Λέων Τολστόι, Από τι ζουν οι άνθρωποι

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Λέων Τολστόι, Από τι ζουν οι άνθρωποι"

Transcript

1 ..σαν ξυπνητήρι της αθωότητάς μας... Λέων Τολστόι, Από τι ζουν οι άνθρωποι Hutte Dans Un Paysage De Montagne, Galipan by Camille Pissarro ΉΤΑΝΕ μια φορά ένας τσαγκάρης που τον έλεγαν Σίμωνα. Ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε σπίτι δικό του μήτε χωράφι δικό του, ζούσε με τη γυναίκα του και τα παιδιά του σ' ένα χωριάτικο καλύβι και κέρδιζε το ψωμί του με τη δουλειά του. Η δουλειά του ήταν φτηνή μα το ψωμί ακριβό κι όσα κι αν κέρδιζε, τα ξόδευε για την τροφή τους. Μαζί με τη γυναίκα του μοιραζότανε μόνο μια προβιά για χειμωνιάτικο πανωφόρι αλλ' ακόμα κι αυτή ήτανε τόσο πολυκαιρισμένη, που 'χε καταντήσει ξεφτίδια και τούτη δεν ήταν η δεύτερη χρονιά που τον έβρισκε με τη λαχτάρα ν' αγοράσει μερικές προβιές για καινούριο πανωφόρι. Μέχρι να 'ρθει ο χειμώνας, ο Σίμωνας είχε εξοικονομήσει λίγα λεφτά: ένα χαρτονόμισμα των τριών ρουβλιών που το 'χε κρύψει στο κουτί της γυναίκας του κι άλλα πέντε ρούβλια και είκοσι κα-πίκια που του χρώσταγαν πελάτες στο χωριό. Έτσι, ένα πρωί ετοιμάστηκε να πάει στο χωριό για ν' αγοράσει τις προβιές. Φόρεσε το πουκάμισό του, την αλατζαδένια καζάκα της γυναίκας του για φόδρα κι από πάνω το 1

2 δικό του σακάκι. Έβαλε στην τσέπη του τα τρία ρούβλια, έκοψε ένα κλωνάρι για να το χρησιμοποιήσει σαν ραβδί και ξεκίνησε, αφού έφαγε το πρωινό του. «Θα μαζέψω τα πέντε ρούβλια που μου χρωστάνε», σκεφτόταν, «θα προσθέσω και τα τρία που 'χω μαζί μου και θα 'χω όσα μου χρειάζονται ν' αγοράσω προβιές για το χειμωνιάτικο πανωφόρι». Σαν έφτασε στο χωριό, πέρασε απ' το σπιτοκάλυβο κάποιου χωριάτη αλλά εκείνος έλειπε. Η γυναίκα του χωριάτη έδωσε την υπόσχεση πως τα λεφτά θα του τα πλήρωναν την άλλη βδομάδα αλλ' αυτή δεν μπορούσε να τα πληρώσει μοναχή της. Μετά ο Σίμωνας πέρασε από κάποιον άλλο χωριάτη, μα τούτος δω ορκίστηκε πως δεν είχε λεφτά και θα του πλήρωνε μονάχα είκοσι καπίκια που χρώσταγε για ένα ζευγάρι μπότες που είχε επισκευάσει ο Σίμωνας. Ο Σίμωνας τότε δοκίμασε ν' αγοράσει βερεσέ τις προβιές αλλά ο έμπορος δεν του 'χε εμπιστοσύνη. «Φέρε τα λεφτά σου», είπε, «και μετά μπορείς να πάρεις τις προβιές. Ξέρω τι σημαίνει να μαζεύεις λεφτά που σου χρωστάνε». Έτσι, το μόνο που κατάφερε ο τσαγκάρης ήταν να πάρει τα είκοσι καπίκια για τις μπότες που είχε επισκευάσει και δυο τσόχινα παπούτσια που του 'δωσε ένας χωριάτης για να τα σολιάσει. Ο Σίμωνας ένιωθε αποκαρδιωμένος. Ξόδεψε τα είκοσι καπίκια πίνοντας βότκα και κίνησε για το σπίτι του, δίχως να ' χει αγοράσει καμιά προβιά. Το πρωί τον είχε περονιάσει παγωνιά. Τώρα, όμως, αφού ήπιε τη βότκα, ένιωθε ζεστός, ακόμα και χωρίς πανωφόρι από προβιά. Έσερνε τα βήματα του χτυπώντας το μπαστούνι του πάνω στην παγωμένη γη με το 'να χέρι, κουνώντας με τ' άλλο τα τσόχινα παπούτσια και μονολογώντας: «Νιώθω ζεστός, μόλο που δε φοράω προβιά. Ήπια μια γουλιά και ζεστοκοπήθηκα, αυτό είν' όλο. Δε χρειάζομαι προβιές. Προχωράω το δρόμο μου και δε δίνω δεκάρα για τίποτα. Έτσι είναι εμένα η φτιαξιά μου! Τι με νοιάζει εμένα! Εγώ μπορώ να ζήσω και χωρίς προβιές. Δε μου χρειάζονται. Η γυναίκα μου θα στεναχωρεθεί, βέβαια. Και, για να λέμε την αλήθεια, είναι ντροπή! Να δουλεύεις ολημερίς και στα ύστερα να μην πληρώνεσαι. Για στάσου! Αν δε μου φέρεις πίσω εκείνα τα λεφτά, θα σε γδάρω, έχεις το λόγο μου. Τ' είναι πάλι αυτό; Να πληρώνει είκοσι καπίκια τη φορά! Τι μπορώ να κάνω με είκοσι καπίκια, μου λες; Να τα πιω! Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω! Πανί με πανί είναι, λέει! Μπορεί αλλά με μένα τι γίνεται! Εσύ έχεις σπίτι και πρόβατα κι απ' όλα. Εγώ τι έχω; Εσύ φυτεύεις δικό σου καλαμπόκι, εγώ αναγκάζομαι ν' αγοράσω και τον παραμικρότερο σπόρο. Πρέπει να ξοδεύω τρία ρούβλια τη βδομάδα μονάχα για ψωμί. Έρχομαι σπίτι μου και δε βρίσκω μήτε ψίχουλο και αναγκάζομαι να πληρώσω άλλο ενάμισι ρούβλι. Γι' αυτό πλήρωσε ό,τι χρωστάς κι άσε τα πολλά λόγια!» 2

3 "Farmyard with a Beggar" by Cornelis Van Dalem Εκείνη τη στιγμή κοντοζύγωνε στο αλτάρι, εκεί που έστριβε ο δρόμος. Σηκώνοντας τα μάτια του, είδε κάτι ν' ασπρίζει πίσω από το αλτάρι. Το φως της μέρας χαμήλωνε κι ο τσαγκάρης κοίταζε το άσπρο εκείνο πράγμα, χωρίς να μπορεί να ξεδιακρίνει τι ακριβώς ήταν. «Δεν υπήρχε μέχρι τώρα άσπρη πέτρα εδώ. Να είναι, τάχα, κάνα βόδι; Δε φαίνεται, πάντως,για βόδι. Έχει κεφάλι σαν άνθρωπος, μόνο που ναι πολύ άσπρο. Και τι μπορεί, τάχα, να κάνει ένας άνθρωπος εδώ πέρα;» Πλησίασε πιο κοντά, έτσι που μπόρεσε και το 'δε καθαρά. Κατάπληκτος, αντίκρισε πραγματικά έναν άνθρωπο (ζωντανός; πεθαμένος;) που καθόταν ολόγυμνος, ν' ακουμπάει ασάλευτος πάνω στο αλτάρι. Τρόμος τόνε κυρίεψε τον τσαγκάρη. «Κάποιος φαίνεται τόνε σκότωσε», σκέφτηκε, «τον έγδυσε τσιτσίδι και τον παράτησε δω πέρα. Αν ανακατευτώ, είναι σίγουρο πως θα βρω κάνα μπελά». Έτσι, λοιπόν, ο τσαγκάρης συνέχισε το δρόμο του. Πέρασε μπροστά από το αλτάρι για να μη δει τον άνθρωπο. Είχε προχωρήσει κάμποσο όταν γύρισε να κοιτάξει. Είδε τότε πως ο άντρας αυτός δεν ακούμπαγε πια πάνω στο αλτάρι, μα αργοσάλευε, σάμπως και κοίταζε κατά τη μεριά του. Ο τσαγκάρης ένιωσε να τρομάζει ακόμα πιο πολύ από πριν και σκέφτηκε: 3

4 «Να ξαναγυρίσω κοντά του ή να συνεχίσω το δρόμο μου; Αν τόνε πλησιάσω, μπορεί κάτι τρομερό να συμβεί. Ποιος ξέρει τι λογής άνθρωπος είναι! Δεν έχει έρθει εδώ πέρα για καλό. Αν πάω κοντά του, μπορεί να τιναχτεί απάνω και να μ' αρπάξει απ' το λαιμό και τότε δε θα μπορώ να του ξεφύγω. Αν όχι, θα μου γίνει βάρος. Τι μπορώ, τάχα, να κάνω μ' έναν άνθρωπο όπως τον γέννησε η μάνα του; Θα μπορούσα να του δώσω τα τελευταία μου ρούχα. Μακάρι να δώσει ο Θεός να ξεφύγω!» Έτσι, ο τσαγκάρης συνέχισε βιαστικός το δρόμο του, αφήνοντας πίσω του το αλτάρι, όταν άξαφνα η συνείδηση του άρχισε να τον βασανίζει και τον έκανε να σταματήσει καταμεσής στο δρόμο. «Τι πας να κάνεις, Σίμωνα;» έκανε μέσα του. «Ο άνθρωπος μπορεί και να πεθάνει από ανάγκη κι εσύ γλιστράς μακριά του φοβισμένος. Γίνηκες, τάχα, τόσο πλούσιος που να φοβάσαι τους κλέφτες; Α, Σίμωνα, ντροπή σου!» 4

5 A Beggar seated warming his Hands at a Chafing Dish, by Rembrandt Van Rijn Έτσι, λοιπόν, γύρισε πίσω μπρος και κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο. Ο Σίμωνας πλησίασε τον ξένο, τόνε κοίταξε και είδε πως ήταν ένας νέος άντρας, χωρίς μώλωπες στο κορμί του, μα έτρεμε απ' το κρύο κι ήτανε φοβισμένος. Καθόταν εκεί πέρα ακουμπώντας πίσω, χωρίς να κοιτάξει τον Σίμωνα, ανήμπορος, θαρρείς, να σηκώσει τα μάτια του. Ο Σίμωνας πήγε κοντά του και τότε ο νέος φάνηκε να ξυπνά. Στρέφοντας το κεφάλι του, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε κατάματα τον Σίμωνα. Εκείνο το μοναδικό βλέμμα ήταν αρκετό για να κάνει τον Σίμωνα να τον συμπαθήσει. Πέταξε καταγής τα τσόχινα παπούτσια, έλυσε τη ζώνη του, την έριξε πάνω στα παπούτσια κι έβγαλε το πανωφόρι του. 5

6 «Δεν είν' ώρα για κουβέντες», είπε. «Έλα, φόρεσε αμέσως αυτό το πανωφόρι!» Κι ο Σίμωνας έπιασε το νέο απ' τους αγκώνες και τον βοήθησε να σηκωθεί. Καθώς στεκόταν όρθιος εκεί πέρα, ο Σίμωνας είδε πως το κορμί του ήταν καθαρό και άσπιλο, τα χέρια του και τα πόδια του ομορφοκαμωμένα και το πρόσωπό του καλοκάγαθο κι ευγενικό. Έριξε το πανωφόρι του πάνω απ' τους ώμους του νέου αλλ' αυτός δεν μπορούσε να βρει τα μανίκια. Ο Σίμωνας πήρε τα χέρια του και τα οδήγησε κι αφού του φόρεσε καλά το πανωφόρι, το τύλιξε γύρω του σφιχτά δένοντας τη ζώνη γύρω απ' τη μέση του. Ο Σίμωνας έβγαλε ακόμα και το σκισμένο σκούφο του για να τόνε φορέσει στο κεφάλι του νέου, μα τότε ένιωσε το δικό του κεφάλι να κρυώνει και συλλογίστηκε: «Εγώ 'μαι τελείως φαλακρός, ενώ αυτός έχει μακριά σγουρά μαλλιά». Έτσι, ξαναφόρεσε το σκούφο στο κεφάλι του. «Καλύτερα να του δώσω κάτι να φορέσει στα πόδια», σκέφτηκε. Κι αφού έβαλε το νέο να καθίσει, τον βοήθησε να φορέσει τα τσόχινα παπούτσια λέγοντας: «Εντάξει, φίλε, τώρα κουνήσου να ζεσταθείς. Τα υπόλοιπα θα ταχτοποιηθούν αργότερα. Μπορείς να περπατήσεις;» Ο νέος σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε ευγενικά τον Σίμωνα, μα δεν μπορούσε να πει ούτε μια λέξη. «Γιατί δε μιλάς;» ρώτησε ο Σίμωνας. «Κάνει πολύ κρύο για να μείνουμε κι άλλο εδώ πέρα. Πρέπει να πάμε σπίτι. Έλα τώρα, πάρε το μπαστούνι μου κι αν νιώσεις αδυναμία, στηρίξου πάνω του. Περπάτα!» Ο νέος άρχισε να βαδίζει και κινιόταν εύκολα, δίχως να μένει πίσω. Καθώς πήγαιναν, ο Σίμωνας τον ρώτησε: «Κι από πούθε είσαι;» «Δεν είμαι απ' αυτά τα μέρη». «Έτσι είπα κι εγώ. Τους ξέρω όλους εδώ τριγύρω. Πώς έγινε, όμως, και βρέθηκες εκεί πλάι στο αλτάρι;» «Δεν μπορώ να σου πω». «Μην και σε λήστεψε κανένας;» «Κανένας δε με λήστεψε. Με τιμώρησε ο Θεός». «Ο Θεός, βέβαια, όλα τα κανοναρχά. Πρέπει, πάντως, να βρεις κάπου στέγη και τροφή. Πού θα 'θελες να πας;» «Όπου και να πάω, το ίδιο θα 'ναι για μένα». Ο Σίμωνας παραξενεύτηκε. Ο νέος δεν έδειχνε γι' αλήτης. Μιλούσε ευγενικά αλλά δεν έκανε καμιά νύξη για τον εαυτό του. Ο Σίμωνας σκεφτόταν διαρκώς: «Ποιος 6

7 ξέρει τι μπορεί να 'χει συμβεί;» Και είπε στον ξένο: «Τότε, λοιπόν, έλα σπίτι μαζί μου, τουλάχιστον να ζεσταθείς λιγάκι». Έτσι ο Σίμωνας κίνησε για το σπίτι κι ο ξένος τον ακολούθησε βαδίζοντας πλάι του. Είχε σηκωθεί αέρας κι ο Σίμωνας τον ένιωθε κρύο κάτω απ' το πουκάμισο του. Το μεθύσι τώρα του περνούσε κι άρχισε να νιώθει την παγωνιά. Περπατούσε βαριανασαίνοντας και τυλίγοντας γύρω στο κορμί του το πανωφόρι της γυναίκας του, ενώ συλλογιζόταν: «Ωραία τα κατάφερα! Βγήκα για ν' αγοράσω προβιές και γυρίζω στο σπίτι μου δίχως πανωφόρι στη ράχη μου και, το χειρότερο, κουβαλάω μαζί μου κι έναν άνθρωπο γυμνό! Η Ματριόνα θα πετάξει απ' τη χαρά της». Και καθώς σκέφτηκε τη γυναίκα του, τον έπιασε θλίψη. Μα σαν είδε τον ξένο και θυμήθηκε με ποιο τρόπο τον είχε κοιτάξει στο αλτάρι, η καρδιά του γέμισε με μια γλυκιά χαρά. Η γυναίκα του Σίμωνα τα είχε ετοιμάσει όλα εκείνη την ημέρα. Είχε κόψει ξύλα, είχε φέρει νερό, είχε ταΐσει τα παιδιά, είχε φάει κι αυτή το μερτικό της και τώρα καθόταν συλλογισμένη. Αναρωτιόταν πότε έπρεπε να φτιάξει ψωμί: τώρα ή αύριο; Απέμενε ακόμα ένα μεγάλο κομμάτι. «Αν έχει τσιμπήσει κάτι ο Σίμωνας στην πόλη», σκεφτόταν, «και δε φάει πολύ για δείπνο, το ψωμί θα μας φτάσει γι' άλλη μια μέρα». 7

8 Ζύγιζε το κομμάτι το ψωμί στα χέρια της, πάλι και πάλι, και σκεφτόταν. «Δε θα φτιάξω άλλο για σήμερα. Έχουμε αλεύρι ίσα ίσα για ένα καρβέλι ακόμα. Μπορούμε, με κάποια οικονομία, να μας φτάσει ως την Παρασκευή». Έτσι, η Ματριόνα έβαλε κατά μέρος το ψωμί και κάθισε στο τραπέζι για να μπαλώσει το πουκάμισο του άντρα της. Κι ενώ καταγινότανε μ' αυτή τη δουλειά, σκεφτόταν πώς, τάχα, ο άντρας της ν' αγόρασε προβιές για χειμωνιάτικο πανωφόρι. «Φτάνει μονάχα να μην τόνε ξεγέλασε ο έμπορος. Είναι τόσο αγαθός ο αντρούλης μου! Κανένα δεν μπορεί να ξεγελάσει αλλά μπορεί να τον τουμπάρει κι ένα μικρό παιδί. Οχτώ ρούβλια είναι πολλά λεφτά. Πρέπει ν' αγοράσει καλό πανωφόρι μ' αυτή την τιμή. Όχι τίποτα παλιοδέρματα, μα ένα πανωφόρι με τα όλα του. Τι τράβηξα τον περασμένο χειμώνα δίχως πανωφόρι ζεστό! Δεν μπορούσα μήτε στο ποτάμι να κατέβω μήτε και να βγω έξω να πάω πουθενά. Κι εκείνος, σαν έβγαινε έξω, φόραγε πάνω του ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και δεν έμενε τίποτα για μένα. Σήμερα δεν έφυγε πολύ νωρίς, μα έπρεπε να 'χει γυρίσει εδώ και ώρα. Μακάρι να μην το 'χει ρίξει στο γλεντοκόπι!» Drunkard Being Taken Home From The Tavern By His Wife by Pieter The Younger Brueghel 8

9 Δεν πρόκαμε η Ματριόνα να τελειώσει την σκέψη της όταν άκουσε βήματα στο κατώφλι και κάποιον να μπαίνει. Κάρφωσε τη βελόνα της στο ρούχο που μπάλωνε και βγήκε στο διάδρομο. Αντίκρισε δυο άντρες: τον Σίμωνα και, μαζί του, έναν άντρα ξεσκούφωτο που φόραγε τσόχινα παπούτσια. Η Ματριόνα πρόσεξε αμέσως πως ο άντρας της μύριζε αλκοόλ. «Δεν είμαστε καλά! Τα 'χει πιει!» συλλογίστηκε. Κι όταν είδε πως δε φόραγε πανωφόρι, παρά μονάχα την καζάκα της πάνω από τους ώμους, και πως δεν κράταγε κανένα δέμα, στάθηκε εκεί βουβή και κατάπληκτη, με την καρδιά της έτοιμη να σπάσει απ' την απογοήτευση. «Πήρε τα λεφτά και τα 'πιε», σκέφτηκε. «Θα το 'ριξε στο μεθύσι με κάναν ανεπρόκοπο που τον κουβάλησε και στο σπίτι». Η Ματριόνα τους έκανε τόπο να περάσουν μες στην καλύβα, μπήκε πίσω τους κι αυτή και είδε πως ο ξένος ήταν ένας νέος λεπτός άντρας που φόραγε το πανωφόρι του άντρα της. Δεν είδε να φοράει πουκάμισο κάτω απ' το πανωφόρι κι ούτε καπέλο στο κεφάλι του. Σαν μπήκε μέσα, στάθηκε ασάλευτος με τα μάτια του χαμηλωμένα: «Πρέπει να 'ναι κακός άνθρωπος», σκέφτηκε η Ματριόνα. «Φοβάται!» Η Ματριόνα κατσούφιασε και στάθηκε πλάι στο τζάκι κοιτάζοντας να δει τι θα έκαναν. Ο Σίμωνας έβγαλε το σκούφο του και κάθισε στον πάγκο, σαν να μην έτρεχε τίποτα. «Έλα, Ματριόνα. Αν είν' έτοιμο το φαΐ, φέρε μας να φάμε». Η Ματριόνα μουρμούρισε κάτι ανάμεσα στο δόντια της και δε σάλεψε, παρά έμεινε εκεί που ήταν, πλάι στο τζάκι.κοίταξε πρώτα τον ένα κι έπειτα τον άλλο και κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Ο Σίμωνας κατάλαβε πως η γυναίκα του είχε ενοχληθεί αλλά προσπάθησε να κάνει τον ανήξερο. Καμώθηκε πως δεν πρόσεξε τίποτα κι έπιασε τον ξένο απ' το χέρι. «Κάτσε, φίλε», είπε, «να φάμε κατιτίς». Ο ξένος κάθισε στον πάγκο. «Δε μας έχεις μαγειρέψει τίποτα;» ρώτησε ο Σίμωνας. Η Ματριόνα έβραζε από θυμό. «Μαγείρεψα, μα όχι για σας. Μου φαίνεται πως έχεις χάσει το μυαλό σου απ' το πιοτό. Πήγες ν' αγοράσεις μια προβιά αλλά γυρίζεις σπίτι χωρίς να φοράς μήτε το πανωφόρι που φόραγες σαν έφυγες και κουβαλάς μαζί σου κι ένα γυμνό θεομπαίχτη κι από πάνω. Δεν έχω φαΐ για μεθύστακες, σαν του λόγου σας». «Φτάνει, Ματριόνα. Μη βρίζεις χωρίς λόγο! Καλύτερα να ρωτήσεις τι λογής άνθρωπο» «Κι εσύ να μου πεις τι τα 'κανες τα λεφτά». Ο Σίμωνας έψαξε την τσέπη της καζάκας, έβγαλε το χαρτονόμισμα των τριών ρουβλιών και το ξεδίπλωσε. «Να τα τα λεφτά. Ο Τρίφονοφ δεν πλήρωσε, μα υποσχέθηκε να πληρώσει σύντομα». 9

10 Η Ματριόνα θύμωσε ακόμα πιο πολύ. Δε φτάνει που δεν είχε αγοράσει τις προβιές, μα είχε δώσει και το μοναδικό του πανωφόρι να το φορέσει ένας γδυμνός που τον κουβάλησε, μάλιστα, και στο σπίτι τους. Άρπαξε το χαρτονόμισμα απ' το τραπέζι, το πήρε για να το σιγουρέψει κάπου και είπε: «Δεν έχω φαΐ για σας. Θαρρείς ότι μπορώ να ταΐζω όλους τους ξεγυμνωμένους μεθύστακες του κόσμου;» «Έλα τώρα, Ματριόνα, κράτα κομμάτι τη γλώσσα σου. 'Ακου πρώτα τι έχει να σου πει ένας άνθρωπος!» «Ποιος ξέρει τι σοφίες θ' ακούσω από έναν τρελομεθύστακα! Είχα δίκιο που δεν ήθελα να σε παντρευτώ ένα μεθύστακα! Τα λινά που μου 'δωκε η μάνα μου τα ήπιες. Και τώρα βγήκες ν' αγοράσεις πανωφόρι και το 'πιες κι αυτό!» Ο Σίμωνας πάσχιζε να εξηγήσει στη γυναίκα του πως είχε ξοδέψει είκοσι καπίκια μοναχά, πάσχιζε να της πει πως είχε βρει το νέο αυτόν μα η Ματριόνα δεν τον άφησε να σταυρώσει ούτε λέξη. Μια κουβέντα έλεγε ο άντρας της, πενήντα εκείνη και θυμήθηκε πράγματα που 'χανε γίνει πριν από δέκα χρόνια. Η Ματριόνα δεν έλεγε να βάλει γλώσσα μέσα της και στο τέλος όρμησε πάνω στον Σίμωνα και τον άρπαξε από το μανίκι. «Δώσε μου την καζάκα μου. Είναι το μόνο ρούχο που έχω κι είσ' εσύ που έρχεσαι και τήνε παίρνεις από μένα για να τη φοράς. Δώσε μού τη, κοπρόσκυλο, που να σε πάρει ο διάολος!» Ο Σίμωνας άρχισε να βγάζει την καζάκα και γύρισε ένα μανίκι το μέσα έξω. Η Ματριόνα άρπαξε την καζάκα τόσο απότομα, που σκίστηκαν οι ραφές της. Την τράβηξε, την έριξε πάνω απ' το κεφάλι της και πήγε προς την πόρτα. Είχε σκοπό να βγει έξω, μα στάθηκε αναποφάσιστη ήθελε να ξεσπάσει την οργή της, μα ήθελε και να μάθει τι σόι άνθρωπος ήταν ο ξένος. Η Ματριόνα σταμάτησε και είπε: «Αν ήταν καλός άνθρωπος, δε θα 'τανε γδυμνός. Κοίτα χάλια! Μήτε πουκάμισο δε φοράει. Αν ήταν εντάξει, θα 'λεγες πού τον συνάντησες». «Αυτό ακριβώς πασχίζω κι εγώ να σου πω», είπε ο Σίμωνας. «Έτσι όπως ζύγωνα στο αλτάρι, τον είδα να κάθεται ολοτσίτσιδος και παγωμένος. Κι ο καιρός δε σηκώνει αστεία να κάθεσαι ετσιδά ολοτσίτσιδος! Ευτυχώς που μ' έστειλε ο Θεός, διαφορετικά θα 'χε πεθάνει. Τι να 'κανα; Πώς ξέρουμε τι μπορεί να του 'χει συμβεί; Τον πήρα, λοιπόν, τον έντυσα και τον κουβάλησα μαζί μου. Μη θυμώνεις τόσο πολύ, Ματριόνα. Είναι αμαρτία. Μην ξεχνάς, θα πεθάνουμε όλοι κάποια μέρα». 10

11 Οργισμένες κουβέντες ανέβηκαν ως τα χείλη της Ματριόνας, μα κοίταξε τον ξένο και σώπασε. Ο νέος καθόταν άκρη άκρη στον πάγκο, ασάλευτος, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στα γόνατά του, με το κεφάλι του ριγμένο στο στήθος του, με τα μάτια του κλειστά και με σμιχτά τα φρύδια, σαν να πόναγε πολύ. Η Ματριόνα απόμενε βουβή κι ο Σίμωνας είπε: «Ματριόνα, δεν έχεις στάλα αγάπη του Θεού;» Άκουσε τούτα τα λόγια η Ματριόνα και καθώς κοίταζε τον ξένο, η καρδιά της άξαφνα μαλάκωσε. Ξαναγύρισε απ' την πόρτα και, πηγαίνοντας στο τζάκι, έβγαλε το βραδινό φαγητό. Απίθωσε μια κούπα στο τραπέζι κι έριξε μέσα λίγο κβας. Έφερε μετά το τελευταίο κομμάτι ψωμί κι έβγαλ' ένα μαχαίρι και κουτάλια. «Φάε, αν θες», είπε. Ο Σίμωνας τράβηξε τον ξένο στο τραπέζι. «Πάρε τη θέση σου, νεαρέ», είπε. Ο Σίμωνας έκοψε το ψωμί, το έτριψε μέσα στον κρεατοζωμό και άρχισαν να τρώνε. Η Ματριόνα κάθισε στη γωνιά του τραπεζιού στηρίζοντας το κεφάλι της πάνω στο χέρι της και κοιτάζοντας τον ξένο. Και η Ματριόνα λυπήθηκε τον ξένο κι άρχισε να τον συμπαθεί. Κι αμέσως το πρόσωπο του ξένου φωτίστηκε. Τα φρύδια του δεν ήταν πια σμιχτά. Σήκωσε το κεφάλι του και χαμογέλασε στη Ματριόνα. Όταν απόφαγαν, η γυναίκα σήκωσε τα πράγματα απ' το τραπέζι κι άρχισε να κάνει στον ξένο ερωτήσεις. 11

12 «Από πού είσαι;» του είπε. «Δεν είμαι απ' αυτά τα μέρη». «Πώς έγινε, όμως, και βρέθηκες στο δρόμο;» «Δεν μπορώ να σας πω». «Μήπως σε λήστεψε κανείς;» «Ο Θεός με τιμώρησε». «Και καθόσουν εκεί πέρα ολοτσίτσιδος;» «Ναι, γδυμνός και παγωμένος. Ο Σίμων με είδε και με λυπήθηκε. Έβγαλε το πανωφόρι του, μου το φόρεσε και μ' έφερε εδώ πέρα. Κι εσείς μου δώσατε να φάω, μου δώσατε να πιω και μου δείξατε συμπόνια. Ο Θεός θα σας ανταμείψει!» Η Ματριόνα σηκώθηκε, πήρε απ' το παράθυρο το παλιοπουκάμισο του Σίμωνα που μπάλωνε και το έδωσε στον ξένο. Του έφερε κι ένα παντελόνι. «Πάρ' το», είπε, «βλέπω πως δε φοράς πουκάμισο. Φόρεσε το και ξάπλωσε όπου σ' αρέσει, στο παραγώνι ή στο τζάκι». 12

13 Ο ξένος έβγαλε το πανωφόρι, φόρεσε το πουκάμισο και ξάπλωσε στο παραγώνι. Η Ματριόνα έσβησε το κερί, πήρε το πανωφόρι και ανέβηκε στο τζάκι, εκεί που 'χε πλαγιάσει ο άντρας της. Η Ματριόνα τράβηξε πάνω της το πανωφόρι και πλάγιασε κι αυτή, μα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν μπορούσε να βγάλει τον ξένο από το νου της. Σαν θυμήθηκε πως ο ξένος είχε φάει το τελευταίο κομμάτι ψωμί που τους είχε απομείνει και πως δεν υπήρχε μήτε ψίχουλο για αύριο, σαν συλλογίστηκε το πουκάμισο και το παντελόνι που 'χε χαρίσει, ένιωσε να την κυριεύει η λύπη. Μα σαν έφερε στο νου της τον τρόπο που της χαμογέλασε, η καρδιά της γέμισε χαρά. Κάμποσο έμεινε ξυπνητή η Ματριόνα και πρόσεξε ότι κι ο Σίμωνας δεν κοιμόταν τράβαγε το πανωφόρι προς αυτόν. 13

14 «Σίμωνα!» «Τ' είναι;» «Φάγατε το τελευταίο κομμάτι ψωμί και δεν ξέρω τι θα κάνουμε αύριο. Μπορεί να δανειστώ λίγο απ' τη γειτόνισσα, τη Μάρθα». «Αν ζούμε ως αύριο, κάτι θα βρούμε να φάμε». Η γυναίκα έμεινε έτσι για λίγο και έπειτα είπε: «Φαίνεται καλός άνθρωπος αλλά γιατί δε μας λέει ποιος είναι;» «Έχει τους λόγους του, φαντάζομαι». «Σίμων!» «Έλα». «Εμείς δίνουμε. Ωραία! Γιατί, όμως, κανένας δε μας δίνει τίποτα εμάς;» Ο Σίμωνας δεν ήξερε τι ν' αποκριθεί. Έτσι, το μόνο που είπε ήταν: «Ας μη μιλάμε άλλο» και γύρισε απ' τ' άλλο πλευρό. Σε λίγο είχε αποκοιμηθεί. 14

15 A peasant family by a fireplace in a barn, by Adriaen Jansz. Van Ostade Το πρωί ο Σίμωνας ξύπνησε. Τα παιδιά κοιμόντουσαν ακόμα. Η γυναίκα του είχε πάει στη γειτόνισσα για να δανειστεί λίγο ψωμί. Μονάχα ο ξένος καθότανε στον πάγκο, φορώντας το παλιοπουκάμισο και το παντελόνι και κοιτάζοντας ψηλά. Το πρόσωπο του ήταν ακόμα φωτεινότερο απ' όσο ήταν την προηγούμενη μέρα. Ο Σίμωνας του είπε: «Φίλε, η κοιλιά ζητά ψωμί και το γυμνό σώμα ρούχο. Πρέπει να δουλεύει κανείς για να ζει. Εσύ τι δουλειά ξέρεις να κάνεις;» «Δεν ξέρω καμιά» Αυτό τον παραξένεψε τον Σίμωνα, μα είπε: «Οι άνθρωποι που θέλουνε να μάθουν μπορούν να μάθουν οτιδήποτε». «Οι άνθρωποι εργάζονται και θα εργαστώ κι εγώ». «Πώς σε λένε;» «Μιχάλη». 15

16 «Λοιπόν, Μιχάλη. Αν δε θες να μιλήσεις για την αφεντιά σου, δικιά σου υπόθεση. Μα πρέπει να κάνεις κάτι για να ζήσεις. Αν δουλέψεις όπως σου πω εγώ, θα σου εξασφαλίσω στέγη και τροφή». «Ο Θεός να σε ανταμείψει! Θα μάθω. Δείξε μου τι να κάνω». Ο Σίμωνας πήρε λίγο νήμα, το τύλιξε στο δάχτυλο του και άρχισε να το στρίβει. «Είναι πολύ εύκολο. Κοίτα!» Ο Μιχάλης τον κοίταξε. Τύλιξε κι αυτός λίγο νήμα γύρω από το δάχτυλο του, έπιασε το κόλπο κι έστριψε κι αυτός το νήμα. Μετά ο Σίμωνας του έδειξε πώς να κερώνει το νήμα. Ο Μιχάλης το έμαθε κι αυτό στο άψε σβήσε. Ύστερα ο Σίμωνας του έδειξε πώς να στρίβει και να περνά τη γουρουνότριχα και πώς να ράβει. Ο Μιχάλης το 'μαθε κι αυτό στη στιγμή. Ό,τι κι αν του 'δειχνε ο Σίμωνας, αυτός το καταλάβαινε αμέσως κι ύστερα από τρεις μέρες δούλευε σάμπως να έραβε μπότες σ' όλη του τη ζωή. Δούλευε χωρίς σταμάτημα και έτρωγε ελάχιστα. Σαν τέλειωνε η δουλειά, καθόταν σιωπηλός με τα μάτια στραμμένα προς τα πάνω. Σπάνια έβγαινε στο δρόμο, μιλούσε μόνο όταν ήταν ανάγκη και δεν αστειευότανε ποτέ ούτε γελούσε. Ποτέ δεν τον είδαν να γελάει, εκτός από το πρώτο εκείνο βράδυ, τότε που η Ματριόνα του έδωσε να φάει. Μέρα τη μέρα, βδομάδα τη βδομάδα, κυλούσε ο χρόνος. Ο Μιχάλης ζούσε στο σπίτι του Σίμωνα και δούλευε μαζί του. Η φήμη του απλώθηκε τόσο πολύ, που ο κόσμος έλεγε πως κανείς άλλος δεν έραβε τόσο στέρεα τις μπότες, όσο ο δουλευτής του Σίμωνα, ο Μιχάλης. Απ' όλη την περιοχή ολόγυρα έρχονταν άνθρωποι στον Σίμωνα φέρνοντας τις μπότες τους κι ο Σίμωνας άρχισε να ζει καλά. 16

17 The Village Shoemaker, by David Fulton Μια χειμωνιάτικη μέρα, καθώς κάθονταν και δουλεύανε ο Σίμωνας κι ο Μιχάλης, ήρθε και σταμάτησε στο καλύβι τους μια άμαξα-έλκηθρο που την έσερναν τρία άλογα με κουδουνάκια. Αυτοί κοίταξαν έξω απ' το παράθυρο. Η άμαξα είχε σταματήσει στην πόρτα τους. Απ' το κουβούκλιο κατέβηκε ένας κομψοντυμένος υπηρέτης και άνοιξε την πόρτα. Πρόβαλε ένας κύριος με γούνινο πανωφόρι και προχώρησε προς το καλύβι του Σίμωνα. Η Ματριόνα τινάχτηκε ορθή κι άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ο κύριος έσκυψε για να μπει στο καλύβι κι όταν σήκωσε πάλι το κορμί του, το κεφάλι του άγγιξε σχεδόν το ταβάνι κι έμοιαζε να γεμίζει ολότελα με τον όγκο του το χώρο. Ο Σίμωνας σηκώθηκε, υποκλίθηκε και κοίταξε με έκπληξη τον κύριο. Ποτέ του δεν είχε ξαναδεί άλλον σαν αυτόν. Ο ίδιος ο Σίμωνας ήταν ισχνός, λεπτός ο Μιχάλης κι η Ματριόνα στεγνή σαν κόκαλο αλλά ο άνθρωπος αυτός έμοιαζε φερμένος από άλλο κόσμο: κοκκινομούρης, θεόρατος, μ' ένα σβέρκο σαν του ταύρου, και φαινόταν χυμένος σε σίδερο, θαρρείς, απ' την κορφή ως τα νύχια. Ο κύριος ξεφύσηξε, έβγαλε το γούνινο πανωφόρι του, κάθισε στον πάγκο και είπε: «Ποιος από σας είναι ο αρχιμάστορας εδώ;» «Εγώ, εξοχότατε», είπε ο Σίμωνας πλησιάζοντας. 17

18 Τότε ο κύριος φώναξε στο βαστάζο του: «'Ει, Φέντκα, φέρε το πετσί!» Ο υπηρέτης μπήκε τρέχοντας κουβαλώντας ένα δέμα. Ο κύριος πήρε το δέμα και το απίθωσε πάνω στο τραπέζι.«λύσε το», είπε. Το παλικάρι το έλυσε. Ο κύριος έδειξε με το δάχτυλο του το δέρμα. «Κοίτα εδώ, τσαγκάρη», είπε, «βλέπεις ετούτο το πετσί;» «Το βλέπω, εντιμότατε». «Ξέρεις, όμως, τι λογής είναι;» Ο Σίμωνας άγγιξε το πετσί και είπε: «Είναι καλό δέρμα». «Καλό, βέβαια! Αυτό σου 'λειπε! Να πεις πως δεν είναι καλό. Τέτοιο πετσί, ηλίθιε, δεν ξανάδες στη ζωή σου. Είναι γερμανικό και κοστίζει είκοσι ρούβλια». Ο Σίμωνας τρομοκρατήθηκε και είπε: «Πού θα 'βλεπα ποτέ μου δέρμα σαν αυτό;» «Έτσι μπράβο! Και τώρα, μπορείς να μου κάνεις μπότες;» «Μάλιστα, εξοχότατε, μπορώ». Τότε ο κύριος του φώναξε με δυνατή φωνή: «Μπορείς! Μπορείς; Πρόσεξε! Μην ξεχνάς για ποιόνε θα φτιάξεις τις μπότες και τι λογής είναι το πετσί. Πρέπει να μου φτιάξεις μπότες που θα τις φορώ για ένα χρόνο, δίχως να ξεχειλώσουνε κι ούτε να ξηλωθούνε. Αν μπορείς να το κάνεις, πάρε το πετσί και κόφ' το. Αν όμως δεν μπορείς, πες το. Σε προειδοποιώ: αν οι μπότες που θα φτιάξεις ξηλωθούν ή ξεχειλώσουνε μέσα σ' ένα χρόνο, θα σε κλείσω στη φυλακή. Αν δεν ανοίξουν ούτε ξεχειλώσουν για ένα χρόνο, θα σε πληρώσω δέκα ρούβλια για τον κόπο σου». 18

19 The Shoemakers, by Pericles Tsirigotis Ο Σίμωνας είχε τρομάξει πολύ και δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε τον Μιχάλη και σκουντώντας τον με τον αγκώνα, του ψιθύρισε: «Να τήνε πάρω τη δουλειά;» Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του, σαν να 'λεγε: «Ναι, πάρ' τη». Ο Σίμωνας έκανε ό,τι τόνε συμβούλεψε ο Μιχάλης κι ανέλαβε να φτιάξει μπότες που δε θα ξεχείλωναν ούτε και θ' άνοιγαν για έναν ολάκερο χρόνο. Φωνάζοντας τον υπηρέτη του, ο κύριος του είπε να τραβήξει την μπότα απ' το αριστερό του πόδι που το τέντωσε. «Πάρε τα μέτρα μου!» είπε. Ο Σίμωνας πήρε ένα χαρτί μετρήματος σαράντα πέντε πόντους μάκρος, το ίσιωσε, γονάτισε, σκούπισε καλά τα χέρια του πάνω στην ποδιά του, για να μη λερώσει τις κάλτσες του κυρίου, και άρχισε να μετρά. Μέτρησε τη σόλα, την πατούσα γύρω γύρω 19

20 κι άρχισε να μετρά τη γάμπα του ποδιού, μα το χαρτί ήταν πολύ κοντό. Η γάμπα του ποδιού ήταν χοντρή, σαν δοκάρι. «Πρόσεξε μην τυχόν και με σφίγγει πολύ στο πόδι». Ο Σίμωνας πήρε άλλη μια λουρίδα χαρτί. Ο κύριος στριφογύριζε τα δάχτυλα του μες στην κάλτσα του κοιτάζοντας ολόγυρα όσους ήταν στο καλύβι όταν πήρε το μάτι του τον Μιχάλη. «Ποιον έχεις εκεί πέρα;» ρώτησε. «Είναι ο τεχνίτης μου. Αυτός θα ράψει τις μπότες». «Πρόσεξε καλά», είπε ο κύριος στον Μιχάλη, «μην ξεχάσεις πως πρέπει να τις φτιάξεις έτσι που να μου κρατήσουν ένα χρόνο». Ο Σίμωνας κοίταξε κι αυτός τον Μιχάλη και είδε πως ο Μιχάλης δεν κοίταζε τον κύριο, μα τη γωνία πίσω απ' τον κύριο, σάμπως να έβλεπε κάποιον εκεί πέρα. Ο Μιχάλης κοίταζε κι όλο κοίταζε, ώσπου άξαφνα χαμογέλασε και φωτίστηκε το πρόσωπο του. «Τι χασκογελάς εσύ κει πέρα, ηλίθιε;» άστραψε και βρόντηξε ο κύριος. «Θα 'κανες καλύτερα να φροντίσεις να 'ναι έτοιμες στην ώρα τους οι μπότες». «Θα ετοιμαστούν στην ώρα τους», είπε ο Μιχάλης. «Πρόσεξε καλά!» είπε ο κύριος και φόρεσε τις μπότες και το γούνινο πανωφόρι του που το τύλιξε γύρω του και τράβηξε κατά την πόρτα. Μα ξέχασε να σκύψει και κουτούλησε την κεφάλα του πάνω στην κάσα της πόρτας. Βλαστήμησε κι έτριψε την κεφάλα του. Μετά πήρε τη θέση του μέσα στην άμαξα και ξεκίνησε. 20

21 Αφού πια έφυγε, ο Σίμωνας είπε: «Φάτσα να σου πετύχει! Ούτε με βαριά δε θα μπορούσες να τον σκοτώσεις. Σχεδόν την ξεμασκάλισε την κάσα, μα δεν έπαθε ούτε γρατσουνιά!» Κι η Ματριόνα πρόσθεσε: «Ζώντας όπως ζει, πώς να μη γίνει σαν μουλάρι; Ούτε ο θάνατος ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει τίποτα σε τέτοιο αγκωνάρι!» Τότε ο Σίμωνας είπε στον Μιχάλη: «Εντάξει, τήνε πήραμε τη δουλειά, μα πρέπει να κοιτάξουμε μη βρούμε κάνα μπελά. Το δέρμα είν' ακριβό κι ο κύριος αράθυμος. Πρέπει να μην κάνουμε λάθη. Έλα, εσύ βλέπεις καλύτερα και τα χέρια σου πιάνουν πιο καλά από τα δικά μου. Πάρε, λοιπόν, αυτά τα μέτρα και άρχισε το κόψιμο. Εγώ θα αποτελειώσω το ράψιμο στα ψίδια». Ο Μιχάλης έκανε ό,τι του 'πε. Πήρε το δέρμα, το άπλωσε πάνω στο τραπέζι, το δίπλωσε στα δυο, πήρε μια φαλτσέτα κι άρχισε να κόβει. 21

22 Η Ματριόνα κοντοζύγωσε και τον παρατηρούσε που έκοβε. Της έκανε μεγάλη εντύπωση ο τρόπος που το 'κανε. Η Ματριόνα είχε συνηθίσει να βλέπει να φτιάχνουν μπότες και τώρα κοίταζε κι έβλεπε πως ο Μιχάλης δεν έκοβε το δέρμα όπως συνήθως για μπότες αλλά το 'κοβε στρογγυλά. Της ήρθε να πει κάτι, μα έκανε μέσα της: «Ίσως να μην καταλαβαίνω πώς πρέπει να φτιάχνονται οι μπότες για κυρίους. Φαντάζομαι πως ο Μιχάλης ξέρει πιο πολλά πάνω σ' αυτό. Καλύτερα να μην ανακατευτώ». Ο Μιχάλης, αφού έκοψε το δέρμα, πήρε μια κλωστή και άρχισε να ράβει όχι με δυο άκρες, όπως ράβονται οι μπότες, αλλά με μια μόνο άκρη, όπως ράβονται οι μαλακές παντόφλες. Και πάλι αναρωτήθηκε η Ματριόνα αλλά και πάλι δεν ανακατεύτηκε. Ο Μιχάλης έραβε σταθερά μέχρι το μεσημέρι. Τότε ο Σίμωνας σηκώθηκε για φαγητό, κοίταξε γύρω του και είδε πως ο Μιχάλης είχε φτιάξει παντόφλες από το δέρμα του κυρίου. «Ιιιι!» μούγκρισε ο Σίμωνας και σκέφτηκε: «Πώς είναι δυνατόν ο Μιχάλης, που 'ναι μαζί μου έναν ολάκερο χρόνο και δε λάθεψε ποτέ του ως τα τώρα, να κάνει κάτι τόσο τρομερό; Ο κύριος παράγγειλε μπότες ψηλές, με βάρδουλα, κι ο Μιχάλης έφτιαξε μαλακές παντόφλες μονόσολες και χαράμισε το δέρμα. Τι θα πω τώρα στον κύριο; Δεν μπορώ να βρω πουθενά δέρμα σαν αυτό». Και, γυρίζοντας στον Μιχάλη, είπε: «Τι κάνεις, φίλε; Με κατέστρεψες! Ξέρεις καλά ότι ο κύριος παράγγειλε μπότες ψηλές και κοίτα εσύ τι έκανες!» Δεν πρόλαβε ν' αρχίσει το κατσάδιασμα στον Μιχάλη και «ρατ-τατ» ακούστηκε να χτυπάει το σιδερένιο γλωσσίδι που κρεμότανε στην πόρτα. Κάποιος χτυπούσε. Κοίταξαν έξω απ' το παράθυρο. Ένας άντρας είχε έρθει καβάλα στ' άλογο του που τώρα το 'δενε στον πάσσαλο. Άνοιξαν την πόρτα και μπήκε ο υπηρέτης που ήτανε με τον κύριο. «Καλημέρα», είπε. «Καλημέρα», αποκρίθηκε ο Σίμωνας. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» «Μ' έστειλε η κυρά μου για τις μπότες». «Για τις μπότες;» «Ναι, ο κύριος μου δεν τις χρειάζεται. Πέθανε». 22

23 «Είναι δυνατό;» «Δεν πρόκαμε να φτάσει μέχρι το σπίτι, μετά που έφυγε από σας. Πέθανε στην άμαξα. Σαν φτάσαμε στο σπίτι και τρέξανε οι υπηρέτες να τόνε βοηθήσουν να κατέβει, κύλησε κάτω σαν σακί. Ήταν κιόλας πεθαμένος και τόσο ξυλιασμένος, που δεν μπορούσαν να τόνε βγάλουν απ' την άμαξα. Η κυρά μου μ' έστειλε εδώ να σας πω ότι ο κύριος που παράγγειλε μπότες για την αφεντιά του κι άφησε ένα κομμάτι δέρμα για να φτιαχτούν, δε χρειάζεται πια τις μπότες κι ότι πρέπει γρήγορα να φτιάξετε μαλακές παντόφλες για το πτώμα. "Περίμενε", μου είπε, "μέχρι να ετοιμαστούν και φέρτες πίσω μαζί σου". Να γιατί ήρθα». Ο Μιχάλης μάζεψε τα υπολείμματα απ' το δέρμα, τα τύλιξε, πήρε τις μαλακές παντόφλες που 'χε φτιάξει, τις χτύπησε τη μια με την άλλη, τις σκούπισε με την ποδιά του και τις έδωσε μαζί με το ρολό το δέρμα στον υπηρέτη που τις πήρε και είπε: «Αντίο, μαστόροι, και καλή σας μέρα». Πέρασε άλλος ένας χρόνος, κι ακόμα ένας, κι ο Μιχάλης περνούσε τώρα τον έκτο χρόνο του μαζί με τον Σίμωνα. Ζούσε όπως πριν. Δεν πήγαινε πουθενά, μιλούσε μόνο σαν ήταν ανάγκη κι είχε χαμογελάσει μονάχα δυο φορές όλ' αυτά τα χρόνια τη μια 23

24 φορά όταν η Ματριόνα του έδωσε να φάει και μια δεύτερη φορά όταν ήρθε στο καλύβι τους ο κύριος. Ο Σίμωνας ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιημένος με τον παραγιό του. Ποτέ δεν τον ρωτούσε τώρα από πού ήταν και το μόνο που φοβόταν ήταν μήπως φύγει ο Μιχάλης. Μια μέρα ήταν όλοι στο σπίτι. Η Ματριόνα μαγείρευε στο φούρνο. Τα παιδιά τρέχανε πέρα δώθε πάνω στους πάγκους, κοιτάζοντας έξω απ' το παράθυρο. Ο Σίμωνας έραβε στο ένα παράθυρο και ο Μιχάλης στερέωνε ένα τακούνι στο άλλο.το ένα απ' τα παιδιά πλησίασε τρέχοντας πάνω στον πάγκο τον Μιχάλη, έσκυψε πάνω στον ώμο του και κοίταξε έξω απ' το παράθυρο. «Κοίτα, θείε Μιχάλη! Μια κυρία με τα κοριτσάκια της! Φαίνεται πως έρχεται καταδώ. Και το ένα κορίτσι είναι κουτσό». Μόλις το παιδί το είπε αυτό, ο Μιχάλης παράτησε τη δουλειά του, γύρισε προς το παράθυρο και κοίταξε έξω στο δρόμο. Ο Σίμωνας παραξενεύτηκε. Ποτέ δε συνήθιζε ο Μιχάλης να κοιτάζει στο δρόμο, μα τώρα είχε κολλήσει στο τζάμι κοιτάζοντας κάτι. Ο Σίμωνας κοίταξε κι αυτός και είδε να 'ρχεται πραγματικά προς το καλύβι μια καλοντυμένη γυναίκα κρατώντας από το χέρι δυο κοριτσάκια με γούνινα πανωφόρια και μάλλινα κασκόλ. Τα κοριτσάκια μοιάζανε με δυο σταγόνες νερό, εκτός μονάχα ότι το ένα κούτσαινε στο αριστερό του πόδι και περπατούσε με δυσκολία. Η γυναίκα ανέβηκε στο πρόστεγο και μπήκε στο διάδρομο. Ψαχουλεύοντας στην είσοδο, βρήκε το μάνταλο, το σήκωσε και άνοιξε την πόρτα. Άφησε πρώτα να περάσουν τα δυο κορίτσια και τ' ακολούθησε μες στο καλύβι. «Καλημέρα, καλοί μου άνθρωποι!» «Παρακαλώ, περάστε», είπε ο Σίμωνας. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» Η γυναίκα κάθισε στο τραπέζι. Τα δυο κοριτσάκια στριμώχνονταν κοντά στα γόνατα της, γιατί φοβόντουσαν αυτούς που ήταν στο καλύβι. «Θέλω να μου φτιάξετε δερμάτινα παπούτσια γι' αυτά τα κοριτσάκια, για την άνοιξη». «Να σας φτιάξουμε, μόλο που δεν έχουμε ξαναφτιάξει τέτοια παπούτσια. Ο παραγιός μου, ο Μιχάλης, είναι μάστορας σ' αυτό». 24

25 Shoemakers, by Jan Jozef, the Younger Horemans Ο Σίμωνας έριξε στον Μιχάλη μια ματιά και είδε πως είχε παρατήσει τη δουλειά του και καθόταν με τα μάτια του καρφωμένα πάνω στα κοριτσάκια. Ο Σίμωνας παραξενεύτηκε. Είναι αλήθεια πως τα κορίτσια ήταν πολύ όμορφα, με μαύρα μάτια, παχουλά, ροδομάγουλα φορούσαν όμορφα τσεμπέρια και γούνινα πανωφόρια αλλά ο Σίμωνας εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει γιατί ο Μιχάλης τα κοίταζε με τον τρόπο αυτό σάμπως να τα γνώριζε από πριν. Ένιωθε αμήχανος αλλά συνέχισε να κουβεντιάζει με τη γυναίκα κανονίζοντας την τιμή. Αφού κανόνισε την τιμή, ετοιμάστηκε να πάρει τα μέτρα. Η γυναίκα σήκωσε το ανάπηρο κορίτσι στα γόνατα της και είπε: «Πάρε δυο φορές μέτρα απ' αυτό το κοριτσάκι. Φτιάξε ένα παπούτσι για το κουτσό ποδάρι και τρία για το γερό. Έχουνε και τα δυο το ίδιο νούμερο. Είναι δίδυμα». Ο Σίμωνας πήρε τα μέτρα και, μιλώντας για το κουτσό κορίτσι, είπε: 25

26 «Πώς του συνέβη; Είναι τόσο όμορφο κορίτσι! Έτσι γεννήθηκε;» «Όχι, η μητέρα του καταπλάκωσε το πόδι του». Τότε μπήκε στη συζήτηση κι η Ματριόνα. Ποια ήταν, άραγε, αυτή η γυναίκα και τίνος ήταν τα παιδιά; Ρώτησε, λοιπόν: «Δεν είσαι του λόγου σου, λοιπόν, η μητέρα τους;» «Όχι, καλή μου γυναίκα. Δεν είμαι ούτε μητέρα τους ούτε καν συγγένισσά τους. Μου ήταν ολότελα ξένα αλλά τα υιοθέτησα». «Δεν είναι παιδιά σας κι ωστόσο τ' αγαπάτε τόσο πολύ;» «Πώς είναι δυνατό να μην τ' αγαπώ; Τα έθρεψα με το δικό μου γάλα. Είχα κι εγώ ένα παιδί αλλά το πήρε ο Κύριος. Το αγαπούσα τόσο, όσο αγαπώ τώρα αυτά». «Τότε, ποιανού παιδιά είναι;» Η γυναίκα, έχοντας αρχίσει να μιλάει, της είπε ολόκληρη την ιστορία. 26

27 A mother and her children returning home by Henri Jacques Bource «Πάνε κάπου έξι χρόνια από τότε που πέθαναν οι γονείς τους, κι οι δυο μέσα σε μια βδομάδα: ο πατέρας τους θάφτηκε την Τρίτη και η μητέρα τους πέθανε την Παρασκευή. Τα ορφανά τούτα γεννήθηκαν τρεις μέρες έπειτα απ' το θάνατο του πατέρα τους και η μητέρα τους δεν έζησε ούτε μια μέρα παραπάνω. Ο άντρας μου κι εγώ ζούσαμε τότε σαν χωρικοί στο χωριό. Ήμασταν γείτονες τους και ο αυλόγυρός μας ήτανε πλάι στο δικό τους.ο πατέρας τους ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός, ξυλοκόπος στο δάσος. Μια μέρα που κόβανε δέντρα, έπεσε πάνω του ένα απ' αυτά και τον έκανε λιώμα. Δεν πρόκαμαν να τόνε πάνε σπίτι κι ο δύστυχος παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό. Την ίδια βδομάδα η γυναίκα του γέννησε δίδυμα τούτα εδώ τα κοριτσάκια. Ήταν φτωχιά και μόνη. Δεν είχε κανένα κοντά της, ούτε νέο ούτε γέρο. 27

28 Μονάχη της γέννησε και μονάχη της βρήκε το θάνατο.»την άλλη μέρα το πρωί πήγα να την ιδώ, μα σαν μπήκα στο καλύβι, η δύστυχη κειτόταν κιόλας ξυλιασμένη. Πεθαίνοντας, γύρισε και καταπλάκωσε με το σώμα της το ποδαράκι του παιδιού. Ήρθανε τότε στο καλύβι οι χωριανοί, πλύνανε το σώμα της, την ετοιμάσανε, φτιάξανε κι ένα φέρετρο και τήνε θάψανε. Ήταν άνθρωποι καλοί. Τα μωρά είχαν απομείνει μοναχά τους. Τι θα γινότανε με τα μωρά; Εγώ ήμουνα η μόνη γυναίκα εκεί πέρα που 'χε μωρό στην αγκαλιά εκείνο τον καιρό. Φρόντιζα το δικό μου νιογέννητο, ηλικίας οχτώ βδομάδων. Έτσι, τα πήρα κοντά μου για λίγο καιρό. Οι χωρικοί μαζεύονταν κάθε τόσο κι όλο συλλογιζόντουσαν τι θ' απογίνουν τα παιδιά. Στο τέλος μου είπανε: "Για την ώρα, Μαρία, καλύτερα να τα κρατήσεις εσύ τα κορίτσια κι αργότερα θα δούμε τι θα τα κάνουμε". Έτσι, άρχισα να θηλάζω το γερό, παραμελώντας στην αρχή το σακάτικο. Φανταζόμουνα πως δε θα ζούσε. Μα ύστερα αναλογίστηκα: γιατί, τάχα, να υποφέρει το αθώο πλασματάκι; Το λυπήθηκα κι άρχισα κι αυτό να το ταΐζω. Έτσι, λοιπόν, θήλαζα το δικό μου το αγοράκι κι αυτά τα δυο και τα τρία τους από το στήθος μου. Ήμουνα νέα και γερή κι ο Θεός το 'δωσε να έχω τόσο πολύ γάλα, που καμιά φορά ξεχυνόταν μοναχό του. Τάιζα συνήθως δυο κάθε φορά, ενώ το τρίτο περίμενε. Όποτε χόρταινε καλά το ένα, θήλαζα το τρίτο. Κι ο Θεός το 'θελε αυτά τα δυο να μεγαλώσουν και το δικό μου να πεθάνει, προτού γίνει δυο χρονών. Και δεν είχα άλλα παιδιά, μόλο που δε μας λείπουν τα λεφτά. Ο άντρας μου δουλεύει αυτή τη στιγμή στο μύλο για τον έμπορο του καλαμποκιού. Πληρώνεται καλά και καλοζούμε. Αλλά δεν έχω δικά μου παιδιά και σκέφτομαι πόσο μόνη θα 'μουνα, δίχως αυτά τα κοριτσάκια! Πώς μπορώ να μην τ' αγαπώ! Αυτά είν' η χαρά της ζωής μου!» 28

29 The Invalid and the Birth,by William van Strydonck Κι έσφιξε πάνω της το κουτσό κοριτσάκι με το 'να χέρι της, ενώ με τ' άλλο σκούπιζε τα δάκρυα απ' τα μάγουλα της. Η Ματριόνα αναστέναξε και είπε: «Σωστά το λέει η παροιμία, "μπορεί κανείς να ζήσει δίχως μάνα ή πατέρα, μα δεν μπορεί να ζήσει δίχως το Θεό"». Με τέτοια λόγια κουβεντιάζανε όταν, άξαφνα, ολάκερο το καλύβι φωτίστηκε, σάμπως να το πλημμύριζε καλοκαιρινό φως απ' τη γωνιά όπου καθόταν ο Μιχάλης. Όλοι κοιτάζανε προς αυτόν και τον είδανε καθισμένο εκεί πέρα, με τα χέρια του διπλωμένα πάνω στα γόνατα του, να κοιτάζει ψηλά και να χαμογελά. Κάποια στιγμή έφυγε η γυναίκα μαζί με τα κορίτσια. Ο Μιχάλης σηκώθηκε απ' τον πάγκο, άφησε κάτω τη δουλειά του και έβγαλε την ποδιά του. Μετά, κάνοντας υπόκλιση στον Σίμωνα και στη γυναίκα του, είπε: «Σας αποχαιρετώ, αφέντες μου. Ο Θεός με συγχώρεσε. Ζητώ κι από σας να με συγχωρέσετε, αν κάπου έσφαλα». Κι εκείνοι είδαν πως ο Μιχάλης αχτιδοβόλαγε φως. Ο Σίμωνας σηκώθηκε, υποκλίθηκε μπροστά στον Μιχάλη και είπε: «Βλέπω, Μιχαήλ, ότι δεν είσαι ένας άνθρωπος κοινός κι εγώ δεν μπορώ μήτε να σε 29

30 κρατήσω μήτε να σε ρωτήσω το παραμικρό. Πες μου μονάχα αυτό: πώς γίνεται κι όταν σε βρήκα και σ' έφερα στο σπίτι ήσουνα μελαγχολικός κι όταν σου 'δωσε η γυναίκα μου να φας, της χαμογέλασες και φωτίστηκες ολάκερος; Μετά, τότε που 'ρθε ο κύριος να παραγγείλει τις μπότες κι εσύ χαμογέλασες πάλι κι έγινες ακόμα πιο φωτεινός; Και τώρα, όταν ετούτη η γυναίκα έφερε τα κοριτσάκια, εσύ χαμογέλασες για τρίτη φορά και φωτίστηκες σαν ήλιος; Πες μου, Μιχαήλ, γιατί λάμπει τόσο πολύ το πρόσωπο σου και γιατί χαμογέλασες τις τρεις εκείνες φορές;» Κι ο Μιχαήλ αποκρίθηκε: «Εκπέμπω φως επειδή τιμωρήθηκα κι επειδή τώρα ο Θεός με συγχώρεσε. Και χαμογέλασα τρεις φορές επειδή ο Θεός με έστειλε να μάθω τρεις αλήθειες κι εγώ τις έμαθα. Τη μια την έμαθα τότε που με λυπήθηκε η γυναίκα σου κι αυτός είν' ο λόγος που μ' έκανε να χαμογελάσω την πρώτη φορά. Τη δεύτερη την έμαθα τότε που ο πλούσιος παράγγειλε τις μπότες κι εγώ ξαναχαμογέλασα. Και τώρα, όταν αντίκρισα κείνα τα κοριτσάκια, έμαθα την τρίτη και τελευταία αλήθεια και χαμογέλασα για τρίτη φορά». Και είπε ο Σίμωνας: «Πες μου, Μιχαήλ, για ποιο λόγο σε τιμώρησε ο Θεός και ποιες ήταν οι τρεις αλήθειες που μπορώ να τις μάθω κι εγώ;» Και αποκρίθηκε ο Μιχαήλ: «Ο Θεός με τιμώρησε, επειδή δεν τον υπάκουσα. Ήμουνα άγγελος στον ουρανό και παράκουσα το Θεό. Μ' είχε στείλει ο Θεός να πάρω κάποιας γυναίκας την ψυχή. Κι ήρθα πετώντας κάτω στη γη κι αντίκρισα μια άρρωστη γυναίκα να κείτεται μονάχη της, μια γυναίκα που 'χε μόλις γεννήσει δυο δίδυμα κορίτσια. Σάλευαν ανήμπορα εκείνα στο πλευρό της μητέρας αλλά εκείνη δεν μπορούσε να τα σηκώσει και να τα φέρει ως το στήθος της. Όταν με είδε, κατάλαβε πως ο Θεός με είχε στείλει για να της πάρω την ψυχή και τότε έκλαψε και είπε: "Άγγελε Κυρίου! Πριν από λίγο θάφτηκε ο άντρας μου που τόνε τσάκισε ένα δέντρο. Δεν έχω ούτε αδελφή ούτε θεία ούτε μητέρα: κανένα να φροντίσει για τα ορφανά μου. Μην πάρεις την ψυχή μου! Άφησε με να θηλάσω τα μωρά μου, να τα θρέψω και να τα στηρίξω στα πόδια τους, προτού πεθάνω. Τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουνε δίχως μάνα ή πατέρα". Κι εγώ την άκουσα. Έβαλα το 'να παιδί στο στήθος της, τ' άλλο στην αγκαλιά της και ξαναγύρισα στον Κύριο στον ουρανό. Πέταξα ως Αυτόν και είπα: 30

31 "Δεν μπόρεσα να πάρω την ψυχή της μητέρας. Ο άντρας της σκοτώθηκε από ένα δέντρο. Η γυναίκα έχει δυο δίδυμα παιδιά και παρακαλεί να μην της πάρουμε την ψυχή. Λέει η μητέρα: αφήστε με να θηλάσω και να θρέψω τα παιδιά μου, ώσπου να σταθούνε στα πόδια τους. Τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουνε δίχως μάνα και πατέρα. Δεν της πήρα την ψυχή". Και λέει τότε ο Κύριος: "Ύπαγε πάρε της μητέρας την ψυχή και μάθε τρεις αλήθειες: μάθε Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, Τι δε δίνεται στον άνθρωπο και Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Όταν μάθεις αυτά τα πράγματα, θα επιστρέψεις στον ουρανό". 31

32 Έτσι, ξαναπέταξα στη γη και πήρα την ψυχή της μητέρας. Τα βρέφη πέσαν απ' τα στήθη της. Το σώμα της γύρισε πάνω στην κλίνη και καταπλάκωσε το ένα βρέφος στραγγουλίζοντας το πόδι του. Εγώ ανυψώθηκα πάνω απ' το χωριό θέλοντας να μεταφέρω την ψυχή της στο Θεό, μα ένας άνεμος άρπαξε, ξερίζωσε τα φτερά μου κι με γκρέμισε κάτω. Η ψυχή της πέταξε μόνη της στο Θεό, ενώ εγώ έπεσα καταγής στην άκρια του δρόμου». Ο Σίμωνας κι η Ματριόνα κατάλαβαν ποιος ήταν αυτός που 'χε ζήσει μαζί τους, κατάλαβαν ποιον είχαν ντύσει και ταΐσει. Κι έκλαψαν από δέος και χαρά. Κι ο άγγελος τους είπε: «Ήμουν μονάχος στα χωράφια, γδυμνός. Δε γνώρισα ποτέ ανθρώπινη ανάγκη τι θα πει, κρύο και πείνα, ωσότου έγινα άνθρωπος. Πεινούσα, κρύωνα και δεν ήξερα τι να κάνω. Σιμά στο χωράφι όπου 'χα πέσει είδα ένα αλτάρι χτισμένο για τον Κύριο και πήγα προς τα κει με την ελπίδα να βρω καταφύγιο. Μα το αλτάρι ήτανε κλειδωμένο και δεν μπορούσα να μπω. Έτσι, κάθισα καταγής πίσω από το αλτάρι για να προφυλαχτώ, τουλάχιστον, απ' τον άνεμο. Σουρούπωνε κι εγώ ήμουν πεινασμένος, παγωμένος και πονούσα. Άξαφνα άκουσα κάποιον να περνάει από το δρόμο. Κρατούσε ένα ζευγάρι παλιοπάπουτσα και μιλούσε μοναχός του. Για πρώτη φορά, αφότου γίνηκα άνθρωπος, αντίκριζα το θνητό πρόσωπο ενός ανθρώπου και το πρόσωπο του μου φάνηκε τρομερό και μ' έκανε ν' αποστρέψω το δικό μου. Κι άκουσα τον άνθρωπο να παραμιλά και να λέει πώς θα ' βρίσκε τρόπο να προφυλάξει το κορμί του από το κρύο το χειμώνα και να θρέψει γυναίκα και παιδιά. Κι εγώ συλλογίστηκα: "Πεθαίνω απ' το κρύο και την πείνα και να ένας άνθρωπος που άλλο δε σκέφτεται, παρά μονάχα πώς να ντύσει τον εαυτό του και τη γυναίκα του και πώς να βρει ψωμί για να φάνε. Δεν μπορεί να με βοηθήσει". Όταν με αντίκρισε ο άνθρωπος, σκυθρώπιασε και γίνηκε ακόμα τρομερότερος και με προσπέρασε. Απελπίστηκα τότε. Μα ξαφνικά τον άκουσα που ξαναγύριζε. Σήκωσα τα μάτια μου, τον είδα και δεν αναγνώρισα τον ίδιο άνθρωπο: λίγο πριν είχα δει το θάνατο στο πρόσωπο του, μα τώρα είχε ζωντανέψει και αναγνώρισα σ' αυτόν την παρουσία του Θεού. Ήρθε κοντά μου, μ' έντυσε, με πήρε μαζί του και μ' έφερε στο σπίτι του. Εγώ μπήκα στο σπίτι. Μια γυναίκα ήρθε να μας προϋπαντήσει και άρχισε να μιλά. Η γυναίκα ήταν ακόμα πιο τρομερή απ' όσο υπήρξε ο άντρας. Από το στόμα της έβγαινε το πνεύμα του θανάτου. Δεν μπορούσα ν' ανασάνω από την μπόχα του θανάτου που σκόρπιζε ολόγυρα της. Ήθελε να με διώξει, να με πετάξει έξω μες στην παγωνιά κι εγώ ήξερα πως αν το έκανε, θα πέθαινα. Άξαφνα ο άντρας της της μίλησε για το Θεό και η γυναίκα άλλαξε μονομιάς. Κι όταν μου έφερε να φάω και με κοίταξε, την κοίταξα κι εγώ και είδα πως ο θάνατος δεν κατοικούσε πια μέσα της. Είχε ζωντανέψει και 32

33 αναγνώρισα και σ' αυτή την παρουσία του Θεού.»Τότε θυμήθηκα το πρώτο μάθημα που μου 'χε αναθέσει ο Κύριος: "μάθε Τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο". Και κατάλαβα πως μέσα στον άνθρωπο κατοικεί η αγάπη! Χαιρόμουνα που ο Θεός είχε κιόλας αρχίσει να μου φανερώνει ό,τι είχε υποσχεθεί και τότε χαμογέλασα για πρώτη φορά. Αλλά δεν τα 'χα ακόμα μάθει όλα. Δεν ήξερα ακόμα Τι δε δίνεται στον άνθρωπο και Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς.»έμεινα μαζί σας και πέρασε ένας χρόνος. Κι ήρθε τότε ένας άνθρωπος που παράγγειλε μπότες που θα τις φορούσε για ένα χρόνο δίχως να ξεχειλώσουν ή να ξηλωθούν. Εγώ τον κοίταξα και, ξαφνικά, πίσω απ' τον ώμο του, αντίκρισα το σύντροφο μου τον άγγελο του θανάτου. Κανείς εκτός από μένα δεν έβλεπε κείνο τον άγγελο. Εγώ, όμως, τον ήξερα και ήξερα πως πριν ο ήλιος βασιλέψει, θα έπαιρνε του πλούσιου την ψυχή. Και είπα μέσα μου: "Ο άνθρωπος αυτός κάνει ετοιμασίες για ένα χρόνο μετά και δεν ξέρει πως θα πεθάνει πριν νυχτώσει". Και θυμήθηκα τη δεύτερη φράση του Κυρίου, "μάθε Τι δε δίνεται στον άνθρωπο".» Ο,τι κατοικεί μέσα στον άνθρωπο το ήξερα κιόλας. Τώρα μάθαινα τι δεν του δίνεται. Δε δίνεται στον άνθρωπο το να ξέρει τις ανάγκες του. Και χαμογέλασα για δεύτερη φορά. Χαιρόμουν που είχα αντικρίσει το σύντροφό μου άγγελο, που χαιρόταν κι αυτός για το ότι ο θεός μού είχε αποκαλύψει τη δεύτερη αλήθεια. «Ωστόσο, δεν τα γνώριζα ακόμα όλα. Δεν ήξερα Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Κι εξακολούθησα να ζω περιμένοντας πότε ο Κύριος θα μου αποκαλύψει το τελευταίο τούτο μάθημα. Τον έκτο χρόνο ήρθαν εδώ τα δίδυμα κορίτσια με τη γυναίκα. Κι εγώ αναγνώρισα τα κορίτσια και άκουσα με ποιο τρόπο είχαν κρατηθεί στη ζωή. Ακούγοντας την ιστορία, αναλογίστηκα: "Η μητέρα τους με ικέτεψε για χάρη των παιδιών κι εγώ την πίστεψα όταν έλεγε πως τα παιδιά δεν μπορούνε να ζήσουν δίχως μάνα ή πατέρα. Όμως, ήρθε μια ξένη και τα θήλασε και τ' ανάθρεψε". Κι όταν η γυναίκα έδειξε την αγάπη της για τα παιδιά που δεν ήταν δικά της κι έκλαψε πάνω από το προσκεφάλι τους, είδα σ' αυτή το ζωντανό Θεό και κατάλαβα Τι κρατά τους ανθρώπους ζωντανούς. Και ήξερα πως ο Θεός μού είχε αποκαλύψει την τελευταία αλήθεια και είχε συγχωρέσει το αμάρτημα μου. Και τότε χαμογέλασα για τρίτη φορά». 33

34 Steven Daluz, Still Και το κορμί του αγγέλου γυμνώθηκε και ντύθηκε με φως, έτσι που να μην μπορεί να τον κοιτάξει ανθρώπου μάτι. Και η φωνή του γίνηκε πιο δυνατή, σάμπως να έβγαινε όχι απ' αυτόν αλλά ψηλά απ' τον ουρανό. Κι ο άγγελος είπε: «Έμαθα πως όλοι οι άνθρωποι ζουν όχι από έγνοια για τον εαυτό τους αλλ' από αγάπη.»δεν ήτανε δοσμένο στη μητέρα να ξέρει τι χρειάζονταν τα παιδιά της για να ζήσουν. Ούτε και στον πλούσιο ήταν δοσμένο να ξέρει τι χρειαζόταν για τον εαυτό του. Ούτε κι 34

35 είναι δοσμένο σ' οποιοδήποτε άνθρωπο να ξέρει αν, μόλις πέσει το βράδυ, θα χρειαστεί μπότες για το σώμα του ή μαλακές παντόφλες για το πτώμα του.»έμεινα στη ζωή, σαν ήμουν άνθρωπος, όχι από έγνοια για τον εαυτό μου, μα επειδή ήταν παρούσα η αγάπη σ' έναν περαστικό κι επειδή αυτός και η γυναίκα του με συμπόνεσαν και μ' αγάπησαν. Έμειναν στη ζωή τα ορφανά όχι απ' την έγνοια της μητέρας τους, μα επειδή υπήρχε αγάπη μες στην καρδιά κάποιας γυναίκας, μιας ξένης γι' αυτά, που τα συμπόνεσε και τ' αγάπησε. Κι όλοι οι άνθρωποι μένουν στη ζωή όχι με τη σκέψη ότι ξοδιάζουν για την ευτυχία τους, μα επειδή μέσα στον άνθρωπο υπάρχει αγάπη.»'ηξερα ως τώρα πως ο Θεός έδωσε ζωή στους ανθρώπους και τη λαχτάρα να ζήσουν. Τώρα κατάλαβα περισσότερα απ' αυτό.»κατάλαβα πως ο Θεός δεν επιθυμεί να ζούνε ξέχωρα οι άνθρωποι και, λοιπόν, δεν τους αποκαλύπτει τι χρειάζεται ο καθένας για τον εαυτό του. Τους θέλει, όμως, να ζούνε ενωμένοι και, λοιπόν, αποκαλύπτει στον καθένα απ' αυτούς τι είναι αναγκαίο για όλους. «Κατάλαβα τώρα πως οι άνθρωποι, μόλο που δείχνουν ότι ζουν από έγνοια για τον εαυτό τους, στην πραγματικότητα ζούνε μονάχα με την αγάπη. Όποιος έχει εντός του την αγάπη, έχει εντός του το Θεό, γιατί ο Θεός είναι αγάπη». Κι ο άγγελος ανέπεμψε ύμνο στο Θεό και το καλύβι άρχισε να τρέμει απ' τη δύναμη της φωνής του. Η οροφή άνοιξε και μια κολόνα φωτιάς υψώθηκε από τη γη στα ουράνια. Ο Σίμωνας, η γυναίκα του και τα παιδιά του έπεσαν κάτω. Φτερά παρουσιάστηκαν πάνω στους ώμους του αγγέλου που ανυψώθηκε τώρα στους ουρανούς. 35

36 Steven Daluz Κι όταν ο Σίμωνας συνήλθε, το καλύβι ήταν όπως πριν και δεν υπήρχε κανείς μέσα σ' αυτό, εκτός απ' τη φαμίλια του. Λέων Τολστόι, Ιστορίες Μετάφραση: Φώντας Κονδύλης Ανδρέας Αγγελάκης Εικονογράφηση: Στάθης Σταυρόπουλος Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα

37 Όταν σου λέει το θέατρο ταξίδευε... 37

38 Η διασκευή και σκηνοθεσία του διηγήματος από τους τρεις ερμηνευτές του, Κουνέλα, Λαζαρίδου και Νανούρη, έξοχη, όπως και τα σκηνικά της Μανωλάκου και οι φωτισμοί της Αλεξιάδου! Μέσα από τρεις τρίφυλλες ντουλάπες ξεπηδούν τα πρόσωπα του διηγήματος κι εκτυλίσσονται περιστατικά, ενώ στο προσκήνιο, με χαρακτήρα υπενθύμισης, λαμβάνει χώρα μια αντίστοιχη μεταφορά στο σήμερα της Ελλάδας: δυο χώρες, δυο κόσμοι, δυο εποχές. Το ζητούμενο όμως πάντα Ένα: αυτό, από το οποίο ζουν οι άνθρωποι. Ο φτωχός παπουτσής, Συμεών, γίνεται ο μετανάστης ράφτης της γειτονιάς, κ. Γιώργος, για την ακρίβεια ο Ινδός κ. Μπαμπαλού που λατρεύει τη δουλειά του και τα υφάσματα, αλλά αναγκάζεται να κλείσει το ραφείο του. Το αφιλόξενο κρύο της χιονισμένης Ρωσίας γίνεται το γυμνό, σχεδόν νεκρό, τοπίο της πλατείας Ομονοίας, όπου τα λιγοστά κι αναιμικά δεντράκια διψούν για λίγο χώμα και νερό και γίνονται άνθρωποι-σκιές που βασανίζονται και ζητούν κι εκείνοι με τη σειρά τους βοήθεια, είτε οικονομική είτε κυρίως! ουσιαστική. Έτσι, τη στιγμή που και οι άγγελοι ακόμη αποδεικνύονται αδύναμοι, ο άνθρωπος καλείται να φανεί δυνατός. Τι υπέροχο το παιχνίδι με τις σκιές, που άλλοτε συντελείται με την προσωποποίηση της σκιάς και παράστασή της με την έξοχη κούκλα alter ego της Λαζαρίδου σε κατασκευή Μάρθας Φωκά, και άλλοτε με το παιχνίδι τους στον τοίχο με τον ανάλογο σωστό φωτισμό, θυμίζοντας το παιχνίδι του Πήτερ Παν με τη δική του σκιά. Από την άλλη, πόσο απολαυστικό να γίνεται κανείς μάρτυρας του ταξιδιού μέρους ή στοιχείων των σκηνικών από παράσταση σε παράσταση, και πόση ζωή αποκτούν εκείνα μέσα απ αυτό, όπως συνέβη εν προκειμένω με τη μία από τις τρεις ντουλάπες την πιο ψηλή, σκέτο κομψοτέχνημα την οποία είχαμε θαυμάσει στην παράσταση Κήπος στάχτες. Η μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα πλαισιώνει άριστα την παράσταση. Οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών, εξαιρετικές. Η Όλια Λαζαρίδου εξόχως απολαυστική, με μια αφήγηση ζωντανή και παραστατική, όπως και ο μονόλογός της αργότερα, με τον αντίστοιχο χειρισμό φωνής και έκφρασης, αλλά κι ένα θαυμαστό πλαστικό ντουέτο με την κούκλα-σκιά της, όπου αναρωτιέται κανείς ποια είναι η κούκλα και ποια η ζωντανή ηθοποιός. Πηγαίος ο Γιώργος Νανούρης, ως καλόκαρδος Συμεών, και άρτιος ο χειρισμός της κούκλας από τον ίδιο. Γάντι και ο ρόλος του Μιχαήλ για τον Κουνέλα, ο οποίος βρίσκεται στο στοιχείο του. 38

39 Θεατρική κριτική από την Έλενα Σταγκουράκη Ένας άγγελος τρυπωμένος μέσα στους κατατρεγμένους... Ο άγγελος της ιστορίας υπάρχει, μόνο που είναι τρυπωμένος σε ανθρώπους που αν δεν τους προσπερνάμε με σιχασιά, πάντως με αδιαφορία.υπάρχει μέσα στους σαλούς, τους μωρούς, τους κατατρεγμένους και περιφρονημένους. Η τουλάχιστον, εκεί τον βλέπω εγώ. 39

40 Θεωρητικά το πλαίσιο της ιστορίας θα μπορούσε να συμβεί σήμερα, αλλά δύσκολα πιστεύεις ότι κάποιος όχι μόνο θα έβαζε στο σπίτι του κάποιον άγνωστο, αλλά πως και θα τον βοηθούσε. Έχει κατακερματιστεί οριστικά η πίστη στον άλλο κι αυτή η τρύπα που την κουβαλάμε, είναι το βασικό βάσανο της ζωής μας στις μέρες μας κατά τη γνώμη μου. Η Όλια Λαζαρίδου μιλά για την παράσταση «Από τι ζουν οι άνθρωποι»...ζούμε τις εποχές της ατροφικής καρδιάς 40

41 "Στην πραγματικότητα θα μπορούσαμε να ζούμε από την αγάπη, αν, είχαμε διανύσει την απόσταση μέχρι τον διπλανό... Αυτό είναι το πιο χαμένο μας στοίχημα, και πρέπει να κερδηθεί. Κι ας μην το προλάβουμε εμείς όσο ζούμε, ας το ζήσουν οι επόμενοι...». «όλοι έχουμε μέσα μας το τυφλό ζώο, είναι στην ανθρώπινη φύση. Με την πνευματική καλλιέργεια, με την τέχνη, μπορεί αυτό να αλλάξει... Τι χρειάζεται ο άνθρωπος στη ζωή; Να είναι άνθρωπος, να βρει έναν οδηγό ζωής. Προσωπικά έχω καταλήξει ότι ζούμε τις εποχές της ατροφικής καρδιάς. Το μυαλό δίνει τις ιδέες αλλά το κίνητρο βρίσκεται στην ψυχή, στην καρδιά», «Υπάρχει μέσα μου ένα κομμάτι παιδί που έχει ακόμα την ικανότητα να παραμυθιάζεται. Κι εγώ το τρέφω για να ζει...» Όλια Λαζαρίδου Πηγή 41

«Ο Αϊούλαχλης και ο αετός»

«Ο Αϊούλαχλης και ο αετός» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #25 «Ο Αϊούλαχλης και ο αετός» (Φλώρινα - Μακεδονία Καύκασος) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #25 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΤΟ Σ ΑΓΑΠΑΩ

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΤΟ Σ ΑΓΑΠΑΩ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΤΟ Σ ΑΓΑΠΑΩ (Αόρατος) ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Κάποτε στη γη γεννήθηκε το Όνειρο. Το όνομά του δεν ήταν έτσι, όμως επειδή συνεχώς ονειρευόταν, όλοι το φώναζαν Όνειρο. Δεν ήταν κάτι το σπουδαίο, ήταν σαν

Διαβάστε περισσότερα

Εικόνες: Eύα Καραντινού

Εικόνες: Eύα Καραντινού Εικόνες: Eύα Καραντινού H Kοκκινοσκουφίτσα Mια φορά κι έναν καιρό, έμεναν σ ένα χωριουδάκι μια γυναίκα με το κοριτσάκι της, που φορούσε μια κόκκινη σκουφίτσα. Γι αυτό ο κόσμος την φώναζε Κοκκινοσκουφίτσα.

Διαβάστε περισσότερα

Ο εγωιστής γίγαντας. Μεταγραφή : Γλυμίτσα Ευθυμία. Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης. «Αλέξανδρος Δελμούζος»

Ο εγωιστής γίγαντας. Μεταγραφή : Γλυμίτσα Ευθυμία. Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης. «Αλέξανδρος Δελμούζος» Ο εγωιστής γίγαντας Μεταγραφή : Γλυμίτσα Ευθυμία Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Αλέξανδρος Δελμούζος» 2010-2011 Κάθε απόγευμα μετά από το σχολείο τα παιδιά πήγαιναν για να παίξουν στον κήπο του γίγαντα.

Διαβάστε περισσότερα

Μια νύχτα. Μπαίνω στ αμάξι με το κορίτσι μου και γέρνει γλυκά στο πλάϊ μου και το φεγγάρι λες και περπατάει ίσως θέλει κάπου να μας πάει

Μια νύχτα. Μπαίνω στ αμάξι με το κορίτσι μου και γέρνει γλυκά στο πλάϊ μου και το φεγγάρι λες και περπατάει ίσως θέλει κάπου να μας πάει Μια νύχτα Μπαίνω στ αμάξι με το κορίτσι μου και γέρνει γλυκά στο πλάϊ μου και το φεγγάρι λες και περπατάει ίσως θέλει κάπου να μας πάει Μια νύχτα σαν κι αυτή μια νύχτα σαν κι αυτή θέλω να σου πω πόσο σ

Διαβάστε περισσότερα

Από όλα τα παραμύθια που μου έλεγε ο πατέρας μου τα βράδια πριν κοιμηθώ, ένα μου άρεσε πιο πολύ. Ο Σεβάχ ο θαλασσινός. Επτά ταξίδια είχε κάνει ο

Από όλα τα παραμύθια που μου έλεγε ο πατέρας μου τα βράδια πριν κοιμηθώ, ένα μου άρεσε πιο πολύ. Ο Σεβάχ ο θαλασσινός. Επτά ταξίδια είχε κάνει ο 4 Από όλα τα παραμύθια που μου έλεγε ο πατέρας μου τα βράδια πριν κοιμηθώ, ένα μου άρεσε πιο πολύ. Ο Σεβάχ ο θαλασσινός. Επτά ταξίδια είχε κάνει ο Σεβάχ. Για να δει τον κόσμο και να ζήσει περιπέτειες.

Διαβάστε περισσότερα

κι η τιμωρία των κατηγορουμένων. Βέβαια, αν δεν έχεις πάρει καθόλου βάρος, αυτό θα σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος

κι η τιμωρία των κατηγορουμένων. Βέβαια, αν δεν έχεις πάρει καθόλου βάρος, αυτό θα σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος 14 Φτάνοντας λοιπόν ο Νικήτας σε μια από τις γειτονικές χώρες, εντυπωσιάστηκε από τον πλούτο και την ομορφιά της. Πολλά ποτάμια τη διέσχιζαν και πυκνά δάση κάλυπταν τα βουνά της, ενώ τα χωράφια ήταν εύφορα

Διαβάστε περισσότερα

Τράντα Βασιλική Β εξάμηνο Ειδικής Αγωγής

Τράντα Βασιλική Β εξάμηνο Ειδικής Αγωγής Τράντα Βασιλική Β εξάμηνο Ειδικής Αγωγής Ο Μικρός Πρίγκιπας έφτασε στη γη. Εκεί είδε μπροστά του την αλεπού. - Καλημέρα, - Καλημέρα, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, ενώ έψαχνε να βρει από πού ακουγόταν η

Διαβάστε περισσότερα

Αγγελική Δαρλάση. Το παλιόπαιδο. Εικονογράφηση Ίρις Σαμαρτζή

Αγγελική Δαρλάση. Το παλιόπαιδο. Εικονογράφηση Ίρις Σαμαρτζή Αγγελική Δαρλάση Το παλιόπαιδο Εικονογράφηση Ίρις Σαμαρτζή σε όλους αυτούς που οραματίστηκαν έναν καλύτερο κόσμο και προσπαθούν για να γίνει, έστω και λίγο, καλύτερος 6 «Φτώχεια δεν είναι μόνο η έλλειψη

Διαβάστε περισσότερα

«Ο Σάββας η κλώσσα και ο αετός»

«Ο Σάββας η κλώσσα και ο αετός» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #26 «Ο Σάββας η κλώσσα και ο αετός» (Πόντος) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #26 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε όλα τα παραμύθια

Διαβάστε περισσότερα

Και ο μπαμπάς έκανε μία γκριμάτσα κι εγώ έβαλα τα γέλια. Πήγα να πλύνω το στόμα μου, έπλυνα το δόντι μου, το έβαλα στην τσέπη μου και κατέβηκα να φάω.

Και ο μπαμπάς έκανε μία γκριμάτσα κι εγώ έβαλα τα γέλια. Πήγα να πλύνω το στόμα μου, έπλυνα το δόντι μου, το έβαλα στην τσέπη μου και κατέβηκα να φάω. 1 Εδώ και λίγες μέρες, ένα από τα πάνω δόντια μου κουνιόταν και εγώ το πείραζα με τη γλώσσα μου και μερικές φορές με πονούσε λίγο, αλλά συνέχιζα να το πειράζω. Κι έπειτα, χτες το μεσημέρι, την ώρα που

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΑΓΙΩΣΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΣΡΙΟΤ. Δέκα ποιήματα για τον πατέρα μου. Αλκιβιάδη

ΠΑΝΑΓΙΩΣΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΣΡΙΟΤ. Δέκα ποιήματα για τον πατέρα μου. Αλκιβιάδη ΠΑΝΑΓΙΩΣΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΣΡΙΟΤ Αλκιβιάδη Θεσσαλονίκη Υεβρουάριος 2015 Παναγιώτα Παπαδημητρίου Αλκιβιάδη Θεσσαλονίκη Υεβρουάριος 2015 [3] Παναγιώτα Παπαδημητρίου Αφιερωμένο στον πατέρα μου Αλκιβιάδη Copyright

Διαβάστε περισσότερα

Η Μόνα, η μικρή χελώνα, μετακόμισε σε ένα καινούριο σπίτι κοντά στη λίμνη του μεγάλου δάσους.

Η Μόνα, η μικρή χελώνα, μετακόμισε σε ένα καινούριο σπίτι κοντά στη λίμνη του μεγάλου δάσους. Η Μόνα, η μικρή χελώνα, μετακόμισε σε ένα καινούριο σπίτι κοντά στη λίμνη του μεγάλου δάσους. Κάθεται στο παράθυρο του δωματίου της και σκέφτεται, στεναχωρημένη τους παλιούς της φίλους και συμμαθητές.

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14. «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14. «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14 «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε όλα

Διαβάστε περισσότερα

Η γυναίκα με τα χέρια από φως

Η γυναίκα με τα χέρια από φως ΛIΛH ΛAMΠPEΛΛH Σειρά: Κι αν σου μιλώ με Παραμύθια... Η γυναίκα με τα χέρια από φως Εφτά παραμύθια σχέσης από την προφορική παράδοση Τρεις τρίχες λύκου Ζούσε κάποτε, σ ένα μικρό χωριό, ένας άντρας και μια

Διαβάστε περισσότερα

μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου Δύο Σε μια σπουδαία αρχαία πόλη που την έλεγαν Ουρούκ, ζούσε ένας νεαρός βασιλιάς, ο Γκιλγκαμές. Πατέρας του Γκιλγκαμές ήταν ο βασιλιάς Λουγκαλμπάντα και μητέρα του η

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16. «Η κόρη η μονάχη» (Καστοριά - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16. «Η κόρη η μονάχη» (Καστοριά - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16 «Η κόρη η μονάχη» (Καστοριά - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε όλα τα παραμύθια

Διαβάστε περισσότερα

Τι όμορφη μέρα ξημέρωσε και σήμερα. Ως συνήθως εγώ ξύπνησα πιο νωρίς από όλους και πήγα δίπλα στην κυρία Σταυρούλα που κοιμόταν. Την ακούμπησα ελαφρά

Τι όμορφη μέρα ξημέρωσε και σήμερα. Ως συνήθως εγώ ξύπνησα πιο νωρίς από όλους και πήγα δίπλα στην κυρία Σταυρούλα που κοιμόταν. Την ακούμπησα ελαφρά 1 Τι όμορφη μέρα ξημέρωσε και σήμερα. Ως συνήθως εγώ ξύπνησα πιο νωρίς από όλους και πήγα δίπλα στην κυρία Σταυρούλα που κοιμόταν. Την ακούμπησα ελαφρά με τη μουσούδα μου στο πρόσωπό της, τόσο όσο χρειαζόταν

Διαβάστε περισσότερα

ΟΝΕΙΡΟ ΜΙΑΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. ακριβώς το που.την μητέρα μου και τα αδέρφια μου, ήμουν πολύ μικρός για να τους

ΟΝΕΙΡΟ ΜΙΑΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. ακριβώς το που.την μητέρα μου και τα αδέρφια μου, ήμουν πολύ μικρός για να τους ΟΝΕΙΡΟ ΜΙΑΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. Γεννήθηκα πολύ μακριά. Δεν γνωρίζω ακριβώς το που.την μητέρα μου και τα αδέρφια μου, ήμουν πολύ μικρός για να τους θυμάμαι. Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό σαν ανάμνηση

Διαβάστε περισσότερα

Μαμά, γιατί ο Φώτης δε θέλει να του πιάσω το χέρι; Θα σου εξηγήσω, Φωτεινή. Πότε; Αργότερα, όταν μείνουμε μόνες μας. Να πάμε με τον Φώτη στο δωμάτιό

Μαμά, γιατί ο Φώτης δε θέλει να του πιάσω το χέρι; Θα σου εξηγήσω, Φωτεινή. Πότε; Αργότερα, όταν μείνουμε μόνες μας. Να πάμε με τον Φώτη στο δωμάτιό - Μαμά, γιατί ο Φώτης δε θέλει να του πιάσω το χέρι; Θα σου εξηγήσω, Φωτεινή. Πότε; Αργότερα, όταν μείνουμε μόνες μας. Να πάμε με τον Φώτη στο δωμάτιό μου να παίξουμε; Αν θέλει, ναι. Προσπάθησε να μην

Διαβάστε περισσότερα

Στην ζωή πρέπει να ξέρεις θα σε κάνουν να υποφέρεις. Μην λυγίσεις να σταθείς ψηλά! Εκεί που δεν θα μπορούν να σε φτάσουν.

Στην ζωή πρέπει να ξέρεις θα σε κάνουν να υποφέρεις. Μην λυγίσεις να σταθείς ψηλά! Εκεί που δεν θα μπορούν να σε φτάσουν. Αποστόλη Λαμπρινή (brines39@ymail.com) ΔΥΝΑΜΗ ΨΥΧΗΣ Στην ζωή πρέπει να ξέρεις θα σε κάνουν να υποφέρεις Μην λυγίσεις να σταθείς ψηλά! Εκεί που δεν θα μπορούν να σε φτάσουν. Θα σε χτυπάνε, θα σε πονάνε,

Διαβάστε περισσότερα

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957) Αναφορά στον Γκρέκο (απόσπασμα)

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957) Αναφορά στον Γκρέκο (απόσπασμα) Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957) Αναφορά στον Γκρέκο (απόσπασμα) Μπήκα στο χωριό, νύχτωνε πια, οι πόρτες όλες σφαλιχτές, μες στις αυλές τα σκυλιά μυρίστηκαν

Διαβάστε περισσότερα

Περιεχόμενα. Εφτά ξύλινα αλογάκια κι ένα αληθινό Αν έχεις τύχη Η μεγάλη καφετιά αρκούδα κι εμείς... 37

Περιεχόμενα. Εφτά ξύλινα αλογάκια κι ένα αληθινό Αν έχεις τύχη Η μεγάλη καφετιά αρκούδα κι εμείς... 37 Περιεχόμενα Εφτά ξύλινα αλογάκια κι ένα αληθινό............. 11 Αν έχεις τύχη..................................... 21 Η μεγάλη καφετιά αρκούδα κι εμείς............... 37 7199_alogaki_pasxalitsa_arkouda:7199_alogaki_pasxalitsa_arkouda

Διαβάστε περισσότερα

Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό:

Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό: Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό: - "Η πρώτη απάντηση είναι 1821, η δεύτερη Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η τρίτη δεν ξέρουμε ερευνάται

Διαβάστε περισσότερα

ALBUM ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 2010 ΦΥΣΑΕΙ

ALBUM ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 2010 ΦΥΣΑΕΙ ALBUM ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 2010 ΦΥΣΑΕΙ Μη µου µιλάς γι' αυτά που ξεχνάω Μη µε ρωτάς για καλά κρυµµένα µυστικά Και µε κοιτάς... και σε κοιτώ... Κι είναι η στιγµή που δεν µπορεί να βγεί απ' το µυαλό Φυσάει... Κι είναι

Διαβάστε περισσότερα

ΙΕ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ (Κ.Α.) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ:

ΙΕ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ (Κ.Α.) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ: ΙΕ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ (Κ.Α.) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ: 2007-2008 Τάξη: Γ 3 Όνομα: Η μύτη μου είναι μεγάλη. Όχι μόνο μεγάλη, είναι και στραβή. Τα παιδιά στο νηπιαγωγείο με λένε Μυτόγκα. Μα η δασκάλα τα μαλώνει: Δεν

Διαβάστε περισσότερα

Το παραμύθι της αγάπης

Το παραμύθι της αγάπης Το παραμύθι της αγάπης Μια φορά και ένα καιρό, μια βασίλισσα έφερε στον κόσμο ένα παιδί τόσο άσχημο που σχεδόν δεν έμοιαζε για άνθρωποs. Μια μάγισσα που βρέθηκε σιμά στη βασίλισσα την παρηγόρησε με τούτα

Διαβάστε περισσότερα

Τα λουλούδια που δεν είχαν όνομα ''ΜΥΘΟΣ''

Τα λουλούδια που δεν είχαν όνομα ''ΜΥΘΟΣ'' 1 2 Τα λουλούδια που δεν είχαν όνομα ''ΜΥΘΟΣ'' 3 Τα λουλούδια χωρίς όνομα, τα έχει ο καθένας από μας, αλλά δεν το ξέρουμε. Δεν μας μαθαίνουν τίποτα και ψάχνουμε μόνοι μας άσκοπα να βρούμε κάτι, για να

Διαβάστε περισσότερα

μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου Τέσσερα ΜΠΡΟΜΠΝΤΙΝΓΚΝΑΓΚ Έπειτα από το ταξίδι του στη μικροσκοπική χώρα των Λιλλιπούτειων, ο Γκιούλλιβερ έμεινε στο σπίτι με τη γυναίκα του και τα παιδιά του αλλά πριν περάσουν

Διαβάστε περισσότερα

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 4 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 4 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ το Δημοτικό η δασκάλα λέει στους μαθητές της: -Παιδιά, ελάτε να κάνουμε ένα τεστ εξυπνάδας! Ριχάρδο, πες μου ποιο είναι αυτό το ζωάκι: Περπατά στα κεραμίδια, έχει μουστάκι, κάνει νιάου και αλλά έχει και

Διαβάστε περισσότερα

Παραμύθι για την υγιεινή διατροφή

Παραμύθι για την υγιεινή διατροφή Παραμύθι για την υγιεινή διατροφή Τζήκου Βασιλική Το δίλημμα της Λένιας 1 Παραμύθι πού έχω κάνει στο πρόγραμμα Αγωγής Υγείας που είχε τίτλο: «Γνωρίζω το σώμα μου, το αγαπώ και το φροντίζω» με την βοήθεια

Διαβάστε περισσότερα

Πριν από λίγες μέρες πήγα για κούρεμα.

Πριν από λίγες μέρες πήγα για κούρεμα. 1. Πριν από λίγες μέρες πήγα για κούρεμα. Καιρό είχες να ρθεις, Κλουζ, μου είπε ο κύριος Κολχάαζε, ανοιγοκλείνοντας το ψαλίδι του επικίνδυνα κοντά στο αριστερό μου αυτί. Εγώ τα αγαπώ τ αυτιά μου. Γι αυτό

Διαβάστε περισσότερα

Φωνή: Θανούλη! Φανούλη! Μαριάννα! Φανούλης: Μας φωνάζει η μαμά! Ερχόμαστε!

Φωνή: Θανούλη! Φανούλη! Μαριάννα! Φανούλης: Μας φωνάζει η μαμά! Ερχόμαστε! 20 Χειμώνας σε μια πλατεία. Χιονίζει σιωπηλά. Την ησυχία του τοπίου διαταράσσουν φωνές και γέλια παιδιών. Μπαίνουν στη σκηνή τρία παιδιά: τα δίδυμα, ο Θανούλης και ο Φανούλης, και η αδελφή τους η Μαριάννα.

Διαβάστε περισσότερα

Α Σ Τ Ε Ρ Η Σ. -Εσύ είσαι ο Άρχος γιατί είσαι δυνατός και τα φύλλα σου μοιάζουν με στέμμα

Α Σ Τ Ε Ρ Η Σ. -Εσύ είσαι ο Άρχος γιατί είσαι δυνατός και τα φύλλα σου μοιάζουν με στέμμα Α Σ Τ Ε Ρ Η Σ Συγγραφέας: Μαρία Παπαδοπούλου Στην πλαγιά ενός βουνού, μπροστά από μια μεγάλη φουντωτή βελανιδιά, ζούσε ένα μικρό λουλούδι. Ηλιάνθη ήταν το όνομά της και της ταίριαζε πολύ γιατί τα πέταλά

Διαβάστε περισσότερα

Εργασία Οδύσσειας: θέμα 2 ο «Γράφω το ημερολόγιο του κεντρικού ήρωα ή κάποιου άλλου προσώπου» Το ημερολόγιο της Πηνελόπης

Εργασία Οδύσσειας: θέμα 2 ο «Γράφω το ημερολόγιο του κεντρικού ήρωα ή κάποιου άλλου προσώπου» Το ημερολόγιο της Πηνελόπης Το ημερολόγιο της Πηνελόπης Εργασία Οδύσσειας: θέμα 2 ο «Γράφω το ημερολόγιο του κεντρικού ήρωα ή κάποιου άλλου προσώπου» Το ημερολόγιο της Πηνελόπης Το ημερολόγιο: «ημέρα της αποχώρησης Αγαπημένο μου

Διαβάστε περισσότερα

«Η τύχη του άτυχου παλικαριού»

«Η τύχη του άτυχου παλικαριού» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #15 «Η τύχη του άτυχου παλικαριού» (Κοζάνη - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #15 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε

Διαβάστε περισσότερα

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ UÇURTMA Orkun Bozkurt

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ UÇURTMA Orkun Bozkurt ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ UÇURTMA Orkun Bozkurt - Ι - Αυτός είναι ένας ανάπηρος πριν όμως ήταν άνθρωπος. Κάθε παιδί, σαν ένας άνθρωπος. έρχεται, καθώς κάθε παιδί γεννιέται. Πήρε φροντίδα απ τη μητέρα του, ανάμεσα σε ήχους

Διαβάστε περισσότερα

Ιωάννα Κυρίτση. Η μπουγάδα. του Αι-Βασίλη. Εικονογράφηση Ελίζα Βαβούρη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Ιωάννα Κυρίτση. Η μπουγάδα. του Αι-Βασίλη. Εικονογράφηση Ελίζα Βαβούρη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Ιωάννα Κυρίτση Η μπουγάδα του Αι-Βασίλη Εικονογράφηση Ελίζα Βαβούρη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Σήμερα ο Αϊ-Βασίλης ξυπνά απ τα χαράματα. Έξι μόνο μέρες μένουν ως την παραμονή της Πρωτοχρονιάς κι ένα σωρό δουλειές τον

Διαβάστε περισσότερα

ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ * Αυτά τα τελευταία μην τα δένουμε και κόμπο όμως. Δυστυχώς... ΥΠΟΘΕΣΗ: ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΒΡΑΒΕΙΑ (ΚΑΙ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΦΙΛΙΑ)* Εικόνες: Λέλα Στρούτση ΑΘΗΝΑ Τετάρτη, 7.00 το πρωί Το φως ήταν λιγοστό.

Διαβάστε περισσότερα

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΟΥΤΣΙΚΟΣ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΦΑΡΚΑΔΟΝΑΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΙ ΠΕΤΑΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ»

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΟΥΤΣΙΚΟΣ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΦΑΡΚΑΔΟΝΑΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΙ ΠΕΤΑΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ» 4 ος ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ 2015-2016 2 Ο ΒΡΑΒΕΙΟ ΛΥΚΕΙΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΟΥΤΣΙΚΟΣ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΦΑΡΚΑΔΟΝΑΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΙ ΠΕΤΑΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ» «Πρόσεχε τι πετάς, είναι η

Διαβάστε περισσότερα

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, τότε που όλη η γη ήταν ένα απέραντο δάσος, ζούσε μέσα στο ξύλινο καλύβι της, στην καρδιά του δάσους,

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, τότε που όλη η γη ήταν ένα απέραντο δάσος, ζούσε μέσα στο ξύλινο καλύβι της, στην καρδιά του δάσους, Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, τότε που όλη η γη ήταν ένα απέραντο δάσος, ζούσε μέσα στο ξύλινο καλύβι της, στην καρδιά του δάσους, μια γριά γυναίκα. Τ όνομά της ήταν Μαραλά. Κανένας δεν

Διαβάστε περισσότερα

Αυήγηση της Οσρανίας Καλύβα στην Ειρήνη Κατσαρού

Αυήγηση της Οσρανίας Καλύβα στην Ειρήνη Κατσαρού Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας χωριάτης κι ήτανε φτωχός. Είχε ένα γάιδαρο και λίγα τάλαρα. Εσκέφτηκε τότε να βάλει τα τάλαρα στην ουρά του γαϊδάρου και να πάει να τον πουλήσει στο παζάρι στην πόλη. Έτσι

Διαβάστε περισσότερα

ΣΚΕΤΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ. ΑΡΗΣ (Συναντώνται μπροστά στη σκηνή ο Άρης με τον Χρηστάκη.) Γεια σου Χρηστάκη, τι κάνεις;

ΣΚΕΤΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ. ΑΡΗΣ (Συναντώνται μπροστά στη σκηνή ο Άρης με τον Χρηστάκη.) Γεια σου Χρηστάκη, τι κάνεις; ΣΚΕΤΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΑΡΗΣ (Συναντώνται μπροστά στη σκηνή ο Άρης με τον Χρηστάκη.) Γεια σου Χρηστάκη, τι κάνεις; ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ Μια χαρά είμαι. Εσύ; ΑΡΗΣ Κι εγώ πολύ καλά. Πάρα πολύ καλά! ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ Σε βλέπω

Διαβάστε περισσότερα

Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν

Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν http://hallofpeople.com/gr/bio/andersen.php Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένας γκρινιάρης βασιλιάς. Κάθε μέρα ζητούσε από

Διαβάστε περισσότερα

Γεια σας, παιδιά. Είμαι η Μαρία, το κοριτσάκι της φωτογραφίας, η εγγονή

Γεια σας, παιδιά. Είμαι η Μαρία, το κοριτσάκι της φωτογραφίας, η εγγονή ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΚΔΟΣΗ Γεια σας, παιδιά. Είμαι η Μαρία, το κοριτσάκι της φωτογραφίας, η εγγονή της Θείας Λένας. Η γιαγιά μου εξέδωσε αυτό το βιβλίο το 1964. Είναι ένα βιβλίο για μικρά παιδιά, με

Διαβάστε περισσότερα

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ Στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ Γυμνασίου οι μαθητές ήρθαν σε επαφή με ένα δείγμα ερωτικής ποίησης. Συγκεκριμένα διδάχτηκαν το ποίημα

Διαβάστε περισσότερα

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΝΙΩΣΑΜΕ.. ΠΟΣΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΕΝΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ!

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΝΙΩΣΑΜΕ.. ΠΟΣΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΕΝΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ! ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΝΙΩΣΑΜΕ.. ΠΟΣΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΕΝΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ! Δ ΤΑΞΗ 3 Ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΙΣΩΝΙΑΣ ΣΕΣΚΛΟΥ Όλοι χρειαζόμαστε τη βοήθεια όλων Μια φορά κι έναν καιρό, μια

Διαβάστε περισσότερα

Λήστευαν το δημόσιο χρήμα - Το B' Μέρος με τους αποκαλυπτικούς διαλόγους Άκη - Σμπώκου

Λήστευαν το δημόσιο χρήμα - Το B' Μέρος με τους αποκαλυπτικούς διαλόγους Άκη - Σμπώκου Λήστευαν το δημόσιο χρήμα - Το B' Μέρος με τους αποκαλυπτικούς διαλόγους Άκη - Σμπώκου - από τον Φουάτ σε τρεις εταιρίες χρήματα... μπλου μπρουμέλ, άλλη μια P.A κάπως έτσι και άλλη μία που μου είχες πει

Διαβάστε περισσότερα

ΛΕΟΝΑΡΝΤ ΚΟΕΝ. Στίχοι τραγουδιών του. Δεν υπάρχει γιατρειά για την αγάπη (Ain t no cure for love)

ΛΕΟΝΑΡΝΤ ΚΟΕΝ. Στίχοι τραγουδιών του. Δεν υπάρχει γιατρειά για την αγάπη (Ain t no cure for love) http://hallofpeople.com/gr.php?user=κοέν%20λέοναρντ ΛΕΟΝΑΡΝΤ ΚΟΕΝ Στίχοι τραγουδιών του Από το http://lyricstranslate.com/el/leonard-cohen-lyrics.html (Ain t no cure for love) Σε αγαπούσα για πολύ, πολύ

Διαβάστε περισσότερα

Σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη

Σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη Σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη υπάρχει ένα σπίτι με άσπρα παράθυρα. Μέσα σε αυτό θα βρούμε ένα χαρούμενο δωμάτιο, γεμάτο γέλια και φωνές, και δυο παιδιά που θέλω να σας γνωρίσω «Τάσι, αυτή η πιτζάμα σού

Διαβάστε περισσότερα

Πρώτες μου απορίες. ΚΟΙΤΑΖΑ τ αγόρια και σκέπτουμουν. [7]

Πρώτες μου απορίες. ΚΟΙΤΑΖΑ τ αγόρια και σκέπτουμουν. [7] A Πρώτες μου απορίες ΚΟΙΤΑΖΑ τ αγόρια και σκέπτουμουν. Ο Λουκάς έγραφε σιωπηλά, τα φρύδια του σουφρωμένα, θυμωμένος ακόμα, ενώ ο Βρασίδας, με τα χέρια στις τσέπες, πήγαινε κι έρχουνταν, κάθουνταν και σηκώνουνταν,

Διαβάστε περισσότερα

Η καλύτερη στιγμή των Χριστουγεννιάτικων διακοπών

Η καλύτερη στιγμή των Χριστουγεννιάτικων διακοπών Η καλύτερη στιγμή των Χριστουγεννιάτικων διακοπών Κ.Ν Α.Κ.Γ.Κ Η καλύτερη στιγμή μου ήταν η Πρωτοχρονιά που όταν ο παππούς μου έκοβε τη βασιλόπιτα και εγώ κέρδισα το φλουρί που ήταν ένα ευρώ. Ο Μπαμπάς

Διαβάστε περισσότερα

ΜΠΑ Μ! Μ Π Α Μ! Στη φωτογραφία μάς είχαν δείξει καλύτερη βάρκα. Αστραφτερή και καινούρια, με χώρο για όλους.

ΜΠΑ Μ! Μ Π Α Μ! Στη φωτογραφία μάς είχαν δείξει καλύτερη βάρκα. Αστραφτερή και καινούρια, με χώρο για όλους. ΕΙΝΑΙ ΑΤΥΧΙΑ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙΣ ΜΕ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ. Νούρου Εγώ Κουάμι ο αδερφός μου Ράζακ ένας φίλος που συναντήσαμε στον δρόμο Στη φωτογραφία μάς είχαν δείξει καλύτερη βάρκα. Αστραφτερή και καινούρια, με χώρο για

Διαβάστε περισσότερα

Τα παραμύθια της τάξης μας!

Τα παραμύθια της τάξης μας! Τα παραμύθια της τάξης μας! ΟΙ λέξεις κλειδιά: Καρδιά, γοργόνα, ομορφιά, πυξίδα, χώρα, πεταλούδα, ανηφόρα, θάλασσα, φάλαινα Μας βοήθησαν να φτιάξουμε αυτά τα παραμύθια! «Χρυσαφένια χώρα» Μια φορά κι έναν

Διαβάστε περισσότερα

ΕΚ ΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε.

ΕΚ ΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Α.Ε. ιστορίες της 17 ιστορίες της Πρωτοχρονιάς Παραμύθια: Βαλερί Κλες, Έμιλι-Ζιλί Σαρμπονιέ, Λόρα Μιγιό, Ροζέ-Πιερ Μπρεμό, Μονίκ Σκουαρσιαφικό, Καλουάν, Ιμπέρ Μασουρέλ, Ζαν Ταμπονί-Μισεράτσι, Πολ Νέισκενς,

Διαβάστε περισσότερα

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 2 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 2 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ Βάζει η δασκάλα εργασία για το σπίτι, να ρωτήσουν πως γεννιούνται τα παιδιά. - Μαμά, μαμά, λέει ο Σοτός μόλις πήγε σπίτι, η δασκάλα μας είπε να σας ρωτήσουμε πως γεννιούνται τα παιδιά. - Δεν μπορώ τώρα,

Διαβάστε περισσότερα

Τα παιδιά της Πρωτοβουλίας και η Δώρα Νιώπα γράφουν ένα παραμύθι - αντίδωρο

Τα παιδιά της Πρωτοβουλίας και η Δώρα Νιώπα γράφουν ένα παραμύθι - αντίδωρο Τα παιδιά της Πρωτοβουλίας και η Δώρα Νιώπα γράφουν ένα παραμύθι - αντίδωρο Ο Ηλίας ανεβαίνει Ψηλά Ψηλότερα Κάθε Μάρτιο, σε μια Χώρα Κοντινή, γινόταν μια Γιορτή! Η Γιορτή των Χαρταετών. Για πρώτη φορά,

Διαβάστε περισσότερα

Μαρία Κωνσταντινοπούλου Ψυχολόγος - ειδική παιδαγωγός

Μαρία Κωνσταντινοπούλου Ψυχολόγος - ειδική παιδαγωγός ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ Ένα παραμύθι για τη διαφορετικότητα, για μικρούς αλλά και για μεγάλους (αυτισμός) Τα παιδιά είναι ελεύθερα να ζωγραφίσουν τις παρακάτω σελίδες όπως αυτά αισθάνονται... Μαρία Κωνσταντινοπούλου

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ. Εργασία για το σπίτι. Απαντούν μαθητές του Α1 Γυμνασίου Προσοτσάνης

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ. Εργασία για το σπίτι. Απαντούν μαθητές του Α1 Γυμνασίου Προσοτσάνης ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Εργασία για το σπίτι Απαντούν μαθητές του Α1 Γυμνασίου Προσοτσάνης 1 ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Απαντά η Μαρίνα Βαμβακίδου Ερώτηση 1. Μπορείς να φανταστείς τη ζωή μας χωρίς

Διαβάστε περισσότερα

Αποστολή. Κρυμμένος Θησαυρός. Λίνα Σωτηροπούλου. Εικόνες: Ράνια Βαρβάκη

Αποστολή. Κρυμμένος Θησαυρός. Λίνα Σωτηροπούλου. Εικόνες: Ράνια Βαρβάκη διαβάζω ιστορίες Αποστολή Κρυμμένος Θησαυρός Λίνα Σωτηροπούλου Εικόνες: Ράνια Βαρβάκη 11 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Το δώρο της γιαγιάς Μόλις χτύπησε το ξυπνητήρι, με έπιασε πανικός. Δεν μπορούσα να καταλάβω για ποιον

Διαβάστε περισσότερα

«Η ΣΕΛΗΝΟΜΟΡΦΗ» Πράσινη κλωστή κλωσμένη. στην ανέμη τυλιγμένη. δωσ της κλώτσο να γυρίσει. παραμύθι ν αρχίσει

«Η ΣΕΛΗΝΟΜΟΡΦΗ» Πράσινη κλωστή κλωσμένη. στην ανέμη τυλιγμένη. δωσ της κλώτσο να γυρίσει. παραμύθι ν αρχίσει «Η ΣΕΛΗΝΟΜΟΡΦΗ» Πράσινη κλωστή κλωσμένη στην ανέμη τυλιγμένη δωσ της κλώτσο να γυρίσει παραμύθι ν αρχίσει και την καλή μας συντροφιά να την καλησπερίσει Μ ια φορά κι ένα καιρό σ ένα μακρινό βασίλειο ζούσε

Διαβάστε περισσότερα

Ο νονός μου είναι ο καλύτερος συγγραφέας τρελών ιστοριών του κόσμου.

Ο νονός μου είναι ο καλύτερος συγγραφέας τρελών ιστοριών του κόσμου. Ο νονός μου είναι ο καλύτερος συγγραφέας τρελών ιστοριών του κόσμου. Ζητήστε του την Κοκκινοσκουφίτσα... δεν την ξέρει, τη Σταχτοπούτα ούτε αυτή την ξέρει, τη Μικρή Γοργόνα ή το λύκο και τα τρία γουρουνάκια

Διαβάστε περισσότερα

Modern Greek Beginners

Modern Greek Beginners 2016 HIGHER SCHOOL CERTIFICATE EXAMINATION Modern Greek Beginners ( Section I Listening) Transcript Familiarisation Text Καλημέρα. Καλημέρα σας. Μπορώ να σας βοηθήσω; Ήρθα να πάρω αυτό το δέμα. Σήμερα

Διαβάστε περισσότερα

Όσκαρ Ουάιλντ - Ο Ψαράς και η Ψυχή του

Όσκαρ Ουάιλντ - Ο Ψαράς και η Ψυχή του Όσκαρ Ουάιλντ - Ο Ψαράς και η Ψυχή του Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό ψαροχώρι, ένας ψαράς πήγαινε κάθε βράδυ στη θάλασσα και έριχνε τα δίχτυα του στο νερό. Όταν ο άνεμος φυσούσε από τη στεριά,

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΓΙΟΡΝΑΝΙ ΜΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΑ

ΤΟ ΓΙΟΡΝΑΝΙ ΜΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΑ ΤΟ ΓΙΟΡΝΑΝΙ ΜΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΑ Θεατρικό από τον Πάνο Σακέλη ΠΑΝΟΣ ΣΑΚΕΛΗΣ / ΤΟ ΓΙΟΡΝΤΑΝΙ ΜΕ ΤΣΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΑ / 1 ΤΟ ΓΙΟΡΝΤΑΝΙ ΜΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΑΡΟΥΦΑΛΑ Πρόσωπα: ΜΕΣΗΛΙΚΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑ ΓΕΡΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

Εντυπώσεις μαθητών σεμιναρίου Σώμα - Συναίσθημα - Νούς

Εντυπώσεις μαθητών σεμιναρίου Σώμα - Συναίσθημα - Νούς Εντυπώσεις μαθητών σεμιναρίου Σώμα - Συναίσθημα - Νούς A...Τα αισθήματα και η ενεργεία που δημιουργήθηκαν μέσα μου ήταν μοναδικά. Μέσα στο γαλάζιο αυτό αυγό, ένιωσα άτρωτος, γεμάτος χαρά και αυτοπεποίθηση.

Διαβάστε περισσότερα

ΕΡΓΑΣΙΕΣ. Α ομάδα. Αφού επιλέξεις τρία από τα παραπάνω αποσπάσματα που σε άγγιξαν περισσότερο, να καταγράψεις τις δικές σου σκέψεις.

ΕΡΓΑΣΙΕΣ. Α ομάδα. Αφού επιλέξεις τρία από τα παραπάνω αποσπάσματα που σε άγγιξαν περισσότερο, να καταγράψεις τις δικές σου σκέψεις. Α ομάδα ΕΡΓΑΣΙΕΣ 1. Η συγγραφέας του βιβλίου μοιράζεται μαζί μας πτυχές της ζωής κάποιων παιδιών, άλλοτε ευχάριστες και άλλοτε δυσάρεστες. α) Ποια πιστεύεις ότι είναι τα μηνύματα που θέλει να περάσει μέσα

Διαβάστε περισσότερα

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε στα βάθη του ωκεανού µια µικρή σταγόνα, ο Σταγονούλης. Έπαιζε οληµερίς διάφορα παιχνίδια µε τους ιππόκαµπους και τις

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε στα βάθη του ωκεανού µια µικρή σταγόνα, ο Σταγονούλης. Έπαιζε οληµερίς διάφορα παιχνίδια µε τους ιππόκαµπους και τις Μια φορά και έναν καιρό ζούσε στα βάθη του ωκεανού µια µικρή σταγόνα, ο Σταγονούλης. Έπαιζε οληµερίς διάφορα παιχνίδια µε τους ιππόκαµπους και τις µικρές γοργόνες και ήταν πολύ ευτυχισµένος. Όµως, ήταν

Διαβάστε περισσότερα

Οι μουσικοί της Βρέμης. Αφού περπάτησε λίγη ώρα βρήκε στο δρόμο ξαπλωμένο ένα κυνηγόσκυλο να βαριανασαίνει.

Οι μουσικοί της Βρέμης. Αφού περπάτησε λίγη ώρα βρήκε στο δρόμο ξαπλωμένο ένα κυνηγόσκυλο να βαριανασαίνει. Αδερφοί Γκριμ Οι μουσικοί της Βρέμης Иллюстрации: Сперанский Юрий http://www.free-lancers.net/users/yusper/ Ένας μυλωνάς είχε έναν γάιδαρο που για πολλά χρόνια κουβαλούσε σακιά στον μύλο. Οι δυνάμεις του

Διαβάστε περισσότερα

ΒΟΚΑΚΚΙΟ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ

ΒΟΚΑΚΚΙΟ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ ΒΟΚΑΚΚΙΟ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ Ζούσε κάποτε στο Αρέτσο ένας πλούσιος που τον έλεγαν Τοφάνο και είχε πάρει για γυναίκα του μια ωραιότατη νέα που την λέγανε Μαργαρίτα και που χωρίς να ξέρει το γιατί,

Διαβάστε περισσότερα

ΔΕΝ ΜιΛΗΣΑ ΠΟΤΕ, ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ, ΓιΑ ΕΚΕιΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑιΡι ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ. ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟι ΚΟΝΤΑ 16 ΧΡΟΝιΑ.

ΔΕΝ ΜιΛΗΣΑ ΠΟΤΕ, ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ, ΓιΑ ΕΚΕιΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑιΡι ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ. ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟι ΚΟΝΤΑ 16 ΧΡΟΝιΑ. ΣΤΡΑΓΓιΣΜΑ ΔΕΝ ΜιΛΗΣΑ ΠΟΤΕ, ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ, ΓιΑ ΕΚΕιΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑιΡι ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ. ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟι ΚΟΝΤΑ 16 ΧΡΟΝιΑ. ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ, ΠΟΥ ΕΣΥ Κι Η ΑΔΕΛΦΗ ΣΟΥ ΛΕιΠΑΤΕ, ΤΗΣ ΤΑ 'ΠΑ ΟΛΑ. ΜΕ ΑΚΟΥΓΕ ΣΟΒΑΡΗ.

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΩΤΟΓΗΡΟΥ Πρωτοδίκου Διοικητικών Δικαστηρίων ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΑΛΚΙΔΟΣ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΩΤΟΓΗΡΟΥ Πρωτοδίκου Διοικητικών Δικαστηρίων ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΩΤΟΓΗΡΟΥ Πρωτοδίκου Διοικητικών Δικαστηρίων ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΑΛΚΙΔΟΣ Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010 Έμπλεη ευγνωμοσύνης, με βαθιά

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΑΤΡΙΚΟ 2 ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ 2 ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟ 2 ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΕΓΓΟΝΟΣ: Παππού, γιατί προτιμάς να βάζεις κανέλα και όχι κύμινο στα σουτζουκάκια; ΠΑΠΠΟΥΣ: Το κύμινο είναι κομματάκι δυνατό. Κάνει τους ανθρώπους να κλείνονται

Διαβάστε περισσότερα

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η μουσική..............................................11 ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΓΧΟΡΔΟ Η αρχοντοπούλα κι ο ταξιδευτής........................15 ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΡΟΥΣΤΟ

Διαβάστε περισσότερα

Δύο ιστορίες που ρωτάνε

Δύο ιστορίες που ρωτάνε ...... Δύο ιστορίες που ρωτάνε Διορθώσεις: Νέστορας Χούνος Σελιδοποίηση - Μακέτα εξωφύλλου: Ευθύµης Δηµουλάς 1991 MANOΣ KONTOΛEΩN & EKΔOΣEIΣ «AΓKYPA» Δ.A. ΠAΠAΔHMHTPIOY A.B.E.E. Η παρούσα 18η έκδοση, Φεβρουάριος

Διαβάστε περισσότερα

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου

Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου Γράφει η Ευρυδίκη Αμανατίδου Σε μια αυλή, ζούσαν καμιά δεκαριά γαλοπούλες, μαύρες και με μακριούς λαιμούς κι όλη την ώρα φώναζαν γλου-γλου-γλου. Αχώριστες ήταν και τριγυρνούσαν και τσιμπολογούσαν. Κι έτσι

Διαβάστε περισσότερα

Τοπαλίδης Ιπποκράτης, 13 ετών

Τοπαλίδης Ιπποκράτης, 13 ετών Τοπαλίδης Ιπποκράτης, 13 ετών Το μυστήριο του πασχαλινού λαγού Του Κώστα Στοφόρου «Να βγούμε;» «Όχι ακόμα», είπε ο μπαμπάς. «Δεν θα έχει έρθει. Είναι πολύ νωρίς. Κάτσε να ξυπνήσει κι ο Δημήτρης». «Ο Δημήτρης

Διαβάστε περισσότερα

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ 12. Οιδίποδας Επτά επί Θήβας

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ 12. Οιδίποδας Επτά επί Θήβας Ένα μωρό που το πέταξαν, γιατί κάποιος χρησμός έλεγε ότι μεγαλώνοντας θα σκοτώσει τον πατέρα του, έγινε μετά από χρόνια ο βασιλιάς της Θήβας, Οιδίποδας. Χωρίς να φταίει, έφερε καταστροφή, και το χειρότερο,

Διαβάστε περισσότερα

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ Στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ Γυμνασίου οι μαθητές ήρθαν σε επαφή με ένα δείγμα ερωτικής ποίησης. Συγκεκριμένα διδάχτηκαν το ποίημα

Διαβάστε περισσότερα

Δύο μικρά δεινοσαυράκια θέλουν να πάνε σχολείο μαζί με τα παιδάκια

Δύο μικρά δεινοσαυράκια θέλουν να πάνε σχολείο μαζί με τα παιδάκια Αναστασία Τζαβάρα Δύο μικρά δεινοσαυράκια θέλουν να πάνε σχολείο μαζί με τα παιδάκια Μέσα σε μια πολιτεία δεινοσαύρων μπορείς να βρεις μεγαλόσωμους δεινόσαυρους με ουρές μακριές σαν σωλήνες, αστραφτερά

Διαβάστε περισσότερα

Γλωσσικές πράξεις στη διαγλώσσα των μαθητών της Ελληνικής ως Γ2

Γλωσσικές πράξεις στη διαγλώσσα των μαθητών της Ελληνικής ως Γ2 Γλωσσικές πράξεις στη διαγλώσσα των μαθητών της Ελληνικής ως Γ2 Σπυριδούλα Μπέλλα Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Πανεπιστήμιο Αιγαίου 9/5/2017 Επικοινωνιακή ικανότητα γνώση ενός ομιλητή ως

Διαβάστε περισσότερα

Κείμενα Κατανόησης Γραπτού Λόγου

Κείμενα Κατανόησης Γραπτού Λόγου Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας Πιστοποίηση Επάρκειας της Ελληνομάθειας 18 Ιανουαρίου 2013 A2 Κείμενα Κατανόησης Γραπτού Λόγου Διάρκεια Εξέτασης 30 λεπτά Διάρκεια Εξέτασης 30 λεπτά Ερώτημα 1 (7 μονάδες) Διαβάζετε

Διαβάστε περισσότερα

Αυτό το βιβλίo είναι μέρος μιας δραστηριότητας του Προγράμματος Comenius

Αυτό το βιβλίo είναι μέρος μιας δραστηριότητας του Προγράμματος Comenius Μάρτιος 2011 Αυτό το βιβλίo είναι μέρος μιας δραστηριότητας του Προγράμματος Comenius Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΜΑΣΤΡΟ-ΜΑΝΩΛΗ Πολύ παλιά, αιώνες πριν, ο Negru Voda, ο κυβερνήτης της Ρουμανίας, ήθελε να χτίσει ένα μοναστήρι

Διαβάστε περισσότερα

Την επομένη ήρθε προς το μέρος μου και μου είπε καλημέρα.

Την επομένη ήρθε προς το μέρος μου και μου είπε καλημέρα. Τ ην πρώτη μέρα, την είδα να χαμογελάει. Ήθελα αμέσως να τη γνωρίσω. Ήμουν σίγουρη ότι δεν θα τη γνώριζα. Δεν ήμουν ικανή να την πλησιάσω. Πάντα περίμενα τους άλλους να το κάνουν και ποτέ δεν ερχόταν κανείς.

Διαβάστε περισσότερα

Χαμπάρι ο Γιαννάκης. Η μάνα χαμηλώνει το στερεοφωνικό... Ο Γιαννάκης επιτέλους, γυρίζει! Βλέπει τη μάνα... θυμώνει... της βάζει τις φωνές...

Χαμπάρι ο Γιαννάκης. Η μάνα χαμηλώνει το στερεοφωνικό... Ο Γιαννάκης επιτέλους, γυρίζει! Βλέπει τη μάνα... θυμώνει... της βάζει τις φωνές... 1.... εξ ουρανού... στο δωμάτιό του... ακατάστατο. Ακούει μουσική δυνατά... παίζει ηλεκτρική κιθάρα... χτυπιέται [πλάτη στο κοινό]... πόρτα κλειστή... ανοίγει... μπαίνει η μάνα του... σάντουιτς σε πιάτο...

Διαβάστε περισσότερα

Μια μέρα καθώς πήγαινα στο σπίτι είδα έναν κλέφτη να μπαίνει από το παράθυρο και να είναι έτοιμος να αρπάξει τα πάντα...

Μια μέρα καθώς πήγαινα στο σπίτι είδα έναν κλέφτη να μπαίνει από το παράθυρο και να είναι έτοιμος να αρπάξει τα πάντα... Μια μέρα καθώς πήγαινα στο σπίτι είδα έναν κλέφτη να μπαίνει από το παράθυρο και να είναι έτοιμος να αρπάξει τα πάντα... Αμέσως έβγαλα το κινητό από τη θήκη και έστειλα μήνυμα στο κινητό της μαμάς πού

Διαβάστε περισσότερα

Κυριάκος Δ. Παπαδόπουλος ΑΠΟ ΦΤΕΡΟ ΚΙ ΑΠΟ ΦΩΣ

Κυριάκος Δ. Παπαδόπουλος ΑΠΟ ΦΤΕΡΟ ΚΙ ΑΠΟ ΦΩΣ Κυριάκος Δ. Παπαδόπουλος ΑΠΟ ΦΤΕΡΟ ΚΙ ΑΠΟ ΦΩΣ Λεμεσός 1995-1998 2 ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΡΩΤΗ 3 4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Ένα τρελό αστέρι Εκείνη τη νύχτα του Μάη ο ουρανός ήταν ολοκάθαρος. Μια απαλή ομίχλη θόλωνε το φως των

Διαβάστε περισσότερα

Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη: Στόχος μου είναι να πείσω τους αναγνώστες μου να μην σκοτώσουν το μικρό παιδί που έχουν μέσα τους 11 May 2018

Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη: Στόχος μου είναι να πείσω τους αναγνώστες μου να μην σκοτώσουν το μικρό παιδί που έχουν μέσα τους 11 May 2018 Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη: Στόχος μου είναι να πείσω τους αναγνώστες μου να μην σκοτώσουν το μικρό παιδί που έχουν μέσα τους 11 May 2018 by Rena Mavridou Αγαπητή Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη, πώς προέκυψε η συγγραφή στη ζωή

Διαβάστε περισσότερα

«Πώς να ξέρει κανείς πού στέκει; Με αγγίζεις στο παρελθόν, σε νιώθω στο παρόν» Μυρσίνη-Νεφέλη Κ. Παπαδάκου «Νερό. Εγώ»

«Πώς να ξέρει κανείς πού στέκει; Με αγγίζεις στο παρελθόν, σε νιώθω στο παρόν» Μυρσίνη-Νεφέλη Κ. Παπαδάκου «Νερό. Εγώ» «Πώς να ξέρει κανείς πού στέκει; Με αγγίζεις στο παρελθόν, σε νιώθω στο παρόν» Μυρσίνη-Νεφέλη Κ. Παπαδάκου «Νερό. Εγώ» ΚΕΦΆΛΑΙΟ 1 ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ τι πιστεύω για την εξαφάνιση, αλλά δώσε μου λίγο χρόνο. Όχι,

Διαβάστε περισσότερα

ΤΖΑΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ. Επιλεγμένα ποιήματα. Μέσα από την Αγάπη. γλυκαίνει καθετί πικρό. το χάλκινο γίνεται χρυσό

ΤΖΑΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ. Επιλεγμένα ποιήματα. Μέσα από την Αγάπη.   γλυκαίνει καθετί πικρό. το χάλκινο γίνεται χρυσό http://hallofpeople.com/gr/bio/roumi.php ΤΖΑΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ Επιλεγμένα ποιήματα γλυκαίνει καθετί πικρό το χάλκινο γίνεται χρυσό το θολό κρασί γίνεται εκλεκτό ο κάθε πόνος γίνεται γιατρικό οι νεκροί θα αναστηθούν

Διαβάστε περισσότερα

ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ Πήγα στην αγορά με τα πουλιά Κι αγόρασα πουλιά Για σένα αγάπη μου Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια Κι αγόρασα λουλούδια Για σένα αγάπη μου Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά

Διαβάστε περισσότερα

Αν δούµε κάπου τα παρακάτω σήµατα πώς θα τα ερµηνεύσουµε; 2. Πού µπορείτε να συναντήσετε αυτό το σήµα; (Κάθε σωστή απάντηση 1 βαθµός)

Αν δούµε κάπου τα παρακάτω σήµατα πώς θα τα ερµηνεύσουµε; 2. Πού µπορείτε να συναντήσετε αυτό το σήµα; (Κάθε σωστή απάντηση 1 βαθµός) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 Φύλλο εργασίας 1 Ερµηνεύουµε σύµβολα! Αν δούµε κάπου τα παρακάτω σήµατα πώς θα τα ερµηνεύσουµε; Επικοινωνούµε έτσι κι αλλιώς 26 2. Πού µπορείτε να συναντήσετε αυτό το σήµα; Σύνολο: (Κάθε σωστή.

Διαβάστε περισσότερα

Μια φορά και έναν καιρό, σ' ένα μεγάλο κήπο, ήταν ένα σαλιγκάρι μέσα στην φωλιά του. Ένα παιδάκι ο Γιωργάκης, έξω από την φωλιά του σαλιγκαριού

Μια φορά και έναν καιρό, σ' ένα μεγάλο κήπο, ήταν ένα σαλιγκάρι μέσα στην φωλιά του. Ένα παιδάκι ο Γιωργάκης, έξω από την φωλιά του σαλιγκαριού Μια φορά και έναν καιρό, σ' ένα μεγάλο κήπο, ήταν ένα σαλιγκάρι μέσα στην φωλιά του. Ένα παιδάκι ο Γιωργάκης, έξω από την φωλιά του σαλιγκαριού έπαιζε με την μπάλα του. Μετά από ένα δυνατό χτύπημα η μπάλα

Διαβάστε περισσότερα

Ευχαριστώ Ολόψυχα για την Δύναμη, την Γνώση, την Αφθονία, την Έμπνευση και την Αγάπη...

Ευχαριστώ Ολόψυχα για την Δύναμη, την Γνώση, την Αφθονία, την Έμπνευση και την Αγάπη... Ευχαριστώ Ολόψυχα για την Δύναμη, την Γνώση, την Αφθονία, την Έμπνευση και την Αγάπη... τον Δάσκαλο μου, Γιώργο Καραθάνο την Μητέρα μου Καλλιόπη και τον γιο μου Ηλία-Μάριο... Ευχαριστώ! 6 ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Διαβάστε περισσότερα

Bίντεο 1: Η Αµµόχωστος του σήµερα (2 λεπτά) ήχος θάλασσας

Bίντεο 1: Η Αµµόχωστος του σήµερα (2 λεπτά) ήχος θάλασσας ΘΥΜΑΜΑΙ; Πρόσωπα Ήρωας: Λούκας Αφηγητής 1: Φράνσις Παιδί 1: Ματθαίος Παιδί 2: Αιµίλιος Βασίλης (αγόρι):δηµήτρης Ελένη (κορίτσι): Αιµιλία Ήλιος: Περικλής Θάλασσα: Θεοδώρα 2 ΘΥΜΑΜΑΙ; CD 1 Ήχος Θάλασσας Bίντεο

Διαβάστε περισσότερα

Απόψε μες στο καπηλειό :: Τσιτσάνης Β. - Καβουράκης Θ. :: Αριθμός δίσκου: Kal-301.

Απόψε μες στο καπηλειό :: Τσιτσάνης Β. - Καβουράκης Θ. :: Αριθμός δίσκου: Kal-301. Απόψε μες στο καπηλειό :: Τσιτσάνης Β. - Καβουράκης Θ. :: 1953 Αριθμός δίσκου: Kal-301 http://rebetiko.sealabs.net/display.php?recid=9248 Απόψε μες, απόψε μες στο καπηλειό που τα μπουζού-, που τα μπουζούκια

Διαβάστε περισσότερα

Το ημερολόγιο της Πηνελόπης

Το ημερολόγιο της Πηνελόπης Το ημερολόγιο της Πηνελόπης Κωνσταντίνα Τσαφαρά Αγαπημένο μου ημερολόγιο, Πάνε δέκα χρόνια που λείπει ο σύζυγός μου, ο Οδυσσέας. Τον γιο του τον άφησε μωρό και τώρα έχει γίνει πια ολόκληρος άντρας και

Διαβάστε περισσότερα

ΤΑ ΜΠΑΛΟΝΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ

ΤΑ ΜΠΑΛΟΝΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ ΤΑ ΜΠΑΛΟΝΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα κόκκινο μπαλόνι σε έναν παιδότοπο. Ήταν μόνο του και παρόλο που τα παιδάκια έπαιζαν μαζί του, δεν είχε κανέναν φίλο που να είναι σαν κι αυτό. Όλη

Διαβάστε περισσότερα

Μέλισσες και Κηφήνες

Μέλισσες και Κηφήνες Μέλισσες και Κηφήνες 21.01.2016 Σήμερα είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα μέρα στο γραφείο. Ανοίγοντας την αλληλογραφία, ανάμεσα στις επιστολές από δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες, ήταν και το ετήσιο φιρμάνι.

Διαβάστε περισσότερα

«Το δαμαλάκι με τα χρυσά πόδια»

«Το δαμαλάκι με τα χρυσά πόδια» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #39 «Το δαμαλάκι με τα χρυσά πόδια» (Ρόδος Δωδεκάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #39 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε

Διαβάστε περισσότερα