ΣΧΕΣΕΙΣ ΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ Ο ΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΙΟΙΚΗΣΗΣ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΣΧΕΣΕΙΣ ΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ Ο ΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΙΟΙΚΗΣΗΣ"

Transcript

1 ΣΧΕΣΕΙΣ ΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ Ο ΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΙΟΙΚΗΣΗΣ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΥΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΆ ΠΑΡΑ ΕΊΓΜΑΤΑ ΙΑΣΑΦΗΝΊΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΟΡΟΛΟΓΊΑ Έννοια της Εκτελεστικής εξουσίας Έννοια της Κυβέρνησης Έννοια της ιοίκησης Έννοια του ελέγχου της ιοίκησης ΑΡΧΉ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΊΑΣ ΤΗΣ ΙΚΑΣΤΙΚΉΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑΣ Λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστηρίων Προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών ΣΧΈΣΕΙΣ ΙΚΑΣΤΙΚΉΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΉΣ ΕΞΟΥΣΊΑΣ ΤΟ ΘΈΜΑ ΚΥΡΙΩΣ ΜΕΡΟΣ ΣΧΈΣΕΙΣ ΙΚΑΣΤΙΚΉΣ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΉΣ ΕΞΟΥΣΊΑΣ ΕΠΈΜΒΑΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΉΣ ΣΤΗ ΙΚΑΣΤΙΚΉ ΕΞΟΥΣΊΑ Πρόεδροι ανωτάτων δικαστηρίων Πειθαρχική αγωγή Απονοµή χάρης ΙΚΑΣΤΙΚΌΣ ΈΛΕΓΧΟΣ ΤΗΣ ΙΟΊΚΗΣΗΣ Ανάγκη ελέγχου της ιοίκησης 29 (a) Αρχές της νοµιµότητας και της προστασίας του διοικουµένου 29 (b) Η Εξουσία συνεπάγεται έλεγχο Είδη ελέγχου 33 (a) Κοινοβουλευτικός έλεγχος 33 (b) ιοικητικός έλεγχος 34 (c) Ενδιάµεσος έλεγχος 34 (d) Σύγκριση µε τον δικαστικό έλεγχο Ισχύον σύστηµα δικαστικού ελέγχου της διοίκησης στην Ελλάδα 36 (a) ιοικητικές διαφορές, ακυρωτικός έλεγχος και έλεγχος ουσίας 36 (b) Έλεγχος κατόπιν προσφυγής 37 (c) Αρµόδια δικαστήρια 38 (d) Κυβερνητικές πράξεις 40 (e) Έλεγχος νοµιµότητας έλεγχος σκοπιµότητας Νοµολογιακός υναµισµός ΣΥΜΜΌΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΙΟΊΚΗΣΗΣ ΣΤΙΣ ΙΚΑΣΤΙΚΈΣ ΑΠΟΦΆΣΕΙΣ ΑΝΤΊ ΕΠΙΛΌΓΟΥ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΠΕΡΙΛΗΨΗ SUMMARY ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 62

2 7. ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1.1 υο πραγµατικά παραδείγµατα Πριν από µερικές δεκαετίες, το Ανώτατο ικαστήριο των Ηνωµένων Πολιτειών της Αµερικής, εκφράζοντας την αντίθεσή του στην οικονοµική πολιτική που ο τότε Πρόεδρος των Ηνωµένων Πολιτειών της Αµερικής, κ. Roosevelt, προσπαθούσε να εισαγάγει µε µια σειρά νόµων, ακύρωνε, µε σειρά αποφάσεών του, τις σχετικές διατάξεις νόµων ως αντισυνταγµατικές. Η αντίδραση του κ. Roosevelt σε αυτήν την πρακτική υπήρξε χαρακτηριστική αυτός εξαπέλυσε απειλή, ότι θα αυξήσει τον αριθµό των µελών του Ανωτάτου ικαστηρίου των Ηνωµένων Πολιτειών, έτσι ώστε να διορίσει δικαστές, οι οποίοι δεν θα εναντιώνονταν στο οικονοµικό του πρόγραµµα. Απειλή, η οποία υπήρξε αποτελεσµατική, καθώς το ικαστήριο, µε τρόπο άµεσο και εντυπωσιακό, αναγνώρισε ένα προνοµιακό πεδίο δράσης της πολιτικής εξουσίας, το οποίο διέφευγε του δικαστικού ελέγχου του, και οδήγησε έτσι στον δικαιοδοτικό αυτοπεριορισµό του. Στην χώρα µας δε, χαρακτηριστική περίπτωση υπήρξε η δήλωση του Πρωθυπουργού κ. Παπανδρέου, το 1985, σε συνέντευξή του σε κυριακάτικη εφηµερίδα, λίγες ηµέρες πριν το Ανώτατο Ειδικό ικαστήριο δικάσει υπόθεση στην οποία περιπλεκόταν θέµα συνταγµατικότητας του Νόµου Πλαισίου για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα, µε την οποία ζητούσε από τα δικαστήρια να είναι «άκρως προσεκτικά» κατά την κρίση τους για την συνταγµατικότητα των νόµων, υπενθυµίζοντάς τους ότι «δεν είναι νοµοθέτες». Τα δύο αυτά γεγονότα αποτελούν ενδεικτικά παραδείγµατα της σηµασίας που έχουν συχνά αποφάσεις κυρίως ανωτάτων δικαστηρίων, τόσο στο εξωτερικό, όσο και στη χώρα µας, φτάνοντας στο σηµείο να κεντρίζουν το ενδιαφέρον της κοινωνίας και του Κράτους, και δη της εκτελεστικής εξουσίας. Τα ανώτατα δικαστήρια εξέδωσαν και σε άλλες περιπτώσεις, αποφάσεις για σοβαρά κοινωνικά ζητήµατα, οι οποίες ήταν αντίθετες προς την βούληση της νοµοθετικής, αλλά κυρίως της εκτελεστικής εξουσίας, ως άµεσων εκφραστών της λαϊκής βούλησης. Οι αποφάσεις αυτές οδήγησαν στην διαπίστωση ότι «η νοµολογία των Συνταγµατικών ικαστηρίων σε πολιτικά θέµατα µπορεί [όντως] να καθηλώνει τις κοινωνικές σχέσεις». Οι δύο αυτές έντονες ενασχολήσεις εκ µέρους της Κυβέρνησης µε το έργο των δικαστηρίων, ενασχολήσεις που στην πρώτη περίπτωση φτάνουν τον βαθµό της απειλής, ενώ στην δεύτερη τουλάχιστον τον βαθµό της υπόδειξης, υποδεικνύουν ότι υπάρχει ένα πρόδηλο σηµείο σύγκρουσης της εκτελεστικής (ή αλλιώς διοικητικής), αλλά και της νοµοθετικής, µε την δικαστική λειτουργία. Αυτή η σύγκρουση και η προσπάθεια επιβολής εµφανίζεται σε διάφορα θέµατα. Μεταξύ αυτών είναι η επέµβαση οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας σε θέµατα που αφορούν εν γένει την κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, την πειθαρχική διαδικασία εναντίον τους, καθώς και στην άσκηση του δικαστικού έργου, υπό την µορφή της απονοµής χάρης. Από την άλλη δε ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή σύγκρουσης εξουσιών είναι ο δικαστικός έλεγχος της διοίκησης, ιδιαίτερα εφόσον η ιοίκηση έχει την υποχρέωση να συµµορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. 1.2 ιασαφηνίσεις στην ορολογία Έννοια της Εκτελεστικής εξουσίας Κατά την κλασσική διάκριση των εξουσιών, η κρατική εξουσία διαχωρίζεται σε

3 νοµοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Ειδικότερα, στο άρθρο 26 παράγραφος 2 του Συντάγµατος ορίζεται ότι «η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της ηµοκρατίας και την Κυβέρνηση». Ο όρος «εκτελεστική εξουσία» έχει ιστορική αξία, καθώς, κατά τις πρώτες διατυπώσεις της αρχής, σκόπευε να καταδείξει κυρίως ότι η κυριαρχία άνηκε στον λαό, και όχι πια στον µονάρχη, και ότι την ασκούσε ο λαός µέσω της Βουλής, που τον αντιπροσωπεύει, ενώ τα υπόλοιπα κρατικά όργανα, τόσο η διοίκηση όσο και η Κυβέρνηση και τα δικαστήρια απλώς εκτελούσαν τις αποφάσεις της Βουλής. Όµως ο όρος αυτός δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στην πραγµατικότητα. Η εκτελεστική εξουσία περιλαµβάνει από την µία την εκτέλεση των αποφάσεων (καθαρά εκτελεστική εξουσία) και από την άλλη την πολιτικού χαρακτήρα εξουσία των αρµόδιων οργάνων να αποφασίζουν και να κυβερνούν την χώρα (αποφασιστική ή κυβερνητική εξουσία). Έτσι ώστε να προτείνεται η τριχοτόµηση της κρατικής εξουσίας σε νοµοθετική εξουσία, δικαστική και ιοίκηση, µε την τελευταία να διαχωρίζεται σε (καθαρά) εκτελεστική και αποφασιστική ή κυβερνητική εξουσία. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από κοινού από τον Πρόεδρο της ηµοκρατίας και την Κυβέρνηση. Η ανάδειξη, η παύση, οι εξουσίες και οι ευθύνες του Προέδρου της ηµοκρατίας καθορίζονται στα άρθρα 30 µέχρι 50 του Συντάγµατος Έννοια της Κυβέρνησης Με τον όρο Κυβέρνηση, εννοούµε δυο πράγµατα. Υπό οργανική έννοια, εννοούµε το Υπουργικό Συµβούλιο, που αποτελείται από τον Πρωθυπουργό και τους Υπουργούς. Σε αυτήν µπορούν να συµµετάσχουν, όπως ορίζει προεδρικό διάταγµα, και οι αναπληρωτές Υπουργοί και οι Υπουργοί Επικρατείας. Υπό λειτουργική έννοια, Κυβέρνηση είναι η διακυβέρνηση του Κράτους, δηλαδή η κατεύθυνση και η διεύθυνση της γενικής πολιτικής της χώρας. Περιλαµβάνει τα σχέδια και προγράµµατα του Κράτους και απευθύνεται κυρίως στην ιοίκηση υπό οργανική έννοια Έννοια της ιοίκησης ιοίκηση, υπό λειτουργική έννοια, σηµαίνει την διενέργεια νοµικών πράξεων και υλικών ενεργειών που κατευθύνονται προς την επιδίωξη ενός σκοπού. Η ηµόσια ιοίκηση, σε αντίθεση µε την ιδιωτική, έχει πάντοτε ως κίνητρο την άµεση ή έµµεση ικανοποίηση του δηµοσίου συµφέροντος. Τα διοικητικά όργανα επιδίδονται στην δραστηριότητα αυτή ασκώντας κατά κανόνα δηµόσια εξουσία, που σηµαίνει, ότι εκφράζουν κυριαρχικά τη βούλησή τους µε την αρµοδιότητα που έχουν να θεσπίζουν µονοµερώς κανόνες δικαίου. Αν και η άσκηση δηµόσιας εξουσίας είναι ο κανόνας, συχνά η ιοίκηση δρα σύµφωνα µε τους κανόνες και µε βάση τις προϋποθέσεις που ισχύουν για τους ιδιώτες, έτσι ώστε η διάκριση σε ιδιωτική και δηµόσια διοίκηση υπό λειτουργική έννοια να περιπλέκεται. Υπό οργανική έννοια, µε τον όρο ιοίκηση εννοούµε τα πρόσωπα ή τους συλλόγους προσώπων οι οποίοι, σύµφωνα µε τους σχετικούς κανόνες δικαίου, έχουν το δικαίωµα ή είναι αρµόδιοι ή έχουν την υποχρέωση να ασκήσουν την παραπάνω δραστηριότητα. Η ηµόσια ιοίκηση µε την ευρεία έννοια περιλαµβάνει το Κράτος εν στενή έννοια ( ηµόσιο) καθώς και άλλα δηµόσια νοµικά πρόσωπα αρµόδια κατά τον νόµο για την επιδίωξη ποικίλων σκοπών, εφόσον αυτά είτε ασκούν δηµόσια εξουσία (α), είτε έχουν συσταθεί και λειτουργούν µε περιουσιακά στοιχεία του ηµοσίου ή άλλου δηµόσιου νοµικού προσώπου και σκοπεύουν σε παραγωγική ή επιχειρηµατική δραστηριότητα (β). Στην στενή έννοια της ηµόσιας ιοίκησης εµπίπτουν µόνο το ηµόσιο και τα

4 δηµόσια νοµικά πρόσωπα της πρώτης κατηγορίας, δηλαδή τα λεγόµενα Νοµικά Πρόσωπα ηµοσίου ικαίου, τα οποία είναι οργανωµένα και λειτουργούν µε βάση τους κανόνες του διοικητικού δικαίου µε την άσκηση δηµόσιας εξουσίας αποκλείονται δε τα δηµόσια νοµικά πρόσωπα που διέπονται καταρχήν από το ιδιωτικό δίκαιο, όπως για παράδειγµα οι δηµόσιες επιχειρήσεις που λειτουργούν ως νοµικά πρόσωπα του ιδιωτικού δικαίου. ύο είναι οι προβλεπόµενες από το διοικητικό δίκαιο µορφές δράσης της ηµόσιας ιοίκησης. Από τη µία, η διοικητική πράξη, µε την οποία θεσπίζονται µονοµερώς κανόνες δικαίου, και, από την άλλη, η διοικητική σύµβαση, δηλαδή η νοµική πράξη εκείνη που θεσπίζει κανόνες δικαίου, τουλάχιστον εν µέρει, βάσει της ισοτιµίας της βούλησης και της συµβατικής ελευθερίας. Πέραν αυτών η ιοίκηση δρα και µε υλικές ενέργειες, όπως είναι για παράδειγµα η κατεδάφιση αυθαιρέτου κτιρίου, η διάλυση συγκεντρώσεως, η διάνοιξη οδού ή η απονοµή παρασήµου Έννοια του ελέγχου της ιοίκησης Με τον όρο «έλεγχος της ηµόσιας ιοίκησης» αναφερόµαστε στον έλεγχο επί της συµµόρφωσης των οργάνων της ηµόσιας ιοίκησης στους κανόνες δικαίου που διέπουν την οργάνωση, τη λειτουργία και γενικά την δράση της. Εµφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν επικράτησαν πια οι βασικές αρχές της φιλελεύθερης δηµοκρατίας, ιδίως δε οι αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, της διάκρισης των εξουσιών και της νοµιµότητας της διοικητικής δράσης της εκτελεστικής εξουσίας, που είχαν ως αποτέλεσµα την διαµόρφωση αντίστοιχων συστηµάτων υπαγωγής της ηµόσιας ιοίκησης στο δίκαιο. 1.3 Αρχή της Ανεξαρτησίας της ικαστικής λειτουργίας Αποτέλεσµα της θεµελιώδους αρχής της διάκρισης των εξουσιών αποτελεί η αρχή που θεσπίζεται µε το άρθρο 87 στις παραγράφους 1 και 2 του Συντάγµατος. Με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι η δικαιοσύνη απονέµεται από τα δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές, που απολαµβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Η αρχή της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών διέπει τις σχέσεις της δικαστικής µε την εκτελεστική λειτουργία, όπως άλλωστε και µε τη νοµοθετική λειτουργία, διέπονται από την αρχή της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας. Ως θεσµικά ισότιµη, η δικαστική λειτουργία απονέµει δικαιοσύνη, χωρίς οι άλλες δυο εξουσίες να µπορούν να παρέµβουν, ώστε να καθοδηγήσουν την δικανική κρίση. Είναι δηλαδή ανεξάρτητη, και ακριβώς για τον λόγο αυτό, µπορεί και διασφαλίζει την ισοτιµία της µε τις δυο άλλες εξουσίες Λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστηρίων Λειτουργική, ή αλλιώς αντικειµενική ή οργανική, ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ονοµάζουµε την ανεξαρτησία του ίδιου του δικαστικού λειτουργήµατος. Καθοριζόµενη στην διάταξη του άρθρου 87 παράγραφος 2 του Συντάγµατος, η αρχή της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστηρίων έχει την έννοια ότι, οι δικαστές, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπόκεινται µόνο στο Σύνταγµα και τους νόµους. Κατά συνέπεια, απαλλάσσονται από παρεµβάσεις της εκτελεστικής ή της νοµοθετικής λειτουργίας Προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών Από την άλλη, προσωπική ανεξαρτησία ονοµάζουµε την ανεξαρτησία των εκάστοτε φορέων της δικαστικής εξουσίας (δικαστικών λειτουργών) ως ατόµων, που σκοπό έχει την διασφάλιση της ελευθερίας της δικαστικής κρίσεως από κάθε επιρροή

5 προερχόµενη από πολιτικά όργανα, έτσι ώστε οι δικαστικές αποφάσεις να ανταποκρίνονται στον νόµο και στη συνείδηση του δικαστή. Για την κατοχύρωσή της στο Σύνταγµα προβλέπονται ορισµένες θεµελιώδεις εγγυήσεις σε έναν αριθµό συνταγµατικών διατάξεων (άρθρα 87 και εξής του Συντάγµατος, ιδίως άρθρα 88, 89, 90) που αποτελούν επίσης άµεσες ή έµµεσες εγγυήσεις και της λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Συγκεκριµένα, αυτές ανευρίσκονται στο Τµήµα Ε του Συντάγµατος, για την ικαστική Εξουσία, και αφορούν την ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών, τον διορισµό τους βάσει νοµοθετικά οριζόµενων προσόντων και διαδικασίας επιλογής, την παροχή αποδοχών σε αυτούς ανάλογη µε το λειτούργηµά τους, τον δια νόµου εν γένει καθορισµό της καταστάσεώς τους, την διενέργεια µεταβολής στην προσωπική τους κατάσταση (προαγωγών, τοποθετήσεων, µεταθέσεων, αποσπάσεων) µε προεδρικό διάταγµα µετά την προηγούµενη απόφαση του Ανώτατου ικαστικού Συµβουλίου (µε την σηµαντική συνταγµατική εξαίρεση των ανωτάτων δικαστικών θέσεων, την πλήρωση των οποίων αποφασίζει το Υπουργικό Συµβούλιο ), την απαγόρευση να παρέχουν κάθε άλλη έµµισθη υπηρεσία και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελµα (δικαστικά ασυµβίβαστα), ειδικότερα, την απαγόρευση να συµµετέχουν στην Κυβέρνηση, τις ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις της παύσεώς τους, την αποχώρησή τους λόγω συµπληρώσεως ενός ορισµένου ορίου ηλικίας, την κατ αρχήν απαγόρευση της µετατάξεώς τους και την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας εναντίον τους από συµβούλια που συγκροτούνται, είτε καθ ολοκληρία, είτε κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές. Το Σύνταγµα, στο άρθρο 92, κατοχυρώνει επίσης την µονιµότητα και την εν γένει κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων. Προκειµένου να ανασχεθεί η δικαστική εξουσία σύµφωνα µε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, θεσπίζονται τέτοιες ρυθµίσεις ώστε να εξασφαλίζεται ότι η δικαστική λειτουργία θα περιοριστεί στην εφαρµογή του νόµου και δεν θα επέµβει στα έργα των δύο άλλων λειτουργιών. Σε σχέση, λοιπόν, µε καθεµία από τις δύο άλλες εξουσίες, δηµιουργείται ένα πλέγµα ρυθµίσεων που σκοπό έχουν την οριοθέτηση καθεµίας από τις εξουσίες σε σχέση µε την άλλη, αλλά και τον έλεγχο µεταξύ τους και την ανάσχεση της µιας από την άλλη. Σε σχέση µε την δικαστική λειτουργία που µας αφορά, ιδιαίτερη σηµασία έχει το ζήτηµα αυτό για την διοικητική δικαιοσύνη, καθώς κατ εξοχήν έργο της είναι ο έλεγχος της ιοίκησης. Αρχικά, θα αναφερθούµε περιληπτικά στα βασικά σηµεία των σχέσεων της δικαστικής προς τη νοµοθετική λειτουργία, για να προχωρήσουµε στη συνέχεια στην ενασχόληση µε τις σχέσεις δικαστικής και εκτελεστικής λειτουργίας. 1.4 Σχέσεις δικαστικής νοµοθετικής εξουσίας Οι σχέσεις δικαστικής και νοµοθετικής λειτουργίας διέπονται από την αρχή της υποταγής των δικαστών στους νόµους, όπως θεσπίζεται στην διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 87 του Συντάγµατος. Η υποταγή αυτή σηµαίνει υποταγή στους κανόνες του δικαίου που ψηφίζει η λαϊκή αντιπροσωπεία και προκύπτει ως συνέπεια της δηµοκρατικής αρχής, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα στοιχείο του κράτους δικαίου. Παρ όλα αυτά υπόκεινται σε σηµαντικούς περιορισµούς αλλά και σε εξαιρέσεις. Ένας από τους σηµαντικότερους των περιορισµών αυτών προκύπτει από την αρχή ότι οι δικαστές υπόκεινται µόνο στους σύµφωνους µε το Σύνταγµα νόµους και όχι σε αυτούς που τίθενται κατά παράβαση του Συντάγµατος. Έχουν λοιπόν τη υποχρέωση να ελέγχουν την συνταγµατικότητα των νόµων και να µην εφαρµόζουν «διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγµατος». Ο δικαστικός έλεγχος της

6 συνταγµατικότητας των νόµων αποτελεί ένα µείζον πρόβληµα µε τεράστια βιβλιογραφία, για τα όρια, τις διαδικασίες και τους κανόνες που τον διέπουν και σχετίζεται άµεσα µε το θέµα του δικαστικού ελέγχου της ιοίκησης, καθώς η τελευταία, µέσω των νοµικών πράξεων στις οποίες προβαίνει, θεσπίζει και εκείνη κανόνες δικαίου που υπό προϋποθέσεις ελέγχονται από τα ικαστήρια. Από την άλλη δε, η υποταγή των δικαστηρίων στους (σύµφωνους µε το Σύνταγµα) νόµους υπόκειται σε ορισµένες εξαιρέσεις, έτσι ώστε να είναι πάντοτε δυνατή η χορήγηση δικαστικής προστασίας. Αναφέρουµε την απαγόρευση επίλυσης συγκεκριµένης διαφοράς που εκκρεµεί ενώπιον δικαστηρίου από τον νοµοθέτη, την απαγόρευση κατάργησης δικαστικής απόφασης από τον νοµοθέτη, και την κατάργηση ή αποδυνάµωση των εγγυήσεων λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών µε κανόνες δικαίου προερχόµενους από τον νοµοθέτη. 1.5 Το Θέµα Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούµε µε τις σχέσεις της δικαστικής µε την εκτελεστική λειτουργία, χρησιµοποιώντας ως νήµα της Αριάδνης την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και την αρχή της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας. Ήδη αναφερθήκαµε για λόγους πληρότητας, αν και ιδιαίτερα περιληπτικά, στις σχέσεις της δικαστικής προς τη νοµοθετική λειτουργία και προσδιορίσαµε έννοιες κλειδιά, όπως η έννοια της Κυβέρνησης, της εκτελεστικής λειτουργίας ή, κατά άλλους, της ιοίκησης και του δικαστικού ελέγχου αυτής. Θα στραφούµε τώρα στις σχέσεις δικαστικής και εκτελεστικής λειτουργίας. Θα ξεκινήσουµε από τον γενικό κανόνα της αρχής της ανεξαρτησίας και της διάκρισης των εξουσιών αυτών. Θα αναφέρουµε τις εξαιρέσεις του «κανόνα» και τα σηµεία όπου η διάκριση των εξουσιών κάµπτεται, δηλαδή τις περιπτώσεις της επέµβασης της εκτελεστικής στη δικαστική εξουσία, και, τέλος, θα επικεντρώσουµε το ενδιαφέρον µας στον δικαστικό έλεγχο της ιοίκησης. Πώς δικαιολογείται ο έλεγχος αυτός; Πώς γίνεται και πώς οριοθετείται; Επίσης θα αναφερθούµε σε κάποιες περιπτώσεις, στις οποίες δικαστικός έλεγχος εµφανίζεται ως ιδιαίτερα δυναµικός, σε µια προσπάθεια εξήγησης αυτής της δυναµικότητας. εν θα παραλείψουµε, τέλος, να αναφερθούµε στο «τι γίνεται µετά από την δικανική κρίση», δηλαδή στην υποχρέωση εφαρµογής των δικαστικών αποφάσεων από την ιοίκηση. Επιλέξαµε µια σύγχρονή ανασκόπηση στο παρόν θέµα, συνειδητά χωρίς ιστορικές ανασκοπήσεις, λόγω της ποικιλίας της βιβλιογραφίας στον τοµέα αυτόν, θέτοντας την βαρύτητα στο σηµαντικότατο θέµα του δικαστικού ελέγχου της ιοικήσεως. 2. ΚΥΡΙΩΣ ΜΕΡΟΣ 2.1 Σχέσεις δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας Και στις σχέσεις της δικαστικής µε την εκτελεστική εξουσία δεσπόζει η αρχή της ανεξαρτησίας. Η αρχή της υποταγής των δικαστηρίων µόνο στο Σύνταγµα και τους νόµους έχει διττή σηµασία. Από την µια, νοείται ως υποταγή σε όλους τους κανόνες δικαίου, που σηµαίνει και τους κανόνες δικαίου που θεσπίζονται µε τις κανονιστικές πράξεις της ιοίκησης. Από την άλλη, όµως, σηµαίνει ταυτόχρονα ότι η ιοίκηση δεν µπορεί να καθοδηγεί τους δικαστές, πόσο µάλλον να τους διατάσσει, κατά γενικό ή ειδικό τρόπο, δηλαδή, ούτε σχετικά µε µια ορισµένη διαφορά, ούτε σχετικά µε την ερµηνεία ενός κανόνα δικαίου. Έτσι, η υποταγή στους γενικούς και αφηρηµένους κανόνες δικαίου αποτελεί αναγκαίο θεµέλιο της ανεξαρτησίας της εκτελεστικής εξουσίας. Αποτελεί, όµως, ταυτόχρονα και εγγύηση ότι οι δικαστές δεν θα εξαρτηθούν από αθέµιτες επιρροές

7 και πιέσεις εκ µέρους της εκτελεστικής εξουσίας. Η εγγύηση αυτή έχει ιδιαίτερη σηµασία για την διοικητική δικαιοσύνη. Πέραν όµως της λειτουργικής εγγύησης της δικαστικής ανεξαρτησίας, το Σύνταγµα προβλέπει, όπως παρατηρήθηκε ήδη, και προσωπικές εγγυήσεις, που αφορούν ιδίως τις σχέσεις της δικαστικής προς την εκτελεστική λειτουργία. Από την προσωπική αυτή ανεξαρτησία, που θεσπίζεται µε την ισοβιότητα και την βασική αυτοδιοίκηση του δικαστικού σώµατος, το Σύνταγµα προβλέπει κάποιες εξαιρέσεις. Αυτές αφορούν, κατά πρώτον, την επέµβαση του Υπουργικού Συµβουλίου στην προαγωγή (1) στις θέσεις του προέδρου και των αντιπροέδρων του ΣτΕ, του ΑΠ και του ΕΣ, καθώς και του Εισαγγελέα του ΑΠ, κατά δεύτερον, την έγερση της πειθαρχικής αγωγής (2) κατά των δικαστικών λειτουργών από τον βαθµό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του ΑΠ και πάνω, ή στους αντίστοιχους µε αυτούς µόνο από τον Υπουργό ικαιοσύνης. Πέραν αυτών, το Σύνταγµα αναθέτει στην εκτελεστική εξουσία και µια δικαστική αρµοδιότητα, υποδεικνύοντας µε αυτόν τον τρόπο και για άλλη µια φορά, ότι, στο Σύνταγµά µας, η διάκριση των εξουσιών θεσπίζεται ως χαλαρή. Εννοούµε την εξουσία του Προέδρου της ηµοκρατίας να χαρίζει, µετατρέπει ή µετριάζει τις ποινές (3). Από την άλλη όµως, η αρχή της διάκρισης δικαστικής και εκτελεστικής λειτουργίας δεν έχει την έννοια του ανέλεγκτου της δράσης της ιοίκησης, αλλά πολύ περισσότερο του δικαστικού ελέγχου της διοίκησης (4) και των νοµικών πράξεών της. Η υποταγή και της ιοικήσεως στον νόµο (αρχή της νοµιµότητας της διοικητικής δράσης) επιβάλλει τελικά στα δικαστήρια τον έλεγχο της νοµιµότητας των πράξεων της ιοίκησης. Ο έλεγχος αυτός έχει ανατεθεί στα διοικητικά δικαστήρια, µε την δυνατότητα ωστόσο άσκησης παρεµπίπτοντος ελέγχου, χωρίς όµως η κρίση που προέρχεται από τον παρεµπίπτοντα έλεγχο να αποκτά ισχύ δεδικασµένου, όπως συµβαίνει µε τα διοικητικά δικαστήρια. Επιπλέον δε, ο δικαστικός έλεγχος της ιοίκησης θα παρέµενε χωρίς ουσία, αν ταυτόχρονα δεν θεσπιζόταν και αντίστοιχη υποχρέωση της διοικήσεως να συµµορφώνεται στις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων (5). Η ανεξαρτησία της δικαστικής έναντι της εκτελεστικής λειτουργίας έχει ιδιαίτερη σηµασία και σπουδαιότητα για την διοικητική δικαιοσύνη, καθώς το κύριο έργο της διοικητικής δικαιοσύνης είναι ο έλεγχος της ιοίκησης. Η διοικητική δικαιοσύνη υπόκειται σε περισσότερους κινδύνους διοικητικής επιρροής από ό,τι η πολιτική δικαιοσύνη. Αυτό δικαιολογείται και από το ιστορικό γεγονός ότι η διοικητική δικαιοσύνη αποτελεί την εξέλιξη παλαιότερων µορφών διοικητικού αυτοελέγχου. Ως εκ τούτου, παραµένει µια ιδέα αυτής της µη υπαγωγής της διοικητικής δικαιοσύνης στη δικαστική εξουσία πράγµα πάντως που αντιβαίνει στο Σύνταγµα και του στενού συνδέσµου της µε την διοίκηση. 2.2 Επέµβαση εκτελεστικής στη δικαστική εξουσία Πρόεδροι ανωτάτων δικαστηρίων Το θέµα της επιλογής των προεδρείων των ανωτάτων δικαστηρίων έχει, τα τελευταία χρόνια, απασχολήσει σε σηµαντικό βαθµό τον δηµόσιο βίο και την θεωρία, προκαλώντας κατ επανάληψη σχόλια. Μάλιστα, ο αναθεωρητικός νοµοθέτης είχε προτείνει, κατά πλειοψηφία, στην επόµενη αναθεωρητική Βουλή την αναθεώρηση των σχετικών παραγράφων του Συντάγµατος (παράγραφοι 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 90). Στόχος του ήταν, αφ ενός να αναδιοργανωθούν η σύνθεση και οι αρµοδιότητες του Ανώτατου ικαστικού Συµβουλίου, και αφ ετέρου να δηµιουργηθεί ένα όργανο στο οποίο να ανατίθεται η αρµοδιότητα πρότασης των προσώπων µεταξύ των οποίων

8 το Υπουργικό Συµβούλιο θα επιλέγει τα µέλη των ανωτάτων δικαστηρίων. Το όργανο αυτό θα συγκροτούνταν και θα συνερχόταν σε ολοµέλεια από κοινού για όλους τους κλάδους της δικαιοσύνης. Όµως και στις αναθεωρηµένες διατάξεις διατηρήθηκε το µέχρι τότε σύστηµα. Συγκεκριµένα, οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και αντιπροέδρου του ΣτΕ, του ΑΠ και του ΕΣ ενεργούνται µε προεδρικό διάταγµα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συµβουλίου, επιλέγοντας ανάµεσα στα µέλη του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου. Η προαγωγή στη θέση του Εισαγγελέα του ΑΠ ενεργείται µε προεδρικό διάταγµα, µε επιλογή µεταξύ των µελών του ΑΠ και των αντεισαγγελέων του, όπως νόµος ορίζει. Επιπλέον η προαγωγή στη θέση του Γενικού Επιτρόπου του ΕΣ, µε επιλογή µεταξύ των µελών του ΕΣ και της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας, καθώς και η προαγωγή στη θέση Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, µε επιλογή ανάµεσα στα µέλη της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας και των Προέδρων των Εφετών των διοικητικών δικαστηρίων, γίνεται επίσης µε προεδρικό διάταγµα, όπως νόµος ορίζει. Καινοτοµία της αναθεωρητικής διαδικασίας αποτελεί, µεταξύ άλλων, ο ορισµός χρονικού ορίου θητείας για τον πρόεδρο του ΣτΕ, του ΑΠ και του ΕΣ, όπως επίσης για τον Εισαγγελέα του ΑΠ και τους Γενικούς Επιτρόπους του ΕΣ και των διοικητικών δικαστηρίων. Το χρονικό αυτό όριο είναι τέσσερα έτη, ανεξαρτήτως αν ο δικαστικός λειτουργός καταλαµβάνεται από το όριο ηλικίας. Επιπλέον, η παράγραφος 5 του άρθρου 118 του Συντάγµατος προβλέπει την εφαρµογή της διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 88 που ορίζει την αποχώρηση, κατά τη συµπλήρωση του εξηκοστού έβδοµου έτους της ηλικίας τους των υπηρετούντων κατά την έναρξη ισχύος της αναθεωρηµένης διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 90 Προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του ΑΠ, των Γενικών Επιτρόπων του ΕΣ και των διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και του Προέδρου του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους. Η ρύθµιση αυτή, που αναθέτει την προαγωγή των προέδρων και αντιπρόεδρων των ανωτάτων δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του ΑΠ στο Υπουργικό Συµβούλιο, δηλαδή στην Κυβέρνηση, αφήνει έκθετη τη δικαιοσύνη σε πιέσεις και επεµβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Άσχετα µε το αν πράγµατι ασκούνται πιέσεις, το κύρος και η ανεξαρτησία των δικαστών κλονίζονται, καθώς, έστω κι αν η Κυβέρνηση εκτελεί το καθήκον της καλόπιστα και αντικειµενικά, δηµιουργείται εύλογα η εντύπωση στην κοινή γνώµη, ότι οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων διαλέχτηκαν επειδή ίσως να είναι κοµµατικοί φίλοι και θα εξυπηρετήσουν την Κυβέρνηση, εφόσον τους ζητηθεί. Παραπέρα, πολλοί ανώτατοι δικαστές έχουν να υπολογίσουν ότι προκειµένου να επιλεχθούν στις θέσεις αυτές, ασχέτως της αξίας τους, ίσως τους ζητηθεί να έχουν δείξει µε τον έναν ή τον άλλον τρόπο δείγµατα υποταγής και αφοσίωσης στην Κυβέρνηση. Σίγουρα πάντως δηµιουργούνται αθέµιτα συµφέροντα στους δικαστικούς λειτουργούς να ασκήσουν επιρροή στους κατώτερους δικαστές για υποθέσεις κυβερνητικού ενδιαφέροντος, ενώ ο διχασµός του δικαστικού σώµατος και η δυσαρέσκεια σε περίπτωση παράλειψης επιλογής βαθµολογικά ανώτερου και αρχαιότερου δικαστή επιδρά αρνητικά τόσο στο γόητρο όσο και στην αποτελεσµατικότητα. Υπονοµεύεται δε το κύρος του ΑΕ και του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συµβουλίου καθώς τίθεται υπό αµφισβήτηση η συγκρότηση τους. Τέλος, οι δικαστικές αποφάσεις που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την πολιτική εξουσία και την κοινή γνώµη χλευάζονται και χαρακτηρίζονται ως αποτέλεσµα κυβερνητικών πιέσεων κάθε φορά που δεν είναι αρεστές στις αντίπαλες προς την Κυβέρνηση πολιτικές δυνάµεις.

9 2.2.2 Πειθαρχική αγωγή Σύµφωνα µε το άρθρο 91 παράγραφος 1, την πειθαρχική αγωγή κατά δικαστικών λειτουργών από τον βαθµό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του ΑΠ και πάνω, ή κατά των αντίστοιχων µε αυτούς, εγείρεται από τον Υπουργό ικαιοσύνης. Η πειθαρχική εξουσία ασκείται από ανώτατο πειθαρχικό συµβούλιο, όπως νόµος ορίζει. Αντίστοιχα, εναντίον των λοιπών δικαστικών λειτουργών, η πειθαρχική αγωγή εγείρεται από τα δικαστικά συµβούλια και τον Υπουργό ικαιοσύνης και ασκείται σε πρώτο και δεύτερο βαθµό από τα δικαστικά συµβούλια. Οι παραπάνω ρυθµίσεις δηµιουργούν πολλά ερωτηµατικά, καθώς διευκολύνουν την επέµβαση της εκτελεστικής λειτουργίας στη δικαστική Απονοµή χάρης Επιπλέον δε ο Πρόεδρος της ηµοκρατίας έχει το δικαίωµα, µετά από πρόταση του Υπουργού ικαιοσύνης και γνώµη συµβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές, να χαρίζει, µετατρέπει ή µετριάζει τις ποινές που επιβάλλονται από τα δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους νόµιµες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαδικασία για την δίωξη ποινικών αδικηµάτων που τελέστηκαν από µέλη της Κυβέρνησης ή από Υφυπουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Στις περιπτώσεις αυτές, ποινική δίωξη ασκείται µόνο από τη Βουλή κατά την διαδικασία του άρθρου 86. Ως προς την παροχή χάρης από τον Πρόεδρο της ηµοκρατίας, αυτή είναι δυνατόν να απονεµηθεί µόνο µε την συγκατάθεση της Βουλής. Σηµειώνουµε εδώ ότι η παροχή αµνηστίας αποτελεί νοµοθετική αρµοδιότητα και δεν εµπίπτει στην αρµοδιότητα των δικαστηρίων. Συγκεκριµένα, παρέχεται µε νόµο που ψηφίζεται από την Ολοµέλεια της Βουλής µε πλειοψηφία των τριών πέµπτων του όλου αριθµού των βουλευτών. 2.3 ικαστικός έλεγχος της ιοίκησης Ανάγκη ελέγχου της ιοίκησης (a) Αρχές της νοµιµότητας και της προστασίας του διοικουµένου Η ανάγκη ελέγχου της ηµόσιας ιοίκησης πηγάζει άµεσα από τις αρχές της νοµιµότητας και της προστασίας του διοικουµένου. Η αρχή της νοµιµότητας της διοικητικής δράσης, αποτελεί συνέπεια της λειτουργίας του κράτους δικαίου, που διασφαλίζεται ήδη σε συνταγµατικό επίπεδο. Σύµφωνα µε αυτή, τα όργανα της ηµόσιας ιοίκησης οφείλουν να τηρούν τους κανόνες δικαίου οποιασδήποτε βαθµίδας, υπό την έννοια ότι οι ενέργειές τους δεν πρέπει να αντιτίθενται, αλλά να είναι σύµφωνες ή να βρίσκονται σε αρµονία µε αυτούς. Κατ άλλη δε διατύπωση, συνίσταται στο ότι καµία πράξη της ιοίκησης δεν έχει ισχύ, αν δεν έχει έρεισµα στον νόµο. Η αρχή της νοµιµότητας της διοικητικής δράσης συνάγεται κατ αρχάς από τις διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγµατος, από τις οποίες προκύπτει η υποταγή της ιοίκησης στον νόµο, αφού εκτελεστική εξουσία είναι η εκτέλεση των, από την νοµοθετική εξουσία, θεσπισµένων νόµων. Κατά δεύτερον δε, από τις διατάξεις των παραγράφων 1 στοιχείο α και 5 του άρθρου 95 του Συντάγµατος του 1975/1986/2001, που ορίζουν την αρµοδιότητα του Συµβουλίου της Επικρατείας να ακυρώνει τις εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών για παράβαση νόµου και την υποχρέωση της διοίκησης να συµµορφώνεται µε τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συµβουλίου της Επικρατείας. Η αρχή της προστασίας του διοικουµένου συνίσταται στην αδυναµία των οργάνων

10 της διοίκησης να βλάπτουν τα έννοµα συµφέροντα ή τα δικαιώµατα των διοικουµένων. Θετικά δε σηµαίνει ότι τα όργανα της ιοίκησης έχουν την υποχρέωση να αναπτύσσουν ορισµένη δραστηριότητα, δηλαδή, να προβαίνουν σε νοµικές πράξεις ή υλικές ενέργειες, για την εξυπηρέτηση συγκεκριµένου έννοµου συµφέροντος ή την ικανοποίηση ορισµένου δηµοσίου δικαιώµατος του διοικουµένου. Η αρχή αυτή θα παρέµενε χωρίς ουσία, αν δεν θεσπιζόταν παράλληλα και δυνατότητα του διοικουµένου να προστατευτεί από διοικητικές ενέργειες που πλήττουν τα συµφέροντα ή τα δικαιώµατά του. Ο δραστικότερος τρόπος πραγµατικής προστασίας του διοικουµένου είναι η προσφυγή στα δικαστήρια. (b) Η Εξουσία συνεπάγεται έλεγχο Είναι γενικώς παραδεκτό ότι η παραχώρηση εξουσίας πρέπει να συνοδεύεται από την δυνατότητα ελέγχου του εξουσιάζοντος, ώστε να µην υπάρξει καταστρατήγηση δικαιωµάτων και ανεξέλεγκτη δράση του εξουσιάζοντος. Από τις τρεις κρατικές λειτουργίες, εκείνη η οποία φαίνεται να επεµβαίνει µε αµεσότερο τρόπο στην σφαίρα των δικαιωµάτων και των συµφερόντων των πολιτών και των κοινωνικών οµάδων είναι η ιοικητική λειτουργία. Ειδικότερα, η κρατική δραστηριότητα αναγκάζεται συχνά όχι µόνο να παραχωρεί αλλά και να περιορίζει δικαιώµατα των πολιτών ή οµάδων πολιτών. Έχει δε επεκταθεί σε νέους τοµείς, δηµιουργώντας έτσι έναν κύκλο δραστηριοτήτων ιδιαίτερα ευρύ. Όλο και εντονότερη γίνεται η εξάρτηση του ιδιώτη από άδειες ή εγκρίσεις, αλλά και ιδίως από την παροχή βιοτικών αγαθών και υπηρεσιών από το Κράτος. Από την άλλη, ως απόρροια της διεύρυνσης του κύκλου των κρατικών δραστηριοτήτων, η αύξηση του αριθµού των δηµοσίων υπαλλήλων, σήµανε την υποχώρηση των κριτηρίων επιλογής τους και την πτώση της ποιοτικής στάθµης του προσωπικού των δηµοσίων υπηρεσιών, και την υποχώρηση του συναισθήµατος προσωπικής ευθύνης των δηµοσίων υπαλλήλων, που καλούνται να ασκήσουν σηµαντικές, για τον ιδιώτη, αρµοδιότητες. Παραπέρα δε, η δηµόσια διοίκηση διέπεται από πολυνοµία και έχει η πολυσύνθετη δοµή, από την άποψη της κατανοµής των καθηκόντων και αρµοδιοτήτων, αλλά και προβλεπόµενων διαδικασιών. Τέλος, η εξουσία της δηµόσιας διοίκησης να διαχειρίζεται έµµεσα ή άµεσα τεράστια χρηµατικά ποσά και να παίρνει αποφάσεις µε επιπτώσεις σε κολοσσιαία οικονοµικά συµφέροντα, αποτελεί πειρασµό και εγκυµονεί τον κίνδυνο της διαφθοράς τόσο υπαλλήλων όσο και πολιτικών. Όλα αυτά υποδεικνύουν την αύξηση των δυνατοτήτων κατάχρησης της κρατικής εξουσίας εις βάρος, τόσο του δηµοσίου συµφέροντος, όσο και του συµφέροντος των ιδιωτών, της προσβολής των δικαιωµάτων και συµφερόντων του διοικουµένων από την δραστηριότητα ή και την αδράνεια του κράτους και προπάντων της διοίκησης και των κινδύνων παρανοµίας σπατάλης ή και διαφθοράς. Για τους λόγους αυτούς, λοιπόν, έχει αναχθεί σήµερα, σε θέµα µείζονος σηµασίας ο έλεγχος του Κράτους και της ηµόσιας ιοίκησης Είδη ελέγχου Στην ελληνική έννοµη τάξη προβλέπονται τέσσερις τρόποι ελέγχου της διοίκησης, ήτοι τον κοινοβουλευτικό, τον διοικητικό, τον ενδιάµεσο και τον δικαστικό. (a) Κοινοβουλευτικός έλεγχος Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται από την Βουλή στην κυβέρνηση και σε κάθε µέλος του Υπουργικού Συµβουλίου, συµπεριλαµβανοµένου του Πρωθυπουργού, και στους υφυπουργούς. Ασκείται δε µέσω γραπτών αναφορών, ερωτήσεων, αιτήσεων

11 κατάθεσης εγγράφων, επερωτήσεων, εξεταστικών επιτροπών και της πρότασης εµπιστοσύνης και δυσπιστίας προς την Κυβέρνηση ή µέλος της. Στο είδος αυτό του ελέγχου µπορούν να θεωρηθούν ότι συγκαταλέγονται και η ψήφιση από τη Βουλή του προϋπολογισµού των εσόδων και εξόδων του Κράτους, η έγκριση των προγραµµάτων οικονοµικής και κοινωνικής ανάπτυξης, η κύρωση του απολογισµού και του γενικού ισολογισµού του Κράτους άλλα και η συζήτηση νοµοσχεδίων. (b) ιοικητικός έλεγχος Ο διοικητικός (ή εσωδιοικητικός ) έλεγχος ασκείται από όργανα του Κράτους ή των άλλων δηµόσιων νοµικών προσώπων υπό την µορφή ιεραρχικού ελέγχου, ελέγχου µετά από άσκηση ενδικοφανούς διοικητικής προσφυγής ή διοικητικής εποπτείας. Το είδος αυτό ελέγχου δεν φτάνει µέχρι το επίπεδο των υπουργών και υφυπουργών καθώς αυτοί βρίσκονται στην κορυφή της πυραµίδας. (c) Ενδιάµεσος έλεγχος Τρίτον, αναφέρουµε τον ενδιάµεσο έλεγχο. Με τον όρο αυτόν ονοµάζουµε τον έλεγχο που ασκείται από ανεξάρτητη διοικητική αρχή, τον «Συνήγορο του Πολίτη», κατοχυρωµένη στο Σύνταγµα. Ο θεσµός των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών είναι σχετικά νέος και συνάντησε πολλές αντιρρήσεις και επιφυλάξεις. (d) Σύγκριση µε τον δικαστικό έλεγχο Ο δικαστικός έλεγχος της διοικήσεως, αντίθετα από τον κοινοβουλευτικό αλλά και τον διοικητικό είναι αποκλειστικά έλεγχος νοµικός, δηλαδή κατ αρχήν έλεγχος νοµιµότητας, και µόνο δευτερευόντως, και κατά ρητή εξαιρετική πρόβλεψη, επιπλέον (και) έλεγχος σκοπιµότητας. Σε σχέση µε τον κοινοβουλευτικό και τον διοικητικό έλεγχο, τα όρια του δικαστικού ελέγχου είναι στενότερα, καθώς συµπίπτουν µε τα όρια της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης. Η οριοθέτηση αυτή εµφανίζεται ως συνέπεια της πολιτικής ουδετερότητας που διακρίνει τον δικαστικό έλεγχο και τον κάνει αναντικατάστατο. Σηµαίνει δε ότι τα δικαστήρια δεν υποκαθιστούν την εκτελεστική εξουσία στην αξιολόγηση πολιτικών και εν πάση περιπτώσει εξωνοµικών κριτηρίων κατά την λήψη των αποφάσεών τους. Ο δικαστικός έλεγχος αποτελεί τον δραστικότερο όλων, καθώς διεξάγεται εκτός των κόλπων της ιοίκησης από ανεξάρτητα (λειτουργικά και προσωπικά) κρατικά όργανα, των δικαστών, συντεταγµένων σε δικαστήρια Ισχύον σύστηµα δικαστικού ελέγχου της διοίκησης στην Ελλάδα (a) ιοικητικές διαφορές, ακυρωτικός έλεγχος και έλεγχος ουσίας ιοικητική διαφορά θεωρείται κάθε διατάραξη µιας έννοµης κατάστασης, που προκαλείται από πράξη (νοµική ή υλική) ή παράλειψη ενός οργάνου δηµοσίου νοµικού προσώπου, και που αφορά ή δηµιουργεί σχέση διεπόµενη από τους κανόνες του διοικητικού δικαίου. Ακυρωτικές είναι οι διαφορές που εισάγονται στο ΣτΕ και το ιοικητικό Εφετείο µε αίτηση ακυρώσεως. Αντιθέτως, όλες οι άλλες διαφορές αποτελούν διαφορές ουσίας. Στην περίπτωση ακυρωτικής διαφοράς, το δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει την νοµιµότητα της ατοµικής ή της κανονιστικής πράξης ή την παράλειψη έκδοσης µιας τέτοιας πράξης. Εξετάζει µε άλλα λόγια το κατά πόσο η πράξη ή παράλειψη είναι σύµφωνη µε τους κανόνες δικαίου που ρυθµίζουν την έκδοσή της. Κατά την κρίση του αυτήν, δεν µπορεί να κρίνει επί των πραγµατικών περιστατικών που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρµογής των σχετικών κανόνων. Εξαίρεση στον κανόνα αυτόν αναγνωρίζεται κατά τον έλεγχο των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας. Η

12 απόφαση δε του δικαστηρίου που ασκεί ακυρωτικό έλεγχο περιορίζεται στην ακύρωση, εξαφάνιση της πράξης ή παράλειψης. Κατά την κρίση επί διαφοράς ουσίας αναγνωρίζεται στον δικαστή ένα ευρύτερο πεδίο ελέγχου. Πέρα από τον έλεγχο νοµιµότητας, ο δικαστής κρίνει τώρα και επί των πραγµατικών περιστατικών προκειµένου να αναγνωρίσει ότι ένα δικαίωµα του προσφεύγοντος έχει υποστεί βλάβη ή ότι του έχει επιβληθεί παράνοµα µια υποχρέωση, και να καθορίσει την πιθανή βλάβη και την αποκατάστασή της. Η διάκριση των διοικητικών διαφορών σε διαφορές ουσίας και ακυρωτικές διαφορές σχετίζεται άµεσα µε την έκταση του ελέγχου των στοιχείων της διαφοράς, στον οποίο δικαιούται ή υποχρεούται να προβεί το δικαστήριο. (b) Έλεγχος κατόπιν προσφυγής Κανόνας του δικαστικού ελέγχου της ιοίκησης είναι η αρχή του δικαστικού ελέγχου µόνο κατόπιν προσφυγής. Τα δικαστήρια, δηλαδή, δεν ελέγχουν την διοίκηση αυτεπαγγέλτως παρά µόνον ύστερα από προσφυγή σε αυτά του θιγόµενου. Ο τελευταίος, δε, δεν µπορεί παρά να προασπίσει τα δικά του συµφέροντα και όχι κατ αρχήν τα συµφέροντα άλλων προσώπων ή το γενικό συµφέρον. Ο ιδιώτης είναι εκείνος που πρέπει να δείξει το φυσικό εκείνο ενδιαφέρον για τις υποθέσεις του, λαµβάνοντας την πρωτοβουλία να θέσει σε κίνηση τον µηχανισµό της έννοµης προστασίας. Ο έλεγχος της διοίκησης δεν είναι λοιπόν γενικός και αυτεπάγγελτος, αλλά απαιτεί πάντοτε την λήψη πρωτοβουλίας εκ µέρους του ιδιώτη. (c) Αρµόδια δικαστήρια Σύµφωνα µε το Σύνταγµα, το Συµβούλιο της Επικρατείας έχει γενική δικαιοδοσία επί των ακυρωτικών διαφορών (άρθρο 95 παράγραφος 1 στοιχείο α), επιτρέποντας όµως στον κοινό νοµοθέτη την υπαγωγή του πρώτου βαθµού του ακυρωτικού ελέγχου επί ορισµένων κατηγοριών υποθέσεων στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, µε την συνταγµατική επιφύλαξη πάντως της ανάθεση του τελευταίου βαθµού στο Συµβούλιο της Επικρατείας. Επίσης, το ΣτΕ έχει και ειδική δικαιοδοσία επί ορισµένων διοικητικών διαφορών ουσίας, για τις οποίες είναι γενικά αρµόδια τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει δε µόνο ειδική δικαιοδοσία επί ορισµένων ουσιαστικών διαφορών. Ταυτόχρονα όµως και ο ουσιαστικός έλεγχος των διοικητικών διαφορών, ήτοι των διοικητικών διαφορών ουσίας, ανατίθεται από τον συντακτικό νοµοθέτη αποκλειστικά στα διοικητικά δικαστήρια. Ειδικότερα, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, εκτός από εκείνες που υπάγονται ρητά στο ΣτΕ ανήκουν στην αρµοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το Ανώτατο Ειδικό ικαστήριο έχει επίσης ειδική αρµοδιότητα, ήτοι, δικάζει διαφορές που αφορούν την συγκρότηση της Βουλής και το κύρος των δηµοψηφισµάτων, την άρση της σύγκρουσης καθηκόντων, την άρση των αµφισβητήσεων για τη συνταγµατικότητα ή για την έννοια διατάξεων νοµοθετικών πράξεων και, τέλος, την άρση της αµφισβήτησης για τον χαρακτηρισµό κανόνων διεθνούς δικαίου ως γενικώς παραδεδεγµένων. Τελικά, κατά το Σύνταγµα, ο έλεγχος των πράξεων της ιοίκησης, είτε αυτός είναι έλεγχος ουσίας, είτε είναι ακυρωτικός έλεγχος, υπάγεται κατ αρχήν στο Συµβούλιο της Επικρατείας και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια (άρθρο 94 παράγραφος 1 του Συντάγµατος), καθώς και στο ΕΣ και στο ΑΕ. (d) Κυβερνητικές πράξεις Σύµφωνα µε το άρθρο 45 παράγραφος 5 του προεδρικού διατάγµατος 18/1989 «εν

13 υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές, που ανάγονται στην διαχείριση της πολιτικής εξουσίας». Η διάταξη αυτή, δεν αποτελεί καινοτοµία του νοµοθέτη, αλλά ουσιαστικά µια επανάληψη των αντίστοιχων παλαιότερων διατάξεων των νοµοθετικών κειµένων που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία του ΣτΕ. Προέρχεται δε από την γαλλικής προέλευσης θεωρία των κυβερνητικών πράξεων (actes de gouvernement), κατά την οποία οι εν λόγω πράξεις εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου των ικαστηρίων. Κυβερνητική πράξη είναι µια διοικητική πράξη, δηλαδή µια εκτελεστή πράξη της ιοίκησης, η οποία ανάγεται στην διαχείριση της πολιτικής εξουσίας (λειτουργικό κριτήριο), και για τον λόγο αυτόν εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου του δικαστηρίου. Σύµφωνα µε πάγια νοµολογία του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, αποκλειστικά αρµόδιο να κρίνει αν µια πράξη εµπίπτει στην έννοια της Κυβερνητικής πράξης είναι το ΣτΕ και όχι ο νοµοθέτης. Το κριτήριο, µε βάση το οποίο µια πράξη θα κριθεί ως κυβερνητική, ανάγεται στο Σύνταγµα και στις κρίσιµες διατάξεις που αφορούν στην διάκριση των εξουσιών και στην ευρύτερη λογική αυτής της διάκρισης. Ουσιαστικό ρόλο κατά την κρίση αυτήν παίζουν και οι αρχές της νοµιµότητας της διοικητικής δράσης, της διάκρισης των εξουσιών, του κράτους δικαίου, της κατοχύρωσης της αιτήσεως ακυρώσεως, καθώς και το δικαίωµα παροχής δικαστικής προστασίας. Στη νοµολογία του ΣτΕ ανευρίσκει κανείς µια σειρά αποφάσεων στις οποίες το δικαστήριο έκρινε ότι διοικητικές πράξεις εµπίπτουν στην έννοια της «κυβερνητικής πράξης» και εκφεύγουν του ελέγχου του. Ενδεικτικά αναφέρουµε εκείνες που αφορούν στις σχέσεις µεταξύ κρατικών οργάνων, όπως για παράδειγµα είναι το διάταγµα διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών, προκήρυξης δηµοψηφίσµατος, η αποδοχή παραιτήσεως Υπουργού ή της Κυβέρνησης, η εντολή σχηµατισµού Κυβέρνησης και η άσκηση νοµοθετικής πρωτοβουλίας εκ µέρους των οργάνων ης εκτελεστικής εξουσίας ακόµη, οι πράξεις που αφορούν τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, όπως είναι για παράδειγµα η σύναψη και εκτέλεση διεθνών συνθηκών και η διπλωµατική προστασία ελλήνων υπηκόων στο εξωτερικό επιπλέον και ορισµένες πράξεις που σχετίζονται µε την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια του κράτους, όπως είναι η κήρυξη πολέµου και επιστράτευσης τέλος, εκείνες που σχετίζονται µε την απονοµή χάρης. Ο χαρακτηρισµός µιας διοικητικής πράξης ως κυβερνητικής αναµφίβολα θίγει το δικαίωµα παροχής δικαστικής προστασίας, που πέρα από την συνταγµατική διάταξη του άρθρου 20 παράγραφος 1, κατοχυρώνεται και στην Ευρωπαϊκή Σύµβαση των ικαιωµάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 6 παράγραφος 1. Παράλληλα, φαίνεται να απειλεί στο εξωτερικό τους περίβληµα και συνταγµατικές αρχές όπως την κατοχύρωση της αίτησης ακυρώσεως (άρθρο 95 παράγραφος 1 Συντάγµατος), την αρχή της νοµιµότητας της διοικητικής δράσης, ακόµα και την αρχή του κράτους δικαίου. Για τους λόγους αυτούς οφείλει ο εφαρµοστής του δικαίου να κάνει φειδωλή και περιορισµένη χρήση της θεωρίας των κυβερνητικών πράξεων. Ο συνταγµατικός αποκλεισµός ορισµένων διοικητικών πράξεων από τον ακυρωτικό έλεγχο αποτελεί εξαιρετική περίπτωση που πρέπει να ερµηνεύεται και να εφαρµόζεται στενά. In dubio, πρέπει δε να γίνεται δεκτό, ότι η πράξη δεν είναι «κυβερνητική». Τέτοιες περιπτώσεις αποκλεισµού από το Σύνταγµα είναι η ρητή εξαίρεση της παραγράφου 6 του άρθρου 90 και της παραγράφου 4 του άρθρου 91. Υπάρχουν, όµως, και κάποιες περιπτώσεις, στις οποίες ο αποκλεισµός γίνεται υπαινικτικά. Αναφερόµαστε κυρίως σε εκείνες τις συνταγµατικές αρµοδιότητες οργάνου της εκτελεστικής εξουσίας, οι οποίες είναι απόλυτα συνυφασµένες µε πολιτικά, ή αλλιώς κυβερνητικά, κριτήρια, τα οποία αποτελούν την βάση για την

14 έκδοση της πράξης. Ο αποκλεισµός του δικαστικού αυτού ελέγχου έχει ως απώτερο στόχο την διασφάλιση ορισµένων συνταγµατικών αγαθών (όπως είναι ενδεικτικά η ασφάλεια και ακεραιότητα της χώρας, η οµαλή λειτουργία του πολιτικού συστήµατος και η ανάπτυξη σχέσεων ειρήνης και συνεργασίας µε τρίτες χώρες και άλλα υποκείµενα του διεθνούς δικαίου). Από την άλλη δε, συχνά, η χρήση της θεωρίας των κυβερνητικών πράξεων προκειµένου να απορριφθεί ως απαράδεκτη µια αίτηση ακυρώσεως είναι περιττή, καθώς αρκεί προς τούτο η συνεπής εφαρµογή των όρων του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεων, δηλαδή, της ύπαρξης έννοµου συµφέροντος και της φύσης της προσβαλλόµενης πράξης ως εκτελεστής διοικητικής. Η επιταγή για φειδωλή χρήση της θεωρίας των κυβερνητικών πράξεων επιβάλλεται άλλωστε και από το γεγονός ότι εγκυµονεί σοβαρούς κινδύνους για την λειτουργία του δικαιώµατος δικαστικής προστασίας. Η θεωρία αυτή χρησιµοποιήθηκε συχνά ως πρόσχηµα για την κάλυψη παραβιάσεων δηµοκρατικών και δικαιοκρατικών θεσµών, ιδίως κατά την περίοδο δικτατορικών καθεστώτων. Ενδεικτικά παραθέτουµε το παράδειγµα της απόρριψης αίτησης ακυρώσεως της Αµαλίας Φλέµινγκ κατά της αποφάσεως της ικτατορίας για την απέλασή της (ΣτΕ 2528/1974). Στην περίπτωση αυτή, το ικαστήριο εφάρµοσε την θεωρία των κυβερνητικών πράξεων, κρίνοντας ότι, εξαιτίας της "αντικυβερνητικής δράσεως της αιτούσης και της διεθνούς αυτής φήµης, η λήψη κατ' αυτής κατασταλτικών µέτρων υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως θα δηµιουργούσε προβλήµατα στις διεθνείς σχέσεις της Χώρας". Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί και η απόφαση της Ολοµέλειας του ΣτΕ 448/1939, µε την οποία κρίθηκε ότι η διάλυση µε διάταγµα των δηµοτικών συµβουλίων και η αντικατάστασή τους από διοικούσες επιτροπές µε βάση σχετικούς αναγκαστικούς νόµους αποτελεί κυβερνητική, επειδή η πράξη αυτή «αποσκοπούσε εις ευρυτάτην και ριζικήν εφαρµογήν του υπό της Κυβερνήσεως διαγραφέντος και εφαρµοζοµένου περί των οργανισµών της τοπικής αυτοδιοικήσεως συστήµατος». Με την ΣτΕ 1537/1951, εξάλλου, κρίθηκαν ως κυβερνητικές πράξεις που εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου του ικαστηρίου οι περιορισµοί που επιβλήθηκαν στην ελευθερία του τύπου και στην ελευθερία της ανταποκρίσεως µε βάση διάταγµα το οποίο εκδόθηκε κατόπιν σχετικού Ψηφίσµατος. Τα παραδείγµατα αυτά κατέδειξαν τους κινδύνους που εγκυµονεί η εν λόγω θεωρία των κυβερνητικών πράξεων για το κράτος δικαίου. Η επίκλησή της θα µπορούσε να αποφευχθεί χάρη στην χρήση, τόσο των παραπάνω προϋποθέσεων του παραδεκτού της αίτησης ακυρώσεως, όσο και του χαρακτήρα του ακυρωτικού ελέγχου ως ελέγχου νοµιµότητας και όχι σκοπιµότητας της πράξεως, πράγµα που περιορίζει τον έλεγχο αυτόν στην διερεύνηση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του διοικητικού οργάνου. Άλλωστε την κατεύθυνση αυτήν του περιορισµού της εφαρµογής της θεωρίας αυτής ακολούθησε την τελευταία εικοσαετία η νοµολογία του ΣτΕ. Χαρακτηριστικά αναφέρουµε την άρνηση του ΣτΕ να χαρακτηρίσει ως κυβερνητική πράξη την άρνηση της Κυβέρνησης να χορηγήσει τηλεοπτικό χρόνο στα πολιτικά κόµµατα (ΣτΕ 1288/1987), την απαγόρευση πρόσβασης των ενδιαφεροµένων στους ατοµικούς φακέλους πολιτικών φρονηµάτων (Ολ. ΣτΕ 2139/1993), την απέλαση αλλοδαπού (ΣτΕ 2181/1987, 3149/1987). Από τον κανόνα, ότι οι αιτήσεις ακυρώσεως δεν υπόκεινται σε ακυρωτικό έλεγχο, δεν πρέπει να συνάγουµε, ότι σ αυτές δεν εφαρµόζεται η αρχή της νοµιµότητας και του κράτους δικαίου, είτε ότι δεν χωρεί δικαστική προστασία (άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγµατος). Οι πράξεις αυτές µπορούν να αποτελέσουν αντικείµενο παρεµπιπτόντως ελέγχου, ιδιαίτερο στο πλαίσιο δίκης επί αγωγής αποζηµιώσεως

15 κατά του ελληνικού δηµοσίου. Άλλωστε δε, σε περίπτωση έκδοσής τους κατά παράβαση του Συντάγµατος και των νοµοθετικών πράξεων που τις προβλέπουν, µπορεί να θεµελιωθεί ευθύνη του Προέδρου της ηµοκρατίας και των υπουργών που τις υπέγραψαν, καθώς και ευθύνη του ηµοσίου για αποζηµίωση. εν πρέπει κατά τα άλλα να υποτιµώνται άλλες µορφές ελέγχου των πράξεων αυτών, όπως ο πολιτικός και ιδιαίτερα ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, που ταιριάζει ίσως περισσότερο στη φύση των κυβερνητικών πράξεων. (e) Έλεγχος νοµιµότητας έλεγχος σκοπιµότητας Η κατοχύρωση των ατοµικών ελευθεριών και δικαιωµάτων και η συνεχώς διευρυνόµενη κρατική δραστηριότητα δηµιούργησε την ανάγκη, η δραστηριότητα της ιοίκησης να ενταχθεί ολοένα και περισσότερο σε νοµικά πλαίσια, να ρυθµιστεί, δηλαδή, ολοένα και πιο διεξοδικά και λεπτοµερειακά από κανόνες δικαίου. Έτσι, ο δικαστικός έλεγχος, παραµένοντας έλεγχος νοµιµότητας, επεκτάθηκε παράλληλα µε την «νοµικοποίηση» της διοικητικής δραστηριότητας. Το δικαστήριο, µε την κρίση του περί της νοµιµότητας των πράξεων της διοίκησης µεταβαίνει από τους πολιτικούς ηθικούς κανόνες που διέπουν την διοικητική δράση, στους σαφέστερους και ελεγκτούς κανόνες δικαίου, οι οποίοι µε τη σειρά τους διευκολύνουν και ταυτόχρονα επεκτείνουν τον δικαστικό έλεγχο. Η εξουσία του δικαστή να ελέγξει την νοµιµότητα µιας διοικητικής πράξης δεν αµφισβητείται στις περιπτώσεις ασφαλούς νοµιµότητας, ούτε δε και στις περιπτώσεις όπου η παρανοµία είναι πρόδηλη πρόβληµα προκύπτει σε εκείνες τις περιπτώσεις, όπου τα πράγµατα δεν είναι ξεκάθαρα, στην λεγόµενη «γκρίζα ζώνη» που εκτείνεται µεταξύ αυτών Νοµολογιακός υναµισµός Η οριοθέτηση του δικαστικού ελέγχου µε βάση τους προαναφερόµενους κανόνες της διάκρισης σε ακυρωτικό και σε έλεγχο ουσίας, του δικαστικά ανέλεγκτου των κυβερνητικών πράξεων, του ελέγχου νοµιµότητας και του ελέγχου µόνο κατόπιν προσφυγής, δεν υπήρξε εµπόδιο στον «νοµολογιακό δυναµισµό», που εµφανίστηκε τα τελευταία χρόνια, ως συνέπεια της «νοµικοποίησης» της διοικητικής δραστηριότητας. Ως παράδειγµα αναφέρουµε την πρόσφατη σχετικά απόφαση (ΣτΕ 2176/1998) του έκτου τµήµατος του ΣτΕ, µε την οποία έκρινε ότι η µείωση του αριθµού των ωρών διδασκαλίας του µαθήµατος των θρησκευτικών κατά µια στη δευτέρα και την τρίτη τάξη του λυκείου συνιστά παραβίαση του συνταγµατικού κανόνα που θεωρεί την ανάπτυξη θρησκευτικής συνειδήσεως µέρος των σκοπών της εκπαίδευσης. Με την απόφαση αυτή, το δικαστήριο προχώρησε σε εκτενή εξειδίκευση του κανονιστικού περιεχοµένου του αόριστου συνταγµατικού κανόνα του άρθρου 16 παράγραφος 2. Συγκεκριµένα, από τον συνταγµατικό κανόνα συνήγαγε ότι επιβάλλεται επαρκής αριθµός ωρών διδασκαλίας του µαθήµατος των θρησκευτικών εβδοµαδιαίως και ότι η µείωση των ωρών σε µια, για τις τάξεις αυτές του λυκείου, δεν ανταποκρίνονται στα δεδοµένα της κοινής πείρας για τις επαρκείς ώρες. Το ερώτηµα που τίθεται είναι το εάν επιτρεπόταν στο ΣτΕ, στα πλαίσια του ελέγχου νοµιµότητας των διοικητικών πράξεων, να προχωρήσει σε τόσο εκτενή υποκατάσταση της κρίσης της ιοικήσεως, η οποία έχει εξουσιοδοτηθεί από το νοµοθέτη να ρυθµίζει ειδικότερα το εν λόγω ζήτηµα. Η συγκεκριµένη περίπτωση θεωρήθηκε παράδειγµα προβληµατικής εφαρµογής. Από την άλλη, όµως, σε ορισµένες άλλες περιπτώσεις ο επονοµαζόµενος «νοµολογιακός δυναµισµός» επικροτείται. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η µεθοδολογία

16 που ακολούθησε το πέµπτο τµήµα του ΣτΕ σε ζητήµατα περιβάλλοντος και, στο εξωτερικό, εκείνη του γερµανικού συνταγµατικού δικαστηρίου για τον προσδιορισµό των απαιτούµενων κρατικών µέτρων για την προστασία της ακαδηµαϊκής ελευθερίας. Ως παράδειγµα της µεθοδολογίας του ΣτΕ σε θέµατα περιβάλλοντος αναφέρουµε την απόφαση 613/2002 της Ολοµέλειας του ΣτΕ, γνωστή ως υπόθεση «Αχελώος» η οποία υπήρξε απάντηση του ικαστηρίου στην αίτηση ακυρώσεως απόφασης του Γενικού Γραµµατέα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Χωροταξίας που αφορούσε την έγκριση περιβαλλοντικών όρων για τις εγκαταστάσεις της εταιρείας TVX Hellas Α.Ε. για την Ολυµπιάδα της Χαλκιδικής. Ζήτηµα καθορισµού των άκρων ορίων του δικαστικού ελέγχου δεν τίθεται τόσο στις περιπτώσεις, στις οποίες η ιοίκηση δρα κατά δέσµια αρµοδιότητα, αλλά πολύ περισσότερο όταν το Σύνταγµα ή ο νοµοθέτης της παρέχει διακριτική ευχέρεια. Η διαφορετική αντιµετώπιση από τη µια του θέµατος των θρησκευτικών και από την άλλη των περιβαλλοντικών θεµάτων δεν βρίσκει έρεισµα στο Σύνταγµα. Αναγνωρίζονται όµως κάποια κριτήρια τα οποία θα υποδείξουν ποια είναι τα θεµιτά όρια του δικαστικού ελέγχου. Μεταξύ αυτών ουσιαστικό ρόλο παίζει το λογικό περιεχόµενο των αόριστων αξιολογικών εννοιών σε συνδυασµό µε την ουσιαστική εκτίµηση των συγκεκριµένων πραγµατικών περιστατικών. Ο ακριβής προσδιορισµός της καταλείπεται στο διοικητικό όργανο, σε συνδυασµό προς τον επιδιωκόµενο σκοπό δηµοσίου συµφέροντος. Κατά δεύτερον, ουσιαστικό ρόλο παίζει και η αρχή της ισότητας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, καθώς και οι αρχές της χρηστής διοίκησης, ενόψει της εξυπηρέτησης του δηµοσίου συµφέροντος και της εύρυθµης λειτουργίας της διοίκησης αλλά και στο πλαίσιο επιείκειας που διέπει την έννοµη τάξη, και της προστασίας του διοικούµενου. Οι εξειδικεύσεις αυτών των αρχών είναι η αρχή της αναλογικότητας και της προστατευόµενης εµπιστοσύνης του διοικούµενου. Άλλοτε λοιπόν ο έλεγχος της διοίκησης από τον δικαστή είναι ηπιότερος και άλλοτε βαθύτερος. Κριτήριο για τη διακύµανση αυτή θεωρούµε µεν από τη µια τις περιστάσεις, το πολιτικό κλίµα της εποχής και τις επιδιώξεις του ακυρωτικού δικαστηρίου. Από την άλλη, όµως θεµελιώδους σηµασίας είναι το κάθε φορά διαµορφούµενο σύστηµα των προστατευοµένων αγαθών και συγκεκριµένα οι συγκεκριµένες σταθµίσεις αξιών που επιβάλλονται. Τελικά, ο δικαστής οφείλει να περιορίσει την κρίση του στην εξέταση του κατά πόσο η κρίση του νοµοθέτη συνιστά µια εύλογη προσπάθεια προσέγγισης της, σύµφωνα µε το Σύνταγµα, ορθότερης λύσης, σε µια κοινωνία ελεύθερων και ίσων πολιτών και να αφήσει στο διοικητικό όργανο την κρίση ως προς την «βέλτιστη πραγµάτωση του συστήµατος των εµπλεκόµενων συνταγµατικών σκοπών» και αξιών. εν πρέπει να εκτρέπεται και ερευνά και την πολιτική ορθότητα ή σκοπιµότητα του κανόνα δικαίου. Τελικά, και η σύσταση του Πρωθυπουργού που αναφέραµε παραπάνω, αποτελεί απλώς µιαν επίκληση στην συνείδηση του δικαστή να περιοριστεί στα όρια του ελέγχου που σκιαγραφούνται από τα παραπάνω στοιχεία, και δεν επιζητά τον αληθινό περιορισµό της εξουσίας αυτής των δικαστηρίων. 2.4 Συµµόρφωση της ιοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις Η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 95 το Συντάγµατος καθιερώνει την υποχρέωση της ιοίκησης να συµµορφώνεται µε τις αποφάσεις του ΣτΕ. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής δηµιουργεί ευθύνη για κάθε υπαίτιο όργανο, όπως νόµος ορίζει. Η δε διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 50 του ιατάγµατος 18/1989

17 ορίζει ότι οι διοικητικές αρχές οφείλουν να συµµορφώνονται προς το περιεχόµενο της δικαστικής απόφασης, ανάλογα µε τις ιδιαίτερες περιπτώσεις της κάθε περίπτωσης είτε µε θετική ενέργεια είτε µε αποχή από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς τα κριθέντα από την απόφαση ζητήµατα. Οποιαδήποτε διοικητική πράξη που δεν συµµορφώνεται προς την δικαστική απόφαση είναι αντίθετη προς το Σύνταγµα και πρέπει κατά συνέπεια να ακυρωθεί. Ο υπεύθυνος υπέχει ποινική ευθύνη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα καθώς και προσωπική ευθύνη για αποζηµίωση. Επιπλέον, µε απόφαση της Ολοµέλειας του ΣτΕ συγκροτείται Ειδική Επιτροπή που αποτελείται από τους αντιπροέδρους και έναν σύµβουλο κάθε Τµήµατος του ΣτΕ, η οποία είναι αρµόδια για την παρακολούθηση της συµµόρφωσης της ιοίκησης προς τις αποφάσεις του ΣτΕ. 2.5 Αντί επιλόγου Στη σύγχρονη εποχή, η θεµελιώδης συνταγµατική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται στο άρθρο 26 του Συντάγµατος έχει χάσει την αλλοτινή θέση της. Σήµερα, η διάκριση νοµοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας κινδυνεύει να καταντήσει τυπική, καθώς, ουσιαστικά, και οι δύο λειτουργίες κυριαρχούνται από την βούληση του εκάστοτε κυβερνώντος κόµµατος και του αρχηγού του. Η µέχρι τώρα «συνταγµατική πρακτική» δείχνει, ότι η νοµοθετική λειτουργία έχει χάσει την ανεξαρτησία της σε σχέση µε την εκτελεστική και έχει ουσιαστικά υποβαθµιστεί σε «τυπικό διεκπεραιωτή» των νοµοσχεδίων, που η εκάστοτε Κυβέρνηση επιδιώκει να επιβάλλει. Με άλλα λόγια, «η νοµοθετική λειτουργία έχει γίνει ουσιαστικά εκτελεστική της εκτελεστικής». Αυτό διαπιστώνεται από τις εξαγγελίες για νέες νοµοθετικές ρυθµίσεις ή µεταρρυθµίσεις των εκάστοτε Κυβερνήσεων, από µια φράση που ακουγόταν στα ανώτερα κλιµάκια της ιοίκησης ότι «αν ακυρωθεί η πράξη στο Συµβούλιο τη Επικρατείας θα κάνουµε νόµο», αλλά και από ένα επιπρόσθετο γεγονός, µια διαπίστωση την οποία έχουµε συνηθίσει να αγνοούµε, χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι δεν καταστρατηγεί την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών της κρατικής εξουσίας εννοούµε το γεγονός, ότι τα φυσικά πρόσωπα που στελεχώνουν την Βουλή, ήτοι την Νοµοθετική λειτουργία, τα ίδια στελεχώνουν και την εκάστοτε Κυβέρνηση, δηλαδή την Εκτελεστική εξουσία. Μπροστά σε αυτήν την στενή σχέση Νοµοθετικής και Εκτελεστικής εξουσίας, η ικαστική εξουσία καλείται να παίξει έναν σπουδαιότατο ρόλο, καθώς αυτή φαίνεται να είναι «τελικός εγγυητής της ελευθερίας και των θεσµών», «η µόνη διακεκριµένη µορφή πολιτειακής λειτουργίας που υπάρχει σήµερα». Για να υπάρξει ελευθερία απαιτείται η δικαστική λειτουργία να είναι χωρισµένη και ανεξάρτητη από την νοµοθετική και την εκτελεστική εξουσία. Για τον λόγο αυτόν, η επέµβαση των άλλων δυο λειτουργιών σε βάρος της, είτε υπό µορφή θεσπίσεως κανόνος δικαίου, είτε µε ωµή επέµβαση της διοικήσεως σε βάρος της λειτουργίας της και της απονοµής του δικαίου, αποτελεί θανάσιµο κίνδυνο για το πολίτευµα της ηµοκρατίας και τα συνταγµατικά και ατοµικά δικαιώµατα του λαού. υστυχώς η Κυβερνητική εκτελεστική εξουσία κάθε εποχής, σχεδόν κατά κανόνα κατέχεται από το πάθος να θέλει υποταγµένη την δικαιοσύνη στα κελεύσµατά της, για να µπορεί να ασκεί µέσω αυτής την πολιτική της εξουσία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 3. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η σχέση της δικαστικής προς την εκτελεστική εξουσία διέπεται από την αρχή της

18 λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 87 του Συντάγµατος και καθορίζεται σε σειρά διατάξεων που αφορά στην γενική κατάσταση των δικαστικών λειτουργών. Σε σχέση µε την εκτελεστική εξουσία, η αρχή αυτή αποτελεί εγγύηση, ότι η ιοίκηση δεν επεµβαίνει στο έργο των δικαστών. Εντούτοις, το ίδιο το Σύνταγµα καθιερώνει τέτοιες περιπτώσεις επέµβασης. Εδώ συγκαταλέγονται ιδίως η συµµετοχή στην διαδικασία προαγωγής στις θέσεις προέδρου και αντιπροέδρων στα ανώτατα δικαστήρια, η έγερση της πειθαρχικής αγωγής κατά των ανώτερων δικαστικών λειτουργών και η απονοµή χάρης. Οι ρυθµίσεις αυτές προβληµατίζουν ως προς την δυνατότητα που παρέχουν στην ιοίκηση να επηρεάσει και να πιέσει άµεσα ή έµµεσα το δικαστικό σώµα κατά την άσκηση του λειτουργήµατός του. Η αρχή της διάκρισης της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία δεν έχει την έννοια του δικαστικά ανέλεγκτου της ιοίκησης, αλλά, πολύ περισσότερο, αποτελεί δικαιολογητική βάση για αυτόν. Ο έλεγχος της διοίκησης από ένα σώµα ανεξάρτητο και πολιτικά ουδέτερο, όπως είναι τα δικαστήρια κρίνεται απαραίτητος ενόψει της τήρησης συνταγµατικών αρχών, όπως είναι η αρχή της νοµιµότητας της δράσης της διοίκησης και η αρχή της προστασίας των διοικουµένων, ιδίως όµως λόγω του σηµαντικότατου ρόλου που έχει αναλάβει σήµερα η διοίκηση και των κινδύνων που αυτό συνεπάγεται. Όµως ο δικαστής, υπό την αφορµή του ελέγχου αυτού, δεν µπορεί να επιτελέσει πολιτικό έργο ή να αντικαταστήσει την ιοίκηση, αλλά επιβάλλεται να λειτουργήσει µε συνείδηση του ρόλου του και να περιοριστεί στον έλεγχο της νοµιµότητας της διοικητικής πράξης. Περιορίζεται ήδη από τον κανόνα του ελέγχου µόνο κατόπιν προσφυγής, από τον χαρακτήρα της διαφοράς ως ακυρωτικής ή ουσιαστικής, αλλά και από την εξαίρεση των κυβερνητικών πράξεων από τον έλεγχό του. Το κριτήριο του ελέγχου µόνο της νοµιµότητας δεν κρίνεται ασφαλές πια, λόγω της «νοµικοποίησης» της δράσης της ιοίκησης, που αποτελεί απόρροια της διεύρυνσης των δραστηριοτήτων της. Μάλιστα δε, ιδίως σε σχέση µε τον έλεγχο των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας της ιοίκησης, που είναι θέµα συγγενές προς τον έλεγχο της συνταγµατικότητας των νόµων, έχει παρατηρηθεί τελευταία µια τάση δυναµικής άσκησης του ελέγχου αυτού. Τέλος, πολύτιµη είναι η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 95 του Συντάγµατος που καθιερώνει την υποχρέωση της διοίκησης να συµµορφώνεται προς τις αποφάσεις των δικαστηρίων, χωρίς την οποία ο δικαστικός έλεγχος της ιοίκησης θα κινδύνευε να παραµείνει φενάκη. 4. ΠΕΡΙΛΗΨΗ ιάκριση των εξουσιών Λειτουργική προσωπική ανεξαρτησία Έλεγχος νοµιµότητας σκοπιµότητας Επέµβαση της εκτελεστικής εξουσίας Συµµόρφωση της Νοµολογιακός δυναµισµός Κυβερνητική πράξη διοίκησης Οι σχέσεις δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας διέπονται από την αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων. Οι επεµβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας, που

19 θεσπίζουν το Σύνταγµα και ο νόµος, ενέχουν τον κίνδυνο της αθέµιτης επιρροής της δικαστικής κρίσης. Από την άλλη, ο δικαστής οφείλει να µην εισέρχεται αθέµιτα, κατά τον έλεγχο της ιοίκησης, στο χώρο της εκτελεστικής εξουσίας. Όµως τα όρια του θεµιτού δικαστικού ελέγχου δεν είναι σαφή. Η συνταγµατική πρακτική υποδεικνύει ότι η διάκριση νοµοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας αρχίζει να φθίνει, γεγονός που αναγάγει τον λειτουργικά και προσωπικά ανεξάρτητο δικαστή σε εγγυητή της ελευθερίας. 5. SUMMARY Distinction of powers Functional personal independence Control of legitimacy expediency Interference of executive power Compliance of Jurisprudential dynamism Governmental act administration The principle of judicial independence governs the relations between the judicial and the executive power. The interferences of the executive power, set by the Constitution and the law, implicate the danger of influencing illicitly the judicial judgment. On the other hand, the judge should not interfere illicitly upon the control of the administration, with the executive power. However, there are no clear limits to the legitimate judicial control. The constitutional practice record suggest that the distinction of legislative and executive powers is fading away, which elevates the functionally and personally independent judge to guarantee of freedom. 6. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1. Βενιζέλος, Ευάγγελος Β., Μαθήµατα Συνταγµατικού ικαίου Ι, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, αγτόγλου, Π.., Γενικό ιοικητικό ίκαιο, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα Κοµοτηνή, αγτόγλου, Π.., ιοικητικό ικονοµικό ίκαιο, εύτερη αναθεωρηµένη και συµπληρωµένη έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα Κοµοτηνή, ερβιτσιώτης, Άλκης Ν., Σηµειώσεις Συνταγµατικού ικαίου Ι) Οργάνωση του Κράτους, β έκδοση, Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα ηµητρόπουλος, Ανδρέας Γ., Γενική Συνταγµατική Θεωρία Παραδόσεις Συνταγµατικού ικαίου, Τόµος Α, Θ έκδοση, Αθήνα ηµητρόπουλος, Ανδρέας Γ., Οργάνωση και Λειτουργία του Κράτους Παραδόσεις Συνταγµατικού ικαίου, Τόµος Β, Θ έκδοση, Αθήνα Κόρσου, ηµήτρη, ιοικητικό ίκαιο Γενικό Μέρος, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας,

20 Αθήνα Κοµοτηνή, Μαυριάς, Κώστας Γ., Συνταγµατικό ίκαιο, Τρίτη έκδοση κατά το αναθεωρηµένο Σύνταγµα και τους εκτελεστικούς του νόµους, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα Κοµοτηνή, Σαρµάς, Ιωάννης., Η Συνταγµατική και ιοικητική Νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας Εξελικτική Μελέτη των Μεγάλων Θεµάτων, Β έκδοση, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα Κοµοτηνή, 1994, σελ. 9 επ., 325 επ., 482 επ. 10. Σκουρής, Βασίλειος και Βενιζέλος, Ευάγγελος Β., Ειδικά Θέµατα ηµόσιου ικαίου Ι «Ο ικαστικός Έλεγχος της Συνταγµατικότητας των Νόµων», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα Κοµοτηνή, Σπηλιωτόπουλος, Επαµεινώνδας Π., Εγχειρίδιο ιοικητικού ικαίου, τόµος Ι, ένατη έκδοση, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα Κοµοτηνή, Σπηλιωτόπουλος Επαµεινώνδας Π., Εγχειρίδιο ιοικητικού ικαίου, τόµος ΙΙ, ενδέκατη έκδοση, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα Κοµοτηνή, ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 13. Ανδρουλάκης, Ν., Το «Κράτος των ικαστών», ένα Ανύπαρκτο Σκιάχτρο, στο ΝοΒ 1985, σελ επ. 14. Βενιζέλος, Ευάγγελος Β., Οι Ιδιοµορφίες του Ελληνικού Συστήµατος ικαστικού Ελέγχου της Συνταγµατικότητας των Νόµων : Παράγοντας Εντατικοποίησης ή, στο ΤοΣ, 1988, σελ. 454 επ.;περιορισµού του ελέγχου 15. Βλαχόπουλος, Σπ., Οι Πράξεις Κυβερνήσεως υπό το Πρίσµα της Νεώτερης Νοµολογίας του ΣτΕ., στο Ελλ. ικ. 1996, σ επ. 16. Γέροντας, Απόστολος, Η Αρχή της Αναλογικότητας στο Γερµανικό ηµόσιο ίκαιο, στο ΤοΣ, 1983, σελ. 20 επ. 17. Γεωργακόπουλος Γ., Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ο τρόπος επιλογής των προεδρείων των ανωτάτων δικαστηρίων, στο Ελλ. ικ.,1988, 229 επ. 18. Γουργουράκης, ηµ., Χαιρετισµός του Προέδρου της «Εταιρίας ικαστικών Μελετών», στο Ελλ. ικ., 1986, τόµος 27, σελ. 6 επ. 19. Καράκωστας, Βελισσάριος κ., Τα ικαστήρια, Εγγυητές της Συνταγµατικής Νοµιµότητας, στο ΤοΣ, 1984, σελ. 33 επ. 20. Κλαµαρής, Νικόλαος Καν., Η Ανεξαρτησία της ικαιοδοτικής Λειτουργίας έναντι Επεµβάσεων της Εκτελεστικής και της Νοµοθετικής Λειτουργίας, στο Ελλ. ικ., 1986, τόµος 27, σελ. 19 επ. 21. Κοντόγιωργα Θεοχαροπούλου,., Το Κριτήριο του "Λειτουργικού ιχασµού

Περιεχόμενα. Μέρος Ι Συνταγματικό Δίκαιο... 17

Περιεχόμενα. Μέρος Ι Συνταγματικό Δίκαιο... 17 Περιεχόμενα Πρόλογος... 15 Μέρος Ι Συνταγματικό Δίκαιο... 17 1 Πολίτευμα...19 Θεωρία... 19 1. ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ... 19 Το κράτος... 20 Το πολίτευμα... 21 Το συνταγματικό δίκαιο... 21 2. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Διαβάστε περισσότερα

Κάθε πότε γίνονται εκλογές; Κάθε τέσσερα χρόνια, εκτός αν η Βουλή διαλυθεί νωρίτερα.

Κάθε πότε γίνονται εκλογές; Κάθε τέσσερα χρόνια, εκτός αν η Βουλή διαλυθεί νωρίτερα. Τι πρέπει να γνωρίζω για τη Βουλή Τι είναι η Βουλή; Είναι συλλογικό πολιτικό όργανο που αντιπροσωπεύει τον λαό. Αναδεικνύεται µε την ψήφο του εκλογικού σώµατος, δηλαδή όλων των ελλήνων πολιτών που έχουν

Διαβάστε περισσότερα

Περιεχόμενο: Αρχή διάκρισης των λειτουργιών

Περιεχόμενο: Αρχή διάκρισης των λειτουργιών Περιεχόμενο: Αρχή διάκρισης των λειτουργιών ΜΑΘΗΜΑ: ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : Γεώργιος Κ. Παυλόπουλος, Δικηγόρος, Υπ. Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου Παν/μίου Αθηνών Η αρχή της Διάκρισης των Λειτουργιών

Διαβάστε περισσότερα

ΟΙ ΑΡΜΟ ΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

ΟΙ ΑΡΜΟ ΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Α) Το νοµοθετικό έργο ΟΙ ΑΡΜΟ ΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Η παλαιότερη ιστορικά, αλλά και σηµαντικότερη αρµοδιότητα της Βουλής είναι η νοµοθετική, δηλαδή η θέσπιση γενικών και απρόσωπων κανόνων δικαίου. Τη νοµοθετική

Διαβάστε περισσότερα

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ Ν.Ο.Π.Ε ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών Δημοσίου Δικαίου Μάθημα: Συνταγματικό Δίκαιο

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ Ν.Ο.Π.Ε ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών Δημοσίου Δικαίου Μάθημα: Συνταγματικό Δίκαιο ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ Ν.Ο.Π.Ε ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών Δημοσίου Δικαίου Μάθημα: Συνταγματικό Δίκαιο ΚΑΖΛΑΡΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ Θέμα εργασίας: ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΜΑΘΗΜΑ: ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : Γεώργιος Κ. Πατρίκιος, Δικηγόρος, LL.M., Υπ. Δ.Ν. ΕΝΟΤΗΤΑ : «ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ-ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ» - 1 - Οι δημόσιοι υπάλληλοι περαιτέρω οφείλουν να

Διαβάστε περισσότερα

7/3/2014. ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό ; νόμος είναι το δίκαιο του εργοδότη ; ή νομικός κανόνας

7/3/2014. ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό ; νόμος είναι το δίκαιο του εργοδότη ; ή νομικός κανόνας Τ.Ε.Ι. Πειραιά Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στην Λογιστική και Χρηματοοικονομική Ειδικά θέματα Δικαίου Δρ. Μυλωνόπουλος Δ. Αν. Καθηγητής δίκαιο άδικο ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό ; νόμος είναι το

Διαβάστε περισσότερα

ΕΡΓΑΣΙΑ. «Το απαραβίαστο της ανθρώπινης αξίας, ως γενικής συνταγµατικής αρχής της ελληνικής έννοµης τάξης»

ΕΡΓΑΣΙΑ. «Το απαραβίαστο της ανθρώπινης αξίας, ως γενικής συνταγµατικής αρχής της ελληνικής έννοµης τάξης» Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήµιο Αθηνών Σχολή Νοµικών, Οικονοµικών και Πολιτικών Επιστηµών Τµήµα Νοµικής, Τοµέας ηµοσίου ικαίου ----------------------------------------------------- Μεταπτυχιακό ίπλωµα

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕ ΡΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΙΚΑΣΤΩΝ ΕΛΛΑ ΟΣ Κα ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑ ΑΚΗ ΠΡΟΕ ΡΟ ΕΦΕΤΩΝ ΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕ ΡΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΙΚΑΣΤΩΝ ΕΛΛΑ ΟΣ Κα ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑ ΑΚΗ ΠΡΟΕ ΡΟ ΕΦΕΤΩΝ ΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΡΟΕ ΡΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΙΚΑΣΤΩΝ ΕΛΛΑ ΟΣ Κα ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑ ΑΚΗ ΠΡΟΕ ΡΟ ΕΦΕΤΩΝ ΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΑΙΤΗΣΗ Του.Σ. της Οµοσπονδίας ικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο..Υ.Ε.), όπως νόµιµα εκπροσωπείται.

Διαβάστε περισσότερα

Ν.1850 / 1989. Κύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτονοµίας

Ν.1850 / 1989. Κύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτονοµίας Ν.1850 / 1989 Κύρωση του Ευρωπαϊκού Χάρτη της Τοπικής Αυτονοµίας ΑΡΘΡΟ 1 (Πρώτο) Κυρώνεται και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παράγραφος 1 του Συντάγµατος ο Ευρωπαϊκός Χάρτης της Τοπικής Αυτονοµίας,

Διαβάστε περισσότερα

ΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΙΚΑΙΟ ΙΙ. Όσον αφορά τα διαδικαστικά δικαιώµατα, αυτά είναι π.χ. το δικαίωµα της προηγούµενης ακρόασης.

ΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΙΚΑΙΟ ΙΙ. Όσον αφορά τα διαδικαστικά δικαιώµατα, αυτά είναι π.χ. το δικαίωµα της προηγούµενης ακρόασης. ΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΙΚΑΙΟ ΙΙ ιοικητική δικονοµία: σύνολο κανόνων δικαίου που βοηθούν στην επίλυση διοικητικών διαφορών που πηγάζουν από τις διοικητικές πράξεις και εξετάζει την αρµοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων.

Διαβάστε περισσότερα

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4158, 11/4/2008 NOMOΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4158, 11/4/2008 NOMOΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ NOMOΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΣΥΝΑΦΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΩΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ

Διαβάστε περισσότερα

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ. ΕΡΓΑΣΙΑ 4 η :

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ. ΕΡΓΑΣΙΑ 4 η : ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑ 4 η : ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΙΣ ΗΜΟΣΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:

Διαβάστε περισσότερα

Α. ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Α. ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΘΕΜΑ : 5 ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ Α. ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ Θεσμικό πλαίσιο Η σύσταση των Ειδικών Επιτροπών Ελέγχου Εφαρμογής Νομοθεσίας σχετικά

Διαβάστε περισσότερα

ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Το Προεδρείο της Βουλής Το Προεδρείο της Βουλής προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγµα. Αποτελείται από τον Πρόεδρο της Βουλής, από επτά(7) Αντιπροέδρους, τρεις (3)

Διαβάστε περισσότερα

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΑΡ. 1 /2005

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΑΡ. 1 /2005 Αθήνα, 3 Φεβρουαρίου 2005 Αριθ.Πρωτ.: 893 ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΑΡ. 1 /2005 Η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση την 2α Φεβρουαρίου

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΙΟ Ο διαγωνισμός της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης προϋποθέτει, ως γνωστόν, συνδυασμό συνδυαστικής γνώσης της εξεταστέας ύλης και θεμάτων πολιτικής και οικονομικής επικαιρότητας. Tα Πανεπιστημιακά Φροντιστήρια

Διαβάστε περισσότερα

Administrative eviction act and right to a prior hearing: observations on Naxos Court 27/2012 judgment. Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος

Administrative eviction act and right to a prior hearing: observations on Naxos Court 27/2012 judgment. Αθανάσιος Παπαθανασόπουλος Πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από δασική έκταση και δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου: παρατηρήσεις επί της απόφασης 27/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου Administrative eviction act

Διαβάστε περισσότερα

Κύκλος ικαιωµάτων του Ανθρώπου ΣΥΝΟΨΗ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ ΝΕΚΡΩΝ. Αναφορά υπ αρ. πρωτ. 13189/13.12.1999, πόρισµα της 24.4.

Κύκλος ικαιωµάτων του Ανθρώπου ΣΥΝΟΨΗ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ ΝΕΚΡΩΝ. Αναφορά υπ αρ. πρωτ. 13189/13.12.1999, πόρισµα της 24.4. Κύκλος ικαιωµάτων του Ανθρώπου ΣΥΝΟΨΗ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ ΝΕΚΡΩΝ Αναφορά υπ αρ. πρωτ. 13189/13.12.1999, πόρισµα της 24.4.2000 Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη: Χειριστής: Γιώργος Καµίνης

Διαβάστε περισσότερα

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ. Πρώτη Γραπτή Εργασία. Συνταγματικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Θέμα

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ. Πρώτη Γραπτή Εργασία. Συνταγματικό και Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Θέμα ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ Πρόγραμμα Σπουδών: ΔΕΟ Θεματική Ενότητα: ΔΕΟ 10 - Βασικές Αρχές Δικαίου και Διοίκησης Ακαδημαϊκό Έτος: 2014/15 Γενικές οδηγίες για την εργασία Πρώτη Γραπτή Εργασία Συνταγματικό

Διαβάστε περισσότερα

Η ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 1. ΟΙ ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΕ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΥΠΕΡΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ (ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ)

Η ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 1. ΟΙ ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΕ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΥΠΕΡΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ (ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ) Η ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 1. ΟΙ ΙΣΧΥΟΥΣΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΕ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΥΠΕΡΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ (ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ) Σύμφωνα με το άρθρο 19 του ελληνικού Συντάγματος: "1. Το απόρρητο των

Διαβάστε περισσότερα

φορολογική νομολογία περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή εί- Τόμος 65

φορολογική νομολογία περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή εί- Τόμος 65 Προστιθέμενης Αξίας. Πάγια αντιμισθία. Κανονιστική απόφαση διοίκησης. Aριθ. Aπόφ. 909/2011 (Β τμ. Σ.τ.Ε.) Πρόεδρος: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος. Εισηγητής: Ε. Νίκα, Σύμβουλος. Δικηγόροι: Π. Γιαννόπουλος,

Διαβάστε περισσότερα

ΥΛΗ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 2015-2016

ΥΛΗ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 2015-2016 ΥΛΗ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 2015-2016 Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου Ι. Έννοια και λειτουργία του δικαίου πηγές κανόνες δικαίου. ΙΙ. Δικαίωμα : Έννοια διακρίσεις γένεση κτήση αλλοίωση απώλεια άσκηση.

Διαβάστε περισσότερα

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγµατος ΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγµατος ΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΙΚΑΙΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Α. ΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ άρθρο 20 παρ. 1 του

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΛΛΙΝΤΖΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : Γεώργιος Κ. Πατρίκιος, Δικηγόρος, Μ.Δ.Ε., Υπ. Δ.Ν Παράδοση 3η : Παραγωγή (έκδοση) της Διοικητικής πράξης και η Διοικητική Διαδικασία. Ανάκληση των Διοικητικών πράξεων.

Διαβάστε περισσότερα

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ. Οδός Βαλαωρίχου 12, 10671 ΛΟήνα. ΓνωίΛοδόιηση. Α' Εοώτηαα

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ. Οδός Βαλαωρίχου 12, 10671 ΛΟήνα. ΓνωίΛοδόιηση. Α' Εοώτηαα ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ Οδός Βαλαωρίχου 12, 10671 ΛΟήνα ΓνωίΛοδόιηση Α' Εοώτηαα Το Σωματείο Εργαζομένων του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (εφεξής ΚΑΠΕ) μου ζήτησε

Διαβάστε περισσότερα

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ Κων/νος Παπαδηµητρίου Υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστηµίου Αθηνών Απόφοιτος Εθνικής Σχολής ηµόσιας ιοίκησης Α. Ορολογία/Αποσαφήνιση εννοιών: ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ, Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2003-2004

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2003-2004 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2003-2004 ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΙΚΑΙΟΥ ΘΕΜΑ: ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

Αθήνα, 18 Ιουλίου 2006 Αρ. Πρωτ.: Υ190

Αθήνα, 18 Ιουλίου 2006 Αρ. Πρωτ.: Υ190 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ Αθήνα, 18 Ιουλίου 2006 Αρ. Πρωτ.: Υ190 ΠΡΟΣ: 1. Όλους τους Υπουργούς και Υφυπουργούς 2. Τον Γενικό Γραμματέα της Κυβέρνησης 3. Όλους τους Γενικούς Γραμματείς Υπουργείων

Διαβάστε περισσότερα

O ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΝΟΜΟΣ

O ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΝΟΜΟΣ III O ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΝΟΜΟΣ ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΑΡΘΡΩΝ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΙΑΤΑΞΕΙΣ 1. Συνοπτικός τίτλος 2. Ερµηνεία ΜΕΡΟΣ ΕΥΤΕΡΟ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ 3. Μέλη της Κοινότητας 4. Μητρώον µελών της Κοινότητας ΜΕΡΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

: 2131313 394, -378, - 373, -215

: 2131313 394, -378, - 373, -215 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ Ταχ. Δ/νση : Βασ. Σοφίας

Διαβάστε περισσότερα

ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση

ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση Συνέπειες νομοθετικό πλαίσιο, (Εθνικό Κοινοτικό) Το ΕΘΝΙΚΟ και ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ νοµοθετικό πλαίσιο. I. ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Α. Ο Ν. 2859/2000, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 4336/2015 και

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ Βρυξέλλες, 18.7.2001 COM(2001) 411 τελικό Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ περί του καθεστώτος καιτων γενικών όρων άσκησης

Διαβάστε περισσότερα

Θέµα: Προτάσεις Νόµου για ποσόστωση στην εργοδότηση που εκκρεµούν στην Επιτροπή σας.

Θέµα: Προτάσεις Νόµου για ποσόστωση στην εργοδότηση που εκκρεµούν στην Επιτροπή σας. 20 Ιουνίου, 2007 Πρόεδρο και Μέλη Επιτροπής Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Βουλής των Αντιπροσώπων, Βουλή των Αντιπροσώπων, Λευκωσία. Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και κύριοι Μέλη της Επιτροπής, Θέµα: Προτάσεις

Διαβάστε περισσότερα

1093475 ΕΞ 2015 ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

1093475 ΕΞ 2015 ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Αθήνα, 3 Ιουλίου 2015 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Αρ. Πρωτ..Ε.. Β1 1093475 ΕΞ 2015 ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟ ΩΝ ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΙΑΦΟΡΩΝ ΥΠΟ ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣ: Ως Π.. ΤΜΗΜΑ

Διαβάστε περισσότερα

Η Αστική Ευθύνη του ηµοσίου

Η Αστική Ευθύνη του ηµοσίου ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΧΟΛΗ ΝΟΜΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ Η Αστική Ευθύνη του ηµοσίου ΕΑΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ 2003-2004 Η ΕΞΑΜΗΝΟ, ΚΛΙΜΑΚΙΟ

Διαβάστε περισσότερα

14o Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών το οποίο τροποποιεί το σύστημα ελέγχου της Σύμβασης

14o Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών το οποίο τροποποιεί το σύστημα ελέγχου της Σύμβασης 14o Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών το οποίο τροποποιεί το σύστημα ελέγχου της Σύμβασης Υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΝΕΟΣ ΕΤΑΙΡΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ - ΣΗΜΑΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ» ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ 1. Ορισμός εμπορικής πράξης (σελ.77) 2. Αντικειμενικό, υποκειμενικό, μικτό και σύστημα οργανωμένης επιχείρησης.(σελ.77-79) 3. Πρωτότυπα(φύσει) εμπορικές πράξεις του χερσαίου

Διαβάστε περισσότερα

Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 77Α / 2002

Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 77Α / 2002 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Ε ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Αθήνα, 25/06/2002 ΑΠ: 1143Α Ταχ. /νση: ΟΜΗΡΟΥ 8 105 64 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ.: 33.52.604-605 FAX: 33.52.617 Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 77Α / 2002 Η Αρχή Προστασίας

Διαβάστε περισσότερα

ΟΔΗΓΟΣ ΝΕΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ IV. ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΟΔΗΓΟΣ ΝΕΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ IV. ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΟΔΗΓΟΣ ΝΕΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ IV. ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ Αλεξίου Ντορέττα Δικηγόρος ΚΕΔΕ Δήμητρα Κουτσούρη τ. Γεν. Διευθύντρια Υπουργείου

Διαβάστε περισσότερα

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4271, 25/2/2011 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ, ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4271, 25/2/2011 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ, ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΓΡΑΦΗ, ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ -------------------------------- Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: Συνοπτικός τίτλος. 1. Ο

Διαβάστε περισσότερα

(Άρθρα 1-11) ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α.

(Άρθρα 1-11) ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α. ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 3016 / 2002 «Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις,» (ΦΕΚ 110/17.05.2002), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 26 του νόμου 3091/2002 (ΦΕΚ, 330/24.12.2002) (Άρθρα

Διαβάστε περισσότερα

94/14.04.2014) προστασίας και αξιοποίησης

94/14.04.2014) προστασίας και αξιοποίησης Άρθρο 23 του 94/14.04.2014) ν. 4258/2014 Ακίνητα του Δημοσίου Περιφερειακών Πάρκων προστασίας και αξιοποίησης (ΦΕΚ Α Δημιουργία περιβαλλοντικής 1. Ακίνητα που ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή

Διαβάστε περισσότερα

Αθήνα,24 Ιανουαρίου 2012 Αριθµ. Πρωτ.: 125875/2909/2012 Πληροφορίες: ********

Αθήνα,24 Ιανουαρίου 2012 Αριθµ. Πρωτ.: 125875/2909/2012 Πληροφορίες: ******** Αθήνα,24 Ιανουαρίου 2012 Αριθµ. Πρωτ.: 125875/2909/2012 Πληροφορίες: ******** ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΥΓΕΙΑΣ 10187 Αθήνα ΘΕΜΑ: «Άρνηση εγγραφής µέλους στον Πανελλήνιο

Διαβάστε περισσότερα

«Απονοµή τίτλου ειδικότητας Γενικής Ιατρικής σύµφωνα µε τις κοινοτικές οδηγίες 16/1993 και 19/2001»

«Απονοµή τίτλου ειδικότητας Γενικής Ιατρικής σύµφωνα µε τις κοινοτικές οδηγίες 16/1993 και 19/2001» 05/09/2005 Αριθµ. Πρωτ.: *****/2005 ΠΟΡΙΣΜΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ «Απονοµή τίτλου ειδικότητας Γενικής Ιατρικής σύµφωνα µε τις κοινοτικές οδηγίες 16/1993 και 19/2001» Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη: Πατρίνα Παπαρρηγοπούλου

Διαβάστε περισσότερα

Ο ΠΡΟΕ ΡΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Ε ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ. Άρθρο 2 Λειτουργία της Αρχής

Ο ΠΡΟΕ ΡΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Ε ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ. Άρθρο 2 Λειτουργία της Αρχής Αριθ.209 Κανονισµός Λειτουργίας της Αρχής Προστασίας εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ Β 336/2000), όπως τροποποιήθηκε µε τις µε αριθ. πρωτ. Γ/ΕΞ/2015/22-04-2008 (ΦΕΚ Β 859) και Γ/ΕΞ/3082/03-05-2011 (ΦΕΚ

Διαβάστε περισσότερα

Οδηγός Νέων Δημοτικών Αρχών

Οδηγός Νέων Δημοτικών Αρχών Οδηγός Νέων Δημοτικών Αρχών ΙΙI. Εποπτεία Έλεγχος στις Πράξεις και τα Όργανα των Φορέων της Πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ντορέττα Αλεξίου Δικηγόρος ΚΕΔΕ Δήμητρα Κουτσούρη τ. Γεν. Διευθύντρια Υπουργείου

Διαβάστε περισσότερα

ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ (άρθρο 371 ΠΚ παρ. 1)

ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ (άρθρο 371 ΠΚ παρ. 1) 1 ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ (άρθρο 371 ΠΚ παρ. 1) 1.Πολύ συχνά άγονται ενώπιον των δικαστηρίων υποθέσεις, κυρίως οικογενειακής υφής, στις οποίες ένα εκ των εµπλεκοµένων µερών, παρουσιάζει σοβαρά προβλήµατα υγείας,

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12. ΙΟΙΚΗΤΗΣ ή ΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12. ΙΟΙΚΗΤΗΣ ή ΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 ΙΟΙΚΗΤΗΣ ή ΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ Άρθρο : 1201. Ανάθεση καθηκόντων ιοικητού ή ιευθυντού. 1. Σε κάθε Ναυτική Υπηρεσία ξηράς ανεξάρτητη ή υποτεταγµένη και ανάλογα µε την αρµοδιότητα της

Διαβάστε περισσότερα

Α Π Ο Φ Α Σ Η 126/2013

Α Π Ο Φ Α Σ Η 126/2013 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Ε ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Αθήνα, 11-10-2013 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/390-1/11-10-2013 Α Π Ο Φ Α Σ Η 126/2013 Η Αρχή Προστασίας εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε στην έδρα της την Τετάρτη

Διαβάστε περισσότερα

ΟΜΙΛΟΣ ΓΙΟΥΛΑ ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΟΜΙΛΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΜΙΛΟΥ (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ)

ΟΜΙΛΟΣ ΓΙΟΥΛΑ ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΟΜΙΛΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΜΙΛΟΥ (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ) ΟΜΙΛΟΣ ΓΙΟΥΛΑ ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΟΜΙΛΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΜΙΛΟΥ (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ) 1 ΟΜΙΛΟΣ ΓΙΟΥΛΑ 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 2. ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΟΜΙΛΟΥ 3. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΜΙΛΟΥ (ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ) 2 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΩΦΕΛΟΥΜΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΩ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΩ ΣΕΒΟΜΑΙ ΣΤΗΡΙΖΩ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΣΧΕΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΗ

ΕΠΩΦΕΛΟΥΜΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΩ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΩ ΣΕΒΟΜΑΙ ΣΤΗΡΙΖΩ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΣΧΕΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΣΧΕΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΗ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΝΟΜΑΙ ΕΛΕΓΧΩ ΕΠΩΦΕΛΟΥΜΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΩ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΩ ΣΕΒΟΜΑΙ ΣΤΗΡΙΖΩ ΑΝΑΠΤΥΣΣΩ ΕΝΙΣΧΥΩ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΩ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ

Διαβάστε περισσότερα

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4315, 27/1/2012 ΟΙ ΠΕΡΙ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΑΙΕΥΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ 1988 ΜΕΧΡΙ 2011 1(I)/2012

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.4315, 27/1/2012 ΟΙ ΠΕΡΙ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΑΙΕΥΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ 1988 ΜΕΧΡΙ 2011 1(I)/2012 ΟΙ ΠΕΡΙ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΑΙΕΥΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ 1988 ΜΕΧΡΙ 2011 Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: Συνοπτικός τίτλος. 214 του 1988 131 του 1991 154(Ι) του 2003 217(Ι) του 2004 249(Ι) του 2004

Διαβάστε περισσότερα

Χάρτα αυτοδέσμευσης κοινωνικής ευθύνης και λογοδοσίας μη κυβερνητικών οργανώσεων

Χάρτα αυτοδέσμευσης κοινωνικής ευθύνης και λογοδοσίας μη κυβερνητικών οργανώσεων Χάρτα αυτοδέσμευσης κοινωνικής ευθύνης και λογοδοσίας μη κυβερνητικών οργανώσεων Ποιοι είμαστε Οι διεθνείς μη κυβερνητικές οργανώσεις που προσυπογράφουμε τον Καταστατικό Χάρτη Αυτοδέσμευσης Κοινωνικής

Διαβάστε περισσότερα

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝ/ΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΗΜΟΣΙΟΥ ΙΚΑΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑ 6 η : ΤΟ ΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ Ι ΙΩΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:

Διαβάστε περισσότερα

Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4445, 10.6.2014

Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4445, 10.6.2014 Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4445, 10.6.2014 Ν. 70(Ι)/2014 70(Ι)/2014 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΠΡΟΣΟΔΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟ ΚΟΙΝΟΥ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΙΑ

Διαβάστε περισσότερα

... ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ *****

... ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ***** ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ/ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΟΥ ΕΝΣΤΑΣΗ Της/του., µονίµου υπαλλήλου µε βαθµό Α κλάδου., υπηρετούσας-ντος στο ως άνω Ίδρυµα, κατοίκου., οδός αριθµός ΚΑΤΑ Των καταρτισθέντων βάσει του άρθρου

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 ΠΕΡΙ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 ΠΕΡΙ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18 ΠΕΡΙ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ Άρθρο 1801 : Γενικές διατάξεις περί υποβολής παραπόνων. 1. Κάθε στρατιωτικός του Π.Ν. έχει το δικαίωµα να υποβάλει παράπονο σύµφωνα µε τις διατάξεις

Διαβάστε περισσότερα

ΑΠΟΦΑΣΗ ( αριθμ: 358/2013 )

ΑΠΟΦΑΣΗ ( αριθμ: 358/2013 ) ΑΠΟΦΑΣΗ ( αριθμ: 358/2013 ) Μαρούσι, 29 Σεπτεμβρίου 2014 Αρ. πρωτ.: 2306 ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ Θέμα: «Ανάκληση της από 24.05.2013 Απόφασης της Α.Δ.Α.Ε. με θέμα «Επανάληψη της διαδικασίας ακρόασης της

Διαβάστε περισσότερα

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΑΘΗΝΑ, 07-02 -11. ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ.: Π1/273 Α Α : 4AΛ1Φ-0 ΠΡΟΣ : Ως Πίνακας ιανοµής

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΑΘΗΝΑ, 07-02 -11. ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ.: Π1/273 Α Α : 4AΛ1Φ-0 ΠΡΟΣ : Ως Πίνακας ιανοµής ΑΘΗΝΑ, 07-02 -11 ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΓΕΝΙΚΗ /ΝΣΗ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ /ΝΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΤΜΗΜΑ Α Ταχ. /νση : Πλ. Κάνιγγος Τ.Κ. : 101 81 ΑΘΗΝΑ Τηλ. : 210 3893221, 412 Τηλε/πο : 210 3302713

Διαβάστε περισσότερα

ΚΥΚΛΟΣ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΗ

ΚΥΚΛΟΣ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΗ ΚΥΚΛΟΣ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΗ ΣΥΝΟΨΗ ΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ Θέµα: υνατότητα διαφήµισης διδασκαλίας κατ οίκον Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη: Καλλιόπη Σπανού Ειδικός Επιστήµονας: Ευάγγελος Θωµόπουλος Αθήνα, Μάρτιος

Διαβάστε περισσότερα

Ερώτηση:Ποιοι παράγοντες καθορίζουν τη μορφή της αγοράς ;

Ερώτηση:Ποιοι παράγοντες καθορίζουν τη μορφή της αγοράς ; Ερώτηση:Ποιοι παράγοντες καθορίζουν τη μορφή της αγοράς ; Απάντηση: Η μορφή της αγοράς καθορίζεται από μια σειρά παραγόντων. Οι σπουδαιότεροι από τους παράγοντες αυτούς είναι οι εξής: Πρώτον, ο αριθμός

Διαβάστε περισσότερα

αναφορικά με τους ειδικούς συνεργάτες των νέων Περιφερειαρχών, δεν προβλέφθηκε αντίστοιχη αρμοδιότητα εξαίρεσης από την αναστολή.

αναφορικά με τους ειδικούς συνεργάτες των νέων Περιφερειαρχών, δεν προβλέφθηκε αντίστοιχη αρμοδιότητα εξαίρεσης από την αναστολή. ικηγορικό Γραφείο Γιούλης Αποστολοπούλου Στέφανου Ζαφ. Βαzάκα Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η Μου ετέθη το εξής θέμα: Δημοτική αρχή (δήμαρχος) προτίθεται να προσλάβει ένα νομικό - δικηγόρο σε θέση ειδικού συνεργάτη,

Διαβάστε περισσότερα

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΘΕΜΑ: Νομική αξιολόγηση των διατάξεων του σχεδίου νόμου για τις προτεινόμενες «Ρυθμίσεις για την εξυγίανση του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 ν. 2773/1999 και λοιπές διατάξεις»

Διαβάστε περισσότερα

Κύκλος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΣΥΝΟΨΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ. Θέμα:

Κύκλος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΣΥΝΟΨΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ. Θέμα: Κύκλος Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΣΥΝΟΨΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ Θέμα: Διακριτική μεταχείριση σε βάρος των γυναικών από τις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη: Ανδρέας Τάκης Ειδικός Επιστήμων:

Διαβάστε περισσότερα

Αθήνα, 16-05-2014. Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1236-2/16-05-2014 Α Π Ο Φ Α Σ Η 55/2014

Αθήνα, 16-05-2014. Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1236-2/16-05-2014 Α Π Ο Φ Α Σ Η 55/2014 Αθήνα, 16-05-2014 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Ε ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1236-2/16-05-2014 Α Π Ο Φ Α Σ Η 55/2014 (Τµήµα) Η Αρχή Προστασίας εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τµήµατος

Διαβάστε περισσότερα

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1948 ΠΡΟΟΙΜΙΟ Επειδή η αναγνώριση της αξιοπρέπειας, που είναι σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας, καθώς και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων

Διαβάστε περισσότερα

1. ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΣΕ ΑΡΓΙΑ

1. ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΗ ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΣΕ ΑΡΓΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

Διαβάστε περισσότερα

Ο ΠΕΡΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥ ΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2002. ιάταγµα δυνάµει του άρθρου 19

Ο ΠΕΡΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥ ΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2002. ιάταγµα δυνάµει του άρθρου 19 Κ Π 544/2003 Ο ΠΕΡΙ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΧΥ ΡΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2002 ιάταγµα δυνάµει του άρθρου 19 Ο Επίτροπος Ρυθµίσεως Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδροµείων, ασκώντας τις εξουσίες που του

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Υποπαράγραφος ΣΤ.1.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Υποπαράγραφος ΣΤ.1. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Υποπαράγραφος ΣΤ.1. Στην περίπτωση α) της παραγράφου 2 του άρθρου 146Β του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων

Διαβάστε περισσότερα

Περαιτέρω Χρήση των πληροφοριών του δηµόσιου

Περαιτέρω Χρήση των πληροφοριών του δηµόσιου Περαιτέρω Χρήση των πληροφοριών του δηµόσιου τοµέα «Νοµοθέτηση και Εφαρµογή» Καλλιόπη Αγγελετοπούλου PSI group Γενική Γραµµατεία Δηµόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης 1 Α. Σύνταγµα 1975/1986/2001

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤYO

ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤYO ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤYO ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ, Αθήνα, 14/4/2015 ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Αριθμ. πρωτ.: 8815 ΑΥΤΟΤΕΛΕΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΚΑΙ ΕΡΓΟΥ Ταχ.

Διαβάστε περισσότερα

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑΣ» Α. Γενικό μέρος

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑΣ» Α. Γενικό μέρος 1 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΞΕΝΟΦΟΒΙΑΣ» Α. Γενικό μέρος 1. - Αποτελεί σταθερή επιλογή της Ελληνικής δημοκρατικής Πολιτείας η ουσιαστική προώθηση της ισότητας

Διαβάστε περισσότερα

- Η διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης 74. - Η απόφαση του Δικαστηρίου της 18 ης Δεκεμβρίου 1996, Λοϊζίδου κατά Τουρκίας 31 - Ανάλυση:

- Η διάταξη του άρθρου 3 της Σύμβασης 74. - Η απόφαση του Δικαστηρίου της 18 ης Δεκεμβρίου 1996, Λοϊζίδου κατά Τουρκίας 31 - Ανάλυση: ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Γιώργου Παπαδημητρίου, Καθηγητού του συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών 5 ΕΙΣΑΓΩΓΗ 9 Κεφάλαιο Πρώτο Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΣΕΒΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

Συντάκτης: Κοντάκος Ηλίας, Δικηγόρος, Υπ. Διδάκτωρ Ιδ. Δικαίου Παν/μίου Αθηνών

Συντάκτης: Κοντάκος Ηλίας, Δικηγόρος, Υπ. Διδάκτωρ Ιδ. Δικαίου Παν/μίου Αθηνών Συντάκτης: Κοντάκος Ηλίας, Δικηγόρος, Υπ. Διδάκτωρ Ιδ. Δικαίου Παν/μίου Αθηνών 1. Έννοια και διακρίσεις των νομικών προσώπων Νομικό πρόσωπο είναι ένωση προσώπων ή σύνολο περιουσίας που επιδιώκει ή εξυπηρετεί

Διαβάστε περισσότερα

1. Η έννοια της αποκέντρωσης κατά το Σύνταγμα.

1. Η έννοια της αποκέντρωσης κατά το Σύνταγμα. Η παρούσα ενδεικτική απάντηση βασίζεται στην άριστη εργασία της φοιτήτριας του Τμήματος Α1, Χαραλαμπίας Μαλλιαρού. 1. Η έννοια της αποκέντρωσης κατά το Σύνταγμα. Σύμφωνα με το Σύνταγμα του Ελληνικού Κράτους

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ (ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΠΑΣΥΠ ΔΕΗ) ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΑΤΙΡΗΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΘΕΜΑΤΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ - Ενημέρωση για το σχετικό Νομοθετικό Πλαίσιο - Ενημέρωση για τη δομή και το περιεχόμενο του Σχεδίου

Διαβάστε περισσότερα

Κύκλος Κοινωνικής Προστασίας

Κύκλος Κοινωνικής Προστασίας Κύκλος Κοινωνικής Προστασίας ΠΟΡΙΣΜΑ [Ν. 3094/03 Συνήγορος του Πολίτη και άλλες διατάξεις, άρ. 4 6] Θέµα: Η Α ΥΝΑΜΙΑ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΗΣ ΥΠΕΥΘΥΝΩΝ ΗΛΩΣΕΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΩΣ ΛΟΓΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΙΛΥΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΙΑΦΟΡΩΝ - ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΙΑ ΙΚΑΣΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΗ ΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

ΕΠΙΛΥΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΙΑΦΟΡΩΝ - ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΙΑ ΙΚΑΣΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΗ ΙΚΑΙΟΣΥΝΗ LEGAL INSIGHT ΕΠΙΛΥΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΙΑΦΟΡΩΝ - ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΙΑ ΙΚΑΣΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΗ ΙΚΑΙΟΣΥΝΗ Βασιλική Ζαροκανέλλου Στις φορολογικές διαφορές σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος

Διαβάστε περισσότερα

Αποτελούμενο από την Πρόεδρο του Τμήματος Ανδρονίκη. Θεοτοκάτου, Αντιπρόεδρο, τους Συμβούλους Άννα Λιγωμένου και Σταμάτιο

Αποτελούμενο από την Πρόεδρο του Τμήματος Ανδρονίκη. Θεοτοκάτου, Αντιπρόεδρο, τους Συμβούλους Άννα Λιγωμένου και Σταμάτιο Αποτελούμενο από την Πρόεδρο του Τμήματος Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Αντιπρόεδρο, τους Συμβούλους Άννα Λιγωμένου και Σταμάτιο Πουλή και τους Παρέδρους Ευφροσύνη Παπαδημητρίου και Γεώργιο Παπαϊσιδώρου (εισηγητή),

Διαβάστε περισσότερα

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΚ/ΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛ. ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΕΝ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΚ/ΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛ. ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΕΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΚ/ΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛ. ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥT/ΣΗΣ Δ/ΝΣΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ & ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΟΤΑ ΤΜΗΜΑ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ & ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΟΤΑ Αθήνα, 2 Φεβρουαρίου 2011 Αριθ. Πρωτ.:

Διαβάστε περισσότερα

Από τον ευρωβουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ιωάννη Κουκιάδη, αντιπρόεδρο της. Επιτροπής Νοµικών Θεµάτων και Εσωτερικής Αγοράς

Από τον ευρωβουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ιωάννη Κουκιάδη, αντιπρόεδρο της. Επιτροπής Νοµικών Θεµάτων και Εσωτερικής Αγοράς Από τον ευρωβουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Ιωάννη Κουκιάδη, αντιπρόεδρο της Επιτροπής Νοµικών Θεµάτων και Εσωτερικής Αγοράς εκδόθηκε η ακόλουθη ανακοίνωση µε αφορµή την τροπολογία που κατέθεσε ο ευρωβουλευτής της

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20 ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20 ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20 ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Άρθρο : 2001. Γενικές διατάξεις. 1. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου παρατίθενται διά συστηµατικούς λόγους και δεν τροποποιούν κειµένη νοµοθεσία. Σε

Διαβάστε περισσότερα

ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ. 1. Ν. 1667/1986,Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις.

ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ. 1. Ν. 1667/1986,Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ 1. Ν. 1667/1986,Αστικοί συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις. Αρ. 1 1. Αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία, χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής

Διαβάστε περισσότερα

στο σχέδιο νόµου «Κύρωση του Πρωτοκόλλου για τα Προνόµια και τις Ασυλίες του Κέντρου Επιβολής Νόµου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης»

στο σχέδιο νόµου «Κύρωση του Πρωτοκόλλου για τα Προνόµια και τις Ασυλίες του Κέντρου Επιβολής Νόµου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ στο σχέδιο νόµου «Κύρωση του Πρωτοκόλλου για τα Προνόµια και τις Ασυλίες του Κέντρου Επιβολής Νόµου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» Προς τη Βουλή των Ελλήνων Το εν θέµατι Πρωτόκολλο υπογράφηκε

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ: ΟΡΟΙ ΕΝΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ: ΟΡΟΙ ΕΝΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΘΕΜΑΤΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΆΛΛΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΡΑΕΚ Αριθμός Διαγωνισμού: 08/2015 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ: ΟΡΟΙ ΕΝΤΟΛΗΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ Πίνακας

Διαβάστε περισσότερα

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΤΟΠΟΥ

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΤΟΠΟΥ ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΤΟΠΟΥ 1. Εισαγωγή 1.1. Η λειτουργία του παρόντος διαδικτυακού τόπου www.transparency.gr υποστηρίζεται από το σωματείο «Διεθνής Διαφάνεια Ελλάς» (στο εξής: ο «Φορέας») με σκοπό

Διαβάστε περισσότερα

52η ιδακτική Ενότητα ΝΕΑ ΙΕΥΡΥΝΣΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΟΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΥΡΩΠΗΣ ΘΕΣΜΟΙ ΓΙΑ ΙΕΥΡΥΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ

52η ιδακτική Ενότητα ΝΕΑ ΙΕΥΡΥΝΣΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΟΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΥΡΩΠΗΣ ΘΕΣΜΟΙ ΓΙΑ ΙΕΥΡΥΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ 52η ιδακτική Ενότητα ΝΕΑ ΙΕΥΡΥΝΣΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΟΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΥΡΩΠΗΣ ΘΕΣΜΟΙ ΓΙΑ ΙΕΥΡΥΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ ιευκρινίσεις, Συµπληρώσεις, Παρατηρήσεις 1. «Στο πλαίσιο της

Διαβάστε περισσότερα

Αξιολόγηση αποκλειστικών δραστηριοτήτων των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων

Αξιολόγηση αποκλειστικών δραστηριοτήτων των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ, ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Αξιολόγηση αποκλειστικών δραστηριοτήτων των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων Αθήνα, Δεκέμβριος 2012 Περιεχόμενα

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΠΡΩΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αρ. 3124 της 14ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1997 ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΜΕΡΟΣ Ι

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΠΡΩΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αρ. 3124 της 14ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1997 ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΜΕΡΟΣ Ι Ν. 8(Ι)/97 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΠΡΩΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Αρ. 3124 της 14ης ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1997 ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΜΕΡΟΣ Ι Ο περί Ιδιωτικών Γραφείων Εξεύρεσης Εργασίας Νόμος του 1997 εκδίδεται με δημοσίευση

Διαβάστε περισσότερα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ Βιβλιογραφία... 29 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΘΕΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ 1. Έννοια κ.λ.π... 37 2. Σχέση με επιείκεια... 40 3. Σχέση με ηθική... 42 ΠΗΓΕΣ - ΙΣΧΥΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑ

Διαβάστε περισσότερα

ΟΔΗΓΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ Π.Δ.Σ.

ΟΔΗΓΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ Π.Δ.Σ. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΔΗΓΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ Π.Δ.Σ. Διαδικασία διεξαγωγής εποπτικού ελέγχου Διαδικασία επιβολής κυρώσεων/προστίμων ΦΛΩΡΙΝΗΣ 11, Γραφείο 101, 1 ος Όροφος, 1065 ΛΕΥΚΩΣΙΑ, Τ.Θ.

Διαβάστε περισσότερα

: ERA Romanian Institute of Magistracy. : Bucharest. : The Charter of Fundamental Rights of the European Union in Practice: Seminar for Judges

: ERA Romanian Institute of Magistracy. : Bucharest. : The Charter of Fundamental Rights of the European Union in Practice: Seminar for Judges Φορέας Υλοποίησης : ERA Romanian Institute of Magistracy Τόπος ιεξαγωγής : Bucharest Ηµεροµηνία : 22-23/4/2013 Τίτλος Σεµιναρίου : The Charter of Fundamental Rights of the European Union in Practice: Seminar

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΜΑ: «Διευκρινήσεις σχετικά με το ωράριο των εκπαιδευτικών»

ΘΕΜΑ: «Διευκρινήσεις σχετικά με το ωράριο των εκπαιδευτικών» ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΟΕ ΘΕΜΑ: «Διευκρινήσεις σχετικά με το ωράριο των εκπαιδευτικών» Σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν.1566/1985 και συγκεκριμένα με την παράγραφο 7 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου

Διαβάστε περισσότερα

ΔΡΟΥΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΑΚΥΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟ

ΔΡΟΥΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΑΚΥΡΩΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΗΡΗΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ Προπυλαίων 7, 11742 Αθήνα Τηλ/fax: 210 9239913 - email:pesa@pesa.com.gr, - http:www.pesa.gr Αθήνα 3 7 2014 Αριθμ. Πρωτ.:2140 Προς: Όλα τα μέλη ΔΡΟΥΜΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΑΚΥΡΩΝΟΥΜΕ

Διαβάστε περισσότερα

ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ Κύκλος Κοινωνικής Προστασίας ΠΟΡΙΣΜΑ. Χορήγηση Επιδόµατος Απολύτου Αναπηρίας σε συνταξιούχους γήρατος

ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ Κύκλος Κοινωνικής Προστασίας ΠΟΡΙΣΜΑ. Χορήγηση Επιδόµατος Απολύτου Αναπηρίας σε συνταξιούχους γήρατος ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ Κύκλος Κοινωνικής Προστασίας (Ν. 3094/2003 Συνήγορος του Πολίτη και άλλες διατάξεις, Άρθρο 3 5) ΠΟΡΙΣΜΑ Χορήγηση Επιδόµατος Απολύτου Αναπηρίας σε συνταξιούχους γήρατος

Διαβάστε περισσότερα

Γ Ν Ω Μ Ο Ο Τ Η Σ Η ΑΡ. 3 / 2009

Γ Ν Ω Μ Ο Ο Τ Η Σ Η ΑΡ. 3 / 2009 ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Ε ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Αθήνα, 29-09-2009 Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/5740/29-09-2009 Γ Ν Ω Μ Ο Ο Τ Η Σ Η ΑΡ. 3 / 2009 Η Αρχή Προστασίας εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε µετά από πρόσκληση

Διαβάστε περισσότερα

ΙΕΚ ΙΚΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ και ΑΛΛΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ όπως αποφασίστηκαν στο συνέδριο του Λουτρακίου

ΙΕΚ ΙΚΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ και ΑΛΛΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ όπως αποφασίστηκαν στο συνέδριο του Λουτρακίου Τον Ιούνιο 2007 πραγµατοποιήθηκε το Συνέδριο στο Λουτράκι στο οποίο, µεταξύ των άλλων, αποφασίστηκαν ΟΜΟΦΩΝΑ: ΙΕΚ ΙΚΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ και ΑΛΛΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ όπως αποφασίστηκαν στο συνέδριο του Λουτρακίου Επιβεβαιώνουµε

Διαβάστε περισσότερα