Κεφάλαιο I. Χρηματοδοτικές Υποδομές υπέρ των ΜΜΕ στην Ε.Ε.

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Κεφάλαιο I. Χρηματοδοτικές Υποδομές υπέρ των ΜΜΕ στην Ε.Ε."

Transcript

1 Κεφάλαιο I Χρηματοδοτικές Υποδομές υπέρ των ΜΜΕ στην Ε.Ε. 86

2 I.1 Συστήματα και Πολιτικές στα κράτη μέλη της Ε.Ε. Σε όλα τα αναπτυγμένα κράτη της υφηλίου και ειδικά στα πλέον αναπτυγμένα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) για την χάραξη της εθνικής, οικονομικής στρατηγικής λαμβάνονται πάντα σοβαρά υπόψη οι ανάγκες των επιχειρήσεων και δη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) 23, διότι οι τελευταίες παίζουν καταλυτικό ρόλο στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη μας χώρας, αφού : Καλύπτουν κενά της παραγωγής, του εμπορίου και της αγοράς υπηρεσιών που αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να καλύψουν οι μεγάλες επιχειρήσεις Αποτελούν φυτώριο δημιουργίας και εξειδίκευσης επιχειρηματικών στελεχών Αξιοποιούν εγχώριες πρώτες ύλες και συγκρατούν το εργατικό δυναμικό στην περιφέρεια Συμβάλλουν στην διασπορά του οικονομικού πλούτου και της οικονομικής δύναμης και τελικά Συμμετέχουν με υψηλά ποσοστά στη διαμόρφωση του ΑΕΠ, της απασχόλησης και των εξαγωγών μιας χώρας. Εξαιτίας του σημαντικού και μερικές φορές αναντικατάστατου ρόλου που διαδραματίζουν οι ΜΜΕ σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, τα κράτη συμμετέχουν ενεργά στην υποστήριξη των ΜΜΕ με την ανάπτυξη κατάλληλων συστημάτων / σχημάτων / φορέων / εταιριών / μηχανισμών στήριξης τους καθώς και με την εφαρμογή ευνοϊκών για τις ΜΜΕ πολιτικών και την παροχή κινήτρων, όπως φαίνεται σχηματικά και συνοπτικά στην συνέχεια. Επιπλέον, τα συστήματα αυτά συνεπικουρούνται και υποστηρίζονται από μεγάλο αριθμό προγραμμάτων της Ε.Ε., του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων (ΕΤΑΕ) και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) : 23 Σύμφωνα με τον ορισμό της Ε.Ε. ορίζεται ως ΜΜΕ μια επιχείρηση που απασχολεί λιγότερο από 250 άτομα απασχολούμενους και ο ετήσιος κύκλος εργασιών της δεν ξεπερνά τα 50 εκατ. ευρώ. Ως μικρή επιχείρηση (ΜΕ) ορίζεται η επιχείρηση που απασχολεί λιγότερους από 50 εργαζομένους και ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν ξεπερνά τα 10 εκατ. ευρώ, ενώ ως πολύ μικρή επιχείρηση (ΠΜΕ) ορίζεται η επιχείρηση που απασχολεί λιγότερους από 10 εργαζόμενους, σε ετήσια βάση και ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν ξεπερνά τα 2 εκατ. ευρώ. 87

3 ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ : ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ, ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΩΝ ΜΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΚΙΝΗΤΡΑ, ΜΕΤΡΑ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΡΑΤΙΚΩΝ Η ΗΜΙΚΡΑΤΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ / ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΧΑΜΗΛΟΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΜΜΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗΣ ΠΡΟΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΜΜΕ ΜΕΣΩ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΑΦΡΥΝΣΕΩΝ Η ΑΠΑΛΛΑΓΩΝ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΝΕΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ ΚΟΣΤΟΥΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΚΑΛΥΨΗ ΜΕΡΟΥΣ ΚΟΣΤΟΥΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΜΕ ΑΤΟΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ ΜΜΕ ΠΑΡΟΧΗ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΓΙΑ ΔΑΝΕΙΑ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΠΡΟΣ ΜΜΕ ΑΠ ΕΥΘΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ (ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ, ΚΡΑΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ) ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΜΜΕ ΕΙΔΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ / ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ, ΕΘΝΙΚΗΣ Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ, ΓΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ / ΤΑΜΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΥΨΗΛΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (VC, Seed Capital, Business Angels) ΠΟΥ ΕΠΕΝΔΥΟΥΝ ΣΕ ΜΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΠΙΣΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΣ ΔΑΝΕΙΑ ΣΕ ΜΜΕ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΥΠΕΡ ΜΜΕ ΓΙΑ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΕΙΣ LEASING, FACTORING,VC ΤΑΜΕΙΑ, ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΥΠΕΡ ΜΜΕ ΕΘΝΙΚΗΣ Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΜΒΕΛΕΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΠΙΣΤΟΔΟΤΗΣΗΣ (ΔΑΝΕΙΑ, ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ, VC ΚΛΠ) ΜΕ ΣΤΟΧΕΥΣΗ ΕΙΔΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ / Η ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΡΟΧΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΜΙΚΡΟΔΑΝΕΙΑ, ΥΒΡΙΔΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΛΠ) Ε.Ε., ΕΤΕπ, ΕΤΑΕ 88

4 Από τη διεθνή και ευρωπαϊκή εμπειρία και πρακτική έχει καταδειχθεί ότι αποτελεσματική παρέμβαση του κράτους υπέρ της οικονομίας και των ΜΜΕ επιτυγχάνεται μόνον όταν το κράτος δημιουργήσει είτε μόνο του είτε με τη συμμετοχή και του ιδιωτικού τομέα στην υφιστάμενη χρηματοπιστωτική και χρηματοδοτική αγορά «συμπληρωματικούς» προς αυτήν μηχανισμούς / φορείς / εταιρείες. Οι συμπληρωματικοί αυτοί χρηματοοικονομικοί φορείς / μηχανισμοί στήριξης των ΜΜΕ διαφέρουν από χώρα σε χώρα - λόγω του επιπέδου οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, των οικονομικών συνθηκών και συγκυριών κατά το χρόνο ίδρυσης και εκκίνησης των φορέων αυτών, της προέλευσης του μετοχικού κεφαλαίου και της συμμετοχής του κράτους - στη νομική μορφή, στο μέγεθος και την οργάνωση, στο είδος των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, στη στόχευση της πελατείας και την τιμολογιακή πολιτική, καθώς και στον τρόπο αξιολόγησης των αναλαμβανομένων κινδύνων, αλλά αξίζει ιδιαίτερα να τονιστεί ότι παρουσιάζουν τουλάχιστον κάποια κοινά χαρακτηριστικά : Καλύπτουν κυρίως μεσομακροπρόθεσμους κινδύνους που είναι δύσκολο να εκτιμηθούν και να αξιολογηθούν από την χρηματοπιστωτική και χρηματοδοτική αγορά Καλύπτουν δραστηριότητες, επιχειρηματίες, επιχειρήσεις που ενέχουν δυνητικά υψηλότερο του μέσου όρου της αγοράς κίνδυνο (π.χ. νεοσύστατες ή νέες επιχειρήσεις που εκ των πραγμάτων δεν διαθέτουν οικονομική ιστορία ή παρελθόν, επιχειρήσεις νέας τεχνολογίας, ή νέων προϊόντων / υπηρεσιών, επιχειρήσεις που δημιουργούνται από ειδικές ομάδες πληθυσμού / άνεργους, νέους, ΑΜΕΑ, μετανάστες, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε φθίνουσες ή μειονεκτούσες περιοχές καθώς και επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη η προσέγγισή τους από χρηματοδότες / δανειστές). Επίσης, οι χρηματοοικονομικές ανάγκες των επιχειρήσεων, ανάλογα με τον τόπο εγκατάστασης τους, το μέγεθος τους, τον κλάδο δραστηριοποίησης τους, το στάδιο λειτουργίας τους (εκκίνηση, ανάπτυξη, διεθνοποίηση κλπ) είναι συνεχείς και διαφέρουν ριζικά από επιχείρηση σε επιχείρηση. Ως εκ τούτου, η παρέμβαση του κράτους υπέρ των ΜΜΕ είναι αποτελεσματική όταν ενισχύει την δημιουργία χρηματοοικονομικών σχημάτων / μηχανισμών / οργανισμών / θεσμών / εταιρειών συνεχούς στήριξης των ΜΜΕ και αναπτύσσει χρηματοοικονομικές υποδομές υπέρ των ΜΜΕ για όλες τις φάσεις του οικονομικού τους κύκλου. Μόνον έτσι, δηλαδή με χρηματοοικονομικές υποδομές και μάλιστα συμπληρωματικές του υφιστάμενου χρηματοπιστωτικού συστήματος καθίσταται δυνατή η προσφορά ενός κατάλληλου μίγματος χρηματοπιστωτικών και χρηματοδοτικών προϊόντων και υπηρεσιών (financial engineering) ικανών να επιτρέψουν την άμεση κάλυψη πολλών κενών της χρηματοπιστωτικής και χρηματοδοτικής αγοράς. Αξίζει να επισημανθεί ότι η αναγκαιότητα δημιουργίας ενός «ολοκληρωμένου» συστήματος χρηματοοικονομικών υποδομών υπέρ των ΜΜΕ άρχισε να κερδίζει έδαφος στα πλαίσια της Ε.Ε. μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν και να προωθηθούν 89

5 στη συνέχεια ειδικά χρηματοδοτικά προγράμματα και προϊόντα από την πλευρά της Ε.Ε., της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων (ΕΤΑΕ). Σήμερα, η δημιουργία και ανάπτυξη ενός συστήματος χρηματοοικονομικών υποδομών υπέρ των ΜΜΕ θεωρείται πανάκεια για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών ΜΜΕ και της ευρωπαϊκής οικονομίας, όπως ακριβώς οι οικονομικές και κοινωνικές υποδομές θεωρούνται, εδώ και έναν αιώνα, πανάκεια για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη μιας χώρας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε χώρα πρέπει να διαθέτει ένα σύστημα χρηματοοικονομικών υποδομών που θα απαντάει σε όλες τις χρηματοοικονομικές ανάγκες των ΜΜΕ με μια μεγάλη γκάμα προϊόντων (τραπεζικά δάνεια, Venture Capital, leasing, Factoring, Seed Capital, Επιχειρηματικοί Άγγελοι, Εγγυήσεις, Αντεγγυήσεις, Mezzanine Finance κλπ), όπως ακριβώς για παράδειγμα οι επενδύσεις στις υποδομές μεταφορών κρίνονται ικανοποιητικές όταν υλοποιούνται επενδύσεις όχι μόνον στους αυτοκινητόδρομους, αλλά και στους σιδηρόδρομους, στα αεροδρόμια, στα λιμάνια, στα ελικοδρόμια, στις μαρίνες κλπ. ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΜΜΕ ΜΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΤΗΝ Ε.Ε. Τραπεζικά Δάνεια, Χρηματοδοτική Μίσθωση (Leasing), Σύμβαση Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (Factoring) Επενδύσεις «Υψηλού» Κινδύνου / Venture Capital, Early - Stage Capital, Επιχειρηματικοί Άγγελοι / Business Angels Χρηματοδοτήσεις «Υβριδικής» Μορφής / Mezzanine Finance Εγγυοδοτικά Σχήματα / Εγγυήσεις, Αμοιβαίες Εγγυήσεις, Αντεγγυήσεις Ασφαλίσεις Εξαγωγών, Επενδύσεων Χρηματιστήριο / Κεφαλαιαγορά Κρατικές Ενισχύσεις / Επιχορηγήσεις, Επιδοτήσεις Κόστους Δανεισμού, Επιδοτήσεις Κόστους Εργασίας, Φορολογικά κίνητρα Συμπερασματικά, επειδή τα χρηματοοικονομικά προβλήματα των ΜΜΕ ποικίλλουν, πολλές χώρες έχουν επινοήσει διάφορα χρηματοοικονομικά εργαλεία / προϊόντα που διευκολύνουν και στηρίζουν την ίδρυση, ανάπτυξη ή διεθνοποίηση των ΜΜΕ και κυρίως δίνουν πολλές και διάφορες λύσεις στα χρηματοοικονομικά προβλήματα των ΜΕ και ΠΜΕ. Παράλληλα, η Ε.Ε., η ΕΤΕπ και το ΕΤΑΕ προσφέρουν μια μεγάλη γκάμα προγραμμάτων, προϊόντων που καλύπτουν και συμπληρώνουν το μίγμα των χρηματοοικονομικών υποδομών κάθε κράτους-μέλους της Ε.Ε. 90

6 Μάλιστα εμφανίζεται ένας μεγάλος βαθμός συνέργειας και κοινοπρακτικών εργασιών μεταξύ των διάφορων φορέων (Τράπεζες, Eταιρείες Eγγυήσεων / Αμοιβαίων Εγγυήσεων, Venture Capital, ΕΤΕπ ΕΤΑΕ κ.λπ) με αποτέλεσμα την υψηλή μόχλευση ιδιωτικών και δημόσιων κεφαλαίων και την «ορθολογικότερη» κατανομή των κινδύνων μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Στις χώρες όπου το σύστημα εγγυήσεων είναι αρκετά αναπτυγμένο και οι εταιρείες Εγγυήσεων και Αμοιβαίων Εγγυήσεων αξιολογούν μόνες τους κινδύνους που αναλαμβάνουν, βοηθούν στη μείωση του ποσοστού καταπτώσεων στο τραπεζικό σύστημα, δίδοντας έτσι μεγαλύτερη αξιοπιστία όχι μόνο στο εγγυοδοτικό αλλά και στο πιστωτικό σύστημα μιας χώρας. Αξιοσημείωτο είναι ότι παρά τις πολλαπλές προσπάθειες κρατών-μελών της Ε.Ε. λίγες σχετικά ΜΜΕ, περίπου 1.000, επωφελούνται από τα χρηματιστήρια στην Ευρώπη (AIM Λονδίνου κλπ) σε αντίθεση με το NASDAQ (ΗΠΑ) που έχει εντάξει περισσότερες από ΜΜΕ. Επίσης, μεγάλη υστέρηση φαίνεται να υπάρχει στο θεσμό των Επιχειρηματικών Αγγέλων (Business Angels) όπου είναι ενεργοί (2007) περίπου στην E.E. Οι Επιχειρηματικοί Άγγελοι επενδύουν κάθε χρόνο γύρω στα 3 δισ. ευρώ στην ΕΕ σύμφωνα με την EBAN (Statistics Compendium 2008, p.2). Οι Επιχειρηματικοί Άγγελοι στις ΗΠΑ επένδυσαν, κατά μέσο όρο ετησίως, 16,5 δισ. ευρώ την περίοδο και 20,6 δισ. ευρώ την περίοδο Αξίζει να επισημανθεί ότι η χρήση χρηματοοικονομικών προϊόντων οποιουδήποτε μίγματος δεν αποτελεί πάντα εγγύηση της «αιωνιότητας» και επιβίωσης μιας ΜΜΕ, αλλά προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό την πορεία και την ανάπτυξη αυτής. Για να καταφέρει μια ΜΜΕ να επιβιώσει στον σημερινό ανταγωνισμό πρέπει και η ίδια να ανανεώνεται και να προσαρμόζεται διαρκώς στο διαμορφούμενο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον. Στη συνέχεια γίνεται ιδιαίτερη μνεία στα χρηματοδοτικά μέσα / εργαλεία / σχήματα / μηχανισμούς / προϊόντα που έχουν αναπτυχθεί ή προωθηθεί σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. για την κάλυψη χρηματοοικονομικών αναγκών ΜΜΕ, που μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ή έχουν κάνει δειλά την εμφάνισή τους στην ελληνική αγορά. Επιπλέον, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα προϊόντα που προσφέρουν εξειδικευμένοι πιστοδοτικοί φορείς ΜΜΕ, όπως π.χ. η Almi στη Σουηδία και η Finnvera στη Φινλανδία. Ι.2. Εξειδικευμένα Χρηματοδοτικά Μέσα Εργαλεία υπέρ ΜΜΕ Πριν την παρουσίαση των διαφόρων μορφών χρηματοδότησης των χρηματοοικονομικών αναγκών των ΜΜΕ θα πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί ότι εντύπωση δεν προκαλεί τόσο η πληθώρα των προσφερόμενων χρηματοοικονομικών προϊόντων και υπηρεσιών στα περισσότερα κράτημέλη της Ε.Ε, προς όφελος των ΜΜΕ όσο ο συνδυασμός πολλών μέσων, προϊόντων, εργαλείων με διττό σκοπό: την ικανοποίηση ει δυνατόν των περισσότερων χρηματοοικονομικών αναγκών των ΜΕ και ΠΜΕ καθώς την επίτευξη από την πλευρά του κράτους του άριστου πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος, όταν αυτό συνδράμει στην ίδρυση ή ανάπτυξη των χρηματοδοτικών συστημάτων. 91

7 Ι.2.1.«ΥΒΡΙΔΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ» ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΜΜΕ / MEZZANINE FINANCE H QUASI EQUITY Οι χρηματοδοτήσεις με τη μορφή mezzanine παρουσιάζουν χαρακτηριστικά τόσο δανείου όσο και ιδίων κεφαλαίων. Οι πιο γνωστοί τύποι, αυτής της μορφής χρηματοδότησης είναι: Τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης (subordinates loans), με βασικά χαρακτηριστικά ότι δίδονται χωρίς εξασφαλίσεις και έχουν ως επί το πλείστον σταθερό επιτόκιο Τα συμμετοχικά δάνεια (participation loans) που αποτελούν μια μορφή κανονικών δανείων, αλλά η απόδοσή τους δεν διακρίνεται για την σταθερότητά τους αφού είναι συνδεδεμένη με το αποτέλεσμα της επιχείρησης (π.χ. με το κύκλο εργασιών, με τα κέρδη κλπ) Η «αθόρυβη», εχέμυθη εταιρική συμμετοχή (silent participation), μια μορφή που προσομοιάζει με αυτή του μετόχου, χωρίς όμως ο συμμετέχων να αναλαμβάνει οποιαδήποτε υποχρέωση που έχει ή θα έχει η επιχείρηση έναντι των πιστωτών της Το μετατρέψιμο ομολογιακό δάνειo ή μετατρέψιμο δάνειο (convertible bond / convertible shareholder loan) που οι κάτοχοί τους εκτός από τον τόκο που λαμβάνουν δύνανται να γίνουν και μέτοχοι της επιχείρησης, όταν υπάρχει το δικαίωμα αγοράς μετοχών κατά την διάρκεια ή τη λήξη του ομολογιακού δανείου. Οι προνομιούχες μετοχές (preference shares) Για τις ΜΜΕ η χρηματοδότηση των κεφαλαίων τους μέσω των «υβριδικών» αυτών μορφών παρουσιάζει κάποια πλεονεκτήματα όπως π.χ. ότι η ΜΜΕ δεν παρέχει εξασφαλίσεις, ότι ο μικρομεσαίος διατηρεί ή μπορεί να διατηρήσει, με κατάλληλη σύμβαση, τον έλεγχο της επιχείρησής του και ότι τα κεφάλαια αυτά έχουν κυρίως μεσομακροπρόθεσμη διάρκεια. Επειδή οι αποδόσεις των προϊόντων mezzanine είναι υψηλότερες αυτών των κλασσικών δανείων, αλλά μικρότερες από τις αποδόσεις που ζητούν οι ιδιώτες επενδυτές του Venture Capital, για να γίνουν τα προϊόντα πιο ελκυστικά για τους επενδυτές / ιδιώτες σε διάφορες χώρες (π.χ. Γερμανία, Ολλανδία) τα έσοδα από τους τόκους δεν φορολογούνται. Το κυριότερο εμπόδιο όμως στην προώθηση των «υβριδικών» μορφών χρηματοδότησης δεν είναι τόσο το υψηλό σχετικά κόστος δανεισμού για τις ΜΜΕ όσο το γεγονός ότι οι περισσότερες από τις μορφές αυτές χρηματοδότησης απαιτούν βαθμολόγηση (rating) των ΜΜΕ και ένα σχετικά υψηλό ποσό δανείου, χωρίς να παραγνωρίζεται και η δυσκολία εξόδου από μια ΜΜΕ. Συγκεκριμένα στη Γερμανία, όπου έχει αναπτυχθεί περισσότερο σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε., η χρηματοδότηση mezzanine, αγορά - στόχο αποτελούσαν μέχρι πρόσφατα οι ΜΜΕ με βαθμολόγηση (rating) BBB+ και άνω, ενώ το «υβριδικό δάνειο» ήταν μεγαλύτερο ή ίσο των 2 εκατ. ευρώ. Επειδή όμως η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ είτε δεν βαθμολογείται είτε διαθέτει rating πολύ χαμηλότερο, τελευταία έγινε μια στροφή προς ΜΜΕ με rating BBB και κάτω και για ποσά μικρότερα των 2 εκατ. ευρώ. Παράλληλα για την προώθηση αυτών των προϊόντων η ΕΤΕπ θα χορηγήσει για την περίοδο ένα (1) δισ. ευρώ στο ΕΤΑΕ για 92

8 να προωθηθούν προγράμματα mezzanine υπέρ των ΜΜΕ στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. και κυρίως για περιπτώσεις μεταβίβασης ΜΜΕ, ανάπτυξης ΜΜΕ, καινοτόμων ΜΜΕ κ.λπ. Μέσω των προγραμμάτων Ανταγωνιστικότητας και Καινοτομίας του ΕΤΑΕ θα δίνονται, μεταξύ άλλων, εγγυήσεις / αντεγγυήσεις σε ειδικά Ταμεία Συμμετοχών (equity or quasi equity fund) ή Ταμεία Mezzanine, που επενδύουν σε ΜΜΕ. Για να προωθηθούν προγράμματα υπέρ των ΜΜΕ με την μορφή «υβριδικών δανείων» και για να ξεπεραστούν ορισμένα αλλά βασικά προβλήματα της υβριδικής χρηματοδότησης ΜΜΕ (χαμηλή βαθμολόγηση / rating ΜΜΕ και υψηλό κόστος δανεισμού, χαμηλό σχετικά ύψος αιτούμενου ποσού υβριδικού δανείου και υψηλό διαχειριστικό κόστος για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, έλλειψη εξασφαλίσεων) ορισμένες χώρες (π.χ. Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία) συμμετέχουν ενεργά, υλοποιώντας και στηρίζοντας ειδικά προγράμματα και / ή δημιουργώντας ειδικά Ταμεία ή Οργανισμούς περιφερειακής ή εθνικής εμβέλειας. Για παράδειγμα : Στην Ολλανδία για να μειωθεί το κόστος των υβριδικών δανείων υπάρχει κρατική στήριξη μέσω της Rabobank Eindhoven-Veldhoven. στην Αυστρία μέσω της κρατικής Τράπεζας AWS δίνονται εγγυήσεις σε διάφορες μορφές «υβριδικών δανείων». στη Γερμανία για να μειωθεί αισθητά το κόστος των «υβριδικών δανείων» και συγχρόνως να μειωθεί το ποσό των δανείων αυτών στο ύψος που επιθυμεί η ΜΜΕ έχουν δημιουργηθεί ειδικά προγράμματα από το όμιλο KFW και από την δημόσια, περιφερειακή Τράπεζα ΝRW. στην Γαλλία, υλοποιούνται προγράμματα «υβριδικών δανείων» με σκοπό την μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων υπέρ ΜΜΕ και την προώθηση ειδικών επενδύσεων (π.χ. εξοικονόμηση ενέργειας, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). στην Σουηδία αναλαμβάνεται ο κίνδυνος για υβριδικές μορφές χρηματοδότησης από την κρατική εταιρεία Almi με σκοπό την υποβοήθηση νεοσύστατων ΜΜΕ ή ΜΜΕ με χαμηλή βαθμολόγηση καθώς και τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων. Σε γενικές γραμμές διαπιστώνεται ότι: 1. στην περίπτωση που η μορφή της υβριδικής χρηματοδότησης προσομοιάζει με τραπεζικό δάνειο τότε δεν απαιτούνται εξασφαλίσεις αλλά ένα «υψηλό» επιτόκιο αντισταθμίζει τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο. 2. στην περίπτωση που η μορφή της υβριδικής χρηματοδότησης μοιάζει με αυτή και των ιδίων κεφαλαίων τότε η απόδοση της εξαρτάται κυρίως από την αποτελεσματικότητα και την κερδοφορία της ΜΜΕ. Επιπρόσθετα από την ευρωπαϊκή εμπειρία της χρηματοδότησης mezzanine αξίζει να σημειωθούν τα εξής: Στη Γερμανία, ο Όμιλος Kfw ανέπτυξε τρία σχετικά προγράμματα «ERP Capital for Start ups», «ERP Capital for growth», «ERP Capital for work and investment». Τα δύο πρώτα προγράμματα αφορούν νεοσύστατες ή νέες δυναμικές / αναπτυσσόμενες ΜΜΕ. Τα δάνεια με την μορφή μειωμένης εξασφάλισης 93

9 (subordinated loans) έχουν διάρκεια έως 7 έτη και το επιτόκιο είναι επιδοτούμενο από τα ERP Ταμεία. Το τρίτο πρόγραμμα αφορά ΜΜΕ που λειτουργούν περισσότερα από 5 έτη στην αγορά και στα δάνεια τα οποία έχουν και αυτά τη μορφή μειωμένης εξασφάλισης, το ύψος του επιτοκίου προσδιορίζεται από την πιστοληπτική ικανότητα, την φερεγγυότητα και την βαθμολόγηση κάθε ΜΜΕ. Επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ για προϊόντα mezzanine εντοπίστηκε ύστερα από έρευνες στις κατηγορίες μεταβίβασης ή αλλαγής ιδιοκτησίας ή σε δυναμικές ΜΜΕ και για ανάγκες ποσών μικρότερων του ενός (1) εκατ. ευρώ η Kfw άρχισε να δίδει mezzanine προϊόντα σε ΜΜΕ με rating BBB και κάτω και για ποσά μικρότερα των 2 εκατ. ευρώ. Και στα τρία προγράμματα η Kfw δίδει τα κεφάλαια σε τράπεζες, οι οποίες με την σειρά τους, ως ενδιάμεσοι φορείς, δανείζουν σε ΜΜΕ ένα ποσό που κατά το ήμισυ είναι κλασσικό δάνειο τον κίνδυνο του οποίου αναλαμβάνει η ενδιάμεση τράπεζα και κατά το άλλο ήμισυ έχει τη μορφή δανείου μειωμένης εξασφάλισης, τον κίνδυνο του οποίου αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου η Kfw όπως φαίνεται και στην συνέχεια. 50% δάνειο, κίνδυνος στην τράπεζα 50% subordinated loan, κίνδυνος Kfw Kfw Χρηματοδότηση 100% Τράπεζες MME Ακόμη στη Γερμανία, η περιφερειακή δημόσια τράπεζα NRW Bank για να στηρίξει ΜΜΕ με κύκλο εργασιών από 5 50 εκατ. ευρώ που λειτουργούν ή που θέλουν να εγκατασταθούν στη Περιφέρεια Ρήνου Βεστφαλίας συμμετέχει σε αυτές με ποσά από 250 χιλ. ευρώ έως 1 εκατ. ευρώ. Προϋποθέσεις για τη συμμετοχή, για την οποία δεν λαμβάνονται εξασφαλίσεις, είναι: 1. το κόστος του επιτοκίου του δανείου υβριδικής μορφής να προσδιορίζεται από τον κίνδυνο κάθε ΜΜΕ και 2. η ελάχιστη βαθμολόγηση / rating της ΜΜΕ να είναι BB-. Στόχος του προγράμματος αυτού είναι η εξυπηρέτηση περίπου ΜΜΕ χαμηλής σχετικά βαθμολόγησης. Αξίζει ακόμη να τονιστεί για την Γερμανία ότι το πρόγραμμα «Silent Partnerships» της MBG (Mittel Standliche Beteiligungsgesellschaften) καλύπτει μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις όλων των κλάδων και σε όλα τα στάδια ζωής μιας επιχείρησης μέσω της υβριδικής μορφής «Silent 94

10 Partnerships» (που προσομοιάζει περισσότερο με προιόν Venture Capital) με ελκυστικούς όρους επιτοκίων. Η συμμετοχή σε μια ΜΜΕ ξεκινάει από και φθάνει τα 2,5 εκατ. ευρώ με διάρκεια έως 10 έτη. Η συμμετοχή αυτή καλύπτεται με εγγύηση από τα συστήματα εγγυήσεων της χώρας με ποσοστό 70%. Ο μέσος όρος συμμετοχής ανέρχεται σε ευρώ. Στην Αυστρία, η κρατική τράπεζα AWS (Austria Wirtschaftsservice) καλύπτει με εγγύηση 50% κάθε επιδοτούμενο κεφάλαιο υβριδικής μορφής ποσού έως 1 εκατ. ευρώ ανά επιχείρηση. Το πρόγραμμα αυτό Equity Guarantee στοχεύει σε μικρές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις καινοτομίας. Στη Σουηδία, η Almi, μέσω του προγράμματος «Innovation Loans» παρέχει σε νεοσύστατες ΜΜΕ ή σε επιχειρήσεις χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας / βαθμολογίας / rating δάνεια μειωμένης εξασφάλισης (subordinated loans), με σταθερό επιτόκιο και διάρκεια 5 έτη. Δεν ζητούνται στις περισσότερες περιπτώσεις εξασφαλίσεις και ο κίνδυνος αναλαμβάνεται από την Almi και την σουηδική κυβέρνηση. Στην Ολλανδία, η Rabobank συμμετέχει είτε με τη μορφή δανείων μειωμένης εξασφάλισης (subordinated loans) είτε με τη μορφή άλλων υβριδικών δανείων σε ΜΜΕ που ξεκινούν τη δραστηριότητά τους και έχουν απαραίτητα έτοιμο προϊόν προς πώληση και σε ΜΜΕ που αλλάζουν ιδιοκτήτη / μεταβιβάζονται. Στη δεύτερη περίπτωση η Rabobank, επειδή ο κίνδυνος είναι σχετικά υψηλός, προσπαθεί να δημιουργήσει για κάθε ΜΜΕ εξειδικευμένο και προσιδιάζον προϊόν (tailor made product) που αποτελεί μίγμα ιδίων κεφαλαίων και mezzanine κεφαλαίων. Η ελάχιστη συμμετοχή της Rabobank είναι ευρώ και η μέγιστη 1 εκατ. ευρώ. Στη Γαλλία, μέσω του προγράμματος Innovation Development Contract η OSEO / BDPME συγχρηματοδοτεί μέχρι το 50% του κόστους της επένδυσης μιας ΜΜΕ με δάνειο μειωμένης εξασφάλισης (subordinated loan), ενώ το υπόλοιπο της επένδυσης καλύπτεται από άλλη/ες εμπορική/ές τράπεζα/ες. Ταυτόχρονα η OSEO / Sofaris καλύπτει το 60% του συνολικού κινδύνου. Όμως υπάρχει και η εναλλακτική λύση, δηλαδή η OSEO / BDPME μπορεί να χρηματοδοτήσει το 100% της επένδυσης της ΜΜΕ και η OSEO / Sofaris να καλύψει το 60% του κινδύνου, ενώ ο υπόλοιπος κίνδυνος να καλυφθεί εξ ημισείας (20%) από την OSEO / BDPME και 20% από εμπορικές τράπεζες. Και στις δύο περιπτώσεις η «δημόσια στήριξη» μέσω της OSEO είναι μεγάλη. Ακόμη στη Γαλλία έχει δημιουργηθεί ένα Ειδικό Ταμείο Fideme Mezzanine Fund με ιδιωτικά και δημόσια κεφάλαια ύψους 45 εκατ. ευρώ, με σκοπό την συμμετοχή με δάνεια μειωμένης εξασφάλισης (subordinated loans) σε ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στο περιβάλλον και έχουν σχετικά χαμηλή βαθμολογία (rating). Στόχος του Ταμείου είναι να εξευρεθούν κεφάλαια για τις ανωτέρω ΜΜΕ και γι αυτό υπάρχουν φορολογικά κίνητρα για τους ιδιώτες / επενδυτές. Συμπερασματικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι στην Ε.Ε. αρχίζει να εμφανίζεται μια νέα αγορά χρηματοδότησης για ΜΜΕ, αυτή της υβριδικής μορφής / mezzanine finance, η οποία ενδέχεται λόγω της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης να αναπτυχθεί με υψηλούς ρυθμούς στο άμεσο μέλλον. Επιπλέον λόγω της κρίσης ενδέχεται να αυξηθεί η ζήτηση για χρηματοδότηση μέσω των υβριδικών μορφών στις 95

11 κατηγορίες μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (με προσωπικό κάτω των 50 ατόμων και κύκλο εργασιών κάτω των 10 εκατ. ευρώ) που διατρέχουν μεγαλύτερους κινδύνους σε σχέση με τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις και δεν διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις. Επίσης, αναμένεται να εμφανιστούν ανάγκες για mezzanine finance και στις επιχειρήσεις που αλλάζουν ιδιοκτήτες ή μεταβιβάζονται και μάλιστα για ποσά που δεν θα ξεπερνούν ανά επιχείρηση το ένα (1) εκατ. ευρώ. Για να αναπτυχθεί η αγορά mezzanine υπέρ των ΜΜΕ απαιτείται, μεταξύ των άλλων, όπως: Τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. ενθαρρύνουν τη νέα αυτή αγορά υποστηρίζοντας ή δημιουργώντας δημόσια ή ημιδημόσια σχήματα / μηχανισμούς / φορείς που θα παρέχουν προϊόντα mezzanine συμπληρώνοντας τα κενά της αγοράς και θα στοχεύουν κυρίως σε νεοσύστατες ή νέες επιχειρήσεις, σε επιχειρήσεις που αλλάζουν ιδιοκτήτη / μεταβιβάζονται, σε επιχειρήσεις που αναπτύσσουν νέα ή καινοτόμα προϊόντα της νέας ζήτησης, σε επιχειρήσεις που έχουν χαμηλό rating. Παράλληλα, τα κράτη-μέλη πρέπει να προωθήσουν τη συνεργασία, σύμπραξη των ειδικών αυτών σχημάτων / μηχανισμών και με άλλους φορείς / μηχανισμούς που υποστηρίζουν τις ΜΜΕ (εγγυοδοτικά σχήματα, προγράμματα επιδοτήσεων / επιχορηγήσεων, συν-επενδύσεις ή κοινοπρακτικές επενδύσεις, με ιδιώτες / επενδυτές π.χ. Επιχειρηματικούς Αγγέλους). Τέλος, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα ευνοϊκό θεσμικό πλαίσιο για τα προϊόντα mezzanine και κυρίως ένα ευνοϊκό φορολογικό πλαίσιο καθώς και να διευκολύνουν την τιτλοποίηση τέτοιων προϊόντων με την συνεργασία προγραμμάτων της Ε.Ε. (ΕΤΕπ, ΕΤΑΕ κ.λπ) Προϋπόθεση βέβαια, sine que non, για την ανάπτυξη αυτής της αγοράς, είναι η πραγματική απεικόνιση των οικονομικών και λοιπών στοιχείων από την πλευρά των ΜΜΕ και η πλήρης διαφάνεια της κατηγοριοποίησης / βαθμολόγησης / αξιολόγησης των mezzanine προϊόντων από την πλευρά των τραπεζών και των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων. Πολλά και κρίσιμα ερωτήματα τίθενται κατά καιρούς και θα τεθούν και στο μέλλον σε μεγαλύτερο βαθμό για την αγορά αυτή, τα οποία πρέπει να απαντηθούν άμεσα όπως π.χ. : το επιτόκιο / κόστος του κάθε προϊόντος υβριδικής μορφής θα προκύπτει από την βαθμολόγηση (rating) των ΜΜΕ. Η βαθμολόγηση θα γίνεται από εξωτερικές ανεξάρτητες εταιρείες, ή από την ίδια την τράπεζα («credit scored internal rating») ; σε ποιο βαθμό θα καλύπτεται η «χαμηλή» βαθμολόγηση από τη κρατική παρέμβαση, ώστε το προϊόν να είναι ελκυστικό; θα καλύπτει η κρατική παρέμβαση όλες τις κατηγορίες κινδύνων ή μόνο κάποιες από αυτές κατηγορίες (π.χ. ελάχιστη βαθμολόγηση B, ενώ σε κατώτερη βαθμολόγηση δεν θα δίδεται κρατική στήριξη / ενίσχυση); θα μπορέσει το κράτος να προωθήσει τα προϊόντα της αγοράς αυτής και σε επιχειρήσεις μη κερδοσκοπικές, όπως π.χ. τις κοινωνικές επιχειρήσεις; Είναι ικανές ή πρόθυμες οι τράπεζες να δημιουργήσουν εξειδικευμένα προϊόντα για τις «κοινωνικές επιχειρήσεις» ; 96

12 Ι.2.2. Η «ΑΓΟΡΑ» ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΔΑΝΕΙΩΝ ΣΤΗΝ Ε.Ε. Στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. η παροχή όλων των τύπων των δανείων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα μικροδάνεια 24, αποτελεί αντικείμενο και δραστηριότητα του χρηματοπιστωτικού και χρηματοδοτικού τομέα. Έτσι, εμπορικές τράπεζες, συνεταιριστικές τράπεζες, αναπτυξιακές / επενδυτικές τράπεζες και χρηματοπιστωτικές εταιρίες ειδικού σκοπού παρέχουν μικροδάνεια σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο και τους τραπεζικούς νόμους κανόνες καθώς και τους κανονισμούς διατάξεις των κεντρικών τραπεζών. Δεν υπάρχει δηλαδή ειδικό νομοθετικό πλαίσιο παροχής μικροδανείων με εξαίρεση δύο χώρες: τη Γαλλία όπου ειδικός νόμος επιτρέπει και σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις να παρέχουν μικροδάνεια χρησιμοποιώντας τα ίδια κεφάλαια τους ή κεφάλαια που δανείζονται από τράπεζες και τη Ρουμανία, όπου ειδικός νόμος επιτρέπει την ίδρυση και λειτουργία των καλούμενων «εμπορικών εταιρειών μικροπιστώσεων» που παρέχουν μικροδάνεια χωρίς όμως να επιτρέπεται σε αυτές η άντληση καταθέσεων. Τα κεφάλαια αυτών των εταιρειών στη Ρουμανία προέρχονται κυρίως από διεθνείς / πολυμερείς αναπτυξιακές τράπεζες, από το κράτος, από ιδιωτικές τράπεζες και από δωρητές (προγράμματα Ε.Ε. κλπ). Από την εμπειρία της αγοράς των μικροδανείων προκύπτει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μικροδανείων απευθύνεται κυρίως σε επιχειρήσεις υπό ίδρυση ή νεοσύστατες, σε πολύ μικρές επιχειρήσεις, σε αυτοαπασχολούμενους / ελεύθερους επαγγελματίες και σε ειδικές κατηγορίες επιχειρήσεων (κοινωνικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις που ανήκουν σε νέους, σε γυναίκες, σε ΑΜΕΑ, σε ανέργους και σε άλλες «ευπαθείς» ομάδες πληθυσμού). Πρόκειται επομένως υπό μία έννοια για τη σύνδεση των μικροδανείων με μια «στοχευμένη επιχειρηματικότητα» υψηλού κινδύνου. Επίσης, από την ευρωπαϊκή εμπειρία της αγοράς των μικροδανείων θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής : Α. Η αγορά των μικροδανείων καλύπτει κυρίως επιχειρηματικές πρωτοβουλίες «υψηλού κινδύνου», οι οποίες μάλιστα τις περισσότερες φορές δεν συνοδεύονται από επαρκείς εξασφαλίσεις, ενώ το μικρό μέγεθος ανά δάνειο δημιουργεί υψηλό διαχειριστικό κόστος για τις τράπεζες. Τα παραπάνω προβλήματα δεν έχουν επιτρέψει την ανάπτυξη της αγοράς των μικροδανείων με υψηλούς ρυθμούς. Για την αντιμετώπιση δε αυτών των προβλημάτων κάποιες χώρες έχουν συγκροτήσει μηχανισμούς / σχήματα δημόσιου ή ημιδημόσιου χαρακτήρα, που μετριάζουν τους κινδύνους αυτής της αγοράς και / ή καλύπτουν μέρος ή το σύνολο του διαχειριστικού κόστους των δανείων με σκοπό την πρόκληση του τραπεζικού και χρηματοδοτικού συστήματος για να προωθήσει αυτό τον τύπο των δανείων. 24 Ο όρος «μικροπιστώσεις» ή «μικροδάνεια» αφορά δάνεια χαμηλού σχετικά ύψους που παρέχονται κυρίως με ευνοϊκούς όρους στην αγορά. Σε γενικές γραμμές στην Ε.Ε. θεωρείται μικροδάνειο ένα ποσό έως ευρώ, ενώ στις ΗΠΑ για το Small Business Administration / SBA ποσό έως ευρώ μπορεί να θεωρηθεί μικροδάνειο. 97

13 Στη Γερμανία για παράδειγμα, η Kfw, η οποία δανείζεται με ευνοϊκούς όρους στην αγορά, δανείζει με την σειρά της τράπεζες που επιθυμούν να χορηγήσουν μικροδάνεια. Η Kfw ορίζει τους βασικούς όρους των μικροδανείων (π.χ. κατώτατη και ανώτατη διάρκεια, ανώτατο και κατώτατο ύψος δανείου, ονομαστικό επιτόκιο δανείου) αλλά και το ύψος της διαχειριστικής προμήθειας και του ετήσιου περιθωρίου που θα λάβει η τράπεζα προωθώντας τα «μικροδάνεια». Επιπλέον η Kfw καλύπτει με εγγύηση ένα μεγάλο μέρος (έως 80%) της τελικής ζημιάς, εφόσον βέβαια αυτή προκύψει, του δανειστή. Στην Αυστρία εδώ και 50 χρόνια λειτουργούν προγράμματα μικροδανείων, ενώ στη Βιέννη με το πρόγραμμα Gemeinsame Kreditaction ο Δήμος και το Οικονομικό Επιμελητήριο της Πόλης χρησιμοποιούν σε ετήσια βάση 2 εκατ. ευρώ στηρίζοντας με τη μορφή μικροδανείων κάθε χρόνο περίπου 450 επιχειρήσεις υπό ίδρυση ή υφιστάμενες. Τα δάνεια έως ευρώ για την εκκίνηση μίας επιχείρησης και έως ευρώ για μια υφιστάμενη επιχείρηση έχουν συγκεκριμένους όρους (διάρκεια και ονομαστικό επιτόκιο) και τα χορηγούν Τράπεζες που διαθέτουν καταστήματα στη Βιέννη. Την παρακολούθηση του προγράμματος, την παροχή πληροφοριών για το πρόγραμμα και την παροχή συμβουλών στις ΜΜΕ αναλαμβάνει το Οικονομικό Επιμελητήριο της Βιέννης, ενώ τον κίνδυνο του μικροδανείου αναλαμβάνει η Τράπεζα. Επίσης στην ίδια χώρα η Κρατική Τράπεζα AWS χορηγεί εγγυήσεις με ευνοϊκούς όρους σε τράπεζες που προωθούν μικροδάνεια έως ευρώ σε πολύ μικρές ατομικές επιχειρήσεις καθώς και σε νεοσύστατες επιχειρήσεις. Β. Στην Ε.Ε. λειτουργούν σήμερα πολλές τράπεζες ή χρηματοοικονομικοί οργανισμοί που εξειδικεύονται στη παροχή μικροδανείων και στη πιστοδοτική πολιτική τους εντοπίζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά όπως: Χορηγούν δάνεια μικρού σχετικά ύψους από ευρώ έως ευρώ Τα μικροδάνεια χορηγούνται σε πολύ μικρές επιχειρήσεις (που απασχολούν λιγότερα από 10 άτομα) και ο μεγαλύτερος όγκος αυτών διοχετεύεται σε επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερα από 5 άτομα Τα μικροδάνεια καλύπτουν όλους τους κλάδους και όλα τα στάδια ζωής μιας επιχείρησης, αλλά κατευθύνονται κυρίως σε νεοσύστατες ή νέες επιχειρήσεις και σε «ευπαθείς», μη προνομιούχες ομάδες του πληθυσμού (άνεργοι, φτωχοί, νέοι, μετανάστες, γυναίκες κλπ.) Τα μικροδάνεια παρέχονται τις περισσότερες φορές με ευνοϊκούς όρους όπως π.χ. επιδότηση μέρους του κόστους δανεισμού και εγγύηση με την παρέμβαση του Δημοσίου ή χαμηλότερα από το μέσο όρο της αγοράς επιτόκια λόγω μη επιθετικής πολιτικής των φορέων μικροδανείων. Στη δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι όταν δεν ακολουθείται ορθολογική τιμολογιακή πολιτική για να καλύπτει τόσο τους αναλαμβανόμενους κινδύνους όσο και τα διαχειριστικά λειτουργικά κόστη, η βιωσιμότητα και διαχρονικότητα των φορέων μικροδανείων κινδυνεύει σοβαρά και εξαρτάται τελικά από τις επιχορηγήσεις και τα φορολογικά κίνητρα των κυβερνήσεων Γ. Στην αγορά των μικροδανείων της Ε.Ε. εντοπίζονται εκτός από καλές πρακτικές και έξυπνα προγράμματα (π.χ. Γερμανία, Αυστρία) και 98

14 καινοτόμες τράπεζες ή καινοτόμοι οργανισμοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Στην Ιταλία ξεχωρίζει το παράδειγμα της Τράπεζας Banca Etica που φέτος κλείνει 10 χρόνια από την ίδρυσή της. Η Banca Etica είναι μια συνεταιριστική - συμμετοχική τράπεζα, η οποία παρέχει δύο κατηγορίες μικροδανείων: τα λεγόμενα «συμβατικά μικροδάνεια» σε επιχειρήσεις και τα λεγόμενα «κοινωνικά μικροδάνεια» σε «ευπαθείς» ομάδες πληθυσμού. Επιμελητήρια, Επαγγελματικοί Φορείς ή μη κυβερνητικοί φορείς εμπλέκονται στη φάση της προεπιλογής των υποψηφίων προς χρηματοδότηση μειώνοντας έτσι το διαχειριστικό κόστος της Τράπεζας. Σε ότι αφορά τον κίνδυνο από την έλλειψη ή ανεπάρκεια των εξασφαλίσεων, αυτός μετριάζεται από την παροχή εγγυήσεων εκ μέρους του εγγυοδοτικού συστήματος της χώρας. Η Banca Etica εστιάζει κυρίως σε ότι αφορά τις χρηματοδοτήσεις σε τομείς όπως η προστασία του περιβάλλοντος, ο πολιτισμός και εν γένει σε κοινωνικές επενδύσεις. Στη Γαλλία, με ειδικό νόμο, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις δύνανται να παρέχουν κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μικροδάνεια για την ίδρυση και ανάπτυξη επιχειρήσεων από ανέργους ή άτομα που λαμβάνουν το ελάχιστο κοινωνικό επίδομα. Έτσι η μη κερδοσκοπική οργάνωση ADIE (Association pour le Droit a l Initiative Economique), που ιδρύθηκε το 1989 χωρίς να είναι χρηματοδοτικός φορέας παρέχει μικροδάνεια σε όλη τη χώρα, διαθέτοντας 22 περιφερειακά και 112 τοπικά γραφεία καθώς και 380 σημεία πώλησης. Με το μεγάλο δίκτυο που διαθέτει έχει καταφέρει να διαθέσει τη περίοδο περίπου δάνεια και να δημιουργήσει επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον ειδικό νόμο, τα μικροδάνεια της ADIE πρέπει να είναι έντοκα και να μην ξεπερνούν τα ευρώ. Σημειώνεται ότι στο τέλος του 2008 το ποσοστό των καθυστερήσεων της ADIE ανέρχεται μόλις στο 6,4% και το ποσοστό των καταπτώσεων / τελικής ζημιάς στο 2,5%, του συνόλου των μικροδανείων, ποσοστά που ξεπερνούν κατά τι τα αντίστοιχα ποσοστά της τραπεζικής αγοράς. Η τελική ζημιά καλύπτεται από επιδοτήσεις του κράτους, των περιφερειακών / νομαρχιακών / δημοτικών αρχών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Τα μικροδάνεια της ADIE, αποκαλούμενα «κοινωνικά μικροδάνεια» ή «λαϊκά μικροδάνεια» δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας που δεν κοστίζουν ακριβά για το κράτος, αφού σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες σε ετήσια βάση, μια νέα θέση εργασίας μέσω ADIE κοστίζει 1707 ευρώ, έναντι κόστους ευρώ για τη διατήρηση μιας θέσης εργασίας και ευρώ για το επίδομα ανεργίας».(le Monde, ) Αξίζει ακόμη να τονιστεί ότι η ADIE μπορεί να χρησιμοποιήσει και τα προϊόντα του εγγυοδοτικού συστήματος της Γαλλίας, αφού από το 2005 έχει ιδρυθεί με ειδικό νόμο ένα «Κοινωνικό Ταμείο Συνοχής» (την διαχείριση του οποίου έχει αναλάβει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της Γαλλίας / Caisse des depots et des consignations) το οποίο παρέχει κεφάλαια στις εταιρείες εγγυήσεων της χώρας για να τα χρησιμοποιήσουν στη συνέχεια με την μορφή εγγυήσεων στις οργανώσεις των μικροπιστώσεων. Δ. Στην αγορά των μικροδανείων ξεχωρίζουν και κάποιοι φορείς εθνικής εμβέλειας που παρέχουν μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων και υπηρεσιών καθώς και ένα σύνθετο μίγμα χρηματοοικονομικών προϊόντων και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Ένα τέτοιο μοντέλο στήριξης των ΜΜΕ συναντάται στη Σουηδία, με την κρατική εταιρεία Almi, η οποία ιδρύθηκε το 1994 και διαθέτει 21 θυγατρικές, περιφερειακές εταιρείες, διάσπαρτες σε 99

15 όλη την επικράτεια της χώρας καλύπτοντας έτσι κάθε περιοχή της Σουηδίας. Από τις θυγατρικές αυτές το 51% ανήκει στην Almi και το υπόλοιπο 49% ανήκει στις περιφερειακές, τοπικές δημοτικές αρχές. Η μοναδικότητα της Almi που διαχειρίζεται 450 εκατ. ευρώ έγκειται στο γεγονός ότι παρέχει στους πελάτες της αφενός μεν προϊόντα χρηματοδότησης και πιστοδότησης, αφετέρου δε συμβουλευτικές υπηρεσίες. Με άλλα λόγια προσφέρει ένα πλούσιο μίγμα χρηματοδοτικών και πιστοδοτικών προϊόντων, μικροδάνεια ή δάνεια για υπό ίδρυση ή νεοσύστατες ή υφιστάμενες επιχειρήσεις, δάνεια για καινοτόμα προϊόντα ή καινοτομικές επενδύσεις, δάνεια για εξαγωγικές επιχειρήσεις, εγγυήσεις σε επιχειρήσεις και σε εγγυητικές επιστολές τραπεζών καθώς και συμμετοχές / κεφάλαια επιχειρηματικών κινδύνων (μέσω 6 περιφερειακών Venture Capital) που μπορούν να συνδυαστούν και με την προσφορά υψηλής ποιότητας συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις (για αποτελεσματικότερη οργάνωση και ανάπτυξη αυτών, για αναδιοργάνωση, για επιχειρηματικά σχέδια κλπ). Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Almi είναι ότι αναλαμβάνει πάντα υψηλούς κινδύνους αλλά εστιάζει στη βιωσιμότητα του επιχειρηματικού σχεδίου και τις ικανότητες της διοίκησης της επιχείρησης και το κυριότερο για να αντισταθμίσει τους αναλαμβανόμενους υψηλούς κινδύνους και συγχρόνως για να αποτελεί συμπληρωματικό και όχι ανταγωνιστικό εργαλείο της χρηματοπιστωτικής αγοράς και των εμπορικών τραπεζών επιβαρύνει πάντα τα δάνεια των πελατών της ΜΜΕ με επιτόκια υψηλότερα από εκείνα της αγοράς, προσαρμόζοντας όμως τους όρους αποπληρωμής του δανείου με την αναμενόμενη πορεία ανάπτυξης της ΜΜΕ. Αυτό μάλιστα αποτελεί και την εξαίρεση στον κανόνα αφού στην αγορά μικροδανείων επικρατούν ευνοϊκά επιτόκια. Σημειώνεται ότι το ανώτατο ύψος των μικροδανείων της Almi είναι ευρώ, οι εγγυήσεις της καλύπτουν κατ ανώτατο το 50% της ζημιάς, ενώ η Almi χρηματοδοτεί έως το 50% των χρηματοοικονομικών αναγκών μιας ΜΜΕ. Από την ίδρυσή της έως τα τέλη του 2008 έχει χορηγήσει δάνεια που ξεπερνούν συνολικά τα 1,3 δισ. ευρώ σε περίπου επιχειρήσεις από τις οποίες ποσοστό 45% είναι νέες επιχειρήσεις. Ένα σημαντικό ποσοστό αυτών των δανείων έχει τη μορφή των μικροδανείων και έχει κατευθυνθεί σε επιχειρήσεις που ανήκουν σε γυναίκες (περίπου 20% του συνόλου) και σε άτομα που έχουν γεννηθεί σε χώρες εκτός Σουηδίας (περίπου 15% του συνόλου). Στην Φινλανδία, η ανώνυμη κρατική εταιρεία Finnvera, αποτέλεσμα της συγχώνευσης του Φινλανδικού Ταμείου Εγγυήσεων (που ιδρύθηκε το 1963) και της εταιρίας δανείων KERA, αποτελεί επίσης ένα μοντέλο παροχής σύνθετου μίγματος προϊόντων χρηματοοικονομικής τεχνικής (financial engineering). Η Finnvera, που είναι ένα ειδικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με ίδια κεφάλαια που ξεπερνούν τα 350 εκατ. ευρώ, παρέχει δάνεια, μικροδάνεια (καλύπτει περισσότερα από τα 4/5 της αγοράς μικροδανείων στη Φινλανδία) και εγγυήσεις, ενώ μέσω της θυγατρικής της «Aloitusrahasto Vera Oy» πραγματοποιεί επενδύσεις επιχειρηματικού κινδύνου (Venture Capital) για δραστηριότητες μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο εσωτερικό της χώρας. Επιπλέον παρέχει εγγυήσεις / ασφαλίσεις εξαγωγικών πιστώσεων, αφού έχει και την ιδιότητα του Οργανισμού Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων. Για την υλοποίηση της αποστολής της διαθέτει δίκτυο 16 περιφερειακών γραφείων, υποστηρίζοντας ΜΜΕ που δεν έχουν υψηλά ίδια κεφάλαια και επαρκείς εξασφαλίσεις, αλλά υλοποιούν έξυπνα επιχειρηματικά σχέδια και 100

16 είναι κερδοφόρες. Η Finnvera για να καλύψει τις ανάγκες της σε κεφάλαια για τη χορήγηση δανείων, εγγυήσεων κλπ. δανείζεται στην χρηματοπιστωτική αγορά (η ΕΤΕπ είναι ένας βασικός δανειστής της), και για τον δανεισμό της εγγυάται το φινλανδικό κράτος. Το κράτος επίσης καλύπτει μέρος των τελικών ζημιών της Finnvera (40-65% ανάλογα με την περιφέρεια όπου δραστηριοποιούνται οι ΜΜΕ), ενώ είναι υπεύθυνο εξ ολοκλήρου για τις εγγυήσεις / ασφαλίσεις των εξαγωγικών πιστώσεων. Τα υπόλοιπα των δανείων και εγγυήσεων στο τέλος του 2008 και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι αναληφθέντες κίνδυνοι για τις εξαγωγές ανέρχονταν σε 2,8 δισ. ευρώ (περίπου 1,8 δισ. ευρώ δάνεια και 1 δισ. ευρώ εγγυήσεις) και για την περίοδο από τα δάνεια και τις εγγυήσεις της Finnvera επωφελήθηκαν κατά μέσο όρο ετησίως νέες επιχειρήσεις και δημιουργήθηκαν ετησίως κατά μέσο όρο νέες θέσεις εργασίας. Για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών των φινλανδικών επιχειρήσεων χρησιμοποιεί επτά (7) δανειακά προγράμματα / προϊόντα, που καλύπτουν όλους τους κλάδους της οικονομίας με εξαίρεση, αγροτικές, κτηνιατρικές, δασικές και κατασκευαστικές επιχειρήσεις, τα ακόλουθα : Επιχειρηματικά δάνεια (entrepreneur loans) που αφορούν στην ίδρυση ή μεταβίβαση ή εξαγορά μιάς μικρής επιχείρησης. Το ανώτατο ποσό του δανείου ανέρχεται σε ευρώ και ο επιχειρηματίας οφείλει να καλύψει με ίδια κεφάλαια το 20% του κόστους του επιχειρηματικού του εγχειρήματος. Η ανώτατη διάρκεια δανείων είναι 10 έτη, με την ανώτατη διάρκεια της περιόδου χάριτος τα 3 έτη. Το δάνειο επιδοτείται εν μέρει από τον κρατικό προϋπολογισμό και κοινοτικά προγράμματα. Για την χορήγηση του δανείου εξετάζεται και αξιολογείται το business plan του υποψήφιου δανειζόμενου / επιχειρηματία, ο οποίος είναι προσωπικά υπεύθυνος για την αποπληρωμή του δανείου. Το δάνειο επιβαρύνεται με διαχειριστική προμήθεια. Περιβαλλοντικά δάνεια (environment loans), τα οποία χρηματοδοτούν περιβαλλοντικά επενδυτικά σχέδια που έχουν θετική επίδραση στη παραγωγική διαδικασία και στην ενεργειακή κατανάλωση, στον περιορισμό ρύπων, στη μείωση εκπομπής θερμότητας, στην ανακύκλωση κλπ. Τα περιβαλλοντικά δάνεια αφορούν τις ΜΜΕ που απασχολούν λιγότερα από 250 άτομα με κύκλο εργασιών έως 50 εκατ. ευρώ και καλύπτουν έως το 75% των επιλέξιμων δαπανών και το ανώτατο ύψος των δανείων μπορεί να φθάσει το 1 εκατ. ευρώ. Το ύψος του επιτοκίου εξαρτάται από τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο και τις παρεχόμενες εξασφαλίσεις αλλά είναι χαμηλότερο από το ύψος του επιτοκίου ενός κανονικού επενδυτικού δανείου της Finnvera. Η ανώτατη διάρκεια του δανείου είναι συνήθως 5 έτη, με περίοδο χάριτος τα 2 έτη. Το δάνειο επιβαρύνεται με διαχειριστική προμήθεια. Αναπτυξιακά δάνεια (development plans), που καλύπτουν επενδυτικές και λειτουργικές δαπάνες μίας επιχείρησης, η οποία απασχολεί λιγότερα από 250 άτομα και έχει κύκλο εργασιών έως 50 εκατ. ευρώ. Το ανώτατο ποσό του δανείου ανέρχεται στη περίπτωση αυτή στα ευρώ και καλύπτει έως το 75% των επιλέξιμων δαπανών. Συνήθως η ανώτατη διάρκεια είναι 5 έτη και το επιτόκιο επιδοτείται εν μέρει από τον κρατικό προϋπολογισμό. Το δάνειο επιβαρύνεται και με διαχειριστική προμήθεια. 101

17 Κεφαλαιουχικά δάνεια (capital loans), που κατευθύνονται μόνο σε μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις με τη μορφή ΕΠΕ ή ΑΕ. Το ύψος και οι όροι του δανείου είναι διαπραγματεύσιμοι σε κάθε περίπτωση, αφού πρόκειται για δάνειο μειωμένης εξασφάλισης. Δάνειο διεθνοποίησης (funding for internalization) που αποσκοπεί στη στήριξη των επιχειρήσεων (που απασχολούν λιγότερα από 250 άτομα, με κύκλο εργασιών στα 50 εκατ. ευρώ) να αναπτυχθούν εκτός των συνόρων της Φινλανδίας. Το δάνειο στην περίπτωση αυτή μπορεί να συνοδεύεται και από εγγύηση της Finnvera. Το δάνειο έχει ανώτατη διάρκεια τα 10 έτη, με 2 έτη περίοδο χάριτος. Το ύψος του επιτοκίου και της προμήθειας της εγγύησης εξαρτάται από τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο, τις εξασφαλίσεις, τη διάρκεια του δανείου, την αποδοτικότητα της επιχείρησης και τον κίνδυνο χώρας, όπου εγκαθίσταται η επιχείρηση. Μια διαχειριστική προμήθεια επιβαρύνει κάθε δάνειο και εγγύηση. Δάνεια για γυναίκες επιχειρηματίες (loans for women entrepreneurs) το ύψος των οποίων κυμαίνεται από έως ευρώ πρόκειται δηλαδή για την κατηγορία μικροδανείων. Τα δάνεια αυτά δίδονται σε γυναίκες με την προϋπόθεση ότι αυτές ανάλογα με την μορφή της επιχείρησης κατέχουν το 50% και άνω των μετοχών ή το 50% των μετόχων / εταίρων στην επιχείρηση είναι γυναίκες και το ήμισυ των αρχικών επενδύσεων έχουν χρηματοδοτήσει γυναίκες ή αυτοαπασχολούμενος / ατομική επιχείρηση είναι ή ανήκει σε γυναίκα, ενώ απαραίτητα πάντα μια γυναίκα διοικεί full time την επιχείρηση. Επιλέξιμες είναι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, νεοσύστατες ή υφιστάμενες, που δεν απασχολούν περισσότερα από πέντε (5) άτομα και τα δάνεια δύνανται να καλύψουν τόσο λειτουργικές όσο και επενδυτικές δαπάνες. Το επιτόκιο του δανείου επιδοτείται εν μέρει από τον κρατικό προϋπολογισμό ή από ευρωπαϊκά προγράμματα, ενώ υπάρχει πάντα επιβάρυνση των δανείων με διαχειριστική προμήθεια. Η διάρκεια των μικροδανείων αυτών είναι 5 έτη με ένα (1) έτος περίοδο χάριτος. Μικροδάνεια (Microloans), τα βασικά χαρακτηριστικά των οποίων είναι παρόμοια με τα δάνεια γυναικείας επιχειρηματικότητας, δηλαδή κυμαίνονται από ευρώ έως ευρώ, έχουν διάρκεια 5 έτη με περίοδο χάριτος ένα (1) έτος, το επιτόκιο του δανείου επιδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και κοινοτικά προγράμματα, όλα τα δάνεια επιβαρύνονται με διαχειριστική προμήθεια και κατευθύνονται σε πολύ μικρές επιχειρήσεις, νεοσύστατες ή υφιστάμενες, που απασχολούν έως 5 άτομα. Σε όλες τις περιπτώσεις ζητούνται προσωπικές εγγυήσεις ή άλλης μορφής εγγύηση από τους δανειζόμενους αλλά όπως και στα δάνεια για γυναίκες επιχειρηματίες, η ανώτατη εξασφάλιση ενός μετόχου δεν μπορεί να ξεπερνά τα ευρώ, ενώ το ανώτατο ποσό των συνολικών παρεχόμενων εξασφαλίσεων δεν μπορεί να ξεπερνά το ύψος του δανείου. 102

18 Εκτός όμως από τα δανειακά προϊόντα 25 η Finnvera έχει δημιουργήσει και εγγυοδοτικά προϊόντα (π.χ. Finnvera Guarantee, Environmental Guarantee, Micro-enterprise guarantee) με σκοπό να προωθήσει την υλοποίηση των επιχειρηματικών εγχειρημάτων των ΜΜΕ μέσω της ευκολότερης προσφυγής τους στο χρηματοπιστωτικό και χρηματοδοτικό σύστημα της χώρας. Για παράδειγμα, η εγγύηση της μικρο-επιχείρησης «micro enterprise guarantee» μπορεί να χρησιμοποιηθεί από νεοσύστατες επιχειρήσεις ή από υφιστάμενες μικρές επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 απασχολούμενους σε ετήσια βάση και δεν διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις. Το ανώτατο ποσό κάλυψης είναι 60% και το συνολικό ποσό εγγύησης δεν μπορεί να ξεπεράσει τις ευρώ ανά επιχείρηση. Η ετήσια προμήθεια της εγγύησης ανέρχεται σε 1,75% του ποσού της εγγύησης, ενώ καταβάλλονται από τον εγγυοδοτούμενο και προμήθειες (προμήθεια διαχείρισης και προμήθεια εξέτασης του φακέλου). Παράλληλα προγράμματα εγγυοδοσίας μπορούν να τύχουν αντεγγυήσεων από το κράτος ή ευρωπαϊκών προγραμμάτων / ΕΤΑΕ. Τέλος αξίζει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι η Finnvera για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης δημιούργησε ένα νέο πρόγραμμα / προϊόν το οποίο εισήγαγε στην φινλανδική αγορά την 6 η Μαρτίου 2009 με τίτλο «Δάνεια και Εγγυήσεις Αντικυκλικού Χαρακτήρα για Κεφάλαια Κίνησης και Επενδύσεις» (Counter Cyclical Loan and Guarantee for Working Capital and Investments). Το πρόγραμμα αυτό με προϋπολογισμό 900 εκατ. ευρώ έχει ως στόχο να στηρίξει με δάνεια και εγγυήσεις, τη περίοδο , περίπου επιχειρήσεις, κυρίως ΜΜΕ αλλά και για πρώτη φορά μεγάλες επιχειρήσεις που απασχολούν από άτομα, των οποίων η ρευστότητα και η κερδοφορία υποφέρουν λόγω της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης και ως εκ τούτου έχουν ανάγκη κεφαλαίων κίνησης για να ενισχύσουν την ρευστότητά τους και / ή επενδυτικών δανείων για την υλοποίηση επενδύσεων που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα τους. Το ίδιο πρόγραμμα μπορεί βέβαια να εξυπηρετήσει και υπό ίδρυση επιχειρήσεις. Βασική προϋπόθεση για να επωφεληθεί μια επιχείρηση ενός δανείου ή εγγύησης από το πρόγραμμα αυτό της Finnvera είναι η έγγραφη ανάληψη υποχρέωσης από την Τράπεζα ότι θα παράσχει πρόσθετη χρηματοδότηση και / ή θα «αναπροσαρμόσει» την χρηματοδότηση της επιχείρησης τουλάχιστον για ένα χρόνο. Αναπροσαρμογή σημαίνει παροχή περιόδου χάριτος, επιμήκυνση της περιόδου του δανείου ή χαμηλότερα επιτόκια. Επίσης τα δάνεια και οι εγγυήσεις του προγράμματος αυτού δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή παλαιών δανείων ή άλλων υποχρεώσεων προς την Finnvera ή άλλου χρηματοδότη. Το ύψος του δανείου και της εγγύησης κυμαίνεται από 30 χιλ. ευρώ έως 10 εκατ. ευρώ και το ανώτατο ποσό των δανείων και των εγγυήσεων σε μια επιχείρηση δεν μπορεί να ξεπεράσει τα 10 εκατ. ευρώ. Η συμμετοχή της Finnvera στο σύνολο της χρηματοδότησης θα κυμανθεί από 50-70% και το ποσοστό αυτό μπορεί να είναι υψηλότερο στις περιπτώσεις μιας πολύ μικρής επιχείρησης ή σε ποσά χρηματοδότησης χαμηλού βεληνεκούς. Η 25 Αξίζει να σημειωθεί για το φινλανδικό μοντέλο ότι οι υπό ίδρυση επιχειρήσεις, νεοσύστατες ή νέες μπορούν να λάβουν σημαντικές πληροφορίες και συμβουλές σχετικές με τον ορθολογικότερο τρόπο ίδρυσης και λειτουργίας τους από εθνικές ή περιφερειακές αρχές. 103

19 εγγύηση της Finnvera θα καλύπτει έως 80% του δανείου της Τράπεζας. Το επιτόκιο του δανείου της Finnvera μπορεί να είναι σταθερό ή μεταβαλλόμενο (Euribor 6 μηνών), ενώ ένα επιπλέον περιθώριο προστίθεται στο κόστος δανεισμού κάθε πελάτη, το ύψος του οποίου θα εξαρτηθεί από τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο, την αντεγγύηση και την διάρκεια του δανείου. Από τους ίδιους ως άνω παράγοντες εξαρτάται και το ύψος της ετήσιας προμήθειας της εγγύησης. Επίσης μια διαχειριστική προμήθεια θα καταβάλλεται από τους δανειζόμενους για τα δάνεια και τις εγγυήσεις. Οι εξασφαλίσεις που ζητούνται είναι διαπραγματεύσιμες κατά περίπτωση, ενώ τα δάνεια θα έχουν διάρκεια 5-6 έτη με περίοδο χάριτος 2-3 έτη. Σε γενικές γραμμές διαπιστώνουμε από τους όρους του προγράμματος αυτού τα εξής: 1. Η Finnvera (και συνεπώς το Φινλανδικό κράτος) για να διατηρήσει ή να στηρίξει την απασχόληση σε επιχειρήσεις ζωτικής σημασίας εντάσσει στο νέο πρόγραμμα και τις μεγάλες επιχειρήσεις (από απασχολούμενους). Ταυτόχρονα επιδιώκει όχι μόνον την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, αλλά και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσω της συνέχισης των επενδύσεων αυτών με δάνεια τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μεσο-μακροπρόθεσμα. 2. Η Finnvera (και συνεπώς και το Φινλανδικό κράτος) και στο πρόγραμμα αυτό, αξιολογεί πρώτα τις επιχειρήσεις (εξετάζονται όλες οι επιχειρήσεις πριν παρθεί απόφαση από την Finnvera) και ως εκ τούτου δεν χαλαρώνει την πιστοδοτική της πολιτική παρά την κρίση. Παράλληλα θέτει «αυστηρές» προδιαγραφές στις τράπεζες εφόσον επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν το πρόγραμμα (πρόσθετη χρηματοδότηση και ευνοϊκότεροι όροι δανείων) καθώς και απαγόρευση χρήσης των προϊόντων του προγράμματος για αποπληρωμή παλαιών δανείων ή άλλων υποχρεώσεων προς την Finnvera ή άλλες τράπεζες / δανειστές. Αυτό το τελευταίο οδηγεί στη σκέψη ότι αν συνδεθεί το πρόγραμμα και με κοινοτικά προγράμματα δεν πρέπει να αντιβαίνει τις κοινοτικές διατάξεις. Για αυτό μάλιστα το ποσοστό κάλυψης των δανείων με εγγυήσεις είναι 80%. 3. Η Finnvera (και συνεπώς και το Φινλανδικό κράτος) θέτει αυστηρούς όρους και για τους χρήστες του προγράμματος, δηλαδή τις επιχειρήσεις, μολονότι πρόκειται για πρόγραμμα κρίσης. Δηλαδή όλα τα δάνεια επιβαρύνονται με υψηλό κόστος (επιτόκιο και περιθώριο), ενώ οι εγγυήσεις επιβαρύνονται με ετήσια προμήθεια, το ύψος των οποίων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Συμπερασματικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι η αγορά των μικροδανείων αρχίζει να διαμορφώνει στο σύνολό της μια νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία συνυπάρχουν «παίκτες» που είτε λειτουργούν στα πλαίσια του χρηματοπιστωτικού και χρηματοδοτικού συστήματος, είτε τους όρους λειτουργίας τους ορίζει ένα ειδικό νομικό πλαίσιο. Επειδή όμως - και λόγω της κρίσης - διαφαίνεται ότι ορισμένες χρηματοοικονομικές ανάγκες των ΜΜΕ δεν ικανοποιούνται εύκολα και γρήγορα από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ακόμη και αν τα αιτούμενα ποσά δεν είναι ιδιαίτερα υψηλά, κερδίζει σιγά σιγά έδαφος η άποψη ότι απαιτείται να θεσπιστεί ένα 104

20 νομοθετικό πλαίσιο σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε για την αγορά των μικροδανείων 26. Το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο θα μπορούσε να προβλέπει την δανειοδότηση των ΜΜΕ μέσω τραπεζών και άλλων ειδικών φορέων με «μικροδάνεια» ή ακόμη και με «μεσοδάνεια», δηλαδή δάνεια που θα μπορούσαν να φθάνουν το ποσό των ευρώ, αλλά που θα χορηγούνται με ευνοϊκούς όρους, κυρίως όταν απευθύνονται σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες (σε ανέργους ή σε ΜΜΕ που είναι εγκατεστημένες σε περιοχές που πλήττονται από σοβαρή οικονομική κρίση ή έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά π.χ. νησιώτικες, ορεινές περιοχές). Ι.2.3. Η αγορά Επιχειρηματικών Κεφαλαίων / risk capital του αρχικού σταδίου ανάπτυξης των ΜΕ (early stage) Επειδή η αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων (Risk Capital) γνώρισε στις ΗΠΑ ιδιαίτερη άνθηση τις δεκαετίες του 1960, 1970 και 1980, περίοδο κατά την οποία αναπτύχθηκαν στη χώρα αυτή με ταχύτατους ρυθμούς οι τομείς της μικροηλεκτρονικής, της βιοτεχνολογίας και εν γένει της προηγμένης τεχνολογίας, με αποτέλεσμα να τραβήξουν το ενδιαφέρον των επενδυτών και να δημιουργηθούν χιλιάδες νέες επιχειρήσεις, η πανεπιστημιακή κοινότητα, η κοινή γνώμη και οι επενδυτές ταύτισαν για μια μεγάλη περίοδο την αγορά αυτή μόνο με προϊόντα και επιχειρήσεις προηγμένης και υψηλής τεχνολογίας. Όμως από την εμπειρία και την πρακτική διαπιστώνεται ότι επενδύσεις της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων δεν είναι συνδεδεμένες μόνο με τις εταιρίες και τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας. Για παράδειγμα, η κατανομή των επενδύσεων στην Ευρώπη (σύμφωνα με τις Ετήσιες Εκθέσεις της ΕVCA / European Private Equity and Venture Capital Association) καταδεικνύει ότι οι τομείς της υψηλής τεχνολογίας (π.χ. βιοτεχνολογία, ηλεκτρονικά, λογισμικό και Η/Υ, τηλεπικοινωνίες, ιατρικά, φαρμακευτικά, ενέργεια, περιβάλλον) απορροφούσαν το 25% και το 33% των επενδύσεων, κατά μέσο όρο ετησίως, τις περιόδους και αντιστοίχως. Επομένως, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της αγοράς είναι ότι οι λεγόμενοι επενδυτές υψηλού κινδύνου (Venture Capitalists) για πολλούς και διάφορους λόγους που έχουν σχέση με την διασπορά των κινδύνων, την έλλειψη δυναμικών καινοτόμων εταιριών / επενδυτικών σχεδίων, την χαμηλή σε ορισμένους τομείς απόδοση των επενδύσεων κλπ επενδύουν τα κεφάλαιά τους τόσο σε τομείς υψηλής τεχνολογίας / καινοτομίας όσο και σε «παραδοσιακούς» τομείς καθώς και σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Η αγορά των επιχειρηματικών κεφαλαίων / Risk capital στην ευρεία έννοιά της περιλαμβάνει επενδύσεις ιδίων κεφαλαίων (equity capital και venture capital) 27 και οιονεί ιδίων κεφαλαίων σε επιχειρήσεις και σε όλες 26 Η ανάπτυξη της αγοράς των μικροδανείων για επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να προσφύγουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της νέας κοινοτικής πρωτοβουλίας JEREMIE που θα καλύψει την περίοδο Σύμφωνα με την Ε.Ε. / C194/8, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, , με τον όρο private equity νοείται η συμμετοχή στα ίδια κεφάλαια μη εισηγμένων σε χρηματιστηριακή αγορά εταιριών και περιλαμβάνει κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital), κεφάλαια αντικατάστασης (replacement capital) και εξαγορές (buyout). To Venture Capital ή άλλως «Κεφάλαια Επιχειρηματικών Συμμετοχών» αποτελεί επένδυση σε μη εισηγμένες εταιρείες από Επενδυτικά Ταμεία (Ταμεία Επιχειρηματικών Συμμετοχών ή Εταιρείες που ενεργώντας ως εντολείς διαχειρίζονται ιδιωτικά κεφάλαια θεσμικών φορέων ή δικά τους). Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται η χρηματοδότηση αρχικού σταδίου και τα κεφάλαια επέκτασης, αλλά όχι τα κεφάλαια αντικατάστασης και εξαγορών. Τα 105

21 τις φάσεις του οικονομικού κύκλου (προλειτουργική φάση, φάση εκκίνησης, φάση επέκτασης κλπ). Περιλαμβάνει επίσης άτυπες επενδύσεις από Επιχειρηματικούς Αγγέλους (Business Angels). Στα κεφάλαια αρχικού σταδίου ανάπτυξης (early stage capital), περιλαμβάνονται τα προλειτουργικά κεφάλαια (pre-seed και seed capital) δηλαδή τα κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για να χρηματοδοτήσουν τη μελέτη, την αξιολόγηση και την ανάπτυξη μιας ιδέας και τα κεφάλαια εκκίνησης (start up capital) που επενδύονται σε επιχειρήσεις, οι οποίες δεν έχουν διαθέσει το προϊόν ή την υπηρεσία τους στην αγορά και δεν παράγουν ακόμη κέρδη, με σκοπό την ανάπτυξη του προϊόντος και την έναρξη διάθεσής του στην αγορά. Πίνακας Ι.1 Επενδύσεις Επιχειρηματικών Κεφαλαίων (Equity Venture Capital) και αρχικού σταδίου ανάπτυξης (early stage) στην Ε.Ε. (σε δισ. ευρώ) Early Stage Equity Venture Capital ,7 0,7 1,6 3,2 4,1 3 2,1 2,4 2,4 5,9 2, Πηγή: EBAN Statistics Compendium 2008 και European Commission IAPMEI, Forum Financing Innovation, Oct 2007, Summary Discussion Στην αγορά λοιπόν των επιχειρηματικών κεφαλαίων διακρίνουμε και ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, αυτό της διαβάθμισης των κινδύνων από την πλευρά των επενδυτών, με αποτέλεσμα επενδύσεις «υψηλότατου» κινδύνου, δηλαδή επενδύσεις του αρχικού σταδίου ανάπτυξης (early stage) όπως είναι τα κεφάλαια σποράς ή τα προλειτουργικά κεφάλια (pre-seed, seed capital) και τα κεφάλαια εκκίνησης (start up capital) να αποφεύγονται και ως εκ τούτου να αποτελούν ένα πολύ μικρό ποσοστό στην αγορά των επιχειρηματικών κεφαλαίων / Risk Capital. Και αυτό μολονότι η αναπτυξιακή πορεία της αγοράς Risk Capital στην Ε.Ε. είναι αλματώδης από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετέπειτα με αποτέλεσμα το 2007 η συμμετοχή του Venture Capital ως ποσοστό (%) του ΑΕΠ στην Ε.Ε. να μην υστερεί σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό των ΗΠΑ. Σημειώνεται ότι από 5,5 δισ. ευρώ το 1995 και 10 δισ. ευρώ στην Ευρώπη το 1997 οι επενδύσεις στην αγορά Risk Capital (που κεφάλαια επέκτασης (expansion capital) χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη και επέκταση μιας επιχείρησης. 106

22 περιλαμβάνουν και τις επενδύσεις early stage) έφθασαν τα 35 δισ. ευρώ το Η φθίνουσα πορεία των διεθνών χρηματιστηρίων μετά το 2000 συνοδεύεται με μια μικρή σχετικά πτώση των επενδύσεων στην αγορά Risk Capital αλλά από το 2004 και μετά η αγορά των επιχειρηματικών κεφαλαίων στην Ευρώπη εκτοξεύεται στα ύψη και έτσι τη διετία οι επενδύσεις ξεπερνούν κάθε χρόνο τα 70 δισ. ευρώ, δηλαδή διπλασιάζονται σε σχέση με το έτος Όμως, από το σύνολο των επενδύσεων Risk Capital ένα μικρό σχετικά ποσοστό αποτελούν επενδύσεις early stage. Το ποσοστό των επενδύσεων early stage στο σύνολο των επενδύσεων risk capital, κατά μέσο όρο ετησίως, την περίοδο , αντιστοιχεί γύρω στο 10% (με υψηλότερο ποσοστό το 19 % το 2000 και χαμηλότερο το 3,5% το 2007), ενώ το seed capital αποτελεί μόλις το 0,25% του συνόλου των επενδύσεων το 2007, έναντι ποσοστού 0,27% το 2006, 0,4% το 2004 και 2,2% και 2,3% τα έτη 2001 και 2000 αντίστοιχα. (για την περίοδο κατά μέσο όρο ετησίως το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 1% του συνόλου των επενδύσεων Risk Capital). Παρατηρείται, επομένως, ότι η αγορά Venture Capital αντιδρά σχεδόν παρόμοια με αυτή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αποφεύγουν την δανειοδότηση ΜΕ όταν αυτές δεν διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις και / ή δεν έχουν οικονομική ιστορία και επομένως είναι δύσκολο να αξιολογηθούν (υπό ίδρυση, νεοσύστατες, νέες). Υπάρχουν βέβαια διάφοροι λόγοι που ερμηνεύουν την αντίδραση αυτή της αγοράς Venture Capital. Τα μικρά σχετικά ποσά (το μέσο ποσό κυμαίνεται γύρω στα 250 χιλ. ευρώ), που απαιτούνται στο στάδιο εκκίνησης (early stage) και δημιουργούν αντίστοιχα υψηλό διαχειριστικό κόστος για τις εταιρείες του ταμείου επιχειρηματικών κεφαλαίων, η μεγάλη πιθανότητα μη επίτευξης / ολοκλήρωσης του επιχειρησιακού σχεδίου / ιδέας καθώς και οι αρνητικές ή στη καλύτερη περίπτωση οι οριακά θετικές αποδόσεις της αγοράς early stage 28, όπως δείχνει η μέχρι τώρα εμπειρία, εμποδίζουν την δυναμική ανάπτυξη της αγοράς early stage (seed capital start up capital) μολονότι το κράτος έχει παρέμβει σε πολλές περιπτώσεις συγχρηματοδοτώντας την ίδρυση ταμείων / εταιριών risk capital και καλύπτοντας το λειτουργικό κόστος αυτών. Μια άλλη εξήγηση της μη δυναμικής ανάπτυξης της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων του αρχικού σταδίου ανάπτυξης των ΜΕ θα πρέπει να αναζητηθεί και στη φιλοσοφία της κρατικής στήριξης, η οποία αποβλέπει όχι στη δημιουργία «φθηνότερου» κόστους των προϊόντων της αγοράς αυτής, αλλά στην επίτευξη όσο το δυνατόν μεγαλύτερης μόχλευσης των ιδιωτικών κεφαλαίων αποτρέποντας έτσι την πλευρά της ζήτησης, δηλαδή τον μικρό ή νέο επιχειρηματία, να αποδεχτεί τους όρους της αγοράς ή ακόμη και να προσεγγίσει αυτή την αγορά. Για να καλυφθεί η πενιχρή ζήτηση ή η μικρή προσφορά στην αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων early stage στην Ε.Ε. δίδεται τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη της αγοράς Επιχειρηματικών Αγγέλων (Business Angels). Επιχειρηματικοί Άγγελοι, είναι εύποροι ιδιώτες που επενδύουν απευθείας σε νέες και αναπτυσσόμενες μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο επιχειρήσεις και παρέχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες έναντι συμμετοχής τους στο κεφάλαιο. Η αγορά των Επιχειρηματικών Αγγέλων 28 Profitability of Venture Capital Investment in Europe and the US, PG ECFIN / L6/ REP /50386 / March

23 διέρχεται τη νηπιακή της ηλικία στην Ε.Ε., με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, γι αυτό και γίνεται μια προσπάθεια για μια δυναμική ώθησή της από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και διάφορα κράτη μέλη της Ε.Ε. αναγνωρίζοντας έτσι ότι η αγορά αυτή μπορεί να βοηθήσει στην ίδρυση και ανάπτυξη νέων και καινοτόμων ΜΕ. Μεταξύ των μέτρων που έχουν εφαρμοστεί διακρίνουμε την κρατική χρηματοδότηση για την ίδρυση ή διαχείριση δικτύων (περιφερειακών ή εθνικών) Επιχειρηματικών Αγγέλων, καθώς και την παροχή φορολογικών κινήτρων σε εύπορους ιδιώτες για να συμμετέχουν σε ΜΕ μέσω των επενδύσεων seed capital και start up capital. Έτσι, η αγορά των Επιχειρηματικών Αγγέλων έχει καταφέρει να βρίσκεται σήμερα στα ίδια επίπεδα με την ευρωπαϊκή αγορά seed capital, όπως φαίνεται στη συνέχεια. Ως εκ τούτου, σιγά σιγά αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος και συνεπώς να παίζουν κάποιο ρόλο στην ίδρυση και ανάπτυξη των ΜΕ οι Επιχειρηματικοί Άγγελοι τη στιγμή μάλιστα που η αγορά του Venture Capital στρέφεται κυρίως προς επενδύσεις επέκτασης (expansion capital) και εξαγορών (buy out). Αριθμός συμφωνιών Επενδύσεις (σε εκατ. ευρώ) Μέσο ποσό ανά συμφωνία (σε χιλ ευρώ) Πίνακας Ι.2 Ευρωπαϊκή Αγορά Seed Capital EBAN EVCA EBAN EVCA EBAN EVCA ,7 96,5 149,5 197,7 184,2 184,7 200,2 235,9 177,3 414,4 165,6 264,2 Πηγή : Eban, Statistics Compendium 2008 Σημείωση : Οι επενδύσεις των Επιχειρηματικών Αγγέλων στις ΗΠΑ ανήλθαν την ίδια περίοδο σε 19,2, 21,3 και 21,4 δισ. ευρώ τα έτη 2005,2006 και 2007 αντίστοιχα. Στις χώρες Σουηδία και Φινλανδία οι Επιχειρηματικοί Άγγελοι υλοποιούν μικρές μεν σε όγκο αλλά κάθε χρόνο επενδύσεις (π.χ. στη Σουηδία 35 εκατ. ευρώ την τριετία , στη Φινλανδία 15,4 εκατ. ευρώ την διετία ). Το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί την πρωτιά στην αγορά των Business Angels της Ε.Ε. με 177 εκατ. ευρώ σωρευτικά την περίοδο και ακολουθεί η Γαλλία με 78 εκατ. ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα δίκτυα των Επιχειρηματικών Αγγέλων που απάντησαν σε μια έρευνα του EBAN (117 δίκτυα το 2006, 170 δίκτυα το 2007 στην έρευνα του ΕΒΑΝ του 2008) δήλωσαν ότι δέχτηκαν αιτήματα που ανέρχονται σε το 2006 και το 2007 και ο αντίστοιχος αριθμός των συμφωνιών ήταν 843 ή 6,6% των αιτημάτων το 2006 και 1111 ή 4,9% των αιτημάτων το Το μεγαλύτερο κίνητρο για την συμμετοχή ενός επιχειρηματικού αγγέλου σε μια επένδυση early stage είναι η «χρηματοοικονομική απόδοση αυτής», ενώ οι τρεις κυριότεροι λόγοι απόρριψης είναι η ακαταλληλότητα της διοικητικής ομάδας ή των επιχειρηματιών, η έλλειψη ενός συγκεκριμένου επιχειρηματικού σχεδίου και ο πολύ μεγάλος κίνδυνος που ενέχει μια ιδέα ή ένα επιχειρηματικό σχέδιο σε μια πρώιμη κατάσταση. Η ίδια έρευνα αποκαλύπτει ότι η χρηματοδότηση των δικτύων business angels γίνεται με διάφορους τρόπους (προμήθειες από Επιχειρηματικούς 108

24 Αγγέλους, προμήθειες από επιχειρήσεις, χορηγίες, έσοδα από εκδηλώσεις και σεμινάρια, ευρωπαϊκά κονδύλια, εθνικοί ή περιφερειακοί πόροι κλπ.). Η Ελλάδα και σε αυτό το πεδίο των χρηματοοικονομικών υποδομών υστερεί σε σχέση με τα περισσότερα αναπτυγμένα κράτη μέλη της Ε.Ε. με κριτήρια τον αριθμό των εταιριών venture capital, τον αριθμό των επενδύσεων και την αξία των επενδεδυμένων κεφαλαίων. Οι επενδύσεις των επιχειρηματικών κεφαλαίων αποτελούν 0,19% του ΑΕΠ της χώρας έναντι αντίστοιχου μέσω ευρωπαϊκού όρου 0,58%. Βέβαια θα πρέπει να τονιστεί ότι ο θεσμός του Venture Capital είναι σχετικά ένας νέος θεσμός για τη χώρα μας (εισήχθη με το νόμο 1778/88) και ως εκ τούτου λόγω τόσο της έλλειψης εμπειρίας, όσο και της έλλειψης πολλών και ελπιδοφόρων επενδυτικών σχεδίων στο αρχικό στάδιο ανάπτυξης κατευθύνθηκε προς επενδύσεις επέκτασης ή άλλων μορφών (αντικατάστασης, εξαγορών κλπ). Οι επενδύσεις σποράς (seed capital) ή εκκίνησης (start up) ήταν σχεδόν ανύπαρκτες στη χώρα μας μέχρι το 2000 με εξαίρεση τις επενδύσεις της ΕΑΕΕ (αντισταθμιστικά οφέλη) οι οποίες σε ποσοστό 30% του συνόλου κατευθύνθηκαν σε νεοϊδρυόμενες επιχειρήσεις. Αξίζει να τονιστεί ότι στις αρχές της δεκαετίας του 90 ιδρύθηκε στη χώρα μας εταιρία Seed Capital (Hellenic Ventures) με συγχρηματοδότηση από το Κοινοτικό Πρόγραμμα Seed Capital χωρίς επιτυχία, ενώ η Ε.Ε. μέσω των διαρθρωτικών της ταμείων έχει προσφέρει στα πλαίσια του Β ΚΠΣ και του Γ ΚΠΣ σημαντικά ποσά ύψους 130,8 εκατ. ευρώ για την προώθηση του θεσμού του Venture Capital στη χώρα μας. Την περίοδο δημιουργήθηκαν στη χώρα μας 10 εταιρείες Risk Capital, οι οποίες πραγματοποίησαν περίπου 100 επενδύσεις ύψους 120 εκατ. ευρώ. Στην τελευταία δεκαετία δημιουργήθηκαν 15 νέες εταιρείες Risk Capital οι οποίες συγκέντρωσαν περί τα 700 εκατ. ευρώ, το ήμισυ των οποίων τη διετία Ένα μέρος αυτών των κεφαλαίων (περίπου 50-60%) έχει ήδη επενδυθεί. Θα πρέπει βέβαια ιδιαίτερα να τονιστεί ότι ο θεσμός του Venture Capital παρουσιάζει μία στασιμότητα στη χώρα μας μετά το 2000, παρά την είσοδο στην ελληνική αγορά του Ταμείου Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας (ΤΑΝΕΟ) και την βελτίωση του θεσμικού πλαισίου Venture Capital 29. Το ΤΑΝΕΟ συστάθηκε με το άρθρο 28 του Ν.2843/2000 με την μορφή Fund of Fund και έως τα μέσα του 2008 είχε επενδύσει 39 εκατ. ευρώ σε 4 εταιρείες επιχειρηματικών κεφαλαίων οι οποίες με την σειρά τους επένδυσαν 11 εκατ. ευρώ σε 14 ΜΜΕ (3 επενδύσεις στην ενέργεια, 5 στην Πληροφορική, 1 στα ιατρικά μηχανήματα, 2 σε αγροτικά προϊόντα και 3 σε βιομηχανικά προϊόντα). Στις αρχές του 2009 ανακοινώθηκε η δημιουργία ενός ΑΚΕΣ σε συνεργασία του ΤΑΝΕΟ και δύο επιχειρηματιών με την επωνυμία ΤΑΝΕΟ FGRES που ξεκινά με ενεργητικό 24 εκατ. ευρώ (εκ των οποίων 12 εκατ. ευρώ καταβάλλει το ΤΑΝΕΟ) για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια (αιολικά πάρκα, υδροηλεκτρικά, φωτοβολταικά, κυψέλες υδρογόνου κλπ) 30 Εκείνο βέβαια που είναι περισσότερο ανησυχητικό για τη χώρα μας πέραν της έλλειψης επενδύσεων seed και start up, είναι ότι δεν έχει αναπτυχθεί καθόλου ο θεσμός των Επιχειρηματικών Αγγέλων (Business 29 Επειδή οι νόμοι 1775/88 και 2168/93 περιόριζαν τις δραστηριότητες των εταιρειών Venture Capital μόνο σε επιχειρήσεις νέας τεχνολογίας με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή μια δυναμική ώθηση του θεσμού λόγω έλλειψης πολλών επενδυτικών σχεδίων, η Πολιτεία προσπάθησε να βελτιώσει το θεσμικό πλαίσιο μέσω του Ν.2367/95 που αφορά τη δημιουργία ανώνυμων εταιρειών Venture Capital (ΕΚΕΣ) και του Ν.2992/2002 που αφορά την δημιουργία αμοιβαίων κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών (ΑΚΕΣ) 30 ΤΟ ΒΗΜΑ,

25 Angels) που θα μπορούσε, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να συμπληρώσει το κενό αυτό και να βοηθήσει στην ίδρυση δυναμικών, ελπιδοφόρων και καινοτόμων επιχειρήσεων. Σημειώνεται ότι ο αριθμός των δικτύων των Επιχειρηματικών Αγγέλων στην Ευρώπη από 66 το 1999 ανήλθε σε 297 στα μέσα του 2008 με την Ελλάδα να διαθέτει ένα μόνο δίκτυο από τα μέσα του 2004, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Δικτύου Επιχειρηματικών Αγγέλων / EBAN 31. Ιδιώτες / επιχειρηματίες που συμμετέχουν ως επενδυτές στις επιχειρηματικές θερμοκοιτίδες (business incubators), που έχουν δημιουργηθεί στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη μέσω κοινοτικών προγραμμάτων με συνολικό προϋπολογισμό περίπου 50 εκατ. ευρώ, θα μπορούσαν τρόπον τινά να χαρακτηριστούν Επιχειρηματικοί Άγγελοι. Για να διευκολυνθεί η ανάπτυξη της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων του αρχικού σταδίου ανάπτυξης (προλειτουργική φάση, φάση εκκίνησης) και της επέκτασης (expansion) των ΜΕ καθώς και η αγορά Επιχειρηματικών Αγγέλων (business angels) στη χώρα μας θα μπορούσε η Πολιτεία, πλην της τελειοποίησης του θεσμικού πλαισίου, να προχωρήσει και στη λήψη ειδικών μέτρων. Συγκεκριμένα θα μπορούσε για να τονώσει την πλευρά της προσφοράς να παράσχει φορολογικά κίνητρα (π.χ. μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές για 5 έτη) σε φυσικά πρόσωπα που θα επένδυαν ως Επιχειρηματικοί Άγγελοι σε ΜΕ ή που θα γίνονταν μέτοχοι εταιρίας / ταμείου που θα επένδυε στις 3 φάσεις (προλειτουργική, εκκίνηση, επέκταση) του κύκλου μιας ΜΕ, ενώ παράλληλα το εγγυοδοτικό σύστημα θα χορηγούσε εγγυήσεις σε ένα υψηλό ποσοστό αυτών των επενδύσεων. Επιπλέον, θα αποτελούσε «πρόκληση» ώστε να καταστεί ελκυστικό το προϊόν και από την πλευρά της ζήτησης / ΜΕ, αν εφαρμόζονταν ειδικό φορολογικό καθεστώς για κάποιο χρονικό διάστημα και για τις εταιρείες venture capital με αντιστάθμισμα την μείωση των προσδοκώμενων εσωτερικών συντελεστών απόδοσης των επενδύσεων (IRR). Τα προϊόντα της αγοράς Venture Capital είναι σχετικά ακριβά και σε συνδυασμό με την ασυμμετρία της πληροφόρησης, την δυσκολία αξιολόγησης των κινδύνων, την έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών στην αγορά Venture Capital (είναι δύσκολο να βρεθούν πρόσωπα που συνδυάζουν χρηματοπιστωτική δεξιότητα με επιχειρηματικές γνώσεις καθώς και ειδικές γνώσεις για επιμέρους τομείς και τεχνολογική γνώση) αλλά και την έλλειψη συνεργασίας εταιριών Venture Capital, Πανεπιστημίων, Ερευνητικών / Τεχνολογικών Εταιριών, Επιστημόνων και επιχειρήσεων δημιουργούν συνθήκες ατονίας στην αγορά Venture Capital και κατ επέκταση αποκλεισμό από την αγορά αυτή των μικρών επιχειρήσεων, νεοσύστατων, νέων ή υφισταμένων. Ι.2.4. Η ΑΓΟΡΑ ΤΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ, ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΕΓΓΥΗΣΕΩΝ Η αγορά των εγγυήσεων στην Ευρώπη, που ξεκίνησε ως θεσμός με ειδικό νόμο στη Γαλλία πριν ένα αιώνα, το 1917, με την δημιουργία εταιριών αμοιβαίων εγγυήσεων, διακρίνεται για την μεγάλη διαφοροποίησή 31 Πρόκειται για την εταιρεία Mentoring Business Development Services SA.Ακόμη από τα μέσα του 2007 έχει αρχίσει και μια προσπάθεια πιλοτικής εφαρμογής του θεσμού στη Περιφέρεια Αττικής (Συνεργασία ΕΟΜΜΕΧ και ΚΕΤΑ Αττικής) 110

26 της από χώρα σε χώρα. Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως π.χ.: 1. Στη χρονική περίοδο εκκίνησης του θεσμού και συνεπώς στις μικροοικονομικές και μακροοικονομικές επικρατούσες συνθήκες, στο επίπεδο ανάπτυξης του χρηματοπιστωτικού συστήματος καθώς και στην ύπαρξη ή μη υπερεθνικών / ευρωπαϊκών φορέων εγγυοδοσίας / αντεγγυήσεων, την ίδια εποχή 2. στην πολιτική βούληση των κυβερνήσεων να επιβάλουν πολιτικές υπέρ των ΜΜΕ και να δεχτούν να συμμετάσχουν μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, στην ίδρυση ή ανάπτυξη του εγγυοδοτικού συστήματος, είτε με την δημιουργία προγραμμάτων, είτε με τη δημιουργία φορέων, εταιρειών, οργανισμών 3. στην δυνατότητα επιρροής και συμμετοχής των εκπροσώπων των ΜΜΕ (Επιμελητήρια, σύλλογοι κ.λπ) στα κέντρα λήψης αποφάσεων οικονομικής ή περιφερειακής πολιτικής και στην δυνατότητα θέλησης για την προώθηση από την πλευρά τους των συστημάτων εγγυοδοσίας 4. στην αποτελεσματική συνεργασία όλων των εμπλεκομένων μερών, δηλαδή των εταιρειών / οργανισμών / φορέων εγγυήσεων, αντεγγυήσεων, των χρηματοπιστωτικών και χρηματοδοτικών εταιριών, των δημόσιων φορέων, των επιμελητηρίων και των ΜΜΕ στους τομείς της κατανομής των κινδύνων και του κόστος του συστήματος εγγυοδοσίας. Ανάλογα με την νομική μορφή και την σύνθεση του μετοχικού κεφαλαίου συναντάμε σήμερα στα συστήματα εγγυοδοσίας της Ε.Ε. μια ποικιλία «μοντέλων», όπου κυριαρχεί το μοντέλο των εταιριών εγγυήσεων ή αμοιβαίων εγγυήσεων, ήτοι : Εταιρείες Αμοιβαίων Εγγυήσεων, όπου η ΜΜΕ είναι και μέτοχος της εταιρίας Εταιρίες Εγγυήσεων Ταμεία Εγγυήσεων Προγράμματα Εγγυήσεων Επιπλέον διακρίνονται οι εταιρείες εγγυοδοσίας σε : Κρατικές εταιρείες, όπου το κράτος είναι ο μοναδικός μέτοχος Μικτές εταιρείες, όπου μέτοχοι είναι τόσο ο ιδιωτικός όσο και ο δημόσιος τομέας «Ιδιωτικές Εταιρείες», όπου μέτοχοι είναι οι ΜΜΕ και τα επιμελητήρια και / ή οι Τράπεζες Εξυπακούεται ότι η μετοχική σύνθεση διαφοροποιεί την φιλοσοφία, το ρόλο και την πολιτική των συστημάτων εγγυοδοσίας, αλλά από την ευρωπαϊκή εμπειρία διαπιστώθηκε ότι ο συνδυασμός συμμετοχής του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα σε ένα σύστημα εγγυοδοσίας προσδίδει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και προσθετικότητα. 32 Ανάλογα με την γεωγραφική κάλυψη τα συστήματα / εταιρείες εγγυοδοσίας διακρίνονται σε εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής εμβέλειας. Στα συστήματα εθνικής ή περιφερειακής εμβέλειας εντοπίζονται εταιρείες εγγυοδοσίας με ή χωρίς δίκτυο υποκαταστημάτων και η προσέγγιση των 32 Conceptual contributions and characteristics for classifying guarantee systems / schemes June 2008, Pablo Pombo Gonzales, Horacio Molina Sanchez, Jesus Ramirez Sobrino. 111

27 πελατών ΜΜΕ γίνεται είτε έμμεσα μέσω υποκαταστημάτων / γραφείων των τραπεζών είτε απευθείας. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με το ύψος των κεφαλαίων και τον τρόπο χρήσης αυτών (δηλαδή κεφάλαια που μπορούν να συνιστούν το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας εγγυοδοσίας ή να αποτελούν ειδικό ξεχωριστό κεφάλαιο που διαχειρίζεται η εταιρεία εγγυοδοσίας) διαμορφώνουν ένα πλήθος μοντέλων και τύπων συστημάτων και εταιριών εγγυοδοσίας που εμφανίζουν τεράστιες διαφορές στην οργανωτική δομή, στις δραστηριότητες, στα παραγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες, στην κάλυψη κλάδων και τομέων οικονομίας, στην κάλυψη χρηματοπιστωτικών και χρηματοδοτικών μέσων και εργαλείων, στη διαδικασία αξιολόγησης / βαθμολόγησης των αιτημάτων, στην εγγυοδοτική και τιμολογιακή πολιτική, στην πολιτική μάρκετινγκ, στην πολιτική καταπτώσεων και κάλυψης της τελικής ζημιάς και εν τέλει στη δυναμικότητα και αποτελεσματικότητα των συστημάτων / εταιρειών εγγυοδοσίας. Στην Ε.Ε. λειτουργεί ως συμπληρωτικό εργαλείο της αγοράς και το υπερεθνικό κοινοτικό εγγυοδοτικό σύστημα, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων / ΕΤΑΕ που συνεργάζεται με τα περισσότερα εθνικά εγγυοδοτικά συστήματα παρέχοντας σε αυτά αντεγγυήσεις. Ακόμη, σε κράτη - μέλη της Ε.Ε., όπου ο θεσμός των εγγυήσεων διαθέτει πολύχρονη εμπειρία, λειτουργούν και τα Ταμεία Αντεγγυήσεων, εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής εμβέλειας, δημόσιου χαρακτήρα, τα οποία αντεγγυώνται τις εταιρείες εγγυήσεων ή αμοιβαίων εγγυήσεων, βοηθώντας έτσι μεταξύ των άλλων στη μεγαλύτερη διαχρονικότητα των συστημάτων εγγυοδοσίας. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει για λόγους ιστορικούς και οικονομικούς ομογενοποίηση των συστημάτων εγγυοδοσίας στα κράτη μέλη της Ε.Ε.. Όμως θα πρέπει να συγκρατήσουμε από την ευρωπαϊκή εμπειρία ότι τα περισσότερα συστήματα αναπτύχθηκαν με εντυπωσιακούς ρυθμούς με σκοπό να ικανοποιήσουν τις χρηματοδοτικές ανάγκες των ΜΜΕ χρησιμοποιώντας καθένα ξεχωριστά τη δική του στρατηγική και ένα σύνθετο πλέγμα εταιριών / φορέων και ταμείων παρέχοντας μια μεγάλη γκάμα εγγυοδοτικών προϊόντων (εγγυήσεις, συν εγγυήσεις, κοινοπρακτικές εγγυήσεις κλπ). Για παράδειγμα, η Ιταλία αποτελεί το μοντέλο της υπερπαραγωγής εταιριών εγγυήσεων, αφού στη χώρα αυτή λειτουργούν περισσότερες από 500 εταιρείες / φορείς / ταμεία εγγυήσεων τοπικής, περιφερειακής ή εθνικής εμβέλειας, κλαδικού ή πολυκλαδικού χαρακτήρα. Αυτή η πανσπερμία των εταιρειών οδήγησε σε έναν καλπάζοντα για πολλά χρόνια δυναμισμό του συστήματος εγγυοδοσίας και στην έντονη συνεργασία του με τις τράπεζες. Όμως ο «υπερβολικά» υψηλός αριθμός των εταιρειών / φορέων / ταμείων εγγυήσεων / αντεγγυήσεων όπου κυριαρχούν μικρές και τοπικού χαρακτήρα εταιρίες και συνεπώς χαμηλής κεφαλαιακής δύναμης, δημιούργησε συνθήκες μη ικανοποιητικού κεντρικού ελέγχου αυτών και ταυτόχρονα επιθετικές πολιτικές χορήγησης εγγυοδοτικών προϊόντων με αποτέλεσμα να εμφανιστούν προβλήματα στο σύστημα και να δρομολογηθούν, τα τελευταία έτη, μέτρα και ενέργειες για την εξυγίανση και αναδιάρθρωση της αγοράς εγγυήσεων της γειτονικής χώρας. Η Γαλλία διαθέτει ίσως, λόγω και του γεγονότος ότι ο θεσμός των εγγυήσεων ξεκίνησε εδώ και ένα αιώνα, το «πληρέστερο» σύστημα εγγυοδοσίας. Διότι συναντάμε κατ αρχάς περισσότερες από σαράντα (40) εταιρείες αμοιβαίων εγγυήσεων (Societe du Cautionnement Mutuel / 112

28 SOCAMA όπου βασικοί μέτοχοι είναι οι ΜΜΕ), οι οποίες συνεργάζονται αποκλειστικά με τις Λαϊκές Τράπεζες (Banques Populaires) και χορηγούν, κάθε χρόνο, εγγυήσεις σε δεκάδες χιλιάδες ΜΜΕ. Τον θεσμό αυτό των αμοιβαίων εγγυήσεων «συμπληρώνει» μια άλλη εταιρεία η SIAGI, που λειτουργεί στη Γαλλία από το 1966 και ανήκει σε επαγγελματικά επιμελητήρια και οργανώσεις των ΜΜΕ (Chambres de Commerce και APMC). Από το 1982 στο σύστημα εγγυήσεων εισέρχεται και η SOFARIS, κρατική εταιρεία εγγυήσεων (η οποία απορροφήθηκε πρόσφατα από την κρατική χρηματοδοτική εταιρία OSEO) η οποία παρέχει σε χιλιάδες ΜΜΕ ετησίως μια πλειάδα εγγυοδοτικών και αντεγγυοδοτικών προϊόντων συμπληρώνοντας και / ή υποστηρίζοντας άμεσα ή έμμεσα το σύστημα αμοιβαίων εγγυήσεων της χώρας. Παράλληλα, έχουν δημιουργηθεί Ταμεία Αντεγγυήσεων τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας με στόχο την υποστήριξη του συστήματος εγγυοδοσίας και / ή την δημιουργία συνθηκών ευνοϊκότερων όρων δανειοδότησης / εγγυοδότησης των ΜΜΕ, ενώ διάφορα υπουργεία χορηγούν κεφάλαια σε ειδικά ταμεία ή στην OSEO / Sofaris για την δημιουργία εξειδικευμένων εγγυοδοτικών προϊόντων που στοχεύουν σε ειδικές κατηγορίες ΜΜΕ ή σε ειδικές ομάδες νοικοκυριών / πληθυσμού. Τέλος, το γαλλικό σύστημα εγγυοδοσίας επωφελείται εδώ και πολλά χρόνια των προγραμμάτων της Ε.Ε. λαμβάνοντας αντεγγυήσεις από το ΕΤΑΕ. Στην Ισπανία το σύστημα εγγυοδοσίας πρωτοεμφανίστηκε το 1979 και παρουσίασε διάφορα προβλήματα στη δεκαετία του 1980, αλλά παρουσιάζει μια ιδιαίτερη δυναμική από τα μέσα της δεκαετίας του 90 έως σήμερα και αυτό οφείλεται τόσο στο θεσμικό και νομικό πλαίσιο που θεσπίστηκε από το 1994 και μετέπειτα όσο και στην πολιτική κάλυψης των κινδύνων. Σημειώνεται ότι το σύστημα της εγγυοδοσίας στη Ισπανία διαθέτει 21 περιφερειακές εταιρείες αμοιβαίων εγγυήσεων, που καλύπτουν γεωγραφικά το σύνολο της χώρας. Οι ΜΜΕ προσεγγίζουν απ ευθείας την εταιρεία για την παροχή των εγγυήσεων και μπορούν να λάβουν 100% εγγύηση για ένα δάνειο, αλλά οι εξασφαλίσεις που παρέχουν (το 35% των εξασφαλίσεων είναι μάλιστα εμπράγματες εξασφαλίσεις) δεσμεύονται από τις εταιρείες αμοιβαίων εγγυήσεων. Έτσι γίνεται μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου από το τραπεζικό σύστημα στο εγγυοδοτικό σύστημα, αφού τον κίνδυνο αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου οι εταιρείες αυτές, ενώ οι τράπεζες αποτελούν τρόπο τινά τον δανειστή των εταιριών αμοιβαίων εγγυήσεων. Επιπλέον, παρέχεται από το 1994 μέσω της Κρατικής Εταιρείας CERSA αντεγγύηση στις εγγυήσεις των εταιριών αμοιβαίων εγγυήσεων (μπορεί να φθάσει έως το 70% των τελικών ζημιών), ενώ αντεγγυήσεις χορηγούν και ορισμένες περιφέρειες της χώρας. Πάντως η ενδυνάμωση του συστήματος εγγυοδοσίας στην Ισπανία οφείλεται και στο γεγονός ότι οι εταιρείες αμοιβαίων εγγυήσεων λειτουργούν κάτω από ένα αυστηρό θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο με τη μορφή ανωνύμων εταιριών και ειδικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, υπό τον έλεγχο του Υπουργείου Οικονομίας και την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας της Ισπανίας. Όλα τα ανωτέρω έχουν προσδώσει κύρος στο ισπανικό σύστημα εγγυοδοσίας. Δεν θα πρέπει βέβαια να περάσει απαρατήρητο ότι στα διαφορετικά συστήματα εγγυοδοσίας εντοπίζονται και κάποια κοινά χαρακτηριστικά : Πρώτον, το Δημόσιο (Κρατικές ή Περιφερειακές ή Νομαρχιακές ή Δημοτικές Αρχές) στηρίζει έμπρακτα τον θεσμό εγγυοδοσίας, είτε παρέχοντας κεφάλαια για την δημιουργία εταιρειών ή προγραμμάτων 113

29 εγγυοδοσίας είτε παρέχοντας κεφάλαια για την χορήγηση αντεγγυήσεων είτε επιδοτώντας το κόστος δανεισμού εγγυημένων δανείων. Δεύτερον, η εγγύηση αποτελεί ένα χρηματοδοτικό προϊόν και ως εκ τούτου το κόστος του οφείλουν να καταβάλλουν όλοι οι πελάτες. Το ύψος της προμήθειας προκύπτει είτε από την βαθμολόγηση / rating της ΜΜΕ, είτε με την μέθοδο του credit scoring, είτε με άλλη μέθοδο που εκτιμά τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο σε συνδυασμό με τη διάρκεια του δανείου, τις εξασφαλίσεις και άλλους παράγοντες. Επομένως επιβαρύνεται πάντα ο εγγυοδοτούμενος πελάτης με μια ετήσια προμήθεια, είτε πρόκειται για εταιρεία εγγυήσεων είτε πρόκειται για εταιρεία αμοιβαίων εγγυήσεων. Τρίτον, όλα τα συστήματα εγγυοδοσίας έχουν μεν ως αγορά στόχο τις ΜΜΕ αλλά υποστηρίζουν κυρίως τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις σε όλες τις φάσεις του οικονομικού τους κύκλου. Τέταρτον, ορισμένες πτυχές της εγγυοδοτικής πολιτικής, όπως π.χ. η διαμόρφωση μέγιστου ποσού ανά εγγύηση ή ανά επιχείρηση, ανώτατη διάρκεια της εγγύησης, ανώτατο ποσοστό κάλυψης της τελικής ζημιάς χρησιμοποιούνται από όλες τις εταιρείες εγγυήσεων με σκοπό να επιτυγχάνεται η κατανομή των κινδύνων σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (ΜΜΕ, χρηματοπιστωτικό σύστημα, δημόσιο). Αξίζει να τονιστεί ότι οι περισσότερες εταιρείες εγγυοδοσίας είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης Εταιριών Αμοιβαίων Εγγυήσεων / AECM και τα συνολικά υπόλοιπα των εγγυήσεων των μελών (35 τον αριθμό) της AECM υπερέβαιναν στο τέλος του 2007 τα 60 δισ. ευρώ. Η διαφοροποίηση, η διαφορετικότητα και η μη ομογενοποίηση των συστημάτων εγγυοδοσίας γεννά στους ανθρώπους της αγοράς και τις δημόσιες αρχές το ερώτημα: «ποιο θα μπορούσε να είναι το «ιδανικό» μοντέλο ενός συστήματος εγγυοδοσίας ή μιας εταιρίας εγγυοδοσίας». Η επικρατούσα άποψη είναι ότι το «ιδανικό» μοντέλο ενός συστήματος εγγυοδοσίας είναι εκείνο που καταφέρνει να βοηθάει στην επίλυση χρηματοοικονομικών προβλημάτων μιας ΜΜΕ επιτυγχάνοντας να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τις επιθυμίες των χρηματοπιστωτικών εταιριών και των ΜΜΕ και μάλιστα με το ελαχιστότατο κόστος (και γιατί όχι με κέρδος) για το Δημόσιο, όταν αυτό συμμετέχει ως μέτοχος στο σύστημα εγγυοδοσίας. Συγκεκριμένα για να ικανοποιηθούν ει δυνατόν οι περισσότερες χρηματοοικονομικές ανάγκες των ΜΜΕ απαιτείται η δημιουργία και λειτουργία ενός σύνθετου πλέγματος εταιριών / φορέων / προγραμμάτων εγγυοδοσίας και αντεγγυήσεων που θα καλύπτει όλα τα χρηματοπιστωτικά και χρηματοδοτικά εργαλεία / προϊόντα (τραπεζικά προϊόντα, leasing, factoring, VC κλπ.). Για να είναι όμως ικανοποιημένα όλα τα εμπλεκόμενα μέρη απαιτείται, όσο και αν φαίνεται αυτό παράξενο, να αποκομίζουν άπαντες οφέλη (ιδιωτικός και δημόσιος τομέας) από το σύστημα εγγυοδοσίας και ταυτόχρονα αυτό να διατηρείται υγιές, δυναμικό, διαχρονικά βιώσιμο και «κερδοφόρο». Δηλαδή, απαιτείται η δημιουργία μιας «συμμαχίας» όπου όλα τα εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να ικανοποιούν τα «νόμιμα» συμφέροντά τους. Επομένως πρόκειται για ένα συνθετότατο και δύσκολο εγχείρημα αν αναλογιστεί κανείς ότι: Οι ΜΜΕ ζητούν το σύστημα εγγυοδοσίας να καθιστά εύκολη και ταχεία την προσφυγή τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και μάλιστα με ευνοϊκούς όρους δανεισμού. Αυτό σημαίνει χαμηλά 114

30 επιτόκια, επιδοτούμενα από το δημόσιο για τα χρηματοπιστωτικά και χρηματοδοτικά προϊόντα, παροχή ελάχιστων ή καθόλου εξασφαλίσεων από την πλευρά των ΜΜΕ και ως εκ τούτου κάλυψη με εγγύηση του Δημόσιου του μέγιστου δυνατού ποσοστού ενός δανείου ή άλλου χρηματοδοτικού προϊόντος, χαμηλή προμήθεια για τις εγγυήσεις, κάλυψη βραχυπρόθεσμων και μεσομακροπρόθεσμων αιτημάτων. Όλα τα ανωτέρω μεταφράζονται κατ αρχάς σε μία επιβάρυνση του προϋπολογισμού / δημοσίου. Οι Τράπεζες «απαιτούν» από το εγγυοδοτικό σύστημα τη μέγιστη δυνατή κάλυψη των αναλαμβανόμενων κινδύνων, το ίδιο δηλαδή που ζητούν και οι ΜΜΕ. Βέβαια οι ΜΜΕ θεωρούν ότι η μέγιστη κάλυψη τους από το σύστημα ίσως θα επιδράσει θετικά στην ζήτηση λιγότερων εξασφαλίσεων, ενώ οι δανειστές επιδιώκουν τη μέγιστη κάλυψη για να έχουν σε περίπτωση καταγγελίας ή κατάπτωσης ενός δανείου ελαχιστότατες ή μηδενικές απώλειες. Οι Τράπεζες ζητούν επίσης την επιβάρυνση των ΜΜΕ με χαμηλές προμήθειες εγγυήσεων, αυτό ακριβώς δηλαδή που προτιμούν και οι ΜΜΕ. Η επιχειρηματολογία στο σημείο αυτό είναι κοινή και από τις δύο πλευρές των δανειστών και των δανειζόμενων, ότι δηλαδή μειώνεται το τελικό κόστος δανεισμού και έτσι καθίσταται πιο ελκυστικό το προϊόν στην αγορά. Ένα άλλο αίτημα των Τραπεζών αφορά την πληρωμή της τελικής ζημιάς που πρέπει να γίνεται χωρίς χρονοτριβή αμέσως μετά την καταγγελία του δανείου, δηλαδή να μην έχει το δικαίωμα ένστασης διζήσεως το εγγυοδοτικό σύστημα. Επιπλέον οι Τράπεζες επιθυμούν να σταθμίζονται τα εγγυημένα δάνεια με χαμηλό συντελεστή (ει δυνατόν 0% ή 20%) διότι έτσι επιτρέπεται η αποδέσμευση εποπτικών τους κεφαλαίων για περαιτέρω χορηγήσεις οι οποίες δημιουργούν κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις έσοδα και κέρδη για τις Τράπεζες και συνεπώς φορολογικά έσοδα για το κράτος.όλα τα παραπάνω ισοδυναμούν με μείωση εσόδων και αύξηση εξόδων του συστήματος εγγυοδοσίας. Το Δημόσιο οφείλει, κυρίως στις χώρες με σπανιότητα κεφαλαίων λόγω υψηλού δημόσιου χρέους, δημοσιονομικών ελλειμμάτων και άλλων χρόνιων μακροοικονομικών παθογενειών, να υπολογίζει το κόστος και το όφελος από την λειτουργία ενός συστήματος εγγυοδοσίας για να συμπεράνει αν αυτό είναι αποτελεσματικό και αποδοτικό. Με άλλα λόγια απαιτείται η χρήση ενός μοντέλου προσημείωσης κόστους οφέλους, δηλαδή μια δυναμική και όχι «στατική» απολογιστική, όπου θα προσμετρώνται τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά οφέλη του συστήματος εγγυοδοσίας. Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη την ευρωπαϊκή και διεθνή εμπειρία, ένα «ιδανικό σύστημα σχήμα εγγυοδοσίας» του μέλλοντος πρέπει να διαθέτει κατάλληλους μηχανισμούς, φορείς, εταιρείες και προγράμματα εγγυήσεων και αντεγγυήσεων, που αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοκαλύπτονται, αλληλοϋποστηρίζονται και διακατέχονται από μακροβιωσιμότητα. Επίσης, το ιδανικό εγγυοδοτικό σύστημα πρέπει να είναι ενσωματωμένο, να αποτελεί δηλαδή ένα «ενιαίο» σύνολο με το χρηματοπιστωτικό και χρηματοδοτικό σύστημα της χώρας. Όσον αφορά στην «ιδανική» εταιρεία εγγυήσεων του μέλλοντος αυτή οφείλει όχι μόνον να λειτουργεί αποτελεσματικά και αποδοτικά, αλλά και 115

31 να ικανοποιεί όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (ΜΜΕ, χρηματοπιστωτικός τομέας και Δημόσιο) επιδιώκοντας ταυτόχρονα το τρίπτυχο: Μεγιστοποίηση των πωλήσεων και ελαχιστοποίηση των ζημιών κρατώντας ίσες αποστάσεις και δίδοντας ίσες ευκαιρίες από / σε όλες τις ΜΜΕ Διαχρονική βιωσιμότητα και υψηλή πιστοληπτική διαβάθμιση Στήριξη της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης μιας χώρας / περιφέρειας Με την εταιρία εγγυοδοσίας να αποτελεί μέσο στήριξης χιλιάδων μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων / υπό ίδρυση, νεοσύστατων, νέων ή υφιστάμενων, αναπτυξιακό και περιφερειακό εργαλείο, μοχλό διατήρησης ή δημιουργίας θέσεων εργασίας, πραγματικό κρίκο σύνδεσης των επιχειρήσεων με το χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπληρωματικό και όχι ανταγωνιστικό μηχανισμό του χρηματοπιστωτικού και χρηματοδοτικού συστήματος και εν κατακλείδι, στην περίπτωση συμμετοχής του δημοσίου να αποτελεί εθνική και όχι πολιτική επένδυση. 116

32 Ε.Ε. : ΙΔΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΜΕΓΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΠΩΛΗΣΕΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΛΑΧΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΖΗΜΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΤΩΣΕΩΝ Αποτελεσματική Οργάνωση / Διοίκηση Αποδοτική Διαχείριση Κινδύνων Συνετή Τιμολογιακή Πολιτική και Εγγυοδοτική Πολιτική Αποτελεσματικά συστήματα αξιολόγησης, βαθμολόγησης αιτημάτων και κινδύνων Ορθολογική Πολιτική Πληρωμής Καταπτώσεων ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΕΤΑΙΡΙΑΣ Υψηλό μετοχικό κεφάλαιο και συνετή μόχλευση Χρήση ξεχωριστών κεφαλαίων για παροχή εγγυήσεων Ειδικό Χρηματοδοτικό Ίδρυμα Ειδικό νομοθετικό θεσμικό πλαίσιο ΥΨΗΛΗ ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΗ / RATING ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΘΕΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ Στήριξη μεγάλης μάζας ΜΜΕ / νεοσύστατες, νέες, υφισταμένες, δυναμικές, καινοτόμες, κερδοφόρες ΜΜΕ Ανάπτυξη τραπεζικών και χρηματοδοτικών δραστηριοτήτων Βελτίωση δεικτών αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων Διατήρηση ή δημιουργία θέσεων απασχόλησης Αύξηση ΑΕΠ και Περιφερειακού Ακαθάριστου προϊόντος Μεγάλο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα σε σχέση με επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις που παρέχονται εκτός του εγγυοδοτικού συστήματος Δημιουργία νέας κουλτούρας στις ΜΜΕ (π.χ. παροχή πραγματικών οικονομικών στοιχείων) και στις τράπεζες (π.χ. χρηματοδότηση νέων, καινοτόμων κλπ. προϊόντων και ΜΜΕ) 117

33 Ε.Ε : «ΙΔΑΝΙΚΟ» ΣΧΗΜΑ ΕΓΓΥΟΔΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΕΓΓΥΣΗΣΕΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ Τίτλος αρχείου Μελέτη 10 ΤΑΜΕΙΑ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ (ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΑ) ΤΡΑΠΕΖΕΣ, LEASING, RISK CAPITAL ΜΜΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ, ΣΥΝΕΓΓΥΗΣΕΙΣ, ΚΟΙΝΟΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΤΑΜΕΙΑ ΑΝΤΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΕΤΕπ ΕΤΑΕ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ -ΑΝΤΕΓΓΥΗΣΕΙΣ Χάριν συγκρισιμότητας : Ελλάδα Εγγυοδοτικό Σύστημα ΤΕΜΠΜΕ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΜΕ ΕΤΑΕ ΑΝΤΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ, LEASING ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ 118

34 Κεφάλαιο ΙΙ Χρηματοδοτικές Υποδομές υπέρ των ΜΜΕ στην Ελλάδα 119

35 IΙ.1.Συστήματα και πολιτικές υπέρ ΜΜΕ στην Ελλάδα Από την ελληνική εμπειρία (όπως και από τη διεθνή) απορρέει ότι οι ανάγκες των επιχειρήσεων και ειδικότερα των μικρών (ΜΕ) και πολύ μικρών επιχειρήσεων (ΠΜΕ) είναι πολλές (ανάγκες πιστοδότησης, συμβουλευτικών υπηρεσιών, εκπαίδευσης επιμόρφωσης προσωπικού, έρευνας και ανάπτυξης, κλπ) και μάλιστα σε όλα τα στάδια του επιχειρηματικού κύκλου (εκκίνηση, ανάπτυξη, επέκταση, ωρίμανση, διεθνοποίηση). Θεωρητικά, στο σκέλος της πιστοδότησης η ελληνική χρηματοπιστωτική και χρηματοδοτική αγορά προσφέρει σήμερα μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων. Όμως, η δυνατότητα χρήσης των προϊόντων αυτών από τις ΜΕ και ΠΜΕ είναι σε πολλές περιπτώσεις δύσκολη και σε ειδικές περιπτώσεις αδύνατη. Για παράδειγμα, οι πόρτες της κεφαλαιαγοράς και του χρηματιστηρίου είναι κλειστές για τις ΜΕ και τις ΠΜΕ. Επίσης, πολλές ΜΕ και ΠΜΕ συναντούν δυσκολίες πρόσβασης στο Τραπεζικό Σύστημα για πολλούς λόγους (είτε λόγω έλλειψης ιστορικών στοιχείων υπό ίδρυση ή νεοσύστατες ή νέες επιχειρήσεις, είτε λόγω έλλειψης εμπράγματων ή άλλων εξασφαλίσεων κλπ). Για την κάλυψη ορισμένων κενών της ελληνικής χρηματοπιστωτικής και χρηματοδοτικής αγοράς, αλλά και την ενίσχυση των ελληνικών επιχειρήσεων, η ελληνική πολιτεία με την βοήθεια της Ε.Ε. χρησιμοποιεί εδώ και πολλά χρόνια διάφορα συστήματα / μηχανισμούς και φορείς με βασικό κορμό κυρίως : Ένα σύστημα επιχορηγήσεων (μέρους του κόστους επενδύσεων), επιδοτήσεων (μέρους του λειτουργικού κόστους και του κόστους δανεισμού) και φορολογικών διευκολύνσεων / απαλλαγών Το σύστημα αυτό σε ότι αφορά τις επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις βασίζεται στους αναπτυξιακούς νόμους της χώρας, σε διάφορα εθνικά προγράμματα συγχρηματοδοτούμενα από την Ε.Ε. (ΚΠΣ και ΕΣΠΑ) καθώς και σε άλλες κοινοτικές πρωτοβουλίες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει υποστήριξη στις ΜΕ και ΠΜΕ με την μορφή επιχορηγήσεων, δανείων και εγγυήσεων. Η υποστήριξη παρέχεται είτε άμεσα είτε μέσω προγραμμάτων, η διαχείριση των οποίων γίνεται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Επίσης, οι επιχειρήσεις μπορούν να επωφεληθούν από μια σειρά μέτρων μη χρηματοδοτικής βοήθειας με την μορφή προγραμμάτων και υπηρεσιών υποστήριξης. Ενδεικτικά και για την περίοδο οι ελληνικές ΜΕ και ΠΜΕ δύνανται να χρηματοδοτήσουν επενδυτικά σχέδιά τους μέσω διαφόρων κοινοτικών προγραμμάτων. Για το περιβάλλον, την ενέργεια και τις μεταφορές π.χ. το πρόγραμμα Life+, το Πρόγραμμα Πλαίσιο για την Ανταγωνιστικότητα και την Καινοτομία, το πρόγραμμα Marco Polo II ή για την Καινοτομία και την Έρευνα το Έβδομο Πρόγραμμα Πλαίσιο για την Έρευνα και την Τεχνολογική Ανάπτυξη. Όλα τα παραπάνω προγράμματα δίνουν έμφαση μεταξύ των άλλων: στην ενίσχυση της ικανότητας των Ευρωπαϊκών ΜΜΕ στη καινοτομία και στην ανάπτυξη προϊόντων και αγορών νέας τεχνολογίας, στην ενθάρρυνση ΜΜΕ σε ερευνητικές δράσεις 120

36 και κοινές τεχνολογικές πρωτοβουλίες, στη συμμετοχή των ΜΜΕ σε δράσεις με την βιομηχανία και την ακαδημαϊκή κοινότητα, στην οικολογική καινοτομία, στην ενεργειακή αποτελεσματικότητα, στην προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στην ενεργειακή διαφοροποίηση, στην προώθηση συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στην υποστήριξη νέων αγορών για ηλεκτρονικά δίκτυα, πολυμέσα και ψηφιακές τεχνολογίες, στην δημιουργία ολοκληρωμένων συστημάτων για τις μεταφορές. Επίσης μέσω των Διαρθρωτικών Ταμείων η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συγχρηματοδοτεί προγράμματα των κρατών - μελών, μέσω των οποίων παρέχεται βοήθεια άμεσα ή έμμεσα στις ΜΕ και ΠΜΕ. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι για την περίοδο η παροχή άμεσης βοήθειας σε ΜΕ και ΠΜΕ για τη συγχρηματοδότηση των επενδύσεων είναι δυνατή μόνο σε λιγότερο αναπτυγμένες οικονομικά περιφέρειες (λεγόμενες περιφέρειες «σύγκλισης»). Σε άλλες περιφέρειες δίνεται προτεραιότητα σε δράσεις που έχουν μεγάλο αναπτυξιακό αντίκτυπο ή βοηθούν στη δημιουργία επιχειρηματικών υποδομών (π.χ. εκκολαπτήρια επιχειρήσεων, μηχανισμοί μεταφοράς τεχνολογίας, δικτύωση, υποστηρικτικές υπηρεσίες, κατάρτιση κ..α.). Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), που αποτελεί το μεγαλύτερο κοινοτικό μέσο χρηματοδότησης των ΜΜΕ συγχρηματοδοτεί δραστηριότητες που εντάσσονται σε ευρύ φάσμα τομέων όπως : Επιχειρηματικότητα, Καινοτομία και Ανταγωνιστικότητα των ΜΜΕ (ενδεικτικά αναφέρουμε την επιχειρηματική καθοδήγηση / entrepreneurial mentoring, καινοτόμες τεχνολογίες και συστήματα διαχείρισης των επιχειρήσεων, οικολογική καινοτομία, καλύτερη χρήση συστημάτων πληροφορικής κλπ) Βελτίωση του Περιφερειακού και Τοπικού Περιβάλλοντος για τις ΜΜΕ (π.χ. πρόσβαση σε κεφάλαια για τις ΜΜΕ που βρίσκονται στο στάδιο της εκκίνησης ή στη φάση της ανάπτυξης, επιχειρηματικές υποδομές και υπηρεσίες υποστήριξης για τις ΜΜΕ). Διαπεριφερειακή και διασυνοριακή συνεργασία των ΜΜΕ Επένδυση σε ανθρώπινους πόρους, με παράλληλη χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο Ακόμη, η πρωτοβουλία Jeremie (Joint European Resources for Micro and Medium Enterprises) που έχει αναληφθεί από κοινού από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, σε συνεργασία με την ΕΤΕπ αποσκοπεί στο να βελτιώσει την πρόσβαση των ΠΜΕ και ΜΕ στη χρηματοδότηση και ειδικότερα στη χορήγηση πολύ μικρών δανείων, σε επιχειρηματικά κεφάλαια ή σε εγγυήσεις. Ιδιαίτερη έμφαση θα δίδεται στην υποστήριξη νεοιδρυθεισών ΜΕ και ΠΜΕ, στη μεταφορά τεχνολογίας, σε Ταμεία Επιχειρηματικών Κεφαλαίων καινοτομίας και τεχνολογίας και στα μικροδάνεια. Απώτερος στόχος της πρωτοβουλίας Jeremie είναι η παροχή μιας σειράς χρηματοπιστωτικών προϊόντων ειδικά σχεδιασμένων για τις ΜΕ και ΠΜΕ, προϊόντων που θα έχουν ανακυκλούμενο χαρακτήρα, δηλαδή τα αποπληρωμένα ποσά θα είναι δυνατόν να επαναχρησιμοποιηθούν, αντί απλώς να παρέχονται ως εφάπαξ επιχορήγηση, με αποτέλεσμα να επιτρέπουν την επίτευξη μεγαλύτερου πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος επί του προϋπολογισμού. Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων έχει ήδη υπογράψει συμφωνία με την Ελλάδα και αναμένεται στο άμεσο μέλλον να τεθεί σε εφαρμογή το 121

37 πρόγραμμα Jeremie με αρχικό προϋπολογισμό σχετικά χαμηλό (100 εκατ. ευρώ). Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΑΕ), που αποτελούν τον χρηματοδοτικό και εγγυοδοτικό βραχίονα αντίστοιχα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκολύνουν με τα προϊόντα και τα χρηματοδοτικά μέσα την πρόσβαση των ΜΕ και ΠΜΕ σε χρηματοδοτήσεις, μερικές φορές μάλιστα με ευνοϊκότερους όρους σε σχέση με τους ισχύοντες στην αγορά. Η ΕΤΕπ παρέχει τα λεγόμενα «συνολικά» δάνεια (global loans), προϊόντα που εγκαινίασε η ίδια από τα τέλη της δεκαετίας του 60. Πρόκειται για μεσομακροπρόθεσμες γραμμές πιστώσεων, τις οποίες η ΕΤΕπ χορηγεί σε ένα μεσολαβούντα φορέα τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό που με τη σειρά του χρησιμοποιεί τους πόρους για τη χρηματοδότηση επενδυτικών σχεδίων ΜΕ και ΠΜΕ. 33 Τα δάνεια καλύπτουν ένα μέρος (έως το 50%) των επιλέξιμων δαπανών του εκάστοτε επενδυτικού σχεδίου. Όλες οι χρηματοδοτήσεις μέσω των «συνολικών δανείων» μπορούν να συνδυάζονται με άλλα κοινοτικά μέσα υποστήριξης που υφίστανται για τις ΜΕ και ΠΜΕ, αλλά πρέπει πάντα να τηρούνται τα ανώτατα όρια που ισχύουν στην Ε.Ε. για το καθεστώς των κρατικών ενισχύσεων. Τα «συνολικά» δάνεια μπορούν επίσης να εξειδικεύονται για συγκεκριμένους στόχους (π.χ. ενίσχυση περιοχών ή συγκεκριμένων τομέων δραστηριότητας όπως περιβάλλον, ενέργεια, έρευνα και ανάπτυξη). Οι τράπεζες όταν χορηγούν χρηματοδοτήσεις από τους πόρους της ΕΤΕπ αξιολογούν τα επενδυτικά σχέδια με βάση συμβατικά κριτήρια που έχουν καθοριστεί σε συνεργασία Ε.Ε. και ΕΤΕπ και αναλαμβάνουν την διαχείριση των δανείων. Η απόφαση της δανειοδότησης ανήκει στον εκάστοτε ενδιάμεσο οργανισμό, ο οποίος έχει επίσης την ευθύνη της αξιολόγησης και της τιμολόγησης και αναλαμβάνει τους πιστωτικούς κινδύνους των χρηματοδοτούμενων ΜΜΕ και των επενδυτικών σχεδίων τους. Παράλληλα από τις αρχές του 2009 και λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης η ΕΤΕπ παρέχει πιστώσεις και για κεφάλαια κίνησης. Τις πιστώσεις αυτές για κεφάλαια κίνησης που χορηγεί η ΕΤΕπ οφείλει να τις διπλασιάσει με ισοδύναμο ποσό από τα κεφάλαιά της η κάθε τράπεζα και να τις διαθέσει στη συνέχεια στην αγορά εντός 8μήνου με επιτόκιο βέβαια χαμηλότερο από το συμβατικό. Για τη χώρα μας το βασικό πλεονέκτημα των δανείων αυτών σε σχέση με τα συμβατικά δάνεια των τραπεζών είναι ότι χορηγούνται με ευνοϊκότερους όρους (εκτιμάται ότι το επιτόκιο είναι χαμηλότερο τουλάχιστον κατά 0,5%) ενώ παράλληλα δεν καταβάλλεται από τον δανειζόμενο η προμήθεια του Ν.128/75 (0,6%), με το συνολικό όφελος για τη ΜΜΕ να προσεγγίζει το 1%. Για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων η ΕΤΕπ συνεργάζεται σήμερα (Μάιος 2009) με πολλές Ελληνικές Τράπεζες έχοντας υπογράψει συμβάσεις τόσο για επενδυτικά δάνεια όσο και για τα κεφάλαια κίνησης και οι ενεργές πιστωτικές γραμμές για τις ΜΜΕ ξεπερνούν το 1 δισ. ευρώ Τα «συνολικά» δάνεια μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και για την χρηματοδότηση μικρών έργων υποδομής συνήθως πραγματοποιούμενων από δήμους ή άλλες τοπικές αρχές, δεδομένου ότι η διάρκεια του δανείου που προσφέρει η ΕΤΕπ είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για τη χρηματοδότηση τέτοιων έργων. 34 Για την περίοδο οι γενικές χρηματοδοτήσεις της ΕΤΕπ στην Ελλάδα ανήλθαν περίπου σε 5 δισ. ευρώ και εξ αυτών μόνο το 8% ή 400 εκατ. ευρώ αφορούσε δάνεια προς εμπορικές τράπεζες για τη χρηματοδότηση των ελληνικών ΜΜΕ, ενώ την ίδια περίοδο το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στην Ε.Ε. ήταν περίπου 25%. 122

38 Ακόμη η ΕΤΕπ έχει δρομολογήσει όλες εκείνες τις ενέργειες που θα επιτρέψουν στο άμεσο μέλλον και την υλοποίηση ενός πιλοτικού τριετούς προγράμματος (Jasmine) μικροχρηματοδότησης για ΠΜΕ με λιγότερους από 10 εργαζόμενους. Τα μικροδάνεια αυτά (θα κυμαίνονται στα ευρώ) θα διανείμουν τράπεζες που θα επιλεγούν. Ο προϋπολογισμός για τη χώρα μας αυτού του προγράμματος ανέρχεται σε 40 εκατ. ευρώ και υπολογίζεται ότι θα υποστηρίξει περίπου πολύ μικρές επιχειρήσεις. Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΑΕ) παρεμβαίνει στην ενίσχυση των ΜΜΕ με διάφορους τρόπους : αποκτώντας μέσω των Ταμείων Κεφαλαίων Επιχειρηματικού Κινδύνου, συμμετοχές σε σχήματα ή ταμεία κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου και σε εκκολαπτήρια επιχειρήσεων που στοχεύουν κυρίως στο τομέα της τεχνολογίας και στις νεοιδρυθείσες επιχειρήσεις. Σημειώνεται ότι το 40% περίπου των επενδύσεων του ΕΤΑΕ αφορά μικρομεσαίες επιχειρήσεις που βρίσκονται στα αρχικά στάδια ανάπτυξης τους και το 55% περίπου των επενδύσεων τεχνολογικούς κλάδους (κυρίως τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνίας και βιοεπιστήμες). Χορηγώντας εγγυήσεις και αντεγγυήσεις για χαρτοφυλάκια δανείων ΜΜΕ καθώς και για χαρτοφυλάκια τιτλοποιημένων δανείων και χρηματοδοτικών μισθώσεων. Μεταξύ των αντισυμβαλλόμενων του περιλαμβάνονται τράπεζες, εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, εγγυοδοτικοί οργανισμοί και εταιρείες αμοιβαίων εγγυήσεων. Στην περίπτωση της χώρας μας, η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. υπέγραψε τον Οκτώβριο 2004 σύμβαση συνεργασίας με το ΕΤΑΕ, το οποίο καλύπτει με αντεγγυήσεις το 50% των εγγυημένων από την ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. δανείων επενδυτικού χαρακτήρα και κατ ανώτατο ποσό τα 45 εκατ. ευρώ, δανείων που συνήφθησαν την περίοδο Ιούνιος Αξίζει ακόμη να υπογραμμιστεί ότι στα πλαίσια του Προγράμματος για την Ανταγωνιστικότητα και την Καινοτομία για την περίοδο έχουν διατεθεί κονδύλια μεγαλύτερα του 1,2 δισ. ευρώ για δύο χρηματοδοτικούς μηχανισμούς τους οποίους διαχειρίζεται το ΕΤΑΕ για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στόχος του πρώτου μηχανισμού «Μηχανισμός Υψηλής Ανάπτυξης και καινοτομίας για τις ΜΜΕ» είναι να αυξήσει την παροχή κεφαλαίων για καινοτόμες ΜΜΕ στα πρώτα τους βήματα και κατά τη φάση της επέκτασής τους. Ο μηχανισμός αυτός μοιράζεται τον κίνδυνο και τα κέρδη με ιδιώτες επενδυτές, παρέχοντας σημαντικές δυνατότητες για τη χορήγηση κεφαλαίων σε καινοτόμες επιχειρήσεις. Στόχος του δεύτερου μηχανισμού «Μηχανισμός Εγγυήσεων υπέρ ΜΜΕ» είναι να παράσχει πρόσθετες εγγυήσεις για να επιτύχει την αύξηση των χορηγούμενων πιστώσεων προς τις ΜΜΕ. Ο μηχανισμός αυτός θα επικεντρωθεί κυρίως στη διευθέτηση προβλημάτων που παρουσιάζονται στην αγορά σε τέσσερις τομείς : Πρόσβαση ΜΜΕ σε δάνεια ή χρηματοδοτικές μισθώσεις o Χορήγηση μικροπιστώσεων o Πρόσβαση σε κεφάλαια ή οιονεί κεφάλαια o Τιτλοποίηση δανείων 123

39 Ένα σύστημα εγγυήσεων Ήτοι το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.) 35 που λειτουργεί ως χρηματοδοτικό ίδρυμα στην Ελληνική αγορά από τις αρχές του 2004 και δύναται να παρέχει εγγυήσεις σε όλους σχεδόν τους κλάδους υπέρ των επιχειρήσεων που απασχολούν σε ετήσια βάση λιγότερα από 50 άτομα και ο ετήσιος κύκλος εργασιών τους δεν ξεπερνά τα 10 εκατ. ευρώ. Η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. «αντικατέστησε» την ΑΝΕ 197 / 78, η οποία χρησιμοποιήθηκε επί μία εικοσαετία από το ελληνικό δημόσιο, το οποίο παρείχε εγγυήσεις για κεφάλαια κίνησης και επενδυτικά δάνεια στις μεταποιητικές και μόνο ΜΜΕ (νεοιδρυόμενες ή υφιστάμενες), με ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότερο ή ίσο των 800 εκατ. δραχμών (2,35 εκατ. ευρώ), καλύπτοντας κατ ανώτατο όριο ανά επιχείρηση το ποσό των 130 εκατ. δραχμών ( ευρώ), αλλά με : o Την υποχρεωτική λήψη εμπράγματων εξασφαλίσεων από τις τράπεζες όταν επρόκειτο για δάνεια για την αγορά οικοπέδων, ανέγερση κτιριακών ή αγορά έτοιμων κτιριακών εγκαταστάσεων o Την υποχρεωτική λήψη εξασφαλίσεων για συνολική χρηματοδότηση πάνω από 10 εκατ. δρχ. ( ευρώ) Παράλληλα, το Ελληνικό Δημόσιο / ΥΠΟΙΟ παρέχει απευθείας εγγυήσεις σε τράπεζες και μάλιστα σε τακτά χρονικά διαστήματα υπέρ επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε περιοχές που έχουν πληγεί από κάποιο συμβάν (σεισμό, πλημμύρα, πυρκαγιά, θεομηνία) και / ή σε επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να αποπληρώσουν δάνεια ή άλλες υποχρεώσεις τους (αφορά επιχειρήσεις σε όμορες περιοχές ή περιοχές με φθίνουσα οικονομική πορεία). Η παροχή εγγύησης του ελληνικού δημοσίου υπέρ επιχειρήσεων προς τα πιστωτικά ιδρύματα αφορά βασικά ρυθμίσεις οφειλών - ληξιπρόθεσμων και μη - που προέρχονται από δάνεια. Στις περιπτώσεις αυτές, σε γενικές γραμμές, το υπόλοιπο των οφειλών μετατρέπεται σε νέο δάνειο, μεσομακροπρόθεσμης διάρκειας, το οποίο συνοδεύεται και από περίοδο χάριτος. Προς εξασφάλιση των απαιτήσεων του ελληνικού δημοσίου λόγω της παρεχόμενης εγγύησης, ζητείται να λαμβάνονται επαρκείς εμπράγματες εξασφαλίσεις, οι οποίες μάλιστα σε περιπτώσεις ακινήτων πρέπει να συνοδεύονται και από εκτιμήσεις ανεξάρτητου εκτιμητή τράπεζας. Οι εγγυήσεις του ελληνικού κράτους εκτιμάται ότι ανέρχονται στο τέλος του 2008 σε 21 δισ. ευρώ, εκ των οποίων οι εγγυήσεις στον ιδιωτικό τομέα πλησιάζουν τα 2,5 δισ. ευρώ και το ήμισυ αυτών, περίπου 1,2 δισ. ευρώ, αφορά επιχειρήσεις. Ένα σύστημα ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων και επενδύσεων στο εξωτερικό Με κεντρικό κορμό τον κρατικό Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων (ΟΑΕΠ) που στηρίζει τις ελληνικές επιχειρήσεις ανεξαρτήτως μεγέθους. Υπενθυμίζεται ότι ο ΟΑΕΠ 36 προσφέρει προγράμματα Ασφάλισης 35 Για τη λειτουργία, τα προϊόντα και τις δραστηριότητες της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. βλέπε Ενότητα ΙΙ

40 Βραχυπρόθεσμων και Μεσομακροπρόθεσμων Εξαγωγικών Πιστώσεων για εξαγωγές προϊόντων, προγράμματα ασφάλισης τεχνικών έργων καθώς και επενδύσεων στο εξωτερικό. Επίσης, ο ΟΑΕΠ συμβάλλει στην διευκόλυνση της τραπεζικής χρηματοδότησης των ασφαλισμένων εξαγωγέων πελατών του επιτρέποντας σε όσους ασφαλισμένους το ζητήσουν, να εκχωρήσουν ως εγγύηση (collateral) το δικαίωμα τους για αποζημίωση προς τις τράπεζες και τις εταιρείες factoring που τους χρηματοδοτούν. Ελλάδα : Κρατική και Κοινοτική χρηματοδοτική στήριξη για ΜΕ και ΠΜΕ Μέσα, φορείς, νόμοι κλπ Βασικά προϊόντα o ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΙ ΝΟΜΟΙ o Επιχορηγήσεις μέρους του κόστους o ΚΠΣ, ΕΣΠΑ επένδυσης o ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ o Επιδοτήσεις κόστους δανείων ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ o Φορολογικές απαλλαγές για νέες ή υφιστάμενες επιχειρήσεις o ΤΕΜΠΜΕ o Εγγυήσεις έναντι οικονομικών o ΥΠΟΙΟ κινδύνων o ΤΑΝΕΟ o Συμμετοχές σε Ταμεία Επιχειρηματικών κεφαλαίων για Επενδύσεις σε ΜΕ και ΠΜΕ o ΟΑΕΠ o Ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων έναντι πολιτικών και εμπορικών κινδύνων o Ασφάλιση επενδύσεων έναντι πολιτικών κινδύνων o ΕΤΕπ o Παροχή χαμηλότοκων δανείων (global loans) o ΕΤΑΕ o Παροχή αντεγγυήσεων σε εγγυήσεις ΤΕΜΠΜΕ Αξίζει ιδιαίτερα να επισημανθεί ότι λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της δυσμενούς διεθνούς οικονομικής συγκυρίας οι Ελληνικοί Σύνδεσμοι Εξαγωγέων (Καθημερινή , Ναυτεμπορική ) ζητούν όπως βελτιωθεί ο θεσμός των εξαγωγικών πιστώσεων και προτείνουν μεταξύ των άλλων : a. την κάλυψη μη εμπορεύσιμων κινδύνων (χωρών Ε.Ε. και ΟΑΣΑ) που δεν καλύπτονται από την ιδιωτική αγορά, και κατά παρέκκλιση μη εμπορεύσιμων κίνδυνων που αφορούν τις ΜΜΕ με συνολικό ετήσιο εξαγωγικό κύκλο εργασιών που δεν υπερβαίνει τα 2 εκατ. ευρώ. Με τον τρόπο αυτό θα καλυφθούν αναδυόμενες ή υψηλού ρίσκου χώρες στόχοι με ενδιαφέρον και προοπτική για τα ελληνικά προϊόντα. Εναλλακτικά θα μπορούσαν να εξεταστούν: Απεμπλοκή του ΟΑΕΠ από την βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων μη εμπορεύσιμων κινδύνων και κάλυψη των πιστώσεων αυτών είτε από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες που θα καλυφθούν αντασφαλιστικά είτε από τον ΟΑΕΠ είτε από επιλεγμένες ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες που θα λάβουν εγγύηση του κράτους διατηρώντας για τις πιστώσεις αυτές χωριστούς λογαριασμούς ώστε να αποφευχθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού ή Ίδρυση αυτοτελούς εταιρίας από τον ΟΑΕΠ που θα ασχολείται αποκλειστικά με τη βραχυπρόθεσμη ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων και θα λειτουργεί με εγγυοδοτικό κεφάλαιο του κράτους b. Τη διερεύνηση της δυνατότητας ενίσχυσης του θεσμού του factoring μέσω του ΟΑΕΠ ή γενικότερα μέσω της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για απαιτήσεις από πελάτες του εξωτερικού. Με αυτό το χρηματοδοτικό εργαλείο, μπορεί, αφενός να καλυφθούν όλοι οι πελάτες των εξαγωγικών επιχειρήσεων για ολόκληρο το αιτούμενο ποσό αφετέρου να δοθεί το 100% της απαίτησης και όχι ποσοστό αυτής, όπως δίνεται σήμερα. 125

41 ΙΙ.2 Τραπεζική Χρηματοδότηση και άλλα Χρηματοδοτικά Εργαλεία Μολονότι η στήριξη του κράτους και της Ε.Ε. φαίνεται σημαντική στην ίδρυση, ανάπτυξη και διεθνοποίηση των ελληνικών ΜΕ και ΠΜΕ μέσω της χρήσης πολλών προϊόντων, προγραμμάτων και φορέων εν τούτοις, σύμφωνα με όλες τις έρευνες αγοράς της τελευταίας δεκαετίας, το ελληνικό δημόσιο και τα κοινοτικά προγράμματα και κονδύλια καλύπτουν ένα μικρό ποσοστό των αναγκών των ΜΕ και ΠΜΕ της χώρας μας (κυμαίνεται γύρω στο 2-3% του συνόλου, σύμφωνα με έρευνα του Εθνικού Παρατηρητηρίου για τις ΜΜΕ / ΕΟΜΜΕΧ Νοέμβριος 2007). Η χρηματοδότηση των χρηματοοικονομικών αναγκών των ΜΕ και ΠΜΕ και των επενδύσεων τους γίνεται κυρίως με αυτοχρηματοδότηση, αλλά και με τη μορφή χρηματικής βοήθειας, σε μικρό βέβαια ποσοστό, από μέλη της οικογένειας των επιχειρηματιών ή φίλους αυτών. Επιπλέον, η χρηματοπιστωτική και χρηματοδοτική αγορά της χώρας μας καλύπτει ένα σημαντικό μέρος των χρηματοοικονομικών αναγκών των επιχειρήσεων και των επενδύσεών τους. Στην αγορά αυτή κυριαρχούν οι χρηματοδοτήσεις των Τραπεζών 37. Πράγματι, στο σύνολο της χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων οι τράπεζες κατέχουν τη μερίδα του λέοντος (87% των συνολικών υπολοίπων την ). Για αυτό μάλιστα το λόγο όταν ασκείται κριτική για το χρηματοπιστωτικό σύστημα όλοι αναφέρονται στους όρους χορήγησης των τραπεζικών προϊόντων και υπηρεσιών. Ειδικότερα, ο επιχειρηματικός κόσμος θεωρεί - διαχρονικά - ότι το κόστος δανεισμού είναι σχετικά ακριβό στην Ελλάδα. Επιπλέον, μετά τον Σεπτέμβριο του 2008 «διαμαρτύρεται» ότι τα κριτήρια αξιολόγησης των αιτημάτων των επιχειρήσεων είτε για αναχρηματοδότηση παλαιών δανείων είτε για εκταμίευση νέων είναι πολύ αυστηρά, το κόστος ακριβότερο και ότι η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις έχει επιβραδυνθεί σημαντικά. Σε ότι αφορά το κόστος δανεισμού και ειδικότερα την εξέλιξη των επιτοκίων νέων τραπεζικών επιχειρηματικών δανείων μέχρι 1 εκατ. ευρώ με επιτόκιο κυμαινόμενο ή σταθερό έως 1 έτος (βραχυπρόθεσμος δανεισμός) διαπιστώνεται ότι, στην περίοδο Ιανουάριος 2003 Ιανουάριος 2009 η διαφορά επιτοκίων μεταξύ Ελλάδας και ζώνης ευρώ, κυμάνθηκε από 0,36% έως 1,5% σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ (Νομισματική Πολιτική , Φεβρουάριος 2009, σελ. 118, Διάγραμμα VI7 και Έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ για το έτος 2008, σελ. 170). 37 Το χρηματοπιστωτικό σύστημα / τράπεζες καλύπτουν το 11-13% των αναγκών των επιχειρήσεων σύμφωνα με την έρευνα του Εθνικού Παρατηρητηρίου. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει και στον λεγόμενο «αφανή» δανεισμό, δηλαδή στις μεταχρονολογημένες επιταγές επιχειρήσεων που υπολογίζονται σε δεκάδες δισ. ευρώ και καλύπτουν το έλλειμμα ρευστότητας των ΜΕ και ΠΜΕ. Οι μεταχρονολογημένες επιταγές αποτελούν ένα ιδιόμορφο είδος δανεισμού μεταξύ επιχειρήσεων, πελατών, προμηθευτών και τραπεζών. 126

42 Πίνακας ΙΙ.1 Χρηματοδότηση ελληνικών επιχειρήσεων (σε δισ. ευρώ, υπόλοιπα ) 2006 % 2007 % 2008 % Τράπεζες 71,3 85,4 89,7 86,3 103,5 87,0 Factoring 5,4 6,5 6,3 6,1 7,0 (εκτ) 5,9 Leasing 6,9 8,2 7,9 7,6 8,5 (εκτ) 7,1 Σύνολο 83, , ,0 100 Πηγές : Ετήσιες Εκθέσεις του Διοικητή της ΤτΕ, Ισολογισμοί Εταιρειών Factoring & Leasing, Ειδικές Εκθέσεις (Τράπεζες, Leasing, Factoring, Ασφάλειες), Ημερήσια & Ναυτεμπορική, Μάιος 2008 Σημειώσεις: o o o o Η χρηματοδότηση των ελληνικών επιχειρήσεων μέσω του θεσμού Επιχειρηματικών Κεφαλαίων / Risk Capital εκτιμάται συνολικά για την περίοδο σε 0,5 δισ. ευρώ Οι νέες συμβάσεις (παραγωγή) leasing ανέρχονται, κατά μέσο όρο ετησίως, περίπου σε 3 δισ. ευρώ την περίοδο και αποτελούν grosso modo το 1% της ευρωπαϊκής αγοράς leasing (2006 υπόλοιπα 630 δισ. ευρώ, εκ των οποίων νέα παραγωγή 295 δισ. ευρώ). Μέχρι το 2005, η παροχή χρηματοδοτικής μίσθωσης γινόταν μόνο μέσω των θυγατρικών εταιριών leasing των τραπεζών. Στη συνέχεια με το Νόμο 3483/2006 επιτρέπεται η παροχή προϊόντων leasing και από τις ίδιες τις τράπεζες μέσω π.χ. μιας διεύθυνσής τους. Έτσι, σήμερα (Μάιος 2009) το σύνολο σχεδόν των τραπεζών στην ελληνική αγορά παρέχει είτε άμεσα είτε έμμεσα (μέσω θυγατρικών τους εταιριών) προϊόντα leasing. Πάντως, ο θεσμός leasing που εισήλθε στη χώρα μας το 1986 με τον νόμο 1665/1986 καλύπτει ένα μικρό μόνο ποσοστό χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων. Φαίνεται ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται ακόμη στο στάδιο εξοικείωσης με τον θεσμό Leasing, αφού ο συντελεστής διείσδυσης στην αγορά των ιδιωτικών επενδύσεων (δείκτης που απεικονίζει την ανάπτυξη του leasing), «είναι μόλις 5,1% στη χώρα μας έναντι ποσοστού 32% στην Πορτογαλία, 18,6% στην Γερμανία, 16,6% στην Αυστρία, 15,1% στην Ιταλία, 13,1% στη Δανία, 11,7% στην Γαλλία, 9,4% στην Ισπανία», σύμφωνα με την Ένωση Ελληνικών Εταιρειών Χρηματοδοτικής Μίσθωσης. (Το Leasing, Δεκέμβριος 07) Στα υπόλοιπα των τραπεζικών δανείων την (Πίνακας II.1) δεν περιλαμβάνονται τιτλοποιήσεις δανείων ύψους 29 δισ. ευρώ που ανεβάζουν τα υπόλοιπα των επιχειρηματικών δανείων σε 132,5 δισ. ευρώ. Σημειώνεται ότι το σύνολο των υπολοίπων των δανείων προς τα νοικοκυριά την ανέρχεται σε 96,9 δισ. ευρώ και με την προσθήκη των τιτλοποιημένων δανείων (20,3 δισ. ευρώ) σε 117,2 δισ. ευρώ. Τα υπόλοιπα των δανείων σε ΜΕ και ΠΜΕ δεν μπορούν να υπολογιστούν επακριβώς από την επεξεργασία των στοιχείων των Ετήσιων Εκθέσεων / ισολογισμών των τραπεζών λόγω των διαφορετικών κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό ΜΕ και ΠΜΕ από κάθε μία τράπεζα. Με βάση τα στοιχεία Ισολογισμών και Ετήσιων Εκθέσεων της ΕΤΕ και με την παραδοχή ότι το μερίδιό της στην αγορά ΜΕ και ΠΜΕ ισοδυναμεί με 15% σύμφωνα με στελέχη της ΕΤΕ (Ναυτεμπορική 7/4/09, Πρόγραμμα Συνεργασία ΕΤΕ με Επιμελητήρια) εκτιμάται ότι ο αριθμός των πελατών / ΜΕ και ΠΜΕ των τραπεζών ανέρχεται σε περίπου και τα υπόλοιπα των επιχειρηματικών δανείων των ΜΕ και ΠΜΕ προσεγγίζουν την το ποσό των 30 δισ. ευρώ ή 23% των συνολικών επιχειρηματικών δανείων συμπεριλαμβανομένων και των τιτλοποιημένων δανείων. Με άλλα λόγια τα επιτόκια των ανωτέρω επιχειρηματικών δανείων είναι υψηλότερα κατά 0,36% έως 1,5% την περίοδο Ιανουάριος 2003 Ιανουάριος 2009 στην Ελλάδα σε σχέση με το μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ. Αυτή η διαφορά μπορεί να κριθεί ως φυσιολογική και αντανακλά την υστέρηση των βασικών μεγεθών και δεικτών της ελληνικής οικονομίας. Εξαιτίας της χαμηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης της χώρας μας και των ελληνικών τραπεζών (σε σχέση πάντα με τους μέσους όρους χωρών και τραπεζών της ζώνης του ευρώ) και του υψηλότερου πληθωρισμού (σε σχέση με το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ) το μέσο κόστος άντλησης κεφαλαίων από τις ελληνικές τράπεζες πρέπει λογικά να διαμορφώνεται σε επίπεδα πάντα υψηλότερα από το μέσο κόστος άντλησης κεφαλαίων της ζώνης του ευρώ. 127

43 Προφανώς οι όροι χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων και δη των ΜΕ και ΠΜΕ καθίστανται δυσμενέστεροι συγκρινόμενοι με το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ όταν ληφθεί υπόψη και το περιθώριο ενός δανείου (το οποίο προστίθεται πάντα στο βασικό επιτόκιο και προσδιορίζει το τελικό επιτόκιο του δανείου). Το περιθώριο αυτό προσαύξησης του βασικού επιτοκίου σε μια ορθολογικώς λειτουργούσα τράπεζα πρέπει αφενός μεν να καλύπτει τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο καθώς και ένα μέρος ή το σύνολο του αντιστοιχούντος για το δάνειο λειτουργικού κόστους, αφετέρου δε να επιτρέπει την δημιουργία κέρδους στις τράπεζες. Δεν είναι γνωστό βέβαια το περιθώριο των δανείων, ανά χώρα ή ανά τράπεζα, αφού το ύψος του ποικίλει ανάλογα με την εμπειρία και το μέγεθος της επιχείρησης, την διάρκεια και το ποσό του δανείου, τις παρεχόμενες εξασφαλίσεις, τις σχέσεις της επιχείρησης με την τράπεζα, τη στρατηγική πολιτική της τράπεζας κλπ. Όμως εικάζεται ότι και το μέσο περιθώριο των δανείων στην ελληνική αγορά είναι υψηλότερο του αντίστοιχου μέσου όρου περιθωρίου της ευρωζώνης αν ληφθεί υπόψη ότι : o το ποσοστό των καθυστερήσεων επί των συνολικών ποσών των δανείων είναι υψηλότερο στη χώρα μας σε σχέση με το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, αυξάνοντας έτσι και τις ανάγκες δέσμευσης κεφαλαίων των τραπεζών o για την εκποίηση των ασφαλειών που λαμβάνουν οι τράπεζες για την κάλυψη των δανείων απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον διπλάσιο άλλων χωρών της ευρωζώνης) γεγονός που επηρεάζει δυσμενώς το λειτουργικό κόστος των τραπεζών o οι ελληνικές τράπεζες επιβάλλουν υψηλά περιθώρια, διότι δεν προβάλλεται συνήθως ουδεμία αντίσταση από την πλευρά των δανειζομένων. Επομένως, για να καταστεί το μέσο κόστος δανεισμού (επιτόκιο και περιθώριο) μιας ελληνικής ΜΕ και ΠΜΕ ισοδύναμο με αυτό αντίστοιχης επιχείρησης της ζώνης του ευρώ, κάτι που ζητά επίμονα ο επιχειρηματικός κόσμος, πρέπει να βελτιωθούν ουσιωδώς τουλάχιστον η πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας, η πιστοληπτική διαβάθμιση των ελληνικών τραπεζών, τα μακροοικονομικά μεγέθη και ο πληθωρισμός της χώρας, η πιστοληπτική διαβάθμιση των ελληνικών επιχειρήσεων, η δομή, η λειτουργία και η κουλτούρα των τραπεζών καθώς και το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο που σχετίζεται με τον χρόνο εκποίησης των ασφαλειών που κατέχουν οι τράπεζες. Με βάση τις διαμορφούμενες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της χώρας μας και το ισχύον σύστημα διακυβέρνησης των τραπεζών, είναι αρκετά δύσκολο να επιτευχθεί στο άμεσο μέλλον οποιαδήποτε βελτίωση των όρων δανεισμού συγκριτικά με τους αντίστοιχους όρους της Ε.Ε., εκτός και εάν γίνουν σημαντικές ανακατατάξεις και αναπροσαρμογές στην στρατηγική και τις πολιτικές του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σχετικά με τη ροή των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις διαπιστώνεται ότι αυτή αρχίζει να εμφανίζει σημάδια καθοδικής πορείας από το Νοέμβριο του 2008 που συνεχίζεται έως τον Απρίλιο του 2009 λόγω τόσο της αδυναμίας ή απροθυμίας του τραπεζικού τομέα να συνεχίσει τους ίδιους ρυθμούς ανάπτυξης των πιστώσεων όσο και των αυστηρότερων όρων και κριτηρίων δανεισμού που διαμορφώθηκαν. Επιπλέον, από τις 128

44 αρχές του 2009 εμφανίζεται και μια μικρή μείωση της ζήτησης δανείων (κυρίως για δάνεια επενδυτικού χαρακτήρα) από την πλευρά των επιχειρήσεων. Πάντως ο μέσος ρυθμός ανόδου των υπολοίπων της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων ανήλθε σε 22,5% το δ τρίμηνο του 2008 έναντι ποσοστού 20,1 % το 2007 και 17,3% το Ο αντίστοιχος ρυθμός ανόδου των υπολοίπων της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων χωρίς τα τιτλοποιημένα δάνεια διαμορφώθηκε σε 18,6 % στο δ τρίμηνο του 2008 έναντι ποσοστών 11,6% και 8,3% του δ τριμήνου των ετών 2007 και 2006 αντίστοιχα. Επομένως, στο δ τρίμηνο του 2008 παρατηρείται ότι ο ρυθμός της καθαρής ροής χρηματοδότησης διατηρείται σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα αντίστοιχα τρίμηνα της διετίας Αυτό ερμηνεύεται από τις αυξημένες ξαφνικά ανάγκες των επιχειρήσεων για κεφάλαιο κίνησης, απόρροια τόσο των προσδοκιών των επιχειρήσεων για διαμόρφωση αυστηρότερων κριτηρίων και όρων δανεισμού στο μέλλον, όσο και της στενότητας στην ρευστότητά τους που τις οδήγησαν στην επίσπευση της άντλησης δανειακών κεφαλαίων από τα πιστωτικά ιδρύματα. Επιπλέον, η περιορισμένη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων από την κεφαλαιαγορά ενίσχυσε το ρόλο του πιστωτικού συστήματος ως πηγής χρηματοδότησης για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ωστόσο το δίμηνο Νοεμβρίου Δεκεμβρίου 2008 η καθαρή ροή νέου τραπεζικού δανεισμού εμφανίζει κάμψη αφού τα υπόλοιπα των επιχειρηματικών δανείων (χωρίς τα τιτλοποιημένα δάνεια) από 103 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο 2008 και 105 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο 2008 μειώνονται σε 104,2 και 103,5 δισ. ευρώ τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2008 αντίστοιχα. Η κάμψη αυτή συνεχίστηκε και στο α τρίμηνο του 2009 και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσιάζοντας τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις των κοινοτικών υπηρεσιών σχετικά με την κατάσταση των ευρωπαϊκών οικονομιών και της Ελλάδος αναφέρει ότι: «βασικός λόγος για τον οποίο η Ελληνική Οικονομία θα εισέλθει, το 2009, για πρώτη φορά μετά το 1993, σε φάση ύφεσης είναι η αδυναμία του τραπεζικού τομέα να αποκαταστήσει τις ροές των πιστώσεων. Η αδυναμία αυτή οδήγησε στην αποκλιμάκωση των ιδιωτικών επενδύσεων, κυρίως στον τομέα της οικοδομής» (Το ΒΗΜΑ, ). Συνεπώς και έως ότου αποκατασταθεί η ισορροπία στην παγκόσμια και κατ επέκταση στην ελληνική χρηματοπιστωτική αγορά θα πρέπει να αναμένουμε στασιμότητα, αν όχι επιβράδυνση, του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις και μη χαλάρωση των κριτηρίων αξιολόγησης και πιστοληπτικής διαβάθμισης των επιχειρήσεων. Τα παραπάνω θα επηρεάσουν δυσμενώς τουλάχιστον τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Μολαταύτα οι τράπεζες θα συνεχίσουν να διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στην χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και να καλύπτουν με τα προϊόντα τους πολλές από τις ανάγκες των επιχειρήσεων σε όλες σχεδόν τις φάσεις του επιχειρηματικού κύκλου προσφέροντας σε σύγκριση με τα άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία τα φθηνότερα και περισσότερα προϊόντα στην χρηματοπιστωτική και χρηματοδοτική αγορά. Είναι γεγονός ότι οι Τράπεζες προσφέρουν στις επιχειρήσεις πολλές ομάδες προϊόντων. Ενδεικτικά αναφέρονται : λογαριασμοί όψεως, καρνέ επιταγών, λογαριασμός υπερανάληψης, κεφάλαια κίνησης, επενδυτικά 129

45 δάνεια, POS για λιανικές πωλήσεις, εγγυητικές επιστολές, χρηματοδότηση για εισαγωγές και εξαγωγές, γενικές επιχειρηματικές ασφάλειες, πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες, χρηματοδότηση μέσω swaps, κοινοπρακτικά δάνεια κλπ. Βέβαια τα κύρια προϊόντα της ελληνικής τραπεζικής αγοράς είναι : o Οι χρηματοδοτήσεις για κεφάλαια κίνησης, στη πλειοψηφία τους βραχυπρόθεσμης διάρκειας, που χορηγούνται βασικά για τη κάλυψη αναγκών παραγωγικής εμπορικής λειτουργίας, υπεγγυοποιήσεις επιταγών πελατείας ή συναλλαγματικών, προετοιμασία παραγγελιών εξωτερικού και εσωτερικού, πραγματοποίηση εισαγωγών, εκτέλεση συμβάσεων δημοσίων ή δημοσίων οργανισμών κλπ. Οι Ανοικτοί Αλληλόχρεοι Λογαριασμοί (ΑΑΛ) χωρίς καθορισμένη διάρκεια κυριαρχούν ως προϊόντα στην κατηγορία αυτή αφού εξυπηρετούν επαναλαμβανόμενες ανάγκες ρευστότητας, όπως αγορές εμπορευμάτων, κάλυψη επιταγών σε προμηθευτές, πληρωμές ΦΠΑ / ΙΚΑ. Οι ΑΑΛ αποτελούσαν την το 37% του συνόλου των επιχειρηματικών δανείων. o Οι χρηματοδοτήσεις για επενδυτικά δάνεια, μεσομακροπρόθεσμης διάρκειας και τακτής λήξης που καλύπτουν τις επενδυτικές ανάγκες των επιχειρήσεων (επαγγελματικός εξοπλισμός, μεταφορικά μέσα, πάγιες εγκαταστάσεις αγορά τεχνογνωσίας, αγορά μετοχών ή εταιρικών μεριδίων, δαπάνες μετεγκατάστασης, δαπάνες οργάνωσης και ολοκληρωμένων επενδυτικών σχεδίων, δικαιώματα εισόδου σε franchise κλπ.) o Οι εγγυητικές επιστολές πάσης φύσεως (συμμετοχές σε διαγωνισμούς, καλής εκτέλεσης συμβάσεων, λήψης προκαταβολών, παραγγελία εμπορευμάτων από το εξωτερικό και πληρωμές εμπορευμάτων) Ανάλογα με την πιστοληπτική διαβάθμιση της επιχείρησης και την προηγούμενη συνεργασία της με την τράπεζα καθώς και την ακολουθητέα στρατηγική της τελευταίας, τα δάνεια συνοδεύονται πολλές φορές και από διάφορα «προνόμια» (π.χ. δωρεάν ασφάλεια αποπληρωμής και δωρεάν καρνέ επιταγών σε ανοικτό επαγγελματικό δάνειο, δυνατότητα παροχής περιόδου χάριτος 12 ή 24 μηνών χωρίς καμία πληρωμή τοκοχρεολυσίων ή πληρωμές μόνο των τόκων σε μεσομακροπρόθεσμα επενδυτικά δάνεια, δυνατότητα πληρωμής των κεφαλαίων του δανείου όποτε επιθυμούν οι επιχειρήσεις σε ανοικτό επαγγελματικό δάνειο κλπ). Η ποικιλία των προσφερόμενων προϊόντων της τραπεζικής αγοράς ικανοποιεί πολλές ανάγκες των ΜΕ και ΠΜΕ. Επιπρόσθετα οι ελληνικές επιχειρήσεις δύνανται να ικανοποιήσουν ορισμένες ειδικές ανάγκες τους, - λειτουργικές ή μη καθώς και επενδύσεις τους με τα λεγόμενα χρηματοδοτικά προϊόντα, δηλαδή τα προϊόντα που παρέχουν οι εταιρίες Χρηματοδοτικής Μίσθωσης (Leasing), οι εταιρείες Factoring (Σύμβασης Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων) και οι Εταιρείες Επιχειρηματικών Κεφαλαίων (Risk Capital). Πολλά δε από τα παραπάνω προϊόντα μπορούν να λάβουν, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, την εγγύηση ή ασφάλιση / αντασφάλιση από εταιρείες εγγυήσεων και ασφαλίσεων με σκοπό την μείωση των αναλαμβανόμενων κινδύνων της τραπεζικής και χρηματοδοτικής αγοράς. Στην αγορά Leasing ξεχωρίζουν βασικά οι εξής κατηγορίες προϊόντων: 130

46 Η απλή χρηματοδοτική μίσθωση, με βασικό χαρακτηριστικό ότι η εταιρεία Leasing αγοράζει το κινητό ή ακίνητο στοιχείο (εξοπλισμός, ακίνητα, αυτοκίνητα κ.λπ) κατόπιν επιλογής της επιχείρησης και το παραχωρεί έναντι μισθώματος στην επιχείρηση για κάποια συγκεκριμένη περίοδο. Καθ όλη τη διάρκεια της σύμβασης η κυριότητα του στοιχείου ανήκει στην εταιρεία leasing. Με την λήξη της μίσθωσης παρέχεται στον μισθωτή (επιχείρηση) το δικαίωμα είτε να ανανεώσει τη σύμβαση για ορισμένο χρόνο, είτε να αγοράσει το στοιχεία με ένα συμβολικό τίμημα Η πώληση και επαναμίσθωση (Sale και Lease back). Στη περίπτωση αυτή μια επιχείρηση πωλεί μηχανολογικό εξοπλισμό ή ακίνητο που έχει στην κυριότητά της στην εταιρεία Leasing με τον όρο της επαναμίσθωσης του εξοπλισμού και / η του ακινήτου στην επιχείρηση για τη συνέχιση της λειτουργίας. Το Vendor s Leasing, δηλαδή ένα σχήμα που συνδέει τον κατασκευαστή ή έμπορο / προμηθευτή βιομηχανικών προϊόντων με τους πελάτες του / ΜΜΕ μέσω μιας εταιρείας Leasing. Το βασικό μειονέκτημα της αγοράς αυτής είναι ότι η κυριότητα του στοιχείου ανήκει καθ όλη τη διάρκεια της σύμβασης στην εταιρεία leasing, ενώ το βασικό πλεονέκτημα είναι ότι καλύπτεται 100% η αξία μιας επένδυσης και τα μισθώματα που καταβάλλει η επιχείρηση εκπίπτουν από τα φορολογητέα έσοδα. Στην αγορά Factoring, η εταιρεία factoring αναλαμβάνει να παρέχει σε ένα προμηθευτή (επιχείρηση, εξαγωγέα, έμπορο, επιχειρηματία, παραγωγό) για ένα διάστημα που συμφωνείται και έναντι αμοιβής, υπηρεσίες σχετικές με την παρακολούθηση και είσπραξη μίας ή μέρους του συνόλου των απαιτήσεων του προμηθευτή ιδίως από συμβάσεις πωλήσεων αγαθών, παροχή υπηρεσιών σε τρίτους ή εκτέλεση έργων. Περιεχόμενο του factoring αποτελεί η εκχώρηση μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων στην πράκτορα (εταιρεία leasing) με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, και η εξουσιοδότηση για είσπραξή τους, η χρηματοδότηση του προμηθευτή με προεξόφληση των απαιτήσεων, η διαχείρισή τους, η ολική ή μερική κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου του προμηθευτή. Αντικείμενο της σύμβασης μπορεί να είναι επίσης απαιτήσεις έναντι πελατών στο εξωτερικό ή απαιτήσεις ξένων έναντι πελατών στην Ελλάδα. Για την ελληνική αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων / Risk Capital για την οποία ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο Κεφάλαιο Ι.2.3., αξίζει να επισημανθεί ότι τα κριτήρια συμμετοχής στις ελληνικές επιχειρήσεις διαφέρουν ανάλογα με τους στόχους και τη φιλοσοφία των εταιριών Risk Capital, το ύψος και την προέλευση των κεφαλαίων αυτών κλπ. Σε γενικές γραμμές για την επιλογή των επιχειρήσεων χρησιμοποιείται ένα μίγμα κριτηρίων όπως π.χ. η υψηλή αναμενόμενη απόδοση (IRR), η ευκολία εξόδου από την επιχείρηση, η συνέπεια και η σοβαρότητα της διοίκησης της επιχείρησης, η διάρκεια της επένδυσης, οι προοπτικές της επιχείρησης και του κλάδου στον οποίο ανήκει κλπ. Ένα μεγάλο ποσοστό της δυνητικής ζήτησης επιχειρηματικών κεφαλαίων / Risk Capital, δηλαδή ένα μεγάλο ποσοστό αιτημάτων (περίπου 92%), δεν βρήκε θετική ανταπόκριση στη χώρα μας (το ίδιο σχεδόν ποσοστό απόρριψης εμφανίζεται τόσο στην Ε.Ε. όσο και στις ΗΠΑ). Αυτό οφείλεται σε διάφορους λόγους, όπως προοπτικές χαμηλής κερδοφορίας των αιτούντων κεφάλαια Risk Capital, συντηρητική πολιτική και αυστηρά 131

47 κριτήρια από την πλευρά των εταιρειών Risk Capital, μη αποδοχή των όρων των εταιρειών Risk Capital από τους υποψήφιους χρήστες των κεφαλαίων τους κλπ. Πίνακας ΙΙ.2 Δυνατότητα κάλυψης αναγκών και δραστηριοτήτων ΜΜΕ από το χρηματοπιστωτικό και χρηματοδοτικό σύστημα της χώρας Ανάγκες / δραστηριότητες Τράπεζες ΒΔ ΜΔ ΕΕ Εταιρείες Leasing Εταιρείες Factorin g Εταιρείες Risk Capital Εταιρείες ασφάλισης εγγυήσεω ν Εισαγωγές, Εξαγωγές Αύξηση ρευστότητας, αποθεμάτων Επενδύσεις παγίων, εξοπλισμών και μεταφορικών μέσων, μετεγκατάσταση Επενδύσεις σε άυλα αγαθά Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) Αγορά μετοχών, εταιρικών μεριδίων, αύξηση μετοχικού κεφαλαίου Δικαιώματα εισόδου franchise,οργάνωσ η κλπ Μείωση / ασφάλιση κινδύνων από συναλλαγές, πελάτες Προσέλκυση επενδυτών Συμμετοχή σε διαγωνισμούς Επενδύσεις εξωτερικού Συμμετοχή σε διαγωνισμούς Εκτέλεση συμβάσεων Εγγυήσεις δανείων Εσωτερικό Εξωτερικό 132

48 Φάσεις / στάδια Υπό ίδρυση Εκκίνηση Ανάπτυξη Επέκταση Ωρίμανση Σημείωση : ΒΔ βραχυπρόθεσμος δανεισμός, ΜΔ μεσομακροπρόθεσμος δανεισμός, ΕΕ εγγυητικές επιστολές Επισημαίνεται ότι οι περισσότερες από τις προαναφερόμενες ανάγκες του παραπάνω πίνακα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν καλύπτονται εξ ολοκλήρου (100%) από το χρηματοπιστωτικό και χρηματοδοτικό σύστημα. Ανάλογα δε με τους φορείς, τα κριτήρια και οι όροι ποικίλουν. Στην περίπτωση που μπορεί να καλυφθεί η ίδια ανάγκη από δύο ή περισσότερους φορείς που δεν ανήκουν στον ίδιο χώρο (Τράπεζες, Leasing, Factoring, Risk Capital) αναφύεται αμέσως το ερώτημα «Ποια είναι η πλέον συμφέρουσα επιλογή ;». Με μοναδικό κριτήριο το κόστος χρήματος θα μπορούσε να λεχθεί ότι το πιο «φθηνό» σχετικά προϊόν προσφέρεται από το τραπεζικό σύστημα και το πιο «ακριβό» από τις εταιρείες Risk Capital. Όμως, το προϊόν που θα επιλέξει μια επιχείρηση για την κάλυψη των χρηματοοικονομικών αναγκών της εξαρτάται από τις αναμενόμενες ταμειακές εισροές και εκροές της επιχείρησης καθώς και από ένα συνδυασμό παραγόντων, όπως π.χ.: το κόστος του προϊόντος, τη ταχύτητα άντλησης των προϊόντων, τις παρεχόμενες δεσμεύσεις / εξασφαλίσεις κατά την διάρκεια της σύμβασης, τα έμμεσα κόστη ή οφέλη από τον επιλεγέντα φορέα (π.χ. το Risk Capital είναι το «ακριβότερο» σε κόστος προϊόν της χρηματοπιστωτικής και χρηματοδοτικής αγοράς, αλλά παρέχει τεχνογνωσία και συμβουλευτικές υπηρεσίες στην επιχείρηση, κάτι που αδυνατούν να προσφέρουν οι τράπεζες και οι άλλοι χρηματοπιστωτικοί φορείς). 133

49 Πίνακας ΙΙ.3 Προσφορά βασικών προϊόντων της Ελληνικής Χρηματοπιστωτικής και Χρηματοδοτικής αγοράς για τις ΜΜΕ Φορείς Εταιρείες Τράπεζες Βασικά προϊόντα Δάνεια (ΒΔ και ΜΔ) Εγγυητικές επιστολές Ποσοστό κάλυψης κινδύνου Σε γενικές γραμμές το δάνειο είναι μικρότερο ή ίσο του 80% ενός επενδυτικού σχεδίου Όροι / Κριτήρια Αυστηροί όροι και κριτήρια ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση εντός του 2008 της χρηματοπιστωτικής κρίσης. (έλεγχοι πιστοληπτικής ικανότητας και φερεγγυότητας της επιχείρησης, προοπτικές της επιχείρησης και του κλάδου στον οποίο ανήκει, δυνατότητα εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση, παροχή εξασφαλίσεων, βαθμολόγηση / αξιολόγηση αναλαμβανόμενων κινδύνων κλπ) Υψηλό σχετικά κόστος, συγκρινόμενο μάλιστα με αυτό του μέσου όρου της ζώνης του ευρώ, αλλά δυνατότητα από την επιχείρηση επιλογής μεταβλητού ή σταθερού επιτοκίου, επιλογής νομισμάτων, επιλογής τρόπου πληρωμής δόσεων, τοκοχρεολυσίων και σε περίπτωση μ/μ δανείων επιλογής περιόδου χάριτος Συγκριτικό κόστος για ΜΜΕ στατικά και όχι δυναμικά Το χαμηλότερο κόστος στην ελληνική αγορά, συγκρινόμενο με το κόστος των άλλων προϊόντων του χρηματοδοτικού τομέα 134

50 Εταιρείες Factoring Βασικά προϊόντα Προκαταβολές / προεξόφληση είσπραξη εμπορικών απαιτήσεων Μικρότερες ή ίσες του 80% της αξίας τιμολογίων Ασφάλιση εξαγωγικών πωλήσεων Μικρότερη ή ίση του 100% της αξίας των τιμολογίων Εταιρείες Leasing Βασικά προϊόντα Χρηματοδοτική μίσθωση 100% της επένδυσης πώληση και επαναμίσθωση Vendor s Leasing Εταιρείες Επιχειρηματικών Κεφαλαίων (Risk capital) Βασικά προϊόντα Επένδυση σε μετοχές, εταιρικά μερίδια ή σε ομολογίες μετατρέψιμες σε μετοχές Εγγυήσεις για δάνεια σε επιχειρήσεις που συμμετέχουν Σε γενικές γραμμές, συμμετοχή μικρότερη ή ίση στο 50% του μετοχικού κεφαλαίου Αυστηρά κριτήρια και έλεγχος των πελατών των ΜΜΕ Ελάχιστο συνολικό ύψος τιμολογίων Αυστηροί όροι και κριτήρια (όπως οι τράπεζες) Αυστηρά κριτήρια (έλεγχος φερεγγυότητας ΜΜΕ, προοπτικές ΜΜΕ και κλάδου που ανήκει, τεχνογνωσία και σοβαρότητα συν-ιδιοκτητών και διοίκησης ΜΜΕ κ.λπ) Υψηλότερο κόστος σε σχέση με το κόστος βραχυπρόθεσμου τραπεζικού δανείου Το πιο υψηλό κόστος στην αγορά (με εξαίρεση το κόστος Risk Capital) Το υψηλότερο κόστος στην χρηματοπιστωτική και χρηματοδοτική αγορά 135

51 II.3 Οι ΜΕ και ΠΜΕ και το έλλειμμα του Τραπεζικού Συστήματος Από την μέχρι τούδε ανάλυση θα μπορούσε κάποιος να συμπεράνει ότι το ελληνικό χρηματοπιστωτικό και χρηματοδοτικό σύστημα και κυρίως το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δίδει «λύσεις» στις χρηματοοικονομικές ανάγκες των ελληνικών επιχειρήσεων και όχι μόνο, αφού και τα νοικοκυριά έχουν δανειστεί σχεδόν όσο και οι επιχειρήσεις. Σημειώνεται ότι τα υπόλοιπα των δανείων των νοικοκυριών την 31/12/2008 ισοδυναμούν με το 88,5 % των υπολοίπων των επιχειρηματικών δανείων. Αναμφισβήτητα τα δάνεια προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις τρέχουν την τελευταία δεκαετία με ρυθμούς κατά πολύ υψηλότερους αυτών του ονομαστικού ΑΕΠ της χώρας. Αναμφισβήτητα το τραπεζικό σύστημα έχει βομβαρδίσει με μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων την ελληνική αγορά. Και αναμφισβήτητα ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών εντάθηκε τη τελευταία δεκαετία κυρίως χάρη στην είσοδο της χώρας μας στη ζώνη του ευρώ, με αποτέλεσμα - σε πολύ περιορισμένη κλίμακα - να εμφανιστούν φαινόμενα χαλαρής πιστωτικής και τιμολογιακής πολιτικής σε ένα τύπο δανείων, στα στεγαστικά δάνεια, και να πωλούνται αυτά με τελικό κόστος δανεισμού λίγο υψηλότερο του μέσου κόστους άντλησης κεφαλαίων των τραπεζών και συγχρόνως να καλύπτεται το 100% του κόστους αγοράς ακινήτων. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός αυτός θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ατελής», και «μονόπλευρος» 38. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας για να κερδίσουν μερίδια της αγοράς προώθησαν, «αντιγράφοντας» μάλιστα από τη διεθνή αγορά, με υστέρηση μερικών ημερών αν όχι μερικών ωρών, προϊόντα που στόχευαν στην πρόκληση των νοικοκυριών για στεγαστικά, καταναλωτικά, προσωπικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Προτίμησαν τα «εύκολα» και χωρίς σχεδόν κανένα κίνδυνο στεγαστικά δάνεια, τα «ακριβά» καταναλωτικά ή προσωπικά δάνεια και τις «ακριβές» πιστωτικές κάρτες, βοηθώντας χωρίς αντίρρηση χιλιάδες νοικοκυριά να βελτιώσουν βραχυπρόθεσμα το επίπεδο διαβίωσής τους συμπαρασύροντάς τα όμως προς μια κουλτούρα και ροπή άκρατου καταναλωτισμού. Συνεπώς, οι ελληνικές τράπεζες δεν έπαιξαν το ρόλο του «καθοδηγητή» και «εμπνευστή» για την απόρριψη του αδιέξοδου μοντέλου ανάπτυξης της χώρας μας που οδήγησε σε δυσθεώρητα ελλείμματα του εμπορικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Δεν ενεργοποίησαν προγράμματα επιβράβευσης για τις επιχειρήσεις, όπως ακριβώς έκαναν για τα νοικοκυριά, δεν πριμοδότησαν συστηματικά, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, τον καλύτερο δημιουργό μόδας, τον καλύτερο εξαγωγέα, τον πιο επιτυχημένο επιχειρηματία της περιοχής. Δεν εντόπισαν και επομένως δεν επιβράβευσαν τον μικρό επιχειρηματία που προσπαθεί να δημιουργήσει νέα προϊόντα, την μικρή επιχείρηση που καταρτίζει συνεχώς τους εργαζόμενους της, τον μικρό επιχειρηματία που προγραμματίζει τη διαδοχή του για να μη χαθεί η αποκτηθείσα από πολλών ετών εμπειρία και 38 Σε έρευνα αγοράς που διεξήχθη τον Ιούλιο του 2007 για λογαριασμό του ΕΒΕΑ/KAΠA Research η πλειοψηφία των ερωτώμενων δήλωνε ότι ο ανταγωνισμός είναι προς όφελος των επιχειρήσεων, αλλά μόνο το 10,6 % των ερωτώμενων πίστευε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις στα προσφερόμενα προϊόντα χορηγήσεων και στους όρους δανεισμού. Επίσης, μόνο το 37,9% των ΜΜΕ δήλωσε ότι οι τράπεζες προσφέρουν αρκετά εξειδικευμένα χρηματοδοτικά προϊόντα προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες των επιχειρήσεων. 136

52 τεχνογνωσία του. Δεν εντόπισαν, ούτε στήριξαν ενδοεπιχειρησιακές συνεργασίες ή συγχωνεύσεις εκείνων των επιχειρηματιών που αναγνωρίζουν ως μόνη διέξοδο επιτυχίας τη μεγέθυνσή τους. Οι ελληνικές τράπεζες δεν χρηματοδότησαν συστηματικά τομείς και δράσεις της λεγόμενης νέας οικονομίας. Δίστασαν να πάρουν ρίσκο χρηματοδοτώντας καινοτόμες επιχειρήσεις ή ενισχύοντας την ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών, κάτι που ζητούν επίμονα εδώ και πολλά χρόνια τα προγράμματα της Ε.Ε. και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Δεν δημιούργησαν «νέα χρηματοδοτικά προϊόντα» (π.χ. mezzanine κλπ) ή άλλα προϊόντα που θα επέτρεπαν τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις να αναπτυχθούν υγιώς και δυναμικά σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν ένα ελάχιστο ποσοστό των κερδών τους της τελευταίας δεκαετίας για να δημιουργήσουν οι ίδιες ή από κοινού με το κράτος ή με συγχρηματοδότηση της Ε.Ε. μικτά (ιδιωτικός και δημόσιος τομέας) συστήματα εγγυήσεων και αντεγγυήσεων, που θα λειτουργούσαν σε περιόδους κρίσης, όπως σήμερα, ως εργαλεία αντικυκλικού χαρακτήρα και ως συμπληρωματικοί μηχανισμοί του υφιστάμενου εγγυοδοτικού συστήματος της χώρας. Δεν σχεδίασαν εξειδικευμένα προϊόντα για επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε περιοχές που πλήττονται από σοβαρή οικονομική κρίση ή έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπως π.χ. είναι τα νησιά μας. Δεν προώθησαν ειδικά προϊόντα για τις αποκαλούμενες «πράσινες» επενδύσεις ή επιχειρήσεις, ώστε να αναπτυχθούν οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην ενεργοβόρα και με μεγάλη πετρελαϊκή εξάρτηση ελληνική οικονομία καθώς και νέες τεχνολογίες και προϊόντα για την προστασία του περιβάλλοντος ή την εξοικονόμηση υδάτινων πόρων, κάτι που θα επέτρεπε ίσως και την ανάπτυξη του θεσμού των επιχειρηματικών κεφαλαίων / risk capital στη χώρα μας. Η πολιτική αυτή οδήγησε στην κυριαρχία δύο κατηγοριών δανείων: των ΑΑΛ και άλλων κεφαλαίων κίνησης που χρησιμοποιούνται για συναλλακτικές δραστηριότητες και των δανείων επενδυτικού κατ ευφημισμό χαρακτήρα, δηλαδή των επισκευαστικών και επαγγελματικής στέγης δανείων και συνεπώς σε ένα έλλειμμα κατάλληλων δανείων για την προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών της λεγόμενης «νέας οικονομίας» ή προϊόντων με μεγάλη διεθνή ζήτηση. Ως εκ τούτου, ένα μερίδιο ευθύνης σε ότι αφορά την ανταγωνιστική απαξίωση επιχειρήσεων ή ακόμα και κλάδων της οικονομίας ανήκει και στο τραπεζικό σύστημα της χώρας μας, χωρίς βέβαια να αγνοείται και η άλλη όψη του νομίσματος, δηλαδή οι ΜΜΕ, όπου ένας σημαντικός αριθμός αυτών είτε δεν επιθυμούσε τον επιχειρηματικό εκσυγχρονισμό, την επέκταση, την εξωστρέφεια, τη διεθνοποίηση είτε επιζητούσε μέσω δανεισμού ή υπερδανεισμού την απόκτηση ακινήτων à tout prix, δηλαδή την απόκτηση ενός περιουσιακού στοιχείου με την πρόβλεψη ότι αυτό θα έχει «μεγάλη μελλοντική αξία». Στην Ελλάδα οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (ΠΜΕ), δηλαδή αυτές που απασχολούν λιγότερα από 10 άτομα σε ετήσια βάση, κυριαρχούν στην ελληνική αγορά και αποτελούν το 97,4% του συνόλου των επιχειρήσεων. Το αντίστοιχο ποσοστό των επιχειρήσεων που απασχολούν από άτομα είναι 2,2%, ενώ οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,4% των επιχειρήσεων της χώρας. Ως εκ 137

53 τούτου οι ΠΜΕ (περίπου σε αριθμό) παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου μας. Όμως επιχείρηση με ελάχιστους ή λίγους εργαζόμενους (μέσος όρος χώρας 2,3 απασχολούμενοι ανά επιχείρηση έναντι αντίστοιχων μέσων όρων 7 για την Ε.Ε., 10 για την Ιαπωνία και 14 για τις ΗΠΑ) που πραγματοποιεί και χαμηλούς κύκλους εργασιών 39 οδηγείται εκών άκον σε χαμηλές επενδύσεις, στην έλλειψη στρατηγικής και μάρκετινγκ, στην δυσκολία ή αποφυγή ενσωμάτωσης καινοτομιών και νέων τεχνολογιών, στην απουσία συστημάτων διασφάλισης ποιότητας ISO 40 και στην φτωχή χρήση κοινοτικών προγραμμάτων. Σε γενικές γραμμές, το μικρό μέγεθος μιας επιχείρησης, τα χαμηλά ίδια κεφάλαια και οι περιορισμένοι κύκλοι εργασιών δεν επιτρέπουν την μαζική, ποιοτική και ανταγωνιστική συνάμα παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών, την εκμετάλλευση οικονομιών κλίμακας, το άρτιο επίπεδο οργάνωσης, την πρόσληψη ικανών στελεχών και επιστημόνων. Έτσι «καθίσταται στη χώρα μας η επιχειρηματικότητα ρηχή, είναι μια επιχειρηματικότητα ανάγκης και όχι ευκαιριών, μια επιχειρηματικότητα μη υψηλών δυνατοτήτων» 41.Αν προστεθεί στα παραπάνω και η μη αποφυγή σοβαρών στρατηγικών και επιχειρηματικών λαθών εκ του γεγονότος της ενασχόλησης, λόγω του οικογενειακού χαρακτήρα της επιχείρησης του ιδιοκτήτη / μετόχου επιχειρηματία στα περισσότερα, αν όχι σε όλα, τα θέματα της επιχείρησης (οργανωτικά, διοικητικά, παραγωγής, μάρκετινγκ, χρηματοοικονομικά κλπ) καθώς και η προσφυγή όταν είναι δύσκολη ή αδύνατη η πρόσβαση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα στις μη νόμιμες πηγές χρηματοδότησης (τοκογλυφία, παραοικονομία) καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι σε πολλές ελληνικές ΜΕ και ΠΜΕ δημιουργούνται συνθήκες ασφυξίας εκ των ένδον με αποτέλεσμα να χάνονται επενδυτικές ευκαιρίες, να δημιουργούνται μη ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και τελικά να αναπαραγάγεται και λόγω της απουσίας κατάλληλων πηγών χρηματοδότησης εθνικού και περιφερειακού χαρακτήρα μια οικονομία που δεν δημιουργεί προϊόντα και υπηρεσίες νέας ζήτησης και δεν παράγει δυναμική ανάπτυξη. Είναι γεγονός ότι εδώ και μερικούς μήνες, οι ελληνικές τράπεζες, λόγω της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, εφαρμόζουν αυστηρότερα κριτήρια όταν χορηγούν πιστώσεις καθώς αναμένουν άνοδο του πιστωτικού κινδύνου και των επισφαλειών και εγκρίνουν δάνεια με φειδώ. Έτσι περιορίζουν την προσφορά δανείων προς όλες εν γένει τις επιχειρήσεις αυξάνοντας την αβεβαιότητα στην αγορά, που σε συνδυασμό με την έλλειψη ρευστότητας ωθούν ακόμη και υγιείς, βιώσιμες και δυναμικές επιχειρήσεις να αναβάλουν την υλοποίηση επενδύσεων τόσο αναγκαίων για τον εκσυγχρονισμό τους και την ανταγωνιστικότητά τους. Οι τράπεζες επιπροσθέτως επιλέγουν την τοποθέτηση της ρευστότητας τους σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου αντί των επιχειρηματικών δανείων, διότι η τοποθέτηση αυτή συνδυάζει ελάχιστο κίνδυνο και μεγάλη απόδοση, ενώ λειτουργεί στη σημερινή συγκυρία και ως μέσο άντλησης φθηνής χρηματοδότησης από την ΕΚΤ. 39 Αξιοσημείωτο είναι ότι το 85% των Ελληνικών Επιχειρήσεων εμφανίζει ετησίως κύκλους εργασιών μικρότερους των ευρώ. Ακόμη σύμφωνα με το ΥΠ.ΟΙ.Ο επιχειρήσεις είχαν δηλώσει το 2003 συνολικό εισόδημα 7,5 δισ. Ευρώ ή ευρώ ανά επιχείρηση 40 Μόνο το 31% των ΜΜΕ δηλώνουν ότι έχουν ενσωματώσει καινοτομίες Βλέπε έρευνα Εθνικού Παρατηρητηρίου για τις ΜΜΕ, Νοέμβριος 2007 και οι περισσότερες διστάζουν να την ενσωματώσουν λόγω υψηλού κόστους. Επίσης, μόνο 5% των ΜΜΕ έχουν πιστοποίηση ISO. 41 ΙΟΒΕ, Επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, Οκτώβριος

54 Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των τραπεζών, απόρροια της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, είναι πως οι υπάρχοντες πελάτες τους θα καταστούν ή θα παραμείνουν βιώσιμοι. Έτσι η μεγάλη πλειονότητα των δανείων κατευθύνεται σε υφιστάμενους πελάτες και στην αναχρηματοδότηση αυτών, ενώ οι τράπεζες δεν δείχνουν, όπως έδειχναν στο παρελθόν, να προσπαθούν για την προσέλκυση νέων ή υφιστάμενων επιχειρήσεων από τον ανταγωνισμό. Η προτεραιότητα των τραπεζών αυτή την περίοδο είναι να βελτιώσουν όσο περισσότερο γίνεται τους ισολογισμούς τους και όχι να διευρύνουν τα μερίδια αγοράς, αποφεύγοντας μάλιστα να χορηγούν νέα δάνεια αν αυτά δεν καλύπτονται και από νέες καταθέσεις, ώστε να μην διαταράσσεται ο δείκτης δάνεια προς καταθέσεις. Από την άλλη πλευρά καθώς η πίεση για έσοδα και κέρδη είναι μεγάλη και αναμένεται αυτή να αυξηθεί λόγω της κρίσης οι τράπεζες αυξάνουν με κάθε τρόπο τα περιθώριά τους (spread) διατηρώντας το κόστος χρήματος για τις επιχειρήσεις σε σχετικά υψηλά επίπεδα στη χώρα μας, με αποτέλεσμα τα νέα επιχειρηματικά δάνεια να παραμένουν από τα ακριβότερα στην Ε.Ε.. Επειδή η σημερινή συγκυρία αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αναπροσαρμογές και ανακατατάξεις τόσο στο χρηματοπιστωτικό και χρηματοδοτικό σύστημα της χώρας μας (όπως και στο παγκόσμιο στερέωμα) όσο και στο ελληνικό επιχειρείν καθίσταται προφανές ότι απαιτείται μια νέα φιλοσοφία, νέα κουλτούρα και ένα νέο μίγμα προϊόντων στην ελληνική χρηματοπιστωτική αγορά. Είναι δηλαδή επείγουσα ανάγκη να μπολιαστεί με «νέα φιλοσοφία» και με «νέα τραπεζικά οχήματα και σχήματα» το υφιστάμενο χρηματοπιστωτικό και χρηματοδοτικό σύστημα της χώρας μας, για να καλυφθούν όλα τα κενά, οι αγκυλώσεις και οι υστερήσεις του, ώστε να βοηθηθούν και υποστηριχθούν δυναμικές, υγιείς, ελπιδοφόρες, κερδοφόρες και καινοτόμες μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Αυτό μάλιστα ζητούν όλοι οι φορείς των επιχειρήσεων και επιθυμούν διακαώς οι ελληνικές επιχειρήσεις όπως προκύπτει από τις έρευνες αγοράς που έχουν διεξαχθεί το τελευταίο εξάμηνο στη χώρα μας και κύρια από την έρευνα αγοράς του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ. Ο επιχειρηματικός κόσμος απαιτεί επιστράτευση της φαντασίας των στελεχών του χρηματοπιστωτικού συστήματος για νέους τρόπους χρηματοδότησης και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα δημιουργήσουν συνθήκες για την υλοποίηση ενός νέου μοντέλου παραγωγής και ανάπτυξης της χώρας μας. Τα «κοινά» δάνεια δεν αποτελούν πια πανάκεια για την καινοτομία, τον εκσυγχρονισμό, την προώθηση προϊόντων της νέας ζήτησης, την εξωστρέφεια και τη διεθνοποίηση, αλλά απλώς μια πρόσκαιρη χρηματοοικονομική ανακούφιση ή καλύτερα μια χρονική μετατόπιση της επίλυσης των χρόνιων προβλημάτων των ΜΕ και ΠΜΕ προς το μέλλον. ΙΙ.4 ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. : 5 χρόνια παρουσίας στην ελληνική αγορά ΙΙ.4.1. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕ 197/78 ΣΤΗΝ ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. Στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 70 εμφανίστηκε στην παγκόσμια αγορά μια σοβαρή οικονομική κρίση, σε συνέχεια της λεγόμενης πρώτης 139

55 πετρελαϊκής κρίσης, που επηρέασε αρνητικά και την ελληνική οικονομία και κατ επέκταση τους κλάδους της ελληνικής βιομηχανίας και βιοτεχνίας. Παράλληλα, οι Τράπεζες άρχισαν να εμφανίζουν σημάδια «απροθυμίας» στη χορήγηση τραπεζικών βιοτεχνικών δανείων. Για να αντιμετωπιστεί τόσο η κρίση όσο και η τακτική αυτή των τραπεζών και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός στήριξης και εκσυγχρονισμού της ελληνικής βιοτεχνίας, η ελληνική πολιτεία εισήγαγε το 1978 ένα ειδικό νομοθετικό πλαίσιο (ΑΝΕ 197/78) με σκοπό τη παροχή εγγύησης του κράτους σε τραπεζικά δάνεια (κεφάλαια κίνησης και δάνεια επενδυτικού χαρακτήρα / πάγιες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό) προς τις μεταποιητικές / βιοτεχνικές ΜΜΕ, με ανώτατο ετήσιο κύκλο εργασιών τα 800 εκατ. Δρχ. (ή 2,35 εκατ. ευρώ). Βασικοί παράγοντες που διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο καθ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 80 στην εφαρμογή, χωρίς προβλήματα, της ΑΝΕ 197/78 ήταν : Πρώτον, το καθεστώς των υποχρεωτικών δεσμεύσεων που ίσχυε για τις καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών. Το υψηλό ποσοστό δέσμευσης (10%) των καταθέσεων, έως το τέλος του 1991 (στη συνέχεια μειώθηκε σταδιακά έως ότου καταργηθεί) βοήθησε στο σχηματισμό επαρκούς «ειδικού κεφαλαίου» για την ΑΝΕ 197/78 και συνεπώς «άφθονης» δυνητικής χρηματοδότησης για τις μεταποιητικές, βιοτεχνικές μονάδες. Δεύτερον, το υψηλότατο ποσοστό κάλυψης των δανείων στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 80, 100% για δάνεια μέχρι 3 εκατ. δρχ. (8.804 ευρώ) και 80% για δάνεια από 3,1 εκατ. Δρχ. έως 6 εκατ. δρχ ή από ευρώ έως ευρώ. Το ποσοστό αυτό μειώθηκε στη συνέχεια στο 60% με εξαίρεση τους εξαγωγείς 70%. Η κάλυψη στο 100% των δανείων λειτούργησε ως μοχλός άφθονης παραγωγής βιοτεχνικών δανείων έως τα όρια των ευρώ, αφού το κόστος των ανωτέρω κινδύνων είχε αναλάβει εξ ολόκληρου το κράτος. Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο , ο μέσος ετήσιος αριθμός των εγκεκριμένων δανείων για χρηματοδότηση της βιοτεχνίας κυμάνθηκε γύρω στις με μέσο ύψος ανά δάνειο για την ίδια περίοδο τα 2,6 εκατ. δρχ (ή ευρώ) 42. Από τις αρχές της δεκαετίας του 90 άρχισε η αποδυνάμωση της ΑΝΕ 197/78 όχι μόνο λόγω της κατάργησης βασικών διατάξεων που τη στήριζαν (μείωση του ποσοστού δέσμευσης των καταθέσεων και δυνατότητα στις εμπορικές τράπεζες να επενδύουν τα ειδικά αδιάθετα κεφάλαια σε έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου, κατάργηση των υποεπιτροπών βιοτεχνικών πιστώσεων που διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο ως δευτεροβάθμιο όργανο εξέτασης των αρνητικών αξιολογήσεων των τραπεζών, μείωση του ποσοστού κάλυψης κλπ) αλλά και της «απαίτησης» της Ε.Ε για τη κατάργηση της ΑΝΕ 197/78 από (ως όρος για την χορήγηση δανείου στις αρχές της δεκαετίας του 90 στη χώρα μας, στα πλαίσια αναπροσαρμογής των μακροοικονομικών ανισορροπιών της) Σημειώνεται ότι την τα υπόλοιπα των εγγυημένων από το κράτος ειδικών κεφαλαίων της Βιοτεχνίας, αποτελούσαν το 76% των συνολικών υπολοίπων των δανείων στη βιοτεχνία και το 10,7% των 42 INTERACTION AE, Αμοιβαίες Εγγυήσεις, Μελέτη Σκοπιμότητας για ίδρυση ΕΑΕ στην Ελλάδα, σελ.87, Δεκ.1993, Υπεύθυνος Έργου Δρ. Αλέξανδρος Παπαρσένος 140

56 συνολικών υπολοίπων των δανείων του ιδιωτικού τομέα. Δέκα χρόνια αργότερα το σύνολο των πόρων του «ειδικού κεφαλαίου» είχε ήδη διατεθεί και την τα υπόλοιπα των εγγυημένων από το κράτος ειδικών κεφαλαίων της ΑΝΕ 197/78 ύψους 314,7 δισ. δρχ. (ή 0,92 δισ. ευρώ) αντιστοιχούσαν στο 38,9% των συνολικών υπολοίπων (2,37 δισ. ευρώ) των δανείων της βιοτεχνίας και μόλις στο 9,7 % των υπολοίπων των δανείων των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα (9,5 δισ. ευρώ). Τα Βιοτεχνικά Επιμελητήρια άρχισαν από τις αρχές της δεκαετίας του 90 να αιτούνται τη δημιουργία ενός νέου συστήματος εγγυήσεων, ενώ σιγά - σιγά ωρίμασε και η ιδέα της εισαγωγής του θεσμού των αμοιβαίων εγγυήσεων στη χώρα μας, μετά μάλιστα από ειδική μελέτη που έγινε για λογαριασμό του ΕΟΜΜΕΧ. 43 Γι αυτό το λόγο η Ελληνική Πολιτεία ψήφισε το νόμο 2367/95 σχετικά με την ίδρυση ανωνύμων εταιρειών αμοιβαίων εγγυήσεων με κύριο σκοπό την παροχή εγγυήσεων υπέρ των μετόχων και μελών της / ΠΜΕ και ΜΕ. Στη συνέχεια το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας (ΒΕΑ) σε συνεργασία με το BIC Αττικής εκπόνησε Επιχειρηματικό Σχέδιο εταιρείας αμοιβαίων εγγυήσεων (ΕΑΕ) για την περιφέρεια Αττικής και τους νομούς Βοιωτίας, Εύβοιας, Φθιώτιδας, Φωκίδος και Ευρυτανίας 44, αλλά δυστυχώς δεν προχώρησε η ίδρυση της πρώτης ΕΑΕ στη χώρα μας λόγω της μη επιθυμίας καταβολής του 65% του αρχικού κεφαλαίου, ύψους 1 δισ. δρχ. (2,9 εκατ. ευρώ) από την πλευρά των επιμελητηρίων / δυνητικών μετόχων της ΕΑΕ, μολονότι το κράτος είχε προχωρήσει ήδη και στην ψήφιση νόμου για τη δημιουργία Ταμείου Αντεγγύησης. Η Ελληνική Ένωση Τραπεζών διαβλέποντας ότι η Ελλάδα στερείται ενός εγγυοδοτικού συστήματος στήριξης των ΜΜΕ και ότι η έλλειψη αυτή ενδεχομένως να δημιουργούσε ανασταλτικές συνθήκες στην ίδρυση και ανάπτυξη των ελληνικών ΜΜΕ εκπόνησε ειδικές μελέτες και διενήργησε ειδικές έρευνες αγοράς, από τις οποίες προέκυψε η αναγκαιότητα ίδρυσης και λειτουργίας ενός κρατικού φορέα στήριξης των ελληνικών ΜΜΕ 45, χωρίς την συμμετοχή των τραπεζών. Με βάση τα πορίσματα των μελετών και ερευνών της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών και μετά από πολλές συναντήσεις, την περίοδο , ειδικών επιτροπών της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών και του Υπουργείου Ανάπτυξης, δρομολογήθηκαν οι απαραίτητες ενέργειες για την ίδρυση και λειτουργία του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων με τον διακριτικό τίτλο, ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. Κατ αρχάς ψηφίστηκε ο ιδρυτικός νόμος του Ταμείου Εγγυοδοσίας (Ν.3066/2002/ΦΕΚ 252/ ) και στη συνέχεια εντάχθηκε η δράση «ίδρυση και λειτουργία της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.» στο Γ ΚΠΣ, τον Ιούλιο του 2003, με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 100 εκατ. ευρώ (Δράση του Μέτρου 2.10 του ΕΠΑΝ / Γ ΚΠΣ). Τον Αύγουστο του 2003, η δράση εντάχθηκε στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) και στις 24 Σεπτεμβρίου 2003 καταβλήθηκε ολοσχερώς το αρχικό μετοχικό 43 INTERACTION AE, Αμοιβαίες Εγγυήσεις, Μελέτη Σκοπιμότητας για ίδρυση ΕΑΕ στην Ελλάδα, Δεκ.1993, Υπεύθυνος Έργου Δρ. Αλέξανδρος Παπαρσένος 44 ΒΕΑ/BIC Αττικής, Επιχειρηματικό Σχέδιο Εταιρείας Αμοιβαίων Εγγυήσεων, Σεπτέμβρης 1997, υπεύθυνοι μελέτης Δρ. Αλέξανδρος Παπαρσένος και Δ. Δέμης. 45 Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, Σύσταση Ελληνικού Ταμείου Ασφάλισης Πιστοδοτήσεων και Επενδύσεων, Ιαν.1997, Εθνική Μελετητική Συμβουλευτική Α.Ε., Υπεύθυνος Δρ. Αλέξανδρος Παπαρσένος Ένωση Ελληνικών Τραπεζών, Επιχειρησιακό Σχέδιο Φορέα Στήριξης και Ανάπτυξης Ελληνικών ΜΜΕ, Ιαν. 2000, ΕΤΕΒΑ, Υπεύθυνος Έργου Δρ. Αλέξανδρος Παπαρσένος 141

57 κεφάλαιο. 46 Το Δεκέμβριο του 2004 το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο διπλασιάστηκε στα 200 εκατ. ευρώ και τον Δεκέμβριο του 2005 το μετοχικό κεφάλαιο αυξήθηκε εκ νέου φθάνοντας τα 240 εκατ. ευρώ. Επισημαίνεται ότι το μετοχικό αυτό κεφάλαιο έχει καλυφθεί κατά 67% από την Ε.Ε. / ΕΤΠΑ και κατά 33% από το Ελληνικό Δημόσιο, με μετόχους τα Υπουργεία Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης. Η συνδρομή της Ε.Ε. / ΕΤΠΑ έχει την έννοια της μορφής της επιχορήγησης και όχι της συμμετοχής ως μετόχου. Η επιχορήγηση θα παραμείνει στο σύνολό της στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα επιτευχθούν οι στόχοι που έχουν τεθεί έως την στο τεχνικό δελτίο της δράσης «ίδρυση και λειτουργία της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.». 46 Από την ημερομηνία αυτή, δηλαδή , η Εταιρεία απέκτησε οικονομική οντότητα και έτσι το Διοικητικό Συμβούλιο προχώρησε αμέσως στις προκηρύξεις διαγωνισμών για την πρόσληψη Γενικού Διευθυντή, τον εντοπισμό της έδρας της εταιρείας και την αγορά της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής. Από την ημερομηνία πρόσληψης του Γενικού Διευθυντού ( ) έως την , δηλαδή σε δυόμισι μόλις μήνες, η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. στελεχώθηκε, συνέταξε τα προγράμματα και σχεδίασε τα προϊόντα της, εγκατέστησε κατάλληλο S/W και H/W και υπέγραψε συμβάσεις συνεργασίας με το σύνολο σχεδόν των τραπεζών που λειτουργούν στον ελλαδικό χώρο. Την με την υπ.αριθμ.2540/ Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. ορίστηκε ως χρηματοδοτικό ίδρυμα. Συνεπώς από την 1 η Μαρτίου 2004 μπορούσε η ΤΕΜΠΜΕ να λειτουργήσει ως εταιρεία στην ελληνική αγορά δεχόμενη τις αιτήσεις και τα έντυπα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων μέσω του τραπεζικού συστήματος, αιτήσεις και έντυπα που είχαν σχεδιαστεί και δημιουργηθεί από το Ταμείο Εγγυοδοσίας και είχαν αποσταλεί εγγράφως και με ηλεκτρονική μορφή στις Τράπεζες. 142

58 II.4.2. Το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε Σύμφωνα με το ισχύον σήμερα θεσμικό και νομικό πλαίσιο η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε δύναται να παρέχει εγγυήσεις και αντεγγυήσεις σε πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα (Τράπεζες, εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης / leasing, εταιρείες επιχειρηματικών συμμετοχών / Risk Capital, εταιρείες ανάληψης επιχειρηματικών απαιτήσεων Factoring) υπέρ των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, δηλαδή των επιχειρήσεων που απασχολούν λιγότερα από 50 άτομα και ο ετήσιος κύκλος εργασιών τους δεν ξεπερνά τα 10 εκατ. ευρώ. Επίσης, δύναται να διαχειρίζεται και να υλοποιεί προγράμματα που χρηματοδοτούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ή το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), κοινοτικά ή διακρατικά προγράμματα, προγράμματα κοινοτικού πλαισίου στήριξης ή άλλα παρεμφερή προγράμματα ή χρηματοδοτικά μέσα (όπως π.χ. επιδότηση επιτοκίων, επιδότηση προμηθειών, άτοκα δάνεια). Για το λόγο αυτό την περίοδο Σεπτέμβριος Νοέμβριος 2008 διαχειρίστηκε και υλοποίησε τη δράση του ΕΠΑΝ που αφορούσε «την επιδότηση του κόστους δανεισμού και χρηματοδοτικής μίσθωσης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (έως 20 άτομα απασχολούμενους και με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 10 εκατ. ευρώ), ενώ την περίοδο Δεκέμβριος 2008 Απρίλιος 2009, διαχειρίστηκε και υλοποίησε τη Δράση του ΕΠΑΝ ΙΙ «Εγγύηση και Επιδότηση Επιτοκίων Δανείων Κεφαλαίων Κίνησης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (έως 49 άτομα απασχολούμενους και με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 10 εκατ. ευρώ) Το Ταμείο Εγγυοδοσίας, από την εκκίνησή του και στα πέντε πρώτα χρόνια παρουσίας του στην ελληνική αγορά λειτουργεί ως Εγγυοδοτικός Φορέας μέσα σε ένα «αυστηρότατο» θεσμικό, νομικό και κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο πρέπει να εφαρμόζεται κατά γράμμα, για να διατηρεί την φήμη του, την αποτελεσματικότητά του και εν τέλει την μακροβιωσιμότητά του. Η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ προσαρμόστηκε από τις πρώτες ημέρες εκκίνησής της στο αυστηρό και δύσκολο αυτό περιβάλλον, διότι ήταν υποχρεωμένη: Ως ανώνυμη εταιρεία να ακολουθεί πιστά το Ν.2190/1920 και τις «εντολές» των μετόχων του Ως χρηματοδοτικό ίδρυμα εποπτευόμενο από την ΤτΕ, να παρακολουθεί και να μη παραβιάζει βασικούς δείκτες όπως π.χ. της κεφαλαιακής επάρκειας, του συντελεστή φερεγγυότητας, του συντελεστή ρευστότητας, όπως αυτοί ορίζονται στις αποφάσεις και τις πράξεις της ΤτΕ Ως έργο συγχρηματοδοτούμενο από την Ε.Ε. / ΕΤΠΑ και ενταγμένο στο ΕΠΑΝ / Γ ΚΠΣ να τηρεί κατά γράμμα το περιεχόμενο του σχετικού Τεχνικού Δελτίου και τους κανονισμούς, διατάξεις της Ε.Ε. και να δέχεται ελέγχους από τις αρμόδιες ελληνικές και κοινοτικές αρχές και το ελληνικό και ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο Ως έργο που υπάγεται στο καθεστώς ήσσονος σημασίας (de minimis) να ελέγχει, μέσω συστημάτων και κοστοβόρων διαδικασιών την μη υπέρβαση των ανωτάτων ορίων ενίσχυσης ανά δυνητικό της πελάτη Λόγω της σύμβασης συνεργασίας με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων να διενεργεί επιτόπου δειγματοληπτικούς ελέγχους 143

59 επιχειρήσεων και ταυτόχρονα έρευνες αγοράς σε μεγάλο δείγμα εγγυοδοτούμενων πελατών και να ικανοποιεί όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις Παράλληλα ως νέα εταιρία και ως νέος θεσμός όφειλε να επιλύσει και να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα πολλά και σύνθετα προβλήματα, όπως π.χ. την ανάπτυξη και εγκατάσταση κατάλληλων συστημάτων Διοίκησης, Οργάνωσης και Διαχείρισης με σκοπό την εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία της εταιρίας και την άψογη συνεργασία με το σύνολο των ελληνικών τραπεζών και εταιριών Leasing της χώρας και όλων των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών, την ανάπτυξη συνεργασιών με οργανισμούς και παρεμφερείς φορείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σκοπό την εισαγωγή ειδικής τεχνογνωσίας στη χώρα μας, την υλοποίηση ενός έξυπνου μίγματος μάρκετινγκ με το ελάχιστο κόστος και με σκοπό την αναγνωρισιμότητα, διάχυση και προώθηση του θεσμού εγγυοδοσίας και των προϊόντων στις ΜΜΕ σε όλη την επικράτεια της χώρας. Ακόμη όλες οι ενέργειες, οι δράσεις, τα προγράμματα, τα μέτρα και τα επιχειρησιακά σχέδια της πρώτης πενταετίας αποσκοπούσαν και στην επίτευξη των βασικών κατευθύνσεων και στόχων όπως προσδιορίζονται από τον κανονισμό παροχής Εγγυήσεων και Λειτουργίας της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. και με γνώμονα πάντα σύμφωνα με τον ίδιο Κανονισμό (ΚΥΑ 12882/867/ΦΕΚ ): τη διατήρηση όσο είναι δυνατόν ακέραιου του μετοχικού κεφαλαίου της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. και τη σωστή, συντηρητική τοποθέτηση των κεφαλαίων του Ταμείου τη συγκράτηση σε χαμηλά επίπεδα των καταπτώσεων καθώς και του λειτουργικού κόστους. Το λειτουργικό κόστος (πλην των αποσβέσεων, προβλέψεων και καταπτώσεων) δεν πρέπει να ξεπερνά ετησίως το 2% του καταβεβλημένου κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της κοινοτικής παρέμβασης, δηλαδή έως την και δύναται να φθάσει ως και 2 εκατ. ευρώ ετησίως. τη σε βάθος χρόνου βιωσιμότητα της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. τη στήριξη μεγάλου αριθμού υγιών και με προοπτικές υφιστάμενων επιχειρήσεων καθώς και ελπιδοφόρων νεοϊδρυόμενων επιχειρήσεων την ενθάρρυνση της μακροπρόθεσμης πίστης και την ενίσχυση επιχειρηματικών πρωτοβουλιών υψηλού σχετικά κινδύνου π.χ. εκκίνηση επιχειρήσεων, καινοτόμων επιχειρήσεων, επιχειρήσεων που ασχολούνται με την λεγόμενη νέα οικονομία είτε επενδύουν για την ενίσχυση της εξοικονόμησης ενέργειας, της προστασίας του περιβάλλοντος, της αξιοποίησης των υδάτινων πόρων είτε παράγουν ή ασχολούνται με έρευνα και τεχνολογία για παραγωγή υλικού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας μας καθώς και την ενίσχυση των τουριστικών επιχειρήσεων και ορισμένων ειδικών κατηγοριών επιχειρηματιών ή εν δυνάμει επιχειρηματιών όπως νέοι σε ηλικία επιχειρηματίες, γυναίκες επιχειρηματίες, άτομα με ειδικές ανάγκες, άνεργοι μακράς διάρκειας, πολύτεκνοι, παλιννοστούντες, οικονομικοί μετανάστες ROMA, κ.λπ) τη παροχή εγγυήσεων μόνο σε υγιείς και οικονομικά βιώσιμες επιχειρήσεις, με την προϋπόθεση ότι έχει εκτιμηθεί κατ αρχάς ο πιστωτικός κίνδυνος, η πιστοληπτική ικανότητα και η οικονομική βιωσιμότητα της επιχείρησης από τα χρηματοπιστωτικά χρηματοδοτικά ιδρύματα και στη συνέχεια η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. 144

60 πραγματοποιεί με τα δικά της κριτήρια τη βαθμολόγηση και την στάθμιση των προς ανάληψη κινδύνων τη παροχή εγγυήσεων μόνο σε δάνεια που έχουν καθορισμένο ποσό και συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, αποκλείοντας από το σύστημα της ΤΕΜΠΜΕ τους Ανοιχτούς Αλληλόχρεους Λογαριασμούς (ΑΑΛ) και απαγορεύοντας στο Ταμείο Εγγυοδοσίας να εγγυηθεί δάνειο το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή άλλων μη εγγυημένων δανείων στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα την εφαρμογή ορθολογικής τιμολογιακής πολιτικής λαμβάνοντας τουλάχιστον υπόψη το ποσό και την διάρκεια της εγγύησης και τις παρεχόμενες από την επιχείρηση εμπράγματες ή μη εξασφαλίσεις την ικανοποίηση των αναγκών και προσδοκιών των επιχειρήσεων κρατώντας ίσες αποστάσεις από όλες και δίνοντας ίσες ευκαιρίες σε όλες, διαθέτοντας ταυτόχρονα και διαφάνεια σε όλες τις συναλλαγές και δραστηριότητες τη μη προσημείωση ή υποθήκη της μόνιμης και μοναδικής κατοικίας του επιχειρηματία όταν χορηγείται υπέρ αυτού εγγύηση από την ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. τη παροχή εγγυήσεων που η συνολική τους αξία δεν θα υπερβεί το εξαπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. έως την τη κάλυψη ποσοστού έως 80% του αναλαμβανόμενου κινδύνου με ανώτατη διάρκεια εγγύησης τα 10 έτη τη μη παραίτηση από την ένσταση διζήσεως του άρθρου 855 του Α.Κ εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων Τελικά το Ταμείο Εγγυοδοσίας, παρά το περιοριστικό θεσμικό περιβάλλον, κατάφερε να καταστεί μέσα στα 5 πρώτα χρόνια λειτουργίας του ένα μέσο στήριξης χιλιάδων μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, ένας μοχλός διατήρησης ή δημιουργίας θέσεων εργασίας, ένας πραγματικός κρίκος σύνδεσης των επιχειρήσεων με τις τράπεζες και τις εταιρείες leasing και ένας συμπληρωματικός και όχι ανταγωνιστικός μηχανισμός του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας μας. ΙΙ.4.3. Η επιχειρησιακή δράση του ΤΕΜΠΜΕ και τα οφέλη της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας Η ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. από την εκκίνησή της, δημιούργησε πέντε (5) προγράμματα / προϊόντα που αφορούσαν τραπεζικά δάνεια (κεφάλαια κίνησης, βραχυπρόθεσμα δάνεια, μ/μ δάνεια επενδυτικού χαρακτήρα) και τον Σεπτέμβριο 2006 εμπλούτισε τα προγράμματα και τα προϊόντα της με ένα νέο προϊόν που αφορούσε δραστηριότητες της χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) 47. Τα προϊόντα της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. είχαν την δυνατότητα να επωφεληθούν 48 νεοσύστατες, νέες ή υφιστάμενες ΠΜΕ και ΜΕ οιασδήποτε μορφής 47 Επίσης έγιναν πολλές συναντήσεις εργασίας με εταιρείες της αγοράς Risk Capital και το ΤΑΝΕΟ ώστε να υπογραφεί και σύμβαση συνεργασίας με τις εταιρείες του κλάδου αυτού χωρίς όμως αποτέλεσμα έως το τέλος του Χρησιμοποιούμε το χρόνο του παρελθόντος διότι η Διοίκηση της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. αποφάσισε να μην δέχεται αιτήσεις για τα έξι (6) εγγυοδοτικά προγράμματα από την έναρξη του προγράμματος του ΕΠΑΝ ΙΙ, μολονότι τα προϊόντα αυτά εγγυώνται επενδυτικά δάνεια των ΠΜΕ και ΜΕ. Σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., όπου λειτουργεί ο θεσμός των εγγυήσεων και δημιουργήθηκαν νέα προϊόντα μετά την χρηματοπιστωτική κρίση, δεν ακυρώθηκαν ή διακόπηκαν τα προηγούμενα προγράμματα και ιδιαίτερα οι εγγυήσεις σε επενδυτικά δάνεια, αφού ο θεσμός των εγγυήσεων έχει δημιουργηθεί για να καλύπτει 145

61 (ατομικές, ΟΕ, ΕΕ, ΕΠΕ,ΑΕ, Κοινωνία, ΝΕΠΑ κ.λπ) και όλων των κλάδων της οικονομίας (με εξαίρεση τους αγρότες, την αλιεία και τις ιχθυοκαλλιέργειες λόγω των διατάξεων de minimis). Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο η ΤΕΜΠΜΕ δέχθηκε για τα ανωτέρω εγγυοδοτικά προγράμματα περίπου αιτήσεις ύψους 790 εκατ. ευρώ (το μέσο ύψος δανείου κυμάνθηκε γύρω στα ευρώ). Σημειώνεται ότι η εταιρεία άρχισε να δέχεται αιτήσεις από το Σεπτέμβριο του 2004, διότι απαιτήθηκαν αρκετοί μήνες για την προσαρμογή των συστημάτων των τραπεζών στο νέο θεσμό εγγυοδοσίας και την «μύηση» των τραπεζικών στελεχών στο νέο θεσμό, και ως το τέλος του 2004 είχαν αποσταλεί 460 νέες αιτήσεις. Την περίοδο η ΤΕΜΠΜΕ δεχόταν, κατά μέσο όρο ετησίως, 2000 αιτήσεις. Στο σύνολο των αιτημάτων που εξετάστηκαν δόθηκαν θετικές απαντήσεις / εγκρίσεις σε περίπου 4000 επιχειρήσεις. Οι εγκεκριμένες εγγυήσεις εκτιμάται ότι έφθασαν τα 210 εκατ. ευρώ με το δείκτη μόχλευσης των ιδίων κεφαλαίων να προσεγγίζει την μονάδα στο τέλος του Αξιοσημείωτο είναι ότι για την περίοδο που αφορά το Γ ΚΠΣ (έως ) οι κατευθυντήριες γραμμές και οι βασικοί στόχοι της ΤΕΜΠΜΕ υλοποιήθηκαν, ενώ παράλληλα είχε ολοκληρωθεί η Δράση του ΕΠΑΝ 49. ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΠΙΔΙΩΞΕΙΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΓΡΑΜΜΕΣ, ΣΤΟΧΟΙ Στήριξη μεγάλου αριθμού υφιστάμενων υγιών επιχειρήσεων καθώς και ελπιδοφόρων νεοϊδρυόμενων ΠΜΕ, ΜΕ Ενθάρρυνση Μακροπρόθεσμης Πίστης Ενίσχυση Τουριστικών Επιχειρήσεων και ειδικών κατηγοριών επιχειρηματιών όπως π.χ. γυναίκες επιχειρηματίες Διασπορά κινδύνου με την κάλυψη ενός ευρέως φάσματος οικονομικών δραστηριοτήτων με έμφαση στα μικρού και μεσαίου μεγέθους δάνεια στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, διασπορά Εγκεκριμένες Εγγυήσεις Νεοϊδρυόμενες (ηλικία 0-1 έτος) Εγγυημένα δάνεια διάρκειας 6 ετών και πάνω Εγκεκριμένες Εγγυήσεις στο κλάδο Ξενοδοχεία Εστιατόρια Γυναίκες επιχειρηματίες Εγκεκριμένες εγγυήσεις ανά περιφέρεια : Αττική Κεντρική Μακεδονία Κρήτη Θεσσαλία Ανατολική Μακεδονία και Θράκη % του συνόλου εγκεκριμένων εγγυήσεων σε αριθμό 72% του συνόλου σε αξία 13% του συνόλου σε αριθμό 16% του συνόλου σε αριθμό σε % του συνόλου, σε αριθμό: 39% 16% 8% 6% 6% κυρίως μεσομακροπρόθεσμους κινδύνους, δηλαδή δάνεια επενδυτικού χαρακτήρα που ενέχουν υψηλότερο του μέσου όρο της αγοράς κίνδυνο, αλλά είναι αναγκαία για την ανάπτυξη, τον εκσυγχρονισμό, την ανταγωνιστικότητα του επιχειρείν. 49 Σημειώνεται ότι η δράση «Επιδότηση κόστους δανεισμού και χρηματοδοτικής μίσθωσης μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων» του ΕΠΑΝ είχε αρχικό Π/Υ 20 εκατ. Ευρώ. Το ποσό αυτό της επιδότησης απορροφήθηκε σχετικά γρήγορα και η πολιτεία επέλεξε να αυξήσει τον προϋπολογισμό με κεφάλαια της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. Δηλαδή μπορούσε η ΤΕΜΠΜΕ, μετά από ψήφιση σχετικού νόμου, να χρησιμοποιήσει το 15% του μετοχικού της κεφαλαίου και κατ ανώτατο όριο ποσό 36 εκατ. Ευρώ για την πληρωμή της επιδότησης των εγγυημένων από την ΤΕΜΠΜΕ δανείων επενδυτικού χαρακτήρα, πέραν του αρχικού ποσού των 20 εκατ. Ευρώ. Εκτιμάται ότι τα αρχικώς εγκριθέντα εγγυημένα δάνεια της δράσης ισοδυναμούν με επιδότηση ύψους περίπου 55 εκατ. ευρώ. 146

62 στο χρηματοπιστωτικό σύστημα Ικανοποίηση των αναγκών των επιχειρήσεων κρατώντας ίσες αποστάσεις και παρέχοντας ίσες ευκαιρίες σε όλες τις ΠΜΕ και ΜΕ Διατήρηση όσο το δυνατόν ακέραιου του μετοχικού κεφαλαίου της και συγκράτηση του λειτουργικού κόστους κάτω του 2% του καταβληθέντος κεφαλαίου και συγκράτηση σε πολύ χαμηλά επίπεδα των καταπτώσεων Πελοπόννησος Δυτική Ελλάδα Λοιπές Κατηγορία κινδύνων ευρώ ευρώ και άνω Κατανομή κινδύνων ανά μέγεθος επιχείρησης: απασχολούμενοι Διασπορά κινδύνων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα: 19 εμπορικές 12 συνεταιριστικές 9 Leasing Εξαρχής χρήση του συστήματος αξιολόγησης και βαθμολόγησης των αιτημάτων (guarantee scoring /rating system) προϊόν που ανέπτυξε η ίδια τη εταιρεία Ουδεμία επαφή με ΠΜΕ ή ΜΕ πριν τη αξιολόγηση των αιτημάτων, οι αιτήσεις αποστέλλονται απ ευθείας από τις τράπεζες 5% 5% 15% σε % συνόλου σε αριθμό: 49% 18% 33% Σε % του συνόλου σε αριθμό: 75% 15% 10% Σε % του συνόλου σε αξία: 92% 4% 4% Επιτροπές Αξιολόγησης και Βαθμολόγησης ανάλογα με τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο. Βαθμολόγηση με ανώτατη βαθμολογία 100, απόρριψη όλων των αιτημάτων με βαθμολογία κατώτερη του 40 Τον Οκτώβριο του 2008 τα διαθέσιμα κεφάλαια της εταιρίας ξεπερνούσαν τα 250 εκατ. ευρώ, δηλαδή ήταν υψηλότερα του μετοχικού κεφαλαίου. Σε όλη την διάρκεια της περιόδου τα συνολικά έξοδα (προ αποσβέσεων, προβλέψεων και καταπτώσεων) ήταν μικρότερα του 2%. Δεν υπάρχουν στοιχεία για το 2008 διότι δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί η ετήσια έκθεση / απολογισμός του

63 Οι καταπτώσεις ήταν ελαχιστότατες, κατώτερες του 0,30% του υπολοίπου των εκταμιευθέντων εγγυήσεων, κατά μέσο όρο ετησίως, την περίοδο Για να καταλήξουμε όμως στο συμπέρασμα αν ήταν αποτελεσματική ή όχι η λειτουργία του νέου θεσμού εγγυοδοσίας στη χώρα μας στα πέντε πρώτα χρόνια παρουσίας του στην ελληνική αγορά, οφείλουμε να επικεντρώσουμε την προσοχή και σε ένα άλλο θέμα : Στα συνολικά ποσοτικά (και ποιοτικά ) οφέλη της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας από την λειτουργία της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. Για την εκτίμηση / υπολογισμό του καθαρού ποσοτικού οφέλους (όφελος μείον κόστος) της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. απαιτείται η χρήση μιας «δυναμικής μεθόδου», ενός ειδικού μοντέλου προσομοίωσης, το οποίο θα έπρεπε, μεταξύ των άλλων, να αποτυπώνει την επίδραση της παραγωγής και των προϊόντων και υπηρεσιών της ΤΕΜΠΜΕ σε βασικούς δείκτες όπως π.χ. : Στην αύξηση του Ακαθάριστου Περιφερειακού Προϊόντος και του ΑΕΠ της χώρας με ό,τι αυτό συνεπάγεται Στην αύξηση των εσόδων του Ασφαλιστικού και Φορολογικού Συστήματος της χώρας μας, απόρροια της αύξησης ή διατήρησης των θέσεων εργασίας, καθώς και της δημιουργίας νέων επιχειρήσεων ή της διατήρησης υφιστάμενων επιχειρήσεων Στην αύξηση των τραπεζικών δραστηριοτήτων και ό,τι αυτό συνεπάγεται, λόγω της στάθμισης των εγγυημένων από την ΤΕΜΠΜΕ δανείων με χαμηλό συντελεστή (50%), που επιτρέπει την αποδέσμευση κεφαλαίων της τράπεζας για περαιτέρω χορηγήσεις, οι οποίες δημιουργούν έσοδα και κέρδη για τις τράπεζες και συνεπώς φορολογικά έσοδα για το ελληνικό δημόσιο. Επίσης, θα έπρεπε το μοντέλο αυτό να ενσωματώνει και άλλα ποσοτικά οφέλη που απορρέουν από τις υπηρεσίες της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ, όπως π.χ. η σύμβαση συνεργασίας με το ΕΤΑΕ, οι αντεγγυήσεις του οποίου αντιστοιχούν, αν χρειαστεί, σε εισροή κοινοτικών κεφαλαίων ύψους 1,5 εκατ. ευρώ για τα αντεγγυημένα δάνεια της περιόδου ή η υλοποίηση εκ μέρους της ΤΕΜΠΜΕ έργων ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος (Jeremie, Interreg II) την περίοδο που είχε ως αποτέλεσμα την εισροή κοινοτικών κεφαλαίων στη χώρα μας. Χωρίς λοιπόν να ληφθούν υπόψη όλες οι ανωτέρω θετικές επιδράσεις της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ στη ελληνική οικονομία και κοινωνία, παρουσιάζονται στη συνέχεια τα οφέλη του Ελληνικού Δημοσίου, έως την , από τη λειτουργία της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. 148

64 Πίνακας ΙΙ.4 Έσοδα Ελληνικού Δημοσίου από τη λειτουργία της ΤΕΜΠΜΕ (περίοδος , σε εκατ. ευρώ) Άμεσα έσοδα από ΤΕΜΠΜΕ 19,8 Φόρος εισοδήματος 11,2 Μερίσματα 6,5 Φόροι μισθωτών υπηρεσιών, αμοιβές 2,1 Δ.Σ., ασφαλιστικές εισφορές Έμμεσα έσοδα από ΤΕΜΠΜΕ 14,8 ΦΠΑ επενδύσεων, εισφορά Ν.128/75, έσοδα από φόρους τραπεζών λόγω εγγυημένων δανείων ΤΕΜΠΜΕ κ.λπ ΣΥΝΟΛΟ 34,6 Πηγή : ΤΕΜΠΜΕ, Ετήσια Έκθεση / Απολογισμός 2007, σελ 45 για την περίοδο και εκτίμησή μας για το έτος Επειδή δεν έχει δημοσιευθεί ο απολογισμός / ετήσια έκθεση 2008 της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ, για τα έσοδα του Δημοσίου για το έτος 2008 γίνεται παραδοχή ότι αυτά είναι σχεδόν παρόμοια με τα αντίστοιχα έσοδα του έτους Από την πεντάχρονη λοιπόν λειτουργία της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ το Ελληνικό Δημόσιο έχει ήδη εισπράξει τουλάχιστον 34,6 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 43,7% της ονομαστικής συνεισφοράς του, η οποία ανέρχεται σε 79,2 εκατ. ευρώ (κάλυψη μέσω ΠΔΕ εντός της τριετίας του 33% του μετοχικού κεφαλαίου της ΤΕΜΠΜΕ όπως όριζε η συμφωνία με την Ε.Ε.). Επομένως αν η διαχείριση της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ είναι και στο μέλλον συνετή και ορθολογική, όπως στη πρώτη πενταετία, τότε σε σχετικά μικρό διάστημα το Ελληνικό Δημόσιο θα εισπράξει, και μάλιστα σε παρούσα αξία, τα κεφάλαια που κατέβαλε. Παράλληλα θα διατηρηθεί η ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ στην ελληνική αγορά ως εγγυοδοτικός φορέας δημιουργώντας τεράστια πολλαπλασιαστικά οφέλη στην ελληνική οικονομία, οφέλη για το Ελληνικό Δημόσιο, για τις ελληνικές επιχειρήσεις, για τις τράπεζες. Στο σημείο αυτό αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία, έστω και ενδεικτικά, σε κάποια σημαντικότατα οφέλη των ΠΜΕ και ΜΕ, αλλά και των τραπεζών, όταν λαμβάνουν την εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ. Σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο όταν δίδεται η εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ απαγορεύεται να προσημειωθεί ή υποθηκευτεί η μόνιμη και μοναδική κατοικία του δανειζόμενου μικρομεσαίου επιχειρηματία και με τον τρόπο αυτό περιορίζονται οι κοινωνικές αρνητικές συνέπειες εξ αιτίας μιας επιχειρησιακής αποτυχίας. Παράλληλα, στη περίπτωση που ζητήσει η Τράπεζα ως εξασφάλιση προσημείωση ή υποθήκη ενός ακινήτου, η εξασφάλιση αυτής της μορφής δεν μπορεί να ξεπερνά το 75% του εγγυημένου από την τράπεζα δανείου. Με τον τρόπο αυτό μειώνεται δραστικά το τελικό κόστος επιβάρυνσης ενός δανειζόμενου ΠΜΕ ή ΜΕ, κόστος επιβάρυνσης που προσμετρά όχι μόνο το κόστος του χρήματος, αλλά και των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων του επιχειρηματία / της επιχείρησης. Συνεπώς, το όφελος από την λειτουργία της ΤΕΜΠΜΕ για την ελληνική επιχείρηση είναι διττό: αφενός διευκολύνει τη πρόσβαση αυτών στο χρηματοπιστωτικό και χρηματοδοτικό σύστημα και αφετέρου αποτρέπει την υπερβολική δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της ΠΜΕ / ΜΕ και του επιχειρηματία. 149

65 Αλλά και τα οφέλη των τραπεζών είναι πολλά λόγω της λειτουργίας του νέου θεσμού εγγυοδοσίας. Η στάθμιση με χαμηλό συντελεστή (50%) των δανείων που έχουν εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ -και χωρίς άλλη εξασφάλισηεπιφέρει μείωση στη δέσμευση των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών από 8% σε 4,4%. 50 Το τελευταίο επιτρέπει την αύξηση των χορηγήσεων και την βελτίωση της απόδοσης των κεφαλαίων της τράπεζας. Επιπλέον η κάλυψη ενός μεγάλου ποσοστού της τελικής ζημιάς βελτιώνει τα αποτελέσματα της τράπεζας και ως εκ τούτου και την απόδοση των κεφαλαίων αυτής 51. Συμπερασματικά θα μπορούσε να λεχθεί, για την περίοδο και με βάση τα επιτεύγματα της ότι η ΤΕΜΠΜΕ μία ανώνυμη εταιρεία, ΝΠΙΔ, χρηματοδοτικό ίδρυμα και κοινοτικό έργο αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση διότι : Κατάφερε να δημιουργήσει στα πέντε πρώτα χρόνια λειτουργίας της έσοδα για το ελληνικό δημόσιο που αντιστοιχούν σχεδόν στο ήμισυ της συνδρομής του σε μία μάλιστα περίοδο που το δημόσιο χρέος καλπάζει. Και συνάμα να διαθέτει περισσότερα από 250 εκατ. ευρώ υψηλότερα από το μετοχικό της κεφάλαιο - στην πιο κρίσιμη περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης δυνάμενη έτσι να διαδραματίσει ρόλο αντικυκλικού χαρακτήρα κάτι που έγινε στη συνέχεια πραγματικότητα με την παροχή εγγυήσεων σε χιλιάδες ΠΜΕ και ΜΕ με το πρόγραμμα του ΕΠΑΝ ΙΙ σχετικό με την επιδότηση ατόκων κεφαλαίων κίνησης. Συνεργάστηκε άψογα και σε καθημερινή βάση με το σύνολο των εταιρειών (εμπορικών και συνεταιριστικών τραπεζών και εταιρειών leasing) του χρηματοπιστωτικού συστήματος καθώς και με τις αρμόδιες εποπτεύουσες ελληνικές και κοινοτικές αρχές 50 Ο ελάχιστος συντελεστής φερεγγυότητας ενός πιστωτικού ιδρύματος είναι 8%, δηλαδή σε κάθε δάνειο 100 ευρώ είναι υποχρεωμένο το πιστωτικό ίδρυμα να διατηρεί 8 ευρώ με το αντίστοιχο βέβαια κόστος. Σύμφωνα με την Βασιλεία ΙΙ, όταν το συνολικό άνοιγμα μιάς ΜΜΕ είναι μικρότερο του ενός (1) εκατομμυρίου ευρώ, τότε επιβάλλεται συντελεστής στάθμευσης ίσος με 75% όπως ακριβώς και στην λιανική τραπεζική. Έτσι σε κάθε 100 ευρώ η τράπεζα είναι αναγκασμένη να δεσμεύει έξι (6) ευρώ. Με βάσει σχετικές Αποφάσεις της ΤτΕ ο συντελεστής στάθμισης της ΤΕΜΠΜΕ είναι 50%, δηλαδή αν η ΤΕΜΠΜΕ έδινε εγγύηση 100% σε ένα δάνειο τότε η τράπεζα έπρεπε να δεσμεύει 4 ευρώ για κάθε δάνειο ύψους 100 ευρώ. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, καθώς επίσης και ότι ο ανώτερος συντελεστής στάθμισης για τα αστικά ακίνητα είναι 35 % γίνεται εύκολα κατανοητό από το παρακάτω παράδειγμα γιατί οι τράπεζες προτιμούν αστικά ακίνητα αντί της εγγύησης της ΤΕΜΠΜΕ. Έστω ένα δάνειο ύψους ευρώ που λαμβάνει εγγύηση 80% από την ΤΕΜΠΜΕ και ουδεμία άλλη εξασφάλιση. Στην περίπτωση αυτή η Τράπεζα οφείλει να δεσμεύσει ευρώ ή 4,4% του δανείου ήτοι : Μη εγγυημένο 20% : 0,75 * 0,2 * 0,08 = ευρώ Εγγυημένο ΤΕΜΠΜΕ 80% : 0,50 * 0,8 *0,08 = ευρώ Αν το ίδιο δάνειο έχει ως εξασφάλιση αστικό ακίνητο η αξία του οποίου ανέρχεται σε ευρώ και ο δείκτης αξία δανείου προς αξία ακινήτου είναι μικρότερος του 75%, τότε ο συντελεστής στάθμισης είναι 3,5% και ως εκ τούτου το ποσό δέσμευσης ανέρχεται σε ευρώ ή 2,8 % του δανείου Αν υπήρχε κρατική αντεγγύηση στο εγγυημένο μέρος της ΤΕΜΠΜΕ π.χ. 50% αντεγγύηση τότε ο συντελεστής στάθμισης από 4,4 % μετατρέπεται σε 2,8 % και επομένως καθίσταται παρόμοιος με αυτό των αστικών ακινήτων. 51 Για να γίνει κατανοητό το όφελος της Τράπεζας από το σύστημα εγγυοδοσίας παραθέτουμε στην συνέχεια ένα απλό παράδειγμα. Έστω ότι η τράπεζα αποφασίζει να χορηγήσει ένα δάνειο δεκαετούς διάρκειας ύψους ευρώ και λαμβάνει από την ΠΜΕ εξασφαλίσεις αξίας ευρώ χωρίς την εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ. Αν ο επιχειρηματίας καταβάλλει π.χ. δύο δόσεις ύψος ευρώ και στην συνέχεια αδυνατεί να πληρώσει το δάνειο, η οφειλή της επιχείρησης κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης του δανείου είναι ευρώ. Τότε η Τράπεζα χάνει (τελική ζημία) ευρώ ( ). Αν όμως το δάνειο έχει και την εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ, π.χ. με ένα ποσοστό κάλυψης της τελικής ζημιάς 70%, τότε η τελική ζημιά για την τράπεζα είναι ( ) *0,7 = ευρώ. Επομένως η τράπεζα κερδίζει (ή δεν χάνει) με την εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ 1500 ευρώ. 150

66 Δημιούργησε μια νέα Σχολή στην Ελλάδα, την Σχολή Εγγυοδοσίας, με αποτέλεσμα ξένες εταιρείες εγγυοδοσίας ή παρεμφερείς φορείς από διάφορες χώρες (π.χ. Ουγγαρία, Βουλγαρία, Μαρόκο, Αίγυπτος, Ιορδανία, Κροατία, Κύπρος κ.λπ) να επισκεφτούν το Ταμείο Εγγυοδοσίας για να αντιληφθούν εκ του σύνεγγυς τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της, το σύστημα βαθμολόγησης και ανάληψης κινδύνων, τον τρόπο υπολογισμού των ετήσιων προμηθειών κλπ. Όμως, οποιοσδήποτε νέος θεσμός είναι αδύνατον να είναι τέλειος και για αυτό το λόγο δέχθηκε κριτική, μερικές φορές δικαίως και τις περισσότερες αδίκως. Κατ αρχάς ασκήθηκε κριτική 52 και από τις δύο πλευρές (τράπεζες και επιμελητήρια επιχειρήσεις) για το ύψος της ετήσιας προμήθειας που οφείλει να πληρώνει μια επιχείρηση όταν λαμβάνει την εγγύηση από το ΤΕΜΠΜΕ. Την περίοδο η μέση ετήσια προμήθεια κυμάνθηκε γύρω στο 1% επί των υπολοίπων των δανείων, δηλαδή σε επίπεδα μάλλον χαμηλά σε σχέση με τη διεθνή εμπειρία και τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η ΤΕΜΠΜΕ καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού κινδύνου μιας επιχείρησης, 70% ή 80% της τελικής ζημιάς και ότι η προμήθεια αποτελεί τη μοναδική πηγή εσόδων της εταιρίας (εκτός από τα έσοδα που προέρχονται από τις αποδόσεις των τοποθετήσεων των κεφαλαίων της) η οποία πρέπει φυσιολογικά να καλύπτει το μέγιστο μέρος των λειτουργικών εξόδων της και το σύνολο των προς πληρωμή καταπτώσεων των εγγυήσεων. Χάριν συγκρισιμότητας αναφέρουμε ενδεικτικά ότι η ασφάλιση παγίων σε μία εταιρία (επίπλων, υπολογιστών κλπ) για κλοπή ή πυρκαγιά (δηλαδή γεγονότα που έχουν ελαχιστότατη πιθανότητα να συμβούν) κοστίζει ετησίως 0,5% επί της αξίας των παγίων, ενώ η μεταφορά 250 ευρώ από υποκατάστημα της Λευκάδας σε υποκατάστημα του Βόλου στην ίδια τράπεζα, χωρίς δηλαδή κανένα κίνδυνο, κοστίζει 1,2 ευρώ (ή 0,48% του ποσού). Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι η Ε.Ε. 53 στους κανονισμούς και στις ανακοινώσεις τις σχετικές με τις κρατικές ενισχύσεις εγγυήσεων ζητάει όπως τα συστήματα εγγυήσεων επιβάλλουν υψηλές προμήθειες στις ΜΜΕ, κατά πολύ υψηλότερες αυτών της ΤΕΜΠΜΕ, ειδικά δε στις περιπτώσεις εκείνες που οι κίνδυνοι είναι υψηλοί (π.χ. για ΜΕ που δεν διαθέτουν πιστοληπτική διαβάθμιση ή έχουν κακή πιστοληπτική διαβάθμιση). 52 Ενίοτε ασκήθηκε κριτική για θέματα που αφορούσαν το θεσμικό πλαίσιο ή το καθεστώς de minimis της Ε.Ε.. Για παράδειγμα έως την η ΤΕΜΠΜΕ δεν μπορούσε να δεχτεί αιτήματα από κλάδους που απασχολούν περισσότερες από επιχειρήσεις / ταξινόμηση ΣΤΑΚΟΔ ενότητα Θ «μεταφορές, αποθηκεύσεις και επικοινωνίες», κάτι που επετράπη από την με το νέο κανονισμό de minimis 1988/ Commission of the European Communities, Communication for the Commission SEC 2008, Commission Notice on the application of articles 87 and 88 of the E.C. Treaty to state aid in the forms of guarantees. Communication from the Commission amending the temporary Community framework fro state aid measures to support access to finance in the current financial and economic crisis, February 2009 and O.J.C

67 Επίσης, η πλευρά των τραπεζών θεωρούσε ότι τα προϊόντα εγγυοδοσίας δεν ήταν ελκυστικά και για δύο άλλους λόγους α. Λόγω της μη πλήρους κάλυψης του κινδύνου όταν η εξασφάλιση είχε την μορφή της προσημείωσης, διότι η αξία αυτής δεν έπρεπε να υπερβεί το 75% του δανείου. β. Λόγω της μη παραίτησης της ΤΕΜΠΜΕ (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων) της ένστασης διζήσεως. Στην περίπτωση (α) μπορεί τα στελέχη των τραπεζών να έχουν εν μέρει δίκιο, διότι η εξασφάλιση ενός δανείου τουλάχιστον κατά 100% «τους επιτρέπει να κοιμούνται χωρίς ανησυχία». Αλλά η δημιουργία του θεσμού εγγυοδοσίας έγινε για να καλύψει κάποια κενά της τραπεζικής αγοράς και να εξαλείψει κάποιες υπερβολές αυτής (όπως π.χ. ότι χορηγούνται δάνεια 100 χιλ. ευρώ και ζητούνται υπερδιπλάσιες εξασφαλίσεις / προσημειώσεις). Γι αυτό το λόγο το θεσμικό πλαίσιο (και όχι η ΤΕΜΠΜΕ) έθετε εξ αρχής όριο στο ύψος των εξασφαλίσεων με τη μορφή της προσημείωσης / υποθήκης στα δάνεια που θα δέχονταν την εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ. Σε ό,τι αφορά την περίπτωση (β), σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο, η ΤΕΜΠΜΕ καλύπτει τη τελική ζημία της τράπεζας, δηλαδή καταβάλλει το ποσό της κατάπτωσης της εγγύησης εφόσον ολοκληρωθούν όλες οι αναγκαίες διαδικασίες στη περίπτωση που υπάρχουν εξασφαλίσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα και χωρίς την εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ. Είναι γεγονός ότι στη χώρα μας απαιτείται σχεδόν διπλάσιος χρόνος σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. για την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών. Όμως γι αυτό το λόγο όταν ασκείται ένσταση διζήσεως η ΤΕΜΠΜΕ καταβάλλει αμέσως προκαταβολή 20% της εγγύησης στη τράπεζα και το κυριότερο το ποσό που καλύπτεται με την εγγύηση, σε περίπτωση κατάπτωσης αυτής προκύπτει από το άθροισμα του ποσού της οφειλής της ΠΜΕ και ΜΕ κατά την ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης του δανείου πλέον τόκων 18 μηνών κατ ανώτατο όριο. Επομένως, η υιοθέτηση της άποψης των τραπεζών για την παραίτηση της ένστασης διζήσεως σε όλες τις περιπτώσεις θα οδηγούσε τη ΤΕΜΠΜΕ να καταβάλλει το ποσό της οφειλής / τελικής ζημίας της επιχείρησης κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης του δανείου. Αυτό ίσως οδηγούσε σε μια χαλάρωση των κριτηρίων της τράπεζας τόσο στις διαδικασίες χορήγησης του δανείου με εγγύηση ΤΕΜΠΜΕ όσο και στις διαδικασίες καταγγελίας των εγγυημένων δανείων, κάτι που θα προκαλούσε κατ ελάχιστον μια γρήγορη εκροή κεφαλαίων από το ταμείο της ΤΕΜΠΜΕ με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το τρίτο σημείο «τριβής» μεταξύ ΤΕΜΠΜΕ και τραπεζών / επιμελητηρίων / επιχειρήσεων ήταν η χρήση εκ μέρους της ΤΕΜΠΜΕ ενός συστήματος βαθμολόγησης των αιτημάτων και επομένως του αναλαμβανόμενου κινδύνου (guarantee scoring system), δημιούργημα της ίδιας της εταιρίας. Σύστημα βαθμολόγησης σημαίνει τήρηση ίσων αποστάσεων από όλες τις τράπεζες και όλες τις επιχειρήσεις καθώς και μη δυνατότητα παρέμβασης «εξωτερικών παραγόντων» στην αξιολόγηση. Σύστημα βαθμολόγησης σημαίνει επίσης και αρνητικές απαντήσεις σε 152

68 αιτήματα των ΠΜΕ και ΜΕ έμμεσα δε και σε αιτήματα τραπεζών. Εξ ου και οι αντιδράσεις τους. Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το τραπεζικό σύστημα (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων) δεν διέθετε συστήματα βαθμολόγησης πιστοληπτικής διαβάθμισης (rating) των ΠΜΕ και ΜΕ, όταν ξεκίνησε τη λειτουργία της η ΤΕΜΠΜΕ, αλλά και στην περίπτωση ύπαρξης τέτοιων συστημάτων θα υπήρχαν διαφορές μεταξύ αυτών. Γι αυτό κρίθηκε περισσότερο από αναγκαία η χρήση ενός συστήματος βαθμολόγησης από την ΤΕΜΠΜΕ για να καλυφθεί τόσο το κενό της αγοράς όσο και για να υπάρχει ομοιομορφία στις αποφάσεις των εσωτερικών επιτροπών αξιολόγησης των κινδύνων της ΤΕΜΠΜΕ. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είχε γίνει αντιληπτό ότι οι αποφάσεις της ΤΕΜΠΜΕ δεν είναι δυνατόν να συνδέονται ή να είναι ίδιες με αυτές αναπτυξιακών νόμων ή άλλων προγραμμάτων κρατικής ενίσχυσης, με το επιχείρημα μάλιστα ότι η ΤΕΜΠΜΕ είναι επιχείρηση δημόσιου χαρακτήρα. Η «ταύτιση» των αποφάσεων μεταξύ αναπτυξιακών νόμων ή άλλων προγραμμάτων κρατικής ενίσχυσης και της ΤΕΜΠΜΕ είναι αδύνατη για δύο βασικούς λόγους : 1. Η ΤΕΜΠΜΕ λειτουργεί στη χώρα μας ως χρηματοδοτικό ίδρυμα εποπτευόμενο από την ΤτΕ και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της ορίζει σαφώς ότι οφείλει να βαθμολογεί και να αξιολογεί τους κινδύνους που αναλαμβάνει με ειδικά κριτήρια και ειδικό σύστημα βαθμολόγησης με απώτερο στόχο την οικονομική βιωσιμότητα και διαχρονικότητα της. Συνεπώς η ΤΕΜΠΜΕ οφείλει να λειτουργεί πάντα με γνώμονα τη μεγιστοποίηση της παραγωγής αλλά και της ελαχιστοποίησης των καταπτώσεων και ως εκ τούτου κρίσιμοι παράγοντες μεταξύ των άλλων στην εξέταση, αξιολόγηση και βαθμολόγηση μιας ΠΜΕ και ΜΕ πρέπει να είναι η δυνατότητα αποπληρωμής των δανείων της και οι παρεχόμενες εξασφαλίσεις, παράγοντες που δεν είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη στις αποφάσεις των Επιτροπών Αναπτυξιακών νόμων ή άλλων προγραμμάτων κρατικής ενίσχυσης. 2. Η λειτουργία της ΤΕΜΠΜΕ υπάγεται στις διατάξεις ήσσονος σημασίας (de minimis) με αποτέλεσμα πολλές φορές να είναι αδύνατη (απαγορεύεται) η παροχή εγγυήσεων από την ΤΕΜΠΜΕ σε μία επιχείρηση όταν αυτή έχει τύχει και της επιχορήγησης, επιδότησης των αναπτυξιακών νόμων ή άλλων προγραμμάτων. Η επιθυμία της Πολιτείας για την προώθηση και ανάπτυξη του νέου θεσμού εγγυοδοσίας καθώς και της ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας είχε ως αποτέλεσμα την ένταξη της δράσης στο ΕΠΑΝ Ι (Σεπτέμβριος 2006). Η Δράση «Επιδότηση κόστους δανεισμού και χρηματοδοτικής μίσθωσης των Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων» του ΕΠΑΝ είχε ως ειδικούς στόχους την αύξηση της πρόσβασης των ΠΜΕ και ΜΕ σε πηγές χρηματοδότησης (τράπεζες και leasing), την σημαντική μείωση του κόστους δανεισμού και τη σύνδεση της επιδότησης με την παροχή εγγύησης από την ΤΕΜΠΜΕ. 153

69 Το πρόγραμμα διήρκεσε 2 έτη (Οκτώβριος Οκτώβριος 2008) και ο αρχικός Π/Υ της επιδότησης των 20 εκατ. ευρώ εξαντλήθηκε γρήγορα με αποτέλεσμα να αυξηθεί στα 56 εκατ. ευρώ και το επιπλέον ποσό των 36 εκατ. ευρώ να καλυφθεί από ίδια κεφάλαια της ΤΕΜΠΜΕ. Συγκεκριμένα η Δράση επιδοτούσε με τέσσερις (4) μονάδες το κόστος των εγγυημένων από τη ΤΕΜΠΜΕ επενδυτικών τραπεζικών δανείων και στη περίπτωση της χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) το 10% της καθαρής αγοραίας αξίας των μισθίων. Με τον τρόπο αυτό το συνολικό κόστος των εγγυημένων από την ΤΕΜΠΜΕ δανείων επενδυτικού χαρακτήρα μειώθηκε σχεδόν κατά το ήμισυ. Για παράδειγμα στο έτος 2007 ο σταθμικός μέσος όρος των ανωτέρω εγγυημένων δανείων ήταν 6,57% που με την προσθήκη της εισφοράς του Ν.128/75 (0,6%) και της μέσης προμήθειας της ΤΕΜΠΜΕ το κόστος δανεισμού πλησίασε το 8,2% με αποτέλεσμα το τελικό επιδοτούμενο κόστος να μετατρέπεται σε 4,2% ή να αποτελεί το 49% του συνολικού κόστους δανεισμού. Σημειώνεται ότι όταν εμφανίστηκε άνοδος των επιτοκίων στην παγκόσμια και εγχώρια αγορά περί τα τέλη του 2007 η ΤΕΜΠΜΕ υπέβαλλε πρόταση και η Πολιτεία την έκανε αποδεκτή με σχετική ΚΥΑ για την αύξηση των επιτοκίων σε 5% και 6%. Έτσι ένας αριθμός επιχειρήσεων, 15% του συνόλου των αρχικώς εγκεκριμένων δανείων της δράσης ή 364 επιχειρήσεις σε σύνολο επωφελήθηκαν της τροποποίησης αυτής δανειζόμενες με ακόμη ευνοϊκότερους όρους. Συνολικά οι αρχικές εγγυήσεις που δόθηκαν στη δράση ανήλθαν σε 190 εκατ. ευρώ και μετά τις υπαναχωρήσεις σε 163 εκατ. ευρώ. Η δράση , όπως τονίστηκε παραπάνω, δεν επέφερε ουδεμία αλλαγή στα προγράμματα και στις εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης/ βαθμολόγησης των αιτημάτων από την ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. 54, δηλαδή προσαρμόστηκε στον Κανονισμό Λειτουργίας και παροχής εγγυήσεων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και της ανώνυμης εταιρίας ΤΕΜΠΜΕ. Αντίθετα στα τέλη του 2008 η εφαρμογή του προγράμματος του ΕΠΑΝ ΙΙ που εισήγαγε τα άτοκα κεφάλαια κίνησης, επέφερε αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του Ταμείου Εγγυοδοσίας καθώς και στις διαδικασίες παροχής εγγυήσεων, όπως αναλύεται συνοπτικά στην συνέχεια. ΙΙ.4.4 Η ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΑΤΟΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΙΝΗΣΗΣ / ΕΠΑΝ II ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε. Η δημοσιοποίηση του οδηγού εφαρμογής της δράσης του ΕΠΑΝ ΙΙ με τον τίτλο «Εγγύηση και επιδότηση επιτοκίων δανείων κεφαλαίων κίνησης μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων» προκάλεσε ευφορία στους κόλπους των Επιμελητηρίων και όχι αδίκως, αν λάβουμε υπόψη τα αποτελέσματα της δράσης. Πράγματι οι ρυθμοί αποστολής των αιτήσεων προς την ΤΕΜΠΜΕ σχετικών με τη δράση του ΕΠΑΝ ΙΙ, που επιδοτούσε τους συνολικούς τόκους των κεφαλαίων κίνησης των ΜΕ και ΠΜΕ (άτοκο κεφάλαιο κίνησης), την ίδια περίοδο μάλιστα που το ελληνικό κράτος δανειζόταν στη διεθνή αγορά για να καλύψει τα ελλείμματα του με κόστος 54 Βέβαια θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι συμπληρώθηκε το άρθρο 3 του ιδρυτικού νόμου της ΤΕΜΠΜΕ με την παράγραφο ότι η εταιρεία δύναται να παρέχει και επιδοτήσεις επιτοκίου. 154

70 5% ή 6%, θύμισαν εποχές της δεκαετίας του 80 με την ΑΝΕ 197/78. «Σε ένα χρονικό διάστημα μόλις τεσσάρων (4) μηνών (η δράση ξεκίνησε επίσημα την 12η Δεκεμβρίου 2008 και ολοκληρώθηκε την 8 η Απριλίου 2009), η ΤΕΜΠΜΕ δέχτηκε και ενέκρινε χωρίς γραφειοκρατία αιτήσεις με συνολικό ύψος δανείων 3,2 δισ. ευρώ και συνολικό ύψος εγγυήσεων περίπου 2,5 δισ. ευρώ, με μέσο ύψος ανά δάνειο ευρώ. Ο συνολικός αριθμός αιτήσεων που κατατέθηκαν στις τράπεζες ανήλθε σε » ανακοίνωσε ο Υπουργός Ανάπτυξης 55. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις των τραπεζών την πρώτη θέση στη δράση του ΕΠΑΝ ΙΙ για τα άτοκα κεφάλαια κίνησης κατέλαβε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος η οποία «ενέκρινε αιτήσεις με συνολικό εγκριθέν ποσό 850 εκατ. ευρώ, ποσοστό περίπου 36% του συνόλου σε αριθμό και 27% σε αξία, όταν το μερίδιο της τράπεζας στο σύνολο χώρας για τις ΜΜΕ είναι 15%» 56. Η Αγροτική Τράπεζα, η οποία στα πέντε πρώτα χρόνια λειτουργίας του θεσμού εγγυοδοσίας απέστειλε 170 αιτήσεις, εντός τριών μηνών «είχε δεχθεί αιτήματα σχετικά με την δράση των άτοκων δανείων ύψους 1,1 δισ. ευρώ και από αυτά αιτήματα ύψους 360 εκατ. ευρώ εντάχθηκαν στο πρόγραμμα των άτοκων κεφαλαίων κίνησης εγγυημένων από την ΤΕΜΠΜΕ». 57 Έτσι η ΑΤΕ κατέχει την δεύτερη θέση με ποσοστά 21% και 11% σε αριθμό και αξία αντίστοιχα στο σύνολο των αιτήσεων της δράσης του ΕΠΑΝ ΙΙ. Στη Eurobank «ήταν σε διαδικασία εκταμίευσης περίπου 1500 δάνεια» 58, η Τράπεζα Πειραιώς «είχε εγκρίνει 1350 αιτήσεις, συνολικού ποσού 160 εκατ. ευρώ» 59, ενώ η Alpha Bank «είχε εκταμιεύσει 200 εκατ. ευρώ που αφορούν τα άτοκα κεφάλαια κίνησης». 60 Μόνο από την παράθεση των παραπάνω αριθμών διαπιστώνεται ότι η υλοποίηση της δράσης των άτοκων κεφαλαίων κίνησης κινητοποίησε και ενεργοποίησε με έντονους ρυθμούς όλες σχεδόν τις μεγάλες τράπεζες και κυρίως την ΑΤΕ, η οποία κατείχε μία από τις τελευταίες θέσεις στην αγορά εγγυοδοσίας την περίοδο Μια άλλη θετική επίπτωση της νέας αυτής δράσης ήταν η εμφάνιση εντός του 1 ου τριμήνου 2009 ενός αριθμού προγραμμάτων από διάφορες τράπεζες για την δανειοδότηση των ΜΜΕ, παρά την συνέχιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, προγραμμάτων τρόπον τινά «συμπληρωματικών» αυτού της δράσης του ΕΠΑΝ ΙΙ. Τρίτη θετική επίπτωση αποτελεί το γεγονός ότι «ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης προς τις εμπορικές επιχειρήσεις, από τις οποίες τουλάχιστον είναι ΜΜΕ, διατηρήθηκε σε υψηλό επίπεδο το πρώτο δίμηνο του 2009 και σε αυτό συνέβαλε κυρίως το πρόγραμμα των άτοκων κεφαλαίων κίνησης εγγυημένων από την ΤΕΜΠΜΕ», 61 ενώ η ροή αυτή χρηματοδότησης προς τις ΜΜΕ διασφάλισε έστω και βραχυπρόθεσμα θέσεις εργασίας στη ελληνική αγορά. 55 Καθημερινή Ναυτεμπορική Ναυτεμπορική Το Πρώτο Θέμα Η Χώρα Ελευθεροτυπία ΤτΕ, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2008, σελ

71 Η τέταρτη θετική επίπτωση σχετίζεται με το θεσμό εγγυοδοσίας και την ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε., η οποία κέρδισε τεράστια αναγνωρισιμότητα στην ελληνική αγορά λόγω και της μεγάλης σχετικής διαφημιστικής εκστρατείας του ΥΠΑΝ και της ΤΕΜΠΜΕ. Την 13 η Μαρτίου 2009, ο Υπουργός Ανάπτυξης δήλωνε ότι «με δεδομένη τη μέχρι τώρα εντυπωσιακή πορεία του προγράμματος των άτοκων κεφαλαίων κίνησης το ΥΠΑΝ υπέβαλλε αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να διπλασιαστεί ο προϋπολογισμός για την επιδότηση του επιτοκίου των κεφαλαίων κίνησης. Το ποσό του προϋπολογισμού ύψους 100 εκατ. ευρώ με την έγκριση, όπως πιστεύεται, του σχετικού αιτήματος του ΥΠΑΝ από την Ε.Ε. θα διπλασιαστεί και έτσι ο προϋπολογισμός για την επιδότηση του επιτοκίου θα ανέλθει στα 200 εκατ. ευρώ». 62 Μετά από ένα μήνα και συγκεκριμένα την 9 η Απριλίου 2009 ο ίδιος Υπουργός Ανάπτυξης ανακοίνωσε ότι καταργείται εφεξής η επιδότηση του επιτοκίου των κεφαλαίων κίνησης και επικαλέστηκε δύο λόγους 63 : Ότι το ΕΣΠΑ και ως εκ τούτου το ΕΠΑΝ ΙΙ έχουν περιορισμένους πόρους και δεν υπάρχει δυνατότητα συνέχισης της επιδότησης επιτοκίων και Ότι έγινε κατάχρηση στο πρόγραμμα των άτοκων κεφαλαίων κίνησης που είχαν και την εγγύηση της ΤΕΜΠΜΕ με την επανατοποθέτηση των κεφαλαίων σε προθεσμιακές καταθέσεις. Βέβαια γράφτηκε στον τύπο ότι η κατάργηση της επιδότησης του επιτοκίου έγινε και για έναν ακόμη λόγο: «για να μην υπάρξουν προβλήματα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή» 64 διότι «υπήρξε ενόχληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πιθανό αθέμιτο ανταγωνισμό με το άτοκο επιτόκιο» 65. Έτσι, «η δράση των άτοκων κεφαλαίων κίνησης που είχε κριθεί καινοτομικό πρόγραμμα από την Ε.Ε. και που εντάχθηκε στο ΕΣΠΑ μετά από ειδική διαπραγμάτευση με αυτήν» 66, σύμφωνα με τον Ειδικό Γραμματέα Ανταγωνιστικότητας του ΥΠΑΝ, διαπιστώνεται μετά τη λήξη της ότι είχε και ορισμένα τρωτά σημεία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η δράση σχεδιάστηκε βεβιασμένα 67, ίσως λόγω και του επείγοντος για την τόνωση της αγοράς με δανειοδότηση 62 Καθημερινή Το σύνολο του ημερήσιου τύπου της 10 ης Απριλίου 2009 αναφέρει τους ανωτέρω δύο λόγους 64 Ελεύθερος ΤΟ ΒΗΜΑ Ναυτεμπορική Για του λόγου το αληθές, η σύγχυση που δημιουργείται στον αναγνώστη του Οδηγού του προγράμματος είναι μεγάλη. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρουμε: στους γενικούς στόχους της προκήρυξης 1.3. στην τρίτη και τέταρτη παράγραφο αναφέρεται ότι «το ΤΕΜΠΜΕ εγγυάται μέρος των δάνειων. Επίσης το ΤΕΜΠΜΕ επιδοτεί τους τόκους των κεφαλαίων κίνησης». Αν στην πραγματικότητα η ΤΕΜΠΜΕ επιδοτούσε τη δράση τότε τα διαθέσιμα κεφάλαιά της θα μειωνόταν κατά το ήμισυ. Οι γενικότεροι στόχοι της προκήρυξης αναφέρουν επίσης στη πρώτη παράγραφο ότι στόχος είναι η διευκόλυνση της πρόσβασης υφιστάμενων και νέων ΜΕ και ΠΜΕ σε κεφάλαια κίνησης και στη συνέχεια γενικές προϋποθέσεις 4.1. αναφέρεται ότι «επιλέξιμες είναι οι επιχειρήσεις που έχουν κλείσει τουλάχιστον τρεις (3)διαχειριστικές χρήσεις». Ακόμη επιβάλλει ο Οδηγός του προγράμματος (5.2. χρόνος υπογραφής δανειακών συμβάσεων) «η συνολική εφάπαξ εκταμίευση του δανείου να γίνεται εντός διμήνου από την ημερομηνία έγκρισης της εγγύησης, ενώ η καταληκτική ημερομηνία του προγράμματος είναι η , αναγκάζοντας έτσι την επιχείρηση να δανειστεί όλο το ποσό ανεξάρτητα από τις ανάγκες της (ανάγκες αγοράς πρώτων υλών, μηνιαίες πληρωμές μισθών και / ή ενοικίων κ.λπ). Αυτό το τελευταίο ίσως να οδήγησε τελικά στη χρήση του ποσού του δανείου και για άλλους σκοπούς. 156

72 εξαιτίας της χρηματοπιστωτικής κρίσης, με αποτέλεσμα να εμφανίσει κενά, τα οποία επωφελήθηκαν αμφότερες οι πλευρές (επιχειρήσεις και τράπεζες). Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σε δημοσιεύματα του τύπου υπογραμμιζόταν πως «τράπεζες προχωρούσαν σε επιλεκτικές δανειοδοτήσεις με τη δέσμευση των επιχειρήσεων να καλύψουν ήδη δανειοδοτηθέντα κεφάλαια, ή η επιδότηση να τοποθετηθεί σε νέα τραπεζικά προϊόντα ή καταθέσεις» 68 και πως «τράπεζες παρακρατούσαν το μη εγγυημένο 20% του δανείου» 69. Ακόμη το τραπεζικό σύστημα, το οποίο είθισται να ελέγχει εξονυχιστικά τις συμβάσεις που υπογράφει, δεχόταν και ενέκρινε αιτήματα μολονότι υπήρχε ρήτρα στη συμφωνία συνεργασίας ότι σε περίπτωση καταπτώσεων 12% η ΤΕΜΠΜΕ είχε δυνατότητα υπαναχώρησης από τις ήδη εκδοθείσες εγγυήσεις της. Βέβαια, την ο Υπουργός Ανάπτυξης ανακοίνωνε την τροποποίηση του επίμαχου όρου που αφορούσε τη διακοπή της συνεργασίας της ΤΕΜΠΜΕ, «δηλαδή αν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια φθάσουν το 7% του συνόλου των δανείων που έχει χορηγήσει μία τράπεζα μία συγκεκριμένη στιγμή, τότε η ΤΕΜΠΜΕ διακόπτει αυτομάτως τη συνεργασία της με την τράπεζα, αλλά συνεχίζει να καλύπτει το σύνολο των εγγυημένων δανείων που έχουν εκδοθεί μέχρι τότε». 70 Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι για την υλοποίηση της δράσης άτοκων κεφαλαίων κίνησης που διήρκεσε μόλις 4 μήνες, άλλαξαν ριζικά ορισμένες βασικές διαδικασίες παροχής εγγυήσεων και λειτουργίας της ΤΕΜΠΜΕ που είχαν θεσμοθετηθεί από την εκκίνησή του, ως χρηματοδοτικό ίδρυμα. Πρώτον, η ΤΕΜΠΜΕ δεν βαθμολόγησε τους υπό ανάληψη κινδύνους, κάτι που υπαγορεύεται όχι μόνον από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της αλλά και από το χαρακτήρα της ως χρηματοδοτικό ίδρυμα. Έτσι, στη δράση των άτοκων κεφαλαίων κίνησης απλώς «εξέταζε και ήλεγχε την αίτηση» (βλ λεπτομερείς όροι Διαχείρισης της Εγγύησης και Επιδότησης και διαδικασία καταβολής). Δεύτερον, η συνολική προμήθεια που καταβλήθηκε από τις ΠΜΕ και ΜΕ δεν υπολογίστηκε σε ετήσια βάση, όπως συνέβαινε σε όλη τη διάρκεια και όπως συμβαίνει με όλους τους εγγυοδοτικούς φορείς, ούτε έλαβε υπόψη παραμέτρους όπως π.χ. το ποσό του δανείου, τη διάρκεια του δανείου, τις εξασφαλίσεις κλπ. «Η προμήθεια ανέρχεται σε 1% επί του εγγυημένου ποσού του δανείου και καταβάλλεται εφάπαξ», σύμφωνα με τον Οδηγό του προγράμματος. Ο νόμος 3066/2002 όπως ισχύει (δεύτερο εδάφιο του σημείου Ε του άρθρου 8) αναφέρει ότι «η προμήθεια για τις εγγυήσεις επί των δανείων δεν μπορεί να υπολείπεται του ένα τοις εκατό (1%)) επί του αναλαμβανόμενου κινδύνου» δηλαδή δεν κάνει μνεία αν είναι σε ετήσια βάση ή όχι και ορθώς διότι δεν γνωρίζει a priori ο νομοθέτης τη διάρκεια μιας εγγύησης. Τρίτον, η δράση των άτοκων κεφαλαίων κίνησης υποχρεώνει την ΤΕΜΠΜΕ να παραιτείται της ένστασης διζήσεως, κάτι που θα μπορούσε να δημιουργήσει λόγω του μεγάλου όγκου των εγγυήσεων επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της ΤΕΜΠΜΕ σε 68 Το Κέρδος, Καθημερινή, ΕΞΠΡΕΣ,

73 περίπτωση ενός σημαντικού ποσοστού καταπτώσεων εντός μικρού χρονικού διαστήματος. Τέταρτον, η δράση του ΕΠΑΝ ΙΙ απέκλεισε όλες τις νεοσύστατες και νέες επιχειρήσεις της χώρας, ακόμη και αυτές που λειτουργούσαν τρία χρόνια στην ελληνική αγορά. Έτσι ένας μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων, στη δυσμενή αυτή συγκυρία δεν υποστηρίχθηκε καθόλου από το εγγυοδοτικό σύστημα της χώρας μας. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι τα εγγυοδοτικά συστήματα ανά την υφήλιο έχουν δημιουργηθεί με σκοπό να υποστηρίζουν, μεταξύ των άλλων, τις νεοσύστατες και νέες επιχειρήσεις γιατί αυτές δυσκολεύονται να προσφύγουν στον τραπεζικό δανεισμό λόγω του γεγονότος ότι ενέχουν υψηλότερο του μέσου όρου της αγοράς κίνδυνο (βλέπετε υψηλό ποσοστό θνησιμότητας). Πέμπτον, η δράση των άτοκων κεφαλαίων κίνησης απέκλεισε, όπως ήταν φυσ&iot