Νικόλαος Σπ. Καρατζάς

Save this PDF as:
 WORD  PNG  TXT  JPG

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Νικόλαος Σπ. Καρατζάς"

Transcript

1 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ: ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ & ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΕΙΔΙΚΕΥΣΗ: ΚΛΑΣΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ Νικόλαος Σπ. Καρατζάς «Ευβοϊκή κεραμική αρχαϊκών χρόνων (7 ος και 6 ος αι. π.χ.) με γραπτή διακόσμηση» Επιβλέπουσα καθηγήτρια: Ελένη Μανακίδου ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2013

2 Αφιερώνεται στη μνήμη του πατέρα μου, Σπυρίδωνα Δ. Καρατζά 2

3 ΠΡΟΛΟΓΟΣ H κεραμική τέχνη των αρχαίων χρόνων πάντοτε αποτελούσε θέμα προσωπικού ενδιαφέροντος και προσφιλές αντικείμενο της αρχαιολογικής μου ενασχόλησης. Το ενδιαφέρον μου για την κεραμική τέχνη της Αρχαϊκής Εποχής στο ευβοϊκό νησί αποτέλεσε, την αφορμή για την επιλογή του θέματος της πτυχιακής μου εργασίας. Επιπλέον, η περιορισμένη αρχαιολογική γνώση και το μικρό ερευνητικό έργο για το σύνολο αυτής της περιόδου, υπήρξαν σημαντικές αιτίες για να ενισχύσουν την επιθυμία για την εκπόνηση αυτής της εργασίας. Στο νησί της Εύβοιας εκτός από το συστηματικό, το σωστικό ανασκαφικό και το ερευνητικό έργο σε ορισμένα ιερά (Ερέτρια) και οικισμούς (Ερέτρια, Χαλκίδα, Λευκαντί), η αρχαιολογική γνώση από πρόσφατες μεγάλες ανακαλύψεις δεν έχει εμπλουτιστεί. Αυτό οφειλόταν αφενός ότι τα επιστημονικά ενδιαφέροντα των ερευνητών παλαιότερα που προσανατολίζονταν προς τα μεγάλα γειτονικά αστικά κέντρα και τα ιερά νεκροταφεία της Αττικής (Κεραμεικός, Δίπυλο, Ελευσίνα, Βάρη, Αναγυρούντας), της Βοιωτίας και της Κορίνθου, και αφετέρου στις έως σήμερα αξεπέραστες οικονομικές δυσκολίες της τοπικής αρχαιολογικής υπηρεσίας και τις γραφειοκρατικές διαδικασίες του ελληνικού κράτους. Σήμερα, είναι δυνατή η αναθεώρηση των παλαιών δεδομένων με βάση τη σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα. Η επιστημονική ομάδα της Ελβετικής σχολής που ανασκάπτει και ερευνά τα τελευταία χρόνια τον αρχαιολογικό χώρο της Ερέτριας έχει ενισχύσει το έργο των προγενέστερων σχολών και παρέχει νέες δυνατότητες προσέγγισης σε διάφορους τομείς της αρχαιολογίας. Πολλά στοιχεία για τη συγγραφή της παρούσας εργασίας έχουν ληφθεί από τις αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές τόσο της Ελβετικής σχολής όσο και γνωστών Ελλήνων αρχαιολόγων που έχουν «συνδεθεί» με τον αρχαιολογικό χώρο της Ερέτριας και γενικότερα της κεντρικής Εύβοιας (Π. Θέμελης, Α. Ριτσώνης, K. Kουρουνιώτης, Α. Ανδρειωμένου κ. ά.). Για την ολοκλήρωση της παρούσας εργασίας θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την επίκουρο καθηγήτρια κλασικής αρχαιολογίας κα. Ελένη Μανακίδου για την πολύπλευρη συμβολή της, τις επιστημονικές παρατηρήσεις και τις γλωσσικές διορθώσεις της, οι οποίες ήταν καθοριστικές για την τελική μορφή της εργασίας. Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω ολόψυχα την οικογένεια μου, για τη γενικότερη αρωγή και την ενθάρρυνσή της καθ όλη την διάρκεια των μεταπτυχιακών μου σπουδών. 3

4 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα εργασία επιχειρεί να καταδείξει τον πλούτο και την ποικιλία της παραγωγής των αρχαίων κεραμικών Ευβοϊκών εργαστηρίων στην Αρχαϊκή Εποχή. Παρουσιάζονται ευβοϊκά αγγεία από διάφορες περιοχές της κεντρικής και της νοτίου Ευβοίας (Ερέτρια, Χαλκίδα, Ριτσώνα, Κάρυστο), τα οποία φέρουν πολλές ομοιότητες μεταξύ τους. Μετά την συλλογή των πληροφοριών για τα επιμέρους αγγεία, ακολούθησε η κατανομή αυτών σε δυο ομάδες, με κριτήριο την χρονολόγησή τους. Ο 7 ος αι. και ο 6 ος αι. αποτελούν τις δυο ομάδες, στοιχεία βασικά για την διάρθρωση της εργασίας. Η διάρθρωση της εργασίας ορίζεται σε δυο αιώνες τον 7 ο και τον 6 ο αι. π.χ., οι οποίοι αιώνες αποτελούνται από τα κατά μέρους κεφάλαια. Η εργασία αποτελείται από οκτώ κεφάλαια, ανά τέσσερα για κάθε αιώνα. Τα κεφάλαια του πρώτου μέρους παρουσιάζονται κατά σειρά: α) ο «Ανατολίζων» ρυθμός σε περιοχές της κεντρικής Ελλάδος (Κόρινθος, Αττική, Βοιωτία, Αργολίδα, Λακωνία), β) ο «Ανατολίζων» ρυθμός και τα χαρακτηριστικά σχήματα αγγείων μετά διακόσμησης αυτών στο κεραμικό εργαστήριο της Εύβοιας, γ) οι επιδράσεις των γειτονικών εργαστηρίων (Αττική, Κόρινθος, Κυκλάδες, Βοιωτία, Ανατολικά νησιά) στο ευβοϊκό τον 7 ο, και δ) τα διακοσμητικά συστήματα του 7 ου αι. π.χ. στην Εύβοια. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται α) η κεραμική του 6 ου αι. σε περιοχές της κεντρικής Ελλάδος, β) τα ευβοϊκά εργαστήρια στον 6 ο αι. και τα χαρακτηριστικά σχήματα των αγγείων μετά της διακόσμησης αυτών, γ) οι επιδράσεις των γειτονικών εργαστηρίων (Αττική, Βοιωτία) στο ευβοϊκό, και δ)τα διακοσμητικά συστήματα του 6 ου αι. π.χ. στην Εύβοια. Η εργασία ολοκληρώνεται με την παράθεση των συμπερασμάτων και λοιπών προβληματισμών από την περίοδο αυτή στην ευβοϊκή αγγειογραφία και αγγειοπλαστική και με το παράρτημα των εικόνων, οι οποίες ακολουθούν και συμπληρώνουν το γραπτό μέρος της. Η έρευνα για τα αρχαιολογικά στοιχεία, τις λεπτομέρειες και τις λοιπές πληροφορίες του θέματος δεν ήταν εύκολη, καθώς η βιβλιογραφία δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια. Η βιβλιογραφική μου έρευνα διεξήχθη στο σπουδαστήριο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του ΑΠΘ, στη βιβλιοθήκη του Αρχείου Ευβοϊκών Σπουδών και στη βιβλιοθήκη της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής, κάνοντας παράλληλα χρήση των διαδικτυακών πηγών. 4

5 1. «Ανατολίζων» Ρυθμός στην κεραμική ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ - Γενικά χαρακτηριστικά Κόρινθος Αττική Βοιωτία Αργολίδα, Λακωνία Ο «Ανατολίζων» Ρυθμός στην Εύβοια - Γενικά χαρακτηριστικά Πιθαμφορείς Κύπελλα Λέβητες Οινοχόες, Κρατήρες, Αμφορίσκοι Επιδράσεις των γειτονικών εργαστηρίων στο Ευβοϊκό τον 7 ο αι. π.χ. - Γενικά χαρακτηριστικά Κόρινθος Αττική Κυκλάδες (μηλιακή ομάδα) Βοιωτία 36 - Ανατολικά Εργαστήρια (Χίος, Σάμος) Διακοσμητικά συστήματα στα ευβοϊκά αγγεία του 7 ου αι. π.χ. - Εικονιστικά θέματα (ζώα, μυθολογικά όντα) Διακοσμητικά μοτίβα Η ελληνική κεραμική τέχνη στον 6 ου αι. π.χ. - Γενικά χαρακτηριστικά Αττική Κόρινθος Λακωνία Βοιωτία Τα ευβοϊκά Εργαστήρια στον 6 ο αι. π.χ. - Γενικά χαρακτηριστικά Γαμικοί λέβητες Αμφορείς Λήκυθοι 64 - Υδρίες Λεκάνες 72 5

6 - Σκύφοι Πινάκια Φιάλες Εξάλειπτρο, λεκάνη, κύλικες Επιδράσεις των γειτονικών εργαστηρίων στο Ευβοϊκό τον 6 ο αι. π.χ - Γενικά χαρακτηριστικά Αττική Βοιωτία Διακοσμητικά συστήματα στα ευβοϊκά αγγεία του 6 ου αι. π.χ. - Εικονογραφικά θέματα: Ζώα...86 Μυθολογικά όντα Ανθρώπινες μορφές Διακοσμητικά μοτίβα Συμπεράσματα Kατάλογος εικόνων Συντομογραφίες Βιβλιογραφία Πίνακες.109 6

7 ΑΝΑΤΟΛΙΖΩΝ ΡΥΘΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΑΜΙΚΗ Γενικά χαρακτηριστικά: Από τις αρχές της Εποχής του Σιδήρου, οι ελληνικές περιοχές ήταν αυτάρκεις τόσο στην οικονομία όσο και στη τέχνη τους. Στην διάρκεια του 8 ου αι. π.χ. και ιδιαίτερα στα τέλη της Γεωμετρικής Περιόδου η κατάσταση αυτή άλλαξε. Γύρω στα τέλη του 8 ου αι. π.χ., σε πολλά αγγεία, είναι εμφανής μια μείωση των γεωμετρικών μοτίβων, όπως και μια αλλαγή της μορφής, καθώς από γωνιώδη και ευθύγραμμα αποδίδονται σε αυτή την περίοδο με περισσότερη καμπυλότητα 1. Ταυτόχρονα, εκτός από τις αλλαγές στη μορφή των μοτίβων, παρατηρείται και η είσοδος νέων διακοσμητικών και εικονιστικών μοτίβων, τα οποία εμφανίζονται συχνά πάνω σε αγγεία διαφόρων εργαστηρίων (πίν.2,α). Τέτοια θέματα εισχωρούν στη γραπτή κεραμική, όπως το ακτινωτό κόσμημα της βάσης, άνθη λωτού, πλοχμοί, το γλωσσωτό κόσμημα, θηλιές, ρόδακες, σπείρες, έλικες, ανθέμια, καθώς και σφίγγες, λιοντάρια, γρύπες φτερωτά άλογα, και πολλά άλλα από τον κόσμο της Ανατολής. Τα προϊόντα της Ανατολής και τα ανατολίζοντα μοτίβα και θέματα έρχονται στον ελληνικό χώρο από Έλληνες (πιθανόν από περιοχές της ανατολικής Ελλάδας), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Συρία και ιδιαίτερα στην περιοχή της Αl Mina, κοντά στις εκβολές του Ορόντη. Εκεί, οι περισσότεροι Έλληνες ήταν έμποροι, που έστελναν με τα πλοία τους στην πατρίδα διάφορα είδη πολυτελείας. Ταυτόχρονα, όμως, εκτός από τα διάφορα είδη πολυτελείας, εισάγονταν και αγγεία ανατολίτικης τεχνικής, μεταφέροντας σχέδια, θέματα και διάφορα μοτίβα. Ήταν φανερά έντονη η επίδραση των εισαγόμενων προϊόντων από την Ανατολή. 2 Η επαφή των Ελλήνων με τους τεχνίτες της Ανατολής και τα έργα τους (σε ελεφαντόδοντο, μέταλλο, υφάσματα), άρχισε να έχει τις επιπτώσεις της στη γραπτή κεραμική των ελληνικών εργαστηρίων, τόσο στην τεχνική όσο και στην οργάνωση της διακόσμησης και στην επιλογή των θεμάτων. Εκτός από την καμπυλότητα στα μοτίβα, εμφανίζεται και η χαλάρωση στις αφηγηματικές σκηνές, με αποτέλεσμα το γραμμικό σφικτό ένδυμα του γεωμετρικού ρυθμού να γίνεται βαθμιαία όλο και πιο ελεύθερο. Επίσης, ολόκληρες μορφές και ογκώδη ζώα και φυτά με ανατολίτικα στοιχεία καταλαμβάνουν ολοένα και 1 Τιβέριος 1996, Cook 1994, 52. 7

8 μεγαλύτερο μέρος των παραστάσεων στα αγγεία. Η σταδιακή κυριαρχία με το πέρας των χρόνων, όλων αυτών των ανατολίτικων μοτίβων και θεμάτων στην αγγειογραφία, έδωσε το όνομα στο ρυθμό που κυριάρχησε και είναι γνωστός ως «Ανατολίζων» ρυθμός. Στην περίοδο κυριαρχίας του ανατολίζοντος ρυθμού (από 720 έως και τις αρχές του τελευταίου τετάρτου του 7 ου αι. π.χ.), εκτός από τα νέα θέματα και τα νέα μοτίβα, αλλαγές παρατηρούνται και στον τρόπο απόδοσης των μορφών. Οι μορφές που σχεδιάζονταν μέχρι τότε με σκιαγραφία, τώρα αρχίζουν να αποκτούν ζωή, χρησιμοποιούνται οι εγχάρακτες γραμμές (πιθανόν προέρχονται από μεταλλικά ή από ελεφαντοστέινα πρότυπα) και η προσθήκη χρώματος. Η τεχνική της σκιαγραφίας παραχωρεί τη θέση της στην τεχνική του περιγράμματος όπου ο καλλιτέχνης αντί να αποδίδει τη μορφή με μαύρο «υάλωμα, βαφή», την αποδίδει τώρα με περίγραμμα, αφήνοντας το εσωτερικό της φωτεινό προσθέτοντας μόνο κάποιες λεπτομέρειες. Στην περίοδο του ανατολίζοντος ρυθμού, οι αλλαγές είναι πάρα πολλές. Οι ξένες επιδράσεις που φθάνουν στις ανατολικές ελληνικές περιοχές, έχουν γοητεύσει τους Έλληνες αγγειογράφους και αυτές οι νέες τάσεις τους έχουν επηρεάσει έντονα όπως αποδεικνύουν τα έργα τους. 3 Στην κεραμική είναι έντονη η ανατολίτικη επίδραση, καθώς εκτός από τα δαιμονικά ζώα - πλάσματα που αναφέρθηκαν, στα αγγεία εμφανίζονται οι σκηνές μύθων, σύμφωνα πάντα με τις νέες τεχνικές και αντιλήψεις της ελληνικής κεραμικής. Σε αυτό το στάδιο της ελληνικής τέχνης, στον ανατολίζοντα ρυθμό κυριαρχούν δυο κύριες διακοσμητικές τάσεις. Η πρώτη τάση γνωστή ως «ρυθμός των ζώων» χρησιμοποιήθηκε αρκετά αλλά δεν προχώρησε πολύ, και η άλλη τάση είναι γνωστή για σκηνές ανθρώπινης δράσης και μυθολογικές σκηνές. 4 3 Boardman 1996, 87, οι ξένες επιδράσεις φαίνεται να έφτασαν στην ηπειρωτική Ελλάδα πρώτα από το νησί της Ρόδου, μέσω των γραμμών επικοινωνίας που υπήρχαν με κατεύθυνση προς τα δυτικά. 4 Cook 1994, 53, η απεικόνιση των ζώων στη διακόσμηση των αγγείων, ήταν διαδεδομένη από την Γεωμετρική περίοδο, όπως ο αίγαγρος, το άλογο και το ελάφι. Στις αρχές του 7 ου αι. π.χ. είναι έντονη η παρουσία των ανατολίτικων όντων στα περισσότερα αγγεία διαφόρων περιοχών. 8

9 Κόρινθος: Η Κόρινθος υιοθέτησε πρώτη τις ανατολίτικες επιδράσεις. Λόγω των ανεπτυγμένων σχέσεων που είχε τόσο με την Ανατολή όσο και με τη Δύση, οι τεχνικές και τα θέματα του ανατολίζοντος ρυθμού εξελίχθηκαν εκεί με γοργούς ρυθμούς. Η κορινθιακή κεραμική αυτής της περιόδου είναι γνωστή ως «Πρωτοκορινθιακή» και διήρκεσε από το 720 έως το 630 π.χ.. Η κεραμική των πρώιμων χρόνων, χαρακτηρίζεται από το μικρό μέγεθος των αγγείων και στη διακόσμηση από ζωφόρους ζώων, πραγματικών και φανταστικών με λίγες εικονιστικές σκηνές. Με το πέρασμα των χρόνων καταλύεται η αυστηρή συμμετρία της διακόσμησης, κατάλοιπο της γεωμετρικής εποχής και αρχίζει να κυριαρχεί η ελεύθερη αλλά ισόρροπη σύνθεση. 5 Από την πρώιμη περίοδο εισέρχονται στην παραγωγή και νέα σχήματα (σφαιρικοί, ωοειδείς και απιόσχημοι αρύβαλλοι, οινοχόες, αλάβαστρα) και χρησιμοποιούνται και νέες τεχνικές στη διακόσμηση των αγγείων. 6 Οι μορφές στην πρώτη φάση αποδίδονται κάπως άκαμπτες αλλά διακρίνονται από καμπύλα περιγράμματα και ζωντάνια. Στη συνέχεια οι παραστάσεις αποδίδονται με περισσότερο φυσιοκρατικό τρόπο έως και το 660 π.χ. όταν εμφανίζεται ο πολύχρωμος ρυθμός με τα πλούσια επίθετα χρώματα και τις μυθολογικές παραστάσεις με μυθολογικές σκηνές, ζώνες με ζώα 7, και διάφορες φανταστικές μορφές (πίν.2.α,β,γ) 8. Ένα ιδιαίτερο στοιχείο αυτής της περιόδου είναι η ευρεία χρήση της εγχάραξης. Ο συνδυασμός της σκιαγραφίας, της εγχάρακτης τεχνικής, των επίθετων χρωμάτων, η λεπτότητα της γραμμής και οι μικροί ισορροπημένοι όγκοι των κορινθιακών αγγείων καθιστούν τα αγγεία της περιόδου αυτής λαμπρά παραδείγματα για τις άλλες γειτονικές περιοχές 9. 5 Amyx v. 2, 1988, Από την τεχνική της σκιαγραφίας, περνούν στην τεχνική του περιγράμματος για την απόδοση των ιδιαίτερων λεπτομερειών και στη συνέχεια στον μελανόμορφο ρυθμό. Ο μελανόμορφος ρυθμός αποτελεί επινόηση των Κορίνθιων αγγειογράφων, σύμφωνα με τον οποίο οι μορφές ζωγραφίζονται πάλι με μαύρο χρώμα και οι λεπτομέρειες αποδίδονται με χάραξη και με την προσθήκη επιθέτων χρωμάτων. 7 Ο ρυθμός των ζωών στη μέση φάση του Πρωτοκορινθιακού ρυθμού έφτασε στο απόγειό του, αλλά συνέχισε τη χρήση του έως στα τέλη του 7 ου αι. π.χ. όπου με επιμήκη ζώα εντέχνως σχεδιασμένα κάλυπταν πλατιές διακοσμητικές ζωφόρους. 8 Sparkes 2000, 9, εκτός από τις μυθολογικές σκηνές, οι Κορίνθιοι διακοσμούσαν τα αγγεία τους και με σκηνές καθημερινής ζωής. 9 Ριτσώνης , 25-26, αναφέρει πως οι ομοιότητες στη διακόσμηση των αγγείων με άλλες γειτονικές περιοχές ήταν πολλές. 9

10 Στην ύστερη φάση και κατά τη μεταβατική περίοδο, η ποιότητα των αγγείων αρχίζει να μειώνεται λόγω της μαζικότητας της παραγωγής. Μεγαλύτερα ζώα, μεγαλύτερες διακοσμητικές ζώνες αποτελούν ένα τέχνασμα για να καλύπτονται γρηγορότερα μεγαλύτερες επιφάνειες. Οι φόρμες γίνονται πιο βαριές και οι στάσεις άκαμπτες. Οι καλλιτέχνες προτιμούν να περιορίζουν τα γεωμετρικά μοτίβα σε στενές ζώνες, και σε μεγαλύτερες ζώνες να χρησιμοποιούν το μελανό υάλωμα και λίγα επίθετα χρώματα 10. Αττική: Ο Ανατολίζων ρυθμός δεν επηρέασε μόνο την Κόρινθο, αλλά και τη γειτονική Αττική. Η περίοδος αυτή ονομάζεται «Πρωτοαττική» και χωρίζεται σε τρεις φάσεις και διαρκεί από το 700 έως το 630 π.χ. 11 Παρόλες τις ομοιότητες με την Πρωτοκορινθιακή κεραμική λιγότερο ως προς την τεχνική και περισσότερο ως προς τη διακόσμηση των αγγείων, τα αττικά αγγεία δεν ακολούθησαν όμως τη γρήγορη εξέλιξη των Κορινθίων αγγειογράφων και αγγειοπλαστών που οδήγησε στην εκλέπτυνση του μελανόμορφου ρυθμού, καθώς χαρακτηρίζονταν από πιο αργούς και παραδοσιακούς ρυθμούς. Στην πρώιμη φάση, ο Ζωγράφος του Αναλάτου (πίν.3.α), πέτυχε άριστο συνδυασμό γεωμετρικών και ανατολίζοντων μοτίβων. Στο δεύτερο τέταρτο του 7 ου αι. π.χ., τα γεωμετρικά μοτίβα άρχισαν να περιορίζονται, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί μια τεχνοτροπία με μεγάλες αντιθέσεις και νέες τεχνικές 12. Οι αγγειογράφοι γίνονται πιο τολμηροί, είναι φανερή η τυποποίηση σε ορισμένες σκηνές και γίνεται χρήση περιγράμματος και σκιαγραφίας αποδίδοντας σωστότερα τις μορφές. Τα ανατολίζοντα στοιχεία που κοσμούν τις κύριες ζώνες, συμπληρώνονται από τα αρκετά δευτερεύοντα διακοσμητικά πεδία και με την έντονη τεχνική απόδοσή τους (πίν.3.β,γ). Στα μέσα του 7 ου αι. ο μαυρόασπρος ρυθμός, παρήκμασε, και εμφανίζεται μια φάση πολυχρωμίας. Η τεχνική του περιγράμματος περιορίζεται, καθώς οι τεχνίτες στον Αττικό Κεραμεικό, επιτυγχάνουν θαυμαστά αποτελέσματα, 10 Τα αγγεία αυτής της περιόδου (ο απιόσχημος αρύβαλλος με το στενότερο και πιο επίμηκες σχήμα του και τα αλάβαστρα) αρχίζουν να διακοσμούνται όλο και περισσότερο με τη μελανόμορφη τεχνική, με αποτέλεσμα εκτός από τις κύριες διακοσμητικές ζώνες να προσαρμόζονται σε αυτή και τα δευτερεύοντα διακοσμητικά μοτίβα. 11 Τιβέριος 1996, Ο ρυθμός που αναπτύχθηκε ονομάστηκε «μαυρόασπρος» ρυθμός διότι γινόταν ευρεία χρήση λευκού επίθετου χρώματος. 10

11 κάνοντας χρήση της μελανόμορφης τεχνικής. η οποία επικράτησε ως τα τέλη της ύστερης πρωτοαττικής περιόδου. 13 Βοιωτία: Στη Βοιωτία διαπιστώνονται μερικοί απλοί πρωτότυποι πειραματισμοί, όμως η τάση για μίμηση πολλών στοιχείων από την κεραμική παραγωγή της Αθήνας όσο και της Κορίνθου αποδείχθηκε περισσότερο ισχυρή. Στην περιοχή αυτή όπου η γεωμετρική κεραμική είχε πολλές ομοιότητες με την Αττική και την Κόρινθο, την περίοδο του 7 ου αι. π.χ. άρχισαν να γίνονται αποδεκτά και ανατολίζοντα μοτίβα. Κυρίαρχα διακοσμητικά μοτίβα της ανατολίζουσας τεχνοτροπίας που παρατηρούνται στα βοιωτικά εργαστήρια ήταν τα διάφορα ζιγκ ζαγκ μοτίβα (πίν.4.β). Το μοτίβο αυτό παρατηρείται αρχικά σε μια κατηγορία μεγάλων αμφορέων με ψηλό κωνικό πόδι και φαρδύ λαιμό, η οποία έφερε την κύρια διακόσμηση σε μια μετόπη στον ώμο και το υπόλοιπο τμήμα του αγγείου διακοσμούνταν με σειρές από χονδρά κάθετα ζιγκ ζαγκ και καμπυλόγραμμα μοτίβα. Η διακόσμηση αυτή διατηρήθηκε σε όλο τον 7 ο αι. μέχρι και τις αρχές του 6 ου αι π.χ, όταν άρχισαν να παράγονται τα πρώτα μελανόμορφα βοιωτικά αγγεία. Η καλλιτεχνική αξία των βοιωτικών αγγείων που παράγονταν στα τοπικά εργαστήρια δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλή. Παρόλο που η παραγωγή του βοιωτικού εργαστηρίου δεν σταμάτησε, η κορινθιακή κεραμική κάλυπτε τις ανάγκες τις περιοχής για αγγεία καλύτερης ποιότητας, καθώς έχουν βρεθεί πάρα πολλά σε ανασκαφές αλλά έχουν εντοπιστεί και πολλές μιμήσεις κορινθιακών αγγείων 14. Αργολίδα Στην περιοχή της Πελοποννήσου, στην Αργολίδα,όπου ο γεωμετρικός ρυθμός παρουσίασε μεγάλη ανάπτυξη, ο 7 ος αι. π.χ. δεν είχε την ίδια τύχη. Τα τοπικά εργαστήρια αντιστάθηκαν στις ανατολίζουσες πιέσεις και δεν αναπτύχθηκε κάποια νέα τεχνοτροπία με ιδιαίτερη φυσιογνωμία, καθώς η επιρροή των κορινθιακών εργαστηρίων ήταν μεγάλη Τζουβάρα Σούλη 1998, 39, με την εξέλιξη του αττικού μελανόμορφου τα αγγεία έλαβαν βαθμιαία πιο βαριά σχήματα, εκλεπτύνθηκαν, έγιναν ελαφρότερα και εξεζητημένα σχήματα. 14 Ανδρειωμένου 1980, Η επιρροή της Κορίνθου δεν ήταν αισθητή μόνον στην τεχνική και στη διακόσμηση, αλλά και στον πηλό καθώς ο κιτρινωπός κορινθιακός πηλός εισάγεται στην Αργολίδα. Cook BSA 48, 1953,

12 Λακωνία: Στη Λακωνία, ο 7ος αι. διακρίνεται από έναν ιδιαίτερο ενθουσιασμό για τον ανατολίζοντα ρυθμό, αλλά όχι με τόσο σημαντικά αποτελέσματα. Η λακωνική φάση Ι, γνωστή και ως μεταβατική φάση, που κυριάρχησε μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 7 ου αι. π.χ., αποτελεί μια σύνθεση του υπογεωμετρικού και του πρώιμου «ανατολίζοντος» ρυθμού 16. Η διακόσμηση της φάσης αυτής χαρακτηρίζεται από αδέξιους πειραματισμούς, από τα συντηρητικά και συγκρατημένα διακοσμητικά μοτίβα. Συχνή ήταν η συνύπαρξη γεωμετρικών και φυσιοκρατικών κοσμημάτων, αλλά και η χρήσης της σκιαγραφίας και του περιγράμματος (πίν.4.γ) 17. Τα αγγεία αυτής της περιόδου είναι χαμηλές κύλικες με δακτυλιόσχημη βάση, κύλικες με ψηλό όρθιο χείλος, κάλαθοι και καρποδόχες 18. Στο τελευταίο τέταρτο του 7 ου αι., στη λακωνική φάση ΙΙ ( π.Χ.), η περιοχή άρχισε να δέχεται έντονες επιρροές από την μελανόμορφη τεχνική της γειτονικής Κορίνθου με αποτέλεσμα να γίνεται εισαγωγή ορισμένων αγγείων. 19 Εκτός, όμως, από τις ηπειρωτικές περιοχές, υπήρχαν και άλλα εργαστήρια, τα οποία εντοπίζονται σε πόλεις και νησιά του ανατολικού Αιγαίου, όπως η Χίος, με το χιώτικο κεραμικό εργαστήριο, αξιόλογης ποιότητας, με το χαρακτηριστικό υπόλευκο επίχρισμα πάνω στα λεπτά τοιχώματα των αγγείων και τα πεταλοειδή κοσμήματα 20, αλλά στη Μίλητο (πίν.4.α) με το λευκό επίχρισμα και την χαρακτηριστική διακόσμηση με τους αίγαγρους, ένα από τα πιο δημοφιλή διακοσμητικά μοτίβα της ανατολικής Ελλάδος, εκείνη την περίοδο 21. Και στα δυο αυτά τα ανατολικά εργαστήρια, οι μορφές αποδίδονται πάνω στο επίχρισμα με περίγραμμα και με σκιαγραφία, ενώ η χρήση της χάραξης είναι περιορισμένη. Τα κύρια εικονιστικά θέματα τοποθετούνται σε ζώνες στο σώμα και στον ώμο του αγγείου, ενώ τα άλλα μέρη γεμίζουν με δευτερεύοντα παραπληρωματικά μοτίβα. 16 Lane 1933, 119, 121, στη διακόσμηση κυριαρχούν συμπαγή παραδοσιακά κοσμήματα, ενώ υπάρχουν και νέα μοτίβα όπως πλοχμοί, ρόδακες, γλώσσες, ακτίνες, σπείρες, άδεια τετράγωνα και άτεχνα ανθέμια. Επίσης, το επίθετο χρώμα είναι συχνό στη διακόσμηση των αγγείων, καθώς το ιώδες καλύπτει συχνά επιφάνειες και διάφορες ζώνες και λευκό χρώμα σπανιότερα. 17 Τιβέριος 1996, 29, οι μορφές αποδίδονται αρκετά φυσικές και σπανιότερα με περίγραμμα και χωρίς χάραξη. Margreiter I., 1988,57, είναι έντονη η χρήση γεωμετρικών μοτίβων αλλά και πολλών άλλων κοσμημάτων τα οποία συναντώνται και σε άλλα εργαστήρια εκείνης της εποχής. 18 Cook 1994, Margreiter 1988, Lane 1933, Lemos, 1986, Schiering 1957, 48, οι αίγαγροι οι οποίοι καλύπτουν το αγγείο σε μικρού ύψους διακοσμητικές ζώνες είναι το πιο σύνηθες διακοσμητικό μοτίβο του ροδίτικου εργαστηρίου. Το στιλ αυτό συμπλήρωναν πλήθος φυτικών μοτίβων εντέχνως τοποθετημένα. 12

13 Ο ΑΝΑΤΟΛΙΖΩΝ ΡΥΘΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ: Γενικά χαρακτηριστικά: Η Ερέτρια μαζί με τη γειτονική Χαλκίδα μπορούν να θεωρηθούν δύο από τις σημαντικότερες πόλεις του νησιού, οι οποίες βρίσκονται σε μικρή απόσταση (20χλμ) μεταξύ τους και τις χωρίζει το Ληλάντιο πεδίο. Εξαιτίας της εκτεταμένης αυτής περιοχής οι δυο πόλεις οδηγήθηκαν σε πόλεμο, γνωστό ως Ληλαντικό Πόλεμο, όπου, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη 22, όλη η Ελλάδα χωρίστηκε τότε σε παρατάξεις συμμάχων είτε στο πλευρό της Ερέτριας είτε της Χαλκίδας. Κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτού, αλλά και μετά το τέλος του, η έντονη οικοδομική δραστηριότητα, αλλά και η κεραμική που δεν σταμάτησε να παράγεται, αποδεικνύουν πως η Ερέτρια ήταν μια πολύ ισχυρή πόλη και κατείχε ιδιαίτερη θέση στην κεντρική Ελλάδα. Αυτή, την καίρια θέση της πόλης, μπορεί να τη διακρίνει κανείς μέσω του μεγέθους και του σημείου της πόλης αλλά και μέσω της μεγάλης και αμείωτης παραγωγής των αγγείων του τοπικού εργαστηρίου. Προς το τέλος της Γεωμετρικής περιόδου, στα τέλη του 8 ου αι. π.χ., εμφανίστηκε στον ελληνικό χώρο μια γενικευμένη αλλαγή στην αντίληψη της ζωγραφικής τέχνης. Η νέα πνευματική κατάσταση προσανατολίζεται στο χώρο της Ανατολής και οι ανατολικές επιρροές γίνονται εμφανείς στην περιοχή της Ερέτριας και γενικότερα την ελληνική τέχνη. Η τέχνη χαρακτηρίζεται τώρα από νέα φυτικά κοσμήματα, νέες ζωικές μορφές, δαίμονες και ανθρώπους. Αυτά τα νέα καλλιτεχνικά γνωρίσματα της «ανατολίζουσας» τέχνης, όπως είναι φυσικό, επηρέασαν και την Εύβοια και ιδιαίτερα τη διακόσμηση των αγγείων της Ερέτριας. Πλούσια είναι τα κεραμικά ευρήματα αυτής της εποχής που έχουν έρθει στο φως κατά τις ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή της Ερέτριας (κοντά στο ναό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα, στην περιοχή του Υγειονομείου, στο λιμάνι και σε διάφορα ιδιωτικά οικόπεδα), τα οποία μας δίδουν πολλές πληροφορίες τόσο για τις δυνατότητες και τα χαρακτηριστικά του τοπικού εργαστηρίου, όσο και για τη σχέση του με τα άλλα γειτονικά εργαστήρια. Οι ανακαλύψεις και οι ανασκαφές σε αυτή τη θέση μάς έδωσαν πολλά στοιχεία και για τον πηλό της περιοχής. Είναι σίγουρο, πως η εύρεση ενός εργαστηρίου, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποτελεί ένα ανασκαφικό 22 Θουκυδίδης, Ιστορίαι, Α,

14 σύνολο που μπορεί να δώσει πολλά στοιχεία για την εποχή και την περιοχή όπου αναπτύχθηκε. Στην αρχαιολογική έρευνα, ο χαρακτηρισμός μιας θέσης ως έδρας εργαστηρίου δεν γίνεται πάντα με βεβαιότητα, γιατί δεν αφήνει χειροπιαστά ίχνη διότι στηρίζεται περισσότερο σε ενδείξεις. Έτσι και τα εργαστήρια Εύβοιας δεν εντοπίζονται σε μια μόνο περιοχή, αλλά έχουν βρεθεί πολλά στοιχεία για την ύπαρξη εργαστηρίων στα περίχωρα της Χαλκίδας και σε περιοχές της Ερέτριας (πλουσιότερη παραγωγή στην Ερέτρια). Ο πηλός ως πρώτη ύλη προερχόταν από την πλούσια σε άργιλο πεδιάδα του Ληλάντιου Πεδίου, που βρίσκεται πολύ κοντά στην Ερέτρια και τη Χαλκίδα. Ο πηλός του Ληλάντιου Πεδίου στη φυσική του μορφή είναι ανοιχτόχρωμος με κιτρινωπή απόχρωση. Αναλύσεις πηλού δεν έχουν γίνει, αλλά το κιτρινωπό χρώμα των αγγείων του 7 ου αι. αποδεικνύει πως είναι δευτερογενής και περιέχει ελάχιστες ποσότητες προσμείξεων. Η σύσταση του πηλού, στα καθημερινά αγγεία κυρίως, φανερώνει προσμίξεις που έχουν προστεθεί για να επιτευχθεί η σκλήρυνση των αγγείων. Το χρώμα του πηλού των προϊόντων των κεραμικών εργαστηρίων μερικές φορές διαφέρει, αλλά μακροσκοπικά έχει την ίδια σύσταση. 23 Οι διαφορετικές αποχρώσεις της επιφάνειας των αγγείων οφείλονται στην οξειδωτική και αναγωγική ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια του ψησίματος. Είναι αναμενόμενο, πως πρέπει τα λεπτά αγγεία να έχουν ψηθεί σε διαφορετικές θερμοκρασίες απ ότι τα χονδροειδή αντικείμενα. Τα περισσότερα αγγεία, όμως, έχουν το κλασικό ανοιχτόχρωμο πηλό, σε κιτρινωπή απόχρωση που είναι και το χαρακτηριστικό χρώμα των αγγείων του ευβοϊκού εργαστηρίου. Βάσει των ευρημάτων και της χρονολόγησης αυτών, φαίνεται ότι το τοπικό εργαστήριο, καταβάλει συνεχή προσπάθεια για ανανέωση των σχεδίων στα ταφικά αγγεία, τόσο στη διάρκεια του Ληλαντικού Πολέμου, όσο και μετά το τέλος αυτού, δημιουργώντας μια αυτόνομη τοπική επαρχιακή καλλιτεχνική τάση στην περιοχή. Η ανανέωση και η εξέλιξη των σχεδιαστικών μορφών είναι το κύριο χαρακτηριστικό της τοπικής παραγωγής, ένα στοιχείο που φανερώνει τη δημιουργική αντίληψη και τη συνεχή καλλιτεχνική δραστηριότητα των κεραμέων της περιοχής. Η κεραμική της Ερέτριας κατέχει σημαντική θέση στην ιστορία του «ανατολίζοντος» ρυθμού. Ο Nilsson υποστήριξε πως ορισμένα διακοσμητικά μοτίβα 23 Metzger , 224, Ακόμη και σήμερα, τα σύγχρονα κεραμοποιία βρίσκονται στην περιοχή των Φύλλων και του Βασιλικού, περιοχές πολύ κοντά στα αρχαία κεραμικά εργαστήρια. Βεβαίως, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα να χρησιμοποιήθηκε στο κεραμικό εργαστήριο και πηλός από άλλες γειτονικές περιοχές (Αττική Βοιωτία), κυρίως στον 6 ο αι. π.χ. 14

15 και εικονιστικά θέματα, εισήλθαν στον θεματικό κύκλο της αττικής αγγειογραφίας από την Ερέτρια στο β μισό του 7 ου αι. π.χ. 24 Η επαρχιακή αυτή κεραμική, κληρονομώντας την καλλιτεχνική ευαισθησία και τη γραμμική ακρίβεια, γίνεται ιδιαίτερα γνωστή και ξεχωρίζει με το χαρακτηριστικό σχήμα του πιθαμφορέα 25 και την ιδιαίτερη διακόσμησή του. Τα αγγεία αυτά χρονολογούνται στο β - δ τέταρτο του 7ου αι. έως και τις αρχές του 6 ου αι. π.χ. Χωρίζοντας την ανατολίζουσα περίοδο της Ερέτριας σε δυο φάσεις, μπορούμε να κατανοήσουμε και να διακρίνουμε με περισσότερη ακρίβεια την εξέλιξη της διακόσμησης των ευβοϊκών εργαστηρίων. Η πρώτη φάση χαρακτηρίζεται ως «προεραλδική» ( /625 π.χ) και η δεύτερη ως «εραλδική» (630/ π.χ.) 26 Στην πρώτη περίοδο διακρίνονται τρεις αγγειογράφοι που έχουν διακοσμήσει τα αγγεία, ενώ στην εραλδική περίοδο διακρίνονται έξι. 27 Οι καλλιτέχνες της περιόδου αυτής αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα, τα οποία είναι ορατά στα πρωιμότερα έργα τους. Προβληματίζονται σε ποια θέση του αγγείου θα ήταν καλύτερα να τοποθετήσουν τις εικονιστικές παραστάσεις. Στην αρχή θα προτιμήσουν να καλύψουν τη μπροστινή πλευρά με μορφές και την πίσω με διακοσμητικά μοτίβα. Οι αγγειογράφοι της πρώτης περιόδου επιλέγουν παραστάσεις με ζώα και ανθρώπινες μορφές στη μπροστινή πλευρά του αγγείου έχοντας πιθανόν θρησκευτικό χαρακτήρα. 28 Οι μορφές απεικονίζονται μεμονωμένες και ακίνητες, χωρίς δράση ή σε αφηγηματικά δρώμενα. Οι μορφές είναι επηρεασμένες σε μεγάλο βαθμό από την αρχή της συμμετρίας που κυριαρχεί στον 7 ο αι. π.χ. Η νέα αυτή διακοσμητική τάση αναγκάζει τους κεραμείς της Ερέτριας να παρουσιάσουν την κεντρική σύνθεση του αγγείου σαν μια μεμονωμένη εικόνα. Στην πρώτη περίοδο, στα ευβοϊκά εργαστήρια επιβάλλεται η συμμετρία στην διάταξη των μορφών 29. Η συμμετρική διάταξη των 24 Nilsson 1903, 141, οι αντιδράσεις και οι διαφωνίες μεταξύ των μελετητών και των αρχαιολόγων ήταν πολλές. 25 Ο ερετριακός πιθαμφορέας είναι ένας μεγάλος αμφορέας με φαρδύ λαιμό και κωνικό πόδι, προοριζόταν για παιδικές ταφές, και έχει δεχτεί έντονες επιρροές από την Βοιωτία και τις Κυκλάδες. Οι ευβοϊκοί πιθαμφορείς χρονολογούνται κυρίως στο β μισό του 7ου αι. π.χ. 26 Ριτσώνης 1997, Η διάκριση αυτή που γίνεται για τους ζωγράφους είναι συμβατική. Κανένα στοιχείο, πέραν των διαφορετικών χαρακτηριστικών στη διακόσμηση και του ξεχωριστού τρόπου απόδοσης αυτών δεν είναι σίγουρο. Μπορεί ένας να ήταν ο αρχιτεχνίτης και οι υπόλοιποι μαθητές του. 28 Κουρουνιώτης 1903, η ερμηνεία και η λειτουργικότητα των ζώων στα ερετριακά αγγεία, ήταν πάντα συνδεδεμένη με τον δαιμονικό και χθόνιο χαρακτήρα τους, καθότι ήταν ταφικά αγγεία. 29 Ριτσώνης 1997,

16 μορφών είχε εμφανιστεί από τις αρχές του 7 ου αι. π.χ. σε άλλα εργαστήρια (Αττική, Κόρινθος). Όμως, ως προς την εστίαση των μορφών του κεντρικού θέματος, στην Ερέτρια κυριάρχησε η «αντιθετική συμμετρία». Οι ζωγράφοι τοποθετούσαν δηλαδή συμμετρικά, τις ομάδες των μορφών δεξιά και αριστερά σε αντιμέτωπη παράταξη. Με την «αντιθετική συμμετρία» εστιάζεται το βάρος της σκηνής στο κέντρο της παράστασης. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της αρχαϊκής ερετριακής κεραμικής, είναι η διακόσμηση των αγγείων σε διαφορετικά πεδία. Αυτά ήταν είτε ζωφόροι είτε ζώνες με σκηνές τριών ή τεσσάρων ανθρώπινων μορφών είτε μετόπες διακοσμημένες με μια ανθρώπινη μορφή. -Πιθαμφορείς: Ο πιθαμφορέας είναι το σχήμα του αγγείου που χαρακτηρίζει τις δυο πρώτες φάσεις του 7 ου αι. π.χ. στην Ερέτρια.. Η χρήση τους ήταν ταφική και προορίζονταν κυρίως για τις ταφές μικρών παιδιών 30. Σύμφωνα με τον Boardman 31, οι πιθαμφορείς του ευβοϊκού εργαστηρίου ανήκουν στην ομάδα C, δηλαδή στην ανατολίζουσα περίοδο και χρονολογούνται από το β μισό του 7 ου έως τα τέλη του 7 ου αι. π.χ. Η ομάδα C, ακολουθεί χρονολογικά τις ομάδες A και B, της Γεωμετρικής και της Υπογεωμετρικής περιόδου του τοπικού εργαστηρίου αντίστοιχα, και φέρει χαρακτηριστική διακόσμηση. Η προέλευση του σχήματος των πιθαμφορέων έχει δώσει την αφορμή για πολλές μελέτες και πολλές συζητήσεις σε διάφορα συνέδρια. Ο ευβοϊκός πιθαμφορέας κυριάρχησε κυρίως στο β μισό του 7 ου αι. έως και τα τέλη του αιώνα. Τότε έλαβε το σχήμα τη συγκεκριμένη μορφή και την ιδιαίτερη διακόσμηση που χαρακτήριζε το τοπικό εργαστήριο. Όμως, το σχήμα δεν αποτέλεσε δημιουργία των Ευβοέων κεραμέων, καθώς υπήρχαν τα κυκλαδικά εργαστήρια, τα οποία κατασκεύαζαν και παρήγαγαν πιθαμφορείς παλιότερα, από το αντίστοιχο ευβοϊκό. Ο Τιβέριος σε ένα άρθρο του, κάνει αναφορά στην φοινικό κυπριακή παρουσία στη 30 Κουρουνιώτης 1903, 1-2, ένα σύνολο των πιθαμφορέων προέρχεται από την περιοχή του Υγειονομείου της Ερέτριας που ανέσκαψε ο ίδιος, και όπου βρέθηκαν ταφές μικρών παιδιών. Ο Κουρουνιώτης αναφέρει ότι είναι πολλοί οι γραπτοί αμφορείς που χρησιμοποιήθηκαν στην περιοχή ως οστεοδόχα αγγεία, λόγω αυτού του συγκεκριμένου εθίμου ταφής. Ένα στοιχείο, το οποίο επιβεβαιώνουν μαρτυρίες και από άλλες ελληνικές νεκροπόλεις. Τα αγγεία χρησιμοποιούνταν για ταφές παιδιών, τα οποία τοποθετούνταν με τα πόδια ενωμένα στο βάθος και το κεφάλι στο στόμιο. Για μεγαλύτερα παιδιά χρησιμοποιούσαν και ένα δεύτερο αγγείο που κάλυπτε με το στόμιό του το πρώτο. 31 Βoardman 1952, 20. Boardman 1957,

17 Θήρα και την επιρροή αυτής στην δημιουργία των γνωστών θηραϊκών «υπογεωμετρικών» πιθαμφορέων. 32 Οι θηραϊκοί «υπο γεωμετρικοί» πιθαμφορείς έχουν πολλές ομοιότητες στο σχήμα με τους αντίστοιχους κυπριακούς, όπως, και στο διακοσμητικό σύστημα και στα επιμέρους μοτίβα των αγγείων. Η φοινικο κυπριακή παρουσία στο νησί της Θήρας αλλά και οι σχέσεις της Θήρας με την Κύπρο επηρέασαν την κεραμική της Θήρας. Το σχήμα του πιθαμφορέα αλλά και η διακόσμηση αυτού αποτέλεσε το χαρακτηριστικό σχήμα των «υπο- γεωμετρικών» χρόνων στην Θήρα. Η διάδοση του σχήματος και της τεχνολογίας κατασκευής αυτού έγινε γρήγορα γνωστή και στα γειτονικά κυκλαδικά εργαστήρια. 33 Λίγο αργότερα νησιά όπως, η Νάξος, η Πάρος και στη συνέχεια η Εύβοια εισήγαγαν το σχήμα αυτό στα εργαστήρια τους, μεταποιώντας τη μορφή του και διακοσμώντάς το με έναν διαφορετικό τρόπο από αυτόν των θηραϊκών «υπο γεωμετρικών» πιθαμφορέων, προσδίδοντας έναν ιδιαίτερο και τοπικό χαρακτήρα. Ο τοπικός χαρακτήρας αποτυπώνεται στο σχήμα και την διακόσμηση των ευβοϊκών πιθαμφορέων του β μισού του 7 ου αι. π.χ. Οι ομοιότητες στο σχήμα του πιθαμφορέα τόσο με τον «μηλιακό» όσο και τον «υπο γεωμετρικό» πιθαμφορέα της Θήρας περιορίζονταν στο κυρίως σώμα, καθώς διαφέρουν στην βάση, στις λαβές, στο λαιμό και στο ύψος. Οι ευβοϊκοί πιθαμφορείς διαιρούνται σε τρία μέρη: τον λαιμό, την κοιλιά και τη βάση. Ο λαιμός είναι ευρύς, έχει περίπου 20εκ. ύψος και τα τοιχώματά του έχουν κάθετη φορά. Η κοιλιά έχει το ανώτατο τμήμα της λίγο εξογκωμένο και στο κατώτερο μείωση, σε σχήμα ωοειδές. Η βάση του αγγείου έχει κωνικό σχήμα και ύψος 15 20εκ. Η αναλογία του τύπου (πίν.6.α,β) του ευβοϊκού πιθαμφορέα είναι (λαιμός 1), (κοιλιά 2) και (βάση 1) αν λάβουμε ως σταθερά μονάδας (18 ή 20εκ.). Οπότε, προκύπτει το ύψος του πιθαμφορέα γύρω στα (75 85 εκ.). Στους πιθαμφορείς της πρώτης περιόδου η διακόσμηση γίνεται κατά ζώνες με διαφορετική σύνθεση. Στη ζώνη του λαιμού παριστάνεται ένα μοναδικό θέμα: πομπή ή λιτανεία από γυναίκες (πίν.7.α) 34. Συνήθως η σκηνή αποτελούταν από τρεις 32 Τιβέριος 2004, 300, από την αρχαιότητα οι σχέσεις των Κυπρίων με τους Φοίνικες είναι γνωστές, όπως γνωστή είναι και η παρουσία κυπριακής κεραμικής στην Θήρα. 33 Τιβέριος 2004, 302, οι σχέσεις μεταξύ των Κυκλαδικών εργαστηρίων ήταν έντονες. Ένα στοιχείο που μαρτυρεί τις σχέσεις των εργαστηρίων είναι η συχνή εισαγωγή πηλού που έκαναν τα «περιπλανώμενα» κεραμικά εργαστήρια από το νησί καταγωγής τους. 34 Ριτσώνης 1997, 67, η εικονιστική ζωφόρος του λαιμού στην Ερέτρια κατέχει τον ίδιο βαθμό σπουδαιότητας, παρόλο που η μεταφορά της εικόνας στο λαιμό δίνει μεγάλη σημασία στη σύνθεση και στη δομή του αγγείου. 17

18 γυναικείες μορφές ζωγραφισμένες σε προφίλ, οι δυο εξ αυτών σαν να βρίσκονται σε κίνηση κρατώντας με το ένα υψωμένο χέρι τους κλαδιά και η τρίτη ιστάμενη αντικριστά να τις υποδέχεται. Οι μορφές σχεδιάζονται με ακρίβεια, φορούν ενδυμασία αποτελούμενη από δυο μέρη. Ένα ποδήρη χιτώνα και ένα κοντό ιμάτιο τετράγωνου σχήματος. Ο χιτώνας ακολουθεί το χρώμα του πηλού ή φέρει ιώδες χρώμα και το επίβλημα φέρει μελανό και ερυθρό χρώμα. Οι κεφαλές των γυναικείων μορφών αποδίδονται σε προφίλ, έχουν μακριά κόμη, η οποία παριστάνεται ογκώδης, με ερυθρή απόχρωση. Οι μορφές στις διακοσμητικές ζώνες του λαιμού είναι ζωγραφισμένες με την τεχνική του περιγράμματος, η χάραξη απουσιάζει, ενώ οι λεπτομέρειες αποδίδονται με την περιορισμένη χρήση του λευκού χρώματος και του ιώδους. Το τμήμα του ώμου χωρίζεται με μια οριζόντια μελανή ζώνη από τον λαιμό, και στο κάτω μέρος του ώμου και της κοιλιάς, μέσα σε μια διακοσμητική μετόπη, μεταξύ των δυο διπλών λαβών 35 υπάρχει διακόσμηση με μορφή ζώου με κατεύθυνση προς τα δεξιά (λιοντάρι ή σφίγγα). Το σώμα του ζώου ήταν ζωγραφισμένο με μελανό υάλωμα, χωρίς απόδοση λεπτομερειών και μόνο το κεφάλι είχε αποδοθεί με περίγραμμα (πίν.7.β). Τα ζώα κυριαρχούν στην εικόνα της μετόπης με το μνημειακό μέγεθός τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να εστιάσει ο θεατής πάνω σε αυτό το σημείο. Συνήθως, τα ζώα (γρύπες, λιοντάρια, πάνθηρες, σφίγγες) ήταν τερατόμορφα και έφεραν ανατολικά χαρακτηριστικά. Η κεντρική μετόπη, πλαισιωνόταν δεξιά και αριστερά από ορισμένα ευθύγραμμα ή καμπυλόγραμμα διακοσμητικά μοτίβα (οκτάσχημα καμπυλόγραμμα μοτίβα, θηλιές και σπείρες). Η μετόπη με τη μορφή του ζώου, συμπληρωνόταν και με διάφορα μοτίβα είτε «ανατολίζοντα», όπως στικτούς ρόδακες, σπείρες, είτε με μοτίβα του τοπικού εργαστηρίου όπως τον χαρακτηριστικό ρόμβο που εξελίχθηκε στα Ερετριακά αγγεία τον 7 ο αι. π.χ., αλλά και λοιπά γραμμικά μοτίβα απλούστερης τεχνικής 36. Το κατώτερο τμήμα της κοιλιάς του αγγείου πατούσε σε μια ψηλή κωνική βάση. Κάτω από τη διακοσμημένη μετόπη το τμήμα του αγγείου καλυπτόταν με μελανό υάλωμα, το οποίο διακοπτόταν εντέχνως με δυο ζώνες τριών ή τεσσάρων οριζόντιων γραμμών (πίν.7.γ). Οι επιδράσεις άλλων εργαστηρίων τόσο στο 35 Σύμφωνα με τον Boardman, οι διπλές λαβές στους ερετριακούς πιθαμοφορείς αποτελούσαν έκτός από την διακόσμηση των, ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. 36 Κουρουνιώτης 1903,

19 θεματολόγιο των παραπληρωματικών μοτίβων όπως τα «Μηλιακά αγγεία», όσο και στην απόδοση των μορφών στις διαφορές ζώνες από Κόρινθο και Βοιωτία, είναι έντονες 37. Το σχήμα του αγγείου που χαρακτηρίζει τις δυο πρώτες φάσεις του 7 ου αι. π.χ. στην Ερέτρια, είναι οι πιθαμφορείς. Βρέθηκαν και άλλα σχήματα αγγείων, όμως σε μικρότερο ποσοστό. Οι πιθαμοφορείς, είχαν ταφική χρήση και προορίζονταν κυρίως για ταφές μικρών παιδιών 38 έχουν ύψους (0,60 0,85μ.) και πολύ σπάνια έως ένα μέτρο. Σύμφωνα με τον Boardman 39, οι πιθαμοφορείς ανήκουν στην ομάδα C, δηλαδή χρονολογούνται στην «ανατολίζουσα» περίοδο από το β μισό του 7 ου έως τα τέλη του 7 ου αι. π.χ. Η ομάδα C, ακολουθεί χρονολογικά τις ομάδες A και B της Γεωμετρικής και της Υπογεωμετρικής περιόδου του τοπικού εργαστηρίου αντίστοιχα, και φέρει χαρακτηριστική και αρκετά τυποποιημένη διακόσμηση. Στην Εύβοια, οι Ερετριείς κεραμείς δεν έμειναν ανεπηρέαστοι, όπως μπορεί να διαπιστωθεί από το θεματικό πλούτο του ζωικού βασιλείου με τα ανατολικά στοιχεία και το ενέταξαν στο ρεπερτόριό τους. Τα παραπληρωματικά ανατολίζοντα μοτίβα, τα καμπυλόγραμμα και τα διάφορα ευθύγραμμα μοτίβα, αλλά και οι διακοσμητικές ζώνες με τα ανατολίζοντα θέματα που κοσμούν τα αγγεία, φανερώνουν πως οι τοπικοί τεχνίτες δημιούργησαν ένα μικρό θεματικό και εικονογραφικό στιλ που εξέφραζε το τοπικό εργαστήριο αλλά και τον δικό τους επαρχιακό χαρακτήρα. Ένας Ερετριακός πιθαμφορέας αρ.12128, (πίν.8.β) διασώζει μια επιγραφή «ΘЕÞ» 40. Ο Boardman αναφέρει πως η επιγραφή στην τελευταία μορφή, δεν πρέπει να ταυτίζεται με αυτήν, και ο Ριτσώνης ενισχύει αυτήν την άποψη, καθώς θεωρεί πως η επιγραφή δίπλα στη μορφή αποτελεί μέρος μιας θρησκευτικής ακολουθίας. Δεν είναι σίγουρο τι εννοεί ακριβώς με αυτή ο ζωγράφος και ποια είναι η ερμηνεία της, δηλαδή εάν εννοεί το όνομα της ιέρειας ή αναφέρει το όνομά του όπως προτείνει ο Boardman 41. Το Θ με το Φ ήταν δυο γράμματα που σαν στοιχεία για την ανάγνωση 37 Ριτσώνης , Κουρουνιώτης 1903, 1-2, ένα σύνολο των πιθαμφορέων προέρχεται από την περιοχή του Υγειονομείου της Ερέτριας που ανέσκαψε ο ίδιος, και όπου βρέθηκαν ταφές μικρών παιδιών. Είναι πολλοί οι γραπτοί αμφορείς αναφέρει ο Κουρουνιώτης που χρησιμοποιήθηκαν στην περιοχή ως οστεοδόχα αγγεία, λόγω αυτού του εθίμου ταφής που υπήρχε στην περιοχή. Μια συνήθεια, την οποία επιβεβαιώνουν μαρτυρίες και από άλλες Ελληνικές νεκροπόλεις. 39 Βoardman 1952, 20. Boardman, 1957, Βoardman 1952, 23, αναφέρει πως η επιγραφή που βρίσκεται δίπλα στη μορφή δεν μπορεί να σχετίζεται με αυτή, αλλά μάλλον με κάποια θεότητα. 41 Βoardman 1952,

20 πολλές φορές ταυτίζονταν. Πιθανόν το «ΘЕÞ» να αποτελεί την αρχή του ονόματος Θερ(σέφασσα). Ίσως η επιγραφή έχει ένα υψηλό ιερό νόημα, μια ολοκληρωμένη δυναμική, η οποία διοχετεύεται και στη διακόσμηση των αγγείων αυτών, με σκοπό να τιμηθούν τα παιδιά που πιθανόν να έχασαν την ζωή τους στον πόλεμο του Λιλαντίου, με τις αρμόζουσες τελετουργίες. 42 Οι πιθαμφορείς που έχουν βρεθεί στην Ερέτρια ή σε άλλες περιοχές της Ευβοίας, δεν φέρουν όλοι τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Υπάρχουν πιθαμφορείς που διαφέρουν έντονα ως προς την διακόσμηση σε σχέση με άλλους, στοιχείο που πιθανώς φανερώνει πως υπήρχαν διαφορετικά εργαστήρια και αγγειογράφοι στην περιοχή. Σε έναν πιθαμφορέα, αρ , (C2) ο οποίος είναι ίσως και το πιο πρώιμο γνωστό αγγείο του Ερετριακού εργαστηρίου στην «προεραλδική» περίοδο, η ζωγραφική του καλύπτει ολόκληρο το σώμα τόσο στην μπροστινή όσο και στην πίσω πλευρά (πίν.8.α). Σύμφωνα, με τον Bοardman, το αγγείο φέρει στην κύρια διακοσμητική μετόπη αντί για τη συνηθισμένη μορφή του ζώου, μια τριάδα γυναικών με αφηγηματικό περιεχόμενο, που σχετίζονται ίσως με την θρησκευτική τελετουργία της ταφής των μικρών παιδιών. Κάτω από το χείλος του υπάρχει μια συνεχόμενη ζώνη και στο κάτω μέρος του λαιμού υπάρχει ένα δεύτερο και λίγο πλατύτερο διάζωμα, το οποίο ορίζεται από δυο εξωτερικές γραμμές. Η επάνω γραμμή χρησιμεύει σαν επίπεδο της παράστασης των μορφών, την οποία κοσμεί, όπως και στη μπροστινή πλευρά του λαιμού. Η κοιλιά του αγγείου είναι διηρημένη σε δυο μεγάλες ζώνες. Η μία ζώνη είναι αυτή του ώμου και την κάτω που χωρίζεται μέσω δυο άλλων παράλληλων ζωνών. Στην πίσω πλευρά του αγγείου διακρίνονται ίχνη από το κόσμημα της θηλείας και στο κατώτερο τμήμα περιβάλλεται ολόκληρο με ακτινωτό κόσμημα. Η παράσταση του λαιμού και της κοιλιάς δείχνει το ίδιο θέμα: μια πομπή ή μια λιτανεία τριών γυναικών σε κίνηση προς τα δεξιά και τα αριστερά. Οι μορφές είναι με ακρίβεια σχεδιασμένες σε ίσες αποστάσεις και φορούν επίσημη ενδυμασία. Το ένδυμα αποτελείται από δυο μέρη, ένα ποδήρη χιτώνα και ένα σκούρο ιμάτιο τετράγωνου σχήματος. Τα ενδύματα των γυναικείων μορφών δεν έχουν αποδοθεί με λευκό ή ιώδες, αλλά με μελανό χρώμα χωρίς να διακρίνονται πολλές λεπτομέρειες, ενώ το ερυθρό έχει χρησιμοποιηθεί στην κόμμωση των γυναικείων μορφών. Η 42 Αισχύλος, Χοηφόροι, 490, αναφέρεται η λέξη «Θερσέφασσα» ή «Θερσέθασσα», η οποία είναι η θεά με διττή παρουσία, που δίνει ζωή ως θεά του θανάτου αλλά και ως θεά της μητέρας φύσης. 20

21 απόδοση της κόμμωσης των μορφών είναι χαρακτηριστική του ζωγράφου, με μαλλιά που δένονται πίσω σε «πλόκαμο» ή «πλεξούδα», χωρίς να αγγίζει τους ώμους και με κατεύθυνση προς τα πίσω. Το υπόλοιπο τμήμα του αγγείου ακολουθούσε όμοιο τρόπο διακόσμησης με αυτόν που προαναφέρθηκε. Ένας ακόμη πιθαμφορέας με διαφορετική διακόσμηση είναι ο (C3) ή 12130, (πίν.8.γ) καθώς φέρει διακόσμηση σε τρία τμήματα και σε πέντε ζώνες. Η διακόσμηση στην κοιλιά του αγγείου χωρίζεται σε τρεις επάλληλες ζώνες διαφορετικού θέματος, οι οποίες χωρίζονται με παράλληλες οριζόντιες γραμμές. Η μεσαία ζώνη περιέχει το κεντρικό διακοσμητικό μοτίβα και η τρίτη ζώνη διαιρείται σε τρεις πλατιές ταινίες με στενές διαχωριστικές λωρίδες. Η επάνω ζώνη στο σημείο του ώμου, φέρει στη μπροστινή πλευρά του αγγείου, μέσα σε μια διακοσμητική μετόπη, ένα άγριο ζώο (πάνθηρας ή λιοντάρι), σε θέση δευτερεύουσα. Στην πίσω πλευρά δημιουργείται το κεντρικό κόσμημα. Το σώμα του έχει καλυφθεί με μελανό χρώμα, ενώ το κεφάλι δε σώζεται. Η μετόπη διακοσμείται ακόμη με μελανούς ρόδακες, και χιαστί μοτίβα ή σταυρούς. Κάτω από τη διακοσμητική μετόπη, ο πιθαμφορέας φέρει μια διαφορετική από τη συνήθη διακόσμηση, καθώς η ζώνη φέρει αλυσίδα με οκτάσχημη θηλιά, η οποία καλύπτει περιμετρικά ολόκληρο το τμήμα της κοιλιάς του αγγείου (πίν.8.δ). Η διακόσμηση αυτή του πιθαμφορέα δεν συνηθίζεται για τα αγγεία του συγκεκριμένου τύπου, καθώς έμπαινε στη δευτερεύουσα όψη. Ασυνήθιστη, όμως σε αυτόν τον πιθαμφορέα είναι και η χρωματική απόδοση των ενδυμάτων των γυναικείων μορφών στο λαιμό του αγγείου. Οι γυναικείες μορφές στους Ερετριακούς πιθαμφορείς, έφεραν λευκό ή ιώδες μακρύ χιτώνα και ιμάτιο αποδοσμένο με μελανό και ιώδες χρώμα. Ιώδες χρώμα υπήρχε και στα μαλλιά, ενώ με λευκό χρώμα αποδίδονταν οι στικτοί ρόδακες πάνω στα ενδύματα. Στο αγγείο αυτό, οι τέσσερις μορφές, οργανωμένες σε δυο ομάδες αντικριστά, κρατούν οι δυο στεφάνι και οι δυο κλαδί. Στο κέντρο της σύνθεσης με τα ζευγάρια των μορφών υπάρχει μια αντιθετική συμμετρία, η οποία τονίζεται με τους διαφορετικούς χρωματισμούς των ενδυμάτων. Έχουν το πάνω τμήμα του χιτώνα (που είναι ζωσμένος στη μέση) τους μελανό και το κάτω λευκό ή στο χρώμα του πηλού, η μια μορφή και αντιστρόφως η επόμενη το πάνω τμήμα του χιτώνα λευκό και το κάτω μελανό. Το ένδυμα είναι ζωγραφισμένο χωρίς χάραξη και έχει καμπανοειδές σχήμα. Ο σημαντικός ρόλος αυτών των αγγείων με το ιδιαίτερο θρησκευτικό νόημα, μπορεί να γίνει κατανοητός από την προσπάθεια των αγγειογράφων του τοπικού εργαστηρίου για την απόδοση των γυναικείων μορφών. Οι ζωγράφοι τονίζουν την 21

22 απόδοση των σωμάτων, με το να εστιάζουν στα φυσιογνωμικά ή ανατομικά χαρακτηριστικά, στην απόδοση του ενδύματος, αλλά και στην κόμμωση. Ο τύπος της κόμμωσης αυτών των γυναικείων «θεοτήτων», είναι χαρακτηριστικός για τους Ερετριείς, δηλαδή ο τρόπος που κυλούν τα μαλλιά ελεύθερα και συγχρόνως δένονται περιμετρικά στο κεφάλι. Ο τύπος της κόμμωσης των γυναικείων μορφών, εκτός από τις πληροφορίες που μας παρέχουν για το τοπικό εργαστήριο, μας βοηθά και για τη χρονολογική κατάταξή τους, αλλά μας δίνει επίσης στοιχεία για τον κάθε ένα ζωγράφο των αγγείων αυτών 43. Οι ζωγραφικές συνθέσεις στον 7 ο αι. π.χ. έχουν γενικά ως στόχο να ενισχύσουν τη δομή του αγγείου. Σε αυτήν την προεραλδική περίοδο το Ερετριακό εργαστήριο επικεντρώνεται σε δυο συγκεκριμένα σημεία, σε αυτά του λαιμού και της κοιλιάς, στο μεγάλο μέγεθος της εικόνας του ζώου σαν κεντρικό θέμα και στην πολυπρόσωπη παράσταση της λιτανείας σαν δευτερεύον. Πιθανόν, τα άγρια ζώα, το λιοντάρι και η σφίγγα να θεωρούνταν φύλακες των ταφών. Ο ζωγράφος τοποθετεί διακοσμητικά μοτίβα της μετόπης του λαιμού επάνω ακριβώς από την παράσταση στην κοιλιά του αγγείου. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει στενή σχέση μεταξύ των δυο θεμάτων και μια συνδετική δυναμική αξονική γραμμή. Αυτή η στενή σχέση των δυο θεμάτων συνδυάζεται έντεχνα και με τη χρήση των παραπληρωματικών μοτίβων. Ο ζωγράφος χρησιμοποιεί το ελικοειδές, το ρομβοειδές, το S της σιγμοειδούς έλικας, τον σιγμοειδή ρόδακα και τα τρίγωνα. Στη δεύτερη περίοδο του ερετριακού εργαστηρίου τα αγγεία αποκτούν νέες διαστάσεις, ο διαχωρισμός των ζωνών και η θέση των δυο ταινιών με τις μορφές αλλάζει και λαμβάνει διαφορετική μορφή 44. Το σχήμα του πιθαμφορέα με λαιμό, το οποίο τοποθετείται στο τέλος του 7 ου αι., είναι γνωστό ως ομάδα D. 45 Αποτελεί την τελευταία ομάδα των πιθαμφορέων πριν την παραγωγή των μελανόμορφων αγγείων στο ευβοϊκό εργαστήριο. Η ομάδα D έχει αρκετές ομοιότητες με την αντίστοιχη ομάδα C, η οποία είναι ταυτισμένη με τους μεγάλους πιθαμφορείς. Οι διαφορές εντοπίζονται στο ύψος των αγγείων της ομάδας D, καθώς είναι μικρότερα, αλλά και στην διακόσμηση. 43 Ριτσώνης 1997, 26, οι πιθαμφορείς δεν ζωγραφίστηκαν από ένα χέρι, αλλά από περισσότερους (τέσσερις αγγειογράφοι). 44 Ριτσώνης 1997, Βoardman 1952, 28, και τα αγγεία αυτά έχουν βρεθεί σε τάφους και είχαν αποκλειστικά ταφική χρήση. Θεωρείται πως η χρήση τους ταυτίζεται με αυτή των πιθαμφορέων της ομάδας C. 22

23 Η διακόσμηση διαφοροποιείται από εκείνη που κάλυπτε τα αγγεία της «προεραλδικής» περιόδου. Οι πιθαμφορείς διακοσμούνται και στα δυο κεντρικά μέρη του αγγείου, στην κοιλιά και στο λαιμό, και σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο, η βάση του αγγείου καλύπτεται με διακοσμητικά στοιχεία. Η ζώνη του λαιμού πλαισιώνεται πάνω και κάτω με ταινία και η περιοχή της κοιλιάς χωρίζεται πάντα σε δυο ζώνες, την πάνω ζώνη με τις εικονιστικές παραστάσεις και την κάτω ζώνη, η οποία διακοσμείται με τρεις ζωγραφικές ταινίες 46. Η ζώνη στη βάση του αγγείου είναι κατά το πλείστον διακοσμημένη με το μοτίβο του αγκιστρωτού έλικα. Χαρακτηριστικό των πιθαμφορέων αυτής της περιόδου είναι ότι η παράσταση στο λαιμό και στην κοιλιά έχει μια συμμετρική διάταξη η οποία εξωτερικεύεται με το ίδιο ύψος και στις δυο εικονιστικές ταινίες. Αυτή η συμμετρική διάταξη σταθεροποιεί όλη τη σύνθεση. Οι αντιθετικές ομάδες των αγγείων 12436α (πίν.9.α) και 12436β (πίν.9.β), διατάσσονται με αυτή τη σύνθεση, ώστε να αποκτούν μια αυστηρότητα. Η κεντρική παράσταση της ζώνης της κοιλιάς δείχνει δυο αντωπά συμμετρικά ζώα (λιοντάρια) και διακοσμείται επίσης, με παραπληρωματικά μοτίβα (τέταρτα ροδάκων, μοτίβο μισού ρόμβου). Στη ζώνη του λαιμού είναι ζωγραφισμένοι δυο αντιθετικοί κύκνοι με την τεχνική της σκιαγραφίας, ενώ τα πτερά, το κεφάλι και ο λαιμός τους δηλώνονται με χάραξη. Η επιφάνεια της μετόπης διακοσμείται επίσης, με ακτινωτό κόσμημα και παραπληρωματικά κοσμήματα. Στο μέσο αυτής της μετόπης, μεταξύ των δυο ζώων υπάρχει εραλδικό μοτίβο, μισό ρόμβο και τέταρτο ροζέτας. Τέταρτα ροζέτας διακοσμούν και τις άνω γωνίες της μετόπης (πίν.9.γ). Τα ζώα αποδίδονται με μελανό χρώμα και οι λεπτομέρειες προστίθενται με χάραξη και με την τεχνική του περιγράμματος. Το κατώτερο τμήμα του αγγείου φέρει δύο ζώνες, οι οποίες καλύπτονται με μελανό υάλωμα. Η κωνική βάση του αμφορέα είτε είναι καλυμμένη με μελανό υάλωμα είτε διακοσμείται με το μοτίβο του αγκιστρωτού έλικα. Το χείλος των αμφορέων της ομάδας D με το σχεδόν επίπεδο χείλος δεν διατηρεί την παλαιά μορφή, καθώς τη θέση λαμβάνει ένα βαθύ αυλάκι που περιτρέχει εξωτερικά το χείλος. Το ύψος του λαιμού του αγγείου μειώνεται και έχει επομένως, μικρότερο διακοσμητικό χώρο. Το υπόλοιπο τμήμα του αγγείου ακολουθεί το ίδιο σχήμα με το αντίστοιχο των πιθαμφορέων της ομάδας C, όμως σε μικρότερο μέγεθος (ύψος: 60cm). Η κοιλιά διατηρεί το σφαιρικό τμήμα της και η βάση του αγγείου έχει κωνικό σχήμα. 46 Υπάρχουν και ορισμένα αγγεία τα οποία στην κάτω ζώνη της κοιλιάς του αγγείου φέρουν δυο ταινίες αντί για τρεις (πιθαμφορείς 1006, α, β). 23

24 Η «εραλδική» περίοδος ήταν μια εποχή με αλλαγές στη φόρμα και στη διακόσμηση των αγγείων, δημιουργώντας νέες προϋποθέσεις. Μια χαρακτηριστική αλλαγή στη διακόσμηση ήταν το στένεμα της ζώνης της κοιλιάς και της ζώνης του λαιμού, δημιουργώντας στο κάτω μέρος ένα τμήμα με τρεις μελανές ταινίες (πιθαμφ δ). Οι ζωγράφοι προσπαθούν να αποδώσουν τις δύο μετόπες με τέτοιο τρόπο ώστε να χωρίσουν το αγγείο σε δυο ίσα τμήματα και να επιτευχθεί η απόλυτη τεκτονική διάρθρωση μεταξύ του κυρίως σώματος του αγγείου και του λαιμού. Οι πιθαμφορείς 12436γ, 12436α (πίν.9.α), 12436β (πίν.9.β) και 1008 (πίν.10.α) τοποθετούνται στο τέλος της φάσης αυτής και αντιπροσωπεύουν την ώριμη φάση του ερετριακού εργαστηρίου. Χαρακτηριστικό του αγγείου (12436γ) είναι οι οκλάζουσες σφίγγες στη μετόπη του λαιμού, που είναι σχεδιασμένες με ιδιαίτερη επιμέλεια και σωστές αναλογίες. Σε αντίθεση με την ζώνη της κοιλιάς με τα αντωπά λιοντάρια που αποδίδονται με άγρια αρσενικά χαρακτηριστικά, οι σφίγγες παρουσιάζονται με θηλυκότητα και χάρη. Ο ζωγράφος διακοσμεί το αγγείο αυτό με μεγάλη ικανότητα και αποδεικνύει την ευρηματικότητα και την δυνατότητά του στη σύνθεση της παράστασης. Δεν τονίζει το μνημειώδες και το μέγεθος των ζώων, αλλά την λεπτομέρεια και την τελειότητα με την οποία τα ζώα και τα διακοσμητικά μοτίβα αποδίδονται συμμετρικά. Όμοια χαρακτηριστικά παρατηρούνται και στον πιθαμφορέα 1008 (πίν.10.α, β, γ), (ύψους 67 εκ) ο οποίος βρίσκεται στο ΕΑΜ, με διαφορά στην διακόσμηση των μετοπών αυτών. Η μετόπη του λαιμού κοσμείται με δυο αντωπούς κύκνους, οι οποίοι είναι ζωγραφισμένοι δυο με την τεχνική της σκιαγραφίας, ενώ τα πτερά και το κεφάλι τους δηλώνονται με χάραξη. Το βάθος της μετόπης συμπληρώνεται, με ακτινωτό κόσμημα, κεντρικό ρόδακα ανάμεσα στους κύκνους, σπείρες και τέταρτα ροδάκων στις άνω γωνίες. Από την πάνω και την κάτω πλευρά η μετόπη ορίζεται από δυο μελανές ταινίες, ενώ από δεξιά και αριστερά από συστήματα κάθετων γραμμών (πίν.10.β). Στην μετόπη της κοιλιάς αποδίδονται δυο αντωπές σφίγγες, άτεχνα σχεδιασμένες, με την τεχνική της σκιαγραφίας. Το βάθος της μετόπης διακοσμούταν με όμοια συμπληρωματικά μοτίβα με την επάνω μετόπη, με μόνη διαφορά την επάνω και την κάτω ζώνη που πλαισίωναν την μετόπη (πίν.10.γ). Επάνω η ταινία είναι διακοσμημένη με τρίγωνα και γραμμικά μοτίβα, ενώ η κάτω με σειρά ( Σ). Η ζώνη 24

25 στη βάση του αγγείου είναι διακοσμημένη με το μοτίβο του αγκιστρωτού έλικα (πίν.10.δ) 47. Τα αγγεία της ομάδας D, δεν χαρακτηρίζονται για την ακρίβεια και την συμμετρία στην διακόσμηση. Είναι εμφανής η επαρχιακή τεχνική και στη διακόσμησή τους. Η χάραξη δεν αποδίδεται με ιδιαίτερη προσοχή και το περίγραμμα δεν σχεδιάζεται με ακρίβεια, καθώς οι γραμμές είναι πιο χαλαρές 48. Εκτός από την επαρχιακή διακόσμηση, στα αγγεία αυτά είναι εμφανής η επιρροή της Ανατολικής Ελλάδας και των Κυκλάδων(Πάρος, Νάξος, θήρα). Στοιχεία της Ανατολικής Ελλάδος είναι τα ανατολίζοντα μοτίβα που χρησιμοποιούνται στην διακόσμηση (σπείρες, ανθέμια, τέταρτα ροδάκων, μοτίβο ρόμβου) και συμπληρώνουν έντεχνα τις ζώνες των αγγείων 49. Τα «Μηλιακά» αγγεία έχουν ως χαρακτηριστικό τη διακόσμηση σε ζώνες, όπως και τα αγγεία της ομάδας D. Ο διαχωρισμός των ζωνών δημιουργεί στο σώμα μια οργανική σύνδεση που ξεκινά από κάτω και φτάνει μέχρι τον ώμο του αγγείου καλύπτοντας και την παράσταση των μορφών. 50 Είναι βέβαιο πως αυτός ο τρόπος διακόσμησης των αγγείων της ομάδας D δεν αποτελεί χαρακτηριστικό του ευβοϊκού εργαστηρίου. Οι εξωτερικές επιρροές ήταν πάρα πολλές, καθώς υπήρχαν περιοχές με πρωιμότερη και πιο ανεπτυγμένη κεραμική παραγωγή ιδιαιτέρως γνωστή, όπως οι Κυκλάδες και η Ανατολική Ελλάδα. Από το πρώτο μισό του 7 ου αι. π.χ. και έπειτα, η επίδραση του ανατολίζοντος ρυθμού είναι μεγάλη στην Ερετριακή κεραμική. Διακοσμητικά μοτίβα (πίν.11.α, β, γ) όπως σπείρες, στικτοί ρόδακες, ρόμβοι, ανθέμια, φυτικά μοτίβα (άνθη λωτού), σκηνές με τερατόμορφα ζώα (πάνθηρες, λιοντάρια, σφίγγες), εμφανίζονται συχνά στα αγγεία αυτής της περιόδου στην Ερέτρια. Οι πιθαμφορείς αποτελούν τα χαρακτηριστικά αγγεία για τον 7 ο αι. π.χ., όμως τα τοπικά εργαστήρια εμπλουτίζουν την Ερετριακή κεραμική και με άλλα σχήματα αγγείων (μικρός αριθμός σώζεται). Σχήματα όπως αμφορίσκοι, μικρές οινοχόες, λέβητες και κύπελλα με ψηλό λαιμό συμπληρώνουν την παραγωγή των εργαστηρίων αυτής της περιόδου. Η κεραμική της Ερέτριας θα εμπλουτιστεί με περισσότερα σχήματα τον επόμενο αιώνα (6 ο αι. π.χ.) και η δυναμική της θα είναι 47 Βoardman 1952, 29. Καλτσάς Fachard Ψάλτη Γιαννοπούλου 2010, 363, εικ Boardman 1957, 28, πιν. 8, D4, ο αμφορέας ΕΑΜ 12346α, δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη καλλιτεχνική επιμέλεια. 49 Βoardman 1952, 48, ο Βoardman αναφέρει πως το ευβοϊκό εργαστήρι δεν διαδραμάτισε αυτούσιο ρόλο στην κεραμική της περιόδου και ότι άντλησε από διαφορετικές περιοχές το περιεχόμενο της ζωγραφικής έμπνευσης 50 Ζαφειροπούλου 1985,

26 μεγαλύτερη μετά την επικράτηση του μελανόμορφου ρυθμού στην Εύβοια και τις πολλές επιρροές και επιδράσεις από τα γειτονικά εργαστήρια (Αττική, Θήβα, Κόρινθο). -Κύπελλα: Ο Boardman 51 (BSA 52), παρουσίασε κάποια από τα χαρακτηριστικά σχήματα αγγείων του 7 ου αι. π.χ. από την Ερέτρια. Ένα δείγμα ερετριακού αγγείου το οποίο χρονολογείται στο δ τέταρτο 7 ου αι. π.χ., αποτελεί ένα ψηλό κύπελλο από την Ερέτρια (πίν.12.α, β), που φυλάσσεται στο Μουσείο του Λούβρου (CA2365). Το αγγείο φέρει ψηλό λαιμό με ελαφρά καμπτόμενο προς τα έξω χείλος, σφαιρική κοιλιά και χαμηλή κωνική βάση. Επίσης, έχει μια μεγάλη ταινιωτή λαβή, η οποία ξεκινά από το χείλος του αγγείου και εφάπτεται στο σημείο του ώμου (στη μέση περίπου του λαιμού η λαβή ενώνεται με το λαιμό). Το αγγείο φέρει και διακόσμηση, η οποία βρίσκεται στο τμήμα του λαιμού. Ο λαιμός κοσμείται με δυο γυναικείες μορφές, αντικριστά αποδοσμένες κρατώντας άνθη, κλαδιά ή φίδι. Φορούν ενδύματα όμοια με αυτά των μορφών που κοσμούν τον λαιμό στους πιθαμφορείς και το κεφάλι τους έχει σχεδιαστεί με περίγραμμα. Οι ομοιότητες των μορφών αυτών με εκείνες των πιθαμφορέων είναι πολλές, στοιχείο που ενισχύει την κοινή καταγωγή. Στο σημείο του ώμου, σε οριζόντια ζώνη υπάρχουν ορισμένα διακοσμητικά μοτίβα, τα οποία δεν σώζονται σε καλή κατάσταση. Το υπόλοιπο τμήμα του αγγείου καλύπτεται με μελανό υάλωμα, που διακόπτεται από μια ζώνη στο χρώμα του πηλού 52. Το αγγείο αυτό, ο Boardman το συνέκρινε με άλλα δυο κύπελλα του ερετριακού εργαστηρίου. Το ένα προέρχεται από την Τανάγρα (πίν.12.γ) και σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας (ΕΑΜ 2244) και το άλλο προέρχεται από τη Θήβα (πίν.12.δ) και σήμερα βρίσκεται στο Βερολίνο (2664) και τα δυο χρονολογούνται στο δ τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. Το κύπελλο του ΕΑΜ παρουσιάζει ομοιότητες στο σχήμα με το κύπελλο του Λούβρου, αλλά διαφορές στη διακόσμηση. Το χείλος του κυπέλλου του ΕΑΜ κάμπτεται περισσότερο από το αντίστοιχο του Λούβρου, φέρει ψηλό κάθετο λαιμό, σφαιρική κοιλιά και κωνική βάση. Η ταινιωτή λαβή ξεκινά από το χείλος του αγγείου και εφάπτεται στον ώμο. Διαφορετική στο κύπελλο του ΕΑΜ. είναι η διακόσμηση, καθώς δεν μοιάζει με αυτήν του κυπέλλου του Λούβρου. Ο λαιμός χωρίζεται σε δυο επάλληλες διακοσμητικές ζώνες που τον περιτρέχουν και κάθε μια διακοσμείται με πυκνά γραμμικά μοτίβα, σε μορφή 51 Boardman 1957, Βoardman 1952,

27 πλέγματος (πιθανόν από τετραπλό πινέλο). Το τμήμα του ώμου φέρει μια μικρή διακοσμητική ζώνη, στην οποία δεν σώζεται καλά η διακόσμηση και το υπόλοιπο κατώτερο τμήμα του αγγείου καλύπτεται με μελανό υάλωμα. Το κύπελλο που βρίσκεται στο Βερολίνο, ξεχωρίζει για τη διακόσμησή του, από τα δυο προηγούμενα. Μόνο κοινό στοιχείο τους είναι το σχήμα, αλλά και σε αυτό υπάρχουν μικρές διαφορές. Το αγγείο έχει χείλος ελαφρά καμπτόμενο προς τα έξω, αρκετά ψηλότερο λαιμό, σφαιρική κοιλιά και ψηλό πόδι (όχι κωνική βάση). Η λαβή ξεκινά από το χείλος και εφάπτεται σε δυο σημεία στη μέση του λαιμού και λίγο πριν τον ώμο του αγγείου. Το χείλος διακοσμείται περιμετρικά με επάλληλα «Σ», ενώ ο μακρύς λαιμός φέρει διαφορετική διακόσμηση από αυτή που συνηθιζόταν για τέτοιου είδους αγγεία στην Ερέτρια. Το λαιμό κοσμεί ένα ψηλό μελανόβαφο πτηνό που κάλυπτε σε όλο το ύψος τον λαιμό και συμπληρωνόταν με διάφορα φυτικά μοτίβα, σταυρούς, στικτούς ρόδακες και διάφορα γραμμικά μοτίβα. Ο ώμος κοσμείται με ένα σύστημα μελανών ταινιών, και η κοιλιά με δυο επάλληλες ζώνες, η μία με στικτούς ρόδακες και ομάδες «Σ» εναλλάξ και η επόμενη με ομάδες «Σ». Το υπόλοιπο τμήμα της κοιλιάς καλύπτεται με μελανές και ερυθρές ταινίες, ενώ στη βάση, το μελανό χρώμα διακόπτει μια μεγάλη ζώνη που κοσμείται με ομάδες μικρών οκτάσχημων θηλειών. Αυτό το αγγείο σίγουρα είναι διαφορετικό σε σχέση με τα άλλα που παραλληλίστηκε και είναι δύσκολο θεωρηθεί Ερετριακό. Όμως, ο Boardman θεωρεί πως έχει πολλές ομοιότητες με τα άλλα δυο κύπελλα που προαναφέρθηκαν, παρόλο που η διακόσμηση στο λαιμό είναι διαφορετική και μοναδική. Σίγουρα στη διακόσμηση μοιάζει αρκετά με αγγεία της Πρωτοαττικής κεραμικής, όμως αν το σχήμα δεν είναι Ερετριακό, θα μπορούσε να είναι ένα Βοιωτικό αγγείο με πρότυπα και άμεση επιρροή από τα Ερετριακά αγγεία 53. -Λέβητες: Την Ερετριακή κεραμική συμπληρώνουν και άλλα σχήματα του τοπικού εργαστηρίου. Μια βάση από ένα λέβητα, η οποία βρίσκεται στο Λονδίνο (ΒΜ ), θεωρείται πως αποτελεί τμήμα ενός Ερετριακού αγγείου ή τμήμα ενός αγγείου με πολλές ομοιότητες με αυτά της ομάδας της Ερέτριας (πίν.13.α). Ο 53 Βoardman 1957, όπ. (σημ. 37),15. 27

28 Βoardman θεωρεί πως η διακόσμησή του πρέπει να είναι ερετριακή, καθώς τα άγκιστρα, τα τρίγωνα, οι μελανόβαφες ακτίνες που εναλλάσσονται με τις ακτίνες στο χρώμα του πηλού, αποτελούν στοιχεία του Ερετριακού εργαστηρίου 54. Αυτή η βάση ίσως να έχει και κάποιες ομοιότητες με τα Πρωτοαττικά αγγεία, και ίσως ανήκει στο πρώτο μισό του 7 ου αι. π.χ., μαζί με την ομάδα του Φαλήρου, της οποίας το διακοσμητικό θεματολόγιό της έχει κάποια στοιχεία από αυτό της Ερέτριας. -Οινοχόες: Μια μικρού μεγέθους οινοχόη, που βρίσκεται στην Οξφόρδη ( ), θεωρείται πως αποτελεί χαρακτηριστικό αγγείο ερετριακής κεραμικής (πίν.13.β). Οι διαφωνίες είναι πολλές για την απόδοση του αγγείου αυτού, καθώς έχει αρκετές ομοιότητες με τη διακόσμηση της Ομάδας του Φαλήρου από την Αττική. Όμως βάσει μελετών, η επιφάνεια του αγγείου δεν είναι απαλή και στιλβωμένη όπως εκείνη των Υπογεωμετρικών αγγείων, στα οποία εντάσσονται και τα αγγεία της Ομάδας του Φαλήρου. Στην επιφάνειά της η οινοχόη φέρει μια πορτοκαλοκίτρινη απόχρωση, όμοια με αυτή που συναντάται στα υστερότερα Αττικά αγγεία, και γενικότερα έχει καλύτερα επεξεργασμένη επιφάνεια. Οι ερυθρές ταινίες ή ζώνες με τους λευκούς ρόδακες και τα γλωσσωτά μοτίβα είναι δύσκολο να χαρακτηρισθούν ως Αττικά, μετά το πέρας του μέσου του 7 ου αι. π.χ., γι αυτό θεωρείται δύσκολο να ανήκει στην ομάδα του Φαλήρου. Επίσης, μάλλον δεν ανήκει στην ομάδα του Φαλήρου, καθώς οι μικρές οινοχόες δύσκολα επιβιώνουν μετά τα μέσα του 7 ου αι. π.χ. Μπορεί οι ομοιότητες στη διακόσμηση με πολλά αττικά αγγεία να είναι έντονες, όμως το σχήμα και η πολυχρωμία του αγγείου αυτού το καθιστά ερετριακής παραγωγής και χρονολογείται στα τέλη του 7 ου αι. π.χ Βoardman 1957, όπ. (σημ. 37),16, το σχήμα του αγγείου είναι γνωστό στην Αττική από τα μέσα του 7 ου αι. π.χ., αλλά και αρκετά γνωστό στην Ανατολική Ελλάδα. 55 Βoardman 1957,

29 -Κρατήρες: Ένα ακόμη αγγείο, το οποίο βρίσκεται στο Ε.Α.Μ. της Αθήνας (ΕΑΜ 135), και θεωρείται Ερετριακό είναι ένας καλυκωτός κρατήρας με αρκετά τμήματά του φθαρμένα (πίν.14.α). Το ύψος του δεν είναι πολύ μεγάλο και μοιάζει αρκετά με μια κοτύλη, τόσο ως προς το μέγεθος όσο και ως προς τη διακόσμηση. Το πρόχειρο πινέλο αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό στην απόδοση της διακόσμησης με αποτέλεσμα να είναι ορατές οι πρόχειρες κουκκίδες, τα άτεχνα καμπυλόγραμμα και γραμμικά μοτίβα και οι ακτίνες. Επίσης, ένα διπλό και τριπλό πινέλο έχει χρησιμοποιηθεί στη βάση του αγγείου. Μπορεί η προέλευση του σχήματος να μην είναι γνωστή, όμως οι ερυθρές ταινίες και τα πολλαπλά πινέλα αποτελούν στοιχεία του εργαστηρίου της Ερέτριας και το αγγείο χρονολογείται στο πρώτο μισό του 7 ου αι. π.χ. 56 -Αμφορίσκοι: Ένα τελευταίο δείγμα του 7 ου αι. στο Ερετριακό εργαστήριο, αποτελεί ένας αμφορίσκος (ΕΑΜ 16306), ο οποίος δεν σώζει το τμήμα του λαιμού και χρονολογείται στο δ τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. (πίν.14.β). Εξωτερικά η διακόσμησή του παρουσιάζει ομοιότητες με Ερετριακούς και Βοιωτικούς ταφικούς αμφορείς που φέρουν ερυθρές διακοσμητικές ταινίες στην κοιλιά και διπλές κατακόρυφες γραμμές στη βάση του αγγείου. Το πάνω τμήμα της βάσης, διακοσμείται με μικρά ενάλληλα ορθογώνια πεδία που φέρουν εσωτερικά «Σ», ενώ το κατώτερο τμήμα φέρει την ίδια διακόσμηση και τα μικρά ενάλληλα ορθογώνια πεδία κοσμούνται με «Μ». Βάσει της διακόσμησης, το αγγείο θεωρείται ως ένα από τα τελευταία δείγματα του «ανατολίζοντος» ερετριακού εργαστηρίου, πριν αρχίσει να κυριαρχεί η τεχνική του μελανόμορφου ρυθμού. 56 Βoardman 1957, 17, θεωρεί πως είναι σωστό να συγκρίνει αυτό το αγγείο με κάποιο αντίστοιχο της Βοιωτίας, παρόλο που σχετίζεται με τις βοιωτικές κύλικες με τα πουλιά. 29

30 ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΕΙΤΟΝΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ ΣΤΟ ΕΥΒΟΪΚΟ ΤΟΝ 7 Ο ΑΙ. Π.Χ. Γενικά χαρακτηριστικά: Το Ευβοϊκό εργαστήριο, ήδη από την Πρωτογεωμετρική περίοδο, δεχόταν έντονες επιρροές από τα εργαστήρια των γειτονικών περιοχών τόσο στη διακόσμηση όσο και στα σχήματα των αγγείων. Η θέση της Εύβοιας στα ανατολικά της ηπειρωτικής Ελλάδας, αλλά και η κεντρική τοποθεσία της Ερέτριας, έδινε τη δυνατότητα να αναπτυχθούν σχέσεις με γειτονικές περιοχές της. Οι Ευβοείς από το τέλος του 8 ου αι. έως και το τέλος της Ανατολίζουσας περιόδου χαρακτηρίζονται από μια καλλιτεχνική αίσθηση και μια οργανωμένη τέχνη που είναι συνδεδεμένη με το μέγεθος της αποικιακής δραστηριότητάς τους. Τα έργα των Ερετριέων κεραμέων θεωρούνται και ήταν επαρχιακά παρά τις εξωτερικές επιρροές που δέχτηκαν. Σίγουρα, δεν διαδραμάτισαν κυρίαρχο ρόλο στην κεραμική της περιόδου αυτής, καθώς δεν δημιούργησαν νέα σχήματα και νέα μοτίβα, αλλά αντιθέτως, άντλησαν πολλά στοιχεία καθώς και το περιεχόμενο της ζωγραφικής έμπνευσης από διαφορετικές περιοχές. Συγκρίνοντας τις δυνατότητες και τα προϊόντα του ευβοϊκού εργαστηρίου με τα αντίστοιχα της Αττικής, της Κορίνθου και των Κυκλάδων αντιλαμβανόμαστε πως ο βαθμός επιρροής αυτών των περιοχών είναι ισχυρός απέναντι στο επαρχιακό εργαστήριο της Εύβοιας. Η Αττική, η Βοιωτία, η Κόρινθος και πολλά νησιά των Κυκλάδων (Πάρος) ήταν περιοχές με τις οποίες η πόλη της Ερέτριας ανέπτυξε είτε εμπορικές επαφές είτε σχέσεις συνεργασίας 57. Οι εμπορικές σχέσεις της Ερέτριας με τις περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας τον 7 ο αι. π.χ, την έφεραν πολύ κοντά σε έναν νέο ρυθμό που είχε εισαχθεί και αναπτυχθεί στις περιοχές αυτές πιο νωρίς. Ο «Ανατολίζων» ρυθμός είχε επηρεάσει έντονα αυτές τις περιοχές, καθώς σημειώνεται μεγάλη εισροή ανατολικών θεμάτων και κοσμημάτων σε πολλούς τύπους αγγείων. 58 Αυτά τα ποικίλα διακοσμητικά μοτίβα της ανατολίζουσας περιόδου, δεν αντιγράφονται απλά από τους 57 LEFKANDI 1980, Όπως ανέφερα προηγουμένως, ανατολικά διακοσμητικά μοτίβα, εικονιστικά θέματα(λιοντάρια, γρύπες, άνθη λωτού, ανθέμια), εισάγονται αθρόα για να καλύψουν την ανάγκη της ελληνικής τέχνης για περισσότερο φυσιοκρατικές παραστάσεις. Η Ρόδος, οι πόλεις της Μ. Ασίας, περιοχές της Ανατολής (Αl Mina) και της Αιγύπτου, αποτελούν τις πρώτες περιοχές από όπου εισχώρησαν τα θέματα αυτά. 30

31 αγγειογράφους των ελληνικών περιοχών, καθώς ο χαρακτήρας των συνθέσεων και των παραστάσεων διαφέρει αρκετά από αυτόν της Ανατολής. Οι Έλληνες κεραμείς προσδίδουν στα αγγεία και στη διακόσμηση αυτών έναν καθαρά ελληνικό χαρακτήρα. Έτσι και το τοπικό εργαστήριο, καταβάλλει προσπάθεια για ανανέωση των εκφραστικών μέσων, τόσο στη διάρκεια του πολέμου, όσο και μετά το τέλος του, δημιουργώντας μια αυτόνομη τοπική καλλιτεχνική τάση. Η ανανέωση και η εξέλιξη των σχεδιαστικών μορφών που είναι και το κύριο χαρακτηριστικό της τοπικής κεραμικής δημιουργίας, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα χωρίς την επιρροή των μεγάλων εργαστηρίων της Κορίνθου και της Αττικής, καθώς και άλλων μικρότερων. Κόρινθος: Από τα τέλη του 8 ου αι. π.χ. έως και τα μέσα του 7 ου αι. π.χ. χαρακτηριστικά και στοιχεία της Πρωτοκορινθιακής ζωγραφικής εμφανίζονται σε αγγεία πολλών γειτονικών εργαστηρίων. Στις αρχές έως και τα μέσα του 7 ου π.χ., η επιρροή του κορινθιακού εργαστηρίου απέναντι στο ευβοϊκό γίνεται αισθητή κυρίως στην διακόσμηση, πάρα στα σχήματα των αγγείων. Οι Ερετριείς αγγειογράφοι χρησιμοποιούν διάφορα διακοσμητικά μοτίβα, όπως ρόδακες, σπείρες, σπειροειδή άγκιστρα, ακτίνες και τρίγωνα στη βάση του αγγείου (πίν.15.α), πολλά καμπυλόγραμμα σχέδια και γραμμικά σχήματα, γλώσσες και ταινίες στον ώμο τα παραπάνω έχουν προέλευση από τα εργαστήρια της Κορίνθου 59. Εκτός όμως από τα παραπληρωματικά μοτίβα που γίνονται αισθητά στην Εύβοια, μια ακόμη επιρροή αποτελεί το σύστημα των λεπτότατων δακτυλίων - ταινιών είτε αυτές διακοσμούνται με φυτικά κοσμήματα είτε έχουν καλυφθεί με μελανό ή ερυθρό υάλωμα (μέσα του 7 ου αι. και μετά). 60 Αυτό το σύστημα των λεπτότατων δακτυλίων ταινιών που χρησιμοποιείται στην Κόρινθο (πίν.15.β), υιοθετείται αργότερα από το ευβοϊκό εργαστήριο και είναι ένα σύνηθες διακοσμητικό σύστημα στα ευβοϊκά αγγεία του 7 ου αι. π.χ. Στις αρχές του 7 ου αι. π.χ. στην Κόρινθο, επινοείται η μελανόμορφη τεχνική, μια τεχνική, η οποία θα επηρεάσει στο τέλος του αιώνα και ιδιαίτερα στις αρχές του 6 ου αι. την Εύβοια. Η κομψότητα και η καθαρότητα της γραμμής, η εκλέπτυνση των 59 Βoardman 1952, 22, πολλά μοτίβα τέτοιας κλίμακας χρησιμοποίησαν οι Ερετριείς κεραμείς. 60 Payne 1931,

32 φυτικών μοτίβων και η απλούστευση των παραπληρωματικών κοσμημάτων που παρατηρούν στην Κόρινθο 61 γίνονται αισθητές και στην Εύβοια. Στα εργαστήρια της Εύβοιας παρατηρείται προσπάθεια για βελτίωση στην απόδοση των μορφών και των παραπληρωματικών μοτίβων. Ακόμη, εμφανίζεται η έντονη αξονικότητα και μια περιορισμένη ποικιλία από καμπυλόγραμμα περιγράμματα. Ο ρυθμός των ζώων ή η διακόσμηση των ζωνών με ζώα που έχουν ανατολικά χαρακτηριστικά (κεφάλια λιονταριών, μορφές φτερωτών πουλιών) 62 γίνεται πολύ έντονη αυτήν την περίοδο στην Εύβοια (πίν.15.β, γ), καθώς πιθαμφορείς, οινοχόες, κοτύλες και άλλα αγγεία στα τέλη του 7 ου αι. φέρουν παρόμοια διακόσμηση. Η Κόρινθος αποτέλεσε σημαντικό κέντρο επιρροής προς το ευβοϊκό εργαστήριο. Μαζί με την Αττική θεωρούνταν τα σημαντικότερα κεραμικά εργαστήρια της αρχαϊκής περιόδου και ήταν αδύνατο να μην επηρεάσουν το γειτονικό ευβοϊκό. Αττική: Η ζωγραφική των αγγείων στην Αττική τον 7 ο αι. π.χ. εξελίσσεται παράλληλα με την Πρωτοκορινθιακή κεραμική, χωρίς όμως να την χαρακτηρίζει η ταχύτατη εξέλιξη που παρατηρείται στην Κόρινθο. Τα πρώτα χρόνια αυτού του αιώνα οι αττικοί αγγειογράφοι έδειξαν διάθεση για πειραματισμούς και μεγάλη φαντασία και δεν τους απασχολούσαν προβλήματα κλίμακας και ισορροπίας. Την περίοδο αυτή, η Αττική και ιδιαίτερα οι δυο μεγάλες περιοχές της ο Κεραμεικός και ο Αναγυρούς, επηρεάζονται έντονα από την γειτονική Κόρινθο, αλλά παράλληλα αποτελούν και σφαίρα επιρροής για τους ζωγράφους της Ερέτριας. Όμως, παρά τα δάνεια που παρατηρούνται στα αττικά αγγεία από το κορινθιακό θεματολόγιο, οι αττικοί αγγειογράφοι, αρχίζουν βαθμιαία να ξεφεύγουν από αυτήν την έντονη εξάρτηση και να δημιουργούν αγγεία με δική τους ταυτότητα. Όπως είναι φυσικό και τα αντίστοιχα ευβοϊκά εργαστήρια δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστα από τα γειτονικά Αττικά. Σίγουρα η επιρροή που δέχτηκαν 61 Cook 1994, Ριτσώνης 1997, 80, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στις ζωικές μορφές, αποτελούν χαρακτηριστικό ζωγραφικό στοιχείο των Ερετριέων αγγειογράφων που παραμένει μέχρι το τέλος της ανατολίζουσας περιόδου. 32

33 από τα αττικά φαίνεται να ήταν μικρότερη από αυτή των κορινθιακών, όμως δεν παύει να είναι αισθητή. Στο πρώτο τέταρτο του 7 ου αι. (όταν η αττική κεραμική δεν είχε βρει ακόμη το πραγματικό της πρόσωπο στην αγγειογραφία), χρονολογείται ένας πρωτοαττικός αμφορέας λουτροφόρος, ο οποίος αποδίδεται στο ζωγράφο του Αναλάτου και επηρέασε ως ένα βαθμό τη διακόσμηση της ευβοϊκής κεραμικής (πίν.16.α, β). Ο Ριτσώνης θεωρεί πως τα χαρακτηριστικά με τα οποία έχουν αποδοθεί τα πρόσωπα των μορφών, εντοπίζονται τα επόμενα χρόνια σε αγγεία της Ερέτριας 63. Κεφάλια σε προφίλ, γραμμές αιχμηρές που σχηματίζουν γωνίες και μέτωπα με απότομη κλίση είναι κάποια χαρακτηριστικά που υιοθετούνται από τους Ερετριείς αγγειογράφους. Εκτός, από τις ομοιότητες στην απόδοση των προσώπων των μορφών, ομοιότητες παρατηρούνται και στη στάση των μορφών. Η διακόσμηση στον λαιμό, του αμφορέα λουτροφόρο του Ζ. του Αναλάτου απεικονίζει σκηνή χορού που απαρτίζεται από νέες και νέους, που κρατούν κλαδιά (πίν.16.γ). Το ίδιο θέμα έχουν ακολουθήσει και οι αγγειογράφοι από την Ερέτρια, στη διακόσμηση του λαιμού των πιθαμφορέων, οι οποίοι κοσμούνται με γυναικείες μορφές σε πομπή ή εν στάσει. Ο Boardman αναφέρει πως μπορεί να υπάρχουν ομοιότητες με αττικά αγγεία, όμως το κυκλαδικό εργαστήριο από την Πάρο, γνωστό ως «μηλιακό» και η διακόσμηση αυτού είναι πιο κοντά στην Ερέτρια. 64 Επίσης, υποστηρίζει πως οι λεπτομέρειες και τα μοτίβα μπορεί να είναι αττικά, όμως η τεχνική και το στιλ αυτών των αγγείων πρέπει να είναι κυκλαδικό. Το διακοσμητικό σύστημα των αττικών αγγείων παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα, η οποία πολλές φορές γίνεται αισθητή και στα αγγεία της Ερέτριας. Η διακόσμηση καλύπτει και τις δυο πλευρές του αγγείου έτσι ώστε, να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην κύρια και τη δευτερεύουσα όψη. Στην μπροστινή πλευρά των αττικών αγγείων κυριαρχούν ένα ή δυο διακοσμημένα πεδία, τα οποία πλαισιώνονται με παραπληρωματικά μοτίβα, λωρίδες ή ταινίες (πίν.17.α). Ένα παράδειγμα τέτοιου αγγείου αποτελεί ο λεβητοειδής κρατήρας Γ από τον Τύμβο Α στον Αναγυρούντα. Ο κρατήρας αυτός στην μπροστινή πλευρά τους κοσμείται με πομπή τεσσάρων γυναικών, οι οποίες κινούνται από τα αριστερά προς τα δεξιά και φορούν δωρικό 63 Ριτσώνης 1997, Βoardman 1952, 24, αναφέρει πως η διακόσμηση των αγγείων αυτών είναι περισσότερο πιο κοντά στα «μηλιακά», παρά στα αττικά, καθώς το εργαστήριο αυτό των Κυκλάδων δραστηριοποιήθηκε νωρίτερα σε σχέση με το αντίστοιχο αττικό. Η χρονολογική ταύτιση των αγγείων της Ερέτριας με αυτά της Πάρου ή της «μηλιακής» τεχνοτροπίας δεν θα ήταν ορθή. 33

34 πέπλο. Η πομπή αυτή χαρακτηρίζεται από συμμετρία, καθώς τονίζεται έντεχνα ο διαχωρισμός των πεδίων της παράστασής της 65. Εκτός από τη διακόσμηση της μπροστινής πλευράς με πομπές γυναικών με θρησκευτικό χαρακτήρα που φέρουν κλαδιά ή λουλούδια με σηκωμένα χέρια που παρατηρείται στους ευβοϊκούς πιθαμφορείς και αποτελεί αττική επιρροή και ο διαχωρισμός των διακοσμητικών πεδίων αποτελεί επιρροή της Αττικής στην Εύβοια. Επίσης, το θέμα με δυο ζώα σε αντιθετική διάταξη και μια μετόπη που οριοθετείται δεξιά και αριστερά από παραπληρωματικά θέματα, είναι ένα ακόμη διακοσμητικό μοτίβο που παρατηρείται συχνά στα ευβοϊκά αγγεία. Αγγεία από τον Αναγυρούντα όπως λεκάνες 66 και κρατήρες 67, φέρουν το ίδιο διακοσμητικό σύστημα με τα αντίστοιχα ευβοϊκά. Το θέμα της σύνθεσης δείχνει την εστίαση της παράστασης που είναι σε υψηλό βαθμό και τον τρόπο της σκέψης του καλλιτέχνη. Πιθανόν να τα χρησιμοποιεί με τέτοιο τρόπο ώστε να συμβάλουν στην πλήρωση του κενού χώρου. Εκτός από τον Αναγυρούντα, σημαντικά κεραμικά εργαστήρια στην Αττική υπήρχαν στον Κεραμεικό. Η αντιθετική διάταξη, ο τονισμός του θέματος της παράστασης και τα εραλδικά στοιχεία ήταν πιο έντονα από το αντίστοιχο του Αναγυρούντα. Τα στοιχεία αυτά συναντώνται πολύ συχνά και στα ευβοϊκά εργαστήρια. Ο τονισμός της κεντρικής παράστασης, οι εραλδικές συνθέσεις με κεντρικό κόσμημα απαντώνται π.χ. σε έναν κρατήρα από το νεκροταφείο του Κεραμεικού. 68 Στην μπροστινή πλευρά, υπάρχει ένα εραλδικό θέμα δυο αντωπές σφίγγες και κεντρικά διακοσμητικά μοτίβα. Στην πίσω πλευρά κοσμείται με το χαρακτηριστικό μοτίβο της θηλειάς, το οποίο βρίσκουμε στους ευβοϊκούς πιθαμφορείς. Το θέμα της σύνθεσης και ο τρόπος διακόσμησης του αγγείου αυτού θυμίζει ευβοϊκά αγγεία των μέσων του 7 ου αι. και αποδεικνύει ομοιότητες και επιρροές των αττικών εργαστηρίων στην Εύβοια. Ένα ακόμη στοιχείο, το οποίο αποτελεί αττική επιρροή είναι η εναλλαγή των σκοτεινών και των φωτεινών ακτίνων στο χείλος του αγγείου, μια διακόσμηση που εντοπίζεται σε αρκετά αγγεία του ευβοϊκού εργαστηρίου. Η επιρροή των αττικών αγγείων δεν ήταν τόσο έντονη όσο των κορινθιακών κατά τον 7 ο αιώνα. Η επιρροή της Αττικής θα γίνει μεγαλύτερη στον 6 ο αι. π.χ., μια εποχή όπου αρχίζει να κυριαρχεί και ο αττικός μελανόμορφος ρυθμός. Όμως, υπήρχαν και άλλα γειτονικά 65 Παπασπυρίδη Καρούζου 1963, 37 39, πίν. f. 66 Παπασπυρίδη Καρούζου 1963, 31, εικ , στη λεκάνη αυτή και οι δυο όψεις φέρουν συμμετρική διάταξη. Στην πίσω όψη δυο σειρήνες αντωπές. 67 Παπασπυρίδη Καρούζου 1963, 39 40, πιν. 16, στη βάση του κρατήρα Β, απεικονίζονται σφίγγες σε αντιθετική διάταξη και η μετόπη οριοθετείται δεξιά και αριστερά από δυο κίονες. 68 Kübler 1970, , πιν

35 εργαστήρια που επηρέασαν το ευβοϊκό εργαστήριο, όπως το βοιωτικό (Θήβα), το κυκλαδικό(πάρος) και άλλα ανατολικά εργαστήρια(μίλητος, Χίος, Σάμος). Κυκλάδες: («μηλιακή» ομάδα) Η τεχνοτροπία των Κυκλάδων που επηρέασε το ευβοϊκό εργαστήριο ήταν η «μηλιακή», η οποία αναπτύχθηκε στο νησί της Πάρου. Η παραγωγή του κυκλαδικού εργαστηρίου είναι πρωιμότερη από αυτή του ευβοϊκού, όπως φανερώνουν τα πολλά αγγεία που έχουν βρεθεί κυρίως, στο νησί της Ρήνειας 69 και αντιπροσωπεύουν αυτή την τεχνοτροπία. Στα αγγεία αυτά είναι εμφανής η επιρροή της Ανατολικής Ελλάδας, καθώς από το πρώτο μισό του 7 ου αι. τα κυκλαδικά εργαστήρια δέχονται καταιγισμό από νέα ανατολίζοντα διακοσμητικά μοτίβα. Οι Κυκλάδες αποτέλεσαν έναν σταθμό και μια περιοχή από όπου εξαπλώθηκαν αυτά τα μοτίβα. Η μηλιακή τεχνοτροπία εισάγοντας στη διακόσμησή της παρόμοια μοτίβα συνέβαλε στη γρήγορη διάδοσή τους σε γειτονικά εργαστήρια. Η επιρροή του κυκλαδικού εργαστηρίου απέναντι στο ευβοϊκό παρατηρείται κυρίως στη διακόσμηση των αγγείων και ιδιαίτερα των πιθαμοφορέων αλλά και στο σχήμα των αγγείων. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η διακόσμηση του λαιμού των αγγείων (κυρίως των πιθαμφορέων) στην Ερέτρια με γυναικείες μορφές αλλά και η ένταξη του θέματος σε μετόπη αποτελεί στοιχείο επιρροής του κυκλαδικού εργαστηρίου στο ευβοϊκό (πίν.17.α, β). Όμως, η επιρροή δεν σταματά μόνο εδώ, καθώς υπάρχουν πολλές ομοιότητες και στη διακόσμηση της κοιλιάς των πιθαμφορέων. Ένας κυκλαδικός αμφορέας από την Πάρο (πίν.17.γ) φέρει στην κοιλιά μια διακοσμητική μετόπη με ένα ζεύγος αντικριστών σφιγγών, οι οποίες πλαισιώνονται από διάφορα γραμμικά και καμπυλόγραμμα μοτίβα. Παρόμοιες διακοσμητικές συνθέσεις φέρουν και οι ερετριακοί πιθαμφορείς (πίν.17.δ), όπου σε διακοσμητική μετόπη στο τμήμα της κοιλιάς απεικονίζονται τερατόμορφα ζώα, τα οποία πλαισιώνονται από ανατολίζοντα κοσμήματα. Οι επιδράσεις του κυκλαδικού εργαστηρίου δεν περιορίζονται μόνο στη διακόσμηση των αγγείων. Είναι πολύ πιθανό, οι Κυκλάδες να επηρέασαν το ευβοϊκό εργαστήριο και ως προς το σχήμα του πιθαμφορέα 70. Οι Ευβοείς κεραμείς, μπορεί να 69 Βoardman 1952, 24, Μηλιακά αγγεία έχουν βρεθεί σε πολλά νησιά, όμως ο μεγαλύτερος αριθμός προέρχεται από την Δήλο (Ρήνεια). 70 Βoardman 1952, 15 16, το ψηλό κωνικό πόδι του πιθαμφορέα, συναντάται και στους «Μηλιακούς» πιθαμφορείς, οι οποίοι κατασκευάζονταν πολύ νωρίτερα από τους αντίστοιχους ευβοϊκούς. 35

36 εισήγαγαν το σχήμα του αγγείου από την Πάρο, όμως το παράλλαξαν και κατασκεύασαν έτσι ένα σχήμα μοναδικό, το οποίο αντιπροσωπεύει την ευβοϊκή κεραμική του 7 ου αι. π.χ. Ο χώρος του Αιγαίου και ιδιαίτερα η νησίδα της Ρήνειας απέναντι από τη Δήλο, χαρακτηρίζεται από τον μεγάλο αριθμό αγγείων που έχουν βρεθεί, γνωστά ως «μηλιακά». Τα «μηλιακά» αγγεία έχουν ως χαρακτηριστικό τη διακόσμηση σε ζώνες και πεδία. Ο διαχωρισμός των ζωνών δημιουργεί στο σώμα μια οργανική σύνδεση που ξεκινά από κάτω και φτάνει μέχρι τον ώμο του αγγείου καλύπτοντας και την κύρια εικονιστική παράσταση. 71 Ομοιότητες με αγγεία της «εραλδικής» περιόδου στην Εύβοια παρατηρούνται σε αγγεία της μηλιακής τεχνοτροπίας. Μια υδρία 109,(1264) μηλιακής τεχνοτροπίας της ύστερης φάσης, διακοσμείται με λιοντάρια σε κεντρική μετόπη. Η παράσταση βρίσκεται στην κοιλιά του αγγείου ανάμεσα στις λαβές και πλαισιώνεται από δευτερεύοντα διακοσμητικά μοτίβα. Στο κάτω μέρος διακοσμείται με ζώνη ενάλληλων γωνιών και στη βάση, με ακτινωτό μοτίβο. Η υδρία αυτή, φέρει διακόσμηση σε πεδίο σύνθεσης με ζώο, ένα διακοσμητικό μοτίβο που απαντά πολύ συχνά στα ευβοϊκά αγγεία. Η επιρροή του μηλιακού εργαστηρίου είναι πολύ μεγάλη, αν παρατηρήσουμε πως το σύστημα της διακόσμησης των ευβοϊκών αγγείων, τόσο της προεραλδικής όσο και της εραλδικής φάσης καλύπτει και τις τρεις περιόδους παραγωγής των «μηλιακών» αγγείων. 72 Βοιωτία: (Θήβα) Μια επιπλέον περιοχή, η οποία είχε ιδιαίτερη σημασία για τα κεραμικά εργαστήρια της Ερέτριας, είναι η Βοιωτία. Η κεραμική τέχνη της Βοιωτίας τον 7 ο αι. π.χ. ακολουθεί ανατολικά πρότυπα και παρατηρούνται πολλές επιρροές από την πρωτοκορινθιακή, την πρωτοαττική και την κυκλαδική κεραμική. Έχει υποστηριχθεί πως η τεχνοτροπία όσον αφορά τις μορφές στη Βοιωτία, παρόλο που έχει δεχτεί επίδραση από την Ανατολή, είναι οπισθοδρομική και όχι ανεξάρτητη. Η Ruckert στη μονογραφία της για τα σχήματα και τη διακόσμηση των βοιωτικών αγγείων στα τέλη του 8 ου αι. έως και τις αρχές του 7 ου αι. π.χ., αναφέρει ομοιότητές τους ως προς τη διακόσμηση και το σχήμα με τα αντίστοιχα ευβοϊκά. Διακρίνει ομοιότητες στη διακόσμηση σε αμφορείς τύπου C και κρατήρες από τη Βοιωτία και συγκεκριμένα αναφέρει πως φέρουν διακόσμηση «ευβοϊκό κυκλαδική» 71 Ζαφειροπούλου 1985, Ζαφειροπούλου 1985,

37 (πίν.18.α, β) 73. Το δεύτερο ήμισυ του 7 ου αι. υπάρχουν χρονικά διαστήματα με ενδείξεις για παραστάσεις και συνθέσεις που εμφανίζονται και στα δυο εργαστήρια. Όμως, αυτές οι ομοιότητες στη διακόσμηση των βοιωτικών αγγείων δεν μπορεί να θεωρηθούν ως επιρροές του βοιωτικού εργαστηρίου απέναντι στο ευβοϊκό αλλά το αντίθετο μάλλον, καθώς το βοιωτικό εργαστήριο παρήγαγε αγγεία υπογεωμετρικού ρυθμού ακόμη, και στα τέλη του 8 ου αι. π.χ. Έως και τα μέσα του 7 ου αι., το βοιωτικό εργαστήριο παρήγαγε αγγεία με Υπογεωμετρική διακόσμηση (οινοχόες, κρατήρες, αμφορείς τύπου Α, Β, C) με κύριο χαρακτηριστικό τα γεωμετρικά μοτίβα 74. Το βοιωτικό εργαστήριο επηρεάστηκε, όπως και το ευβοϊκό, από το κυκλαδικό εργαστήριο, όπως διαπιστώνουμε και από το σχήμα του πιθαμφορέα που παρήγαγε τον 7 ο αι., όσο και από τη διακοσμητική μετόπη μεταξύ των διπλών λαβών στην κοιλιά του αγγείου, με την οποία συνήθιζαν να διακοσμούν διάφορα σχήματα αγγείων (κρατήρες και αμφορείς τύπου C). To ευβοϊκό εργαστήριο πολύ πιθανό να επηρεάστηκε από το σχήμα του αμφορέα τύπου C, καθώς οι ομοιότητες είναι πολλές, όπως οι διπλές λαβές και τα κάθετα τοιχώματα του λαιμού 75. Ομοιότητες ανάμεσα στο βοιωτικό εργαστήριο του 7 ου αι. και το αντίστοιχο ευβοϊκό παρουσιάζουν και οι ανάγλυφοι πίθοι. Τέτοια έργα μπορούν κάλλιστα να συγκριθούν και με αγγεία της «προεραλδικής» περιόδου της Ερέτριας (πίν.18.γ), αλλά και με ανάγλυφους πίθους ευβοϊκών εργαστηρίων. Ένας ανάγλυφος ενεπίγραφος πίθος βρέθηκε στους Ζάρακες της Καρυστίας, στη Νότια Εύβοια, και χρονολογείται στα μέσα του 7 ου αι. Ο ανάγλυφος πίθος είναι πιθανόν ευβοϊκού εργαστηρίου και δε σώζεται πλήρης (πέντε συγκολλημένα τμήματα από τη ζώνη του λαιμού και του ώμου). 76 Οι συμμετρικά τοποθετημένες σε ζωφόρους μορφές, που γεμίζουν το πεδίο της παράστασης που συναντούμε στους βοιωτικούς πίθους κοσμούν και πρωιμότερους ανάγλυφους πίθους από την Εύβοια. Τα κοινά σχήματα και οι ομοιότητες στη διακόσμηση των αγγείων στα δυο εργαστήρια αποδεικνύουν πως η πολύχρονη σχέση μεταξύ τους θα πρέπει να θεωρηθεί σίγουρη. 73 Rückert 1976, 55, Rückert 1976, Το ευβοϊκό εργαστήριο, πολύ πιθανό να επηρεάστηκε από βοιωτικά πρότυπα, καθώς οι Υπογεωμετρικοί βοιωτικοί αμφορείς χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 7 ου αι. π.χ., ενώ οι ερετριακοί πιθαμφορείς στο δεύτερο μισό του αιώνα. Βoardman 1952, Ματθαίου ,

38 Ανατολικά Εργαστήρια Ανατολικής Ελλάδος:(Χίος, Σάμος, Μίλητος) Είναι γνωστό ότι στο πρώτο τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. παρουσιάζονται νέα διακοσμητικά στοιχεία στην Ανατολική Ελλάδα, τα οποία αυξάνονται στο δεύτερο τέταρτο του αιώνα. Η διείσδυση αυτών των στοιχείων γίνεται πιο γρήγορα σε κάποια νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, όπως η Σάμος, η Χίος και η Ρόδος. Η επιρροή των ιωνικών πόλεων και νησιών στο ευβοϊκό εργαστήριο δεν ήταν άμεση, καθώς τα διακοσμητικά μοτίβα και οι διακοσμητικές τεχνικές αυτών των εργαστηρίων θα επηρεάσουν σταδιακά όλη την κεραμική παραγωγή σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου. Το χαρακτηριστικό υπόλευκο επίχρισμα πάνω στα λεπτά τοιχώματα των χιώτικων αγγείων 77 και το λευκό επίχρισμα αλλά και η διακόσμηση με τους αίγαγρους και άλλα ζώα σε ζωφόρους, αποτέλεσαν τα πιο δημοφιλή γνωρίσματα της ανατολικής Ελλάδας 78. Αυτά τα διακοσμητικά μοτίβα όπως και η διακόσμηση με το σύστημα των ζωνών και τα ανατολίζοντα παραπληρωματικά μοτίβα ήταν στοιχεία που εισχώρησαν στα εργαστήρια της Ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως και στην Εύβοια μέχρι το τελευταίο τέταρτο του αιώνα (πίν.18.γ, δ). Τα καλλιτεχνικά ρεύματα της ανατολίζουσας περιόδου έρχονταν από την Ανατολή μέσω της Στερεάς και των Κυκλάδων επηρεάζοντας αρκετά τα επαρχιακά εργαστήρια, όπως ήταν το ευβοϊκό. Όμως, οι κεραμείς έδωσαν έναν δικό τους προσωπικό χαρακτήρα στα νέα αυτά μοτίβα ανάλογα με την περιοχή και την προϋπάρχουσα παράδοση. Δεν τα υιοθέτησαν αυτούσια, αλλά τα ανέταξαν στο τοπικό εργαστήριο και προσδίδοντάς τους έναν ιδιαίτερο επαρχιακό χαρακτήρα. Ο Βoardman αναφέρει πως το ευβοϊκό κεραμικό εργαστήριο δεν διαδραμάτισε σημαντικό και αυτούσιο ρόλο στην αγγειογραφία της περιόδου και ότι άντλησε από γειτονικές περιοχές το περιεχόμενο της ζωγραφικής του έμπνευσης Lemos 1986, Schiering 1957, Βoardman 1952,

39 ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ 7 ΟΥ ΑΙ. π.χ. Προς τα τέλη της Γεωμετρικής Περιόδου, κατά τον ύστερο 8 ο αι. π.χ., παρατηρείται στον ελληνικό χώρο μια ολοκληρωμένη αλλαγή στην αντίληψη της τέχνης. Η νέα πνευματική κατάσταση προσανατολίζεται στον κύκλο της Ανατολής και επηρεάζει την ελληνική τέχνη περισσότερο από έναν αιώνα. Η Εύβοια δεν έμεινε ανεπηρέαστη από αυτήν την εξέλιξη, με κύριο κέντρο την Ερέτρια να παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία του «ανατολίζοντος» ρυθμού. 80 Οι Ευβοείς κεραμείς προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια εικόνα ενός μεγάλου εργαστηρίου από τα πρώτα κιόλας χρόνια του 7 ου αι. Όμως, τα έργα τους δεν μαρτυρούν κάτι τέτοιο, καθώς τα αγγεία δίνουν την εικόνα ενός μέτριου αλλά δημιουργικού εργαστηρίου 81. Χαρακτηριστικά αγγεία της περιόδου αποτελούν οι πιθαμφορείς που παράγονται σε μεγαλύτερη συχνότητα, αλλά και τα κύπελλα (πρόχοι), οι λέβητες, οι οινοχόες, οι κρατήρες και οι αμφορίσκοι σε μικρότερο ποσοστό. Τα περισσότερα αγγεία έφεραν γραπτή διακόσμηση, που είτε την κληρονόμησαν από άλλες περιοχές (Κυκλάδες, Αττική, Ανατολική Ελλάδα) είτε τη δημιούργησαν μόνοι τους. Τα εικονογραφικά θέματα: Ζώα και μυθολογικά όντα: α) Η απεικόνιση πραγματικών ζώων στα αγγεία και ειδικότερα στα αγγεία της πρώιμης εραλδικής περιόδου ήταν σπάνια, καθώς στη διακόσμηση κυριαρχούσαν τα μυθολογικά όντα (σφίγγες). Ζώα στις διακοσμητικές ζώνες παρατηρούνται μόνο στους πιθαμφορείς (πίν.7.α, β, γ), (πίν.8.γ, δ) και Η μόνη ζωική μορφή που γνωρίζουμε είναι το λιοντάρι, πάντα στην ζώνη της κοιλιάς, μόνο του, με κατεύθυνση προς τα δεξιά (σύμφωνα με τον θεατή). Περισσότερα ζώα χρησιμοποιήθηκαν εντονότερα στην εραλδική περίοδο, όπου οι Ευβοείς κεραμείς εισήγαγαν στο ρεπερτόριο τους και διάφορα πτηνά (χήνες ή κύκνους) 82. Τα λιοντάρια της προεραλδικής περιόδου σχεδιάζονταν μεγαλόσωμα, συνήθως εύσαρκα (αμφορέας 12077, και 16619), με μεγάλο κεφάλι και κάλυπταν όλο το τμήμα της ζώνης ή της μετόπης. Το σώμα τους ήταν σχεδιασμένο με την τεχνική της σκιαγραφίας ενώ το κεφάλι με την τεχνική του περιγράμματος. Το 80 Nilsson 1903, 141, υποστήριξε ότι ορισμένα θέματα εισήλθαν στο ρεπερτόριο της Αττικής μέσω της Ερέτριας, στο β μισό του αιώνα. 81 Ριτσώνης 1997, Βλ. ό. π. σημ

40 σώμα ήταν χωρισμένο με γραμμώσεις σε περισσότερα τμήματα. Το επάνω και το κάτω τμήμα του σώματος είναι ισομεγέθη και χωρίζονται μόνο από το μεγάλο ανοικτό στόμα. Ως οριακή γραμμή του λαιμού σχεδιάζεται μια απλή καμπύλη, η οποία ξεκινά από το αυτί σε σχήμα καρδιάς και φτάνει μέχρι το σαγόνι. Η μύτη αποδίδεται ως άγκιστρο και τα δόντια με τέτοιο τρόπο ώστε να φανερώνουν την άγρια έκφραση του ζώου. Ο τύπος των λιονταριών είναι ο γνωστός υστεροχεττιτικός, που διαδόθηκε από την Ανατολή και επικράτησε στην ελληνική αγγειογραφία ως το τελευταίο τέταρτο του 7 ου αι (κεφάλι περίπου τετράγωνο, στόμα ανοικτό και με τη γλώσσα να κρέμεται προς τα έξω, λαιμός χωρίς χαίτη, σώμα ελαστικό, ανυψωμένη ουρά) 83. Όπως είναι φυσικό, οι Ευβοείς κεραμείς δεν υιοθέτησαν επακριβώς αυτό το σχέδιο του λιονταριού, αλλά το παρουσίασαν με πολλές παραλλαγές (συρρίκνωση του ρύγχους, άγρια όψη). Tα ερετριακά λιοντάρια δεν αποδίδονταν πάντα με μια συγκεκριμένη στάση, αλλά είτε καθήμενα ή οκλάζοντα, άλλοτε ιστάμενα είτε κινούμενα ή σε στάση αναμονής. Ο τρόπος με τον οποίο αποδίδονταν και η θέση στην οποία σχεδιάζονταν τα ευβοϊκά λιοντάρια, αποκάλυπταν τον σημαντικό ρόλο που λάμβανε στην διακόσμηση του αγγείου. Τα λιοντάρια της εραλδικής φάσης αποδίδονται πάντα αντωπά και κοσμούν και αυτά τη ζώνη της κοιλιάς του αγγείου (πιθαμφορέα). Η σχεδίαση του λιονταριού δεν έχει αλλάξει (σχεδιάζονται με την τεχνική της σκιαγραφίας και του περιγράμματος) παρά μόνο το μέγεθος αυτού, καθώς η μορφή του ακολουθεί τη μείωση της διακοσμητικής ζώνης [(αμφορέας 12436α,12436β, 12436γ), (πίν.9.α, β, γ)]. Το σώμα του ζώου και η θέση του συνεχίζουν να σχεδιάζονται εντυπωσιακά με δυναμικές γραμμές και έμφαση στη λεπτομέρεια. Νέα ζωική μορφή που εισάγεται στη διακόσμηση των αγγείων αποτελεί ο κύκνος. Οι κύκνοι κάλυπταν πάντα το τμήμα του λαιμού των πιθαμφορέων και αποδίδονταν αντιθετικά 84. Ήταν σχεδιασμένοι με την τεχνική της σκιαγραφίας, ενώ τα πτερά, το κεφάλι και ο λαιμός με χάραξη με την οποία δηλωνόταν η διάρθρωση των μελών του σώματος του ζώου 85. Συνήθως, μεταξύ των δυο πτηνών τοποθετούσαν ένα φυτικό κόσμημα, το οποίο βοηθούσε στη συμμετρική διάταξη των δυο πτηνών μέσα στη μετόπη. 83 Ζαφειροπούλου 1985, Βoardman 1957, 16, ένας κύκνος κοσμεί και τον λαιμό ενός κυπέλλου ή πρόχου (Berlin 2664). Δεν ακολουθεί τις αναλογίες των κύκνων των πιθαμφορέων, καθώς έχει σχεδιαστεί με τέτοιον τρόπο ώστε να καλύπτει όλο την επιφάνεια του λαιμού. 85 Ριτσώνης 1997, 74, σε αντίθεση με την πρώτη περίοδο, στη δεύτερη εμφανίζεται για πρώτη φορά η αντιθετική διάταξη των ζώων και δίνει έντονο το στοιχείο της αντιθετικής συμμετρίας. 40

41 Το λιοντάρια και οι κύκνοι αποτέλεσαν τις κύριες ζωικές μορφές που εμφανίζονται στην αγγειογραφία του 7ου αι. π.χ. Μια μοναδική και σπάνια ζωική μορφή για το ευβοϊκό εργαστήριο αποτέλεσαν τα φίδια. Ένα φίδι εικονίζεται κατά μήκος του λαιμού ενός κυπέλλου ή πρόχου (CA2365) στο Μουσείο του Λούβρου (πίν.12.α, β). Το φίδι έχει σχεδιαστεί με σκιαγραφία και δεν χαρακτηρίζεται για την ιδιαίτερη τεχνική του. Τα μυθολογικά όντα αποτέλεσαν και αυτά δάνεια της Ανατολής και ειδικότερα της Ανατολίζουσας περιόδου για την Εύβοια. 86 Κυρίαρχο μυθολογικό ζώο για το ευβοϊκό εργαστήριο της προεραλδικής και της εραλδικής περιόδου αποτέλεσε η σφίγγα. Κανένα άλλο μυθολογικό ζώο δεν είναι γνωστό στην κεραμική της Εύβοιας στον 7 ο αι. Στην προεραλδική φάση η μορφή της σφίγγας διακοσμεί μόνο έναν πιθαμφορέα (12129) στο τμήμα της κοιλιάς του αγγείου (πίν.6.β). Δεν συνηθιζόταν στην διακόσμηση των αγγείων της πρώιμης φάσης, καθώς τη ζώνη της κοιλιάς κοσμούσαν συνήθως λιοντάρια. Η σφίγγα στον πιθαμφορέα (12129) αποδίδεται οκλάζουσα και ζυγισμένη ανάμεσα στα μπροστινά και πίσω πόδια. Η ανατομία του σώματος δηλώνεται με χάραξη, η οποία εντοπίζεται στα πόδια, στο διάδημα και στα δρεπανωτά φτερά. Ο ζωγράφος δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη θέση της σφίγγας, καθώς την τοποθετεί στο κέντρο της μετόπης. Στην εραλδική περίοδο, η σφίγγα χρησιμοποιείται με μεγαλύτερη συχνότητα στη διακόσμηση των πιθαμφορέων. Σε αυτή τη φάση οι σφίγγες αποδίδονται αντιθετικά και οκλάζουσες και σπανίως φέρουν πόλο(πιθαμφορέας 1006). Πλέον δεν κοσμούν μόνο την κοιλιά αλλά και τον λαιμό, ποτέ όμως, ταυτόχρονα [πιθαμφορείς 1008 (πίν.10.α δ), 12436γ (πίν.9.γ), 12436δ (πίν.9.δ)]. Οι σφίγγες και σε αυτή τη φάση αποδίδονται οκλάζουσες, σε μικρότερο μέγεθος, ακολουθώντας το ύψος της μετόπης, με δηλωμένα τα ανατομικά τους χαρακτηριστικά. Οι λεπτομέρειες τόσο του προσώπου όσο και των πτερών αποδίδονται με χάραξη. Ανθρώπινες μορφές: Στην ερετριακή κεραμική του 7 ου αι., οι ανθρώπινες μορφές δεν αποτελούσαν σύνηθες διακοσμητικό θέμα. Η εμφάνιση των ανθρώπινων μορφών παρατηρείται μόνο στην προεραλδική φάση του εργαστηρίου και 86 Ριτσώνης 1997, 73, η σφίγγα της ανατολίζουσας περιόδου εμφανίστηκε στον ύστερο 8 ο αι. στην Κόρινθο, στην Αττική, στην Ανατολική Ελλάδα και κυριάρχησε ως δαιμονικό ζώο. Ήταν σχεδιασμένα τρία στοιχεία, η ανθρώπινη μορφή, το σώμα του λιονταριού και τα πτερά. Η σφίγγα εισήλθε στην ελληνική τέχνη και υιοθετήθηκε από πολλά εργαστήρια όπως το ευβοϊκό. 41

42 διακοσμούσαν πάντα τη μετόπη του λαιμού των πιθαμφορέων, καθώς στην επόμενη περίοδο η διακόσμηση της ζώνης του λαιμού θα γίνεται με εραλδική σύνθεση. Ο λαιμός των πιθαμφορέων της πρώιμης φάσης κοσμούταν πάντα με ένα και μοναδικό θέμα: πομπή ή λιτανεία από τρεις ή τέσσερις γυναίκες με κλαδί ή στεφάνι, το οποίο κρατούν στα ανασηκωμένα χέρια τους 87 (πιθαμφορείς (πίν.7.α γ), (πίν.8. γ, δ), 12129, 16619). Οι κεφαλές των γυναικείων μορφών στην αρχή της προεραλδικής φάσης σχεδιάζονται διαφορετικά από αυτές στο τέλος της ίδιας φάσης (πιθαμφορείς 12129, 12077) 88. Η σχεδίαση της κόμμωσης των γυναικείων μορφών στις αρχές της φάσης έχει πολλές ομοιότητες με αυτή της ομάδας Bc 20 των κυκλαδικών αγγείων από τη Δήλο αλλά και με αυτές της Πρωτοκορινθιακής περιόδου 89. Η κόμμωση διαιρούταν σε δυο ή τρία μέρη: στεφάνη ή ταινία στο επάνω μέρος της κεφαλής, δέσιμο στον αυχένα. και τα υπόλοιπα μαλλιά να πέφτουν στους ώμους. Το κεφάλι αποδίδεται σε προφίλ και οι γραμμές του προσώπου δεν είναι ξεκάθαρες, καθώς το επάνω τμήμα της κεφαλής και του μετώπου είναι συμπιεσμένα. Η μύτη αποδίδεται με οξεία γωνία και το μάτι με ένα μελανό κύκλο. Στο τέλος της φάσης η κόμμωση αλλάζει, καθώς παριστάνεται περισσότερο ογκώδης (με δέσιμο μόνο στον αυχένα), το πρόσωπο συνεχίζει να αποδίδεται σε προφίλ και οι γραμμές του προσώπου γίνονται απαλές και καμπύλες, με αποτέλεσμα η κεφαλή να φαίνεται πιο πλατιά (πιθαμφορείς 12128, 12130). Το ένδυμα των γυναικείων μορφών είναι σχεδιασμένο και διαιρημένο σε δυο μέρη. Το επάνω μέρος έχει σχήμα κύβου, ενώ το μακρύτερο ένδυμα έχει κωδωνόσχημη μορφή. Το ένδυμα συγκρατείται με μια ζώνη. Οι μορφές είναι με ακρίβεια ζωγραφισμένες, σε ίσες αποστάσεις καλύπτοντας έντεχνα τον χώρο της μετόπης. Η συμμετρία στις μορφές δεν αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό, καθώς στον πιθαμφορέα (πίν.8. γ, δ), δυο γυναικείες μορφές αποδίδονται με μικρότερο μέγεθος, ίσως για να δηλωθεί η σκηνή του χορού σε κύκλο και όχι μια λιτανεία 90. Το διακοσμητικό θέμα του λαιμού αποτελεί ένα ιδιαίτερο γνώρισμα των πιθαμφορέων της προεραλδικής φάσης και πρέπει να οφείλεται σε αττική επιρροή. 87 Ριτσώνης , 25, δεν έχουν διακοσμητικό χαρακτήρα και είναι βέβαιο ότι προέρχεται από τη σφαίρα του μύθου και ότι δεν έχουν μόνο θρησκευτικό ή λατρευτικό χαρακτήρα. 88 Ριτσώνης 1997, Ριτσώνης , 27, οι ομοιότητες μεταξύ των εργαστηρίων είναι πολλές, όμως αναφέρει πως οι Ευβοείς αγγειογράφοι εξέλιξαν την κόμμωση σε τέτοιο βαθμό που να χαρακτηρίζει μόνο την Ερέτρια. 90 Ριτσώνης 1997,

43 Σύμφωνα με τον Αγ. Ριτσώνη, οι Ερετριείς ζωγράφοι ακολουθούν τις παραστάσεις των Πρωτοαττικών αγγείων, οι οποίες με τη σειρά τους βασίζονται στα πρότυπα της καλούμενης «μηλιακής» αγγειογραφίας 91. Διακοσμητικά Μοτίβα: Σε κανένα εργαστήριο της εποχής δεν κυριαρχούν τόσο πολύ στην εμφάνιση του αγγείου τα διακοσμητικά στοιχεία όσο στο ευβοϊκό. Οι ζωικές και οι ανθρώπινες μορφές, όταν υπάρχουν, συνδυάζονται σε μια ενότητα, που αναπτύσσεται και καλύπτει όλη την επιφάνεια του αγγείου. Η ευβοϊκή διακοσμητική «γλώσσα» αποτελεί μια σύνθεση γραμμικών και φυτικών στοιχείων, σε αντίθεση με το αντίστοιχο πρωτοαττικό και τα ιωνικά εργαστήρια, όπου κυριαρχούν τα φυτικά μοτίβα. Στην ευβοϊκή, όπως και στη «μηλιακή» αγγειογραφία τα στοιχεία της φυτικής διακόσμησης υποτάσσονται στις συνθέσεις των γραμμικών σχεδίων 92. Κυρίαρχο κόσμημα της βάσης αποτελεί το ακτινωτό μοτίβο, το οποίο κατάγεται από την πρωτοκορινθιακή κεραμική. Κοσμούσε συνήθως το κατώτερο τμήμα του σώματος πολλών ευβοϊκών αγγείων της προεραλδικής κυρίως φάσης. Πολλές φορές στα διάκενα, οι κεραμείς πρόσθεταν και άλλα στοιχεία, όπως τελείες, κάθετες γραμμές και αγκιστρωτούς έλικες. Αγγεία, όπως οινοχόες (Οξφόρδη , πίν.13. β), καλυκωτοί κρατήρες (ΕΑΜ, αρ.135, πίν.14. α), λέβητες (Μ. Λούβρου, αρ , πίν.13. α) και αμφορίσκοι (ΕΑΜ, αρ , πίν.14. β) κοσμούνταν με αυτό το μοτίβο. Το γλωσσωτό μοτίβο ήταν ένα διακοσμητικό χαρακτηριστικό, με αναμφισβήτητη καταγωγή τη μεταλλοτεχνία, χωρίς όμως μεγάλη διάδοση. Το μοτίβο προέρχεται από τη γειτονική Αττική, η οποία το είχε λάβει από τα αντίστοιχα κυκλαδικά εργαστήρια στις αρχές του αιώνα. Το μοτίβο στο ευβοϊκό εργαστήριο αποδιδόταν με τη φυλλόσχημη μορφή και κάλυπτε τμήμα του ώμου (οινοχόη Οξφόρδη , πίν.13. β). Ευρέως διαδεδομένα στη διακόσμηση των ευβοϊκών αγγείων ήταν τα γραμμικά μοτίβα. Πάντα κοσμούσαν ζώνες σε διάφορα τμήματα του σώματος των αγγείων. Συστήματα κάθετων γραμμών, ελικωτών αγκίστρων, κρεμαστών τριγώνων 91 Ριτσώνης , Ζαφειροπούλου 1985,

44 (στο χείλος πιθαμφορέων), ομάδων τετρασκελών «Σ» ή «ς» και «Μ», αβακωτό (στη λαβή της οινοχόης), τεθλασμένων γραμμών, πολλαπλών ρόμβων, χιαστί και μαιανδρικά άγκιστρα κοσμούσαν πολύ συχνά τα αγγεία και των δυο περιόδων του 7 ου αι., (οινοχόες, καλυκωτούς κρατήρες, αμφορίσκους, κύπελλα ή πρόχους και πιθαμφορείς). Τα φυτικά μοτίβα στα ευβοϊκά εργαστήρια δεν είχαν όμοια διάδοση και συχνή χρήση, όπως τα γραμμικά. Χαρακτηριστικό και κυρίαρχο φυτικό μοτίβο ήταν ο ρόδακας. Ο ρόδακας στην προεραλδική περίοδο δεν είχε τη μορφή του «μηλιακού» 93, αλλά τα φύλλα του αποδιδόταν με στιγμές. Ο στιγμωτός ρόδακας διακοσμούσε το βάθος της μετόπης στην κοιλιά των πιθαμφορέων (16619, 12129, 12130) αλλά και το λαιμό κυπέλλου της εραλδικής φάσης (M. Βερολίνου, αρ. 2664, πίν. 12.δ). Ο ρόδακας της εραλδικής φάσης έχει επηρεαστεί πολύ από τον «μηλιακό» τύπο με τα φύλλα σε περιγραμμα 94. Συνήθως κοσμεί το κέντρο μιας μετόπης στο λαιμό και στην κοιλιά των πιθαμφορέων, μεταξύ των ζωικών μορφών. Επίσης, ο ρόδακας, αποδίδεται και με τη μορφή «τετάρτων» καλύπτοντας τις άνω γωνίες των μετοπών (1008, 12436β, α, γ, δ). Οι σπείρα και η σιγμοειδής έλικα είναι δυο καμπυλόγραμμα μοτίβα που απαντώνται κυρίως στα αγγεία των πιθαμφορέων και των δυο φάσεων του 7 ου αιώνα. Συνήθως σχεδιάζονται για να καλύψουν τα κενά τμήματα στο βάθος της μετόπης στην περιοχή της κοιλιάς. Η σπείρα συνήθως, είχε τη μορφή οκτώσχημης σπείρας, η οποία μερικές φορές αποδιδόταν με διπλή έλικα στα άκρα. Η σιγμοειδής έλικα σχεδιαζόταν είτε σε οριζόντια μορφή είτε σε κάθετη συμπληρώνοντας έντεχνα το βάθος της μετόπης (πιθαμφορείς 12129, 12077). Το εραλδικό κόσμημα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό της δεύτερης φάσης του ευβοϊκού εργαστηρίου του 7 ου αι. Συνήθως ο αγγειογράφος σχεδίαζε ένα σύνθετο κόσμημα με φυτικά και γραμμικά μοτίβα και το τοποθετούσε στο ενδιάμεσο των ζωικών μορφών είτε στη μετόπη της κοιλιάς είτε του λαιμού. Στο μέσο της μετόπης σχεδίαζε ένα σύστημα κρεμαστών τριγώνων εγγεγραμμένων σε ένα νοητό κρεμαστό τρίγωνο, όπου στο κάτω μέρος αναπτυσσόταν τέταρτο φυλλόσχημου ρόδακα (12346β, 12346δ, πίν.9.β, δ). Μερικές φορές το εραλδικό μοτίβο αντικαθιστούνταν από ένα μεγάλο φυλλόσχημο ρόδακα (πιθαμφορέας 1008, πίν.10. α δ). 93 Ζαφειροπούλου 1985, 72, ο «μηλιακός» ρόδακας παρουσιάζεται με δυο τύπους, με ελεύθερα φύλλα και με φύλλα σε περίγραμμα. 94 Ζαφειροπούλου 1985, 74, εικ. ΙΘ

45 Ένα χαρακτηριστικό διακοσμητικό μοτίβο του 7 ου αι. π.χ.,(τέλη 7ου αι. π.χ) του ευβοϊκού εργαστηρίου, με πολλές παραλλαγές στην απόδοσή του (Αττική, Κυκλάδες, Ρόδος), είναι η συνεχής οκτώσχημη θηλιά, που πολλές φορές κοσμεί σε ζώνη με τη μορφή αλυσίδας, τμήμα της κοιλιάς του αγγείου ή τμήμα κάτω από τις λαβές, πλαισιώνοντας τη διακοσμητική μετόπη. Επίσης, αυτό το διακοσμητικό μοτίβο κάλυπτε εντέχνως την κύρια και την οπίσθια όψη του αγγείου. Στα πρωιμότερα αγγεία το μοτίβο της θηλιάς λειτουργούσε ως κεντρικό κόσμημα της μπροστινής πλευράς, όμως στις επόμενες δεκαετίες περιορίστηκε στο πίσω μέρος 95. Αυτό το προσφιλές και περίτεχνο παραπληρωματικό μοτίβο διακοσμεί συχνά πιθαμοφορείς του τοπικού εργαστηρίου, ενώ δεν σταμάτησε να χρησιμοποιείται και στην Ομάδα D, και στην περίοδο χρήσης του μελανόμορφου ρυθμού στην Εύβοια, αλλά και σε αγγεία αττικής προέλευσης 96. Επίσης, το μοτίβο αυτό κοσμούσε και «μηλιακά» αγγεία, καθώς είναι ένα ιδιαίτερο κόσμημα στην πρώιμη ανατολίζουσα αγγειογραφία του εργαστηρίου αυτού Ριτσώνης 1997, Βoardman 1952, Ζαφειροπούλου 1985, 73, συνεχείς οκτώσχημες θηλείες σε διπλή και μονή σειρά συναντώνται στα «μηλιακά» αγγεία. Οι ομοιότητες με τα πρωτοαττικά και τα αγγεία του ιωνικού κύκλου είναι πολλές. Η εισαγωγή αυτού του προσφιλούς κοσμήματος έχει χεττιτική προέλευση. Όμως, η εισαγωγή του στην περιοχή των Κυκλάδων, της Αττικής και της Εύβοιας πρέπει να έγινε από την Ιωνία. 45

46 Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΕΧΝΗ στον 6 ο αι. π.χ. Γενικά χαρακτηριστικά: Μετά την ορμητική εισροή των ανατολίζοντων μοτίβων και θεμάτων από τις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου και την κυριαρχία τους στα κεραμικά εργαστήρια της ελληνικής επικράτειας με τις χαρακτηριστικές ζωφόρους με ζώα, τις πιο ελεύθερες και πρωτότυπες συνθέσεις, ο 6 ος αι. π.χ., χαρακτηρίζεται από πολλές αλλαγές τόσο στην αγγειογραφία όσο και στην αγγειοπλαστική. Στο πέρασμα στον 6 ο αι., η νέα τεχνική έχει αλλάξει αρκετά τα δεδομένα στην αγγειογραφία της εποχής. Ο μελανόμορφος ρυθμός, ο οποίος επινοήθηκε στην Κόρινθο (αρχές 7 ου αι.), μεταφέρθηκε στην γειτονική Αττική και σε αλλά γειτονικά εργαστήρια επιφέροντας σημαντικές αλλαγές στην διακόσμηση των αγγείων. Οι αγγειογράφοι της περιόδου αυτής εισάγουν στα αγγεία, νέα διακοσμητικά στοιχεία καθώς και τα διακριτικά γνωρίσματα του μελανόμορφου ρυθμού δημιουργώντας ξεχωριστά έργα. Τα αγγεία αυτής της περιόδου διακρίνονται για τις πιο συγκροτημένες και καλύτερα οργανωμένες συνθέσεις, τις συμμετρικές σκηνές και γενικότερα για μια ισορροπία που χαρακτηρίζει την εποχή και εκφράζεται και μέσα από την τέχνη της αγγειογραφίας. Στις αρχές του 6 ου αι., η Κόρινθος συνέχιζε να αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα κεραμικής τόσο στις περιοχές των αποικιών όσο και στην κυρίως Ελλάδα, ακόμη και στην Αττική. Για πολύ καιρό τα κορινθιακά αγγεία, κάλυπταν το μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγώγιμων αγγείων με την χαρακτηριστική διακόσμηση με τους ζωφόρους των ζώων αρχικά, και αργότερα με τις μυθολογικές παραστάσεις. Μικρότερο ποσοστό κάλυπταν τα αττικά αγγεία, τα οποία μέχρι και το 580 π.χ. διακοσμούνταν κυρίως με ζωφόρους με ζώα και μεμονωμένες ανθρώπινες μορφές φανερώνοντας την έντονη επιρροή από την Κόρινθο. 98 Μέχρι τα μέσα του 6 ου αι. π.χ., η νέα τεχνική του μελανόμορφου ρυθμού εισχώρησε και σε άλλα κεραμικά εργαστήρια. Τα διακριτικά χαρακτηριστικά της νέας τεχνικής όπως η χάραξη, τα επίθετα χρώματα λευκό και ιώδες εισάγονται στην 98 Boardman 2006, 52, τα αττικά αγγεία ήταν πολύ επηρεασμένα από τα κορινθιακά αντιγράφοντας σχήματα και διακοσμητικά μοτίβα. Η επιρροή ήταν έντονη, όμως ποτέ δεν ήταν δύσκολο να ξεχωριστεί ο τόπος προέλευσης των αγγείων. 46

47 κεραμική παραγωγή αυτών των περιοχών (Εύβοια, Βοιωτία, Λακωνία, Ανατολική Ελλάδα). Η κεραμική παραγωγή στη διάρκεια του 6 ου αι. μπορεί να είχε μονοπωληθεί από την Κόρινθο και την Αθήνα αργότερα, όμως και αυτά τα μικρότερα εργαστήρια διεκδίκησαν ένα μερίδιο στο εμπόριο των αγγείων. Παρόλη τη σχετικά μικρή παραγωγή των κεραμικών εργαστηρίων τους κατάφεραν να εξάγουν τα αγγεία τους σε περιοχές εκτός της επικράτειάς τους (Ιταλία, Βόρεια Αφρική, Βόρεια Ελλάδα). Επίσης, κατάφεραν να δημιουργήσουν προσωπικά διακοσμητικά στυλ και τεχνοτροπίες και διάφορα σχήματα αγγείων όπως, για παράδειγμα οι γαμικοί αμφορείς από την Εύβοια με την πλούσια και την ιδιαίτερη διακόσμησή τους Βoardman 1952,

48 Αττική: Από τις αρχές του 6 ου αι. π.χ μπορεί να διακρίνει κανείς την αντιπαλότητα και το συναγωνισμό των Αθηναίων με τους Κορίνθιους για την κυριαρχία τους στο εμπόριο των γραπτών αγγείων. Ο ανταγωνισμός αυτός αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα και για τους ίδιους τους κεραμείς των εργαστηρίων. Είχε ως αποτέλεσμα οι Αθηναίοι και οι Κορίνθιοι κεραμείς να εισάγουν και να υιοθετούν ποικίλα νέα στοιχεία, όπως σχήματα αγγείων, διακόσμηση, χρωματικούς συνδυασμούς (Αθηναίοι), το ερυθρωπό φόντο (Κορίνθιοι). Παρόλη αυτή την αντιπαλότητα μεταξύ των δυο πόλεων, ο Αττικός Κεραμεικός αποτέλεσε το σημαντικότερο κέντρο κεραμικής παραγωγής της αρχαϊκής εποχής. Στην πρώιμη φάση του μελανόμορφου ( π.Χ.), στην Αττική κυριαρχούν τα μεγάλα σχήματα αγγείων όπως κρατήρες - λέβητες, αμφορείς, αλλά και μικρότερα όπως κύλικες (ομάδα Κωμαστών). Η διακόσμηση των αγγείων γίνεται βάσει παλαιών και νέων στοιχείων, τα οποία εισάγονται στην αγγειογραφία της περιόδου. Οι συμπαγείς μορφές, η αυστηρή οργάνωση των συνθέσεων και η ποιότητα του σχεδίου είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά της περιόδου. Στη μέση φάση του ρυθμού ( π.Χ.), οι αττικοί τεχνίτες κατασκευάζουν σημαντικά έργα, τα οποία διακρίνονται για την αρχιτεκτονική αυστηρότητα και τη στιβαρότητά τους, για τις καθαρές μορφές, για τα θέματα τα οποία εντάσσονται σε μια θεματική ενότητα, για τα ακριβή και γωνιώδη περιγράμματα. Ένα από τα σημαντικότερα έργα της περιόδου είναι ο ελικωτός κρατήρας, γνωστός ως αγγείο Francois, το οποίο αποτυπώνει τις ικανότητες όχι μόνο των δημιουργών του Κλειτία και Εργότιμου (πίν.19.α) αλλά και την υψηλή στάθμη των αττικών εργαστηρίων εκείνης της περιόδου 100. Στην ώριμη φάση ( π.χ.) στην Αττική κυριαρχούν οι κεραμείς Λυδός, Άμασης και Εξηκίας. Τα έργα των τριών αυτών ζωγράφων ξεχωρίζουν για το προσεγμένο σχέδιο, τις λεπτομέρειες, την ορμητικότητα των μορφών (Λυδός), την κομψότητα, τη διακοσμητική διάθεση και την εκφραστικότητα των μορφών (Άμασης, πίν.19.β), την προσεχτική γραμμή, ισορροπία στις συνθέσεις, τις μνημειακές μορφές, και τις επιγραφές «Καλών» (Εξηκίας, πίν.19.δ) Boardman 2006, 53, το αγγείο καλύπτεται από διακοσμητικές ζώνες με μυθολογικές ζώνες, οι οποίες είναι πολύ δύσκολο να συνδεθούν μαζί και να αποτελέσουν ένα αφηγηματικό σύνολο. 102 Beazley 1993,

49 Στην ύστερη φάση ( π.χ.) του μελανόμορφου ρυθμού έχει ήδη ανακαλυφθεί ο ερυθρόμορφος ρυθμός και αρχίζει να περιθωριοποιείται ο μελανόμορφος. Η παραγωγή μελανόμορφων αγγείων δεν σταμάτησε, όμως τα έργα χαρακτηρίζονταν πλέον τα τυποποιημένα θέματα και τις επαναλαμβανόμενες συνθέσεις. Κόρινθος: Το κεραμικό εργαστήριο της Κορίνθου στον 6 ο αι. δεν γνωρίζει την ακμή που χαρακτήριζε το εργαστήριο κατά τον 7 ο αι. π.χ. Η κορινθιακή αγγειογραφία από τις αρχές του 6 ου αι. αρχίζει να χάνει την ποιότητα που είχε καθώς τα αγγεία είναι λιγότερο επιμελημένα, λόγω της μεγάλης ζήτησης και της μαζικής παραγωγής τους. Στην πρώιμη κορινθιακή φάση ( π.χ.), τα αγγεία διακοσμούνταν με εικονιστικά θέματα και κυρίως με τις χαρακτηριστικές ζωφόρους των ζώων. 102 Παραπληρωματικά μοτίβα συμπλήρωναν τη διακόσμηση και γέμιζαν τα κενά των διακοσμητικών ζωνών. Χαρακτηριστικά σχήματα αυτής της φάσης είναι οι οινοχόες, οι αρύβαλλοι, τα αλάβαστρα και οι αμφορείς 103. Στη μέση φάση ( π.χ.), οι κορίνθιοι αγγειογράφοι διακοσμούν τα αγγεία τους αρκετά διαφορετικά από την προηγούμενη. Οι μορφές των ζώων που κοσμούν τις ζωφόρους αποδίδονται με μεγαλύτερη επιμήκυνση και καταλαμβάνουν περισσότερο χώρο της διακοσμητικής ζωφόρου. Τα παραπληρωματικά μοτίβα (ρόδακες) χρησιμοποιούνται με μεγαλύτερη συχνότητα και με έντονη σχηματοποίηση προς το τέλος της φάσης (πίν.20.α) 104. Η ύστερη φάση ( π.χ.) για το κορινθιακό εργαστήριο σηματοδοτεί το τέλος της κυριαρχίας του στο εμπόριο. Παρόλες τις προσπάθειες των κορίνθιων κεραμέων στα μέσα του 6 ου αι. να ανταγωνιστούν τους Αθηναίους εισάγοντας στη διακόσμηση των αγγείων το αττικό σύστημα της διακοσμητικής μετόπης και το ερυθρωπό επίχρισμα καλύπτοντας την κιτρινωπή επιφάνεια, δεν κατάφεραν να τους ανταγωνιστούν, καθώς τα αγγεία της τελευταίας φάσης προορίζονταν περισσότερο για να καλύπτουν τις ανάγκες της τοπικής αγοράς της Κορίνθου Amyx v. 2, Amyx v. 2, Amyx v. 2, Amyx v. 2,

50 Λακωνία: Ένα ακόμη κεραμικό κέντρο με ιδιαίτερα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά και αξιοσημείωτη παραγωγή μελανόμορφων αγγείων από τις αρχές του 6 ου αι. αποτελεί η Λακωνία. Κυρίαρχο σχήμα του λακωνικού εργαστηρίου ήταν η κύλικα με κυρίαρχο τύπο την κύλικα με το ψηλό πόδι. 106 Η κύλικα έφερε διακόσμηση φυτικών και γραμμικών μοτίβων στο εξωτερικό τμήμα και στο εσωτερικό την κύρια διακόσμηση. Η κύρια παράσταση πολλές φορές, παρόλες τις δυσκολίες λόγω του χώρου, διακρινόταν από έντονη διακοσμητικότητα και διηγηματικότητα. Οι μορφές, τα ζώα και τα διάφορα διακοσμητικά μοτίβα συνδυάζονται έξοχα και δημιουργούν αξιοζήλευτες συνθέσεις γεμάτες ζωντάνια, τόλμη και πρωτοτυπία (πίν.20.β). Πολύ συχνά, οι εικονιστικές παραστάσεις στο εσωτερικό των κυλίκων προβάλλονται πάνω, σε ένα υπόλευκο επίχρισμα τονίζοντας τα στοιχεία της διακόσμησης. Βοιωτία: Αξιόλογο κεραμικό εργαστήριο μελανόμορφης κεραμικής, με έντονη επιρροή από τη γειτονική Αττική αποτελεί η Βοιωτία 107. Η κεραμική παραγωγή της ήδη από τις αρχές του 6 ου αι. δεν διακρινόταν για την ποιότητα της διακόσμησής τους παρά την πρωτοτυπία ορισμένων συνθέσεων. Μια αξιοσημείωτη βοιωτική ομάδα αγγείων αποτελούν τα «ημιμελανόμορφα» αγγεία. Η διακόσμησή τους γίνεται με εικονιστικές ή φυτικές συνθέσεις, τα μοτίβα και οι μορφές αποδίδονται με σκιαγραφία, απουσιάζει δηλαδή η χάραξη και τα επίθετα χρώματα. 108 Αξιόλογα δείγματα παραγωγής του Βοιωτικού εργαστηρίου αποτελούν (οι λεκάνες (πίν.20.γ), οι σκύφοι, οι κύλικες, και οι κάνθαροι) και τα αγγεία που ανήκουν στην ομάδα γνωστή ως «Καβειρικά». 109 Τα αγγεία αυτά ανήκουν στον μελανόμορφο ρυθμό, διακοσμούνται συνήθως για θρησκευτικούς λόγους με προσεγμένες παραστάσεις, οι οποίες πλαισιώνονται με καβείριες θεότητες ή μυθολογικά όντα. 106 Stibbe 1972, 19 20, στις αρχές του 6 ου αι. η κύλικα που κυριαρχούσε στο λακωνικό εργαστήριο ήταν του τύπου Σιαννών. Η κύλικα με το ψηλό πόδι κυριάρχησε μετά το 580 π.χ. 107 Kilinski 1990, Ανδρειωμένου 1980, 79 82, μεγάλος αριθμός ημιμελανόμορφων αγγείων έχει βρεθεί στη βοιωτική Ακραίφια, όπως σκύφοι, κύλικες και κοτύλες. 109 Τιβέριος 1996, 35, τα αγγεία ονομάστηκαν έτσι επειδή σχετίζονταν με τη λατρεία των Καβείρων, που είχαν ένα ιερό κοντά στη Θήβα. Τα αγγεία αυτά δεν σταμάτησαν να παράγονται και κατά τη διάρκεια του 5 ου και του 4 ου αι. π.χ. 50

51 ΤΟ ΕΥΒΟΪΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΣΤΟΝ 6 Ο ΑΙ. π.χ. Γενικά χαρακτηριστικά: H κεραμική παραγωγή της Εύβοιας συνεχίστηκε και σε όλη τη διάρκεια του 6 ου αι. π.χ. Ο μελανόμορφος ρυθμός που αναπτύχθηκε, είχε ως κέντρο την Ερέτρια 110 και ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του την έντονη επιρροή του Αττικού Κεραμεικού (κυρίως στο β μισό του αιώνα) και την κάπως «πρωτόγονη» διακόσμηση των αγγείων. Από την αρχή του 6 ου αι. οι αγγειογράφοι χρησιμοποιούν τη χάραξη και το περίγραμμα στα κεφάλια των ανθρώπινων αλλά και ζωικών μορφών. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούν τη χάραξη, φανερώνει τον επαρχιακό χαρακτήρα του εργαστηρίου. Η χάραξη διακρίνεται για την απλότητά της και την έλλειψη ιδιαίτερης ακριβείας. Η παραγωγή των πιθαμφορέων (γαμικοί λέβητες) 111 συνεχίστηκε σε όλον τον 6 ου αι. αιώνα, με ορισμένες αλλαγές στο σχήμα και στη διακόσμηση 112. Εκτός από το σχήμα του πιθαμφορέα, τα ευβοϊκά εργαστήρια συνέχισαν να παράγουν και άλλα σχήματα αγγείων καλής ποιότητας και σε μεγάλες ποσότητες (κυρίως στο β μισό του 6 ου αι.) 113. Φιάλες, κύλικες, κρατήρες, σκύφοι διαφόρων τύπων, λήκυθοι, υδρίες, κυλινδρικές πυξίδες, αλάβαστρα και λουτροφόροι αποτελούν τα συνηθέστερα αγγεία της περιόδου. Μπορεί να είναι πλούσιο το σχηματολόγιο των αγγείων, όμως είναι πολύ μικρός ο αριθμός αυτών που βρέθηκαν ακέραια, καθώς τα περισσότερα σώζονται αποσπασματικά. 114 Με βάση τη διακόσμηση των αγγείων μπορούμε να διακρίνουμε δυο περιόδους. Η πρώτη περίοδος από την αρχή έως τα μέσα του 6 ου αι. και η δεύτερη από τα μέσα του αιώνα έως και την τελευταία δεκαετία του 6 ου αι. (510 π.χ.) Η 110 Bothmer 1969, 27 28, εκτός από την Ερέτρια υπήρχαν και μικρότερα κεραμικά εργαστήρια στην ευρύτερη περιοχή της κεντρικής Εύβοιας, τα οποία παρήγαγαν αγγεία με διακόσμηση γνωστή ως «ευβοϊκού κύκλου». 111 O J. Βoardman 1952, 31, αναφέρει, πως o M. Laurent στην ΑΕ 1901, αποκαλεί τα αγγεία αυτά αμφορείς. Ο J. Βoardman θεωρεί δικαιολογημένη αυτήν την ονομασία, λόγω της πρώιμης παρουσίασης των αγγείων στην ΑΕ του Οι αμφορείς σύμφωνα με τον Βoardman, φέρουν πολλά κοινά στοιχεία με τους αττικούς γαμικούς λέβητες, τόσο ως προς το σχήμα όσο και ως προς τη διακόσμηση με αποτέλεσμα να τους ταυτίζει και να τους αναφέρει, ως γαμικούς λέβητες. 112 Η πλήρης αναφορά για τους (πιθα)αμφορείς του 6 ου αι. θα ακολουθήσει στο επόμενο κεφάλαιο. 113 Helm R. Hermes 61, 1926, 250, από το π.χ. οι Ερετριείς ήταν κυρίαρχοι της θάλασσας και οι πόλη τους βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Την ακμή της πόλης μαρτυρούν και τα χιλιάδες θραύσματα αγγείων που έχουν βρεθεί και χρονολογούνται αυτήν την περίοδο. 114 Θέμελης 1981, 155, μεγάλος αριθμός θραυσμάτων προέρχονται πιθανώς από αποθέτες ή από στρώματα κάθαρσης της περσικής καταστροφής. 51

52 πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από ευβοϊκή και βοιωτική, απλή διακόσμηση με ελάχιστες επιδράσεις από τις γειτονικές περιοχές (Αττική), ενώ η δεύτερη περίοδος, η «ώριμη» πορίοδος χαρακτηρίζεται από την έντονη επιρροή του Αττικού Κεραμεικού. Στα αγγεία της πρώτης περιόδου η διακόσμηση γίνεται με το σύστημα των ζωφώρων/ζωνών. Μελανόμορφες ζωικές και ανθρώπινες μορφές σχεδιασμένες με περίγραμμα και χάραξη διακοσμούν τις ζώνες αυτές. Ακόμη, παραπληρωματικά μοτίβα, όπως ανθέμια, άνθη λωτών, αβακωτά κοσμήματα, ζατρίκια και στιγμές πλαισιώνουν τις παραστάσεις στις ζώνες. Ο πηλός συνήθως είναι άριστης ποιότητας, καθαρός, κιτρινέρυθρης απόχρωσης. Στα αγγεία της πρώτης περιόδου είναι πολύ πιο έντονος ο επαρχιακός χαρακτήρας, όπως δείχνει η απλοποιημένη και κάπως άτεχνη διακόσμησή τους Τα αγγεία της δεύτερης περιόδου, χαρακτηρίζονται για την καλή ποιότητά τους και προσεγμένη τεχνική. Ο λόγος της μεγάλης αυτής αλλαγής είναι η έντονη αττική επιρροή. Ο Αττικός Κεραμεικός επηρέασε την Ερέτρια και είναι πολύ πιθανό αρκετοί Ευβοείς κεραμείς να διδάχτηκαν την κεραμική τέχνη στην Αθήνα είτε να είχαν εγκατασταθεί στην Ερέτρια αττικά κεραμικά εργαστήρια με μαθητές των γνωστών αγγειογράφων της περιόδου (του κύκλου του Εξηκία, του ζωγράφου του Ανδοκίδου, της ομάδας του Λεάγρου, του Ευχαρίδου) 115. Η διακόσμηση στα αγγεία γίνεται σε ζώνες και σε μετόπες. Συνήθως, η μετόπη ορίζεται πάνω από ταινία διακοσμημένη με φύλλα κισσού, και οι μορφές αποδίδονται αδρά, συμβατικά με χάραξη στις λεπτομέρειες. Διηγηματικές και μυθολογικές σκηνές καλύπτουν τις κύριες ζώνες. Τα παραπληρωματικά μοτίβα, ζωικά όπως σειρήνες και φυτικά όπως συστάδες στιγμών, πλοχμοί, κισσόφυλλα και αβακωτά κοσμήματα, πλαισιώνουν τις παραστάσεις. Σε αυτήν την περίοδο είναι πιο συχνή και η χρήση των επίθετων χρωμάτων στις ανθρώπινες κυρίως μορφές. Το λευκό χρησιμοποιείται για να καλύπτει τα γυμνά μέρη των γυναικείων μορφών, ενώ το ιώδες προστίθεται σε διάφορα σημεία για να τονίζονται οι λεπτομέρειες. Ο πηλός είναι ερυθροκίτρινος, καθαρός, πολύ καλά ψημένος και το υάλωμα μελανό και στιλπνότατο. Λήκυθοι, γαμικοί λέβητες, υδρίες, λουτροφόροι και κύλικες είναι τα πιο συνηθισμένα αγγεία αυτής της περιόδου. 115 Ανδρειωμένου 1976, 5, μεγάλος αριθμός οστράκων αγγείων που ήρθαν στο φως, ανήκει σε αγγεία των καλύτερων αττικών εργαστηρίων. Πολλά από αυτά εισήχθησαν από την Αττική, κάποια όμως πιθανόν να κατασκευάστηκαν στην Ερέτρια. 52

53 Γαμικοί λέβητες: Οι γαμικοί λέβητες, (αμφορείς κατά τον Μ. Laurent ΑΕ 1901), αποτελούν το χαρακτηριστικότερα ευβοϊκά μελανόμορφα αγγεία του 6 ου αι. και ειδικότερα του β μισού του αιώνα. Η εύρεση των αγγείων αυτών, στις ανασκαφές της ερετριακής νεκρόπολης το 1889 και 1898, υπό τον κ. Κουρουνιώτη, 116 πλούτησαν αρκετά τις γνώσεις μας για την πορεία και την εξέλιξη του μελανόμορφου ρυθμού στον ερετριακό «Κεραμεικό». Οι γαμικοί λέβητες του 6 ου αι. μοιάζουν με τους πιθαμφορείς του 7 ου αι. που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ως προς το σχήμα του αγγείου αλλά διαφέρουν στη διακόσμηση. Οι γαμικοί λέβητες έχουν ως χαρακτηριστικό το ψηλό κωνικό πόδι, τον ψηλό λαιμό και το κάλυμμα με την χαρακτηριστική λαβή. Ο ώμος του λέβητα είναι ελαφρά κυρτός και φέρει πάνω του κάθετα τοποθετημένες τις διπλές λαβές. Η κοιλιά είναι ωοειδής και δεν αποδίδεται τόσο «φουσκωμένη» όσο των πιθαμφορέων του 7 ου αι. Το σχήμα του γαμικού λέβητα δεν αποτελεί δημιούργημα του ερετριακού εργαστηρίου, αλλά είναι εξέλιξη του σχήματος του πιθαμφορέα του 7 ου αι. π.χ, ο οποίος είχε δεχθεί έντονη επιρροή από τα «μηλιακά» αγγεία, τα «ναξιακά», καθώς και τους θηραϊκούς «υπο-γεωμετρικούς» πιθαμφορείς. 117 Η χρήση των γαμικών λεβήτων του 6 ου αι. ήταν ταφική, όπως μαρτυρεί το περιεχόμενο τους. Σε δυο γαμικούς λέβητες βρέθηκαν σκελετοί παιδιών ή εφήβων 118, ένα στοιχείο που μας είναι γνωστό και από τους πιθαμφορείς του 7 ου αι., οι οποίοι προορίζονταν για παιδικές ταφές. Στον 6 ο αι. ειδικότερα στο β μισό του αιώνα αυτού, τα ερετριακά εργαστήρια δέχονται έντονες επιρροές από την Αττική. Σχήματα αγγείων (γαμικοί λέβητες) και διακοσμητικές τεχνικές και μοτίβα εισέρχονται στο ρεπερτόριο των Ερετριέων κεραμέων. Προφανή αττικά πρότυπα φανερώνει η διακόσμηση των γαμικών λεβήτων αλλά και ορισμένες λεπτομέρειες του σχήματος αυτού. Ο όρος «γαμικός» σχετίζεται και με τη διακόσμηση που έφεραν στην εξωτερική επιφάνεια οι λέβητες, καθώς διακοσμούνταν με σκηνές γάμου, γαμήλιας πομπής και «Επαύλιων» (κυρίως στον ερυθρόμορφο ρυθμό) δηλαδή την επόμενη μέρα μετά το γάμο. Το πρωιμότερο ακέραιο αττικό παράδειγμα γαμικού λέβητα προέρχεται από την περίοδο του Σοφίλου 116 Μ. Laurent 1901, Για την προέλευση του σχήματος του γαμικού λέβητα βλ. πιο πάνω σημ. 34, 35, Βoardman 1952,

54 119 Δυο ευβοϊκοί γαμικοί λέβητες φέρουν διακόσμηση με σκηνές γάμου και είναι γνωστοί συμβατικά, λόγω των παραστάσεων τους, ως «ο αμφορέας του γάμου» και ο «αμφορέας του Πηλέα». Εκτός, από την αττική επιρροή στην διακόσμηση, το ερετριακό εργαστήριο επηρεάστηκε και ως προς το πλάσιμο του σχήματος του λέβητα. Το ελαφρώς ανακαμπτόμενο χείλος, οι διπλές λαβές στον ώμο του λέβητα που κλείνουν ελαφρά προς τα τοιχώματα του λαιμού και η ψηλή κωνική βάση αποτελούν κοινά στοιχεία μεταξύ των δυο γειτονικών εργαστηρίων. Τα «δάνεια» από τα αττικά εργαστήρια στο β μισό είναι έντονα για το ερετριακό, 120 όπως μαρτυρούν οι ομοιότητες στο σχήμα και τη διακόσμηση των αγγείων. Όμως, οι Ερετριείς κεραμείς εισήγαγαν αυτά τα στοιχεία όχι αυτούσια αλλά προσδίδοντας έναν δικό τους προσωπικό χαρακτήρα. Η απλότητα του σχεδιασμού, ο περιορισμός ή η εξαφάνιση της χάραξης και η άφθονη χρήση γραμμικών και φυτικών μοτίβων αποτελούν στοιχεία του ερετριακού εργαστηρίου, τα οποία προσδίδουν έναν τοπικό ή επαρχιακό χαρακτήρα στα έργα. Ο γαμικός λέβητας γνωστός ως «αμφορέας του γάμου» (ΕΑΜ 1004) αποτελεί έναν από τα σημαντικότερα δείγματα του μελανόμορφου ρυθμού στην Ερέτρια (πίν.21.α). Έχει ύψος 90εκ.(μαζί με το καπάκι) και χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. Η διακόσμηση καλύπτει όλα τα μέρη του λέβητα. Το καπάκι φέρει δυο μικρές διακοσμητικές ζώνες, όπου η μια κοσμείται με ακτινωτά φύλλα άκανθας και η άλλη με πλέγμα καλύκων και ανθέων λωτού. Το τμήμα του λαιμού στο οποίο γίνεται σαφής η διάκριση της κύριας και δευτερεύουσας όψης, ως κύρια παράσταση φέρει την Κρίση του Πάριδος. Τη σκηνή πλαισιώνουν οι μορφές των τριών θεοτήτων, οι οποίες κρατούν σκήπτρο (μια εξ αυτών) και στεφάνια και μπροστά από αυτές ο γενειοφόρος και κηρυκειοφόρος Ερμής. Όρθιος μπροστά από αυτές τις μορφές στέκεται ο Πάρις κρατώντας δόρυ (πίν.21.β). Η δευτερεύουσα όψη του λαιμού κοσμούν δυο αντωποί λέοντες. Πάνω από την ζώνη με την κρίση του Πάριδος, υπάρχει ζώνη με πτηνά και στο σημείο του χείλος μια μικρή ζώνη με ζητοειδές κόσμημα. Το τμήμα του ώμου μεταξύ των δυο διπλών λαβών, στο μπροστινό μέρος κοσμείται με σειρά φυλλοειδών κοσμημάτων και από κάτω με πλέγμα διπλών ανθεμίων και σπειρών (πλοχμός). Η πίσω όψη διακοσμείται με μια σειρά πτηνών. 119 Βoardman 1952, 31, πιθανόν οι Αθηναίοι να είχαν επηρεαστεί από κυκλαδικά εργαστήρια. 120 Μ. Laurent 1901,

55 Στην κοιλιά, εικονίζεται ο γάμος του Δία με την Ήρα, οι οποίοι παριστάνονται όρθιοι πάνω σε τέθριππο άρμα. Οι ίπποι παριστάνονται έντεχνα ανά δύο ζευγμένοι, έχοντας το ένα ζευγάρι ίππων τα κεφάλια τους υψωμένα και το άλλο ζευγάρι τα κεφάλια τους προς τα κάτω. Η απόδοση των κεφαλιών των ίππων, δηλώνει την έντεχνη κάλυψη του βάθους του αγγείου αλλά και τη σαφή δήλωση των τεσσάρων ίππων του τεθρίππου. Πίσω από το τέθριππο ακολουθούν πεζοί ο Διόνυσος και η Αφροδίτη, ενώ πίσω από τα σώματα των ζώων βρίσκονται ένας αυλητής και τρεις γυναικείες μορφές, πιθανόν οι Ώρες. Στο κατώτερο τμήμα της κύρια παράστασης εικονίζεται σε ζώνη σειρά βοών, έχοντας την ίδια κατεύθυνση με αυτήν του άρματος στην πάνω ζώνη. Το κατώτερο τμήμα της κοιλιάς, περιβάλλεται από μια ζώνη με ακτίνες (πίν.21.γ). Η πίσω όψη της κοιλιάς του αγγείου, κοσμείται με μια σειρήνα με ανοιχτά φτερά, η οποία δεξιά και αριστερά της, πλαισιώνεται από φύλλα κισσού. Η κωνική βάση του αγγείου κοσμείται μόνο στη μπροστινή όψη, σε δυο ζώνες. Στην πρώτη ζώνη ανάμεσα σε δυο λιοντάρια, που έχουν τα κεφάλια τους σε αντίθετη φορά, βρίσκονται δυο αντωπές σειρήνες (πίν.21.δ). Στη δεύτερη και κατώτερη όψη, εικονίζονται δυο αντωποί κάπροι. Η ζώνη συμπληρώνεται με φυτικά μοτίβα, όπως φύλλα κισσού και φυτικά πλέγματα. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του αγγείου, εκτός από τη χάραξη, αποτελεί η χρήση των επίθετων χρωμάτων πάνω στις ανθρώπινες και στις ζωικές μορφές. Το ερυθρό χρώμα χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους οφθαλμούς των γυναικών 121, τα σώματα των ζώων και λεπτομέρειες αυτών. Το λευκό χρώμα χρησιμοποιείται στα γυμνά μέρη των γυναικών, στα πρόσωπά τους αλλά και για λεπτομέρειες πάνω στα ενδύματα των μορφών. Επίσης, χρησιμοποιείται με μικρότερη συχνότητα και στις ζωικές μορφές, όπως στο πρόσωπο της σειρήνας και στη χαίτη των ίππων. 122 O επόμενος γαμικός λέβητας (πίν.22) συμβατικά αποκαλούμενος από τον Boardman ως «αμφορέας του Ηρακλή», (ΕΑΜ 12075), έχει ύψος 89 εκ. και χρονολογείται στα μέσα του αιώνα. Βρέθηκε σε τάφο στη Νεκρόπολη της Ερέτριας και μέσα στο αγγείο υπήρχε σκελετός μικρού παιδιού. Μαζί με τον «αμφορέα», βρέθηκαν επίσης δυο μικρά ληκύθια και δυο κυαθίσκοι. Η διακόσμηση του «αμφορέα του Ηρακλή», έχει πολλά κοινά με τον προηγούμενο. Το καπάκι φέρει όμοια διακόσμηση με αυτή του (ΕΑΜ 1004). Η 121 Βoardman 1952, 33, η δήλωση των οφθαλμών με ερυθρό χρώμα αποτελεί ένα καθαρά αττικό χαρακτηριστικό. 122 Μ. Laurent 1901,

56 διακόσμηση στο λαιμό είναι διαφορετική από τον προηγούμενο, καθώς το χείλος του λαιμού καλύπτεται από σειρά τεθλασμένων γραμμών (πίν.22.β). Η κατώτερη ζώνη κοσμείται με ένα τέθριππο κατ ενώπιον, πάνω στο οποίο επιβαίνει μια γυναικεία μορφή που φορά κωνικό πίλο στο κεφάλι. Δεξιά των ίππων παριστάνεται μια όρθια μορφή κρατώντας δόρυ, ενώ στην αριστερή πλευρά εικονίζονται δυο όρθιες ανδρικές μορφές κρατώντας δόρατα. Την πίσω όψη του λαιμού, κοσμούν δυο αντωποί λέοντες, οι οποίοι φέρουν ανάμεσά τους διπλό κάλυκα λωτού. Στην περιοχή του ώμου, το τμήμα μεταξύ των λαβών στη μπροστινή πλευρά κοσμείται με δυο μικρές ζώνες. Η πρώτη ζώνη φέρει φυλλώδες κόσμημα και η κατώτερη μια σειρά με ανθέμια και σπείρες σε μορφή πλέγματος (πλοχμού). Την πίσω όψη του τμήματος του λαιμού κοσμούν δυο αντωποί κριοί, οι οποίοι πλαισιώνονται από φυτικά μοτίβα. Η κοιλιά του αγγείου φέρει την κυρία διακόσμηση, από την οποία συμβατικά έχει λάβει και το όνομά του. Εικονίζεται ένας εκ των άθλων του Ηρακλή η εξόντωση της Λερναίας Ύδρας, με τη βοήθεια του Ιολάου και της θεάς Αθηνάς. Κεντρική θέση καταλαμβάνει το σώμα της Λερναίας Ύδρας και στην μια πλευρά παριστάνονται ο Ιόλαος τη στιγμή της μάχης με το τέρας και τρεις γυναικείες μορφές που φορούν ιμάτια μορφής «πιγκουΐνου». 123 Ο Ηρακλής εικονίζεται στην απέναντι πλευρά, οπλισμένος, έχοντας αρπάξει ένα από τα κεφάλια του τέρατος. Πίσω του στέκεται μια γυναικεία μορφή, η οποία πιθανόν είναι η θεά Αθηνά που τον συνοδεύει στους άθλους του, κρατώντας κλαδί (ελιάς;) και πίσω της ο θεός Ερμής κρατώντας κηρύκειο (πίν.22.γ). Χαρακτηριστική στην κύρια ζώνη είναι η στάση των μορφών. Μόνο οι κεντρικές μορφές του Ιόλαου και του Ηρακλή εικονίζονται σε στιγμή μάχης και έντασης, ενώ οι υπόλοιπες μορφές χαρακτηρίζονται από ακινησία και ηρεμία. Στην κάτω ζώνη της κεντρικής παράστασης, εικονίζονται σε ζώνη που περιτρέχει το αγγείο άγρια ζώα, είτε αντωπά είτε προς την ίδια κατεύθυνση πλαισιωμένα με φύλλα λωτού. Την πίσω, την δευτερεύουσα όψη της κοιλιάς του αγγείου κοσμούν αντωποί λέοντες και βόδια, τα οποία πλαισιώνονταν από φυτικά μοτίβα (ρόδακες). 124 Η κωνική βάση έφερε και αυτή διακόσμηση σε μια ζώνη, η οποία πλαισιωνόταν από πάνω και κάτω με μια ταινία. Η κύρια ζώνη εικονίζει άγρια ζώα, όπως σειρήνες, λιοντάρια και φίδια. Η ταινία πάνω από την κεντρική ζώνη κοσμούνταν με κάθετες γραμμές, ενώ η κατώτερη με μια σειρά από στιγμές. 123 Τιβέριος 1996, Laurent 1901,

57 Τα επίθετα χρώματα χρησιμοποιούνται και σε αυτό το αγγείο. Το ερυθρό μπαίνει στα σώματα των ζώων, στα ενδύματα των ανθρώπινων μορφών και στον οπλισμό. Το λευκό χρώμα εντοπίστηκε στα πρόσωπα των σειρήνων, στα γυμνά μέρη του σώματος της θεάς Αθηνάς και στην ενδυμασία του Ερμή. Ο τρίτος γαμικός λέβητας (πίν.23), ο οποίος αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τη σημασία των αγγείων αυτών, αλλά και τις δυνατότητες του ερετριακού εργαστηρίου στο β μισό του 6 ου αι., είναι γνωστός ως «αμφορέας του Πηλέα» (ΕΑΜ 12076). Το ύψος του αγγείου είναι 80εκ. και χρονολογείται λίγο μετά τα μέσα του αιώνα.(540π.χ.). Το αγγείο βρέθηκε σε έναν τάφο, ο οποίος περιείχε διπλή ταφή, καθώς μέσα στον γαμικό λέβητα βρέθηκε σκελετός ενός μικρού παιδιού και πάνω από το αγγείο βρέθηκε ένας μικρός πίθος που περιείχε οστά μικρού παιδιού μεταγενέστερων χρόνων. 125 Ο τρίτος στη σειρά γαμικός λέβητας φέρει και αυτός αξιόλογες παραστάσεις. Το καπάκι έχει διακόσμηση σε δυο ζώνες, με ακτίνες και με σειρές ζώων, όπως λέοντες, κριούς και σειρήνες. Στο τμήμα του λαιμού υπάρχει μια πολυπρόσωπη παράσταση που καλύπτει όλη την μπροστινή όψη (πίν.23.β). Οκτώ μορφές, τέσσερις ανδρικές και τέσσερις γυναικείες στέκονται όρθιες, αντιθετικά διατεταγμένες, φορώντας ιμάτιο και ποδήρη χιτώνα. Μπροστά από κάθε μορφή κρέμεται μια ταινία διακοσμώντας έντεχνα την παράσταση. Το χείλος του λαιμού διακοσμείται με μια ταινία με τεθλασμένες γραμμές. Ο ώμος φέρει όμοια διακόσμηση με αυτή των δυο προηγούμενων αγγείων. Το τμήμα μεταξύ των λαβών, διακοσμείται με μια μικρή ζώνη με φυλλώδες κόσμημα και μια κατώτερη με φυτικό πλοχμό με ανθέμια και άνθη λωτού. Το τμήμα της κοιλιάς του αγγείου φέρει την κύρια παράσταση. Πρόκειται για παράσταση του γάμου του Πηλέα με τη Θέτιδα. Οι δύο μορφές παριστάνονται πάνω σε άρμα που σέρνεται από δυο ίππους, ο Πηλέας κρατά τα χαλινάρια και δίπλα του στέκεται η πεπλοφορούσα Θέτιδα (πίν.23.γ). Πίσω από τα σώματα των ίππων, στέκεται μια ανδρική μορφή, η οποία στρέφεται προς το ζεύγος έχοντας ανασηκωμένο το δεξί χέρι (δε σώζεται σε καλή κατάσταση λόγω θραύσης του αγγείου). Μπροστά από αυτή τη μορφή, παριστάνονται δυο γυναικείες μορφές, οι 125 Laurent 1901, 177, αναφέρει την εύρεση οστών δευτέρου ατόμου στον ίδιο τάφο, τα οποία χρονολογούνται σε οψιμότερη περίοδο. Πιθανόν αυτό αποδεικνύει μια δεύτερη χρήση του τάφου ή ότι αποτελεί οικογενειακή ταφή. Περισσότερο φαίνεται να ισχύει η πρώτη άποψη, διότι η χρονολόγηση των οστών του δεύτερου σκελετού δεν είναι γνωστή. 57

58 οποίες έφεραν τα γαμήλια δώρα πάνω στα κεφάλια τους. Υπάρχει και μια άλλη γυναικεία μορφή σε μικρό μέγεθος, η οποία πλαισιώνει την παράσταση χωρίς να διακρίνονται άλλα χαρακτηριστικά. Η κωνική βάση του αγγείου δεν βρέθηκε κατά την ανασκαφή του τάφου και δεν σώζεται το κατώτερο τμήμα του αγγείου. Πιθανόν να ήταν και αυτό διακοσμημένο στη μία όψη και να έφερε παρόμοια διακόσμηση με τα δυο προηγούμενα αγγεία. Ενδιαφέρον στοιχείο του αγγείου αποτελούν οι επιγραφές που υπάρχουν στην παράσταση της κοιλιάς του αγγείου. Μπορεί να μη σώζονται πλήρεις και σε καλή κατάσταση, όμως αποτελούν σημαντικά στοιχεία, καθώς παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για την ταύτιση της σκηνής. Τρεις επιγραφές σώζονται οι δυο πάνω από τις μορφές του Πηλέα και της Θέτιδας (Л Έ ν ) και (Θ Έ) και άλλη μια πάνω από την ανδρική μορφή με το δεξί ανασηκωμένο δεξί χέρι ( Γ Ε ν ς). 126 Ένα ακόμη στοιχείο αποτελούν τα επίθετα χρώματα που χρησιμοποιήθηκαν για τον τονισμό των λεπτομερειών. Δυο ήταν τα χρώματα που κυριαρχούν, το λευκό και το ερυθρό. Το λευκό χρώμα χρησιμοποιήθηκε στα γυμνά μέρη και τα πρόσωπα των γυναικών και στους οφθαλμούς των ίππων, ενώ το ερυθρό χρώμα στις ενδυμασίες και στα εξαρτήματα των ίππων. 127 Αμφορείς Η παραγωγή των ερετριακών κεραμικών εργαστηρίων δεν σταμάτησε καθ όλη τη διάρκεια του 6 ου αι. π.χ. Ο μεγάλος αριθμός αξιόλογων μελανόμορφων αγγείων που έχουν βρεθεί στις ανασκαφές, μαρτυρά τη σημαντική θέση των ερετριακών εργαστηρίων αυτήν την εποχή. Ένας αμφορέας μελανόμορφου ρυθμού, με ενιαίο περίγραμμα και με ενδιαφέρουσα διακόσμηση θεωρείται πως αποτελεί, δημιουργία των ερετριακών εργαστηρίων. Ο αμφορέας αποκαλούμενος συμβατικά ως «αμφορέας του Σειλινού», ΕΑΜ 1007,(πίν.24.α), λόγω της παράστασης που φέρει στη μία όψη, έχει ύψος (50 εκ.), ανακαμπτόμενο χείλος που είναι ελαφρά κοίλο, ευθύγραμμο, βάση σε τύπο 126 Βoardman 1952, 38, η τρίτη επιγραφή ( Γ Ε ν ς), πιθανόν να μην σώζεται ολόκληρη και να αποτελεί κατάληξη ονόματος. Στη γαμήλια πομπή δεν συμμετείχε ανδρική μορφή με κατάληξη ονόματος (- γευς). Πολύ πιθανό, να ήταν (Ρ) και όχι (Γ) το γράμμα στην επιγραφή. Υποθέτοντας αυτό, μπορούμε να θεωρήσουμε πως η ανδρική, μη καλά σωζόμενη μορφή, ήταν ο Νηρέας, ο πατέρας της Θέτιδας. 127 Laurent 1901,

59 ανεστραμμένου εχίνου και λαβές με κυλινδρική τομή. Το σχήμα του αγγείου δεν είναι καθαρά αττικό, καθώς οι καμπυλωτές λαβές και ο ψηλός λαιμός έχουν κατασκευαστεί με έναν διαφορετικό τρόπο φανερώνοντας διαφορετικό εργαστήριο. 128 Ο αμφορέας χρονολογείται στο β τέταρτο του 6 ου αι.(570 π.χ.) και το συγκεκριμένο σχήμα παραγόταν στην Ερέτρια καθ όλη τη διάρκεια του 6 ου αι. αλλά κυρίως στο α μισό του αιώνα. Ο αμφορέας φέρει διακόσμηση στο τμήμα της κοιλιάς, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του αγγείου καλύπτεται από μελανό υάλωμα. Το τμήμα της κοιλιάς διακοσμείται με δυο διαφορετικές παραστάσεις σε κάθε όψη. Στην πρώτη όψη εικονίζεται ένας Σειλινός να επιτίθεται σε ένα ελάφι. Ο Σειλινός καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα της παράστασης, ενώ το ελάφι παριστάνεται στη μια γωνία, σε μικρότερο μέγεθος, δηλώνοντας πιθανόν και την κατάληξη της επίθεσης. Στη δεύτερη όψη εικονίζονται δυο πάνοπλοι πολεμιστές σε στιγμή μάχης (πίν.24.β). Οι πολεμιστές εικονίζονται αντωποί, φέροντας τον οπλισμό τους (περικεφαλαία, ασπίδα, θώρακα, δόρυ) και καλύπτουν το κεντρικό τμήμα της σκηνής. Παραπληρωματικά μοτίβα και θέματα απουσιάζουν από το αγγείο. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα αποτελούν, το ερυθρό επίθετο χρώμα που χρησιμοποιήθηκε στο κεφάλι του Σειλινού, στο κεφάλι του ελαφιού, στα όπλα και στα κράνη των πολεμιστών και το καστανοκίτρινο υάλωμα στο βάθος των δυο παραστάσεων της κοιλιάς 129. Οι απόψεις των αρχαιολόγων για την προέλευση του «αμφορέα του Σειλινού», είναι πολλές. Ο Amyx, στην έρευνα του για να διακρίνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ερετριακού εργαστηρίου στον 6 ο αι και να ξεχωρίσει τις αττικές απομιμήσεις από τα αμιγώς αττικά, επέτυχε την ταύτιση ορισμένων αγγείων ως ευβοϊκών (ερετριακών). Ο Amyx, θεωρεί πως η προέλευση δυο μελανόμορφων αμφορέων με λαιμό είναι ερετριακή. Πρόκειται για έναν αμφορέα που βρέθηκε στη Ρήνεια και έναν άλλο στην Τανάγρα. Η άποψη του στηρίζεται όχι τόσο στο σχήμα των αμφορέων αλλά στη διακόσμηση αυτών. Ο Amyx, θεωρεί πως το φυτικό κόσμημα με τα άνθη λωτού και τα μπουμπούκια, τα οποία αποδίδονται με μελανό, 128 Βoardman 1952, 40, τα αγγείο λόγω των διαφορετικών στοιχείων στο σχήμα του από τους αντίστοιχους αττικούς μελανόμορφους αμφορείς ενιαίου περιγράμματος, θεωρείται πως πρέπει να προέρχεται από την Ερέτρια. Στην Ερέτρια στις αρχές του 6 ου αι. είχαν αρχίσει να εισέρχονται πολλά αττικά στοιχεία που επηρέαζαν τους τοπικούς κεραμείς, όπως και αυτός ο αμφορέας που ενώ δεν είναι αττικός, έχει εμφανή κάποια αττικά στοιχεία. 129 Βoardman 1952, Βoardman 1952, 46, ή κάποιου εργαστηρίου κοντά στην Ερέτρια. 59

60 λευκό και ερυθρό επίθετο χρώμα αποτελεί ένα αμιγώς ερετριακό χαρακτηριστικό. 130 Επίσης, οι σταγόνες, οι οποίες καλύπτουν τους λαιμούς των αμφορέων, με την εναλλαγή του ερυθρού και του μελανού χρώματος αποτελούν και αυτές γνώρισμα του ερετριακού εργαστηρίου,(άτεχνα, χρησιμοποιείται και το λευκό χρώμα στο τμήμα του λαιμού, χωρίς, όμως να έχει τη μορφή σταγόνας, παρά μιας καμπυλωτής γραμμής). Ο αμφορέας από τη Ρήνεια (ΚΑ 1028) φέρει διακόσμηση στον λαιμό, στην κοιλιά και στο κατώτερο τμήμα του σώματος του αγγείου (πίν.24.γ). Το χείλος καλύπτεται με μελανό υάλωμα και ο λαιμός κοσμείται με τις σταγόνες μελανού και ερυθρού χρώματος. Η κύρια παράσταση βρίσκεται στην κοιλιά του αγγείου και στις δυο όψεις. Στη μια πλευρά εικονίζονται δυο αντωποί πάνθηρες με ανθέμιο ανάμεσά τους και στην άλλη δυο αντωπές σειρήνες με ανθέμιο ανάμεσά τους. Το κατώτερο τμήμα του σώματος του αγγείου κοσμείται με μελανές ακτίνες, ενώ η βάση (δεν σώζεται) πιθανόν να καλυπτόταν από μελανό υάλωμα. Το ερυθρό χρώμα χρησιμοποιήθηκε και στη βάση του λαιμού, στα σώματα των πανθήρων και στα φτερά των σειρήνων, ενώ το λευκό χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα φυτικά μοτίβα των ανθεμίων μεταξύ των ζώων αλλά και για επιμέρους λεπτομέρειες πάνω στα ζώα 131. Ο αμφορέας της Τανάγρας (ΕΑΜ 2635, πίν.24.δ) φέρει παρόμοια διακόσμηση με αυτή του αμφορέα της Ρήνειας μόνο στο τμήμα του λαιμού, το οποίο και θεωρείται σύμφωνα με τον Amyx ερετριακό. Το χείλος καλύπτεται με μελανό υάλωμα, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα του αγγείου. Το τμήμα του λαιμού διακοσμείται με το σύστημα των σταγόνων (δεν υπάρχει χρήση λευκού χρώματος). Η κύρια διακόσμηση του αμφορέα από την Τανάγρα, εντοπίζεται στον ώμο καλύπτοντας και ένα τμήμα της κοιλιάς. Τη ζώνη αυτή καλύπτει φυτικό σύμπλεγμα με άνθη λωτού και ανθέμια. Χαρακτηριστικό στοιχείο του ευβοϊκού εργαστηρίου (σύμφωνα με τον Amyx) αποτελεί η χρήση του λευκού επίθετου χρώματος στα φύλλα του λωτού 132. Tρεις αμφορείς με λαιμό (πίν.25.α-ε), οι οποίοι βρίσκονται αντίστοιχα σε τρεις ιδιωτικές συλλογές του εξωτερικού θεωρούνται πως είναι ευβοϊκά αγγεία προερχόμενα από την Ερέτρια ή από κάποια εργαστήρια της ευρύτερης περιοχής αποκαλούμενα ως του «ευβοϊκού κύκλου». Ένας αμφορέας με λαιμό βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης ( ), ο δεύτερος στο Μουσείο 131 Βoardman 1952, 45, ο πηλός του αγγείου είναι σκουρότερου χρώματος και δεν είναι ο γνωστός αττικός κοκκινωπός. 132 Βoardman 1952,

61 της Τέχνης του Πανεπιστημίου του Harvard (2271) και ο τρίτος στο Μουσείο Fine Arts στη Βοστόνη (δωρεά W. S. Bigelow, 13.75). 133 Ο αμφορέας στη Νέα Υόρκη, (ύψους περίπου 50εκ., μέσα 6 ου αι.) στον λαιμό φέρει σύστημα δυο ομόκεντρων κύκλων 134 στο κέντρο, το οποίο δεξιά και αριστερά πλαισιώνεται από μια ομάδα δυο τεθλασμένων κάθετων γραμμών (πίν.25.α, β). Η διακόσμηση στην πίσω όψη του λαιμού, είναι όμοια με μόνη διαφορά ότι το κέντρο του μικρού κύκλου διακοσμείται με χιαστί μοτίβο. Στο τμήμα της κοιλιάς η διακόσμηση διακρίνεται σε κύρια και δευτερεύουσα. Στην πρώτη εικονίζονται δυο αντωποί πετεινοί, ανάμεσα στους οποίους παριστάνονταν δυο ανθρώπινες μορφές (πιθανώς ζεύγος), εκ των οποίων η μία κρατά σκήπτρο. Στην πίσω όψη εικονίζονται δυο αντωπές σειρήνες, ανάμεσα στις οποίες εικονίζεται μια ανθρώπινη μορφή με σκήπτρο. Το κατώτερο τμήμα του αγγείου καλύπτεται με δυο ζώνες εκ των οποίων η μία καλύπτεται με μελανό υάλωμα και η άλλη με μελανές ακτίνες. Ο αμφορέας στο Harvard (ύψους εκ., μέσα 6 ου αι.), ταυτίζεται με αυτόν της Νέας Υόρκης, καθώς στη δεύτερη όψη του φέρει όμοια διακόσμηση. Στη μπροστινή όψη (πίν.25.γ, δ), εικονίζονται δυο αντωποί πολεμιστές σε στιγμή μάχης, οι οποίοι δεξιά και αριστερά πλαισιώνονται από δυο, όρθιες ανθρώπινες μορφές. Ο Amyx σύγκρινε αυτούς τους αμφορείς και θεώρησε πως πρέπει να προέρχονται από το ίδιο μέρος αλλά και από τον ίδιο αγγειογράφο. Ο Beazley έχει ονομάσει συμβατικά τον αγγειογράφο αυτών των δυο αγγείων Ζωγράφο του Harvard 135. Μπορεί το σχήμα των αμφορέων και η διάταξη της διακόσμησης σε παράλληλες ζώνες να είναι καθαρά αττικά 136, όμως ο πηλός και το κιτρινέρυθρο υάλωμα στο βάθος δεν αποτελούν αττικά. Χαρακτηριστικά (πιθανόν ευβοϊκά). Στοιχεία στα οποία ο Amyx στηρίχθηκε και θεώρησε τους δυο αμφορείς ως ευβοϊκούς, αποτελούν οι λευκές επίθετες στιγμές στα πτερύγια και το λευκό χρώμα στα πρόσωπα των σειρήνων, οι λευκές στιγμές στα σώματα των πετεινών και στις ενδυμασίες των ανθρώπινων μορφών. Επίσης, ευβοϊκό χαρακτηριστικό θεωρείται η χρήση των 133 Bothmer 1969, LEFKANDI 1980, 30, 39, 54, τα ομόκεντρα συστήματα κύκλων ή ημικυκλίων ήταν διακοσμητικά μοτίβα που διακοσμούσαν αμφορείς των πρωτογεωμετρικών χρόνων στο Λευκαντί. Τα διακοσμητικά μοτίβα βρίσκονταν κυρίως στον ώμο και στην κοιλιά του αμφορέα. 135 Beazley 1971, Η διακόσμηση σε παράλληλες ζώνες χρησιμοποιήθηκε από τους Αθηναίους κεραμείς από τα πρώτα χρόνια του μελανόμορφου ρυθμού. Και αυτό το στοιχείο υιοθετήθηκε από άλλα γειτονικά εργαστήρια, όπως το ευβοϊκό. 61

62 φύλλων κισσού ή λωτού που κοσμούσαν το πάνω τμήμα της παράστασης στη δεύτερη όψη του αμφορέα του Harvard. 137 Ο τρίτος αμφορέας (πίν.25.ε), ο οποίος βρίσκεται στη Βοστόνη (ύψους περίπου 50εκ., μέσα 6 ου αι.), θεωρείται πως προέρχεται επίσης από ευβοϊκό εργαστήριο. Αποτελεί ένα ακόμη αγγείο, του οποίου η προέλευσή του στηρίζεται στα στιλιστικά χαρακτηριστικά του. Το σχήμα του θεωρείται καθαρά αττικό, καθώς είχε πρωτοεμφανιστεί στην Αττική, όμως η διακόσμησή του θεωρείται ευβοϊκή. Η διακόσμηση του λαιμού είναι αττική, καθώς συνηθιζόταν σε αυτό το τμήμα η διακόσμηση με τις σταγόνες και όχι με ανθέμια και κρεμαστά άνθη λωτού. Ευβοϊκή θεωρείται η διακόσμηση στην κύρια όψη του αμφορέα, όπου εικονίζονται δυο αντωποί πάνθηρες. Η σκηνή κοσμείται με ρόδακες, με ανεστραμμένα άνθη και μπουμπούκια λωτού, τα οποία συμπληρώνουν την παράσταση. Το συγκεκριμένο μοτίβο με τα δυο αντωπά ζώα που στέκονται εκατέρωθεν του ανεστραμμένου φυτικού μοτίβου, θεωρείται ευβοϊκό και διακοσμούσε πολύ συχνά τη δεύτερη όψη διαφόρων αγγείων ευβοϊκής προέλευσης. Όμοια διακόσμηση με αυτή του αμφορέα της Βοστόνης φέρουν ο αμφορέας με λαιμό από τη Ρήνεια (ΚΑ 1028) 138 και ο αμφορέας (πελίκη;) από τη Βιέννη (Μ 136) 139. Επίσης, ευβοϊκό γνώρισμα θεωρείται η χρήση λευκού επίθετου χρώματος πάνω στους ρόδακες (στιγμές), το λευκό χρώμα στο μπουμπούκι και στα φύλλα του λωτού αλλά και στα σώματα των ζώων. Τα ευβοϊκά εργαστήρια δεν παρήγαγαν μόνο τους γνωστούς μεγάλους αμφορείς, αλλά κατασκεύαζαν και αμφορείς μικρότερου μεγέθους. Δύο χαρακτηριστικά δείγματα του δεύτερου τύπου αποτελούν δυο αμφορείς από το Ε.Α.Μ. Ο πρώτος αμφορέας (ΕΑΜ 12142), έχει ύψος (11,6 εκ) και το σχήμα του είναι ακριβώς μια μικρογραφία του σχήματος των ταφικών πιθαμφορέων του 7 ου αι. π.χ. (αναλογικά, το ύψος του λαιμού του αμφορέα ΕΑΜ 12142, είναι το μικρότερο, πίν.26.α) Η διακόσμηση του αμφορέα γίνεται με το σύστημα των ζωνών και δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη επιμέλεια. Ο λαιμός του αμφορέα καλύπτεται με μελανό υάλωμα, ενώ ο ώμος με ένα σύστημα τεσσάρων κάθετων ομάδων με «۸». Η κατώτερη ζώνη φέρει σειρά λοξών μελανών γραμμών που περιτρέχουν το αγγείο. Η επόμενη ζώνη κοσμείται με μια αλυσίδα από μελανές στιγμές και ακολουθεί μια 137 Οι διαφωνίες για την προέλευση των δυο αμφορέων είναι πολλές. Οι συγκρίσεις και οι ταυτίσεις με διάφορα αγγεία είναι επίσης, αρκετές. Ο Amyx και η Ure στην προσπάθειά τους να αποκαλύψουν την ταυτότητα του ευβοϊκού εργαστηρίου του 6 ου αι., ήρθαν συχνά σε αντιπαράθεση απόψεων. 128 σημ Amyx

63 ακόμη, ζώνη με σειρά λοξών μελανών γραμμών που περιτρέχουν το αγγείο. Η βάση του αγγείου κοσμείται με μια ζώνη από «Ν» που την περιτρέχουν. Το αγγείο αυτό έχει βρεθεί στην Ερέτρια, χρονολογείται στα τέλη του 6 ου αι. π.χ. και λόγω της απλής και πρόχειρης σχεδίασης των διακοσμητικών μοτίβων θεωρείται ευβοϊκό Το δεύτερο μικρόσωμο αγγείο (ύψους μέχρι το καπάκι 20εκ.) μοιάζει περισσότερο με τους αμφορείς - «γαμικούς λέβητες» του 6 ου αι., βρίσκεται στο Ε.Α.Μ. ( Συλλογή Εμπεδοκλή Ε 619) και χρονολογείται στα τέλη του 6 ου αι. π.χ. (πίν.26.β) Το σχήμα του αμφορέα με το σφαιρικό σώμα και τις διπλές λαβές είναι καθαρά αττικό, όμως έχει πολλά κοινά στοιχεία στο σχήμα με τον αμφορέα του Πηλέα. Η διακόσμηση του αμφορέα είναι ασυνήθιστη για ένα τέτοιο αγγείο, καθώς διακοσμείται σε ζώνες που εναλλάσσονται με μελανό και στο χρώμα του πηλού. Αυτές οι διακοσμητικές ζώνες δεν αποτελούν καθαρά ευβοϊκό ή αττικό στοιχείο, περισσότερο χαρακτηριστικά στοιχεία είναι η λαβή από το καπάκι (είναι όμοιο με αυτό των γαμικών λεβήτων του 6 ου αι.) και η διακόσμηση του ώμου. Ο ώμος κοσμείται με το μοτίβο των ανεστραμμένων κρεμαστών μπουμπουκιών λωτού. Η ζώνη του λαιμού κοσμείται και με μελανές στιγμές. Το διακοσμητικό μοτίβο του λαιμού θεωρείται ευβοϊκό, καθώς συναντάται και σε άλλα ευβοϊκά αγγεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένας κώθων από τις Ελαιές Καρύστου, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Χαλκίδας (πίν.26.γ), ο οποίος φέρει το ίδιο διακοσμητικό μοτίβο στον ώμο. Το μοτίβο στον κώθων καλύπτει όλο τον ώμο και αποδίδεται με την κανονική διάταξη και όχι κρεμαστό. Το ίδιο διακοσμητικό μοτίβο φέρει ακόμη, ένας κώθων από την Εύβοια, ο οποίος σήμερα βρίσκεται στο Ε. Α. Μ. (ΕΑΜ 16327, πίν.26.δ). Το διακοσμητικό μοτίβο εδώ, αποδίδεται με ανοιγμένα τα μπουμπούκια του λωτού. 141 Λήκυθοι: Η λήκυθος αποτελεί μαζί με τους «γαμικούς λέβητες» και τους αμφορείς ένα από τα πιο διαδεδομένα σχήματα του 6 ου αι. για το ευβοϊκό εργαστήριο. Τόπος εύρεσης των ληκύθων δεν είναι αποκλειστικά η Ερέτρια, καθώς πολλές προέρχονται από διαφορετικές περιοχές του νησιού (Χαλκίδα και ευρύτερο Ληλάντιο πεδίο). 140 Boardman 1957, Boardman 1957, 21, αυτό το διακοσμητικό μοτίβο χρησιμοποιείται σε διάφορα σχήματα αγγείων με μικρές παραλλαγές. Όμως, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό, το οποίο εντοπίζεται κυρίως, σε αγγεία που βρέθηκαν και πιθανόν κατασκευάστηκαν στην Εύβοια, με αποτέλεσμα να θεωρείται ευβοϊκό. 63

64 Επίσης, υπάρχουν λήκυθοι που προήλθαν από ανασκαφές αρχαιοκάπηλων στις αρχές του 20 ου αι. στην Εύβοια, δημιουργώντας έτσι πρόβλημα για την ταύτιση της προέλευσης ορισμένων από αυτές. Η άγνωστη ή η πιθανή προέλευση πολλών ληκύθων δημιουργεί πρόβλημα στις γνώσεις μας για το ευβοϊκό εργαστήριο του 6 ου αι., καθώς είναι πολύ δύσκολη η ταύτιση των ληκύθων που κατασκευάστηκαν στο εργαστήριο αυτό. Η ταύτιση των ληκύθων ως ευβοϊκών αγγείων, βασίζεται κυρίως σε τυπολογικά και διακοσμητικά χαρακτηριστικά, τα οποία αποτελούν πιθανόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εργαστηρίου. Ορισμένοι μελετητές έχουν διακρίνει κάποια κοινά αττικά στοιχεία ή αττικές ομοιότητες όσον αφορά το σχήμα και ορισμένα διακοσμητικά μοτίβα, όμως αρκετοί αρχαιολόγοι, όπως η Ε.Haspels 142 και η Α.Ure θεώρησαν πως οι λήκυθοι δεν φέρουν καθαρά αττικά στοιχεία και σχετίζονται με την Ομάδα του Δελφινιού. Μεγάλος αριθμός ληκύθων με ευβοϊκά χαρακτηριστικά ή του «ευβοϊκού κύκλου» βρίσκονται σε πολλές ιδιωτικές συλλογές και σε πολλά μουσεία, τόσο του εξωτερικού όσο του εσωτερικού 143. Οι λήκυθοι, οι οποίοι θεωρούνται ευβοϊκές, διακρίνονται κυρίως σε δυο τύπους ως προς το σχήμα τους: στον τύπο της Δηιάνειρας και στον τύπο της ληκύθου με ώμο. Το ύψος των ληκύθων κυμαίνεται από 12 εκ. έως 15 εκ. για τον τύπο της Δηιάνειρας και 14εκ. έως 19εκ. για τον τύπο της ληκύθου με ώμο. Η διακόσμηση και στους δυο τύπους καλύπτει το τμήμα του ώμου και μεγάλο μέρος της κοιλιάς, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του αγγείου καλύπτεται με μελανό υάλωμα. Στη διακοσμημένη ζώνη, στη κοιλιά, εικονίζονται άγρια ζώα συνήθως αντωπά (λιοντάρια, πάνθηρες, ελάφια, ίπποι) ανθρώπινες μορφές και σκηνές καθημερινής ζωής και αθλημάτων. Στο τμήμα του ώμου, εικονίζονται συνήθως φυτικά μοτίβα με ανθέμια, άνθη και μπουμπούκια λωτού, αλλά και σπανιότερα άγρια ζώα. Τα άγρια ζώα και οι ανθρώπινες μορφές καλύπτονται με μελανό χρώμα και η χάραξη χρησιμοποιείται για την απόδοση των λεπτομερειών. Για την απόδοση των λεπτομερειών τόσο στα πρόσωπα των ανθρώπινων μορφών όσο και στα σώματα των ζώων χρησιμοποιείται 142 Beazley 1971, , H Haspels, στη μονογραφία για τις αττικές μελανόμορφες ληκύθους, προσπάθησε να ομαδοποιήσει τα χαρακτηριστικά των ληκύθων. Το ίδιο έκανε και με τις ληκύθους που φέρουν ευβοϊκά χαρακτηριστικά, πολλές από τις οποίες εντάσσονται στην Ομάδα του Δελφινιού. 143 Μεγάλος αριθμός βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο στη Νέας Υόρκης, συλλογή W. C. Baker, στο Μουσείο της Χαλκίδας, στο Μουσείο της Ερέτριας, συλλογή Οικονόμου (σήμερα στο Μουσείο της Χαλκίδας). 64

65 και το λευκό επίθετο χρώμα. Επίσης, το λευκό χρώμα χρησιμοποιείται και στα φυτικά μοτίβα που καλύπτουν τον ώμο 144. Μια λήκυθος με ώμο, η οποία θεωρείται πως προέρχεται από ευβοϊκό εργαστήρι βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, στη συλλογή W. C. Baker. (S.L , πίν.27.α). Η κύρια διακόσμηση βρίσκεται στη ζώνη της κοιλιάς της ληκύθου, στην οποία εικονίζεται ένας ιππέας και μπροστά του προπορεύονται ένας γυμνός νέος με έντονο διασκελισμό και ένας δρομέας. Η ζώνη του λαιμού διακοσμείται με σταγόνες και άνθη λωτού. To υπόλοιπο τμήμα του αγγείου καλύπτεται με μελανό υάλωμα, εκτός από μια μικρή ζώνη στο λαιμό της ληκύθου που διατηρεί λεπτό κιτρινωπό υάλωμα στο χρώμα του πηλού. Το λευκό επίθετο χρώμα χρησιμοποιείται στα άνθη των λωτών αλλά και στο σώμα του ιππέα. 145 To διακoσμητικό μοτίβο του τμήματος του ώμου με τις σταγόνες και τα άνθη λωτού συναντάται σε διάφορα σχήματα αγγείων του ευβοϊκού κύκλου με ποικίλες παραλλαγές. Ο Amyx στην έρευνά του για τους αμφορείς με λαιμό του 6 ου αιώνα, υπερασπίστηκε την άποψή του πως το διακοσμητικό μοτίβο των σταγόνων στον λαιμό των αμφορέων αποτελεί ευβοϊκό χαρακτηριστικό 146. Μπορεί να μην υπάρχουν ακριβείς ομοιότητες, όμως ο συνδυασμός των ανθέων ή μπουμπουκιών λωτού με τις σταγόνες και τις στιγμές και η χρήση λευκού επίθετου χρώματος στα μπουμπούκια των λωτών, ίσως και να αποτελεί ευβοϊκό στοιχείο. Μια λήκυθος με ώμο βρίσκεται στο Μουσείο της Χαλκίδας (πίν.27.β, γ) και φέρει παρόμοια διακόσμηση στον ώμο με αυτή του W.C.Baker. 147 Στη λήκυθο της Χαλκίδας (αρ. 567) δεν σώζονται ίχνη λευκού χρώματος και οι λωτοί αποδίδονται με τη μορφή κλειστού μπουμπουκιού. Επίσης, οι στιγμές δεν λείπουν και από αυτό το τμήμα του αγγείου 148. Μια ακόμη ομοιότητα στην οποία μπορούμε να στηριχτούμε για την ταύτιση της ληκύθου του W.C.Baker με αυτή της Χαλκίδας και κατ επέκταση με το ευβοϊκό εργαστήριο, αποτελεί η μορφή του νεαρού με έντονο διασκελισμό στη λήκυθο της Χαλκίδας. Η νεανική μορφή αποδίδεται σε ευρύ διασκελισμό και είναι σχεδιασμένη με όμοιο τρόπο με την αντίστοιχη μορφή στη λήκυθο της συλλογής Baker. Η γυμνή νεανική μορφή εικονίζεται μετωπικά με φορά 144 Η χρήση επίθετου λευκού χρώματος σε φυτικά μοτίβα αποτελεί ένα ευβοϊκό χαρακτηριστικό. Στη συνέχεια ακολουθούν παραδείγματα ληκύθων όπου παρουσιάζονται ακόμη περισσότερα χαρακτηριστικά και εξηγείται γιατί θεωρούνται ευβοϊκά. 145 Bothmer 1969, 34. Ure 1960, Βλ. σημ. 121 και Οι φωτογραφίες και η επισήμανση της ληκύθου της Χαλκίδας (αρ. 567) έγιναν μετά από αυτοψία στο Αρχαιολογικό Μουσείο Χαλκίδας. 148 Ure 1962, 140, το ύψος της ληκύθου είναι 18.5 εκ. 65

66 προς τα δεξιά (σύμφωνα με τον θεατή), έχοντας μπροστά το αριστερό πόδι και πίσω το δεξί. Η φορά των χεριών είναι αντίθετη με αυτή των ποδιών. Τα ίδια χαρακτηριστικά διακρίνουν και τον δρομέα της ληκύθου στη Ν.Υόρκη. Η σύγκριση των δυο αγγείων δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής, ίσως, λόγω της απόστασης των δυο παραδειγμάτων. Θεωρώ πως οι δυο λήκυθοι έχουν πολλά κοινά διακοσμητικά χαρακτηριστικά, τα οποία επιτρέπουν να θεωρήσουμε και τα δύο αγγεία ευβοϊκά. Το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης διαθέτει ένα σύνολο από επτά ληκύθους, οι οποίες θεωρούνται ευβοϊκής προέλευσης. Η λήκυθος του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης ( , πίν.28.α) θεωρήθηκε σύμφωνα με τον D. von Bothmer ευβοϊκής προέλευσης. Η λήκυθος τύπου Δηιάνειρας, διακοσμείται στο τμήμα του λαιμού και στην κοιλιά του αγγείου. Στο λαιμό διακοσμείται με ένα φυλλόσχημο μοτίβο που περιτρέχει τον ώμο του αγγείου, ενώ η κοιλιά κοσμείται με δυο αντωπούς λέοντες. Οι στιγμές και σε αυτήν τη ζώνη δεν λείπουν, καθώς κοσμούν το βάθος πάνω και κάτω από τα σώματα των λεόντων. Το υπόλοιπο τμήμα της ληκύθου καλύπτεται με μελανό υάλωμα 149. Η διακόσμηση με τα αντωπά άγρια ζώα (λέοντες, πάνθηρες) ήταν συχνή στο ευβοϊκό εργαστήριο του 6 ου αι. και πολύ συχνά προτιμάται σε αμφορείς 150 και άλλα αγγεία. Ο D. von Bothmer και η Α.Ure 151 θεωρούν αυτό το εραλδικό διακοσμητικό μοτίβο με τα λιοντάρια και τον τρόπο σχεδίασής τους ευβοϊκά. Η δεύτερη λήκυθος από το σύνολο του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης είναι η υπ αριθμόν ( , πίν.28.β, γ) είναι μια λήκυθος του τύπου με ώμο και φέρει διακόσμηση στον ώμο και στην κοιλιά. Στον ώμο υπάρχει μια ζώνη, η οποία κοσμείται με πεντάφυλλο ανθέμιο, με μπουμπούκια λωτού και στιγμές, ενώ η ζώνη του λαιμού κοσμείται με δυο αντωπά ζώα, έναν πάνθηρα και ένα ελάφι. Η ζώνη της κοιλιάς συμπληρώνεται με ρόδακες και στιγμές ατάκτως τοποθετημένα. Το κατώτερο τμήμα του αγγείου και το χείλος της ληκύθου καλύπτονται με μελανό υάλωμα, ενώ το υπόλοιπο τμήμα με το βάθος των διακοσμητικών ζωνών φέρουν λεπτό κιτρινωπό υάλωμα στο χρώμα του πηλού 152. Το διακοσμητικό μοτίβο του λαιμού σύμφωνα με την A. D. Ure 153 αποτελεί ένα γενικό ευβοϊκό χαρακτηριστικό, όχι τόσο ερετριακό, αλλά περισσότερο του ευβοϊκού κύκλου. Μπορεί να συναντάται 149 Bothmer 1969, Βλ. σημ. 121, αμφορέας από τη Ρήνεια (ΚΑ 1028). 151 Ure 1962, Bothmer 1969, 34, Ure 1968,

67 και σε αττικά αγγεία όμως ο διαφορετικός τρόπος σχεδίασης των ανθεμίων το καθιστά μοναδικό και το ξεχωρίζει από τα αττικά. Μια λήκυθος με όμοια διακόσμηση στον λαιμό με αυτήν της Νέας Υόρκης, είναι η λήκυθος από το Reading University (πίν.28.δ). Η λήκυθος φέρει παρόμοιο διακοσμητικό μοτίβο με πεντάφυλλο ανθέμιο αλλά με άνθη και όχι μπουμπούκια λωτού 154. Τα άνθη ή τα μπουμπούκια λωτού αποτελούν ένα ευβοϊκό γνώρισμα, το οποίο η A. D. Ure θεωρεί, πως με λίγη προσοχή, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ως στοιχείο προέλευσης,(όχι όμως πάντα). Η Haspels θεωρεί πως η διακόσμηση της κοιλιάς της ληκύθου της Νέας Υόρκης, αποτελεί και αυτή ένα καθαρά ευβοϊκό χαρακτηριστικό 155. Η σχεδίαση των σωμάτων του πάνθηρα και του ελαφιού και πιο συγκεκριμένα η κεφαλή του πάνθηρα αποτελεί ευβοϊκό χαρακτηριστικό. Η Haspels στο κεφάλι του πάνθηρα (πίν.29.γ) διακρίνει ένα λευκό «Τ», με το οποίο ορίζει ο αγγειογράφος το τμήμα των ματιών και τη μύτη καθώς και λευκές γραμμές πάνω στα σώματα των ζώων 156. Μία λήκυθος με όμοια διακόσμηση στην κοιλιά βρίσκεται στο Μουσείο της Χαλκίδας (αρ. 960) και προέρχεται από τα Στύρα της Νότιας Εύβοιας (πίν.29.α, β) 157. Κοσμείται και αυτή με παράσταση αντωπού πάνθηρα με ελάφι, στην οποία διακρίνονται έντονα τα χαρακτηριστικά, τα οποία ανέφερε η Haspels ως ευβοϊκά 158. Οι λήκυθοι που προηγήθηκαν αποτελούν ένα δείγμα του συνόλου, από αυτές που υπάρχουν είτε στο εξωτερικό είτε στην Ελλάδα σε μουσεία και σε ιδιωτικές συλλογές και θεωρούνται ευβοϊκής προέλευσης. Χρονολογούνται στο δεύτερο μισό του 6 ου αι. και ειδικότερα στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα. Ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό αγγείο, το οποίο δεν έχει καμία ομοιότητα με τις ληκύθους που προηγήθηκαν, αποτελεί μια λήκυθος, η οποία βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή. Η προέλευσή της αγνοείται και μόνο με συγκρίσεις και παραλληλισμούς μπορεί να βρεθεί μια πιθανή προέλευση. Πρόκειται για μια λήκυθο σφαιρική, ύψους 11.9 εκ., η οποία χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. Το σχήμα της 154 Η ζώνη της κοιλιάς κοσμείται με δυο εύσωμους γυμνούς παλαιστές, οι οποίοι αιμορραγούν και πλαισιώνονται από δυο όρθιες ανδρικές μορφές στα άκρα της σκηνής. 155 Haspels 1936, 17, 67, παρουσιάζει κάποια χαρακτηριστικά από τη διακόσμηση της ληκύθου, τα οποία τα θεωρεί ευβοϊκά. 156 Bothmer 1969, Ure 1962, 138, Η λήκυθος έχει ύψος (19,5 εκ.) Εκτός από τη διακόσμηση της κοιλιάς, την οποία η Haspels θεωρεί ως ευβοϊκή, στο λαιμό φέρει ένα ακόμη ευβοϊκό διακοσμητικό μοτίβο. Κοσμείται με το σύστημα των άνθεων του λωτού, χωρίς να λείπει το λευκό επίθετο χρώμα από τα άνθη το λωτού. 148 Οι φωτογραφίες και η επισήμανση της ληκύθου της Χαλκίδας (αρ. 960) έγιναν μετά από αυτοψία στο Αρχαιολογικό Μουσείο Χαλκίδας. 149 Boardman 1957,

68 δεν απαντάται στην Εύβοια, καθώς πρόκειται για αττικό γνώρισμα αλλά η διακόσμησή της παραπέμπει σε ευβοϊκά αγγεία (πίν.29.δ). Ο Βoardman θεωρεί πως η κατασκευή της ληκύθου ταιριάζει περισσότερο στα αττικά πρότυπα παρά στα ευβοϊκά. 159 Όμως, θεωρεί πως η διακόσμηση της ληκύθου είναι ευβοϊκή, καθώς στο τμήμα του ώμου και της κοιλιάς υπάρχει το χαρακτηριστικό ευβοϊκό μοτίβο με τα μπουμπούκια λωτού, τα οποία αποδίδονται εναλλάξ με ερυθρό και μελανό χρώμα. Στη ζώνη του λαιμού έχουν σχεδιαστεί μικρότερα, ενώ στην κοιλιά μεγαλύτερα. Το υπόλοιπο τμήμα του αγγείου καλύπτεται με μελανό υάλωμα. Όμοιο διακοσμητικό μοτίβο κοσμεί και μια ζώνη της κωνικής βάσης του αμφορέα του Ηρακλή (ΕΑΜ12075), ο οποίος βρέθηκε στην Ερέτρια και αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο, το οποίο ενισχύει την προέλευση της μικρής ληκύθου ως ευβοϊκής. Το συγκεκριμένο μοτίβο απαντά και σε αγγεία από την Ρήνεια, την Τανάγρα, τη Δήλο, ποτέ όμως μόνο του, αλλά σε κάποια ζώνη, συμπληρώνοντας την υπόλοιπη διακόσμηση. Δεν είναι σίγουρη η προέλευση της μικρής ληκύθου, διότι αποτελεί μεμονωμένο εύρημα και φέρει διακόσμηση που δεν συναντάται συχνά. Υδρίες: Η παραγωγή των ευβοϊκών εργαστηρίων (Ερέτρια, Χαλκίδα ή ευρύτερη περιοχή) τους συνεχιζόταν με έντονους ρυθμούς καθ όλη τη διάρκεια του 6 ου αι, με την κατασκευή μεγάλου αριθμού αγγείων. 160 Οι υδρίες αποτελούν ένα μέρος του συνόλου της παραγωγής των αγγείων με αξιόλογη διακόσμηση. Συνήθως οι υδρίες διακοσμούνται με μια μετόπη, η οποία κάλυπτε το τμήμα του ώμου και της κοιλιάς μεταξύ των δυο οριζόντιων λαβών. Η μετόπη από πάνω (στο τμήμα του ώμου) οριζόταν με μια ταινία διακοσμημένη με διάφορα φυτικά μοτίβα. Η μετόπη στην κοιλιά, κοσμείται με ζωικές και ανθρώπινες μορφές (πάντα σε προφίλ), οι οποίες αποδίδονταν αδρομερώς, λίγο συμβατικά και με άτεχνες χαράξεις. 161 Το υπόλοιπο τμήμα τους καλύπτεται με μελανό υάλωμα, ενώ ορισμένες, στο κατώτερο τμήμα του σώματός τους κοσμούνταν με ακτινωτό κόσμημα. Ο τύπος των ευβοϊκών υδριών ήταν η υδρία με ώμο και το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών δεν διέθεταν μεγάλο ύψος, 160 Λίγο μετά τα μέσα του 6 ου αι. (530π.Χ.), η παραγωγή μειώθηκε, καθώς η Αττική κυριάρχησε στις αγορές και έπειτα με την επινόηση του ερυθρόμορφου ρυθμού, όταν απέκτησε το μονοπώλιο. 161 Ανδρειωμένου 1976, 5. 68

69 καθώς κυμαίνονταν από 10.5 εκ έως τα εκ. 162 Ο πηλός των ευβοϊκών υδριών είναι ερυθροκίτρινος, καθαρός, άριστα ψημένος και το γάνωμα καλής ποιότητας. Οι ευβοϊκές υδρίες παρουσιάζουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά είναι σχετικά με το σχήμα είτε με τη διακόσμηση. Οι πρώιμες υδρίες είχαν ένα κυκλικό-σφαιρικό σώμα, το οποία είναι ένα αττικό στοιχείο διαδεδομένο στα αγγεία της «Τυρρηνικής ομάδας» αλλά και στον κύκλο του Νεάρχου. Στο δεύτερο τέταρτο του 6 ου αι. και λίγο μετά τα μέσα του αιώνα, οι υδρίες επηρεάζονται έντονα από τον αγγειογράφο Λυδό και από τον ευρύ κύκλο των μαθητών του. Οι υδρίες έχουν ομαδοποιηθεί με συμβατικά ονόματα βάσει συγκεκριμένων διακοσμητικών χαρακτηριστικών του ώμου είτε της κοιλιάς. Μια ευβοϊκή υδρία 163 στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης (G.R. 525), έχει ύψος (21.3εκ.) και χρονολογείται στο β μισό του 6 ου αι. Πρόκειται για υδρία, η οποία φέρει διακόσμηση σε μορφή μετόπης (πίν.30.α). Ο Bothmer θεωρεί πως το σχήμα της βασίζεται σε αττικά πρότυπα, όπως και το διακοσμητικό γλωσσωτό μοτίβο που κοσμεί το ανώτερο τμήμα της μετόπης, στη βάση του λαιμού της υδρίας. Η κατώτερη ζώνη του ώμου κοσμείται με μια σειρά με επάλληλα «ς» και κάτω από αυτή ακολουθεί η κύρια παράσταση. Στην κύρια σκηνή εικονίζονται τρεις ανδρικές μορφές, η μια εκ των οποίων έφιππη. Οι δυο μορφές που πλαισιώνουν την έφιππη δεξιά και αριστερά, εικονίζονται με ανασηκωμένο το ένα χέρι σαν να συμβουλεύουν ή να καθοδηγούν. Τα υπόλοιπα τμήματα του αγγείου καλύπτονται με μελανό υάλωμα. Η προέλευση της υδρίας δεν είναι βέβαιη, και ο χαρακτηρισμός της ως ευβοϊκή βασίζεται σε διακοσμητικά χαρακτηριστικά. Η υδρία χρονολογείται στα μέσα του 6 ου αι. 164 Όμοια διακόσμηση με αυτή της υδρίας στη Νέας Υόρκης, φέρει και ένας αμφορέας με ενιαίο περίγραμμα που βρίσκεται στο Μουσείο Martin von Wagner του Πανεπιστημίου του Würzburg (πίν.30.β). 165 Ο αμφορέας φέρει τη συγκεκριμένη διακόσμηση σε μορφή μετόπης στο τμήμα μεταξύ των λαβών καλύπτοντας τμήμα του ώμου και της κοιλιάς του αγγείου. Οι μόνες διαφορές στη διακόσμηση είναι πως η μια όρθια αριστερή μορφή (σύμφωνα με το θεατή) έχει ριγμένο ένα ιμάτιο στο αριστερό χέρι και ότι η πάνω ζώνη από τη διακοσμητική μετόπη, κοσμείται με δυο σειρές από κισσόφυλλα και στιγμές που εναλλάσσονται. 162 Bothmer 1969, Bothmer 1969, 31, η υδρία έχει χαρακτηριστεί από τον Langlotz, ως χαλκιδική, στην διάρκεια ενός συνεδρίου στη Νέα Υόρκη τον Σεπτέμβριο του Bothmer 1969, Bothmer 1969,

70 Στο Μουσείο της Χαλκίδας βρίσκεται μια ακόμη υδρία, της οποίας η προέλευση είναι γνωστή από τα Στύρα της Νότιας Εύβοιας (πίν.30.γ) 166. Πρόκειται για υδρία, με ύψος γύρω στα 20εκ., η οποία χρονολογείται στα μέσα του 6 ου αι. Το αγγείο διακοσμείται με μια μετόπη, η οποία καλύπτει τμήμα του ώμου και μέρος της κοιλιάς. Το επάνω τμήμα του ώμου διακοσμείται με μια μικρή ζώνη με το γνωστό αττικό γλωσσωτό μοτίβο και η κατώτερη με το χαρακτηριστικό ευβοϊκό μοτίβο των φύλων κισσού. Στην κύρια διακοσμητική ζώνη εικονίζονται τρεις ανδρικές μορφές. Η μεσαία είναι γυμνή και οι άλλες δυο ντυμένες. Πιθανόν, να πρόκειται για σκηνή προετοιμασίας πάλης μέσα σε κάποιο χώρο, καθώς στο βάθος της σκηνής κρέμεται ένα ιμάτιο ή ύφασμα. Η δεξιά μορφή (σύμφωνα με τον θεατή) κρατά ένα παρόμοιο ιμάτιο, το οποίο πιθανόν προτίθεται να δώσει στον γυμνό νέο. Ο σχεδιασμός των χεριών του γυμνού νέου στην υδρία από τη Χαλκίδα, μοιάζει αρκετά με τα χέρια των δυο ανδρικών μορφών που πλαισιώνουν την έφιππη μορφή στην υδρία της Νέας Υόρκης (G.R. 525, πίν.30.α), όπως και στον αμφορέα του Würzburg, πίν.30.β). Παράλληλα, κοινή είναι και η διακόσμηση του ώμου με τα φύλλα κισσού τόσο στον αμφορέα από το Würzburg όσο και στην υδρία από τη Χαλκίδα. Είναι σίγουρο πως βάσει αυτών των στοιχείων, δεν είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε τον αγγειογράφο ή τον τόπο κατασκευής, μπορούμε όμως να αναφέρουμε ως πιθανή προέλευση την Εύβοια. Στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης βρίσκεται μια ακόμη ευβοϊκή υδρία (Rogers Fund, ) με διαφορετική διακόσμηση και σχήμα από τις προηγούμενες (πίν.31.α). Πρόκειται για μια υδρία με λαιμό με σφαιρικότερο σώμα και διακόσμηση στο τμήμα του ώμου και της κοιλιάς μεταξύ των λαβών, υπό μορφής μετόπης, αλλά και στο κατώτερο τμήμα του σώματος. Στη βάση του λαιμού, στο ανώτερο τμήμα της μετόπης, το σημείο κοσμείται με το αττικό γλωσσωτό μοτίβο και η κατώτερη ζώνη με το χαρακτηριστικό φυτικό μοτίβο με τα φύλλα κισσού. Τα φύλλα κισσού αποδίδονται σε δυο ζώνες εναλλάξ με ερυθρό και μελανό χρώμα. Στο κύριο τμήμα της μετόπης εικονίζονται δυο αντωπές σφίγκες, ανάμεσα στις οποίες εικονίζεται ένα πτηνό. Το κατώτερο τμήμα του σώματος του αγγείου κοσμείται με το μοτίβο των τριγώνων και τα υπόλοιπα μέρη του αγγείου καλύπτονται με μελανό υάλωμα. 167 Χαρακτηριστικό στοιχείο της διακόσμησης της μετόπης αποτελεί η σχεδίαση των πτερύγων τόσο των σφιγκών όσο και του πτηνού. Οι δυο παράλληλες 166 Το συγκεκριμένο αγγείο αποτελεί δωρεά της οικογένειας Οικονόμου. 167 Bothmer 1969,

71 λευκές γραμμές σε κάθε πτέρυγα, το ιώδες χρώμα που τοποθετείται ανάμεσα στις δυο παράλληλες λευκές γραμμές και οι πυκνές λευκές γραμμές στις άκρες των πτερύγων, αποτελούν ιδιαίτερα γνωρίσματα. Ένας κύκνος με όμοια χαρακτηριστικά σχεδίασης, κοσμεί το σώμα μιας σφαιρικής ληκύθου από τη Χαλκίδα (πίν.31.β). Η λήκυθος βρίσκεται στο Μουσείο της Χαλκίδας (αρ. 569), έχει ύψος (9.5εκ.) 168 και χρονολογείται στο β μισό του 6 ου αι. στην κοιλιά της ληκύθου εικονίζεται ένας κύκνος, ο οποίος είναι σχεδιασμένος με την ίδια τεχνική με αυτή των σφιγκών και του πτηνού της υδρίας στη Νέα Υόρκη. Ο Bothmer αναφέρει πως το ερυθρωπό χρώμα του πηλού και το σχήμα της ληκύθου αποτελούν αττικά γνωρίσματα, θεωρεί όμως, πως ο κύκνος ως είδος πτηνού αλλά και ο τρόπος σχεδίασής του, είναι ένα ευβοϊκό στοιχείο 169. Ο κύκνος κοσμούσε συχνά πολλές ζώνες διαφόρων αγγείων, όπως μια ζώνη της βάσης του αμφορέα του Πηλέα (ΕΑΜ12076, πίν.23) και του αμφορέα του Ηρακλή (ΕΑΜ 12075, πίν.22). 170 Ορισμένοι μελετητές θεωρούν, πως ο κύκνος που κοσμεί τη σφαιρική λήκυθο από τη Χαλκίδα απεικονίζεται και σε άλλες αττικές ληκύθους και δεν αποτελεί ευβοϊκό χαρακτηριστικό. Η Haspels όμως, στη μονογραφία της για τις αττικές μελανόμορφες ληκύθους, κάνει σύγκριση της ληκύθου από την Χαλκίδα με μια λήκυθο από την Αθήνα (1149, πίν.31.γ) όπου εικονίζεται μια σειρήνα και αναφέρει πως η σχεδίαση των δυο πτηνών δεν έχει καμία σχέση μεταξύ τους 171. Η ταύτιση της προέλευσης και ο χαρακτηρισμός πολλών αγγείων ως ευβοϊκών αποτελεί μεγάλο πρόβλημα, καθώς οι διαφορετικές απόψεις πολλών αρχαιολόγων δημιουργούν σύγχυση, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να αποδώσουμε τα αγγεία με βεβαιότητα. Λεκάνες: Παρουσιάζοντας τα σχήματα που παράγονταν στα ευβοϊκά εργαστήρια του 6 ου αι, δεν θα πρέπει να παραλείψω, με το σχήμα της λεκάνης. Ο αριθμός αυτών που σώζονται μπορεί να μην είναι πολύ μεγάλος, όμως, πολλές διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση και μπορούν να μας δώσουν σημαντικές πληροφορίες. Αρκετές 168 Το ύψος που αναφέρεται είναι του σωζόμενου μέρους, καθώς δε σώζεται ακέραιη. 169 Ure 1962, Αποτελεί σίγουρα ένα αποδεικτικό στοιχείο που βεβαιώνει την παρουσία του κύκνου στο ρεπερτόριο του ευβοϊκού εργαστηρίου. Όμως, δεν μπορούμε να το λάβουμε ως στοιχείο σύγκρισης, καθώς διαφέρει πολύ ως προς τον τρόπο σχεδίασης. 171 Haspels 1936,

72 ευβοϊκές λεκάνες βρίσκονται σε μουσεία του εξωτερικού, δείγματα των οποίων θα παρουσιαστούν παρακάτω. Οι ευβοϊκές λεκάνες έχουν συνήθως ύψος που κυμαινόταν από 8 έως 10 εκ. και η διάμετρος του χείλους του λαιμού από 34 έως 35 εκ. 172 Ο πηλός είναι καθαρός, άριστης οπτήσεως, απόχρωσης ερυθροκίτρινης μέχρι του φαιού και το βάθος των παραστάσεων καλύπτεται με το ζωηρό ερυθροκίτρινο μέχρι του καστανόφαιου. Το μελανό γάνωμα καλύπτει τα τμήματα του αγγείου που δεν έφεραν διακόσμηση. 173 Η διακόσμηση των λεκανών είναι ιδιαίτερα επιμελημένη και καλύπτει την εξωτερική επιφάνεια με τη μορφή ζωνών αλλά και την εσωτερική με τη μορφή μεταλλίου. Εξωτερικά συνήθως τη ζώνη του χείλους κοσμούν φυτικά ή γραμμικά μοτίβα (φύλλα κισσού ή σειρά με z ζήτα) και τη ζώνη του ώμου φυτικά μοτίβα ή ζωικές μορφές. Η βάση καλύπτεται με μελανό υάλωμα. Εσωτερικά οι λεκανίδες έφεραν διακόσμηση στο κεντρικό τμήμα μέσα σε μετάλλιο. Συνήθως, το εσωτερικό κοσμούσε μια ανθρώπινη μορφή ή μια ανδρική κεφαλή ή μια ζωική μορφή ή γραμμικά ή φυτικά μοτίβα. Στο Πανεπιστήμιο του Tübingen φυλάσσεται μια ευβοϊκή λεκάνη ( ) 174, για την οποία υπάρχουν πολλές απόψεις ως προς την προέλευση (πίν.32.α). Έχει ύψος μεταξύ 8 έως 8.9 εκ και διάμετρο χείλους που κυμαίνεται από 33.8 έως 34εκ. Το σχήμα της έχει πολλές ομοιότητες με την ομάδα του «ανατολίζοντος ρυθμού» της Βοιωτίας 175. Φέρει τη χαρακτηριστική μικρή βάση, τον ευρύ ώμο και τις δυο λεπτές ταινιωτές λαβές, στο σημείο του χείλους. Ένα παράδειγμα βοιωτικής λεκάνης «ανατολίζοντος ρυθμού» αποτελεί μια λεκάνη που βρίσκεται στο Βερολίνο (Antiquarium, 1661). Η λεκάνη φέρει διακόσμηση στο εξωτερικό τμήμα και στο εσωτερικό της (σε μετάλλιο). 176 Οι ομοιότητες με τις λεκάνες της Βοιωτίας εντοπίζονται μόνο στο σχήμα, καθώς η διακόσμηση που υπάρχει στα ευβοϊκά αγγεία διαφέρει. Το χείλος της ευβοϊκής λεκάνης καλύπτεται με μια στενή ζώνη με επάλληλα μελανά «Ζ». Αυτό το διακοσμητικό μοτίβο 172 Ure 1960, Ανδρειωμένου 1976, Ure 1960, Ure 1932, 20 21, οι βοιωτικές λεκάνες «ανατολίζοντος ρυθμού», κατασκευάζονταν στην Βοιωτία, πιθανόν στα βόρεια, στα μέσα του 6 ου αι. π.χ. Το σχήμα αποτελεί βοιωτική δημιουργία, όμως η διακόσμηση βασίζεται σε αττικά πρότυπα και στοιχεία εισηγμένα από τη γειτονική Χαλκίδα (Ευβοϊκά στοιχεία), από την Κόρινθο και την Ανατολική Ελλάδα. 176 Ure 1932, 23 24, η διάμετρος της λεκάνης είναι σχεδόν όμοια με αυτή των ευβοϊκών λεκανών (36εκ.). Εξωτερικά κοσμείται με ένα σύνθετο φυτικό μοτίβο με διπλά ανθέμια και άνθη λωτού, ενώ στο εσωτερικό στο μετάλλιο ένας ίππος με κατεύθυνση προς τα δεξιά. 72

73 χρησιμοποιείται στην Ερέτρια ή στα ευβοϊκά εργαστήρια, καθώς όμοια διακόσμηση φέρει στο χείλος και ο γαμικός λέβητας γνωστός ως «αμφορέας του γάμου» (ΕΑΜ1004, πίν.21.α) 177. To τμήμα του ώμου καλύπτει ένα χαρακτηριστικό ευβοϊκό φυτικό μοτίβο, με τα κρεμαστά μπουμπούκια λωτού. Τα μπουμπούκια έχουν αποδοθεί με μελανό και ερυθρό χρώμα εναλλάξ, ενώ στα μελανά μπουμπούκια έχουν σχεδιαστεί και τα φύλλα του μπουμπουκιού με λευκό χρώμα. Το μοτίβο αυτό ήταν διαδεδομένο στα ευβοϊκά αγγεία, καθώς διακοσμεί τμήματα ευβοϊκών αγγείων, όπως τον ώμο ληκύθων 178 και καπάκια γαμικών λεβήτων (ΕΑΜ1004, πίν.21.α). Οι λαβές και η βάση καλύπτονται με μελανό υάλωμα. Στο εσωτερικό η λεκανίδα έφερε σε ένα κεντρικό μετάλλιο με ερυθρό δακτύλιο, μια ανδρική γενειοφόρα μορφή και το υπόλοιπο τμήμα καλυπτόταν με μελανό υάλωμα. Η ανδρική μορφή φέρει στο κεφάλι μια ερυθρή ταινία διακοσμημένη με δυο σειρές λευκών στιγμών, υποδηλώνοντας άνθη. Σύμφωνα με την Ure, η ερυθρή ταινία δεν είναι αττικό ή βοιωτικό χαρακτηριστικό αλλά αποτελεί στοιχείο του ευβοϊκού κύκλου, καθώς η ερυθρή ταινία (γιρλάντα) κοσμεί και τις κεφαλές των τριών γυναικείων μορφών που εικονίζονται πλάι στα άλογα στον «αμφορέα του Γάμου» (ΕΑΜ1004, πίν.21.α) 179. Ένα ακόμη, σημαντικό χαρακτηριστικό αποτελεί και η σχεδίαση της γενειάδας της ανδρικής μορφής με προτεταμένο πιγούνι, χωρίς να φέρει ίχνη μουστακιού 180. Η διακόσμηση της λεκάνης του Tübingen φέρει αρκετά διακοσμητικά στοιχεία, τα οποία ενισχύουν την προέλευση και την κατασκευή της σε κάποιο ευβοϊκό εργαστήριο. Η λεκάνη στο Μόναχο (αρ. 6197) έχει επίσης πολλά στοιχεία που την κατατάσσουν στα ευβοϊκά (πίν.32.γ, δ, ε). Έχει ύψος 10εκ. και διάμετρο στο χείλος 32.8εκ. Το σχήμα της είναι όμοιο (λαβές, ώμο, βάση) με αυτό της λεκάνης στο Tübingen, διαφέρουν όμως στη διακόσμηση του ώμου και του εσωτερικού μεταλλίου. 181 Στη ζώνη του ώμου, η λεκάνη κοσμείται με μια ζώνη από ζωικές μορφές. Εικονίζονται κριοί, χήνες, διάφορα πτηνά, λαγοί και διάφορα φυτικά και γραμμικά μοτίβα (σύστημα χιαστί με στιγμές, στιγμές, άνθη και μπουμπούκια 177 Το γραμμικό μοτίβο με τα «Ζ» ή τα «ς», κοσμούσε και άλλα τμήματα ευβοϊκών αγγείων, όπως στην υδρία του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης ( G.R. 525), MMJ 2 (1969), 31, στο επάνω τμήμα της διακοσμητικής μετόπης. Διακοσμούσε και πλήθος άλλων αγγείων με διαφορετικό τρόπο σχεδίασης και απόδοσης του μοτίβου. 178 Όμοιο διακοσμητικό μοτίβο κοσμεί τον ώμο μιας ευβοϊκής ληκύθου που βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης (L ) και προέρχεται από τη συλλογή του Αν. Λυκιαρδόπουλου. 179 Ure 1960, Όμοια απόδοση γενειάδας, φέρει ο Ερμής από τον γαμικό λέβητα (αμφορέας του Ηρακλή, ΕΑΜ 12075) 181 Ure 1960,

74 λωτού). 182 Το κέντρο του εσωτερικού κοσμεί μετάλλιο με μια σειρά από τρεις χήνες που επικαλύπτονται. Χαρακτηριστικά στοιχεία του αγγείου είναι η χρήση λευκού χρώματος στα κέρατα των κριών και η τοποθέτηση ερυθρού χρώματος στα σώματα των κριών για τονισμό ορισμένων λεπτομερειών. Η λεκάνη του Μονάχου έχει δεχτεί πολλές αντιδράσεις για τον χαρακτηρισμό ως ευβοϊκή, καθώς ζώνες με άγρια ζώα συμπληρωμένες με φυτικά (άνθη λωτού, φύλλα κισσού) και γραμμικά (χιαστί, στιγμές) μοτίβα αλλά και η χρήση επίθετων χρωμάτων απαντούν και σε πολλά αττικά αγγεία. Η σχεδίαση, όμως των συγκεκριμένων ζώων και των διαφόρων μοτίβων έχει μεγαλύτερη σχέση με αυτά που κοσμούν τους Ερετριακούς αμφορείς (γαμικούς λέβητες) παρά με τα αττικά. Ένα ακόμη αντιπροσωπευτικό δείγμα ευβοϊκής λεκάνης, αποτελεί η λεκάνη που βρίσκεται στο Βερολίνo, στο Πανεπιστήμιο του Ηumboldt. (πίν.33.α γ). Έχει ύψος περί 10εκ. και διάμετρο στο χείλος περισσότερο από 30εκ. 183 Το σχήμα και αυτής της λεκάνης ακολουθεί τα πρότυπα των βοιωτικών λεκανίδων του «ανατολίζοντος ρυθμού», όπως και οι δυο προηγούμενες. Η λεκάνη του Βερολίνου φέρει μια ιδιαίτερη διακόσμηση τόσο στο εξωτερικό τμήμα όσο και στο εσωτερικό μετάλλιο. Στο εξωτερικό, η ζώνη του χείλους κοσμείται με σειρά από φύλλα κισσού, ενώ η ζώνη του ώμου φέρει ένα εντυπωσιακό σύνθετο φυτικό μοτίβο. Η ζώνη του ώμου κοσμείται, με άνθη λωτού και κρεμαστά μπουμπούκια λωτού. Τα άνθη λωτού αποδίδονται μεγάλα και σαρκώδη έχοντας στην πάνω πλευρά τους, τέσσερα μικρά ερυθρά πέταλα και τέσσερις λευκές άκρες (λευκό είναι και το στέλεχος, στο οποίο στηρίζονται). 184 Το άνθος του λωτού στο κέντρο αποδίδεται με λευκό επίθετο χρώμα, δίδοντας μια πρωτότυπη εμφάνιση. Τα κρεμάμενα μπουμπούκια αποδίδονται με λευκά πέταλα και λευκό στέλεχος από το οποίο κρέμονται. Μεταξύ του κάθε πετάλου με το κύριο σώμα είτε των μπουμπουκιών είτε των ανθέων λωτού υπάρχει μικρότερο ερυθρό πέταλο. Τα ερυθρά και τα λευκά πέταλα, τα λευκά στελέχη και τα λευκά άνθη δημιουργούν ένα ιδιαίτερο σύνθετο φυτικό μοτίβο για τον ώμο της λεκάνης. Στο εσωτερικό, μέσα σε μετάλλιο, εικονίζεται ένας ταύρος με κατεύθυνση προς τα δεξιά (σύμφωνα με τον θεατή). Ο ταύρος αποδίδεται με μελανό χρώμα και οι λεπτομέρειες αποδίδονται με χάραξη (πίν.33.γ). Το κιτρινωπό βάθος του μεταλλίου διακοσμείται με ένα ρόδακα πάνω από το σώμα του ταύρου. Το υπόλοιπο τμήμα του εσωτερικού 182 Όμοια διακόσμηση φέρει ο «αμφορέας του Ηρακλή» (ΕΑΜ 12075) σε μια ζώνη της κοιλιάς του αγγείου και στον «αμφορέα του Πηλέα» (ΕΑΜ 12076) στη ζώνη κάτω από την κύρια παράσταση. 183 Βάσει των αριθμητικών στοιχείων που δίδει η Ure 1960, Ure 1960,

75 της λεκάνης καλύπτεται με μελανό γάνωμα. 185 Η διακόσμηση της συγκεκριμένης λεκάνης, φανερώνει πολλά κοινά στοιχεία με άλλα ευβοϊκά αγγεία. Το διακοσμητικό μοτίβο με τα άνθη και τα μπουμπούκια λωτού και τα φύλλα κισσού κοσμούν πολλές ζώνες ευβοϊκών αγγείων. Μπουμπούκια λωτού κοσμούσαν συνήθως, τα καπάκια των γαμικών λεβήτων π.χ.«αμφορέας του Γάμου (ΕΑΜ 1004)» (πίν.21.α), τους ώμους των ληκύθων 186 και φύλλα κισσού κοσμούσαν χείλη και ωμούς 187 διαφόρων αγγείων. Επίσης, η ζώνη του ώμου με τις ζωικές μορφές απαντάται σε μεγάλο αριθμό αγγείων, ορισμένα εκ των οποίων αναφέρθηκαν προηγουμένως. Η χρονολόγηση των λεκανίδων που προηγήθηκαν τοποθετείται στο τελευταίο τέταρτο του 6 ου αι π.χ. Σκύφοι: Ο σκύφος αποτελούσε ένα όχι τόσο διαδεδομένο σχήμα για το ευβοϊκό εργαστήριο του 6 ου αι. π.χ. Τα ευρήματα από διάφορες περιοχές του νησιού και γειτονικές αυτού (Τανάγρα, Ριτσώνα), αποδεικνύουν πως οι Ευβοείς κεραμείς δεν παρήγαγαν μεγάλο αριθμό σκύφων, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών το εισήγαγαν από την Αττική. Αυτό φαίνεται από τον μεγάλο αριθμό αττικών σκύφων (σε αποσπασματική μορφή) που έχουν βρεθεί στην ερετριακή νεκρόπολη και σε διάφορους αποθέτες της αρχαϊκής πόλης της Ερέτριας 188. Ο σκύφος εμφανίζεται στην ευβοϊκή κεραμική στα μέσα του 6 ου αι. π.χ. και αντιγράφει κορινθιακά πρότυπα. Ο κορινθιακού τύπος σκύφου(κοτύλη) ήταν αγαπητό σχήμα και το υιοθέτησαν πολλοί γνωστοί αγγειογράφοι του αττικού μελανόμορφου ρυθμού, όπως οι ομάδες των Κωμαστών και των μικρογράφων. Οι ευβοϊκοί σκύφοι διακρίνονται στον αττικό τύπο Α, ο οποίος παρουσιάζει ομοιότητες με τον κορινθιακό 189. Ο τύπος διακρίνεται από τα λεπτά τοιχώματα, το βαθύ σώμα που στηρίζεται σε μια δακτυλιόσχημη ή σε σχήμα εχίνου βάση, τις δυο οριζόντιες λαβές και ύψος που κυμαίνεται μεταξύ των εκ. Ο πηλός ήταν καθαρός, κιτρινέρυθρου χρώματος, με στιλπνότατο υάλωμα. Η διακόσμηση περιοριζόταν στο κυρίως σώμα του αγγείου, το οποίο διακοσμούταν με ζωικές και ανθρώπινες μορφές (σκύφοι στα μέσα του 6 ου αι.) και με γραμμικά και φυτικά μοτίβα (προς τα τέλη του 185 Ure 1960, Στη Νέα Υόρκη, στη συλλογή W. C. Baker. (S.L ), MMJ 2 (1969), Φύλλα κισσού κοσμούσαν τον ώμο μιας υδρίας που βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης ( ) MMJ 2 (1969), Ανδρειωμένου 1976, 3 4, σημαντική υπήρξε η εύρεση πολλών θραυσμάτων στα αρχαϊκά στρώματα. Τα θραύσματα εκατοντάδων αγγείων καλής ποιότητας μαρτυρούν και την ακμή της πόλης. 189 Payne 1931, 26, οι κοτύλες ή σκύφοι παράγονταν σε μεγάλο αριθμό κατά την ύστερο Πρωτοκορινθιακή και την πρώιμη Κορινθιακή περίοδο. 75

76 6 ου αι.). Το κατώτερο τμήμα του σώματος του σκύφου έφερε συνήθως γραμμικά μοτίβα (γλωσσωτό κόσμημα). Ένας σκύφος με πιθανή ευβοϊκή προέλευση, βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης ( , πίν.34.α, β). Έχει ύψος περίπου 20εκ και φέρει όμοια διακόσμηση και στις δυο πλευρές. Κάθε του πλευρά διακοσμείται με δυο αντωπά ζώα, ένα λιοντάρι και έναν κύκνο. Το κιτρινωπό βάθος της παράσταση διακοσμείται με ρόδακες διάφορων τύπων και στιγμές. Το κατώτερο τμήμα του σώματος του σκύφου φέρει γλωσσωτό κόσμημα. Χαρακτηριστικό του αγγείου αυτού, αποτελεί η διακόσμηση της βάσης στην κάτω πλευρά, όπου εικονίζεται ένας κύκνος 190. Η κορινθιακή προέλευση του σχήματος και η επιρροή των Αθηναίων αγγειογράφων στο ευβοϊκό εργαστήριο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διακόσμηση της βάσης αυτού του σκύφου. Σε έναν αττικό σκύφο, μια τέτοια λεπτομέρεια θα ήταν ανάρμοστη και για έναν κορινθιακό σκύφο απροσδόκητη 191. Η ανάπτυξη ενός τέτοιου διακοσμητικού θέματος σε έναν σκύφο δεν θα αποτελούσε ωστόσο έκπληξη για το ευβοϊκό εργαστήριο. Η χρήση της χήνας ή του κύκνου ως εικονιστικού θέματος στην Εύβοια ήταν πολύ συχνή καθώς, απαντάται σε πολλές διακοσμητικές ζώνες αμφορέων (Πηλέα ΕΑΜ 12076, πίν.23), σε λεκάνες (Μόναχο 6197, πίν.32.γ) και ληκύθους (Χαλκίδα αρ. 569, πίν.31.β) Η χρήση του λευκού επίθετου χρώματος και σε αυτόν το σκύφο είναι εμφανής, καθώς εντοπίζεται με τη μορφή δυο παράλληλων γραμμώσεων στην πτέρυγα του κύκνου (αποδίδεται σε προφίλ). 192 Γενικά η διακόσμηση φανερώνει ξεκάθαρα την αττική επιρροή, καθώς βασίζεται σε αττικά διακοσμητικά στοιχεία, όπως ολιγοπρόσωπες σκηνές με δυο ή τρεις μορφές (σπανίως), φυτικά μοτίβα (ρόδακες, σπείρες) αποδιδόμενα πάντα με έναν απλοϊκό τρόπο φανερώνοντας την επαρχιακή προέλευση. Ο σκύφος χρονολογείται λίγο μετά τα μέσα του 6 ου αι. π.χ. Από τις ανασκαφές του νεκροταφείου της Τανάγρας στα χρόνια , 1989 ήρθαν στο φως πολλά αγγεία διαφόρων εποχών και κεραμικών εργαστηρίων (βοιωτικά, αττικά, ευβοϊκά). Σε έναν λακκοειδή τάφο με αναβαθμό (Μ/3), ο οποίος περιείχε κτερίσματα δυο περιόδων βρέθηκε ένας ερετριακός σκύφος τύπου Α (αρ , πίν.34.γ), με ιδιαίτερη διακόσμηση. 190 Bothmer 1969, Bothmer 1969, Όμοια χαρακτηριστικά εντοπίζονται και στη σχεδίαση των πτερύγων του κύκνου σε μια λήκυθο που βρίσκεται στο Μουσείο Χαλκίδας (αρ. 569), JHS 82, 1962,

77 Ο πηλός του αγγείου είναι καθαρός, καστανοκίτρινος, με κιτρινέρυθρο υάλωμα. Η διακόσμηση του ορίζεται σε ζώνες που κοσμούνται με γραμμικά μοτίβα. Στα μέσα του 6 ου αι. οι σκύφοι επηρεασμένοι από τα αττικά πρότυπα διακοσμούνταν με διαφορετικό τρόπο 193. Ο σκύφος από την Τανάγρα έχει ύψος περίπου 10εκ. και φέρει ασυνήθιστη διακόσμηση. Στη ζώνη του χείλους έχει συστήματα κάθετων γραμμών (σχεδιασμένα πιθανόν πινέλο επτά άκρων), τα οποία περιτρέχουν το αγγείο. Η κατώτερη ζώνη διακοσμείται με οριζόντιες γραμμές που περιτρέχουν το αγγείο και η επόμενη είναι ακόσμητη. Η κατώτερη ζώνη του σώματος του σκύφου κοσμείται με ένα σύστημα κάθετων γραμμών και πλαισιώνεται πιο κάτω με μελανή ταινία 194. Η χρονολόγησή του τοποθετείται στο τελευταίο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. Ένας σκύφος με ομοιότητες τόσο στη διακόσμηση όσο και στο σχήμα με τα αντίστοιχα ευβοϊκά αγγεία, βρέθηκε σε μια ακόμη βοιωτική περιοχή, στις ανασκαφές της Ριτσώνας. Πρόκειται για σκύφο τύπου Α (31.41), με ύψος 10εκ, ο οποίος φέρει διακόσμηση σε ζώνες στο χείλος και στο κατώτερο τμήμα του σώματος του αγγείου (πίν.34.δ). Ο πηλός είναι καθαρός, κιτρινωπός και το υάλωμα δε διατηρείται σε καλή κατάσταση. Το χείλος κοσμείται με μια ζώνη με κισσόφυλλα, η οποία περιτρέχει το αγγείο. Η κατώτερη ζώνη κοσμείται με μια μελανή οριζόντια γραμμή που περιτρέχει το αγγείο, ενώ η επόμενη καλύπτεται με μελανό υάλωμα. Η κατώτερη ζώνη του σώματος φέρει το μοτίβο με τις ακτίνες. Η δακτυλιόσχημη βάση αποδίδεται με μελανό υάλωμα, όπως και οι λαβές. Ο σκύφος χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. 195 Σύμφωνα με την Ure, ο καστανοκίτρινος πηλός αλλά και το μελανό υάλωμα στην τελευταία ζώνη κάθε αγγείου, αποτελούν χαρακτηριστικά των ευβοϊκών εργαστηρίων του 6 ου αι. π.χ. Επίσης, η διακόσμηση του χείλους με τα φύλλα κισσού αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο των ευβοϊκών εργαστηρίων. Η Ure, όμως λόγω αυτής της απλοϊκής διακόσμησής του, τον εντάσσει σε μια ομάδα γνωστή ως «ομάδα του Κόμμα». Πρόκειται για μια συμβατική ονομασία της ομάδας, λόγω των πολλών γραμμικών μοτίβων που φέρουν, όπως ο ερετριακός σκύφος (αρ , πίν.34.γ) της Τανάγρας και αλλά δυο μικρότερα σκυφίδια ( 50.16,17) από τη Ριτσώνα ύψους 4 5 εκ, (πίν.34.ε, στ). Τα αγγεία της ομάδας «Κόμμα», πιθανόν να κατασκευάζονταν στο ίδιο κεραμικό εργαστήριο, όχι από ένα χέρι, καθώς φέρουν 193 Βλ. σελ Ανδρειωμένου 2007, πιν. 73-4,α 195 Ure 1963, 15, 18. πιν. 2/3 77

78 πολλά κοινά στοιχεία, όπως η αμελής τεχνοτροπία, οι άτεχνες γραμμές, τα συντηρητικά γραμμικά μοτίβα και η απουσία των χρωμάτων. Διακοσμούνταν με ζώνες, οι οποίες έφεραν διάφορα γραμμικά μοτίβα (ομάδες κάθετων γραμμών, συστήματα ενάλληλων «ς», ενάλληλων γωνιών και στιγμές) 196. Η ταύτιση του εργαστηρίου και η προέλευση των σκύφων που βρέθηκαν σε γειτονικές περιοχές του νησιού της Εύβοιας (Τανάγρας, Ριτσώνας), δημιουργούσαν και δημιουργούν ένα ευρύ πεδίο ερευνών και μεγάλων προβληματισμών για πολλούς μελετητές. Στην δημοσίευση του σκύφου Ρ ,(17093) από ένα νεκροταφείο της Ριτσώνας της V. Sabetai, παρουσιάζονται τα προβλήματα και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μελετητές για την ταύτιση και την προέλευση του αγγείου 197. Ως κριτήρια για μια πιθανή προέλευση στηρίζονται στα εικονογραφικά, στα στιλιστικά και στα τεχνικά χαρακτηριστικά του κάθε αγγείου. Πινάκια: Τα πινάκια αποτελούν ένα ακόμη, προϊόν αττικής προέλευσης για τα ευβοϊκά εργαστήρια. Τα πινάκια εμφανίσθηκαν στον αττικό Κεραμεικό από τις αρχές του 6 ου αι. π.χ. και τα διακόσμησαν γνωστοί αγγειογράφοι του μελανόμορφου ρυθμού, όπως ο Ζωγράφος της Γοργούς, ο Λυδός και άλλοι. 198 Πινάκια διακόσμησαν, επίσης, γνωστοί αγγειογράφοι του ερυθρόμορφου ρυθμού, όπως ο Επίκτητος, ο Ψίαξ και άλλοι. 199 Η επιρροή των αττικών εργαστηρίων ήταν πολύ έντονη τόσο στην κατασκευή των πινακίων όσο και στη διακόσμησή τους. Μεγάλος είναι ο αριθμός των θραυσμάτων που έχουν βρεθεί στην Ερέτρια και αποδίδονται σε πινάκια, όμως ο χώρος εύρεσής τους (αποθέτες) δεν καθιστούν δυνατή τη συνένωση των θραυσμάτων. Τρία ευβοϊκά πινάκια, τα οποία σώζονται σε καλή κατάσταση βρίσκονται σε δυο μουσεία του εξωτερικού (Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης, Μουσείο Λούβρου, Βρετανικό Μουσείο Λονδίνου). Το πινάκιο της Νέας Υόρκης (συλλογή W. Bareiss, L ), είναι σχεδόν επίπεδο στην πάνω πλευρά, έχοντας μια μικρή κυρτότητα στο εσωτερικό και εξωτερικά φέρει ένα λεπτό δακτύλιο σχηματίζοντας μια υποτυπώδη βάση (πίν.35.α). 196 Ure 1963, 18, πιν. 2/5,6 197 Sabetai 2008, Τζουβάρα Σούλη 1998, Athenian Agora XII, 1,

79 Η κύρια διακόσμηση καλύπτει το εσωτερικό τμήμα του πινακίου και ειδικότερα το εσωτερικό κυρτό τμήμα σε μορφή μεταλλίου, όπου εικονίζεται μια φτερωτή Ίριδα σε ευρύ διασκελισμό, πάνω από ένα φίδι, πλαισιωμένη από δυο ρόδακες. Περιμετρικά του εσωτερικού μεταλλίου, υπάρχουν δυο σειρές φύλλων κισσού. Το εξωτερικό τμήμα του πινακίου καλύπτεται με μελανό υάλωμα 200. Ο Βothmer συγκρίνει αυτό το πινάκιο με ένα άλλο που βρίσκεται στο Λούβρο (CA 579), παρόλο που δεν έχει το αποκαλυπτικό φυτικό μοτίβο με τα φύλλα κισσού στο επίπεδο χείλος (πίν.35.β) 201. Κυρίαρχο στοιχείο για αυτή τη σύγκριση, αποτελεί η φτερωτή μορφή (Νίκη) που κοσμεί το κοίλο κυκλικό μετάλλιο στο εσωτερικό του πινακίου και τα κοινά χαρακτηριστικά στη σχεδίαση. Στα πτερύγια, στα ενδύματα και στα πρόσωπα των δυο φτερωτών μορφών, εντοπίζονται ίχνη λευκού επίθετου χρώματος. Το χείλος του πινακίου στο Λούβρο φέρει διακόσμηση με μπουμπούκια λωτού αποδοσμένα με ερυθρό και μελανό χρώμα εναλλάξ. Το εξωτερικό τμήμα καλύπτεται πλήρως με μελανό υάλωμα. 202 Τα δυο πινάκια χρονολογούνται στα τέλη του τρίτου τετάρτου του 6 ου αι. π.χ. Ο Boardman δημοσίευσε ακόμη ένα ευβοϊκό πινάκιο, το οποίο βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο (ΒΜ , πίν.36.γ). Παρόλο που δεν φέρει ιδιαίτερο διακοσμητικό μοτίβο στο χείλος (όπως τα προηγούμενα δυο), ο Βοardman θεωρεί πως είναι ευβοϊκό. Το μοτίβο της διακόσμησης της στεφάνης του χείλους με ερυθρό και μελανό χρώμα, αποτελεί ένα σίγουρα μη αττικό χαρακτηριστικό, που εμφανίζεται συχνά στην Εύβοια αλλά και στην Κόρινθο της ύστερης Κορινθιακής περιόδου 203. Στο εσωτερικό επίπεδο τμήμα του πινακίου, μέσα σε μετάλλιο εικονίζεται μια σφίγγα με λεπτά χαρακτηριστικά και ακριβώς κάτω από το σώμα της μεταξύ των μπροστινών και των πίσω ποδιών εικονίζεται ένας κύκνος σε μικρότερο μέγεθος. Η σφίγγα αποδίδεται με λεπτά χαρακτηριστικά, καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα του μεταλλίου και το πρόσωπό της, όπως και λεπτομέρειες των πτερυγών, οι οποίες αποδίδονται με λευκό επίθετο χρώμα. 204 Το εξωτερικό τμήμα του πινακίου 200 Bothmer 1969, Διάμετρος αγγείου 18 εκ. 202 Boardman J. 1957, Boardman J. 1957, 20, ο ανταγωνισμός μεταξύ των Αθηναίων και των Κορίνθιων ήταν γνωστός. Μετά τα μέσα του 6 ου αι., η αντιπαλότητα σταμάτησε και κάθε κέντρο προστάτευε τον δικό του χαρακτήρα. Στο β μισό του 6 ου αι. η αττική, έχοντας εισάγει κορινθιακά χαρακτηριστικά στο ρεπερτόριο της, αποτέλεσε το κυριότερο παράγοντα επιρροής για το ευβοϊκό εργαστήριο. 204 ό. π. σημ. 189, οι αττικές σφίγγες αποδίδονται δυναμικές, εύσαρκες και με μεγαλύτερο μέγεθος και οι λευκές ρίγες στα πτερύγια με μεγαλύτερη προσοχή. 79

80 καλύπτεται με μελανό υάλωμα. Η διάμετρος του πινακίου είναι 14.3 εκ και χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. Φιάλες: Η φιάλη είναι ένα αγγείο που δεν εμφανίζεται συχνά στις ανασκαφές της αρχαϊκής Ερέτριας αλλά και των γύρω περιοχών. Θραυσματικά σώζονται τα περισσότερα δείγματα αυτού του σχήματος. Ένα καλό δείγμα, το οποία μας παρέχει πολλές πληροφορίες τόσο για το σχήμα όσο και για τη διακόσμησή του αποτελεί μια φιάλη που βρίσκεται στο ΕΑΜ (17598, πίν.37.α). Η φιάλη ήρθε στην ελληνική επικράτεια (νησιά Ανατολικού Αιγαίου, Κυκλάδες) από την Ανατολή στις αρχές του 7 ου αι. π.χ. και στην αττική κεραμική εμφανίστηκε στα μέσα του 6 ου αι. Σύμφωνα με τον Πολυδεύκη 205 και τον Πίνδαρο 206 η φιάλη ήταν ένα πολυτελές αγγείο για σπονδές και για συμπόσια, καθώς το υλικό από το οποίο κατασκευαζόταν ήταν χαλκός, άργυρος και σπάνια χρυσός. Υπάρχουν και πήλινα δείγματα, τα οποία μιμούνται τα μεταλλικά πρότυπα και ανήκουν στον μελανόμορφο και ερυθρόμορφο ρυθμό 207. Η φιάλη είναι ένα αγγείο με αβαθές σώμα, χωρίς λαβές και στρογγυλό εξόγκωμα (οφθαλμό) στο κέντρο γι αυτό ονομάζεται μεσόμφαλος. Η διακόσμησή της συνήθως, κάλυπτε μόνο το εσωτερικό τμήμα της, ενώ το εξωτερικό της παρέμενε ακόσμητο. Η διάμετρος δεν ήταν πολύ μεγάλη, καθώς ήταν ένα αγγείο χειρός και έπρεπε να είναι εύκολη η χρήση του αγγείου, όπως και της φιάλης του ΕΑΜ. Η φιάλη του ΕΑΜ (17598, πίν.37.α) έχει διάμετρο 10 εκ. και ο πηλός της είναι καθαρός, κιτρινωπός και δεν σώζει σε καλή κατάσταση το καστανοκίτρινο υάλωμα. Η φιάλη έχει διακόσμηση στο εσωτερικό τμήμα και το χείλος της. Στο εσωτερικό τμήμα της υπάρχουν μια κυκλική ζώνη με εναλλασσόμενα μπουμπούκια λωτού και σταγόνων. Τα μπουμπούκια λωτού και οι σταγόνες αποδίδονται σχεδιασμένες εξωτερικά με μελανό περίγραμμά και εσωτερικά συμπληρωμένα με ερυθρό και μελανό χρώμα. Το διακοσμητικό μοτίβο με τα μπουμπούκια λωτού και τις σταγόνες αποτελεί γνώρισμα του ευβοϊκού εργαστηρίου και συναντάται σε πολλά αγγεία του εργαστηρίου αυτού (λήκυθοι, λεκανίδες, καπάκια γαμικών λεβήτων). 205 Πολυδεύκης (Στ 95), «καὶ τὰς φιὰλας ὲπί τὧν δακτύλων ἂκρων ὀχείτωσαν, προσφέροντες τοῖς συμπόταις ευλαβὧς» 206 Πίνδαρος, Νέμεον, ΙΧ. 120 και εξής, «ἐγκιρνάτω τὶς νιν, γλυκύν κώμου προσφάταν, ἀργυρέαισι δὲ νωμάτω φιάλαισι βιατάν αμπέλου παῖδ ἅς ποθ ἴπποι κτησάμενοι. Χρομίῳ πέμψαν.» 207 Τζουβάρα Σούλη 1998,

81 Παρόλο που το μοτίβο αυτό εμφανίζεται με ορισμένες παραλλαγές και σε κάποια βοιωτικά κέντρα, παραμένει ένα καθαρά ευβοϊκό χαρακτηριστικό 208. Εξάλειπτρο Δυο συγκολλημένα θραύσματα, τα οποία προέρχονται από ένα εξάλειπτρο μας παρέχουν πολλές πληροφορίες για το σχήμα και την διακόσμηση αυτού. Ο πηλός ήταν καθαρός, καστανοκίτρινος, με κιτρινωπό υάλωμα. Τα δυο τμήματα φέρουν και χαρακτηριστική διακόσμηση, πιθανόν από το χείλος και τον ώμο. Πρόκειται για γλωσσωτό κόσμημα με εναλλάξ ερυθρά και μελανά τα γλωσσωτά μοτίβα και στην επόμενη ζώνη φυτικό μοτίβο ανεστραμμένων κρεμαστών μπουμπουκιών λωτού με σταγόνες (πίν.36.β). Το μοτίβο με τα μπουμπούκια λωτού αποτελούσε ένα αμιγώς ευβοϊκό στοιχείο, το οποίο κοσμούσε πολλές διακοσμητικές ζώνες διαφόρων αγγείων (ληκύθων, λεκανίδων, γαμικών λεβήτων). Το μέγεθος των τμημάτων δεν μας δίδει τη δυνατότητα για περισσότερα στοιχεία (π.χ. ύψος, διάμετρος), όμως βάσει της διακόσμησής μπορούμε να αναγνωρίσουμε το εργαστήριο. 209 (τέλη 6 ου αι. π.χ.) Λεκάνη: Σπάνιο δείγμα ντόπιας ερετριακής κεραμικής της περιόδου (τελευταίο τέταρτο 6 ου αι.), αποτελεί ένα θραύσμα από το περιχείλωμα πήλινης λεκάνης με γλωσσωτό έκτυπο κόσμημα στο μέτωπο του χείλους και διπλή σειρά σπειρομαιάνδρου στην άνω επιφάνεια του χείλους (πίν.36.γ). Το ύψος του μετώπου με το έκτυπο κόσμημα είναι 0.35 εκ. και της άνω επιφάνειας 0.72 εκ. Ο πηλός είναι κιτρινωπός με καστανοκίτρινο υάλωμα, το οποίο δεν σώζεται σε καλή κατάσταση. 210 Κύλικες: Οι κύλικες δεν αποτελούν ένα ευρέως διαδεδομένο αγγείο στα ευβοϊκά εργαστήρια, καθώς ο αττικός Κεραμεικός παρήγαγε κύλικες αρίστης ποιότητας και εξάγονταν από εκεί σε άλλες περιοχές, ανάμεσά τους και στην Εύβοια. Πέντε 208 Boardman 1957, Ανδρειωμένου 1976, 3 4, πιν. Γ/ς. 210 Θέμελης Π., ΠΑΕ 1981, , εικ

82 θραύσματα, τα οποία προέρχονται από την Ερέτρια, σώζονται σε σχετικώς καλή κατάσταση (πίν.36.δ). Η διακόσμηση αποτέλεσε και το κριτήριο ταύτισης του σχήματος της κύλικας, διότι σώζεται μεγάλο μέρος από το εσωτερικό τμήμα του μεταλλίου. Τα θραύσματα μπορεί να μην προέρχονται από ένα αγγείο, μπορούν όμως, να μας δώσουν πληροφορίες για τη διακόσμηση των κυλίκων και την προέλευσή τους. Τα θραύσματα σώζουν ανδρικές μορφές σε σκηνές πάλης και μάχης, οι οποίες δε χαρακτηρίζονται από ακρίβεια και λεπτομέρεια. Η απλότητα και η ασάφεια των λεπτομερειών δεν αποτελεί αττικό χαρακτηριστικό, αλλά είναι επαρχιακό χαρακτηριστικό, μάλλον της Ερέτριας. Ο κιτρινωπός πηλός με το καστανοκίτρινο υάλωμα στο βάθος του μεταλλίου ενισχύει αυτή την άποψη. 211 Τα κεραμικά εργαστήρια της ευβοϊκής νήσου στην διάρκεια του 6 ου αι. π.χ. παράλληλα με την εισαγωγή γραπτών αγγείων από άλλες περιοχές, δεν σταμάτησαν την παραγωγή τοπικών διακοσμημένων αγγείων, στοιχείο που επιβεβαιώνεται από τα θραύσματα εκατοντάδων αγγείων που βρίσκονται σε πολλές περιοχές (κυρίως σε αποθέτες και συλημένους τάφους). Η άσχημη διατήρησή τους και η δυσκολία συγκόλλησης τμημάτων τους, δεν καθιστά δυνατή την παρουσίαση πολλών εξ αυτών με αποτέλεσμα να παραμένουν στις αποθήκες των Μουσείων Ερέτριας, Χαλκίδας και του Αρχαιολογικού Αθηνών. Τα θραύσματα προέρχονται από διάφορους τύπους αγγείων, διαφόρων εργαστηρίων και καλλιτεχνών. Μεγάλος είναι ο αριθμός θραυσμάτων της μελανόμορφης και ερυθρόμορφης αττικής και σε μικρότερο ποσοστό της βοιωτικής κεραμικής που βρέθηκαν σε αποθέτες και στρώματα καταστροφής (καταστροφή Περσών), τα οποία χρονολογούνται από τα μέσα του 7 ου αι. έως τις αρχές του 5 ου αι. π.χ. Σε μικρότερο ποσοστό από τα αντίστοιχα αττικά ανέρχονται τα θραύσματα, τα οποία προέρχονται από ευβοϊκά αγγεία. Η ταύτιση των θραυσμάτων επιτυγχάνεται στηριζόμενη στο χρώμα του πηλού αλλά και στη διακόσμηση που αυτά τυχόν φέρουν. Σώζεται μεγάλος αριθμός θραυσμάτων από φιάλες, κύλικες σκύφους, ληκύθους, αμφορείς, εξάλειπτρα, υδρίες και άλλα. 211 Ανδρειωμένου 1976, 3 4, πιν. Β/ε. 82

83 ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΕΙΤΟΝΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ ΣΤΟ ΕΥΒΟΪΚΟ ΤΟΝ 6 Ο ΑΙ. π.χ Γενικά χαρακτηριστικά: Στις αρχές του 6 ου αι π.χ. στην ευβοϊκή κεραμική αναπτύχθηκε ο μελανόμορφος ρυθμός με αντιπροσωπευτικό σχήμα αγγείου τον πιθαμφορέα. Στα πρώτα στάδια εξέλιξης αυτού του ρυθμού, τα αγγεία δεν χαρακτηρίζονταν για την ιδιαίτερη διακόσμησή τους αλλά για τα επαρχιακά σχέδια και τις απλές τεχνικές όπως, η χρήση της χάραξης και του περιγράμματος στα κεφάλια των μορφών. Στο πρώτο μισό του 6 ου αι., οι Ευβοείς κεραμείς δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μια δική τους τεχνοτροπία πρωτοτυπώντας με κάποια ιδιαίτερα διακοσμητικά μοτίβα ή εικονιστικά θέματα. Βρίσκονταν πάντα, στην σκιά του Αττικού Κεραμεικού, όπου κατασκευάζονταν καλύτερα έργα από τους σημαντικότερους κεραμείς του εποχής. Μετά τα μέσα του 6 ου αι. π.χ., η επίδραση του Αττικού Κεραμεικού ήταν πιο ισχυρή, με αποτέλεσμα να γίνεται περισσότερο ορατή στα ευβοϊκά μελανόμορφα αγγεία. Αττικά διακοσμητικά μοτίβα, εικονιστικά θέματα και σχήματα αγγείων εισάγονται στα ευβοϊκά εργαστήρια και υιοθετούνται από τους Ευβοείς κεραμείς. Η μεγάλη και γρήγορη διάδοση των μοτίβων και των θεμάτων αυτών, έχει οδηγήσει στην υπόθεση μήπως Αθηναίοι κεραμείς ή μαθητές Αθηναίων κεραμέων εγκαταστάθηκαν στην Εύβοια ή ακόμη Ευβοείς κεραμείς μαθήτευσαν σε αττικά εργαστήρια 212. Αττική: Η κυριαρχία του Αττικού Κεραμεικού στον μελανόμορφο ρυθμό με τις εξαιρετικές δημιουργίες γνωστών κεραμέων (Λυδός, Εξηκίας, Ζωγράφος του Άμαση) είναι άμεσα αισθητή στο ευβοϊκό νησί. Αττικά αγγεία άρχισαν να κατακλύζουν ολόκληρη την Ελλάδα και να επηρεάζουν τα διάφορα κατά τόπους εργαστήρια. Από το τέλος του πρώτου μισού του 6 ου αι., οι Ευβοείς κεραμείς εισάγουν και υιοθετούν πολλά αττικά χαρακτηριστικά είτε για τα σχήματα των αγγείων είτε για τη διακόσμηση αυτών. Η αττική επιρροή στα σχήματα περιορίζεται σε λίγους τύπους 212 Ανδρειωμένου 1976, 5, ικανός αριθμός οστράκων αγγείων, ανήκει σε αγγεία των καλύτερων αττικών εργαστηρίων. Πολλά από αυτά εισήχθησαν από την Αττική, κάποια όμως πιθανόν να κατασκευάστηκαν στην Ερέτρια. 83

84 αγγείων, όπως ληκύθους (τύπος Δηιάνειρας), υδρίες (με λαιμό και ώμο) 213, γαμικούς λέβητες ή αμφορείς 6 ου αι. και σκύφους (τύπου Α). Μεγαλύτερη επιρροή δέχτηκε το ευβοϊκό εργαστήριο στη διακόσμηση των αγγείων, καθώς εισήγαγε πολλά αττικά γνωρίσματα. Η χρήση των επίθετων χρωμάτων αποτελεί ένα αττικό χαρακτηριστικό 214, το οποίο καθιερώνεται πολύ γρήγορα στη διακόσμηση των ευβοϊκών αγγείων, καθώς χρησιμοποιείται πολύ συχνά σε διάφορα αγγεία(γαμικούς αμφορείς, ληκύθους, λεκάνες, υδρίες). Το λευκό επίθετο χρώμα χρησιμοποιείται στα πρόσωπα των γυναικείων μορφών, σε διάφορα μέρη στα σώματα ζώων, στα ενδύματα των μορφών, σε κάποια κοσμήματα των μορφών 215 αλλά και σε φυτικά μοτίβα (άνθη και μπουμπούκια λωτού). Το ερυθρό επίθετο χρώμα χρησιμοποιούνταν για τον ορισμό των ματιών (σπάνια), στον οπλισμό, αλλά και στις ενδυμασίες ανθρώπινων μορφών. Η χρήση του λευκού και του ερυθρού επίθετου χρώματος στα ευβοϊκά αγγεία ήταν πολύ συχνή και γινόταν με μεγάλη επιτυχία, καθώς ανταγωνίζονταν τα αττικά. Ο Βοardman (BSA 47), αναφέρει πως πολλά στοιχεία των ερετριακών αμφορέων του 6 ου αι., μπορούν να θεωρηθούν ως αττικά. Αρχικά, αναφέρει ως αττική την προέλευση του σχήματος του αμφορέα, και τον ταυτίζει με τους αντίστοιχους αττικούς γαμικούς λέβητες 216. Οι ομοιότητές τους είναι πολλές, τόσο στο σχήμα όσο και στη διακόσμηση (δυο εξ αυτών εικονίζουν γαμήλια πομπή) με αποτέλεσμα να τους χαρακτηρίζει ως ερετριακούς γαμικούς λέβητες. Επίσης, αττικές χαρακτηρίζει και τις ζωικές μορφές που κοσμούσαν τις ζώνες των γαμικών λεβήτων και ιδιαίτερα τα ζώα του (αμφορέα του Ηρακλή ΕΑΜ12075, πίν.22) 217. Βασισμένος στην πρώτη παρουσίαση των ερετριακών αμφορέων του 6 ου αι. από τον Laurent, υποστηρίζει την άποψη πως και τα θέματα των μυθολογικών σκηνών έχουν αττική προέλευση. Σίγουρα, ανάλογες συνθέσεις μπορεί να συναντήσει κανείς και στην Κόρινθο. Όμως, οι Αθηναίοι, δεν υιοθέτησαν ακριβώς τις κορινθιακές συνθέσεις, καθώς τις τροποποίησαν προσδίδοντας αττικά γνωρίσματα, όπως τον περιορισμό των μορφών 218. Επιπλέον, έντονη αττική επιρροή διακρίνεται και στα φυτικά μοτίβα, όπως τα 213 Bothmer 1969, 32, οι ευβοϊκές υδρίες των μέσων του 6 ου αι. και έπειτα, έχουν πολλά κοινά στοιχεία με τις υδρίες του Λυδού και του κύκλου του. 214 Βoardman 1952, Laurent 1901, Βoardman 1952, Βoardman 1952, Βoardman 1952, 34. Laurent 1901, 188, οι Αθηναίοι περιόρισαν τον αριθμό των παριστάμενων προσώπων, επιμήκυναν τα σώματα και έκαναν συμμετρική την παράσταση. 84

85 ανθέμια, τα άνθη λωτού και τα φύλλα κισσού που κοσμούν είτε δευτερεύουσες μικρότερες ζώνες είτε συμπληρώνουν το βάθος της κύριας παράστασης. Ο Laurent και ο Boardman παρουσιάζουν την ευδιάκριτη επίδραση της αττικής κεραμικής στους ερετριακούς αμφορείς ή «γαμικούς λέβητες». Όμως, η επιρροή δεν περιορίζεται μόνο στους ερετριακούς αμφορείς, καθώς εντοπίζεται σε πολλά άλλα αγγεία. Αττικό στοιχείο αποτελεί το γλωσσωτό μοτίβο, το οποίο απαντάται σε πολλά ευβοϊκά αγγεία όπως ληκύθους (πίν.31.β), αμφορείς (πίν.24.δ), υδρίες (πίν.30,α, γ, δ) συνήθως μελανό και άλλοτε με εναλλάξ μελανό και ερυθρό χρώμα. Μέσα από τη μελέτη της ερετριακής κεραμικής του 6 ου αι., δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς, πως τα ευβοϊκά εργαστήρια δέχτηκαν έντονη αττική επιρροή. Αυτό όμως, που θα έπρεπε να αναφερθεί είναι πως οι Ευβοείς κεραμείς δεν υιοθέτησαν αυτούσια το αττικό ρεπερτόριο με τα διακοσμητικά μοτίβα και τα εικονιστικά θέματα. Οι αδέξιοι τρόποι, τα ημιτελή και απλοϊκά σχέδια μαρτυρούν την επαρχιακή προέλευση των έργων τους. Οι Ευβοείς δεν μπορούσαν αλλά και δεν θέλησαν να ανταγωνιστούν τους γείτονές τους Αθηναίους. Ο μεγάλος αριθμός αττικών αγγείων στην Εύβοια και η σπάνια παρουσία ευβοϊκών αγγείων εκτός τους νησιού, μαρτυρεί την κυριαρχία της Αττικής στο β μισό του 6 ου αι. π.χ. Βοιωτία: Τα κεραμικά εργαστήρια της Βοιωτίας δεν επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τα ευβοϊκά, καθώς οι δυο περιοχές είχαν δεχτεί μεγάλη επιρροή από την Αττική. Στον 6 ο αι. και ειδικότερα στο β μισό αυτού, στη Βοιωτία κυριαρχούσε ο μελανόμορφος ρυθμός και παράγονταν αγγεία που δεν χαρακτηριζόταν για την ποιότητα τους. Έχοντας δεχτεί έντονη την επιρροή της Αττικής, και δευτερευόντως της Κορίνθου 219, η Βοιωτία κατάφερε ωστόσο να κατασκευάσει και ορισμένα σχήματα αγγείων καλής ποιότητας. Μεταξύ αυτών ήταν οι λεκάνες στο β μισό του 6 ου αι., τις οποίες η Ure θεωρεί «ανατολίζοντος» ρυθμού βάσει της διακόσμησής τους (πίν.37.γ - δ) 220. Οι βοιωτικές λεκάνες και ειδικότερα το σχήμα τους, επηρέασαν την παραγωγή ευβοϊκών λεκανών με παρόμοιο σχήμα αλλά με διαφορετική διακόσμηση στο τελευταίο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. 219 Kilinski 1990, Ure 1932,

86 ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΕΥΒΟΪΚΆ ΑΓΓΕΙΑ ΤΟΥ 6 ΟΥ ΑΙ. π.χ Το ευβοϊκό εργαστήριο στον 6 ο αι. χαρακτηρίζεται για την αρκετά μεγάλη παραγωγή πολλών αγγείων διαφορετικών σχημάτων αλλά και για τη μεγάλη επιρροή που δέχτηκε από την Αττική. Οι Ευβοείς κεραμείς ήταν αδύνατο να αποφύγουν την ισχυρή αυτή επίδραση. Έτσι δανείστηκαν πολλά στοιχεία από την Αττική και τα εισήγαγαν στο ευβοϊκό ρεπερτόριο. Κάθε είδους αττικά στοιχεία όπως διάφορες κατηγορίες ζωικών και ανθρώπινων μορφών, μυθολογικών παραστάσεων και παραπληρωματικών κοσμημάτων χρησιμοποιούνται για τη διακόσμηση των ευβοϊκών αγγείων 221. Η ποικιλία και ο πλούτος των αττικών διακοσμητικών μοτίβων επηρέασαν έντονα τους Ευβοείς κεραμείς και γρήγορα τα υιοθέτησαν. Όμως, κατά τη μεταφορά των αττικών μοτίβων ξεχωρίζει το «χέρι» των Ευβοέων κεραμέων, καθώς οι τεχνικές αδυναμίες και η αδεξιότητα τους διαφαίνονται στα αγγεία τους 222. Τα εικονογραφικά θέματα: Ζώα: Ιδιαίτερα συχνή είναι η διακόσμηση των ευβοϊκών αγγείων με διάφορες μορφές του ζωικού βασιλείου. Τα ζώα που απεικονίστηκαν ήταν ίπποι, κύκνοι 223, χήνες, πετεινοί, πάνθηρες, λιοντάρια, ελάφια, κριοί και βοοειδή. Πολλές ζωικές μορφές με «ανατολίζοντα» χαρακτηριστικά συνέχισαν να χρησιμοποιούνται καθ όλη τη διάρκεια του 6 ου αι. π.χ. Δεν υπήρχε κάποιο σταθερό διακοσμητικό σύστημα για τη σχεδίαση των ζωνών με ζωικές μορφές. Οι ζωγράφοι τοποθετούσαν ελεύθερα τα πραγματικά ζώα παράλληλα με τα μυθολογικά όντα. Τα ζώα σχεδιάζονταν στα ευβοϊκά αγγεία είτε τοποθετημένα σε ζωφόρους είτε σε μετόπες με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους. Ο πρώτος και ο πιο συνηθισμένος τρόπος ήταν η τοποθέτηση των ζώων σε διακοσμητικές ζώνες, οι οποίες κάλυπταν διάφορα τμήματα των αγγείων. Συνήθως κοσμούσαν τις κωνικές 221 Laurent 1901, Πολλοί ήταν οι Ευβοείς κεραμείς που μαθήτευσαν σε αττικά εργαστήρια για να αποκτήσουν σημαντικές γνώσεις από το σημαντικότερο κεραμικό κέντρο της εποχής. 223 Ure 1962, , θεωρεί πως η μορφή του κύκνου αποτελεί ευβοϊκό χαρακτηριστικό. Ο κύκνος σχεδιαζόταν με ξεχωριστό τρόπο από τα αττικά ή τα ανατολικά πτηνά και χρησιμοποιούνταν πολύ συχνά στη διακόσμηση ζωνών. Η Ure δέχεται και την άποψη του Bothmer, ο οποίος θεωρεί πως ο κύκνος ως είδος πτηνού αλλά και ως τρόπος σχεδίασης, είναι ένα ευβοϊκό στοιχείο

87 βάσεις των γαμικών λεβήτων σε επάλληλες ζώνες παράλληλα με την παρουσία «ανατολίζοντων» μυθολογικών ζώων (12076, πίν.23), τις μικρότερες ζώνες στην κοιλιά των γαμικών λεβήτων (1004, πίν.21), τις δευτερεύουσες πλευρές των γαμικών λεβήτων στη ζώνη της κοιλιάς (12075, πίν.22), τη ζώνη της κοιλιάς των ληκύθων (αρ. 960, πίν.29. α-γ) και το τμήμα του χείλους των λεκανών (Munich 6197, πίν.32. γ ε). Ο δεύτερος τρόπος ήταν η αντιθετική σχεδίαση των ζώων, τα οποία κοσμούσαν συνήθως τη μετόπη του λαιμού (γαμικός λέβητας 1004, πίν.21) και τη ζώνη της κοιλιάς (γαμικός λέβητας 12075, πίν.22) της δευτερεύουσας όψης, το τμήμα της κοιλίας σκύφων (ΜΜΝΥ , πίν.32.α, β) και ληκύθων (ΜΜΝΥ , πίν.28.β), όχι πάντα με το ίδιο είδος ζώου αλλά ακόμη και με διαφορετικά ζεύγη (λιοντάρι κύκνος, πάνθηρας κριός, πάνθηρας ελάφι). Ο τρίτος διακοσμητικός τρόπος είναι η παρουσία των ζώων σε μυθολογικές σκηνές. Στις μυθολογικές σκηνές εμφανίζονται κυρίως οι ίπποι, είτε σε προφίλ να σέρνουν άρμα σε ομάδες των δυο (γαμικός λέβητας 12076, πίν.23) και των τεσσάρων ζώων (γαμικός λέβητας 1008, πίν.10) και 12075, πίν.22) είτε κατ ενώπιον με αντιθετική διάταξη των κεφαλιών. Οι μυθολογικές σκηνές αποτελούσαν την κύρια διακόσμηση των αγγείων και καταλάμβαναν συνήθως το μεγαλύτερο τμήμα της κοιλιάς αλλά και το τμήμα του λαιμού (γαμικός λέβητας 12075, πίν.22). Ο τέταρτος διακοσμητικός τρόπος είναι η χρήση ζωικών μορφών σε μετάλλιο στο εσωτερικό λεκανών (Berlin, D149, με μορφή κριού) και στο κάτω τμήμα της βάσης σκύφων ((ΜΜΝΥ , πίν.34.α, β), με κύκνο). Αυτός ο διακοσμητικός τρόπος είναι πολύ σπάνιος για το ευβοϊκό εργαστήριο του 6 ου αι. π.χ. και εμφανίζεται ιδιαίτερα σε σκύφους 224. Η σχεδίαση πολλών ζωικών μορφών μικρότερου μεγέθους γίνεται με την παλαιά τεχνική της σκιαγραφίας και σπάνια αποδίδονται οι ανατομικές λεπτομέρειές τους με χάραξη. Τα μεγαλύτερου μεγέθους ζώα (ίπποι, κριοί, κάπροι, ελάφια, πάνθηρες) σχεδιάζονται με την τεχνική του μελανόμορφου ρυθμού, με μαύρο υάλωμα πάνω στην ανοικτόχρωμη επιφάνεια του αγγείου. Η χρήση της χάραξης είναι πολύ προσεγμένη, με αποτέλεσμα να αποδίδονται άριστα τα ανατομικά χαρακτηριστικά των ζώων. Ιδιαίτερο διακοσμητικό στοιχείο των ζωικών μορφών του ευβοϊκού εργαστηρίου του 6 ου αι. αποτελούν τα επίθετα χρώματα που προσθέτονταν για την 224 Bothmer 1969,

88 απόδοση των λεπτομερειών. Το ερυθρό (σπανιότερα) και συχνότερα το λευκό επίθετο χρώμα χρησιμοποιούνταν από τους Ερετριείς ζωγράφους πάνω στα σώματα (ερυθρό), όπως στους ίππους του γαμικού λέβητα ΕΑΜ12075, (πίν.22) και στα κεφάλια (λευκό), όπως στους κριούς της λεκάνης Munich 6197, (πίν.32.γ ε) 225. Μυθολογικά όντα: Τα ανατολίζοντα μυθολογικά όντα συνέχισαν να απεικονίζονται στο ευβοϊκό εργαστήριο με μεγάλη συχνότητα διακοσμώντας πολλά σχήματα αγγείων καθ όλη τη διάρκεια του 6 ου αιώνα. Δεν σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται παρόλη την επίδραση των αττικών εικονιστικών θεμάτων και την κυριαρχία του μελανόμορφου ρυθμού. Η κυριαρχία της σφίγγας στον 7 ο αι. π.χ. δεν έχει την ίδια συνέχεια στο επόμενο αιώνα, καθώς οι Ευβοείς κεραμείς περιόρισαν τη χρήση της σφίγγας σε αντίθεση με τη σειρήνα. Η σειρήνα αποτελεί το κατ εξοχήν μυθολογικό πλάσμα στη διακόσμηση των ευβοϊκών αγγείων και κυριαρχεί σε όλη τη διάρκεια του αιώνα. Η μορφή της σφίγγας είναι πλέον πολύ περιορισμένη και κοσμεί ελάχιστα αγγεία. Η σειρήνα, που πρωτοεμφανίστηκε στις Κυκλάδες στις αρχές του 7 ου αι., σε αγγεία του γραμμικού νησιωτικού ρυθμού από τη Θήρα 226, εισχώρησε στα μέσα του 7 ου αι στην πρωτοκορινθιακή και αργότερα στην πρωτοαττική κεραμική και στα γειτονικά τους εργαστήρια. Ο τύπος της σειρήνας που κυριάρχησε στην ευβοϊκή κεραμική ήταν ο κανονικός, χωρίς υπερβολές και παραμορφώσεις στη μορφή της. Η σειρήνα διακοσμούσε τα ευβοϊκά αγγεία με διάφορους τρόπους. Ο πιο συνηθισμένος ήταν να συμπληρώνει τις ζωφόρους με διάφορα άλλα ζώα, συνήθως με ανοιχτά τα πτερά της, έχοντας μέγεθος ανάλογο με το ύψος της ζώνης (π.χ. στην κωνική βάση του γαμικού λέβητα ΕΑΜ12076). Στις ζώνες αυτές, λόγω του μικρού ύψους, οι σειρήνες σχεδιάζονται με την τεχνική της σκιαγραφίας, αδιαφορώντας για την απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών (σπάνια είναι η χρήση χάραξης). Ένας δεύτερος τρόπος χρήσης της σειρήνας είναι η αντιθετική τοποθέτησή της κυρίως σε μετόπες στην κοιλιά αμφορέων. Οι σειρήνες στις μετόπες αποδίδονται με μεγαλύτερο μέγεθος, έχοντας ή όχι ανάμεσά τους μια ανθρώπινη μορφή [ΜΜΝΥ , (πίν.25.α, β), Un. Harvard 2271, (πίν.25.γ, δ), Ρήνεια ΚΑ 1028, (πίν.24.γ)]. Οι σειρήνες σχεδιάζονται με την τεχνική του μελανόμορφου ρυθμού, καλυμμένες με μελανό υάλωμα και με χάραξη αποδίδονται άριστα τα ανατομικά τους 225 Ure 1960, 162. πιν, 10/1,2,3 226 Ζαφειροπούλου 1985,

89 χαρακτηριστικά. Στα ανοικτά πτερά τους εκτός από τη χάραξη για την απόδοση των λεπτομερειών, χρησιμοποιείται επίσης, το λευκό και το ερυθρό επίθετο χρώμα. Το λευκό χρησιμοποιείται είτε με τη μορφή λευκών λεπτών γραμμώσεων ακολουθώντας τη φορά των πτερών είτε με τη μορφή στιγμών συμμετρικά τοποθετημένων κατά μήκος των πτερών. Επίσης, το λευκό επίθετο χρώμα χρησιμοποιείται έντεχνα και στις κεφαλές των σειρήνων δηλώνοντας τη γυναικεία φύση τους 227. Το ερυθρό τοποθετείται μεταξύ των λευκών γραμμών των πτερών τονίζοντας και βελτιώνοντας τη σχεδίαση της μορφής. Σπανιότερα, σειρήνες εικονίζονται σε μυθολογικές ή άλλες σκηνές ως ιπτάμενα ζώα, δηλώνοντας τον καλό οιωνό (γαμικός λέβητας 1008), όπως και ως μοναδικό διακοσμητικό θέμα μέσα σε μετόπη, (π.χ. στη δευτερεύουσα όψη του γαμικού λέβητα 1008, (πίν.10). Η σειρήνα ως καλός οιωνός, εικονίζεται μικροσκοπική και σχεδιασμένη με την τεχνική της σκιαγραφίας. Η σειρήνα της μετόπης σχεδιάζεται πολύ προσεχτικά, παρόλο που κοσμεί τη δευτερεύουσα όψη, καλύπτεται με μελανό υάλωμα και οι λεπτομέρειες αποδίδονται με χάραξη. Στην απόδοση της κεφαλής και των πτερών, χρησιμοποιούνται το λευκό και το ερυθρό επίθετο χρώμα, με όμοιο τρόπο, όπως στους αμφορείς [ΜΜΝΥ , (πίν.25.α, β), Un. Harvard 2271, (πίν.25.γ, δ)]. Η σφίγγα για τον ευβοϊκό εργαστήριο του 6 ου αι. αποτέλεσε ένα δευτερεύον «ανατολίζον» εικονογραφικό θέμα. Η χρήση της δεν ήταν συχνή και κοσμούσε ελάχιστα αγγεία. Τρία ευβοϊκά αγγεία φέρουν διακόσμηση σφιγγών και τα δυο με παρόμοιο τρόπο. Η αντιθετική τοποθέτηση των σφιγγών σε μετόπες, ίσως κατάλοιπο του 7 ου αι., απαντάται σε μια υδρία (ΜΜΝΥ , πίν.31.α) 228 και σε μια λήκυθο (Ουάσιγκτον Corcoran Gallery of Art, A ) 229. Οι σφίγγες της υδρίας (μισοκαθισμένες στα πίσω πόδια) καλύπτονται με μελανό υάλωμα και η χάραξη εντοπίζεται κυρίως στα πτερά και στο σώμα τους. Χαρακτηριστικό αποτελεί η χρήση των επίθετων χρωμάτων, λευκού και ερυθρού. Το λευκό καλύπτει το πρόσωπο των σφιγγών δηλώνοντας τη γυναικεία φύση και τα πτερά με τη μορφή δυο παράλληλων λευκών γραμμώσεων κατά μήκος τους. Μεταξύ των δυο λευκών γραμμών τοποθετείται το ερυθρό χρώμα, ένα χαρακτηριστικό σχεδίασης όμοιο με αυτό των 227 Bothmer 1969, 28, οι σειρήνες σε αυτά τα αγγεία χαρακτηρίζονται για την συμμετρική τους διάταξη, την λεπτομέρεια και την ακρίβεια στην διακόσμησή τους. 228 Bothmer 1969, Bothmer 1969, 39, η προέλευση της υδρίας ( ) και της ληκύθου δεν είναι γνωστή και η αναγνώρισή τους ως ευβοϊκά βασίζεται στην φυτική διακόσμηση των ώμων αλλά και στην σχεδίαση των πτερών των σφιγγών, όπου παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τα αντίστοιχα ευβοϊκά. 89

90 σειρήνων στον 6 ο αι. Οι σφίγγες της ληκύθου (όρθιες) έχουν αποδοθεί άτεχνα, καλυμμένες με μελανό υάλωμα, έχοντας ασαφή χαρακτηριστικά, με απλή χάραξη στα πτερά. Σπανιότερη είναι η χρήση των σφιγγών στη διακόσμηση πινακίων. Σε ένα πινάκιο, το οποίο βρίσκεται στο Βρετανικό μουσείο (ΒΜ , πίν.35.γ) εικονίζεται να κοσμεί το εσωτερικό μετάλλιο. Εικονίζεται καθήμενη στα πίσω πόδια της και με όρθια τα μπροστά, παράλληλα με έναν μικρού μεγέθους κύκνο. Είναι σχεδιασμένη με άριστη τεχνική και φέρει ίχνη επίθετων χρωμάτων στο πρόσωπό και στα πτερά της. Η χρήση του λευκού επίθετου χρώματος στο πρόσωπο είναι όμοια με αυτή της υδρίας (ΜΜΝΥ , πίν.31.α) αλλά διαφέρει στα πτερά, καθώς αυτά αποδίδονται με λευκές λεπτές γραμμώσεις στα άκρα τους. Το ερυθρό χρώμα δεν απουσιάζει, καθώς εντοπίζεται στα πτερά σε μια μικρού πάχους ζώνη κατά μήκος τους. Ανθρώπινες μορφές: Στον 7 ο αι. ανθρώπινες μορφές διακοσμούσαν μόνο τους γνωστούς πιθαμφορείς, ενώ οι επιφάνειες των άλλων αγγείων καλύπτονταν με διάφορα γραμμικά και φυτικά μοτίβα. Στον 6 ο αι. οι Ευβοείς κεραμείς ενέταξαν τις ανθρώπινες μορφές στη διακόσμηση και σε άλλα αγγεία εκτός από τους πιθαμφορείς. Όμως, παρόλη την εισχώρηση των ανθρωπίνων μορφών και σε άλλα σχήματα, οι πιθαμφορείς (γαμικοί λέβητες) ήταν τα μόνα αγγεία που έφεραν μυθολογικές σκηνές κατά τον 6 ο αι. π.χ.. Στους γαμικούς λέβητες στο ΕΑΜ (1004,12075,12076, πίν.10, 22, 23) η μυθολογική σκηνή τοποθετείται σε μια ζώνη στην περιοχή της κοιλιάς. Οι παραστάσεις είναι πολυπρόσωπες ή ολιγοπρόσωπες, σύμφωνα πάντα με την επιθυμία του ζωγράφου και όχι του μύθου 230. Οι Ευβοείς αγγειογράφοι μεταχειριζόμενοι τα αττικά πρότυπα, προσπαθούν να μιμηθούν πολλά στοιχεία τόσο στην απόδοση των μορφών και των επιμέρους χαρακτηριστικών τους όσο και στη συμπλήρωση της παράστασης με διάφορες μορφές. Οι μορφές καλύπτονται με μελανό υάλωμα και οι επιμέρους λεπτομέρειες αποδίδονται με τη χρήση της χάραξης. Με τον ίδιο τρόπο 230 Laurent 1901, , μυθολογικές σκηνές όπως η κρίση του Πάριδος απαντώνται και σε κορινθιακά αγγεία με διαφορετική σύνθεση από αυτή των αττικών αγγείων. Οι Αττικοί ζωγράφοι μείωσαν τον αριθμό των παρισταμένων προσώπων, επιμήκυναν τα σώματα των μορφών, ώστε να τα καταστήσουν συμμετρικότερα μέσα στην παράσταση. Οι Ερετριείς ζωγράφοι, αν και επηρεάστηκαν από τα αττικά αγγεία, ακολούθησαν δικό τους τρόπο στη διακόσμηση των γαμικών λεβήτων. 90

91 σχεδιάζονται και οι ίπποι που παριστάνονται στις σκηνές και στους τρεις γαμικούς λέβητες της Ερέτριας (ΕΑΜ 1004, 12075, 12076, πίν.10, 22, 23). Οι ανθρώπινες μορφές συνήθως φορούν ποδήρη χιτώνα και ιμάτιο, κρατούν δόρατα, δώρα και λοιπά αντικείμενα σχετικά με τη σκηνή, ενώ οι θεότητες φέρουν τη συνηθισμένη «αποκρυσταλλωμένη» ενδυμασία τους (π.χ. Ηρακλής με λεοντή). Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αποτελεί η έντονη χρήση των επίθετων χρωμάτων τόσο στις ανθρώπινες όσο και στις ζωικές μορφές των παραστάσεων. Το ερυθρό επίθετο χρώμα χρησιμοποιείται συχνά για την απόδοση λεπτομερειών στα σώματα των ζώων, στα ενδύματα των ανθρώπινων μορφών και στον οπλισμό αυτών. Το λευκό επίθετο χρώμα εντοπίζεται συνήθως στα πρόσωπα των γυναικείων μορφών αλλά και στις θεότητες, όπως στα γυμνά μέρη του σώματος της θεάς Αθηνάς και στην ενδυμασία του Ερμή (γαμικός λέβητας ΕΑΜ12075, πίν.22). Οι ανθρώπινες μορφές, εκτός από τις μυθολογικές σκηνές, απαντώνται και σε άλλες διακοσμητικές ζώνες, όπως οι μορφές που εικονίζονται στη μετόπη του λαιμού των γαμικών λεβήτων ΕΑΜ12075, (πίν.22) και του ΕΑΜ12076, (πίν.23). Οι μορφές σχεδιάζονται με ακρίβεια και με λεπτομέρεια συμπληρώνοντας με απόλυτη συμμετρία τη ζώνη που διακοσμούν. Στην πολυπρόσωπη παράσταση του γαμικού λέβητα ΕΑΜ12076, (πίν.23), οι μορφές αποδίδονται αντιθετικά διατεταγμένες σε ομάδες των τεσσάρων ατόμων, ενώ στον γαμικό λέβητα ΕΑΜ12075, (πίν.22), με απόλυτη συμμετρία, έχοντας ως κέντρο τη γυναικεία μορφή πάνω στο τέθριππο, όπου τέσσερις μορφές πλαισιώνουν τα δυο μετωπικά ζεύγη αλόγων. Οι ανθρώπινες μορφές καλύπτονται με μελανό υάλωμα, δεν φέρουν έντονη χρήση χάραξης, ενώ λείπουν και τα επίθετα χρώματα. Παρόλη την ακρίβεια και τη συμμετρική τοποθέτηση των μορφών στις ζώνες, δεν έχουν σχεδιαστεί με απόλυτη λεπτομέρεια, καθώς έτσι δηλώνεται η δευτερεύουσα θέση τους στη διακόσμηση των αγγείων. Εκτός από τους γαμικούς λέβητες, ανθρώπινες μορφές κοσμούσαν και άλλα αγγεία του ευβοϊκού εργαστηρίου, όπως αμφορείς, υδρίες, ληκύθους και λεκάνες με διαφορετικό τρόπο σύνθεσης. Σκηνή με δυο αντιμέτωπους πολεμιστές απαντάται σε δυο αμφορείς με λαιμό (ΕΑΜ 1007, πίν.24.α, β) 231 και (Un.Harvard 2271, πίν.25.γ, δ) 232 μέσα σε μετόπη στο σώμα των αγγείων αυτών. Και στις δυο σκηνές οι πολεμιστές αποδίδονται πάνοπλοι (θώρακες, ασπίδες, κράνη, δόρατα, περικνημίδες) σε στιγμή μάχης. Οι δυο 231 Bothmer 1969, Βoardman 1952,

92 πολεμιστές τοποθετούνται συμμετρικά διατεταγμένοι, με ακρίβεια στο κέντρο της μετόπης. Οι μορφές καλύπτονται με μελανό υάλωμα και η χρήση της χάραξης είναι περιορισμένη. Στις ληκύθους με ώμο, η παρουσία των ανθρώπινων μορφών είναι πολύ συχνή, καθώς πολλές κοσμούνται στο σώμα με πολυπρόσωπες ή ολιγοπρόσωπες σκηνές. Σκηνές δράσης είναι πολύ συχνές στη διακόσμηση των ληκύθων, όπως με ανθρώπινες μορφές που τρέχουν μεταξύ δυο ατόμων και ενός τρίτου που παρατηρεί (Χαλκίδα, αρ.567, πίν.27.β, γ) 233 ή με πάλη μεταξύ δυο ατόμων και ενός ατόμου σε κάθε πλευρά ως θεατή (Reading Un., πίν.28.δ) 234 αποτελούν αγαπητά θέματα των Ευβοέων κεραμέων. Σπανιότερη διακόσμηση με ανθρώπινες μορφές στο εσωτερικό μετάλλιο λεκανών αλλά και σε μετόπες στην κοιλιά αμφορέων. Στις μετόπες των αμφορέων, εικονίζονται μια ή δυο ανθρώπινες μορφές, ανάμεσα σε δυο αντιθετικά ζώα. Εικονίζονται όρθιες, σε προφίλ, κρατώντας η μια εκ των δυο σκήπτρο φορώντας ποδήρη χιτώνα και ιμάτιο. Οι μορφές είναι αποδοσμένες με μελανό υάλωμα με περιορισμένη χρήση χάραξης και λευκό επίθετο χρώμα με τη μορφή στιγμών πάνω στα ενδύματά τους (ΜΜΝΥ , πίν.25.α, β) 235. Μια ακόμη, ασυνήθιστη σκηνή κοσμεί το εσωτερικό μετάλλιο μιας λεκάνης (Un.Tübingen , πίν.32.α, β). Στο εσωτερικό του μεταλλίου παριστάνεται μια ανδρική προτομή ασυνήθιστη για το ευβοϊκό εργαστήριο της εποχής, καθώς συνήθως προτιμάται η σχεδίαση είτε ενός φυτικού μοτίβου είτε ενός ζώου. Η ανδρική μορφή είναι σχεδιασμένη με μελανό υάλωμα και η χάραξη είναι περιορισμένη. Η προτομή έχει αποδοθεί σε μεγάλο μέγεθος καλύπτοντας έντεχνα το μεγαλύτερο τμήμα του μεταλλίου. Διακοσμητικά μοτίβα: Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ευβοϊκής αγγειογραφίας είναι η συχνή συμπλήρωση των ζωνών και μετοπών με διάφορα διακοσμητικά μοτίβα, τα οποία δεν λείπουν από τα περισσότερα ευβοϊκά αγγεία. 233 Ure 1962, 140, πιν. 9/4, Ure 1968, , πιν Bothmer 1969, 28, ο αμφορέας αυτός φέρει και στις δυο όψεις της κοιλιάς διακόσμηση. στη μπροστινή όψη εικονίζονται δυο μορφές, ενώ στην πίσω μια. 92

93 Στον 6 ο αι. οι αγγειογράφοι συνήθιζαν να συμπληρώνουν διάφορα τμήματα των αγγείων κυρίως με φυτικά μοτίβα. Χαρακτηριστικά φυτικά μοτίβα είναι τα φύλλα κισσού και τα άνθη ή μπουμπούκια λωτού σε διάφορες παραλλαγές. Αυτά τα δυο φυτικά μοτίβα αποτέλεσαν τα βασικότερα χαρακτηριστικά, τα οποία πολλοί αρχαιολόγοι και μελετητές θεωρούν ως τυπικά ευβοϊκά στοιχεία. Τα φύλλα κισσού, αποτελούν συχνό διακοσμητικό μοτίβο που κοσμούσε τον ώμο υδριών (ΜΜΝΥ , πίν.31.α), τον λαιμό αμφορέων (Würzburg 458) και το χείλος πινακίων (ΜΜΝΥ L , πίν.35.α) σε πολλές παραλλαγές. Αποδιδόταν σε δυο σειρές φύλλων με αντιθετική διάταξη, ζωγραφισμένων είτε με μελανό χρώμα είτε με μελανό και ερυθρό εναλλάξ. Συνήθως, τα διάκενα μεταξύ των φύλλων συμπλήρωναν στιγμές. Τα άνθη ή μπουμπούκια λωτού αποτελούν το κατ εξοχήν διακοσμητικό μοτίβο του ευβοϊκού εργαστηρίου για τον 6 ο αι. και απαντώνται σε πολλά σχήματα αγγείων. Το μοτίβο αυτό κοσμεί μια ζώνη από το κάλυμμα του γαμικού λέβητα (ΕΑΜ 1004, πίν.21), το τμήμα του λαιμού αμφορέα (ΚΑ 1028, πίν.24.γ) και τον ώμο ληκύθων (αρ.960, πίν.29.α γ) και (αρ.567, πίν.27.α γ) με διαφορετικό συνήθως τρόπο. Οι παραλλαγές του μοτίβου αυτού είναι πολλές και αυτό δικαιολογείται λόγω των πολλών αγ&