ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΟΝΗΣΟΥ. ΤΟΜΟΣ Δ Μέρος 1 ο

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΟΝΗΣΟΥ. ΤΟΜΟΣ Δ Μέρος 1 ο"

Transcript

1

2

3 ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΟΝΗΣΟΥ ΤΟΜΟΣ Δ Μέρος 1 ο ΝΕΑΠΟΛΙΣ 2013

4 << Επιστημονική Επετηρίδα Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας & Χερρονήσου >> Εκδίδεται προνοία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πέτρας & Χερρονήσου κ. Νεκταρίου Επιστημονική Επιτροπή Βασίλειος Φθενάκης, καθηγητής Πανεπιστημίου Βρέμης. Μιχαήλ Κασωτάκης, Πρώην Πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και του κέντρου Επιστημονικής Έρευνας Ελλάδος. Βασιλική Συθιακάκη, Αρχαιολόγος, Προισταμένη 13 ης Εφορείας Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων Κρήτης. Εκδοτική Επιτροπή Αρχ. Τίτος Ταμπακάκης Αρχ. Εμμανουήλ Κατσαρός Γεώργιος Μαμάκης Την ευθύνη του περιεχομένου της εγκυρότητας και των δικαιωμάτων των χρησιμοποιούμενων πηγών κάθε εργασίας έχει ο συντάκτης. Isbn : Νεάπολη Κρήτης Τηλ , Φαξ Website: / Ηλεκτρονική σελιδοποίηση, κατασκευή e-book ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ / BIGBOOK publications Καντανολέων 4, Ηράκλειο Κρήτης Τηλ / Φαξ Website :

5 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Μέρος Α Εισαγωγικό σημείωμα 1. Κρασανάκης Γ... 1 Χρόνος και Ζωή 2. Μπουρνέλης Α Οι πειρασμοί και οι δοκιμασίες της ζωής 3. Αρβανίτης Χ Olivier Clément: Ο θεολόγος της Ορθόδοξης Οικουμενικότητας 4. Πατεράκης Μ. 35 Η παρουσία του μοναχισμού στην περιοχή της Φουρνής (Τ.Δ.) μέσα από τα παραχωρητήρια έγγραφα της Ι.Μ. Αρετίου 5. Χαλκιαδάκης Εμ. 68 Ο Μητροπολίτης Γεννάδιος Αλεξιάδης και η είσοδος του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη το Λίλης Ι. 87 Επίσημα έθιμα του Ισραήλ και εκφράσεις των προφητών στη Χριστολογία της «Προς Εβραίους» επιστολής 7. Δουνδουλάκης Εμμ Αγιότητα και Άγιοι σε συγγράμματα του Γέροντος Γαβριήλ Διονυσιάτη 8. Μπαιραχτάρης Αυγ. 125 Κηρυγματικές ομιλίες του Μητροπολίτη Κρήτης Ευμενίου και του Επισκόπου Ρεθύμνης & Αυλοποτάμου Χρύσανθου με θέμα, Ο υπέρ πίστεως και πατρίδος αγών και το ημέτερον καθήκον, όπως διατυπώνονται στο Θεολογικό περιοδικό της Εκκλησίας Κρήτης «Ποιμήν» 9. Θραψανιώτης Γ. 152 Η προσέγγιση του Φυσικού περιβάλλοντος από την Χριστιανική Αγωγή 10. Πετράκης Ευαγ Περιηγητές στο Άγιον Όρος Α στο ερημητήριο του π. Νίκωνα του Καρουλιώτη ( ) 11. Παπαδόπουλος Ι. 286 Δοκιμή διαλεκτικής θεολογίας και φυσικών επιστημών στο θέμα του χρόνου και της δημιουργίας του κόσμου. ( Υπο το πρίσμα της Πατερικής διδασκαλίας και του νομπελίστα Ilya Prigogine )

6 12. Μαμάκης Γ. 307 Τυπολογικές εκδοχές του οργανωτικού και διοικητικού φαινομένου της εκπαίδευσης σε κοινωνίες υπό μετάβαση. Η περίπτωση του Λασιθίου από την περίοδο της ύστερης τουρκοκρατίας και της Κρητικής Πολιτείας μέχρι και την Ένωση με την Ελλάδα 13. Αντωνακάκης Εμμ Ευθανασία : ηθική και θεολογική προσέγγιση 14. Ανδρουλιδάκη Πετράκη Ροδάνθη 344 Η απάνδρωση ενός μοναστηριού και "το δώρο του ραβίνου" 15. Τσερεβελάκης Ι. 361 Η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα στην Κρήτη ( Ιούλιος 1963) 16. Κατσαρός Εμμ. 405 Το Μυστήριο της Ιεροσύνης, Ιστορία Θεολογία Α Μέρος Β 17. Σεργάκη Γ. Μαρία..450 Τηλέμαχος Τσιχλάκης 18. Δασκαλάκης Δ. 504 Η Βυζαντινή μουσική παράδοση στη Ρωμέικη παράδοση 19. Αικατερινίδης Γ Η συμβολή των διδασκάλων στην απόθησαύριση λαογραφικού υλικού 20. Στιβακτάκης Αντώνιος.537 Αγιος Δημήτριος ο γαλατοκτισμένος Σημ. Την παρούσα ηλεκτρονική έκδοση μπορείτε να βρείτε στην ηλεκτρονική σελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερονήσου καθώς και σε cdrom που διατίθεται από την Ιερά Μητρόπολη. Το ηλεκτρονικό αρχείο της Επετηρίδος είναι σε μορφή pdf και η ανάγνωση του γίνεται με σύστημα flipping. Για οποιαδήποτε τεχνικό πρόβλημα στην ανάγνωση του αρχείου, παρακαλούμε επικοινωνήστε στο Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται από τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας (Ν 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Επιτρέπεται με γραπτή άδεια του εκδότη, ή, των συγγραφέων η αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό, σε οποιαδήποτε μορφή, μέρους του έργου.

7 Είσαγωγικό Σημείωμα Με τη χάρη του Θεού, τις ευλογίες της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, τις ευχές της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας Κρήτης και την πρόνοια του Σεβ. Μητροπολίτου Πέτρας και Χερρονήσου κ.κ. Νεκταρίου η έκδοση του δεύτερου ψηφιακού Τόμου της Επιστημονικής Επετηρίδας της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερρονήσου συνεχίζει την έκδοση επί χάρτου που έχει προηγηθεί ήδη δύο φορές. Με τον τέταρτο στην ουσία Τόμο οι αναγνώστες απολαμβάνουν πια την εμπειρία της ψηφιακής έκδοσης, που εμφανίζεται χωρίς χωροχρονικούς και οικονομικούς περιορισμούς και χωρίς περιβαλλοντικό κόστος στην οθόνη τους, όπως ακριβώς η τυπωμένη. Η Επιστημονική Επετηρίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερρονήσου δηλώνοντας παρούσα στον ψηφιακό κόσμο και με σταθερή την πίστη της στο ευαγγελικό μήνυμα, αγκαλιάζει τις νέες ψηφιακές κοινότητες και περνά σε μια νέα δυναμική φάση με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που μας παρέχει ο σύγχρονος ηλεκτρονικός πολιτισμός. Προκαλεί μια οργανική διάδραση ανάμεσα σε αυτήν και τον ψηφιακό πολιτισμό, έχοντας ως στόχο το άνοιγμα αυτού του πολιτισμού στη γονιμότητα του Ευαγγελίου. Καθιστά ζωντανή, κατανοητή σε όλους, προσβάσιμη από όλους και επίκαιρη την παρουσία του Θεού μέσα σε κάθε σπίτι και σε κάθε χώρο, όπου ο σύγχρονος άνθρωπος κινείται δρά και εργάζεται. Επαναβεβαιώνει το εύρος και την ποικιλία του ερευνητικού έργου πλήθους επιστημόνων, περικλύοντας τον εγνωσμένο κόπο τους. Καταξιώνεται έτσι ως ένα σύγχρονο βήμα επιστημονικού διαλόγου και ως πηγή γνώσης που δεν περιορίζεται σε ερευνητικά, γεωγραφικά ή γλωσσικά όρια. Η Επιστημονική Επετηρίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερρονήσου αγκαλιάζει ολόκληρη τη Μεγαλόνησο Κρήτη. Δίνει ένα παρόν στην καταξίωση, στον θαυμασμό και στην σωστή αξιολόγηση της θέσης της σ αυτόν τον ευαίσθητο γεωπολιτικό χώρο. Η Επιστημονκή Επιτροπή

8 Γεώργιος Ε. Κρασανάκης Ὁμότιμος Καθηγητὴς Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης Χρόνος και Ζωή* Τὸ πρόβλημα τοῦ χρόνου εἶναι μέγα, δύσκολο καὶ αἰνιγματικό. Ἡ λύση του ἀπασχόλησε πολλούς. Τὸ μελέτησαν φιλόσοφοι, φυσικοί, ψυχολόγοι, θεολόγοι καὶ ἄλλοι. Ὅλοι αὐτοὶ ἔθεσαν στοὺς ἑαυτούς τους καὶ στοὺς ἄλλους πολλὲς ἐρωτήσεις, ὅπως : Τὶ εἶναι ὁ χρόνος; μιὰ πραγματικότητα; μιὰ «διάσταση»; ἕνα στοιχεῖο τοῦ κόσμου; ἕνα στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης καὶ παρουσίας; κάτι ποὺ βρίσκεται μέσα μας ἢ ἔξω ἀπὸ ἐμᾶς; κάποια σαφὴς γνώση ἢ κάτι ποὺ μόνο βιώνομε χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ τὸ συλλάβουμε καὶ νὰ τὸ ὁρίσουμε; Ὁ χρόνος εἶναι μία ἀκαθόριστη ἔννοια ἢ μία τέταρτη διάσταση τῆς «συμπαντικῆς» πραγματικότητας; Πρόκειται γιὰ ἕνα ἀπόλυτο ἢ γιὰ ἕνα σχετικὸ μέγεθος; Διαφέρει ὁ χρόνος τοῦ μικρόκοσμου ἀπὸ τὸ χρόνο τοῦ μακρόκοσμου; Καὶ ἀκόμα κάτι πιὸ σπουδαῖο: ποιὰ σχέση ἔχει ὁ χρόνος μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὶν τὸ θάνατο καὶ μετὰ τὸ θάνατο; Ζοῦμε ἐν χώρῳ καὶ ἐν χρόνῳ, γιὰ νὰ ζήσουμε στὸν Παράδεισο αἰωνίως; Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση τοῦ χρόνου μὲ τὴν ἐπίγεια καὶ μὲ τὴν αἰώνια ζωή; Ὅποιες κι ἄν εἶναι οἱ ἀπαντήσεις τῶν εἰδικῶν μελετητῶν καὶ ἐρευνητῶν στὶς ἐρωτήσεις αὐτές, βέβαιο εἶναι ὅτι πρέπει νὰ δεχθοῦμε ἀναγκαστικὰ τὸ χρόνο καὶ νὰ συμπορευθοῦμε μὲ αὐτόν. Πρέπει νὰ τὸν θεωρήσουμε ἄξονα ζωῆς, στοιχεῖο τῆς ὕπαρξής μας καὶ παράγοντα δημιουργίας. «Ἐν αὐτῷ ζῶμεν, κινούμεθα καὶ ἐσμέν». (* Ὁμιλία ποὺ ἔγινε στὴ ΓΕΧΑ Ἡρακλείου τὴ 13η Ἰανουρίου 2013). 1

9 Μὲ τὴ βοήθειά του συλλαμβάνουμε τὰ ἐφήμερα, ὁρίζομε τὸ μέτρο τῶν «πραγμάτων» καὶ ὁριοθετοῦμε τὴν παρουσία μας στὴ ζωή, τὴ γέννηση, τὴν ἀνάπτυξη καὶ τὸ θάνατο. Κάνομε λόγο γιὰ χρόνο προσωπικό, κοινωνικό, φυσικό, κοσμολογικό, ψυχολογικό, φυσιολογικό, ἐσωτερικὸ καὶ ἐξωτερικό. Ἀναγκαστικὰ «χρονοποιοῦμε» τὸν ἑαυτό μας καὶ τοὺς ἄλλους. Συνδέομε ἀναπόσπαστα τὴ ζωή μας καὶ ἐκείνη τῶν ἄλλων μὲ αὐτόν. Γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ θέμα ὁ ἀείμνηστος Φώτης Κόντογλου ( ) ἔγραψε: «Ἡ πιὸ ἀνεξιχνίαστη δύναμη στὸν κόσμο εἶναι ὁ Χρόνος, ὁ Καιρός. Καλὰ-καλά τὶ εἶναι αὐτὴ ἡ δύναμη δὲν τὸ ξέρει κανένας, κι ὅσοι θελήσανε νὰ τὴν προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε. Τὸ μυστήριο τοῦ Χρόνου ἀπόμεινε ἀκατανόητο, κι ἄς μᾶς φαίνεται τόσο φυσικὸς αὐτὸς ὁ Χρόνος. Τὸν ἴδιο τὸν Χρόνο δὲν μποροῦμε νὰ τὸν καταλάβουμε τὶ εἶναι, ἀλλά τὸν νοιώθουμε μοναχὰ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια ποὺ κάνει, ἀπὸ τὰ σημάδια ποὺ ἀφήνει ἀπάνω στὴν φύση. Ἡ μυστηριώδης πνοή του ὅλα τὰ ἀλλάζει. Δὲν ἀπομένει τίποτε στεθερό, ἀκόμα κι ὅσα φαίνονται σταθερὰ κι αἰώνια Ἄν λείψει ὁ Χρόνος, θὰ λείψουνε ὅλα τὰ πάντα. Αὐτὸς τὰ γεννᾶ, κι αὐτὸς τὰ λυώνει, τὰ κάνει θρύψαλα καὶ τὰ ἐξαφανίζει Τοῦτος ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι τὸ βασίλειο τοῦ Χρόνου ποὺ τὸν κάνει νὰ ἀνθίζει καὶ νὰ μαραίνεται ἀδιάκοπα.». Τὸ μεστὸ περιεχομένου αὐτὸ κείμενο ἀνοίγει μπροστὰ μας διάπλατα τὴ σχέση τοῦ χρόνου μὲ τὴ ζωή. Ἀνοίγει καὶ τὸ θέμα τῆς ὁμιλίας μας. Χρόνος, λοιπόν, καὶ Ζωή! Πῶς εἶδαν τὴ σχέση τῶν δύο αὐτῶν δυνάμεων οἱ φιλόσοφοι, οἱ φυσικοί, οἱ ψυχολόγοι καὶ οἱ θεολόγοι; Ἄς ρίξουμε μιὰ ματιὰ στὰ ἔργα τους. Ὁ Χρόνος τῶν φιλοσόφων ἔχει ἀξία ὀντολογική, κοσμολογικὴ καὶ ἀνθρωπολογική. Ἡ συνείδηση κάθε ἀτόμου εἶναι ὁ χῶρος συναντήσεως τοῦ παρόντος, τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Εἶναι ὁ γεωμετρικὸς τόπος ὅλων τῶν μορφῶν τῶν χρονικῶν ἀλληλουχιῶν, ἐκείνων ποὺ δὲν 2

10 ὑπάρχουν πιά, ἐκείνων ποὺ ἀναμένονται καὶ αὐτῶν ποὺ ἔχουν ἔντονο τὸ χαρακτήρα τοῦ ἐφήμερου, τοῦ στιγμιαίου. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, ὁ Χρόνος ὄχι μόνο δὲν φθείρει τὸ ἄτομο, ἀλλά τὸ ζωογονεῖ, τὸ δυναμώνει καὶ τὸ ἐμψυχώνει. Ὁ Χρόνος εἶναι ἡ Ζωή μας. Εἶναι, ἀκόμα, μιὰ πολύμορφη διάσταση τοῦ πραγματικοῦ. Κινούμαστε σὲ ποικίλες μορφὲς χρόνου, τὶς ὁποῖες νιώθουμε ὡς συνισταμένες τῆς ὕπαρξής μας, ὡς ἄξονες τῆς δραστηριότητάς μας. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι εἴμαστε πλάσματα πολυχρονικὰ καὶ συγχρόνως διαχρονικά. Μεγάλοι φιλόσοφοι, ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ ἀκόμα Ἀρχαιότητα, προσπάθησαν νὰ ἑρμηνεύσουν τὴν ἔννοια τοῦ Χρόνου καὶ νὰ δείξουν τὴ σχέση του μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ὅσα μᾶς εἶπαν ὑπῆρξαν πολλὰ καὶ ἀξιόλογα. Ἡ ἀναφορὰ σ αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσει στὰ στενὰ ὅρια μιᾶς ὁμιλίας. Δειγματολειπτικὰ καὶ μόνο ἀναφέρομε μερικὲς σκέψεις, χωρὶς νὰ ἀναφέρουμε τοὺς δημιουργούς τους. Αὐτὲς εἶναι οἱ ἑξῆς: Ὁ χρόνος εἶναι ἕνα δεδομένο χαρακτηριστικὸ τοῦ κόσμου. Ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τὴν κινητὴ εἰκόνα τῆς αἰωνιότητας. Ὁ χρόνος δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως ἤ μόλις καὶ ἀμυδρῶς ὑπάρχει. Φαίνεται, ὅμως, νὰ εἶναι κάποια κίνηση καὶ μεταβολή. Ὁ χρόνος βρίσκεται παντοῦ καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σὲ ὅλα. Εἶναι ὁ ἴδιος πάντα. Χωρὶς τὴν κίνηση καὶ τὴ μεταβολὴ δὲν ὑπάρχει χρόνος. Ἐνῶ ὁ ἴδιος δὲν εἶναι κίνηση, δὲν ὑπάρχει χωρὶς κίνηση. Κυλᾶ κατ ἀναλογία μὲ τὴν κίνηση. Λέμε ὅτι ἔχει περάσει κάποιος χρόνος, ὅταν ἀποκτήσουμε ἀντίληψη τοῦ πρότερου καὶ τοῦ ὕστερου στὴν κίνηση. Ὅταν ἡ ψυχή μας ξεχωρίσει τὸ πρότερο καὶ τὸ ὕστερο καὶ τὰ θεωρήσουμε διαφορετικά, τότε καταλαβαίνομε τὸ χρόνο. Ὁ χρόνος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῆς κίνησης. Καὶ ὅπως κανεὶς ἀριθμὸς δὲν εἶναι ταχὺς ἤ βραδὺς ἔτσι καὶ ὁ χρόνος δὲν εἶναι ταχὺς ἤ βραδύς. Εἶναι παντοῦ ὁ ἴδιος. Τὸ μετρούμενο μόνο ἀλλάζει. Ἕνας χρόνος εἶναι πολύς, ἄν ἡ κίνηση εἶναι πολλή. Τὰ αἰώνια ὄντα δὲν ὑπάρχουν ἐν χρόνῳ, οὔτε καὶ τὸ εἶναι τους μετρεῖται ἀπὸ τὸ χρόνο. Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχει χρόνος, ἄν δὲν ὑπάρχει ψυχή. Ὁ 3

11 χρόνος ἐκφράζει τὴ ζωὴ τῆς ψυχῆς τοῦ κόσμου, δηλαδὴ τῆς κινητῆς εἰκόνας τῆς αἰωνιότητας. Ἡ ἴδια ἡ αἰωνιότητα εἶναι ἄχρονη. Ἐνῶ ἡ αἰωνιότητα εἶναι ἀμετάβλητη, ὁ χρόνος ρέει συνεχῶς. Βασικό του γνώρισμα εἶναι ἡ ὁμαλὴ καὶ συνεχὴς ροή, ποὺ στὴν καθημερινὴ ζωὴ τέμνεται σὲ ὧρες, ἡμέρες, μῆνες καὶ ἔτη, σὲ παρελθὸν καὶ μέλλον. Φυσικά, οἱ τομὲς αὐτὲς εἶναι φανταστικὲς καὶ ὀφείλονται στὸ φαινόμενο τῆς κίνησης. Κι αὐτό, γιατὶ ὁ χρόνος δὲν ἔχει συγκεκριμένη ὑπόσταση, δὲν ἀνήκει στὸν ὑλικὸ κόσμο, δὲν εἶναι ἐμπειρικὸ στοιχεῖο, ἀλλὰ προϊὸν νοητικῶν διεργασιῶν. Ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἐκείνη ποὺ συλλαμβάνει τὴ ροὴ τῶν ὅσων συμβαίνουν γύρω του. Ὥστε, χρόνος ἐκτὸς τοῦ πνεύματός μας δὲν ὑπάρχει. Ἀληθινὸς χρόνος εἶναι μόνο ὁ χρόνος τῆς ψυχολογικῆς ἐμπειρίας, δηλαδὴ τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ χρόνος, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύση του, ἀγκαλιάζει διαφορετικὰ ἐπίπεδα τοῦ πραγματικοῦ, ἀποτελεῖ ἕνα ὀργανικὸ σύνολο ποὺ μᾶς δίνεται μὲ πολλὲς διαστάσεις, εἶναι πολυδιάστατος. Ἡ δομὴ καὶ λειτουργία τοῦ χρόνου ἔγινε ἀντικείμενο μελέτης καὶ τῶν φυσικῶν. Ἡ θέση αὐτή, ὅσο κι ἄν φαίνεται παράξενη, ἀποτελεῖ μιὰ πραγματικότητα. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι πιστεύουν ὅτι ἡ μελέτη τοῦ χρόνου συνιστᾶ ἀντικείμενο ἔρευνας τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν. Δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν ποιὰ σχέση ἔχει τὸ θέμα αὐτὸ μὲ τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες καὶ μάλιστα μὲ τὴ Φυσική. Καὶ ὅμως τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά. Ἡ σύγχρονη Φυσικὴ ἀσχολεῖται συστηματικὰ μὲ τὸ χρόνο. Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ οἱ συναφεῖς πρὸς αὐτὴν ἐπιστῆμες. Τὰ πορίσματα τῶν ἐρευνῶν τους θὰ μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν ὡς «καινοτομίες», μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν συμφωνοῦν μὲ τὶς κλασικὲς ἑρμηνεῖες τοῦ χρόνου. Ἀπὸ τὶς θεωρίες τους προκύπτει ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου συνδέεται στενὰ ὄχι μόνο 4

12 μὲ τὴν κίνηση, μὲ τὴ ζωὴ καὶ μὲ τὸ χῶρο, ἀλλά καὶ μὲ τὴν κοσμικὴ μηχανή, τὸ Σύμπαν, τὸ Φῶς καὶ τὴ Φύση στὸ σύνολό της. Αὐτὸ θὰ φανεῖ ἀπὸ μερικὰ στοιχεῖα τῆς θεωρίας τῆς σχετικότητας τοῦ Einstein. Αὐτὰ ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὸ θέμα μας εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἀπόλυτος χρόνος, ὅπως καὶ ἀπόλυτος χῶρος, δὲν ὑπάρχει. Ὁ χῶρος δὲν εἶναι τὸ ἀπόλυτα σταθερὸ πλαίσιο τῶν ἀντικειμένων τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἔννοια ποὺ δὲν ἔχει νόημα χωρὶς τὰ ἀντικείμενα τοῦ κόσμου. Ὁ χρόνος δὲν εἶναι τὸ σταθερὸ χρονικὸ ρεῦμα, ποὺ ρέει ἀπὸ τὸ ἄπειρο παρελθὸν πρὸς τὸ ἄπειρο μέλλον, ἀλλά ἀντίληψη ὑποκειμενικὴ ἐξαρτώμενη ἀπὸ τὰ γεγονότα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸν ἀντιλαμβανόμαστε καὶ τὸν μετροῦμε. Δὲν ὑπάρχει, λοιπόν, ἀπόλυτος χρόνος. Κάθε παρατηρητὴς πρέπει νὰ μεταφέρει τὸ δικό του ρολόι ποὺ θὰ δείχνει τὸ δικό του χρόνο. Αὐτὰ μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ ἀλλάξουμε ριζικὰ τὶς ἰδέες μας γιὰ τὸ χρόνο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ χῶρο. Οἱ δύο αὐτὲς ἔννοιες εἶναι στενὰ δεμένες μεταξὺ τους σὲ μιὰ νέα ἔννοια ἤ καλύτερα σὲ μιὰ οὐσία ποὺ ὀνομάζεται χωρόχρονος. Ὁ χρόνος εἶναι ἡ τέταρτη διάσταση τοῦ τετραδιάστατου κόσμου ποὺ μᾶς περιβάλλει, τῆς νέας τετραδιάστατης συμπαντικῆς πραγματικότητας. Τὸ χωρόχρονο προσδιορίζουν τέσσερις συντεταγμένες. Δηλαδὴ ἀπαιτοῦνται τέσσερις ἀριθμοὶ γιὰ τὸν προσδιορισμό του. Ἀπ αὐτούς, οἱ τρεῖς ἀριθμοὶ προέρχονται ἀπὸ τὸ χῶρο καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸ χρόνο. Ἔτσι π.χ., ἕνα ἀεροπλάνο πετᾶ σὲ ὁρισμένες τέσσερις συντεταγμένες: τὸ ὕψος, τὸ πλάτος, τὸ μῆκος καὶ τὸ χρόνο. Φαίνεται ἔτσι ὅτι ὁ χρόνος δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὸν χῶρο, ἀντίθετα μάλιστα ἀποτελεῖ μιὰ «διάσταση» τοῦ κόσμου ὅπου ζοῦμε, μὲ τὴ μαθηματικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου. Πρέπει, λοιπόν, νὰ μιλᾶμε γιὰ χωρόχρονο μὲ τέσσερις διαστάσεις, παρὰ γιὰ ἕνα τρισδιάστατο χῶρο, ὁ ὁποῖος συνοδεύεται ἀπὸ ἕνα ἀνεξάρτητο μονοσδιάστατο χρόνο. 5

13 Ὅλα αὐτὰ μᾶς φαίνονται παράξενα, γιατὶ μάθαμε ἤ μᾶλλον συνηθίσαμε νὰ ζοῦμε μὲ τὴν ἰδέα ἑνὸς ἀπόλυτου χρόνου, καὶ νὰ μετροῦμε μὲ δευτερόλεπτα, λεπτά, ὧρες, ἡμέρες, ἑβδομάδες, μῆνες, ἐποχές, ἔτη καὶ αἰῶνες, σὲ σχέση πάντα μὲ τὶς κινήσεις μας μέσα στὸ χῶρο ὅπου ζοῦμε. Ὅλα αὐτὰ εἶναι σχετικά, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι κάθε ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικό του χρόνο, ὁ ὁποῖος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ χῶρο ὅπου βρίσκεται καὶ ἀπὸ τὸ πῶς κινεῖται. Κι ὅλα αὐτά, ἀκόμα, δημιουργοῦν μιὰ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν κόσμο ἐντελῶς ἐπαναστατική. Περνᾶμε τώρα στὸ χρόνο τῶν ψυχολόγων. Οἱ ἐπιστήμονες αὐτοὶ εἶδαν τὸ χρόνο κάτω ἀπὸ ἕνα διαφορετικὸ πρίσμα. Μελετώντας καὶ ἑρμηνεύοντας τὴν ἀνθρώπινη συμπεριφορὰ καὶ τὴ σκέψη ποὺ τὴ συνοδεύει, διέγνωσαν ὅτι ὁ χρόνος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ παραμεληθεῖ. Ἀντίθετα, μάλιστα, τὸν θεώρησαν ὡς ἕνα οὐσιώδη παράγοντα τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς, ὅπου καὶ ὅπως ἐκδηλώνεται αὐτή (ἀνάπτυξη, μάθηση, ἐργασία, ἀθλητισμός, διασκέδαση, ἀνάπαυση κλπ.). Ὁ χρόνος εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς κύριες διαστάσεις τῆς ἀτομικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς παρουσίας. Ὁ ἄνθρωπος συνειδητοποιεῖ τὴν παρουσία τοῦ χρόνου στὰ πλαίσια τῶν προσωπικῶν καὶ τῶν κοινωνικῶν του δραστηριοτήτων. Τὸν αἰσθάνεται σὰν ἕνα τρισδιάστατο ὁρίζοντα, μὲ τὶς ἐμπλεκόμενες διαστάσεις τοῦ παρόντος, τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Τὸ ἄτομο ζεῖ στὸ κέντρο τῶν τριῶν αὐτῶν συντεταγμένων. Βιώνει τὸ παρόν, ἀναπολεῖ τὸ παρελθὸν καὶ ὁραματίζεται τὸ μέλλον. Ἐπίσης, ζεῖ ἕνα παρὸν ποὺ πορεύεται στὸ παρελθόν, δίδοντας τόπο στὸ μέλλον. Ὅ,τι ἔζησε μεταβάλλεται σὲ παρελθὸν καὶ αὐτὸ ποὺ θὰ ζήσει γίνεται παρόν. Διαφορετικὰ θὰ λέγαμε ὅτι τὰ προγενέστερα γεγονότα γίνονται μεταγενέστερα, ἀφοῦ πρώτα πάρουν τὴ σφραγίδα τοῦ παρόντος. Φαίνεται, ἔτσι, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι μιὰ διαρκὴς ροὴ γεγονότων, μιὰ τάξη διαδοχῆς καταστάσεων. Κι ὅλα αὐτὰ μέσα στὴ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, 6

14 ἔξω ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ τρισδιάστατος χρόνος γίνεται ἀνύπαρκτος. Κύριο πρόβλημα ἀποτελεῖ ἡ ἀντίληψη τοῦ χρόνου, ὁ σχηματισμὸς τοῦ γνωστικοῦ ἀντικειμένου ποὺ λέγεται χρόνος. Ἐνῶ ἡ ἀντίληψη τοῦ χώρου εἶναι σχετικὰ εὔκολη, ἡ ἀντίληψη τοῦ χρόνου εἶναι δυσκολότερη. Κι αὐτό, γιατὶ ὁ χρόνος δὲν ἔχει ὑλικὴ ὑπόσταση, δέν εἶναι ὑλικὸ ἀντικείμενο, δὲν εἶναι κάτι σταθερό. Ὁ ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται τὸ χρόνο ἔμμεσα. Τὸν συνειδητοποιεῖ ὅταν γνωρίσει τὶς μεταβολές, τὶς κινήσεις καὶ τὶς διάρκειές τους. Τὸν καταλαβαίνει ὅταν γνωρίσει τὶς ἀλλαγὲς ποὺ συμβαίνουν στὸν ὀργανισμό του, σὲ αὐτὲς ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν τροφή, τὴν πείνα, τὴ δίψα, τὸν πόνο καὶ ἄλλες ὀργανικὲς ἀνάγκες. Τὶς ἀλλαγὲς αὐτὲς συνειδητοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἀκόμα ἡλικία. Πρόκειται γιὰ τὴ γνώση ὁρισμένων χρονικῶν διαρκειῶν, ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὸ θηλασμό, τὴν τροφὴ καὶ τὸν ὕπνο. Γενικὰ θὰ λέγαμε ὅτι γνωρίζομε τὸν χρόνο ἔμμεσα, μελετώντας τὶς ποικίλες ἀλλαγὲς τῆς φύσης, τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς. Ἡ κατάκτηση τῆς ἔννοιας τοῦ χρόνου ἀπαιτεῖ ἀνάπτυξη τῆς ἱκανότητας γιὰ εὐθεῖες καὶ ἀντίστροφες νοητικὲς ἐνέργειες. Ἀπαιτεῖ τὴ μετάθεση ἀπὸ παροῦσες καταστάσεις σὲ μελλοντικές, καθὼς καὶ τὴν ἐπιστροφὴ σὲ περασμένες καταστάσεις. Ἀπαιτεῖ ξεπέρασμα καταστάσεων προσωπικῶν, μετάθεση σὲ καταστάσεις κοινωνικές, ἀλλὰ καὶ ἀνάλογες ἐπιστροφές. Ἀπαιτεῖ, μὲ ἄλλα λόγια, κατάκτηση τῆς ἀντίστροφης σκέψης, τῆς ἱκανότητας γιὰ εὐθεῖες καὶ ἀντίστροφες πνευματικὲς δραστηριότητες. Ὁ ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται πρώτα τὸ παρόν, ἔπειτα τὸ μέλλον καὶ τέλος τὸ παρελθόν. Ἡ ἡλικία ἀποτελεῖ βασικὸ παράγοντα στὴ διαδικασία ἀντίληψης τοῦ χρόνου. Ἡ ψυχοσύνθεση τοῦ ἀτόμου καὶ οἱ ἐπιδράσεις τοῦ κοινωνικοῦ του περιβάλλοντος ἐπηρεάζουν ἐπίσης τὴν ἀντίληψη τοῦ χρόνου. Φυσικά, δὲν κάνομε λόγο γιὰ παθολογικὲς καταστάσεις καὶ διαταραχὲς τῆς προσωπικότητας, οἱ ὁποῖες συνιστοῦν ἀρνητικοὺς παράγοντες σὲ ὅλη τὴν ψυχικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου. 7

15 Ἔρχομαι τώρα στὸ χρόνο τῶν θεολόγων, ἡ ἑρμηνεία τοῦ ὁποίου διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὶς προηγούμενες ἑρμηνεῖες. Οἱ θεολόγοι εἶδαν τὸ πρόβλημα τοῦ χρόνου κάτω ἀπὸ ἕνα διαφορετικὸ πρίσμα. Οἱ ἑρμηνευτικὲς θεωρίες τους εἶναι βαθύτατα ἐπηρεασμένες ἀπὸ τὴ θρησκευτικὴ ἀγωγὴ ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ νοήματα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας τὴν ὁποίαν σπούδασαν, βίωσαν καὶ δίδαξαν. Ἰδιαίτερα στὰ ἔργα πολλῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὁ χρόνος ἐξετάζεται συστηματικά. Σὲ ἄλλα ἀπὸ αὐτὰ οἱ ἀναλύσεις γίνονται ἄμεσα καὶ σὲ ἄλλα ἔμμεσα. Παντοῦ ὅμως θὰ διαπιστώσει ὁ ἐρευνητὴς τὸν διακαὴ πόθο κατανόησης τοῦ χρόνου ὡς ἔννοιας ποὺ σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸν Θεόν, τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀθανασία. Θὰ παραστεῖ μάρτυς ὑψηλῶν νοημάτων μὲ τὰ ὁποῖα ἐρευνᾶται ὁ χρόνος ποὺ κυλᾶ, σὲ σχέση μὲ τὴν αἰωνιότητα ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴ μόνη σταθερὴ πραγματικότητα. Οἱ θεολόγοι δὲν βλέπουν τὸν χρόνο μόνο ὡς παράμετρο ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς προέκταση τῆς γήινης παρουσίας. Κι αὐτό, γιατὶ ὅποιος πιστεύει στὸν Θεὸν «ζεῖ ἐν χρόνῳ» καὶ προετοιμάζεται γιὰ τὴν αἰωνιότητα, γιὰ τὴν «μετακόσμησίν» του, γιὰ τὸν αἰώνιο προορισμό του. Ὁ χρόνος στὴ σκέψη τῶν θεολόγων ἀποτελεῖ στάδιο τελείωσης τοῦ ἀνθρώπου καὶ καταξίωσής του ὡς φυσικοῦ καὶ μεταφυσικοῦ ὄντος. Οἱ θεολόγοι καὶ μάλιστα οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὁμιλοῦν γιὰ τὸ χρόνο τῆς ζωῆς καὶ μάλιστα γιὰ τὸ χρόνο τῆς ὄντως Ζωῆς. Θὰ γίνουμε πιὸ σαφεῖς μὲ μερικὲς περιληπτικὲς ἀναφορὲς στὶς θεωρίες ὁρισμένων μεγάλων ἁγίων καὶ Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ( ) ἀναφέρεται στὸν χρόνο ὅταν ἑρμηνεύει τὴ γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ τῆς σχέσης του μὲ τὸν Πατέρα, τὰ ὁποῖα παρερμήνευαν οἱ Ἀρειανοί. Λέει, λοιπόν, καὶ τὰ ἑξῆς: Ὁ Θεὸς Λόγος δημιούργησε τὰ πάντα, τοὺς χρόνους καὶ καιρούς, τὴ νύκτα καὶ τὴν ἡμέρα καὶ ὅλη τὴν κτίση. («Διὰ τοῦ Λόγου γέγονε τὰ πάντα, καὶ χρόνος καὶ καιρὸς καὶ νύξ καὶ ἡμέρα καὶ πᾶσα ἡ κτίσις»). Ὁ χρόνος ὑπάρχει ἀφότου ὑπάρχει 8

16 κόσμος. Τόσο ὁ χρόνος ὅσο καὶ ὁ κόσμος σχετίζονται μὲ τὸ «πρότερον» καὶ τὸ «ὕστερον» ποὺ εἶναι παράμετροι τῆς κίνησης. Ὁ Θεός, ὁ «ἀεὶ ὤν», δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸ «πρίν» καὶ τὸ «μετά». Μόνο γιὰ τὰ κτίσματα ὑπάρχουν οἱ χρονικοὶ προσδιορισμοὶ καὶ οἱ χρονικὲς ἐκφράσεις. Ὁ χρόνος καὶ ὅλα ὅσα συντελοῦνται μέσα σ αὐτὸν συνδέονται στενὰ μὲ τὴν ὕλη.ἡ σχέση αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδοθεῖ καὶ στὸν Θεόν. Ἡ χρήση χρονικῶν κατηγοριῶν δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδώσει τὴν οὐσία καὶ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ὁ Μέγας Βασίλειος ( ), ὁ σοφὸς θεολόγος καὶ μέγας τῆς ἀληθείας διδάσκαλος, κάνει λόγο σὲ διάφορα ἔργα του γιὰ τὸν χρόνο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγει καὶ τὰ ἑξῆς: Ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου δὲν νοεῖται χωριστὰ ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ χώρου. Εἶναι ἔννοιες ἀδελφές. Ἔτσι λέμε: πότε καὶ ποῦ ἔγινε αὐτό. Ὁ χρόνος συνδέεται στενὰ μὲ τὴν κίνηση, χωρὶς ὅμως νὰ ταυτίζεται μὲ αὐτή. Ὁ χρόνος ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ, μὲ τὴν τελείωσή του καὶ τὴ σωτηρία του.ὅλα μέσα στὴν Ἐκκλησία τρέχουν μαζὶ μὲ τὸν χρόνο. Ὅλα ξεκίνησαν ἀπὸ τὴ Δημιουργία καὶ ὅλα τείνουν πρὸς τὴν ἐσχατολογικὴ πληρότητα. Τὸ παρὸν εἶναι ἡ χρονικὴ στιγμή, μὲ τὴ μεγάλη σημασία καὶ ἀξία, ἐπειδὴ σ αὐτὸ «βιώνονται οἱ σωτήριες ἐνέργειες τῆς θείας οἰκονομίας». Τὸ μέλλον ἔχει ἐσχατολογικὴ σημασία. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ βλέπει διαρκῶς καὶ τὴ μελλοντική του διάσταση, νὰ ζεῖ δηλαδὴ κάτω ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς αἰωνιότητας. Χωρὶς νὰ ὑποτιμᾶ τὸ παρόν, μὲ ὅλες τὶς μορφὲς τῆς ζωῆς ποὺ τὸ ἐκφράζουν, πρέπει νὰ φροντίζει γιὰ τὸ μέλλον. Πρέπει νὰ ὑπερβαίνει τὰ παρόντα καὶ νὰ στρέφεται πρὸς τὰ αἰώνια. Ἡ διάρκεια τῆς γήινης παρουσίας κάθε ἀνθρώπου συνιστᾶ τὸν «βιωτικὸ χρόνο». Εἶναι τὸ διάστημα ἀπὸ τὴ γέννηση μέχρι τὸν θάνατο. Τὸ μῆκος αὐτοῦ τοῦ χρόνου εἶναι ἄγνωστο. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε ἕτοιμος γιὰ τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του καὶ «πρὸς τὴν ἐντεῦθεν ἀποδημίαν» του. Ὁ χριστιανός, ζώντας ζωὴ πνευματική, βιώνει τὸν χρόνο διαφορετικά. Τὸ μὲν παρελθὸν διατηρεῖται στὴ μνήμη καὶ ὑπάρχει ὅπως τὸ παρόν, τὸ δὲ μέλλον, φωτισμένο μὲ τὴν 9

17 ἐλπίδα, γίνεται ὅλο καὶ πιὸ γνωστό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ψυχολογικοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπενέργειας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ. Θὰ ὑπάρξει καὶ ἡ μεγάλη ἡμέρα τοῦ Κυρίου, τὴν ὁποία δὲν θὰ δημιουργήσει ὁ αἰσθητὸς ἥλιος, ἀλλὰ θὰ φωτίσει ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης. Ἡ ἡμέρα αὐτὴ θὰ εἶναι μία καὶ διηνεκής, χωρὶς νύκτα ὡς διάδοχο, ἀλλὰ παρατεινόμενη στὸν αἰώνα,. Πράγματι ἡ ἡμέρα αὐτὴ θὰ εἶναι μεγάλη. (Τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην, ἥν οὐχὶ ὁ αἰσθητὸς οὗτος ἥλιος ποιήσει, ἀλλ ἀνατολὴ τοῦ τῆς δικαιοσύνης ἡλίου καταφωτίσει, ἥτις μία ἔσται καὶ διηνεκής, διάδοχον νύκτα μὴ ἔχουσα, ἀλλά τῷ αἰῶνι παντὶ συμπαρεκτεινομένη. Ἀληθῶς μὲν οὖν καὶ κυρίως μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη»). Εὐνόητο εἶναι ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Πρόκειται γιὰ τὴν ὀγδόη ἡμέρα, ποὺ ἐκφράζει τὴν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ( ), ὁ λογοτεχνικότερος τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κλασικὸς τύπος λογίου, δὲν παρέλειψε νὰ ἀσχοληθεῖ ἔμμεσα καὶ μὲ τὸ θέμα τοῦ χρόνου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπογραμμίζει καὶ τὰ ἑξῆς βασικὰ καὶ σπουδαῖα: Ζώντας ὁ ἄνθρωπος τὴ ζωὴ αὐτὴ πρέπει νὰ προετοιμάζεται γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Πρέπει νὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὸν χρόνο ποὺ περνᾶ. Πρέπει νὰ ἐξαγοράσει μὲ τὰ παροδικὰ ἐκεῖνα ποὺ δὲν φθείρονται. Τίποτε δὲν ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀποκτήσει καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς παρούσης ζωῆς καὶ τὰ πιὸ εὐχάριστα πράγματα τῆς ἄλλης ζωῆς, μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ. («Τύχοιμεν δὲ πάντες καὶ τῶν ἐντεῦθεν χρηστῶν καὶ τῶν ἐκεῖθεν ἀνεκτοτέρων, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν»). Ὁ χρόνος κινεῖται ἀπὸ τὴ δημιουργία πρὸς τὴν αἰωνιότητα, πρὸς τὴν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καταργεῖται τὸ ἀδιέξοδο τοῦ κυκλικοῦ χρόνου καὶ ἀνοίγει ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν ἄνω ζωή, πρὸς τὴ σταθερότητα καὶ τὴν αὐτάρκεια. Κανένα ἀπὸ τὰ παρόντα ἀγαθὰ δὲν εἶναι στεθερό, οὔτε διαρκεῖ πολύ. Σταθερὰ καὶ μόνιμα εἶναι τὰ μέλλοντα, τὰ ὁποῖα δὲν διαψεύδουν ποτὲ τὶς ἐλπίδες ἐκείνων ποὺ τὰ πιστεύουν. Γι αὐτό, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ βλέπει καθετὶ στὴ ζωὴ αὐτὴ μὲ τὸ φακὸ τῆς 10

18 αἰωνιότητας. Πρέπει νὰ ὁδεύει πρὸς τὴν αἰωνιότητα ἀξιοποιώντας τὸν χρόνο τῆς παρούσας ζωῆς. Ὁ χρόνος γίνεται πορεία διαρκὴς πρὸς τελείωση, πληρότητα, αἰωνιότητα. Χρόνος νοεῖται καὶ ὑπάρχει μόνο γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ ἀνθρώπινα. Οἱ πνευματικὲς δυνάμεις δὲν ὑπόκεινται στὰ ὅρια τοῦ χρόνου. Αὐτὲς δὲν γνωρίζουν παρὸν καὶ παρελθόν, ἀλλὰ μόνο τὴν αἰωνιότητα, κατάσταση ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο. Ὁ Θεὸς εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς χρονικὲς διακρίσεις. Ἡ θεότητα εἶναι ἄχρονη καὶ ἀχώριστη καὶ χωρὶς περιορισμοὺς ἀρχή. Σ αὐτὴν καὶ σ ἐκεῖνα ποὺ προέρχονται ἀπ αὐτὴ ἀπονέμομε τιμή. Ἄχρονος ὁ Θεός, διότι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπαχθεῖ στὸν χρόνο ὁ δημιουργὸς τῶν χρόνων. Καὶ πῶς θὰ εἶναι Κύριος τῶν πάντων, ἐὰν ὁ χρόνος τὸν περιέχει καὶ τὸν κυριεύει. Ὁ Κύριος τῶν χρόνων δὲν ἐξουσιάζεται ἀπὸ τὸν χρόνο. («Οὐκ ἄρχεται γὰρ ὑπὸ χρόνου ὁ χρόνων Δεσπότης»). Ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος ( ), ὁ μέγας θεολόγος καὶ φιλόσοφος, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλοφυέστερους καὶ πολυγραφότερους συγγραφεῖς τῆς λατινικῆς Πατρολογίας, μᾶς ἔδωσε μιὰ θαυμάσια ἑρμηνεία τοῦ χρόνου στὸ βιβλίο του Ἐξομολογήσεις (Confessiones). Μὲ βάση τὴν ἑλληνικὴ μετάφραση, θὰ δώσουμε τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς. Γράφει ὁ ἅγιος Πατήρ : Ὅταν ὁμιλοῦμε, θεωροῦμε τὸν χρόνο ὡς ἔννοια γνωστή, οἰκεία. Ὅμως, ὅταν θελήσουμε νὰ τὸν ἑρμηνεύσουμε, τὸν ἀγνοοῦμε. Ὅλοι πιστεύομε ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς χρόνοι : παρελθόν, παρόν, μέλλον. Καὶ ὅμως, μόνο τὸ παρὸν ὑπάρχει, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι δύο δὲν ὑφίστανται. Δὲν ξέρομε ἀκριβῶς ποῦ ὑπάρχει τὸ μέλλον καὶ ποῦ τὸ παρελθόν. Ὁπουδήποτε ὅμως κι ἄν ὑπάρχουν, ὑφίστανται ὡς παρόν. Ἑπομένως, εἶναι ὀρθότερο νὰ λέμε ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς χρόνοι : τὸ παρὸν τῶν παρελθόντων, τὸ παρὸν τῶν παρόντων καὶ τὸ παρὸν τῶν μελλόντων. Οἱ τρεῖς αὐτὲς μορφὲς τοῦ χρόνου εὑρίσκονται στὸ πνεῦμα. Τὸ παρὸν τῶν παρελθόντων εἶναι ἡ μνήμη, τὸ παρὸν τῶν παρόντων εἶναι ἡ ἐνόραση, καὶ τὸ παρὸν τῶν μελλόντων εἶναι ἡ πρόβλεψη. Τὸ μέλλον, ποὺ δὲν ὑπάρχει 11

19 ἀκόμα, εὑρίσκεται στὸ νοῦ ὡς ἀναμονή. Ὁμοίως, τὸ παρελθόν, ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά, εὑρίσκεται στὸ νοῦ ὡς ἀνάμνηση. Τὸ παρόν, τέλος, στερεῖται χώρου, ἀφοῦ εἶναι μόνο μιὰ φευγαλέα στιγμή, τὴν ὁποία συλλαμβάνει ἡ προσοχή. Ἡ μέτρηση τοῦ χρόνου εἶναι ἀκόμα πιὸ προβληματική. Πῶς νὰ μετρήσεις τὸ παρελθόν, ποὺ δὲν ὑπάρχει πλέον, ἤ τὸ μέλλον, ποὺ δὲν ἦλθε ἀκόμα, ἤ τὸ παρόν, ποὺ δὲν κατέχει καμμιὰ ἔκταση; Τὸν χρόνο μετροῦμε στὴν ψυχὴ μας. Μετροῦμε τὴν ἐντύπωση ποὺ διατηροῦμε. Αὐτὴ εἶναι ὁ χρόνος ποὺ μετροῦμε. Ὁ Θεός, «τὸ ἄπειρο ὄν», δημιούργησε τὸν κόσμο ἀπὸ τὸ τίποτε, καὶ τὸν δημιούργησε ὄχι ἐν χρόνῳ, ἀλλὰ μετὰ τοῦ χρόνου. Πιστὸς στὶς χριστιανικὲς του πεποιθήσεις, ὁ Αὐγουστίνος διακηρύσσει ὅτι στὴν αἰωνιότητα οὐδὲν παρέρχεται, ἀλλὰ τὰ πάντα εἶναι παρόντα. Ἡ αἰωνιότητα δὲν εἶναι ποτὲ παρελθοῦσα ἤ μέλλουσα, ἄν καὶ ἡ ἀκίνητη ἀρχὴ ρυθμίζει τὸ μέλλον καὶ τὸ παρελθόν. Οἱ θεωρίες ποὺ προηγήθηκαν δείχνουν ὅτι οἱ θεολόγοι, μάλιστα δὲ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, βλέπουν τὸν χρόνο κάπως διαφορετικά. Τὸν θεωροῦν «βάθρον ζωῆς» καὶ «πεδίον δράσης», ὅπου καταξιώνεται ἡ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου στὴ γῆ, ἀλλὰ καὶ προετοιμάζεται ἡ ψυχὴ γιὰ τὴν ὄντως Ζωή, τὴν αἰωνιότητα. Ὁ βιοτικὸς χρόνος γίνεται ψυχολογικός, γίνεται πνευματικός, γίνεται ἐσχατολογικός. Ὁ ἄνθρωπος, ἐκμεταλλευόμενος ἐπιτυχῶς τὸν βιοτικὸ χρόνο, ζώντας τὰ παροδικὰ καὶ φθειρόμενα, ἀπολαμβάνοτας τὰ ἐγκώσμια, προετοιμάζεται γιὰ τὴν αἰωνιότητα, ὅπου δὲν ὑπάρχει παρελθὸν καὶ μέλλον, παρὰ μόνο παρόν. Αὐτὴν τὴν κατάσταση πρέπει νὰ βλέπει ὡς ὅραμα ὁ ἄνθρωπος καὶ πρὸς αὐτὴν νὰ ὁδεύει ἀξιολογώντας ἐπιτυχῶς τὸν χρόνο τῆς γήινης παρουσίας του. Ἀρχίσαμε τὴν ὁμιλία μας μὲ ὁρισμένες ἐρωτήσεις, στὶς ὁποῖες προσπαθήσαμε νὰ ἀπαντήσουμε μὲ τὰ δεδομένα διαφόρων θεωριῶν. Βάλαμε τὸν χρόνο κάτω ἀπὸ ἕνα τετραπλὸ ἐρευνητικὸ πρίσμα. Δώσαμε 12

20 τὸν λόγο σὲ φιλοσόφους, φυσικούς, ψυχολόγους καὶ θεολόγους. Συνοψίζοντας τώρα μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ χρόνος δὲν ἔχει ὀντολογικὴ ὑπόσταση. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἔννοια, γιὰ ἕνα προϊὸν τῆς συνειδήσεώς μας, ποὺ ἔχει τὴ βάση τῆς δημιουργίας του στὴν κίνηση καὶ τὴ ζωή. Χωρὶς τὶς δύο αὐτὲς συνιστῶσες χρόνος δὲν ὑπάρχει. Ὁ χρόνος συνυφαίνεται μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὁ μετρητὴς τῆς ζωῆς καὶ τῶν ὅσων συμβαίνουν κατ αὐτήν. Εἶναι ὁ γεωμετρικὸς τόπος συναντήσεως τῆς ζωῆς, τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀθανασίας. Μᾶς δόθηκε γιὰ νὰ ζήσουμε ἐδῶ ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν αἰώνια ζωή. Μᾶς δόθηκε γιὰ νὰ τὸν μεταβάλλουμε σὲ αἰωνιότητα. Μόνο ὅσοι ἔζησαν ἐδῶ, ὅσοι φόρεσαν χρονικὸ ἔνδυμα, αὐτοὶ θὰ ζήσουν καὶ τὴν ἄνω ζωή καὶ θὰ φορέσουν τὸ αἰώνιο ἔνδυμα. Ἡ ἔνταξή μας στὴν αἰωνιότητα, στὴν ὄντως Ζωή, θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὴ βιολογική μας ζωή. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ζήσουμε ἐδῶ μὲ διαρκὴ πρόγευση τῶν ἐσχάτων. Πρέπει νὰ ζήσουμε τὴν ἐσχατολογικὴ πραγματικότητα ὡς παροῦσα. Ἡ μετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι «ἄλλου αἰῶνος ἐσμέν», ὅτι εἴμαστε προορισμένοι γιὰ τὴν αἰωνιότητα, ὅτι προσδοκοῦμε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ βιολογικός μας χρόνος πρέπει καθημερινὰ νὰ γίνεται «καιρός», δηλαδὴ εὐκαιρία κατακτήσεως τῆς αἰωνιότητας. Λοιπόν, «ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β Κορ.στ 2). Αὐτὴν τὴν εὐκαιρία μᾶς προσφέρει «ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος» Κύριος, «ὁ τὸν πάντα χρόνον πληρῶν». Ἄς τὸν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς φωτίσει καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύσει νὰ ζήσουμε τὴν ἐπίγεια ζωή μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του, μὲ προορισμὸ τὴν ὄντως Ζωή, τὸν Παράδεισο, ὅπου θὰ ἀπολαύσουμε τὸν πλοῦτον τῆς χρηστότητος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα ἡ φοβερή, νὰ ἀπέλθουμε «πρὸς τὸν ποθούμενον τόπον, τὸν στέφανον τῆς ἀσκήσεως εἰληφότες ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν». Νὰ φύγουμε ἕτοιμοι γιὰ καλὴν 13

21 ἀπολογίαν, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, γιὰ ὅσα πράξαμε κάθε χρόνο, κάθε στιγμὴ καὶ κάθε λεπτὸ τῆς ὥρας τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας. Ἀνάγκη, λοιπόν, νὰ ζοῦμε ἐδῶ «ἐν σοφίᾳ, ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν», ἐπωφελούμενοι καὶ προετοιμαζόμενοι συνεχῶς γιὰ τὰ μέλλοντα, δηλαδὴ τὸν θάνατο, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴ θέωση. Ἡ σκέψη αὐτὴ ἄς γίνει φῶς πορείας ἀπὸ τὴ ζωὴ πρὸς τὴν ὄντως Ζωή. Ἄς γίνει φωνὴ συνειδήσεως ἰσχυρή, ποὺ θὰ μᾶς ὑπενθυμίζει διαρκῶς ὅτι ὁ χρόνος τῆς ἐπίγειας ζωῆς μᾶς δόθηκε ὡς εἰσαγωγὴ στὴν αἰωνιότητα, ὡς προετοιμασία γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Ἄς μάθουμε νὰ ζοῦμε ὡς σοφοὶ καὶ ὄχι ὡς ἄσοφοι, «συνιέντες τὶ τὸ θέλημα του Κυρίου». Ἡ θεογνωσία ὁδηγεῖ στὴ θεοσέβεια, καρπὸς τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ θείου νοήματος τοῦ χρόνου, χωρὶς τὸ ὁποῖο ὁ ἀληθινὸς προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου χάνει τὸ νόημά του. Εὔχομαι ἡ θεία χάρη νὰ μᾶς ὁδηγήσει «εἰς μέτρα τελειότητος» καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει «ζωῆς ἀθανάτου μετασχεῖν καὶ ἡδονῆς ἀφθάρτου καὶ ἀρρήτου δόξης κατατρυφῆσαι» κατὰ τὴν ὄντως Ζωή, «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». 14

22 Απόστολος Ν. Μπουρνέλης Καθηγητής Α.Ε.Α.Η Κρήτης ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ 1. Προλεγόμενα Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οὐδείς ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐπιθυμεῖ δοκιμασίες καί πειρασμούς στή ζωή του. Εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητο γεγονός ὅτι οἱ Ἅγιοι, ὅταν δεν εἶχαν θλίψεις καί σταυρούς, θεωροῦσαν ὅτι τούς ἐγκατέλειπε ὁ Θεός. Ἄραγε, τί νόημα μποροῦν να ἔχουν οἱ κάθε εἴδους στεναχώριες καί πίκρες γιά τόν ἐνσυνείδητο Χριστιανό. Τί θά τοῦ προσθέσουν περισσότερο, ἀφοῦ ὡς γνωστόν ὁ πόνος δύναται νά ἐξουθενώσει καί τό σῶμα καί τήν ψυχή, ἰδιαίτερα ὅταν εἶναι ἀβάσταχτος; Ἡ σύντομη προσέγγιση πού ἀκολουθεῖ, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά μία ἀπάντηση στό μεγάλο ἐρώτημα γιατί νά ἔχουμε οἱ χριστιανοί πειρασμούς καί δοκιμασίες; Σέ τί ἀποβλέπουν, γιατί τούς ἐπιτρέπει ὁ δημιουργός; 2. Οἱ δοκιμασίες καί τό πνεῦμα τοῦ κόσμου Πολλοί ἄνθρωποι σήμερα, ἐπιθυμοῦν στή ζωή τους νά συγκροτήσουν οἰκογένεια, νἀ ἀποκτήσουν παιδιά, νά δημιουργήσουν περιουσία, να ἀξιωθοῦν Πανεπιστημιακῆς Παιδείας, νά καταξιωθοῦν κοινωνικά, νά χαίρουν ὑγείας, νά ἔχουν μία ἀξιοπρεπή ἐργασία καί ἐφόσον συμβοῦν τά προηγούμενα, νά ἀναφωνήσουν τό «Δόξα σοι ὁ Θεός». Τά προαναφερόμενα δέν ἀπορρίπτονται ὡς μηδαμινά καί ἀσήμαντα, ἀλλά καί ὅταν δέν ὑπάρχουν ἤ χάνονται πρός καιρόν, ὁ 15

23 χριστιανός βρίσκει τρόπο νά δίδει στή ζωή του νόημα. Κατά τόν Ἰσαάκ Σῦρο, «δέν εἶναι δυνατό, ὅταν βαδίζουμε στήν ὁδό τῆς δικαιοσύνης, νά μή μᾶς συναντήσει κάποια στεναχώρια, νά μήν ὑποφέρει τό σῶμα μας ἀπό ἀσθένειες καί πόνους καί νά μένει ἀναλλοίωτο.» 1 Ὁ ἴδιος Πατήρ συνεχίζοντας τήν ἀνάλυσή του λέγει, ὅτι «δέν πρέπει λοιπόν ὅταν εὐημερεῖς, νά πηδᾶς ἀπό χαρά, καί ὅταν δοκιμάζεις θλίψεις, νά ἀγανακτεῖς καί νά τίς θεωρεῖς ξένες γιά τήν ὁδό τοῦ Θεοῦ. Διότι σ ὅλους τούς αἰῶνες καί τίς γενεές ἡ ὁδός του πατεῖται μέ τόν σταυρό καί τόν θάνατο. Γιά ποιό λόγο συμβαίνει τοῦτο; Γιά νά μάθεις ὅτι εἶσαι ἔξω ἀπό τήν ὁδό τοῦ Θεοῦ καί ἀπουσιάζεις ἀπ αὐτήν δέν θέλεις νά βαδίζεις στά ἴχνη τῶν ἁγίων, ἀλλά θέλεις νά κατασκευάσεις ἄλλη δική σου ὁδό γιά τόν ἑαυτό σου καί νά βαδίσεις σ αὐτήν χωρίς παθήματα.» 2 Πέραν τοῦ προαναφερομένου Πατρός, ὁ μακαριστός Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης συνήθιζε νά λέγει «Ποιός Ἅγιος πέρασε ἀπό αὐτήν τήν ζωή χωρίς πόνο; Ποιός Ἅγιος εἶχε τέτοια χαρά πού ἐπιδιώκουν πολλοί χριστιανοί τῆς ἐποχῆς μας, πού δέν θέλουν νά ἀκούσουν τίποτε δυσάρεστο, γιά νά μή στεναχωρηθοῦν, νά μή χάσουν τήν ἠρεμία τους;» 3 Ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς στό ἐρώτημα ἀπό ποῦ προέρχεται ἡ ὑπομονή στούς πειρασμούς, ἀφοῦ ἀπαντᾶ εὐθαρσῶς ἀπό τή γνησιότητα τῆς πίστεως, ἀμέσως προσθέτει «Ὥστε δοκίμιον εἰσι τῶν πιστῶν οἱ πειρασμοί» 4, εἶναι δηλαδή μέσα δοκιμασίας τῶν πιστῶν. Αὐτό σημαίνει ὅτι θά πρέπει νά ἀντιμετωπίζονται θετικά καί ἀνάλογοι θά εἶναι καί οἱ καρποί τους σέ ὅσους ἀτάραχα καί μέ σθένος τούς ὑπομείνουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ὁ μοναχός Ἀντώνιος ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη 1 Ἰσαάκ Σύρου, Περί τοῦ πόθου τοῦ κόσμου, Λόγ. Δ, ΕΠΕ 8 α, Αὐτόθι, σσ Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Β, Πνευματική ἀφύπνιση, ἔκδ. Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτή Θεσ/νίκης 1999, σ Γρηγορίου Παλαμᾶ, Εἰς τό κατά τόν Εὐαγγελιστήν Ματθαῖον τῆς ἐνιαυτῆς Κυριακῆς εύαγγέλιον Λόγ. ΛΒ, ΕΠΕ 10, 308. Βλ. καί Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Δανιήλ Κεφ. ΣΤ, 1 ΕΠΕ 8, 617 «Συγχωρεῖ τόν πειρασμόν ὁ Θεός πρός δοκιμήν.». 16

24 καθηγητής τῆς ἐρήμου. Πολλά ὑπέμεινε ἀπό τόν ἀντίδικο, ὁρισμένα ἀπό τά ὁποῖα μᾶς παραθέτει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. «Εἰς τήν ἀρχήν λοιπόν τόν ἐπείραζε διά νά τόν γκρεμίσῃ ἀπό τήν ἀσκητικήν ζωήν, ψιθυρίζοντας εἰς αὐτόν τήν ἀνάμνησιν τῶν κτημάτων του, τήν φροντίδα ὑπέρ τῆς ἀδελφῆς του, τήν ἀγάπην τῶν συγγενῶν, τήν ἀγάπην τῶν χρημάτων, τήν φιλοδοξίαν, τήν ποικίλην ἡδονήν τῶν φαγητῶν καί τάς ἄλλας ἀνέσεις τῆς ζωῆς τέλος δέ τάς δυσκολίας πού παρουσιάζει ἡ ἀρετή καί ὅτι ἀπαιτεῖται μεγάλος μόχθος διά τήν ἀπόκτησιν αὐτῆς. Ἀκόμη τοῦ προέβαλλε τήν ἀδυναμίαν τοῦ σώματος καί ὅτι ἡ ζωή εἶνε μακρά καί γενικῶς προεκάλει πολύν συσκότισιν λογισμῶν εἰς τήν σκέψιν του, μέ τήν πρόθεσιν νά τόν ἀποσπάσῃ ἀπό τήν ὀρθήν προαίρεσιν.... Καί ὁ μέν διάβολος δέν τό εἶχε τίποτε ὁ ἄθλιος νά ἐμφανίζεται τήν νύκτα ὡς γυναῖκα καί νά μιμῆται ὅλα τά γυναικεῖα φερσίματα, μόνον καί μόνον διά νά γελάσῃ τόν Ἀντώνιον. Ἐκεῖνος ὅμως, σκεπτόμενος τόν Χριστόν καί τήν εὐγενικήν του ἰδιότητα ὡς χριστιανοῦ, τήν ὁποίαν ὤφειλεν εἰς αὐτόν, σκεπτόμενος ἀκόμη ὅτι ἡ ψυχή εἶνε ἄυλος, ἔσβηνε τό ἀναμμένον κάρβουνον τῆς διαβολικῆς ἀπάτης. Ἄλλοτε πάλιν, ὁ μέν ἐχθρός τοῦ ἐψιθύριζε μυστικῶς τήν γλυκύτητα τῆς ἡδονῆς, αὐτός δέ, προσποιούμενος τόν ὠργισμένον καί λυπημένον, ἔφερεν εἰς τόν νοῦν του τήν ἀπειλήν τοῦ πυρός καί τήν δυστυχίαν πού προκαλεῖ ὁ σκώληξ, καί ἀντιτάσσοντας αὐτά διεξήρχετο τόν πειρασμόν τελείως ἀβλαβής.» 5 3. Λόγοι ὑπάρξεως τῶν πειρασμῶν καί ὠφέλειες πού ἀνακύπτουν. Σύμφωνα με τήν Πατερική Γραμματεία οἱ δοκιμασίες εἶναι ἐνταγμένες μέσα στή ζωή τοῦ Χριστιανοῦ. Χωρίς αὐτές δέν προάγεται πνευματικά, δέν ἀθλεῖται ἐν Χριστῷ καί δέν στεφανώνεται. Σημαντικότατη εἶναι ἡ ῥήση τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου «Οὐδείς ἀπείραστος 5 Μεγάλου Ἀθανασίου, Βίος και Πολιτεία τοῦ ὁσίου Ἀντωνίου, ΕΠΕ 11, 25, 27 17

25 δυνήσεται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἔπαρον γάρ, φησί, τούς πειρασμούς, καί οὐδείς ὁ σωζόμενος.» 6 Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπαριθμεῖ πέντε σοβαρούς λόγους ἐξαιτίας τῶν ὁποίων ὁ Θεός δέν ἐμποδίζει τούς πειρασμούς «Πρῶτον διά νά μάθῃς ὅτι ἔγινες πολύ ἰσχυρότερος καί δεύτερον διά νά μείνῃς μετριοπαθής καί νά μή δοκιμάσῃς ἔπαρσιν ἀπό τόν ὄγκον τῶν δωρεῶν, ἐπειδή οἱ πειρασμοί ἔχουν τήν δύναμιν νά σέ περιορίσουν. Ἀκόμη διά νά πληροφορηθῇ ὁ πονηρός ἐκεῖνος δαίμων, πού ὥς τότε εἶχε ἀμφιβολίας περί τῆς ἀπομακρύνσεώς σου ἀπό αὐτόν, νά μάθῃ ἀπό τήν δοκιμασίαν τῶν πειρασμῶν, ὅτι τόν ἐγκατέλειψες ἐντελῶς καί ἀπεμακρύνθης ἀπό αὐτόν. Τέταρτον διά νά γίνῃς ἔτσι ἰσχυρότερος καί ἀνθεκτικότερος ἀπό κάθε σίδηρον καί πέμπτον διά νά λάβῃς σαφῆ ἀπόδειξιν τῶν θησαυρῶν πού σοῦ ἔχουν ἐμπιστευθῆ. Διότι δέν θά σοῦ ἐπετίθετο ὁ διάβολος, ἐάν δέν σέ ἔβλεπε νά ἀξιώνεσαι μεγαλυτέρας τιμῆς.» 7 Ὁ ἐρημοπολίτης Ἀββᾶς Ἰσαάκ στό ἐρώτημα, γιατί ὁ Θεός δοκιμάζει καί τούς δικαίους ἀπαντᾶ ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά πειρασθοῦν οἱ ἅγιοί του μέ κάθε λυπηρό μέσο, γιά νά λάβουν πάλι τήν πεῖρα καί τήν δοκιμή τῆς βοήθειάς του καί τῆς μεγάλης προνοίας πού ἔχει γι αὐτούς, διότι ἀπό τούς πειρασμούς ἀποκτοῦν σοφία, ὥστε νά μή γίνουν ἀμαθεῖς καί στερηθοῦν τῆς γυμνασίας καί στά δύο μέρη, τά καλά καί τά κακά, γιά νά ἀποκτήσουν ἀπό τήν δοκιμή τήν γνῶσι τῶν ὅλων, μή τυχόν ξεγελασθοῦν ἀπό τούς δαίμονες. Διότι, ἄν τούς ἐγύμναζε μόνο στά ἀγαθά, θά ὑστεροῦσαν στήν ἄλλη γυμνασία καί θά ἐνεργοῦσαν στούς πολέμους σάν τυφλοί.» 8 Ὁ ἴδιος ἐρημίτης ἀναφέρεται σέ πέντε κατηγορίες ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δοκιμάζονται ἀνάλογα: «Οἱ ἀγωνισταί πειράζονται γιά νά αὐξήσουν τόν ἠθικό τους πλοῦτο οἱ χαῦνοι, γιά νά προφυλαχθοῦν 6 Ἀββᾶ Ἀντωνίου, Ἀποφθέγματα, ΕΠΕ 1, 44 7 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον, Ὁμιλ. ΙΓ, 1 ΕΠΕ 9, Ἰσαάκ Σύρου, Περί τοῦ διά ποίας αἰτίας ἀφίησιν ὁ Θεός τούς πειρασμούς ἐπί τούς ἀγαπῶντας αὐτόν, Λόγ. ΜΗ, ΕΠΕ 8β,

26 ἀπό τά ἐπιβλαβῆ οἱ κοιμισμένοι, γιά νά ἑτοιμασθοῦν πρός ἀφύπνισι οἱ εὑρισκόμενοι μακριά, γιά νά πλησιάσουν τόν Θεό καί οἱ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ, γιά νά εἰσέλθουν στόν οἶκο μέ παρρησία.» 9 Ὁ Μέγας Βασίλειος θεωρεῖ ὅτι ὁ Θεός ἀποστρέφει τό πρόσωπό του σέ καιρό πειρασμῶν, διότι θέλει νά γίνει γνωστή ἡ δύναμη ἀντιστάσεως τοῦ ἀγωνιστή χριστιανοῦ 10. Καί ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς πιστεύει ὅτι «διά τῆς τῶν πειρασμῶν ὑπομονῆς γυμναζόμεθα καί δοκιμώτεροι γινόμεθα τά πρός τόν Θεόν.» 11 Ὁ ἴδιος Πατήρ ὑποστηρίζει ὅτι οἱ πειρασμοί εἶναι μέσα πνευματικῆς τελειώσεως, «ἐπεί δέ χωρίς τούτων οὐκ ἔστι τελείωσις ἤ φανέρωσις τῆς πρός Θεόν πίστεως, ὁ πρός τήν τελείωσιν τῆς πίστεως τρέχων, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσῃ, χαρήσεται ὡς ἐντυχών, δι οὗ τῆς τελειώσεως ἐπιτεύξεται.» 12 Καί ὁ Κρής μοναχός Ἀγάπιος σέ ἔργο του λέγει ὅτι εἶναι πολλοί οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους ὁ πλάστης ἐπιτρέπει τίς δοκιμασίες. Ἀπό αὐτούς καταγράφει τρεῖς «Οἱ δέ πειρασμοί εἰς ἄλλους ἔρχονται, διά νά ἐξαλείψουν τάς ἁμαρτίας, ὁποῦ ἐτέλεσαν προτήτερα, ἤ τότε πράττουσι, καί εἰς ἄλλους πάλιν ἔρχεται ὁ πειρασμός καί ἀσθένεια, διά νά ἐμποδίσῃ τά μέλλοντα ἁμαρτήματα, ὁποῦ εἰς καιρόν ἐρχόμενον ἔμελλε νά πράξουσιν ἔρχονται δέ καί πρός δοκιμήν, καθώς ἔπαθεν ὁ Ἰώβ, καί ἕτεροι δίκαιοι.» Ἔνταση Μέτρα δοκιμασιῶν Εἶναι φυσικό καί ἀνθρώπινο ἡ ζωή μας νά ἔχει χαρές καί λύπες. Μερικές φορές «ἡ ἔνταση τῶν πειρασμῶν μᾶς καταβάλλει καί διερωτώμαστε ἄραγε γιατί νά συμβαίνει αὐτό; Ἄλλοτε λέμε, ἐάν ὑπάρχει Θεός γιατί τό ἐπιτρέπει; Γιά ποιό λόγο οἱ δοκιμασίες πλήττουν τούς 9 Αὐτόθι, σ Μεγάλου Βασιλείου, Ἑρμηνεία εἰς ΚΘ ψαλμόν 6, ΕΠΕ 5, Γρηγορίου Παλαμᾶ, Εἰς τό κατά... Εὐαγγέλιον, ΕΠΕ 10, Αὐτόθι, σ Ἀγαπίου Κρητός, Κυριακοδρόμιον, ἔκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη 1997, σ

27 δικαίους; Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος προσεγγίζοντας τό θέμα εἶναι ἀρκετά ἀποκαλυπτικός «Σᾶς παρακαλῶ, γνωρίζοντες τήν ἐπινοητικότητα καί τήν σοφίαν τοῦ ἰατροῦ τῶν ψυχῶν μας, νά μή περιεργαζώμεθα ποτέ τάς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Διότι καί ἄν ἀκόμη δέν ἠμπορῇ νά τά καταλάβῃ αὐτά ὁ νοῦς μας, νά μένωμεν ἡμεῖς περισσότερον κατάπληκτοι διά τά σχέδια αὐτά τοῦ Θεοῦ καί νά δοξάζωμεν αὐτόν δι ὅλα, διότι ἔχομεν τέτοιον Κύριον, τά σχέδια τοῦ ὁποίου δέν ἠμπορεῖ νά τά χωρέσῃ ὁ ἰδικός μας νοῦς καί ἡ σκέψις τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Διότι ἡμεῖς δέν γνωρίζομεν τό συμφέρον μας τόσον καλά, ὅσον τό γνωρίζει αὐτός ἡμεῖς δέν ἐνδιαφερόμεθα τόσον διά τούς ἑαυτούς μας, ὅσον ἐνδιαφέρεται αὐτός διά τήν σωτηρίαν μας, καί ὅλα τά πραγματεύεται, ὥστε νά μᾶς ὁδηγήσῃ πρός τήν ὁδόν τῆς ἀρετῆς.» 14 Καί ὁ Μᾶρκος Ἐρημίτης εἰσηγεῖται νά ὑπομένουμε μέ εὐχαρίστηση τά πάντα, διότι ἔτσι εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. «Πειρασμοῦ ἐπελθόντος, μή ζήτει διά τί ἤ διά τίνος ἐλήλυθεν, ἀλλ ὅπως ἄν αὐτόν εὐχαρίστως καί ἀμνησικάκως ὑπομείνῃς. Εἰ οὐκ ἔστι ῥᾳδίως εὑρεῖν τόν ἐκτός πειρασμοῦ εὐαρεστήσαντα, εὐχαριστεῖν δεῖ τῷ Θεῷ ἐπί πάσῃ συμβάσει.» 15 Ὑπάρχει ὅμως καί μία ἄλλη βασική θεολογική θέση. Οἱ δοκιμασίες εἶναι γιά κάθε δοκιμαζόμενο πιστό ἔμμετρες. Δέν ἐπιτρέπει ὁ δημιουργός περισσότερο βάρος στούς ὥμους τῶν ἀνθρώπων ἀπό ὅσο ἀντέχουν. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ φωστήρ τῆς Καισαρείας σέ ποιμαντική ἐπιστολή του ἀναφέρει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἐκεῖνος «ὁ ὁποῖος μᾶς ὁρίζει τά πάντα μέ μέτρα καί σταθμά καί μᾶς στέλλει πειρασμούς πού δέν ὑπερβαίνουν τήν δύναμίν μας, ὁ ὁποῖος δοκιμάζει τούς ἀγωνιστάς τῆς εὐσεβείας μέ τάς ἀντιξοότητας, δέν ἀφήνει δέ νά πειρασθοῦν περισσότερον ἀπό ὅσον ἠμποροῦν νά βαστάσουν» 16 Ὁ ἴδιος θεοφόρος Πατήρ σέ ἄλλη ἐπιστολή 14 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. Μ, 3 ΕΠΕ 3, Μάρκου Ἐρημίτου, Περί τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, 185, 187, ΕΠΕ 13, Μεγάλου Βασιλείου, Πρός τόν κλῆρον τῶν Σαμοσάτων, ἐπιστολή ΣΙΘ, ΕΠΕ 3, 31 20

28 του παρακαλεῖ, «εἴτε πρόσκαιρος εἶναι ὁ πειρασμός, βαστάσατέ τον, οἱ καλοί ἀγωνισταί τοῦ Χριστοῦ εἴτε εἰς τήν πλήρη φθοράν ἔχουν παραδοθῆ τά πράγματα, νά μή ἀποθαρυνθῶμεν ἐμπρός εἰς τά παρόντα, ἀλλά ἄς ἀναμείνωμεν τήν ἐξ οὐρανῶν ἀποκάλυψιν καί ἐπιφάνειαν τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. καί νά παραδοθῶμεν εἰς θλίψεις, πού ἐπιφέρει ὁ δίκαιος Κριτής εἰς ἡμᾶς κατά τό μέτρον τῆς δυνάμεώς μας, μή ἐπιτρέπων νά πειρασθῶμεν περισσότερον ἀπό ὅσον δυνάμεθα, ἀλλά δίδων μαζί μέ τόν πειρασμόν καί τό μέσον ἐξόδου ἀπό αὐτόν, διά νά δυνηθῶμεν νά τόν βαστάσωμεν;» 17 Ὁ μελιστάλακτος ρήτωρ Ἰωάννης ἐπί τοῦ ἰδίου θέματος λέγει χαρακτηριστικά «Γνωρίζων τήν ἀσθένειαν τῆς φύσεώς μας, ἐάν ἐπιτρέψῃ νά ἔχωμεν κάποιον πειρασμόν μᾶς ἀφήνει ἀβοήθητους μέχρι τοῦ σημείου πού γνωρίζει, ὅτι ἠμποροῦμεν νά ὑποφέρωμεν, ὥστε καί εἰς ἡμᾶς νἀ προσφέρῃ ἱκανοποιητικήν ἀμοιβήν τῆς ὑπομονῆς καί τήν ἰδικήν του φιλανθρωπίαν νά ἐπιδείξῃ.» 18 Ὁ ἴδιος φιλόθεος Πατήρ σέ ἄλλο ἔργο του συνιστᾶ «Εἶναι ἀδύνατον νά ἐγκαταλειφθεῖ ποτέ ἀπό τό Θεό, αὐτός πού δείχνει προθυμία, φροντίζει γιά τή σωτηρία του καί προσφέρει ὅλα ὅσα ἐξαρτῶνται ἀπ αὐτόν Ὅταν δηλαδή δεῖ ὁ Θεός ὅτι τό φορτίο εἶναι μεγαλύτερο ἀπ τή δύναμή μας, ἁπλώνει τό χέρι του καί μᾶς ἀνακουφίζει ἀπό τόν πειρασμό.» 19 Ὅμως καί ὁ Ἰσαάκ ὁ Σῦρος μέ τόν καταλυτικό λόγο του λέγει, ὅτι συμβαίνει στόν ἄνθρωπο, γίνεται κατά θεία παραχώρηση καί μέσα σέ ὅρια πού καθορίζει ὁ δημιουργός γιά προστασία τοῦ πλάσματός του. «Ἄν ἐδόθηκε σέ μερικούς ἡ ἐλευθερία, δέν ἐδόθηκε γιά κάθε πρᾶγμα. Πράγματι, οὔτε οἱ δαίμονες, οὔτε τά βλαπτικά θηρία οὔτε οἱ κακοί ἄνθρωποι μποροῦν νά ἐκτελέσουν τό θέλημά τους γιά τήν φθορά καί τήν 17 Μεγάλου Βασιλείου, Πρός τούς Ἀλεξανδρεῖς ἐπιστολή ΡΛΘ, ΕΠΕ 3, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Γένεσιν Ὁμιλ. ΚΣΤ, ΕΠΕ 3, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τό «Κύριε αὐτοῦ» 5, ΕΠΕ 8 α,

29 ἀπώλεια, ἄν δέν τό ἐπιτρέψη τό θέλημα τοῦ κυβερνήτη καί δέν δώση τά ὅρια τῆς βλάβης διότι δέν τούς παρέχει τήν ἐλευθερία νά ἀσκήσουν ὁλόκληρη τήν ἐνέργεια. Ἄν συνέβαινε αὐτό, δέν θά μποροῦσε νά ζήση κανένας ἄνθρωπος. Διότι ὁ Κύριος δέν ἀφήνει τήν κτίσι του νά τήν πλησιάση ἡ ἐξουσία τῶν δαιμόνων καί τῶν ἀνθρώπων καί νά ἐπιβάλη σ αὐτήν τό θέλημά τους.» Τρόποι ἀντιμετώπισης τῶν πειρασμῶν Ἴσως θεωρητικῶς οἱ τρόποι ἀντιμετωπίσεως τῶν δοκιμασιῶν εἶναι μία εὔκολη ὑπόθεση. Πρακτικῶς ὅμως ἡ ἐπίτευξη τοῦ στόχου αὐτοῦ εἶναι αἱματηρή. Ἐάν ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι «οὐδέν τῶν μεγάλων ἀδόκιμον, οὐδέ ἀβασάνιστον» 21 ἀντιλαμβάνόμεθα ὅτι τίποτε ἀξιόλογο δέν κατορθώνεται χωρίς πόνους καί μόχθους. Καί ὁ Μέγας Βασίλειος θεωρεῖ ἐξαιρετικά λίγοι ἄνθρωποι μποροῦν νά ὑπομείνουν τίς θλίψεις, τίς πικρίες, τίς συμφορές τῆς ζωῆς 22. Ἐπιπροσθέτως ὁ Ἰσαάκ Σῦρος καταγράφει ὅτι «δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού δέν δυσανασχετεῖ τόν καιρό τῆς δοκιμασίας του. Δέν ὑπάρχει κανείς πού δέν τοῦ φαίνεται πικρός ὁ καιρός, κατά τόν ὁποῖο ποτίζεται τό δηλητήριο τῶν πειρασμῶν.» 23 Οἱ παραπάνω πατερικές ἐμπειρίες σημαίνουν ὅτι χρειάζεται πολλή δύναμη καί ἀπαντοχή κατά τήν περίοδο τῶν δοκιμασιῶν. Αὐτή τή δύναμη θά τήν ἀποκτήσουμε ὅταν στραφοῦμε πρός τό Θεό Πατέρα καί ἀκολουθήσομε κάποιες συγκεκριμένες ὁδηγίες, πού παραθέτομε εὐθύς ἀμέσως: 20 Ἰσαάκ Σύρου, Περί ἀναχωρήσεως, Λόγ. Γ, 1 ΕΠΕ 8 Α, 123, 125. Βλ. καί αὐτοῦ, Περί τοῦ τετάρτου τρόπου πρός τούς δοκίμους Λόγ. ΝΔ, ΕΠΕ 8β, 311. «Σέ ὅλα αὐτά παίρνει τήν ἄδεια ὁ πειραστής διάβολος νά πολεμήση τούς ἁγίους μέ πειρασμούς, ὥστε νά δοκιμασθῆ ἡ ἀγάπη τους για τόν Θεό σέ τέτοιες περιστάσεις.» 21 Γρηγορίου Θεολόγου, Είς τήν χειροτονίαν Δοαρῶν, PG 35, 856Β 22 Μεγάλου Βασιλείου, Ἀσκητικαί Διατάξεις 2, PG 31, 1428Β. «Τό διά πειρασμῶν καί δοκιμασίαν ὑπομένειν ὀλίγων σφόδρα καί Ἀβραμιαίων ἀνθρώπων.» 23 Ἰσαάκ Σύρου, Περί τοῦ διά ποίας αἰτίας... αὐτόν, Λόγ. ΜΗ, ΕΠΕ 8Β,

30 Καταρχάς ἀπαιτεῖται να συνειδητοποιήσει ὁ ἄνθρωπος ὅτι τίποτε πνευματικό δέν δίδεται χωρίς ἀγῶνα, τίποτα δέν εἶναι αὐτονόητο, τίποτε δέν εἶναι δεδομένο. Κατά τόν οὐρανοφάντορα Βασίλειο «εἴτε οὖν βαρύς ὁ πειρασμός, ἀδελφοί, ὑπομείνωμεν τά ἐπίπονα. Οὐδείς γάρ μή πληγείς ἐν ἀγῶσι μηδέ κονισάμενος στεφανοῦται.» 24 Ὁ ἴδιος θεῖος ἀνήρ λέγει ὅτι ἀκόμα καί οἱ πιό ἄγριοι πειρασμοί ἀποδεικνύονται ἀσθενέστεροι ἐμπρός στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ 25. Ἐν συνεχείᾳ βασικό ρόλο διαδραματίζουν ἡ ἀταραξία, ἡ ταπείνωση, ἡ ἐλπίδα, ἀρετές καίριες. Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος ἀναφέρει σχετικά: «Ἔχουμε καθῆκον, ὅπως εἶπε καί ὁ Ἀπόστολος (Α Θεσ. 5, 18) γιά καθετί νά εὐχαριστοῦμε τήν ἀγαθότητά Του. Καί ποτέ νά μήν λυπόμαστε καί νά μήν μικροψυχοῦμε γιά ὅ,τι μᾶς συμβαίνει, ἀλλά νά δεχόμαστε ἀτάραχα ὅσα μᾶς συμβάινουν μέ ταπεινοφροσύνη καί μέ ἐλπίδα στό Θεό, πιστεύοντας, ὅπως εἶπα, ὅτι ὅσα κάνει γιά μᾶς ὁ Θεός τά κάνει ἀπό ἀγαθότητα καί ἐπειδή μᾶς ἀγαπάει καί γι αὐτό εἶναι καλοκαμωμένα. Καί ποτέ δέν εἶναι δυνατόν νά πάρουν τά πράγματα τήν καλύτερη μορφή καί ἐξέλιξή τους, παρά μόνον ἔτσι, ὅπως τά ἐπιτρέπει ὁ Θεός μέσα στό ἔλεός Του.» 26 Ὁ ἴδιος ἀσκητής χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τῶν κυμάτων τῆς θάλασσας καί τῶν ἀνθρώπων πού κολυμποῦν γιά νά δείξει τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεως τῶν πειρασμῶν. «Πολλοί ἄνθρωποι γιά πολλούς λόγους κολυμποῦν στή θάλασσα. Μερικοί ἀπ αὐτούς ξέρουν πραγματικά καλό κολύμπι καί ὅταν άρχεται καταπάνω τους τό κύμα, σκύβουν καί λουφάζουν ἀπό κάτω του μέχρι νά περάσει. Ἔτσι ἐξακολουθοῦν νά κολυμποῦν ἀκίνδυνα. Ἄν ὅμως θελήσουν ν ἀντισταθοῦν, τό κύμα τούς σπρώχνει ἔξω καί τούς ἐκσφενδονίζει πολύ μακριά. Πάλι, μόλις ἀρχίσουν 24 Μεγάλου Βασιλείου, Πρός τούς πρεσβυτέρους τῆς Νικοπόλεως ἐπιστολή ΣΜ, ΕΠΕ 3, Αὐτόθι, σ Ἀββᾶ Δωροθέου, Περί τοῦ ἀταράχως καί εύχαρίστως ὑποφέρειν τούς πειρασμούς, Διδασκαλία ΙΓ, ἔκδ. Ἑτοιμασία, Ἀθήνα 1981, σ

31 νά κολυμποῦν ἔρχεται καταπάνω τους ἄλλο κύμα. Ἄν πάλι ἀντισταθοῦν, πάλι τό κύμα θά τούς σπρώξει καί θά τούς πετάξει ἔξω καί τό μόνο πού κατορθώνουν εἶναι νά συντρίβονται, χωρίς καθόλου νά προχωροῦν. Ἄν ὅμως, ὅπως εἷπα, σκύψουν καί ταπεινωθοῦν κάτω ἀπό τό κύμα, αὐτό περνάει χωρίς νά τούς κάνει κακό.» 27 Ἄλλος τρόπος ἀντιμετωπίσεως δοκιμασιῶν εἶναι ἡ καταφυγή διά τῆς προσευχῆς στόν ποιητή τοῦ σύμπαντος κόσμου, δι εὐχῶν τοῦ πνευματικοῦ Πατρός. Ὁ Ἀββᾶς Ἀμούν ἐρωτώμενος σχετικά ἀπάντησε: «Ὅποια ὥρα σοῦ ἔρχεται πειρασμός, εἰπέ Θεέ τῶν δυνάμεων, μέ τίς εὐχές τοῦ πατρός μου ἀπάλλαξέ με. Κάποια ἡμέρα λοιπόν μία παρθένος ἔκλεισε τή θύρα ἐμπρός του. Καί αὐτός εἶπε μέ δυνατή φωνή, Θεέ τοῦ πατρός μου, ἀπάλλαξέ με. Καί ἀμέσως εὑρέθηκε στό δρόμο τῆς σκήτεως.» 28 Ἡ ὑπακοή μας λοιπόν στόν πνευματικό πατέρα ἤ ἡ ὑποταγή μας εὐρύτερα στό Θεό δίδει καί τά ἀνάλογα ἀποτελέσματα ἤ κατά τόν Ἰσαάκ τό Σύρο, τά λαμβάνομε ὅλα. Ἀναφερόμενος στό θέμα τῆς ἐπιθέσεως τῶν πειρασμῶν συνιστᾶ: «Χωρίς αὐτούς δέν εἶναι δυνατό ν ἀποκτηθῆ ἰσχυρή κρᾶσις. Ἄλλωστε καί ἡ ὑπομονή ἀκόμη δέν εἶναι δική μας. Πῶς δηλαδή τό πήλινο ἀγγεῖο μπορεῖ νά βαστάση τήν πίεση τοῦ ὕδατος, ἄν δέν τό στερεώση τό θεϊκό πῦρ; Ἄν ὑποταγοῦμε, ζητώντας ταπεινά μέ ἀδιάλειπτη ἔφεσι καί καρτερία, τά λαμβάνουμε ὅλα.» 29 Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ ἄλλη ὁδός, ἡ δοξολογία τοῡ κτίστου, ἡ ἀποδοχή τῶν δοκιμασιῶν μέ εὐχαρίστηση καί γενναιότητα. Μπορεῖ αὐτό νά νοεῖται παράλογο, ἀλλά εἶναι δυνατόν. Ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς ἐξετάζοντας το θέμα αὐτό ἔγραψε: «Οἱ ποικίλες ἐπιθέσεις τῶν πειρασμῶν, τίς ὁποῖες ὅποιος πρόκειται νά φέρη καρπό στόν γεωργό τῶν πνευμάτων πρέπει νά 27 Αὐτόθι, σ Ἀββᾶ Ἀμούν, Ἀποφθέγματα, ΕΠΕ 1, Ἰσαάκ Σύρου, Περί τοῦ διά ποίας αἰτίας... αὐτόν, Λόγ. ΜΗ, 7 ΕΠΕ Β,

32 τούς ὑποφέρη μ εὐχαρίστησι. Ὅπως ἀκριβῶς δηλαδή ἄν κάποιος λυπηθῆ τά φυόμενα ἀπό τή γῆ πού ταλαιπωροῦνται καί τοποθετήση φράκτη καί τά στεγάση καί δέν τά ἀφήση νά ὑποστοῦν ἐκεῖνα τά δεινά, καί ἄν ἀκόνη τά κλαδεύση καί τά καθαρίση, ἐνεργώντας τά πάντα μέ ἐπιμέλεια, δέν θά καρπωθῆ τίποτε ἀπό αὐτά, ἀλλά πρέπει νά τά ἀφήση νά τά ὑποφέρουν ὅλα, διότι ἔτσι μετά τή δυσκολία τοῦ χειμῶνα τήν ἐποχή τῆς ἀνοίξεως θάλλουν καί ἀνθοῦν καί περιβάλλονται μέ φύλλα καί προβάλλουν μέ τούς καλούς καί ἀκμαίους ἐκείνους βλαστούς καί τά ἀγουρίδια, τά ὁποῖα μέ τίς δυνατώτερες ἀκτινοβολίες τοῦ ἡλίου σιγά σιγά ἀκμάζουν κάι ὡριμάζουν καί γίνονται κατάλληλοι γιά τήν τροφή καί τήν συγκομιδή ἔτσι κι ἐκεῖνος πού δέν ὑπομένει γενναῖα τό ἀφόρητο βάρος τῶν πειρασμῶν, ἀκόμη καί ἄν δέν παραλείψη καμμιά ἀπό ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές, δέν θά φέρη ποτέ καρπό ἄξιο τῶν θείων ληνῶν.» Επιλεγόμενα Κατόπιν τούτων γίνεται φανερό ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλυπος βίος. Ἡ ζωή μας ἔχει καί λύπες καί πικρίες καί στεναγμούς, ἵσως περισσότερες ἀπό χαρές. Εἶναι στό χέρι μας νά ἀγρυπνοῦμε, νά ὑπομένουμε, νά φανοῦμε ἀντάξιοι τῶν περιστάσεων. Διότι κατά τόν θεῖο μυσταγωγό Ἰωάννη, «καθάπερ γάρ τό χρυσίον τῷ πυρί παραδιδόμενον πᾶσαν ἀποτίθεται κηλίδα, οὕτω καί οἱ σπουδαῖοι σπουδαιότεροι καθίστανται ἐν τοῖς πειρασμοῖς, πᾶσαν ἀπονιπτόμενοι ρᾳθυμίαν.» Γρηγορίου Παλαμᾶ, Πρός μοναχήν Ξένην, περί παθῶν καί ἀρετῆς, ΕΠΕ 8, 401. Βλ. καί Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Περί παίδων ἀνατροφῆς, PG 63, 766. «Ἐάν νήφωμεν, καί στεφάνους ἡμῖν ὁ πειρασμός οὖτος οἴσοι λαμπρούς καί περιφανεῖς, ὅταν εὐχαρίστως φέρωμεν τάς τοιαύτας ἐπηρείας.» 31 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ἠσαΐαν Κεφ. Δ, 1 PG 56, 55 25

33 Χριστόφορος Αρβανίτης Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού και της Θρησκείας στην ΑΕΑΗ Κρήτης OLIVER CLEMENT Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ Ο Ορθόδοξος Γάλλος θεολόγος και ιστορικός Olivier Clément πέθανε στο Παρίσι το βράδυ της 15 ης Ιανουαρίου του 2009, σε ηλικία 87 ετών. Γεννημένος το 1921 στην Aniane της Cévennes, υπήρξε ο πιo σημαντικός μάρτυρας της Ορθοδοξίας στο Σύγχρονο Κόσμο, κατά το δεύτερο ήμισυ του 20 ου αιώνα. Από τους σύγχρονους ορθόδοξους θεολόγους υπήρξε αποδεδειγμένα ο πιο ανοικτός στα ερωτήματα της νεωτερικότητας, επιδιώκοντας πάντα να δίνει απαντήσεις με τρόπο δυναμικό και παράλληλα ποιητικό, θεμελιωμένες στήν Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργικές και ανανεωτικές. Υπήρξε από εκείνους που συζήτησαν ανοικτά με σημαντικές προσωπικότητες του πνευματικού κόσμου της εποχής του, όπως τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον Πάπα Jean-Paul II, τον Ρουμάνο Θεολόγο και κληρικό π. Δημήτριο Staniloaë, τόν π. Σοφρώνιο του Madlon, το μοναχό Roger στο κοινόβιο του Taizé, τον Andrea Riccardi ιδρυτή της κοινότητας του Sant Egidio, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο. Ο Olivier άφησε ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει: Θεολογία, Ιστορία της Εκκλησίας, Ορθόδοξη πνευματικότητα και μεγάλη αρθρογραφία, κυρίως, στο περιοδικό Contacts, του οποίου διετέλεσε διευθυντής έκδοσης από το Απόδειξη της οικουμενικής αποδοχής της προσωπικότητας του Clément, αποτελεί το γεγονός της ανάγνωσης από τον ίδιο τον Πάπα Jean-Paul II, της σύνθεσης των προσευχών για το «μονοπάτι του Σταυρού», την Οδό του Μαρτυρίου, από 26

34 το αφιερωμένο το 1994 στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο βιβλίο του Via crucis, κατά τη Μεγάλη Παρασκευή των Ρωμαιοκαθολικών. 32 Προερχόμενος από μια αποχριστιανισμένη περιοχή της Γαλλίας, μετά από προσωπικές αναζητήσεις στο χώρο του αθεϊσμού και των ασιατικών θρησκειών, στα τέλη της δεκαετίας του 40, θα ανακαλύψει, μέσα από τα κείμενα του Nicolas Berdiayev και του Vladimir Lossky, την πατερική θεολογική σκέψη της Ορθόδοξης Ανατολής. Βαπτίζεται χριστιανός Ορθόδοξος σε ηλικία 31 ετών. Διδάσκει Ιστορία στο Λύκειο Luis-Le-Grand του Παρισιού και παράλληλα, για πάνω από 35 χρόνια, Συγκρητική Θεολογία και Ηθική Θεολογία στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου. 33 Επίτιμος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Louvain-La- Neûve, της Θεολογικής Σχολής του Βουκουρεστίου και του Πανεπιστημίου της Sacré-Coeur του Connecticut, διδάσκει, επίσης, στο Ινστιτούτο Οικουμενικών Μελετών στο Καθεδρικό Κέντρο του Παρισιού και του Κέντρου Sèvres. 34 O Clément «στρατεύεται» στη ζωή και στη μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Γαλλία. Σύμβουλος της Επιτροπής των Ορθοδόξων Επισκόπων της Γαλλίας από το 1967 ως το 1997, απετέλεσε μέλος της μικτής επιτροπής του Θεολογικού διαλόγου ανάμεσα σε Ρωμαιοκαθολικούς και Ορθοδόξους και των διμερών συναντήσεων Ορθοδόξων καί Προτεσταντών. Συμμετέχει ενεργά στην Ορθόδοξη Αδελφότητα της Δυτικής Ευρώπης και στα περισσότερα συνέδρια των Ορθοδόξων, από το 32 Olivier Clément, «Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς», Συνομιλώντας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α, Ακρίτας, Αθήνα, 1997, pp Έχουν προηγηθεί μαθητείες κοντά στόν March Bloch και τον Henri-Irénée Marrou και θητεία στο γαλλικό αντιστασιακό αγώνα στό πλευρό του Alphonse Dupront, ενός από τους θεμελιωτές της Ανθρωπολογίας της Θρησκείας. Αργότερα σε συνεργασία με τον Pierre Emmanuel αγωνίζεται ενεργά μέσα από μιά επιτροπή για τα δικαιώματα και την τραγική κατάσταση των χριστιανών στη Σοβιετική Ενωση. 34 Παραδίδει μαζί με τον Marie Joseph Le Guillon μαθήματα με θέμα τη χαρισματική εμπειρία. 27

35 1960 μέχρι σήμερα, κατέχοντας κεντρικό ρόλο στις συναντήσεις των νέων ή μη χριστιανών, μέσα από συζητήσεις, συναντήσεις και συνεντεύξεις, αποδεικνύοντας ότι κάποιος μπορεί ταυτόχρονα να είναι και χριστιανός Ορθόδοξος και Γάλλος στην κατατωγή και στον πολιτισμό. Ο Clément έθεσε τη Γαλλική γλώσσα στη διακονία της Θεολογίας, μέσα από ένα καθ όλα αξιόλογο έργο είτε από πλευράς μεθόδου είτε από πλευράς συνθετικής σκέψης. Αυτό το γεγονός, τον τοποθετεί, επί μακρό χρονικό διάστημα, πρόεδρο της αδελφότητας των Γάλλων χριστιανών συγγραφέων. Μετά το θάνατο του Lossky συνδέεται με το Χρίστο Γιανναρά, την Elisabeth Behr-Sigel, το Nicolas Lossky, τον πατέρα Boris Bobrinskoy, τον Paul Evdokimof. Με τον τελευταίο και τον J. Tchékan εκδίδουν από το 1975 το Service Orthodoxe de Presse. Βρίσκεται συνεχώς πολύ κοντά στις Ρωμαιοκαθολικές κοινότητες της Γαλλίας και εξ αιτίας της συμμετοχής του σε ευχαριστιακή κοινωνία με αυτούς, δέχεται σφοδρή επίθεση από φανατικές ομάδες Ορθοδόξων. Αναγκάζεται να καταθέσει τη παραίτησή του προς το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, η οποία, όμως δεν γίνεται ποτέ αποδεκτή. Επιστρέφει, ασκώντας έντονη κριτική προς τη θεσμική εκκλησία σε ζητήματα, τα οποία θεωρεί ότι απολυτοποιούν την Ορθόδοξη σκέψη, όπως αυτά της λατρείας, του εθνικισμού και του σκεπτικισμού. 35 Με το βιβλίο του Memoires d espérance, 36 συγκεκριμενοποιεί την Ορθόδοξη πρόσληψη του προπατορικού αμαρτήματος. Ο Clément, όπως και πολλοί άλλοι Γάλλοι διανοούμενοι, δεν θεωρεί ότι η διδασκαλία του Θωμά Ακινάτη και των Νεοθωμιστών της δεκαετίας του 50 και του 60, περί φυσικού νόμου, δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο μιας ουσιαστικής 35 Γράφει: «Το παραδοσιακό αυτοκέφαλο των εκκλησιών μετατρέπεται σε αυτοκεφαλαρχία η οποία υποστηρίζει ότι το θεμέλιο της εκκλησιολογίας δεν είναι η ευχαριστιακή αρχή, αλλά η φυλετική και εθνική αρχή. «Τοπική» εκκλησία σημαίνει στο εξής «εθνική» εκκλησία και το «πρωτείο τιμής» γίνεται «ισότητα τιμής». Στό Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibid., p DDB,

36 μετοχής του ανθρώπου στο θείο εν Αγίω Πνεύματι. Η προσέγγισή του λειτουργεί απελευθερωτικά για ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στη σχολαστική θεολογία. «Οι Πατέρες, αναφέρει, δεν μιλούν για το προπατορικό αμάρτημα αυτό καθ εαυτό, αλλά για την πτώση. Μια πτώση, η οποία εισάγει το θάνατο στη ζωή του όλου κόσμου και στην ανθρώπινη φύση και κατάσταση. Έτσι ο όλος άνθρωπος γεννιέται μέσα στον κόσμο κυκλωμένος από τον θάνατο. Δεν κληρονομεί την αμαρτία, όπως αντιθέτως εξηγεί ο Αυγουστίνος, ο οποίος, με την αντίληψη που είχε για την αμαρτία, υποστήριζε ότι τα παιδιά που πεθαίνουν αβάπτιστα μένουν στο κενό, σ ένα χώρο όπου υπάρχει απουσία του θείου φωτός. Αυτή η θεώρηση της αμαρτίας, η οποία κυριαρχεί μέσα σ ένα ολόκληρο θεολογικό σύστημα αποτελεί μία από τις αιτίες του νεωτερικού αθεϊσμού». 37 Τον Ἰούλιο του 1998, μετά από ένα ταξίδι στη Ρωσία, καταγγέλει, μέσω ενός άρθρου του στην εφημερίδα Le Monde την ιεροεξεταστική πρακτική της Εκκλησίας της Ρωσίας, θεωρώντας, ως απολύτως υπεύθυνο τον τότε Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο τον Β, τον οποίο άλλωστε θεωρούσε και ως υπεύθυνο για ένα μελλοντικό σχίσμα μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, εξ αιτίας του ζητήματος της Ουκρανίας. Κατά τον Clément, αυτό θα οδηγούσε σε απομόνωση την Εκκλησίας της Ρωσίας όχι μόνο μέσα στον Ορθόδοξο χώρο, αλλά και σε σχέση με τη Ρώμη και τη Δύση. Είτε, όμως, συντόμως είτε βραδέως η Ουκρανία θα αποκτήσει δική της Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Το δικαίωμα της Αυτοκεφαλίας δίνεται, όμως, ουσιαστικά και θεσμικά από το Πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Αυτό βεβαίως θα οδηγήσει σε όλο και μια πιο στενή σχέση ανάμεσα στο Κίεβο και την Κωνσταντινούπολη Paris, DDB, 2003, p ibid., pp

37 Ο Clément είχε τη δυνατότητα να σε κάνει να αγαπήσεις τη Θεολογία, καθώς μπορούσε να σου δώσει να κατακτήσεις το μυστήριο της αγάπης. Τό «Όσο περισσότερο είναι κάποιος άγνωστος τόσο περισσότερο να τον αγαπάτε» του Gabriel Marcel είναι μια φράση που την επαναλαμβάνει συνεχώς. Απλότητα, ταπεινότητα, άνοιγμα πνεύματος. Απ όλους τους χριστιανούς διανοούμενους της εποχής του, ο Clément είναι ίσως ο μοναδικός, ο οποίος κατανοεί το χριστιανισμό ως εμπειρία υπαρξιακής κοινότητας και αυτό γιατί πέρασε μέσα από τις ποικίλες αγωνίες και αντιφάσεις της σταυρικής αμφιβολίας του 20 ου αιώνα. Το μεγάλο πλεονέκτημα του Olivier, παραφράζοντας τον Chesterton, είναι ότι σε σχέση με τους άλλους θεολόγους, αυτός κάποτε υπήρξε άθεος. Το σοσιαλιστικό πέρασμα του Clément κινείται στο χώρο του ανθρωπισμού, το οποίο, όπως βεβαίως και ολόκληρος ο γαλλικός ουτοπικός σοσιαλισμός των Saint Simon και Fourrié, δεν έχει καμία σχέση με τη μαρξιστική πάλη των τάξεων, αλλά με μια κοινωνική ηθική ανάγκη και απαίτηση. Κατά τον Clément ο γαλλικός σοσιαλισμός είναι ένας σοσιαλισμός ριζωμένος στο εσωτερικό του γαλλικού πολιτισμού, γι αυτό και η αντιστασιακή του στράτευση θεωρεί ότι αποτελεί αντίσταση στην πολιτισμική βαρβαρότητα της απαξίωσης του ανθρώπου από το ναζισμό. Η μελέτη των κειμένων του Berdiayev, του αποκαλύπτουν ένα χριστιανισμό, ο οποίος πέρα από κάθε ηθικισμό είναι, κυρίως, απελευθερωτικός των σκληρώσεων και των αγκυλώσεων του τότε δυτικού χριστιανισμού. Ο ίδιος δε μετατρέπεται σε ένα διανοούμενο κλεισμένο στον εαυτό του. Πιστεύει ότι η χριστιανική αποκάλυψη είναι πρωτίστως αποκάλυψη της ουσίας του ανθρώπου, της πληρότητας του προσώπου, της τελειώσεως του ανθρώπου εν Θεώ. Το έργο του αποτελεί μια πρόκληση επιστροφής στη γνησιότητα του ευαγγελικού μηνύματος. Ενα δημιουργικό σκίρτημα της ψυχής. Μια ομορφιά προς ανακάλυψη των Πατέρων της Ανατολής. 30

38 Ο Clément θέλει: «να μιλά συνεχώς για Εκείνον. Το πώς με αναζήτησε, με βρήκε». 39 Αυτή η φιλοκαλική αναζήτηση του κάλους υπενθυμίζει τη φράση στον πρίγκιπα Michtine στον Ηλίθιο του Dostoïevski: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», η ομορφιά του Προσώπου των προσώπων, η ομορφιά εν τῷ ὅλῳ και σε όλα. Ψάχνει την ομορφιά του φωτός σε κάθε ανθρώπινη καρδιά σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο. 40 Η ευτυχία μερικές φορές βρίσκεται μέσα στα πιο απλά πράγματα. Η θεία ομορφιά βρίσκεται μέσα σε κάθε πρόσωπο με την προϋπόθεση ότι η θεωρία του προσώπου είναι ουσιαστικώς ενεργή. 41 Η Κοινωνία με την ομορφιά υποχρεώνει σε μια δυνατότητα εκπληκτικής ποιητικής επικοινωνίας μέσω του λόγου και μέσω της πράξης με τον Χριστό. Μάλλον μας υπενθυμίζει το δικό μας Νίκο Καζαντζάκη στο Χριστός Ξανασταυρώνεται όταν γράφει: «...Τρίτη της Λαμπρής, τώρα τέλεψε η λειτουργιά. Γλυκιά, τρυφερή μέρα, ήλιος, ψυχαλίζει, μύρισαν οι λεμονανθοί, μπουμπουκιάζουν τα δένδρα, ανασταίνουνται τα χόρτα, ανεβαίνει ο Χριστός από κάθε σβωλαράκι χώμα. Σουλατσάρουν οι χριστιανοί στήν πλατεία, σμίγουν οι φίλοι, ασπάζεται ο ένας τον άλλο, λέν Χριστός Ανέστη κι ύστερα καθίζουν στόν καφενέ του Κωνσταντή ή κάτω από το μεγάλο πλάτανο στη μέση της πλατείας, παραγγέλνουν ναργιλέδες και καφέδες κι αρχίζει, σαν την ψιλή βροχή, το γλυκό κουβεντολόϊ. 39 L autre Soleil, Stock, «Όλον τον άλλον κόσμο γύρω μου τον έβλεπα ότι είναι βουτηγμένος εις την ομορφιά και την ευφροσύνη. Το κάθε τι μου προξενούσε αυθόρμητες ευχαριστίες προς τον Θεόν». Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, μτφρ. Παντελ. Καρανικόλα, εκδ.13 η, p.123, στο Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibid., p Γράφει: «Και κάθε τι που μπορεί να δώσει μυστική γεύση στην ύπαρξή μας είναι τόσο απλό, κάθε τι που μπορεί, με τη χάρη του Σταυρού και της Ανάστασης, να μας εισαγάγει στη χώρα των προσώπων όπου τα πάντα είναι ιερό μυστήριο», ibidem. 31

39 --Τέτοια θα ναι κι η Παράδεισο, λέει ο Χαράλαμπος ο καντηλανάφτης ήλιος απαλός, σιγανή βροχούλα, λεμονιές ανθισμένες, ναργιλέδες και ψιλή κουβέντα στους αιώνες των αιώνων». 42 Οι προσεγγίσεις του Clément ξεπερνούν τα τοπικά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Γαλλία. Με μια συνεχή μαρτυρία αγάπης Χριστού, ως θεολόγος της θείας ωραιότητος, κατορθώνει να πετύχει τη σύνθεση του ορθόδοξου κόσμου της ανατολής με το σύγχρονο δυτικό κόσμο. Αγωνίζεται συνεχώς για μια Ορθοδοξία απελευθερωτική, αυθεντική, δημιουργική, χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος, ανανεωτική και ταυτόχρονα παραδοσιακή με λόγο ειρηνικό: «Δεν αντιλαμβάνομαι γράφει, την Ορθοδοξία ως μια ακόμη «ομολογία» ανάμεσα στις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Μ αρέσει και θαυμάζω σε αυτήν την πίστη στη γνησιότητα του πρωτοχριστιανισμού στη θεανθρώπινη χριστολογία και χριστοπραξία εν Ἁγίῳ Πνεύματι. Μια γνησιότητα αδιάλλακτη και ασυμβίβαστη, η οποία, όμως υπό το πνεύμα της Παράδοσης παραμένει νοήμων και πνευματώδης. Η εκκλησία οφείλει να είναι «Εκκλησία Θεοῦ ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας». 43 Μια Αλήθεια, η οποία μεταμορφώνει και ζωοποιεί τη νόηση, την ανθρώπινη διάνοια, την οποία απ ότι φαίνεται πολλοί χριστιανοί σήμερα φοβούνται ή προτιμούν να την αγνοούν». 44 Αναρωτιέται: «Πράγματι αληθεύει ότι ο Χριστός αναστήθηκε; ή είμαστε ψεύτες όταν ικανοποιούμαστε ψέλνοντας το Χριστός Ανέστη; Αν ο Χριστός είναι αναστημένος έστω και λίγο μέσα στις καρδιές μας, όσο λίγο και αν είναι αυτό, να είμαστε σίγουροι ότι όποιες και αν είναι οι 42 Εκδόσεις Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1981, σ Α.Τιμ.3,15 44 L autre Soleil, Stock, Επίσης, «Η θεωρία της δόξας του Θεού που είναι κρυμμένη μέσα στα όντα και στα πράγματα», για την οποία μιλούν οι ασκητές μας οφείλει να βγει από τα κελιά και τα ερημητήρια, για να εμπνεύσει τους αγώνες της επιστήμης και του πολιτισμού, και να δώσει τη δυνατότητα στην έρευνα ακι στην τεχνολογία όχι να διασπάσουν τά πράγματα και να εκφυλίσουν τη φύση, αλλά ολα να τα επανεντάξουν μέσα στη Σοφία»., Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibid., p

40 δυσκολίες η αγάπη και η διάνοια θα νικήσουν, 45 γιατί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία «υπάρχει αυτό το ελάχιστο, έστω και λίγο, της αγάπης». 46 Η πίστη στον Θεό είναι για τον Clément μόνο η αρχή. «Δεν πρέπει να παίζεις με αυτήν. Την έχεις δεν την έχεις πρέπει να μπεις μέσα σε αυτήν την κρύπτη (κοινοτική και ατομική), όπου αναβλύζει το νερό της ζωής και βγαίνοντας να μοιραστείς τα πάντα. Η πίστη δεν διαχωρίζει εμένα από τους άλλους, δυναμώνει μέσα από την αγάπη ενότητας που προσφέρει ο ίδιος ο Χριστός στους αμαρτωλούς και τις πόρνες». 47 Πρέπει να αρχίσουμε από τη θέληση να ακούσουμε τους άλλους, για να μπορέσουμε να τους γνωρίσουμε και όχι μέσα από εξ αρχής και a priori αποκλεισμούς. Η συνάντηση με τους άλλους, τις άλλες θρησκείες ξεκινά από το ένα και μοναδικό γεγονός της αποδοχής ότι οι άνθρωποι μέσα από τη θρησκεία αναζητούν τη θεία σοφία, το κοσμικό περιεχόμενο της πνευματικότητας. Πρόκειται για μια ποιητική κοινωνία των προσώπων με το ζώντα Θεό, για τον οποίο, όμως, η προσέγγιση είναι ολοκληρωτικά αποφατική: βρίσκεται πάνω από όλα αυτά με τα οποία μπορούμε να μιλήσουμε γι Αυτόν. Αυτό για το διαθρησκευτικό διάλογο σημαίνει απόρριψη του κάθε είδους φανατισμού και κάθε είδους φονταμενταλισμού Ière Journée de l Orthodoxie en France, le 24 mai cf, le 5 documentaire, Orthodoxes de France, un passé riche d avenir, sur Orthodoxie.com 47 L autre Soleil, Stock, Ο φανατικός γράφει ριζώνει στο άγχος και την αλαζονεία. Διακατέχεται από την ψύχωση της συνωμοσίας και οποιοσδήποτε δεν συμφωνεί μαζί του είναι όργανο των δαιμονικών δυνάμεων. Είναι ένα αβέβαιο ον, αποδιοργανωμένο, ανίκανο να περάσει μέσα στην ετερότητα του άλλου, έτοιμο να σας κολλήσει την ετικέτα του αιρετικού, του αποκλίνοντα, του νεωτεριστή ή του αντιδραστικού., Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibidem., p.248. Για τον Clément το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα φανατισμού και φονταμενταλισμού μέσα στον Ορθόδοξο χώρο, υπάρχει σήμερα στην Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία έχει μεταμορφωθεί σε εθνικιστική και αντισημιτική δύναμη, επιδιώκοντας μερίδιο εξουσίας μέσα στό Κράτος. Αποτελεί δε δηλωτικό αυτής της κατάστασης το γεγονός ότι προσφάτως σε κάποια 33

41 Θα μπορούσε κάποιος να μιλά και να γράφει με τις ώρες για τον Olivier Clément, ιδιαίτερα δε, αν είχε την ευτυχία να τον γνωρίσει από κοντά, όπως ο γράφων, στις αρχές της δεκαετίας του 90. Η θεολογική του σκέψη σηματοδοτεί καινούργιες διαστάσεις προσέγγισης του Θεού, για το σύγχρονο άνθρωπο. Η κοσμική διάσταση της Ορθόδοξης φιλοκαλικής πνευματικότητας συναπαντάται με το Διαφωτισμό και τη νεωτερικότητα, προκαλώντας ένα μοναδικό ενθουσιασμό στις ψυχές των ανθρώπων που βιώνουν τα αδιέξοδα του σύγχρονου πολιτισμού. Και αυτό γιατί στον Clément δεν υπάρχουν αδιέξοδα όταν οι άνθρωποι επικοινωνούν και διαλέγονται ειλικρινά. μητρόπολη της περιοχής των Ουραλίων κάηκαν, δημοσίως, παρουσία του τοπικού επισκόπου, τα βιβλία των μεγάλων Ρώσων Θεολόγων Εμιγκρέδων του 20 ου αι. 34

42 Μιχάλης Εμμ. Πατεράκης Πρωτ/ρος Εφημ. Ι.Ησυχαστήριου Παντάνασσας Η παρουσία τοῦ μοναχισμοῦ στήν περιοχή τῆς Φουρνῆς (Τ.Δ.) μέσα ἀπό τά παραχωρητήρια ἔγγραφα τῆς Ι.Μ. Αρετίου Εἰσαγωγή Ὁπωσδήποτε γιά τή συγγραφή τῆς παρουσίας τοῦ Μοναχισμοῦ στήν περιοχή τοῦ Τ.Δ. Φουρνῆς εἶναι μιά ἐργασία δύσκολη, ἀφοῦ ὅπως εἶναι γνωστόν τα στοιχεῖα πού ἔχομε δέν εἶναι ἐπαρκῆ. Ὅμως τό πράγμα δέν εἶναι καί τόσο ἀποθαρρυντικό ἀφοῦ «πᾶς ὁ ζητῶν εὑρίσκει» ὅταν θέλει καί ἀφοῦ ἐπιμείνει. Ἔτσι λοιπόν καί τούτη τή φορά νίκησε ἡ ἐπιμονή. Ἡ ἄνθιση τοῦ μοναχισμοῦ στή Φουρνιώτικη περιοχή κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες τοῦ 16ου αἰ. δέν εἶναι τυχαία οὔτε καί συμπτωματική. Γιά μᾶς ὅλους πού ἐρευνοῦμε τήν ἱστορία τοῦ τόπου αὐτοῦ, εἶναι ἕνα φαινόμενο πού πρέπει νά φανερωθεῖ στόν κόσμο, σέ ἕνα σύγχρονο κόσμο πού κλυδωνίζεται ἀπό τόν παραγκωνισμό τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν, πού κατηγορεῖ καί περιπαίζει τούς πάντες καί τά πάντα ἄκριτα. Στήν περιοχή τῆς Φουρνῆς ὑπῆρχαν μοναστήρια καί πρίν ἀπό τόν 16ο αἰ., πού μέ κάποια ἐπιφύλαξη, ἡ περίοδος αὐτή φτάνει καί μέχρι τή Β Βυζαντική περίοδο ( ). Ἡ ἤπια στάση τῆς Ἑνετικῆς ἐξουσίας ἀπέναντι στούς ὀρθόδοξους χριστιανούς τῆς περιοχῆς ἀναμφίβολα ἔδωσε τήν εὐκαιρία νά ἱδρυθοῦν μοναστήρια καί νά ἀνακαινιστοῦν ἄλλα παλαιότερα, ὅπως γιά παράδειγμα θά ἀναφέρουμε τίς μονές «Κεράμου» Ἀφέντη Χριστοῦ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, «Ἀφέντη Χριστοῦ» στόν Κάμπο (Μεταμόρφωση), Καρδαμούτζας Τιμίου Σταυροῦ, Ἀρετίου Ἁγία Τριάδα, Ἁγίου Ἀντωνίου Σύρμεσο, Ἁγίας Βαρβάρας, στήν ἴδια περιοχή, Καρδιώτισσας ἤ Κυραπολίτισσας, (Κάμπος 35

43 Φουρνής), Ἁγίου Ἰωάννου (Σκουρᾶς), Ἁγίου Ἀντωνίου Καρύδι, Προφήτη Ἠλία στήν ἴδια περιοχή, Ἁγίας Φωτεινῆς, Ἁγίου Ἰωάννη στό Βρουχά, Μιχαήλ Ἀρχαγγέλου στό Λούμα, Ἁγίου Γεωργίου στό Σκοινιά Μιραμπέλλου περιοχή τοῦ Τ.Δ. Φουρνῆς, Ἁγίου Κωνσταντίνου Δωριές καί Ἀφέντη Χριστοῦ στό ἴδιο χωριό σήμερα νεκροταφικός ναός, Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ ξενικοῦ στό Λούμα, Προφήτου Ἡλιοῦ στό Σκινιά, Ἁγίου Δημητρίου στό ἴδιο χωριό, Ἀγ. Παρασκευῆς στήν Ἐλούντα Σπίνα Λόγκα κ.α. 49 Ἐδῶ το «θαῦμα» καί ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων πᾶνε μαζί. Μάλιστα ὁ συγγραφέας ἑνός σπουδαίου ἔργου μέ τίτλο «Ἁμαρτωλῶν σωτηρία» μοναχός Ἀγάπιος Κρής κατά κόσμον Ἀθανάσιος Λάνδος, ὁ ὁποῖος ἔζησε κατά τόν 17ο αἰώνα καί ἔμεινε στή Φουρνή γιά ἀρκετό καιρό, ἀναφέρει στό Ε κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του καί συγκεκριμένα στό Σχόλιο τῆς ἐντολῆς «μνήσθιτι ἁγιάζειν τήν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου» τά ἑξῆς: «Καθώς εἴχασι συνήθειαν εἰς τήν Φουρνήν ἀσφαλῶς θά ἐννοεῖ ὁλόκληρη τήν περιοχή τοῦ Τ.Δ. Φουρνῆς, καί τήν Ἱεράπετραν, τούς χρόνους ὅπου ἔκαμα ἐκεῖ, καί ὡς ἤθελον ἀκούση τόν σημαντήρα, ἐσυνάγοντο ὅλοι οἱ νέοι καί γέροντες, ἄνδρες καί γυναῖκες, καί ἐπαίνεσα τήν προθυμία τους, οὐ μόνον τάς ἑορτᾶς, ἀλλά καί καθ ἑκάστην ἡμέραν σχεδόν συνάγονται εἰς τήν ἐκκλησίαν, οὐ μόνον τόν χειμώνα, ἀλλά καί τό θέρος, ὁπού εἶναι αἰ νύκτες μικραί καί πάλιν ἐγείρονται εἰς τούς ὄρθρους. Τοῦτο γίνεται ἀπό τῶν Ἱερέων τήν ἐπιμέλειαν» 49 Εἶναι βέβαιο σήμερα πώς ἀπό τά μέσα τουλάχιστον τοῦ 16ου αἰ., σύμφωνα μέ τίς ἀρχειακές πηγές, λειτουργοῦσαν στήν εὐρύτερη περιοχή δύο τουλάχιστον μοναστήρια: τοῦ Ἀγ. Γεωργίου στίς Δωριές καί τοῦ Χριστοῦ στόν «Κέραμο». Τό πρῶτο ἀπό αὐτά χάθηκε ἀπό τό ἱστορικό προσκήνιο ἤ κι ἄν παρέμεινε ὠς μοναστήρι, ἄλλαξε ὀνομασία. Τό δεύτερο, πού βρίσκονταν μέσα στά κτήματα τῆς οἰκογένειας Κατζαρά, ἀνακαινίστηκε κατά τά τέλη τοῦ 16ου αἱ. Δέν εἶναι γνωστό ἄν ὑπῆρχαν καί ἄλλα μοναστήρια στήν ἴδια περιφέρεια, παλιό μοναστήρι ἤ ἐξωκκλήσι, στή θέση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Καρδαμούτζας. Ἡ παράδοση ἀόριστα πληροφορεῖ γιά μικρά μοναστήρια πού ξεχάστηκαν καί χάθηκαν τά ἴχνη τους στό πέρασμα τοῦ χρόνου.» (βλ. Ν. Ψιλάκη, Τά μοναστήρια τῆς Κρήτης, Α τόμ. σελ. 385). 36

44 Οἱ ἀλλεπάλληλες ὅμως καταστροφές τῶν μονῶν ἔγιναν αἰτία νά χαθεῖ πολύτιμο ὑλικό, τό ὁποῖο θά μᾶς ἔδιδε τή δυνατότητα νά παρακολουθήσουμε τήν ἱστορική διαδρομή αὐτῆς τῆς μοναχικῆς πολιτείας στή Φουρνιώτικη περιοχή, αὐτοῦ του μικροῦ «Ἁγίου Ὄρους» πού στάθηκε ὁ φωτεινός φάρος στίς δύσκολες ἐποχές τῆς ἀπάνθρωπης δουλείας. Τά στοιχεῖα πού ἔχουν διασωθεῖ καί πού προέρχονται ἀπό τή διαλυμένη σήμερα μονή τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου Δωριῶν 50 καί αὐτά εἶναι παλαιότερες εἰκόνες κ.λ.π., μᾶς δίνουν τή δυνατότητα νά ποῦμε ὅτι ἡ μοναχική αὐτή πολιτεία πρέπει νά ἤκμασε τή Β Βυζαντινή περίοδο καί σάν πρώτη ἔνδειξη γιά τήν ἀρχαιότητά της παραπέμπομε τόν ἀναγνώστη - ἐρευνητή στήν εἰκόνα τῆς ὁδηγήτριας πού βρίσκεται στό τέμπλο τοῦ καθολικοῦ της. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἀπὸ τὶς παλαιότερες φορητὲς εἰκόνες καὶ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 14ο αἰώνα, ὅπως δηλώνει ὁ Ἐμμανουὴλ Μπορμπουδάκης, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὶς καλὲς σχέσεις τῆς Κρήτης μὲ τὸ Βυζάντιο. Ὁ εἰκονογραφικὸς τύπος τῆς Βρεφοκρατούσας Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας προέρχεται ἀπὸ τὴ Μονὴ ὁδηγῶν τῆς Κωνσταντινούπολης, μάλιστα κατὰ τὴν παράδοση, ἡ πρωτότυπη εἰκόνα ἦταν τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, μὲ ἀχειροποίητες τὶς μορφὲς τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ Χριστοῦ. Τέτοια ἀντίγραφα τῆς εἰκόνας αὐτῆς ἔκαναν συχνὰ τὸ γύρο στὸν ὀρθόδοξο κόσμο γιὰ νὰ φτάσουν καὶ ὡς ἐδῶ. Ἡ εἰκόνα γιὰ τὴν ὁποία γίνεται λόγος ἐδῶ δὲν διατηρεῖ τὴν ἀρχική της μορφὴ ἀφοῦ ἔχει ξαναζωγραφισθεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰ, οἱ δὲ φθορὲς ποὺ φέρει 50 Στά ἑνετικά ἔγγραφα συναντοῦμε πολλές φορές τή Μονή Ἀγ. Γεωργίου Δωριῶν, ὅμως δέν ὑπάρχει τέςτοιος ναός Ἀγ. Γεωργίου στήν περιοχή τῆς Φουρνῆς, γιά νά θυμίζει Ἱερά Μονή, οὔτε ὅμως καί τό χωριό σήμερα Δωριές δέν συναντᾶται πουθενά, σέ ἀπογραφές δηλ. ἑνετικές καί τούρκικες καί ἐμφανίζεται στό προσκήνιο μέ τήν ἀπογραφή τοῦ Ὅπως ἀναφέραμε κι ἀλλοῦ, τό χωριό αὐτό ἦταν μετόχι ὅπως καί τά ἄλλα χωριά σήμερα τοῦ ἐπάνω Μιραμπέλλου, τά ὁποῖα δημιουργήθηκαν ἀπό τούς ἐργαζόμενους στά μοναστηριακά κτήματα. Ὡς μετόχι, οἱ Δωριές ἀναφέρονται σέ ἔγγραφο τοῦ (βλ. Π.Μιχ. Πατεράκη, σχετικά γιά τή Μονή Ἀγ. Κῶν/νοῦ καί Ἑλένης, ἐργασία ἀνέκδοτη, Μπορμπουδάκη Ἐμμ. στό Ἡμερολόγιο Δήμου Ἡρακλείου. 1985, σελ

45 ὀφείλονται στὴν πυρπόληση τῆς Μονῆς, μιὰ καὶ εἶχε συμμετάσχει ἐνεργὰ στὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα τῆς περιοχῆς. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ στὸ πίσω μέρος τῆς φέρει ἱστοριουμένη τὴ Σταύρωση (15ο αἰ.) τὴν ὁποία ἔχομε περιγράψει σὲ εἰδικὸ τόμο μὲ τίτλο: «ἡ μεταβυζαντινὴ τέχνη στὴν περιοχὴ τῆς Φουρνῆς». Ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1866 ἦταν σταθμὸς σημαντικὸς γιὰ τὴν κατάσταση τῶν μοναστηριῶν τῆς περιοχῆς καθὼς καὶ τῶν μοναχῶν, ἀφοῦ τὰ κτίσματα ὑπέστησαν ἀρκετὲς καταστροφὲς ἀπὸ τοὺς ἀλλόπιστους Μωαμεθανοὺς καὶ τουρκαλβανοὺς οἱ ὁποῖοι δροῦσαν στὴν περιοχή. (Γνωστὰ παραδείγματα τῶν δολοφονηθέντων ἐπισκόπου Πέτρας Ἰωακεὶμ Κλώντζα, Μαρίας Μεθυμοπούλας, ἕξι ἱερέων (6) ἔξω στὴν εἴσοδο τοῦ Καστελλίου Φουρνῆς κ.ἄ.) 51 Ἔγγραφο σχετικὰ μὲ τὴν ἐρήμωση τῆς Μονῆς τὸ 1866 δηλώνει ὅλη τὴν ἀλήθεια ὑπογραφόμενο ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς καὶ Δημογέροντες καὶ Ἐφόρους τῶν χωριῶν ἐπάνω καὶ κάτω Φουρνῆς: «Οἱ εὐσεβάστως ὑποφαινόμενοι Ἱερεῖς, Δημογέροντες καὶ ἔφοροι τῶν ἐπάνω καὶ κάτω χωρίων Φουρνῆς πιστοποιοῦμεν διὰ τῆς ταπεινῆς ἠμῶν ἀναφορᾶς ὅτι πλησίον του ἐπάνω χωρίου ὑπάρχει ἀρχαιοτάτη ἐκκλησία, ἐν ὀνόματι Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὑποκειμένη εἰς τὴν ἱερὰν Μονὴν Δωριῶν σὺν τῷ ἀκινήτω αὐτῆς ὑποστατικῶ, ἥτις πρὸ χρόνων ἐν καιρῶ τῆς παρελθούσης ἐπαναστάσεως κατερειπώθη τῶν ἐντὸς ἱερῶν αὐτῆς σκευῶν, ὁπότε καὶ τὸ ἱερὸν αὐτῆς ὁλοτελῶς ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ἐμιάνθη, διὰ τὸ ὁποῖον βαθείαν λύπην προξενεῖται εἰς πάντα εὐσεβῆ Χριστιανὸν ὥστε ἀπὸ κοινοῦ ἀπεφάνθημεν τῶν δύο χωρίων οἱ κάτοικοι τὴν καταστραφεῖσαν αὐτὴν ἐκκλησίαν νὰ ἐπιδιορθώσομεν πρώτον, καὶ εἴτα νὰ τὴν ἐγκαινιάσωμεν. Καὶ ἐπειδὴ ὑπάγεται ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς ρηθείσης Ἱερᾶς Μονῆς Δωριῶν καθικετεύωμεν θερμῶς τὴν Σεβαστὴν Δημογεροντίαν 51 Γιὰ τὴν ἄνανδρη δολοφονία τόσο τοῦ ἐπισκόπου Πέτρας Ἰωακεὶμ καὶ Μαρίας Μεθυμοπούλας, βλ. ἐργασία μου μὲ τίτλο «ἡ μάχη τῆς Φουρνῆς». 38

46 ὅπως εὐαρεστηθεῖσα χορηγήση τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσὸν μέχρι δύο χιλιάδων γροσίων ὑπὲρ τῆς ἐπιδιορθώσεως αὐτῆς. 52 Ὑποσημειούμεθα μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ. Τῆ 15 Μαρτίου 1876». Ἀψευδὴς μάρτυρας ὅτι στὴν περιοχὴ τῆς Φουρνῆς ἀναπτύχθηκε ὁ μοναχισμὸς πολὺ νωρὶς εἶναι οἱ ὑπάρχουσες ἀκόμη τοιχογραφίες στοὺς ἱ. Ναοὺς Ἁγίας Ἄννας καὶ Ἁγ. Γεωργίου καθὼς καὶ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων στὸ Καστέλλι Φουρνῆς, τὰ περίτεχνα ἁγιοθύριδα τῶν περισσοτέρων ναῶν, ἡ ναοδομία των καὶ ἄλλα χαρακτηριστικὰ σημάδεψαν τὴ ζωὴ ὅλων των κατοίκων τῆς περιοχῆς. 53 Χάρη σ αὐτὲς τὶς ἀδελφότητες τῶν μοναχῶν των ἱερῶν μονῶν τῆς Φουρνῆς διατηρήθηκε ἄσβηστo τό φῶς τῆς παιδείας καθὼς καὶ τὸ πνευματικό, καλλιτεχνικὸ λυχνάρι ἀκοίμητο. Λόγιοι, ἁγιογράφοι, καλλιτέχνες, πελεκάνοι τῆς πέτρας, σοφοὶ δάσκαλοι, ὅλοι πρόσφεραν στὸν ἀγώνα ἐνάντια στὸ σκοτάδι τῆς ὑποδούλωσης. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ποὺ ἦταν σάρκα ἀπὸ τὴ σάρκα μας ἂν καὶ φυγάδευσαν τὰ χρόνια ἐκεῖνα τὸν ἑαυτὸ τοὺς μέσα σὲ ἕνα ἐρημικὸ κελλί, πιστεύομε πὼς δὲν ἀνῆκαν τότε καὶ τώρα στὸν ἑαυτὸ τοὺς ἀλλὰ στοὺς ἄλλους. Πολλοὶ πιστεύουν τὸ ἀντίθετο, κακῶς ὅμως, καὶ ἀνήκουν στὴν κοινωνία ὄχι ἀμέσως ἀλλὰ ἐμμέσως «δυνάμει τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ καθηκόντων τῶν ὁποίων εἶναι ὀφειλέτες». 52 Α.ΔΗ.Λ./ βλ. σχετικὴ ἐργασία Μιχ. Ἐμμ. Πατεράκη, «τὰ βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς Φουρνῆς» ὅπου γίνεται ἐκτεταμένος λόγος γιὰ τὶς ὑπάρχουσες τοιχογραφίες στοὺς ἱ. Ναοὺς Ἁγ. Ἄννας καὶ Ἁγ. Γεωργίου, 14ο αἰ. ἡ πρώτη καὶ 15ο αἰ. ἡ δεύτερη καθὼς καὶ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων Καστελλίου Φουρνῆς (12ο-14ο αἰώνα). Ἡ ἐργασία αὐτὴ ἀνήκει στὸ σύμπλεγμα τῆς Φουρνιώτικης Βιβλιοθήκης καὶ τὰ ἔργα θὰ παρουσιάσομε ἐν καιρῶ Θεοῦ θέλοντος. Δὲν πρέπει δὲ νὰ μᾶς διαφεύγει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ παρουσία τῆς Ἐπισκοπῆς Πέτρας στὸ ἐπάνω χωριὸ τῆς Φουρνῆς ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο στὴν περιοχή. 39

47 Οἱ προσερχόμενοι στὰ ἐρημικὰ κελλιὰ μοναχοὶ ἐκτελοῦν τὸν προορισμὸ τους γιατί ὁ μοναχικὸς βίος ἔχει βάση τῆς σύστασής του τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν «ἐν Χριστῷ» τελειότητα. Σὰν ἐσωτερικὴ κατὰ κύριο λόγο ζωή, μυστική, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποπέσει στὴν ἀντίληψη κάθε μελετητὴ καὶ μόνο αὐτὸς ποὺ μετέχει μιᾶς τέτοιας ζωῆς μπορεῖ νὰ ἐκφράσει τὴ χαρὰ ποὺ ἀισθάνεται καὶ τὸ θεῖο φῶς ποὺ καταυγάζει τὴν ψυχή του. Ποιὸς εἶναι ὅμως αὐτὸς ὁ μοναχισμὸς καὶ ποιὲς ὑπηρεσίες προσέφερε καὶ γιατί δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθεῖ μοναχικὴ ἄσκηση χωρὶς τὴν προσφορὰ ἢ τὴν κοινωνικὴ ἀποστολή; Ἡ μοναχικὴ πολιτεία σὰν ἰδέα Ὁ μοναχισμὸς ἔχει τὶς ρίζες του ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου μὲ κεντρικὴ ἰδέα τὴν ἐπὶ γῆς βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ ποὺ ἔχει χαρακτηρισθεῖ σὰν «τὸ πάντων καινὸν καινότατον, τὸ μόνο κοινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον» θαῦμα ποὺ ἦρθε στὴ γῆ σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ βασιλεία τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀδικία καὶ πονηρὲς ἐκδηλώσεις. Ἡ βασιλεία ὅμως τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἀγάπη, δικαιοσύνη καὶ ζύμη ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ζυμώσει ὅλο το φύραμα, εἶναι μέσα στὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἂν τὸ θελήσουν μπορεῖ νὰ γίνουν μέτοχοι μιᾶς τέτοιας προσκλήσεως ποὺ δὲν εἶναι γενική, οὔτε ἐξαναγκαστική. «Εἰ τὶς θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώκουν πνευματικὴ κενοδοξία ἀλλὰ ταπεινοφροσύνη καὶ αὐτοσυγκέντρωση. Ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου γιὰ τὸ μοναχὸ εἶναι μηδαμινὴ καὶ μόνο ἡ μετὰ θάνατον εὐτυχία ἢ ἡ «διὰ τῆς ἐνοράσεως ἐπιτυγχανομένη ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ» εἶναι πραγματική, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς ἀσκητικῆς προσπάθειας εἶναι ἡ καταστροφὴ τοῦ Ἐγὼ ποὺ εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. 40

48 Οἱ μοναχοὶ ζοῦν μόνοι ἢ καὶ ὁμαδικὰ γιὰ νὰ προσλαμβάνει τελεία μορφὴ ἡ ἄσκησή τους, νωρὶς ὅμως τὸ σύστημα αὐτὸ ἀρχίζει νὰ ἐκλείπει κατὰ τὴ γνώμη τοῦ Β. Στεφανίδη καὶ οἱ αὐστηρὰ δεχόμενοι τὴν ἐγκράτεια ἐγκαταλείπουν τὶς πόλεις καὶ ὁδηγοῦνται πρὸς τὴν ἔρημο, γιατί πιστεύουν ὅτι ἐκεῖ ὁ ἀγώνας κατὰ τῆς ἁμαρτίας εἶναι πιὸ εὔκολος. Ἔτσι δημιουργεῖται ὁ πρῶτος τύπος τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ «ἀναχώρησις» ποὺ ἀποτελεῖ πιστεύουμε τὴν προϋπόθεση δημιουργίας μοναστικοῦ βίου. Μέσα στὴ μοναστικὴ πολιτεία τὰ πάντα εἶναι κοινά καί ὅλα δηλώνουν ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαρχῆς τῆς συνεργασίας καὶ τῆς ὀργανώσεως. (ἐκτροπὴ τοῦ κοινοβιακοῦ συστήματος ἀποτελεῖ τὸ ἰδιόρρυθμο σύστημα μὲ τὴν ἐπελθοῦσα χαλάρωση στὴν αὐστηρότητα τοῦ μοναχισμοῦ). Ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν πρέπει νὰ σημειώσουμε τὴν ἐπιδίωξη καὶ ἀπόκτηση τῆς ἀληθινῆς «ἐν Χριστῷ ζωῆς» καὶ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς. Ὅλα αὐτὰ ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴν ὑπακοὴ στὶς ἀρετὲς ὅπως στὴν πενία, παρθενία, νέκρωση τῶν παθῶν, ἐργασία, φιλανθρωπία, προσευχή, ἡσυχία καὶ τέλος μὲ τὴ θεωρία ἐπιδιώκουν τὴν ἐπικοινωνία μετὰ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Μοναχισμὸς στὴν περιοχὴ τοῦ τ.δ. Φουρνής. Ἡ ἱστορία τοῦ μοναχισμοῦ στὴν περιοχὴ τῆς Φουρνῆς πρέπει νὰ τονίσουμε ἀκολουθεῖ τὴν ἐξέλιξη πάνω στὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πολιτικὰ πράγματα. Ἀπὸ τὸ 961 μ.χ. μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Ἀραβο-Σαρακηνῶν, -σ αὐτὸ πρωταγωνίστησε ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἀντιμετώπισε τὸ πρόβλημα τοῦ ἐκ νέου ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Κρητῶν, ἀφοῦ τὸ ποίμνιο εἶχε ἀποκοπεῖ ἀπὸ τοὺς κόλπους τῆς ἐκκλησίας καὶ εἶχε μείνει χωρὶς ἐπαρκῆ καθοδήγηση, ἐπηρεαζόμενο προφανῶς ἀπὸ τὰ ἤθη τῶν κατακτητῶν. Βέβαια ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ δὲν ἔμεινε ἀπροστάτευτος γιατί ὁ 41

49 Βυζαντινὸς στρατηλάτης ἔστειλε τὸ «Νίκωνα τὸν Μετανοεῖτε» 54, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὸν ἐκ νέου ἐκχριστιανισμὸ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Γιὰ τὴν ἱστορία αὐτὴ λίγα γνωρίζουμε, γιὰ δὲν τὴν περιοχὴ ποὺ ἐξετάζουμε στὴν ἐργασία μας αὐτὴ δὲν γίνεται λόγος ἀφοῦ οἱ πηγὲς σιωποῦν. Νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἡ παρουσία τοῦ μοναχισμοῦ στὴν περιοχὴ ἀρχίζει τὴν περίοδο αὐτὴ (1204;). Ἡ παράδοση ἔχει διασώσει τὴ μνήμη παλαιῶν ἐρημιτῶν ποὺ ἔζησαν στὰ ἄγονα καὶ ἀπρόσιτα παράλια του Β.Ἀνατολικοῦ τμήματος τοῦ Ἐπάνω Μιραμπέλλου (Βλυχάδια). Ἡ περιοχὴ ἔχει τὸ ὄνομα «τοῦ Καρδαμουτσώτη ὁ σπήλιος» καὶ πῆρε τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀπὸ ἕνα μοναχό της Καρδαμούτζας ὁ ὁποῖος ἔμεινε ἐκεῖ γιὰ ὅλη του τὴ ζωή. Καὶ κάποιος ἄλλος ἀσκητὴς ἔζησε στὸν Ἅγιο Ἀντώνιο στὰ Βλυχάδια καὶ εἶχε σκαλίσει μάλιστα τὸ κρεββάτι τοῦ πάνω στὸ βράχο. Πρόκειται γιὰ ἕνα σπηλαιώδη ναὸ ποὺ ἀξίζει τὸν κόπο μελέτης. Γύρω ἀπὸ τὸ ναὸ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα σπήλαια στὰ ὁποῖα ἔζησε ὁ ἀσκητὴς ἢ ἀσκητὲς πιθανὸν πρὶν ἀπὸ τὴν ὀργανωμένη ἐμφάνιση τοῦ μοναχισμοῦ στὴν περιοχή. Ζωντανὴ εἶναι ἀκόμη καὶ ἡ παράδοση ἵδρυσης τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Ἁγίων Ἀποστόλων Καστελλίου Φουρνῆς τὸ 1204 ἀπὸ τὸ Νικηφόρο Φωκά. Ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ ὄνομα Καστέλλι, πρόκειται περὶ ἑνὸς μικροῦ φρουρίου τὸ ὁποῖο οἰκοδόμησε ὁ Φωκᾶς. Μάλιστα στὸ χωριὸ αὐτὸ μέχρι καὶ σήμερα ἀκούγεται τοποθεσία μὲ τὸ ὄνομα «Πύργος», ἑπομένως ὑπῆρχε Καστέλλι ἐκεῖ, ποὺ ὅμως ἦταν Βυζαντινὸ καὶ ὄχι Ἑνετικό, κι αὐτὸ ἐπειδὴ δὲν ἀναφέρεται σὲ ἑνετικοὺς καταλόγους τῆς περιόδου αὐτῆς, οὔτε ἀπὸ τοὺς περιηγητὲς καὶ χρονικογράφους βλ.πατεράκη Μιχαὴλ Ἐμμ., «Σύντομη βιογραφία τοῦ Ἁγίου Νίκωνα Μετανοεῖτε», Ἡράκλειο βλ. Πατεράκη Μιχ. Ἐμμ. «τὰ βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς Φουρνῆς» τόμ. 9. (ἀνέκδοτη ἐργασία). 42

50 Ὁ 15ος 16ος αἰώνας θεωροῦνται αἰῶνες ἔκρηξης μοναστηριακῆς ἀκμῆς, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθεῖ εἶναι πολιτικός, οἰκονομικὸς καὶ κοινωνικός. Οἱ ἐνετοὶ Φεουδάρχες καθὼς καὶ οἱ Κρῆτες ὅμοιοί των παρότρυναν τὸν ἀνακαινισμὸ ναῶν ποὺ ὑπῆρχαν στὰ κτήματά τους καθὼς καὶ μοναστήρια μὲ ἀπώτερο συμφέρον τὸν ἐνοικιασμό τους ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους κληρικοὺς ἑξασφαλίζοντας ἔτσι τὴν καλλιέργεια τῶν κτημάτων τὰ ὁποῖα παράνομα κατεῖχαν. Ὑπάρχει ἀκόμα καὶ ἕνας ἄλλος λόγος μὲ πολιτικὴ σημασία, τὸν ὁποῖο παραθέτομε, καὶ ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν κίνδυνο κατάκτησης τοῦ νησιοῦ ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὁ ὁποῖος ἀνάγκασε τοὺς Ἐνετοὺς νὰ ἀλλάξουν πολιτικὴ ἀπέναντι στοὺς ὀρθ. χριστιανοὺς Κρῆτες (16ος αἰὼν) γιὰ νὰ φαίνονται περισσότερο ἐλαστικοὶ σὲ θέματα θρησκευτικῆς ἐλευθερίας. Ἀπὸ τὸ 1669 ἡ Κρήτη ἀλλάζει ἀφέντη καὶ ἡ μοναχικὴ πολιτεία δέχεται διώξεις καὶ καταστροφές. Ὁ ἱερὸς νόμος τῶν Μουσουλμάνων ἀπαγορεύει τὴν ἵδρυση μοναστηριῶν ἢ ἀνακαίνιση αὐτῶν χωρὶς τὴν ἔκδοση εἰδικῆς ἄδειας ποὺ πολλὲς φορὲς τὸ κόστος ξεπερνοῦσε τὴ δαπάνη. Εὐτυχῶς ποὺ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ἐπρονόησε μέσα στὰ πλαίσια τῶν προνομίων του νὰ θέσει ὑπὸ τὴν προστασία του πολλὰ μοναστήρια ἀνακηρύσσοντάς τα Σταυροπηγιακά. 56 Κατηγορήθηκαν κατὰ καιροὺς οἱ μοναχοὶ αὐτοὶ ὅτι προσῆλθαν -οἱ περισσότεροι- στὸ μοναχισμὸ ἀπὸ λόγους ἰδιοτελεῖς καὶ γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὶς ἀγγαρεῖες ποὺ ἐπέβαλαν οἱ κατακτητὲς καὶ γιὰ νὰ «περνοῦν καλὰ» τρώγοντες καὶ πίνοντες στὰ μοναστήρια τους. Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰπωθεῖ τέτοια βλασφημία! Πάντα οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου τούτου μισοῦσαν τὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς ἱερουργούς της, μοναχούς, ἱερεῖς, 56 βλ. Πατεράκη Μιχ. Ἐμμ. «Συμβολὴ τοῦ μοναχισμοῦ στὴν ἐπαρχία Σητείας τα μοναστήρια τῆς περιοχῆς», Σητεία 1989, ἀνέκδοτη ἐργασία. 43

51 καὶ στὶς κρίσεις τους εἶναι ἄτεγκτοι. Τὸ νὰ κρίνουν ὅμως δὲν εἶναι δουλειά τους, εἶναι ἔργο κάποιου ἄλλου ἀδέκαστου κριτή, ποὺ θὰ κρίνει ὅταν ἔρθει ἡ μεγάλη ὥρα τῆς κρίσεως. Νομίζομε πῶς ἐδῶ μετράει τὸ ἀποτέλεσμα καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ πνευματικὴ κληρονομιὰ ποῦ ἄφησαν οἱ μοναχοί της φουρνιώτικης περιοχῆς, πέρα ἀπὸ τὰ ὅποια ἐλαττώματά τους -ἄνθρωποι ἦταν κι αὐτοί, μὲ τὴν ἴδια σάρκα μὲ μᾶς μὲ τὶς διάφορες ἀνάγκες της. Ἐμεῖς σήμερα ζοῦμε σὲ μιὰ παχυλὴ ὑλικὴ εὐμάρεια καὶ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβομε τίποτα, κι ἂν ἡ πίστη μᾶς εἶναι χλιαρὴ ἢ δὲν ὑπάρχει καθόλου, τότε οἱ ὅποιες κατηγορίες εἶναι εὔκολες γιὰ νὰ εἰπωθοῦν πρὸς «πάσαν κατεύθυνσιν». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ συνέβαλαν ἀπὸ τὴ δική τους σκοπιὰ στὸν ἀόρατο καὶ ὁρατὸ πόλεμο τῶν ὑπόδουλων γιὰ τὴν τελικὴ νίκη. Ὅμως, «μακάριοι πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν κύριον, οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὀδοῖς αὐτοῦ τοὺς πόνους τῶν καρπῶν σου φάγεσαι μακάριος εἰ καὶ καλῶς σοὶ ἔσται» (Ψάλμ. 127, 1-2). Σ ὅλους ποῦ νομίζουν πώς εἶναι κριτὲς τῶν πάντων, πώς ἐκεῖνοι κρατοῦν τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ κάψουν τὰ κακὰ πάντα, πού ὁμιλοῦν γιὰ ἀνελευθερία μέσα στὴν ἐκκλησία, ἀφιερώνουμε τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. «οὕτως ἐστὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγαθοποιοῦντες φιμοῦν τὴν τῶν ἀφρόνων ἀνθρώπων ἀγνωσίαν ὡς ἐλεύθεροι, καὶ μὴ ὡς ἐπικάλυμμα ἔχοντες τῆς κακίας τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλ ὡς Θεοῦ δοῦλοι. Πάντας τιμήσατε, τὴν ἀδελφότητα ἀγαπᾶτε, τὸν Θεὸν φοβεῖσθε» (Πέτρ. Ά, 2,15-17). Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ μοναχοί, ἱδρυτὲς τῶν ἱερῶν μονῶν τῆς Φουρνιώτικης περιοχῆς (τοῦ Φουρνιώτικου μικροῦ Ἁγιονόρους), μπορεῖ νὰ μὴ γνώριζαν γράμματα ὅπως οἱ ἡμιμαθεῖς παραμορφωμένοι κατήγοροί των πάνω σε τέτοια θέματα, ὅμως ἐκεῖνοι ἔφεραν μέσα τους τὸν θησαυρὸ τῆς ψυχῆς τους «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν», γι αὐτὸ κι ἔνιωθαν τὴν ἀνάγκη προσφυγῆς στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, κι ἔχτισαν χειροποίητους 44

52 ναούς, πολλούς, ποὺ οἰκοδόμησε ἡ χριστιανικὴ εὐσέβειά των καὶ ἡ εὐλάβεια μὲ περισσὴ φροντίδα. Αὐτοὶ οἱ ναοί, οἱ δικοί τους, τὰ καθολικά των μοναστηριῶν τους, ἔγιναν ἡ αἰτία νὰ κλίνουν μὲ φόβο τὰ γόνατα οἱ σημερινοὶ πιστοὶ ἐπισκέπτες στὰ γραφικὰ μικρὰ ἐκκλησάκια τῆς περιοχῆς, γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ Θεός, τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα τους. Κι ἐμεῖς ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ παγιδευμένοι στὴν αὐταπάτη μας, ἀδυνατοῦμε νὰ προχωρήσουμε στὴ γνωριμία σὲ βάθος τοῦ ἁμαρτωλοῦ μας ἐαυτοῦ, δυσκολευόμενοι νὰ δοῦμε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς σὰν ἁγιοφόρους πιστοὺς ποὺ σήκωναν στοὺς ἀσθενικούς των ὤμους ὁλάκερο τό γένος! Ὁ ὑλισμὸς σήμερα, ὁ μηδενισμός, ἡ ἐνσυνείδητη ἀδιαφορία γύρω ἀπὸ τὴν πίστη, οἱ αἱρέσεις καὶ τὰ ἄλλα ὑποκατάστατα τῆς ἀληθινῆς θρησκείας, ἑνωμένα μὲ τὴν κακόβουλη σημερινὴ πολεμικὴ κατὰ τῆς ἐκκλησίας, ἀπειλοῦν τὰ θεμέλια τῆς ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ ἔθνους μας. Ἀποπροσανατολισμός, ἀλλοίωση τοῦ εἶναι μας, ἐγωκεντρισμὸς καὶ ὁ ἐγκλωβισμὸς στὴν προδοτικὴ ἠττοπάθειά μας, γινόμαστε αἰτία νὰ βλασφημεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ κάθε τόσο. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κουράσω ἐδῶ μὲ τὴν πολυλογία τὸν ἀναγνώστη. Ὅλα ἐγράφησαν γιὰ νὰ μὴν ξεχνοῦμε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοῦ πολυβασανισμένου τόπου μας «εἰς μνημόσυνον καὶ παραδειγματισμὸν» μὲ τὴν ἐπίγνωση ὅτι ἡ περιοχή μας δὲν εἶναι μόνο μουσειακὸς ἢ ἀρχαιολογικὸς χῶρος, ἀλλὰ τόπος ποὺ γέννησε ἑκατοντάδες λόγιους ἀπὸ τοὺς ὁποίους πολλοὶ ὑπηρέτησαν τὴν ἐκκλησία καὶ τὰ γράμματα, ρασοφορέσαντες ἢ μὴ ἢ καὶ ἀναλαβόντες τὰ ὅπλα χάρι τῆς ελευτερίας μας. Ἡ ἔλλειψη συστηματικῆς ἐργασίας γιὰ τὴν παρουσία τοῦ μοναχισμοῦ στὴν περιοχὴ τοῦ τ.δ. Φουρνὴς ὁδήγησε στὴν ἀπόφαση νὰ παρουσιάσουμε αὐτὴ τὴ μελέτη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καρπὸ ἔρευνας ἀπὸ τὶς διάφορες πηγές. Μέχρι τώρα, ἀπ ὅτι γνωρίζουμε, δὲν ἔχουν γίνει 45

53 ἐργασίες ποὺ νὰ ἀναφέρονται πάνω στὸ θέμα αὐτὸ καὶ ὅσοι κατὰ καιροὺς ἔγραψαν μόνο περιληπτικὰ καὶ σὲ ἀσυστηματοποίητη μορφὴ κάνουν λόγο σχετικὰ μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀνέλιξη τοῦ μοναχισμοῦ στὴν περιοχὴ τῆς Φουρνῆς, ὅπως αὐτὸς διαμορφώθηκε μέσω τῶν αἰώνων, γιὰ νὰ μὴν ποῦμε ὅτι ἀπὸ τὴν περιοχὴ μᾶς ἐλλείπει παντελῶς. Στὴν ἐργασία αὐτὴ ἐξετάσαμε μαρτυρίες ἀπὸ τὴν γραπτὴ παράδοση, ὅπως τὰ ἑνετικὰ συμβόλαια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρετίου, περιόδου ( ), τὰ ὁποῖα ἐξέδωσε ὁ Στέφ. Ξανθουδίδης τὸ 1912 στὸ Ἡράκλειο καὶ τὰ ὁποῖα ἔπαιξαν θὰ λέγαμε σημαντικὸ ρόλο στὴν πορεία τῆς ἐργασίας μας αὐτῆς. Στὸ Πρῶτο Κεφάλαιο ἀναφερθήκαμε στὴν ἑνετικὴ περίοδο, ὅπου κάναμε ἐκτενῆ λόγο γιὰ τοὺς ἱδρυτὲς μοναχοὺς καὶ στὴ συνέχεια παραχωρητὲς τῶν ἱερῶν ἱδρυμάτων τους πρὸς τὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἀρετίου. Παραθέσαμε ἐπίσης σὲ ξεχωριστὴ ἑνότητα τοὺς λόγους ἐκείνους ποὺ ἀνάγκασαν τοὺς δωρητὲς σ αὐτὴ τους τὴν πράξη, καθὼς καὶ τὶς μαρτυρίες ἀπὸ τὰ παραχωρητήρια ἔγγραφα. Τὸ Β κεφάλαιο καὶ Γ θὰ δημοσιευθοῦν σὲ ἄλλο τεῦχος. Στὸ Δεύτερο Κεφάλαιο μᾶς ἀπασχόλησε ἡ περίοδος ἐκείνη ποὺ ἡ περιοχὴ τῆς Φουρνῆς εἰδικὰ καὶ γενικὰ ἡ Κρήτη πέρασε στὸν ἀστερισμὸ τῆς ἀμάθειας, αὐτῆς τῆς τουρκοκρατίας, μιὰ περίοδος γεμάτη σφαγὲς καὶ λεηλασίες, βιασμοὺς καὶ φόνους, γιὰ νὰ φτάσει στὸ ἀπόγειο τοῦ ἐξευτελισμοῦ ἡ ἀνθρώπινη προσωπικότητα. Ἀναφερθήκαμε ἔπειτα στὴ μοναχικὴ ἀδελφότητα τῆς Μονῆς, ποὺ ὑπηρέτησε ἐκεῖ μετὰ τὸ 1878 καθὼς καὶ τῶν ἐτῶν 1858, 1905, 1921, 1930 μέχρι τὸ τέλος ποὺ ἡ μονὴ διαλύεται τὸ ἴδιο κάναμε καὶ γιὰ τὴν περίοδο τῆς ἐνετοκρατίας. Στὸ Τρίτο Κεφάλαιο τῆς παρούσης ἐργασίας μᾶς ἀπασχόλησε ἡ προσφορὰ τῶν μοναχῶν στὶς διάφορες ἐπαναστάσεις γιὰ τὴν ἀποτίναξη τῆς ἐπάρατης δουλείας τοῦ Ἰσλάμ, καθὼς καὶ τὴν προσφορὰ τῶν 46

54 μοναστηριῶν τῆς περιοχῆς στὸ μεγάλο θέμα τῆς παιδείας τοῦ τόπου μας, ἐπιμείναντες στὴν ὕπαρξη τοῦ «κρυφοῦ σχολειοῦ» τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία ἀμφισβητήθηκε ἀπὸ διαφόρους καλοθελητὲς χωρὶς νὰ γνωρίζουμε τὸ γιατί. Πηγὴ ποὺ ἀντλήσαμε πληροφορίες ἐκτὸς ἀπὸ τὶς δικές μας ἀνέκδοτες χειρόγραφες σημειώσεις, εἶναι αὐτὲς τοῦ ἀγαπητοῦ ἱστοριοδίφη Νίκου Ψιλάκη, τὸν ὁποῖον εὐχαριστοῦμε ἀπὸ καρδιᾶς γιὰ τὴν εὐγενική του προσφορά. Στὸ τέλος παραθέσαμε γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες λεξάριο ἑνετικῶν ὅρων τῶν παραχωρητηρίων ἐγγράφων τῆς Μονῆς Ἀρετίου γιὰ βοήθεια τῶν ἀναγνωστῶν. Εὐελπιστοῦμε δέ, ὅτι ἡ ἐργασία μᾶς αὐτὴ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀποτελεῖ θετικὴ συμβολὴ στὴ γνώση τῆς παρουσίας τοῦ μοναχισμοῦ στὸ μικρὸ διαμέρισμά μας -τῆς Φουρνῆςκαθὼς καὶ τῆς προσφορᾶς του στὶς περιόδους ἐνετοκρατίας καὶ τουρκοκρατίας. 47

55 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ΕΝΕΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ( ) α) Ἱδρυτὲς μοναχοί των Ἱερῶν Μονῶν στὴν περιοχὴ Φουρνής. Ἐξετάζοντας κανεὶς τὴν ἱστορία τῆς Φουρνιώτικης περιοχῆς, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ νιώσει δέος καὶ ψυχικὸ ρίγος γιὰ ὅτι συνέβη σὲ αὐτὸ τὸν τόπο καὶ μένει σιωπηλός. Παντοῦ μνημεῖα, μοναστήρια ποὺ ἔλαμψαν κάποτε μὲ τὴν παρουσία τους, πέτρες ποὺ στέκουν ἀκόμα μέσα στὸ χρόνο, ξετυλίγοντας τὸ κουβάρι τῆς ἱστορίας του, χαλάσματα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ποὺ περιμένουν τὴν ἀναστήλωσή τους, ἕνας κόσμος ὁλάκερος ποὺ σὲ προκαλεῖ καὶ σὲ προσκαλεῖ συνάμα. Οἱ Φουρνιώτικοι τόποι λατρείας κατέχουν ἐξέχουσα καὶ προνομιακὴ θέση, εἶναι δὲ μοναδικό το φαινόμενο καὶ ὀφείλεται μεταξύ των ἄλλων στὸ γεγονὸς ὅτι τὰ μοναστήρια τῆς περιοχῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τόποι λατρείας καὶ ἄσκησης, ὑπῆρξαν γιὰ αἰῶνες καὶ τὰ καταφύγια τῶν κατοίκων ὅπου ἐκεῖ ἔβρισκαν τὴ γαλήνη καὶ τὴν παρηγοριά. Στὸ Κεφάλαιο αὐτὸ θὰ ἀναφερθοῦμε στοὺς κτήτορες καὶ στὸν ἀριθμὸ τῶν μοναχῶν της Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρετίου 57, τῆς πρώτης μονῆς τῆς περιοχῆς, τῆς πνευματικῆς μάνας ποὺ παραστέκονταν στοὺς ἀδελφοὺςμοναχούς των ἄλλων μοναστηριῶν ὁσάκις παρίστατο ἀνάγκη. Ἡ μονὴ ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Μάρκο Παπαδόπουλο, Κρητικὸ στὴν καταγωγή, ὀρθόδοξο Χριστιανό, τιμαριοῦχο τῆς περιοχῆς Φουρνῆς. Ὁ 57 Γιὰ τὴ Ἱερὰ Μονὴ Ἀρετίου ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸ συγγραφέα τοῦ παρόντος ἔργου σχετικὴ ἐργασία μὲ τίτλο «Συμβολὴ στὴν ἱστορία τῆς περιοχῆς Φουρνῆς Λασιθίου τῶν Ἱερῶν Μονῶν Ἀρετίου καὶ Καρδαμούτζας» τ.1, Φουρνή, 1994, καὶ γι αὐτὸ δὲν θὰ παραθέσουμε ἐδῶ ἱστορικὰ στοιχεῖα τῆς μονῆς. 48

56 Ἰωσὴφ Τζὲ(ς) καὶ ὁ Γερμανὸς Συναδινὸς εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ποὺ ἡγουμένευσαν καὶ στήριξαν τὸ μοναστήρι αὐτὸ τὴν περίοδο τῆς ἐνετοκρατίας ἀπὸ τὸ 1634 καὶ μετά. Ὁ δεύτερος ἡγούμενος τῆς Μονῆς θεωρεῖται ὁ τελευταῖος πρὸ τῆς τουρκοκρατίας, ὁ ὁποῖος σύντομα καὶ σαφῶς ἐκθέτει τὰ κατὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Μονῆς. Ἡ μοναχικὴ πολιτεία τοῦ Ἀρετίου θεωρεῖται ἀπὸ τὶς καλύτερες τῆς περιοχῆς, ἀφοῦ προικίστηκε ἀπὸ τοὺς δύο ἱδρυτὲς της τὸ πρώτον καὶ καλῶς κυβερνησθεῖσα ὑπὸ τῶν πρὸ τῆς τουρκοκρατίας δύο Ἡγουμένων του, Ἰωσὴφ Τζὲ μέχρι τοῦ 1634 καὶ τοῦ Γερμανοῦ Συναδινοῦ ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε αὐτόν. Ἡ μονὴ εὐπόρησε ἀρκετὰ, ὅπως δηλώνουν τὰ ἔγγραφα, καὶ κατόρθωσε νὰ συγκεντρώσει κτηματικὴ περιουσία σημαντικὴ μὲ ἀγορὰ νέων κτημάτων καὶ μὲ δάνεια τὰ ὁποῖα χορηγοῦσε σὲ εὐγενεῖς καὶ μή, καὶ μάλιστα μὲ καλλιέργεια καὶ φύτευση νέων δένδρων (ἐλαιόδενδρα καὶ ἀμυγδαλιές) καὶ μὲ κτηνοτροφία ποὺ γι αὐτὸ διέθετε ἐκτάσεις κατάλληλες. Μὲ τὴν εὐπορία της ἡ Μονὴ Ἀρετίου καὶ διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἡγουμένων της, κατόρθωσε μέσα σὲ λίγο χρόνο, ὅπως ἀναφέρουν τὰ ἔγγραφα, νὰ προσθέσει στὸν ἑαυτὸ τῆς ἑφτὰ (7) ἄλλα μικρότερα μοναστήρια μονύδρια, «διὰ τῆς ἀφιερώσεως τῶν ἱδρυτῶν καὶ τῶν κτητόρων των», τὰ ὁποῖα συγχωνευθέντα στὸ Ἀρέτι καὶ γενόμενα φυσικὰ μετόχια του, αὔξησαν τὴν περιουσία του. Εἶναι δὲ τὰ μονύδρια αὐτὰ δύο μὲν στὴν περιοχὴ Συρμέσου τῆς Ἁγίας Βαρβάρας καὶ Ἁγίου Ἀντωνίου, δύο στὸ Καρύδι, τοῦ Προφήτη Ἠλία καὶ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, δύο ἄλλα στὸν κάμπο τῆς Φουρνῆς εὑρισκόμενα ἀκόμα, τῆς Κυρίας Καρδιώτισσας Κυραπολίτισσας, τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τῶν Καλογράδων καὶ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς. Ἐξαίρεση στή συγχώνευση ἀποτέλεσε ἡ Ἱερὰ Μονὴ Καρδαμούτζας (Τίμου Σταυροῦ) διατηρώντας τὴν αὐθυπαρξία της. Οἱ μοναχοί της Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρετίου, ποὺ ἀποτέλεσαν τὴ μεγάλη ἀδελφότητα τῆς μονῆς, εἶναι: ὁ Γεράσιμος Ἀρχαύλης, λεγόμενος καὶ 49

57 «Ἤντρα Βενίρωντας» δηλ. οἰκονόμος τῆς Μονῆς. Ἡ λέξη εἶναι ἑνετικὴ intravegnir, ἰταλ. inter-venire= παρουσιάζομαι ὡς ἐκπρόσωπος. Ἄλλα ὀνόματα μοναχῶν: Ἀρσένιος Πεδιώτης, Ἰωαννίκιος Πεδιώτης, Νικόδημος Καλοχρυσός, Κοσμᾶς Βαρτσάγγης, Ἀκάκιος Ἁμαργιανίτης, Ἱερομόναχος Φιλόθεος (Μιζέρης), Κωνστάντιος Στριανός, Νικόδημος Βαρτζάγγης, Νεόφυτος Βαρτζάγγης, Ἰωαννίκιος Πατζούδης, Ἰωάννης Πατζούδης, Μακάριος Πατζούδης καὶ Νίφων Σιγανός, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὰ παραχωρητήρια ἔγραφα τῆς μονῆς χωρὶς νὰ ξέρομε ἂν ἦταν τρόφιμος αὐτῆς. Πάντως ἀνῆκε στὴν οἰκογένεια Σιγανῶν μὲ καταγωγὴ τὴν Κριτσὰ Μιραμπέλλου. Θεοδόσης Πεδιώτης Χαρόπουλος, Ἱερεμίας Ἱερομόναχος, Γιαννίδης Πεδιώτης, Διονύσιος Δρακοντόπουλος, Ἰωσήφ, Μάξιμος, Ξενοφῶν καὶ Ἰωαννίκιος ἢ Ἰωάννης Κατζαρᾶς, Τζανάκης Ροδοβᾶς διάκονος, Μερκούριος Πατζουδῆς, Μακάριος Στρουμπουλῆς, Μιχαὴλ Στριανὸς ἱερέας, Κωνστάντιος Στριανός, Γιάννης Χασάνης, Ἰωάννης Βαρτάτζης, Νικολὸς Ρότζης καὶ Νεόφυτος (καὶ οἱ δύο μοναχοὶ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Καρδαμούτζας), Ματθαῖος Παντουβᾶς ἱερομόναχος, Ἀκάκιος Ἀνυφαντὴς τοῦ Μιχάλη, Ἰμπουτζογιαννόπουλος μοναχός, Θεοδόσης Πεδιώτης Χαρόπουλος, (τῆς Μονῆς Προφήτη Ἠλία Καρυδίου) καὶ Μακάριος Λουντζέρης. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ μοναχοὶ ὑπηρέτησαν τὴ μεγάλη μονὴ τοῦ Ἀρετίου κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἐνετοκρατίας ἀπὸ τὸ 1634 καὶ μετὰ, μέχρι ποὺ ἡ Κρήτη ἄλλαξε ἀφέντη, τὸν Τοῦρκο, τὸ Συγκινητικὴ εἶναι καὶ ἡ διαθήκη τοῦ Μάρκου Παπαδόπουλου, ἰδρυτοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρετίου, ἡ ὁποία μὲ τὸ κείμενό της καταπλήσσει ὅλους γιὰ τὴ μεγάλη πίστη τοῦ ἄνδρα αὐτοῦ, δημοσιεύομε γιὰ τόνωση τῆς πίστεως τῶν ἀναγνωστῶν μας, τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔζησαν σὲ μιὰ περίοδο ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶχε ἀξίες πάνω ἀπ ὅλα καὶ ἡ ψυχὴ του ἦταν γεμάτη Θεό. Γράφει λοιπὸν στὴ διαθήκη του ὁ Παπαδόπουλος τοῦ «ποτὲ κὺρ- Γιώργη ὑγιής, κάμνω μὲ τὸ χέρι μου τὸν τεσταμέντον μου καὶ συγχωρῶ 50

58 ὅλων των χριστιανῶν καὶ παραδίδω τὴν ψυχή μου τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ» Τὸ πρῶτο στοιχεῖο τοῦ δωρητῆ αὐτοῦ, ποὺ εἶναι καὶ στοιχεῖο ὅλων των μοναχῶν δωρητῶν (βλ. κείμενα), εἶναι ἡ ὑγεία σώματος καὶ ψυχῆς γιὰ νὰ μπορέσει νὰ φτάσει κανεὶς στὴ συγχώρεση μὲ τοὺς συνανθρώπους του καὶ τὸ τέλος ποὺ εἶναι ὁ θάνατος καὶ ἡ παράδοση τῆς ψυχῆς στὰ χέρια τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ. Ἡ ταφὴ του -ὅταν κληθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ- κατὰ τὸ θέλημά του πρέπει νὰ γίνει κοντὰ στοὺς δικούς του, «στοὺς γονέους του» μὲ δέκα ἱερεῖς, καὶ ἡ ὅλη τελετὴ νὰ γίνει στὸ σπίτι καὶ ἀπὸ κεῖ στὴν ἐκκλησία, ὅπου καὶ θὰ ψαλλεῖ ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία. Ὅμως τὸ θέμα δὲν σταματᾶ ἐδῶ. Ἡ πέραν τοῦ τάφου ζωὴ εἶναι ἐκείνη ποὺ ἔχει ἀξία καὶ ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς, γι αὐτὸ καὶ ἀφήνει τοῦ ἐφημέριου ὁ ὁποῖος θὰ λειτουργεῖ ἐκεῖ (στὸ μοναστήρι τοῦ Ἀρετίου), δέκα μουζούρια σιτάρι γιὰ νὰ μνημονευτεῖ αὐτὸς καὶ ὅλη του ἡ οἰκογένεια. Ἀφήνει ἐπίσης χωράφια σαράντα μουζουριῶν μὲ πολλὰ δένδρα, ἕνα ἀμπέλι, ἕνα λιόφυτο καὶ μέλισσες καὶ ἄλλα «διὰ τὸ γουβέρνον ιβ καλογέρων εἰς κοινόβιον στὴν ὑποταγὴν τοῦ ὀσιώτατου Ἰωσὴφ Τζέ, τοῦ πνευματικοῦ μου μετὰ θάνατον, τοῦ ὁποίου νὰ διαλέγουσι ἀπὸ τοὺς ἴδιους καλόγερους ἄλλον ἡγούμενον» 58 κι ὄχι μόνο αὐτὰ ἀπὸ μέρους του, ἀλλὰ καὶ οἱ κληρονόμοι του καὶ οἱ διάδοχοί του εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δίνουν ἀπὸ τὴν περιουσία τους ἑκατὸ χρυσὰ (τζικίνια) γιὰ ἐξαγορὰ κάθε χρόνο δύο χριστιανῶν σκλάβων ἀπὸ τὰ χέρια τῶν τούρκων. Ὅλα νὰ γίνονται χωρὶς καθυστέρηση καὶ νὰ μὴν ἀφήνουν νὰ περάσει ὁ χρόνος. Παραγγέλει ἐπίσης ὅτι ἔχουν τὴν ὑποχρέωση -οἱ κληρονόμοι- νὰ προικίζουν καὶ νὰ παντρεύουν δύο φτωχὰ κορίτσια «καὶ νὰ βγάνουν ἀπὸ τὴ φυλακὴ πτωχοὺς χριστιανούς!». 58 βλ. ἔγγραφο Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρετίου ὑπ ἀριθμ. 77 Χριστ. Κρήτη, Α, σελ. 202,

59 Διὰ σκλάβους νὰ δίδουσι, νὰ παντρεύουσι δύο ἀνεκλύτους 59 ἤγουν νέας παρθένας 15) ὁπού νὰ μὴν ἤθελαν ἔχει ἄλλον μόδο ἢ νὰ βγάνουσιν ἀπὸ τὴ φυλακὴ χριστιανοὺς πτωχούς, κόντε τῶν σκλάβων» Ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῶν μοναχῶν του καταλόγου, ὁ Ἰωαννίκιος Πατζούδης εἶχε τὴν καταγωγὴ ἀπὸ τὸ Καστέλλι τῆς Φουρνῆς καὶ θεωρεῖται κτήτορας καὶ ἱδρυτὴς τῆς μονῆς Καρδιώτισσας (Κυραπολίτισσας) (1623). Ὁ Νικόδημος Καλοχρυσὸς ἀπὸ τὸ Καστέλλι, μοναχὸς στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, περιοχῆς Συρμέσου. Κτίζει κατὰ τὸ ἔτος 1550 τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο (Σύρμεσο), μονὴ τὴν ὁποία καθιστᾶ ἀργότερα γυναικεία μὲ πρώτη Ἡγουμένη τὴν ἀδελφή του Μαγδαληνή. Ὁ Ἀκάκιος Ἁμαργιανίτης ἀναφέρεται ὡς ὁ κτήτορας καὶ ἱδρυτὴς τοῦ μοναστηριοῦ καὶ αὐτός, τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου. Ὁ Ἰωαννίκιος καὶ Ἀρσένιος Πεδιῶτες ἀπὸ τὸ Κάτω Χωριὸ Φουρνὴς εἶναι ἀδέλφια κατὰ σάρκα καὶ κτήτορες τῆς μονῆς Ἁγίου Ἰωάννη (Σκουρά). Ἡ οἰκογένεια αὐτὴ «Πεδιώτη» ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν ἔδινε τοὺς ἱερεῖς τῆς Φουρνῆς οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσαν χρέη Νοταρίων 60 -Συμβολαιογράφων δηλ. στὴν περιοχή. Ὁ Γεώργιος Κατζαρᾶς, ἱερέας, μὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Ξενοφώντα καὶ Ἰωαννίκιο (μοναχοὺς) ἱδρύει τὸ μοναστήρι τοῦ Κεράμου - Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ Ὁ Ἱερομόναχος Μανασὴς Κατζαρᾶς θεωρεῖται 59 Ἀνέκλυτος κόρη= ἡ ἄγαμος, ἡ παρθένος κατὰ τὸ γλωσσικὸ ἰδίωμα τῆς Ἀνατολικῆς Κρήτης. Ἐκεῖνο ποὺ κινεῖ τὴν περιέργειά μας εἶναι πῶς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς -Μάρκος Παπαδόπουλος- ἐγνώριζε, ἔβλεπε ἴσως μακριά, τὸν καινούριο κατακτητὴ τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία δὲ θὰ ἀργοῦσε νὰ φανεῖ στὸ νησί μας. Ὁ ἴδιος πρέπει νὰ γνώριζε τὴν κατάσταση ποὺ εἶχε περιέλθει ἡ Ἐνετία, οἰκονομική, ἠθικὴ κ.λ.π. καὶ γι αὐτὸ σημειώνει πὼς πρέπει αὐτοὶ ποὺ θὰ χρησιμοποιοῦσαν τὰ χρήματα τῆς διαθήκης του, ἦταν καθῆκον τους νὰ πληρώνουν καὶ νὰ βγάζουν ἀπὸ τὴ φυλακὴ χριστιανοὺς φυλακισμένους! τοὺς ὁποίους εἶχαν συλλάβει οἱ Τοῦρκοι γιὰ τὴν πίστη τους στὸ Χριστό. 60 Οἱ Νοτάριοι ἔζησαν ἀπὸ τὸ , μέσα δηλ. σὲ 68 χρόνια κατὰ τὸ τέλος τῆς ἐνετοκρατίας καὶ ἀνέρχονταν στὸν ἀριθμὸ 17. Ἀπὸ τοὺς 17 συμβολαιογράφους δύο ἔμεναν στὸ Χάνδακα, ὁ Νικόλαος Πεδιώτης (βλ. ἔγγρ. XXVI) καὶ ὁ Giorgizen (ἔγγρ. VLIII), ἕνας στὴ Σητεία, ὁ Μάρκος Ἀντώνιος Στρατηγὸς (ἔγγρ. XLXVI). Οἱ ὑπόλοιποι νοτάριοι ἔμεναν Ἐλούντα, Μίλατο, Νεάπολη ἢ καινούριο χωριὸ τῶν Καρῶν, καὶ στὴ Φουρνὴ οἱ ὑπόλοιποι (7) ἑφτὰ τὸν ἀριθμό!! 52

60 κτήτορας καὶ ἱδρυτὴς τῆς μονῆς Καρδαμούτζας (κοιμήθηκε τὴν 19η Αὐγούστου τοῦ 1617 ἔτους). Ὁ Νεόφυτος Βαρτάγγης ἀναφέρεται ὡς ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καρδαμούτζας 61, ὁ δὲ Διονύσιος Δρακοντόπουλος ἀνῆκε στὴ Μονὴ Ἁγίας Φωτεινῆς 62. Γιὰ τὴν παλιὰ μονὴ μέσα στὸ σημερινὸ χωριὸ Δωριές του Σωτῆρος Χριστοῦ Μεταμόρφωση, δὲν ἔχουμε πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὸν ἱδρυτή της. Σήμερα εἶναι ἐνοριακὸς νεκροταφιακὸς ναός. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ γιὰ τὴν Παναγία τὴν Κορασανή. Ὁ Ἰωσὴφ Ἱερομόναχος, ὅπως γράφει σχετικὴ ἐπιγραφὴ στὴν εἰκόνα τοῦ τέμπλου, «ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ Δούλου σου Ἰωσὴφ Ἱερομονάχου Καθηγουμένου» (Α. ΩΚ ) θεωρεῖται ἱδρυτὴς τῆς μονῆς Μεταμορφώσεως Ἀγριλιᾶς στὸ χωριὸ Λούμα Μιραμπέλλου. Προφήτης Ἠλίας στὸ Σκινιὰ Μιραμπέλλου χωρὶς κτήτορα, τὸ ἴδιο καὶ τὰ μικρὰ μοναστήρια μονύδρια Ἁγίου Νικολάου στὰ Βλυχάδια, Μιχαὴλ Ἀρχαγγέλου, ἐρημητήρια Ἁγίου Ἀντωνίου, ὁ Μερκούριος Πατζούδης θεωρεῖται ἱδρυτὴς τῆς Μονῆς Ἁγίου Δημητρίου στὸ Σκινιὰ τὸ Προσπάθησε νὰ πάρει κοντά του τὸν ἀδελφὸ Ἀκάκιο Ὑφαντὴ μοναχό, ὅμως ἔφυγε ἀπὸ κοντά του γρήγορα (ἔγινε μάλιστα συμφωνία μαζί του σὲ Συμβολαιογράφο ἡ ὁποία ὅμως ἀκυρώθηκε ἀργότερα). Ὁ Ἀκάκιος κατέφυγε ἀργότερα στὴ Μονὴ Ἀρετίου. Τὸ κείμενο τῆς συμφωνίας μεταξύ των δύο αὐτῶν μοναχῶν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Κόπια ευγαλμένη από τζη άτους εμένα του κατο γεγραμένου νοδάρω αχλθ αυγούστου, Η Ἐστόντας καὶ ἐγὼ καλόγερος ἀκάκιος ἀνιφαντὴς ποτὲ μιλάχη καὶ νὰ ἐθέλαμε κάμει μία γραφὴ νοδαρηκὴ εἰς νοδάρον δάσκαλο γεώργη τζὲ μετασένα τὸν καλόγερον μερκούριον τὸν Πατζούδη ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ 61 βλ. ἔγγραφο Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρετίου ὑπ ἀριθμ. LXII. 62 γιὰ τὴ θέση τῆς Μονῆς οἱ γνῶμες διίστανται. Ἄλλος ἐρευνητὴς τοποθετεῖ αὐτὴ στὴν περιοχὴ «χῶρες» τοποθεσία κοντὰ στὴ Δρῆρο, καὶ ἄλλοι στὴ σημερινὴ θέση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. 53

61 Μεγάλου Δημητρίου τοῦ σκινιᾶ, ὁ διὰ νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ μετασένα εἰς τὸ μοναστήρη τὸ ἐδικό σου ἐσένα τοῦ ἀνόθεν μερκουρίου καὶ ἐγὼ ἦρθα καὶ ἐδοκίμασα καὶ ἤκαμα λυγάκι κερὸν καὶ δὲν ἐμπόρου νακάμο καὶ ἐμήσεψα καὶ γιὰ τοῦτο θέλω καὶ κάνω τὸ εἰστρουμέντο ἐκεῖνο κομμένο καὶ ἀνουλάδο ὀσάν ποτὲ νὰ μὴν ἤθελα γενὴ πρεζέντες καὶ ἐγὼ ὁ ἀνόθεν μαρκούριος καὶ βάνο καὶ ἐγὼ τὸ θέλημά μου νάνε κομένο ὀσᾶν ποτὲ νὰ μὴν ἤθελεν γενῆ μάρτυρες παρακαλετὰ καὶ τὰ ἑξῆς <ἀγγελὴς καλλιάκης νοδάρος πούλπηκος> Μετὰ τὸ 1645 τὸ μοναστήρι αὐτὸ δὲν ὑπάρχει στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας καὶ μᾶλλον ποὺ ἐντάχθηκε στὸ μεγάλο μοναστήρι τοῦ Ἀρετίου. Ὁ Γεράσιμος Μεγαλονᾶς, μοναχός, θεωρεῖται ἱδρυτὴς τῆς μονῆς Ἁγίου Ἰωάννου στὸ Βρουχὰ καὶ αὐτὴ ἡ μονὴ περιῆλθε στὴ μονὴ Ἀρετίου μαζὶ μὲ τὰ κτήματά της 63 β) Λόγοι δωρεῶν παραχωρήσεων πρὸς τὴ Μονὴ Ἀρετίου τῶν μοναστηριῶν τῆς περιοχῆς Φουρνῆς κατὰ τὴν Ἐνετοκρατία 1. Μαρτυρίες παραχωρητήριων ἐγγράφων. Οἱ πρῶτοι μοναχοὶ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρετίου Ἰωσὴφ Τζὲς καὶ ὁ μετὰ ἀπὸ αὐτὸν -διάδοχός του- Γερμανὸς Συναδινὸς ἦταν ἄνθρωποι μὲ δραστηριότητα καὶ προίκισαν τὴ μονὴ μὲ ἀρετές, περιουσίες σημαντικὲς 63 Σήμερα συναντᾶ κανεὶς τὴν ἐρήμωση παντοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἱερὰ μοναστήρια δὲν ὑπάρχουν παρὰ μόνο ἐρείπια καὶ τὰ καθολικά των, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δέχονται τὶς ἐπισκευαστικὲς μέριμνες τῶν πιστῶν κατὰ καιρούς. Δυστυχῶς τὸ νησὶ τῆς Κρήτης καὶ ἡ περιοχὴ ποὺ ἐξετάζουμε πέρασε μεγάλες περιπέτειες τῶν πρώτων χρόνων τῆς κατάκτησής του ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἦταν πράγματι ζοφερὰ αὐτὴ ἡ περιδοδος. Ἡ ἀνομία καὶ ἡ ἀδικία προσωποποίηση μέσα στὶς σκοτεινὲς ὑπάρξεις τῶν Ὀθωμανῶν. Γιὰ τὰ περισσότερα μοναστήρια τῆς Φουρνιώτικης περιοχῆς ἔχουν γραφεῖ εἰδικὲς μελέτες μὲ παράθεση σχετικοῦ ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ καὶ πλῆθος φωτογραφιῶν, παλαιοτέρων καὶ νεοτέρων, καλύπτοντας πιστεύομε ἔτσι ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἱστορίας τῆς Φουρνιώτικης περιοχῆς ἀπὸ τὸ συγγραφέα τοῦ παρόντος ἔργου, τὰ ὁποῖα καὶ κατατάσσει στὰ ἔργα «τῆς Φουρνιώτικης βιβλιοθήκης» (βλ. τόμ. 1-15) 54

62 καὶ ἀξιόλογες γιὰ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ (ἐνετοκρατία). Ἰδιαίτερα ὁ ἡγούμενος αὐτῆς Γ. Συναδινὸς, μὲ ἀγορὲς νέων κτημάτων καὶ δανείων ἐπικερδῶν τα ὁποῖα χορηγοῦσε στοὺς εὐγενεῖς καὶ μὴ, καθὼς καὶ μὲ τὴν πρόσθεση «εἰς ἐαυτήν» διὰ τῆς ἀφιερώσεως τῶν νέων ἰδρυτῶν καὶ τῶν κτητόρων τῶν μονυδρίων, τὰ ὁποῖα συγχωνευθέντα στὴ μονὴ Ἀρετίου καὶ γενόμενα μετόχια δικά του αὔξησαν κατὰ πολὺ τὴν περιουσία τοῦ μοναστηριοῦ. Εἶναι δὲ τὰ μοναστήρια αὐτὰ στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Φουρνῆς καὶ ἐντὸς αὐτῆς, ὅπως ἤδη ἔχουμε ἀναφέρει πιὸ πάνω (τοῦ τ. Δήμου Φουρνῆς). Τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ἡ μονὴ Ἀρετίου διατηρήθηκε ἀκέραια, καθὼς βρισκόταν σὲ μέρος ἀπόκεντρο, ἄνυδρο καὶ πετρῶδες, ἀκατάλληλο γιὰ τὴν παραμονὴ τῶν Τούρκων ἐκεῖ καὶ ἐπιπλέον λόγω τοῦ ἀπόκεντρου αὐτῆς δὲν προσήλκυε τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ἀπληστία τοῦ νέου κατακτητῆ. Καὶ ἕνα ἄλλο ὑπὲρ τῆς μονῆς ἦταν πὼς δὲν περνοῦσε ἀπὸ κεῖ ὁ μοναδικὸς δρόμος ποὺ ἕνωνε τὴ Φουρνιώτικη περιοχὴ μὲ τὰ ἄλλα χωριὰ τῆς ἐπαρχίας Μιραμπέλλου καὶ ὁδηγοῦσε στὸ φρούριο τῆς Σπίνα-Λόγκας, ὅπου ἐκεῖ εἶχε ἐγκατασταθεῖ τὸ ἀρχηγεῖο τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἐξακολούθησε σε ὅλη τὴν τουρκοκρατία νὰ εἶναι ἡ σημαντικότερη ἀπὸ τίς μονὲς τῆς ἐπαρχίας Μιραμπέλλου. Ἀκόμα καὶ οἱ ἐπίσκοποι Πέτρας τὴν εἶχαν ἐκλέξει ὡς θερινὴ ἐπισκοπική τους ἕδρα ἡ χειμερινὴ ἦταν στὸ ἐπάνω χωριὸ Φουρνής, καὶ μόνο μετὰ τὴ σύσταση τοῦ Νομοῦ Λασιθίου μὲ ἕδρα τὴ Νεάπολη μετὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1866, ἡ ἱστορικὴ ἐπισκοπὴ Πέτρα μετακόμισε στὴ σημερινὴ Νεάπολη. Πέρα ὅμως ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς δωρητές, ὑπῆρχαν καὶ μεμονωμένοι ἄλλοι χριστιανοὶ ποὺ δώριζαν «κομμάτια» ἀπὸ τὰ κτήματά των, ἢ μοναχικὰ δένδρα ὅπως 3-4 ἐλιὲς ἢ ἀμυγδαλιές κατὰ περίπτωση. Ἡ Κερὰ Μαθιά, χάριν λόγου, ἀφιερώνει γιὰ τὴν ψυχὴ της χωράφια στὴν περιοχὴ «Μορονικήτα» σύμφωνα μὲ τὸ παρακάτω ἔγγραφο: (ἔγγραφο ὑπ ἀριθμὸν XXVII). 55

63 «Κόπια εὐγαλμένη ἀπὸ τὸν λῆμπρον τῆς νωταρίας ἐμοῦ Γεωργίου Ἱερέως Πεδιώτι νωταρίου πούμπληκου αχκβ φευρουαρίου 1. Ἡ εὐγενέστατη ἀρχόντισσα Κερὰ Ματθεία (Μαθιὰ) γιαληνοπούλα χήρα ἀπὸ τὸν πότε ἀφέντη ληναρδὴ κουρήνω ἐπῆρεν καὶ ἐπαράλαβεν ἀπὸ τὸν πανοσιώτατον ἀφέντη κὺρ Ἰωσὴφ τζὲν καὶ ὑγούμενον τῆς μονῆς τοῦ ἀρετίου ὑπέρπυρα 100 ὑγουν ἑκατὸν καθὼς θέλει φανεῖ διαχηρὸς νωδάρου κὺρ γεωργίου τζὲν εἰς κερὸν καὶ ἡμέραν καὶ ὡσὰν εἰς ἐκείνων καὶ ὀδιαντανα ἤδωκεν ἡ λε/η (λεγόμενη) ἀρχόντισσα τοῦ ἀνόθεν ὑγουμένου να σκοδέρνη ἀπὸ ἐμοῦ τοῦ γράφοντος ἀπὸ τὰ τέσσερα κομμάτια τὰ χωράφια τζιμορονήκητας σιτάρι κουμουλάρι μ.1 ὕγουν ἕνα καθὼς φαίνεται διαχηρὸς νωδάρου κὺρ ἀγγελὴ καλλιάκη εἰς κερὸν καὶ ἡμέραν καὶ ὀσᾶν εἰς σεκείνω ἀκόμη τὴν σήμερον διαλαμβάνει ἕτερα ὑπερπυρὰ 50 ὕγουν πενήντα πρεζεντες ἐμένα καὶ τῶν γγατογεγραμένων (κάτω ) μαρτύρων γίνουνται ὅλα ὑπερπυρὰ 150 ὕγουν ἑκατὸν πενήντα καὶ αὐτὰ νὰ κρατῆ ἡ ἄνωθεν κεραματθιὰ νὰ τὰ γαλτέρνη ἕως νὰ ἤθελε καὶ ὁ ἄνωθεν ἀφέντης νὰ σκοδέρνη τὸ ἀνόθεν στάρι μ. (μουζούρι) ἕνα καὶ γιαγέρνοντας στὰ ὀπίσω νὰ μὴν μπορῆ νὰ τὸ σκοδέρνη πλέα. Μὰ νὰ εἶναι τότες εἰς τὴν ἑξὰ τῆς ἄνωθεν κυρᾶς ἐτζι εἶναι τὰ λε/» δίω μερὶ πρεζέντες καὶ κοτέντοι μαρτύροι παρακαλετοὶ καὶ τὰ ἑξῆς. Ὁ Μοναχὸς Ἰωαννίκιος Πατζούδης παραχωρεῖ τὸ μονύδριο Κυρίας Καρδιώτισσας στὸ Ἀρέτι, τὸ ὁποῖο εἶχαν οἰκοδομήσει μέλη τῆς οἰκογένειάς του, ὅμως ἡ πράξη αὐτὴ (συμβολαιογραφικὴ) ἀκυρώθηκε ἔπειτα ἐπιστρέφοντας καὶ πάλι ἡ μονὴ στοὺς κατόχους της, χωρὶς νὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ γνωρίζουμε τίποτα ἄλλο γιὰ τὴν ὑπόθεση αὐτή. Μᾶλλον ποὺ οἱ ὄροι παραχώρησης ἦταν ἀσύμφοροι γιὰ τοὺς παραχωρητὲς μοναχούς. Ἡ Πιάδα χωριατοπούλα παραχωρεῖ χωράφι 3 μουζουριῶν νὰ τὸ φυτέψουν οἱ καλόγηροι καὶ νὰ ζοῦν αὐτοὶ καὶ οἱ διάδοχοί των. Τὰ μοναστήρια Ἁγίας Φωτεινῆς καὶ Προφήτη Ἠλία στὸ Καρύδι παραχωροῦνται στὴ Μονὴ 56

64 Ἀρετίου, τὸ δεύτερο ἀπὸ τὸ μοναχὸ Θεοδόσιο Πεδιώτη στὶς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ Πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς συμφωνίας ὅπου ὁ Θεοδόσιος Πεδιώτης Χαρόπουλος ἀφιερώνει τὸ μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία τοῦ Καρυδίου στὴ Μονὴ Ἀρετίου, θέτοντας τοὺς παρακάτω ὅρους. α) Νὰ μονάζει στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου (Καρύδι) ποὺ εἶναι μετόχι τοῦ Ἀρετίου καὶ β) ἂν ἀποδιωχθεῖ χωρὶς λόγο καὶ ἀφορμὴ ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο, νὰ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πάρει πίσω τα μισὰ ἀπ τὰ δωρηθέντα (ἔγγρ. ὑπ ἀριθμὸν XCIV (94). Σημαντικὸς λόγος ποὺ πρέπει νὰ γίνει ἡ δωρεὰ αὐτὴ εἶναι ὅτι ὁ μοναχὸς αὐτὸς στὸ μοναστήρι τῆς μετανοίας του δέχεται καθημερινὰ ἐπισκέψεις ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάσει ὅπως ἐπιβάλλει ὁ μοναχικὸς κανονισμός. Παρακαλεῖ ἐπίσης πώς ἡ παραμονή του στὸ μεγάλο μοναστήρι τοῦ Ἀρετίου θὰ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ σώσει τὴν ψυχή του καὶ θὰ ἔχει μνημόσυνο αἰώνιον, καὶ θὰ «γροικᾶ» τὴ λειτουργία καὶ ὅλες τὶς μεγάλες ἀκολουθίες τοῦ χρόνου στὸ καθολικό της Μονῆς (βλ. ἔγγρ. ὑπ ἀριθ.xciv). XCIV 1640 οκτοβριου 15 στὸ μοναστίρι τῆς αγιας τριάδος ἀρέτι Εστοτας καὶ νὰ εκατίκα ὁ Θεοδόσης πεδιότις λεγόμενος χαρόπουλος ἠστὸ μετόχι κα(ρύδι) εἰς τὸν μέγαν ιλίαν καὶ νάχη σύνχυσες καθημέραν ἀπὸ τζι κοσμικοὺς καὶ δεν (πο)ρόντας νὰ ἠσυχάζυ κατὰ τὴν τάξιν ὁποῦ χροστοῦναι οἱ μοναχοὶ ἤρθε καὶ ἤβρικεν ἐμένα το γερμανὸ ἱερομόναχο καὶ ἡγουμενον τοῦ ἄνοθεν μοναστηρίου τοῦ ἀρετίου νὰ τὸν ἀπο(δεχτῶ) καὶ νὰ τόν συναριθμήσο μετὴν συνοδίαν μου διὰ τὸ καλύτερον τῆς ψυχῆς του καὶ διανάχη μνημόσυνον αἰώνιον ὀς λέγει ὁ ἄνοθεν Θεοδόσης ἔτησ τὸν ἐτζετάρισα δια νὰ μὴν παραβγὸ τὴν ἐντολὴν τοῦ Χυ ὀποῦ λέγι εἰς τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν εὐαγγέλιον τὸν ἐρχόμενον πρός με οὐ μι ἐκβάλο ἔξο καὶ διανα τοῦ δόσο πλιά σατισφατζιο (νὰ) μπορι νὰ στέκι πλέα με καλὴν 57

65 ορεξιν στὸ κινόβιον θέλονα παγη νὰ κατικίσι εἰς τὸν μέγαν ἀντώνιον στὸ καρίδι καὶ ναρχεται εἰς τὸ καθολικο μοναστίρι πασα σαβατοκύρακο νὰ γρικά (τὴν) λειτουργιαν καὶ ὀλες τζὶ μεγάλες ἀκολουθίαις τοῦ χρόνου καὶ ἀκριβὲς νὰ πὲρ(νη) γοβέρνο αραζὸ ἀποῦ πέρνουσι καὶ οἱ αλλοι μετοχάροι τοῦ μοναστιρίου καὶ διατὶ ἔχη κάμπι(αν) ἀμφιβολίαν μὴν πάγη ταχιὰ τὴν ἄλη ὡσὰν αλάξη ἡγουμενος νὰ μὴν τόνηθέλη καὶ βγάλη τον απτο ανοθεν καθισματάκη καὶ εδο δὲν τοῦ δίδη κομοτιτά ναμπορή νὰ στ(έκη) διὰ τοῦτο τοῦ γράφο ἔδοκάτο ὁτι πράμα ἤφερε ἔτζι στάμπελε οσα καὶ μομπελε καὶ αν τὸν αποβγάλη νάναι κρατημένος νὰ του δίδει ὀπίσο ὁτι πραμα ἤφεραι τὸ μησὸ ἀπὸ πάσα λογὶς καὶ πρότον εἶναι ἕνα κομάτι περβόλι στὸ καρίδι σύμπλια τοῦ ανοθεν μοναστιρίου ὁποῦ θέλη κατηκά τὸ οποῖον νὰ πέρνη ος τὴν ζωήν του καὶ ἀποθανοντάς του νάναι ἀφιερομένον στὸ καθολικὸ ος λέγει καὶ ηχεν το καὶ εἰς τὸ νοῦ του ἀπὸ προτήτερας νὰ τὸ ἀφήση διὰ μνημόσυνόν του βόδια γαϊδουρινα πρόβατα κριθαρι κουκιὰ ἀρακὰ λαθούρι ταγή ροβη τὰ ὀπία νὰ πέρνῃ ὄλλα τὰ μισα ος ἄνοθεν ἀνισος καὶ ἐγώ ὁ ἴδιος ἀλάξο γνώμη κόντρα του δίχος εὔλογον ἀφορμήνά τοῦ τα δίδο τὰ λεγώμενα μισὰ ος ἀνοθεν. ἑγὼ παπὰ νίκολος καλληβα ἁπτὸ καστέλι μιραμπέλο ἠγραψα τὴν παρουσαν μεθελιμα καὶ τον διο μερίδον (Δι ἄλλης χειρὸς κάτωθεν εὑρίσκονται τὰ ἑξῆς: ημε πρεζεντες και μαρτυρω τὰ ανωθε Θεοδόσης μὲ τὸ ωρα μιτροφάνη σκλάβο πρόβατα. Τοὺς παραχωρητὲς μοναχοὺς ἀπασχολεῖ τὸ πρόβλημα τῆς ζωῆς καὶ τῶν γηρατειῶν, καθὼς καὶ ὁ θάνατος τὸν ὁποῖο δέχονται μὲ τὴν πίστη προς ἐκεῖνον ποὺ πάτησε τὸ θάνατο, τὸν ἀρχηγὸ τῆς ζωῆς. Σὰν κτήτορες καὶ ἱδρυτὲς τῶν ἱερῶν μονῶν ποὺ ἀντιπροσωπεύουν ὁ καθένας ἀπ αὐτούς, τοὺς ἀπασχολεῖ ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα. Δὲν θέλουν νὰ μείνουν τὰ 58

66 θυσιαστήρια τῶν ἱερῶν Ναῶν (τὰ Καθολικά των μοναστηριῶν τους) χωρὶς ἱερουργούς, ἕνας λόγος παραπάνω ποὺ ζητοῦν τὴν προσάρτηση τῶν μοναστηριῶν τους στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἀρετίου. Ἄλλωστε οἱ φράσεις τῶν παραχωρητηρίων ἐγγράφων ὅπως, «νὰ ἱερουργεῖς», «νὰ μὴν ἔχει ἐφημέριο τό μοναστήριον», «νὰ εἶναι ἀκέφαλον», νομίζουμε πὼς εἶναι δηλωτικά της ἀγωνίας τῆς μοναχικῆς κοινότητας ὁλοκλήρου της περιοχῆς τῆς Φουρνῆς. Χρέος καὶ ὑψηλὸ καθῆκον τοῦ Ἡγουμένου Ἰωσὴφ Τζέ, μετὰ τὴν προσάρτησή τους στὸ μοναστήρι του, ἦταν ἡ συνεχῆ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας στὰ θυσιαστήρια τῶν Ἱερῶν Ναῶν τους. Ὁ Νικόδημος Καλοχρυσός, Κτήτορας τῆς Μονῆς Ἀντωνίου (Σύρμεσο) παραχωρεῖ τὸ μοναστήρι του στὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ἀρετίου Ἰωσὴφ Τζέ, ὑπὸ τὸν ὄρο νὰ διατηρεῖ αὐτὸν ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ὅπως καὶ ὁ μοναχὸς Ἀκάκιος ποὺ ζητᾶ νὰ τὸν διατηροῦν στὴ ζωή. (ἔγγρ. XI καὶ XII). ἐξουσιαστικό σου ἐσένα καὶ τῶν διαδόχων σου (Ἡγουμένων τοῦ Ἀρετίου) εἰς τοὺς αἰώνας νὰ τὸ ἔχης καὶ νὰ τὸ κονσερβάρης ἀπὸ τὴν σήμερον νὰ τὸν ἔχης τοῦ μόδου σου καὶ τοῦ λογαριασμοῦ σου (βλ. ἔγγραφον). XII Κόπια εὐγαλμένοι ἀπὸ τὸν λῆμπρον τῆς νοταριας τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ἐμοῦ Ἰωάννου Ἱερέως Κατζαρὰ αχιβ οκτομβριου.ι. Φανερὸν κἅμνο ἐγὼ ἀκάκιος μοναχός τό κατὰ κόσμον ἁμαργιανήτης υἱὸς ποτὲ ἰωανηκίου οἰκὸν καὶ ευρησκόμενος ἐν τί μονῆ τοῦ μεγάλου ἀντωνίου εἰς τόπον καλούμενον καρίδι ἐν τί περιὁχὴ τοῦ καστελίου τῆς φουρνῆς ὤτι μὲ δύναμιν τοῦ παρόντος φανεροῦ εἰστρουμέντου δίδο καὶ κοντζενδέρο καὶ εἰς γονηκὸν ἐώνηον χαρτόνο τὸ παρὸν μοναστήριον ἤγουν τὸν μέγαν ἀντόνιον μὲ ὅλην του τὴν μπαρτινέτζιαν, λέγο ἐκκλησίαν κελία περιβόλια 59

67 καθὸς εὐρήσκεται ἐσένα τοῦ ὀσιωτάτου ἱερομονάχου καὶ πνευματικοῦ παπά Κὺρ Ἰωσῆφ τζὲ καὶ οἱγουμένου τῆς ἁγίας τριάδος τοῦ ἀρετίου νὰ τὸ ἔχεις καὶ νὰ τὸ κηρηεύη(ς) ἐωνίως ἐσὶ καὶ ὄπιος ἡγούμενος θέλει ἥστε εἰς τὸ λε/ον ἀρέτιον τὸ οπίον νὰ ἕχετε νὰ κυριεύητε να ἀγομεντάρετε καὶ ὅλη ναντεσγομεντάρετε νὰ ἐορτάζετε καὶ νὰ ἐφημερεύητε κατὰ τὰ ὅρδινε τῆς Ἱερᾶς τάξεως πάντα ἀληθινὰ να ἤστε ὀμπληγάδη νὰ δίδετε καὶ νὰ πληρόνετε τὸν εὐρησκόμενον κἀβαλάρον κὺρ τζόρτζη μπὸ καὶ μισὲρ φραντζέσκο κονταράτο καὶ τὸν διαδόχον τος τὸν καθέκασθον χρόνον σιτάρι μ(ουζούρια) τέσερα καὶ τὸ τρίτο ἀπώτι ξηλοκαρπία κἅμι καὶ ἐμένα ἀληθινὰ νὰ ἔχετε τὴν ἔγνια μου ἀπὸ τὴν σήμερον καὶ ὀμπρῶς Ἔως ὅλην μου τὴν ζὀὴν ησὲ ζοοτροφία εντιμασα καλήκοσι ὅσον κατὰ τὴν ἐμὴν διάνιαν καὶ μετὰ τὸν θάνατον μου τον ενταφιάσε καὶ μνιμονεύσε κατὰ τὴν τάξιν τὸν μοναχὸν καὶ ούτος ἥμε κοτέντος ἀπὸ τὸ ἅλον ἐγὼ ὁ ἄνωθεν ιερομοναχος ἰωσῆφ τζὲς καὶ οἰγούμενος πρεζέντες καὶ κοτέντος εἰς μόδους καὶ τρόπους ὄς ἄνωθεν μαρτύροι παρακαλετοὶ καὶ τὰ ἑξῆς. Μία περίπτωση δυστροπίας ἀπὸ τὸν μοναχὸ Νικόδημο Καλοχρυσὸ συναντᾶ κανεὶς στὶς δοσοληψίες μεταξύ των μικρῶν μοναστηριῶν καὶ μονῆς Ἀρετίου. Πρόκειται γιὰ τὸ κείμενο τοῦ ἐγγράφου (LXV=65) στὸ ὁποῖο φαίνεται ὁ εὐμετάβλητος, δύστροπος καὶ ἀπαιτητικὸς χαρακτήρας τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ. Ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τοῦ μοναστηριοῦ Ἀρετίου «νὰ τόνε γουβερνάρη εἰς τὸ κελήν του...» σὲ ψωμί, τυρί, λάδι καὶ ὅτι ἄλλο τοῦ χρειάζεται. Ὁ μοναχὸς αὐτὸς ἀπὸ τὸ ἔτος 1608 εἶχε ἐκχωρήσει τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου (περιοχὴ Συρμέσου) στὸ Ἀρέτι σύμφωνα μὲ τὸ ἔγγραφο (XI) τοῦ ὁποίου τὸ κείμενο παραθέσαμε. Τὸ μοναστήρι αὐτὸ μετὰ 9 ἔτη παραχωρεῖ στὴν ἀδελφή του Μαγδαληνὴ ἡγουμένη γιὰ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ὡς γυναικεῖο μοναστήρι, ὑπαγόμενο βέβαια στὴ Μονὴ Ἀρετίου. Κάποια ὅμως δυσαρέσκεια μεταξύ του Νικόδημου Καλοχρυσοῦ καὶ Ἰωσὴφ Τζὲ ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ἀρετίου τὸν ὑποχρεώνουν νὰ φύγει ἀπὸ 60

68 τὸ Ἀρέτι καὶ νὰ πάει στὸ Χάνδακα (Ἡράκλειο), ὅπου ἐκεῖ παρέμεινε γιὰ 40 μέρες στὸ σπίτι τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Φραγγιᾶ Καλοχρυσοῦ, ὅπου ἐκεῖ μὲ τὸ νέο συμβόλαιο δωρίζει τὸ μοναστήρι τοῦ (Ἅγιο Ἀντώνιο) σ ἐκεῖνον, τὸν Φραγγιὰ δηλ. Ὅταν ὅμως ἔγινε νέος ἡγούμενος στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἀρετίου ὁ Γερμανὸς Συναδηνὸς καὶ φυσικὰ δὲν ὑπῆρχαν οἱ λόγοι ποὺ ἀνάγκασαν τοὺς δύο ἄνδρες νὰ ψυχρανθοῦν, μετανοιώνει πάλι καὶ μὲ ἄλλο ἔγγραφο ἀκυρώνει τὴ δωρεὰ πρὸς τὸν ἀνεψιό του καὶ ἀφιερώνει ξανὰ τὸ μοναστήρι του στὸ Ἀρέτι, θέτοντας βέβαια λεπτομερεῖς ὅρους τῆς καλῆς συντήρησής του ἀπὸ τὴ μονή. Πολὺ πιθανὸν ὁ προηγούμενος Ἰ. Τζὲς δὲν ἐτέλεσε ὅλους τους ὅρους ποὺ ἔθεσε ὁ δωρητὴς στὸ μοναστήρι του Καλοχρυσὸς καὶ αὐτὸ νὰ στάθηκε ἡ αἰτία δυσαρέσκειάς του μὲ τὴ φυγή του ἀπὸ τὴ μονὴ Ἀρετίου καὶ φυσικὰ τὴν ἀκύρωση τῆς δωρεᾶς του. Ὁ Στέφ. Ξανθουδίδης σημειώνει σχολιάζοντας τὸ θέμα αὐτὸ καὶ γράφει σχετικά: «ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἐξάγεται ὅτι ὁ καλόγηρος θὰ ἦτο ἀρκετὰ δύστροπος καὶ ἀπαιτητικός, καὶ πολὺ εὐκόλως μετέβαλλε γνώμην, ἐξ ἄλλου ὅμως φαίνεται ὅτι καὶ ὁ Ἡγούμενος Τζὲς δὲν παρεῖχε τὴν δέουσαν περιποίησιν εἰς τὸν μοναχόν». Σημειώνει ἐπίσης ὁ ἐρευνητὴς ὅτι στὸ ἔγγραφο αὐτὸ καταγράφονται μὲ κάθε λεπτομέρεια ὁ κανονισμὸς συντήρησης καὶ δίαιτας τοῦ μοναχοῦ, καὶ δὲν παραλείπει νὰ τονίσει ὅτι οἱ λεπτομέρειες αὐτὲς δίδουν σαφῆ ἰδέα τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν μοναχῶν. Ἄλλοι ἀρκοῦνται στὸ νὰ κατηγοροῦν τοὺς μοναχοὺς γιὰ τὴν ἀπαίτησή τους πρὸς τὴ μονὴ γιὰ καλὴ ζωή. Μὰ δὲν ζήτησαν ποτὲ τοὺς τίποτα παραπάνω οἱ μοναχοὶ ἀπ ὅτι χρειάζονται γιὰ νὰ ζήσουν, μὲ τὰ δεδομένα βέβαια τῆς ἐποχῆς. Ἕνα καινούριο ράσο ὅταν θὰ πάλιωνε αὐτὸ ποὺ φοροῦσαν ζητοῦσαν, ἕνα ζευγάρι ὑποδήματα (καλίκωση), ἕνα ποτήρι κρασὶ στὸ φαγητό τους, καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ θ. λατρεία ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω. 61

69 Ὅταν τὰ ἔγγραφα ἀναφέρουν τὴ φράση «φαγητοπιοτὸ» δὲν ἐννοῦν τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα πιάτο φαγητὸ καὶ ἕνα ποτήρι κρασί. Τὰ φαγητὰ ἦταν λιτά, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοπικὰ δηλ. κουκιά, ρόβι, λαθούρι, κριθαρόψωμο, ἄντε καὶ κανένα «σίγλινο» χοιρινὸ στὸ «κουρούπι». Δὲν χρειάζεται λοιπὸν νὰ συγκρίνουμε τὴν ἐποχή μας μὲ αὐτὴ τοῦ 16ου αἰώνα. Θὰ ἦταν προσβολὴ στὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἡ δὲ «φαγοπιοτούρα» ἔχει στὴν Κρήτη τὴ σημασία τοῦ φαγητοῦ καὶ πιοτοῦ καὶ ὄχι τῆς ὑπερβολικῆς κατανάλωσης φαγητοῦ. Καμία σχέση μὲ τὸ φαγοπότι, τὸ ὁποῖο στὶς μέρες μας ἔχει ἐντελῶς μιὰ ἄλλη σημασία, τῆς κοιλιοδουλείας. Ἐκτός των ἄλλων ὅρων ποὺ θέτουν οἱ δωρητὲς μοναχοὶ στὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ἀρετίου, δηλ. διατήρηση στὴ ζωὴ «ζωοθροφία» ὅπως ἀναφέρουν, προσοχὴ καὶ συντήρηση τῶν κτισμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἀνήκουν ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς στὴ μεγάλη μονή, λειτουργίες στὰ καθολικά των μοναστηριῶν τους, «νὰ ἱερουργᾶς καὶ νὰ ἦνε ἐξουσιαστικό σου ἐσένα καὶ τῶν διαδόχων σου εἰς τοὺς αἰώνας» «νὰ ἔχετε τὴν ἔγνια μου, σημειώνει ὁ Ἀκάκιος μοναχὸς κατὰ κόσμον Ἁμαργιανήτης υἱὸς ποτὲ Ἰωανηκίου, ἀπὸ τὴν σήμερον καὶ ὀμπρῶς ἕως ὅλην μου τὴν ζοὴν ησὲ ζοοτροφία εντιμασα καληκοσι ὅσον κατὰ τὴν ἐμὴν διανιὰν καὶ μετὰ τὸν θάνατόν μου του ενταφιάσε καὶ μνιμονευσε κατὰ τὴν τάξιν τὸν μοναχῶν» Ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα εἶναι ἡ συνεχῆ μνημόνευση μετὰ τὸ θάνατό τους. Παρακαλοῦν νὰ μνημονεύονται ἀπὸ τοὺς ἱερουργούντας ἱερομονάχους εἰς τὸ ἄνοθεν μοναστήριον (τῆς Ἁγίας Τριάδος Ἀρετίου) καθὼς καὶ οἱ γονεῖς των. Ὁ Τζώρτζης Καριστινὸς σημειώνει στὸ δωρητήριό του: «ἀποθανόντος μου ἐγὼ διὰ τὴν ψυχήν μου θέλω ἀφήσει τὸ περβόλι, σπίτι καὶ σπίτια» καὶ σὲ ἄλλο, ὁ Νικόδημος Καλοχρυσὸς κάτοικος Φουρνὴς παραχωρεῖ τὸ μοναστήρι του τὸ ὁποῖο οἰκοδόμησε μὲ δικά του 62

70 ἔξοδα καὶ πολὺ κόπο,» γιὰ νὰ ἔχη τὸ λεγόμενον μοναστήριον ἐφιμέριο καὶ νὰ ἱερουργεῖς (ἐσὺ κὺρ Ἰωσὴφ τζέ, ἀναφερόμενος στὸν Ἡγούμενο αὐτοῦ. Τὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόμου (Σκουρά) τοῦ ὁποίου κτήτωρ εἶναι ὁ Ἀρσένιος Πεδιώτης, παραχωρεῖται καὶ αὐτὸ μὲ ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα στὴ μονὴ Ἀρετίου μὲ τὸν ὄρο νὰ διατηρεῖ αὐτὸν «καλῶς» μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. XI Κόπια εὐγαλμένη ἀπὸ ἀλη κόπια τοῦ παπᾶ Κὺρ Γεώργη νοταρίου παιδιότη 1608 Ἰουλίου 17. Ἔστοντας ἐγὼ νικόδημος καλοχρυσὸς ποτε κόστα ἀποὺ τὸ χωρίον καστέλι τζὶ φουρνῆς κατοικούμενος τὴν σήμερον εἰς τὸ μοναστήριον ὁποῦ ἐγὼ ἐκοπίασα καὶ ἤκτισα εἰς τόπον ὀνομαζόμενον σήμερσο τὸν ναὸν τοῦ μεγάλου ἀντωνίου μὲ κόπους καὶ ἔξοδες ἐδικές μου ὡς φαίνεται τὴν σήμέρον ἡμέραν μὲ δύναμιν τοῦ παρόντος φανεροῦ ἰστρουμέντου στάντες καὶ νὰ εὑρίσκομε μοναχὸς ὡς ἄνωθεν ἠθέλησα νὰ κάμο μπενεφίτζιο ἐμένα καὶ τῶν διαδόχων μου παντοτινὸ αἰώνιον καὶ νὰ μὴν ἔχη τὸ λε/ον μοναστήριον ἐφιμέριο ἐθέλησα νὰ κάμο καὶ ἐπαρακάλεσα ἐσένα τὸν ὀσιότατον Κὺρ ἰωσὴφ τζὲ ἀπὸ τὴν μονὴν τῆς ζοαρχικῆς Τριάδος ἀπὸ τὸ ἀρέτι νὰ ἐμπορης νὰ ἔχης ἐξουσίαν εἰς τὸ λε/ον μοναστήριον νὰ ἱερουργᾶς καὶ νὰ ἤναι ἐξουσιαστικό σου ἐσένα καὶ τῶν διαδόχων σου εἰς τοὺς αἰῶνας νὰ τὸ ἔχης καὶ νὰ τὸ κονσερβάρῃς ἀπὸ τὴν σήμερον νὰ τὸ ἔχης τοῦ μόδου σου καὶ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ ἐδικοῦ σου καὶ εἰς ὅτι ἐγὼ τὴν σήμερον εὑρίσκομαι ἔτζι στάμπελα ὡσὰν καὶ μόμπελε μὲ δεντρὰ καὶ μὲ ὅλα του τὰ δικαιόματα ἀμπέτζι(ἒς) παρτινέντζιες του νὰ τὸ ἔχης καὶ νὰ τὸ κρατής ὡς καθὼς ὁρίζη ἡ τάξης τῆς καλογερικῆς καὶ νὰ ἦναι ἐν τῇ ἰδία σου βουλήσει ὡς καὶ πνευματικός μου ὁποῦ ἦσαι στάντες καὶ νὰ ἤναι ἀκέφαλον τό ἄνωθεν μοναστήριον κήτε εἰς τόπον τοῦ εὐγενοῦς ἄρχου μισὲρ (Ἀν)δρέα μπαρμπαρίγο καθὼς φαίνεται χαρτομένον τζὶ

71 δικεμπρίου 15 καὶ ἀπὸ τὸν παρόντα χρόνον μάρτης τζί ἀπὸ τὸν Κὺρ μανόλη κουδουμνὴ τζὶ 1595 μαρτίου 31 ἀπὸ τὴν κερὰ μπέλα καριστηνοπούλα καὶ εἰς τζὶ 1604 ἰανουαρίου 4 ἀπὸ τὸν μισὲρ τζόρτζη τζὲ γραματικος τοῦ ἐκλαμπροτάτου ἀφέντη τζόρτζη μπαρμπαρίγου καὶ ὡς εἰς αὐτὰ νὰ ἀγομεντάρις καὶ νὰ ντεζογομεντάρης ὡσὰν (κεφαλ(ή) καὶ πρᾶγμα ἴδιον καὶ καθολικὰ ἐδικόν σου καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν (σήμερον ὑποτακτικός. ὡσὰν καὶ πνευματικός μου ὁποῦ εἶσαι ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἔμπροσθεν μετὰ τοῦτο νὰ εἶσαι κρατημένος ἐσὴ ὁ ἄνωθεν νὰ μὲ (γοβερνάρης) εἰς ὅλην μου τὴν ζωην εἰς ὅτι θέλη ἡ τάξις τῶν καλῶν μοναχῶν ἔτις ἀπὸ ζωὴ ὡσὰν καὶ (ἐν)τημασὰ καὶ εἰς τὸν κερὸν τῆς θανῆς μου νὰ μὲ ἐνταφιάσης ἔνθα βούλεσαι καὶ νὰ ἤσαι κρατη(μένος) νὰ μὲ μνημονεύγης εμένα καὶ τοὺς ποτέ μου γονέους εἰς αἰώνας αἰώνων ἀκόμη θέλο καὶ εἰς κανένα κερὸν ἤθελε φανή καμμία γραφὴ ἢ καὶ γραφὲς δια τὸ λε/ον μοναστήριον νὰ ἦναι κομένες καὶ ἀνουλάδες ὡσὰν νὰ μὴν ἤθελεν γενή καὶ αὐτώ τὸ λε/ον μοανστήριον νὰ ἤναι τζὶ κυριότητά σου ὡς ἄνωθεν καὶ ἰσκανένα καιρὸν ὁποῦ εὑρεθῆ τινὰς ἀπὸ τὸ μέρος μου ἢ ἀπὸ ἄλον μέρος ἐναντιότητα ζημιοῦται καὶ ἐν τῇ κουμούνι τῆς ἐκλαμπροτάτης μας ἀφεντίας εἰς πένα δουκάτα 100/ καὶ τὸ παρὸν ἔσται στερεὸν καὶ βαίβεον ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ ἐν παντὶ νόμῳ καὶ δικαστηρίω ὃ καὶ γέγραπται ἐνώπιον των ὧδε καὶ παρακαλετῶν μαρτύρων μάρτυρες παρόντοι καὶ τὰ ἑξῆς Τόσο τὸ παρὸν συμβόλαιο (XI), ὅσο καὶ τὸ μὲ ἀριθ. (XII), πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζονται οἱ τίτλοι τῶν κτημάτων τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου (Καρύδι) θεωροῦνται ἀπὸ τὰ παλαιότερα ἔγγραφα ποὺ ἐσώθηκαν, τὸ πρῶτο τοῦ 1591 Δεκεμβρίου 15 καὶ τὸ δεύτερο τοῦ 1595 Μαρτίου 31. Τὸ ρ. χαρτώνω εἶναι λέξη μεσαιωνικὴ καὶ ἔχει τὴ σημασία «δι ἐγγράφου συμφωνείν» το δὲ «χάρτωμα» λέγεται ἡ ἔγραφη συμφωνία, τὸ συμβόλαιο. Σὲ περιοχὲς τῆς Κύπρου καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ἡ λέξη ἔχει τὴ σημασία τῆς μνηστείας (βλ. Σάθα Μεσσαιν. Βιβλιοθ. VI σελ. 116, 117, καὶ Στ. Ξανθουδίδη, «κρητικὰ Συμβόλαια ἐνετοκρατίας , μετατύπωση ἐκ τῆς Χριστ. Κρήτης, ἔτος Α, τεῦχος ΑΒ, Ἡράκλειο 1912, σελ ). 64

72 Οἱ μοναχοὶ ὅλων των ἱερῶν μονῶν τῆς Φουρνιώτικης περιοχῆς τὴν περίοδο αὐτὴ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ πρόσφεραν τὸν ἑαυτό τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὅσο καὶ νὰ μὴ θέλουν νὰ τὸ πιστέψουν οἱ διάφοροι κατὰ καιροὺς ἐπικριτές των. Κι αὐτὴ τους τὴν προσήλωση καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸ Θεὸ τὴ συναντᾶ κανεὶς μελετώντας τὰ κείμενα τῶν παραχωρητηρίων ἐγγράφων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρετίου, προκαλώντας συγκίνηση μὲ τὸ ἁγνὸ καὶ ἀγαθὸ σκεπτικό τους, γιὰ τὴ ζωὴ γενικά, καὶ γιὰ τὸ ἔργο ποὺ ἔθεσαν γιὰ τοὺς ἑαυτούς των ποὺ συνοψίζεται σὲ δύο λέξεις «θυσία», «προσφορά». Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε ἕνα τέτοιο κείμενο συμβολαίου τὸ ὁποῖο συνέταξε ὁ Ἰωαννίκιος Πεδιώτης τὸ (1590), μὲ τὸ ὁποῖο παραχωρεῖ τὸ «μοναστήριόν του» (Ἁγ. Ἰωάννη στὸ Σκουρᾶ) στὸν ἀδελφό του Ἀρσένιο μὲ τὴν παράκληση νὰ προσέχει τὰ δωρηθέντα σ αὐτόν, νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὰ πουλήσει καὶ ὅταν πιὰ θελήσει νὰ τὰ δώσει, «ἀς ταφίσι καὶ να ταδόσι ὅπου του θέλι φανί». «Ἐπιδὴ οὐδεὶς ἠμὸν τῶν ἀνθρώπων εἰδε τὴν ὅραν καὶ τὴν (στιγμὴν τῆς) αὐτοῦ τελευτῆς. Ετούτου κατανοῶν βάλο ἐγὸ Ἰωανίκιος Πεδιώτης τοῦ ποτε λέω (κα)τηκούμενος εἰς τὸν μέγαν Ἰωάννην στὸ σκουρὰ ἀστενὴς ὑπάρχον τὸ σόματι ἰγιὺς δὲ τὸν νούν, καὶ τὰς φρένας μου σόας φοβιθίσομε μιπος καὶ εὐνίδιος ἔλθι ὁ θάνατος καὶ διαπλάσι με εμήνουσι τὰ ἐμά πάντα καὶ εἰ ψυχή μου ἀδιόλθοτος διατοῦτο ἐπροσκάλεσα πρὸς με τον ηπάρχοντα νοτάριον καὶ τοὺς αξειοτάτους μαρτύρους ἀπε μου παρακαλεσμένους ὥπος διατης τουτου γραφής διαθισο πάντα ὅσα εὑρισκομε (ἔχων) ὀσάν καὶ οτι με ἀνιμένι κηνιτὰ καὶ ακηνιτα. Ἐν πρώτοις ἀφήνω του Παναγάθου Θεοῦ τὴν ταπινή μου ψυχὴν ἔτη θέλο καὶ ἀφήνο δυα ἐπίτροπον καὶ κομεσάριον (μου) πιστον τον ἀδελφό μου τὸν κὺρ ἀρσένιον να κάμι καὶ νὰ διαθέσι ὀσάν ἐγὸ διατάττω εἰς τὴν μπαροῦσα μου διαθίκι Καὶ τὸν μέγαν Ἰωάννην νὰ ἔχη νὰ κρατή, καὶ νὰ τὰ ποσεντέρει δια ὕδια. Καὶ μὲ τούτη την αγοτζετζιὸ ἀπὸ στάμπελε νὰ μὴν 65

73 μπορὶ νὰ πουλήσι μαναμπορὶ νὰ ταφίσι καὶ νὰ ταδόσι ὅπου του θέλι φανί». Ὁ μοναχὸς Ἰωαννίκιος φοβᾶται μήπως ἔρθει ὁ θάνατος ξαφνικὰ καὶ τὸν διαλύσει καὶ μείνει ἡ ψυχὴ τοῦ ἀδιόρθωτος, κάτι ποὺ δὲν ἐπιθυμεῖ, γι αὐτὸ τώρα ποὺ ἔχει «σώας τὰς φρένας» -εἶναι καλὰ στὰ μυαλά του, θέλει νὰ γράψει ὅτι ἔχει στὸν ἀδελφό του Ἀρσένιο. Τὸ συγκινητικό του ἐγγράφου εἶναι πώς, πρῶτα ἀφήνει τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ τὴν ταπεινή του ψυχὴ καὶ ἔπειτα ὅλα τα ἄλλα ἐκεῖ ποὺ θέλει καὶ ἐπιθυμεῖ. Ἐὰν αὐτὸ δὲν εἶναι ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ πίστη μεγάλη πρὸς Αὐτόν, τί ἄλλο μπορεῖ νὰ εἶναι; Ἡ δίψα τῶν μοναχῶν καὶ ἡ κατάκτηση τῆς τελειότητας εἶναι πολὺ συγκινητικὸ, μὰ πιὸ συγκινητικὸ εἶναι ἡ εἰρηνικὴ διαβίωση τῆς ἀδελφότητας, τόσων ψυχῶν σὲ ἕνα μικρὸ χῶρο, μιὰ ζωή, ἐπὶ αἰῶνες, σὲ μιὰ πορεία συνάντησης μὲ τὸ Θεὸ μέσα σ ἕνα οἰκουμενικὸ πανηγύρι. Τὰ ἀρχονταρίκια τῶν μικρῶν μοναστηριῶν τους ὑποδέχονταν τοὺς ἐπισκέπτες 65 κι ἐκεῖνοι ἔφευγαν ἥσυχοι μὲ γαληνεμένη τὴν ψυχὴ γιὰ νὰ ξανασάνουν ἐλεύθερα ἂν καὶ ὑπόδουλοι, θαρρετά, κι αὐτὸ γιατί ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι κάποια στείρα νομοθεσία, σκέτη ἠθική, τέλεση φθαρμένων ἀπ τὴν ἐπανάληψη ἀνούσιων μηχανισμῶν, ἀλλὰ τρόπος ζωῆς, στάση ζωῆς, χαρὰ καὶ χάρη, νίκη τῆς φθορᾶς, εἴσοδος διὰ συμβόλων στὴν οὐσία, ὁδὸς θεώσεως, σὲ πίκρα τῶν ἐπικριτῶν τοῦ μοναχισμοῦ. Τοῦτοι οἱ μοναχοί μας, φτωχοντυμένοι καὶ κακοπερασμένοι, φτωχοί, πλούσιοι ὅμως σ ὀμορφιὰ καὶ λεβεντιὰ στὴ στάση τοῦ πνεύματος, ἀγαθοὶ στὴ ματιά, ἀγέραστοι καὶ ἀκούραστοι, ὑπομονετικοὶ ἔχοντας ὑποτάξει τὸ χρόνο πορεύονταν μέσα στὰ κακοτράχαλα πετρώδη μέρη τῆς Φουρνιώτικης περιοχῆς κοροϊδεύοντας τὸ θάνατο, ἔχοντας ὅμως τὴν 65 λέγεται πώς ὅσοι προσκυνητὲς ἢ ἐπισκέπτες πήγαιναν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Καρδαμούτζας περνοῦσαν τόσο καλὰ ἀπὸ τὴ φιλοξενία τῶν μοναχῶν, ὥστε ἔφευγαν «καρδαμωμένοι» - εἶχαν φάει καλὰ δηλ. καὶ γι αὐτὸ ὀνομάστηκε «Καρδαμούτζα» (ἀφήγ. Ἐμμαν. Μαυροειδή). 66

74 ἐλπίδα πρὸς τὸ Θεὸ καὶ στὴν Παναγία. Κέντρο τῆς μοναχικῆς πολιτείας μικρῆς ἢ μεγάλης, ἡ θεία λειτουργία καὶ γι αὐτὸ ἀνησυχοῦν γιὰ τὴν πορεία τῶν μοναστηριῶν τους ὅπως σημειώνουν στὰ παραχωρητήρια ἔγγραφά τους. Ἡ γιορτὴ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσά τους καὶ ὅλα ἔχουν ἕνα σκοπό, νὰ ὑπηρετήσουν τὸ Θεό. Ἡ ἐργασία μὲ τὶς δύσκολες συνθῆκες τῆς περιοχῆς γίνεται προσευχὴ καὶ ἁπαλαίνει τὶς ὧρες τῆς νύχτας καὶ δὲν ξέρεις πότε περνοῦν. Σήμερα, βλέποντας τὴν ἐρήμωση τοῦ τόπου σκέφτεσαι πῶς ὅλα «παρῆλθαν». Δὲν εἶναι ὅπως τότε ποὺ χτυποῦσε τὸ τάλαντο, τὰ σημαντήρια, οἱ καμπάνες τῶν ἱερῶν αὐτῶν μονῶν. Μπορεῖ νὰ χάλασαν τὰ κελλιὰ μὰ ἡ ἱερότητα τοῦ τόπου μένει γιὰ πάντα καὶ πρέπει νὰ λέμε «οἱ ἱερὲς μονὲς τῆς Φουρνῆς, τοῦ μικροῦ ἁγιονόρους τοῦ ἐπάνω Μιραμπέλλου». Δὲν ἀκοῦς πιὰ τὸ Μεσονυχτικό, τὸν ὄρθρο, τὴ λειτουργία, τὸν ἑσπερινὸ καὶ τ ἀπόδειπνο. Στέκεις σιωπηλὰ καὶ θέλεις κάτι νὰ πεῖς γιατί ἕνας κόμπος σου σκεπάζει τὸ λαιμό. Νὰ ξαναγύριζε πίσω ὁ χρόνος, νὰ βλεπες αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ τὶς εὐχὲς τους σκέπαζαν ὅλο τὸν κόσμο. Σκέφτεσαι Ἐκεῖνον καὶ τὰ λόγια Του: Ἐὰν τὶς ἀγαπᾶ με, τὸν λόγον μου τηρήσει καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ αὐτῷ ποιήσωμεν» (Ἰωάν. ιδ,23). Στὸ ἑπόμενο τεῦχος θὰ διαπραγματευθοῦμε τὴν κατάσταση τοῦ Μοναχισμοῦ τὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας καὶ αὐτῆς, τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, θα παραθέσουμε πίνακα βιβλιογραφικό καθώς και λεξάριο ἐνετικών όρων- των συμβολέων παραχωρητηρίων, εγγράφων κ.λ.π. 67

75 Εμμανουήλ Γ. Χαλκιαδάκης δρ Ιστορίας Α.Π.Θ., μεταδιδάκτωρ Παν. Οξφόρδης, διδάσκων Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Ηρακλείου Κρήτης Ο Μητροπολίτης Γεννάδιος Αλεξιάδης και η είσοδος του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη το 1912 Ο Γεννάδιος (Αλεξιάδης) διετέλεσε Μητροπολίτης Λήμνου την περίοδο , οπότε και προήχθη σε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, διαδεχόμενος τον Ιωακείμ Σγουρό 66, και ποίμανε την πόλη από το 1912 έως το 1951, εμφανίζοντας πλούσια εκκλησιαστική 67, φιλανθρωπική 68 και πολιτική, όπως θα φανεί, δράση. Η εγκαθίδρυσή του πραγματοποιήθηκε λίγους μήνες πριν από την κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό και συνέδεσε το όνομά του με το χαρμόσυνο για τους Έλληνες γεγονός και με τη Νεότερη Ιστορία της ελληνικής Θεσσαλονίκης 69. Η Θεσσαλονίκη αποτελούσε πεδίο ανταγωνισμού για τις Βαλκανικές Δυνάμεις, καθώς, λόγω της ιδιαίτερης γεωστρατηγικής της θέσης διευκόλυνε την πρόσβαση στη Μεσόγειο και κατ επέκταση στο Σουέζ, στην Εγγύς και Μέση Ανατολή 70. Η «απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης», όπως καθιερώθηκε στην ελληνική ιστορική συνείδηση η είσοδος του ελληνικού στρατού και η κατάληψη της πόλης, τον Οκτώβριο του 1912, 66 Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 6 ος, Αθήνα 1965, σ , λήμμα «Ιωακείμ ο Σγουρός». Ο τελευταίος διετέλεσε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης την περίοδο από μέχρι την εκδημία του, στις Μεταξύ άλλων, αναστήλωσε εκ βάθρων, με τη συνδρομή των πιστών, τον κατεστραμμένο ναό του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, τον οποίο και εγκαινίασε. Βλ. σχετικά και Χρυσόστομο, Μητροπολίτη Φιλίππων και Νεαπόλεως, «Τα κατά την κηδείαν του αοιδίμου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου», Ορθοδοξία 4 (1951), σ Βλ. και το άρθρο του Δημήτριου Τσιλιβίδη «Ο Θεσσαλονίκης Γεννάδιος για τους φυλακισμένους του γερμανικού στρατοπέδου Θεσσαλονίκης», Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης ( ), Επιστημονική Ημερίδα, Θεσσαλονίκη 16 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη (Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης) 1992, σ Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 4 ος, Αθήνα 1964, σ. 291, λήμμα «Γεννάδιος ο Αλεξιάδης» 70 The Commoner, Λινκολν, Νεμπράσκα, τ. 12, αριθ. 44, 8 Νοεμβρίου 1912, σ

76 πρόσθεσε στο νέο ελληνικό κράτος μία ακμάζουσα πόλη, που από το 1430 είχε καταληφθεί από τους Οθωμανούς Τούρκους και αποτελούσε στο παρελθόν τμήμα της άλλοτε κραταιάς Βυζαντινής (χριστιανικής) Αυτοκρατορίας. Ως εκ τούτου, ο ελληνικός πληθυσμός της Μακεδονίας και το ελληνικό κράτος θεωρούσε ότι είχε ιστορικά δικαιώματα στην περιοχή και το ιστορικό δίκαιο επέβαλε να παραδοθεί η πόλη στους Έλληνες, όπως και έγινε από το διοικητή του 8ου σώματος του τουρκικού στρατού Χασάν Ταχσίν Πασά 71. Άλλωστε, όχι τυχαία, ο ειδικός απεσταλμένος των Times του Λονδίνου αναφέρει τα εξής για το γεγονός και τους πανηγυρισμούς από τον ελληνικό πληθυσμό της πόλης: «Ἦτο ὁ ἑορτασμὸς τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ τὴν δουλείαν τῆς τουρκικῆς διοικήσεως» 72. Ωστόσο, ο ελληνικός πληθυσμός, σύμφωνα με την απογραφή του 1913, αποτελούσε τη μειοψηφία. Από τους , κατά προσέγγιση, κατοίκους της πόλης λιγότεροι από ήταν Έλληνες, γύρω στους Οθωμανοί (μουσουλμάνοι) και γύρω στους Εβραίοι 73. Στην επάνω πόλη της Θεσσαλονίκης κυριαρχούσαν οι μουσουλμάνοι, στην κάτω πόλη οι Εβραίοι, ενώ οι Έλληνες στον ανατολικό και δυτικό τομέα 71 Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 316 π.χ. 1983, Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) 1997, σ Κρώφορντ Πράις, Οι βαλκανικοί αγώνες - πολιτική και στρατιωτική ιστορία των εν Μακεδονία βαλκανικών πολέμων, Αθήνα 1915, σ Οι Εβραίοι ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο, αλλά και με τις τραπεζικές εργασίες. Εμπορική δραστηριότητα ανέπτυξαν και οι Τούρκοι σε μικρότερο όμως βαθμό. Με το εμπόριο ασχολούνταν και οι Έλληνες που από το 17 ο αιώνα κρατούσαν στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού εμπορίου της Θεσσαλονίκης. Βλ. Νίκος Γ. Σβορώνος, Το Εμπόριο της Θεσσαλονίκης το 18 ο αιώνα, Αθήνα (Θεμέλιο) 1996, σ , Κατά το Βασίλη Δημητριάδη, ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης ασχολούνταν στα μέσα περίπου του 19 ου αιώνα με την κατασκευή ειδών ένδυσης, την κατεργασία δερμάτων και με την πώληση τροφίμων και ποτών. Βλ. σχετικά Βασίλη Δημητριάδη, Η Θεσσαλονίκη της παρακμής. Η ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης κατά τη δεκαετία του 1830 με βάση ένα οθωμανικό κατάστιχο απογραφής του πληθυσμού, Ηράκλειο (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) 1997, σ

77 της 74. Μέσα σε αυτό το κοσμοπολίτικο περιβάλλον οι κοινότητες της Θεσσαλονίκης παρέμειναν διχασμένες. Κάτω από το πρίσμα του εθνικισμού που συντηρούνταν από την επικείμενη κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι «δεσμοί της παράδοσης και της θρησκείας αποδεικνύονταν πολύ ισχυρότεροι από οποιαδήποτε οικονομικά ή ταξικά συμφέροντα» 75. Με την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης της Θεσσαλονίκης, στις 26 Οκτωβρίου, ανήμερα του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου, και την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη, (27/28 Οκτωβρίου 1912) 76, μετέβησαν στη Θεσσαλονίκη ο τότε αρχιστράτηγος και διάδοχος Κωνσταντίνος και κατόπιν ο βασιλιάς Γεώργιος. Κατά τον Διονύσιο Βαλαή, υπήρξε σημαντικός ο ρόλος του μητροπολίτη Γενναδίου στην τελική απόφαση για την απουσία αντίστασης από τον τουρκικό στρατό, καθώς είχε λάβει μέρος στις συσκέψεις στο τουρκικό κυβερνείο, εκπροσωπώντας την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Θεσσαλονίκης, της οποίας και ήταν πρόεδρος 77. Ο Χρίστος Χριστοδούλου χαρακτηριστικά αναφέρει για τον Γεννάδιο ότι ήταν «ένας χαρισματικός δεσπότης με μεγάλη πείρα στα δύσκολα, περιώνυμος ισορροπιστής, αντάξιος των περιστάσεων και του σχήματός του, σεβαστός γνώριμος από παλιά του Οθωμανού διοικητή της 74 Για την απογραφή βλ. Mark Mazower, Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων. Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι, , μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, Αθήνα (Αλεξάνδρεια) 2006, σ Βασίλης Κ. Γούναρης, «Θεσσαλονίκη, : Ιστορία, Οικονομία, Κοινωνία» στο «Τοις Αγαθοίς Βασιλεύουσα». Θεσσαλονίκη, Ιστορία και Πολιτισμός, Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997 (Παρατηρητής) 1997, σ Ήδη από τις 26 Οκτωβρίου οι Έλληνες της πόλης πανηγύρισαν για την επικείμενη είσοδο του ελληνικού στρατού. Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα της εφημερίδας Μακεδονία με τίτλο «Χαιρετίζομεν τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν εἰσερχόμενον εἰς τὴν περίλαμπρον τῶν Θεσσαλονικέων πόλιν». Βλ. σχετικά εφ. Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, 26 Οκτωβρίου Διονύσιος Βαλαής, «Η δράση του Μητροπολίτη Γενναδίου Αλεξιάδη κατά τον πρώτο χρόνο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τον οθωμανικό ζυγό ( )», Σύνθεσις 2 (2012), σ. 35, 36,

78 πόλης Ταχσίν Πασά» 78. Η γνωριμία του με το στρατηγό του οθωμανικού στρατού που παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες, ασφαλώς είναι ένα γεγονός που δεν πρέπει να αφήνει αδιάφορο κανένα μελετητή της παράδοσης της Θεσσαλονίκης κατά τους βαλκανικούς πολέμους. Όταν οι Μεταξάς και Δουσμάνης, εκπρόσωποι του ελληνικού επιτελείου, συναντήθηκαν με τον Χασάν Ταχσίν Πασά για την υπογραφή της παράδοσης της πόλης, στον χώρο αναμονής των επισήμων περίμεναν υπομονετικά εκπρόσωποι της Θεσσαλονίκης: ο θρησκευτικός ηγέτης των μουσουλμάνων της πόλης, σεΐχης Εσρέφ, ο αρχιραβίνος Ιακώβ Μείρ, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Οσμάν Σαΐτ Μπέης, ο μητροπολίτης Γεννάδιος Αλεξιάδης και οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων. Κατά μία άποψη, «οι δικές τους παρεμβάσεις στον Πασά, τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο και τις κυβερνήσεις τους είχαν συμβάλλει στην αναμενόμενη κατάληξη: Την άνευ όρων παράδοση των Οθωμανών στους Έλληνες νικητές» 79. Ο μητροπολίτης Γεννάδιος είχε την τύχη να χοροστατήσει δύο δοξολογιών για την «απελευθέρωση» της πόλης και να εκφωνήσει στον τότε μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά δύο, κατά σειρά, λόγους απευθυνόμενος στους υψηλούς επισκέπτες και «απελευθερωτές» του. Σύμφωνα με τον Χαρίλαο Χαρίση, παλαιό πολεμιστή της εποχής, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης υποδέχτηκε τον ανθυπίλαρχο του ελληνικού στρατού Ι. Ράλλη, πατέρα του πρώην πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη, και τον ευλόγησε, καθώς ήταν ο πρώτος αξιωματικός του ελληνικού στρατού που αντίκρισε κατά την είσοδό του στην πόλη. Ο Γεννάδιος θεωρείται ότι αγκάλιασε και ασπάσθηκε τον Ράλλη και συγκινημένος του είπε: «Εὐλογημένος νὰ εἶσαι καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ ἐμέ, τὸν ταπεινὸν ἐν Χριστῷ διάκονον». Παράλληλα, ο Γεννάδιος 78 Χρίστος Χριστοδούλου, Οι τρεις ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά, Πρόλογος Βασίλης Κ. Γούναρης, Θεσσαλονίκη (εκδόσεις Επίκεντρο) 2012, σ Ό.π., σ

79 ειδοποίησε τα μέλη του Συμβουλίου της ορθόδοξης κοινότητας της πόλης για το γεγονός, προσκαλώντας τους να προσέλθουν στο μητροπολιτικό μέγαρο, για να υποδεχθούν την ηγεσία του στρατού και τα υπόλοιπα τμήματα του στρατεύματος 80. Αναλυτικά, στις 28 Οκτωβρίου του 1912 ο Κωνσταντίνος, αφού διήλθε την οδό του Διοικητηρίου εν μέσω ενθουσιασμών του πλήθους, κατευθύνθηκε στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά, όπου και στις 1.30 το μεσημέρι εψάλη δοξολογία. Στον ναό του Αγίου Μηνά είχε καταφθάσει ο μητροπολίτης Γεννάδιος, προκειμένου να χοροστατήσει στο ευτυχές για τον ίδιο και τους Έλληνες της πόλης γεγονός, και ο Μητροπολίτης Αθηνών. Τον Διάδοχο Κωνσταντίνο υποδέχτηκε στην είσοδο του σημαιοστόλιστου ναού ο Γεννάδιος με την επίσημη στολή του. Με την άφιξη του Κωνσταντίνου στο ναό, ανέβηκε στο μητροπολιτικό του θρόνο. Δεξιά του πήρε θέση ο Αθηνών, αριστερά του ο Βούλγαρος αρχιερατικός επίτροπος και δίπλα του ο πρόξενος της Ρωσίας. Στη δοξολογία, επίσης, παρευρισκόταν ο Σέρβος και ο Αρμένιος πρωθιερέας, οι αντιπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας και άλλοι επίσημοι 81. Όταν ολοκληρώθηκε η δοξολογία, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης εκφώνησε λόγο, υποδεχόμενος τον Κωνσταντίνο. Από εκείνη τη χρονική στιγμή και μετά, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης συμμετείχε σε όλες τις δοξολογίες και τις επετείους για την απελευθέρωση της πόλης, ενώ οι λόγοι του αναφέρονταν στα σημαντικά εθνικά ζητήματα της εποχής X. N. Xαρίσης, Iστορικαί αναμνήσεις επί τη πεντηκονταετηρίδι της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1962, σ Εφ. Σκριπ, Αθήνα, 2 Νοεμβρίου 1912 και 2 Νοεμβρίου 1912 (Δευτέρα Έκδοσις).- Άγγελου Mεταλλινού, H Θεσσαλονίκη το 1912, Θεσσαλονίκη 1942, σ Μιχαήλ Φαργκάνης, «Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος ως φορέας εθνικής και εκπαιδευτικής δραστηριότητας (με βάση το περιοδικό «Γρηγόριος Παλαμάς»)», Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης ( ), Επιστημονική Ημερίδα, ό.π., σ Πρβλ. Κωνσταντίνο Καρυώτη, «Το ενδιαφέρον του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου για την Ανατολική Μακεδονία κατά τη βουλγαρική κατοχή του », Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης ( ), Επιστημονική Ημερίδα, ό.π., σ Δήμος Ισπυρίδης, ««Το ενδιαφέρον του 72

80 Συγκεκριμένα, ο Γεννάδιος στη γεμάτη συγκίνηση, συναισθηματισμό και έντονο θρησκευτικό περιεχόμενο ομιλία του ευχαριστεί το Θεό που λύτρωσε και απάλλαξε τους Έλληνες της πόλης από την ξένη (τουρκική) κυριαρχία, καθώς και τον ίδιο το διάδοχο Κωνσταντίνο για το «θεϊκό», κατά τον Γεννάδιο, έργο του στο πεδίο της μάχης. Αναφέρεται στην ελευθερία που απέκτησαν οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης και εκφωνεί σχετικό στίχο από τον εθνικό ύμνο. Στη συνέχεια επιδοκιμάζει τα «ηρωικά» κατορθώματα του ελληνικού στρατού και υποδέχεται τον Κωνσταντίνο και το στρατό του ως «νέο Μεσσία» και απελευθερωτή- είναι χαρακτηριστικές οι φράσεις «ωσαννά» και «ευλογημένος ο ερχόμενος». Μάλιστα, σε μία προσπάθεια σύνδεσης με το ηρωικό παρελθόν της αρχαιότητας, παρομοιάζει τον ελληνικό στρατό με τους Έλληνες που πολέμησαν κατά τους Περσικούς πολέμους, στο Μαραθώνα και στη Σαλαμίνα. Τέλος, επικαλείται τη βοήθεια του Θεού, της Θεοτόκου και του πολιούχου της πόλης Αγίου Δημητρίου, προκειμένου να συνεχιστεί το «απελευθερωτικό έργο», όπως χαρακτηριστικά ονομάζει την πορεία του ελληνικού στρατού στις περιοχές όπου ζούσε ισχυρό ελληνικό στοιχείο. Με τη φράση «πάλι με χρόνια με καιρούς» εκδηλώνει απροκάλυπτα το δικό του πόθο, αλλά και των περισσοτέρων Ελλήνων εκείνης της εποχής, που είχαν εμπνευστεί από το όραμα της Μεγάλης Ιδέας και έβλεπαν μέσα από τις νέες εδαφικές κατακτήσεις να πραγματώνεται σταδιακά. Οι όποιες υπερβολές στο λόγο του Μητροπολίτη δικαιολογούνται από το φορτισμένο συναισθηματικά κλίμα, αλλά και τα πολεμικά γεγονότα του 1912 και τις προσδοκίες που είχε γεννήσει η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η νικηφόρα πορεία του ελληνικού στρατού. Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου για την Θράκη κατά τη βουλγαρική κατοχή του », Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης ( ), Επιστημονική Ημερίδα, ό.π., σ Επίσης βλ. και Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου «Λόγος εκφωνηθείς εν τω Ιερώ Ναού της του Θεού Σοφίας τη 26 Οκτωβρίου μετά την Δοξολογίαν επί τη επετείω της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης», Γρηγόριος Παλαμάς ΜΣΤ (1919),

81 Αναλυτικά, ο λόγος του είναι ο ακόλουθος: «[ ] Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ Αὐτοῦ. Εὐλογητὸν καὶ τὸ ὄνομα τῆς Ὑμετέρας Βασιλικῆς Ὑψηλότητος, ἢν ὁ Θεὸς τάξας ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ γενναίου Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ διὰ στιλβούσης καθοπλίσας ρομφαίας ἐκάλεσεν ἐπὶ τὴν ἀνάληψιν τῆς ὑπὸ τῶν ἀλλοφύλων κατεχομένης Κιβωτοῦ, καὶ τὴν ἀνέγερσιν τῆς ἠδαφισμένης Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἀπολύτρωσιν τῆς ἐπὶ αἰῶνας ὅλους στενούσης τοῖς αἵμασι καὶ τοῖς πτώμασι Ἁγίας Αὐτοῦ Σιῶν. Ὁ οὐρανὸς ἐπευλογεῖ ἄνωθεν τὸ Ἅγιον καὶ Ἀθάνατόν της Ὑμετέρας Βασιλικῆς Ὑψηλότητος καὶ τοῦ νικηφόρου Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἔργον, δι οὗ δύει ἡ κακοσέληνος καὶ ζοφώδης νὺξ τῆς δουλείας καὶ ἀνατέλλει ἡ γλυκεῖα ροδοχρους Αὐγὴ τῆς ἐλευθερίας «τῆς ἀπ τὰ κόκκαλα βγαλμένης τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά». Σύμπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος θαυμάζει καὶ ἐξυμνεῖ τὰ ἠρωϊκὰ ὑμῶν κατορθώματα καὶ γηθοσύνως (sic) χαιρετίζει τὴν διὰ τοῦ ἱεροῦ τούτου πολέμου τῶν συμμάχων Χριστιανικῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν συμπληρουμένην ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑποδούλων Χριστιανῶν. Ἡμεῖς δὲ οἱ ἐλευθερούμενοι δάκρυα χαρᾶς σταλάζοντες ὑποδεχόμεθα ὑμᾶς θριαμβευτικῶς τὴ δυνάμει τοῦ Σταυροῦ εἰσελθόντας εἰς τὴν παλαίφατον ταύτην καὶ περιμάχητόν της πολυστενάκτου καὶ αἱματοβάπτου Μακεδονίας πρωτεύουσαν, διὰ τῶν ἀειθαλῶν δὲ τῆς εὐγνωμοσύνης καταρραίνοντες ὑμᾶς ἀνθέων, ἀναβοῶμεν Ὠσανὰ τῷ δαφνοστεφεῖ τῶν Ἑλλήνων στρατηλάτῃ καὶ λατρευτῶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου Διαδόχω. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου! Ὠσανὰ τοῖς ἐνδοξοις τῶν Μαραθωνομάχων καὶ Σαλαμινομάχων ἀπογόνοις καὶ γενναίοις τῆς φιλτάτης πατρίδος ἐλευθερωταῖς! Αἰωνία ἡ μνήμη τῶν ἐνδόξως ἐν τῷ πεδίῳ τῆς μάχης πεσόντων καὶ διὰ τοῦ πολυτίμου αἵματος αὐτῶν ἐλευθερωσάντων. «Πατρίδα, παίδας, γυναίκας, Θεῶν τὲ πατρῴων ἔδη, θήκας τὲ προγόνων». 74

82 Κύριος ὁ Θεός. Ἡ Παναγία Θεοτόκος, ἡ ἄμαχος τῶν χριστιανῶν προστάτις καὶ ὁ ἔνδοξός της τῶν Θεσσαλονικέων Ἐκκλησίας πολιοῦχος μεγαλομάρτυς Δημήτριος εἴθε νὰ εὐδοκήσωσι νὰ συμπληρωθῆ τὸ ἀπελευθερωτικὸν ὑμῶν ἔργον, οὕτως ὥστε αἳ χρυσαὶ τῆς ἐλευθερίας ἀκτῖνες νὰ φωτίσωσι πᾶσαν γωνίαν τοῦ ἀλυτρώτου ἠμῶν Γένους, ἐκπληρωθῆ δὲ διὰ τῆς Ὑμετέρας Βασιλικῆς Ὑψηλότητος ἡ προφητεία καὶ ὁ αἰώνιος του Ἑλληνικοῦ λαοῦ πόθος «Πάλε μὲ χρόνους μὲ καιροὺς πάλε δικά μας θᾶνε». 83 Με το τέλος του λόγου του Γενναδίου, ο Κωνσταντίνος, αφού ευχαρίστησε το Μητροπολίτη, μετέβη στο διοικητήριο, όπου προσήλθαν, προκειμένου να τον συγχαρούν οι αρχιερείς και οι ξένοι διπλωματικοί αντιπρόσωποι 84. Στη Θεσσαλονίκη μετέβη και ο Βασιλιάς Γεώργιος, καθώς η άφιξή του κρίθηκε απαραίτητη, προκειμένου να ενισχύσει τις ελληνικές διεκδικήσεις στην πόλη και να επισημοποιήσει την κατάληψή της από τον ελληνικό στρατό. Η άφιξή του στις 29 Οκτωβρίου/11 Νοεμβρίου κρίθηκε απαραίτητη και διατράνωσε την απόφαση της ελληνικής πλευράς να κρατήσει τη Θεσσαλονίκη πάση θυσία. Ο μητροπολίτης Γεννάδιος είχε μεταβεί στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, προκειμένου να υποδεχτεί το βασιλιά. Ο Γεώργιος την ίδια μέρα παρασημοφόρησε επιφανή μέλη της ελληνικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης για τις υπηρεσίες τους προς το έθνος, ανάμεσα στα οποία, και τον Γεννάδιο 85. Επιπλέον, προς τιμήν του Έλληνα βασιλιά Γεωργίου πραγματοποιήθηκε την επόμενη μέρα στο μητροπολιτικό ναό επίσημη δοξολογία χοροστατούντος του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γενναδίου. Στη δοξολογία παρευρέθηκαν πολιτικές, εκκλησιαστικές και θρησκευτικές αρχές, 83 Εφ. Σκριπ, Αθήνα, 2 Νοεμβρίου Mεταλλινού, H Θεσσαλονίκη το 1912, ό.π., σ Γ. Σταμπουλής, H ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912, Θεσσαλονίκη 1984, σ

83 μεταξύ των τελευταίων ο Μητροπολίτης Αθηνών, ο Αρχιεπίσκοπος Αρδαμερίου και ο Αρχιραββίνος της ισραηλιτικής κοινότητας 86. Αυτήν τη φορά, στην είσοδο του ναού υποδέχθηκε το βασιλιά Γεώργιο ο Μητροπολίτης Αθηνών, ενώ ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ξεκίνησε τη δοξολογία. Με το πέρας της δοξολογίας, έγινε δέηση υπέρ των βασιλικών οικογενειών των συμμάχων και της αυτοκρατορικής οικογένειας της Ρωσίας, και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης εκφώνησε το δεύτερο κατά σειρά λόγο του ενώπιον, αυτή τη φορά, του βασιλιά Γεωργίου. Ο Γεννάδιος ξεκίνησε την ομιλία του με μία ρήση της Αποκάλυψης και αναφέρθηκε στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ευχαριστώντας το Βασιλιά Γεώργιο και δοξάζοντας το Θεό. Ορμώμενος από τη φράση που συνοδεύει το βασιλικό οικόσημο «Ισχύς μου η Αγάπη του Λαού», υποστηρίζει πως αυτό αποδεικνύεται μέσα από την εδαφική επέκταση του ελληνικού βασιλείου και τη νικηφόρα πορεία του διαδόχου Κωνσταντίνου και του ελληνικού στρατού. Μάλιστα, παρομοίασε το διάδοχο άλλοτε με το Δαυίδ και άλλοτε με τον Μέγα Κωνσταντίνο, υπογραμμίζοντας ότι ο Κωνσταντίνος απελευθέρωσε «τη χώρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Από την άλλη, δανειζόμενος τη γνωστή φράση από τον όρκο των Αθηναίων εφήβων «οὐ καταισχυνῶ τὰ ὄπλα τὰ ἱερὰ», επισημαίνει ότι ο ελληνικός στρατός τα δόξασε στις μάχες, παραλληλίζοντας τους στρατιώτες με τους ήρωες του Τέλος, χαρακτήρισε τη συμμαχία των Βαλκανικών κρατών εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «κοσμοϊστορικό γεγονός», με απώτερο στόχο την απελευθέρωση των χριστιανών της Ανατολής, ενώ η ομιλία έκλεισε με αισθήματα ευγνωμοσύνης και ευχές προς τον Γεώργιο. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα λόγο συναισθηματικά φορτισμένο, πλημμυρισμένο από αισθήματα εθνικής υπερηφάνειας που οδηγούν αναμφίβολα στην εξιδανίκευση. Αντλεί στοιχεία από την Παλαιά και την 86 Εφ. Σκριπ, Αθήνα, 5 Νοεμβρίου

84 Καινή Διαθήκη κι από την Αρχαία, Βυζαντινή και Νεότερη Ελληνική Ιστορία. Η έκδηλη υπερβολή αποσκοπεί στο να τονίσει το γεγονός της εισόδου του ελληνικού στρατού στην πόλη, το ρόλο του βασιλιά Γεωργίου, του διαδόχου Κωνσταντίνου και του ελληνικού στρατεύματος, αλλά και να εκφράσει την ευγνωμοσύνη και τις ευχαριστίες του στην τότε ανώτατη πολιτική ηγεσία της Ελλάδος. Αναλυτικά, εκφώνησε τα ακόλουθα: «Τῷ καθημένῳ ἐπὶ τοῦ θρόνου ἡ εὐλογία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Τὴν ῥῆσι ταύτην τῆς ἀποκαλύψεως, Μεγαλειώτατε, ἔχομεν πάντες ἀνὰ τὸ στόμα κατὰ τὴν ἱερὰν ταύτην καὶ ἱστορικὴν στιγμήν, καθ ἢν ἀπηλλαγμένοι τῶν δεσμῶν τῆς τυραννίας καὶ ἀναπνέοντες τὴν ζωογόνον αὔραν τῆς ἐλευθερίας ὑμνοῦμεν Σὲ ἐν μέσῳ ἐκκλησίας καὶ ἐπευφημοῦμεν Σὲ ὡς Βασιλέα ἠμῶν. Ὁ Πανάγαθος Θεός, ὁ εὐλογήσας, αὐξήσας καὶ μεγαλύνας τὸν Βασιλικόν Σου Οἶκον, ἰδοὺ νῦν εὐλογεῖ καὶ μεγαλύνει καὶ δοξάζει καὶ τὸ κράτος Σου. Κατὰ τὴν μακροχρόνιόν Σου βασιλείαν ἐδοκίμασας βεβαίως θλίψεις, ἐποτίσθης πικρίας, ἠσθάνθης ἀπογοητεύσεις, ἀλλ ἐπὶ τέλους πληροῦνται οἱ πόθοι σου καὶ ἡ χώρα, ἢς ἐκλήθης Βασιλεύς, ἰδοὺ γίνεται μεγάλη Ἑλλάς, ἀπελευθεροῦσα καὶ ἀνακτώσα μίαν πρὸς μίαν τὰς ὑποδούλους ἑλληνικᾶς χώρας. Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ, Μεγαλειότατε, ὅτι ἐποίησε Σοὶ μεγαλεία. Χαῖρε καὶ ὑπερηφανεύου ὅτι τὸ ἔμβλημά Σου «ἡ ἰσχύς Μου ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ Μου» ἀποδεικνύετε ἀληθεῦον, διότι ὁ λαός Σου διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς λατρείας του Σὲ ἐνισχύει καὶ διὰ μεγάλων θυσιῶν καὶ ἡρωικῶν ἀγώνων τὰ ὅρια τοῦ κράτους Σου εὐρύνει. Χαῖρε καὶ ὑπερηφανεύου ὅτι ὁ ὑπὸ τοῦ πανελληνίου λατρευόμενος προσφιλὴς υἱός Σου Κωνσταντῖνος ταχθεῖς ἀρχιστράτηγος τοῦ γενναίου ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ ὡς ἄλλος Δαυὶδ εἰπῶν «ἐν τῷ Θεῷ ποιήσωμαι δύναμιν καὶ αὐτὸς ἐξουδενώσει τοὺς ἐχθροὺς ἠμῶν», 77

85 ὑψώσας δέ, ὡς ὁ ὁμώνυμος Αὐτῶ Μέγας Κωνσταντῖνος, τὸ τίμιόν του χριστιανισμοῦ Σύμβολον, τὸν Σταυρόν, ἐνίκησεν ἐν τούτῳ τὸν ἐχθρόν, ἔδωκε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν χώραν τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου καὶ δαφνοστεφὴς εἰσῆλθεν εἰς τὴν περίβλεπτον πρωτεύουσαν αὐτῆς. Χαῖρε καὶ ὑπερηφανεύου ὅτι ὁ στρατός Σου «οὐ κατήσχυνεν ὄπλα τὰ ἱερά», ἀλλὰ ἐδόξασεν αὐτὰ πολεμῶν ὡς οἱ ἥρωες τοῦ 21 ἀνδρείως καὶ ἠρωικῶς «γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστιν τὴν ἁγίαν, γιὰ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερίαν». Ἐπὶ πάσι χαῖρε καὶ ὑπερηφανεύου ὅτι ἐπὶ τῆς Βασιλείας Σου συνετελέσθη τὸ μέγα της συμμαχίας τῶν χριστιανικῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν κοσμοϊστορικὸν γεγονός, δὶ οὐ ταῦτα παρίστανται ἠνδρωμένα καὶ αὐτοβούλως ἐνεργοῦντα καὶ διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων καὶ ἀγώνων ἐπιδιώκοντα τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑποδούλων της Ἀνατολῆς χριστιανῶν. Τῆς χαρᾶς ταύτης συμμετέχοντες καὶ ἠμεῖς καὶ δικαίως ὑπερηφανευόμενοι ἐπὶ τοῖς τόσον χαρμοσύνοις, ὅσον ἐνδοξοις καὶ θαυμαστοῖς ἐθνικοῖς κατορθώμασι καὶ τὴν ἀΐδιον ἠμῶν εὐγνωμοσύνην ὑποβάλλοντες τὴ Ὕμ. Μεγαλειότητι τὴ διὰ τῶν τετιμημένων ὅπλων τοῦ ἐνδόξου στρατοῦ Σου κτηθείση ἐλευθερία, ἀπευθύνομεν Σοὶ τὴν ὁλοθερμὸν καὶ ὁλοκαρδον τάυτη εὐχήν. «Δώση Σοὶ Κύριος κατὰ τὴν καρδίαν Σου καὶ πᾶσαν τὴν βουλήν Σου τὲ καὶ τοῦ λαοῦ Σου πληρώσει». Ἀμήν.» 87. Ο Γεώργιος ευχαρίστησε το Γεννάδιο και οι πρίγκιπες τον συνεχάρησαν για την ομιλία του. Το ίδιο έκανε και ο Μητροπολίτης Αθηνών. Συνοψίζοντας, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος μέσα από τους πανηγυρικούς, με έντονο θρησκευτικό περιεχόμενο και εθνική υπερηφάνεια, λόγους του υποδέχθηκε το διάδοχο του ελληνικού θρόνου και το βασιλιά Γεώργιο και εξέφρασε τη χαρά του για το γεγονός της κατάληψης της πόλης της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό. 87 Εφ. Σκριπ, Αθήνα, 5 Νοεμβρίου

86 Ουσιαστικά, υπήρξε ο κατεξοχήν φορέας της ορθόδοξης χριστιανικής κοινότητας της πόλης και με την παρουσία του στα παρασκήνια των διαπραγματεύσεων, στις δοξολογίες 88 και στις επίσημες τελετές επισφράγισε το σημαντικό για την ελληνική κοινότητα της πόλης και την Ελλάδα γεγονός και εξέφρασε τα συναισθήματα των πιστών που εκπροσωπούσε και μεγάλου μέρους του Ελληνισμού. Η παρουσία του αυτή αποτέλεσε την απαρχή για την εκδήλωση του έντονου ενδιαφέροντός του για τα εθνικά ζητήματα της εποχής και τις ελληνικές διεκδικήσεις 89, κυρίως σε Μακεδονία και Θράκη. Οι ομιλίες του είναι επηρεασμένες από τον ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό, σύμφωνες με τις ελληνικές αξιώσεις, και απηχούν το κλίμα της εποχής. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ζωγράφος, λιθογράφος και ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της ελληνικής εικονογραφίας, Σωτήριος Χρηστίδης 90, περιλαμβάνει το μητροπολίτη Γεννάδιο στο έργο του που εικονίζει την τελετή παράδοσης της Θεσσαλονίκης, καθώς η παρουσία του και οι λόγοι του συνδέθηκαν άρρηκτα με τις πανηγυρικές εκδηλώσεις και το ιστορικό για τους Έλληνες γεγονός της απελευθέρωσης της πόλης από την οθωμανική κυριαρχία. 88 Αξίζει να σημειωθεί ότι η New York Tribune της Νέας Υόρκης κάνει αναφορά στη δοξολογία που πραγματοποιήθηκε στον καθεδρικό ναό της Θεσσαλονίκης παρουσία του Κωνσταντίνου. Βλ. σχετικά New York Tribune, Νέα Υόρκη, 9 Νοεμβρίου 1912: «[ ] celebration of the event is proceeding. The city is illuminated, a Te Deum has been sung, and a procession, headed by the Mayor, has gone to congratulate the Premier on the Greek victory [ ]». 89 Πρβλ. το άρθρο του Διονύσιου Βαλαή, «Η δράση του Μητροπολίτη Γενναδίου Αλεξιάδη κατά τον πρώτο χρόνο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τον οθωμανικό ζυγό ( )», ό.π., σ Για τον Χρηστίδη βλ. και Απόστολο Δούρβαρη, Σωτήριος Χρηστίδης, , Αθήνα (Ε.Λ.Ι.Α.)

87 Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Σκριπ που αναφέρεται στην είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, και στη δοξολογία που ακολούθησε. Πηγή: Εφ. Σκριπ, Αθήνα, 2 Νοεμβρίου

88 Απόσπασμα της αμερικανικής εφημερίδας The New York Tribune που αναφέρεται στην είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, και στη δοξολογία στον καθεδρικό ναό της πόλης. Πηγή: The New York Tribune, Νέα Υόρκη, 9 Νοεμβρίου

89 Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Σκριπ που αναφέρεται στην είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, και στη δοξολογία που ακολούθησε με αφορμή της άφιξη του βασιλιά Γεωργίου. Πηγή: Εφ. Σκριπ, Αθήνα, 5 Νοεμβρίου

90 Εικαστική αναπαράσταση της παράδοσης της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1912 στο διάδοχο Κωνσταντίνο (εκδότης: Σωτήριος Χρηστίδης) Στο βάθος αριστερά διακρίνεται ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Πηγή: Αρχείο Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης 83

91 Πηγές - Βιβλιογραφία Τύπος - The Commoner, Λίνκολν, Νεμπράσκα, τ. 12, αριθ. 44, 8 Νοεμβρίου Εφ. Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, 26 Οκτωβρίου Εφ. The New York Tribune, Νέα Υόρκη, 9 Νοεμβρίου Εφ. Σκριπ, Αθήνα, 2 Νοεμβρίου Εφ. Σκριπ, Αθήνα, 2 Νοεμβρίου 1912 (δευτέρα έκδοσις). -Εφ. Σκριπ, Αθήνα, 5 Νοεμβρίου Βιβλία -Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 316 π.χ , Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) Δημητριάδης Βασίλης, Η Θεσσαλονίκη της παρακμής. Η ελληνική κοινότητα της Θεσσαλονίκης κατά τη δεκαετία του 1830 με βάση ένα οθωμανικό κατάστιχο απογραφής του πληθυσμού, Ηράκλειο (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) Δούρβαρης Απόστολος, Σωτήριος Χρηστίδης, , Αθήνα (Ε.Λ.Ι.Α.) Mazower Mark, Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων. Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι, , μτφρ. Κώστας Κουρεμένος, Αθήνα (Αλεξάνδρεια) Mεταλλινός Άγγελος, H Θεσσαλονίκη το 1912, Θεσσαλονίκη Πράις Κρώφορντ, Οι βαλκανικοί αγώνες - πολιτική και στρατιωτική ιστορία των εν Μακεδονία βαλκανικών πολέμων, Αθήνα Σβορώνος Νίκος, Το Εμπόριο της Θεσσαλονίκης το 18 ο αιώνα, Αθήνα (Θεμέλιο) Σταμπουλής Γεώργιος, H ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912, 84

92 -Xαρίσης Xαρίλαος, Iστορικαί αναμνήσεις επί τη πεντηκονταετηρίδι της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη Χριστοδούλου Χρίστος, Οι τρεις ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά, Πρόλογος Βασίλης Κ. Γούναρης, Θεσσαλονίκη (εκδόσεις Επίκεντρο) Άρθρα σε Πρακτικά Συνεδρίων, Περιοδικά και Συλλογικούς Τόμους -Βαλαής Διονύσιος, «Η δράση του Μητροπολίτη Γενναδίου Αλεξιάδη κατά τον πρώτο χρόνο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από τον οθωμανικό ζυγό ( )», Σύνθεσις 2 (2012), σ Γούναρης Βασίλης, «Θεσσαλονίκη, : Ιστορία, Οικονομία, Κοινωνία» στο «Τοις Αγαθοίς Βασιλεύουσα». Θεσσαλονίκη, Ιστορία και Πολιτισμός, Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997 (Παρατηρητής) 1997, σ Γεννάδιος, Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης «Λόγος εκφωνηθείς εν τω Ιερώ Ναού της του Θεού Σοφίας τη 26 Οκτωβρίου μετά την Δοξολογίαν επί τη επετείω της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης», Γρηγόριος Παλαμάς ΜΣΤ (1919), Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 4 ος, Αθήνα 1964, σ. 291, λήμμα «Γεννάδιος ο Αλεξιάδης». -Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 6 ος, Αθήνα 1965, σ , λήμμα «Ιωακείμ ο Σγουρός». -Ισπυρίδης Δήμος, ««Το ενδιαφέρον του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου για την Θράκη κατά τη βουλγαρική κατοχή του », Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης ( ), Επιστημονική Ημερίδα, Θεσσαλονίκη 16 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη (Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης) 1992, σ Καρυώτης Κωνσταντίνος, «Το ενδιαφέρον του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου για την Ανατολική Μακεδονία κατά τη 85

93 βουλγαρική κατοχή του », Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης ( ), Επιστημονική Ημερίδα, Θεσσαλονίκη 16 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη (Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης) 1992, σ Τσιλιβίδης Δημήτριος, «Ο Θεσσαλονίκης Γεννάδιος για τους φυλακισμένους του γερμανικού στρατοπέδου Θεσσαλονίκης, Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης ( ), Επιστημονική Ημερίδα, Θεσσαλονίκη 16 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη (Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης) 1992, σ Φαργκάνης Μιχαήλ, «Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος ως φορέας εθνικής και εκπαιδευτικής δραστηριότητας (με βάση το περιοδικό «Γρηγόριος Παλαμάς»)», Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης ( ), Επιστημονική Ημερίδα, Θεσσαλονίκη 16 Οκτωβρίου 1990, Θεσσαλονίκη (Κέντρο Ιστορίας Δήμου Θεσσαλονίκης) 1992, σ Χρυσόστομος, Μητροπολίτη Φιλίππων και Νεαπόλεως, «Τα κατά την κηδείαν του αοιδίμου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Γενναδίου», Ορθοδοξία 4 (1951), σ

94 Ιωάννης Ν. Λίλης Λέκτορας Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Ηρακλείου Κρήτης Επίσημα έθιμα του Ισραήλ και εκφράσεις των προφητών στη Χριστολογία της «Προς Εβραίους» επιστολής Έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Χριστολογία της δογματικής διδασκαλίας της εκκλησίας να δούμε πώς χρησιμοποιείται η Παλαιά Διαθήκη από τον συγγραφέα της «Προς Εβραίους» επιστολής της Καινής Διαθήκης 91 στην προσπάθεια του να διδάξει το πρόσωπο του Θεανθρώπου. 92 Η εν λόγω εξέταση θα μας διευκολύνει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η εκκλησία διατυπώνει τη διδασκαλία της για το Χριστό, ήδη από τις πρώτες ημέρες της. Η προσεκτική εξέταση των παλαιοδιαθηκικών χωρίων της επιστολής δείχνει πως μόνο ένα χωρίο της 93 έχει το ακριβές περιεχόμενο που του αποδίδει ο συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής. Τα υπόλοιπα έχουν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στην 91 Ο συγγραφέας της συγκεκριμένης επιστολής δεν είναι ο Απόστολος Παύλος και παραμένει άγνωστος βλ. Καραβιδόπουλου, Καινή Διαθήκη, σελ. 311 πρβλ. Καινή Διαθήκη, σελ Τα κυριότερα στοιχεία που συνηγορούν σ αυτήν την άποψη είναι πως α) ο συγγραφέας της επιστολής πουθενά δεν αναφέρει το όνομα του, ενώ πάντοτε ο Απόστολος Παύλος αρχίζει τις επιστολές του με το όνομα του αποστολέα και των παραληπτών και β) το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης παρατίθενται πάντοτε κατά η μετάφραση των Ο και όχι από το εβραϊκό ή από μνήμης όπως συμβαίνει στις παύλειες επιστολές βλ. Καραβιδόπουλου, Καινή Διαθήκη, σελ Άλλωστε ο τίτλος της, «Προς Εβραίους», είναι πολύ μεταγενέστερος για πρώτη φορά εμφανίζεται στο 200 μ.χ. στον Πάνταινο και στον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, τον πάπυρο Ρ 46 και τον Τερτυλλιανό βλ. Καραβιδόπουλου, Καινή Διαθήκη, σελ Η επιστολή προφανώς απευθύνεται στους συντηρητικούς, τους εξ αίματος, Εβραίους, που ζούσαν στην Παλαιστίνη και διάβαζαν την Παλαιά Διαθήκη από το πρωτότυπο, και όχι στους ελληνιστές ιουδαίους, ή ιουδαιοχριστιανούς, που μιλούσαν τα ελληνικά και διάβαζαν την Παλαιά Διαθήκη από την ελληνική μετάφραση βλ. Καραβιδόπουλου, Καινή Διαθήκη, σελ Τα χωρία αυτά είναι τα εξής : Ψαλμοί 2, , 28 97, 7 45, , ,1 22, 23 95, ,7 110,4 40, 6 9 Β Σαμουήλ 7, Ησαΐας 8, Αριθμοί 12, 4 8 Ιερεμίας 31, Αββακούμ 2, Ιερεμίας 31,

95 Παλαιά Διαθήκη από αυτό που τους αποδίδει η εν λόγω επιστολή της Καινής. 1. Η χρησιμοποίηση των παλαιοδιαθηκικών χωρίων από τον συγγραφέα της «Προς Εβραίους» επιστολής Σχετικά με τα παλαιοδιαθηκικά χωρία που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής για να στηρίξει τη διδασκαλία του για το πρόσωπο του Χριστού έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής : 1) Η φράση «Διακηρύττω εκείνο που ο Κύριος αποφάσισε. Μου είπε: Γιος μου είσ συ σήμερα εγώ σε γέννησα. Ζήτα μου και θα σου χαρίσω όλους τους λαούς, στην κατοχή σου θα ναι ως και τα πέρατα της γης» 94 στην Παλαιά Διαθήκη απαγγέλλονταν κατά την ενθρόνιση του βασιλιά και μάλιστα την έλεγε ο ίδιος ο βασιλιάς. Παραδόξως η Προς Εβραίους επιστολή λέγει πως η συγκεκριμένη φράση γράφτηκε για να δείξει την ανωτερότητα του Υιού απέναντι στους αγγέλους, 95 κάτι που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξαχθεί από το παλαιοδιαθηκικό κείμενο. Η Προς Εβραίους επιστολή γράφει επί λέξει : «Ο Υιός έγινε τόσο ανώτερος από τους αγγέλους όσο ανώτερο είναι το όνομα που του έδωσε ο Θεός. Γιατί σε κανέναν από τους αγγέλους δεν είπε ποτέ ο Θεός : Εσύ είσαι ο Υιός μου, εγώ σήμερα σε γέννησα. Ούτε πάλι είπε για κανέναν...». Είναι προφανές το διαφορετικό περιεχόμενο που δίνουν τα δύο έργα στην ίδια φράση. Η λέξη Ο Κύριος των Ψαλμών αποδίδεται στον εκάστοτε βασιλιά του Ισραήλ, της εποχής εκείνης, όπως φαίνεται καθαρά αν διαβάσει κανείς ολόκληρο τον Ψαλμό. Ο συγγραφέας της Προς Εβραίους αντικαθιστά τη λέξη Κύριος με τη λέξη ο Υιός και είναι επίσης προφανές και από 94 Ψαλμ. 2, Συγκεκριμένα στο πρώτο κεφάλαιο της επιστολής διαβάζουμε : «Ο Υιός έγινε τόσο ανώτερος από τους αγγέλους όσο ανώτερο είναι το όνομα που του έδωσε ο Θεός. Γιατί σε κανέναν από τους αγγέλους δεν είπε ποτέ ο Θεός : Εσύ είσαι ο Υιός μου, εγώ σήμερα σε γέννησα. Ούτε πάλι είπε για κανέναν...» : Εβρ. 1,4. 88

96 το περιεχόμενο αλλά και από τη σύγκριση Υιού και αγγέλων πως αναφέρεται στον Υιό και Λόγο του Θεού, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Ενώ γνωρίζει πως η φράση που χρησιμοποιεί γράφτηκε για εντελώς διαφορετικό σκοπό και όμως τη χρησιμοποιεί για να της δώσει ριζικά καινούριο περιεχόμενο. 2) Στο βιβλίο Β Σαμουήλ της Παλαιάς Διαθήκης, ένα βιβλίο όπου εξιστορείται η ιστορία του βασιλιά Δαβίδ, στο 7 ο κεφάλαιο αναφέρεται η επίσκεψη του Θεού στον προφήτη Νάθαν, (το πιο πιθανό στο όνειρο του το κείμενο γράφει «Αλλά εκείνη τη νύχτα ο Κύριος είπε στον Νάθαν») 96 όπου ο Θεός λέγει στον Νάθαν να αναγγείλει στον Δαβίδ ότι η δυναστεία του θα συνεχιστεί και θα αναδειχτεί διάδοχος του, κατευθείαν απόγονος του (εννοώντας το Σολομώντα), ο οποίος θα κτίσει Ναό για το Θεό. Ο Θεός θα κάνει το θρόνο του ακλόνητο για πάντα. Το ακριβές κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρει : «Αυτός θα μου χτίσει ναό και εγώ θα κάνω τον θρόνο του ακλόνητο για πάντα. Θα είμαι γι αυτόν πατέρας και εκείνος θα μου είναι γιος». 97 Ο συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής χρησιμοποιεί την ίδια ακριβώς φράση για να αναφερθεί όμως στη σχέση των δύο πρώτων προσώπων της Αγίας Τριάδος, Πατρός και Υιού, και όχι βέβαια στη σχέση του Θεού με το Σολομώντα : «ούτε πάλι είπε για κανέναν : Εγώ θα μαι πατέρας του και αυτός θα ναι Υιός μου». 98 3) Η επιστολή λέγει πως ο Πατήρ παρουσίασε τον πρωτότοκο Υιό Του στην οικουμένη και ζήτησε να τον προσκυνήσουν όλοι οι άγγελοι χρησιμοποιώντας και πάλι αντίστοιχη φράση της Παλαιάς Διαθήκης. 99 Όμως η αντίστοιχη αυτή φράση της Παλαιάς που βρίσκεται σε δύο Ψαλμούς, τον 89 ο και τον 97 ο, δεν αναφέρεται ούτε στους αγγέλους ούτε στον Υιό. Στη θέση των αγγέλων του Θεού υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη 96 Β Σαμουήλ 7, Β Σαμουήλ 7, Εβρ. 1, Εβρ. 1,6. 89

97 η λέξη θεοί 100 εννοώντας τους ειδωλολατρικούς θεούς των γύρω του Ισραήλ λαών, και στην λέξη Υιός υπάρχει το πρόσωπο του Δαβίδ ) Η επιστολή σημειώνει πως ο Πατήρ «στον Υιό λέει : Η βασιλεία σου, Θεέ, είναι αιώνια και κυβερνάς τον κόσμο δίκαια αγαπάς το δίκιο και μισείς το άδικο. Γι αυτό, Θεέ, σε έχρισε Μεσσία ο Θεός σου με έλαιο αγαλλιάσεως, τιμώντας σε παραπάνω απ τους μετόχους σου». 102 Και αυτή η φράση είναι δανεισμένη από το βιβλίο των Ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης όμως δεν είχε γραφτεί για τον Υιό, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, αλλά για το πρόσωπο του εκάστοτε βασιλιά του Ισραήλ και απαγγέλλονταν στο γάμο του ) Μία φράση της Παλαιάς Διαθήκης που απευθυνόταν γενικά στον Γιαχβέ, στην Προς Εβραίους απευθύνεται συγκεκριμένα στον Υιό. 104 Συγκεκριμένα θα χρησιμοποιήσει δύο στίχους από τον 102 ο Ψαλμό της Παλαιάς Διαθήκης, ένας ψαλμός που εκφράζει την απόγνωση του δυστυχισμένου πιστού στο Θεό Γιαχβέ και θέλει να δείξει την υπεροχή Του. Στην Προς Εβραίους επιστολή χρησιμοποιούνται οι ίδιοι αυτοί στίχοι απευθυνόμενοι όμως στον Υιό το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος κάτι που δεν παρατηρείται πουθενά στον 102 ο Ψαλμό. 6) Επίσης στο πρώτο κεφάλαιο της Προς Εβραίους επιστολής υπάρχει η φράση «Κάθισε τα δεξιά μου, ωσότου υποτάξω τους εχθρούς 100 Ψαλμ. 97,7 101 Ψαλμ. 89, 28. Το ότι αναφέρεται στο πρόσωπο του Δαβίδ φαίνεται πολύ καθαρά στο Ψαλμ. 89, 4 και 21. Βέβαια ανάμεσα σε αυτούς τους δύο στίχους υπάρχει ο στίχος 19 που γράφει πως : «Γιατί ο Κύριος είν η προστασία μας, ο Άγιος Θεός του Ισραήλ, ο βασιλιάς μας» (Ψαλμ. 89,19) όμως α) έχει το περιεχόμενο πως ο Κύριος είναι εκείνος που δίνει τη δύναμη στους βασιλιάδες του Ισραήλ, επομένως και στο Δαβίδ, να ξεχωρίζουν και όχι ότι ο Κύριος όταν παρουσιάζει τον πρωτότοκο του (δηλαδή το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος) στην οικουμένη λέγει : «Να τον προσκυνήσουν όλοι οι άγγελοι του Θεού» όπως ισχυρίζεται η Προς Εβραίους και β) η λέξη Κύριος της Παλαιάς είναι ο Θεός, ο Γιαχβέ, το πρώτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, και όχι το δεύτερο, ο Υιός, όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής. 102 Εβρ. 1, Ψαλμ. 45, 7 8. Το ότι απαγγέλλονταν στους γάμους του βασιλιά φαίνεται καθαρά από τους στίχους 2, 10, του ίδιου Ψαλμού. 104 Εβρ. 1,

98 σου κάτω από τα πόδια σου» 105 που κατά το συγγραφέα της επιστολής απευθύνεται από τον Πατέρα στον Υιό, δηλαδή από το πρώτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος στο δεύτερο. Η φράση αυτή είναι δανεισμένη από τον 110 ο Ψαλμό. Στον εν λόγω όμως Ψαλμό η ίδια αυτή φράση απευθύνεται γενικώς από τον Κύριο στον Κύριο μου χωρίς να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως πρόκειται για τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. 106 Αντιθέτως θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για εντολή από το Θεό προς τον Δαβίδ και ο συγκεκριμένος Ψαλμός, καθώς προέρχεται από τον κύκλο του Δαβίδ, θα μπορούσε να είχε συνταχθεί από κάποιον μαθητή του και να αναφέρεται στο δάσκαλο και βασιλιά του, Δαβίδ. Άλλωστε λίγο παρακάτω οι στίχοι : «Ο Κύριος τ ορκίστηκε και δεν θ αλλάξει γνώμη: Εσύ είσαι ιερέας για πάντα όπως ο Μελχισεδέκ. Ο Κύριος σου παραστέκεται συντρίβει βασιλιάδες τη μέρα που θα οργιστεί. Δικάζει ανάμεσα στα έθνη, γεμίζει πτώματα τη γη τους αρχηγούς συντρίβει πολλών χωρών» 107, ως συνέχεια των προηγουμένων, δείχνουν καθαρά πως δεν πρόκειται για τα δύο θεϊκά πρόσωπα της Αγίας Τριάδος αλλά για δύο ανθρώπινα πρόσωπα της εποχής εκείνης ) Ο 22 ος Ψαλμός της Παλαιάς Διαθήκης είναι μία ακόμα προσευχή του Δαβίδ προς τον Θεό. Στον 23 ο στίχο λέγει ο Δαβίδ στον Θεό : «Θα εξιστορώ στ αδέρφια μου την ύπαρξη σου μέσα σ όλη τη σύναξη θα σ εξυμνώ». 109 Η φράση αυτή υπάρχει και στην Προς Εβραίους και αναφέρεται στη σχέση αγγέλων και Υιού, δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Δεν έχει πρόβλημα ο Υιός να τους θεωρήσει αδέρφια Του, 105 Εβρ. 1, Ψαλμ. 110, Ψαλμ. 110, Ο Δημήτρης Καϊμάκης περιγράφοντας το περιεχόμενο των μεσσιανικών ψαλμών, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγει και τον 110 ψαλμό, και φθάνοντας και στην εποχή του Χριστού υπογραμμίζει πως «η πίστη στην έλευση ενός βασιλιά μεσσία αναβίωσε έντονη την εποχή του Χριστού» χωρίς να αναφέρει καθόλου πως τα συγκεκριμένα λόγια αναφέρονται στο πρόσωπο του Χριστού ή στη σχέση των δύο πρώτων προσώπων της Αγίας Τριάδος Πατρός και Υιού. Βλ. Καϊμάκη, Ψαλῶ, σελ Ψαλμ. 22,

99 λόγω του ότι έχουν τον ίδιο Πατέρα, καθώς η διαφορά τους είναι ούτως ή άλλως δεδομένη : ο Υιός είναι Θεός και οι άγγελοι είναι δημιουργήματα. Ο συγγραφέας της Προς Εβραίους είναι σαφής :«Όλοι έχουν τον ίδιο πατέρα: Και αυτός που εξαγνίζει και αυτοί που εξαγνίζονται. Γι αυτό και δεν ντρέπεται ο Ιησούς να τους ονομάσει αδέρφια. Όπως λέει η Γραφή : Θα διαλαλήσω στ αδέρφια μου το μεγαλείο σου, θα σε εξυμνήσω μέσα στη συνάθροιση» ) Ο προφήτης Ησαΐας είναι γνωστό πως κλήθηκε στο προφητικό αξίωμα, κατόπιν μεγαλειώδους οράματος, το 736 π.χ. σε μία πολύ ταραγμένη περίοδο της ιστορίας του Ισραήλ. Το βόρειο βασίλειο του Ιούδα κινδύνευε με αφανισμό (καταστράφηκε το 722 π.χ.) και ο Ησαΐας προσπαθεί να νουθετήσει τους Ιουδαίους για να τους αποτρέψει από την καταστροφή. Μέσα στην περιγραφή των σοφών λόγων που λέγει προς τον λαό σημειώνει: «Θα φυλάξω τη μαρτυρία, θα εμπιστευθώ τη διδασκαλία στους μαθητές μου. Ο Κύριος τώρα κρύβεται από τους απογόνους του Ιακώβ εγώ όμως θα τον περιμένω. Να μαι εγώ και τα παιδιά που μου δωσε ο Θεός, είμαστε σύμβολα και σημεία για τον Ισραήλ εκ μέρους του Κυρίου του σύμπαντος, που κατοικεί στο όρος Σιών». 111 Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως χρησιμοποιείται αυτή η φράση στην Προς Εβραίους : «Όπως λέγει η Γραφή : Θα εμπιστευθώ τον εαυτό μου σ αυτόν και συνεχίζει: Να, εγώ και τα παιδιά που μου δωσε ο Θεός. Επειδή λοιπόν τα παιδιά αυτά ήταν άνθρωποι, έγινε κι ο Ιησούς άνθρωπος, για να καταργήσει με τον θάνατο του αυτόν που εξουσίαζε τον θάνατο, δηλαδή τον διάβολο». 112 Η ίδια φράση που χρησιμοποιήθηκε από τον Ησαΐα για τη σχέση με το λαό του Ισραήλ της εποχής εκείνης, του 8 ου π.χ. αιώνα που κινδύνευε από τους Ασσυρίους, χρησιμοποιείται και 110 Εβρ. 2, Ησαΐας 8, Εβρ. 2,

100 από τον συγγραφέα της Προς Εβραίους για να δείξει τη σχέση του Χριστού με τους ανθρώπους: έχουν τον ίδιο Πατέρα, όμως υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ τους ο Χριστός είναι ο Θεός και γι αυτό είναι ο μόνος που μπορεί να τους λυτρώσει από τον θάνατο και τον διάβολο. 9) Λίγο παρακάτω η Προς Εβραίους επιστολή συγκρίνει κατά κάποιο τρόπο το πρόσωπο του Μωϋσή με το πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός φάνηκε πιστός στο Θεό όπως πιστός είχε φανεί κάποτε στο Θεό και ο Μωϋσής. Χρησιμοποιεί μία φράση από το βιβλίο Αριθμοί της Παλαιάς Διαθήκης που αφορούσε το Μωϋσή και την αποδίδει στον Χριστό. Βέβαια σπεύδει να διευκρινίσει την ανωτερότητα του Χριστού καθώς ο Χριστός είναι ο Υιός ενώ ο Μωϋσής είναι ο υπηρέτης, με άλλα λόγια ο Ιησούς είναι Θεός ενώ ο Μωϋσής ένας άνθρωπος, 113 όμως, αν θέλήσουμε να εξετάσουμε το ρόλο της Παλαιάς Διαθήκης στη διατύπωση του Χριστολογικού δόγματος, πρέπει να προσέξουμε το γεγονός ότι η επιστολή χρησιμοποιεί μία φράση του βιβλίου Αριθμοί της Παλαιάς Διαθήκης που αφορά ένα πρόσωπο που έζησε πριν 13 αιώνες για να τη συνδέσει με τον Χριστό. Ο συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής αντικαθιστά τη λέξη «λαός» των Αριθμών με τη λέξη «οίκος». Η αντικατάσταση αυτή γίνεται γιατί χρησιμοποιεί την εικόνα του «οίκου» και του κατασκευαστή του για να δείξει την υπεροχή του δημιουργού κατασκευαστή έναντι του οίκου δημιουργήματος εξηγώντας ευκολότερα στον αναγνώστη του τη διαφορά Υιού Δημιουργού και Μωϋσέως δημιουργήματος. 10) Στο παλαιοδιαθηκικό βιβλίο των Ψαλμών, ο 95 ος Ψαλμός λέγει πως πρέπει να δοξολογήσουμε τον Κύριο 114 και όχι να προκαλέσουμε την οργή και την πικρία του όπως συνέβηκε τότε, στον καιρό της δοκιμασίας στην έρημο. Ο Θεός σαράντα χρόνια αντιπαθούσε εκείνη τη γενιά καθώς 113 Εβρ. 3, Ψαλμ. 95, 1. 93

101 ο λαός είχε φρόνημα ασταθές. 115 Ο συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής αποδίδει τα συγκεκριμένα λόγια του 95 ου Ψαλμού στο Άγιο Πνεύμα κάτι το οποίο δεν αναφέρεται πουθενά στον Ψαλμό. Η προς Εβραίους επιστολή λέγει πως και το Άγιο Πνεύμα οργίζεται σφόδρα, όπως επίσης πως το Άγιο Πνεύμα ορκίζεται να μην βοηθήσει ποτέ αυτό το λαό γιατί πρόδωσε την εμπιστοσύνη του ) Στο πέμπτο κεφάλαιο της Προς Εβραίους επιστολής αναφέρεται ρητώς πως ο ίδιος ο Θεός έδωσε το αξίωμα του αρχιερέα στο Χριστό, ο οποίος άλλωστε του είπε: Εσύ είσαι ο Υιός μου, εγώ σήμερα σε γένννησα, έκφραση που την ξαναχρησιμοποίησε ο συγγραφέας στην αρχή της επιστολής του (Προς Εβραίους 1,5). Η συγκεκριμένη φράση είναι ακριβής νομική ορολογία των Εβραίων, η οποία χρησιμοποιούνταν στη διαδικασία της υιοθεσίας των αρχαίων Εβραίων. Αργότερα όμως την έκφραση αυτή την απήγγειλε ο βασιλιάς των Εβραίων κατά την ενθρόνιση του 117 (το αναφέραμε ήδη όταν σχολιάζαμε το χωρίο Προς Εβραίους 1,4). Από το συγγραφέα της Προς Εβραίους επιστολής αποδίδεται ως έκφραση που λέχθηκε από τον Θεό, εννοώντας τον Πατέρα, στο Χριστό ) Αμέσως παρακάτω η Προς Εβραίους επιστολή σημειώνει την έκφραση Εσύ είσαι ιερέας για πάντα όπως ο Μελχισεδέκ αφήνοντας καθαρά να εννοηθεί πως απευθύνεται από τον Πατέρα στον Υιό, από το πρώτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος στο δεύτερο, όπως φαίνεται άλλωστε από την ίδια την επιστολή αμέσως παρακάτω. 119 Η φράση αυτή βρίσκεται 115 Ψαλμ. 95, Εβρ. 3, Βλ. τις πληροφορίες που παρατίθενται στη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τη Βιβλική Εταιρεία για την ακριβή χρήση των δύο στίχων και στον αρχαίο Εβραϊκό πολιτισμό και στον μετέπειτα, Η Αγία Γραφή σελ. 793 του πρώτου μέρους. 118 Εβρ. 5, Εβρ. 5,6 10 : «Σ ένα άλλο σημείο η Γραφή λέει : Εσύ είσαι ιερέας για πάντα όπως ο Μελχισεδέκ. Ο Χριστός, κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, με δυνατές κραυγές και δάκρυα απηύθηνε προσευχές και ικεσίες στον Θεό, που μπορούσε να τον σώσει από τον θάνατο. Και εισακούστηκε από τον Θεό για την ευλάβεια του. Αν και ήταν Υιός, έμαθε μέσα από τα παθήματα του την υπακοή. Έτσι ολοκλήρωσε το έργο κι ανακηρύχθηκε από 94

102 στο βιβλίο των Ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης, συγκεκριμένα στον 110 ο Ψαλμό του Δαβίδ, ο οποίος ανήκει στους λεγομένους βασιλικούς Ψαλμούς 120, και ουσιαστικά είναι μία έκφραση εύνοιας και προστασίας του Θεού προς τον βασιλιά, αφού τον τοποθετεί στην ίδια θέση με τον Μελχισεδέκ. Εδώ, η έκφραση αυτή απευθύνεται από τον Πατέρα στον Υιό. 13) Ένα άλλο σημείο της Παλαιάς Διαθήκη που χρησιμοποιήθηκε διαφορετικά από τον συγγραφέα της Προς Εβραίους επιστολής είναι ο 40 ος Ψαλμός του Δαβίδ. Ο εν λόγω Ψαλμός είναι μία ευχαριστία του Δαβίδ προς το Θεό για τις ευεργεσίες του Θεού προς το πρόσωπο του Δαβίδ. Στο στίχο 7 ο Δαβίδ λέγει προς τον Θεό : «Θυσίες και προσφορές δεν θέλησες, μου δωσες την επίγνωση δε ζήτησες ολοκαυτώματα ούτε θυσίες εξιλέωσης». 121 Η Προς Εβραίους επιστολή χρησιμοποιεί τα συγκεκριμένα λόγια του Δαβίδ και τα αποδίδει ως λόγια του Χριστού προς τον Θεό Πατέρα : «Γι αυτό, κατά τον ερχομό του στον κόσμο ο Χριστός είπε στον Θεό : Δεν θέλεις θυσίες και προσφορές, αλλά μου ετοίμασες ανθρώπινο σώμα. Δεν σου αρέσουν ολοκαυτώματα και θυσίες για συγχώρηση αμαρτιών». 122 Η καινούρια λέξη κλειδί που προστίθεται στην Προς Εβραίους είναι η λέξη «σώμα», η οποία δεν υπάρχει στο συγκεκριμένο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης και παραπέμπει στη ενανθρώπιση του Λόγου. Μία φράση του Δαβίδ παρουσιάζεται ως φράση του Κυρίου με την καίρια πρόσθηκη της λέξεως «σώμα». Αμέσως παρακάτω η Προς Εβραίους επιστολή εξηγεί το καινούριο περιεχόμενο που απέκτησαν τα συγκεκριμένα παλαιοδιαθηκικά λόγια, χωρίς όμως να διευκρινίζει με λεπτομέρειες από ποιον ακριβώς λέχθηκαν στην Παλαιά Διαθήκη. Στο στίχο 8 διαβάζουμε : «Αφού είπε πρώτα δεν θέλεις θυσίες και προσφορές και δεν σου αρέσουν τον Θεό αρχιερέας, όπως ο Μελχισεδέκ, κι έγινε η αιτία να σωθούν για πάντα όλοι όσοι υπακούνε σ αυτόν». 120 Σχετικά με τους βασιλικούς Ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης βλ. Καλαντζάκη, Παλαιά Διαθήκη, σελ Ψαλμ. 40, Εβρ. 5, 6. 95

103 ολοκαυτώματα και θυσίες για συγχώρηση αμαρτιών, που προσφέρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, ύστερα είπε : Να με, έρχομαι να κάνω το θέλημα σου. Αναιρεί δηλαδή τις παλαιές θυσίες και τις αντικαθιστά με τη δική του. Εξαιτίας αυτού του θελήματος έχουμε εξαγνιστεί μια για πάντα με την προσφορά του σώματος του Ιησού Χριστού». 123 Φαίνεται η καινούρια πραγματικότητα που έφερε ο Χριστός. 14) Λίγο παρακάτω ο συγγραφέας της Προς Εβραίους συμβουλεύει τους αναγνώστες του να μη χάσουν το θάρρος τους γιατί «όπως λέει η Γραφή : Λίγο ακόμη, και φτάνει ο ερχόμενος δεν θ αργήσει. Ο δίκαιος εξαιτίας της πίστεως του θα ζήσει αν όμως δειλιάσει, θα δυσαρεστηθώ μ αυτόν. Εμείς όμως δεν είμαστε από εκείνους που υποχωρούν και χάνονται, αλλά απ αυτούς που πιστεύουν και σώζονται». 124 Τα συγκεκριμένα λόγια είναι λόγια του προφήτη Αββακούμ, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα έζησε τον 7 ο αιώνα, εποχή κατά την οποία τα Ιεροσόλυμα απειλούνται από τους Βαβυλωνίους, οι οποίοι μόλις νίκησαν τους Αιγυπτίους στην Χαρκεμίς. Ο προφήτης Αββακούμ εκφράζει το παράπονο γιατί να υφίσταται ο Ισραήλ τόσα δεινά από τους Βαβυλωνίους και ο Κύριος του αποκρίθηκε : «Αυτό που τώρα σου αποκαλύπτω, γράψ το σε πλάκες με καθαρή γραφή, έτσι που όλοι να το διαβάζουν εύκολα. Αυτό που σου αποκαλύπτω δεν θα ολοκληρωθεί αμέσως, σίγουρα όμως κάποτε θα πραγματοποιηθεί. Περίμενε με υπομονή ωσότου συμβεί. Γράψε, λοιπόν, τώρα : Αυτός που είναι άπιστος θα καταστραφεί. Αυτό όμως που μου είναι πιστός και πράττει το δίκαιο, θα ζήσει. Πράγματι, όποιος καυχιέται ότι είναι απατεώνας, αυτός ο άνθρωπος ο αλαζονικός ποτέ δε μένει ήσυχος, ακόμη κι αν ανοίξει το στόμα του ωσάν τον άδη ή είναι σαν το θάνατο αχόρταγος, ακόμη κι αν καταπιεί όλα τα έθνη το ένα μετά το άλλο». Το όλο πνεύμα του βιβλίου Αββακούμ δείχνει πως ο προφήτης 123 Εβρ. 10, Εβρ. 10,

104 ενδιαφέρεται για τη εποχή του. Η φράση «αυτό που σου αποκαλύπτω δεν θα εκπληρωθεί αμέσως, σίγουρα όμως κάποτε θα πραγματοποιηθεί» 125 μπορεί να εκληφθεί πως βρίσκει την εκπλήρωση της στα χρόνια του Χριστού, μπορεί όμως να εκληφθεί πως εκπληρώνεται και σε τόσα άλλα γεγονότα που συμβαίνουν από την εποχή του Αββακούμ μέχρι τον ερχομό του Κυρίου, όπως η βαβυλώνια αιχμαλωσία, τα γεγονότα που διαδραματίζονται στη Βαβυλώνα, η επέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα προβλήματα που δημιούργησαν οι διάδοχοι του στη λατρεία των Ισραήλ, όπως περιγράφονται στα βιβλία των Μακκαββαίων καθώς και σε τόσα άλλα γεγονότα μέχρι την έλευση του Κυρίου. Συνεπώς η εν λόγω φράση («αυτό που σου αποκαλύπτω δεν θα εκπληρωθεί αμέσως, σίγουρα όμως κάποτε θα πραγματοποιηθεί») δεν θα πρέπει να λαμβάνεται ως η σύνδεση μεταξύ του προφήτη Αββακούμ και της Προς Εβραίους επιστολής, αλλά ότι και σε αυτήν την περίπτωση ο συγγραφέας της Προς Εβραίους χρησιμοποιεί κάποια φράση της Παλαιάς Διαθήκης που λέχθηκε με διαφορετικό περιεχόμενο, ως βοήθημα, για να δείξει το νέο περιεχόμενο που έφερε ο Χριστός. 2. Ο προφήτης Ιερεμίας στην Χριστολογία της επιστολής Το πιο δυνατό σημείο της επιστολής που δείχνει καθαρά λόγια της Παλαιάς Διαθήκης να συνδέονται πολύ στενά με το πρόσωπο του Θεού Λόγου όπως το διδάσκει η Προς Εβραίους επιστολή είναι η χρήση του βιβλίου του προφήτη Ιερεμία 126 από το συγγραφέα της επιστολής. Στο 8 ο κεφάλαιο, στίχους 7 13, αναφέρει αυτούσια λόγια του Ιερεμία 127 σχετικά με τη νέα διαθήκη του Θεού με το λαό του, Ισραήλ. Στην Προς Εβραίους αντί της λέξεως «Κύριος» του Ιερεμία, υπάρχει η λέξη «Θεός». 125 Αββ. 2, Έζησε έναν αιώνα μετά τον Ησαΐα, γύρω στο 650 μ.χ. βλ. Εισαγωγή, σελ Ιερεμίας 31,

105 Το βιβλίο του Ιερεμία μπορεί όντως να θεωρηθεί ως ένα κείμενο που θυμίζει την Καινή Διαθήκη και τον ερχομό του λυτρωτή. 128 Άλλωστε, όπως σημειώνει πολύ εύστοχα ο Σταύρος Καλαντζάκης «το κεντρικό θέμα του βιβλίου προσδιορίζει ο οραματισμός του προφήτη για μια νέα εποχή στα έσχατα, η οποία θα εγκαινιασθεί με την εσωτερική αναγέννηση της ανθρώπινης ύπαρξης μια αναγέννηση επί της οποίας θα στηριχθεί η σύναψη καινής διαθήκης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, σ αντικατάσταση της παλαιάς, που θα προσδώσει στη θρησκεία πνευματικό, προσωπικό και παγκόσμιο χαρακτήρα». 129 Ίσως έχει σημασία και μία λεπτομέρεια της ίδιας της ζωής του Κυρίου. Κάποτε ρώτησε ο Χριστός τους μαθητές ποια είναι η γνώμη του κόσμου για το ποιος πραγματικά είναι. «Αυτοί απάντησαν : Άλλοι λένε πως είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι ο Ηλίας, άλλοι ο Ιερεμίας ή ένας από τους προφήτες». 130 Ο Ιερεμίας συγκαταλέγεται ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα της Παλαιάς Διαθήκης που ταυτίζονταν από κάποιους με το πρόσωπο του Χριστού. Το ίδιο περιστατικό καταθέτουν και τρεις συνοπτικοί ευαγγελιστές όμως ο Μάρκος και ο Λουκάς δεν αναφέρουν καθόλου το όνομα του Ιερεμία, ενώ και οι δύο αναφέρουν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και τον Ηλία καθώς και τους αρχαίους προφήτες. 131 Επιπλέον δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο Ματθαίος ανήκε στο στενό κύκλο των 12 μαθητών του Κυρίου και πιθανότατα ήταν παρών την ώρα της σχετικής συζήτησης, κάτι που δεν μπορούμε να το υποστηρίξουμε για τους άλλους δύο ευαγγελιστές. Πάντως και μόνο το γεγονός ότι ένας ευαγγελιστής χρησιμοποιεί μόνο τον Ιερεμία από τόσους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, σημαίνει ότι το κείμενο του όντως συνδέει πολύ στενά Παλαιά και Καινή Διαθήκη. 128 Εισαγωγή, σελ Καλαντζάκη, Παλαιά Διαθήκη, σελ Ματθ. 16, Μαρκ. 8, 28 Λουκ. 9,

106 Βέβαια είναι αλήθεια πως και αυτό το βιβλίο αν ήθελε κάποιος θα μπορούσε να το εκλάβει ως εντελώς άσχετο με το πρόσωπο και την παρουσία του Κυρίου καθώς α) η λέξη Κύριος του βιβλίου θα μπορούσε να είναι γενικά ο Θεός, ο Γιαχβέ, των Εβραίων και όχι ο άσαρκος Λόγος όπως υποστηρίζει η μετέπειτα βυζαντινή θεολογία και β) ο Ιερεμίας ζει σε μία πολύ μακρυνή εποχή σε σχέση με το Χριστό (τέλη του 7 ου με αρχές 6 ου αιώνα) και ταραγμένη περίοδο του Ισραήλ (αποτυγχημένη προσπάθεια του βασιλιά Ιωακείμ για ανεξαρτησία από την κυριαρχία των Βαβυλωνίων που ήδη είχαν κυριαρχήσει έναντι των Ασσυρίων) 132 οπότε θα μπορούσαν και σε αυτήν την περίπτωση όλα να εκλαμβάνονται πως αφορούν σύγχρονες καταστάσεις του προφήτη και όχι την τόσο μετέπειτα εποχή του Κυρίου. Ακόμα και οι φράσεις του Ιερεμία «Έρχονται μέρες λέει ο Κύριος, που θα κάνω καινούρια διαθήκη με το λαό του Ισραήλ και του Ιούδα 133 Μετά τις μέρες εκείνες, θα βάλω το νόμο μου μέσα στη συνείδησή τους και θα τον γράψω στις καρδιές τους θα είμαι Θεός τους κι αυτοί θα είναι λαός μου» 134, θα μπορούσαν να ειδωθούν κάλλιστα μέσα από το πρίσμα μιας εκπλήρωσης κοντινής των ημερών εκείνων, και όχι ύστερα από εφτά αιώνες που ζει ο Χριστός. Παρόλα αυτά δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι το βιβλίο εμφανίζει σημεία που θα μπορούσαν να παραπέμψουν στη ζωή και την εποχή του Κυρίου. Ο ιερός συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής αφιερώνει εκτενές κείμενο του Ιερεμία, σαφώς εκτενέστερο έναντι των άλλων παλαιοδιαθηκικών κειμένων της επιστολής του. Πιστεύουμε πως εξαιτίας της εγγύτητας του κειμένου του Ιερεμία με τα χαρακτηριστικά της εποχής του Κυρίου αλλά και με την περιγραφή της ίδιας της αποστολής του Θεανθρώπου, γίνεται αυτή η εκτενέστερη, έναντι των άλλων παλαιοδιαθηκικών κειμένων, 132 Αγία Γραφή, σελ Εισαγωγή, σελ Ιερεμ. 31, Ιερεμ. 31,

107 αναφορά των οποίων η χρήση περιορίζεται σε λίγες γραμμές ή σε κάποια σύντομα γνωμικά. Το πιο χαρακτηριστικό είναι πως σε λίγο το ίδιο ακριβώς κείμενο του Ιερεμία ξαναχρησιμοποιείται από τον συγγραφέα της Προς Εβραίους επιστολής, αλλά αυτή τη φορά η λέξη «Κύριος» του Ιερεμία αντικαθίσταται από τη λέξη «το Άγιο Πνεύμα». Στο κεφάλαιο 10, διαβάζουμε : «Αυτό μας επιβεβαιώνει και το Άγιο Πνεύμα. Στην αρχή λέει: Η διαθήκη που θα συνάψω μαζί τους, μετά τις ημέρες εκείνες, λέει ο Κύριος, είναι η εξής : Θα τοποθετήσω τον νόμο μου μέσα στις καρδιές τους και θα χαράξω τις εντολές του μέσα στο νου τους. Και θα ξεχάσω πια τις αμαρτίες τους και τις παρανομίες τους. Είναι φανερό πως όπου υπάρχει συγχώρηση αμαρτιών δεν χρειάζεται θυσία γι αυτές». 135 Το βιβλίο του προφήτη Ιερεμία θα χρησιμοποιηθεί εκτενώς από την μετέπειτα βυζαντινή θεολογία καθώς θα διατυπώνεται το χριστολογικό δόγμα της Εκκλησίας. Θα το χρησιμοποιήσει ο Ωριγένης, 136 ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, 137 ο Θεοδώρητος Κύρου 138 και ο Ολυμπιόδωρος. 139 Οι εν λόγω θεολόγοι όμως δεν ανάφερονται στο συγκεκριμένο χωρίο που σχολιάζει η Προς Εβραίους επιστολή (Ιερ. 31, 31 34) εκτός από τον Ωριγένη που και αυτός αναφέρεται επιγραμματικά. 140 Καθώς η λέξη Κύριος του Ιερεμία αντικαθίσταται με τις λέξεις Χριστός και Άγιο Πνεύμα γίνεται προφανές πως οι θεολόγοι της Εκκλησίας από τις πρώτες ημέρες της ιστορικής της πορείας είδαν και ερμήνευσαν την Παλαιά Διαθήκη Τριαδολογικά, γιατί προηγήθηκε η τριαντατριάχρονη πορεία του Θεανθρώπου στη γη που φανέρωσε την 135 Εβρ. 10, PG 13, PG 64, PG 81, PG 93, Ὠριγένους, Τά εἰς τό κατά Ματθαῖον εὐαγγέλιον ἐξηγητικά PG 13, 1405AB και Διεξηγητικαί ἐκλογαί εἰς Ἱερεμίαν PG 13, 583CD. 100

108 Αγία Τριάδα. Οι όροι της Παλαιάς Διαθήκης χρησιμοποιούνται πλέον για να περιγράψουν την Αγία Τριάδα. Μεταξύ της πρώτης και της δευτέρας αναφοράς της Προς Εβραίους επιστολής στο ίδιο ακριβώς κείμενο του Ιερεμία, ο συγγραφέας της έχει μία σημείωση για τη διαφορά μεταξύ ιερωσύνης των Εβραίων και της ιερωσύνης που έφερε ο Χριστός. Στους στίχους διαβάζουμε : «Όλοι οι ιερείς λειτουργούν καθημερινά και προσφέρουν πολλές φορές τις ίδιες θυσίες, που όμως ποτέ δεν μπορούν να εξαλείψουν αμαρτίες. Αντίθετα, ο Ιησούς πρόσφερε για τις αμαρτίες μία θυσία για πάντα, κι έπειτα κάθισε στα δεξιά του Θεού από τότε περιμένει, ωσότου υποταχθούν κάτω από τα πόδια του οι εχθροί του. Γιατί με μία μόνο προσφορά οδήγησε στην τελειότητα για πάντα αυτούς που εξαγνίστηκαν με το αίμα του», 141 και αμέσως ακολουθεί η αναφορά του στο Άγιο Πνεύμα που σημειώσαμε προηγουμένως. Παλαιά Διαθήκη, Νέα Κτίση και Αγία Τριάδα, την οποία φανερώνει στον κόσμο ο Ενανθρωπήσας Λόγος του Πατρός, συνδέονται άρρηκτα. 3. Η Χριστολογία της Εκκλησίας ως συνδεκτικός κρίκος των δύο διαθηκών Παρατηρούμε πως ο συγγραφέας της επιστολής για να στηρίξει τη διδασκαλία του για το πρόσωπο του Χριστού χρησιμοποιεί : α) φράσεις από την ενθρόνιση του βασιλιά των Εβραίων β) ένα όνειρο του προφήτη Νάθαν με τη διαβεβαίωση του Θεού πως η δυναστεία του Δαβίδ θα συνεχιστεί στους αιώνες γ) μία αναφορά για τους ειδωλολατρικούς λαούς, τους γειτονικούς των Εβραίων δ) μία φράση από το γάμο του εκάστοτε βασιλιά των Εβραίων 141 Εβρ. 10,

109 ε) μία φράση που αφορούσε τον Γιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης αποδίδεται στον Υιό και όχι στον Πατέρα, όπως θα περίμενε ο αναγνώστης στ) μία φράση από την προσευχή του Δαβίδ χρησιμοποιείται ως κουβέντα του Υιού απευθυνόμενη προς τους αγγέλους ζ) φράση του Ησαΐα για την αποστολή που του ανέθεσε ο Θεός εμφανίζεται ως εκφρασθείσα από τον Χριστό προς τους ανθρώπους η) παραλληλίζεται η πιστότητα του Μωϋσή προς το Θεό με την πιστότητα του Ιησού Χριστού προς τον Πατέρα Θεό θ) η οργή του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης προς τον Ισραήλ συγκρίνεται με την οργή του Αγίου Πνεύματος προς τους ανθρώπους ι) μία φράση που χρησιμοποιούνταν κατά τη διαδικασία της υιοθεσίας των Εβραίων και αργότερα ενσωματώθηκε στο τελετουργικό της ενθρονίσεως του βασιλιά αποδίδεται να λέγεται από τον Πατέρα προς τον Υιό ια) μία φράση εύνοιας του Θεού προς το βασιλιά αποδίδεται να λέγεται από τον Πατέρα προς τονυιό ιβ) μία φράση ευχαριστίας του Δαβίδ προς το Θεό εμφανίζεται να λέγεται από τον Χριστό προς τον Πατέρα ιγ) λόγια του προφήτη Αββακούμ που αναφέρονται στην εποχή του αποδίδονται σε κάθε εποχή ιδ) τα λόγια του προφήτη Ιερεμία θα μπορούσαν να ισχύουν όντως σε κάθε εποχή. Με βάση τα προαναφερθέντα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης ο συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής οικοδομεί ολόκληρη την Χριστολογία του γνωρίζοντας πολύ καλά πως χρησιμοποιεί τα συγκεκριμένα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης για εντελώς διαφορετικό λόγο και με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που τους είχε δώσει ο συγγραφέας τους, όταν τα έγραφε μέσα στο εβραϊκό περιβάλλον. 102

110 Πέρα από το γεγονός ότι το καινούριο περιεχόμενο όλων των προαναφερθέντων χωρίων είναι ο Ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, αφιερώνει και ξεχωριστά κεφάλαια για να μας μιλήσει για τον Χριστό. Στο τέταρτο κεφάλαιο της επιστολής, έχοντας ακόμα χρησιμοποιήσει λίγα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης θα μας διευκρινίσει πως ο Ιησούς, ο Υιός του Θεού, είναι ο Μέγας Αρχιερέας που έφτασε ως το θρόνο του Θεού. 142 «Δεν έχουμε αρχιερέα που να μην μπορεί να συμμεριστεί τις αδυναμίες μας. Αντίθετα, έχει δοκιμαστεί σε όλα, επειδή έγινε άνθρωπος σαν κι εμάς, χωρίς όμως να αμαρτήσει. Ας πλησιάσουμε, λοιπόν, με θάρρος τον θρόνο της χάριτος του Θεού, για να μας σπλαχνιστεί και να μας δωρίσει τη χάρη του, την ώρα που τη χρειαζόμαστε». 143 Στο έβδομο κεφάλαιο θα μας πει : «Κι ενώ οι άλλοι ιερείς (ενν. του εβραϊκού λαού) ήταν πολλοί, γιατί ο θάνατος τούς εμπόδιζε να παραμένουν αιώνια, ο Ιησούς, επειδή παραμένει αιώνιος, έχει ιερωσύνη που δεν μεταβιβάζεται. Γι αυτό μπορεί να σώζει για πάντα όσους μέσω αυτού πλησιάζουν τον Θεό. Ζει αιώνια, για να μεσιτεύει γι αυτούς». 144 Στο ένατο κεφάλαιο υπογραμμίζει : «ο Χριστός δεν μπήκε στα άγια των αγίων που έχτισαν άνθρωποι και που είναι απεικόνιση του ουρανίου θυσιαστηρίου, αλλά στον ίδιο τον ουρανό, για να παρουσιαστεί τώρα μπροστά στον Θεό, μεσιτεύοντας για μας. Ούτε προσφέρει πολλές φορές θυσία τον εαυτό του, όπως συμβαίνει με τον αρχιερέα που εισέρχεται κάθε χρόνο στα άγια των αγίων και προσφέρει ξένο αίμα. Διαφορετικά ο Χριστός θα έπρεπε να είχε πεθάνει πολλές φορές από καταβολής κόσμου. Ενώ τώρα φανερώθηκε μια για πάντα στο τέλος των αιώνων και κατήργησε με τη θυσία του την αμαρτία. Οι άνθρωποι μία φορά πεθαίνουν κι ύστερα κρίνονται από τον Θεό. Έτσι κι ο Χριστός, αφού θυσιάστηκε μια φορά για 142 Εβρ. 4, Εβρ. 4, Εβρ. 7,

111 να σηκώσει πάνω του τις αμαρτίες όλων μας, θα εμφανιστεί για δεύτερη φορά, όχι για ν αντιμετώπισει την αμαρτία, αλλά για να σώσει αυτούς που τον προσμένουν». 145 Αλλά και στο ενδέκατο κεφάλαιο καθώς μας περιγράφει τόσο γλαφύρα τους ζωντανούς καρπούς της πίστεως, όπως φαίνονται στους πρωταγωνιστές της Παλαιάς Διαθήκης, μετά το τέλος του κεφαλαίου, στο δωδέκατο κεφάλαιο θα μας υπενθυμίσει πως ο Ιησούς μας έδωσε την πίστη, την οποία και τελειοποιεί. 146 Η Χριστολογία του συγγραφέα είναι ξεκάθαρη. Ο Χριστός είναι αυτός που μας φώτισε να διαβάσουμε καθαρά την Παλαιά Διαθήκη, γιατί αυτός είναι το Α και το Ω. Δεν είναι το Α η Παλαιά Διαθήκη, στη μέση ο Χριστός και στο Ω η Δευτέρα Παρουσία και η πλήρης τελείωση. Το Α και το Ω είναι ο Χριστός, ως ο Υιός και Λόγος του Θεού, το Δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Δεν ξεκινούμε από την Παλαιά Διαθήκη και συνεχίζουμε στην Καινή. Μόνο από την Καινή Διαθήκη ξεκινούμε και με τον φωτισμό των γεγονότων που περιγράφει κατανοούμε και ερμηνεύουμε την Παλαιά. Η Παλαιά Διαθήκη περιγράφει μια σειρά θεόπνευστων γεγονότων, στα οποία ενδημεί ο άσαρκος Λόγος, κορύφωση των οποίων είναι η ενανθρώπιση, η οποία είναι η τέλεια θεοφάνεια. Θεόπνευστα είναι τα γεγονότα που περιγράφει. Σε καμία περίπτωση δεν είναι θεόπνευστο το ίδιο το βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Η Παλαιά Διαθήκη σε πολλά της σημεία είναι αντιγραφή της θρησκευτικής ζωής των Εβραίων, δηλαδή μιας άλλης θρησκείας, η οποία ποτέ δεν δέχθηκε τον Χριστό ακόμη περιμένει τον Μεσσία με πολλά γεγονότα και από την καθημερινή του ζωή. Ο Ιεχωβά της Παλαιάς Διαθήκης δεν είναι ο Πατήρ, το πρώτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος του Χριστιανισμού, αλλά ο Θεός με το γενικό 145 Εβρ. 9, Εβρ. 12, 1 2 : «τοιγαροῦν καί ἠμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἠμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καί τήν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι ὑπομονῆς τρέχωμεν τόν προκείμενον ἠμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν». 104

112 περιεχόμενο που έδινε ο Εβραίος στον Θεό του. Αν δεχόταν τον Πατέρα τότε θα δεχόταν και τον Υιό, εφόσον ο Υιός είναι ο ίδιος ο Λόγος του Πατρός. Άλλωστε και η χριστιανική εκκλησία στην λέξη Ιεχωβά της Παλαιάς Διαθήκης ποτέ δεν είδε τον Πατέρα αλλά μόνο τον Λόγο, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ασάρκως και ενσάρκως βέβαια στην Καινή Διαθήκη. Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο Υιός για τους Πατέρες της Εκκλησίας και όχι ο Πατήρ. Ο Πατήρ κατά τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας πουθενά δεν φαίνεται. Μόνο ο Υιός φαίνεται γιατί το ξεχωριστό έργο του Υιού είναι να φανερώνει την Αγία Τριάδα μέσα στην ιστορία, κάτι το οποίο γίνεται φανερό πολύ καθαρά στην Καινή Διαθήκη με την εναθρώπιση του Λόγου, η οποία είναι η τέλεια θεοφάνεια. Ο Χριστός καθώς ήταν ο ίδιος Εβραίος έπρεπε εκ των πραγμάτων να διαλέξει ένα έθνος, αφού θα ερχόταν μέσα στην ιστορία χρησιμοποίησε φράσεις, γεγονότα, λέξεις, γνωμικά, σπουδαία ονόματα από την καθημερινή ζωή των Εβραίων για να κάνει διάλογο μαζί τους και να καταστήσει πιο εύκολα κατανοητό το ποιος είναι. Εκτός όμως από τα ονόματα και τα έθιμα των Εβραίων, παραπέμπει συνεχώς και κατεξοχήν στα θεόπνευστα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης ως την καλύτερη μαρτυρία για την επίγεια αποστολή Του. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλές φορές οι ίδιοι οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης περιγράφουν σημαντικά γεγονότα θεοφανειών, χωρίς να καταλαβαίνουν τη δυναμική των γραφομένων τους, και έρχεται ο Χριστός για να φωτίσει το ακριβές περιεχόμενο τους. Ο Χριστός, ενώ έκανε τακτικές αναφορές στην Παλαιά Διαθήκη (δεν την έλεγε βέβαια Παλαιά Διαθήκη, αφού δεν είχε γραφτεί η Καινή την έλεγε ἡ Γραφή ή γέγραπται, κατά τάς γραφᾶς, το γεγραμμένον ὁ νόμος καί οἱ προφήται 147 ή οἱ ἀρχαῖοι, ἐρρέθῃ τοῖς ἀρχαίοις 148. Επίσης 147 Καραβιδόπουλου, Καινή Διαθήκη, σελ Στην επί του όρους ομιλία ο Χριστός αναφέρει πολλές φορές τη φράση «ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις» βλ. Ματθ. 5,21 5,27 5,33 105

113 απέφευγε να παραπέμπει σε ακριβή χωρία της Παλαιάς, όχι μόνο γιατί τα κεφάλαια και οι στίχοι ενσωματώθηκαν πολύ αργότερα στο κείμενο 149, αλλά κυρίως, γιατί τον ενδιέφερε να παραπέμψει στα θεόπνευστα γεγονότα των παλαιοδιαθηκικών κειμένων αγαπητή του αναφορά ήταν τα ονόματα μεγάλων προφητών, κυρίως του προφήτη Ησαΐα, ακριβώς γιατί τα ονόματα τους ήταν ταυτισμένα με τα γεγογνότα των θεοφανειών. Πολλά από αυτά τα γεγονότα τα έβλεπαν οι Εβραίοι και όμως δεν συνειδητοποιούσαν τη βαθύτερη σημασία τους. Οι προφήτες και την καταλάβαιναν και την εξηγούσαν όμως πολλές φορές δεν γίνονταν κατανοητοί. Οι προφήτες ήταν τα μόνα πρόσωπα του εβραϊκού λαού που κατάλαβαν το βαθύτερο περιεχόμενο των θεόπνευστων γεγονότων, κάτι που δεν παρατηρήθηκε στον ίδιο βαθμό με άλλες ομάδες επιφανών προσώπων του εβραϊκού λαού, όπως οι Κριτές ή οι Βασιλείς. Πολλοί Κριτές και Βασιλείς πρόδωσαν την αποστολή τους. Αν ο Χριστός δεν είχε διαλέξει το εβραϊκό γένος, για να έρθει στον κόσμο, και είχε διαλέξει ένα άλλο έθνος (παρότι, η ιστορία δεν γράφεται με το αν) πάλι θα έπαιρνε από εκείνο το έθνος τα γράπτα του μνημεία, την ιστορία του, τα έθιμα του, τα γνωμικά του, ονόματα και συνήθειες της καθημερινότητος του για να δείξει με απλό και απτό τρόπο το ποιος είναι καθώς και ποια είναι η σωτηριώδης αποστολή Του. Και πάλι όμως θα ενδιαφερόταν κυρίως να παραπέμψει στα θεόπνευστα γεγονότα που εμφανίστηκαν μέσα σε εκείνο τον λαό, πριν την έλευση Του, προετοιμάζοντας τον ερχομό Του, όπως ακριβώς έγινε με τους Εβραίους, τους οποίους διάλεξε. Αυτή είναι αδήριτη ανάγκη της ενανθρωπίσεως εφόσον έρχεται μέσα στην ιστορία και στον ανθρώπινο πολιτισμό. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα όλων αυτών είναι η λέξη μέτοχοι της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι λέγονταν και χριστοί. Μέτοχοι ονομάζονταν οι βασιλείς, οι αρχιερείς του Ισραήλ, γιατί εχρίοντο με ειδικό 149 Καραβιδόπουλου, Καινή Διαθήκη, σελ

114 λάδι, όταν αναλάμβαναν το αξίωμα τους, όπως το βλέπουμε πολύ καθαρά στο Α Σαμ. 24, στίχους 7 και 11 ή στο 26, 9 του ίδιου βιβλίου. Ο βασιλιάς αναλάμβανε τα αξίωμα του με χρίσμα. Στο Α Σαμουήλ κεφάλαιο 10 στίχο 1 διαβάζουμε : «Τότε πήρε ο Σαμουήλ το δοχείο με το λάδι και το έχυσε επάνω στο κεφάλι του Σαούλ, τον φίλησε και του είπε : Ο Κύριος σε έχρισε άρχοντα στο λαό του που του ανήκει», καθώς και σε πολλά άλλα σημεία της Παλαιάς Διαθήκης μπορούμε να δούμε το τυπικό του χρίσματος ως ανάληψη του βασιλικού αξιώματος (πολύ χαρακτηριστικό το Α Σαμ. 16,1). Άλλωστε εξαιτίας της χρήσης τους με ειδικό λάδι έπαιρναν και το όνομα χριστός, εφόσον χρίονταν. Στα εβραϊκά η λέξη χριστός λέγεται «μεσσιάχ» και εξελληνισμένα «Μεσσίας». 150 Ο Κύριος χρησιμοποίησε αυτή την πολύ γνωστή λέξη των Εβραίων για τον εαυτό Του και είπε πως ο ίδιος είναι ο Χριστός, αλλά με εντελώς καινούριο περιεχόμενο που αφορά την ύπαρξη και όχι κάποιο τελετουργικό της εποχής εκείνης. 151 Έχρισε την ανθρώπινη φύση με τη θεϊκή και την αγίασε πλήρως, όπως θα πει λίγους αιώνες αργότερα η μετέπειτα χριστολογική διατύπωση. Κορυφώνοντας την παράδοση αυτή ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός τον 8 ο αιώνα μ.χ. θα σημειώσει : «ὅτε γὰρ γέγονε σάρξ ὁ Λόγος, τότε καὶ ὠνομάσθαι λέγομεν Χριστὸν Ἰησοῦν. Ἐπειδὴ γὰρ κέχρισται τῷ ἐλαίῳ τῆς ἀγαλλιάσεως ἤτοι τῷ ἀγίῳ Πνεύματι παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, ταύτῃ τοι Χριστὸς ὀνομάζεται» 152 όπως και «αὐτὸς γὰρ ἐαυτὸν ἔχρισε, χρίων μὲν ὠς Θεὸς τὸ σῶμα τῇ θεότητι αὐτοῦ, χριόμενος δὲ ὡς ἄνθρωπος αὐτὸς γὰρ ἐστι τοῦτο κακεῖνο», 153 για να καταλήξει πως «χρίσις δὲ ἡ θεότης τῆς ἀνθρωπότητος» Καινή Διαθήκη, Γλωσσάριο σελ Βλ. Καινή Διαθήκη, σελ. 518 την κριτική ερμηνεία και παρατήρηση του όρου μέτοχοι του στίχου 1, 9 : «ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρά τούς μετόχους σου» της Προς Εβραίους επιστολής. 152 Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ Ἔκδοσις ἀκριβὴς, Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής, Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής,

115 Στο βιβλίο των Ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης ο όρος χριστός χρησιμοποιείται σε σχέση με τον Δαβίδ και τους διαδόχους του. (π.χ. Ψαλμ. 2,2). 155 Ο 45 ος Ψαλμός στο στίχο 8 λέγει : «ἠγάπησας δικαιοσύνην καί ἐμίσησας ἀνομίαν διά τοῦτο ἔχρισε σέ ὁ Θεός ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρά τούς μετόχους σου». 156 Αυτήν ακριβώς την έκφραση χρησιμοποιεί ο συγγραφέας της Προς Εβραίους επιστολής και βάζει να τη λέγει ο Πατήρ προς τον Υιό του : «καί πρός μέν τούς ἀγγέλους λέγει ὁ ποιῶν τούς ἀγγέλους πρός δέ τόν υἱόν ο θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τόν αἰώνα τοῦ αἰῶνος ῥάβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου. Ἠγάπησας δικαιοσύνην καί ἐμίσησας ἀνομίαν διά τοῦτο ἔχρισε σέ, ὁ Θεός, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρά τούς μετόχους σου». Τους συγκεκριμένους στίχους τους σχολιάσαμε στην αρχή της παρούσης μελέτης μας και σημειώσαμε πως απαγέλλονταν στο γάμο του βασιλιά όπου εκεί αναφέρονταν και το τελετουργικό της χρίσης του. Σύμφωνα με το καινούριο περιεχόμενο που δίνει η Προς Εβραίους επιστολή ο Υιός είναι ο καινούριος Χριστός, καθώς χρίεται με ἔλαιον ἀγαλλιάσεως, δηλαδή με το Άγιο Πνεύμα. 157 Η Προς Εβραίους επιστολή είναι το πιο καλό δείγμα για να καταλάβουμε το πώς διατυπώνει η εκκλησία, τις πρώτες ημέρες της ιστορικής της πορείας, τη διδασκαλία της για το Χριστό. Η χρήση των παλαιοδιαθηκικών χωρίων είναι απαραίτητη για να γίνει κατανοητό το πρόσωπο και η αποστολή του Κυρίου. Ίσως δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της επιστολής διαβάζεται στην Εκκλησία κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή αλλά και ένα σεβαστό κομμάτι από το ενδέκατο κεφάλαιο της (Εβρ. 11, και 32 40), όπου υπογραμμίζονται ρητώς οι καρποί της πίστεως, διαβάζεται κατά την 155 Καινή Διαθήκη, Γλωσσάριο σελ Ψαλμ. 45, Καινή Διαθήκη, σελ

116 Κυριακή της Ορθοδοξίας. 158 Στις πιο λεπτές περιόδους του λειτουργικού έτους της Εκκλησίας ακούγεται η Χριστολογία της Προς Εβραίους επιστολής διατυπωμένη με τη βοήθεια των παλαιοδιαθηκικών χωρίων. 158 Καραβιδόπουλου, Καινή Διαθήκη, σελ

117 Συντομογραφίες : Αγία Γραφή : Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, 2003 Εισαγωγή : Σύντομη Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη. Επιλογή ενοτήτων από τη Βίβλο της Ιερουσαλήμ Μετάφραση Δημήτρης Καϊμάκης Εκτυπωτική Ε.Π.Ε. «Uniprint Hellas», Θεσσαλονίκη, Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής,: Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Die Schriften des Johannes von Damaskos, εκδ. B. Kotter, Walter De Gruyter 1973, t. II (Patristische Texte und Studien 12). Καϊμάκη, Ψαλῶ : Δημήτρη Β. Καϊμάκη, Ψαλῶ τῷ Θεῷ μου. Υπόμνημα σε εκλεκτούς Ψαλμούς, Εκτυπωτική Ε.Π.Ε. «Uniprint Hellas», Θεσσαλονίκη, 1992 Καλαντζάκη, Παλαιά Διαθήκη : Σταύρου Ε. Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, επιμέλεια Αθανάσιος Παπαρνάκης Δ. Θ., εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 2007 Καραβιδόπουλου, Καινή Διαθήκη : Ιωάννου Δ. Καραβιδόπουλου, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη (στη σειρά Βιβλική Βιβλιοθήκη 1) εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, Καινή Διαθήκη : Η Καινή Διαθήκη, Κείμενο Μετάφραση στη δημοτική (έκδοση πολυτονική) από την Ελληνική Βιβλική Εταιρεία 2006, έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας,

118 Δρ. Εμμανουήλ Κ. Δουνδουλάκης Επίκουρος καθηγητής της Α.Ε.Α.Η.Κ. Αγιότητα και Άγιοι σε συγγράμματα του Γέροντος Γαβριήλ Διονυσιάτη Όσοι μελετούν επιλεκτικά και αποσπασματικά τα συγγράμματα του μακαριστού Γέροντος Γαβριήλ, είναι δυνατόν να διαμορφώσουν την άποψη ότι εκείνος δεν ασχολείται με την Αγιότητα. Η συγκεκριμένη εκτίμηση αποτελεί συνισταμένη πολλών παραγόντων: αφενός του βαθμού "εκγύμνασης" των πνευματικών "αισθητηρίων" 159 του αναγνώστη που μελετά τα κείμενα του Διονυσιάτη πατρός και αφετέρου της εικόνας που έχει ο ίδιος ο αναγνώστης, ως προς την ταυτότητα της "Αγιότητας". Επιπροσθέτως, φαίνεται ότι με μια τέτοια εκτίμηση παραβλέπονται τα ιστορικά δεδομένα της εποχής του Αγιορείτη, καθώς επίσης και η σκοποθεσία των συγγραμμάτων του. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι έχουμε εσφαλμένη αντίληψη για την ταυτότητα της "Αγιότητας", η οποία ανατροφοδοτείται τόσο από κοινωνικούς φορείς και θεσμούς, όσο και από εκκλησιαστικούς. Όταν η Αγιότητα εγκλωβίζεται ή καθηλώνεται στο δίπολο του "ηθικισμού" και της "προβολής" και υιοθετούνται πρακτικές που δείχνουν μεθοδευμένο "εκβιασμό" της συνειδήσεως των πιστών, από μέρους εκκλησιαστικών προσώπων, προκειμένου να αποδεχτούν και να προβάλλουν ένα κεκοιμημένο μέλος της Εκκλησίας ως Άγιο, τότε η Αγιότητα χάνει την ταυτότητά της, δημιουργεί σύγχυση στους πιστούς και εγείρει ενστάσεις ως προς την ακεραιότητα και την πνευματική πορεία του προσώπου που προβάλλεται. Συνεπώς, εάν κάποιος αναζητήσει τα παραπάνω στοιχεία 159 Εβρ. 5,

119 στην πορεία και τα έργα του μακαριστού Γέροντος, ασφαλώς και θα απογοητευτεί, διότι δεν θα τα εντοπίσει. Ο Διονυσιάτης πατήρ, δεν ηθικολογεί και φροντίζει να δείξει ότι αποστρέφεται 160 τον ηθικισμό όπως επίσης δεν υιοθετεί την αδόκιμη προβολή της αρετής, εφόσον θεωρεί ότι η τελευταία "ευσχημονεί, ταπεινοφρονεί και κρύπτεται" 161. Ως προς το ζήτημα της Αγιότητας δεν αποσιωπά όσα συνδέονται με αυτήν, ούτε όμως προβαίνει σε συστηματική προβολής τους, αλλά, ως γνήσιος εκφραστής της Αγιορειτικής παράδοσης, ως εκκλησιαστικός και πνευματικός άνθρωπος, δίνει τη σχετική μαρτυρία μέσα από τα συγγράμματα και τους λόγους του, εφόσον, σύμφωνα με τον Πατέρα, "ομιλεί εκείνος, ο οποίος μαθαίνει πρώτα τα θεία, παθαίνει για τα θεία και εκ του περισσεύματος της καρδίας του ομιλεί." 162 Υπογραμμίζει επίσης, με κάθε αφορμή, ο Διονυσιάτης Πατήρ ότι: "... ο χριστιανικός κόσμος εχόρτασεν από λόγια μεγάλα και ρητορικά και διψά για αγιότητα και παράδειγμα" 163. Γι' αυτό και "δια τους απλοϊκούς... ανθρώπους, σημειώνει ο ίδιος, ο αγιορείτης πνευματικός με την αίγλη της εξαϋλώσεώς του, είναι ό,τι χρειάζεται και επιβάλλεται" 164. Ο Γέροντας Γαβριήλ κατανοεί μέσα από τα βιώματά του ότι η Αγιότητα δεν ταυτίζεται ούτε με τα επιτεύγματα της ηθικής ούτε με τις υπερφυσικές εμπειρίες οποιασδήποτε μορφής, 165 -χωρίς αυτό να σημαίνει 160 Γ. Διονυσιάτου (Αρχιμ.), Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους, Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου, Άγιον Όρος 2011, σ. 174: "Παραλείπω τους άλλους ηθικολόγους, τους ανακαλύπτοντας πολλά τα απάδοντα, είναι οι εξ οικείων τα αλλότρια και κατά κανόνα ομιλούντες πάντοτε περί ηθικής αφ' ής προδηλότατα έχουν λάβει διαζύγιον". 161 Ό.π., σ Κ. Ιωαννίδη, Γεροντικόν του Εικοστού αιώνος, εκδ. Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, Μηλέσι 2008, σ Πρβλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 2, 71, PG 35, 480B. 163 Γ. Διονυσιάτου (Αρχιμ.), Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους, ό.π., σ Βλ. και σελ. 45: "... ο κόσμος διψά δι' αγιότητα, και έπαθε πλησμονήν της σοφίας." 164 Ό.π., σ Ι. Ζηζιούλα (μητρ.), «Η θέωση των Αγίων ως εικονισμός της Βασιλείας», Αγιότητα. Ένα λησμονημένο Όραμα. Αφιέρωμα., εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2001, σ

120 ότι παραβλέπει, επί παραδείγματι, τα θαύματα, ως ενδείξεις αγιότηταςαντιθέτως υπογραμμίζει ότι το ήθος ενός Αγίου προϋποθέτει -μεταξύ των άλλων- το λειτουργικό βίωμα και την απάρνηση του εαυτού, την ταπείνωση, την υπακοή 166. Διότι «οι άγιοι δεν προβάλλουν την ατομικότητά τους, αλλά την αφανίζουν, για να φανερωθεί η χάρις του Θεού. Κενώνουν το χώρο της ατομικής τους παρουσίας και τον προσφέρουν ως χώρο φανερώσεως του» 167, «μόνου Αγίου», 168 του Χριστού. Ο Αγιορείτης πατήρ αναφέρεται και στα δύο είδη του "μαρτυρίου", τα οποία οδηγούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στην Αγιότητα, δηλαδή, εκείνο του "αίματος", κι εκείνο της "συνειδήσεως" 169. Ως προς το "μαρτύριο του αίματος", δηλαδή τη μαρτυρική τελείωση 170, ο μακαριστός Γέροντας υπήρξε λακωνικός, πλην σαφής στις διατυπώσεις του. Διέκρινε το "μαρτυρίου του αίματος" που συνδέεται με την πίστη και οδηγεί στην Αγιότητα, από τη μαρτυρική τελείωση, την αυτοθυσία, η οποία συνδέεται με την απελευθέρωση της πατρίδας, την εθνική ανεξαρτησία 171 και απαντάται στις περιπτώσεις των εθνομαρτύρων. Η διάκριση αυτή γίνεται έμμεσα, αντιληπτή από μία φράση της ιστορικής ομιλίας του για το "Βήμα του Αποστόλου Παύλου" 172, στη Θεσσαλονίκη, το 1979, όπου σημειώνει μεταξύ των άλλων ότι: σύμφωνα με το Μοναχολόγιο της Διονυσίου, από τους 19 πατέρες της Μονής οι 166 Ανωνύμου, Από τον Κήπο του Παππού, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη , σ. 34, 59. Πρβλ. Θεοκλήτου Δ. (μοναχ.), ό.π., σ Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη , σ «Ότι συ μόνος Άγιος, συ μόνος Κύριος.» (Δοξολογία). Βλ. Ανωνύμου, Εγκόλπιον του Αναγνώστου, εκδ. Α.Δ.Ε.Ε., Αθήνα , σ. 61. Πρβλ. Ι. Ζηζιούλα (μητρ.), ό.π., σ Δ. Τσάμη, Αγιολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1999, σσ Πρβλ. Α. Κορακίδη, Μαρτύριο και Αγιότητα, τεύχ. Β, εκδ. Ν. Παναγόπουλου, Αθήνα 2008 σσ , Π. Υφαντή, Η Αγιότητα του Μαρτυρίου και η μαρτυρία της Αγιότητας, εκδ Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σσ Το μαρτύριο ονομάζεται και τελείωση, σύμφωνα με τον Κλήμεντα Αλεξανδρέα, διότι μέσω αυτού ο μάρτυρας " τέλειον έργον αγάπης ενεδείξατο." (Κλήμης Αλεξανδρέας, Στρωματείς 4,4, PG 8, 1228B). 171 Ό.π., σ. 46. Πρβλ. Π. Πάσχου, Άγιοι οι φίλοι του Θεού, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1995, σ

121 οποίοι συνελήφθησαν το 1827 και έμειναν έγκλειστοι για 7 χρόνια στο "Λευκό Πύργο", από τους κατακτητές, οι 11 πέθαναν από τους βασανισμούς και τις κακουχίες, εκ των οποίων ο ένας (1) αγίασε. Ο Γέροντας κάνει λόγο για Αγιορείτες οσιομάρτυρες 173, οι οποίοι δέχτηκαν την εχθρική διάθεση των "κρατούντων αλλοθρήσκων", υπέμειναν φρικτά βασανιστήρια και τελειώθηκαν, είτε με απαγχονισμό, είτε με αποκεφαλισμό. Σε άλλη συνάφεια μνημονεύει τη δεκάριθμο χορεία των "καλλινίκων Νεομαρτύρων" της Σκήτης της Αγίας Άννας, οι οποίοι "εν οσιότητι πρότερον τον τόπον" 174 καθηγίασαν. Ειδική αναφορά γίνεται στο Νεο-ιερομάρτυρα άγιο, σήμερα, Πατριάρχη Γρηγόριο Ε, για τον οποίο υπογραμμίζεται μεν το ασκητικό και φιλομόναχο φρόνημά του, χαρακτηρίζεται δε ως "εθνομάρτυρας" 175. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα το οποίο αφορά το μαρτύριο του αίματος, καταχωρίζεται τόσο στο "Νέο Ευεργετινό" 176, όσο και στη μελέτη του Γέροντος για τη Μονή Διονυσίου 177 και συνδέεται με τους Διονυσιάτες μοναχούς Ευδόκιμο και Ιωσήφ. Μέσω αυτού, το οποίο αναφέρεται σε περιστατικά που έλαβαν χώρα στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ 1810 και 1819, ελέγχεται ως επισφαλής η "θεληματική προσέλευση στο μαρτύριο", ("αυτόκλητοι μάρτυρες"), 178 καταδεικνύεται ο χαρακτήρας της εξωμοσίας, το προφίλ του αρνησίχριστου 179 και μνημονεύεται η μαρτυρική τελείωση του οσιομάρτυρος Ιωσήφ 180 (16/ 4) ο οποίος οδηγήθηκε από τους Τούρκους σε απαγχονισμό, όταν ο Ευδόκιμος αρνήθηκε για 173 Γαβριήλ Διονυσιάτου (Αρχιμ.), ό.π., σσ Ό.π., σ Ό.π., σ. 48. Πρβλ. Συγγραφείς, Διονυσιακόν Αγιολόγιον, Άγιον Όρος 2004, σ. 81, 83, Γαβριήλ Διονυσιάτου (Αρχιμ.), Νέος Ευεργετινός, εκδ. Σ. Σχοινάς, Βόλος 1974, σσ Πρβλ. Ανωνύμου, Από τον Κήπο του Παππού, ό.π., σσ Συγγραφείς, ό.π., σ. 81, υποσ Δ. Τσάμη, ό.π., σσ , Ό.π., σ Συγγραφείς, ό.π., σ. 83. Πρβλ. Μωυσέως Αγιορείτου (μον.), Οι Άγιοι του Αγίου Όρους, εκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 2008, σ

122 δεύτερη φορά την πίστη του στο Χριστό, υποδεικνύοντας ως υπαίτιο της εν γένει στάσης του, τον συνασκητή του Ιωσήφ. Στο παραπάνω περιστατικό καταγράφεται επίσης και η μεταστροφή του αρνησίχριστου Ευδοκίμου, ο οποίος επέστρεψε αργότερα στη Μονή της μετανοίας του και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του σε καλύβα, έξω από αυτήν, "μαρτυρών τη συνειδήσει" 181. Το δεύτερο αυτό είδος του μαρτυρίου, της συνειδήσεως ή αλλιώς, το "κατά προαίρεσιν μαρτύριο", 182 όπως συνήθιζε να το ονομάζει ο Γέροντας, συνδέεται με τη μοναχική ζωή, την άσκηση, την ειρηνική μαρτυρία και υποδηλώνει την τελείωση της Αγιότητας στις περιπτώσεις των οσίων. Βεβαία, στην αυτή κατηγορία θα μπορούσε κάποιος να εικάσει ότι εντάσσει ο Αγιορείτης πατήρ και τις περιπτώσεις των λαϊκών 183 "κρυπτοχριστιανών" 184 (ανδρών, γυναικών, παιδιών) που συνάντησε σε Εκκλησία του Γαλατά, τη δεκαετία του '60, όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Κωνσταντινούπολη. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο καταχωρίζει την ιστορία τους, το περιστατικό της συναναστροφής και της λειτουργικής κοινωνίας μαζί τους, σε ιδιαίτερη ενότητα, την οποία επιγράφει: "Σύγχρονα Μαρτυρολόγια" 185, δηλώνοντας εμμέσως ότι το "μαρτύριο της συνειδήσεως" εξομοιώνεται με το "μαρτύριο του αίματος" 186. Διατυπώνει, επίσης, με τρόπο σαφή ότι ο ενάρετος και ασκητικός βίος, ακόμη και η Αγιότητα, δεν αποτελούν προνόμιο συγκεκριμένης 181 Αθανασίου Αλεξανδρείας, Βίος οσίου Αντωνίου 47, PG 26, Γ. Διονυσιάτου (Αρχιμ), Λαυσαϊκόν..., ό.π., σ. 77 Ανωνύμου, Από τον Κήπο του Παππού, ό.π., σ Βασιλείου Καισαρείας, Εις τους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας, PG 31, 508: "Γίνεσθε Μάρτυρες τη βουλήσει, άνευ διωγμών, άνευ μαρτύρων, και έξετε την αυτήν αξίαν, οίαν και οι Μάρτυρες". 184 Ενδεικτικά περί των "Κρυπτοχριστιανών", βλ. Β. Γιούλτση, Αναζητώντας Κρυπτοχριστιανούς στην Κιλικία, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2013, σσ Ανωνύμου, Από τον Κήπο.., ό.π., σσ Θεοκλήτου Διονυσιάτου (μον.), ό.π., σσ Πρβλ. Γ. Διονυσιάτου (Αρχιμ), Αναμνήσεις και Νοσταλγίαι, Θεσσαλονίκη 1958, σσ. 118 εξ., 140 εξ. 186 Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εγκώμιον εις Άγιον Ευστάθιον, PG 50, 601: "... μάρτυρα ουχί ο θάνατος ποιεί μόνον, αλλά και η πρόθεσις..." 115

123 ομάδας ή κοινωνικής τάξεως, εφόσον "... πλειστάκις υπό την βασιλικήν πορφύραν εκρύπτετο το τρίχινον ράσον της ασκήσεως και εις μέγαρα μεγιστάνων ενάρετοι άνθρωποι μετήρχοντο την σκληράν ζωήν της νηστείας και χαμαικοιτίας..." 187 Ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης δείχνει να είναι εγκρατής ως προς την απόδοση του χαρακτηρισμού του "Αγίου" σε κάποιον, αναζητώντας "τεκμήρια αδιάψευστα της αγιότητάς του" 188. Διακρίνει τους "θρύλους", από τις "παραδόσεις" και τις "αυθεντικές διαπιστώσεις" 189, στα εκκλησιαστικά και αγιολογικά πράγματα, όμως δεν διστάζει να χαρακτηρίσει ορισμένους, εν ζωή, ακόμη, χαρισματικούς ασκητές, ως "αγίους... πατέρας και ζώντα κειμήλια του ορθοδόξου μοναχισμού." 190 Μνημονεύει επίσης αρκετά ονόματα επωνύμων οσίων ασκητών, όπως π.χ., του Ακάκιου του Καυσοκαλυβίτου - ο οποίος λειτούργησε ως "αλείπτης" 191 πολλών οσιομαρτύρων-, του Μαξίμου του Καυσοκαλιβίτου, του συνσκητιώτη Νήφωνος, 192 κ.ά., καθώς και άλλες περιπτώσεις ανω-νύμων ασκητών και αναχωρητών της Αγιώνυμου Πολιτείας. Ως προς την τελευταία αυτή περίπτωση θα μπορούσε κάποιος να σημειώσει εκείνη των "τριών" οσίων "αναχωρητών" στον Αίμονα (πρόβουνο του Άθωνα), των οποίων την παρουσία και την άσκηση αγνοούσαν οι περίοικοι μοναχοί, μέχρι την ημέρα, που, κατά παραχώρηση του Θεού και με τη συνεργεία αγγέλου, έγινε φανερή η παρουσία τους στον παπά Γρηγόρη τον "πνευματικό" 193, κ.ά. 187 Γ. Διονυσιάτου (Αρχιμ), Λαυσαϊκόν..., ό.π., σ Ό.π., σ Ομιλία του Γέροντος Γαβριήλ Διονυσιάτη στη Θεσσαλονίκη το 1979, για το "Βήμα του Αποστόλου Παύλου". Βλ Γ. Διονυσιάτου (Αρχιμ.), Λαυσαϊκόν..., ό.π., σ Γ. Δορμπαράκη (Πρωτ.), "Οι αλείπτες των Νεομαρτύρων", Ο Άγιος και ο Μάρτυρας στη ζωή της Εκκλησίας (Εισηγήσεις ΙΒ Συνεδρίου Πατερικής Θεολογίας), εκδ. Α.Δ.Ε.Ε., Αθήνα 1994, σσ Γ. Διονυσιάτου (Αρχιμ.), Λαυσαϊκόν..., ό.π., σ Ανωνύμου, Από τον Κήπο.., ό.π., σσ

124 Το μαρτύριο της συνειδήσεως είναι άμεσα συνυφασμένο με συγκεκριμένες πτυχές που απαντώνται στις βαθμίδες "τελείωσης" 194 της Αγιότητας, στην πνευματική πορεία των μοναχών, δηλαδή την "αντιστροφή", την επιστροφή του τελειούμενου πιστού στην προπτωτική κατάσταση, και την "ανάκραση", δηλαδή την τελειωτική πορεία, όπως σημειώνουν Πατέρες και Εκκλησιαστικοί συγγραφείς. Χωρίς να προβούμε σε μια συστηματική και αναλυτική παρουσίαση των παραπάνω πτυχών, κρίνουμε σκόπιμο να υπομνηματίσουμε κάποιες από αυτές, προκειμένου να καταδειχθεί η αξιοποίηση και προβολή τους, ως ενδείξεις Αγιότητας, στα συγγράμματα του Διονυσιάτη πατρός. Ο Γέροντας Γαβριήλ καταγράφει τρία περιστατικά για τη σχέση χαρισματικών, αγίων, μοναχών και "άγριων" ζώων 195 (όφεως 196, άγριων περιστεριών 197 και αφηνιασμένου αλόγου 198 ) στο "Νέο Ευεργετινό". Σε ένα μάλιστα εξ αυτών υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. Στις παραπάνω περιπτώσεις μνημονεύεται όχι μόνο η εξημέρωση των ζώων, αλλά και η 194 Δ. Τσάμη, ό.π., σσ Περισσότερα για το θέμα της σχέσης των Αγίων με τα ζώα, βλέπε: Σ. Μπαλατσούκα, Οι Άγιοι και το φυσικό περιβάλλον, Διδακτορική Διατριβή, εκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη 1996, σσ Ανωνύμου, Όταν τα ζώα μιλούν με τους Αγίους, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2013, σσ.160 Σίμωνος (μον.), Η ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των ζώων, εκδ. Ο Άγιος Στέφανος, Αθήναι 2007, σσ. 447 Σ. Σαχάρωφ (Αρχιμ.), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ι.Μ.Τ.Π., Έσσεξ Αγγλίας 2005, σσ Πρόκειται για ένα φίδι που ονομάζεται "αστρίτης" ή "Αλαφιάτης" το οποίο είχε εξημερώσει ο αρτοποιός της Μονής και του πρόσφερε τροφή. Το φίδι παρέμεινε στο συγκεκριμένο χώρο όσο χρόνο παρέμεινε ο γέρων Ισαάκ στο συγκεκριμένο διακόνημα. μετά έφυγε κι αυτό. Βλ. Γαβριήλ Διονυσιάτου (Αρχιμ.), Νέος Ευεργετινός, ό.π., σ. 59 Ανωνύμου, Από τον Κήπο.., ό.π., σ Αναφέρεται στο λόγιο Αρχιμανδρίτη της Μονής Διονυσίου Χρυσόστομο Χατζηδανιήλ, από του οποίου τα χέρια δέχονταν τροφή τα άγρια περιστέρια, κατά το τέλος της ζωής του. Βλ. Γαβριήλ Διονυσιάτου (Αρχιμ.), Νέος Ευεργετινός, ό.π., σσ Ανωνύμου, Από τον Κήπο.., ό.π., σ Πρόκειται για τον απλούν μοναχό Θωμά, ο οποίος με το σημείο του σταυρού σταμάτησε και ακολούθως ηρέμισε αφηνιασμένο άλογο. Βλ. Γαβριήλ Διονυσιάτου (Αρχιμ.), Νέος Ευεργετινός, ό.π., σσ

125 αρμονική συνύπαρξη με αυτά, 199 όπως γνωρίζουμε από την Ασκητική Γραμματεία και από τους βίους σύγχρονων Γερόντων 200. Ο μακαριστός Γέροντας αντιλαμβάνεται τη συναναστροφή αυτή ως τεκμήριο Αγιότητας των συγκεκριμένων Αγιορειτών, γι' αυτό και σημειώνει, με αφορμή το περιστατικό του "αστρίτη" όφεως, ότι αυτό συμβαίνει διότι: "εις τους αγίους άνδρας τους επαναγαγόντας εαυτούς εις την πρώτην κατάστασιν του ανθρώπου την προ της παρακοής, τα πάντα υποτάσσονται... και όπως οι Πρωτόπλαστοι ανεστρέφοντο μετά των θηρίων εν τω Παραδείσω και ο όφις ήτο το φρονιμώτερον μεταξύ αυτών επί της γης, ούτω και εις την μακαρίαν κατάστασιν της απαθείας και ακακίας συμμετέχει και εξημερούται εις το περιβάλλον." 201 Ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, σημειώνει, σχετικά, σε παλαιότερο μήνυμά του ότι: "... τα κτήνη, και τα άγρια θηρία... αντιλαμβάνονται εις τα πρόσωπα των Αγίων την θεοείδειαν αυτών και, ως να λογοποιούνται παραδόξως, τιμούν τον Άγιον ως βασιλέα της κτίσεως, επειδή οσμίζονται εν αυτώ την ευωδίαν του ανακαινισθέντος ανθρώπου..." 202 Οι χαρισματικές καταστάσεις της "προόρασης" και της "διόρασης" 203, οι οποίες εμφανίζονται στη Β απάθεια, ως αποτέλεσμα μακροχρόνιου αγώνα των μοναχών 204, κατά των παθών και προϋπο- 199 Ό.π., σ. 68: "... η καθαρά απλότης συνδυαζομένη με τον φόβον του Θεού φέρει τον άνθρωπον εις την μακαρίαν εκείνην κατάστασιν, ήν είχον οι πρωτόπλαστοι εν τω Παραδείσω προ της παρακοής, αναστρεφόμενοι εν μέσω θηρίων και ημερούντες αυτά." 200 Κλείτου Ιωαννίδη, Εγκόλπιο Γεροντικό του 20ού αιώνα, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2006, σ , Γαβριήλ Διονυσιάτου (Αρχιμ.), Νέος Ευεργετινός, ό.π., σ. 59 Ανωνύμου, Από τον Κήπο.., ό.π., σ Σίμωνος (μον.), ό.π., σσ Αναλυτικά περί του προορατικού, του διορατικού χαρίσματος και τ&iot