Γ. ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ Α.Ε.

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Γ. ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ Α.Ε."

Transcript

1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1.1 Γενικά στοιχεία Η μελέτη με τίτλο «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΙΑΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΔΑΤΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΟΠΟΤΑΜΟΥ», ανατέθηκε από τον πρώην «Καποδιστριακό» Δήμο Γεροποτάμου στα συμπράττοντα γραφεία μελετών Γ. ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ Α.Ε. ΙΩΑΝΝΗΣ ΦΡΑΓΚΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΜΠΑΡΤΖΙΩΚΑ ΕΛΕΝΗ ΓΚΟΥΒΑΤΣΟΥ με σύμβαση που υπεγράφη στις 27 Νοεμβρίου Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής εκπονήθηκε Μελέτη Ύδρευσης με αντικείμενο τον σχεδιασμό έργων (δίκτυα, δεξαμενές αντλιοστάσια, άλλες εγκαταστάσεις) για την κατασκευή και λειτουργία: α) του υδραγωγείου «Πάνορμος Ρουμελή» και β) του υδραγωγείου «Εξάντης Μελιδόνι Πέραμα», του πρώην «Καποδιστριακού» Δήμου (και νυν «Καλλικρατικής» Δημοτικής Ενότητας) Γεροποτάμου, του Νομού Ρεθύμνης, της Περιφέρειας Κρήτης. Ειδικότερα, με την έναρξη εφαρμογής του Προγράμματος «Καλλικράτης» ( ) η περιοχή μελέτης υπάγεται διοικητικά στην Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνου, της Περιφέρειας Κρήτης και συγκεκριμένα βρίσκεται εντός των ορίων της Δημοτικής Ενότητας Γεροποτάμου, του Δήμου Μυλοποτάμου. Ειδικότερα, το έργο χωροθετείται εντός των Τοπικών Κοινοτήτων Πανόρμου, Ρουμελής, Μελιδονίου και Περάματος. Η παρούσα αποτελεί την Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του έργου: «Κατασκευή και λειτουργία υδραγωγείων: α) Πάνορμος - Ρουμελή και Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα», εκπονήθηκε δε με βάση το Ν.1650/ «Για την προστασία του περιβάλλοντος», όπως αυτός τροποποιήθηκε με τους Ν. 3010/2002 και Ν.4014/2011 και όλες τις ισχύουσες εθνικές και κοινοτικές διατάξεις που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος. Στην εκπόνηση της μελέτης λήφθηκε επίσης υπ όψη η ΚΥΑ αριθμ. Α.Π , ΦΕΚ1486/Β/ ): «Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Κρήτης». 1

2 Σε σχέση με την κατάταξη του έργου σε κατηγορίες του Ν. 1650/86, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει, επισημαίνονται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την ΥΑ 1958 (ΦΕΚ 21/Β/ ) «Κατάταξη δημόσιων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες και υποκατηγορίες, σύμφωνα με το Άρθρο 1, παράγραφος 4 του Ν. 4014/ (ΦΕΚ Α 209/2011)», το Έργο, ανήκει στην 2 η ομάδα έργων (ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ ΕΡΓΑ) και ειδικότερα στην Υποκατηγορία Α2: (α/α 5) «Υδρομαστεύσεις πηγών, με ποσότητα νερού προς απόληψη (V) από έως m 3 /έτος (και θέση υδρομάστευσης εκτός περιοχής Natura 2000)». Σημειώνεται ότι, το μελετώμενο έργο έχει ίδια κατηγοριοποίηση με την ανωτέρω (Υποκατηγορία Α2) και κατά την περίπτωση εκείνη που ληφθεί υπόψη το συνολικό μήκος των προβλεπόμενων αγωγών μεταφοράς νερού (~31,1 Km). Αναφέρεται ότι το πραγματικό συνολικό μήκος ανάπτυξης των αγωγών του έργου είναι πολύ μικρότερο (~20,2 Km), αφού σε πολλά τμήματα προβλέπεται κοινή όδευση (σε παραλληλία εντός του ίδιου ορύγματος) έως και τεσσάρων αγωγών. Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό μήκος των αγωγών, το Έργο, ανήκει στην 2 η ομάδα έργων (ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ ΕΡΓΑ) και ειδικότερα στην Υποκατηγορία Α2: (α/α 7) «Αγωγοί μεταφοράς νερού κάθε είδους και χρήσης, όπως κλειστοί αγωγοί μεταφοράς νερού (συμπεριλαμβανομένου και του θερμού) ή αποχέτευσης ακαθάρτων ή ομβρίων, διώρυγες, τάφροι, σήραγγες μεταφοράς υδάτων κλπ με συνολικό ισοδύναμο μήκος (ΣL) > m». Τέλος, στην περίπτωση που για την κατηγοριοποίηση του μελετώμενου έργου ληφθεί υπόψη η δυναμικότητα της προβλεπόμενης μονάδας αφαλάτωσης, ως προς την παραγώμενη ποσότητα νερού (~3.240 m 3 /ημέρα - Β Φάση), το Έργο, ανήκει στην 9 η ομάδα έργων (ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ & ΣΥΝΑΓΦΕΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ) και ειδικότερα στην Κατηγορία Β: (α/α 200) «Υπηρεσίες αφαλάτωσης νερού, με δυναμικότητα μονάδας αφαλάτωσης ως προς την παραγώμενη ποσότητα νερού m 3 /ημέρα». Σύμφωνα με το άρθρο 1, του Ν.4014/2011 (ΦΕΚ 209/Α/ ), «έργο ή δραστηριότητα που περιλαμβάνει επί μέρους έργα ή δραστηριότητες, κατατάσσεται στην υποκατηγορία του επί μέρους έργου ή δραστηριότητας με τις σημαντικότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον και συνεπώς στην υψηλότερη κατηγορία». Ως εκ τούτου, το μελετώμενο στην παρούσα Έργο, ανήκει στην Υποκατηγορία Α2. Με βάση το άρθρο 2, του Ν.4014/2011 (ΦΕΚ 209/Α/ ),για την πραγματοποίηση νέων έργων ή δραστηριοτήτων κατηγορίας Α ή τη μετεγκατάσταση ήδη υφισταμένων απαιτείται διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης με τη διεξαγωγή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ). 2

3 Επίσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου, «η διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, περιλαμβάνει την υποβολή φακέλου Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και φακέλου με συνοδευτικά έγγραφα και σχέδια τεκμηρίωσης από τον φορέα του έργου ή της δραστηριότητας». Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι ακόμα ότι αρμόδια περιβαλλοντική αρχή για την περιβαλλοντική αδειοδότηση των έργων και δραστηριοτήτων της υποκατηγορίας Α2, είναι η Υπηρεσία Περιβάλλοντος, της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και η έγκριση περιβαλλοντικών όρων γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της. Επομένως στην περίπτωση του υπό αδειοδότηση έργου, αρμόδια περιβαλλοντική αρχή είναι η Δ/νση Περιβάλλοντος & Χωρικού Σχεδιασμού, της Γενικής Δ/νσης Χωροταξικής & Περιβαλλοντικής Πολιτικής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης. Τέλος, σημειώνεται ότι, στα πλαίσια της περιβαλλοντικής του αδειοδότησης του εξεταζόμενου στην παρούσα Έργου, έχει εκδοθεί η υπ. Αριθμ. 931/ Θετική γνωμοδότηση του Γεν. Δ/ντη της Περιφέρειας Κρήτης, που αποτελεί την Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αξιολόγηση αυτού (βλ. Παράρτημα Β - Έγγραφα). Επίσης, έχει εκδοθεί η υπ. Αριθμ. 3166/ Απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Ρεθύμνης, που αφορά στον «Χαρακτηρισμό τελικού αποδέκτη λυμάτων μονάδας αφαλάτωσης» του εξεταζόμενου στην παρούσα έργου (βλ. Παράρτημα Β - Έγγραφα). Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω Απόφαση, «ορίζεται ως τελικός αποδέκτης των επεξεργασμένων λυμάτων της μονάδας αφαλάτωσης των οικισμών Πάνορμος και Ρούμελη, ο δυτικός βραχίωνας του λιμανιού του Δ.Δ. Πανόρμου, του Δήμου Μυλοποτάμου», ενώ «η διοχέτευση της άλμης και των παραπροϊόντων της εξεταζόμενης μονάδας αφαλάτωσης, θα πραγματοποιείται μέσω αγωγού ομβρίων, ο οποίος θα καταλήγει στο δυτικό βραχίωνα του λιμανιού του Δ.Δ. Πανόρμου». 3

4 1.2 Στοιχεία Υπαγωγής Ως προς τη χωροθέτηση του προτεινόμενου έργου, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Διοικητική υπαγωγή Το έργο χωροθετείται στην Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνου, της Περιφέρειας Κρήτης και συγκεκριμένα βρίσκεται εντός των ορίων της Δημοτικής Ενότητας (πρώην «Καποδιστριακού» Δήμου) Γεροποτάμου, του Δήμου Μυλοποτάμου. Ειδικότερα, το έργο χωροθετείται εντός των Τοπικών Κοινοτήτων Πανόρμου, Ρουμελής, Μελιδονίου και Περάματος. Το έργο εξυπηρετεί τις υδατικές ανάγκες της Δημοτικής Ενότητας Γεροποτάμου, του νυν «Καλλικρατικού» Δήμου Μυλοποτάμου. Ο Δήμος Μυλοποτάμου προέκυψε από συνένωση των πρώην «Καποδιστριακών» Δήμων Γεροποτάμου και Κουλούκωνα, έχει δε έδρα το Πέραμα. Η έκταση του νέου Δήμου είναι 337,93Km 2 και ο πληθυσμός του ανέρχεται σε κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή της ΕΣΥΕ του 2001, ενώ με βάση τα προσωρινά αποτελέσματα της απογραφής πληθυσμού του 2011, ο πληθυσμός του Δήμου Μυλοποτάμου ανέρχεται σε κατοίκους. Οικολογικά ευαίσθητες περιοχές Το εξεταζόμενο έργο, δεν βρίσκεται εντός ή πλησίον περιοχής του δικτύου Natura 2000 ή άλλης περιοχής η οποία να διέπεται από καθεστώς προστασίας λόγω των οικολογικών και λοιπών περιβαλλοντικών της χαρακτηριστικών. Η εγγύτερη στο έργο περιοχή του δικτύου Natura 2000, βρίσκεται στα δυτικά αυτού και σε ελάχιστη απόσταση περί τα 2,3Km. Πρόκειται για την περιοχή με κωδικό GR και ονομασία «Πρασιανό φαράγγι, Πατσός, Σφακορύακο ρέμα, Παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, ακρ. Λιανός Κάβος, Περιβόλια». Η εν λόγω περιοχή είναι χαρακτηρισμένη ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ - SCI), σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ και ως Ειδική Ζώνη Διατήρησης (ΕΖΔ - SAC), σύμφωνα με το Ν Επίσης, το πλησιέστερο στο υπό μελέτη έργο Καταφύγιο Άγριας Ζωής (ΚΑΖ), βρίσκεται στα δυτικά - νοτιοδυτικά αυτού και σε ελάχιστη απόσταση περί τα 1,3 Km. Πρόκειται για το ΚΑΖ με κωδικό Κ550 και ονομασία «Προφήτης Ηλίας «Αγγελιανών- Πρίνου- Αλφά» (κήρυξη: Υ.Α / 3167/ ). Τέλος, αναφέρεται ότι στα βορειοδυτικά του οικισμού Μελιδόνι, και σε απόσταση ~900m από αυτό, υπάρχει το «Σπήλαιο Μελιδονίου». Το εξεταζόμενο έργο διέρχεται σε ελάχιστη απόσταση περί τα 400m από την είσοδο του σπηλαίου. 4

5 Αρχαιολογικοί χώροι Το έργο δεν διέρχεται εντός ή πλησίον ορίων κηρυγμένου και οριοθετημένου αρχαιολογικού χώρου. Τμήμα του έργου και ειδικότερα τμήμα αγωγού μήκους 300m περίπου, εισέρχεται εντός της Ζώνης προστασίας των 200m που έχει καθοριστεί πέριξ της Παλαιοχριστιανικής Βασιλικής της Αγ. Σοφίας, στον Πανόρμο Μυλοποτάμου (κήρυξη Ζώνης προστασίας: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ38/48858/1020 π.ε./ ΦΕΚ 346/Β/ ). Η υλοποίηση του έργου θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να γίνει με τη σύμφωνη γνώμη και τις σχετικές υποδείξεις των αρμοδίων υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ. και ειδικότερα της 28 η ΕΒΑ και της ΚΕ ΕΠΚΑ. Τεχνικά χαρακτηριστικά έργου Τα συνοπτικά τεχνικά χαρακτηριστικά του προτεινόμενου έργου έχουν ως εξής: ΕΙΔΟΣ ΕΡΓΟΥ: Κατασκευή και λειτουργία δυο (2) υδραγωγείων πόσιμου νερού: «Πάνορμος - Ρουμελή» και «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα». ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΟΣ ΠΛΥΘΗΣΜΟΣ: άτομα (μόνιμος & εποχιακός, έτους 2028). ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΜΗΚΟΣ ΝΕΩΝ ΑΓΩΓΩΝ: 31,1 Km (βλ.πίνακα 5.1.1). ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΜΗΚΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΓΩΓΩΝ*: 20,2 Km (βλ.πίνακα 5.1.2). ΑΝΤΛΙΟΣΤΑΣΙA: ΔΕΞΑΜΕΝΕΣ: ΜΟΝΑΔΑ ΑΦΑΛΑΤΩΣΗΣ: 6 αντλιοστάσια (3 στο υδραγωγείο «Πάνορμος-Ρουμελή» και 3 στο υδραγωγείο Εξάντης-Μελιδόνι-Πέραμα). 5 δεξαμενές συνολικού όγκου 2.500m 3 (2 στο υδραγωγείο «Πάνορμος-Ρουμελή» και 3 στο υδραγωγείο Εξάντης- Μελιδόνι-Πέραμα). 1 μονάδα αφαλάτωσης υφάλμυρου νερού (στο υδραγωγείο «Πάνορμος - Ρουμελή»), δυναμικότητας 90 m 3 /ώρα κατά την 1 η Φάση και 135 m 3 /ώρα κατά την 2 η Φάση. Εφαρμοζόμενη τεχνολογία επεξεργασίας : Αντίστροφη Όσμωση (RO). ΔΙΑΘΕΣΗ ΑΛΜΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ ΑΦΑΛΑΤΩΣΗΣ: Μέσω αγωγού ομβρίων, ο οποίος θα καταλήγει στο δυτικό βραχίωνα του λιμανιού του Δ.Δ. Πανόρμου, του Δήμου Μυλοποτάμου. *: Η διαφορά μεταξύ του συνολικού και του πραγματικού μήκους ανάπτυξης των αγωγών, οφείλεται στο γεγονός ότι σε πολλά τμήματα προβλέπεται κοινή όδευση (σε παραλληλία εντός του ίδιου ορύγματος) έως και τεσσάρων αγωγών. 5

6 1.3 Ομάδα μελέτης Η ομάδα που συγκροτήθηκε για την εκπόνηση της παρούσας μελέτης αποτελείται από τους παρακάτω επιστήμονες: Ε. Γκουβάτσου Πολιτικός Μηχανικός, Μηχανικός Περιβάλλοντος, MSc Δ. Καλοδούκας Πολιτικός Μηχανικός Στ. Καϊμάκη Πολιτικός Μηχανικός, Μηχανικός Περιβάλλοντος, PhD Κ. Σιαπαρίνας Γεωλόγος, MSc Περιβαλλοντολόγος Ε. Χατζιόπουλος Περιβαλλοντολόγος, MSc Ωκεανογράφος Ν. Χριστοπούλου Βιολόγος Α. Περδίου Μεταλλειολόγος, MSc Περιβαλλοντολόγος Φ. Παπανούση Τοπογράφος Μηχανικός, MSc Περιβαλλοντολόγος Για την ομάδα μελέτης, 6

7 1.4 Διάρθρωση Μελέτης Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αποσκοπεί στην παραγωγή ενός εργαλείου διάγνωσης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εκτίμησης της σημασίας της κάθε επίπτωσης και γνωστοποίησης των αποτελεσμάτων αυτής της ανάλυσης προς την υπηρεσία που αποφασίζει, καθώς και στο κοινό. Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αποσκοπεί επίσης στην πρόταση όλων εκείνων των μέτρων τα οποία θα πρέπει να ληφθούν τόσο κατά τη φάση κατασκευής όσο και κατά τη φάση λειτουργίας των έργων, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις επί του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος της περιοχής. Η εκτίμηση των επιπτώσεων κατά τη φάση κατασκευής αφορά στη συνολική αποτίμηση των περιβαλλοντικών οχλήσεων που θα προκύψουν καθόσον χρόνο το έργο κατασκευάζεται. Οι συγκεκριμένες επιπτώσεις είναι χρονικά περιορισμένες (όσο χρόνο διαρκεί η κατασκευή του έργου) και μερικές από αυτές είναι μόνιμες άλλες δε είναι πλήρως αναστρέψιμες μετά το πέρας της κατασκευής ή με την εφαρμογή κατάλληλων επανορθωτικών μέτρων. Η εκτίμηση των επιπτώσεων κατά τη φάση λειτουργίας αφορά στην αποτίμηση των διαφοροποιήσεων που θα επέλθουν στα περιβαλλοντικά μέσα και είναι διαρκείς, μόνιμες ή αναστρέψιμες με την επιβολή κατάλληλων περιβαλλοντικών όρων. Η παρούσα μελέτη διαρθρώνεται ως ακολούθως: Στο κεφάλαιο 1 Στο κεφάλαιο 2 Στο κεφάλαιο 3 Στο κεφάλαιο 4 Στο κεφάλαιο 5 Στο κεφάλαιο 6 Στο κεφάλαιο 7 παρουσιάζονται τα γενικά στοιχεία της μελέτης καθώς και η ομάδα μελέτης. παρουσιάζεται η μη τεχνική περίληψη της μελέτης και συνοψίζονται τα συμπεράσματά της. περιγράφεται η υφιστάμενη κατάσταση ύδρευσης της περιοχής εφαρμογής του έργου, ενώ αναλύονται ο στόχος και η αναγκαιότητά του. γίνεται αναφορά στις εξεταζόμενες εναλλακτικές λύσεις του έργου. παρουσιάζονται τα τεχνικά χαρακτηριστικά του προτεινόμενου έργου. αναλύεται το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της άμεσης και της ευρύτερης περιοχής μελέτης. παρουσιάζονται αναλυτικά και αξιολογούνται οι αναμενόμενες περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την κατασκευή και λειτουργία του έργου. 7

8 Στο κεφάλαιο 8 περιγράφονται αναλυτικά τα προτεινόμενα μέτρα αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ενώ παράλληλα προτείνεται και σχέδιο παρακολούθησης αυτών. Η μελέτη συνοδεύεται από Χάρτες και Σχέδια σε κατάλληλες κλίμακες, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Επίσης, η παρούσα μελέτη συνοδεύεται από τα ακόλουθα Παραρτήματα Παράρτημα Α Φωτογραφική τεκμηρίωση έργου. Παράρτημα Β Έγγραφα 8

9 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. ΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ Το παρόν έργο αφορά στην κατασκευή και λειτουργία δυο (2) υδραγωγείων πόσιμου νερού: «Πάνορμος - Ρουμελή» και «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα», με σκοπό την κάλυψη τοπικών υδρευτικών αναγκών σε συνολικά εξυπηρετούμενο πλυθησμό (μόνιμο και εποχιακό) ατόμων (έτος 2028). Παράλληλα το έργο συνεισφέρει στην ενιαία διαχείριση των υδατικών πόρων της περιοχής ανάπτυξής του, με όλες τις θετικές επιπτώσεις που αυτή θα έχει στην λειτουργία και συντήρηση των συστημάτων συλλογής και μεταφοράς νερού και στο αντίστοιχο κόστος. Το έργο υπάγεται διοικητικά στην Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνου, της Περιφέρειας Κρήτης και συγκεκριμένα εντός των ορίων της νυν «Καλλικρατικής» Δημοτικής Ενότητας (πρώην «Καποδιστριακός» Δήμος) Γεροποτάμου, του Δήμου Μυλοποτάμου. Τεχνικά χαρακτηριστικά. Το εξεταζόμενο έργο περιλαμβάνει συνοπτικά τα εξής: αγωγούς μεταφοράς νερού άρδευσης συνολικού μήκους 31,1 Km περίπου (πραγματικό μήκος ανάπτυξης αγωγών: 20,2 Km περίπου), κατασκευή 5 δεξαμενών συνολικής χωρητικότητας m 3 και 6 αντλιοστασίων και κατασκευή μιας (1) μονάδας αφαλάτωσης. Από την εκτίμηση και αξιολόγηση των επιπτώσεων από την κατασκευή και λειτουργία των εξεταζόμενων στην παρούσα έργων, προέκυψαν για κάθε περιβαλλοντική παράμετρο συνοπτικά τα εξής: Κλιματολογικά και βιοκλιματικά χαρακτηριστικά Το υπό εξέταση έργο δεν αναμένεται να επιφέρει καμία μεταβολή στο κλίμα-μικροκλίμα και στο βιοκλίμα της περιοχής, καθώς το είδος, αλλά και η κλίμακα του έργου δεν σχετίζεται με αλλαγές στην σύσταση της ατμόσφαιρας ή με την μεταβολή ατμοσφαιρικών παραγόντων ούτε με την αλλαγή αντανακλαστικότητας συγκεκριμένων επιφανειών. Μορφολογικά χαρακτηριστικά: Το έργο δεν περιλαμβάνει επιφανειακές κατασκευές μεγάλης κλίμακας και έκτασης και συνεπώς δεν αναμένεται να προξενήσει μεταβολές στα μορφολογικά χαρακτηριστικά και στο ανάγλυφο της περιοχής. Το σύνολο του αγωγού μεταφοράς νερού, οδεύει υπογείως και στο σύνολό του κατά μήκος του υφιστάμενου οδικού δικτύου. Επιφανειακές κατασκευές μικρής έκτασης και μεγέθους θα είναι οι 5 δεξαμενές, τα 6 προβλεπόμενα αντλιοστάσια και η 1 μονάδα αφαλάτωσης. Τοπιολογικά χαρακτηριστικά: Οποιεσδήποτε επιπτώσεις υφίστανται στην αισθητική του τοπίου αφορούν κυρίως στην φάση κατασκευής του έργου (ύπαρξη εργοταξίων και εργοταξιακών μηχανημάτων, σωροί εκσκαφών κλπ), αφού τα επιφανειακά έργα που προβλέπονται είναι πολύ περιορισμένης κλίμακας (αντλιοστάσια, δεξαμενές και μονάδα αφαλάτωσης). Οι επιπτώσεις αυτές είναι ως επί το πλείστον βραχυπρόθεσμες και αναστρέψιμες μετά την λήψη των κατάλληλων μέτρων αντιμετώπισης. Τα προς απόθεση υλικά εκσκαφών δεν αναμένεται να υπερβούν τα m 3, ενώ τα απαιτούμενα υλικά λατομείου για την υλοποίηση του έργου δεν αναμένεται να υπερβούν τα m 3. 9

10 Γεωλογικά, τεκτονικά και εδαφολογικά χαρακτηριστικά: Το έργο, λόγω της κλίμακάς του, και του μικρού βάθους των προβλεπόμενων σκαμμάτων, αλλά και των πολύ περιορισμένων χωματουργικών έργων της προβλεπόμενης οδοποιίας, δεν επηρεάζει τα γεωλογικά και τεκτονικά χαρακτηριστικά της περιοχής. Στερεοπαροχή: Τα προτεινόμενα έργα δεν επηρεάζουν αισθητά τη στερεοπαροχή των υδρογραφικών αξόνων της περιοχής. Η όποια μικρή αύξηση της στερεοπαροχής κατά τη φάση κατασκευής μπορεί να ελαττωθεί σημαντικά με τη λήψη των κατάλληλων προστατευτικών μέτρων. Νερά: Το έργο δε θα προξενήσει επιπτώσεις στη δίαιτα των ποταμών και των ρεμάτων της περιοχής, καθώς οι προβλεπόμενες απολήψιμες ποσότητες προέρχονται από τους υπόγειους υδροφορείς και τις φυσικές πηγές. Συγκεκριμένα προβλέπεται συνολική απόληψη από τις πηγές Κατσιρίδι, Γλυκιά Βρύση και τις γεωτρήσεις Χαλικιάς, Δαλάμβελος και Ζιγαρδέλι (υδραγωγείο «Πάνορμος - Ρουμελή») της τάξης των 1,57 εκ. κυβικών μέτρων ετησίως, ενώ από τις γεωτρήσεις Μανιάκι, Εξάντη, Μελισσόκηπος και Γωνιά (υδραγωγείο «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα») της τάξεως των 1,23 εκ. κυβικών μέτρων ετησίως. Οι ποσότητες αυτές λαμβάνονται από τα ρυθμιστικά αποθέματα των πηγών και ως εκ τούτου δεν επηρεάζεται σε καμία περίπτωση η λειτουργία και το υδρογεωλογικό καθεστώς των πηγών, ούτε κατ επέκταση και τα μόνιμα αποθέματα της υδρογεωλογικής λεκάνης την οποία αυτή εκφορτίζει. Επομένως το προτεινόμενο έργο δεν επηρεάζει αρνητικά την ποσότητα των υπογείων νερών της ευρύτερης περιοχής. Αντίθετα, το έργο θα συμβάλει στη σταδιακή αποκατάσταση και βελτίωση, τόσο των ποιοτικών χαρακτηριστικών, όσο και της ποσότητας των υπογείων υδάτων της περιοχής εφαρμογής του έργου. Ειδικότερα, τόσο το έργο στο σύνολό του, όσο και μεμονωμένα η αξιοποίηση του υδατικού δυναμικού της υφάλμυρης πηγή Κατσιρίδι που έως σήμερα ρέει ανεκμετάλλευτο λόγω του ότι είναι υφάλμυρο, θα συμβάλει θετικά στη μείωση των αντλούμενων έως σήμερα ποσοτήτων νερού από τους υπόγειους υδροφορείς, που χρησιμοποιούνται για την ύδρευση των εξυπηρετούμενων από το έργο οικισμών και οι οποίοι έχουν εμφανίσει φαινόμενα υφαλμύρινσης. Η μόνη αρνητική επίπτωση που δύναται να προκληθεί στα επιφανειακά ύδατα, αφορά στην δίαιτα του π. Γεροποτάμου, λόγω της δέσμευσης από το έργο, μέρους του νερού που εκφορτίζει η υφάλμυρη πηγή Κατσιρίδι και το οποίο απορρέει επιφανειακά στο εν λόγω ποτάμι. Η δεσμευόμενη ποσότητα νερού από το υδραγωγείο «Πάνορμος - Ρουμελή» είναι πολύ μικρή (της τάξεως του 12%), συγκριτικά με την συνολική παροχή της εν λόγω πηγής και ως εκ τούτου, δεν αναμένεται να προκληθούν δυσμενείς επιπτώσεις στην επιφανειακή απορροή του π. Γεροποτάμου και στα οικολογικά χαρακτηριστικά της κοίτης και των εκβολών του. Φυσικό περιβάλλον: Οι επιπτώσεις περιορίζονται κυρίως κατά την φάση κατασκευής των έργων όπου αναπόφευκτα θα υπάρξουν κάποιες οχλήσεις λόγω των κατασκευαστικών δραστηριοτήτων. Με τα προτεινόμενα επανορθωτικά μέτρα (π.χ. φυτεύσεις), οι όποιες επιπτώσεις θα περιοριστούν σημαντικά. Το μεγαλύτερο τμήμα των αγωγών οδεύει επί 10

11 υφιστάμενων οδών που διέρχονται κυρίως διαμέσου γεωργικών εκτάσεων, ως εκ τούτου οι επιπτώσεις στη φυσική βλάστηση είναι ιδιαίτερα περιορισμένες. Μικρής κλίμακας αποψίλωση της φυσικής βλάστησης θα απαιτηθεί για την κατασκευή των επιφανειακών τμημάτων των έργου και συγκεκριμένα των δεξαμενών, των αντλιοστασίων και της μονάδας αφαλάτωσης. Όσον αφορά το θαλάσσιο παράκτιο οικοσύστημα της περιοχής του Πανόρμου, αναφέρεται ότι δεν αναμένεται να προκληθούν δυσμενείς επιπτώσεις, από την διάθεση της άλμης και των παραπροϊόντων επεξεργασίας του υφάλμυρου νερού από την προβλεπόμενη μονάδα αφαλάτωσης σε αυτό. Η μικρή αρχική συγκέντρωση αλάτων, σε συνδυασμό με τους κυματισμούς και τα θαλάσσια ρεύματα, δύναται να δημιουργήσουν πολύ ικανοποιητική αραίωση του απορριπτόμενου ρεύματος της άλμης. Ατμοσφαιρικό περιβάλλον: Τα προτεινόμενα έργα δεν προκαλούν σημαντικές εκπομπές ή υποβάθμιση της ποιότητας της ατμόσφαιρας. Οι όποιες οχλήσεις θα προκύψουν κατά την κατασκευή των έργων θα είναι μικρές, χρονικά και χωρικά περιορισμένες και αντιμετωπίζονται με τη λήψη κατάλληλων μέτρων. Δομημένο και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον και τεχνικές υποδομές: Οι επιπτώσεις κατά την φάση κατασκευής του έργου όσον αφορά στο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, είναι θετικές γιατί θα έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση θέσεων εργασίας (άμεσων και έμμεσων). Η κατασκευή του έργου είναι ζωτικής σημασίας για την υπό μελέτη περιοχή. Η πλήρης ποσοτική κάλυψη των σημερινών αλλά και των μελλοντικών αναγκών σε νερό ύδρευσης των εξυπηρετούμενων από το έργο οικισμών, καθώς και η βελτίωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του παρεχόμενου ύδατος, θα βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της περιοχής (μόνιμων και εποχιακών) και θα συμβάλλει στην τουριστική ανάπτυξή της. Τα έργα δεν επηρεάζουν το δομημένο περιβάλλον, αφού κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους αναπτύσσονται εκτός κατοικημένων ζωνών. Επίσης δεν αναμένονται επιδράσεις στις τεχνικές υποδομές της περιοχής. Ο σχεδιασμός των έργων και η προτεινόμενη ανάπτυξη των δικτύων έχει λάβει υπόψη τις θέσεις και τις οδεύσεις των υφιστάμενων δικτύων ΟΚΩ. Χρήσεις γης: Τα προτεινόμενα στην παρούσα έργα, είναι απόλυτα συμβατά με τις υφιστάμενες και τις προγραμματιζόμενες για το μέλλον χρήσεις γης (θεσμοθετημένες ή μη) της περιοχής. Επιπτώσεις στις χρήσεις γης ουσιαστικά δεν υπάρχουν, αφού το σύνολο σχεδόν του έργου οδεύει υπογείως, ενώ τα λίγα επιφανειακά του τμήματα απαιτούν την κατάληψη μόλις 2,1στρ. χέρσων εκτάσεων με αραιή σκληροφυλλική θαμνώδη βλάστηση. Ακουστικό περιβάλλον: Η επιβάρυνση του ακουστικού περιβάλλοντος της περιοχής σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά με τη φάση κατασκευής των έργων. Η επιβάρυνση αυτή θα προκληθεί από τη λειτουργία των εργοταξίων και την κίνηση των βαρέων οχημάτων μεταφοράς υλικών. Το μέγεθος της επίπτωσης αυτής εξαρτάται από μια σειρά παραμέτρων που αφορούν στο είδος και την έκταση των εργοταξιακών εγκαταστάσεων και των αντίστοιχων μηχανημάτων που θα χρησιμοποιηθούν καθώς επίσης και στις απαιτούμενες ποσότητες υλικών. Σε κάθε περίπτωση οι επιπτώσεις στο ακουστικό περιβάλλον της 11

12 περιοχής δεν μπορούν να θεωρηθούν σημαντικές και αντιμετωπίζονται με τη λήψη κατάλληλων μέτρων. Πολιτιστικό περιβάλλον: Το σύνολο του έργου αναπτύσσεται εκτός κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων. Μόνο ένα μικρό τμήμα του αγωγού μεταφοράς νερού μήκους 300m περίπου, εισέρχεται εντός της Ζώνης προστασίας των 200m που έχει καθοριστεί πέριξ της Παλαιοχριστιανικής Βασιλικής της Αγ. Σοφίας, στον Πανόρμο Μυλοποτάμου (κήρυξη Ζώνης προστασίας: ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Β1/Φ38/48858/1020 π.ε./ ΦΕΚ 346/Β/ ). Το σύνολο των αγωγών οδεύει υπογείως κατά μήκος υφιστάμενου ή προβλεπόμενου οδικού δικτύου, οπότε και δεν αναμένονται επιπτώσεις σε στοιχεία του πολιτιστικού περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής. Παρόλα αυτά για την πλήρη εξασφάλιση της πολιτιστικής κληρονομιάς της περιοχής, προτείνονται τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα, ενώ η κατασκευή του έργου θα γίνει σύμφωνα με τις υποδείξεις των αρμόδιων Εφορειών Αρχαιοτήτων. Συμπερασματικά, το έργο δεν αναμένεται να προκαλέσει δυσμενείς, μη αντιστρέψιμες ή μη αντιμετωπίσιμες επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής ανάπτυξής του. Αντίθετα, λόγω της φύσης του και του σκοπού του, θεωρείται ότι οι θετικές επιπτώσεις από αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικές, αφού εξασφαλίζεται την πλήρη κάλυψη των σημερινών και των μελλοντικών υδρευτικών αναγκών, του μόνιμου και εποχιακού πληθυσμού, στους εξυπηρετούμενους από το έργο οικισμούς της Δημοτικής Ενότητας Γεροποτάμου, παρέχοντας τόσο τις αναγκαίες ποσότητες νερού, όσο και τα κατάλληλα ποιοτικά χαρακτηριστικά που πρέπει αυτό να διαθέτει, καθ όλη τη διάρκεια του έτους, χωρίς επιβάρυνση των ευαίσθητων υδροφορέων της περιοχής. Για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από τα έργα που προαναφέρθηκαν παρατίθενται αναλυτικά στην παρούσα μελέτη σχετικά μέτρα, τα οποία αναφέρονται: Στα επιφανειακά και υπόγεια νερά Στο έδαφος Στο φυσικό περιβάλλον Στα τοπιολογικά χαρακτηριστικά Στα δίκτυα υποδομής της περιοχής Στην ποιότητα της ατμόσφαιρας Στο ακουστικό περιβάλλον Στο πολιτιστικό περιβάλλον 12

13 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3. ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ 3.1 Υφιστάμενη κατάσταση Ο πρώην «Καποδιστριακός» Δήμος και νυν «Καλλικρατική» Δημοτική Ενότητα Γεροποτάμου υδρεύεται κατά κύριο λόγο από γεωτρήσεις και δευτερευόντως από πηγές. Οι ανάγκες σε νερό ύδρευσης αυξάνονται πολύ κατά την θερινή περίοδο λόγω της προσέλευσης τουριστών και επισκεπτών. Την ίδια περίοδο όμως, παρουσιάζεται αιχμή στην ζήτηση και του αρδευτικού νερού. Οι υφιστάμενοι και αξιοποιούμενοι σήμερα υδατικοί πόροι δεν επαρκούν για την κάλυψη αυτής της συνδυασμένης αιχμής. Λόγω της ανεπάρκειας στην προσφορά νερού χρησιμοποιούνται ορισμένες φορές υδατικοί πόροι που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις ποιότητας για ύδρευση. Προκύπτει λοιπόν ότι η σύμπτωση των δύο αιχμών, ύδρευσης και άρδευσης, δημιουργεί ένα σοβαρό έλλειμμα διαθέσιμου νερού. Το έλλειμμα αυτό μεταφράζεται σε πολύ ελλιπείς αρδεύσεις και ανεπάρκεια στην κάλυψη των αναγκών ύδρευσης. Αυτά ισχύουν για την παρούσα κατάσταση. Πολύ περισσότερο στο μέλλον, οπότε η αύξηση των αναγκών θα δημιουργήσει ακόμα οξύτερο πρόβλημα. 3.2 Υδατικές ανάγκες Γεωργία Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι στη Δημοτική Ενότητα (Δ.Ε.) Γεροποτάμου κυριαρχούν οι δενδρώδεις καλλιέργειες, οι οποίες ανέρχονται στο 70% των συνολικών εκτάσεων (βλ. Πίνακας 3.2.1). Όσον αφορά στις αρδευόμενες εκτάσεις (βλ. Πίνακας 3.2.2) ανέρχονται περίπου στο 31% των συνολικών καλλιεργούμενων εκτάσεων. Για την εκτίμηση της ζήτησης ανά στρέμμα λήφθηκαν υπόψη τα οριζόμενα στην ΚΥΑ Φ.16/6631/ (ΦΕΚ Β 428) έχοντας προηγουμένως κατατάξει τους τύπους των καλλιεργειών σύμφωνα με τους συντελεστές που απαιτούνται. Τα στοιχεία των εκτάσεων που προαναφέρθηκαν δίδονται στα γραφήματα και πίνακες που ακολουθούν. Πίνακας 3.2.1: Στοιχεία καλλιεργούμενων εκτάσεων στη Δημοτική Ενότητα (Δ.Ε.) Γεροποτάμου (ΕΣΥΕ 2005). ΕΙΔΟΣ ΕΚΤΑΣΗ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙ ΣΥΝΟΛΙΚΩΝ (στρ) ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΩΝ (%) Αροτραίες καλλιέργειες ,4 Γη λαχανοκήπων (κηπευτική γη) ,4 Δενδρώδεις καλλιέργειες ,3 13

14 Αμπέλοι Σταφιδά-μπελοι ,4 Αγρανάπαυση 1 5 ετών(πρώτη εγγραφή) ,5 ΣΥΝΟΛΟ Κατανοµή τύπων καλλιεργειών (%) Αροτραίες καλλιέργειες Γη λαχανοκήπων (κηπευτική γη) ενδρώδεις καλλιέργειες 69.3 Αµπέλοι Σταφιδά-µπελοι Αγρανά-παυση 1-5 ετών(πρώτη εγγραφή) Σχήμα 3.2.1: Κατανομή τύπων καλλιεργειών. Η ανάλυση της θεωρητικής ζήτησης για τους δεδομένους τύπους καλλιεργειών παρατίθεται στον Πίνακα και ανέρχεται σε περίπου 17,7x10 6 m 3 ανά έτος. Τονίζεται η εκτίμηση έγινε λαμβάνοντας την μέση τιμή της ΚΥΑ Φ.16/6631/ (ΦΕΚ Β 428) και όχι την κατώτερη, με σκοπό να συμπεριληφθούν και προσαυξήσεις λόγω απωλειών από την μέθοδο άρδευσης, η οποία όμως δεν είναι ενιαία και γνωστή. Από την εμπειρία της εφαρμογής της προαναφερόμενης ΚΥΑ στην χώρα μας, φαίνεται ότι οι εκτιμήσεις με την μέθοδο αυτή επειδή αφορούν την βέλτιστη απόδοση, συνήθως υπερεκτιμούν την τελική ποσότητα νερού που καταναλώνεται. Για τον λόγο αυτό εκτιμάται ότι με απομείωση της παραπάνω εκτίμησης περί τα 15%, προκύπτει η πλησιέστερη στην πραγματικότητα τιμή ζήτησης. Έτσι, η αρδευτική ζήτηση για την βέλτιστη απόδοση παραγωγής εκτιμάται περί τα 15 x 10 6 m 3 σε ετήσια βάση. Πίνακας 3.2.2: Στοιχεία αρδευόμενων εκτάσεων και ζήτησης στη Δημοτική Ενότητα (Δ.Ε.) Γεροποτάμου (ΕΣΥΕ 2005). ΕΙΔΟΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΤΗΣΙΑ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΡΔΕΥΣΗΣ m 3 ΕΚΤΙΜΗΣΗ /στρ ΕΚΤΑΣΗ ΖΗΤΗΣΗΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΣΥΝΟΛΙΚΩΝ ΚΥΑ (στρ) ΠΡΟΓΕΝΕ-ΣΤΕΡΗΣ ΖΗΤΗΣΗΣ ΕΚΤΑΣΕΩΝ (%) ΜΕΛΕΤΗΣ (m 3 Φ.16/6631/ /στρ) ΑΡΔΕΥΣΗΣ (ΦΕΚ Β 428) (m 3 ) Αροτραίες καλλιέργειες , Γη λαχανοκήπων (κηπευτική γη) ,

15 Δενδρώδεις καλλιέργειες , Αμπέλοι Σταφιδάμπελοι , Αγρανάπαυση 1 5 ετών (πρώτη εγγραφή) 0 0, ΣΥΝΟΛΟ Ποσοστά αρδευόµενων εκτάσεων Ποσοστό επί συνολικής έκτασης Αροτραίες καλλιέργειες Γη λαχανοκήπων (κηπευτική γη) ενδρώδεις καλλιέργειες 22.5 Αµπέλοι Σταφιδά- µπελοι 0.0 Αγρανά-παυση 1-5 ετών(πρώτη εγγραφή) Τύποι καλλιεργειών Σχήμα 3.2.2: Ποσοστά αρδευόμενων εκτάσεων. Σημειώνεται ότι η ζήτηση αυτή είναι μεγαλύτερη από αυτή που έχει υπολογισθεί στην Μελέτη Διαχείρισης Υδάτων Κρήτης, όπου η ετήσια αρδευτική ζήτηση υπολογίζεται περίπου στα 11 x 10 6 m 3. Αυτό συμβαίνει διότι έχουν ληφθεί χαμηλότερες ανά μονάδα καλλιέργειας ετήσιες απαιτήσεις, οι οποίες παρατίθενται στον Πίνακα Η ζήτηση που αντιστοιχεί στις σημερινές εκτάσεις, με τις απαιτήσεις της προγενέστερης μελέτης υπολογίσθηκε για λόγους σύγκρισης και ανέρχεται σε 11,9 x 10 6 m 3 ανά έτος. Παραμένει λοιπόν μεγαλύτερη η ζήτηση με τα δεδομένα του 2005, αλλά η διαφορά στο μεγαλύτερο ποσοστό της (>70%) οφείλεται σε μεθοδολογία υπολογισμού Κτηνοτροφία Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι υπάρχουν περί τα άτομα ζωικού κεφαλαίου με την προσθήκη σημαντικού αριθμού μελισσών. Εξετάζοντας τα δεδομένα προγενέστερης μελέτης (Μελέτη Διαχείρισης Υδάτων Κρήτης), προκύπτει ότι ο συνολικός αριθμός ατόμων, παρουσιάζεται μειωμένος σε σχέση με τα στοιχεία της δεκαετίας του 1990, οπότε και καταγράφονται περίπου άτομα. Γενικά επικρατούν τα αιγοπρόβατα (~ άτομα) και έπονται κουνέλια και πουλερικά (βλ. Πίνακα 3.2.3), ενώ τα υπόλοιπα ζώα συναντώνται σε πληθυσμούς τουλάχιστον μιας τάξης μεγέθους χαμηλότερης. Επίσης το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των αιγοπροβάτων (~ άτομα) είναι σε κοπάδια, οπότε δεν φαίνεται να υπάρχουν μεγάλες κτηνοτροφικές μονάδες στην περιοχή του Δήμου, με εκτρεφόμενα ζώα εντός περιορισμένων χώρων. 15

16 Για τον καθορισμό της ημερήσιας ποσότητας νερού ανά είδος ζώου, που καταναλώνεται στις κτηνοτροφικές μονάδες και καλύπτει ανάγκες ποτίσματος, καθαρισμού των ζώων και των εγκαταστάσεων, χρησιμοποιήθηκαν για λόγους σύγκρισης οι παραδοχές που έχουν γίνει στην Μελέτη Διαχείρισης Υδάτων Κρήτης. Αναλυτικά, οι ημερήσιες ανάγκες σε νερό ανά είδος ζώου φαίνονται στον Πίνακας Πίνακας 3.2.3: Ημερήσιες Ανάγκες «κατά κεφαλή» σε νερό για την κτηνοτροφία από προγενέστερη μελέτη. Είδος ζώου Ημερήσιες ανάγκες σε νερό lt/ημέρα m 3 /ημέρα Ιπποειδή Βοοειδή Εγχώρια Βοοειδή Βελτιωμένα Βοοειδή Ξενικών φυλών Χοιρομητέρες Πρόβατα Αίγες Κουνέλια Όρνιθες Μοσχάρια / Βόδια Πίνακας 3.2.4: Εκτίμηση ετήσιας ζήτησης νερού για την κτηνοτροφία (Πληθυσμοί από ΕΣΥΕ 2005). ΚΩΔ. ΕΣΥΕ ΕΙΔΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΗΜΕΡ. ΑΝΑΓΚΕΣ (l/d) ΕΤΗΣΙΑ ΖΗΤΗΣΗ (m 3 /yr) 604 Όνοι Άρρενες Όνοι Θήλεις Βοοειδή Άρρενα Εγχώριων φύλων Βελτιωμένα Βοοειδή Θήλεα Εγχώριων φύλων Βελτιωμένα Χοίροι Αναπαραγωγής (γουρούνες και κάπροι 614 επιβάσεως) Χοίροι Κρεοπαραγωγής γενικά Πρόβατα Οικόσιτα Πρόβατα Κοπαδιάρικα Αίγες Οικόσιτες Αίγες Κοπαδιάρικες Κουνέλια Όρνιθες χωρικής εκτροφής Ινδιάνοι Μέλισσες Σε ευρωπαϊκές κυψέλες ΣΥΝΟΛΟ ,899 16

17 Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία πληθυσμών και τις παραδοχές που έχουν υιοθετηθεί για την ημερήσια κατανάλωση, προκύπτει ότι η συνολική ετήσια ζήτηση νερού για την κτηνοτροφία είναι για τον Δήμο Γεροποτάμου, περί τις m Ύδρευση Εισαγωγή-Παραδοχές Στην προσέγγιση εκτίμησης της ζήτησης νερού λαμβάνονται υπόψη όλα τα αναφερόμενα στην Υπουργική Απόφαση αριθμ. Δ11/Φ.16/8500 ΦΕΚ Β/174/ «Προσδιορισμός κατώτατων και ανώτατων ορίων των αναγκαίων ποσοτήτων για την ορθολογική χρήση νερού στην ύδρευση», καθώς επίσης και η εμπειρία από εμπλοκή του μελετητή σε παρόμοιες μελέτες και στοιχεία που έχουν συλλεχθεί από συνθήκες πραγματικής λειτουργίας δικτύων (π.χ. ΕΥΔΑΠ) και άλλους οργανισμούς παροχής υπηρεσιών ύδρευσης στην Ελλάδα. Για τον προσδιορισμό των υδρευτικών αναγκών της Δημοτικής Ενότητας Γεροποτάμου εκτιμάται ότι η ζήτηση προέρχεται από τον μόνιμο και τον εποχικό πληθυσμό. Μόνιμοι κάτοικοι νοούνται οι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους απογραφής πληθυσμού της ΕΣΥΕ. Ο εποχικός πληθυσμός είναι οι παραθεριστές, δηλαδή (α) οι τουρίστες και (β) οι μημόνιμοι κάτοικοι επισκέπτες της περιοχής της Δημοτικής Ενότητας (Δ.Ε.) Γεροποτάμου. Για τον μόνιμο πληθυσμό λαμβάνεται συντελεστής αιχμής για τους θερινούς μήνες ίσος με 1,3. Για τον εποχικό πληθυσμό λαμβάνονται υπόψη οι εξής παραδοχές: Θεωρείται ότι στην περιοχή της Δ.Ε. υπάρχουν αφίξεις τουριστών για 6 μήνες τον χρόνο (έστω από Μάιο μέχρι Σεπτέμβριο). Θεωρείται ότι οι μη μόνιμοι κάτοικοι επισκέπτες, δηλαδή ο πληθυσμός που έχει καταγωγή ή άλλους δεσμούς με την περιοχή είναι το 20% του μόνιμου πληθυσμού κάθε οικισμού ή Τοπικής Κοινότητας (Τ.Κ.). Επίσης, οι μη μόνιμοι κάτοικοι-επισκέπτες θεωρείται ότι διαμένουν στη Δημοτική Ενότητα Γεροποτάμου για 3 μήνες τον χρόνο (έστω Ιούλιο-Αύγουστο και το 15νθημερο των Χριστουγέννων και του Πάσχα). Στις παραδοχές εκτίμησης των μελλοντικών αναγκών ύδρευσης (έτος σχεδιασμού 2028) συγκαταλέγονται και οι προαναφερθείσες. Επιπροσθέτως, για την εκτίμηση της αριθμητικής εξέλιξης κάθε κατηγορίας χρηστών ισχύουν οι εξής παραδοχές: Οι μόνιμοι κάτοικοι κατά τα στοιχεία της ΕΣΥΕ δεν έχουν αυξητική τάση. Παρ όλα αυτά λαμβάνεται υπόψη ποσοστό αύξησης 0,5%. 17

18 Όσον αφορά την τουριστική κίνηση δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία διαχρονικής εξέλιξης αφίξεων και διαμονών για την περιοχή. Λαμβάνεται ετήσια αύξηση 2% για τον τουρισμό. Για τους μη-μόνιμους κατοίκους επισκέπτες λαμβάνεται υπόψη ετήσια αύξηση 1%. Στις παραδοχές εκτίμησης των σημερινών και μελλοντικών αναγκών ύδρευσης συγκαταλέγεται και η παραδοχή μη βεβαιωμένης κατανάλωσης (UFW Unaccounted For Water), που περιλαμβάνει απώλειες δικτύου, μη τιμολογούμενο νερό κτλ., ίση με το 30% του όγκου νερού που παρέχεται για ύδρευση. Η παραδοχή αυτή συνάδει με την Υπουργική Απόφαση αριθμ. Δ11/Φ.16/8500 ΦΕΚ Β/174/ «Προσδιορισμός κατώτατων και ανώτατων ορίων των αναγκαίων ποσοτήτων για την ορθολογική χρήση νερού στην ύδρευση» που αναφέρει ότι οι τυχόν απώλειες του δικτύου διανομής υπολογίζονται σε ποσοστό μέχρι 20% σε περίπτωση νέων δικτύων (ηλικίας έως 35 ετών) και μέχρι 40% για τα παλαιότερα. Η μη βεβαιωμένη κατανάλωση στο 30% του όγκου του νερού που παρέχεται για ύδρευση λαμβάνεται σταθερή διαχρονικά μέχρι και το έτος σχεδιασμού των προτεινόμενων έργων. Δεδομένου ότι η Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτευούσης (ΕΥΔΑΠ Α.Ε.), που είναι η μεγαλύτερη εταιρεία ύδρευσης στον Ελλαδικό χώρο, έχει θέσει ως στόχο για την εύρυθμη λειτουργίας της και την ενίσχυση της περιβαλλοντικής πολιτικής της τον περιορισμό της μη βεβαιωμένης κατανάλωσης στο 20% περίπου, η παραδοχή για τον σχεδιασμό των προτεινόμενων έργων στη Δ.Ε. Γεροποτάμου της παρούσης είναι λογική. Εκτίμηση Ετήσιων Καταναλώσεων για το Έτος Βάση (2008) Μόνιμοι Κάτοικοι Γενικά υφίσταται η εκτίμηση (Ψιλοβίκος, 1997) ότι οι ανάγκες για ύδρευση ανά κάτοικο και ανά ημέρα είναι σήμερα 250 l/c/d (λίτρα ανά κάτοικο ανά ημέρα) με προοπτική να φθάσει στα 350 l/c/d το έτος Όμως, η τιμή αυτή κρίνεται ως υπερβολικά υψηλή αν θεωρήσει κανείς ότι η μέση κατανάλωση νερού στην περιοχή των Αθηνών για παράδειγμα και πριν τη λήψη των περιοριστικών μέτρων (το έτος 1989) ενόψει της λειψυδρίας δεν ξεπέρασε τα 188 l/c/d. Από εξέταση των διατιθέμενων στοιχείων δεδομένων ύδρευσης από τη Δημοτική Ενότητα Γεροποτάμου (Αναλυτική Κατάσταση Καταναλώσεων Ύδρευσης έτους 2000) προκύπτει ότι η κατά κεφαλήν κατανάλωση κυμαίνεται από 65 l/d έως 110 l/d. Παρατηρείται ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις αναντιστοιχία των πληθυσμιακών στοιχείων της ΕΣΥΕ και αυτών που αναφέρονται από τη Δημοτική Ενότητα, οι οποίες επηρεάζουν την ακρίβεια των παραδοχών για την ανώτερη ημερήσια τιμή. Το σύνολο του μόνιμου πληθυσμού ανά οικισμό και Τοπική Κοινότητα προσδιορίσθηκε βάσει των πιο πρόσφατων στοιχείων που διατέθηκαν από την Υπηρεσία του πρώην 18

19 «Καποδιστριακού» Δήμου Γεροποτάμου και χρησιμοποιήθηκε στην εκτίμηση των ετήσιων καταναλώσεων. Με βάση τα παραπάνω υιοθετήθηκε τιμή ημερήσιας κατανάλωσης ανά κάτοικο 150 l/c/d (λίτρα ανά κάτοικο ανά ημέρα). Επίσης με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και την αξιολόγηση σχετικών δεδομένων από άλλες περιοχές αντίστοιχης ανάπτυξης και υποδομών λήφθηκε ως παραδοχή μη βεβαιωμένης κατανάλωσης (UFW Unaccounted For Water), που περιλαμβάνει απώλειες δικτύου, μη τιμολογούμενο νερό κτλ., το 30% του όγκου νερού που παρέχεται για ύδρευση. Εποχικός Πληθυσμός Ο τουρισμός είναι μια κύρια δραστηριότητα μεγάλης οικονομικής και κοινωνικής σημασίας, με πολύ σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Οι πλέον ευαίσθητες στην τουριστική πίεση περιοχές είναι φυσικά οι παράκτιες, στις οποίες συγκεντρώνεται και ο κύριος όγκος των τουριστών. Η εκτίμηση των υδρευτικών αναγκών στον τουρισμό έγινε με βάση τις διαθέσιμες κλίνες του έτους 2008, όπως καταγράφονται στους καταλόγους του ΕΟΤ, αλλά και τις αποδεκτές από την Υπηρεσία του πρώην «Καποδιστριακού» Δήμου Γεροποτάμου, εκτιμήσεις για την τουριστική κίνηση της Δ.Ε. Γεροποτάμου. Με βάση τους υπολογισμούς και τις παραδοχές της μελέτης, ο συνολικά εξυπηρετούμενος πληθυσμός (μόνιμος και εποχιακός) το έτος 2008 ανέρχεται σε κατοίκους. Συγκεκριμένα, εκτιμήθηκαν οι ανάγκες σε νερό στα ξενοδοχεία με την παραδοχή της ειδικής κατανάλωσης για τον εποχικό πληθυσμό τα 300 l/c/d, καθώς επίσης και οι ανάγκες σε νερό για τα επιπλωμένα διαμερίσματα κ.α. με την παραδοχή της ίδιας ειδικής κατανάλωσης, δηλαδή τα 300 l/c/d. Επίσης, εκτιμήθηκαν οι ανάγκες σε νερό με την ίδια ειδική κατανάλωση για τους μη μόνιμους κατοίκους επισκέπτες ως μία προσέγγιση υπερ-ασφαλείας για τον σχεδιασμό των προτεινόμενων έργων. Με βάση αυτούς, ο συνολικός ετήσιος όγκος ζήτησης νερού για ύδρευση του μόνιμου και εποχικού πληθυσμού είναι m 3 /έτος, λαμβάνοντας υπόψη και τις απώλειες. Εκτίμηση Ετήσιων Καταναλώσεων για το Έτος 2028 Όπως ήδη αναφέρθηκε ο μόνιμος πληθυσμός δεν παρουσιάζει αυξητική τάση. Για την προβολή στο μέλλον θεωρήθηκε ετήσιος ρυθμός αύξησης 0,5 %. Αυτή η ετήσια αύξηση οδηγεί σε αύξηση του μόνιμου πληθυσμού κατά 10% περίπου μετά 20 έτη. Η επιβάρυνση στην κατανάλωση ύδρευσης προέρχεται από τον εποχιακό πληθυσμό για τον οποίο έχει ληφθεί πρόβλεψη ετήσιας αύξησης κατά 1%. Αυτή η ετήσια αύξηση οδηγεί σε αύξηση κατά περίπου 22% μετά 20 έτη. Η πρόβλεψη για την μεταβολή του πληθυσμού γενικά και ειδικά για τον εποχιακό πληθυσμό θεωρείται επισφαλής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών. 19

20 Εξ άλλου με τον σημερινό εποχιακό πληθυσμό η πίεση που ασκείται στους περιορισμένους υδατικούς πόρους της περιοχής είναι πολύ μεγάλη και όπως αναφέρθηκε παραπάνω η κατάσταση είναι οριακή από πλευράς ποσοτικής και ποιοτικής επάρκειας των υδατικών πόρων. Επομένως επιλέχθηκε η εικοσαετία ως χρονικός ορίζοντας για τον σχεδιασμό των έργων αντί της τεσσαρακονταετίας που λαμβάνεται σε άλλες περιπτώσεις και θεωρήθηκε ως «έτος στόχος» για τον σχεδιασμό των έργων το έτος Μόνιμοι Κάτοικοι Το σύνολο του μόνιμου πληθυσμού ανά οικισμό και Τοπική Κοινότητα προσδιορίσθηκε βάσει των πιο πρόσφατων στοιχείων που διατέθηκαν από την Υπηρεσία του πρώην «Καποδιστριακού» Δήμου Γεροποτάμου και χρησιμοποιήθηκε στην εκτίμηση των ετήσιων καταναλώσεων για το έτος σχεδιασμού (2028) και των παραδοχών που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους. Με βάση τα παραπάνω υιοθετήθηκε τιμή ημερήσιας κατανάλωσης ανά κάτοικο 170 l/c/d (λίτρα ανά κάτοικο ανά ημέρα). Επίσης με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και την αξιολόγηση σχετικών δεδομένων από άλλες περιοχές αντίστοιχης ανάπτυξης και υποδομών λήφθηκε ως παραδοχή μη βεβαιωμένης κατανάλωσης (UFW Unaccounted For Water), που περιλαμβάνει απώλειες δικτύου, μη τιμολογούμενο νερό κτλ., το 30% του όγκου νερού. Εποχικός Πληθυσμός Η εκτίμηση των υδρευτικών αναγκών στον τουρισμό έγινε με βάση τις διαθέσιμες κλίνες του έτους 2007, όπως καταγράφονται στους καταλόγους του ΕΟΤ, τις αποδεκτές από την Υπηρεσία του πρώην «Καποδιστριακού» Δήμου Γεροποτάμου εκτιμήσεις για την μελλοντική τουριστική κίνηση της Δημοτικής Ενότητας και επίσης τις παραδοχές που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους. Συγκεκριμένα, εκτιμήθηκαν οι ανάγκες σε νερό στα ξενοδοχεία με την παραδοχή της ειδικής κατανάλωσης για τον εποχικό πληθυσμό τα 350 l/c/d. Επίσης, εκτιμήθηκαν οι ανάγκες σε νερό με την ίδια ειδική κατανάλωση για τους μη μόνιμους κατοίκους επισκέπτες. Με βάση τους υπολογισμούς και τις παραδοχές της μελέτης, ο συνολικά εξυπηρετούμενος πληθυσμός (μόνιμος και εποχιακός) το έτος 2028 ανέρχεται σε κατοίκους. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς ο συνολικός ετήσιος όγκος ζήτησης νερού για ύδρευση του μόνιμου και εποχικού πληθυσμού εκτιμάται περί τα m 3 /έτος, λαμβάνοντας υπόψη και τις απώλειες. 20

21 3.2.4 Σύνοψη εκτιμήσεων υδατικών αναγκών Συνοψίζοντας τα παραπάνω σχετικά με τις εκτιμήσεις ζήτησης για τους κύριους τομείς δραστηριοτήτων προκύπτουν τα εξής: Ο κύριος καταναλωτής είναι η αρδευτική χρήση με εκτιμηθείσα ζήτηση περί τα 15 x 10 6 m 3 ετησίως. Οι εκτιμήσεις για την ύδρευση του μόνιμου και εποχικού πληθυσμού συμπεριλαμβανομένων και των απωλειών δικτύου, ανέρχονται για το έτος 2008 περί τα 1,27 x 10 6 m 3. Η κτηνοτροφία βρίσκεται στην χαμηλότερη βαθμίδα των απαιτήσεων με περίπου 0,21 x 10 6 m 3. Με έμφαση στις απαιτήσεις ύδρευσης, έγινε προβολή της ζήτησης για το έτος 2028 όπου η εκτιμώμενη υδρευτική ζήτηση ανέρχεται σε 1,65 x 10 6 m 3. Υδρευση; 13.0% Κτηνοτροφία; 1.0% Αρδευση; 86.0% Αρδευση Υδρευση Κτηνοτροφία Σχήμα 3.2.3: Κατανομή της εκτιμηθείσας ετήσιας ζήτησης νερού στη Δημοτική Ενότητα Γεροποτάμου. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται ενδεικτικές τιμές για τις ποσότητες νερού που απαιτούνται για τις ανάγκες ύδρευσης και άρδευσης κατά τον δυσμενέστερο θερινό μήνα στο σύνολο του πρώην «Καποδιστριακού» Δήμου και νυν «Καλλικρατικής» Δημοτικής Ενότητας Γεροποτάμου. Για την άρδευση θεωρήθηκε ότι κατά τον δυσμενέστερο μήνα απαιτείται το 25% των ετήσιων αναγκών. Η εκτίμηση της απόδοσης των γεωτρήσεων έγινε με λειτουργία 20 ώρες ανά ημέρα. 21

22 Πίνακας 3.2.6: Μηνιαίο Θερινό Ισοζύγιο. ΜΗΝΙΑΙΟ ΘΕΡΙΝΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ 2008 ΥΔΡΕΥΣΗ ΑΡΔΕΥΣΗ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΣΥΝΟΛΟ ΖΗΤΗΣΗ m , , , ,00 ΓΕΩΤΡΗΣΕΙΣ ΠΗΓΕΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑ m , , ,00 ΕΛΛΕΙΜΜΑ m ,00 Όπως αναφέρθηκε και προηγούμενα, προκύπτει ότι η σύμπτωση των δύο αιχμών, ύδρευσης και άρδευσης, δημιουργεί ένα σοβαρό έλλειμμα διαθέσιμου νερού. Το έλλειμμα αυτό μεταφράζεται σε πολύ ελλιπείς αρδεύσεις και ανεπάρκεια στην κάλυψη των αναγκών ύδρευσης. Αυτά ισχύουν για την παρούσα κατάσταση. Πολύ περισσότερο στο μέλλον, οπότε η αύξηση των αναγκών θα δημιουργήσει ακόμα οξύτερο πρόβλημα. Με βάση τους υπολογισμούς και τις παραδοχές της μελέτης, ο συνολικά εξυπηρετούμενος πληθυσμός (μόνιμος και εποχιακός) το έτος 2008 ανέρχεται σε 17,988 κατοίκους. Αντιστοίχως, ο συνολικά εξυπηρετούμενος πληθυσμός (μόνιμος και εποχιακός) το έτος 2028 ανέρχεται σε 20,614 κατοίκους. 22

23 3.3 Στόχος και σημασία του έργου Υδραγωγείο «Πάνορμος Ρουμελή» Η σύμπτωση των αναγκών ύδρευσης και άρδευσης κατά τους θερινούς μήνες δημιουργεί πρόβλημα επάρκειας υδατικών πόρων, ιδιαίτερα στην παραλιακή ζώνη του Πανόρμου. Με το νέο υδραγωγείο εισάγεται στο σύστημα ύδρευσης το δυναμικό της υφάλμυρης πηγής Κατσιρίδι, που μέχρι σήμερα δεν αξιοποιείται και το δυναμικό της υφιστάμενης γεώτρησης Χαλικιάς που μέχρι τώρα κατευθυνόταν στην άρδευση. Παράλληλα κατασκευάζεται νέα, μεγαλύτερη από την υφιστάμενη δεξαμενή, σε κατάλληλο υψόμετρο ώστε να εξυπηρετεί τον Πάνορμο και την Ρουμελή. Το νέο σύστημα με την βοήθεια της εγκατάστασης αφαλάτωσης : καλύπτει τις σημερινές και μελλοντικές ανάγκες από ποσοτική και ποιοτική άποψη, παύει την εξάρτηση της ύδρευσης του Πανόρμου από τις γεωτρήσεις της περιοχής Εξάντη και διευκολύνει την ύδρευση του Περάματος που υδρεύεται από αυτές τις γεωτρήσεις Υδραγωγείο Εξάντης-Μελιδόνι Πέραμα Σήμερα οι οικισμοί αυτοί εξυπηρετούνται από κοινό υδροαρδευτικό δίκτυο. Ο τροφοδοτικός αγωγός του Περάματος είναι παλαιομένος και παρουσιάζει πολλές διαρροές. Το νέο υδραγωγείο δεσμεύει για ύδρευση τις υφιστάμενες γεωτρήσεις Εξάντης, Μελισσόκηπος, Μανιάκι και Γωνιά και συγκεντρώνει το νερό σε μία κεντρική δεξαμενή ύδρευσης (Τσιπραγό). Προβλέπονται επίσης νέες επαρκείς δεξαμενές ύδρευσης για κάθε οικισμό. Το νέο υδραγωγείο : καλύπτει τις σημερινές και μελλοντικές ανάγκες των οικισμών και συμβάλει στην εξοικονόμηση νερού λόγω της μείωσης των διαρροών που θα επιτευχθεί με τον νέο αγωγό Γενικότερα οφέλη Σήμερα οι πολυάριθμοι οικισμοί του πρώην «Καποδιστριακού» Δήμου και νυν «Καλλικρατικής» Δημοτικής Ενότητας Γεροποτάμου εξυπηρετούνται από ατομικά υδραγωγεία και δεξαμενές. Ο κατακερματισμός αυτός δημιουργεί σοβαρές δυσκολίες στην διαχείριση του νερού σε επίπεδο δήμου, με δυσμενείς επιπτώσεις στην κάλυψη των αναγκών των κατοίκων και των παραθεριστών τόσο από πλευράς ποσότητας όσο και 23

24 ποιότητας του προσφερόμενου νερού. Εξ άλλου ο κατακερματισμός έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στα έξοδα λειτουργίας και συντήρησης των δικτύων μεταφοράς νερού. Με τα νέα προτεινόμενα υδραγωγεία, επιτυγχάνεται: Δημιουργία δύο κεντρικών συστημάτων που, χωρίς να καλύπτουν το σύνολο των οικισμών, συμβάλλουν στην ενιαία διαχείριση των υδατικών πόρων του πρώην «Καποδιστριακού» Δήμου και νυν «Καλλικρατικής» Δημοτικής Ενότητας Γεροποτάμου με όλες τις θετικές επιπτώσεις που αυτή θα έχει στην λειτουργία και συντήρηση των συστημάτων συλλογής και μεταφοράς νερού και στο αντίστοιχο κόστος. Προοπτική για κατασκευή κεντρικών μονάδων επεξεργασίας νερού, εφ όσον αυτό απαιτηθεί στο μέλλον. Προοπτική για βέλτιστη αξιοποίηση νέων υδατικών πόρων που αναμένεται να αναπτυχθούν στο μέλλον στην περιοχή Εξάντη Μελιδονίου. 24

25 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4. ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ 4.1 Μηδενική Λύση Η μηδενική εναλλακτική λύση ισοδυναμεί με την μη κατασκευή οποιουδήποτε έργου για την επίλυση του υδροδοτικού προβλήματος της Δημοτικής Ενότητας Γεροποτάμου. Κατά την εξέταση της εν λόγω λύσης, διαπιστώνεται ότι τα ελλείμματα στην ύδρευση είναι πολύ σημαντικά με αποτέλεσμα εκτεταμένο τμήμα του πληθυσμού να υποφέρει από μειωμένη διαθεσιμότητα νερού ιδίως κατά τη θερινή περίοδο. Περαιτέρω η μη υλοποίηση των έργων έχει ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του τριτογενούς τομέα της οικονομίας ο οποίος αποτελεί το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα της περιοχής. Τέλος η κοινή υδροδότηση των οικισμών και των αρδευτικών δικτύων της περιοχής με υδροαρδευτικά δίκτυα, δυσχεραίνει τόσο τη διαχείριση του νερού όσο και, κυρίως, τον έλεγχο της ποιότητάς του. Η ενίσχυση του υφιστάμενου υδραγωγείου από τοπικές γεωτρήσεις με δραστικό περιορισμό της άρδευσης δεν δίνει ριζική λύση στο πρόβλημα αυτό, δεδομένου ότι πέραν του ποσοτικού η Δημοτική Ενότητα Γεροποτάμου αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα που σχετίζονται με την ποιότητα του νερού ύδρευσης. 4.2 Αυτόνομη ύδρευση παραλιακής ζώνης Μια από τις εναλλακτικές λύσεις που εξετάσθηκαν για την επίλυση του υδροδοτικού προβλήματος της περιοχής είναι η ενίσχυση της ύδρευσης της παραλιακής ζώνης με χρήση μιας υφάλμυρης πηγής κοντά στον Πάνορμο και μιας νέας γεώτρησης στην περιοχή Σίσσες. Τα κύρια μειονεκτήματα της λύσης αυτής είναι: 1. Η αναγκαιότητα υλοποίησης έργων ύδρευσης κατά μήκος ή και σε συνδυασμό με την υλοποίηση του οδικού άξονα του ΒΟΑΚ. Η εμπλοκή αυτή κρίθηκε δυσμενής τόσο από πλευράς κατασκευασιμότητας των έργων όσο και από πλευράς συγχρονισμού των. 2. Η διάνοιξη νέας γεώτρησης στην περιοχή Σίσσες. 3. Η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης υδροδότησης των προς την ενδοχώρα μεσογειακών οικισμών με κοινή υδρο-αρδευτική χρήση των γεωτρήσεων και πηγών τους. Για τους προαναφερόμενους λόγους η λύση αυτή, χαρακτηρίσθηκε δυσμενέστερη από περιβαλλοντικής απόψεως και εγκαταλείφθηκε. 25

26 26

27 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5. ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ 5.1 Συνοπτικά Τεχνικά Χαρακτηριστικά ΑΝΤΛΙΟΣΤΑΣΙΑ (6) Υδραγωγείο «Πάνορμος Ρουμελή» Υδραγωγείο «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα» ΑΓΩΓΟΙ Υδραγωγείο «Πάνορμος Ρουμελή» Υδραγωγείο «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα» Στον ακόλουθο Πίνακα 5.1.1, παρουσιάζονται συνοπτικά, τα τεχνικά και γεωμετρικά χαρακτηριστικά των προτεινόμενων έργων. Πίνακας 5.1.1: Συνοπτικά τεχνικά χαρακτηριστικά προτεινόμενων έργων. ΠΑΡΟΧΗ (m 3 /h) ΜΑΝΟΜΕΤΡΙΚΟ (m) ΑΠ ΑΠ ΑΠ ΑΕ ΑΕ ΑΕ ΜΗΚΟΣ (m) ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ (DN) Καταθλιπτικός (από ΑΠ-0 έως ΑΠ-1) Καταθλιπτικός (από ΑΠ-1 έως ΑΠ-2) Καταθλιπτικός (από ΑΠ-2 έως ΔΠ-1) Βαρυτικός (από ΓΕΩΤΡ. ΧΑΛΙΚΙΑΣ έως ΑΠ-2) Βαρυτικός (από ΓΕΩΤΡ. ΔΑΛΑΜΠΕΛΟΣ έως ΑΠ-2) Βαρυτικός (από ΓΕΩΤΡ. ΖΙΓΑΡΔΕΛΙ έως ΑΠ-2) Βαρυτικός (από ΔΠ-2 έως ΥΦΙΣΤ. ΑΓΩΓΟ) Αγωγός άλλων χρήσεων εκτός ύδρευσης Βαρυτικός (από ΔΠ-1 έως ΦΡΕΑΤΙΟ ΟΜΒΡΙΩΝ) Αγωγός άλμης Βαρυτικός (από ΔΠ-2 έως ΦΡΕΑΤΙΟ PRV) Βαρυτικός (από ΦΡΕΑΤΙΟ PRV έως ΟΙΚ. ΠΑΝΟΡΜΟ) Βαρυτικός (από ΦΡΕΑΤΙΟ PRV έως ΟΙΚ. ΡΟΥΜΕΛΗ) ΣΥΝΟΛΟ Καταθλιπτικός (από ΑΕ-1 έως ΑΕ-2) Καταθλιπτικός (από ΑΕ-2 έως ΑΕ-3) Καταθλιπτικός (από ΑΕ-3 έως ΔΞ-4) Καταθλιπτικός (από ΓΕΩΤΡ. ΓΩΝΙΑ έως ΔΞ-4) Βαρυτικός (από ΔΞ-4 έως ΟΙΚ. ΕΞΑΝΤΗ) Βαρυτικός (από ΔΞ-4 έως Κ 1.176) Βαρυτικός (από Κ έως ΔΞ-5) Βαρυτικός (από ΔΞ-5 έως ΟΙΚ. ΜΕΛΙΔΟΝΙ) Βαρυτικός (από Κ έως Κ 1.390) Βαρυτικός (από Κ έως Κ 1.420) Βαρυτικός (από Κ έως ΔΞ-6) Βαρυτικός (από ΔΞ-6 έως ΟΙΚ. ΠΕΡΑΜΑ)

28 ΣΥΝΟΛΟ ΔΕΞΑΜΕΝΕΣ (5) ΟΓΚΟΣ m 3 Υδραγωγείο «Πάνορμος Ρουμελή» Υδραγωγείο «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα» ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΦΑΛΑΤΩΣΗΣ (1) Υδραγωγείο «Πάνορμος Ρουμελή» ΘΕΣΗ/ΟΝΟΜΑ ΔΠ Πανόρμου - Ρούμελης ΔΠ Πανόρμου - Ρούμελης ΔΞ Τσιπραγό ΔΞ Οικισμός Μελιδόνι ΔΞ Ορδίνια, οικ. Πέραμα ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ Α Φάση (m 3 /h) ΔΥΝΑΜΙΚΟΤΗΤΑ Β Φάση (m 3 /h) ΕΑ Σύμφωνα με τα στοιχεία του προαναφερόμενου Πίνακα, το συνολικό μήκος των προβλεπόμενων αγωγών και για τα δυο εξεταζόμενα υδραγωγεία, ανέρχεται σε 31,1 Km. Σημειώνεται όμως ότι σύμφωνα με τον σχεδιασμό του έργου, σε πολλά τμήματα των σκαμμάτων τοποθέτησης των αγωγών, προβλέπεται να τοποθετηθούν σε αυτά έως και τετραπλοί αγωγοί. Ως εκ τούτου, το πραγματικό μήκος ανάπτυξης των προβλεπόμενων αγωγών του έργου, θα είναι κατά πολύ μειωμένο σε σχέση με τα αναλυτικά μήκη των αγωγών του προαναφερόμενου πίνακα. Ειδικότερα, για τους αγωγούς του έργου, προβλέπονται τα ακόλουθα (βλ. ακόλουθο Πίνακα 5.1.2). Πίνακας 5.1.2: Προβλεπόμενοι τύποι αγωγών εντός ορυγμάτων και μήκη αυτών. Τύπος αγωγού εντός ορύγματος Μήκος (m) Υδραγωγείο «Πάνορμος- Ρουμελή» Μονός Διπλός Τριπλός 950 Τετραπλός 900 Σύνολο Υδραγωγείο «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα» Μονός Διπλός Σύνολο Από τον ανωτέρω Πίνακα, προκύπτει ότι το πραγματικό μήκος ανάπτυξης των προβλεπόμενων από το έργο αγωγών ανέρχεται συνολικά σε 20,2 Km. 28

29 5.2 Υδραγωγεία Υδραγωγείο «Πάνορμος - Ρουμελή» Όπως προκύπτει από τα δεδομένα υπολογισμού της ζήτησης, η μέση ωριαία θερινή ζήτηση ανέρχεται σε ~89 m 3 /h σήμερα και σε 124 m 3 /h κατά το Η προσφερόμενη παροχή σήμερα, θεωρητικά, καλύπτει οριακά την ζήτηση και ποιοτικά είναι επιβαρυμένη με ιόντα χλωρίου πάνω από το κανονικό. Στην πράξη και λόγω της παράλληλης ζήτησης για άρδευση η παροχή δεν επαρκεί και χρειάζεται ενίσχυση από τις γεωτρήσεις της περιοχής Εξάντη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται έλλειμμα στην ύδρευση του Περάματος. Με το υπό μελέτη υδραγωγείο που περιλαμβάνει και μονάδα αφαλάτωσης (συνολική μελλοντική παροχή 135 m 3 /h), καλύπτονται άνετα οι σημερινές και μελλοντικές ανάγκες και ως προς την ποσότητα και ως προς την ποιότητα του νερού. Η παροχή νερού που πλεονάζει (67,50 και 11 m 3 /h) δεν θα κατευθύνεται προς επεξεργασία με αφαλάτωση αλλά θα διατίθεται σε άλλες χρήσεις εκτός από την ύδρευση. Το υδραγωγείο τροφοδοτείται από την πηγή Γλυκιά Βρύση (20m 3 /h), την υφάλμυρη πηγή Κατσιρίδι (70m 3 /h) και τις γεωτρήσεις Χαλικιάς, Δαλάμβελος, και Ζιγαρδελί (συνολικά 90m 3 /h). Τροφοδοτεί την δεξαμενή ακατέργαστου νερού με μέγιστη παροχή 180 m 3 /h. Μέσω της δεξαμενής αυτής τροφοδοτείται η εγκατάσταση αφαλάτωσης με 112 m 3 /h κατά την Α Φάση (προκειμένου να παράγει 90m 3 /h επεξεργασμένου νερού) και με συνολική παροχή 169 m 3 /h (προκειμένου να παράγει 135m 3 /h επεξεργασμένου νερού) κατά την Β Φάση λειτουργίας. Η απομένουσα παροχή θα χρησιμοποιείται για άλλες χρήσεις. Οι οικισμοί που εξυπηρετούνται είναι ο Πάνορμος και η Ρουμελή. Το υδραγωγείο «Πάνορμος - Ρούμελη» περιλαμβάνει τα ακόλουθα επί μέρους έργα: Αντλιοστάσιο ΑΠ-0 με παροχή 70 m 3 /h και μανομετρικό 8 m για την υδρομάστευση της υφάλμυρης πηγής Κατσιρίδι. Καταθλιπτικό αγωγό μεταξύ των αντλιοστασίων ΑΠ-0 και ΑΠ-1, μήκους 225 m και διαμέτρου DN 140. Αντλιοστάσιο ΑΠ-1 με παροχή 90 m 3 /h και μανομετρικό 26,5 m. Καταθλιπτικό αγωγό μεταξύ των αντλιοστασίων ΑΠ-1 και ΑΠ-2, μήκους 2000 m και διαμέτρου DN 200. Αντλιοστάσιο ΑΠ-2 με παροχή 180 m 3 /h και μανομετρικό 119 m. Καταθλιπτικό αγωγό μεταξύ αντλιοστασίου ΑΠ-2 και δεξαμενής Πανόρμου Ρουμελής, μήκους 3600 και διαμέτρου DN

30 Δεξαμενή Πανόρμου Ρουμελής. Πρόκειται για συγκρότημα δυο δεξαμενών όπου περιλαμβάνει α) διθάλαμη δεξαμενή όγκου 400m 3 (ΔΠ-1) ακατέργαστου νερού και νερού άλλων χρήσεων εκτός από ύδρευση και β) δεξαμενή επεξεργασμένου νερού για ύδρευση (ΔΠ-2) όγκου 800 m 3, επίσης διθάλαμη. Εγκατάσταση αφαλάτωσης (ΕΑ). Η εγκατάσταση αφαλάτωσης προβλέπεται με τεχνολογία αντίστροφης όσμωσης (R/O) και περιλαμβάνει δύο μονάδες R/O των 45m 3 /h, δηλαδή έχει συνολική δυναμικότητα 90m 3 /h επεξεργασμένου νερού κατά την Α Φάση Λειτουργίας. Κατά την Β Φάση Λειτουργίας θα προστεθεί μία τρίτη μονάδα R/O και η συνολική δυναμικότητα θα ανέβει στα 135m 3 /h. Αναλυτική περιγραφή της εγκατάστασης αφαλάτωσης, γίνεται σε επόμενο κεφάλαιο (βλ. 5.5). Τροφοδοτικό αγωγό από την δεξαμενή επεξεργασμένου νερού για ύδρευση προς τα δίκτυα των οικισμών Πάνορμος Ρουμελή. Αγωγό νερού άλλων χρήσεων πλην ύδρευσης (άρδευση κ.ά.) Αγωγό αποχέτευσης της άλμης που παράγεται από την ΕΑ. Ο αγωγός αυτός προβλέπεται να συνδεθεί με το δίκτυο ομβρίων του Πανόρμου. Το δίκτυο αυτό πρόκειται να κατασκευαστεί σύμφωνα με υφιστάμενη οριστική μελέτη. 30

31 Σχήμα 5.2.1: Διάγραμμα ροής Υδραγωγείου «Πάνορμος - Ρουμελή». 31

32 32

33 5.2.2 Υδραγωγείο «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα» Η σημερινή διαθέσιμη παροχή από τις γεωτρήσεις Μανιάκι και Εξάντη (95 m 3 /h) καλύπτει θεωρητικά τις σημερινές και τις μελλοντικές ανάγκες κατά την θερινή περίοδο όπου σημειώνεται η αιχμή για την ύδρευση. Στην πραγματικότητα οι ανάγκες δεν καλύπτονται επειδή η παροχή αυτή χρησιμοποιείται και για ενίσχυση της ύδρευσης του Πανόρμου και πιθανώς για κάλυψη κάποιων αναγκών άρδευσης. Από ποιοτική άποψη το νερό αυτό μειονεκτεί ως προς τα ιόντα χλωρίου [η συγκέντρωση είναι πάνω από το κανονικό (250 mg/l)]. Το υδραγωγείο τροφοδοτείται από τις γεωτρήσεις Εξάντης, Μελισσόκηπος, Μανιάκι και Γωνιά. Η συνολική παροχή φθάνει τα 140m 3 /h. Από την γεώτρηση Εξάντη, η οποία παρουσιάζει συγκέντρωση ιόντων χλωρίου πολύ πάνω από το κανονικό, λαμβάνεται παροχή 25 m 3 /h ώστε το μείγμα του νερού των γεωτρήσεων (Μελισσόκηπος, Εξάντης, Μανιάκι, Γωνιά) να παρουσιάζει συγκέντρωση ιόντων χλωρίου μέσα στα επιτρεπόμενα όρια. Η συνολική παροχή που λαμβάνεται από τις γεωτρήσεις Μελισσόκηπος, Εξάντης, Μανιάκι και Γωνιά υπερκαλύπτει τις σημερινές και μελλοντικές ανάγκες των οικισμών Μελιδόνι, Εξάντης, Πέραμα. Με το πλεόνασμα παροχής μπορούν να καλυφθούν οι σημερινές ανάγκες ύδρευσης των οικισμών Χουμέρι, Αγγελιανά και Αλφάς χωρίς να χρησιμοποιούνται οι γειτονικές στους οικισμούς γεωτρήσεις που σήμερα χρησιμοποιούνται γι αυτόν τον σκοπό. Για να καλυφθούν οι μελλοντικές ανάγκες αυτών των οικισμών (περίπου 50 m 3 /h) πρέπει να χρησιμοποιηθεί και μέρος της παροχής των γειτονικών γεωτρήσεων (περίπου 5 m 3 /h). Η συνολική παροχή των 140 m 3 /h φθάνει στην δεξαμενή Τσιπραγό με καταθλιπτικούς αγωγούς. Από την δεξαμενή αυτή ξεκινά αγωγός βαρύτητας που τροφοδοτεί τους οικισμούς Μελιδόνι και Πέραμα. Από την ίδια δεξαμενή ξεκινά αγωγός που τροφοδοτεί τον οικισμό Εξάντη. Το υδραγωγείο περιλαμβάνει τα ακόλουθα επί μέρους έργα: Αντλιοστάσιο ΑΕ-1 με παροχή 60 m 3 /h και μανομετρικό 56 m. Καταθλιπτικό αγωγό μεταξύ των αντλιοστασίων ΑΕ-1 και ΑΕ-2, μήκους 450 m και διαμέτρου DN 125. Αντλιοστάσιο ΑΕ-2 με παροχή 85 m 3 /h και μανομετρικό 14 m. Καταθλιπτικό αγωγό μεταξύ των αντλιοστασίων ΑΕ-2 και ΑΕ-3, μήκους 550 m και διαμέτρου DN 160. Αντλιοστάσιο ΑΕ-3 με παροχή 120 m 3 /h και μανομετρικό 95 m. Καταθλιπτικό αγωγό μεταξύ αντλιοστασίου ΑΕ-3 και δεξαμενής Τσιπραγό, μήκους 500 m και διαμέτρου DN

34 Δεξαμενή στην θέση Τσιπραγό. Πρόκειται για διθάλαμη δεξαμενή (ΔΞ-3) με όγκο 600m 3. Τροφοδοτικό αγωγό από την δεξαμενή Tσιπραγό προς τους οικισμούς Μελιδόνι και Πέραμα συνολικού μήκους 9100 με διάμετρο από DN 250 έως DN 90. Τροφοδοτικό αγωγό από την δεξαμενή Tσιπραγό προς τον οικισμό Εξάντη, μήκους 800 m και διαμέτρου DN 125. Δεξαμενή ύδρευσης για τον οικισμό Μελιδόνι (ΔΞ-4), με χωρητικότητα 100 m 3. Δεξαμενή ύδρευσης για τον οικισμό Πέραμα στην θέση Ορδίνια (ΔΞ-5), με χωρητικότητα 600 m 3 διθάλαμη. Τροφοδοτικό αγωγό από την δεξαμενή Ορδίνια προς το δίκτυο του Περάματος με μήκος 1000 m και διάμετρο DN

35 Σχήμα 5.2.2: Διάγραμμα ροής Υδραγωγείου «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα». 35

36 36

37 5.3 Αντλιοστάσια Όπως αναφέρθηκε και στις προηγούμενες παραγράφους, το έργο περιλαμβάνει την κατασκευή συνολικά 6 αντλιοστασίων, εκ των οποίων 3 αντλιοστάσια στο υδραγωγείο «Πάνορμος-Ρουμελή» και 3 αντλιοστάσια στο υδραγωγείο «Εξάντης-Μελιδόνι-Πέραμα». Τα αντλιοστάσια τοποθετούνται συνήθως σε θέσεις όπου προσφέρεται αρκετός ελεύθερος χώρος ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες του κτιρίου, να υπάρχει περιβάλλων χώρος και να είναι ικανοποιητική η προσβασιμότητα. Οι θέσεις πρέπει να παρέχουν ασφάλεια από κινδύνους πλημμυρικών φαινομένων και κατά το δυνατόν καλό έδαφος θεμελίωσης. Βεβαίως στην επιλογή της θέσης λαμβάνεται υπόψη και το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Στην παρούσα μελέτη προκειμένου να μην εμπλακεί ο δήμος σε διαδικασίες απαλλοτριώσεων το κριτήριο που επικράτησε είναι το ιδιοκτησιακό: επιλέχθηκαν θέσεις σε ελεύθερους δημοτικούς χώρους ώστε να μην υπάρχουν τα προβλήματα και το κόστος των απαλλοτριώσεων. Η παροχή των αντλιοστασίων επιλέχθηκε σύμφωνα με τις παροχές των αντίστοιχων γεωτρήσεων. Το μανομετρικό προέκυψε από τους υδραυλικούς υπολογισμούς, λαμβάνοντας υπόψη και τις σχετικές τοπικές απώλειες. Ο θάλαμος των αντλιών και των κινητήρων διαστασιολογήθηκε ώστε να παρέχει τον απαραίτητο λειτουργικό χώρο, ενώ ο θάλαμος αναρρόφησης διαστασιολογήθηκε σύμφωνα με τις ανάγκες ρύθμισης του ανάντη αντλιοστασίου. 37

38 5.4 Δεξαμενές Όπως αναφέρθηκε στις προηγούμενες παραγράφους το έργο περιλαμβάνει την κατασκευή συνολικά 6 δεξαμενών, συνολικής χωρητικότητας m 3. Οι δεξαμενές ύδρευσης τοποθετούνται κατά προτίμηση σε θέσεις κεντροβαρικές ως προς την περιοχή που εξυπηρετούν και βέβαια σε κατάλληλο ύψος ανάλογα με τα υψόμετρα της περιοχής αυτής. Στην περίπτωση της παρούσας μελέτης, οι δεξαμενές τοποθετήθηκαν γενικά κοντά σε υφιστάμενες δεξαμενές ύδρευσης. Ιδιαίτερη δυσκολία παρουσίασε η χωροθέτηση της νέας δεξαμενής Πανόρμου διότι κοντά στις υφιστάμενες δεξαμενές δεν υπάρχει ελεύθερος χώρος. Τελικά ο δήμος απέκτησε χώρο σε λόφο ανατολικά του Πανόρμου και τοποθετήθηκαν εκεί η δεξαμενή και η εγκατάσταση αφαλάτωσης. Στις δεξαμενές προβλέπονται γενικά δύο θάλαμοι ώστε να διευκολύνεται η συντήρηση. Ο όγκος των δεξαμενών εκτιμήθηκε ώστε η δεξαμενή να καλύπτει το 30% της μέγιστης ημερήσιας παροχής. Οι δεξαμενές φέρουν διατάξεις εκκένωσης, υπερχείλισης και χλωρίωσης. 38

39 5.5 Μονάδα Αφαλάτωσης Γενικά στοιχεία Με τον όρο «αφαλάτωση» χαρακτηρίζεται η οποιαδήποτε διεργασία αφαίρεσης αλάτων από μια αλατούχα ουσία και κυρίως από αλατούχα ύδατα. Έτσι, κατ επέκταση, η αφαλάτωση είναι μια μέθοδος ανάκτησης πόσιμου νερού από θαλασσινό νερό και υπόγεια υφάλμυρα ύδατα. Εφαρμόζεται κυρίως σε περιοχές με ξηρό κλίμα, φτωχές σε πόσιμο νερό και με πρόσβαση όμως σε θαλασσινό νερό. Η αφαλάτωση άρχισε να αναπτύσσεται κατά τον 20 ο αιώνα με την εμφάνιση λειψυδρίας σε πολλές περιοχές της Γης. Όπως είναι γνωστό το 97,3% περίπου των παγκόσμιων αποθεμάτων νερού βρίσκεται στη θάλασσα αναμιγμένο σε μεγάλες αναλογίες με διάφορα διαλυμένα άλατα σε τέτοια μορφή που η χρήση του, είτε ως πόσιμο, είτε ακόμα και για βιομηχανικές διεργασίες καθίσταται αδύνατη. Οι πιο διαδεδομένες μέθοδοι αφαλάτωσης, είναι η πολυβάθμια εκτόνωση (multiple stage flashing, MSF) και η αντίστροφη όσμωση (reverse osmosis, RO), καθεμιά απ τις οποίες παράγει το 43% του παγκόσμιου προϊόντος. Παρ ότι όμως αυτές οι μέθοδοι έχουν την ίδια παραγωγή, η RO χρησιμοποιείται στο 68% των περιπτώσεων και μια τυπική μονάδα έχει μέση παραγωγή 1.200m 3 /ημέρα, ενώ η MSF χρησιμοποιείται σε ποσοστό μόλις 9% και μια τυπική μονάδα έχει μέση παραγωγή 8.800m 3 /ημέρα. Συνολικά, η MSF και η RO παράγουν συνολικά το 86% της παγκόσμιας ποσότητας αφαλατωμένου νερού, η ηλεκτροδιάλυση (elektrodialysis, ED) το 6%, η συμπίεση ατμών (vapor compression, VC) το 4% και η πολυβάθμια εξάτμιση (multiple effect distillation, MED) το 4%. Οι περισσότερες εγκαταστάσεις MSF απαντώνται στον Περσικό Κόλπο, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο κυριαρχεί RO. Τα Μεσογειακά κράτη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, στράφηκαν προς την RO τις δυο τελευταίες δεκαετίες. Τα παραπάνω στοιχεία συγκεντρώνονται γραφικά στα Σχήματα και που ακολουθούν. 39

40 Σχήμα 5.5.1: Ποσοστό παγκοσμίως εγκατεστημένων μονάδων αφαλάτωσης που βασίζονται σε διεργασίες μεμβρανών και σε θερμικές διεργασίες για το έτος 2006 (Glueckstern, 2001). Σχήμα 5.5.2: Δυναμικότητα παγκοσμίως εγκατεστημένων μονάδων αφαλάτωσης που βασίζονται σε διεργασίες μεμβρανων και σε θερμικές διαδικασίες για το έτος 2006 (Glueckstern, 2001). 40

41 5.5.2 Εφαρμοζόμενες μέθοδοι αφαλάτωσης Οι πρακτικά εφαρμοζόμενες σήμερα τεχνολογίες αφαλάτωσης σε υφάλμυρο ή και θαλασσινό νερό διακρίνονται γενικά σε δυο μεγάλες κατηγορίες: Σε διεργασίες που περιλαμβάνουν αλλαγή φάσης (θερμικές διεργασίες). Αυτές είναι η απόσταξη και η κρυστάλλωση. Η δεύτερη όμως δεν χρησιμοποιείται ευρέως. Όσον αφορά την απόσταξη, οι πιο διαδεδομένες μέθοδοι είναι: Α. η πολυβάθμια εκτόνωση (Multiple Stage Flashing, MSF), Β. η πολυβάθμια εξάτμιση (Multiple Effect Distillation, MED), Γ. η εξάτμιση με συμπίεση ατμών (Vapor Compression, VC) και Δ. η ηλιακή απόσταξη (Solar Distillation). Οι θερμικές μονάδες αφαλάτωσης, βασίζονται στην απόσταξη του προς επεξεργασία νερού έτσι ώστε με την παραγωγή και την ψύξη συμπύκνωση του ατμού να απομακρύνονται τα διαλυμένα άλατα. Οι θερμικές μέθοδοι και κυρίως η μέθοδος ΜSF, που έχει επικρατήσει ανάμεσά τους, εφαρμόζονται πλέον μόνο στα πλαίσια βιομηχανικών εγκαταστάσεων (π.χ. διυλιστήρια, σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής) όπου αξιοποιείται διαθέσιμος ή πλεονάζων ατμός. Αλλιώς η λειτουργία τους είναι οικονομικά ασύμφορη (πολύ υψηλή λειτουργική δαπάνη) και τεχνικά πολύπλοκη. Σε διεργασίες οι οποίες πραγματοποιούνται σε μια μόνο φάση, δηλαδή την υγρή και οι οποίες χρησιμοποιούν μεμβράνες για την απομάκρυνση των αλάτων (Μέθοδοι μεμβρανών). Σ αυτή την κατηγορία ανήκουν: Ε. η αντίστροφη όσμωση (Reverse Osmosis, RO) και ΣΤ. η ηλεκτροδιάλυση (Electrodialysis, ED), Τα τελευταία χρόνια έχουν σημαντικά βελτιωθεί οι τεχνολογίες μεμβρανών και πιο συγκεκριμένα αυτή της αντιστρόφου οσμώσεως.σαν αποτέλεσμα των εντατικών ερευνών από μερικές από τις μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο (DOW, NITTO DENKO, KOCH, GENERAL ELECTRIC) έχει αυξηθεί τόσο η διάρκεια ζωής των μεμβρανών όσο και η απαιτούμενη πίεση λειτουργίας τους. Αντίθετα η ηλεκτροδιάλυση έχει παραμείνει στάσιμη με ελάχιστες εγκαταστάσεις παγκοσμίως, προτείνεται δε μόνο από έναν ουσιαστικά παραγωγό συστημάτων. Η ηλεκτροδιάλυση (E.D.) εφαρμόζεται σε νερά με περιεκτικότητα σε διαλυτά στερεά (TDS) έως mg/lt. Σαν αποτέλεσμα των παραπάνω, η αντίστροφη όσμωση (R.O.) χρησιμοποιείται αποκλειστικά πλέον στο χώρο της Μεσογείου για την αφαλάτωση υφάλμυρου ή θαλασσινού νερού. Στο ακόλουθο Σχήμα 5.5.3, παρουσιάζονται οι προαναφερόμενες μέθοδοι - τεχνολογίες αφαλάτωσης που εφαρμόζονται σήμερα. 41

42 Σχήμα 5.5.3: Εφαρμοζόμενες τεχνολογίες αφαλάτωσης. Στη συνέχεια γίνεται μια συνοπτική περιγραφή των προαναφερόμενων μεθόδων αφαλάτωσης. Θερμικές Διεργασίες Α. Πολυβάθμια εκτόνωση (multiple stage flashing, MSF) Η αρχή λειτουργίας της μεθόδου της Πολυβάθμιας Εκτόνωσης, είναι η εξής: το θαλασσινό νερό θερμαίνεται σε θερμοκρασία λίγο χαμηλότερη του σημείου ζέσεως και στη συνέχεια εισέρχεται στον πρώτο θάλαμο που υπάρχει πίεση χαμηλότερη απ την πίεση κορεσμού, οπότε ατμοποιείται. Ο ατμός έρχεται σε επαφή με τους σωλήνες που μεταφέρουν το κρύο θαλασσινό νερό, υγροποιείται και συλλέγεται ως καθαρό νερό. Η άλμη προωθείται στους επόμενους θαλάμους, όπου το φαινόμενο επαναλαμβάνεται και η πίεση διαρκώς μειώνεται (για να παρακολουθήσει την αντίστοιχη μείωση της θερμοκρασίας της άλμης), μέχρι που τελικά απορρίπτεται. Σε πολλές εφαρμογές οι εγκαταστάσεις αυτές βρίσκονται δίπλα σε θερμοηλεκτρικούς σταθμούς παραγωγής ενέργειας για καλύτερη αξιοποίηση του καυσίμου. Έτσι ο ατμός υψηλής πίεσης εκτονώνεται στον ατμοστρόβιλο για παραγωγή ισχύος και στη συνέχεια χρησιμοποιείται για την αφαλάτωση. (Miller, 2003). Η τυπική λειτουργία μιας τέτοιας εγκατάστασης απεικονίζεται στο παρακάτω Σχήμα

43 Σχήμα 5.5.4: Σχηματική απεικόνιση της πολυβάθμιας εκτόνωσης (Miller, 2003). Β. Πολυβάθμια εξάτμιση (multiple effect distillation, MED) Η πολυβάθμια εξάτμιση είναι παρόμοια με την πολυβάθμια εκτόνωση, αναπτύχθηκε νωρίς και υπήρχαν εγκαταστάσεις από τη δεκαετία του 50. Παρ' όλα αυτά σταδιακά αντικαταστάθηκε απ την πολυβάθμια εκτόνωση, λόγω τεχνικών προβλημάτων και ακόμη και σήμερα δεν είναι τόσο διαδεδομένη. Τελευταία αρχίζει όμως να ξανακερδίζει έδαφος λόγω καλύτερης θερμικής απόδοσης. Η τυπική λειτουργία μιας τέτοιας εγκατάστασης απεικονίζεται στο παρακάτω Σχήμα Σχήμα 5.5.5: Σχηματική απεικόνιση της πολυβάθμιας εξάτμισης (Miller, 2003). 43

44 Στην εν λόγω μέθοδο, ο ατμός περνάει μέσα από σωλήνες, ενώ το ψυχρό θαλασσινό νερό ψεκάζεται πάνω τους, για να δημιουργηθεί φιλμ και ναεξατμιστεί αποτελεσματικότερα. Έτσι, μέρος του ατμού συμπυκνώνεται καισυλλέγεται σαν καθαρό νερό, ενώ ο υπόλοιπος ατμός, μαζί με μέρος του θαλασσινού νερού που ατμοποιήθηκε, συνεχίζουν στον επόμενο θάλαμο. Και εδώ σε κάθε θάλαμο υπάρχει αντλία κενού για να βοηθά την εξάτμιση, με βαθμιαία μειούμενη πίεση σε κάθε θάλαμο, ίση με την πίεση κορεσμού στην αντίστοιχη θερμοκρασία. Αυτό επιτρέπει τη λειτουργία σε υψηλή (>90 ο C) ή χαμηλή (<90 o C) θερμοκρασία και μάλιστα η μέγιστη θερμοκρασία βρασμού μπορεί να είναι εως και 55 o C (Miller, 2003), πράγμα που λειτουργεί ανασταλτικά στη διάβρωση και επιτρέπει τη χρήση χαμηλού επιπέδου απορριπτόμενης θερμότητας από άλλες θερμικές διεργασίες. Στη μέθοδο αυτή συχνά χρησιμοποιούνται και συμπιεστές (μηχανικοί ή θερμικοί), ενώ οι παραλλαγές της προκύπτουν απ την οριζόντια ή κάθετη διάταξη των σωλήνων ατμού και τη φορά του ατμού σε σχέση με την άλμη (ομορροή,αντιρροή ή παράλληλη). Γ. Εξάτμιση με συμπίεση ατμών (vapor compression, VC) Η μέθοδος αυτή είναι η πιο αποδοτική και απλή στην κατασκευή, χωρίς πολλαπλά στάδια. Το θαλασσινό νερό ψεκάζεται πάνω σε μια σειρά σωλήνων που τους διαπερνά ατμός, θερμαίνεται και εξατμίζεται με τη βοήθεια αεροσυμπιεστή που δημιουργεί υποπίεση. Ο συμπιεστής αυτός μαζεύει τους ατμούς του καθαρού νερού και τους εκτοξεύει με πίεση μέσα στους σωλήνες και με την επαφή του ψυχρού θαλασσινού νερού συμπυκνώνονται και λαμβάνονται ως προϊόν. Η σχηματική απεικόνιση μιας εγκατάστασης εξάτμισης με συμπίεση ατμών παρουσιάζεται στο παρακάτω Σχήμα Σχήμα 5.5.6: Σχηματική απεικόνιση της εξάτμισης με συμπίεση ατμών (Μανωλάκος, 2009). 44

45 Η κύρια διαφορά με τις προηγούμενες δυο μεθόδους είναι προφανώς η απουσία πηγής θερμότητας, αφού εδώ η εξάτμιση προκαλείται αποκλειστικά και μόνο απ τη χαμηλή πίεση, δηλαδή λειτουργεί σε θερμοκρασία περιβάλλοντος. Και εδώ η δημιουργία λεπτού φιλμ πάνω στους σωλήνες είναι το κλειδί για την αποτελεσματικότερη εξάτμιση και άρα απόδοση της εγκατάστασης. Η εξάτμιση με συμπίεση ατμών χρησιμοποιείται γενικά σε μικρές και μεσαίες εγκαταστάσεις και παράγει μέχρι και 3000 m 3 /ημέρα. Δ. Ηλιακή απόσταξη (solar distillation) Οι συσκευές της κατηγορίας αυτής ουσιαστικά αναπαράγουν τον υδρολογικό κύκλο σε μικρή κλίμακα: οι ακτίνες του ήλιου διέρχονται μέσα από μια διαφανή οροφή και θερμαίνουν το θαλασσινό νερό που βρίσκεται στον πάτο. Αυτό εξατμίζεται και ανεβαίνει στην οροφή που είναι κεκλιμένη, οπότε συμπυκνώνεται πάλι και συλλέγεται ως προϊόν από κατάλληλη διάταξη. Οι συσκευές αυτές χρησιμοποιούν λιγότερο απ το 50% της προσπτώμενης ακτινοβολίας και η απόδοσή τους είναι αρκετά χαμηλή, περίπου 4 λίτρα καθαρό νερό την ημέρα ανά τετραγωνικό μέτρο εδάφους. Πρέπει βέβαια να αναφερθεί ότι το νερό που παράγεται δεν είναι απαλλαγμένο από μικροοργανισμούς, διότι δεν βράζει σε μεγάλη θερμοκρασία και άρα χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία. Κατά συνέπεια η μέθοδος αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε μικρές εγκαταστάσεις ή για οικιακή χρήση. Η σχηματική απεικόνιση της διαδικασίας αφαλάτωσης με την μέθοδο της ηλιακής απόσταξης, παρουσιάζεται στο παρακάτω Σχήμα Σχήμα 5.5.7: Σχηματική απεικόνιση της ηλιακής απόσταξης (Miller, 2003). 45

46 Μέθοδοι Μεμβρανών Ε. Αντίστροφη όσμωση (reverse osmosis, RO) Η μέθοδος αυτή, όπως φαίνεται και από το όνομά της, βασίζεται στο φαινόμενο της όσμωσης, κατά το οποίο όταν δυο διαλύματα με διαφορετικές συγκεντρώσεις (πυκνότητες) χωρίζονται από μια ημιπερατή μεμβράνη (δηλ.μεμβράνη που δεν επιτρέπει τη διέλευση κάποιων ουσιών μέσα από αυτή, όπως π.χ. άλατα) τότε το διάλυμα με τη μικρότερη συγκέντρωση θα περάσει μέσα από τη μεμβράνη προς το πυκνότερο διάλυμα, μέχρι να εξισωθούν οι συγκεντρώσεις τους. Το φαινόμενο αυτό απαντάται πολύ συχνά στη φύση και στους ζωντανούς οργανισμούς, ανάμεσά τους και ο άνθρωπος, καθώς πολλές κυτταρικές λειτουργίες βασίζονται σ αυτό, για παράδειγμα το δέρμα, τα νεφρά, οι πνεύμονες και τα ίδια τα κύτταρα λειτουργούν λίγο ως πολύ ως μεμβράνες. Η πίεση που πρέπει να ασκηθεί στην πλευρά του πυκνότερου διαλύματος για να μην λάβει χώρα το φαινόμενο της όσμωσης ονομάζεται οσμωτική πίεση. Σχήμα 5.5.8: Διάγραμμα ροής αντίστροφης όσμωσης (Μουτάφης, 2008). Η αντίστροφη όσμωση συνιστά ακριβώς αυτό: την άσκηση πίεσης (μεγαλύτερη της οσμωτικής) στην πλευρά του πυκνότερου διαλύματος (στην περίπτωση της αφαλάτωσης, του θαλασσινού ή άλλου ακάθαρτου νερού), ώστε απ την άλλη να παραληφθεί φιλτραρισμένο καθαρό νερό. Ο πιο συνηθισμένος τύπος συσκευής είναι αυτός που φαίνεται στο παρακάτω Σχήμα Το προς καθαρισμό νερό εισέρχεται από την είσοδο (1) στη συσκευή και καταλαμβάνει το χώρο (3). Υπάρχουν δυο διέξοδοι: η (5) και η (6). Ο χώρος (3) βρίσκεται υπό πίεση και το 46

47 νερό εξαναγκάζεται κατά ποσοστό 25% περίπου να διέλθει μέσα από τη μεμβράνη (2), οπότε και καθαρίζεται και εξέρχεται από την (6) ως προϊόν, είτε μόλις η πίεση ξεπεράσει το όριο της βαλβίδας (4) να βγει από την έξοδο (5), σε ποσοστό 75% περίπου, παρασύροντας μαζί του και τις ακαθαρσίες στην επιφάνεια της μεμβράνης, όπου και απορρίπτεται. Μια εγκατάσταση αντίστροφης όσμωσης χωρίζεται τυπικά σε τρία στάδια: Προεπεξεργασία Κυρίως αντίστροφη όσμωση Μετεπεξεργασία Σχήμα 5.5.9: Σχηματική αναπαράσταση της συσκευής αντίστροφης όσμωσης (Μουτάφης, 2008). Σύμφωνα με τον σχεδιασμό και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του εξεταζόμενου στην παρούσα έργου, στην προβλεπόμενη μονάδα αφαλάτωσης, πρόκειται να εφαρμοστεί η μέθοδος της Αντίστροφης Όσμωσης (Reverse Osmosis, RO). Αναλύτικότερα στοιχεία για την εν λόγω μέθοδο, δίνονται σε ακόλουθη παράγραφο (βλ ). 47

48 ΣΤ. Ηλεκτροδιάλυση (elektrodialysis) Όπως δηλώνει και το όνομά της, αυτή η μέθοδος χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό για να καθαρίσει το νερό. Το νερό τροφοδοσίας περνάει ανάμεσα από φορτισμένες μεμβράνες, θετικά και αρνητικά εναλλάξ. Έτσι, τα ιόντα που είναι διαλυμένα προσκολλώνται στις μεμβράνες, οι οποίες επιτρέπουν τη διέλευσή τους και μόνο, δημιουργώντας διαμερίσματα μικρότερης καιμεγαλύτερης συγκέντρωσης, που μας δίνουν το προϊόν και την άλμη αντίστοιχα. Η σχηματική απεικόνιση της διαδικασίας αφαλάτωσης με την μέθοδο της ΗΛΕΚΤΡΟΔΙΆΛΥΣΗς, παρουσιάζεται στο παρακάτω Σχήμα Σχήμα : Σχηματική απεικόνιση της ηλεκτροδιάλυσης (Μανωλάκος, 2009). Είναι προφανές ότι η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να απομακρύνει τα μη ιοντικά στερεά, αλλά και όσον αφορά τα ιοντικά, η απαιτούμενη ενέργεια αυξάνει ανάλογα με τη συγκέντρωση. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται σε νερά χαμηλής συγκέντρωσης αλάτων, όπως τα υφάλμυρα. Για τον καθαρισμό και την καλύτερη λειτουργία των μεμβρανών, εφαρμόζεται αντιστροφή των πεδίων, αλλάζοντας θέση στα κανάλια του προϊόντος με αυτά της άλμης. Έτσι τα τμήματα των μεμβρανών που είχαν μαζέψει πολλά άλατα καθαρίζονται από τη ροή καθαρού νερού. Στο τέλος της διεργασίας γίνεται επεξεργασία του νερού για τη ρύθμιση της σκληρότητας και του ph, όπως στην αντίστροφη όσμωση. 48

49 5.5.3 Στοιχεία αφαλάτωσης στην Ελλάδα Στον ακόλουθο Πίνακα 5.5.1, παρουσιάζονται οι μονάδες αφαλάτωσης που λειτουργούν στην Ελλάδα και χρησιμοποιούν τη μέθοδο της αντίστροφης όσμωσης (R.O.) (Αγγελάκη, 2008), (Μουτάφης, 2008). Πίνακας 5.5.1: Εγκατεστημένες μονάδες αφαλάτωσης στην Ελλάδα, (πηγή: ΕΜΠ, Τμ. Μηχανολόγων Μηχανικών). Εγκατεστημένες μονάδες αφαλάτωσης στην Ελλάδα Μονάδα Έτος Κατασκευής Τύπος Δυναμικότητα (m 3 /hr) Σύρος 1 η (Ερμούπολη) 1992 RO (SW) 800 Σύρος 2 η (Ερμούπολη) 1997 RO (SW) 800 Σύρος 3 η (Ερμούπολη) 2001 RO (SW) 2*250 Σύρος 4 η (Άνω Σύρος) 2000 RO (SW) 250 Σύρος 5 η (Άνω Σύρος) 2002 RO (SW) 500 Σύρος 6 η (Ερμούπολη) 2002 RO (SW) 4*500 Σύρος 7 η (Άνω Σύρος) 2005 RO (SW) 2*500 Σχοινούσα 2004 RO (SW) 100 Μύκονος (Κόρφου) παλαιά 1989 RO (SW) 2*550 Μύκονος (Κόρφου) νέα 2001 RO (SW) 3*650 Πάρος (Νάουσα) 2001 RO (SW) Τήνος (Παλαιά) 2001 RO (SW) 500 Τήνος (Νέα) 2005 RO (SW) 500 Οίας, Σαντορίνης 1 η 1994 RO 220 Οίας, Σαντορίνης 2 η 2000 RO 320 Οίας, Σαντορίνης 3 η 2002 RO 160 Θήρας, Σαντορίνης 2009 RO Θηρασία 1997 RO 48 Σίφνος 2002 RO (ΒW) 500 Ομηρούπολη (Δήμος), Χίος 2000 RO (ΒW) 600 Ομηρούπολη (Δήμος), Χίος 2005 RO 3*1.000 Ομηρούπολη (Δήμος), Χίος 2005 RO 500 Νίσυρος (παλαιά) 1991 RO 300 Νίσυρος (νέα) 2002 RO 350 Ιθάκη, Κεφαλονιάς 1 η 1981 RO 620 Ιθάκη, Κεφαλονιάς 2 η 2003 RO 520 Λέρου (ΔΕΥΑ) 2001 RO 200 Μήλου (Δήμος) 2008 RO (με Α/Γ) Κασσωπαίων (Δήμος) 2001 RO 500 Ποσειδωνίας (Δήμος) RO (SW) 2*250 Ποσειδωνίας (Δήμος) RO (SW) 2*500 49

50 Αγίου Γεωργίου (Δήμος) 2002 RO 500 Παξών(Δήμος)1 η 2005 RO 330 Παξών(Δήμος)2 η 2005 RO 150 Παξών(Δήμος)3 η 2007 RO (SW) 250 Δυστίων(Δήμος) 2006 RO (ΒW) 400 Σίφνος(Δήμος) 2007 RO (SW) 250 Ιος (Δήμος) 2003 RO (SW) Ιθάκη(Δήμος) 2005 RO (SW) 200 Οινουσών(Δήμος) 2005 RO (SW) 500 Πόρου (Δήμος) 2006 RO (ΒW) Γαζίου (Δήμος), Αλμυρός ποταμός Ηρακλείου 2008 RO (ΒW) Ηρακλειά (Πλωτή μονάδα «Υδριάδα») 2008 RO (με Α/Γ) 70 Συνολική Δυναμικότητα Στο παρακάτω Σχήμα , παρουσιάζεται η διαχρονική εξέλιξη της παραγωγής αφαλατωμένου νερού στην Ελλάδα. Σημειώνεται ότι η πρώτη μονάδα αφαλάτωσης στην Ελλάδα, εγκαινιάστηκε στη Σύμη, στις 10 Οκτωβρίου του Σχήμα : Διαχρονική εξέλιξη της παραγωγής αφαλατωμένου νερού στην Ελλάδα σε χιλιάδες m 3 ανά ημέρα(μουτάφης, 2008). Άξια μνείας είναι και η «Υδριάδα», που αποτελεί την πρώτη πλωτή μονάδα αφαλάτωσης στον κόσμο, Ελληνικής εξ ολοκλήρου μελέτης και κατασκευής που βρίσκεται στην Ηρακλειά, στις Κυκλάδες. 50

51 Η ανεμογέννητρια και τα φωτοβολταϊκά που είναι εγκατεστημένα πάνω της εξασφαλίζουν την απαραίτητη ενέργεια που χρειάζεται για να παράγει ικανές ποσότητες νερού ώστε να καλύπτει σε μεγάλο ποσοστό τις ανάγκες των 100 περίπου κατοίκων του νησιού, με σχεδόν μηδενικό κόστος λειτουργίας. Η εν λόγω μονάδα, με ύψος άνω των 35m, αποτελείται από τέσσερεις πλωτήρες και ένα κεντρικό, συνδεδεμένους με μεταλλικό πύργο που φιλοξενεί την ανεμογεννήτρια. Λειτουργεί με την μέθοδο της αντίστροφης όσμωσης Ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία νερού μελετώμενης μονάδας αφαλάτωσης Προέλευση, Ποσότητα και Ποιότητα του προς επεξεργασία νερού H υπό μελέτη εγκατάσταση αφαλάτωσης εξυπηρετεί το υδραγωγείο «Πάνορμος Ρουμελή» της Δημοτικής Ενότητας (Δ.Ε.) Γεροποτάμου. Όπως έχει αναφερθεί και στην 5.2.1, το υδραγωγείο αυτό τροφοδοτείται από την υφάλμυρη πηγή Κατσιρίδι, την πηγή Γλυκιά Βρύση, την γεώτρηση Χαλικιάς, την γεώτρηση Νταλαμπέλος, και την γεώτρηση Ζιγαρδελί. Τροφοδοτεί την δεξαμενή ακατέργαστου νερού με μέγιστη παροχή 180 m 3 /h. Μέσω της δεξαμενής αυτής τροφοδοτείται η εγκατάσταση αφαλάτωσης με 112,50 m 3 /h κατά την Α Φάση και με συνολική παροχή 168,75 m 3 /h κατά την Β Φάση λειτουργίας. Η απομένουσα παροχή θα χρησιμοποιείται για άλλες χρήσεις. Οι οικισμοί που εξυπηρετούνται είναι ο Πάνορμος και η Ρουμελή. Η ποιότητα του νερού των πηγών και των γεωτρήσεων έχει εξεταστεί με κατάλληλες αναλύσεις και στο παρελθόν από τον πρώην «Καποδιστριακό» Δήμο Γεροποτάμου και στα πλαίσια εκπόνησης της γεωλογικής μελέτης που περιλαμβάνεται στην σύμβαση του εξεταζόμενου στην παρούσα έργου. Με βάση τις διενεργηθείσες αναλύσεις, τις παροχές και το ιστορικό των γεωτρήσεων, συνυπολογίζοντας πρόβλεψη παραπέρα υφαλμύρωσής τους, προκύπτει ως δυσμενέστερη ποιότητα του νερού τροφοδοσίας τα mg/lt ολικά διαλυτά στερεά (TDS). Ποσότητα και ποιότητα επεξεργασμένου νερού Οι ανάγκες της Δημοτικής Ενότητας (Δ.Ε.) Γεροποτάμου για τις Τοπικές Κοινότητες Πανόρμου και Ρουμελής εκτιμώνται σε 89 m 3 /h (έτος 2008) και 124 m 3 /h (έτος 2028). Οι παροχές ακατέργαστου νερού από τις πηγές και τις γεωτρήσεις που αναφέρονται παραπάνω μπορούν να καλύψουν αυτές τις ανάγκες. Προϋπόθεση γι αυτό είναι η επεξεργασία του νερού με κατάλληλη μέθοδο αφαλάτωσης που θα απορρίπτει τα διαλυτά στερεά (κυρίως τα χλωριόντα, νάτριο) και θα παράγει πόσιμο νερό σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία: 98/83 Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της (κοινή υπουργική απόφαση Υ2/2600/2001), όπως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 892/Β/

52 Λόγω της εποχικότητας της κατανάλωσης νερού (ξενοδοχεία, παραθεριστές κλπ.) κρίνεται κρίσιμη η εγκατάσταση δύο γραμμών επεξεργασίας με δυναμικότητα 90 m 3 /h για την Α φάση του έργου που καλύπτει τις άμεσες ανάγκες (2008). Έτσι η μία γραμμή θα μπορεί να διακόπτει την λειτουργία της κατά τους χειμερινούς μήνες οπότε και η κατανάλωση είναι χαμηλή. Κατά την Β Φάση του έργου που καλύπτει μελλοντικές ανάγκες (2028) προβλέπεται εγκατάσταση και τρίτης γραμμής με δυναμικότητα 45 m 3 /h οπότε η συνολική δυναμικότητα θα φτάσει τα 135 m 3 /h Εφαρμοζόμενη τεχνολογία μελετώμενης μονάδας αφαλάτωσης Αντίστροφη Όσμωση (RO) Όπως αναφέρθηκε και προγούμενα, σύμφωνα με τα τεχνικά χαρακτηριστικά του εξεταζόμενου στην παρούσα έργου, η μονάδα αφαλάτωσης που πρόκειται να κατασκευαστεί, θα λειτουργεί με την μέθοδο - τεχνολογία της «Αντίστροφης Όσμωσης» (R/O). Οι μεμβράνες της Αντίστροφης Όσμωσης κατασκευάζονται από ημιπερατό άμορφο πολυαμίδιο που δεν επιτρέπει τη διέλευση των διαλελυμένων στερεών (ιόντα άλατα νερού), ενώ αντίθετα επιτρέπει τη διέλευση των μορίων του διαλύτη (νερό). Το μέγεθος των πόρων της μεμβράνης είναι περίπου 10 μονάδες Angstrom που ισούται με ένα εκατομμυριοστό του χιλιοστού. Όταν ένα διάλυμα χωρίζεται από το διαλύτη (νερό) μέσω μιας μεμβράνης Αντίστροφης Όσμωσης, τότε λόγω διαφοράς συγκέντρωσης, τα μόρια του διαλύτη (νερό) διαχέονται μέσα στη μεμβράνη και δια μέσου της επιφάνειας που βρίσκεται σε επαφή με το πυκνό διάλυμα μεταφέρονται σ αυτό. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται Όσμωση και πρωτοανακαλύφθηκε το 1748 από τον Γάλλο Φυσικό Nollet. Στην Αντίστροφη Οσμωση με εφαρμογή κατάλληλης πίεσης, ο διαλύτης (νερό) ακολουθεί αντίστροφη πορεία, δηλαδή από το πυκνό διάλυμα μέσω της επιφάνειας της μεμβράνης μεταφέρεται στο αραιό διάλυμα. Ο Γερμανός Χημικός Traube ήταν ο πρώτος που το 1867 εκτέλεσε πειράματα όσμωσης με τη χρήση τεχνητών μεμβρανών. Στην πράξη, εάν με μια αντλία υψηλής πίεσης πιέσουμε υφάλμυρο ή και θαλασσινό νερό μέσα σε σωλήνες πίεσης κατάλληλα διατεταγμένους (δοχεία πίεσης), όπου έχουμε τοποθετήσει τις μεμβράνες της Αντίστροφης Όσμωσης, το νερό θα «χωρισθεί» σε δύο ρεύματα. Το ένα ρεύμα έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε άλατα και το ονομάζουμε «προϊόν», ενώ το άλλο έχει υψηλή περιεκτικότητα σε άλατα και το ονομάζουμε «απορριπτόμενη άλμη». Μέσω δύο βανών που ρυθμίζουν τις ροές, ελέγχουμε ρυθμίζουμε τα ποσοστά των δύο ρευμάτων, προϊόντος και άλμης. Η αντίστροφη όσμωση έγινε εμπορικά εφαρμόσιμη τεχνολογία στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με χρήση αρχικά μεμβρανών οξικής κυτταρίνης (cellulose acetate). 52

53 Από τότε έχουν γίνει τεράστια βήματα που οδήγησαν στις επικρατούσες σήμερα μεμβράνες με υλικό κατασκευής το πολυαμίδιο, σε διάταξη σπειροειδούς τύλιξης (spiral wound) με χαρακτηριστικά χαμηλής έμφραξης (low fouling) και χαμηλής κατανάλωσης ενέργειας (low energy). Οι παρακάτω είναι ορισμένοι συνήθως χρησιμοποιούμενοι όροι στην τεχνολογία της αντίστροφης όσμωσης: Αγωγιμότητα του νερού: Έκφραση της ύπαρξης ή μη αλάτων σε υδατικό διάλυμα. Η αγωγιμότητα ενός υδατικού διαλύματος είναι το αντίστροφο της ηλεκτρικής του αντίστασης. Προϊόν όσμωσης: Η ροή του παραγόμενου από την Αντίστροφη Όσμωση νερού, το οποίο έχει πολύ χαμηλή συγκέντρωση αλάτων. Τροφοδοσία όσμωσης: Η ροή του τροφοδοτούμενου στην Αντίστροφη Όσμωση ακατέργαστου νερού. Απορριπτόμενη άλμη: Η ροή του απορριπτόμενου από την αντίστροφη όσμωση νερού, το οποίο έχει συμπυκνωμένα όλα τα άλατα του νερού τροφοδοσίας. Λόγος ανάκτησης: Είναι ο λόγος των κυβικών, ανάμεσα στο προϊόν της όσμωσης και την τροφοδοσία της όσμωσης. Λόγος απόρριψης: Είναι ο επί τοις εκατό (%) λόγος ανάμεσα στην συγκέντρωση αλάτων στο προϊόν προς τη συγκέντρωση αλάτων στην τροφοδοσία, αφαιρούμενος από τη μονάδα. Πλεονεκτήματα μεθόδου Αντίστροφης Όσμωσης Τα κυριότερα πλεονεκτήματα της μεθόδου της Αντίστροφης Όσμωσης, είναι τα ακόλουθα: Δυνατότητα αφαλάτωσης θαλασσινού και υφάλμυρου νερού. Διαθεσιμότητα και μεγάλη αξιοπιστία μονάδων. Δυνατότητα παραγωγής πόσιμου νερού. Χαμηλές ενεργειακές ανάγκες σε σχέση με άλλες τεχνολογίες μεθόδους αφαλάτωσης. Compact κατασκευή Δυνατότητα τοποθέτησης σε container/s. Όπως είναι σαφές η αντίστροφη όσμωση αποτελεί φυσική μέθοδο διαχωρισμού που εκτός από την απλότητα και την οικονομικότητά της (τόσο ως κόστος εγκατάστασης όσο και ως κόστος λειτουργίας) παρουσιάζει και τα εξής επιπλέον πλεονεκτήματα: Απόρριψη όχι μόνο των διαλυτών στερεών (ιόντων) αλλά και των οργανικών μορίων που περιέχονται στο νερό και που κατά κανόνα είναι μεγαλύτερα σε μέγεθος από τα 53

54 ιόντα. Σαν αποτέλεσμα αυτού έχουμε απόρριψη φυτοφαρμάκων ή άλλων βλαβερών ανθρωπογενών οργανικών ρύπων. Απόρριψη των μικροοργανισμών που επίσης έχουν μέγεθος πολλαπλάσιο από τους πόρους της μεμβράνης. Σαν αποτέλεσμα έχουμε την τεράστια μείωση των περιεχόμενων στο νερό παθογόνων ή μη μικροοργανισμών. Σημειώνεται ότι για τους παραπάνω λόγους η συγκεκριμένη τεχνολογία είναι η μόνη αποδεκτή σήμερα για την επεξεργασία του νερού στη φαρμακοβιομηχανία. Απόρριψη των αιωρούμενων στερεών με αποτέλεσμα παραγόμενο νερό εξαιρετικά χαμηλής θολότητας. Σαν αποτέλεσμα της ελαχιστοποίησης του οργανικού φορτίου του επεξεργασμένου νερού η επιβαλλόμενη από το νόμο μεταχλωρίωση του παραγόμενου νερού οδηγεί σε μηδενική συγκέντρωση τριαλομεθανίων. Τα τριαλομεθάνια (THM S) είναι κατηγορία οργανικών ενώσεων, ύποπτων καρκινογένεσης, που δημιουργούνται στο νερό από την αλληλοεπίδραση του οργανικού του φορτίου και του προστιθέμενου ελεύθερου χλωρίου. Το σύνολο του προστιθέμενου χλωρίου μετατρέπεται σε ελεύθερο χλώριο. Στάδια μεθόδου Αντίστροφης Όσμωσης Μια εγκατάσταση αντίστροφης όσμωσης χωρίζεται τυπικά σε τρία στάδια: Προεπεξεργασία Κυρίως αντίστροφη όσμωση Μετεπεξεργασία Ακολούθως, γίνεται περιγραφή των προαναφερόμενων σταδίων. Α. Προεπεξεργασία Ο σωστός σχεδιασμός της προεπεξεργασίας είναι ζωτικής σημασίας για τη διάρκεια ζωής των μεμβρανών. Σκοπός της είναι η απομάκρυνση αιωρούμενων σωματιδίων, θολότητας, κολλοειδών πριν αυτά έρθουν σε επαφή και προσκολληθούν στις μεμβράνες. Η ταχύτητα φίλτρανσης προσδιορίζει την επάρκεια των φίλτρων πολλαπλών μέσων. Η έγχυση σε μικρές δοσολογίες κατάλληλου αντικαθαλατωτικού προσθέτου, με σκοπό την αποτροπή ανόργανων αποθέσεων επάνω στην επιφάνεια των μεμβρανών αποτελεί επίσης βασικό στοιχείο της προκατεργασίας. 54

55 Η ύπαρξη υπερβολικού μικροβιακού φορτίου ιδίως όταν αυτό συνδυάζεται με ύπαρξη οργανικού φορτίου (πράγμα που συνήθως αφορά επιφανειακά νερά λιμνών και ποταμών) συνιστά σημαντικό κριτήριο σχεδιασμού της προκατεργασίας. Τιμές ολικού οργανικού άνθρακα (TOC) μεγαλύτερες από 15 mg/lt συνιστούν κρίσιμο όριο. Η χλωρίωση αποχλωρίωση, η έγχυση βιοκτόνων και οι συσκευές υπεριώδους ακτινοβολίας αποτελούν τα σημαντικότερα όπλα για την αποφυγή υπέρμετρου μικροβιακού φορτίου. Η προσρόφηση σε κλίνες ενεργού άνθρακα μπορεί να συντελέσει στη μείωση του υψηλού οργανικού φορτίου της τροφοδοσίας, εφόσον ο προβλεπόμενος χρόνος επαφής (EBCT) επιλέγεται κατάλληλα. Κριτήριο σχεδιασμού για τη σωστή επιλογή συσκευών υπεριώδους ακτινοβολίας αποτελεί η ένταση της εκπεμπόμενης ακτινοβολίας. Β. Κυρίως αντίστροφη όσμωση Ο επαρκής αριθμός και η κατάλληλη διάταξη των μεμβρανών ενός συστήματος αποτελεί κρίσιμη παράμετρο σχεδιασμού του συστήματος. Τα δοχεία που περιέχουν τις μεμβράνες διατάσσονται σε στάδια με σκοπό τη βελτιστοποίηση του λόγου ανάκτησης, του λόγου απόρριψης των αλάτων και της ομοιόμορφης εκμετάλλευσης όλων των μεμβρανών. Ειδικό λογισμικό παρέχεται από τους κατασκευαστές των μεμβρανών ώστε ένα σύστημα να σχεδιάζεται σωστά. Οι ακραίες θερμοκρασίες του νερού τροφοδοσίας, ο διαθέσιμος χώρος εγκατάστασης και η επιδιωκόμενη ποιότητα του παραγόμενου νερού αποτελούν στοιχεία που συνυπολογίζονται κατά τον σχεδιασμό. Η ύπαρξη πλήρους και επαρκούς κυκλώματος χημικών καθαρισμών με σκοπό την προληπτική ή έκτακτη συντήρηση των μεμβρανών αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της εγκατάστασης. Περιλαμβάνονται κατ ελάχιστον δεξαμενή επαρκούς όγκου και αντλία ικανής παροχής και μανομετρικού ώστε να δημιουργείται επαρκής ροή του καθαριστικού διαλύματος μέσα από τις μεμβράνες. Γ. Μετεπεξεργασία Η τελική ρύθμιση των φυσικοχημικών χαρακτηριστικών του παραγόμενου νερού είναι ιδιαίτερης σημασίας για μια εγκατάσταση αφαλάτωσης. Παραλείψεις και φτωχός σχεδιασμός του συγκεκριμένου σταδίου οδήγησαν συχνά σε νερό διαβρωτικό για τα δίκτυα. Η ικανοποιητική αύξηση της σκληρότητας και της αλκαλικότητας καθώς και η ρύθμιση του ph αποτρέπουν τη διαβρωτικότητα ενώ ταυτόχρονα προσδίδουν στο νερό φυσιολογική γεύση. 55

56 Η χρήση μέσου οξίνισης (ανόργανου οξέος ή διοξειδίου του άνθρακα) αποτελεί αναγκαίο στάδιο ώστε κατά την επαφή του νερού με το υλικό επανασκλήρυνσης (ανθρακικό ασβέστιο) να επιτυγχάνεται το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο κατάλληλος χρόνος επαφής (EBCT) καθώς και η επαρκής ταχύτητα φίλτρανσης είναι κρίσιμα στοιχεία για τον σχεδιασμό των φίλτρων ανθρακικού ασβεστίου Σύστημα προεπεξεργασίας Το σύστημα προεπεξεργασίας έχει σκοπό την επεξεργασία του νερού της γεώτρησης ώστε αυτό να γίνει κατάλληλο για τροφοδοσία στο σύστημα της αντίστροφης όσμωσης. Στην έξοδο του συστήματος προεπεξεργασίας το νερό πρέπει να είναι απαλλαγμένο από αιωρούμενα σωματίδια (suspended solids - SS) και υπερβολικό μικροβιολογικό φορτίο, θα πληροί δε τα παρακάτω χαρακτηριστικά: SDI (SILT DENSITY INDEX): 3.0 μέγιστο Θολερότης (Turbidity): 0,3 NTU μέγιστο Η τροφοδοσία κατάλληλου αντικαθαλατωτικού προσθέτου αποτρέπει την κατακάθιση σκληρών αποθέσεων στην επιφάνεια των μεμβρανών προστατεύοντάς τες από εμφράξεις (fouling). Για λόγους ασφαλείας αποκλείεται η χρήσης οξέος ως χημικού προκατεργασίας για την επίτευξη του παραπάνω σκοπού. Για τη μέτρηση θολερότητας και του δείκτη SDI (SILT DENSITY INDEX) θα δοθούν φορητά όργανα αυτόματης μέτρησης. Ειδικά η φορητή συσκευή SDI θα είναι αυτόματη και θα μπορεί να συνδεθεί σε κατάλληλες αναμονές σε διάφορα σημεία της προκατεργασίας, θα προσδιορίζει δε αυτόματα τον δείκτη SDI, ελέγχοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της προκατεργασίας. Σύστημα αντλιών τροφοδοσίας (P-1) Η τροφοδοσία του ακατέργαστου νερού από τη δεξαμενή αποθήκευσης προς τις μονάδες αντίστροφης όσμωσης θα γίνεται μέσω τριών αντλιών (η μία εφεδρική). Στην κατάθλιψή τους οι αντλίες θα φέρουν βαλβίδες αντεπιστροφής και βάνα απομόνωσης. Οι κινητήρες των αντλιών θα είναι σύγχρονοι βραχυκυκλωμένου δρομέα. Αριθμός: Τρεις (3). Δύο (2) σε λειτουργία, μία (1) εφεδρική. Παροχή: 60 m 3 /hr εκάστη. Μανομετρικό: 37 Μ 56

57 Τύπος: Οριζόντιες, μονοβάθμιες, φυγοκεντρικές. Υλικό διαβρεχόμενων μερών: 316 L SS. Κινητήρας: 380 V, IP 55. Εκκίνηση στάση: Ομαλή εκκίνηση στάση (soft starter soft stop). Πολυστρωματικά φίλτρα πολλαπλών μέσων (F-1) Το νερό οδηγείται στη συνέχεια μέσω των πολυστρωματικών φίλτρων όπου κατακρατούνται τα αιωρούμενα σωματίδια, κολλοειδή και επιτυγχάνεται βελτίωση του δείκτη SDI και της θολότητας του ακατέργαστου νερού. Τα φίλτρα (ένα για κάθε μονάδα) θα περιέχουν τουλάχιστον τρία διαφορετικού είδους πληρωτικά υλικά (π.χ. χαλαζιακή άμμος, ανθρακίτης κλπ.) που θα προσδιορίζονται επακριβώς όπως επίσης και η ποσότητα του καθενός. Η πλύση των φίλτρων θα περιλαμβάνει ένα στάδιο ανάστροφης πλύσης (backwash) κι ένα στάδιο ευθείας πλύσης (straight wash). Η πλύση των φίλτρων θα γίνεται με τις μονάδες εκτός λειτουργίας. Το σταμάτημα αυτό δεν θα επηρεάζει τη συνολική ημερήσια παραγωγή της μονάδος η οποία θα είναι σε κάθε περίπτωση m3/μονάδα (2.160 m3 συνολικά), θεωρώντας μία (1) πλύση/φίλτρο κάθε 48 ώρες λειτουργίας. Η λειτουργία & πλύση των φίλτρων θα είναι αυτόματη και θα ελέγχεται από το PLC της μονάδος. Η διαδικασία της πλύσης θα ενεργοποιείται με βάση χρονική εντολή από το PLC ή χειροκίνητα. Το σώμα των φίλτρων θα είναι κατασκευασμένο από χάλυβα (ST 37) καλυμμένο εσωτερικά με επίστρωση ελαστικού πάχους τουλάχιστον 5 mm και βαμμένο εξωτερικά με κατάλληλη εποξεική βαφή. Θα φέρει τουλάχιστον δύο (2) ανθρωποθυρίδες διαστάσεων Ø 500, μία στο πλάι και μία επάνω, για εύκολη πλήρωση και εκκένωση των πληρωτικών υλικών. Οι σωληνώσεις θα είναι κατασκευασμένες από PVC ή PE ή άλλο συνθετικό υλικό ονομαστικής πίεσης τουλάχιστον 16 atm. Οι αυτόματες βάνες τους θα είναι τύπου διαφραγματικού ή πεταλούδας με ενεργοποιητή ηλεκτρικό ή πνευματικό και θα λειτουργούν σε τάση 24V. Σε περίπτωση πνευματικών βανών θα προβλέπεται και ο αντίστοιχος αεροσυμπιεστής. Αριθμός: Δύο (2), ένα για κάθε μονάδα. Τύπος: Βεβιασμένης κυκλοφορίας (ταχυδιϋλιστήριο). 57

58 Δυναμικότητα λειτουργίας: 60 m 3 /hr. Ταχύτητα φίλτρανσης: 14 m/hr μέγιστο. Ροή ανάστροφης πλύσης(backwash): 120 m 3 /hr. Πίεση σχεδιασμού: 8.0 bar. Πίεση λειτουργίας: 4.0 bar. Πληρωτικό υλικό: Τρία (3) στρώματα διαφορετικών πληρωτικών υλικών. Νερό πλύσης: Ακατέργαστο νερό γεωτρήσεων. Λειτουργία: Αυτόματη. Για την πλύση των φίλτρων μπορούν εφόσον τα υδραυλικά τους χαρακτηριστικά το επιτρέπουν να χρησιμοποιηθούν οι αντλίες τροφοδοσίας (P-1). Διαφορετικά θα περιλαμβάνεται διαφορετικό αντλιοστάσιο με δύο (2) αντλίες ίδιου τύπου με τις P-1 [μία (1) εφεδρική]. Διάταξη απολύμανσης με υπεριώδη ακτινοβολία (UV-1) Για την προστασία των μεμβρανών από υπερβολική ανάπτυξη μικροοργανισμών το νερό τροφοδοσίας θα διέρχεται από συσκευή UV. Αριθμός συσκευών: Μία (1) για κάθε μονάδα. Υλικό κελύφους: Ανοξείδωτος χάλυβας τύπου 316L SS Ένταση ακτινοβολίας: Κατ ελάχιστον mw/sec.cm 2 Η ακτινοβολία UV στα nm διεισδύει στα μόρια του DNA των μικροοργανισμών καταστρέφοντάς τα και απολυμαίνοντας το νερό με τον πλέον αποτελεσματικό και φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο. Η αποστείρωση με UV εκτός του ότι είναι πλέον αποτελεσματική από τη χλωρίωση έχει παράλληλα τα εξής πλεονεκτήματα: Πλέον αξιόπιστος έλεγχος του συστήματος. Ευκολία συντήρησης. Μη μεταβολή του ph του νερού. Χαμηλότερο λειτουργικό κόστος. Λιγότερος χώρος εγκατάστασης. 58

59 Ελάχιστος χρόνος επαφής. Μη δημιουργία ανεπιθύμητων τοξικών παραπροϊόντων. Σύστημα δοσιμέτρησης αντικαθαλατωτικού προσθέτου (DP 1) Μετά τα πολυστρωματικά φίλτρα και πριν από τα φίλτρα φυσιγγίων θα γίνεται προσθήκη ειδικού αντικαθαλατωτικού προσθέτου με σκοπό την αποτροπή ανόργανων αποθέσεων στις μεμβράνες. Θα προσδιορίζεται επακριβώς ο τύπος και η αναγκαία συγκέντρωση του αντικαθαλατωτικού προσθέτου στο νερό τροφοδοσίας. Το προτεινόμενο αντικαθαλατωτικό πρόσθετο θα είναι συμβατό με τις προτεινόμενες μεμβράνες αντιστρόφου οσμώσεως και αυτό θα πιστοποιείται από αντίστοιχη βεβαίωση του κατασκευαστή των μεμβρανών. Οι δοσιμετρικές θα είναι διαφραγματικού τύπου ηλεκτρομαγνητικές πλήρεις με αντεπίστροφα, βάνες απομόνωσης και δεξαμενή αντικαθαλατωτικού από PE όγκου 200 λίτρων. Για τη διασφάλιση της συνεχούς & επαρκούς δοσιμέτρησης του αντικαθαλατωτικού προσθέτου οι δοσιμετρικές αντλίες θα φέρουν στην κατάθλιψή τους ειδική διάταξη ανίχνευσης ροής. Αριθμός δοσιμετρικών αντλιών: Τρεις (3). Δύο (2) σε λειτουργία, μία (1) αντικαθαλατωτικού εφεδρική. Παροχή: 2 lt/hr. Μέγιστη πίεση κατάθλιψης: 8 bar, κατ ελάχιστον. Τύπος: Ηλεκτρομαγνητική. Υλικό κεφαλής: PV DF. Φίλτρα ασφαλείας φυσιγγίων (CF-1) Η φίλτρανση με φίλτρα φυσιγγίων έχει σκοπό την κατακράτηση απομάκρυνση όλων των αιωρούμενων σωματιδίων μεγέθους μεγαλύτερου από 5 μm, που διέφυγαν από το πολυστρωματικό φίλτρο μέσων. Τα φίλτρα φυσιγγίων θα έχουν σώμα κέλυφος κατασκευασμένο από ανοξείδωτο χάλυβα τύπου 316 L SS και θα περιέχουν έκαστο, τουλάχιστον 14 (δεκατέσσερα) φίλτρα φυσιγγίων μήκους 40 ιντσών και ικανότητας κατακράτησης 5 μm. Αριθμός: Ένα (1), για κάθε μονάδα. 59

60 Δυναμικότητα: 60 m 3 /hr. Υλικό κατασκευής κελύφους: 316L SS. Μέγεθος πόρων φυσιγγίων: Να δέχεται φυσίγγια των 5 μm. Αριθμός φυσιγγίων: Να δέχεται τουλάχιστον 14 φυσίγγια ισοδυνάμου μήκους 40 έκαστο. Πίεση σχεδιασμού: 8,0 bar. Πίεση λειτουργίας: 4,0 bar Σύστημα αντίστροφης όσμωσης Δύο (2) όμοιες διατάξεις αντίστροφη όσμωση με όλο τον περιγραφόμενο εξοπλισμό τοποθετημένο επάνω σε βάση στήριξης από ανοξείδωτους κοιλοδοκούς κατάλληλης διατομής. Η κάθε διάταξη έχει σκοπό την απόρριψη των διαλυτών αλάτων του νερού τροφοδοσίας, πρέπει δε να πληροί τα παρακάτω τεχνικά χαρακτηριστικά: Δυναμικότητα: 45 m 3 προϊόντος/hr (1.080 m 3 /ημέρα), κατ ελάχιστον. Ρυθμός ανάκτησης (Recovery Rate): 80%, κατ ελάχιστον. Πίεση λειτουργίας: Η κατάλληλη για την επίτευξη της ποσότητας και ποιότητας του παραγόμενου νερού. Απόρριψη αλάτων (Salt Rejection Rate): 97%, κατ ελάχιστον. Η κάθε διάταξη θα περιλαμβάνει τα ακόλουθα: Αντλίες υψηλής πίεσης (P-2) Για την επίτευξη της υψηλής πίεσης που είναι αναγκαία για την ικανοποιητική αφαλάτωση του υφάλμυρου νερού θα υπάρχουν σε κάθε σύστημα δύο (2) αντλίες (η μία εφεδρική), κάθετες, πολυβάθμιες με διαβρεχόμενα μέρη από 316 L SS. Οι αντλίες υψηλής πίεσης θα είναι εξοπλισμένες με ρυθμιστή στροφών (inverter) έτσι ώστε να είναι εύκολα ρυθμιζόμενη η πίεση κατάθλιψής τους στο βαθμό που αναμένεται εποχική μεταβολή του βαθμού αλατότητας του νερού των γεωτρήσεων. Ο ρυθμιστής στροφών βελτιώνει παράλληλα και την ενεργειακή συμπεριφορά των αντλιών. 60

61 Θα υποβληθούν όλα τα στοιχεία των προσφερόμενων αντλιών καθώς και οι καμπύλες λειτουργίας τους. Αριθμός: Δύο (2) για κάθε μονάδα. Μία σε λειτουργία, μία εφεδρική. Παροχή: 60 m3/hr. Μανομετρικό: Το απαιτούμενο για την αποτελεσματική αφαλάτωση του νερού τροφοδοσίας. Τύπος: Πολυβάθμια κάθετη, φυγοκεντρική. Υλικό διαβρεχόμενων μερών: 316 L SS (πτερύγια, κέλυφος). Κινητήρας: 380 V, IP 55. Εκκίνηση στάση: Ρυθμιστής στροφών (inverter). Δοχεία πίεσης μεμβρανών Οι μεμβράνες αντιστρόφου οσμώσεως είναι τοποθετημένες εντός κατάλληλων κυλινδρικών δοχείων κατασκευασμένων από κατάλληλο συνθετικό υλικό (FRP) με πίεση σχεδιασμού τουλάχιστον 450 psi (31 bar). Τα δοχεία πίεσης διατάσσονται με κατάλληλο τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται η προσαρμοστικότητα της μονάδος στις μεταβολές της αλατότητας της τροφοδοσίας. Επίσης θα πρέπει να διασφαλίζεται η όσο το δυνατόν ομοιόμορφη εκμετάλλευση όλων των μεμβρανών της εγκατάστασης με τη μέγιστη δυνατή απόρριψη αλάτων. Για την επίτευξη των παραπάνω οι διαγωνιζόμενοι μπορούν να προτείνουν κατά την κρίση τους και άλλες τεχνικές λύσεις όπως π.χ. χρήση δύο διαφορετικού τύπου μεμβρανών, χρήση ενδιάμεσης στα δοχεία πίεσης αντλίας booster κλπ. Κάθε πρόταση θα στοιχειοθετείται τεχνικά επαρκώς ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγησή της. Τα δοχεία πίεσης θα έχουν είσοδο ακατέργαστου νερού από το πλάι (πλαϊνής εισόδου) ώστε να είναι ευκολότερη η τοποθέτηση των μεμβρανών (χωρίς περιττή αποσυναρμολόγηση σωληνώσεων). Κάθε δοχείο πίεσης θα φέρει δειγματολήπτη για τον έλεγχο της ποιότητας του παραγόμενου νερού. Αριθμός: Ικανός να δεχτεί τον απαιτούμενο αριθμό μεμβρανών. Υλικό: FRP. 61

62 Πίεση σχεδιασμού: 450 psi (31 bar). Διάταξη: Τα δοχεία πίεσης θα διαταχθούν με τον βέλτιστο τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη απόρριψη αλάτων (Rejection Rate) όπως επίσης και η ευελιξία της μονάδος σε πιθανές μεταβολές της ποιότητας του νερού τροφοδοσίας. Μεμβράνες αντίστροφης όσμωσης Στα δοχεία πίεσης θα είναι τοποθετημένος ικανός αριθμός μεμβρανών. Η κάθε μεμβράνη χωριστά θα έχει δυνατότητα απόρριψης αλάτων τουλάχιστον 99,5% θα είναι δε του τύπου σπειροειδούς τύλιξης (spiral wound), πολυαμιδίου (polyamide) με ενεργή επιφάνεια τουλάχιστον 400 ft 2 εκάστη. Ο αριθμός των μεμβρανών θα είναι τουλάχιστον 48 (σαράντα οκτώ) μεμβράνες για κάθε μία μονάδα. Συνολικός αριθμός: Τουλάχιστον 48 μεμβράνες για κάθε μονάδα. Τύπος μεμβρανών: Σπειροειδούς τύλιξης (spiral wound), πολυαμιδίου (polyamide), δραστικής επιφάνειας 400 ft 2 εκάστη κατ ελάχιστον. Κατασκευαστής: Επώνυμος. Απόρριψη αλάτων (Salt Rejection Rate): 99,5%, κατ ελάχιστον. Διάταξη χημικών καθαρισμών & έκπλυσης των μεμβρανών Το κάθε σύστημα αντιστρόφου οσμώσεως θα διαθέτει ανεξάρτητη διάταξη αυτόματης έκπλυσης των μεμβρανών με αφαλατωμένο νερό κάθε φορά που η μονάδα θα σταματάει τη λειτουργία της ώστε ν αποφεύγονται διαβρώσεις των σωληνώσεων και μείωση της διάρκειας ζωής των μεμβρανών. Το σύστημα περιλαμβάνει: Δεξαμενή έκπλυσης & χημικών καθαρισμών από PE όγκου τουλάχιστον lts. Ηλεκτρικό αναδευτήρα για τη διάλυση των χημικών ουσιών. Φυγοκεντρική αντλία κατάλληλης παροχής και μανομετρικού με διαβρεχόμενα μέρη από ανοξείδωτο χάλυβα 316 L SS (P-3). 62

63 Η ίδια διάταξη θα εξυπηρετεί και την ανάγκη περιοδικών χημικών καθαρισμών των μεμβρανών ώστε ν απομακρύνονται επικαθίσεις οργανικής ή ανόργανης φύσης. Όγκος δεξαμενής: lts κατ ελάχιστον. Υλικό κατασκευής δεξαμενής: PE. Τύπος αναμίκτη: Με φτερωτή. Αριθμός αντλιών: Μία (1) σε κάθε σύστημα. Τύπος αντλίας: Οριζόντια, μονοβάθμια φυγοκεντρική. Παροχή: 60 m 3 /hr Μανομετρικό: 35 Μ Υλικό διαβρεχόμενων μερών: 316 L SS. Κινητήρας: 380 V, IP 55. Εκκίνηση: Αστέρας τρίγωνο. Όργανα ρύθμισης και ελέγχου Για τη σωστή επιτήρηση λειτουργίας της κάθε μονάδας θα περιλαμβάνονται τα παρακάτω τουλάχιστον όργανα: Ροόμετρα: Τρία (3) για τη μέτρηση των ροών, τροφοδοσίας, προϊόντος και απορριπτόμενης άλμης. Αγωγιμόμετρα: Τρία (3) για τη μέτρηση της αγωγιμότητας του ρεύματος τροφοδοσίας και του προϊόντος (πριν και μετά τη μετεπεξεργασία). Πεχάμετρο: Ένα (1) για τη μέτρηση του ph του τελικά παραγόμενου νερού. Μετρητής ελεύθερου χλωρίου: Ένας (1) για τη μέτρηση του χλωρίου του τελικά παραγόμενου νερού (η μέτρηση του χλωρίου θα γίνεται με επιλεκτικό ηλεκτρόδιο και όχι με αισθητήρα REDOX). Θερμοκρασίας: Ένα (1) για τη μέτρηση της θερμοκρασίας του νερού τροφοδοσίας. 63

64 Όλα τα παραπάνω όργανα θα είναι πλήρη με αισθητήρα, θα είναι ψηφιακά και θα υπάρχει ένδειξη στον κεντρικό πίνακα της μονάδος. Εκτός των παραπάνω η κάθε μονάδα θα διαθέτει: Μανόμετρα στην κατάθλιψη κάθε αντλίας. Μανόμετρα στην είσοδο & έξοδο κάθε φίλτρου. Μανόμετρα στα διάφορα στάδια της αντίστροφης όσμωσης (είσοδος έξοδος μεμβρανών). Σωληνώσεις σύνδεσης Όλες οι σωληνώσεις και τα εξαρτήματα χαμηλής πίεσης θα είναι από κατάλληλο πλαστικό υλικό PVC ή PE κατάλληλης πίεσης λειτουργίας. Οι σωληνώσεις υψηλής πίεσης και τα εξαρτήματά τους θα είναι από κατάλληλο υλικό 904 L ή DUPLEX και όχι 316 L SS, οι δε συγκολλήσεις θα γίνουν από αντίστοιχης ποιότητας ηλεκτρόδια. Οι σωληνώσεις διασύνδεσης των δύο (2) μονάδων μεταξύ τους θα υπολογισθούν με την προοπτική της διασύνδεσης μελλοντικά και 3 ης μονάδος ίδιας δυναμικότητας με τις δύο (2) πρώτες. Σκελετός βάσεις στήριξης Τόσο η κυρίως μονάδα αντιστρόφου οσμώσεως όσο και ο υπόλοιπος εξοπλισμός, όπου αυτό απαιτείται, θα στηρίζονται σε ανοξείδωτες (304 SS) στιβαρές κοιλοδοκούς κατάλληλης διατομής. Όπου απαιτείται θα χρησιμοποιηθούν αντικραδασμικά ελαστικά παρεμβύσματα. Όλοι οι κοχλίες και τα περικόχλια ανάρτησης και στήριξης εξοπλισμού θα είναι επίσης ανοξείδωτα. Ηλεκτρικός πίνακας Ο ηλεκτρικός πίνακας της εγκατάστασης θα περιλαμβάνει όλες τις διατάξεις ασφαλείας και τα όργανα ελέγχου, θα είναι δε τοποθετημένος εντός του στεγασμένου χώρου. Θα είναι κατασκευασμένος σύμφωνα με τις προδιαγραφές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα φέρει πιστοποιητικό (CE). Θα περιλαμβάνει το PLC με όλες τις απαραίτητες κάρτες εισόδου εξόδου για την πλήρως αυτόματη λειτουργία της μονάδος. 64

65 Το PLC θα φέρει οθόνη επαφής (touch screen) με μιμικό διάγραμμα της διεργασίας, ιστορικό μηνυμάτων κλπ. Θα φέρει κάθε επιπλέον απαραίτητη για τη λειτουργία των μονάδων διάταξη όπως: διακόπτη επείγουσας παύσης, αυτόματο διακόπτη ισχύος, αμπερόμετρα, βολτόμετρα, χειροκίνητους διακόπτες, ενδεικτικές λυχνίες. Ο πίνακας θα περιλαμβάνει επίσης τη διανομή για το φωτισμό και τους τοπικούς πίνακες. Πέραν των παραπάνω η ηλεκτρολογική εγκατάσταση θα περιλαμβάνει: Δύο (2) τοπικούς υποπίνακες έναν για κάθε διάταξη αντιστρόφου οσμώσεως. Τοπικούς διακόπτες τριών θέσεων (AUTO OFF MANUAL) και διακόπτες ασφαλείας σε τοπικούς καταναλωτές (αντλίες τροφοδοσίας, δοσιμετρικές κλπ.). Διατάξεις ασφαλείας Με σκοπό την προστασία της μονάδος θα υπάρχουν μια σειρά από διατάξεις ασφαλείας οι οποίες είτε θα σημάνουν συναγερμό, είτε θα διακόπτουν, εάν αυτό απαιτείται, τη λειτουργία της μονάδος. Συγκεκριμένα θα περιλαμβάνονται τα παρακάτω στοιχεία ασφαλείας: Χαμηλή στάθμη δοχείων χημικών. Χαμηλή στάθμη δεξαμενής ακατέργαστου. Χαμηλή πίεση στην αναρρόφηση της αντλίας υψηλής πίεσης. Υψηλή πίεση στην κατάθλιψη της αντλίας υψηλής πίεσης. Υψηλή πίεση στη γραμμή του παραγόμενου νερού πριν το φίλτρο ανθρακικού ασβεστίου. Υψηλή αγωγιμότητα (χαμηλή ποιότητα) του παραγόμενου από τις μεμβράνες νερού. ph παραγόμενου νερού (μετά το φίλτρο ανθρακικού ασβεστίου) εκτός ορίων. Ελεύθερο χλώριο παραγόμενου πόσιμου νερού εκτός ορίων. Χαμηλή ροή στην κατάθλιψη των δοσιμετρικών αντλιών αντικαθαλατωτικού. Χαμηλή πίεση πεπιεσμένου αέρα πνευματικών βανών. Θερμική προστασία σε κάθε ηλεκτροκινητήρα. 65

66 5.5.8 Σύστημα μετεπεξεργασίας Το σύστημα της μετεπεξεργασίας έχει σκοπό του την παραπέρα βελτίωση της ποιότητας του παραγόμενου από την αντίστροφη όσμωση νερού, ώστε να γίνει κατάλληλο για διανομή και κατανάλωση. Το παραγόμενο νερό από την αντίστροφη όσμωση έχει χαμηλή αγωγιμότητα ταυτόχρονα όμως και χαμηλή σκληρότητα, αλκαλικότητα και ph (λόγω υψηλής συγκέντρωσης διαλελυμένου CO 2 ). Τα παραπάνω καθιστούν το νερό διαβρωτικό για το σύστημα διανομής και ταυτόχρονα του προσδίνουν ασυνήθη γεύση. Το σύστημα μετεπεξεργασίας περιλαμβάνει: Διάταξη έγχυσης διοξειδίου του άνθρακα ώστε το νερό να γίνει ικανοποιητικά επιθετικό απέναντι στο CaCO 3. Δοχείο πληρωτικού υλικού που θα περιέχει το CaCO 3 το οποίο διαλύεται προοδευτικά με τη διέλευση του προς μετεπεξεργασία νερού. Διάταξη τελικής δοσιμέτρησης ελέγχου & ρύθμισης χλωρίου. Διάταξη έγχυσης διοξειδίου του άνθρακα (DC) Για την αύξηση της ικανότητας του παραγόμενου από την αντίστροφη όσμωση να διαλύσει το CaCO 3 πρέπει ν αυξηθούν τα επίπεδα του CO 2 στο νερό. Η ποσότητα του προστιθέμενου CO 2 θα πρέπει να μπορεί να είναι τέτοια (> 40 ppm) ώστε να διασφαλίζεται ικανοποιητική ολική σκληρότητα στο τελικά παραγόμενο νερό. Η ακριβής απαιτούμενη ποσότητα προσθήκης CO 2 θα βελτιστοποιηθεί στη φάση των δοκιμών λειτουργίας έτσι ώστε σε κάθε περίπτωση ο δείκτης διαβρωτικότητας του παραγόμενου νερού (L.S.I.) να είναι θετικός (0 < L.S.I. < +0,5). Η έγχυση CO 2 θα γίνεται από φιάλες CO 2 υπό πίεση τοποθετημένες σε κανίστρες συστοιχίες επαναχρησιμοποιούμενων φιαλών. Δοχεία φίλτρα ανθρακικού ασβεστίου (F-2) Κάθε μονάδα θα φέρει φίλτρο ανθρακικού ασβεστίου ικανής χωρητικότητας ώστε να διασφαλίζεται ικανοποιητικός χρόνος επαφής με το πληρωτικό υλικό. Τα δοχεία θα είναι κατασκευασμένα από κατάλληλο ανθεκτικό υλικό θα φέρουν δε τουλάχιστον δύο (2) ανθρωποθυρίδες (πάνω & πλάι) για την εύκολη πλήρωσή τους. Τα δοχεία θα φέρουν αυτόματες πνευματικές ή ηλεκτρικές βάνες ώστε να είναι δυνατή η διενέργεια ανάστροφης έκπλυσης μετά από κάθε συμπλήρωση ανθρακικού ασβεστίου. 66

67 Η ανάστροφη έκπλυση θα γίνεται αυτόματα με τη χρήση αυτόματων βανών, όμοιων με τις χρησιμοποιούμενες στα φίλτρα πολλαπλών μέσων (F-1) που θα ελέγχονται από το PLC της μονάδος. Η ενεργοποίηση της διαδικασίας έκπλυσης θα γίνεται χειροκίνητα από τον χειριστή της μονάδος μετά από κάθε συμπλήρωση. Για την έκπλυση θα χρησιμοποιείται το παραγόμενο νερό από τις μονάδες αντιστρόφου οσμώσεως. Αριθμός: Δύο (2), ένα (1) δοχείο για κάθε μονάδα. Παροχή: 50 m 3 /hr, κατ ελάχιστον. Είδος υλικού πλήρωσης: Ανόργανο υλικό (CaCO 3 ) κατάλληλο για επαφή με πόσιμο νερό. Όγκος εγκατεστημένου υλικού: lts, κατ ελάχιστον. Ταχύτητα φίλτρανσης: 15 m/hr, μέγιστον Ύψος κλίνης ανθρακικού ασβεστίου: 1,5 M, κατ ελάχιστον. Διάταξη τελικής δοσιμέτρησης ελέγχου & ρύθμισης χλωρίου (DP-2) Η χλωρίωση του παραγόμενου νερού θα γίνεται με χρήση διαλύματος υποχλωριώδους νατρίου (13%). Η διάταξη θα περιλαμβάνει τρεις (3) δοσιμετρικές αντλίες (η μία εφεδρική). Οι δοσιμετρικές αντλίες θα δέχονται εξωτερικό σήμα 4 20 ma από τη διάταξη μέτρησης υπολειμματικού χλωρίου και θα ρυθμίζουν αυτόματα την παροχή τους διατηρώντας πάντοτε τα επίπεδα του ελεύθερου χλωρίου στα αποδεκτά από τη νομοθεσία όρια. Οι τιμές του ελεύθερου χλωρίου θα αποθηκεύονται για ικανό χρονικό διάστημα στο ιστορικό της οθόνης επαφής. Περιλαμβάνεται επίσης δεξαμενή αποθήκευσης υποχλωριώδους νατρίου από PE όγκου 200 λίτρων. Αριθμός δοσιμετρικών αντλιών υποχλωριώδους νατρίου: Τρεις (3). Δύο σε λειτουργία, μία (1) εφεδρική. Παροχή: 2 lt/hr. Πίεση κατάθλιψης: 8 bar, κατ ελάχιστον. 67

68 Τύπος: Ηλεκτρομαγνητική. Υλικό κεφαλής: PV DF. Συσκευή μέτρησης-ελέγχου ελεύθερου Cl 2 : Τύπου επιλεκτικού ηλεκτροδίου Διάταξη Εργονομία της Εγκατάστασης Ο εξοπλισμός θα διαταχθεί εντός του προβλεπόμενου για τον σκοπό αυτό στεγασμένου χώρου, διαστάσεων 27,0x11,0. Η διάταξη θα είναι εργονομική ώστε να διευκολύνονται όλες οι απαραίτητες εργασίες συντήρησης. Οι σωληνώσεις διασύνδεσης των διαφορετικών μεταξύ τους τμημάτων της εγκατάστασης και συγκεκριμένα: αντλίες τροφοδοσίας φίλτρα μέσων κυρίως αντίστροφη όσμωση φίλτρα ανθρακικού ασβεστίου δεξαμενή προϊόντος φρεάτιο άλμης, θα είναι τοποθετημένες κάτω από το επίπεδο του εδάφους εντός καναλιών κατάλληλης διατομής καλυμμένων με κατάλληλες ανθεκτικές μεταλλικές σχάρες ή τσιμεντένιες πλάκες έτσι ώστε να επιτρέπεται η πρόσβαση περονοφόρου οχήματος (ΚΛΑΡΚ) σε κάθε σημείο της εγκατάστασης, με σκοπό τη μεταφορά βαρέως εξοπλισμού (π.χ. αντλίες), την πλήρωση των φίλτρων κλπ. Όπου αυτό απαιτείται (π.χ. συγκρότημα αντλιών τροφοδοσίας, δοσιμετρικές αντλίες κλπ.) θα αφεθεί ελεύθερος χώρος για την προσθήκη του αναγκαίου εξοπλισμού για την 3η μελλοντική μονάδα. Οι δοσιμετρικές αντλίες χημικών όπως και δεξαμενές κατανάλωσης χημικών θα βρίσκονται εντός ενιαίου περιορισμένου χώρου κατάλληλης χωρητικότητας. Ο χώρος αυτός σε σχήμα λεκάνης θα συγκεντρώνει οποιεσδήποτε διαρροές χημικών ώστε αυτές να απομακρύνονται ακολούθως ελεγχόμενα Βοηθητικός εξοπλισμός Εξοπλισμός όργανα χημείου Οι προσφορές θα περιλαμβάνουν κατ ελάχιστον τα παρακάτω όργανα Χημείου: Φορητό ψηφιακό αγωγιμόμετρο κλίμακας μs/cm. Φορητός ψηφιακός μετρητής ph. Φορητός ψηφιακός μετρητής θολερότητας. Φορητός ψηφιακός μετρητής ελεύθερου & ολικού χλωρίου. Φορητός αυτόματος μετρητής SDI (SILT DENSITY INDEX). 68

69 Περονοφόρο όχημα μεταφοράς φορτίων Για τις ανάγκες συντήρησης της εγκατάστασης (μετακίνηση εξοπλισμού, συμπλήρωση φίλτρων ανθρακικού ασβεστίου, μεταφορά χημικών) θα συμπεριληφθεί στις προσφορές ηλεκτρικό περονοφόρο όχημα (κλαρκ) μεταφορικής ικανότητας Kgs κατ ελάχιστον. Αντλία μετάγγισης χημικών είδη προστασίας εργαζομένων Για τις ανάγκες μετάγγισης των χημικών πρόσθετων (υποχλωριώδες νάτριο, αντικαθαλατωτικό) θα περιλαμβάνεται ηλεκτρική πλαστική αντλία μετάγγισης (drum pump) παροχής τουλάχιστον 50 λίτρων το λεπτό. Επίσης ένα (1) πλήρες σετ με τα αναγκαία είδη προστασίας εργαζομένων Προσωπικό Για την εύρυθμη λειτουργία μιας εγκατάστασης αφαλάτωσης με τη μέθοδο της αντιστρόφου οσμώσεως απαιτείται σχετικά μικρός αριθμός τεχνικών μερικής απασχόλησης. Ενδεχομένως ήδη υπάρχοντες τεχνικοί του Δήμου, απασχολούμενοι παράλληλα. Συγκεκριμένα απαιτούνται: Υπεύθυνος λειτουργίας & συντήρησης Μηχανολόγος Μηχανικός ή Χημικός Μηχανικός που θα μεριμνά για τη λειτουργία, την οργάνωση και τη συντήρηση προληπτική και επιδιορθωτική του εξοπλισμού της εγκατάστασης. Ηλεκτροτεχνίτης Ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για την επίβλεψη λειτουργίας του συστήματος, τις επισκευές και τη συντήρηση του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού αυτοματισμού. Μηχανοτεχνίτης Υδραυλικός Ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για την επίβλεψη λειτουργίας του συστήματος, τις επισκευές και τη συντήρηση του υδραυλικού εξοπλισμού και των δικτύων Ενεργειακές ανάγκες Η συνολική κατανάλωση ενέργειας (χωρίς την ενέργεια άντλησης από τις γεωτρήσεις προς το χώρο της εγκατάστασης και θεωρώντας βαρυτική διάθεση της άλμης) ανέρχεται σε 1,0 kwh/m 3 παραγόμενου νερού, ήτοι η εγκατεστημένη ηλεκτρική ισχύς θα ανέρχεται σε : 1η φάση: 180 ΚW 2η φάση: 250KW 69

70 Κτιριακές ανάγκες Απαιτείται η κατασκευή στεγασμένου χώρου (κτιρίου): σε 1η φάση: 270 m 2 (27mx10mx5,5m) και σε 2η φάση: 405 m 2 (27mx15mx 5,5m) Παρακολούθηση λειτουργίας Η παρακολούθηση και ο έλεγχος λειτουργίας της εγκατάστασης μπορεί σε μεγάλο βαθμό να γίνεται και από απόσταση αξιοποιώντας τις δυνατότητες του σύγχρονου ηλεκτρονικού εξοπλισμού που αυτή θα διαθέτει. Η παρακολούθηση λειτουργίας της μονάδος περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση ολιγόωρη καθημερινή παρουσία τεχνικού ο οποίος: Συμπληρώνει καθημερινό δελτίο παρακολούθησης καταγράφοντας ποιοτικές και ποσοτικές παραμέτρους της εγκατάστασης. Ελέγχει και συμπληρώνει εάν απαιτείται τις ποσότητες των χημικών προσθέτων. Προσδιορίζει και καταγράφει τις παραμέτρους που μπορούν να μετρηθούν προσδιορισθούν με τις συσκευές γρήγορου προσδιορισμού του Χημείου (π.χ. υπολειμματικό χλώριο παραγόμενου νερού κλπ.). Κάθε μήνα απαιτείται η πραγματοποίηση δειγματοληψίας του παραγόμενου νερού και η αποστολή του σε εξωτερικό διαπιστευμένο εργαστήριο ώστε να ελέγχονται οι παράμετροι που απαιτούνται για τη δοκιμαστική παρακολούθηση όπως ορίζει η ισχύουσα νομοθεσία (ΦΕΚ 630/Β/ ). Αντίστοιχα κάθε έτος πραγματοποιείται επίσης δειγματοληψία του παραγόμενου νερού και έλεγχός του ως προς τις παραμέτρους που απαιτούνται για την ελεγκτική παρακολούθηση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (ΦΕΚ 630/Β/ ). Κάθε εξάμηνο διενεργείται επίσης ποιοτικός έλεγχος και του ανεπεξέργαστου νερού τροφοδοσίας του συστήματος Απορριπτόμενα ρεύματα Ποιοτικά χαρακτηριστικά Η τεχνολογία της αντιστρόφου οσμώσεως συνίσταται σε φυσικό διαχωρισμό των διαλυτών αλάτων του ακατέργαστου νερού με χρήση ημιπερατών μεμβρανών. Το τροφοδοτούμενο νερό διαχωρίζεται σε δύο ρεύματα, του παραγόμενου αφαλατωμένου νερού και του ρεύματος της απορριπτόμενης άλμης. 70

71 Σε αντίθεση με χημικές διεργασίες αφαλάτωσης, η αντίστροφη όσμωση ως φυσική διεργασία δεν δημιουργεί χημικά απόβλητα και δεν έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Το ρεύμα της απορριπτόμενης άλμης περιέχει σε υψηλότερη συγκέντρωση τα ίδια τα άλατα της τροφοδοσίας. Ο σχεδιασμός της μονάδος γίνεται με υψηλό βαθμό ανάκτησης (τουλάχιστον 80%) ώστε να ελαχιστοποιηθεί όσο το δυνατόν η ποσότητα της παραγόμενης άλμης. Η παροχή της απορριπτόμενης άλμης ανέρχεται σε 22,5 m 3 /hr στην Α Φάση και σε 33,75 m 3 /hr στη Β Φάση. Πρακτικά η παροχή της άλμης θα είναι ακόμη μικρότερη λόγω εποχιακής λειτουργίας του συστήματος. Η παροχή αιχμής του ρεύματος της άλμης από την λειτουργία της μονάδας αφαλάτωσης, αναμένεται κατά την θερινή περίοδο, ενώ κατά το υπόλοιπο διάστημα του έτους αναμένεται πολύ μικρότερη έως μηδενική παροχή. Ακόμη και στην περίπτωση της δυσμενέστερης παραδοχής για μελλοντικά προβλεπόμενη ποιότητα τροφοδοσίας, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της απορριπτόμενης άλμης αναμένονται εξαιρετικά καλύτερα του θαλασσινού νερού. Συγκεκριμένα, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της απορριπτόμενης άλμης, θα είναι: Ολικά διαλυτά στερεά (TDS): mg/lt έναντι mg/lt του θαλασσινού νερού. BOD & COD < 10 mg/lt. ph: ουδέτερο Θολότητα & αιωρούμενα στερεά: ελάχιστα λόγω της φίλτρανσης προεπεξεργασίας. Μικροβιολογικό φορτίο: απουσία, λόγω της προκατεργασίας (απολύμανση με υπεριώδη ακτινοβολία). Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της απορριπτόμενης άλμης παρουσιάζονται αναλυτικά στον παρακάτω Πίνακα 5.5.2: Πίνακας 5.5.2: Ποιοτικά χαρακτηριστικά απορριπτόμενης άλμης, από την εξεταζόμενη μονάδα αφαλάτωσης. Θολερότητα < 1,0 NTU ph 7,98 Ολικά διαλυτά στερεά (TDS) mg/lt Ασβέστιο (Ca 2+ ) 727,00 mg/lt Μαγνήσιο (Mg 2+ ) 260,00 mg/lt Νάτριο (Νa + ) 1.652,00 mg/lt 71

72 Κάλιο (Κ + ) Αμμώνιο (NH + 4 ) Αλκαλικότητα (HCO 3 ) Θειϊκά (SO 2-4 ) Χλωριούχα (Cl - ) Βρωμιούχα (Br - ) Νιτρικά (ΝΟ - 3 ) Πυριτικά (SiO 2 ) Φωσφορικά (PO 3-4 ) Βιοχημικά απαιτούμενο οξυγόνο (BOD) Ολικός οργανικός άνθρακας (TOC) Αιωρούμενα στερεά (SS) 55,80 mg/lt 0,12 mg/lt 1.285,00 mg/lt 957,00 mg/lt 3.343,00 mg/lt 21,00 mg/lt 75,60 mg/lt 19,70 mg/lt 1,50 mg/lt <10 mg/lt <10 mg/lt <5 mg/lt Η διάθεση της άλμης θα γίνεται στη θάλασσα, μέσω αγωγού ομβρίων (βλ και Σχέδιο Μ.4 Οριζοντιογραφία Έργου). Εκτός από το ρεύμα της άλμης, το μόνο άλλο υγρό απορριπτόμενο ρεύμα από την εγκατάσταση, είναι αυτό της έκπλυσης των πολυστρωματικών φίλτρων. Η πλύση των φίλτρων γίνεται μία φορά την εβδομάδα, διαρκεί είκοσι (20) λεπτά και ο μέγιστος όγκος νερού είναι 30 m 3 κατά την 2η Φάση λειτουργίας. Πρακτικά πρόκειται για νερό τροφοδοσίας (γεωτρήσεων) με αυξημένη συγκέντρωση αιωρούμενων σωματιδίων (κυρίως εδαφικό υλικό) που έχει κατακρατηθεί στα πολυστρωματικά φίλτρα. Το ρεύμα αυτό θα διατίθεται κατ αρχήν σε κατάλληλη δεξαμενή στον περιβάλλοντα χώρο της μονάδας όπου θα γίνεται καθίζηση των αιωρούμενων και στην συνέχεια αναμεμιγμένο με το ρεύμα της άλμης, θα διατίθεται στην θάλασσα μέσω του αγωγού (βλ και Σχέδιο Μ.4 Οριζοντιογραφία Έργου). Επίσης, τονίζεται ότι: Η εγκατάσταση δεν παράγει αέριους ρύπους λόγω της μη διενέργειας καύσεων κι επομένως δεν υπάρχουν επιπτώσεις στο ατμοσφαιρικό περιβάλλον. Όλα τα χρησιμοποιούμενα υλικά είναι πιστοποιημένα για χρήση σε εγκαταστάσεις παραγωγής πόσιμου νερού. Η εγκατάσταση θεωρείται μικρού μεγέθους. Δεν υπάρχουν στερεά απορρίμματα. Δεν υπάρχουν υγρά ή στερεά απόβλητα κατά τη διάρκεια της αρχικής εγκατάστασης, παρά μόνο τα συνήθη των εκσκαφών & κατασκευών. 72

73 Σύγκριση ποιοτικών χαρακτηριστικών άλμης Στον ακόλουθο Πίνακα 5.5.3, παρουσιάζονται για άμεση σύγκριση τα μέσα χαρακτηριστικά του φυσικού θαλασσινού νερού, τα χαρακτηριστικά της παραγόμενης άλμης από μονάδα αφαλάτωσης θαλασσινού νερού, τα χαρακτηριστικά της παραγόμενης άλμης από την μονάδα αφαλάτωσης υφάλμυρου νερού στον Πάνορμο, τα χαρακτηριστικά του νερού της πηγής Κατσιρίδι και τα μέσα χαρακτηριστικά του πόσιμου γλυκού νερού. Πίνακας 5.5.3: Ποιοτικά χαρακτηριστικά θαλασσινού νερού, άλμης από αφαλάτωση θαλασσινού νερού, άλμης από αφαλάτωση υφάλμυρου νερού, νερού πηγής Κατσιρίδι και πόσιμου γλυκού νερού. ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΝΕΡΟ ΑΛΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΦΑΛΑΤΩΣΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ ΝΕΡΟΥ ΑΛΜΗ ΕΓΚΑΤΑ- ΣΤΑΣΗΣ ΥΦΑΛΜΥΡΟΥ ΝΕΡΟΥ ΠΑΝΟΡΜΟΥ ΝΕΡΟ ΠΗΓΗΣ KAΤΣΙΡΙΔΙ ΠΟΣΙΜΟ ΓΛΥΚΟ ΝΕΡΟ Πυκνότητα (20 o C,Kg/m 3 ) 1024, , Ολικά διαλυμένα στερεά (TDS) (mg/lt) Θολερότητα (NTU) < 5,0 <1,0 ph 8,0 7,98 7,24 6,5-8,5 Ασβέστιο (Ca 2+ ) (mg/lt) Μαγνήσιο (Mg 2+ ) (mg/lt) Νάτριο (Νa + ) (mg/lt) Κάλιο (Κ + ) (mg/lt) ,80 26,8 10 Αλκαλικότητα (HCO 3 ) (mg/lt) Θειϊκά (SO 2-4 ) (mg/lt) Χλωριούχα (Cl - ) (mg/lt) Βρωμιούχα (Br - ) (mg/lt) Νιτρικά (ΝΟ - 3 ) (mg/lt) * 75,60 13,1 Πυριτικά (SiO 2 ) (mg/lt) 19,70 73

74 Φωσφορικά (PO 4 3- ) (mg/lt) ** 1,50 Βιοχημικά απαιτούμενο οξυγόνο BOD 5 (mg/lt) Ολικός οργανικός άνθρακας (TOC) (mg/lt) Αιωρούμενα στερεά (SS) (mg/lt) <10 <10 <5 Σημείωση: * Αντίθετα με τα περισσότερα ιόντα, τα νιτρικά δεν παρουσιάζουν μια σταθερή αναλογία με τα άλλα στοιχεία ή ιόντα και συνήθως στα επιφανειακά ύδατα βρίσκονται σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Η αφθονία τους παρουσιάζει διακυμάνσεις που οφείλονται στη βιολογική τους δραστηριότητα. ** Όπως τα νιτρικά έτσι και τα φωσφορικά αντίθετα με τα περισσότερα ιόντα δεν παρουσιάζουν μια σταθερή αναλογία με τα άλλα στοιχεία ή ιόντα και συνήθως στα επιφανειακά ύδατα βρίσκονται σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Η αφθονία τους παρουσιάζει διακυμάνσεις που οφείλονται στη βιολογική τους δραστηριότητα. Συγκρίνοντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά παρατηρούμε ότι: 1. Η άλμη της εγκατάστασης αφαλάτωσης, επειδή προέρχεται από υφάλμυρο νερό, έχει πυκνότητα kg /m 3, κατά τι μεγαλύτερη από αυτήν του γλυκού νερού(1.000 kg/m 3 ) και πολύ μικρότερη από αυτήν του θαλασσινού νερού (1.024 kg.m 3 ). Το αποτέλεσμα είναι ότι η άλμη όταν αναμιγνύεται με θαλασσινό νερό παραμένει στην επιφάνεια, πράγμα που διευκολύνει την αραίωση υπό την επίδραση των ρευμάτων. Αντίθετα η άλμη που προέρχεται από εγκαταστάσεις αφαλάτωσης θαλασσινού νερού έχει πυκνότητα kg/m 3, πολύ μεγαλύτερη από αυτήν του θαλασσινού νερού. Για τον λόγο αυτό τείνει να βυθίζεται πράγμα που ευνοεί την συγκέντρωση, δυσκολεύει την αραίωση και δημιουργεί κινδύνους για θαλάσσιους οργανισμούς ευαίσθητους στην μεταβολή της αλατότητας στην περιοχή εκβολής. 2. Το κύριο ζήτημα που απασχολεί την διάθεση της άλμης των εγκαταστάσεων αφαλάτωσης θαλάσσιου νερού είναι η αλατότητα που είναι διπλάσια αυτής του φυσικού θαλασσιου νερού. Η παράμετρος που χαρακτηρίζει την αλατότητα είναι τα ολικά διαλυμένα στερεά (TDS). Η άλμη της εγκατάστασης Πανόρμου έχει πολύ μικρότερη συγκέντρωση (7.725 mg/lt) από αυτήν του φυσικού θαλάσσιου νερού (35.000mg/lt). Η συγκέντρωση διαλυμένων στερεών της άλμης αυτής είναι περίπου στο 20% αυτής του θαλάσσιου νερού, ενώ η αντίστοιχη συγκέντρωση άλμης από μονάδα αφαλάτωσης θαλάσσιου νερού είναι περίπου διπλάσια ( mg/lt). 3. Οσον αφορά τα χαρακτηριστικά θολερότητα, χρώμα, και οργανικό φορτίο σημειώνουμε ότι η άλμη της προτεινόμενης εγκατάστασης θα είναι απολύτως διαυγής (θολερότητα < 1 ΝΤU), άχρωμη, χωρίς οργανικό φορτίο (BOD και TOC < 10 mg/lt). 74

75 Διάθεση άλμης Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στις και και λαμβάνοντας υπόψη το μικρό μέγεθος της παροχής του ρεύματος του αλμόλοιπου, θεωρούμε ότι η άλμη της εγκατάστασης αφαλάτωσης Πανόρμου έχει χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν προς φυσικό υφάλμυρο νερό ή γλυκό νερό, δεν έχει καμία σχέση με την άλμη που προέρχεται από εγκαταστάσεις αφαλάτωσης θαλάσσιου νερού και δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως βιομηχανικό απόβλητο αφού προκειται για ένα ρεύμα νερού μικρής παροχής, που χαρακτηρίζεται από παντελή απουσία θολότητας, χρώματος και οργανικού φορτίου, με πυκνότητα και αλατότητα πολύ μικρότερη από αυτές του φυσικού θαλάσσιου νερού, δηλαδή με χαρακτηριστικά παραπλήσια προς αυτά ενός φυσικού υφάλμυρου νερού ή του γλυκού νερού. Με βάση τα παραπάνω ποιοτικά & ποσοτικά χαρακτηριστικά κρίνεται απόλυτα ασφαλής η διάθεση της άλμης στη θάλασσα, μέσω του αγωγού ομβρίων Σ2, (βλ. και Σχέδιο Μ.4 Οριζοντιογραφία Έργου), όπως άλλωστε ορίζεται και στην υπ. Αριθμ. 3166/ Απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Ρεθύμνης, που αφορά στον «Χαρακτηρισμό τελικού αποδέκτη λυμάτων μονάδας αφαλάτωσης» του εξεταζόμενου στην παρούσα έργου (βλ. Παράρτημα Β - Έγγραφα). Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω Απόφαση, «ορίζεται ως τελικός αποδέκτης των επεξεργασμένων λυμάτων της μονάδας αφαλάτωσης των οικισμών Πάνορμος και Ρούμελη, ο δυτικός βραχίωνας του λιμανιού του Δ.Δ. Πανόρμου, του Δήμου Μυλοποτάμου», ενώ «η διοχέτευση της άλμης και των παραπροϊόντων της εξεταζόμενης μονάδας αφαλάτωσης, θα πραγματοποιείται μέσω αγωγού ομβρίων, ο οποίος θα καταλήγει στο δυτικό βραχίωνα του λιμανιού του Δ.Δ. Πανόρμου». 75

76 5.6 Προμέτρηση υλικών Στον ακόλουθο Πίνακα 5.6.1, δίνονται στοιχεία σχετικά με την προμέτρηση των υλικών που θα προκύψουν ή/και θα απαιτηθούν για την κατασκευή του εξεταζόμενου έργου. Περιγραφή Εργασιών Πίνακας 5.6.1: Προμέτρηση υλικών. Υδραγωγείο "Πάνορμος - Ρουμελή" Υδραγωγείο "Εξάντης - Μελιδόνι - Πέραμα" Σύνολο Μονάδα ΕΚΣΚΑΦΕΣ Εκσκαφή ορυγμάτων υπογείων δικτύων σε έδαφος γαιώδες ή ημιβραχώδες, για βάθος m 3 ορύγματος έως 4,00m. Εκσκαφή ορυγμάτων υπογείων δικτύων σε έδαφος βραχώδες, για βάθος ορύγματος έως m 3 4,00m. Προσαύξηση τιμών εκσκαφών ορυγμάτων υπογείων δικτύων για την αντιμετώπιση προσθέτων δυσχερειών από διερχόμενα κατά m 3 μήκος δίκτυα ΟΚΩ. Προσαύξηση τιμών εκσκαφών ορυγμάτων υπογείων δικτύων σε έδαφος πάσης φύσεως για m 3 εκτέλεση υπό συνθήκες στενότητος χώρου. Εκσκαφή και επαναπλήρωση χάνδακος αρδευτικού δικτύου ή υπογείου δικτύου m 3 σωληνώσεων (εκτός κατοικημένων περιοχών). Διάστρωση προιόντων εκσκαφής m 3 Εκσκαφή θεμελίων τεχνικών έργων σε έδαφος γαιώδες-ημιβραχώδες m 3 Εκσκαφή θεμελίων τεχνικών έργων σε έδαφος βραχώδες m 3 ΚΑΘΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟΞΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΙ - ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ Προμήθεια αμμοχαλίκου επίστρωσης αγροτικών οδών m 3 Επιστρώσεις αγροτικών οδών με αμμοχαλικώδη υλικά m 3 Αποκατάσταση ασφαλτικών οδοστρωμάτων m 3 Επιστρώσεις αγροτικών οδών με υλικά οδοστρωσίας και ασφαλτικά m 3 ΕΠΙΧΩΜΑΤΑ - ΕΠΙΧΩΣΕΙΣ Κατασκευή συμπυκνωμένου επιχώματος από m 3 76

77 υλικά που έχουν προσκομισθεί επί τόπου. Επίχωση κάθε είδους ορυγμάτων εντός πόλεως με θραυστό υλικό λατομείου m 3 Διάστρωση και εγκιβωτισμός σωλήνων με άμμο λατομείου m 3 ΣΩΛΗΝΩΣΕΙΣ - ΔΙΚΤΥΑ Ονομ. διαμέτρου DN 90 mm / ΡΝ 10 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 110 mm / ΡΝ 10 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 125 mm / ΡΝ 10 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 160 mm / ΡΝ 10 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 200 mm / ΡΝ 10 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 225 mm / ΡΝ 10 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 250 mm / ΡΝ 10 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 125 mm / ΡΝ 16 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 160 mm / ΡΝ 16 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 200 mm / ΡΝ 16 atm m Ονομ. διαμέτρου DN 315 mm / ΡΝ 16 atm m Σωληνώσεις DN/ΟD 50 mm m Σύνολο Σωληνώσεων - Δικτύων m Σύμφωνα με τα στοιχεία του ανωτέρω Πίνακα, από την κατασκευή του έργου θα προκύψει ποσότητα περί τα m 3 χωματουργικών υλικών εκσκαφής. Από τα εν λόγω υλικά, ποσότητα περί τα m 3 θα επαναχρησιμοποιηθούν στο έργο, ως υλικά επίχωσης ορυγμάτων, επίστρωσης αγροτικών οδών, κ.α. Επίσης, απαιτείται η προμήθεια από το εμπόριο ποσότητας m 3, θραυστών υλικών λατομείου και υλικών οδοστρωσίας. Ως εκ τούτου, από την κατασκευή του έργου θα προκύψει πλεόνασμα χωματουργικών υλικών εκσκαφής της τάξεως των m 3, τα οποία θα οδηγηθούν προς απόθεση σε κατάλληλη θέση (αποθεσιοθάλαμος) (βλ. και 7.1.1). 77

78 5.7 Προϋπολογισμός έργου Στον ακόλουθο Πίνακα 5.7.1, δίνονται στοιχεία που αφορούν τα οικονομικά μεγέθη (προϋπολογισμός) του εξεταζόμενου έργου. Πίνακας 5.7.1: Προϋπολογισμός έργου. α/α Περιγραφή Εργασιών Δαπάνη ( ) 1 ΕΡΓΟΤΑΞΙΑΚΗ ΣΗΜΑΝΣΗ - ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ,00 2 ΦΟΡΤΟΕΚΦΟΡΤΩΣΕΙΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ 1.327,50 3 ΕΚΣΚΑΦΕΣ ,00 4 ΚΑΘΑΙΡΕΣΕΙΣ - ΑΠΟΞΗΛΩΣΕΙΣ - ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΙ - ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ,00 5 ΕΠΙΧΩΜΑΤΑ - ΕΠΙΧΩΣΕΙΣ ,00 6 ΕΡΓΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΟΙΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΑΝΩΝ 1.200,00 7 ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΑΠΟ ΣΚΥΡΟΔΕΜΑ - ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ,00 8 ΣΤΕΓΑΝΟΠΟΙΗΣΕΙΣ - ΑΡΜΟΙ - ΛΟΙΠΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ,00 9 ΜΕΤΑΛΛΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ,00 10 ΣΩΛΗΝΩΣΕΙΣ - ΔΙΚΤΥΑ ,00 11 ΣΥΣΚΕΥΕΣ ΔΙΚΤΥΩΝ ΣΩΛΗΝΩΣΕΩΝ ,00 12 ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΕΠΙΣΚΕΥΩΝ, ΣΥΝΤΗΡΗΣΕΩΝ, ΛΟΙΠΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΔΙΚΤΥΩΝ 2.065,00 13 ΥΠΟΣΤΗΡΙΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 5.560,00 14 ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ,00 ΣΥΝΟΛΟ ΔΑΠΑΝΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ,00 Γ.Ε. & Ο.Ε. 18% ,44 ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΔΑΠΑΝΗ ΕΡΓΩΝ ,44 ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΑ 15% ,47 ΣΥΝΟΛΟ ,91 78

79 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΦΥΣΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΟΥΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ 6.1 Κλιματολογικά δεδομένα Γενικά στοιχεία Ο τύπος κλίματος της Κρήτης, είναι ένας μεταβατικός ενδιάμεσος τύπος μεταξύ του χερσαίου Μεσογειακού και του ερημοειδούς Μεσογειακού, στο οποίο υπάγεται κυρίως η νοτιοανατολική Κρήτη. Το κύριο χαρακτηριστικό του κλίματος είναι η γλυκύτητα και η ηπιότητα. Η ψυχρή εποχή είναι ήπια και σε αυτό συντελεί η συχνή άφιξη στην περιοχή των θερμών και υγρών ΝΔ αερίων μαζών. Η πεδινή ζώνη της Κρήτης χαρακτηρίζεται από μικρό ύψος βροχοπτώσεων, ήπιο χειμώνα και ξηρή περίοδο μεγάλης διάρκειας. Το θέρος, λόγω της θαλάσσιας αύρας και των ετησίων ανέμων είναι σχετικά δροσερό και διαρκεί από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Θερμότεροι μήνες είναι ο Ιούλιος και ο Αύγουστος. Στην περιοχή αυτή, δεν παρατηρείται ποτέ παγετός και η θερμοκρασία σπάνια πέφτει κάτω από 0 ο C. Οι θερμοκρασιακές αποκλίσεις είναι ήπιες. Η ηλιοφάνεια είναι ιδιαίτερα υψηλή σε ολόκληρη την Κρήτη. Ο μέσος ετήσιος αριθμός ωρών ηλιοφάνειας ανέρχεται σε περίπου ώρες στην βόρεια Κρήτη (2.707 ώρες στο Ηράκλειο, ώρες στη Σητεία, ώρες στη Σούδα και ώρες στο Ρέθυμνο). Η μέση νέφωση κυμαίνεται μεταξύ περίπου 5 (όγδοα) τον Ιανουάριο και 0,4-1 όγδοο τον Ιούλιο. Ο μέσος αριθμός αιθρίων ημερών (νέφωση μεταξύ 0 και 1,5 όγδοα) κυμαίνεται μεταξύ 3,0 περίπου τον Ιανουάριο και 28 ημερών τον Ιούλιο στις πεδινές περιοχές. Στις ορεινές περιοχές ο αριθμός των αιθρίων ημερών κατά τους θερινούς μήνες είναι κατά 30% μικρότερος. Ειδικότερα, στην περιοχή μελέτης κύριο χαρακτηριστικό του κλίματος είναι το ήπιο αυτού, με τις σχετικά υψηλές εν γένει θερμοκρασίες κατά την χειμερινή περίοδο. Συνέπεια αυτού, καθώς επίσης και του γεγονότος ότι τα υψόμετρα του εδάφους στην περιοχή ανάπτυξης του έργου είναι χαμηλά, είναι το γεγονός της απουσίας παγετών και χιονοπτώσεων καθ όλη την διάρκεια του χειμώνα Μετεωρολογικά στοιχεία Στην άμεση περιοχή του έργου, δεν υπάρχει εγκατεστημένος μετεωρολογικός σταθμός. Τα διαθέσιμα μετεωρολογικά δεδομένα για την περιοχή, προέρχονται από τον Μετεωρολογικό Σταθμό (Μ.Σ.) Ρεθύμνου. 79

80 Ο σταθμός βρίσκεται σε Γεωγραφικό μήκος ' Ε, Γεωγραφικό πλάτος ' Ν, υψόμετρο 5,1m και φορέας λειτουργίας του είναι η Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία (Διεύθυνση Γ /Τμήμα Υδρολογίας). Το σύνολο των μετεωρολογικών στοιχείων που έχουν καταγραφεί στον Μ.Σ. Ρεθύμνου (θερμοκρασία, βροχοπτώσεις, υγρασία, νέφωση, χιόνι, χαλάζι, καταιγίδες κ.λ.π.) αποτυπώνονται στους ακόλουθους Πίνακες και

81 Πίνακας 6.1.1: Γενικά κλιματολογικά στοιχεία Μ.Σ. Ρεθύμνου. ΜΗΝΑΣ ΠΙΕΣΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΣΧΕΤΙΚΗ ΥΓΡΑΣΙΑ ΜΕΣΗ ΝΕΦΩΣΗ ΥΕΤΟΣ (mm) (M.S.L) ΜΕΣΗ ΜΕΣΗ ΜΕΣΗ ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΠΟΛΥΤΗ ΜΕΣΟ ΜΕΓΙΣΤΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΜΕΓΙΣΤΗ ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΥΨΟΣ 24ώρου ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1017,5 12,8 15,5 9,5 25,4 0,8 69,1 5,3 133,8 151,6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1016,0 12,9 15,7 9,4 29,2 1,0 67,1 5,1 94,9 123,0 ΜΑΡΤΙΟΣ 1015,1 14,2 17,2 10,4 31,2 1,3 66,0 4,6 80,1 88,3 ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1013,7 17,1 20,4 12,5 34,0 4,7 63,1 3,7 35,0 76,6 ΜΑΙΟΣ 1013,9 20,7 24,2 15,6 37,5 7,4 63,4 2,7 14,2 70,2 ΙΟΥΝΙΟΣ 1012,8 24,9 28,2 19,3 39,8 12,7 60,0 1,5 5,6 89,8 ΙΟΥΛΙΟΣ 1011,8 26,9 29,9 21,7 41,4 15,0 60,6 0,9 0,5 6,8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1011,9 26,8 29,8 21,8 39,3 16,4 61,5 1,1 2,0 31,5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1014,6 24,2 27,5 19,5 38,0 10,6 63,4 2,2 20,4 119,0 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1016,6 20,6 24,0 16,6 35,0 4,1 67,0 3,9 90,5 136,6 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1016,9 17,3 20,4 13,7 31,4 5,8 68,0 4,5 75,9 80,7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1016,5 14,5 17,2 11,2 28,0 1,2 68,2 5,1 108,9 63,6 81

82 Πίνακας 6.1.2: Γενικά κλιματολογικά στοιχεία Μ.Σ. Ρεθύμνου. Αριθμός ημερών με : ΣΥΝΝΕΦΙΑ ΒΡΟΧΟΠΤΩΣΗ ΒΡΟΧΗ ΧΙΟΝΙ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΧΑΛΑΖΙ ΧΙΟΝΟΣΚΕΠΕΣ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΑΝΕΜΟΙ (0-8) ΟΜΙΧΛΗ ΔΡΟΣΟΣ ΠΑΓΕΤΟΣ ΕΔΑΦΟΣ MIN <0 MAX <0 >6Β >8Β 0,0-1,5 1,6-6,4 6,5-8,0 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1,6 19,3 10,2 15,1 15,1 0,4 1,9 0,1 0,0 0,1 3,3 0,0 0,0 0,0 4,8 0,7 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1,7 18,0 8,6 13,3 13,3 0,3 1,4 0,2 0,0 0,2 3,1 0,0 0,0 0,0 5,1 1,1 ΜΑΡΤΙΟΣ 3,3 20,6 7,1 10,3 10,3 0,1 1,4 0,1 0,0 0,3 3,8 0,0 0,0 0,0 4,8 0,6 ΑΠΡΙΛΙΟΣ 5,9 20,4 3,7 6,5 6,4 0,0 0,9 0,0 0,0 0,3 2,7 0,0 0,0 0,0 3,4 0,2 ΜΑΙΟΣ 12,0 17,4 1,6 3,1 3,1 0,0 0,7 0,0 0,0 0,1 1,1 0,0 0,0 0,0 1,9 0,1 ΙΟΥΝΙΟΣ 19,7 9,8 0,5 1,3 1,3 0,0 0,4 0,0 0,0 0,2 0,2 0,0 0,0 0,0 1,6 0,1 ΙΟΥΛΙΟΣ 25,0 6,0 0,1 0,3 0,3 0,0 0,1 0,0 0,0 0,0 0,0 0,0 0,0 0,0 2,3 0,1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 23,2 7,8 0,0 0,5 0,5 0,0 0,1 0,0 0,0 0,0 0,1 0,0 0,0 0,0 1,6 0,0 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 13,6 15,5 0,9 2,5 2,5 0,0 0,4 0,0 0,0 0,1 0,5 0,0 0,0 0,0 1,6 0,1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 5,2 20,7 5,1 8,2 8,2 0,0 2,5 0,0 0,0 0,0 2,3 0,0 0,0 0,0 2,5 0,3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2,5 21,5 5,9 10,0 10,0 0,0 1,9 0,1 0,0 0,0 4,2 0,0 0,0 0,0 4,0 0,2 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1,6 20,8 8,6 14,6 14,5 0,1 2,3 0,0 0,1 0,1 2,9 0,0 0,0 0,0 4,7 0,6 82

83 Θερμοκρασία Σύμφωνα με τα στοιχεία του Μ.Σ. Ρεθύμνου, ο θερμότερος μήνας στην περιοχή είναι ο Ιούλιος με μέση τιμή 26,9 ο C και ακολουθεί ο Αύγουστος με 26,8 ο C, ενώ ο ψυχρότερος μήνας είναι ο Ιανουάριος με μέση τιμή 12,8 o C (βλπ. Σχήμα 6.1.1). Το μέσο ετήσιο θερμοκρασιακό εύρος είναι 14,1 ο C. Η υψηλότερη θερμοκρασία που έχει καταγραφεί (απόλυτη μέγιστη), είναι τον Ιούλιο με 41,4 ο C και ακολουθούν ο Ιούνιος με 39,8 ο C και ο Αύγουστος με 39,3 ο C. Αντίστοιχα, ο ψυχρότερος μήνας σε απόλυτες τιμές είναι ο Ιανουάριος με 0,8 ο C. Βροχοπτώσεις Σχήμα 6.1.1: Μηνιαία διακύμανση θερμοκρασίας. Το μέσο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται σε 661,8mm. Ο ξηρότερος μήνας είναι ο Ιούλιος με 0,5 mm μέσο ύψος βροχής και υγρότερος (βροχερότερος) ο Ιανουάριος με 133,8 mm μέσο ύψος βροχής. Υγρότεροι μήνες είναι οι Δεκέμβριος, Ιανουάριος και Φεβρουάριος. Από οικολογική άποψη, βασικά και ιδιαίτερα στοιχεία που αφορούν τα υδατικά κατακρημνίσματα στην περιοχή είναι: Η έντονη διακύμανση των ετήσιων βροχοπτώσεων, γεγονός συνηθισμένο στους ξηρούς και ημίξηρους κλιματικούς τύπους, όπως είναι αυτός της Κρήτης. Η εντονότατη εποχιακή ανισοκατανομή της βροχόπτωσης που χαρακτηρίζεται από την ουσιαστική ανυπαρξία βροχοπτώσεων στη θερινή περίοδο, και από μια σχετικά 83

84 Άνεμος ξηρή ανοιξιάτικη περίοδο. Θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι η ύπαρξη μιας πολύ έντονης (ως ποσοστό επί των συνολικών βροχοπτώσεων αλλά και ως τιμή του ξηροθερμικού δείκτη) και όχι μόνο μεγάλης σε διάρκεια ξηρής περιόδου, είναι ένα ιδιαίτερο και γενικό χαρακτηριστικό του κλίματος της Κρήτης (ισχύει κατά τον ίδιο τρόπο και για τους σταθμούς του ημιορεινού και ορεινού χώρου του κεντρικού και δυτικού τμήματος του νησιού που εμφανίζουν βροχοπτώσεις πάνω από mm). Οι επικρατούντες άνεμοι είναι οι βόρειοι και οι βορειοδυτικοί. Οι άνεμοι πνέουν όλο το χρόνο, είναι κατά κύριο λόγο ασθενείς, ενώ μεγαλύτερης έντασης άνεμοι παρατηρούνται κατά τους χειμερινούς μήνες. Γενικά στην Κρήτη, οι βόρειοι άνεμοι, παρεμποδιζόμενοι από τον ενδιάμεσο ορεινό όγκο, προκαλούν καταιγίδες και βροχές στη βόρεια ζώνη του νησιού ενώ στη συνέχεια, τα θερμαινόμενα ρεύματα υπερβαίνουν το ορεινό φράγμα και φθάνουν στη νότια ζώνη θερμά και άνυδρα, δημιουργώντας έτσι φαινόμενα χαμηλής σχετικής υγρασίας και αύξησης της θερμοκρασίας. Οι νοτιοδυτικοί άνεμοι, υγροί και θερμοί, προερχόμενοι από τη βόρεια Αφρική, φέρνουν, κυρίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα, σκόνη που διαχέεται στη νότια ζώνη. Κατά τους πρώτους μήνες του φθινοπώρου συνήθως επικρατούν καλοκαιρίες. Οι πρώτες κακοκαιρίες αρχίζουν κατά το Νοέμβριο, όταν αρχίζει και η περίοδος των βροχών. Μόνο γύρω στα μέσα Δεκεμβρίου, οι άνεμοι που πνέουν από τις βόρειες-βορειοδυτικές διευθύνσεις, με αυξανόμενη ένταση και συχνότητα, προκαλούν συνεχή πτώση της θερμοκρασίας. Η σφοδρότητα και η έντασή τους με την πάροδο του χρόνου ελαττώνεται και γύρω στα μέσα του χειμώνα (Ιανουάριο) παρατηρούνται καλοκαιρίες, οι καλούμενες Αλκυονίδες μέρες. Η κατάσταση αυτή εξακολουθεί, μερικές φορές, έως και τις τελευταίες μέρες του Φεβρουαρίου, οπότε και πάλι η συχνότητα και η ένταση των ανέμων αυξάνει κυρίως από τις νότιες διευθύνσεις και παρατηρείται συνεχής άνοδος της θερμοκρασίας. Τα μελτέμια είναι οι ετήσιοι, περιοδικοί, βόρειοι-βορειοδυτικοί άνεμοι που πνέουν το καλοκαίρι και στην ευρύτερη περιοχή του Ρεθύμνου. Αυτοί δημιουργούνται από τη διαφορά της βαρομετρικής πίεσης (χαμηλής βαρομετρικής πίεσης πάνω από την Αφρικανική Ήπειρο και υψηλής βαρομετρικής πίεσης πάνω από την Κεντρική Ευρώπη). Η περίοδος των μελτεμιών αρχίζει στα τέλη Μαΐου και τελειώνει γύρω στα τέλη Οκτωβρίου. Βροχές Στον Μ.Σ. Ρεθύμνου η μέση ετήσια βροχόπτωση που καταγράφεται ανέρχεται σε 660mm, από τα οποία όμως συνολικά μόνο 8,1 mm αντιστοιχούν στους θερινούς μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο. 84

85 Το γεγονός ότι ο βροχερότερος μήνας είναι ο Ιανουάριος οφείλεται στη συνδυασμένη παρουσία κατά τον μήνα αυτόν, τόσο των υφεσιακών βροχών όσο και των ανέμων βορείου ρεύματος που πνέουν έμφορτοι υδρατμών διερχόμενοι πάνω από ολόκληρο το Αιγαίο. Οι χιονοπτώσεις είναι σπάνιο φαινόμενο. Λοιπά καιρικά φαινόμενα Ο Νομός Ρεθύμνου απολαμβάνει τη μεγαλύτερη χρονική περίοδο ηλιοφάνεια, χαρακτηριστικό που ευνοεί τις καλλιέργειες των πρώιμων κηπευτικών. Από πλευράς νεφώσεων επικρατούν οι μέσες τιμές νέφωσης (1,6 6,4) για τους περισσότερους μήνες, εκτός των καλοκαιρινών (Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος) όπου επικρατούν χαμηλές τιμές (0,9-1,5). Η ομίχλη αποτελεί σπάνιο φαινόμενο στην περιοχή αυτή. Παρόλα αυτά, το καλοκαίρι, όταν η ένταση των μελτεμιών είναι μεγάλη, παρατηρείται μείωση της ορατότητας, χωρίς όμως να είναι η ίδια με αυτή που προκαλείται σε περίπτωση ομίχλης. Η εμφάνιση παγετού είναι εξαιρετικά σπάνια ενώ η θερμοκρασία στην περιοχή μελέτης σημειώνει εξαιρετικά σπάνια τιμές χαμηλότερες από τους 0 ο C (δεν εμφανίζεται μετρήσιμη τιμή) στους πίνακες. Οι καταιγίδες εμφανίζονται σε συνολική διάρκεια 14 ημερών το χρόνο, συχνότερα από τα μέσα του φθινοπώρου μέχρι και το τέλος της χειμερινής περιόδου και αφορούν κατά κύριο λόγο τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο, Ιανουάριο και Φεβρουάριο Βιοκλιματικά στοιχεία Μια πολύ καλή απεικόνιση του κλίματος μιας περιοχής δίνεται επίσης στο ομβροθερμικό διάγραμμα των Gaussen-Bagnouls στο οποίο απεικονίζεται κατά μήνα η πορεία της μέσης μηνιαίας θερμοκρασίας σε ο C και του μέσου ύψους βροχής σε mm (βλπ. ακόλουθο Σχήμα 6.1.2). Η κλίμακα των μέσων θερμοκρασιών είναι διπλάσια της κλίμακας του μέσου ύψους βροχής, δηλαδή P = 2T. Η επιφάνεια που περικλείεται από τις δύο καμπύλες μεταξύ των δύο σημείων τομής (P = 2T) δείχνει αφ ενός τη διάρκεια και αφετέρου την ένταση της ξηρής περιόδου. Όπως προκύπτει από το ομβροθερμικό διάγραμμα, στην περιοχή μελέτης η ξηρή περίοδος αρχίζει τον Απρίλιο και φθάνει μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου. 85

86 Σχήμα 6.1.2: Ομβροθερμικό διάγραμμα της περιοχής μελέτης. Στα Σχήματα και που ακολουθούν, δίνονται αποσπάσματα του Χάρτη Βιοκλιματικών Ορόφων και του Χάρτη των Χαρακτήρων Μεσογειακού Βιοκλίματος, στους οποίους παρουσιάζεται η θέση του εξεταζόμενου έργου. 86

87 Σχήμα 6.1.3: Βιοκλιματικοί όροφοι. Με βάση το ανωτέρω Σχήμα 6.1.3, η περιοχή χωροθέτησης του εξεταζόμενου έργου, ανήκει στον ύφυγρο βιοκλιματικό όροφο με χειμώνα ήπιο (μέση ελάχιστη θερμοκρασία ψυχρότερου μήνα 3 ο C<m<7 ο C) ή θερμό (μέση ελάχιστη θερμοκρασία ψυχρότερου μήνα m>7 ο C). Οι ορεινές περιοχές, όμως του νομού ανήκουν στον υγρό βιοκλιματικό όροφο με χειμώνα ήπιο ή ψυχρό. Ένα πολύ μικρό μέρος των πολύ ορεινών περιοχών του νομού ανήκει στον υγρό βιοκλιματικό όροφο με χειμώνα δριμύ. 87

88 Σχήμα 6.1.4: Χαρακτήρες Μεσογειακού βιοκλίματος. Με βάση το ανωτέρω Σχήμα 6.1.4, ο χαρακτήρας μεσογειακού βιοκλίματος στην περιοχή χωροθέτησης του εξεταζόμενου έργου, όπως και σε ολόκληρη την παραλιακή ζώνη της βόρειας και της νότιας Κρήτης (με εξαίρεση τα νότια του νομού Χανίων) είναι έντονος θερμομεσογειακός, με αριθμό βιολογικώς ξηρών ημερών κατά τη θερμή και ξηρά περίοδο 125<Χ<150. Στις ημιορεινές και ορεινές περιοχές ο χαρακτήρας μετατρέπεται σε έντονο μεσομεσογειακό (75<Χ<100), ασθενή μεσο-μεσογειακό (40<Χ<75), υπομεσογειακό (0<Χ<40) ενώ μόνο η κορυφή των Λευκών ορέων υπάγεται στον υπο-ξηρικό ψυχρό με περίοδο υπόξηρη χαρακτήρα (Χ=0). 88

89 6.2 Μορφολογικά χαρακτηριστικά Η περιοχή του έργου, είναι πεδινή με μικρές εξάρσεις του αναγλύφου της, η δε κυρίαρχη εικόνα που υπάρχει από άποψη χλωρίδας, πανίδας και οικοσυστημάτων περιγράφεται αναλυτικά σε επόμενες παραγράφους της παρούσας μελέτης. Στην ευρύτερη περιοχή μελέτης το μορφολογικό ανάγλυφο είναι λοφώδες με χαμηλούς λόφους. Τα έργα αναπτύσσονται σε περιοχές με μέγιστο υψόμετρο περί τα 160m. Χαρακτηριστικά υψώματα στην περιοχή είναι ο Μπουμπαρδόπυργος με μέγιστο υψόμετρο τα 361m, η Ξερολιά (278m), ο Σπήλιος (308m), η Βίγλα (205m), η Μουριά (188m) και ο Πύργος (175m). Στις ακόλουθες Εικόνες και 6.2.2, παρουσιάζεται το μορφολογικό ανάγλυφο της περιοχής ανάπτυξης του εξεταζόμενου έργου. 89

90 90

91 Εικόνα 6.2.1: Τρισδιάστατη δορυφορική εικόνα της περιοχής ανάπτυξης του εξεταζόμενου έργου Υδραγωγείο «Πάνορμος - Ρούμελη». 91

92 Εικόνα 6.2.1: Τρισδιάστατη δορυφορική εικόνα της περιοχής ανάπτυξης του εξεταζόμενου έργου Υδραγωγείο «Εξάντης Μελιδόνι - Πέραμα». 92

93 6.3 Γεωλογία - Σεισμικότητα Γεωλογικά χαρακτηριστικά Στο Σχέδιο Μ.2 Υδρολιθολογικός Χάρτης (κλ. 1:25.000), παρουσιάζονται οι γεωλογικοί και υδρολιθολογικοί σχηματισμοί της περιοχής ανάπτυξης του μελετώμενου έργου. Στη γεωλογική δομή της περιοχής μελέτης, συμμετέχουν δύο ενότητες πετρωμάτων. Η μία ενότητα περιλαμβάνει τους σχιστοφυλλίτες και χαλαζίτες και η δεύτερη τους ασβεστολίθους και δολομιτικούς ασβεστολίθους. Σχιστοφυλλίτες Χαλαζίτες Η ενότητα αυτή περιλαμβάνει μοσχοβιτικούς, χαλαζιακούς, αμφιβολιτικούς, αργιλικούς, χλωριτικούς και ασβεστιτικούς σχιστολίθους με μικρό βαθμό μεταμόρφωσης και έντονη σχιστότητα.οι εναλλαγές μεταξύ των διαφόρων τύπων είναι συχνές, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολος ο διαχωρισμός στην κλίμακα που χρησιμοποιήθηκε για τη χαρτογράφηση.κύρια ορυκτολογικά συστατικά τους είναι ο χαλαζίας, οι άστριοι, ο μοσχοβίτης, ο σερικίτης, ο χλωρίτης, ο ασβεστίτης και σπανιότερα ο βιοτίτης και τα ανθρακούχα γραφιτοειδή. Οι διευθύνσεις και οι κλίσεις των στρωμάτων τους ποικίλουν από θέση σε θέση, διότι εμφανίζουν μεγάλες αντικλινικές και συγκλινικές πτυχώσεις.στα κατώτερα στρώματα της Σχιστοφυλλιτικής Χαλαζιτικής σειράς, παρεμβάλλονται στρώματα μαρμάρων (Mr), τα οποία σε αρκετές θέσεις δίνουν την εικόνα τεκτονικών καλυμμάτων λόγω διάβρωσης των υπερκειμένων σχιστοφυλλιτών. Τα μάρμαρα είναι μεσοστρωματώδη έως άστρωτα, τεφρά έως τεφρόλευκα, αδρόκοκκα έως μεσόκοκκα και έχουν υποστεί μικρή δολομιτίωση. Σύμφωνα με όλους τους ερευνητές τα στρώματα των σχιστοφυλλιτών χαλαζιτών με τις ενστρώσεις των μαρμάρων, είναι επωθημένα πάνω στους πλακώδεις ασβεστολίθους της Ιονίου ζώνης (Ενότητα πλακωδών ασβεστολίθων), οι οποίοι δεν εμφανίζονται στην περιοχή της μελέτης. Ασβεστόλιθοι και δολομίτες Οι ασβεστόλιθοι εμφανίζονται σε αρκετές θέσεις της περιοχής της μελέτης και αποτελούνται από ημικρυσταλλικούς δολομίτες παχυστρωματώδεις έως άστρωτους και τεφρόμαυρους στα κατώτερα μέλη.στα ανώτερα μεταπίπτουν σε ασβεστολίθους και δολομιτικούς ασβεστολίθους μεσοστρωματώδεις, τεφρόλευκους και έχουν πολλά καρστικά έγκοιλα.σύμφωνα με όλους τους ερευνητές οι ασβεστόλιθοι ανήκουν στη ζώνη Τριπόλεως και είναι επωθημένοι πάνω στη σχιστοφυλλιτική χαλαζιτική ενότητα.λόγω της επώθησης είναι μυλωνιτιωμένοι στη βάση τους και έχουν γωνιώδη ασυμφωνία με τα υποκείμενα στρώματα των σχιστοφυλλιτών χαλαζιτών. 93

94 Νεότερες αποθέσεις Στην περιοχή μελέτης εμφαν ζιεται ένα μεγάλο βύθισμα, μέσα στο οποίο έχουν αποτεθεί σύγχρονες προσχώσεις (Q), οι οποίες αποτελούνται από υλικά αποσάθρωσης των περιβαλλόντων πετρωμάτων. Το Βύθισμα Μπαλίου αποτελεί ένα τεκτονικό βύθισμα, το οποίο δημιουργήθηκε από την καταβύθιση των εκατέρωθεν ασβεστολιθικών στρωμάτων. Το βύθισμα γέμισε από ασβεστολιθικά και σχιστολιθικά αποσαθρώματα, τα οποία βρίσκονται μέσα σε μια μάζα από κόκκινη άργιλο.το πάχος αυτών των αποθέσεων στην αξονική περιοχή του βυθίσματος εκτιμάται ότι φθάνει τα 12,00m. Πλευρικά κορήματα Τις πλαγιές των λόφων και ορισμένα τοπικά κοιλώματα των ασβεστολιθικών λόφων, καλύπτουν Πλευρικά κορήματα, τα οποία αποτελούνται από αποσαθρώματα και θραύσματα των ασβεστολιθικών στρωμάτων, τα οποία καλύπτουν τους λόφους και τις πιο υψηλές εξάρσεις. Τα υλικά αυτά είναι συνήθως ασύνδετα, αλλά υπάρχουν και μερικές θέσεις, στις οποίες είναι συγκολλημένα με ερυθρογή αποκτώντας μορφή ερυθρών κροκαλοπαγών. Στην περιοχή του Πάνορμου και στην περιοχή του Εξάντη, έχουμε εμφανίσεις κροκαλοπαγών με μέτρια έως καλή συγκόλληση. Υλικά αποσάθρωσης Σε μερικές θέσεις τα σχιστοφυλλιτικά στρώματα έχουν αποσαθρωθεί σε αρκετή έκταση και σημαντικό βάθος, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί ένας επιφανειακός μανδύας αποσάθρωσης. Τα υλικά του μανδύα αποσάθρωσης αποτελούνται από μαρμαργυριακή άμμο, αργιλώδη άμμο, αμμώδη άργιλο, αργιλοϊλύ, αποσαθρώματα χλωρίτη και θραύσματα σχιστολίθων Στοιχεία σεισμικότητας Σύμφωνα με τον ΕΑΚ-2000 και την τροποποίησή του με την Απόφαση ΥΠΕΧΩΔΕ Δ17α/115/9/ΦΝ275 (ΦΕΚ 1154/ ) που έχει τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2004, η περιοχή μελέτης, όπως και το σύνολο της Κρήτης, κατατάσσεται στη ζώνη σεισμικής επικινδυνότητας IΙ (βλ. Σχήμα 6.3.1). Σε κάθε ζώνη σεισμικής επικινδυνότητας αντιστοιχεί μία τιμή σεισμικής επιτάχυνσης εδάφους Α = α * g (όπου g: επιτάχυνση βαρύτητας) σύμφωνα με τον κατωτέρω πίνακα. Πίνακας 6.3.1: Ζώνες σεισμικών επιταχύνσεων σύμφωνα με τον Αντισεισμικό Κανονισμό. Ζώνη Σεισμικής Επικινδυνότητας Ι ΙΙ ΙΙΙ 0,16 0,24 0,36 94

95 Σχήμα 6.3.1: Νέος χάρτης ζωνών σεισμικής επικινδυνότητας της Ελλάδας. Σύμφωνα με τον Νέο Ελληνικό Κανονισμό (ΝΕΑΚ) η περιοχή ανάπτυξης του μελετώμενου έργου, καθώς και το σύνολο της Κρήτης, εντάσσεται στη Ζώνη Σεισμικής Επικινδυνότητας II (με συντελεστή σεισμικής επιτάχυνσης α=0,24cm/sec 2 ). 95

96 6.4 Υδατικοί πόροι Επιφανειακοί υδατικοί πόροι Η περιοχή ανάπτυξης του εξεταζόμενου έργου ανήκει υδρολογικά εξ ολοκλήτου στο υπ' αριθμό 13 Υδατικό Διαμέρισμα της Κρήτης (Υ.Δ.13), συνολικής έκτασης 8.335km 2 περίπου. Το υδατικό διαμέρισμα Κρήτης με βάση την υπ αριθμ. 706/ ΥΑ (ΦΕΚ 1383/Β/ ) περιλαμβάνει τις ακόλουθες τρεις κύριες υδρολογικές λεκάνες: Τη λεκάνη των ρεμάτων του βορείου τμήματος Χανίων Ρεθύμνου Ηρακλείου (κωδικός: GR39). Τη λεκάνη των ρεμάτων του νοτίου τμήματος Χανίων Ρεθύμνου Ηρακλείου (κωδικός: GR40). Τη λεκάνη των ρεμάτων ανατολικής Κρήτης (κωδικός: GR41). Όπως φαίνεται και στο ακόλουθο Σχήμα 6.4.1, το εξεταζόμενο έργο, βρίσκεται εντός της λεκάνης των ρεμάτων του βόρειου τμήματος Χανίων Ρεθύμνου - Ηρακλείου (GR39). Η λεκάνη των ρεμάτων του βόρειου τμήματος Χανίων Ρεθύμνου - Ηρακλείου (GR39), χωρίζεται με τη σειρά της σε πολλές υπολεκάνες. Όπως φαίνεται και από το παρακάτω Σχήμα 6.4.2, το υπό μελέτη έργο, βρίσκεται εντός της υπολεκάνης του ρέματος Γεροποτάμου (ή Περάματος), συνολικής έκτασης 376 Km 2 περίπου. Επεκτείνεται υψομετρικά μέχρι το m περίπου (κορυφές Ψηλορείτη) με μέσο υψόμετρο (περί τα +640 m). 96

97 Σχήμα 6.4.1: Υδατικές λεκάνες Υδατικού Διαμερίσματος Κρήτης (Υ.Δ.13), σύμφωνα με την ΥΑ 706/ (ΦΕΚ 1383/Β/ ). 97

98 Σχήμα 6.4.2: Υπολεκάνες υδατικής λεκάνης Ρεμάτων βορείου τμήματος Χανίων Ρεθύμνου Ηρακλείου (GR39). 98

99 Επίσης, όσον αφορά το υδρογραφικό δίκτυο της άμεσης και ευρύτερης περιοχής μελέτης, σημειώνεται ότι είναι έντονα ανεπτυγμένο και πολυσχιδές. Το σημαντικότερο στοιχείο του επιφανειακού υδρογραφικού δικτύου της περιοχής είναι ο Γεροπόταμος και ο παραπόταμός του Μαργαριτιανός Υπόγειοι υδατικοί πόροι Ποσοτικά στοιχεία Λιθολογική Υδρολιθολογική δομή περιοχής μελέτης Από την αξιολόγηση των γεωλογικών σχηματισμών που δομούν την περιοχή της Δ.Ε. Γεροποτάμου, συντάχθηκε στα πλαίσια της Γεωλογικής Μελέτης το Σχέδιο Μ.2 Υδρολιθολογικός Χάρτης (κλ. 1:25.000). Ο υδρολιθολογικός χάρτης περιλαμβάνει τον διαχωρισμό του εδάφους σε υδρολιθολογικές ενότητες, τις θέσεις των υδρογεωτρήσεων, των πηγών, που μετρήθηκαν στην παρούσα μελέτη, την πιεζομετρία του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα, τις θέσεις των ρεμάτων, των ρηγμάτων κλπ. Οι σχηματισμοί που δομούν την περιοχή μελέτης, ανάλογα με την λιθολογική τους σύσταση, την υδρολιθολογική τους συμπεριφορά και την προέλευση τους, διακρίνονται στις παρακάτω κατηγορίες: Τεταρτογενείς αποθέσεις Σχηματισμοί ερυθρογής - Πρακτικά αδιαπέρατοι (κ= 10-7 έως 10-9 cm/sec). Σχηματισμοί αλλουβιακών αποθέσεων, πλευρικών κορημάτων και κώνων κορημάτων- Υψηλής έως μέσης υδροπερατότητας (κ= 10-3 έως 10-5 cm/sec). Νεογενείς σχηματισμοί Σχηματισμοί μέτριας διαπερατότητας βιογενών ασβεστολίθων, μαργών και κροκαλοπαγών (κ= 10-3 έως 10-6 cm/sec) Σχηματισμοί χαμηλής έως πολύ χαμηλής διαπερατότητας μαργών (κ= 10-7 cm/sec). Αλπικοί σχηματισμοί Σχηματισμοί πολύ χαμηλής διαπερατότητας φυλλιτών και αργιλικών σχιστολίθων (κ= 10-5 έως 10-8 cm/sec). Σχηματισμοί χαμηλής έως μέσης διαπερατότητας μεταφλύσχη, ανθρακικών σχιστολίθων, πηλιτών φλύσχη, χαλαζιακών, ανθρακικών σχιστολίθων και πρώτου φλύσχη (κ= 10-4 έως 10-7 cm/sec). Σχηματισμοί πολύ υψηλής διαπερατότητας μονόμικτων λατυποπαγών και ωολιθικών ασβεστολίθων, πλακωδών ασβεστολίθων, ασβεστολίθων και δολομιτών, ασβεστολίθων με κερατόλιθους και δολομιτικών μαρμάρων (κ= 1 έως 10-3 cm/sec). 99

100 Υδροφόρος ορίζοντας αλπικών ασβεστολίθων Αναπτύσσεται στους έντονα καρστικοποιημένους υδροφορείς των Αλπικών ασβεστολίθων. Βόρεια η ανάπτυξη των ασβεστολίθων περιορίζεται από το σχηματισμό των φυλλιτών, εκτός της βορειοανατολικής περιοχής όπου οι ασβεστόλιθοι έρχονται σε επαφή με τη θάλασσα. Ο υδροφόρος ορίζοντας εκφορτίζεται στη θέση των πηγών Π11 (Γλυκιά Βρύση) & Π12 (Κατσιρίδι), υψόμετρο 10,00 m και m αντίστοιχα. Στο βορειοανατολικό τμήμα του Δ. Γεροποτάμου ο υδροφόρος ορίζοντας εκφορτίζεται στη θάλασσα. Η υδραυλική κλίση του καρστικού υδροφορέα των αλπικών ασβεστολίθων κυμαίνεται από %. Το υψόμετρο της στάθμης του υδροφόρου ορίζοντα κυμαίνεται από +150,00 m έως +0,00 m. Οι ισοϋψείς καμπύλες του υψομέτρου της στάθμης δίνονται στο Σχέδιο Μ.2-Υδρολιθολογικός Χάρτης. Υδροφόρος ορίζοντας μειοκαινικών μαργαϊκών ασβεστολίθων Αναπτύσσεται αυτόνομα ως επικρεμάμενος ορίζοντας στο νότιο τμήμα της περιοχής των μαργαϊκών ασβεστολίθων. Στο βόρειο τμήμα η πιεζομετρική επιφάνεια των μαργαϊκών ασβεστολίθων ταυτίζεται με την πιεζομετρική επιφάνεια του υδροφόρου ορίζοντα των αλπικών ασβεστολίθων. Ο υδροφόρος ορίζοντας των μειοκαινικών ασβεστολίθων εκφορτίζεται στην πηγή Π6 (Καλανδαριανή Βρύση), υψόμετρο +238,00 m και παροχή m 3 /h και στην πηγή Π1 (Κούκουμος) υψόμετρο +307,00 m και παροχή 79 m 3 /h, την χειμερινή περίοδο. Το καλοκαίρι οι παροχές των πηγών μειώνονται σε m 3 /h. Το υψόμετρο της στάθμης του επικρεμάμενου υδροφόρου ορίζοντα κυμαίνεται από +238 m (πηγή Π6), έως 307 m (πηγή Π1). Στην περιοχή της πηγής Π6 (Καλανδαριανή Βρύση), υψόμετρο +238,00 m, η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα των αλπικών ασβεστολίθων βρίσκεται σε βάθος m, περίπου 80,0 m βαθύτερα της πηγής. Στην θέση της πηγής Π1 (Κούκουμος), η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα των αλπικών ασβεστολίθων βρίσκεται m βαθύτερα της πηγής. Πηγές - Γεωτρήσεις Κατά την εκπόνηση της γεωλογικής μελέτης, έγινε καταγραφή των υφιστάμενων πηγών και γεωτρήσεων και μετρήσεις παροχής των πηγών και παροχής / στάθμης όλων των γεωτρήσεων ύδρευσης και ορισμένων γεωτρήσεων άρδευσης. Επίσης έγιναν δειγματοληψίες και χημικές / μικροβιολογικές αναλύσεις σε όλες τις πηγές και γεωτρήσεις ύδρευσης και στις κυριότερες γεωτρήσεις άρδευσης. Οι πηγές και γεωτρήσεις που καταμετρήθηκαν στα πλαίσια της γεωλογικής μελέτης, παρουσιάζονται στους παρακάτω Πίνακες 6.4.1, και 6.4.3, καθώς και στο σχετικό Σχέδιο Μ.2-Υδρολιθολογικός Χάρτης. 100

101 Πίνακας 6.4.1: Φυσικές πηγές Δημοτικής Ενότητας Γεροποτάμου. ΤΟΠΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΑΒΔΕΛΑ ΚΟΥΚΟΥΜΟΣ ΑΡΓΟΥΛΙΟ Π-1 ΚΑΣΤΡΙ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ Π-2 ΑΒΔΕΛΑ ΑΡΓΟΥΛΙΟ ΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ ΚΑΣΤΡΙ Π-3 ΑΛΦΑΣ ΑΛΦΑ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΛΕΥΡΙΑΝΑ Π-4 ΒΕΡΓΙΑΝΑ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Π-5 ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ ΚΥΝΗΓΙΑΝΑ ΠΑΝΩ ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΤΡΙΠΟΔΟ ΨΥΧΡΟ ΛΑΓΚΑ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΛΑΝΔΑΡΕ Π-6 ΚΑΛΑΝΔΑΡΕ ΚΑΛΑΜΑΣ ΔΑΦΝΗ ΠΕΡΑΜΑ ΚΑΛΑΝΔΑΡΙΑΝΗ ΒΡΥΣΗ Π-7 ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΑΚΙ ΜΕΛΙΣΣΟΥΡΓΑΚΙ ΒΡΥΣΗ Π-8 ΟΡΘΕ ΟΡΘΕ ΓΟΓΚΥΛΟ Π-11 ΠΑΝΟΡΜΟΣ ΠΑΝΟΡΜΟ ΓΛΥΚΙΑ ΒΡΥΣΗ Π-9 ΠΑΣΣΑΛΙΤΕΣ ΠΑΣΣΑΛΙΤΕΣ ΒΡΥΣΗ Π-10 ΧΟΥΜΕΡΙ ΧΟΥΜΕΡΙ ΓΑΡΙΠΑΣ Π-12 ΠΑΝΟΡΜΟΥ ΚΑΤΣΑΡΙΔΙ (υφάλμυρη πηγή) Πίνακας 6.4.2: Υδρευτικές γεωτρήσεις. Α/Α ΤΟΠΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΠΑΡΟΧΗ (m 3 ) ΥΓ-1 ΑΓΓΕΛΙΑΝΩΝ ΠΟΝΤΙΚΟΥ ΑΓΓΕΛΙΑΝΑ, ΧΑΝΟΘΙΑΝΑ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΧΑΝΙ ΥΓ-2 ΑΛΦΑΣ ΑΝΑΒΡΕΤΗ ΑΛΦΑ, ΣΚΟΡΔΙΛΟ

102 ΥΓ-3 ΑΧΛΑΔΕ ΖΟΥΛΕΣ ΥΓ-4 ΜΑΡΓΑΡΙΤΩΝ ΚΥΝΗΓΙΑΝΑ 2 ΑΧΛΑΔΕ, ΣΙΡΙΠΙΔΙΑΝΑ, ΣΟΛΟΧΙΑΝΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ, ΒΕΡΓΙΑΝΑ, ΠΙΓΟΥΝΙΑΝΑ, ΠΛΕΥΡΙΑΝΑ, ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ, ΤΖΑΝΑΚΙΑΝΑ, ΤΡΙΠΟΔΟ ΥΓ-5 ΜΑΡΓΑΡΙΤΩΝ ΚΥΝΗΓΙΑΝΑ 1 ΚΥΝΗΓΙΑΝΑ 5 ΥΓ-6 ΠΑΝΟΡΜΟΥ ΔΑΛΑΜΒΕΛΟΣ ΠΑΝΟΡΜΟ 20 ΥΓ-7 ΜΕΛΙΔΟΝΙΟΥ ΜΑΝΙΑΚΙ ΜΕΛΙΔΟΝΙ, ΕΧΑΝΤΗΣ 35 ΥΓ-8 ΜΕΛΙΔΟΝΙΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΙ 60 ΥΓ-9 ΜΕΛΙΔΟΝΙΟΥ ΒΛΥΧΑΔΑ 1 ΜΠΑΛΙ, ΒΛΥΧΑΔΑ 50 10* ΟΡΘΕ ΚΟΤΣΥΦΟΣ ΟΡΘΕ ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ ΜΕΛΙΣΟΚΗΠΟΣ ΠΕΡΑΜΑ 25 ΥΓ-30 ΜΕΛΙΔΟΝΙΟΥ ΕΞΑΝΤΗ ΠΕΡΑΜΑ 60 ΥΓ-13 ΡΟΥΜΕΛΙ ΖΙΓΑΡΔΕΛΙ ΡΟΥΜΕΛΙ 25 ΥΓ-14 ΣΙΣΣΩΝ ΖΟΥΡΒΕΣ ΣΙΣΣΕΣ 40 ΥΓ-15 ΣΚΕΠΑΣΤΗΣ ΤΖΑΝΟΥΡΟΣ ΣΚΕΠΑΣΤΗ 10 ΥΓ-16 ΧΟΥΜΕΡΙΟΥ ΚΑΤΩ ΒΡΥΣΗ ΧΟΥΜΕΡΙ, ΚΡΑΣΟΥΝΑΣ ΚΕΡΑΜΩΤΑ, ΥΓ-17 ΧΟΥΜΕΡΙΟΥ ΘΥΜΟΠΟΥΛΟ 1 ΧΟΥΜΕΡΙ (*: Εκτός Σχεδίου Μ.2. Στο Σχέδιο εμφανίζονται μόνο οι γεωτρήσεις με κωδικό ΥΓ.) Πίνακας 6.4.3: Αρδευτικές γεωτρήσεις. Α/Α ΤΟΠΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΠΑΡΟΧΗ (Κ.Μ) ΥΓ-18 ΧΟΥΜΕΡΙΟΥ ΑΓΙΟΣ ΣΥΛΛΑΣ * ΑΧΛΑΔΕ ΑΓΚΑΘΕΣ 25 3 ΑΓΓΕΛΙΑΝΩΝ ΑΣΠΡΟΣ ΠΟΡΟΣ 8 ΥΓ-19 ΡΟΥΜΕΛΙ ΒΛΥΧΟ ΠΗΓΑΔΙ 50 5 ΑΛΦΑΣ ΒΟΣΚΟΥ 18 ΥΓ-20 ΑΓΓΕΛΙΑΝΩΝ ΒΡΥΣΙΔΑ 50 ΥΓ-21 ΜΕΛΙΔΟΝΙΟΥ ΓΩΝΙΑ 25 8 ΜΑΡΓΑΡΙΤΩΝ ΔΑΝΗΛΟ 5 9 ΣΙΣΣΩΝ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ ΑΛΦΑΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ 3 ΥΓ-22 ΣΚΕΠΑΣΤΗΣ ΖΟΥΛΕΣ

103 Α/Α ΤΟΠΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ ΠΑΡΟΧΗ (Κ.Μ) ΥΓ-23 ΑΧΛΑΔΕ ΖΟΥΛΕΣ ΑΛΦΑΣ ΚΑΨΑ 3 14 ΣΙΣΣΩΝ ΛΗΜΝΙΑ 45 ΥΓ-24 ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ ΛΙΒΑΔΙΑ ΑΛΦΑΣ ΛΙΓΑΡΕΣ 2 ΥΓ-25 ΣΙΣΣΩΝ ΜΠΑΜΠΟΥΚΑΣ ΣΙΣΣΩΝ ΜΠΑΜΠΟΥΚΑΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΩΝ ΡΟΔΑΡΕΣ 1,5 20 ΑΓΓΕΛΙΑΝΩΝ ΣΠΗΛΙΟ ΨΑΡΑΚΙ 20 ΥΓ-26 ΑΧΛΑΔΕ ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΧΛΑΔΕ ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΙΣΣΩΝ ΣΦΑΚΩΝΙΑ 60 ΥΓ-27 ΜΕΛΙΔΟΝΙΟΥ ΤΖΙΓΚΡΟΜΟΥΡΙ 130 ΥΓ-28 ΠΑΝΟΡΜΟΥ ΧΑΛΙΚΙΑΣ 50 ΥΓ-29 ΑΓΓΕΛΙΑΝΩΝ ΧΑΝΟΘΙΑΝΑ 45 (*: Εκτός Σχεδίου Μ.2. Στο Σχέδιο εμφανίζονται μόνο οι γεωτρήσεις με κωδικό ΥΓ.) Πηγή Κατσιρίδι (Υφάλμυρη) Η υφάλμυρη πηγή Κατσιρίδι βρίσκεται στο βορειοδυτικό περιθώριο της νεογενούς λεκάνης Περάματος και εκδηλώνεται με τη μορφή τριών σημαντικών αναβλύσεων στο αριστερό πρανές στα ανώτερα σημεία εκτός της κοίτης του ποταμού Γεροποτάμου σε υψόμετρο +20 μ. περίπου. Η πηγή εντοπίζεται στο βορειοδυτικό άκρο της ρηξιγενούς ζώνης Περάματος Δροσιάς στην τεκτονική επαφή των νεογενών με τους στεγανούς φυλλίτες. Στην μελέτη «Ολοκληρωμένη Διαχείριση Υδάτων Κρήτης» αναφέρεται ως «Αλμυρό Νερό» και περιλαμβάνονται μετρήσεις παροχών για χρονική περίοδο Η παροχή της πηγής είναι, κατά μέσο όρο, μεγάλη και με βάση τις παρατηρήσεις & μετρήσεις που έχουν γίνει από το ΙΓΜΕ ( ), κυμαίνεται μεταξύ 200 m 3 /h (χαμηλή τιμή ξηρής περιόδου) έως και 900 m 3 /h (υψηλή τιμή υγρής περιόδου) με μέσο όρο 360 m 3 /h και είναι υφάλμυρη. Σύμφωνα με νεώτερες μετρήσεις του ΙΓΜΕ ( ) κατά τους θερινούς μήνες Ιούλιο και Αύγουστο ορισμένες φορές παρατηρείται αισθητή μείωση της παροχής της πηγής με ελάχιστη τιμή τα 78 m 3 /h. Η μέση ετήσια παροχή της πηγής για την περίοδο , ανέρχεται σε 593 m 3 /h (ή 5,2 x 10 6 m 3 /έτος) (βλ. και ακόλουθο Πίνακα 6.4.4). Τα νερά της πηγής προέρχονται από υπόγεια ύδατα, που κινούνται μέσα στα νεογενή ιζήματα και κατά μήκος της ρηξιγενούς ζώνης στο περιθώριο της νεογενούς λεκάνης 103

104 ανατολικά με τους φυλλίτες και βορειοανατολικά με τα ανθρακικά πετρώματα των Ταλέων ορέων. Η παρουσία των στεγανών φυλλιτών από την πλευρά της θάλασσας λειτουργεί σαν μπαράζ της υπόγειας υδροφορίας. Κατά τη διάρκεια της κίνησης των υπόγειων νερών στα νεογενή ιζήματα με εβαπορίτες (κύρια αλίτης) αυτά εμπλουτίζονται με συστατικά μετά από διάλυση και υποβαθμίζεται η ποιότητα του. Η πηγή Κατσιρίδι αποτελεί πηγή ρηξιγενούς υπερχείλισης της νεογενούς υφάλμυρης υδροφορίας του βόρειου τμήματος της λεκάνης του Περάματος, που φιλοξενείται στα νεογενή ιζήματα και στη μεγάλη ρηξιγενή ζώνη της λεκάνης με μπαράζ τους φυλλίτες από την πλευρά της θάλασσας. Τα νερά της υδροφορία αυτής δια μέσου των ρηγμάτων επικοινωνούν με τα νερά της καρστικής υδροφορίας της ομάδας των γεωτρήσεων της ομάδας Μελιδόνι- Αχλαδές- Εξάντης και αυξάνουν τις τιμές των χλωριόντων και της αγωγιμότητας υποβαθμίζοντας το νερό των γεωτρήσεων αυτών. Τα νερά της πηγής, λόγω της ποιοτικής σύστασής τους ρέουν ανεκμετάλλευτα. 104

105 Πίνακας 6.4.4: Μέσες Μηνιαίες Παροχές (m³/h) Πηγής Κατσαρίδι (αλμυρό νερό). ΕΤΟΣ ΟΚΤ ΝΟΕ ΔΕΚ ΙΑΝ ΦΕΒ ΜΑΡ ΑΠΡ ΜΑΪ ΙΟΥΝ ΙΟΥΛ ΑΥΓ ΣΕΠ 1995 (-) 360,00 208,80 (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) ,80 356,40 486,00 226,80 712,80 658,80 471,60 392,40 97,20 86,40 82,80 129, ,40 327,60 583,20 972,00 864, , ,00 648,00 313,20 234,00 172,80 273, ,80 266,40 273,60 450,00 572,40 334,80 298,80 414,00 320,40 165,60 122,40 118, ,20 306,00 478,80 856, , ,00 900,00 640,80 504,00 230,40 198,00 201, ,00 (-) (-) 648,00 644,40 892,80 921,60 727,20 (-) 291,60 (-) (-) 2001 (-) (-) 654,00 (-) (-) 249,66 (-) (-) 118,94 (-) (-) 2002 (-) (-) (-) (-) (-) (-) 246,32 (-) 78,70 (-) (-) 2003 (-) (-) (-) 855,33 (-) (-) (-) 1030,00 (-) (-) (-) 218, (-) (-) (-) (-) 1298,20 (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) 2005 (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) ,65 (-) (-) 406,52 (-) (-) (-) 347,21 (-) 102,62 (-) (-) ,33 (-) (-) 388,96 (-) (-) (-) 388,96 (-) 225,34 (-) (-) 2008 (-) (-) (-) (-) (-) (-) (-) 315,07 (-) 113,38 (-) 149,29 Average 243, , , , , , , , , , , ,

106 106

107 6.4.3 Υπόγειοι υδατικοί πόροι Ποιοτικά στοιχεία Δημοτικές γεωτρήσεις & πηγές Τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των υπόγειων υδροφορέων συνδέονται με τη σύσταση των πετρωμάτων από τα οποία διέρχεται το υπόγειο νερό, των πετρωμάτων που φιλοξενούν την υπόγεια υδροφορία, σε συνδυασμό με πιθανές επιδράσεις από θαλάσσια διείσδυση (συνήθως σε παράκτιους υδροφορείς με ανοικτά μέτωπα). Το υπόγειο νερό εμπλουτίζεται σε άλατα που προέρχονται από τα διαλυτά συστατικά των πετρωμάτων μέσα στα οποία κινείται και φιλοξενείται. Επιπλέον κατά τη διαδρομή των υπόγειων νερών και την παραμονή, τα υδατικά αποθέματα επηρεάζονται με προσθήκη ανόργανων και οργανικών ιόντων από την ανθρώπινη δραστηριότητα (καλλιέργειες, φυτοφάρμακα, κτηνοτροφία, αστικά & περιαστικά λύματα, σκουπιδότοπους, κ.α.), προκαλώντας ρύπανση και μόλυνση. Η παρουσία αυξημένων τιμών NO 2, NO 3 & NH 4 σε χημικές αναλύσεις νερού αποτελεί δείκτη μόλυνσης & ρύπανσης, χλωριόντων αποτελεί δείκτη υφαλμύρωσης και με τις μικροβιολογικές εξετάσεις διαπιστώνεται τυχόν μόλυνση. Από τον πρώην «Καποδιστριακό» Δήμο Γεροποτάμου σε διάφορα χρονικά διαστήματα έχουν γίνει χημικές αναλύσεις και μικροβιολογικές εξετάσεις σε νερά από τις πηγές & γεωτρήσεις στις διάφορες περιοχές. Επίσης στο πλαίσιο εκπόνησης της γεωλογικής μελέτης που περιλαμβάνεται στην παρούσα σύμβαση εκτελέστηκαν χημικές αναλύσεις και μικροβιολογικές εξετάσεις σε όλες τις πηγές και γεωτρήσεις ύδρευσης και στις κυριότερες γεωτρήσεις άρδευσης. Από τα αποτελέσματα προκύπτει ότι σε ορισμένες περιοχές τα υπόγεια νερά είναι υποβαθμισμένα λόγω υφαλμύρωσης ή λόγω μικροβιολογικού φορτίου. Το μικροβιολογικό φορτίο και η αύξηση των νιτρικών συνδέεται με ανθρώπινες δραστηριότητες (βοθρολύματα, σκουπίδια, λιπάσματα, φυτοφάρμακα, κτηνοτροφικές μονάδες, κ.α.). Ειδικότερα παρατηρούνται τα εξής: Τα νερά είναι, γενικά, σκληρά έως πολύ σκληρά, με τη σκληρότητα να αυξάνεται θεαματικά και να πλησιάζει τους 60 Γαλλικούς Βαθμούς στις γεωτρήσεις που παρουσιάζουν υφαλμύρωση (Αχλαδές, Μελιδόνι, Ρουμελή & Πάνορμος). Η αγωγιμότητα, τα χλωριόντα και τα θειικά παρουσιάζονται αυξημένα και υπερβαίνουν το όριο ποσιμότητας στις περισσότερες γεωτρήσεις μεταξύ Πανόρμου και Ρουμελής και στην περιοχή Εξάντη. Οι αυξημένες τιμές δηλώνουν σημαντική υφαλμύρωση των γεωτρήσεων που το πιθανότερο οφείλεται, όπως θα αναφέρουμε παρακάτω στην πηγή Κατσιρίδι, σε παρουσία ορυκτού άλατος στα νεογενή και συνδέεται με την κρίση του Μεσσήνιου. Η καρστική υδροφορία, που εκμεταλλεύονται οι παραπάνω γεωτρήσεις, επικοινωνεί με τη βοήθεια των μεγάλων διαρρήξεων με την υδροφορία των νεογενών. 107

108 Οι υπόλοιπες γεωτρήσεις & πηγές του Δήμου παρουσιάζουν χαμηλές τιμές αγωγιμότητας και χλωριόντων. Όσον αφορά τα νιτρικά μόνο στα νερά των πηγών στον Άγιο Μάμα (Κούκουμος & Παλιά Βρύση) παρουσιάζονται αυξημένες τιμές νιτρικών σε επίπεδο περί τα των 50 mg/l, που αποτελεί το ανώτερο επιτρεπτό όριο, ή και περισσότερο. Η αύξηση των τιμών των νιτρικών στην περιοχή αυτή συνδέεται ενδεχομένως με ρύπανση από βοθρολύματα, καθώς οι πηγές είναι αμέσως κατάντη των οικισμών. Όσον αφορά τις μικροβιολογικές αναλύσεις αυτές έδειξαν ότι αρκετές από τις πηγές και γεωτρήσεις παρουσιάζουν μικροβιακό φορτίο. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε ατέλειες ή βλάβες των υποδομών ύδρευσης ή και σε επιμόλυνση από συστήματα αποχέτευσης ακαθάρτων. Πηγή Κατσιρίδι Στον Πίνακα δίδονται τα αναλυτικά αποτελέσματα των χημικών αναλύσεων των νερών της πηγής Κατσιρίδι για το χρονικό διάστημα που έχουν γίνει από το ΙΓΜΕ στα πλαίσια μελέτης για λογαριασμό του ΥΠΕΧΩΔΕ. Δείγμα νερού της πηγής στα πλαίσια της μελέτης αυτής έδωσε τιμές αγωγιμότητας: μs/cm & χλωριόντα mg/l. Από τα αποτελέσματα των χημικών αναλύσεων προκύπτει ότι η πηγή είναι υφάλμυρη. Η πηγή βρίσκεται σε νεογενείς σχηματισμούς σε υψόμετρο +20m και υπάρχει ο προβληματισμός εάν η υφαλμύρωση της περιοχής προέρχεται από θαλάσσια διείσδυση ή οφείλεται στην παρουσία εβαποριτών, που συνδέονται με την κρίση του Μεσσηνίου. Η θάλασσα είναι σε απόσταση δύο (2) Km από την πηγή, το υψόμετρο της πηγής είναι +20m και η παρουσία των στεγανών φυλλιτών λειτουργεί σαν μπαράζ για τη διείσδυση της θάλασσας. Τα παραπάνω καθιστούν δύσκολη την ερμηνεία στο να υποθέσουμε ότι δημιουργείται μέτωπο υφαλμύρωσης από τη θάλασσα. Η παρουσία βέβαια ρηγμάτων που έχουν επιδράσει στα νεογενή και στους φυλλίτες θα μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο ερμηνείας θαλάσσιου επηρεασμού. Η ερμηνεία από τη μελέτη του ΙΓΜΕ αποδίδει την αύξηση των χλωριόντων στα νερά των υδροφοριών των νεογενών στο βόρειο τμήμα της λεκάνης του Περάματος (γεωτρήσεις & πηγή Κατσιρίδι) στην ύπαρξη ορυκτού αλίτη στα νεογενή ιζήματα για τους παρακάτω λόγους: 1. Ο συντελεστής Revelle (CL/CO 3 + H CO 3 ) και ο λόγος Mg/Ca έχουν μικρές τιμές. Οι λόγοι παρουσιάζουν αύξηση κατά τη χειμερινή περίοδο που υπάρχει αυξημένο υδραυλικό φορτίο. 2. Συνήθως στην υφαλμύρωση από θαλάσσια διείσδυση ο βαθμός υφαλμύρωσης αυξάνει τη ξηρή περίοδο και μειώνεται κατά την υγρή, που υπάρχει υψηλό υδραυλικό φορτίο του γλυκού νερού, γεγονός που δεν λαμβάνει χώρα στην περιοχή 108

109 ενδιαφέροντος. Δεν υπάρχει αύξηση του βαθμού υφαλμύρωσης κατά τη διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών που υπάρχουν στοιχεία, παρά το γεγονός ότι στην ευρύτερη περιοχή έχουν γίνει πολλές γεωτρήσεις και γίνεται εντατική εκμετάλλευση του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα. Στην γειτονική λεκάνη Αδελε-Πηγής του Δήμου Αρκαδίου έχει διαπιστωθεί η παρουσία εβαποριτών με ύπαρξη γύψων, που δηλώνει ότι έλαβε χώρα η κρίση του Μεσσήνιου στις νεογενείς λεκάνες της ευρύτερης περιοχής. Εξάλλου υπάρχουν πληροφορίες ότι σε γεωτρήσεις της περιοχής έχει εντοπισθεί ορυκτό αλάτι. Τα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η υφαλμύρωση της πηγής Κατσιρίδι οφείλεται στη διάλυση ορυκτού αλίτη μέσα από τους νεογενείς σχηματισμούς. Ο βαθμός υφαλμύρωσης αναμένεται γενικά σταθερός και στα προσεχή χρόνια θα μεταβάλλεται ελαφρά μεταξύ υγρής & ξηρής περιόδου, όπως φαίνεται και στις τιμές του παρακάτω Πίνακα Τα στοιχεία της χρονοσειράς των χημικών αναλύσεων είναι απαραίτητα για τη λειτουργία της Μονάδας Επεξεργασίας του νερού, καθώς η ποιότητα του εισερχόμενου ανεπεξέργαστου υφάλμυρου νερού είναι καθοριστικής σημασίας για την απόδοση των μεμβρανών. Πίνακας 6.4.5: Χημικές αναλύσεις νερού πηγής Κατσιρίδι. Ημερ. Ca ++ Mg ++ Na + K + - HCO 3 Cl - -- SO 4 - NO 3 ph Αγωγ ,3 121,7 970,0 4,0 242,7 1602,8 533,7 1,25 7, ,0 56,9 428,4 20,1 240,2 725,2 176,0 4,3 7, ,3 96,1 690,5 30,5 259,7 1267,7 249,0 6,21 7, ,7 76,9 526,6 25,8 271,9 959,2 211,0 8,7 7, ,9 57,6 642,0 27,3 264,6 1188,0 196,6 0,62 7, ,3 124,0 958,4 37,1 215,9 1794,3 314,4 7, ,2 66,2 505, ,4 826,5 192,3 6,2 750 (Σημείωση: Οι χημικές αναλύσεις έγιναν από το ΙΓΜΕ. Οι τιμές της αγωγιμότητας είναι σε μs/cm, των ανιόντων και κατιόντων σε mg/l). Τα αποτελέσματα των χημικών αναλύσεων που εκτελέστηκαν στα πλαίσια της παρούσας σύμβασης έχουν ως εξής: Ημερ. Ca ++ Mg ++ Na + K + - HCO 3 Cl - -- SO 4 - NO 3 ph Αγωγ ,1 95, , ,6 14,5 7, , , ,1 7, Τέλος, σημειώνεται ότι για το υπό μελέτη έργο, δεν ισχύουν τα απαγορευτικά μέτρα του Άρθρου 1 της υπ. Αριθμ Απόφαση του Γεν. Γραμματέα της Πειφέρειας Κρήτης (ΦΕΚ 1333/Β/ ) «Περιοριστικά και λοιπά ρυθμιστικά μέτρα, στις χρήσεις και τη λειτουργία των έργων αξιοποίησης υδατικών πόρων, με στόχο την προστασία και τη διαχείριση του υδατικού δυναμικού της λεκάνης απορροής της Κρήτης». 109

110 6.5 Οικοσυστήματα Χλωρίδα Πανίδα Γενικά Στο παρόν κεφάλαιο καταγράφονται τα χαρακτηριστικά της χλωρίδας, της πανίδας και των οικοσυστημάτων της περιοχής εφαρμογής του έργου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Η ευρύτερη περιοχή του έργου βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του Νομού Ρεθύμνης. Τα θαλάσσια οικοσυστήματα, τόσο της άμεσης όσο και της ευρύτερης περιοχής μελέτης παρουσιάζουν αυξημένο ενδιαφέρον. Στην παραλία του Πάνορμου ο πυθμένας είναι αμμώδης και περιλαμβάνει χλωροφύκη, τα οποία αναπτύσσονται πάνω σε μικρές βραχώδεις εξάρσεις (ΥΠΕΚΑ- Ειδική Γραμματεία Υδάτων 2011). Στην ευρύτερη περιοχή μελέτης απαντώνται υποθαλάσσια λιβάδια Αγγεισπέρμων μεγάλης οικολογικής σημασίας, ενώ εξαιρετικά σημαντική κρίνεται η παρουσία των λιβαδιών Ποσειδωνίας (Posidonia oceanica). Στα χερσαία οικοσυστήματα της περιοχής εφαρμογής του έργου, σύμφωνα με τις χρήσεις γης του CORINE, επικρατούν οι ελαιώνες (κωδ. Corine: 223) που χαρακτηρίζονται ως ημιφυσικά, ενώ από τα φσικά οικοσυστήματα κυριαρχεί η κάλυψη με σκληροφυλλική βλάστηση (κωδ. Corine: 323). Επίσης, κατά θέσεις εντοπίζονται φυσικοί βοσκότοποι (κωδ. Corine: 321), σύνθετα συστήματα καλλιέργειας (κωδ. Corine: 242) και λιβάδια (κωδ. Corine: 231). Ακόμα αναφέρεται ότι, σημαντική είναι κατά τόπους η παρουσία υπολειμματικών συστάδων φυσικής βλάστησης, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει και η βλάστηση που αναπτύσσεται κατά μήκος των ρεμάτων και των λοιπών στοιχείων του επιφανειακού υδρογραφικού δικτύου. Στις ημιορεινές και ορεινές εκτάσεις που περιβάλλον την περιοχή η φυσικότητα του τοπίου είναι αυξημένη και η βλάστηση κρίνεται ότι βρίσκεται σε ικανοποιητική κατάσταση. Η πανίδα της περιοχής, παρά την έντονη ανθρώπινη παρουσία, παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον και ποικιλότητα, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην ετερογένεια του τοπίο, στα υπολείμματα φυσικής βλάστησης και στα χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής. Το μελετώμενο έργο δεν βρίσκεται εντός ή πλησίον των ορίων κάποιας οικολογικά ευαίσθητης ή προστατευόμενης περιοχής (βλ. και Σχέδιο Μ.1 - Χάρτης Προσανατολισμού). Η εγγύτερης στο έργο οικολογικά σημαντική και προστατευόμενη περιοχή είναι αυτή με την ονομασία «Πρασιανό φαράγγι, Πατσός, Σφακορύακο ρέμα, Παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, ακρ. Λιανός Κάβος, Περιβόλια» και κωδικό GR , η οποία έχει ενταχθεί στο Δίκτυο Natura 2000 ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 «Για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας». Αναλυτικές πληροφορίες για τις προστατευόμενες και οικολογικά σημαντικές περιοχές που απαντώνται στην ευρύτερη περιοχή του έργου παρουσιάζονται στην

111 6.5.2 Θαλάσσια οικοσυστήματα - χλωρίδα Στην παράκτια ζώνη της παραλίας του Πάνορμου κυριαρχούν οι αμμώδεις ακτές. Η παράκτια ζώνη είναι μερικώς τροποποιημένη λόγω της ύπαρξης μόνιμων κτισμάτων στο δυτικό τμήμα της και τοιχίων αντιστήριξης κατά μήκος (ΥΠΕΚΑ- Ειδική Γραμματεία Υδάτων 2011). Χαρακτηριστική είναι η παρουσία αμμόφιλων ειδών όπως: η ψάθα (Ammophila arenaria), το Ερύγγιο το παράλιο (Eryngium maritimum), η θαλάσσια Μηδική (Medicago marina), ο Ώτανθος ο παράλιος (Otanthus maritimus) κ.ά. Τα μεταβατικά αυτά οικοσυστήματα μεταξύ θάλασσας και ξηράς είναι εξαιρετικά σημαντικά για τη βιοποικιλότητα, αλλά και για τη σταθεροποίηση των ακτογραμμών και του εδάφους. Δέχονται όμως ισχυρές πιέσεις λόγω των διαφόρων ανθρωπογενών επεμβάσεων. Στην περιοχή μελέτης, ο τουρισμός είναι ιδιαίτερα αυξημένος κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου. Στα ανατολικά του έργου, η παράκτια ζώνη είναι βραχώδης, με απότομες κλίσεις. Τα θαλάσσια οικοσυστήματα, τόσο της άμεσης όσο και της ευρύτερης περιοχής μελέτης παρουσιάζουν αυξημένο ενδιαφέρον. Στην παραλία του Πάνορμου ο πυθμένας είναι αμμώδης, με ομαλές κλίσεις και περιλαμβάνει χλωροφύκη, τα οποία αναπτύσσονται πάνω σε μικρές βραχώδεις εξάρσεις (ΥΠΕΚΑ- Ειδική Γραμματεία Υδάτων 2011). Στην ευρύτερη περιοχή μελέτης απαντώνται υποθαλάσσια λιβάδια Αγγεισπέρμων μεγάλης οικολογικής σημασίας, ενώ εξαιρετικά σημαντική κρίνεται η παρουσία των λιβαδιών Ποσειδωνίας (Posidonia oceanica). Ζώνες παράκτιων & θαλάσσιων οικοσυστημάτων Ακολούθως, γίνεται μια λεπτομερέστερη περιγραφή του παράκτιου και θαλάσσιου οικοσυστήματος. Τα παράκτια και θαλάσσια οικοσυστήματα μπορούν να υποδιαιρεθούν σε επιμέρους ζώνες, οι οποίες έχουν χαρακτήρα διαδοχικών βαθμίδων με ιδιαίτερα οικολογικά χαρακτηριστικά, ιδιαίτερη χλωρίδα και πανίδα συναρτήσει του βάθους, της κλίσης και του τύπου του υποστρώματος και των συνθηκών υδροδυναμισμού (Παναγιωτίδης 2007). Υπεραιγιαλίτιδα ή υπερπαράλια ζώνη Η υπερπαράλια, υπεραιγιαλίτιδα (supralittoral zone) ή υπερπαραλιακή ζώνη αποτελεί την πρώτη ζώνη της Ευφωτικής περιοχής, η οποία αναφέρεται στο τμήμα του θαλάσσιου βυθού που φωτίζεται και αντιστοιχεί σε βάθη έως περίπου τα 200m (Κουτσούμπας 2003). Η υπερπαράλια ζώνη περιλαμβάνει το τμήμα του θαλάσσιου βυθού που γειτνιάζει άμεσα με την ξηρά και καλύπτεται από το νερό μόνο στις μεγάλες παλίρροιες. Η παρουσία της ζώνης αυτής είναι εντονότερη σε βραχώδεις ακτές, όπως αυτές που επικρατούν στο ανατολικό τμήμα της περιοχής μελέτης. Το ανώτερο όριο της ζώνης αυτής καθορίζεται ως το ανώτερο επίπεδο ψεκασμού, ενώ το κατώτερο όριό της καθορίζεται ως το ανώτερο όριο της μεσοπαραλιακής ζώνης που είναι η επόμενη προς την μεριά της 111

112 θάλασσας οικολογική ζώνη (Κουτσούμπας 2003). Το πλάτος της ζώνης αυτής είναι σε άμεση συνάρτηση με τον βαθμό έκθεσης μιας θαλάσσιας περιοχής (προφυλαγμένη ή εκτεθειμένη περιοχή), καθώς επίσης και με την κλίση της ακτής. Πολύ λίγα είδη οργανισμών είναι προσαρμοσμένα για διαβίωση σε αυτό το μεταβατικό οικοσύστημα μεταξύ ξηράς και θάλασσας. Ο λόγος για αυτό είναι οι διακυμάνσεις των κυρίαρχων αβιοτικών οικολογικών παραγόντων στη ζώνη αυτή (π.χ. ηλιακή ακτινοβολία, θερμοκρασία, βαθμός ύγρανσης) (Κουτσούμπας 2003). Το κατώτερο όριο της υπεραιγιαλίτιδας είναι το ανώτερο όριο εξάπλωσης των Θυσσανόποδων και εκτείνεται προς τα πάνω μέχρι το ανώτερο όριο των Γαστεροπόδων του γένους Littorina. Τα Γαστερόποδα αυτά αποτελούν κυρίαρχους οργανισμούς, μαζί με μαύρους λειχήνες του γένους Verrucaria, που σχηματίζουν επιστρώσεις στους βράχους (Nybakken 2005). Άλλοι σημαντικοί θαλάσσιοι οργανισμοί που συγκροτούν τις βιοκοινότητες της υπερπαράλιας ζώνης σε βραχώδη υποστρώματα είναι ορισμένα είδη Κυανοφυκών (Μονήρη), ορισμένα είδη Χλωροφυκών και το Ισόποδο Καρκινοειδές Ligia italica. Ωστόσο, ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία ορισμένων ειδών Γαστεροπόδων του γένους Littorina, με συχνότερη σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, την παρουσία του Littorina neritoides. Το είδος αυτό εξαπλώνεται με πολύ μεγάλη συχνότητα και αφθονία στη ζώνη αυτή και πολλές φορές η συγκεκριμένη οικολογική ζώνη αποκαλείται και ζώνη της Littorina (Κουτσούμπας 2003). Σε κινητό υπόστρωμα, η ποικιλότητα της ζώνης είναι, σε γενικές γραμμές, μικρότερη και η συγκρότηση των κοινοτήτων συνδέεται με την ύπαρξη και το βαθμό ύγρανσης φυτικών εκβρασμάτων, τα οποία προέρχονται από άλλες οικολογικές ζώνες βενθικής ενότητας και στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για νεκρά άτομα θαλάσσιων αγγειοσπέρμων, όπως τα: Posidonia, Zostera κ.ά. (Κουτσούμπας 2003). Μεσοπαράλια ή μεσοαιγιαλίτιδα ζώνη Η μεσοπαράλια, μεσοαιγιαλίτιδα ή μεσοπαραλιακή ζώνη (midlittoral zone) διαδέχεται την υπερπαράλια ζώνη και αντιστοιχεί στο τμήμα εκείνο της ακτής που αποκαλύπτεται κατά την ρηχία, ενώ κατά την πλήμμη καλύπτεται από το θαλάσσιο νερό. Στη διαμόρφωση και το εύρος της μεσοπαράλιας ζώνης εκτός από την περιοδικότητα ηλιακής σεληνιακής παλίρροιας συμβάλλουν και άλλοι παράγοντες όπως ο υδροδυναμισμός, οι μεταβολές της ατμοσφαιρικής πίεσης (μετεωρολογική παλίρροια) και η σχετική υγρασία του αέρα. Στην Ελλάδα η ηλιακή σεληνιακή παλίρροια έχει μικρό εύρος. Έτσι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η μεσοπαράλια ζώνη είναι περιορισμένη. Γενικά το ανώτερο όριο της μεσοπαράλιας ζώνης βρίσκεται έως 50cm πάνω από τη μέση στάθμη της θάλασσας ενώ το κατώτερο όριο 10-20cm κάτω από τη μέση στάθμη (Παναγιωτίδης & Χατζημπίρος 2004). Οι οργανισμοί που εξαπλώνονται στην οικολογική αυτή ζώνη και συγκροτούν τις αντίστοιχες κοινότητες είναι πολύ καλά προσαρμοσμένοι προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις διαφορετικές οικολογικές συνθήκες που επικρατούν στη διάρκεια της ανάδυσης (έλλειψη νερού, έκθεση στον αέρα, ηλιοφάνεια, κ.λ.π.) και αυτές που επικρατούν στη διάρκεια της κατάδυσης (κυματική δράση, θηρευτές, κ.λ.π.). Στα σκληρά, βραχώδη υποστρώματα της ζώνης, απαντούν πλήθος διαφορετικών οργανισμών. Στο ανώτερο τμήμα 112

113 της ζώνης (ανώτερη υποζώνη), το οποίο βυθίζεται σπάνια και κυρίως στη διάρκεια έντονης κυματικής δράσης απαντούν κυρίως Κυανοφύκη, διάφορα είδη μακροφυκών (κυρίως ερυθροφύκη), θυσσανόποδα Καρκινοειδή, με συχνότερη την παρουσία του είδους Chthamalus stellatus και διάφορες πεταλίδες (γένος Patella). Το κατώτερο τμήμα της μεσοπαράλιας ζώνης (κατώτερη υποζώνη) χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ποικιλότητα ειδών. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία ερυθροφυκών που εκκρίνουν ασβεστολιθικούς σκελετούς που καλύπτουν υπό μορφή κρούστας μεγάλα τμήματα υποστρώματος (είδη των γενών Lithophyllum και Neogoniolithon), ειδών του φαιοφύκους Nemalion spp., διαφόρων Γαστεροπόδων των γενών Patela, Acmaea και Siphonaria, και του Πολυπλακοφόρου Middendorfia caprearum. Γενικά, στη σύνθεση της βιοκοινότητας συμμετέχουν τόσο εδραίοι όσο και πλάνητες οργανισμοί: υδρόζωα, δίθυρα μαλάκια, πολύχαιτοι, βρυόζωα, αμφίποδα, ισόποδα, δεκάποδα, ασκίδια και ψάρια όπως για παράδειγμα ο γοβιός Lipophrys pavo που έχει την δυνατότητα να παραμείνει για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς το σώμα του να καλύπτεται από νερό (Κουτσούμπας 2003). Στα σκληρά υποστρώματα της μεσοπαράλιας ζώνης απαντά και το Δεκάποδο καρκινοειδές Pachygrapsus marmoratus, ενώ δύο είδη που αναφέρθηκαν στην υπερπαράλια ζώνη, το Γαστερόποδο Littorina neritoides και το Ισόποδο Ligia italica, κατεβαίνουν στην μεσοπαράλια ζώνη όταν η θάλασσα είναι ήρεμη (Παναγιωτίδης & Χατζημπίρος 2004). Στα μαλακά (αμμώδη) υποστρώματα της μεσοπαράλιας ζώνης, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στο σκληρό υπόστρωμα, οι οργανισμοί έχουν τη δυνατότητα εισχώρησης βαθιά μέσα στο ίζημα και με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Στα κινητά υποστρώματα οι οργανισμοί επηρεάζονται εντονότερα από τις διακυμάνσεις των αβιοτικών οικολογικών παραγόντων και, κυρίως, τη θερμοκρασία και την αλατότητα, τόσο σε ημερήσιο όσο και σε εποχικό επίπεδο. Οι κοινότητες που εξαπλώνονται στην μεσοπαραλιακή ζώνη σε κινητό υπόστρωμα καθορίζονται κυρίως από το μέγεθος των κόκκων του ιζήματος, καθώς τόσο η ποικιλότητα όσο και η κατανομή και η πυκνότητα των οργανισμών που συγκροτούν τις κοινότητες αυτές σχετίζεται με την ποσότητα του νερού που εισχωρεί στο ίζημα και την ευκολία μετακίνησης των οργανισμών. Η αδρή άμμος και τα χαλίκια δεν συγκρατούν το νερό και αποστραγγίζονται γρήγορα στη διάρκεια της άμπωτης, γεγονός που καθιστά τα αδρά ιζήματα σχετικά αφιλόξενα. Αντίθετα, η λεπτή άμμος, λόγω των δυνάμεων συνάφειας που αναπτύσσονται, συγκρατεί περισσότερο νερό και επιπρόσθετα μεγαλύτερο ποσό οργανικής ύλης, αποτελώντας ένα περισσότερο φιλόξενο περιβάλλον για τους οργανισμούς (Κουτσούμπας 2003). Υποαιγιαλίτιδα ή υποπαράλια ζώνη Η υποπαράλια, υποαιγιαλίτιδα ή υποπαραλιακή ζώνη (infralittoral zone) καλύπτεται πάντοτε από νερό. Αρχίζει από το κατώτερο όριο της μεσοπαράλιας ζώνης και εκτείνεται 113

114 έως το μέγιστο βάθος που φτάνουν τα φωτόφιλα φύκη και τα θαλάσσια Αγγειόσπερμα. Το βάθος αυτό κυμαίνεται από 15 έως 20mστο Β. Αιγαίο και φθάνει τα 30 έως 40m στα νότια ελληνικά πελάγη, όπου τα νερά είναι περισσότερο διάφανα (Παναγιωτίδης 2007, Παναγιωτίδης & Χατζημπίρος 2004). Η υποπαράλια ζώνη χαρακτηρίζεται από πλούσια χλωρίδα και πανίδα, που αντανακλά την πλούσια ποικιλία οικολογικών συνθηκών (Παναγιωτίδης 2007) και γενικά διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στην πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων (Κουτσούμπας 2003). Στη υποπαράλια ζώνη της περιοχής μελέτης απαντούν βιοκοινωνίες κινητών υποστρωμάτων, με κατά τόπους παρουσία βραχωδών εξάρσεων. Τα κινητά υποστρώματα, ανάλογα με το μέγεθος των κόκκων του ιζήματος (αδρόκοκκη άμμος, λεπτά χαλίκια, λεπτόκοκκη άμμος κλπ) και τη θέση εντοπισμού τους διαφοροποιούνται ως προς τις επικρατούσες συνθήκες και τις βιοκοινότητες που υποστηρίζουν. Εξαιρετικά σημαντική είναι η παρουσία των λιβαδιών θαλάσσιων Αγγειοσπέρμων. Παράκτιοι & θαλάσσιοι τύποι οικοτόπων Στην περιοχή του έργου, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή μελέτης αναφέρεται η παρουσία έξι (6) θαλάσσιων και παράκτιων τύπων οικοτόπων, οι οποίοι και περιγράφονται συνοπτικά ακολούθως. Η περιγραφή τους βασίζεται κυρίως στις εργασίες των Ντάφης και συν. (2001) και Δημόπουλος και συν. (2005). Αμμοσύρσεις που καλύπτονται διαρκώς από θαλάσσιο νερό μικρού βάθους Πρόκειται για υποπαράλιες αμμοσύρσεις, μόνιμα κατακλυσμένες με νερό, το βάθος του οποίου σπάνια ξεπερνά τα 20m. Τα οικολογικά χαρακτηριστικά του τύπου οικοτόπου με κωδικό 1110 είναι η αμμώδης σύσταση του βυθού και ο υψηλός υδροδυναμισμός, που μπορεί να κινεί την άμμο. Η παρουσία του οικοτόπου συνδέεται με την ύπαρξη εκτεταμένων αμμωδών ακτών με ομαλή κλίση και την επικράτηση συνθηκών υψηλού υδροδυναμισμού. Η βλάστηση περιλαμβάνει υποθαλάσσια λιβάδια του Αγγειόσπερμου Cymodocea nodosa (φυτοκοινωνία Cymodocetum nodosae) και υποθαλάσσια λιβάδια του Αγγειόσπερμου Halophila stipulacea, η παρουσία των οποίων εξαρτάται από τη συχνότητα ακραίων καιρικών φαινομένων. Ο οικότοπος, με κωδικό 1110 περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και στην ευρύτερη περιοχή μελέτης έχει χαρτογραφηθεί στην περιοχή του Δικτύου Natura 2000 με κωδικό GR και ονομασία «Πρασιανό φαράγγι, Πατσός, Σφακορύακο ρέμα, Παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, ακρ. Λιανός Κάβος, Περιβόλια». Κύριες απειλές για τον οικότοπο αποτελούν τα κατασκευαστικά έργα σε παράκτιες και ανοικτές θαλάσσιες θέσεις, και ειδικότερα: η κατασκευή και συντήρηση λιμανιών, οι κυματοθραύστες και οι λιμενοβραχίονες, οι εκβαθύνσεις κ.ά. 114

115 Εκτάσεις θαλάσσιας βλάστησης με Ποσειδώνια (Posidonia oceanica) Τα λιβάδια του θαλάσσιου Αγγειοσπέρμου Ποσειδώνια (Posidonia oceanica) είναι χαρακτηριστικά της υποπαραλιακής ζώνης της Μεσογείου και αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους τύπους οικοτόπων των Μεσογειακών ακτών, ενώ το είδος είναι ενδημικό της Μεσογείου. Σχηματίζει εκτεταμένα υποθαλάσσια λιβάδια πάνω σε πετρώδεις ή αμμώδεις βυθούς, σε καθαρά νερά βάθους από 1 ως και 40 m. Τα λιβάδια της Ποσειδωνίας κατέχουν σημαντική θέση στην οικολογία της Μεσογείου. Συμβάλλουν στη διατήρηση της βιοποικιλότητας αφού συνιστούν περιοχές πολύ υψηλής παραγωγικότητας και αποτελούν το ενδιαίτημα ή το πεδίο προφύλαξης και διατροφής για έναν πολύ μεγάλο αριθμό ασπόνδυλων ειδών και ψαριών (κατά εκτιμήσεις άνω των ειδών). Επιπλέον, η Ποσειδωνία ως ανώτερο φυτό φωτοσυνθέτει, δεσμεύει δηλαδή CO 2 χρησιμοποιώντας την ενέργεια του ήλιου και το μετατρέπει σε οργανικό άνθρακα για τη δημιουργία βιομάζας, παράγοντας Ο 2. Η διαδικασία αυτή καθιστά τη θαλάσσια βλάστηση και την Ποσειδώνια ειδικότερα σημαντικό ρυθμιστή του παγκόσμιου κύκλου του άνθρακα και ένα «φυσικό» σύμμαχο ενάντια στις κλιματικές αλλαγές. Ο ρόλος τους είναι επίσης σημαντικός στην προστασία των ακτών από τη διάβρωση, λόγω του ότι συμβάλλουν στη μείωση του υδροδυναμισμού των ακτών (Ντάφης και συν. 2001, Guillaumont & Gauthier 2005). Κατ αναλογία με τους χερσαίους οικοτόπους, τα λιβάδια Ποσειδωνίας αποτελούν τα «τροπικά δάση» της Μεσογείου. Για τους παραπάνω λόγους, οι οικότοποι που σχηματίζουν τα λιβάδια Ποσειδωνίας (Posidonia oceanica), αποτελούν οικότοπο προτεραιότητας του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ., με κωδικό 1120 και προστατεύονται. Αναπτύσσονται σε μαλακό υπόστρωμα και είναι πολύ ευαίσθητα στην αλατότητα, τη θερμοκρασία, στα φαινόμενα ευτροφισμού και στις αλλαγές της καθίζησης (Guillaumont & Gauthier 2005, Parari 2009). Τα τελευταία χρόνια υποστηρίζεται ότι παρατηρείται σημαντική υποβάθμιση των θαλάσσιων λιβαδιών, εξαιτίας κυρίως του ευτροφισμού και των συρόμενων αλιευτικών εργαλείων (Ντάφης και συν. 2001). Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι ο τύπος οικοτόπου που προστατεύεται από την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία είναι τα λιβάδια Ποσειδωνίας, τα οποία αποτελούν ενιαίους σχηματισμούς υψηλής οικολογικής αξίας, σε αντίθεση με τα μεμονωμένα ή αραιά κατανεμημένα φυτά, τα οποία διαμορφώνουν συνήθεις οικοτόπους χαμηλότερου δυναμικού, υπό την έννοια ότι φιλοξενούν λιγότερα είδη και προσφέρουν οικολογικές υπηρεσίες (π.χ. παραγωγή Ο 2, απορρόφηση CO 2 ) πολύ χαμηλότερης έντασης. Μεταξύ των δύο αυτών «άκρων» (πυκνό λιβάδι μεμονωμένα φυτά) υπάρχουν διαβαθμίσεις πυκνότητας, οι οποίες συχνά αντιστοιχούν σε υποβαθμισμένα λιβάδια Ποσειδωνίας, με ενδιάμεση οικολογική αξία, αλλά με συχνά εντονότερη ανάγκη προστασίας υπό την ελπίδα της ανάκαμψής τους. 115

116 Στο θαλάσσιο τμήμα της παράκτιας ζώνης της ευρύτερης περιοχή μελέτης, απαντώνται κατά θέσεις, θύλακες από λιβάδια Ποσειδωνίας, περιορισμένης σχετικά έκτασης, τα οποία όμως διατηρούνται σε καλή οικολογική κατάσταση. Ύφαλοι Πρόκειται για υποθαλάσσιες ή εκτεθειμένες περιοχές μικρής παλίρροιας, με βραχώδες υπόστρωμα και βιογενείς σχηματισμούς, που ανέρχονται συνήθως από τον πυθμένα της υποπαραλιακής ζώνης, μπορεί όμως να φτάνουν μέχρι και την υπερπαραλιακή ζώνη όπου υπάρχει μια μη διακοπτόμενη ζώνωση από κοινωνίες φυτών και ζώων. Οι ύφαλοι αυτοί συνήθως υποστηρίζουν μία ζώνωση από βενθικές κοινωνίες φυκών και ζώων, περιλαμβάνοντας κρουστώδεις και κοραλλιογενείς σχηματισμούς. Όταν οι οικολογικές συνθήκες (κυματισμός, ευτροφισμός, ανταγωνισμός κ.ά.) είναι ευνοϊκές η βλάστηση του οικοτόπου καταλήγει σε πυκνούς πληθυσμούς μεγάλων φαιοφυκών του γένους Cystoseira, οι οποίοι παρουσιάζουν βέλτιστη ανάπτυξη στην ανώτερη υποπαράλια ζώνη (0,5 2 m βάθος), λόγω των καλών συνθηκών φωτισμού. Ο οικότοπος, με κωδικό 1170, περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και αντιστοιχεί στα βραχώδη υποστρώματα της υποπαράλιας ζώνης. Πρόκειται για πολύ κοινό τύπο οικοτόπου, ενώ τυπικά παραδείγματά του απαντώνται γύρω από βραχονησίδες και ακρωτήρια στην Κρήτη στα Ιόνια νησιά και στο Αιγαίο. Στην ευρύτερη περιοχή μελέτης έχει χαρτογραφηθεί στην περιοχή του Δικτύου Natura 2000 με κωδικό GR και ονομασία «Πρασιανό φαράγγι, Πατσός, Σφακορύακο ρέμα, Παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, ακρ. Λιανός Κάβος, Περιβόλια». Κύριες απειλές για τον οικότοπο αποτελούν τα κατασκευαστικά έργα σε παράκτιες και ανοικτές θαλάσσιες θέσεις, όπως: η κατασκευή και συντήρηση λιμανιών, οι κυματοθραύστες και οι λιμενοβραχίονες, οι εκβαθύνσεις κ.ά., καθώς και οι δραστηριότητες και εγκαταστάσεις κολύμβησης και άλλων αθλημάτων νερού. Μονοετής βλάστηση μεταξύ των ορίων πλημμυρίδας και άμπωτης Πρόκειται για σχηματισμούς από αντιπροσωπευτικά μονοετή και πολυετή είδη που καταλαμβάνουν εκτάσεις με συσσωρευμένο από τον κυματισμό υλικό (χοντρόκοκκη άμμος και χαλίκια σε ποσοστό συνήθως 70-90%) (Cakiletea maritimae). Το υπόστρωμα έχει συνήθως σχηματιστεί από αλλουβιακές ποτάμιες ή θαλάσσιες αποθέσεις και είναι αμμώδες. Το ανάγλυφο είναι κατά κανόνα επίπεδο ή με ελαφρά κλίση προς τη θάλασσα. Ο οικότοπος απαντάται κατά μήκος της ακτογραμμής όπου, λόγω του κυματισμού, γίνεται συγκέντρωση άφθονου οργανικού υλικού. Το υπόστρωμα είναι πλούσιο σε άζωτο και φιλοξενεί κατά κανόνα χαλαρής δομής βλάστηση που κυριαρχείται από ετήσια νιτρόφιλα είδη όπως τα: Salsola kali, Cakile maritima, Xanthium strumarium, Euphorbia peplis, Atriplex tatarica, Cynodon dactylon, Atriplex hastata, Polygonum maritimum κ.ά. Ο οικότοπος, με κωδικό 1210, περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και στην ευρύτερη περιοχή μελέτης έχει χαρτογραφηθεί στην περιοχή του Δικτύου Natura

117 με κωδικό GR και ονομασία «Πρασιανό φαράγγι, Πατσός, Σφακορύακο ρέμα, Παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, ακρ. Λιανός Κάβος, Περιβόλια». Λόγω της θέσης του δέχεται πλήθος πιέσεων και απειλών, με σημαντικότερες την κατασκευή αθλητικών υποδομών και υποδομών αναψυχής και τουριστικών εγκαταστάσεων (εξοπλισμός παραλιών, περίπτερα, εστιατόρια, χώροι στάθμευσης), τις διάφορες παρεμβάσεις που συνδέονται με τις δραστηριότητες και εγκαταστάσεις κολύμβησης και άλλων αθλημάτων νερού, τις καταστροφές από αγώνες moto-cross και εκτός δρόμου οχημάτων, καθώς και τις εκχερσώσεις και καθαρισμούς των παραλιών με βαριά μηχανήματα. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι ο αριθμός των κατάλληλων θέσεων ανάπτυξης αμμονιτρόφιλης βλάστησης έχει ήδη μειωθεί και συνεχίζει να μειώνεται εξαιτίας των διαφόρων ανθρωπογενών επεμβάσεων. Απόκρημνες βραχώδεις ακτές με βλάστηση στη Μεσόγειο με ενδημικά Limonium spp. Ο οικότοπος αφορά σε βράχους και βραχώδεις ακτές καλυμμένες με βλάστηση και το υψόμετρο που απαντάται μπορεί να φτάσει τα 20m. Το γεωλογικό υπόστρωμα είναι, στις περισσότερες περιοχές, ασβεστόλιθος. Η ορεογραφική διαμόρφωση είναι κυρίως απλές πλαγιές μέχρι και ορθοπλαγιές. Στη χλωριδική σύνθεση του οικοτόπου συμμετέχουν διάφορα είδη του γένους Limonium, ενώ με μεγάλη συχνότητα απαντούν και τα: Silene sedoides, Frankenia hirsuta, Frankenia pulverulenta, Crithmum maritimum, Lotus cytisoides κ.ά. Οι κοινότητες των παράκτιων απότομων βράχων αποτελούν έναν οικολογικά πολύ εξειδικευμένο τύπο οικοτόπου με μεγάλη ποικιλομορφία στο Αιγαίο όπου προσφέρεται ποικιλία οικολογικών συνθηκών και μεγάλος βαθμός απομόνωσης. Η χλωριδική τους σύνθεση είναι φτωχή σε αριθμό ειδών αλλά χαρακτηρίζονται από τη συμμετοχή σπάνιων ή ενδημικών ειδών και γενικά ειδών που είναι προσαρμοσμένα και περιορισμένα σε αυτή τη ζώνη. Ο οικότοπος είναι εξαιρετικά σημαντικός όσον αφορά και στην Ορνιθοπανίδα. Ο οικότοπος, με κωδικό 1240, περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Στην ευρύτερη περιοχή μελέτης έχει χαρτογραφηθεί στην περιοχή του Δικτύου Natura 2000 με κωδικό GR και ονομασία «Πρασιανό φαράγγι, Πατσός, Σφακορύακο ρέμα, Παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, ακρ. Λιανός Κάβος, Περιβόλια», ενώ πιθανή είναι και η παρουσία του στα ανατολικά του έργου όπου επικρατούν απότομα βράχια. Αν και σε γενικές γραμμές ο οικότοπος βρίσκεται σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης και δεν διατρέχει άμεσο κίνδυνο υποβάθμισης, λόγω κυρίως των μεγάλων κλίσεων και του δύσβατου των θέσεων όπου απαντάται, η κατασκευή αθλητικών υποδομών, υποδομών αναψυχής και τουριστικών εγκαταστάσεων, καθώς και τα διάφορα κατασκευαστικά έργα σε παράκτιες και ανοικτές θαλάσσιες θέσεις, δύνανται να αποτελούν σημαντικές απειλές. 117

118 Υποτυπώδεις κινούμενες θίνες Πρόκειται για θίνες, σε απόσταση 5 με 10 m από την ακτή, με το ύψος τους να κυμαίνεται από 0,5 έως 2m. Αντιπροσωπεύουν το πρώτο στάδιο σχηματισμού θινών αποτελούμενες από ρυτιδώσεις ή ανυψωμένες αμμώδεις επιφάνειες της ανώτερης υπερπαραλιακής ζώνης ή στο περιθώριο του κυματισμού ή στους πρόποδες των υψηλών θινών. Αναπτύσσονται σε αλλουβιακές ποτάμιες ή θαλάσσιες αποθέσεις, με έδαφος αμμώδες, (θίνες) κατά μήκος των ακτών, σε υψόμετρο μικρότερο των 7 m, σε επίπεδο ή με ελαφρές κλίσεις ανάγλυφο (<5%). Στη χλωριδική του σύνθεση συμμετέχουν είδη όπως τα: Elymus farctus, Cyperus capitatus, Echium arenarium, Otanthus maritimus, Eryngium maritimum, Medicago marina κ.ά. Ο οικότοπος, με κωδικό 2110, περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και η οικολογική του σημασία είναι ιδιαίτερα αυξημένη, λόγω του ρόλου του ως δομικό στοιχείο της αμμοθινικής βλάστησης η οποία είναι σημαντική καθώς συγκρατεί την άμμο, σταθεροποιεί την ακτογραμμή και λειτουργεί προστατευτικά για τις φυτοκοινότητες του εσωτερικού. Στην Ελλάδα οι κοινότητες αυτές έχουν τόσο υποβαθμιστεί τις τελευταίες δεκαετίες που η διατήρηση όσων έχουν μείνει αποτελεί άμεση προτεραιότητα. Κύριες απειλές για τον οικότοπο αποτελούν η κατασκευή αθλητικών υποδομών, υποδομών αναψυχής και τουριστικών εγκαταστάσεων, η τοπική διαταραχή από παράνομη κατασκήνωση, ποδοπάτηση, εστίες φωτιάς και διάθεση απορριμμάτων, οι δραστηριότητες και εγκαταστάσεις κολύμβησης και άλλων αθλημάτων νερού, οι καταστροφές από αγώνες motor-cross και εκτός δρόμου οχημάτων, καθώς και οι εκχερσώσεις και καθαρισμοί παραλιών με βαριά μηχανήματα. Τα αμμοθινικά συστήματα της Κρήτης συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα, όσον αφορά στην έκταση και την ποικιλότητα. Στην ευρύτερη περιοχή μελέτης έχει χαρτογραφηθεί στην περιοχή του Δικτύου Natura 2000 με κωδικό GR και ονομασία «Πρασιανό φαράγγι, Πατσός, Σφακορύακο ρέμα, Παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, ακρ. Λιανός Κάβος, Περιβόλια» Χερσαία οικοσυστήματα - χλωρίδα Ζώνες βλάστησης Με βάση το Μαυροµµάτη (1980) και σύμφωνα με τα επιμέρους βιοκλιματικά χαρακτηριστικά (βιοκλιματικοί όροφοι, διάρκεια ξηροθερμικής περιόδου), καθώς και την κατανομή της υπάρχουσας βλάστησης, στην ευρύτερη περιοχή μελέτης απαντώνται οι διαπλάσεις βλάστησης που παρουσιάζονται στην ακόλουθη Εικόνα

119 Εικόνα 6.5.1: Διαπλάσεις βλάστησης στην ευρύτερη περιοχή του έργου, σύμφωνα με τον Μαυρομμάτη (1980). Σύμφωνα με την κατανομή των ζωνών βλάστησης του Ντάφη (1973), η οποία βασίζεται, κυρίως, στο σύστημα του Braun-Blanquet και ακολουθεί βασικά τη διάρθρωση της βλάστησης της ΝΑ Ευρώπης του Horvat (1962) και των Horvat et al. (1974), η περιοχή εφαρμογής του έργου υπάγεται στην Ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης (Quercetalia ilicis) ή θερμομεσογειακή βλάστηση. Αποτελεί τη θερμότερη και ξηρότερη ζώνη της Ελλάδας, καθώς και μια από τις πιο διαταραγμένες, λόγω της έντονης και μακρόχρονης παρουσίας του ανθρώπου. Η ζώνη αυτή διαιρείται οικολογικά, χλωριδικά και φυσιογνωμικά σε δύο υποζώνες: την υποζώνη Oleo-Ceratonion και την υποζώνη Quercion ilicis. Η περιοχή του έργου εντάσσεται στην υποζώνη Oleo-Ceratonion η οποία αποτελεί το χώρο ανάπτυξης της αγριελιάς (Olea europaea subsp. oleaster) και της χαρουπιάς (Ceratonia siliqua) (Φοίτος κ.ά. 2009). Η υποζώνη Ελιάς- Χαρουπιάς καταλαμβάνει, μεταξύ άλλων περιοχών, την ξηρότερη ΝΑ και ανατολική Ελλάδα, όπως και το μεγαλύτερο τμήμα των παραλιακών περιοχών της Κρήτης. Τόσο οι γεωργικές καλλιέργειες όσο και η φυσική βλάστηση είναι προσαρμοσμένες στις έντονα ξηροθερμικές βιοκλιματικές συνθήκες. 119

120 Η υποζώνη αυτή διακρίνεται σε δύο αυξητικούς χώρους ή φυτοκοινωνικές ενώσεις: στον κατώτερο θερμότερο αυξητικό χώρο της Oleo-ceratonietum, ο οποίος εκτείνεται στις πεδινές και παραλιακές περιοχές και στον σχετικά ψυχρότερο χώρο της Oleo lentiscetum, ο οποίος εκτείνεται στις υψηλότερες υπώρειες των πεδινών και ημιορεινών περιοχών της ευρύτερης περιοχής μελέτης. Στην περιοχή εφαρμογής του έργου εντοπίζεται ο αυξητικός χώρος της Oleo-ceratonietum και η βλάστηση χαρακτηρίζεται από την επικράτηση φρυγανικών και ποωδών ειδών. Κυρίαρχα φυτικά είδη είναι η αστοιβή (Sarcopoterium spinosum), το θυμάρι (Corydothymus capitatus), το θρούμπι (Satureja thymbra), η αφάνα (Genista acanthoclada), το ασποροθύμαρο (Phagnalon graecum), η λαδανιά ή Κίστος ο Κρητικός (Cistus creticus) και ο ενδημικός έβενος της Κρήτης (Ebenus cretica). Άλλα ιδιαίτερα κοινά είδη είναι: η σκυλοκρεμμύδα (Urginea maritima), ο ασφόδελος (Αsphodelus sp.), το σταμναγκάθι (Cichorium spinosum) κ.ά. Τα φρύγανα, αν και συχνά θεωρούνται υποβαθμισμένα οικοσυστήματα, στην πραγματικότητα επιτελούν σημαντικές λειτουργίες όπως: η πρωτογενής παραγωγή, η προσφορά ενδιαιτήματος και η συγκράτηση του εδάφους σε πολύ αντίξοες φυσικές συνθήκες, ακόμη και μετά από έντονες ανθρωπογενείς παρεμβάσεις, ενώ χαρακτηρίζονται και από υψηλή βιοποικιλότητα (Ντάφης κ.ά. 2001). Επιπλέον, στα φρύγανα είναι ιδιαίτερα συχνή η παρουσία ενδημικών και σπάνιων φυτικών taxa. Στον υγρότερο και ψυχρότερο αυξητικό χώρο της Oleo-lentiscetum επικρατεί η μακκία βλάστηση. Ο αυξητικός αυτός χώρος υποστηρίζει επίσης θαμνώδη βλάστηση, η οποία όμως αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από αείφυλλα σκληρόφυλλα όπως: η αγριελιά (Olea europaea subsp. oleaster), ο σχίνος (Pistacia lentiscus), η κοκκορεβυθιά (Pistacia terebinthus), το πουρνάρι (Quercus coccifera), ο ασπάλαθος (Calicotome villosa), η ενδημική ασφάκα της Κρήτης (Phlomis lanata) κ.ά. Οι θαμνώνες, γενικά, είναι σημαντικοί για τις λειτουργίες τους (πρωτογενής παραγωγή, συγκράτηση εδάφους, προσφορά καταφυγίου σε πλήθος ζωικών ειδών) και για τη συμβολή τους στη βιοποικιλότητα. Οι υψηλοί και πυκνοί θαμνώνες (μακί) της ευμεσογειακής ζώνης χαρακτηρίζονται από υψηλή προσαρμογή στις μεσογειακές περιβαλλοντικές συνθήκες και από ποικιλία ειδών. Οι υποβαθμισμένοι πρινώνες χρησιμοποιούνται κυρίως για βόσκηση. Εκτός από τις ανωτέρω αναφερόμενες κλιματικά καθοριζόμενες ζώνες βλάστησης, στην περιοχή μελέτης σημειώνεται κατά τόπους και η παρουσία της αζωνικής βλάστησης, που περιλαμβάνει φυτοκοινωνίες που καθορίζονται κυρίως από εδαφικούς παράγοντες. Χαρακτηριστικά είδη αζωνικής βλάστησης που αναπτύσσονται κατά μήκος των ρεματιών στην περιοχή του έργου είναι τα καλάμια (Arundo donax και Phragmites australis), οι πικροδάφνες (Nerium oleander), οι λυγαριές (Vitex agnus-castus) κ.ά., ενώ στα υγροτοπικά οικοσυστήματα της ευρύτερης περιοχής μελέτης, όπως για παράδειγμα εντός της ΕΖΔ «Πρασιανό φαράγγι, Πατσός, Σφακορύακο ρέμα, Παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, ακρ. Λιανός Κάβος, Περιβόλια», απαντώνται σημαντικής φυσικότητας παραποτάμια δάση, με κυρίαρχο είδος τον Ανατολικό πλάτανο (Platanus orientalis). 120

121 Οικοσυστήματα - Χλωρίδα Το υπό μελέτη έργο αναπτύσσεται από την ακτή έως τις ημιορεινές και ορεινές περιοχές. Τα οικοσυστήματα που, κατά τόπους, επικρατούν μπορούν να διακριθούν σε φυσικά, ημιφυσικά και τεχνητά ή ανθρωπογενή. Α. Φυσικά οικοσυστήματα Στο χερσαίο τμήμα, τα φυσικά οικοσυστήματα της περιοχής εφαρμογής του έργου αφορούν κυρίως σε φρύγανα και θαμνώνες, τα οποία κατά τόπους είναι αρκετά υποβαθμισμένα, λόγω των διαφόρων ανθρωπογενών δραστηριοτήτων (εντατική βόσκηση, πυρκαγιές, αλλαγή χρήσεων γης). Στην ευρύτερη περιοχή του έργου απαντούν επίσης υποβαθμισμένα δασικά οικοσυστήματα, παραρεμάτια οικοσυστήματα και παράκτια αμμοθινικά οικοσυστήματα. Δασικά Οικοσυστήματα Η Κρήτη γενικά, δε χαρακτηρίζεται από ευρείες εκτάσεις δασικών οικοσυστημάτων. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρουσία των δασών κυπαρισσιού Cupressus sempervirens var. horizontalis, τα οποία καταλαμβάνουν μια υψομετρικά ευρεία περιοχή, αλλά με περιορισμένη γεωγραφική επιφάνεια, στα Λευκά Όρη και κυρίως στη Σαμαριά και με σποραδικές εμφανίσεις στα όρη Ίδη και Δίκτη. Επίσης, εξαιρετικά σημαντική κρίνεται η παρουσία των φοινικοδασών, καθώς είναι η μοναδική παρουσία του φοίνικα του Θεόφραστου (Phoenix theophrasti) στην Ευρώπη. Επιπλέον, στην Κρήτη κατά τόπους διατηρούνται ακόμη, εκτεταμένα δασικά οικοσυστήματα μεσογειακών κωνοφόρων, που χαρακτηρίζονται από την παρουσία της Τραχείας πεύκης (Pinus brutia). Εντυπωσιακά δάση Τραχείας πεύκης, παρά τις επανειλημμένες πυρκαγιές, εντοπίζονται στις νότιες πλαγιές της Δίκτης, της Θρυπτής και του Ορνού. Όσον αφορά την περιοχή του υπό μελέτη έργου, αναφέρεται ότι δεν υπάρχουν εκτεταμένα δασικά οικοσυστήματα στην εγγύτερη περιοχή αυτού. Η φυσική βλάστηση της περιοχής του έργου αφορά κυρίως σε μεσογειακούς θαμνώνες. Μεσογειακοί θαμνώνες Τα θαμνώδη οικοσυστήματα αποτελούν τα κυρίαρχα οικοσυστήματα της νήσου Κρήτης, τα οποία εκτείνονται από τις παραλιακές περιοχές μέχρι την υποαλπική ζώνη των ορεινών όγκων. Στην περιοχή μελέτης, τα φρύγανα απαντώνται στα πεδινά κυρίως τμήματα και στις πιο υποβαθμισμένες θέσεις, ενώ καλά αναπτυγμένοι θαμνώνες σκληροφυλλικής βλάστησης εντοπίζονται στις υγρότερες θέσεις, στους λόφους και στα πρανή. Οι σκληρόφυλλοι θαμνώνες, χαρακτηρίζονται κατά τόπους από αυξημένη φυσικότητα και καλή κατάσταση διατήρησης και είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για τις λειτουργίες τους 121

122 (πρωτογενής παραγωγή, συγκράτηση εδάφους, προσφορά καταφυγίου σε πλήθος ζωικών ειδών) και τη συμβολή τους στη βιοποικιλότητα. Αποτελούν τύπο βλάστησης με αξιόλογη σταθερότητα, με είδη ανθεκτικά και πολύ καλά προσαρμοσμένα στις Μεσογειακές κλιματικές και εδαφικές συνθήκες. Ιστορικοί λόγοι μείωσης της έκτασης και υποβάθμισης των θαμνώνων στην Ελλάδα είναι η υλοτόμηση και οι εκχερσώσεις, σε συνδυασμό με τη βόσκηση. Ως κυριότερες απειλές σήμερα θεωρούνται η εντατική βόσκηση, η επίδραση από υπερβολικό αριθμό ζώων, οι εκχερσώσεις για εγκατάσταση αρδευόμενων φυτειών και η δομική υποβάθμιση λόγω επίδρασης πυρκαγιάς (Ντάφης κ.ά. 2001, Δημόπουλος κ.ά. 2005). Παραρεμάτια Υγροτοπικά οικοσυστήματα Στην Κρήτη, καταλαμβάνουν μικρές σε πλάτος κοίτες ρυακιών περιοδικής ροής. Η γειτνίαση με καλλιέργειες και δρόμους καθιστά τον οικότοπο σχετικά επιβαρημένο από ανθρώπινες δραστηριότητες (σκουπίδια, άντληση νερού) που δεν συμβάλλουν στην καλή διατήρησή του. Στην περιοχή μελέτης καταγράφονται περιορισμένες συστάδες παραρεμάτιας βλάστησης κατά μήκος των ρεμάτων περιοδικής ροής και χαρακτηριστικότερα είδη χλωρίδας είναι η λυγαριά (Vitex agnus-castus), η πικροδάφνη (Nerium oleander), ο βάτος (Rubus sanctus) κ.ά., ενώ ιδιαίτερα συνηθισμένη είναι και η παρουσία της συκιάς (Ficus carica). Ενδημικά είδη χλωρίδας που συμμετέχουν στη σύνθεση του οικοσυστήματος είναι για παράδειγμα τα Phlomis lanata και Cyclamen creticum. Η παραρεμάτια βλάστηση έχει αυξημένη σημαντικότητα για τα είδη πανίδας της περιοχής, προσφέροντας χώρους φωλεοποίησης, κουρνιάσματος και καταφύγιο. Καλά αναπτυγμένη παραρεμάτια βλάστηση εντοπίζεται στην ευρύτερη περιοχή μελέτης, κατά μήκος των υγροτοπικών οικοσυστημάτων, όπως για παράδειγμα στις εκβολές του Γεροποτάμου, που αποτελεί και το σημαντικότερο από οικολογικής αξίας υγροτοπικό οικοσύστημα πλησίον της ευρύτερης περιοχής του έργου. 122

123 Εικόνα 6.5.2: Υγροτοπικό οικοσύστημα εκβολών Γεροποτάμου. Το εκβολικό υγροτοπικό οικοσύστημα του Γεροποτάμου, βρίσκεται στα δυτικά του έργου και σε ελάχιστη απόσταση περί τα 3,0Km από αυτό. Β. Ημιφυσικά οικοσυστήματα Ως ημιφυσικά οικοσυστήματα χαρακτηρίζονται τα αγροοικοσυστήματα, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, οι εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες, οι αγραναπαύσεις, καθώς και οι γεωργικές εκτάσεις με σημαντικές εκτάσεις φυσικής βλάστησης. Στην περιοχή του έργου οι καλλιέργειες αφορούν κυρίως σε ελαιοκαλλιέργειες και κάποια οπωροκηπευτικά. Οι καλλιέργειες των πεδινών περιοχών και των λόφων της περιοχής μελέτης, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ενδιαιτήματα πανίδας, αφού αποτελούν περιοχή τροφοληψίας. Σημαντικό στοιχείο αποτελούν οι συστάδες φυτοφρακτών και τα υπολείμματα φυσικής βλάστησης μέσα στις καλλιεργούμενες εκτάσεις, που προσφέρουν καταφύγιο και, πολλές φορές, χώρους φωλεοποίησης σε ερπετά και μικρά θηλαστικά. Αναφέρεται εξάλλου ότι, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις και τα ημιφυσικά αγροτικά οικοσυστήματα, ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα σημαντικά ως προς τη βιοποικιλότητα, τόσο όσον αφορά τα είδη χλωρίδας όσο και ως προς τα είδη πανίδας (κυρίως ασπόνδυλα και πτηνά) που φιλοξενούν (Abernethy et al. 1997). Για παράδειγμα οι ελαιώνες, έχει βρεθεί ότι συχνά χαρακτηρίζονται από υψηλή ποικιλότητα τόσο σε επίπεδο χλωρίδας (Θεοδωρακάκης 1995), όσο και ως προς τα είδη πανίδας που απαντώνται σε αυτούς (Βώκου 1998). Εξαιρετικά σημαντικά είναι τα αγροτικά 123

124 οικοσυστήματα, ιδίως όσον αφορά την Ορνιθοπανίδα. Το γεγονός αυτό υποστηρίζεται και από το υψηλό ποσοστό των αγροτικών εκτάσεων εντός των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά (ΣΠΠ) (Nagy 2002). Με βάση δε τα αποτελέσματα επιστημονικών ερευνών, έχει βρεθεί ότι, όσον αφορά τα πτηνά, τα αγροτικά οικοσυστήματα συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο αριθμό ειδών προτεραιότητας από κάθε άλλο οικοσύστημα (173 είδη), αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 1/3 των ειδών της Ορνιθοπανίδας της Ευρώπης (Tucker & Dixon 1997). Γ. Ανθρωπογενή οικοσυστήματα Στα ανθρωπογενή ή τεχνητά οικοσυστήματα περιλαμβάνονται οι οικισμοί, τα τουριστικά συγκροτήματα και η διάσπαρτη δόμηση που απαντάται στην περιοχή μελέτης Πανίδα Η Κρήτη χαρακτηρίζεται και από αυξημένη ζωική ποικιλότητα, αν και δεν έχουν μελετηθεί στον ίδιο βαθμό όλα τα είδη πανίδας. Ιδιαίτερα αυξημένη είναι η οικολογική αξία της Κρήτης, όσον αφορά κυρίως στα είδη Ορνιθοπανίδας, με παρουσία πολλών σπάνιων, απειλούμενων και προστατευόμενων ειδών. Η Ορνιθοπανίδα αποτελεί άλλωστε την καλύτερα μελετημένη ομάδα, ενώ πλήθος διαχειριστικών και μέτρων προστασίας έχουν λάβει χώρα σε διάφορες περιοχές της Κρήτης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα διάφορα προγράμματα LIFE. Τα βιβλιογραφικά δεδομένα όσον αφορά στα είδη πανίδας της περιοχής εφαρμογής του έργου δεν είναι πλήρη. Στις επόμενες παραγράφους αναφέρονται τα είδη που είτε έχουν καταγραφεί στην ευρύτερη περιοχή μελέτης, είτε η παρουσία τους είναι εξαιρετικά πιθανή στην περιοχή εφαρμογής του έργου. Θηλαστικά Τα είδη θηλαστικών της ευρύτερης περιοχής, καθώς και το καθεστώς προστασίας και η κατάσταση διατήρησής τους, παρουσιάζονται στον ακόλουθο Πίνακα Πίνακας 6.5.1: Είδη θηλαστικών της ευρύτερης περιοχής μελέτης. Οικογένεια Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία Καθεστώς Προστασίας Ακανθοχοιρόμορφα Erinaceidae Erinaceus concolor Ανατολικοευρωπαϊκός nesiotes ( ) σκαντζόχοιρος ΠΔ ΝΕ Μυγαλόμορφα Soricidae Crocidura suaveolens Κηπομυγαλίδα ΠΔ, ΒΕΡ (ΙΙ) ΝΕ Χειρόπτερα Rhinolophidae Rhinolophus ferrumequinum Rhinolophus hipposideros Τρανορινόλοφος Μικρορινόλοφος ΠIΙ/ΙV,ΠΔ, ΒΕΡ (ΙΙ), ΒΟΝ (ΙΙ) ΠIΙ/ΙV,ΠΔ, ΒΕΡ (ΙΙ), ΒΟΝ (ΙΙ) ΚΟΚ BIB LC LC 124

125 Οικογένεια Επιστημονική ονομασία Κοινή ονομασία Καθεστώς Προστασίας Λαγόμορφα Leporidae Lepus europaeus Λαγός ΒΕΡ (ΙΙΙ) ΝΕ Τρωκτικά Muridae Apodemus sylvaticus Δασοποντικός NE Rattus rattus Μαυροποντικός NE Mus domesticus Σταχτοποντικός NE Acomys minous Ακανθοποντικός NT Σαρκοφάγα Canidae Vulpes vulpes Αλεπού NE Mustelidae ΚΟΚ BIB Mustela nivalis galinthias ( ) Νυφίτσα ΠΔ, ΒΕΡ (ΙΙΙ) NE Martes foina bunites ( ) Πετροκούναβο ΒΕΡ (ΙΙΙ) ΝΕ Meles meles arcalus ( ) Ασβός της Κρήτης/ άρκαλος ΒΕΡ (ΙΙΙ) ΝΕ Phocidae Monachus monachus Μεσογειακή φώκια ΠΙΙ*/IV, ΠΔ, ΒΕΡ (ΙIΙ), ΒΟΝ (Ι/ΙΙ), CITES (I/A) * Οι ονομασίες των ειδών παρουσιάζονται με βάση το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας (Λεγάκις & Μαραγκού 2009), ενώ το καθεστώς προστασίας παρουσιάζεται με βάση τον κατάλογο «Απειλούμενα, Προστατευόμενα και Ενδημικά Είδη Ζώων της Ελλάδας (Λεγάκις 2010). ** Με ( ) σημειώνονται τα ενδημικά υποείδη. Υπόμνημα Πίνακα: Καθεστώς Προστασίας Π: Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας και αντίστοιχα Παραρτήματα. Με αστερίσκο (*) σημειώνονται τα είδη προτεραιότητας του Παραρτήματος ΙΙ της Οδηγίας. ΠΔ: Προεδρικό Διάταγμα 67/1981 «Περί προστασίας της αυτοφυούς χλωρίδος και της άγριας πανίδος και καθορισμού διαδικασίας συντονισμού και ελέγχου