Σημειωσεις Μαθηματος Κοινωνικες προσομοιωσεις: Μεθοδολογια & Προοπτικες (6241)

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Σημειωσεις Μαθηματος Κοινωνικες προσομοιωσεις: Μεθοδολογια & Προοπτικες (6241)"

Transcript

1 Σημειωσεις Μαθηματος Κοινωνικες προσομοιωσεις: Μεθοδολογια & Προοπτικες (6241) Απόσπασμα από Draft του Κατερέλος Ι. (2012), «Χάος και τάξη στα κοινωνικά συστήματα», εκδ. Παπαζήση Περιεχόμενα Κεφάλαιο 1. Δυναμική, Πρόβλεψη και Προσομοιώσεις... 1 Η δυναμική των κοινωνικών συστημάτων... 3 Η πρόβλεψη... 6 Οι προσομοιώσεις μέσω υπολογιστή... 7 Κεφάλαιο 2. Το μοντέλο HESIOD...14 Περιγραφή του μοντέλου...14 Μια πολυδιάστατη ανάλυση του κοινωνικού γνωστικού: η προσωπικότητα του δράστη...14 Χαρακτηριστικό Προσωπικότητας Ι: Η απήχηση της κοινωνικής επιρροής...14 Χαρακτηριστικό Προσωπικότητας ΙΙ: Γνωστική συνεκτικότητα...16 Η τοπολογία της επικοινωνίας: τα κοινωνικά δίκτυα...20 Μετρήσεις επί των κοινωνικών δικτύων...24 Οι δείκτες κεντρικότητας...25 Μια μικρή ανακεφαλαίωση...27 Ειδικές υποθέσεις, ειδικές διαδικασίες, ειδικές μετρήσεις...29 Οι αρχικές τιμές...29 Τα τρισδιάστατα σχήματα...30 Η επανακλιμάκωση (Rescale)...31 Ο εκθέτης Lyapunov (Lyapunov exponent, )...31 Η εντροπία της πληροφορίας (Information entropy, )...32 Ο ορίζοντας προβλεψιμότητας (Predictability Horizon, Τ)...33 Βιβλιογραφία...35

2 Κεφάλαιο 1. Δυναμική, Πρόβλεψη και Προσομοιώσεις Τα τελευταία 60 χρόνια η θεωρία της πολυπλοκότητας και οι κοινωνικές επιστήμες βαδίζουν μαζί (βλέπε Εικόνα 1). Αν και αυτό το «πάντρεμα» δεν ήταν πάντοτε εύκολο, σήμερα τόσο οι κοινωνικές επιστήμες όσο και η θεωρία πολυπλοκότητας αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις. Εικόνα 1: Η πολυπλοκότητα στις κοινωνικές επιστήμες από τον Brian Castellani. Από: sciencefactory.com/complexity-map_feb09.html πρόσβαση 25/3/2012. Αν και η θεωρία του χάους (κατά το σωστότερο, «θεωρία μη-γραμμικών συστημάτων») γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στα μαθηματικά, τα συμπεράσματα που προέκυπταν (με καταιγιστικούς ρυθμούς) υιοθετήθηκαν ίσως πολύ γρήγορα, από μερικούς ενθουσιώδεις κοινωνικούς επιστήμονες: ξαφνικά, ένα σημαντικό μέρος των επιστημονικών παραγωγών στις κοινωνικές επιστήμες «γέμισε» από λέξεις όπως χάος, καταστροφή, ανάδυση, αβεβαιότητα, ελκυστής, παράξενος ελκυστής, πολυπλοκότητα, φράκταλ, σολιτονικά κύματα κτλ 1. Αυτοί οι όροι, χωρίς να σημαίνουν τίποτα ιδιαίτερο (στις κοινωνικές επιστήμες), χρησιμοποιήθηκαν (πολλές φορές καταχρηστικά) για να εκφραστεί μια αγωνία των κοινωνικών επιστημόνων για «ανανέωση» ίσως και «καινοτομία»: ενώ οι θετικές επιστήμες είχαν συνεισφέρει σε σημαντικό και ευδιάκριτο βαθμό στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, οι κοινωνικές επιστήμες είχαν μείνει «πίσω» όσον αφορά στον στίβο των καθημερινών επιτευγμάτων. Προφανώς, ο σκοπός αυτής της παραγράφου δεν είναι τόσο μια επιστημολογική ανάλυση του αντικειμένου των κοινωνικών 1 Βλ. Ενδεικτικά: Kauffman s The Origins of Order (1993), Casti s Complexification (1995), Arthur s Increasing Returns and Path-Dependence in the Economy (1994), Nicolis Introduction to Non-Linear Science (1995), Luhmann s Social Systems (1995), Krugman s The Self-organizing Economy (1996), Jervis s System Effects (1998), Rescher s Complexity (1998), Holland s Emergence (2000), Byrne s Complexity Theory and the Social Sciences (1998), Kelly s New Rules for the New Economy (1999), Cilliers Complexity and Post-modernism (1998) και Hayles How We Became Posthuman (1999).

3 επιστημών αλλά πολύ περισσότερο, η μεταφορά μιας εντύπωσης που δημιουργείται έντονα στους «αδαείς». Μπορεί λοιπόν, η «επιτυχία» των θετικών επιστημών να θεωρηθεί ως μια νίκη σε μια επικοινωνιακή μάχη επιρροής με στόχο τον καθημερινό άνθρωπο; Επίσης προφανώς, μπορεί. Πάντως, η θεωρία πολυπλοκότητας φιλοδοξεί να δώσει αυτό το πλαίσιο που ενώνει επιστήμες και «σπάει» τα καθιερωμένα σύνορα που υπάρχουν συμπεριλαμβανομένου και του ορίου μεταξύ των θετικών και των κοινωνικών επιστήμων (βλέπε Urry 2003). Έτσι, η δυναμική των κοινωνικών επιστημών πέρασε ουσιαστικά από τις ομοιογενείς ομάδες σε μάλλον πολύχρωμες επιστημολογικά συλλογικότητες (ομάδες;) όπου διάφοροι ειδικοί από διαφορετικές επιστήμες συνεισφέρουν στον ίδιο σκοπό: είναι αλήθεια ότι το πεδίο των κοινωνικών επιστημών προσφέρεται ως προς την πολυπλοκότητα που επιδεικνύει αλλά και το ενδιαφέρον που ελκύει. Όμως, ακριβώς αυτή η αφάνταστη πολυπλοκότητα που κάνει τόσο ελκυστικές τις κοινωνικές επιστήμες, είναι και το σημαντικότερο σημείο διαφωνίας ως προς τη διαχείριση της: το διακύβευμα έχει μεγάλο ρίσκο. Μιλάμε για εμάς τους ίδιους, αυτό που είμαστε και για το που βαδίζουμε Αυτή τη στιγμή, μπορούμε να συζητούμε για τον επιστήμονα με γνωστικό αντικείμενο την πολυπλοκότητα; Ο πολυπλοκολόγος 2 ; Μάλλον ειρωνικά, ναι, μπορούμε: πόσοι από τους πολυπλοκολόγους όμως είναι (κυρίως) κοινωνικοί επιστήμονες; Κι όμως ελάχιστοι. Πέρα από την αφάνταστη πρόκληση που παρουσιάζουν οι κοινωνίες και η δυναμική τους (ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση από όλες), οι κοινωνικοί επιστήμονες φαίνονται διστακτικοί ως προς τη χρήση τέτοιων επιστημολογικών θεωρήσεων ως μακρινές, αδύνατες και χιμαιρικές 3. Μάλλον διστάζουν τουλάχιστον για δύο λόγους που μπορούμε άμεσα να αναφέρουμε. Πρώτον, διότι η παραδοσιακή, η δική τους επιστήμη, δεν τα έχει πάει και τόσο άσχημα (πράγμα απολύτως αποδεκτό) ενώ επίσης, δεν δείχνει να έχει εξαντληθεί. Δείχνει όμως κάποια σημάδια επιστημολογικής κόπωσης: είναι ο κοινωνικός κόσμος σαν τον φυσικό κόσμο εάν συμπεριλάβουμε και τον ιδεασμό για τον οποίο υποθέτουμε ότι είναι αποκλειστικός στους ανθρώπους; Σε τι διαφέρει μια «κοινωνία» τερμιτών 4 από μια κοινωνία ανθρώπων πέρα από το ότι οι άνθρωποι ασχολούνται με αυτήν και σκέφτονται γι αυτήν 5 ; Τι ακριβώς είναι αυτό που μας πείθει τόσο εύκολα ότι μόνον μέσω του ιδεασμού θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τον εαυτό μας και τους συνανθρώπους μας; Δεύτερον, διότι αυτή η «νέα» προσέγγιση απαιτεί την εκμάθηση εργαλείων (κυρίως μαθηματικά και προγραμματισμό υπολογιστή) ως προς τα οποία ο (τυπικός) κοινωνικός επιστήμονας έχει δηλώσει την απόσταση του και έχει πεισθεί για την ελαττωμένη χρησιμότητα τους στο τομέα έρευνας του. Ωστόσο, αρκετές φορές, χρησιμοποιεί 2 Όταν διατυπώνεται ο όρος Complexologist τότε μάλλον αναφέρεται σε διάφορους συμβούλους περισσότερο με την έννοια του «γκουρού» παρά με την έννοια του επιστήμονα. Βάλτε την λέξη στο Google 3 Ούτως ή άλλως, όπως πολύ σωστά το θέτει ο Greenwald (2012), ακόμα κι αν συμφωνούσαν όλοι οι επιστημολόγοι ότι δεν υπάρχει λύση στα επιστημολογικά ζητήματα των κοινωνικών επιστημών, ακόμα και τότε, οι κοινωνικοί επιστήμονες θα συνέχιζαν να ερευνούν. 4 Ή απόλυτα «χαζών» (η λέξη δεν επαρκεί για να περιγράψουμε αυτό που είναι) δραστών. 5 Χωρίς όμως καμία βεβαίωση ότι μπορούν να κάνουν κάτι για αυτήν. Όπως θα έλεγε ο Marx: «Οι άνθρωποι φτιάχνουν την ιστορία αλλά δεν την φτιάχνουν όπως τους ευχαριστεί»(the Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte. Karl Marx 1852)

4 στατιστικά μαθηματικά μοντέλα για να περιγράψει τα ευρήματα του και, επίσης, για να αξιώσει μια γενίκευση τους. Όλοι οι κοινωνικοί επιστήμονες έχουμε κάποια επαφή με τα μαθηματικά και τους υπολογιστές γιατί μας «βολεύουν». Τελικά όμως κάθε φορά που εισάγουμε τα δεδομένα μας σε ένα υπολογιστή για να τα επεξεργαστούμε, μοιάζουμε με ασθενείς που περιμένουν να πάρουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων τους: πάμε καλά; Θα χρειαστεί να κάνουμε κάτι; Αξίζει αυτό που ερευνώ; 6 Άρα η απάντηση δεν είναι ότι τα μαθηματικά ή οι υπολογιστές απλά δεν ανήκουν στο χώρο των κοινωνικών επιστημών Οι περισσότεροι επιστήμονες 7 που ασχολούνται με την κοινωνική πολυπλοκότητα αυτή τη στιγμή είναι μαθηματικοί, φυσικοί, μηχανικοί και, κυρίως, πληροφορικοί. Αρκετές φορές, ίσως από έπαρση, ίσως από «άμυνα» στο (ίσως) επιθετικό στυλ των κοινωνικών επιστημόνων έναντι τους, χρησιμοποιούν ιδέες που στις κοινωνικές επιστήμες φαίνονται απλά ως «τυχαίες» ή, ακόμα, α-νόητες Αυτό το βιβλίο λοιπόν, είναι κατ αρχάς λοιπόν μια πρόσκληση προς τους κοινωνικούς επιστήμονες: ο ρόλος του κοινωνικού επιστήμονα δεν μπορεί να περιοριστεί σε «αφ υψηλού» κριτική σε αυτό που κάνουν ήδη επιστήμονες από άλλες ειδικότητες που έχουν βρει ένα προνομιακό πεδίο έρευνας (=το κοινωνικό πεδίο). Πρέπει να «λερώσουμε» τα χέρια μας και να συνεργαστούμε κατ αρχάς, για να τους δώσουμε τα φώτα μας, κατά δεύτερον για να συμμετέχουμε σε μια νέα προσέγγιση πολλά υποσχόμενη Η δυναμική των κοινωνικών συστημάτων Ήδη από τα τέλη του 19 ου αιώνα, ο James (1890/1950) ορίζει την σκέψη σαν ένα συνεχές και αενάως μεταλλασσόμενο ρεύμα. Αργότερα, ο Mead (1934) σημειώνει τις συνεχείς προσπάθειες του ανθρώπου να αποδώσει νόημα στα γεγονότα, ακόμα και στα μέλλοντα γεγονότα, ενώ ο Lewin (1936b) επιχειρηματολογεί ως προς το ότι η συμπεριφορά και η σκέψη του ανθρώπου είναι ένας συνεχιζόμενος αγώνας επίλυσης συγκρουσιακών και αντιφατικών κινήτρων που συνυπάρχουν στο ίδιο πεδίο. Οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά του ανθρώπου παρουσιάζουν μια ιδιαίτερα δυναμική όψη: τα συναισθήματα φαίνονται να μεταβάλλονται συνεχώς 8, οι σκέψεις περνούν μέσα από ένα «ποτάμι» συνείδησης και τόσο η ατομική όσο και η κοινωνική συμπεριφορά καθορίζονται από συντονισμένες μορφές αλλαγής 9. Μια εξήγηση για αυτήν την αφάνταστη πολυπλοκότητα που απεικονίζεται τόσο στα ευρήματα των κοινωνικών επιστημών όσο και στις εξηγήσεις που τους αποδίδονται, είναι ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων και των ομάδων είναι τελικά, και σε μεγάλο βαθμό, τυχαία. Η τυχαιότητα αποφασίζει σε καθοριστικό βαθμό τι θα συμβεί σήμερα και το τι θα συμβεί αύριο αποφασίζεται από την τυχαιότητα του χθες: μόνον στοχαστικές 10 προσεγγίσεις μπορούν να 6 Πολλοί συνάδελφοι θα διαφωνήσουν και, πιθανώς, θα επιχειρηματολογήσουν υπέρ μιας απόμαθηματικοποιημένης, κοινωνικής επιστήμης. Εντούτοις, χωρίς τον λογικό φορμαλισμό (ακόμη και της ψυχο-λογικής σκέψης), τα ευρήματα μοιάζουν περισσότερο με μια πρόταση προς διαπραγμάτευση παρά με μια καταφατική διατύπωση. 7 Είτε από μόνοι τους είτε ενταγμένοι σε ανάλογης σύνθεσης ομάδες. 8 Πολλές φορές καταλαμβάνουν δε ακραίες θέσεις 9 Μοιάζουν να συγχρονίζονται σε αναδυόμενα κοινωνικά μορφώματα. 10 Στοχαστικές προσεγγίσεις είναι οι προσεγγίσεις που επικαλούνται σε κάποιο βαθμό την τυχαιότητα και αναπόφευκτα, περιορίζουν την εμπλοκή της ελεύθερης βούλησης ή της σκόπιμης δράσης.

5 δώσουν αποδεκτές εξηγήσεις. Μια πιο αισιόδοξη προοπτική είναι ότι αυτή η πολυπλοκότητα που αναδύεται στις εξηγήσεις των κοινωνικών επιστημών δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της πραγματικής πολυπλοκότητας που επικρατεί στα κοινωνικά φαινόμενα (βλέπε για παράδειγμα, Bandura 1982 και Meehl 1978). Σε μια τέτοια οπτική, ένα κοινωνικό φαινόμενο επηρεάζεται από μια πληθώρα παραγόντων, ο καθένας από τους οποίους είναι υπεύθυνος για κάποιο (μικρό ή μεγάλο) ποσοστό από τη συνολική διακύμανση που παρουσιάζει το συγκεκριμένο φαινόμενο. Πρακτικά όμως, τις περισσότερες φορές αδυνατούμε ακόμα και να παρουσιάσουμε ένα τελικό κατάλογο 11 από επιδρώντες παράγοντες: πολύ περισσότερο, αδυνατούμε να παρουσιάσουμε και έναν κατάλογο με τις αλληλεπιδράσεις τους. Τόσο τα άτομα όσο και οι κοινωνίες φαίνονται να είναι συστήματα εγγενώς δυναμικά: δηλαδή η κατάσταση σε χρόνο Α καθορίζει, σε κάποιο βαθμό, την κατάσταση του συστήματος στη μετέπειτα χρονική στιγμή Β πάντοτε σε σχέση με κάποιο κανόνα μετάβασης. Αυτό σημαίνει ότι αυτά τα συστήματα μπορούν να εξελίσσονται ακόμα και με την απουσία εξωτερικών παρεμβάσεων: πρόκειται για συστήματα όπου επικρατούν κάποιοι μηχανισμοί ανατροφοδότησης (feedback). Με λίγα λόγια, μια μεταβλητή μπορεί να εναλλάσσει τον ρόλο της από αίτιο σε αποτέλεσμα και πάλι από την αρχή. Για παράδειγμα, εάν δεν ψηφίζω ένα κόμμα και δεν μου αρέσει το πρόγραμμα του, όσο πιο πολύ έρχομαι σε επαφή με το πρόγραμμα του μπορεί να με κάνει να το αντιπαθώ περισσότερο και να έχω ακόμα λιγότερη διάθεση να το ψηφίσω (το πρόγραμμα και η ψήφος ανακυκλώνονται συνεχώς μια σαν αίτιο και μια σαν αποτέλεσμα). Αυτή η ανατροφοδότηση μπορεί να προκαλέσει τελικά ακραία συμπεριφορά όταν ο συντελεστής πολλαπλασιασμού είναι αρκετά μεγάλος: αν, για παράδειγμα, κάθε φορά που βλέπω το πρόγραμμα του συγκεκριμένου κόμματος, το αντιπαθώ όλο και περισσότερο, τότε γρήγορα μπορώ να φθάσω σε οριακές συμπεριφορές έναντι των οπαδών του Εφόσον όμως αυτή η διαδικασία εμπεριέχει μια «ανατροφοδοτούμενη» αιτιότητα και εφόσον δεν απαιτείται πλέον μια αναλογία μεταξύ αιτίου και αποτελέσματος, τότε μπορούμε να πούμε ότι το σύστημα αυτό έχει μια μη-γραμμική δυναμική 12 : τα κοινωνικά φαινόμενα όπως και τα φυσικά φαινόμενα, δεν παρουσιάζουν αναγκαστικά μια «ομαλή», «ομοιόμορφη» ή «προοδευτική» τροχιά στην πορεία τους. Αντίθετα, μπορούν να περνάνε από διαφορετικές - απότομα διαχωρισμένες- φάσεις ηρεμίας, αναπάντεχου στροβιλισμού και διάλυσης. Με τέτοιους όρους μπορούμε να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε την κίνηση των εθνικών οικονομιών και των χρηματαγορών, των πολιτικών συστημάτων, της συμπεριφοράς του πλήθους και πολλών άλλων ακόμα κοινωνικών φαινομένων ειδικότερα όταν αναπτύσσονται σε ρευστά και ευμετάβλητα κοινωνικά περιβάλλοντα. Οι ιδέες που προέρχονταν από τη θεωρία των δυναμικών συστημάτων ή την (μαθηματική) μελέτη των μη-γραμμικών συστημάτων, φαίνονταν να ανταποκρίνονται άμεσα σε αυτές τις περιπτώσεις, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως: στα κοινωνικά 11 Αν και θεωρούμε ότι είναι ένας πεπερασμένος κατάλογος 12 Ένα γραμμικό σύστημα είναι το σύστημα το οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε εφόσον κατανοήσουμε ατομικά τα μέρη του και μετά το συναρμολογήσουμε: το όλο είναι το άθροισμα των μερών. Αυτή είναι και η απλή ιδέα της κλασσικής μηχανικής (η μηχανική είναι ο κλάδος της φυσικής που ασχολείται με την κίνηση των σωμάτων- για όσους δεν θυμόμαστε από το Γυμνάσιο).

6 συστήματα όπου παρατηρούνται φαινόμενα που σχετίζονται με συμπεριφορές αυτό-οργάνωσης (άρα, ανάδυσης) ή/και με συμπεριφορές όπου συνυπάρχουν αρμονικά τόσο αιτιοκρατία όσο και τυχαιότητα (Puddifoot 2000, Helbing 2009). Αν και δεν υπάρχει κάποια πρόσφατη θεωρητική κατάκτηση η οποία θα συσχετιζόταν άμεσα με την θεμελιώδη φύση της κοινωνικής δυναμικής, η έλευση της θεωρίας των δυναμικών συστημάτων (πολλές φορές χρησιμοποιείται ο όρος «Θεωρία του χάους» ή «Θεωρία πολυπλοκότητας») οριοθέτησε ένα νέο και ενθουσιώδες ρεύμα αποκαλυπτικών υποθέσεων σχετικά με την κοινωνική δυναμική (για παράδειγμα Vallacher & Nowak 1994, 1997, επίσης βλέπε, Eiser ). Ωστόσο, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτές οι διατυπώσεις αναλογιών και ομοιοτήτων παρέμεναν, σε σημαντικό βαθμό, διακηρυκτικού τύπου Η θεωρία των δυναμικών συστημάτων (η, απλά, δυναμική) αναφέρεται στην περιγραφή και πρόβλεψη των συστημάτων που παρουσιάζουν πολύπλοκη μεταλλασσόμενη συμπεριφορά σε μάκρο-επίπεδο η οποία αναδύεται από την συλλογική δράση πολλών αλληλεπιδρώντων στοιχείων (Mitchell 2009). Ουσιαστικά, μεταφερόμαστε (ίσως κάπως απότομα) σε μια ολιστική προοπτική: μάκρο-συμπεριφορές που προκύπτουν από μίκρο-αλληλεπιδράσεις. Μας λείπει όμως ο «χαμένος κρίκος» της αλυσίδας: η έννοια της ανάδυσης 14. Η ανάδυση είναι το φαινόμενο κατά το οποίο περνάμε από το μίκρο στο μάκρο: προϋποθέτει κάτωθεν αιτιότητα (Bottom-Up) αλλά «προσθέτει» αυτό το «κάτι» της άνωθεν αποτίμησης (Top-Down). Έτσι, το όλον δεν είναι το άθροισμα των μερών: η μελέτη τόσο των ίδιων των ατόμων που απαρτίζουν μια κοινωνία όσο και της αλληλεπίδρασης τους, κανονικά θα μας έδιναν μια πιστή εικόνα του παραγόμενου αποτελέσματος δηλαδή της κοινωνίας 15. Όμως, από νωρίς 16, παρατήρησαν ότι αυτό δεν ισχύει: άνθρωποι οι οποίοι αφήνονται ελεύθεροι έχουν την τάση ή, φαίνονται να έχουν την τάση, περισσότερο να αυτό-οργανωθούν παρά να κυλήσουν στο χάος (Miller 2010). Με την αυτό-οργάνωση, ίσως μια άλλη λέξη για την ανάδυση, σχηματίζονται πολύπλοκα κοινωνικά μορφώματα όπως οι ομάδες (ή υποσυστήματα) και αυτές συνεχίζουν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους πιθανώς σε μορφώματα ανώτερου επιπέδου. Η αυτόοργάνωση είναι μια τάση των συστημάτων που χαρακτηρίζονται από αστάθεια («μακράν ισορροπίας») και αναδεικνύει την τάση τους να δημιουργούν νέες και σταθερές δομές. Οι νέες δομές κτίζονται με βάση την ανατροφοδότηση ή τη ροή πληροφορίας ανάμεσα στα υποσυστήματα. Για παράδειγμα, την εξειδικευμένη περίπτωση της ανάδυσης ηγεσίας, η ροή της πληροφορίας προκύπτει στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών μιας ομάδας. Ασύμμετρες αλληλεπιδράσεις μπορούν να προκύψουν ενδεχομένως όταν μερικά μέλη 13 Στα Ελληνικά, βλέπε επίσης Katerelos Emergence. 15 O Laplace ( ) Γάλλος μαθηματικός, το είχε θέσει ως εξής: «μια διάνοια η οποία σε κάποια δεδομένη στιγμή θα γνώριζε όλες τις δυνάμεις οι οποίες κινούν το σύμπαν, και όλες τις θέσεις όλων των αντικειμένων από τα οποία συντίθεται η φύση, εάν επίσης αυτή η διάνοια ήταν τόσο απέραντη που να θέσει αυτά τα δεδομένα σε ανάλυση, θα μπορούσε να εντάξει σε μια μοναδική διατύπωση τις κινήσεις τόσο των μεγαλύτερων σωμάτων του σύμπαντος όσο και αυτών των μικροσκοπικών ατόμων. Για μια τέτοια διάνοια τίποτα δεν θα ήταν αβέβαιο και το μέλλον, σαν το παρελθόν, θα ήταν παρόν μπροστά στα μάτια του.» 16 Ο όρος «ανάδυση» αποδίδεται στον πρωτοπόρο ψυχολόγο G.H. Lewes ( ) o οποίος στο έργο του Problems of Life and Mind (1875, p. 412, από Blitz 1992) αναφέρει: «Το αναδυόμενο δεν είναι ίδιο με τους συνθέτες του εφόσον αυτά είναι ασύμμετρα και δεν μπορεί να αναλυθεί στο άθροισμα τους ή την διαφορά τους».

7 της ομάδας αλληλεπιδρούν με άλλα, είτε σε μεγαλύτερη έκταση, είτε με διαφορετικούς τρόπους (Guastello 2008 p.240). Η πρόβλεψη Όπως και να έχει, τα κοινωνικά συστήματα εννοούνται 17, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές, σαν συστήματα που τείνουν στην ισορροπία. Ακολουθώντας τον Sorokin (1927), ο Buckley (1967) ορίζει την απαρχή της κοινωνιο-φυσικής (τον 17 ο αιώνα) σαν την κεντρική αντίληψη ότι ο άνθρωπος ή η κοινωνία είναι μια πολύπλοκη μηχανή. Ο Vilfredo Pareto (1916/1935) συμπλήρωσε αυτό το μηχανικό μοντέλο με την ιδέα της ισορροπίας. Σύμφωνα με την άποψη του σχετικά με την ισορροπία, «η οποιεσδήποτε μέτριες αλλαγές σε στοιχεία ή τις σχέσεις τους (ενός συστήματος) μακριά από την θέση ισορροπίας, αντισταθμίζονται από αλλαγές που τείνουν να το επαναφέρουν» (p.9). Αυτή η σύλληψη μιας συστημικής ισορροπίας υιοθετήθηκε σχεδόν αναλλοίωτη από πολλούς κοινωνιολόγους που ακολούθησαν τον Pareto, ιδίως δε τον Talcott Parsons (Buckley 1967, Parsons 1977). Χωρίς καμία αμφιβολία, οι κοινωνικές επιστήμες μεταφέρουν μέσα τους τον σπόρο της ισορροπίας και της πρόβλεψης και αυτό από την αρχή της ίδρυσης τους 18. Πολύ περισσότερο αυτός ο σπόρος ήταν ένας παράγοντας εξαιρετικής σημασίας στην ίδια την αναγκαία διαφοροποίηση τους από την μυθολογία και την μεταφυσική: έτσι ώστε να αποκτήσουν τον (τιμητικό) τίτλο της επιστήμης (Aldridge 1999). Σύμφωνα με τον Wright Mills (1970), η πρόβλεψη είχε μια προεξέχουσα θέση στις κοινωνικές επιστήμες ακόμα και κατά την δεκαετία του 50. Δεν διστάζει να δηλώσει ότι «ο σκοπός της κοινωνικής επιστήμης είναι η πρόβλεψη και ο έλεγχος της ανθρώπινης συμπεριφοράς» (Mills 1970). Η θετικιστική άποψη 19,20 για τις κοινωνικές επιστήμες, στις μέρες μας, χαρακτηρίζεται ως ένα μάλλον «αφελές» υπόδειγμα: όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν βαθειά προβλήματα που αφορούν την προβλεψιμότητα (για παράδειγμα, βλέπε Fiske & Sweder 1986 και Gilbert 1996). Παρ όλο που η πρόβλεψη δεν έπρεπε να γίνεται αντιληπτή σαν κάτι περιορισμένο σε μια συγκεκριμένη κάστα ανθρώπων (επιστημόνων) 21, σύμφωνα με τον Giddens (1984, p.248), οι «ορθόδοξοι» κοινωνικοί επιστήμονες είχαν ένα «υπέρ-απλουστευμένο μοντέλο της κοινωνικής επιστήμης» όπου, η παραγωγή καταπληκτικών ιδεών και αποκαλύψεων υποτίθεται ότι θα άφηναν τους αδαείς άναυδους. Εντούτοις, η συζήτηση περί πρόβλεψης στις κοινωνικές επιστήμες βασίζεται ίσως πολύ περισσότερο σε μια συγκεκριμένη αντίληψη ως προς την «χρησιμότητα» τους στην κοινωνία 22 : εάν αδυνατούν να προβλέψουν, τότε, σε τι μας είναι χρήσιμες; 17 Από τους κοινωνικούς επιστήμονες τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα 18 Ο Comte δεν έκρυβε την φιλοδοξία του να δημιουργήσει μια επιστήμη εφάμιλλη της Φυσικής: την κοινωνιοφυσική! 19 Για το μέγεθος της επιρροής του θετικισμού στις κοινωνικές επιστήμες βλέπε Halfpenny 1982, Για μια ανάλυση των προβλημάτων που προκύπτουν ως προς την συσσώρευση γνώσης εδικά στις κοινωνικές επιστήμες βλέπε Gergen (1972, 1983) 21 Σε κάποιες περιπτώσεις, οι αδαείς μπορούν να προβλέψουν χαοτικές σειρές αριθμών καλύτερα απ ότι το κάνουν τα γραμμικά στατιστικά μοντέλα (Heath 2002). 22 Έτσι, η έννοια της «κοινής γνώμης» η οποία λόγω της αστάθειας της και την αδυναμία πρόβλεψης της, χαρακτηρίστηκε από πολλούς κοινωνικούς επιστήμονες ως μη-διαχειρίσμη δηλαδή ως «άχρηστη»: όπως το έθεσε ο Secord (1975, p.77) η κοινή γνώμη είναι «άμορφη», «αψηλάφητη» και «υδραργυρική»

8 Από την άλλη πλευρά, εάν θεωρήσουμε ότι οι κοινωνικές επιστήμες μπορούν να κάνουν αξιόλογες προβλέψεις τότε οι κοινωνικοί επιστήμονες θα «μετατρέπονταν» σε κάποιο είδος κοινού «μάντη» χρήσιμου τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Ας μην ξεχνάμε ότι κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 50 αλλά και του 60, η Ψυχολογία εθεωρείτο κάτι σαν «επίφοβη μαγεία». Επί της εποχής, υπήρχε η πίστη ότι η Ψυχολογία μπορούσε να προσφέρει μια εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς με όρους πρόβλεψης και ελέγχου και μάλιστα με «υποσυνείδητο» τρόπο 23. Αυτό όμως που απαιτείται ευρέως είναι, σίγουρα, μια «ανανεωμένη» θετικιστική αντίληψη των κοινωνικών επιστημών: χωρίς να αμφισβητηθεί η κοινή αντίληψη κατά την οποία πρυτανεύει η θεώρηση ότι η «επιστημονική» γνώση μπορεί να συνεισφέρει θετικά με παρεμβάσεις που υποβοηθούν το ανθρώπινο είδος στο να προοδεύσει και να αναπτυχθεί 24 Ζητείται έτσι μια αντίληψη για την κοινωνική επιστήμη η οποία θα συνεπάγεται μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στην απόκτηση της γνώσης και την εν δυνάμει χρήση της. Έτσι, η διάσημη φράση του Comte ότι «από την επιστήμη προκύπτει πρόβλεψη και από την πρόβλεψη προκύπτει έλεγχος» θα μπορούσε να διατυπωθεί εκ νέου αλλά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι τα ευρήματα των κοινωνικών επιστημών θα πρέπει να εννοηθούν, στην καλύτερη περίπτωση, ως πολιτικά επιχειρήματα. Άρα, το κυρίως έργο των κοινωνικών επιστημών είναι να «ανακαλύψει» την γνώση που ζητούν οι πολιτικοί έτσι ώστε να ενορχηστρώσουν τις «αναγκαίες» και «ορθολογικές» παρεμβάσεις. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι κοινωνικές επιστήμες και η εφαρμοσμένη πολιτική είτε δεν μπορούν να συνδυαστούν έτσι απλά είτε δεν συνδυάζονται ομαλά, μπορεί να δειχθεί από την φύση της σχέσης μεταξύ αιτιακής εξήγησης και πρόβλεψης. Σύμφωνα με τον Fay (1975), η αιτιακή εξήγηση εξ ανάγκης συνεπάγεται πρόβλεψη και, στη συνέχεια, την επιθυμία ελέγχου: μοιράζονται την ίδια «δομική ταυτότητα». Για τον Mills (1970), η αποδοχή της πρόβλεψης ως κεντρικό στοιχείο των κοινωνικών επιστημών συμπίπτει με ένα αντί-δημοκρατικό («γραφειοκρατικό») ήθος. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η επιστημονική καινοτομία θα ακρωτηριαζόταν σε μια μοντέρνα «κλίνη του Προκρούστη» όπου «μια μεγάλη θεωρία ισχυρής πρόβλεψης» θα παραχωρούσε ιδεολογική νομιμοποίηση σε πολιτικές επιλογές ενώ ένας αφαιρετικός εμπειρισμός θα τις προμήθευε με την αναγκαία τεχνολογία κοινωνικού ελέγχου (Hodgkinson 2000). Ακόμα και έτσι όμως, η αναγνώριση των ορίων της ζητούμενης πρόβλεψης και η εγκατάλειψή της ως το «μέγιστο πρόσταγμα» των κοινωνικών επιστημών δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να επιχειρούμε να κάνουμε προβλέψεις (Aldridge 1999). Οι προσομοιώσεις μέσω υπολογιστή Η ιδέα των προσομοιώσεων (προσωπικότητας) προέρχεται από την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης κατά τις αρχές της δεκαετίας του 60. Επί της εποχής, το κύριο δόγμα ήταν να εξηγήσουμε τις διαδικασίες της ανθρώπινης σκέψης και - γιατί όχι - να τις μιμηθούμε: ο Tomkins (1963 p.7) δηλώνει 25 : (οι προσομοιώσεις) «Σαν οποιαδήποτε καλή μέθοδος είναι εννοιολογικά 23 Αυτό κι αν είναι τρομακτικό: κάποιος με επηρεάζει και δεν έχω καν συνείδηση γι αυτό! Πολλές κινηματογραφικές ταινίες τρόμου γυρίστηκαν με αυτό το θέμα επί της εποχής. Κάπως έτσι ξεκίνησαν επίσης κάποιες «μέθοδοι» mind control κοκ. 24 Βλέπε επίσης Tsekeris et al Θα πρέπει να φανταστεί ο αναγνώστης ότι το βιβλίο αυτό είναι τα πρακτικά ενός συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε το 1962 στο Princeton και αφορούσε την Προσομοίωση Υπολογιστή της προσωπικότητας. Θα πρέπει να αναλογιστεί ποιες δυνατότητες είχαν τότε οι υπολογιστές και ποιες ήταν οι προσδοκίες των επιστημόνων

9 ουδέτερη. Δεν έχει κρυφά, ενσωματωμένα σφάλματα ούτε περιορισμούς. Δεν ευνοεί ένα τύπο θεωρίας απέναντι σε έναν άλλο, ούτε μια όψη της προσωπικότητας αντί για μια άλλη και έτσι, αφήνεται στην διατήρηση του ανταγωνισμού των ιδεών που είναι το αίμα που κυλάει στο σώμα της επιστήμης». Συνεχίζει: «Δίνει τα πρωτεία στην δημιουργική, εποικοδομητική σκέψη. Ο υπολογιστής δεν είναι μόνον ουδέτερος, είναι επίσης κουφός, βλάκας και αδρανής, ένα tabula rasa του οποίου η παθητικότητα φωνάζει και ζητεί την δράση του προγραμματιστή. Απέναντι σε μεθόδους όπως οι προβολικές τεχνικές και η παραγοντική ανάλυση, αυτή η αδράνεια του υπολογιστή χρησιμεύει στην αναστολή της κακόβουλης αύξησης των δεδομένων που ομοιομορφοποιείται από τον πρότερο ιδεασμό». Όπου καταλήγει: «Τελικά, είναι η κατ εξοχήν μέθοδος της δοκιμής ιδεών μια ψυχική αεροδυναμική σήραγγα όπου οι υπερβολικά ξιπασμένες, οι αδύνατες, οι ανισσόροπες, οι αδέξιες, οι ευάερες αφαιρέσεις (abstractions) του θεωρητικού της προσωπικότητας θα υποστούν πιέσεις οποιουδήποτε επιθυμητού βαθμού σοβαρότητας. Αυτός ο συνδυασμός χαρακτηριστικών κάνει τον υπολογιστή μια μέθοδο που δίνει ασυνήθιστες υποσχέσεις. Όχι μόνον θα επιτρέψει την εξερεύνηση της οργανωμένης πολυπλοκότητας, της εσωτερικής δομής της προσωπικότητας, σε ένα επίσης πολύπλοκης δομής κοινωνικό πεδίο, τα οποία και τα δύο θα μπορούσαν να προσομοιωθούν έτσι ώστε να αλλάζουν και να συνεξελίσσονται αλλά (κάτι τέτοιο) απαιτεί συνάμα δημιουργικότητα, καθαρότητα, και επαλήθευση μέσω δοκιμών». Άρα «Αυτή είναι η υπόσχεση της προσομοίωσης μέσω υπολογιστή». Όταν γεννήθηκαν οι προσομοιώσεις μέσω υπολογιστή, σαν μια νέα μέθοδος, αφορούσε και θεωρούσε προνομιακό της πεδίο την σκέψη, την προσωπικότητα και την συμπεριφορά (βλέπε Εικόνα 2). Εντούτοις, και παρά την ενθουσιώδη διάθεση των πρωτοπόρων, γρήγορα τέθηκε το ζήτημα της αναλογίας των μοντέλων προσομοίωσης με τα πραγματικά αντικείμενα που προσομοιώνονται (που υπάρχουν με φυσικό ή τεχνητό τρόπο). Όταν προσομοιώνουμε για παράδειγμα τη συμπεριφορά ενός αεροπλάνου φτιάχνουμε ένα μικρότερο και απλοποιημένο ομοίωμα του (ένα «μοντέλο») και το εισάγουμε σε μια αεροδυναμική σήραγγα έτσι ώστε να παρατηρήσουμε την συμπεριφορά του. Εικόνα 2: Το διάγραμμα ροής προσομοίωσης της Γνωστικής Εξισορρόπησης (Abelson 1963: αναπαραγωγή από Tomkins & Messick 1963, p.289) Στην ανθρώπινη κοινωνική συμπεριφορά, όμως, αμέσως ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια πληθώρα αλληλεπιδρώντων χαρακτηριστικών που θέτουν ζήτημα αναγκαίας πληρότητας της μοντελοποίησης: σε μια προσομοιωτική λογική, σε πιο βαθμό θα πρέπει να φτιάξουμε το

10 μοντέλο τόσο πλήρες ώστε να περιλαμβάνει τις αναγκαίες συνθήκες που θεωρούμε ότι επηρεάζουν την συγκεκριμένη συμπεριφορά διατηρώντας όμως ταυτόχρονα, κάποια κομψότητα/απλότητα ως προς την αιτιότητα που εισάγεται. Με λίγα λόγια, για να προσομοιώσουμε την κοινωνική συμπεριφορά, θα έπρεπε να φτιάξουμε ένα μοντέλο που μιλά, πεινάει, ιδρώνει, χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, αναψοκοκκινίζει, έχει άγχος, αγαπά, επικοινωνεί κοκ. Σε μια τέτοια προσπάθεια, γρήγορα θα καταλήγαμε σε αδιέξοδο: είναι αλήθεια ότι αυτή η αφάνταστη πολυπλοκότητα που αναδύεται ακόμη και στα ευρήματα των κοινωνικών επιστημών (βλέπε προηγούμενο κεφάλαιο) στηρίζεται και από την καθημερινή εμπειρία μας. Για μια «πλήρη» μοντελοποίηση της κοινωνικής συμπεριφοράς λοιπόν θα έπρεπε να εισάγουμε τόσες πολλές μεταβλητές που γρήγορα το μοντέλο μας θα μας οδηγούσε απλά σε μια ανάλογη (και αναμενόμενη) πολυπλοκότητα: δηλαδή, ακόμα και στην περίπτωση που κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό, δεν θα έλυνε κανένα πρόβλημα! Τα μοντέλα (είτε τα προσομοιώνουμε είτε όχι) είναι, εξ ορισμού, μια απλοποιημένη μορφή του αντικειμένου που μοντελοποιούν αλλά, ταυτόχρονα, είναι μια πιο συγκεκριμένη μορφή από μια αφαιρετική ιδέα του αντικειμένου (Apter 1970, p.22). Επειδή υποθέτουμε ότι αυτή η απλοποιημένη μορφή του αντικειμένου της μοντελοποίησης μοιράζεται τις βασικές αρχές λειτουργίας του με το αντικείμενο που μοντελοποιείται (πχ. κατηγοριοποίηση) και το μοντέλο είναι μια πιο συγκεκριμένη μορφή του αντικειμένου τότε το μοντέλο είναι μια πιο συγκεκριμένη μορφή αυτών των βασικών αρχών (αφού τις ενσωματώνει). Με άλλα λόγια, τα μοντέλα έχουν ένα ενδιάμεσο ρόλο ανάμεσα στις γενικές θεωρίες που διατυπώνονται για ολόκληρες οικογένειες συστημάτων και σε συγκεκριμένα συστήματα που οι θεωρίες αυτές φιλοδοξούν να εξηγήσουν. Κάποιες φορές το μοντέλο παράγεται από τη θεωρία και συγκρίνεται μετά με το σύστημα που εξετάζεται: κατ αυτόν τον τρόπο, τίθεται υπό δοκιμή η θεωρία και αξιολογείται μέσω του μοντέλου που παράχθηκε από αυτήν. Αυτή είναι η (πολύ γνωστή) περίπτωση της υποθετικόεπαγωγικής προσέγγισης όπου οι παράγωγες (από τη θεωρία) υποθέσεις αλληλεπιδρούν μεταξύ τους στη λειτουργία του μοντέλου 26. Κάποιες άλλες φορές, κατασκευάζεται ένα μοντέλο σε ευδιάκριτη αναλογία με το εξεταζόμενο σύστημα και τότε, μπορεί να συνάγουμε αφαιρεμένες ιδέες περί του εξεταζόμενου αντικειμένου: δηλαδή να κατασκευάσουμε θεωρία 27. Εάν βέβαια η λέξη «θεωρία» χρησιμοποιείται κάτω από την μάλλον γενική θεώρηση του «επεξηγηματικού σχήματος» τότε, και το μοντέλο είναι μια μορφή θεωρίας. Οι Simon & Newell (1956) επιχειρηματολογούν υπέρ της άποψης ότι όλες οι θεωρίες είναι αναλογίες διαφορετικών ειδών οι οποίες ποικίλουν μόνον στον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται: μπορεί να εκφράζονται λεκτικά, μαθηματικά ή ακόμα και μεταφορικά. Με αυτή την έννοια, τα μοντέλα σε υπολογιστή δεν έχουν καμία διαφορά από τα μοντέλα εκφράζονται μέσω των συμβόλων της φυσικής γλώσσας 28 Εντούτοις, έχει διατυπωθεί και η άποψη (κυρίως ο B.F. Skinner έχει 26 Η γνωστή μας πειραματική διαδικασία. 27 Σύμφωνα με τον Cartwright (1983), τα μοντέλα δεν είναι τελικά άμεσα αναγώγιμα στην θεωρία που τα παρήγαγε: αντιφατικά μοντέλα μπορούν να συνυπάρχουν κάτω από την ίδια θεωρητική ομπρέλα. Επίσης, τα μοντέλα παρουσιάζουν σαφώς μεγαλύτερη αντοχή από τις ίδιες τις θεωρίες: αλλάζουμε τη θεωρία χωρίς να αμφισβητούμε το μοντέλο ή, ακόμα, τα μοντέλα επιβιώνουν ακόμα και όταν η θεωρία που το παρήγαγε, διαψευσθεί! 28 Κατά τον Ostrom (1988), για να κατασκευάσουμε θεωρίες ή μοντέλα πρέπει να έχουμε μια γλώσσα για να την εκφράσουμε. Υπάρχουν λοιπόν τρεις γλώσσες που προσφέρονται: η φυσική γλώσσα, η μαθηματική γλώσσα και η

11 επιχειρηματολογήσει υπέρ της, κατά το 1950) ότι οι θεωρίες, άρα και τα μοντέλα, είναι άχρηστα. Ο Skinner βασίζει αυτή τη θεώρηση του στην αντίληψη ότι εάν μπορείς να ασκείς έλεγχο 29 σε ένα σύστημα τότε το κατανοείς και δεν χρειάζονται επιπλέον αφαιρετικές κατασκευές επεξήγησης (όπως οι θεωρίες ή τα μοντέλα)! Όμως, αυτή η διατύπωση του Skinner είναι μάλλον αβάσιμη ακόμη και στην καθημερινή ζωή: (σχεδόν) όλοι μπορούμε να οδηγήσουμε αυτοκίνητο ή να χρησιμοποιούμε κινητό τηλέφωνο και μπορούμε να το ελέγχουμε στο επίπεδο της χρήσης του αλλά, η συντριπτική πλειοψηφία μας δεν έχει ιδέα για το πώς λειτουργεί Το αντίθετο είναι επίσης αλήθεια: μπορούμε να κατανοούμε κάτι πως λειτουργεί αλλά αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι μπορούμε και να το ελέγξουμε! Για παράδειγμα ένας κοινωνικός επιστήμονας μπορεί να κατανοεί τους μηχανισμούς υψηλής διασποράς και γενίκευσης της βίας αλλά, προφανώς δεν μπορεί να ελέγξει το συγκεκριμένο φαινόμενο. Όταν όμως θελήσουμε να μοντελοποιήσουμε την ανθρώπινη κοινωνική συμπεριφορά, τότε πραγματικά, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, γρήγορα θα αντιμετωπίσουμε σοβαρές δυσκολίες: η ανθρώπινη συμπεριφορά χαρακτηρίζεται ως πολύπλοκη ακόμα και όταν την αντιμετωπίσουμε σαν ξεχωριστές αλληλεπιδρούσες διαστάσεις. Μια διάσταση για παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η βιολογική διάσταση του ανθρώπου, μια άλλη η ψυχολογική διάσταση, μια άλλη η επικοινωνιακή διάσταση και μια άλλη η κοινωνική διάσταση του 30. Η κάθε μια από αυτές τις διαστάσεις, από μόνη της είναι εξαιρετικά πολύπλοκη: μοιάζει σαν να κατεβαίνουμε τα επίπεδα ανάλυσης χωρίς όμως να έχουμε σημαντικά κέρδη (σε απλότητα και κατανόηση) ενώ αυξάνεται σημαντικά το κόστος (σε ότι χάνεται η ολοκληρωμένη εικόνα του ανθρώπου). Αναμφισβήτητα, εδώ έχουμε μια βασική ιδιότητα της πολυπλοκότητας: η αναλυτική διαδικασία δεν μας βοηθά πολύ Βέβαια, με αυτή τη διαδικασία μπορούμε να απομονώσουμε σχέσεις μεταξύ μεταβλητών που θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν σε χρήσιμα συμπεράσματα 31 αλλά στο, τέλος, θα πρέπει να υπάρξει κάποια σύνθεση που θα μας οδηγήσει πάλι στο φαινόμενο που μελετούμε. Οι Hilgard & Bower (1966), ήδη από τη δεκαετία του 70, επανέρχονται στο νέο πεδίο των προσομοιώσεων μέσω υπολογιστή: για αυτούς, ευτυχώς η προσομοίωση με υπολογιστή θα μπορούσε να είναι το μέσο για να αντιμετωπίσουμε την πολυπλοκότητα. Εντούτοις, η υποθετικο-επαγωγική μοντελοποίηση 32 είχε, ούτως ή άλλως, σημαντικά προβλήματα στις κοινωνικές επιστήμες: τι πάει να πει «νόμος» στα πραγματικά κοινωνικά συστήματα; Η ίδια η ύπαρξη τέτοιων κοινωνικών νόμων έχει αμφισβητηθεί έντονα από πολλούς ακαδημαϊκούς του τομέα (για παράδειγμα βλέπε Giddens 1984): η αμφισβήτηση βασίζεται κυρίως στο τι εννοούμε σαν κοινωνικό νόμο. Αν πρόκειται για κάτι από το οποίο κανένας και τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει (τηρώντας την αρχή της παγκοσμιότητας), τότε υπάρχει σαφές πρόβλημα με την υπολογιστική γλώσσα. Πάντα σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, η πρώτη ανταποκρίνεται καλά στην αβεβαιότητα και την ασάφεια αλλά είναι αμφίσημη, η δεύτερη προσφέρει σημαντικές αναλυτικές δυνατότητες αλλά παρουσιάζει εξίσου σημαντικές αδυναμίες ως προς την περιγραφή και εξήγηση των μη-γραμμικών συστημάτων. Τέλος η τρίτη, ως ενδιάμεση μεταξύ της φυσικής γλώσσας και της μαθηματικής γλώσσας, επιτρέπει την προσεκτική και μη-αμφίσημη τυποποίηση ενός φαινομένου. 29 Το ελέγχεις! Περίπου όπως το ποντίκι σε ένα κλουβί 30 Προφανώς ούτε είμαστε ούτε επιδιώκουμε να είμαστε εξαντλητικοί. 31 Και δεν τα έχουν καταφέρει και «άσχημα» ως τώρα (Sawyer 2004). 32 Και τα ευρήματα που προέκυπταν από νόμο-παραγωγικά μοντέλα.

12 αιτιότητα που συνεπάγεται ένας τέτοιος νόμος. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημολόγων δεν δέχεται ότι μπορεί να υπάρχει τέτοιος νόμος 33,34 στις κοινωνικές επιστήμες: οι κοινωνικοί νόμοι πρέπει να «χωράνε» εξαιρέσεις και τότε, σε αυτές τις περιπτώσεις, οι νόμοι δεν μπορούν να δώσουν εξηγήσεις. Τα τελευταία είκοσι χρόνια περίπου, οι επιστημολόγοι των κοινωνικών επιστημών άρχισαν να διαφοροποιούνται από την τυπική έννοια της νόμο-παραγωγικής μοντελοποίησης: άρχισαν να αναπτύσσουν μια διαφορετική άποψη για την εξήγηση η οποία βασίζεται σε αιτιώδεις μηχανισμούς παρά σε νόμους (βλέπε για παράδειγμα Little 1998). Ενάντια λοιπόν στην αντίληψη του Hume για την αιτιότητα όπου γεγονότα συνδέονται σαν μια αλυσίδα (αίτιο-αποτέλεσμα) και αυτό συμβαίνει συστηματικά, οι τελευταίοι θεωρούν ότι η εξήγηση προκύπτει από την αναγνώριση πιθανόν αόρατων αιτιωδών μηχανισμών και από την ταυτοποίηση των διαδικασιών στις οποίες οι μηχανισμοί αυτοί εντάσσονται. Με αυτή την προοπτική, εφόσον η επιτυχία (η εξήγηση) μπορεί να έρθει (και συχνά συμβαίνει) μέσω αόρατων (από την παρατήρηση) μηχανισμών, αυτή η μηχανιστική αντίληψη της αιτιότητας υπονοεί ότι υπάρχει μια πραγματικότητα (μια κατ εξοχήν ρεαλιστική προοπτική) αλλά ταυτόχρονα απορρίπτει τον εμπειρισμό (Aronson, Harre & Way 1995, Bhaskar 1997, Layder 1990). Ενώ δηλαδή δέχονται ότι υπάρχει αλήθεια (οι αληθινοί αιτιώδεις μηχανισμοί), δεν δέχονται ότι αυτοί θα πρέπει να αντανακλώνται αναγκαστικά σαν κανονικότητες σε παρατηρήσιμα δεδομένα. Όσον αφορά τα κοινωνικά φαινόμενα, αυτή η σχετικά νέα προοπτική έχει βρει πολλούς οπαδούς κυρίως από τους μικρό-κοινωνιολόγους: τα κοινωνικά μάκρο-φαινόμενα μπορούν να εξηγηθούν μόνον με όρους της μηχανικής των σχέσεων ανάμεσα σε άτομα (βλέπε για παράδειγμα Ritzer & Gindoff 1992). Σε μια πιο πρακτική άποψη, αυτή η εστίαση στις διαπροσωπικές σχέσεις οδήγησε σε ένα αυξημένο ενδιαφέρον για τους κοινωνικούς μηχανισμούς οι οποίοι αποτελούν το προνομιακό πεδίο έρευνας της κοινωνικής ψυχολογίας, δηλαδή τους ατομικούς αλληλεπιδραστικούς μηχανισμούς οι οποίοι καταλήγουν στην ανάδυση των συλλογικών (κοινωνικών) μορφωμάτων (Sawyer 2003). Οι κοινωνικές προσομοιώσεις ουσιαστικά βασίζονται σε μια τέτοια λογική: αντί να προσπαθούμε να βρούμε τους νόμους που διέπουν την κοινωνική δυναμική, θα πρέπει να βρούμε τους μηχανισμούς εκείνους και τις συνθήκες εκείνες που μέσα από την αλληλεπίδραση ατόμων (με μίκρο-κίνητρα) θα προκύπτει μια συγκεκριμένη κοινωνική διαμόρφωση. Μια τεχνητή κοινωνία έχει πολλούς αυτόνομους δράστες (με την έννοια της δράσης, του πράττει) οι οποίοι διαπραγματεύονται και συνεργάζονται μεταξύ τους έτσι ώστε να αυτό-οργανώνονται σε κάποια τελικά μοτίβα. Άρα, η μοντελοποίηση στις κοινωνικές προσομοιώσεις αφορά τους μηχανισμούς αλληλεπίδρασης μεταξύ δραστών και υποθέτει ότι αυτοί είναι οι μηχανισμοί (μηχανιστική αιτιότητα) απ όπου θα αναδυθούν οι ζητούμενες μάκρο-ιδιότητες του κοινωνικού συστήματος που υπάγονται οι δράστες. Οι προσεγγίσεις που αναφέρονται σε αυτό το πλαίσιο θεωρούνται ανάλογες με τις κοινωνιολογικές θέσεις των μεθοδολογικών ατομικιστών (Shumpeter 1908, Hedstrom & 33 Ένας «απόλυτος» νόμος. 34 Βλέπε επίσης McKim &Turner 1997

13 Swedberg 1998): σε πολύπλοκα συστήματα όπως οι ανθρώπινες κοινωνίες, μπορεί να αποδειχθεί αδύνατη η ανάπτυξη σε όρους ατομικής δράσης και αλληλεπίδρασης ακόμα κι αν συμφωνήσουμε ότι αυτές οι διαδικασίες είναι, πράγματι, οι «υποβόσκοντες» ζητούμενοι μηχανισμοί. Αυτό διότι αυτή η προοπτική απαιτεί μεγάλη ποσότητα πληροφορίας σε αυτό το ατομικό και διαπροσωπικό επίπεδο 35 : πληροφορία που πιθανόν δεν μπορεί να τους την προσφέρει η επιστήμη που αναφέρονται! Η ιδανική κοινωνική προσομοίωση θα ήταν λοιπόν αυτή που θα παρήγαγε την πιο πιστή μίμηση του υπό διερεύνηση φαινομένου, σε όλες τις πιθανές καταστάσεις του. Σε αυτή τη περίπτωση, εφόσον μια τέτοια προσομοίωση είναι δυνατή, τότε η δυσκολία της ερμηνείας των αποτελεσμάτων της θα ήταν άμεσα συγκρίσιμη με αυτή που θα συναντούσε ο οποιοσδήποτε ερευνητής με πραγματικά δεδομένα προερχόμενα από το ίδιο το πεδίο (Cilliers 1998) 36. Οι ερευνητές που αναφέρονται στο ρεύμα του μεθοδολογικού ατομικισμού, θεωρούν ότι θα πρέπει να ξεκινάμε από τα πιο βασικά στοιχεία των κοινωνιών που θέλουμε να μελετήσουμε (δηλαδή τις ατομικότητες, τους δράστες και τις αλληλεπιδράσεις τους) και στη συνέχεια, να ανεβαίνουμε επίπεδα ανάλυσης μέχρι να φθάσουμε στο επιθυμητό επίπεδο εξήγησης: το αναδυόμενο κοινωνικό επίπεδο. Εντούτοις, παρόμοιες τελικές καταστάσεις μπορούν να παραχθούν από πολλές διαφορετικές καταστάσεις χαμηλού (ή «υπέρ-χαμηλού 37») επιπέδου: έτσι, ευρήματα σε κοινωνικό επίπεδο μπορούν να αναφέρονται σε διαφορετικές -σε χαμηλά επίπεδα ανάλυσης- κοινωνίες όπου όμως αναδύονται κοινές μάκρο-συμπεριφορές. Άρα, μια μηχανιστική αιτιότητα θα είχε σημαντικές δυσκολίες να αποδώσει εξηγήσεις. Μια προσομοίωση με αυτούς τους όρους δηλαδή που φιλοδοξεί να ενσωματώσει τέτοιους αιτιώδεις μηχανισμούς ως προς την εξήγηση σφαιρικών κοινωνικών φαινομένων, θα αποτύγχανε: ίσως θα μπορούσε να δώσει εξηγήσεις σχετικά με μία τουλάχιστον τελική κατάσταση μιας κοινωνίας. Όμως, πολλές κοινωνίες θα μπορούσαν να παρουσιάζουν επίσης τα συγκεκριμένα αποτελέσματα και παρ όλη την αποδοχή της ύπαρξης κάτωθεν αιτιότητας, αυτή φαίνεται να είναι ανεξάρτητη από τους ίδιους τους μηχανισμούς: εφόσον είναι έτσι, μια προσομοίωση δεν 35 Για παράδειγμα, είναι πολύ πιο εύκολο να πούμε ότι οι Έλληνες είναι οι πρώτοι στην «αποφυγή της αβεβαιότητας» ενώ ένας άλλος λαός σε μια άλλη χώρα είναι τελευταίος (η περιβόητη διαπολιτισμική έρευνα του Hofstadter 1980). Τέτοιες «νόμο-ηδείς» διατυπώσεις αναφέρονται σε ιδιότητες κοινωνικών μορφωμάτων (πχ. κράτη) και είναι εύκολα κατανοητές ενώ είναι επίσης εύκολα διαπιστούμενες (συνήθως μέσω επισκοπικών μεθόδων) κανονικότητες. Εντούτοις, στην δεδομένη προσέγγιση, την μηχανιστική αιτιότητα, τέτοιου είδους διατυπώσεις δεν αποτελούν εξήγηση του δεδομένου κοινωνικού φαινομένου αλλά πολύ περισσότερο μια περιγραφή του. 36 Κατά την διάρκεια των ετών που ασχολούμαστε με την μοντελοποίηση της κοινωνικής δυναμικής και στα πλαίσια μιας τέτοιας αντίληψης, δοκιμάσαμε το εξής: δώσαμε σε ένα CD με όλα τα δεδομένα 100 δραστών με ακρίβεια 16 ου δεκαδικού ψηφίου (τέτοια ακρίβεια θεωρείται πρακτικά ανόητη) για χρονικές στιγμές (επαναλήψεις) για δύο μεταβλητές σε έναν συνάδελφο μεθοδολόγο-στατιστικό. Του είπαμε ότι «αυτά είναι όλα τα δεδομένα, δεν σε κοροϊδεύω, δεν είναι τυχαία» και μετά «πες μας τι συμβαίνει σε αυτή την μικρή κοινωνία!» Στην αρχή ο συνάδελφος έμεινε κατάπληκτος και φθάσαμε σε μια κοινή ονομασία για αυτό το CD: «Το CD του Θεού». Αυτή η ονομασία δόθηκε διότι για πρώτη φορά, κοινωνιοψυχολογικά δεδομένα είναι τόσο λεπτομερή: υπό κανονικές συνθήκες, αυτή είναι η Λυδία Λίθος των τεχνικών συλλογής δεδομένων! Μόνον ο «Θεός» των κοινωνικών επιστημόνων μπορεί να έχει τέτοια δεδομένα. Σε λίγες εβδομάδες ζήτησα από τον συνάδελφο να μου πει εάν είχε βρει κάτι: Το CD του «Θεού» είχε μετατραπεί σε CD του «Διαβόλου» εφόσον οι στατιστικές μέθοδοι που έχουμε στην διάθεση μας είναι ανίκανες να αδράξουν τέτοια λεπτομέρεια και, πολύ περισσότερο, τις «μπερδεύουν» και τις «καθιστούν» άχρηστες: η πρώτη κίνηση του συναδέλφου μετά από αυτή τη διαπίστωση ήταν να κόψει την ακρίβεια και να την φέρει στα δύο δεκαδικά ψηφία μετά την υποδιαστολή Άρα λοιπόν, τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα: ακόμα κι αν ξέραμε τα «πάντα» αυτό δεν θα μας βοηθούσε και πολύ, τουλάχιστον πρακτικά! 37 Το πιο χαμηλού (Ultra-low Level).

14 μπορεί παρά να είναι μια μερική εξήγηση σε ένα γενικό κοινωνικό φαινόμενο. Δεν εξηγεί με ποιους άλλους τρόπους (αιτιώδεις μηχανισμούς) το συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο εμφανίζεται. Όμως, αυτό το μειονέκτημα προκύπτει όταν αναφερόμαστε σε αναδυόμενες μεν αλλά στατικές δε ιδιότητες του υπό έρευνα κοινωνικού συστήματος: αυτό σημαίνει ότι κοινωνικές προσομοιώσεις μεθοδολογικά ατομικιστικού χαρακτήρα, μπορούν να δώσουν μια πιστή εικόνα εκείνων των δυναμικών μηχανισμών που οδηγούν σε αυτές τις δυναμικές ιδιότητες του κοινωνικού συστήματος που μελετάται (Tsekeris et al. 2008). Με λίγα λόγια, δεν είναι η προσέγγιση των πολυδραστικών κοινωνικών προσομοιώσεων 38 που παρουσιάζει αυτό το μειονέκτημα αλλά πολύ περισσότερο η σύγχυση που προκαλείται μεταξύ οντοτήτων ή μορφωμάτων και ιδιοτήτων και μάλιστα, δυναμικών ιδιοτήτων του κοινωνικού φαινόμενου υπό διερεύνηση 39. Εάν θεωρήσουμε ότι μια στατική απογραφή του δεδομένου κοινωνικού συστήματος θα σήμαινε την αποτίμηση των οντοτήτων που εμπεριέχει σε σφαιρικό επίπεδο (πχ. κανόνες, θεσμούς, ομάδες κοκ.) τότε, πράγματι, οι δραστο-στραφείς κοινωνικές προσομοιώσεις εμφανίζονται ως μια ελλιπής προσέγγιση Εάν όμως επιθυμούμε μια δυναμική αποτίμηση του συστήματος που προκύπτει, τότε χρειαζόμαστε μια εντελώς νέα προοπτική τόσο στους αιτιώδεις μηχανισμούς που θα εγκαταστήσουμε όσο και στις μετρήσεις αποτίμησης του κοινωνικού συστήματος: αυτό ακριβώς είναι η φιλοδοξία μας με το μοντέλο HESIOD. 38 Multi-Agent Based Social Simulations (MABSS) 39 Κατά την Moretti (2002), το πιο δυνατό σημείο της προσέγγισης των κοινωνικών προσομοιώσεων είναι ακριβώς αυτή η ικανότητα τους να συμπεριλάβουν την δυναμική των κοινωνικών φαινομένων.

15 Κεφάλαιο 2. Το μοντέλο HESIOD Αφού εστιάσαμε σε αυτήν την δυναμική διάσταση, προχωρήσαμε στην εξερεύνηση των θεμελιωδών μηχανισμών που βασιζόμενοι στην κοινωνική αλληλεπίδραση, θα μας επέτρεπαν να αναλύσουμε ένα (προσομοιωμένο) κοινωνικό σύστημα ως προς μια δυναμική οπτική. Δηλαδή, ποιες είναι οι ελάχιστες ικανές και αναγκαίες συνθήκες ως προς ένα κοινωνικό σύστημα ή/και ένα άτομο ενταγμένο σε ένα κοινωνικό σύστημα έτσι ώστε να φθάσει σε ισορροπία ή να καταστεί ασταθές? Προφανώς, αυτό που χρειαζόμαστε είναι να χρησιμοποιήσουμε ένα μοντέλο προσομοίωσης βασισμένο στην απλότητα και την ανάδυση. Οι θεμελιώδεις δυναμικές ιδιότητες που αναζητούμε μπορούν να βρεθούν αποκλειστικά κάτωθεν (Bottom-Up) και η πολυπλοκότητα θα πρέπει να αναδύεται ως αποτέλεσμα. Σε μια πρώτη, αρχική φάση, διαχωρίζουμε την θέση μας από την άνωθεν (Top-Down) ερευνητική διαδικασία εφόσον μια τέτοια θεώρηση αναπόφευκτα θα προϋπόθετε την αναδυομένη πολυπλοκότητα σαν το σημείο εκκίνησης, καταλήγοντας κατ αυτόν τον τρόπο σε κυκλικό επιχείρημα 40. Η πλειονότητα των υπαρχόντων μοντέλων κοινωνικής προσομοίωσης δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στο παραπάνω αναλυτικό πλαίσιο: είτε εκκινούν από απλούς κανόνες και καταλήγουν, μέσω ανάδυσης μεν, αλλά σε εξίσου «απλά» αποτελέσματα δε (τα περισσότερα εντάσσονται σε κάποιου τύπου κοινωνική ισορροπία, βλέπε για παράδειγμα Gilbert 2008) είτε εκκινούν από πολύπλοκους ή/και στοχαστικούς κανόνες-αλγόριθμους (επιβάλλοντας έτσι την ζητούμενη πολυπλοκότητα, ευθύς εξ αρχής) και καταλήγουν σε μια αναδυόμενη μεν αλλά και αναμενόμενη δε πολυπλοκότητα (για παράδειγμα Flache & Torrenvlied 2004). Περιγραφή του μοντέλου Αυτός ο διαχωρισμός που περιγράψαμε στην παραπάνω παράγραφο φαίνεται να κυριαρχεί στις δραστο-στραφείς κοινωνικές προσομοιώσεις με την εξαίρεση του μοντέλου MER (Katerelos & Koulouris 2004a, 2004b). Μια πολυδιάστατη ανάλυση του κοινωνικού γνωστικού: η προσωπικότητα του δράστη. Οι άνθρωποι συνήθως έχουμε πολλαπλές γνώμες, συναισθήματα, αξίες, στάσεις και ρόλους σχετικά με την συμπεριφορά μας έναντι σε μια αφάνταστη ποικιλία θεμάτων που αντιμετωπίζουμε καθημερινά στη ζωή μας. Έτσι, όλοι μας έχουμε γνώμες, συναισθήματα και πίστεις σχετικά με τη μετανάστευση, τη διασκέδαση, τα πολιτικά κόμματα, την γονική ιδιότητα, τον γάμο ή την σχέση, τα κοινωνικά φύλα, τις εργασιακές συνθήκες κτλ. Χαρακτηριστικό Προσωπικότητας Ι: Η απήχηση της κοινωνικής επιρροής Σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής μας, επικοινωνούμε με άλλους ανθρώπους και, αναπόφευκτα, είμαστε πομποί και δέκτες κοινωνικής επιρροής. Μέσω της επικοινωνίας διοχετεύουμε αλλά και δεχόμαστε κοινωνική επιρροή: αλλάζουμε (ή καθηλώνουμε) τις απόψεις μας, τις γνώμες μας, τα συναισθήματα μας, την στάση μας ακόμα και την κοσμοθεωρία μας. Ένας μηχανισμός 40 Πχ. «Η κοινωνία είναι πολύπλοκη επειδή παράγεται από πολύπλοκους μηχανισμούς» αλλά και «οι πολύπλοκοι μηχανισμοί παράγουν κοινωνική πολυπλοκότητα»!

16 επεξεργασίας της εισερχόμενης κοινωνικής επιρροής, με ευρεία αποδοχή μεταξύ ερευνητών είναι η υιοθέτηση του («χρυσού») μέσου όρου των αποκλινόντων απόψεων που αναδύονται κάθε φορά που ερχόμαστε σε επαφή με μια ομάδα ανθρώπων και διαπραγματευόμαστε ένα συγκεκριμένο θέμα 41. Όλοι οι δράστες, ταυτόχρονα, πείθουν τους άλλους και πείθονται από τους άλλους (Chatterjee & Seneta 1977, Fiendkin & Johnsen 1990, 1999). Οι Hegselmann & Krause (2002, βλέπε επίσης Dittmer 2001) δείχνουν στο μοντέλο Διαστήματος Εμπιστοσύνης (Bound of Confidence, BC) ότι ανάλογα με το μέγεθος του ΔΕ που χρησιμοποιείται κάθε φορά, η προσομοιωμένη κοινωνία παρουσιάζει διαφορετικές διαμορφώσεις: εάν το ΔΕ 0.1 τότε η κοινωνία μας ισορροπεί σε μια πολύ κατατεμαχισμένη κατάσταση όπου η γνώμη των δραστών συγκεντρώνεται σε πολλές ομάδες οι οποίες δεν επικοινωνούν μεταξύ τους (λόγω χαμηλού ΔΕ), εάν 0.1 < ΔΕ 0.2 τότε βλέπουμε η κοινωνία αυτή να διχάζεται σε δύο ομάδες (διπολισμός) και εάν ΔΕ 0.3 τότε η κοινωνία μας καταλήγει σε απόλυτη συμφωνία (συναίνεση) (βλέπε Γράφημα 1). Αν και το μοντέλο ΔΕ φτιάχτηκε με σκοπό να προσομοιώσει μικρές κλειστές ομάδες ειδικών που πρέπει να αποφασίσουν σχετικά με ένα θέμα (για παράδειγμα διάφορες επιτροπές, βλέπε DeGroot 1974), οι συγγραφείς θεωρούν ότι τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να γενικευθούν σε ολόκληρες πολυπληθείς κοινωνίες. Σε μια ανεκτική κοινωνία (όπου οι πολίτες της έχουν μεγάλα ΔΕ), θα μπορούσαμε να περιμένουμε την ανάδυση μιας πλατειάς συναίνεσης που θα κατέληγε στην ομοιομορφία των εισαγμένων αρχικά διαφοροποιήσεων. Σε κοινωνίες με μικρότερα ΔΕ, θα περιμέναμε είτε κατάτμηση είτε διπολισμό. Αυτό θα σήμαινε ότι οι δύο ή περισσότερες ομάδες που σχηματίζονται (με τέλεια ενδο-ομαδική ομοιομορφία) δεν επικοινωνούν μεταξύ τους διότι οι διαφορές τους είναι μεγαλύτερη από το διάστημα εμπιστοσύνης ΔΕ < ΔΕ 0.2 ΔΕ 0.3 Γράφημα 1: Τα αποτελέσματα του μοντέλου Διαστήματος Εμπιστοσύνης. Σε κάθε περίπτωση, το μέγιστο σε 15 επαναλήψεις του αλγόριθμου, γρήγορα το σύστημα φθάνει σε μια κατάσταση ισορροπίας: μια «τελική» κατάσταση όπου τίποτα δεν συμβαίνει μετά Η δυναμική συστήματος μετά από αυτό το σημείο είναι απολύτως μηδενική. Επίσης, στο μοντέλο ΔΕ (όπως και στο μοντέλα MER και HESIOD) οι δράστες θεωρούνται πολύ καλοί εκτιμητές ως 41 Σε πολλούς αναφέρεται ως «συμμόρφωση» (compliance). Βλέπε French 1956 και Asch 1951, 1956.

17 προς τον μέσο όρο και η κοινωνική επιρροή έχει την ίδια απήχηση για τον κάθε δράστη: κανένας δεν τείνει είτε να υπερεκτιμά είτε να υποτιμά την εισερχόμενη κοινωνική επιρροή. Στο μοντέλο HESIOD καθορίζουμε έναν συντελεστή κοινωνικής επιρροής 42 για κάθε δράστη το οποίο σημαίνει ότι: όντως ο κάθε δράστης «υπολογίζει» τον μέσο όρο (όπως θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο δεν χρειάζεται να είναι ο μέσος όρος αλλά οποιοδήποτε «σημείο συναίνεσης») και αποφασίζει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση αλλά σε κάποιο ρυθμιζόμενο βαθμό (που εξαρτάται φυσικά από το του). Άρα, ο τρόπος πρόσληψης (ή η απήχηση) της κοινωνικής επιρροής για τον κάθε ένα δράστη και για τις δύο διαστάσεις (Α & Β) είναι: Εάν = τότε, =, +,, =, +,, &, =, +,,, 1!"#,, +, ή, =, Οπότε, εάν = τότε τα μοντέλα ΔΕ, MER και HESIOD έχουν το ίδιο αποτέλεσμα: ο δράστης τοποθετείται στο σημείο συναίνεσης (εν προκειμένης, ο μέσος όρος). Εάν όμως τότε ο δράστης θα κινηθεί προς αυτό το σημείο 43 αλλά μπορεί να είναι υπερβολικός ως προς την μετακίνηση του (για παράδειγμα, «γίνεται βασιλικότερος του βασιλέως») ή ίσως, πολύ μετρημένος (για παράδειγμα, «είναι απαθής») και να μετακινηθεί πολύ λιγότερο. Ανάλογα λοιπόν με το του καθενός δράστη, μπορούμε να προσδιορίσουμε την ευαισθησία του στην κοινωνική επιρροή. Χαρακτηριστικό Προσωπικότητας ΙΙ: Γνωστική συνεκτικότητα Στην δεκαετία του 1950, διάφορες θεωρίες συνεκτικότητας αναπτύχθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα. Πιο συγκεκριμένα, η θεωρία της ισορροπίας (Cartwright & Harary 1956), η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας (Festinger 1957), η αρχή της συνάφειας (Osgood & Tannenbaum 1955), η θεωρία συμμετρίας των στάσεων (Newcomb 1953) και τελικά, η θεωρία ισορροπίας διαπροσωπικών σχέσεων (Heider 1958). Αυτές οι θεωρίες, με προεξάρχουσα την γνωστική ασυμφωνία, σημείωσαν 44 μεγάλη επιτυχία στο στερέωμα της κοινωνικής ψυχολογίας με εφαρμογές σε διάφορους τομείς: διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού (βλέπε Εικόνα 3), πωλήσεις, εκλογική συμπεριφορά κτλ (για μια εκτενή και εξαντλητική έκθεση της ιστορικής πορείας της θεωρίας της γνωστικής ασυμφωνίας βλέπε Cooper 2007). 42 Από το Ελληνικό γράμμα Κ για «κοινωνία». 43 Με την προϋπόθεση ότι το %, διότι με μηδενικό ουσιαστικά ο δράστης αυτός δεν υπόκειται σε καμία κοινωνική επιρροή ή, μάλλον για να είμαστε σωστότεροι, δεν «εισπράττει» καθόλου κοινωνική επιρροή αλλά μπορεί να επηρεάζει τους άλλους εφόσον το δικό τους δεν είναι μηδενικό. Είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση διότι έτσι ορίζουμε έναν δράστη που επηρεάζει αλλά δεν επηρεάζεται 44 Και σημειώνουν.

18 Εικόνα 3: Πως να χρησιμοποιήσετε την γνωστική ασυμφωνία στο εργασιακό σας περιβάλλον ειδικά εάν είστε το αφεντικό (MacLeod 2008). Οι θεωρίες συνεκτικότητας βασίζονται στην γενική ιδέα ότι κάτι συμβαίνει στο μυαλό των ανθρώπων όταν βρίσκονται σε συνθήκες ανισορροπίας (ή ασυμφωνίας ή ασυμμετρίας ή δυσαρμονίας κτλ.). Ασύμφωνα γνωστικά στοιχεία προκαλούν ισχυρές πιέσεις ικανές να δημιουργήσουν κίνητρο προς αποκατάσταση της ισορροπίας. Από την άλλη πλευρά, η περίπτωση της συνύπαρξης αντιφατικών γνωστικών στοιχείων είναι μάλλον μια καθημερινή υπόθεση: αρκετά γνωστικά στοιχεία φαίνονται να είναι αντίθετα με άλλα είτε αναφερόμαστε σε γνώμες, πίστεις, στάσεις, ρόλους είτε σε συναισθήματα. Για παράδειγμα, κάποιος/α μπορεί να είναι ταυτόχρονα πατέρας/μητέρα και επαγγελματίας με υψηλές φιλοδοξίες. Το γεγονός της ύπαρξης υψηλών επαγγελματικών φιλοδοξιών μπορεί να περιορίσει σοβαρά τον χρόνο που έχω για να περάσω μαζί με το παιδί μου και, έτσι, κατά την άποψη μου, μειώνει δραστικά την συνολική ποιότητα της γονικής σχέσης. Παρ όλα αυτά, μου είναι επίσης εξαιρετικά δύσκολο να αποδεχθώ χωρίς «απώλειες» ότι θα πρέπει να μειώσω τις επαγγελματικές φιλοδοξίες μου ειδικά εάν, κατά την άποψη μου επίσης, είναι αυτές οι φιλοδοξίες που εξασφαλίζουν στο παιδί μου την ποιότητα ζωής που θα ήθελα να έχει! Είναι σαφές ότι, τουλάχιστον στο ευρύ πλαίσιο αυτών των θεωριών, η γνωστική ασυμφωνία δημιουργεί δυσάρεστα συγκρουσιακά συναισθήματα. Ήδη από το μοντέλο MER (Katerelos & Koulouris 2004a), είχαμε καθορίσει τον συντελεστή & ο οποίος ρύθμιζε αυτή την αποκατάσταση. Σύμφωνα λοιπόν με το μοντέλο MER, κάθε κοινωνικό θέμα είναι τουλάχιστον δισδιάστατο. Αντί να προσδιορίσουμε ένα θέμα ως μονοδιάστατο που θα σήμαινε ότι εάν κάποιος έχει «πολύ» από το ένα τότε πρέπει να έχει «λίγο» από το άλλο έτσι ώστε να είναι ισορροπημένος, θεωρούμε, σε μια λογική θεωρίας πεδίου (Lewin 1936a), τόσο το γνωστικό στοιχείο Α όσο και το Β ανήκουν στο ίδιο γνωστικό πεδίο. Για παράδειγμα, με μια μονοδιάστατη διπολική οπτική κάποιος μπορεί να είναι αριστερός ή δεξιός: εάν είναι έστω και ελάχιστα αριστερός 45, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι καθόλου δεξιός (βλέπε Εικόνα 4). 45 Δηλαδή τοποθετεί τον εαυτό του αριστερά από το κέντρο στο «πολιτικό θερμόμετρο».

19 Εικόνα 4: Οι δύο οπτικές (μονοδιάστατη και δισδιάστατη) επί του ίδιου θέματος. Με την δεύτερη οπτική, κάποιος μπορεί να είναι «αριστεροδέξιος» (βλέπε Εικόνα 4): να πιστεύει ίσως σε μια αριστερή πολιτική επί μιας δεξιάς πλατφόρμας διακυβέρνησης Όμως αυτή εναλλαγή μεταξύ μονοδιάστατων και δισδιάστατων (ή/και πολυδιάστατων) οπτικών είναι ένα μεθοδολογικό ζήτημα που προκαλεί αρκετές αντιμαχίες στο χώρο της ψυχολογίας γενικά (πάντως από τις μακροβιότερες σίγουρα, βλέπε Greenwald 2012). Κλασσικό πλέον παράδειγμα είναι η αντίληψη της δομής των συναισθημάτων: διπολική ή ανεξάρτητη θετική και αρνητική διάσταση (Nowlis & Nowlis 1956); Σε μια μονοδιάστατη (διπολική) λογική όσο ισχυροποιείται το θετικό συναίσθημα μειώνεται, τουλάχιστον αντίστοιχα, το θετικό. Αντίθετα, σε μια λογική ανεξάρτητων διαστάσεων, τα δύο μπορούν να είναι και τα δύο υψηλά ή χαμηλά ταυτόχρονα. Ο Billig (1991) θεωρεί ότι τα καθημερινά θέματα (που ο καθένας από εμάς καλείται να διαχειριστεί) έχουν μια λογική τελείως διαφορετική από την «επιστημονική»: δεν ακολουθούμε λογικούς κανόνες. Έτσι, η κοινωνική σκέψη είναι πολύ πιο αμφίσημη: αντίθετες απόψεις μπορούν να διατυπωθούν με ίση ευλογοφάνεια (βλέπε επίσης Perelman 1979). Κατ αυτόν τον τρόπο, μια πρόταση μπορεί να είναι για έναν κοινό άνθρωπο τόσο ελκυστική και εύλογη όσο και η αντί-πρόταση της. Σε ένα γνωστικό επίπεδο, μια γνωστική δομή/μηχανισμός ρυθμίζει την συγκρουσιακή συνύπαρξή 46 τους (Katerelos ). 46 Εντούτοις, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτό το σημείο υπήρξε η βάση της κύριας αντίρρησης απέναντι στο μοντέλο: για παράδειγμα, κατά την επίσκεψη μου στο UCLA (2008) όπου παρουσιάστηκε το μοντέλο, χρησιμοποίησα την αντίθεση μεταξύ Republicans και Democrats για να προσδιορίσω την γνωστική ασυμφωνία που παράγεται. Όμως, εκκινώντας από τον μηχανισμό αυτό θα μπορούσε να είχε νόημα (με την έννοια της διαχείρισης γνωστικών ενδο-ατομικών συγκρούσεων) αλλά, εάν δούμε τα αποτελέσματα του HESIOD, ένα άτομο (δράστης) μπορεί να είναι τόσο υπέρ των Republicans όσο και των Democrats. Η (ίσως εύκολη) λύση θα ήταν να πούμε ότι «έτσι είναι η κοινωνική σκέψη» και το προσπάθησα αλλά, φυσικά, δεν έγινε αποδεκτή η απάντηση μου (το ίδιο είχε επαναληφθεί στο Amsterdam σε συνέδριο και στο Koblenz επίσης σε συνέδριο). Στην συνέχεια, και μετά από δύο χρόνια, σκέφθηκα το εξής: εάν δεν είναι δύο συγκρουσιακές γνώσεις αλλά μια γνώση και κάτι άλλο, τι θα μπορούσε να είναι αυτό; Μελετώντας άλλα θεωρητικά σημεία πρόσφατα έπεσε το μάτι μου στο κλασσικό άρθρο του Zajonc (1980): αυτό που θέτει το ερώτημα εάν το γνωστικό πρωτεύει επί του συναισθήματος ή το συναίσθημα πρωτεύει επί του γνωστικού. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα πολύ καλύτερο παράδειγμα (πολύ πιο αποδεκτό τουλάχιστον): σε κάθε επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας ομάδας, πέραν των πληροφοριών, επικοινωνούμε και συναίσθημα. Πιθανώς χρησιμοποιείται άλλη γλώσσα (ίσως η γλώσσα των εκφράσεων του προσώπου και του σώματος), άλλη δομή επικοινωνίας (άλλο δίκτυο), με άλλους «συναισθηματικούς» leaders αλλά με τα ίδια πρόσωπα! Άρα λοιπόν, σε ένα κοινωνικό θέμα, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να διαχειρίζονται κοινωνικά και να επικοινωνούν ταυτόχρονα πληροφορία γνωστικής υφής αλλά και πληροφορία συναισθηματικής υφής: μπορεί να πείθομαι περισσότερο από μια άποψη παρ όλο που με γεμίζει με αρνητικό συναίσθημα! Σίγουρα θα χρειαστώ μια εξισορρόπηση Θα χρησιμοποιήσω αυτό το παράδειγμα από δω και πέρα. 47 Κατά την Διδακτορική διατριβή είχα αντιμετωπίσει ανάλογο «λογικό» πρόβλημα: οι δάσκαλοι που δίδασκαν σε πολύ υποβαθμισμένες αστικές ζώνες δήλωναν ότι πίστευαν στην νέα ελεύθερη παιδαγωγική αλλά, στις καταστάσεις που βρίσκονταν, εφάρμοζαν την παραδοσιακή αυστηρή παιδαγωγική. Έτσι, εμφανίζονταν άλλα να πιστεύουν και

20 Εφόσον λοιπόν ο δράστης μας είναι υποχρεωμένος να ρυθμίσει αυτή τη σύγκρουση, θα έπρεπε να προσδιορίσουμε ένα ρυθμιστικό μηχανισμό με αλγοριθμικούς όρους. Υποθέτουμε αρχικά ότι ο δράστης 48 εξετάζει το μέγεθος (σε απόλυτη τιμή) της αλλαγής που υπέστη κοινωνικά και στις δύο διαστάσεις: ', = ),, '*, = * ), *, Στην συνέχεια, εστιάζει στην διάσταση που υπέστη την μεγαλύτερη αλλαγή (Focus on Maximal Change, FMC) και αποφασίζει να δεχθεί την κοινωνική επιρροή που δέχθηκε σε αυτήν την διάσταση αλλάζοντας έτσι την θέση του. Στην άλλη διάσταση (αυτή που υπέστη την μικρότερη αλλαγή), απορρίπτει εντελώς την οποιαδήποτε κοινωνική αλλαγή υπέστη και, για να ισορροπήσει, αφαιρεί την αλλαγή που υπέστη στην διάσταση με την μεγαλύτερη αλλαγή. Βέβαια, με αυτό τον τρόπο, ο δράστης επιζητά να αποκαταστήσει την εσωτερική (ενδο-δραστική) του ισορροπία. Όμως, είναι προφανές ότι για όλες τις περιπτώσεις ή μάλλον όλα τα άτομα (δράστες) δεν λύνουν την ασυμφωνία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: ακριβώς όσο άλλαξα στο ένα αφαιρώ από το άλλο (χρησιμοποιούν μια αναλογία 1:1, η ίδια αλλαγή που προήλθε στην μια διάσταση, χρησιμοποιείται για να «ρυθμιστεί» η άλλη διάσταση). Μερικοί δράστες μπορεί να αφαιρούν περισσότερο (είναι μάλλον «υπερβολικοί» στις εσωτερικές αντιδράσεις τους) ενώ άλλοι λιγότερο (ίσως είναι λίγο-πολύ «απαθείς» στις εσωτερικές αντιδράσεις τους). Έτσι, για να γενικεύσουμε, χρησιμοποιούμε τον συντελεστή & 49: όταν & =1, τότε «διορθώνουμε» την ασυμφωνία μας με μια αναλογία 1:1, εάν & =1.5 τότε «διορθώνουμε» την ασυμφωνία μας με μια αναλογία 1:1.5 δηλαδή αφαιρούμε από την διάσταση που υπέστη την μικρότερη αλλαγή όχι τόσο όσο είχαμε αλλαγή στην διάσταση με την μεγαλύτερη αλλαγή αλλά, τόσο και άλλο μισό (1.5 φορά). Εάν, & =0.5 τότε «διορθώνουμε» την ασυμφωνία μας με μια αναλογία 1:0.5 δηλαδή αφαιρούμε από την διάσταση που υπέστη την μικρότερη αλλαγή όχι τόσο όσο είχαμε αλλαγή στην διάσταση με την μεγαλύτερη αλλαγή αλλά, μόλις το μισό (0.5 φορά) 50. Ήτοι: /', >'*, 1, =, & *, =* ), ',.& /'*, >', 1 *, =*, &, = ), '*,.& άλλα να κάνουν και όλο αυτό χωρίς κάποια γνωστική δυσαρέσκεια. Τότε είχαμε αποδώσει τον όρο «προϋποθετικότητα» στο φαινόμενο αυτό και είχαμε προσδιορίσει κάποια γνωστικά σχήματα ως «προϋποθετικά» (conditional). 48 Υποθέτουμε ότι κοντοστέκεται και σκέφτεται. 49 Από το Ελληνικό γράμμα Ψ για «ψυχολογικός», «ενδο-ατομικός». Δεν θα συζητήσουμε εδώ τον συμβολισμό που χρησιμοποιήθηκε αν και υπάρχουν πολλά που έχουν ειπωθεί και, προφανώς, θα ειπωθούν Απλά μου άρεσε. 50 Εδώ υποθέτουμε ότι οι δύο διαστάσεις είναι συγκρουσιακές, αντιθετικές κτλ. Άρα, ο κάθε δράστης αφαιρεί! Εάν όμως οι δύο διαστάσεις είναι ομόρροπες, σύμφωνες ή «πάνε μαζί» (Flament 1987); Καμία αλλαγή δεν παρατηρείται στα δυναμικά χαρακτηριστικά του μοντέλου εάν το & είναι αρνητικό: αντί να αφαιρέσει, προσθέτει. Αυτό σημαίνει ότι η μια διάσταση μπορεί να «τραβάει» την άλλη σε όλο και μεγαλύτερες αλλαγές.

21 Έτσι, ας υποθέσουμε 51 ότι ένας δράστης, μέσω κοινωνικής αλληλεπίδρασης, μετακινείται στην διάσταση Α (γνωστικά, υπέρ της άποψης «Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει σε βασικά θέματα») και στην διάσταση Β (συναισθηματικά, υπέρ ενός αρνητικού συναισθήματος αβεβαιότητας, φόβου, άγχους το οποίο επίσης μου το μετέδωσαν-επικοινώνησαν οι ίδιοι άνθρωποι 52 ). Σύμφωνα με το μοντέλο, εάν ο δράστης αυτός επηρεάστηκε πιο πολύ στην διάσταση Β (συναισθηματικά), τότε θα «πετάξει» όλη την επιρροή που δέχθηκε στην διάσταση Α (γνωστικά) ως μη γεννωμένη, και θα της αφαιρέσει τόσο όσο ήταν η αλλαγή που υπέστη στην διάσταση Β (εάν & =1)! Έτσι, ο συγκεκριμένος δράστης ενώ είχε επηρεαστεί υπέρ της διάστασης Α («να γίνουν αλλαγές»), επειδή υπέστη ισχυρότερη επιρροή στην διάσταση Β (γιγαντώθηκε το «αρνητικό συναίσθημα»), βρέθηκε τελικά να συμφωνεί λιγότερο (απ ότι πριν ακόμη εισέλθει στην κοινωνική διαπραγμάτευση) με την διάσταση Α. Το αντίθετο θα μπορούσε να συμβεί εάν είχε υποστεί μεγαλύτερη αλλαγή στην διάσταση Α (γνωστικά), τότε θα ανέδιδε ίσως την εικόνα του «ανάλγητου», «τεχνοκράτη» κτλ. Όμως, τελικά, απλώς θα είχε υποστεί μεγαλύτερη επιρροή στη διάσταση Α (γνωστικά)! Μέσω αυτής της (απλοποιημένης) διαδικασίας, οι δράστες μας επιδιώκουν να αποκαταστήσουν την ενδο-ατομική τους ισορροπία. Είναι ξεκάθαρο ότι προσδιορίζουμε την δυναμική του συστήματος σαν μια συνεχή «κίνηση»: ο κάθε δράστης λαμβάνει υπόψη του μόνον τις αλλαγές που προκλήθηκαν μέσω κοινωνικής αλληλεπίδρασης 53. Έτσι, ο δράστης αποκτά μια «όραση ρινόκερου» 54 : έχει «συνείδηση» μόνον των αλλαγών που έγιναν και όχι των ίδιων των τιμών οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως τα στατικά προϊόντα αυτής της διεργασίας. Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να πούμε ότι αυτές οι στατικές τιμές δεν παραμένουν «στατικές» για πολύ: το μοντέλο είναι ουσιαστικά εστιασμένο στην δυναμική. Η τοπολογία της επικοινωνίας: τα κοινωνικά δίκτυα Ουσιαστικά η μελέτη των κοινωνικών δικτύων μεταθέτει την προσοχή από τα ατομικά χαρακτηριστικά, στα δομικά χαρακτηριστικά του κοινωνικού δικτύου που περιβάλει και συμπεριλαμβάνει το άτομο: θεωρείται ότι η ανάλυση / ερμηνεία της συλλογικής δομής ξεπερνά σε επεξηγηματική ισχύ τις ερμηνείες που εστιάζονται στη ατομικότητα. Μια από τις πρώτες έρευνες που ανέδειξαν σε παγκόσμιο επίπεδο την μελέτη των κοινωνικών δικτύων είναι η έρευνα του ψυχίατρου Jacob L. Moreno όταν προσπάθησε να μελετήσει μια πρωτόγνωρη επιδημία από αποδράσεις νεαρών κοριτσιών στο New York State Training School for Girls στο Hudson, New York (βλέπε Εικόνα 5, Moreno 1934). 51 Επίκαιρο παράδειγμα για την Ελλάδα του 2012, με σκοπό την πρόκληση ενδιαφέροντος του αναγνώστη 52 Το πιο καλό παράδειγμα σε αυτή την περίπτωση είναι ένας τυπικός παρουσιαστής ειδήσεων: από την μία λέει ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν ενώ από την άλλη αναφέρεται στην «εξαθλίωση», τον «απερίγραπτο πόνο» και την «αβεβαιότητα» που προκαλεί «μαζική κατάθλιψη»(????)! 53 Και όχι τις αρχικές του τοποθετήσεις. 54 Ο ρινόκερος δεν έχει καθόλου καλή στατική όραση, άλλωστε είναι υπερβολικά μύωπας. Εντούτοις, μπορεί να διακρίνει με ευκολία την οποιαδήποτε κίνηση στο οπτικό πεδίο του (Katerelos & Koulouris 2004a).

22 Εικόνα 5: Το κοινωνικό δίκτυο του κοιτώνα 4 στο New York State Training School for Girls στο Hudson, New York (Moreno 1934, αναπαραγωγή από Forsyth & Katz 1946) Ο Moreno υπέδειξε ότι ο λόγος αυτού του κύματος αποδράσεων δεν έγκειται τόσο στα ατομικά χαρακτηριστικά που υπήρχαν στις προσωπικότητες των κοριτσιών αλλά πολύ περισσότερο, στις θέσεις των κοριτσιών σε κάποιο «υποβόσκον» κοινωνικό δίκτυο σχέσεων. Xαρτογράφησε τις σχέσεις των κοριτσιών χρησιμοποιώντας μια νέα προσέγγιση: την κοινωνιομετρία. Οι συνδέσεις (οι σχέσεις) μεταξύ των κοριτσιών έμοιαζαν να διοχετεύουν κοινωνική επιρροή και κάποιες (ριψοκίνδυνες) ιδέες ανάμεσα τους. Η νέα και πρωτοπόρα αυτή ιδέα, γρήγορα μεταφέρθηκε στους κόλπους της κοινωνικής ψυχολογίας: κατά τον Borgatti et al., αυτό επετεύχθη διότι η θεωρία κοινωνικών δικτύων δίνει μια σαφή απάντηση στην ερώτηση που απασχολεί όλους τους κοινωνικούς φιλόσοφους από την εποχή του Πλάτωνα δηλαδή το πρόβλημα της κοινωνικής τάξης. Πώς γίνεται καθ όλα αυτόνομοι δράστες (άνθρωποι) να μπορούν να συνδυάζονται έτσι ώστε να δημιουργούν μακρόβιες και λειτουργικές κοινωνίες (Borgatti et al. 2009). Τα δίκτυα σχέσεων (κοινωνικά δίκτυα) κέρδισαν έτσι το ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημόνων από πολύ νωρίς. Ο Asch δηλώνει: «Οι επιδράσεις που βρέθηκαν δεν είναι το αποτέλεσμα της πρόσθεσης των επιρροών που προέρχονται από κάθε μέλος της ομάδας. Είναι αναγκαίο να αντιληφθούμε τα αποτελέσματα ως διασχετικά καθορισμένα» 55 (στο Guetzkow 1951 p.186 από French 1956). Εντούτοις, το ενδιαφέρον σχετικά με την ανάλυση των κοινωνικών δικτύων παρουσιάζει μια «κάμψη» 56 την δεκαετία του 60 μέχρι την πλήρη αναζωογόνηση του, λίγο πριν το 1970 με την παρουσίαση της έρευνας του Stanley Milgram (1967). Ο Milgram έστειλε σε τυχαία επιλεγμένους κατοίκους (σύνολο 296) της Nebraska και του Kansas ένα γράμμα όπου ζητούσε από τον καθένα 55 "The effects obtained are not the result of a summation of influences proceeding from each member of the group; It is necessary to conceive the results as being relationally determined" 56 Πολύ περισσότερο έφυγε από το προσκήνιο (τη «μόδα») παρά έπαυσε η επιστημονική παραγωγή που αφορούσε τα κοινωνικά δίκτυα.

23 τους να «προχωρήσουν» το γράμμα σε ένα χρηματιστή φίλο του στη Βοστώνη. Όμως, δεν τους έδινε την διεύθυνση του. Έτσι, τους παρακάλεσε να στείλουν το γράμμα σε κάποιον με τον οποίο έχουν προσωπική σχέση («μιλούν μεταξύ τους στον ενικό») και ο οποίος, όπως πιστεύουν, είναι πιο κοντά «κοινωνικά» στο πρόσωπο στόχος. Το καταπληκτικό ήταν το πόσο γρήγορα έφθασαν τα γράμματα και το ότι δεν χρειάστηκαν εκατοντάδες ταχυδρομικές αποστολές αλλά μόνον περίπου έξι 57 Το αποτέλεσμα κατέπληξε πραγματικά τους πάντες δεδομένου ότι, στις ΗΠΑ ζουν εκατομμύρια άνθρωποι και, η Nebraska και το Kansas φαίνονται να είναι πάρα πολύ μακριά από έναν χρηματιστή στη Βοστώνη 58,59. Αυτή η έρευνα, μετά από τη δημοσιότητα που κέρδισε, οδήγησε άμεσα σε (εκλαϊκευμένα) αλλά πολύ επιτυχημένα σχόλια: όλοι οι άνθρωποι είμαστε πλέον ένα μέρος ενός γιγάντιου δικτύου όπου ο καθένας μας έχει τον ρόλο του και, τελικά, δεν είμαστε τόσο μακριά ο ένας από τον άλλο. Φυσικά, αυτά το 1970 όταν δεν υπήρχε η σημερινή τεχνολογία: σήμερα, η διάσημη πρόταση των «έξι βαθμών διαχωρισμού 60» είναι μάλλον απηρχαιωμένη, ο κόσμος έχει μικρύνει ακόμη περισσότερο. Σε έρευνα της ομάδας του Facebook 61, το 2008 αυτή η απόσταση ήταν 5.28 ενδιάμεσους ενώ το 2011 ήταν 4.74 Απ ότι φαίνεται, ο κόσμος όσο πάει, γίνεται όλο και πιο μικρός. Πως γίνεται όμως κάτι τέτοιο; Πως εξηγείται ότι χρειάζονται τόσους λίγους ενδιάμεσους για να επικοινωνεί ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος με έναν άλλον στο «παγκόσμιο» δίκτυο; Περίπου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 90, η κύρια ερευνητική υπόθεση σχετικά με την δομή των κοινωνικών δικτύων, ήταν η τυχαιότητα: το μοντέλο ER (Erdős & Rényi 1959, 1960). Η καλύτερη απάντηση επί της εποχής, στην επιφαινόμενη πολυπλοκότητα ήταν η κατασκευή τυχαίων δικτύων και η μελέτη τους έτσι ώστε να διατυπωθούν κάποιες κανονικότητες που θα μπορούσαν να «μεταφερθούν» στα πραγματικά δεδομένα. Εντούτοις, οι Watts & Strogatz (1998) προτείνουν ότι η λογική κατασκευής ενός κοινωνικού δικτύου, ενός «μικρού κόσμου», δεν μπορεί να αφορά την τυχαιότητα: με δεδομένη την χαμηλή πυκνότητα των πραγματικών δικτύων, ένα τυχαίο δίκτυο σαν αυτά που παράγει το μοντέλο ER, θα είχε πολύ μεγαλύτερη μέση απόσταση από αυτή που εμφανίζεται στα πραγματικά κοινωνικά δίκτυα. Επίσης, τα κοινωνικά δίκτυα παρουσιάζουν την τάση να δημιουργούν κλίκες (cliques) δηλαδή ομάδες κόμβων που έχουν ισχυρούς δεσμούς μεταξύ τους και επικοινωνούν όλοι με όλους. Όταν δε κάποιος εξετάσει την κατανομή των ενώσεων στους κόμβους, βλέπει ότι η κατανομή αυτή είναι κάπως «ανώμαλη»: ενώ στα τυχαία κοινωνικά δίκτυα, όλοι οι κόμβοι τείνουν να έχουν περίπου τον ίδιο αριθμό ενώσεων, στα πραγματικά κοινωνικά δίκτυα όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί ακολουθούν μια τελείως διαφορετική λογική. Σε αυτά, μοιάζει λίγοι κόμβοι να έχουν 57 Για την ακρίβεια 5.2 ενδιάμεσους κατά μέσο όρο 58 Εκείνη την εποχή, η απόσταση αυτή φαινόταν λες και είναι από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη 59 Όμως θα πρέπει να θίξουμε ότι ένα συντριπτικό ποσοστό των γραμμάτων που στάλθηκαν δεν έφθασαν ποτέ στον προορισμό τους (Buchanan 2003). Επίσης, όταν λέμε «όλοι» εννοούμε «όλοι»; Μάλλον όχι διότι υπάρχουν ακόμα και τώρα, άνθρωποι οι οποίοι ζουν σε πλήρη απομόνωση (κριτική ως προς μια μάλλον ακραία ανάλυση της αρχικής υπόθεσης). 60 Six degrees of separation 61 Σε έναν πληθυσμό 721 εκατομμυρίων ενεργών χρηστών του Facebook και 69 δισεκατομμυρίων ενώσεων («φιλία»). Περίπου το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού! Πρόσβαση στις 5/3/2012 στο

24 πολλές ενώσεις ενώ οι συντριπτικά περισσότεροι κόμβοι να έχουν ελάχιστες ενώσεις. Τελικά, τα πραγματικά κοινωνικά δίκτυα μοιάζουν να έχουν μια τελείως «ανήθικη» 62 ανισοκατανομή των ενώσεων: πολύ λίγοι κόμβοι έχουν πάρα πολλές συνδέσεις ενώ πάρα πολλοί κόμβοι έχουν πολύ λίγες συνδέσεις 63. Οι κόμβοι που έχουν τις πολλές ενώσεις ονομάζονται hubs και, ουσιαστικά, αυτοί είναι που «κονταίνουν» τις αποστάσεις μεταξύ δύο τυχαίων κόμβων: μέσω αυτών που έχουν πολλές γνωριμίες μπορούμε να προσεγγίσουμε ο ένας τον άλλον πολύ πιο αποτελεσματικά από το να περιμένουμε να συναντηθούμε κατά τύχη. Τα δίκτυα όπου εμφανίζεται αυτή η κατανομή ονομάζονται από τους Albert & Barabasi (1999) ως δίκτυα ελεύθερης κλίμακας (scalefree networks). Οι διαπιστώσεις αυτές θέτουν κάποια ζητήματα: α/ πως δημιουργείται ένα τέτοιο δίκτυο (και το κριτήριο δημιουργίας δεν μπορεί να είναι η τυχαιότητα) και β/ πως εξελίσσεται (μεταβάλλεται) ένα τέτοιο δίκτυο στο χρόνο κρατώντας βέβαια τις ιδιότητες του σταθερές. Οι Albert & Barabasi (1999) προτείνουν έναν αλγόριθμο όπου πριμοδοτείται η ανάπτυξη (=δημιουργία / growth) ενός τέτοιου δικτύου: τον κανόνα της σύνδεσης κατά προτίμηση (preferential attachment). Με λίγα λόγια, αυτός ο κανόνας είναι: οι κόμβοι προτιμούν να συνδεθούν (δηλαδή να συνάψουν σχέση) με κόμβους που έχουν ήδη πολλές συνδέσεις (Barabasi 2003). Άρα, κατά κάποιο τρόπο, ακολουθείται ο κανόνας του «τα λεφτά πάνε στα λεφτά» και ο αυτός που έχει πολλές συνδέσεις αποκτά κι άλλες ενώ, αυτός που έχει λίγες συνδέσεις δεν τον προτιμά κανένας 64. Σχετικά με το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται, αυτό της εξέλιξης, το πρόβλημα τέθηκε ως εξής: άπαξ και ένα δίκτυο έχει δημιουργηθεί, αν αρχίσουν να «εξαφανίζονται» κόμβοι, τότε τι θα συμβεί στο δίκτυο 65 ; Πιο συγκεκριμένα, ποιο είναι το κόστος του κάθε κόμβου εάν εξαφανιστεί και πόσοι κόμβοι πρέπει να εξαφανιστούν για να «κλονιστεί» αμετάκλητα το δίκτυο. Δύο απαντήσεις μπορεί να υπάρχουν οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από τον τρόπο που αφαιρούνται οι κόμβοι: το δίκτυο δέχεται τυχαίες επιθέσεις (δηλαδή αφαιρούνται κόμβοι επιλεγμένοι τυχαία) ή το δίκτυο δέχεται στοχευμένες επιθέσεις (δηλαδή αφαιρούνται επιλεγμένοι κόμβοι με συγκεκριμένα κριτήρια); Οι Cohen et al. (2000, 2001) αλλά και οι Callaway et al. (2001) επισημαίνουν ότι όσον αφορά τα δίκτυα «μικρού κόσμου» ή «ελεύθερα κλίμακας», οι τυχαίες επιθέσεις μάλλον έχουν μικρή πιθανότητα να προκαλέσουν σοβαρή ζημία. Ούτως ή άλλως, λίγοι κόμβοι έχουν ιδιαίτερη σημασία και για να τους πετύχεις με την τύχη, είναι μάλλον απίθανο! Απεναντίας, αυτά τα δίκτυα είναι πολύ ευαίσθητα στις στοχευμένες επιθέσεις: εάν αφαιρεθεί ένας κόμβος με ιδιαίτερη σημασία, δημιουργείται μεγάλο κενό που έχει μεγάλες συνέπειες στο συνολικό δίκτυο. Αντίθετα, τα τυχαία δίκτυα είναι πολύ ευαίσθητα στις τυχαίες επιθέσεις ενώ μια στοχευμένη επίθεση είναι μάλλον ανόητη: όλοι οι κόμβοι έχουν περίπου τις ίδιες συνδέσεις. Επομένως, στα δίκτυα «μικρού κόσμου» πρέπει κάποιος να κάνει στοχευμένες επιθέσεις και στα τυχαία δίκτυα κάποιος πρέπει να κάνει τυχαίες επιθέσεις Με την προϋπόθεση βέβαια, ότι θέλει να τα καταστρέψει! 62 Μια «ηθική» που διαφύλασσαν τα τυχαία δίκτυα αλλά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα! 63 Η κατανομή ακολουθεί τον νόμο του Zipf (Zipf s law): είναι μια εκθετική κατανομή (power law distribution). 64 Σε προσομοίωση μπορούμε να δούμε την δημιουργία του ελεύθερου κλίμακας δικτύου στο (δωρεάν) λογισμικό προσομοιώσεων Netlogo στο 65 Το φαινόμενο αποκαλείται «διήθηση» (percolation effect) και αναφέρεται σε ένα υλικό όταν αυτό γίνεται σαθρό και σπάει Στα δίκτυα, σημαίνει ότι αποκτά «τρύπες» που το «σπάνε» σε μικρότερα κομμάτια χάνοντας έτσι την συνδεσιμότητα (connectedness) του.

25 Εντούτοις, η έννοια της δυναμικής που χρησιμοποιούν διαφέρει σημαντικά από αυτή που χρησιμοποιούμε εμείς: τόσο οι συγγραφείς των τυχαίων δικτύων όσο οι συγγραφείς των δικτύων «μικρών κόσμων» αντιλαμβάνονται την δυναμική ως περιορισμένη στο ίδιο το δίκτυο (απαλλαγμένη από οποιαδήποτε αναφορά στους δράστες) 66. Στα επόμενα κεφάλαια, θα αναζητηθούν τρόποι να περιγραφεί η δυναμική ενός δικτύου χωρίς να εξαφανίζουμε δράστες (κόμβους) 67. Μετρήσεις επί των κοινωνικών δικτύων Στα δίκτυα εφαρμόζονται κάποιες μετρήσεις οι οποίες αναφέρονται σε περιγραφικές δομικές ιδιότητες του δικτύου. Ο μέσος βαθμός (Average Degree) Είναι ίσως ο πιο απλός δείκτης: ποιος είναι ο μέσος όρος συνδέσεων που έχει ο κάθε κόμβος στο δίκτυο; Η κεντρική υπόθεση (ίσως κάπως χονδροειδής) είναι ότι όσο πιο μεγάλος είναι αυτός ο μέσος όρος τόσο πιο «συνδεδεμένοι» είναι οι κόμβοι και τόσο πιο πυκνό είναι το δίκτυο (βλέπε επόμενη μέτρηση «πυκνότητα»). Διάμετρος (Diameter) Η διάμετρος είναι η μέγιστη απόσταση που μπορεί να παρατηρηθεί σε ένα δίκτυο. Η απόσταση ορίζεται σαν τον αριθμό των ενδιάμεσων που χρειάζεται για να φθάσουμε από τον έναν κόμβο στον άλλον. Έτσι, ο κάθε κόμβος με τον εαυτό του έχει απόσταση μηδέν, δύο κόμβοι που επικοινωνούν απευθείας μεταξύ τους έχουν απόσταση ένα, δύο κόμβοι που επικοινωνούν μέσω ενός τρίτου έχουν απόσταση δύο κοκ. Γράφημα 2: Ένα δίκτυο μεταξύ τεσσάρων κόμβων. Αυτή η απόσταση ονομάζεται γεωδαιτική απόσταση (geodesic distance). Η μέγιστη γεωδαιτική απόσταση ανάμεσα σε δύο οποιαδήποτε κόμβους είναι η διάμετρος του δικτύου. Όσο πιο 66 Αυτή η «τερατώδης και απότομη» δημοσιότητα των δικτύων «μικρών κόσμων» κατακρίθηκε ιδιαίτερα από κάποιους ερευνητές ως κενή υποκειμένου (=άνθρωπος) εφόσον αναπτύχθηκε κυρίως από φυσικούς: «-παρ όλη την σχεδόν μανιακή εστίαση τους στο πρόβλημα του μικρού κόσμου, μετέτρεψαν τελικά τη δουλειά τους σε ρουτίνα και ανέμπνευστη» (Wasserman et al. 2005, p.2). 67 Οι ιδιότητες καταστροφής κάποιου δικτύου αναδείχθηκαν ιδιαίτερα μετά την 9/11 με άμεσο στόχο τις δομές των τρομοκρατικών δικτύων. Βλέπε για παράδειγμα Krebs 2002 ή ακόμα, ένα ολόκληρο τεύχος της επιθεώρησης Connections 24(3) του 2001.

26 μεγάλη είναι η διάμετρος τόσο πιο «απλωμένο» θα μπορούσε να εννοηθεί 68 το δίκτυο (δηλαδή, ότι η μέγιστη γεωδαιτική απόσταση θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν «άξονας τεντώματος» του δικτύου). Στην Γράφημα 2, η διάμετρος ισούται με 2 διότι η μέγιστη γεωδαιτική απόσταση που παρατηρείται είναι 2 (πχ. μεταξύ n1 και n2 όπου παρεμβάλλεται ο n0). Πυκνότητα (Density) Για κάθε δίκτυο N κόμβων ο μέγιστος αριθμός ενώσεων είναι ΝxΝ=Ν 2. Από αυτόν τον αριθμό πρέπει να αφαιρέσουμε την διαγώνιο Ν διότι τυπικά ο κάθε κόμβος συνδέεται με τον εαυτό του 69 : άρα, ο αριθμός συνδέσεων που μπορούν να υπάρχουν είναι Ν 2 -Ν. Πόσοι όμως υπάρχουν; Ο λόγος μεταξύ αυτών που υπάρχουν και αυτών που θα μπορούσαν να υπήρχαν (εάν το δίκτυο ήταν πλήρες) είναι η πυκνότητα του δικτύου. Το πλήρες δίκτυο έχει έτσι πυκνότητα 1(ένα): την μέγιστη πυκνότητα. Μέσος συντελεστής Συσπείρωσης (Average Cluster Coefficient) Ο μέσος όρος των τοπικών συντελεστών συσπείρωσης (βλέπε επόμενη παράγραφο). Μέσο μήκος μονοπατιού (Average Path Length) Ο μέσος όρος των ελάχιστων γεωδαιτικών αποστάσεων (μονοπατιών) μεταξύ όλων των κόμβων. Οι δείκτες κεντρικότητας Σε μια οπτική κοινωνικής δομής, τα κοινωνικά δίκτυα αναφέρουν ιδιότητες των στοιχείων στη δομή. Η κεντρικότητα και συντελεστής Συσπείρωσης, η θέση ορισμένων κόμβων στο δίκτυο θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερη σημασία: κατ αρχάς, ένας κόμβος (=δράστης) εφόσον έχει πολλές συνδέσεις με άλλους κόμβους (δράστες) έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να λαμβάνει περισσότερο από αυτό που υποτίθεται ότι διακινείται στο δίκτυο: πληροφορία, χρήμα, εξουσία, παρενόχληση, συναίσθημα (όπως για παράδειγμα, φιλία ή αγάπη), αρρώστια ή οτιδήποτε άλλο. Η ίδια η ιδέα της κεντρικότητας, όπως τουλάχιστον εφαρμόζεται στις κοινωνικές επιστήμες, εισάγεται από τον Bavelas το 1948 όταν εργαζόταν στο Group Networks Laboratory, MIT (Freeman 1978). Είτε ο ίδιος ο Bavelas (1948, 1950) είτε υπό την διεύθυνση του, ξεκίνησε μια συστηματική μελέτη της υποθετικά σημαντικής σχέσης μεταξύ δομικής κεντρικότητας και επιρροής που ασκείται στις ομαδικές διεργασίες. Στη συνέχεια, οι εργασίες του Claude Flament 70 (1956, 1960, 1963, 1965) έδειξαν ότι η δομική σημαντικότητα εξαρτάται τόσο από το τυπικό 68 Εάν τοποθετούσαμε το δίκτυο σύμφωνα με την μέγιστη γεωδαιτική απόσταση θα είχαμε ακριβώς τη διάμετρο: Ας πούμε ότι μεταξύ του Α και Β έχουμε την μέγιστη γεωδαιτική απόσταση. Τότε εάν τεντώναμε το δίκτυο σε αυτήν την ευθεία, όλα οι άλλοι κόμβοι θα «κρέμονταν» από το πλάι 69 Ειδικά για το μοντέλο HESIOD, η τιμή της απόστασης του κάθε δράστη με τον εαυτό του πρέπει να είναι τουλάχιστον 1 έτσι ώστε να λειτουργήσει ο «εσωτερικός διάλογος» που επιβάλει το Ψ! Εντούτοις, θα μπορούσε να παίξει και έναν άλλον ρόλο: εφόσον η σημείο συναίνεσης περιλαμβάνει και την δική του τιμή, τότε θα μπορούσε να διαφέρει από το 1 και να δίνει άλλο βάρος στην δική του γνώμη (=τιμή) σε σχέση με τις γνώμες (=τιμές) των άλλων. Έτσι, κάποιος που είχε Απόσταση 5 από τον εαυτό του, θα μπορούσε να σημαίνει ότι είναι πολύ «ξεροκέφαλος» και υπολογίζει την γνώμη του σαν πέντε άτομα Ούτως ή άλλως, η διαγώνιος του πίνακα γεωδαιτικών αποστάσεων είναι πλήρως αδιάφορη για τους ερευνητές που ασχολούνται με τα κοινωνικά δίκτυα και συνήθως «γεμίζεται» με μηδέν! 70 Ο διευθυντής του διδακτορικού μας στην Aix-en-Provence και, φυσικά, αυτός που μας μύησε στην θεωρία των γράφων (κοινωνικών δικτύων) πολλά χρόνια πριν από το Facebook και το Twitter που τα έκαναν εκλαϊκευμένη μόδα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, κανείς δεν μιλούσε γι αυτά: υπήρχε μάλιστα κάποια «εχθρότητα» απέναντι τους λόγω του μαθηματικού φορμαλισμού στον οποίο ο μέσος Γάλλος κοινωνικός επιστήμονας δεν είχε καμία οικειότητα.

27 δίκτυο (θα μπορούσε κάποιος να το ονομάσει «οργανόγραμμα») όσο και από το άτυπο (το δίκτυο των θετικών αλλά και των αρνητικών σχέσεων που υπάρχουν συνήθως μεταξύ των ανθρώπων, με όρους όπως «μου αρέσει» ή «δεν μου αρέσει»): εάν κάποιος μελετούσε μόνον το ένα από τα δύο, θα έχανε σημαντικό μέρος της πληροφορίας. Ουσιαστικά, η δυναμική των ομάδων εξαρτάται πολύ περισσότερο από έναν συγκερασμό των δύο δικτύων παρά από το κάθε δίκτυο ξεχωριστά Οι μετρήσεις κεντρικότητας που χρησιμοποιούνται συχνότερα (και που χρησιμοποιούμε και εμείς σε επόμενο κεφάλαιο) είναι οι εξής (βλέπε Boccaletti et al. 2006): Η κεντρικότητα βαθμού ή συνδεσιμότητα (Degree Centrality / Connectivity) Ο βαθμός εκφράζει τον αριθμό των ενώσεων που έχει ένας κόμβος. Επομένως, ένας κόμβος με πολλές ενώσεις θεωρείται πιο κεντρικός από έναν άλλον με λιγότερους κόμβους 71. Η κεντρικότητα Eγγύτητας (Closeness Centrality) Σε ένα δίκτυο μπορούμε να υπολογίσουμε τον πίνακα διπλής εισόδου που περιέχει τις ελάχιστες 72 γεωδαιτικές αποστάσεις μεταξύ όλων των κόμβων. Αφού έχουμε αυτές τις αποστάσεις, μπορούμε να δούμε ποιος είναι ο κόμβος που είναι ο πιο μακρινός: δηλαδή εάν αθροίσουμε αυτές τις αποστάσεις, αυτός που έχει το μεγαλύτερο άθροισμα «απέχει» περισσότερο από τους άλλους δράστες. Το ανάστροφο μέγεθος αυτής της «μακρινότητας» (Farness), είναι η εγγύτητα: ο πιο κεντρικός κόμβος με το κριτήριο της εγγύτητας, είναι αυτός που έχει το μικρότερο άθροισμα αποστάσεων. Η κεντρικότητα Ενδιαμεσότητας (Betweeness Centrality) Το κριτήριο κεντρικότητας σύμφωνα με την Ενδιαμεσότητα αντανακλά την πιθανότητα ενός κόμβου να εμφανιστεί ως ενδιάμεσος σε ένα τυχαία επιλεγμένο ελάχιστο μονοπάτι ανάμεσα σε δύο άλλους κόμβους (Freeman 1977). Ο κόμβος που εμφανίζεται πιο συστηματικά στα ελάχιστα μονοπάτια μεταξύ όλων των άλλων κόμβων, είναι ο κόμβος που εμφανίζει την μέγιστη κεντρικότητα ενδιαμεσότητας: είναι ο πιο «ενδιάμεσος» από όλους. Η Ιδιοδιανυσματική Kεντρικότητα (Eigenvector Centrality) Η Ιδιοδιανυσματική κεντρικότητα είναι η μέτρηση της επιρροής ενός κόμβου στο δίκτυο (Bonacich 1987, 1991). Εάν υποθέσουμε ότι ο κάθε κόμβος στο δίκτυο έχει μια σχετική τιμή (έναν δείκτη) σπουδαιότητας 73 : τότε κάθε κόμβος υψηλού δείκτη σπουδαιότητας που ενώνεται με αυτόν τον κόμβο, του «ανεβάζει» την σπουδαιότητα Με λίγα λόγια, εάν ξέρω κάποιον που έχει υψηλό στάτους, τότε ανεβαίνει και το δικό μου στάτους! Επίσης, εάν ενώνομαι με κάποιον που έχει χαμηλότερο στάτους από εμένα τότε εγώ του προσδίδω στάτους αλλά αυτός δεν προσδίδει 71 Σε κατευθυντικά (directed) δίκτυα αυτός ο δείκτης μοιράζεται σε εισερχόμενο Βαθμό (incoming degree) και σε εξερχόμενο βαθμό (outgoing degree). 72 Σε ένα δίκτυο μπορώ να επικοινωνήσω με κάποιον άλλο μέσω πολλών οδών: για παράδειγμα μπορώ να του τηλεφωνήσω απευθείας εφόσον έχω το κινητό του τηλέφωνο ή να προτιμήσω να τηλεφωνήσω σε κάποιον άλλον και αυτός σε κάποιον άλλο για να τηλεφωνήσει τελικά σε αυτόν που ήθελα εγώ να τηλεφωνήσω στην αρχή! Ο δείκτης Ενδιάμεσης κεντρικότητας και ο δείκτης κεντρικότητας εγγύτητας θα με θεωρήσουν μάλλον επικοινωνιακά «σπάταλο» και θα λάβουν υπόψη τους ότι η απόσταση μεταξύ εμού και του στόχου είναι 1. Όμως τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι! 73 Ο αλγόριθμος προβλέπει τυχαίες αρχικές αποδόσεις τιμών σπουδαιότητας στον κάθε κόμβο και μετά, αφού γίνουν οι ανταλλαγές, γίνεται παραγοντοποίηση των τιμών.

28 (ή προσδίδει πολύ λιγότερο) σε εμένα. Ο κόμβος που θα μαζέψει το περισσότερο στάτους, είναι αυτός που θα είναι και ο πιο κεντρικός (και αυτός που θα ασκεί τη μέγιστη επιρροή στο δίκτυο). Ο (τοπικός) συντελεστής Συσπείρωσης (Local Clustering Coefficient) Ο συντελεστής συσπείρωσης δεν είναι δείκτης κεντρικότητας. Καταχρηστικά τον εντάσσουμε σε αυτήν την παράγραφο εφόσον τον χρησιμοποιούμε σε επόμενο κεφάλαιο μαζί με τους δείκτες κεντρικότητας. Αρχικά, o συντελεστής αφορούσε ολόκληρο το δίκτυο 74 και εκφράζει την τάση των κόμβων που απαρτίζουν το δίκτυο να σχηματίζουν σφιχτοδεμένες ομάδες (cliques): δηλαδή να σχηματίζονται πλήρη υπό-δίκτυα μέσα στο δίκτυο (Holland & Leinhardt 1971). Το 1998, οι Watts & Strogatz (1998) παρουσίασαν τον ατομικό (ή τοπικό) συντελεστή συσπείρωσης. Η λογική είναι εξαιρετικά απλή: εάν έχουμε τρεις κόμβους Α, Β και Γ τότε εάν Α ενώνεται με τον Β και ο Β με τον Γ, ποια είναι η πιθανότητα να ενώνεται και ο Α με τον Γ; Εφόσον, συνδέονται όλες οι τριάδες που αφορούν έναν κόμβο (δηλαδή η κάθε τριάδα που συμμετέχει είναι πλήρες δίκτυο) τότε αυτός ο κόμβος έχει το μέγιστο τοπικό συντελεστή συσπείρωσης. Σε ένα πλήρες δίκτυο, όλοι οι κόμβοι συμμετέχουν σε όλες τις πιθανές τριάδες οι οποίες είναι όλες πλήρεις: όλοι οι κόμβοι έχουν τον μέγιστο τοπικό συντελεστή συσπείρωσης. Αντίθετα, σε ένα δίκτυο άστρο, επειδή κανένας δεν «επικοινωνεί» με τον διπλανό του αλλά όλοι επικοινωνούν με τον αρχηγό, ο τοπικός συντελεστής συσπείρωσης ισούται με μηδέν για όλους τους κόμβους: καμία τριάδα δεν «κλείνει» 75 Μια μικρή ανακεφαλαίωση πριν αρχίσουμε τις δοκιμές (προσομοιώσεις). Στον Πίνακας 1 μπορούμε να δούμε συγκεντρωτικά την τυπολογία της προσωπικότητας των δραστών στο μοντέλο HESIOD. Ψ<1 Ψ=1 Ψ>1 Κ<1 Ψυχολογική Υπό-αντίδραση Κοινωνική Υπό-αντίδραση Κοινωνική Υπό-αντίδραση Ψυχολογικά «ακριβής» Ψυχολογική Υπέρ-αντίδραση Κοινωνική Υπό-αντίδραση Κ=1 Ψυχολογική Υπό-αντίδραση Κοινωνικά «ακριβής» Ένα λίγο-πολύ «δυναμικά ισορροπημένο» άτομο. Ψυχολογικά «ακριβής» Κοινωνικά «ακριβής» Ψυχολογική Υπέρ-αντίδραση Κοινωνικά «ακριβής» Κ>1 Ψυχολογική Υπό-αντίδραση Κοινωνική Υπέρ-αντίδραση Κοινωνική Υπέρ-αντίδραση Ψυχολογικά «ακριβής» Ψυχολογική Υπέρ-αντίδραση Κοινωνική Υπέρ-αντίδραση Πίνακας 1: Συγκεντρωτικός πίνακας δυναμικών χαρακτηριστικών προσωπικότητας δραστών του μοντέλου HESIOD Στον Πίνακας 2 βλέπουμε συγκεντρωτικά τις παραμέτρους που καθορίζουν την δυναμική συμπεριφορά του μοντέλου HESIOD. Στην κολώνα του πίνακα «Περιγραφή» μπορούμε να δούμε τις βασικές μεθοδολογικές προδιαγραφές της εκάστοτε παραμέτρου. Η παράμετρος Κ είναι η «κοινωνιολογική» αρχή: είναι το βασικό αξίωμα μιας συλλογικής, ομαδικής, κοινωνικής συμπεριφοράς του δράστη 76. Κατ αυτήν την έννοια, ο δράστης επιχειρεί να συμφωνήσει με τους 74 Ο σφαιρικός (global) συντελεστής συσπείρωσης. 75 Βλέπε επόμενα κεφάλαια. 76 Θα μπορούσαμε να πούμε «ενστικτώδης»!

29 γύρω του, να έρθει σε ένα σημείο ισορροπίας μαζί τους. Εφόσον είναι ένα χαρακτηριστικό της ατομικότητας αναφέρεται σε μια κάτωθεν διαδικασία. Βέβαια, ο ίδιος δράστης επιχειρεί ταυτόχρονα να επιτύχει μια εσωτερική, «ψυχολογική», ισορροπία. Η παράμετρος Ψ είναι η «ψυχολογική» παράμετρος που ρυθμίζει αυτή την αποκατάσταση. Είναι επίσης μια κάτωθεν διαδικασία και είναι ένα ατομικό χαρακτηριστικό. Παράμετρος Περιγραφή Διαδικασία Όνομα Παραμέτρου Κίνητρο ως προς την κοινωνική ισορροπία Κοινωνιολογική Αρχή Μέσος όρος μέσα στο Διάστημα Εμπιστοσύνης Ατομικό χαρακτηριστικό Κάτωθεν Διαδικασία Ψυχολογική Αρχή Για κάθε επανάληψη / Για κάθε δράστη / Για την διάσταση Α και την Διάσταση Β: «Βλέπε» τις απόψεις των άλλων δραστών μέσα στο διάστημα εμπιστοσύνης και «υπολόγισε» το σημείο της κοινωνικής συναίνεσης (υπολογίζοντας και την δική σου/ ο μέσος όρος) Άλλαξε την γνώμη σου αντίστοιχα. Η παράμετρος Κ θα καθορίσει την ακριβή νέα σου θέση: με Κ=0.5 θα μετακινηθείς κατά το μισό προς το σημείο συναίνεσης, με K=1 θα μετακινηθείς ακριβώς επί του σημείου συναίνεσης και, για K=1.5 θα μετακινηθείς μιάμιση φορά προς το σημείο συναίνεσης Για κάθε επανάληψη / Για κάθε δράστη: Κ (Kappa) Υποτιθέμενο ρεαλιστικό εύρος τιμών 0<K 2 Ψ (Psi) Κίνητρο ως προς την εσωτερική ισορροπία Εστίαση στη μέγιστη αλλαγή Αποκατάσταση της εσωτερικής ισορροπίας Ατομικό Χαρακτηριστικό Κάτωθεν Διαδικασία «Δες» τις διαφορές που προκλήθηκαν μέσω της κοινωνικής διαπραγμάτευσης Βρες ποια διάσταση υπέστη την μέγιστη αλλαγή Εστίασε σε αυτήν την διάσταση Άσε αυτή την διάσταση όπως είναι.. Το Ψ θα καθορίσει την αλλαγή που θα προκαλέσεις στην άλλη διάσταση. Βήμα I: Βρες τις διαφορές (κοινωνικές μετακινήσεις) Βήμα II: Εστίασε στην μέγστη διαφορά μετά διόρθωσε (ψυχολογικές μετακινήσεις) Υποτιθέμενο ρεαλιστικό εύρος τιμών 0<Ψ 2 Κοινωνικό Δίκτυο Τι είδους δίκτυο χρησιμοποιείται; Τ (Tau) Τοπολογία Επικοινωνίας Δίκτυο επικοινωνίας Κοινωνικό χαρακτηριστικό Όλη η κοινωνική διαπραγμάτευση μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω αυτού του δικτύου: Συνδεδεμένος γράφος: κανένας δεν μένει μόνος του Τοπολογία Πλήρους Γράφου (Complete Graph Topology, CGT): μια τοπολογία βασισμένη στην Άνωθεν Διαδικασία «παγκοσμιότητα», κάθε δράστης μπορεί να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε άλλον απευθείας Τοπολογία Κυψελοειδών Αυτόματων (Cellular Automata Topology, CAT): μια τοπολογία βασισμένη στην «τοπικότητα» εφόσον κάθε δράστης επικοινωνεί μόνον με τους «γείτονες» του Άλλες τοπολογίες όπου ποικίλει τόσο η δομή όσο και ο βαθμός πληρότητας τους. Περίπου άπειρα είδη από δίκτυα. Πίνακας 2: Συγκεντρωτικός πίνακας δυναμικών παραμέτρων και διαδικασιών του μοντέλου HESIOD Ποιοτική Διαφοροποίηση Άρα, στο μοντέλο HESIOD, o δράστης κινείται μεταξύ μιας «κοινωνικής» ισορροπίας και μιας «εσωτερικής-ψυχολογικής» ισορροπίας: είναι σαν κάθε φορά που ο δράστης «κερδίζει» την κοινωνική ισορροπία, να έρχεται ο μηχανισμός της ψυχολογικής εξισορρόπησης και να τον αποσυντονίζει κοινωνικά διαφοροποιώντας τον σε μια από τις διαστάσεις που είχε κερδίσει προηγουμένως την κοινωνική ισορροπία. Βέβαια, όντας από-συντονισμένος (όπως και όλοι οι

30 άλλοι) προκύπτει πάλι ανάγκη κοινωνικού συντονισμού Πρόκειται για μια αέναη κίνηση η οποία όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, μπορεί να πάρει διάφορες δυναμικές μορφές. Ειδικές υποθέσεις, ειδικές διαδικασίες, ειδικές μετρήσεις Επειδή έχουμε επικεντρώσει πλήρως στη δυναμική εκτίμηση των πολύπλοκων κοινωνικών συστημάτων, ήταν αναγκαίο να επιλέξουμε διαφορετικά «μέτρα και σταθμά». Είναι βασικό να γνωρίζει ο αναγνώστης ότι δεν μας ενδιαφέρουν οι τελικές τιμές (δηλαδή η τελική θέση των δραστών) σαν στατικό αποτέλεσμα. Ειδικά στα μη-γραμμικά και μη-προβλέψιμα συστήματα (δηλαδή συστήματα που παρουσιάζουν κάποια μορφή χαοτικής συμπεριφοράς), η τελική θέση του συστήματος είναι απλά αδιάφορη διότι είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον χρόνο που επετεύχθη (δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση, πότε θα τερματίσουμε την προσομοίωση). Εφόσον το σύστημα είναι χαοτικό, τότε μπορεί στην επόμενη επανάληψη να άλλαζαν τα πράγματα: το σύστημα έχει πολύ σταθερή δυναμική συμπεριφορά αλλά καμία από τις «ενδιάμεσες» τελικές θέσεις δεν το αντιπροσωπεύει: είναι σε μια συνεχή κίνηση! Ουσιαστικά, όλες οι τελικές θέσεις είναι «ενδιάμεσες» διότι ειδικά σε περιπτώσεις «αγνού χάους» (pure chaos), πάντοτε θα μπορούσαμε να κάνουμε μερικές παραπάνω επαναλήψεις και να είχαμε βρει μια άλλη επίσης ενδιάμεση τελική κατάσταση. Υπήρξε περίπτωση προσομοίωσης 8 εκατομμυρίων επαναλήψεων (4½ ημέρες υπολογιστικού χρόνου, ο υπολογιστής δούλευε ασταμάτητα) όπου το σύστημα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους δεν είχε καταλήξει κάπου συγκεκριμένα Η προσομοίωση αυτή έγινε γι αυτόν ακριβώς τον λόγο: για να δούμε μήπως τελικά το σύστημα σταθεροποιείται σε βάθος χρόνου (βλέπε επαναλήψεων). Σε άλλες περιπτώσεις προσομοιώσεων, ίσως και να είναι ορθότερο να λέμε ότι ίσως ο χρόνος ζωής του υπολογιστή (που είναι περατός 77 ) τελειώνει νωρίτερα από τη πιθανή σταθεροποίηση του συστήματος: έτσι πάντοτε υπάρχει η πιθανότητα οποιοδήποτε χαοτικό σύστημα, να σταθεροποιηθεί τελικά και η κάθε μορφή παρατηρήσιμου χάους, τελικά, να είναι «εφήμερο». Απλώς δεν μπορούμε να το δούμε, ακόμα και με την χρήση υπέρ-υπολογιστές Οι αρχικές τιμές Οι αρχικές τιμές ή, όπως αλλιώς αποκαλείται, το «αρχικό προφίλ» (initial profile) είναι μια τυχαία κατανομή τιμών στο εύρος μεταξύ του 0 και του 1. Αν και η διαδικασία παραγωγής αρχικών τιμών χρησιμοποιώντας την γεννήτρια τυχαίων αριθμών που διαθέτει ο κάθε υπολογιστής, είναι μια στοχαστική διαδικασία, αυτή δεν επηρεάζει τον αιτιοκρατικό χαρακτήρα του μοντέλου: πέρα από την αρχική διαμόρφωση, ποτέ δεν επεμβαίνει κάποια τυχαιότητα σε κάποιο άλλο σημείο του επαναληπτικού αλγόριθμου. Όμως πέρα από αυτό, υπάρχουν δύο ζητήματα που θα μπορούσαν να επέμβουν δυναμικά στην συμπεριφορά του μοντέλου: 1/ ο συνολικός αριθμός των δραστών και 2/ότι η ζαριά μπορεί να μην είναι καλή. Για το πρώτο: όσο πιο πολλούς δράστες επιλέξουμε, υπό κανονικές συνθήκες, θα πρέπει να έχουν ομοιόμορφη πύκνωση κατά μήκος των διαστάσεων! Δυνητικά, πολύ λίγοι δράστες θα οδηγούσαν σε ένα πλήρη άδειασμα πολλών θέσεων στην κλίμακα άρα (ιδιαίτερα σε χαμηλά Διαστήματα Εμπιστοσύνης) θα οδηγούσαν σε μια ανυπαρξία αλληλεπίδρασης. Οι Υπολογίζεται με βάση το MTBF (Mean Time Between Failures). Όλοι οι υπολογιστές κάποτε χαλάνε

31 δράστες που χρησιμοποιήσαμε είναι ένας καλός συμβιβασμός εφόσον η κάθε αύξηση των δραστών οδηγεί σε εκθετική αύξηση του χρόνου προσομοίωσης 78. Για το δεύτερο: εφόσον η κατανομή των παικτών είναι τυχαία, θα πρέπει να είναι και ομοιόμορφη δηλαδή η πιθανότητα να βρίσκονται πέντε δράστες μεταξύ 0.5 και 0.6 θα πρέπει να είναι ίδια με την πιθανότητα να βρίσκονται πέντε δράστες μεταξύ 0.5 και 0.4 Όμως, μπορεί, ναι μπορεί(!), να μην τύχει έτσι: μπορεί να δημιουργηθεί μια «πύκνωση» σε ένα διάστημα η οποία σε συνδυασμό με ένα χαμηλό Διάστημα Εμπιστοσύνης, να οδηγήσει σε πλήρη αλλοίωση των αποτελεσμάτων. Γι αυτό τον λόγο επιβάλλεται να γίνεται δοκιμή (σε συνθήκες πλήρους δικτύου και Κ=Ψ=1) πριν προχωρήσουμε σε περαιτέρω αναλύσεις 79. Τα τρισδιάστατα σχήματα Οι προσομοιώσεις παρουσιάζονται συνήθως σε τρισδιάστατα σχήματα (γραφήματα) όπου πάντα στον άξονα x απεικονίζεται ο αριθμός των επαναλήψεων (iteration, iter). Αυτή η διάσταση ουσιαστικά απεικονίζει τον χρόνο του συστήματος: κάθε επανάληψη είναι ένας χτύπος του ρολογιού του συνολικού συστήματος. Στην επανάληψη 0 (μηδέν), αυτό που βλέπουμε είναι η αρχική (τυχαία) κατανομή των διαστάσεων Α και Β. Μετά από αυτήν επανάληψη, το σύστημα έχει πλέον «φύγει» Στους άξονες y και z, απεικονίζονται οι διαστάσεις Α και Β: κάθε δράστης, σε κάθε επανάληψη εκπροσωπείται με ένα σημείο (τιμή στην Α, τιμή στην Β). Στο Γράφημα 3 παρατηρούμε πως θα ήταν η απεικόνιση της κάθε διάστασης ξεχωριστά (πάντοτε σε σχέση με την επανάληψη και πως φαίνεται όταν ενσωματώσουμε τα δύο σχήματα (της κάθε μίας διάστασης ξεχωριστά) σε ένα τρισδιάστατο γράφημα. Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι ενώ εμφανίζεται ξεκάθαρα περιοδική κίνηση του συστήματος στα σχήματα 2D, στο 3D αυτό εμφανίζεται σαν πρότυπο κανονικότητας τριών διαστάσεων D: Διάσταση Α x Επανάληψη 2D: Διάσταση Β x Επανάληψη 3D: Διάσταση Α x Διάσταση Β x Επανάληψη Γράφημα 3: Η εξέλιξη του μοντέλου (επανάληψη 0 επανάληψη 30) σε δισδιάστατη και τρισδιάστατη απεικόνιση 78 Το συγκεκριμένο πρόγραμμα που χρησιμοποιήσαμε μπορεί να προσομοιώσει μέχρι 900 δράστες αλλά κοντεύει τα 20 η κάθε επανάληψη. 79 Έχουμε χρησιμοποιήσει εκατοντάδες σετ από αρχικές τιμές (έχουμε ενσωματώσει γεννήτρια τυχαίων προφίλ στο πρόγραμμα προσομοίωσης) και όλα πήγαιναν καλά μέχρι που μια φορά εμφανίστηκε ένα τυχαίο προφίλ που έδινε θετικό Lyapunov στα Διαστήματα Εμπιστοσύνης μεταξύ 0.14 και 0.21! Έξω από αυτό το διάστημα ΔΕ, όλα πήγαιναν όπως περιμέναμε 80 Εδώ θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε πως θα φαινόταν μια περιοδική κίνηση σε τρισδιάστατη απεικόνιση: σαν ένας κύλινδρος ή σαν ένας κοχλίας ή σαν γραμμές σημείων με εμφανή πάντως γεωμετρική «αρμονία»

Κεφάλαιο 1. Δυναμική, Πρόβλεψη και Προσομοιώσεις

Κεφάλαιο 1. Δυναμική, Πρόβλεψη και Προσομοιώσεις Κεφάλαιο 1. Δυναμική, Πρόβλεψη και Προσομοιώσεις Τα τελευταία 60 χρόνια η θεωρία της πολυπλοκότητας και οι κοινωνικές επιστήμες βαδίζουν μαζί (βλέπε Εικόνα 1). Αν και αυτό το «πάντρεμα» δεν ήταν πάντοτε

Διαβάστε περισσότερα

Β.δ Επιλογή των κατάλληλων εμπειρικών ερευνητικών μεθόδων

Β.δ Επιλογή των κατάλληλων εμπειρικών ερευνητικών μεθόδων Β.δ Επιλογή των κατάλληλων εμπειρικών ερευνητικών μεθόδων Νίκος Ναγόπουλος Για τη διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας χρησιμοποιούνται ποσοτικές ή/και ποιοτικές μέθοδοι που έχουν τις δικές τους τεχνικές και

Διαβάστε περισσότερα

Κεφάλαιο 9. Έλεγχοι υποθέσεων

Κεφάλαιο 9. Έλεγχοι υποθέσεων Κεφάλαιο 9 Έλεγχοι υποθέσεων 9.1 Εισαγωγή Όταν παίρνουμε ένα ή περισσότερα τυχαία δείγμα από κανονικούς πληθυσμούς έχουμε τη δυνατότητα να υπολογίζουμε στατιστικά, όπως μέσους όρους, δειγματικές διασπορές

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ. Δρ. Βασίλης Π. Αγγελίδης Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής & Διοίκησης Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ. Δρ. Βασίλης Π. Αγγελίδης Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής & Διοίκησης Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ Δρ. Βασίλης Π. Αγγελίδης Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής & Διοίκησης Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης Περιεχόμενα Επιστημονική έρευνα Σε τι μας βοηθάει η έρευνα Χαρακτηριστικά της επιστημονικής

Διαβάστε περισσότερα

Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΔΙΕΡΓΑΣΙΑ: Η Σχετικότητα και ο Χρονισμός της Πληροφορίας Σελ. 1

Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΔΙΕΡΓΑΣΙΑ: Η Σχετικότητα και ο Χρονισμός της Πληροφορίας Σελ. 1 Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΔΙΕΡΓΑΣΙΑ: Η Σχετικότητα και ο Χρονισμός της Πληροφορίας Σελ. 1 Μια σύνοψη του Βιβλίου (ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ): Η πλειοψηφία θεωρεί ότι η Νόηση είναι μια διεργασία που συμβαίνει στο ανθρώπινο εγκέφαλο.

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ.

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ. 2 ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ (Ι) ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ. ΤΙ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ; Στο μάθημα «Κοινωνική Θεωρία της Γνώσης (I)» (όπως και στο (ΙΙ) που ακολουθεί) παρουσιάζονται

Διαβάστε περισσότερα

Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΔΙΕΡΓΑΣΙΑ: Η Σχετικότητα και ο Χρονισμός της Πληροφορίας Σελ. 1

Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΔΙΕΡΓΑΣΙΑ: Η Σχετικότητα και ο Χρονισμός της Πληροφορίας Σελ. 1 Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΔΙΕΡΓΑΣΙΑ: Η Σχετικότητα και ο Χρονισμός της Πληροφορίας Σελ. 1 Μια σύνοψη του Βιβλίου (ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ): Η πλειοψηφία θεωρεί πως η Νόηση είναι μια διεργασία που συμβαίνει στον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Διαβάστε περισσότερα

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΝΤ (1724-1804)

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΝΤ (1724-1804) ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΝΤ - ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΙΟΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ 1 ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΝΤ (1724-1804) (Η σύντομη περίληψη που ακολουθεί και η επιλογή των αποσπασμάτων από την πραγματεία του Καντ για την ανθρώπινη γνώση,

Διαβάστε περισσότερα

Τα Διδακτικά Σενάρια και οι Προδιαγραφές τους. του Σταύρου Κοκκαλίδη. Μαθηματικού

Τα Διδακτικά Σενάρια και οι Προδιαγραφές τους. του Σταύρου Κοκκαλίδη. Μαθηματικού Τα Διδακτικά Σενάρια και οι Προδιαγραφές τους του Σταύρου Κοκκαλίδη Μαθηματικού Διευθυντή του Γυμνασίου Αρχαγγέλου Ρόδου-Εκπαιδευτή Στα προγράμματα Β Επιπέδου στις ΤΠΕ Ορισμός της έννοιας του σεναρίου.

Διαβάστε περισσότερα

ΚΥΚΛΟΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

ΚΥΚΛΟΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΥΚΛΟΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Βασίλης Καραγιάννης Η παρέμβαση πραγματοποιήθηκε στα τμήματα Β2 και Γ2 του 41 ου Γυμνασίου Αθήνας και διήρκησε τρεις διδακτικές ώρες για κάθε τμήμα. Αρχικά οι μαθητές συνέλλεξαν

Διαβάστε περισσότερα

Οδηγός διαφοροποίησης για την πρωτοβάθµια

Οδηγός διαφοροποίησης για την πρωτοβάθµια Οδηγός διαφοροποίησης για την πρωτοβάθµια Γιατί χρειάζεται να κάνουµε τόσο ειδική διαφοροποίηση; Τα παιδιά που βρίσκονται στο φάσµα του αυτισµού έχουν διαφορετικό τρόπο σκέψης και αντίληψης για τον κόσµο,

Διαβάστε περισσότερα

Κύρια σημεία. Η έννοια του μοντέλου. Έρευνα στην εφαρμοσμένη Στατιστική. ΈρευναστηΜαθηματικήΣτατιστική. Αντικείμενο της Μαθηματικής Στατιστικής

Κύρια σημεία. Η έννοια του μοντέλου. Έρευνα στην εφαρμοσμένη Στατιστική. ΈρευναστηΜαθηματικήΣτατιστική. Αντικείμενο της Μαθηματικής Στατιστικής Κύρια σημεία Ερευνητική Μεθοδολογία και Μαθηματική Στατιστική Απόστολος Μπουρνέτας Τμήμα Μαθηματικών ΕΚΠΑ Αναζήτηση ερευνητικού θέματος Εισαγωγή στην έρευνα Ολοκλήρωση ερευνητικής εργασίας Ο ρόλος των

Διαβάστε περισσότερα

Το Κεντρικό Οριακό Θεώρημα

Το Κεντρικό Οριακό Θεώρημα Το Κεντρικό Οριακό Θεώρημα Όπως θα δούμε αργότερα στη Στατιστική Συμπερασματολογία, λέγοντας ότι «από έναν πληθυσμό παίρνουμε ένα τυχαίο δείγμα μεγέθους» εννοούμε ανεξάρτητες τυχαίες μεταβλητές,,..., που

Διαβάστε περισσότερα

ΤΙ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΓΝΩΣΗ; ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ; Το ερώτημα για το τι είναι η γνώση (τι εννοούμε όταν λέμε ότι κάποιος γνωρίζει κάτι ή ποια

ΤΙ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΓΝΩΣΗ; ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ; Το ερώτημα για το τι είναι η γνώση (τι εννοούμε όταν λέμε ότι κάποιος γνωρίζει κάτι ή ποια 18 ΤΙ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΓΝΩΣΗ; ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ; Το ερώτημα για το τι είναι η γνώση (τι εννοούμε όταν λέμε ότι κάποιος γνωρίζει κάτι ή ποια χαρακτηριστικά αποδίδουμε σε ένα πρόσωπο το οποίο λέμε

Διαβάστε περισσότερα

O μετασχηματισμός μιας «διαθεματικής» δραστηριότητας σε μαθηματική. Δέσποινα Πόταρη Πανεπιστήμιο Πατρών

O μετασχηματισμός μιας «διαθεματικής» δραστηριότητας σε μαθηματική. Δέσποινα Πόταρη Πανεπιστήμιο Πατρών O μετασχηματισμός μιας «διαθεματικής» δραστηριότητας σε μαθηματική Δέσποινα Πόταρη Πανεπιστήμιο Πατρών Η έννοια της δραστηριότητας Δραστηριότητα είναι κάθε ανθρώπινη δράση που έχει ένα κίνητρο και ένα

Διαβάστε περισσότερα

Η ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ

Η ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ ΜΑΘΗΜΑ 5: Η ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Ο ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ Salviati: Εκεί όπου δεν μας βοηθούν οι αισθήσεις πρέπει να παρέμβει η λογική, γιατί μόνο αυτή θα επιτρέψει να εξηγήσουμε τα φαινόμενα ΓΑΛΙΛΑΪΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ Η

Διαβάστε περισσότερα

Παιδαγωγικές δραστηριότητες μοντελοποίησης με χρήση ανοικτών υπολογιστικών περιβαλλόντων

Παιδαγωγικές δραστηριότητες μοντελοποίησης με χρήση ανοικτών υπολογιστικών περιβαλλόντων Παιδαγωγικές δραστηριότητες μοντελοποίησης με χρήση ανοικτών υπολογιστικών περιβαλλόντων Βασίλης Κόμης, Επίκουρος Καθηγητής Ερευνητική Ομάδα «ΤΠΕ στην Εκπαίδευση» Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης και της

Διαβάστε περισσότερα

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΙΝΑΚΩΝ ΚΑΙ ΣΧΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Μερικές χρήσιμες(;) υποδείξεις. Βασίλης Παυλόπουλος

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΙΝΑΚΩΝ ΚΑΙ ΣΧΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Μερικές χρήσιμες(;) υποδείξεις. Βασίλης Παυλόπουλος ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΠΙΝΑΚΩΝ ΚΑΙ ΣΧΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Μερικές χρήσιμες(;) υποδείξεις Βασίλης Παυλόπουλος Διάγραμμα της παρουσίασης Πότε (δεν) χρειάζονται πίνακες και σχήματα σε μια ερευνητική

Διαβάστε περισσότερα

Προσόντα με υψηλή αξία για τους εργοδότες σε σχέση με την αναπηρία

Προσόντα με υψηλή αξία για τους εργοδότες σε σχέση με την αναπηρία Προσόντα με υψηλή αξία για τους εργοδότες σε σχέση με την αναπηρία Απρίλιος 2013 Χαρακτηριστικά που ζητούν οι εργοδότες αναπηρία Πως θα όριζες τη λέξη προσόν ή τη λέξη δεξιότητα ; Και τι εννοούν οι εργοδότες

Διαβάστε περισσότερα

Γ Γυμνασίου: Οδηγίες Γραπτής Εργασίας και Σεμιναρίων. Επιμέλεια Καραβλίδης Αλέξανδρος. Πίνακας περιεχομένων

Γ Γυμνασίου: Οδηγίες Γραπτής Εργασίας και Σεμιναρίων. Επιμέλεια Καραβλίδης Αλέξανδρος. Πίνακας περιεχομένων Γ Γυμνασίου: Οδηγίες Γραπτής Εργασίας και Σεμιναρίων. Πίνακας περιεχομένων Τίτλος της έρευνας (title)... 2 Περιγραφή του προβλήματος (Statement of the problem)... 2 Περιγραφή του σκοπού της έρευνας (statement

Διαβάστε περισσότερα

Γράφοντας ένα σχολικό βιβλίο για τα Μαθηματικά. Μαριάννα Τζεκάκη Αν. Καθηγήτρια Α.Π.Θ. Μ. Καλδρυμίδου Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Γράφοντας ένα σχολικό βιβλίο για τα Μαθηματικά. Μαριάννα Τζεκάκη Αν. Καθηγήτρια Α.Π.Θ. Μ. Καλδρυμίδου Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γράφοντας ένα σχολικό βιβλίο για τα Μαθηματικά Μαριάννα Τζεκάκη Αν. Καθηγήτρια Α.Π.Θ. Μ. Καλδρυμίδου Αν. Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Εισαγωγή Η χώρα μας απέκτησε Νέα Προγράμματα Σπουδών και Νέα

Διαβάστε περισσότερα

Ποσοτικές Μέθοδοι στη Διοίκηση Επιχειρήσεων ΙΙ Σύνολο- Περιεχόμενο Μαθήματος

Ποσοτικές Μέθοδοι στη Διοίκηση Επιχειρήσεων ΙΙ Σύνολο- Περιεχόμενο Μαθήματος Ποσοτικές Μέθοδοι στη Διοίκηση Επιχειρήσεων ΙΙ Σύνολο- Περιεχόμενο Μαθήματος Χιωτίδης Γεώργιος Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό υλικό υπόκειται σε άδειες χρήσης

Διαβάστε περισσότερα

Είδαμε τη βαθμολογία των μαθητών στα Μαθηματικά της προηγούμενης σχολικής χρονιάς. Ας δούμε τώρα πώς οι ίδιοι οι μαθητές αντιμετωπίζουν τα Μαθηματικά.

Είδαμε τη βαθμολογία των μαθητών στα Μαθηματικά της προηγούμενης σχολικής χρονιάς. Ας δούμε τώρα πώς οι ίδιοι οι μαθητές αντιμετωπίζουν τα Μαθηματικά. Γ. Οι μαθητές και τα Μαθηματικά. Είδαμε τη βαθμολογία των μαθητών στα Μαθηματικά της προηγούμενης σχολικής χρονιάς. Ας δούμε τώρα πώς οι ίδιοι οι μαθητές αντιμετωπίζουν τα Μαθηματικά. ΠΙΝΑΚΑΣ 55 Στάση

Διαβάστε περισσότερα

Μέθοδοι έρευνας και μεθοδολογικά προβλήματα της παιδαγωγικής επιστήμης

Μέθοδοι έρευνας και μεθοδολογικά προβλήματα της παιδαγωγικής επιστήμης Μέθοδοι έρευνας και μεθοδολογικά προβλήματα της παιδαγωγικής επιστήμης http://users.uoa.gr/~dhatziha Αριθμός: 1 Η εισαγωγή σε μια επιστήμη πρέπει να απαντά σε δύο ερωτήματα: Ποιον τομέα και με ποιους τρόπους

Διαβάστε περισσότερα

Στατιστική Ι (ΨΥΧ-122) Διάλεξη 1 Εισαγωγή

Στατιστική Ι (ΨΥΧ-122) Διάλεξη 1 Εισαγωγή (ΨΥΧ-122) Λεωνίδας Α. Ζαμπετάκης Β.Sc., M.Env.Eng., M.Ind.Eng., D.Eng. Εmail: statisticsuoc@gmail.com Διαλέξεις αναρτημένες στο: ftp://ftp.soc.uoc.gr/psycho/zampetakis/ Διάλεξη 1 Εισαγωγή ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Διαβάστε περισσότερα

Η έννοια της κοινωνικής αλλαγής στη θεωρία του Tajfel. Ο Tajfel θεωρούσε ότι η κοινωνική ταυτότητα είναι αιτιακός παράγοντας κοινωνικής αλλαγής.

Η έννοια της κοινωνικής αλλαγής στη θεωρία του Tajfel. Ο Tajfel θεωρούσε ότι η κοινωνική ταυτότητα είναι αιτιακός παράγοντας κοινωνικής αλλαγής. Η έννοια της κοινωνικής αλλαγής στη θεωρία του Tajfel. Ο Tajfel θεωρούσε ότι η κοινωνική ταυτότητα είναι αιτιακός παράγοντας κοινωνικής αλλαγής. Τρεις κατηγορίες κοινωνικών καταστάσεων είναι για τον Tajfel

Διαβάστε περισσότερα

Διδάσκουσα: Δρ. Κατερίνα Αργυροπούλου

Διδάσκουσα: Δρ. Κατερίνα Αργυροπούλου Διδάσκουσα: Δρ. Κατερίνα Αργυροπούλου Είναι η εξελικτική πορεία του ατόμου αναφορικά με τον προσανατολισμό του στο χώρο της εργασίας και τις αποφάσεις του για το επάγγελμα ή τα επαγγέλματα, που επιθυμεί

Διαβάστε περισσότερα

Γνωστική ανάπτυξη Piaget

Γνωστική ανάπτυξη Piaget Γνωστική ανάπτυξη Piaget ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΙΙ 2016-17 Κ. Παπαδοπούλου & Λ. Αναγνωστάκη Jean Piaget (1869-1980) Τα παιδιά προοδεύουν διαμέσου μίας σειράς σταδίων γνωστικής ανάπτυξης που καθένα αντανακλά

Διαβάστε περισσότερα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ (ΨΧ 00)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ (ΨΧ 00) ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ (ΨΧ 00) Πέτρος Ρούσσος ΔΙΑΛΕΞΗ 5 Έννοιες και Κλασική Θεωρία Εννοιών Έννοιες : Θεμελιώδη στοιχεία από τα οποία αποτελείται το γνωστικό σύστημα Κλασική θεωρία [ή θεωρία καθοριστικών

Διαβάστε περισσότερα

Το Κεντρικό Οριακό Θεώρημα

Το Κεντρικό Οριακό Θεώρημα Το Κεντρικό Οριακό Θεώρημα Στα προηγούμενα (σελ. 7), δώσαμε μια πρώτη, γενική, διατύπωση του Κεντρικού Οριακού Θεωρήματος (Κ.Ο.Θ.) και τη γενική ιδέα για το πώς το Κ.Ο.Θ. εξηγεί το μεγάλο εύρος εφαρμογής

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ και ΕΠΑΓΩΓΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ και ΕΠΑΓΩΓΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ και ΕΠΑΓΩΓΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ Εισήγηση 4A: Έλεγχοι Υποθέσεων και Διαστήματα Εμπιστοσύνης Διδάσκων: Δαφέρμος Βασίλειος ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

Διαχείριση Ανθρώπινου Δυναμικού ή Διοίκηση Προσωπικού. Έννοια και Περιεχόμενο

Διαχείριση Ανθρώπινου Δυναμικού ή Διοίκηση Προσωπικού. Έννοια και Περιεχόμενο Διαχείριση Ανθρώπινου Δυναμικού ή Διοίκηση Προσωπικού Έννοια και Περιεχόμενο 1.1 Ορισμός O Η Διοίκηση προσωπικού αποτελεί ειδικό κλάδο στο πλαίσιο της επιστήμης του Management. Aναφέρεται στο σύνολο των

Διαβάστε περισσότερα

«Δουλεύω Ηλεκτρονικά, Δουλεύω Γρήγορα και με Ασφάλεια - by e-base.gr»

«Δουλεύω Ηλεκτρονικά, Δουλεύω Γρήγορα και με Ασφάλεια - by e-base.gr» Επεξήγηση web site με λογικό διάγραμμα «Δουλεύω Ηλεκτρονικά, Δουλεύω Γρήγορα και με Ασφάλεια - by e-base.gr» Web : www.e-base.gr E-mail : support@e-base.gr Facebook : Like Twitter : @ebasegr Πολλοί άνθρωποι

Διαβάστε περισσότερα

Το Κεντρικό Οριακό Θεώρημα

Το Κεντρικό Οριακό Θεώρημα Το Κεντρικό Οριακό Θεώρημα Στα προηγούμενα (σελ. 7), δώσαμε μια πρώτη, γενική, διατύπωση του Κεντρικού Οριακού Θεωρήματος (Κ.Ο.Θ.) και τη γενική ιδέα για το πώς το Κ.Ο.Θ. εξηγεί το μεγάλο εύρος εφαρμογής

Διαβάστε περισσότερα

Εναλλακτικές θεωρήσεις για την εκπαίδευση και το επάγγελμα του εκπαιδευτικού

Εναλλακτικές θεωρήσεις για την εκπαίδευση και το επάγγελμα του εκπαιδευτικού Εναλλακτικές θεωρήσεις για την εκπαίδευση και το επάγγελμα του εκπαιδευτικού Η εκπαίδευση ως θεσμός κοινωνικοπολιτισμικής μεταβίβασης δομολειτουργισμός και ως θεσμός κοινωνικού μετασχηματισμού κριτική

Διαβάστε περισσότερα

3. Προσομοίωση ενός Συστήματος Αναμονής.

3. Προσομοίωση ενός Συστήματος Αναμονής. 3. Προσομοίωση ενός Συστήματος Αναμονής. 3.1. Διατύπωση του Προβλήματος. Τα συστήματα αναμονής (queueing systems), βρίσκονται πίσω από τα περισσότερα μοντέλα μελέτης της απόδοσης υπολογιστικών συστημάτων,

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑς ΤΟΥς ΕΦΗΒΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. Κουσερή Γεωργία

ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑς ΤΟΥς ΕΦΗΒΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. Κουσερή Γεωργία ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑς ΤΟΥς ΕΦΗΒΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Κουσερή Γεωργία Φιλόλογος Δρ. Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ΚΕΡΚΥΡΑ ΜΑΙΟΣ 2017 Περιεχόμενα της παρουσίασης Το ιστορικό ερώτημα Το

Διαβάστε περισσότερα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ MANAGEMENT ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ. Ορισμοί

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ MANAGEMENT ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ. Ορισμοί Ορισμοί Ηγεσία είναι η διαδικασία με την οποία ένα άτομο επηρεάζει άλλα άτομα για την επίτευξη επιθυμητών στόχων. Σε μια επιχείρηση, η διαδικασία της ηγεσίας υλοποιείται από ένα στέλεχος που κατευθύνει

Διαβάστε περισσότερα

C A R E E R H O G A N D E V E L O P ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ. Έκθεση για: Jane Doe ID: HB290576

C A R E E R H O G A N D E V E L O P ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ. Έκθεση για: Jane Doe ID: HB290576 S E L E C T D E V E L O P L E A D H O G A N D E V E L O P C A R E E R ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ Έκθεση για: Jane Doe ID: HB290576 Ημερομηνία: Αύγουστος 02, 2012 2

Διαβάστε περισσότερα

Κεφάλαιο 9. Έλεγχοι υποθέσεων

Κεφάλαιο 9. Έλεγχοι υποθέσεων Κεφάλαιο 9 Έλεγχοι υποθέσεων 9.1 Εισαγωγή Όταν παίρνουμε ένα ή περισσότερα τυχαία δείγμα από κανονικούς πληθυσμούς έχουμε τη δυνατότητα να υπολογίζουμε στατιστικά, όπως μέσους όρους, δειγματικές διασπορές

Διαβάστε περισσότερα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΧΤΕΛΙΔΗΣ, ΥΒΟΝ ΚΟΣΜΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΧΤΕΛΙΔΗΣ, ΥΒΟΝ ΚΟΣΜΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παιδική ηλικία είναι ένα ζήτημα για το οποίο η κοινωνιολογία έχει δείξει μεγάλο ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως σήμερα βρίσκεται υπό εξέλιξη ένα πρόγραμμα

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ. Και οι απαντήσεις τους

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ. Και οι απαντήσεις τους ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ Και οι απαντήσεις τους Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο «παλιό» και στο «σύγχρονο» μάθημα των Μαθηματικών; Στο μάθημα παλαιού τύπου η γνώση παρουσιάζεται στο μαθητή από τον διδάσκοντα

Διαβάστε περισσότερα

Αναπτυξιακή Ψυχολογία. Διάλεξη 6: Η ανάπτυξη της εικόνας εαυτού - αυτοαντίληψης

Αναπτυξιακή Ψυχολογία. Διάλεξη 6: Η ανάπτυξη της εικόνας εαυτού - αυτοαντίληψης Αναπτυξιακή Ψυχολογία Διάλεξη 6: Η ανάπτυξη της εικόνας εαυτού - αυτοαντίληψης Θέματα διάλεξης Η σημασία της αυτοαντίληψης Η φύση και το περιεχόμενο της αυτοαντίληψης Η ανάπτυξη της αυτοαντίληψης Παράγοντες

Διαβάστε περισσότερα

ΕΝΤΑΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ (Ε.Χαραλάμπους)

ΕΝΤΑΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ (Ε.Χαραλάμπους) ΕΝΤΑΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ (Ε.Χαραλάμπους) Όνομα Παιδιού: Ναταλία Ασιήκαλη ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ: Πως οι παράγοντες υλικό, μήκος και πάχος υλικού επηρεάζουν την αντίσταση και κατ επέκταση την ένταση του ρεύματος

Διαβάστε περισσότερα

H Συμβολή της Υπολογιστικής Σκέψης στην Προετοιμασία του Αυριανού Πολίτη

H Συμβολή της Υπολογιστικής Σκέψης στην Προετοιμασία του Αυριανού Πολίτη H Συμβολή της Υπολογιστικής Σκέψης στην Προετοιμασία του Αυριανού Πολίτη Κοτίνη Ι., Τζελέπη Σ. Σχ. Σύμβουλοι Κ. Μακεδονίας στην οικονομία, στη τέχνη, στην επιστήμη, στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες.

Διαβάστε περισσότερα

Από το σχολικό εγχειρίδιο: Αρχές οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων και υπηρεσιών, Γ Γενικού Λυκείου, 2012

Από το σχολικό εγχειρίδιο: Αρχές οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων και υπηρεσιών, Γ Γενικού Λυκείου, 2012 Από το σχολικό εγχειρίδιο: Αρχές οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων και υπηρεσιών, Γ Γενικού Λυκείου, 2012 Εισαγωγή στη Συστημική Προσέγγιση Η συστημική προσέγγιση είναι ο τρόπος σκέψης ή η οπτική γωνία

Διαβάστε περισσότερα

Η οικολογία μάθησης για τους υπολογιστές ΙII: Η δική σας οικολογία μάθησης

Η οικολογία μάθησης για τους υπολογιστές ΙII: Η δική σας οικολογία μάθησης Η οικολογία μάθησης για τους υπολογιστές ΙII: Η δική σας οικολογία μάθησης Παλαιγεωργίου Γιώργος Τμήμα Μηχανικών Η/Υ, Τηλεπικοινωνιών και Δικτύων Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Ιανουάριος 2011 Ψυχομετρία Η κατασκευή

Διαβάστε περισσότερα

Το περιβάλλον ως σύστηµα

Το περιβάλλον ως σύστηµα Το περιβάλλον ως σύστηµα Σύστηµα : ηιδέατουστηθεώρησητουκόσµου Το σύστηµα αποτελεί θεµελιώδη έννοια γύρω από την οποία οργανώνεται ο τρόπος θεώρησης του κόσµου και των φαινοµένων που συντελούνται µέσα

Διαβάστε περισσότερα

Ηγεσία και Διοικηση. Αποτελεσματική Ηγεσία στο Χώρο της Εργασίας

Ηγεσία και Διοικηση. Αποτελεσματική Ηγεσία στο Χώρο της Εργασίας Ηγεσία και Διοικηση Αποτελεσματική Ηγεσία στο Χώρο της Εργασίας 1. Η έννοια της αποτελεσματικής ηγεσίας Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε πως η έννοια της ηγεσίας δεν είναι ταυτόσημη με τις έννοιες της

Διαβάστε περισσότερα

Μεθοδολογία Έρευνας Κοινωνικών Επιστημών

Μεθοδολογία Έρευνας Κοινωνικών Επιστημών Μεθοδολογία Έρευνας Κοινωνικών Επιστημών Dr. Anthony Montgomery Επίκουρος Καθηγητής Εκπαιδευτικής & Κοινωνικής Πολιτικής antmont@uom.gr Ποιός είναι ο σκοπός του μαθήματος μας? Στο τέλος του σημερινού μαθήματος,

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΓΙΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΣΤΕΛΕΧΗ

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΓΙΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΣΤΕΛΕΧΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά Τεχνολογικού Τομέα ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΓΙΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΣΤΕΛΕΧΗ Ενότητα # 2: Επιστημολογία και Φιλοσοφικά Ρεύματα Μιλτιάδης Χαλικιάς Τμήμα Διοίκησης

Διαβάστε περισσότερα

3 βήματα για την ένταξη των ΤΠΕ: 1. Εμπλουτισμός 2. Δραστηριότητα 3. Σενάριο Πέτρος Κλιάπης-Όλγα Κασσώτη Επιμόρφωση εκπαιδευτικών

3 βήματα για την ένταξη των ΤΠΕ: 1. Εμπλουτισμός 2. Δραστηριότητα 3. Σενάριο Πέτρος Κλιάπης-Όλγα Κασσώτη Επιμόρφωση εκπαιδευτικών 3 βήματα για την ένταξη των ΤΠΕ: 1. Εμπλουτισμός 2. Δραστηριότητα 3. Σενάριο Πέτρος Κλιάπης-Όλγα Κασσώτη Επιμόρφωση εκπαιδευτικών Παρουσίαση βασισμένη στο κείμενο: «Προδιαγραφές ψηφιακής διαμόρφωσης των

Διαβάστε περισσότερα

1. Οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών στην εκπαιδευτική διαδικασία

1. Οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών στην εκπαιδευτική διαδικασία 1. Οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών στην εκπαιδευτική διαδικασία Ο διδακτικός σχεδιασμός (instructional design) εμφανίσθηκε στην εκπαιδευτική διαδικασία και στην κατάρτιση την περίοδο

Διαβάστε περισσότερα

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ PSY 301 Φιορεντίνα Πουλλή. Μάθημα 1ο

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ PSY 301 Φιορεντίνα Πουλλή. Μάθημα 1ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ PSY 301 Φιορεντίνα Πουλλή 1 ΚΥΡΙΩΣ ΒΙΒΛΙΟ Τίτλος : Κοινωνική Ψυχολογία: Εισαγωγή στη μελέτη της κοινωνικής συμπεριφοράς Συγγραφέας : Κοκκινάκη, Φ. 2 Μάθημα 1 ον -Δομή Μαθήματος Τι είναι

Διαβάστε περισσότερα

< > Ο ΚΕΝΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΕΝΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

< > Ο ΚΕΝΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΕΝΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΝΕΥΜΑ Κ. Γ. ΝΙΚΟΛΟΥΔΑΚΗΣ 1 < > Ο ΚΕΝΟΣ ΧΩΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΕΝΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΝΕΥΜΑ Επαναλαμβάνουμε την έκπληξή μας για τα τεράστια συμπλέγματα γαλαξιών, τις πιο μακρινές

Διαβάστε περισσότερα

Κυριακή Αγγελοπούλου. Επιβλέπων Καθηγητής: Μανώλης Πατηνιώτης

Κυριακή Αγγελοπούλου. Επιβλέπων Καθηγητής: Μανώλης Πατηνιώτης Κυριακή Αγγελοπούλου Επιβλέπων Καθηγητής: Μανώλης Πατηνιώτης Οι πρώτες προσπάθειες μελέτης του τρόπου επιστημονικής εργασίας έγιναν το 1970. Πραγματοποιήθηκαν μέσω της άμεσης παρατήρησης των επιστημόνων

Διαβάστε περισσότερα

Η συστημική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία

Η συστημική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία Ελευθερία Μαντέλου Ψυχολόγος Ψυχοθεραπεύτρια Η συστημική προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία Τα τελευταία χρόνια, οι ειδικοί της οικογενειακής θεραπείας παροτρύνουν τους θεραπευτές του κλάδου να χρησιμοποιούν

Διαβάστε περισσότερα

ΡΟΜΠΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΡΟΜΠΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΡΟΜΠΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Γιατί η Ρομποτική στην Εκπαίδευση; A) Τα παιδιά όταν σχεδιάζουν, κατασκευάζουν και προγραμματίζουν ρομπότ έχουν την ευκαιρία να μάθουν παίζοντας και να αναπτύξουν δεξιότητες Η

Διαβάστε περισσότερα

Γνωστική Ψυχολογία Ι (ΨΧ32)

Γνωστική Ψυχολογία Ι (ΨΧ32) Γνωστική Ψυχολογία Ι (ΨΧ32) Διάλεξη 1 Εισαγωγή, ορισμός και ιστορία της Γνωστικής Ψυχολογίας Πέτρος Ρούσσος Μερικά διαδικαστικά http://users.uoa.gr/~roussosp/gr/index.htm http://eclass.uoa.gr/courses/ppp146/

Διαβάστε περισσότερα

Στόχος της ψυχολογικής έρευνας:

Στόχος της ψυχολογικής έρευνας: Στόχος της ψυχολογικής έρευνας: Συστηματική περιγραφή και κατανόηση των ψυχολογικών φαινομένων. Η ψυχολογική έρευνα χρησιμοποιεί μεθόδους συστηματικής διερεύνησης για τη συλλογή, την ανάλυση και την ερμηνεία

Διαβάστε περισσότερα

ΕΙ ΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ ΧΑΡΤΗΣ ΧΡΗΣΗ ΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. β. φιλιππακοπουλου 1

ΕΙ ΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ ΧΑΡΤΗΣ ΧΡΗΣΗ ΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. β. φιλιππακοπουλου 1 ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΧΑΡΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΧΡΗΣΗ β. φιλιππακοπουλου 1 Αναλυτικό Πρόγραµµα 1. Εισαγωγή: Μια επιστηµονική προσέγγιση στη χαρτογραφική απεικόνιση και το χαρτογραφικό σχέδιο

Διαβάστε περισσότερα

Εκπαίδευση Ενηλίκων: Εμπειρίες και Δράσεις ΑΘΗΝΑ, Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Εκπαίδευση Ενηλίκων: Εμπειρίες και Δράσεις ΑΘΗΝΑ, Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015 Εκπαίδευση Ενηλίκων: Εμπειρίες και Δράσεις ΑΘΗΝΑ, Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015 Μάθηση και γνώση: μια συνεχής και καθοριστική αλληλοεπίδραση Αντώνης Λιοναράκης Στην παρουσίαση που θα ακολουθήσει θα μιλήσουμε

Διαβάστε περισσότερα

Βιολογική εξήγηση των δυσκολιών στην ανθρώπινη επικοινωνία - Νικόλαος Γ. Βακόνδιος - Ψυχολόγ

Βιολογική εξήγηση των δυσκολιών στην ανθρώπινη επικοινωνία - Νικόλαος Γ. Βακόνδιος - Ψυχολόγ Οι άνθρωποι κάνουμε πολύ συχνά ένα μεγάλο και βασικό λάθος, νομίζουμε ότι αυτό που λέμε σε κάποιον άλλον, αυτός το εκλαμβάνει όπως εμείς το εννοούσαμε. Νομίζουμε δηλαδή ότι ο «δέκτης» του μηνύματος το

Διαβάστε περισσότερα

Οργανωσιακή μάθηση. Εισηγητής : Δρ. Γιάννης Χατζηκιάν

Οργανωσιακή μάθηση. Εισηγητής : Δρ. Γιάννης Χατζηκιάν Οργανωσιακή μάθηση Εισηγητής : Δρ. Γιάννης Χατζηκιάν 1 Μάθηση είναι: Η δραστηριοποίηση και κατεύθυνση δυνάμεων για την όσο το δυνα-τόν καλύτερη προσαρμογή στο φυσικό και ιστορικό περιβάλλον. Η απόκτηση

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Νάκου Αλεξάνδρα Εισαγωγή στις Επιστήμες της Αγωγής Ο όρος ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ δημιουργεί μία αίσθηση ασάφειας αφού επιδέχεται πολλές εξηγήσεις. Υπάρχει συνεχής διάλογος και προβληματισμός ακόμα

Διαβάστε περισσότερα

Διοίκηση Επιχειρήσεων

Διοίκηση Επιχειρήσεων 10 η Εισήγηση Δημιουργικότητα - Καινοτομία 1 1.Εισαγωγή στη Δημιουργικότητα και την Καινοτομία 2.Δημιουργικό Μάνατζμεντ 3.Καινοτομικό μάνατζμεντ 4.Παραδείγματα δημιουργικότητας και καινοτομίας 2 Δημιουργικότητα

Διαβάστε περισσότερα

e-seminars Αναπτύσσομαι 1 Προσωπική Βελτίωση Seminars & Consulting, Παναγιώτης Γ. Ρεγκούκος, Σύμβουλος Επιχειρήσεων Εισηγητής Ειδικών Σεμιναρίων

e-seminars Αναπτύσσομαι 1 Προσωπική Βελτίωση Seminars & Consulting, Παναγιώτης Γ. Ρεγκούκος, Σύμβουλος Επιχειρήσεων Εισηγητής Ειδικών Σεμιναρίων e-seminars Πρωτοποριακή Συνεχής Επαγγελματική και Προσωπική Εκπαίδευση Προσωπική Βελτίωση Αναπτύσσομαι 1 e Seminars Copyright Seminars & Consulting Page 1 Περιεχόμενα 1. Γιατί είναι απαραίτητη η ανάπτυξη

Διαβάστε περισσότερα

Η Θεωρία Αυτο-κατηγοριοποίησης (ΘΑΚ) Από Χαντζή, Α. (υπό δηµοσίευση)

Η Θεωρία Αυτο-κατηγοριοποίησης (ΘΑΚ) Από Χαντζή, Α. (υπό δηµοσίευση) 18 Η Θεωρία Αυτο-κατηγοριοποίησης (ΘΑΚ) Από Χαντζή, Α. (υπό δηµοσίευση) Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο John Turner και οι συνεργάτες του (Turner, 1985, Turner et al. 1987), θεωρητικοί και ερευνητές

Διαβάστε περισσότερα

Κεφάλαιο 1 [Δείγμα σημειώσεων για την ύλη[ ]

Κεφάλαιο 1 [Δείγμα σημειώσεων για την ύλη[ ] Κεφάλαιο 1 [Δείγμα σημειώσεων για την ύλη[1.2-1.3] 1.2 Η Επιχείρηση 1.2.1 Εισαγωγικές έννοιες Η Σημασία της Επιχείρησης Η Επιχείρηση αποτελεί ένα στοιχείο της κοινωνίας μας, το ίδιο σημαντικό με την οικογένεια.

Διαβάστε περισσότερα

DPSDbeyond: The font Σκέψεις, παρατηρήσεις, συμπεράσματα

DPSDbeyond: The font Σκέψεις, παρατηρήσεις, συμπεράσματα DPSDbeyond: The font Σκέψεις, παρατηρήσεις, συμπεράσματα Η διαδικασία που ακολουθήθηκε στο ολιγόωρο workshop εκείνου του Σαββάτου (12/11/2011) είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία 59 σχεδίων, ένα (ή και περισσότερα

Διαβάστε περισσότερα

Το παράδοξο του St. Petersburg Η θεωρία του καταναλωτή σε περιβάλλον αβεβαιότητας που εξετάσαμε μπόρεσε να δώσει απάντηση σε κάποια ερωτήματα που πριν

Το παράδοξο του St. Petersburg Η θεωρία του καταναλωτή σε περιβάλλον αβεβαιότητας που εξετάσαμε μπόρεσε να δώσει απάντηση σε κάποια ερωτήματα που πριν Θεωρία Καταναλωτή: Μια κριτική ματιά Κώστας Ρουμανιάς Ο.Π.Α. Τμήμα Δ. Ε. Ο. Σ. 24 Δεκεμβρίου 2012 Κώστας Ρουμανιάς (Δ.Ε.Ο.Σ.) Θεωρία Καταναλωτή: Μια κριτική ματιά 24 Δεκεμβρίου 2012 1 / 14 Το παράδοξο

Διαβάστε περισσότερα

4.2 Μελέτη Επίδρασης Επεξηγηματικών Μεταβλητών

4.2 Μελέτη Επίδρασης Επεξηγηματικών Μεταβλητών 4.2 Μελέτη Επίδρασης Επεξηγηματικών Μεταβλητών Στο προηγούμενο κεφάλαιο (4.1) παρουσιάστηκαν τα βασικά αποτελέσματα της έρευνάς μας σχετικά με την άποψη, στάση και αντίληψη των μαθητών γύρω από θέματα

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΩΡΊΕς ΜΆΘΗΣΗς ΚΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΆ

ΘΕΩΡΊΕς ΜΆΘΗΣΗς ΚΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΆ ΘΕΩΡΊΕς ΜΆΘΗΣΗς ΚΑΙ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΆ ΔΟΜΕΣ Δομή Ομάδας Σύνολο Α και μια πράξη η πράξη είναι κλειστή ισχύει η προσεταιριστική ιδότητα υπάρχει ουδέτερο στοιχείο υπάρχει αντίστροφο στοιχείο ισχύει η αντιμεταθετική

Διαβάστε περισσότερα

Εισαγωγή στην κοινωνική έρευνα. Earl Babbie. Κεφάλαιο 1. Βασικές αρχές 1-1

Εισαγωγή στην κοινωνική έρευνα. Earl Babbie. Κεφάλαιο 1. Βασικές αρχές 1-1 Εισαγωγή στην κοινωνική έρευνα Earl Babbie Κεφάλαιο 1 Βασικές αρχές 1-1 Σύνοψη κεφαλαίου Αναζητώντας την πραγματικότητα Τα θεμέλια της κοινωνικής επιστήμης Η διαλεκτική της κοινωνικής έρευνας Σχέδιο ερευνητικής

Διαβάστε περισσότερα

Researcher, University of Greenwich Scientific Director, Tetras Consultants. Στέφανος Μιχιώτης, 2010, cc by-nc-nd

Researcher, University of Greenwich Scientific Director, Tetras Consultants. Στέφανος Μιχιώτης, 2010, cc by-nc-nd ΒΙΩΜΑΤΙΚΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ Οργανωσιακή Κουλτούρα & Αλλαγή Στέφανος Μιχιώτης Researcher, University of Greenwich Scientific Director, Tetras Consultants Περιεχόμενο 1 ης συνάντησης Το σύστημα αντιλήψεων και η

Διαβάστε περισσότερα

Περιγραφή του εκπαιδευτικού/ μαθησιακού υλικού (Teaching plan)

Περιγραφή του εκπαιδευτικού/ μαθησιακού υλικού (Teaching plan) On-the-fly feedback, Upper Secondary Περιγραφή του εκπαιδευτικού/ μαθησιακού υλικού (Teaching plan) Τάξη: Β Λυκείου Διάρκεια ενότητας Μάθημα: Φυσική Θέμα: Ταλαντώσεις (αριθμός Χ διάρκεια μαθήματος): 6X90

Διαβάστε περισσότερα

Θεμελιώδεις Αρχές Επιστήμης και Μέθοδοι Έρευνας

Θεμελιώδεις Αρχές Επιστήμης και Μέθοδοι Έρευνας Θεμελιώδεις Αρχές Επιστήμης και Μέθοδοι Έρευνας Dr. Anthony Montgomery Επίκουρος Καθηγητής Εκπαιδευτικής & Κοινωνικής Πολιτικής antmont@uom.gr Θεμελιώδεις Αρχές Επιστήμης και Μέθοδοι Έρευνας Αυτό το μάθημα

Διαβάστε περισσότερα

ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ

ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ ΜΑΘΗΜΑ 5: ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΤΕΤΕΡΜΙΝΙΣΜΟΣ Salviati: Εκεί που δεν μας βοηθούν οι αισθήσεις πρέπει να παρέμβει η λογική, γιατί μόνο αυτή θα επιτρέψει να εξηγήσουμε τα φαινόμενα ΓΑΛΙΛΑΪΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ Η μαθηματική

Διαβάστε περισσότερα

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Στασίνου 36, Γραφ. 102, Στρόβολος 2003 Λευκωσία, Κύπρος Τηλ: 22378101- Φαξ:22379122 cms@cms.org.cy, www.cms.org.cy ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η Κυπριακή Μαθηματική Εταιρεία

Διαβάστε περισσότερα

Η εισήγηση Η τεχνική του καταιγισμού ιδεών (Brainstorming). Η μελέτη περίπτωσης. Παίξιμο ρόλων-τα παιχνίδια προσομοίωσης, ρόλων,

Η εισήγηση Η τεχνική του καταιγισμού ιδεών (Brainstorming). Η μελέτη περίπτωσης. Παίξιμο ρόλων-τα παιχνίδια προσομοίωσης, ρόλων, Η εισήγηση Η τεχνική του καταιγισμού ιδεών (Brainstorming). Η μελέτη περίπτωσης. Παίξιμο ρόλων-τα παιχνίδια προσομοίωσης, ρόλων, αντιπαράθεσης απόψεων. Εννοιολογική χαρτογράφηση -Ο χάρτης εννοιών (concept

Διαβάστε περισσότερα

2ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΙΝΙΩΤΑΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ «ΕΡΕΥΝΑ & ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΣ» «ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΓΡΑΠΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ»

2ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΙΝΙΩΤΑΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ «ΕΡΕΥΝΑ & ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΣ» «ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΓΡΑΠΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ» 2016 2ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΙΝΙΩΤΑΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ «ΕΡΕΥΝΑ & ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΣ» «ΟΔΗΓΙΕΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΓΡΑΠΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ» ΕΙΣΑΓΩΓΗ Κατά την εμπλοκή σας στις δραστηριότητες του μαθήματος της Τεχνολογίας

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ # 1: ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ # 1: ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ # 1: ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ Διδάσκων: Μανασάκης Κωνσταντίνος ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ Τα κείμενα και τα διαγράμματα της

Διαβάστε περισσότερα

π. Κωνσταντίνος. Χρήστου

π. Κωνσταντίνος. Χρήστου 1 Statistics: αρχικά state arithmetic (αριθµητική του κράτους) Από την αρχαία εποχή ακόµη οι άνθρωποι συγκέντρωναν δεδοµένα και χρησιµοποιούσαν τη στατιστική: Βαβυλώνιοι, πρώτη απογραφή (3800 π.0.) Κινέζοι

Διαβάστε περισσότερα

Οι γνώμες είναι πολλές

Οι γνώμες είναι πολλές Η Ψυχολογία στη Φυσική Αγωγή στο πλαίσιο του σχολικού περιβάλλοντος ΚασταμονίτηςΚωνσταντίνος Ψυχολόγος Οι γνώμες είναι πολλές Πολλές είναι οι γνώμες στο τι προσφέρει τελικά ο αθλητισμός στην παιδική ηλικία

Διαβάστε περισσότερα

Η ανάλυση της κριτικής διδασκαλίας. Περιεχόμενο ή διαδικασία? Βασικό δίλημμα κάθε εκπαιδευτικού. Περιεχόμενο - η γνώση ως μετάδοση πληροφορίας

Η ανάλυση της κριτικής διδασκαλίας. Περιεχόμενο ή διαδικασία? Βασικό δίλημμα κάθε εκπαιδευτικού. Περιεχόμενο - η γνώση ως μετάδοση πληροφορίας Η ανάλυση της κριτικής διδασκαλίας Περιεχόμενο ή διαδικασία? Βασικό δίλημμα κάθε εκπαιδευτικού Περιεχόμενο - η γνώση ως μετάδοση πληροφορίας Διαδικασία η γνώση ως ανάπτυξη υψηλών νοητικών λειτουργιών (

Διαβάστε περισσότερα

Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης

Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης Εσωτερικοποίηση του πολιτιστικού υποσυστήματος και εκπαίδευση: Emile Durkheim Διδάσκων: Δρ. Βασίλης Ντακούμης 1 Διάγραμμα της παρουσίασης Μάθημα 2ο (σελ. 52-66) Βασικές κατευθύνσεις

Διαβάστε περισσότερα

Ενότητα: ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ - ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ. Διδάσκων : Επίκουρος Καθηγητής Στάθης Παπασταθόπουλος

Ενότητα: ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ - ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ. Διδάσκων : Επίκουρος Καθηγητής Στάθης Παπασταθόπουλος Τίτλος Μαθήματος: ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ Ι Ενότητα: ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ - ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ Διδάσκων : Επίκουρος Καθηγητής Στάθης Παπασταθόπουλος Τμήμα: Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ

Διαβάστε περισσότερα

Βασικοί κανόνες σύνθεσης στη φωτογραφία

Βασικοί κανόνες σύνθεσης στη φωτογραφία Βασικοί κανόνες σύνθεσης στη φωτογραφία Πάτρα, Δεκέμβρης 2012 Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την πληροφόρηση; Πώς μπορεί η φωτογραφία να είναι τέχνη, εάν είναι στενά συνδεδεμένη με την αυτόματη

Διαβάστε περισσότερα

Γενικός προγραμματισμός στην ολομέλεια του τμήματος (διαδικασία και τρόπος αξιολόγησης μαθητών) 2 ώρες Προγραμματισμός και προετοιμασία ερευνητικής

Γενικός προγραμματισμός στην ολομέλεια του τμήματος (διαδικασία και τρόπος αξιολόγησης μαθητών) 2 ώρες Προγραμματισμός και προετοιμασία ερευνητικής Γενικός προγραμματισμός στην ολομέλεια του τμήματος (διαδικασία και τρόπος αξιολόγησης μαθητών) 2 ώρες Προγραμματισμός και προετοιμασία ερευνητικής ομάδας 2 ώρες Υλοποίηση δράσεων από υπο-ομάδες για συλλογή

Διαβάστε περισσότερα

Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης Εσωτερικοποίηση του πολιτιστικού υποσυστήματος και εκπαίδευση: Emile Durkheim

Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης Εσωτερικοποίηση του πολιτιστικού υποσυστήματος και εκπαίδευση: Emile Durkheim Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης Εσωτερικοποίηση του πολιτιστικού υποσυστήματος και εκπαίδευση: Emile Durkheim Διδάσκων: Δρ. Βασίλης Ντακούμης 1 Διάγραμμα της παρουσίασης Μάθημα 2ο (σελ. 52-66) Βασικές κατευθύνσεις

Διαβάστε περισσότερα

C A R E E R H O G A N D E V E L O P ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ. Έκθεση για: Jane Doe ID: HB290576

C A R E E R H O G A N D E V E L O P ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ. Έκθεση για: Jane Doe ID: HB290576 S E L E C T D E V E L O P L E A D H O G A N D E V E L O P C A R E E R ΟΔΗΓΙΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ Έκθεση για: Jane Doe ID: HB290576 Ημερομηνία: 07 Μαρτίου, 2013 2 0

Διαβάστε περισσότερα

Μέθοδοι Έρευνας. Ενότητα 2.7: Τα συμπεράσματα. Βύρων Κοτζαμάνης ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

Μέθοδοι Έρευνας. Ενότητα 2.7: Τα συμπεράσματα. Βύρων Κοτζαμάνης ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ Μέθοδοι Έρευνας Ενότητα 2.7: Τα συμπεράσματα Βύρων Κοτζαμάνης Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας & Περιφερειακής Ανάπτυξης Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό υλικό υπόκειται

Διαβάστε περισσότερα

LUDWIK FLECK (1896-1961) (Λούντβικ Φλεκ) Ο Ludwik Fleck και η κατασκευή των επιστημονικών γεγονότων.

LUDWIK FLECK (1896-1961) (Λούντβικ Φλεκ) Ο Ludwik Fleck και η κατασκευή των επιστημονικών γεγονότων. 9 LUDWIK FLECK (1896-1961) (Λούντβικ Φλεκ) Ο Ludwik Fleck και η κατασκευή των επιστημονικών γεγονότων. «Βλέπουμε με τα μάτια μας, αλλά κατανοούμε με τα μάτια της συλλογικότητας». 6 Ένα από τα κυριότερα

Διαβάστε περισσότερα

ΕΝΤΟΛΕΣ. 7.1 Εισαγωγικό μέρος με επεξήγηση των Εντολών : Επεξήγηση των εντολών που θα

ΕΝΤΟΛΕΣ. 7.1 Εισαγωγικό μέρος με επεξήγηση των Εντολών : Επεξήγηση των εντολών που θα 7.1 Εισαγωγικό μέρος με επεξήγηση των Εντολών : Επεξήγηση των εντολών που θα ΕΝΤΟΛΕΣ χρησιμοποιηθούν παρακάτω στα παραδείγματα Βάζοντας την εντολή αυτή σε οποιοδήποτε αντικείμενο μπορούμε να αλλάζουμε

Διαβάστε περισσότερα

Μεταγνωστικές διεργασίες και αυτο-ρύθμιση

Μεταγνωστικές διεργασίες και αυτο-ρύθμιση Πρόλογος Tα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια υπάρχουν δύο έννοιες που κυριαρχούν διεθνώς στο ψυχολογικό και εκπαιδευτικό λεξιλόγιο: το μεταγιγνώσκειν και η αυτο-ρυθμιζόμενη μάθηση. Παρά την ευρεία χρήση

Διαβάστε περισσότερα

Διδακτική Γλωσσικών Μαθημάτων (ΚΠΒ307)

Διδακτική Γλωσσικών Μαθημάτων (ΚΠΒ307) ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ Διδακτική Γλωσσικών Μαθημάτων (ΚΠΒ307) Ενότητα #4: Λειτουργικός και Κριτικός Γραμματισμός Διδάσκων: Κατσαρού Ελένη ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ

Διαβάστε περισσότερα

Πατώντας την επιλογή αυτή, ανοίγει ένα παράθυρο που έχει την ίδια μορφή με αυτό που εμφανίζεται όταν δημιουργούμε μία μεταβλητή.

Πατώντας την επιλογή αυτή, ανοίγει ένα παράθυρο που έχει την ίδια μορφή με αυτό που εμφανίζεται όταν δημιουργούμε μία μεταβλητή. Λίστες Τι είναι οι λίστες; Πολλές φορές στην καθημερινή μας ζωή, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, χρησιμοποιούμε λίστες. Τέτοια παραδείγματα είναι η λίστα του super market η οποία είναι ένας κατάλογος αντικειμένων

Διαβάστε περισσότερα

Ασκήσεις φυσικής και Δυσλεξία

Ασκήσεις φυσικής και Δυσλεξία Ασκήσεις φυσικής και Δυσλεξία 1. Εισαγωγή 2. Τύποι 3. Ασκήσεις Γρηγοριάδης Ιωάννης Φυσική Η φυσική αποτελεί πεδίο στο οποίο μπορούν να διαπρέψουν οι μαθητές με δυσλεξία καθώς η ιδιαιτερότητα τους, τους

Διαβάστε περισσότερα

Κεφάλαιο 6: Προσομοίωση ενός συστήματος αναμονής

Κεφάλαιο 6: Προσομοίωση ενός συστήματος αναμονής Κεφάλαιο 6: Προσομοίωση ενός συστήματος αναμονής Τεχνικές Εκτίμησης Υπολογιστικών Συστημάτων Γιάννης Γαροφαλάκης Αν. Καθηγητής ιατύπωση του προβλήματος (1) Τα συστήματα αναμονής (queueing systems), βρίσκονται

Διαβάστε περισσότερα

Το ταξίδι στην 11η διάσταση

Το ταξίδι στην 11η διάσταση Το ταξίδι στην 11η διάσταση Το κείμενο αυτό δεν αντιπροσωπεύει το πώς παρουσιάζονται οι 11 διστάσεις βάση της θεωρίας των υπερχορδών! Είναι περισσότερο «τροφή για σκέψη» παρά επιστημονική άποψη. Οι σκέψεις

Διαβάστε περισσότερα