«Πολυκριτήρια Αξιολόγηση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και η Επίδρασή της στις Επιδόσεις των Επιχειρήσεων»

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "«Πολυκριτήρια Αξιολόγηση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και η Επίδρασή της στις Επιδόσεις των Επιχειρήσεων»"

Transcript

1 ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ ΤΜΗΜΑ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ & ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Π.Μ.Σ.: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗ ΕΡΕΥΝΑ Μεταπτυχιακή διατριβή «Πολυκριτήρια Αξιολόγηση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και η Επίδρασή της στις Επιδόσεις των Επιχειρήσεων» Παναγιωταρά Α. Ελένη - Μαρία Περιβάλλον Αγορά Επιχείρηση Ανθρώπινο δυναμικό Κοινωνία ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ: Δούμπος Μιχαήλ, Επίκ. Καθηγητής (Επιβλέπων) Ζοπουνίδης Κωνσταντίνος, Καθηγητής Γρηγορούδης Ευάγγελος, Επίκ. Καθηγητής ΧΑΝΙΑ,

2 Πολυτεχνείο Κρήτης Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής & Διοίκησης Π.Μ.Σ.: Επιχειρησιακή Έρευνα Μεταπτυχιακή διατριβή «Πολυκριτήρια Αξιολόγηση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και η Επίδρασή της στις Επιδόσεις των Επιχειρήσεων» Διατριβή που υπεβλήθη για τη μερική ικανοποίηση των απαιτήσεων για την απόκτηση Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης Υπό την Παναγιωταρά Α. Ελένη-Μαρία Διπλ. Μηχανικός Ορυκτών Πόρων Εικόνα εξώφυλλου: Βασικοί άξονες εφαρμογής της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης. Χανιά, 2012 ii

3 ΠΡΟΛΟΓΟΣ Η παρούσα μεταπτυχιακή διατριβή εκπονήθηκε στο τμήμα Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης του Πολυτεχνείου Κρήτης, στα πλαίσια του μεταπτυχιακού προγράμματος ειδίκευσης στον τομέα της Επιχειρησιακής Έρευνας, υπό την επίβλεψη του επίκουρου καθηγητή Μιχαήλ Δούμπου. Την εξεταστική επιτροπή αποτέλεσαν οι κ.κ. Κωνσταντίνος Ζοπουνίδης (καθηγητής) και Ευάγγελος Γρηγορούδης (επίκουρος καθηγητής). Το θέμα της παρούσας διατριβής είναι η «Πολυκριτήρια Αξιολόγηση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και η Επίδρασή της στις Επιδόσεις των Επιχειρήσεων». Η επιλογή του θέματος πραγματοποιήθηκε έπειτα από πρόταση του διευθύνοντος εταίρου της EuroCharity 1, κ. Μιχάλη Σπανού, λόγω της επικαιρότητας και της σημαντικότητας του ζητήματος της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στο σύγχρονο ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Για το λόγο αυτό, κρίθηκε αναγκαία η εύρεση μιας μεθόδου μέτρησης της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης ώστε να διερευνηθεί η σχέση της με την χρηματοοικονομική επίδοση των ελληνικών επιχειρήσεων. Η εταιρική κοινωνική ευθύνη αποτελεί ένα καίριο ζήτημα για τη σύγχρονη επιχειρηματική λειτουργία και μια στρατηγική επιλογή των ελληνικών επιχειρήσεων που επιθυμούν να συμβάλλουν στην αειφόρο ανάπτυξη, στην κοινωνική αλληλεγγύη και στη διασφάλιση σχέσεων εμπιστοσύνης με τα ενδιαφερόμενα μέρη, ώστε να βελτιώσουν τη μακροπρόθεσμη κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητά τους, λαμβάνοντας υπόψη κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Για την συγκέντρωση των απαιτούμενων πληροφοριών και δεδομένων της παρούσας εργασίας χρησιμοποιήθηκε υλικό από ιστοσελίδες, καθώς και ελληνική, αλλά κυρίως ξένη αρθρογραφία. Για τη μέτρηση της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες που παρέχονται στους ετήσιους απολογισμούς εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και για την επεξεργασία τους δημιουργήθηκε αλγόριθμος χρησιμοποιώντας την πολυκριτήρια μέθοδο SMAA-2. Ενώ, η οικονομική επίδοση υπολογίστηκε από τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων. 1 Η EuroCharity είναι μια εταιρεία παροχής υπηρεσιών σε θέματα που σχετίζονται με την εταιρική υπευθυνότητα, την πράσινη οικονομία, την αειφόρο ανάπτυξη και την επιχειρηματική αριστεία (http://www.eurocharity.gr). iii

4 ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους συνέβαλαν με την καθοδήγηση και την τεχνογνωσία τους τόσο στη συλλογή των δεδομένων, την επεξεργασία και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων όσο και στη συγγραφή της εργασίας αυτής. Η υλοποίησή της δεν θα ήταν επιτυχής χωρίς την βοήθεια αυτών των ανθρώπων. Ιδιαίτερα θα ήθελα να ευχαριστήσω τον επιβλέποντα καθηγητή της παρούσας εργασίας, κ. Μ. Δούμπο, για την ανάθεση του θέματος, την άριστη συνεργασία και την καθοδήγησή του σε κάθε φάση της εξέλιξης της εργασίας, καθώς επίσης για τη δημιουργία του αλγορίθμου που μου παρείχε τη δυνατότητα της επεξεργασίας των δεδομένων και της εξαγωγής των αποτελεσμάτων. Ακόμα, θα ήθελα να τον ευχαριστήσω για τις πολύτιμες γνώσεις που μου προσέφερε κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών σπουδών μου. Επίσης, ευχαριστώ θερμά τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής και συγκεκριμένα τον κ. Κ. Ζοπουνίδη και τον κ. Ε. Γρηγορούδη για την παροχή συμβουλών και τη συμβολή τους στην περάτωση της εργασίας αυτής, αξιολογώντας την. Επιπλέον, ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συνεργασία με τους ανθρώπους της εταιρείας EuroCharity. Συγκεκριμένα, θα ήθελα να απευθύνω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον διευθύνοντα εταίρο της εταιρείας, κ. Μιχάλη Σπανό, για την πρόταση αυτού του αξιόλογου και επίκαιρου θέματος, καθώς και για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου παρείχε. Επίσης, ευχαριστώ πολύ τον πρόεδρο κ. Peter Michel Heilmann και το στελεχικό δυναμικό της εταιρείας για την παροχή πληροφόρησης και το ενδιαφέρον τους για τον διαμοιρασμό των ιδεών και εμπειριών τους σχετικά με το ζήτημα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στο ελληνικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Παράλληλα, θα ήθελα να τους ευχαριστήσω για την σημαντική εμπειρία και το υλικό που απεκόμισα από τη δυνατότητα που μου παρείχαν να παρακολουθήσω το συνέδριο «Doing good: green economy, green business and the sustainability challenge» (02/10/09) και την ημερίδα με τίτλο «Social Capital Flow» και θέμα «Κοινωνικό χρηματιστήριο, εταιρική υπευθυνότητα, επιχειρηματική υπεραξία» (18/12/09). Θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στους γονείς μου και την αδερφή μου για τη διαρκή υποστήριξη και την αμέριστη συμπαράστασή τους που επέτρεψαν την επιτυχή διεκπεραίωση των σπουδών μου. Χωρίς τη δική τους βοήθεια οτιδήποτε έχω επιτύχει ως σήμερα θα ήταν ανέφικτο. Τέλος, δεν θα ήταν δυνατό να παραλείψω από τις iv

5 ευχαριστίες μου τη συμφοιτήτρια μου Ελένη Πανταζή για την άριστη συνεργασία μας που αφορούσε τη συλλογή των δεδομένων της παρούσας εργασίας, καθώς και τους φίλους και συναδέλφους μου για τα όμορφα φοιτητικά χρόνια που περάσαμε μαζί. v

6 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ... iii ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ... iv ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ... vi ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΧΗΜΑΤΩΝ... x ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ... xvi 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ - ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΕ Γενικά Βιβλιογραφική ανασκόπηση και ιστορική εξέλιξη της έννοιας ΕΚΕ Εννοιολογική προσέγγιση σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο Συγγενείς έννοιες με την ΕΚΕ Η επιχειρηματική ηθική Η ιδιότητα του εταιρικού πολίτη Η θεωρία των ενδιαφερομένων μερών Η «τριπλή βασική αρχή» Η εταιρική κοινωνική ανταπόκριση Η εταιρική κοινωνική επίδοση Η εταιρική αειφορία Η εταιρική διακυβέρνηση Η εταιρική υπευθυνότητα ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΤΗΣ ΕΚΕ Γενικά Εμπόδια για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη Κρίσιμοι παράγοντες επιτυχίας της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης Παράγοντες ανάπτυξης της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης vi

7 3.4.1 Εσωτερικοί παράγοντες Εξωτερικοί παράγοντες Οφέλη της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης Οφέλη για τις επιχειρήσεις Οφέλη για το περιβάλλον Οφέλη για την τοπική κοινότητα και την ευρύτερη κοινωνία Κόστος της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΕ Διαστάσεις της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης Η κοινωνική διάσταση Η περιβαλλοντική διάσταση Η οικονομική διάσταση Εργαλεία της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης Κοινωνικά Υπεύθυνη Διαχείριση Κώδικες δεοντολογίας Πρότυπα διαχείρισης Πρότυπα για το εργασιακό περιβάλλον Πρότυπα διαχείρισης της ποιότητας Πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης Αναφορά Κοινωνικά Υπεύθυνη Κατανάλωση Σήματα δίκαιου εμπορίου Κοινωνικά Σήματα Περιβαλλοντικά Σήματα Κοινωνικά Υπεύθυνη Επένδυση ΜΕΤΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΕ ΜΕ ΠΟΛΥΚΡΙΤΗΡΙΕΣ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ Γενικά vii

8 5.2 Βιβλιογραφική ανασκόπηση της μέτρησης της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης Σχέση της ΕΚΕ με τις Χρηματοοικονομικές Επιδόσεις Γενικά Απόψεις σχετικά με τη σχέση ΕΚΕ και Χρηματοοικονομικών Επιδόσεων Μελέτες που ερευνούν τη σχέση ΕΚΕ και Χρηματοοικονομικών Επιδόσεων Κοινωνικά Υπεύθυνη Επένδυση και Χρηματοοικονομική επίδοση Επενδύσεις σε έρευνα & ανάπτυξη και χρηματοοικονομική επίδοση Επιχειρηματική ηθική, εταιρική διακυβέρνηση και χρηματοοικονομική επίδοση Πολυκριτήριες μεθοδολογίες λήψης αποφάσεων για την αξιολόγηση της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης των επιχειρήσεων Γενικά Εφαρμογές πολυκριτήριων μεθόδων Η μέθοδος SMAA Ολική αποτίμηση των αποδοχών κατάταξης (Holistic Evaluation of Rank Acceptabilities) ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ Γενικά Δεδομένα Αποτελέσματα για την εταιρική κοινωνική επίδοση Κοινωνία Πρακτικές εργασίας & αξιοπρεπής εργασία Ανθρώπινα δικαιώματα Ευθύνη για τα προϊόντα Περιβάλλον Οικονομικά στοιχεία viii

9 6.3.7 Συνολικά αποτελέσματα Συγκριτική αξιολόγηση των εταιρικών κοινωνικών επιδόσεων ανά κλάδο Συσχέτιση της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης με την χρηματοοικονομική επίδοση των επιχειρήσεων ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Ανακεφαλαίωση Συμπεράσματα Προτάσεις ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α Κατευθυντήριες Οδηγίες G3 του GRI (Έκδοση 3.0) (www.globalreporting.org) Δείκτες Επίδοσης ΕΚΕ Δείκτες κοινωνικής επίδοσης Δείκτες περιβαλλοντικής επίδοσης Δείκτες οικονομικής επίδοσης ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β Παρουσίαση των επιχειρήσεων ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ ix

10 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΧΗΜΑΤΩΝ 2.1: Η πυραμίδα της ΕΚΕ (Carroll, 1991) : Οι τρεις ομόκεντροι κύκλοι που ορίζουν την ΕΚΕ σύμφωνα με την Επιτροπή Οικονομικής Ανάπτυξης : Ολική προσέγγιση της ΕΚΕ - Το μοντέλο PPO (European Commission, 2009) : Τα επτά βασικά θέματα της ΕΚΕ κατά το πρότυπο ISO (European Commission, 2009) : Ο καλός εταιρικός πολίτης (Ferguson, 2009) : Τα ενδιαφερόμενα μέρη μιας επιχείρησης (Lawrence, Weber, & Post, 2004) : Ο αντίκτυπος της επιχείρησης σε οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο (Andriof & Waddock, 2002) : Θέματα Κοινωνικής Υπευθυνότητας στα διεθνή επιστημονικά περιοδικά κατά τη δεκαετία (Egri & Ralston, 2008) : Οι επιρροές, τα κίνητρα και οι «καταλύτες» της δέσμευσης μιας επιχείρησης με την κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη(lynes & Andrachuk, 2008) : Κύρια επιχειρηματικά οφέλη μιας επιχείρησης από τη συστηματική διαχείριση της ΕΚΕ σύμφωνα με την άποψη στελεχών (Economist Intelligence Unit, 2007) : Βασικές συνιστώσες της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (EFQM, 2004) : Πλαίσιο GRI για την έκδοση απολογισμών αειφορίας (GRI, 2006) : Σχέση ΕΚΕ και χρηματοοικονομικής επίδοσης (Lin, Yang, & Liou, 2009) : Πρώτη και δεύτερη αποδοχή της κατάταξης σε ένα αιτιοκρατικό πρόβλημα δύο κριτηρίων και τριών εναλλακτικών με γραμμική συνάρτηση αξιών (Lahdelma & Salminen, 2001) : Μεταβάρη (metaweights) για συνδυασμό των δεικτών αποδοχής της κατάταξης (Lahdelma & Salminen, 2001) : Διαστάσεις της ΕΚΕ : Δείκτες επίδοσης για τη διάσταση της κοινωνίας x

11 6.3: Δείκτες επίδοσης για τη διάσταση των πρακτικών εργασίας και της αξιοπρεπούς εργασίας : Δείκτες επίδοσης για τη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Δείκτες επίδοσης για τη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Δείκτες επίδοσης για την περιβαλλοντική διάσταση : Δείκτες επίδοσης για την οικονομική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στη διάσταση της κοινωνίας : Κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στη διάσταση της κοινωνίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στη διάσταση της κοινωνίας : Κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στη διάσταση της κοινωνίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του τραπεζικού κλάδου στη διάσταση της κοινωνίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του κλάδου των τηλεπικοινωνιών στη διάσταση της κοινωνίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των βιομηχανιών στη διάσταση της κοινωνίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας : Κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας : Κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του τραπεζικού κλάδου στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του κλάδου των τηλεπικοινωνιών στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των βιομηχανιών στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας xi

12 6.22: Αθροιστική κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του τραπεζικού κλάδου στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του κλάδου των τηλεπικοινωνιών στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Αθροιστική κατανομή θέσεων των βιομηχανιών στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Αθροιστική κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του τραπεζικού κλάδου στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του κλάδου των τηλεπικοινωνιών στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Αθροιστική κατανομή θέσεων των βιομηχανιών στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Αθροιστική κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στην περιβαλλοντική διάσταση : Κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στην περιβαλλοντική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στην περιβαλλοντική διάσταση xii

13 6.39: Κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στην περιβαλλοντική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του τραπεζικού κλάδου στην περιβαλλοντική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του κλάδου των τηλεπικοινωνιών στην περιβαλλοντική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των βιομηχανιών στην περιβαλλοντική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στην οικονομική διάσταση : Κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στην οικονομική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στην οικονομική διάσταση : Κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα στην οικονομική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του τραπεζικού κλάδου στην οικονομική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του κλάδου των τηλεπικοινωνιών στην οικονομική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των βιομηχανιών στην οικονομική διάσταση : Αθροιστική κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους : Κατανομή θέσεων των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Coca Cola στις πέντε πρώτες θέσεις στη διάσταση της κοινωνίας : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Coca Cola στις πέντε πρώτες θέσεις στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Coca Cola στις πέντε πρώτες θέσεις στη διάσταση των πρακτικών εργασίας και της αξιοπρεπούς εργασίας : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Coca Cola στις πέντε πρώτες θέσεις στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων xiii

14 6.56: Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Πειραιώς στις πέντε πρώτες θέσεις στη διάσταση των πρακτικών εργασίας και της αξιοπρεπούς εργασίας : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Πειραιώς στις πέντε πρώτες θέσεις στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Πειραιώς στις πέντε πρώτες θέσεις στην οικονομική διάσταση : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Πειραιώς στις πέντε πρώτες θέσεις στην περιβαλλοντική διάσταση : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Εμπορικής στις πέντε πρώτες θέσεις στην διάσταση της κοινωνίας : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Εμπορικής στις πέντε πρώτες θέσεις στην διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη της Εμπορικής στις πέντε πρώτες θέσεις στην οικονομική διάσταση : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη του ΤΙΤΑΝ στις πέντε πρώτες θέσεις στην διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη του ΤΙΤΑΝ στις πέντε πρώτες θέσεις στην οικονομική διάσταση : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη του ΤΙΤΑΝ στις πέντε πρώτες θέσεις στην περιβαλλοντική διάσταση : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη του ομίλου Ελληνικά Πετρέλαια στις πέντε πρώτες θέσεις στη διάσταση της κοινωνίας : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη του ομίλου Ελληνικά Πετρέλαια στις πέντε πρώτες θέσεις στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Μέσα βάρη κριτηρίων για την κατάταξη του ομίλου Ελληνικά Πετρέλαια στις πέντε πρώτες θέσεις στη διάσταση των πρακτικών εργασίας και της αξιοπρεπούς εργασίας : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους : Κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων που ανήκουν στην τελευταία πεντάδα σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους : Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του τραπεζικού κλάδου σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους xiv

15 6.72: Αθροιστική κατανομή θέσεων των επιχειρήσεων του κλάδου των τηλεπικοινωνιών σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους : Αθροιστική κατανομή θέσεων των βιομηχανιών σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους : Δείκτης RoA για το : Δείκτης RoA για το : Δείκτης RoE για το : Δείκτης RoE για το : Δείκτης μεταβολής των πωλήσεων για το : Δείκτης μεταβολής των πωλήσεων για το xv

16 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ 2.1: Λόγοι εγκατάλειψης της έννοιας ΕΚΕ (Freeman & Liedtka, 1991) : Συνιστώσες της ΕΚΕ (Crandall, Parnell, & Spillan, 2010) : Μέτρηση της «τριπλής βασικής αρχής» (triple bottom line) (Hindle2008) : Τα πέντε βασικά σημεία της στρατηγικής της ΕΚΕ (Lockwood, 2004; IISD, 2007) : Δημιουργία κοινωνικής προστιθέμενης αξίας (Zairi & Peters, 2002) : Πιθανά οφέλη και κόστη από την εφαρμογή ΕΚΕ (Hopkins, 2004) : Οι κλάδοι των εξεταζόμενων επιχειρήσεων : Κατάταξη εταιρειών στη διάσταση της κοινωνίας : Δείκτης BRA για τις πέντε καλύτερες επιχειρήσεις στη διάσταση της κοινωνίας : Δείκτης BRA για τις πέντε χειρότερες επιχειρήσεις στη διάσταση της κοινωνίας : Κατάταξη εταιρειών στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας : Δείκτης BRA για τις πέντε καλύτερες επιχειρήσεις στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας : Δείκτης BRA για τις πέντε χειρότερες επιχειρήσεις στη διάσταση των πρακτικών εργασίας & της αξιοπρεπούς εργασίας : Κατάταξη εταιρειών στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Δείκτης BRA για τις πέντε καλύτερες επιχειρήσεις στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Δείκτης BRA για τις πέντε χειρότερες επιχειρήσεις στη διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων : Κατάταξη εταιρειών στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Δείκτης BRA για τις πέντε καλύτερες επιχειρήσεις στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Δείκτης BRA για τις πέντε χειρότερες επιχειρήσεις στη διάσταση της ευθύνης για τα προϊόντα : Κατάταξη εταιρειών στην περιβαλλοντική διάσταση xvi

17 6.15: Δείκτης BRA για τις πέντε καλύτερες επιχειρήσεις στην περιβαλλοντική διάσταση : Δείκτης BRA για τις πέντε χειρότερες επιχειρήσεις στην περιβαλλοντική διάσταση : Κατάταξη εταιρειών στην οικονομική διάσταση : Δείκτης BRA για τις πέντε καλύτερες επιχειρήσεις στην οικονομική διάσταση : Δείκτης BRA για τις πέντε χειρότερες επιχειρήσεις στην οικονομική διάσταση : Κατάταξη εταιρειών σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους στις επιμέρους διαστάσεις : Εταιρική κοινωνική επίδοση των εταιρειών στις επιμέρους διαστάσεις : Δείκτης BRA για τις πέντε καλύτερες επιχειρήσεις σύμφωνα με τη συνολική σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους : Μέσο βάρος των έξι διαστάσεων της ΕΚΕ για την κατάταξη των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στις πέντε πρώτες θέσεις : Επιδόσεις των πέντε καλύτερων επιχειρήσεων στα κριτήρια των επιμέρους διαστάσεων : Δείκτης BRA για τις πέντε χειρότερες επιχειρήσεις σύμφωνα με τη συνολική επίδοσή τους : Συγκριτική αξιολόγηση των εταιρικών κοινωνικών επιδόσεων ανά κλάδο : Χρηματοοικονομικοί δείκτες τετραετίας Β.1: COCA-COLA Τρία Έψιλον Α.Ε Β.2: ALPHA BANK Β.3: Όμιλος EUROBANK EFG Β.4: ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Β.5: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της Ελλάδος Α.Ε Β.6: ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Β.7: WIND Hellas ΑΕΒΕ Β.8: VODAFONE-ΠΑΝΑΦΟΝ Α.Ε.Ε.Τ Β.9: COSMOTE Β.10: OTE A.E Β.11: Όμιλος ΔΕΗ Α.Ε Β.12: Όμιλος TITAN Β.13: Όμιλος Italcementi Α.Ε. (ΧΑΛΥΨ) xvii

18 Β.14: ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ Β.15: ΓΕΦΥΡΑ ΡΙΟΥ - ΑΝΤΙΡΡΙΟΥ Β.16: ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε Β.17: ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ Α.Ε Β.18: S&B ΟΡΥΚΤΑ Β.19: ΧΑΛΚΟΡ Α.Ε Β.20: Αλουμίνιον της Ελλάδος Α.Β.Ε.Ε Β.21: ΜΕΤΚΑ Α.Ε Β.22: ΔΕΛΦΟΙ- ΔΙΣΤΟΜΟΝ Α.Μ.Ε Β.23: ΕΛ.Β.Ο Α.Β.Ε Β.24: ENDESA HELLAS Α.Ε Β.25: MOTOR OIL Β.26: Όμιλος ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε Β.27: ΕΛΒΑΛ Α.Ε Β.28: ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ Α.Ε Β.29: ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΖΥΘΟΠΟΙΪΑ Α.Ε Β.30: ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε Β.31: Όμιλος INTERAMERICAN Α.Ε Β.32: ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΑΣ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε Β.33: Όμιλος KLEEMANN HELLAS Α.Β.Ε.Ε Β.34: ΔΕΣΦΑ Α.Ε Β.35: Όμιλος ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ Α.Ε Β.36: ΟΠΑΠ Α.Ε Β.37: EXODUS A.E Β.38: Όμιλος ΝΗΡΕΥΣ Α.Ε Β.39: Όμιλος FRIGOGLASS Α.Β.Ε.Ε Β.40: BLUE STAR FERRIES Β.41: ΕΡΤ A.E Γ.1: Δείκτης BRA για τη διάσταση «Κοινωνία» Γ.2: Δείκτης BRA για τη διάσταση «Πρακτικές Εργασίας και Αξιοπρεπής Εργασία» Γ.3: Δείκτης BRA για τη διάσταση «Ανθρώπινα Δικαιώματα» Γ.4: Δείκτης BRA για τη διάσταση «Ευθύνη για τα Προϊόντα» Γ.5: Δείκτης BRA για τη διάσταση «Περιβάλλον» xviii

19 Γ.6: Δείκτης BRA για τη διάσταση «Οικονομικά Στοιχεία» Γ.7: Δείκτης BRA για τη Συνολική Επίδοση Γ.8: Δείκτης RAI για τη διάσταση «Κοινωνία» Γ.9: Δείκτης RAI για τη διάσταση «Πρακτικές Εργασίας και Αξιοπρεπής Εργασίας» Γ.10: Δείκτης RAI για τη διάσταση «Ανθρώπινα Δικαιώματα» Γ.11: Δείκτης RAI για τη διάσταση «Ευθύνη για τα Προϊόντα» Γ.12: Δείκτης RAI για τη διάσταση «Περιβάλλον» Γ.13: Δείκτης RAI για τη διάσταση «Οικονομικά Στοιχεία» Γ.14: Δείκτης RAI για τη Συνολική Επίδοση xix

20 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η εταιρική κοινωνική ευθύνη αναφέρεται σε ένα σύνολο εθελοντικών δράσεων που αναλαμβάνει μια επιχείρηση πέρα των όσων επιβάλλονται από τη νομοθεσία για τη στρατηγική διαχείριση και επίλυση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων που προκύπτουν από την επιχειρηματική λειτουργία, δεσμευόμενη με τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη (εργαζόμενοι, μέτοχοι, επενδυτές, πελάτες, καταναλωτές, επιχειρηματικοί συνεργάτες, ανταγωνιστές, δημόσιες αρχές, μη κυβερνητικές οργανώσεις, τοπικές κοινότητες, μέσα μαζικής επικοινωνίας, φυσικό περιβάλλον κ.λπ.). Η δέσμευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη επιτυγχάνεται όταν η επιχείρηση αφουγκράζεται και ικανοποιεί τις ανησυχίες των ατόμων και των ομάδων που επηρεάζουν και επηρεάζονται από τη λειτουργία της. Οι δράσεις αυτές αναπτύσσονται με βάση τέσσερις κύριους άξονες που αφορούν την κοινωνία, το φυσικό περιβάλλον, την αγορά και το ανθρώπινο δυναμικό μιας επιχείρησης (Σχήμα εξώφυλλου). Κάθε επιχείρηση αποτελεί αναπόσπαστο μέλος της κοινωνίας εντός της οποίας ανήκει και δραστηριοποιείται, με αποτέλεσμα η κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα να επηρεάζεται από τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες της εκάστοτε εποχής. Στο σημερινό οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον υπάρχει έντονο το θέμα της αξιοπιστίας για τον τρόπο που ασκείται η επιχειρηματική δραστηριότητα. Η σημερινή κρίση στην Ελλάδα και την παγκόσμια οικονομία έχει αλλάξει άρδην τα δεδομένα και έχει οδηγήσει τη σύγχρονη επιχειρηματική οντότητα να συνειδητοποιήσει ότι για να διαφοροποιηθεί και να επιβιώσει πρέπει να εγκαταλείψει τις παραδοσιακές αντιλήψεις σχετικά με τον τρόπο επιδίωξης του κέρδους και να στηρίξει τις αποφάσεις της σε γερές βάσεις στρατηγικής που έχουν ως στόχο την κοινωνική ευημερία. Επιπλέον, πλήθος παραγόντων όπως η παγκοσμιοποίηση, οι εξελίξεις στην τεχνολογία και τις επικοινωνίες, η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου, η απελευθέρωση των αγορών καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη διαφάνειας και λογοδοσίας, οδηγώντας τις επιχειρήσεις να επαναπροσδιορίσουν τις ευθύνες τους ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν το νέο περιβάλλον που θα διαμορφωθεί μετά την έξοδο από την οικονομική κρίση. Οι επιχειρήσεις καλούνται όχι μόνο να επιδείξουν, αλλά και να αποδείξουν έμπρακτα τον κοινωνικό ρόλο τους υιοθετώντας μια συστηματική και στρατηγική διαχείριση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης τους, ώστε να παραμείνουν βιώσιμες στο παρόν και να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία τους στο μέλλον. Η ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 1

21 διαχείριση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης βοηθά τις επιχειρήσεις να εκτιμήσουν καλύτερα το εξωτερικό περιβάλλον και να ρυθμίσουν τη λειτουργία τους σύμφωνα με κανονιστικές διατάξεις, κοινωνικές απαιτήσεις και επιθυμίες που πιθανόν να μην είχαν αντιληφθεί στο παρελθόν. Παράλληλα, με τη διαχείριση και τη μέτρηση της επίδρασής τους στην κοινωνία και το περιβάλλον, οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν την εικόνα τους και να δημιουργήσουν αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη καθώς επίσης, να αξιολογήσουν και να διαχειριστούν αποτελεσματικά τους επιχειρηματικούς κινδύνους. Το σύνολο της επιχειρηματικής κοινότητας έχει πλέον συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της ένταξης της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στην καθημερινή δραστηριότητά τους, εκδίδοντας ετήσιο κοινωνικό απολογισμό, συμμετέχοντας σε εθνικά και υπερεθνικά δίκτυα συνεργασίας επιχειρήσεων και επιχειρηματικών ενώσεων, υιοθετώντας διεθνή πρότυπα διαχείρισης της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και δείκτες κοινωνικά υπεύθυνων επιχειρήσεων. Όμως, η μέτρηση των εταιρικών επιδόσεων στην κοινωνία και το περιβάλλον δεν μπορεί να προσεγγιστεί εύκολα λόγω της ποιοτικής φύσης και της πολυδιάστατης δομής της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Συνεπώς, η δημιουργία μιας προσέγγισης που αντανακλά όλο το εύρος του οικονομικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού αντίκτυπου που προκύπτει από την επιχειρηματική λειτουργία καθίσταται αναγκαία. Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι η ανάπτυξη μεθοδολογίας πολυκριτήριας ανάλυσης που θα εφαρμοστεί σε ένα δείγμα ελληνικών επιχειρήσεων που διαχειρίζονται την εταιρική κοινωνική ευθύνη μεμονωμένα ή με προγραμματισμό (δράση σε βάθος χρόνου) προκειμένου να μετρηθεί η εταιρική κοινωνική ευθύνη τους και να διερευνηθεί η σχέση της με την χρηματοοικονομική επίδοση. Οι επιχειρήσεις θα εξεταστούν με βάση τις πληροφορίες που δημοσιοποιούν στους ετήσιους απολογισμούς εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και κατόπιν θα ταξινομηθούν από την καλύτερη στη χειρότερη με την πολυκριτήρια μέθοδο SMAA-2. Στη συνέχεια, τα οικονομικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων θα αξιολογηθούν με βάση χρηματοοικονομικούς δείκτες (απόδοση ενεργητικού, απόδοση ιδίων κεφαλαίων κ.λπ.) και θα συσχετιστούν με τις επιδόσεις τους στην κοινωνία και το περιβάλλον. Έτσι, θα είναι δυνατό να συμπεραθεί αν υπάρχει μείωση των εταιρικών εξόδων από τότε που οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν να εκδίδουν απολογισμό εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Αρχικά, στο δεύτερο κεφάλαιο της εργασίας, επιχειρείται να αποσαφηνιστεί η έννοια της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης σύμφωνα με ορισμούς που δόθηκαν από ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 2

22 ευρωπαϊκούς και διεθνείς φορείς, αλλά και από διάφορους συγγραφείς και μελετητές του πεδίου της. Παράλληλα, για την καλύτερη κατανόηση της έννοιας παρουσιάζεται η ιστορική εξέλιξή της από την στιγμή που πρωτοεμφανίστηκε ο όρος μέχρι σήμερα και διατυπώνονται οι διάφορες φιλοσοφικές προσεγγίσεις και θεωρίες, καθώς και κάποιες συγγενείς έννοιες που περιγράφουν και επεξηγούν την έννοια της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα εμπόδια που σχετίζονται με την ανάπτυξη και την εφαρμογή μιας στρατηγικής εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, καθώς και κάποιοι κρίσιμοι παράγοντες επιτυχίας που συντελούν στην αξιοπιστία μιας στρατηγικής εταιρικής κοινωνικής ευθύνης που έχει υιοθετήσει μια επιχείρηση. Επίσης, προβάλλονται οι παράγοντες που έχουν προωθήσει την ανάπτυξη της ιδέας της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Στη συνέχεια, αναλύονται τα οφέλη, αλλά και το κόστος, που προκύπτουν από την υιοθέτηση και την εφαρμογή σχετικών πρακτικών τόσο για την ίδια την επιχείρηση όσο και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και το περιβάλλον. Στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύονται οι τρεις διαστάσεις της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (κοινωνική, περιβαλλοντική και οικονομική) βάσει των οποίων μια επιχείρηση μπορεί να αναπτύξει τη στρατηγική της με στόχο την κοινωνική ευημερία, την προστασία του περιβάλλοντος και την οικονομική ευρωστία. Σύμφωνα με αυτές τις διαστάσεις διατυπώνονται οι πολιτικές και οι πρακτικές που άπτονται της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Έπειτα, περιγράφονται τα εργαλεία διαχείρισης, μέτρησης, επικοινωνίας και επιβράβευσης της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης, τα οποία κατηγοριοποιούνται σε εργαλεία κοινωνικά υπεύθυνης διαχείρισης, εργαλεία κοινωνικά υπεύθυνης κατανάλωσης και εργαλεία κοινωνικά υπεύθυνης επένδυσης. Στο πέμπτο κεφάλαιο αναλύεται εκτενώς ένα από τα οφέλη που απορρέει από την εμπλοκή των επιχειρήσεων με την εταιρική κοινωνική ευθύνη, το οποίο είναι η βελτιωμένη οικονομική επίδοση. Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι ένας από τους πειστικότερους τρόπους ενθάρρυνσης των διευθυντικών στελεχών μιας επιχείρησης να λάβουν υπόψη τους το θέμα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, είναι να πειστούν και να αποδεχτούν ότι η ενέργεια αυτή θα έχει θετικό οικονομικό αντίκτυπο. Για το λόγο αυτό, αρχικά εξετάζονται οι διάφοροι τρόποι μέτρησης της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης και στη συνέχεια, επιχειρείται να αποδειχτεί η ύπαρξη της σχέσης μεταξύ της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και της οικονομικής επίδοσης των επιχειρήσεων σύμφωνα με τη βιβλιογραφία. Στο τέλος του κεφαλαίου προβάλλονται κάποιες πολυκριτήριες μεθοδολογίες μέτρησης που έχουν εφαρμοστεί στη ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 3

23 βιβλιογραφία, καθώς επίσης επεξηγείται η πολυκριτήρια μέθοδος SMAA-2 που αναπτύχθηκε για τις ανάγκες της παρούσας εργασίας ώστε να αξιολογηθεί η εταιρική κοινωνική επίδοση των ελληνικών επιχειρήσεων που εμπλέκονται με το θέμα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Στο έκτο κεφάλαιο παρατίθενται τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης και παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της SMAA-2 για την κατάταξη των εξεταζόμενων επιχειρήσεων στις επιμέρους διαστάσεις της ΕΚΕ και συνολικά. Στη συνέχεια, η εκτιμώμενη εταιρική κοινωνική επίδοση συσχετίζεται με τη χρηματοοικονομική επίδοση των επιχειρήσεων προκειμένου να διερευνηθεί η σχέση τους. Τέλος, στο έβδομο κεφάλαιο γίνεται αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και παρουσιάζονται τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την εμπειρική ανάλυση, καθώς και οι προτάσεις για περαιτέρω μελλοντική έρευνα. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 4

24 2. ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ - ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΚΕ 2.1 Γενικά Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ΕΚΕ CSR, Corporate Social Responsibility) γνωστή και ως εταιρική υπευθυνότητα, εταιρική κοινωνική επίδοση, ιδιότητα του εταιρικού πολίτη, τριπλή προσέγγιση, εταιρική ανταπόκριση, είναι ένα από τα θέματα που βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος στο σύγχρονο επιχειρηματικό κόσμο. Παρά το γεγονός ότι η ΕΚΕ άρχισε να απασχολεί τις οικονομικές οργανώσεις περίπου από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 στην Ευρώπη και πολύ νωρίτερα στις ΗΠΑ και χρησιμοποιείται ευρέως στο δημόσιο διάλογο, δεν υπάρχει ένας διεθνώς αποδεκτός ορισμός για την περιγραφή της (ΟΚΕ, 2003). Αν και έχουν γίνει πολυάριθμες προσπάθειες ώστε να βρεθεί ένας ξεκάθαρος και αμερόληπτος ορισμός της ΕΚΕ, υπάρχει ακόμα σύγχυση ως προς τον καθορισμό της έννοιας αυτής. Ένας από τους λόγους που η ΕΚΕ δεν έχει ακόμη αποκτήσει κάποιο συγκεκριμένο και παγιωμένο ορισμό είναι ότι πρόκειται για έναν όρο που είναι αρκετά ασαφής, καθώς περικλείει μια ποικιλομορφία διαφορετικών θεμάτων όπως, βιώσιμη ανάπτυξη/ αειφορία (sustainability), εθελοντικός χαρακτήρας της ΕΚΕ και ανάπτυξη σε κοινωνικό, περιβαλλοντικό και οικονομικό επίπεδο (triple bottom line). Επίσης, βασικό χαρακτηριστικό της έννοιας αποτελεί η διαφορετικότητα που παρατηρείται στον ορισμό της ΕΚΕ από περιοχή σε περιοχή, όπως και του είδους των δράσεων που θεωρούνται κάθε φορά αναγκαίες. Η εν λόγω διαφορετικότητα συνδέεται με τη διαφορετική κουλτούρα, το διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης (αναπτυσσόμενες και βιομηχανικές χώρες), αλλά και τη διαφορετική ιστορική διαδρομή της κάθε χώρας. Αυτά τα στοιχεία συνεπάγονται και διαφορετικές προτεραιότητες των τοπικών πληθυσμών ανά περιφέρεια. Ενώ παράλληλα, κάθε επιχείρηση λειτουργεί σε διαφορετικό κλάδο, έχει διαφορετικό μέγεθος (μεγάλες πολυεθνικές, μικρομεσαίες και μικρές), διαφορετικό γεωγραφικό επίπεδο δράσης (τοπικό, εθνικό, ευρωπαϊκό, παγκόσμιο) και διαφορετική ικανότητα προσαρμογής στο κοινωνικό σύνολο μέσα στο οποίο λειτουργεί (ΕΔΕΚΕ, 2008; ΟΚΕ, 2003). Συνεπώς, το πολιτικό-πολιτιστικό-εκπαιδευτικό και εργασιακό σύστημα, το χρηματοοικονομικό περιβάλλον, η φύση της επιχείρησης, τα συστήματα συντονισμού και ελέγχου, καθώς και η δομή της αγοράς αποτελούν τους επτά βασικούς λόγους, για τους οποίους η κοινωνική ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 5

25 υπευθυνότητα διαφέρει από οργανισμό σε οργανισμό, από κλάδο σε κλάδο και από χώρα σε χώρα (Ζοπουνίδης & Μπάλλα, 2010). Αρκετοί ορισμοί τονίζουν τη δέσμευση των επιχειρήσεων σε αρχές «ηθικής» συμπεριφοράς, ωστόσο, οι περισσότεροι ορισμοί συμφωνούν πως η κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση λαμβάνει υπόψη της ζητήματα που προκύπτουν από τη λειτουργία της σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη, τα δικαιώματα και την ποιότητα ζωής των εργαζομένων και την ευρύτερη κοινωνία μέσα στην οποία δραστηριοποιείται. Μέσω της ΕΚΕ επιδιώκεται η εθελοντική αυτορρύθμιση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ώστε να εξασφαλίζεται ο σεβασμός για τα ζητήματα αυτά με τη χρήση συστημάτων διαχείρισης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, την υποστήριξη τοπικών κοινοτήτων και άλλων επωφελών κοινωνικών πρωτοβουλιών (π.χ. απασχόληση ατόμων από ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού) και τη δημιουργία ενός δίκαιου, ασφαλούς και δημιουργικού εργασιακού περιβάλλοντος (ΥπΕΚΑ, 2006). Παρόλα αυτά, υπάρχουν τρεις προσεγγίσεις του ορισμού της ΕΚΕ (Ζοπουνίδης & Μπάλλα, 2010): Η σκεπτικιστική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η αφομοίωση οδηγιών κοινωνικής υπευθυνότητας έρχεται σε αντίθεση με την ελευθερία της εταιρείας να ακολουθήσει τη δική της στρατηγική. Αντιμετωπίζει δηλαδή επιφυλακτικά την εφαρμογή της ΕΚΕ. Η «ουτοπική προσέγγιση» και αναφέρει ότι η κάθε εταιρεία ενδιαφέρεται τόσο για την ικανοποίηση των μετόχων όσο και για τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη. Η επιχειρηματική κοινότητα έχει μια ευρύτερη υποχρέωση, ηθική και νομική, να υπερασπίζεται και να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ρεαλιστική προσέγγιση που αναφέρει ότι η εταιρεία οφείλει να διακυβερνάται με ακεραιότητα, να εκπληρώνει τις αποστολές της και να πορεύεται ανάλογα με τις αξίες και τις δεσμεύσεις της απέναντι στους ενδιαφερόμενούς της. 2.2 Βιβλιογραφική ανασκόπηση και ιστορική εξέλιξη της έννοιας ΕΚΕ Πολλοί είναι οι ορισμοί που έχουν αποδοθεί κατά καιρούς στην έννοια της ΕΚΕ από πλήθος αναγνωρισμένων διεθνών φορέων και οργανισμών, καθώς και πηγές προερχόμενες από τη διεθνή βιβλιογραφία και αρθρογραφία. Για παράδειγμα, ο Carroll (1999) αναλύει 25 διαφορετικούς ορισμούς ΕΚΕ, σε ένα άρθρο του με βάση τη ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 6

26 βιβλιογραφία (Godfrey & Hatch, 2006; Carroll, 1999). Κάποιοι από αυτούς παρουσιάζονται ακολούθως, ορίζοντας το σύνολο των στοιχείων και των χαρακτηριστικών της. Η πρώτη περιεκτική προσέγγιση για την ΕΚΕ έγινε από τον επιχειρηματία Bowen (1953), ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως ο πατέρας της ΕΚΕ. Ο ορισμός του αναφέρεται στις υποχρεώσεις των επιχειρηματιών να ακολουθούν πολιτικές, να λαμβάνουν αποφάσεις και να λειτουργούν με τρόπο που να είναι συμβατός με τους στόχους και τις αξίες της κοινωνίας. Ο Bowen αντιλαμβανόταν την ΕΚΕ ως μέρος του ευρύτερου οράματός του για μια καλύτερη Αμερικάνικη κοινωνία στην οποία οι οικονομικοί και κοινωνικοί στόχοι αλληλενισχύονται (Lee, 2008; Carroll, 1999). Σύμφωνα με την άποψη του Davis (1960), η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων ορίζεται ως αποφάσεις επιχειρηματιών και δράσεις που λαμβάνονται, εν μέρει, πέρα από το άμεσο οικονομικό ή τεχνολογικό ενδιαφέρον της επιχείρησης. Αργότερα, οι Eells & Walton (1961) όρισαν ότι η ΕΚΕ αναφέρεται σε θέματα τα οποία προκύπτουν όταν οι επιχειρήσεις δίνουν έμφαση σε θέματα κοινωνικού ενδιαφέροντος και γενικά σε αξίες που πρέπει να διέπουν τη σχέση εταιρείας και κοινωνίας (Carroll, 1991). Η διαφωνία σχετικά με την έννοια της ΕΚΕ εμφανίστηκε το 1962, όταν ο Friedman αντιτάχθηκε της ΕΚΕ, ισχυριζόμενος ότι το δόγμα της κοινωνικής ευθύνης είναι «κυρίως υπονομευτικό», διατυπώνοντας ότι «λίγες τάσεις θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τόσο εκτενώς τα αληθινά θεμέλια της ελεύθερης κοινωνίας μας, όπως η αποδοχή από τις επιχειρήσεις μιας κοινωνικής ευθύνης άλλης από τη μεγιστοποίηση όσο το δυνατό του πλούτου των μετόχων τους». Συνεπώς, κατά τον Friedman κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων αποτελεί η αύξηση των κερδών της. Ο McGuire (1963) αναγνώρισε την προτεραιότητα της οικονομικής άποψης, αλλά παράλληλα διεύρυνε τις κοινωνικές ευθύνες των επιχειρήσεων λέγοντας ότι «η ιδέα των κοινωνικών ευθυνών υποθέτει ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν μόνο οικονομικές και νομικές υποχρεώσεις, αλλά και κάποιες προκαθορισμένες ευθύνες προς την κοινωνία που εκτείνονται πέρα από αυτές τις υποχρεώσεις» (Carroll, 1979). Τη δεκαετία του 1970, οι ορισμοί της ΕΚΕ πολλαπλασιάζονται και συγκεκριμενοποιούνται. Επίσης, όροι όπως η Εταιρική Κοινωνική Ανταπόκριση (Corporate Social Responsiveness) και η Εταιρική Κοινωνική Επίδοση (Corporate Social Performance) χρησιμοποιούνται ευρέως (Valor, 2005). Ο λόγος για τον οποίο το ενδιαφέρον διαφόρων ερευνητών στράφηκε από την κοινωνική ευθύνη προς την κοινωνική ανταπόκριση ήταν ότι η ευθύνη εστιάζεται αποκλειστικά στην ιδέα των ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 7

27 επιχειρηματικών υποχρεώσεων και κινήτρων και ότι οι δράσεις και οι επιδόσεις παραβλέπονταν. Έτσι, προέκυψε το κίνημα που υπερασπιζόταν την έννοια της κοινωνικής ανταπόκρισης, η οποία δίνει έμφαση στις δράσεις, τα προληπτικά μέτρα και την υλοποίηση ενός κοινωνικού ρόλου των εταιρειών (Carroll, 1991). Οι μελετητές οι οποίοι εισήγαγαν την έννοια της κοινωνικής ανταπόκρισης είναι οι Eilbirt & Parket (1973), ο Sethi (1975) και οι Ackerman & Bauer (1976). Οι Eilbirt & (1973) θεωρούν ότι ο καλύτερος τρόπος για την κατανόηση της κοινωνικής ευθύνης έγκειται στη σκέψη της «καλής γειτονίας» (good neighborliness). Η έννοια αυτή αποτελείται από δύο φάσεις, η μια αφορά τη δραστηριότητα που δεν καταστρέφει τη γειτονιά και η άλλη, την εθελοντική ανάληψη του καθήκοντος για τη βοήθεια στην επίλυση γειτονικών προβλημάτων. Συγκεκριμένα, διατυπώνουν ότι κοινωνική ευθύνη σημαίνει την υποχρέωση για ενεργό ρόλο μιας επιχείρησης στη λύση των ευρύτερων κοινωνικών προβλημάτων, όπως είναι φυλετικές διακρίσεις, ρύπανση, μέσα μεταφοράς ή αστική αλλοίωση (Eilbirt & Parket, 1973). Αργότερα, οι Ackerman & Bauer (1976) κριτίκαραν την έκφραση «κοινωνική ευθύνη» υποστηρίζοντας ότι η δευτερεύουσα ερμηνεία της «ευθύνης» έγκειται στη διαδικασία ανάληψης μιας υποχρέωσης/ καθήκοντος, κάτι το οποίο δίνει έμφαση στο κίνητρο παρά στην επίδοση. Εμβαθύνοντας περισσότερο, πιστεύουν ότι τέτοιο κίνητρο δεν είναι αρκετό λόγω του ότι η ανταπόκριση μιας επιχείρησης στις κοινωνικές απαιτήσεις είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απόφαση για το τι θα κάνει. Σε αυτό το σημείο υπάρχει το διοικητικό θέμα της «δράσης βάσει της απόφασης κάποιου» (doing what one has decided). Σε παρόμοια πλαίσια, ο Sethi (1975) παραθέτει ένα διάγραμμα τριών καταστάσεων όπου ταξινομεί την υιοθέτηση της εταιρικής συμπεριφοράς προς τις κοινωνικές ανάγκες ως: (1) κοινωνική υποχρέωση, (2) κοινωνική ευθύνη, (3) κοινωνική ανταπόκριση. Η κοινωνική υποχρέωση περιλαμβάνει την εταιρική συμπεριφορά σε σχέση με τις πιέσεις της αγοράς ή τους νομικούς περιορισμούς. Η κοινωνική ευθύνη σημαίνει την ανάπτυξη της εταιρικής συμπεριφοράς ως ένα επίπεδο όπου κυριαρχούν οι κοινωνικοί κανόνες, αξίες και προσδοκίες. Ενώ, η κοινωνική ανταπόκριση ανταποκρίνεται στην υιοθέτηση εταιρικής συμπεριφοράς προς τις κοινωνικές ανάγκες, η οποία περικλείει όχι τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές πιέσεις, αλλά το είδος του μακροπρόθεσμου ρόλου τους σε ένα δυναμικό κοινωνικό σύστημα. Συνεπώς, η επιχείρηση θα πρέπει να προβλέπει και να προλαμβάνει (Carroll, 1979). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 8

28 Παράλληλα, υπήρχε και το θέμα της εναρμόνισης του οικονομικού με του κοινωνικού προσανατολισμού των εταιρειών. Ο όρος εταιρική κοινωνική επίδοση εμφανίζεται ως μια περιεκτική και παγκόσμια αποδεκτή ιδέα που εμπεριέχει την εταιρική κοινωνική ευθύνη, κοινωνική ανταπόκριση και όλο το φάσμα των κοινωνικά υπεύθυνων δράσεων που αναλαμβάνονται από τις επιχειρήσεις. Η εστίαση στην κοινωνική επίδοση δίνει έμφαση στις εταιρικές δράσεις και την εκπλήρωση κοινωνικών στόχων. Προς αυτή την κατεύθυνση δόθηκε ένας αναλυτικός ορισμός από τον Carroll (1979), ο οποίος υποστήριξε ότι οι επιχειρήσεις δεν έχουν μόνο οικονομικές και νομικές υποχρεώσεις αλλά και ηθικές και προαιρετικές (εθελοντικές). Έτσι, κατά τον Carroll η κοινωνική ευθύνη της επιχείρησης συγκροτείται από τέσσερα είδη κοινωνικών υποχρεώσεων, οι οποίες μπορούν να απεικονιστούν ως μια πυραμίδα, τη λεγόμενη Πυραμίδα της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (Σχήμα 2.1): Βάση της πυραμίδας αποτελεί η οικονομική ευθύνη μιας εταιρείας στην οποία στηρίζονται όλες οι άλλες ευθύνες. Όπως αναφέρεται, η εταιρεία είναι πρωταρχικά μια οικονομική οντότητα της οποίας η ίδια η ύπαρξη συνεπάγεται τη δημιουργία κέρδους. Ακολουθούν οι νομικές υποχρεώσεις μιας επιχείρησης γιατί για να λειτουργήσει ένας οποιοσδήποτε οργανισμός θα πρέπει να υπακούσει στις προσταγές των θεσπισμένων νόμων που διέπουν την ομαλή λειτουργία της επιχειρηματικής ζωής. Έπονται οι ηθικές, οι οποίες αναφέρονται στους άγραφους εκείνους νόμους ηθικής συμπεριφοράς που διέπουν τις εκάστοτε κοινωνικές ομάδες μέσα στις οποίες δραστηριοποιείται μια επιχείρηση. Περιλαμβάνουν εκείνες τις δραστηριότητες και πρακτικές που προσδοκόνται ή απαγορεύονται από την κοινωνία, ακόμα κι αν δεν κωδικοποιούνται στο νόμο. Τέλος, στην κορυφή της πυραμίδας του Carroll βρίσκεται η ευθύνη μιας επιχείρησης να προσφέρει εθελοντικά στο κοινωνικό σύνολο υπό μορφή φιλανθρωπικών συνεισφορών. Η ευθύνη αυτή είναι η ανώτερη από όλες γιατί είναι προαιρετική και δεν προστάζεται παρά μόνο από το ηθικό υπόβαθρο των μονάδων που απαρτίζουν το ανθρώπινο δυναμικό μιας εταιρείας. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα μεταξύ των εθελοντικών και των ηθικών ευθυνών είναι ότι οι πρώτες δεν αναμένονται υπό μια δεοντολογική ή ηθική έννοια (Carroll, 1991). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 9

29 Εθελοντικές Ηθικές Νομικές Οικονομικές Σχήμα 2.1: Η πυραμίδα της ΕΚΕ (Carroll, 1991). Το 1971 η Επιτροπή Οικονομικής Ανάπτυξης (Committee for Economic Development), οργανισμός αποτελούμενος από περίπου 200 επιχειρηματίες και ακαδημαϊκούς, εξέδωσε ένα κείμενο με τίτλο The Social Responsibility of Business Corporations το οποίο προσέφερε σημαντικά στην ιδέα της ΕΚΕ. Σε αυτό το κείμενο έγινε προσπάθεια περιγραφής της ΕΚΕ και χρησιμοποιήθηκε η προσέγγιση «τριών ομόκεντρων κύκλων» (Σχήμα 2.2): Ο εσωτερικός κύκλος περιλαμβάνει τις βασικές οικονομικές ευθύνες για την επαρκή εκτέλεση της οικονομικής λειτουργίας, όπως την παραγωγή προϊόντων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την οικονομική ανάπτυξη. Ο ενδιάμεσος κύκλος περιέχει την ευθύνη για την οικονομική λειτουργία με ευαισθητοποίηση ως προς τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές αξίες και προτεραιότητες (π.χ. σε σχέση με την προστασία και τη διατήρηση του περιβάλλοντος, την πρόσληψη εργαζομένων και τις εργασιακές σχέσεις, τις προσδοκίες των πελατών για πληροφόρηση, τη δίκαιη μεταχείριση και την προστασία από τραυματισμούς των εργαζομένων). Ο εξωτερικός κύκλος περικλείει όλες τις νέο-εμφανιζόμενες και ακόμα άμορφες ευθύνες, για τα δεδομένα της συγκεκριμένης περιόδου, τις οποίες οι επιχειρήσεις πρέπει να αναλάβουν για να εμπλακούν ευρέως στην ενεργή βελτίωση του κοινωνικού περιβάλλοντος (όπως φτώχεια και καταστροφή των αστικών περιοχών) (Committee for Economic Development, 1971; Carroll, 1999). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 10

30 Ευθύνη για τη βελτίωση της κοινωνίας Ευθύνη για την λειτουργία της εταιρείας Βασικές οικονομικές ευθύνες Σχήμα 2.2: Οι τρεις ομόκεντροι κύκλοι που ορίζουν την ΕΚΕ σύμφωνα με την Επιτροπή Οικονομικής Ανάπτυξης. Τη δεκαετία του 1980, το ενδιαφέρον στράφηκε προς την εμπειρική ανάλυση της έννοιας και την έρευνα των πιθανών οφελών για τις εταιρείες που εμπλέκονται με δραστηριότητες ΕΚΕ (Valor, 2005; Carroll, 1999). Επίσης, η συζήτηση σχετικά με την ΕΚΕ εξελίχθηκε από την εταιρική κοινωνική ανταπόκριση σε υπευθυνότητα και εντιμότητα. Έτσι, ο Frederick (1986) ερμήνευσε την έννοια της ΕΚΕ ως την ικανότητα μιας επιχείρησης να δρα με εντιμότητα και να σχετίζει τις πρακτικές και τα μελλοντικά σχέδια της με μια κουλτούρα ηθικής που εμπεριέχει τις πιο βασικές ηθικές αρχές του ανθρώπινου γένους. Συνεπώς, η ουσία της ΕΚΕ είναι μια ισχυρή αλληλεξάρτηση της επιχείρησης και της κοινωνίας (Heath & Ni, 2008). Παράλληλα, αυτή την περίοδο, εισήχθη στη συζήτηση η έννοια των ενδιαφερομένων μερών 2, η οποία αποτελεί ένα από τα βασικά θέματα που περικλείει η έννοια της ΕΚΕ, καθώς η μία συμπληρώνει και ενισχύει την άλλη. Αν και υπάρχουν παλαιότερες αναφορές στην έννοια των ενδιαφερομένων μερών, το βιβλίο του Freeman αποτέλεσε ορόσημο που προκάλεσε τον προβληματισμό σχετικά με αυτό το θέμα. Αρχικά, είχε οριστεί, σε μια έκθεση του Ιδρύματος ερευνών του Στάφορντ (Stanford Research Institute) (1963), ως «τις ομάδες, χωρίς τη στήριξη των οποίων ένας οργανισμός θα παύσει να λειτουργεί». Ο Freeman (1984) επέκτεινε αυτό τον ορισμό διατυπώνοντας ότι πρόκειται για «κάθε ομάδα ή άτομο που επηρεάζει ή επηρεάζεται από την λειτουργία μιας επιχείρησης» (Valor, 2005). Αυτή την περίοδο, ο Jones (1980) όρισε την ΕΚΕ ως την ιδέα που θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση προς διάφορες ομάδες της κοινωνίας, εκτός από τους 2 βλέπε αναλυτικότερα στην ακόλουθη ενότητα ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 11

31 μετόχους (stockholders) και η οποία είναι πέρα από τα όσα διατάσσονται από τη νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις. Όπως είναι προφανές, η βασική ιδέα αυτού του ορισμού είναι τα ενδιαφερόμενα μέρη μιας επιχείρησης (Jones, Wicks, & Freeman, 2002). Τη δεκαετία του 1990, οι μελετητές εισήγαγαν ένα νέο όρο: την «ιδιότητα του εταιρικού πολίτη» (corporate citizenship) 3, ο οποίος αντικατέστησε τον όρο της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης (Andriof & Waddock, 2002). Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε για να «συνδέσει την επιχειρηματική δραστηριότητα με την ευρύτερη κοινωνική λογοδοσία και την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος», ενισχύοντας την άποψη ότι μια επιχείρηση είναι μια οντότητα που έχει θέση ισοδύναμη με αυτή του ανθρώπου. Ακόμα συνυπάρχει και πλησιάζει την έννοια των ενδιαφερομένων μερών (Valor, 2005), αφού σαν όρος αφορά τη διαχείριση του συνόλου των σχέσεων μιας επιχείρησης με τις κοινότητες στις οποίες δραστηριοποιείται, σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2001). Οι Freeman & Liedtka δημοσίευσαν το 1991 μια εργασία, η οποία προσεγγίζει επικριτικά την έννοια της ΕΚΕ και ασπάζονται την άποψη του Friedman (1962) Σε αυτή την εργασία δηλώνουν ότι η ιδέα της ΕΚΕ απέτυχε στη συμβολή για τη δημιουργία της καλής κοινωνίας και διατυπώνουν επτά λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η εγκατάλειψή της (Πίνακας 2.1) (Freeman & Liedtka, 1991). Πίνακας 2.1: Λόγοι εγκατάλειψης της έννοιας ΕΚΕ (Freeman & Liedtka, 1991). Λόγοι εγκατάλειψης της έννοιας ΕΚΕ 1. Η προέλευση της έννοιας είναι ύποπτη, αφού προέρχεται από τον κλάδο των οικονομικών και δεν εμπεριέχει μεταξύ άλλων, την ιστορία, τη θρησκεία και τον πολιτισμό. 2. Τα διάφορα μοντέλα της ΕΚΕ εμπεριέχουν την άποψη του Friedman που θεωρεί ότι οι εταιρείες πρέπει μόνο να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους. 3. Η ΕΚΕ δέχεται το κοινό ρητό των επιχειρήσεων «καπιταλισμός: αγάπα τον ή εγκατέλειψε τον». 4. Η φύση της ΕΚΕ είναι συντηρητική- ξεκινά με την αντιληπτή γνώση και μετά προσπαθεί να «διορθώσει» τις ακούσιες συνέπειες. 5. Η ΕΚΕ προωθεί την αναρμοδιότητα οδηγώντας τους διευθυντές να εμπλακούν σε πεδία που δεν γνωρίζουν- που είναι, γιατρειά της κοινωνίας από αρρώστιες. 6. Η ΕΚΕ ασπάζεται την άποψη της «επιχείρησης και κοινωνίας» ως ξεχωριστές έννοιες που κάθε μία έχει μια ξεχωριστή ηθική που συνδέεται με ένα σύνολο ευθυνών. 7. Η έννοια των δικαιωμάτων και ευθυνών είναι από μόνη της περιοριστική και συχνά άσχετη με την ιδέα που έχουν οι διευθυντές. 3 βλέπε αναλυτικότερα στην ακόλουθη ενότητα ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 12

32 Την ίδια περίοδο, η Wood (1991) διατύπωσε ότι η βασική ιδέα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης είναι ότι η επιχείρηση και η κοινωνία συνδέονται άμεσα μεταξύ τους και δεν αποτελούν χωριστές οντότητες, καθώς η κοινωνία προσδοκά μια κατάλληλη εταιρική συμπεριφορά σε συνδυασμό με τα αποτελέσματά της (Wood, 1991; European Commission, 2009). Επίσης, η Wood ανέπτυξε ένα τρισδιάστατο μοντέλο βασισμένο στην προσέγγιση του Carroll σχετικά με την εταιρική κοινωνική επίδοση, το λεγόμενο PPO model (Principles, Processes, Outcomes), το οποίο προσεγγίζει ολικά την έννοια της ΕΚΕ και περιλαμβάνει (Σχήμα 2.3): 1. Τις αρχές σε θεσμικό, οργανωτικό και ατομικό επίπεδο (legitimacy, public responsibility, managerial discretion) και τα κίνητρα ΕΚΕ. Στο θεσμικό επίπεδο επιζητείται η νομιμότητα και η άδεια λειτουργίας. Στο οργανωτικό επίπεδο, η κύρια αρχή είναι η λογοδοσία και η διαφάνεια προς την κοινωνία, ενώ στο ατομικό είναι τα κύρια προσωπικά κίνητρα της ομάδας που διοικεί την επιχείρηση. 2. Τις εσωτερικές διαδικασίες που περιλαμβάνουν την ΕΚΕ στην στρατηγική λήψη αποφάσεων (αποτίμηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος όπως ονομάστηκε από την Wood), τη διαχείριση των ενδιαφερομένων μερών και των ζητημάτων της ΕΚΕ όπως το περιβάλλον, τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.λπ. (stakeholder management, strategic assessment, issues management). 3. Τα εταιρικά κοινωνικά αποτελέσματα (social impacts, social programs, social policies) και την έκβαση της εταιρικής συμπεριφοράς. Οι πολιτικές ΕΚΕ των επιχειρήσεων είναι αποτελέσματα, αλλά από μόνες τους δεν μπορούν να προκαλέσουν αντίκτυπο. Προκειμένου να επιτευχθεί κοινωνικός αντίκτυπος πρέπει να εφαρμοστούν ειδικά προγράμματα ΕΚΕ (European Commission, 2009). Αργότερα, ο Andrews (1998) 4 διατύπωσε ότι ΕΚΕ είναι «η ευφυής και αντικειμενική ανησυχία για την ευημερία της κοινωνίας που περιορίζει τη μεμονωμένη και εταιρική συμπεριφορά από τις καταστρεπτικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από το πόσο άμεσα κερδοφόρες είναι, και οδηγεί σε θετικές συνεισφορές στην ανθρώπινη βελτίωση» (Lantos, 2001). Κατά την άποψη των Bloom & Gundlach (2001), η ΕΚΕ αναφέρεται στις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τα ενδιαφερόμενα μέρη της- τους ανθρώπους που επηρεάζονται από τις εταιρικές πολιτικές και πρακτικές της. Αυτές οι 4 Kenneth R. Andrews, quoted in L.M. Hartman, Perspectives in Business Ethics (Boston: Irwin McGraw- Hill, 1998), 1998, p ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 13

33 υποχρεώσεις υπερβαίνουν τις νομικές απαιτήσεις και τα καθήκοντα της επιχείρησης προς τους μετόχους της (shareholders). Η εκπλήρωση αυτών των υποχρεώσεων πρόκειται να ελαχιστοποιήσει οποιαδήποτε ζημιά και να μεγιστοποιήσει το μακροπρόθεσμο ευεργετικό αντίκτυπο της εταιρείας στην κοινωνία (Bloom & Gundlach, 2001, p. 141; Lantos, 2001). Σχήμα 2.3: Ολική προσέγγιση της ΕΚΕ - Το μοντέλο PPO (European Commission, 2009). Ο Lantos (2001), υπερασπιζόμενος τις προσεγγίσεις των Andrews (1998), Bloom & Gundlach (2001), διατύπωσε ότι η ΕΚΕ συνεπάγεται την υποχρέωση που πηγάζει από το «κοινωνικό συμβόλαιο» (social contract) μεταξύ επιχείρησης και κοινωνίας για τις εταιρείες ώστε να ανταποκρίνονται στις μακροπρόθεσμες ανάγκες και απαιτήσεις της κοινωνίας, βελτιστοποιώντας τα θετικά αποτελέσματα και ελαχιστοποιώντας τις αρνητικές επιδράσεις των δράσεων τους στην κοινωνία. Εστιάζει στην ελαχιστοποίηση των ζημιών (ηθική ΕΚΕ) και την προώθηση οφελών για την κοινωνία (αλτρουιστική ΕΚΕ όταν η εταιρεία δεν ωφελείται αμοιβαία ή στρατηγική ΕΚΕ όταν η διοίκηση της εταιρείας σχεδιάζει να ωφεληθεί) (Lantos, 2001). Σύμφωνα με την άποψη των Post et al. (2002), η ΕΚΕ υπερασπίζεται ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να βρουν κοινωνικά οφέλη για την κοινωνία όπως και οικονομικά οφέλη για την επιχείρηση. Σε μια μεταγενέστερη εργασία των Carroll & Buchholtz (2003), επαναπροσδιόρισαν ότι η ΕΚΕ αποτελείται από τέσσερα είδη υποχρεώσεων (οικονομικές, νομικές, ηθικές και φιλανθρωπικές) (Πίνακας 2.2) και διατύπωσαν ότι οι ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 14

34 τρεις από αυτές οικονομική, ηθική και νομική ευθύνη συνδέονται στενά με την επιχειρηματική ηθική. Επίσης, ανέφεραν ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να ικανοποιούν την οικονομική τους υποχρέωση με τέτοιο τρόπο που να είναι κερδοφόρες ενώ λειτουργούν στα πλαίσια του νόμου (Crandall, Parnell, & Spillan, 2010). Συνιστώσες ΕΚΕ Οικονομική Νομική Ηθική Φιλανθρωπική Πίνακας 2.2: Συνιστώσες της ΕΚΕ (Crandall, Parnell, & Spillan, 2010). Βασική Σκέψη για την Κατανόηση Να είσαι κερδοφόρος Να υπακούς στον νόμο Να αποφεύγεις τις αμφισβητούμενες πρακτικές Να είσαι καλός εταιρικός πολίτης Υλοποίηση Μεγιστοποίησε τα έσοδα Μείωσε τις δαπάνες Μεγιστοποίησε τα κέρδη Αύξησε την ευημερία των μετόχων Τήρησε όλους τους νομικούς κανονισμούς Υποστήριξε τα βιομηχανικά πρότυπα Υπερασπίσου όλους τους όρους των συμβολαίων και εγγυήσεων Κάνε πέρα από αυτό που προστάζει ο νόμος υπακούοντας όμως τον νόμο Απέφυγε τις πρακτικές που μπορεί να είναι ύποπτες, ακόμα και αν είναι νόμιμες Κάνε το σωστό και να είσαι έντιμος και δίκαιος Συνείσφερε χρηματικά τα ενδιαφερόμενα μέρη της κοινωνίας Γίνε καλός πολίτης της κοινωνίας κάνοντάς τη καλύτερη Ψάξε για τρόπους υποστήριξης της εκπαίδευσης, της υγείας και ανθρωπίνων υπηρεσιών και των τεχνών Ο Hopkins (2004) συμπεριλαμβάνει την οικονομική άποψη στον ορισμό του, θεωρώντας ότι η οικονομική μελέτη είναι μια «κοινωνική» επιστήμη που περιγράφει χρηματοοικονομικές απόψεις. Άρα, ο όρος «κοινωνική» περιλαμβάνει την οικονομική ευθύνη ως έννοια. Ακόμη, στον ορισμό του συμπεριλαμβάνει το περιβάλλον, το οποίο αποτελεί το τρίτο μέρος της τριπλής προσέγγισης (triple bottom line), θεωρώντας το ως ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη μιας εταιρείας. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ΕΚΕ είναι να φέρεσαι με ηθικό ή υπεύθυνο τρόπο στα ενδιαφερόμενα μέρη, τα οποία υπάρχουν εντός και εκτός μιας εταιρείας. Ο όρος «ηθικός ή υπεύθυνος» εννοεί την αντιμετώπιση των ενδιαφερομένων μερών με τέτοιο τρόπο που θεωρείται αποδεκτός από ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 15

35 μια πολιτισμένη κοινωνία. Τέλος, υποστηρίζει ότι ο ευρύτερος στόχος μιας επιχείρησης είναι η δημιουργία όλο και υψηλότερων επιπέδων διαβίωσης για τους ανθρώπους εντός και εκτός αυτής, διασφαλίζοντας παράλληλα την κερδοφορία της (Hopkins, 2004). Οι Kotler & Lee (2005) όρισαν την ΕΚΕ ως «μια δέσμευση των επιχειρήσεων για βελτίωση της κοινωνικής ευημερίας μέσω εθελοντικών πρακτικών και συνεισφορών από τους εταιρικούς πόρους». Όπως πρότεινε ο Rawlins (2005), η ΕΚΕ εμπίπτει στην έννοια της φράσης «doing well by doing good» που σημαίνει ότι η επιχείρηση με υψηλή ΕΚΕ είναι εργοδότης επιλογής (έχοντας άριστο χώρο εργασίας), γείτονας επιλογής (η κοινότητα στην οποία ασκεί τις δραστηριότητές της είναι ευχαριστημένη που λειτουργεί εκεί) και πωλητής επιλογής (αποφεύγοντας τον κακό σχεδιασμό των προϊόντων και λαμβάνοντας υπόψη τα θέματα ασφαλείας των προϊόντων δίνοντας αξία στα προϊόντα). Έτσι, συμπληρώνει ότι η πραγματική πρόκληση για μια επιχείρηση είναι η υπευθυνότητά της πέρα από τα οικονομικά καθήκοντα (Heath & Ni, 2008). Οι Werther & Chandler (2006) διατυπώνουν ότι η ΕΚΕ αφορά την άποψη της επιχείρησης και του ρόλου της στην κοινωνία που θεωρεί μια ευθύνη των εταιρειών να επιδιώκουν στόχους σε συνδυασμό με τη μεγιστοποίηση κέρδους και μια ευθύνη των ενδιαφερομένων μερών της εταιρείας να την κρατούν υπεύθυνη και υπόλογη για τις δράσεις της. Ακόμα, θεωρούν ότι η ΕΚΕ ορίζει την κοινωνία με την ευρύτερη έννοια και σε πολλά επίπεδα, ώστε να περιλαμβάνει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και τις ομάδες που έχουν ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την επιχειρηματική λειτουργία. Τέλος, αναφέρουν ότι η ΕΚΕ είναι μια ρευστή έννοια που αναφέρεται στα «μέσα» και το «τέλος». Δηλαδή, τον τρόπο με τον οποίο μια εταιρεία διανέμει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της στις αγορές (μέσα) που είναι και ο τρόπος για να διατηρήσει τη νομιμότητα των δράσεων της στην ευρύτερη κοινωνία φέρνοντας στο προσκήνιο τις ανησυχίες των ενδιαφερομένων μερών της (τέλος) (Werther & Chandler, 2006). Οι Hohnen & Potts (2007) αναφέρουν ότι η ΕΚΕ είναι ο τρόπος με τον οποίο οι εταιρείες ενσωματώνουν τις κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές ανησυχίες στις αξίες τους, τον πολιτισμό τους, τη λήψη αποφάσεων, τη στρατηγική και τις διαδικασίες λειτουργίας τους κατά τρόπο διαφανή και υπεύθυνο. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι εταιρείες καθιερώνουν καλύτερες πρακτικές μέσα στην εταιρεία, δημιουργούν τον πλούτο και βελτιώνουν την κοινωνία. Αυτές οι συνιστώσες της ΕΚΕ συχνά αλληλοσυνδέονται και αλληλοεξαρτώνται και εφαρμόζονται σε οποιοδήποτε μέρος οι εταιρείες δραστηριοποιούνται (Hohnen & Potts, 2007). Ενώ, οι Basu & Palazzo (2008) απέδειξαν ότι η ΕΚΕ είναι η διαδικασία σύμφωνα με την οποία οι managers μίας επιχείρησης ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 16

36 ενδιαφέρονται για τις σχέσεις τους με τα ενδιαφερόμενα μέρη και τον ρόλο τους για το κοινό καλό, σε συνδυασμό με την συμπεριφορά τους που αφορά την εκπλήρωση και επίτευξη αυτού του ρόλου και των σχέσεων (Heath & Ni, 2008). 2.3 Εννοιολογική προσέγγιση σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο Σε διεθνές επίπεδο, πολλοί φορείς που δραστηριοποιούνται σε θέματα ΕΚΕ προσπαθούν να οριοθετήσουν την έννοια αυτή. Στους πιο σημαντικούς συγκαταλέγεται το Διεθνές Επιχειρηματικό Συμβούλιο για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (ΔΕΣΒΑ, WBCSD- World Business Council for Sustainable Development), ένας συνασπισμός περίπου 200 επιχειρήσεων-μελών από 20 βασικούς βιομηχανικούς κλάδους σε 35 χώρες. Οι επιχειρήσεις αυτές δεσμεύονται με τη βιώσιμη ανάπτυξη, μέσω τριών πυλώνων: οικονομική μεγέθυνση, οικολογική ισορροπία και κοινωνική πρόοδο (Watts & Holme, 1999). Έτσι, το ΔΕΣΒΑ μέσα στο πλαίσιο διεξαγωγής έρευνας το 1998, με θέμα τον προσδιορισμό του όρου της ΕΚΕ στο Βέλγιο και την Ολλανδία, διετύπωσε τον εξής ορισμό: «Η εταιρική κοινωνική ευθύνη είναι η διαρκής δέσμευση μιας επιχείρησης να συμπεριφέρεται ηθικά και να συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα βελτιώνει την ποιότητα ζωής των εργαζομένων και των οικογενειών τους, καθώς επίσης της τοπικής κοινότητας και της κοινωνίας γενικότερα» (Holme & Watts, 2000; ΟΚΕ, 2003). Η διεύρυνση της έρευνας και του διαλόγου σε άλλες χώρες σε όλο τον κόσμο επιβεβαίωσε τη διαφορετικότητα της έννοιας του ορισμού αυτού από περιοχή σε περιοχή, όπως και του είδους των δράσεων που θεωρούνται αναγκαίες. Σαν αποτέλεσμα της έρευνας, ο ΔΕΣΒΑ επανακαθόρισε τον αρχικό ορισμό εξαιτίας των αλληλεπιδράσεων από άλλες χώρες και άλλους φορείς σε διεθνές επίπεδο, οριοθετώντας την ΕΚΕ ως εξής: «Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη είναι η δέσμευση των επιχειρήσεων να συμβάλλουν στη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, και να προσπαθούν μαζί με τους εργαζομένους, τις οικογένειές τους, την τοπική κοινωνία και την κοινωνία γενικότερα να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής τους» (ΟΚΕ, 2003). Σύμφωνα με τον Business for Social Responsibility (BSR), ένας από τους σημαντικότερους φορείς για την ΕΚΕ σε διεθνές επίπεδο, η ΕΚΕ ορίζεται ως «η δυνατότητα της επιχείρησης να διασφαλίζει συνεχή βιωσιμότητα και ικανοποιητική κερδοφορία, που συνεπάγεται την πραγματοποίηση εμπορικής επιτυχίας, λειτουργώντας με τρόπους που τιμούν τις ηθικές αξίες και σέβονται τους εργαζόμενους, τις τοπικές ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 17

37 κοινωνίες και το φυσικό περιβάλλον» (Tsoutsoura, 2004). Η ΕΚΕ περιλαμβάνει τη μέριμνα και τη συνολική οικονομική ευημερία, την κοινωνική συνοχή και την προστασία του περιβάλλοντος. Μέσω της ΕΚΕ «η κοινωνία απευθύνει τις νομικές, ηθικές, εμπορικές και άλλου είδους προσδοκίες της προς τις επιχειρήσεις, ενώ λαμβάνονται αποφάσεις που με δίκαιο τρόπο εξισορροπούν τα συμφέροντα των ενδιαφερόμενων μερών». Με απλά λόγια, «η ΕΚΕ περιλαμβάνει τις δράσεις μιας επιχείρησης, τον τρόπο που τις διαπράττει και το πότε και τι λογοδοτεί» (BSR, 2003). Ο ορισμός που δόθηκε σε μια έρευνα των φορέων Accountability και Business for Social Responsibility σε συνεργασία με την εταιρεία Brody Weiser Burns, συμφωνεί με αυτόν που δόθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά τον εθελοντικό χαρακτήρα της έννοιας και τονίζει το θέμα του σχηματισμού δημόσιας πολιτικής. Συγκεκριμένα, διατυπώνεται ότι «η ΕΚΕ καλύπτει το γιατί, το πότε και το πώς η επιχείρηση διαχειρίζεται τους κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς και οικονομικούς στόχους, επιδόσεις και αποτελέσματα, καθώς και τη μεταξύ τους σχέση. Επίσης, η ΕΚΕ εστιάζει στο γεωγραφικό πεδίο που έχουν οι επιχειρήσεις δικαιώματα και συνεπώς στις επιλογές που κάνουν και δικαιολογούν στα ενδιαφερόμενα μέρη τους, συμπεριλαμβάνοντας το ρόλο τους στη δημιουργία δημόσιας πολιτικής και κανονισμών». 5 Κατά τη γνώμη της Παγκόσμιας Τράπεζας, ΕΚΕ είναι «ένας όρος που περιγράφει τις υποχρεώσεις της επιχείρησης, για τις οποίες είναι υπόλογη σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη της, σε όλο το φάσμα των λειτουργιών και των δραστηριοτήτων. Οι κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις εξετάζουν, όταν λαμβάνουν αποφάσεις, το πλήρες εύρος της επίδρασής τους στην τοπική κοινωνία, την ευρύτερη κοινωνία και το περιβάλλον, εξισορροπώντας ταυτόχρονα τις ανάγκες των ενδιαφερομένων μερών με την ανάγκη πραγματοποίησης κέρδους» (Παπαδόπουλος, 2007). Όμως, όπως έχει προαναφερθεί, ο ορισμός που δίδεται σε κάθε χώρα διαφέρει και εξαρτάται από το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης και της μόρφωσης, αλλά και από τις προτεραιότητες που κάθε κοινωνία θέτει. Συγκεκριμένα: Στις ΗΠΑ, η ΕΚΕ συνίσταται στο να αναλαμβάνει μία επιχείρηση προσωπική ευθύνη για τις πράξεις της και τις συνέπειες που αυτές έχουν στην κοινωνία. Οι εταιρείες που εφαρμόζουν την ΕΚΕ και οι υπάλληλοί τους πρέπει να 5 Business and Economic Development The impact of corporate responsibility standards and practices A report by Accountability and Business for Social responsibility with Brody Weiser Burns, June 2003, p.61. Πηγή: Πρόσβαση 20/06/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 18

38 περάσουν από ένα στάδιο αναπροσαρμογής, να επανεξετάσουν το ρόλο τους, τις ευθύνες τους και να αυξήσουν το επίπεδο υπευθυνότητάς τους. Η Διεθνής-Αμερικανική Αναπτυξιακή Τράπεζα (IDB Inter-American Development Bank) φαίνεται να υπερασπίζεται την άποψη ότι μόνο η κερδοφόρα ΕΚΕ είναι νόμιμη, λέγοντας ότι: «η ΕΚΕ είναι μια επιχειρηματική προσέγγιση που θεωρεί τον σεβασμό της ηθικής, των ανθρώπων, της κοινωνίας και του περιβάλλοντος ως μια στρατηγική που αυξάνει την προστιθέμενη αξία και βελτιώνει την ανταγωνιστική θέση μιας εταιρείας» (European Commission, 2009). Στην Ολλανδία, η ΕΚΕ αφορά την ανάληψη ηγετικής δέσμευσης σε θεμελιακές αξίες και την αναγνώριση των τοπικών και πολιτιστικών διαφορών, όταν πρόκειται για άσκηση πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι η υιοθέτηση της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα και των εργασιακών δικαιωμάτων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Στην Ταϊβάν, η ΕΚΕ θεωρείται ως η συμβολή μιας επιχείρησης στην ανάπτυξη του φυσικού και ανθρώπινου κεφαλαίου, εκτός από την απόκτηση οικονομικού οφέλους. Στη Βραζιλία, η ΕΚΕ έχει την έννοια της δέσμευσης της επιχείρησης να επιδιώκει τη βέλτιστη δυνατή οικονομική ανάπτυξη της κοινότητας, το σεβασμό προς τους εργαζόμενους και την ανάπτυξη των ικανοτήτων τους, την προστασία του περιβάλλοντος και την συμβολή στην ανάπτυξη του πλαισίου εκείνου όπου μπορούν να ευημερήσουν ηθικές επιχειρήσεις (ΟΚΕ, 2003). Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκτυο για την ΕΚΕ, η ΕΚΕ είναι «η οικειοθελής δέσμευση των επιχειρήσεων για ένταξη στις επιχειρηματικές τους πρακτικές κοινωνικών και περιβαλλοντικών δράσεων, που είναι πέρα από όσα επιβάλλονται από τη νομοθεσία και έχουν σχέση με όλους όσοι άμεσα ή έμμεσα επηρεάζονται από τις δραστηριότητές τους». 6 Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ) θεωρεί ότι με την έννοια της ΕΚΕ εννοείται «η συστηματική, οργανική και εθελοντική ενσωμάτωση από τις εταιρείες στην επιχειρηματική τους λειτουργία δραστηριοτήτων με κοινωνική, περιβαλλοντική και πολιτιστική διάσταση, με 6 CSR Hellas: Ορισμοί, Πρόσβαση 20/06/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 19

39 ουσιαστική συνεισφορά προς το κοινωνικό σύνολο, σε διάδραση με όλους τους συμμετόχους (stakeholders)». Ο ορισμός αυτός είναι στενά συνδεδεμένος με την έννοια της «τριπλής προσέγγισης» (triple bottom line approach), σύμφωνα με την οποία για να είναι μία εταιρεία βιώσιμη πρέπει να είναι οικονομικά ασφαλής, να ελαχιστοποιεί τις αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις και να δρα λαμβάνοντας υπόψη τις κοινωνικές προσδοκίες (Κυριακόπουλος, 2004). Ακόμα, σύμφωνα με την γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της Ελλάδος, «η ΕΚΕ θα πρέπει να αποσκοπεί στη βιώσιμη ανάπτυξη με όλες τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους που αυτή έχει. Στις παραμέτρους αυτές περιλαμβάνονται, πέραν των κάθε μορφής οικονομικών παραμέτρων, τα εργασιακά και γενικότερα τα ανθρώπινα δικαιώματα, η αρμονική συνύπαρξη με την τοπική κοινωνία, οι σχέσεις με τους προμηθευτές, τους πελάτες και τους μετόχους και η περιβαλλοντική προστασία». Η βιώσιμη ανάπτυξη, όπως αποδόθηκε στην έκθεση Brundtland της Διεθνούς Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη του ΟΗΕ, είναι «η ανάπτυξη που αντιμετωπίζει τις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να υπονομεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να αντιμετωπίσουν τις δικές τους ανάγκες» (ΟΚΕ, 2003). Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην Πράσινη Βίβλο 7 (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2001), αλλά και στην Ανακοίνωση για την ΕΚΕ 8 (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2002), ορίζει την ΕΚΕ ως την έννοια, σύμφωνα με την οποία, οι εταιρείες ενσωματώνουν σε εθελοντική βάση κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και στην αλληλεπίδρασή τους με τα ενδιαφερόμενα μέρη (stakeholders), καθώς συνειδητοποιούν ολοένα και περισσότερο πως η υπεύθυνη συμπεριφορά οδηγεί σε αειφόρο επιχειρηματική επιτυχία και αξία για τους μετόχους. Η έννοια αυτή, χωρίς να τροποποιηθεί εν μέρει και χωρίς να συμπληρωθεί με καινούργια στοιχεία, επαναλαμβάνεται στην Ανακοίνωση της Επιτροπής τον Μάρτιο του (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2006). Στην ανακοίνωση αυτή διατυπώνεται ότι η ΕΚΕ ανταποκρίνεται σε επιχειρήσεις που αποφασίζουν να 7 (COM, 2001, 366) 8 (COM, 2002, 347) 9 (COM, 2006, 136) ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 20

40 προχωρήσουν πέρα από τις ελάχιστες νομικές υποχρεώσεις που τις βαρύνουν και οι οποίες απορρέουν από συλλογικές συμβάσεις, με σκοπό να ανταποκριθούν στις ανάγκες των κοινωνικών ομάδων. Επίσης, τον Ιούνιο του 2004 στο ευρωπαϊκό πολυμερές φόρουμ για την ΕΚΕ (EU Multi Stakeholder Forum on CSR) επιβεβαιώθηκε αυτός ο ορισμός και διερευνήθηκαν περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής και τα όριά του (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2006). Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, η έννοια της ΕΚΕ υπερβαίνει την υποχρέωση της εκπλήρωσης των εκάστοτε νομοθετικών απαιτήσεων, επενδύοντας περισσότερο στο ανθρώπινο κεφάλαιο, το φυσικό περιβάλλον και τις σχέσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ουσιαστικά αποτελεί ένα εθελοντικό εργαλείο, το οποίο πρέπει να αναλαμβάνεται με αξιόπιστο τρόπο και υπευθυνότητα, ούτως ώστε να ενισχύει την εμπιστοσύνη και την πίστη μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών. 10 Επίσης, από την πλευρά του το CSR Wire αναφέρει ότι η ΕΚΕ ευθυγραμμίζει τις κοινωνικές αξίες με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εστιάζει στην κοινωνική, περιβαλλοντική και χρηματοοικονομική επίδοση, στη λεγόμενη «τριπλή βασική αρχή». Σκοπό αποτελεί η πραγματοποίηση επιχειρηματικής επιτυχίας έχοντας παράλληλα θετικό αντίκτυπο στην κοινωνία. 11 Ομοίως, ο οργανισμός CSR Europe στην προσπάθειά του να ενισχύσει την ΕΚΕ στις επιχειρήσεις, ώστε να επιτύχουν κερδοφορία, αειφορία και ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, επισημαίνει ότι η ΕΚΕ αφορά στον τρόπο, με τον οποίο η επιχείρηση βελτιώνει τον κοινωνικό και περιβαλλοντικό της αντίκτυπο, ώστε να προσθέσει αξία τόσο για τους μετόχους όσο και για τα ενδιαφερόμενα μέρη της. 12 Συνοψίζοντας, όπως παρατηρείται, διάφοροι οργανισμοί έχουν αποδώσει ορισμό στην έννοια της ΕΚΕ και πολλές φορές αυτοί είναι αντικρουόμενοι. Ο ορισμός που δόθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν περιλαμβάνει τις καινοτόμες επιχειρησιακές διαδικασίες που εμπίπτουν στη συμμόρφωση με το νόμο. Παράλληλα, κάποιοι ορισμοί δίνουν έμφαση στην ενσωμάτωση της ΕΚΕ στις επιχειρηματικές δράσεις, ενώ άλλοι στην ανάγκη για υπευθυνότητα μέσω λογοδοσίας, π.χ. με αναφορά (European Commission, 2009). 10 Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, Εισαγωγή στην εταιρική κοινωνική ευθύνη (ΕΚΕ), Πηγή: Πρόσβαση: 20/06/ CSRwire: The Corporate Social Responsibility Newswire, Πηγή: Πρόσβαση: 20/06/ The European business network for CSR, Πηγή: Πρόσβαση: 20/06/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 21

41 Η ύπαρξη ωστόσο πολλών και διαφορετικών ορισμών δεν αποτρέπει την ύπαρξη σημείων συναίνεσης. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, αν και διαφοροποιείται ανάλογα με τη χώρα εφαρμογής και τον επιχειρηματικό κλάδο, στην ουσία αυτό που την χαρακτηρίζει είναι κατά πρώτον ο εθελοντικός χαρακτήρας της, όλες οι δράσεις που οι εταιρείες εφαρμόζουν πέρα των όσων προβλέπονται από τη νομοθεσία, η άμεση σχέση της με την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης και τέλος το γεγονός ότι αποτελεί στρατηγική επιλογή της επιχείρησης και όχι απλά δευτερεύουσα περιστασιακή επιλογή (ΕΔΕΚΕ, 2008). Το πρόβλημα όμως δεν είναι ο αριθμός των ορισμών από τους οποίους έχει κανείς να επιλέξει, αλλά η συνέπεια του ορισμού της. Έτσι, η έλλειψη ενός συνεπούς ορισμού της έννοιας ΕΚΕ δυσχεραίνει το πεδίο της έρευνάς της, όπως και την εφαρμογή και μέτρησή της (Ferguson, 2009). Όπως διατυπώνει και ο Hopkins (2004), υπάρχει ρευστότητα στην έννοια της ΕΚΕ και αμφιβάλλει αν οι managers την έχουν αντιληφθεί και ερμηνεύσει σωστά πριν πάρουν αποφάσεις, αφού κάποιες εταιρείες χρησιμοποιούν τον όρο «ιδιότητα του εταιρικού πολίτη», άλλες «ηθική επιχείρηση», ενώ άλλες «καλή εταιρική διακυβέρνηση» ή «εταιρική υπευθυνότητα». Έτσι, αυτή η σύγχυση οδήγησε κάποιες εταιρείες να θεωρήσουν την ΕΚΕ αποκλειστικά ως εταιρική φιλανθρωπία, άλλες ως μια νέα επιχειρηματική στρατηγική, ενώ άλλες έχασαν εντελώς το νόημα της (Hopkins, 2004). Ο Dahlsrud (2008) σε μία προσπάθειά του εύρεσης του βαθμού σύγκλισης των ορισμών που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί, ανέπτυξε πέντε διαστάσεις ΕΚΕ (περιβαλλοντική, κοινωνική, οικονομική, ενδιαφερόμενα μέρη και εθελοντισμό) μέσω ανάλυσης του περιεχομένου 37 ορισμών. Εξέτασε την συχνότητα που συμπεριλαμβάνονται αυτές οι διαστάσεις στους ορισμούς και κατέληξε στο ότι οι ορισμοί αυτοί μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικές φράσεις, αλλά συγκλίνουν κατά ένα μεγάλο βαθμό. Επομένως, η σύγχυση που επικρατεί δεν είναι τόσο για τον ορισμό της ΕΚΕ, όσο για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο θα συνταχθεί κοινωνικά σε μια συγκεκριμένη έκφραση, όπως και του τρόπου με τον οποίο μια επιχείρηση θα την λάβει υπόψη στις επιχειρηματικές της στρατηγικές (Dahlsrud, 2008). Παρόλα αυτά, ο ορισμός με τον οποίο συμφωνεί ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας πολιτών και του διεθνούς συνδικαλιστικού κινήματος διατυπώνεται στις κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες του προτύπου ISO και έχει το πλεονέκτημα ότι αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα με το πρότυπο αυτό, η ΕΚΕ ορίζεται ως «η υπευθυνότητα ενός οργανισμού για τις επιπτώσεις των αποφάσεων και των ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 22

42 δραστηριοτήτων του στην κοινωνία και το περιβάλλον, μεταφραζόμενη σε μια διαφανή και ηθική συμπεριφορά που συμβάλλει στη βιώσιμη ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της υγείας και της ευημερίας της κοινωνίας, λαμβάνει υπόψη τις προσδοκίες των ενδιαφερόμενων μερών, σέβεται την ισχύουσα νομοθεσία και είναι συμβατή με τα διεθνή πρότυπα συμπεριφοράς, ενώ παράλληλα ενσωματώνεται στο σύνολο του οργανισμού και εφαρμόζεται στις σχέσεις του» (Hohnen & Potts, 2007; European Commission, 2009). Η κύρια συνεισφορά αυτού του ορισμού πιθανώς να είναι ο προσδιορισμός των κυρίων θεμάτων της ΕΚΕ (Σχήμα 2.4). Περιβάλλον Θέματα καταναλωτών Ανάπτυξη και συμμετοχή της κοινότητας Οργανωτική διακυβέρνηση Πρακτικές δίκαιης λειτουργίας Ανθρώπινα δικαιώματα Εργατικές πρακτικές Σχήμα 2.4: Τα επτά βασικά θέματα της ΕΚΕ κατά το πρότυπο ISO (European Commission, 2009). Στην μεταπτυχιακή αυτή διατριβή, κρίθηκε σκόπιμο όταν αναφέρεται ο όρος «εταιρική κοινωνική ευθύνη» να αποτελεί σημείο αναφοράς ο ορισμός του Ελληνικού Δικτύου για την ΕΚΕ, καθώς άλλωστε αντικείμενο αυτής της εργασίας είναι οι δράσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στον τομέα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο ορισμός του Ελληνικού Δικτύου είναι συγκριτικά ο πληρέστερος ή ο πλέον ακριβής, είναι όμως καλύτερα προσαρμοσμένος στα ελληνικά δεδομένα χωρίς να διαφέρει σημαντικά από τους ορισμούς που έχουν ενστερνιστεί οι κύριοι διεθνείς φορείς της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. 2.4 Συγγενείς έννοιες με την ΕΚΕ Η όρος «εταιρική κοινωνική ευθύνη» χρησιμοποιήθηκε σαν μια ομπρέλα για να εισάγει ένα μεγάλο αριθμό ιδεών, εννοιών και τεχνικών. Επομένως, σχετίζεται με κάποιες θεωρίες και όρους, όπως είναι: η επιχειρηματική ηθική (business ethics), η ιδιότητα του ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 23

43 εταιρικού πολίτη (corporate citizenship), η θεωρία των ενδιαφερομένων μερών (stakeholder theory), η «τριπλή βασική αρχή» ( triple bottom line ), η εταιρική κοινωνική ανταπόκριση (corporate social responsiveness), η εταιρική κοινωνική επίδοση (corporate social performance), η εταιρική αειφορία (corporate sustainability), η εταιρική διακυβέρνηση και εταιρική υπευθυνότητα (corporate responsibility). Αυτοί οι όροι βοηθούν πολύ στην κατανόηση της έννοιας ΕΚΕ και κατά επέκταση στην καλύτερη εφαρμογή της από τις επιχειρήσεις Η επιχειρηματική ηθική Η επιχειρηματική ή εταιρική ηθική έλαβε το ενδιαφέρον των φιλοσόφων στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και αντικατοπτρίζει την φιλοσοφία μιας επιχείρησης, η οποία καθορίζει τους βασικούς σκοπούς μιας επιχείρησης. Από μια άποψη, αναφέρεται στην ηθική άποψη που είτε υποδηλώνεται από τη συμπεριφορά είτε εκφράζεται σαφώς, μιας εταιρείας ή ενός ατόμου που εμπλέκεται με την επιχείρηση. Από μια άλλη άποψη, είναι το σύνολο των αρχών ή κινήτρων, τα οποία θα πρέπει να κατευθύνουν τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων, είτε σε συλλογικό είτε σε ατομικό επίπεδο. Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, υποθέτοντας ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι συμπεριφοράς των ανθρώπων που δρουν σε μια επιχείρηση, η επιχειρηματική ηθική αναφέρεται στον τρόπο που θα έπρεπε να δρουν αυτοί οι άνθρωποι. Μια τρίτη άποψη, η οποία είναι και η πιο κοινά χρησιμοποιούμενη, αναφέρει ότι η επιχειρηματική ηθική είναι ένα πεδίο φιλοσοφικής εξέτασης καθώς αναφέρεται στους φιλοσοφικούς υποστηρικτές της ανθρώπινης ύπαρξης να καταλάβουν τις αρχές της επιχειρηματικής ηθικής, με την ιδέα ότι αυτοί πρέπει να γίνουν η «ηθική» για τις επιχειρήσεις και τους ανθρώπους των επιχειρήσεων (Crisp, 1998). Αρχικά, η επιχειρηματική ηθική διαμορφώθηκε από την έννοια της κοινωνικής ηθικής και στη συνέχεια ορίστηκε με διάφορους τρόπους. Για τον Crawford (1974), επιχειρηματική ηθική θεωρείται ως ένα μη υποχρεωτικό σύστημα συγκεκριμένων προτύπων συμπεριφοράς. Οι Dirksen & Kroeger (1973), την όρισαν ως μια εμπορική συμπεριφορά που καθοδηγήθηκε από ένα συσσωρευμένο σύνολο κατευθυντήριων οδηγιών, οι οποίες φάνηκαν να είναι απαραίτητες για τη συνεχή διεξαγωγή των εμπορικών σχέσεων. Ο Holt (1998) την όρισε ως τα πρότυπα συμπεριφοράς που θεωρούνται δίκαια και ηθικά από τα άτομα μιας επιχείρησης και λαμβάνουν υπόψη τους την ανθρώπινη ευημερία αυτών που επηρεάζονται από τις απόψεις και τη συμπεριφορά της επιχείρησης. Οι Hoffman & Moore (1990) διατύπωσαν ότι πρόκειται για την ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 24

44 εφαρμοσμένη ηθική (applied ethics) που μελετά την σχέση του τι είναι καλό και δίκαιο για την επιχείρηση. Από την άλλη πλευρά, οι Grace & Cohen (1998) ορίζουν την επιχειρηματική ηθική ως ένα σύνθετο θέμα το οποίο καλύπτει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των επιχειρήσεων, των ατόμων, των βιομηχανιών και της κοινωνίας (Saee, 2009). Όπως προαναφέρθηκε, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις της ηθικής στον επιχειρηματικό κόσμο στα πλαίσια του τι περιλαμβάνει η επιχειρηματική ηθική. Η συστηματική έρευνα στην ηθική προτείνει ότι πρόκειται για την σωστή ή λάθος συμπεριφορά που βασίζεται σε ένα κοινωνικό και ηθικό πρότυπο. Αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις, καθήκοντα και υποχρεώσεις, δηλαδή τον τρόπο που σκέφτεται και δρα κάποιος προς τους άλλους, καθώς επίσης τις συνέπειες των αποφάσεων και δράσεών του στις επιδόσεις που αντιτάσσονται του καθαρού κέρδους. Παράλληλα, η ηθική είναι σημαντική διάσταση της διεθνούς διοίκησης των επιχειρήσεων γιατί η ηθική συμπεριφορά για μια χώρα μερικές φορές μπορεί να θεωρηθεί ανήθικη για κάποια άλλη. Η πολυπλοκότητα και η αλληλεξάρτηση που υπάρχει στη διεθνή διοίκηση των επιχειρήσεων, υπάρχει και στο πεδίο της κοινωνικής ευθύνης. Συνεπώς, η ηθική συμπεριφορά των επιχειρήσεων αποτελεί ένα σημαντικό θέμα για τον παγκόσμιο επιχειρηματικό κόσμο. Οι ανήθικες επιχειρηματικές πρακτικές δεν βοηθούν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, καθώς η ανήθικη συμπεριφορά των επιχειρήσεων δημοσιεύεται παγκοσμίως από τα ΜΜΕ και τους εμπλεκόμενους πολίτες. Παραδείγματα ανήθικης επιχειρηματικής συμπεριφοράς αποτελούν: οι κακές συνθήκες εργασίας, ο χαμηλός μισθός των εργαζομένων, η επιβολή υπερωριών, η άγρια (μερικές φορές βάναυση) υποβολή πειθαρχίας και η σωματική τιμωρία, η δωροδοκία, η περιβαλλοντική μόλυνση, οι διακρίσεις στο χώρο εργασίας, η παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων και ευρεσιτεχνιών και η αθέτηση των υποσχέσεων. Επομένως, οι επιχειρηματίες πρέπει να αποφύγουν τέτοιες πρακτικές και να διεξάγουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητές τους με κοινωνικά και ηθικά υπεύθυνο τρόπο παγκοσμίως (Saee, 2009). Παρόλα αυτά, το να σκεφτεί κανείς ότι η ανάπτυξη του πεδίου της επιχειρηματικής ηθικής θα κάνει τις επιχειρήσεις πιο ηθικές είναι εξωπραγματικό. Η πραγματικότητα έγκειται στην προσπάθεια να γίνει αξιοσέβαστη η ανάπτυξη ηθικών θεμάτων σε μια επιχείρηση ή στην ανάπτυξη πρακτικής που θα λαμβάνει υπόψη τις ηθικές διαστάσεις των προβλημάτων, πρακτικών και αποφάσεων. Η ηθική δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα των επιχειρήσεων, ούτε να αντικαταστήσει τα πεδία της επιχειρηματικής εκπαίδευσης. Αντίθετα, η ηθική προβάλει μια άλλη διάσταση, αποβλέπει ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 25

45 στις μακροπρόθεσμες επιρροές των επιχειρηματικών δράσεων και βοηθά τις επιχειρήσεις να γίνουν αντικειμενικές έτσι ώστε να αποφύγουν καταστροφικά γεγονότα (De George, 1987) Η ιδιότητα του εταιρικού πολίτη Οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί χρησιμοποιούν τον όρο «ιδιότητα του εταιρικού πολίτη» θεωρώντας πως αποτελεί έναν ευρύτερο όρο που περιλαμβάνει όλα τα θέματα της επιχείρησης και είναι πράγματι συνώνυμος με τον όρο της ΕΚΕ. Άλλοι συγγραφείς θεωρούν πως πρόκειται για δύο ξεχωριστές έννοιες (Ferguson, 2009), ενώ άλλοι θεωρούν ότι η ερμηνεία της λέξης «ιδιότητα του πολίτη» (citizenship) έκανε τον όρο της «ιδιότητας του εταιρικού πολίτη» πιο επιθυμητό από τον όρο της ΕΚΕ (Valor, 2005). Ο όρος αυτός εμφανίστηκε την περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις θεωρούνταν ότι είναι υποχρεωμένες ή τουλάχιστον απαιτούταν από αυτές να «κάνουν καλό στην κοινωνία». Έτσι, στην προσπάθεια να ενσωματωθεί ο όρος της ηθικής στην έννοια της ΕΚΕ προέκυψε η «ιδιότητα του εταιρικού πολίτη». Παράλληλα, ως όρος θεωρείται ότι συνδέεται με τη διαχείριση της φήμης, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη διαχείριση του κινδύνου (Andriof & Waddock, 2002). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2001) ορίζει ως «ιδιότητα του εταιρικού πολίτη» τη διαχείριση του συνόλου των σχέσεων της εταιρείας με τις κοινότητες στις οποίες δραστηριοποιείται, σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2001). Έτσι, στα πλαίσια της «ιδιότητας του εταιρικού πολίτη», η διεθνής επιχειρηματική συμπεριφορά επηρεάζεται από κανονισμούς, κατευθυντήριες οδηγίες, πρότυπα και κώδικες συμπεριφοράς, τα οποία αναπτύχθηκαν πρόσφατα και προσέδωσαν ένα ρυθμιστικό πεδίο εργασίας στις σχέσεις μεταξύ των διεθνών επιχειρηματικών οργανισμών, κυβερνήσεων και κοινοτήτων σε παγκόσμιο, εθνικό και τοπικό επίπεδο (Andriof & Waddock, 2002). Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ILO) θεωρεί ότι «πρόκειται για την με ηθικό και κοινωνικά υπεύθυνο τρόπο μεταχείριση των ενδιαφερομένων μερών μιας επιχείρησης. Στόχος είναι η δημιουργία όλο και υψηλότερου επιπέδου ζωής, με ταυτόχρονη προστασία της αποδοτικότητας της επιχείρησης και των ενδιαφερομένων μερών της τόσο μέσα όσο και έξω από αυτήν». 13 Οι Marsden & Andriof (1998) διατυπώνουν ότι η θετική «ιδιότητα του πολίτη» ορίζεται ως η «κατανόηση και διαχείριση των ευρύτερων επιρροών των 13 CSR Hellas: Corporate Citizenship, Πηγή: Πρόσβαση: 20/06/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 26

46 επιχειρήσεων στην κοινωνία για το όφελος των επιχειρήσεων και της κοινωνίας ως σύνολο» (Valor, 2005; Andriof & Waddock, 2002). Ενώ, ο ορισμός που δίνει ο Zadek (2001) δίνει έμφαση σε σχέσεις αξιών με τα ενδιαφερόμενα μέρη και σε μακροπρόθεσμες συναλλαγές, αλλά είναι ελλιπής ως προς τις κοινές αξίες και το καθήκον προς τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ο Ferguson (2009) ορίζει τον «καλό εταιρικό πολίτη» θεωρώντας ότι η επιχείρηση αποτελεί μια οντότητα αφού έχει δικαιώματα, ισχύ και προνόμια παρόμοια με αυτά ενός φυσικού προσώπου. Επίσης, ως μέρος της κοινωνίας πρέπει να είναι «ενεργός πολίτης» που θα δουλεύει για το καλό της κοινότητάς της κάνοντας οικονομικές συνεισφορές, εθελοντική εργασία, δημόσια υπηρεσία και άλλες τέτοιες προσπάθειες ώστε να βελτιώσει τη ζωή για όλους τους πολίτες. Οι σκέψεις και οι δράσεις που κάνει θα πρέπει να είναι ηθικές, δηλαδή να δρα με υπεύθυνο τρόπο αναλαμβάνοντας και εκπληρώνοντας τις ευθύνες της προς την κοινωνία. Τέλος, η συνύπαρξη καλής διοίκησης και ενός ισχυρού συστήματος αξιών, κατά το οποίο οι ατομικές αξίες της διοίκησης συγκλίνουν με τις εταιρικές, βοηθά έναν οργανισμό να έχει αυτοεπίγνωση όταν θα επιλέξει το είδος του πολίτη που θέλει να εκπροσωπεί (Σχήμα 2.5) (Ferguson, 2009). Φυσικό πρόσωπο Ενεργός πολίτης Ηθικές δράσεις Αυτοεπίγνωση Λήψη αποφασεων Ο καλός εταιρικός πολίτης Σχήμα 2.5: Ο καλός εταιρικός πολίτης (Ferguson, 2009). Γενικά, ο όρος «ιδιότητα του εταιρικού πολίτη» δίνει έμφαση στην ιδέα ότι οι επιχειρήσεις έχουν δικαιώματα και καθήκοντα/ ευθύνες ως πολίτες της κοινωνίας. Όμως, επειδή αυτά τα δικαιώματα δεν είναι ισοδύναμα με αυτά του «πραγματικού» πολίτη, κάποιοι μελετητές διαφωνούν με αυτόν τον όρο λέγοντας ότι πρόκειται για μυθοπλασία. Ο Richter (2001) διατυπώνει τους κινδύνους αυτής της προσέγγισης λέγοντας ότι οι επιχειρήσεις δεν είναι πολίτες αλλά «νομικές οντότητες που έχουν ως σκοπό τους να διεξάγουν δραστηριότητες που θα τους αποφέρουν κέρδη εφόσον εκπληρώνουν τα συγκεκριμένα κοινωνικά καθήκοντα. Τα επιχειρησιακά δικαιώματα είναι ένας διακανονισμός μέσω συμβολαίου με την κοινωνία τα οποία μπορεί να χαθούν αν οι επιχειρήσεις δεν συμπεριφέρονται υπεύθυνα». Επίσης, με αυτόν τον όρο τονίζεται ότι οι ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 27

47 επιχειρήσεις είναι δημόσιοι ισχυροί παράγοντες, οι οποίοι έχουν την ευθύνη να σέβονται τα δικαιώματα των πολιτών στην κοινωνία, γεγονός που ίσως οδηγεί αυτόματα τις επιχειρήσεις να αναλάβουν τα ανεκπλήρωτα κυβερνητικά καθήκοντα (Valor, 2005). Όπως παρατηρείται, ο όρος «ιδιότητα του εταιρικού πολίτη» δεν είναι ξεκάθαρος στη βιβλιογραφία. Οι Matten et al. (2003) πιστεύουν ότι υπάρχουν τρεις οπτικές που υποστηρίζουν την «ιδιότητα του εταιρικού πολίτη»: «η περιορισμένη άποψη» που εξισώνει την ιδιότητα του εταιρικού πολίτη με την φιλανθρωπία ή την εμπλοκή της κοινότητας, «η ισοδύναμη άποψη» που εξισώνει την ιδιότητα του εταιρικού πολίτη με την εταιρική κοινωνική ευθύνη και «η εκτεταμένη άποψη» σύμφωνα με την οποία η ιδιότητα του εταιρικού πολίτη σημαίνει έναν επαναπροσδιορισμό των σχέσεων επιχείρησης κοινωνίας (Valor, 2005) Η θεωρία των ενδιαφερομένων μερών Η έννοια των ενδιαφερομένων μερών είναι ένας τρόπος με τον οποίο μπορεί να δει κανείς τις επιχειρήσεις και τις δραστηριότητές τους μέσα από τις απόψεις και προτάσεις των ομάδων που την υποστηρίζουν. Πρόκειται για την ιδέα ότι οι ομάδες ή τα άτομα που κρατούν- έχουν (holders) κάποιο ενδιαφέρον (stake) από τη λειτουργία της επιχείρησης, αλληλεπιδρούν με αυτή και συνεπώς επιτρέπουν την λειτουργία της. Από τότε που εισήχθη στη βιβλιογραφία ως έννοια, έχει γίνει μια διάσταση της ζωής των επιχειρήσεων και συνεπώς είναι δύσκολο να μην υπάρχει σε οποιοδήποτε επιχειρηματικό μοντέλο (Andriof & Waddock, 2002). Η θεωρία των ενδιαφερομένων μερών είναι μια θεωρία οργανωτικής/ επιχειρηματικής ηθικής που δίνει έμφαση στις ηθικές και δίκαιες απόψεις της διοίκησης. Κατά τον Hummels (1998), αυτή η θεωρία έχει δύο διαστάσεις, τη διαχειριστική (διαχείριση των ατόμων ή ομάδων που έχουν ενδιαφέρον από την επιβίωση της επιχείρησης) και την ηθική θεωρία. Για τον Rowley (1997), η θεωρία περιλαμβάνει τις πολλαπλές αλληλοεξαρτώμενες απαιτήσεις των ενδιαφερομένων μερών και προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις ανταποκρίνονται στις πολλαπλές επιρροές τους (Sloan, 2005). Επομένως, προκειμένου μια επιχείρηση να πάρει σωστές αποφάσεις πρέπει να λάβει υπόψη τον αντίκτυπο των δραστηριοτήτων της σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (Andriof & Waddock, 2002). Η ανάπτυξη της θεωρίας των ενδιαφερομένων μερών βασίζεται σε δύο απόψεις: (α) στον προσδιορισμό της έννοιάς τους και (β) στην ταξινόμησή τους σε κατηγορίες που βοηθούν στην κατανόηση των μεμονωμένων σχέσεών τους (Andriof & Waddock, 2002). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 28

48 Παράλληλα, ως θεωρία περιλαμβάνει τις έννοιες της επιχείρησης και της ηθικής, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με τον τρόπο που οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να διοικούνται και τον τρόπο που η διοίκηση θα έπρεπε να ενεργεί (Sloan, 2005). Κατά τον Freeman (1984), ως ενδιαφερόμενο μέρος εννοείται οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα ατόμων που μπορούν να επηρεάσουν ή επηρεάζονται από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η προσέγγισή του για τα ενδιαφερόμενα μέρη των επιχειρήσεων στρέφεται από την αντίληψη ότι «οι μέτοχοι (shareholders) της εταιρείας αποτελούν το μοναδικό ενδιαφερόμενο μέρος της, το οποίο θέτει σε κάποιο βαθμό κινδύνου την επιτυχία της» και θεωρεί ότι είναι «οι ομάδες οι οποίες έχουν (οικονομικό) ενδιαφέρον ή απαιτήσεις από τις εταιρείες» (Ferguson, 2009). Συνεπώς, όπως διατύπωσε ο White, ένας από τους ιδρυτές του GRI, «η προτεραιότητα στους μετόχους πρέπει να δίνεται λαμβάνοντας υπόψη και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη» (Savitz & Weber, 2006). Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι κάθε εταιρεία έχει διαφορετικά ενδιαφερόμενα μέρη που κάθε ένα έχει συμφέροντα και προσδοκίες από αυτή. Μετά τον Freeman, διάφοροι μελετητές έδωσαν ορισμό στην έννοια των ενδιαφερομένων μερών. Ανεξάρτητα από την τροποποίηση του ορισμού του, η βασική ιδέα είναι ότι όλοι οι ορισμοί υποστηρίζουν την έκφραση της άποψης των ενδιαφερομένων μερών. Παράλληλα, απαιτείται από τις επιχειρήσεις να ορίσουν το σύνολο των ενδιαφερομένων μερών και να δεσμευτούν με αυτές τις ομάδες ή τους αντιπροσώπους τους με τέτοιο τρόπο ώστε να εκπληρώνουν τις προσδοκίες τους. Έτσι, οι επιλογές της διοίκησης είναι συνάρτηση των επιρροών των ενδιαφερομένων μερών (Andriof & Waddock, 2002). Τέτοιες ομάδες είναι οι προμηθευτές, οι πελάτες, οι εργαζόμενοι, οι μέτοχοι και η τοπική κοινότητα (Σχήμα 2.6). Παρόλα αυτά, στις μέρες μας οι επιχειρήσεις περιλαμβάνουν περισσότερες ομάδες στη λίστα των ενδιαφερομένων μερών τους, υποστηρίζοντας την άποψη του Freeman ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη θέτουν την επιτυχία της επιχείρησης. Σύμφωνα με τη θεωρία των ενδιαφερομένων μερών, όλοι έχουν ένα σημαντικό λόγο για να συνεισφέρουν στην επιτυχία ενός οργανισμού. Για τον καθένα υπάρχει ένα ενδιαφέρον από την επιχειρηματική λειτουργία, όπως (Ferguson, 2009): Οι ιδιοκτήτες έχουν ένα οικονομικό ενδιαφέρον από τον οργανισμό και αναμένουν μια ανταπόδοση. Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουν είναι να ζημιωθεί η επένδυσή τους σε χρόνο και χρήμα. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 29

49 Οι μέτοχοι έχουν επενδύσει στον οργανισμό με την προσδοκία απόδοσης της επένδυσης σε χρήματα (ROI). Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουν είναι ίδιος με των ιδιοκτητών, καθώς ζημιώνεται η επένδυσή τους αν η επιχείρηση δεν είναι κερδοφόρα. Οι πόροι ζωής των εργαζομένων τίθενται σε κίνδυνο αν η επιχείρηση δεν είναι επιτυχημένη, με πιθανώς συναισθηματικά έντονες προσωπικές επιπτώσεις. Επίσης, οι εργαζόμενοι ανησυχούν όλο και περισσότερο σχετικά με θέματα της ευρύτερης κοινωνίας, όπως το περιβάλλον. Έτσι, οι επιχειρήσεις που αγνοούν τέτοιες ανησυχίες θέτουν σε κίνδυνο την ομοφωνία μεταξύ των εταιρικών αξιών και των ατομικών αξιών και συνεπώς κινδυνεύει η ομοφωνία στις εσωτερικές δράσεις. Οι προμηθευτές παρέχουν την πρώτη ύλη που καθορίζει την ποιότητα και επιτυχία του προϊόντος. Οι πόροι της ζωής τους εξαρτώνται επίσης από την επιτυχία της επιχειρηματικής λειτουργίας. Οι πελάτες συναλλάσουν πόρους (π.χ. χρήμα) για το προϊόν προσδοκώντας να ωφεληθούν από αυτό. Ο κίνδυνος για αυτούς τίθεται στο γεγονός ότι πιστεύουν τους ισχυρισμούς της εταιρείας πως θα ικανοποιηθούν οι ανάγκες τους. Επίσης, οι πελάτες, όλο και περισσότερο, κρατούν τις εταιρείες υπόλογες και υπεύθυνες ως προς τις κοινωνικές ανάγκες επιζητώντας προϊόντα που ανταποκρίνονται σε τέτοιες ανησυχίες αγοράζοντας ανακυκλωμένο χαρτί και όχι αγοράζοντας πλαστικά, μπουκάλια ή σακούλες κ.λπ. Η τοπική κοινότητα ωφελείται από τους φόρους, καθώς επίσης και από τις οικονομικές και κοινωνικές συνεισφορές των επιχειρήσεων. Η ευημερία της κοινότητας ως σύνολο συχνά εξαρτάται από την επιτυχία της επιχείρησης (Ferguson, 2009). Άλλες σημαντικές ομάδες που περιλαμβάνονται στα ενδιαφερόμενα μέρη είναι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι ακτιβιστές ή οι ρυθμιστικοί/ κανονιστικοί φορείς. Αυτές οι ομάδες, παρόλο που απαιτούν ουσιώδεις εταιρικούς πόρους, κατά τον Ferguson δεν θεωρούνται ως ενδιαφερόμενα μέρη αλλά ως «επηρεαζόμενες ομάδες», αφού δεν μοιράζονται κάποιο κίνδυνο με την επιχείρηση αν αυτή αποτύχει και κλείσει (Ferguson, 2009). Εκτός από την εστίαση στις σχέσεις με τις μεμονωμένες ομάδες των ενδιαφερομένων μερών, είναι απαραίτητο αυτές οι ομάδες να ταξινομηθούν σε ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 30

50 κατηγορίες ανάλογα με το είδος της επιρροής που ασκούν στις επιχειρήσεις (Andriof & Waddock, 2002). Προμηθευτές & Διανομείς Κοινή γνώμη & Μ.Μ.Ε. Εργαζόμενοι Πελάτες Τοπικές & Διεθνείς Αρχές Επιχείρηση Μέτοχοι & Επενδυτές Τοπική κοινότητα & Αρχές Σχήμα 2.6: Τα ενδιαφερόμενα μέρη μιας επιχείρησης (Lawrence, Weber, & Post, 2004). Καταλήγοντας, η θεωρία των ενδιαφερομένων μερών αντιλαμβάνεται ως θεωρία στρατηγικής διαχείρισης. Προσδιορίζοντας τα προβλήματα που θέτουν τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη στην επιχείρηση και εστιάζοντας στις μεταξύ τους σχέσεις, αποτελεί τη βάση για την περιγραφή, εξήγηση και καθορισμό της διοικητικής συμπεριφοράς (Sloan, 2005). Συνεπώς, η θεωρία των ενδιαφερομένων μερών δεν περιλαμβάνει μόνο την κατανόηση του τύπου που επηρεάζει μια ομάδα την επιχείρηση, αλλά και τον τρόπο που ανταποκρίνεται η επιχείρηση σε αυτές τις επιρροές (όπως αποκαλείται εταιρική δέσμευση). Αν οι επιχειρήσεις κατανοήσουν ότι «τα ενδιαφερόμενα μέρη αποτελούν σημαντικά στοιχεία της ύπαρξης ενός οργανισμού και για το λόγο αυτό θα πρέπει να δώσουν προσοχή στα ενδιαφέροντά τους», τότε θα είναι σε θέση να αναγνωρίσουν το δίκτυο στο οποίο εξαπλώνονται και να δεσμευτούν με τα ανάλογα ενδιαφερόμενα μέρη ώστε να αποφύγουν πιθανές μελλοντικές εκπλήξεις (Andriof & Waddock, 2002) Η «τριπλή βασική αρχή» Η θεωρία της «τριπλής βασικής αρχής», ή αλλιώς «τριπλή προσέγγιση» ή «τρίπτυχο» (triple bottom line, TBL), εμπεριέχει την έννοια της αειφορίας καθώς μετρά τον αντίκτυπο των δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης στον κόσμο και βασίζεται στο ενδιαφέρον μιας επιχείρησης να λειτουργεί ως διαχειριστής του περιβάλλοντος, της κοινωνίας και της οικονομίας. Η φράση «τριπλή βασική αρχή» επινοήθηκε από τον ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 31

51 Elkington 14 (1994), ο οποίος πρότεινε ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να ασχολούνται με τρία διαφορετικά (τελείως ξεχωριστά) βασικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η παραδοσιακή μέτρηση του εταιρικού κέρδους (η γραμμή κερδοφορίας bottom line του ισολογισμού). Το δεύτερο αφορά το βασικό στοιχείο του «απολογισμού των ανθρώπων» μιας επιχείρησης, δηλαδή τη μέτρηση του βαθμού κοινωνικής υπευθυνότητας μίας επιχείρησης κατά την λειτουργία της. Το τρίτο αποτελεί το βασικό στοιχείο του «απολογισμού του πλανήτη», δηλαδή τη μέτρηση του βαθμού της περιβαλλοντικής υπευθυνότητας μιας επιχείρησης (Hindle, 2008; Elkington, 1997; Brown, 2010). Η TBL αποτελείται από το κέρδος, τους ανθρώπους και τον πλανήτη και στόχος του είναι ο υπολογισμός της εταιρικής οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής επίδοσης αντίστοιχα (Hindle, 2008). Επίσης, η TBL ανταποκρίνεται στην ιδέα ότι η συνολική επίδοση μιας επιχείρησης πρέπει να υπολογίζεται με βάση τη συνδυασμένη συνεισφορά της στην οικονομική ευημερία, την περιβαλλοντική ποιότητα και το κοινωνικό κεφάλαιο (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2001). Επομένως, η επιχείρηση που υπολογίζει την TBL, λαμβάνει υπόψη της το πλήρες κόστος που προκύπτει από την επιχειρηματική λειτουργία της (Hindle, 2008). Τυπικές Μετρήσεις Πίνακας 2.3: Μέτρηση της «τριπλής βασικής αρχής» (triple bottom line) (Hindle2008). Οικονομικό Περιβαλλοντικό Κοινωνικό Πωλήσεις, Κέρδη, Απόδοση της επένδυσης (ROI) Φόροι που καταβλήθηκαν Χρηματικές ροές Θέσεις εργασίας Ποιότητα αέρα Ποιότητα νερού Κατανάλωση ενέργειας Παραγωγή αποβλήτων Πρακτικές ανθρώπινου δυναμικού Επίδραση στην κοινότητα Ανθρώπινα δικαιώματα Υπευθυνότητα προς το κοινό ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΝΟΛΟ Μια θετική TBL αντικατοπτρίζει μια αύξηση στην προστιθέμενη αξία της επιχείρησης, η οποία περιλαμβάνει την κερδοφορία της, την αξία των μετόχων της και το κοινωνικό, ανθρώπινο και περιβαλλοντικό της κεφάλαιο (Πίνακας 2.3). Κατά μια έννοια, η «τριπλή βασική αρχή» αποτελεί μια ιδιαίτερη έκφανση της εξισορροπημένης καρτέλας αποτελεσμάτων (balanced scorecard), η οποία απεικονίζει με αριθμούς και λέξεις το βαθμό στον οποίο κάθε επιχείρηση δημιουργεί ή όχι αξία για τους μετόχους της και την 14 Ιδρυτής του βρετανικού φορέα SustainAbility. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 32

52 κοινωνία. Επομένως, οι επιχειρήσεις θα είναι κοινωνικά και περιβαλλοντικά υπεύθυνες μόνο όταν μετρούν τον κοινωνικό και περιβαλλοντικό τους αντίκτυπο (Hindle, 2008). Παρόλα αυτά, ένα πρόβλημα που προκύπτει από την «τριπλή βασική αρχή» είναι η δυσκολία που παρουσιάζεται στο σχηματισμό άποψης με βάση αυτούς τους τρεις ξεχωριστούς απολογισμούς, λόγω του ότι είναι δύσκολο για μια επιχείρηση να μετρήσει τα κέρδη που προκύπτουν από την κοινωνική και περιβαλλοντική της υπευθυνότητα με την ίδια ευκολία που μετρά τα κέρδη από την οικονομική της επίδοση. Παράλληλα, όπως η αναφορά των οικονομικών αποτελεσμάτων δεν μπορεί να αποδοθεί με ένα νούμερο, έτσι και η περιβαλλοντική και κοινωνική υπευθυνότητα δεν μπορούν να εκτιμηθούν επακριβώς. Επίσης, δεν έχει βρεθεί ακόμα τρόπος που να περιγράφει με ακρίβεια ή συνολικά τα οφέλη για τους καταναλωτές και την κοινωνία χρησιμοποιώντας ένα μόνο νούμερο. Παράλληλα, κάποιοι αριθμοί από μόνοι τους περιλαμβάνουν πολύ εξήγηση, γεγονός που εξηγεί το λόγο για τον οποίο οι περισσότεροι οικονομικοί απολογισμοί περιλαμβάνουν σελίδες επεξεργασίας και ανάλυσης των αποτελεσμάτων (Hindle, 2008). Σχήμα 2.7: Ο αντίκτυπος της επιχείρησης σε οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο (Andriof & Waddock, 2002). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 33

53 Η «τριπλή βασική αρχή» είναι πλέον συνώνυμη με την έννοια της ΕΚΕ, στα πλαίσια του ότι μια επιχείρηση πρέπει να είναι υπεύθυνη και υπόλογη σχετικά με τη συνδυασμένη της επίδοση σε κοινωνικό, περιβαλλοντικό και οικονομικό επίπεδο. Άλλωστε, μια βασική πρόκληση για τους υποστηρικτές της ΕΚΕ αποτελεί η γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των επικρατούντων και παραδοσιακών στόχων των επιχειρήσεων για τη δημιουργία κέρδους και για τη δημιουργία νέων οργανωτικών πεδίων εργασίας και διαδικασιών διοικητικής υποστήριξης που προσεγγίζουν την «τριπλή βασική αρχή» έτσι ώστε οι κοινωνικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές απόψεις να λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά στη λήψη αποφάσεων και τις δραστηριότητες της επιχείρησης. Τέλος, η βασική ιδέα της ΕΚΕ και της «τριπλής προσέγγισης» είναι τα ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς ένας οργανισμός πρέπει να υπολογίζει τις σχέσεις του με την κοινότητα και το περιβάλλον και τον αντίκτυπο που προκαλεί η δραστηριότητά του σε αυτές 15, όπως απεικονίζεται στο Σχήμα Η εταιρική κοινωνική ανταπόκριση Η βασική ιδέα της εταιρικής κοινωνικής ανταπόκρισης προβάλλεται σύμφωνα με την άποψη του Frederick (1994) ως «η ικανότητα των επιχειρήσεων να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές πιέσεις», καθώς αποτελεί ένα βελτιωμένο στάδιο της ανάπτυξης της εταιρικής συμπεριφοράς (Husted, 2000). Η έννοια αυτή παρέχει μια πραγματική και αναλυτική άποψη του τρόπου με τον οποίο οι επιχειρήσεις πραγματικά ανταποκρίνονται (ή οφείλουν να ανταποκρίνονται) στις αισθητές αλλαγές του κοινωνικού περιβάλλοντός τους. Κατά αυτή την έννοια, η εταιρική κοινωνική ανταπόκριση δίνει μια αισθητή και επιτεύξιμη προσέγγιση στο ερώτημα του ρόλου που διαδραματίζει μια επιχείρηση στην κοινωνία λόγω του ότι εστιάζεται σε τεχνολογίες, εργαλεία, τεχνικές και διαδικασίες με τις οποίες οι επιχειρήσεις ανταποκρίνονται στις κοινωνικές πιέσεις. Επομένως, ως έννοια όχι μόνο απαιτεί εξειδικευμένες δεξιότητες ως προς τη διαχείριση των ενδιαφερομένων μερών, των δημοσίων σχέσεων και των δημόσιων υποθέσεων, ανταποκρίνεται και στην «ικανότητα των γενικών διευθυντών να αναλύσουν τον κοινωνικό αντίκτυπό τους στις επιχειρηματικές αποφάσεις τους» (Vallentin, 2009; Carroll, 1979). Η εταιρική κοινωνική ανταπόκριση έχει συσχετιστεί από διάφορους μελετητές με τη δημόσια πολιτική, την έννοια των ενδιαφερομένων μερών, τη διαχείριση κοινωνικών ζητημάτων και την υποβολή συμμόρφωσης με ανακλαστικούς (ενστικτώδεις) κανόνες 15 What is Corporate Social Responsibility (CSR)?, European Sustainability Academy, Πηγή: Πρόσβαση: 20/06/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 34

54 (reflexive law). Αρχικά, η εταιρική κοινωνική ανταπόκριση χρησιμοποιήθηκε από τον Strand (1983), ο οποίος την ερμήνευσε ως τη μοντελοποίηση της οργανωτικής προσαρμογής στο κοινωνικό περιβάλλον και υπό αυτή την έννοια προσεγγίστηκε από τους Holmes (1978) και Salbu (1993) ως προσαρμογή στην εταιρική δομή και στρατηγική. Επίσης, προσδιορίστηκε από τους Ibrahim & Parsa (2005) και Sturdivant & Ginter (1977) ως προϊόν της διοικητικής συμπεριφοράς και έχει συσχετιστεί με την οργανωτική/οικονομική επίδοση (Vallentin, 2009). Παράλληλα, ο Carroll (1979), ο Epstein (1987), οι Wartick & Cochran (1985) και η Wood (1991) υποστήριξαν την ύπαρξη της εταιρικής κοινωνικής ανταπόκρισης στην ευρύτερη έννοια της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης (Vallentin, 2009). Συγκεκριμένα, ο Carroll, στα πλαίσια της έρευνας σχετικά με την εταιρική κοινωνική επίδοση, διατύπωσε πως η εταιρική κοινωνική ανταπόκριση μετριέται ως ο βαθμός στον οποίο η διοίκηση μιας επιχείρησης ανταποκρίνεται στο κοινωνικό σύνολο θεσπίζοντας κάθε μία από τις κοινωνικές ευθύνες της (Heath & Ni, 2008). Επίσης, η εταιρική κοινωνική ανταπόκριση για την Wood αναφέρεται σε «διόδους μέσα από τις οποίες οι επιχειρήσεις εμπλέκονται με το εξωτερικό περιβάλλον» (Husted, 2000). Παρόλα αυτά, η εμφάνιση της εταιρικής κοινωνικής ανταπόκρισης δεν οδήγησε στην αντικατάσταση της έννοιας ΕΚΕ, γιατί δεν παρέχει καμία καθοδήγηση όσον αφορά τις θετικές εταιρικές αξίες. Ενώ παρέχει πολυφωνία όσον αφορά τις δράσεις στα πλαίσια της ΕΚΕ, προσδιορίζοντας μια εναλλακτική και συμπληρωματική έρευνα στρατηγικής που βοηθά τη μελέτη των κοινωνικών πιέσεων (π.χ. δημόσια γνώμη), δεν παρέχει συγκεκριμένη φιλοσοφία ανταπόκρισης που βασίζεται σε αξίες. Παράλληλα, σύμφωνα με τους Carroll (1979), Frederick (1994) και Wood (1991), η εταιρική κοινωνική ανταπόκριση παρακάμπτει τον προσδιορισμό του περιεχομένου και της ερμηνείας της ΕΚΕ με πιο ακριβείς όρους (Vallentin, 2009) Η εταιρική κοινωνική επίδοση Η ιστορία της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης δείχνει ότι ο σκοπός των μελετητών που εισήγαγαν τις έννοιες αυτές στη βιβλιογραφία ήταν να ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να λύσουν αδιάλλακτα κοινωνικά προβλήματα. Το ασαφές και ηθικό θεμέλιο της αρχικής αντίληψης της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης ήταν ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να λειτουργούν ώστε να αυξήσουν τα οφέλη και να μειώσουν ή να περιορίσουν τις ζημιές που αποφέρουν οι δραστηριότητές τους. Αλλιώς, οι επιχειρήσεις θα αποτύχουν να προσαρμοστούν κατάλληλα στο ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 35

55 περιβάλλον τους, ή θα χάσουν την πρόσβαση σε κρίσιμους πόρους, ή το δικαίωμά τους να διαχειρίζονται τις εσωτερικές διαδικασίες θα αποδοκιμαστεί και ίσως ανατραπεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη, ή μπορεί ακόμα να χάσουν τη νομιμότητα και συνεπώς το δικαίωμα να λειτουργούν (Wood, 2010). Συνεπώς, η εταιρική κοινωνική επίδοση αφορά τις ζημιές και τα οφέλη που πηγάζουν από τις επιχειρηματικές αλληλεπιδράσεις ενός οργανισμού με το ευρύτερο περιβάλλον του, περιλαμβάνοντας τις κοινωνικές, πολιτιστικές, νομικές, πολιτικές, οικονομικές και φυσικές διαστάσεις (Wood, 2010). Όπως επισημαίνουν οι Turban & Greening (1996), η εταιρική κοινωνική επίδοση ορίζεται ως «μια επινόηση που δίνει έμφαση στις ευθύνες που έχει μια εταιρεία προς τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη της, καθώς επίσης στις παραδοσιακές ευθύνες προς τους μετόχους της» (Chen & Delmas, 2010). Η εταιρική κοινωνική επίδοση έχει εξισωθεί με το «πράττοντας το καλό» (doing good) και όπως επισημαίνει ο Swanson (1995), σε κάθε ορισμό της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ηθικό κίνητρο. Ενώ, η έρευνα συνεχίστηκε για τη στατιστική σχέση της με την οικονομική επίδοση, έτσι ώστε να αιτιολογηθεί ο λόγος για τον οποίο οι διευθυντές οφείλουν να δώσουν προσοχή στην εταιρική κοινωνική επίδοση. Για το λόγο αυτό, η μέτρηση και η λειτουργικότητα της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης έχει μελετηθεί με διάφορους τρόπους. Κατά τον Preston (1990a) υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις για την αξιολόγηση της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης: 1) εστίαση στη διαδικασία και 2) εστίαση στα αποτελέσματα. Ο Clarkson (1995) υιοθετώντας τη δεύτερη προσέγγιση που επισημάνθηκε από τον Preston (1990a), δήλωσε ότι «Επίδοση είναι ό,τι μετριέται. Η επίδοση μπορεί να μετρηθεί και να αξιολογηθεί». Αυτή η εστίαση στα αποτελέσματα απασχόλησε τους μελετητές που αξιολόγησαν τη σχέση μεταξύ εταιρικής κοινωνικής επίδοσης και οικονομικής επίδοσης (Husted, 2000). Η Wood (1991) όρισε την εταιρική κοινωνική επίδοση έτσι ώστε να περιλαμβάνει τα αποτελέσματα, την εταιρική κοινωνική ευθύνη και την εταιρική κοινωνική ανταπόκριση. Συγκεκριμένα, η Wood συνθέτοντας τις προηγούμενες εργασίες των Carroll (1979), Wartick & Cochran (1985), όρισε την εταιρική κοινωνική επίδοση ως ένα σύνολο τριών στοιχείων: a) αρχών κοινωνικής υπευθυνότητας, b) διαδικασιών κοινωνικής ανταπόκρισης και c) πολιτικών, προγραμμάτων και αποτελεσμάτων όπως αυτά σχετίζονται με τις κοινωνικές σχέσεις των εταιρειών (Wood, 1991; Husted, 2000). Έτσι, η Wood ανέπτυξε ένα σύνολο περιγραφικών κατηγοριών της επιχειρηματικής δραστηριότητας, το οποίο εστιάζει στις επιδράσεις και τα αποτελέσματα για την ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 36

56 κοινωνία, τα ενδιαφερόμενα μέρη και την ίδια την επιχείρηση (αναλυτικότερα στην ενότητα 2). Τα είδη των σχετικών αποτελεσμάτων καθορίζονται από τους δεσμούς της επιχείρησης όπως ορίστηκαν από τις δομικές αρχές της ΕΚΕ (Wood, 2010). Ο Husted (2000) προτείνει ότι η εταιρική κοινωνική επίδοση αναφέρεται στην ικανότητα της επιχείρησης να ικανοποιήσει ή να υπερβεί τις προσδοκίες των ενδιαφερομένων μερών που αφορούν κοινωνικά ζητήματα. Όμως, ένας βασικός και καθοριστικός παράγοντας αυτής της ικανότητας είναι ο συνδυασμός των κοινωνικών ζητημάτων με τις αντίστοιχες στρατηγικές και δομές τους. Οι στρατηγικές και οι δομές μαζί βοηθούν την επιχείρηση να προσαρμοστεί με το κοινωνικό περιβάλλον της και αποτελούν αυτό που ορίζεται στη βιβλιογραφία ως εταιρική κοινωνική ανταπόκριση. Κατά αυτό τον τρόπο, ο Husted υποστηρίζοντας την εστίαση στα αποτελέσματα, ορίζει την εταιρική κοινωνική επίδοση ως το βαθμό κατά τον οποίο οι προσδοκίες αυτές που αφορούν την ίδια τη διοίκηση ή άλλα ενδιαφερόμενα μέρη ικανοποιούνται. Συμπερασματικά, όταν η ικανοποίηση των ενδιαφερομένων μερών είναι υψηλή, τότε και η εταιρική κοινωνική επίδοση είναι υψηλή (Husted, 2000). Αυτή η συγκριτική θεωρία που πρότεινε ο Husted (2000) ερευνά τη σχέση στρατηγικών, δομών και σχέσεων, όπως αυτή έχει αναπτυχθεί στη βιβλιογραφία της διοίκησης των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία αυτή, η επιλογή της ανταγωνιστικής στρατηγικής εξαρτάται από τις ευκαιρίες της αγοράς, ενώ η δομή υποστηρίζει τη στρατηγική να επιτύχει οργανωτικούς στόχους. Επομένως, η στρατηγική και η δομή που προσαρμόζουν καλά τις ευκαιρίες της αγοράς θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη οικονομική επίδοση. Παρόμοια, ο Husted υποστήριξε ότι οι κατάλληλα προσαρμοσμένες στρατηγικές και δομές με τα κοινωνικά ζητήματα θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη κοινωνική επίδοση. Αλλά, οι δύο αυτές προσεγγίσεις διαφέρουν στο ότι η επιχείρηση αντιμετωπίζει διάφορα κοινωνικά ζητήματα και για το λόγο αυτό απαιτείται μια κατάλληλη στρατηγική και δομή για το κάθε ζήτημα (Husted, 2000) Η εταιρική αειφορία Ο όρος της αειφορίας προέρχεται από τις βασικές ανησυχίες σχετικά με την κοινωνία και την ανάγκη της για ασφάλεια (δηλαδή να ζει ελεύθερη, χωρίς κίνδυνους που περιορίζουν την επιδίωξη αγαθών) (Brown, 2010). Η έννοια της αειφορίας, ή αλλιώς βιώσιμης ανάπτυξης, τράβηξε το ενδιαφέρον των μελετητών κατά τη δεκαετία του 1980, όπου τότε τα έθνη έπρεπε να βρουν τρόπους να αναπτύξουν τις οικονομίες τους χωρίς να καταστρέφουν το περιβάλλον ή να θυσιάζουν την ευημερία των μελλοντικών γενεών. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 37

57 Από τη δεκαετία του 1980, ο όρος αυτός έχει εντυπωσιάσει για διάφορους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς λόγους και για τον επιχειρηματικό κόσμο υποδηλώνει την ιδέα ότι «αειφόρα επιχείρηση είναι αυτή που δημιουργεί κέρδη για τους μετόχους της ενώ παράλληλα προστατεύει το περιβάλλον και βελτιώνει τη ζωή των ατόμων με τα οποία αλληλεπιδρά». Επομένως, η επιχείρηση οφείλει να λειτουργεί έτσι ώστε τα ενδιαφέροντά της να διασταυρώνονται με τα ενδιαφέροντα της κοινωνίας και του περιβάλλοντος, συνεισφέροντας στη βιώσιμη ανάπτυξη. Κατά αυτό τον τρόπο, μια αειφόρα επιχείρηση βρίσκει την άριστη ευκαιρία να γίνει πιο επιτυχημένη στο μέλλον από ό,τι είναι σήμερα και να παραμείνει επιτυχημένη όχι μόνο για μήνες ή ακόμα και χρόνια, αλλά για δεκαετίες ή γενεές (Savitz & Weber, 2006). Η εταιρική αειφορία δεν είναι απλά θέμα καλής ιδιότητας του εταιρικού πολίτη κατά την οποία μια επιχείρηση αποκομίζει κέρδη μειώνοντας τις επιβλαβείς εκπομπές του εργοστασίου της ή παρέχει οφέλη υγειονομικής φροντίδας στους εργαζομένους της. Επίσης, η εταιρική αειφορία δεν αποτελεί μόνο θέμα επιχειρηματικής ηθικής, κάνοντας το σωστό ακόμα και αν προκύπτει συγκεκριμένο ηθικό δίλημμα κατά την επιχειρηματική λειτουργία. Η εταιρική αειφορία είναι μια βασική αρχή έξυπνης διαχείρισης, κάτι το οποίο μια επιχείρηση μπορεί εύκολα να παραβλέψει και να το θεωρήσει δεδομένο σε ένα κόσμο όπου η οικονομική βασική αρχή συχνά αντιμετωπίζεται ως ο μόνος τρόπος μέτρησης της επιτυχίας της. Αλλά, αν οι επιχειρήσεις, ακόμα και αυτές που έως σήμερα θεωρούνται επιτυχημένες, δεν λάβουν υπόψη τις αρχές της αειφορίας θα προσγειωθούν απότομα στην πραγματικότητα. Η αειφορία έχει γίνει πιο σημαντική από ποτέ λόγω του ότι οι επιχειρήσεις έχουν μπει στην εποχή της λογοδοσίας και συνεπώς, θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές αλλαγές του ευρύτερου περιβάλλοντός τους (Hindle, 2008). Οι αειφόροι οργανισμοί και κοινωνίες δημιουργούν και ζουν με ενδιαφέρον παρά εξαντλώντας το κεφάλαιό τους. Στα πλαίσια αυτά, το κεφάλαιο περιλαμβάνει φυσικούς πόρους (νερό, αέρας, πηγές ενέργειας, τρόφιμα), ανθρώπινους και κοινωνικούς πόρους (από δέσμευση των εργαζομένων μέχρι και υποστήριξη της κοινότητας) και οικονομικούς πόρους (άδεια λειτουργίας, δεκτική αγορά, νομική και οικονομική υποδομή). Μια εταιρεία που αναγνωρίζει τις αρχές της αειφορίας θα καταφέρει να επιβιώσει, καθώς η αειφορία δεν απαιτεί απαραίτητα από τις επιχειρήσεις να μη λαμβάνουν υπόψη την κερδοφορία τους ή να δεχτούν μείωση των οικονομικών αποτελεσμάτων τους (Savitz & Weber, 2006). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 38

58 Στην πράξη, η αειφορία αντιλαμβάνεται ως τέχνη για επιχειρηματική δραστηριότητα σε ένα αλληλοεξαρτώμενο κόσμο. Με την ευρύτερη έννοια, η αειφορία αφορά ό,τι έχει να κάνει με την έννοια της αλληλεξάρτησης, η οποία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Επομένως, η αειφορία σέβεται την αλληλεξάρτηση μεταξύ των ζώντων οργανισμών και το περιβάλλον τους και σημαίνει τη λειτουργία μιας επιχείρησης με τρόπο που προκαλεί ελάχιστη ζημιά στους ζώντες οργανισμούς και η οποία δεν εξαντλεί, αλλά αποκαθιστά και εμπλουτίζει το περιβάλλον. Τέλος, μια αειφόρα επιχείρηση οφείλει να είναι ικανή να μετρά, τεκμηριώνει και αναφέρει μια θετική απόδοση της επένδυσης (ROI) και στις τρεις βασικές διαστάσεις (οικονομική, περιβαλλοντική, κοινωνική- triple bottom line), καθώς επίσης τα αντίστοιχα οφέλη που δέχονται τα ενδιαφερόμενα μέρη της (Savitz & Weber, 2006) Η εταιρική διακυβέρνηση Η εταιρική διακυβέρνηση καλείται περισσότερο από ποτέ να διαδραματίσει έναν από τους σπουδαιότερους ρόλους στην οργάνωση μιας επιχείρησης. Αν και ως πρακτική δεν εμφανίζει κοινά γνωρίσματα στην παγκόσμια εφαρμογή της, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ως έννοια αποτελείται από ένα πλέγμα κανόνων με τους οποίους η επιχείρηση ελέγχεται και διοικείται, ενώ εξετάζοντας τις επιμέρους πτυχές της αποτελεί ίσως μια ασπίδα διαφάνειας για το σύνολο των μετόχων καθώς αυτοί δεν αντιμετωπίζονται ως απρόσωπα μέλη από τη διοίκηση, αλλά ως συνέταιροι που εμπιστεύτηκαν τα κεφαλαία τους σε αυτή. Πλήθος ωστόσο ορισμών έχει δοθεί για την αποτύπωση του όρου της εταιρικής διακυβέρνησης. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ (Οργανισμό Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας), «η υπεύθυνη εταιρική διακυβέρνηση αποτελεί το κλειδί για την εξασφάλιση σταθερότητας και ενότητας στο σύνολο των επιχειρήσεων καθώς και τη βάση για υγιή και διαφανή οικονομικά συστήματα αποτελώντας ένα σύστημα ελέγχου και παρακολούθησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων». 16 Επίσης, όπως διατυπώνεται στον κανονισμό της Ελληνικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (2006), ο ρόλος της εταιρικής διακυβέρνησης είναι η εξισορρόπηση των οικονομικών και κοινωνικών στόχων μεταξύ των προσωπικών, ατομικών και ευρύτερων επιχειρηματικών στόχων και συμφερόντων. Επομένως, χρειάζεται στενή συνεργασία, αμοιβαία εμπιστοσύνη και 16 Organisation for Economic Co-operation and Development (2004), OECD Principles of Corporate Governance, Πηγή: Πρόσβαση: 20/09/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 39

59 διαφάνεια μεταξύ εταιρείας, μετόχων και ενδιαφερομένων μερών (πιστωτές, χρηματοοικονομικούς αναλυτές, εποπτικές αρχές κ.α.). 17 Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επιχείρηση αποτελεί ένα σύνολο μηχανισμών μέσω των οποίων διαφορετικά ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να συμβάλλουν στην επίτευξη του γενικού καλού, οι Monks & Minow (1995) θεωρούν ότι η εταιρική διακυβέρνηση αναφέρεται στη σχέση μεταξύ αυτών των διαφορετικών μερών και το πώς αυτή καθορίζει τη γενική κατεύθυνση αλλά και την απόδοση της επιχείρησης. Οι Shleifer & Vishny (1996), ωστόσο υποστηρίζουν ότι η εταιρική διακυβέρνηση είναι το σύνολο των μηχανισμών μέσω των οποίων οι μέτοχοι εξασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις τους έχουν μια συγκεκριμένη απόδοση. Όσο πιο σωστά εκτελείται η διακυβέρνηση μιας επιχείρησης τόσο ευκολότερα επιτυγχάνεται η είσοδός της σε αγορές με μεγαλύτερες ευκαιρίες για κέρδος και προοπτικές εξέλιξης. Παράλληλα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι μέσω της εταιρικής διακυβέρνησης επιτυγχάνεται η εναρμόνιση των πιθανών αντικρουόμενων συμφερόντων, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας, καθώς επίσης και η ρύθμιση των σχέσεων της διοίκησης, των μετόχων και των εργαζομένων εξασφαλίζοντας έτσι τη διαφάνεια, την έγκυρη πληροφόρηση και κυρίως τη προστασία όλων των εμπλεκομένων μερών (Turnbull, 1997). Τέλος, η εταιρική διακυβέρνηση, όπως και η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο και έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον σηματοδοτούν μία νέα επιχειρηματική αντίληψη που δεν επιβάλλεται δια νόμου, αντίθετα, δημιουργεί συγκριτικό πλεονέκτημα για την επιχείρηση, που καλείται να επαναπροσδιορίσει ή και να διαμορφώσει την επιχειρηματική της στρατηγική. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι η εταιρική διακυβέρνηση συνδέεται άμεσα με την ΕΚΕ σε ό,τι αφορά, την αυτοδέσμευση των επιχειρήσεων, καθώς και την προσπάθειά τους μέσω αυτών των διαφορετικών εταιρικών πρακτικών να δημιουργήσουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για διαφάνεια, αλλά ταυτόχρονα και για συνεχή, ανοικτό και εποικοδομητικό διάλογο με τους άμεσα ενδιαφερομένους για την επιχειρηματική δραστηριότητα. Ενώ ταυτόχρονα, η υιοθέτηση των αρχών τους αποτελεί μια επένδυση για την επιχείρηση καθώς μπορούν να θεωρηθούν ως εργαλείο ανάπτυξης και μακροπρόθεσμης προοπτικής για μια επιχείρηση Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ΕΚ 12/2006, Κώδικας Εταιρικής Διακυβέρνησης και η Κοινωνική Ευθύνη των Επιχειρήσεων, Πηγή: Πρόσβαση: 20/09/ Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ΕΚ 12/2006, Κώδικας Εταιρικής Διακυβέρνησης και η Κοινωνική Ευθύνη των Επιχειρήσεων, Πηγή: Πρόσβαση: 20/09/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 40

60 2.4.9 Η εταιρική υπευθυνότητα Μια από τις πιο πρόσφατες αντιλήψεις για την έννοια και τη λειτουργία της ΕΚΕ τείνει να καθιερωθεί τα τελευταία έτη, κερδίζοντας προασπιστές σε παγκόσμιο επίπεδο, και αφορά την απλοποίηση του όρου ΕΚΕ. Αρχικά, σε άρθρο του Webb (2002) στο περιοδικό Ethical Corporation αναφέρεται ότι «προτιμάται ο όρος εταιρική υπευθυνότητα λόγω του ότι είναι απλούστερος και πιο κατανοητός, δεν απέχει πολύ από τον όρο ΕΚΕ που δεν είναι ικανοποιητικός και λαμβάνει υπόψη την περιβαλλοντική και χρηματοοικονομική απόδοση μιας επιχείρησης». Μεταγενέστερα, οι Ward & Smith (2006) ασπάζονται αυτή τη θεωρία προτείνοντας την παράλειψη της παραμέτρου «Κοινωνική» ή Social από τον ορισμό της έννοιας ΕΚΕ ή CSR αντίστοιχα. Πιο συγκεκριμένα, στο περιοδικό του διεθνούς ινστιτούτου για το περιβάλλον και την ανάπτυξη, αναφέρονται στην «εξάλειψη του Κ» ή drop the S υπερασπίζοντας την με την άποψη ότι «όσο υπάρχει το Κ, η ΕΚΕ θα θεωρείται επιπρόσθετο στοιχείο μιας επιχείρησης και όχι ταυτόσημο και αυθύπαρκτο με αυτή» (Hopkins, 2004). Επιπλέον, μία άποψη που εκφράζουν και δικαιολογούν την παραπάνω σύγχρονη αντίληψη είναι το γεγονός ότι «η ύπαρξη της παραμέτρου "κοινωνική", υπονοεί ότι η ΕΚΕ δεν αφορά άμεσα τομείς όπως το περιβάλλον, αλλά δίνει έμφαση στο κομμάτι που αφορά την κοινωνία, ενώ ασχολείται μόνο έμμεσα με όλα τα άλλα ζητήματα». Ακόμα, υποστηρίζουν ότι «πρέπει να καταργηθεί ο όρος ΕΚΕ έτσι ώστε οι κοινωνικές ευθύνες να αποτελούν βασικό στοιχείο μιας επιχείρησης». Όμως, «το πρόβλημα με την αντίληψη της ΕΚΕ είναι η παράμετρος της "υπευθυνότητας" ή responsibility, η οποία την παρουσιάζει ως κάποια πρακτική marketing». Καταλήγοντας, υποστηρίζουν ότι «η έννοια "ιδιότητα του εταιρικού πολίτη" (corporate citizenship) είναι λιγότερο αμφιλεγόμενη, ενώ η ΕΚΕ είναι ένας ξεπερασμένος όρος καθώς καμία από τις παραμέτρους της έχει νόημα και αξία» (Ward & Smith, 2006). Από την άλλη, ο Hopkins (2004) αντιτίθεται σε αυτή την θεωρία λέγοντας ότι «υιοθετώντας τον όρο εταιρική υπευθυνότητα έναντι του εταιρική κοινωνική ευθύνη αλλάζει η φύση της έννοιας». Προσθέτει, επίσης, ότι «η παράμετρος κοινωνική περιλαμβάνεται στον όρο έτσι ώστε να ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να αναγνωρίσουν τις κοινωνικές τους ευθύνες, όπως και τις συνήθεις επιχειρηματικές τους ευθύνες. Συγκεκριμένα, η κύρια ευθύνη μιας επιχείρησης είναι να παράγει κέρδη προς όφελος των μετόχων της, κάτι το οποίο περιγράφει πολύ καλά η εταιρική υπευθυνότητα. Όμως, περιλαμβάνοντας την παράμετρο κοινωνική δίνεται έμφαση στον συνυπολογισμό και ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 41

61 άλλων θεμάτων, όπως η ευρύτερη οικονομία, τα ενδιαφερόμενα μέρη γενικότερα (όχι μόνο οι μέτοχοι) και το περιβάλλον» (Hopkins, 2004). Εταιρική Υπευθυνότητα τη δεκαετία ( ) Στο σημείο αυτό κρίθηκε σκόπιμο να παρατεθεί μια πρόσφατη έρευνα που έγινε από τους Egri & Ralston (2008) για την εκτίμηση της κατάστασης της εταιρικής υπευθυνότητας (ΕΥ) την τελευταία δεκαετία ( ). Οι μελετητές αυτοί, έπειτα από βιβλιογραφική ανασκόπηση των ερευνών που σχετίζονται με την ΕΥ σε διεθνή περιοδικά διοίκησης επιχειρήσεων, προσδιόρισαν 321 σχετικά άρθρα. Αυτά τα αρχεία κατηγοριοποιήθηκαν και ταξινομήθηκαν ανάλογα με το κυρίαρχο θέμα ΕΥ, σε τέσσερις κατηγορίες: 1) εταιρική κοινωνική ευθύνη, 2) περιβαλλοντική υπευθυνότητα, 3) ηθική και 4) διακυβέρνηση (Σχήμα 2.8). Επίσης, ταξινομήθηκαν σύμφωνα με το προσανατολισμό τους σε θεωρητικά και εμπειρικά, ενώ οι εμπειρικές μελέτες ταξινομήθηκαν περαιτέρω σύμφωνα με τη μεθοδολογία και τη διεθνοποίηση (χώρες που περιλαμβάνονται στη μελέτη). Επομένως, βάσει αυτής της έρευνας παρέχεται ο βαθμός της διάδοσης της ΕΥ στα διεθνή περιοδικά, η ανάδειξη των κυριότερων θεμάτων της, η έμφαση που δίνεται στην εμπειρική έναντι της θεωρητικής έρευνας και η διεθνής κάλυψη σε αυτά τα αρχεία. Σχήμα 2.8: Θέματα Κοινωνικής Υπευθυνότητας στα διεθνή επιστημονικά περιοδικά κατά τη δεκαετία (Egri & Ralston, 2008). Από τα συμπεράσματα της έρευνας προέκυψε πρώτον, ότι τα διεθνή επιστημονικά περιοδικά διοίκησης επιχειρήσεων έχουν επικεντρώσει την έρευνα σε θέματα ηθικής και διακυβέρνησης, πολύ περισσότερο από την κοινωνική ευθύνη και την περιβαλλοντική υπευθυνότητα. Δεύτερον, τα εμπειρικά άρθρα που επεξεργάζονται τη θεωρία έχουν ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 42

62 σημαντικά υπερβεί σε αριθμό τα άρθρα που προσφέρουν θεωρία στο σύνολο των διεθνών περιοδικών. Τρίτον, οι μεθοδολογίες της εμπειρικής έρευνας ΕΥ στα διεθνή περιοδικά περιέχουν τόσο ποσοτικές (μελέτες βασισμένες στην έρευνα) όσο και ποιοτικές (μελέτες περίπτωσης) μεθοδολογίες. Τέταρτον, η εμπειρική έρευνα έχει επικεντρωθεί περισσότερο στην ΚΥ των δυτικών εθνών (Ηνωμένες πολιτείες, Καναδά και Δυτική Ευρώπη), παρά στα φτωχότερα έθνη της Κεντρικής και Ευρώπης, Λατινικής Αμερικής, Αφρικής και Ασίας. Το κύριο συμπέρασμα αυτής της έρευνας είναι ότι τα θέματα ΕΥ δεν έχουν παρουσιαστεί εκτεταμένα στη διεθνή βιβλιογραφία της διοίκησης επιχειρήσεων κατά την περασμένη δεκαετία. Συνεπώς, η μελέτη των Egri & Ralston που διενεργήθηκε με σκοπό να επικεντρωθεί στα κενά που βρέθηκαν από την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας της ΕΥ, παρουσιάζει ένα ειδικό θέμα που αφορά την εξέταση των θεμάτων κοινωνικής και περιβαλλοντικής υπευθυνότητας στο διεθνές επιχειρηματικό περιβάλλον. Έτσι, οι Egri & Ralston επέλεξαν τέσσερα αρχεία που εξετάζουν αυτά τα θέματα και επισήμαναν ότι οι πόροι και οι δυνατότητες μιας εταιρείας μπορούν να καθορίσουν την υιοθέτηση των συστημάτων περιβαλλοντικής υπευθυνότητας, καθώς επίσης η κινητοποίηση των εταιρειών προς την υιοθέτησή τους έχει σημαντική επίδραση στην εταιρική επίδοση. Επίσης, η εθνική και η οργανωτική κουλτούρα παίζουν σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό απόψεων σχετικά με τις εταιρικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές ευθύνες και την ενημέρωση των εταιρικών δράσεων ΕΥ. Για κάθε επιχείρηση υπάρχουν διάφορα κίνητρα και απόψεις σχετικά με την επίδοση της εταιρικής υπευθυνότητάς τους. Ακόμα, οι κοινοποιήσεις που αφορούν την ΕΚΕ πρέπει να ενσωματώνονται σε απολογισμούς διανοητικού κεφαλαίου, δηλαδή σε μη οικονομικές αναφορές που παρέχονται από τις επιχειρήσεις προς τα ενδιαφερόμενα μέρη. Τέλος, η υιοθέτηση μιας προσέγγισης για την ανάπτυξη της κοινότητας είναι όλο και πιο απαραίτητη για τις μεταλλευτικές βιομηχανίες ώστε να αποκτήσουν μια κοινωνική άδεια λειτουργίας (Egri & Ralston, 2008). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 43

63 3. ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΤΗΣ ΕΚΕ 3.1 Γενικά Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν την ευθύνη που τους αναλογεί απέναντι στην κοινωνία και το περιβάλλον. Για το λόγο αυτό, ακολουθούν πρακτικές ΕΚΕ αναπροσαρμόζοντας και διευρύνοντας τις στρατηγικές, τους στόχους αλλά και τις πηγές κερδοφορίας τους προς αυτήν την κατεύθυνση (Καλούμενος, 2011). Αρκετές διοικήσεις μεγάλων αλλά και μικρότερων εταιρειών δείχνουν με τις πράξεις τους να έχουν αντιληφθεί ότι δεν μπορούν να αγνοήσουν τις επιδράσεις που επιφέρει η ΕΚΕ στην επιχειρηματική δραστηριότητα και λαμβάνουν υπόψη τους τα ζητήματα της ΕΚΕ στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Οι ενέργειες των επιχειρήσεων που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση περιβαλλοντικών και κοινωνικών ζητημάτων έχουν ως αποτέλεσμα αυτές να αποκτούν πολλαπλά οφέλη. Στο παρόν κεφάλαιο επιχειρείται να παρουσιαστεί η πλήρης εικόνα που προκύπτει από την υιοθέτηση μιας στρατηγικής ΕΚΕ, με πιθανό σκοπό να υποβοηθηθούν τα διευθυντικά στελέχη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Αρχικά, θα παρουσιαστούν τα εμπόδια που σχετίζονται με την ανάπτυξη και την εφαρμογή μιας στρατηγικής εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, καθώς και κάποιοι κρίσιμοι παράγοντες επιτυχίας που συντελούν στην αξιοπιστία μιας στρατηγικής εταιρικής κοινωνικής ευθύνης που έχει υιοθετήσει μια επιχείρηση. Επίσης, θα επισημανθούν οι παράγοντες που έχουν προωθήσει την ανάπτυξη της ιδέας της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Τέλος, θα αναλυθούν τα οφέλη, αλλά και το κόστος, που προκύπτουν από την υιοθέτηση και την εφαρμογή σχετικών πρακτικών τόσο για την ίδια την επιχείρηση όσο και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο και το περιβάλλον. 3.2 Εμπόδια για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη Πολλοί παράγοντες μπορούν να εμποδίσουν την ανάπτυξη και εφαρμογή μιας στρατηγικής ΕΚΕ. Κάποια από αυτά τα εμπόδια δημιουργούνται από τις πολυπλοκότητες που εμπεριέχει αυτή η διαδικασία. Όσα περισσότερα είναι τα ενδιαφερόμενα μέρη μιας επιχείρησης, η επιχείρηση έχει να αντιμετωπίσει ευρύτερη εφοδιαστική αλυσίδα, πιο πολύπλοκες κοινωνικές προσδοκίες και δύσκολες προκλήσεις. Άλλα εμπόδια σχετίζονται με την εφαρμογή μίας στρατηγικής ΕΚΕ στις ανταγωνιστικές κεφαλαιαγορές και με την ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 44

64 έλλειψη δεξιοτήτων, εμπειρίας και πόρων (προσωπικό και οικονομικοί πόροι). Πιο συγκεκριμένα, τέτοιοι παράγοντες είναι (European Multistakeholder Forum on CSR, 2004): Αοριστία (ή Ανυπαρξία) ορίων της ΕΚΕ: Όσο και αν είναι απαραίτητος ο έλεγχος ολόκληρης της εφοδιαστικής αλυσίδας, οι εταιρείες δεν είναι σε θέση να ελέγχουν όλους όσους εμπλέκονται στην παραγωγή και τη διάθεση των προϊόντων ή των υπηρεσιών τους και πολύ περισσότερο τους υπεργολάβους. Πολυπλοκότητα της έννοιας της ΕΚΕ: Όχι μόνο τα όρια, αλλά και η ίδια η έννοια της ΕΚΕ είναι πολύπλοκη. Μια επιχείρηση δεν μπορεί να επικεντρωθεί μόνο στον τομέα του περιβάλλοντος και να ισχυριστεί ότι εφαρμόζει κοινωνικά υπεύθυνες πρακτικές. Χρειάζεται να επεκταθεί και στον εργασιακό χώρο, την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων, τα ανθρώπινα δικαιώματα κ.λπ. Κάτι τέτοιο αποτελεί μεγάλο εγχείρημα, ειδικά για τις μικρότερες επιχειρήσεις, αποτελώντας έναν επιπλέον λόγο για τη μη εφαρμογή τέτοιων αρχών. Εμπλοκή διαφόρων ομάδων συμφερόντων: Καθώς οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να δουλεύουν ταυτόχρονα με διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη που έχουν διαφορετικά συμφέροντα και νοοτροπίες, αποτελεί μια δύσκολη διαδικασία ο συνδυασμός όλων των (αντικρουόμενων πολλές φορές) ομάδων συμφερόντων και ημερήσιων διατάξεων. Παράλληλα, δεν υπάρχει ομοφωνία ανάμεσα στα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με την κατάλληλη έννοια που θα λαμβάνει υπόψη την παγκόσμια διάσταση της ΕΚΕ, ιδίως την ποικιλομορφία των πλαισίων εσωτερικής πολιτικής ανά τον κόσμο. Πολυπλοκότητα εταιρικών δομών: Όταν αναφερόμαστε σε πολυεθνικές επιχειρήσεις, αποτελεί πρόβλημα η πολυπλοκότητα της δομής τους. Καθώς τα διάφορα τμήματα της εταιρείας είναι διασκορπισμένα σε όλο τον πλανήτη, είναι δύσκολο να ακολουθηθεί μια ενιαία πολιτική, εξαιτίας των διαφορετικών συνθηκών κάτω από τις οποίες λειτουργεί το καθένα. Αδυναμία μέτρησης επίπτωσης ΕΚΕ & Απουσία χειροπιαστών αποτελεσμάτων: Οι κεφαλαιαγορές συχνά επικεντρώνονται στους δείκτες βραχυπρόθεσμης χρηματοοικονομικής απόδοσης. Τέτοιοι δείκτες μπορούν να επηρεάσουν την εφαρμογή μιας στρατηγικής ΕΚΕ σε μια επιχείρηση, η οποία για να πραγματοποιηθεί απαιτεί κάποιο αξιόλογο χρονικό διάστημα. Όμως, ο ρυθμός του μετασχηματισμού και οι μακροπρόθεσμες θετικές επιδράσεις δεν πρέπει να ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 45

65 υποτιμηθούν. Συνεπώς, είναι δύσκολος ο προσδιορισμός αποτελεσμάτων και του βαθμού βελτίωσης των επιχειρήσεων έπειτα από την υιοθέτηση και την εφαρμογή πρακτικών ΕΚΕ. Άλλωστε, κάτι τέτοιο είναι πιθανότερο να ωφελήσει τις επιχειρήσεις μόνο ως προς τη φήμη και την απήχησή τους στο κοινό. Έτσι, καθώς δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης, πολλές εταιρείες θεωρούν τα οφέλη αμελητέα ή ακόμα και ανύπαρκτα, ενώ τα αντίστοιχα κόστη αυξημένα και έτσι δεν ωθούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Έντονος ανταγωνισμός: Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργούν οι επιχειρήσεις σήμερα είναι συνθήκες έντονου ανταγωνισμού. Στόχος όλων είναι η επίτευξη της αύξησης των κερδών με ταυτόχρονη μείωση των εξόδων βασική απαίτηση των επενδυτών και μετόχων τους. Όμως, η εφαρμογή πρακτικών ΕΚΕ συνεπάγεται επιπρόσθετο κόστος για το οποίο δεν υπάρχει αντίκρισμα με χειροπιαστό αποτέλεσμα. Για το λόγο αυτό, οι επιχειρήσεις συχνά επιλέγουν να μην εφαρμόσουν τέτοιου είδους πρακτικές, όταν ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος, απλά και μόνο για τον περιορισμό του συνολικού κόστους λειτουργίας τους. Παράλληλα, δεν είναι εύκολη η εφαρμογή μιας στρατηγικής ΕΚΕ ταυτόχρονα με τις άλλες επιχειρηματικές προτεραιότητες με ισορροπημένο τρόπο. Δυσκολίες στην επικοινωνία και τη διαφάνεια: Η σωστή επικοινωνία και η διαφάνεια αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για την ανάπτυξη της κοινωνικής ευθύνης από μια επιχείρηση. Είναι όμως δύσκολη η επίτευξή τους, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μεγάλων επιχειρήσεων, όπου τα στοιχεία/δεδομένα είναι συνήθως μη συγκρίσιμα και αποσπασματικά λόγω της γεωγραφικής θέσης, της χρονικής περιόδου και του μεγέθους της επιχείρησης. Επίσης, δεν αρκεί η μονόδρομη αναφορά και παρουσίασή τους στους ενδιαφερόμενους αλλά και η συμμετοχή των διαφόρων ενδιαφερομένων μερών στο διάλογο. Παράλληλα, σε τομείς της ΕΚΕ που άπτονται των λειτουργιών παραγωγής μιας επιχείρησης, όπου και πρέπει να διατηρείται το απόρρητο, είναι δύσκολη η δημοσίευση στοιχείων, αποτελεσμάτων και πρακτικών, όπως απαιτείται από τον όρο της διαφάνειας. Παράλληλα, δεν υπάρχουν γενικώς αποδεκτά εργαλεία για το σχεδιασμό, τη διαχείριση και την κοινοποίηση των πρακτικών ΕΚΕ. Άλλα εμπόδια που αναφέρονται, περιλαμβάνουν την απουσία κατάλληλων συμβουλευτικών αρχών ή υπηρεσιών για τις επιχειρήσεις, τη δυσκολία συλλογής των κατάλληλων πληροφοριών από μια εταιρεία για τη συνεχή βελτίωση των πρακτικών της, ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 46

66 την έλλειψη υποστήριξης από τις κυβερνητικές και δημόσιες αρχές, την έλλειψη συνέπειας στις δημόσιες πολιτικές, την έλλειψη τεχνογνωσίας σε σχετικά θέματα από τα στελέχη των επιχειρήσεων καθώς και την έλλειψη χρηματοοικονομικών πόρων ώστε να δεσμευτούν με μια στρατηγική ΕΚΕ. 3.3 Κρίσιμοι παράγοντες επιτυχίας της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης Τα τελευταία χρόνια, τα άυλα περιουσιακά στοιχεία (οι εταιρικές αξίες, το ανθρώπινο και πνευματικό κεφάλαιο, η φήμη, το εμπορικό σήμα) έχουν γίνει όλο και πιο σημαντικά για τους οργανισμούς. Οι επιχειρήσεις που επιδεικνύουν καλή (έντιμη και υπεύθυνη) εικόνα ως εταιρικοί πολίτες (corporate citizenship) είναι πιθανό να κερδίσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Στη συνέχεια παρουσιάζονται μερικοί κρίσιμοι παράγοντες επιτυχίας (critical success factors) της ΕΚΕ που συντελούν στην αξιοπιστία μιας στρατηγικής ΕΚΕ που έχει υιοθετήσει μια επιχείρηση (Lockwood, 2004). Κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες βασίζονται στις ειδικές ικανότητες των επιχειρήσεων και τη θετική προσέγγισή τους ως προς την ΕΚΕ, όπως η δέσμευση των ανώτερων στελεχών, η εμπλοκή όλων των εργαζομένων και η υιοθέτηση επιχειρηματικού μοντέλου. Άλλοι παράγοντες εξαρτώνται από το ευνοϊκό εργασιακό περιβάλλον, το οποίο παρακινεί την αληθινή στάση και τις πρακτικές ως προς την ΕΚΕ όπως η αμοιβαία εμπιστοσύνη, η εμπλοκή όλων των ενδιαφερομένων μερών και η ευελιξία (European Multistakeholder Forum on CSR, 2004). Η δέσμευση των ανώτερων στελεχών του οργανισμού, αλλά και ολόκληρου του οργανισμού. Η ηγεσία ενός οργανισμού απαιτείται να εμπνέει και να κινητοποιεί τον καθένα μέσα σε ένα οργανισμό και να διασφαλίζει την ευρύτερη κατανόηση των οφελών και επιπτώσεων από τη συστηματική διαχείριση της ΕΚΕ. Η υποστήριξη από την ανώτερη διοίκηση είναι κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία της ΕΚΕ σε έναν οργανισμό. Η εξασφάλιση ότι το όραμα και οι αξίες της προσέγγισης ΕΚΕ ενσωματώνονται στην επιχείρηση και την κουλτούρα της. Ενσωμάτωση της ΕΚΕ στην εταιρική στρατηγική και η μετατροπή της σε πράξη μέσα από την καθημερινή λειτουργία. Αν και δεν είναι ακόμα ορατό, αλλά είναι απαραίτητη η συνέπεια μεταξύ της εταιρικής κουλτούρας, των βασικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (core business) και των πρωτοβουλιών ΕΚΕ. Συγκεκριμένα, είναι απαραίτητη η ενσωμάτωση της προσέγγισης της ΕΚΕ και ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 47

67 των συνδεδεμένων με αυτήν πρακτικών και εργαλείων στην εταιρική στρατηγική, τις βασικές διαδικασίες και πολιτικές διαχείρισης, καθώς και στην καθημερινή επιχειρηματική πρακτική. Κάτι τέτοιο μπορεί να συνεπάγεται υιοθέτηση υπαρχόντων συστημάτων ΕΚΕ ή υιοθέτηση ή και ανάπτυξη νέων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εργαζόμενοι χρειάζεται να κατανοήσουν πλήρως τις δεσμεύσεις της επιχείρησης, καθώς αντιμετωπίζουν προκλήσεις σχετικά με την ΕΚΕ στην καθημερινή τους δραστηριότητα. Συνεπώς, είναι σημαντικό να μεταφραστεί η ΕΚΕ σε μια κατανοητή γλώσσα για όλους τους εργαζομένους έτσι ώστε να μπορούν να αντιληφτούν πως η εργασία τους μπορεί να συνεισφέρει στην στρατηγική ΕΚΕ της επιχείρησης και πως οι δράσεις τους επηρεάζουν τη φήμη της επιχείρησης. Επίσης, είναι απαραίτητη η εμπλοκή των εργαζομένων και των αντιπροσώπων τους στην ανάπτυξη και την εφαρμογή προγραμμάτων ΕΚΕ. Ο καθορισμός κατάλληλων στόχων που σχετίζονται με τον πυρήνα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης (core business), η ανάπτυξη ενός συγκροτημένου σχεδίου για την επίτευξή τους, η αξιολόγηση της προόδου τους καθώς και η κατάλληλη μετάδοση της πληροφορίας προς τα ενδιαφερόμενα μέρη της επιχείρησης. Συλλογή επαρκών δεδομένων και επικοινωνία της εταιρικής κοινωνικής επίδοσης. Η αυξημένη ανάγκη/ απαίτηση για διαφάνεια ανταποκρίνεται στην ενσωμάτωση ενός ευρύ συνόλου κοινωνικών και περιβαλλοντικών δεικτών, πέρα από τους χρηματοοικονομικούς δείκτες, στην επικοινωνία της ΕΚΕ. Επίσης, απαιτείται η μετάδοση πληροφοριών σχετικά με την προσέγγιση, τη στρατηγική, τους στόχους ή τις δράσεις ΕΚΕ με ουσιαστικό και διαφανή τρόπο. Τέτοιου είδους επικοινωνία βοηθά στη μεγιστοποίηση των οφελών που σχετίζονται με τους κρίσιμους παράγοντες υιοθέτησης πρακτικών ΕΚΕ (π.χ. παροχή κατάρτισης και καινοτομίας, αύξηση της αξιοπιστίας της επιχείρησης και ανάπτυξη σχέσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη). Η επικοινωνία της ΕΚΕ μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω μιας αξιόπιστης δημόσιας αναφοράς, γνωστή και ως λογοδοσία και διαφάνεια (accountability and transparency) στα πλαίσια της ΕΚΕ. Αυτή η αναφορά, η οποία εκδίδεται από μία επιχείρηση σε τακτές χρονικές περιόδους και είναι προσβάσιμη από όλους, έχει μετατραπεί σταδιακά σε δημόσιο ζήτημα. Έτσι, αποτελεί θέμα ενασχόλησης των ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 48

68 διευθυντών ανθρώπινου δυναμικού (HR leaders), οι οποίοι πρέπει να θυμούνται τα βασικά σημεία μιας στρατηγικής ΕΚΕ (Πίνακας 3.1). Οι μεγάλες επιχειρήσεις αρχίζουν να δημοσιεύουν εταιρικές πληροφορίες, που αρχικά θεωρούνταν «ευαίσθητες» προς δημοσίευση, σχετικά με τις πρακτικές των προμηθευτών και του ανθρώπινου δυναμικού τους. Πίνακας 3.1: Τα πέντε βασικά σημεία της στρατηγικής της ΕΚΕ (Lockwood, 2004; IISD, 2007). Βασικά σημεία Στρατηγικής ΕΚΕ 1. Μια κατανοητή στρατηγική ΕΚΕ, που βασίζεται στην ηθική, την ακεραιότητα, τις αξίες και τη μακροπρόθεσμη δέσμευση, προσφέρει επιχειρηματικά οφέλη στις εταιρείες και συμβάλλει θετικά στην ευημερία της κοινωνίας. 2. Μια στρατηγική ΕΚΕ παρέχει την ευκαιρία να καταδειχθεί το ανθρώπινο πρόσωπο της επιχείρησης. 3. Μια ισχυρή στρατηγική ΕΚΕ απαιτεί δέσμευση για ανοικτό διάλογο και εποικοδομητικές συνεργασίες και συνέργιες με την κυβέρνηση σε διάφορα επίπεδα, όπως με Διακυβερνητικές Οργανώσεις (IGO - Intergovernmental organization), Μη Κυβερνητικές οργανώσεις (NGO nongovernmental organizations) και τις τοπικές κοινότητες. 4. Στην εφαρμογή των στρατηγικών ΕΚΕ, οι εταιρείες πρέπει να αναγνωρίσουν και να σεβαστούν τις τοπικές και πολιτιστικές διαφορές, διατηρώντας υψηλά και διεθνή πρότυπα και πολιτικές. 5. Οι επιχειρήσεις ανταποκρίνονται στις τοπικές διαφορές με τη λήψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών. Παρόλα αυτά, λίγες επιχειρήσεις παρέχουν εύρωστες μετρήσεις της απόδοσης τους και ακόμα λιγότερες εκδίδουν απολογισμό πιστοποιημένο από κάποια ανεξάρτητη ελεγκτική αρχή (Lockwood, 2004). Στην Ελλάδα, το 19% περίπου των επιχειρήσεων εκδίδουν ετήσια αναφορά ΕΚΕ, η πλειοψηφία των οποίων έχει διεθνή δραστηριότητα (Παναγιώτου & Αραβώση, 2008) και μόνο το 3% προχώρησε εθελοντικά σε κάποιας μορφής ανεξάρτητο έλεγχο και επαλήθευση των συναφών εκθέσεων και μη οικονομικών στοιχείων που δημοσιοποιεί (Το Βήμα, 2010). Η επιχείρηση να είναι «ανοιχτή» στη μάθηση, τη βελτίωση και την καινοτομία. Η εμπιστοσύνη δεν είναι μόνο ένας παράγοντας επιτυχίας για τις σχέσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, αλλά είναι απαραίτητη για τους εργαζόμενους και για όλη την επιχείρηση εξολοκλήρου ώστε να εμπιστευτούν τις σχετικές διαδικασίες της ΕΚΕ. Η εμπιστοσύνη σε αυτές τις διαδικασίες εξαρτάται από την ύπαρξη καλά καθορισμένων στόχων. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 49

69 Η δέσμευση με τα εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη (συμπεριλαμβανομένων των τοπικών ενδιαφερομένων μερών στις χώρες που δεν ανήκουν στην ΕΕ), η κατανόηση των απόψεων και των προσδοκιών τους, η διάθεση να μάθει η επιχείρηση από αυτούς, η σωστή και επαρκής επικοινωνία με αυτούς για τα σχετικά ζητήματα, τους στόχους και την πρόοδο που έχει σημειωθεί. Επίσης, η διάθεση συμφωνίας και ασυμφωνίας που συμβάλλει στην ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης όπου η επιχείρηση και τα ενδιαφερόμενα μέρη της είναι πρόθυμα για συνεργασία ώστε να επιτύχουν τους στόχους της. Η εμπλοκή των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους στην ανάπτυξη και την εφαρμογή της ΕΚΕ, δηλαδή σε προγράμματα, δράσεις και πρωτοβουλίες. Η μάθηση από τους ομοίους του κλάδου και ο διαμοιρασμός της εμπειρίας από τις πρωτοβουλίες των κλαδικών επιχειρήσεων και των διαφόρων ενδιαφερομένων μερών μέσω δικτύων, παραδειγμάτων καλών πρακτικών, συγκριτικής αξιολόγησης (benchmarking) και προθυμίας για επίλυση προβλημάτων, καινοτομίας και βελτίωσης ως αποτέλεσμα αυτής της μάθησης. Η διαθεσιμότητα εργαλείων και πρωτοβουλιών από διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη. Δηλαδή, η διαθεσιμότητα εύκολα προσβάσιμων και εξειδικευμένων συμβουλών και κατάλληλων, αποτελεσματικών και αξιόπιστων εργαλείων και πρωτοβουλιών, από τα οποία η επιχείρηση μπορεί να μάθει κατά την ανάπτυξη της προσέγγισής της αλλά και κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της στρατηγικής ΕΚΕ, είναι ένας ακόμα κρίσιμος παράγοντας. Τα εργαλεία και πρότυπα ΕΚΕ, όπως τα διεθνή πρότυπα εργασίας της ΔΟΕ 19, οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ 20 για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, την παγκόσμια πρωτοβουλία αναφοράς (GRI), το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης και ελέγχου (EMAS), τα πρότυπα SA8000 και AA1000 μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οδηγοί ή πηγές έμπνευσης για την εφαρμογή της ΕΚΕ στις καθημερινές πρακτικές μιας επιχείρησης. Ειδικά για τις αναπτυσσόμενες χώρες, η ύπαρξη ενός κατάλληλου νομικού περιβάλλοντος που ενισχύει τη συμμόρφωση με τα θεμελιώδη πρότυπα και η παρουσία ισχυρών οργανισμών της κοινωνίας πολιτών (civil society), όπως σωματεία εργαζομένων και ΜΚΟ ως ενδιαφερόμενα μέρη και πιθανοί εταίροι. 19 Διεθνής Οργάνωση Εργασίας 20 Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 50

70 Υψηλό επίπεδο ενημέρωσης μεταξύ καταναλωτών και επενδυτών για τα θέματα ΕΚΕ και τις επιλογές των επιχειρήσεων που ανταποκρίνονται στα θέματα αυτά. 3.4 Παράγοντες ανάπτυξης της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης Οι παράγοντες που έχουν προωθήσει την ανάπτυξη της ΕΚΕ συνίστανται σε παράγοντες που προέρχονται από το εσωτερικό περιβάλλον της επιχείρησης και σε άλλους από το εξωτερικό περιβάλλον της. Αυτοί οι παράγοντες σχετίζονται με την ανάγκη για άντληση οικονομικών οφελών και διάφορων άλλων αποτελεσμάτων, την ανάγκη για οικοδόμηση μιας θετικής εταιρικής εικόνας, την ανάγκη για συμμόρφωση με τους διάφορους διεθνείς κανονισμούς, την εκτίμηση ότι η εστίαση σε θέματα κοινωνικής υπευθυνότητας μπορεί να είναι μια περιοχή υψηλής κερδοφορίας που ενδυναμώνει τις επιχειρήσεις να αντλήσουν ένα βιώσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα (Zairi & Peters, 2002). Οι δυνάμεις αυτές έχουν βοηθήσει σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία στην προώθηση της ιδέας της ΕΚΕ και διαφέρουν ανάλογα με την επιχείρηση (European Multistakeholder Forum on CSR, 2004) Εσωτερικοί παράγοντες Αυτοί οι παράγοντες μπορούν να ομαδοποιηθούν επιμέρους σε δύο γενικές κατηγορίες. Ο πρώτος εσωτερικός παράγοντας αναφέρεται στην εταιρική κουλτούρα, αξίες και νοοτροπίες, ειδικά αν η ΕΚΕ αποτελεί μία από τις αξίες των επενδυτών και των ανώτερων στελεχών της επιχείρησης. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ανώτερα στελέχη της διοίκησης αποφάσισαν ότι η ΕΚΕ είναι το πιο «σωστό» πράγμα που μπορεί να κάνει η επιχείρηση (the right thing to do), ώστε να ενισχύσουν την άποψή τους και να ενσωματώσουν περιβαλλοντικές και κοινωνικές αξίες στην επιχειρηματική πρακτική, χωρίς να υπολογίσουν αν αποτελεί επιχειρηματικό θέμα. Οι άλλοι παράγοντες βασίζονται σε θέματα που αφορούν την επιχείρηση όπως: ελαχιστοποίηση του επιχειρηματικού κινδύνου και μεγιστοποίηση των ευκαιριών, εξασφάλιση της «άδειας λειτουργίας» και της φήμης, μακροπρόθεσμη επιχειρηματική επιτυχία και δημιουργία αξίας για τους μετόχους (European Multistakeholder Forum on CSR, 2004) Εξωτερικοί παράγοντες Υπάρχουν τέσσερις εξωτερικοί παράγοντες ανάπτυξης της ΕΚΕ: παράγοντες της αγοράς, κοινωνικοί, κυβερνητικοί και η παγκοσμιοποίηση. Οι παράγοντες αυτοί αναλύονται παρακάτω (Moon, 2007). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 51

71 i. Παράγοντες της αγοράς Οι καταναλωτές, οι εργαζόμενοι, οι επενδυτές, οι προμηθευτές και οι πελάτες μιας επιχείρησης αποτελούν τους επιμέρους παράγοντες της αγοράς που συνεισφέρουν με ποικίλους τρόπους στην ανάπτυξη της ΕΚΕ και επηρεάζουν σε διαφορετικό βαθμό την κάθε επιχείρηση (Moon, 2007). Ο αυξημένος ακτιβισμός και οι προσδοκίες των διαφόρων ενδιαφερομένων μερών έχουν συντελέσει στην εταιρική δέσμευση για ηθική και κοινωνικά υπεύθυνη συμπεριφορά. Οι ομάδες των ακτιβιστών βάζουν στο στόχαστρο επιχειρήσεις που θεωρούν κοινωνικά ανεύθυνες μέσω δράσεων όπως δημόσιες διαδηλώσεις, δημόσιες αποκαλύψεις σκανδάλων, μποϋκοτάζ, ψηφίσματα των μετόχων, ακόμα και επιθέσεις στους δικτυακούς τόπους των εν λόγω επιχειρήσεων (BSR, 2003). Συγκεκριμένα, οι απαιτήσεις των καταναλωτών για τον ρόλο και τις ευθύνες των επιχειρήσεων αλλάζουν δραματικά και μαζί με αυτές αλλάζουν και οι προτεραιότητες των εταιρειών (Γαλάνης, 2007α). Συνεπώς, οι καταναλωτές προωθούν την ανάπτυξη της ΕΚΕ μέσω θετικών και αρνητικών αντιδράσεων. Οι έρευνες αγοράς μαρτυρούν ότι οι καταναλωτές υποστηρίζουν τα κοινωνικά υπεύθυνα αγαθά και υπηρεσίες. Μια μερίδα καταναλωτών δέχεται να πληρώσει αυξημένες τιμές για αγαθά και υπηρεσίες που θεωρούνται κοινωνικά υπεύθυνα, όπως καλλυντικά που δεν έχουν δοκιμαστεί σε ζώα και οργανικά τρόφιμα. Επιπλέον, συχνά οι καταναλωτές αντιδρούν μαζικά σε κοινωνικά ανεύθυνες επιχειρήσεις (Moon, 2007). Επιπρόσθετα, οι εργαζόμενοι, και ιδιαίτερα τα άτομα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, με τη συμπεριφορά τους ενθαρρύνουν τους οργανισμούς να είναι κοινωνικά υπεύθυνοι και επιλέγουν να εργαστούν σε επιχειρήσεις αξιολογώντας την εταιρική φήμη, την ύπαρξη σχέσεων μεταξύ της εταιρείας και της τοπικής κοινότητας και την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Παράλληλα, οι επενδυτές πλέον επιλέγουν στρατηγικές κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων για να αποφύγουν επενδύσεις οι οποίες συγκρούονται με τις ηθικές αξίες τους ή γιατί πιστεύουν ότι είναι καλύτερη μια επένδυση σε επιχειρήσεις που είναι κοινωνικά υπεύθυνες (European Multistakeholder Forum on CSR, 2004). Έτσι, ο αριθμός των επενδυτών που επιλέγουν κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις αυξάνεται σταδιακά στις ΗΠΑ, την Αγγλία και την ηπειρωτική Ευρώπη (Moon, 2007). Αρκετοί κοινωνικά υπεύθυνοι επενδυτές χρησιμοποιούν τη διαδικασία ψηφισμάτων των μετόχων ώστε να πιέσουν τις επιχειρήσεις να αλλάξουν πολιτική και να δραστηριοποιηθούν με περισσότερα θέματα ΕΚΕ (BSR, 2003). Επιπλέον, κυρίαρχα επενδυτικά κεφάλαια και χρηματιστήρια αξιών ενδιαφέρονται ολοένα και περισσότερο ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 52

72 για συντελεστές κινδύνου και διακυβέρνησης, τους οποίους πολλές επιχειρήσεις διευθετούν στα πλαίσια ΕΚΕ (Moon, 2007). Τέλος, οι επιχειρήσεις πλέον είναι υπόλογες για τις πρακτικές των επιχειρηματικών συνεργατών τους όλης της εφοδιαστικής αλυσίδας, ειδικά για τις πρακτικές των προμηθευτών τους που αφορούν τη διαχείριση του οικοσυστήματος, τις εργασιακές συνθήκες και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (BSR, 2003). Οι επιχειρηματικοί πελάτες (ιδιαίτερα στις αγορές επώνυμης λιανικής) επιβάλλουν σε πολλές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες και σε αυτές που ανήκουν σε παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, πρότυπα ΕΚΕ στα συστήματα διασφάλισης και ελέγχου της εφοδιαστικής αλυσίδας. Έτσι, όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορεί να συντελέσουν στη βελτίωση της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων σε περιβαλλοντικά και κοινωνικά θέματα (Moon, 2007). ii. Κοινωνικοί παράγοντες Παρόλο που οι κοινωνικοί παράγοντες εκδηλώνονται κυρίως από τη συμπεριφορά των καταναλωτών, των εργαζόμενων και των επενδυτών, αξίζει να σημειωθεί ότι οι πιο μαζικοί και έντονοι εκδηλώνονται από τις πιέσεις των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), την προσοχή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τις γενικές κοινωνικές προσδοκίες και τις επιχειρηματικές συνεργασίες/ συνέργιες για την ΕΚΕ (Moon, 2007). Οι ΜΚΟ ελέγχουν και αποτιμούν τον περιβαλλοντικό και κοινωνικό αντίκτυπο των επιχειρήσεων και προωθούν βελτιώσεις (European Multistakeholder Forum on CSR, 2004). Ειδικότερα, δραστηριοποιούνται αναδεικνύοντας την κοινωνική ανευθυνότητα των επιχειρήσεων. Παραδόξως, αυτό ορισμένες φορές έχει οδηγήσει τις ΜΚΟ να συνεργαστούν με επιχειρήσεις για την προώθηση, την ανάπτυξη και την εφαρμογή δράσεων ΕΚΕ. Τα ΜΜΕ φέρνουν στο φως της δημοσιότητας περιπτώσεις εταιρικής κοινωνικής ανευθυνότητας, συχνά συνεργαζόμενα με τις ΜΚΟ. Τέλος, το κοινό εστιάζει σε θέματα ΕΚΕ όπως αποτυπώνεται σε δημοσκοπήσεις της κοινής γνώμης (Moon, 2007). iii. Κυβερνητικοί παράγοντες Πολλές κυβερνήσεις έχουν εκδηλώσει σημαντικό ενδιαφέρον για την προώθηση της ΕΚΕ με πρωτοπόρο την βρετανική κυβέρνηση που διαθέτει υπουργείο που είναι αρμόδιο για την ΕΚΕ, καθώς και μια ποικιλία πολιτικών και πρωτοβουλιών για την παρότρυνση των επιχειρήσεων να είναι περισσότερο κοινωνικά υπεύθυνες (Moon, 2007). Στην Ευρώπη γενικότερα, η ΕΚΕ αποτελεί εξέχον ζήτημα τόσο για την επιχειρηματική ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 53

73 όσο και για την πολιτική ατζέντα (ημερήσια διάταξη). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει την ΕΚΕ στον πυρήνα της ανταγωνιστικής της στρατηγικής εκδίδοντας την Πράσινη Βίβλο και μια επακόλουθη ανακοίνωση σχετικά με τον ορισμό της έννοιας και με τα βήματα που πρέπει οι επιχειρήσεις, οι κυβερνήσεις και η κοινωνία των πολιτών να ακολουθήσουν, έτσι ώστε να ξεκαθαρίσουν τη δέσμευσή τους προς την ΕΚΕ (BSR, 2003). Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι δραστηριότητες ΕΚΕ εκτείνονται πέρα από τις κρατικές απαιτήσεις. Σε πρώτη φάση, οι κυβερνήσεις μπορούν να παροτρύνουν τους οργανισμούς να ασχοληθούν με περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα. Επίσης, μπορούν να παρέχουν οργανωσιακή υποστήριξη και διευκολύνσεις για ανάληψη δραστηριοτήτων κοινωνικής υπευθυνότητας. Τέλος, οι κυβερνήσεις μπορούν να επιβάλλουν ένα «χαλαρό» ρυθμιστικό πλαίσιο προκειμένου να ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να επιδείξουν κοινωνικά υπεύθυνη συμπεριφορά (Moon, 2007). iv. Παγκοσμιοποίηση Η παγκοσμιοποίηση συχνά θεωρείται ως επιχειρηματική ευκαιρία για την εκμετάλλευση υποανάπτυκτων αγορών εργασίας, κοινωνικών προτύπων και διαθέσιμων φυσικών πόρων. Παραδόξως, η παγκοσμιοποίηση επέφερε νέους κανόνες για την επιχειρηματική νομιμότητα εκτός συνόρων και οδήγησε αρκετές επιχειρήσεις στη διαχείριση και αναφορά της ΕΚΕ ώστε να επωφεληθούν των κινδύνων και ευκαιριών της αγοράς σε παγκόσμιο επίπεδο (Moon, 2007). Παράλληλα, οι αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις για διαφάνεια κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη για μέτρηση, αξιολόγηση, δημόσια αναφορά και συνεχή βελτίωση της κοινωνικής, περιβαλλοντικής και οικονομικής επίδοσης των επιχειρήσεων (BSR, 2003). Μεμονωμένα, οι επιχειρήσεις αναπτύσσουν εταιρικούς κώδικες για την καλύτερη διάρθρωση και εμπέδωση του μοντέλου ΕΚΕ από τις διάφορες χώρες όπου δραστηριοποιούνται και την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα τους. Σε μαζικό επίπεδο, οι επιχειρήσεις απευθύνονται σε οργανισμούς για την βελτίωση της ΕΚΕ τους, όπως το Οικουμενικό Σύμφωνο των Ηνωμένων Εθνών (UN Global Compact) και το διεθνές φόρουμ επιχειρηματικών στελεχών (International Business Leaders Forum). Επίσης, κάποιες επιχειρήσεις κάνουν ένα βήμα παραπέρα δημοσιεύοντας την παγκόσμια ΕΚΕ τους, μέσω του προτύπου GRI (Moon, 2007). Τέλος, οι επιχειρήσεις ηγέτες αναζητούν ποικίλους τύπους εξωτερικού ελέγχου και πιστοποίησης με σκοπό να αυξήσουν την αξιοπιστία της διαφάνειας τους (BSR, 2003). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 54

74 Καταλήγοντας, οι λόγοι για τους οποίους μια επιχείρηση επιλέγει (ή όχι) να δεσμευτεί με την εταιρική κοινωνική και/ή περιβαλλοντική ευθύνη (ΕΚΠΕ) πρέπει να εντοπίζονται, έτσι ώστε να χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη κατάλληλων μηχανισμών που διασφαλίζουν ότι η ΕΚΠΕ είναι ένα σημαντικό θέμα στη λήψη αποφάσεων της επιχείρησης. Επίσης, τα κίνητρα που οδηγούν μια επιχείρηση να δεσμευτεί με κοινωνικά και/ή περιβαλλοντικά θέματα μπορούν να αποδοθούν σε εσωτερικές, κλαδικές και εξωτερικές πιέσεις (Lynes & Andrachuk, 2008). Κατά αυτό τον τρόπο, οι Lynes και Andrachuk (2008) ανέπτυξαν ένα μοντέλο (Σχήμα 3.1) που απεικονίζει τον τρόπο που μια επιχείρηση αρχικά επεξεργάζεται και ερμηνεύει τα κίνητρα που προέρχονται από τις εξωτερικές και κλαδικές επιρροές και έπειτα, λαμβάνει αποφάσεις ανάλογα με το επίπεδο δέσμευσης ως προς τα κοινωνικά και/ή περιβαλλοντικά θέματα. Το μοντέλο αυτό αποτελείται από τέσσερα μέρη (Lynes & Andrachuk, 2008): 1ο. Εισάγει τέσσερα ευρεία εξωτερικά και κλαδικά συστήματα επιρροής (σύστημα αγοράς, σύστημα επιστήμης κοινωνικό σύστημα και πολιτικό σύστημα) που επηρεάζουν τον τρόπο λειτουργίας μιας επιχείρησης. 2ο. Καταγράφει τα πιθανά κίνητρα για τη δέσμευση μιας επιχείρησης με την ΕΚΕΠΥ που βασίζονται στον συνδυασμό των τεσσάρων προαναφερθέντων συστημάτων επιρροής. Τα κίνητρα αυτά διαφέρουν ανάλογα με την επιχείρηση, καθώς επίσης κάποια από αυτά σχετίζονται με την κοινωνική παρά με την περιβαλλοντική ευθύνη. 3ο. Προτείνει τρόπους με τους οποίους τα κίνητρα ενεργοποιούνται σε μια επιχείρηση μέσω διαφόρων «καταλυτών», όπως είναι η εσωτερική διακυβέρνηση, η οικονομική θέση, η κουλτούρα βάσει της οποίας λειτουργεί η επιχείρηση. Οι καταλύτες λειτουργούν ως μέσο ενθάρρυνσης/ αποθάρρυνσης της ΕΚΕΠΕ. 4ο. Παρουσιάζει το προκύπτον επίπεδο δέσμευσης με την ΕΚΕΠΥ που καταδεικνύει μια επιχείρηση βασισμένη στην ερμηνεία που έχει δώσει στα μέρη 1-3 του μοντέλου. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 55

75 Σχήμα 3.1: Οι επιρροές, τα κίνητρα και οι «καταλύτες» της δέσμευσης μιας επιχείρησης με την κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη (Lynes & Andrachuk, 2008). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 56

76 3.5 Οφέλη της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης Στη σημερινή οικονομία της πληροφορίας στοιχεία όπως οι σχέσεις εντός και εκτός της επιχείρησης, τα εμπορικά σήματα και η καλή φήμη είναι σημεία κλειδιά για την ανταγωνιστικότητά της. Καμία επιχείρηση σήμερα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη τη λειτουργία της στο μέλλον (Ζοπουνίδης & Λεμονάκης, 2007). Ειδικά σε μια κρίσιμη οικονομική συγκυρία, όπως αυτή της παγκόσμιας κρίσης, η κοινωνική υπευθυνότητα που καλούνται να επιδείξουν οι επιχειρήσεις είναι συνυφασμένη με τη βιωσιμότητά τους. Το κοινωνικά υπεύθυνο προφίλ που θα καλλιεργήσει μια επιχείρηση βρίσκεται σε συνάρτηση με την εταιρική φήμη που αυτή θα αποκτήσει και σε τελική ανάλυση με τα κέρδη που θα αποκομίσει (Στυλιανίδης, 2009). Παρόλα αυτά, η ΕΚΕ πρέπει να θεωρείται «ταξίδι» και όχι «προορισμός» (CSRwire, 2010) που αποδίδει πολύπλευρα μακροπρόθεσμα αλλά σημαντικά οφέλη (Μέτοχος & Επενδύσεις, 2006). Η εταιρική πρακτική σαφώς και δεν πρέπει να εξαντλείται μόνο σε μέτρα οικονομικής ανάπτυξης και χρηματοοικονομικής αποδοτικότητας. Αυτό άλλωστε υπαγορεύεται και από το γεγονός ότι τα αποτελέσματα από την άσκησή της μπορούν να έχουν επίδραση έξω από τα εθνικά σύνορα και να επηρεάσουν συνολικά (θετικά ή αρνητικά) τόσο την επιχείρηση όσο και την κοινωνία ευρύτερα (Ζοπουνίδης & Λεμονάκης, 2007). Έτσι, οι επιχειρήσεις δεν πρέπει να επικεντρώνονται αποκλειστικά στην άμεση αποδοτικότητα, αφού η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα και τα μακροχρόνια κέρδη προκύπτουν συχνά από δράσεις - πρωτοβουλίες κοινωνικού χαρακτήρα που βραχυπρόθεσμα είναι δαπανηρές (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2006; Lawrence, Weber, & Post, 2004). Η σύγχρονη επιχείρηση, παράλληλα με την οικονομική της λειτουργία και την επιδίωξη της κερδοφορίας, θα πρέπει να λειτουργεί κατά τρόπο που συμβάλει στην αντιμετώπιση κρίσιμων κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων, δημιουργώντας ταυτόχρονα οικονομική και κοινωνική προστιθέμενη αξία (Orlitzky, Schmidt, & Rynes, 2003). Κατά αυτό τον τρόπο, οφέλη θα αποκομίσουν τόσο η ίδια η επιχείρηση, η οποία γίνεται πιο ανταγωνιστική, ανθεκτική σε περιόδους κρίσης και θελκτική για τους καταναλωτές, τους επενδυτές και τους ικανούς εργαζόμενους, όσο και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο 21 (Smith, 2007). Άλλωστε, τα στελέχη μιας επιχείρησης δεν πρέπει να ξεχνούν τα λόγια του φιλάνθρωπου επιχειρηματία Ken Dayton στο βιβλίο του «The 21 Ελληνικό Δίκτυο για την ΕΚΕ, CSR Hellas: Συχνές ερωτήσεις, Πηγή: ang, Πρόσβαση: 03/02/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 57

77 Stages of Giving» τη δεκαετία του 80: «Εάν η επιχείρηση δεν εξυπηρετεί την κοινωνία, η κοινωνία δεν θα ανεχτεί τα κέρδη μας ή ακόμα και την ύπαρξή μας». Πιο συγκεκριμένα, τα οφέλη που καρπώνονται οι ίδιες οι επιχειρήσεις, αλλά παράλληλα η κοινωνία και το περιβάλλον (σε επίπεδο τριπλής βασικής αρχής - triple bottom line), έχουν πείσει τις πιο σημαντικές επιχειρήσεις της Ευρώπης να υιοθετήσουν ένα μοντέλο ανάπτυξης και διαχείρισης της ΕΚΕ. Αρκετά από τα οφέλη που σχετίζονται με πρωτοβουλίες προώθησης σκοπού (cause promotions) αφορούν προωθητικές ενέργειες (marketing) και είναι: το αυξημένο κύρος της επωνυμίας της επιχείρησης, η εδραίωση της προτίμησης/ αφοσίωσης των καταναλωτών και η αύξηση των πωλήσεων. Άλλα οφέλη απορρέουν από την παροχή ευκαιριών στους πελάτες και τους εργαζόμενους για να συνεισφέρουν στη διεκπεραίωση των πρωτοβουλιών αυτών, αναπτύσσοντας νέες και ισχυρές σχέσεις με κοινοτικούς οργανισμούς (Kotler & Lee, 2005). Αυτά περιγράφονται συνοπτικά στη συνέχεια (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005; International Institute for Sustainable Development, 2010) Οφέλη για τις επιχειρήσεις Σχετική έρευνα του Economist (Global Business Barometer: corporate responsibility ), στην οποία συμμετείχαν 1122 στελέχη επιχειρήσεων από την Ευρώπη (42%), την Ασία (23%) και τη Βόρεια Αμερική (19%), έδειξε ότι η φήμη και η εικόνα του εμπορικού σήματος αποτελεί βασικό όφελος για τις επιχειρήσεις (Σχήμα 3.2). Παρακάτω θα αναλυθούν τα οφέλη των επιχειρήσεων όπως αυτά προκύπτουν από τη συστηματική διαχείριση της ΕΚΕ και θα ισχυροποιηθούν βάσει ανάλογων ερευνών που έχουν διεξαχθεί τα τελευταία χρόνια. Σχήμα 3.2: Κύρια επιχειρηματικά οφέλη μιας επιχείρησης από τη συστηματική διαχείριση της ΕΚΕ σύμφωνα με την άποψη στελεχών (Economist Intelligence Unit, 2007). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 58

78 Βελτίωση χρηματοοικονομικής επίδοσης και μακροπρόθεσμη κερδοφορία Η ύπαρξη σχέσης μεταξύ κοινωνικά υπεύθυνων επιχειρηματικών πρακτικών και θετικής χρηματοοικονομικής επίδοσης της εταιρείας (corporate financial performance) αποτελεί αμφιλεγόμενο ζήτημα για την επιχειρηματική και επενδυτική κοινότητα (BSR, 2003). Κατά γενική ομολογία, η ΕΚΕ θεωρείται ότι μπορεί μακροπρόθεσμα να αποφέρει σημαντικά έσοδα για την επιχείρηση και να αυξήσει την αποδοτικότητα και κερδοφορία της με ανάληψη ανάλογων πρωτοβουλιών. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στην Ελλάδα, το 47% των μικρών επιχειρήσεων αποδίδουν μόλις το 0,5% του ετήσιου κέρδους τους σε ενέργειες ΕΚΕ, τη στιγμή που κάποιες από τις μεγάλες επιχειρήσεις αποδίδουν μέχρι και το 55% του ετήσιου κέρδους τους σε δράσεις ΕΚΕ (Ξακούστου, 2010). Τέτοιες πρωτοβουλίες μπορεί να αφορούν: την επανεξέταση της χρήσης των πόρων που συμβάλλει στην αύξηση της αποδοτικότητάς τους (μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και νερού, καλύτερη διαχείριση των αποβλήτων, επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση κ.λπ.) (Heslin, 2008), την ύπαρξη καλού εργασιακού περιβάλλοντος και την προσφορά παροχών ικανοποίησης στους εργαζομένους που συμβάλλουν στην παραγωγικότητά τους (Heslin, 2008), την ικανοποίηση των σημαντικότερων ενδιαφερομένων μερών για τη λειτουργία της επιχείρησης και τη δημιουργία επωφελών σχέσεων (win win relationships) (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005), τη μείωση των εξόδων (λειτουργικών, πάγιων και χρηματοδοτικών), την αποδοτικότερη διαχείριση των κινδύνων. Κατά αυτό τον τρόπο, μια επιχείρηση όχι μόνο μπορεί να ελαττώσει τις δαπάνες, αλλά μπορεί να οδηγηθεί στον προσδιορισμό νέων ευκαιριών αγοράς και να προσελκύσει νέους επενδυτές, εργαζόμενους, καταναλωτές και γενικά να βελτιώσει την άποψη της κοινής γνώμης (ΕΤΑΤ Α.Ε., 2008). Παράλληλα, τα οικονομικά οφέλη μπορεί να είναι ευκολότερο να τύχουν κοινωνικής νομιμοποίησης όταν η επιχείρηση επιδεικνύει και κοινωνική προσφορά, δηλαδή όταν τα εταιρικά οφέλη συνυπάρχουν με τα κοινωνικά οφέλη. Ακόμα, οι κυβερνήσεις μειώνουν τη φορολογία που επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν δραστηριότητες κοινωνικού ή περιβαλλοντικού χαρακτήρα (Sharma, 2005). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 59

79 Αν και η έρευνα αυτή έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1970, τις τελευταίες δύο δεκαετίες γίνεται όλο και πιο έντονη προσπάθεια εύρεσης της σχέσης μεταξύ εταιρικής κοινωνικής επίδοσης και χρηματοοικονομικής επίδοσης μέσω διεξαγωγής μιας σειράς εμπειρικών μελετών πάνω στο συγκεκριμένο θέμα (αναλυτικότερα στο κεφάλαιο 5). Οι Margolis & Walsh (2003), εξετάζοντας 127 σχετικές εμπειρικές μελέτες που διεξήχθησαν το χρονικό διάστημα , διατυπώνουν ότι η πλειοψηφία των μελετών (περίπου το 50%) έδειξε θετική σχέση μεταξύ εταιρικής κοινωνικής δράσης και οικονομικής επίδοσης, ενώ λίγες ήταν αυτές που έδειξαν αρνητική σχέση (Banerjee, 2008). Το London Business School επιβεβαιώνει αυτά τα ευρήματα εξετάζοντας 80 μελέτες για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, από τις οποίες οι 42 έδειξαν θετική επίδραση, οι 19 δεν έδειξαν κάποια σχέση, οι 15 έδειξαν μεικτά αποτελέσματα και μόνο οι 4 έδειξαν αρνητική επίδραση. Ακόμα, σε έρευνα του Πανεπιστημίου Harvard, αποδείχθηκε ότι οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με όλους όσους επηρεάζονται από τις δραστηριότητές τους (stakeholders) έχουν τέσσερις φορές μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης από εκείνες που είναι επικεντρωμένες μόνο στους μετόχους τους. 22 Παρόμοια επιβεβαίωση έκανε και η Duhé (2009) εξετάζοντας τις βαθμολογίες που είχαν πάρει 706 εταιρείες σχετικά με τη φήμη τους (America s Most Admired Companies scores) στο περιοδικό Fortune για χρονικό διάστημα 21 ετών. Συγκεκριμένα, κατέληξε ότι η κερδοφορία και η βιωσιμότητα μιας επιχείρησης σχετίζεται άμεσα με τη φήμη της, χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οποίας αποτελούν η καλή διαχείριση, η ορθότητα των οικονομικών στοιχείων (sound finances) και η εκπλήρωση των προσδοκιών όλων των ενδιαφερομένων μερών, όχι μόνο των μετόχων της (Duhé, 2009). Σε μια πιο πρόσφατη μελέτη, προκειμένου να αυξηθεί ο βαθμός βεβαιότητας (degree of certainty) του αποτελέσματος, εφαρμόστηκε μετα-ανάλυση (meta-analysis) 52 μελετών που αξιολογούν αυτή τη σχέση και βρέθηκε ότι υπάρχει θετική συσχέτιση. Συγκεκριμένα, τα πορίσματα έδειξαν ότι η εταιρική αξία στα πλαίσια της κοινωνικής και περιβαλλοντικής υπευθυνότητας είναι πιθανό να αποσβέσει το κόστος από τις επενδύσεις σε δράσεις που αφορούν την ΕΚΕ (Hopkins, 2004). Επίσης, οι δείκτες εταιρικής κοινωνικής επίδοσης που αφορούν τη φήμη συσχετίζονται περισσότερο με την χρηματοοικονομική επίδοση παρά οι υπόλοιποι κοινωνικοί δείκτες (Orlitzky, Schmidt, & 22 Ελληνικό Δίκτυο για την ΕΚΕ, CSR Hellas: Συχνές ερωτήσεις, Πηγή: ang, Πρόσβαση: 03/02/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 60

80 Rynes, 2003). Άλλωστε, όπως αποδείχτηκε και από άλλη έρευνα, το ενδιαφέρον για κοινωνική υπευθυνότητα αποπληρώνει μακροπρόθεσμα την επιχείρηση και υπάρχει άμεση σύνδεση με τα αποτελέσματα που προκύπτουν σε επίπεδο τριπλής βασικής αρχής (triple bottom results) (Zairi & Peters, 2002). Μειωμένες λειτουργικές δαπάνες Συχνά το κόστος υλοποίησης της ΕΚΕ που προκύπτει κατά την εταιρική χρήση λογίζεται ως έξοδα, ενώ στην πραγματικότητα θα έπρεπε να θεωρείται ως επένδυση στην ανταγωνιστικότητά της επιχείρησης, αυξάνοντας τη δυνατότητά της να προσλαμβάνει τα δεδομένα της παγκόσμιας αγοράς και να προσαρμόζεται κατάλληλα στις νέες εξελίξεις (Ζοπουνίδης & Λεμονάκης, 2007). Κάποιες πρωτοβουλίες ΕΚΕ, αν και στην αρχή μπορεί να φαίνονται κοστοβόρες, είναι δυνατό να μειώσουν δραματικά τα λειτουργικά έξοδα (BSR, 2003). Η ΕΚΕ προσφέρει ευκαιρίες για μείωση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων στο παρόν αλλά και στο μέλλον, αυξάνοντας την λειτουργική αποδοτικότητα (Brine, Brown, & Hackett, 2007). Για παράδειγμα, οι πρωτοβουλίες που στοχεύουν στη βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης, όπως η μείωση των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στην παγκόσμια κλιματική αλλαγή, ο περιορισμός της χρήσης χημικών προϊόντων ή η ελαχιστοποίηση της κατανάλωσης πόρων και ενέργειας, μειώνουν τις λειτουργικές δαπάνες και αποφέρουν όχι μόνο οικονομικά, αλλά και κοινωνικά - περιβαλλοντικά οφέλη. Επίσης, οι πρωτοβουλίες που αφορούν την ανακύκλωση, μειώνουν το κόστος της διαχείρισης αποβλήτων καθώς ελαχιστοποιούνται και δημιουργούν έσοδα από την πώληση ανακυκλωμένων υλικών (BSR, 2003). Ακόμα, ο συνδυασμός του βελτιωμένου κύκλου ζωής των προϊόντων και της καλύτερης διαχείρισης πρώτων υλών και αποβλήτων συμβάλουν στη μείωση των λειτουργικών εξόδων (Emerald Group Publishing Limited, 2005). Στα πλαίσια της διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων, πρωτοβουλίες που αφορούν τον ευέλικτο προγραμματισμό (ευελιξία ωραρίου εργασίας, αμοιβής κ.λπ.) του ανθρώπινου δυναμικού, άλλα και προγράμματα βελτίωσης της ποιότητας ζωής στον εργασιακό χώρο και ισορροπίας επαγγελματικής και προσωπικής ζωής συντελούν στη μείωση συστηματικών απουσιών και τη διατήρηση των εργαζομένων (BSR, 2003). Επίσης, όταν τα κίνητρα μιας επιχείρησης για την επιλογή ΕΚΕ είναι πραγματικά και συμφωνούν με τα κίνητρα των εργαζομένων, μπορεί να οδηγήσουν σε διαθεσιμότητα των εργαζομένων να αποδεχτούν χαμηλότερους μισθούς ακόμα και να δουλέψουν εθελοντικά (Becchetti, ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 61

81 Rocco, & Hasan, 2009). Κατά αυτό τον τρόπο, η επιχείρηση εξοικονομεί χρήματα μέσω αυξημένης παραγωγικότητας και μείωσης του κόστους πρόσληψης και εκπαίδευσης (BSR, 2003). Βελτίωση εταιρικής εικόνας και διαχείριση φήμης Στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον, η αξία του εμπορικού σήματος και η φήμη είναι ίσως από τα πιο σημαντικά περιουσιακά στοιχεία κάθε επιχείρησης, καθώς θεωρείται ότι η βαρύτητα που δίνει μια επιχείρηση σε αυτή την αξία ισοδυναμεί με χρυσό. Οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε μια αγορά που έχει άποψη και ο τρόπος που κρίνονται οι επιχειρήσεις από τους πελάτες, τους προμηθευτές και την ευρύτερη κοινότητα έχει επίδραση στην κερδοφορία και την επιτυχία τους (Brine, Brown, & Hackett, 2007). Συνεπώς, συχνά αποτελεί τον πρώτο λόγο που αναφέρεται από τη διοίκηση μιας επιχείρησης για την ενασχόληση με την ΕΚΕ (ΕΔΕΚΕ, 2007; Emerald Group Publishing Limited, 2005). Η φήμη είναι μια δυναμική και πολυδιάστατη έννοια βασισμένη πάνω στη γνώση των πράξεων του παρελθόντος και την απεικόνιση των μελλοντικών προσδοκιών. Στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, η φήμη βασίζεται στην υπόθεση ότι όλοι μέσα στην οργάνωση μιας επιχείρησης γνωρίζουν και τηρούν πολιτικές που αναφέρονται στην ποιότητα των προϊόντων, την επίδραση στο περιβάλλον, τη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας, τη διακυβέρνηση, τη διανομή και το marketing (Παπαδόπουλος, 2009). Αξίζει να σημειωθεί ότι η φήμη θεωρείται απαραίτητη για την καθιέρωση σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ επιχείρησης και ενδιαφερόμενων μερών και αποτελεί το θεμέλιο λίθο για την οικοδόμηση αξιών, όπως εμπιστοσύνη, αξιοπιστία, ποιότητα και συνέπεια (IISD, 2007; Lawrence, Weber, & Post, 2004; Hopkins, 2004). Η ΕΚΕ αποτελεί το μέσο με το οποίο οι επιχειρήσεις διαχειρίζονται και επηρεάζουν συμπεριφορές και αντιλήψεις των ενδιαφερομένων μερών, οικοδομώντας τη φήμη τους και καθιστώντας τα οφέλη των θετικών σχέσεων να αποφέρουν εταιρικό πλεονέκτημα (Brine, Brown, & Hackett, 2007). Για το λόγο αυτό, οι επιχειρήσεις επιδιώκουν την ενδυνάμωση και αναγνώριση του εμπορικού σήματός τους μέσω ενός κοινωνικά υπεύθυνου προφίλ. Σε μια σχετική έκθεση του Business Ethics Corporate Social Responsibility δημοσιεύεται ένας κατάλογος με τους 100 καλύτερους εταιρικούς πολίτες, όπου οι επιχειρήσεις ταξινομούνται με βάση τα κοινωνικά αποτελέσματα σχετικά με το ενδιαφέρον για το ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 62

82 περιβάλλον, τις πελατειακές σχέσεις, τις σχέσεις υπαλλήλων και την ποικιλομορφία (Lockwood, 2004). Οι επιχειρήσεις ξοδεύουν τεράστια ποσά για να υποστηρίξουν άλλες μορφές των άυλων περιουσιακών τους στοιχείων, αλλά συχνά αγνοούν τις συνέπειες που το κοινωνικό προφίλ μπορεί να έχει στα επιχειρηματικά τους αποτελέσματα (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005). Η εταιρική φήμη δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, χρειάζεται χρόνια και ειλικρινείς προσπάθειες και πρακτικές από την επιχείρηση για να οικοδομηθεί, αλλά μπορεί να χαθεί σε μικρό χρονικό διάστημα αν η εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων μερών και της κοινής γνώμης χαθεί (Duhé, 2009; Hopkins, 2004). Ακόμα, οι επιχειρήσεις πρέπει να αφουγκράζονται τις κοινωνικές ανησυχίες όχι μόνο των μετόχων τους, αλλά και όλων των ενδιαφερομένων μερών τους (Duhé, 2009). Η φήμη, αν και άυλη, είναι ορατή σε καταναλωτές, Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (ΜΜΕ) και λοιπά ενδιαφερόμενα μέρη και συνεπώς είναι δυνατόν είτε να ενδυναμώσει είτε να υπονομεύσει τη δημόσια θέση μιας επιχείρησης στην τοπική κοινωνία όπου δραστηριοποιείται. Αυτό υποστηρίζεται στη μεγαλύτερη παγκόσμια έρευνα σχετικά με τις προσδοκίες του κοινού που πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία Environics International το 1999 (Millennium Poll on Corporate Social Responsibility) σε άτομα από 23 χώρες και έξι ηπείρους. Συγκεκριμένα, δύο στους τρεις ερωτηθέντες απαιτούν από τις επιχειρήσεις να υπερβούν τον παραδοσιακό τους ρόλο που ήταν η κερδοφορία και να συμβάλουν σε ευρύτερους κοινωνικούς σκοπούς(lockwood, 2004). Παράλληλα, σύμφωνα με αυτή την έρευνα, αποδείχτηκε ότι η φήμη μιας επιχείρησης σχετίζεται περισσότερο με την κοινωνική της ευθύνη (56%) παρά με την ποιότητα ή τη φήμη των προϊόντων της (40%) (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005). Σε μια σχετική έρευνα, το 2001, (Corporate Social Responsibility Monitor 2001: Global Public Opinion on the Changing Role of Companies) που έγινε από την εταιρεία Environics International σε καταναλωτές από 20 χώρες, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος πιο σημαντικός παράγοντας επιρροής του κοινού σε σχέση με μια επιχείρηση είναι η εταιρική φήμη/ ποιότητα (40%) με πρώτο παράγοντα την κοινωνική υπευθυνότητα της επιχείρησης (49%) (BSR, 2003). Εξασφάλιση «κοινωνικής» άδειας λειτουργίας Μια ισχυρή πολιτική ΕΚΕ μπορεί να οικοδομήσει πιστότητα, αξιοπιστία και αυξημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων μερών στο εμπορικό σήμα και την ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 63

83 επωνυμία της επιχείρησης 23 που συνεπάγεται την εξασφάλιση «κοινωνικής» άδειας συνεχούς λειτουργίας (social license to operate) για την επιχείρηση (European Multistakeholder Forum on CSR, 2004; Hopkins, 2004). Οι επιχειρήσεις που αποτυγχάνουν να διαχειριστούν τις ευθύνες τους προς την κοινωνία γενικότερα κινδυνεύουν να χάσουν την άδεια λειτουργίας τους. Με την έννοια αυτή εννοείται αφενός η επίσημη λήψη άδειας λειτουργίας από τις αρχές και αφετέρου η γενική αποδοχή εκ μέρους όλων των ενδιαφερόμενων μερών της επίδρασης που έχουν οι δράσεις μιας επιχείρησης στους ανθρώπους, την κοινωνία και το περιβάλλον. Πρόκειται για χορήγηση στην επιχείρηση ενός άγραφου δικαιώματος να λειτουργήσει (Brine, Brown, & Hackett, 2007). Με την εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης οι υπεύθυνες επιχειρήσεις θεωρούν τη βελτίωση της ικανότητας απόκτησης «άδειας λειτουργίας» σαν προαπαιτούμενο για την είσοδό τους σε μία αγορά ή με άλλα λόγια σαν διεθνή επιχειρηματική visa. Η επικέντρωση σε αυτόν τον τομέα βελτιώνει τις σχέσεις με ρυθμιστικές αρχές, καταναλωτές και τοπικές κοινότητες. Η μη λήψη της «άδειας λειτουργίας» μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση κόστους, καθυστερήσεις επενδύσεων, εύνοια των ανταγωνιστών, μποϊκοτάζ κ.λπ. (Παπαδόπουλος, 2009; Brine, Brown, & Hackett, 2007). Πρόβλεψη, αξιολόγηση και αποτελεσματική διαχείριση των πιθανών επιχειρηματικών κινδύνων Σήμερα οι επιχειρήσεις θεωρούνται όλο και πιο υπεύθυνες για τις πράξεις τους. Παράλληλα, η ικανότητα να διοικούν σε ένα περιβάλλον κινδύνων συνοδεύεται με την ικανότητα να ενεργούν υπεύθυνα. Ως εκ τούτου, η επιθυμία των επιχειρήσεων να βελτιώσουν τη διαχείριση του κινδύνου τους αποτελεί ισχυρό παράγοντα αποδοχής πρακτικών ΕΚΕ (Γεωργοπούλου, 2005). Η ΕΚΕ προσφέρει πιο αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου, βοηθώντας τις επιχειρήσεις να μειώσουν αναπόφευκτες ζημιές, να προσδιορίσουν νέα αναδυόμενα ζητήματα και να ηγηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα (Brine, Brown, & Hackett, 2007). Οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν ανάλογες πρωτοβουλίες, εμπλέκονται ενεργά σε διάλογο και συνεργασία με ευρύτερο κοινωνικό σύνολο (περισσότερα ενδιαφερόμενα μέρη) αποκτώντας καλύτερη εικόνα για τους πιθανούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν (Emerald Group Publishing Limited, 2005; Hopkins, 2004). Παράλληλα, έχουν τη 23 Ελληνικό Δίκτυο για την ΕΚΕ, CSR Hellas: Συχνές ερωτήσεις, Πηγή: ang, Πρόσβαση: 03/02/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 64

84 δυνατότητα να χειριστούν καλύτερα μια πιθανή κρίση και να εξέλθουν ταχύτερα και με μικρότερες απώλειες από αυτήν (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005). Ο ανοικτός διάλογος μπορεί, εναλλακτικά, να βοηθήσει στην καλύτερη διαχείριση των τάσεων και προσδοκιών, βοηθώντας έτσι τις επιχειρήσεις να εντοπίσουν νέες ευκαιρίες στην αγορά μέσα από την καλύτερη κατανόηση των προσδοκιών και απαιτήσεων της κοινωνίας. Χάρη στην πρόβλεψη των κινδύνων, η εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής ΕΚΕ συντελεί στην καλύτερη διαχείριση των κρίσεων ή ακόμη και στην αποτροπή τους, ιδίως όταν πρόκειται για κίνδυνο κακοδιαχείρισης και για τεχνολογικούς και βιομηχανικούς κινδύνους. Για παράδειγμα, τα ατυχήματα είναι λιγότερα όταν το προσωπικό εργάζεται με ασφάλεια, επειδή έχει λάβει τη σωστή κατάρτιση και έχουν γίνει οι δέουσες επενδύσεις. Έτσι, οι πρακτικές ΕΚΕ μπορούν να οδηγήσουν σε μετρήσιμη μείωση των παρατηρούμενων ή των προβλεπόμενων κινδύνων (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2006). Σύμφωνα με δήλωση ενός συμβούλου της PwC στην Ελλάδα «Η παγκόσμια οικονομική κρίση έχει ως αποτέλεσμα τον αυστηρότερο έλεγχο των πρακτικών διαχείρισης κινδύνου των εταιρειών». Πορίσματα από την Παγκόσμια Έρευνα Εσωτερικού Ελέγχου της PwC για το 2010 στην οποία συμμετείχαν πάνω από στελέχη από 55 χώρες, ανάμεσα στις οποίες και η Ελλάδα, έδειξαν ότι η εκτίμηση και η διαχείριση επιχειρηματικού κινδύνου αποτελεί κεντρικό ζήτημα για τα ανώτερα διοικητικά στελέχη εταιρειών από όλους τους κλάδους λόγω των αυξημένων απαιτήσεων όλων των ενδιαφερομένων μερών (Insurance Daily, 2010). Συγκεκριμένα, έδειξε ότι το 57% των ανταποκριθέντων προσδιορίζουν την συνολική διαχείριση κινδύνου και την κανονιστική συμμόρφωση, ενώ μόνο το 14% δεν σχεδιάζει να ασχοληθεί με αυτό. Επίσης, το 13% των στελεχών επιθυμούν να αναβαθμίσουν τη δυνατότητα συνολικής διαχείρισης κινδύνου, ώστε να είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για το γεμάτο προκλήσεις επιχειρηματικό περιβάλλον που πλέον διαμορφώνεται. Τέλος, το 35% παρέχει ακριβή αλλά κυρίως πρακτική πληροφόρηση και προτάσεις για τη διαχείριση του επιχειρηματικού κινδύνου (PricewaterhouseCoopers, 2010). Εκμάθηση και Καινοτομία Για τις εταιρείες- ηγέτες η καινοτομία και η ΕΚΕ εξελίσσονται όλο και πιο έντονα, ενώ αρκετοί συγγραφείς πιστεύουν ότι η εκμάθηση και η καινοτομία αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την μακροπρόθεσμη επιβίωση και ανάπτυξη οποιασδήποτε ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 65

85 εταιρείας (Magnusson, 2008; Emerald Group Publishing Limited, 2005; Brine, Brown, & Hackett, 2007). Οι επιχειρήσεις, εξετάζοντας σε βάθος τα κοινωνικά-περιβαλλοντικά προβλήματα και αναζητώντας λύσεις για αυτά, μπορούν να βρουν νέο έδαφος για καινοτομίες, συνεργαζόμενες με φορείς, με τους οποίους στο παρελθόν δεν είχαν σκεφτεί να έρθουν σε επαφή. Έτσι, η ΕΚΕ αποτελεί ένα μέσο για τις επιχειρήσεις να ανταποκριθούν σε περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς κινδύνους, τους οποίους μπορούν να μετατρέψουν σε επιχειρηματικές ευκαιρίες (Brine, Brown, & Hackett, 2007). Επιπρόσθετα, οι επιχειρήσεις μπορούν να βρουν και να αναπτύξουν νέα επιχειρηματικά μοντέλα, νέα προϊόντα και νέες υπηρεσίες εφαρμόζοντας ιδέες που επιδρούν θετικά στο περιβάλλον ή στην κοινωνία (Emerald Group Publishing Limited, 2005). Συνεπώς, η εφαρμογή δράσεων-προγραμμάτων στα πλαίσια της ΕΚΕ και κατά επέκταση η δέσμευση και ο διάλογος με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορεί να δημιουργήσει προοπτικές εξέλιξης και να αποτελέσει οδό για εισαγωγή καινοτομιών σε µια εταιρεία. Στις μέρες μας, οι πιο επιτυχημένες επιχειρήσεις είναι οι πλέον καινοτόμες, αν αναλογιστεί κανείς ότι η καινοτομία αποτελεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα (ΕΔΕΚΕ, 2007; Smith, 2007). Οι δραστηριότητες ΕΚΕ προσφέρουν την ευκαιρία στις επιχειρήσεις να μάθουν μέσα από προγράμματα και να χρησιμοποιήσουν αυτές τις γνώσεις για την ενδυνάμωση των βασικών ικανοτήτων τους, ενώ παράλληλα βελτιώνουν τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες (Heslin, 2008). Για πολλές επιχειρήσεις, η διαχείριση της γνώσης (knowledge management) είναι η κύρια επενδυτική προτεραιότητά τους, γιατί θεωρείται ότι η επίδοσή της σχετίζεται πολύ με το πνευματικό κεφάλαιο μιας εταιρείας, το οποίο συντελεί στην καινοτομία και την χρηματοοικονομική επιτυχία της. Η αποτελεσματική διαχείριση της γνώσης συμβάλλει στην ανάπτυξη καινοτομιών, μειώνει τη διάρκεια των προγραμμάτων και βελτιώνει την ποιότητα των προϊόντων και την ικανοποίηση των πελατών. Τέλος, η αυξημένη γνώση είναι βασικός παράγοντας για τη συνεχή ικανότητα μιας επιχείρησης να καινοτομεί και να είναι ανταγωνιστική (Magnusson, 2008). Τα αποτελέσματα της σχετικής έρευνας «Hellas 1000: Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα», που διεξήχθη το 2006 από τον ΣΕΒ και την συμβουλευτική εταιρεία McKinsey & Company, αποκαλύπτουν ότι οι επενδύσεις σε Έρευνα & Ανάπτυξη έχουν μεγάλη απόδοση ιδίως αν αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της στρατηγικής μιας επιχείρησης. Συγκεκριμένα, οι επιτυχημένες επιχειρήσεις έχουν περισσότερες δυνατότητες ανανέωσης του χαρτοφυλακίου των προϊόντων/υπηρεσιών και ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 66

86 αντλούν κατά μέσο όρο το 46% του κύκλου εργασιών από νέα προϊόντα ενώ οι λιγότερο επιτυχημένες μόνο το 36%. Το μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας (50%) εμφανίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις που επιλέγουν στρατηγικά την παραγωγή κορυφαίων καινοτομιών. Οι ελληνικές επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι η Ε&Α αποτελεί από τις σημαντικότερες παραμέτρους για την απόκτηση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος (Εθνικό Παρατηρητήριο για τις Μικρομεσαίες επιχειρήσεις, 2010). Αύξηση της παραγωγικότητας και της ποιότητας Οι προσπάθειες μιας επιχείρησης στα πλαίσια της ΕΚΕ να βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας, να ελαχιστοποιήσει τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο ή να αυξήσει την συμμετοχή των εργαζομένων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, συνήθως οδηγούν σε αυξανόμενη παραγωγικότητα και μειωμένους ρυθμούς πραγματοποίησης σφαλμάτων. Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις που βελτιώνουν τις συνθήκες εργασίας και τις πρακτικές εργασίας με τους προμηθευτές παρουσιάζουν συχνά μείωση στην παραγωγή εμπορευμάτων που είναι ελαττωματικά ή δεν μπορούν να πωληθούν (BSR, 2003). Αύξηση πωλήσεων (μεριδίου αγοράς), αφοσίωση πελατών και καλύτερη ανταπόκριση στις ανάγκες τους Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, κυρίως, στις ανεπτυγμένες χώρες του εξωτερικού οι καταναλωτές άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο ευσυνείδητοι περιβαλλοντικά και κοινωνικά. Οι πιο «υποψιασμένοι» καταναλωτές άρχισαν να πληθαίνουν και να εμφανίζονται ως μία νέα δύναμη, οπαδοί μίας νέας τάσης, του λεγόμενου «πράσινου καταναλωτισμού». Σταδιακά, η ανάπτυξη του «πράσινου καταναλωτισμού» οδήγησε σε ένα πιο διευρυμένο σκεπτικό κατανάλωσης, την «ηθική κατανάλωση», η οποία αντανακλά τον προβληματισμό των καταναλωτών σε σχέση με τα προβλήματα που προκύπτουν από το «ανήθικο» εμπόριο (Ξακούστου, 2010). Οι καταναλωτές άρχισαν να δείχνουν την προτίμησή τους, φαινόμενο που κάθε μέρα εντείνεται, προς επιχειρήσεις που δέχονται και συντονίζονται με τις δικές τους αξίες. Η παροχή προϊόντων και υπηρεσιών προς τους καταναλωτές, με τρόπο αποτελεσματικό, δεοντολογικό και φιλικό προς το περιβάλλον, αναμένεται να είναι πιο προσοδοφόρος καθώς μπορεί να βελτιώσει τη φήμη μιας επιχείρησης και να της προσδώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Παράλληλα, η φήμη μιας επιχείρησης είναι θεμελιώδης στην προσέλκυση νέων πελατών και αντίστροφα, η αυξανόμενη εισροή πελατών επεκτείνει τη φήμη της. Κατανοώντας τις επιθυμίες και ανάγκες των πελατών ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 67

87 και παρέχοντας προϊόντα και υπηρεσίες ανώτερης ποιότητας, ασφαλείας, αξιοπιστίας και εξυπηρέτησης, η επιχείρηση οικοδομεί σχέσεις διαρκείας και εμπιστοσύνης με τους καταναλωτές (ΕΔΕΚΕ, 2007). Είναι κατανοητό ότι οι πρωτοβουλίες ΕΚΕ αυξάνουν τον αριθμό των πελατών σε υπάρχουσες αγορές, αλλά μπορούν να «ανοίξουν την πόρτα» και σε νέες αγορές, ιδιαίτερα σε αναπτυσσόμενες οικονομίες. Οι κυβερνήσεις και οι απλοί πολίτες αντιδρούν καλύτερα όταν πρόκειται να «υποδεχτούν» κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις με γνωστή θετική συνεισφορά στην κοινωνία. Επίσης, οι υπεύθυνες επιχειρήσεις που επιτυγχάνουν να εισχωρήσουν σε φτωχά κράτη βοηθούν στην αντιμετώπιση της φτώχειας και βελτιώνουν τις τοπικές οικονομίες και παράλληλα δημιουργούν νέους αγοραστές για τα προϊόντα/υπηρεσίες τους. Όπως έχει προαναφερθεί, οι καταναλωτές δέχονται θετικά τις προσπάθειες των οργανισμών που ασχολούνται με περιβαλλοντικά και κοινωνικά θέματα με αποτέλεσμα να προτιμούν τα προϊόντα/ υπηρεσίες τους (Heslin, 2008). Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι το μέγεθος της αγοράς μεγαλώνει για προϊόντα και υπηρεσίες που προέρχονται από κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις πλέον πρέπει να ικανοποιούν όχι μόνο τα βασικά καταναλωτικά κριτήρια όπως τιμή, ευελιξία, ποιότητα, διαθεσιμότητα και ασφάλεια, αλλά και κριτήρια που αφορούν άλλες αξίες όπως καλές εργασιακές συνθήκες (sweatshop-free), καταπολέμηση της παιδικής και καταναγκαστικής εργασίας, ελαχιστοποίηση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου και αποφυγή χρήσης γενετικά τροποποιημένων υλικών ή συστατικών στα προϊόντα τους (BSR, 2003). Όπως έδειξαν τα ευρήματα μιας πρόσφατης έρευνας «Κοινωνικό Βαρόμετρο A.S.B.I.-2010» που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 1524 Ελλήνων πολιτών, οι παράγοντες που αφορούν την υπευθυνότητα μιας εταιρείας απέναντι στην προστασία του περιβάλλοντος και τον τρόπο διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού της, παρουσιάζουν μια δυναμική που στο μέλλον είναι πολύ πιθανό να αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην κρίση τους. Προς το παρόν έδειξε ότι κυριαρχούν οι παραδοσιακοί παράγοντες, όπως η ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων/υπηρεσιών και η ποιότητα του τρόπου εξυπηρέτησης των πελατών. Ακόμα, σύμφωνα με τα ευρήματα αυτά, το κοινωνικόπεριβαλλοντικό έργο (21,5%) αποτελεί ένα σταθερό λόγο επιλογής στη στάση των πολιτών-καταναλωτών αν είχαν να επιλέξουν μεταξύ δύο προϊόντων με την ίδια τιμή (VPRC, 2010). Σύμφωνα με άλλη έρευνα «Cone Corporate Citizenship Study» (2002), το 91% των Αμερικανών καταναλωτών που θα μάθαιναν για τις αρνητικές πρακτικές ΕΚΕ μιας ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 68

88 εταιρείας θα άλλαζαν εταιρεία, το 85% θα μετέφεραν την πληροφορία στην οικογένεια και τους φίλους, το 83% θα αρνούνταν να επενδύσουν σε αυτήν την εταιρεία, το 80% θα αρνούνταν να δουλέψουν για αυτή και το 76% δεν θα αγόραζαν ξανά (μποϊκόταρανboycott) τα προϊόντα της (BSR, 2003). Ανάλογη έρευνα που διενήργησε το 2000 το CRS Europe έδειξε ότι το 70% των Ευρωπαίων καταναλωτών αναγνώρισε ευθέως τη σημασία που έχουν κατά την αγορά οι δεσμεύσεις των επιχειρήσεων - παραγωγών έναντι της κοινωνίας, ενώ 1 στους 5 δήλωσε πρόθυμος να πληρώσει παραπάνω για ένα προϊόν που προέρχεται από «ευαισθητοποιημένη» εταιρεία (Μέτοχος & Επενδύσεις, 2006). Βελτίωση της ικανότητας προσέλκυσης και διατήρησης ανθρώπινου δυναμικού Με το αναμενόμενο υψηλό ποσοστό ανεργίας στα επόμενα χρόνια, η προσέλκυση, η ανάπτυξη, η δραστηριοποίηση και η διατήρηση των δεξιοτήτων είναι και θα συνεχίσουν να είναι πολύ σημαντικά. Σήμερα, η ΕΚΕ επηρεάζει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μιας επιχείρησης μέσω δύο βασικών παραγόντων αξίας: 1) φήμη/ εμπορικό σήμα επιχείρησης και 2) ανθρώπινο δυναμικό (Lockwood, 2004). Η εταιρική φήμη συμβάλλει στην προσέλκυση ταλαντούχων και εξειδικευμένων εργαζομένων, ενώ ενδυναμώνει τα αισθήματα ευθύνης, περηφάνιας, εμπιστοσύνης και αφοσίωσης που συντελούν στην παραμονή και την παραγωγικότητα αυτών των εργαζομένων. Δεδομένου ότι το 80% της αξίας αρκετών εταιρειών είναι το πνευματικό κεφάλαιο, η παραμονή του μέσω σωστού χειρισμού των εσωτερικών ενδιαφερομένων μερών της γίνεται όλο και πιο αναγκαία (Hopkins, 2004). Πρόσφατες έρευνες αποδεικνύουν ότι η ΕΚΕ είναι ένας δυναμικά σημαντικός παράγοντας για την προσέλκυση και διατήρηση ενός ταλαντούχου εργατικού δυναμικού (Brine, Brown, & Hackett, 2007). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μελέτη που έγινε από τον όμιλο Cherenson το 2001 διαπιστώθηκε ότι 78% των ερωτηθέντων θα προτιμούσαν να εργάζονται για μια επιχείρηση η οποία έχει εξαιρετική φήμη και τους πληρώνει μισθό που καλύπτει τις ανάγκες τους. Μόνο το 17% είπε ότι θα εργαζόταν για μια επιχείρηση με υψηλούς μισθούς αλλά πενιχρή φήμη. Ανάλογη έρευνα που έγινε σε αποφοίτους του Stanford ΜBA έδειξε ότι 97% ήταν διατεθειμένοι να χάσουν κάποια οικονομικά οφέλη για να εργαστούν σε μια εταιρεία με καλή φήμη ως προς την ΕΚΕ. Όπως είπε και ο ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 69

89 διευθύνων σύμβουλος μιας πολυεθνικής επιχείρησης «οι άνθρωποι δεν θέλουν να αισθάνονται αμηχανία όταν χρειαστεί να πουν για ποιόν εργάζονται». 24 Παράλληλα, η ΕΚΕ συμβάλλει στην υποκίνηση των εργαζομένων να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους, καθώς και στην ενθάρρυνσή τους να επιδιώξουν την μάθηση για να βρουν καινοτόμους τρόπους ώστε όχι μόνο να μειώσουν τις δαπάνες αλλά και να καθορίσουν και να εκμεταλλευτούν νέες ευκαιρίες μεγιστοποίησης οφελών. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι επιχειρήσεις που αναπτύσσουν δράσεις ΕΚΕ, για να υποστηρίξουν τις ανάγκες και τα συμφέροντα των εργαζομένων τους (π.χ. προσφέροντας καλές συνθήκες εργασίας), αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, αντιμετωπίζουν λιγότερες δυσκολίες στην εύρεση και τη διατήρηση εργατικού δυναμικού, το οποίο συντελεί σε μείωση του κόστους πρόσληψης, αλλά και του κόστους εκπαίδευσης και ανάπτυξης του προσωπικού. Άρα, αυτές οι επιχειρήσεις επιτυγχάνουν καλύτερη επίδοση στα πλαίσια της ποιότητας και διανομής που συντελεί σε υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας (BSR, 2003; Sharma, 2005; Brine, Brown, & Hackett, 2007). Οι εργαζόμενοι επιθυμούν να συμμετέχουν σε εταιρείες που δεν προσφέρουν μόνο μια ενδιαφέρουσα και ανταποδοτική καριέρα, αλλά συνεισφέρουν έμπρακτα στη βελτίωση του περιβάλλοντος και την καταπολέμηση κρίσιμων κοινωνικών προβλημάτων (Ζοπουνίδης & Λεμονάκης, 2007). Σύμφωνα με το «Κοινωνικό Βαρόμετρο A.S.B.I », περισσότεροι από 8 στους 10 εργαζόμενους στον Ιδιωτικό και Δημόσιο τομέα υποστηρίζουν ότι είναι αρκετά έως πολύ σημαντικό για αυτούς η εταιρεία ή ο οργανισμός στον οποίο εργάζονται να διαθέτει κοινωνικό ή περιβαλλοντικό έργο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η άποψη «πολύ σημαντικό» ενισχύθηκε κατά 13% συγκριτικά με τα περσινά αποτελέσματα. Η ικανοποίηση και η αφοσίωση των εργαζομένων επέρχεται όταν οι αξίες μιας επιχείρησης αντικατοπτρίζουν τις δικές τους, οπότε περιορίζονται οι απουσίες του προσωπικού και οι αποχωρήσεις από την επιχείρηση (Emerald Group Publishing Limited, 2005; Sharma, 2005). Ακόμα και όταν η ένταξη στην αγορά εργασίας είναι δύσκολη, οι υποψήφιοι εργαζόμενοι αξιολογούν τις δράσεις ΕΚΕ μιας εταιρείας για να καθορίσουν αν τους ταιριάζει. Για παράδειγμα, μια έρευνα (The Aspen Institute Initiative for Social Innovation through Business) που διεξήχθη την χρονική περίοδο έδειξε ότι περισσότεροι από τους μισούς σπουδαστές MBA θα έψαχναν για άλλη εργασία, αν 24 Ελληνικό Δίκτυο για την ΕΚΕ, CSR Hellas: Συχνές ερωτήσεις, Πηγή: ang, Πρόσβαση: 03/02/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 70

90 διαπίστωναν ότι οι αξίες τους δεν συμφωνούν με την επιχείρηση στην οποία δούλευαν (BSR, 2003). Μειωμένη ρυθμιστική εποπτεία Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά μιας υγιούς προσέγγισης ΕΚΕ είναι η συνεργασία με τις τοπικές αρχές για ανάληψη πρωτοβουλιών αναφορικά με την αναγνώριση και την αποφυγή εμποδίων σχετικών με θέματα νομικής συμμόρφωσης. Άλλο χαρακτηριστικό είναι η υιοθέτηση κατάλληλου θεσμικού πλαισίου που εγγυάται τη συμμόρφωση με τους ελάχιστους κανόνες και πρότυπα της αγοράς όπως αυτά διαμορφώνονται σε σχέση με το είδος και το εύρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας (Ζοπουνίδης & Λεμονάκης, 2007). Συνεπώς, μια επιχείρηση που υιοθετεί κοινωνικά υπεύθυνες πρακτικές στην επιχειρηματική της πολιτική αποκτά πλεονέκτημα, το οποίο είναι η συμμόρφωση με το υπάρχον και μελλοντικό κανονιστικό πλαίσιο σε τομείς όπως η προστασία του περιβάλλοντος, τα εργασιακά δικαιώματα και η παροχή πληροφοριών (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005). Κατά αυτό τον τρόπο, οι επιχειρήσεις αυτές συμμορφώνονται όχι μόνο με τη νομοθεσία αλλά και πέραν αυτής, βελτιώνουν τις σχέσεις τους με τους εθνικούς και τοπικούς κυβερνητικούς φορείς που συνεπάγεται ευμενέστερη νομική αντιμετώπιση (BSR, 2003) και αποφυγή νομικών κυρώσεων (Hopkins, 2004). Στην Αμερική, για παράδειγμα, ομοσπονδιακές και κρατικές υπηρεσίες που εποπτεύουν περιβαλλοντικούς κανονισμούς και κανονισμούς περί υγείας και ασφάλειας στο χώρο εργασίας έχουν επίσημα προγράμματα που αναγνωρίζουν και επιβραβεύουν τις επιχειρήσεις που έχουν λάβει προληπτικά μέτρα για τη μείωση του αρνητικού αντίκτυπου τους στο περιβάλλον και την υγεία και ασφάλεια. Σε πολλές περιπτώσεις, τέτοιες εταιρείες υπόκεινται σε λιγότερες επιθεωρήσεις, ελέγχους γραφειοκρατικές διαδικασίες και μπορεί, μάλιστα, να δέχονται προνομιακή μεταχείριση όταν ζητούν άδειες λειτουργίας ή άλλων μορφών κυβερνητικές άδειες. Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικής (U.S. Federal Sentencing Guidelines) επιτρέπουν τη μείωση ή ακόμα και την κατάργηση ποινών και προστίμων με την προϋπόθεση ότι μια εταιρεία είναι κοινωνικά υπεύθυνη (ή αλλιώς «καλός εταιρικός πολίτης») και εφαρμόζει πρόγραμμα ηθικής συμπεριφοράς (BSR, 2003). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 71

91 Πρόσβαση σε κεφαλαιαγορές Η πρόσβαση μιας επιχείρησης σε κεφάλαια είναι κρίσιμης σημασίας καθώς της επιτρέπει να αναπτυχθεί και να εκμεταλλευθεί έγκαιρα τις ευκαιρίες της αγοράς. Ειδικά στη σημερινή εποχή, έχει γίνει δημόσιο ζήτημα λόγω της ανάπτυξης των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων (Socially Responsible Investing SRI) που αποδεικνύει ότι η ΕΚΕ γίνεται ένα βασικό μέτρο λήψης αποφάσεων των επενδυτών (Lockwood, 2004) και ενισχύει την πρόσβαση των υπεύθυνων επιχειρήσεων στο κεφάλαιο που ίσως να μην ήταν διαθέσιμο με άλλο τρόπο (BSR, 2003; Hopkins, 2004). Η επενδυτική κοινότητα αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερο την ΕΚΕ ως συγγενή έννοια με τη διαχείριση του μακροπρόθεσμου κινδύνου και τις πρακτικές καλής διακυβέρνησης (Brine, Brown, & Hackett, 2007). Οι επιχειρήσεις που έχουν υψηλή κοινωνική επίδοση, δημοσιοποιώντας αυτή την πληροφορία προς τα ενδιαφερόμενα μέρη τους, μπορούν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με τους πιστωτές και επενδυτές και να διαχειριστούν την εμπιστοσύνη τους. Παράλληλα, μπορούν να ενταχτούν σε διάφορους χρηματιστηριακούς δείκτες αξιολόγησης εταιρειών, όπως FTSE4Good, Dow Jones Sustainability Indexes, Domini 400 Social Index, με βάση τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιδόσεις τους (Lockwood, 2004; Hopkins, 2004). Έτσι, οι επιχειρήσεις αποκτούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που διευκολύνει την πρόσβασή τους σε εγχώριες και διεθνείς κεφαλαιαγορές και ενδυναμώνει το εμπορικό σήμα τους στην προσέλκυση επενδύσεων (Orlitzky, Schmidt, & Rynes, 2003). Αντίθετα, αν οι εταιρικές πρακτικές δεν είναι ούτε υπεύθυνες ούτε βιώσιμες, η φήμη της επιχείρησης διακυβεύεται, με αποτέλεσμα οι επενδυτές και δανειστές να την θεωρήσουν ως αυξανόμενα επικίνδυνη και να έχει σοβαρά προβλήματα στην άντληση κεφαλαίων. Στην έρευνα των Hill και Knowltown (2006) αποδεικνύεται ότι οι αναλυτές θέτουν τόση σημασία στην εταιρική φήμη όσο και στη χρηματοοικονομική επίδοση (Brine, Brown, & Hackett, 2007). Στο παρελθόν οι δανειστές και επενδυτές δεν χρησιμοποιούσαν κοινωνικά υπεύθυνα κριτήρια για την επιλογή της επιχείρησης στην οποία θα επένδυαν. Όμως, υπό τις συνθήκες που επικράτησαν μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές, είναι απαραίτητη η κατεύθυνση των επενδύσεων σε επιχειρήσεις με κοινωνικές και ηθικές αξίες (ΕΟΚΕ, 2011). Για το λόγο αυτό, η αειφόρος επιχειρηματική δραστηριότητα πρέπει να στραφεί όχι απλά στην προσέλκυση και πραγματοποίηση επενδύσεων, αλλά στην προσέλκυση και πραγματοποίηση υπεύθυνων επενδύσεων. Με άλλα λόγια, σε επενδύσεις που λαμβάνουν ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 72

92 υπόψη τους εκτός από τις τρεις κλασικές παραμέτρους (απόδοση, κίνδυνος και δυνατότητα ρευστοποίησης) και μια τέταρτη, αυτή του ESG (περιβάλλον, κοινωνία και διακυβέρνηση) (Σπανός, 2011). Για τους παραπάνω λόγους, η χρηματοοικονομική κοινότητα δεν εξετάζει μονάχα την οικονομική επίδοση αλλά και την κοινωνική επίδοση των επιχειρήσεων, μέσα από τους απολογισμούς ΕΚΕ και το προφίλ κίνδυνου (risk profile) των επιχειρήσεων (Lockwood, 2004), καθώς δεν θέλουν να ρισκάρουν τη φήμη τους (Emerald Group Publishing Limited, 2005). Συγκεκριμένα, οι κατά επάγγελμα «υπεύθυνοι» επενδυτές (ιδιώτες και θεσμικοί) υιοθετούν κριτήρια ESG (Ethical, Social, Governance) στις επενδυτικές αποφάσεις και στη σύνθεση του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου, ενώ συνυπολογίζουν και τις αποφάσεις των μετόχων των εταιρειών σε θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησης (Σπανός, 2011). Σύμφωνα με την πέμπτη διετή έκθεση του Φόρουμ για τις Κοινωνικά Υπεύθυνες Επενδύσεις (Social Investment Forum) τα κεφάλαια υπό διαχείριση για κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις στις Η.Π.Α. αυξήθηκαν κατά 258% από $639 δις το 1995 σε $2,29 τρις το 2005 ενώ τα συνολικά κεφάλαια υπό διαχείριση αυξήθηκαν με μικρότερους ρυθμούς, κατά 249% από $7 τρις σε $24,4 τρις για την ίδια περίοδο (Χρήμα, 2007). Επίσης, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις (2010) του European Sustainable Investment Forum (Eurosif), τα επενδυτικά κεφάλαια υπό διαχείριση σε υπεύθυνες επενδύσεις παγκοσμίως, ξεπερνούν πλέον τα 7,5 τρις ευρώ, ενώ μόνο στην Αμερική σύμφωνα με εκτιμήσεις (2010) του Social Investment Forum Foundation τα αντίστοιχα κεφάλαια ξεπερνούν τα $3 τρις. (Σπανός, 2011). Αναγνώριση των ενδιαφερομένων μερών (stakeholder groups) Τα ενδιαφερόμενα μέρη μιας επιχείρησης μπορεί να είναι εργαζόμενοι και εργατικά σωματεία, πελάτες, καταναλωτές, μέτοχοι, επενδυτές, αναλυτές, προμηθευτές, συνεργάτες, μέσα μαζικής ενημέρωσης, κυβερνήσεις και κρατικοί φορείς, μη κυβερνητικές οργανώσεις και ακτιβιστές, τοπικές κοινότητες και η κοινωνία γενικότερα. Η συστηματική προσέγγιση αποκαλύπτει συχνά ενδιαφερόμενα μέρη που η εταιρεία αγνοούσε στο παρελθόν και διαστάσεις του ενδιαφέροντός τους, που αν και σημαντικές, δεν είχαν γίνει κατανοητές στο παρελθόν (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005). ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 73

93 Οικοδόμηση εμπιστοσύνης μεταξύ της επιχείρησης και του εξωτερικού της περιβάλλοντος Μια επιχείρηση μπορεί να οικοδομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, μέσα από τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών για τα ζητήματα κοινωνικής ευθύνης (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005). Κατά αυτό τον τρόπο, ένας οργανισμός λειτουργεί αποτελεσματικότερα αναπτύσσοντας αμοιβαίες επωφελείς σχέσεις εμπιστοσύνης με τους πελάτες, προμηθευτές, εργαζόμενους, συνέταιρους και την κοινωνία γενικότερα. Αρκετά είναι τα μοντέλα επιχειρηματικής αριστείας που δίνουν έμφαση στη μείωση των συνολικών δαπανών και τη δημιουργία μακροχρόνιων σχέσεων που βασίζονται στην αφοσίωση και την αμοιβαία εμπιστοσύνη με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Άλλωστε, η βελτίωση της επιχειρηματικής απόδοσης είναι εφικτή μέσω ομαδικής εργασίας, συνέργειας, ανταλλαγής καλών πρακτικών, εμπειριών και πληροφοριών και συγκριτικής αξιολόγησης μεταξύ των επιχειρήσεων (benchmarking). Το ομαδικό πνεύμα μεταξύ των επιχειρήσεων και οργανισμών παίζει σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη όλων (Sharma, 2005). Βελτίωση εταιρικής διακυβέρνησης Μια επιχείρηση είναι δυνατό να βελτιώσει την εταιρική διακυβέρνησή της μέσω της καλύτερης κατανόησης των σημαντικών ζητημάτων που αντιμετωπίζει στους τομείς της εργασίας, του περιβάλλοντος και της κοινωνικής προσφοράς, αλλά και μέσα από τη συστηματική θεώρηση των συναφών με τα θέματα αυτά διαδικασιών που ακολουθεί (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005). Πρόσθετο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα Σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον, η ανάγκη για διαφοροποίηση αποτελεί σημαντικό παράγοντα επιχειρηματικής επιτυχίας. Τα τελευταία χρόνια, η έννοια της ΕΚΕ συνεχίζει να αναγνωρίζεται ως η πρακτική εκείνη που μπορεί να δώσει προστιθέμενη αξία στις δραστηριότητες μιας επιχείρησης και παράλληλα να τη διαφοροποιήσει από το ανταγωνιστικό της περιβάλλον (Γαλάνης, 2007α). Συνεπώς, οι επιχειρήσεις που καθιστούν την εταιρική κοινωνική ευθύνη ως αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής επιχειρηματικής πρακτικής τους έχουν τη δυνατότητα να προβλέψουν και να αντιμετωπίσουν κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα που ενδέχεται να έχουν επίδραση στην ανταγωνιστικότητά τους και τελικά, να βελτιώσουν την οικονομική, ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 74

94 κοινωνική και περιβαλλοντική της επίδοση (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2006). Κατά αυτό τον τρόπο, μια επιχείρηση αποκτά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις αγορές τις οποίες κινείται (Ινστιτούτο Κοινωνικής Καινοτομίας, 2005), καθώς γίνεται πιο ανθεκτική σε μια αιφνίδια κρίση της αγοράς και αυξάνει την πιθανότητα προσέλκυσης και διατήρησης πελατών, επενδυτών και εργαζομένων. Παράλληλα, μπορεί να διατηρήσει και να βελτιώνει τη φήμη της, να οικοδομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με όλους όσους επηρεάζονται από αυτή αλλά και που μπορούν να επηρεάσουν τις δραστηριότητές της (Μέτοχος & Επενδύσεις, 2006). Τέλος, η ΕΚΕ μπορεί να οδηγήσει τους καταναλωτές μακριά από τους ανταγωνιστές και συνεπώς να αυξήσει την κερδοφορία της επιχείρησης (Brine, Brown, & Hackett, 2007) Οφέλη για το περιβάλλον Μια επιχείρηση για να θεωρείται ότι είναι κοινωνικά υπεύθυνη πρέπει να λειτουργεί υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος και της διαφύλαξης των φυσικών πόρων, δηλαδή με δράσεις που συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη. Έτσι, το περιβάλλον μπορεί να ωφεληθεί πολλαπλά από τις περιβαλλοντικά υπεύθυνες δράσεις μιας επιχείρησης, αφού προστατεύονται οι φυσικοί πόροι του, χρησιμοποιούνται οι ανανεώσιμες πηγές του και παραμένει αναλλοίωτο για τις επόμενες γενιές. Συγκεκριμένα, το περιβάλλον επωφελείται από τις εταιρικές δράσεις που αφορούν την εφαρμογή συστημάτων και εργαλείων περιβαλλοντικής διαχείρισης στα εργοστάσια των επιχειρήσεων, περιλαμβάνοντας την αποτίμηση του κύκλου ζωής, την οικο-σήμανση και τα περιβαλλοντικά πρότυπα. Ακόμα, μπορεί να επωφεληθεί από τις εταιρικές προσπάθειες εξοικονόμησης ενέργειας και πόρων και ελαχιστοποίησης αποβλήτων και εκπομπών, καθώς η επιχείρηση αναλαμβάνει μεγαλύτερη δράση για την ανακύκλωση των παραπροϊόντων και αποβλήτων της, κατασκευάζει προϊόντα με αντοχή και λειτουργικότητα και χρησιμοποιεί ευρύτερα ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τέλος, στα πλαίσια προστασίας του περιβάλλοντος, μια κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση συμμετέχει ενεργά σε περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες όπως δεντροφύτευση, περιβαλλοντική αποκατάσταση, προστασία υδάτων 25 (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2007). 25 Business and Sustainable Development, Corporate social responsibility (CSR): Current issues, Πηγή: Πρόσβαση: 28/02/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 75

95 3.5.3 Οφέλη για την τοπική κοινότητα και την ευρύτερη κοινωνία Οι επιχειρήσεις από τη φύση τους προσφέρουν οφέλη στην κοινωνία επενδύοντας στην τοπική κοινότητα όπου δραστηριοποιούνται, δημιουργώντας υποδομές και νέες θέσεις εργασίας. Ακόμα, υποστηρίζουν την τοπική κοινότητα όχι μόνο μέσω φιλανθρωπικών παροχών (δωρεές και χορηγίες), αλλά κυρίως συνεισφέροντας στην εκπαίδευση και στην αντιμετώπιση διαφόρων κοινωνικών προβλημάτων (φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού, έλλειψη πρόνοιας κ.λπ.) και εφαρμόζοντας εθελοντικά προγράμματα στον εργασιακό χώρο. Παράλληλα, οι άνθρωποι ως καταναλωτές, απολαμβάνουν πλέον ασφαλή και ποιοτικά προϊόντα ή υπηρεσίες από τις επιχειρήσεις, κάτι που οικοδομεί σταδιακά μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Κατά αυτό τον τρόπο, βελτιώνεται η ποιότητα και το επίπεδο ζωής της τοπικής κοινωνίας 26 (Γαλάνης, 2007β). Ο εθελοντισμός στον εργασιακό χώρο πολλαπλασιάζει τα οφέλη αυτά, επεκτείνοντας κυρίως το εταιρικό όραμα στην κατεύθυνση της πραγματικής συμβολής των εταιρειών στην ανάπτυξη της κοινωνικής ευημερίας. Η εφαρμογή τέτοιων ενεργειών, που στηρίζονται στην εθελοντική συμμετοχή των εργαζομένων, δίνουν την ευκαιρία σε μια επιχείρηση να βοηθήσει ενεργά στα κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα της κοινότητά της, ενώ παράλληλα προσφέρει ουσιαστικές δυνατότητες ανάπτυξης των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού της. Άλλωστε, μια επιχείρηση που προσφέρει εργασία χωρίς διακρίσεις και φροντίζει για την εκπαίδευση, την ανάπτυξη και την ψυχική ισορροπία των εργαζομένων, παράγει ολοκληρωμένες προσωπικότητες που προάγουν το προσωπικό, εταιρικό και κοινωνικό συμφέρον. Συνεπώς, μια τοπική κοινότητα και γενικότερα η κοινωνία ωφελούνται πολλαπλώς από την ύπαρξη κοινωνικά υπεύθυνων επιχειρήσεων (Γαλάνης, 2007β). Οι βασικοί παράγοντες για τη δημιουργία βέλτιστης προστιθέμενης αξίας στην κοινωνία και τις κοινότητες στις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση είναι η ισχυρή δέσμευση με την εταιρική και κοινωνική διακυβέρνηση έχοντας ανοιχτό διάλογο με τα εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη και έχοντας καθορίσει τον τρόπο επίτευξης της περιβαλλοντικής αειφορίας. Ο Nelson (1998) προτείνει μια προσέγγιση που βασίζεται σε τρία στοιχεία για την οικοδόμηση κοινωνικής προστιθέμενης αξίας και δίνει παραδείγματα πρακτικής για τον τρόπο διεξαγωγής τους, όπως παρουσιάζεται στον ακόλουθο πίνακα (Πίνακας 3.2) (Zairi & Peters, 2002). 26 Business and Sustainable Development, Corporate social responsibility (CSR): Current issues, Πηγή: Πρόσβαση: 28/02/2011. ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ 76

96 Πίνακας 3.2: Δημιουργία κοινωνικής προστιθέμενης αξίας (Zairi & Peters, 2002). Προσέγγιση 1. Αποτελεσματική και ηθική επιδίωξη βασικών επιχειρηματικών δράσεων 2. Κοινωνική επένδυση και φιλανθρωπία 3. Συμβολή στη δημόσια πολιτική (public policy) Παράδειγμα εφαρμογής Λήψη περιβαλλοντικά και κοινωνικά υπεύθυνων αποφάσεων Επένδυση στην υπεύθυνη παραγωγή, λαμβάνοντας υπόψη την καταπολέμηση της φτώχεια&sig