη σχέση μιας δυαδικής εξαρτημένης μεταβλητής και ενός συνόλου ανεξάρτητων ερμηνευτικών μεταβλητών. Οπότε αντικειμενικός σκοπός είναι η διαπίστωση της πιστοληπτικής ικανότητας ενός υποψηφίου δανειολήπτη, με τη χρήση πολλαπλών κριτηρίων φερεγγυότητας (ανεξάρτητες μεταβλητές). Χρησιμοποιώντας κατάλληλες διαδικασίες, τα μοντέλα παλινδρόμησης επιτρέπουν την εκτίμηση της πιθανότητας ένας δανειολήπτης να αποδειχθεί φερέγγυος, δηλαδή ικανός να εκπληρώσει τις 10

23 υποχρεώσεις του έναντι του πιστωτικού οργανισμού και συνεπώς την εκτίμηση της εναλλακτικής πιθανότητας να αποδειχθεί μη φερέγγυος. Διακρίνουμε δύο κατηγορίες μοντέλων παλινδρόμησης, τα μοντέλα logit και probit (Γ.Σαπουντζόγλου & Χ.Πεντότης, Τραπεζική Οικονομική, κεφ.11, σελ.347). Στις συναρτησιακές σχέσεις των μοντέλων logit και probit που παρουσιάζονται παρακάτω: 1 p logit = και P probit = ΦΣ ( ) 1 + exp( Σ ) (5) και (6) Όπου η συνάρτηση Φ αντιπροσωπεύει τη σωρευτική τυποποιημένη κανονική κατανομή και ο όρος Σ αντιπροσωπεύει το γραμμικό συνδυασμό των παραγόντων που εισάγονται στο μοντέλο πιστοληπτικής αξιολόγησης. Εξαιτίας της σχετικής ευελιξίας τους τη μαθηματική διατύπωση, τα υποδείγματα τύπου logit χρησιμοποιούνται περισσότερο στη μοντελοποίηση συστημάτων πιστοληπτικής αξιολόγησης από ότι τα υποδείγματα τύπου probit. Για το λόγο αυτό, θα παρουσιάσουμε τα μοντέλα logit. Στα υποδείγματα παλινδρόμησης logit, η πιθανότητα (p) ένας δανειολήπτης να θεωρηθεί φερέγγυος, υπολογίζεται από την ακόλουθη σχέση: 1 1 p( Σ ) = = 1+ exp( Σ ) 1+ exp[ ( b + bk b K )] n n (7) Στην παραπάνω σχέση, το n αναφέρεται στο πλήθος των οικονομικών παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην ανάλυση πιστοληπτικής διαβάθμισης, το K i αναφέρεται στις τιμές των κριτηρίων φερεγγυότητας και το b i αντιπροσωπεύει τους συντελεστές των ανεξάρτητων παραγόντων φερεγγυότητας. Εισάγοντας, τις τιμές διαφόρων κριτηρίων φερεγγυότητας της υπό αξιολόγηση εταιρίας, λαμβάνουμε μια τιμή του Σ. Όσο υψηλότερη είναι η τιμή αυτή, τόσο μικρότερος θα είναι ο εκθετικός όρος ( ) e Σ και η τιμή της πιθανότητας p θα προσεγγίζει την μονάδα, δηλαδή η πιθανότητα ένας δανειολήπτης να θεωρηθεί φερέγγυος θα προσεγγίζει το 100%. Αντίθετα, αν η τιμή του Σ γίνεται αρνητική, ο εκθετικός όρος γίνεται πολύ υψηλός και η πιθανότητα τείνει στο μηδέν. 11

24 Τα υποδείγματα logit παρουσιάζουν ορισμένα πλεονεκτήματα έναντι της πολυμεταβλητής ανάλυσης διαχωρισμού. Καταρχήν, τα υποδείγματα αυτά δεν απαιτούν οι παράγοντες προσδιορισμού του βαθμού φερεγγυότητας να κατανέμονται κανονικά, στοιχείο το οποίο επιτρέπει να αναλύουν τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά χαρακτηριστικά φερεγγυότητας, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω μετασχηματισμούς. Τέλος, ένα άλλο πλεονέκτημα αναφέρεται στην ικανότητα τους να παράγουν άμεσα εκτιμήσεις της πιθανότητας αθέτησης ενός δανειολήπτη. 2.2 Οι Επισφαλείς Απαιτήσεις Είναι δυνατόν, η εξυπηρέτηση των ληξιπρόθεσμων δανειακών υποχρεώσεων των πιστούχων μιας τράπεζας, δηλαδή η έγκαιρη πληρωμή των οφειλόμενων χρεολυτικών δόσεων και τόκων, να εμφανίσει προβλήματα. Τα προβλήματα αυτά προέρχονται από αδυναμία του πιστούχου να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας και αφορούν είτε την επιδείνωση της χρηματοοικονομικής του θέσης, είτε τη χρονική μετάθεση ή ανατροπή των αναμενόμενων ταμειακών εισροών του, μέρος των οποίων θα διατίθετο για την εξυπηρέτηση του δανείου. Στην ως άνω περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση μετάπτωσης ενός εξυπηρετούμενου δανείου (performing loan) στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων δανείων (no performing loan), το σύστημα πιστοδοτήσεων της τράπεζας οφείλει να προβλέπει σειρά διαδικασιών και ενεργειών για την κατοχύρωση των συμφερόντων της. Αυτές οι ενέργειες και διαδικασίες δρομολογούνται από τη στιγμή που μια απαίτηση της τράπεζας κατά πελατών εμφανίσει σημαντική καθυστέρηση ως προς την εξυπηρέτηση της. Κάθε απαίτηση κατά πελατών λόγω χορήγησης δανείου, πίστωσης ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού ή οφειλής υπολοίπου πιστωτικής κάρτας, δύναται να χαρακτηρισθεί από την τράπεζα ως επισφαλή απαίτηση, αν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι τα οφειλόμενα ποσά δεν θα εισπραχθούν στο σύνολο τους ή εν μέρει. Εφόσον μια επισφαλής απαίτηση χαρακτηρισθεί τελικά ως ανεπίδεκτη είσπραξης απαίτηση, τότε η απαίτηση αυτή πρέπει να αποσβεσθεί σε βάρος των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις που έχουν σχηματισθεί, ή σε βάρος των αποτελεσμάτων χρήσεως, εφόσον τα ποσά των προβλέψεων είναι ανεπαρκή. 12

25 Οι τράπεζες, λόγω της ύπαρξης υψηλής πιθανότητας να υποστούν δυσμενείς συνέπειες από τον διατρέχοντα τις χορηγήσεις αυτών πιστωτικό κίνδυνο, είναι υποχρεωμένες να διενεργούν προβλέψεις (loan loss provisions) για επισφαλείς απαιτήσεις, δηλαδή να διακρατούν ορισμένα ποσά κατά το κλείσιμο του ισολογισμού τους και σε βάρος του λογαριασμού των αποτελεσμάτων χρήσεως. Το μέγεθος αυτών των προβλέψεων, που προσδιορίζεται με βάση το μέγεθος και τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου των χορηγήσεων των τραπεζών, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής κατά την εξέταση και αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής ισορροπίας και επάρκειας των κεφαλαίων τους. Οι εν λόγω προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Τις γενικές προβλέψεις, που συνιστούν εκτίμηση του πιστωτικού κινδύνου, άρα και της επισφάλειας, που διατρέχει το χορηγητικό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας. Ένα αποδεκτό ποσοστό για το ύψος αυτών των προβλέψεων είναι το 3% του συνόλου των χορηγήσεων της τράπεζας. Τις ειδικές προβλέψεις, που αφορούν συγκεκριμένες απαιτήσεις της τράπεζας κατά πελατών, το ύψος των οποίων προκύπτει από τους όρους συμβάσεων, τους συγκεκριμένους λογαριασμούς των πελατών αλλά και την εμπειρία της τράπεζας να διαχειριστεί τις συγκεκριμένες καθυστερήσεις και εμπλοκές του χορηγητικού της χαρτοφυλακίου. 2.3 Κεφαλαιακή Επάρκεια και Εποπτεία της Η κεφαλαιακή επάρκεια αναφέρεται στην ικανότητα του πιστωτικού οργανισμού να διατηρεί επαρκή κεφάλαια για την απορρόφηση ενδεχόμενων απωλειών και τη χρηματοδότηση των τακτικών του δραστηριοτήτων. Η σύγχρονη προσέγγιση για την εκτίμηση του επιπέδου κεφαλαιακής επάρκειας προβλέπει την εξέταση της σχέσης μεταξύ του επιπέδου εποπτικών κεφαλαίων και των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού. Ένας πιστωτικός οργανισμός θεωρείται ότι διαθέτει κεφαλαιακή επάρκεια όταν διατηρεί εποπτικά κεφάλαια ανάλογα του αναλαμβανόμενου κινδύνου και των δυνητικών απωλειών. Για την κάλυψη μεγαλύτερων δυνητικών απωλειών που προκύπτουν ως συνέπεια της ανάληψης μεγαλύτερων κινδύνων απαιτείται η διακράτηση μεγαλύτερης ποσότητας εποπτικών κεφαλαίων. 13

26 Εποπτεία Κεφαλαιακής Επάρκειας Τα ίδια κεφάλαια αποτελούν μόνιμη πηγή χρηματοδότησης από τους μετόχους για τον πιστωτικό οργανισμό και μέρος της γραμμής άμυνας του πιστωτικού οργανισμού έναντι των αναλαμβανόμενων κινδύνων και ενδεχόμενων απωλειών. Ακόμα, τα ίδια κεφάλαια αποτελούν ισχυρή βάση περαιτέρω ανάπτυξης και παρέχουν ισχυρό κίνητρο στους μετόχους να μεριμνούν για την αποτελεσματικότητα της διοίκησης του πιστωτικού οργανισμού. Οι επιβαλλόμενες από τις εποπτικές αρχές ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις συμβάλλουν στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου πραγματοποίησης απωλειών εκ μέρους των αποταμιευτών, των πιστωτών και των λοιπών ενδιαφερομένων μερών ενός πιστωτικού οργανισμού. Ακόμα, συμβάλλουν στην επίτευξη του κύριου στόχου των εποπτικών αρχών για προώθηση της σταθερότητας και ενίσχυση της ασφάλειας του τραπεζικού συστήματος. Οι εποπτικές αρχές αν και θα πρέπει να προσδιορίζουν ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις για τα πιστωτικά ιδρύματα, παρόλα αυτά θα πρέπει να ενθαρρύνουν τη διατήρηση κεφαλαίων υψηλότερων των ελαχίστων απαιτούμενων, ειδικότερα αν το επιβάλλουν συνθήκες, όπως η σύνθεση των κινδύνων του πιστωτικού οργανισμού, η υψηλή συγκέντρωση του δανειακού χαρτοφυλακίου, η χαμηλή ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού ή άλλα δυσμενή χαρακτηριστικά από τα οποία ενδέχεται να προκύψουν αυξημένες απώλειες. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει επίσης να εξετάζουν την ικανότητα και τον προγραμματισμό του πιστωτικού οργανισμού για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης κεφαλαιακής αναιμίας. Το 1988 τα κράτη μέλη της Επιτροπής της Βασιλείας κατέληξαν σε κοινά πρότυπα διασφάλισης της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών οργανισμών, τα οποία υιοθετήθηκαν σταδιακά από τις τράπεζες και τις εποπτικές αρχές των περισσότερων χωρών παγκοσμίως. Ενώ το αρχικό Σύμφωνο (Συμφωνία της Βασιλείας Ι) προέβλεπε την ανάγκη διακράτησης επαρκούς κεφαλαίου μόνο έναντι του πιστωτικού κινδύνου, η τροποποίηση του Συμφώνου, το 1996, συμπεριέλαβε και τον κίνδυνο αγοράς. Με την αναθεώρηση του 2004 και τη Συμφωνία της Βασιλείας ΙΙ, η κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών οργανισμών προσδιορίζεται έναντι τριών κινδύνων: του πιστωτικού, του λειτουργικού και του κινδύνου αγοράς. Τα στοιχεία των ίδιων κεφαλαίων που θεωρούνται αποδεκτά για εποπτικούς σκοπούς διακρίνονται σε δύο κύριες κατηγορίες: στα στοιχεία πρώτης βαθμίδας (core capital ή Tier I) και στα στοιχεία της δεύτερης βαθμίδας (supplementary capital ή Tier II). 14

27 Η Συμφωνία της Βασιλείας ΙΙ προβλέπει τη σταδιακή υιοθέτηση εξελιγμένων μεθόδων για την κατά το δυνατό ακριβέστερη εκτίμηση του αναλαμβανόμενου κινδύνου. Η υιοθέτηση των μεθόδων αυτών επιβάλει στους πιστωτικούς οργανισμούς να διακρατούν κεφάλαια που ανταποκρίνονται επακριβώς στο επίπεδο του αναλαμβανόμενου κινδύνου και συμβάλλουν σε ουσιαστική μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων. Σύμφωνα με τη Συμφωνία της Βασιλείας (Ι & ΙΙ) τα εντός και εκτός ισολογισμού στοιχεία του τραπεζικού χαρτοφυλακίου επιμερίζονται σε ευρύτερες κατηγορίες κινδύνου και σε κάθε μία αποδίδεται μια στάθμιση, με βάση την οποία εκτιμάται η σταθμισμένη ως προς τον κίνδυνο αξία του ενεργητικού. Η Συμφωνία της Βασιλείας προσδιορίζει ως ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τη διακράτηση κεφαλαίου τουλάχιστον ίσου με 8% του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ενεργητικού. Είναι στη διακριτική ευχέρεια των εποπτικών αρχών των διαφόρων χωρών να υιοθετούν τα προτεινόμενα εποπτικά πρότυπα αυτούσια ή να τα προσαρμόζουν κατά βούληση, ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες. Για παράδειγμα, πολλές εποπτικές αρχές: Είτε απαιτούν διακράτηση υψηλότερου ποσοστού ίδιων κεφαλαίων ως προς το σταθμισμένο ενεργητικό, Είτε προσδιορίζουν υψηλότερα κριτήρια για την αποδοχή στοιχείων ίδιων κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα για εποπτικούς σκοπούς, Είτε προσδιορίζουν υψηλότερες σταθμίσεις κινδύνου που αυξάνουν το σταθμισμένο ενεργητικό και κατά συνέπεια τις κεφαλαιακές απαιτήσεις. 2.4 Η συμφωνία της Βασιλείας ΙΙ Η Επιτροπή της Βασιλείας Η Επιτροπή της Βασιλείας (Basel Committee) συστήθηκε το 1974 από τους κεντρικούς τραπεζίτες των δέκα οικονομικά ισχυρότερων κρατών του κόσμου (G10), στον απόηχο σοβαρών διαταραχών στις χρηματοπιστωτικές αγορές και ειδικότερα στην αγορά συναλλάγματος. Η πρώτη συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε το 1975 και έκτοτε η Επιτροπή συνεδριάζει τρείς ή τέσσερις φορές το χρόνο στη Βασιλεία της Ελβετίας. Σήμερα, η Επιτροπή 15

28 απαρτίζεται από εκπροσώπους των εποπτικών αρχών δεκατριών χωρών: του Βελγίου, του Καναδά, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, του Λουξεμβούργου, της Ολλανδίας, της Ισπανίας, της Σουηδίας, της Ελβετίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ. Η Επιτροπή στην πραγματικότητα αποτελεί ένα φόρουμ, με σκοπό την τακτική συνεργασία των κρατών μελών σε θέματα τραπεζικής εποπτείας. Δε διαθέτει επίσημη υπερεθνική εποπτική δικαιοδοσία και οι αποφάσεις της δεν έχουν νομική ισχύ. Αντίθετα, η Επιτροπή προσδιορίζει ευρύτερα εποπτικά πρότυπα και κατευθυντήριες γραμμές και προτείνει την εφαρμογή βέλτιστων εποπτικών πρακτικών. Στόχος της Επιτροπής είναι η κατά το δυνατόν ευρύτερη εποπτική κάλυψη και η διασφάλιση της ποιότητας του εποπτικού ελέγχου. Τα τελευταία χρόνια, την προσοχή της επιτροπής έχει προσελκύσει ιδιαίτερα το ζήτημα της κεφαλαιακής επάρκειας των πιστωτικών οργανισμών. Στις αρχές της δεκαετίας του 80, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των κυριότερων χρηματοπιστωτικών οργανισμών έφθιναν, την ίδια στιγμή που το εύρος των αναληφθέντων κινδύνων διευρυνόταν με ταχύτατους ρυθμούς. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η Επιτροπή θεώρησε αναγκαία τη λήψη άμεσων μέτρων για την αποτροπή της κεφαλαιακής διάβρωσης του τραπεζικού συστήματος και την επίτευξη μεγαλύτερης σύγκλισης στις μεθόδους αξιολόγησης της κεφαλαιακής επάρκειας. Έτσι, τα μέλη της κατέληξαν σε συγκεκριμένες πρακτικές αξιολόγησης των εντός και εκτός ισολογισμού κινδύνων Τα Χαρακτηριστικά του Νέου Εποπτικού Πλαισίου Δεδομένων των διαφόρων αδυναμιών που παρουσίαζε το πρώτο κανονιστικό πλαίσιο, γνωστού ως Συμφωνία της Βασιλείας Ι (Basel Accord I-1988), η Επιτροπή της Βασιλείας ξεκίνησε αρκετά νωρίς τη διαβούλευση για την τροποποίηση του αρχικού αλλά έντονα αναποτελεσματικού εποπτικού πλαισίου. Έτσι, το 1999, η Επιτροπή δημοσίευσε μια πρόταση για ένα νέο πλαίσιο κεφαλαιακής επάρκειας το οποίο θα αντικαθιστούσε το αρχικό. Μετά από χρόνια διαβουλεύσεων με παράγοντες της τραπεζικής αγοράς και εκπροσώπους των εποπτικών αρχών, η Επιτροπή κατέληξε στη διατύπωση του τελικού κανονιστικού πλαισίου στο οποίο δημοσιεύτηκε καταρχήν τον Ιούνιο του 2004 και εξειδικεύτηκε με δύο παρεπόμενα κείμενα εφαρμογής. Με τη δημοσίευση του τελικού κειμένου που ονομάστηκε Συμφωνία της 16

29 Βασιλείας ΙΙ, οι εθνικές εποπτικές αρχές τόσο των χωρών που εκπροσωπούνται στην Επιτροπή όσο και των υπολοίπων που συμμετέχουν ξεκίνησαν διαδικασίες για την ενσωμάτωση των προτάσεων του στα εθνικά εποπτικά συστήματα. Το νέο εποπτικό πλαίσιο, επαναπροσδιορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι πιστωτικοί οργανισμοί πρέπει να εκτιμούν τις κεφαλαιακές τους υποχρεώσεις και να συμμορφώνονται με τους εποπτικούς κανόνες, επεδίωξε τη βελτίωση της ασφάλειας και σταθερότητας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ενώ το προηγούμενο εποπτικό πλαίσιο προέβαλε ως αναγκαία την κάλυψη μόνο του πιστωτικού κινδύνου αρχικά και των κινδύνων αγοράς στη συνέχεια, το νέο εποπτικό πλαίσιο μετέβαλλε ουσιαστικά την αντιμετώπιση του πιστωτικού κινδύνου και θεώρησε επιτακτική την κάλυψη του λειτουργικού κινδύνου, αφήνοντας σχεδόν αμετάβλητους τους κανόνες που αφορούν τους κινδύνους αγοράς. Ακόμα, επέβαλλες την υιοθέτηση υψηλότερων ποιοτικών προτύπων στη διαχείριση ολόκληρου του εύρους κινδύνων από κάθε πιστωτικό οργανισμό και υψηλότερες απαιτήσεις για παροχή πληροφόρησης. Το νέο εποπτικό πλαίσιο ενθαρρύνει τη διαρκή βελτίωση των πρακτικών αξιολόγησης, διαχείρισης και άμβλυνσης των κινδύνων. Διαχρονικά παρέχει στους πιστωτικούς οργανισμούς την ευκαιρία να επιτύχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, κατανέμοντας τα κεφάλαια τους σε δραστηριότητας και τμήματα αγοράς που προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις για δεδομένο επίπεδο αναλαμβανόμενου κινδύνου Ο Πρώτος Πυλώνας του Νέου Εποπτικού Πλαισίου: Ελάχιστες Κεφαλαιακές Απαιτήσεις Η Επιτροπή της Βασιλείας, εισάγοντας το νέο εποπτικό πλαίσιο, που περιλαμβάνει τρεις κύριους άξονες ή πυλώνες, επιδιώκει την άμεση σύνδεση των κεφαλαιακών υποχρεώσεων των πιστωτικών οργανισμών με το επίπεδο του αναλαμβανόμενου κινδύνου. Ο πρώτος πυλώνας αναφέρεται στις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, ο δεύτερος προσδιορίζει τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου των ενεργειών υλοποίησης του πλαισίου διαχείρισης κινδύνων και κεφαλαιακής επάρκειας από κάθε πιστωτικό οργανισμό και ο τρίτος πυλώνας στοχεύει στην προώθηση της πειθαρχίας της αγοράς μέσω της απαίτησης για παροχή εκτεταμένης πληροφόρησης εκ μέρους των πιστωτικών οργανισμών. Στην ενότητα αυτή, θα αναφερθούμε 17

30 μόνο για τον πρώτο πυλώνα επειδή η δομή του πυλώνα αυτού αναφέρεται στις διαδικασίες εκτίμησης των ελαχίστων κεφαλαιακών υποχρεώσεων των πιστωτικών οργανισμών. Ο πρώτος πυλώνας περιλαμβάνει το σύνολο των διαδικασιών προσδιορισμού των ελαχίστων εποπτικών κεφαλαιακών απαιτήσεων, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίον κάθε πιστωτικός οργανισμός εκτιμά το επίπεδο των εποπτικών κεφαλαίων που θα πρέπει να διακρατά για την κάλυψη ολόκληρου του εύρους κινδύνων στους οποίους εκτίθενται το σύνολο των δραστηριοτήτων του. Το νέο πλαίσιο διατηρεί το γενικό κανόνα του 8%, σύμφωνα με τον οποίο ένας πιστωτικός οργανισμός διαθέτει κεφαλαιακή επάρκεια αν διατηρεί εποπτικά κεφάλαια ισοδύναμα τουλάχιστον με το 8% των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο(πιστωτικό, αγοράς, λειτουργικό) στοιχείων ενεργητικού. Στο εποπτικό κεφάλαιο συμπεριλαμβάνεται τόσο το βασικό ή κύριο κεφάλαιο (Tier I) όσο και το δευτερεύον ή συμπληρωματικό κεφάλαιο (Tier II), η σύνθεση των οποίων περιγράφεται με λεπτομέρεια ακολούθως. Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (capital adequacy index) ή δείκτης φερεγγυότητας αλγεβρικά εκφράζεται από τη σχέση: TierI + TierII Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας= 8% Σταθμισμένο ενεργητικ ό (8) Στοιχεία Εποπτικού κεφαλαίου Στο νέο εποπτικό πλαίσιο, τα αποδεκτά στοιχεία εποπτικού κεφαλαίου διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: σε στοιχεία πρωτογενούς ή κύριου και σε στοιχεία δευτερογενούς ή συμπληρωματικού κεφαλαίου. Τα στοιχεία που εντάσσονται σε κάθε κατηγορία περιγράφονται αναλυτικά ακολούθως. 1. Κύριο κεφάλαιο (core capital-tier I) Το πρωτογενές ή κύριο εποπτικό κεφάλαιο περιλαμβάνει το μετοχικό κεφάλαιο και τα δημοσιευμένα αποθεματικά, όπως παρουσιάζονται στις δημοσιευμένες λογιστικές καταστάσεις κάθε πιστωτικού οργανισμού. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν βασικό κριτήριο της κεφαλαιακής επάρκειας ενός πιστωτικού οργανισμού και επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τα 18

31 περιθώριο κέρδους και την ανταγωνιστική του θέση. Επιπλέον, τα στοιχεία αυτά αποτελούν τα μόνα κοινά στοιχεία σε όλα τα τραπεζικά συστήματα του κόσμου. 2. Συμπληρωματικό κεφάλαιο (supplementary capital-tier II) Το δευτερογενές ή συμπληρωματικό κεφάλαιο περιλαμβάνει κυρίως τις προβλέψεις για επισφαλή δάνεια, τα αφανή αποθεματικά, τα αποθεματικά από αναπροσαρμογή και τις προνομιούχες μετοχές και τα μετατρέψιμα ομόλογα που δεν περιλαμβάνονται στο Tier I. Το συμπληρωματικό κεφάλαιο δεν θα πρέπει, σε καμία περίπτωση, να υπερβαίνει το κύριο κεφάλαιο, δηλαδή δεν θα πρέπει να αντιπροσωπεύει ποσοστό ανώτερο του 50% των συνολικών εποπτικών κεφαλαίων του πιστωτικού οργανισμού. Εναλλακτικά, το πρωτογενές κεφάλαιο θα πρέπει να αντιπροσωπεύει ποσοστό ανώτερο του 50% των συνολικών εποπτικών κεφαλαίων. Συνεπώς, προκύπτει ένας δεύτερος δείκτης φερεγγυότητας που εκφράζεται αλγεβρικά ως εξής: TierI Δείκτης φερεγγυότητας= 4% Σταθμισμένο Ενεργητικό (9) i. Αφανή Αποθεματικά Τα αφανή αποθεματικά αντιμετωπίζονται διαφορετικά ανάλογα με το ισχύον νομικό και λογιστικό καθεστώς κάθε χώρας. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται αποθεματικά τα οποία αν και μη δημοσιευμένα έχουν περάσει από λογαριασμούς εσόδων-εξόδων και είναι αποδεκτά από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές. Τα στοιχεία αυτά μπορεί αν είναι ανάλογης ποιότητας με τα δημοσιευμένα παρακρατηθέντα κέρδη. Το γεγονός όμως, ότι δεν είναι αποδεκτά από πολλές χώρες, ούτε ως λογιστικά στοιχεία ούτε ως νόμιμα αποδεκτά στοιχεία κεφαλαίου, τα αποκλείει από τον συνυπολογισμό τους στο κύριο κεφάλαιο. ii. Αποθεματικά από Αναπροσαρμογή Είναι τα αποθεματικά που προκύπτουν από την επανεκτίμηση της αξίας στοιχείων ενεργητικού του τραπεζικού χαρτοφυλακίου για την καλύτερη απόδοση των τρεχουσών αξιών. 19

32 iii. Γενικές Προβλέψεις και γενικά Αποθεματικά έναντι δανειακών απωλειών Γενικές προβλέψεις και γενικά αποθεματικά έναντι δανειακών απωλειών συμπεριλαμβάνονται στο συμπληρωματικό κεφάλαιο όταν δημιουργούνται για την κάλυψη μη ταυτοποιημένων πιθανών μελλοντικών απωλειών Κεφαλαιακές Απαιτήσεις Έναντι Πιστωτικού Κινδύνου Η Συμφωνία της Βασιλείας ΙΙ επιτρέπει στους πιστωτικούς οργανισμούς να επιλέξουν μεταξύ δύο εναλλακτικών μεθόδων-προσεγγίσεων εκτίμησης των κεφαλαιακών απαιτήσεων έναντι του πιστωτικού κινδύνου: Της Τυποποιημένης Μεθόδου και Της Μεθόδου των Εσωτερικών Διαβαθμίσεων. A. Τυποποιημένη μέθοδος Η τυποποιημένη μέθοδος του νέου εποπτικού πλαισίου ακολουθεί την ίδια μεθοδολογία με αυτή του προηγούμενου πλαισίου (Basel I), με τη μόνη διαφορά ότι γίνεται περισσότερο ευαίσθητη ως προς τον κίνδυνο, αφού προβλέπει: την ταξινόμηση των ανοιγμάτων σε διάφορες κατηγορίες τη στάθμιση των ανοιγμάτων με συντελεστές κινδύνου που είναι ευθεία συνάρτηση της πιστωτικής διαβάθμισης τους από εξωτερικούς οίκους αξιολόγησης. Οπότε, σύμφωνα με το νέο πλαίσιο (Basel II), η λογιστική αξία κάθε ανοίγματος σταθμίζεται με συντελεστή κινδύνου ανάλογο της πιστωτικής διαβάθμισης του. Κατά συνέπεια, ανοίγματα υψηλής πιστωτικής διαβάθμισης σταθμίζονται με χαμηλό συντελεστή κινδύνου, ενώ αντίθετα ανοίγματα χαμηλής πιστωτικής διαβάθμισης σταθμίζονται με υψηλό συντελεστή κινδύνου. Αυτό σημαίνει ότι ανοίγματα χαμηλής πιστωτικής ποιότητας επιβαρύνουν τον πιστωτικό οργανισμό με υψηλότερες κεφαλαιακές υποχρεώσεις, αναγκαίες για την κάλυψη του υψηλότερου υποκείμενου κίνδυνο απωλειών. 20

33 B. Μέθοδος των Εσωτερικών Διαβαθμίσεων (ΜΕΔ) Οι τράπεζες που λαμβάνουν έγκριση από τις εποπτικές αρχές να χρησιμοποιούν τη μέθοδο εσωτερικών διαβαθμίσεων μπορούν να βασίζονται σε εσωτερικές ίδιες εκτιμήσεις των στοιχείων κινδύνου για τον υπολογισμό του απαιτούμενου κεφαλαίου για κάθε πιστωτικό άνοιγμα. Τα εκτιμώμενα στοιχεία κινδύνου περιλαμβάνουν μέτρα: της πιθανότητας αθέτησης (probability of default-pd) των απωλειών σε περίπτωση αθέτησης (loss given default LGD) της αξίας του ανοίγματος σε περίπτωση αθέτησης (exposure at default-ead) της ληκτότητας (maturity) Η μέθοδος των εσωτερικών διαβαθμίσεων βασίζεται στην εκτίμηση των αναμενόμενων και μη αναμενόμενων απωλειών (Expected & Unexpected Losses). Οι εξισώσεις στάθμισης ως προς τον κίνδυνο παράγουν κεφαλαιακές απαιτήσεις για την κάλυψη των μη αναμενόμενων απωλειών. Οι παράγοντες κινδύνου, που υπολογίζονται εσωτερικά ή λαμβάνονται ως δεδομένοι από τις ρυθμιστικές αρχές, χρησιμοποιούνται ως διακριτά στοιχεία στις εξισώσεις στάθμισης που έχουν αναπτυχθεί για τις διάφορες κατηγορίες ενεργητικού. Για κάθε μία από τις κατηγορίες ενεργητικού διακρίνονται τρία κύρια στοιχεία: οι συντελεστές κινδύνου, που αποτελούν εκτιμήσεις των παραμέτρων κινδύνου είτε από τον ίδιο πιστωτικό οργανισμό, είτε από τις εποπτικές αρχές. Οι εξισώσεις στάθμισης κινδύνου, που αντιπροσωπεύουν το μέσο με το οποίο οι συντελεστές κινδύνου μετατρέπονται σε σταθμισμένο ενεργητικό και τελικά σε κεφαλαιακές απαιτήσεις. Οι ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για την εφαρμογή της μεθόδου εσωτερικών διαβαθμίσεων για δεδομένη κατηγορία ανοίγματος. Για πολλές κλάσεις ενεργητικού είναι διαθέσιμες δύο εναλλακτικές προσεγγίσεις: η Θεμελιώδης Προσέγγιση και η Εξελιγμένη Προσέγγιση. 21

34 Σύμφωνα με τη Θεμελιώδη Προσέγγιση, οι πιστωτικοί οργανισμοί είναι υπεύθυνοι για την εκτίμηση της πιθανότητας αθέτησης κάθε ανοίγματος, ενώ οι εκτιμήσεις για τους υπόλοιπους συντελεστές κινδύνου παρέχονται από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές. Αντίθετα, η χρήση της Εξελιγμένης Προσέγγισης απαιτεί τις περισσότερες φορές την εκτίμηση όλων των συντελεστών κινδύνου από τους ίδιους τους πιστωτικούς οργανισμούς (χρησιμοποιείται κυρίως για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής). Πιστωτικά ιδρύματα που εφαρμόζουν την ΜΕΔ θα πρέπει να συγκρίνουν το σύνολο των προβλέψεων (provisions) που πραγματοποιούνται έναντι ανοιγμάτων με το εκτιμώμενο επίπεδο αναμενόμενων απωλειών. Τα ποσά των αναμενόμενων απωλειών για τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, κεντρικών κυβερνήσεων, κεντρικών τραπεζών και για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής εκτιμώνται με την εφαρμογή των ακόλουθων τύπων: Αναμενόμενες απώλειες (EL)= PD*LGD (10) Ποσό αναμενόμενων απωλειών= (EL)*αξία ανοίγματος (11) Όταν το εκτιμώμενο σύνολο των αναμενόμενων απωλειών υπερβαίνει τις προβλέψεις του πιστωτικού οργανισμού, η διαφορά θα πρέπει να εκπίπτει από τα εποπτικά κεφάλαια του πιστωτικού οργανισμού. Η διαφορά κατά το ήμισυ θα μειώνει το πρωτογενές κεφάλαιο (Tier II) και κατά τα λοιπά το δευτερογενές κεφάλαιο (Tier II). Στην περίπτωση κατά την οποία το σύνολο των εκτιμώμενων αναμενόμενων απωλειών υπολείπεται των πραγματοποιημένων προβλέψεων, το ποσό της υστέρησης θα πρέπει να προστίθεται στο δευτερογενές κεφάλαιο μέχρι του ποσού που δεν υπερβαίνει το 0,6% του σταθμισμένου ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο ενεργητικού. 22

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΝΟΤΗΤΑΣ V Η διαχείριση του Πιστωτικού Κινδύνου αποτελεί μια από τις κυρίαρχες αρμοδιότητες κάθε Πιστωτικού Ιδρύματος ενώ επηρεάζει σημαντικά και τον τρόπο άσκησης

Διαβάστε περισσότερα

Asset & Wealth Management Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Asset & Wealth Management Α.Ε.Π.Ε.Υ. Asset & Wealth Management Α.Ε.Π.Ε.Υ. Πληροφορίες εποπτικής φύσεως σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια της NEW MELLON ASSET AND WEALTH MANAGEMENT Α.Ε.Π.Ε.Υ., τους κινδύνους που αναλαμβάνει καθώς και τη διαχείρισή

Διαβάστε περισσότερα

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ Γ02Α ΚΑΙ Γ02Β: ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ Γ02Α ΚΑΙ Γ02Β: ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ Γ02Α ΚΑΙ Γ02Β: ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ Η σκίαση αφορά τις γραμμές οι οποίες δεν θα συμπληρώνονται από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Διαβάστε περισσότερα

Οι Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις στο περιβάλλον της Βασιλείας ΙΙ

Οι Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις στο περιβάλλον της Βασιλείας ΙΙ Οι Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις στο περιβάλλον της Βασιλείας ΙΙ Το νέο εποπτικό πλαίσιο Νίκος Ζαγορήσιος, MBA, CFA Διευθυντής, Διεύθυνση Θεμάτων Capital Management & Τραπεζικής Εποπτείας, Alpha Bank Εποπτικό

Διαβάστε περισσότερα

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΣΤ04 ΣΤ05: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΣΤ04 ΣΤ05: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΣΤ04 ΣΤ05: ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΟΦΕΙΛΕΤΩΝ 1. Γενικά I. Τα Πιστωτικά Ιδρύματα υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος (με το υπόδειγμα ΣΤ04), ανά εξάμηνο, στοιχεία οφειλετών

Διαβάστε περισσότερα

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Β01: ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ 1 ΣΥΝΟΛΟ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΟΥ Δ.Κ.Ε. 1.1 ΒΑΣΙΚΑ ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ 1.1.1 Κεφάλαια (εποπτικά

Διαβάστε περισσότερα

ALPHA BANK CYPRUS LTD

ALPHA BANK CYPRUS LTD ALPHA BANK CYPRUS LTD ΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΠΥΛΩΝΑ ΙΙΙ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΙΙ 31 ΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010 Απρίλιος 2011 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ... 1 2. ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΙΝΔΥΝΩΝ... 2 3. ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ

Διαβάστε περισσότερα

ALPHA BANK CYPRUS LTD

ALPHA BANK CYPRUS LTD ALPHA BANK CYPRUS LTD ΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΠΥΛΩΝΑ 3 ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΙΙ ΕΤΟΣ 2009 ΑΠΡΙΛΗΣ 2010 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ... 2 2. ΠΛΑΙΣΙΟ ΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΙΝ ΥΝΩΝ... 3 3. ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΒΑΣΗ... 4 4.

Διαβάστε περισσότερα

Δηµοσιοποιήσεις σύµφωνα µε το Παράρτηµα 1 της Απόφασης 9/459/2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όπως τροποποιήθηκε µε την Απόφαση 9/572/23.12.

Δηµοσιοποιήσεις σύµφωνα µε το Παράρτηµα 1 της Απόφασης 9/459/2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όπως τροποποιήθηκε µε την Απόφαση 9/572/23.12. Δηµοσιοποιήσεις σύµφωνα µε το Παράρτηµα 1 της Απόφασης 9/459/2007 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όπως τροποποιήθηκε µε την Απόφαση 9/572/23.12.2010 και την Απόφαση 26/606/22.12.2011 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Διαβάστε περισσότερα

Hellastat: Μειώνεται σταδιακά ο βαθμός φερεγγυότητας των ελληνικών επιχειρήσεων

Hellastat: Μειώνεται σταδιακά ο βαθμός φερεγγυότητας των ελληνικών επιχειρήσεων Hellastat: Μειώνεται σταδιακά ο βαθμός φερεγγυότητας των ελληνικών επιχειρήσεων Μειώνεται σταδιακά ο βαθμός φερεγγυότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ ασφαλέστερες εμφανίζονται οι μεγάλες επιχειρήσεις.

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 ΜΕΤΡΗΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ. Υποδείγματα Κινδύνου Πτώχευσης (Default Risk Models)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 ΜΕΤΡΗΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ. Υποδείγματα Κινδύνου Πτώχευσης (Default Risk Models) ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 ΜΕΤΡΗΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ Υποδείγματα Κινδύνου Πτώχευσης (Default Risk Models) Ποιοτικά υποδείγματα (Qualitative Models) ή expert systems Υποδείγματα μέτρησης πιστοληπτικής ικανότητας (Credit

Διαβάστε περισσότερα

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ, ΤΟΥΣ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ: 31.12.

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ, ΤΟΥΣ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ: 31.12. ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ, ΤΟΥΣ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ: 31.12.2014 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2015 Τα παρόντα στοιχεία δημοσιοποιούνται

Διαβάστε περισσότερα

Στρατηγικές και διαδικασίες των τραπεζών και εσωτερική επιθεώρησή τους.

Στρατηγικές και διαδικασίες των τραπεζών και εσωτερική επιθεώρησή τους. Στρατηγικές και διαδικασίες των τραπεζών και εσωτερική επιθεώρησή τους. 19Α. (1) Οι τράπεζες διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και πλήρεις στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διατήρηση

Διαβάστε περισσότερα

Εισόδημα Κατανάλωση 1500 500 1600 600 1300 450 1100 400 600 250 700 275 900 300 800 352 850 400 1100 500

Εισόδημα Κατανάλωση 1500 500 1600 600 1300 450 1100 400 600 250 700 275 900 300 800 352 850 400 1100 500 Εισόδημα Κατανάλωση 1500 500 1600 600 1300 450 1100 400 600 250 700 275 900 300 800 352 850 400 1100 500 Πληθυσμός Δείγμα Δείγμα Δείγμα Ο ρόλος της Οικονομετρίας Οικονομική Θεωρία Διατύπωση της

Διαβάστε περισσότερα

Επιλογή επενδύσεων κάτω από αβεβαιότητα

Επιλογή επενδύσεων κάτω από αβεβαιότητα Επιλογή επενδύσεων κάτω από αβεβαιότητα Στατιστικά κριτήρια επιλογής υποδειγμάτων Παράδειγμα Θεωρήστε τον παρακάτω πίνακα ο οποίος δίνει τις ροές επενδυτικών σχεδίων λήξης μιας περιόδου στο μέλλον, όταν

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης EIOPA-BoS-14/169 EL Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης EIOPA Westhafen Tower, Westhafenplatz 1-60327 Frankfurt Germany - Tel. + 49 69-951119-20; Fax. + 49 69-951119-19; email:

Διαβάστε περισσότερα

March 14, 2006. H εμπειρία από τη διαδικασία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙ στις τράπεζες

March 14, 2006. H εμπειρία από τη διαδικασία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙ στις τράπεζες Μάρτιος 2006 0 ΒασιλείαΙΙ H εμπειρία από τη διαδικασία εφαρμογής της Βασιλείας ΙΙ στις τράπεζες Λεωνίδας Χατζηκωνσταντής, Senior Manager, Ernst & Young South Eastern Europe Περιεχόμενα Επισκόπηση πλαισίου

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΕΘΝΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΔΙΕΘΝΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Ενότητα 6: Διαχείριση Διεθνούς Δραστηριότητας Τραπεζών Μιχαλόπουλος Γεώργιος Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό υλικό υπόκειται σε άδειες χρήσης Creative Commons. Για εκπαιδευτικό υλικό, όπως εικόνες,

Διαβάστε περισσότερα

Συνεδρίαση 114/4.8.2014

Συνεδρίαση 114/4.8.2014 Συνεδρίαση 114/4.8.2014 ΘΕΜΑ: 1 Μεταβατικές διατάξεις για τον υπολογισμό των Ιδίων Κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα βάσει του Κανονισμού 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Διαβάστε περισσότερα

12o Συνέδριο Αριστοτέλης ReBuilding Sucess. Νοέμβριος 2014

12o Συνέδριο Αριστοτέλης ReBuilding Sucess. Νοέμβριος 2014 12o Συνέδριο Αριστοτέλης ReBuilding Sucess Νοέμβριος 2014 Κεφαλαιακή επάρκεια Η σημασία των «κόκκινων» δανείων Μια ένδειξη του μέτρου της σημασίας στην επιτυχή διαχείριση των κόκκινων δανείων.. Πρωταρχικό

Διαβάστε περισσότερα

Επιτροπή Διαχειρίσεως Κινδύνων (Risk Management Committee) Κανονισμός Λειτουργίας

Επιτροπή Διαχειρίσεως Κινδύνων (Risk Management Committee) Κανονισμός Λειτουργίας Επιτροπή Διαχειρίσεως Κινδύνων (Risk Management Committee) Κανονισμός Λειτουργίας Σεπτέμβριος 2013 Κανονισμός Επιτροπής Διαχειρίσεως Κινδύνων (Risk Management Committee) Προοίμιο Το Διοικητικό Συμβούλιο,

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΜΗΜΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ & ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΜΗΜΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ & ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΜΗΜΑ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ & ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Βαθμονόμηση Πιστοληπτικής Ικανότητας στη

Διαβάστε περισσότερα

ΣΥΝΟΛΟ (Α) 7,577.808 Β. ΜΕΙΟΝ: ΣΥΝΟΛΟ ΑΦΑΙΡΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (Β) 2,681.978 Γ. ΣΥΝΟΛΟ ΒΑΣΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (Α-Β) 4,895.830

ΣΥΝΟΛΟ (Α) 7,577.808 Β. ΜΕΙΟΝ: ΣΥΝΟΛΟ ΑΦΑΙΡΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (Β) 2,681.978 Γ. ΣΥΝΟΛΟ ΒΑΣΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (Α-Β) 4,895.830 ΚΥΠΡΟΥ Α.Ε..Α.Κ ΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ, ΤΟΥΣ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΥΣ ΚΙΝ ΥΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗ ΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥΣ 31/12/2008 ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ν.3601/1.8.2007 ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ 9/459/27.12.2007

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΡΙΘΜ. 2592/20.8.2007

ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΡΙΘΜ. 2592/20.8.2007 ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΡΙΘΜ. 2592/20.8.2007 ΘΕΜΑ: Δημοσιοποίηση από τα πιστωτικά ιδρύματα εποπτικής φύσεως πληροφοριών σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια, τους κινδύνους που αναλαμβάνουν καθώς και τη διαχείρισή

Διαβάστε περισσότερα

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ 9/459/27.12.2007 ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ 9/459/27.12.2007 ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΜΕΛΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΞΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ Αρ. Αδείας ΕΚ 1/13/28-6-1994 =========================================================== Δραγατσ αν ίου 6 Α θήνα 10559 Τηλ: 210.33.67.700 - Fax:21033.12.324 ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: Γ Τρίμηνο 2015

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: Γ Τρίμηνο 2015 ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: Γ Τρίμηνο 205 Δείκτης κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων CET σχεδόν αμετάβλητος σε τριμηνιαία βάση παρά την πίεση στα εγχώρια έσοδα λόγω της εκτεταμένης τραπεζικής αργίας

Διαβάστε περισσότερα

Αποτελέσματα Α Τριμήνου 2013

Αποτελέσματα Α Τριμήνου 2013 Αποτελέσματα Α Τριμήνου 2013 Η άμεση και πλήρης ανακεφαλαιοποίηση της Eurobank από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατά 5,8δισ. αποκαθιστά την κεφαλαιακή βάση της Τράπεζας με pro-forma δείκτη

Διαβάστε περισσότερα

Αποτελέσματα Α Τριμήνου 2012

Αποτελέσματα Α Τριμήνου 2012 Αποτελέσματα Α Τριμήνου 2012 Ανακεφαλαιοποίηση 4δισ. από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με το Δείκτη Συνολικής Κεφαλαιακής Επάρκειας να διαμορφώνεται στο 9,0% και αντίστοιχη βελτίωση της ρευστότητας

Διαβάστε περισσότερα

ΜΙΔΑΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.

ΜΙΔΑΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ. ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2011 ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ 9/459/27.12.2007 ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ Αθήνα, 29.2.2012 1. Στόχοι και πολιτικές διαχείρισης κινδύνων Η ΜΙΔΑΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Διαβάστε περισσότερα

ΓΡΑΜΜΕΣ. ΣΥΝΟΛΟ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΑΝΟΙΓΜΑΤΩΝ εκ των οποίων: Θέσεις σε επανατιτλοποιήσεις. Ορισμοί, της ΠΔ/ΤΕ 2645/9.9.2011.

ΓΡΑΜΜΕΣ. ΣΥΝΟΛΟ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΑΝΟΙΓΜΑΤΩΝ εκ των οποίων: Θέσεις σε επανατιτλοποιήσεις. Ορισμοί, της ΠΔ/ΤΕ 2645/9.9.2011. ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΟΣ Γ03: ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ Τα πιστωτικά ιδρύματα που εφαρμόζουν για

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια EIOPA-BoS-14/167 EL Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια EIOPA Westhafen Tower, Westhafenplatz 1-60327 Frankfurt Germany - Tel. + 49 69-951119-20; Fax. + 49 69-951119-19; email:

Διαβάστε περισσότερα

І. Αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με τους σκοπούς και την πολιτική του επενδυτικού μεσολαβητή σε σχέση με τη διαχείριση των κινδύνων.

І. Αποκάλυψη πληροφοριών σχετικά με τους σκοπούς και την πολιτική του επενδυτικού μεσολαβητή σε σχέση με τη διαχείριση των κινδύνων. Μετάφραση από βουλγάρικη γλώσσα ΕΜ «ΓΚΛΟΜΠΑΛ ΜΑΡΚΕΤΣ»ΑΕ ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 142, ΠΑΡ.3 ΚΑΙ 4, ΑΡΘΡΟΥ 150 ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ 35 ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη μέθοδο εξέτασης

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη μέθοδο εξέτασης EIOPA-BoS-14/171 EL Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη μέθοδο εξέτασης EIOPA Westhafen Tower, Westhafenplatz 1-60327 Frankfurt Germany - Tel. + 49 69-951119-20; Fax. + 49 69-951119-19; email: info@eiopa.europa.eu

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήριες γραμμές για τα όρια των συμβάσεων

Κατευθυντήριες γραμμές για τα όρια των συμβάσεων EIOPA-BoS-14/165 EL Κατευθυντήριες γραμμές για τα όρια των συμβάσεων EIOPA Westhafen Tower, Westhafenplatz 1-60327 Frankfurt Germany - Tel. + 49 69-951119-20; Fax. + 49 69-951119-19; email: info@eiopa.europa.eu

Διαβάστε περισσότερα

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ. Κωδικός: Δ2-02-Ε-03

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ. Κωδικός: Δ2-02-Ε-03 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ Κωδικός: Δ2-02-Ε-03 Έκδοση 01 9/1/2009 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ Ι - ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ....................................17 1.1 Προβλέψεις - Τεχνικές προβλέψεων και διοίκηση................................17 1.2 Τεχνικές προβλέψεων

Διαβάστε περισσότερα

ΣΤΗΛΕΣ Α.Α. ΤΙΤΛΟΙ ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

ΣΤΗΛΕΣ Α.Α. ΤΙΤΛΟΙ ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΟΣ Γ05: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΖΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΔΟΧΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ Οι πίνακες αυτοί συμπληρώνονται από τα

Διαβάστε περισσότερα

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΘ. ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ ΑΕΠΕΥ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΘ. ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ ΑΕΠΕΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΘ. ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ ΑΕΠΕΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ (ΕΔΑΚΕ) σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 8/459/27.12.2007 1. ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ Ενότητα 8: ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Τμήμα ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ Ενότητα 8: ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Τμήμα ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ Ενότητα 8: ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Τμήμα ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό υλικό υπόκειται σε άδειες

Διαβάστε περισσότερα

Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: α τρίμηνο 2012

Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: α τρίμηνο 2012 Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: α τρίμηνο 2012 Κεφαλαιακή Επάρκεια: Ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας διαμορφώνεται στο 8,1% μετά την καταβολή από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κεφαλαιακής

Διαβάστε περισσότερα

ε) την Οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της

ε) την Οδηγία 2010/76/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΑΡΙΘΜ. 2655/19.3.2012 Θέμα: Τεχνικά κριτήρια σχετικά με τη διαφάνεια και τις δημοσιοποιήσεις από τα πιστωτικά ιδρύματα εποπτικής φύσεως πληροφοριών Αντικατάσταση της ΠΔ/ΤΕ 2592/20.8.2007,

Διαβάστε περισσότερα

Πραγματοποιείται με την κατάταξη των στοιχείων κατά κατηγορίες για μια σειρά ετών. Η σύγκριση των στοιχείων με παρελθόντα στοιχεία αυξάνει την

Πραγματοποιείται με την κατάταξη των στοιχείων κατά κατηγορίες για μια σειρά ετών. Η σύγκριση των στοιχείων με παρελθόντα στοιχεία αυξάνει την Πραγματοποιείται με την κατάταξη των στοιχείων κατά κατηγορίες για μια σειρά ετών. Η σύγκριση των στοιχείων με παρελθόντα στοιχεία αυξάνει την χρησιμότητα και εμφανίζει την φύση και τις τάσεις των τρεχουσών

Διαβάστε περισσότερα

Σύμφωνα με τα ΔΠΧΠ οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να δημοσιεύουν τις παρακάτω καταστάσεις:

Σύμφωνα με τα ΔΠΧΠ οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να δημοσιεύουν τις παρακάτω καταστάσεις: Σύμφωνα με τα ΔΠΧΠ οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να δημοσιεύουν τις παρακάτω καταστάσεις: Ισολογισμό ή κατάσταση χρηματοικονομικής θέσης Κατάσταση Αποτελεσμάτων Χρήσης ή κατάσταση εισοδήματος Κατάσταση

Διαβάστε περισσότερα

Επιτόκια Προθεσμιακών Καταθέσεων 31/12/12 31/03/13 30/06/13 30/09/13 31/12/13 Ετήσια. μεταβολή σε μονάδες βάσης Τριμηνιαία μεταβολή

Επιτόκια Προθεσμιακών Καταθέσεων 31/12/12 31/03/13 30/06/13 30/09/13 31/12/13 Ετήσια. μεταβολή σε μονάδες βάσης Τριμηνιαία μεταβολή Ετήσια Αποτελέσματα Ομίλου GENIKI Bank Παρά τη δύσκολη οικονομική συγκυρία το και ένα χρόνο μετά την επιτυχή ένταξή της στον Όμιλο της Τράπεζας Πειραιώς, η GENIKI Bank βελτίωσε σταδιακά το λειτουργικό

Διαβάστε περισσότερα

Ο Μ Ι Λ Ο Σ A T E b a n k - ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ 9ΜΗΝΟΥ 2009

Ο Μ Ι Λ Ο Σ A T E b a n k - ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ 9ΜΗΝΟΥ 2009 Ο Μ Ι Λ Ο Σ A T E b a n k - ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ 9ΜΗΝΟΥ 2009 Καθαρά Κέρδη Ομίλου: 82,4 εκ. (-1,6%, σε επαναλαμβανόμενη βάση +6,4%), Τράπεζας: 96,3 εκ. (+46,7%), με περαιτέρω βελτίωση της προ προβλέψεων οργανικής

Διαβάστε περισσότερα

ΑΡΘΡΟ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΕΙΚΤΩΝ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ

ΑΡΘΡΟ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΕΙΚΤΩΝ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ Specisoft www.specisoft.gr ΑΡΘΡΟ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΔΕΙΚΤΩΝ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ Επισκεφθείτε το Management Portal της Specisoft: Business Game, Manager s Tools, Case Studies, Consulting, Ρητά Διοίκησης, Αρθρα

Διαβάστε περισσότερα

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦ. Ε.Κ. 28/606/22.12.2011

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦ. Ε.Κ. 28/606/22.12.2011 ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦ. Ε.Κ. 28/606/22.12.2011 Ι. Σκοπός Η Πολιτική Αποδοχών θεσπίζει το πλαίσιο και καθορίζει τις αρχές, σύμφωνα με τις οποίες η Εθνική

Διαβάστε περισσότερα

Περιεχόμενα 9. Περιεχόμενα

Περιεχόμενα 9. Περιεχόμενα Περιεχόμενα 9 Περιεχόμενα Εισαγωγή... 15 1. Οικονομικές και Χρηματοπιστωτικές Κρίσεις... 21 2. Χρηματοπιστωτικό Σύστημα... 31 2.1. Ο Ρόλος και οι λειτουργίες των κεντρικών τραπεζών... 31 2.2. Το Ελληνικό

Διαβάστε περισσότερα

H ΕΡΜΗΝΕΙΑ του ΔΕΙΚΤΗ P/BV

H ΕΡΜΗΝΕΙΑ του ΔΕΙΚΤΗ P/BV INVESTMENT RESEARCH & ANALYSIS JOURNAL H ΕΡΜΗΝΕΙΑ του ΔΕΙΚΤΗ P/BV βάσει των ΛΟΓΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ των ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑ Ο Πραγματικός Βαθμός Χρησιμότητας του Δείκτη στη Διαμόρφωση

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Σύστηµα Αξιολόγησης Κινδύνων Στα πλαίσια της πρακτικής εφαρµογής της ιαδικασίας Εποπτικής Εξέτασης και Αξιολόγησης (SREP), όπως προκύπτει από την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Διαβάστε περισσότερα

Αρθρο: Χρηματοδότηση Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ) : Επιπτώσεις από την εφαρμογή από τις Τράπεζες, της συνθήκης της Βασιλείας ΙΙ

Αρθρο: Χρηματοδότηση Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ) : Επιπτώσεις από την εφαρμογή από τις Τράπεζες, της συνθήκης της Βασιλείας ΙΙ Specisoft www.specisoft.gr Αρθρο: Χρηματοδότηση Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ) : Επιπτώσεις από την εφαρμογή από τις Τράπεζες, της συνθήκης της Βασιλείας ΙΙ Απο: Αθανάσιο Τακόπουλο (*) & Εμμανουήλ Μαρκάκη

Διαβάστε περισσότερα

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Περιόδου από 1 ης Ιανουαρίου 2011 έως 31 ης Μαρτίου 2011

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Περιόδου από 1 ης Ιανουαρίου 2011 έως 31 ης Μαρτίου 2011 ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Περιόδου από 1 ης Ιανουαρίου 2011 έως 31 ης Μαρτίου 2011 «Η συνεχιζόμενη οικονομική ύφεση, η οποία πλήττει την Ελληνική κοινωνία έχει συρρικνώσει σημαντικά το σύνολο της δραστηριότητας

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΙ ΚΡΗΤΗΣ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΤΜΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ & ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ: Ο ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΚΑΙ

ΤΕΙ ΚΡΗΤΗΣ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΤΜΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ & ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ: Ο ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΚΑΙ ΤΕΙ ΚΡΗΤΗΣ, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΤΜΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ & ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ: Ο ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΙΙ ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: κ. Λεμονάκης Χρήστος ΦΟΙΤΗΤΡΙΕΣ: Μπουγκά

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ. ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: κ. ΣΧΟΙΝΙΩΤΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ: ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΚΗ ΑΝΤΙΓΟΝΗ

ΤΕΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ. ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: κ. ΣΧΟΙΝΙΩΤΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ: ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΚΗ ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: κ. ΣΧΟΙΝΙΩΤΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑ: ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΚΗ ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: Εισαγωγή... 4 Κεφάλαιο Πρώτο ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ 1.1 Η διαχείριση του Λειτουργικού Κινδύνου... 6 1.2 Η Επιτροπή της Βασιλείας...8

Διαβάστε περισσότερα

Αναδιαρθρώσεις Επιχειρηματικών Χαρτοφυλακίων. Γιώργος Βλάχος

Αναδιαρθρώσεις Επιχειρηματικών Χαρτοφυλακίων. Γιώργος Βλάχος Αναδιαρθρώσεις Επιχειρηματικών Χαρτοφυλακίων Γιώργος Βλάχος Οκτώβριος 15, 2015 Περιεχόμενα 01 Το Προβληματικό Οικονομικό Περιβάλλον 02 Οι Τράπεζες 03 Οι Επιχειρήσεις 04 Η Τράπεζα Πειραιώς 05 Τύποι Ρυθμίσεων

Διαβάστε περισσότερα

ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ, REPORTING & ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ

ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ, REPORTING & ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ Ενότητα κύκλου «Η Βασιλεία ΙΙ στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα» 23 Νοεμβρίου 2007 H αναβάθμιση του κανονιστικού πλαισίου περί υπολογισμού της επάρκειας ιδίων κεφαλαίων (Νέο Σύμφωνο της Βασιλείας,

Διαβάστε περισσότερα

ORANGE PARTNERS Α. Ε. Π. Ε. Υ.

ORANGE PARTNERS Α. Ε. Π. Ε. Υ. ORANGE PARTNERS Α. Ε. Π. Ε. Υ. ORANGE PARTNERS Α.Ε.Π.Ε.Υ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΒΑΣΕΙ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 9/459/27.12.2007 ΤΟΥ Δ.Σ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2008 1. Στόχοι και πολιτικές διαχείρισης κινδύνων

Διαβάστε περισσότερα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ...17

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ...17 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ.........................................................17 Ι - ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ................................19

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αναγνώριση και αποτίμηση στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού εκτός των τεχνικών προβλέψεων

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αναγνώριση και αποτίμηση στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού εκτός των τεχνικών προβλέψεων EIOPA-BoS-15/113 EL Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αναγνώριση και αποτίμηση στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού εκτός των τεχνικών προβλέψεων EIOPA Westhafen Tower, Westhafenplatz 1-60327

Διαβάστε περισσότερα

Η ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ ΣΤΟ ΔΑΝΕΙΣΜΟ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

Η ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ ΣΤΟ ΔΑΝΕΙΣΜΟ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Η ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΙΙ ΣΤΟ ΔΑΝΕΙΣΜΟ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Φαίδων Καλφάογλου Τράπεζα της Ελλάδος 1 ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Βασιλεία ΙΙ και κεφαλαιακή επάρκεια τραπεζών Ευνοϊκό καθεστώς για ΜΜΕ

Διαβάστε περισσότερα

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα Απαιτήσεις (ΔΛΠ 39) Διδάσκων: Δρ. Γεώργιος Α. Παπαναστασόπουλος Εισαγωγή Οι απαιτήσεις είναι βασικά αντικείμενο του: ΔΛΠ 39 «Χρηματοπιστωτικά Μέσα: Αναγνώριση και Επιμέτρηση» (Financial

Διαβάστε περισσότερα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ. Για την τριμηνία που έληξε στις 31 Μαρτίου 2010

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ. Για την τριμηνία που έληξε στις 31 Μαρτίου 2010 0 ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α Σελίδα Ενδιάμεση ενοποιημένη κατάσταση συνολικών εσόδων 1 Ενδιάμεση ενοποιημένη κατάσταση μεταβολών στα ίδια κεφάλαια 2 Ενδιάμεση ενοποιημένη

Διαβάστε περισσότερα

ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΙV Η έννοια της Πιστωτικής Κουλτούρας στην τραπεζική αγορά προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφία ενός Τραπεζικού Οργανισμού. Η ενότητα

Διαβάστε περισσότερα

Οικονομικά Στοιχεία Γ Τριμήνου 2015

Οικονομικά Στοιχεία Γ Τριμήνου 2015 3 Νοεμβρίου Οικονομικά Στοιχεία Τριμήνου Αύξηση των κερδών προ προβλέψεων κατά 8,4% έναντι του Β τριμήνου σε 230εκ. Ανθεκτικότητα καθαρών εσόδων από τόκους (-1,8% στο τρίμηνο) παρά τους κεφαλαιακούς ελέγχους.

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ. ΕΝΟΤΗΤΑ 4η ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΖΗΤΗΣΗΣ

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ. ΕΝΟΤΗΤΑ 4η ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΖΗΤΗΣΗΣ ΤΕΙ ΚΡΗΤΗΣ ΣΧΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑ 4η ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΖΗΤΗΣΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΑΝΟΥΡΓΙΑΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ ΤΕΙ ΚΡΗΤΗΣ ΔΟΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ 1. Εισαγωγή

Διαβάστε περισσότερα

Αναγνώριση Κινδύνων. Στα επόµενα σενάρια αναγνωρίστε πιο από τα παρακάτω είδη κινδύνου δηµιουργείται για την Τράπεζα (µε τον πιο «προφανή» τρόπο)

Αναγνώριση Κινδύνων. Στα επόµενα σενάρια αναγνωρίστε πιο από τα παρακάτω είδη κινδύνου δηµιουργείται για την Τράπεζα (µε τον πιο «προφανή» τρόπο) Άσκηση Αναγνώριση Κινδύνων Αναγνώριση Κινδύνων Στα επόµενα σενάρια αναγνωρίστε πιο από τα παρακάτω είδη κινδύνου δηµιουργείται για την Τράπεζα (µε τον πιο «προφανή» τρόπο) Πιστωτικός κίνδυνος Κίνδυνος

Διαβάστε περισσότερα

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Αποτελέσματα Άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης 2015 ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Αποτελέσματα Άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης 2015 ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΑΣΚΗΣΗ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ 2015 Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα («ΕΚΤ») ανακοίνωσε τα αποτελέσματα της άσκησης Συνολικής Αξιολόγησης («Comprehensive Assessment»)

Διαβάστε περισσότερα

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) 5115

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) 5115 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) 5115 5116 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) 5117 5118 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ) ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΙΒ18 ΙΒ20: ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΙΒ18 ΙΒ20: ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΙΒ18 ΙΒ20: ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ 1. Γενικά Τα υποδείγματα ΙΒ18-ΙΒ20 συμπληρώνονται από τα όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από τη ΤτΕ. Τα υποδείγματα περιλαμβάνουν

Διαβάστε περισσότερα

Οικονοµικές καταστάσεις

Οικονοµικές καταστάσεις Οικονοµικές καταστάσεις Θ έ µ α τ α κ ε φ α λ α ί ο υ Σκοπός οικονοµικών καταστάσεων. Η κατάσταση του ισολογισµού τέλους χρήσης. Η κατάσταση λογαριασµού αποτελεσµάτων χρήσης. Ο πίνακας διάθεσης αποτελεσµάτων.

Διαβάστε περισσότερα

1. Η παρούσα Οδηγία θα αναφέρεται ως η περί της Απομείωσης Δανείων και των Διαδικασιών Διενέργειας Προβλέψεων Οδηγία του 2014.

1. Η παρούσα Οδηγία θα αναφέρεται ως η περί της Απομείωσης Δανείων και των Διαδικασιών Διενέργειας Προβλέψεων Οδηγία του 2014. ΟΔΗΓΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΜΕΝΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΜΕΙΩΣΗΣ ΔΑΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΩΝ ΟΙ ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ 1997 ΕΩΣ (Αρ. 4) ΤΟΥ 2013

Διαβάστε περισσότερα

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ BRAND NAME ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΕΤΑΙΡΙΩΝ

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ BRAND NAME ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΕΤΑΙΡΙΩΝ INVESTMENT RESEARCH & ANALYSIS JOURNAL Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ BRAND NAME ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΕΤΑΙΡΙΩΝ H Ύπαρξη ενός Ισχυρού Brand Name Αποτελεί Ικανή Συνθήκη Βελτίωσης

Διαβάστε περισσότερα

Όροι Χρεωστικού Υπολοίπου σε Χρήματα DEGIRO

Όροι Χρεωστικού Υπολοίπου σε Χρήματα DEGIRO Όροι Χρεωστικού Υπολοίπου σε Χρήματα EIRO Περιεχόμενα Άρθρο 1. Ορισμοί... 3 Άρθρο 2. Συμβατική Σχέση... 3 Άρθρο 3. Καταχώρηση Πιστώσεων... 4 Άρθρο 4. Χρεωστικό Υπόλοιπο σε Χρήματα... 4 Άρθρο 5. Απλή Εκτέλεση...

Διαβάστε περισσότερα

ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΜΕΑΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΣΠΟΥΔΕΣ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ» ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΜΕΑΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΣΠΟΥΔΕΣ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ» ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΜΕΑΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΣΠΟΥΔΕΣ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ» ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΙΩΑΝΝΗ Ν. ΑΝΤΩΝΑΚΗ (Α.Μ. 249/10) «Οι αποφάσεις της επιτροπής

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ Σεμινάριο ενημέρωσης 27 30 Σεπτεμβρίου 2010 Οι πιστοδοτήσεις των τραπεζών είναι από τη φύση τους εκτεθειμένες σε πλήθος κινδύνων που απορρέουν από

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ Σεμινάριο ενημέρωσης 22-25 Ιουνίου 2009 Οι πιστοδοτήσεις των τραπεζών, από την φύση τους, είναι εκτεθειμένες σε πλήθος κινδύνων που απορρέουν από

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Υπό ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΑΡΤΙΚΗ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΟΥΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΑΡΤ1ΚΗ Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Τα συνήθη κριτήρια αξιολόγησης επενδύσεων βασίζονται

Διαβάστε περισσότερα

Στο πλαίσιο της διαχείρισης χαρτοφυλακίων ΟΣΕΚΑ, οι εντολές που δίνονται για λογαριασµό των υπό διαχείριση ΟΣΕΚΑ δεν οµαδοποιούνται µε εντολές που

Στο πλαίσιο της διαχείρισης χαρτοφυλακίων ΟΣΕΚΑ, οι εντολές που δίνονται για λογαριασµό των υπό διαχείριση ΟΣΕΚΑ δεν οµαδοποιούνται µε εντολές που 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Eurobank Asset Management Α.Ε..Α.Κ. (εφεξής: Εταιρεία ) έχει θεσπίσει και εφαρµόζει την παρούσα πολιτική που της επιτρέπει να εξυπηρετεί µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συµφέροντα των πελατών

Διαβάστε περισσότερα

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙΙ) ΕΤΟΣ 2011

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙΙ) ΕΤΟΣ 2011 ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙΙ) ΕΤΟΣ 2011 1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1 ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ ΕΠΑΡΚΕΙΑ 1.1 ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

3 χρή η ρ μ. Εισαγωγή στην ανάλυση με τη χρήση αριθμοδεικτών. Στην διαστρωματική ή κάθετη ανάλυση περιλαμβάνονται η κατάρτιση της χρηματοοικονομικής

3 χρή η ρ μ. Εισαγωγή στην ανάλυση με τη χρήση αριθμοδεικτών. Στην διαστρωματική ή κάθετη ανάλυση περιλαμβάνονται η κατάρτιση της χρηματοοικονομικής Εισαγωγή στην ανάλυση με τη χρήση αριθμοδεικτών 3 χρή η ρ μ Στην διαστρωματική ή κάθετη ανάλυση περιλαμβάνονται η κατάρτιση της χρηματοοικονομικής κατάστασης «κοινού μεγέθους» και ο υπολογισμός διαφόρων

Διαβάστε περισσότερα

Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: 2014

Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: 2014 Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: 2014 Επαρκής ρευστότητα και ισχυροποίηση του ισολογισμού Επαρκής ρευστότητα παρά τις δυσμενείς συνθήκες Δάνεια προς καταθέσεις στο 95% σε επίπεδο Ομίλου, και 83% στην Ελλάδα Τρέχουσα

Διαβάστε περισσότερα

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΠΥΛΩΝΑ 3 ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΙΙ

ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΠΥΛΩΝΑ 3 ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΙΙ ΟΜΙΛΟΣ ATTICA BANK ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΠΥΛΩΝΑ 3 ΤΗΣ ΕΤΟΣ 2009 ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΔΤΕ2592/20.8.2007 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΕΠΟΠΤΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗ

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ. Ενότητα 2: ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Τμήμα ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ. Ενότητα 2: ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Τμήμα ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ Ενότητα 2: ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Τμήμα ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό υλικό υπόκειται σε άδειες χρήσης Creative

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ 4.1 Εισαγωγή Όπως είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο ο τραπεζικός τομέας παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη μιας οικονομίας όταν λειτουργεί αποτελεσματικά. Ο σκοπός του παρόντος

Διαβάστε περισσότερα

του ποσού αυτού; 4. Ποιο είναι το τρέχον κόστος εξυπηρέτησης των υφιστάµενων δανειακών µου υποχρεώσεων;

του ποσού αυτού; 4. Ποιο είναι το τρέχον κόστος εξυπηρέτησης των υφιστάµενων δανειακών µου υποχρεώσεων; ΒΗΜΑ ΠΡΩΤΟ: ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟ ΟΤΙΚΩΝ ΜΑΣ ΑΝΑΓΚΩΝ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΑΝΕΙΟΥ 1. Ποιες είναι οι ανάγκες της επιχείρησης µου που θα καλυφθούν µε δάνειο, ώστε

Διαβάστε περισσότερα

Αποτελέσματα Ομίλου Εθνικής Τράπεζας

Αποτελέσματα Ομίλου Εθνικής Τράπεζας Αποτελέσματα Ομίλου Εθνικής Τράπεζας A Εξάμηνο 2008 Αθήνα, 28 Αυγούστου 2008 σε εκατ. Α 6μηνο 2008 Α 6μηνο 2007 Δ Καθαρά κέρδη μετόχων ΕΤΕ * 835 724 +15% Καθαρά κέρδη από εγχώριες δραστηριότητες 510 478

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις μεθόδους καθορισμού των μεριδίων αγοράς για υποβολή πληροφοριών

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις μεθόδους καθορισμού των μεριδίων αγοράς για υποβολή πληροφοριών EIOPA-BoS-15/106 EL Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις μεθόδους καθορισμού των μεριδίων αγοράς για υποβολή πληροφοριών EIOPA Westhafen Tower, Westhafenplatz 1-60327 Frankfurt Germany - Tel. + 49 69-951119-20;

Διαβάστε περισσότερα

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΤΩΝ ΟΔΙΚΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΤΟΥ

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΤΩΝ ΟΔΙΚΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΤΩΝ ΟΔΙΚΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΕΠΙΡΡΟΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΣ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ν. ΠΙΤΕΡΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

Iolcus Investments ΑΕΠΕΥ

Iolcus Investments ΑΕΠΕΥ Ilcus Investments ΑΕΠΕΥ Δημοσιοποίηση πληροφοριών εποπτικής φύσεως σχετικά με την κεφαλαιακή επάρκεια, τους κινδύνους που αναλαμβάνει η Εταιρεία και τη διαχείρισή τους με ημερομηνία αναφοράς 31.12.2013.

Διαβάστε περισσότερα

Α Π Ο Φ Α Σ Η 8/459/27.12.2007. του ιοικητικού Συµβουλίου

Α Π Ο Φ Α Σ Η 8/459/27.12.2007. του ιοικητικού Συµβουλίου Α Π Ο Φ Α Σ Η 8/459/27.12.2007 του ιοικητικού Συµβουλίου ΘΕΜΑ: «Εσωτερική ιαδικασία Αξιολόγησης της Κεφαλαιακής Επάρκειας (Ε ΑΚΕ) των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και ιαδικασία Εποπτικής

Διαβάστε περισσότερα

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Κεφάλαιο 10. Εισαγωγή στην εκτιμητική

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ. Κεφάλαιο 10. Εισαγωγή στην εκτιμητική ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΜΗΜΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΠΑΤΡΑΣ Εργαστήριο Λήψης Αποφάσεων & Επιχειρησιακού Προγραμματισμού Καθηγητής Ι. Μητρόπουλος ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Διαβάστε περισσότερα

Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: Q1.15

Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: Q1.15 Αποτελέσματα Ομίλου ΕΤΕ: Q1.15 Επαρκής ρευστότητα και ισχυροποίηση του ισολογισμού Επαρκής ρευστότητα παρά τις δυσμενείς συνθήκες Δάνεια προς καταθέσεις στο 104% σε επίπεδο Ομίλου και 95% στην Ελλάδα Τρέχουσα

Διαβάστε περισσότερα

ΔΟΜΗ ΝΕΟΥ Κ.Φ.Ε ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΧΑΠΙ ΗΣ

ΔΟΜΗ ΝΕΟΥ Κ.Φ.Ε ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΧΑΠΙ ΗΣ ΔΟΜΗ ΝΕΟΥ Κ.Φ.Ε ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 1 ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ ΔΟΜΗ ΝΕΟΥ Κ.Φ.Ε ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ

Διαβάστε περισσότερα

και ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΗΣ

και ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΗΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ και ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΗΣ Ισολογισμός. 1 Τι είναι ο Ισολογισμός Ισολογισμός είναι η λογιστική χρηματοοικονομική κατάσταση που παρουσιάζει συνοπτικά αλλά με σαφήνεια την περιουσιακή κατάσταση

Διαβάστε περισσότερα

Νέα ορολογία Παλαιά ορολογία Λόγος αλλαγής. Επεξεργασία (εμπορευμάτων και υπηρεσιών)

Νέα ορολογία Παλαιά ορολογία Λόγος αλλαγής. Επεξεργασία (εμπορευμάτων και υπηρεσιών) Περίληψη νέων όρων Νέα ορολογία Παλαιά ορολογία Λόγος αλλαγής Υπηρεσίες μεταποίησης Επεξεργασία (εμπορευμάτων και υπηρεσιών) Η νέα ορολογία περιγράφει αυτή την κατηγορία με μεγαλύτερη ακρίβεια Πρωτογενές

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ Ι ΡΥΜΑΤΩΝ Ο ΗΓΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ Ι ΡΥΜΑΤΩΝ Ο ΗΓΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ Ι ΡΥΜΑΤΩΝ Ο ΗΓΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ, 1999 Ο ΗΓΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΒΑΣΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΟΣ ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑ. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΟΙΚΗΣΗΣ Νο 18 Κοινοποιείται και στις ιοικήσεις των Πιστωτικών Ιδρυµάτων (12)

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΟΣ ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑ. ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΟΙΚΗΣΗΣ Νο 18 Κοινοποιείται και στις ιοικήσεις των Πιστωτικών Ιδρυµάτων (12) ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΟΣ ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑ ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Αθήνα, 26 Αυγούστου 2008 ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΟΙΚΗΣΗΣ Νο 18 Κοινοποιείται και στις ιοικήσεις των Πιστωτικών Ιδρυµάτων (12) Θέµα: Εφαρµογή

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΡΟΣ Α: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝ ΥΝΟΥ ΚΑΙ ΕΠΕΝ ΥΣΕΩΝ

ΜΕΡΟΣ Α: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝ ΥΝΟΥ ΚΑΙ ΕΠΕΝ ΥΣΕΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΣ Α: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝ ΥΝΟΥ ΚΑΙ ΕΠΕΝ ΥΣΕΩΝ Κεφάλαιο 1: Το θεωρητικό υπόβαθρο της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων και η χρονική αξία του χρήµατος Κεφάλαιο 2: Η καθαρή παρούσα αξία ως κριτήριο επενδυτικών

Διαβάστε περισσότερα