ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. 2.1 Μεταναστευτική εµπειρία και στατιστική αποτύπωση του αλλοδαπού πληθυσµού Η πολιτική ένταξης των µεταναστών 35

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. 2.1 Μεταναστευτική εµπειρία και στατιστική αποτύπωση του αλλοδαπού πληθυσµού 40. 1.2 Η πολιτική ένταξης των µεταναστών 35"

Transcript

1 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΑΚΡΩΝΥΜΙΑ 3 ΕΙΣΑΓΩΓΗ... 5 Α ΜΕΡΟΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ. 8 1.Η ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΥΠΟ ΟΧΗΣ ΩΣ «ΕΥΤΕΡΗΣ/ΞΕΝΗΣ» Προσεγγίζοντας τον όρο «εύτερη/ξένη» γλώσσα Η εκµάθηση της γλώσσας ως µέσο ένταξης για το µεταναστευτικό πληθυσµό Η εκµάθηση της γλώσσας ως εργαλείο στα χέρια του Κράτους Η ιδακτική της «εύτερης/ξένης» γλώσσας H ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΥΠΟ ΟΧΗΣ ΣΕ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕ Ο Οι εµπλεκόµενοι φορείς Ο ρόλος του Κράτους Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Ο ρόλος της Κοινωνίας Πολιτών Η «εύτερη/ξένη» γλώσσα ως έκφραση δηµόσιας πολιτικής Κρατική και Πλουραλιστική προσέγγιση : δύο παραδοσιακές αντιλήψεις Η µετατόπιση προς το Νεοθεσµισµό Η ανάγκη συγκερασµού δυνάµεων: ιαδικαστική Θεωρία περί ιαβούλευσης. 31 Β ΜΕΡΟΣ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΣΕ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΑ Α ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ Μεταναστευτική εµπειρία και στατιστική αποτύπωση του αλλοδαπού πληθυσµού Η πολιτική ένταξης των µεταναστών Το πρόγραµµα γλωσσικής εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ Α Μεταναστευτική εµπειρία και στατιστική αποτύπωση του αλλοδαπού πληθυσµού Η πολιτική ένταξης των µεταναστών Το πρόγραµµα γλωσσικής εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών

2 Γ ΜΕΡΟΣ ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ : ΤΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΠΑΡΙΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΘΗΝΑΣ ΜΕΘΟ ΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΙΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΩΝ ΡΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΩΣ «ΕΥΤΕΡΗΣ/ΞΕΝΗΣ» ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΙΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΩΝ ΡΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΩΣ «ΕΥΤΕΡΗΣ/ΞΕΝΗΣ» ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Συγκλίνουσες και αποκλίνουσες διαστάσεις των κρατικών προγραµµάτων Συγκρίνοντας το ήµο Παρισίων και το ήµο Αθηναίων Συγκριτική απεικόνιση της Κοινωνίας Πολιτών ΜΕΡΟΣ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. 69 Συµπεράσµατα Προτάσεις 69 ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ.. 83 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ 85 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

3 ΑΚΡΩΝΥΜΙΑ ALPHA: Cours Alphabétisation AMCL: Attestation Ministérielle de compétences linguistiques ΑΝΑΕΜ: Agence Nationale de l Accueil des Etrangers et de Migrations ANCSEC: Agence Nationale pour la cohésion sociale et l égalité des chances A.S.S.F.A.M: Association service social familial migrants ATMF: Association des Travailleurs Maghrébins en France CAI: Contrat d accueil et d intégration CEFR: Common European Framework of Reference CLP: Comité de Liaison pour la Promotion des migrants et des publics en difficulté d insertion Γ.Γ..Κ.Π.: Γενική Γραµµατεία ιαχείρισης Κοινοτικών και 'Άλλων Πόρων ΓΓΕΕ: Γενική Γραµµατεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων Γ : Γενική ιεύθυνση DILF: Diplôme initial de langue française DPVI: Délégation à la Politique de la ville et à l Intégration ΕΕ: Ευρωπαϊκή Ένωση Ε.Ε.Τ.Α.Α.: Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Ε.ΚΕ.ΠΙΣ: Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης Συνεχιζόµενης Επαγγελµατικής Κατάρτισης ΕΚΤ: Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταµείο ΕΟΚΕ: Ευρωπαϊκή Οικονοµική και Κοινωνική Επιτροπή ΕΠ: Επιχειρησιακό Πρόγραµµα Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ: Επιχειρησιακό Πρόγραµµα "Εκπαίδευση και Αρχική Επαγγελµατική Κατάρτιση" ΕΣ ΕΝ: Εθνικό Σχέδιο ράσης για την Κοινωνική Ενσωµάτωση Ε.Σ.Σ. :. Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών ηµοκρατιών Ε.Σ.Υ.Ε.: Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος ΕΦΜ: Ελληνικό Φόρουµ Μεταναστών Ι..ΕΚ.Ε.: Ινστιτούτο ιαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων ΙΝΕ/ ΓΣΕΕ/Α Ε Υ: Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ/Α Ε Υ Ι.ΜΕ.ΠΟ: Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής 3

4 Κ.Ε.Γ: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας Κ.Ε.Ε: Κέντρο Εκπαίδευσης Ενηλίκων Κ.Ε.Κ.: Κέντρο Επαγγελµατικής Κατάρτισης ΚΠΣ: Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης Κ.Σ.Μ: Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών ΜΚΟ: Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις ΜΜΕ: Μέσα Μαζικής Ενηµέρωσης ΟΑΕ : Οργανισµός Απασχολήσεως Εργατικού υναµικού ΟΗΕ: Οργανισµός Ηνωµένων Εθνών ΠΑΕΠ: Παρατηρητήριο Απασχόλησης Ερευνητική Πληροφορική PDA: Plan Départemental d accueil PRIPI: Programme Régional pour l insertion de populations immigrées ΥΠ.ΕΣ...Α:Υπουργείο Εσωτερικών ηµόσιας ιοίκησης και Αποκέντρωσης FLE: Français Langue Etrangère 4

5 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η µετανάστευση µεταβάλλει τα δηµογραφικά, κοινωνικά και οικονοµικά δεδοµένα, τόσο των χωρών προέλευσης, όσο και των χωρών υποδοχής. Στις χώρες εγκατάστασης, η παρουσία των µεταναστών δηµιουργεί πολυπολιτισµικές κοινωνίες, οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν τη συνύπαρξη και αρµονική διαβίωση όλων των µελών τους. Συστατικό στοιχείο της εύρυθµης λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνικών µορφωµάτων είναι η επικοινωνία ως διαδικασία, µέσα από την οποία πραγµατώνεται η συνάντηση διαφορετικών πολιτισµών και συντελείται µια δυναµική και γόνιµη αλληλεπίδραση µεταξύ διαφόρων κοινωνικών οµάδων. Η έννοια της επικοινωνίας επηρεάζει τον τρόπο, µε τον οποίο ο µετανάστης διαµορφώνει την ταυτότητά του στη νέα πολυπολιτισµική πραγµατικότητα, ενώ παράλληλα αποτελεί σηµαντική παράµετρο για την ένταξή του στο κοινωνικό, οικονοµικό, πολιτικό και πολιτισµικό γίγνεσθαι. εδοµένου ότι η δυνατότητα επικοινωνίας συναρτάται µε τη γνώση της γλώσσας της χώρας υποδοχής, η απόκτηση γλωσσικών δεξιοτήτων και το επίπεδο γλωσσοµάθειας που απαιτείται από τον αλλοδαπό πληθυσµό αποτελεί ένα ζήτηµα που τα τελευταία χρόνια απασχολεί έντονα το δηµόσιο διάλογο, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Η κρισιµότητα του εν λόγω θέµατος συνδέεται µε την επιδίωξη ενδυνάµωσης του οικονοµικού και κοινωνικού κεφαλαίου του µεταναστευτικού πληθυσµού και µε την ταχύτερη ενσωµάτωσή του στη χώρα υποδοχής 1. Η παρούσα µελέτη θέτει ως στόχο να εντοπίσει τη στάση των εµπλεκόµενων φορέων απέναντι στο ζήτηµα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας. Ειδικότερα, η έρευνα επιχειρεί να αναδείξει πως οι δύο χώρες (Γαλλία και Ελλάδα) αντιλαµβάνονται το θέµα αυτό και ποιοι παράγοντες καθορίζουν το σκοπό, τα κίνητρα, τις συσχετίσεις και τα αποτελέσµατα στο πεδίο εκµάθησης της γλώσσας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υποθέτουµε ότι η ανάγκη εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής ωθεί τους εµπλεκόµενους φορείς στην παραγωγή δηµόσιας πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα δύναται να αποτελέσει το εφαλτήριο για την ανάπτυξη σχέσης συνεργασίας και συµπληρωµατικότητας στο πλαίσιο ενός συνεκτικού 1 Ο όρος οικονοµικό ή ανθρώπινο κεφάλαιο αναφέρεται στις γνώσεις και δεξιότητες των ατόµων που καθορίζουν σε µεγάλο βαθµό την ένταξή τους στην αγορά εργασίας. Το κοινωνικό κεφάλαιο αφορά στη θεσµική συµµετοχή των µεταναστών στο κοινωνικό γίγνεσθαι και στη δυνατότητα ισότιµης πρόσβασης σε υλικά και άυλα δηµόσια αγαθά, όπως στέγη και παιδεία αντίστοιχα (Κόντης Α. 2001, Αµίτσης-Λαζαρίδη 2001, σελ ). 5

6 θεσµικού περιβάλλοντος. Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Κράτος, η Τοπική Αυτοδιοίκηση και η Κοινωνία Πολιτών αποτελούν τις ανεξάρτητες µεταβλητές της υπόθεσης εργασίας, ενώ η διαµόρφωση δηµόσιας πολιτικής για την εκµάθηση της γλώσσας αποτελεί την εξαρτηµένη µεταβλητή. Η ερευνητική διαδροµή δοµείται σε τέσσερα µέρη. Το πρώτο µέρος, το οποίο αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο, περιλαµβάνει δύο ενότητες. Στην πρώτη ενότητα, επιχειρείται η εννοιολογική αποσαφήνιση του όρου «εύτερη/ξένη» γλώσσα, ενώ παράλληλα, πραγµατοποιείται η αντιδιαστολή ανάµεσα στις έννοιες «µέσο» και «όρος» που περιγράφουν δύο διαφορετικές συνιστώσες στην εκµάθηση της γλώσσας σε σχέση µε την ένταξη του µεταναστευτικού πληθυσµού. Η ενότητα αυτή κλείνει µε µια ιδιαίτερη αναφορά στο σύγχρονο τρόπο διδασκαλίας της «εύτερης/ξένης» γλώσσας και τις µορφές που λαµβάνει, αναδεικνύοντας επιµέρους διαστάσεις, οι οποίες διαδραµατίζουν καίριο ρόλο στην απόκτηση γλωσσικών δεξιοτήτων. Η δεύτερη ενότητα προσεγγίζει το ευρύτερο θεσµικό περιβάλλον, µέσα στο οποίο πραγµατοποιείται η γλωσσική κατάρτιση των µεταναστών. Ο ρόλος της ενότητας αυτής είναι διττός. Αρχικά, συνδέει την έννοια της εκµάθησης της γλώσσας µε τους εµπλεκόµενους φορείς, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, ενώ το δεύτερο κεφάλαιο δίνει το γενικό πλαίσιο, µέσα στο οποίο η εκµάθηση της γλώσσας µπορεί να µετατραπεί σε έκφραση δηµόσιας πολιτικής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι θεωρητικές προσεγγίσεις που κρίνονται ικανές να ερµηνεύσουν τα δρώµενα κατά τη διαµόρφωση της πολιτικής για την εκµάθηση της γλώσσας. Το πρώτο µέρος κλείνει µε τη διατύπωση της ανάγκης σύγκλισης των εµπλεκόµενων φορέων, στη βάση της συλλογικής διαχείρισης του υπό µελέτη ζητήµατος. Στο σηµείο αυτό, θα πρέπει να υπογραµµιστεί ότι το θεωρητικό κοµµάτι της έρευνας στηρίζεται στη συνδυαστική πραγµάτευση της Νέας Θεσµικής Προσέγγισης, ειδικότερα της κοινωνιολογικής εκδοχής της και της ιαδικαστικής Θεωρίας περί ιαβούλευσης. Το δεύτερο µέρος της µελέτης περιλαµβάνει µια επισκόπηση της παρούσας κατάστασης στη Γαλλία και την Ελλάδα αναφορικά µε την πολιτική ένταξης και τα προγράµµατα εκµάθησης της γλώσσας. Απώτερος σκοπός είναι η αποτύπωση του πεδίου, στη βάση του οποίου καταγράφονται τα δεδοµένα της έρευνας που ακολουθεί. Στο τρίτο µέρος εντάσσεται η µελέτη των αστικών κέντρων Παρισίων και Αθηνών. Η εµπειρική έρευνα έθεσε ως στόχο τη µελέτη της δράσης των εµπλεκόµενων φορέων και τη διερεύνηση της δυναµικής για συνεργασία στον εν 6

7 λόγω τοµέα. Στη συνέχεια, τα αποτελέσµατα της έρευνας ερµηνεύονται µέσα από τη συγκριτική απεικόνιση της δράσης των δύο πόλεων. Το τέταρτο µέρος, έχει συµπερασµατικό χαρακτήρα και βασίζεται στο ως άνω θεωρητικό πλαίσιο. 7

8 Α ΜΕΡΟΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ 1.Η ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΥΠΟ ΟΧΗΣ ΩΣ «ΕΥΤΕΡΗΣ/ΞΕΝΗΣ» Σύµφωνα µε τον Spolsky τα σηµαντικά ζητήµατα που στρέφονται γύρω από την εκµάθηση της δεύτερης/ξένης γλώσσας συνοψίζονται σε ένα ερώτηµα: «Ποιος µαθαίνει τι και κάτω από ποιες συνθήκες;» (Spolsky 1989). Το «ποιος µαθαίνει» φέρνει στο προσκήνιο τον πληθυσµό, στον οποίο απευθύνεται η διδασκαλία, ενώ η αναφορά στη λέξη «µαθαίνει» τονίζει την ιδέα µιας συνεχώς µεταβαλλόµενης διεργασίας. Το ερώτηµα «τι» δίνει έµφαση στο γνωστικό αντικείµενο, λόγου χάρη στην απόκτηση δεξιοτήτων στο γραπτό λόγο ή ευχέρειας στην καθηµερινή επικοινωνία. Η φράση «κάτω από ποιες συνθήκες» αναφέρεται στην περίσταση και το περιβάλλον. Οι απλές κατευθυντήριες γραµµές που ενσωµατώνει σε ένα ερώτηµα ο Spolsky θα αποτελέσουν τον άξονα, γύρω από τον οποίο θα αρθρωθεί το ζήτηµα της εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής ως «εύτερης/ξένης». 1.1 Προσεγγίζοντας τον όρο «εύτερη/ξένη» γλώσσα Στην ελληνική βιβλιογραφία οι όροι «εύτερη» - «Ξένη» αντιµετωπίζονται µε ενιαίο τρόπο. Χρησιµοποιούνται διαζευκτικά, ενώ σε ορισµένες περιπτώσεις εκλαµβάνονται ως ισοδύναµοι και ταυτόσηµοι. Η µοναδική καταγεγραµµένη απόπειρα αποσαφήνισης των εννοιών αυτών µε διακριτό τρόπο γίνεται από τους αµανάκη (2000) και Γεωργογιάννη (1997). Οι θεωρητικές προσεγγίσεις και των δύο συγκλίνουν στο ότι η ελληνική είναι δεύτερη γλώσσα όταν διδάσκεται σε άτοµα ελληνικής καταγωγής (οµογενείς), ενώ είναι ξένη όταν διδάσκεται σε άτοµα που προέρχονται από άλλον πολιτισµό (αλλογενείς). Τη διάκριση αυτή αµφισβητεί µεταγενέστερα ο Μοσχονάς, ο οποίος υποστηρίζει ότι το κριτήριο οµογενής/δεύτερη γλώσσα και αλλογενής/ξένη γλώσσα που υιοθετείται δεν είναι αξιόπιστο δεδοµένου ότι οι όροι οµογενής-αλλογενής ανήκουν στην κρατική ιδεολογία της γλωσσικής και πολιτισµικής αφοµοίωσης και δεν µπορούν να χρησιµοποιούνται στενότερα για την επιστηµονική διάκριση ανάµεσα σε διαφορετικές µεθοδολογίες διδασκαλίας ή διαφορετικούς τρόπους και ενδιαφέροντα µάθησης (Μοσχονάς 2003). Εποµένως, για 8

9 την πλειοψηφία των ερευνητών οποιαδήποτε γλώσσα διδάσκεται ή µαθαίνεται µετά τη µητρική χαρακτηρίζεται είτε ως «εύτερη» είτε ως «Ξένη». Στη διεθνή βιβλιογραφία ο όρος «εύτερη/ξένη γλώσσα» διαχωρίζεται. Ως «εύτερη γλώσσα» (second language) νοείται οποιαδήποτε γλώσσα µετά τη µητρική ανεξάρτητα από το περιβάλλον εκµάθησης και από τον αριθµό των υπολοίπων γλωσσών που γνωρίζει το άτοµο. Με άλλα λόγια, δεύτερη γλώσσα µπορεί να είναι και η τρίτη ή η τέταρτη. Η Smith αναφέρει ότι ο όρος «εύτερη γλώσσα» θα µπορούσε να λάβει δύο διαφορετικές διαστάσεις. Αφενός µεν, παραπέµπει στη ξένη γλώσσα, όπως για παράδειγµα τα αγγλικά ως ξένη γλώσσα για τους Έλληνες, αφετέρου δε, περιγράφει την περίπτωση κατά την οποία η γλώσσα µολονότι δεν είναι η µητρική του ατόµου χαρακτηρίζεται ως χρησιµοποιούµενη στο συγκεκριµένο γλωσσικό περιβάλλον (Smith 1994). Κύριο χαρακτηριστικό του όρου αυτού είναι ότι η εκµάθηση της γλώσσας γίνεται σε περιβάλλον διγλωσσίας, όπου η γλώσσα-στόχος είναι η χρησιµοποιούµενη στο περιβάλλον που ζει και εργάζεται το άτοµο. Αντίστοιχα, ως «Ξένη» ορίζεται η γλώσσα, η διδασκαλία της οποίας απευθύνεται σε αλλόγλωσσο πληθυσµό. Η εκµάθηση µιας ξένης γλώσσας µπορεί να συντελείται: α/ σε περιβάλλον όπου η γλώσσα αυτή συνιστά το φυσικό µέσο επικοινωνίας, β/ σε περιβάλλον, στο οποίο µολονότι δεν αποτελεί το φυσικό τρόπο επικοινωνίας προορίζεται για ειδικές χρήσεις, όπως για την επικοινωνία µε τη διοίκηση του Κράτους (π.χ. η Αγγλική γλώσσα στις πρώην βρετανικές αποικίες) και γ/ σε περιβάλλον, στο οποίο ως αποκλειστικό µέσο επικοινωνίας χρησιµοποιείται η µητρική γλώσσα. Για τις µεν δύο πρώτες περιπτώσεις η αφοµοίωση της γλώσσας γίνεται ευχερέστερα δεδοµένου ότι το άτοµο έχει την ευκαιρία να ασκηθεί γλωσσικά στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Για την τρίτη, η εκµάθηση περιορίζεται σε µια αίθουσα διδασκαλίας και εποµένως καθίσταται δυσκολότερη. Στην παρούσα µελέτη οι όροι «εύτερη» - «Ξένη» γλώσσα θα χρησιµοποιούνται ως ισοδύναµοι ακολουθώντας τη θεωρητική πρόταση του Μήτση (Μήτσης 2004), ο οποίος θεωρεί ότι µια διάκριση µεταξύ των εννοιών αναφέρεται αποκλειστικά στο διδακτικό κοµµάτι και στον τρόπο υποβοήθησης των ατόµων. Με άλλα λόγια, ο διαχωρισµός των όρων εξυπηρετεί αποκλειστικά τη διδακτική µεθοδολογία και τις στρατηγικές διδασκαλίας που ακολουθούνται ανάλογα µε τις προϋποθέσεις. Περαιτέρω, ο Μήτσης υιοθετεί τον όρο δεύτερος κώδικας επικοινωνίας σε αντιδιαστολή προς τον πρώτο που αφορά στη µητρική γλώσσα. Αναφέρει 9

10 χαρακτηριστικά : «οι όροι δεύτερη και ξένη γλώσσα σηµαίνουν τον κώδικα που εσωτερικεύει κάποιο άτοµο µετά την κατάκτηση της µητρικής (ή πρώτης γλώσσας). Εποµένως, για την πλειονότητα των ερευνητών, οποιαδήποτε γλώσσα που διδάσκεται ή µαθαίνεται µετά τη µητρική συνιστά ένα νέο κώδικα, ο οποίος είναι όχι µόνο χρονολογικά µεταγενέστερος, αλλά και αξιολογικά υποδεέστερος αφού παίρνει τη θέση του µέσα σε ένα πεδίο κατειληµµένο ήδη από τον πρώτο κώδικα επικοινωνίας» (Μήτσης 2004 σελ.53). Η «εύτερη/ξένη» γλώσσα αποτελεί - τις περισσότερες φορές - µια συνειδητή δραστηριότητα, την οποία ο άνθρωπος αναπτύσσει αφότου έχει κατακτήσει τον πρώτο κώδικα επικοινωνίας. Παράλληλα δε, πολλοί λίγοι άνθρωποι φθάνουν να µάθουν τη δεύτερη γλώσσα σε βαθµό που να πλησιάζει αρκετά την πρώτη. Το γεγονός αυτό οφείλεται, εν πολλοίς, σε ψυχολογικούς και κοινωνικούς λόγους (Σχετικά µε τις έννοιες Α.Πρώτος εύτερος κωδικός επικοινωνίας και Β. ιγλωσσία- ίγλωσσος βλ. Παράρτηµα Ι σελ.86). 1.2 Η εκµάθηση της γλώσσας ως µέσο ένταξης για το µεταναστευτικό πληθυσµό Η ένταξη περιγράφει τις διαδικασίες και το εύρος συµµετοχής του ατόµου σε ένα κοινωνικό σύστηµα. Συνδέεται δε, άµεσα µε την έννοια της κοινωνικής συνοχής, συστατικής συνιστώσας της στρατηγικής της Λισαβόνας, η οποία αντικατοπτρίζει το βαθµό ένταξης όλων στην οικονοµική και κοινωνική ζωή. Στην περίπτωση των µεταναστών η ένταξη περιγράφει µια «αµφίδροµη» διαδικασία προσαρµογής (µεταναστών και κοινωνίας) σε διάφορους τοµείς της κοινωνικής ζωής. Σύµφωνα µε την Οικονοµική και Κοινωνική Επιτροπή της ΕΕ συνιστά µια διαδικασία «σταδιακής εξίσωσης δικαιωµάτων και υποχρεώσεων ηµεδαπών και αλλοδαπών, ενώ ταυτόχρονα περιγράφει µια κατάσταση που χαρακτηρίζει την απουσία διακρίσεων µεταξύ συγκρίσιµων οµάδων στη χώρα υποδοχής» (ΕΟΚΕ EE C 125 της σηµείο 1.4). Στόχος είναι η κοινωνική συνοχή, προϋπόθεση για την οποία είναι η συνύπαρξη και συµβίωση λαών σε ένα περιβάλλον αλληλεγγύης, άµβλυνσης κοινωνικο-οικονοµικών διακρίσεων και καταπολέµησης ανισοτήτων. Για την πραγµάτωσή του, απαιτείται η ανάπτυξη σχέσεων µεταξύ της κοινωνίας υποδοχής και του µεταναστευτικού πληθυσµού. Η ανάπτυξη σχέσεων προϋποθέτει, µε τη σειρά της, την επικοινωνία µεταξύ των µελών της κοινωνίας. Από αυτή την οπτική γωνία, η εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής δίνει νόηµα στα µηνύµατα που διέπουν 10

11 την επικοινωνία και ανταποκρίνεται στις νέες επικοινωνιακές ανάγκες. Αυτό σηµαίνει ότι µεταξύ γλώσσας και κοινωνίας αναπτύσσονται σχέσεις αµφίδροµης εξάρτησης. εν µπορεί να υπάρξει ενδυναµωµένος κοινωνικός ιστός δίχως τη γλώσσα ούτε όµως και γλώσσα χωρίς την κοινωνία, µέσα στην οποία αναπτύσσονται και διαµορφώνονται σχέσεις εξάρτησης, συναλλαγής και κοινές δραστηριότητες. Σε πρώτη φάση, θα πρέπει να οριοθετηθεί η έννοια του µεταναστευτικού πληθυσµού, στον οποίο πρόκειται να γίνει αναφορά. Έτσι λοιπόν, ενώ η πολιτική ένταξης αφορά µόνο στους νόµιµους µετανάστες, η γνώση της γλώσσας της χώρας υποδοχής καθίσταται ένα ζήτηµα καίριας σηµασίας, τόσο για τις πληθυσµιακές οµάδες που χαρακτηρίζονται ως «νόµιµοι µετανάστες», όσο και για το µεγάλο αριθµό µεταναστών χωρίς νοµιµοποιητικά έγγραφα. Επίσης, η αναγκαιότητα εκµάθησης της γλώσσας υπερβαίνει την πρώτη γενιά µεταναστών και απευθύνεται και στις υπόλοιπες. Η µετακίνηση ενός ατόµου ή µιας οµάδας από µια χώρα σε µια άλλη ισοδυναµεί µε µετακίνηση από ένα γνωστό κοινωνικό, οικονοµικό, πολιτικό και πολιτιστικό σύστηµα σε ένα, αντίστοιχα, λιγότερο γνωστό ή άγνωστο. Προκειµένου το άτοµο αυτό να επιβιώσει απαιτείται, αφενός, η ύπαρξη οικονοµικών πόρων, αφετέρου, η απόκτηση επικοινωνιακών δεξιοτήτων. Στο σηµείο αυτό ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στην έννοια της διαπολιτισµικότητας, η οποία έχει ως συστατικά στοιχεία την ισότιµη αντιµετώπιση των πολιτισµών, την περαιτέρω ανάπτυξη των διαφόρων οµάδων, την αποδοχή και αναγνώριση του δικαιώµατος της κάθε οµάδας να είναι διαφορετική και την παροχή στα άτοµα ίσων ευκαιριών τόσο στην εκπαίδευση όσο και στη ζωή. Ο όρος «διαπολιτισµικότητα» περικλείει αυτό που ο αµανάκης αποκαλεί «ενδιάµεσο πολιτισµό» ( αµανάκης 1989), ο οποίος δεν αποτελεί ούτε τον πολιτισµό της χώρας προέλευσης των µεταναστών ούτε τον αντίστοιχο της χώρας υποδοχής αλλά το αποτέλεσµα της αλληλεπίδρασης των δύο κοινωνικο-πολιτισµικών συστηµάτων κατά τη διαδικασία της επιπολιτισµοποίησης των εµπλεκόµενων οµάδων 2. Εντός του πλαισίου αυτού, ιδιαίτερα σηµαντικός είναι ο ρόλος των «ταυτοτήτων». Σύµφωνα µε τον Erikson η ανάπτυξη της ταυτότητας είναι απόρροια της οµαλής συνύπαρξης του ατόµου µε την κοινωνία. Είναι το εννοιολογικό εκείνο 2 Ο όρος «επιπολιτισµοποίηση» παραπέµπει, σύµφωνα µε τον Βerry, στην «πολιτισµική αλλαγή που συντελείται κατά τη συνάντηση δύο ή περισσότερων πολιτιστικών οµάδων, µε συνέπεια τη µεταβολή των προτύπων της µιας ή και των δύο» (Βerry, 1988). 11

12 όργανο που συνδέει την προσωπική ανάπτυξη µε την κοινωνική πραγµατικότητα, έτσι ώστε η εξέλιξη της προσωπικότητας να µπορεί να εξηγηθεί ως ατοµική διαδικασία ωρίµανσης και κοινωνική διαδικασία αγωγής. Επιτυχηµένη διαµόρφωση της ταυτότητας θεωρείται ότι υφίσταται όταν το άτοµο αναπτύξει κατά τη διάρκεια της εξέλιξής του αισθήµατα εµπιστοσύνης, αυτονοµίας, πρωτοβουλίας, εργατικότητας, οικειότητας και ακεραιότητας, αισθήµατα, δηλαδή, που θα τον βοηθήσουν να αισθάνεται τον εαυτό του ως κάτι ενιαίο και συνεχές (E. Erikson, 1975). Η ταυτότητα έχει διπλή υπόσταση: «προσωπική» και «κοινωνική». Με τον όρο «προσωπική ταυτότητα» εννοούµε τις προσωπικές εµπειρίες και τα βιώµατά του ατόµου, όλα όσα το κάνουν µοναδικό και το ξεχωρίζουν από τα άλλα άτοµα. Από την άλλη, µε τον όρο «κοινωνική ταυτότητα» εννοούµε αυτό που ενώνει το άτοµο µε τα άλλα άτοµα και το κάνει να είναι όµοιο µε τα υπόλοιπα µέλη της κοινωνίας και εναρµονισµένο µε το περιβάλλον του. Τέλος, η «πολιτισµική ταυτότητα» (cultural identity) αποκτάται κατά τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης του ατόµου στο νέο περιβάλλον και είναι µέρος της κοινωνικής ταυτότητας. Γίνεται δε συνειδητή όταν το άτοµο γίνει γνώστης της ύπαρξης άλλων πολιτισµών µέσα ή έξω από την κοινωνία του (Hamers και Blanc 1993). Περνώντας σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάλυσης, επιδιώκεται η αποσαφήνιση του όρου «µέσο» που χρησιµοποιείται για να περιγράψει το ρόλο που διαδραµατίζει η γνώση της γλώσσας της χώρας υποδοχής στην προσαρµογή του µετανάστη σε διάφορους τοµείς της κοινωνικής ζωής. Η εκµάθηση της γλώσσας συνιστά γέφυρα ενσωµάτωσης των µεταναστών σε οικονοµικό, κοινωνικό πολιτικό και πολιτισµικό επίπεδο 3. Υπό αυτή την έννοια, η απόκτηση γλωσσικών δεξιοτήτων αποτελεί θεµελιώδες δικαίωµα των µεταναστών εντασσόµενο στον ευρύτερο στόχο απόκτησης γνώσεων που σε ένα µεγάλο βαθµό προστατεύουν από τη διολίσθηση στον κοινωνικό αποκλεισµό, την περιθωριοποίηση και την ανέχεια. Συγκεκριµένα, ο όρος οικονοµική ένταξη αποτυπώνει την ένταξη των µεταναστών στην αγορά εργασίας, τις οικονοµικές επιπτώσεις από την ένταξή τους 3 Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να υπογραµµιστεί ότι οι όροι ένταξη και ενσωµάτωση στην ελληνική βιβλιογραφία εµφανίζονται είτε ως ταυτόσηµοι όροι για να εξηγήσουν ακριβώς την ίδια διαδικασία (Βλ. Κόντης, Αµίτσης-Λαζαρίδη 2001 σελ.178), είτε ως συµπληρωµατικοί παραπέµποντας, η µεν ένταξη, στη δηµόσια σφαίρα (π.χ. σε θέµατα απασχόλησης, κατοικίας), η δε ενσωµάτωση, στην ιδιωτική σφαίρα του ατόµου (π.χ. οικογένεια, θρησκευτικά ζητήµατα), (Βλ. Μπάγκαβος- Παπαδοπούλου σελ.246). Στην παρούσα µελέτη οι όροι θα χρησιµοποιούνται ως ισοδύναµοι ακολουθώντας τη θέση του Α.Κόντη. 12

13 στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν και τη διαδικασία βελτίωσης του εν λόγω οικονοµικού/ανθρώπινου κεφαλαίου. Η οικονοµική ένταξη θεωρείται σηµαντικός δείκτης ενσωµάτωσης ενός µετανάστη δεδοµένου ότι συνιστά προϋπόθεση προσαρµογής του σε άλλους τοµείς της κοινωνίας υποδοχής. Η γνώση της γλώσσας της χώρας υποδοχής αποτελεί προσδιοριστικό παράγοντα της οικονοµικής ένταξης. Συγκεκριµένα, επηρεάζει θετικά την αποδοτικότητα και αποτελεσµατικότητα των εργαζοµένων µεταναστών, παράλληλα δε, συνεπικουρεί στην απόκτηση επαγγελµατικής εµπειρίας και δηµιουργεί το υπόβαθρο για την ανεύρεση επαγγελµατικών ευκαιριών. Όσον αφορά στην κοινωνική ένταξη, η συγκεκριµένη έννοια περιγράφει την πρόσβαση, µεταξύ άλλων, σε εκπαίδευση, στέγαση, υγειονοµικές και κοινωνικές υπηρεσίες. Στην πράξη η κοινωνική ένταξη συµβαίνει, ανεξαρτήτως της επίσηµης πολιτικής. Η λειτουργία της είναι ορισµένες φορές αδιαφανής και χαρακτηρίζεται από διάφορους µηχανισµούς και διάφορα πεδία αλληλεπίδρασης. Η έννοια της εκ νέου «κοινωνικοποίησης» συνιστά µια εξαιρετικά απαιτητική διαδροµή, η οποία προϋποθέτει την καθηµερινή επαφή και επικοινωνία µε τους εµπλεκόµενους φορείς αλλά και µε το γηγενή πληθυσµό. Οι βασικές γνώσεις της γλώσσας είναι απολύτως απαραίτητες για την επίτευξη της κοινωνικής ένταξης. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί ότι η πρόσβαση των µεταναστών στους θεσµούς καθώς επίσης και στα δηµόσια και ιδιωτικά αγαθά ή παροχές προϋποθέτει την επικοινωνία στη γλώσσα της χώρας υποδοχής. Έµφαση θα πρέπει να δοθεί στην πολιτική ένταξη, η οποία αποτελεί έντονη πρόκληση για το µεταναστευτικό πληθυσµό. Συγκεκριµένα, η πρόκληση που αντιµετωπίζουν οι µετανάστες είναι ότι, µολονότι δεν έχουν το δικαίωµα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εθνικές εκλογές, καλούνται να αυτό-οργανωθούν και µε αυτόν τον τρόπο να προασπίσουν τα συµφέροντά τους µέσω της Κοινωνίας Πολιτών. Έτσι, η συγκρότηση οµάδων απαντά σε δύο συγκεκριµένες ανάγκες: αφενός µεν στο αίσθηµα του «ανήκειν» σε µια συγκεκριµένη οµάδα γεγονός που προσδίδει ασφάλεια, αφετέρου δε στην προώθηση - διεκδίκηση δικαιωµάτων. Καθοριστικό παράγοντα στην πολιτικής φύσεως ένταξη των µεταναστών συνιστά η ικανότητα επικοινωνίας, η οποία αποτελεί τη διαδικασία, µέσα από την οποία τα άτοµα ανταλλάσσουν απόψεις µεταξύ τους αλλά και µε τους εµπλεκόµενους φορείς του Κράτους. Τέλος, η πολιτισµική ένταξη περιλαµβάνει την ενηµέρωση, εξοικείωση και συµµόρφωση του µεταναστευτικού πληθυσµού µε τα ιδιαίτερα κοινωνικο- 13

14 πολιτιστικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας υποδοχής. Παραπέµπει, όµως, παράλληλα και στην πρόσβαση των µεταναστευτικών οµάδων σε πόρους που θα τους επιτρέψουν να καλλιεργήσουν τις τέχνες και να διευρύνουν την πολιτισµική τους κληρονοµιά. Η γλώσσα, σύµφωνα µε διάφορους ερευνητές, αποτελεί "την ενσάρκωση του πολιτισµού" (M. Byram και J. Leman, 1990) και συγχρόνως το προϊόν του. Στην βάση της θεωρητικής αυτής προσέγγισης, η εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής δεν αποτελεί απλώς ένα µέσο επικοινωνίας αλλά µια αξία και µια επαφή µε σύµβολα έκφρασης, σκέψης και δράσης ενός λαού. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η γνώση της γλώσσας της χώρας υποδοχής συνιστά µέσο για την οικονοµική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισµική ένταξη και την εν γένει ενσωµάτωσή τους σε κάθε πτυχή της καθηµερινής ζωής (για µια αναλυτικότερη προσέγγιση των Τεσσάρων Πεδίων Ένταξης βλ. Παράρτηµα ΙΙ σελ88). 1.3 Η εκµάθηση της γλώσσας ως εργαλείο στα χέρια του Κράτους Η εκµάθηση της γλώσσας δεν παραπέµπει µόνο στις σχέσεις επικοινωνίας µεταξύ ποµπού και δέκτη στη βάση της κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης ενός µηνύµατος. Ιδωµένη από µια διαφορετική οπτική γωνία, εµπεριέχει µια συµβολική δύναµη εξουσίας, η οποία αναδεικνύεται στο πλαίσιο της σχέσης Κράτους και µετανάστη. Σε αυτή την περίπτωση η αξία του γλωσσικού προϊόντος λαµβάνει διαφορετική υπόσταση, αποτελεί, δηλαδή, υποχρέωση του ατόµου. Συγκεκριµένα, η επικοινωνία εκλαµβάνεται ως σχέση «γλωσσικής συναλλαγής» (Bourdieu 1991), η οποία προκρίνεται από την πλευρά του Κράτους ως απαραίτητος όρος για την παραχώρηση και κατοχύρωση επιπρόσθετων κοινωνικών και πολιτικών δικαιωµάτων. Στην πράξη, πρόκειται για τις περιπτώσεις απόκτησης ιθαγένειας της χώρας υποδοχής και χορήγησης του καθεστώτος µακροχρόνιας διαµονής. Μάλιστα, η γνώση της γλώσσας πιστοποιείται µε συγκεκριµένη εξέταση από φορείς του Κράτους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή εκµάθησης της γλώσσας γίνεται µονόδροµος για το µετανάστη που επιθυµεί να εισέλθει σε ένα status µε αυξηµένα δικαιώµατα. Η επιθυµία σύναψης ισχυρότερων δεσµών µε τη χώρα υποδοχής απαιτεί τη συµµόρφωση του µετανάστη µε τους νόµους και τις αρχές του Κράτους. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει το στοιχείο της εξουσίας που έχει στα χέρια του το Κράτος, υπό 14

15 την έννοια της «δυνατότητας επιβολής κάποιας συµπεριφοράς σε άλλους υπό την προϋπόθεση πως αυτός που έχει τη δυνατότητα, επικαλείται και σχετικό δικαίωµά του, καθώς και αντίστοιχη υποχρέωση του εξουσιαζοµένου» ( ιαµαντόπουλος 1983, σελ.21). Παράλληλα, όµως, ελλοχεύει και µια τυπική ιεραρχία πληθυσµού στην κοινωνία υποδοχής. Συγκεκριµένα, υφίσταται διάκριση µεταξύ των «προνοµιούχων» που έχουν τη δυνατότητα διαµονής χωρίς να ελέγχεται η επαρκής ή µη γνώση της γλώσσας (ηµεδαποί) και όσων οφείλουν να αποδείξουν τις γλωσσικές τους δεξιότητες (αλλοδαποί). Το κριτήριο της επαρκούς γνώσης και χρήσης της γλώσσας συναρτάται άµεσα µε την οικονοµικά και παραγωγικά ωφέλιµη παρουσία των µεταναστών στη χώρα υποδοχής. Μια µακροχρόνια διαµονή θα πρέπει να συνδυάζεται µε τη δηµιουργική ενσωµάτωση του αλλοδαπού. Θεµέλιο της δηµιουργικής ενσωµάτωσης είναι η απόκτηση γλωσσικών δεξιοτήτων, µε τη βοήθεια των οποίων ο µετανάστης εξελίσσεται και προοδεύει. Με άλλα λόγια, η γλώσσα απαιτείται ως προϋπόθεση µεγιστοποίησης της απόδοσης των εργαζοµένων. Η επιβολή του όρου αυτού αποτελεί µια µορφή άσκησης ελέγχου πάνω στον αριθµό και την ποιότητα του µεταναστευτικού πληθυσµού. Το σηµείο που τέµνεται η συζήτηση περί ελέγχου µεταναστευτικών ροών και εκµάθησης της γλώσσας υποκρύπτει βαθύτερες συσχετίσεις. Κατ αρχάς, φανερώνει την πρόθεση της Πολιτείας να ελέγξει - µε έµµεσο τρόπο - το χρόνο παραµονής του αλλοδαπού στη χώρα. Μεγάλο χρονικό διάστηµα διαµονής σε συνδυασµό µε παροχή συγκεκριµένων δικαιωµάτων προϋποθέτει επαρκή γνώση της γλώσσας. Επίσης, υποδηλώνει µια διάκριση του Κράτους, µεταξύ των µεταναστών που επιδεικνύουν τη διάθεση µονιµότερης εγκατάστασης και ταυτόχρονα πειθαρχούν στα πρότυπα που εκείνο θέτει. Επιπλέον, ένα στοιχείο εξίσου σηµαντικό είναι ότι η διάκριση αυτή είναι επιλεκτική, αφού δεν αφορά όλους τους µετανάστες που γνωρίζουν τη γλώσσα αλλά όσους αποδείξουν ότι τη γνωρίζουν µέσω πιστοποίησης των γνώσεών τους. Στο επίκεντρο του θέµατος αυτού εντοπίζεται µια άλλη σηµαντική διάσταση που αφορά στο δικαίωµα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Το δικαίωµα ψήφου συνδέεται άρρηκτα µε την ιδιότητα του πολίτη. Σε αυτήν την προοπτική, ο όρος «εκµάθηση της γλώσσας» τίθεται ως προαπαιτούµενο για την περεταίρω εκπαίδευση του αλλοδαπού και τη γνωριµία και αποδοχή των βασικών αρχών του δηµοκρατικού πολιτεύµατος που καλείται να γνωρίζει πριν λάβει µέρος 15

16 στη εν λόγω διαδικασία. Χωρίς καµία αµφιβολία, ο µετανάστης που καλείται εφόσον βέβαια έχει λάβει την ιθαγένεια - να ασκήσει τα πολιτικά του δικαιώµατα οφείλει να έχει ενηµερωθεί, να έχει διαβάσει, να έχει διαµορφώσει ο ίδιος άποψη για το πολιτικό γίγνεσθαι. Η ικανότητα επικοινωνίας στο κυρίαρχο γλωσσικό περιβάλλον του δίνει αυτή τη δυνατότητα. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η εργαλειοποίηση εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική για την πολιτική ένταξης των µεταναστών στην κοινωνία υποδοχής. Συγκεκριµένα, σύµφωνα µε τον Hammar αποτελεί συστατικό στοιχείο της «άµεσης πολιτικής ένταξης», η οποία περιλαµβάνει όλα εκείνα τα µέτρα που αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της προσαρµογής των µεταναστών µέσω κάλυψης βασικών ελλείψεων της καθηµερινής τους ζωής (Hammar T. 1985) 4. Κλείνοντας, θα πρέπει να σηµειωθεί ότι το περιεχόµενο της έννοιας «εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής» µπορεί να λάβει ποικίλες θεωρητικές προσεγγίσεις. Οι διαφορετικές όψεις αυτής της ανάλυσης σηµατοδοτούν τον πολύπλευρο χαρακτήρα του υπό εξέταση ζητήµατος. Μέχρι στιγµής, επιχειρήθηκε η εννοιολογική αποσαφήνιση του θέµατος και η ανάδειξη καίριων παραµέτρων που αφορούν στην αναγνώριση της σηµασίας του σε µια πολυπολιτισµική κοινωνία. Το επόµενο βήµα είναι να µελετήσουµε το ρόλο της διδακτικής της γλώσσας ως «εύτερης/ξένης» σε ενήλικα άτοµα προκειµένου να διερευνηθεί πως µια συγκεκριµένη και εδραιωµένη πλέον διδακτική πρακτική συµβάλλει στην ένταξη των µεταναστών στην κοινωνία υποδοχής. 4 Ο Hammar προτείνει τη διάκριση ανάµεσα σε «άµεση» και «έµµεση» πολιτική ένταξης (Hammar T. 1985). Η «άµεση» αφορά στο σύνολο των µέτρων που προκύπτουν από τα ειδικά χαρακτηριστικά του µεταναστευτικού πληθυσµού και απευθύνονται αποκλειστικά σε αυτούς. Ως χαρακτηριστικό παράδειγµα αναφέρει την υλοποίηση προγραµµάτων για την εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής. Στην «έµµεση» πολιτική ένταξης εµπερικλείονται προγράµµατα και µέτρα κοινωνικής πολιτικής που αφορούν στο συνολικό πληθυσµό της χώρας, γηγενείς και µετανάστες. Τα προνοιακά επιδόµατα ή η επιδότηση εργοδοτών για πρόσληψη ανέργων εντάσσονται σε αυτήν την οµάδα. 16

17 1.4 Η ιδακτική της «εύτερης/ξένης» γλώσσας Η εξέλιξη των κοινωνιών σε πολυπολιτισµικά µορφώµατα συνιστά µια πρόκληση για το σύστηµα εκπαίδευσης και κατάρτισης του αλλοδαπού πληθυσµού. Η διδασκαλία της γλώσσας της χώρας υποδοχής ως «εύτερης/ξένης» οφείλει, πρωτίστως, να βοηθήσει το µετανάστη να αναπτύξει όλες τις δεξιότητές του και να αποκτήσει µια ταυτότητα που να συνάδει µε τις πραγµατικές συνθήκες κοινωνικοποίησής του. Το ζήτηµα των µαθηµάτων γλώσσας δεν αφορά αποκλειστικά σε ανήλικους µαθητές, απεναντίας, περικλείει όλο το φάσµα του µεταναστευτικού πληθυσµού, δηλαδή ανήλικους και ενήλικους µετανάστες. Στην παρούσα µελέτη θα ασχοληθούµε µε τη δεύτερη κατηγορία τους ενήλικους µετανάστες. Η εκπαίδευση ενηλίκων παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες. Συγκεκριµένα, ένα ενήλικο άτοµο χαρακτηρίζεται από τρία συγκεκριµένα χαρακτηριστικά: πλήρη ανάπτυξη, αυτονοµία, αίσθηση προοπτικής (Rogers A σελ. 61). Η πλήρης ανάπτυξη παραπέµπει στην προσωπική ωρίµανση και αξιοποίηση των ικανοτήτων του ατόµου. Η αυτονοµία αναφέρεται στην υπευθυνότητα ως προς τη λήψη συγκεκριµένων αποφάσεων για την εξέλιξή του, τη συµπεριφορά του, τις αντιδράσεις και τις πράξεις του. Η αίσθηση προοπτικής αφορά σε συσσωρευµένες εµπειρίες που αν τις αξιοποιήσει ορθά θα επιτύχει µια ισορροπηµένη ένταξη στην κοινωνία. Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά καθορίζουν σε µεγάλο βαθµό τον τρόπο και τη µεθοδολογία των προγραµµάτων εκπαίδευσης ενηλίκων. Έτσι, λοιπόν, η κατάρτιση ενηλίκων επιδιώκει : α/ την προώθηση της προσωπικής ανάπτυξης, β/ την τόνωση της υπευθυνότητας και της αυτοπεποίθησης και γ/ την ενθάρρυνση ανάπτυξης αίσθησης προοπτικής (Rogers 1999, σελ. 63). Η διδασκαλία της γλώσσας ως «εύτερης/ξένης» αποτελεί µια σχεδιασµένη µαθησιακή δραστηριότητα που προϋποθέτει τη συµµετοχή δύο µερών. Από τη µια πλευρά τον εκπαιδευτή, ο οποίος σχεδιάζει, προγραµµατίζει και υλοποιεί τη διαδικασία της µάθησης και από την άλλη τον εκπαιδευόµενο, ο οποίος συµµετέχει σε αυτή τη δραστηριότητα προκειµένου να επιτύχει ένα συγκεκριµένο σκοπό που στην περίπτωση των µεταναστών δεν είναι άλλος από την απόκτηση δυνατότητας επικοινωνίας στο κυρίαρχο γλωσσικό περιβάλλον της κοινωνίας υποδοχής. Η σχεδιασµένη µαθησιακή δραστηριότητα αποσκοπεί στην παροχή οργανωµένων συνθηκών για µάθηση µέσα από ένα δοµηµένο εκπαιδευτικό πρόγραµµα που έχει 17

18 κατάλληλα τεθεί στην υπηρεσία ενός σκοπού. Μια σχεδιασµένη µαθησιακή δραστηριότητα διακρίνεται σε τρία βασικά χαρακτηριστικά: α/ είναι επαγωγική και πολλαπλασιαστική, αναπτύσσεται δηλαδή σε συγκεκριµένα στάδια µε τις κατάλληλες µεταξύ τους συνδέσεις, β/ οικοδοµείται στη βάση συγκεκριµένων γενικών αρχών, τις οποίες ο εκπαιδευόµενος µπορεί να χρησιµοποιήσει ανάλογα µε την περίσταση σε διαφορετικές καταστάσεις, γ/ τέλος, είναι ολοκληρωµένη µε την έννοια ότι ακολουθεί ένα συγκεκριµένο κύκλο, µε συγκεκριµένους στόχους που θα πρέπει να ολοκληρωθούν προκειµένου να δώσουν την ευκαιρία στον εκπαιδευόµενο να περάσει σε επόµενα στάδια µάθησης. Ένα ιδιαίτερα σηµαντικό στοιχείο στη διδακτική της γλώσσας της χώρας υποδοχής είναι ο δυναµικός της χαρακτήρας. Υπάρχει µια συνεχής αλληλόδραση µεταξύ εκπαιδευτή και εκπαιδευοµένων. Με άλλα λόγια, η εκπαίδευση δεν σταµατά στην αποσαφήνιση κάποιων γραµµατικών ή συντακτικών κανόνων. Ο εκπαιδευτής δρα συνέχεια, αξιολογώντας το εκπαιδευτικό του υλικό σε συνδυασµό µε την πρόοδο των εκπαιδευοµένων. Οι τελευταίοι, µε τη σειρά τους, συµβάλλουν ενεργά στην προσαρµογή των µαθηµάτων στις ανάγκες τους µέσα από ένα διαρκή διάλογο µε τον εκπαιδευτή. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει τη διαρκή ανανέωση των στόχων και την παροχή ποιοτικών γνώσεων προσαρµοσµένων στις απαιτήσεις της κοινωνίας υποδοχής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, διαµορφώθηκε και διαδόθηκε µια νέα αντίληψη για τη γλώσσα και τον τρόπο διδασκαλίας της στους ενήλικους µετανάστες που δίνει έµφαση στις ακόλουθες παραµέτρους: α/ οι µετανάστες συµµετέχουν σε ένα πρόγραµµα εκµάθησης της γλώσσας µε δεδοµένες προθέσεις, υποκινούµενοι από την αίσθηση της ανάγκης. Με άλλα λόγια, επιθυµούν να µάθουν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής για να προσαρµοστούν καλύτερα και γρηγορότερα στο κοινωνικό περιβάλλον ή για να αποκτήσουν ένα πιστοποιητικό γλωσσοµάθειας που τους είναι απαραίτητο για την εξέλιξή τους, β/ παρακολουθούν µαθήµατα έχοντας ορισµένες προσδοκίες αναφορικά µε τη µαθησιακή διεργασία, η οποία βασίζεται στις αντιλήψεις που έχουν σχετικά µε το «τι είναι εκπαίδευση και σε τι αποβλέπει», τέλος, γ/ έχουν ήδη αναπτύξει έναν τρόπο µάθησης που ποικίλλει ανάλογα µε τη χώρα καταγωγής τους. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι η µεθοδολογία, στη βάση της οποίας πραγµατοποιείται η διδασκαλία της γλώσσας ως «εύτερης/ξένης», θα πρέπει να λαµβάνει υπ όψιν τόσο τα βασικά χαρακτηριστικά που διέπουν ένα ενήλικο άτοµο 18

19 όσο και τις επιµέρους παραµέτρους που συναρτώνται µε το µεταναστευτικό πληθυσµό. Στο παρελθόν, οι τρείς βασικές µέθοδοι διδακτικής ήταν η µέθοδος γραµµατικής-µετάφρασης, η προφορική προσέγγιση και η µέθοδος εκµάθησης µέσα από καταστάσεις (η διαφοροποίησή τους βασίζεται στη βαρύτητα που αποδίδει κάθε µια εξ αυτών στη δοµή και στη χρήση της γλώσσας). Η επικρατέστερη, τα τελευταία χρόνια, µέθοδος που υιοθετείται στο χώρο διδασκαλίας της γλώσσας ως «εύτερης/ξένης» είναι η Επικοινωνιακή Προσέγγιση. Πυρήνας της διδακτικής αυτής της µεθόδου είναι η επικοινωνία και η αντίληψη ότι η γλώσσα αποτελεί εργαλείο για τη διαπροσωπική επικοινωνία στο κοινωνικό περιβάλλον της χώρας υποδοχής. Η νέα αυτή θεωρητική προσέγγιση της διδακτικής δίνει έµφαση στη λειτουργική-επικοινωνιακή διάσταση της γλώσσας. Θέτει ως σκοπό να καταστήσει τους εκπαιδευόµενους ικανούς να χρησιµοποιήσουν τη γλώσσα µε τον κατάλληλο, για κάθε περίσταση, τρόπο και να αναπτύξουν κριτική συνείδηση των χρήσεων και λειτουργιών της. Στο επίκεντρο, λοιπόν, της επικοινωνιακής προσέγγισης βρίσκεται η επικοινωνιακή ικανότητα, σύµφωνα µε την οποία αυτό που κυρίως ενδιαφέρει είναι η καταλληλότητα και αποτελεσµατικότητα στη χρήση της γλώσσας. Προς αυτή την κατεύθυνση, η χρήση της γλώσσας της χώρας υποδοχής θεωρείται ως µοναδικός κώδικας επικοινωνίας, ο οποίος χρησιµοποιείται από το διδάσκοντα τόσο κατά την ώρα της εκπαίδευσης όσο και όταν συζητά µε τους εκπαιδευόµενους εκτός του µαθήµατος. Παράλληλα, βασική αρχή της Επικοινωνιακής προσέγγισης είναι ότι η διαµόρφωση του περιεχοµένου της διδασκαλίας ακολουθεί τις ανάγκες της οµάδαςστόχου. Για αυτό το λόγο οι εκπαιδευτές επιλέγουν συχνά στοιχεία από διάφορα βιβλία και προσαρµόζουν το υλικό στις επιµέρους γλωσσικές ανάγκες. Έµφαση θα πρέπει να δοθεί στο θεσµό των πολιτισµικών διαµεσολαβητών (άτοµα προερχόµενα από την οµάδα των µεταναστών), ο οποίος έχει υποστηρικτικό/ διαµεσολαβητικό ρόλο στη διαδικασία εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής (για µια αναλυτικότερη προσέγγιση σχετικά µε την Επικοινωνιακή µέθοδο και συγκεκριµένα: Α.Το Ρόλο του Εκπαιδευτή, Β.Τη Βασική της Αρχή και τη Μορφή του µαθήµατος, Γ.Την Αλληλεπίδραση µεταξύ των ρώντων και.το Ρόλο του Πολιτισµικού ιαµεσολαβητή βλ.παράρτηµα ΙΙΙ σελ.92). Σύµφωνα µε τον Colin Griffin όταν µιλάµε για εκπαίδευση ενηλίκων εννοούµε ότι δίνουµε δυνατότητες, διευκολύνουµε, συµβουλεύουµε, υποστηρίζουµε 19

20 και υπάρχει ουσία σε αυτό, γιατί, αντίθετα µε τα σχολεία, αυτός είναι ο πραγµατικός ρόλος του εκπαιδευτή ενηλίκων, είτε διδάσκει είτε όχι (Griffin 2004). Η άποψη αυτή συνοψίζει µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ρόλο των διδασκόντων και των πολιτισµικών διαµεσολαβητών στην εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής από τους ενήλικους µετανάστες. Συµπερασµατικά, θα πρέπει να υπογραµµιστεί η άµεση συσχέτιση µεταξύ πρόσκτησης γλωσσικών δεξιοτήτων και κοινωνικής συνοχής στο πλαίσιο ενός κοινού επικοινωνιακού κώδικα. Στην ενότητα που ακολουθεί καταγράφεται ο τρόπος που αντιλαµβάνονται και διαχειρίζονται οι εµπλεκόµενοι φορείς το ζήτηµα της ένταξης των µεταναστών και ειδικότερα το θέµα της γλώσσας ως «εύτερης/ξένης». 2. ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΥΠΟ ΟΧΗΣ ΩΣ ΗΜΟΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΕ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΟ ΕΠΙΠΕ Ο 2.1 Οι εµπλεκόµενοι φορείς Οι φορείς που εµπλέκονται στην εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής προέρχονται από ποικίλους χώρους και δραστηριοποιούνται είτε σε εθνικό είτε σε τοπικό επίπεδο. Άλλοτε, τα προγράµµατα εκµάθησης της γλώσσας διεξάγονται σε κάποιο από τα δηµόσια εκπαιδευτικά ιδρύµατα του Κράτους, άλλοτε πάλι, µέσω κάποιου οργανισµού που ιδρύθηκε ειδικά για να συµβάλει σε αυτό το σκοπό. Επίσης, µαθήµατα µπορεί να υλοποιούνται σε τοπικό επίπεδο από αντίστοιχους φορείς ή να πραγµατοποιούνται από µη κυβερνητικούς οργανισµούς ή εθελοντικούς συλλόγους. Ωστόσο, µεταξύ των εν λόγω φορέων εντοπίζονται διαφορές ως προς τη µορφή και το πλαίσιο εκπαίδευσης του µεταναστευτικού πληθυσµού. Συγκεκριµένα, η εκµάθηση της γλώσσας µπορεί να πραγµατοποιείται µε τυπικά ή άτυπα µέσα, το πρωί ή απογευµατινές ώρες, συγκεκριµένες µέρες ή όλη την εβδοµάδα. Οµοίως, διαφορές εντοπίζονται και στο σκοπό, για τον οποίο οργανώνεται η µαθησιακή διαδικασία από τους εµπλεκόµενους φορείς. Έτσι, λοιπόν, άλλοτε η εκµάθηση αποσκοπεί στην απόκτηση προσόντων για την ένταξη του µετανάστη στην κοινωνία υποδοχής και άλλοτε, στην απόκτηση πιστοποιητικού γλωσσοµάθειας που τίθεται ως όρος για τη χορήγηση ιθαγένειας ή της ιδιότητας του επι µακρόν διαµένοντος. Κρίνεται σκόπιµη η διάκριση µεταξύ τριών τοµέων στους οποίους εντάσσονται, κατά περίπτωση, οι φορείς και τα αντίστοιχα προγράµµατα διδασκαλίας της «εύτερης/ξένης»γλώσσας. Η πρώτη κατηγορία περιλαµβάνει τον «τυπικό» 20

21 τοµέα εκπαίδευσης των µεταναστών, ο οποίος αναφέρεται σε προγράµµατα που οργανώνονται από επίσηµους φορείς που συνθέτουν το εκπαιδευτικό σύστηµα, για παράδειγµα, πανεπιστήµια, σχολεία και ειδικοί φορείς που απευθύνονται αποκλειστικά στο µεταναστευτικό πληθυσµό. Η δεύτερη κατηγορία περιλαµβάνει τον «κατά συνθήκη τυπικό» τοµέα. Σε αυτή την οµάδα κατατάσσονται τα προγράµµατα που διεξάγονται από επίσηµους φορείς εκτός του εκπαιδευτικού συστήµατος (π.χ., κρατικές υπηρεσίες και φορείς επαγγελµατικής κατάρτισης). Στην τρίτη κατηγορία που αποκαλείται «µη τυπικός» τοµέας εντάσσονται οι δράσεις της Κοινωνίας Πολιτών στο ζήτηµα της εκµάθησης της γλώσσας. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των επιµέρους αυτών τοµέων είναι ότι διαπλέκονται και ορισµένες φορές σχετίζονται µεταξύ τους. Για παράδειγµα, εκπαιδευτικά προγράµµατα του τυπικού τοµέα ενδέχεται να παρέχονται από τους φορείς του αντίστοιχου κατά συνθήκη τυπικού. Στο σχήµα που ακολουθεί απεικονίζεται µε χαρακτηριστικό τρόπο η σχέση που υφίσταται µεταξύ των τριών τοµέων. Στη βάση του, βρίσκεται η «αυτοµόρφωση», η οποία αναφέρεται στην οµάδα του µεταναστευτικού πληθυσµού που µαθαίνει τη γλώσσα µέσω ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκποµπών ή µέσω ερεθισµάτων που προέρχονται από τον τύπο (Rogers 1998). ΤΥΠΙΚΟΣ Φορείς του εκπαιδευτικού συστήµατος «ΚΑΤΑ ΣΥΝΘΗΚΗ» ΤΥΠΙΚΟΣ Φορείς εκτός εκπαιδευτικού συστήµατος ΜΗ ΤΥΠΙΚΟΣ Μη κυβερνητικές οργανώσεις - Εθελοντικοί οργανισµοί ΑΥΤΟΜΟΡΦΩΣΗ Πηγή : Rogers 1998, σελ.21 21

22 Οι επιµέρους αυτοί θεσµικοί χώροι συγκροτούν στο σύνολό τους ένα πρότυπο οργάνωσης της κοινωνίας υποδοχής προσφέροντας, ταυτόχρονα, στους µετανάστες εναλλακτικές λύσεις για την απόκτηση γλωσσικών δεξιοτήτων. Στη συνέχεια, γίνεται αναφορά στο ρόλο που διαδραµατίζουν σε εθνικό και τοπικό επίπεδο το κράτος, η τοπική αυτοδιοίκηση και η κοινωνία πολιτών σχετικά µε το ζήτηµα εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής Ο ρόλος του Κράτους Το αγαθό της γνώσης αποτελεί ένα δηµόσιο αγαθό. Το Κράτος οφείλει, πρωτίστως, να διασφαλίζει την ίση συµµετοχή όλων σε αυτό. Ειδικότερα, ως προς το µεταναστευτικό πληθυσµό, οφείλει να εγγυάται την απρόσκοπτη πρόσβαση όλων των µεταναστών σε προγράµµατα που εµπλουτίζουν τις γνώσεις τους και αποβλέπουν στην οµαλή ένταξή τους στην κοινωνία 5. Το Κράτος διαδραµατίζει, στη συγκεκριµένη περίπτωση όχι µόνο το ρόλο του χρηµατοδότη και παρόχου υπηρεσιών αλλά και του ρυθµιστή και συντονιστή (βλ. σχετικά Παράρτηµα IV, α σκέλος, σελ 96). Ως προς την εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής, υπογραµµίζεται η άµεση συνάρτησή της µε όλες τις επιµέρους πολιτικές ένταξης που σχεδιάζει ο κρατικός µηχανισµός. Η πρόκληση, λοιπόν, εδράζεται στην παραγωγή µιας συντονισµένης πολιτικής που να συνδυάζει προγράµµατα διδασκαλίας της «εύτερης/ξένης» γλώσσας µε επιµέρους δράσεις ένταξης των µεταναστών. ικαίωµα παρακολούθησης των µαθηµάτων αυτών έχουν µόνο όσοι µετανάστες διαµένουν νόµιµα στη χώρα. Σε εθνικό επίπεδο την αρµοδιότητα χάραξης, παρακολούθησης και αξιολόγησης των προγραµµάτων αυτών έχει ένα ορισµένο υπουργείο ή µια εξειδικευµένη υπηρεσία. Το αρµόδιο υπουργείο ή υπηρεσία µπορούν να χρησιµοποιήσουν διάφορες τεχνικές για τη συµµετοχή και άλλων φορέων του Κράτους στο πρόγραµµα εκµάθησης της γλώσσας, αποσκοπώντας στην καθολική κάλυψη των αναγκών και των ιδιαιτεροτήτων του εν λόγω πληθυσµού. 5 Σύµφωνα µε τις Κοινές Βασικές Αρχές για την ένταξη των µεταναστών που υιοθετήθηκαν από το Συµβούλιο ικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων το 2004 (άρθρο 6):«η πρόσβαση των µεταναστών στους θεσµούς καθώς και στα δηµόσια και ιδιωτικά αγαθά και υπηρεσίες, επί ίσοις όροις µε του εθνικούς υπηκόους και χωρίς καµία διάκριση, αποτελεί βασική προϋπόθεση για µια καλύτερη ένταξη». 22

23 Ιδιαίτερο ρόλο στη διαχείριση του θέµατος εκµάθησης της γλώσσας διαδραµατίζουν επιµέρους χαρακτηριστικά του κράτους. Σύµφωνα µε τον Vermeulen µια συγκριτική µελέτη των µεταναστευτικών πολιτικών διαφορετικών χωρών κατέδειξε ότι η επιτυχία των προγραµµάτων εκµάθησης της γλώσσας εξαρτάται, εν πολλοίς, από τις υφιστάµενες δοµές στον τοµέα εκπαίδευσης. Αν, λοιπόν, σε µια χώρα οµιλούνται επισήµως περισσότερες από µια γλώσσες κατά κανόνα είναι πιο εύκολο για αυτή τη χώρα να προβεί σε συµπληρωµατικές δράσεις στον τοµέα αυτό που θα απευθύνονται στους νεοεισερχόµενους µετανάστες (Vermeulen 2003). Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί ο Καναδάς, µια χώρα µε ιδιαίτερα επιτυχηµένο σύστηµα εκµάθησης της γλώσσας για τους µετανάστες τόσο σε επίπεδο υποδοµών όσο και σε επίπεδο εκπαιδευτών. Άλλοι προσδιοριστικοί παράγοντες που συντελούν στις αποφάσεις για τη διαµόρφωση ενός προγράµµατος διδασκαλίας της γλώσσας ως «εύτερης/ξένης» πηγάζουν από τη διαφορετική ιστορία των εθνών-κρατών και τη διαφορετική εµπειρία εφαρµογής των µεταναστευτικών πολιτικών εν γένει. Επίσης, σηµαντικές συνιστώσες είναι η συγκυριακή ή µη αντιµετώπιση του φαινοµένου καθώς και µια σειρά κοινωνικών, οικονοµικών, πολιτικών και δηµογραφικών δεικτών. Οι εξελίξεις σε υπερεθνικό επίπεδο αποτελούν µια άλλη καθοριστική παράµετρο στη χάραξη και εφαρµογή πολιτικών σε επίπεδο έθνους-κράτους. Ο αντίκτυπος της επιρροής των υπερεθνικών οργανισµών όπως η ΕΕ στις αποφάσεις και δράσεις των κρατών γίνεται αισθητός και στα προγράµµατα εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής. Σε νοµοθετικό ψήφισµα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά µε στρατηγικές και µέσα για την ένταξη των µεταναστών στην ΕΕ, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «στις άµεσες προτεραιότητες της ΕΕ είναι η δηµιουργία αυξηµένων ευκαιριών για µόρφωση και εκµάθηση γλωσσών για τους µετανάστες και τους απογόνους τους και µε πόρους της Γ Εκπαίδευσης και Πολιτισµού της Επιτροπής. Τα κράτη µέλη καλούνται να προβλέψουν µέτρα που σχετίζονται µε την ένταξη των µεταναστών όπως γλωσσικά µαθήµατα» (2006/2056 INI σηµείο 30). Παράλληλα, σε Ανακοίνωση της Επιτροπής µε τίτλο «Εκπαίδευση ενηλίκων: ποτέ δεν είναι αργά για µάθηση» τονίζεται η ανάγκη επένδυσης στο µεταναστευτικό πληθυσµό και αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «τα κράτη µέλη θα πρέπει να επεκτείνουν τις ευκαιρίες εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών σε σχέση µε τη γλωσσική, κοινωνική και πολιτισµική ένταξη» (COM 2006/614 σελ.10). 23

24 Έχοντας προσεγγίσει το ρόλο του κράτους, παρατηρούµε ότι η εκπαίδευση των µεταναστών στη «εύτερη/ξένη» γλώσσα αποτελεί ένα πολυδιάστατο ζήτηµα που εµπλέκει πλήθος φορέων σε εθνικό επίπεδο και ακολουθεί τις βασικές αρχές που υιοθετεί κάθε κράτος για τη µεταναστευτική πολιτική. Σε κάθε περίπτωση, η δραστηριοποίηση αποκλειστικά και µόνο του κρατικού µηχανισµού κρίνεται ελλιπής αν λάβει κανείς υπ όψιν τους ανασταλτικούς παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγή της εν λόγω εκπαιδευτικής πολιτικής Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Η ένταξη των µεταναστών στην τοπική κοινωνία µπορεί να προσφέρει πολλά οφέλη σε οικονοµικό, πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο. Οι φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης καλούνται να διαδραµατίσουν ένα διττό ρόλο στο ζήτηµα της διαχείρισης του µεταναστευτικού φαινοµένου. Από τη µια πλευρά, είναι επιφορτισµένοι µε την εφαρµογή του νοµοθετικού πλαισίου για τους µετανάστες που χαράσσεται σε εθνικό επίπεδο και από την άλλη, καλούνται να ανταποκριθούν στις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και να εισαγάγουν νέες δράσεις µε απώτερο σκοπό την οµαλή κοινωνική ένταξη του µεταναστευτικού πληθυσµού. Η σηµασία της δράσης των τοπικών φορέων λαµβάνει ακόµα µεγαλύτερη βαρύτητα στα µεγάλα αστικά κέντρα. Και τούτο διότι κύριο χαρακτηριστικό των πόλεων αυτών είναι η διαρκής µεγέθυνσή τους που συνδέεται µε την έλευση και εγκατάσταση της πλειονότητας των µεταναστών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τοπική Αυτοδιοίκηση καλείται να αναπτύξει πολιτικές που προωθούν την κοινωνική συνοχή και ευηµερία σε τοπικό επίπεδο. Η ευθύνη που αναλαµβάνουν οι τοπικοί φορείς συναρτάται άµεσα µε το γεγονός ότι ο µετανάστης βιώνει την καθηµερινότητά του, εργάζεται, κοινωνικοποιείται και δραστηριοποιείται σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας. Συνεπώς, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, βασιζόµενη στην αρχή της επικουρικότητας και αναλογικότητας, καλείται να διαχειριστεί διάφορα θέµατα ένταξης των µεταναστών ως ο εγγύτερος προς αυτούς φορέας παραγωγής πολιτικής. Ειδικότερα, η εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής βρίσκεται στο επίκεντρο των δράσεων σε τοπικό επίπεδο. Στόχος των προγραµµάτων είναι η απόκτηση γνώσεων που ανταποκρίνονται στις καθηµερινές ανάγκες των µεταναστών και η καταπολέµηση του κοινωνικού αποκλεισµού στις τοπικές κοινωνίες. Τα 24

25 µαθήµατα απευθύνονται είτε σε νεοεισερχόµενους µετανάστες αποκλειστικά είτε στο σύνολο των µεταναστών που επιθυµεί να εµπλουτίσει ή να βελτιώσει τις γνώσεις του. Η διερεύνηση του ρόλου των τοπικών φορέων στον τοµέα γλωσσικής εκπαίδευσης των µεταναστών αναδεικνύει τον τοπικό χαρακτήρα της εν λόγω πολιτικής. Ιδανικά, η Τοπική Αυτοδιοίκηση ενσαρκώνει τα θετικά στοιχεία µιας µικρής σε κλίµακα κοινωνίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, µπορεί να προσφέρει υπηρεσίες προσαρµοσµένες στις εξειδικευµένες ανάγκες των µεταναστών. Πέραν τούτου όµως, διάφοροι ανασταλτικοί παράγοντες τη φέρνουν ενώπιον των αδυναµιών της σχετικά µε την παροχή ολοκληρωµένων υπηρεσιών εκµάθησης της γλώσσας (βλ. σχετικά Παράρτηµα IV, β σκέλος, σελ. 97) Ο ρόλος της Κοινωνίας Πολιτών Οι πυλώνες µιας σύγχρονης, ανοιχτής και δηµοκρατικής κοινωνίας είναι: α/ µια υγιώς λειτουργούσα οικονοµία της αγοράς, β/µια αποτελεσµατική και κοντά στον πολίτη δηµόσια σφαίρα και γ/µια ανεξάρτητη από ιδιωτικές ή κυβερνητικές επιρροές Κοινωνία Πολιτών. Η Κοινωνία Πολιτών είναι, λοιπόν, ένας αυτοτελής χώρος µεταξύ ιδιωτικής οικονοµίας και των επίσηµων πολιτικών θεσµών µιας κοινωνίας, τους οποίους αναπόδραστα συµπληρώνει χωρίς να τους υποκαθιστά, µέσα στον οποίο διασφαλίζεται η ποιότητα και το βάθος µιας συµµετοχικής και αλληλοελεγχόµενης δηµοκρατίας (Γιαννής 2007). Στην Κοινωνία Πολιτών εντάσσονται οι εθελοντικές και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (στο εξής ΜΚΟ), οι οµάδες συµφερόντων, τα κοινωνικά κινήµατα, οι πολιτικές οµάδες µε ευρύτερους στόχους καθώς επίσης και το σύνολο των πολιτιστικών και εκπαιδευτικών οµάδων. Οι θεσµοί αυτοί συµπράττουν στην παραγωγή δηµόσιας πολιτικής, αν και δεν αποτελούν µέρος της επίσηµης πολιτικής διαδικασίας. Ο βαθµός επιτυχούς εκπλήρωσης της αποστολής τους εξαρτάται µεταξύ άλλων από το βαθµό ανεξαρτησίας τους. Στην παρούσα µελέτη, η ανάλυση της σχέσης Κοινωνίας Πολιτών και κοινωνικής ένταξης των µεταναστών και ειδικότερα ο ρόλος της στον τοµέα εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής πραγµατοποιείται µε την εξέταση επιµέρους φορέων που δραστηριοποιούνται στο εν λόγω πεδίο. Πρόκειται για τις Οργανώσεις Μεταναστών, τις Εθελοντικές και τις Μη Κυβερνητικές οργανώσεις, η εµπλοκή των οποίων στη διαδικασία απόκτησης γλωσσικών δεξιοτήτων είναι 25

26 καθοριστική (για τα Κύρια Χαρακτηριστικά των ως άνω Φορέων βλ. σχετικά Παράρτηµα IV, γ σκέλος, σελ 98 ). Η σηµασία που αποδίδεται δικαιολογείται από το γεγονός ότι πρόκειται για ένα πεδίο δράσης που απαιτεί εξειδικευµένες γνώσεις. Η Κοινωνία Πολιτών αναλαµβάνει, κατ αρχάς, συµβουλευτικό ρόλο και εµµέσως ασκεί κριτική στην υφιστάµενη δηµόσια πολιτική που ακολουθείται στον εν λόγω τοµέα. Με αυτό τον τρόπο δίδεται η δυνατότητα αποτελεσµατικότερης αντιµετώπισης των προκλήσεων. Η εξειδίκευση µη κρατικών φορέων στην εκπαίδευση ενηλίκων µεταναστών ή στη µεθοδολογία διδασκαλίας αναλφάβητων ατόµων ενδυναµώνει το έργο που επιτελείται και αυξάνει τις πιθανότητες για καλύτερα αποτελέσµατα. Οι φορείς της Κοινωνίας Πολιτών λειτουργούν, επίσης, και ως πάροχοι υπηρεσιών απευθυνόµενοι - τις περισσότερες φορές - τόσο σε νόµιµους µετανάστες όσο και σε αλλοδαπούς χωρίς νοµιµοποιητικά έγγραφα. Τα µαθήµατα γλώσσας έχουν διπλή χρησιµότητα, αφενός µεν βοηθούν το µετανάστη να ενταχθεί οµαλά στην κοινωνία, αφετέρου δε, του δίνουν την ευκαιρία να βιώσει άµεσα τη χρησιµότητα συνεισφοράς στα κοινά µέσω της συµµετοχής σε θεσµούς της Κοινωνίας Πολιτών. Με άλλα λόγια, λαµβάνει µια ευρύτερη άτυπη εκπαίδευση που του επιτρέπει να αναπτύξει θετική στάση απέναντι στην κοινωνία υποδοχής, να εµβαθύνει στην έννοια της δηµοκρατίας και ταυτόχρονα να ενισχύσει την αυτοεκτίµηση και αυτοπεποίθησή του. Η επιτυχής ή µη δραστηριοποίηση των µη κρατικών φορέων στην παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών συναρτάται µε πλήθος παραγόντων. Ο κυριότερος αναφέρεται στη διάκριση µεταξύ των θεσµών της Κοινωνίας Πολιτών που λαµβάνουν χρηµατοδότηση από Κράτος και υπερεθνικούς φορείς για τις δράσεις αυτές και των υπολοίπων που δραστηριοποιούνται χωρίς καµία χρηµατική ή άλλου είδους ενίσχυση. Στην πρώτη κατηγορία, οι φορείς αποτελούν µέρος του ολοκληρωµένου προγράµµατος δράσης που εκπονείται σε εθνικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, έχουν λιγότερη ελευθερία κινήσεων σε σχέση µε τη δεύτερη οµάδα που παρουσιάζει µεγαλύτερη ευελιξία. Από τη άλλη πλευρά, στην πρώτη περίπτωση οι δράσεις αυτές έχουν µεγαλύτερη βιωσιµότητα. Συνοψίζοντας, τα κυριότερα στοιχεία που συνθέτουν το ρόλο της Κοινωνίας Πολιτών στην εκµάθηση της γλώσσας θα µπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε δύο βασικές λειτουργίες: α/ τη συµβουλευτική και β/ την παροχή υπηρεσιών, στις οποίες περιλαµβάνεται η ευρύτερη παιδεία των µεταναστών. Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι 26

27 οι θεσµοί αυτοί πέραν των εφοδίων που προσφέρουν για την κοινωνικοποίηση των ατόµων, συνιστούν για τον ίδιο το µετανάστη έναν αυτοτελή προορισµό. Με άλλα λόγια, αποτελούν ένα πεδίο ελευθερίας και ανάπτυξης της προσωπικότητας του αλλοδαπού πληθυσµού (βλ. σχετικά Παράρτηµα IV,σελ 99). 2.2 Η «εύτερης/ξένη» γλώσσα ως έκφραση δηµόσιας πολιτικής Η θεωρητική διαδροµή που έχει διανυθεί στην ενότητα αυτή, µέχρι στιγµής, αποτυπώνει τις επιµέρους διαστάσεις του ζητήµατος, εστιάζοντας στο διαφορετικό κατά περίπτωση ρόλο που καλούνται να διαδραµατίσουν διαδοχικά οι δρώντες στη διαδικασία διαµόρφωσης του πλαισίου για την εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής. Στόχος της παρούσας θεωρητικής ανάλυσης είναι να προσφέρει το πλαίσιο µέσα στο οποίο ερµηνεύεται η σύγκλιση δοµών και δρώντων στο πεδίο παραγωγής πολιτικής αναφορικά µε την εκµάθηση της γλώσσας. Προκειµένου να καταστεί κάτι τέτοιο εφικτό κρίνεται αναγκαίο να συνυπολογισθούν οι επιµέρους ρόλοι, σε επίπεδο θεσµών και δρώντων, στη βάση µιας κοινής πολιτικής για την εκµάθηση της «εύτερης/ξένης» γλώσσας. Σηµείο εκκίνησης αποτελεί η παραδοχή ότι το πεδίο εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής από τους ενήλικους µετανάστες αποτελεί µέρος της ευρύτερης εκπαιδευτικής πολιτικής η οποία µε τη σειρά της νοείται ως δηµόσια πολιτική. Μια δηµόσια πολιτική συνιστά ένα σύστηµα συγκεκριµένης δράσης, µέσα στο οποίο οι δρώντες κινητοποιούν διάφορα µέσα στο πλαίσιο σύνθετων στρατηγικών και επιδιώκουν την πραγµάτωση των στόχων που έχουν τεθεί. Η διαµόρφωση και εφαρµογή των δηµοσίων πολιτικών σχετίζεται άµεσα µε τη θεωρία του Κράτους. Η ανάλυση που θα ακολουθήσει περιλαµβάνει διαφορετικές θεωρητικές αντιλήψεις και τρόπους ιεράρχησης και διάρθρωσης των σχέσεων ανάµεσα στην Κοινωνία και το Κράτος µέσα στο ευρύτερο πλαίσιο παραγωγής δηµόσιας πολιτικής Κρατική και Πλουραλιστική προσέγγιση : δύο παραδοσιακές αντιλήψεις Σύµφωνα µε τους εκπροσώπους της κρατικής προσέγγισης, το Κράτος συνιστά το αποτέλεσµα µιας διαλεκτικής σχέσης µε την κοινωνία. Παραγόµενο από αυτή, συµµετέχει επίσης στην παραγωγή της. Κατά τον Γερµανό φιλόσοφο Hegel το Κράτος αποκτά κεντρική θέση ως τόπος «καθολικής πρόνοιας». Ως εκ τούτου, η 27

28 δράση του «υπέρκειται πολυάριθµων ιδιαίτερων συµφερόντων της κοινωνίας πολιτών» στη βάση ενός κοινού συµφέροντος (Βλάχος 1978 Β, Muller - Surel 2002). Η κρατική θεωρητική αντίληψη προσεγγίζει το Κράτος στην ενότητά του, ως όργανο µε κατεξοχήν συγκεντρωτικό και ορθολογικό χαρακτήρα που διασφαλίζει τη συνοχή και το συντονισµό των κοινωνικών λειτουργιών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, διαµορφώνεται το νέο-κορπορατιστικό ρεύµα που επικεντρώνεται σε µια µορφή σύγχρονης διαµεσολάβησης ανάµεσα στο Κράτος και τις οµάδες συµφερόντων. Συγκεκριµένα, η δράση του Κράτους περιγράφεται ως το παράγωγο µιας θεσµοθετηµένης σχέσης ανάµεσα σε έναν περιορισµένο αριθµό δηµοσίων και ιδιωτικών δρώντων. Πρόκειται για τη θεµελιωµένη τριµερή σχέση Κράτους, συνδικάτων και εργοδοτών για την παραγωγή δηµόσιας πολιτικής. Η σχέση αυτή χρησιµοποιείται αργότερα από τους Muller και Jobert για να υποδηλώσει τον σηµαίνοντα ρόλο των κρατικών θεσµών στην αναγνώριση και παραγωγή εκπροσώπων των κοινωνικών συµφερόντων, τελικώς, στην ίδια παραγωγή των δηµόσιων πολιτικών (Muller and Jobert 1987). Στον αντίποδα της κρατικής προσέγγισης βρίσκεται η πλουραλιστική, σύµφωνα µε την οποία το Κράτος θεωρείται παράγωγο της κοινωνίας και είναι το αποτέλεσµα ισχυρών κοινωνικών διαδικασιών. Η πλουραλιστική θεωρία εστιάζει στον κοινωνικό χαρακτήρα του κράτους. Το περιεχόµενο του µοντέλου αυτού προσλαµβάνει µε την πάροδο των ετών νέες διαστάσεις, όπως αυτή του Mc Farland, οποίος αναγνωρίζει τη δυνατότητα µιας δοµικής ανισότητας ανάµεσα στις οµάδες συµφερόντων ( Mc Farland 1987). Για τους υποστηρικτές της πλουραλιστικής προσέγγισης η παραγωγή δηµόσιας πολιτικής είναι το αποτέλεσµα διαφορετικών πιέσεων που ασκούνται από τις εµπλεκόµενες οµάδες συµφερόντων, οι οποίες δρουν σε ένα περιβάλλον ανταγωνισµού ανεξάρτητα από το Κράτος. Υπό αυτή την έννοια, η δράση του Κράτους αποτελεί ένα «τυχαίο αποτέλεσµα ελεύθερης αντιπαράθεσης των ιδιαίτερων συµφερόντων» (Muller 2002, σελ.70). Η ανάλυση των δηµοσίων πολιτικών µέσα από αυτές τις δύο προσεγγίσεις αντανακλά δύο ακραίες θέσεις, οι οποίες συνιστούν διαφορετικές όψεις της δράσης του Κράτους δεδοµένου ότι το τελευταίο εκφράζει συγχρόνως την ενότητα και την ποικιλία της κοινωνίας. 28

29 2.2.2 Η µετατόπιση προς το Νέο-θεσµισµό Η νέο-θεσµική προσέγγιση εµφανίζεται στην πολιτική επιστήµη το 1984 από τους March και Olsen µε σαφή πρόθεση να επιφέρει τοµή στις παραδοσιακές προσεγγίσεις του συµπεριφορισµού και πλουραλισµού. Τα θεµελιώδη στοιχεία του νέο-θεσµισµού εστιάζονται σε δύο ουσιαστικές διαστάσεις: αφενός µεν οι θεσµοί συνιστούν έναν παράγοντα τάξης στην πολιτική δραστηριότητα µειώνοντας το χαοτικό χαρακτήρα διαφορετικών πιέσεων από ανταγωνιστικές οµάδες, αφετέρου δε, διαµορφώνουν το νόηµα που δίνουν οι δρώντες στη δράση τους. Οι νέο-θεσµιστές δεν αποδέχονται ότι µέσα από την εξέταση συµπεριφορικών ή κοινωνιο-ψυχολογικών χαρακτηριστικών είναι δυνατόν να εξηγήσει κανείς την ατοµική ή συλλογική δράση. Απεναντίας, θεωρούν ότι µέσα από τους θεσµούς δίδεται η δυνατότητα ερµηνείας συµπεριφορών και δράσεων σε επίπεδο ατόµου, οµάδας ή κοινωνικού συνόλου. Πρόκειται, λοιπόν, για την αυτόνοµη επίδραση των θεσµών στην ατοµική συµπεριφορά και, µέσω αυτής, στις εκβάσεις των δηµοσίων πολιτικών. Ο Gohler αναφέρεται στη συµβολική σηµασία των θεσµών και συγκεκριµένα τονίζει ότι µε τη βοήθεια των συµβόλων, οι πολιτικοί θεσµοί προβάλλουν τους απαιτούµενους βασικούς προσανατολισµούς για τους πολίτες µιας κοινότητας (Gohler 1996, Τσινισιζέλης 2001) Σκοπός του νέο-θεσµισµού είναι να διατυπώσει µια νέα προσέγγιση στην παραγωγή δηµόσιων πολιτικών. Οι θεσµοί, αποτελούν την ειδοποιό διαφορά στη διαδικασία οργάνωσης της δηµόσιας ζωής. Ορίζονται ως σύνολα από κανόνες και νόρµες που ενεργούν «ως παρεµβαίνουσες µεταβλητές ανάµεσα στις προτιµήσεις των δρώντων και τις εκροές πολιτικής» (Rosamond 2000, Χρυσοχόου 2003 σελ.211). Ο ρόλος του Κράτους σε σχέση µε την ανάλυση δηµοσίων πολιτικών επανεξετάζεται µέσα σε ένα σφαιρικό περιβάλλον. Βασική θέση της νέο-θεσµικής προσέγγισης είναι ότι οι θεσµοί επηρεάζουν τα αποτελέσµατα πολιτικής. Θεσµοί και δηµόσια δράση συνδέονται άµεσα. Το κρίσιµο ερώτηµα που προκύπτει είναι το εξής: οι θεσµοί έχουν σηµασία, αλλά για ποιο λόγο; Η απάντηση έρχεται από τον Bulmer, ο οποίος αναφέρει ότι «οι θεσµοί έχουν σηµασία αφού οι πολιτικοί αγώνες διεξάγονται µέσα σε ένα πλαίσιο θεσµικών διευθετήσεων» (Bulmer 1993, Χρυσοχόου 2003 σελ.217). Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η δηµόσια πολιτική είναι το αποτέλεσµα της πολύπλοκης, και συχνά απρόβλεπτης, αλληλεπίδρασης µεταξύ κυβερνητικών, µη 29

30 κυβερνητικών θεσµών ή άλλων θεσµικών συνόλων. Το γεγονός αυτό διαφοροποιεί το νέο-θεσµισµό από τον τυπικό-νοµικίστικο θεσµισµό (Shepsle 1989, Asbjorn Sonne Norgaard 1996). Από τις τρείς τάσεις της νέας-θεσµικής προσέγγισης - ιστορικός, ορθολογικός και κοινωνιολογικός θεσµισµός - στη συγκεκριµένη ανάλυση προκρίνεται η τελευταία, η οποία παρέχει ικανοποιητική ερµηνεία ως προς το ρόλο δοµών και δρώντων στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής των ενηλίκων µεταναστών (για την παρουσίαση των λοιπών Τάσεων βλ. Παράρτηµα V, σελ. 101). Στον Κοινωνιολογικό θεσµισµό, ο όρος θεσµός περιλαµβάνει όχι µόνο τυπικούς κανόνες, διαδικασίες ή νόρµες, αλλά και συστήµατα συµβολισµών, γνωσιολογικές συγγραφές και ηθικά πρότυπα που παρέχουν το εννοιολογικό πλαίσιο, το οποίο κατευθύνει την ανθρώπινη δράση (Hall and Taylor 1996). Ο Κοινωνιολογικός θεσµισµός θεωρεί ότι οι θεσµοί δεν ασκούν απλώς επιρροή αλλά διαµορφώνουν τις προτιµήσεις των δρώντων. Οι στόχοι των δρώντων είναι άµεσα εξαρτηµένοι από τους θεσµούς, καθώς τα ίδια τα κίνητρα των πρώτων σχηµατίζονται βάσει των τελευταίων. Πέραν τούτου, ο κοινωνιολογικός θεσµισµός αποδίδει ιδιαίτερη έµφαση στην «κουλτούρα» η οποία «περιλαµβάνει τις θεµελιώδεις γνωσιολογικές οµοιότητες που έχουν ως αποτέλεσµα οι άνθρωποι να µοιράζονται αντιλήψεις για τον κόσµο γύρω τους» (Aspinwall and Schneider 2000). Προς την κατεύθυνση αυτή, εστιάζει στις γνωσιακές ιδιότητες των θεσµών, δηλαδή, τον τρόπο µε τον οποίο οι θεσµοί επηρεάζουν τη συµπεριφορά των δρώντων. Έτσι, «οι θεσµοί γίνονται οι µηχανισµοί µέσω των οποίων ο κόσµος αποκτά νόηµα για τους κοινωνικούς δρώντες» (Olsen and Peters 1996, Χρυσοχόου 2003, σελ ). Ειδικότερα, η συλλογική συµπεριφορά ή δράση «δοµείται από τους ίδιους τους θεσµούς ή τη διαδικασία θεσµοθέτησης, µέσω της οποίας βρίσκουν εφαρµογή οι κανόνες ή οι νόρµες, ότι δηλαδή γίνονται αποδεκτοί και ότι οι παραβιάσεις εις βάρος τους οδηγούν σε κυρώσεις που θεωρούνται νόµιµες από τους ενδιαφερόµενους» (Χρυσοχόου 2003). Ακολουθώντας τη λογική αυτή, οι θεσµοί θεωρούνται οργανισµοί που έχουν τα δικά τους συµφέροντα όπως για παράδειγµα την ανάπτυξη ή επιβίωσή τους. Τα συµφέροντα αυτά αντικατοπτρίζουν ιστορικές κληρονοµιές, εθνικά συµφέροντα ή ανάγκες της κοινωνίας. Έτσι, για παράδειγµα, οι κυβερνήσεις προάγουν συµφέροντα που αντικατοπτρίζουν την εικόνα τους σε συνδυασµό µε αυτά που έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν στην κοινωνία. 30

31 Το Κράτος θεωρείται ως ένα συγκρότηµα χαλαρά συνδεδεµένων οργανώσεων, που αλληλεπιδρούν µεταξύ τους και ξεχωριστά µε διάφορες οµάδες συµφερόντων. Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να υπογραµµιστεί ότι τα όρια δράσης µεταξύ των θεσµών του Κράτους και της Κοινωνίας Πολιτών ποικίλλουν ανάλογα µε τον τόπο και τη χρονική περίοδο. Η όλη αυτή διαδικασία δεν συνιστά το αποτέλεσµα µιας πολιτικής εξισορρόπησης αντιθέσεων ισοδύναµων οµάδων. Αντιθέτως, περιγράφεται ένα πρότυπο, όπου οι επιρροές για αλλαγή πολιτικής προέρχονται τόσο από το εσωτερικό του Κράτους όσο και εκτός των ορίων αυτού. Από την κυρίαρχη θέση του νέο-θεσµισµού, σύµφωνα µε την οποία οι θεσµοί αποτελούν την ειδοποιό διαφορά στη διαδικασία οργάνωσης της δηµόσιας ζωής, προκύπτει µια σειρά από θεωρητικά ερωτήµατα αναφορικά µε τους θεσµούς που εµπλέκονται στη διαδικασία εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Πρόκειται για θέµατα που αφορούν στη θεσµική δυναµική οικοδόµησης ενός ολοκληρωµένου µοντέλου εκµάθησης της γλώσσας, η πραγµάτευση των οποίων πρόκειται να µας απασχολήσει στο Γ µέρος της µελέτης αυτής Η ανάγκη συγκερασµού: ιαδικαστική Θεωρία περί ιαβούλευσης. Σχετικά µε την ανάγκη σύγκλισης των εµπλεκόµενων φορέων στη βάση της συλλογικής διαχείρισης του τοµέα γλωσσικής εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών αναφέρεται χαρακτηριστικά µια γενικότερη τοποθέτηση που προσιδιάζει στο εν λόγω ζήτηµα, σύµφωνα µε την οποία οι θεσµοί προσφέρουν «έναν ειρηνικό τρόπο αλλαγής των κανόνων του παιχνιδιού µέσω της πολιτικής των διαβουλεύσεων» (Χρυσοχόου 2003, σελ.213). Πως γίνεται όµως ο συγκερασµός συµφερόντων και αντιλήψεων σε µια σχέση άνισων εταίρων όπως αυτή µεταξύ Κράτους, Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Κοινωνίας Πολιτών; Απάντηση σε αυτό τα ερωτήµατα δίδεται µέσω της θεωρίας της ηµόσιας ιαβούλευσης. Στο επίκεντρο της θεωρίας αυτής προβάλλει ένα πρότυπο παραγωγής δηµόσιας πολιτικής, στο οποίο κυριαρχεί η σχέση δρώντων του Κράτους µε αντίστοιχους της Κοινωνίας Πολιτών που συµµετέχουν ως διακριτοί πόλοι στη συζήτηση, το διαφωτισµό, τη ζύµωση απόψεων ως προς το τι και το πώς της σχέσης µεταξύ διοίκησης και αυτών των ιδίων (Σωτηρόπουλος 2004). Η θεωρία της ηµόσιας ιαβούλευσης ερείδεται στην ελευθερία της έκφρασης. Εκκινώντας από τη βασική αυτή θέση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει 31

32 η θεωρητική προσέγγιση του Habermas. Σύµφωνα, λοιπόν, µε τη ιαδικαστική θεωρία περί ιαβούλευσης, όπως αυτή έχει διατυπωθεί από το Γερµανό κοινωνιολόγο, η διαβούλευση αποτελεί διαδικασία µέσω της οποίας ιδρύεται η ορθότητα της απάντησης σε πρακτικά, ηθικά ή πολιτικά ερωτήµατα (Habermas 1999). Κορυφαία στιγµή της διαδικασίας αυτής αποτελεί η επίτευξη συναίνεσης µεταξύ των εµπλεκοµένων µέσα σε ένα πλαίσιο τήρησης απαραίτητων διαδικαστικών κανόνων. Βασικό σηµείο της θεωρητικής αυτής προσέγγισης είναι ο διαχωρισµός µεταξύ «σκληρού πυρήνα (µη προσδιοριζόµενου από τις ουσιαστικές πτυχές της διαδικασίας) της ουσίας και σκληρού πυρήνα της διαδικασίας, ο οποίος πλαισιώνει την ουσία της επιλογής» (Habermas 1983, Σωτηρόπουλος 2004, σελ.80). Κατά τη θεωρητική ανάλυση του περιεχοµένου της έννοιας της διαβούλευσης ο Habermas προβαίνει σε µια διάκριση µεταξύ ουσίας και διαδικασίας. Ο όρος ουσία χρησιµοποιείται για να περιγράψει κάθε θεωρητική αναζήτηση που συντελείται κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης και το πόρισµα που προκύπτει από αυτή. Από τη άλλη, ο όρος διαδικασία αναφέρεται στην αποτίµηση που λαµβάνει χώρα εκ των υστέρων σχετικά µε την ορθότητα της απόφασης και «γνησιότητα της συναίνεσης» (Habermas 1983, Σωτηρόπουλος 2004, σελ.80-81). Η αποτίµηση δεν αφορά στον έλεγχο της ουσίας της επιλογής, αλλά στο αν τηρήθηκαν οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της διαβούλευσης. Το περιεχόµενο της διαβούλευσης προσδιορίζεται αυτόβουλα από τους συµµετέχοντες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων τίποτα ως προς την ουσία της τελικής επιλογής τους. Με γνώµονα την ελευθερία της έκφρασης ανταλλάσσουν επιχειρήµατα. Η απόφαση, στην οποία θα καταλήξουν κατόπιν συναίνεσης, συναρτάται άµεσα µε το σθένος των επιχειρηµάτων. Ειδικότερα, τα επιχειρήµατα προβάλλουν λόγους που ενισχύουν ή αποδυναµώνουν µια επιλογή. Οι λόγοι αυτοί επηρεάζουν την πορεία της διαβούλευσης χωρίς να επιβάλουν τι πρέπει να αποφασιστεί. Το περιεχόµενο των επιχειρηµάτων συναρτάται άµεσα µε ορισµένες αξίες ή αρχές, οι οποίες είναι καθολικά αποδεκτές και αποτελούν το θεµέλιο λίθο της συναίνεσης. Η διαβούλευση έχει ως θεµέλιο την ηθική προσωπικότητα του ατόµου, το οποίο είναι ικανό όχι απλώς να υιοθετήσει µια αντικειµενική άποψη αλλά να διαβουλευτεί και να συναινέσει µε τους λοιπούς συµµετέχοντες στη βάση συγκεκριµένων επιχειρηµάτων. Ιδιαίτερη έµφαση θα πρέπει να δοθεί στην 32

33 ουσιαστική διάσταση της διαβούλευσης, η οποία αποτελεί βάση για ένα γόνιµο διάλογο, µέσα από τον οποίο µπορούν να αναδειχθούν τα, κατ αρχήν, παραδεκτά ως συµφέροντα και να υποδειχθεί τρόπος χειρισµού τους καθώς επίσης και να αντιµετωπιστούν σχέσεις ανισότητας µέσα από την αιτιολόγηση αποφάσεων και τη λογοδοσία. Συγκεφαλαιώνοντας τα δεδοµένα που έχουν εξαχθεί κατά τη θεωρητική αυτή διαδροµή θα µπορούσαµε να εστιάσουµε στα εξής σηµεία: Ο όρος «εύτερη/ξένη» γλώσσα παραπέµπει σε οποιαδήποτε γλώσσα διδάσκεται ή µαθαίνεται µετά τη µητρική και συνιστά ένα νέο κώδικα επικοινωνίας. Η εκµάθηση της «εύτερης/ξένης» γλώσσας καθίσταται αναγκαία συνθήκη, τόσο για τις πληθυσµιακές οµάδες που χαρακτηρίζονται ως «νόµιµοι µετανάστες», όσο και για το µεγάλο αριθµό µεταναστών χωρίς νοµιµοποιητικά έγγραφα. Η γνώση της γλώσσας της χώρας υποδοχής αποτελεί προϋπόθεση για την επίτευξη της «διαπολιτισµικότητας», ενώ ταυτόχρονα συνεπικουρεί στη σύνθεση της «πολιτισµικής ταυτότητας» του ατόµου. Η εκµάθηση/διδασκαλία της γλώσσας ως «εύτερης/ξένης» αποτελεί θεµελιώδες δικαίωµα των µεταναστών και µέσο για την οικονοµική, κοινωνική, πολιτική και πολιτισµική τους ένταξη. Η απόκτηση γλωσσικών δεξιοτήτων συνιστά όρο του Κράτους και υποχρέωση για το µετανάστη που επιθυµεί να εισέλθει σε ένα status µε αυξηµένα δικαιώµατα. Η επικρατέστερη, τα τελευταία χρόνια, µέθοδος που υιοθετείται στο χώρο διδασκαλίας της γλώσσας ως «εύτερης/ξένης» είναι η Επικοινωνιακή Προσέγγιση. Αρµόδιοι φορείς για την εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής είναι το Κράτος, η Τοπική Αυτοδιοίκηση και η Κοινωνία Πολιτών. Ο ρόλος των εµπλεκόµενων φορέων στην παραγωγή πολιτικής για την εκµάθηση της «εύτερης/ξένης» γλώσσας µπορεί να εξεταστεί µέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Προκρίνεται η νέο-θεσµική θεωρητική προσέγγιση που υπογραµµίζει την επίδραση των θεσµών στην ατοµική συµπεριφορά και µέσω αυτής, στις εκβάσεις των δηµοσίων πολιτικών. Παράλληλα, εντός του πλαισίου αυτού, αναδεικνύεται ο ρόλος της ιαβούλευσης. 33

34 Β ΜΕΡΟΣ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΣΕ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΑ Α 1. ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ 1.1 Μεταναστευτική εµπειρία και στατιστική αποτύπωση του αλλοδαπού πληθυσµού Η Γαλλία ποτέ δεν έπαψε να αποτελεί µια χώρα υποδοχής µεταναστών. Η ισχυρή εθνική συνείδηση και οι εθνικοί θεσµοί αποτελούν τις δύο σηµαντικές παραµέτρους για το σχεδιασµό και την υλοποίηση των πολιτικών αναφορικά µε το µεταναστευτικό ζήτηµα. Ορόσηµα για τη διαχείριση του µεταναστευτικού ζητήµατος στη Γαλλία αποτελούν ο νόµος του 1945 για τη µετανάστευση, η υιοθέτηση της πολιτικής «µηδενικής µετανάστευσης» από την Κυβέρνηση του Giscard d Estain το 1974, η οποία δεν υλοποιήθηκε ποτέ στην ουσία της, το κίνηµα των «sans-papiers» το 1996 και ο νόµος Sarkozy το Το Νοέµβριο του 2005 η αποκαλούµενη «ιντιφάντα των προαστίων» αναδεικνύει το πρόβληµα των µεταναστών σε όλες του τις διαστάσεις. Η τελευταία τροποποίηση του γαλλικού µεταναστευτικού νόµου πραγµατοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2006 νόµος (για µια αναλυτικότερη παρουσίαση της µεταναστευτικής εµπειρίας της Γαλλίας βλ.σχετικά Παράρτηµα VI σελ. 102). Το 2002, µια καταγραφή του µεταναστευτικού πληθυσµού στη Γαλλία φανερώνει την ύπαρξη περίπου 3,35 εκατοµµυρίων αλλοδαπών µε τίτλο παραµονής 6. Η παρουσίαση στατιστικών στοιχείων για το µεταναστευτικό πληθυσµό στη Γαλλία εδράζεται σε έρευνα που πραγµατοποιήθηκε από τους Geddes και Niessen το 2004 µε τίτλο «Πολιτογράφηση στην Ευρώπη και δείκτες ένταξης» 7. 6 Στατιστικά στοιχεία της ΑΝΑΕΜ 7 Η έρευνα των Geddes και Niessen εστιάζει σε επιµέρους διαστάσεις της ένταξης των µεταναστών. Η συλλογή δεδοµένων πραγµατοποιείται σε εθνικό επίπεδο για τα 15 κράτη-µέλη της ΕΕ. Ειδικότερα, σε ένα πρώτο επίπεδο, βαθµολογείται η πρόοδος κάθε χώρας σε σχέση µε µια σειρά µεταβλητών που αφορούν στην ένταξη. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αξιολογείται η επίδοση της χώρας σε σχέση µε το µέσο όρο επίδοσης των υπολοίπων κρατών µελών της ΕΕ στα υπό µελέτη πεδία ένταξης. Η κλίµακα βαθµολόγησης και στα δύο επίπεδα έχει ως άριστα το 3. 34

35 Το σχήµα των Geddes και Niessen διαχωρίζεται σε πέντε µέρη που αντιστοιχούν στις επιµέρους διαστάσεις της ένταξης: αγορά εργασίας (Labour Market Inclusion), επί µακρόν διαµονή (Long-Term Residence), οικογενειακή επανένωση (Family Reunion), πολιτογράφηση (Nationality) και καταπολέµηση των διακρίσεων (Anti-Discrimination). Κάθε µια από αυτές τις διαστάσεις αξιολογείται βάσει συγκεκριµένων µεταβλητών (Βλ. Σχήµα Ι σελ.120 ). Ως προς την αγορά εργασίας, η συνολική εικόνα που προκύπτει δείχνει ικανοποιητική ως προς τα µέτρα, και τα εργασιακά δικαιώµατα (2,5 στα 3). Περνώντας στην επί µακρόν διαµονή, αν εξαιρέσουµε τη µεταβλητή που αφορά στις προϋποθέσεις για την απόκτηση της άδειας, οι λοιποί δείκτες εµφανίζονται θετικοί. Αναφορικά µε την οικογενειακή επανένωση η πολιτική που έχει ακολουθηθεί κρίνεται καλή ως προς τα παρεχόµενα δικαιώµατα, ενώ υστερεί στις διαδικασίες που απαιτούνται. Ως προς την πολιτογράφηση, η εικόνα που εµφανίζεται είναι σχετικώς ικανοποιητική. Τέλος, αναφορικά µε την καταπολέµηση των διακρίσεων βαρύτητα δίδεται στη µεταβλητή που αφορά στην πρόβλεψη κυρώσεων, η οποία αξιολογείται αρκετά υψηλά µε 2,63. Στο δεύτερο επίπεδο έρευνας (Βλ. Σχήµα ΙI σελ.121) σχετικά µε την επίδοση της Γαλλίας σε σχέση µε το µέσο όρο επίδοσης των υπολοίπων κρατών µελών της ΕΕ στα υπό µελέτη πεδία ένταξης παρατηρούνται τα εξής : ο δείκτης ένταξης στην αγορά εργασίας της Γαλλίας υστερεί έναντι του µέσου όρου των υπολοίπων χωρών της ΕΕ, ενώ αναφορικά µε τη δυνατότητα των µεταναστών για την επί µακρόν διαµονή, την οικογενειακή επανένωση, την πολιτογράφηση και την καταπολέµηση των διακρίσεων (ως προς την επιβολή κυρώσεων), η Γαλλία βαθµολογείται υψηλότερα σε σχέση µε το µέσο όρο των χωρών της ΕΕ. 1.2 Η πολιτική ένταξης των µεταναστών Η πολιτική ένταξης των µεταναστών αντανακλά το ερώτηµα «τι περιµένουν οι Γάλλοι από τους µετανάστες». Το ζήτηµα αυτό παραπέµπει στο µοντέλο ένταξης των µεταναστών στη Γαλλία, το οποίο οικοδοµείται στη βάση της οµοιοµορφίας και της αφοµοίωσης. Πρόκειται για το ρεπουµπλικανικό µοντέλο το οποίο θέτει ως προτεραιότητα την εκούσια αποδοχή και ενεργητική στήριξη ενός «αφηρηµένου οικουµενισµού» (Taguieff 1996, Πανταζόπουλος 2005). Το µοντέλο βασίζεται στις εξής παραδοχές: α/το κράτος δηµιουργείται µε τη βούληση και τη συναίνεση των ελευθέρων πολιτών, β/τα δικαιώµατα των πολιτών πηγάζουν από τη Γαλλική 35

36 ιακήρυξη των ικαιωµάτων του Ανθρώπου και ασκούνται από όλους τους πολίτες, γ/κανένας δεν µπορεί να επικαλεστεί ότι ανήκει σε µια µειονότητα συµπεριλαµβανοµένων και των µεταναστών. Το µοντέλο αυτό έχει αµφισβητηθεί σε µεγάλο βαθµό κυρίως από την Αριστερά. Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι «εκπροσωπεί την άρνηση του άλλου και φαίνεται να τοποθετείται εναντίον της ανεκτικότητας» (Gazon, 1998) Τα τελευταία χρόνια, ο όρος ένταξη υποκαθιστά αυτόν της αφοµοίωσης. Η πολιτική ένταξης των µεταναστών αρθρώνεται σε ένα Πρόγραµµα ράσης µε τους ακόλουθους άξονες: 1 ος Άξονας: Εκπόνηση ενός σχεδίου που αφορά στην πορεία ένταξης των νέοαφιχθέντων. 2 ος Άξονας: Προώθηση της ατοµικής, επαγγελµατικής προόδου και της οµαλής κοινωνικής ένταξης. 3 ος Άξονας: Ενέργειες για την καταπολέµηση των κοινωνικών διακρίσεων και τη διασφάλιση των θεµελιωδών δικαιωµάτων. Κεντρική θέση στην πολιτική για την ένταξη των µεταναστών καταλαµβάνει το Συµβόλαιο Υποδοχής και Ένταξης (CAI), το οποίο για πρώτη φορά θεµελιώνει τη προσωπική σχέση του µετανάστη µε το κράτος. Το Συµβόλαιο αυτό περιλαµβάνει µια σειρά δικαιωµάτων και υποχρεώσεων σε ένα καθεστώς αµοιβαιότητας, ορίζοντας ως αντισυµβαλλόµενους το κράτος και κάθε αλλοδαπό χωριστά. Ο νόµος όπως τροποποιήθηκε από νόµο το κατοχυρώνει θεσµικά και θεσπίζει τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του. Στατιστικά αποτελέσµατα από τα έτη 2003 έως και 2006 καταδεικνύουν αύξηση του αριθµού των ατόµων που έχουν υπογράψει το εν λόγω Συµβόλαιο (βλ. Πίνακα Ι σελ.125 ). Ο στρατηγικός σχεδιασµός στο σύνολό του απαιτεί δραστηριοποίηση όλων των αρµοδίων φορέων. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στο νεοσυσταθέν «Υπουργείο Μετανάστευσης, Ενσωµάτωσης, Εθνικής ταυτότητας και Συνανάπτυξης». Σκοπός της σύστασής του είναι να συγκεντρωθούν όλες οι δράσεις για το µεταναστευτικό ζήτηµα σε ένα υπουργείο. Οι στόχοι που έχουν τεθεί είναι οι ακόλουθοι: έλεγχος των µεταναστευτικών ρευµάτων, προώθηση της «συνανάπτυξης» που αφορά στην ενίσχυση των χωρών προέλευσης µεταναστών, προώθηση της ιδέας 36

37 «διαµόρφωση γαλλικής ταυτότητας» και ενδυνάµωση των δράσεων για την ένταξη 8. Η ίδρυση του Υπουργείου έχει αποτελέσει αντικείµενο έντονης κριτικής από τον πολιτικό κόσµο. Τέλος, σηµαντική είναι η συνδροµή των φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι συµµετέχουν δυναµικά στην εκπόνηση και υλοποίηση των σχεδίων ένταξης, µέσω σχεδιασµού και υλοποίησης περιφερειακών προγραµµάτων (PRIPI) και προγραµµάτων υποδοχής µεταναστών (PDA). Κλείνοντας τη συνοπτική επισκόπηση του ζητήµατος της πολιτικής ένταξης κρίνεται σκόπιµο να γίνει αναφορά στις συνεργασίες που έχουν αναπτυχθεί στον τοµέα αυτό είτε σε εθνικό είτε σε υπερεθνικό επίπεδο. Ιδιαίτερη έµφαση θα πρέπει να δοθεί στο παράδειγµα συνεργασίας της Γαλλίας µε την Αυστρία, Ολλανδία και Αγγλία για την ενθάρρυνση της δραστηριοποίησης των µεταναστών σε εθελοντική βάση στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Προγράµµατος Involve (ενεργοποίηση των υπηκόων τρίτων χωρών στον εθελοντισµό ως µέσο ένταξης). 1.3 Το πρόγραµµα γλωσσικής εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών Σύµφωνα µε το άρθρο L314-2 του νόµου της 24 ης Ιουλίου του 2006 σχετικά µε την είσοδο και παραµονή των αλλοδαπών απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση της πρώτης κάρτας διαµονής είναι η ένταξη του αιτούντα στην γαλλική κοινωνία, η συµµόρφωσή του µε τους νόµους και τις αρχές του κράτους και η επαρκής γνώση της γαλλικής γλώσσας. Για τη Γαλλία υποχρέωση γνώσης της γαλλικής γλώσσας δεν έχουν µόνο όσοι επιθυµούν την κτήση της γαλλικής ιθαγένειας, αλλά και αυτοί που εισέρχονται για πρώτη φορά στο γαλλικό έδαφος και σκοπεύουν να παραµείνουν σε αυτό για µεγάλο χρονικό διάστηµα. Σε έρευνα που διεξήχθη από τη γαλλική στατιστική υπηρεσία καταδεικνύεται ότι το 57% των υπηκόων τρίτων χωρών ηλικίας άνω των 26 ετών έχει αποκτήσει ικανοποιητικές γλωσσικές δεξιότητες (Βλ. Πίνακα ΙΙ σελ.126). Είναι φανερό ότι το ισχύον θεσµικό πλαίσιο διαµορφώνει ένα καθεστώς, στο οποίο προκρίνεται η «ποιοτική» µεταναστευτική πολιτική. Εις ό,τι αφορά στους νεοεισερχόµενους µετανάστες, η απόκτηση δεξιοτήτων επικοινωνίας στη γαλλική γλώσσα επιτυγχάνεται µέσω ενός ολοκληρωµένου µηχανισµού που έχει ως κινητήριο µοχλό την Υπηρεσία Υποδοχής και 8 Τα στοιχεία προκύπτουν από την ιστοσελίδα του «Υπουργείου Μετανάστευσης, Ενσωµάτωσης, Εθνικής ταυτότητας και Συνανάπτυξης» (http://www.premier-ministre.gouv.fr/iminidco). 37

38 Μετανάστευσης (ΑΝΑΕΜ), αντιπροσωπείες της οποίας εδρεύουν σε κάθε περιφέρεια. Το έργο αυτό χρηµατοδοτείται εξ ολοκλήρου από την Εθνική Υπηρεσία για την Κοινωνική Συνοχή και την Ισότητα Ευκαιριών (ANCSEC) και κοινοτικούς πόρους. Για το 2006, οι δαπάνες για το πρόγραµµα εκµάθησης της γλώσσας έφθασαν τα 60 εκατοµµύρια ευρώ, ενώ για την περίοδο αναµένεται αύξηση των δαπανών 9. Τα µαθήµατα γαλλικών δεν επιβαρύνουν οικονοµικά τους µετανάστες παρά µόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο εποπτικός ρόλος, µέχρι στιγµής, παραµένει στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικών Σχέσεων και Αλληλεγγύης σε συνεργασία µε τα Υπουργεία Πολιτισµού και Επικοινωνίας και Εθνικής Παιδείας. Τα µαθήµατα λαµβάνουν χώρα σε πολυάριθµες κοινότητες κάθε νοµού. Η τοπική αυτοδιοίκηση βρίσκεται σε διαρκή συνεργασία µε τους κρατικούς φορείς για την παροχή υπηρεσιών, παράλληλα δε εκπονεί και συµπληρωµατικά εκπαιδευτικά προγράµµατα. Η µέγιστη χρονική διάρκεια, µέσα στην οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί ο κύκλος των µαθηµάτων, είναι οι 400 ώρες. Η οργάνωση των µαθηµάτων περιλαµβάνει διαφορετικά επίπεδα γλωσσοµάθειας ανάλογα µε το βαθµό γνώσεων στη γαλλική γλώσσα. Κριτήριο κατάταξης στα διάφορα επίπεδα αποτελεί το αποτέλεσµα της συνέντευξης που πραγµατοποιείται από κοινωνικούς λειτουργούς µε το νεοεισερχόµενο µετανάστη στο πλαίσιο του Συµβολαίου Υποδοχής και Ένταξης (CAI). Τα µαθήµατα γλώσσας συµπληρώνονται µε τις ενότητες «Ζω στη Γαλλία» και «Αγωγή του Πολίτη», στις οποίες διδάσκονται στοιχεία Ιστορίας της Γαλλίας και αρχών της Γαλλικής ηµοκρατίας αλλά και γνώσεις για την καθηµερινή ζωή. Στο σηµείο αυτό, δεν θα πρέπει να παραλείψουµε να αναφερθούµε στη δράση του ιδιωτικού τοµέα όπου λειτουργούν πιστοποιηµένα κέντρα εκµάθησης της γαλλικής γλώσσας, καθώς και στις ΜΚΟ που εξειδικεύονται σε θέµατα συµβουλευτικής και διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας τόσο για τους αναλφάβητους όσο και για τους υπόλοιπους µετανάστες. Επίσης, ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα κρίνεται η πρωτοβουλία της Ένωσης για την Προώθηση των µεταναστών και των ατόµων µε δυσκολίες ένταξης (CLP), η οποία ιδρύθηκε το Πρόκειται για ένα δίκτυο οργανισµών που εξειδικεύονται στον τοµέα κατάρτισης/εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών και ένταξής τους στην κοινωνία. Στη Ένωση συµµετέχουν φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, ΜΚΟ και σύλλογοι µεταναστών από όλη τη Γαλλία. Σκοπός 9 Στοιχεία από την έκθεση της ΑΝΑΕΜ για την ένταξη των µεταναστών στη Γαλλία από την οµώνυµη ιστοσελίδα 38

39 της Ένωσης είναι η συµβολή και συνέργεια στην προώθηση µιας κοινής πολιτικής για την εκµάθηση της γαλλικής γλώσσας και την περαιτέρω κατάρτιση των ενηλίκων µεταναστών. Η Ένωση για την Προώθηση των µεταναστών βρίσκεται σε συνεργασία µε τους κρατικούς φορείς παρέχοντας υποστηρικτικές υπηρεσίες και αξιολογώντας τις υπάρχουσες δηµόσιες πολιτικές. Η διδασκαλία της γαλλικής γλώσσας συνοδεύεται από την αξιολόγηση και πιστοποίηση των γνώσεων, η οποία λαµβάνει τη µορφή γραπτής και προφορικής εξέτασης. Η µορφή της εξέτασης τελεί σε πλήρη εναρµόνιση µε το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς για τις Γλώσσες (CEFR). Συνοπτικά, το CEFR είναι το προϊόν µιας προσπάθειας του Συµβουλίου της Ευρώπης να θεσµοθετήσει ένα κοινό οδηγό για την περιγραφή των δεξιοτήτων που αντιστοιχούν σε διαδοχικά επίπεδα εκµάθησης ξένων γλωσσών και την καταγραφή των απαιτούµενων γνώσεων που θα πρέπει να διδαχθούν σε καθένα από αυτά. Προς αυτή την κατεύθυνση, το γαλλικό κράτος θεσµοθέτησε το επίπεδο Α1 ως προαπαιτούµενο για την παραµονή των νεοεισερχοµένων µεταναστών στο γαλλικό έδαφος. Πρόκειται για ένα εισαγωγικό επίπεδο που περιλαµβάνει, αφενός, την ικανότητα κατανόησης απλών και συνηθισµένων φράσεων, αφετέρου τη δυνατότητα επικοινωνίας µε απλό τρόπο καθώς και γραφής βασικών προσωπικών στοιχείων. Η πιστοποίηση των γνώσεων γίνεται µέσω του διπλώµατος DILF και µε ένα ατοµικό ενηµερωτικό έντυπο προόδου που εκδίδεται κάθε 3 µήνες. Ως προς την κτήση υπηκοότητας, η υποχρέωση γνώσης της γαλλικής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση και για αυτό το λόγο η αξιολόγηση των δεξιοτήτων επικοινωνίας γίνεται βάσει συγκεκριµένων κριτηρίων µε τη βοήθεια συνέντευξης διάρκειας λεπτών. Το τέστ αυτό αξιολογεί αποκλειστικά το προφορικό επίπεδο γλωσσοµάθειας και σύµφωνα µε αυτό χορηγεί ή όχι τη γαλλική ιθαγένεια. Τέλος, η ανάγκη κατάρτισης των εισηγητών-διδασκόντων συνιστά sine qua non στοιχείο για την επιτυχή έκβαση του όλου εγχειρήµατος. Η εκπαίδευση περιλαµβάνει σειρά σεµιναρίων διδακτικής και υποστήριξης των µεταναστών. 39

40 2. Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ Α 2.1 Μεταναστευτική εµπειρία και στατιστική αποτύπωση του αλλοδαπού πληθυσµού Η Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του 90 µετατρέπεται σταδιακά από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής µεταναστών. Σε αυτό συνέβαλαν η κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης καθώς επίσης και η οικονοµικά χειµαζόµενη Ασία. Η χώρα κλήθηκε να διαχειριστεί ένα σηµαντικό αριθµό αλλοδαπού πληθυσµού. Χωρίς προηγούµενη εµπειρία στο σχεδιασµό πολιτικών στον εν λόγω τοµέα αλλά και στην υποδοχή µεταναστών, οι υπηρεσίες βρέθηκαν ανέτοιµες να χειριστούν το ζήτηµα αυτό. Η ελληνική πολιτεία αντιµετώπισε, αρχικά τουλάχιστον, τη µετανάστευση ως έκτακτη ανάγκη. Η πρώτη νοµοθετική προσπάθεια για ρύθµιση της µετανάστευσης πραγµατοποιείται µε το νόµο 1975/1991( που αντικατέστησε το νόµο 4310/1929), ο οποίος κρίθηκε ιδιαιτέρως αυστηρός και άκαµπτος θέτοντας ως προτεραιότητα την πάταξη της λαθροµετανάστευσης. Ο νόµος 2910/2001 επιφέρει σηµαντικές βελτιώσεις κυρίως σε θέµατα οικογενειακής κατάστασης, εκπαίδευσης και εργασίας, ενώ παράλληλα, πραγµατοποιούνται προσπάθειες νοµιµοποίησης των µεταναστών. Το 2003 αρχίζει να λειτουργεί το Ινστιτούτο Μεταναστευτικής Πολιτικής (ΙΜΕΠΟ) µε ρόλο συµβούλου στο σχεδιασµό και την υλοποίηση της µεταναστευτικής πολιτικής. ύο χρόνια αργότερα, ο νόµος 3386/2005 συνιστά την τρίτη προσπάθεια διευθέτησης του νοµικού καθεστώτος των αλλοδαπών στην ελληνική επικράτεια. Έµφαση θα πρέπει να δοθεί στη µεταβίβαση, µε το νόµο αυτό, ορισµένων αρµοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση. Τέλος, µε τον πρόσφατο νόµο 3536/2007 συστήνεται η Εθνική Επιτροπή για την Κοινωνική Ένταξη των µεταναστών που υπάγεται στο ΥΠ.ΕΣ...Α (για µια αναλυτικότερη παρουσίαση της µεταναστευτικής εµπειρίας της Ελλάδας βλ. σχετικά Παράρτηµα VII σελ. 105). Η απογραφή του 2001 κατέγραψε νόµιµους αλλοδαπούς και περίπου παρανόµους. Από το σύνολο του αλλοδαπού πληθυσµού, το 57,4% είναι Αλβανοί, µε δεύτερους τους Βούλγαρους και τρίτους τους Γεωργιανούς 10. Σύµφωνα µε στοιχεία του ΟΗΕ, η Ελλάδα έως το 2015 θα έχει περίπου 14,5 εκατοµµύρια κατοίκους, από τους οποίους 3,5 εκατοµµύρια θα είναι υπήκοοι τρίτων χωρών. 10 Στοιχεία της Ε.Σ.Υ.Ε 40

41 Ανατρέχοντας στην έρευνα των Geddes και Niessen (όπως αυτή έχει περιγραφεί στη σελ. 34) µπορεί κανείς να παρατηρήσει τα ακόλουθα: Ως προς την αγορά εργασίας, η πολιτική που έχει ακολουθήσει η Ελλάδα εµφανίζει ικανοποιητική βαθµολογία (2 στα 3) σε ό,τι αφορά στην προάσπιση του εργασιακού κεκτηµένου, ενώ υστέρηση παρουσιάζεται (1,50 στα 3) αναφορικά µε την ισότητα ευκαιριών πρόσβασης σε αυτήν (βλ. Σχήµα ΙΙΙ, σελ.122). Περνώντας στην επί µακρόν διαµονή, εις ό,τι αφορά στις προϋποθέσεις για την απόκτηση της εν λόγω ιδιότητας η βαθµολογία είναι σχετικά χαµηλή (1,60 στα 3), ενώ ως προς τα δικαιώµατα που απορρέουν από την ιδιότητα αυτή η Ελλάδα βαθµολογείται σχετικά υψηλά (2 στα 3). Στο τρίτο µέρος, που αναφέρεται στην οικογενειακή επανένωση, τα πράγµατα εµφανίζονται ικανοποιητικά στο ζήτηµα των δικαιωµάτων που προβλέπονται για το καθεστώς αυτό (2,60 στα 3), ενώ κατά τα λοιπά οι δείκτες είναι χαµηλοί. Στο τέταρτο µέρος που εξετάζει την πολιτογράφηση, τα στοιχεία που προκύπτουν απεικονίζουν µια µέτρια κατάσταση ως προς τις προϋποθέσεις (1,88 στα 3) και την αποδοχή της διπλής υπηκοότητας (2 στα 3). Τέλος, ως προς την καταπολέµηση των διακρίσεων, η εικόνα της Ελλάδας δεν είναι ικανοποιητική δεδοµένου ότι η βαθµολογία της, στις περισσότερες µεταβλητές, δεν ξεπερνά το 1. Αναφορικά µε το επίπεδο έρευνας που εστιάζει στην επίδοση της Ελλάδας σε σχέση µε το µέσο όρο επίδοσης των υπολοίπων κρατών µελών της ΕΕ στα υπό µελέτη πεδία ένταξης (βλ.σχήµα ΙV σελ.123) παρατηρούνται τα ακόλουθα: Ο δείκτης ένταξης στην αγορά εργασίας για την Ελλάδα βρίσκεται σε ιδιαιτέρως χαµηλά επίπεδα σε αντιστοιχία µε αυτόν του µέσου όρου της ΕΕ. Το ίδιο ισχύει για τη χορήγηση άδειας επί µακρόν διαµένοντος, την οικογενειακή επανένωση, την πολιτογράφηση και την καταπολέµηση των διακρίσεων (ως προς την επιβολή κυρώσεων). 2.2 Η πολιτική ένταξης των µεταναστών Σύµφωνα µε το Σύνταγµα του 1975, όπως αυτό έχει αναθεωρηθεί το 1986 και το 2001, «πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι ο σεβασµός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου» (άρθρο 2 παρ.1). Επιπλέον, «όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαµβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιµής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων» (άρθρο 5 παρ.2). 41

42 Αν και η εφαρµογή πολιτικών κοινωνικής ένταξης των µεταναστών βρίσκεται ακόµα σε πρώιµα στάδια, τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται όλο και περισσότερες σχετικές δράσεις από ένα µεγάλο φάσµα φορέων. Ο νόµος 3386/2005 έβαλε τα θεµέλια για µια συνολική στρατηγική στον τοµέα αυτόν, προβλέποντας το «Ολοκληρωµένο Πρόγραµµα ράσης» (Άρθρα 65-66). Το πρόγραµµα αυτό απευθύνεται στους αλλοδαπούς που διαµένουν νόµιµα στη χώρα και στα µέλη των οικογενειών τους. Επιπλέον, στο Εθνικό Σχέδιο ράσης για την Κοινωνική Ένταξη το ζήτηµα αντιµετωπίζεται ως προτεραιότητα στην ενότητα «Στήριξη των ατόµων που στερούνται οικογενειακής δοµής και άλλων ευάλωτων οµάδων». Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει σε δράσεις όπως η ενσωµάτωση των Κοινών Βασικών Αρχών για την Ένταξη (όπως αυτές συµφωνήθηκαν στο Groningen της Ολλανδίας το 2004) στο εθνικό θεσµικό πλαίσιο (βλ. αναλυτικά Παράρτηµα VIII, σελ.107) και η εκπόνηση του Ολοκληρωµένου Προγράµµατος ράσης «Εστία» 11. Κατά τα λοιπά, στο πρόγραµµα κοινωνικής ένταξης εφαρµόζονται δράσεις της Γενικής Γραµµατείας Ισότητας, ιδίως για τα θύµατα trafficking αλλά και για γυναίκες µετανάστριες, του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας για επαγγελµατική κατάρτιση και ανάδειξη προσόντων, του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων για την εκµάθηση της ελληνικής γλώσσας, του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών όπως στέγη, περίθαλψη, του Υπουργείου Πολιτισµού για την αλληλεπίδραση του ελληνικού πολιτισµού µε τα ιδιαίτερα πολιτισµικά χαρακτηριστικά των µεταναστών και του Υπουργείου ικαιοσύνης για τη σωφρονιστική πολιτική, την πρόληψη της εγκληµατικότητας και της νοµικής βοήθειας σε αλλοδαπούς κρατούµενους. Επίσης, έµφαση θα πρέπει να δοθεί στο έργο του ΙΜΕΠΟ, το οποίο αναλαµβάνει δράση σε Ευρωπαϊκά Προγράµµατα µε αντικείµενο την ένταξη των µεταναστών στην αγορά εργασίας και το trafficking. Σηµαντικός κρίνεται και ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η δράση της κατοχυρώνεται από το άρθρο 75 του Κώδικα ήµων και Κοινοτήτων που 11 Το «Εστία» αφορά στην οµαλή προσαρµογή και ένταξη των µεταναστών µέσω συντονισµού και εποπτείας των αποκεντρωµένων δράσεων και των πολιτικών που αφορούν στην κοινωνική ένταξη σε τοµείς όπως η πληροφόρηση και εξυπηρέτηση, η απασχόληση, η παιδεία, η υγεία και εξασφάλιση στέγης, ο πολιτισµός καθώς και η σωφρονιστική πολιτική και µέριµνα. 42

43 αναγνωρίζει για πρώτη φορά την ενεργό ανάµειξη της τοπικής αυτοδιοίκησης στην ένταξη των µεταναστών. Τα µέτρα και οι δράσεις συγχρηµατοδοτούνται από το Γ ΚΠΣ ενώ προβλέπεται αντίστοιχη στήριξη και στο πλαίσιο της τέταρτης προγραµµατικής περιόδου. Ιδιαιτέρως θετική κρίνεται και η απόφαση του Συµβουλίου της ΕΕ για τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταµείου Ένταξης Υπηκόων Τρίτων Χωρών κατά την περίοδο (2007/435/ΕΚ) Το πρόγραµµα γλωσσικής εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών Η εθνική πολιτική για την εκµάθηση της ελληνικής γλώσσας από τους µετανάστες συναρτάται µε την ευρωπαϊκή στρατηγική εκπαίδευσης ενηλίκων. Σύµφωνα µε την Ανακοίνωση της Επιτροπής µε τίτλο «Εκπαίδευση Ενηλίκων: ποτέ δεν είναι αργά για µάθηση», µεταξύ των προτεραιοτήτων στον τοµέα αυτό είναι και η επένδυση στους µετανάστες. Προς αυτή την κατεύθυνση, τα κράτη µέλη πρέπει να εξασφαλίσουν επαρκείς πόρους, αλλά πρωτίστως να µεριµνήσουν για την αποτελεσµατικότητα των προγραµµάτων τους (COM 2006/614 σελ.9-10). Λαµβάνοντας υπόψη την ευρωπαϊκή στρατηγική στον τοµέα αυτό, αλλά και το Εθνικό Σχέδιο ράσης για την Κοινωνική Ενσωµάτωση (ΕΣ ΕΝ) που έχει υποβληθεί από τη χώρα µας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα Υπουργεία Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθώς και η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχουν κληθεί να αναπτύξουν παρεµβάσεις για την εκµάθηση της ελληνικής γλώσσας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υλοποιούνται προγράµµατα που απευθύνονται σε οικονοµικούς µετανάστες, παλιννοστούντες και πρόσφυγες που διαµένουν νόµιµα στην Ελληνική επικράτεια. Τα µαθήµατα παρέχονται δωρεάν, οι δαπάνες καλύπτονται από εθνικούς πόρους και το Ευρωπαϊκό 12 Η σύσταση του «Ευρωπαϊκού Ταµείου Ένταξης Υπηκόων Τρίτων Χωρών» για την περίοδο αποτελεί µέρος του γενικού προγράµµατος «Αλληλεγγύη και διαχείριση των µεταναστευτικών ροών». Γενικός στόχος του Ταµείου είναι η υποστήριξη των προσπαθειών των κρατών µελών να εντάξουν στις κοινωνίες τους αλλοδαπούς µε διαφορετικό οικονοµικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, θρησκευτικό, γλωσσικό και εθνοτικό υπόβαθρο. Ειδικότερα, υποστηρίζονται δράσεις που αφορούν στην εφαρµογή διαδικασιών εισδοχής, στην ενδυνάµωση της ικανότητας των κρατών µελών να αναπτύσσουν και να αξιολογούν πολιτικές ένταξης και στην ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών εντός και µεταξύ των κρατών µελών. 43

44 Κοινωνικό Ταµείο και είναι συνδεδεµένα µε τους τέσσερις πυλώνες της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση 13. Συγκεκριµένα, το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων µε επιτελικό φορέα τη Γενική Γραµµατεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων (ΓΓΕΕ) έχει προβεί στην ανάπτυξη δύο συγκεκριµένων προγραµµάτων. Το πρώτο µε τίτλο «Εκµάθηση της ελληνικής γλώσσας ως δεύτερης σε εργαζόµενους µετανάστες ΙΙ» απευθύνεται σε εργαζόµενους µετανάστες, σε συζύγους Ελλήνων πολιτών καθώς και σε υπηκόους τρίτων χωρών που επιθυµούν να αποκτήσουν την ιδιότητα του επί µακρόν διαµένοντος. Εντάσσεται στο Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ ΙΙ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων (Μέτρο 1.1., Ενέργεια Γ) και συγχρηµατοδοτείται κατά 75% από το ΕΚΤ. Ο συνολικός προϋπολογισµός του έργου ανέρχεται στο ποσό των ,00. Υλοποιείται από το Ινστιτούτο ιαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Ι..ΕΚ.Ε.) και λαµβάνει χώρα στα Κέντρα Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Κ.Ε.Ε) σε όλους τους νοµούς της χώρας. Η δοµή των µαθηµάτων αρθρώνεται σύµφωνα µε τα επίπεδα που προτείνονται από το CEFR (βλ. αναλυτικά παράρτηµα IX σελ.109). Στο τέλος κάθε επιπέδου παρέχεται Πιστοποιητικό ιά Βίου Εκπαίδευσης. Απώτερος στόχος είναι η «επαρκής γνώση της γλώσσας» που αντιστοιχεί στο επίπεδο Β1 και επιτρέπει στους µετανάστες να λάβουν µέρος στις εξετάσεις Πιστοποίησης Επάρκειας Ελληνοµάθειας. Η απόκτηση του πιστοποιητικού αυτού αποτελεί προϋπόθεση για την ιθαγένεια και την ιδιότητα του επι µακρόν διαµένοντος. Στο σηµείο αυτό, θα πρέπει να υπογραµµιστεί ότι η συµµετοχή στις εν λόγω εξετάσεις προϋποθέτει την υποχρεωτική παρακολούθηση των µαθηµάτων. Η αύξηση της συµµετοχής των συγκεκριµένων πληθυσµιακών οµάδων, κατά την περίοδο υπερέβη κατά πολύ το 100%. Οι σπουδαστές προέρχονται κυρίως από την Ευρώπη, στην πλειοψηφία τους είναι µεταξύ ετών, ενώ οι γυναίκες υπερτερούν σε µικρό ποσοστό έναντι των ανδρών. εν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία αναφορικά µε το εκπαιδευτικό υπόβαθρο και τη διαρροή µεταναστών κατά το χρονικό διάστηµα διεξαγωγής των µαθηµάτων (βλέπε Πίνακα III σελ ). Το δεύτερο αυτόνοµο πρόγραµµα µε τίτλο «Εκπαίδευση και συµβουλευτική υποστήριξη των οικογενειών των τσιγγάνων, µουσουλµάνων, παλιννοστούντων και µεταναστών» απευθύνεται στους γονείς, των οποίων τα παιδιά βρίσκονται σε 13 Οι τέσσερις πυλώνες της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση είναι οι εξής: ικανότητα προς εργασία, επιχειρηµατικό πνεύµα, προσαρµοστικότητα και ισότητα των ευκαιριών. 44

45 προσχολική ή σχολική ηλικία και, µεταξύ άλλων, στοχεύει στην ανάπτυξη γλωσσικών δεξιοτήτων για τη γνωστική και κοινωνική στήριξη των παιδιών τους και ολόκληρης της οικογένειάς τους. Το πρόγραµµα αυτό περιλαµβάνει µαθήµατα ελληνικής γλώσσας διάρκειας 75 ωρών, εντάσσεται στο Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ. ΙΙ (Μέτρο Β και Μέτρο Ε) και συγχρηµατοδοτείται κατά 75% από το ΕΚΤ. Το συνολικό κόστος υλοποίησης του προγράµµατος ανέρχεται στο Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει, επίσης, στα σχολεία εύτερης Ευκαιρίας (ειδικό πρόγραµµα της ΓΓΕΕ), τα οποία παρέχουν µαθήµατα σε ενήλικους µετανάστες που έχουν ήδη κάποιες βασικές γνώσεις της ελληνικής. Η δράση της ΓΓΕΕ εκτείνεται και στην επιµόρφωση των εκπαιδευτών ενηλίκων ατόµων µέσω του προγράµµατος της ΕΕ GRUNDTVIG 1: ADDED. Στόχος είναι η ανάπτυξη ικανοτήτων των εκπαιδευτικών ώστε να µπορούν να ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες των ενηλίκων µαθητών. Ως προς το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, η Γενική Γραµµατεία ιαχείρισης Κοινοτικών και Άλλων Πόρων και συγκεκριµένα η Ειδική Υπηρεσία Εφαρµογής Συγχρηµατοδοτουµένων Ενεργειών, η οποία λειτουργεί ως αναθέτουσα Αρχή στο πλαίσιο του ΕΠ «Απασχόληση και Επαγγελµατική Κατάρτιση», προκηρύσσει ανοιχτό διαγωνισµό για την επιλογή Αναδόχων του έργου «Προγράµµατα εκµάθησης ελληνικής γλώσσας σε Πιστοποιηµένα Κέντρα Επαγγελµατικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.)». Το εν λόγω πρόγραµµα, το όποιο αποτελεί ενεργητική πολιτική του εν λόγω Υπουργείου, απευθύνεται στον άνεργο αλλοδαπό πληθυσµό. Σκοπός του έργου είναι η ανάπτυξη γλωσσικών δεξιοτήτων και η άρση της δυσκολίας επικοινωνίας, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των µεταναστών στην ελληνική αγορά εργασίας. Οι ενέργειες αυτές προσαρµόζονται στις ιδιαίτερες ανάγκες των ανέργων, όπως αυτές προκύπτουν από την εξατοµικευµένη προσέγγιση που πραγµατοποιείται στα Κέντρα Προώθησης Απασχόλησης από εξειδικευµένους συµβούλους. Το πρόγραµµα συγχρηµατοδοτείται κατά 75% από το ΕΚΤ. Περνώντας στο ζήτηµα της αξιολόγησης των γνώσεων που αποκτώνται κατά την υλοποίηση των ως άνω προγραµµάτων, σηµειώνεται ότι προβλέπεται ειδική µορφή εξέτασης γλωσσικών δεξιοτήτων και στοιχείων πολιτισµού. Οι εξετάσεις οργανώνονται από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (Κ.Ε.Γ) και γίνονται µε βάση τα επίπεδα γλωσσοµάθειας του CEFR. Η επιτυχής εκπλήρωση του τελικού τεστ ισοδυναµεί µε την απόκτηση του Πιστοποιητικού Επάρκειας της Ελληνικής Γλώσσας 45

46 (για στατιστικά στοιχεία σχετικά µε τις εξετάσεις του βλ.πίνακα IV σελ.129). Παράλληλα µε τις δράσεις αυτές, τα τελευταία χρόνια, προγράµµατα γλωσσικής εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών υλοποιούνται, επίσης, από την τοπική αυτοδιοίκηση µέσω των Κ.Ε.Κ. των ήµων και την Κοινωνία Πολιτών µέσω συλλόγων µεταναστών και ΜΚΟ. Μολονότι τα προβλήµατα, κυρίως σε επίπεδο υποδοµών, είναι αρκετά η δραστηριοποίηση αυτή κρίνεται σηµαντική και ελπιδοφόρα για το µέλλον. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραληφθεί η αναφορά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, καθώς επίσης και στο έργο των Πανεπιστηµιακών Ιδρυµάτων που συµπληρώνουν την εικόνα σχετικά µε τα προγράµµατα εκµάθησης ελληνικής γλώσσας. 46

47 Γ ΜΕΡΟΣ ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ : ΤΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΠΑΡΙΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΘΗΝΑΣ 1. ΜΕΘΟ ΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Τα προγράµµατα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας αλλά και γενικότερα η πολιτική ένταξης που υιοθετούν οι δύο χώρες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η γλώσσα είναι σηµαντική παράµετρος στη ζωή των µεταναστών. Κατευθυντήρια γραµµή για τη διεξαγωγή της έρευνας ήταν η υπόθεση ότι η ανάγκη εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής ωθεί σε δράση φορείς του Κράτους, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Κοινωνίας Πολιτών, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο αποτελεί το εφαλτήριο για την ανάπτυξη µιας σχέσης συνεργασίας και συµπληρωµατικότητας µεταξύ των αρµοδίων φορέων. Ξεκινάµε, άρα, από την παραδοχή ότι οι δρώντες που εµπλέκονται στην εν λόγω δηµόσια πολιτική δεν είναι κλειστά σύνολα αλλά ανοιχτά συστήµατα που αλληλεπιδρούν στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Η παρούσα έρευνα έθεσε ως στόχο τη µελέτη της στάσης των εµπλεκόµενων φορέων στο πεδίο εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας και τη διερεύνηση της δυναµικής για συνεργασία στον εν λόγω τοµέα. Αντικείµενο της µελέτης αποτέλεσαν αποκλειστικά φορείς του Κράτους, του ευρύτερου ηµοσίου Τοµέα καθώς και εκπρόσωποι της Κοινωνίας Πολιτών. Οι φορείς που καταγράφονται, επελέγησαν ως οι πιο αντιπροσωπευτικοί σε όλα τα επίπεδα παραγωγής πολιτικής. Η έρευνα έχει θέσει ως οµάδα στόχο την πρώτη γενιά ενηλίκων οικονοµικών µεταναστών και τούτο διότι αποτελεί ένα µεγάλο µέρος του αλλοδαπού πληθυσµού που καλείται να µάθει τη γλώσσα κατά την κοινωνική του ένταξη, αντιµετωπίζοντας τις συναρτώµενες προς το ζήτηµα δυσκολίες. Η αναζήτηση (Ιούλιος - Αύγουστος 2007) εξελίχθηκε σε δύο µεγάλα αστικά κέντρα, το Παρίσι και την Αθήνα. Η επιλογή των δύο αυτών αστικών κέντρων έγινε µε βάση το συλλογισµό ότι πρόκειται για δύο δυναµικούς τόπους πολιτισµού που αντανακλούν, µε ιδιαίτερο τρόπο, ο καθένας τη δική του φυσιογνωµία και συνδυάζουν την πλούσια παράδοση µε το σύγχρονο τρόπο ζωής. Επίσης, στα αστικά κέντρα παρατηρείται συγκέντρωση της πλειοψηφίας των διοικητικών δραστηριοτήτων και των περισσότερων ευκαιριών απασχόλησης και ένταξης των µεταναστών εν γένει. Ως εκ τούτου, συγκεντρώνουν ένα µεγάλο τµήµα του 47

48 µεταναστευτικού πληθυσµού αντιµετωπίζοντας σηµαντικές προκλήσεις αναφορικά µε την ανάπτυξη των απαιτούµενων υποδοµών και ευκαιριών για την οµαλή κοινωνική ένταξη όλων των αλλοδαπών. Η συγκριτική απεικόνιση του ζητήµατος εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής εξυπηρετεί την ορθότερη κατανόηση των επιµέρους πτυχών του. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το ζεύγος των αστικών κέντρων που έχει επιλεγεί διαφέρει κατά πολλούς τρόπους, τόσο ως προς τα µεγέθη των µεταβλητών όσο και ως προς την εµπειρία που υπάρχει στον τοµέα αυτό. Ωστόσο, η σύγκριση δεν αποσκοπεί στο να καταδείξει τέτοιου είδους διαφορές ή οµοιότητες, όσο στο να προσφέρει κάποια βάση για την άντληση διδαγµάτων από το παράδειγµα δράσης στη γαλλική πρωτεύουσα. Με αυτό τον τρόπο επιχειρείται η διεύρυνση της αντίληψης αναφορικά µε τη δράση και τη σχέση των επιµέρους δρώντων. Για την επίτευξη του σκοπού κρίθηκε ως πιο κατάλληλη µέθοδος η εµπειρική, ποιοτική έρευνα. Συγκεκριµένα, το µεγαλύτερο τµήµα της έρευνας αποτέλεσαν 16 επιτόπιες συνεντεύξεις στο Παρίσι και στην Αθήνα, στη βάση ενός ερωτηµατολογίου µε ανοικτές ερωτήσεις, το οποίο απευθύνθηκε σε εκπροσώπους του Κράτους, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των ΜΚΟ και συλλόγων µεταναστών. Επιπλέον, σηµαντικά στοιχεία αντλήθηκαν µέσω τηλεφωνικής έρευνας σε συλλόγους µεταναστών, από το διαδίκτυο και µε τη βοήθεια έντυπου υλικού των ΜΚΟ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η µελέτη στηρίζεται, πρωτίστως, σε πρωτογενές υλικό και, δευτερευόντως, σε αρχειακή έρευνα ή στατιστικά στοιχεία. Η διερεύνηση του συνόλου των φορέων κυρίως στην Κοινωνία Πολιτών στάθηκε - λόγω του µεγάλου αριθµού τους αδύνατη. Για το λόγο αυτό επιλέχθηκε ένα δείγµα εκπροσώπων µε τη µεγαλύτερη εµπειρία στο εν λόγω τοµέα µε το σκεπτικό ότι η εκµάθηση της γλώσσας σε ανάλογους φορείς θα επιτυγχάνει σε µεγαλύτερο βαθµό το σκοπό της και ότι οι θεσµοί αυτοί έχουν εµπεριστατωµένη άποψη σχετικά µε την εξέλιξη της πολιτικής εκµάθησης της γλώσσας. Το ερωτηµατολόγιο που διαµορφώθηκε περιελάµβανε συγκεκριµένες θεµατικές ενότητες που αφορούν στα ακόλουθα ζητήµατα (βλ. αναλυτικά ερωτηµατολόγιο Παράρτηµα X Σελ.112): I. Το προφίλ του φορέα και ο σκοπός του προγράµµατος µαθηµάτων «εύτερης/ξένης» γλώσσας, ώστε να διαπιστωθεί ποιοί είναι οι θεσµοί, ποιοι οι δρώντες και τι επιδιώκουν µέσα από τη δηµόσια αυτή πολιτική. 48

49 II. Το προφίλ των σπουδαστών προκειµένου να γίνει αντιληπτό ποιοι είναι οι επωφελούµενοι και τι τους ωθεί στην εκµάθηση της γλώσσας. III. Η οργάνωση των µαθηµάτων σε κάθε φορέα και το προφίλ των διδασκόντων προκειµένου αποτυπωθεί η επίδραση των τυπικών ή άτυπων δοµών στη συµπεριφορά των επωφελούµενων. IV. Αξιολόγηση της υφιστάµενης σχέσης µεταξύ των δρώντων και προτάσεις για το µέλλον ώστε να διαπιστωθεί η θεσµική δυναµική οικοδόµησης ολοκληρωµένου - ενιαίου µοντέλου. 2. ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΙΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΩΝ ΡΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΩΣ «ΕΥΤΕΡΗΣ/ΞΕΝΗΣ» ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ Η πόλη των Παρισίων φιλοξενεί ένα µεγάλο αριθµό µεταναστών. Υπολογίζεται ότι οι αλλοδαποί αποτελούν το 18% του συνολικού της πληθυσµού 14. Ως εκ τούτου, έχει αναπτύξει εδώ και πολλά χρόνια δράσεις για την ένταξη των µεταναστών στη γαλλική κοινωνία. Η έρευνα που ακολουθεί εστιάζει σε µια παράµετρο της ένταξης, τη διαδικασία εκµάθησης της γαλλικής γλώσσας για τους ενήλικους µετανάστες. Το δείγµα της έρευνας για το Παρίσι αποτελούν: α/ για το Κράτος, ο αρµόδιος για τα µαθήµατα φορέας ΑΝΑΕΜ β/ για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ο ήµος Παρισίων και συγκεκριµένα η υπηρεσία που εξειδικεύεται σε δράσεις για την κοινωνική ένταξη των µεταναστών (Délégation à la Politique de la ville et à l Intégration). γ/για την Κοινωνία Πολιτών τρεις ΜΚΟ, η Association des Travailleurs Maghrébins en France (ATMF), η Secours Catholique Caritas France και η France Terre d Asile. Για την ANAEM τα δεδοµένα προκύπτουν από την οµώνυµη ιστοσελίδα στο διαδίκτυο, ενώ για τους υπόλοιπους φορείς πραγµατοποιήθηκαν συνεντεύξεις µε επιτόπια έρευνα προκειµένου να διαµορφωθεί ολοκληρωµένη εικόνα για τη δράση τους (για τον κατάλογο των ερωτηθέντων βλ. Παράρτηµα XI σελ.114). 14 Στατιστικά στοιχεία της ΑΝΑΕΜ 49

50 Α. Το πρόγραµµα του Κράτους Από τον Απρίλιο του 2005, η ΑΝΑΕΜ αποτελεί τον κύριο κρατικό φορέα υπεύθυνο για την υποδοχή και ένταξη των µεταναστών στη Γαλλία. Συστάθηκε µε απόφαση του ιυπουργικού Συµβουλίου για θέµατα ένταξης µεταναστών και συνεχίζει το έργο της Κοινωνικής Υπηρεσίας Αρωγής των Μεταναστών και της Εθνικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης. Αξιοσηµείωτο κρίνεται το γεγονός ότι ο πρόεδρος του φορέα φέρει το αξίωµα του νοµάρχη και είναι αποσπασµένος στη θέση αυτή, ενώ το ιοικητικό Συµβούλιο συγκροτείται από εκπροσώπους όλων των συναρµόδιων υπουργείων και από προσωπικότητες του ακαδηµαϊκού περιβάλλοντος που δραστηριοποιούνται στον τοµέα της µετανάστευσης. Η διαδικασία εκµάθησης της γλώσσας απευθύνεται σε δύο οµάδες µεταναστών. Αφενός, σε όσους έχουν υπογράψει το Συµβόλαιο Υποδοχής και Ένταξης, αφετέρου, σε αυτούς που επιθυµούν να λάβουν την άδεια του επί µακρόν διαµένοντος ή να αποκτήσουν τη γαλλική ιθαγένεια. Ο ενδιαφερόµενος κατατάσσεται σε ένα κύκλο µαθηµάτων ανάλογα µε τις γνώσεις στη γαλλική γλώσσα κατόπιν συνεντεύξεως µε κοινωνικό λειτουργό της ΑΝΑΕΜ. Στα µαθήµατα λαµβάνουν µέρος πάνω από 100 εθνικότητες. Για τη χρονική περίοδο το 25% του συνόλου των µεταναστών που υπέγραψαν το Συµβόλαιο Υποδοχής και Ένταξης εντάχθηκε και σε προγράµµατα εκµάθησης της γλώσσας 15. Οι εκπαιδευτές είναι όλοι απόφοιτοι παιδαγωγικών σχολών µε αντίστοιχη εξειδίκευση, πολυετή επαγγελµατική εµπειρία και πιστοποιηµένοι από αρµόδιο φορέα. Η κατάρτισή τους πριν την έναρξη διδασκαλίας κρίνεται υποχρεωτική όσο και η αξιολόγησή τους κατά τη διάρκεια και µετά την ολοκλήρωση των µαθηµάτων. Το έργο τους συνεπικουρείται από πολιτισµικούς διαµεσολαβητές. Σκοπός των µαθηµάτων είναι η κοινωνική ένταξη, πρωτίστως όµως η απόκτηση των κατάλληλων δεξιοτήτων για τη χορήγηση του πιστοποιητικού DILF που απαιτείται-µεταξύ άλλων-και για την κτήση του καθεστώτος του επί µακρόν διαµένοντος. Τα µαθήµατα λαµβάνουν χώρα σε αντιπροσωπείες της ΑΝΑΕΜ που λειτουργούν και στα 20 διαµερίσµατα του Παρισιού. Η µέγιστη διάρκειά τους φθάνει τις 400 ώρες και παρέχονται δωρεάν. Ο κύκλος µαθηµάτων της γαλλικής γλώσσας 15 Τα στατιστικά στοιχεία προκύπτουν από την έκθεση της ΑΝΑΕΜ στην οµώνυµη ιστοσελίδα. 50

51 περιλαµβάνει µια σειρά από θεµατικές ενότητες που σκοπό έχουν να εξοπλίσουν τον εκπαιδευόµενο µε τα απαραίτητα εφόδια προκειµένου να φέρει εις πέρας τις καθηµερινές απλές δραστηριότητές του. Μεταξύ άλλων, µαθαίνει να κατανοεί τις πληροφορίες που ακούει και να συνθέτει απλές προτάσεις κάνοντας σύντοµες περιγραφές και χρησιµοποιώντας τη σωστή σύνταξη. Το λεξιλόγιό του διευρύνεται µε λέξεις που σχετίζονται µε τοµείς της καθηµερινής του δραστηριότητας. Εφαρµόζεται η επικοινωνιακή µέθοδος και ένας συνδυασµός εκπαιδευτικών εγχειριδίων. Το µεγαλύτερο πρόβληµα που θα µπορούσε κανείς να αναφέρει είναι το έλλειµµα εκπαίδευσης του συνόλου των µεταναστών που έχουν ανάγκη δεδοµένου ότι δεν υπάρχει, επί του παρόντος, ειδικός κύκλος µαθηµάτων για αναλφάβητα άτοµα. Η ΑΝΑΕΜ συνεργάζεται µε το Σύλλογο Κοινωνικής και Οικογενειακής Στήριξης των Μεταναστών (A.S.S.F.A.M) που αποτελεί ΜΚΟ. Η συνεργασία αυτή λαµβάνει τη µορφή παροχής αναγκαίων υποδοµών σε διαµερίσµατα των Παρισίων όπου ο εξοπλισµός της ΑΝΑΕΜ δεν επαρκεί. Επίσης, συνεργάζεται και µε την Ένωση για την Προώθηση των µεταναστών (CLP) σε επίπεδο συµβουλευτικών υπηρεσιών αναφορικά µε τη διδακτική της «εύτερης/ξένης» γλώσσας, την κατάρτιση των εκπαιδευτών και την παραγωγή και ανανέωση του διδακτικού υλικού. Β. Τα προγράµµατα του ήµου Παρισίων Ο ήµος Παρισίων αναπτύσσει πολυδιάστατη δράση στον τοµέα εκµάθησης της γαλλικής γλώσσας. Αρµόδιος φορέας για την οργάνωση του προγράµµατος είναι η Υπηρεσία σχεδιασµού της κοινωνικής ένταξης αλλοδαπών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι δράσεις ακολουθούν τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Πρώτον, ο ήµος χρηµατοδοτεί εθελοντικά προγράµµατα διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας που προσφέρονται από ΜΚΟ και συλλόγους µεταναστών. εύτερον, συνεργάζεται µε εξειδικευµένες ΜΚΟ στον τοµέα διδασκαλίας της γαλλικής ως ξένης γλώσσας, αναπτύσσοντας µια σχέση συµπληρωµατικότητας. Συγκεκριµένα, εφαρµόζεται ένα κοινό πρόγραµµα που αποσκοπεί στην προετοιµασία των υποψηφίων µεταναστών για τις εξετάσεις του διπλώµατος DILF. Τέλος, διοργανώνει τα «Μαθήµατα Ενηλίκων του ήµου» (Cours Municipaux d Adultes), τα οποία περιλαµβάνουν επιµέρους κύκλους διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας που 51

52 απευθύνονται τόσο σε αναλφάβητους µετανάστες όσο και στις λοιπές οµάδες αλλοδαπού πληθυσµού. Τα µαθήµατα που διενεργούνται σε συνεργασία µε τις ΜΚΟ παρέχονται δωρεάν. Αντιθέτως, για την παρακολούθηση των «Μαθηµάτων του ήµου», οι µετανάστες καλούνται να καταβάλουν από ανάλογα µε τις ώρες παρακολούθησης. Επίσης, σε κάθε περίπτωση, η συµµετοχή στις εξετάσεις του DILF επιβαρύνει τους µετανάστες. Τα τµήµατα είναι ολιγοµελή (5-10 άτοµα) και η διάρκειά τους ποικίλλει (µέχρι 200 ώρες). Τα προγράµµατα σπουδών χωρίζονται σε τρία επίπεδα (αρχάριο, µέσο και προχωρηµένο). Οι καθηγητές λαµβάνουν ειδική εκπαίδευση και έχουν συναφές εκπαιδευτικό υπόβαθρο. Ακολουθείται, και πάλι, η επικοινωνιακή µέθοδος διδασκαλίας. Σκοπός των µαθηµάτων είναι η απόκτηση του κρατικού διπλώµατος και, παράλληλα, η κοινωνική ένταξη των µεταναστών. Στα προγράµµατα συµµετέχει µεγάλος αριθµός µεταναστών από την Ασία, την Υποσαχάρια και τη Βόρεια Αφρική. Το σηµαντικότερο πρόβληµα εντοπίζεται στο γεγονός ότι τα προγράµµατα δεν επαρκούν για το σύνολο των µεταναστών που έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον. Με άλλα λόγια, η ζήτηση ξεπερνά την προσφορά. Γ. Τα προγράµµατα της Κοινωνίας Πολιτών Η ΜΚΟ και οι σύλλογοι µεταναστών έχουν να επιδείξουν ένα εξαιρετικά σηµαντικό έργο στη διδασκαλία της γλώσσας. Τόσο οι δύο ΜΚΟ (Secours Catholique Caritas France και France Terre d Asile), όσο και ο Σύλλογος ATMF ασχολούνται από 5 έως 10 χρόνια µε την παροχή µαθηµάτων γαλλικής γλώσσας σε ενήλικους µετανάστες. Το έργο τους χρηµατοδοτείται σε µεγάλο ποσοστό από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους µε εξαίρεση την ΜΚΟ Secours Catholique Caritas France που χρηµατοδοτείται από την Καθολική Εκκλησία. Για να λάβουν τη χρηµατοδότηση όλοι οι εκπρόσωποι της Κοινωνίας Πολιτών καλούνται να σχεδιάσουν και να υποβάλουν στους αρµόδιους κρατικούς φορείς το πρόγραµµα σπουδών που περιλαµβάνει µια ολοκληρωµένη πρόταση µε εµπεριστατωµένες αναφορές σε ζητήµατα οργάνωσης των µαθηµάτων, τρόπου διδασκαλίας, υποδοµών και προϋπολογισµού. Ένα κοινό στοιχείο που διακρίνει, τόσο τους τρεις εκπροσώπους της Κοινωνίας Πολιτών που ερωτήθησαν, όσο και την πλειοψηφία των ΜΚΟ που 52

53 δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τοµέα, είναι ότι τα εκπαιδευτικά προγράµµατα διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας αρθρώνονται σε δύο διακριτούς άξονες: α/ διδασκαλία της γαλλικής ως «εύτερης/ξένης» σε εγγράµµατους µετανάστες (FLE), και β/ διδασκαλία της γαλλικής σε αναλφάβητους µετανάστες (ALPHA). Η µέθοδος και το περιεχόµενο διδασκαλίας σε κάθε άξονα διαφέρουν. Η Secours Catholique Caritas France δραστηριοποιείται-κυρίως-στα τρία διαµερίσµατα των Παρισίων (11, 19, 20), όπου παρουσιάζεται η µεγαλύτερη συγκέντρωση αλλοδαπών. Κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, σχεδιάζει µια ριζική αναµόρφωση του προγράµµατος και την προσαρµογή του στις ανάγκες των ατόµων που απευθύνονται σε αυτή. Στα µαθήµατα µπορούν να συµµετέχουν όλοι οι µετανάστες είτε είναι νόµιµοι, είτε όχι- δεδοµένου ότι δεν απαιτείται κανένα επίσηµο έγγραφο για την παρακολούθησή τους. Οι περισσότεροι µετανάστες είναι άνω των 35 ετών και προέρχονται, στην πλειοψηφία τους, από την Ασία, τη υτική και Βόρεια Αφρική. Το µορφωτικό τους υπόβαθρο ποικίλλει, ωστόσο δεν είναι πολλοί αυτοί που έχουν κάνει ανώτατες σπουδές. Το 60% είναι γυναίκες και κυρίως µητέρες που επιθυµούν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να µάθουν τη γλώσσα. Τα µαθήµατα αποσκοπούν στην κοινωνική ένταξη των µεταναστών. Στόχος τους είναι κυρίως η απόκτηση αυτονοµίας και η εύρεση εργασίας. Το εν λόγω πρόγραµµα δεν προετοιµάζει τους αλλοδαπούς για τις εξετάσεις του DILF. Τα µαθήµατα οργανώνονται σε τρία επίπεδα (αρχάριοι, µέσοι, προχωρηµένοι) και για τους αναλφάβητους ακολουθείται εξατοµικευµένη προσέγγιση. Η κατάταξη των ενδιαφεροµένων στα επίπεδα γίνεται µέσω κατατακτήριου τεστ. Ακολουθείται η επικοινωνιακή µέθοδος και επιδιώκεται η επικοινωνία µόνο στα γαλλικά. Η διάρκεια των µαθηµάτων ποικίλλει ανάλογα µε τις ανάγκες του τµήµατος. Οι εκπαιδευτές δεν έχουν συναφή µόρφωση και παρέχουν τις υπηρεσίες τους εθελοντικά. Τα µαθήµατα όπως και τα εγχειρίδια διδασκαλίας προσφέρονται δωρεάν. Η δράση της ΜΚΟ γνωστοποιείται, κυρίως, µέσω διαδικτύου. Η Secours Catholique αντιµετωπίζει σοβαρά προβλήµατα επάρκειας εκπαιδευτικού υλικού και υποδοµών. Μάλιστα έχει αρκετά µεγάλη λίστα αναµονής µεταναστών που ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν µαθήµατα. εν συνεργάζεται µε άλλους φορείς του κράτους ή της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το έργο της France Terre d Asile. Το πρόγραµµα σπουδών χρηµατοδοτείται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους. Η ΜΚΟ φιλοξενεί νόµιµους µετανάστες νεαρής ηλικίας, δεδοµένου ότι η δράση της 53

54 χρηµατοδοτείται από το Κράτος. Η αναλογία σε άνδρες και γυναίκες είναι 50-50, ενώ οι εθνικότητες ποικίλλουν. Το µορφωτικό τους υπόβαθρο δεν είναι ιδιαιτέρως υψηλό. Οι εκπαιδευτές έχουν ανώτατη πανεπιστηµιακή µόρφωση και µακροχρόνια εµπειρία στον τοµέα. Αµείβονται από κρατικούς πόρους στη βάση µιας σύµβασης εργασίας. Συχνή είναι η παρουσία πολιτισµικών διαµεσολαβητών που ενισχύει το έργο τους. Σκοπός των µαθηµάτων είναι, πρωτίστως, η κοινωνική ένταξη των µεταναστών και η στήριξή τους για αντιµετώπιση διαφόρων δυσκολιών. Κάθε κύκλος διαρκεί 4 µήνες. Τα µαθήµατα οργανώνονται σε επίπεδα και η κατάταξη των σπουδαστών γίνεται κατόπιν προφορικής συνέντευξης. Σηµαντικό κρίνεται το γεγονός ότι, κατά τη διεξαγωγή των µαθηµάτων, η εκµάθηση της γλώσσας συνδυάζεται µε στοιχεία πολιτισµού, πτυχές της καθηµερινότητας και µαθήµατα πληροφορικής. Επίσης, βαρύτητα δίδεται στην ανάπτυξη πρωτοβουλίας από το δυναµικό της κάθε τάξης. Προς την κατεύθυνση αυτή, ανατίθεται στους µαθητές η υποχρέωση να οργανώσουν ως οµάδα επισκέψεις σε µουσεία ή άλλα µέρη των Παρισίων και να υποβάλλουν στους υπεύθυνους της ΜΚΟ µια ολοκληρωµένη πρόταση υλοποίησης της δράσης. Με αυτό τον τρόπο, έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν µέρη, τα οποία µέχρι εκείνη τη στιγµή αγνοούσαν ότι υπήρχαν. Ως προς τους αναλφάβητους µετανάστες, έχει δηµιουργηθεί ειδικό τµήµα προσαρµοσµένο στις ανάγκες τους. Κατά τα λοιπά, εφαρµόζεται η επικοινωνιακή µέθοδος µε τη βοήθεια διαφόρων εγχειριδίων και εφηµερίδων. Η επιτυχία του προγράµµατος σπουδών κρίνεται µεταξύ άλλων από το σχεδόν µηδενικό ποσοστό διαρροής των σπουδαστών κατά τη διάρκεια των µαθηµάτων και από τη διαρκή χρηµατοδότηση που λαµβάνεται από το Κράτος. Τη χρονική περίοδο που έλαβε χώρα η επιτόπια έρευνα πραγµατοποιούταν θερινά µαθήµατα. Έτσι, δόθηκε η δυνατότητα επικοινωνίας µε σπουδαστές τόσο από το τµήµα αναλφάβητων µεταναστών όσο και από τα υπόλοιπα τµήµατα. Ένα πρώτο σχόλιο που θα µπορούσε κανείς να κάνει είναι ότι τα αναλφάβητα άτοµα δείχνουν πιο εξωστρεφή και πρόθυµα να επικοινωνήσουν µε τον τρόπο που αυτά µπορούν στα γαλλικά σε σχέση µε τους εγγράµµατους σπουδαστές. Επίσης, όλοι οι σπουδαστές δήλωσαν ότι αυτό που τους αρέσει περισσότερο είναι να οργανώνουν εκδροµές ενώ αυτό που τους δυσκολεύει είναι η επικοινωνία µε άτοµα διαφορετικών εθνικοτήτων που έχουν διαφορετική κουλτούρα. 54

55 Το κυριότερο πρόβληµα είναι ότι οι υποδοµές δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες όλων των µεταναστών. Χαρακτηριστικά η υπεύθυνη του προγράµµατος σπουδών αναφέρει ότι: «όλα εξαρτώνται από το ύψος χρηµατοδότησης που λαµβάνουµε κάθε φορά. Και δυστυχώς για αυτό το θέµα άλλοι αποφασίζουν για εµάς». Η France Terre d Asile συνεργάζεται µε άλλες ΜΚΟ για την κάλυψη της ζήτησης και µε το Κράτος σε επίπεδο χρηµατοδότησης. Η δράση της γίνεται γνωστή κυρίως µέσω του διαδικτύου. Σε παρόµοια επίπεδα κινείται και η ATMF. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στην επαγγελµατική ένταξη και για αυτό το λόγο τα µαθήµατα περιλαµβάνουν µια µεγάλη ενότητα µε επαγγελµατική ορολογία. Για την παρακολούθηση των µαθηµάτων οι σπουδαστές καλούνται να καταβάλουν ετησίως 20. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι στα µαθήµατα δεν συµµετέχουν µόνο µετανάστες που προέρχονται από το Μαγκρέµπ αλλά και από άλλες εθνικότητες κυρίως της Αφρικής. Η ενηµέρωση σχετικά µε τον κύκλο των µαθηµάτων γίνεται από τις άλλες υπηρεσίες του Συλλόγου και από εφηµερίδες µεταναστών. Στο σύλλογο παρατηρείται χαµηλό ποσοστό διαρροής σπουδαστών και καθηγητών. 3. ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΙΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΩΝ ΡΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΩΣ «ΕΥΤΕΡΗΣ/ΞΕΝΗΣ» ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ Οι µισοί µετανάστες της Ελλάδας κατοικούν στην Αττική και από αυτούς, το 40% µένει στο ήµο Αθηναίων (Τ. Καραϊσκάκη 2007, Καθηµερινή). Σύµφωνα µε µελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ/Α Ε Υ το 2004, σε αναλογία µε το σύνολο του αλλοδαπού πληθυσµού που διαµένει στην Αθήνα, οι Αλβανοί υπήκοοι αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία (βλ. Πίνακα V σελ. 130). Οι µετανάστες σε υψηλό ποσοστό δηλώνουν ότι γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα (95,4%). Συγκεκριµένα, το 55,6 % δηλώνει ότι γνωρίζει ικανοποιητικά τα ελληνικά, ενώ οι υπόλοιποι (44,4%) απαντούν ότι δεν γνωρίζουν ικανοποιητικά τη γλώσσα (βλ. αναλυτικά Σχήµα V σελ. 124). Το δείγµα της έρευνας για την Αθήνα αποτελούν: α/ για το Κράτος, η ΓΓΕΕ ως αρµόδιος φορέας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων, τα Κ.Ε.Κ. Ευκλείδης και Ευπυρίδες ως φορείς υλοποίησης του 55

56 προγράµµατος του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και το Πανεπιστήµιο Αθηνών. β/ για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, το Κ.Ε.Κ. του ήµου Αθηναίων. γ/ για την Κοινωνία Πολιτών, το Ελληνικό Φόρουµ Μεταναστών, το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, το Στέκι Πολιτισµού Αλβανών Μεταναστών, ο Σύλλογος Αλβανών Μεταναστών «ΒΕΛΑΖΕΡΙΜΙ», ο Πολιτιστικός Σύλλογος «CAUCASUS», ο Ελληνο-Μολδαβικός Σύλλογος, η Αιγυπτιακή Κοινότητα, το πολιτιστικό κέντρο «ARMENIA» και η Κοινότητα Σουδανών Ελλάδος. Επίσης, οι ΜΚΟ Αλληλεγγύη, Caritas, ARSIS, PRAKSIS και ΚΛΙΜΑΚΑ (βλ.παράρτηµα XI σελ.114). Τα δεδοµένα προέκυψαν από συνδυασµό επιτόπιων συνεντεύξεων και τηλεφωνικής έρευνας. Συγκεκριµένα, επιτόπια συνέντευξη πραγµατοποιήθηκε στους φορείς του Κράτους, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στο ΕΦΜ, το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, το Στέκι Πολιτισµού Αλβανών Μεταναστών, την Αλληλεγγύη, Caritas, ARSIS και PRAKSIS. Με τους λοιπούς φορείς της Κοινωνίας Πολιτών υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία. Α. Τα προγράµµατα του Κράτους Τα κρατικά προγράµµατα εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας σχεδιάζονται, υλοποιούνται και εποπτεύονται από δύο Υπουργεία: α/ Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων, µέσω της Γενικής Γραµµατείας Εκπαίδευσης Ενηλίκων. β/ Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, µέσω της Ειδικής Υπηρεσίας Εφαρµογής Συγχρηµατοδοτουµένων Ενεργειών. Ειδικότερα, το εκπαιδευτικό πρόγραµµα «Εκµάθηση της ελληνικής γλώσσας ως δεύτερης σε εργαζόµενους Μετανάστες», το οποίο εντάσσεται στο Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ. ΙΙ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων, έχει σχεδιαστεί και εποπτεύεται από τη ΓΓΕΕ. Υλοποιείται από το Ι..ΕΚΕ. µέσω των Κέντρων Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Κ.Ε.Ε). Το έργο συγχρηµατοδοτείται από το ΕΚΤ κατά 75%. Επιπλέον, συµπληρώνεται από το αυτόνοµο πρόγραµµα «Εκπαίδευση και Συµβουλευτική Υποστήριξη των οικογενειών των τσιγγάνων, µουσουλµάνων, παλιννοστούντων και µεταναστών»(βλέπε σχετικά σελ.44-45). 56

57 Στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών, λειτουργούν εφτά Κ.Ε.Ε. Τα προγράµµατα εκπαίδευσης πραγµατοποιούνται σε δύο εκπαιδευτικές περιόδους Σεπτέµβριο-Ιανουάριο και Φεβρουάριο-Ιούνιο. Κατόπιν συνεννόησης µε την Οµάδα Έργου της ΓΓΕΕ πραγµατοποιούνται και θερινά προγράµµατα, αν αυτό κρίνεται αναγκαίο. ικαίωµα παρακολούθησης έχουν εργαζόµενοι µετανάστες, σύζυγοι Ελλήνων υπηκόων και µετανάστες που επιθυµούν να αποκτήσουν την ιδιότητα του επί µακρόν διαµένοντος ή την ελληνική ιθαγένεια. Οι εκπαιδευτές είναι φιλόλογοι µε εκπαιδευτική εµπειρία στη διδασκαλία αλλοδαπού πληθυσµού. Το πρόγραµµα της ΓΓΕΕ προβλέπει επιµόρφωση των εκπαιδευτών στο Κέντρο Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών Ενηλίκων. Η παροχή υπηρεσιών γίνεται µε την υπογραφή Σύµβασης Έργου. Στόχος του προγράµµατος είναι η ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων της γλώσσας ώστε οι µετανάστες να είναι σε θέση να αναγνωρίσουν τους τίτλους σπουδών που απέκτησαν στη χώρα προέλευσής τους και να µπορούν να ενταχθούν στα Σχολεία εύτερης Ευκαιρίας. Επίσης, τα µαθήµατα αποσκοπούν στην απόκτηση επαρκών γνώσεων για να ανταποκριθούν στη διαδικασία πιστοποίησης ελληνοµάθειας. Η ενηµέρωση των µεταναστών για το εν λόγω πρόγραµµα γίνεται µέσω ραδιοφώνου, εφηµερίδων των µεταναστών και ευρείας κυκλοφορίας (για την οργάνωση µαθηµάτων και τα προβλήµατα βλ. σχετικά Παράρτηµα XII, στο α σκέλος, σελ. 117). Περνώντας στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, το έργο εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας αναλαµβάνει η Γενική Γραµµατεία ιαχείρισης Κοινοτικών και 'Άλλων Πόρων (Γ.Γ..Κ.Π.), µέσω της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισµού και Παρακολούθησης ράσεων Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταµείου. Συγκεκριµένα, η εν λόγω υπηρεσία αναθέτει την υλοποίηση του προγράµµατος εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας σε Πιστοποιηµένα, από το Ε.ΚΕ.ΠΙΣ, Κ.Ε.Κ, τα οποία οφείλουν να πληρούν συγκεκριµένα κριτήρια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα Κ.Ε.Κ Ευκλείδης και Ευπυρίδες δραστηριοποιούνται στον τοµέα εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας από το 2005 και το 2006 αντίστοιχα. Είναι και τα δύο πιστοποιηµένα από το Ε.ΚΕ.ΠΙΣ και χρηµατοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους. Οι σπουδαστές που φοιτούν στα δύο Κ.Ε.Κ είναι άνεργοι µετανάστες που προέρχονται στην πλειοψηφία τους από την Ευρώπη (πρώην Ε.Σ.Σ., Αλβανία, Βουλγαρία) και την Αφρική. Η ηλικία των µεταναστών κυµαίνεται από ετών, ενώ, για άλλη µια φορά, οι γυναίκες 57

58 υπερτερούν των ανδρών. Κατά κοινή οµολογία το βασικότερο πρόβληµα εκµάθησης της γλώσσας το αντιµετωπίζουν οι µετανάστες των οποίων η µητρική γλώσσα δεν είναι λατινογενής όπως για παράδειγµα οι Βούλγαροι. Το εκπαιδευτικό επίπεδο των σπουδαστών ποικίλλει. Σηµαντικό κρίνεται το γεγονός ότι για αυτά τα µαθήµατα οι µετανάστες αµείβονται µε 5 ευρώ ανά ώρα κατάρτισης. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει διαρροή κατά τη διάρκεια των µαθηµάτων. Οι εκπαιδευτές είναι, επίσης, πιστοποιηµένοι από το Ε.ΚΕ.ΠΙΣ, στην πλειοψηφία τους είναι φιλόλογοι και έχουν διδάξει σε διαπολιτισµικά σχολεία. Το έργο τους αξιολογείται τόσο από τα ΚΕΚ και τους σπουδαστές όσο και από το Ε.ΚΕ.ΠΙΣ. Εργάζονται µε Σύµβαση Έργου. Η δράση των φορέων δηµοσιοποιείται µέσω του ΟΑΕ και των εφηµερίδων ευρείας κυκλοφορίας. Στόχος των µαθηµάτων είναι η απόκτηση του Πιστοποιητικού Ελληνοµάθειας και η ένταξη των µεταναστών στο εργασιακό περιβάλλον. Πέραν της τυπικής αυτής σχέσης που αναπτύσσεται µε το Κράτος, θα πρέπει να υπογραµµιστεί ότι ορισµένα από τα ΚΕΚ, όπως τα δύο προαναφερθέντα, θα επιθυµούσαν να αναπτύξουν συνεργασία για την εκµάθηση της ελληνικής γλώσσας µε Μ.Κ.Ο στο πλαίσιο µιας αναπτυξιακής σύµπραξης (για την οργάνωση µαθηµάτων και τα προβλήµατα των Κ.Ε.Κ. βλ. σχετικά Παράρτηµα XII, στο β σκέλος, σελ. 118). Κλείνοντας, ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στην περίπτωση του Πανεπιστήµιου Αθηνών και συγκεκριµένα στο πρόγραµµα διδασκαλίας των ελληνικών, το οποίο πραγµατοποιείται από το ιδασκαλείο Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Ο εν λόγω φορέας έχει µακρά παράδοση στην εκπαίδευση αλλοδαπών (από το 1950). Στόχος του προγράµµατος είναι η απόκτηση των κατάλληλων δεξιοτήτων για τη φοίτηση σε Ανώτερα και Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα. Τα µαθήµατα απευθύνονται σε όλους τους νόµιµους οικονοµικούς µετανάστες µε απολυτήριο δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης. Οι διδάσκοντες είναι καθηγητές µε πολυετή διδακτική εµπειρία στο αντικείµενο ή κάτοχοι µεταπτυχιακών διπλωµάτων (βλ. αναλυτικά Παράρτηµα XII, στο γ σκέλος, σελ.118). 58

59 Β. Το πρόγραµµα του ήµου Αθηναίων Ο ήµος Αθηναίων στην προσπάθειά του να αντιµετωπίσει το ζήτηµα της µετανάστευσης όχι ως πρόβληµα, αλλά ως προτεραιότητα έχει προβεί σε µια σειρά δράσεων που προωθούν την κοινωνική ένταξη των µεταναστών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και το πρόγραµµα εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας, το οποίο υλοποιείται εδώ και δύο χρόνια από το Κ.Ε.Κ του ήµου Αθηναίων. Στα µαθήµατα συµµετέχουν άνεργοι µετανάστες -µεταξύ ετών- που έχουν ήδη απευθυνθεί στον ΟΑΕ και έχουν περάσει από την προβλεπόµενη διαδικασία εξατοµικευµένης προσέγγισης. Για την παρακολούθηση του προγράµµατος αµείβονται µε 5 ευρώ την ώρα. Οι περισσότεροι προέρχονται από την πρώην Ε.Σ.Σ.., τη Βουλγαρία, τη Ρουµανία αλλά και την Αφρική. Σε ένα ποσοστό 80% υπερτερούν οι γυναίκες. Επίσης, µετανάστες από την πρώην Ε.Σ.Σ.. εµφανίζουν υψηλότερο µορφωτικό επίπεδο σε σχέση µε χώρες της Αφρικής. Το στοιχείο αυτό συσχετίζεται άµεσα και µε την άνεση εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας. Συγκεκριµένα, αλλοδαποί µε ανώτατες σπουδές εµφανίζουν µεγαλύτερη πρόοδο έναντι των υπολοίπων. Για τη χρονική περίοδο παρακολούθησαν το πρόγραµµα 51 µετανάστες. Ο τρόπος δηµοσιοποίησης των προγραµµάτων και οι στόχοι των µαθηµάτων δεν διαφοροποιούνται από αυτούς που έχουν ήδη αναφερθεί. Ως προς το ποσοστό επιτυχίας των µεταναστών στις εξετάσεις για το Πιστοποιητικό Ελληνοµάθειας παρουσιάζεται χαµηλό δεδοµένου ότι δεν ξεπερνά το 25% σε ετήσια βάση. Αναφορικά µε την καταγραφή ελλείψεων και προβληµάτων για µια ακόµα φορά τονίστηκε η αδυναµία ικανοποίησης όλων των ενδιαφεροµένων. Πέραν τούτου, έγινε αναφορά σε προβλήµατα που σχετίζονται µε τους σπουδαστές και αφορούν σε ανάρµοστη συµπεριφορά και σπανιότερα σε κλοπές. Τέλος, αναφορικά µε το θέµα συνεργασιών στο εν λόγω ζήτηµα δεν υπάρχει ανάλογη µελλοντική προοπτική (σχετικά µε το προφίλ των ιδασκόντων και το πρόγραµµα µαθηµάτων του ΚΕΚ ήµου Αθηναίων βλ. σχετικά Παράρτηµα XIII σελ. 119). 59

60 Γ. Τα προγράµµατα της Κοινωνίας Πολιτών Μετατοπίζοντας το βάρος της έρευνας στην Κοινωνία Πολιτών, µπορεί κανείς να διαπιστώσει δραστηριοποίηση, κυρίως, από την πλευρά των ΜΚΟ και, δευτερευόντως, των Οργανώσεων µεταναστών. Από τις ΜΚΟ και τους Συλλόγους που ερωτήθησαν, εκτός από το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, κανένας άλλος φορέας δεν εξειδικεύεται στην παροχή µαθηµάτων ελληνικής γλώσσας. Οι εκπρόσωποι της Κοινωνίας Πολιτών εµφανίζουν αρκετά κοινά στοιχεία και διαφοροποιούνται σε ελάχιστα σηµεία. Επιχειρώντας την οµαδοποίηση των δεδοµένων που προέκυψαν από τις συναντήσεις, µπορεί κανείς να σταθεί στα ακόλουθα επιµέρους θέµατα. Πρώτον, όλοι οι φορείς πλην της ΜΚΟ Αλληλεγγύη- δέχονται το µεταναστευτικό πληθυσµό χωρίς προηγούµενο έλεγχο νοµιµοποιητικών εγγράφων. Ως εκ τούτου, δίδεται η δυνατότητα σε όλους τους µετανάστες να συµµετάσχουν στα µαθήµατα ελληνικής γλώσσας. Παρατηρείται µεγάλο εύρος εθνικοτήτων από την Αφρική, Ασία και Ευρώπη. Το µορφωτικό υπόβαθρο των µεταναστών διαφέρει µεταξύ των ΜΚΟ. Για παράδειγµα, το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών συγκεντρώνει µεγάλο ποσοστό αλλοδαπών δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης, ενώ αντίθετα η Caritas εµφανίζει υψηλό µορφωτικό υπόβαθρο σε ποσοστό 70%. Στις ΜΚΟ ARSIS, Κλίµακα, στο Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών και το ΕΦΜ οι άνδρες υπερτερούν σε ποσοστό 75% κατά µέσο όρο. Αντίθετα, στις ΜΚΟ Αλληλεγγύη, Caritas υπερτερούν οι γυναίκες σε ποσοστό 65%. Κατά κοινή οµολογία, µορφωτικό υπόβαθρο και χώρα καταγωγής συναρτώνται άµεσα µε την πρόοδο των σπουδαστών. Ο αριθµός των συµµετεχόντων στα µαθήµατα ποικίλλει. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στη ΜΚΟ Αλληλεγγύη για το 2005 οι σπουδαστές ήταν 100, το 2006 αυξήθηκαν στους 280 και για το 2007 έφθασαν τους 314. εύτερον, κανένας φορέας δεν χρηµατοδοτείται από το Κράτος για την οργάνωση και υλοποίηση των προγραµµάτων ελληνικής γλώσσας. Κοινό στοιχείο όλων των εκπροσώπων - πλην της ΜΚΟ Αλληλεγγύη - είναι η εθελοντική παροχή υπηρεσιών από τους εκπαιδευτές. Το µορφωτικό υπόβαθρο των εθελοντών εκπαιδευτών ποικίλλει. Ένα από τα σηµαντικότερα ζητήµατα που τίθενται είναι το γεγονός ότι, λόγω εθελοντισµού, τίποτα δεν διασφαλίζει την παραµονή του εκπαιδευτή ως το τέλος των µαθηµάτων. 60

61 Από το υφιστάµενο πλαίσιο εξαιρείται η Αλληλεγγύη, στην οποία απασχολούνται εκπαιδευτικοί αποσπασµένοι από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων και είναι όλοι απόφοιτοι τµηµάτων της Φιλοσοφικής Σχολής µε πενταετή προϋπηρεσία σε διδασκαλία αλλοδαπών. Σηµαντική κρίνεται η πρωτοβουλία του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισµού Ιφιγένεια Γεωργιάδου, το οποίο προωθεί πρόγραµµα επιµόρφωσης όλων των εθελοντών καθηγητών, ενώ παράλληλα πραγµατοποιεί ετήσια συγκέντρωση όλων των εκπαιδευτών των ΜΚΟ µε σκοπό την ανταλλαγή εµπειριών. Σε όλες τις ΜΚΟ και συλλόγους που ασχολούνται µε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας προβλέπεται αξιολόγηση των διδασκόντων. Η συχνότητα και τα κριτήρια ποικίλλουν, άλλοτε δηλαδή γίνεται ανά τρίµηνο βάσει αυστηρών κριτηρίων (Αλληλεγγύη), άλλοτε πάλι µηνιαία υπό µορφήν οµαδικής συζήτησης (Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, ARSIS, ΕΦΜ). Τρίτον, τα προγράµµατα εκµάθησης ελληνικής γλώσσας στοχεύουν πρωτίστως στην κοινωνική ένταξη των µεταναστών. Από το συνολικό δείγµα της έρευνας προέκυψε ότι µόνο στη ΜΚΟ Αλληλεγγύη δίδεται η δυνατότητα στους σπουδαστές να συµµετάσχουν στις εξετάσεις για την Πιστοποίηση Ελληνοµάθειας και µάλιστα µε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό επιτυχίας για το 2007 (99%). Τέταρτον, η οργάνωση του κύκλου µαθηµάτων αρθρώνεται σε επίπεδα αρχαρίων, µέσων και ανώτερων τµηµάτων (εξαίρεση η ΜΚΟ Κλίµακα). Τα προγράµµατα διαρκούν κατά µέσο όρο 4 µήνες και παρέχονται χωρίς καµία οικονοµική επιβάρυνση των σπουδαστών. Όλοι οι εκπρόσωποι προσαρµόζουν τα µαθήµατα στις ανάγκες των µεταναστών που απευθύνονται σε αυτούς. Επίσης, υπάρχουν φορείς όπως η Caritas που προετοιµάζει για την παρούσα χρονική περίοδο µαθήµατα επαγγελµατικής ορολογίας. Σηµαντικό κρίνεται το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των µαθηµάτων οι σπουδαστές ενθαρρύνονται να επικοινωνήσουν στην ελληνική γλώσσα και µε τη βοήθεια των καθηγητών τους να συζητήσουν προβλήµατα που τους απασχολούν µέσα σε µια διαδικασία διαλόγου. Παράλληλα, για την εκµάθηση της ελληνικής γλώσσας χρησιµοποιούνται µια σειρά από βιβλία και σηµειώσεις, ενώ οι ΜΚΟ Αλληλεγγύη και Κλίµακα έχουν προβεί στη συγγραφή δικού τους βιβλίου. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται από όλες τις ΜΚΟ στην κατανόηση του «σύγχρονου ελληνικού γίγνεσθαι». Προς αυτή την κατεύθυνση, οργανώνονται θεατρικές παραστάσεις (ΕΦΜ), επισκέψεις σε θέατρα και µουσεία (ΜΚΟ Αλληλεγγύη), σε τράπεζες και διοικητικές υπηρεσίες (Κυριακάτικο Σχολείο 61

62 Μεταναστών). Στο σηµείο αυτό, θα πρέπει να επισηµανθεί ότι - σε µια µεµονωµένη περίπτωση - το περιεχόµενο του µαθήµατος περιλαµβάνει και έναν «έµµεσο» ιδεολογικό προσανατολισµό (Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών). Πέραν όµως των βασικών παραµέτρων που αφορούν στην οργάνωση του προγράµµατος εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας, οι ΜΚΟ Αλληλεγγύη και ARSIS καλύπτουν ένα σηµαντικό κενό του κρατικού µηχανισµού. Συγκεκριµένα, προβλέπεται ειδικό τµήµα εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας για αναλφάβητους µετανάστες. Το περιεχόµενο και η µέθοδος διδασκαλίας διαφοροποιούνται και προσαρµόζονται στις ανάγκες της οµάδας αυτής. Πέµπτον, περνώντας στην ενότητα που αναφέρεται στα προβλήµατα της Κοινωνίας Πολιτών, παρουσιάζεται οµοφωνία ως προς το πρώτο και κυριότερο θέµα σχετικά µε τις ανεπαρκείς υποδοµές σε σχέση µε το µέγεθος της ζήτησης για µαθήµατα. Το πρόβληµα αυτό σχετίζεται, εν πολλοίς, µε την έλλειψη επαρκών οικονοµικών πόρων. Επίσης, µε εξαίρεση τη ΜΚΟ Αλληλεγγύη, παρουσιάζεται υψηλό ποσοστό διαρροής σπουδαστών κατά τη διάρκεια των µαθηµάτων (κατά µέσο όρο 50%). Έκτον, εστιάζοντας στο θέµα της συνεργασίας της Κοινωνίας Πολιτών µε τους φορείς του Κράτους και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι απόψεις διίστανται. Συγκεκριµένα, όλες οι ΜΚΟ τοποθετούνται θετικά στη µεταξύ τους συνεργασία. εν συµβαίνει όµως το ίδιο µε την προοπτική συνεργασίας µε το Κράτος, χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών. Στον αντίποδα της θέσης αυτής τάσσεται µεγάλος αριθµός ΜΚΟ και Συλλόγων Μεταναστών που επιθυµούν και επιδιώκουν τη συνεργασία µε το Κράτος αναφορικά µε την εκµάθηση της ελληνικής γλώσσας. Περαιτέρω, ορισµένες ΜΚΟ (ΕΦΜ, ARSIS, PRAKSIS) και Οργανώσεις µεταναστών (Στέκι Πολιτισµού Αλβανών Μεταναστών)αναζητούν, επισταµένα, µια βιώσιµη µορφή συνεργασίας. Στο επίκεντρο των συζητήσεων τίθενται δύο σηµαντικά θέµατα, αφενός η ανάγκη ενδυνάµωσης της Κοινωνίας Πολιτών, αφετέρου η συµµετοχή φορέων στις διαβουλεύσεις για τη δηµιουργία ολοκληρωµένου προγράµµατος εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας. Τέλος, ως προς τους λοιπούς συλλόγους µεταναστών που συµµετείχαν στην έρευνα δήλωσαν οµόφωνα ότι δεν έχουν τις κατάλληλες υποδοµές, ούτε και τους απαραίτητους πόρους για να κάνουν µαθήµατα. Για αυτό το λόγο, η πλειοψηφία των συµπατριωτών τους έχει µάθει ελληνικά από τα «άτυπα δίκτυα» του κοινωνικού 62

63 περιβάλλοντος (καθηµερινή επικοινωνία µε Έλληνες, ΜΜΕ, εργασία), ενώ ένα εξίσου υψηλό ποσοστό απευθύνεται στο ΕΦΜ και στους φορείς του Κράτους. Ενδιαφέρουσα κρίνεται η πρωτοβουλία εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας από το Σύλλογο Αλβανών Μεταναστών «ΒΕΛΑΖΕΡΙΜΙ», στον οποίο το 2007 συµµετείχαν 40 άτοµα. 4. ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ Στο προοίµιο της ενότητας «Εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής ως εύτερης/ξένης» (βλ.σελ.8) αναφέρθηκε ότι σύµφωνα µε τον Spolsky τα σηµαντικά ζητήµατα που στρέφονται γύρω από την εκµάθηση της «εύτερης/ξένης» γλώσσας, συνοψίζονται σε ένα ερώτηµα: «Ποιος µαθαίνει, τι και κάτω από ποιες συνθήκες;» (Spolsky 1989). Τα δεδοµένα που προέκυψαν από την έρευνα δίνουν απάντηση στο πολυδιάστατο αυτό ζήτηµα. Η καταγραφή των επιµέρους δράσεων στα δύο αστικά κέντρα (Παρίσι και Αθήνα) αναδεικνύει κοινά σηµεία, αλλά και καίριες διαφορές. Στην ενότητα που ακολουθεί επιχειρείται η συγκριτική προσέγγιση δύο τόσο διαφορετικών όσο και όµοιων -σε αρκετά σηµεία- πολιτικών στο υπό µελέτη ζήτηµα. 4.1 Συγκλίνουσες και αποκλίνουσες διαστάσεις των κρατικών προγραµµάτων Τα προγράµµατα που σχεδιάζονται από το Γαλλικό και το Ελληνικό Κράτος εντάσσονται τόσο στον «τυπικό», όσο και στον «κατά συνθήκη τυπικό» τοµέα εκπαίδευσης (βλ.σχετικά σελ ). Πρόκειται για προγράµµατα που οργανώνονται, αφενός, από επίσηµους φορείς τους συστήµατος εκπαίδευσης, αφετέρου, από φορείς εκτός του εκπαιδευτικού συστήµατος. Επιπλέον, τα προγράµµατα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας συναρτώνται άµεσα µε τις αρχές και κατευθυντήριες γραµµές της ΕΕ, καθώς επίσης και µε άλλες επιµέρους εθνικές δηµόσιες πολιτικές για τη µετανάστευση, όπως η πολιτική ίσων ευκαιριών στην αγορά εργασίας, η προώθηση του ανθρώπινου κεφαλαίου και η κοινωνική ένταξη του αλλοδαπού πληθυσµού. Κοινό χαρακτηριστικό των δύο Κρατών είναι ότι θέτουν την εκµάθηση της γλώσσας ως όρο για τους µετανάστες που επιθυµούν να εισέλθουν σε ένα status µε αυξηµένα δικαιώµατα. Συγκεκριµένα, τίθεται απαραίτητη προϋπόθεση η 63

64 πιστοποιηµένη γνώση της γλώσσας για την απόκτηση της ιδιότητας του επί µακρόν διαµένοντος και την κτήση της ιθαγένειας. Αντίστοιχα, τόσο η Γαλλία όσο και η Ελλάδα εστιάζουν σε συγκεκριµένη οµάδα-στόχο. Απευθύνονται σε νόµιµους άνεργους ή εργαζόµενους µετανάστες και, δευτερευόντως, στα µέλη των οικογενειών τους. Ωστόσο, έλλειµµα παρουσιάζεται στην καθολική κάλυψη της ζήτησης για την παρακολούθηση µαθηµάτων. Τα µαθήµατα παρέχονται δωρεάν και υπάρχει χαµηλό ποσοστό διαρροής σπουδαστών µετά την έναρξή τους και στις δύο περιπτώσεις. Θέµατα που αφορούν στη διάρκεια των µαθηµάτων και στη διαβάθµισή τους συγκλίνουν σε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό. Χωρίς καµία αµφιβολία, ο ρόλος των δύο Κρατών είναι κυρίως ρυθµιστικός και συντονιστικός. Εντός του πλαισίου αυτού, εντοπίζονται οι σηµαντικότερες αποκλίσεις µεταξύ των υπό µελέτη δηµοσίων πολιτικών. Στη Γαλλία, η εκµάθηση της «εύτερης/ξένης» γλώσσας έχει ανατεθεί, εξ ολοκλήρου, σε ένα αρµόδιο φορέα (ANAEM), τη διοίκηση και εποπτεία του οποίου έχουν αναλάβει από κοινού εκπρόσωποι συναρµόδιων υπουργείων, φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και επιφανείς προσωπικότητες του ακαδηµαϊκού χώρου. Με άλλα λόγια, µολονότι το Γαλλικό Κράτος χαρακτηρίζεται από έντονο συγκεντρωτισµό, στον τοµέα αυτό προωθεί την ανάπτυξη σχέσεων και τη συνεργασία µε όλους τους αρµόδιους φορείς. Οµοίως, παρατηρείται συνεργασία του Κράτους µε την Κοινωνία Πολιτών (το παράδειγµα του CLP σελ.38) για την ενίσχυση παροχής ποιοτικών υπηρεσιών. Αντιθέτως, στην Ελλάδα, οι δράσεις δεν χαρακτηρίζονται από συνέργεια και συντονισµό. Είναι αυτόνοµες και δεν υφίσταται καµία µορφή συνεργασίας τόσο µεταξύ των φορέων του Κράτους όσο και µεταξύ Κράτους και Κοινωνίας Πολιτών. Το ζήτηµα αυτό επιφέρει αλυσιδωτές συνέπειες όπως αδυναµία κάλυψης της ζήτησης για µαθήµατα, έλλειψη υποδοµών, διαιώνιση προβληµάτων, λανθασµένες κινήσεις και υπέρµετρες καθυστερήσεις στην υλοποίηση των προγραµµάτων. εν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το κυρίαρχο πρόβληµα που αναφέρεται σε κρατικό επίπεδο είναι ο βραδύς ρυθµός απορροφητικότητας των πόρων. Η οργάνωση των µαθηµάτων διαφέρει ως προς το γεγονός ότι το γαλλικό πρότυπο δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα όχι µόνο σε στοιχεία ιστορίας και πολιτισµού αλλά και σε αρχές όπως η ισότητα των δύο φύλων και τα ανθρώπινα δικαιώµατα µε εκτενείς αναφορές σε αυτά. Επίσης, ο θεσµός του πολιτισµικού διαµεσολαβητή 64

65 διαδραµατίζει σηµαντικό ρόλο και προσφέρει µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα στους τιθέµενους στόχους. Τέλος, τα δύο προγράµµατα διαφοροποιούνται και στο ζήτηµα αξιολόγησης των γνώσεων. Συγκεκριµένα, ενώ και τα δύο προωθούν το Αναγνωρισµένο Κρατικό Πιστοποιητικό Γλωσσοµάθειας απαιτούν διαφορετικό επίπεδο γνώσεων για την απόκτησή του. Στην Ελλάδα ισχύει το επίπεδο Β1 του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς Γλωσσών ενώ στη Γαλλία το Α Συγκρίνοντας το ήµο Παρισίων και το ήµο Αθηναίων Τα προγράµµατα που παρέχονται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση κατατάσσονται στον «κατά συνθήκη» τυπικό τοµέα εκπαίδευσης των µεταναστών (βλέπε σελ. 21). Ο ρόλος του ήµου Παρισίων εµφανίζεται ιδιαιτέρως δυναµικός στο θέµα της «εύτερης/ξένης» Γλώσσας. Από την άλλη πλευρά, η δράση του ήµου Αθηναίων είναι λιγότερο αναπτυγµένη, παρ όλα αυτά εξίσου σηµαντική. Και τα δύο προγράµµατα χρηµατοδοτούνται σε µεγάλο ποσοστό από το ΕΚΤ. Αρθρώνονται µε βάση τις κατευθυντήριες γραµµές των κρατικών φορέων. Απευθύνονται αποκλειστικά σε νόµιµους µετανάστες και συνάδουν σε µικρότερο ή µεγαλύτερο βαθµό µε τους στόχους και σκοπούς του κρατικού µηχανισµού. Με άλλα λόγια, θέτουν ως προτεραιότητα τη δηµιουργία ποιοτικού µεταναστευτικού πληθυσµού, ικανού να συµµετάσχει στις κρατικές εξετάσεις και να λάβει την πιστοποίηση γλωσσοµάθειας που θα του επιτρέψει την κτήση ιθαγένειας ή άδειας διαµονής επί µακρόν διαµένοντος και την οµαλή ένταξη στην αγορά εργασίας. Επιπλέον, δεν παρατηρείται σηµαντική απόκλιση ως προς το περιεχόµενο, τη διάρκεια και τον τρόπο διδασκαλίας που υιοθετούν οι δύο φορείς. Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο ήµος Παρισίων έχει µακρά παράδοση και εµπειρία στο ζήτηµα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας. Αντίθετα, ο ήµος Αθηναίων δραστηριοποιείται στον τοµέα αυτό µόλις 2 χρόνια. Ως εκ τούτου, δεν θα µπορούσε να τεθεί ζήτηµα σύγκρισης των υφιστάµενων υποδοµών. Ωστόσο, οι δύο δήµοι διαφοροποιούνται σε δύο καίρια σηµεία. Τόσο η Γαλλία όσο και η Ελλάδα ασπάζονται την αρχή της αυτοτέλειας της τοπικής αυτοδιοίκησης σε ζητήµατα που άπτονται των τοπικών υποθέσεων. Χωρίς καµία αµφιβολία, το ζήτηµα εκµάθησης της γλώσσας είναι και τοπική υπόθεση δεδοµένου ότι συµβάλλει στην ένταξη των µεταναστών στην τοπική κοινωνία. Ο 65

66 ήµος Παρισίων, µε γνώµονα την αρχή της επικουρικότητας, αξιοποιώντας σε µεγάλο βαθµό τη διοικητική και οικονοµική του αυτοτέλεια, παρουσιάζει πολυδιάστατο έργο (οργάνωση µαθηµάτων, χρηµατοδότηση ΜΚΟ) και οικοδοµεί πάνω στο υπό µελέτη ζήτηµα σταθερές συνεργασίες (όπως µε την Ένωση για την Προώθηση των µεταναστών και των ατόµων µε δυσκολίες ένταξης -CLP). Αντιθέτως, το εύρος δράσης του ήµου Αθηναίων περιορίζεται στο έργο του Κ.Ε.Κ που ακολουθεί συγκεκριµένα κριτήρια και κανόνες του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Το πρόγραµµα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας ορίζεται από «πάνω προς τα κάτω» χωρίς να εµπλουτίζεται µε τοπικές πρωτοβουλίες δράσης για την ενθάρρυνση της κοινωνικοποίησης του αλλοδαπού σε τοπικό επίπεδο. Επίσης, δεν υπάρχει καµία πρωτοβουλία συνεργασίας µε φορείς της Κοινωνίας Πολιτών. Ως εκ τούτου, ο αριθµός των επωφελούµενων είναι µικρός. Το πρόγραµµα των δύο φορέων χαρακτηρίζεται από µια ακόµα διαφορά. Τα µαθήµατα του ήµου Αθηναίων προβλέπουν τη χρηµατική αµοιβή των µεταναστών (5 ) για την παρακολούθηση των µαθηµάτων. Αντιθέτως, κάποια από τα προγράµµατα του ήµου Παρισίων προϋποθέτουν την καταβολή ετήσιων διδάκτρων από το µεταναστευτικό πληθυσµό. 4.3 Συγκριτική απεικόνιση της Κοινωνίας Πολιτών Η δράση των φορέων της Κοινωνίας Πολιτών εντάσσεται στον µη τυπικό τοµέα εκπαίδευσης (βλέπε σελ.21). Η παρουσία των ΜΚΟ και των συλλόγων µεταναστών στα δύο αστικά κέντρα εµφανίζεται αρκετά διαφοροποιηµένη. Ωστόσο, µολονότι η απόκλιση είναι αρκετά µεγάλη, η έννοια της αυτονοµίας διαδραµατίζει καταλυτικό ρόλο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θα µπορούσε κανείς να εντοπίσει κοινά σηµεία που ανάγονται στη δυνατότητα λήψης πρωτοβουλιών για τον εµπλουτισµό του περιεχοµένου των µαθηµάτων «εύτερης/ξένης» Γλώσσας (χαρακτηριστικά παραδείγµατα, η διοργάνωση θεατρικών παραστάσεων από το ΕΦΜ στην Αθήνα και η οργάνωση εκδροµών από τους ίδιους τους σπουδαστές στην Terre d Asile στο Παρίσι). Επιπλέον, σύγκλιση παρατηρείται στο θέµα της διδακτικής και στη διαβάθµιση των επιπέδων σε κάθε πρόγραµµα (επικοινωνιακή µέθοδος και διαβάθµιση αρχαρίων, µέσων και προχωρηµένων τµηµάτων). 66

67 Το σηµαντικότερο κοινό σηµείο είναι ότι όλοι οι φορείς της Κοινωνίας Πολιτών έρχονται να καλύψουν τα κενά που αφήνει η Πολιτεία στην εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής. Όλοι οι εκπρόσωποι συµφωνούν στο γεγονός ότι οι µετανάστες έχουν τις ίδιες ανάγκες ανεξαρτήτως προέλευσής τους, ως εκ τούτου, κοινή προτεραιότητα είναι η καλλιέργεια ενός περιβάλλοντος ασφάλειας που αναζητείται από τις οµάδες αυτές και η δίκαιη αντιµετώπιση του αλλοδαπού πληθυσµού. Μέσα σε ένα κλίµα κατανόησης και σεβασµού, η παροχή µαθηµάτων «εύτερης/ξένης» γλώσσας αποσκοπεί σε µια συλλογική προσπάθεια κοινωνικής ένταξης των µεταναστών, ενδυνάµωσης θετικών πτυχών της προσωπικότητάς τους και τόνωσης της εξωστρέφειας του µετανάστη στην καθηµερινή του επικοινωνία µε την κοινωνία υποδοχής. Παρά την αδιαµφισβήτητη σύγκλιση που παρατηρείται σε βασικά ζητήµατα, οι διαφορές γίνονται αισθητές σε µια σειρά από παραµέτρους που αποτελούν τον ιστό πάνω στον οποίο υφαίνεται το πρόγραµµα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας. Συγκεκριµένα, η διαδικασία της µάθησης στη γαλλική πρωτεύουσα διεξάγεται, σε ένα υψηλό ποσοστό, από εξειδικευµένες στον τοµέα αυτό ΜΚΟ που χρηµατοδοτούνται στην πλειοψηφία τους από το Κράτος. Επιπλέον, πολλές από αυτές συµµετέχουν και στην Ένωση για την Προώθηση των µεταναστών και των ατόµων µε δυσκολίες ένταξης (CLP). Έτσι λοιπόν, η εµπειρία και η εξειδίκευση συνεπικουρούν στην παροχή ποιοτικών υπηρεσιών. Αν για τη Γαλλία το γεγονός αυτό αποτελεί τον κανόνα, δεν ισχύει το ίδιο και για τα ελληνικά δεδοµένα. Με εξαίρεση το Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών, τα προγράµµατα εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών αποτελούν µέρος της πολύπλευρης δράσης των ΜΚΟ. Πέραν τούτου, η αίσθηση της προσωρινότητας είναι διάχυτη δεδοµένου ότι δεν υπάρχει επί του παρόντος χρηµατοδότηση από το Κράτος για τη διδασκαλία της γλώσσας της χώρας υποδοχής. Ως προς την οργάνωση των µαθηµάτων θα µπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι, ενώ στη Γαλλία δίδεται έµφαση στο διαχωρισµό των κύκλων που απευθύνονται σε αναλφάβητους και των αντίστοιχων που προβλέπονται για εγγράµµατους µετανάστες, στην Ελλάδα η βασική αυτή διάκριση υιοθετείται µόνο από δύο ΜΚΟ (Αλληλεγγύη και ARSIS). Το γεγονός αυτό ενισχύει τη γενική διαπίστωση περί υψηλού ποσοστού διαρροής σπουδαστών µετά την έναρξη των µαθηµάτων. Επίσης, µολονότι και στις δύο χώρες η αξιολόγηση του προγράµµατος είναι τακτική, οι ΜΚΟ στην Ελλάδα παρουσιάζουν υστέρηση στον τοµέα ανανεωσιµότητας του 67

68 εκπαιδευτικού υλικού. Η κύρια αιτία της εν λόγω αδυναµίας εντοπίζεται στις σοβαρές ελλείψεις σε πόρους και υποδοµές. Τέλος, τα µαθήµατα που διεξάγονται από ΜΚΟ στην Ελλάδα δεν δοµούνται µε τρόπο ώστε να προετοιµάσουν τους µετανάστες για τη συµµετοχή τους στις εξετάσεις του κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσοµάθειας σε αντίθεση µε αρκετές από τις ΜΚΟ στη Γαλλία. Τα πορίσµατα της έρευνας µας οδηγούν σε ένα τελευταίο διαφοροποιητικό στοιχείο µεταξύ των οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών στο Παρίσι και στην Αθήνα. Σηµαντικό κρίνεται το γεγονός ότι στη Γαλλία η επικοινωνία µε τους πολιτικούς φορείς για το θέµα εκµάθησης της γλώσσας δεν είναι ιδεολογικά φορτισµένη. Απεναντίας, κινείται πάνω σε µια κοινή βάση συµφερόντων και στόχων, στο πλαίσιο των οποίων επιδιώκεται η διαρκής διαβούλευση. Το γεγονός αυτό επιτρέπει τη µέγιστη αποτελεσµατικότητα και αποδοτικότητα στην παραγωγή της υπό µελέτη δηµόσιας πολιτικής. Σε αυτό σηµείο, ολοκληρώνεται η καταγραφή των δεδοµένων και η συγκριτική τους αποτύπωση. Στην επόµενη ενότητα επιχειρείται η εξαγωγή γενικών συµπερασµάτων που πηγάζουν από το σύνολο των ευρηµάτων και αφορούν στα ερωτήµατα που έχουν ήδη καταγραφεί στο κεφάλαιο της µεθοδολογίας. 68

69 ΜΕΡΟΣ: ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Συµπεράσµατα Προτάσεις Η ερευνητική διαδροµή που έχουµε ακολουθήσει, οδηγεί σε συγκεκριµένα συµπεράσµατα αναφορικά µε το ρόλο των θεσµών και των δρώντων, τυπικών και άτυπων, στη διαδικασία εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής από τους ενήλικους µετανάστες. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι η ανάγκη εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας συνιστά το εφαλτήριο για την ανάπτυξη δηµόσιας πολιτικής µέσα από «την πολύπλοκη αλληλεπίδραση κυβερνητικών, µη κυβερνητικών θεσµών και άλλων θεσµικών συνόλων» (βλ. σελ ), εστιάζουµε στις σηµαντικές πτυχές του ζητήµατος αυτού. Ποιοί είναι οι θεσµοί, ποιοι οι δρώντες και τι επιδιώκουν µέσα από τη δηµόσια αυτή πολιτική; Υιοθετώντας τη θέση του κοινωνιολογικού θεσµισµού, σύµφωνα µε την οποία ο όρος θεσµός περιλαµβάνει «όχι µόνο τυπικούς κανόνες, διαδικασίες ή νόρµες, αλλά και συστήµατα συµβολισµών,, και ηθικά πρότυπα» (βλ. σελ.30), οδηγούµαστε σε µια ευρεία αντίληψη ενός σφαιρικού περιβάλλοντος που απαρτίζεται από το Κράτος, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, την Κοινωνία Πολιτών αλλά και από επιµέρους κανόνες, πρακτικές, τυποποιηµένους τρόπους λειτουργίας και συµβολισµούς που ορίζουν το γενικό πλαίσιο, µέσα στο οποίο αποκτά νόηµα κάθε δραστηριότητα αναφορικά µε την εκµάθηση της γλώσσας. Σε επίπεδο Κράτους, έχουν οριστεί συγκεκριµένοι δρώντες, οι οποίοι είναι οργανωµένοι και λειτουργούν βάσει νοµοθετικών ρυθµίσεων, κατευθυντήριων γραµµών, και διαδικασιών µε κύριο άξονα τη γραφειοκρατική διοικητική δοµή. Παράλληλα, ακολουθούν οδηγίες και αρχές υπερεθνικών θεσµών όπως η ΕΕ. Έτσι λοιπόν, προβαίνουν µόνο σε ό,τι προβλέπεται ρητώς από κανόνες δικαίου. Η δράση τους λαµβάνει χώρα, είτε µέσω ενός κοινού οργανισµού στη βάση της συνεργασίας των αρµοδίων φορέων (Γαλλία), είτε αποσπασµατικά µέσω αυτόνοµων προγραµµάτων (Ελλάδα). 69

70 Αποστολή τους είναι η θεραπεία του γενικού συµφέροντος. Η αρχή αυτή αποτελεί το θεµέλιο λίθο, πάνω στον οποίο δοµείται το πρόγραµµα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας για ενήλικους µετανάστες. Συγκεκριµένα, απώτερος σκοπός των Κρατών είναι να ενσωµατώσουν µε τον καλύτερο και αποτελεσµατικότερο τρόπο τον αλλοδαπό πληθυσµό στην κοινωνία. Για αυτό το λόγο, προβαίνουν στο σχεδιασµό και εφαρµογή της πολιτικής ένταξης των µεταναστών. Ένα από τα κύρια εργαλεία που χρησιµοποιούν για το σκοπό αυτό είναι η καθιέρωση εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής ως όρου για την απόκτηση δικαιωµάτων στο ευρύτερο κοινωνικό γίγνεσθαι. Προς αυτή την κατεύθυνση, η Γαλλία υιοθετεί µια αυστηρή πολιτική που απαιτεί την εκµάθηση της γλώσσας από όλους τους νεοεισερχόµενους µετανάστες (µέρος των υποχρεώσεων που αποδέχεται ο αλλοδαπός κατά την υπογραφή του CAI) και από το λοιπό µεταναστευτικό πληθυσµό που επιθυµεί είτε την κτήση ιθαγένειας, είτε την απόκτηση της ιδιότητας του επί µακρόν διαµένοντος. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα θέτει ως προτεραιότητα την εκµάθηση της γλώσσας, η οποία καθίσταται υποχρεωτική µόνο για τις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Στην πραγµατικότητα αυτό που επιδιώκεται είναι η κατασκευή «ταυτότητας», η οποία αποκτάται κατά τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης του ατόµου στο νέο περιβάλλον. Τόσο η Γαλλία όσο και η Ελλάδα αντιλαµβάνονται ότι αυτό που προέχει για την οµαλή ένταξη των µεταναστών είναι η µετάδοση ιδεών, αρχών, στοιχείων πολιτισµού και ιστορίας στους µετανάστες. Η επιτυχής διεκπεραίωση του στόχου ενέχει πολλαπλασιαστικά αποτελέσµατα, εάν αναλογιστεί κανείς ότι η παιδεία που λαµβάνει κάθε υπήκοος τρίτης χώρας διαχέεται στα παιδιά του αλλά και στην υπόλοιπη οικογένεια που διαµένει στη χώρα υποδοχής. Μέσα λοιπόν από την εκµάθηση της γλώσσας επιχειρείται µια µακροπρόθεσµη επένδυση στον αλλοδαπό πληθυσµό. Εµβαθύνοντας στην εργαλειοποίηση της «εύτερης/ξένης» γλώσσας οφείλουµε να παρατηρήσουµε ότι και για τα δύο Κράτη, το υπό µελέτη ζήτηµα αποτελεί µια διαδικασία κοινωνικής πειθάρχησης που επιδιώκει να προσαρµόσει στάσεις και συµπεριφορές, οι οποίες αποκλίνουν από τα παραδεκτά πρότυπα της κοινωνίας. Τα Κ.Ε.Κ και Κ.Ε.Ε στην Ελλάδα αλλά και τα κέντρα υποδοχής της ΑΝΑΕΜ στη Γαλλία αναδεικνύονται σε φορείς που µεταλαµπαδεύουν κυρίαρχες ιδεολογίες και αντιλήψεις για τη χώρα υποδοχής. 70

71 Η διαδικασία πειθάρχησης δεν είναι µόνο εµφανής αλλά και επιλεκτική. Η εκµάθηση της γλώσσας αφορά, πρωτίστως, στους µετανάστες που είναι άνεργοι ή σε εκείνους που η εργασία τους δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα και δευτερευόντως στα λοιπά µέλη του µεταναστευτικού πληθυσµού. Αποκλείονται όλοι όσοι δεν έχουν νοµιµοποιητικά έγγραφα. Ως εκ τούτου, ελλοχεύει ένα έλλειµµα ανταπόκρισης στο πρόταγµα εξασφάλισης ίσης συµµετοχής όλων στο δηµόσιο αγαθό της παιδείας (βλ. σχετικά σελ.22 ). Μολονότι, δηλαδή, το Κράτος πρέπει να παραµένει ουδέτερο και να υπηρετεί όλους τους κατοίκους, τίθεται θέµα διάκρισης µεταξύ του αλλοδαπού πληθυσµού ανεξάρτητα από το που προέρχεται. Περαιτέρω, η απόφαση θέσπισης Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσοµάθειας και για τις δύο χώρες είναι προϊόν συγκεκριµένης ιδεολογίας του κρατικού µηχανισµού. Συγκεκριµένα, πρόκειται για µια σχέση ανταλλαγής η οποία βασίζεται στο εν λόγω πιστοποιητικό, το οποίο τίθεται ως όρος για την αναγνώριση δικαιωµάτων στους υπηκόους τρίτων χωρών και την πρόσβασή τους σε συγκεκριµένα αγαθά και υπηρεσίες. Η έρευνα που διενεργήθηκε σε κρατικό επίπεδο µας επιτρέπει την καταγραφή µιας γενικότερης διαπίστωσης αναφορικά µε το ζήτηµα που µας απασχολεί. Τα κράτη µε µεγάλη παράδοση στην υποδοχή µεταναστών δραστηριοποιούνται και ανταποκρίνονται ταχύτερα στις προκλήσεις των καιρών προσαρµόζοντας τα προγράµµατα εκµάθησης της γλώσσας µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις ανάγκες των µεταναστών. Όταν µιλάµε για πολιτικούς φορείς και δηµόσιους οργανισµούς που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή πολιτικής για τη «εύτερη/ξένη» γλώσσα αναφερόµαστε και στους δρώντες της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εντός του πλαισίου αυτού, η καταγραφή των δεδοµένων των ήµων Παρισίων και Αθηναίων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφενός λόγω του ότι τόσο το Παρίσι όσο και η Αθήνα αποτελούν αστικά κέντρα, στα οποία παρατηρείται µεγάλη συγκέντρωση µεταναστών, αφετέρου, διότι συγκροτείται µια ολοκληρωµένη εικόνα θεσµικής δυναµικής της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι τοπικοί φορείς λειτουργούν τις περισσότερες φορές µε στεγανά που παραπέµπουν στο κρατικό θεσµικό περιβάλλον. Η δράση τους ακολουθεί γραφειοκρατικά πρότυπα, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται ένα σύνολο κανόνων δικαίου και διαδικασιών. Ωστόσο, στο θεσµικό πλαίσιο της τοπικής αυτοδιοίκησης σηµαντική θέση κατέχει η έννοια της διοικητικής και οικονοµικής αυτοτέλειας. Η 71

72 διάσταση αυτή προσφέρει δυνατότητες για ανάπτυξη τοπικής πολιτικής σε επιµέρους ζητήµατα. Η εµπλοκή τοπικών φορέων στη διαδικασία εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας είναι ευρέως διαδεδοµένη σε όλες τις χώρες της ΕΕ και ενισχύεται από τους θεσµούς και τα όργανά της. Ένα πρώτο σχόλιο εδράζεται στο γεγονός ότι δεν είναι πάντα εφικτό να ακολουθήσουν οι ήµοι µια δική τους πολιτική στο εν λόγω ζήτηµα. Ανατρέχοντας στις βασικότερες αιτίες συναντάµε την έλλειψη επαρκών πόρων και υποδοµών, τη µικρή εµπειρία σε θέµατα εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών και το έλλειµµα συµµετοχής εκπροσώπων των τελευταίων στο πολιτικό γίγνεσθαι. Έτσι, παρατηρείται -σε υψηλότερο ή χαµηλότερο βαθµό- συµπόρευση µε τους λοιπούς κρατικούς φορείς και το αντίστοιχο θεσµικό πλαίσιο. Κάθε πρόγραµµα, λοιπόν, που αντιµετωπίζει την εκµάθηση της γλώσσας υπό το πρίσµα της κρατικής πολιτικής διαπνέεται από τους ίδιους στόχους και τις ίδιες προοπτικές µε τον κρατικό µηχανισµό. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγµα του Κ.Ε.Κ ήµου Αθηναίων, το οποίο παρά τη θετική συµβολή του στην εκµάθηση της γλώσσας, ακολουθεί κριτήρια και κανόνες που τίθενται από το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντιδιαστολή µε την ελευθερία δράσης της τοπικής αυτοδιοίκησης και επισκιάζει τη γενική αρχή της αυτοτέλειας όπως αυτή κατοχυρώνεται θεσµικά. Ωστόσο, πέραν της ανάπτυξης κρατικών προγραµµάτων διαπιστώνεται ότι η τοπική αυτοδιοίκηση δύναται να παρουσιάσει, παράλληλα, και µια εντελώς διαφορετική όψη. Πρόκειται για το σχεδιασµό και εφαρµογή µιας αυτόνοµης πολιτικής στον τοµέα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας 16. Σε αυτή την περίπτωση, ο αρµόδιος φορέας κατέχει «θέση κλειδί» στη διασταύρωση εθνικής και τοπικής πολιτικής. Σηµαντικές συνιστώσες στη δυνατότητα διαµόρφωσης του προγράµµατος διδασκαλίας είναι όπως αναφέρεται και στη θεωρητική προσέγγιση ο βαθµός αποκέντρωσης της κρατικής δράσης και η εξασφάλιση των απαιτούµενων εθνικών και κοινοτικών πόρων. Ένα στοιχείο που συνάδει και µε τις δύο πτυχές του έργου των τοπικών φορέων είναι ότι στον πυρήνα της δράσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης βρίσκεται η οµαλή ένταξη των µεταναστών σε τοπικό επίπεδο. Και τούτο διότι µια τοπική κοινωνία είναι υγιής µόνο όταν επιτύχει την ενσωµάτωση όλων των µελών της σε 16 Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί η δράση του ήµου Παρισίων και συγκεκριµένα το πρόγραµµα «Cours Municipaux d Adultes». 72

73 αυτή και καταφέρει να οικοδοµήσει έναν ενδυναµωµένο κοινωνικό ιστό. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται τη µείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και την άρση του κοινωνικού αποκλεισµού. Όπως προαναφέρθηκε στη θεωρητική προσέγγιση, ο εν λόγω στόχος καθίσταται επιτακτικός για τους φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης αν αναλογιστούµε ότι ο µετανάστης βιώνει την καθηµερινότητά του και δραστηριοποιείται εντός του ήµου ή της Κοινότητας (βλ. σχετικά σελ.24 ). Τόσο ο ήµος Παρισίων όσο και ο ήµος Αθηναίων έχουν αντιληφθεί τη σηµασία αυτής της παραµέτρου. Πέραν, όµως, της ως άνω βασικής προτεραιότητας καθίσταται σαφές ότι µέσα από τη διαδικασία της µάθησης επιδιώκεται κάτι πολύ περισσότερο και βαθύτερο. Κύριο µέληµα της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι να καταστήσει τη γλώσσα βασικό όχηµα της αξίας και του νοήµατος της τοπικής ανάπτυξης. Η πορεία και των δύο ήµων, αναφορικά µε τα προγράµµατα εκµάθησης της γλώσσας, καταδεικνύει την πλήρη εναρµόνισή τους µε την πρωταρχική αυτή επιδίωξη. Αφενός µεν, η πολυδιάστατη δράση του ήµου Παρισίων, η οποία περιλαµβάνει και την οµάδα αναλφάβητων µεταναστών, αφετέρου δε, το έργο του ήµου Αθηναίων που επικεντρώνεται σε άνεργους µετανάστες µε σκοπό την ένταξή τους στην αγορά εργασίας, φανερώνουν µια συντονισµένη πολιτική δηµιουργίας καταρτισµένου ανθρώπινου δυναµικού που θα συµβάλλει µακροπρόθεσµα στην οικονοµική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη των υπό εξέταση αστικών κέντρων. Η επιχειρούµενη κατάρτιση των ενηλίκων µεταναστών συνυπάρχει µε την πρόθεση των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης να δώσουν προτεραιότητα πρόσβασης στην ίδια οµάδα-στόχο µε αυτή του Κράτους, ενώ αποκλείονται, για µια ακόµα φορά, µετανάστες που δεν έχουν νοµιµοποιητικά έγγραφα. Η υπαγωγή των µεταναστών σε ένα καθεστώς πολλαπλών κατηγοριοποιήσεων και ανισοτήτων η οποία πηγάζει από την έλλειψη επαρκών υποδοµών οδηγεί σε µια δυσχερή και µακρά διαδικασία ένταξης και, τελικά, στον κοινωνικό αποκλεισµό µερίδας του µεταναστευτικού πληθυσµού. Περνώντας στο τρίτο κατά σειρά θεσµικό επίπεδο που συναρτάται µε την οργάνωση και υλοποίηση προγραµµάτων εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής, βρισκόµαστε ενώπιον µιας ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας προσέγγισης του εν λόγω ζητήµατος. Κατά τη θεωρητική προσέγγιση υπογραµµίστηκε ότι η Κοινωνία Πολιτών αποτελεί έναν από τους τρεις πυλώνες µιας σύγχρονης, ανοιχτής και δηµοκρατικής 73

74 κοινωνίας (βλ.σελ.25). Ειδικότερα, θεσµοί και δρώντες της Κοινωνίας Πολιτών διαδραµατίζουν σήµερα ένα διττό ρόλο, αφενός παρεµβαίνουν για να συµπληρώσουν τα κενά που αφήνει το Κράτος, αφετέρου αναπτύσσουν δράσεις για την ανακούφιση, αποκατάσταση και συνηγορία υπέρ του αλλοδαπού πληθυσµού. Η συγκεκριµένη θέση αντανακλά τη σηµασία που κατέχει ο θεσµός αυτός στο µεταναστευτικό ζήτηµα. Η διαδικασία υλοποίησης και προώθησης ενός προγράµµατος εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας συναρτάται άµεσα µε την κουλτούρα που διαπνέει τις διάφορες οργανώσεις µεταναστών και τις ΜΚΟ 17. Παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις, κοινό σηµείο όλων των εκπροσώπων της Κοινωνίας Πολιτών που συµµετείχαν στην έρευνα είναι η παραδοχή ότι πηγή δύναµης είναι η αυτονοµία τους. Εντός του πλαισίου αυτού, αναπτύσσεται µια εναλλακτική προσέγγιση στο ζήτηµα εκµάθησης της γλώσσας που συνάδει µε την ελευθερία δράσης των φορέων. Η Κοινωνία Πολιτών περιλαµβάνει πλήθος δρώντων που δραστηριοποιούνται στην εκµάθηση της γλώσσας για ενήλικους µετανάστες. Σε ένα πρώτο επίπεδο, η έρευνα ανέδειξε από τη µια πλευρά, ΜΚΟ που συγκροτούνται από τον ηµεδαπό πληθυσµό και επικεντρώνονται σε ζητήµατα που αφορούν στο µεταναστευτικό φαινόµενο, όπως οι ΜΚΟ ARSIS στην Ελλάδα και η Terre d asile στο Παρίσι και από την άλλη, τη δράση των οργανώσεων µεταναστών που υλοποιούν προγράµµατα «εύτερης/ξένης» γλώσσας, όπως η ATMF στο Παρίσι. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, τα πορίσµατα της έρευνας εστιάζουν στη διάκριση µεταξύ των φορέων που εξειδικεύονται στην εκµάθηση της γλώσσας και αυτών που οργανώνουν µαθήµατα παράλληλα µε τις λοιπές δραστηριότητές τους. Μια τρίτη διάκριση αφορά στους φορείς που συγχρηµατοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους (Terre d asile) και στους λοιπούς που στηρίζονται σε ίδια έσοδα. Στην δεύτερη κατηγορία συναντά κανείς τη συντριπτική πλειοψηφία των ΜΚΟ στην Ελλάδα που δραστηριοποιούνται στην εκµάθηση της γλώσσας χωρίς καµία υποστήριξη από τον κρατικό µηχανισµό. 17 Συγκεκριµένα, από την έρευνα που διεξήχθη διαπιστώθηκε ότι οι σύλλογοι «Στέκι Πολιτισµού Αλβανών Μεταναστών» και «ΒΕΛΑΖΕΡΙΜΙ» δραστηριοποιούνται δυναµικά στον τοµέα αυτό είτε σχεδιάζοντας είτε πραγµατοποιώντας προγράµµατα. Επίσης, θετικά διακείµενοι εµφανίζονται η Κοινότητα Σουδανών Ελλάδος και το πολιτιστικό κέντρο «ARMENIA» µολονότι δεν έχουν τους απαιτούµενους οικονοµικούς πόρους. 74

75 Έµφαση θα πρέπει να δοθεί στη συγκέντρωση µεγάλου αριθµού ΜΚΟ και λοιπών συλλόγων µεταναστών στα δύο αστικά κέντρα (Παρίσι και Αθήνα). Το γεγονός αυτό µπορεί να εξηγηθεί από µια σειρά παραγόντων, όπως: η µεγάλη συγκέντρωση µεταναστών στα αστικά κέντρα που επιτρέπει τη δηµιουργία ενώσεων ή τη συµµετοχή τους σε ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τοµέα και η εγγύτητα µε το διοικητικό πυρήνα του Κράτους, γεγονός που διευκολύνει την επικοινωνία µε αυτό για την πραγµάτωση των στόχων τους. Κύρια επιδίωξη των δρώντων της Κοινωνίας Πολιτών είναι η κοινωνική ένταξη των µεταναστών και η προάσπιση των δικαιωµάτων τους. Οι δύο αυτές διαστάσεις αποτελούν κατευθυντήριες γραµµές για τα προγράµµατα απόκτησης γλωσσικών δεξιοτήτων. Υπό την έννοια αυτή, η διδασκαλία της γλώσσας αποτελεί το σηµαντικότερο µέσο για την ενδυνάµωση της προσωπικότητας κάθε µετανάστη που διακατέχεται από αισθήµατα µειονεξίας και εσωστρέφειας. Παράλληλα όµως, το σύνολο των φορέων της Κοινωνίας Πολιτών έχει στα χέρια του το σηµαντικότερο δίαυλο επικοινωνίας που τους δίνει τη δυνατότητα να µεταδώσουν στον αλλοδαπό πληθυσµό κουλτούρα, µηνύµατα και αρχές, στη βάση των οποίων αρθρώνεται το θεσµικό τους πλαίσιο. Με αυτό τον τρόπο, επιτυγχάνεται η ενηµέρωση και η διεύρυνση του γνωστικού πεδίου των µεταναστών που στην πλειοψηφία τους δεν έχουν λάβει αντίστοιχα ερεθίσµατα από τη χώρα καταγωγής τους. Η έρευνα κατέδειξε ότι όλες οι ΜΚΟ και οι οργανώσεις µεταναστών εντάσσουν στη διαδικασία της µάθησης, τις αρχές της συλλογικότητας, της διαβούλευσης και την ύψιστη σηµασία της πολιτικής συµµετοχής. Με αυτό τον τρόπο «εκπαιδεύουν» τον αλλοδαπό πληθυσµό επενδύοντας σε µελλοντικούς συνεργάτες. Μάλιστα, σε µεµονωµένες -ακραίες- περιπτώσεις, υπογραµµίστηκε ότι µέσα από την εκµάθηση της γλώσσας επιδιώκεται ο ιδεολογικός προσανατολισµός των µεταναστών (βλ. Κ.Σ.Μ σελ.62). Ως εκ τούτου, το θεσµικό αυτό περιβάλλον επηρεάζει, εν πολλοίς, την πολιτική ένταξη του αλλοδαπού πληθυσµού στη χώρα υποδοχής. Θα πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπ όψιν το γεγονός ότι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (ΜΚΟ Αλληλεγγύη, Terre d Asile), δεν απαιτείται από κανένα φορέα η κατάθεση νοµιµοποιητικών εγγράφων. Η άποψη αυτή εκκινεί από το σκεπτικό ότι η ύπαρξη ή µη νοµιµοποιητικών εγγράφων δεν µπορεί να στερεί από ένα σηµαντικό τµήµα του µεταναστευτικού πληθυσµού το δικαίωµα πρόσβασης στην εκπαίδευση και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. 75

76 Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι οι θεσµικές παρεµβάσεις οφείλουν να προάγουν την ισότιµη συµµετοχή όλων των µεταναστών στον τοµέα εκµάθησης της γλώσσας. Το γεγονός αυτό συνάδει µε την ταχύτερη και ορθότερη απορροφητικότητα των πόρων που θα λάβει χώρα κατά την επόµενη προγραµµατική περίοδο. Υπάρχει µεγάλη ανάγκη βελτίωσης των υφιστάµενων υποδοµών και δηµιουργίας νέων. Εξίσου σηµαντική είναι και η δηµιουργία κέντρων υποδοχής, στήριξης και καταγραφής των αναγκών των µεταναστών αναφορικά µε την εκµάθηση της «εύτερης/ξένης» γλώσσας. Για την πραγµάτωση των δράσεων αυτών κυρίαρχο ρόλο αναµένεται να διαδραµατίσει το Ευρωπαϊκό Ταµείο Ένταξης Υπηκόων Τρίτων Χωρών. Ειδικότερα, ως προς την Κοινωνία Πολιτών, απαιτείται η αναγνώριση και ενδυνάµωση του ρόλου των φορέων της. Προς αυτή την κατεύθυνση, θετικά θα µπορούσε να αξιολογηθεί, στο πλαίσιο της συζήτησης περί αναθεώρησης του Συντάγµατος, η πρόταση για ένταξη διάταξης που θα αποτελούσε εγγύηση για τη λειτουργία και την ανάπτυξη των ΜΚΟ στην Ελλάδα 18. Μολονότι η σχετική διαδικασία δεν τελεσφόρησε, αποτέλεσε ένα επιπλέον βήµα για την ενίσχυση του συνταγµατικού ερείσµατος της Κοινωνίας Πολιτών, γεγονός που αναδεικνύει την πρωταρχική της θέση στην κοινωνία µας. Επιπλέον, η δηµιουργία ενός ολοκληρωµένου θεσµικού πλαισίου περιλαµβάνει και τη σύσταση διεπιστηµονικής οµάδας για τη συµβουλευτική και παιδαγωγική στήριξη των µεταναστών σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο. Επίσης, απαιτείται ενίσχυση της ερευνητικής δραστηριότητας αναφορικά µε ζητήµατα εκπαίδευσης µεταναστευτικών οµάδων. Τέλος, απαραίτητη κρίνεται η ενθάρρυνση της αντιπροσώπευσης των µεταναστών από εκπροσώπους τους, κυρίως κατά τη διαδικασία καταγραφής των αναγκών, αλλά και κατά την υλοποίηση των προγραµµάτων. 18 Εν προκειµένω προτάθηκαν οι εξής λύσεις: α/ η προσθήκη ορισµού στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγµατος, ή β/ η προσθήκη ορισµού στο άρθρο 12, ή γ/ η προσθήκη διάταξης για την ενίσχυση του εθελοντισµού στο άρθρο 16 του Συντάγµατος. 76

77 Ποιοι είναι οι επωφελούµενοι και τι τους ωθεί στην εκµάθηση της γλώσσας; Η πορεία της έρευνας ανέδειξε ως επωφελούµενους τους ενήλικους µετανάστες. Η χώρα καταγωγής τους, η µητρική τους γλώσσα, η διάρκεια διαµονής τους, η κουλτούρα τους και το µορφωτικό τους επίπεδο αποτελούν προσδιοριστικούς παράγοντες για την επιτυχή έκβαση των προσπαθειών τους. Έτσι λοιπόν, κατά κοινή οµολογία υψηλό µορφωτικό επίπεδο συναρτάται µε υψηλότερο επίπεδο γλωσσοµάθειας. Αντίστοιχα, σηµαντική αποδεικνύεται η σχέση λατινογενούς µητρικής γλώσσας και άνεσης εκµάθησης της γαλλικής και ελληνικής γλώσσας. Τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα η ζήτηση για τα µαθήµατα γλώσσας ξεπερνά την προσφορά. Πέραν τούτου, αυτό που ωθεί το µετανάστη στην εκµάθηση της γλώσσας εκφράζεται µε µια λέξη: «ανάγκη». Το περιεχόµενο της έννοιας συναρτάται µε όρους όπως επικοινωνία, κοινωνικοποίηση, αίσθηση του ανήκειν, αναγνώριση τίτλων σπουδών της αλλοδαπής, ένταξη στην αγορά εργασίας, απόκτηση δικαιωµάτων και κοινωνική συνοχή. Εντός του πλαισίου αυτού, ύψιστη προτεραιότητα αποτελεί η ρύθµιση θεµάτων που άπτονται της σοβαρότατης έλλειψης υποδοµών και η έµφαση στη πληρέστερη πληροφόρηση των σπουδαστών για το σύνολο των µαθηµάτων που διεξάγονται. Η πραγµάτωση των στόχων αυτών απαιτεί σωστό προγραµµατισµό µε στρατηγικές που προσαρµόζονται στις εξειδικευµένες ανάγκες του µεταναστευτικού πληθυσµού και ορθή διαχείριση των πόρων. Προς αυτή την κατεύθυνση, η ανταλλαγή και γνώση ορθών πρακτικών διαδραµατίζει σηµαντικό ρόλο. Ως προς το ζήτηµα της πληροφόρησης των µεταναστών χρήσιµη κρίνεται η έκδοση ειδικού ενηµερωτικού έντυπου υλικού αναφορικά µε τη χρησιµότητα εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής. Πως οργανώνονται τα µαθήµατα, ποιο το προφίλ των διδασκόντων και ποια η επίδραση του τρόπου οργάνωσης στη συµπεριφορά των επωφελούµενων. Τα προγράµµατα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας που οργανώνονται από το Κράτος και, εν µέρει, από την Τοπική Αυτοδιοίκηση εµφανίζουν τυπική δοµή, βασισµένη σε γενικούς κανόνες και αρχές που εξυπηρετούν απώτερους στόχους του θεσµικού περιβάλλοντος. Επιπλέον, συνδέονται µε άλλες πολιτικές που αφορούν στο µεταναστευτικό ζήτηµα (π.χ. ένταξη στην αγορά 77

78 εργασίας) και ανταποκρίνονται, πρωτίστως, στις προτεραιότητες που τίθενται από το εθνικούς και υπερεθνικούς φορείς. Έµφαση δίδεται στη διαπίστωση ότι η προσέγγιση που προκρίνεται µέσα από τα προγράµµατα διδασκαλίας δεν θα µπορούσε σε καµία περίπτωση να χαρακτηριστεί ως διαπολιτισµική. Το συµπέρασµα αυτό αντλείται, τόσο από το περιεχόµενο των προγραµµάτων, όσο και από τις γενικές αρχές οργάνωσής τους. Ως προς τους διδάσκοντες υπογραµµίζεται ότι το εκπαιδευτικό τους υπόβαθρο είναι υψηλό και πιστοποιείται από εξειδικευµένους φορείς. Οι εκπαιδευτές ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας έναντι αµοιβής. Το γεγονός αυτό διασφαλίζει - σε µεγάλο βαθµό - την παραµονή τους καθ όλη τη διάρκεια του προγράµµατος. Η διδακτική της «εύτερης/ξένης» γλώσσας, µολονότι λαµβάνει υπ όψιν βασικά χαρακτηριστικά που διέπουν την κατάρτιση ενός ενήλικου µετανάστη και υιοθετεί την Επικοινωνιακή προσέγγιση (βλ.σελ.19), περιορίζεται σε τυπικούς διαύλους επικοινωνίας, υπό τη µορφή απλών διαλόγων, όπως αυτοί περιγράφονται και προβλέπονται στα αντίστοιχα εγχειρίδια διδασκαλίας. Επίσης, δεν παρατηρείται ανανεωσιµότητα της ύλης σε τακτά διαστήµατα. Επιπλέον, θα πρέπει να υπογραµµιστεί ότι η συνολική διάρκεια των µαθηµάτων κρίνεται ανεπαρκής. Ωστόσο, η τυπική µορφή επικοινωνίας δεν επηρεάζει τον αριθµό των µεταναστών που απευθύνονται στους κρατικούς και τοπικούς φορείς. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την αυξανόµενη ζήτηση που παρατηρείται, αλλά κυρίως από το µηδενικό ποσοστό διαρροής. Με άλλα λόγια, σχεδόν, το 100% των σπουδαστών ολοκληρώνει την παρακολούθηση των µαθηµάτων. Προς αυτή την κατεύθυνση, συνεπικουρεί µια σειρά κινήτρων που προβλέπονται από τους κρατικούς φορείς (για π.χ. στην Ελλάδα οι µετανάστες αµείβονται για τη συµµετοχή τους και στη Γαλλία προωθούνται σε άλλα προγράµµατα επαγγελµατικής κατάρτισης). Στον αντίποδα του ως άνω τυπικού µοντέλου, συναντάµε την οργάνωση των προγραµµάτων της Κοινωνίας Πολιτών. Κυρίαρχο στοιχείο στο σχεδιασµό και την εφαρµογή τους είναι η ευελιξία, η υιοθέτηση µικρού αριθµού διαδικασιών και κανόνων, η συχνή ανανεωσιµότητά τους και η ανάπτυξη πρωτοβουλίας για τον εµπλουτισµό τους µε γλωσσικά παιχνίδια και οµαδικές εργασίες. Ο τρόπος οργάνωσής τους δεν µας επιτρέπει να αµφισβητήσουµε την έµφαση που δίδεται στα τρία βασικά στοιχεία που καθορίζουν τη µεθοδολογία των προγραµµάτων εκπαίδευσης ενηλίκων (βλ.σελ.17). Έτσι λοιπόν, προτεραιότητα αποτελεί η 78

79 προσωπική ανάπτυξη του ατόµου και η απόκτηση αυτοπεποίθησης. Ενισχυτικός παράγοντας για την επιτυχία των προγραµµάτων είναι η καλλιέργεια ενός κλίµατος ασφάλειας και δίκαιης αντιµετώπισης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εκπαιδευτικό υπόβαθρο των διδασκόντων των φορέων της Κοινωνίας Πολιτών. Συγκεκριµένα, η έρευνα απέδωσε µια ευρύτατη γκάµα µορφωτικού επιπέδου που περικλείει απόφοιτους της δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης µέχρι και άτοµα µε µεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών στον εν λόγω τοµέα. Στην πλειονότητά τους οι εκπαιδευτές παρέχουν υπηρεσίες σε εθελοντική βάση. Σε αυτή την περίπτωση η έννοια της δέσµευσης σχετικοποιείται, και εξαρτάται από αστάθµητους παράγοντες, όπως η βούληση του ατόµου. Το έργο τους συχνά ενδυναµώνεται και από την παρουσία πολιτισµικών διαµεσολαβητών. Χαρακτηριστικό της διδασκαλίας, η οποία αρθρώνεται στη βάση της Επικοινωνιακής προσέγγισης, είναι η αλληλεπίδραση των δρώντων. Αυτό που επιδιώκεται, πέραν της τυπικής εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας, είναι η ανάπτυξη διαλόγου, η ανταλλαγή σκέψεων και η αντιµετώπιση των καθηµερινών προβληµάτων που αντιµετωπίζουν οι µετανάστες. Το πλαίσιο, µέσα στο οποίο λαµβάνουν χώρα τα µαθήµατα, ευνοεί τη διαπολιτισµικότητα και σέβεται πλήρως τον πολιτισµό και την «κουλτούρα» του αλλοδαπού πληθυσµού. Το υφιστάµενο περιβάλλον της Κοινωνίας Πολιτών προσελκύει µεγάλο αριθµό µεταναστευτικών οµάδων. Παρ όλα αυτά, σηµειώνεται υψηλό ποσοστό διαρροής, κυρίως σε ΜΚΟ και συλλόγους µεταναστών που δεν χρηµατοδοτούνται από το Κράτος. Το φαινόµενο αυτό συναρτάται άµεσα µε την έλλειψη απαιτούµενων υποδοµών, την αίσθηση της προσωρινότητας που δηµιουργεί το έλλειµµα επαρκών οικονοµικών πόρων και την αρνητική εικόνα που προκρίνεται από τις διαµάχες που εµφιλοχωρούν µεταξύ συλλόγων µεταναστών ίδιας ή διαφορετικής εθνικότητας. Συνεπώς, αυτό το οποίο απαιτείται, αφενός µεν, σε επίπεδο Κράτους είναι η προώθηση της διαπολιτισµικής επικοινωνίας, η αναβάθµιση του συστήµατος γλωσσικής εκπαίδευσης και ο εµπλουτισµός του µε σύγχρονες µεθόδους διδασκαλίας και νέες θεµατικές δραστηριότητες. Παράλληλα, σε επίπεδο Κοινωνίας Πολιτών κρίνεται απαραίτητη η καλύτερη οργάνωση του εκπαιδευτικού προγράµµατος, η συντονισµένη δράση και επικοινωνία µακριά από αντιθέσεις και διαµάχες. Επιπλέον, η κρατική υποστήριξη, µέσω χρηµατοδότησης εκπαιδευτικών προγραµµάτων και υποδοµών είναι απολύτως απαραίτητη. 79

80 Σε µια γενικότερη βάση, σηµαντική κρίνεται η τακτική αξιολόγηση - αναθεώρηση των προγραµµάτων, καθώς επίσης και η αναλυτική µελέτη των βιβλίων για τον εντοπισµό στοιχείων µε αρνητικό αντίκτυπο για συγκεκριµένες οµάδες σπουδαστών. Ο στόχος της αναδιοργάνωσης απαιτεί χρήση εύχρηστων τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορικής. Επίσης, και στα δύο θεσµικά επίπεδα απαιτείται συνεχής και στοχευµένη επιµόρφωση των διδασκόντων αναφορικά µε τις νέες µεθόδους διδασκαλίας, προώθηση του θεσµού του πολιτισµικού διαµεσολαβητή και έκδοση ενός κοινού οδηγού επιµόρφωσης εκπαιδευτών. Η θεσµική δυναµική οικοδόµησης ολοκληρωµένου - ενιαίου µοντέλου. Κατά τη θεωρητική προσέγγιση του νέο-θεσµισµού υπογραµµίστηκε το γεγονός ότι το Κράτος θεωρείται ως ένα συγκρότηµα χαλαρά συνδεδεµένων οργανώσεων που αλληλεπιδρούν µεταξύ τους και ξεχωριστά µε διάφορες οµάδες συµφερόντων (βλ.σελ.31). Η θεωρητική αυτή άποψη επαληθεύεται σε συγκεκριµένες περιπτώσεις από τα δεδοµένα της έρευνας (Γαλλία). Θετικά αξιολογείται η πρωτοβουλία συνεργασίας των κρατικών φορέων στη Γαλλία, καθώς επίσης και η συνεργασία του ήµου Παρισίων µε την Κοινωνία Πολιτών. Παράλληλα, σηµείο αναφοράς αποτελεί η Ένωση για την Προώθηση των µεταναστών και των ατόµων µε δυσκολίες ένταξης (CLP). Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι µια ευρεία, κοινή αντίληψη για το υπό µελέτη ζήτηµα. Η προσπάθεια συλλογικής αντιµετώπισης έχει επιφέρει θετικά αποτελέσµατα δεδοµένου ότι έχουν τεθεί στέρεες βάσεις για την οικοδόµηση ενός ενιαίου µοντέλου εκµάθησης της γλώσσας. Αντίθετα, το ελληνικό θεσµικό περιβάλλον στο σύνολό του δεν επωφελείται της συνεργασίας και συνέργειας στον τοµέα εκµάθησης της γλώσσας. Οι όποιες πρωτοβουλίες συµπόρευσης στον τοµέα αυτό είναι περιστασιακές και ως εκ τούτου ελάχιστα αποδοτικές. Αυτό το οποίο διαπιστώνει κανείς µέσα από τα δεδοµένα της έρευνας είναι ότι το κράτος εξακολουθεί να παραµένει έντονα συγκεντρωτικό στον τοµέα κατάρτισης των ενηλίκων µεταναστών. Επίσης, έλλειµµα επικοινωνίας και συντονισµού διατρέχει οριζόντια και εγκάρσια το θεσµικό πλαίσιο στο σύνολό του. Τέλος, έµφαση θα πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι φορείς της Κοινωνίας Πολιτών εµφανίζουν µεγαλύτερη επιφυλακτικότητα σε µια µελλοντική τους συνεργασία µε το 80

81 Κράτος, απ ό,τι µε την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Κύρια αιτία αποτελεί η ανασφάλεια που έχουν σχετικά µε την απώλεια της αυτονοµίας τους. Υπό το πρίσµα αυτό, θα ήταν πρώιµο να κάνουµε λόγο για την παραγωγή κοινής πολιτικής αναφορικά µε την εκµάθηση της «εύτερης/ξένης» γλώσσας στην Ελλάδα, δεδοµένου ότι απουσιάζει το πλαίσιο που θα καθιστούσε εφικτό κάτι τέτοιο. Αυτό το οποίο λείπει είναι ο διάλογος µεταξύ των εµπλεκόµενων δρώντων, γεγονός που δυσχεραίνει την αντιµετώπιση των υφιστάµενων εµποδίων. Αν, όµως, σταθούµε στο πρότυπο της ιαδικαστικής Θεωρίας περί ιαβούλευσης του Habermas, (βλ. σελ.31) θα διαπιστώσουµε ότι µε τις κατάλληλες προϋποθέσεις µπορεί να οικοδοµηθεί µια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σύµπραξη στον τοµέα εκµάθησης της ελληνικής γλώσσας. Εξάλλου, προς αυτή την κατεύθυνση συνεπικουρεί και το παράδειγµα «καλής πρακτικής» της πόλης των Παρισίων, το οποίο µπορεί να εφαρµοστεί ανάλογα και στην ελληνική πραγµατικότητα. Το εγχείρηµα αυτό απαιτεί, πρωτίστως, δήλωση βούλησης από όλες τις πλευρές για εποικοδοµητική συλλογική δράση. Στην πράξη, κάτι τέτοιο σηµαίνει απαγκίστρωση από νοσηρά στερεότυπα, άρση γραφειοκρατικών εµποδίων και απαλλαγή από οποιαδήποτε ιδεολογική φόρτιση. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο οι φορείς στο σύνολό τους πρέπει να δρούν σε δύο επίπεδα: «εσωτερικά και εξωτερικά». Στο πρώτο επίπεδο, επιδιώκεται αναδιοργάνωση, συντονισµός και επικοινωνία εντός των Κρατικών δοµών, µεταξύ των εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ανάµεσα στις οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών. Αφού ολοκληρωθεί η πρώτη αυτή φάση, το επόµενο βήµα είναι η µετάβαση στο «εξωτερικό» επίπεδο, στο οποίο επιχειρείται η προσέγγιση των τριών πόλων (Κράτος, Τοπική Αυτοδιοίκηση και Κοινωνία Πολιτών). Η διαδικασία αυτή επιβάλλει την καλλιέργεια του αισθήµατος συλλογικότητας. Θεµελιώδης αρχή για την επιτυχία µιας συνεργασίας είναι η ύπαρξη κοινής βάσης, µε άλλα λόγια, η επιδίωξη ενός κοινού στόχου. Ως εκ τούτου, στο επίκεντρο της προσπάθειας θα πρέπει να βρίσκεται η επίτευξη της οµαλής ένταξης του µεταναστευτικού πληθυσµού στην ελληνική κοινωνία µε κύριο εφόδιο την απόκτηση υψηλού επιπέδου γλωσσοµάθειας. Το συγκριτικό πλεονέκτηµα του προτύπου της ιαδικαστικής Θεωρίας περί ιαβούλευσης του Habermas εδράζεται στη συνεργασία ατόµων από διαφορετικούς χώρους που έχουν, ο καθένας, τη δική του γνώση, εµπειρία και άποψη. Χωρίς 81

82 αµφιβολία, µέσα σε αυτό το πλαίσιο, απαραίτητη κρίνεται η ενεργός συµµετοχή επιφανών προσωπικοτήτων του ακαδηµαϊκού χώρου που εξειδικεύονται στο ζήτηµα. Στόχος της διαβούλευσης είναι η δηµιουργία διαύλων επικοινωνίας για την ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών, την ολοκληρωµένη διερεύνηση των εκπαιδευτικών αναγκών, τη βελτίωση της ποιότητας των προγραµµάτων, την αξιολόγηση των δράσεων, την ανταλλαγή εµπειριών αναφορικά µε σύγχρονες εκπαιδευτικές µεθόδους και την από κοινού αντιµετώπιση των προβληµάτων. Με άξονα τη διεθνή εµπειρία και τις καλές πρακτικές που εντοπίστηκαν από το γαλλικό παράδειγµα η συλλογική αυτή προσέγγιση στον τοµέα εκµάθησης της «εύτερης/ξένης» γλώσσας θα πρέπει να διέπεται από συγκεκριµένες αρχές: I. Σύγχρονη αντίληψη για τη διαµόρφωση των διαφόρων προγραµµάτων στη βάση της λειτουργικότητας και της ευελιξίας. II. III. IV. Ουσιαστικός και βιώσιµος διάλογος στο πλαίσιο ενός Φόρουµ για την Εκπαίδευση Ενηλίκων Μεταναστών. Αναβάθµιση και θεσµική κατοχύρωση διαφανών σχέσεων µεταξύ Κράτους, Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Κοινωνίας Πολιτών. Ισότητα ευκαιριών συµµετοχής στον Κοινωνικό ιάλογο. V. ιατήρηση της ανεξαρτησίας της Κοινωνίας Πολιτών και της αυτοτέλειας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Κορυφαία στιγµή της διαδικασίας αποτελεί η επίτευξη συναίνεσης µεταξύ των εµπλεκοµένων φορέων. Ανατρέχοντας στη θεωρητική τοποθέτηση του Habermas η λήψη µιας συναινετικής απόφασης στηρίζεται στο σθένος των επιχειρηµάτων (βλ. σελ.32). Έτσι, λοιπόν, καθίσταται σαφές ότι ο κοινωνικός διάλογος απαιτεί τεκµηριωµένες απόψεις και ικανούς εκπροσώπους όλων των φορέων. Η πορεία της συλλογικής αυτής διαχείρισης του τοµέα γλωσσικής εκπαίδευσης ενηλίκων µεταναστών αναµένεται να αποδειχθεί ωφέλιµη για όλους τους φορείς, καθώς δηµιουργείται µια σχέση συµπληρωµατικότητας που θέτει τα θεµέλια για την προοπτική µελλοντικής κοινής πολιτικής στο εν λόγω θέµα. 82

83 ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ Η ελληνική πολιτεία προγραµµατίζει αλλαγές που αφορούν µεταξύ άλλων και στο Πιστοποιητικό Γλωσσοµάθειας. Συγκεκριµένα, έχει προταθεί η αντικατάσταση του επιπέδου Β1 - που κατά κοινή οµολογία κρίνεται ιδιαίτερα απαιτητικό για το µεταναστευτικό πληθυσµό - µε την απόκτηση γνώσεων της γλώσσας που αντιστοιχούν στο επίπεδο Α2. Η θετική αυτή κίνηση αναµένεται µε ιδιαίτερο ενδιαφέρον από όλο το µεταναστευτικό πληθυσµό. Οδηγούµαστε, λοιπόν, στη διαπίστωση ότι η εκµάθηση της «εύτερης/ξένης» γλώσσας απαρτίζεται από επιµέρους πτυχές που χαρακτηρίζονται από µια έντονα δυναµική διάσταση. Και τούτο διότι οι ίδιες οι οµάδες µεταναστών µεταβάλλονται αριθµητικά και τονίζουν την ανάγκη για αλλαγές. Η παρούσα µελέτη επεχείρησε να αναδείξει τις όψεις της θεωρητικής και πρακτικής προσέγγισης του επίκαιρου ζητήµατος εκµάθησης της γλώσσας της χώρας υποδοχής. Η ερευνητική πορεία που διανύθηκε έφερε στο προσκήνιο τη σχέση των φορέων του Κράτους, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της Κοινωνίας Πολιτών µε το υπό µελέτη θέµα, εστιάζοντας στην παραδοχή ότι η «εύτερη/ξένη» γλώσσα αποτελεί τον κινητήριο µοχλό για την ανάπτυξη δράσεων και συνεργασιών µεταξύ των τριών αυτών πόλων. Η ανεύρεση στρατηγικών και νέων πολιτικών διαχείρισης της αναδυόµενης πρόκλησης στο πεδίο της «εύτερης/ξένης» γλώσσας απαιτεί συστηµατική και οργανωµένη µελέτη των συστατικών στοιχείων και της δυναµικής του, προκειµένου να αποφευχθούν λάθη και παραλήψεις του παρελθόντος. Η σύγχρονη εµπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών στο σχεδιασµό και στην υλοποίηση προγραµµάτων απόκτησης γλωσσικών δεξιοτήτων µπορεί να αποτελέσει δεξαµενή άντλησης πολύτιµων στοιχείων και πληροφοριών για την επιτυχή έκβαση του εγχειρήµατος. Χωρίς καµία αµφιβολία χώρες, όπως η Γαλλία, αποτελούν εργαστήρια παραγωγής στρατηγικών αναγκαίων για τη συγκρότηση ενός ολοκληρωµένου και εκσυγχρονισµένου θεσµικού πλαισίου στον τοµέα αυτό. Κλείνοντας, θα ήταν σκόπιµο να αναφερθεί κανείς σε ένα πρόθεµα της γλώσσας µας - το συν - το οποίο εµπερικλείει µια σειρά εννοιών. ηλώνει την πρόσθεση, την ένωση και τη συµφωνία. Το πρόθεµα αυτό αποτελεί το πρώτο συνθετικό ρηµάτων όπως συµπράττω, συνεννοούµαι, συµβάλλω, συνεργάζοµαι, συναινώ. Μέγιστη πρόκληση για το σύνολο των δρώντων στον τοµέα εκµάθησης της 83

84 γλώσσας της χώρας υποδοχής είναι να ενστερνιστούν το νόηµα και την αξία του προθέµατος αυτού. Είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχουν εύκολες επιλογές, ούτε και συνεργασίες χωρίς συγκρούσεις. Από την άλλη πλευρά όµως, το µεταναστευτικό φαινόµενο σε όλες τους τις εκφάνσεις απαιτεί συλλογική διαχείριση και συµπόρευση στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου προκειµένου να επιτευχθεί η κοινωνική συνοχή και η ενεργός συµµετοχή όλων στην κοινωνία. 84

85 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ 85

86 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι Α. ΠΡΩΤΟΣ ΕΥΤΕΡΟΣ ΚΩ ΙΚΑΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ Η έννοια «εύτερης/ξένης» της γλώσσας συναρτάται µε το εννοιολογικό περιεχόµενο της «Μητρικής» γλώσσας. Η πρόσκτηση του «Πρώτου κώδικα επικοινωνίας (Μητρική γλώσσα)» (Μήτσης 1996) αποτελεί µια µακροχρόνια διαδροµή που ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόµου. Προσδιοριστικοί παράγοντες στη προσπάθεια εκµάθησης της µητρικής γλώσσας είναι το ίδιο το άτοµο και το περιβάλλον. Ειδικότερα, από τη µια πλευρά το άτοµο εµφανίζει ιδιαίτερες ικανότητες προσαρµογής στο περιβάλλον, τάση για µίµηση και επιθυµία για κοινωνικοποίηση. Από την άλλη το περιβάλλον του παρέχει συναισθηµατική στήριξη, διάφορα ερεθίσµατα και κίνητρα. Η κατάκτηση του «εύτερου κώδικα επικοινωνίας ( εύτερη/ξένη γλώσσα)» (Μήτσης 1996), αποτελεί ένα καθοριστικό γεγονός για τον παράγοντα άνθρωπο δεδοµένου ότι καθίσταται αναπόσπαστο κοµµάτι της προσωπικότητάς του. Ο δεύτερος κώδικας επικοινωνίας είναι όχι µόνο µεταγενέστερος ως προς τον πρώτο αλλά και αξιολογικά υποδεέστερος. Β. ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΙΓΛΩΣΣΟΣ- ΙΓΛΩΣΣΙΑ Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ατόµου που µαθαίνει µια «εύτερη/ξένη» γλώσσα είναι η διγλωσσία. Η Skutnabb-Kangas αναφέρει ότι : «ίγλωσσος είναι κάποιος που µπορεί να λειτουργεί σε δύο (ή περισσότερες) γλώσσες, είτε σε µονόγλωσσες είτε σε δίγλωσσες κοινότητες, ανάλογα µε τις κοινωνικοπολιτισµικές απαιτήσεις που επιβάλλονται από αυτές τις κοινότητες ή από το ίδιο το άτοµο όσον αφορά στην επικοινωνιακή και γνωστική ικανότητά του» (Skutnabb-Kangas 1981). Σε αυτό το σηµείο, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι δίγλωσσο δεν θεωρείται µόνο το άτοµο που κατέχει πλήρως και τις δύο γλώσσες αλλά και αυτό που γνωρίζει µερικώς τη µια από τις δύο σε επίπεδο τέτοιο που να του επιτρέπεται η επικοινωνία µε το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Στη διεθνή βιβλιογραφία, ο ορισµός της «διγλωσσίας» λαµβάνει δύο µορφές: την κοινωνική και την ατοµική. Η κοινωνική διγλωσσία (social bilingualism) αναφέρεται «στη συνύπαρξη δύο µορφών της ίδιας γλώσσας (διαλέκτων)» ενώ η «ατοµική διγλωσσία» (individual bilingualism) περιγράφει τη χρήση δύο ή 86

87 περισσότερων διαφορετικών γλωσσών από το ίδιο άτοµο (Ferguson 1959). Στο πλαίσιο της παρούσας µελέτης, η µορφή που προσιδιάζει αντιστοιχεί στην ατοµική διγλωσσία. Η διαφορά µεταξύ κοινωνικής και ατοµικής διγλωσσίας είναι ότι ενώ η κοινωνική αναφέρεται στην κοινωνία µέσα στην οποία δύο γλώσσες έχουν το ίδιο κύρος, η ατοµική αφορά στο άτοµο και στην ικανότητά του να χρησιµοποιεί δύο γλώσσες. 87

88 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΠΕ ΙΩΝ ΈΝΤΑΞΗΣ Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ Όπως αναφέρεται σε σχετική µελέτη του Dustmann, η γνώση της γλώσσας της χώρας υποδοχής συναρτάται άµεσα και θετικά µε το επίπεδο αποδοχών των εργαζοµένων. Συγκεκριµένα, ο Dustmann σε µελέτη που πραγµατοποίησε το 1998 διαπίστωσε ότι υψηλό επίπεδο γλωσσικών δεξιοτήτων σηµαίνει θετική µεταβολή της παραγωγικότητας του ατόµου στο εργασιακό του περιβάλλον. Επίσης, στη µελέτη τονίζεται ότι µολονότι παράγοντες όπως η χώρα καταγωγής, η χώρα υποδοχής, η ηλικία του ατόµου και η οικογενειακή του κατάσταση παίζουν σηµαντικό ρόλο στην εκµάθηση της γλώσσας, η συνεχής και σωστή χρήση της σε ένα εργασιακό περιβάλλον έχει θετική επίδραση στην προοπτική αύξησης της αµοιβής ενός µετανάστη (Dustmann 1998, σελ. 1-28). Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι η εξοικείωση των µεταναστών µε τη γλώσσα και την επαγγελµατική ορολογία διευκολύνει σηµαντικά τόσο την επαγγελµατική τους κατάρτιση και ειδίκευση όσο και την περαιτέρω εξέλιξή τους στον εργασιακό τοµέα. Στο σηµείο αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ορθή χρήση της γλώσσας δεν αρκεί για την επαγγελµατική ανέλιξη σε ένα σύγχρονο και ιδιαιτέρως απαιτητικό εργασιακό περιβάλλον, αλλά αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούµενο και θεµέλιο που επιτρέπει τη διεύρυνση των οριζόντων σε επαγγελµατικό επίπεδο. Ως ένας από τους λόγους που καθιστούν απαραίτητη την εκµάθηση της γλώσσας της χώρας υποδοχής είναι η καταπολέµηση του αποκλεισµού στην αγορά εργασίας, η οποία παραπέµπει στην αντιµετώπιση των διακρίσεων µεταξύ αλλοδαπών και ηµεδαπών που έχουν το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης και ίδιες επαγγελµατικές δεξιότητες. Η πρόσκτηση της «εύτερη/ξένης» γλώσσας αποσκοπεί στην καταπολέµηση των σχετικών αντικειµενικών και υποκειµενικών αιτιών του αποκλεισµού. Αυτό το οποίο επιδιώκεται είναι η µείωση ή εξάλειψη µιας σηµαντικής αιτίας που δηµιουργεί διακρίσεις µεταξύ του εργατικού δυναµικού. 88

89 Β. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ Ο αλλοδαπός θα πρέπει να γνωρίζει και να χρησιµοποιεί τη γλώσσα προκειµένου να κατανοεί, να ενηµερώνεται και να συναλλάσσεται µε τις αρµόδιες διοικητικές υπηρεσίες. Επιπλέον, θα πρέπει να είναι σε θέση να διαβάζει προκειµένου να παίρνει αποφάσεις ή να επιλέγει τι θα αγοράσει. Από τα παραπάνω παραδείγµατα προκύπτει ότι ο σχεδιασµός της ζωής και η διαµόρφωση της συνείδησης του ανήκειν δεν µπορεί παρά να παραπέµπει στην ανάπτυξη γλωσσικών δεξιοτήτων. Θα µπορούσε µάλιστα να υποστηριχθεί ότι µε αυτόν τον τρόπο ο µετανάστης «επενδύει» συµβολικά στη χώρα υποδοχής µέσω ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας µε τον ηµεδαπό πληθυσµό. Οι Giles και Bourhis υποστηρίζουν ότι όσο περισσότερο ένας οµιλητής χρειάζεται να κερδίσει την εκτίµηση των άλλων τόσο µεγαλύτερο είναι το µέγεθος της προσπάθειάς του να προσαρµοστεί στις απαιτήσεις του γλωσσικού περιβάλλοντος (Giles και Bourhis 1976, Κοιλιάρη Α σελ ). Το φαινόµενο αυτό αντικατοπτρίζει την αποκαλούµενη γλωσσική σύγκλιση που περιγράφει την επιθυµία του ατόµου να γίνει αποδεκτό από το κυρίαρχο γλωσσικό περιβάλλον. (Edwards 1989, Κοιλιάρη Α σελ.26). Η εν λόγω διαδικασία συναρτάται µε την επιθυµία κοινωνικής ανέλιξης Με τη γλωσσική σύγκλιση επιτυγχάνεται και η επικοινωνιακή σύγκλιση, όταν ο οµιλητής προσαρµόζει ακόµα και τον τρόπο οµιλίας του στο γλωσσικό πρότυπο του ηµεδαπού πληθυσµού µε σκοπό την πλήρη ταύτισή του µε αυτόν και, ως εκ τούτου, την κοινωνική επιβεβαίωση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επικοινωνία µέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις που συνάπτει ο µετανάστης στην καθηµερινότητά του. Οι µηχανισµοί επικοινωνίας γίνονται εξαιρετικά πολύπλοκοι. Ένα από τα πιο διακριτικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιεί κοινωνικά το µεταναστευτικό πληθυσµό είναι η ξενική προφορά ή τα λάθη στο λόγο κατά τη χρήση της γλώσσας. Πολλές φορές οι επικοινωνιακές δυσκολίες αποτελούν την αφορµή για να ενεργοποιηθούν κάποια στερεότυπα ή να υπάρξουν κοινωνικές διακρίσεις. Η υφιστάµενη αυτή κατάσταση δυσχεραίνεται από παράγοντες όπως το µορφωτικό υπόβαθρο του µετανάστη, το αίσθηµα µειονεξίας που συχνά τον διακατέχει, η ηλικία του και η χώρα καταγωγής του. Τα στοιχεία αυτά αντανακλώνται στη γλωσσική του συµπεριφορά και προδιαθέτουν αρνητικά την κοινωνική πλειοψηφία. 89

90 Σε αυτό το σηµείο θα πρέπει να τονιστεί ότι τα προβλήµατα που ανακύπτουν δεν αναιρούν σε καµία περίπτωση την αξία της γνώσης και χρήσης της γλώσσας της χώρας υποδοχής. Κι αυτό διότι µε τον καιρό οι µετανάστες αποκτούν επιπρόσθετες γνώσεις και γλωσσικές δεξιότητες που τους επιτρέπουν να επικοινωνούν µε µεγαλύτερη ευχέρεια. Εξάλλου, το γεγονός ότι είναι εκτεθειµένοι στο γλωσσικό περιβάλλον της χώρας υποδοχής µέσα από ποικίλα ερεθίσµατα, όπως τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης, αποτελεί έναν επιπρόσθετο παράγοντα που λειτουργεί συµπληρωµατικά και ενισχύει την καθηµερινή συστηµατική προσπάθεια να ανταποκριθούν στις επικοινωνιακές ανάγκες µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έτσι, η τακτική επικοινωνία µε άτοµα της κοινωνίας υποδοχής στο εργασιακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον αποτελεί ένα κίνητρο για το µετανάστη που του επιτρέπει να αντιληφθεί την αναγκαιότητα απόκτησης γλωσσικών δεξιοτήτων. Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι η «κοινωνικοποίηση» στο νέ&omicron