Παρατηρήσεις Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών επί του Σχεδίου Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας του Συνηγόρου του Καταναλωτή

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Παρατηρήσεις Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών επί του Σχεδίου Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας του Συνηγόρου του Καταναλωτή"

Transcript

1 Παρατηρήσεις Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών επί του Σχεδίου Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας του Συνηγόρου του Καταναλωτή Ι. Γενικές παρατηρήσεις 1. Εισαγωγική παρατήρηση Στο χρονικό διάστημα των τελευταίων έξι (6) μηνών παρατηρείται ένας καταιγισμός νομοθετικών προτάσεων αναθεώρησης του δικαίου της προστασίας του καταναλωτή σε όλο το φάσμα των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών με ιδιαίτερη έμφαση στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Τον Οκτώβριο του 2006 υποβλήθηκε σε διαβούλευση από το Υπουργείο Ανάπτυξης η αναθεώρηση του ν. 2251/1994, ακολούθησε η υποβολή πρότασης νόμου του ΠΑΣΟΚ με κύριο αντικείμενο την καταναλωτική πίστη, εκδόθηκε η Απόφαση ΕΤΠΘ 234/2006 της Τράπεζας της Ελλάδος για θέματα διαφάνειας και στη συνέχεια τέθηκε σε διαβούλευση το εν λόγω σχέδιο Κώδικα Δεοντολογίας. Αν εξαιρέσουμε την πρόταση νόμου του ΠΑΣΟΚ, η οποία μόλις τις προηγούμενες ημέρες καταψηφίστηκε, οι δύο άλλες πρωτοβουλίες είναι υπό συζήτηση. Παράλληλα, σε κοινοτικό επίπεδο, έχει ξεκινήσει μια συζήτηση για την αναθεώρηση του κοινοτικού κεκτημένου σε ό,τι αφορά την προστασία του καταναλωτή με γνώμονα τη χάραξη ενιαίας και συντονισμένης στρατηγικής στα θέματα της προστασίας του καταναλωτή, καθώς επίσης και την απλούστευση της υφιστάμενης νομοθεσίας, ώστε αφενός μεν να είναι πιο χρηστική και αφετέρου να βελτιωθεί. Η ΕΕΤ δεν αμφισβητεί σε καμία περίπτωση την ανάγκη προστασίας του καταναλωτή. Για τον λόγο αυτό άλλωστε αναλαμβάνει διαρκώς πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών από τα μέλη της και την ενίσχυση του καταναλωτή. Στο πλαίσιο αυτό, λειτουργεί ο Μεσολαβητής Τραπεζικών και Επενδυτικών Υπηρεσιών, υιοθετήθηκε Κώδικας Δεοντολογίας για τη διαφημιστική προβολή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, εκδίδονται ενημερωτικά φυλλάδια και διοργανώνονται εκδηλώσεις και συνέδρια για τα θέματα αυτά. Ωστόσο, έντονος είναι ο προβληματισμός που υπάρχει ως προς τα ακόλουθα ιδίως θέματα: Οι προτεινόμενες διατάξεις τόσο σε ό,τι αφορά το σχέδιο νόμου για την αναθεώρηση του ν. 2251/1994, όσο και στο σχέδιο Κώδικα εμφανίζουν πολύ σημαντικές επικαλύψεις, αναδεικνύοντας έτσι την έλλειψη συντονισμού και την απουσία ενιαίας και συγκροτημένης στρατηγικής από τις επιμέρους αρχές και φορείς που ασχολούνται με τα ζητήματα προστασίας καταναλωτή. Πολύ μεγάλο μέρος των προτεινόμενων διατάξεων έχει χαρακτήρα διοικητικών παρεμβάσεων (π.χ. ανώτατο όριο τραπεζικών επιτοκίων συσχετιζόμενο με το δικαιοπρακτικό επιτόκιο, αλλοίωση του χαρακτήρα και της φύσης των ΓΟΣ) σε ένα καθεστώς ανοικτής οικονομίας και ελεύθερης αγοράς στο πλαίσιο της Κοινότητας. Η τάση αυτή η οποία έρχεται καταφανώς σε αντίθεση με το περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν πλέον όλες οι επιχειρήσεις δεν μπορεί παρά να έχει δυσμενέστατες συνέπειες στη λειτουργία της ελληνικής αγοράς. 1

2 Δεν εκπονείται καμία μελέτη αξιολόγησης των αναμενόμενων επιπτώσεων από την υιοθέτηση των προτεινόμενων διατάξεων, ώστε να γνωρίζει κανείς ποιο θα είναι το αναμενόμενο όφελος για τους καταναλωτές σε σχέση με κόστος και την επιβάρυνση που θα προκληθούν στις επιχειρήσεις. 2. Περιεχόμενο του Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας Με το περιεχόμενο του Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας (στη συνέχεια Κώδικας) προτείνεται η εισαγωγή δεοντολογικών κανόνων που διευρύνουν σημαντικά - πέραν των νομοθετικά θεσμοθετημένων ορίων - την ευθύνη των πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι των καταναλωτών, θέτοντας ερμηνευτικούς κανόνες που επεκτείνουν επαχθώς το πεδίο εφαρμογής διατάξεων που ήδη ισχύουν. Με τον τρόπο αυτό διαταράσσεται σημαντικά η απαιτούμενη ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ τραπεζών-καταναλωτών. Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον ο Κώδικας έχει σκοπό να ρυθμίσει τις συναλλακτικές σχέσεις προμηθευτών και καταναλωτών, θα ήταν ορθότερο να εισάγει υποχρεώσεις τήρησης κανόνων δεοντολογίας και στους καταναλωτές και όχι μόνο υπέρμετρες και επαχθείς συναλλακτικές δεσμεύσεις στους προμηθευτές. 3. Νομοθετική ισχύς του Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του Νόμου 3297/2004 είχε οριστεί ότι «με απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Καταναλωτών μετά από πρόταση του Συνηγόρου του Καταναλωτή, καταρτίζεται εντός έτους από τη δημοσίευση του παρόντος «Κώδικας Καταναλωτικής Δεοντολογίας» ο οποίος κυρώνεται με Προεδρικό Διάταγμα εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης». Από τη διατύπωση αυτή είναι σαφές ότι καταρχήν έχει παρέλθει η χρονική διάρκεια της νομοθετικής εξουσιοδότησης που είχε παρασχεθεί με τη συγκεκριμένη διάταξη προς το Συνήγορο του Καταναλωτή και το Εθνικό Συμβούλιο Καταναλωτών για την υιοθέτηση του Κώδικα. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει συνεπώς να αντιμετωπιστεί προς αποφυγή άρσης θεμάτων ακυρότητας του Κώδικα. Ανεξάρτητα όμως από αυτό θα θέλαμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: (α) Παρά το γεγονός ότι η κύρωση με Προεδρικό Διάταγμα του Κώδικα Δεοντολογίας προβλέπεται ήδη στον ν. 3297/2004 (άρθρο 7), θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι η περιβολή των κωδίκων δεοντολογίας με νομοθετική ισχύ αποτελεί πρακτική, η οποία αν και υπαρκτή- δεν συνάδει με την φύση των κωδίκων δεοντολογίας. Αυτό συμβαίνει επειδή, όπως είχαμε επισημάνει και κατά την υποβολή παρατηρήσεών μας επί του τότε σχεδίου νόμου για τον Συνήγορο του Καταναλωτή, οι κώδικες δεοντολογίας με την κλασσική έννοια του όρου αποτελούν κείμενα εθελοντικού χαρακτήρα προερχόμενα από την αυτορρύθμιση των επαγγελματιών. Στόχος των κωδίκων με την έννοια αυτή είναι η αυτοδέσμευση των επαγγελματιών για την τήρηση συγκεκριμένων υποχρεώσεων κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, οι οποίες: είτε δεν ρυθμίζονται νομοθετικά είτε δεν είναι δυνατόν να αποτελούν αντικείμενο νομοθετικής ρυθμίσεως (π.χ. ζητήματα ευπρεπούς συμπεριφοράς) 2

3 είτε δεν είναι πρόσφορο να ρυθμίζονται νομοθετικά λόγω της ευελιξίας που απαιτείται σε ό,τι αφορά τη ρύθμιση συγκεκριμένων ζητημάτων με μεγάλη κινητικότητα, στην οποία δεν μπορεί να ανταποκριθεί ο νομοθέτης. (β) Οι κώδικες δεοντολογίας λειτουργούν συμπληρωματικά και επικουρικά σε σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία και αποτελούν διακριτούς κανόνες με διαφορετική φύση. Η περιβολή τους συνεπώς με νομοθετικής ισχύος χαρακτήρα αλλοιώνει τη φύση τους, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνται ζητήματα ερμηνείας και ασφάλειας δικαίου. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί εν προκειμένω η χρήση συχνά λόγω της φύσης των κανόνων του ρήματος «συνιστάται» (βλ. π.χ. άρθρο 3, παρ. 2 Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας), καθώς δεν είναι σαφές εν προκειμένω πότε θεωρείται ότι υπάρχει παραβίαση του κανόνα αυτού και ποιες θα είναι οι συνέπειες μιας τέτοιας παραβίασης. Στο ίδιο πλαίσιο δεν γίνεται κατανοητή η αναφορά στην Εισαγωγή του σχεδίου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία: «Ο Κώδικας Καταναλωτικής Δεοντολογίας ανήκει στην πρώτη κατηγορία ρυθμίσεων, στο μέτρο που συστηματοποιεί τους ελάχιστους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας και ηθικής συμπεριφοράς που επιβάλλεται να τηρούνται από τους προμηθευτές τόσο απέναντι στον πολίτηκαταναλωτή όσο και μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων κάθε κλάδου, στο πλαίσιο της εφαρμογής κανόνων υγιούς ανταγωνισμού». Οι κανόνες ηθικής συμπεριφοράς, οι οποίοι δυνητικά έχουν ακόμη ευρύτερο περιεχόμενο από τους κανόνες δεοντολογίας, δεν είναι δυνατόν και δεν είναι ορθό να αποτελούν κανόνες δικαίου, καθώς επιτελούν διαφορετικό ρόλο και λειτουργία στο ευρύτερο δικαιϊκό σύστημα. (γ) Τέλος, με δεδομένο ότι ο Κώδικας θα έχει ισχύ τυπικού νόμου, δεν θα πρέπει το περιεχόμενό του να έρχεται σε σύγκρουση με υφιστάμενες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του δικαίου προστασίας του καταναλωτή, οι οποίες θα πρέπει να κατευθύνουν και να υπερισχύουν των διατάξεων του Κώδικα. Δεν είναι δηλαδή νομικά ορθό οι διατάξεις του Κώδικα είτε να τροποποιούν, είτε να διευρύνουν το υποκειμενικό και αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί προστασίας του καταναλωτή, αλλά αντίθετα θα πρέπει να εγκαθιδρύουν συναλλακτικές συμπεριφορές σύμφωνες με τις διατάξεις αυτές. Η θεμελίωση μέσω του προτεινόμενου Κώδικα νέων κανονιστικών διατάξεων ή η διεύρυνση υφισταμένων δεν αποτελεί κατά την εκτίμησή μας περιεχόμενο της εξουσιοδότησης του νομοθέτη για την υιοθέτηση του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν.3297/ «Σήμα εμπιστοσύνης» Όπως αναφέρεται στην εισαγωγή του σχεδίου Κώδικα, «...η υιοθέτηση του Κώδικα θα ήταν σκόπιμο να συνοδευτεί με την εισαγωγή ενός συστήματος δημοσιότητας και πιστοποίησης των επιχειρήσεων υπό την αιγίδα του Υπουργείου Ανάπτυξης, που θα καταλήγει στην απονομή ενός «σήματος εμπιστοσύνης» προς τις επιχειρήσεις που αποδεδειγμένα συμμορφώνονται προς αυτόν και αντίστοιχα στη δημοσιοποίηση των στοιχείων των επιχειρήσεων που τεκμηριωμένα τον παραβιάζουν». Σε ό,τι αφορά το προτεινόμενο σύστημα δημοσιοποίησης, θα θέλαμε να επισημάνουμε ότι πέραν των επιπρόσθετων διευκρινίσεων που απαιτούνται ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα λειτουργεί το σύστημα αυτό, το «σήμα εμπιστοσύνης» εφόσον απονέμεται θα έχει περιορισμένη 3

4 χρονική διάρκεια (π.χ. ετήσια), καθώς η τήρηση του Κώδικα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα δεν αποτελεί εγγύηση για τη συνέχιση της τήρησής του. Το θέμα αυτό συνδέεται αναμφίβολα με την ευρύτερη εποπτεία της τήρησης του κώδικα, η οποία θα είναι ένα εξαιρετικά δυσχερές έργο εφόσον αφορά όλους ανεξαιρέτως τους προμηθευτές. Το εύρος των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών σε συνδυασμό με τον τεράστιο αριθμό των προμηθευτών καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη εάν όχι ανέφικτη τη συνολική εποπτεία ταυτόχρονα όλων των επιχειρήσεων ως προς την εφαρμογή του Κώδικα. Συνεπώς, η απονομή «σήματος εμπιστοσύνης» σε μια επιχείρηση ή η δημοσιοποίηση της παραβίασης εκ μέρους της του Κώδικα θα θέτει σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα ή πλεονέκτημα αντίστοιχα τις επιχειρήσεις που τυχόν δεν έχουν ελεγχθεί. 5. Μελέτη επιπτώσεων Κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί ότι η αυστηρή νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή που ήδη ισχύει στην Ελλάδα συγκριτικά με άλλα κράτη μέλη και η οποία με το υπό διαβούλευση σχέδιο Κώδικα θα καταστεί ακόμη αυστηρότερη συνεπάγεται κόστος για τις επιχειρήσεις, ενώ όσο μεγαλύτερο είναι το κόστος αυτό τόσο μεγαλύτερη είναι και η επίπτωσή του στην τελική τιμή των προϊόντων και υπηρεσιών. Παράλληλα, η επιβολή αυστηρότερης στην Ελλάδα νομοθεσίας από την αντίστοιχη κοινοτική, που διαπιστώνεται σε πολλές από τις διατάξεις του σχεδίου Κώδικα δημιουργεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες υπόκεινται σε μεγαλύτερες απαιτήσεις από τις επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών. Στο σημείο αυτό θα θέλαμε επίσης να επισημάνουμε ότι τα τελευταία χρόνια αποτελεί αντικείμενο έντονου προβληματισμού σε κοινοτικό επίπεδο η ανάγκη απλούστευσης και κωδικοποίησης της νομοθεσίας, καθώς επίσης και η διερεύνηση της προσέγγισης που πρέπει να ακολουθείται προς το σκοπό της «καλύτερης ρύθμισης» (Better Regulation). Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στη μελέτη των επιπτώσεων των νομοθετικών ρυθμίσεων πριν από την υιοθέτησή τους με βάση μια ανάλυση κόστους-οφέλους. Εκτιμούμε ότι μια τέτοια προσέγγιση, η οποία απουσιάζει τόσο εν προκειμένω όσο και εν γένει σε ό,τι αφορά την νομοθετική πολιτική θα συνέβαλε πολύ ουσιαστικά στη βελτίωση των νομοθετικών παρεμβάσεων και την αποφυγή υπερρύθμισης. Στο ίδιο πλαίσιο κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί ότι πολλές από τις διατάξεις του σχεδίου Κώδικα αναφέρονται σε αόριστες έννοιες, γεγονός το οποίο αφενός μεν δεν διευκολύνει την εφαρμογή τους και αφετέρου οδηγεί σε καθεστώς ανασφάλειας δικαίου (π.χ. καταναλωτές με αναπηρία, άτομα με χαμηλή μόρφωση, αρχή της εντιμότητας). 4

5 ΙΙ. Μείζονος σημασίας διατάξεις του σχεδίου Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας 1. Γενικές αρχές επιχειρηματικής συμπεριφοράς των προμηθευτών (άρθρο 2) Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 2 του σχεδίου Κώδικα «οι παρεχόμενες στον καταναλωτή πληροφορίες πρέπει να είναι έγκυρες, πλήρεις, επίκαιρες, εξαντλητικές, να διατυπώνονται εγγράφως με κατανοητό τρόπο στην ελληνική γλώσσα και να συνοδεύονται, όπου είναι δυνατόν, από επεξηγήσεις χρήσης και σχεδιαγράμματα κατανοητά σε άτομα με χαμηλή μόρφωση, στους μετανάστες, στους ανήλικους και σε καταναλωτές με αναπηρία». Η διάταξη αυτή περιέχει καταρχήν ιδιαίτερα αόριστες έννοιες (με ποια κριτήρια θα αξιολογείται το εάν ένας καταναλωτής έχει χαμηλή μόρφωση; ποιοι εμπίπτουν στους καταναλωτές με αναπηρία και γιατί για παράδειγμα υπάρχει ανάγκη παροχής σχεδιαγραμμάτων για την καλύτερη κατανόηση ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας σε ένα άτομο με κινητική αναπηρία;), οι οποίες καθιστούν την εφαρμογή της ιδιαίτερα δυσχερή. Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη αυτή δεν είναι κατανοητό πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη σε ό,τι αφορά την παροχή επεξηγήσεων χρήσης και κατανοητών σχεδιαγραμμάτων ως προς τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Κρίνεται συνεπώς αναγκαία η πρόβλεψη εξαίρεσης των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών από την εν λόγω υποχρέωση. 2. Γενικοί όροι συναλλαγών (άρθρο 3, παρ. 1-2) Σύμφωνα με τις παρ. 1-2 του άρθρου 3, οι προμηθευτές και οι ενώσεις προμηθευτών οφείλουν να διασφαλίζουν την κατά το δυνατό ευρύτερη συμμετοχή των καταναλωτών και των ενώσεών τους στην τελική διαμόρφωση των προς υιοθέτηση ΓΟΣ και προς το σκοπό αυτό συνιστάται η υποβολή τους προς δημόσια διαβούλευση με την αποστολή αντιτύπου τους τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την υιοθέτησή τους στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, στον Συνήγορο του Καταναλωτή και στις ενώσεις καταναλωτών κάθε νομού. Η προτεινόμενη διάταξη, η οποία αφορά το σύνολο των μαζικά και με τυποποιημένο τρόπο παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών (ενδεικτικά, ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, τραπεζικές υπηρεσίες προς το ευρύ κοινό, κινητή τηλεφωνία, ασφαλιστικές συμβάσεις, αεροπορικές μεταφορές) παραγνωρίζει ότι: Οι ΓΟΣ, οι οποίοι χρησιμοποιούνται διεθνώς στο πλαίσιο της τυποποίησης των συμβάσεων, αποτελούν κείμενα που αποτυπώνουν την επιχειρηματική πολιτική του προμηθευτή για τα προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρει και, συνεπώς, η δημοσιοποίησή τους δύο μήνες πριν από την υιοθέτησή τους στερεί τους προμηθευτές από το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα σε σχέση με τους λοιπούς προμηθευτές που δραστηριοποιούνται στον ίδιο χώρο σε ό,τι αφορά τη διείσδυσή τους στην αγορά. Η δημοσιοποίηση των ΓΟΣ δύο μήνες πριν από την υιοθέτησή τους είναι ανέφικτη σε πολλές περιπτώσεις, καθώς οι προφερόμενες υπηρεσίες στον χρηματοπιστωτικό τομέα εμφανίζουν μεγάλη κινητικότητα, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις συνθήκες των 5

6 αγορών, με αποτέλεσμα την κυκλοφορία νέων υπηρεσιών σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, το οποίο δεν αφήνει περιθώρια δημοσιοποίησής τους εκ των προτέρων, πόσο μάλλον δύο μήνες πριν. Η επιβολή μιας τέτοιας υποχρέωσης θα λειτουργήσει συνεπώς σε βάρος της κινητικότητας των συναλλαγών και της ευελιξίας που είναι αναγκαία στην αγορά του χρηματοπιστωτικού τομέα. Οι ΓΟΣ, όπως είναι γνωστό, διατυπώνονται μονομερώς από τον προμηθευτή για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων. Η χρήση τους λειτουργεί τόσο υπέρ των προμηθευτών στο βαθμό που διασφαλίζει την ορθολογική τους οργάνωση και την ασφάλεια των συναλλαγών όσο και υπέρ των καταναλωτών, καθώς διασφαλίζει προβλεψιμότητα των συναλλαγών και μείωση του κόστους. Η φύση και ο ρόλος που επιτελούν ωστόσο οι ΓΟΣ δεν συνάδει με την από κοινού διαμόρφωσή τους με τους αποδέκτες αυτών. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος, δηλαδή η μειωμένη διαπραγματευτική ικανότητα του καταναλωτή σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των ΓΟΣ, για τον οποίο δικαιολογείται εν προκειμένω η παρέμβαση του νομοθέτη σε ό,τι αφορά την προστασία του καταναλωτή από τυχόν καταχρηστικούς όρους. Η υποβολή τους συνεπώς σε διαβούλευση δεν συνάδει με την φύση των ΓΟΣ ως όρων που διατυπώνονται μονομερώς και εκ των προτέρων από τον προμηθευτή για απροσδιόριστο αριθμό συμβάσεων. Με τη διάταξη δεν προσδιορίζεται ούτε το πότε υποχρεούνται οι συμμετέχοντες στη διαβούλευση να υποβάλλουν σχόλια ούτε βέβαια οι συνέπειες σε περίπτωση μη υποβολής τους προς διαβούλευση, αλλά ούτε και το τι θα συμβεί εφόσον υπάρχουν διαφωνίες από τους συμμετέχοντες στη διαβούλευση ως προς το περιεχόμενο των ΓΟΣ. Οι ελληνικές επιχειρήσεις τίθενται σε ανταγωνιστικά μειονεκτική θέση έναντι των επιχειρήσεων των άλλων κρατών μελών, για τα οποία δεν ισχύει τέτοιου είδους υποχρέωση. 3. Δημιουργία αποθεματικών κεφαλαίων και ταμείων εγγυοδοσίας προς κάλυψη ζημιών καταναλωτών (άρθρο 11) Σε ό,τι αφορά την περίπτωση περιέλευσης σε αφερεγγυότητα πιστωτικού ιδρύματος, είναι γνωστό ότι έχει θεσμοθετηθεί σε κοινοτικό επίπεδο ο θεσμός της εγγύησης των καταθέσεων, ο οποίος στην Ελλάδα είναι το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων (ΤΕΚ). Το ισχύον νομοθετικό καθεστώς ορίζει συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ενεργοποιείται ο μηχανισμός της εγγύησης καταθέσεων, ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής των εισφορών τις οποίες καταβάλλουν τα πιστωτικά ιδρύματα, η υποχρεωτικότητα της συμμετοχής τους και οι καλυπτόμενες καταθέσεις. Σε ό,τι αφορά ωστόσο τη πρόβλεψη δημιουργίας αποθεματικών κεφαλαίων και ταμείων εγγυοδοσίας για την κάλυψη εν γένει ζημιών που τυχόν υποστεί ο καταναλωτής από ενδεχόμενη πλημμελή παροχή υπηρεσιών, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη είναι παντελώς αόριστη και εξαιρετικά δυσχερές να εφαρμοστεί στην πράξη. Πέραν αυτού όμως, ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι οι ενώσεις προμηθευτών θέτουν σε συνεργασία με το Εθνικό Συμβούλιο Καταναλωτών τις προϋποθέσεις λειτουργίας των εν λόγω ταμείων, δεν γίνεται 6

7 κατανοητός ο λόγος επιβολής της υποχρέωσης αυτής στις ενώσεις προμηθευτών με όλες τις δυσκολίες (γραφειοκρατία, χρονοβόρες και κοστοβόρες διαδικασίες) που συνεπάγεται η επίτευξη συναίνεσης από ένα πολυπληθές όργανο όπως το Εθνικό Συμβούλιο Καταναλωτών, τη στιγμή που με βάση την κείμενη νομοθεσία προβλέπονται πολλές εναλλακτικές δυνατότητες για την αποκατάσταση τυχόν ζημιών που υφίσταται ο καταναλωτής από πλημμελή παροχή υπηρεσιών (γενικές διατάξεις, ν. 2251/1994, εξωδικαστικοί μηχανισμοί επίλυσης διαφορών). 4. Ανώτατο θεμιτό επιτόκιο (άρθρο 12, παρ. 3) Πέραν του γεγονότος ότι η διάταξη είναι εξαιρετικά αόριστη, καθώς δεν καθορίζεται με ποιον τρόπο θα επιτυγχάνεται η ενιαία προσέγγιση των τραπεζών ως προς τον καθορισμό του εν λόγω ανώτατου θεμιτού επιτοκίου, επιτρέψτε μας να προβούμε στις ακόλουθες επισημάνσεις τόσο σε ό,τι αφορά την πρόβλεψη περί ανώτατου θεμιτού τραπεζικού επιτοκίου όσο και ως προς το συσχετισμό του με το δικαιοπρακτικό επιτόκιο. Κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, τα επιτόκια καταθέσεων και χορηγήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων καθορίζονται ελεύθερα, χωρίς περιορισμό, ήδη πέραν της δεκαπενταετίας. Πιο συγκεκριμένα, για τον καθορισμό του ύψους των επιτοκίων στις τραπεζικές συναλλαγές, αρμόδια είναι η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), η οποία αντλεί εξουσία από τις διατάξεις του ν.δ. 588/1948 (άρθρο 2 παρ. 3). Η ΤτΕ προέβη ήδη από το 1987 στη σταδιακή απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων με αρχή την κατάργηση των ανώτατων ορίων τόκου στις χορηγήσεις (ΠΔ/ΤΕ 1087/1987). Στη συνέχεια με τις ΠΔ/ΤΕ 1955/1991 και 1976/1991 οι οποίες περιείχαν τις βασικές ρυθμίσεις για τα δάνεια σε δραχμές και συνάλλαγμα, αντίστοιχα, καταργήθηκαν όλοι οι περιορισμοί ως προς το ανώτατο ή κατώτατο ύψος των επιτοκίων χορηγήσεων και ρητά προβλέφθηκε η ελεύθερη διαμόρφωσή τους στο πλαίσιο των συμβάσεων μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών. Η ίδια ρύθμιση επαναλαμβανόταν και επιβεβαιωνόταν σταθερά έκτοτε στις νομοθετικές πράξεις της ΤτΕ και, μεταξύ αυτών, στην ΠΔ/ΤΕ 2286/1994 που διέπει τις χορηγήσεις καταναλωτικής πίστης (προσωπικά, καταναλωτικά δάνεια πιστωτικές κάρτες). Η επιλογή αυτή επιβεβαιώθηκε ξανά στην πρόσφατη 178/ Απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων της ΤτΕ, η οποία τόνισε ότι δεν επιτρέπεται διοικητικός καθορισμός ανωτάτου ορίου στα τραπεζικά επιτόκια, ούτε ο συσχετισμός τους προς το εκάστοτε ισχύον για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο και κατά συνέπεια, οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό. Η επιλογή αυτή του νομοθέτη υπαγορεύτηκε, όπως αναφέρθηκε ήδη, από αρχές με υπερεθνική νομοθετική ισχύ και πιο συγκεκριμένα την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό σύμφωνα με την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 4 παρ. 1, 2) και το Καταστατικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (άρθρο 2) ως αρμόδιου πλέον οργάνου (ν. 2832/2000 άρθρο 2) για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, η πρόταση για υιοθέτηση ρυθμίσεων αντίθετων με τις ήδη ισχύουσες θα πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένα επιχειρήματα και να λαμβάνει υπόψη της το γενικότερο 7

8 οικονομικό και νομικό περιβάλλον κάτι που δεν φαίνεται να συμβαίνει με την προτεινόμενη ρύθμιση. Ο καθορισμός ανώτατου θεμιτού τραπεζικού επιτοκίου θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτο αγορανομικό έλεγχο του τόκου, ήτοι της αμοιβής της Τράπεζας έναντι της διάθεσης χρήματος και αγοραστικής δύναμης στους πελάτες της, ασυμβίβαστο προς τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς και διαμόρφωσης των τιμών των διακινούμενων στην Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντων. Συνέπεια αυτού θα ήταν η νόθευση και στρέβλωση του ανταγωνισμού, έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται σε άλλες χώρες, χωρίς όμως να υπόκεινται σε περιορισμούς στην τιμολογιακή πολιτική τους. Εξάλλου, η σύνδεση των επιτοκίων στις τραπεζικές συναλλαγές με τα επιτόκια στις εξωτραπεζικές συναλλαγές είναι άστοχη, τόσο από ιστορικής, και από νομοθετικής αλλά και οικονομικής άποψης: (α) Τα τραπεζικά επιτόκια ουδέποτε συναρτήθηκαν ή συσχετίστηκαν με τα εξωτραπεζικά επιτόκια, ακόμη και κατά την μακρά χρονική περίοδο του διοικητικού ελέγχου και περιορισμού των τραπεζικών επιτοκίων. Η νομοθετική καταγωγή του ορισμού εξωτραπεζικών επιτοκίων, όπως και ο τρόπος αναπροσαρμογής τους, είναι εντελώς διαφορετικός από αυτήν των τραπεζικών. Συγκεκριμένα, με το β.δ. της 21/8/1946 ορίστηκε ως ανώτατο δικαιοπρακτικό επιτόκιο 10% και ως επιτόκιο υπερημερίας το 12%. Στη συνέχεια με τον ν. 876/1979 (άρθρο 15 παρ. 5) εξουσιοδοτήθηκε το Υπουργικό Συμβόλαιο να ορίζει με Πράξεις του τα ανώτατα εξωτραπεζικά επιτόκια μετά από πρόταση της Νομισματικής Επιτροπής και από το 1982 του Διοικητή ΤτΕ. Ήδη από το 2001 (ν. 2842/2000, άρθρο 3, παρ. 2 σε συνδυασμό με ΠΥΣ 1/2000), το ύψος του επιτοκίου των εξωτραπεζικών συναλλαγών συνδέεται άμεσα με το παρεμβατικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ειδικότερα το ανώτατο δικαιοπρακτικό επιτόκιο είναι ίσο προς 5% πάνω από το εκάστοτε παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ, το δε ανώτατο νόμιμο επιτόκιο (υπερημερίας) προσαυξάνεται κατά δύο (2) επιπλέον εκατοστιαίες μονάδες. (β) Οι λόγοι της αυτοτελούς και ελεύθερης διαμόρφωσης των τραπεζικών επιτοκίων χορηγήσεων σε σχέση με τον διοικητικό έλεγχο των εξωτραπεζικών επιτοκίων είναι σαφείς: (i) Η χορήγηση πιστώσεων από τις τράπεζες αποτελεί τον πυρήνα της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, ασκείται κατ επάγγελμα και απαιτεί υψηλό λειτουργικό κόστος συνιστάμενο στην ύπαρξη εγκαταστάσεων, μεγάλου αριθμού υπαλλήλων απασχολούμενων στην προώθηση, διάθεση, αξιολόγηση, έγκριση αλλά και ανάκτηση των διατιθέμενων πιστώσεων, δημιουργία βασικών και εναλλακτικών δικτύων διαμονής (καταστήματα, Αυτόματες Ταμειακές Μηχανές, τηλεφωνικά και ηλεκτρονικά δίκτυα συναλλαγών κλπ) και οπωσδήποτε υψηλό διαφημιστικό κόστος. Αντίθετα, ο ιδιωτικός δανεισμός δεν προϋποθέτει επιχειρηματική οργάνωση, ούτε υποδομή ή δίκτυο διάθεσης και διανομής του χρήματος. (ii) Ο ιδιωτικός δανεισμός είναι κατά κανόνα μεμονωμένος ή και συμπτωματικός. Γι αυτό, δεν συντρέχει ανάγκη άντλησης χρήματος από την αγορά για τη διάθεσή του αλλά αρκεί απλά η ύπαρξη αποθεματικού. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αντίθετα, προκειμένου να δανείσουν, καταφεύγουν 8

9 στην αγορά χρήματος κυρίως από άλλες τράπεζες (διατραπεζική αγορά). Η προσφυγή στις πηγές αυτές κοστίζει και δημιουργεί το «κόστος χρήματος», που αποτελεί σημαντικό παράγοντα καθορισμού του επιτοκίου. (iii) Η εξωτραπεζική χρηματοδότηση δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία της οργανωμένης αγοράς. Υπό την έννοια αυτή, η λειτουργία του ελεύθερου ανταγωνισμού είναι υποτυπώδης με αποτέλεσμα να στερείται ο δανειζόμενος τις επωφελείς συνέπειές του. Για τον λόγο αυτό, η διοικητική παρέμβαση ή και ο δικαστικός έλεγχος φαίνεται επιβεβλημένος στο χώρο αυτό. Αντίθετα, η τραπεζική χρηματοδότηση προσφέρεται σε ένα απολύτως ανταγωνιστικό περιβάλλον, τόσο λόγω της λειτουργίας πολλών τραπεζών στον Ελλαδικό χώρο όσο και της ελευθερίας πρόσβασης των πολιτών σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα σε όλο το εύρος της ΕΕ. Παράλληλα, το περιβάλλον λειτουργίας των τραπεζών είναι εποπτευόμενο με τρόπο ώστε να διαφυλάσσονται τα συμφέροντα των καταναλωτών, σε αντίθεση με τον χώρο της ιδιωτικής ή μη θεσμικής χρηματοδότησης ο οποίος είναι ανεξέλεγκτος, γεγονός που δικαιολογεί την νομοθετική παρέμβαση προς αποφυγή φαινομένων αθέμιτης εκμετάλλευσης. (iv) Οι Τράπεζες χορηγούν χορηγούν πιστώσεις κατ επάγγελμα και μαζικά. Η ιστορική εμπειρία τους από την εξυπηρέτηση και αποπληρωμή των πιστώσεων, στατιστικά υποδεικνύει ότι ένα ποσοστό αυτών των πιστώσεων δεν αποδίδεται («ποσοστό επισφαλειών»). Το ποσοστό επισφαλειών είναι διαφορετικό, ιδίως ανάλογα με το είδος της πίστωσης και τις εξασφαλίσεις κάθε τράπεζας. Στις χορηγήσεις του τομέα καταναλωτικής πίστης, λόγω της ανυπαρξίας εμπραγμάτων ή άλλων εξασφαλίσεων αλλά και εξαιτίας της επικινδυνότητας των πιστωτικών μέσων (π.χ. κάρτες), το ποσοστό επισφαλειών είναι σημαντικά υψηλότερο, σε σχέση με τις λοιπές χρηματοδοτήσεις. Κατά τον καθορισμό της επιτοκιακής πολιτικής τους οι Τράπεζες οφείλουν να συνεκτιμήσουν το κόστος από τις επισφάλειες και να συμπεριλάβουν το σχετικό ποσοστό στο προσφερόμενο επιτόκιο. Αντίθετα η ιδιωτική χρηματοδότηση, ακριβώς λόγω της μεμονωμένης λειτουργίας της, δεν διατρέχει αυτόν τον κίνδυνο ούτε επιβαρύνεται με δεδομένο κόστος επισφαλειών, αφού τέτοιο δεν υφίσταται εξ ορισμού. (γ) Σε μία ελεύθερη αγορά, όπου οι κανόνες διοικητικών και αγορανομικών παρεμβάσεων δεν ισχύουν πλέον, ο μέσος καταναλωτής προστατεύεται με την επιβολή υποχρεωτικών μέτρων διαφάνειας και ενημέρωσης. Ο Έλληνας νομοθέτης, με σειρά ρυθμίσεων επέβαλε την διαφάνεια των συμβατικών όρων και την ενημέρωση των συναλλασσομένων κατά τη σύναψη των χορηγητικών συμβάσεων (βλ. ΚΥΑ Φ1 983/1991, ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 κλπ). 5. Παροχή συμβουλών και πολιτική υπεύθυνου δανεισμού (άρθρο 12, παρ. 4) Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 13 του σχεδίου Κώδικα, πριν από τη χορήγηση δανείων ή πιστώσεων, οι τράπεζες οφείλουν να προτείνουν το είδος και το συνολικό ποσό πίστωσης που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του καταναλωτή, στο πλαίσιο μιας πολιτικής υπεύθυνου δανεισμού. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση και αξιολογείται αντικειμενικά η πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη, ώστε να εκτιμάται η 9

10 πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει, με στόχο την αποφυγή υπερχρέωσης των καταναλωτών. Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες διατάξεις της υπό εκπόνηση πρότασης Οδηγίας για την παροχή πιστώσεων σε καταναλωτές, η οποία έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές σε σχέση με την αρχική μορφή της Οδηγίας και εξακολουθεί να προκαλεί μεγάλες τριβές λόγω των αμφιβολιών που εκφράζονται τόσο για την ορθότητα όσο και για την προσφορότητά της ιδίως για τους ακόλουθους λόγους. (α) Σε ό,τι αφορά την υποχρέωση παροχής συμβουλών: Η καθιέρωση υποχρέωσης του πιστωτικού φορέα να αναζητήσει μεταξύ των συμβάσεων πίστωσης που προσφέρει το είδος και το ποσό πίστωσης που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του καταναλωτή ισοδυναμεί με την υποχρέωση παροχής «συμβουλευτικής» υπηρεσίας, η οποία: (α) δεν ζητείται από τον καταναλωτή, (β) θα τιμολογηθεί ειδικά και ο καταναλωτής θα επιβαρυνθεί με ένα κόστος για υπηρεσία που δεν έχει ζητήσει, (γ) εισάγει ευθύνη του πιστωτικού φορέα για την ανάληψη της οποίας δεν ορίζονται αντικειμενικά κριτήρια, (δ) στερεί τον καταναλωτή από το δικαίωμα επιλογής, και (ε) απαλλάσσει αδικαιολόγητα τον καταναλωτή από οποιαδήποτε ευθύνη για μια απόφαση την οποία κατεξοχήν πρέπει να λάβει με ευθύνη του. Ο προμηθευτής δεν είναι αντικειμενικά σε θέση να αξιολογήσει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των προϊόντων και υπηρεσιών που ο ίδιος παρέχει. Μόνον ο καταναλωτής είναι σε θέση να αξιολογήσει τι συνιστά πλεονέκτημα και τι μειονέκτημα γι αυτόν σύμφωνα με τις ανάγκες του. Δεν καθιερώνεται αντίστοιχα καμία υποχρέωση και καμία ευθύνη του καταναλωτή ως προς την ακρίβεια και την πληρότητα των σχετικών στοιχείων που δίνει στον προμηθευτή. Η υποχρέωση του πιστωτικού φορέα εξαντλείται και πρέπει να εξαντλείται στην παροχή της αναγκαίας πληροφόρησης βάσει της οποίας ο καταναλωτής θα μπορεί να αποφασίσει για τη σύναψη ή όχι σύμβασης πίστωσης. Δεν είναι όμως δυνατό ο πιστωτικός φορέας να υποκαθιστά τον καταναλωτή στις αποφάσεις του. Ο καταναλωτής και μόνο σε συνέχεια της πληροφόρησης που λαμβάνει προσυμβατικά, είναι εκείνος που αποφασίζει για το εάν θα συνάψει ή όχι τελικά τη σύμβαση πίστωσης. Επιπλέον, με την εν λόγω διάταξη αφήνονται ακάλυπτα διάφορα κρίσιμα ζητήματα, όπως για παράδειγμα τι θα συμβεί σε περίπτωση που ο πιστωτικός φορέας προτείνει ένα προϊόν και ο καταναλωτής δεν θεωρεί ότι αυτό ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Ιδιαίτερα δυσχερής θα είναι επίσης η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης σε περίπτωση παροχής της εν λόγω υπηρεσίας εξ αποστάσεως. (β) Σε ό,τι αφορά την πολιτική του υπεύθυνου δανεισμού επισημαίνεται καταρχήν ότι η εισαγωγή της αρχής του υπεύθυνου δανεισμού ως νομοθετικής 10

11 ισχύος κανόνα αποτελεί επίσης μιας από τις πιο αμφιλεγόμενες διατάξεις της πρότασης Οδηγίας για την καταναλωτική πίστη. Ιδιαίτερα απασχολεί και προβληματίζει το γεγονός ότι τόσο στην πρόταση Οδηγίας όσο και στην προτεινόμενη διάταξη δεν καθορίζονται κριτήρια βάσει των οποίων θα θεωρείται ότι αξιολογείται αντικειμενικά η πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη, ούτε βέβαια οι συνέπειες στην περίπτωση που κριθεί ότι δεν ακολουθήθηκε πολιτική υπεύθυνου δανεισμού. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι τράπεζες ακολουθούν πολιτική υπεύθυνου δανεισμού εφαρμόζοντας πρακτικές και διεθνή standards σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας τόσο λόγω της ισχύουσας νομοθεσίας για την κεφαλαιακή επάρκεια όσο και λόγω της ανάγκης διασφάλισης υγιούς επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ωστόσο, είναι τελείως διαφορετικό να επιβάλλεται η υποχρέωση αυτή με νομοθετικής ισχύος κανόνα εισάγοντας ειδική ευθύνη έναντι του καταναλωτή, ενώ παράλληλα δεν εξειδικεύονται τα κριτήρια βάσει των οποίων θα κριθεί η ορθή εφαρμογή της διάταξης. Τέλος, κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί ότι η επιβολή τέτοιου είδους υποχρέωσης χωρίς ταυτόχρονα την εισαγωγή της αρχής του υπεύθυνου δανειολήπτη και της καθιέρωσης ευθύνης του στην αντίθετη περίπτωση λειτουργεί υπέρμετρα σε βάρος των τραπεζών και δημιουργεί κίνητρα στον καταναλωτή για καταχρηστική εφαρμογή της διάταξης. 6. Διενέργεια πλειστηριασμών (άρθρο 12, παρ. 8) Επισημαίνεται καταρχήν ότι βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας ο όρος «τράπεζα» ταυτίζεται με τον όρο «πιστωτικό ίδρυμα» και ως εκ τούτου θα πρέπει να ένας από τους δύο όρους να απαλειφθεί. Η παρατήρηση αυτή ισχύει για όλα τα σημεία στα οποία συναντάται η εν λόγω διατύπωση (τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα). Σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 12 του σχεδίου Κώδικα, οι τράπεζες και μόνο (δηλαδή όχι άλλες επιχειρήσεις, το Δημόσιο ή ιδιώτες) οφείλουν να απέχουν από τη διενέργεια πλειστηριασμών κατά της περιουσίας των οφειλετών από 15 ης Δεκεμβρίου κάθε χρόνου έως τις 10 Ιανουαρίου του επόμενου έτους και κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα, όπως και επί μια εβδομάδα μετά την εορτή του Πάσχα. Πράγματι η διενέργεια πλειστηριασμών κατά τις περιόδους αυτές θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι σε επίπεδο καθαρά κοινωνικής ευαισθησίας έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο απ ότι στις υπόλοιπες περιόδους του χρόνου. Οι τράπεζες θα μπορούσαν στην περίπτωση αυτή να παραιτηθούν από τις δυνατότητες που τους παρέχει η νομοθεσία με γνώμονα ακριβώς την απάλυνση των δυσμενών συνεπειών και του κοινωνικού αντικτύπου της διενέργειας πλειστηριασμών κατά τις περιόδους αυτές. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να γίνει αποδεκτό αποκλειστικά και μόνο για τις τράπεζες και όχι για το Δημόσιο ή για την εκπλήρωση απαιτήσεων άλλων επιχειρήσεων που δεν είναι οι τράπεζες ή και ιδιωτών, καθώς μια τέτοια διάκριση αφενός μεν είναι μεροληπτική σε βάρος των τραπεζών και αφετέρου ενέχει τον σοβαρό κίνδυνο μια τράπεζα να χάσει το δικαίωμα διεκδίκησης απαίτησής της έναντι άλλων πιστωτών, οι οποίοι θα νομιμοποιούνται για τη διενέργεια πλειστηριασμών το ίδιο χρονικό διάστημα. 11

12 Ως εκ τούτου, εφόσον τελικά κριθεί αναγκαίο να ισχύσει η εν λόγω διάταξη θα πρέπει να ισχύσει για όλους ανεξαιρέτως. 7. Επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν είτε επί ατομικών είτε επί συλλογικών αγωγών Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14 του σχεδίου Κώδικα, οι προμηθευτές υποχρεούνται να συμμορφώνονται αμέσως προς το δεδικασμένο αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν είτε επί ατομικών αγωγών καταναλωτή είτε επί συλλογικών αγωγών ενώσεων καταναλωτών που έκριναν καταχρηστικούς γενικούς όρους συναλλαγών, να απαλείφουν αυτούς από τις σχετικές συμβάσεις και να μην επαναφέρουν εκ νέου τους όρους αυτούς με παρεμφερή διατύπωση ή με όρους ισοδύναμου δυσμενούς αποτελέσματος για τον καταναλωτή. Κατά την εκτίμησή μας, από την εν λόγω διάταξη προκύπτουν τα ακόλουθα μείζονος σημασίας ζητήματα ιδίως σε ό,τι αφορά τις συλλογικές αγωγές ενώσεων καταναλωτών: Μέσω αυτής παρέχεται κατ ουσία το δικαίωμα άσκησης της νομοθετικής εξουσίας μέσω των δικαστηρίων και μάλιστα όλων των βαθμών (περιλαμβανομένων και των ειρηνοδικείων) εφόσον οι αποφάσεις που αυτά εκδίδουν καταστούν αμετάκλητες. Η αναγόρευση ωστόσο της κρίσης του δικαστή, ο οποίος καλείται να εφαρμόσει και να ερμηνεύσει τον νόμο με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε κρινόμενης απόφασης, σε κανόνα με ισχύ νόμου οδηγεί στην κατάλυση της θεμελιώδους αρχής της διάκρισης των εξουσιών και συνεπώς έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα. Κατ εφαρμογή της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μεταστροφής της νομολογίας. Η νομοθέτηση μέσω δικαστικών αποφάσεων ουσιαστικά αποκλείει την αλλαγή της νομολογίας που είναι ζωτικής σημασίας για την ορθή διαχρονικά απονομή της δικαιοσύνης (π.χ. εάν αυτό ίσχυε δεν θα ήταν δυνατή η μεταβολή της νομολογίας για τον ανατοκισμό). Αλλά ακόμη και αν γινόταν δεκτή η παραπάνω διάταξη, θα ετίθετο θέμα σε ποιά ακριβώς δικαστική κρίση αναφέρεται, και ειδικότερα στο διατακτικό της δικαστικής απόφασης ή στις σκέψεις που διατυπώνονται (μείζονες και ελάσσονες) πριν τη διατύπωση του διατακτικού; Αν μάλιστα αναφερθούμε ειδικά στις αποφάσεις του Αρείου Πάγου (Α.Π.), κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι συνηθέστατα δεν υπάρχει συγκεκριμένο διατακτικό επί των κρινόμενων υποθέσεων, εφόσον ο Α.Π. κρίνει επί νομικών θεμάτων και παραπέμπει την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στα νομικά θέματα αυτά στα Δικαστήρια της ουσίας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, τουλάχιστον όσον αφορά στο τραπεζικό σύστημα, πολλά θέματα καταχρηστικότητας ή μη αντιμετωπίστηκαν στο σκεπτικό των αποφάσεων κάποιες φορές σε αρκετά ευρύ θεωρητικό πλαίσιο, ώστε η σχετική σκέψη δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτού, αποτελεί η σκέψη 12

13 του Α.Π. για τη σχέση των δικαιοπρακτικών με τα τραπεζικά επιτόκια (Α.Π. 1219/2001). Στην περίπτωση συνεπώς που διατηρηθεί η διάταξη αυτή, θα οδηγηθούμε σε ανασφάλεια δικαίου. Καθίσταται συνεπώς από τα προαναφερθέντα σαφές ότι η συγκεκριμένη διάταξη αναμφίβολα θα δημιουργήσει πολύ περισσότερα προβλήματα από αυτά για την επίλυση των οποίων προτείνεται και στο πλαίσιο αυτό κρίνεται αναγκαίο να απαλειφθεί. ΙΙΙ. Λοιπές κατ άρθρο παρατηρήσεις 1. Σκοπός και πεδίο εφαρμογής (άρθρο 1) Στο άρθρο 1, παρ. 1 ορίζεται ως σκοπός του Κώδικα η θέσπιση αρχών συναλλακτικής συμπεριφοράς των προμηθευτών αγαθών και υπηρεσιών και η ρύθμιση των σχέσεων τους με τους καταναλωτές. Στο σημείο αυτό, όπως αναφέρθηκε παραπάνω θα πρέπει να προστεθεί ότι αποδέκτες των υποχρεώσεων τήρησης αρχών συναλλακτικής συμπεριφοράς αποτελούν και οι καταναλωτές (π.χ. ταυτόσημη νομική υποχρέωση των καταναλωτών να ενημερώνονται επαρκώς πριν την κατάρτιση σύμβασης, αντίστοιχη με την υποχρέωση των προμηθευτών να τους ενημερώνουν). Στο άρθρο 1, παρ. 5 θεμελιώνεται «αδικοπρακτική ευθύνη» των πιστωτικών ιδρυμάτων σε περίπτωση που ο καταναλωτής επικαλεστεί παράβαση του Κώδικα. Με τη διατύπωση αυτή η παραβίαση του Κώδικα ταυτίζεται με την έννοια της «παραβίασης νόμου» που προβλέπεται από τον Αστικό Κώδικα ως προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 914 ΑΚ. Με δεδομένο το ιδιαίτερα ευρύ πεδίο υποχρεώσεων που θέτει ο Κώδικας, είναι εύκολα κατανοητό ότι διευρύνονται σημαντικά οι μελλοντικές αξιώσεις των καταναλωτών έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων με επέκταση -πέραν της ενδοσυμβατικής - και στο πεδίο της αδικοπρακτικής ευθύνης. Αποτέλεσμα θα είναι η σώρευση αγώγιμων αξιώσεων κατά των πιστωτικών ιδρυμάτων με νομική βάση το άρθρο 914 ΑΚ για δήθεν αδικοπρακτική ευθύνη. Στο άρθρο 1, παρ. 6 εξομοιώνεται η ενδεχόμενη παραβίαση του Κώδικα με «αντιεπαγγελματική πρακτική» που λαμβάνει δημοσιότητα και δυσφημεί τον Προμηθευτή. Νομιμοποιεί δηλαδή η συγκεκριμένη διάταξη την άμεση δημοσιοποίηση τυχόν παραβίασης του Κώδικα (χωρίς μάλιστα να αναφέρει πως βεβαιώνεται η παραβίαση και από ποιο χρονικό σημείο ή στάδιο διαπίστωσης της μπορεί να γνωστοποιηθεί στο ευρύ κοινό δυσφημώντας των προμηθευτή). Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η δημοσιοποίηση «παραβάσεων» στο ευρύ κοινό χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια και διαδικασίες - με δεδομένο μάλιστα ότι όπως αναφέρθηκε παραπάνω θα έχουν διευρυμένη αδικοπρακτική ευθύνη - δημιουργεί άμεσο κίνδυνο προβολής αξιώσεων κατά των πιστωτικών ιδρυμάτων από καταναλωτές και από ενώσεις καταναλωτών. Εκτός αυτού, στην περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά και των άλλων εισηγμένων εταιρειών, το θέμα της δημοσίευσης παραβάσεων χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, 13

14 καθώς είναι πιθανό να επηρεάσει πέραν της φήμης και την τιμή της μετοχής του πιστωτικού ιδρύματος. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παρ. 2 για την έννοια του καταναλωτή ισχύουν τα προβλεπόμενα στον ν. 2251/1994. Η επιλογή αυτή είναι εύλογη σε ό,τι αφορά τη συνέπειά της με την ισχύουσα νομοθεσία. Ωστόσο, μείζον ζήτημα δημιουργείται από το γεγονός ότι ο ορισμός του καταναλωτή είναι εξαιρετικά διευρυμένος στην ελληνική νομοθεσία με αποτέλεσμα, όπως καταδεικνύεται κατωτέρω να δημιουργούνται ποικίλα θέματα τα οποία πρέπει να αντιμετωπιστούν. Ειδικότερα: Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2251/1994 «επιφυλασσομένων των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους». Ο ορισμός αυτός είναι εξαιρετικά ευρύς στο βαθμό που καταλαμβάνει όχι μόνο τα φυσικά, αλλά και τα νομικά πρόσωπα, ενώ το κριτήριο που χρησιμοποιείται για να χαρακτηριστεί ένα πρόσωπο ως καταναλωτής έχει ως αποτέλεσμα την υπαγωγή στον ορισμό προσώπων, για τα οποία δεν τίθεται δικαιοπολιτικά θέμα προστασίας τους ως προστατευτέων μερών σε μια συναλλαγή. Από τον διευρυμένο αυτό ορισμό του καταναλωτή δημιουργούνται τα ακόλουθα μείζονος σημασίας ζητήματα: (α) Οι παρεχόμενες στον τραπεζικό τομέα υπηρεσίες από την φύση τους αναλώνονται με την παροχή τους, με αποτέλεσμα κάθε αποδέκτης τραπεζικής υπηρεσίας να είναι και τελικός αποδέκτης της. Με την έννοια αυτή, αφενός μεν δημιουργείται σοβαρό ενδεχόμενο καταχρηστικής εφαρμογής του νόμου, και αφετέρου ανακύπτει σοβαρό ζήτημα ανασφάλειας δικαίου όσον αφορά το προστατευτικό πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης. 1 (β) Με την υφιστάμενη διατύπωση του ορισμού του καταναλωτή, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, πρόσωπα για τα οποία δεν τίθεται δικαιοπολιτικά θέμα προστασίας τους ως άπειρων συναλλακτικά μερών, χωρίς δε να υπάρχει έρεισμα από την κοινοτική νομοθεσία. Σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή (μοναδική εξαίρεση για προφανείς λόγους αποτελούν οι Οδηγίες που αποσκοπούν στην προστασία της ζωής και της υγείας του καταναλωτή), ως καταναλωτής νοείται το φυσικό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί για σκοπούς που είναι άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα. Ο ορισμός αυτός έχει εδραιωθεί στο κοινοτικό δίκαιο σε ό,τι αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων του καταναλωτή, 2 επιβεβαιώνεται από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 3 και επαναλαμβάνεται στη Σύμβαση της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές. 1 Έχει χαρακτηριστικά επισημανθεί από την θεωρία ότι και μια τράπεζα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί για ορισμένες τουλάχιστον υπηρεσίες ως καταναλωτής. Βλ. αναλυτικά Περάκης, Η έννοια του «καταναλωτή» κατά το νέο νόμο 2251/1994, ΔΕΕ 1995, Βλ. ενδεικτικά Οδηγία 85/577/ΕΟΚ, άρθρο 2, Οδηγία 87/102/ΕΟΚ, άρθρο 1, Οδηγία 97/7/ΕΚ, άρθρο 2, Οδηγία 2002/65/ΕΚ, άρθρο 2, Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, άρθρο 2, Οδηγία 2005/29/ΕΚ, άρθρο 2. 14

15 Μείζονος σημασίας πλεονεκτήματα του κοινοτικού ορισμού αποτελούν η ασφάλεια δικαίου, καθώς παρέχονται συγκεκριμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό της έννοιας του καταναλωτή και η εστίαση στον κύκλο των προσώπων για τα οποία πράγματι τίθεται θέμα παροχής αυξημένης προστασίας. Αντίθετα, με τον ορισμό της παρ. 4 του άρθρου 1 ν. 2251/1994 υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου ακόμη και μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες όχι μόνο διαθέτουν επαρκή τεχνικά μέσα και πόρους, αλλά και αυξημένη διαπραγματευτική ικανότητα έναντι του προμηθευτή. Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να εξομοιώνονται με τα φυσικά πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές εκτός του πεδίου επαγγελματικής ή εμπορικής δραστηριότητάς τους. Σε κάθε περίπτωση, σε ό,τι αφορά τα νομικά πρόσωπα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η υπαγωγή στην έννοια του καταναλωτή μόνο των μη κερδοσκοπικών (π.χ. σωματεία, ιδρύματα, αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες), ενώ από τις ενώσεις χωρίς νομική προσωπικότητα μόνο οι μη έχουσες εμπορική δραστηριότητα, 3 Το ζήτημα ειδικότερα του αποκλεισμού των νομικών προσώπων από τον κοινοτικό ορισμό του καταναλωτή, κρίθηκε σχετικά πρόσφατα από το ΔΕΚ στην υπόθεση Idealservice (υπόθεση Idealservice MN RE Sas vs OMAI, C-541/99, Cape Snc vs Idealservice Srl, C-542/99, ΔΕΕ 11/2002, σ επ.), στην οποία το Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει τη διάταξη του άρθρου 2, στοιχείο β της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές και, μεταξύ άλλων, να απαντήσει στο ερώτημα εάν η έννοια του καταναλωτή, όπως ορίζεται στο συγκεκριμένο άρθρο πρέπει να ερμηνευτεί ως αναφερόμενη σε φυσικά μόνο πρόσωπα. Στην απόφαση γίνεται ειδική αναφορά στον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβέρνησης ότι «ναι μεν το κοινοτικό δίκαιο θεωρεί, καταρχήν, ότι τα νομικά πρόσωπα δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια της Οδηγίας, δεν αποκλείει όμως να αποδοθεί ερμηνευτικά σε αυτά η ιδιότητα του καταναλωτή. Όπως και η Γαλλική Κυβέρνηση, διατείνεται ότι ο παρεχόμενος από την Οδηγία ορισμός του καταναλωτή δεν αποκλείει στα εθνικά δίκαια των κρατών μελών τη δυνατότητα, κατά τη μεταφορά της Οδηγίας, να θεωρήσουν μια εταιρία ως καταναλωτή». Το ΔΕΚ έκρινε ότι από το γράμμα της ως άνω διάταξης προκύπτει σαφώς ότι πρόσωπο άλλο πέραν του φυσικού προσώπου που συνάπτει σύμβαση με επαγγελματία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταναλωτής και, συνεπώς, η εν λόγω διάταξη θα πρέπει να ερμηνευτεί ως αναφερόμενη αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα (σκ ). Είναι συνεπώς σαφές ότι το ΔΕΚ τάσσεται υπέρ της «στενής» ερμηνείας της έννοιας του καταναλωτή και του περιορισμού της στα φυσικά πρόσωπα. Βεβαίως, η συγκεκριμένη απόφαση αφορά την ερμηνεία του ορισμού του καταναλωτή για τις ανάγκες της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Όπως ορθά υποστηρίζεται όμως στη θεωρία, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η ερμηνεία που δόθηκε από το ΔΕΚ για τον «περιορισμό» της έννοιας του καταναλωτή στα φυσικά και μόνο πρόσωπα βάσει της γραμματικής διατύπωσης της συγκεκριμένης διάταξης της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, ισχύει και για όλες τις Οδηγίες, στις οποίες η γραμματική διατύπωση του ορισμού του καταναλωτή είναι η ίδια. Από την άλλη πλευρά, ως προς το θέμα εν γένει της δυνατότητας διεύρυνσης του κοινοτικού ορισμού του καταναλωτή θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην Υπόθεση Di Pinto (C-361/89, ΝοΒ 40, σ. 951) με αφορμή το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του εφετείου των Παρισίων (Cour d Appel de Paris), ως προς το εάν η Οδηγία 85/577/ΕΟΚ για τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος απαγορεύει στα κράτη μέλη να διευρύνουν την εφαρμογή της και σε εμπόρους που λειτουργούν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, το ΔΕΚ έκρινε ότι με βάση την αρχή της ελάχιστης εναρμόνισης που προβλέπεται στο άρθρο 8 της Οδηγίας, κάτι τέτοιο δεν απαγορεύεται. Εν προκειμένω, δεν κρίθηκε βεβαίως το θέμα της διεύρυνσης του ορισμού σε νομικά πρόσωπα, πλην όμως έγινε δεκτή από το ευρωπαϊκό δικαστήριο η δυνατότητα διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας. Συνεπώς, η νομολογία του ΔΕΚ επί του ζητήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απαντά με απόλυτο τρόπο στο ερώτημα εάν ο ορισμός του καταναλωτή που περιέχεται στις κοινοτικές Οδηγίες μπορεί να διευρυνθεί από τον εθνικό νομοθέτη κατά τη μεταφορά τους στις εθνικές έννομες τάξεις. Τάσσεται ωστόσο καταρχήν κατά της δυνατότητας θεώρησης των νομικών προσώπων ως καταναλωτών. 15

16 δηλαδή οι κοινωνίες (π.χ. συνιδιοκτησία πολυκατοικίας) και όχι βέβαια κοινοπραξίες εμπορικών εταιριών. (γ) Με την υιοθέτηση του εν λόγω διευρυμένου ορισμού του καταναλωτή δημιουργείται εξ αντιδιαστολής καθεστώς διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων, που ως «προμηθευτές» κατά την έννοια του ίδιου νόμου, τίθενται από άποψη ανταγωνισμού σε δυσμενέστερη θέση έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων των υπολοίπων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που υιοθετούν τον κοινοτικό ορισμό του καταναλωτή. 2. Γενικές αρχές επιχειρηματικής συμπεριφοράς των προμηθευτών (άρθρο 2) Σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 2, οι προμηθευτές οφείλουν να απέχουν από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και να επιδεικνύουν στην πράξη πνεύμα υγιούς ανταγωνισμού μεταξύ τους κατά την προσπάθεια προσέλκυσης πελατείας. Οι προμηθευτές οφείλουν ακόμη να μεριμνούν για τον σεβασμό και την περιφρούρηση της ακεραιότητας, του κύρους και της αξιοπρέπειας του επαγγελματικού κλάδου στον οποίο ανήκουν και γενικότερα να μην υποτάσσουν τις απαιτήσεις του επαγγέλματος στη μεγιστοποίηση του κέρδους επί ζημία της ζωής, της υγείας, της ασφάλειας, της ιδιωτικής ζωής, της οικονομικής δυνατότητας και γενικότερα των συμφερόντων των καταναλωτών. Η διάταξη αυτή αποτελεί κατά την εκτίμησή μας αντιπροσωπευτικό παράδειγμα διάταξης η οποία δεν είναι δυνατό να ισχύει ως νομοθετική υποχρέωση, στο μέτρο που το περιεχόμενό της άπτεται της επαγγελματικής δεοντολογίας και μόνο και δεν είναι δυνατό να επιβάλλονται κυρώσεις νομοθετικού χαρακτήρα σε περίπτωση παραβίασής της. 3. Γενικοί όροι συναλλαγών (άρθρο 3) Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 3 οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών πρέπει να διατυπώνονται στην ελληνική γλώσσα. Κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί ότι στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών χρησιμοποιούνται ευρύτατα διεθνείς όροι συναλλαγών για διάφορες υπηρεσίες ιδιαίτερα εξειδικευμένες (π.χ. ISDA agreements), οι οποίοι απευθύνονται σε συγκεκριμένο συναλλακτικό κοινό που έχει την εμπειρία διεξαγωγής τέτοιου είδους συναλλαγών με χρήση της αγγλικής γλώσσας. Ωστόσο, λόγω του ευρύτατου ορισμού του καταναλωτή σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, οι συναλλασσόμενοι στην περίπτωση αυτή θεωρούνται καταναλωτές, με αποτέλεσμα να απαιτείται η μετάφραση των εν λόγω όρων στην ελληνική γλώσσα. Αυτό ωστόσο συνεπάγεται πρόσθετο κόστος για τις ελληνικές τράπεζες χωρίς η επιβολή του να δικαιολογείται σε ό,τι αφορά την ανάγκη προστασίας του καταναλωτή. Πρόκειται συνεπώς για την επιβολή μιας υποχρέωσης που σε ό,τι αφορά τον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στερείται δικαιολογητικής βάσης ενώ ταυτόχρονα θα επιβαρύνει σημαντικά τις επιχειρήσεις. Στο άρθρο 3, παρ. 7 αναφέρεται ο όρος «μέσος ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος καταναλωτής», ο οποίος αν και συναντάται στην κοινοτική 16

17 νομοθεσία αναφέρεται με τρόπο ζημιογόνο για τους προμηθευτές, υπό την έννοια ότι όπως αναφέρει η διάταξη αυτή ακόμη και αν τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τηρήσει πλήρως τους όρους που εμπεριέχονται στον Κώδικα δεν δημιουργείται ούτε καν «μαχητό» τεκμήριο ότι ο καταναλωτής έλαβε γνώση των οικείων ΓΟΣ, εάν αποδεδειγμένα αυτός δεν αποτελεί «μέσο, ευλόγως προσεκτικό και ενημερωμένο καταναλωτή». Κατά την άποψη μας, αλλά και σύμφωνα με τον σκοπό του εν λόγω Κώδικα, δεν θα πρέπει με τις διατάξεις του να θεμελιώνεται «πρωτογενές δίκαιο», αλλά να ρυθμίζονται σύμφωνα με τα ισχύοντα συναλλακτικές σχέσεις μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών. Σύμφωνα με την παρ. 8 του ίδιου άρθρου οι προμηθευτές οφείλουν να συμμορφώνονται, στο πλαίσιο της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και μετά την εξασφάλιση της εκατέρωθεν ακρόασης, με τις συστάσεις Αρχών εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, όπως είναι ο Συνήγορος του Καταναλωτή και οι υπαγόμενες σε αυτόν Επιτροπές Φιλικού Διακανονισμού που εδρεύουν στις κατά τόπους Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις. Η διάταξη αυτή αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα διάταξης που δεν είναι ορθό να αποτελεί νομοθετικής ισχύος κανόνα στο μέτρο που η εξωδικαστική επίλυση διαφορών αποτελεί εναλλακτικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο του φιλικού διακανονισμού των διαφορών. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον κριθεί αναγκαία η εισαγωγή μιας τέτοιας ρύθμισης, θα πρέπει να ισχύει επίσης και για τους καταναλωτές. Θα πρέπει δηλαδή και οι καταναλωτές να συμμορφώνονται με τις συστάσεις του Συνηγόρου του Καταναλωτή. Επισημαίνεται επίσης ότι ο Μεσολαβητής Τραπεζικών και Επενδυτικών Υπηρεσιών αποτελεί επίσης εξωδικαστικό μηχανισμό επίλυσης διαφορών, που λειτουργεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις σχετικές κοινοτικές Συστάσεις στο πλαίσιο της αυτορρύθμισης. Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με την υπάρχουσα εμπειρία οι συστάσεις του Μεσολαβητή γίνονται σεβαστές από τους αποδέκτες αυτών, εκτιμούμε ότι δεν νοείται με βάση τα χαρακτηριστικά της λειτουργίας του η νομοθετικά υποχρεωτική συμμόρφωση με τις συστάσεις του. 4. Αρχές και περιεχόμενο εμπορικών προσφορών (άρθρο 4) Στην παρ. 2 του άρθρου 4 καθορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο που πρέπει να περιέχει κάθε εμπορική προσφορά. Κατανοούμε και στο σημείο αυτό θα θέλαμε την επιβεβαίωσή σας- ότι εφόσον ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις στη νομοθεσία για προϊόντα και υπηρεσίες, όπως συμβάινει στο χρηματοπιστωτικό τομέα, υπερισχύουν οι τελευταίες ως ειδικότερες. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί ότι η εμπορική προσφορά στοχεύει καταρχήν στην προώθηση του προϊόντος ή της υπηρεσίας και με την έννοια αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται για σκοπούς ενημέρωσης του καταναλωτή, προκειμένου να αποφασίσει τελικά εάν επιθυμεί ή όχι το διαφημιζόμενο προϊόν ή υπηρεσία. Η εμπορική προσφορά, περιλαμβανομένης της διαφήμισης, αποτελεί συνεπώς το καταρχήν μέσο γνωριμίας του πελάτη με το προϊόν ή την υπηρεσία και περιέχει τα στοιχεία εκείνα που το προβάλλουν χωρίς βέβαια να παραπλανά τον καταναλωτή. Η ενημέρωση του καταναλωτή παρέχεται στο στάδιο της προσυμβατικής πληροφόρησης και κατά τη σύναψη της σύμβασης. Θα πρέπει 17

18 τέλος να λαμβάνονται υπόψη οι αντικειμενικοί περιορισμοί (ελάχιστος χρόνος, πολύ μεγάλο κόστος) που χαρακτηρίζουν ορισμένα είδη εμπορικών προσφορών, όπως η τηλεοπτική διαφήμιση, οι οποίοι καθιστούν εκ των πραγμάτων ανέφικτη της παροχή πλήρους πληροφόρησης μέσω αυτών στον καταναλωτή. Οι ίδιες παρατηρήσεις ισχύουν και για τα προβλεπόμενα στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου. 5. Εκτέλεση της σύμβασης (άρθρο 6) Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 6 του σχεδίου Κώδικα, κατά την εκτέλεση της σύμβασης οι προμηθευτές πρέπει να τηρούν τις συμβατικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις τους, όπως αυτές απορρέουν από τη σύμβαση που καταρτίστηκε, από τον Αστικό Κώδικα και την κατά περίπτωση ειδική νομοθεσία ή τον επαγγελματικό Κώδικα συμπεριφοράς που τους διέπει. Απαγορεύεται απολύτως στους προμηθευτές να τροποποιούν τις συμβάσεις μονομερώς, χωρίς έγγραφη ενημέρωση και αποδοχή εκ μέρους του καταναλωτή. Το τελευταίο εδάφιο της εν λόγω διάταξης δεν γίνεται κατανοητό πώς θα εφαρμοστεί στην πράξη με την έννοια ότι δεν καθορίζεται τι θα συμβεί στην περίπτωση μη αποδοχής εκ μέρους του καταναλωτή της μονομερούς τροποποίησης που προέρχεται από τον προμηθευτή. Πέραν αυτού, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη αυτή είναι ανέφικτο να εφαρμοστεί σε τομείς όπως ο χρηματοπιστωτικός, καθώς πολλοί όροι των συμβάσεων που συνάπτονται στον τομέα αυτό συνδέονται με τις συνθήκες των αγορών, οι οποίες αφενός μεν μεταβάλλονται διαρκώς και αφετέρου εκφεύγουν του ελέγχου του προμηθευτή. Η συνάρτηση αυτή λειτουργεί και προς όφελος του καταναλωτή, καθώς μπορεί να επιτυγχάνεται μείωση των επιτοκίων του ή του κόστους εν γένει της παρεχόμενης σε αυτόν υπηρεσίας. Η ενημέρωση του καταναλωτή επιτυγχάνεται, όπου αυτό είναι εφικτό, με την αναγραφή στη σύμβαση των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να επέρχεται μεταβολή των όρων της σύμβασης, ώστε ο καταναλωτής να γνωρίζει πότε και υπό ποιες συνθήκες θα τροποποιηθεί το περιεχόμενο της σύμβασής του. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία (ΠΔ/ΤΕ 2501/2002), ο πιστωτικός φορέας οφείλει να ενημερώνει τον καταναλωτή σε περίπτωση μονομερούς εκ μέρους του τροποποίησης όρου της σύμβασης παρέχοντάς του επαρκές διάστημα (30 ημέρες) είτε για αποδοχή είτε για καταγγελία της σύμβασης. Σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην κατάρτιση και την εκπλήρωση της σύμβασης ο καταναλωτής έχει δικαίωμα αναιτιολόγητης υπαναχώρησης, επιστροφής των προϊόντων στη συσκευασία τους ή μη λήψης των υπηρεσιών, όπως και επιστροφής της προκαταβολής που τυχόν κατέβαλε, σύμφωνα με τη νομοθεσία, πλην ειδικών παραγγελιών προσαρμοσμένων στα μέτρα του ή στις ειδικές ανάγκες του, ή παραγγελιών για αναλώσιμα προϊόντα ή υπηρεσίες που υπόκεινται σε φθορά με μόνη την παρέλευση χρόνου ανάμεσα στην παραγγελία και την παράδοση. Αν ο καταναλωτής έχει χρησιμοποιήσει ήδη το προϊόν ή την υπηρεσία, οφείλει να καταβάλει το αναλογούν τίμημα. Εκτιμούμε 18

19 ότι ειδικά σε ό,τι αφορά τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης είναι επαρκές και καλύπτει τις ανάγκες του καταναλωτή αλλά και την ασφάλεια των συναλλαγών. Συνεπώς, η οποιαδήποτε νομοθετική παρέμβαση στον τομέα αυτό θα πρέπει να λάβει υπόψη το ισχύον πλαίσιο, τις δρομολογούμενες σε κοινοτικό επίπεδο εξελίξεις και, βεβαίως, την ασφάλεια των συναλλαγών. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμούμε ότι τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 του σχεδίου Κώδικα καλύπτουν επαρκώς το δικαίωμα υπαναχώρησης. Σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 6, πριν από την απόπειρα είσπραξης μέσω της νόμιμης δικαστικής οδού τυχόν χρεών των καταναλωτών ή επιστροφής του πράγματος, κάθε προμηθευτής οφείλει να ελέγχει ότι η εκ μέρους του εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του ήταν πλήρης, ακριβής και εμπρόθεσμη, Οφείλει ακόμη να εξασφαλίζει ότι κατέχει τα ορθά στοιχεία του οφειλέτη, να ελέγχει ότι το χρέος δεν έχει με κάποιον τρόπο διευθετηθεί και να επικοινωνεί με τον καταναλωτή προς ενημέρωσή του, εξαντλώντας κάθε εξωδικαστικό τρόπο φιλικής διευθέτησης της διαφοράς, με παράταση εξόφλησης ή διακανονισμό του χρέους. Παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες εφαρμόζουν εν γένει ως βέλτιστη πρακτική τα προβλεπόμενα στην εν λόγω διάταξη, θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν νοείται η νομοθετική επιβολή παράτασης της εξόφλησης ή διακανονισμού του χρέους σε περίπτωση υπερήμερης οφειλής του καταναλωτή, καθώς μια τέτοια ρύθμιση συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση για τον προμηθευτή και αδικαιολόγητη παρέμβαση στον τρόπο λειτουργίας των συναλλαγών χάριν της ασφάλειάς τους. Ο προμηθευτής θα πρέπει να είναι ελεύθερος σε περίπτωση πλημμελούς ή μη εκπλήρωσης της παροχής εκ μέρους του καταναλωτή να επιδιώξει την ικανοποίηση των απαιτήσεών του σύμφωνα με όσα προβλέπονται στη σύμβασή του με τον καταναλωτή και τις γενικές διατάξεις. 6. Διαφήμιση και εμπορική επικοινωνία (άρθρο 8) Όπως παρατηρείται και για αρκετές άλλες από τις προτεινόμενες διατάξεις του σχεδίου Κώδικα, η εν λόγω διάταξη επαναλαμβάνει ως επί το πλείστον την ισχύουσα νομοθεσία περί διαφήμισης και μάλιστα όχι στο σύνολό της. Δεν γίνεται συνεπώς κατανοητός ο λόγος εισαγωγής της εν λόγω διάταξης. 7. Ασφάλεια συναλλαγών και προστασία ιδιωτικής ζωής του καταναλωτή (άρθρο 10) Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 10 του σχεδίου Κώδικα, απαγορεύεται ρητά η με ή χωρίς αντάλλαγμα διαβίβαση των στοιχείων σε τρίτους για προωθητικές ενέργειες. Κατά την έννοια του παρόντος, ως τρίτοι θεωρούνται και θυγατρικές εταιρείες των προμηθευτών. Εκτιμούμε ότι για πρακτικούς λόγους και για τη διευκόλυνση των συναλλαγών προς όφελος και των καταναλωτών, θα πρέπει να επιτρέπεται η διαβίβαση των στοιχείων αυτών εφόσον υπάρχει συναίνεση του καταναλωτή, καθώς στην περίπτωση αυτή, ο καταναλωτής εν γνώσει του επιλέγει τη διαβίβαση των στοιχείων του. 19

20 8. Ειδικές υποχρεώσεις τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για συμβάσεις δανείων και πιστώσεων (άρθρο 12) Σε ό,τι αφορά το στοιχείο ε) της παρ. 2 του άρθρου 12 για τις τυχόν άλλες δαπάνες που συνδέονται με τη σύμβαση πίστωσης, κρίνεται αναγκαίο να ληφθεί υπόψη ότι ο πιστωτικός φορέας ενδέχεται να μην γνωρίζει κατά τρόπο ακριβή πριν την κατάρτιση της σύμβασης, ορισμένες δαπάνες που συνδέονται με αυτήν, αλλά εκφεύγουν του ελέγχου του. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι σε θέση να παρέχει ακριβή και πλήρη πληροφόρηση σχετικά. Σε ό,τι αφορά το στοιχείο στ) της παρ. 2 του ίδιου άρθρου για ενημέρωση του καταναλωτή ως προς το ΣΕΠΕ με ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα που αναφέρει όλα τα χρηματοπιστωτικά δεδομένα και τις υποθέσεις που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του, επισημαίνεται ο εξαιρετικά πολύπλοκος χαρακτήρας του υπολογισμού του ΣΕΠΕ και η πολύ μεγάλη κατ επέκταση δυσκολία απεικόνισης και κατανόησης από τον καταναλωτή όλων των χρηματοπιστωτικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του. Ακόμη και ένας καταναλωτής που διαθέτει γνώσεις οικονομικές, είναι αμφίβολο εάν θα είναι σε θέση να κατανοήσει όλα τα χρηματοπιστωτικά δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό αυτό. Με την έννοια αυτή, η παροχή στον καταναλωτή του ΣΕΠΕ με τον τρόπο που προτείνεται δεν εξυπηρετεί επί της ουσίας τον σκοπό της προσυμβατικής ενημέρωσης που συνίσταται στην παροχή των στοιχείων εκείνων που θα βοηθήσουν τον καταναλωτή να κατανοήσει τα κρίσιμα στοιχεία της σύμβασης, ώστε να προβεί συνειδητά στην καλύτερη γι αυτόν επιλογή με βάση τις ανάγκες του. Τέλος, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ λαμβάνονται επίσης υπόψη παράγοντες σχετικοί με την τιμολογιακή και την επιχειρησιακή πολιτική της τράπεζας, που έχουν εμπιστευτικό και συνεπώς μη δημοσιοποιήσιμο χαρακτήρα. Σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 12, προτείνεται η καθιέρωση υποχρέωσης άμεσης πληροφόρησης του καταναλωτή εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων τυχόν μεταβολής στο ετήσιο επιτόκιο ή στις συναφείς επιβαρύνσεις. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την πρόσφατη ΕΤΠΘ 234/2006 δεν θεωρείται μονομερής μεταβολή της σύμβασης ή τροποποίηση του επιτοκίου που γίνεται σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Η πληροφόρηση αυτή παρέχεται ήδη με το statement χωρίς να απαιτείται εξατομικευμένη ενημέρωση του πελάτη για την ισχύ της μεταβολής ή οποία και επέρχεται με βάση την τροποποίηση του προβλεπόμενου στη σύμβαση δείκτη αναφοράς (ΕΤΠΘ 178/2004). Σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 12, σε περίπτωση που ο καταναλωτής εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του πριν καταστούν ληξιπρόθεσμες δικαιούται μείωση επί του συνολικού κόστους της πίστωσης. Η μείωση αυτή θα είναι ίση με τη διαφορά ανάμεσα στο υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό κατά την ημέρα της εξόφλησης και την παρούσα αξία του υπόλοιπου οφειλομένου ποσού κατά την ίδια μέρα, υπολογιζόμενη με τη μέθοδο του ανατοκισμού. Ο 20

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ)

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ) ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ του Συνδέσμου Εταιριών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ) Άρθρο 1. Γενικές Αρχές 1.1 Ο Κώδικας Δεοντολογίας Εσωτερικός Κανονισμός (εφεξής Κώδικας Δεοντολογίας) περιέχει τις

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 15/2007 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΗ ΠΡΟΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΣΕ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΣΤΑΘΕΡΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 15/2007 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΗ ΠΡΟΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΣΕ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΣΤΑΘΕΡΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Αθήνα, 13 Νοεμβρίου 2007 Αρ. Πρωτ. :1554 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 15/2007 ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΝΗ ΠΡΟΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΣΕ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΣΤΑΘΕΡΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ Πρόσφατα

Διαβάστε περισσότερα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ CONFLICT OF INTEREST POLICY

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ CONFLICT OF INTEREST POLICY ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ CONFLICT OF INTEREST POLICY Το νομικό και κανονιστικό πλαίσιο (νομοθεσία) που διέπει τις δραστηριότητες της εταιρείας «ΠΑΝΤΕΛΑΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ

Διαβάστε περισσότερα

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΓΙΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ («ΣΥΜΦΩΝΙΑ»)

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΓΙΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ («ΣΥΜΦΩΝΙΑ») ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ ΓΙΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ («ΣΥΜΦΩΝΙΑ») Τη συμφωνία αυτή διαπραγματεύθηκαν και ενέκριναν οι Ευρωπαϊκές Ενώσεις

Διαβάστε περισσότερα

1. Ορισμοί Προεπιλογή Φορέα (ΠΦ, CPS)

1. Ορισμοί Προεπιλογή Φορέα (ΠΦ, CPS) 1. Ορισμοί Προεπιλογή Φορέα (ΠΦ, CPS) Η δυνατότητα που παρέχεται στους συνδρομητές ενός Τηλεπικοινωνιακού Οργανισμού να επιλέγουν σε πάγια βάση 4 ότι μία ή περισσότερες κατηγορίες τηλεφωνικών κλήσεων θα

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήριες γραμμές. για την εξέταση. αιτιάσεων από τις ασφαλιστικές. επιχειρήσεις

Κατευθυντήριες γραμμές. για την εξέταση. αιτιάσεων από τις ασφαλιστικές. επιχειρήσεις EIOPA-BoS-12/069 EL Κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση αιτιάσεων από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις 1/8 1. Κατευθυντήριες γραμμές Εισαγωγή 1. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού EIOPA (European Insurance

Διαβάστε περισσότερα

ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση

ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση Συνέπειες νομοθετικό πλαίσιο, (Εθνικό Κοινοτικό) Το ΕΘΝΙΚΟ και ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ νοµοθετικό πλαίσιο. I. ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Α. Ο Ν. 2859/2000, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4336/2015 και

Διαβάστε περισσότερα

Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα 2002R1606 EL 10.04.2008 001.001 1 Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα B ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 19ης

Διαβάστε περισσότερα

Αθήνα, 18 Ιουλίου 2006 Αρ. Πρωτ.: Υ190

Αθήνα, 18 Ιουλίου 2006 Αρ. Πρωτ.: Υ190 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ Αθήνα, 18 Ιουλίου 2006 Αρ. Πρωτ.: Υ190 ΠΡΟΣ: 1. Όλους τους Υπουργούς και Υφυπουργούς 2. Τον Γενικό Γραμματέα της Κυβέρνησης 3. Όλους τους Γενικούς Γραμματείς Υπουργείων

Διαβάστε περισσότερα

ΟΜΙΛΟΣ ΓΙΟΥΛΑ ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΟΜΙΛΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΜΙΛΟΥ (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ)

ΟΜΙΛΟΣ ΓΙΟΥΛΑ ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΟΜΙΛΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΜΙΛΟΥ (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ) ΟΜΙΛΟΣ ΓΙΟΥΛΑ ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΟΜΙΛΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΜΙΛΟΥ (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ) 1 ΟΜΙΛΟΣ ΓΙΟΥΛΑ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 2. ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΟΜΙΛΟΥ 3. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΜΙΛΟΥ (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ) 2 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Διαβάστε περισσότερα

Κώδικας Συμπεριφοράς της εταιρίας SCA

Κώδικας Συμπεριφοράς της εταιρίας SCA Κώδικας Συμπεριφοράς της εταιρίας SCA Κώδικας Συμπεριφοράς της εταιρίας SCA Η SCA δεσμεύεται για τη δημιουργία αξιών για τους υπαλλήλους, τους πελάτες, τους καταναλωτές, τους μετόχους καθώς και για τους

Διαβάστε περισσότερα

ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ. «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E.» (εφεξής η «Τράπεζα»)

ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ. «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E.» (εφεξής η «Τράπεζα») ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ Στοιχεία ταυτότητας και στοιχεία επικοινωνίας του πιστωτικού φορέα Πιστωτικός Φορέας «ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E.» (εφεξής η «Τράπεζα») ΑΦΜ:

Διαβάστε περισσότερα

Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ 2009-2014 Επιτροπή Εσωτερικής Αγοράς και Προστασίας των Καταναλωτών 29.6.2011 ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ για την εφαρμογή της οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΑΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 3/08.1.2013. Εξέταση αιτιάσεων από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις

ΠΡΑΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 3/08.1.2013. Εξέταση αιτιάσεων από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ΠΡΑΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 3/08.1.2013 Θέμα: Εξέταση αιτιάσεων από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, αφού έλαβε υπόψη: α) τα άρθρα 28 και 55A του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος,

Διαβάστε περισσότερα

ΕΚΘΕΣΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ

ΕΚΘΕΣΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΕΚΘΕΣΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΊΟ: ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ: ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ ΤΊΤΛΟΣ ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ: Πρόγραμμα διευκόλυνσης

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ 2009-2014 Επιτροπή Αναφορών 28.11.2014 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ Θέμα: Αναφορά 0824/2008, του Kroum Kroumov, βουλγαρικής ιθαγένειας, η οποία συνοδεύεται από 16 υπογραφές, σχετικά με

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ (ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΠΑΣΥΠ ΔΕΗ) ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΤΙΡΗΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΘΕΜΑΤΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ - Ενημέρωση για το σχετικό Νομοθετικό Πλαίσιο - Ενημέρωση για τη δομή και το περιεχόμενο του Σχεδίου

Διαβάστε περισσότερα

Ι6) ΤO ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΑΠOΘΕΜΑΤΙΚΩΝ

Ι6) ΤO ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΑΠOΘΕΜΑΤΙΚΩΝ Ι6) ΤO ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ ΑΠOΘΕΜΑΤΙΚΩΝ Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Καταστατικού του ΕΣΚΤ/ΕΚΤ τα πιστωτικά ιδρύματα (Π.Ι) οφείλουν να τηρούν ελάχιστα αποθεματικά (minimum reserves, réserves obligatoires).δεσμευμένα

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΑΞΗ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΡΙΘ. 82/27.8.2012

ΠΡΑΞΗ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΡΙΘ. 82/27.8.2012 ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΡΙΘ. 82/27.8.2012 ΘΕΜΑ: Συμπληρωματικά προσωρινά μέτρα όσον αφορά τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του ευρωσυστήματος και την

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΑΞΗ ΙΟΙΚΗΤΗ ΑΡΙΘΜ. 2501/31.10.2002. ΘΕΜΑ: Ενηµέρωση των συναλλασσοµένων µε τα πιστωτικά ιδρύµατα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους.

ΠΡΑΞΗ ΙΟΙΚΗΤΗ ΑΡΙΘΜ. 2501/31.10.2002. ΘΕΜΑ: Ενηµέρωση των συναλλασσοµένων µε τα πιστωτικά ιδρύµατα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους. ΠΡΑΞΗ ΙΟΙΚΗΤΗ ΑΡΙΘΜ. 2501/31.10.2002 ΘΕΜΑ: Ενηµέρωση των συναλλασσοµένων µε τα πιστωτικά ιδρύµατα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους. Ο ΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΟΣ, αφού έλαβε υπόψη:

Διαβάστε περισσότερα

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ. Οδός Βαλαωρίχου 12, 10671 ΛΟήνα. ΓνωίΛοδόιηση. Α' Εοώτηαα

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ. Οδός Βαλαωρίχου 12, 10671 ΛΟήνα. ΓνωίΛοδόιηση. Α' Εοώτηαα ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ Οδός Βαλαωρίχου 12, 10671 ΛΟήνα ΓνωίΛοδόιηση Α' Εοώτηαα Το Σωματείο Εργαζομένων του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (εφεξής ΚΑΠΕ) μου ζήτησε

Διαβάστε περισσότερα

Ελληνική Ένωση Τραπεζών: 32 ερωτήσεις και απαντήσεις για τις τραπεζικές συναλλαγές

Ελληνική Ένωση Τραπεζών: 32 ερωτήσεις και απαντήσεις για τις τραπεζικές συναλλαγές Ημερ.: 22 / 07 / 2015 Ελληνική Ένωση Τραπεζών: 32 ερωτήσεις και απαντήσεις για τις τραπεζικές συναλλαγές Τι αλλάζει με την νέα Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, τι ισχύει με τις αναλήψεις μετρητών, μπορώ

Διαβάστε περισσότερα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ Λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους της ΑΕΠΕΥ, καθώς και της φύσεως, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων,

Διαβάστε περισσότερα

Μεθοδολογία κατάρτισης της νέας σειράς επιτοκίων τραπεζικών καταθέσεων και δανείων

Μεθοδολογία κατάρτισης της νέας σειράς επιτοκίων τραπεζικών καταθέσεων και δανείων Μεθοδολογία κατάρτισης της νέας σειράς επιτοκίων τραπεζικών καταθέσεων και δανείων Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), εφαρµόζοντας την Π /ΤΕ 2496/28.5.2002, άρχισε από το Σεπτέµβριο του 2002 να συγκεντρώνει

Διαβάστε περισσότερα

Προς κάθε αρμόδιο Δικαστήριο και Αρχή ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΔΗΛΩΣΗ

Προς κάθε αρμόδιο Δικαστήριο και Αρχή ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΔΗΛΩΣΗ Προς κάθε αρμόδιο Δικαστήριο και Αρχή ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΔΗΛΩΣΗ Του Σωματείου με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΠΝΕΥΜΟΝΟΛΟΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφ. Μεσογείων 152 (Ν.Ν.Θ.Α. «Η Σωτηρία»),

Διαβάστε περισσότερα

Εγκύκλιος Οδηγίες εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 3299/2004 σχετικά με την έναρξη υλοποίησης των επενδυτικών σχεδίων.

Εγκύκλιος Οδηγίες εφαρμογής των διατάξεων του νόμου 3299/2004 σχετικά με την έναρξη υλοποίησης των επενδυτικών σχεδίων. ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΓΚΡΙΣΗΣ & ΕΛΕΓΧΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Αθήνα 22-10 - 2008 Αριθμ. Πρωτ. 48175 Ταχ. Δ/νση : Νίκης 5-7, Αθήνα Ταχ. Κώδικας

Διαβάστε περισσότερα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. Δίκαιο είναι το σύνολο των ετερόνομων κανόνων που ρυθμίζουν με τρόπο υποχρεωτικό την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. Δίκαιο είναι το σύνολο των ετερόνομων κανόνων που ρυθμίζουν με τρόπο υποχρεωτικό την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ Δίκαιο είναι το σύνολο των ετερόνομων κανόνων που ρυθμίζουν με τρόπο υποχρεωτικό την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων. 1.1.Χαρακτηριστικά του Δικαίου Ετερόνομοι κανόνες

Διαβάστε περισσότερα

ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΩΣΗ ΜΕΣΩ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΗΣ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ

ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΩΣΗ ΜΕΣΩ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΗΣ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΩΣΗ ΜΕΣΩ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΗΣ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ 1 ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΗ Πιστωτής: Διεύθυνση: DEGIRO B.V. Rembrandt Tower - 9th floor Amstelplein

Διαβάστε περισσότερα

ΙΑΤΡΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ. Άννα Τσίτουρα Δικηγόρος Εξειδ. Δίκαιο της υγείας

ΙΑΤΡΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ. Άννα Τσίτουρα Δικηγόρος Εξειδ. Δίκαιο της υγείας ΙΑΤΡΙΚΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ Άννα Τσίτουρα Δικηγόρος Εξειδ. Δίκαιο της υγείας Νοµική Σύµβουλος Ι.Σ.Α. ΙΣΧΥΟΝ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ Ήδη από το έτος 1939 ισχύει γενική απαγόρευση κάθε διαφήµισης που σχετίζεται µε την άσκηση

Διαβάστε περισσότερα

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ 15 ΑΘΗΝΑ Τ.Κ. 105 51 ΤΗΛ. ΚΕΝΤΡΟ: 210 3349999 FAX: 210 3212944, 3215988 Web site: www.syete.gr Email: syete@otenet.gr ΛΕΣΧΗ: ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ 60 ΤΗΛ. 210 3640420 ΑΡ.ΠΡΩΤ. 140135 Αθήνα, 24.6.2014 Συνάδελφοι,

Διαβάστε περισσότερα

ΔΉΛΩΣΗ ΠΕΡΊ ΠΟΛΙΤΙΚΉΣ ΑΝΘΡΏΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΗΣ UNILEVER

ΔΉΛΩΣΗ ΠΕΡΊ ΠΟΛΙΤΙΚΉΣ ΑΝΘΡΏΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΗΣ UNILEVER ΔΉΛΩΣΗ ΠΕΡΊ ΠΟΛΙΤΙΚΉΣ ΑΝΘΡΏΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΆΤΩΝ ΤΗΣ UNILEVER Πιστεύουμε ότι η επιχειρηματικότητα ανθεί μόνο σε κοινωνίες όπου υπάρχει προστασία και σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αναγνωρίζουμε ότι οι

Διαβάστε περισσότερα

Πληροφορίες: Διονύσιος Ραυτόπουλος Ειδικός Επιστήμονας Αθήνα 27 Δεκεμβρίου 2012 e-mail: draftopoul@synigoroskatanaloti.gr Αριθ. Πρωτ.

Πληροφορίες: Διονύσιος Ραυτόπουλος Ειδικός Επιστήμονας Αθήνα 27 Δεκεμβρίου 2012 e-mail: draftopoul@synigoroskatanaloti.gr Αριθ. Πρωτ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Α ν ε ξ ά ρ τ η τ η Α ρ χ ή Πληροφορίες: Διονύσιος Ραυτόπουλος Ειδικός Επιστήμονας Αθήνα 27 Δεκεμβρίου 2012 e-mail: draftopoul@synigoroskatanaloti.gr Αριθ. Πρωτ. :11394 Δρ. Βασιλική

Διαβάστε περισσότερα

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ 1. Ορισμός εμπορικής πράξης (σελ.77) 2. Αντικειμενικό, υποκειμενικό, μικτό και σύστημα οργανωμένης επιχείρησης.(σελ.77-79) 3. Πρωτότυπα(φύσει) εμπορικές πράξεις του χερσαίου

Διαβάστε περισσότερα

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΝΑΝ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟ ΚΩ ΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΑΝΕΙΑ ("ΣΥΜΦΩΝΙΑ")

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΝΑΝ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟ ΚΩ ΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΑΝΕΙΑ (ΣΥΜΦΩΝΙΑ) ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΝΑΝ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟ ΚΩ ΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΑΝΕΙΑ ("ΣΥΜΦΩΝΙΑ") Τη συµφωνία διαπραγµατεύθηκαν και ενέκριναν οι ευρωπαϊκές ενώσεις καταναλωτών καθώς και οι ευρωπαϊκές

Διαβάστε περισσότερα

ΚΑΤ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. /.. ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ. της 17.12.2014

ΚΑΤ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. /.. ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ. της 17.12.2014 ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Βρυξέλλες, 17.12.2014 C(2014) 9656 final ΚΑΤ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. /.. ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 17.12.2014 για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Διαβάστε περισσότερα

ECB-PUBLIC ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ. της 12ης Μαρτίου 2013. σχετικά με την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων (CON/2013/17)

ECB-PUBLIC ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ. της 12ης Μαρτίου 2013. σχετικά με την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων (CON/2013/17) EL ECB-PUBLIC ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ της 12ης Μαρτίου 2013 σχετικά με την ανακεφαλαιοποίηση των πιστωτικών ιδρυμάτων (CON/2013/17) Εισαγωγή και νομική βάση Στις 4 Μαρτίου 2013 η Ευρωπαϊκή

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΟΜΙΛΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ. Πολιτική κατηγοριοποίησης πελατών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΟΜΙΛΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ. Πολιτική κατηγοριοποίησης πελατών ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΟΜΙΛΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Πολιτική κατηγοριοποίησης πελατών Η παρούσα Πολιτική Κατηγοριοποίησης Πελατών ισχύει για το σύνολο του Οµίλου της Τράπεζας Πειραιώς,

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ...2 ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ;...5 ΠΟΙΑ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΤΗΡΕΙΤΑΙ;...5

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ...2 ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ;...5 ΠΟΙΑ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΤΗΡΕΙΤΑΙ;...5 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ...2 ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗΣ;...5 ΠΟΙΑ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΤΗΡΕΙΤΑΙ;...5 ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ;...7 ΠΟΙΑ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΤΗΡΕΙΤΑΙ;...7 ΤΙ

Διαβάστε περισσότερα

Ο ΠΕΡΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥ ΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2002. ιάταγµα δυνάµει του άρθρου 19

Ο ΠΕΡΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥ ΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2002. ιάταγµα δυνάµει του άρθρου 19 Κ Π 544/2003 Ο ΠΕΡΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥ ΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2002 ιάταγµα δυνάµει του άρθρου 19 Ο Επίτροπος Ρυθµίσεως Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδροµείων, ασκώντας τις εξουσίες που του

Διαβάστε περισσότερα

«Θεσμός εξασφάλισης των επενδυτών και υποστήριξης της αξιοπιστίας της αγοράς των επενδυτικών υπηρεσιών»

«Θεσμός εξασφάλισης των επενδυτών και υποστήριξης της αξιοπιστίας της αγοράς των επενδυτικών υπηρεσιών» «Θεσμός εξασφάλισης των επενδυτών και υποστήριξης της αξιοπιστίας της αγοράς των επενδυτικών υπηρεσιών» Μέλος του «Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών» Η προστασία των επενδυτών και

Διαβάστε περισσότερα

ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ TOY 1999. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ TOY 1999. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ TOY 1999 Προοίμιο. Επειδή η συμπερίληψη ρήτρας σε σύμβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ως προς το δικαίωμα πιστωτικών

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΝΕΟΣ ΕΤΑΙΡΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ - ΣΗΜΑΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΡΟΣ Ι - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΜΕΡΟΣ Ι - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και μόνο. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΟΔΗΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΕΝΔΟΗΜΕΡΗΣΙΑΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΣΤΟYΣ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΑΧΕΙΑΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2013. Διάταγμα δυνάμει των άρθρων 4 και 5

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2013. Διάταγμα δυνάμει των άρθρων 4 και 5 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2013 Διάταγμα δυνάμει των άρθρων 4 και 5 ΕΠΕΙΔΗ υπάρχει έλλειψη ουσιαστικής ρευστότητας και κίνδυνος εκροής

Διαβάστε περισσότερα

Αριθµός 188(Ι) του 2004 ΝΟΜΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ TO NΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ 2004

Αριθµός 188(Ι) του 2004 ΝΟΜΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ TO NΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ 2004 Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι) Αρ. 3852, 30.4.2004 Ν. 188(Ι)/2004 Ο περί του Νοµικού Πλαισίου για τις Ηλεκτρονικές Υπογραφές καθώς και για Συναφή Θέµατα Νόµος του 2004 εκδίδεται µε δηµοσίευση στην Επίσηµη Εφηµερίδα της

Διαβάστε περισσότερα

Administrative eviction act and right to a prior hearing: observations on Naxos Court 27/2012 judgment. Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος

Administrative eviction act and right to a prior hearing: observations on Naxos Court 27/2012 judgment. Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος Πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δασική έκταση και δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου: παρατηρήσεις επί της απόφασης 27/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου Administrative eviction act

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια EIOPA-BoS-14/167 EL Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια EIOPA Westhafen Tower, Westhafenplatz 1-60327 Frankfurt Germany - Tel. + 49 69-951119-20; Fax. + 49 69-951119-19; email:

Διαβάστε περισσότερα

ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ

ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ Πειραιάς, 11 Ιουνίου 2013 ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ Μετά τη δημοσίευση του νόμου ν.4152/2013 (ΦΕΚ Α' 107) «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής των νόμων 4046/2012,4093/2012

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΜΑ : Γνωμοδότηση της Νομικού Συμβούλου της Δ.Ο.Ε. για την απεργία αποχή από τις διαδικασίες της αξιολόγησης

ΘΕΜΑ : Γνωμοδότηση της Νομικού Συμβούλου της Δ.Ο.Ε. για την απεργία αποχή από τις διαδικασίες της αξιολόγησης Αρ. Πρωτ. 1290 Αθήνα 26/11/2014 Προς Συλλόγους Εκπαιδευτικών Π.Ε. ΘΕΜΑ : Γνωμοδότηση της Νομικού Συμβούλου της Δ.Ο.Ε. για την απεργία αποχή από τις διαδικασίες της αξιολόγησης Το Δ.Σ. της Δ.Ο.Ε. έχει τονίσει

Διαβάστε περισσότερα

Εργασιακά Θέματα. Καταχρηστική καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη

Εργασιακά Θέματα. Καταχρηστική καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη Εργασιακά Θέματα Καταχρηστική καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη Ιούλιος 2015 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1. Καταχρηστική καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη

Διαβάστε περισσότερα

Η ισχύς του π.δ/τος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 31-1-2013.

Η ισχύς του π.δ/τος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 31-1-2013. 1 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤ/ΣΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΕΧΝ. ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΜΗΜΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ Αθήνα 17 Απριλίου 2013 Αρ. Πρωτ. 15400 Ταχ. Δ/νση Ταχ.Κώδικας Πληροφορίες Τηλέφωνο

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ - ΕΜΠΟΡΟΙ 1. Β.Δ. της 2/14.5.1835 Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ - ΕΜΠΟΡΟΙ 1. Β.Δ. της 2/14.5.1835 Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πρόλογος έκτης έκδοσης... ΧVΙΙ Aπό τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης... XVIΙ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ - ΕΜΠΟΡΟΙ 1. Β.Δ. της 2/14.5.1835 Περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων (άρθρα

Διαβάστε περισσότερα

7/3/2014. ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό ; νόμος είναι το δίκαιο του εργοδότη ; ή νομικός κανόνας

7/3/2014. ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό ; νόμος είναι το δίκαιο του εργοδότη ; ή νομικός κανόνας Τ.Ε.Ι. Πειραιά Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στην Λογιστική και Χρηματοοικονομική Ειδικά θέματα Δικαίου Δρ. Μυλωνόπουλος Δ. Αν. Καθηγητής δίκαιο άδικο ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό ; νόμος είναι το

Διαβάστε περισσότερα

Κώδικας συµπεριφοράς και δεοντολογίας για τον κλάδο της ιδιωτικής ασφάλειας I. Γιατί ο κλάδος χρειάζεται έναν κώδικα συµπεριφοράς και δεοντολογίας; Ο τοµέας της ιδιωτικής ασφάλειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Διαβάστε περισσότερα

Ελεγκτική Επιτροπή (Audit Committee) Κανονισμός Λειτουργίας

Ελεγκτική Επιτροπή (Audit Committee) Κανονισμός Λειτουργίας Ελεγκτική Επιτροπή (Audit Committee) Κανονισμός Λειτουργίας Σεπτέμβριος 2013 Κανονισμός Ελεγκτικής Επιτροπής (Audit Committee) Προοίμιο Το Διοικητικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίασή του της 23.11.1995, αποφάσισε

Διαβάστε περισσότερα

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ Εισαγωγή Οι τράπεζες μέλη του Συνδέσμου Εμπορικών Τραπεζών Κύπρου («ΣΕΤΚ»), μέσα στα πλαίσια παροχής όσο το δυνατό

Διαβάστε περισσότερα

Tax Flash. Εγκύκλιοι 1037/2015, 1039/2015 & 1042/2015

Tax Flash. Εγκύκλιοι 1037/2015, 1039/2015 & 1042/2015 Tax Flash Εγκύκλιοι 1037/2015, 1039/2015 & 1042/2015 Φεβρουάριος 2015 Με τις Εγκυκλίους 1037/2015, 1039/2015 & 1042/2015 δόθηκαν σημαντικές διευκρινίσεις ως προς την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τη

Διαβάστε περισσότερα

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΤΟΠΟΥ

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΤΟΠΟΥ ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΤΟΠΟΥ 1. Εισαγωγή 1.1. Η λειτουργία του παρόντος διαδικτυακού τόπου www.transparency.gr υποστηρίζεται από το σωματείο «Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς» (στο εξής: ο «Φορέας») με σκοπό

Διαβάστε περισσότερα

Προϋποθέσεις νομιμότητας απευθείας αναθέσεων προμηθειών με απόφαση δημάρχου

Προϋποθέσεις νομιμότητας απευθείας αναθέσεων προμηθειών με απόφαση δημάρχου Α. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Προϋποθέσεις νομιμότητας απευθείας αναθέσεων προμηθειών με απόφαση δημάρχου Με αφορμή την Πράξη 178/2012 του Κλιμακίου του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (γνωμ.) Περίληψη: Προμήθειες

Διαβάστε περισσότερα

αναφορικά με τους ειδικούς συνεργάτες των νέων Περιφερειαρχών, δεν προβλέφθηκε αντίστοιχη αρμοδιότητα εξαίρεσης από την αναστολή.

αναφορικά με τους ειδικούς συνεργάτες των νέων Περιφερειαρχών, δεν προβλέφθηκε αντίστοιχη αρμοδιότητα εξαίρεσης από την αναστολή. ικηγορικό Γραφείο Γιούλης Αποστολοπούλου Στέφανου Ζαφ. Βαzάκα Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η Μου ετέθη το εξής θέμα: Δημοτική αρχή (δήμαρχος) προτίθεται να προσλάβει ένα νομικό - δικηγόρο σε θέση ειδικού συνεργάτη,

Διαβάστε περισσότερα

(Άρθρα 1-11) ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α.

(Άρθρα 1-11) ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α. ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 3016 / 2002 «Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις,» (ΦΕΚ 110/17.05.2002), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 26 του νόμου 3091/2002 (ΦΕΚ, 330/24.12.2002) (Άρθρα

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πηγές Συντακτική ομάδα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πηγές Συντακτική ομάδα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ... 2 1. Συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου και αορίστου χρόνου... 2 1.1 Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου... 3

Διαβάστε περισσότερα

Κανονισμός Λειτουργίας

Κανονισμός Λειτουργίας Κανονισμός Λειτουργίας Υπηρεσίας Παροχής Συνδρομής και Πληροφόρησης για θέματα Διαφθοράς «ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΩΡΑ!» Α. ΠΕΔΙΟ ΔΡΑΣΗΣ 1. Υπηρεσία Παροχής Συνδρομής και Πληροφόρησης για θέματα Διαφθοράς 1.1. Το Σωματείο

Διαβάστε περισσότερα

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ. Συνοδευτικό έγγραφο στην. Πρόταση

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ. Συνοδευτικό έγγραφο στην. Πρόταση EL EL EL ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Βρυξέλλες, xxx SEC(2010) xxx ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ Συνοδευτικό έγγραφο στην Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

ΣΧΕ ΙΟ ΝΟΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ Άρθρο 1 Γενικές διατάξεις 1. Ο παρών νόµος ρυθµίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις λειτουργίας των χρηµατιστηρίων εµπορευµάτων και των χρηµατιστηριακών αγορών εµπορευµάτων

Διαβάστε περισσότερα

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Νομοθετικές πράξεις) ΟΔΗΓΙΕΣ

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Νομοθετικές πράξεις) ΟΔΗΓΙΕΣ 30.4.2014 L 128/1 I (Νομοθετικές πράξεις) ΟΔΗΓΙΕΣ ΟΔΗΓΙΑ 2014/50/EE ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την προαγωγή της κινητικότητας

Διαβάστε περισσότερα

ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΑΞΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΘΕΜΑ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΓΝΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ

ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΑΞΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΘΕΜΑ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΓΝΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ ΣΧΕΔΙΟ ΠΡΑΞΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΘΕΜΑ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΓΝΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, αφού έλαβε υπόψη: 1. Το Ν. 3867/10 «Εποπτεία Ιδιωτικής

Διαβάστε περισσότερα

Προοίμιο. Ι. Μια ευρωπαϊκή προσέγγιση στη μεταφορά τραπεζικών λογαριασμών

Προοίμιο. Ι. Μια ευρωπαϊκή προσέγγιση στη μεταφορά τραπεζικών λογαριασμών www.hba.gr Προοίμιο Σκοπός του παρόντος, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των Κοινών Αρχών, είναι να εξηγήσει τους λόγους που οδήγησαν στην υιοθέτηση των Κοινών Αρχών για τη μεταφορά εγχώριων προσωπικών

Διαβάστε περισσότερα

94/14.04.2014) προστασίας και αξιοποίησης

94/14.04.2014) προστασίας και αξιοποίησης Άρθρο 23 του 94/14.04.2014) ν. 4258/2014 Ακίνητα του Δημοσίου Περιφερειακών Πάρκων προστασίας και αξιοποίησης (ΦΕΚ Α Δημιουργία περιβαλλοντικής 1. Ακίνητα που ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή

Διαβάστε περισσότερα

Περιεχόμενα. Μέρος Ι Συνταγματικό Δίκαιο... 17

Περιεχόμενα. Μέρος Ι Συνταγματικό Δίκαιο... 17 Περιεχόμενα Πρόλογος... 15 Μέρος Ι Συνταγματικό Δίκαιο... 17 1 Πολίτευμα...19 Θεωρία... 19 1. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ... 19 Το κράτος... 20 Το πολίτευμα... 21 Το συνταγματικό δίκαιο... 21 2. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Διαβάστε περισσότερα

Ασφάλεια & Έλεγχος Τροφίμων: Οι Νέοι Κανονισμοί. Ευάγγελος Σ. Λάζος Αντιπρόεδρος ΕΦΕΤ Καθηγητής

Ασφάλεια & Έλεγχος Τροφίμων: Οι Νέοι Κανονισμοί. Ευάγγελος Σ. Λάζος Αντιπρόεδρος ΕΦΕΤ Καθηγητής Ασφάλεια & Έλεγχος Τροφίμων: Οι Νέοι Κανονισμοί Ευάγγελος Σ. Λάζος Αντιπρόεδρος ΕΦΕΤ Καθηγητής Οι Νέοι Κανονισμοί 178/2003 από 01/01/2005 Ιχνηλασιμότητα 852/2004 από 01/01/2006 αντικαθιστά την 93/43/ΕΟΚ

Διαβάστε περισσότερα

Η Ανταγωνιστικότητα είναι το κλειδί για την Ανάπτυξη και την Απασχόληση

Η Ανταγωνιστικότητα είναι το κλειδί για την Ανάπτυξη και την Απασχόληση ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ Μητροπόλεως 42, 105 63 Αθήνα τηλ.: 210 3259200, fax: 210 3259209 Ανταγωνιστικότητα Πρώτα Η Ανταγωνιστικότητα είναι το κλειδί για την απασχόληση και την ανάπτυξη

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΜΑ: Χρέωση εξόδων µελέτης ή φακέλου ή προέγκρισης ή διαχείρισης καθώς και έξοδα µε συναφείς διατυπώσεις κατά τη χορήγηση τραπεζικών δανείων.

ΘΕΜΑ: Χρέωση εξόδων µελέτης ή φακέλου ή προέγκρισης ή διαχείρισης καθώς και έξοδα µε συναφείς διατυπώσεις κατά τη χορήγηση τραπεζικών δανείων. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ανεξάρτητη Αρχή Πληροφορίες: ιονύσιος Ραυτόπουλος Ειδικός Επιστήµονας Αθήνα 21 Νοεµβρίου 2012 e-mail: draftopoul @synigoroskatanaloti. gr Αριθ. Πρωτ. :10362 ΠΡΟΣ: Πινακα αποδεκτών ΘΕΜΑ:

Διαβάστε περισσότερα

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕΛΩΝ

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕΛΩΝ ΣΕΠ Επιστημών & Υγείας ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕΛΩΝ 1. Σκοπός Ο Κώδικας Δεοντολογίας των μελών του Συνδέσμου σκοπό έχει να προτρέπει τα μέλη του Συνδέσμου στο να κατανοούν και να εφαρμόζουν συστηματοποιημένους

Διαβάστε περισσότερα

ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΩΔΙΚΑΣ. Προμηθευτών και Επιχειρηματικών Εταίρων της ΜΑΝ

ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΩΔΙΚΑΣ. Προμηθευτών και Επιχειρηματικών Εταίρων της ΜΑΝ ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ Προμηθευτών και Επιχειρηματικών Εταίρων της ΜΑΝ Έκδοση 2.0 Ισχύει από: 01/01/2015 Επικοινωνία: MAN SE, Compliance Awareness & Prevention, Oskar-Schlemmer-Straße 19-21, 80807 München

Διαβάστε περισσότερα

Π Ρ Ω Τ Ο Κ Ο Λ Λ Ο Σ Υ Ν Ε Ρ ΓΑ Σ Ι Α Σ

Π Ρ Ω Τ Ο Κ Ο Λ Λ Ο Σ Υ Ν Ε Ρ ΓΑ Σ Ι Α Σ Π Ρ Ω Τ Ο Κ Ο Λ Λ Ο Σ Υ Ν Ε Ρ ΓΑ Σ Ι Α Σ τ ο υ Υ π ο υ ρ γ ε ί ο υ Ο ι κ ο ν ο μ ί α ς, Υ π ο δ ο μ ώ ν, Ν α υ τ ι λ ί α ς κ α ι Το υ ρ ι σ μ ο ύ μ ε τ η ν Αν ε ξά ρ τ η τ η Α ρ χ ή «Σ υ ν ή γ ο ρ ο ς

Διαβάστε περισσότερα

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 24.12.2003 L 339/73 Ο ΗΓΙΑ 2003/125/ΕΚ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 22ας εκεµβρίου 2003 για τις λεπτοµέρειες εφαρµογής της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου όσον αφορά τη θεµιτή παρουσίαση

Διαβάστε περισσότερα

μεταναστευτικό ζήτημα θετικό βήμα το εγχείρημα της συγκέντρωσης της σχετικής νομοθεσίας σε ενιαίο κείμενο νόμου.

μεταναστευτικό ζήτημα θετικό βήμα το εγχείρημα της συγκέντρωσης της σχετικής νομοθεσίας σε ενιαίο κείμενο νόμου. Ομιλία της Συνηγόρου του Πολίτη Καλλιόπης Σπανού στη Διεθνή Συνδιάσκεψη της ΟΚΕ στο πλαίσιο της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με θέμα: «Μια ολοκληρωμένη και κοινή μεταναστευτική

Διαβάστε περισσότερα

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ & ΚΟΙΝ. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ & ΚΟΙΝ. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ & ΚΟΙΝ. ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ Αθήνα 5/ 08 /2009 ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΗΣ & ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Αρ. Πρωτ: Δ.ΥΓ2/ 105452 ΠΡΟΣ : Ταχ. Δ/νση

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΜΑ: Ανάκτηση της φορολογικής απαλλαγής που χορηγήθηκε με τα άρθρα 2 και 3 του ν.3220/2004

ΘΕΜΑ: Ανάκτηση της φορολογικής απαλλαγής που χορηγήθηκε με τα άρθρα 2 και 3 του ν.3220/2004 ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ Αθήνα, 11 Δεκεμβρίου 2007 ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Αριθ.Πρωτ: 1118902/11058/Β0012 ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛ. ΕΙΣΟΔ/ΤΟΣ (Δ12) ΤΜΗΜΑ: Β ΠΟΛ.: 1148 Ταχ.Δ/νση

Διαβάστε περισσότερα

14o Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών το οποίο τροποποιεί το σύστημα ελέγχου της Σύμβασης

14o Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών το οποίο τροποποιεί το σύστημα ελέγχου της Σύμβασης 14o Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών το οποίο τροποποιεί το σύστημα ελέγχου της Σύμβασης Υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΑΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 22/12.7.2013

ΠΡΑΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 22/12.7.2013 ΠΡΑΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 22/12.7.2013 Θέμα: Διαδικασία α) για την παροχή άδειας ίδρυσης και λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα και β) για την απόκτηση συμμετοχής σε λειτουργούν πιστωτικό

Διαβάστε περισσότερα

Διαχείριση Κινδύνου. Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Τομέας Οικονομικής των Επιχειρήσεων & Χρηματοοικονομικής. «Οι Εισηγητής: Δημήτρης Παππάς

Διαχείριση Κινδύνου. Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Τομέας Οικονομικής των Επιχειρήσεων & Χρηματοοικονομικής. «Οι Εισηγητής: Δημήτρης Παππάς Διαχείριση Κινδύνου ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Τμήμα Οικονομικών Επιστημών Τομέας Οικονομικής των Επιχειρήσεων & Χρηματοοικονομικής «Οι εξελίξεις στο κανονιστικό πλαίσιο παροχής τραπεζικών

Διαβάστε περισσότερα

Περιεχόμενο: Αρχή διάκρισης των λειτουργιών

Περιεχόμενο: Αρχή διάκρισης των λειτουργιών Περιεχόμενο: Αρχή διάκρισης των λειτουργιών ΜΑΘΗΜΑ: ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : Γεώργιος Κ. Παυλόπουλος, Δικηγόρος, Υπ. Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου Παν/μίου Αθηνών Η αρχή της Διάκρισης των Λειτουργιών

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης

Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης EIOPA-BoS-14/169 EL Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης EIOPA Westhafen Tower, Westhafenplatz 1-60327 Frankfurt Germany - Tel. + 49 69-951119-20; Fax. + 49 69-951119-19; email:

Διαβάστε περισσότερα

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 31.3.2015 EL L 86/13 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2015/534 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ της 17ης Μαρτίου 2015 για την υποβολή εποπτικών αναφορών σχετικά με χρηματοοικονομική πληροφόρηση (ΕΚΤ/2015/13) ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ

Διαβάστε περισσότερα

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ TOY 1999. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ TOY 1999. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ TOY 1999 Προοίμιο. Επειδή η συμπερίληψη ρήτρας για μονομερές δικαίωμα αύξησης περιθωρίου επιτοκίου από πιστωτικό

Διαβάστε περισσότερα

Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4456, 25.7.2014

Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4456, 25.7.2014 Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4456, 25.7.2014 Ν. 125(Ι)/2014 125(Ι)/2014 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΦΟΡΕΑ ΕΞΩΔΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

Οι ελληνικές τράπεζες δεν κινδυνεύουν από την κρίση

Οι ελληνικές τράπεζες δεν κινδυνεύουν από την κρίση Οι ελληνικές τράπεζες δεν κινδυνεύουν από την κρίση Η φερεγγυότητα των ελληνικών τραπεζών δεν κινδυνεύει απ' αυτή την κρίση, διότι δεν υπάρχουν οι δίαυλοι για τη μετάδοση στην Ελλάδα των προβλημάτων που

Διαβάστε περισσότερα

Μετάφραση και δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας (DGT/2013/TIPRs)

Μετάφραση και δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας (DGT/2013/TIPRs) Μετάφραση και δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας (DGT/2013/TIPRs) Τελική έκθεση Ιούλιος 2014 ΣΥΝΟΨΗ Σκοπός της μελέτης αυτής είναι να παρουσιάσει ορισμένα από τα κυριότερα ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματα

Διαβάστε περισσότερα

1. Ορισμός ΕΝ.Α; 2. Πού απευθύνεται η ΕΝ.Α;

1. Ορισμός ΕΝ.Α; 2. Πού απευθύνεται η ΕΝ.Α; 1. Ορισμός ΕΝ.Α; Είναι Πολυμερής Μηχανισμός Διαπραγμάτευσης, λειτουργεί σύμφωνα με τους Κανόνες Λειτουργίας που ορίζει το ΧΑ με την ονομασία «Εναλλακτική Αγορά» (ΕΝ.Α) και χαρακτηρίζεται ως «μη οργανωμένη».

Διαβάστε περισσότερα

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ Με το παρόν καθορίζονται οι όροι χρήσης των υπηρεσιών που παρέχονται διαδικτυακά µέσω της ιστοσελίδας https://client.offersaroundme.

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ Με το παρόν καθορίζονται οι όροι χρήσης των υπηρεσιών που παρέχονται διαδικτυακά µέσω της ιστοσελίδας https://client.offersaroundme. ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ Με το παρόν καθορίζονται οι όροι χρήσης των υπηρεσιών που παρέχονται διαδικτυακά µέσω της ιστοσελίδας https://client.offersaroundme.mobi (στο εξής «η Ιστοσελίδα») και της αντίστοιχης εφαρµογής

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΑΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 45/21.11.2014. Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, αφού έλαβε υπόψη:

ΠΡΑΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 45/21.11.2014. Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, αφού έλαβε υπόψη: Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΑΞΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 45/21.11.2014 Θέμα: Επανεκπαίδευση και επαναπιστοποίηση γνώσεων των (αντ)ασφαλιστικών διαμεσολαβητών Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ,

Διαβάστε περισσότερα

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ. ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 30ής Απριλίου 2009 σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ. ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 30ής Απριλίου 2009 σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών L 120/22 Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 15.5.2009 ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 30ής Απριλίου 2009 σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (Κείμενο

Διαβάστε περισσότερα

Ε Π Ε Ι Γ Ο Ν ΠΡΟΣ: ΚΟΙΝ/ΣΗ:- - - -

Ε Π Ε Ι Γ Ο Ν ΠΡΟΣ: ΚΟΙΝ/ΣΗ:- - - - Ε Π Ε Ι Γ Ο Ν ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΕΣΩΤ. ΕΜΠΟΡΙΟΥ Δ/ΝΣΗ ΑΕ & ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΜΗΜΑ Α & Γ Tαχ. Δ/νση: Πλ. Κάνιγγος Τ.Κ.: 101 81 Πληροφορίες : Α. ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗ : Ε. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ Τηλέφωνο : 213 15

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΕΧOΜΕΝΑ Πηγές Συντακτική ομάδα

ΠΕΡΙΕΧOΜΕΝΑ Πηγές Συντακτική ομάδα ΠΕΡΙΕΧOΜΕΝΑ ΜΕΤΑΒΟΛΗ (ΑΛΛΑΓΗ) ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΟΥ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ... 2 1. Η έννοια της μεταβολής του προσώπου του εργοδότη... 2 Πηγές... 7 Συντακτική ομάδα... 7 1 ΜΕΤΑΒΟΛΗ (ΑΛΛΑΓΗ) ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

Αριθ. Τηλεφώνου: 2105215189,191-193 FAX: 2105230046 e-mail : diefpar@ika.gr ΠΡΟΣ: ΟΛΑ ΤΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

Αριθ. Τηλεφώνου: 2105215189,191-193 FAX: 2105230046 e-mail : diefpar@ika.gr ΠΡΟΣ: ΟΛΑ ΤΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ΙΟΙΚΗΣΗ ΓΕΝΙΚΗ /ΝΣΗ ΑΣΦ. ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Αθήνα, 23. 11.2009 ΙΕΥΘΥΝΣH ΠΑΡΟΧΩΝ ΤΜΗΜΑ ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ Αριθ. Πρωτ. ΓΕΝΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ Ταχ. /νση: Αγ. Κων/νου 8 (10241) Σ56/ 37 Αριθ. Τηλεφώνου: 2105215189,191-193 FAX:

Διαβάστε περισσότερα

ΟΡΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΗΣ go4more

ΟΡΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΗΣ go4more ΟΡΟΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΗΣ go4more Οι παρακάτω όροι διέπουν τη λειτουργία του προγράμματος go4more (εφεξής καλούμενο το «Πρόγραμμα») που δημιούργησε η Εθνική Τράπεζα (εφεξής καλούμενη

Διαβάστε περισσότερα

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 14.6.2014 L 175/9 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 634/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 13ης Ιουνίου 2014 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1126/2008 για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα

Διαβάστε περισσότερα

Η ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 1. ΟΙ ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΕ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΥΠΕΡΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ (ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ)

Η ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 1. ΟΙ ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΕ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΥΠΕΡΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ (ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ) Η ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 1. ΟΙ ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΕ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΥΠΕΡΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ (ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ) Σύμφωνα με το άρθρο 19 του ελληνικού Συντάγματος: "1. Το απόρρητο των

Διαβάστε περισσότερα