ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΤΜΗΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ-ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ & ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΤΜΗΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ-ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ & ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ"

Transcript

1 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΤΜΗΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ-ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ & ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Αξιολόγηση της Οικολογικής Ποιότητας των ποταμών της Δυτικής Ελλάδας με χρήση του πλαισίου DPSIR και υδρόβιων μακροφύτων ως βιολογικών δεικτών Μασούρας Ανδρέας Πάτρα 2014

2 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΤΜΗΜΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΦΥΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ-ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ & ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Αξιολόγηση της Οικολογικής Ποιότητας των ποταμών της Δυτικής Ελλάδας με χρήση του πλαισίου DPSIR και υδρόβιων μακροφύτων ως βιολογικών δεικτών Μασούρας Ανδρέας ΠΑΤΡΑ

3 ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ Τα μέλη της τριμελούς εξεταστικής επιτροπής Παπαστεργιάδου Εύα Τηνιακού Αργυρώ Τζανουδάκης Δημήτριος Η Επιβλέπουσα Καθηγήτρια Η έγκριση της διατριβής για την απόκτηση μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης από το Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών δεν υποδηλώνει την αποδοχή των γνωμών του συγγραφέα. Ν.5343/1392, άρθρο

4 Στη γιαγιά μου, Παρασκευή Ευχαριστίες Αρχικά, θα ήθελα να ευχαριστήσω την Αναπληρώτρια Καθηγήτρια κ. Ε. Παπαστεργιάδου, για την πολύτιμη βοήθειά της από τη στιγμή που ανέλαβα τη διπλωματική, μέχρι και την ολοκλήρωσή της. Επίσης θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τα υπόλοιπα μέλη της τριμελούς εξεταστικής επιτροπής τον Καθηγητή κ. Δ. Τζανουδάκη και την Επικ. Καθηγήτρια κ Α. Τηνιακού για τη σημαντική βοήθειά τους. Θα ήθελα ακόμα να ευχαριστήσω ξεχωριστά τον Δρ Γ. Δημητρέλο για την πολύτιμη βοήθειά του στην αναγνώριση των φυτικών ειδών, τους Δρ Κ. Στεφανίδη, και Δρ Χ. Χρηστιά, καθώς επίσης και της υποψήφια διδάκτορα Κ. Κωστάρα, για τις πολύτιμες συμβουλές και την καθοδήγησή τους σε όλα τα στάδια της εργασίας. Ευχαριστώ ακόμα την οικογένειά μου για τη στήριξη που μου παρείχε όλα αυτά τα χρόνια των σπουδών μου και τους φίλους μου που ήταν δίπλα μου όποτε τους χρειάστηκα. Τέλος θέλω να εκφράσω ένα μεγάλο ευχαριστώ στην κοπέλα μου Κωνσταντίνα που με στήριξε σε όλη τη διάρκεια της διπλωματικής και χωρίς τη βοήθεια της οποίας η δειγματοληψία θα ήταν πολύ δύσκολη! 3

5 Περιεχόμενα Περίληψη... 7 ABSTRACT Εισαγωγή Υδάτινοι Πόροι Οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα 2000/60/ΕΕ Ποτάμια Οικοσυστήματα Υδρόβια Μακρόφυτα Σκοπός εργασίας Περιοχή Μελέτης Αλφειός Ποταμός Υδρολογική λεκάνη Γεωλογικά χαρακτηριστικά Υδρολογικά και Κλιματολογικά χαρακτηριστικά Βιοποικιλότητα Καθεστώς Προστασίας Ανθρωπογενές περιβάλλον Ποταμός Νέδα Υδρολογική Λεκάνη Γεωλογικά Χαρακτηριστικά Κλιματολογικά Χαρακτηριστικά Βιοποικιλότητα Καθεστώς προστασίας Ανθρωπογενές περιβάλλον Πηνειός Ποταμός Υδρολογική λεκάνη Γεωλογικά χαρακτηριστικά Κλιματολογικά χαρακτηριστικά Βιοποικιλότητα Καθεστώς Προστασίας Ανθρωπογενές περιβάλλον Εύηνος Ποταμός Υδρολογική Λεκάνη Γεωλογικά Χαρακτηριστικά Κλιματολογικά χαρακτηριστικά Βιοποικιλότητα

6 2.4.5 Καθεστώς Προστασίας Ανθρωπογενές περιβάλλον Πιέσεις Πιέσεις στο υδάτινο περιβάλλον Σημειακές πηγές πιέσεων Εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων (ΕΕΛ) Εκβολή δικτύων αποχέτευσης σε φυσικό αποδέκτη Μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες Βιομηχανικές μονάδες Κτηνοτροφικές μονάδες Διαρροές από ΧΑΔΑ και ΧΥΤΑ Απορροές από εξορυκτικές δραστηριότητες (μεταλλεία, ορυχεία, Διαρροές από μολυσμένες περιοχές Υδατοκαλλιέργειες - Ιχθυοκαλλιέργειες Θερμοηλεκτρικοί σταθμοί Μονάδες αφαλάτωσης Λιμάνια-μαρίνες-ναυσιπλοΐα Αμμοληψίες Μη σημειακές πηγές ρύπανσης Γεωργικές δραστηριότητες Αστικά λύματα που δεν καταλήγουν σε ΕΕΛ Ποιμενική κτηνοτροφία Φυσική ρύπανση Ανάγκες και απολήψεις νερού Συνολικές ανάγκες νερού Συνολικές απολήψεις νερού Αξιολόγηση Πιέσεων - Απολήψεων Αξιολόγηση Πιέσεων Μορφολογικές αλλοιώσεις της περιοχής Υλικά και Μέθοδοι Δειγματοληψίες και εργασίες πεδίου Εφαρμογή πλαισίου DPSIR Αναλύσεις δειγμάτων στο εργαστήριο Στατιστική επεξεργασία δειγμάτων Μονομεταβλητές Μέθοδοι Στατιστικής Επεξεργασίας (Δείκτες Ποικιλότητας)

7 4.4.2 Πολυμεταβλητές Μέθοδοι Στατιστικής Επεξεργασίας Αναλύσεις γραφικής κατανομής Εφαρμογή του δείκτη IBMR ή MBIR (Macrophytes Biological Index for Rivers) Αποτελέσματα-Συζήτηση Εφαρμογή του πλαισίου DPSIR στις εξεταζόμενες περιοχές Κινητήριες Δυνάμεις (Drivers) Πιέσεις (Pressures) Κατάσταση (State) Επιπτώσεις (Impacts) Απαντήσεις (Responses) Αβιοτικές παράμετροι Γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά Φυσικοχημικοί παράμετροι περιοχών μελέτης Θρεπτικά αζώτου και φωσφόρου Σύγκριση περιβαλλοντικών παραμέτρων των περιοχών μελέτης Διερεύνηση περιβαλλοντικών παραμέτρων ανά ποταμό Διερεύνηση περιβαλλοντικών παραμέτρων στο σύνολο των περιοχών μελέτης Συσχέτιση περιβαλλοντικών παραμέτρων Συσχέτιση περιβαλλοντικών και γεωμορφολογικών παραμέτρων Βιοτικές παράμετροι - Υδρόβια Μακρόφυτα Χλωριδική σύνθεση περιοχών μελέτης Αφθονία φυτικών ειδών στις περιοχές μελέτης Ποικιλότητα ειδών Εφαρμογή του δείκτη IBMR ή MBIR (Macrophyte Biological Index for Rivers) Συσχέτιση περιβαλλοντικών παραμέτρων με φυτά δείκτες Συμπεράσματα Αξιολόγηση πιέσεων - Δείκτης DPSIR Αβιοτικές παράμετροι Βιοτικές παράμετροι Βιβλιογραφία

8 Περίληψη Η υποβάθμιση της ποιότητας των υδάτων στην Ευρώπη οδήγησε στην έκδοση της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα 2000/60/ΕE, σύμφωνα με την οποία τα επιφανειακά ύδατα πρέπει να βρίσκονται σε «καλή οικολογική κατάσταση» έως το Τα υδρόβια μακρόφυτα αποτελούν ένα από τα τέσσερα βιολογικά ποιοτικά στοιχεία της Οδηγίας, τα οποία συμβάλλουν στην αξιολόγηση της οικολογικής ποιότητας. Η οικολογική κατάσταση εκφράζει την ποιότητα της δομής των υδάτινων οικοσυστημάτων και της λειτουργίας των φυτικών συναθροίσεων. Η εργασία αυτή πραγματοποιήθηκε το 2013 στα πλαίσια της μεταπτυχιακής μου διατριβής και εντάσσεται στην ευρύτερη ερευνητική προσπάθεια του Εργαστηρίου Οικολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, για την αξιολόγηση των ποτάμιων συστημάτων της Ελλάδας. Υλοποιήθηκε σε ποταμούς της Δυτικής Ελλάδας (Αλφειός, Πηνειός, Εύηνος και Νέδα), σε μια προσπάθεια εκτίμησης της περιβαλλοντικής τους κατάστασης σε όλο το μήκος τους, αλλά και το προσδιορισμό τυχών σχέσεων που μπορεί να είχαν μεταξύ τους. Οι δειγματοληψίες πραγματοποιήθηκαν το Καλοκαίρι του 2013 για τη συλλογή μακροφύτων ως βιολογικών δεικτών αλλά και δειγμάτων νερού για τον υπολογισμό φυσικοχημικών δεδομένων σύμφωνα με τα πρότυπα που έχει ορίσει η οδηγία 2000/60. Το πρόγραμμα παρακολούθησης περιλάμβανε: Καταγραφή στο πεδίο φυσικοχημικών παραμέτρων του νερού, όπως βάθος (m), ταχύτητα ροής (km/h), θερμοκρασία ( ο C), αγωγιμότητα (ms/cm), διαλυμένο οξυγόνο (mg/l), ph, ολικά διαλυμένα στερεά (mg/l). Στο εργαστήριο πραγματοποιήθηκαν χημικές αναλύσεις δειγμάτων νερού, οι οποίες περιλαμβάνουν τον υπολογισμό της αλκαλικότητας (mg/l), της συγκέντρωσης των θρεπτικών αλάτων φωσφόρου-srp(μg/l), ΤP (μg/l), αζώτου- NO 2 -N (μg/l), NO3-N (μg/l) και ΝΗ 4 -Ν (μg/l) και ολικού αζώτου (ΤΝ) (μg/l). Στο πεδίο συλλέχτηκαν ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα που αφορούν τη δομή των μακροφυτικών κοινωνιών, καθώς και τη χωρική διακύμανση της κατανομής και της ανάπτυξης των μακροφύτων. Για τις εργασίες πεδίου χρησιμοποιήθηκαν φορητά πολυπαραμετρικά όργανα, δειγματολήπτες νερού, ενώ για τις χημικές αναλύσεις φασματοφωτόμετρο και αναλυτές ολικού αζώτου της Shimadzu στο Εργαστήριο. Επίσης καταγράφηκαν οι ανθρωπογενείς πιέσεις που ασκούνται στη λεκάνη απορροής των ποταμών, οι 7

9 τροποποιήσεις της φυσικής μορφολογίας τους, οι χρήσεις γης καθώς και οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες στην περιοχή. Κατά την επεξεργασία των δεδομένων στο εργαστήριο πραγματοποιήθηκε ανάλυση των πιέσεων της περιοχής μελέτης με τη χρήση του πλαισίου DPSIR σύμφωνα με το οποίο εντοπίστηκαν και αξιολογήθηκαν οι πιέσεις που δημιουργούν τις σημαντικότερες επιπτώσεις στις λεκάνες απορροής. Αποτέλεσμα της μεθόδου ήταν πως η εκτεταμένη γεωργία είναι αυτή που δημιουργεί τις μεγαλύτερες επιπτώσεις στον κάτω ρου των ποταμών ενώ τα λιγνιτοεργοστάσια της Μεγαλόπολης επιβαρύνουν σε πολύ σημαντικό βαθμό τον Αλφειό στο σύνολό του. Από τη στατιστική επεξεργασία έγινε μια προσπάθεια ομαδοποίησης των σταθμών δειγματοληψίας ανάλογα με την ομοιότητά τους σε βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες με τη χρήση της Ανάλυσης Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster analysis). Από τη συγκεκριμένη ανάλυση προέκυψε μεγάλη ομοιότητα του κάτω ρου των ποταμών και σαφής διαφοροποίηση του άνω ρου του Αλφειού εξαιτίας του εργοστασίου της Δ.Ε.Η στη Μεγαλόπολη. Στη συνέχεια με τη χρήση της Ανάλυσης Κυρίων Συνιστωσών (PCA) και της Ανάλυσης Κανονικών Αντιστοιχιών (CCA) πραγματοποιήθηκε συσχετισμός των βιοτικών και αβιοτικών παραμέτρων των περιοχών μελέτης. Τέλος χρησιμοποιήθηκε ο δείκτης με υδρόβια μακρόφυτα IBMR (Macrophytes Biological Index for Rivers) για την εκτίμηση της οικολογικής ποιότητας των ποταμών. Από τα αποτελέσματα προέκυψε πως οι ποταμοί της Δυτικής Ελλάδας παρουσιάζουν μειωμένη παραγωγικότητα σε υδρόβια μακρόφυτα τόσο λόγω της επιβάρυνσης των ποταμών όσο και εξαιτίας της μεγάλης ταχύτητας ροής του νερού που δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μακροφύτων στην κοίτη και τα κράσπεδα των ποταμών. Εν κατακλείδι η παρούσα μελέτη πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της Οικολογικής Αξιολόγησης των Υδάτινων Συστημάτων της Ελλάδας και κατάφερε να πετύχει του στόχους οι οποίοι είχαν τεθεί. Αποτέλεσε ένα σημαντικό διαχειριστικό εργαλείο καθώς έθεσε τις βάσεις για ένα ολοκληρωμένο δίκτυο παρακολούθησης των ποταμών της Δυτικής Ελλάδας. Εκτίμησε την οικολογική αλλά και τη χημική κατάσταση των οικοσυστημάτων όπως επίσης και τις πιέσεις στις οποίες υφίστανται αλλά και τις επιπτώσεις που προκαλούνται από αυτές. Τέλος αποτελεί έναυσμα για περαιτέρω παρακολούθηση των περιοχών αυτών αλλά και εκτίμηση της οικολογικής κατάστασής τους μακροπρόθεσμα. 8

10 ABSTRACT The degradation of water quality in Europe has forced the European Parliament to adopt the Water Framework Directive 2000/60/EC which insists that EU member states achieve "good ecological status" of surface waters by Aquatic macrophytes are one of the four biological quality elements of the Directive, for the assessment of ecological quality. The ecological status represents the quality of the structure of aquatic ecosystems and the function of plant assemblages. The present inquiry was carried out in 2013 for my master thesis and is part of the research of the Laboratory of Ecology of the University of Patras for the evaluation of river systems in Greece. The purpose of the present study was to estimate the environmental status of the rivers of Western Greece (Alfeios, Pineios, Evinos, Neda) and to correlate their condition. During summer 2013, sampling was performed to collect macrophytes as biological indicators and water samples to calculate physicochemical data according to the standards of Directive 2000/60. The monitoring included: Recording of physicochemical parameters of water, such as depth (m), flow velocity (km/h), temperature ( o C), conductivity (ms/cm), dissolved oxygen (μg/l), ph and total dissolved solids (μg/l). Chemical analysis of water samples in the lab, which include measurement of alkalinity (μg/l) and concentration of nutrients phosphorus-srp (μg/l), total phosphorus TP (μg/l), nitrogen-no 2 -N, NO 3 -N and NH 4 -N (μg/l) and total nitrogen (TN). Collection of qualitative and quantitative data in the field concerning the structure of the macrophytic societies and the spatial variation of their distribution and development. For the field study, portable multiparameter devices and water samplers were used, whereas for the chemical analysis in the lab, spectrophotometer and Shimadzu total nitrogen analyzer were used. In addition, human pressure on drainage basin of the rivers, the changes to natural topography, the land use and the human activities in the region were recorded. For the data analysis and interpretation, DPSIR was used to analyze the pressures in the study area and evaluate which ones interfere more in the river 9

11 basins. The results demonstrated that extensive agriculture cause the greatest damage in the lower course of the rivers and the lignite power plants of Megalopoli pollute river Alfeios. Moreover, cluster analysis was used to group the water samples regarding their resemblance in biotic and abiotic factors. The results indicate great similarity of the lower courses of the rivers and differentiate the upper course of Alfeios because of the presence of power station in Megalopoli. Principal component analysis (PCA) and canonical correlation analysis (CCA) were performed to correlate the biotic and abiotic factors of the study area. IBMR (Macrophytes Biological Index for Rivers) was also used to evaluate the ecological status of the rivers. The results show that the rivers of Western Greece present a low output in macrophytes because of the pollution of the rivers and the high speed flow of water that prevents the development of macrophytes in riverbed and river side curb. To sum up, the present study was conducted for the Ecological Evaluation of Aquatic ecosystems in Greece and succeeded the goals. It has been a management tool to set the basis for a network to monitor the rivers of Western Greece. It has accessed the ecological and chemical status of ecosystems, as well as the pressures that exist and the effects caused by them. Finally, it has been a trigger for further monitoring of these areas and assessment of the ecological status in the long term. 10

12 1. Εισαγωγή 11

13 1.1 Υδάτινοι Πόροι Τις τελευταίες δεκαετίες, γίνονται όλο και περισσότερες προσπάθειες για την προστασία του περιβάλλοντος. Η έννοια του περιβάλλοντος, καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερη θέση στις συνειδήσεις των πολιτών αλλά και στις εξαγγελίες των ηγετών παγκοσμίως. Το γεγονός αυτό οφείλεται στη συνειδητοποίηση του μεγέθους του προβλήματος όσον αφορά την υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και στην αντίληψη της υποθήκευσης του μέλλοντος των επόμενων γενεών. Οι υδάτινοι πόροι αποτελούν βασική παράμετρο της αναπτυξιακής διαδικασίας και της ισορροπίας των οικοσυστημάτων. Τη σημερινή εποχή όμως, εξαιτίας και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης εντοπίζονται σημαντικότατα προβλήματα γύρω από την επάρκεια και την διαχείρισή τους που οδηγούν και σε χαρακτηριστικά τοπικών συγκρούσεων, ακόμη και σε διατάραξη διακρατικών σχέσεων (Φυττής, 2011). Βασικοί παράγοντες αυτής της έντασης είναι η μείωση του ποσοστού του εκάστοτε κρατικού προϋπολογισμού που στοχεύει στην προστασία του περιβάλλοντος, στη σταθερή αύξηση της κατανάλωσης του νερού λόγω της πληθυσμιακής αύξησης και στην αλλαγή των συνθηκών και των απαιτήσεων ζωής που είναι συνδυασμένες με ένα αναπτυξιακό μοντέλο που αδιαφορεί για τους φυσικούς πόρους. Παράλληλα παρατηρείται άνιση κατανομή των υδατικών πόρων και μεγάλες περίοδοι ξηρασίας λόγω κλιματικών αλλαγών που οδηγούν σε λειψυδρία και ερημοποίηση πολλών περιοχών του πλανήτη. Τα φαινόμενα αυτά συντελούν δευτερογενώς και στην αύξηση της ρύπανσης των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων (Φυττής, 2011). Σοβαρά προβλήματα, στη διαχείριση των υδάτινων πόρων παρατηρούνται και στην παράκτια ζώνη, στην οποία συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο ποσοστό πληθυσμού (40-50% του παγκόσμιου πληθυσμού, βρίσκεται σήμερα συγκεντρωμένο σε απόσταση 100 Km από την ακτή), σε παγκόσμια κλίμακα (Viaroli et al. 2007). Συνεπώς, η παράκτια ζώνη υποβάλλεται σε μεγάλες ανθρωπογενείς πιέσεις, που έχει ως αποτέλεσμα την ρύπανση των υδάτων, την υπεραλίευση, την καταστροφή των θαλάσσιων ενδιαιτημάτων, και τη διάβρωση των ακτών (Selig et al. 2006). Όλα αυτά ώθησαν την επιστημονική αλλά και την διεθνή κοινότητα στο να προσεγγίσουν και να εξετάσουν το θέμα πιο σφαιρικά και ολοκληρωμένα. Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση (EΕ) η προστασία των υδάτων αποτελεί μία από τις παλαιότερες περιβαλλοντικές πολιτικές. Υπάρχουν πλέον πέραν των είκοσι 12

14 νομοθεσιών και οδηγιών για την προστασία των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων από τις ανθρώπινες δραστηριότητες (Φυττής, 2011). Στη συνέχεια αναφέρονται ενδεικτικά κάποιες από τις οδηγίες που εκδόθηκαν κατά το παρελθόν από την Ευρωπαϊκή Ένωση: Οδηγία περί της απαιτουμένης ποιότητας των υδάτων επιφάνειας που προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος (75/440/ΕΟΚ) Οδηγία περί της ποιότητας των υδάτων κολύμβησης (76/160/ΕΟΚ) Οδηγία περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (76/464/ΕΟΚ) Οδηγία περί της ποιότητος των γλυκών υδάτων που έχουν ανάγκη προστασίας ή βελτιώσεως για τη διατήρηση της ζωής των ιχθύων (78/659/ΕΟΚ) Οδηγία περί των μεθόδων μετρήσεως και περί της συχνότητας των δειγματοληψιών και της αναλύσεως των επιφανειακών υδάτων τα οποία προορίζονται για την παραγωγή πόσιμου νερού (79/869/ΕΟΚ) Οδηγία περί της απαιτούμενης ποιότητας των υδάτων για οστρακοειδή (79/923/ΕΟΚ) Οδηγία περί της ποιότητας τού πόσιμου νερού (80/778/ΕΟΚ) Οδηγία για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορύπανση γεωργικής προέλευσης (91/676/ΕΟΚ) Οδηγία για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (91/271/ΕΟΚ) Πέραν αυτών των Οδηγιών, οι χώρες της Μεσογείου υπέγραψαν στις 16/02/1976 την Σύμβαση της Βαρκελώνης περί προστασίας της Μεσογείου από την ρύπανση. Οι νομοθεσίες αυτές είχαν κοινό σκοπό τον καθορισμό προτύπων ποιότητας νερού αλλά και τη μείωση της ρύπανσης των υδάτων που οφειλόταν στις ανθρώπινες δραστηριότητες (http://www.ypeka.gr/). Όμως, παρά τη θέσπιση αυτών των κανονισμών, η κακή διαχείριση σε όλα τα υδάτινα σώματα (ποτάμια, λίμνες, λιμνοθάλασσες, υπόγεια ύδατα) δεν μειώθηκε, αλλά συνέχισε να υφίσταται και σε πολλές περιπτώσεις επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα τη συνεχή υποβάθμιση της οικολογικής κατάστασης. Η αναποτελεσματικότητα των μέτρων που ελήφθησαν με βάση τις πιο πάνω οδηγίες και σε συνδυασμό με τη συνεχή επιδείνωση της οικολογικής κατάστασης των υδάτινων πόρων, αλλά και με την αυξανόμενη ζήτηση επαρκών ποσοτήτων ύδατος καλής ποιότητας για κάθε χρήση, κατέστησαν αναγκαία την αναθεώρηση της 13

15 Ευρωπαϊκής πολιτικής για τα ύδατα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία και την έκδοση της Οδηγίας 2000/60/ΕΕ με σκοπό την ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτων (Φυττής, 2011). 1.2 Οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα 2000/60/ΕΕ Η Ευρωπαϊκή Ένωση, κατανοώντας τη σημασία της προστασίας και διατήρησης του υδάτινου περιβάλλοντος στην Κοινότητα προχώρησε με την εκπόνηση μιας νέας οδηγίας πλαισίου που θέσπισε τις βασικές αρχές μιας βιώσιμης πολιτικής των υδάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η νέα Οδηγία Πλαίσιο, μετά από μια μακρόχρονη περίοδο συζητήσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τέθηκε σε ισχύ στις 22 Δεκεμβρίου 2000 (Νικολοπούλου, 2010). Η Οδηγία 2000/60/ΕΕ ή αλλιώς Οδηγία-Πλαίσιο για τα Νερά αναμορφώνει την υφιστάμενη Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και θέτει το νομοθετικό πλαίσιο για την ορθή διαχείριση και προστασία των υδατικών πόρων. Βασικός στόχος της Οδηγίας είναι η αποτροπή της περαιτέρω υποβάθμισης όλων των υδάτων και η επίτευξη μιας «καλής κατάστασης» μέχρι το Η Οδηγία καθορίζει τις αρχές και προτείνει μέτρα για τη διατήρηση και προστασία όλων των υδάτων -ποτάμια, λίμνες, μεταβατικά, παράκτια και υπόγεια ύδατα. Καινοτομία της οδηγίας αποτελεί πως για πρώτη φορά εισάγεται η έννοια της "οικολογικής σημασίας" των υδάτων παράλληλα και ανεξάρτητα της όποιας άλλης χρήσης τους. Στοχεύει δε, στην ολοκληρωμένη διαχείριση των υδατικών πόρων ενώ για πρώτη φορά καλύπτονται όλες οι χρήσεις νερού, σε ενιαίο κοινό πλαίσιο για όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EC, 2000). Σύμφωνα με το άρθρο 1 της ΟΠΥ, ο σκοπός της παρούσας οδηγίας, είναι η θέσπιση πλαισίου για την προστασία των εσωτερικών επιφανειακών, των μεταβατικών, των παράκτιων και υπόγειων υδάτων, το οποίο να: αποτρέπει την περαιτέρω επιδείνωση, να προστατεύει και να βελτιώνει την κατάσταση των υδάτινων οικοσυστημάτων αλλά και των εξαρτωμένων από αυτά χερσαίων οικοσυστημάτων και υγροτόπων. προωθεί τη βιώσιμη χρήση του νερού βάση μακροπρόθεσμης προστασίας των διαθέσιμων υδατικών πόρων. προωθεί την ενίσχυση της προστασίας και τη βελτίωση του υδάτινου περιβάλλοντος. διασφαλίζει την προοδευτική μείωση της ρύπανσης των υπόγειων υδάτων. 14

16 συμβάλλει στο μετριασμό των επιπτώσεων από πλημμύρες και ξηρασία. Η καινοτομία που παρουσιάζει η Οδηγία, είναι ότι η ποιότητα των υδάτων, εκτός της χημικής, μετράται πλέον και με οικολογικά ποιοτικά στοιχεία (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 2000). Η οικολογική κατάσταση των υδατικών συστημάτων τονίζεται ιδιαίτερα καθώς τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρακολουθούν παραμέτρους ενδεικτικές της κατάστασης από τα εξής ποιοτικά στοιχεία: Βιολογικά: ψάρια, βενθικά μακροασπόνδυλα, υδατική χλωρίδα Υδρομορφολογικά: υδρολογικό καθεστώς (ποσότητα και δυναμική της ροής, σύνδεση με τα υπόγεια νερά), συνέχεια του ποταμού, βάθος και πλάτος, δομή της κοίτης του ποταμού, δομή της παρόχθιας βλάστησης Φυσικοχημικά: συνθήκες θερμοκρασίας και οξυγόνου, αλατότητα, οξύτητα, θρεπτικά Τα δύο τελευταία, πρέπει να αναφερθεί πως αποτελούν υποστηρικτικά στοιχεία των βιολογικών και πως μόνο τα τελευταία, είναι τα μόνα που μπορούν να καθορίσουν την οικολογική κατάσταση ενός υδάτινου οικοσυστήματος. Η οικολογική κατάσταση των υδατικών συστημάτων του ποταμού εκτιμάται σε πενταβάθμια κλίμακα (Πίνακας 1) όπως ορίζει η Οδηγία 2000/60/ΕΕ και ο εναρμονισμένος νόμος 3199/2003 (ΦΕΚ 280/Α / ) περί προστασίας και διαχείρισης των υδάτων. Οι αδιατάρακτοι σταθμοί χρησιμοποιούνται ως σταθμοί αναφοράς (αναγνώριση βιολογικών κοινοτήτων αναφοράς για κάθε υδατικό σώμα). Η Ποιοτική Οικολογική Απόκλιση (ΠΟΑ): προκύπτει από την παρατηρούμενη κατάσταση διαιρούμενη προς την αναμενόμενη από τους σταθμούς αναφοράς. Ο λόγος εκφράζεται ως η αριθμητική τιμή μεταξύ του μηδενός και του ενός, όπου η υψηλή οικολογική κατάσταση δηλώνεται με την τιμή ένα (1) και η κακή οικολογική κατάσταση αντιπροσωπεύεται από το μηδέν (0) (Νικολοπούλου, 2010). Πίνακας 1: Ταξινόμηση της οικολογικής ποιότητας των ποταμών σύμφωνα με την Οδηγία 2000/60/ΕΚ Κατάταξη Οικολογικής Ποιότητας Χρωματική Κλίμακα Υψηλή Καλή Μέτρια Ελλιπής Κακή 15

17 1.3 Ποτάμια Οικοσυστήματα Ποτάμια οικοσυστήματα, υπό τη στενή έννοια, είναι εκείνα των οποίων οι οργανισμοί είναι προσαρμοσμένοι σε συνθήκες συνεχούς ροής του νερού. Συχνά, όμως, τα ποτάμια οικοσυστήματα εξετάζονται από κοινού με τα παραποτάμια, δηλαδή, με εκείνα των οποίων το υδατικό καθεστώς του εδάφους τους εξαρτάται, κατ εξοχήν από το ποτάμιο νερό (εποχική υπερχείλιση, πλάγια διήθηση) (Ανδρουτσοπούλου, 2010). Τα ποτάμια αποτελούν πολύ σημαντικά οικοσυστήματα καθώς προσφέρουν μια ευρεία διαβάθμιση συνθηκών και ενδιαιτημάτων από τις πηγές έως τις εκβολές τους. Αυτή η διαβάθμιση αντανακλάται στη διαφοροποίηση του τρόπου ζωής και της συμπεριφοράς των οργανισμών που απαντώνται κατά μήκος και πλάτος του ποταμού. Τέλος το υψόμετρο, το υπόστρωμα, η ροή του νερού καθώς και τα φυσικοχημικά στοιχεία, αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την ποικιλία και την αφθονία των οργανισμών του ποταμού (Κόκκορης, 2007). Το νερό και η παρόχθια βλάστηση βρίσκονται σε αμοιβαία αλληλεπίδραση. Αυτή εκδηλώνεται με διπλό τρόπο. Πρώτον, με τη στάθμη του υπόγειου ύδατος η οποία εξαρτάται από το επίπεδο του νερού στο ποτάμι. Όταν αυξάνει η στάθμη του ποταμού, ανεβαίνει συνακόλουθα και η στάθμη του υπόγειου ύδατος στο παρόχθιο δάσος. Κατά δεύτερο τρόπο, εκδηλώνεται με τις πλημμυρικές παροχές του ποταμού. Μικρές παροχές οδηγούν σε μικρές πλημμύρες, μεγάλες παροχές δημιουργούν μια εικόνα καταστροφής όταν τα νερά υποχωρούν (Ανδρουτσοπούλου, 2010). Τα ρέοντα νερά περιλαμβάνουν τους ποταμούς, τα ρυάκια και τους χείμαρρους. Τροφοδοτούνται από τις βροχές και τα χιόνια που λιώνουν καθώς και από τα υπόγεια νερά που αναβλύζουν στις πηγές. Μικρά υδάτινα ρεύματα ξεκινούν από τα βουνά (ανάντη περιοχές) και σταδιακά ενώνονται σε μεγαλύτερες κοίτες ποταμών (κατάντη περιοχές) σχηματίζοντας το υδρογραφικό δίκτυο μιας λεκάνης απορροής. Ένα ποτάμιο σύστημα δέχεται διάφορες εισροές από τη λεκάνη απορροής του και συγχρόνως επιδρά πάνω στα βιοτικά και αβιοτικά χαρακτηριστικά της. Μέχρι το 1975, οι μελέτες των ποτάμιων συστημάτων ήταν αποσπασματικές, π.χ. μελέτη ενός αλλουβιακού παραποτάμιου δάσους της ευρείας κοίτης ή μιας λίμνης της πλημμυρικής πεδιάδας του ποταμού (πεδιάδα κατάκλισης). Όμως μετά το 1975 εκδηλώθηκε έντονο ενδιαφέρον για πιο σύνθετες μελέτες. Με την πρόοδο της οικολογίας του τοπίου κατά τη δεκαετία του 80 και την ανάπτυξη 16

18 της ολιστικής προσέγγισης, λαμβάνονται όλο και περισσότερο υπόψη οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφορετικών οικοσυστημάτων του ποτάμιου συστήματος. Στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης, η έννοια του "ποτάμιου συστήματος" επιτρέπει μια νέα, διεπιστημονική προσέγγιση (Μοντεσάντου, 1999). Στην έννοια του ποτάμιου συστήματος περιλαμβάνονται μεγάλα ποτάμια ρεύματα που είναι σύνθετα συστήματα αλληλοεπηρεαζόμενων οικοσυστημάτων, με 4 διαστάσεις: Η κατά μήκος διάσταση (Εικόνα. 1) αντιστοιχεί στη διαβάθμιση ανάντηκατάντη που ακολουθεί τη διαδρομή του νερού από τις πηγές και τους ορεινούς χείμαρρους μέχρι τους κεντρικούς κλάδους του ποταμού, που απλώνονται στην αλλουβιακή πεδιάδα καταλήγοντας τελικά στις εκβολές. H εγκάρσια διάσταση (Εικόνα. 1) περικλείει την ποικιλότητα των αλληλοεπηρεαζόμενων οικοσυστημάτων που βρίσκονται "σε διάταξη μωσαϊκού" στην αλλουβιακή πεδιάδα, όπως τα ρέοντα νερά της κύριας κοίτης και των πλάγιων κλάδων, τα στάσιμα νερά των εγκαταλειμμένων κοιτών, των παλαιών μαιάνδρων και των ελών, τα παραποτάμια δάση, τα χερσαία οικοσυστήματα της αλλουβιακής πεδιάδας και τις νησίδες του ποταμού. H κατακόρυφη διάσταση (Εικόνα. 1) αναφέρεται στη ζώνωση των επιφανειακών χερσαίων και υδάτινων οικοσυστημάτων και των υπόγειων νερών του υδροφόρου ορίζοντα της αλλουβιακής πεδιάδας. Σ' όλα αυτά τα επιμέρους οικοσυστήματα, που δημιουργούνται και επηρεάζονται έντονα από τη δυναμική του ποτάμιου συστήματος, γίνονται ανταλλαγές ενέργειας, ύλης και ζώντων οργανισμών, με αποτέλεσμα την αλληλεξάρτησή τους. Η χρονική διάσταση περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές, φυσικές ή ανθρωπογενείς, που πραγματοποιούνται μέσα στο χρόνο, έχοντας η κάθε μια τη δική της περιοδικότητα. Οι αλληλοσυσχετισμοί που, σε κάθε διάσταση, συνδέουν τους μηχανισμούς της δυναμικής του ποτάμιου συστήματος (παροχή και στερεοπαροχή, διαδικασία διάβρωσης και ιζηματογένεσης, μορφή του δικτύου, ποιότητα του νερού) και τις βιολογικές διεργασίες (στρατηγικές προσαρμογής, συμπεριφορά, θήρευση, ανταγωνισμός, παραγωγή βιομάζας, διαδοχές) ερμηνεύουν σε μεγάλο βαθμό την κατανομή της χλωρίδας και της πανίδας και τη διαφοροποίησή τους στο χρόνο. 17

19 Συνεπώς, κατά τη μελέτη των ποτάμιων συστημάτων, στόχο αποτελεί η αποφυγή της διαίρεσής τους σε επιμέρους υποσύνολα. Η ολοκληρωμένη διαχείριση επιτρέπει την κατανόηση της λειτουργίας, της ποικιλότητας και πολυπλοκότητας των φυσικοχημικών και βιολογικών φαινομένων, καθώς και των επιπτώσεων των ανθρώπινων παρεμβάσεων. Τελικά, όλα τα ανωτέρω φαινόμενα αλληλεπιδρούν σε διαφορετικές κλίμακες του χωροχρόνου εξασφαλίζοντας έτσι τη συνοχή αυτών των ιεραρχημένων και ελεγχόμενων από τη δυναμική του νερού "ποτάμιων συστημάτων". Εικόνα 1: Κατά μήκος διάσταση και σχηματοποίηση των αμφίδρομων ροών ως προς την εγκάρσια διάσταση (ανταλλαγές με τα διάφορα οικοσυστήματα της αλλουβιακής πεδιάδας) και την κατακόρυφη διάσταση (ανταλλαγές με το περιβάλλον του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα) (Amoros & Petts 1993). 1.4 Υδρόβια Μακρόφυτα Τα υδρόβια μακρόφυτα έχουν μια ευρεία έννοια και περιλαμβάνουν είδη φυτών τα οποία αναπτύσσονται μέσα, πλήρως ή μερικώς βυθισμένα στο νερό και είναι ορατά με γυμνό οφθαλμό. Σε αυτά είδη περιλαμβάνονται υδρόβια αγγειόσπερμα, φύκη (μακροφύκη) όπως επίσης και κάποια είδη πτέριδων και βρύων που έχουν προσαρμοστεί στο υδάτινο περιβάλλον. Υδρόβια μακρόφυτα, είναι αρκετά κοινά τόσο στα γλυκά νερά των ποταμών, όσο και στα αλμυρά ή υφάλμυρα νερά των παράκτιων περιοχών. 18

20 Τα είδη αυτά είναι επωφελή για τα υδάτινα οικοσυστήματα και τις βιοκοινωνίες στις οποίες συμμετέχουν. Η μεγάλη τους αξία συνοψίζεται στα εξής: Χαρακτηρίζονται από μεγάλη ποικιλότητα Προάγουν την διατήρηση της ποικιλότητας άλλων οργανισμών, παρέχοντας οικότοπους για την αναπαραγωγή και επιβίωση ψαριών και διαφόρων υδρόβιων ασπόνδυλων Συμβάλουν στην σταθεροποίηση του ιζήματος, αναχαιτίζοντας τον κίνδυνο διάβρωσης των παράκτιων περιοχών Ως πρωτογενείς παραγωγοί, παρέχουν τροφή σε άλλους οργανισμούς Μέσω της φωτοσύνθεσης παράγουν οξυγόνο, επιτελώντας σημαντικό ρόλο στην διατήρηση των βιολογικών λειτουργιών στα υδάτινα σώματα και αποτρέπουν την εμφάνιση ανοξικών συνθηκών. Αποτελούν αξιόλογους βιοδείκτες για την οικολογική ποιότητα των υδάτων στα οποία αναπτύσσονται (Τζιώρτζιης, 2008). Απουσία μακροφύτων σε ένα υδάτινο σύστημα, μπορεί να οφείλεται σε τυχών μόλυνση του νερού ή ακόμα και σε μειωμένες εντάσεις φωτός. Επίσης, αυξημένες τιμές βιομάζας μακροφυκών (κυρίως χλωροφυκών), καταδεικνύουν αυξημένη ροή θρεπτικού φορτίου. Αντίθετα, εκτεταμένα λιβάδια και μεγάλη βιομάζα υδροβίων αγγειοσπέρμων, μαρτυρούν καλή οικολογική ποιότητα των υδάτων (Φυττής, 2011). Γενικότερα όμως τα μακρόφυτα αποτελούν σημαντικό δείκτη για την εκτίμηση της οικολογικής κατάστασης σε όλες τις κατηγορίες επιφανειακών υδάτων (Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο 2000). Ως δομικά στοιχεία των υδάτινων οικοσυστημάτων, σχηματίζουν υψηλής παραγωγικότητας εκτεταμένους λειμώνες που παρουσιάζουν δυναμικές μεταβολές στην κλίμακα του χώρου και του χρόνου. Είναι ευαίσθητα σε ανθρωπογενείς επιδράσεις και χάρη στην συνεχή παρουσία τους στην υδάτινη στήλη, αντιδρούν άμεσα σε αλλαγές του αβιοτικού και βιοτικού περιβάλλοντος (Οrfanidis et al. 2001, Οrfanidis et al. 2003). Τα μακρόφυτα μπορούν να αποτελέσουν άμεση ένδειξη για αυξημένες θρεπτικές συγκεντρώσεις μέσω της αύξησης της βιομάζα τους από μια χρονοσειρά δεδομένων, καθώς και έμμεσα μέσω της σύνθεσης των ειδών. Παραδείγματος χάριν στη Φινλανδία υπάρχει διαφορετικός τρόπος προσέγγισης σε θέματα ευτροφισμού που αρχίζει από τον Linkola (1933) και συνεχίζεται με διάφορες πιο πρόσφατες προσεγγίσεις από τον Heikki Toivonen (Toivonen 1985, Toivonen & Huttunen 1995). Γενικά καταβάλλεται προσπάθεια συσχέτισης των ειδών των μακροφύτων με 19

21 την οικολογική κατάσταση ενός υδατικού οικοσυστήματος (ολιγοτροφικής, μεσοτροφικής και ευτροφικής κατάστασης), θέτοντας κάποια είδη ως αντιπροσωπευτικά για την κάθε οικολογική κατάσταση (Παπαδάκη & Κάγκαλου, 2010). Η μέθοδος συλλογής δεδομένων στο πεδίο για τα υδρόβια μακρόφυτα τυποποιήθηκε από το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα STAR (Standardisation of River Classifications) και ήταν πολύ κοντά με την μέθοδο MTR, εντούτοις, τα συστήματα αξιολόγησης τα οποία βασίζονται αποκλειστικά σε υδρόβια μακρόφυτα είναι λιγότερο ευαίσθητα σε Μεσογειακού τύπου οικοσυστήματα όπου η ποώδης βλάστηση κυριαρχείται από τα αναδυόμενα είδη (Ferreira et al.,2002). Έτσι η αξιολόγηση μόνο της χλωρίδας του υγρού διαύλου οδηγεί σε απώλεια πολύτιμης οικολογικής πληροφορίας (Μανωλάκη, 2011). 1.5 Σκοπός εργασίας Η εργασία αυτή πραγματοποιήθηκε στους ποταμούς Αλφειό, Νέδα, Πηνειό και Εύηνο της Δυτικής Ελλάδας. Εντάσσεται στα πλαίσια της ευρύτερης ερευνητικής προσπάθειας του Τμήματος Βιολογίας του εργαστηρίου Οικολογίας Φυτών του Πανεπιστημίου Πατρών για τη διερεύνηση της οικολογικής κατάστασης των ποτάμιων οικοσυστημάτων της Δυτικής Ελλάδας. Η εργασία πραγματοποιήθηκε την περίοδο στα πλαίσια της μεταπτυχιακής μου διατριβής και η δειγματοληψία σε 46 επιλεγμένους σταθμούς έγινε το Καλοκαίρι του Οι κυριότεροι στόχοι της παρούσας εργασίας ήταν: Η καταγραφή των πιέσεων που ασκούνται στην περιοχή μελέτης και των επιπτώσεων αυτών στην χημική και οικολογική ποιότητα των ποταμών. Η παρακολούθηση των φυσικοχημικών παραμέτρων της υδάτινης στήλης των ποταμών κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Η καταγραφή των υδρόβιων μακροφύτων και της παρόχθιας βλάστησης των περιοχών μελέτης. Η διερεύνηση σχέσεων μεταξύ των ποταμών βάσει των βιοτικών αλλά και των αβιοτικών παραμέτρων. 20

22 Η διερεύνηση των σχέσεων των φυσικοχημικών παραμέτρων και της παρουσίας των υδρόβιων μακροφύτων. Ο καθορισμός των φυσικοχημικών παραμέτρων που παίζουν το σημαντικότερο ρόλο στην εξάπλωση και αφθονία των υδροβίων μακροφύτων. Η επίτευξη των παραπάνω στόχων μπορεί να αποτελέσει σημαντικό διαχειριστικό εργαλείο, καθώς μπορεί να θέσει τις βάσεις για τη δημιουργία ενός δικτύου παρακολούθησης των ποταμών αυτών. Η παρακολούθηση και η διαχείριση τέτοιων οικολογικά σημαντικών περιοχών, κρίνεται απαραίτητη ώστε να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα η οικολογική τους κατάσταση και ταυτόχρονα να ελεγχθεί η ανθρωπογενής δραστηριότητα στα πλαίσια μιας βιώσιμης και ολοκληρωμένης διαχείρισης της παράκτιας ζώνης. 21

23 22

24 2.Περιοχή Μελέτης 23

25 2.1 Αλφειός Ποταμός Ο Αλφειός είναι ο μεγαλύτερος σε μήκος (112km) και παροχή (ετήσιο δυναμικό m 3 ύδατος) ποταμός της Πελοποννήσου και βρίσκεται στην πέμπτη θέση των μεγαλύτερων σε μήκος ποταμών, που έχουν το σύνολο της ροής τους εντός του ελληνικού εδάφους (Manariotis and Yannopoulos 2004). Όπως φαίνεται και στον χάρτη που παρατίθεται (Εικόνα 2), ο ποταμός διατρέχει αρχικά το λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης, όπου στην περιοχή εξόρυξης λιγνίτη εκτρέπεται τεχνητά. Στη συνέχεια της πορείας του κατευθύνεται ΒΔ, περνά δίπλα από την Καρύταινα και συμβάλλει με τον ποταμό Λούσιο. Από την περιοχή αυτή δημιουργεί μια βαθιά κοιλάδα ανάμεσα σε επιβλητικούς ορεινούς όγκους (Λυκαίο, παρυφές Μαινάλου, βουνά της Ηρέας βορειότερα κ.λπ.) σχηματίζοντας ένα ενδιαφέρον φυσικό ανάγλυφο (Ανδρουτσοπούλου, 2010). Εικόνα 2: Χάρτης περιοχής μελέτης (Ανδρουτσοπούλου, 2010) Στη συνέχεια και σε ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής του ο ποταμός αποτελεί το φυσικό όριο μεταξύ Αρκαδίας και Ηλείας. Από την περιοχή του Παλαιοκάστρου σχηματίζεται μια καταπράσινη κοιλάδα η οποία συνεχίζεται και κατά τη διαδρομή του στην Ηλεία, μέχρι την εκβολή του στο Ιόνιο πέλαγος στην περιοχή της Τριφυλίας (Κυπαρισσιακός κόλπος). Οι πρώτες πηγές του βρίσκονται στην περιοχή του Ασεατικού πεδίου και κοντά στο Λεοντάρι της Μεγαλόπολης στους πρόποδες του Ταϋγέτου. Ένα σημείο της διαδρομής του είναι υπόγειο, όπου δέχεται νερά από καταβόθρες καθώς και από τη λίμνη Τάκα (Ανδρουτσοπούλου, 2010). Ο Αλφειός χωρίζεται σε τρία διακριτά τμήματα και καταλήγει στη θάλασσα στο βόρειο τμήμα του Κυπαρισσιακού Κόλπου, λίγο νοτιότερα από τον Πύργο 24

26 Ηλείας. Έτσι έχουμε τον Άνω Αλφειό (άνω ρους), μέχρι και το υψίπεδο της Μεγαλόπολης, το Μέσο Αλφειό (μέσος ρους), στα φαράγγια, στα σύνορα Ηλείας - Αρκαδίας και τον Κάτω Αλφειό (κάτω ρους), στο πεδινό του τμήμα στην Ηλεία (κοιλάδα Αλφειού) (Ανδρουτσοπούλου, 2010) Υδρολογική λεκάνη Η υδρολογική λεκάνη του Αλφειού Ποταμού καλύπτει έκταση απορροής 3.658km 2, η οποία εκτείνεται στη δυτική και κεντρική Πελοπόννησο και κατανέμεται κυρίως στους Νομούς Ηλείας, Αρκαδίας και Αχαΐας κατά ποσοστό 26%, 57% και 17% αντιστοίχως και χωρίζεται σε τρεις υπολεκάνες. Η άνω υπολεκάνη καλύπτει μια επιφάνεια 250km 2 και περιλαμβάνει το τμήμα του ποταμού Αλφειού στο οροπέδιο της Μεγαλόπολης, με κυριότερους παραπόταμους τους Λούσιο, Ελισσώνα και Ξερίλα. Η μεσαία υπολεκάνη έχει μέγεθος 3048km 2 και περιλαμβάνει το ενδιάμεσο τμήμα άνωθεν του φράγματος Φλόκα, με κυριότερους παραπόταμους τους Σελινούντα, Κλαδέο, Ερύμανθο και Λάδωνα. Τέλος η κάτω υπολεκάνη έχει έκταση 362km 2 και καταλαμβάνει το τμήμα από το φράγμα του Φλόκα έως τις εκβολές στον Κυπαρισσιακό κόλπο με κυριότερο παραπόταμο τον Ενιπέα (Manariotis & Yannopoulos 2004) Γεωλογικά χαρακτηριστικά Το έδαφος στην πεδινή περιοχή της λεκάνης του Αλφειού συνίσταται από αλλουβιακές αποθέσεις, αποτελούμενες από άμμους, χαλίκια και κροκάλες, καθώς επίσης και από νεογενή ιζήματα που χαρακτηρίζονται από ασυνέχεια και ανομοιογένεια, με επακόλουθο την εμφάνιση επάλληλων υπό πίεση υδροφόρων οριζόντων. Το πέτρωμα που κυριαρχεί στην ορεινή και ημιορεινή περιοχή είναι ο μεσοζωικός ασβεστόλιθος του Ωλενού, ο οποίος εμφανίζεται καρστικοποιημένος. Συνεπώς, στα διαβρωμένα ασβεστολιθικά συστήματα και τους κλαστικούς σχηματισμούς αναπτύσσονται υδροφόροι (Ανδρουτσοπούλου, 2010). Από γεωτεκτονική άποψη, σε όλες τις ορεινές εξάρσεις επικρατούν καρστικοί ασβεστόλιθοι, οι οποίοι στο βόρειο, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό τομέα της λεκάνης απορροής ανήκουν στη γεωτεκτονική ζώνη Πίνδου, ενώ στο νοτιοανατολικό, ανατολικό και βορειοανατολικό τομέα, στη ζώνη Γαβρόβου Τριπόλεως (ΙΓΜΕ ). Πέραν αυτών, στην περιοχή της ζώνης Πίνδου συναντούμε σχιστοκερατολίθους (ραδιολαρίτες, δηλαδή πυριτικά πετρώματα 25

27 μεταβλητής περιεκτικότητας σε αργίλους), αργιλικούς σχιστόλιθους και ψαμμίτες του φλύσχη. Από γεωχημική άποψη, στην περιοχή δεν υπάρχουν μαγματικά (είτε πλουτώνια είτε ηφαιστειακά) πετρώματα που να δικαιολογούν σοβαρή μεταλλοφορία. Αντίθετα, οι σχιστοκερατόλιθοι, που έχουν σχηματιστεί στη διάρκεια του Ιουρασικού σε βαθιά θαλάσσια αύλακα από τη συσσώρευση πυριτικών εξωσκελετών των πλαγκτονικών ακτινοζώων (Radiolavia), συνοδεύτηκαν, κατά τη διάρκεια της ιζηματογένεσής τους, από υποθαλάσσιες ηφαιστειακές εκχύσεις λαβών, που εμπλούτισαν το περιβάλλον του βυθού με υδροθερμικά μεταλλοφόρα ρευστά, πλούσια σε βαρέα μέταλλα, κυρίως Fe και Mn. Με τον τρόπο αυτό στην πορεία της γεωλογικής εξέλιξης και του κύκλου των ιζημάτων, τα πετρώματα που σχηματίστηκαν και δημιούργησαν την ηπειρωτική μάζα στη διάρκεια του Νεογενούς, έδιναν με την αποσάθρωσή τους στις λεκάνες των αβαθών λιμνοθαλασσών του Νεογενούς υλικά πλούσια σε μέταλλα, τα οποία εν συνεχεία τροφοδοτούσαν και τα ιζήματα της εποχής εκείνης με μέταλλα. Έτσι εξηγείται η παρουσία νερών πλούσιων σε Fe και Mn (μαζί με δεκάδες άλλα μέταλλα βεβαίως, αλλά σε μικρότερες ποσότητες) στις γεωτρήσεις της πεδινής και λοφώδους ζώνης της Ηλείας, κυρίως στην περιοχή του Πύργου και των εκβολών του Αλφειού. Σημειωτέον, ότι η πεδινή και λοφώδης ζώνη με αυτές τις ιδιότητες στα υπόγεια νερά εκτείνεται βόρεια μέχρι τη δυτική Αχαΐα, και νότια μέχρι περίπου τη Ζαχάρω. Ο κύκλος των ιζημάτων βεβαίως συνεχίζεται. Έτσι, η αποσάθρωση και η διάβρωση των Νεογενών σχηματισμών (άμμων και μαργών) δίνει και στα σύγχρονα ποτάμια ιζήματα Fe και Mn. Σε μερικές περιοχές μάλιστα παρατηρούνται αυξημένα τα επίπεδά τους καθιστώντας τα υπόγεια νερά ακατάλληλα για ύδρευση (Ανδρουτσοπούλου, 2010) Υδρολογικά και Κλιματολογικά χαρακτηριστικά Το μεγάλο ύψος υετού στην κεντρική και δυτική Πελοπόννησο και η χειμερινή χιονοκάλυψη στους ορεινούς όγκους εξασφαλίζουν την τροφοδοσία πολυάριθμων πηγών στη λεκάνη του Αλφειού (πηγές Πλανητέρου, Λάδωνα, Ασέας, κλπ). Έτσι ο Αλφειός έχει συνεχή απορροή, ακόμα και σε υδρολογικώς δυσμενείς περιόδους με χαμηλές βροχοπτώσεις. Εκτιμάται ότι το σύνολο απορροής σε ένα μέσο υδρολογικό έτος είναι της τάξης των x 10 6 m 3. Εκτός από τις μεγάλες καρστικές πηγές, πολυάριθμες πηγές αναβλύζουν και στις περιοχές των 26

28 κροκαλοπαγών του Νεογενούς και Πλειστοκαίνου (π.χ. στη βάση του οροπεδίου του Λάλα). Το κλίμα που επικρατεί στις παραλιακές και στις πεδινές εκτάσεις της περιοχής μελέτης είναι το θαλάσσιο Μεσογειακό κλίμα. Κινούμενοι προς το εσωτερικό και στα ορεινά της Πελοποννήσου, το κλίμα μετατρέπεται στον ηπειρωτικό και στον ορεινό τύπο του. Το ύψος βροχής είναι κατά μέσο όρο 1100mm ετησίως, κυμαινόμενο μεταξύ 800 και 1600mm και με διάρκεια ημέρες. Η μέση θερμοκρασία αέρα στη λεκάνη απορροής του ποταμού είναι 19 ο C με εύρος διακύμανσης συνήθως λιγότερο των 16 o C (Κεντρική Υπηρεσία Υδάτων 2008) Βιοποικιλότητα Στις ορεινές περιοχές της λεκάνης απαντώνται δάση κωνοφόρων ενώ σε μικρότερη έκταση συναντάμε διάφορα είδη καστανιάς και δρυός. Γύρω από τις περιοχές του Αλφειού και των παραποτάμων του συναντάμε κατά βάση πλατάνια, ιτιές και καλαμώνες. Ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι της περιοχής καλύπτεται από διάφορα είδη θάμνων με κυριότερους τη κουμαριά, την αγριοκουμαριά, το σχίνο, το σπάρτο το ρείκι και την πικροδάφνη. Στις περιοχές κοντά σε ποταμούς συναντάται η μυρτιά, ενώ αντιθέτως τα διάφορα φρύγανα (θυμάρι αφάνα) στις περιοχές με πολύ χαμηλή ετήσια βροχόπτωση και υψηλές θερμοκρασίες κατά τους θερινούς μήνες. Σημαντικές εκτάσεις καλύπτουν επίσης οι αγριελιές και τα καλάμια με τα τελευταία να απαντώνται κυρίως κοντά σε νερά (λίμνες, ποτάμια, έλη κ.ά.). Αναφορικά με τις καλλιέργειες, το μεγαλύτερο κομμάτι της περιοχής καλλιεργείται με δημητριακά (κυρίως στάρι και κριθάρι), ψυχανθή (βίκος, μηδική και τριφύλλι) και ελαιόδεντρα. Σε μικρότερη έκταση καλλιεργούνται αμπέλια, εσπεριδοειδή, μηλιές, καρυδιές και άλλα κηπευτικά (Σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής ποταμών των υδατικών διαμερισμάτων Δυτικής Πελοποννήσου, 2012). Όσον αφορά στην πανίδα, τα θηλαστικά είδη που απαντώνται στην περιοχή είναι ασβοί, κουνάβια και αλεπούδες. Αξίζει ακόμα να σημειώσουμε ότι η κοιλάδα του Αλφειού φιλοξενεί μερικές βίδρες, κυρίως στις περιοχές γύρω από το Λάδωνα και τον Ερύμανθο. Οι εκβολές του ποταμού Αλφειού, βρίσκονται πάνω σε ένα σημαντικό μεταναστευτικό διάδρομο, από όπου μεγάλοι αριθμοί από υδρόβια πουλιά σταθμεύουν εκεί. Από τα είδη ψαριών ξεχωρίζει η ενδημική άγρια πέστροφα της Πελοποννήσου που ζει μόνο στο σύστημα του Αλφειού, αλλά στα τελευταία χιλιόμετρα του ποταμού προς τη θάλασσα, βρίσκει κανείς και θαλασσινά είδη, όπως λαβράκια, διάφορα είδη κεφάλων, αλλά και χέλια. Έξω από την κοίτη του ποταμού ζουν σε ορισμένα σημεία ερπετά και κάποια αμφίβια ζώα. Συγκεκριμένα, 27

29 απαντώνται σαύρες και δύο είδη νεροχελώνας, καθώς και νερόφιδα. Τέλος, σε μέρη με στάσιμα νερά υπάρχουν οι πράσινοι βάτραχοι και σε μέρη με αργή ροή και ελληνικοί βάτραχοι (Σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής ποταμών των υδατικών διαμερισμάτων Δυτικής Πελοποννήσου, 2012) Καθεστώς Προστασίας Το καθεστώς προστασίας του Αλφειού είναι ελλιπές. Από ολόκληρο τον ποταμό, στο μητρώο προστατευόμενων περιοχών σύμφωνα με την οδηγία 2000/60, έχουν ενταχθεί μόνο οι εκβολές του. Συγκεκριμένα οι εκβολές του ποταμού στον Κυπαρισσιακό κόλπο έχουν ενταχθεί ως προστατευόμενες φυσικές περιοχές για την προστασία των οικοτόπων (Ανδρουτσοπούλου, 2010) Ανθρωπογενές περιβάλλον Κατά μήκος του Αλφειού και των παραποτάμων του έχουν αναπτυχθεί δραστηριότητες όπως οικισμοί, τουρισμός, γεωργία, αγροτικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, άντληση ή εκτροπή νερού για άρδευση ή ύδρευση, κατασκευή έργων υποδομής (φράγματα, αναχώματα, γέφυρες), λήψεις αμμοχάλικου καθώς και εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας Οικισμοί Σε όλη την έκταση του Αλφειού, έχουν αναπτυχθεί αρκετές πόλεις και οικισμοί με επίκεντρο πάντα την Αρχαία Ολυμπία (Σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής ποταμών των υδατικών διαμερισμάτων Δυτικής Πελοποννήσου, 2012). Οι πιο σημαντικές πόλεις σήμερα, είναι ο Πύργος και η Ολυμπία, ενώ δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει και την Καρύταινα με τη σπουδαία φυσική ομορφιά ή την Μεγαλόπολη όπου αποτελεί και μεγάλη επιβάρυνση για τον ποταμό, εξαιτίας του εργοστασίου της Δ.Ε.Η. Η πόλη του Πύργου είναι η πρωτεύουσα του Νομού Ηλείας και κατά την απογραφή του 2011 ολόκληρος ο Δήμος, όπως έχει προκύψει από τις συνενώσεις λόγω "Καλλικράτη", είχε κατοίκους. Τα τελευταία χρόνια γνωρίζει μια πληθυσμιακή ανάπτυξη, ενώ αποτελεί και το εμπορικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Ο Δήμος της Αρχαίας Ολυμπίας αριθμεί κατοίκους. Οι κάτοικοι του δήμου ασχολούνται με τη γεωργία και με τον τουρισμό καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου (ΕΣΥΕ, 2001). 28

30 Η Μεγαλόπολη είναι η πρωτεύουσα και το κέντρο της ομώνυμης επαρχίας της Αρκαδίας. Από το 1965, όταν δημιουργήθηκε ο μεγάλος ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός της ΔΕΗ, η Μεγαλόπολη γνώρισε αξιόλογη άνθηση οπότε και ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε. Σήμερα έχει περίπου κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του Εικόνα 3: Διοικητική διαίρεση της Λεκάνης απορροής του Αλφειού (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου) Χρήσεις γης Στη λεκάνη απορροής του Αλφειού σε μια συνολική έκταση 3810km 2, διακρίνονται οι παρακάτω βασικές κατηγορίες χρήσεων γης: Δάση και δασικές εκτάσεις, σε ποσοστό 50% Γεωργική γη, σε ποσοστό 25% Βοσκότοποι, σε ποσοστό 20% Αστικές και άλλες χρήσεις, σε ποσοστό 5% (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου) 29

31 Εικόνα 4: Χάρτης χρήσεων γης στη λεκάνη απορροής Αλφειού GR29 (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου) Συνολικά, στην περιοχή του Αλφειού, υπάρχουν σημαντικές δασικές και ημιδασικές εκτάσεις, που κατανέμονται με βάση την επιφάνειά τους επί της συνολικής έκτασης της λεκάνης, όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα. Εικόνα 5: Κατανομή χρήσεων γης και καλλιεργειών στη λεκάνη απορροής του Αλφειού GR29 (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου) Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις εκτάσεις καλλιεργειών, στην περιοχής της λεκάνης απορροής σήμερα υπάρχουν συνολικά περίπου στρέμματα καλλιεργούμενης γης. Σε αυτές τις εκτάσεις διακρίνουμε στρ. αμπέλων και σταφιδαμπέλων, στρ.αροτραίων, στρ. δενδρωδών και στρ. κηπευτικών. Οι ανωτέρω εκτάσεις δίνονται με βάση τις τελευταίες διαθέσιμες 30

32 σχετικές απογραφές της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το έτος 2007 και η κατανομή τους στην υπό εξέταση λεκάνη απορροής φαίνεται στην εικόνα 4.(Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). 2.2 Ποταμός Νέδα Η Νέδα είναι το μοναδικό θηλυκό ποτάμι της Ελλάδας και βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της Δυτικής Πελοποννήσου (Εικόνα 4), πηγάζει από το όρος Λυκαίο, ανάμεσα στα χωριά Κακαλέτρι και Πέτρα, στα ορεινά της Μεσσηνίας κοντά στα όρια με την Αρκαδία. Διανύοντας μια διαδρομή 32 χιλιομέτρων που αποτελεί το φυσικό σύνορο των νομών Ηλείας και Μεσσηνίας το ποτάμι εκβάλει στο Ιόνιο Πέλαγος στη θέση Ελαία λίγο έξω από τη Κυπαρισσία (Κιρτσίδου, 2011). Εικόνα 6: Η θέση της Νέδα στη Δυτική Πελοπόννησο σε σχέση με τους γύρω ποταμούς (Κιρτσίδου, 2011) Υδρολογική Λεκάνη Η συνολικά επιφάνεια της λεκάνης απορροής της Νέδα ανέρχεται σε 290km 2, η μέση ετήσια βροχόπτωση ανέρχεται σε 900mm, ο μέσος ετήσιος όγκος νερού φθάνει τα 261 χ 106 m 3, ενώ η συνολική μέση ετήσια απορροή εκτιμάται σε 90 χ 106 m 3 (Κιρτσίδου, 2011). H Νέδα πηγάζει από ασβεστόλιθους και ρέει ορμητικά με κατεύθυνση Α-Δ και είναι ασύμμετρη η λεκάνη της, καθώς οι μικρότερες κατά σειρά λεκάνες απορροής στο βόρειο τμήμα, είναι σχεδόν διπλάσιες σε μέγεθος συγκριτικά με 31

33 αυτές που βρίσκονται νότια. Το δίκτυο αποστράγγισής της είναι δενδριτικού τύπου, ενώ σε κάποιες περιοχές γίνεται ορθογώνιου τύπου λόγω των ρηγμάτων της περιοχής (Κιρτσίδου, 2011) Γεωλογικά Χαρακτηριστικά Η λεκάνη του ποταμού Νέδα είναι μικρή σε έκταση, τα νότια όριά της καθορίζονται από την ομώνυμη ρηξιγενή ζώνη του ποταμού Νέδα, βόρεια δε ορίζεται από τη ρηξιγενή ζώνη Λέπρεου-Νέας Φιγάλειας. Η λεκάνη έχει πληρωθεί με χερσαία και θαλάσσια ιζήματα (Καμπέρης, 1987, Μητρόπουλος et al., 1982) που έχουν αποτεθεί ασύμφωνα πάνω στο καλά διαμορφωμένο παλαιό-ανάγλυφο των αλπικών σχηματισμών. Οι γεωλογικοί σχηματισμοί που απαντούν γενικά στη περιοχή της Νέδας ανήκουν από γεωτεκτονικής πλευράς σε δύο ζώνες, τη ζώνη Γαβρόβου-Τριπόλεως και τη ζώνη Ωλονού-Πίνδου (εξωτερική Πίνδος) (Παναγιωτακοπούλου, 2007). Ενώ λόγω των εντατικών δυνάμεων που επικρατούν στη περιοχή, δημιουργείται μια ζώνη κανονικών ρηγμάτων με διεύθυνση Α-Δ, η οποία εμφανίζεται παράλληλα προς τη κατεύθυνση ροής της Νέδα. Μετά από μελέτες έχει βρεθεί πως η περιοχή αποτελεί ένα τεκτονικό δίπολο που περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα με προσανατολισμό Α-Δ (Κιρτσίδου, 2011) Κλιματολογικά Χαρακτηριστικά Το κλίμα της περιοχής ανήκει στο μεσογειακό τύπο κλίματος. Επομένως εμφανίζει κατά τη χειμερινή περίοδο κυρίως τα χαρακτηριστικά του κλίματος των εύκρατων ζωνών και κατά τη θερινή τα χαρακτηριστικά του κλίματος των υποτροπικών ζωνών των υψηλών πιέσεων. Χαρακτηρίζεται από μικρό ετήσιο ύψος βροχής. Τα μεγαλύτερα ύψη βροχής καταγράφονται το χειμώνα, ενώ η ξηρή περίοδος εντοπίζεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τα καλοκαίρια είναι θερμά και με καύσωνες ενώ ο χειμώνας ήπιος που συχνά διακόπτεται από περιόδους με πολύ καλό ή κακό καιρό, από μεγάλη ηλιοφάνεια, ιδίως κατά τη θερμή περίοδο του έτους και από εποχές άνοιξης και φθινοπώρου πολύ μικρής διάρκειας (Διαμαντάκη, 2011). 32

34 2.2.4 Βιοποικιλότητα Η χλωρίδα και η πανίδα της λεκάνης απορροής της Νέδα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία καθώς στην περιοχή αναπτύσσονται σημαντικοί ορεινοί όγκοι με σημαντικότερο αυτόν του Ταϋγέτου, ιδιαίτερης σημασίας οικοσυστήματα αλλά και πολύ σημαντικά υδατικά συστήματα όπως είναι η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας. Η μεγάλη εναλλαγή βιοτόπων έχει ως αποτέλεσμα να ευδοκιμούν στην περιοχή της λεκάνης περίπου 600 είδη φυτών, πάνω από 120 ελληνικά ενδημικά φυτά, από τα οποία τα 32 αποκλειστικά στο Ταΰγετο, ενώ παρουσιάζει και πλούσια βλάστηση σε βότανα και αρωματικά φυτά (ρίγανη, μέντα, θυμάρι, τσάι, λεβάντα κ.α.) (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Επίσης, έχουν παρατηρηθεί 85 είδη πουλιών, 19 θηλαστικών ζώων, 33 ερπετών και αμφιβίων, ενώ θεωρείται μία από τις δύο πιο σημαντικές περιοχές της Πελοποννήσου για τις πεταλούδες και τα έντομα. Η περιοχή του κεντρικού Ταϋγέτου παρουσιάζει μεγάλη εναλλαγή βιοτόπων, προσφέροντας έτσι καταφύγιο σε 160 περίπου ελληνικά ενδημικά φυτά, 21 από τα οποία είναι αποκλειστικά ενδημικά στον Ταΰγετο. Αρκετά από τα είδη είναι βαλκανικά ενδημικά ή αποτελούνται από πολύ μικρούς πληθυσμούς τόσο στην Ελλάδα όσο και στις γειτονικές χώρες ενώ άλλα αποτελούν νέα είδη για την επιστήμη (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου, 2012). Τέλος οι όχθες του ποταμού Νέδα είναι γεμάτες πυκνή βλάστηση, πλατάνια, αγριοβελανιδιές, συκιές και πουρνάρια. Το ποτάμι αλλού στενεύει και βαθαίνει, αλλού πλαταίνει και γίνεται ρηχό ενώ η χλωρίδα και η πανίδα είναι χαρακτηριστικές των ποταμών (κυρίως καλάμια) Καθεστώς προστασίας Η Νέδα αν και μικρός ποταμός εν τούτης αποτελεί ένα αρκετά σημαντικό υδάτινο σύστημα, καθώς έχει ενταχθεί ολόκληρη σε καθεστώς προστασίας, ως περιοχή αναψυχής εσωτερικών υδάτων. Ενώ τέλος οι εκβολές της προστατεύονται για τους οικοτόπους από την οδηγία 2000/60.(Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). 33

35 2.2.6 Ανθρωπογενές περιβάλλον Οικισμοί Η Νέδα όπως αναφέρεται και παραπάνω αποτελεί φυσικό όριο των νομών Ηλείας και Μεσσηνίας. Διοικητικά ανήκει στο νομό Μεσσηνίας, οι μεγαλύτερες πόλεις του νομού βρίσκονται νοτιότερα, όπως η Καλαμάτα, η Σπάρτη, η Πύλος και η Μεθώνη. Άμεσο αποτέλεσμα αυτού, είναι το ποτάμι της Νέδας να μην επηρεάζεται έντονα από τα αστικά κέντρα. Ο ποταμός της Νέδας διασχίζει μια περιοχή ανάμεσα σε μικρά χωριά που δείχνει πως δεν επηρεάζουν την ποιότητα του ποταμού. Εικόνα 7: Διοικητική διαίρεση της Λεκάνης απορροής του Πάμισου, Νέδοντος, Νέδας (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). 34

36 Χρήσεις γης Στην περιοχή της λεκάνης απορροής, με έκταση 3.425km 2, εντοπίζονται οι παρακάτω βασικές κατηγορίες χρήσεων γης: Δάση και δασικές εκτάσεις, σε ποσοστό 37% Γεωργική γη, σε ποσοστό 44% Βοσκότοποι, σε ποσοστό 16% Αστικές και άλλες χρήσεις, σε ποσοστό 3% (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Εικόνα 8: Χάρτης χρήσεων γης λεκάνης απορροής Πάμισου, Νέδοντα και Νέδας (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου) Ο ποταμός της Νέδας βρίσκεται στο βόρειο κομμάτι της λεκάνης απορροής. Πρέπει να αναφερθεί πως οι αστικές χρήσεις αν και μικρές σε ποσοστό, στην περιοχή της Νέδας, απαντώνται σε ακόμα μικρότερο ποσοστό καθώς όλες οι μεγάλες πόλεις, όπως φαίνεται και στον παραπάνω χάρτη είναι συγκεντρωμένες στο νότιο και στο δυτικό κομμάτι της λεκάνης απορροής. 35

37 Συνολικά στην περιοχή της λεκάνης απορροής, υπάρχουν σημαντικές γεωργικές, δασικές και ημιδασικές εκτάσεις, που κατανέμονται με βάση την επιφάνειά τους επί της συνολικής έκτασης της λεκάνης, όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα Εικόνα 9: Κατανομή χρήσεων γης και καλλιεργειών στη λεκάνη απορροής Πάμισου, Νέδοντος και Νέδας (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις εκτάσεις καλλιεργειών, στην περιοχή μελέτης σήμερα υπάρχουν συνολικά στρέμματα καλλιεργούμενης γης. Σε αυτές τις εκτάσεις διακρίνουμε στρ. αμπέλων και σταφιδαμπέλων, στρ. αροτραίων, στρ. δενδρωδών και στρ. κηπευτικών. Οι ανωτέρω εκτάσεις δίνονται με βάση τις τελευταίες διαθέσιμες σχετικές απογραφές της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το έτος 2007 και η κατανομή τους στην υπό εξέταση περιοχή φαίνεται στην εικόνα 9. (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). 2.3 Πηνειός Ποταμός Ο Πηνειός είναι ποταμός της ΒΔ Πελοποννήσου στο Νομό Ηλείας μήκους 65Km, πηγάζει από το όρος Ερύμανθος σε υψόμετρο 1000m και εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος. Στις εκβολές του σχηματίζει δέλτα τοξοειδούς πλάγιου τύπου (Ψιλοβίκος & Χαχαμίδου 1987) Υδρολογική λεκάνη Η λεκάνη απορροής του καλύπτει επιφάνεια 760Km 2, το ύψος της μέσης ετήσιας βροχόπτωσης στην περιοχή ανέρχεται σε 1100mm, ο μέσος ετήσιος 36

38 όγκος υετού σε 836 Χ 10 6 m 3 και η μέση ετήσια απορροή εκτιμάται σε 436 X 10 6 m 3 (Εικ.10) (Καραγιάννη, 2005). Τροφοδοτείται από τα νερά του Καλφαϊκού ποταμού και του Πηνειακού Λάδωνα ή Ντάφα. Πλησίον του χωριού Κέντρων έχει κατασκευασθεί φράγμα ύψους 50m και μήκους 200m, όπου τα νερά του Πηνειού ταμιεύονται στην ομώνυμη τεχνητή λίμνη. Τα νερά της τεχνητής λίμνης χρησιμοποιούνται μόνο για άρδευση (ΥΓ, ), ενώ υπάρχει σε εξέλιξη σχέδιο απόληψης 6 Χ 10 6 m 3 νερού ετησίως για ύδρευση δήμων της ΒΔ Ηλείας (Καραγιάννη, 2005). Εικόνα 10: Λεκάνη Απορροής Πηνειού (Καραγιάννη, 2005) Γεωλογικά χαρακτηριστικά Στη λεκάνη απορροής του Πηνειού, σημειώνεται σημαντική παρουσία των μεταλπικών ιζημάτων (νεογενούς και τεταρτογενούς), τα οποία καταλαμβάνουν εκτεταμένες περιοχές στην περιφέρεια, δυτικά, βόρεια και ανατολικά. Στις κεντρικές και ανατολικές περιοχές απαντούν οι σχηματισμοί των εξωτερικών ζωνών Γαβρόβου-Τριπόλεως και Ωλονού-Πίνδου διαφόρων ηλικιών και λιθολογικής σύστασης: καρστικοί σχηματισμοί τριαδικής ηλικίας, δολομίτες, δολομιτικοί ασβεστόλιθοι και ασβεστόλιθοι άνω-τριαδικής έως ηωκαϊνικής ηλικίας, αργιλικοί και πυριτικοί σχιστόλιθοι, 37

39 ραδιολαρίτες (σχιστοκερατολιθική σειρά), κίτρινες μάργες και ερυθρές άργιλοι, σχηματισμοί του φλύσχη (Καραγιάννη, 2005). Στα ανατολικά, στην περιοχή του δέλτα, κυριαρχούν σύγχρονες προσχώσεις (αλλούβια), θαλάσσιες και λιμναίες αποθέσεις. Οι νεογενείς σχηματισμοί των οποίων το πάχος φθάνει έως 1500μ. αποτελούνται κυρίως από μάργες, ψαμμίτες, κροκαλοπαγή, άμμο και άργιλο (ΙΓΜΕ 1983, ΥΠ.ΑΝ 2003) Κλιματολογικά χαρακτηριστικά Η λεκάνη απορροής του κάτω και μέσου ρου του Πηνειού ανήκει στον Ύφυγρο βιοκλιματικό όροφο με ήπιο χειμώνα. Η λεκάνη του άνω ρου ανήκει και αυτή στον Ύφυγρο βιοκλιματικό όροφο με ήπιο χειμώνα ενώ οι ψηλότερες περιοχές του στον Υγρό βιοκλιματικό όροφο με ψυχρό χειμώνα. Η ευρύτερη λεκάνη απορροής του ποταμού Πηνειού χαρακτηρίζεται από Έντονο Μέσο-μεσογειακό βιοκλίμα (Μαυρομμάτης 1978). Τα κατακρημνίσματα στην περιοχή της λεκάνης είναι σημαντικά, και φτάνουν περίπου τα 780 χλστ το χρόνο στα βορειοανατολικά της λεκάνης μέχρι 1000χλστ τον χρόνο στα νοτιοδυτικά της λεκάνης. Οι βροχές είναι μικρότερες προς τα ανατολικά και σημαντικότερες στης περιοχές μεγαλύτερου υψομέτρου, λόγω της σαφούς συσχέτισης που παρατηρείται μεταξύ της βροχόπτωσης και του υψομέτρου. (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012) Τα ανωτέρω μέσα ετήσια κατακρημνίσματα αντιστοιχούν κατά προσέγγιση σε έναν όγκο 1574,3 hm3 (1,57 δις μ3) νερού ανά έτος, το οποίο τροφοδοτεί τον υδρολογικό κύκλο της λεκάνης, όπως παρουσιάζεται παρακάτω. Το πλείστο των βροχοπτώσεων παρουσιάζεται κατά τους μήνες Οκτώβριο ως και Μάρτιο, με πιο υγρό μήνα το Δεκέμβριο και πιο ξηρό τον Ιούνιο. Αντίστοιχα, η μέση ετήσια δυναμική εξατμισοδιαπνοή έχει εκτιμηθεί σε 477 mm. Στις ορεινές περιοχές του Ερυμάνθου και των Αροανίων το ύψος βροχής κυμαίνεται μεταξύ 800mm και 1200mm, ενώ στις κορυφές μπορεί να φτάσει μέχρι και 1600mm. Στα ανάντη τμήματα των ποταμών ύψος βροχής κυμαίνεται από 600 έως 800 mm ενώ στις παράλιες περιοχές το εύρος διακύμανσης είναι mm. (Σχέδιο διαχείρισης 38

40 των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012) Βιοποικιλότητα Η χλωρίδα και η πανίδα της λεκάνης απορροής των ποταμών της Βόρειας Πελοποννήσου παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία καθώς στην περιοχή αναπτύσσονται σημαντικοί ορεινοί όγκοι (Παναχαϊκό όρος και όρος Κυλλήνη (Ζήρια), ιδιαίτερης οικολογικής αξίας δάση αλλά και ένα σημαντικό υδατικό σύστημα. Η χλωρίδα της περιοχής είναι σημαντική και εμφανίζει υψηλό βαθμό φυτοκάλυψης και σημαντικές οικολογικές περιοχές. Συναντώνται τα περισσότερα είδη θάμνων και αυτοφυών δένδρων που υπάρχουν στην Ελλάδα ενώ συγκροτήματα αμιγούς και μεικτής βλάστησης βρίσκονται σε παραλιακές, πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012) Η χλωρίδα της λεκάνης απορροής του Πηνειού παρουσιάζει μεγάλη ποικιλομορφία καθώς στην περιοχή αναπτύσσονται σημαντικοί ορεινοί όγκοι (όρος Ερύμανθος), ιδιαίτερης σημασίας δάση αλλά και πολύ σημαντικά υδατικά συστήματα όπως είναι η τεχνητή λίμνη Πηνειού, η λιμνοθάλασσα του Κοτυχίου, η λιμνοθάλασσα Καλογριάς και το έλος Πάπα. Η χλωρίδα της περιοχής είναι σημαντική, καθώς εμφανίζει υψηλό βαθμό φυτοκάλυψης αλλά και παρουσία σημαντικών οικολογικά περιοχών (περιοχές που ανήκουν στο δίκτυο ΦΥΣΗ 2000). (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012). Απαντώνται τα περισσότερα είδη θάμνων και αυτοφυών δένδρων που υπάρχουν στην Ελλάδα και συστήματα αμιγούς και μεικτής βλάστησης τα οποία βρίσκονται σε παραλιακές, πεδινές, ημιορεινές και ορεινές περιοχές της λεκάνης (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012) Καθεστώς Προστασίας Στην περιοχή υπάρχουν αρκετές προστατευόμενες περιοχές οι οποίες ανήκουν κυρίως στο δίκτυο ΦΥΣΗ Στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης υφίσταται ο Φορέας Διαχείρισης Υγροτόπων Κοτυχίου Στροφυλιάς για τη διοίκηση και διαχείριση της προστατευόμενης περιοχής με σκοπό τη διατήρηση της οικολογικής της αξίας και την αειφόρο ανάπτυξή της. Σύμφωνα με το Ν (ΦΕΚ 197/Α/ ), άρθρο 13, συστήνονται 25 Φορείς Διαχείρισης (ΦΔ) 39

41 προστατευόμενων περιοχών, ένας εκ των οποίων είναι ο Φορέας Διαχείρισης Υγροτόπων Κοτυχίου Στροφυλιάς με σκοπό τη διατήρηση της οικολογικής της αξίας και την αειφόρο ανάπτυξή της σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο Ν. 2742/99 «Χωροταξικός σχεδιασμός & αειφόρος ανάπτυξη & άλλες διατάξεις». Με την Κοινή Υπουργική Απόφαση Αριθ. οικ /361 (ΦΕΚ126/Β/ ) καθορίστηκε η σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα Διαχείρισης του Πάρκου Υγροτόπων. (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012) Ανθρωπογενές περιβάλλον Κατά μήκος του Πηνειού και των παραποτάμων του έχουν αναπτυχθεί από παλιά διάφορες δραστηριότητες όπως τουρισμός, γεωργία, αγροτικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις, άντληση ή εκτροπή νερού για άρδευση ή ύδρευση, κατασκευή έργων υποδομής (φράγματα, αναχώματα, γέφυρες), λήψεις αμμοχάλικου καθώς και εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ έχουν αναπτυχθεί και πολλές μικρές πόλεις και χωριά Οικισμοί Ο συνολικός πραγματικός πληθυσμός στη λεκάνη απορροής Πείρου, Βέργας και Πηνειού σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ για το έτος 2001, ανέρχεται σε κατοίκους. Συγκεκριμένα στην περιοχή του ποταμού Πηνειού εντοπίζονται 3 μεγάλοι δήμοι, ο δήμος Ήλιδας με κατοίκους, ο δήμος Ανδραβίδας - Κυλλήνης με κατοίκους, και ο δήμος Πηνειού με κατοίκους (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012) Χρήσεις γης Στην περιοχή της λεκάνης απορροής, σε μια έκταση 2.423km 2, διακρίνονται οι παρακάτω βασικές κατηγορίες χρήσεων γης: Δάση και δασικές εκτάσεις, σε ποσοστό 24% Γεωργική γη, σε ποσοστό 57% Βοσκότοποι, σε ποσοστό 13% Αστικές και άλλες χρήσεις, σε ποσοστό 6% 40

42 Εικόνα 11: Χάρτης χρήσεων γης στη λεκάνη απορροής Πείρου, Βέργα και Πηνειού ((Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012) Συνολικά στη περιοχή μελέτης υπάρχουν σημαντικές γεωργικές, δασικές και ημιδασικές εκτάσεις που κατανέμονται με βάση την επιφάνειά τους, επί της συνολικής έκτασης της λεκάνης όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα. Εικόνα 12: Κατανομή χρήσεων γης και καλλιεργειών στη λεκάνη απορροής (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012). Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις εκτάσεις καλλιεργειών, στην περιοχή της λεκάνης απορροής, σήμερα υπάρχουν συνολικά περίπου στρέμματα καλλιεργούμενης γης. Σε αυτές τις εκτάσεις διακρίνουμε στρ. αμπέλων και σταφιδαμπέλων, στρ. αροτραίων, στρ. κηπευτικών. Οι ανωτέρω εκτάσεις δίνονται με βάση τις τελευταίες διαθέσιμες σχετικές απογραφές της ΕΛ.ΣΤΑΤ για το έτος 2007 (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου 2012). 41

43 2.4 Εύηνος Ποταμός Ο ποταμός Εύηνος βρίσκεται στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και συγκεκριμένα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Ο Εύηνος που είναι γνωστός και με το όνομα Φιδάρης εξαιτίας των διακλαδώσεων που σχηματίζει κατά τη διαδρομή του στα ορεινά της Αιτωλοακαρνανίας, πηγάζει από τα Βαρδούσια Όρη, εκβάλλει στον Πατραϊκό κόλπο κοντά στο χωριό Κρυονέρι, ανατολικά από τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, εκεί βρίσκεται και το χωριό Ευηνοχώρι στο οποίο έχει δώσει το όνομά του (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, 2012). Κατά τη διαδρομή του δέχεται τα νερά ενός πλήθους παραποτάμων με κυριότερους τους Κότσαλο, Πορτιάρη, Φιδάκια και Γιδομαντρίτη και δεν παρουσιάζει συνεχή ροή καθόλη τη διάρκεια του έτους. Το μήκος του είναι 110km και οι εκβολές του εκτείνονται από την ανατολική ακτή της λιμνοθάλασσας της Κλείσοβας, μέχρι τους πρόποδες του όρου Βαράσοβα (Τσινίδης, 2013). Ο Εύηνος είναι ιδανικός για αθλητικές δραστηριότητες όπως το κανόεκαγιάκ και το ράφτινγκ. Στην περιοχή της γέφυρας του Μπανιά έχουν δημιουργηθεί σύγχρονες εγκαταστάσεις, οι πιο ολοκληρωμένες στην Ελλάδα μετά τις αντίστοιχες ολυμπιακές της Αθήνας. Οι επισκέπτες της περιοχής του Ευήνου ασχολούνται επίσης με την πεζοπορία, την ορειβασία, το ποδήλατο βουνού και την ιππασία (Τσινίδης, 2013) Υδρολογική Λεκάνη Τα όρια της λεκάνης απορροής του ποταμού Ευήνου καθορίζονται από τις οροσειρές: Παναιτωλικό (Βόρεια, βορειοδυτικά), τα Βαρδούσια όρη (Βορειοανατολικά) και τα όρη Ναυπακτίας και Αράκυνθος (Νοτιοανατολικά). Η λεκάνη απορροής έχει επιφάνεια 1163km 2, ενώ η κλίση στο ορεινό τμήμα της λεκάνης είναι 24% και περιλαμβάνει κυρίως τον ποταμό Εύηνο με μήκος 93km αλλά και την τεχνητή λίμνη του Ευήνου με έκταση 2,89km 2. (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, 2012) Γεωλογικά Χαρακτηριστικά Στη λεκάνη απορροής του Ευήνου συναντώνται οι παρακάτω γεωτεκτονικές ζώνες όπου έχουν αποτεθεί τεταρτογενείς αποθέσεις με σημαντική εμφάνιση στην πεδιάδα του Ευήνου: 42

44 ΖΩΝΗ ΓΑΒΡΟΒΟΥ -ΤΡΙΠΟΛΗΣ: Αναπτύσσεται σε μικρή έκταση στο βόρειο και νότιο άκρο του διαμερίσματος. ΖΩΝΗ ΠΙΝΔΟΥ: Καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα της λεκάνης. Οι κυριότερες υπόγειες καρστικές υδροφορίες αναπτύσσονται στους ανθρακικούς σχηματισμούς της ζώνης της Πίνδου. Στους ανθρακικούς σχηματισμούς της ζώνης Πίνδου λόγω των πυριτικών κερατολιθικών παρεμβολών αναπτύσσονται επιμέρους διαφορετικής κάθε φορά έκτασης, υδρογεωλογικές λεκάνες και κατ επέκταση και ανάλογης δυναμικότητας υδροφορίες (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, 2012). Σημαντικής δυναμικότητας υδροφορίες αναπτύσσονται στους κοκκώδεις σχηματισμούς των τεταρτογενών αποθέσεων το δυναμικό των οποίων εξαρτάται από την κοκκομετρία τους και τις συνθήκες τροφοδοσίας. Στις εμφανίσεις του φλύσχη αναπτύσσονται τοπικής σημασίας υδροφορίες, μικρής δυναμικότητας που καλύπτουν τοπικές υδρευτικές, αρδευτικές και κτηνοτροφικές ανάγκες (Τσινίδης, 2013) Κλιματολογικά χαρακτηριστικά Το κλίμα στην ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζεται ως εύκρατο, με έντονες χειμωνιάτικες βροχοπτώσεις και θερμό καλοκαίρι. Οι βροχοπτώσεις εμφανίζονται κατά μέσο όρο 106 ημέρες ετησίως, ενώ το μέσο ύψος της βροχής είναι 786mm και η υγρασία 68,5%. Η μέση ετήσια θερμοκρασία στην περιοχή είναι οι 18 C, ενώ η ετήσια μέγιστη θερμοκρασία είναι οι 40 C και η ελάχιστη είναι οι -3 C. Οι άνεμοι που πνέουν χαρακτηρίζονται ως ισχυροί, βορειοανατολικοί και δευτερευόντως το χειμώνα βορειοδυτικοί. Τέλος τα περιστατικά χιονόπτωσης και χαλαζόπτωσης στην περιοχή είναι σπάνια (Natura 2000, Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. 2001) Βιοποικιλότητα Η λεκάνη απορροής του Εύηνου συνιστά ένα πολύπλοκο οικοσύστημα με μεγάλη οικολογική αξία, παρά τις έντονες ανθρώπινες παρεμβάσεις, καθώς περιλαμβάνει διαφόρων ειδών περιβάλλοντα με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά τους. Κατάντη του ποταμού συναντώνται όλοι οι τύποι βλάστησης των εκβολικών περιοχών με κυριότερα είδη τα καλάμια ενώ όσο ανεβαίνουμε αφθονούν τα 43

45 πλατάνια και τα πουρνάρια. (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, 2012) Καθεστώς Προστασίας Στη λεκάνη απορροής του ποταμού Εύηνου υπάρχουν αρκετές προστατευόμενες περιοχές (Σχέδιο διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, 2012). Περιοχές που προορίζονται για την άντληση ύδατος για ανθρώπινη κατανάλωση (όπως το τμήμα του ποταμού κοντά στην εκβολή, η τεχνητή λίμνη Εύηνου και τα ποτάμια υδάτινα σώματα που εκβάλλουν στην τεχνητή λίμνη Εύηνου), ως προστατευόμενες περιοχές αναψυχής εσωτερικών υδάτων συμπεριλαμβανομένων περιοχών που έχουν χαρακτηριστεί ως ύδατα κολύμβησης, σύμφωνα με την οδηγία 76/160/ΕΟΚ (Εκβολές, Γέφυρα Μπανιά) και τέλος ως περιοχές που προορίζονται για την προστασία οικοτόπων ή ειδών όταν η διατήρηση ή η βελτίωση της κατάστασης των υδάτων είναι σημαντική για την προστασία τους, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών τόπων του προγράμματος "Φύση 2000", που καθορίζονται δυνάμει την οδηγιών 92/43/ΕΟΚ και 79/409/ΕΟΚ (εκβολές) Ανθρωπογενές περιβάλλον Η γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου, που συνδέει άμεσα την περιοχή του υδατικού διαμερίσματος με την Πελοπόννησο και την πρωτεύουσα, και η βελτίωση των οδικών συνδέσεων της περιοχής βόρεια μέχρι τα Αλβανικά σύνορα και βορειοανατολικά μέχρι τη Θεσσαλία, έχουν δημιουργήσει σημαντικές αναπτυξιακές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη όλων των τομέων. Πρόκειται κατά κύριο λόγω μια γεωργική περιοχή, όπου ο δευτερογενής τομέας είναι υποβαθμισμένος και γενικά οι αναπτυξιακοί δείκτες του διαμερίσματος είναι από τους χαμηλότερους της χώρας Οικισμοί Ο πληθυσμός της λεκάνη απορροής του ποταμού Εύηνου, όσον αφορά το τμήμα της Αιτωλοακαρνανίας είναι άτομα, με ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού του Νομού Αιτωλοακαρνανίας ίσο με 27,2%. Ο πληθυσμός του τμήματος της Φωκίδας είναι άτομα με ποσοστό επί του συνολικού πληθυσμού του Νομού Φωκίδας 0,7% (Στοιχεία ΕΣΥΕ, 2011). Η λεκάνη απορροής του Εύηνου εντάσσεται διοικητικά στους Δήμους Αγρινίου, Μεσολογγίου, Θέρμου και Ναυπακτίας του Νομού Αιτωλοακαρνανίας και Δωρίδας του Νομού Φωκίδος (Κυριακοπούλου Ν., 2013). Η λεκάνη χαρακτηρίζεται 44

46 από τον μεγάλο αριθμό ορεινών χωριών στα οποία συγκεντρώνεται ο πληθυσμός, σύμφωνα όμως με τις τελευταίες απογραφές και την ενίσχυση του φαινομένου της αστικοποίησης παρατηρείται γενικά μια μείωση του μόνιμου πληθυσμού και επικράτηση του ηλικιωμένου πληθυσμού (ΥΠΕΚΑ, 2012) Χρήσεις γης Στη λεκάνη απορροής του Εύηνου, σύμφωνα με το πλαίσιο CORINE εντοπίζονται οι παρακάτω κατηγορίες χρήσεων γης Δάση και δασικές εκτάσεις Γεωργική γη Βοσκότοποι Αστικές και άλλες χρήσεις Εικόνα 13: Χρήσεις γης στη λεκάνη απορροής του Εύηνου από το φράγμα ως τις εκβολές (Κυριακοπούλου, Ν. 2013) Στον κάτω ρου του ποταμού εντοπίζονται μεγάλες αγροτικές εκτάσεις κηπευτικών, αροτραίων και αμπέλων που απαιτούν αρκετές ποσότητες νερού, ενώ όσο ανεβαίνουμε τον ποταμό, οι καλλιέργειες αντικαθίσταται από δασικές εκτάσεις με σκληροφυλλική βλάστηση και θάμνους. Επίσης ότι στον ποταμό Εύηνο στο χωριό Χάνι Μπανιά, 18km από τη Ναύπακτο, έχει δημιουργηθεί πίστα Canoe kayak που λειτουργεί και ως διεθνές προπονητικό κέντρο Canoe kayak Slalom Εύηνου. Τέλος 45

47 πρέπει να σημειωθεί πως σε αρκετά σημεία κοντά στις εκβολές του ποταμού εντοπίζονται ρήψεις απορριμμάτων (Κυριακοπούλου, 2013). Εικόνα 14: Απορρίμματα σε σταθμούς δειγματοληψίας κοντά στις εκβολές του Εύηνου ποταμού. 46

48 3. Πιέσεις 47

49 3.1 Πιέσεις στο υδάτινο περιβάλλον Ως ανθρωπογενείς πιέσεις στα υδάτινα συστήματα (ΥΣ), ορίζονται το σύνολο των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων που επηρεάζουν ή μπορούν να επηρεάσουν τα υδάτινα συστήματα της περιοχής στην οποία αναπτύσσονται. Οι πιέσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως σημαντικές εφόσον αποτελούν αιτία για τα ΥΣ να κινδυνεύουν να μην επιτύχουν τους περιβαλλοντικούς στόχους. (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Η σημασία του πλήρους και σωστού καθορισμού των ανθρωπογενών πιέσεων είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς επιτρέπει τον προγραμματισμό της σωστής δράσης για την πρόληψη, τη βελτίωση ή και τη διατήρηση της καλής ποιότητας ενός ΥΣ. Εξαιτίας αυτών, καθίσταται απαραίτητο για κάθε πίεση, να γίνεται εκτίμηση των επιπτώσεων που μπορεί να παρουσιάσει, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο με μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν ή να αρθούν οι επιπτώσεις αυτές (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Οι πιέσεις διακρίνονται σε σημειακές, αυτές δηλαδή που αφορούν δραστηριότητες εντοπισμένες σε μια συγκεκριμένη θέση (βιομηχανική μονάδα), και σε μη σημειακές ή διάχυτες πιέσεις, αυτές δηλαδή που δεν εντοπίζονται σε μια συγκεκριμένη θέση, αλλά είναι αποτέλεσμα δράσης σε μια επιφάνεια με σημαντικές διαστάσεις (λίπανση καλλιεργούμενων εκτάσεων). Οι ρύποι μπορούν να κατηγοριοποιηθούν και αυτοί σε δύο κατηγορίες, τους συμβατικούς ή συνήθεις όπως είναι το οργανικό φορτίο όπου είναι αποτέλεσμα αστικών λυμάτων, υδατοκαλλιεργειών, γεωργίας και κτηνοτροφίας και σε τοξικές ουσίες όπως τα βαρέα μέταλλα και τα φυτοφάρμακα όπου αποτελούν αποτέλεσμα βιομηχανικής δραστηριότητας. 48

50 3.2 Σημειακές πηγές πιέσεων 3.2.1Εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων (ΕΕΛ) Οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων, είναι μονάδες συλλογής και επεξεργασίας αστικών λυμάτων και σε κάποιες περιπτώσεις συγκεκριμένων βιομηχανικών αποβλήτων. Λεκάνη Απορροής Αλφειού Τα κυριότερα αστικά κέντρα στη λεκάνη απορροής του Αλφειού που εξυπηρετούνται από τις ΕΕΛ είναι ο Πύργος, Μεγαλόπολη, Ζαχάρω, Αρχαία Ολυμπία, Κατάκολο και η Κλειτορία. Οι πιο σημαντικές, ως προς την ποσότητα του ρυπαντικού φορτίου που καταλήγει σε αυτές είναι η μονάδα του Πύργου και στη συνέχεια με φθίνουσα σειρά δυναμικότητας είναι οι ΕΕΛ της Ζαχάρως, της Μεγαλόπολης, του Κατάκολου, των Κρεστένων και της Αρχαίας Ολυμπίας (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Από τις κατασκευασμένες ΕΕΛ, 3 μονάδες (Κατάκολου, Κλειτορίας και Ζαχάρως) λειτουργούν με δευτεροβάθμια επεξεργασία, 1 μονάδα (Κρεστένων) με δευτεροβάθμια με απονιτροποίηση και 3 μονάδες (Πύργου, Μεγαλόπολης και Αρχαίας Ολυμπίας) με δευτεροβάθμια επεξεργασία με απονιτροποίηση και αποφωσφοροποίηση. Το αποτέλεσμα της επεξεργασίας των λυμάτων καταλήγει σε επιφανειακούς αποδέκτες. Τμήμα του δικτύου αποχέτευσης των οικισμών Κρεστένων, Ζαχάρως και Αρχαίας Ολυμπίας δεν έχει κατασκευαστεί και τα αστικά λύματα καταλήγουν σε βόθρους. Η μεταφορά των βοθρολυμάτων με βυτία πραγματοποιείται σήμερα στις ΕΕΛ Κλειτορίας, Πύργου και Αρχαίας Ολυμπίας από γειτονικούς τους οικισμούς (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Κάποια προβλήματα στη λειτουργία της παρουσιάζει σήμερα η ΕΕΛ Μεγαλόπολης της οποίας τα λύματα του δικτύου αποχέτευσης καταλήγουν χωρίς επεξεργασία σε επιφανειακό αποδέκτη. Λεκάνη Απορροής Νέδας Στη λεκάνη απορροής του ποταμού της Νέδας δεν εντοπίζονται εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων καθώς οι μεγάλες πόλεις και οικισμοί εντοπίζονται νοτιότερα και επιβαρύνουν τους ποταμούς Πάμισο και Νέδοντα. 49

51 Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στη λεκάνη απορροής του ποταμού Πηνειού έχουν δημιουργηθεί ΕΕΛ αλλά βρίσκονται σε κατάσταση αδράνειας. Αυτές οι εγκαταστάσεις είναι η ΕΕΛ Γαστούνης - Βαρθολομιού καθώς και αυτή των Λεχαινών που εξυπηρετεί τους οικισμούς Τραγανό και Ανδραβίδα (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου). Λεκάνη απορροής Εύηνου Στην περιοχή του ποταμού Εύηνου έχει δημιουργηθεί 1 ΕΕΛ στις εκβολές στα όρια με τη λεκάνη απορροής του Αχελώου που εξυπηρετεί τα χωριά πέριξ αυτών. Τέλος πρέπει να αναφερθεί πως ο Εύηνος δεν αποτελεί ευαίσθητο αποδέκτη αστικών λυμάτων (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Στερεάς Ελλάδας) Εκβολή δικτύων αποχέτευσης σε φυσικό αποδέκτη Σε ορισμένες περιπτώσεις κατασκευασμένα τμήματα ή και ολόκληρα δίκτυα αποχέτευσης σε οικισμούς, δεν διοχετεύουν τα αστικά λύματα σε ΕΕΛ αλλά σε κάποιο γειτονικό υδάτινο αποδέκτη. Οι περιπτώσεις αυτές εξετάζονται ως σημειακές πηγές πιέσεων στα υδάτινα οικοσυστήματα όπου εκφορτίζονται τα αστικά λύματα. Λεκάνη Απορροής Αλφειού Στη λεκάνη απορροής του Αλφειού, στην περιοχή της Μεγαλόπολης τα αστικά λύματα διοχετεύονται σε γειτονικό υδάτινο αποδέκτη, μέσω του ήδη κατασκευασμένου δικτύου αποχέτευσης, λόγω προβλημάτων στη ΕΕΛ Μεγαλόπολης. Λεκάνη Απορροής Νέδας Στη λεκάνη απορροής του ποταμού της Νέδας δεν εντοπίζονται απορροές αστικών λυμάτων καθώς οι μεγάλες πόλεις και οικισμοί Κυπαρισσίας, Χώρας Ρωμανού και Φιλιατρών εντοπίζονται νοτιότερα του ποταμού της Νέδας και δεν φαίνεται να της επιβαρύνουν. 50

52 Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στη λεκάνη απορροής τα αστικά λύματα διοχετεύονται στο παράκτιο υδατικό σύστημα του κόλπου της Κυλλήνης από το δίκτυο αποχέτευσης των κοινοτήτων της Ανδραβίδας, των Λεχαινών και του Τραγανού. Το 61% του πληθυσμού των οικισμών αυτών εξυπηρετείται από το δίκτυο αποχέτευσης, το οποίο δεν καταλήγει σε ΕΕΛ, καθώς η ΕΕΛ Ανδραβίδας - Λεχαινών - Τραγανού που πρόκειται να εξυπηρετήσει τις περιοχές αυτές, βρίσκεται σήμερα σε αδράνεια. Επίσης αστικά λύματα διοχετεύονται και στον ίδιο τον Πηνειό μέσω αποχετευτικών δικτύων των κοινοτήτων Γαστούνης και Βαρθολομιού, καθώς τα δίκτυα δεν είναι συνδεδεμένα με την κατασκευασμένη ΕΕΛ, η οποία βρίσκεται σε αδράνεια αφού αντιμετωπίζει πρόβλημα στη λειτουργία της. Λεκάνη απορροής Εύηνου Δεν υπάρχουν τα απαραίτητα δεδομένα για εκβολή δικτύων αποχέτευσης στον ποταμό Εύηνο Μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες Ως μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, σύμφωνα με το ΠΔ 43/ , ορίζονται οι μονάδες τουριστικών καταλυμάτων που διαθέτουν πάνω από 300 κλίνες και αποτελούν αξιόλογες σημειακές πηγές ρύπανσης αστικών λυμάτων (ΠΔ 43/ ). Λεκάνη Απορροής Αλφειού μονάδες. Η λεκάνη απορροής του Αλφειού δεν διαθέτει μεγάλες ξενοδοχειακές Λεκάνη Απορροής Νέδας Στον ποταμό της Νέδας δεν εντοπίζονται μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες άνω των 300 κλινών καθώς το ποτάμι περιβάλλεται από μικρά χωριά με ξενώνες ως τουριστικά καταλύματα. Οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες όπως το Costa Navision εντοπίζονται νοτιότερα. Λεκάνη Απορροής Πηνειού Σε ολόκληρη τη λεκάνη απορροής, έχουν εγκατασταθεί 4 μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες και 1 ξενοδοχειακό συγκρότημα. Σε όλες όμως τις μονάδες 51

53 γίνεται επαναχρησιμοποίηση των επεξεργασμένων λυμάτων με σκοπό την άρδευση στον ευρύτερο χώρο των εγκαταστάσεων. Λεκάνη απορροής Εύηνου Πέριξ του ποταμού δεν έχουν δημιουργηθεί μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες με περισσότερες από 300 κλίνες. Η περιοχή καλύπτεται από μικρούς ξενώνες. Ακόμα και στην περιοχή του Μπανιά όπου την Άνοιξη αυξάνεται ο τουρισμός για τις εγκαταστάσεις Canoe kayak, οι ξενώνες επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών Βιομηχανικές μονάδες Η βιομηχανική δραστηριότητα θεωρείται μια από τις σημαντικότερες πηγές ανθρωπογενών πιέσεων. Αφορά το σύνολο σχεδόν της παραγωγής του δευτερογενούς τομέα και αξιοποιεί την πρωτογενή παραγωγή. Λεκάνη Απορροής Αλφειού Στη λεκάνη απορροής του Αλφειού έχουν καταγραφεί 117 βιομηχανίες, από τις οποίες οι 56 έχουν κριθεί σημαντικές. Οι βασικές δραστηριότητες αφορούν την παραγωγή ελαιόλαδου (45%), αλλά και στην παραγωγή γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων (16%). Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι και αριθμός των βιομηχανιών παραγωγής καυσίμων και λιπαντικών ελαίων κρίνεται σημαντικός. Εικόνα 15: Κατανομή δραστηριοτήτων (σημαντικών) στη λεκάνη απορροής (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). 52

54 Λεκάνη Απορροής Νέδας Οι μεγάλη πλειοψηφία των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη λεκάνη απορροής σχετίζεται με την παραγωγή τροφίμων και ιδίως την ελαιοπαραγωγή. Από τις συνολικά 381 βιομηχανίες οι 188 έχουν αξιολογηθεί ως σημαντικές. Οι περισσότερες αφορούν στην παραγωγή ελαιόλαδου (72%) αλλά και στην παραγωγή μαρμελάδων. Επίσης μέσα στις σημαντικές πιέσεις συγκαταλέγονται και μονάδες επεξεργασίας και συντήρησης κρέατος, ενώ υπάρχει και αξιόλογος αριθμός τυροκομείων. Βέβαια και πάλι οι περισσότερες από αυτές τις βιομηχανίες βρίσκονται σε νοτιότερα σημεία της περιοχής του ποταμού της Νέδας που είναι και το αντικείμενο μελέτης, επομένως υπολογίζεται μικρή επιρροή των βιομηχανικών εγκαταστάσεων σε αυτό το ποτάμι. Λεκάνη Απορροής Πηνειού Οι περισσότερες βιομηχανίες της περιοχής μελέτης, σχετίζονται με την παραγωγή τροφίμων και ιδίως με την ελαιοπαραγωγή. Από το σύνολο των 117 βιομηχανιών της περιοχής, οι 85 έχουν αξιολογηθεί ως σημαντικές και ασχολούνται με την παραγωγή τροφίμων και ελαιόλαδου (29%). Επιπλέον, μέσα στις εξίσου σημαντικές πιέσεις συγκαταλέγονται και αρκετές μονάδες παραγωγής γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων (10% των μονάδων). Τέλος πρέπει να σημειωθεί πως υπάρχει και σημαντικός αριθμός μονάδων σιδηρουργίας και κατεργασίας μετάλλων καθώς και παραγωγής πλαστικών, χημικών και χρωμάτων. 53

55 Εικόνα 16: Κατανομή δραστηριοτήτων (σημαντικών) στη λεκάνη απορροής Πείρου, Βέργα και Πηνειού(Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου). Λεκάνη απορροής Εύηνου Η βιομηχανική δραστηριότητα στην περιοχή που σχετίζεται κυρίως με την επεξεργασία τροφίμων, συγκεντρώνεται στην πόλη του Αγρινίου και στη λεκάνη απορροής του Αχελώου. Στη λεκάνη απορροής του Εύηνου δεν έχει σημαντικές βιομηχανικές μονάδες παρά ελάχιστες στις εκβολές του ποταμού στα όρια με τις λεκάνες απορροής του Αχελώου και του Μόρνου Κτηνοτροφικές μονάδες Η σταβλισμένη κτηνοτροφία αναφέρετε στην εκτροφή ζώων σε σταβλικές εγκαταστάσεις. Τέτοιες εκτροφές αποτελούν οι εκτροφές πουλερικών, χοίρων, αγελάδων. Με την παρουσία των ζώων μέσα σε στάβλους παράγονται υγρά και στερεά απόβλητα, αποτέλεσμα του μεταβολισμού των τροφών που παρέχονται σε αυτά αλλά και τα διαφεύγοντα κατά τη διαδικασία διανομής της τροφής και του νερού συνήθως μέσα ή κοντά στους χώρους εκτροφής. Λεκάνη Απορροής Αλφειού Στην περιοχή του Αλφειού, εντοπίζονται 16 κτηνοτροφικές μονάδες εκ των οποίων οι 3 είναι μεγάλες και αποτελούν σημαντική σημειακή πίεση. Οι μεγαλύτερες κτηνοτροφικές μονάδες αφορούν πουλερικά (46.000). 54

56 Λεκάνη Απορροής Νέδας Στο σύνολο της λεκάνης απορροής Πάμισου - Νέδοντος - Νέδας, λειτουργούν 88 κτηνοτροφικές μονάδες, στην πλειοψηφία του πουλερικών (10.000). Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στη λεκάνη απορροής Πηνειού δεν εντοπίζονται κτηνοτροφικές μονάδες. Λεκάνη απορροής Εύηνου Στη λεκάνη απορροής του Εύηνου δεν εντοπίζονται κτηνοτροφικές μονάδες Διαρροές από ΧΑΔΑ και ΧΥΤΑ Πρόκειται για χώρους διάθεσης στερεών αποβλήτων, κυρίως αστικού τύπου οι οποίοι αποτελούν τις γνωστές "χωματερές". Οι Χ.Α.Δ.Α έχουν απαγορευτεί από την ΕΕ, με την επιβολή μάλιστα μεγάλων προστίμων για κάθε μέρα λειτουργίας τους (Σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Αλφειού Αποτελούν από τις πιο σημαντικές παραμέτρους πίεσης στην περιοχή, καθώς οι συνολικά ενεργοί Χ.Α.Δ.Α φτάνουν του 12 (5 στην Αρκαδία, 1 στην Αχαΐα και 6 στην Ηλεία). Ο πιο κοντινός χώρος υγειονομικής ταφής απορριμμάτων βρίσκετε στην Αχαΐα στο δήμο Ωλενίας ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη λεκάνη απορροής εντοπίζονται ακόμα 14 Χ.Α.Δ.Α προς αποκατάσταση (Σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Νέδας Στο σύνολο της λεκάνης απορροής οι διαρροές από Χ.Α.Δ.Α - Χ.Υ.Τ.Α αποτελούν σημαντικό παράγοντα πίεσης. Συνολικά οι ενεργοί Χ.Α.Δ.Α φτάνουν του 17 αλλά στην πλειοψηφία τους βρίσκονται νοτιότερα στη Μεσσηνία και δεν φαίνεται να επηρεάζουν το ποτάμι της Νέδας. (Σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στο σύνολο της λεκάνης υπάρχουν 8 ενεργοί Χ.Α.Δ.Α, όλοι στην περιφερειακή ενότητα Ηλείας, ενώ λειτουργεί και ο Χ.Υ.Τ.Α Δυτικής Αχαΐας 55

57 Φλόκα(Σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου). Λεκάνη απορροής Εύηνου Στη λεκάνη απορροής του Εύηνου υπάρχει 1 Χ.Α.Δ.Α κλειστός αλλά μη αποκατεστημένος και 2 Χ.Υ.Τ.Α στις εκβολές του ποταμού. (Σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Στερεάς Ελλάδας) Απορροές από εξορυκτικές δραστηριότητες (μεταλλεία, ορυχεία, λατομεία) Οι μεταλλευτικές δραστηριότητες είναι συνδεδεμένες με ποικίλες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Οι βασικότεροι ρύποι αφορούν εκσκαφές και αποθέσεις γαιωδών υλικών, στη δέσμευση εκτάσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα, στην έντονη μεταβολή της μορφολογίας του εδάφους, στη μετακίνηση οικισμών, στην εξαφάνιση χώρων διαβίωσης άγριας πανίδας καθώς και στην υποβάθμιση της αισθητικής του τοπίου. Παράλληλα η αφαίρεση του γόνιμου εδάφους μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της αγροτικής γης και στην αύξηση των επιφανειακών απορροών, ενώ η έκλυση αιωρούμενων σωματιδίων στην ατμόσφαιρα υποβαθμίζει την ποιότητα της ζωής των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Ταυτόχρονα η όλη δραστηριότητα και κυρίως οι μονάδες επεξεργασίας χρειάζονται για τη λειτουργία τους μεγάλες ποσότητες νερού, οι οποίες συνήθως προέρχονται από γεωτρήσεις με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η τοπική υδατική οικονομία (Ζάγκας, 2012). Τέλος συντελείται υποβάθμιση των υπόγειων υδάτων μέσω της αποστράγγισης διαλυτών τοξικών ουσιών στους υποκείμενους υδροφόρους ορίζοντες, αλλά και στα ρέματα της περιοχής (Ζάγκας, 2012). Λεκάνη Απορροής Αλφειού 17 μεταλλεία. Στη λεκάνη απορροής του Αλφειού εντοπίζονται συνολικά 17 λατομεία και 56

58 Λεκάνη Απορροής Νέδας λατομεία. Στο σύνολο της λεκάνης απορροής εντοπίζονται 17 μεταλλεία και 2 Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στο σύνολο της λεκάνης εντοπίζονται 20 λατομεία Λεκάνη απορροής Εύηνου Δεν υπάρχουν λατομεία και μεταλλεία στη λεκάνη απορροής του Εύηνου Διαρροές από μολυσμένες περιοχές Λεκάνη Απορροής Αλφειού Σύμφωνα με το εθνικό διαχειριστικό σχέδιο των ποταμών της Δυτικής Πελοποννήσου, υπολογίστηκαν και χαρτογραφήθηκαν οι διαρροές από μολυσμένες περιοχές όπως φαίνεται και στην παρακάτω εικόνα Εικόνα 17: Χάρτης διαρροών από μολυσμένες περιοχές στη λεκάνη απορροής Αλφειού (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Νέδας Σύμφωνα με το εθνικό διαχειριστικό σχέδιο των ποταμών της Δυτικής Πελοποννήσου, υπολογίστηκαν και χαρτογραφήθηκαν οι διαρροές από μολυσμένες περιοχές όπως φαίνεται και στην εικόνα

59 Εικόνα 18: Χάρτης διαρροών από μολυσμένες περιοχές στη λεκάνη απορροής Πάμισου, Νέδοντος, Νέδας (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Πηνειού Σύμφωνα με το εθνικό διαχειριστικό σχέδιο των ποταμών της Βόρειας Πελοποννήσου, υπολογίστηκαν και χαρτογραφήθηκαν οι διαρροές από μολυσμένες περιοχές όπως φαίνεται και στην εικόνα 19. Εικόνα 19: Χάρτης διαρροών από μολυσμένες περιοχές στη λεκάνη απορροής Πάμισου, Νέδοντος, Νέδας (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου). 58

60 Λεκάνη απορροής Εύηνου Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για διαρροές από μολυσμένες περιοχές στην περιοχή μελέτης Υδατοκαλλιέργειες - Ιχθυοκαλλιέργειες Οι ιχθυοκαλλιέργειες αποτελούν συστηματική εκτροφή ψαριών σε ειδικές τεχνητές εγκαταστάσεις σε παράκτια ή επιφανειακά εσωτερικά ύδατα. Λεκάνη Απορροής Αλφειού Η λεκάνη απορροής του Αλφειού φιλοξενεί μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας στον Αροάνιο ποταμό και στο ρέμα Λαγκαδιανό. Λεκάνη Απορροής Νέδας Όλες οι μονάδες ιχθυοκαλλιεργειών που λειτουργούν στη λεκάνη απορροής βρίσκονται νοτιότερα, στον όρμο της Μεθώνης, στη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας και στο ρέμα Αγίου Φλώρου. Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στον Πηνειό ποταμό δεν υπάρχουν μονάδες υδατοκαλλιέργειας παρά μόνο στην ευρύτερη λεκάνη απορροής, στις λιμνοθάλασσες Κοτυχίου, Καλογριάς και Παπά καθώς και στον Πατραϊκό κόλπο. Λεκάνη απορροής Εύηνου Δεν υπάρχουν ιχθυοκαλλιέργειες στην περιοχή μελέτης Θερμοηλεκτρικοί σταθμοί Οι θερμοηλεκτρικοί σταθμοί παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από διάφορους ορυκτούς πόρους με ενδιάμεση ενεργειακή μορφή τη θερμική ενέργεια υψηλής θερμοκρασίας. Οι σταθμοί αποτελούν σημαντικούς σημειακούς ρυπαντές εξαιτίας πιθανών διαρροών καυσίμων αλλά και εξαιτίας της θερμοκρασιακής αύξησης που προκαλούν σε υδάτινους αποδέκτες, τα νερά των οποίων τα χρησιμοποιούν για την ψύξη των σταθμών. 59

61 Λεκάνη Απορροής Αλφειού Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται οι θερμοηλεκτρικοί σταθμοί στη λεκάνη απορροής του Αλφειού. Πίνακας 2: Θερμοηλεκτρικοί σταθμοί στη λεκάνη απορροής του Αλφειού(Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Νέδας Στην περιοχή της Νέδας δεν υπάρχουν θερμοηλεκτρικοί σταθμοί. Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στη λεκάνη απορροής Πείρου, Βέργα και Πηνειού δεν υπάρχουν θερμοηλεκτρικοί σταθμοί. Λεκάνη απορροής Εύηνου Δεν υπάρχουν στοιχεία για θερμοηλεκτρικούς σταθμούς στην περιοχή μελέτης Μονάδες αφαλάτωσης Μονάδες αφαλάτωσης είναι οι εγκαταστάσεις που πραγματοποιείται διεργασία αφαίρεσης των αλάτων από αλατούχες ουσίες και συνεπώς αλατούχα ύδατα. Έτσι κατ επέκταση η αφαλάτωση είναι μέθοδος ανάκτησης πόσιμου νερού από θαλασσινό, υφάλμυρο ή και λίμνες. 60

62 Λεκάνη Απορροής Αλφειού Στη λεκάνη απορροής του Αλφειού δεν υπάρχουν μονάδες αφαλάτωσης. Λεκάνη Απορροής Νέδας αφαλάτωσης. Στη λεκάνη απορροής Πάμισου, Νέδοντος και Νέδας, δεν υπάρχουν μονάδες Λεκάνη Απορροής Πηνειού αφαλάτωσης. Στη λεκάνη απορροής Πείρου, Βέργα και Πηνειού δεν υπάρχουν μονάδες Λεκάνη απορροής Εύηνου Δεν υπάρχουν στοιχεία για μονάδες αφαλάτωσης στην περιοχή μελέτης Λιμάνια-μαρίνες-ναυσιπλοΐα Τα λιμάνια μπορούν να συνδεθούν με μορφές ρύπανσης από διαρροές καυσίμων από τα πλοία που ελλιμενίζονται και από τοξικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στον καθαρισμό και επισκευή των υφάλων των πλοίων. Λεκάνη Απορροής Αλφειού Το πιο σημαντικό λιμάνι στη λεκάνη απορροής του Αλφειού είναι το λιμάνι του Κατάκολου, με έντονη τουριστική κίνηση, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Λεκάνη Απορροής Νέδας Τα πιο σημαντικά λιμάνια είναι το λιμάνι της Κυπαρισσίας, το λιμάνι της Καλαμάτας και της Πύλου, ενώ μικρότερα λιμάνια ή μαρίνες που φιλοξενούν μικρά αλιευτικά σκάφη και σκάφη αναψυχής είναι στη Μαραθούπολη, στη Φοινικούντα, Μεθώνη, Κορώνη και Πεταλίδι. Δηλαδή όλα βρίσκονται στο νότιο άκρο της Μεσσηνίας. Λεκάνη Απορροής Πηνειού Σημαντικά λιμάνια στο σύνολο της λεκάνης απορροής έχουν κατασκευαστεί στην Κυλλήνη, στο Παλούκι Αμαλιάδας, τα Λεχαινά και την Κάτω Αχαΐα. Λεκάνη απορροής Εύηνου Δεν υπάρχουν λιμάνια στην περιοχή μελέτης 61

63 Αμμοληψίες Αμμοληψίες αποτελούν παρόχθιες λήψεις αδρανών - φερτών υλικών των ποταμών για την κατασκευή τεχνιτών έργων. Οι αμμοληψίες ανάλογα με το ρυθμό με τον οποίο πραγματοποιούνται μπορούν να αλλοιώσουν τη φυσική γεωμορφολογία των ποταμών. Λεκάνη Απορροής Αλφειού Αμμοληψίες στη λεκάνη απορροής του Αλφειού πραγματοποιούνται στον Αλφειό ποταμό, στον Ερύμανθο, στον Αροάνιο και στο ρέμα Λεστενίτσα. (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Νέδας Στη Νέδα πραγματοποιούνται αμμοληψίες κατά μήκος του κατάντη τμήματος του ποταμού, στο μέσο και κάτω ρου του ρέματος Καλό Νερό ενώ την περίοδο μετά το σεισμό στην Καλαμάτα έγιναν σημαντικές αμμοληψίες στο ρέμα Μύλοι (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στον Πηνειό, έχουν πραγματοποιηθεί αμμοληψίες από την κοίτη του ποταμού αλλά και από την παραλίμνια περιοχή της τεχνητής λίμνης του Πηνειού. Λεκάνη απορροής Εύηνου Αμμοληψίες στη λεκάνη απορροή του Εύηνου έχουν πραγματοποιηθεί στις όχθες του ποταμού και κυρίως στις εκβολές. 3.3 Μη σημειακές πηγές ρύπανσης Γεωργικές δραστηριότητες Οι γεωργικές δραστηριότητες συνιστούν μια σημαντικότατη πηγή διάχυτης ρύπανσης σε επιφανειακά υδάτινα συστήματα. Τα παραγόμενα ρυπαντικά φορτία προέρχονται από τη λίπανση που εφαρμόζεται σε αγροτικές εκτάσεις, ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας, με τη χρήση φυτοφαρμάκων για την καταπολέμηση 62

64 ασθενειών και τη χρήση ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων για την καταπολέμηση παρασιτικών εντόμων που αποτελούν κίνδυνο για τις καλλιέργειες. Ο υπολογισμός της ρύπανσης που προέρχεται από τη γεωργία, πραγματοποιείται με την κατανομή των γεωργικών πιέσεων ανάλογα με τις εκτάσεις και το είδος της καλλιέργειας. Οι ρύποι διαχέονται στο υπέδαφος, αλλά ένα τμήμα τους καταλήγει και στα επιφανειακά ύδατα, σε ποσοστό ανάλογα με την απορροφητικότητα του εδάφους. Από τα στοιχεία της ΕΣΥΕ 2007, ελήφθησαν σε κάθε δημοτικό διαμέρισμα οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις για κάθε είδος καλλιέργειας (αροτραίες, κηπευτικές, δενδρώδεις και άμπελοι). Λεκάνη Απορροής Αλφειού Στη λεκάνη απορροής του Αλφειού σήμερα υπάρχουν συνολικά περίπου στρέμματα καλλιεργούμενης γης. (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Νέδας Στο σύνολο της λεκάνης απορροής Πάμισου-Νέδοντος-Νέδας σήμερα υπάρχουν συνολικά περίπου στρέμματα καλλιεργούμενης γης. Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στην περιοχή της λεκάνης απορροής του Πηνειού, σήμερα υπάρχουν συνολικά περίπου στρέμματα καλλιεργούμενης γης. (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου). Λεκάνη απορροής Εύηνου Στη λεκάνη απορροής του Εύηνου, τα νερά του ποταμού επιβαρύνονται από την αποστράγγιση, συνολικά στρεμμάτων καλλιεργούμενης γης. (Τσινίδης, 2013) Αστικά λύματα που δεν καταλήγουν σε ΕΕΛ Σ αυτήν την κατηγορία εντάσσονται αστικά λύματα που διαχέονται σε υπόγεια και επιφανειακά υδάτινα συστήματα και προέρχονται από πληθυσμό μόνιμου και εποχιακού χαρακτήρα καθώς και τουριστών που δεν έχουν πρόσβαση σε ΕΕΛ. Επίσης εντάσσονται και τα επεξεργασμένα από ΕΕΛ αστικά λύματα που 63

65 χρησιμοποιούνται για άρδευση καλλιεργήσιμων εκτάσεων. (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Για την εκτίμηση της αστικής διάχυτης ρύπανσης κρίνεται απαραίτητος ο προσδιορισμός του πληθυσμού (εποχιακού, μόνιμου και τουριστών) και η αναγωγή του στην σημερινή κατάσταση. (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου) Ποιμενική κτηνοτροφία Η ποιμενική κτηνοτροφία αναφέρεται στην εκτροφή βοοειδών, χοίρων, πουλερικών και αιγοπροβάτων ελευθέρας βοσκής. Η ποιμενική κτηνοτροφία, αντιμετωπίζεται ως διάχυτη πηγή ρύπανσης, εξαιτίας της μεγάλης διασποράς και της συνεχούς μετακίνησης των ζώων στους βοσκότοπους. Για τον προσδιορισμό του αριθμού των ζώων χρησιμοποιούνται στοιχεία από τα Δελτία Ετήσιας Γεωργικής Στατιστικής Έρευνας Δήμων και Κοινοτήτων ΕΛΣΤΑΤ, έτους (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου) Φυσική ρύπανση Φυσική ρύπανση ορίζεται ως, η διάχυτη ρύπανση που παράγεται εξαιτίας ατμοσφαιρικών αποθέσεων καθώς και από φυσικές χρήσεις γης όπως βοσκοτόπια και δάση. Οι ρύποι από τη φυσική ρύπανση, όπως και στις άλλες κατηγορίες διάχυτης ρύπανσης, διαχέονται στο υπέδαφος. Ωστόσο ένα τμήμα καταλήγει και στα επιφανειακά ύδατα, σε ποσοστό που εξαρτάται από την απορροφητικότητα του εδάφους. η φυσική ρύπανση συνδέεται με χρήσεις γης, όπως βοσκότοποι, αστικές περιοχές, δρόμοι-νερά και άλλες. Οι παραγόμενοι ρύποι είναι το άζωτο και ο φώσφορος. Ο εμπλουτισμός των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων με αυτά τα θρεπτικά οφείλεται στην παρουσία δέντρων και φυτών στα δάση και τα βοσκοτόπια, στις όμβριες απορροές εντός αστικών περιοχών και τεχνητών επιφανειών αλλά και στις ατμοσφαιρικές αποθέσεις σε υγροτόπους και υδάτινες επιφάνειες. Οι συγκεντρώσεις των ρυπαντικών φορτίων N και P στην επιφανειακή απορροή ποικίλουν σημαντικά ανάλογα με τις χρήσεις γης. (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). 64

66 3.4 Ανάγκες και απολήψεις νερού Συνολικές ανάγκες νερού Λεκάνη Απορροής Αλφειού Σύμφωνα με το σχέδιο διαχείρισης της Δυτικής Πελοποννήσου, στη λεκάνη απορροής του Αλφειού οι συνολικές ανάγκες νερού ανέρχονται σε περίπου 120,5 εκ.m 3. Το μεγαλύτερο χρήστη αποτελεί ο κλάδος της γεωργίας, όπου καταναλώνεται το 74% των συνολικών αναγκών δηλαδή ένα ποσό της τάξης των 89,3 εκ.m 3 νερού, ενώ ακολουθεί η βιομηχανία με 12,5%, η ύδρευση το 12% και τέλος με πολύ μικρή συμμετοχή η κτηνοτροφία 1,4%. Εικόνα 20: Κατανομές και ποσότητες αναγκών νερού στη λεκάνη απορροής του Αλφειού (Σχέδιο Διαχείρισης ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Νέδας Στη λεκάνη απορροής της Νέδας οι συνολικές ετήσιες ανάγκες νερού ανέρχονται σε 114 εκ.m3 νερό. Η γεωργία που αποτελεί και το βασικό χρήστη καταναλώνει περίπου το 80% δηλαδή 91 εκ.m3 νερό, ακολουθεί η ύδρευση με ένα ποσοστό του 18,1% ενώ ασήμαντη θεωρείται η κατανάλωση στη βιομηχανία (1,2%) και στην κτηνοτροφία (0,9%). Εικόνα 21 Κατανομές και ποσότητες αναγκών νερού στη λεκάνη απορροής του Πάμισου- Νέδοντος-Νέδας (Σχέδιο Διαχείρισης ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). 65

67 Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στη λεκάνη απορροής του Πηνειού οι συνολικές ετήσιες ανάγκες νερού για όλες τις χρήσεις ανέρχονται σε 281,5 εκ.m 3. Στη γεωργία που αποτελεί και τον βασικό χρήστη νερού καταναλώνεται το 90% περίπου των αναγκών (253,5 εκ.m 3 ) ακολουθούν με πολύ μικρή χρήση η ύδρευση 6,7%, η βιομηχανία με 2% και η κτηνοτροφία με 1,2%. Εικόνα 22: Κατανομή και ποσότητες ετήσιων αναγκών νερού στη λεκάνη απορροής του Πείρου- Βέργα-Πηνειού (Σχέδιο διαχείρισης ποταμών του υδατικού συστήματος της Βόρειας Πελοποννήσου). Λεκάνη απορροής Εύηνου Η λεκάνη απορροής του Εύηνου αποτελεί ένα κομμάτι του υδατικού διαμερίσματος της δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Οι χρήσεις νερού διακρίνονται στην ύδρευση και τον τουρισμό (που αφορούν πόσιμο νερό) και στην άρδευση για τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη βιομηχανία. Τις σημαντικότερες ποσότητες χρειάζεται ο τομέας της γεωργίας, ενώ ο τομέας της κτηνοτροφίας και της βιομηχανίας δεν απαιτεί τόσο μεγάλες ποσότητες νερού. Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι εκτιμήσεις για τη ζήτηση νερού σε ολόκληρο το Υδατικό Διαμέρισμα της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Πίνακας 3: Ετήσια ζήτηση νερού στο υδατικό διαμέρισμα της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας (Σχέδιο διαχείρισης υδάτων. Υδατικό Διαμέρισμα Δυτικής Στερεάς Ελλάδας) 66

68 Εικόνα 23: Κατανομή ζήτησης νερού (Σχέδιο διαχείρισης υδάτων. Υδατικό Διαμέρισμα Δυτικής Στερεάς Ελλάδας) Συνολικές απολήψεις νερού Λεκάνη Απορροής Αλφειού Οι συνολικές ετήσιες απολήψεις νερού στη λεκάνη απορροής του Αλφειού για όλες τι δραστηριότητες ανέρχονται σε 177,1 εκ.m 3 των συνολικών αναγκών. Στη γεωργία καταναλώνεται το μεγαλύτερο ποσοστό 75,4% δηλαδή 133,5 εκ.m 3 νερό, στη βιομηχανία 12,1 και στην ύδρευση 11,3 ενώ η κτηνοτροφία παρουσιάζει τη μικρότερη κατανάλωση με 1,2%. Εικόνα 24: Κατανομή και ποσότητες ετήσιων απολήψεων στη λεκάνη απορροής του Αλφειού(Σχέδιο Διαχείρισης ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου) Λεκάνη Απορροής Νέδας Στη λεκάνη απορροής της Νέδας, οι συνολικές ετήσιες απολήψεις νερού ανέρχονται σε 177,7 εκ.m3. Στη γεωργία που είναι και ο βασικότερος χρήστης καταναλώνεται το 82% (145,8 εκ.m3) των συνολικών αναγκών, ακολουθεί η ύδρευση με 16,1% και με μικρή κατανάλωση η κτηνοτροφία (1,3%) και η ύδρευση (1,1%). 67

69 Εικόνα 25 Κατανομή και ποσότητες ετήσιων απολήψεων στη λεκάνη απορροής του Πάμισου- Νέδοντος-Νέδας (Σχέδιο Διαχείρισης ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στη λεκάνη απορροής του Πηνειού οι συνολικές ετήσιες απολήψεις νερού για όλες τις χρήσεις ανέρχονται σε 400 εκ.m 3. Στη γεωργία που αποτελεί και το βασικό χρήστη νερού καταναλώνεται το 90,4% (362,4 εκ.m 3 ) των συνολικών αναγκών. Ακολουθούν η ύδρευση με 6,4%, η βιομηχανία με 2,1% και η κτηνοτροφία με 1%. Εικόνα 26: Κατανομή και ποσότητες ετήσιων απολήψεων στη λεκάνη απορροής του Πείρου- Βέργα-Πηνειού (Σχέδιο διαχείρισης ποταμών του υδατικού συστήματος της Βόρειας Πελοποννήσου). Λεκάνη απορροής Εύηνου Στους παρακάτω πίνακες παρουσιάζεται η ένταση πίεσης απόληψης υδάτων στη λεκάνη απορροής του Εύηνου. Πίνακας 4: Ποτάμια σώματα με σημαντική ένταση πίεσης απόληψης (μέτρια-υψηλήή) στη λεκάνη απορροής του Εύηνου (Σχέδιο διαχείρισης υδάτων. Υδατικό Διαμέρισμα Δυτικής Στερεάς Ελλάδας). 68

70 Πίνακας 5: Λιμναία σώματα με σημαντική ένταση πίεσης απόληψης (μέτρια-υψηλή) στη λεκάνη απορροής του Εύηνου Σχέδιο διαχείρισης υδάτων. Υδατικό Διαμέρισμα Δυτικής Στερεάς Ελλάδας). 3.5 Αξιολόγηση Πιέσεων - Απολήψεων Αξιολόγηση Πιέσεων 3.6 Μορφολογικές αλλοιώσεις της περιοχής Στη σημερινή εποχή, η ανθρώπινη δραστηριότητα, έχει μεταβάλει ορισμένα υδάτινα συστήματα ως προς τη μορφολογία τους. Τέτοιες μορφολογικές αλλαγές ή μέτρα για τη ρύθμιση της ροής του νερού είναι τα ακόλουθα: Αντιπλημμυρικά φράγματα Υδροηλεκτρικά έργα Αναχώματα Ταμιευτήρες αποθήκευσης νερού Μεταφορά νερού Λεκάνη Απορροής Αλφειού Στους παρακάτω πίνακες φαίνονται όλα τα έργα και οι μορφολογικές αλλοιώσεις που έχουν δημιουργηθεί στη λεκάνη απορροής του Αλφειού. Πίνακας 6: Έργα με υδρομορφολογικές αλλοιώσεις σε επιφανειακά υδατικά συστήματα προσδιορισμένα ως Ιδιαιτέρως Τροποποιημένα Συστήματα (ΙΤΥΣ) και Τεχνητά Υδατικά Συστήματα (ΤΥΣ) (Σχέδιο Διαχείρισης ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). 69

71 Πίνακας 7: Φυσικά υδατικά συστήματα που υφίστανται υδρομορφολογικές αλλοιώσεις(σχέδιο Διαχείρισης ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Νέδας Πίνακας 8: Έργα με υδρομορφολογικές αλλοιώσεις σε επιφανειακά υδατικά συστήματα προσδιορισμένα ως Ιδιαιτέρως Τροποποιημένα Συστήματα (ΙΤΥΣ) και Τεχνητά Υδατικά Συστήματα (ΤΥΣ) (Σχέδιο Διαχείρισης ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). 70

72 Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στους παρακάτω πίνακες φαίνονται όλα τα έργα και οι μορφολογικές αλλοιώσεις που έχουν δημιουργηθεί στη λεκάνη απορροής Πείρου-Βέργα-Πηνειού. Πίνακας 9: Φυσικά υδατικά συστήματα που υφίστανται υδρομορφολογικές αλλοιώσεις στη λεκάνη απορροής Πείρου-Βέργα-Πηνειού (Σχέδιο διαχείρισης ποταμών του υδατικού συστήματος της Βόρειας Πελοποννήσου). Πίνακας 10: Έργα με υδρομορφολογικές αλλοιώσεις σε επιφανειακά υδατικά συστήματα προσδιορισμένα ως Ιδιαιτέρως Τροποποιημένα Συστήματα (ΙΤΥΣ) και Τεχνητά Υδατικά Συστήματα (ΤΥΣ) (Σχέδιο διαχείρισης ποταμών του υδατικού συστήματος της Βόρειας Πελοποννήσου). Λεκάνη απορροής Εύηνου Στο Υδατικό Διαμέρισμα Δυτικής Στερεάς Ελλάδας (ΥΔ04) προέκυψαν 18 Ιδιαιτέρως Τροποποιημένα Υδάτινα Σώματα (ΙΤΥΣ) σε σύνολο 119 επιφανειακών υδάτινων σωμάτων, ενώ δεν προέκυψαν Τεχνητά Υδάτινα Σώματα (ΤΥΣ) με εξαίρεση να αποτελεί η δημιουργία στον ποταμό Εύηνο στο χωριό Χάνι Μπανιά, πίστας Canoe kayak που λειτουργεί και ως διεθνές προπονητικό κέντρο Canoe kayak Slalom Εύηνου με αποτέλεσμα μικρές εκτροπές του ποταμού. 71

73 72

74 4. Υλικά και Μέθοδοι 73

75 4.1 Δειγματοληψίες και εργασίες πεδίου Η παρούσα εργασία υλοποιήθηκε στα πλαίσια της Οικολογικής Αξιολόγησης των Υδάτινων Οικοσυστημάτων σε ποταμούς της Δυτικής Ελλάδας. Οι δειγματοληψίες πραγματοποιήθηκαν το Καλοκαίρι του 2013 σε 46 επιλεγμένους σταθμούς 4 ποταμών (12 στον Αλφειό, 12 στον Πηνειό, 8 στη Νέδα και 14 στον Εύηνο), για τη συλλογή μακροφύτων ως βιολογικών δεικτών αλλά και δειγμάτων νερού για τον υπολογισμό φυσικοχημικών δεδομένων σύμφωνα με τα πρότυπα που έχει ορίσει η οδηγία 2000/60. Οι σταθμοί δειγματοληψίας (Εικόνα 27), έγινε προσπάθεια να καλύπτουν όλο το μήκος των ποταμών και όλες τις συνθήκες ροής, παρόλη την έντονη γεωμορφολογίας της περιοχής με αρκετές μη προσβάσιμες περιοχές. Παρακάτω, στην εικόνα και στον πίνακα παρουσιάζονται οι σταθμοί δειγματοληψίας για κάθε ποταμό, οι συντεταγμένες και το υψόμετρο τους. Εικόνα 27: Σταθμοί δειγματοληψίας, Αλφειός (επάνω αριστερά), Πηνειός (επάνω δεξιά), Εύηνος (κάτω αριστερά) και Νέδα (κάτω δεξιά) (Google Earth). 74

76 Πίνακας 11: Συντεταγμένες και υψόμετρο σταθμών δειγματοληψίας ανά ποταμό. Όνομα Συντεταγμένες Υψόμετρο Χρήσεις Γης ΑΛΦΕΙΟΣ A1 Εκβολές N37 ο , E021 o m Αγροτικές περιοχές A2 Οδική Γέφυρα A3 (Πύργος-Καλαμάτα) Σιδηροδρομική Γέφυρα N37 o , E021 o m Αγροτικές και τεχνητές επιφάνειες N37 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές A4 Αλφειούσα N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές A5 Φράγμα Φλόκα N37 o , E021 o m Τεχνητές επιφάνειες A6 Σκάλα N37 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές A7 Παλαιοχώρι N37 o , E021 o m Αγροτικές και τεχνητές A8 Επαρχιακή οδός Καρύταινα-Λουτρά επιφάνεισες N37 o , E021 o m Αγροτικές κ δασικές περιοχές A9 Καρύταινα N37 o , E022 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές A10 Θωκνία 1 N37 o , E022 o m Τεχνητές επιφάνειες A11 Θωκνία 2 N37 o , E022 o m Τεχνητές επιφάνειες A12 Μαραθούσα, ΔΕΗ N37 o , E022 o m Τεχνητές επιφάνειες ΠΗΝΕΙΟΣ P1 Εκβολές N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές P2 Κόκκαλα N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές P3 Καβάσιλα N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές P4 Αγ. Μαύρα N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές P5 Μαρκόπουλο N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές P6 Όλγα N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές P7 Πηγάδι N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές P8 Αετοράχη N37 o , E021 ο m Αγροτικές και τεχνητές επιφάνειες P9 Καλυβάκια N37 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές P10 Λάτας N37 o , E021 o m Τεχνητές επιφάνειες P11 Αγ. Νικόλαος N37 o , E021 o m Τεχνητές επιφάνειες P12 Ακροποταμιά N37 o , E021 o m Τεχνητές επιφάνειες ΕΥΗΝΟΣ E1 Εκβολές 1 N38 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές E2 Εκβολές 2 N38 o , E021 ο m Αγροτικές περιοχές E3 Ε.Ο Αντιρρίου- Αγρινίου 1 E4 Ε.Ο Αντιρρίου- Αγρινίου 2 E5 Ε.Ο Αντιρρίου- Αγρινίου 3 E6 Ε.Ο Αντιρρίου- Αγρινίου 4 N38 o , E021 o m Τεχνητές επιφάνειες N37 o , E021 ο m Τεχνητές επιφάνειες N38 o , E021 o m Τεχνητές επιφάνειες N38 o , E021 o m Τεχνητές επιφάνειες E7 Περιθώρι N38 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές E8 Τρίκορφο N38 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές E9 Γέφυρα Μπανιά 1 N38 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές E10 Γέφυρα Μπανιά 2 N38 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές 75

77 E11 Πόρος N38 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές E12 Αρτοτίβα N38 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές E13 Γέφυρα Βαλτσόρεμα N38 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές E14 Γέφυρα Γιδομανδρίτη N38 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές ΝΕΔΑ N1 Εκβολές N37 o , E021 o m Υγρότοποι N2 Γιαννιτσοχώρι N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές N3 Φόνισσα N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές N4 Καρυές N37 o , E021 o m Αγροτικές περιοχές N5 Καταρράκτες Νέδας N37 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές N6 Φιγαλία N37 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές N7 Κακαλέτρι N37 o , E021 o m Δασικές κ ημιφυσικές περιοχές N8 Πηγές N37 o , E021 o m Υγρότοποι Το πρόγραμμα παρακολούθησης στο πεδίο περιλάμβανε: Καταγραφή των φυσικοχημικών παραμέτρων του νερού, όπως βάθος (m), ταχύτητα ροής, θερμοκρασία ( ο C), αγωγιμότητα (ms/cm), διαλυμένο οξυγόνο (mg/l), ph, ολικά αιωρούμενα στερεά (mg/l) αλλά και γεωμορφολογικών δεδομένων όπως πλάτος καναλιού (m), πλάτος παρόχθιας ζώνης και το σχετικό παρόχθιο πλάτος, συντεταγμένες και υψόμετρο. Συλλογή ποσοτικών και ποιοτικών δεδομένων που αφορούν τη δομή των μακροφυτικών κοινωνιών, καθώς και τη χωρική διακύμανση της κατανομής και της ανάπτυξης των μακροφύτων. Και τέλος καταγραφή των ανθρωπογενών πιέσεων που ασκούνται στη λεκάνη απορροής των ποταμών, τις τροποποιήσεις της φυσικής μορφολογίας των ποταμών, τις χρήσεις γης καθώς και τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες στην περιοχή. Για τις εργασίες πεδίου χρησιμοποιήθηκαν φορητά πολυπαραμετρικά όργανα για την καταγραφή των φυσικοχημικών παραμέτρων του νερού και δειγματολήπτες του 1lt. 76

78 Εικόνα 28: Πολυπαραμετρικά όργανα δειγματοληψίας πεδίου 4.2 Εφαρμογή πλαισίου DPSIR Η ευρωπαϊκή πολιτική για τα ύδατα εισήγαγε την αναγκαιότητα να εφαρμόσει νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις για τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτινων πόρων. Στην παρούσα εργασία, πέρα των άλλων, αναπτύχθηκε και ένα πλαίσιο DPSIR (Drivers Pressures State Impacts Responses) ως μεθοδολογικό εργαλείο για τη μελέτη περίπτωσης της λεκανών απορροής των ποταμών Αλφειού, Πηνειού, Εύηνου και Νέδας (Δ. Ελλάδα). Το πλαίσιο DPSIR παίρνει τα αρχικά των λέξεων Drivers-Pressures-State- Impacts-Responses δηλαδή Κινητήριες Δυνάμεις-Πιέσεις-Κατάσταση-Επιπτώσεις- Αντίδραση και αποτελεί μια εξελιγμένη μορφή του πλαισίου PSR Pressures-State- Responses που αναπτύχθηκε από τον OECD το Ουσιαστικά το συγκεκριμένο πλαίσιο υιοθετήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος (European Environmental Agency (EEA)) και σταδιακά έγινε ευρέως εφαρμόσιμο (Zacharias et al., 2008). Στο πλαίσιο αυτό, προσδιορίζονται οι κοινωνικό-οικονομικές δυνάμεις (Drivers) όπως αστικοποίηση, γεωργία, τουρισμός, βιομηχανία αλιεία και ιχθυοκαλλιέργεια που δημιουργούν τις πιέσεις (Pressures) στο περιβάλλον. Η συνεχής άσκηση των πιέσεων (μετατροπή χρήσεων γης, ανεξέλεγκτη διάθεση λυμάτων, αλόγιστη άντληση υδάτινων πόρων κ.α) που δημιουργούν οι δυνάμεις που ασκούνται σε μια περιοχή, σε συνδυασμό πάντα με τις κλιματικές αλλαγές προκαλούν μεταβολές στην κατάσταση (State) του υπό μελέτη συστήματος. Οι αλλαγές αυτές δημιουργούν επιπτώσεις (Impacts) στην υγεία του ανθρώπου και του οικοσυστήματος, στη διαθεσιμότητα των πόρων και στη βιοποικιλότητα. Οι κίνδυνοι αυτοί οδηγούν στην κατάλληλη επιλογή περιβαλλοντικής πολιτικής (Response) που θα στηριχθεί στις διαθέσιμες διαχειριστικές πρακτικές (Κυριακοπούλου, Ν. 2013). Η εφαρμογή λοιπόν αυτής της πολιτικής, θα οδηγήσει σε μεταβολή των κινητήριων δυνάμεων καθώς και των πιέσεων, ενώ θα επηρεάσει και όλα τα υπόλοιπα βήματα 77

79 του DPSIR, δημιουργώντας έτσι έναν επαναλαμβανόμενο βρόγχο (Εικόνα 21) (Νικολαίδης κ.α., 2007). Εικόνα 29: Ο κύκλος DPSIR και οι συνεχείς ανατροφοδοτούμενες διαδικασίες (προσαρμοσμένος στη σχέση λεκάνη απορροής-παράκτιου περιβάλλοντος) (Karageorgis et al., 2006) Συμπερασματικά, η ανάλυση DPSIR είναι ένα πολύτιμο εργαλείο, καθώς δίνει τη δυνατότητα παράλληλης αξιολόγησης κοινωνικό-οικονομικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων. Χρησιμοποιείται ευρέως για την αειφόρο διαχείριση των υγροτόπων, επειδή σε αυτές τις περιοχές οι περισσότερες κινητήριες δυνάμεις προέρχονται από ανθρωπογενείς παράγοντες. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (EEA) πρότεινε πρόσφατα το πλαίσιο DPSIR για την εφαρμογή της οδηγίας 2000/60 για τα ύδατα. Το πλαίσιο DPSIR χρησιμοποιεί δείκτες (ομάδες φυσικών, βιολογικών και χημικών μεταβλητών (Εικόνα 22) με σκοπό την παροχή, στους υπευθύνους που χαράζουν την πολιτική ξεκάθαρων και συγκεκριμένων πληροφοριών που αφορούν 1) τις κινητήριες δυνάμεις, 2) τις επακόλουθες πιέσεις, 3) την κατάσταση του περιβάλλοντος, 4) τις επιπτώσεις από τις περιβαλλοντικές αλλαγές και 5) την πιθανή κοινωνική αντίδραση (Zacharias et al., 2008). 78

80 Εικόνα 30: Κατάταξη διαφόρων δεικτών σε κάθε ένα από τα στάδια ανάλυσης DPSIR (EEA, 2007). 4.3 Αναλύσεις δειγμάτων στο εργαστήριο Στο εργαστήριο πραγματοποιήθηκαν χημικές αναλύσεις των δειγμάτων του νερού που είχαν συλλεχτεί στο πεδίο, οι οποίες περιλαμβάνουν τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων της Chl-α (mg/m 3 ), της αλκαλικότητας (mg/l) και της συγκέντρωσης των θρεπτικών αλάτων φωσφόρου-srp και ΤP (mg/l) και αζώτου- NO 2- N, NO3-N και ΝΗ 4 -Ν (mg/l) και ολικού αζώτου (ΤΝ). Για τις χημικές αναλύσεις στο εργαστήριο χρησιμοποιήθηκε φασματοφωτόμετρο και αναλυτές ολικού αζώτου της Shimadzu. Εικόνα 31: Εργαστηριακά όργανα 79

81 Επίσης αναγνωρίστηκαν όλα τα είδη φυτών που εντοπίστηκαν στο πεδίο κατά μήκος 100m σε κοίτη, όχθη και κράσπεδα για κάθε σταθμό δειγματοληψίας και από τις δύο όχθες των ποταμών. Σε πολλές περιπτώσεις, η πρόσβαση στον ποταμό γινόταν μόνο από τη μία όχθη και σε κάποιες περιοριζόταν και κατά μήκος λόγω έλλειψης δρόμου, ενώ και το βάθος ή η ταχύτητα ροής αποτελούσε περιοριστικό παράγοντα για την πρόσβαση στον ποταμό. Στη συνέχεια για τον υπολογισμό της αφθονίας των ειδών χρησιμοποιήθηκε μια πενταβάθμια κλίμακα (Πίνακας 12). Η κωδικοποίηση έχει να κάνει με την παρουσία των φυτικών ειδών σε κάθε σταθμό δειγματοληψίας. Ένα είδος κωδικοποιείται με τον αριθμό 1 και ορίζετε ως σπάνιο, όταν το ποσοστό κάλυψης κυμαίνεται από 0-20% σε μια έκταση 1m 2. Ομοίως και οι υπόλοιπες κατηγορίες παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα. Πίνακας 12: Κωδικοποίηση της αφθονίας των φυτικών ειδών Παρουσία Ποσοστό κάλυψης Κωδικός Σπάνιο 0-20% 1 Ευκαιριακό 20-40% 2 Κοινό 40-60% 3 Συχνό 60-80% 4 Κυρίαρχο % Στατιστική επεξεργασία δειγμάτων Κατά την επεξεργασία των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν τα προγράμματα SPSS, PRIMER 6, και CANOCO για μια πρώτη στατιστική ανάλυση. Με τη χρήση του SPSS πραγματοποιήθηκε ανάλυση συσχετισμού (Pearson product-moment correlation) προκειμένου να εντοπιστούν τυχών συσχετίσεις μεταξύ των φυσικοχημικών και θρεπτικών δεδομένων. Ο συντελεστής r εκτιμά το βαθμό συσχέτισης και κυμαίνεται από -1 (τέλεια αρνητική συσχέτιση) μέχρι το 1 (τέλεια θετική συσχέτιση) και περιγράφει το βαθμό της συσχέτισης ανάμεσα σε δύο μεταβλητές (Γκιώκας, 2007). Επίσης πραγματοποιήθηκε one way ANOVA προκειμένου να ελεγχθεί αν η ποικιλότητα των τιμών μέσα στις ομάδες είναι ίδια με αυτή μεταξύ των ομάδων. Με τη χρήση του λογισμικού προγράμματος PRIMER 6 υπολογίστηκαν οι δείκτες ποικιλότητας (diversity indicies), εντοπίστηκαν οι ομοιότητες των σταθμών δειγματοληψίας μεταξύ των ποταμών αλλά και για κάθε ποταμό χωριστά βάσει των γεωμορφολογικών φυσικοχημικών και θρεπτικών δεδομένων με δημιουργία 80

82 δενδρογραμμάτων cluster analysis. Τέλος με τη χρήση του προγράμματος CANOCO δημιουργήθηκαν γραφήματα PCA (Ανάλυση Κυρίων Συνιστωσών) Η επίτευξη των παραπάνω στόχων μπορεί να αποτελέσει σημαντικό διαχειριστικό εργαλείο, καθώς μπορεί να θέσει τις βάσεις για τη δημιουργία ενός δικτύου παρακολούθησης των ποταμών αυτών. Η παρακολούθηση και διαχείριση τέτοιων οικολογικά σημαντικών περιοχών, κρίνεται απαραίτητη ώστε να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα η οικολογική τους κατάσταση και ταυτόχρονα να ελεγχθεί η ανθρωπογενής δραστηριότητα στα πλαίσια μιας βιώσιμης, ολοκληρωμένης διαχείρισης της παράκτιας ζώνης Μονομεταβλητές Μέθοδοι Στατιστικής Επεξεργασίας (Δείκτες Ποικιλότητας) Με τις μεθόδους αυτές μεταφέρονται ολόκληρα set από δεδομένα, τα οποία μπορεί να προέρχονται από ένα ή και περισσότερα δείγματα, σε έναν απλό συντελεστή, όπως για παράδειγμα η δείκτες ποικιλότητας (diversity indicies). Οι δείκτες αυτοί χωρίζονται σε 3 κύριες κατηγορίες ανάλογα με τη προσέγγιση της δομής των βιοκοινοτήτων που επιχειρείται: Πλούτος των ειδών (species richness) - Δείκτες Μargalef και Shannon- Wiener Ισοδιανομή των ειδών (evenness) - Δείκτης Pielou Ετερογένεια των βιοκοινοτήτων (heterogeneity) - Δείκτης Simpson (Magurran, 2003). Αναλυτικότερα, οι πλέον χρησιμοποιούμενοι στη θαλάσσια οικολογία δείκτες ποικιλότητας οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν και για τη διεκπεραίωση αυτής της εργασίας είναι οι ακόλουθοι: Δείκτης Shannon-Wiener (Shannon & Weaver, 1949). H = - Σi pi (lnpi) Όπου το pi είναι η σχετική αφθονία (ή βιομάζα) του i είδους. Ο δείκτης Shannon-Wiener (Η ) εκφράζει την ποικιλότητα σαν πλούτο ειδών (species richness) και ισοδιανομή (evenness). Ο δείκτης αυτός δεν επηρεάζεται από το μέγεθος και την επιφάνεια του δείγματος (δειγματοληπτική προσπάθεια). Ωστόσο, παρουσιάζει μειονεκτήματα καθώς προϋποθέτει πως τα άτομα λαμβάνονται τυχαία, από δείγμα απείρως μεγάλης βιοκοινότητας, και ότι όλα τα είδη υπάρχουν στο δείγμα. Βέβαια ο δείκτης αυτός έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο από όλους και θεωρείται ότι η σημερινή του χρήση οφείλεται σε ιστορικούς λόγους. 81

83 Όταν παίρνει τιμή μηδέν, σημαίνει ότι όλα τα άτομα ανήκουν στο ίδιο είδος. Η μέγιστη τιμή του, δίνεται από τη σχέση Ηmax = lns, όταν αντιπροσωπεύονται όλα τα είδη από τον ίδιο αριθμό ατόμων (αφθονία). Η τιμή του δείκτη, που υπολογίζεται από εμπειρικά δεδομένα, συνήθως είναι μεταξύ 1,5 και 3,5 ενώ σπάνια ξεπερνά το 4. Για ιστορικούς λόγους χρησιμοποιείται κυρίως ο λογάριθμος με βάση το 2 (log2) ενώ τελευταία υπάρχει τάση τυποποίησης με τη χρήση του ln. Δείκτης Pielou (Pielou, 1969, 1975). J = Η / Ηmax = H / lns Ο δείκτης Pielou (J ) εκφράζει την ισοδιανομή των ειδών (evenness), δηλαδή πως κατανέμονται τα άτομα ανάμεσα στα διάφορα είδη. Παίρνει τιμή μηδέν όταν όλα τα άτομα ανήκουν στο ίδιο είδος. Η μέγιστη τιμή του ισούται με τη μονάδα (J = 1) και παρατηρείται όταν όλα τα είδη αντιπροσωπεύονται από τον ίδιο αριθμό ατόμων (Η = Ηmax = lns). Δείκτης Simpson (Simpson, 1949). O Simpson (1949) θεώρησε την πιθανότητα ότι οποιαδήποτε δύο άτομα που επιλέγονται τυχαία από ένα δείγμα μιας απείρως μεγάλης βιοκοινότητας θα ανήκουν στο ίδιο είδος ως: λ = Σ pi 2 όπου pi = η αναλογία των ατόμων του i-oστού είδους. Η μορφή του δείκτη για μια πεπερασμένη βιοκοινότητα θα είναι: λ =Σ[n i (n i -1)/N(N-1)] Όπου n i = o αριθμός των ατόμων του i-οστού είδους. Ν = ο συνολικός αριθμός των ατόμων. Όσο αυξάνει ο λ, μειώνεται η ποικιλότητα. Συνεπώς ο δείκτης του Simpson συνήθως εκφράζεται ως 1 λ ή 1 / λ. H τιμή του δείκτη λ επηρεάζεται πολύ από το πιο άφθονο είδος στο δείγμα ενώ είναι λιγότερο ευαίσθητος στον πλούτο των ειδών. Ο May έχει δείξει ότι όταν ο αριθμός των ειδών ξεπερνά το 10, η τιμή του δείκτη λ επηρεάζεται ιδιαίτερα από την υποκείμενη κατανομή αφθονίας των ειδών. Ο δείκτης αυτός έχει περισσότερο νόημα από όσους είναι σε χρήση. Η τιμή του θα αυξάνεται όσο η συνάθροιση γίνεται πιο ισοδιανεμημένη. 82

84 Μολονότι ο δείκτης δίνει έμφαση στην κυριαρχία (dominance), ως παράγοντα της ποικιλότητας, δεν είναι ακριβώς ένας δείκτης ισοδιανομής. Για τους τύπους όλων των δεικτών που αναγράφονται παραπάνω: S = συνολικός αριθμός ειδών σε κάθε σταθμό δειγματοληψίας. N = συνολικός αριθμός ατόμων σε κάθε σταθμό δειγματοληψίας. n i = αριθμός ατόμων ανά είδος i στο δείγμα. p i = πιθανότητα ενός ατόμου να ανήκει στο είδος i (pi = ni / N). Δείκτης Hill. Ο Hill το 1973 δημιούργησε μια σειρά από δείκτες που συγκρίνουν την ποικιλότητα μεταξύ δύο σταθμών. Ο γενική εξίσωση του Hill είναι: ΝA=Σ(p i ) 1/(1-A) p i = η τιμή μιας παραμέτρου του κάθε είδους. Σ= άθροισμα. Α= 0,1,2. Ο δείκτης Ν0 ισούται με τον συνολικό αριθμό των ειδών. (Ν0=S). Ο δείκτης Ν1= e H (H ο δείκτης του Shannon). Ο δείκτης Ν2=1/λ (λ ο δείκτης του Simpson). Οι δείκτες του Hill επηρεάζονται από τα πιο άφθονα είδη μέσα στο δείγμα και για αυτό και ονομάζονται αριθμοί κυριαρχίας ειδών. Αυτοί οι αριθμοί συγκρίνουν τη ποικιλότητα μεταξύ δύο σταθμών. Ο δείκτης Ν0 είναι ο αριθμός όλων των ειδών σε ένα δείγμα, Ν2 είναι ο αριθμός των πολύ άφθονων ειδών και Ν1 είναι ο μέσος αριθμός της αφθονίας ενός είδους σε ένα δείγμα. Τέλος πρέπει να αναφερθεί πως ο Ν1 βρίσκεται πάντα ανάμεσα στο ΝΟ και Ν Πολυμεταβλητές Μέθοδοι Στατιστικής Επεξεργασίας. Η αφετηρία για πολλές από τις αναλύσεις που ακολουθούν, είναι η αρχή της ομοιότητας (S) μεταξύ κάθε ζεύγους δειγμάτων, όσον αφορά στις βιοκοινότητες που περιλαμβάνουν. Ο συντελεστής ομοιότητας S είναι τυπικά καθορισμένος να παίρνει τιμές σε μια κλίμακα, τα άκρα της οποίας είναι: S = 100 % (ή 1) αν δυο δείγματα είναι εντελώς όμοια. S = 0 αν δυο δείγματα είναι εντελώς ανόμοια. Από τους πολλούς συντελεστές ομοιότητας που έχουν προταθεί μέχρι σήμερα, ο πιο κοινός στην οικολογία, σε ότι αφορά χερσαίες εφαρμογές, είναι ο συντελεστής Bray-Curtis (Bray & Curtis, 1957). 83

85 Παρακάτω παρουσιάζονται πολυμεταβλητές μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν στη συγκεκριμένη μελέτη: Μέθοδος Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis). Σημείο εκκίνησης της ανάλυσης αποτελεί ένας πίνακας ομοιότητας με βάση το δείκτη Bray-Curtis. Η μέθοδος ομαδοποιεί τα διαφορετικά δείγματα σε ομάδες και έπειτα τις ομάδες μεταξύ τους. Έτσι, πρώτα ομαδοποιούνται οι ομάδες με μεγαλύτερη ομοιότητα κι έπειτα, σταδιακά ομαδοποιούνται δείγματα που παρουσιάζουν όλο και μικρότερο ποσοστό ομοιότητας. Η μέθοδος σταματάει όταν φτάσει στο σημείο όπου μία ομάδα περιέχει ένα μόνο δείγμα. Το αποτέλεσμα της μεθόδου είναι η δημιουργία ενός διαγράμματος το οποίο, λόγω της μορφής του, ονομάζεται δενδρόγραμμα. Στον άξονα x παρουσιάζεται όλο το σετ των δειγμάτων ενώ στον άξονα y παρουσιάζεται το ποσοστό ομοιότητας στο οποίο ομαδοποιείται η κάθε ομάδα (Clarke & Warwick,1994). Ανάλυση Κυρίων Συνιστωσών (Principal Component Analysis, PCA) Η ανάλυση κυρίων συνιστωσών (PCA) είναι η πρώτη και η πιο βασική μέθοδος ταξιθέτησης, που βασίζεται σε ιδιοτιμές (eigenvalues) και η οποία προτάθηκε από τους Hotelling (1933) και Pearson (1901). Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Goodal (1954) με το όνομα "Παραγοντική Ανάλυση" (Factor Analysis). Το αντικείμενο της μεθόδου είναι να παραστήσει ένα σύνολο δεδομένων που περιέχει πολλές μεταβλητές με ένα μικρότερο αριθμό σύνθετων μεταβλητών (components ή factors ή axes). Αντικείμενό της δηλαδή είναι να μειώσει ένα σύνολο δεδομένων με n περιπτώσεις και p μεταβλητές σε μικρότερο αριθμό συνθετικών μεταβλητών οι οποίες θα εκπροσωπούν το μεγαλύτερο μέρος της πληροφορίας του αρχικού συνόλου της πληροφορίας (McCune & Grace, 2002). Η ανάλυση των κυρίων συνιστωσών (PCA), είναι η ταξιθέτηση που χρησιμοποιεί γραμμικό αλγόριθμο και ανήκει στη κατηγορία της έμμεσης ανάλυσης διαβάθμισης. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω η μέθοδος αναζητεί εκείνες τις θεωρητικές επεξηγηματικές μεταβλητές, οι οποίες ελαχιστοποιούν το άθροισμα τετραγώνων υπολοίπου (γραμμική παλινδρόμηση) (residual sum of squares) μετά την εφαρμογή ευθειών στα δεδομένα (Ter Braak, 1995). Αυτό γίνεται με την κατάλληλη επιλογή των τιμών στα δείγματα, τιμές οι οποίες απαρτίζουν τους άξονες της ταξιθέτησης. Στη συγκεκριμένη ανάλυση, οι άξονες 84

86 ταξιθέτησης ονομάζονται κύριες συνιστώσες (principal components). Για κάθε είδος εφαρμόζονται οι προσαρμοσμένες ευθείες (fitted lines), οι οποίες παρουσιάζουν κάποια κλίση σε σχέση με τις κύριες (Ter Braak, 1995). Ο όρος "καλύτερα προσαρμοσμένος (best fitted) είναι αυθαίρετος, αλλά αποτελεί μια καλή προσέγγιση αφού προκύπτει κατόπιν υπολογισμού του αθροίσματος των τετραγώνων των κάθετων αποστάσεων των αφθονιών των ειδών ενός δείγματος από τις αντίστοιχες προσαρμοσμένες ευθείες (McCune & Grace, 2002). Οι τιμές των δειγμάτων στις κύριες συνιστώσες (άξονες ταξιθέτησης) είναι τέτοιες, ώστε αυτό το άθροισμα να είναι το ελάχιστο δυνατό (Ter Braak & Smilauer, 2002). Η ανάλυση κυρίων συνιστωσών (PCA) φαίνεται να εφαρμόζεται καλύτερα σε περιβαλλοντικές μεταβλητές και δείγματα παρά σε ζωντανούς οργανισμούς, κυρίως λόγω της μορφής των δεδομένων (Μανωλάκη, 2012). Ανάλυση Κανονικών Αντιστοιχιών (Canonical Correspondence Analysis, CCA). Η Ανάλυση Κανονικών Αντιστοιχιών (CCA) μοιάζει με την ανάλυση πλεονασμού (RDA). Η διαφορά έγκειται στην απόσταση, η οποία διατηρείται μεταξύ των αντικειμένων. Στη CCA χρησιμοποιείται η χ 2 αντί της ευκλείδειας απόστασης η οποία χρησιμοποιείται από τη μέθοδο της Ανάλυσης Πλεονασμού (RDA). Στη CCA (Ter Braak, 1995, 1986; Palmer, 1993), η ταξιθέτηση του ενός πίνακα προκύπτει με πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση των μεταβλητών του δεύτερου πίνακα. Ο πίνακας με τα είδη αντιστοιχεί στον πίνακα με τις περιβαλλοντικές μεταβλητές (McCune & Grace, 2002). Οι υπολογισμοί είναι λίγο πιο περίπλοκοι από αυτών της RDA, αφού ο τελικός πίνακας περιέχει προσαρμοσμένες τιμές, οι οποίες προέκυψαν από τη σταθμισμένη γραμμική παλινδρόμηση (weighted linear regression of Matrix) του πίνακα της ανάλυσης αντιστοιχιών σε σχέση με τις επεξηγημετικές μεταβλητές (Χ). Όπως και στην RDA, προκύπτουν δυο ταξιθετήσεις αντικειμένων (Legendre & Legendre, 1998) Αναλύσεις γραφικής κατανομής Αυτές οι τεχνικές θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν μια ενδιάμεση κατηγορία, ανάμεσα στις μονομεταβλητές και τις πολυμεταβλητές μεθόδους (Clarke & Warwick,1994). 85

87 4.5 Εφαρμογή του δείκτη IBMR ή MBIR (Macrophytes Biological Index for Rivers) Πολυάριθμες εργασίες που έχουν ασχοληθεί με την ποιότητα των υδάτων και την τροφική τους κατάσταση έχουν αναδείξει την ανάγκη για τη δημιουργία βιοτυπολογίας, βασισμένης στη χλωρίδας ενός υδάτινου οικοσυστήματος (Grasmuck et al., 1995) ή φυτοκοινωνιολογικών κοινοτήτων (Carbiener et al.,1990; Muller, 1990) και της δημιουργίας δεικτών προς την αξιολόγηση της ποιότητας των υδάτων των ποταμών (Newbold & Holmes, 1987; Haslam, 1987). Τέτοιες προσεγγίσεις επί του θέματος επανεξετάστηκαν από τους Hauri et al. (2000) και επιβεβαιώθηκε η δυνατότητα χρησιμοποίησης των μακροφύτων για την αξιολόγηση της ποιότητας των υδάτων σε διαφορετικά ποτάμια ή οικολογικές περιοχές (Hauri et al., 2000). Στη παρούσα εργασία χρησιμοποιήθηκε ο δείκτης IBMR (Macrophytes Biological Index for Rivers) ο οποίος χρησιμοποιεί δύο κριτήρια για κάθε μακροφυτικό είδος προκειμένου να εκτιμήσει την τροφική κατάσταση ενός υδάτινου οικοσυστήματος (Hauri et al., 2000). Ο IBMR δεν αξιολογεί όλα τα είδη μακροφύτων που απαντούν σε έναν ποταμό, παρά μονάχα ορισμένα μπορούν και δίνουν αποτελέσματα. Για κάθε είδος υπάρχουν 2 τιμές, η (CSi) που κυμαίνεται από 0 (βαρέα οργανική ρύπανση και ετερότροφα taxa) έως 20 (ολιγότροφα taxa) και το εύρος των ειδών κυμαίνεται σε ολιγοτροφικές - μεσοτροφικές - ευτροφικές και υπερτροφικές συνθήκες. Επίσης η τιμή (Ei) (συντελεστής οικολογικού πλάτους) παίρνει τιμές από 1 (ευρύ πλάτος - 3 τροφικές κατηγορίες) έως 3 (πολύ περιορισμένο εύρος) (Hauri et al., 2000). Οι έρευνες θα πρέπει να διεξάγονται από εκπαιδευμένους ερευνητές την κατάλληλη εποχή. Θα πρέπει η δειγματοληψία να πραγματοποιείται κατά μήκος του ποταμού από m σε αργής αλλά και γρήγορης ροής σταθμούς (Hauri et al., 2000). Η αφθονία των ειδών (Ki) εκτιμάται σε μια πενταβάθμια κλίμακα για κάθε μακροφυτικό είδος που χρησιμοποιείται από το δείκτη (1: <0,1%, 2: 0,1-<1%, 3: 1- <10%, 4: 10-<50%, 5: >50%) (Hauri et al., 2000). Τέλος με τον υπολογισμό του δείκτη βάση του τύπου : IBMR= Σi (Ei*Ki*CSi)/Σi (Ei*Ki) εκτιμάται η οικολογική κατάσταση του ποταμού σε μία από τις τέσσερις κατηγορίες (Very Good, Good, Moderate, Poor, Bad) (Hauri et al., 2000). 86

88 5. Αποτελέσματα-Συζήτηση 87

89 5.1 Εφαρμογή του πλαισίου DPSIR στις εξεταζόμενες περιοχές Αν και αντικείμενο της συγκεκριμένης εργασίας αφορά συγκεκριμένα τους ποταμούς Αλφειό, Πηνειό, Εύηνο και Νέδα, ωστόσο η αξιολόγηση της κατάστασής τους με τη χρήση του πλαισίου DPSIR δεν γίνεται να μην συμπεριλαμβάνει τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στο σύνολο της λεκάνης απορροής του κάθε ποταμού. Το μοντέλο DPSIR (Drivers - Pressures - State - Impacts - Responses) έχει ως στόχο μέσω των πιέσεων να αξιολογεί τις φυσικοχημικές και βιολογικές επιπτώσεις στη δομή και τη λειτουργία των οικοσυστημάτων καθώς και να δίνει απαντήσεις Κινητήριες Δυνάμεις (Drivers) Λεκάνη Απορροής Αλφειού Στη λεκάνη απορροής του Αλφειού, οι σημαντικότεροι παράγοντες που προσδιορίζονται είναι η πρωτογενής παραγωγή (γεωργία - κτηνοτροφία) κυρίως κατάντη του ποταμού αλλά και η βιομηχανία στο λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης με τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς της Δ.Ε.Η. Επίσης η ζήτηση νερού κυρίως για τον κλάδο της γεωργίας αποτελεί σημαντική κινητήρια δύναμη (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Νέδας Ο ποταμός της Νέδας αποτελεί ένα μικρό κομμάτι της συνολικής λεκάνης απορροής Πάμισου - Νέδοντος - Νέδας και γι' αυτό υπολογίστηκαν κυρίως οι κινητήριες δυνάμεις που λαμβάνουν χώρα μόνο στον ποταμό της Νέδας. Οι σημαντικότεροι παράγοντες είναι η γεωργία αλλά και η βιομηχανία που στηρίζεται αποκλειστικά στην ελαιοπαραγωγή ενώ οι αμμοληψίες αποτελούν και αυτές σημαντική κινητήρια δύναμη κυρίως στις εκβολές (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Λεκάνη Απορροής Πηνειού Στη λεκάνη απορροής του ποταμού Πηνειού, σημαντικές δυνάμεις αποτελούν η διάθεση αστικών λυμάτων, η πρωτογενής παραγωγή (γεωργία) αλλά και η βιομηχανία τροφίμων, πλαστικών και μετάλλων που είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στην περιοχή (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Βόρειας Πελοποννήσου). 88

90 Λεκάνη απορροής Εύηνου Στη λεκάνη απορροής του Εύηνου σημαντικότερη κινητήρια δύναμη αποτελούν η γεωργία και οι αμμοληψίες κυρίως κατάντη του ποταμού. Στον μέσο και τον άνω ρου του ποταμού, δεν καταγράφηκαν σημαντικές κινητήριες δυνάμεις, με εξαίρεση ίσως στο χωριό Χάνι Μπανιά όπου υπάρχει διεθνές προπονητικό κέντρο Canoe - Kayak, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη τουρισμού κυρίως τους ανοιξιάτικους μήνες που όμως δεν δημιουργεί ιδιαίτερες πιέσεις (Σχέδιο διαχείρισης των λεκανών απορροής των ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Στερεάς Ελλάδας) Πιέσεις (Pressures) Η ρύπανση που δημιουργείται στις περιοχές μελέτης από τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη βιομηχανία θεωρείται κρίσιμη πίεση και αξιολογήθηκε με βάση τις αλλαγές του τοπίου αλλά και τις μετρήσεις στα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των περιοχών μελέτης. Επίσης οι μεταβολές στη φυσική γεωμορφολογία των ποταμών και κυρίως των εκβολών εξηγήθηκε με βάση τις αμμοληψίες που λαμβάνουν χώρα και μεταβάλουν του φυσικό οικοσύστημα. Οι πιέσεις στις οποίες υφίσταται η περιοχή μελέτης έχουν υποβαθμίσει την οικολογική και χημική ποιότητα των λεκανών απορροής, γεγονός που απεικονίζεται και στα αποτελέσματα των βιοτικών και αβιοτικών παραμέτρων Κατάσταση (State) Λεκάνη Απορροής Αλφειού Η εντατική γεωργία (κυρίως στον μέσο και τον κάτω ρου του ποταμού) και οι διαρροές αστικών και βιομηχανικών λυμάτων από το εργοστάσιο της Δ.Ε.Η στη Μεγαλόπολη (στον άνω ρου), σύμφωνα με τις μετρήσεις των φυσικοχημικών χαρακτηριστικών αλλά και των βιολογικών δεικτών βάσει των ορίων που έχει θέσει η Οδηγία 2000/60 και παρουσιάζονται σε επόμενο κεφάλαιο, έχουν υποβαθμίσει πλήρως τον ποταμό και τον καθιστούν ως έναν από του πιο μολυσμένους της Πελοποννήσου. Λεκάνη Απορροής Νέδας Ο ποταμός της Νέδας αν και σε ορισμένους σταθμούς παρουσίασε υπερβάσεις στις τιμές των φυσικοχημικών χαρακτηριστικών, πιθανόν εξαιτίας της γεωργίας, θεωρείται γενικώς ποτάμι με καλή οικολογική κατάσταση και ίσως το 89

91 καθαρότερο ποτάμι της Πελοποννήσου, με μικρές ίσως μεταβολές στη φυσική μορφολογία κατάντη του ποταμού λόγω αμμοληψιών. Λεκάνη Απορροής Πηνειού Ο Πηνειός, αποτελεί και αυτός μαζί με τον Αλφειό έναν από τους πιο μολυσμένους ποταμούς της Πελοποννήσου, καθώς οι μεταβολές στα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά και στη μορφολογία του, κρίνονται ιδιαίτερα σημαντικές εξαιτίας της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της διάθεσης αστικών λυμάτων και της ανεπτυγμένης βιομηχανίας. Λεκάνη απορροής Εύηνου Ο ποταμός Εύηνος, στους σταθμούς που βρίσκονται στον άνω ρου παρουσιάζει μια καλή οικολογική κατάσταση, χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές και στη φυσική μορφολογία του ποταμού, με εξαίρεση το τμήμα του ποταμού που χρησιμοποιείται ως πίστα Canoe - Kayak. Αντίθετα στον κάτω ρου η ποιότητα του ποταμού υποβαθμίζεται εξαιτίας της γεωργίας και των αμμοληψιών και σε μικρότερο βαθμό λόγω της βιομηχανίας Επιπτώσεις (Impacts) Λεκάνη Απορροής Αλφειού Στο σύνολο της λεκάνης απορροής περιλαμβάνονται πιέσεις στην ποιότητα αλλά και στην ποσότητα του νερού, φαινόμενα θερμικής ρύπανσης, ευτροφισμού, προσωρινές ελλείψεις νερού κυρίως σε παραπόταμους του Αλφειού και διαταράξεις στη βιοποικιλότητα, τη λειτουργία του οικοσυστήματος αλλά και στη μορφολογία του τοπίου. Στη λεκάνη απορροής οι γεωργικές πρακτικές, η εκτεταμένη χρήση της γης, η δημιουργία έργων υποδομής, η βιομηχανία και η παρέμβαση στην υδρογεωμορφολογία του ποταμού έχουν επηρεάσει σημαντικά το τοπίο και τη λειτουργία των οικοσυστημάτων. Λεκάνη Απορροής Νέδας Στη Νέδα καταγράφηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβάσεις των ορίων των φυσικοχημικών χαρακτηριστικών κυρίως λόγω της γεωργίας. Επίσης η εκτεταμένη δράση αμμοληψιών έχει αλλοιώσει το προφίλ του ποταμού στον κάτω ρου. Όμως στο σύνολο του ποτάμιου οικοσυστήματος της Νέδας δεν παρουσιάζονται ιδιαίτερες επιπτώσεις και η ποιότητα των υδάτων κρίνεται καλή. 90

92 Λεκάνη Απορροής Πηνειού Ομοίως με τον Αλφειό, στο σύνολο της λεκάνης απορροής του Πηνειού εντοπίζονται σημαντικές μεταβολές στην ποιότητα αλλά και στην ποσότητα του νερού, φαινόμενα ευτροφισμού, προσωρινές ελλείψεις νερού κυρίως σε παραπόταμους του Πηνειού και διαταράξεις στη βιοποικιλότητα, τη λειτουργία του οικοσυστήματος αλλά και στη μορφολογία του τοπίου. Στη λεκάνη απορροής οι γεωργικές πρακτικές, η εκτεταμένη χρήση της γης, η δημιουργία έργων υποδομής, η ανεπτυγμένη βιομηχανία και η παρέμβαση στην υδρογεωμορφολογία του ποταμού έχουν επηρεάσει σημαντικά το τοπίο και τη λειτουργία των οικοσυστημάτων. Λεκάνη απορροής Εύηνου Τέλος στον Εύηνο κυρίως στον κάτω ρου οι γεωργικές πρακτικές, η εκτεταμένη χρήση της γης, η δημιουργία έργων υποδομής, η παρέμβαση στην υδρολογία του ποταμού και σε μικρότερο βαθμό η βιομηχανία έχουν επηρεάσει σημαντικά το τοπίο και τη λειτουργία των οικοσυστημάτων. Στον άνω ρου όμως με εξαίρεση κάποιες υπερβάσεις σε ορισμένα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, η ποιότητα κρίνεται καλή σύμφωνα πάντα με τις επιταγές της Οδηγίας 2000/ Απαντήσεις (Responses) Η βασική πρόκληση των υπευθύνων για τη διαχείριση και το σχεδιασμό περιβαλλοντικών πολιτικών είναι η βιωσιμότητα των στόχων που θέτουν. Οι στόχοι της βιώσιμης ανάπτυξης απαιτούν τη λήψη αποφάσεων σήμερα, οι οποίες θα πρέπει να καλύπτουν τις παρούσες ανάγκες αλλά και να δώσουν την ευκαιρία στις επόμενες γενιές να καλύψουν τις δικές τους (WCED 1987). Επιπλέον, οι αποφάσεις που λαμβάνονται θα πρέπει να αφήνουν τη δυνατότητα για μελλοντικές τροποποιήσεις και βελτιώσεις καθώς ο πλανήτης βρίσκεται σε μια αέναη διαδικασία εξέλιξης (Ανδρουτσοπούλου, 2010). Όσον αφορά την αντιμετώπιση (Response) των προβλημάτων που εντοπίζονται στις υπό μελέτη λεκάνες απορροής, θα πρέπει να εφαρμοστούν πλήρως οι οδηγίες που έχουν θέσει τα αντίστοιχα Σχέδια Διαχείρισης που έχουν εκπονηθεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, να υπάρξει ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των φορέων και του κοινού για τα προβλήματα που εντοπίστηκαν και τους τρόπους δράσης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. 91

93 Επιπρόσθετα, θα πρέπει να πραγματοποιείται συχνή και ίσως και σε ετήσια βάση καταγραφή της οικολογικής ποιότητας των ποταμών, έτσι ώστε να υπάρξει περεταίρω γνώση της κατάστασης και να δύναται η δυνατότητα τροποποιήσεων στα διαχειριστικά μέτρα. Σε πολλές περιπτώσεις παρά τις δράσεις από τους τοπικούς φορείς για την αντιμετώπιση των προβλημάτων η ολοκληρωμένη διαχείριση των οικοσυστημάτων έρχεται σε αντίθεση με ατομικά συμφέροντα όπου χωρίς την πολιτική βούληση είναι αδύνατο να αντιμετωπιστούν. Στον πίνακα 1 παρουσιάζονται συγκεντρωτικά τα αποτελέσματα από την ανάλυση DPSIR στις λεκάνες απορροής των ποταμών Αλφειού, Νέδας, Πηνειού και Εύηνου. Πίνακας 13: DPSIR ανάλυση για τις λεκάνες απορροής Αλφειού Νέδας, Πηνειού και Εύηνου D Κινητήριες δυνάμεις Γεωργία Κτηνοτροφία Βιομηχανία Αμμοληψίες Αστικοποίηση P Πιέσεις Ρίψη μπαζών και σκουπιδιών Επιχωματώσεις Ψυχαγωγικές δραστηριότητες S Κατάσταση I Επιπτώσεις R Απόκριση Ποιότητα νερού Οικολογική κατάσταση Ρύπανση υδάτων Διάβρωση εδάφους Υδρολογικές διαταραχές Απόβλητα Ευαισθητοποίηση φορέων και πολιτών Οικολογική παρακολούθηση Εφαρμογή διαχειριστικών μέτρων 92

94 5.2 Αβιοτικές παράμετροι Η αφθονία και η κατανομή των υδρόβιων μακροφύτων επηρεάζονται από αβιοτικούς και βιοτικούς παράγοντες που μεταβάλλονται σημαντικά σε χωροχρονική κλίμακα. Το φως, η θερμοκρασία, η ταχύτητα ροής και τα θρεπτικά άλατα αποτελούν αβιοτικούς παράγοντες πολύ σημαντικούς για την ανάπτυξη και την κατανομή των υδρόβιων μακροφύτων (Φυττής, 2011). Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα αποτελέσματα επεξεργασίας των αβιοτικών παραμέτρων και από τις τέσσερις περιοχές μελέτης Γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά Αλφειός Οι επιλεγμένοι σταθμοί δειγματοληψίας του ποταμού Αλφειού κατανέμονται σε όλα τα υψόμετρα της ροής του, από 0m στις εκβολές έως και 367m στο λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης (Παράρτημα Α, Πίνακας 2). Το βάθος των σταθμών δειγματοληψίας στις περιοχές του ποταμού δε μπορεί να θεωρηθεί μεγάλο καθώς μόνο οι 5 από τους 12 σταθμούς παρουσιάζουν βάθος μεγαλύτερο του 1m. Όσον αφορά το πλάτος του καναλιού στην πλειοψηφία των σταθμών δειγματοληψίας, καταγράφηκαν πλάτη μικρότερα των 20 μέτρων, αλλά υπήρξαν και σταθμοί με μεγαλύτερα πλάτη. Το υπόστρωμα της κοίτης του ποταμού ακολουθεί τη δομή των ποτάμιων οικοσυστημάτων, συγκεκριμένα στους σταθμούς που βρίσκονται στον κάτω ρου του ποταμού, το υπόστρωμα είναι αμμώδες και αργιλώδες, ενώ όσο ανεβαίνουμε, στον άνω ρου καταγράφεται χαλικώδες και πετρώδες υπόστρωμα. Ανάλογο πρότυπο εντοπίζεται και όσον αφορά τη σταθερότητα της κοίτης. Στον κάτω ρου που το υπόστρωμα είναι αμμώδες-αργιλώδες, η κοίτη είναι ασταθής, ενώ ανάντη του ποταμού η κοίτη είναι πιο σταθερή. Στον κάτω και στον μέσο ρου εντοπίζονται αγροτικές περιοχές και τεχνητές επιφάνειες. Δασικές εκτάσεις παρουσιάζονται μόνο στο φαράγγι του Αλφειού και στον σταθμό A9 (Καρύταινα) ενώ στον άνω ρου και στους σταθμούς A10-A12 έχουμε έντονη ανθρώπινη παρουσία λόγω του εργοστασίου της Δ.Ε.Η στη Μεγαλόπολη. Τα ενδιαιτήματα εξαρτώνται και από την ταχύτητα ροής του ποταμού, στην πλειοψηφία τους οι σταθμοί παρουσιάζουν ήπια έως γρήγορη ροή, με αποτέλεσμα να φιλοξενούν οργανισμούς που να μπορούν να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις συνθήκες. 93

95 Η σκίαση είναι διακοπτόμενη σε ορισμένους σταθμούς ή απουσιάζει εντελώς από τη ροή του ποταμού με αποτέλεσμα και η θερμοκρασία να ανεβαίνει πιο εύκολα. Το νερό του ποταμού, είναι στις περισσότερες των περιπτώσεων διαταραγμένο ή θολό, ενώ μόνο σε δύο σταθμούς το νερό είναι καθαρό. Τέλος το επίπεδο φυσικής τροποποίησης των όχθεων έχει διαταραχθεί σημαντικά στο Φράγμα του Αλφειού στην περιοχή Φλόκα (A5) και στο λεκανοπέδιο της Μεγαλόπολης εξαιτίας του εργοστασίου της Δ.Ε.Η (A10-A12). Νέδα Η Νέδα είναι ένα μικρό ποτάμι με δύσκολη πρόσβαση. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, δεν επετεύχθη η λήψη δειγμάτων σε περισσότερους από 8 σταθμούς δειγματοληψίας. Το υψόμετρό τους κυμαίνεται από 1m στις εκβολές έως 660m στις πηγές. Γενικά πρόκειται για ένα ρηχό και με μικρό πλάτος καναλιού ποτάμι, το βάθος του δεν ξεπερνά το 1m παρά μόνο σε ένα σταθμό δειγματοληψίας στους καταρράκτες (N5). Το πλάτος καναλιού δεν ξεπερνά τα 20m σε κανένα σταθμό και το νερό είναι καθαρό σε όλους τους σταθμούς. Το υπόστρωμα στην πλειοψηφία των σταθμών είναι πετρώδες με σταθερή κοίτη, ενώ μόνο στο σταθμό στις εκβολές (Ν1) είναι αμμώδες-αργιλώδες με ασταθή κοίτη και οι όχθες του ποταμού δεν παρουσιάζουν κάποια ιδιαίτερη τροποποίηση. Στη Νέδα η ανθρώπινη παρουσία είναι σχετικά περιορισμένη και για αυτό το λόγο δεν εντοπίστηκαν τεχνητές επιφάνειες. Στις εκβολές και στον κάτω ρου γενικότερα συναντώνται αγροτικές εκτάσεις ενώ στα ανάντη του ποταμού αφθονούν οι δασικές εκτάσεις και οι φυσικοί υγρότοποι. Τέλος ο ποταμός παρουσιάζει σχετικά γρήγορη ροή. Η σκίαση μεταβάλλεται ανά σταθμό δειγματοληψίας, είναι πυκνή και διακοπτόμενη στους σταθμούς ανάντη του ποταμού ενώ είναι απούσα στους σταθμούς του κάτω ρου. Πηνειός Ο Πηνειός είναι ένα ποτάμι αρκετά βαθύ καθώς η πλειοψηφία των σταθμών δειγματοληψίας είναι βαθύτεροι του 1m αλλά με σχετικά μικρά πλάτη καναλιού (<20m). Το υπόστρωμα και η κοίτη του ακολουθούν το πρότυπο των ποτάμιων οικοσυστημάτων με λεπτό, ασταθές, αμμώδες-αργιλώδες υπόστρωμα στις εκβολές και πετρώδες, σταθερό υπόστρωμα ανάντη του ποταμού. Το νερό σε όλη τη ροή είναι διαταραγμένο-θολό και μόνο σε δύο σταθμούς (P11,P12) είναι καθαρό, ενώ ταυτόχρονα είναι εκτεθειμένο στο ηλιακό φως καθώς δεν επισκιάζεται από την παρόχθια βλάστηση. 94

96 Τέλος, σε όλο το μήκος του ποταμού καταγράφηκαν μεγάλες αγροτικές εκτάσεις που σε πολλές περιπτώσεις φτάνουν μέχρι την όχθη του ποταμού ενώ οι τεχνητές επιφάνειες περιορίζονται και οι φυσικοί υγρότοποι απουσιάζουν. Εύηνος Ο Εύηνος, παρουσιάζει μικρά βάθη και το πλάτος των καναλιών στην πλειοψηφία των σταθμών είναι μικρότερο των 20m. Το υπόστρωμα και η σταθερότητα της κοίτης ακολουθούν τα πρότυπα με λεπτό - ασταθές υπόστρωμα στις εκβολές και πετρώδες - σταθερό υπόστρωμα στον άνω ρου. Το νερό, με εξαίρεση τους 2 σταθμούς στις εκβολές, είναι καθαρό και η σκίαση στην πλειοψηφία τους είναι διακοπτόμενη. Στον κάτω ρου αφθονούν οι αγροτικές εκτάσεις και οι τεχνητές επιφάνειες ενώ στον άνω επικρατούν δασικές και ημι-φυσικές περιοχές. Τέλος, οι όχθες έχουν τροποποιηθεί αρκετά κυρίως στους σταθμούς του κάτω ρου ενώ και στον μέσο ρου στο σταθμό (Ε10), καταγράφηκε η σημαντικότερη τροποποίηση της όχθης εξαιτίας του διεθνούς προπονητικού κέντρου canoe-kayak που έχει εγκατασταθεί στο χωριό Χάνι Μπανιά Φυσικοχημικοί παράμετροι περιοχών μελέτης Για τη χημική αξιολόγηση των θέσεων δειγματοληψίας και την καταγραφή της οικολογικής ποιότητας, που παρουσιάζεται σε επόμενο κεφάλαιο, υπολογίστηκαν τα φυσικοχημικά δεδομένα στο πεδίο, ενώ στο εργαστήριο πραγματοποιήθηκε υπολογισμός των συγκεντρώσεων των ανθρακικών αλάτων, της χλωροφύλλης και των θρεπτικών αλάτων αζώτου και φωσφόρου (Παράτημα Α, Πίνακας 3) Θερμοκρασία Η θερμοκρασία αν και δεν αποτελεί παράμετρο ποιότητας των υδάτων, η διακύμανσή μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργία ενός οικοσυστήματος. Συνήθως το μεγαλύτερο πρόβλημα, δημιουργούν οι σημαντικές και απότομες μεταβολές της θερμοκρασίας των υδάτων, οι οποίες μπορούν να συμβούν με την εισροή είτε θερμών βιομηχανικών αποβλήτων, είτε θερμών νερών ψύξης από σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (Χατζηνικολάου, 2007). Η θερμοκρασία των ποταμών και των ρεμάτων, ελέγχεται κατά ένα μεγάλο μέρος από τις εποχικές αλλαγές στις θερμοκρασίες αέρος, με τις θερμότερες θερμοκρασίες να επικρατούν κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών (Νταρακάς, 95

97 2010). Άλλοι παράγοντες που μπορούν επίσης να έχουν μια επίδραση στη θερμοκρασία ύδατος, είναι η έλλειψη παρόχθιας βλάστησης ή εγκαταστάσεων που χρησιμεύουν στη σκίαση του ύδατος και τη διατήρηση της θερμοκρασίας σε χαμηλά επίπεδα, η αυξανόμενη ιζηματογένεση καθώς μόρια ιζημάτων μπορούν να απορροφήσουν τις ακτίνες του ήλιου και να ενεργήσουν ως θερμοπομποί αυξάνοντας την περιβάλλουσα θερμοκρασία ύδατος και οι χαμηλές ροές ή η αυξανόμενη συχνότητα χαμηλών ροών σε διακλαδιζόμενες κοίτες ποταμών. Τέλος η αύξηση της θερμοκρασίας των υδάτων έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του διαλυμένου οξυγόνου, τόσο λόγω της μειωμένης διαλυτότητάς του στις ψηλότερες θερμοκρασίες, όσο και λόγω της επιτάχυνσης των διάφορων βιολογικών διεργασιών. Επίσης, οι μη φυσιολογικές αυξομειώσεις της θερμοκρασίας επηρεάζουν τη βιολογική δραστηριότητα όλων των υδρόβιων οργανισμών, οι οποίοι είναι προσαρμοσμένοι για ένα συγκεκριμένο οικοσύστημα στις φυσιολογικές ημερήσιες και εποχικές διακυμάνσεις (Χατζηνικολάου, 2007). Η αυξανόμενη θερμοκρασία συμβάλλει επίσης στην αύξηση των φυκών, η οποία ενδέχεται να δημιουργεί προβλήματα σε μερικές περιοχές, αυξάνοντας τα επίπεδα των θρεπτικών και οδηγώντας σε ανεξέλεγκτο ευτροφισμό (Φυττής, 2011). Εικόνα 32: Διακύμανση θερμοκρασίας ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του

98 Σύμφωνα με τις μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πεδίο η θερμοκρασία (Εικόνα 32) κυμάνθηκε σε φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα σε όλο το μήκος των ποταμών. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Αλφειός, όπου στους σταθμούς ανάντη του ποταμού, πλησίον του λεκανοπεδίου της Μεγαλόπολης η θερμοκρασία παρουσία πολύ υψηλές τιμές. Συγκεκριμένα στις εκβολές η θερμοκρασία κυμαίνεται από ο C γεγονός απόλυτα φυσιολογικό για την εποχή. Στη συνέχεια στους σταθμούς Α6,Α7 και Α8 καταγράφηκε μια πτώση της θερμοκρασίας λόγω μεγαλύτερου υψομέτρου και πιθανόν λόγω της ώρας δειγματοληψίας. Η πιο σημαντική όμως μεταβολή καταγράφηκε στους σταθμούς Α10 και Α11 στη Θωκνία με θερμοκρασίες 26 και 29,3 ο C αντίστοιχα και στο σταθμό Α12 στη Μαραθούσα όπου βρίσκεται το εργοστάσιο της ΔΕΗ με θερμοκρασία 26,3 ο C. Η μεταβολή αυτή θεωρείται αρκετά σημαντική διότι αποτελεί ένα δείγμα πως ίσως το ποτάμι δέχεται θερμά νερά ψύξης από τη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του εργοστασίου της Δ.Ε.Η στη Μεγαλόπολη. Στη Νέδα παρατηρήθηκε μια διακύμανση της θερμοκρασίας, που όμως δεν οφείλεται σε τυχών ρύπανση της περιοχής. Οι χαμηλότερες θερμοκρασίες καταγράφηκαν στους καταρράκτες (Ν5) και στις πηγές (Ν8) με 16,1 ο C και 13,1 ο C αντίστοιχα. Οι θερμοκρασίες αυτές οφείλονται κατά κύριο λόγω στο υψόμετρο της περιοχής (308m και 660m αντίστοιχα), στην πυκνή βλάστηση που κάλυπτε αρκετά μεγάλο κομμάτι των καναλιών αλλά και στη συνεχόμενη ροή του νερού κυρίως στους καταρράκτες. Στον Πηνειό η χαμηλότερη θερμοκρασία καταγράφηκε στο σταθμό (P7) με 15,5 o C, γεγονός που οφείλεται στο μεγάλο βάθος και την έντονη ροή. Στους επόμενους σταθμούς δειγματοληψίας η θερμοκρασία σημειώνει αύξηση γεγονός που οφείλεται στο μικρότερο βάθος, τη μικρότερη ταχύτητα ροής και στη διαφορά της ώρας δειγματοληψίας. Τέλος στον Εύηνο δεν καταγράφηκαν υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες. Η διακύμανση που παρατηρήθηκε οφείλετε στη μεταβολή του βάθους, της ροής και της σκίασης ανά σταθμό δειγματοληψίας, ενώ στο σταθμό Ε14 μετρήθηκε η χαμηλότερη θερμοκρασία (17,1 ο C) που οφείλεται κυρίως στην ώρα δειγματοληψίας (νωρίς το πρωί). 97

99 Αγωγιμότητα Αγωγιμότητα του νερού είναι η ιδιότητα να διοχετεύει ηλεκτρικό ρεύμα (Νταρακάς, 2010). Η αγωγιμότητα στο νερό επηρεάζεται από την παρουσία ανόργανων διαλυτών στερεών όπως χλωρικά, νιτρικά, θειούχα, φωσφορικά ανιόντα ή νιτρικά, μαγνησίου, ανθρακικά, σιδηρικά και αργιλικά κατιόντα. Οργανικές ενώσεις όπως έλαια, φαινόλες, αλκοόλες και σακχαρίτες δεν είναι πολύ καλοί αγωγοί του ηλεκτρικού ρεύματος και συνεπώς παρουσιάζουν χαμηλή αγωγιμότητα όταν υπάρχουν μέσα στο νερό. Η αγωγιμότητα επηρεάζεται επίσης από τη θερμοκρασία. Όσο θερμότερο είναι το νερό, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αγωγιμότητα. Για τον λόγο αυτό η αγωγιμότητα αναφέρεται ως αγωγιμότητα στους 25 o C (Κουτσομήτρου, 2013). Μελέτες σε υδάτινα συστήματα της Ελλάδας δείχνουν ότι ποτάμια που υποστηρίζουν με επιτυχία μεικτούς πληθυσμούς υδρόβιων οργανισμών έχουν ένα εύρος αγωγιμότητας που κυμαίνεται από 150 έως 500μs/cm. Αγωγιμότητα εκτός του συγκεκριμένου εύρους υποδεικνύει ότι το νερό δεν είναι κατάλληλο για συγκεκριμένα είδη οργανισμών. Νερά προερχόμενα από βιομηχανίες είναι δυνατόν να παρουσιάζουν αγωγιμότητες έως και 10000μs/cm (Greenberg et al., 1992). Γενικότερα, η χαμηλή αγωγιμότητα (0-200μs/cm) υποδηλώνει μία υψηλή καθαρότητα του νερού. Οι μέσες τιμές αγωγιμότητας ( μs/cm) είναι ένα σύνηθες φαινόμενο στα μεγάλα ποτάμια ενώ οι τιμές έξω από αυτά τα όρια, υποδηλώνουν ότι το νερό είναι πλέον ακατάλληλο για ορισμένα είδη. Υψηλή αγωγιμότητα ( μs/cm) υποδεικνύει συνθήκες υψηλής αλατότητας και παρουσιάζεται σε νερά που πλήττονται βαρέως από βιομηχανικά λύματα (Κουτσομήτρου, 2013). Μεγάλες αυξομειώσεις στη αγωγιμότητα ενός ποταμού είναι δυνατόν να συμβούν μετά από περιόδους βροχοπτώσεων ή λιωσίματος του χιονιού. Η επιπρόσθετη ποσότητα νερού που εισάγεται στα ποτάμια μετά από βροχοπτώσεις ή λιώσιμο του χιονιού αυξάνει την αραίωση, η οποία εν συνεχεία μειώνει το ποσοστό αλάτων και την αγωγιμότητα του ποταμού. Αντιθέτως, το αλάτι που απλώνεται στους δρόμους για την αποφυγή δημιουργίας πάγου, μπορεί να εισέλθει στο ποτάμι και να αυξήσει την αγωγιμότητά του (Horne & Goldman, 1994). Πρακτικά η αγωγιμότητα είναι μια έμμεση μέτρηση της αλατότητας του νερού. Οργανισμοί οι οποίοι ζουν στο γλυκό νερό δεν μπορούν να ανεχθούν μεγάλες αυξήσεις στη αλατότητα καθώς δεν θα μπορούν να διατηρήσουν το νερό μέσα στα σώματά τους. 98

100 Εικόνα 33: Διακύμανση της αγωγιμότητας ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του Στους σταθμούς Α2-Α8 οι τιμές της αγωγιμότητας κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα για τα ποτάμια οικοσυστήματα. Αντίθετα στις εκβολές του ποταμού και συγκεκριμένα στο σταθμό Α1 καταγράφεται αγωγιμότητα της τάξης των 1986μs/cm, τιμή αρκετά υψηλή, που φαίνεται να καθορίζεται από την εισροή θαλασσινού νερού αλλά πιθανών να οφείλεται και στις εισροές λόγω της έντονης καλλιεργητικής δραστηριότητας της περιοχής. Μεγάλες τιμές αγωγιμότητας καταγράφηκαν και στους σταθμούς Α9-Α12 με τον Α11 να ξεπερνά την τιμή των 2000μs/cm γεγονός που πιθανόν οφείλεται στα νερά ψύξης του εργοστασίου της ΔΕΗ που βρίσκεται στη περιοχή της Θωκνίας - Μεγαλόπολης. Στη Νέδα καταγράφηκαν τιμές αγωγιμότητας εντός των ορίων για τα ποτάμια οικοσυστήματα με υψηλή καθαρότητα. Στον Πηνειό παρατηρήθηκαν υψηλές τιμές αγωγιμότητας και στους 6 σταθμούς δειγματοληψίας του κάτω ρου του ποταμού, όχι όμως μεγαλύτερες του ορίου των 1000μs/cm, που ίσως οφείλεται στην εισροή αστικών και γεωργικών λυμάτων. Στους σταθμούς όμως P7-P12 η αγωγιμότητα μειώνεται σε συνήθως παρατηρούμενες τιμές. Τέλος στον Εύηνο καταγράφηκαν πολύ υψηλές τιμές αγωγιμότητας στις εκβολές του ποταμού, στους σταθμούς Ε1 και Ε2 με 2394 μs/cm και 3047μs/cm αντίστοιχα. Οι τιμές αυτές οφείλονται μεν στην εισβολή θαλασσινού νερού αλλά 99

101 σημαντικό ρόλο παίζουν και οι εισροές από τη λεκάνη απορροής (π.χ αστικά και γεωργικά λύματα). Οι υπόλοιποι σταθμοί παρουσιάζουν χαμηλές τιμές αγωγιμότητας με τη μικρότερη να καταγράφεται στο σταθμό Ε14 με 209μs/cm, τιμή που υποδηλώνει ιδιαίτερη καθαρότητα νερού ph Το ph είναι η μέτρηση της οξύτητας ή της αλκαλικότητας ενός υδατικού διαλύματος και μετράται σε κλίμακα από 0 έως 14. Ένα ph της τάξης του 7 θεωρείται ουδέτερο, χαμηλότερο του 7 θεωρείται όξινο και μεγαλύτερο του 7 αλκαλικό. Το νερό των ποταμών συνήθως κυμαίνεται από 6,5 έως 8,5, εύρος το οποίο θεωρείται ιδανικό για την πλειονότητα της υδρόβιας ζωής (Κουτσομήτρου, 2013). Το ph ενός ποταμού επηρεάζει τους έμβιους οργανισμούς του. Μεγάλες εναλλαγές του ph, εκτός των συνήθως παρατηρούμενων ορίων του ποταμού, οδηγούν σε πιέσεις στην υδρόβια ζωή του. Όταν οι τιμές του ph είναι μεγαλύτερες από 8,5, ειδικότερα σε συνδυασμό με υψηλές θερμοκρασίες ύδατος, μπορεί να αυξήσει την ποσότητα της ελεύθερης αμμωνίας, η οποία είναι ιδιαιτέρως τοξική για τους υδρόβιους οργανισμούς. Επίσης, χαμηλές τιμές ph οδηγούν σε απελευθέρωση δεσμευμένων βαρέων μέταλλων, η αύξηση των οποίων είναι τοξική. Τέλος χαμηλό ή υψηλό ph μπορεί επίσης να επηρεάσει σημαντικά τη διαθεσιμότητα των απαραίτητων για τα φυτά θρεπτικών συστατικών στο νερό (Νταρακάς, 2010). Παράγοντες που προκαλούν έντονες εναλλαγές στο ph ενός ποταμού, είναι κυρίως ανθρωπογενούς προελεύσεως. Γεωργικές απορροές από εντομοκτόνα, λιπάσματα κ.α., όξινες απορροές από ορυχεία, και εκπομπές αερίων από καύση ορυκτών καυσίμων (άνθρακας, οξείδια του θείου και οξείδια του αζώτου) οδηγούν σε ακραίες τιμές. Τέλος, τα επίπεδα του ph μεταβάλλονται μεταξύ ημέρας και νύχτας ως αποτέλεσμα της αναπνοής και της φωτοσύνθεσης των φυτών. Η φωτοσύνθεση των φυτών, ιδίως κατά τη διάρκεια άνθησης φυτοπλαγκτονικών οργανισμών, μπορεί να οδηγήσει το ph σε υψηλά επίπεδα. Τα μέγιστα επίπεδα του ph συνήθως συμπίπτουν με τα μέγιστα επίπεδα οξυγόνου αργά το μεσημέρι όταν η φωτοσύνθεση από τα φυτά είναι και αυτή στο απόγειό της. Παρομοίως, τα χαμηλότερα επίπεδα ph καταγράφονται κατά τη διάρκεια της νύχτας όταν η φωτοσύνθεση είναι στα χαμηλότερα επίπεδα και η αναπνοή των φυτών είναι υψηλή (Κουτσομήτρου, 2013). 100

102 Εικόνα 34: Διακύμανση του ph ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του Σύμφωνα με τις μετρήσεις κατά τη δειγματοληψία και όπως παρουσιάζεται και στην εικόνα 7 οι τιμές κυμαίνονται σε συνήθης για τα ποτάμια οικοσυστήματα επίπεδα. Οι χαμηλότερες τιμές καταγράφονται και εδώ στους σταθμούς που βρίσκονται πλησίον του εργοστασίου της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη αλλά παρ' όλα αυτά βρίσκονται σε επιθυμητά επίπεδα. Στη Νέδα δεν καταγράφηκε ιδιαίτερη διακύμανση των τιμών του ph, καθώς η μικρότερη τιμή (8,08) μετρήθηκε στο σταθμό Ν8 στις πηγές και η υψηλότερη (8,5) στο σταθμό Ν1 στις εκβολές. Στον Πηνειό, στο σύνολο των σταθμών δειγματοληψίας, το ph δεν παρουσίασε ιδιαίτερη διακύμανση και βρέθηκε εντός των ορίων (6,5-8,5) για τα ποτάμια οικοσυστήματα. Εξαίρεση αποτέλεσε ο σταθμός P3 με τιμή ph 8,99, γεγονός που ίσως οφείλεται σε εισροή γεωργικών λυμάτων. Τέλος στον Εύηνο, οι μεγαλύτερες τιμές καταγράφηκαν στους σταθμούς του κάτω ρου του ποταμού Ε3 και Ε8 με τιμές 8,73 και 8.64 αντίστοιχα. Γεγονός που ίσως οφείλεται στην εισροή γεωργικών λυμάτων Διαλυμένο οξυγόνο Η συγκέντρωση του διαλυμένου οξυγόνου αποτελεί μια πολύ σημαντική παράμετρο για τα υδάτινα οικοσυστήματα, καθώς από αυτό εξαρτάται η διατήρηση 101

103 της οικολογικής ισορροπίας και η επιβίωση των υδρόβιων οργανισμών. Το οξυγόνο έχει πολύ μικρή διαλυτότητα στο νερό (της τάξης μερικών mg/l), η οποία επηρεάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό, αντιστρόφως ανάλογα με τη θερμοκρασία (Χαντζηνικολάου, 2007). Οι υδρόβιοι οργανισμοί χρειάζονται διαφορετικά ποσά διαλυμένου οξυγόνου. Όταν τα επίπεδα του διαλυμένου οξυγόνου βρίσκονται κάτω από 3 mg/l, προκαλούν στρες στους περισσότερους υδρόβιους οργανισμούς. Επίπεδα 5 ή 6 mg/l είναι συνήθως τα χαμηλότερα όρια για την ανάπτυξη και τις δραστηριότητες των υδρόβιων οργανισμών. Όταν στα φυσικά νερά καταλήξουν οργανικές ύλες, το διαλυμένο οξυγόνο καταναλώνεται λόγω της αερόβιας αναπνοής των μικροοργανισμών που τις αποσυνθέτουν. Τα φυσικά νερά που δέχονται υψηλά φορτία οργανικής ύλης έχουν χαμηλή συγκέντρωση κορεσμού σε οξυγόνο και αυτή γίνεται μικρότερη με την άνοδο της θερμοκρασίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η οργανική ύλη αποτελεί πολύ σοβαρό ρύπο για τα νερά. Οι συνέπειες μπορεί να είναι μοιραίες για πολλούς υδρόβιους οργανισμούς, που κινδυνεύουν από ασφυξία (Νταρακάς, 2010). Εικόνα 35: Συγκεντρώσεις διαλυμένου οξυγόνου ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του

104 Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι τιμές διαλυμένου οξυγόνου στον Αλφειό κυμαίνονται από 8,54mg/l (Α9) έως 10,54mg/l (A8), χαμηλότερες τιμές καταγράφηκαν στους σταθμούς Α11 και Α12 με 6,69mg/l και 5,75mg/l αντίστοιχα. Αυτή η μείωση των τιμών των συγκεντρώσεων του διαλυμένου οξυγόνου πιθανών οφείλεται στη μεγάλη αύξηση της θερμοκρασίας στους αντίστοιχους σταθμούς με αποτέλεσμα η τιμή του διαλυμένου οξυγόνου στο σταθμό Α12 να βρίσκεται οριακά εντός των ορίων που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη Νέδα το DO κυμάνθηκε από 9,77mg/l έως 10,5mg/l, τιμές οι οποίες δείχνουν αρκετά καλή ποιοτική κατάσταση του ποταμού, ενώ στον Πηνειό καταγράφηκε μεγάλη διακύμανση του διαλυμένου οξυγόνου με τιμές από 5,02mg/l στις εκβολές έως 9,45mg/l στο σταθμό P12. Ανησυχητικές όμως είναι οι χαμηλές τιμές DO που μετρήθηκαν στους σταθμούς των εκβολών P1 και P2. Τέλος, οι τιμές DO στον Εύηνο ποταμό, κυμάνθηκαν από 7,02mg/l έως 10mg/l. Οι χαμηλότερες τιμές καταγράφηκαν στις εκβολές και οι υψηλότερες ανάντη του ποταμού Ολικά Διαλυμένα Στερεά (TDS) Τα διαλυμένα στερεά οφείλονται στην παρουσία κυρίως ευδιάλυτων ανόργανων αλάτων όπως χλωριούχα, θειικά, νιτρικά, νιτρώδη, αμμωνιακά κ.α. Η προέλευσή τους είναι είτε φυσική είτε οφείλεται σε ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Μερικοί κανονισμοί πόσιμου νερού συνιστούν ή επιβάλλουν ανώτατο όριο για την ολική συγκέντρωση των διαλυμένων στερεών, όμως τα προβλήματα που δημιουργούν τα στερεά αυτά οφείλονται περισσότερο στα ειδικά χημικά χαρακτηριστικά των ενώσεών τους παρά στην ολική συγκέντρωσή τους (Νταρακάς, 2010). 103

105 Εικόνα 36: Ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του Όπως παρατηρούμε και στην εικόνα 9, η διακύμανση των TDS κατά μήκος του ποταμού Αλφειού ακολουθεί το ίδιο πρότυπο με την αγωγιμότητα που παρουσιάστηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Συγκεκριμένα οι σταθμοί Α2-Α8 κατέγραψαν τιμές περίπου 200mg/l, ενώ υψηλές τιμές καταγράφηκαν στους σταθμούς Α1 (1299mg/l), Α9 (664mg/l), A10 (811mg/l), A11 (1436mg/l) και στον Α12 (1274mg/l). Στη Νέδα τα TDS κυμάνθηκαν από 150mg/l έως 222mg/l. Τιμές που δεν προκαλούν ανησυχία και δείχνουν υψηλή καθαρότητα νερού. Επίσης υψηλές τιμές TDS μετρήθηκαν στον κάτω ρου του ποταμού Πηνειού, που δείχνει υψηλές ποσότητες διαλυμένων ανόργανων αλάτων πιθανών λόγω των αγροτικών απορροών από τη λεκάνη απορροής. Τέλος στον Εύηνο παρουσιάστηκε μεγάλη διακύμανση στα TDS, με τις μεγαλύτερες τιμές διαλυμένων ανόργανων αλάτων να καταγράφονται στους σταθμούς Ε1 και Ε2, όπου ασκείται και έντονη καλλιεργητική δραστηριότητα Ταχύτητα ροής Η ταχύτητα ροής είναι ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει την ανάπτυξη των φυτικών οργανισμών σε ένα ποτάμι. Τα περισσότερα μακροφύκη έχουν ανώτερα όρια αντοχής στην ταχύτητα ροής του νερού και στον στροβιλισμό. Παρόλο που αυτά τα όρια δεν έχουν ποσοτικοποιηθεί, υπάρχουν διιστάμενες 104

106 απόψεις ως προς το εάν αυτά τα είδη επιλεκτικά ευνοούνται λόγω της αντοχής τους και της ικανότητας στήριξής τους σε συνθήκες έντονης ροής ή εάν ο καθοριστικός παράγοντας είναι η ικανότητά τους να επιβιώνουν και να επαναποικίζουν µε ταχείς ρυθµούς τις παρακείμενες οριακές ζώνες µε αργή ροή (Μοντεσάντου, 1999). Η ταχύτητα ροής εξαρτάται από τη γεωμορφολογία της περιοχής. Συγκεκριμένα απαιτείται έστω μια ελάχιστη κλίση προκειμένου να υπάρξει ροή εκμεταλλευόμενη τη βαρύτητα. Εκτός από τη βαρύτητα όμως σημαντικό ρόλο παίζει και η τριβή στα τοιχώματα της κοίτης του ποταμού (Μοντεσάντου, 1999). Η ταχύτητα ενός ποταµού µειώνεται σηµαντικά στις ακτές και στο βυθό του λόγω της τριβής. Η ταχύτητα της ροής ενός ποταµού εξαρτάται από τις δυνάµεις τριβής που αναπτύσσονται και αυτές προσδιορίζονται από το σχήµα και το µέγεθός του. Η µέγιστη ταχύτητα ροής παρατηρείται στο κέντρο του ρεύµατος και σε βάθος περίπου στο 1/3 της απόστασης επιφάνειας-βυθού (Amoros & Petts, 1993) Εικόνα 37: Ταχύτητα ροής ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του Σύμφωνα με τα αποτελέσματα στον Αλφειό η μεγαλύτερη ταχύτητα ροής καταγράφηκε στο σταθμό Α1 (1,5km/h) με φορά όμως αντίθετα με τη ροή του ποταμού, δηλαδή παρουσιάστηκε έντονα το φαινόμενο εισροής θαλασσινού νερού στο κανάλι του ποταμού. Επίσης στον Α3 (0,8km/h) και Α4 (1,12km/h). Στους 105

107 υπόλοιπους σταθμούς παρατηρήθηκε μικρότερη ταχύτητα ενώ στους σταθμούς Α6 και Α11 η ταχύτητα είναι μηδενική. Στη Νέδα οι ταχύτητες ροής δεν είναι πολύ μεγάλες. Στους καταρράκτες, στο σταθμό Ν5, αν και παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη ταχύτητα, λόγω της έλλειψης πρόσβασης στο κανάλι του ποταμού, η ταχύτητα που καταγράφηκε στο σημείο δειγματοληψίας, ήταν μηδενική. Στον Πηνειό, στους σταθμούς Ρ1-Ρ6 η ταχύτητα ροής ήταν μηδενική. Μεγάλη ταχύτητα καταγράφηκε στους σταθμούς Ρ7 (1,62km/h) και στον Ρ11 (1,75km/h). Ενώ τέλος στον Εύηνο καταγράφηκαν μεγάλες ταχύτητες ροής. Στο σταθμό Ε10, λειτουργεί διεθνές προπονητικό κέντρο canoe-kayak με συνέπεια τη καταγραφή υψηλής ταχύτητας ροής (1,45km/h ), τη μεγαλύτερη που καταγράφηκε στον ποταμό. Οι χαμηλότερες ταχύτητες μετρήθηκαν στους σταθμούς Ε1 και Ε2 με φορά αντίθετη της ροής του ποταμού, δηλαδή όπως και στον Αλφειό έτσι και στον Εύηνο παρουσιάστηκε το φαινόμενο εισροής θαλασσινού νερού Θρεπτικά αζώτου και φωσφόρου Το άζωτο και ο φώσφορος είναι δύο από τα βασικά θρεπτικά άλατα, τα οποία καθορίζουν την πρωτογενή παραγωγή των οικοσυστημάτων. Η συγκέντρωση των θρεπτικών είναι σημαντική, καθώς τόσο η έλλειψη όσο και η περίσσεια αυτών προκαλούν προβλήματα και μπορεί να οδηγήσουν ως και στην κατάρρευση των οικοσυστημάτων (Μανωλάκη, 2012). Στο Παράρτημα Α (Πίνακας 3) παρουσιάζονται αναλυτικά οι πίνακες με τις συγκεντρώσεις των θρεπτικών αλάτων των περιοχών μελέτης Νιτρώδη ιόντα (ΝΟ 2 -Ν) Τα νιτρώδη (ΝΟ 2 -Ν) αποτελούν ένα ενδιάμεσο τμήμα του κύκλου του αζώτου στη φύση, επομένως υπάρχουν στα φυσικά ύδατα. Συνήθως, δεν συναντώνται σε υψηλές συγκεντρώσεις στα φυσικά υδάτινα οικοσυστήματα, αλλά ως μέρος του κύκλου του αζώτου αποτελούν βασικό συστατικό της υδάτινης στήλης, αφού με την δράση νιτροποιητικών βακτηρίων οξειδώνονται και μετατρέπονται σε νιτρικά ιόντα. Οι υψηλές συγκεντρώσεις νιτρωδών ιόντων, ενδεχομένως να οφείλονται σε λιπάσματα, απορρίμματα και ζωικά ή ανθρώπινα απόβλητα. Υπάρχουν ακόμη και στον αέρα λόγω της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, με αποτέλεσμα να παρασύρονται από τη βροχή ή να αποτίθενται στο έδαφος. 106

108 Εικόνα 38: Συγκεντρώσεις νιτρωδών ιόντων (ΝΟ 2 -Ν) ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του Στον Αλφειό στους σταθμούς Α1-Α8, οι συγκεντρώσεις των νιτρωδών κυμάνθηκαν σε χαμηλά επίπεδα με αποτέλεσμα να αποτυπώνονται ως μηδενικές. Στους σταθμούς Α9-Α12 παρατηρήθηκε μεγάλη αύξηση των συγκεντρώσεων ως συνέπεια των πιέσεων που ασκεί το εργοστάσιο της Δ.Ε.Η. Στη Νέδα στο σύνολο των σταθμών δειγματοληψίας οι συγκεντρώσεις των νιτρωδών παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα και κυμαίνονται από 0-2μg/l. Εξαίρεση αποτέλεσε ο σταθμός Ν3 του κάτω ρου, στον οποίο καταγράφηκε συγκέντρωση 8μg/l, τιμή που παραμένει όμως μέσα στα φυσιολογικά όρια (Skoulikidis et, al. 2006). Στον Πηνειό υψηλές συγκεντρώσεις καταγράφηκαν στους σταθμούς των εκβολών, Ρ1 (91μg/l) και Ρ2 (11μg/l) ενώ στους υπόλοιπους ήταν αισθητά χαμηλότερες. Τέλος στον ποταμό Εύηνο, όπως και στη Νέδα και σε αντίθεση με τον Αλφειό και τον Πηνειό, στο σύνολο των σταθμών δειγματοληψίας οι συγκεντρώσεις των νιτρωδών ιόντων διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα. 107

109 Νιτρικά ιόντα (NO 3 -N) Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η κύρια μορφή ανόργανου αζώτου σε όλες τις περιοχές μελέτης είναι τα νιτρικά ιόντα (ΝΟ 3 -Ν). Στην παρακάτω εικόνα παρουσιάζεται η διακύμανση των νιτρικών ιόντων σε όλες τις περιοχές μελέτης ανά σταθμό δειγματοληψίας. Εικόνα 39: Συγκεντρώσεις νιτρικών ιόντων (ΝΟ 3 -Ν) ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας μελέτης το καλοκαίρι του Οι μεγαλύτερες τιμές συγκεντρώσεων καταγράφηκαν στους σταθμούς του Αλφειού και του Πηνειού, ενώ στη Νέδα και στον Εύηνο τα νιτρικά κυμάνθηκαν σε χαμηλά επίπεδα. Αναλυτικά στον Αλφειό, οι υψηλότερες τιμές (~650μg/l) μετρήθηκαν στους σταθμούς του κάτω ρου Α1-Α6, γεγονός που δικαιολογείται από τις μεγάλες αγροτικές πιέσεις στις οποίες υφίσταται το οικοσύστημα. Ομοίως στον Πηνειό, στους σταθμούς Ρ1-Ρ5, η συγκέντρωση των νιτρικών παρουσίασε υψηλές τιμές της τάξης των 700μg/l εξαιτίας των αγροτικών και αστικών πιέσεων. Στον Εύηνο, οι τιμές της συγκέντρωσης των νιτρικών δεν παρουσίασε "άσχημα" αποτελέσματα. Η πιο υψηλή τιμή καταγράφηκε στο σταθμό Ε11 (221μg/l). 108

110 Αμμωνιακά (NH 4 -N) Tο άζωτο απαντάται στο νερό και με την μορφή αμμωνιακών ιόντων, τα οποία προέρχονται από την εντατική χρήση λιπασμάτων αλλά και από την αποικοδόμηση μακροφύτων, ζωικών οργανισμών και γενικότερα οργανικών μορίων. Εικόνα 40 Συγκεντρώσεις αμμωνιακών ιόντων (ΝΗ 4 -Ν) ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι μεγαλύτερες τιμές αμμωνιακών καταγράφηκαν στους σταθμούς του κάτω ρου όλων των ποταμών ενώ στον Αλφειό ιδιαίτερα επιβαρυμένοι είναι οι σταθμοί στα ανάντη και συγκεκριμένα στους σταθμούς Α9 και Α10 με 1085μg/l και 1479 μg/l. Οι τιμές αυτές δικαιολογούνται απολύτως καθώς η εκτεταμένη χρήση λιπασμάτων στις αγροτικές περιοχές του κάτω ρου των ποταμών φαίνεται πως είναι η κύρια πηγή αμμωνιακών στα ύδατα. Αντίθετα στον Αλφειό, οι αυξημένες τιμές αμμωνιακών στους σταθμούς ανάντη του ποταμού δικαιολογούνται από το γεγονός από αστικά και γεωργικά λύματα της περιοχής της Μεγαλόπολης. 109

111 Φωσφορικά ιόντα (PO 4 ) - Ολικός Φώσφορος (TP) Ο φώσφορος στα υδάτινα οικοσυστήματα αποτελεί συνήθως περιοριστικό παράγοντα της πρωτογενούς παραγωγής με αποτέλεσμα να δρα καθοριστικά στην αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας σε έναν υδάτινο αποδέκτη. Ενώ επιπρόσθετα, αποτελεί ένα από τα βασικά θρεπτικά συστατικά τόσο των ζωικών όσο και των φυτικών οργανισμών. Στην πλειοψηφία των επιφανειακών υδάτων οι συγκεντρώσεις του ολικού φωσφόρου (TP), δηλαδή το σύνολο του ανόργανου και του οργανικού, του διαλυμένου και του σωματιδιακού φωσφόρου, κυμαίνονται συνήθως μεταξύ 10 και 50μg/l. Ωστόσο σε μη παραγωγικά, ολιγότροφα νερά η συγκέντρωση του ολικού φωσφόρου (TP) μπορεί να είναι μικρότερη από 5μg/l, ενώ σε πολύ εύτροφες συνθήκες μπορεί να υπερβαίνει τα 100μg/l. Τα αστικά λύματα αποτελούν την κυριότερη πηγή εισόδου του ανόργανου φωσφόρου στα υδάτινα οικοσυστήματα και προέρχεται από τη διάσπαση των πρωτεϊνών κατά τον μεταβολισμό. Επίσης, απορρυπαντικά και φωσφορικά λιπάσματα συντελούν στην αύξηση των συγκεντρώσεων των φωσφορικών στα ύδατα. Ανάμεσα στους παράγοντες που επηρεάζουν τη συγκέντρωση του φωσφόρου στο νερό είναι η θερμοκρασία, το ph και η συγκέντρωση των νιτρωδών και των νιτρικών ιόντων. Υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν τους ρυθμούς αποικοδόμησης των οργανικών ουσιών (με μεγαλύτερο ρυθμό από τη δέσμευση του φωσφόρου από τους φωτοσυνθετικούς οργανισμούς), με αποτέλεσμα οι υψηλές θερμοκρασίες να επιφέρουν αύξηση της συγκέντρωσης του φωσφόρου στο νερό. Επίσης το ph σχετίζεται με την εσωτερική τροφοδοσία του νερού σε φώσφορο, την επαναιώρηση δηλαδή του φωσφόρου του πυθμένα. Σε υψηλές τιμές ph συμβαίνει ανταλλαγή των ιόντων υδροξυλίου (ΟΗ-) του νερού με φώσφορο από ενώσεις σιδήρου (Fe) και αργιλίου (Al) του πυθμένα (Νταρακάς, 2010). Συνεπώς, αύξηση του ph επιφέρει αύξηση της συγκέντρωσης του φωσφόρου στο νερό. Ανοξικές συνθήκες ευνοούν τη διάχυση του φωσφόρου από τον πυθμένα στο νερό. Αύξηση της συγκέντρωσης των νιτρωδών και των νιτρικών ιόντων μειώνει το ρυθμό απελευθέρωσης του φωσφόρου από τον πυθμένα και συνεπώς τη συγκέντρωση του φωσφόρου στο νερό εξαιτίας της οξειδωτικής τους δράσης. Παράλληλα, η παρουσία υδρόβιας μακροφυτικής βλάστησης σε μια υδάτινη συλλογή αυξάνει τη συγκέντρωση του φωσφόρου στο νερό. Οι φυτικοί οργανισμοί προσλαμβάνουν φώσφορο κυρίως από το υπόστρωμα, ενώ κατά την ανάπτυξή τους απελευθερώνουν μεγάλα ποσά φωσφόρου στο νερό, διαδικασία που συνεχίζεται 110

112 και κατά την ξήρανσή τους. Η παραμονή ξηρών φυτικών τμημάτων στο νερό διευκολύνει την αποσύνθεσή τους, εμπλουτίζοντας το νερό με φωσφορικές ενώσεις (Νταρακάς, 2010). Εικόνα 41: Συγκεντρώσεις φωσφορικών ιόντων (PO 4 -P) και ολικού φωσφόρου (TP) ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του Σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι συγκεντρώσεις των φωσφορικών αλάτων και ολικού φωσφόρου δεν παρουσίασαν κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο στις περιοχές μελέτης αλλά εξαρτώνται αποκλειστικά από το σταθμό δειγματοληψίας. Συγκεκριμένα στον Αλφειό οι συγκεντρώσεις των φωσφορικών αλάτων κυμάνθηκαν σε χαμηλά επίπεδα σε όλο το μήκος του ποταμού, ενώ στους σταθμούς του μέσου και άνω ρου του ποταμού η συγκέντρωση του ολικού φωσφόρου κατέγραψε αρκετά υψηλές τιμές. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι οι σταθμοί αυτοί δέχονται αρκετή ρύπανση από γεωργικά, αστικά αλλά και βιομηχανικά λύματα. Η Νέδα αν και είναι ένα ορεινό ποτάμι με δύσκολη πρόσβαση στα ανάντη του ποταμού, παρατηρείται πως οι συγκεντρώσεις των φωσφορικών στους σταθμούς Ν4-Ν8 είναι ιδιαίτερα αυξημένες και επηρεάζουν την ποιότητα των υδάτων. Το γεγονός αυτό θέτει προβληματισμούς καθώς στην περιοχή πέριξ του ποταμού δεν υπάρχουν μεγάλες αγροτικές εκτάσεις παρά μόνο ορισμένες δενδροκαλλιέργειες κυρίως ελαιόδεντρων. Επίσης η θερμοκρασία του νερού κυμάνθηκε σε φυσιολογικά επίπεδα και δεν εξηγεί την απότομη αύξηση των 111

113 φωσφορικών. Σύμφωνα όμως με το σχέδιο διαχείρισης της περιοχής στη Νέδα έχουν μετρηθεί και άλλες φορές υπερβάσεις εξαιτίας κυρίως αποβλήτων από ελαιουργεία αλλά και τις καλλιέργειες γεγονός που επαληθεύεται και στην παρούσα εργασία (Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών απορροής ποταμών του υδατικού διαμερίσματος Δυτικής Πελοποννήσου). Ο Πηνειός εμφάνισε αυξημένες τιμές TP στους σταθμούς Ρ4 και Ρ8-Ρ12 με μέση τιμή συγκέντρωσης 365μg/l στους συγκεκριμένους σταθμούς δειγματοληψίας. Το γεγονός αυτό δεν προκαλεί εντύπωση αφού όλη η λεκάνη απορροής του ποταμού καλύπτεται από καλλιέργειες. Τέλος στον Εύηνο, στους σταθμούς Ε7-Ε8 (676μg/l) και Ε11-Ε13 (376μg/l), καταγράφηκαν οι υψηλότερες συγκεντρώσεις TP. Το γεγονός αυτό δημιουργεί εντύπωση ως προς τη δεύτερη ομάδα σταθμών καθώς στην περιοχή πέριξ του ποταμού υπάρχουν μικρά χωριά με ελάχιστες καλλιέργειες Αναλογία Ν/Ρ Η αναλογία αζωτούχων ενώσεων προς τις φωσφορούχες (Ν/Ρ) σε ένα υδάτινο σώμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα που κρίνει ποιο από τα δύο στοιχεία θα είναι ο περιοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη φυτικών οργανισμών. ύδατα. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται τα όρια αναλογίας Ν/Ρ για τα γλυκά Πίνακας 14 Αναλογία αζώτου (Ν) / φωσφόρου (Ρ) εκφρασμένη σε βάρος για γλυκά ύδατα (Parr & Mason, 2003) Ν - Περιοριστικό (Αναλογία Ν/Ρ) Ενδιάμεση κατάσταση (Αναλογία Ν/Ρ) Ρ- Περιοριστικό (Αναλογία Ν/Ρ) Γλυκά Ύδατα <4,5 4,5-6 >6 Εκβολές < >10 Γενικώς, ο φώσφορος τείνει να είναι ο περιοριστικός παράγοντας για το φυτοπλαγκτόν στα γλυκά ύδατα. Μεγάλες θαλάσσιες περιοχές έχουν το άζωτο ως περιοριστικό παράγοντα, ειδικότερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ενδιάμεσες περιοχές, όπως εκβολές ποταμών, την άνοιξη εμφανίζουν ως περιοριστικό παράγοντα τον φώσφορο, ενώ αντίθετα το καλοκαίρι πιθανότερο είναι να έχουν το οξείδιο του πυριτίου ή το άζωτο. Τέλος όταν περιοριστικό παράγοντα αποτελεί ο φώσφορος, συγκεντρώσεις 0,01 mg/l είναι αρκετές για να συντηρήσουν το πλαγκτόν, ενώ συγκεντρώσεις από 0,03 0.1mg/l ή και ακόμα υψηλότερες προκαλούν άνθιση φυκών (Κουτσομήτρου, 2010). 112

114 Εικόνα 42: Αναλογία Ν/Ρ ανά περιοχή και σταθμό δειγματοληψίας το καλοκαίρι του Σύμφωνα με τα αποτελέσματα όπως φαίνεται και στην εικόνα 11 και σε συνδυασμό με τον πίνακα και τις αναλογίες που έχουν θέσει οι Parr & Mason το 2003, στον Αλφειό ο σταθμός Α1 που βρίσκεται στη μπούκα του ποταμού, βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση με τιμή 6. Στους σταθμούς Α2, Α3, Α5 και Α10, οι τιμές της αναλογίας Ν/Ρ είναι μεγαλύτερες του 6, επομένως σύμφωνα με τις αναλογίες των Parr & Mason για τα γλυκά ύδατα ο φώσφορος αποτελεί περιοριστικό παράγοντα στην ανάπτυξη φυτοπλαγκτού. Ενώ στους υπόλοιπους περιοριστικός παράγοντας είναι το άζωτο. Στη Νέδα παρατηρήθηκε αντίστροφη πορεία του κανόνα και στους σταθμούς κοντά στις εκβολές Ν1, Ν2 και Ν3 περιοριστικός παράγοντας είναι ο φώσφορος, ενώ στους υπόλοιπους το άζωτο. Στον Πηνειό, ομοίως στους σταθμούς Ρ1, Ρ2, Ρ3 και Ρ7 περιοριστικός παράγοντας είναι ο φώσφορος, στους σταθμούς Ρ5 και Ρ6 επικρατεί μια ενδιάμεση κατάσταση ενώ στους υπόλοιπους περιοριστικός παράγοντας είναι το άζωτο. Τέλος στον Εύηνο δεν επαληθεύτηκε ο κανόνας. Οι σταθμοί στις εκβολές Ε1 και Ε2 βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, στους Ε3-Ε6 περιοριστικός παράγοντας είναι ο φώσφορος ενώ στους υπόλοιπους το άζωτο. 113

115 Οικολογική ποιότητα βάσει των θρεπτικών Η οικολογική ποιότητα βάσει των θρεπτικών συστατικών των περιοχών μελέτης αξιολογήθηκε κατόπιν σύγκρισης των αποτελεσμάτων με τα όρια που είχαν τεθεί σε παλαιότερη εργασία (Skoulikidis et.al, 2006). Στη μελέτη τους οι Skoulikidis et.al, το 2006, έθεσαν τα όρια οικολογικής ποιότητας μελετώντας συστήματα ταξινόμησης θρεπτικών συστατικών σε ποτάμια οικοσυστήματα σε 36 σταθμούς διάσπαρτους σε όλη την Ελλάδα (NCS). Πίνακας 15: Όρια οικολογικής ποιότητας ποτάμιων οικοσυστημάτων βάσει εθνικού συστήματος τροφικής κατάστασης(ncs) (Skoulikidis et.al, 2006) Θρεπτικά ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΜΕΤΡΙΑ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΚΑΚΗ N-N03 mg/l <0,22 0,22-0,60 0,61-1,30 1,31-1,8 >1,8 N-NO2 μg/l <3 3,0-8,0 8,1-30,0 30,1-70 >70 N-NH4 mg/l <0,024 0,024-0,060 0,061-0,20 0,21-0,50 >0,5 P-PO4 μg/l <70 70,0-105,0 106,0-165, >340 TP μg/l < ,0-165, >405 Αλφειός Πίνακας 16: Αξιολόγηση οικολογικής ποιότητας ανά σταθμό δειγματοληψίας του Αλφειού ποταμού το καλοκαίρι του St NO3-N (μg/l) NO2-N (μg/l) NH4-N (μg/l) PO4-P (μg/l) TP (μg/l) N-N03 N-NO2 N-NH4 P-PO4 TP A1 689,000 2,000 6,000 12,000 94,000 ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ A2 674,000 1,000 0,000 8,000 99,000 ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ A3 697,000 1,000 0,000 8,000 33,000 ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ A4 611,000 4,000 78,000 7, ,000 ΜΕΤΡΙΑ ΚΑΛΗ ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ A5 655,000 4,000 41,000 7,000 82,000 ΜΕΤΡΙΑ ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ A6 656,000 2,000 41,000 2, ,000 ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ A7 588,000 0,000 17,000 0, ,000 ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ A8 564,000 1,000 38,000 2, ,000 ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ A9 672, , ,000 2, ,000 ΜΕΤΡΙΑ ΚΑΚΗ ΚΑΚΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ A10 326, , ,000 5, ,000 ΚΑΛΗ ΚΑΚΗ ΚΑΚΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ A11 182, , ,000 9, ,000 ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ A12 66, ,000 17,000 5, ,000 ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ Όπως παρατηρούμε και στον πίνακα, η οικολογική ποιότητα του Αλφειού βάσει των θρεπτικών συστατικών διαφοροποιείται ανά σταθμό δειγματοληψίας. Όσον αφορά τα νιτρώδη και τα αμμωνιακά ιόντα η ποιότητα χαρακτηρίζεται ως 114

116 ΚΑΚΗ στους σταθμούς Α9-Α12 ως άμεσο επακόλουθο της πίεσης που ασκούν στον υδάτινο αποδέκτη οι οικισμοί της Καρύταινας-Θωκνίας και Μεγαλόπολης αλλά και το εργοστάσιο της Δ.Ε.Η. Τα νιτρικά ακολουθούν αντίστροφη πορεία από τα υπόλοιπα ιόντα αζώτου και υποβαθμίζουν τον κάτω ρου του ποταμού και τους σταθμούς Α1-Α6 οδηγώντας σε μια ΜΕΤΡΙΑ κατάσταση της ποιότητας του ποταμού εξαιτίας των καλλιεργειών που αφθονούν στην περιοχή. Τέλος ο ολικός φώσφορος καθιστά την ποιότητα ΑΝΕΠΑΡΚΗ έως ΚΑΚΗ στους σταθμούς Α7-Α12 οδηγώντας σε ευτροφικές καταστάσεις τα ύδατα. Παρατηρήθηκε επομένως συνολικά μια ΜΕΤΡΙΑ έως ΚΑΚΗ οικολογική ποιότητα των υδάτων βάση των θρεπτικών συστατικών, γεγονός που υποβαθμίζει συνολικά την ποιότητα του ποταμού. Νέδα Πίνακας 17: Αξιολόγηση οικολογικής ποιότητας ανά σταθμό δειγματοληψίας του ποταμού της Νέδας το καλοκαίρι του St NO3- N(μg/l) NO2-N (μg/l) NH4-N (μg/l) PO4-P (μg/l) TP (μg/l) N-N03 N-NO2 N-NH4 P-PO4 TP N1 523,000 2, ,000 3,000 40,000 ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ N2 380,000 2, ,000 5,000 28,000 ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ N3 362,000 8, ,000 22,000 28,000 ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ N4 158,000 1,000 26,000 2, ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ N5 509,000 1,000 35,000 12, ,000 ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ N6 235,000 0,000 32, , ,000 ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΚΑΚΗ N7 154,000 1,000 32,000 14, ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ N8 306,000 1,000 15,000 16, ,000 ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ Η Νέδα στο σύνολο του ποταμού, όσον αφορά τα θρεπτικά άλατα αζώτου αντικατοπτρίζει μια ΚΑΛΗ οικολογική κατάσταση των υδάτων. Εξαίρεση αποτελούν τα αμμωνιακά, όπου στους σταθμούς κοντά στις εκβολές Ν1-Ν3, υποβαθμίζουν την ποιότητα σε ΑΝΕΠΑΡΚΗ εξαιτίας των απορροών πιθανών αστικών λυμάτων της γύρω περιοχής. Επίσης ο ολικός φώσφορος, κατέστησε τα ύδατα των σταθμών Ν4- Ν8 με ΚΑΚΗ οικολογική ποιότητα, γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς λόγω γεωμορφολογίας της περιοχής και ίσως να αποτελεί τυχαίο γεγονός. Σε γενικές γραμμές η Νέδα αποτελεί ένα πολύ καθαρό ποτάμι με την ποιότητά της να κυμαίνεται από ΚΑΛΉ έως ΥΨΗΛΉ και ταυτίζεται με τις επιταγές της Οδηγίας Πλαίσιο για τα Ύδατα 2000/60. Τέλος το γεγονός πως καταγράφηκε σε κάποιους σταθμούς δειγματοληψίας ΚΑΚΗ οικολογική κατάσταση εντείνει την ανησυχία και θα πρέπει να διερευνηθεί η μεταβολή της ποιότητας σε βάθος χρόνων προκειμένου να υπάρξουν ασφαλέστερα συμπεράσματα. 115

117 Πηνειός Πίνακας 18: Αξιολόγηση οικολογικής ποιότητας ανά σταθμό δειγματοληψίας του Πηνειού το καλοκαίρι του St NO3- N(μg/l) NO2-N (μg/l) NH4-N (μg/l) PO4-P (μg/l) TP (μg/l) N-N03 N-NO2 N-NH4 P-PO4 TP P1 701,000 91, ,000 99, ,000 ΜΕΤΡΙΑ ΚΑΚΗ ΚΑΚΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ P2 773,000 11, ,000 33,000 48,000 ΜΕΤΡΙΑ ΚΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ P3 769,000 5,000 9, ,000 33,000 ΜΕΤΡΙΑ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ P4 778,000 2,000 15,000 19, ,000 ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ P5 685,000 8, ,000 7, ,000 ΜΕΤΡΙΑ ΚΑΛΗ ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ P6 599,000 3,000 55,000 5, ,000 ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ P7 446,000 6,000 32,000 2,000 61,000 ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ P8 202,000 4,000 70,000 2, ,000 ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ P9 67,000 0,000 44,000 7, ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ P10 337,000 4,000 35,000 2, ,000 ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ P11 325,000 2,000 49,000 5, ,000 ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ P12 547,000 4,000 52,000 7, ,000 ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ Η ποιότητα των υδάτων του Πηνειού, όσον αφορά τις ολικές τιμές αζώτου, καθορίζεται ΜΕΤΡΙΑ έως ΚΑΚΗ στους σταθμούς κατάντη του ποταμού (Ρ1-Ρ5). Στην περιοχή αυτή οι αγροτικές καλλιέργειες είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες με αποτέλεσμα να δικαιολογούν αυτή την αξιολόγηση, όπως επίσης και απορροές από αστικά λύματα από τις περιοχές του Βαρθολομιού και της Γαστούνης ίσως να επιδεινώνουν το πρόβλημα. Επίσης οι σταθμοί Ρ8-Ρ12 εμφάνισαν ΜΕΤΡΙΑ έως ΚΑΚΗ ποιότητα βάσει των ιόντων ολικού φωσφόρου. Το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε πιθανών λόγω της χρήσης φωσφορικών λιπασμάτων στην πέριξ περιοχή. Τέλος οι σταθμοί Ρ6 και Ρ7 παρουσιάζουν μια ΚΑΛΗ έως ΥΨΗΛΗ οικολογική κατάσταση στο σύνολο των θρεπτικών συστατικών γεγονός που θα πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα λήψης μέτρων και για τους υπόλοιπους σταθμούς αλλά και για το σύνολο του ποταμού γενικότερα. 116

118 Εύηνος Πίνακας 19: Αξιολόγηση οικολογικής ποιότητας ανά σταθμό δειγματοληψίας του Εύηνου το καλοκαίρι του St NO3- N(μg/l) NO2-N (μg/l) NH4-N (μg/l) PO4-P (μg/l) TP (μg/l) N-N03 N-NO2 N-NH4 P-PO4 TP2 E1 117,000 5, ,000 21,000 50,000 ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ E2 145,000 5, ,000 19,000 66,000 ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ E3 195,000 1, ,000 5,000 28,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ E4 204,000 1, ,000 7,000 33,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ E5 207,000 1, ,000 7,000 31,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ E6 210,000 1, ,000 3,000 29,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ E7 208,000 1,000 78, , ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ ΚΑΚΗ ΚΑΚΗ E8 154,000 1,000 58,000 8, ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ E9 190,000 1,000 70,000 2, ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ E10 206,000 0,000 78,000 5, ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ E11 221,000 1,000 46,000 7, ,000 ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΜΕΤΡΙΑ E12 49,000 0,000 38,000 5, ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ E13 49,000 0,000 32,000 7, ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΚΗ E14 62,000 0,000 44,000 7, ,000 ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ ΚΑΛΗ ΥΨΗΛΗ ΥΨΗΛΗ Η ποιότητα των υδάτων του ποταμού Εύηνου χαρακτηρίστηκε από ΚΑΛΗ έως ΥΨΗΛΗ σε όλους τους σταθμούς δειγματοληψίας όσον αφορά τα νιτρώδη και τα νιτρικά ιόντα. Όσον αφορά τα αμμωνιακά οι σταθμοί Ε1-Ε6 αξιολογούνται με ΑΝΕΠΑΡΚΗ οικολογική κατάσταση εξαιτίας των απορροών από την εκτεταμένη χρήση λιπασμάτων αλλά και των αστικών λυμάτων. Οι σταθμοί Ε7-Ε10 φαίνεται να επηρεάζονται κυρίως από αστικά λύματα μικρών χωριών πέριξ του ποταμού με αποτέλεσμα μια ΜΕΤΡΙΑ ποιότητα υδάτων. Τέλος όσον αφορά τις συγκεντρώσεις ολικού φωσφόρου, υπολογίστηκαν ιδιαίτερα υψηλές τιμές στους σταθμούς Ε7 και Ε12-Ε13, με άμεσο επακόλουθο την υποβάθμιση του ποταμού σε δείκτη ΚΑΚΗΣ οικολογικής ποιότητας πιθανόν λόγω της χρήσης φωσφορικών λιπασμάτων. Συνολικά ο Εύηνος, βάσει των θρεπτικών αλάτων, χαρακτηρίζεται με ΚΑΛΗ οικολογική κατάσταση και μαζί με τη Νέδα αποτελούν πρότυπα προκειμένου να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης στις άλλες περιοχές μελέτης (Αλφειό και Πηνειό) που βρίσκονται σε υποβαθμισμένη οικολογική κατάσταση. 117

119 A2 A3 A4 A5 A7 A6 A8 A11 A1 A12 A9 A10 Similarity 5.3 Σύγκριση περιβαλλοντικών παραμέτρων των περιοχών μελέτης Διερεύνηση περιβαλλοντικών παραμέτρων ανά ποταμό Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) Για κάθε περιοχή μελέτης πραγματοποιήθηκε ανάλυση ιεραρχικής ομαδοποίησης (Cluster Analysis). Η συγκεκριμένη μέθοδος πραγματοποιήθηκε προκειμένου να γίνει μια ομαδοποίηση των σταθμών δειγματοληψίας κάθε περιοχής μελέτης με βάση την ομοιότητα που παρουσιάζουν στις περιβαλλοντικές παραμέτρους (DIN, TP, N/P, Temp., Cond., ph, DO και TDS). Στα δενδρογράμματα της Cluster Analysis απεικονίζονται στον άξονα χ οι σταθμοί δειγματοληψίας και στον άξονα ψ η ομοιότητα σε ποσοστό επί της %. Αλφειός 20 Group average Resemblance: S17 Bray Curtis similarity Samples Εικόνα 43: Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) για τον Αλφειό το καλοκαίρι του Στον Αλφειό, παρατηρήθηκε η δημιουργία δύο ομάδων. Στη μία εντάσσονται οι σταθμοί Α2-Α8 του κάτω και μέσου ρου με ποσοστό ομοιότητας της τάξης του 95% και στην άλλη οι σταθμοί Α1 και Α9-Α12 με ποσοστό ομοιότητας της τάξης του 70%. Παρατηρήθηκε επομένως διαφοροποίηση του ρου του ποταμού (Άνω, μέσου, κάτω) με τη διαφορά πως ο σταθμός Α1 στις εκβολές ομοιάζει περισσότερο με τους σταθμούς του άνω ρου πιθανών λόγω της μεγάλης αστικής, αγροτικής και βιομηχανικής επίδρασης. 118

120 N1 N2 N3 N4 N6 N7 N5 N8 Similarity Νέδα 85 Group average Resemblance: S17 Bray Curtis similarity Samples Εικόνα 44: Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) για τη Νέδα το καλοκαίρι του Στη Νέδα, όσον αφορά τις περιβαλλοντικές παραμέτρους δεν παρουσίασε μεγάλες ανομοιότητες στους σταθμούς δειγματοληψίας στο σύνολο της περιοχής μελέτης. Καταγράφηκε εμφανώς όμως το πρότυπο διαφοροποίησης του ποταμού με βάση τον ρου. Συγκεκριμένα, οι σταθμοί στο σύνολό τους εμφάνισαν ομοιότητα της τάξης του 90%, όμως διαφοροποιώντας τους σε άνω μέσο και κάτω ρου, παρατηρήθηκε πως οι σταθμοί Ν1-Ν3 (κάτω ρους) παρουσίασαν ομοιότητα της τάξης του 96% και οι σταθμοί Ν5-Ν8 (άνω ρους), ομοιότητα της τάξης του 95%. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε ο σταθμός Ν4 που βρίσκεται στον κάτω ρου στο χωριό Καρυές και δεν εντάχθηκε ξεκάθαρα σε κάποια ομάδα. 119

121 P3 P6 P4 P5 P1 P2 P9 P8 P12 P7 P10 P11 Similarity Πηνειός 75 Group average Resemblance: S17 Bray Curtis similarity Samples Εικόνα 45: Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) για τον Πηνειό το καλοκαίρι του Στον Πηνειό σύμφωνα με τα αποτελέσματα, καταγράφηκε ξεκάθαρη ομαδοποίηση των σταθμών δειγματοληψίας με βάση το ρου του ποταμού. Στην πρώτη ομάδα εντάχθηκαν οι σταθμοί Ρ1-Ρ6 (κάτω ρους) με ομοιότητα της τάξης του 90% και στη δεύτερη, οι σταθμοί Ρ7-Ρ12 (μέσος και άνω ρους) ομοίως με ομοιότητα 90%. Τέλος πρέπει να σημειωθεί πως και στο σύνολο των σταθμών δειγματοληψίας, ο Πηνειός εμφανίζει ομοιότητα της τάξης του 75%. 120

122 E1 E2 E4 E5 E3 E6 E13 E14 E7 E12 E11 E8 E9 E10 Similarity Εύηνος 0 Group average Resemblance: S17 Bray Curtis similarity Samples Εικόνα 46: Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) για τον Εύηνο το καλοκαίρι του Τέλος στον ποταμό Εύηνο, όπως και στον Αλφειό, δεν παρατηρείται ομοιότητα στο σύνολο των σταθμών δειγματοληψίας. Καταγράφηκαν 3 ομάδες οι οποίες διαχωρίζονται ως εξής: Στην μία εντάσσονται οι σταθμοί των εκβολών Ε1 και Ε2 με ομοιότητα 90%, στη δεύτερη οι σταθμοί επίσης του κάτω ρου Ε3-Ε6 με ομοιότητα 95% και στην τρίτη ομάδα οι υπόλοιποι σταθμοί του μέσου και του άνω ρου Ε7-Ε14 με ομοιότητα 90%. Πρέπει όμως να τονιστεί, πως δεν κατεγράφη σαφής διαφοροποίηση των ρου του ποταμού, καθώς σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι σταθμοί του κάτω ρου διαφοροποιήθηκαν σε δύο ομάδες. 121

123 Ανάλυση Κυρίων Συνιστωσών-PCA (Principal Components Analysis) Για την περαιτέρω διερεύνηση των περιβαλλοντικών παραμέτρων των περιοχών μελέτης έγινε εφαρμογή της ανάλυσης κύριων συνιστωσών (Principal Components Analysis PCA) η οποία έδωσε τη δυνατότητα ομαδοποίησης των δειγματοληπτικών επιφανειών σε σχέση με τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Στην παρούσα εργασία διερευνήθηκε η σχέση 8 περιβαλλοντικών παραμέτρων (DIN, TP, Temp., Cond., ph, DO και TDS) και των δειγματοληπτικών επιφανειών των περιοχών μελέτης. Ουσιαστικά η μέθοδος κυρίων συνιστωσών - PCA μας δείχνει ποιές παράμετροι παίζουν πρωτεύων ρόλο στην περιοχή μελέτης και πως κυμαίνονται οι τιμές των παραμέτρων στους σταθμούς δειγματοληψίας. Αλφειός Εικόνα 47: Γραφική απεικόνιση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης κυρίων συνιστωσών (PCA) με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για τον Αλφειό το καλοκαίρι του Στο γράφημα παρατηρούνται δύο ομάδες, αριστερά οι σταθμοί Α2-Α8 που καθορίζονται από το διαλυμένο οξυγόνο (DO) και το ph, και δεξιά οι υπόλοιποι σταθμοί που καθορίζονται κυρίως από την αγωγιμότητα (Cond.), τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) και τον ολικό φώσφορο (TP). Τέλος ο σταθμός Α1 στις 122

124 εκβολές δείχνει πως διαφέρεις από όλους τους υπόλοιπους και εμφανίζεται μόνος του. Πίνακας 20: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Παρουσίαση των ιδιοτιμών (eigenvalues), της ποικιλότητας (%) των δεδομένων που εκφράζεται από τους άξονες της PCA και της αθροιστικής ποικιλότητας (%). Άξονες PCA Ιδιοτιμές Ποικιλότητα (%) Αθροιστική ποικιλότητα (%) PC PC PC PC Ο πίνακας 10 παρουσιάζει τις ιδιοτιμές (eigenvalues), την ποικιλότητα και αθροιστική ποικιλότητα (%) των δεδομένων που αφορούν τις περιβαλλοντικές παραμέτρους και σχετίζονται με τους 4 άξονες της ανάλυσης PCA. Η ποικιλότητα των δεδομένων εξηγείται κατά 100% μόλις από τον πρώτο άξονα. Πίνακας 21: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων μεταξύ τους και με τους άξονες της PCA. Περιβαλλοντικές Παράμετροι PC1 PC2 ph -0,900 0,303 Cond. 1,000-0,002 T 0,828-0,301 D.O -0,796 0,429 TDS 1,000 0,005 DIN 0,331-0,192 TP 0,391-0,295 Ο πίνακας 11 παρουσιάζει τη συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων με τους άξονες της ανάλυσης PCA. Με τον άξονα PC1 συσχετίστηκαν θετικά, η αγωγιμότητα (Cond.), η θερμοκρασία (Τ), τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS), το ολικό άζωτο (DIN) και ο ολικός φώσφορος (TP). Αρνητική συσχέτιση με τον άξονα PC1 έχουν το ph και το DO. Με τον άξονα PC2 συσχετίζονται αρνητικά ο ολικός φώσφορος (TP) και το ολικό άζωτο (DIN) ενώ θετικά, η θερμοκρασία (Τ) και σε μικρότερο βαθμό οι υπόλοιποι παράγοντες. 123

125 Νέδα Εικόνα 48: Γραφική απεικόνιση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης κυρίων συνιστωσών (PCA) με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για τη Νέδα το καλοκαίρι του Με την ανάλυση κυρίων συνιστωσών για τις περιβαλλοντικές παραμέτρους του ποταμού της Νέδας, οι σταθμοί Ν2-Ν3 καθορίζονται κατά κύριο λόγο από το ολικό άζωτο (DIN), τη θερμοκρασία (Τ) και το διαλυμένο οξυγόνο (DO), ενώ οι σταθμοί Ν4-Ν6 και Ν7 καθορίζονται κατά κύριο λόγο από τον ολικό φώσφορο (TP) και σε μικρότερο βαθμό από το ph. Τέλος οι σταθμοί Ν1 (εκβολές), Ν5 (καταρράκτες) και Ν8 (πηγές) δεν φάνηκε να επηρεάζονται από κάποια περιβαλλοντική παράμετρο. Πίνακας 22: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Παρουσίαση των ιδιοτιμών (eigenvalues), της ποικιλότητας (%) των δεδομένων που εκφράζεται από τους άξονες της PCA και της αθροιστικής ποικιλότητας (%) Άξονες PCA Ιδιοτιμές Ποικιλότητα (%) Αθροιστική ποικιλότητα (%) PC1 0, ,4 99,4 PC2 0,005 0,5 99,9 PC3 0,0007 0,07 99,97 PC ,97 Ο πίνακας 12 παρουσιάζει τις ιδιοτιμές (eigenvalues), την ποικιλότητα και αθροιστική ποικιλότητα (%) των δεδομένων που αφορούν τις περιβαλλοντικές παραμέτρους και σχετίζονται με τους 4 άξονες της ανάλυσης PCA. Η ποικιλότητα 124

126 των δεδομένων εξηγείται κατά 99,4% από τον πρώτο άξονα ενώ με τη χρήση και των άλλων δύο, καταγράφηκε 100% ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Πίνακας 23: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων μεταξύ τους και με τους άξονες της PCA Περιβαλλοντικές Παράμετροι PC1 PC2 ph 0,159-0,317 Cond. -1,000 0,002 T -0,273-0,962 D.O -0,495-0,368 TDS -0,999 0,000 DIN -0,916-0,191 TP 0,786 0,164 Ο πίνακας 13 παρουσιάζει τη συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων με τους άξονες της ανάλυσης PCA. Με τον άξονα PC1 (που εξηγεί και το 99,4% της ποικιλότητας των τιμών των περιβαλλοντικών παραμέτρων) σημειώσε σημαντική θετική συσχέτιση ο ολικός φώσφορος (ΤΡ). Αντίθετα υψηλή αρνητική συσχέτιση με τον άξονα PC1 παρουσιάζει η αγωγιμότητα (Cond), τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) και το ολικό άζωτο (DIN). Ο άξονας PC2 δεν εξηγεί σε μεγάλο ποσοστό τη διακύμανση των τιμών με αποτέλεσμα να μην αξιολογείται. 125

127 Πηνειός Εικόνα 49: Γραφική απεικόνιση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης κυρίων συνιστωσών (PCA) με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για τη Νέδα το καλοκαίρι του Η ανάλυση PCA στον Πηνειό δημιούργησε δύο μεγάλες ομάδες και διαφοροποίησε από αυτές το σταθμό Ρ12. Οι σταθμοί Ρ7- P11 καθορίζονται κυρίως από τον ολικό φώσφορο (ΤΡ) και διαλυμένο οξυγόνο (DO) και σε μικρότερο βαθμό από το ph ενώ οι σταθμοί P1-P6 καθορίζονται κατά κύριο λόγο από το ολικό άζωτο (DIN), την αγωγιμότητα (Cond.) και τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) Πίνακας 24: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Παρουσίαση των ιδιοτιμών (eigenvalues), της ποικιλότητας (%) των δεδομένων που εκφράζεται από τους άξονες της PCA και της αθροιστικής ποικιλότητας (%) Άξονες PCA Ιδιοτιμές Ποικιλότητα (%) Αθροιστική ποικιλότητα (%) PC1 0, ,68 99,68 PC2 0,0026 0,26 99,94 PC3 0,0006 0, PC Ο πίνακας 14 παρουσιάζει τις ιδιοτιμές (eigenvalues), την ποικιλότητα και αθροιστική ποικιλότητα (%) των δεδομένων που αφορούν τις περιβαλλοντικές παραμέτρους και σχετίζονται με τους 4 άξονες της ανάλυσης PCA. Η ποικιλότητα των δεδομένων εξηγείται κατά 99,68% από τον πρώτο άξονα ενώ από τους υπόλοιπους η ερμηνεία είναι μικρότερη και δεν υπολογίζονται. 126

128 Πίνακας 25: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων μεταξύ τους και με τους άξονες της PCA Περιβαλλοντικές Παράμετροι PC1 PC2 ph 0,106-0,285 Cond. 0,999 0,034 T -0,309 0,341 D.O -0,917 0,011 TDS 0,997-0,307 DIN 0,813 0,280 TP -0,583-0,255 Ο πίνακας 15 παρουσιάζει τη συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων με τους άξονες της ανάλυσης PCA. Με τον άξονα PC1 κατέγραψε σημαντική θετική συσχέτιση η αγωγιμότητα (Cond.), τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) και το ολικό άζωτο (DIN), ενώ υψηλή αρνητική συσχέτιση παρουσιάζουν το διαλυμένο οξυγόνο (DO) και ο ολικός φώσφορος (ΤΡ). Εύηνος Εικόνα 50: Γραφική απεικόνιση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης κυρίων συνιστωσών (PCA) με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για τον Εύηνο το καλοκαίρι του Σύμφωνα με την ανάλυση κυρίων συνιστωσών για τον Εύηνο, καταγράφηκε πως οι σταθμοί Ε1 και Ε2 τοποθετήθηκαν στη μία πλευρά του γραφήματος και καθορίζονται από τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) και την αγωγιμότητα (Cond.), 127

129 ενώ οι υπόλοιποι σταθμοί από το διαλυμένο οξυγόνου (DO) και σε μικρότερο βαθμό από τον ολικό φώσφορο (ΤΡ) και το ph. Πίνακας 26: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Παρουσίαση των ιδιοτιμών (eigenvalues), της ποικιλότητας (%) των δεδομένων που εκφράζεται από τους άξονες της PCA και της αθροιστικής ποικιλότητας (%) Άξονες PCA Ιδιοτιμές Ποικιλότητα (%) Αθροιστική ποικιλότητα (%) PC1 0, ,99 99,99 PC2 0,0001 0, PC PC Ο πίνακας 16 παρουσιάζει τις ιδιοτιμές (eigenvalues), την ποικιλότητα και αθροιστική ποικιλότητα (%) των δεδομένων που αφορούν τις περιβαλλοντικές παραμέτρους και σχετίζονται με τους 4 άξονες της ανάλυσης PCA. Η ποικιλότητα των δεδομένων εξηγείται κατά 99.99% η ερμηνεία που έδωσαν οι υπόλοιποι άξονες είναι πολύ μικρότερη και δεν αξιοποιούνται. Πίνακας 27: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων μεταξύ τους και με τους άξονες της PCA Περιβαλλοντικές Παράμετροι PC1 PC2 ph -0,4098-0,0487 Cond. 1-0,0053 T 0,5388-0,0126 D.O -0,8473 0,0365 TDS 0,9999 0,0129 DIN 0,5003-0,1566 TP -0,2449 0,0356 Ο πίνακας 17 παρουσιάζει τη συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων με τους άξονες της ανάλυσης PCA. Με τον άξονα PC1, κατέγραψε σημαντική θετική συσχέτιση η αγωγιμότητα (Cond.), τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS), το ολικό άζωτο (DIN) και η θερμοκρασία (Τ), ενώ σημαντική αρνητική συσχέτιση σημείωσε το διαλυμένο οξυγόνο (DO). 128

130 E14 N7 E12 E13 N8 P12 P10 P11 A11 A12 A9 A10 Similarity P3 P6 P4 P5 P1 P2 P7 N2 N3 E3 E6 P10 N1 A4 A5 P11 E4 E5 A7 A6 A8 P9 A2 A3 E11 N6 N7 E8 E9 E10 P12 N8 N5 P8 E14 E7 E12 N4 E13 A9 A10 E2 A1 A12 E1 A11 Similarity Διερεύνηση περιβαλλοντικών παραμέτρων στο σύνολο των περιοχών μελέτης Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) 20 Group average Resemblance: S17 Bray Curtis similarity Samples Εικόνα 51: Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) για όλες τις περιοχές μελέτης. Στην εικόνα 24, καταγράφεται η ομαδοποίηση βάση της ομοιότητας των σταθμών δειγματοληψίας και των τεσσάρων ποταμών των περιοχών μελέτης με τη χρήση της Cluster Analysis. Δημιουργήθηκαν δύο ομάδες, η μία περιλαμβάνει όλους τους σταθμούς από όλες τις περιοχές μελέτης με ομοιότητα 85% και εξαιρεί μόνο τους σταθμούς Ε1,Ε2 των εκβολών του Εύηνου ποταμού και τους σταθμούς του άνω ρου του Αλφειού (Α9-Α12) και τους τοποθέτησε σε μία ομάδα με ομοιότητα της τάξης του 60%. 85 Group average Transform: Log(X+1) Resemblance: S17 Bray Curtis similarity Samples Εικόνα 52: Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) για τον άνω ρου των ποταμών. Στο παραπάνω διάγραμμα παρατηρείται πως οι σταθμοί του άνω ρου των ποταμών, κατόπιν ανάλυσης ιεραρχικής ομαδοποίησης, εμφάνισαν ομοιότητα της τάξης του 87% στο σύνολό τους. Παρόλη όμως τη μεγάλη ομοιότητα των σταθμών στο σύνολό τους δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί ο διαχωρισμός των 129

131 E2 E1 A1 E7 N4 E8 E4 E5 E3 E6 A3 N1 N2 N3 P7 A4 A2 A5 P4 P5 P6 P3 P1 P2 Similarity P9 P8 P10 A6 A7 A8 N6 N5 E10 E11 Similarity δειγματοληπτικών επιφανειών σε δύο ομάδες. Η μία περιλαμβάνει τους σταθμούς του άνω ρου της Νέδας, του Εύηνου και του Πηνειού με ποσοστό ομοιότητας 95% και διαφοροποιείται από τους σταθμούς του άνω ρου του Αλφειού, οι οποίοι δημιουργούν ξεχωριστή ομάδα ομοιότητας επίσης 95%. 95 Group average Transform: Log(X+1) Resemblance: S17 Bray Curtis similarity Samples Εικόνα 53: Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) για το μέσο ρου των ποταμών Στο διάγραμμα της εικόνας 26 παρατηρήθηκαν 3 ομάδες για τον μέσο ρου των περιοχών μελέτης. Ο Αλφειός και ο Πηνειός αποτελούν τις δύο από αυτές με ποσοστό ομοιότητας των σταθμών μεγαλύτερη του 97%, ενώ η τρίτη ομάδα περιλαμβάνει τη Νέδα και τον Εύηνο με ποσοστό ομοιότητας των σταθμών 97%. 85 Group average Transform: Log(X+1) Resemblance: S17 Bray Curtis similarity Samples Εικόνα 54: Ανάλυση Ιεραρχικής Ομαδοποίησης (Cluster Analysis) για τον κάτω ρου των ποταμών 130

132 Όσον αφορά τον κάτω ρου των περιοχών μελέτης, οι σταθμοί δειγματοληψίας δεν διαχωρίζονται σε ομάδες. Όπως φαίνεται και στο διάγραμμα της εικόνας 27 καταγράφηκε ομοιότητα της τάξης περίπου του 90% για το σύνολο των σταθμών. Είναι επομένως αντιληπτό πως ο κάτω ρους και των τεσσάρων ποταμών, όσον αφορά τις περιβαλλοντικές παραμέτρους, δεν παρουσίασε αξιοσημείωτες διαφορές γεγονός το οποίο εξηγείται και από το δεδομένο ότι η χρήσεις γης στον κάτω ρου των ποταμών δεν διαφέρουν σημαντικά με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις στα υδάτινα οικοσυστήματα να είναι παρόμοιες Ανάλυση Κυρίων Συνιστωσών-PCA (Principal Components Analysis) DIN TDS Cond. P2 P3 E2 A1 A10 P1 N1 N2 N3 A3 E1 A2 A5 A11 A12 P5 P6 E6 E3 E4 Temp. E5 A9 P4 P11 A7 N5 A8 A6 N8 E8 A4 P12 E11 E9 P7 E10 E14 ph D.O P10 P9 P8 N6 N7 E7 E12 N4 E13 TP SPECIES SAMPLES Alfeios Neda Pinios Evinos Εικόνα 55: Γραφική απεικόνιση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης κυρίων συνιστωσών (PCA) με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για το σύνολο των περιοχών μελέτης το καλοκαίρι του Όπως καταγράφηκε και στο διάγραμμα της εικόνα 28, σύμφωνα με την ανάλυση κυριών συνιστωσών - PCA στην περιοχή μελέτης, παρατηρήθηκε πως οι κύριες περιβαλλοντικές παράμετροι οι οποίες παίζουν πρωτεύων ρόλο στα υδάτινα 131

133 συστήματα είναι τα ολικά διαλυμένα συστατικά (TDS), η αγωγιμότητα (Cond.), ο ολικός φώσφορος (TP), το ολικό άζωτο (DIN), το ph και το διαλυμένο οξυγόνο (DO), ενώ αντίθετα η θερμοκρασία (Τ) καταγράφει το μικρότερο ρόλο. Συγκεκριμένα παρατηρήθηκαν δύο μεγάλες ομαδοποιήσεις. Οι σταθμοί των εκβολών του Εύηνου (Ε1,Ε2), οι σταθμοί του άνω ρου του Αλφειού (Α9-Α12) και οι εκβολές του Α1, συσχετίζονται και ομαδοποιούνται με βάση τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) και την αγωγιμότητα (Cond.), ενώ όλοι οι υπόλοιποι σταθμοί δειγματοληψίας φάνηκε να συσχετίζονται με βάση το ph το διαλυμένο οξυγόνο (DO) και τον ολικό φώσφορο (ΤΡ). Όμως πρέπει να σημειωθεί πως καταγράφηκαν και μικρότερες ομαδοποιήσεις. Οι σταθμοί του κάτω και μέσου ρου όλων των ποταμών (Ρ1-Ρ7), (Ε3-Ε6), (Α2-Α6) και (Ν1-Ν3) συσχετίζονται με βάση το ph και το ολικό άζωτο (DIN), ενώ οι σταθμοί (Ε7-Ε14), (Ρ8-Ρ12), (Ν4-Ν8) και (Α7,Α8) συσχετίζονται κυρίως με το διαλυμένο οξυγόνο (DO) και τον ολικό φώσφορο (ΤΡ). Πίνακας 28: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Παρουσίαση των ιδιοτιμών (eigenvalues), της ποικιλότητας (%) των δεδομένων που εκφράζεται από τους άξονες της PCA και της αθροιστικής ποικιλότητας (%) Άξονες PCA Ιδιοτιμές Ποικιλότητα (%) Αθροιστική ποικιλότητα (%) PC1 0, ,99 99,99 PC2 0,0001 0, PC PC Ο πίνακας 18 παρουσιάζει τις ιδιοτιμές (eigenvalues), την ποικιλότητα και αθροιστική ποικιλότητα (%) των δεδομένων που αφορούν τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για το σύνολο των σταθμών δειγματοληψίας των περιοχών μελέτης και σχετίζονται με τους 4 άξονες της ανάλυσης PCA. Η ποικιλότητα των δεδομένων εξηγείται κατά 99,99% από τον πρώτο άξονα ενώ με και με τη χρήση του δεύτερου καταγράφηκε ερμηνεία των αποτελεσμάτων κατά 100%. Πίνακας 29: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων μεταξύ τους και με τους άξονες της PCA. Περιβαλλοντικές Παράμετροι PC1 PC2 ph -0,558-0,008 Cond. 1,000 0,006 T 0,401 0,132 D.O -0,518 0,014 TDS 1,000-0,014 DIN 0,351-0,068 TP -0,082-0,

134 Ο πίνακας 19 παρουσιάζει τη συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων με τους άξονες της ανάλυσης PCA. Με τον άξονα PC1, συσχετίστηκαν θετικά ο η αγωγιμότητα (Cond.), τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) ενώ υψηλή αρνητική συσχέτιση παρουσίασαν το ph και το διαλυμένο οξυγόνο (DO). Εικόνα 56: Γραφική απεικόνιση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης κυρίων συνιστωσών (PCA) με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για τον άνω ρου των περιοχών μελέτης Σύμφωνα με την ανάλυση κυρίων συνιστωσών για τον άνω ρου των περιοχών μελέτης, σημαντικό ρόλο παίζουν όλες οι περιβαλλοντικές παράμετροι εκτός από τον ολικό φώσφορο (ΤΡ). Όπως φαίνεται και στο γράφημα οι σταθμοί του Αλφειού καθορίζονται από τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS), την αγωγιμότητα (Cond.) και το ολικό άζωτο (DIN), ενώ οι σταθμοί των Πηνειού, Εύηνου και Νέδας καθορίζονται από το διαλυμένο οξυγόνο (DO) και το ph. Πίνακας 30: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Παρουσίαση των ιδιοτιμών (eigenvalues), της ποικιλότητας (%) των δεδομένων που εκφράζεται από τους άξονες της PCA και της αθροιστικής ποικιλότητας (%). Άξονες PCA Ιδιοτιμές Ποικιλότητα( %) Αθροιστική ποικιλότητα (%) PC1 0, ,99 99,99 PC2 0,0001 0, PC PC Ο πίνακας 20 παρουσιάζει τις ιδιοτιμές (eigenvalues), την ποικιλότητα και αθροιστική ποικιλότητα (%) των δεδομένων που αφορούν τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για τον άνω ρου των περιοχών μελέτης και σχετίζονται με τους 4 133

135 άξονες της ανάλυσης PCA. Η ποικιλότητα των δεδομένων εξηγείται κατά 99,99% μόλις από τον πρώτο άξονα. Πίνακας 31: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων μεταξύ τους και με τους άξονες της PCA. Περιβαλλοντικές Παράμετροι PC1 PC2 ph -0,8215 0,0903 Cond. 1 0,0053 T 0,4304 0,4621 D.O -0,9108-0,0251 TDS 0,9999-0,0127 DIN 0,6222 0,0161 TP 0,1569-0,24 Ο πίνακας 21 παρουσιάζει τη συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων με τους άξονες της ανάλυσης PCA. Με τον άξονα PC1, καταγράφει σημαντική θετική συσχέτιση η αγωγιμότητα (Cond.), τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) και το ολικό άζωτο (DIN) ενώ αρνητική συσχέτιση παρουσιάζει το ph και το διαλυμένο οξυγόνο (DO). Τέλος ο άξονας PC2 δεν εκτιμήθηκε καθώς δεν συνεισφέρει με σημαντικό ποσοστό στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Εικόνα 57: Γραφική απεικόνιση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης κυρίων συνιστωσών (PCA) με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για το μέσο ρου των περιοχών μελέτης το καλοκαίρι του

136 Για τους σταθμούς δειγματοληψίας στο μέσο ρου των περιοχών μελέτης το σημαντικότερο ρόλο παίζει το ολικό άζωτο (DIN), το διαλυμένο οξυγόνο (DO) η αγωγιμότητα (Cond.), τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS), η θερμοκρασία (T) και το ph. Πίνακας 32: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Παρουσίαση των ιδιοτιμών (eigenvalues), της ποικιλότητας (%) των δεδομένων που εκφράζεται από τους άξονες της PCA και της αθροιστικής ποικιλότητας (%) Άξονες PCA Ιδιοτιμές Ποικιλότητα (%) Αθροιστική ποικιλότητα (%) PC1 0, ,32 99,32 PC2 0,0064 0,64 99,96 PC3 0,0003 0,03 99,99 PC4 0,0001 0, Ο πίνακας 22 παρουσιάζει τις ιδιοτιμές (eigenvalues), την ποικιλότητα και αθροιστική ποικιλότητα (%) των δεδομένων που αφορούν τις περιβαλλοντικές παραμέτρους για το μέσο ρου των περιοχών μελέτης και σχετίζονται με τους 4 άξονες της ανάλυσης PCA. Η ποικιλότητα των δεδομένων εξηγείται κατά 99,32% ενώ το ποσοστό ερμηνείας από τους υπόλοιπους είναι πολύ μικρότερο. Πίνακας 33: Αποτελέσματα της ανάλυσης PCA των σταθμών δειγματοληψίας με βάση τις περιβαλλοντικές παραμέτρους. Συσχέτιση των περιβαλλοντικών παραμέτρων μεταξύ τους και με τους άξονες της PCA Περιβαλλοντικές Παράμετροι PC1 PC2 ph -0,155-0,6374 Cond. 0,9999-0,0057 T 0,