μαλλί σ!» (φοβέρα: θα σε ξεμαλλιάσω) ξαγηρίζου ρ. < ξ (ε) + αέρ-ας + -ίζω ανανεώνω τον αέρα, δροσίζω: «άν ξη κουμμάτ του παναθύρ να ξαγηρίγ ς

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "μαλλί σ!» (φοβέρα: θα σε ξεμαλλιάσω) ξαγηρίζου ρ. < ξ (ε) + αέρ-ας + -ίζω ανανεώνω τον αέρα, δροσίζω: «άν ξη κουμμάτ του παναθύρ να ξαγηρίγ ς"

Transcript

1 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page 168 Ξ ξαγηρίζου ρ. < ξ (ε) + αέρ-ας + -ίζω ανανεώνω τον αέρα, δροσίζω: «άν ξη κουμμάτ του παναθύρ να ξαγηρίγ ς του σπίτ!» μαλλί σ!» (φοβέρα: θα σε ξεμαλλιάσω) ξάκριγια επίρ. < ξ(ε) + άκριγια < μσν. άκρια < άκρη ξαγηρ κό (το) (επίθ.) < ξ(ε) < άκρη-άκρη, ξώπετσα, επιφανειακά: αγέρ-ας + -ικό «τ ν έφαγη (τη σφαίρα) ξάκριγια τσι μέρος που το «πιάνει» ο αέρας, που αερίζεται καλά: «εμ τι ξαγηρ κό, που είνι του σπίτ σας!» ξαδειάζου ρ. < ξ (ε) + αδειάζω όντας αποσχολημένος με πολλή δουλειά, βρίσκω κάποιον ελεύθερο χρόνο, ευκαιρώ: «- άμα ξαδειάγ ς, πέραση απού του σπίτ, που ση θέλου - ε ξαδειάζου να κατουρήσου» ξαίνου ρ. < αρχ. ξαίνω αραιώνω τις τρίχες του μαλλιού, το λαναρίζω, το χτενίζω Το μαλλί των προβάτων, αφού πρώτα το έπλεναν καλά, το έξαιναν με τα λανάρια (βλ. λ.), για να αφαιρέσουν τις όποιες ξένες ύλες υπήρχαν σ αυτό και να το κάνουν αφράτο και απαλό, κατάλληλο για γνέσιμο φρ.: «θα ση ξάνου τρίχα-τρίχα του γλίτουση» ξαμουλέρνου ρ. (αόρ. ξαμόλαρα) < ξ(ε) + αμουλέρνου < αμολέρνω < βεν. molar ή < ιταλ. mollare ή ammollare αφήνω ελεύθερο, εξαποστέλλω, ξεφορτώνομαι, εξορίζω: «θα πάρου του σ τσύλου στου β νό, να τουν ξαμουλάρου» ξανατσύλ μα (το) < ξανακυλ-ώ + -ημα υποτροπή αρρώστιας μτφ.: άνθρωπος φορτικός, πολύ ενοχλητικός, ανυπόφορος: «αυτός είνι αρρουστιά τσι ξανατσύλ μα» ξανατσ λώ ρ. < ξανα + κυλώ υποτροπιάζει η αρρώστια μου: «πάνου που αν ξη τα μάτια τ, ξανατσύλ ση» ξανοίγου ρ. < μσν. ξανοίγω < αρχ. ἐξανοίγω

2 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page ξηβγάζω ξεχερσώνω, μετατρέπω άγονη έκταση σε καλλιεργήσιμη, βγάζοντας από αυτήν άγριους θάμνους και βράχια, ξεχερσώνω (γ προσ.) ξανοίγ, ξάν ξη: σταμάτησε η βροχή, αραιώνουν τα σύννεφα: «ξάν ξη τσι θα μπουρέσου να πάγου στη δ λειά» ξάν μα (το) < ξάνοιγμα < ξανοίγω η εργασία του ξεχερσώματος η έκταση που έχουμε ξεχερσώσει μέρος με ανοιχτό ορίζοντα, ξέφωτο τοπωνύμιο δυτικά του χωριού (Βασιλικά) ξαπλανταρώνου ρ. < ξαπλάρ-ω (-ντα- για επίταση) < μσν. εξαπλώ ξαπλώνω και πιάνω ολόκληρο τον χώρο με ανοιχτά χέρια και πόδια, ξαπλώνω ανέμελα: «πήγη τσι ξηπλαντάρουση τσι ε τουν καίγητι καρφί» μτχ. παθ. πρκμ. ξηπλανταρουμένους: «τσείτι (κείτεται) ξηπλανταρουμένους κάτου απ τη σ τσιά (συκιά)» σωριάζομαι στο έδαφος: «μόλις έφαγη μια γρουθιά, ξηπλαντάρουση» ξαρρουστ κά (τα) < ξ(ε) αρρωστ-ώ (βλ. λ.) + -ικά δώρα που πήγαιναν στον άρρωστο (γλυκά, παξιμάδια, χυμούς) για να του ευχηθούν καλή ανάρρωση ξαρρουστώ ρ. < ξ(ε) + αρρωστώ αναρρώνω, είμαι σε ανάρρωση: «τουν έπιαση γρίπ τσι έκανη ένα μήνα να ξαρρουστήσ» ξαρχαίνου ρ. (αμετ.) (πιθ.ξ(ε) + αχνίζω αποβάλλω αχνούς (υδρατμούς) και θερμοκρασία, κρυώνω: «άση του φαγί να ξηρχάν!» (να φύγουν οι αχνοί, να κρυώσει) ξάφ (το) < χ(ρυ)σάφι < χρυσάφι χρυσάφι ξέκουμμα (το) < ξεκόβ-ω + κατάλ. -μα άτομο που έχει απομακρυνθεί από την εθνική ή κοινωνική του ομάδα και έχει προσκολληθεί σε άλλη περιφρονητική έκφραση για άτομο από ξένο τόπο: «ήρταν τα ξηκόμματα τσι γίναν αθρώπ!» ξη πρόθ. < ξε < αρχ. εκ (εξ) πρόθεση που σημαίνει: βγάλσιμο έξω (ξηδουντιάζου) ακύρωση προηγούμενης ενέργειας ή αποτελέσματος προηγούμενης ενέργειας (παγώνου - ξηπαγώνου - ξηπάγωμα), επίταση (κουφαίνου - ξηκουφαίνου) κ.ά. πολλά ξηβγάζω ρ. < ξε + βγάζω συνοδεύω κάποιον που φεύγει ως την Ξ

3 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page 170 Ξ αντιλαμβάνομαι: «τι ξηδιάληξης απ αυτά π άκ σης;» ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι: «τι ξηδιάληξης που πήγης τσι του πρόκανης;» ξηδιαντρέπουμι ρ. < ξε + δια + ντρέπομαι παύω να ντρέπομαι κάποιον, ξεπληρώνοντας κάποια υποχρέωση που του είχα: «πήγα τσι τουν μάζηψα πέντη μέρης ηλιές τσι τουν ξηδιαντράπ κα, που πήγη τ μάννα μ στου νουσουκουμείου» ξηδιάντρουπους -η -ου < μσν. ξεδιάντροπος < ξ(ε) + αδιάντροπος αυτός που έχει αποβάλει εντελώς το αίσθημα της ντροπής, αδιάντροπος, ξετσίπωτος ξηκατνιάζουμι ρ. (αόρ. ξηκατνιάστ κα) < ξε + κατίν-α (ράχη ) + -ιάζομαι «μου βγαίνει» η κατίνα από τη μεγάλη προσπάθεια ή από το σήκωμα μεγάλου φορτίου, κουράζομαι υπερβολικά: «ξηκατνιάστ κα σήμηρα να σ κώνου ούλ τ μέρα δίχτυα απ τ ς ηλιές» ξηκατουριέμι ρ. < ξε + κατουριέμαι < αρχ. κατουρῶ έχω μεγάλη ανάγκη να ουρήσω, βιάζομαι να ουρήσω μτχ. παθ. πρκμ. ξηκατουρμένους: μτφ. ο πολύ βιαξηβράκουτους 170 πόρτα, ξεπροβοδίζω (ξέβγαλ -μα) μτφ.: στέλνω στον άλλο κόσμο: «τουν ξέβγαλη του Μαρίγ τουν Δημητρό» ξεπλένω: «θα ξηβγάλου τα ρούχα τσι θα τ απλώσου» ξηβράκουτους -η -ου < ξε-βρακώ -(νω) + -τος αυτός που δεν έχει βρακί να φορέσει, ο πάμφτωχος ξεβράκωτη (γυναίκα χωρίς προίκα): «ποιος θα τ πάρ έφτην τ ξηβράκουτ!» ξηγανιάζου ρ. < ξε + γάν-α (βλ. λ.) + -ιάζω μου φεύγει η γάνα που είχα: «ήπια κουμμάτ νηρο τσι ξηγάνιασα» μτφ.: ικανοποιούμαι μερικώς για κάτι που επιθυμούσα πολύ: «τα είπα τσι ξηγάνιασα», «χόρηψα κουμμάτ τσι ξηγάνιασα» ξηγουνιαδιάζου ρ. < ξε - γωνιάδ-(ι) + -ιάζω αφαιρώ από το καρβέλι γύρω-γύρω το ξεροψημένο μέρος (τις γωνίες): «η Γιώρ ς ξηγουνιαδιάση ούλου του ψουμί τσι αφήτση μόνου ς ψίχης» ξηδιαλέγου ρ. < μσν. ξεδιαλέγω < ξε + διαλέγω κάνω διαλογή, ξεχωρίζω από τα πολλά: «έχου να ξηδιαλέξου απ τα σύκα τα ψτάλια» καταλαβαίνω,

4 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page ξημπατ κώνου στικός: «ήρτη σα τουν ξηκατουρμένου!», «σα ξηκατουρμένους κάν!» ξηκουλιάζουμι ρ. < ξε + κώλ-ος + -ιάζομαι «μου βγαίνει ο κώλος» από τη μεγάλη κούραση, ξεθεώνομαι: «ξηκουλιάστ κα ίσιαμι να καθαρίσου του σπίτ» ξηλ μανίζου ρ. < ξε + λιμάν-ι + -ίζω βγαίνω έξω από το λιμάνι, ταξιδεύω, πηγαίνω σε άλλα μέρη μτφ.: ψυχαγωγούμαι, ξεσκάω, βγαίνω έξω από το σπίτι «να πάρω τον αέρα μου», ύστερα από μεγάλο διάστημα που έμενα κλεισμένος: «μη κάθησι μέσα τσι σκας! έβγα όξου να ξηλ μανίγ ς κουμμάτ!» ξηλουγιάζου -ουμι ρ. < μσν. ξελογιάζω < ξε + λόγ-ος + -ιάζω 1. τρομάζω, πανικοβάλλω, τρέπω σε φυγή: «έβγα τσι ξηλόγιαση τ ς όρθης», «ξηλουγιαστήκαν τα πρόβατα απ τ τφητσιά (τουφεκιά)» 2. ξεγελώ, εξαπατώ, αποπλανώ: «μη του πε, πε, πε, τ ξηλόγιαση τ κουπηλούδα» ξηλουρίζου ρ. < ξε + λουρ-ίδα + -ίζω αποσπώ βίαια λουρίδες, ξεσχίζω, κομματιάζω: «θα του πιάσου του π κάμ σου σ να του ξηλουρίσου» ξηλουχίζου ρ. (και ξηλουχώ, αμετ.) < ξε (εκ) + λόχ-η (φλόγα) + -ίζω βγάζω, πετώ φλόγες: «μη ρίχν ς άλλα ξύλα! ξηλόχ ση η φουτιά!» ξηματίζου ρ. (και ξηματώ) < μσν. εξομματίζω κόβω, βγάζω το μάτι (αφαιρώ από τα κουκιά το επάνω μαύρο μέρος του φλοιού (μάτι), για να βράσουν ευκολότερα και καλύτερα): «ήταν μια γριγιά τσι ξημάτ ζη κ τσιά» ξημαυλίζου ρ. < ξε (εκ) + μαυλίζω εκμαυλίζω, παρασύρω σε κακές συνήθειες, ξελογιάζω: «ήταν άμαθου του κουπηλούδ τσι του ξημαύλ ση» ξημηρδίζου ρ. ξε + μερίδ-α + -ίζω αποσπώ βίαια κομμάτια, ξεκολλώ μέρη, ξεσκίζω, κομματιάζω: «θα νέρτου τσι θα ση ξημηρδίσου!» ξημουραίνου -ουμι ρ. < μσν. εκμωραίνω κάνω κάποιον να συμπεριφέρεται σαν μωρός: «η Θιος τουν ξημώρανη!», «ξημουράθ τση γέρους άθρηπους τσι θέλ παντριγιά!» ξημπατ κώνου ρ. < ξε + μπατ κώνου (βλ. λ.) βγάζω ή βοηθώ κάποιον να βγει από τη λάσπη, μέσα στην οποία έχει κολλήσει, ξελασπώνω: «έλα βάλη Ξ

5 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page 172 Ξ ξημπρουστιάζου 172 ένα χέρ να ξημπατ κώσουμε τ αυτουκίνητου» μτφ. (αμετ.): ξεχρεώνω, βγαίνω από τη δύσκολη οικονομική κατάσταση, που βρισκόμουν: «πούλ σα κουμμάτ λάδ τσι ξημπάτ κουσα» ξημπρουστιάζου ρ. < ξε + μπροστ-ά + -ιάζω ξεσκεπάζω, με κατ αντιπαράσταση εξέταση μπροστά σε τρίτους, τα σφάλματα ή τους ψευδείς ισχυρισμούς κάποιου ξημπρόστιασμα (το) < ξημπρουστιάζου (βλ. λ.) το ξεσκέπασμα μπροστά σε τρίτους του σφάλματος ή του ψέματος κάποιου:«ε μ αρέσιν μένα τα ξημπρουστιάσματα» ξην σκουμένους -η -ο < ξε + νηστικ-ός + -ωμένος μτχ. παθ. πρκμ. του ρ. *ξενηστικώνομαι πολύ πεινασμένος, θεονήστικος, ξελιγωμένος: «τρώγ σαν ξην σκουμένους» μτφ.: πλεονέχτης, λαίμαργος, αχόρταγος: «μάξηψη τόσου μαξούλ τσι δε χουρταίν η ξην σκουμένους» ξηνουγηννώ ρ. ξένος + γεννώ (για όρνιθες) γεννώ σε ξένη φωλιά και όχι στη δική μου: «τ μαύρ τ ν όρθα θα τ σφάξου, γιατί ούλου ξηνουγηννά» μτφ. (για άνδρες): έχω εξωσυζυγικές σχέσεις: «η Γιώρ ς, δυο χρόνια παντρημένους, τσι ξηνουγηννά» ξηπαραδιάζου -ουμι ρ. < ξε + παράδ-ες + -ιάζω αφαιρώ από κάποιον όλα τα χρήματά του (τους παράδες του) μεσ.: χάνω ή ξοδεύω όλα μου τα χρήματα: «πάντρηψη τ κόρ υτ τσι ξηπαραδιάστ τση» ξηπαραλιώ ρ. < ξεπαραλώ < ξε + παρά + ηλώ (μτγν. ἐξηλῶ = βγάζω τους ήλους, τα καρφιά, ξεκαρφώνω) ξεφτίζω πλεκτό, ξηλώνω τις ραφές ρούχου μτφ. (αμετ.): φεύγω από τη ζωή, πεθαίνω: «έτοιμους είνι η Γιώρ ς να ξηπαραλήσ!» ξηπαρδαλώνου -ουμι < ξε + παρτάλ-ι < τουρκ. partal - (κουρέλι) + -ώνω κουρελιάζω, κομματιάζω: «ξηπαρδαλουθήκαν τα παπούτσια μ! Θέλιν σόλιασμα!» μτχ. παθ. πρκμ.: ξηπαρδαλουμένους -η -ου: διαλυμένος, κουρελιασμένος: «η πόρτα είνι ξηπαρδαλουμέν» ξηπαρμένους -η -ο < μετοχή παθ. πρκμ. του αρχ. ρ. (ξε) ἐπαίρομαι (μτχ. ἐπηρμένος)

6 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page ξηρουβήχου υπερόπτης, αλαζόνας, καυχησιάρης: «κάτι (κάθεται) ένας ξηπαρμένους τσι καυτσιέτι πους μαζεύγ πηνήντα μόδια ηλιές» ξεμυαλισμένος: «ξηπαρμέν γ ναίκα» (γυναίκα, που έχουν πάρει τα μυαλά της αέρα, η ελαφρών ηθών): «αφήτση μια ξηπαρμέν τουν άντρα τ ς τσι τα μουρέλια τ ς τσι ακλούθ ση έναν αξ πόλ του» ξηπαστρεύγου ρ. < μσν. ξεπαστρεύω σκοτώνω, αφανίζω: «τ ς παραφ λάξαν τσι τ ς ξηπαστρέψαν έναν-έναν» ξεχερσώνω, από χέρσα γη ξεριζώνω τους άγριους θάμνους και την κάνω καλλιεργήσιμη: «ξηπάστρηψα ούλου του χουράφ» ξηπητσουριάζου ρ. < ξε + πητσούρ (βλ. λ.) + -ιάζω βγάζω από το ψωμί το «πετσούρι» (την κόρα) ξηπηταρούδ (το) < ξεπετ-ώ + υποκορ. επθμ. -αρούδι πουλάκι που αρχίζει να πετά και ν απομακρύνεται από τη φωλιά παιδάκι που μεγάλωσε πια αρκετά, προέφηβος ξηπητώ ρ. < ξε + πετώ πεταρίζω, φτερουγίζω: πρόληψη: όταν ξεπετά το μάτι σου, είναι σημάδι πως θα δεις, ύστερα από καιρό, κάποιο γνωστό σου πρόσωπο: «του μάτ υμ ξηπητά! άθρηπου θα δω!» μτφ.: λαχταρώ, έχω έντονη επιθυμία: «ξηπητά η καρδιά μ να πάγου στου χουριό» ξηπουρτίζου ρ. < ξε + πόρτ-α + -ίζω < μσν. εξωπορτίζω φεύγω κρυφά από το σπίτι για διασκέδαση ή παράνομες ερωτικές σχέσεις, εγκαταλείπω το σπίτι μτφ.: παίρνω τον κακό δρόμο: «απού μ κρή αρχίν ση να ξηπουρτίζ» ξηράδ (το) < ξηρ-ός + επθμ. -άδι οι ελιές που ξηραίνονται και πέφτουν από το δέντρο προτού ωριμάσουν: «αξ στιάτ κου ξηράδ» (αυγουστιάτικο ξεράδι) κομμάτι ξερό ψωμί, ξεροκόμματο: «ρίξη στου στσύλου ένα ξηράδ» μτφ.: χέρι ή πόδι: «κάτου τα ξηράδια σ!» ξηρουβήχου ρ. < μσν. ξεροβήχω < ξερο + βήχω προσποιούμαι πως βήχω, για ν αποφύγω απάντηση: «τουν ρώτ σα γιατί τουν έδιουξη απ τη δ λειά τσι τσείνους ξηρόβ ξη» προσποιούμαι πως βήχω από αμηχανία, μπροστά σε αδιέξοδο: πρβλ.: «απορία ψάλτου βηξ» βήχω για να κάνω φανε- Ξ

7 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page 174 Ξ ξηρουλιθιά 174 ρή την παρουσία μου: «τουν είδα που έκληβγη τα λουλούδια τσι ξηρόβ ξα» ξηρουλιθιά (η) < μσν. ξηρόλιθ-ος + -ιά τρόπος χτισίματος πέτρας χωρίς συνδετικό υλικό (λάσπη, ασβέστη, τσιμέντο), αλλιώς ξηνουτρόχαλο. Με ξηρουλιθιά χτίζονται «σέτια» (βλ. λ.) και τοίχοι για περίφραξη χωραφιών ξησάζου ρ. ξε + αρχ. ἰσάζω ετοιμάζω, τακτοποιώ: «απαντέχου μ σαφιριά τσι ξησάζου του σπίτ» ξησιέρνου ρ. < ξε + σέρνω (τραβώ) τραβώ (δίνω έκταση σε) κάτι περισσότερο από όσο πρέπει: φρ. μτφ.: «μη του ξησιέρν ς του στσοινί» (μη παρατραβάς το σκοινί, μην οδηγείς την υπόθεση στα άκρα) ξησκαντάλα (η) < ξε + μτγν. σκάνδαλον (= ξύλινο εξάρτημα παγίδας) παγίδα για πιάσιμο πουλιών Λειτουργούσε κι έπιανε με θηλιά το πουλί από τα πόδια, όταν αυτό πατούσε σε μικρό ξυλάκι της ξεσκαντάλας (στο «σκάνδαλον»), το οποίο έπεφτε με το παραμικρό άγγισμα ή βάρος μτφ.: ό, τι είναι έτοιμο να καταρρεύσει, το ετοιμόρροπο: «ξησκαντάλα είνι η τοίχους! έτοιμους είνι ν αλέσ! (να γκρεμιστεί)» ξησκουλίζου ρ. < ξε-σκολ-ειό + -ίζω τελειώνω το σχολειό έχω αποκτήσει πείρα σε κάτι και δεν μπορεί να με ξεγελάσει κανένας: «έχου ξησκουλήσ, είμι ξησκουλ σμένους» ξητσίπουτους (ο) < ξετσιπώ-νομαι + -τος αυτός που δεν έχει «τσίπα», που έχει αποβάλει το αίσθημα της ντροπής, ο αδιάντροπος: «τι ν απαντέχ κανείς απού έναν ξητσίπουτου!» «ξητσίπουτ γ ναίκα»: γυναίκα ελευθερίων ηθών, πόρνη ξητσιώνουμι ρ. < (εξ) αιτιώνομαι < από το αρχ. ρ. αἰτιῶμαι (μέμφομαι, κατηγορώ) επιχαίρω για το κακό που βρήκε τον εχθρό μου: «η Γιώρ ς ξητσιώνητι που ψόφ ση του βόδ τ Δημητρού» ξηυτιλίζου: < μτγν. ἐξευτελίζω μειώνω ηθικά, θίγω, προσβάλλω, ταπεινώνω, ρεζιλεύω: «τουν έφτ ση μπρουστά στουν κόσμου τσι τουν ξηυτέλ ση» ξηφαν κός (ο) < ξε + φαν- (αόρ. φάν-ηκα του ρ. φαίνομαι, φαίνω = φέρνω στο φως, φωτίζω) + -ικός αυτός που φαίνεται καθαρά, που

8 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page ξ λώνου μπορείς να τον δεις ανεμπόδιστα, που τον λούζει το φως: «του σπίτ μας είνι πουλύ ξηφαν κό» (πρβλ. Ιλιάδα Π, στ. 299 «προβάλνουν τα ξέφαντα λιβάδια», μετ. Αλ. Πάλλη) ξηφτέρ (το) < ξεφτέρι < μσν. ξεφτέριν < λατιν. accipiter (κατά Μπαμπινιώτη από το μτγν. οξυπτέριον < υποκορ. του επίθ. οξύπτερος «αυτός που πετά γρήγορα, που κινεί γρήγορα τα φτερά του»: γεράκι μτφ: πανέξυπνοςάνθρωπος, αυτός που τα έχει μάθει όλα: «γίν τση ξηφτέρ στου χουρό» ξηφτ λίζου ρ. < ξε + φιτίλ-ι + -ίζω 1.τραβώ (μεγαλώνω) το φιτίλι του καντηλιού: «ξηφτίλ ση του καντήλ!» (τράβα, μάκρυνε, το φιτίλι του κα-ντηλιού) 2. καθαρίζω, ξεβουλώνω με φιτίλι: «ξηφτίλ ση τ αφτιά σ, ν ακούς!» ξηφτούρα (η) < ξεφτούρα < μτγν. επιθ. οξύπτερος - οξυπτέρα (αυτή που πετά γρήγορα, που κινεί γρήγορα τα φτερά της, βλ. λ. ξηφτέρ ) η όρνιθα πετά πάνω από τον φράχτη και το σκάει από το κοτέτσι μτφ.: η γυναίκα που ξεπορτίζει, που γυρίζει τις νύχτες ξηχρουνίζου ρ. < ξε + χρόν-ος + -ίζω αργώ, καθυστερώ, κάνω έναν ολόκληρο χρόνο: «πήγη να πάρ ψουμί απ τουν φούρνου τσι ξηχρόν ση» ξιτσ (το) < ξίκι < τουρκ. eksik (έλλειψη) ελλιπές, λειψό βάρος ξίτσ κους (ο) < τουρκ. eksik (λειψός, ελλιπής) ξίκικος, αυτός που του λείπει βάρος: «ξίτσ κα δράμια», «ξίτσ κα μυαλά» αυτός που δείχνει βάρος μεγαλύτερο από το πραγματικό: «ξιτσ τσια ζ γαριά» ξιω - ξιέμι ρ. < βλ. λ. ξύνου - ξύνουμι ξ λουγαϊδάρα (η) < ξύλο + γαϊδάρα ξύλινο φορείο, υποβασταζόμενο από δύο, για μεταφορά βαριών αντικειμένων (π.χ. βράχων): «πα στ ξ λουγαϊδάρα να ση φέριν» (κατάρα: να σε φέρουν νεκρό πάνω στη...) ξ λουμένους (ο) < μτχ. παθ. πρκμ. του ρ. ξ λώνου (βλ. λ.) αυτός που του έχουν φύγει οι ήλοι (τα καρφιά) ο ξεκάρφωτος, διαλυμένος μτφ. ασύνδετος, ασυνάρτητος, αφηρημένος, απρόσεχτος, χαζός: «ξ λουμένα λόγια» ξ λώνου -ουμι ρ. < μσν. ξηλώνω < μτγν. ἐξηλῶ (βγάζω τους ήλους = τα καρφιά, ξεκαρφώνω) Ξ

9 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page 176 Ξ ξ νήθρα αφαιρώ μέρη από ένα σύνολο: «ξ λώνου τα μανίκια απ του παλτό» 2. αποσπώ την προσοχή, απασχολώ: «ξ λώνου του μουρό», «ξ λώθ κα μη τ τηληόρασ τσι έκαψα του φαγί» 3. μένω κατάπληκτος, αποσβολώνομαι: «ξ λώθ κα μη τα λόγια τ» ξ νήθρα (η) < ξιν-ός + -ήθρα άγριο χόρτο με ξινό χυμό, που φυτρώνει σε σχισμές βράχων και σε θάμνους. Μοιάζει με το λάπατο. ξόμπλ (το) < μσν. ε-ξόμπλι-ον στολίδι, κέντημα μτφ.: ψεγάδι, μειονέκτημα, κατηγόριο: «άμα θελ ς ν ακούγ ς τα ξόμπλια σ, πέ του!» ξός, ξή, ξό < χ(ρυ)σός < αρχ. χρυσός χρυσός: «τα χειρέλια τ είνι ξα», «ξο μουρό» ξουδιάζου ρ. < μσν. ξοδιάζω ξοδεύω: «ξουδιάση (ξόδεψε) τα μαλλιά τ τσηφαλιού τ» ξουμπλιάζου ρ. < ξόμπλ-ι + -ιάζω στολίζω, διακοσμώ με κεντήματα ή άλλα στολίδια (ξόμπλια) μτφ.: βρίσκω ψεγάδια, κακολογώ, κουτσομπολεύω: «ήρτη στου σπίτ υμ για να ξουμπλιάσ!» ξούρ (το) < κουσούρι < τουρκ. kusur ελάττωμα, αδυναμία, ψεγάδι: «η Γιώρ ς έχ ένα ξουρέλ! τουν αρέσ του ρακέλ!» ξουριάζου ρ. < ξούρ-ι + -ιάζω βρίσκω ξούρια σε κάποιον, τον κακολογώ: «κάτι (κάθεται) τσι ξουριάζ τ νύφ υτ ς!» ξουρίζου ρ. < ξε + ορίζω < αρχ. ἐξορίζω βγάζω κάποιον έξω από τα όρια του τόπου του εκτοπίζω σε απομακρυσμένο και ακατοίκητο μέρος: «πάρ τουν του στσύλου τσι ξούρ ση τουν» ξουχάρ ς - σα - κου < ξοχάρης < εξοχ-ή + -άρης άνθρωπος που εργάζεται ή διαμένει στην εξοχή, αγρότης ξ πάζου ρ. (αμετ., και ξ πώ) < μσν. ξυπάζω 1. ξιπάζω, αλαζονεύομαι, υπερηφανεύομαι, «το παίρνω στη μύτη μου»: «είδη πέντη παράδης στ τσέπ υτ τσι ξίσπαση!» μτχ. παθ. πρκμ.: ξ πασμένους: ο φαντασμένος, «που νομίζει πως είναι αυτός και όχι (κανένας) άλλος» 2. τρομάζω, ξαφνιάζομαι: «μα ξ πάσαν τα μ λάρια, πητάξαν απ τ ς κατίνης τα σαμάρια» ξύνου -ουμι ρ. (και ξύω - ξυέμι) < ξύνω -ομαι < αρχ. ξέω (για ξύλο, πέτρα, μάρμαρο κτλ.) και ξύω - ξύομαι (για σάρκα)

10 Ξ ( ):Layout 1 4/3/ :07 μ Page ξύστρους ξύνω: «ξύν τα νύχια τ για καβγά» ξυω: «θ αφήσουμη τη δ λειά μας, να ξυούμη τα μηριά μας» (παροιμ.) ξύνουμι: «ξύνητι σα ψουριάρ ς» ξυέμι: «ξυέτι στ τσιουμπάν τ γκατζουρίδα» (παροιμ.) ξύστρους (ο) < ξύστρος < ξύνω τριγωνική μεταλλική σπάτουλα με την οποία έξυναν τα τοιχώματα της σκάφης μετά την αφαίρεση της ζύμης από αυτήν Ξ

11 Ο ( ):Layout 1 4/3/ :12 μ Page 178 Ο όξουνους (ο) < όξου (έξω) + νους ο προσποιούμενος τον ανήξερο: «κάν τουν όξουνου» (κάνει τον ανήξερο, κάνει πως δεν καταλαβαίνει) όπιτη επίρ. < μσν. όποτε όποτε, όταν: «έρχητι όπιτη τουν καπνίσ» (παροιμ.), «κάν του ότληγια μπουρείς!» ούγια (η) < μσν. ούια < αρχ. ὄα η άκρη του υφάσματος, από την οποία φαίνεται και η ποιότητά του: «δες ούγια τσι πάρ πανί, δε γουνιό τσι πάρ πιδί» (παροιμ.) οσάκις, κάθε φορά που: ουγραντίζου ρ. (ενεργ. αμετ.) < «όπιτη τουν φουνάξ ς, είνι αλέστα» όρθα (η) < αρχ. όρνις (αιτ. όρνιθα) όρνιθα: «μάς, ε μας κουλλά καμιά όρθα, μόνου πητ νοί μας κουλλούν» (εμάς δεν μας έρχεται τίποτα ευνοϊκό, όλα ανάποδα μάς έρχονται) (παροιμ.) όρση επιφ. < όρισε, προστ. του ορίζω με συγκοπή του -ιορίστε, να, πάρε (με σκωπτική ή υβριστική διάθεση, συνοδευόμενο από μούντζα): «όρση, γαμπρέ μ, συ τσι του μ λάρ π αγόρασης!», «όρση, γαμπρέ μ, κουφέτα!» ότληγια επίρ. < ό,τι + λογής (μτγν. λογή = είδος) όπως, με τον τρόπο που: «ότληγια τουν δεις τουν καθρέφτ, θα ση δει», τουρκ. ugradim, αόρ. του ugramak (πετάγομαι ξαφνικά, πέφτω) τρελαίνομαι από φόβο, έρωτα, χαρά, περηφάνια, ενθουσιασμό κ.ά.: «μόλις είδα του φίδ, ουγράντ σα απ του φόβου μ!», «ήβγη (βγήκε) πρόηδρους τσι ουγράντ ση απ τ χαρά τ», «είδη πέντη παράδης στ μύτ υτ τσι ουγράντ ση» ουγραντ σμένους (ο) < μτχ. παθ. πρκ. του ρ. ουγραντίζου (βλ. λ.) ξετρελαμένος: «η γέρους είνι ουγραντ σμένους μη τ ημ κρή» ουγρός (ο) < ογρός < αρχ. ὑγρός ο βρεγμένος: «κούνει τουν τουν Κουμνηνό μες του πάπλουμα τ ουγρό!» (παροιμ.) (άσ τον να βαυκαλίζεται, να αυταπατάται)

12 Ο ( ):Layout 1 4/3/ :12 μ Page ουρνιάζου ουκνόστσ λους (ο) < οκνός + σκύλος τεμπελόσκυλο: λέγεται απαξιωτικά και υβριστικά για άνθρωπο πολύ τεμπέλη ουλιά (η) < αρχ. ἰλύς -ύος (λάσπη, κατακάθι) το κατακάθι κρασιού σε βαρέλι, ή άλλο δοχείο (η μτγν. τρυγία) ουλούτσ (το) < τουρκ. oluk (λούκι) λούκι, αυλάκι, υδρορροή ούξου επιφ. < πιθ. έξω επιφώνημα - απάντηση σε κάποιον που μας αποδοκιμάζει με το επιφώνημα «ου... ου...»: «ούξου τσι ξηρό τσι ξηράδια στου λιμό σ!» ουργιά (η) < μτγν. ὀργυιά < αρχ. ὄργυια αυθαίρετη μονάδα μήκους (όσο το άνοιγμα των χεριών): «κάτσ ση (κάκιωσε, μάνισε) η κατσίκα απού τουν πρίνου, τσι πάητση (έφυγε, απομακρύνθηκε) η πρίνους ουργιές τσι πήχεις» (παροιμ.) ουρθουφλιά (η) < πιθ. συμφυρμός των λέξεων όρθα (αρχ. όρνιθα ) + *τυφλιά (τύφλ-α) με αποκοπή του -τυ- και έκταση του -ο- σε -ου- (ορθο <τυ> φλιά, ουρθουφλιά) η περιορισμένη όραση που έχουν οι όρνιθες τη νύχτα Ασθένεια των ματιών, που εμπόδιζε να βλέπεις καθαρά, όταν βασίλευε ο ήλιος. Σ εκείνον που σκόνταφτε ή έκανε κάποια αδικαιολόγητη αβλεψία τού έλεγαν επιτιμητικά: «ουρθουφλιά έχ ς;». Σύμφωνα με αφηγήσεις γερόντων κατοίκων του χωριού, για να θεραπεύσουν κάποιον που έπασχε από ουρθουφλιά τον έβαζαν πάνω σε μια ξ λουγαϊδάρα (βλ. λ.) και τον γύριζαν μέσα στο χωριό. Εκείνος ήταν υποχρεωμένος να φωνάζει «ουρθουφλιά έχου!» και οι άλλοι του απαντούσαν «καλά βλέπ ς!» ουριάζου ρ. < αρχ. ὀρ-ός (βλ. λ. ούριους) + -ιάζω (για τα αβγά): κλουβιάζω ούριους -α -ου < πιθ. από το αρχ. ὀρός, το υγρό που απομένει μετά την πήξη του γάλακτος (για τα αβγά ) μπαγιάτικος, αλλοιωμένος, κλούβιος φρ.: «ούριου τσιφάλ» (άνθρωπος με χαλασμένο μυαλό, που δε σκέφτεται σωστά, ανόητος) ουρνιάζου ρ. < ουρν-ός (βλ. λ.) + -ιάζω ρίχνω σε συκιά αρσενικά άνθη συκιάς (ορνούς) για επικονίαση των θηλυκών, κάνω όρνιασμα Ο

13 Ο ( ):Layout 1 4/3/ :12 μ Page 180 ουρνός 180 ουρνός (ο) < αρχ. ἐρινεός άγρια συκιά, συκιά με αρσενικά άνθη (ορνούς), μέσα από τα οποία βγαίνουν μικρά έντομα, που μεταφέρουν τη γύρη στα θηλυκά άνθη και γίνεται η επικονίαση όχινα (η) (και όχιντρα) < μεσν. έχεντρα < αρχ. ἔχιδνα (με τροπή του αρχικού έ σε ό και αποκοπή του δ) η οχιά: «όχινα τσι ασκόντριχα να γέν ς!» (λέγεται σε κάποιον που αρνείται κάτι επίμονα και πεισματικά, λέγοντας συνεχώς «όχι!») Ο

14 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page 181 Π πα επίρ. < απά (νω) < επάνω επάνω τοπ.: «πήγα πα στου φούρνου μας...» χρον.: «πα σ έφτα τα χέρια, να τσι γη γαμπρός» (εκείνη ακριβώς τη στιγμή) παγ βάν (το) < άγν. ετυμ. κομμάτι σκοινιού με το οποίο δένουν τα δυο πόδια του ζώου, για να μην απομακρύνεται. Παλιότερα τοποθετούσαν στα πόδια των νεαρών αλόγων ειδικά κλώστινα σουν. Η φράση υποκρύπτει τη συνήθεια να συνοδεύουν τη διαπομπευόμενη μοιχαλίδα με τυμπανοκρουσίες και σφυρίγματα) γενικά η σφυρίχτρα: «του παγιαύλ τ μπηχτσή, του παγιαύλ τ χουρουφύλακα...» παγιαυλέλ (το) < παγιαύλ (βλ. λ.) + υποκορ. επθμ. -έλ παιχνίδι, πήλινη σφυρίχτρα που λειτουργεί με νερό. Παγιαυλέλια που- παγ βάνια για να συνηθίζουν λούσαν στα πανηγύρια για τα σε ορισμένο τρόπο βαδίσματος, «να παιδιά. μάθιν πουρπατ ξιά» παγ βανώνου ρ. < παγ βάν-ι (βλ. λ.) παζβάντ ς (ο) < παζβάντης < τουρκ. pazvant + -ώνω νυχτοφύλακας του χωριού στις τοποθετώ στα πόδια του ζώου τουρκοκρατούμενες περιοχές, φύλακας, παγ βάνι: «πάνη να παγ βανώγ ς τ ς κατσίκης, μη πάν τσι κάνην καμιά ζημιά!» παγιαύλ (το) < μσν. πλαγιαύλι < μτγν. πλαγίαυλος αυλός, φλογέρα, φλάουτο: «θα ση παίξιν ντούντουρλου (νταούλι) τσι του πααύλ» (θα κοινολογήσουν τα καμώματά σου, θα σε διαπομπεύ- φρουρός. Πληρωνόταν από την Κοινότητα: «τι ήρτης τσι στέτσηση απού πάνου μ σα τουν παζβάντ ;» παθ μένους -η -ου < παθημένος < μτχ. παθ. πρκμ. του ρ. παθαίνω -ομαι μτφ. αυτός που έχουν πάθει τα μυαλά του, βλαμμένος, παλαβός: «παθ μένους είνι! εν έχ σ νώρ σ!»

15 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page 182 Π παλαμαρίδ 182 παλαμαρίδ (το) < η παλαμαρ-ά + υποκορ. επθμ. -ίδι ξύλινο προστατευτικό κάλυμμα της παλάμης, που φορούσαν οι θερίστριες στο αριστερό τους χέρι, με το οποίο έδραχναν τα στάχυα, ενώ με το δεξί κρατούσαν το δρεπάνι και θέριζαν παλαμουδέρνου ρ. < παλάμη + δέρνω αγωνίζομαι (προσπαθώ) με τις παλάμες μου (με τα χέρια μου, με τις σωματικές μου δυνάμεις) να φέρω σε πέρας μια δύσκολη δουλειά μτφ.: παλεύω με δύσκολες καταστάσεις, με ανυπέρβλητες δυσκολίες: «μη τα βηρησέδια τσι τ ν ανηδ λειά, παλαμουδέρν η Γιώρ ς να κρατήσ του μαγαζέλ υτ αν χτό» παλάντζα (η) < βεν. balanza είδος ζυγαριάς με μοχλοβραχίονα και ένα δίσκο, που χρησιμοποιούσαν κυρίως πλανόδιοι μικροπωλητές άνθρωπος χωρίς σταθερές αρχές, που γέρνει πότε από τη μια και πότε από την άλλη παλαντζάρου ρ. (και παλαντζέρνου) παλάντζ-α + επθμ. -άρω (-έρνω) γέρνω πότε από τη μια και πότε από την άλλη, «απ όπ φ σήξ γη αγέρας» (με το μέρος του ισχυρού) παμπόρ (το) < ιταλ. vapore βαπόρι, μηχανοκίνητο καράβι: «έκανης του τσηφάλ υμ παμπόρ» (με ζάλισες) πάνα (η) < μεγεθυντ. του πανί < πανί-ον 1. μεγάλο τετράγωνο κομμάτι λευκό ύφασμα για το σπαργάνωμα του μωρού: «φέρη μια πάνα ν αλλάξου του μουρό, τσι (γιατί) κατουρήθ τση» 2. βρεγμένο κομμάτι χοντρό πανί, δεμένο στην άκρη μακριού ξύλου, για το σκούπισμα (πάνισμα) του δαπέδου του φούρνου από στάχτες και κάρβουνα, πριν βάλουν για ψήσιμο τα ψωμιά πανίζου ρ. < πάν-α + -ίζω καθαρίζω με την πάνα (βλ. λ.) το δάπεδο του φούρνου από τα κάρβουνα και τη στάχτη πανουπρούτσ (το) < επάνω + προύκι < προύκα < προίκα επανωπροίκι: μερικές φορές ο γαμπρός ζητούσε από τον μέλλοντα πεθερό του προίκα πέρα από τη συμφωνημένη. Το μέρος αυτό της προίκας ήταν του πανουπρούτσ : «τσι του δίναν πανουπρούτσ έναν

16 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page παρακαλητός τζητζηρέ ψιρούκ» (από ταχτάρισμα) πανταχούσα (η) (και απανταχούσα) < αρχ. επίρ. ἀπανταχοῦ (παντού) + -ούσα έγγραφο κρατικής ή άλλης αρχής που εντέλλεται δυσάρεστα για τον παραλήπτη: «τουν ήρτη μια πανταχούσα να πληρώσ τριγιών χρουνών σπασμένα» πάξα (η) < πιθ. μεγεθυντ. του μτγν. παξαμάδιον (παξιμάδι) μεγάλο παξιμάδι μεγάλο κομμάτι από σχισμένο ξύλο μτφ.: το θηλυκό παιδί, η κόρη: «η Γιάνν ς έκανη τ πάξα» (η γυναίκα του γέννησε κορίτσι) παπλαρίζου ρ. < άγν. ετυμ. πιθ. ηχοποίητη λέξη από το παπ, παπ, ήχο που συνοδεύει τα χτυπήματα στην πλάτη χτυπώ χαϊδευτικά στην πλάτη: «παπλάρ ξη του του μουρό να μη κλαίγ!» παπλάρ σμα (το) < παπλαρίζου (βλ. λ.) το θωπευτικό χτύπημα στην πλάτη παπούδα (η) < αρχ. πάππ-ος (σπόρος) + -ούδα το κάθε κομμάτι από ένα σκόρδο, η μια σκελίδα ο καθένας από τους σπόρους των ψυχανθών μουλιασμένο και φουσκωμένο κουκί παπουδιάζου ρ. < παπούδ-α + -ιάζω γίνομαι σαν παπούδα (βλ. λ.): «παπουδιάσαν τα χέρια μ να πλένου ώρης μες τα νηρά» πάπ ς (ο) < πάπης < αρχ. πάππος ο παππούς, ο γέροντας: «έλα, πάπ υμ, να μη δείξ ς τα γουνικά μ» (παροιμ.) παραβαρώ ρ. < παρά + βάρος γίνομαι βάρος, φόρτωμα σε κάποιον, τον επιβαρύνω: «έχου τ συνταξούλα μ τσι δε παραβαρώ κανέναν» παραγιός (ο) (και ψ χουγιός) < παρά + γιος υπηρέτης Μέχρι και τα μισά του 20 ού αιώνα οι μεγαλοκτηματίες και οι μεγαλοκτηνοτρόφοι του χωριού έπαιρναν στη δούλεψή τους εργάτες, που τους παρείχαν στέγη, τροφή, ένδυση και υπόδηση. Ο παραγιός δούλευε χρόνια και χρόνια στο ίδιο αφεντικό χωρίς καμιά άλλη ή με μηδαμινή αμοιβή. Το αφεντικό είχε εμπιστοσύνη στον παραγιό του όπως σε συγγενή του (ψυχογιός). παρακαλητός -ή -ό < παρακαλέ-ω + -τός Π

17 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page 184 Π παράκαρδα 184 αυτός που πρέπει (ή που θέλει) να τον παρακαλέσουν, για να κάνει κάτι: «παρακαλητός γαμπρός, ξ νό γαμήσ» (παροιμ.) παράκαρδα τροπ. επίρ. < παρά + καρδιά χωρίς όρεξη, με μισή καρδιά: «πήγη στου παναγύρ παράκαρδα» παρακηντές (ο) τουρκ. perakende (λιανοπωλητής) ακτήμονας, παραγιός, εργάτης σε κτήματα άλλων άνθρωπος τιποτένιος, ασήμαντος, κοινωνικά κατώτερος: «μένα η κόρ υμ εν είνι για έφτουν τουν παρακηντέ» παρακόρ (η) παρά + κόρη υπηρέτρια ή και ψυχοκόρη. Οι εύπορες οικογένειες έπαιρναν στο σπίτι τους παρακόρες. Η θέση της παρακόρης ήταν ανάλογη με τη θέση του παραγιού (βλ. λ.). Κορίτσια από την επαρχία έρχονταν στις μεγαλουπόλεις και εργάζονταν ως παρακόρες χρόνια ολόκληρα στα σπίτια πλουσίων. παραματίζου ρ. < παρά + ματ-ίζω < μτγν. αμματίζω (δένω, συνδέω) φτιάχνω κόμβο, βρόχο, θηλειά συμπληρώνω, προσθέτω, ενώνω δυο κλωστές ή σχοινιά με κόμπο αυξάνω το μήκος ενός σχοινιού δένοντας σ αυτό ένα άλλο ειδικά για την ύφανση: περνώ τα νήματα του στημονιού μέσα από τα μιτάρια και το ξυλόχτενο του αργαλειού παραμάτ σμα (το) < παραματίζου (βλ. λ.) η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος παραματίζου παραμάτσ (η) < παραμάτιση < παραματίζω είδος ύφανσης με σχέδια στο υφαντό παράναγκα (τα) < παρά + ανάγκη λόγια και καμώματα, που είναι πέρα από τα αναγκαία, παράξενα, ασυνήθιστα, υπερβολικά, παράλογα: «θα σ κουθώ να παγαίνου! ε μπουρώ να βλέπου έφτα τα παράναγκα!» επίρ.: περισσότερο απ το αναγκαίο, υπερβολικά: «τρώγ τσι πίν παράναγκα» παράνουμα (το) < μσν. παρανόμι < παρά + όνομα παρωνύμιο, παρατσούκλι: «άμα δεν τουν πεις μη του παράνουμα τ, ε τουν βρίστσ ς» παρανουμιάζου ρ. < παράνουμ-α + -ιάζω ονομάζω κάποιον με το παράνουμά του

18 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page παρτσιάδ παραν χίδα (η) < παρανυχίδα < μτγν. παρωνυχίς -ίδος παρωνυχίδα, μικρή, επώδυνη σχισμή του δέρματος στη βάση του νυχιού παρασταλιάζου ρ. < παρά + σταλιάζω < στάλ-η (χώρος που σταλιάζουν τα πρόβατα) + -ιάζω μένω ακίνητος σ έναν τόπο για πολλή ώρα στέκομαι άσκοπα σε μια θέση, χωρίς με την παρουσία μου να κάνω ή να προσφέρω κάτι παραστανιό (το) < παρά (για επίταση) + στανιό (βλ. λ.) με το ζόρι, παρά τη θέληση, αναγκαστικά: «πήγη στη δ λειά μη του παραστανιό» παραστόλ (το) < παραστόλι < πιθ. συγγενές με το αρχ. παραστάς (κολόνα) (βλ. και λ. σουβηλίκ ) κάποιος που στέκεται και παρακολουθεί, χωρίς καμιά συμμετοχή στα δρώμενα, σαν ένα διακοσμητικό στοιχείο: «τι θέλ ς να έρτ ς; παραστόλ θα ση βάλου;» παρατζ λιά (η) < παραγγελιά < παραγγέλλω μήνυμα στους νεκρούς. Υπάρχει το έθιμο τη νύχτα πριν από την ταφή «να ξενυχτούν» τον νεκρό, αναφέροντας γεγονότα από τη ζωή του και εκθειάζοντας προτερήματά του. Συγγενείς και φίλοι, που έχασαν πρόσφατα αγαπημένα τους πρόσωπα, αναθέτουν στον νεκρό να μεταφέρει σ αυτά μηνύματά τους: «να πεις στ μαννούλα μ...», «να πεις στ αδηρφέλ υμ...» παρουγδώ ρ. < πιθ. παρουδώ < αρχ. παρῳδῶ σπερμολογώ, διαδίδω ανακριβείς φήμες σε βάρος κάποιου με σκοπό να τον γελοιοποιήσω και να τον εκθέσω παρτσάβλα (η) < μεγεθυντ. του παρτσαβλ-ός (βλ. λ.) η μεγάλη χωλότητα, αλλά και το χωλό πόδι: «σιέρν τ ν παρτσάβλα τ» (κουτσαίνει πολύ, σέρνει το χωλό πόδι) παρτσαβλός -ή -ό (και παρζαβλός) άγν. ετυμ. ο κουτσός, αυτός που σέρνει το ένα του πόδι παρτσιάδ (το) < λατιν. pars - partis (μέρος), τουρκ. parca (τεμάχιο, κομμάτι) μικρό μέρος ενός όλου, τμήμα, κομμάτι: «δ λεύγ ούλ τ μέρα για ένα παρτσιάδ ψουμί» Π

19 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page 186 Π παρτσιαλαντίζου 186 παρτσιαλαντίζου ρ. < τουρκ. parcalanmak (θρυμματίζω) κομματιάζω, ξεσχίζω: «έβαλη τσινούργιου π κάμ σου τσι του παρτσιαλάντ ση μες στ ς πρίν», «θα ση πιάσου τσι θα ση παρτσιαλαντίσου!» πασαλείβγου ρ. (παθ. αόρ. πασαλείφτ κα) < πασαλείβω < πισσαλείφω < μτγν. πισσαλοιφώ (αλείφω με πίσσα) σκεπάζω πρόχειρα ή άτεχνα μια επιφάνεια με λεπτό στρώμα επιχρίσματος ή χρώματος, ίσα-ίσα για να αποκρύψω υπάρχουσες ατέλειες: «ήρτη η μπουγιατζής, πασάλ ψη κουμμάτ τ ς τοίχ τσι πάητση» λερώνω: «έπιαση να γράψ τσι πασάλ ψη τα χέρια τ μη τα μηλάνια» πασάλ μα (το) < πασαλείβγου (βλ. λ.) πρόχειρο και επιφανειακό επίχρισμα η απόκτηση επιφανειακών γνώσεων πασκάλια (τα) < πληθ. του μσν. πασχάλιον ό,τι έχει σχέση με το Πάσχα, πασχαλινό: «έχαση τ αβγά μη τα πασκάλια» (έχασε τα πάντα) τα μυαλά, τα λογικά: «α φας μια, α χάγ ς τα πασκάλια σ» (πρβλ. «α χάγ ς του μπούσουλα σ» πασπαλάς (ο) < πασπάλι (λεπτή σκόνη) είδος σπιτικού χαλβά από αλεύρι και σιρόπι ή πετιμέζι μτφ.: τιμωρία, ξυλοδαρμός: «θα ση κάνου τουν πασπαλά σ» (θα σε δείρω, θα σε τιμωρήσω) πασπαλίζου ρ. < πασπάλ-η + -ίζω ρίχνω με τα δάχτυλα σκόνη (αλεύρι, ζάχαρη, αλάτι κτλ.) πασπατεύγου ρ. < μσν. πασπατεύω ψαχουλεύω, ψηλαφώ, χαϊδεύω (γυναίκα σε απόκρυφά της μέρη) αργώ, χρονοτριβώ, καθυστερώ να τελειώσω μια δουλειά: «μια ώρα πασπατεύγ ς να ράψ ς ένα κ μπί τσι ακόμα να τηλειώγ ς» παστρεύγου ρ. < μσν. παστρεύω < σπαστρεύω < σπαρτεύω (σκουπίζω με σκούπα φτιαγμένη από σπάρτα) καθαρίζω: «παστρεύγου τ αλών» (καθαρίζω, σκουπίζω το αλώνι) βγάζω άγριους θάμνους από το χωράφι και το κάνω καλλιεργήσιμο: «παστρεύγου του χουράφ απ τ ς πρίν» αφαιρώ από τα δέντρα ξερά κλαδιά, κλαδεύω: «παστρεύγου τ ς ηλιές» αφαιρώ από το σιτάρι τα ξένα σώματα: «παστρεύγου στάρ για του άλησμα» πατερμά (τα) < συμφυρ. πάτερ + ημών τα πάτερ ημών, οι προσευχές

20 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page πέταυρου πατήτηργιης (οι) (η πατήτηργια) < πατή-τρια < πατώ δυο ξύλινα πέλματα, εξαρτήματα του αργαλειού, με το διαδοχικό πάτημα των οποίων ανοιγόκλεινε το στημόνι, για να περνά η σαΐτα με το υφάδι πατιρντί (το) < τουρκ. patirti (φασαρία, σαματάς) μεγάλη φασαρία, αναστάτωση: «πιαστήκαν στα χέρια, γίντση μηγάλου πατιρντί» πατλαντίζου ρ. < τουρκ. patlamak (σκάω, εκρήγνυμαι) κυριεύομαι από έντονο συναίσθημα θυμού, ζήλειας..., «σκάω, κάνω πατ από το κακό μου»: «έμαθη πους αρβουνιάστ τση του Μυρσινιώ τσι πατλάντ ση απ του κακό τ ς» πατλάτσ (το) < πατλάκι, ηχοπ. λέξη από το «πατ» ό,τι σκάει και προξενεί μικρό κρότο: μια φουσκωμένη χαρτοσακούλα, ένα μπαλόνι, μια τρακατρούκα... ψημένοι σπόροι καλαμποκιού (ποπκορν) πατούρ (το) < πιθ. υποκορ. του πάτ-ος + -ούρι μόνο στη φράση: «γίν τση πατούρ στου μηθύσ» (μέθυσε υπερβολικά - συνώνυμες εκφράσεις: γίν τση τλάπ..., φέσ..., τάβλα...) πάτσι (ερωτηματικό μόριο) < μπάκι < μσν. μπας και μήπως, μήπως και...: «πάτσι νόμ σης πους έχου τ ν ανάγκ σ ;» πατσιαβούρα (η) < βεν. spazzaura κουρελιασμένη βρώμικη πετσέτα βρωμοθήλυκο, παλιογυναίκα χυδαίο έντυπο, λαχανοφυλλάδα πατούνα (η) < μσν. πατούσα < πατώ η φτέρνα: «χώθτση έν αγκάθ μες τ πατούνα μ» π δέξ -ιους -ια -ιου < μσν. πιδέξιος < αρχ. ἐπιδέξιος < επί + δεξιός άξιος, ικανός: «τα μηταξουτά βρατσιά, θέλιν πιδέξια σκέλια»(παροιμ.) πέτακας (ο) < πετώ αυτός που πετάει ο τζίτζικας: «πέτακας ελάλησε, μαύρη ρώγα γυάλισε» πέτ κας (ο) < πέτικας < πετώ φλοιός του πεύκου, χρήσιμος στη βαφή ρούχων, διχτυών και δερμάτων. Στη φωτιά σκάει (πετάει), όπως σκάνε οι κρύσταλλοι του αλατιού. πέταυρου (το) < μτγν. πέταυρον < αρχ. πέτευρον (λεπτή σανίδα) μτφ.: γυναίκα πολύ αδύνατη: «απ Π

21 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page 188 Π πηζηβέγκ ς 188 τ νήστεια γίν τση ένα πέταυρου» πηζηβέγκ ς (ο) < πεζεβέγκης < τουρκ. pezevenk (μαστροπός, νταβατζής) μαστροπός, ρουφιάνος: «...πρώτα με κάνει κερατά κι ύστερα πεζεβέγκη» (από το «τραγούδι της Σούσας») άνθρωπος πονηρός και αχρείος, παλιάνθρωπος, μασκαράς πηζούλα (η) < υποκορ. του αρχ. πέζα (πόδι, το κατώτατο άκρο, ποδιά ) τοίχος (ξηρολιθιά) για συγκράτηση του χώματος σε κατωφερή εδάφη. Σε κτήματα με κατωφερικά εδάφη έχτιζαν σε όλο το μήκος του κτήματος και σε απόσταση τη μια από την άλλη πεζούλες, δημιουργώντας επίπεδα μέρη για καλλιέργεια μικρός λιθόκτιστος καναπές κυρίως δίπλα στην πόρτα αγροτικών σπιτιών και σε ξωκλήσια πηληκάνους (ο) < πελεκ-ώ + -άνος ο τεχνίτης που πελεκάει πέτρες, ο λιθοξόος υποκορ. πηληκανέλ : το παιδί του πελεκάνου πηληκούδα (η) < πελεκούδα < πελεκ-ώ + υποκ. κατάλ. -ούδα φλούδα από το πελέκημα του πεύκου, με υπολείμματα ρητίνης, κατάλληλη για προσάναμμα όπως το δαδί πην νταρέλ (το) < πενήντ-α + υποκορ. κατάλ. -έλι μπουκαλάκι με περιεχόμενο πενήντα δράμια (160 γραμμάρια) ούζο πηριβρημός (ο) < περιβρεμός < περιβρίσκω κατανόηση, διάθεση συνεννόησης: «πηριβρημό εν έχ» (δεν μπορείς να τα βρεις μαζί του, είναι αδύνατο να συνεννοηθείς μαζί του) πηριβρίσκου ρ. < περί + βρίσκω μόνο στη φράση «δεν μπουρείς να τουν πηριεύρ ς(περιεύρεις) μη τίπουτα» (δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του, δεν υπάρχει έδαφος συνεννόησης) πηριδρουμιάζου ρ. < περίδρομ-ος + -ιάζω τρώγω μέχρι σκασμού: «έφαγη τουν πηρίδρουμου τ!» πηριχώ ρ. (και πηριχύνω) < περιχώ < αρχ. περιχέω καταβρέχω, διαποτίζω, ρίχνω επάνω σε κάτι άφθονο νερό: «θα πηριχήσου τ μπ γάδα», «θα πηριχήσου τ πλατζιέντα μη του σιρόπ» πηριχιέμι ρ. < περιχιέμαι < αρχ. περιχέομαι ρίχνω επάνω μου υγρό, καταβρέχομαι: «πήγη να βάλ λάδ στου φαγί

22 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page π θέψ μου τσι πηριχύθ τση» φρ.: «ούλα τα πηριχύθ κα» (όλα τα δυσάρεστα πέσανε πάνω μου, με βρήκαν όλα τα δεινά) πηρκάτους -η -ου < περκάτος < πέρκα < πέρδικα που έχει κόκκινες βούλες, όπως η πέρδικα: «πηρκάτου πρόβατου», «πηρκάτ προυβατίνα» πησκίρ (το) < τουρκ. peskir (πετσέτα) υφαντή πετσέτα προσώπου: «βάλε πησκίρια μαύρα...» (από το «τραγούδι της Παναγιάς») πητριγιά (η) < πετριά < πέτρα πετροβολιά: «τουν αρχίν ση στ ς πητριγιές τσι δεν ήξηρη πού να κόψ» (πού να τρέξει να σωθεί) πητσούρ (το) < πετσούρι < μσν. πέτσ-α + επθμ. -ούρι η ψημένη σκληρή επιφάνεια του ψωμιού, η κόρα πηυκατσίγγανα (τα) < πεύκο + τσίγανα ή τσίγγανα (= μικρά ξυλάκια) στρώμα από ξερές πευκοβελόνες Χρησίμευαν για προσάναμμα. Κάτω από αυτά βγαίνουν οι πηυτσίτης (βλ. λ.) πηυτσίτ ς (ο) < πευκίτης < πεύκ-ο + κατάλ. -ίτης είδος μανιταριού, που φυτρώνει το φθινόπωρο κάτω από τα πεύκα μτφ.: άνθρωπος με μεγάλα αυτιά, για τον οποίο πιστεύεται ότι θα ζήσει πολλά χρόνια π θαμή (η) < αρχ. σπιθαμή αυθαίρετη μονάδα μέτρησης μήκους. Το μήκος μιας παλάμης με ανοιχτά και τεντωμένα τα δάχτυλα από το άκρο του αντίχειρα ως το άκρο του μικρού δάχτυλου: «έφτου του χουράφ αξίζ π θαμή τσι λίρα» πληθ. οι π θαμές: παιδικό παιχνίδι με υπερπήδηση ύψους ποδιών και σπιθαμών υποτιμητική έκφραση για πολύ κοντό άτομο π θεύγου ρ. (αόρ. πήθηψα) < π θεύω < πιθ. παθ. -εύω < πάθος προκαλώ σε κάποιον έντονη ψυχική κατάσταση, τον εκνευρίζω με λόγια και ενέργειες: «το κανα για να τουν π θέψου!» μεσ. π θεύγουμι, αόρ. π θεύκα: «π θεύκα μη τα λόγια τ τσι τουν έδιουξα» π θεύτ ς (ο) < π θεύτης < π θεύγου (βλ. λ.) εκείνος που π θεύγει: «η Γιώρ ς είνι μηγάλους π θεύτ ς» π θέψ μου (το) < π θεύγου (βλ. λ.) η πρόκληση εκνευρισμού Π

23 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page 190 Π πιασμός 190 πιασμός (ο) < πιάνω θέρμες, πυρεττός από ελονοσία: «πιασμός να ση πιάσ!» (κατάρα) πιδεύγου -ουμι ρ. < αρχ. παιδεύω 1. επιβάλλω παιδεία - δέχομαι παιδεία, είμαι παιδεμένος: «γω τ γλώσσα μ τ ν έχου πιδημέν!» 2. υποβάλλω σε δοκιμασία, τιμωρώ: «μη του πιδεύγ ς του μουρό!» πίζηρβα (τα) < ουσιαστ. επίθ. κατά παράληψη του ουσ. μέρη < πίζηρβους -η -ου < επίζερβος < απόζερβος < από + ζερβός απόμερα, δύσβατα, απάτητα : «και μια λαφίνα μοναχή δεν πάει μαζί με τ άλλα μόνο στ απόσκια περπατεί, τ απόζερβα αγναντεύει...» (δημοτ. η λαφίνα) πιλατεύγου ρ. < πιλατεύω < Πιλάτος (που οι στρατιώτες του βασάνισαν τον Χριστό) υποβάλλω σε ψυχικό (και σωματικό) μαρτύριο, βασανίζω, τυραννώ: «χρόνια τ ν έχ τσι τ πιλατεύγ πους θα τ ν πάρ τσι σκουπό ε το χ» πισμανεύγου ρ. < τουρκ. pisman olmak (μετανιώνω) μετανιώνω, αλλάζω απόφαση: «έληγα να πάγου στ Χώρα, μα είδα τουν τσιρό τσι πισμάνηψα» πιτσ λιάρ ς -α - κου < πιτσιλιάρης < πιτσούλα (βλ. λ.) < αυτός που το πρόσωπο του είναι γεμάτο φακίδες πιτσ λ-ός -ή -ό < πιτσιλός < πιτσιλώ αυτός που το πρόσωπο (ή και το σώμα) του είναι γεμάτο πιτσούλες πιτσούλα (η) < πιτσίλα < πιτσιλώ πιτσιλάδα, φακίδα, πανάδα του δέρματος π καρής (ο) < τουρκ. baca (καπνοδόχος) καπνοδόχος, καμινάδα, φουγάρο τζακιού: «κατάπιαση η π καρής» (πήρε φωτιά ο π καρής) π καρουπάν (το) < π καρής (βλ. λ.) + πανί ύφασμα με κεντήματα που κρεμούσαν μπροστά στη γωνιά (τζάκι), για να μη φαίνονται οι μουτζούρες από τον π καρή π κρουθάσιου (το) < πικρό + θάσιο (βλ. λ.) θάσιο από πικραμύγδαλα. Η φράση «ήπιη του π κρουθάσιου» λεγόταν ειρωνικά για εκείνον-εκείνη, που τον /την εγκατέλειπε ο ερωτικός του /της σύντροφος πλακάκια (τα) < υποκορ. του πλάκα μτφ.: συγκάλυψη, κουκούλωμα:

24 Π ( ):Layout 1 4/3/ :27 μ Page πλέσ -κους «τα κάναν πλακάκια» (τα συγκάλυψαν, τα κουκούλωσαν) είδος τυχερού παιχνιδιού με τραπουλόχαρτα π λαλιά (η) (και πλάλ μα και πλαλ τό) < πηλαλιά < π λαλιώ (βλ. λ.) < μσν. πηλαλώ το γρήγορο και ορμητικό τρέξιμο, η τρεχάλα: «δώτση μια πλαλιά τσι γίν τση καπνός» μτφ.: πλαλήματα και πλαλ τά: «αρχινίσαν τα πλαλ τά» (άρχισαν τα τρεξίματα, τα πήγαινε - έλα για διεκπεραίωση κρίσιμων υποθέσεων) π λαλιώ ρ. < μσν. πηλαλώ τρέχω γρήγορα, ορμητικά, καλπάζω: «τώρα π λαλιεί τσι δε φτάν» (τρέχει και δεν προλαβαίνει) π λάρ (το) < πουλάρι < μσν. πουλάρι(ν) < πωλάρι(ν) < αρχ. πωλάριον υποκορ. του πῶλος το μικρό γαϊδουράκι, που δεν του έχουν ακόμη βάλει σαμάρι: «πήγη τσι κουρεύτση τσι γίντση ένα κουρημένου πλάρ» πλασταριά (η) < πλάθω, αόρ. έ- πλασ-α χαμηλό στρογγυλό τραπέζι, αλλιώς και σοφράς. Χρησίμευε ως τραπέζι φαγητού, αλλά και για το πλάσιμο του ψωμιού και το άνοιγμα φύλλων ζύμης πλάτ (η) < αρχ. πλάτη (πλατύ μέρος) ωμοπλάτη, ράχη: «σήκουση ένα τσ βάλ ηλιές πα στ πλάτ υτ» επίπεδο μέρος στην κορυφή βουνού: «αφήτση μουναχά τα πρόβατα πα στ πλάτ» πλατσιέντα (η) < λατ. placenta < αρχ. πλακοῦς (αιτ. -οῦντα) γλύκισμα από διπλωμένα φύλλα ζύμης, τα οποία ψήνονται με λάδι στο φούρνο σε μεγάλα ανοιχτα ταψιά (σ νιά) και στη συνέχεια περιχύνονται με μέλι και πασπαλίζονται με τριμμένα καρύδια και μυρωδικά, παρόμοιο με τις «δίπλες» π λέλ (το) < πουλέλι < υποκορ. του < μσν. πουλλίν το πουλάκι: «του έξυπνου του πλέλ πιάνιτι απ του πουδαρέλ» (παροιμ.) μτφ.: η ευκαιρία: «πέταξη του πλέλ!» (χάθηκε, πέρασε ανεκμετάλλευτη η ευκαιρία) πλέσ -κους -τσια -κου < πλέσικος < πλένω βρόμικος, γεμάτος σκουπίδια: «τέτοιου πλέσκου στάρ ε ξανά δα! μόνου χώμα τσι ήρα είνι» Π

25 Π ( ):Layout 1 4/3/ :38 μ Page 192 Π πλέσους 192 πλέσους (ο) < πιθ. πλένω ακάθαρτος, βρομιάρης, με βρόμικα χέρια και ρούχα θηλ. η πλέσα: «απ τα χέρια έφτ νης τ ς πλέσας ε παίρνου τίπουτα, να μη (μου) του χαρίζ» πληχτσιό (το) < αρχ. πλῆξις πλήξη, ανία, αδιαφορία, μαρασμός πληχτσιάζου ρ. < αρχ. πλήσσω νιώθω πλήξη και ανία, βαριεστιμάρα: «πληχτσιάσα έδιου μέσα!» (έπληξα, μαράζωσα, εδώ μέσα!) πλια επίρ. < πλεά < αρχ. πλέα πληθ. του πλέον (περισσότερο) πλέον, πια: «τώρα πλια που ξύπνησης, είν αργά» π λιώ ρ. < μσν. πουλώ < αρχ. πωλώ μτφ. ξεγελώ, εξαπατώ: «φτος, κόρ υμ, ση π λιεί τσι σ αγουράζ» πλουμί (το) < μσν. πλουμίον το (φυσικό) στολίδι, η χάρη, η ομορφιά: «γέραση τσι πάει τσι τα πλουμιά τ τα έχ ακόμα» πλουμίζου ρ. < μσν. πλουμίζω κοσμώ, στολίζω με πλουμιά: «πέρδικά μου πλουμισμένη» πλύμα (το) < αρχ. πλύμα < πλύνω το νερό από το ξέπλυμα της σκάφης μετά το ζύμωμα: «για του γρούν είνι του πλύμα!» (ειρων.: αυτό δεν είναι για τα μούτρα σου, δεν είσαι συ άξιος γι αυτό) πλυσιά (η) (πιθ. χωρίς προτακτικό -α, ως ουδέτερο το πλυσιό) < μτγν. ἀπλυσία το να είναι κανείς βρόμικος, βρομιά: «τ μυτ σ να πιάγ ς απού του πλυσιό» (τη μύτη σου να κλείσεις από τη βρομιά) η ποσότητα των βρόμικων ρούχων που έχουν συγκεντρωθεί για πλύσιμο: «εν έπλυνα τ πηρσμέν τ βδουμάδα τσι έχου τώρα δυο πλυσιές ρούχα» πλυσιάρ ς - σα - κου < πλυσιά (βλ. λ.) άπλυτος, ακάθαρτος, βρόμικος: «απού τότη που τουν βαφτίσαν έχ να πλυθεί η πλυσιάρ ς», «η πλυσιάρ σα (και πλυσιαριά) έχ τα μουρά τ ς τσι γυρίζιν άπλυτα τσι πλυσιάρκα» π νατσίδα (η) < πινακίδα < αρχ. πινακίς (μικρή πινακίδα) μτφ.: κόκαλο της ωμοπλάτης: «έπηση απ τ ν ηλιά τσι έσπαση τ π νατσίδα τ» πόνει ρ. < του πόνει < το (ό) επόνει < πονώ < πόνος μόνο στη φράση «η γριγιά του πόνει τ ς λάλει τσι του πόνει τ ς έληγη» (παροιμ.) (η γριά έλεγε και ξανάλεγε τον πόνο της, αυτό που την πονούσε, που την έκαιγε)

26 Π ( ):Layout 1 4/3/ :38 μ Page πουμπή πόρτα (η) < μσν. πόρτα < λατιν. porta είσοδος σε κλειστό χώρο, η θύρα 1. φρ.: «όχ(ι), πόρτα θα ση πιάσου!» (ειρων.: σιγά μην κρατήσω ανοιχτή την πόρτα και σου κάνω υποκλιση να περάσεις! δε θα σου χαριστώ!) 2. φρ.: «σαν τουν παλαβό μη τ πόρτα» (ενεργείς όπως ο παλαβός, που του είπαν να κλείσει την πόρτα και αυτός την έβγαλε, την πήρε στον ώμο του κι έφυγε) πόσ (το) < πόσι άγν. ετυμ. (η λέξη απαντάται σε προικοσύμφωνα ως βορειοηπειρωτική και ως βλάχικη ) μεταξωτό μαντίλι Πόσια έδιναν ως δώρο στους τεχνίτες στα γλιτώματα (βλ. λ.) της οικοδομής. Μέσα σε πόσια έστελναν οι κοπέλες κόκκινα αβγά στους γιαβουκλούδες τους. πούβητα επίρ. < μσν. πούπετα (ανομοίωση του π) πουθενά: «πούβητα ε θα πας!» πουδάρ (το) < ποδάρι < αρχ. ποδάριον το πόδι: «σ κουθήκαν τα πουδάρια, να δείριν του τσηφάλ» (παροιμ.) υποκορ. πουδαρέλ : «βαστάτη πουδαρέλια μ, να μη σας φα του χώμα» (παροιμ.) πουδαρώνου ρ. < ποδάρ-ι + -ώνω στέκομαι στα πόδια μου ανακτώ δυνάμεις ύστερα από αρρώστια πουλλουλουγήτ κους -κια -κου < πολλών + λογιών ο αποτελούμενος από πολλών λογιών (ειδών) μέρη: «πουλλουλουγήτ κα πλουμιά» πουμπή (η) < αρχ. πομπή < πέμπω μτφ.: κατηγόρια, ντροπή, αίσχος, μοιχεία: «ε βλέπ τ ς πουμπές υτ ς, μον θέλ να πει για τ ν άλλ!» διαπόμπευση, πόμπεμα. (Η διαπόμπευση -μοιχαλίδων γυναικών κυρίως- γινόταν με κούρεμα, μουντζούρωμα του προσώπου, και γύρισμα της διαπομπευόμενης μέσα στο χωριό πάνω σε γάιδαρο με φτυσίματα, γιουχαΐσματα, βρισιές και ρίψη αντικειμένων (κλούβια αβγά, ντομάτες). Η πομπή (διαπόμπευση) από την Αρχαιότητα πέρασε στο Βυζάντιο και διατηρήθηκε μέχρι τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Στους μικροκλέφτες κρεμούσαν τα κλεμμένα στο λαιμό τους και τους γύριζαν μέσα στο χωριό. Απόηχο της διαπόμπευσης αποτελούν οι εκ- Π

27 Π ( ):Layout 1 4/3/ :38 μ Page 194 Π πουν κός 194 φράσεις: «μ τζουρουμέν, κουρημέν, γηβγηντ σμέν, θα ση γυρίσιν πα σ κούντουρ σ γαϊδάρ, θα στα κρημάσιν στου λιμό σ, θα ση παίξιν ντούντουρλου τσι του παγιαύλ κ.ά.» πουν κός -τσιά -κό < πονικός < πον-ώ + -ικός πονετικός, σπλαχνικός, που νοιώθει συμπόνια για τους άλλους: «πουν κός αδηρφός, πουν τσιά μάννα» πουρδουπλάδα (η) < πορδή + πουλάδα πλάσμα φανταστικό και ανύπαρκτο, που φανερώνει ανεκπλήρωτη υπόσχεση, υπόσχεση χωρίςαντίκρισμα: «- Ω μα (μάννα), τι θα μη φέρ ς απ του παναγύρ ; - μια πουρδουπλάδα μη τα κότσ να (κόκκινα) τα πουδάρια!» (τίποτα) πουρνό (το) < μεσν. πουρνόν < πωρνόν < πρωνόν < πρωινόν, ουδ. του μτγν. πρωινός πρωί: «πάητση (έφυγε) πουρνό- πουρνό στη δ λειά τσι ε τουν είδα καθιόλ» πουρπατ ξιά (η) < περπατησιά < περπατώ το (σωστό ) περπάτημα: «γέρους γάιδαρους, πουρπατ ξιά ε μαθαίν» (παροιμ.) πουρτόγαλου (το) (και προυτόγαλου)< μσν. πρωτόγαλα το πρώτο γάλα μετά τη γέννα. Το πρωτόγαλα των αιγοπροβάτων το έβραζαν και γινόταν σαν μυτζήθρα. Το είχαν για εκλεκτό γλύκισμαφαγητό. πουρτσιέλα (η) άγν. ετύμ. κωλοτούμπα: «έκανη πουρτσiέλης απ τ χαρά τ!» πουτ κουνύφ (η) < ποντικός + νύφη νυφίτσα, σκίουρος μτφ.: μικροκαμωμένη πονηρή γυναίκα πουτσουγκρουμένους -η -ο < μτχ. παθ. πρκμ. του ρ. (από) τσιγκρώνου (βλ. λ.) πολύ μουτρωμένος, με «κρεμασμένα» μούτρα, θυμωμένος: «ήρτη πουτσουγκρουμένους, γιατί τσaκώθ τση μη τη γ ναίκα τ» πράμα (το) < αρχ. πρᾶγμα λόγος, είδηση, μυστικό: «α ση πω ένα πράμα, ε θα του πεις ση κανέναν;» το γεννητικό όργανο: «ω μα! η Γιάνν ς πιάν του πράμα τ!» πρασήγκουρας (ο) < αρχ. πρασοκουρίς < πράσον + αρχ. κουρίς (μηχανή για την «κουρά» των μαλλιών) γρυλλοτάλπη ή πρασοκουρίς, κοινώς πρασάγγουρας, κολοκυθοκόφτης

28 Π ( ):Layout 1 4/3/ :38 μ Page π στιά έντομο που ζει κάτω από το έδαφος. Ανοίγει μικρές στοές, κόβει τις ρίζες νεαρών φυτών, που έτσι καταστρέφονται πρινάρ (το) < μσν. πρινάριον < αρχ. πρίν-ος + υποκορ. επθμ. -άριον πουρνάρι: «ούλ τ μέρα έκουβγα πρινάρια» προυσφουλώ ρ. < προς + φώλι βάζω το μικρό δάχτυλο στον πισινό της κότας, για να δω αν έχει έτοιμο αβγό να γεννήσει προυταλάτ ς (ο) < πρωτολάτης < πρωτο + ελαύνω (βατεύω) νεαρό κριάρι ή τραγί, που «ελαύνει» (πηδά) για πρώτη φορά, αναλαμβάνοντας κυρίαρχο ρόλο στο κοπάδι προυτσιέρνου ρ. (αόρ. πρόκανα) < προκέρνω < αρχ. προκάμνω 1. προλαβαίνω, προφταίνω: «ε προυτσιέρνου να μαζώξου τ ς ηλιές» 2. μαρτυρώ, προδίνω, σπεύδω να φανερώσω κάποιο μυστικό που μου έχουν εμπιστευθεί: «σ είπα πους του Μαρίγ θα χουρήσ, τσι πήγης τσι του πρόκανης στ μάννα σ» πρυγιόβουλους (ο) < πυριόβουλους < πυρόβολος μεταλλικός χαλκάς, που με «τσιάκτισμα» στην «τσιακμακόπετρα» (βλ. λ.) παρήγαγε σπίθα, με την οποία άναβε η ίσκα πρώμα επίρ. < πρώιμα < αρχ. πρώιμος < πρωί νωρίς, πριν από τον συνηθισμένο χρόνο: «πρώμα-πρώμα φέτους γίναν τα σταφύλια» π σσ νουβρασμένους -η -ου < πίσσα + βρασμένος (μτχ. παθ. πρκμ. του ρ. βράζω) ο αμαρτωλός που, κατά τη λαϊκή αντίληψη, θα βράζει για τιμωρία του στον Άλλο Κόσμο μέσα σε καζάνια πυρακτωμένης πίσσας (πρβλ. την κατάρα: «πίσσα τσι σκατά να βράγ ς») π σσόσκατους -η -ου < πίσσα + σκατά ο αμαρτωλός, ο κολασμένος, που, κατά τη λαϊκή αντίληψη, στον Άλλο Κόσμο η ψυχή του θα βράζει για τιμωρία του μέσα σε πίσσα και σκατά. (πρβλ. την κατάρα «πίσσα τσι σκατά να βράγ ς») μτφ.: ο σατανάς π σσούδ (το) < πίσσ-α + υποκορ. επθμ. -ούδι μαύρο σαν πίσσα φρ: «όξου είνι π σσούδ» (έξω είναι πολύ σκοτεινά, η νύχτα είναι μαύρη σαν πίσσα) π στιά (η) < αρχ. ὀπισθία δερμάτινη ζώνη στα οπίσθια του Π

29 Π ( ):Layout 1 4/3/ :38 μ Page 196 Π π τάρ 196 ζώου, που συγκρατεί το σαμάρι στη θέση του λογοπαίγνιο: «άμα δε του πιστεύγ ς, βάλη μια π στιά» π τάρ (το) (πληθ. τα π τάρια) < πιτάρι < πίτ-α + υποκορ. επθμ. -άριο μικρή πίτα: «π τάρια χαλβά, κουλουτσ θόπ ταρα, αχλιουπ τάρ» π τσί (το) < πουγκί < μσν. πουγγί-ον < υποκ. του πούγγα (η) μικρό σακουλάκι από ύφασμα ή δέρμα για φύλαξη χρημάτων, που το κρεμούσαν στο λαιμό με κορδόνι, το πουγκί : «γω του π τσί μ το χου μες τουν κόρφου μ» πυρήνα (η) < μσν. πυρήνη τα υπολείμματα από το άλεσμα του ελαιόκαρπου, καύσιμη ύλη για τα μαγκάλια (βλ. λ.) πύρ να (τα) (ουσιατικοπ. επίθετο με παράλειψη του ουσιαστικού δάκρυα) < αρχ. πύρινος (μτφ.) μαύρα, πικρά, καφτά: «θα παγαίνου τσι θα κλαις τα πύρ να σ» πυρουκουτσνίζου ρ. αμετ.: < πυροκοκκινίζω < πυρ + κοκκινίζω γίνομαι κατακόκκινος σαν τη φωτιά και καίνε τα μάγουλά μου (από θυμό, ντροπή κτλ.) πυρουλαντίζου ρ. < πυρ + πιθ. αρχ. ἐλαύνω γίνομαι κατακόκκινος από ενοχή, ντροπή, θυμό κτλ.: «είχη χησμέν τ φουλιά τ τσι πυρουλάντ ση μόλις τουν πήραν χαμπάρ» πυρουλάντ σμα (το) < πυρουλαντίζου (βλ. λ.) έντονο κοκκίνισμα του προσώπου από ντροπή, οργή, χαρά κτλ. πυρουμάχ (το) < πυρ + μάχομαι πρόχειρη κατασκευή στο ύπαιθρο για άναμμα φωτιάς και ψήσιμο φαγητού (πρβλ. λ. πυρίμαχος = αυτός που αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες) πυρουστιά (η) < μσν. πυροστία < πυρεστία < πυρ + αρχ. ἑστία μεταλλικός τρίποδας πάνω από τη φωτιά, στον οποίο τοποθετούσαν το σκεύος για το ψήσιμο του φαγητού πυρώνου -ουμι ρ. < μσν. πυρώνω < αρχ. πυρῶ ζεσταίνω, ζεσταίνομαι: «έλα κουντά στ φουτιά να πυρουθείς» πυτιά (η) < αρχ. πυτία μαγιά για πήξιμο γάλακτος. Όταν έσφαζαν αρνάκι γάλακτος, κρατούσαν το στομάχι του με το περιεχόμενό του, το αποξέραιναν και το χρησιμοποιούσαν στην πήξη του γάλακτος και την παρασκευή τυριού

30 Ρ ( ):Layout 1 4/3/ :04 μμ Page 197 Ρ ραβδίζου ρ. < αρχ. ῥαβδίζω χτυπώ με μακρύ ραβδί (ντιμπλί ή ντέμπλα, βλ. λ.) τα κλαδιά δέντρων (ελιάς, αμυγδαλιάς κτλ.) για να πέσει ο καρπός ραβδιστής (ο) < μτγν. ραβδιστής ο εργάτης που ραβδίζει (κυρίως) τις ελιές ράβδους (του) < ράβδος (όπως το θέρος) το ράβδισμα, η εργασία (και η τεχνική) του ραβδίσματος: «του Γληγόρ ησυχία, άνεση, ανεμελιά, τεμπελιά, χουζούρι: «ηύρη του ραχάτ υτ» ραχατλής (ο) < ραχάτ-ι + -λής άνθρωπος που του αρέσει το ραχάτι ραχταρέλια (τα) < υποκορ. του ράχτα (βλ. λ.) μικρά ράχτα γειτονιά του χωριού (Βασιλικά) κοντά στην «Απάνου Αγουρά», όπου υπήρχαν δυο μεγάλοι ριζιμιοί βράχοι ράχτο (το) < αρχ. επίθ. ῥακτός (κρημνώδης, απότομος, τραχύς) ε τουν φτάν κανείς στου ριζιμιός μεγάλος βράχος ράβδους» η εποχή που ραβδίζουν (κυρίως) τις ελιές: «αρχίν ση του ράβδους τσι δε βρίσ τσ ς έναν ραβδιστή» ραίνου ρ. (αόρ. έ-ραν-α) < αρχ. ῥαίνω ρίχνω πάνω σε κάποιον π.χ. ανθόνερο, ρύζι, ροδοπέταλα κτλ.: «ράναν τουν Πιτάφιου», «ράναν του γαμπρό» ράμμα (το) < αρχ. ῥάμμα μακρύ ανθεκτικό νήμα (σπάγκος), που χρησιμοποιούσαν οι χτίστες χια τις ευθυγραμμίσεις των τοίχων ραχάτ (το) < ραχάτι < τουρκ. rahat ρέχα (η) < αρχ. ῥέγχω (φυσώ, ροχαλίζω) ροχάλα, φλέμα ρημπεύγουμι ρ. < άγν. ετυμ. υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι, καμαρώνω: «η ξ πασμέν, ρημπεύγητι σα να νι αυτή τσι όχ άλλ» ρητσέλ (το) τουρκ. recel (γλυκό) κομμάτια κολοκύθας ή κυδωνιού βρασμένα μέσα σε πετιμέζι ρόβους (ο) < αρχ. ὄροβος είδος δημητριακού για τροφή των ζώων, το ρόβι

31 Ρ ( ):Layout 1 4/3/ :04 μμ Page 198 Ρ ρόγκους 198 ρόγκους (ο) < άγν. ετυμ. είδος φαγητού από αλεύρι, λάδι και κρεμμύδια ρόζους (ο) < πιθ. αρχ. ὄζος (κλαδί, κόμβος στον κορμό ή μέσα στο ξύλο του δέντρου) σκλήρυνση του δέρματος (κάλος) κυρίως στις παλάμες: «απ τουν καζμά, γημίσαν τα χέρια μ ρόζ» ρουγίδ (το) 1. < ρωγίδι < υποκ. ρώγ-α + -ίδι (μικρή ρώγα σταφυλιού) 2. < ρογίδι < μτγν. ῥοΐδιον < υποκορ. του αρχ. ῥοιά (μικρό ρόδι) η γνωστή μικρή αράχνη, που το σώμα της μοιάζει με μικρή ρώγα σταφυλιού ή με μικρό ρόδι.ο ιστός της είναι γνωστός και ως ρογιά ρουδάν (το) < αρχ. η ῥοδάνη εργαλείο με σχήμα τροχού με το οποίο τύλιγαν την κλωστή από την ανέμη στα μασούρια επειδή κατά το τύλιγμα της κλωστής το ροδάνι έβγαζε ασταμάτητα ήχο, η φράση «πάει η γλώσσα τ ρουδάν» σημαίνει πως κάποιος μιλάει ασταμάτητα, είναι πολύ φλύαρος ρουδανίζου ρ. < ροδάν-ι + -ίζω τυλίγω με το ροδάνι την κλωστή στα μασούρια ρουζιάζου ρ. < ρόζ-ους (βλ. λ.) + -ιάζω γεμίζω ρόζους μτχ. παθ. πρκμ. ρουζιασμένους: φρ.: «ρουζιασμένα χέρια, αγιασμένα χέρια» ρουμάν (το) < τουρκ. orman (δάσος) 1. μέρος με πυκνή θαμνώδη βλάστηση, λόγκος 2. ονομασία παλιού εθίμου του χωριού (Βασιλικά Λέσβου), αντίστοιχο της αρχαίας ειρεσιώνης. Τη Μ. Πέμπτη τα παιδιά περιέφεραν ένα κλαδί δάφνης στολισμένο με χρωματιστά «βαλάδια» και, τραγουδώντας ένα χελιδόνισμα ονομαζόμενο και αυτό ρουμάνι, ζητούσαν από τη νοικοκυρά να τους δώσει κόκκινα αβγά και άλλα φιλέματα ρουμπί (το) < ρουμπίνι < γαλλ. Rubin ρουμπινί, που έχει το χρώμα του ρουμπινιού ρουπάδα (η) < μσν. δρούπ-α + -άδα < μτγν. δρύπ-πα ελιά (καρπός), που ωριμάζει πάνω στο δέντρο και μαζεύεται όταν πέφτει χάμω (χαμάδα), αλλιώς και θρούμπα, επειδή αρωματίζεται με το φυτό θρούμπος (ή θρούμπι) (βλ. λ.)

μαλλί σ!» (φοβέρα: θα σε ξεμαλλιάσω) ξαγηρίζου ρ. < ξ (ε) + αέρ-ας + -ίζω ανανεώνω τον αέρα, δροσίζω: «άν ξη κουμμάτ του παναθύρ να ξαγηρίγ ς

μαλλί σ!» (φοβέρα: θα σε ξεμαλλιάσω) ξαγηρίζου ρ. < ξ (ε) + αέρ-ας + -ίζω ανανεώνω τον αέρα, δροσίζω: «άν ξη κουμμάτ του παναθύρ να ξαγηρίγ ς (168-177):Layout 1 4/3/2011 11:07 μ Page 168 ξαγηρίζου ρ. < ξ (ε) + αέρ-ας + -ίζω ανανεώνω τον αέρα, δροσίζω: «άν ξη κουμμάτ του παναθύρ να ξαγηρίγ ς του σπίτ!» μαλλί σ!» (φοβέρα: θα σε ξεμαλλιάσω) ξάκριγια

Διαβάστε περισσότερα

ΣΧΕ ΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΧΕ ΙΟ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΘΕΜΑ: εξιότητες κοψίματος Σβούρες ΤΑΞΗ: Α-Β

ΣΧΕ ΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΧΕ ΙΟ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΘΕΜΑ: εξιότητες κοψίματος Σβούρες ΤΑΞΗ: Α-Β ΣΧΕ ΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΧΕ ΙΟ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΘΕΜΑ: εξιότητες κοψίματος Σβούρες ΤΑΞΗ: Α-Β ΗΜ/ΝΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Σεπτέμβριος Αφόρμηση: ίνω στα παιδιά σε χαρτόνι φωτοτυπημένη μια σβούρα και τους

Διαβάστε περισσότερα

«Ο Αϊούλαχλης και ο αετός»

«Ο Αϊούλαχλης και ο αετός» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #25 «Ο Αϊούλαχλης και ο αετός» (Φλώρινα - Μακεδονία Καύκασος) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #25 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011

Διαβάστε περισσότερα

Καλλιεργώντας τη γη. νιν ή ινίν σκάλα του αμπελιου

Καλλιεργώντας τη γη. νιν ή ινίν σκάλα του αμπελιου Καλλιεργώντας τη γη άλετρο βουκάνη ή δουκάνη νιν ή ινίν σκάλα του αμπελιου πενταδόντιν δρεπάνι Οι άνθρωποι όργωναν τη γη με το ξύλινο άλετρο που το έσερναν τα βόδια και έβαζαν τους σπόρους του σιταριού.

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14. «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14. «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14 «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε όλα

Διαβάστε περισσότερα

Ο εγωιστής γίγαντας. Μεταγραφή : Γλυμίτσα Ευθυμία. Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης. «Αλέξανδρος Δελμούζος»

Ο εγωιστής γίγαντας. Μεταγραφή : Γλυμίτσα Ευθυμία. Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης. «Αλέξανδρος Δελμούζος» Ο εγωιστής γίγαντας Μεταγραφή : Γλυμίτσα Ευθυμία Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Αλέξανδρος Δελμούζος» 2010-2011 Κάθε απόγευμα μετά από το σχολείο τα παιδιά πήγαιναν για να παίξουν στον κήπο του γίγαντα.

Διαβάστε περισσότερα

Τα παιδιά της Πρωτοβουλίας και η Δώρα Νιώπα γράφουν ένα παραμύθι - αντίδωρο

Τα παιδιά της Πρωτοβουλίας και η Δώρα Νιώπα γράφουν ένα παραμύθι - αντίδωρο Τα παιδιά της Πρωτοβουλίας και η Δώρα Νιώπα γράφουν ένα παραμύθι - αντίδωρο Ο Ηλίας ανεβαίνει Ψηλά Ψηλότερα Κάθε Μάρτιο, σε μια Χώρα Κοντινή, γινόταν μια Γιορτή! Η Γιορτή των Χαρταετών. Για πρώτη φορά,

Διαβάστε περισσότερα

«Ο Σάββας η κλώσσα και ο αετός»

«Ο Σάββας η κλώσσα και ο αετός» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #26 «Ο Σάββας η κλώσσα και ο αετός» (Πόντος) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #26 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε όλα τα παραμύθια

Διαβάστε περισσότερα

Η πριγκίπισσα με τη χαρτοσακούλα

Η πριγκίπισσα με τη χαρτοσακούλα Η πριγκίπισσα με τη χαρτοσακούλα Ρόμπερτ Μανσκ Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου Κάποτε υπήρχε μια όμορφη πριγκίπισσα που ονομαζόταν Ελισάβετ Ζούσε σε ένα κάστρο και είχε ακριβά ρούχα πριγκίπισσας Επρόκειτο

Διαβάστε περισσότερα

Τράντα Βασιλική Β εξάμηνο Ειδικής Αγωγής

Τράντα Βασιλική Β εξάμηνο Ειδικής Αγωγής Τράντα Βασιλική Β εξάμηνο Ειδικής Αγωγής Ο Μικρός Πρίγκιπας έφτασε στη γη. Εκεί είδε μπροστά του την αλεπού. - Καλημέρα, - Καλημέρα, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, ενώ έψαχνε να βρει από πού ακουγόταν η

Διαβάστε περισσότερα

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 2 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 2 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ Βάζει η δασκάλα εργασία για το σπίτι, να ρωτήσουν πως γεννιούνται τα παιδιά. - Μαμά, μαμά, λέει ο Σοτός μόλις πήγε σπίτι, η δασκάλα μας είπε να σας ρωτήσουμε πως γεννιούνται τα παιδιά. - Δεν μπορώ τώρα,

Διαβάστε περισσότερα

Επίσκεψη στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης

Επίσκεψη στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Επίσκεψη στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Την Πέµπτη 24 του Οκτώβρη επισκεφτήκαµε το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης που βρίσκεται σε ένα χωριό της Πάφου τη Γεροσκήπου. Εκεί έχει πολλά αντικείµενα που χρησιµοποιούσαν οι

Διαβάστε περισσότερα

Τ Ο Υ Κ Ω Ν Σ Τ Α Ν Τ Ι Ν Ο Υ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΕ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΔΟΥΚΑ

Τ Ο Υ Κ Ω Ν Σ Τ Α Ν Τ Ι Ν Ο Υ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΕ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΔΟΥΚΑ Π Ε Ν Τ Ε Ν Ε Α Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α Τ Ο Υ Κ Ω Ν Σ Τ Α Ν Τ Ι Ν Ο Υ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΕ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΔΟΥΚΑ / Κανιάρης Μην πας στο Ντητρόιτ Ουρανός-λάσπη Ζώα κυνηγούν ζώα Η μητέρα του καλλιτέχνη πάνω σε

Διαβάστε περισσότερα

ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ Πήγα στην αγορά με τα πουλιά Κι αγόρασα πουλιά Για σένα αγάπη μου Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια Κι αγόρασα λουλούδια Για σένα αγάπη μου Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά

Διαβάστε περισσότερα

ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΗΣ Ε ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ (Ε1) ΣΤΗΝ ΕΥΕΛΙΚΤΗ ΖΩΝΗ

ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΗΣ Ε ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ (Ε1) ΣΤΗΝ ΕΥΕΛΙΚΤΗ ΖΩΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΗΣ Ε ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ (Ε1) ΣΤΗΝ ΕΥΕΛΙΚΤΗ ΖΩΝΗ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ Την ημέρα του γάμου μαζεύονται οι κοπέλες στο σπίτι της νύφης και την ντύνουν. Μετά η μάνα της, της πλένει τα πόδια για να

Διαβάστε περισσότερα

Διατροφικές συνήθειες στον αρχαίο πολιτισμό της Ελλάδας

Διατροφικές συνήθειες στον αρχαίο πολιτισμό της Ελλάδας Διατροφικές συνήθειες στον αρχαίο πολιτισμό της Ελλάδας Επιμέλεια, παρουσίαση : Παντελάκη Μαργαρίτα (ΠΕ08, καλλιτεχνικών μαθημάτων, 3ο Δημοτικό Σχολείο Σερρών ) Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 12 Τι σχέση μπορούν

Διαβάστε περισσότερα

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 4 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 4 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ το Δημοτικό η δασκάλα λέει στους μαθητές της: -Παιδιά, ελάτε να κάνουμε ένα τεστ εξυπνάδας! Ριχάρδο, πες μου ποιο είναι αυτό το ζωάκι: Περπατά στα κεραμίδια, έχει μουστάκι, κάνει νιάου και αλλά έχει και

Διαβάστε περισσότερα

Και ο μπαμπάς έκανε μία γκριμάτσα κι εγώ έβαλα τα γέλια. Πήγα να πλύνω το στόμα μου, έπλυνα το δόντι μου, το έβαλα στην τσέπη μου και κατέβηκα να φάω.

Και ο μπαμπάς έκανε μία γκριμάτσα κι εγώ έβαλα τα γέλια. Πήγα να πλύνω το στόμα μου, έπλυνα το δόντι μου, το έβαλα στην τσέπη μου και κατέβηκα να φάω. 1 Εδώ και λίγες μέρες, ένα από τα πάνω δόντια μου κουνιόταν και εγώ το πείραζα με τη γλώσσα μου και μερικές φορές με πονούσε λίγο, αλλά συνέχιζα να το πειράζω. Κι έπειτα, χτες το μεσημέρι, την ώρα που

Διαβάστε περισσότερα

Μεσογειακή Διατροφή. Γιώργος Γρηγορίου

Μεσογειακή Διατροφή. Γιώργος Γρηγορίου Μεσογειακή Διατροφή Γιώργος Γρηγορίου Μεσογειακή διατροφή είναι όρος που επινοήθηκε από τον φυσιολόγο Άνσελ Κις για να περιγράψει το μοντέλο διατροφής, το οποίο ακολουθούσαν οι λαοί των μεσογειακών χωρών

Διαβάστε περισσότερα

Αυήγηση της Οσρανίας Καλύβα στην Ειρήνη Κατσαρού

Αυήγηση της Οσρανίας Καλύβα στην Ειρήνη Κατσαρού Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας χωριάτης κι ήτανε φτωχός. Είχε ένα γάιδαρο και λίγα τάλαρα. Εσκέφτηκε τότε να βάλει τα τάλαρα στην ουρά του γαϊδάρου και να πάει να τον πουλήσει στο παζάρι στην πόλη. Έτσι

Διαβάστε περισσότερα

Χριστουγεννιάτικα στολίδια από ανακυκλώσιμα υλικά!

Χριστουγεννιάτικα στολίδια από ανακυκλώσιμα υλικά! Χριστουγεννιάτικα στολίδια από ανακυκλώσιμα υλικά! Αυτές τις γιορτές βλέπουμε τη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση με πολλή δημιουργικότητα και λιγότερα έξοδα! Το Sofan Handmade και η ομάδα του Ftiaxto.gr μοιράζονται

Διαβάστε περισσότερα

17.Β. ΜΙΚΡΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΤΟ 4 - ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΑΡΙΑ

17.Β. ΜΙΚΡΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΤΟ 4 - ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΑΡΙΑ Ήταν ο Σοτός στην τάξη και η δασκάλα σηκώνει την Αννούλα στον χάρτη και τη ρωτάει: Αννούλα, βρες μου την Αμερική. Σην βρίσκει η Αννούλα και ρωτάει μετά τον Σοτό η δασκάλα: -Σοτέ, ποιος ανακάλυψε την Αμερική;

Διαβάστε περισσότερα

Ο τρόπος αυτός διατροφής κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος τα τελευταία χρόνια, καθώς πλήθος μελετών δείχνουν ότι οι κάτοικοι Μεσογειακών περιοχών

Ο τρόπος αυτός διατροφής κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος τα τελευταία χρόνια, καθώς πλήθος μελετών δείχνουν ότι οι κάτοικοι Μεσογειακών περιοχών ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΣΙΑΤΤΑΛΑΣ Η Παραδοσιακή Μεσογειακή Διατροφή, ύστερα από μελέτες και στη χώρα μας και αλλού, έχει αποδειχτεί η πιο υγιεινή διατροφή. Η Μεσογειακή διατροφή χαρακτηρίζεται από τις διατροφικές συνήθειες

Διαβάστε περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΠΟΟΥΠ ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ

ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΠΟΟΥΠ ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΠΟΟΥΠ ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ Ευτυχής που ποθεί και που νοιάζεται Την πατρική γη να φυλάξει, Το γενέθλιο αγέρι, Στο χώμα του να ανασαίνει Που με γάλα ή ξερό ψωμί τρέφεται Και στους φίλους του πάει στολισμένος

Διαβάστε περισσότερα

qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηq

qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηq qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηq Η μάνα και τα τέσσερα παιδιά της σwωψerβνtyuςiopasdρfghjklzxcvbn mqwertyuiopasdfghjklzxcvbnφγιmλι qπςπζαwωeτrtνyuτioρνμpκaλsdfghςj klzxcvλοπbnαmqwertyuiopasdfghjklz xcvbnmσγqwφertyuioσδφpγρaηsόρ

Διαβάστε περισσότερα

Ο γιος του ψαρά. κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώστου κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν' αρχινήσει...

Ο γιος του ψαρά. κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώστου κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν' αρχινήσει... Ο γιος του ψαρά κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώστου κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν' αρχινήσει... ια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ψαράς που δεν είχε παιδιά. Κάποια μέρα, εκεί που πήγαινε με

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΑΤΡΙΚΟ:ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΑΥΓΟ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ:ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΑΥΓΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ:ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΑΥΓΟ Α ΣΚΗΝΗ: (Αυγό+κότα) ΑΥΓΟ: Γεια σας, εγώ είμαι ο Μήτσος. Ζω σ αυτό το κοτέτσι σαν όλα τα αυγά. Βαρέθηκα όμως να μαι συνέχεια εδώ. Θέλω να γνωρίσω όλον τον κόσμο. Γι αυτό σκέφτομαι

Διαβάστε περισσότερα

Η λεοπάρδαλη, η νυχτερίδα ή η κουκουβάγια βλέπουν πιο καλά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι;

Η λεοπάρδαλη, η νυχτερίδα ή η κουκουβάγια βλέπουν πιο καλά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι; ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ Η λεοπάρδαλη, η νυχτερίδα ή η κουκουβάγια βλέπουν πιο καλά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι; Κανένα από αυτά τα ζώα. Στο απόλυτο σκοτάδι είναι αδύνατο να δει κανείς ο,τιδήποτε. Ποια δουλειά

Διαβάστε περισσότερα

Όσκαρ Ουάιλντ - Ο Ψαράς και η Ψυχή του

Όσκαρ Ουάιλντ - Ο Ψαράς και η Ψυχή του Όσκαρ Ουάιλντ - Ο Ψαράς και η Ψυχή του Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό ψαροχώρι, ένας ψαράς πήγαινε κάθε βράδυ στη θάλασσα και έριχνε τα δίχτυα του στο νερό. Όταν ο άνεμος φυσούσε από τη στεριά,

Διαβάστε περισσότερα

Α ΜΕΡΟΣ ΤΙΤΑ ΑΡΗΣ ΤΙΤΑ ΑΡΗΣ ΤΙΤΑ

Α ΜΕΡΟΣ ΤΙΤΑ ΑΡΗΣ ΤΙΤΑ ΑΡΗΣ ΤΙΤΑ Α ΜΕΡΟΣ Μικρό, σύγχρονο οικογενειακό διαμέρισμα. Στο μπροστινό μέρος της σκηνής βλέπουμε δυο παιδικά δωμάτια, ένα στ αριστερά κι ένα στα δεξιά. Από το εσωτερικό τους καταλαβαίνουμε αμέσως ότι αριστερά

Διαβάστε περισσότερα

«Το δαμαλάκι με τα χρυσά πόδια»

«Το δαμαλάκι με τα χρυσά πόδια» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #39 «Το δαμαλάκι με τα χρυσά πόδια» (Ρόδος Δωδεκάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #39 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε

Διαβάστε περισσότερα

ΖΑΧΡΑ ΙΜΠΡΑΧΗΜ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΖΑΣ

ΖΑΧΡΑ ΙΜΠΡΑΧΗΜ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΖΑΣ Θυµάσαι το παραµύθι της γιαγιάς για την 28 η Οκτωβρίου; Μάζεψε τους φίλους σου και διηγήσου το. Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας γίγαντας που ζούσε στο δικό του σπίτι. Ένα

Διαβάστε περισσότερα

ΣΕΡΒΙΣ ΒΑΤΣΑΚΛΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

ΣΕΡΒΙΣ ΒΑΤΣΑΚΛΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΧΟΛΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΩΝ Γ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΣΕΡΒΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ένα καλό σέρβις είναι ένα από τα πιο σημαντικά χτυπήματα επειδή μπορεί να δώσει ένα μεγάλο πλεονέκτημα στην αρχή του πόντου. Το σέρβις είναι το πιο σημαντικό

Διαβάστε περισσότερα

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΥΜΝΑΖΕΤΑΙ (Κωµικό σκετς)

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΥΜΝΑΖΕΤΑΙ (Κωµικό σκετς) 1 Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΥΜΝΑΖΕΤΑΙ (Κωµικό σκετς) ΠΑΙΖΟΥΝ ΛΟΧΑΓΟΣ ΛΟΧΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΣ (στρατιώτες) Σήµερα θα πάµε µαζί να κάνουµε ασκήσεις και θεωρία. Για κάντε γραµµή. Αρχίζω. Προσέξτε. Πρώτα πρώτα ν ακούτε

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #20. «Δεκαοχτώ ψωμιά» Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #20. «Δεκαοχτώ ψωμιά» Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #20 «Δεκαοχτώ ψωμιά» Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #20 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε όλα τα παραμύθια εδώ Δεκαοχτώ ψωμιά

Διαβάστε περισσότερα

Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό:

Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό: Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό: - "Η πρώτη απάντηση είναι 1821, η δεύτερη Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η τρίτη δεν ξέρουμε ερευνάται

Διαβάστε περισσότερα

ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΩΤΙΤΣΑΣ - ΣΤΑΓΟΝΙΤΣΑΣ

ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΩΤΙΤΣΑΣ - ΣΤΑΓΟΝΙΤΣΑΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΩΤΙΤΣΑΣ - ΣΤΑΓΟΝΙΤΣΑΣ Copyright Συνοδινού Ράνια Follow me on Twitter: @RaniaSin Smashwords Edition ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή

Διαβάστε περισσότερα

Κατανόηση γραπτού λόγου

Κατανόηση γραπτού λόγου Β1 1 Επίπεδο Β1 (25 μονάδες) Διάρκεια: 40 λεπτά Ερώτημα 1 (6 μονάδες) Διαβάζετε σ ένα περιοδικό οδηγίες για να μάθουν σωστά τα παιδιά σας σκι. Το περιοδικό όμως είναι παλιό κι έτσι βλέπετε καθαρά μόνο

Διαβάστε περισσότερα

ALBUM ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 2010 ΦΥΣΑΕΙ

ALBUM ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 2010 ΦΥΣΑΕΙ ALBUM ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 2010 ΦΥΣΑΕΙ Μη µου µιλάς γι' αυτά που ξεχνάω Μη µε ρωτάς για καλά κρυµµένα µυστικά Και µε κοιτάς... και σε κοιτώ... Κι είναι η στιγµή που δεν µπορεί να βγεί απ' το µυαλό Φυσάει... Κι είναι

Διαβάστε περισσότερα

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957) Αναφορά στον Γκρέκο (απόσπασμα)

Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957) Αναφορά στον Γκρέκο (απόσπασμα) Μάθημα: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883-1957) Αναφορά στον Γκρέκο (απόσπασμα) Μπήκα στο χωριό, νύχτωνε πια, οι πόρτες όλες σφαλιχτές, μες στις αυλές τα σκυλιά μυρίστηκαν

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΙΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ

ΕΠΙΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΕΠΙΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ 1 ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑΣ Ή ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 1.1 ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗΣ ΤΗΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΥΛΛΑΒΗ ΟΔΗΓΙΕΣ στο παιδί: Κάθε φορά θα σου λέω δυο μικρές λέξεις. Εσύ θα

Διαβάστε περισσότερα

qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηq σwω ψerβνtyuςiopasdρfghjklzx cvbn nmσγqwφertyuioσδφpγρa ηsόρ ωυdf ghjργklαzxcvbnβφδγωmζq wert

qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηq σwω ψerβνtyuςiopasdρfghjklzx cvbn nmσγqwφertyuioσδφpγρa ηsόρ ωυdf ghjργklαzxcvbnβφδγωmζq wert qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηq σwω Η μάνα και τα τέσσερα παιδιά της ψerβνtyuςiopasdρfghjklzx cvbn Θεατρική διασκευή mqw e rtyuiopasdfghjklzxcvbnφ γιmλι qπςπ ζ αwωeτrtνyuτioρνμpκaλs dfghςj klzxc vλοπbnαmqwertyuiopasdf

Διαβάστε περισσότερα

Οι αριθμοί σελίδων με έντονη γραφή δείχνουν τα κύρια κεφάλαια που σχετίζονται με το θέμα. ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΜΑΘΗΜΑ

Οι αριθμοί σελίδων με έντονη γραφή δείχνουν τα κύρια κεφάλαια που σχετίζονται με το θέμα. ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΜΑΘΗΜΑ Τί σε απασχολεί; Διάβασε τον κατάλογο που δίνουμε παρακάτω και, όταν συναντήσεις κάποιο θέμα που απασχολεί κι εσένα, πήγαινε στις σελίδες που αναφέρονται εκεί. Διάβασε τα κεφάλαια, που θα βρεις σ εκείνες

Διαβάστε περισσότερα

Η νοστιμιά της άνοιξης

Η νοστιμιά της άνοιξης 2 ΜΑΡ/ ΔΕΥΤΕΡΑ Αρακάς με λαχανικά 1. Καθαρίζετε τον αρακά και τον πλένετε. 2. Σοτάρετε το κρεμμύδι στο ελαιόλαδο και όταν γίνει διάφανο προσθέτετε τον αρακά. Τον σοτάρετε για λίγο. 3. Ρίχνετε στην κατσαρόλα

Διαβάστε περισσότερα

Όνομα Ομάδας:... Μέλη της ομάδας :...... Τάξη:... Ημερομηνία επίσκεψης:...

Όνομα Ομάδας:... Μέλη της ομάδας :...... Τάξη:... Ημερομηνία επίσκεψης:... Φυτά της Αλυκής και προσαρμογές στην Ξηρασία Όνομα Ομάδας:... Μέλη της ομάδας :...... Σχολείο:... Τάξη:... Ημερομηνία επίσκεψης:... Καταγραφή Περιβαλλοντικών συνθηκών Καλή σας μέρα. Ονομάζομαι Άγγελος

Διαβάστε περισσότερα

Ζυμώνετε τα συστατικά όλα μαζί για να γίνουν μία ζύμη. Τα αφήνετε σκεπασμένα επί 3 ώρες. Κατόπιν τα απλώνετε για την επακόλουθη επεξεργασία.

Ζυμώνετε τα συστατικά όλα μαζί για να γίνουν μία ζύμη. Τα αφήνετε σκεπασμένα επί 3 ώρες. Κατόπιν τα απλώνετε για την επακόλουθη επεξεργασία. ΒΑΣΙΚΕΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΖΥΜΗΣ Ζύμη για γεμιστό πιτάκι 1,5 kg αλεύρι 15 g αλάτι 250 g βούτυρο ή λίπος 3/8 l νερό Ζυμώνετε τα συστατικά όλα μαζί για να γίνουν μία ζύμη. Τα αφήνετε σκεπασμένα επί 3 ώρες. Κατόπιν

Διαβάστε περισσότερα

Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Γ Ρ Α Π Τ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ Π Ρ Ω Τ Η Σ Ε Ι Ρ Α Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν

Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Γ Ρ Α Π Τ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ Π Ρ Ω Τ Η Σ Ε Ι Ρ Α Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Γ Ρ Α Π Τ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ Π Ρ Ω Τ Η Σ Ε Ι Ρ Α Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν 2 5 Μ 0 Ν Α Δ Ε Σ 1 Y Π Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Ο Π Α Ι Δ Ε Ι Α Σ Κ Α Ι Θ

Διαβάστε περισσότερα

Το παραμύθι της αγάπης

Το παραμύθι της αγάπης Το παραμύθι της αγάπης Μια φορά και ένα καιρό, μια βασίλισσα έφερε στον κόσμο ένα παιδί τόσο άσχημο που σχεδόν δεν έμοιαζε για άνθρωποs. Μια μάγισσα που βρέθηκε σιμά στη βασίλισσα την παρηγόρησε με τούτα

Διαβάστε περισσότερα

Τριγωνοψαρούλη, μην εμπιστεύεσαι ΠΟΤΕ... αχινό! Εκπαιδευτικός σχεδιασμός παιχνιδιού: Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Βασιλική Νίκα.

Τριγωνοψαρούλη, μην εμπιστεύεσαι ΠΟΤΕ... αχινό! Εκπαιδευτικός σχεδιασμός παιχνιδιού: Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Βασιλική Νίκα. Ήρθε ένας νέος μαθητής στην τάξη. Όλοι τον αποκαλούν ο «καινούριος». Συμφωνείς; 1 Δεν είναι σωστό να μη φωνάζουμε κάποιον με το όνομά του. Είναι σαν να μην τον αναγνωρίζουμε. Σωστά. Έχει όνομα και με αυτό

Διαβάστε περισσότερα

για τους µαθητές της 1ης ηµοτικού ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ Τµήµα Ιατρικής Τοµέας Κοινωνικής Ιατρικής Κλινική Προληπτικής Ιατρικής και ιατροφής

για τους µαθητές της 1ης ηµοτικού ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ Τµήµα Ιατρικής Τοµέας Κοινωνικής Ιατρικής Κλινική Προληπτικής Ιατρικής και ιατροφής για τους µαθητές της 1ης ηµοτικού ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ Τµήµα Ιατρικής Τοµέας Κοινωνικής Ιατρικής Κλινική Προληπτικής Ιατρικής και ιατροφής ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2006 1 Αυτό το βιβλίο εργασίας ανήκει στ... µαθητ Αντώνης

Διαβάστε περισσότερα

Πες μου για τα ζώα που κάνουν αυγά μεγάλα και μικρά

Πες μου για τα ζώα που κάνουν αυγά μεγάλα και μικρά Πες μου για τα ζώα που κάνουν αυγά μεγάλα και μικρά Όλα τα πουλιά γεννούν αυγά. Δεν είναι όμως μόνο αυτά! Και άλλα από τα ζώα κάνουνε αυγά. Θα σου πω για μερικά Η κότα Κάθε μέρα η κότα γεννάει ένα με δύο

Διαβάστε περισσότερα

Στα πλαίσια του μαθήματος της πληροφορικής, δημιουργήσαμε ένα φυτολόγιο. Αυτή τη φορά όμως είναι ηλεκτρονικό

Στα πλαίσια του μαθήματος της πληροφορικής, δημιουργήσαμε ένα φυτολόγιο. Αυτή τη φορά όμως είναι ηλεκτρονικό 1ο Δημοτικό σχολείο Παλλήνης Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ τάξης Το φυτολόγιό μας Στα πλαίσια του μαθήματος της πληροφορικής, δημιουργήσαμε ένα φυτολόγιο. Αυτή τη φορά όμως είναι ηλεκτρονικό Επιμέλεια:

Διαβάστε περισσότερα

Όνομα Ομάδας:... Μέλη της ομάδας :...... Τάξη:... Ημερομηνία επίσκεψης:...

Όνομα Ομάδας:... Μέλη της ομάδας :...... Τάξη:... Ημερομηνία επίσκεψης:... Φυτά του Θαμνώνα και προσαρμογές στην Ξηρασία Όνομα Ομάδας:... Μέλη της ομάδας :...... Σχολείο:... Τάξη:... Ημερομηνία επίσκεψης:... Καταγραφή Περιβαλλοντικών συνθηκών Καλή σας μέρα. Ονομάζομαι Άγγελος

Διαβάστε περισσότερα

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ UÇURTMA Orkun Bozkurt

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ UÇURTMA Orkun Bozkurt ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ UÇURTMA Orkun Bozkurt - Ι - Αυτός είναι ένας ανάπηρος πριν όμως ήταν άνθρωπος. Κάθε παιδί, σαν ένας άνθρωπος. έρχεται, καθώς κάθε παιδί γεννιέται. Πήρε φροντίδα απ τη μητέρα του, ανάμεσα σε ήχους

Διαβάστε περισσότερα

Ποια είναι η ερώτηση αν η απάντηση είναι: Τι έχει τέσσερις τοίχους;

Ποια είναι η ερώτηση αν η απάντηση είναι: Τι έχει τέσσερις τοίχους; Τι έχει τέσσερις τοίχους; Ένα δωμάτιο. Τι υπάρχει απέναντι από το πάτωμα; Το ταβάνι η οροφή. Πού υπάρχουν λουλούδια και δέντρα; Στον κήπο. Πού μπορώ να μαγειρέψω; Στην κουζίνα. Πού μπορώ να κοιμηθώ; Στο

Διαβάστε περισσότερα

Ο κύκλος της ζωής των Μαστόρων στα Προπολεμικά χρόνια http://www.kerasovo.gr/habits/137.html

Ο κύκλος της ζωής των Μαστόρων στα Προπολεμικά χρόνια http://www.kerasovo.gr/habits/137.html Ο κύκλος της ζωής των Μαστόρων στα Προπολεμικά χρόνια http://www.kerasovo.gr/habits/137.html Το χωριό μας, η Αγία Παρασκευή (Κεράσοβο) Κόνιτσας ήταν από τα μέσα του 19ου αιώνα κατεξοχήν μαστοροχώρι καθώς

Διαβάστε περισσότερα

Το Τριώδιο ή αλλιώς Αποκριά είναι μια περίοδος 3 εβδομάδων που γιορτάζουμε κάθε χρόνο πριν από τη Σαρακοστή του Πάσχα.

Το Τριώδιο ή αλλιώς Αποκριά είναι μια περίοδος 3 εβδομάδων που γιορτάζουμε κάθε χρόνο πριν από τη Σαρακοστή του Πάσχα. Το Τριώδιο ή αλλιώς Αποκριά είναι μια περίοδος 3 εβδομάδων που γιορτάζουμε κάθε χρόνο πριν από τη Σαρακοστή του Πάσχα. Το Τριώδιο το τοποθετούμε χρονικά ως εξής: Πάσχα Τριώδιο ή Αποκριά Σαρακοστή Η λέξη

Διαβάστε περισσότερα

Το κυνηγί της φώκιας νέο index Το κυνήγι της φώκιας...2 Λεξιλόγιο...2 Ερωτήσεις...4 Κείμενο...5 Το κυνήγι της φώκιας...5

Το κυνηγί της φώκιας νέο index Το κυνήγι της φώκιας...2 Λεξιλόγιο...2 Ερωτήσεις...4 Κείμενο...5 Το κυνήγι της φώκιας...5 Το κυνηγί της φώκιας νέο index Το κυνήγι της φώκιας...2 Λεξιλόγιο...2 Ερωτήσεις...4 Κείμενο...5 Το κυνήγι της φώκιας....5 Page 1Τ Το κυνήγι της φώκιας Λεξιλόγιο Καταλαβαίνεις τις λέξεις; 1. Ολοκληρώνομαι

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟ. Διασκευή: Δημήτρης Αδάμης - Δόμνα Ζαφειροπούλου. Eικονογράφηση: Νίκος Κουμαριάς. Έκδοση πρώτη: Σεπτέμβριος 2014 ISBN: 978-960-9550-48-2

ΤΟ ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟ. Διασκευή: Δημήτρης Αδάμης - Δόμνα Ζαφειροπούλου. Eικονογράφηση: Νίκος Κουμαριάς. Έκδοση πρώτη: Σεπτέμβριος 2014 ISBN: 978-960-9550-48-2 ΤΟ ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟ Διασκευή: Δημήτρης Αδάμης - Δόμνα Ζαφειροπούλου Eικονογράφηση: Νίκος Κουμαριάς Έκδοση πρώτη: Σεπτέμβριος 2014 ISBN: 978-960-9550-48-2 2014 Δημήτρης Αδάμης & Eκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ Koλοκοτρώνη 49,

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΔΕΣΥΠΡΗ ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Σχέδια εργασίας Ευέλικτη ζώνη Εικονογράφηση Ντανιέλα Σταματιάδη για μαθητές Νηπιαγωγείου και Α Δημοτικού ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Διασύνδεση των μαθημάτων μέσα από τις

Διαβάστε περισσότερα

ΕΧΩ ΜΙΑ ΙΔΕΑ Προσπαθώντας να βρω θέμα για την εργασία σχετικά με την Δημοκρατία, έπεσα σε τοίχο. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα, τις σημειώσεις μου και δεν

ΕΧΩ ΜΙΑ ΙΔΕΑ Προσπαθώντας να βρω θέμα για την εργασία σχετικά με την Δημοκρατία, έπεσα σε τοίχο. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα, τις σημειώσεις μου και δεν ΕΧΩ ΜΙΑ ΙΔΕΑ Προσπαθώντας να βρω θέμα για την εργασία σχετικά με την Δημοκρατία, έπεσα σε τοίχο. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα, τις σημειώσεις μου και δεν έφτανα πουθενά. Στο μυαλό, μου έρχονταν διάφορες ιδέες:

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ. Δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα, όλος ο κόσμος τρέχει στα

ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ. Δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα, όλος ο κόσμος τρέχει στα ΤΟ ΜΟΙΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΔΩΡΩΝ Κωνσταντίνα Αστερίου Δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα, όλος ο κόσμος τρέχει στα μαγαζιά να αγοράσει χριστουγεννιάτικα δώρα και στολίδια για το δένδρο. Η πόλη είναι πανέμορφα στολισμένη.

Διαβάστε περισσότερα

Επιμέλεια: Χριστίνα Τσώτα

Επιμέλεια: Χριστίνα Τσώτα ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΚΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ Σχολ. Έτος: 2011 2012 Επιμέλεια: Χριστίνα Τσώτα ΦΩΚΙΑ ΜΟΝΑΧΟΥΣ - ΜΟΝΑΧΟΥΣ Κοινό όνομα: Μεσογειακή φώκια Μήκος: 2 3 μέτρα Βάρος: 300

Διαβάστε περισσότερα

Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολλά χρόνια πριν, μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, είχε τόση ζέστη, καύσωνα, που μέχρι και ο ήλιος αναγκάστηκε να φορέσει

Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολλά χρόνια πριν, μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, είχε τόση ζέστη, καύσωνα, που μέχρι και ο ήλιος αναγκάστηκε να φορέσει Κατευθυνόμενη συμμετοχική δουλειά όλης της τάξης 2ο Δημοτικό Σχολείο Συκεών Θεσσαλονίκης Τάξη Γ1 2005-2006 Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολλά χρόνια πριν, μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα, είχε τόση ζέστη, καύσωνα,

Διαβάστε περισσότερα

Οι ποντικοί και το τυρί Δεξιότητες: Τρέξιμο σε διάφορες κατευθύνσεις και με διάφορες ταχύτητες. Σταμάτημα και αλλαγή κατεύθυνσης.

Οι ποντικοί και το τυρί Δεξιότητες: Τρέξιμο σε διάφορες κατευθύνσεις και με διάφορες ταχύτητες. Σταμάτημα και αλλαγή κατεύθυνσης. Οι ποντικοί και το τυρί Τρέξιμο σε διάφορες κατευθύνσεις και με διάφορες ταχύτητες. Οργάνωση: Εργασία σε ζευγάρια. Τα δυο παιδιά είναι οι ποντικοί και η μπάλα το τυρί. Ο ένας ποντικός κρατά το τυρί Σκοπός

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ Ι ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΑΦΟΥ Σχολική χρονιά: 2013-2014 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ Εργασία από τα παιδιά της Γ2 Υπεύθυνη δασκάλα: Χριστίνα Αγαθοκλέους Ο παπλωματάς Ο παπλωματάς είναι ένα από τα παραδοσιακά επαγγέλματα

Διαβάστε περισσότερα

ΙΑ Δημοτικό Σχολείο Λεμεσού (ΚΒ) Πρόγραμμα Προαγωγής Υγείας Μάιος 2012

ΙΑ Δημοτικό Σχολείο Λεμεσού (ΚΒ) Πρόγραμμα Προαγωγής Υγείας Μάιος 2012 Νόστιμα, απλά και υγιεινά! ΙΑ Δημοτικό Σχολείο Λεμεσού (ΚΒ) Πρόγραμμα Προαγωγής Υγείας Μάιος 2012 Κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2011-2012 το σχολείο μας έθεσε ως ένα από τους στόχους του προγράμματος

Διαβάστε περισσότερα

ΣΑΑΝΤΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ: «Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΡΟΔΑ» ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

ΣΑΑΝΤΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ: «Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΡΟΔΑ» ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ ΣΑΑΝΤΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ: «Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΡΟΔΑ» ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ Τα παιδιά του Αδάμ είναι τα άκρα ενός σώματος, Μοιράζονται όλα την ίδια ρίζα. Όταν ένα άκρο περνάει τις μέρες του

Διαβάστε περισσότερα

Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Π Ρ Ο Φ Ο Ρ Ι Κ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ Π Ρ Ω Τ Η Σ Ε Ι Ρ Α Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν

Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Π Ρ Ο Φ Ο Ρ Ι Κ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ Π Ρ Ω Τ Η Σ Ε Ι Ρ Α Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Π Ρ Ο Φ Ο Ρ Ι Κ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ Π Ρ Ω Τ Η Σ Ε Ι Ρ Α Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν 2 5 Μ 0 Ν Α Δ Ε Σ 1 Y Π Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Ο Π Α Ι Δ Ε Ι Α Σ Κ Α Ι Θ Ρ Η Σ Κ Ε Υ Μ Α

Διαβάστε περισσότερα

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ (Βασισμένο στο ομώνυμο διήγημα της Αγγελικής Βαρελά)

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ (Βασισμένο στο ομώνυμο διήγημα της Αγγελικής Βαρελά) 1 ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ (Βασισμένο στο ομώνυμο διήγημα της Αγγελικής Βαρελά) ΔΙΑΣΚΕΥΗ Σκηνή 1η (Ουρανός, σύννεφα, ένα δωμάτιο με βιβλιοθήκη. Ακούγεται μουσική και παρουσιάζεται ο Αρχάγγελος και ακολουθούν

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΟΛΟΙ: Αφηγητής 1(Όσους θέλει ο κάθε δάσκαλος) Αφηγητής 2 Αφηγητής 3 Παπα-Λάζαρος Παιδί 1 (Όσα θέλει ο κάθε δάσκαλος) Παιδί 2

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΟΛΟΙ: Αφηγητής 1(Όσους θέλει ο κάθε δάσκαλος) Αφηγητής 2 Αφηγητής 3 Παπα-Λάζαρος Παιδί 1 (Όσα θέλει ο κάθε δάσκαλος) Παιδί 2 ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΟΛΟΙ: 1. Αφηγητής 1(Όσους θέλει ο κάθε δάσκαλος) 2. Αφηγητής 2 3. Αφηγητής 3 4. Παπα-Λάζαρος 5. Παιδί 1 (Όσα θέλει ο κάθε δάσκαλος) 6. Παιδί 2 7. Παιδί 3 8. Παιδί 4 9. Παιδί 5 10. Μητέρα

Διαβάστε περισσότερα

Γρίφος 1 ος Ένας έχει μια νταμιτζάνα με 20 λίτρα κρασί και θέλει να δώσει σε φίλο του 1 λίτρο. Πώς μπορεί να το μετρήσει, χωρίς καθόλου απ' το κρασί να πάει χαμένο, αν διαθέτει μόνο ένα δοχείο των 5 λίτρων

Διαβάστε περισσότερα

ΙΕ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ (Κ.Α.) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ:

ΙΕ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ (Κ.Α.) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ: ΙΕ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ (Κ.Α.) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ: 2007-2008 Τάξη: Γ 3 Όνομα: Η μύτη μου είναι μεγάλη. Όχι μόνο μεγάλη, είναι και στραβή. Τα παιδιά στο νηπιαγωγείο με λένε Μυτόγκα. Μα η δασκάλα τα μαλώνει: Δεν

Διαβάστε περισσότερα

Ευλογηµένο Καταφύγιο Άξιον Εστί Κατασκήνωση Κοριτσιών ηµοτικού

Ευλογηµένο Καταφύγιο Άξιον Εστί Κατασκήνωση Κοριτσιών ηµοτικού Ευλογηµένο Καταφύγιο Άξιον Εστί Κατασκήνωση Κοριτσιών ηµοτικού Μακρυνίτσα 2010 Ύμνος της ομάδας «Ευαγγέλιο» Βιβλία και μαθήματα ζωγραφισμένα σχήματα και τόσα βοηθήματα να μη δυσκολευτώ Απ όλους τόσα έμαθα

Διαβάστε περισσότερα

Από τα παιδιά της Γ τάξης του 14/θ Μειονοτικού Σχολείου Κενταύρου

Από τα παιδιά της Γ τάξης του 14/θ Μειονοτικού Σχολείου Κενταύρου Από τα παιδιά της Γ τάξης του 14/θ Μειονοτικού Σχολείου Κενταύρου Η παρούσα εκπαιδευτική δραστηριότητα υλοποιείται στο πλαίσιο του προγράμματος Μαθαίνουμε Παρέα που χρηματοδοτείται από το Κοινωφελές Ίδρυμα

Διαβάστε περισσότερα

Τίτλος προγράμματος: «Παιχνίδια στο χθες, παιχνίδια στο σήμερα, παιχνίδια δίχως σύνορα» Υπεύθυνη προγράμματος: Μπότη Ευαγγελή Εκπαιδευτικός που

Τίτλος προγράμματος: «Παιχνίδια στο χθες, παιχνίδια στο σήμερα, παιχνίδια δίχως σύνορα» Υπεύθυνη προγράμματος: Μπότη Ευαγγελή Εκπαιδευτικός που Τίτλος προγράμματος: «Παιχνίδια στο χθες, παιχνίδια στο σήμερα, παιχνίδια δίχως σύνορα» Υπεύθυνη προγράμματος: Μπότη Ευαγγελή Εκπαιδευτικός που συμμετέχει: Κακάρη Κωνσταντίνα Παρακολουθώντας τα παιδιά

Διαβάστε περισσότερα

Φωνή: Θανούλη! Φανούλη! Μαριάννα! Φανούλης: Μας φωνάζει η μαμά! Ερχόμαστε!

Φωνή: Θανούλη! Φανούλη! Μαριάννα! Φανούλης: Μας φωνάζει η μαμά! Ερχόμαστε! 20 Χειμώνας σε μια πλατεία. Χιονίζει σιωπηλά. Την ησυχία του τοπίου διαταράσσουν φωνές και γέλια παιδιών. Μπαίνουν στη σκηνή τρία παιδιά: τα δίδυμα, ο Θανούλης και ο Φανούλης, και η αδελφή τους η Μαριάννα.

Διαβάστε περισσότερα

Η ιστορία του Φερδινάνδου Συγγραφέας: Μούνρω Λιφ. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

Η ιστορία του Φερδινάνδου Συγγραφέας: Μούνρω Λιφ. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου Η ιστορία του Φερδινάνδου Συγγραφέας: Μούνρω Λιφ. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου Μια φορά κι έναν καιρό στην Ισπανία υπήρχε ένας μικρός ταύρος που το όνομά του ήταν Φερδινάνδος. Όλοι οι άλλοι μικροί

Διαβάστε περισσότερα

Αϊνστάιν. Η ζωή και το έργο του από τη γέννησή του έως το τέλος της ζωής του ΦΙΛΟΜΗΛΑ ΒΑΚΑΛΗ-ΣΥΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ. Εικόνες: Νίκος Μαρουλάκης

Αϊνστάιν. Η ζωή και το έργο του από τη γέννησή του έως το τέλος της ζωής του ΦΙΛΟΜΗΛΑ ΒΑΚΑΛΗ-ΣΥΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ. Εικόνες: Νίκος Μαρουλάκης ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΦΕΥΡΕΤΕΣ - ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΦΙΛΟΜΗΛΑ ΒΑΚΑΛΗ-ΣΥΡΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ Αϊνστάιν Η ζωή και το έργο του από τη γέννησή του έως το τέλος της ζωής του Εικόνες: Νίκος Μαρουλάκης Περιεχόµενα Κεφάλαιο 1:...3 Κεφάλαιο

Διαβάστε περισσότερα

Ένας δράκος στην Ανάποδη Παραμυθοχώρα

Ένας δράκος στην Ανάποδη Παραμυθοχώρα Ένας δράκος στην Ανάποδη Παραμυθοχώρα Εκδόσεις Λευκή Σελίδα ΠΑΡΑΜΥΘΙ Κέλλυ Παντελίδη Ένας δράκος στην Ανάποδη Παραμυθοχώρα Διορθώσεις: Ελένη Ζαφειρούλη Σελιδοποίηση: Γιάννης Χατζηχαραλάμπους Μακέτα εξωφύλλου:

Διαβάστε περισσότερα

ΑΓΓΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2013. Χρόνος: 1 ώρα. Οδηγίες

ΑΓΓΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2013. Χρόνος: 1 ώρα. Οδηγίες ΑΓΓΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2013 ΤΑΞΗ Α ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ 19/05/2013 Χρόνος: 1 ώρα Οδηγίες 1. Έλεγξε ότι το γραπτό που έχεις μπροστά σου αποτελείται από τις σελίδες 1-11. 2. Όλες τις

Διαβάστε περισσότερα

Κώστας Λεµονίδης - Κάπως Αµήχανα

Κώστας Λεµονίδης - Κάπως Αµήχανα Κώστας Λεµονίδης - Κάπως Αµήχανα 1. Παντοτινά δικός σου Ξέρεις ποιος είσαι, ελεύθερο πουλί Μέσα σου βλέπεις κι ακούς µιά φωνή Σου λέει τι να κάνεις, σου δείχνει να ζεις Μαθαίνεις το δρόµο και δεν σε βρίσκει

Διαβάστε περισσότερα

Συνταγές του Chef Άκη Πετρετζίκη για την Schär

Συνταγές του Chef Άκη Πετρετζίκη για την Schär Συνταγές του Chef Άκη Πετρετζίκη για την Schär Carrot Cake 140 γρ. βούτυρο μαλακωμένο, 200 γρ. ζάχαρη, 250 γρ. τριμμένο καρότo, 140 γρ. σταφίδα σουλτανίνα, 2 αυγά, 200 γρ. αλεύρι Schär Mix C, 1 κ.γ. κανέλα,

Διαβάστε περισσότερα

Πίτα χωριάτικη με κιμά, μελιτζάνα και πράσο

Πίτα χωριάτικη με κιμά, μελιτζάνα και πράσο Πίτες Πίτα χωριάτικη με κιμά, μελιτζάνα και πράσο Υλικά (για 20 άτομα) Γέμιση ½ κιλό κιμά μοσχαρίσιο και χοιρινό ανάμεικτο 300 γρ μελιτζάνες 200 γρ πράσα αλάτι, πιπέρι, ρίγανη Ζύμη 800 γρ αλεύρι για όλες

Διαβάστε περισσότερα

Χρήστος Ιωάννου Τσαρούχης. Στάλες. Ποίηση

Χρήστος Ιωάννου Τσαρούχης. Στάλες. Ποίηση Χρήστος Ιωάννου Τσαρούχης Στάλες Ποίηση ΣΤΑΛΕΣ Χρήστος Ιωάννου Τσαρούχης Διορθώσεις: Χαρά Μακρίδη Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Σχέδιο βιβλίου: Λαμπρινή Βασιλείου-Γεώργα

Διαβάστε περισσότερα

Οξέα (Π. ΤΟΦΗ) Ποια υγρά επηρεάζουν μέρη του σώματος;

Οξέα (Π. ΤΟΦΗ) Ποια υγρά επηρεάζουν μέρη του σώματος; Σύντομη Περιγραφή Διερεύνησης Οξέα (Π. ΤΟΦΗ) Ποια υγρά επηρεάζουν μέρη του σώματος; Στόχος της διερεύνησης ήταν να διαφανεί το αν κάποια υγρά επηρεάζουν μέρη του σώματός μας. Αρχικά, θελήσαμε να διερευνήσουμε

Διαβάστε περισσότερα

Η νοστιμιά της άνοιξης

Η νοστιμιά της άνοιξης 9 ΜΑΡ/ ΔΕΥΤΕΡΑ Ντομάτες γεμιστές με ρύζι και μάραθο 90 λεπτά 15 λεπτά 12 άτομα 12 ντομάτες μεγάλες και ώριμες 16 κουταλιές ρύζι γλασέ 2 μεγάλα μάτσα μάραθα 4 καρότα τριμμένα 8 μεγάλα κρεμμύδια ψιλοκομμένα

Διαβάστε περισσότερα

Bάτραχοι στη λίμνη. Παιχνίδια Συνεργασίας 2014. Επίπεδο 1,2

Bάτραχοι στη λίμνη. Παιχνίδια Συνεργασίας 2014. Επίπεδο 1,2 Bάτραχοι στη λίμνη 1,2 Οργάνωση: Εργασία με όλη την τάξη. Τα παιδιά είναι γύρω από το αλεξίπτωτο, τη λίμνη και το κρατούν στο ύψος της μέσης. Τα σακουλάκια πάνω στο αλεξίπτωτο είναι οι βάτραχοι. Σκοπός

Διαβάστε περισσότερα

Εμένα με νοιάζει. Επαναληπτικό μάθημα. Ήρθαν οι μπλε κάδοι. 1 Αντιστοίχισε τις πρώτες ύλες με τα παράγωγά τους:

Εμένα με νοιάζει. Επαναληπτικό μάθημα. Ήρθαν οι μπλε κάδοι. 1 Αντιστοίχισε τις πρώτες ύλες με τα παράγωγά τους: Z Επαναληπτικό μάθημα Ανακύκλωση τώρα Αν το σύνθημα αυτό είναι κάτι που είχαμε ξεχάσει τα τελευταία χρόνια, είναι καιρός να το θυμηθούμε και να ενεργοποιηθούμε. Όλοι. Και αυτό γιατί θα πρέπει να καταλάβουμε

Διαβάστε περισσότερα

Η λέξη λικέρ, προέρχεται από την λατινική λέξη liquifacere που σημαίνει διαλύω. Στην αρχαιότητα, τα χρησιμοποιούσαν ως φαρμακευτικά και αντιμετώπιζαν

Η λέξη λικέρ, προέρχεται από την λατινική λέξη liquifacere που σημαίνει διαλύω. Στην αρχαιότητα, τα χρησιμοποιούσαν ως φαρμακευτικά και αντιμετώπιζαν Η λέξη λικέρ, προέρχεται από την λατινική λέξη liquifacere που σημαίνει διαλύω. Στην αρχαιότητα, τα χρησιμοποιούσαν ως φαρμακευτικά και αντιμετώπιζαν ασθένειες όπως η μαλάρια (ελονοσία), οι στομαχικές

Διαβάστε περισσότερα

Ηεπιστήμημέσααπόταμάτιατουπαιδιού... Ιδέες και πειράματα για τον «Ήχο»

Ηεπιστήμημέσααπόταμάτιατουπαιδιού... Ιδέες και πειράματα για τον «Ήχο» Ηεπιστήμημέσααπόταμάτιατουπαιδιού... Ιδέες και πειράματα για τον «Ήχο» Οήχος«ταξιδεύει» με κύματα. Μπορούμε να αναπαραστήσουμε τα πυκνώματα και τα αραιώματα των κυμάτων με ένα πλαστικό παιχνίδιελατήριο

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16. «Η κόρη η μονάχη» (Καστοριά - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16. «Η κόρη η μονάχη» (Καστοριά - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16 «Η κόρη η μονάχη» (Καστοριά - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε όλα τα παραμύθια

Διαβάστε περισσότερα

Εργασίες παιδιών 3 ης τάξης µε θέµα «Ένα σπίτι στην πόλη»

Εργασίες παιδιών 3 ης τάξης µε θέµα «Ένα σπίτι στην πόλη» Εργασίες παιδιών 3 ης τάξης µε θέµα «Ένα σπίτι στην πόλη» Εργασίες παιδιών 3 ης τάξης που αφορούν στην επεξεργασία κειµένου Ο ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ Ο σκαντζόχοιρος είναι πολύ συνηθισµένο είδος στη χώρα µας.

Διαβάστε περισσότερα

Μπουν τού υποσχόταν πως δε θα τα πήγαινε να δουλέψουν στις λιμνοθάλασσες του νότου ή στα ανθρακωρυχεία

Μπουν τού υποσχόταν πως δε θα τα πήγαινε να δουλέψουν στις λιμνοθάλασσες του νότου ή στα ανθρακωρυχεία Χουάνγκ-Σιάο Απόψε η Σελήνη λάμπει απόκοσμα στον φθινοπωρινό ουρανό. Οι ανάγλυφοι όγκοι του γρανιτένιου βουνού απέναντι μοιάζουν πελώριοι δράκοι, ακίνητοι μα απειλητικοί. Οι πρώτες πραγματικά ψυχρές ριπές

Διαβάστε περισσότερα

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ 1ΗΣ ΣΕΛΙ ΑΣ

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ 1ΗΣ ΣΕΛΙ ΑΣ ΑΡΧΗ 1ΗΣ ΣΕΛΙ ΑΣ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΕΥΤΕΡΑ 8 ΙΟΥΛΙΟΥ 2002 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ : ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΥΝΟΛΟ ΣΕΛΙ ΩΝ: ΠΕΝΤΕ (5) Α. ΚΕΙΜΕΝΟ

Διαβάστε περισσότερα

Έρικα Τζαγκαράκη. Τα Ηλιοβασιλέματα. της μικρής. Σταματίας

Έρικα Τζαγκαράκη. Τα Ηλιοβασιλέματα. της μικρής. Σταματίας Έρικα Τζαγκαράκη Τα Ηλιοβασιλέματα της μικρής Σταματίας στην μικρη Ριτζάκη Σταματία-Σπυριδούλα Τα Ηλιοβασιλέματα της μικρής Σταματίας ISBN: 978-618-81493-0-4 Έρικα Τζαγκαράκη Θεσσαλονίκη 2014 Έρικα Τζαγκαράκη

Διαβάστε περισσότερα

2. ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ОРФОГРАФИЯ. Προβληματικός κύκλος : - o - - e - - i - - a. ουδέτερο / επίθετο το ρούχο το ακριβό ποδήλατο

2. ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ОРФОГРАФИЯ. Προβληματικός κύκλος : - o - - e - - i - - a. ουδέτερο / επίθετο το ρούχο το ακριβό ποδήλατο 2. ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ОРФОГРАФИЯ Konstantinos Thodis by Προβληματικός κύκλος : - o - - e - - i - - a 1. - o - ( ο ) ουδέτερο / επίθετο το ρούχο το ακριβό ποδήλατο Средний / прилагательное το βιβλίο το νέο περιοδικό

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΑΤΡΙΚΟ 2 ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

ΘΕΑΤΡΙΚΟ 2 ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟ 2 ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ ΕΓΓΟΝΟΣ: Παππού, γιατί προτιμάς να βάζεις κανέλα και όχι κύμινο στα σουτζουκάκια; ΠΑΠΠΟΥΣ: Το κύμινο είναι κομματάκι δυνατό. Κάνει τους ανθρώπους να κλείνονται

Διαβάστε περισσότερα

Θα κάνω δίαιτα! Τι κάνει η Χριστίνα; Τι σκέφτεται;

Θα κάνω δίαιτα! Τι κάνει η Χριστίνα; Τι σκέφτεται; 6. Τι κάνει η Χριστίνα; Τι σκέφτεται; Θα κάνω δίαιτα! Χριστίνα: Μαμά, γιατί έπλυνες το παλιό τζιν; Μαμά: Δεν το έπλυνα, αγάπη μου. Είναι στην ντουλάπα σου εδώ κι ένα μήνα. Χριστίνα: Δεν είναι δυνατό! Ενάμισι

Διαβάστε περισσότερα