Φαρµακολογία του Βαρέως Πάσχοντα Ασθενή (Μέρος ΙΙ) Αρχές Φαρµακοδυναµικής και η σηµασία τους στη βαριά νόσο

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Φαρµακολογία του Βαρέως Πάσχοντα Ασθενή (Μέρος ΙΙ) Αρχές Φαρµακοδυναµικής και η σηµασία τους στη βαριά νόσο"

Transcript

1 11 Φαρµακολογία του Βαρέως Πάσχοντα Ασθενή (Μέρος ΙΙ) Αρχές Φαρµακοδυναµικής και η σηµασία τους στη βαριά νόσο Παπαϊωάννου Ε Βασίλειος MD, MSc, PhD ABSTRACT Pharmacology of the critically ill (Part ΙI). Pharmacodynamic principles and their significance in critical illness Papaioannou VE The study of mechanisms by which drugs can modify cellular and ultimately whole animal and human performance is still one of the most exciting branches of science. However and despite the fact that many physicians are frequently using some times more than 20 drugs simultaneously in critically ill patients, very few of them are able to understand the enormous complexity and variability of different therapeutic responses within patients and/or between patients suffering from critical illness. The way in which most drugs behave in seriously ill subjects cannot be reliable predicted. Except for different distribution and elimination of various therapeutic regimens, altered pathophysiology, genetic predisposition and alterations in the number and/or intrinsic activity of different receptors may have an impact upon therapeutic effect through a myriad of mechanisms, leading to either under-resuscitation or intoxication of the patient. In this review, we will try to discuss basic pharmacodynamic (PD) principles and their association with severity of disease, trying at the same time to illustrate possible efficacy that can arise from their application during antibiotic treatment. Αναισθησιολόγος-Εντατικολόγος Λέκτορας Εντατικής Θεραπείας ηµοκρίτειο Πανεπιστήµιο Θράκης Πανεπιστηµιακό Γενικό Νοσοκοµείο Αλεξανδρούπολης Κλινική Εντατικής Θεραπείας Η φαρµακοδυναµική µελετά την δράση ενός φαρµάκου στον οργανισµό. Επιπλέον, ερευνά τις βιοχηµικές και φυσιολογικές µεταβολές, που σχετίζονται µε την δράση των φαρµάκων. Τα περισσότερα φάρµακα δεσµεύονται σε διάφορους κυτταρικούς υποδοχείς και επάγουν µία αλυσίδα βιοχηµικών αντιδράσεων. Το φαρµακολογικό αποτέλεσµα οφείλεται σε µεταβολές µίας ενδογενούς φυσιολογικής διαδικασίας και όχι στην δηµιουργία νέων εξωγενούς προέλευσης διεργασιών. Η έννοια της αναγνώρισης και επακόλουθης σύνδεσης ενός φαρµάκου σε συγκεκριµένους υποδοχείς πρωτοανακαλύφθηκε από τον Ehrlich ( ), ο οποίος µελέτησε την δράση βακτηριακών τοξινών και δειγ- µάτων όφεων σε διάφορα ιστικά παρασκευάσµατα. Η δράση (action) αναφέρεται στον τρόπο δράσης ενός φαρµάκου και συνήθως σχετίζεται µε επαγωγή ή αναστολή των κυτταρικών λειτουργιών. Το αποτέλεσµα (effect) είναι η επίπτωση της δράσης των φαρµάκων στον οργανισµό, π.χ. τα µη στερινοειδή αντιφλεγµονώδη έχουν ως δράση την αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών και ως αποτέλεσµα την αναλγησία και αναστολή της φλεγµονής. Τα περισσότερα φάρµακα ασκούν την δράση τους στο σώµα αλληλεπιδρώντας µε διάφορα µακροµόρια στόχους- υποδοχείς (target receptors), που ανευρίσκονται συνήθως στην επιφάνεια των κυττάρων και υπό φυσιολογικές

2 12 συνθήκες, διαµεσολαβούν την δράση διαφόρων χηµικών σηµάτων στο εσωτερικό του κυτταρικού περιβάλλοντος. Αυτοί οι υποδοχείς δο- µικά είναι πρωτεΐνες και διαχωρίζονται σε ενζυ- µικές, δοµικές και µεταφορικές πρωτεΐνες. Οι διάφοροι υποδοχείς αλληλεπιδρούν µε άλλα µόρια, που αποκαλούνται αποτελεσµατικοί διαµεσολαβητές (effectors). Όταν οι υποδοχείς είναι περισσότεροι από τους effectors αποκαλούνται spare receptors, η παρουσία των οποίων αυξάνει την ευαισθησία του συστήµατος καθώς το φαρµακολογικό αποτέλεσµα ενός φαρµάκου µπορεί να λάβει χώρα µε χαµηλότερες συγκεντρώσεις[1-4]. Βασικές αρχές Φαρµακοδυναµικής Θεωρία υποδοχέων-βασικοί ορισµοί Γενικά οι υποδοχείς όπου συνδέονται τα διάφορα φάρµακα µπορούν να διαχωριστούν στις εξής κατηγορίες: 1. ενδοκυτταρικοί υποδοχείς, 2. διαµεµβρανικά ένζυµα, 3. υποδοχείς που δρουν µέσω των λεγόµενων G πρωτεϊνών, 4. ιοντικά κανάλια και 5. άλλα ένζυµα π.χ αναστολείς της µονοαµινικής οξειδάσης (MAO), µεταφορικές πρωτεΐνες (π.χ αντλία Na-K) ή δοµικές πρωτεΐνες (π.χ η τουµπουλίνη του κυτταροσκελετού)[5]. Μία άλλη ταξινόµηση των υποδοχέων τους διαχωρίζει σε τέσσερεις κατηγορίες[6]: 1. διακαναλικοί υποδοχείς (channellinked receptors). Αυτοί είναι γνωστοί και ως ιονοτροπικοί υποδοχείς (ionotropic receptors), αποτελούν µεµβρανικά µόρια που συνδέονται άµεσα µε διάφορα ιοντικά κανάλια και συνήθως διαµεσολαβούν την ταχεία δράση διαφόρων νευροδιαβιβαστών π.χ γ-αµινοβουτυρικό οξύ (GABA), γλουταµικό οξύ και ακετυλοχολίνη (νικοτινικοί υποδοχείς)[7-9]. 2. υποδοχείς συζευγµένοι µε ενδοκυτταρικές G πρωτεΐνες (GTP-binding proteins). Αυτοί οι υποδοχείς αποκαλούνται επίσης και µεταβολικοτροπικοί (metabotropic receptors) και διαµεσολαβούν την δράση πολλών ορµονών και βραδείας ταχύτητας νευροδιαβιβαστών, π.χ αδρενεργικοί και µουσκαρινικοί υποδοχείς της ακετυλοχολίνης. Οι G πρωτεΐνες ως effectors αλληλεπιδρούν µε το σύστηµα αδενυλκυκλάσης/camp[10-12], φωσφολιπάσης C/φωσφο-ινοσιτόλης και µε διάφορα ιοντικά κανάλια[13,14]. 3. υποδοχείς συνδεδεµένοι µε κινάσες (kinase-linked receptors). Πρόκειται για διαµεµβρανικά µόρια µε ενσωµατωµένη στη δοµή τους µία ενδοκυτταρική κινάση τυροσίνης και συνήθως αποτελούν υποδοχείς της ινσουλίνης και διαφόρων κυτταροκινών και αυξητικών παραγόντων[15,16]. 4. πυρηνικοί υποδοχείς (nuclear receptors), που εντοπίζονται είτε στον πυρήνα είτε στο κυτταροδιάλυµα των κυττάρων και ασκούν ρυθµιστική δράση στην έκφραση και ενεργοποίηση διαφόρων γονιδίων. Συνήθως περιλαµβάνουν υποδοχείς των στεροειδών ορ- µονών, των θυρεοειδών ορµονών και της βιτα- µίνης D[4,17,18]. Το πρώτο στάδιο της δράσης ενός φαρµάκου σε ειδικούς υποδοχείς περιλαµβάνει τον σχηµατισµό ενός αναστρέψιµου συµπλόκου φαρµάκουυποδοχέα µέσω µίας αντίδρασης, που διέπεται από το νόµο της δράσης των µαζών. Σύµφωνα µε αυτόν, η ταχύτητα της χηµικής αντίδρασης είναι ανάλογη των συγκεντρώσεων των συστατικών ουσιών της. Εξίσωση 1α: D + R<=> DR Εξίσωση 1β : DR αποτέλεσµα Η εξίσωση 1α διέπεται από την σταθερά ισορροπίας k1 (σταθερά σχηµατισµού) προς τα δεξιά και την σταθερά k2 (σταθερά διάσπασης) προς τα αριστερά. Η εξίσωση 1β χαρακτηρίζεται από την σταθερά α. Όπου D=φάρµακο, R=υποδοχέας, DR=σύµπλοκο φαρµάκου-υποδοχέα. Σε συνθήκες ισορροπίας ισχύει η σχέση: Εξίσωση 2: D*R*k1= DR*k2, οπότε ισχύει DR/D*R=k1/k2 Η παραπάνω σχέση υποδηλώνει ότι σε ισορροπία, τα σύµπλοκα RD σχηµατίζονται (k1) µε την ίδια ταχύτητα µε την οποία διασπώνται (k2)[1-4]. Η σχέση k1/k2 (k e ) αποκαλείται σταθερά συγγένειας (affinity constant) σε ισορροπία, ενώ η σταθερά k2/k1 (k d ) αποκαλείται σταθερά διάσπασης (dissociation constant) σε ισορροπία. Πρακτικά η k d είναι η συγκέντρωση ενός φαρµάκου, που συνδέεται µε το 50% των υποδοχέων σε συνθήκες ισορροπίας. Μία µικρή k d σηµαίνει ότι ο υποδοχέας έχει αυξηµένη συγγένεια µε το αντίστοιχο φάρµακο, οπότε λιγότερα µόρια της θεραπευτικής ουσίας απαι-

3 13 τούνται για την κατάληψη του ήµισυ των υποδοχέων. Αντιστρόφως, µεγάλη k d σηµαίνει µικρή συγγένεια υποδοχέα προς φάρµακο. Η σταθερά k d προσοµοιάζει µε την σταθερά Km της κινητικής Michaelis-Menten, που διέπει τα περισσότερα ένζυµα. Σύµφωνα µε το συγκεκριµένο µαθηµατικό µοντέλο, ισχύει η σχέση Km=k2+α/k1, όπου η Km αντιστοιχεί στην συγκέντρωση του υποστρώµατος (φαρµάκου), κατά την οποία η ταχύτητα µίας ενζυµικής αντίδρασης είναι το µισό της µέγιστης τιµής, ενώ η µεταξύ τους µαθηµατική σχέση περιγράφεται µε µία υπερβολική καµπύλη[1]. Η σχέση k1/k2 εκφράζει την συγγένεια (affinity) ενός φαρµάκου µε τους προς σύνδεση υποδοχείς. Γενικά η σύνδεση µέσω οµοιοπολικών δεσµών θεωρείται σταθερή και ουσιαστικά µη αναστρέψιµη, ενώ ο σχηµατισµός ηλεκτροστατικών-ετεροπολικών δεσµών θεωρείται α- σθενής-ασταθής και δυνητικά αναστρέψιµος. Η σχέση DR αποτέλεσµα εκφράζει την αποτελεσµατικότητα α (efficacy) ή ενδογενή δραστικότητα (intrinsic activity) και αποτελεί την ικανότητα ενός συνδεδεµένου στους υποδοχείς φαρµάκου να τους τροποποιήσει µε έναν τρόπο που µπορεί να επιφέρει φαρµακολογικό αποτέλεσµα, καθώς µερικά φάρµακα µπορεί να έχουν συγγένεια προς τους υποδοχείς αλλά στερούνται αποτελεσµατικότητας. Η αποτελεσµατικότητα ορίζεται και ως η µέγιστη απάντηση που επάγεται από ένα φάρµακο (E max ). Αυτή συνήθως εξαρτάται από τον αριθµό των συµπλόκων φαρµάκου-υποδοχέα (DR), που σχηµατίζονται. Η εξίσωση 1 µπορεί να τροποποιηθεί στην µορφή: Εξίσωση 3: κλάσµα δεσµευµένων υποδοχέων (fraction bound) = 1/1+ k d /D H συγκεκριµένη σχέση περιγράφει τη δράση ενός φαρµάκου και το αποτέλεσµα σχετίζεται µε το ποσοστό των δεσµευµένων υποδοχέων (occupancy). Αυτή η σχέση συνήθως είναι µηγραµµική, κάτι που εξηγεί το φαινόµενο της εφεδρείας των υποδοχέων (receptor reserve). Σύµφωνα µε αυτό η συγκέντρωση ενός φαρµάκου, που προκαλεί δέσµευση του 50% των υποδοχέων είναι τυπικά µεγαλύτερη από την συγκέντρωση, που επάγει το 50% της φαρµακολογικής απάντησης[4]. Η εξίσωση 3 µπορεί επίσης να γραφεί και ως: Εξίσωση 4: y=dr/r+dr ή y=d/d+k D (y= occupancy). Εφόσον η δέσµευση των υποδοχέων είναι ποσοστό, η µέγιστη τιµή της είναι 1. Οι εξισώσεις της µορφής y=ax/bx+c είναι γεωµετρικά υπερβολικές καµπύλες και περιγράφουν την σχέση συγκέντρωσης φαρµάκου και ποσοστού µέγιστης απάντησης (1 ή 100%). Η λογαριθµική µετατροπή της συγκέντρωσης βοηθά στην επέκταση της χαµηλής κλίµακας τιµών των συγκεντρώσεων, όπου λαµβάνει χώρα το µεγαλύτερο ποσοστό της φαρµακευτικής δράσης, ενώ διατηρείται η επίπτωση των υψηλότερων συγκεντρώσεων στην φαρµακευτική αποτελεσµατικότητα. Με βάση αυτές τις αρχές, κατασκευάζονται και οι καµπύλες δόσηςαποτελέσµατος, όπως θα αναλυθεί παρακάτω. Η µη γραµµική σχέση µεταξύ ποσοστού δέσµευσης υποδοχέων και συγκέντρωσης φαρ- µάκου καθιστά αδύνατο τον υπολογισµό της σταθεράς K D. Η µετατροπή της εξίσωσης 4 στην εξίσωση 5 Εξίσωση 5: y/1-y=d/ K D και ο λογαριθµικός µετασχηµατισµός της οδηγεί στην σχέση: Εξίσωση 6: log[y/1-y]=log[d]-log[k D ] Η συγκεκριµένη εξίσωση είναι γραµµική και αποτελεί το λεγόµενο διάγραµµα του Hill, ενώ η κλίση της αποκαλείται συντελεστής του Hill. Όταν o συντελεστής Hill είναι αυξηµένος (πχ αυξηµένη κλίση της γραµµικής σχέσης log[d]/log[y/1-y], η συγγένεια φαρµάκου-υποδοχέα µεταβάλλεται, κάτι που συµβαίνει στην περίπτωση σύνδεσης του οξυγόνου και της αιµοσφαιρίνης, καθώς η επιπλέον σύνδεσή του αυξάνει περισσότερο την ικανότητα πρόσληψής του από το µόριο της αιµοσφαιρίνης, που υφίσταται διάφορες στερεοχηµικές µεταβολές (συντελεστής Hill=2.8). Αντίθετα, στην περίπτωση της µυοσφαιρίνης ο συντελεστής ισούται µε 1. Αυτό το φαινόµενο αποκαλείται συνεργατική σύνδεση (cooperative binding) και περιγράφει την κινητική των αλλοστερικών ενζύ- µων[1,4]. Η σηµασία του για την φαρµακοδυναµική θα συζητηθεί στη συνέχεια.

4 14 Εικόνα 1Α Αριθµητική σχέση της καµπύλης δόσης-αποτελέσµατος (dose-response curve) ενός φαρµάκου. Αρχικά, η ταχύτητα µεταβολής είναι αυξηµένη και ακολούθως µειώνεται προοδευτικά, καθώς αυξάνεται η δόση-συγκέντρωση. Η σταθερά k2/k1 αποκαλείται σταθερά διάσπασης (k d ) σε ισορροπία, ενός φαρµάκου (εξίσωση 1). Πρακτικά η k d είναι η συγκέντρωση ενός φαρµάκου που συνδέεται µε το 50% των υποδοχέων σε συνθήκες ισορροπίας. Όταν το αποτέλεσµα είναι το ήµισυ του µέγιστου δυνατού, η συγκέντρωση D του φαρµάκου αποκαλείται EC 50 (effective concentration 50%) και θεωρείται επίσης ως µέτρο της ισχύος (potency) του φαρµάκου. Εικόνα 1Β Ηµι-λογαριθµική σχέση δόσης-αποτελέσµατος. Η λογαριθµοποίηση της συγκέντρωσης επιφέρει µεταβολές στην γραφική παράσταση της καµπύλης δόσης-απάντησης. Το αποτέλεσµα είναι η µετατροπή της υπερβολικής καµπύλης σε σιγµοειδή που σχεδόν προσοµοιάζει µε ευθεία γραµµή, καθιστώντας ευκολότερη την µαθηµατική ανάλυση. Το σύµπλοκο DR αποτελεί την απάντηση (response) της φαρµακολογικής δράσης. Όταν το DR=50% (το αποτέλεσµα είναι το ήµισυ του µέγιστου δυνατού) η συγκέντρωση D του φαρµάκου αποκαλείται EC 50 (effective concentration 50%) και θεωρείται επίσης ως µέτρο της ισχύος (potency) του φαρµάκου. Η τελευταία αναφέρεται στο ποσό του φαρµάκου που απαιτείται προκειµένου να επέλθει µία απάντηση και γενικά συσχετίζεται αρνητικά µε την σταθερά διάσπασης k d. Όσο µικρότερη είναι η τελευταία τόσο µεγαλύτερη είναι η ισχύς του φαρµάκου. Επιπλέον, η ισχύς αντανακλά το πόσο ισχυρή είναι η σύνδεση ενός φαρµάκου

5 15 µε τους υποδοχείς του και χρησιµοποιείται για την φαρµακοδυναµική σύγκριση ουσιών που αναφορικά µε την κλινική τους αποτελεσµατικότητα[1-4]. Εικόνα 2Α Αριθµητική και ηµι-λογαριθµική καµπύλη σχέσης δόσης-αποτελέσµατος. Η σταθερά k d που πρακτικά ταυτίζεται µε την EC 50 στην αριθµητική καµπύλη αντιστοιχεί στην παράµετρο pd 2 στην ηµι-λογαριθµική καµπύλη. Αυτή εκφράζει την συγγένεια του φαρµάκου σε ηµιλογαριθµική κλίµακα και ισούται µε τον αρνητικό λογάριθµο της EC 50. Εικόνα 2Β Ηµι-λογαριθµική καµπύλη δόσης-αποτελέσµατος για τρία φάρµακα µε διαφορετικές σταθερές k d και µε τον ίδιο µηχανισµό δράσης (παράλληλες καµπύλες). Αυτά χαρακτηρίζονται αφενός από διαφορετική συγγένεια για τους ίδιους υποδοχείς, καθώς φάρµακα µε µικρότερη σταθερά διάσπασης (K d ) έχουν µετατοπισµένη την καµπύλη προς τα αριστερά και αφετέρου, από διαφορετική ισχύ. Η ουσία µε K d = 0.5 επιφέρει το µέγιστο αποτέλεσµα µε µικρότερη συγκέντρωση σε σχέση µε τις ουσίες µε K d = 1 και 5 αντίστοιχα, ενώ επιπλέον, για το ίδιο αποτέλεσµα απαιτείται µικρότερη συγκέντρωση (αυξηµένη ισχύς-κάθετες γραµµές στον άξονα χ). ανήκουν στην ίδια κατηγορία φαρµάκων (πχ αµικασίνη και γενταµυκίνη που ανήκουν στην κατηγορία των αµινογλυκοσιδών). Συµπερασµατικά, η ισχύς σχετίζεται µε τις διαφορετικές δόσεις δύο φαρµάκων, που επιφέρουν το ίδιο φαρµακολογικό αποτέλεσµα. Εντούτοις, η κλινική σηµασία της ισχύος είναι περιορισµένη καθώς δεν διαχωρίζει δύο θεραπευτικές ουσίες Καµπύλες δόσης-αποτελέσµατος Καθώς το µέγεθος του φαρµακολογικού αποτελέσµατος εξαρτάται από την συγκέντρωση του φαρµάκου στην επιφάνεια των υποδοχέων και κατ επέκταση από την χορηγούµενη δόση, οι παραπάνω φαρµακοδυναµικές ιδιότητες µπορούν να µελετηθούν µε την χρήση των κα-

6 16 µπυλών δόσης-αποτελέσµατος (dose-response curves-drc). Στην εικόνα 1Α φαίνεται η αριθ- µητική σχέση αποτελέσµατος-συγκέντρωσης ενός φαρµάκου. Αρχικά, η ταχύτητα µεταβολής είναι αυξηµένη και ακολούθως µειώνεται προοδευτικά καθώς αυξάνεται η δόση-συγκέντρωση, υποδηλώνοντας, ότι η αύξηση των δόσεων δεν προκαλεί επιπλέον µεταβολή στο φαρµακολογικό αποτέλεσµα. Επιπλέον, η µαθη- µατική ανάλυση αυτής της σχέσης είναι αρκετά δύσκολη. Η λογαριθµοποίηση της συγκέντρωσης επιφέρει µεταβολές στην γραφική παράσταση της καµπύλης δόσης-αποτελέσµατος (Εικόνα 1Β). Το αποτέλεσµα είναι η µετατροπή της υπερβολικής καµπύλης σε σιγ- µοειδή που σχεδόν προσοµοιάζει µε ευθεία γραµµή, καθιστώντας ευκολότερη την µαθηµατική ανάλυση[1-4]. Στην Εικόνα 2Α φαίνεται η σχέση της σταθεράς διάσπασης, που ισούται µε την EC 50, σε αριθ- µητική κλίµακα και της παραµέτρου pd 2 που εκφράζει την συγγένεια του φαρµάκου σε ηµιλογαριθµική κλίµακα και ισούται µε τον αρνητικό λογάριθµο της EC 50. Στην Εικόνα 2Β καταγράφονται οι DRC τριών φαρµάκων µε τον ίδιο µηχανισµό δράσης (παράλληλες καµπύλες) αλλά µε διαφορετική συγγένεια για τους ίδιους υποδοχείς, καθώς φάρµακα µε µικρότερη σταθερά διάσπασης (K d ) έχουν µετατοπισµένη την καµπύλη προς τα αριστερά. Αυτό σηµαίνει ότι τα τρία φάρµακα της εικόνας 2Β µε την ίδια αποτελεσµατικότητα διαφέρουν ως προς την συγγένεια και την ισχύ. Αφενός, η ουσία µε K d = 0.5 επιφέρει το µέγιστο αποτέλεσµα µε µικρότερη συγκέντρωση σε σχέση µε τις ουσίες µε K d = 1 και 5 αντίστοιχα, αφετέρου για το ίδιο αποτέλεσµα απαιτείται µικρότερη συγκέντρωση (αυξηµένη ισχύς-κάθετες γραµµές στον άξονα χ). Στην εικόνα 3Α φαίνονται οι καµπύλες DRC τριών φαρµάκων µε διαφορετική ισχύ και αποτελεσµατικότητα. Το φάρµακο Α έχει την µεγαλύτερη ισχύ και την µικρότερη αποτελεσµατικότητα, το φάρµακο Β έχει την µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα και ενδιάµεση ισχύ και τέλος, το φάρµακο Γ έχει ενδιάµεση αποτελεσµατικότητα και την µικρότερη ισχύ. Με βάση τις καµπύλες DRC ένα φάρµακο µπορεί να χαρακτηριστεί ως: 1. πλήρης αγωνιστής (full agonist), υποδηλώνοντας ότι µπορεί να επιφέρει αλλαγές στην κυτταρική φυσιολογία µέσω σύνδεσης στην πλασµατική µεµβράνη ή σε ενδοκυτταρικούς υποδοχείς και διαθέτει και συγγένεια και αποτελεσµατικότητα (ενδογενή δραστικότητα), 2. µερικός αγωνιστής (partial agonist), όταν δεν παράγει το µέγιστο απoτέλεσµα ακόµη και όταν συνδεθεί µε όλους τους υποδοχείς, κάτι που σχετίζεται µε την ύπαρξη συγγένειας και παράλληλα µειωµένης αποτελεσµατικότητας, 3. αναστολέας (antagonist), όταν αναστέλλει την απάντηση, που προκαλείται από άλλους αγωνιστές και χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη συγγένειας χωρίς αποτελεσµατικότητα, 4. ανταγωνιστικός αναστολέας (competitive antagonist), όταν ανταγωνίζεται έναν αγωνιστή για τους ίδιους υποδοχείς, µετατοπίζει την καµπύλη DRC προς τα δεξιά και ελαττώνει την σταθερά συγγένειας K e, εντούτοις η αυξηµένη συγκέντρωση του δεύτερου µπορεί να υπερκεράσει τον πρώτο και 5. µη-ανταγωνιστικός αναστολέας (noncompetitive antagonist), ο οποίος συνδέεται σε διαφορετική θέση του υποδοχέα από τον αγωνιστή, επιφέρει δοµική µετατροπή του υποδοχέα µε αποτέλεσµα την µη αναγνώρισή του από τον αγωνιστή, µετατοπίζει ελαφρώς την καµπύλη DRC προς τα δεξιά και ιδίως στο χαµηλό εύρος συγκεντρώσεων και αποκλείει την άρση της ανασταλτικής του δράσης η οποιαδήποτε αύξηση της συγκέντρωσης του αγωνιστή[1-4,19,20]. Στην Εικόνα 3Β φαίνονται οι κα- µπύλες DRC ενός πλήρους και ενός µερικού αγωνιστή. Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη, ότι οι υποδοχείς βρίσκονται σε δυναµική ισορροπία ανά- µεσα σε δύο ή περισσότερες καταστάσεις διαφορετικής ενεργοποίησης (two state model). Έτσι, υπάρχουν ταυτόχρονα υποδοχείς σε κατάσταση αδρανοποίησης R και πλήρους ενεργοποίησης R * σε ποσοστό που ποικίλλει ανάλογα µε τον ιστό ή τον ίδιο τον υποδοχέα. Η δράση ενός αγωνιστή αυξάνει σηµαντικά την ισο- µορφή του υποδοχέα R *, ενώ ο ανταγωνιστής δρα εξίσου στις µορφές R και R *, χωρίς να αλλάζει τις ισορροπίες και χωρίς να σταθεροποιεί καµία µορφή. Στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας, πιστεύεται ότι κάποια φάρµακα δρουν όχι ως ανταγωνιστές αλλά ως ανάστροφοι αγωνιστές (inverse agonists), καθώς αλληλεπιδρούν µόνο µε την αδρανή µορφή R (π.χ µερικοί β-

7 17 Εικόνα 3Α Ηµι-λογαριθµικές καµπύλες δόσης-αποτελέσµατος τριών φαρµάκων µε διαφορετική ισχύ και αποτελεσµατικότητα. Το φάρµακο Α έχει την µεγαλύτερη ισχύ και την µικρότερη αποτελεσµατικότητα, το φάρµακο Β έχει την µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα και ενδιάµεση ισχύ και τέλος, το φάρµακο Γ έχει ενδιάµεση αποτελεσµατικότητα και την µικρότερη ισχύ. Εικόνα 3Β Καµπύλες δόσης-αποτελέσµατος ενός πλήρους (full) και ενός µερικού (partial) αγωνιστή. Ο δεύτερος δεν παράγει το µέγιστο αποτέλεσµα ακόµη και όταν συνδεθεί µε όλους τους υποδοχείς, κάτι που σχετίζεται µε την ύπαρξη συγγένειας και παράλληλα µειωµένης αποτελεσµατικότητας. Εποµένως, τόσο η ισχύς όσο και η αποτελεσµατικότητα είναι µειωµένες σε σχέση µε εκείνες ενός πλήρους αγωνιστή. αποκλειστές όπως µετοπρολόλη και προπρανολόλη). Με βάση αυτά τα δεδοµένα οι αγωνιστές και οι ανάστροφοι (ή αντίστροφοι) ανταγωνιστές θα µπορούσαν να θεωρηθούν σαν αλλοστερικοί ρυθµιστές, που σταθεροποιούν την ενεργό και την µη ενεργό µορφή αντίστοιχα, ενώ η σχέση δόσης αποτελέσµατος περιγράφεται από την κινητική του Hill[1,21-23]. Η κλινική σηµασία µίας ποσοτικής σχέσης δόσης-αποτελέσµατος σε έναν µεµονωµένο ασθενή µπορεί να έχει περιορισµένη αξία, όταν εφαρµοστεί σε άλλους ασθενείς, λόγω της

8 18 Εικόνα 4 Καµπύλες δόσης-ποσοστού ασθενών, που απαντούν στο φάρµακο (dose-percent curves). Αυτές οι καµπύλες χαρακτηρίζονται από: 1. την διάµεση αποτελεσµατική δόση (median effective dose-ed 50 ), που αποτελεί την δόση µε την οποία στο 50% των ασθενών εµφανίζεται το αναµενόµενο φαρµακολογικό αποτέλεσµα, 2. την διάµεση τοξική δόση (median toxic dose- TD 50 ), που αναφέρεται στη δόση που προκαλεί ένα συγκεκριµένο τοξικό αποτέλεσµα στο 50% των πειραµατόζωων και 3. την διάµεση θανατηφόρο δόση (median lethal dose-ld 50 ), που είναι ουσιαστικά ταυτόσηµη µε την TD 50 εφόσον το τοξικό αποτέλεσµα είναι ο θάνατος. Η σχέση LD 50 /ED 50 αποκαλείται θεραπευτικός δείκτης (therapeutic index-ti) και η διαφορά ΤD 50 -ED 50 ονοµάζεται θεραπευτικό πλάτος. πιθανής µεταβλητότητας µεταξύ ασθενών αναφορικά µε την βαρύτητα της νόσου αλλά και την απάντηση στο υπό εξέταση φάρµακο. Επιπλέον η κατασκευή των καµπυλών DRC έχει αυξηµένες δυσκολίες, όταν η φαρµακολογική απάντηση είναι του τύπου όλον ή ουδέν, π.χ. πρόληψη σπασµών, αρρυθµίας ή θανάτου (κβαντικές καµπύλες). Μία λύση σε αυτό το πρόβληµα είναι ο υπολογισµός της ποσότητας του φαρµάκου που απαιτείται για να προκαλέσει αποτέλεσµα ενός συγκεκριµένου µεγέθους σε µεγάλο αριθµό ασθενών ή πειραµατόζωων. Για τα περισσότερα φάρµακα, η δόση που απαιτείται για κβαντικά αποτελέσµατα, εφόσον λογαριθµοποιηθεί, ακολουθεί κανονική κατανοµή, οπότε στην περίπτωση που αθροιστούν οι φαρµακολογικές απαντήσεις, η αθροιστική συχνότητα κατανοµής σχηµατίζει τη νέα καµπύλη δόσης-ποσοστού ασθενών που απαντούν στο φάρµακο (dose-percent curve). Αυτή η καµπύλη χαρακτηρίζεται από: 1. την διά- µεση αποτελεσµατική δόση (median effective dose-ed 50 ), που αποτελεί την δόση µε την οποία στο 50% των ασθενών εµφανίζεται το αναµενόµενο φαρµακολογικό αποτέλεσµα, 2. την διάµεση τοξική δόση (median toxic dose- TD 50 ), που αναφέρεται στη δόση που προκαλεί ένα συγκεκριµένο τοξικό αποτέλεσµα στο 50% των πειραµατόζωων και 3. την διάµεση θανατηφόρο δόση (median lethal dose-ld 50 ), που είναι ουσιαστικά ταυτόσηµη µε την TD 50,

9 19 εφόσον το τοξικό αποτέλεσµα είναι ο θάνατος (Εικόνα 4)[2,3,20]. Στις πειραµατικές µελέτες η σχέση LD 50 /ED 50 αποκαλείται θεραπευτικός δείκτης (therapeutic index-ti) και η διαφορά ΤD 50 -ED 50 ονοµάζεται θεραπευτικό πλάτος (Εικόνα 4). Ο θεραπευτικός δείκτης αποτελεί ένα µέτρο ασφάλειας του φαρµάκου καθώς µία αύξηση της δόσης µπορεί να επιφέρει είτε αυξηµένο θεραπευτικό αποτέλεσµα είτε αυξηµένο κίνδυνο τοξικότητας. Ο θεραπευτικός δείκτης των περισσότερων φαρµάκων στους ανθρώπους παραµένει λίγο έως πολύ άγνωστος, ενώ µόνο οι διάφορες κλινικές δοκιµές και η συσσωρευµένη εµπειρία των κλινικών ιατρών µπορεί να αναδείξουν ένα πιθανό εύρος αποτελεσµατικών δόσεων. Γενικά στη βαριά νόσο, η αποδεκτή διαφορά µεταξύ θεραπευτικών και τοξικών δόσεων θεωρείται σαφώς µικρότερη. Ο ΤΙ κυµαίνεται µεταξύ 1 (π.χ. διάφορα αντινεοπλασµατικά φάρµακα) και >1000 (για την πενικιλίνη). Όσο µεγαλύτερος είναι ο ΤΙ τόσο ασφαλέστερο θεωρείται ένα φάρµακο. Ουσίες µε παρόµοιο µηχανισµό δράσης, που δρουν στον ίδιο υποδοχέα ή στο ίδιο ενζυµικό σύστηµα, συνήθως έχουν τον ίδιο θεραπευτικό δείκτη. Καθώς ο ΤΙ µπορεί να µην είναι αποτελεσµατικός σε περιπτώσεις που οι καµπύλες δόσης-ποσοστού ασθενών έχουν διαφορετικές κλίσεις για την αποτελεσµατικότητα και την τοξικότητα, πρόσφατα έχει υιοθετηθεί ο λεγόµενος δείκτης ασφάλειας (safety index-si), που ισούται µε το κλάσµα LD 5 /ED 95 όπου ο αριθµητής αναφέρεται στη θανατηφόρο δόση για το 5% των πειραµατόζωων και ο παρανοµαστής στην αποτελεσµατική δόση για το 95% αντίστοιχα[2,20]. Απευαισθητοποίηση υποδοχέων - το φαινόµενο της ανοχής Η απευαισθητοποίηση των υποδοχέων είναι µία βιολογική διαδικασία, που δίνει χρόνο στα κύτταρα να αντιδρούν σωστά στα πολλαπλά εξωκυττάρια ερεθίσµατα. ιακρίνεται στη φάση ενδοκύττωσης, που σχετίζεται µε την παρουσία ενός αγωνιστή και στην φάση ανακύκλωσης, που αποτελεί µία δοµική διαδικασία. Η απευαισθητοποίηση των υποδοχέων γίνεται µε την φωσφορυλίωσή τους µετά την αποδέσµευση από την πρωτεΐνη G. Ακολούθως οι υποδοχείς αποµονώνονται στον ενδοκυττάριο χώρο, όπου και επανενεργοποιούνται ή αποδοµούνται αφού πρώτα αποφωσφορυλιωθούν[20]. Ο αριθµός των υποδοχέων στην κυτταρική µεµβράνη δεν είναι σταθερός, αλλά µεταβάλλεται διαρκώς. Κατά την χρόνια λήψη ενός φαρµάκου αγωνιστή ο αριθµός τους ελαττώνεται και η λειτουργικότητά τους υποβαθµίζεται. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται το φαινόµενο της ανοχής (tolerance). Όταν η ανοχή σχετίζεται µε µειωµένη ενδοκυτταρική µετάδοση του σήµατος, αποκαλείται ετερόλογη. Για παράδειγµα η διαρκής χορήγηση οπιοειδών προκαλεί αδυναµία των υποδοχέων να συνδεθούν µε τις G πρωτεΐνες και να µεταδώσουν ενδοκυτταρικά το σήµα σύνδεσης[24,25]. Ανοχή στους β- διεγέρτες σχετίζεται µε την αδυναµία άλληλεπίδρασης των β-υποδοχέων και της αδενυλκυκλάσης, προκειµένου να λάβει χώρα η παραγωγή του κυκλικού ΑΜΡ[10]. Άλλοι µηχανισµοί ανάπτυξης ανοχής οφείλονται στην µεταβολή του αριθµού των υποδοχέων (αυτόλογη απευαισθητοποίηση), ο οποίος µειώνεται σε παρουσία διαφόρων αγωνιστών (εµβύθισηdown regulation), πχ β-υποδοχείς[10,24]. Τέλος, διάφορες παθολογικές καταστάσεις και γονιδιακοί πολυµορφισµοί µπορούν να επηρεάσουν την απάντηση ενός ασθενή στα χορηγού- µενα φάρµακα. Για παράδειγµα οι κατασταλτικές δράσεις των αναισθητικών φαρµάκων στο καρδιαγγειακό σύστηµα είναι αυξηµένες σε ασθενείς µε ελαττωµένες καρδιακές εφεδρείες[26]. Επιπλέον ασθενείς µε χρόνια αποφρακτική πνευµονοπάθεια (ΧΑΠ) συχνά εµφανίζουν αυξηµένη ευαισθησία στην κατασταλτική ως προς το αναπνευστικό κέντρο δράση των οπιοειδών και των βενζοδιαζεπινών[27,28]. Τέλος ασθενείς µε σήψη και εγκαύµατα συχνά εµφανίζουν ανοχή στα αποπολωτικά µυοχαλαρωτικά, είτε λόγω εµβύθισης των νικοτινικών υποδοχέων της ακετυλοχολίνης, είτε λόγω επαγωγής άτυπων νικοτινικών υποδοχέων σε έκτοπες θέσης της κυτταρικής µεµβράνης και µακριά από τη νευροµυική σύναψη[29]. Ανάλογα µε την χορήγηση αγωνιστών πιστεύεται, ότι η µακροχρόνια χορήγηση ανταγωνιστών επάγει την αυξηµένη έκφραση των αντίστοιχων υποδοχέων (up-regulation).

10 20 Εικόνα 5 Φαρµακοκινητικές/φαρµακοδυναµικές (PK/PD) παράµετροι και αντιβιοτικά. Αυτά µπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: 1. χρόνο-εξαρτώµενα (time-dependent), όπου η αποτελεσµατικότητα είναι συνάρτηση του χρόνου κατά τον οποίο η συγκέντρωσή τους είναι µεγαλύτερη της MIC (minimal inhibitory concentration) ή T>MIC. 2. εξαρτώµενα από την συγκέντρωση (concentration-dependent), όπου η αποτελεσµατικότητα είναι συνάρτηση είτε της σχέσης µέγιστης συγκέντρωσης (C max ) /MIC (2A), είτε της σχέσης της 24ωρης επιφάνειας κάτω από την καµπύλη (area under the curve-auc)/mic (2B). Φαρµακοδυναµικές µεταβολές στη βαριά νόσο Τα περισσότερα φάρµακα ασκούν την δράση τους στους ιστούς και όχι στο αίµα. Εποµένως, η τοπική ιστική τους συγκέντρωση έχει µεγαλύτερη κλινική σηµασία από την µετρούµενη συγκέντρωση στο πλάσµα, προκειµένου να προσδιοριστεί η σχέση δόσης αποτελέσµατος. Εντούτοις µεταβολές στον αριθµό, στη λειτουργικότητα-στερεοχηµεία και τελικά στην συγγένεια των διαφόρων υποδοχέων προς τα αντίστοιχα χορηγούµενα φάρµακα λαµβάνουν συχνά χώρα στους βαρέως πάσχοντες ασθενείς. Το αποτέλεσµα είναι, οι φαρµακοδυναµικές µεταβολές να προκαλούν είτε αποτυχία στην θεραπεία που τα κλασικά φαρµακοκινητικά µοντέλα αδυνατούν να εξηγήσουν (απουσία συσχέτισης συγκέντρωσης φαρµάκου στο πλάσµα και αποτελέσµατος), είτε ανεπιθύµητες φαρµακευτικές αντιδράσεις που είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αναγνωριστούν (συνδυασµός πολυφαρ- µακίας και δυναµικών µεταβολών της φυσιολογίας του ασθενή)[2,3]. Κλασικό παράδειγµα φαρµακοδυναµικών µεταβολών στη βαριά νόσο είναι οι µεταβολές της απάντησης του οργανισµού στα ινότροπα και αγγειοσυσπαστικά φάρµακα. Σε πειραµατικές µελέτες έχει βρεθεί, ότι κατά την διάρκεια της βαριάς σήψης και του σηπτικού shock παρατηρείται αρχικά (12 ώρες µετά την χορήγηση ενδοτοξίνης) µία αυξηµένη ευαισθησία των καναλιών ασβεστίου στην β-αδρενεργική διέγερση, η οποία εντούτοις ελαττώνεται 36 ώρες µετά[30,31]. Αυτό το φαινόµενο σχετίζεται µε τις µεταβολές της δραστικότητας του ενζύµου της αδενυλκυκλάσης, καθώς στην όψιµη φάση της σήψης παρατηρείται εµβύθιση των β υποδοχέων στα καρδιακά κύτταρα και αναστολή των G πρωτεϊνών, πιθανότατα λόγω αυξηµένης δράσης του Tumor Necrosis Factor-α (TNF-α). Ο τελευταίος αναστέλλει επίσης τα κανάλια ασβεστίου, ασκώντας έτσι επιπλέον αρνητική ινότροπη δράση[31]. Ένα άλλο παράδειγµα αφορά την απάντηση των α1 µετα-συναπτικών υποδοχέων των ενδοθηλιακών κυττάρων στα περιφερικά αγγεία στη φαρµακολογική δράση των χορηγούµενων α-

11 21 διεγερτών (αγγειοσυσπαστικά, π.χ νορεπινεφρίνη). Τόσο η µειωµένη δραστικότητα της αντλίας Na-K λόγω ιστικής υποξίας και χαµηλών επιπέδων του ΑΤΡ, όσο και η αυξηµένη έκφραση των καναλιών καλίου, που επάγονται από την αδενοσίνη, έχουν ως αποτέλεσµα την αύξηση του δυναµικού της µεµβράνης (αυξηµένη έξοδος καλίου από το κύτταρο), την υπερπόλωση της κυτταρικής µεµβράνης και τελικά, την αδυναµία διέγερσης των καναλιών ασβεστίου (που είναι συνάρτηση της µείωσης του µεµβρανικού δυναµικού-voltage-gated ion channels) [32-34]. Επιπλέον τα αυξηµένα επίπεδα των ελευθέρων ριζών οξυγόνου, που σχετίζονται µε την ιστική υποξία, φαίνεται ότι αδρανοποιούν την δράση των β- αλλά και των α-διεγερτών[35]. Η κλινική µελέτη των φαρµακοδυναµικών µεταβολών στους βαρέως πάσχοντες ασθενείς είναι ιδιαίτερα δυσχερής, µε αποτέλεσµα τα υπάρχοντα ερευνητικά αλλά και κλινικά δεδο- µένα να υπολείπονται σηµαντικά από τα αντίστοιχα ευρήµατα που σχετίζονται µε την φαρ- µακοκινητική της βαριάς νόσου. Πρόσφατα, η εφαρµογή της τεχνολογίας της µικροδιάλυσης έχει επιτρέψει την διενέργεια των πρώτων ερευνών σχετικά µε τον προσδιορισµό των επιπέδων των φαρµάκων στο διάµεσο υγρό του υπό εξέταση ιστού[36]. Επιπλέον αυτή η µέθοδος παρέχει την δυνατότητα άµεσου υπολογισµού διαφόρων ενδογενών ουσιών, όπως π.χ, νευροδιαβιβαστές, ορµόνες κλπ, που µπορούν να χρησιµοποιηθούν ως βιολογικοί δείκτες της φαρµακολογικής απάντησης. Συµπερασµατικά, για φάρµακα µε ταχεία έναρξη, µικρή διάρκεια δράσης και εύκολα τιτλοποιήσιµη απάντηση (πχ ινότροπα, αγγειοσυσπαστικά) η δόση χορήγησης καθορίζεται από το µετρούµενο αποτέλεσµα και όχι από την γνώση φαρµακοδυναµικών και φαρµακοκινητικών µοντέλων. Στην περίπτωση όµως φαρµάκων µε λιγότερα εύκολο τιτλοποιήσιµο αποτέλεσµα και αυξηµένη συσχέτιση µεταξύ απάντησης και συγκέντρωσης στο πλάσµα ή στους ιστικούς υποδοχείς, π.χ. αντιβιοτικά, η βελτιστοποίηση της δόσης µπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολη[3,36]. Φαρµακοδυναµική µοντελοποίηση Αποτελεί βασική αρχή της συγκεκριµένης προσέγγισης το γεγονός ότι η φαρµακολογική απάντηση είναι ανάλογη µε τη συγκέντρωση του φαρµάκου στο πλάσµα. Τέσσερις επιπλέον παράµετροι του φαρµακολογικού αποτελέσµατος χρειάζονται ιδιαίτερη ανάλυση: 1. η έννοια της θέσης δράσης (effect site), 2. η σηµασία του ελεύθερου (µη συνδεδεµένου µε πρωτεΐνες) φαρµάκου στο πλάσµα, 3. η µεταβλητή φαρµακολογική δράση µεταξύ διαφορετικών ασθενών και 4. οι δοσοεξαρτώµενες µεταβολές της ενεργοποίησης των υποδοχέων και της φαρµακολογικής δράσης. Η θέση δράσης Η έννοια της θέσης δράσης εφαρµόστηκε προκειµένου να περιγραφεί αναλυτικότερα η σχέση της εναπόθεσης του φαρµάκου και της φαρµακολογικής απάντησης. Ο όρος αυτός αναφέρεται στο ιστικό διαµέρισµα, που περιέχει τους υποδοχείς που πρέπει να δεσµευτούν προκει- µένου να λάβει χώρα η όποια φαρµακολογική δράση. Αν η θέση δράσης βρίσκεται σε ένα δια- µέρισµα ταχείας και υψηλής αιµάτωσης, τότε η ενδοφλέβια χορήγηση του φαρµάκου θα επιφέρει άµεση απάντηση. Παράδειγµα µιας τέτοιας συµπεριφοράς είναι η αντι-αρρυθµική δράση της λιδοκαΐνης και εποµένως τα αρχικά επίπεδα του φαρµάκου στον ορό συσχετίζονται άµεσα µε την δράση του. Η καθιερωµένη µάλιστα πρακτική της εµπειρικής χορήγησης επιπλέον δόσεων µετά από µία αρχική φόρτιση στηρίζεται στην αναγκαιότητα διατήρησης επαρκών επιπέδων του φαρµάκου στο πλάσµα, το οποίο τείνει να µειώνεται, καθώς το φάρµακο κατάνέµεται σε άλλους ιστούς ή αποµακρύνεται. Ο χρόνος ηµίσειας ζωής της κατανοµής (t 1/2 α) της λιδοκαΐνης είναι µόνο 8 λεπτά, µε αποτέλεσµα η συγκέντρωση στο πλάσµα µετά από µία αρχική bolus χορήγηση να µπορεί να ελαττωθεί σε υποθεραπευτικά επίπεδα, νωρίτερα από την περίπτωση όπου µία ταυτόχρονη συνεχής στάγδην έγχυση οδηγήσει σε συσσώρευση του φαρ- µάκου ικανή για την διατήρηση της επιθυµητής σταθερής συγκέντρωσης στο πλάσµα. Αντιθέτως, τα επίπεδα δακτυλίτιδας στο πλάσµα δεν συσχετίζονται µε την φαρµακολογική της δράση µέχρι την µετά την κατανοµή φάση (2-4

12 22 ώρες µετά από ενδοφλέβια χορήγηση), καθώς απαιτείται η κατανοµή της στους ιστούς για την δέσµευση µε τους τελικούς υποδοχείς των ιστών στόχων. Η συνολική συνήθης δόση εφόδου της δακτυλίτιδας του 1 mg χορηγείται σε µικρότερες ποσότητες (συνήθως 0.5 αρχικά και ακολούθως 0.25 mg κάθε 6 µε 12 ώρες), επειδή η πλήρης δράση της κάθε δόσης εφόδου δεν µπορεί να εκτιµηθεί, µέχρι να ολοκληρωθεί η κατανοµή στους ιστούς. Σε αυτή την χρονική περίοδο η διαδικασία φόρτισης µπορεί να συνεχιστεί, αν κριθεί σκόπιµο και ασφαλές[2,3]. Ελεύθερη ή µη δεσµευµένη συγκέντρωση του φαρµάκου στο πλάσµα Μόνο το ελεύθερο κλάσµα του φαρµάκου είναι διαθέσιµο για δέσµευση µε τους υποδοχείς, µε αποτέλεσµα οι µεταβολές των πρωτεϊνών δεσµευσης του πλάσµατος να επηρεάζουν σηµαντικά την ερµηνεία της µετρούµενης συνολικής (ελεύθερη και δεσµευµένη) συγκέντρωσης του φαρµάκου στο πλάσµα. Για παράδειγµα, η πρωτεϊνική δέσµευση της φαινυτοΐνης ελαττώνεται είτε σε περίπτωση χαµηλής συγκέντρωσης αλβουµίνης, είτε σε ουραιµία. Το πρώτο συµβαίνει σε περίπτωση µείωσης της απόλυτης διαθεσιµότητας των θέσεων δέσµευσης της αλβουµίνης, ενώ το δεύτερο είναι αποτέλεσµα ανταγωνιστικής κατάληψης αυτών των θέσεων από άλλες ουραιµικές ουσίες. Ως αποτέλεσµα του παραπάνω φαινοµένου, η συνολική συγκέντρωση του φαρµάκου στο πλάσµα είναι παραπλανητική σε αυτούς τους ασθενείς. Η φαινυτοΐνη δεσµεύεται φυσιολογικά κατά 90% µε τις πρωτεΐνες του πλάσµατος, µε αποτέλεσµα το σύνηθες εύρος της συγκέντρωσής της στο πλάσµα να κυµαίνεται µεταξύ 10 και 20 mg/l, ενώ το επίπεδο του ελεύθερου κλάσµατος µεταξύ 1-2 mg/l. Αν η συγκέντρωση αλβουµίνης ελαττωθεί από 4 σε 2 g/dl, τότε µία θεραπευτική συνολική συγκέντρωση φαινυτοΐνης στο πλάσµα της τάξης των 16 mg/l, µπορεί να σχετίζεται µε τοξικά επίπεδα ελεύθερης φαινυτοΐνης πάνω από 7 mg/l. Αυτό συµβαίνει, καθώς το ελεύθερο κλάσµα αυξάνεται από το φυσιολογικό ποσοστό 10% προς το 50%. Εποµένως, σε ασθενείς µε υπο-αλβου- µιναιµία ή νεφρική ανεπάρκεια είναι ορθότερη η µέτρηση της συγκέντρωσης της ελεύθερης φαινυτοΐνης στο πλάσµα[2-4]. Μεταβλητότητα στην απάντηση (ευαισθησία) Ένα άλλο σηµείο, που πρέπει να τονιστεί, είναι η µεταβλητότητα µεταξύ διαφόρων ασθενών αναφορικά µε ένα συγκεκριµένο επίπεδο φαρ- µάκου στο πλάσµα. Η ευαισθησία στην δράση ενός φαρµάκου µπορεί να διαφέρει µεταξύ διαφορετικών ασθενών. Για παράδειγµα, οι υπερήλικες ασθενείς είναι πιο ευαίσθητοι στις κατασταλτικές δράσεις των βενζοδιαζεπινών (και πολλών άλλων κατασταλτικών) από ότι οι νεότεροι ασθενείς[26]. Επίσης πρόσφατες έρευνες αποδίδουν στην φαρµακογενετική την αιτία της διαφορετικής ευαισθησίας στις δράσεις των φαρµάκων µεταξύ φυλών αλλά ακόµη και µεταξύ ατόµων της ίδιας φυλής[2,37,38]. οσοεξαρτώµενες δράσεις Το κύριο σύµπλοκο φαρµάκου-υποδοχέα µέσω του οποίου λαµβάνει χώρα η φαρµακολογική δράση µπορεί να τροποποιηθεί ανάλογα µε την συγκέντρωση του φαρµάκου, οδηγώντας σε διαφορετικές απαντήσεις για διαφορετικά επίπεδα στο πλάσµα. Για παράδειγµα, η ντοπαµίνη ενεργοποιεί κυρίως τους ντοπαµινεργικούς υποδοχείς (και προκαλεί µεσεντέρια και νεφρική αγγειοδιαστολή) µόνο σε δόσεις µέχρι 2 µgr/kg/min. Η β1-αδρενεργική (ινότροπη) και η α1-αδρενεργική (αγγειοσυσπαστική) ενεργοποίηση εµφανίζεται σε δόσεις 2-4 µgr/kg/min και 5-10 µgr/ Kg/min αντίστοιχα. Ως αποτέλεσµα, οι αιµοδυναµικές δράσεις του διαλύ- µατος ντοπαµίνης αλλάζουν µε την αύξηση της δόσης. Παρά τους παραπάνω περιορισµούς, αναµένεται η επίτευξη των επιπέδων του φαρ- µάκου στα συνήθη θεραπευτικά όρια να προκαλέσει την επιθυµητή δράση στους περισσότερους ασθενείς[2,4]. Τα περισσότερα φάρµακα που χρησιµοποιούνται στις ΜΕΘ, συνταγογραφούνται µε βάση ευρέως εφαρµόσιµες στο σύνολο του πληθυσµού φαρµακοκινητικές (ΡΚ) και φαρµακοδυναµικές (PD) παραµέτρους και τιτλοποιούνται για φαρµακολογική απάντηση, µόνο όταν αυτό είναι εύκολα ποσοτικοποιήσιµο, ενώ δεν χρησιµοποιούνται αυστηρά ΡΚ µοντέλα, µε αντίστοιχο monitoring των θεραπευτικών επιπέδων στο πλάσµα. Η τελευταία προσέγγιση εφαρµόζεται σε ουσίες, που έχουν χαµηλό θεραπευτικό δείκτη και συγκεντρώσεις στο

13 23 πλάσµα που συσχετίζονται άµεσα µε την φαρ- µακολογική δράση. Η ενδιάµεσης πολυπλοκότητας πρακτική του ελέγχου φυσιολογικών παραµέτρων (PD monitoring) της δράσης ενός φαρµάκου εφαρµόζεται καλύτερα στις ΜΕΘ (και στα Χειρουργεία) σε σχέση µε άλλα Τµή- µατα των Νοσοκοµείων, λόγω της συχνής χρήσης τεχνολογίας monitoring των ζωτικών λειτουργιών. Η καταστολή, η µυοχάλαση, ο έλεγχος των σπασµών, η διουρητική δράση, οι επιπτώσεις των αιµοδυναµικών φαρµάκων (αντιαρρυθµικές, χρονότροπες, ινότροπες, αγγειοδιασταλτικές και αγγειοσυσπαστικές δράσεις) και η βρογχοδιαστολή ελέγχονται µε αυτόν τον τρόπο σε καθηµερινή βάση, σε συνδυασµό µε το τυπικό ΡΚ monitoring που χρησι- µοποιεί τα επίπεδα φαρµάκων στο αίµα[39]. Αυτό που προκύπτει είναι το πλαίσιο χορήγησης ενός φαρµάκου που στηρίζεται στην φυσιολογική µοντελοποίηση του ασθενή και την εφαρµογή γνωστών φαρµακευτικών χαρακτηριστικών σε αυτό το µοντέλο, προκειµένου να βελτιωθεί η θεραπευτική προσέγγιση του βαρέως πάσχοντα αλλά και να ελαχιστοποιηθεί η δυνατότητα πρόκλησης ανεπιθύµητων ιατρογενών αντιδράσεων. Επιπλέον, αυτή η προσέγγιση περιλαµβάνει τακτικό έλεγχο ρουτίνας για την πρόληψη ανεπιθύµητων παρενεργειών και αυξηµένη υποψία για την πιθανότητα ένα τέτοιο φαινόµενο να ευθύνεται για οποιαδήποτε αλλαγή της φυσιολογίας του ασθενή. Η δυναµική των πιθανών φαρµακευτικών αλληλεπιδράσεων Οι αλληλεπιδράσεις φαρµάκων µπορεί να συµβούν λόγω µεταβολών στην εναπόθεση των φαρµάκων (ΡΚ αλληλεπιδράσεις) ή λόγω φαρµακευτικών δράσεων (PD αλληλεπιδράσεις). Οι ΡΚ αλληλεπιδράσεις συµβαίνουν µέσω τεσσάρων µηχανισµών: 1. γαστρεντερική απορρόφηση, 2. κατανοµή, 3. ηπατικός µεταβολισµός και 4. νεφρική απέκκριση. Οι PD αλληλεπιδράσεις συµβαίνουν µε τρεις µηχανισµούς: 1. φαρµακολογικές αλληλεπιδράσεις, που συνήθως βασίζονται στην δέσµευση ενός ανταγωνιστή στους υποδοχείς στόχους των φαρµάκων (π.χ χρήση ενός µη-εκλεκτικού β αποκλειστή, όπως η προπρανολόλη, σε ασθενή που χρειάζεται εισπνεόµενους β αγωνιστές για θεραπεία του βρογχόσπασµου), 2. φυσιολογικές αλληλεπιδράσεις, όπως η αθροιστική δράση πολλών κατασταλτικών ή αγγειοδιασταλτικών, ή η ανταγωνιστική δράση της ουαρφαρίνης και της βιταµίνης Κ στην σύνθεση των παραγόντων πήξεως και 3. φαρµακογενείς µεταβολές στο ενδοκυτταρικό περιβάλλον, που οδηγούν σε τροποποίηση της δράσης άλλων φαρµάκων (το καλύτερο παράδειγµα είναι η επαγόµενη τοξικότητα της δακτυλίτιδας από την υποκαλιαιµία και την υποµαγνησιαιµία, που προκαλούνται από τα συνχορηγούµενα διουρητικά της αγκύλης). Πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι η ευαισθησία ενός ασθενή στις δράσεις κάποιων φαρµάκων (π.χ. οι δράσεις των κατασταλτικών σε ηλικιωµένους ασθενείς) µπορεί να προδιαθέτει κάποιους στο να υποστούν συχνότερα τις επιπτώσεις των PD αλληλεπιδράσεων. Η πρόληψη αυτών των φαινοµένων επιτυγχάνεται µέσω της βασικής κατανόησης του µηχανισµού δράσης, των κοινών παρενεργειών και θεµάτων που αφορούν συγκεκριµένες οµάδες του πληθυσµού (αν υπάρχουν) του οποιοδήποτε χορηγούµενου φαρµάκου[1-4]. Φαρµακοδυναµική/Φαρµακοκινητική µοντελοποίηση και αντιβιοτικά Στο πλαίσιο της επαρκούς αντιµικροβιακής κάλυψης των βαρέως πασχόντων ασθενών, αλλά και της µείωσης των ποσοστών εµφάνισης αντοχής στην χορήγηση αντιβιοτικών φαρµάκων ευρέος φάσµατος, πολλές πειραµατικές αλλά και λίγες αναδροµικές κυρίως κλινικές µελέτες έχουν τονίσει την σηµασία του συνδυασµού φαρµακοκινητικών χαρακτηριστικών και της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (Minimal Inhibitory Concentration-MIC) των αντιβιοτικών για ασφαλή αντιµικροβιακή αγωγή. Η MIC είναι η µικρότερη συγκέντρωση του φαρµάκου στον ορό, που αναστέλλει πλήρως την ανάπτυξη του µικροβιακού πληθυσµού in vitro[40]. Με άλλα λόγια, η MIC είναι δείκτης της ισχύος (potency) των αντιβιοτικών. Γενικά θεωρείται, ότι οι κεφαλοσπορίνες, οι πενικιλίνες, οι καρβαπενέµες, η λινεζολίδη και η ερυθροµυκίνη είναι χρόνο-εξαρτώµενα αντιβιοτικά (time-dependent killing), δηλαδή η αποτελεσµατικότητά τους εξαρτάται από τον χρόνο κατά τον οποίο η συγκέντρωση τους στον ορό παραµένει πάνω από την MIC. Για τις πρώτες δύο κατηγορίες έχει υπολογιστεί, ότι

14 24 συγκέντρωση φαρµάκου στον ορό >MIC για τουλάχιστον 50% του χρόνου στα µεσοδιαστήµατα των δόσεων επιφέρει ικανοποιητικό φαρµακολογικό αποτέλεσµα, ενώ για τις καρβαπενέµες 40% θεωρείται αποδεκτό (Εικόνα 5). Ειδική περίπτωση χρόνο-εξαρτώµενων αντιβιοτικών αποτελούν τα γλυκοπεπτίδια µε κύριο αντιπρόσωπο την βανκοµυκίνη, οι τετρακυκλίνες, η αζιθροµυκίνη, η κλινταµυκίνη και οι οξαζολιδινόνες Καθώς η αντιµικροβιακή τους δράση εξελίσσεται αργά, φαίνεται ότι πειραµατικά τουλάχιστον θεραπευτικός στόχος από φαρµακοδυναµική άποψη είναι η επίτευξη 24ωρης σχέσης επιφάνειας κάτω από την κα- µπύλη (area under the curve-auc) > MIC µεγαλύτερη από 125[40-42]. Οσον αφορά τις φλουοροκινολόνες και τις αµινογλυκοσίδες, αυτές θεωρούνται φάρµακα των οποίων η αντι- µικροβιακή δράση εξαρτάται από την συγκέντρωση (concentration-dependent killing). Στην πρώτη περίπτωση, η επίτευξη µίας σχέσης επιφάνειας κάτω από την καµπύλη (AUC)/MIC 125/1 για λοιµώξεις από Gram(-) µικρόβια και 10/1 για Gram(+) µικρόβια θεωρείται κλινικά αποτελεσµατική (Εικόνα 5). Ειδικά για τον στρεπτόκοκκο της πνευµονίας, µία σχέση AUC/MIC 30/1 θεωρείται ικανοποιητική [40,41]. Για την δεύτερη περίπτωση των αµινογλυκοσιδών, έχει προταθεί ως δείκτης αποτελεσµατικότητας η σχέση Cmax/MIC>8-10/1, καθώς τα συγκεκριµένα αντιβιοτικά προκαλούν το λεγόµενο µετά την χορήγηση αντιβιοτικού αποτέλεσµα (post-antibiotic effect-pae), το οποίο επιφέρει αντιµικροβιακή δράση για µεγάλο χρονικό διάστηµα µετά την χορήγηση του φαρµάκου[43]. Συµπερασµατικά, η συνδυαστική χρήση φαρµακοκινητικών/φαρµακοδυναµικών µοντέλων για την βελτιστοποίηση της αντιµικροβιακής αγωγής µπορεί να βοηθήσει στην επίτευξη κλινικά ωφέλιµου αποτελέσµατος, παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες προοπτικές κλινικές µελέτες έχουν γίνει σε διαφορετικές κατηγορίες ασθενών και µε λιγότερο διαταραγµένες ζωτικές λειτουργίες. Ο συνδυασµός ανάλογων µοντέλων µε την χρήση της τεχνικής της µικροδιάλυσης φαίνεται να αποτελεί µία νέα δυνατότητα για την επίτευξη αποτελεσµατικής αντιµικροβιακής φαρµακοθεραπείας στον βαρέως πάσχοντα ασθενή, καθώς πρόσφατες µελέτες προσδιορισµού της συγκέντρωσης της λεβοφλοξασίνης στο διάµεσο υγρό των σκελετικών µυών σε σηπτικούς ασθενείς απέδειξε απουσία συσχέτισης µεταξύ αποδεκτών ορίων του φαρµάκου στον ορό και ιστικής συγκέντρωσης[44]. Τέλος, η ανάπτυξη νέων µαθηµατικών µοντέλων σχεδιασµού και ΡΚ/PD µοντελοποίησης (Net Multicellular Pharmacodynamics - Net MCPD) επιτρέπει την ταυτόχρονη µελέτη της αλληλεπίδρασης διαφόρων φαρµάκων και διαφορετικών ιστών, τόσο σε στατικές όσο και σε δυναµικές καταστάσεις[45]. Συµπεράσµατα Η συνταγογράφηση στους βαρέως πάσχοντες ασθενείς στις Μονάδες Εντατικής Θεαπείας (ΜΕΘ) αποτελεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο λόγω της πολυπλοκότητας των παθοφυσιολογικών διαταραχών, που χαρακτηρίζουν την βαριά νόσο, αλλά και επιπλέον λόγω των µεταβολών, που αυτή επιφέρει τόσο στην φαρµακοκινητική όσο και στην φαρµακοδυναµική των χορηγούµενων θεραπευτικών ουσιών. Καθώς η µελέτη των µεταβολών των διαφόρων υποδοχέων είναι ιδιαίτερα δύσκολη, τα µέχρι σήµερα διαθέσιµα πειραµατικά και κλινικά δεδοµένα περιορίζουν τις ικανότητες του Εντατικολόγου για µία εξατοµικευµένη θεραπεία, που να στηρίζεται αφενός στην κατανόηση της παθοφυσιολογίας και αφετέρου, στην εφαρµογή επιλεγµένων φαρµακοδυναµικών µοντέλων, που να παρέχουν δυνατότητα για αξιόπιστο monitoring αλλά και πρόληψη ανεπιθύµητων φαρµακευτικών αντιδράσεων. Φαίνεται εντούτοις, ότι η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών όπως η µικροδιάλυση, αλλά και η εφαρµογή µαθηµατικών και στατιστικών εργαλείων σε µεγάλες κατηγορίες πληθυσµού για την διερεύνηση της σχέσης δόσης-αποτελέσµατος θα µπορέσουν να περιγράψουν καλύτερα τα κινητικά και δυναµικά προφίλ των χορηγούµενων φαρµάκων και τέλος, να κάνουν πιο αξιόπιστες προβλέψεις για ασφαλέστερες αλλά και αποτελεσµατικότερες δόσεις στο εγγύς µέλλον.

15 25 Βιβλιογραφία 1. Bourne H, Roberts J. Drug receptors and Pharmacodynamics. In: Katzung B. (Eds). Basic and clinical pharmacology. Prentice- Hall Intern Inc. Con. USA. 1995, pp Krishman V, Corbridge T, Murray P. Critical care pharmacology. In: Hall JB, Schmidt GA, Wood LDH (Eds). Principles of Critical Care. Third edition. New York, McGraw-Hill, 2005, pp: Park G. Pharmacokinetics and pharmacodynamics. In: Park G, Shelly M (Eds). Pharmacology of the critically ill. First edition. London, BMJ books, 2001, pp: Ross E. Pharmacodynamics. In: Hardman J et al eds. Goodman and Gilman s. The pharmacological basis of therapeutics. New York. McGraw-Hill 1996, pp Stephenson RP. A modification of receptor theory. Br J Pharmacol 1956; 11: Humphrey P, Spedding M, Vanhoute P. Receptor classification and nomenclature. The revolution and the resolution. Trends Pharmacol Sci 1994; 15: Bernard E. The transmitter-gated channels. A range of receptor types and structures. Trend Pharmacol Sci 1996; 17: Johnston GA. GABA A receptor pharmacology. Pharmacol Ther 1996; 69: Changeux JP, Giraudat J, Dennis M. The nicotinic acetylcholine receptor: molecular architecture of a ligand regulated ion channel. Trend Pharmacol Sci 1987; 8: Gilman AG. G proteins and regulation of adenylyl cyclase. J Am Med Assoc 1989; 262: Kaziro Y, Itoh H, Kozaza T, Nakafuku M, Satoh T. Structure and function of signal transducing GTP-binding proteins. Annu Rev Biochem 1991; 60: Selbie L, Hill S. G-protein-coupled receptor cross-talk. Trends Pharmacol Sci 1998; 19: Mikoshita K. Inositol 1,4,5 triphosphate receptor. Trends Pharmacol Sci 1993; 13: Downes C, Berrie C, Hawkins P, Boyer J, Harden T. G-protein dependent regulation of phospholipace C in turkey erythrocyte membranes. In: Nahorski St (eds). Transmebrane signalling. New York, A. Wiley- Interscience Publications, 1990, pp Fantl WL, Johnson DE, Williams LT. Signalling by receptor tyrosine kinases. Annu Rev Biochem 1993; 62: Eder J. Tumor necrosis factor and interleukin 1 signalling. Do MAPKK kinases connect it all? Trends Pharmacol Sci 1997; 18: Naftilan A, Pratt R, Eldridge C, Lin H, Dzau V. Angiotensin II induces c-fos expression in smooth muscle via transcriptional control. Hypertension 1989; 13: Chatterjee VKK. Steroid receptor superfamily. In: Kendrew J, (ed). The encyclopaedia of molecular biology. Oxford: Blackwell Science Ltd, 1994, pp Schwartz W, Ijzerman A. Principles of agonism. Undressing efficacy. Trends Pharmacol Sci 1998; 19: Rang HP, Dale MM, Ritter JM. How drugs act: molecular aspects. In: Rang HP, Dale MM, Ritter JM, (eds). Pharmacology. Edinburgh: Churchill Livingstone, 1999, pp Milligan G, Bond RA, Lee M. Inverse agonism: pharmacological curiosity or potential therapeutic strategy. Trends Pharmacol Sci 1995; 16: Milligan G, Bond RA. Inverse agonism and the regulation of receptor number. Trends Pharmacol Sci 1997; 18: Tucek St. Is the R and R * dichotomy real? Trends Pharmacol Sci 1997; 18; Chuang T, Iacovelli L, Sallese M, Blasi A. G-protein coupled receptors. Heterologus

16 26 regulation of homologus desentization and its implications. Trends Pharmacol Sci 1996; 17; Koenig J, Edwardson J. Endocytosis and recycling of G-protein-coupled receptors. Trends Pharmacol Sci 1997; 18: Franks NP, Lieb WR. Selectivity of general anesthetics: a new dimension. Nature Med 1997; 3: Smart D, Lambert D. The stimulatory effects of opioids and their possible role in the development of tolerance. Trends Pharmacol Sci 1996; 17: Pleuvry BJ. Induction and prevention of tolerance to opioid drugs. Curr Opin Anaesth 1992; 5: Tschida SJ, Hoey LL, Nahum A, Vance- Bryan K. Atracurium resistance in a critically ill patient. Pharmacotherapy 1995; 15: Abi-Gerges N, Tavernier B, Mebazza A, Faivre V, et al. Sequential changes in autonomic regulation of cardiac myocytes after in vivo endotoxin injection in rat. Am J Respir Crit Care Med 1999; 160: Silverman H, Penaranda R, Orens J, Lee N. Impaired beta-adrenergic receptor stimulition of cyclic adenosine monophosphate in human septic shock: association with myocardial hyporesponsiveness to catecholamines. Crit Care Med 1993; 21: Edwards G, Weston AH. The pharmacology of ATP-sensitive potassium channels. Ann Rev Pharmacol Toxicol 1994; 33: Melamed-Frank M, Terzic A, Carrasco AJ, Nevo E, et al. Reciprocal regulation of expression of pore-forming K ATP channel genes by hypoxia. Mol Cell Biochem 2001; 225: Buckley JF, Singer M, Clapp LH. Role of K ATP channels in sepsis. Cardiovasc Res 2006; 72: Macarthur H, Westfall T, Riley DP, Misko TP, Salvemini D. Inactivation of catecholamines by superoxide gives new insights on the pathogenesis of septic shock. PNAS 2000; 97: Liu X, Kruger P, Roberts MS. Optimizing drug dosing in the ICU. In: J-L Vincent (Ed). Yearbook of Intensive Care and Emergency Medicine. Springer Verlag 2009, pp Alton E. Gene therapy: where are we now? Pharm J 1997; 258: Crispin PS, Park GR. Unexpected drug reactions and interactions in the critical care unit. Curr Opin Crit Care 1997; 3: Papaioannou V. Pharmacology of the critically ill patient (Part I). Basics on pharmacokinetics and their changes in critical illness. The Greek e-journal of Perioper Med 2009; 7: Craig WA. Pharmacodynamic targets for treating bacterial infections. Infect Dis Clin N Am 2003; 17: Nikolau DP. Optimizing outcomes with antibiotic therapy through pharmacodynamic profiling. J Infect Chemother 2003; 9: Mohr JF, Wanger A, Rex JH. Pharmacokinetic/pharmacodynamic modelling can help guide targeted antimicrobial therapy for nosocomial gram-negative infections in critically ill patients. Diagn Microbiol Infec Dis 2004; 48: Reaand RS, Capitano B. Optimizing use of aminoglycosides in the critically ill. Semin Respir Crit Care Med 2007; 28: Zeitlinger MA, Dehghanyar P, Mayer BX, et al. Relevance of soft-tissue penetration by levofloxacin for target tissue bacterial killing in patients with sepsis. Antimicrob Agents Chemother 2003; 47: Jackson RC. Predictive software for drug design and development. Pharmaceutical development and regulation 2003; 1:

17 27 ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: Παπαϊωάννου Ε Βασίλειος, Αναισθησιολόγος-Εντατικολόγος, Πολυβίου 6-8, Θεσσαλονίκη Τηλ: Λέξεις κλειδιά: Βαριά νόσος, δόση, εντατική θεραπεία, φαρµακολογία, φαρµακοδυναµική.

Εφαρμογές αρχών φαρμακολογίας

Εφαρμογές αρχών φαρμακολογίας Εφαρμογές αρχών φαρμακολογίας Χριστίνα Δάλλα Λέκτορας Φαρμακολογίας Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών cdalla@med.uoa.gr www.med.uoa.gr/pharmacology Ισχύς (potency) ενός φαρμάκου (συνήθως εκφράζεται σε

Διαβάστε περισσότερα

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΕΒΟΦΛΟΞΑΣΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΞΙΦΛΟΞΑΣΙΝΗΣ ΣΕ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΕΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΕΒΟΦΛΟΞΑΣΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΞΙΦΛΟΞΑΣΙΝΗΣ ΣΕ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΕΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΕΒΟΦΛΟΞΑΣΙΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΞΙΦΛΟΞΑΣΙΝΗΣ ΣΕ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΕΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ Κ. Χατζίκα, Π. Κοντού, Κ. Μανίκα, Μ. Σιωνίδου, Μ. Παπαϊωάννου, Κ. Ζαρογουλίδης, Ι. Κιουµής Μονάδα Αναπνευστικών

Διαβάστε περισσότερα

Ηλίας Ηλιόπουλος Εργαστήριο Γενετικής, Τµήµα Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήµιο Αθηνών

Ηλίας Ηλιόπουλος Εργαστήριο Γενετικής, Τµήµα Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήµιο Αθηνών Χηµική Μεταβίβαση Σήµατος Ηλίας Ηλιόπουλος Εργαστήριο Γενετικής, Τµήµα Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήµιο Αθηνών 1 Η Επικοινωνία στα Ζωϊκά Κύτταρα 1. Δίκτυα εξωκυτταρικών και ενδοκυτταρικών

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΥΟΚΑΡ ΙΑΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΟΜΑ Α

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΥΟΚΑΡ ΙΑΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΟΜΑ Α ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΥΟΚΑΡ ΙΑΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΟΜΑ Α ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΩΛΕΤΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΛΟΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΤΟΓΙΑΝΝΗΣ ΗΜΗΤΡΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙ ΗΣ ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΙΑ ΜΗΤΣΗ

Διαβάστε περισσότερα

ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Αναστολή αντλίας πρωτονίων ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΥΤΤΑΡΙΚΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ

ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Αναστολή αντλίας πρωτονίων ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΥΤΤΑΡΙΚΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Αναστολή αντλίας πρωτονίων ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΥΤΤΑΡΙΚΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ Περιγραφή της περίπτωσης Άνδρας 43 ετών εισάγεται σε κλινική λόγω επιγαστραλγίας. Μετά από έλεγχο ετέθη η διάγνωση του πεπτικού

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Α ΣΥΝΑΠΤΙΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ

ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Α ΣΥΝΑΠΤΙΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Α ΣΥΝΑΠΤΙΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ Όπως συμβαίνει με τη συναπτική διαβίβαση στη νευρομυϊκή σύναψη, σε πολλές μορφές επικοινωνίας μεταξύ νευρώνων στο κεντρικό νευρικό σύστημα παρεμβαίνουν άμεσα ελεγχόμενοι

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΞΕΝΟΒΙΟΤΙΚΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΣΤΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΞΕΝΟΒΙΟΤΙΚΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΣΤΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΞΕΝΟΒΙΟΤΙΚΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΣΤΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΞΕΝΟΒΙΟΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ χημική ουσία που δεν παράγεται στον οργανισμό και εισαγόμενη στον οργανισμό δεν αξιοποιείται για την εξασφάλιση ενέργειας ή σύνθεση

Διαβάστε περισσότερα

«Εθνική Επιτροπή Αντιβιογράμματος και Ορίων Ευαισθησίας στα Αντιβιοτικά»

«Εθνική Επιτροπή Αντιβιογράμματος και Ορίων Ευαισθησίας στα Αντιβιοτικά» Ελληνική Μικροβιολογική Εταιρεία «Εθνική Επιτροπή Αντιβιογράμματος και Ορίων Ευαισθησίας στα Αντιβιοτικά» Προτάσεις για όρια Ευαισθησίας στις Καρμπαπενέμες. Θεραπευτικές Οδηγίες Πρόταση Απόφαση: Με βάση

Διαβάστε περισσότερα

Συστήματα επικοινωνίας Ανθρωπίνου σώματος. ενδοκρινολογικό νευρικό σύστημα

Συστήματα επικοινωνίας Ανθρωπίνου σώματος. ενδοκρινολογικό νευρικό σύστημα Κύτταρο Το κύτταρο αποτελείται από μέρη τα οποία έχουν συγκεκριμένη δομή και επιτελούν μία συγκεκριμένη λειτουργία στην όλη οργάνωση του κυττάρου. Δομή κυτταροπλασματικής μεμβράνης Συστήματα επικοινωνίας

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΗ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ

ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΗ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ Από την καρδιοπνευμονική στην καρδιοεγκεφαλική αναζωογόνηση ΤΗΣ ΑΝΑΚΟΠΗΣ Μαρία Ι. Σεφέρου Ειδικευόμενη Καρδιολογίας Σισμανόγλειο Γ.Ν.Α. ΑΝΑΚΟΠΗ Ηλεκτρική Φάση Κυκλοφορική Φάση Μεταβολική Φάση ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Διαβάστε περισσότερα

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΟΓΚΩΝ

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΟΓΚΩΝ 2. ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΟΓΚΩΝ Οι όγκοι χαρακτηρίζονται από πολλαπλές αλλαγές του μεταβολισμού. Η χαρακτηριστική μεταβολική λειτουργία μπορεί να μετρηθεί in vivo με τη βοήθεια ενός ραδιοσημασμένου

Διαβάστε περισσότερα

Η φαρµακοκινητική και φαρµακοδυναµική του Rituximab. Αθηνά Θεοδωρίδου Ρευµατολόγος

Η φαρµακοκινητική και φαρµακοδυναµική του Rituximab. Αθηνά Θεοδωρίδου Ρευµατολόγος Η φαρµακοκινητική και φαρµακοδυναµική του Rituximab Αθηνά Θεοδωρίδου Ρευµατολόγος Ra: Διαρκής κίνηση αυτοδραστικών Β-κυττάρων από τον µυελό των οστών στα περιφερικά λεµφικά όργανα και τον προσβεβληµένο

Διαβάστε περισσότερα

Συστηματικές επιδράσεις της οξέωσης της υπερκαπνίας των βαριά πασχόντων ασθενών

Συστηματικές επιδράσεις της οξέωσης της υπερκαπνίας των βαριά πασχόντων ασθενών Συστηματικές επιδράσεις της οξέωσης της υπερκαπνίας των βαριά πασχόντων ασθενών Γιώργος Κουλιάτσης, Πνευμονολόγος, Επιμελητής Β Κλινικής Εντατικής Θεραπείας, ΠΓΝ Έβρου Εισαγωγή- Υπερκαπνία, Οξέωση, Οξυαιμία

Διαβάστε περισσότερα

Πρόλογος Ομότ. Καθηγητού κου Μαραγκουδάκη...v Πρόλογος της συγγραφέως...vii. Καμπύλες δόσης - ανταπόκρισης... 3. Μηχανισμοί δράσης των φαρμάκων 9

Πρόλογος Ομότ. Καθηγητού κου Μαραγκουδάκη...v Πρόλογος της συγγραφέως...vii. Καμπύλες δόσης - ανταπόκρισης... 3. Μηχανισμοί δράσης των φαρμάκων 9 Περιεχόμενα Πρόλογος Ομότ. Καθηγητού κου Μαραγκουδάκη...v Πρόλογος της συγγραφέως...vii Κεφάλαιο 1 2 3 4 Εισαγωγή 1 Καμπύλες δόσης - ανταπόκρισης.... 3 Μηχανισμοί δράσης των φαρμάκων 9 1 Δράση μέσω φυσικοχημικών

Διαβάστε περισσότερα

ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (ΕΚΠΑ) ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΚ.ΕΤΟΥΣ 2014-2015 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΧΗΜΕΙΑ

ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (ΕΚΠΑ) ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΚ.ΕΤΟΥΣ 2014-2015 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΧΗΜΕΙΑ ΙΑΤΡΙΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (ΕΚΠΑ) ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΚ.ΕΤΟΥΣ 2014-2015 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΧΗΜΕΙΑ ΘΕΜΑΤΑ 1.Πώς οι κινητικές παράμετροι Κ m και K cat χρησιμεύουν για να συγκριθεί η ανακύκλωση διαφορετικών

Διαβάστε περισσότερα

ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ -ΤΟΞΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ

ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ -ΤΟΞΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ -ΤΟΞΙΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ Τζούλια Αττά Πολίτου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εργ. Αναλυτικής Χημείας Τμήματος Χημείας Πανεπιστημίου Αθηνών 1 ΦΑΡΜΑΚΟΚΙΝΗΤΙΚΗ Μελετά : Τις μεταβολές των συγκεντρώσεων ή των

Διαβάστε περισσότερα

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΛΑΡΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Είναι ουσιώδες να γνωρίζει κανείς με ποιούς τρόπους η ΑΠ διατηρείται φυσιολογική ώστε να κατανοήσει

Διαβάστε περισσότερα

NeuroBloc Αλλαντική τοξίνη τύπου Β ενέσιμο διάλυμα 5.000 U/ml

NeuroBloc Αλλαντική τοξίνη τύπου Β ενέσιμο διάλυμα 5.000 U/ml NeuroBloc Αλλαντική τοξίνη τύπου Β ενέσιμο διάλυμα 5.000 U/ml Σημαντικές πληροφορίες ασφάλειας για γιατρούς Σκοπός αυτού του εγχειριδίου είναι να παρέχει σε γιατρούς με δικαίωμα συνταγογράφησης και χορήγησης

Διαβάστε περισσότερα

ΣΗΨΗ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

ΣΗΨΗ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΣΗΨΗ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ Ευάγγελος Ι. Γιαμαρέλλος-Μπουρμπούλης Αναπλ. Καθηγητής Παθολογίας, Δ Παθολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών Professor Center for Sepsis Control and Care,

Διαβάστε περισσότερα

Αντιυπερτασικά & σεξ. Σοκολάκης Ιωάννης, MD, MSc Ειδικευόμενος Β Ουρολογικής Κλινικής ΑΠΘ, ΓΝΘ «Παπαγεωργίου»

Αντιυπερτασικά & σεξ. Σοκολάκης Ιωάννης, MD, MSc Ειδικευόμενος Β Ουρολογικής Κλινικής ΑΠΘ, ΓΝΘ «Παπαγεωργίου» Αντιυπερτασικά & σεξ Σοκολάκης Ιωάννης, MD, MSc Ειδικευόμενος Β Ουρολογικής Κλινικής ΑΠΘ, ΓΝΘ «Παπαγεωργίου» Υπέραταση & ED Η Υπέρταση αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για ED Feldman et al. J Urol

Διαβάστε περισσότερα

ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Περιοδική υπερκαλιαιμική παράλυση

ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Περιοδική υπερκαλιαιμική παράλυση ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Περιοδική υπερκαλιαιμική παράλυση ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ Αγόρι 6 ετών μεταφέρεται στον οικογενειακό ιατρό από τους γονείς του λόγω εμφάνισης δυσκολίας στην κίνηση των άκρων (άνω και

Διαβάστε περισσότερα

Το παρόν εκπαιδευτικό υλικό διατίθεται με του όρους χρήσης Creative Commons (CC) Αναφορά Δημιουργού Μη Εμπορική Χρήση Όχι Παράγωγα Έργα.

Το παρόν εκπαιδευτικό υλικό διατίθεται με του όρους χρήσης Creative Commons (CC) Αναφορά Δημιουργού Μη Εμπορική Χρήση Όχι Παράγωγα Έργα. 2 Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό υλικό διατίθεται με του όρους χρήσης Creative Commons (CC) Αναφορά Δημιουργού Μη Εμπορική Χρήση Όχι Παράγωγα Έργα. Για εκπαιδευτικό υλικό, όπως εικόνες, διαγράμματα,

Διαβάστε περισσότερα

Μεταβολικές ανάγκες ανοσοκυττάρων

Μεταβολικές ανάγκες ανοσοκυττάρων Μεταβολικές ανάγκες ανοσοκυττάρων Στέργιος Κατσιουγιάννης PhD Μεταδιδακτορικός συνεργάτης Χαροκόπειο Πανεπιστήµιο Τµήµα Επιστήµης ιαιτολογίας και ιατροφής Μεταβολισµός και Ανοσολογία Ιστορικά το καλύτερο

Διαβάστε περισσότερα

Π Ρ Ο Κ Α Τ Α Ρ Κ Τ Ι Κ Ο Ε Π Ι Σ Τ Η Μ Ο Ν Ι Κ Ο Π Ρ Ο Γ Ρ Α Μ Μ Α. Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015 ΚΛΙΝΙΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ

Π Ρ Ο Κ Α Τ Α Ρ Κ Τ Ι Κ Ο Ε Π Ι Σ Τ Η Μ Ο Ν Ι Κ Ο Π Ρ Ο Γ Ρ Α Μ Μ Α. Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015 ΚΛΙΝΙΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ Π Ρ Ο Κ Α Τ Α Ρ Κ Τ Ι Κ Ο Ε Π Ι Σ Τ Η Μ Ο Ν Ι Κ Ο Π Ρ Ο Γ Ρ Α Μ Μ Α Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015 ΚΛΙΝΙΚΑ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΩΡΑ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ Γ.Ν.Θ. Γ.ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ 09.30 13.30 ΚΛΙΝΙΚΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ Ι ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΑΕΡΙΣΜΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Γ ΝΕΥΡΟΔΙΑΒΙΒΑΣΤΕΣ

ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Γ ΝΕΥΡΟΔΙΑΒΙΒΑΣΤΕΣ ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Γ ΝΕΥΡΟΔΙΑΒΙΒΑΣΤΕΣ ΝΕΥΡΟΔΙΑΒΙΒΑΣΤΕΣ Ορίζουμε ως διαβιβαστή μια ουσία που απελευθερώνεται από έναν νευρώνα σε μια σύναψη και που επηρεάζει ένα άλλο κύτταρο, είτε έναν νευρώνα είτε ένα κύτταρο

Διαβάστε περισσότερα

Εξερευνώντας τα Βιομόρια Ένζυμα: Βασικές Αρχές και Κινητική

Εξερευνώντας τα Βιομόρια Ένζυμα: Βασικές Αρχές και Κινητική Εξερευνώντας τα Βιομόρια Ένζυμα: Βασικές Αρχές και Κινητική Βιοχημεία Βιομορίων Αθήνα 2015 Γενικές Ιδιότητες Ένζυμα : Βιολογικοί Καταλύτες Τα ένζυμα είναι πρωτεϊνικά μόρια Μικρή ομάδα καταλυτικών RNA H

Διαβάστε περισσότερα

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΑ

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΑ Γεωργία Γ. Πίτσιου,, MD, PhD Πνευμονολόγος Εντατικολόγος Μονάδα Αναπνευστικής Ανεπάρκειας ΑΠΘ ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΟΝΑΣ Ανταγωνιστές

Διαβάστε περισσότερα

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΕΝΖΥΜΑ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΠΑΤΗΡ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΙΣΑΑΚ 1. Να εξηγήσετε γιατί πολλές βιταμίνες, παρά τη μικρή συγκέντρωσή τους στον οργανισμό, είναι πολύ σημαντικές για

Διαβάστε περισσότερα

Προσυναπτικά: 1.δυναµικό παλµού 2.σύνθεση νευροδιαβιβαστών 3.µεταβολισµός 4.έκκριση 5.επαναπρόσληψη 6.διάσπαση

Προσυναπτικά: 1.δυναµικό παλµού 2.σύνθεση νευροδιαβιβαστών 3.µεταβολισµός 4.έκκριση 5.επαναπρόσληψη 6.διάσπαση Επίδραση Φαρµάκων στο ΚΝΣ Προσυναπτικά: 1.δυναµικό παλµού 2.σύνθεση νευροδιαβιβαστών 3.µεταβολισµός 4.έκκριση 5.επαναπρόσληψη 6.διάσπαση Μετασυναπτικά: 7.σύνδεση µε τον υποδοχέα 8.µεταβολές διαπερατότητας

Διαβάστε περισσότερα

Άγχος. Σοβαρό. Ήπιο. Scream, Edvard Munch Ένταση Ανησυχία Φόβος (ενεργοποίηση ) ταχυκαρδία, εφίδρωση τρόµος, αίσθηµα παλµών ΚΤ 2008

Άγχος. Σοβαρό. Ήπιο. Scream, Edvard Munch Ένταση Ανησυχία Φόβος (ενεργοποίηση ) ταχυκαρδία, εφίδρωση τρόµος, αίσθηµα παλµών ΚΤ 2008 Αγχολυτικά (ελάσσονα ηρεµιστικά) Υπνωτικά Κατερίνα Τυλιγάδα Επίκουρη Καθηγήτρια Φαρµακολογίας Άγχος ΚΤ 2008 Scream, Edvard Munch Ένταση Ανησυχία Φόβος (ενεργοποίηση ) ταχυκαρδία, εφίδρωση τρόµος, αίσθηµα

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ ΟΡΘΗ ΧΡΗΣΗ ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΩΝ

ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ ΟΡΘΗ ΧΡΗΣΗ ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ ΟΡΘΗ ΧΡΗΣΗ ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΩΝ Διονυσία Κουτραφούρη Ειδικ. Παθολόγος, Γ.Ν.Θ.Π. «Η Παμμακάριστος» Τα αντιβιοτικά είναι φυσικά παράγωγα μικροοργανισμών και δρουν εναντίον άλλων μικροοργανισμών (αντιβιοτικά).

Διαβάστε περισσότερα

Ενδείξεις μέτρησης εκπνεομένου NO στα παιδιά

Ενδείξεις μέτρησης εκπνεομένου NO στα παιδιά Ενδείξεις μέτρησης εκπνεομένου NO στα παιδιά Ε.Παρασκάκης Eπικ. Καθηγητής Παιδιατρικής Μονάδα Αναπνευστικών Νοσημάτων Παίδων Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Θράκης ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρακολούθηση αρκετών αναπνευστικών

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΝΕΦΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΓΟΥΜΕΝΟΣ

ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΝΕΦΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΓΟΥΜΕΝΟΣ ΑΝΟΣΟΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΝΕΦΡΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΓΟΥΜΕΝΟΣ Γενικά Η πρόληψη των επεισοδίων οξείας απόρριψης και η μακροχρόνια διατήρηση του νεφρικού μοσχεύματος αποτελούν τους στόχους της

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Β ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΥΡΟΜΥΪΚΗ ΣΥΝΑΨΗ

ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Β ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΥΡΟΜΥΪΚΗ ΣΥΝΑΨΗ ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Β ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΥΡΟΜΥΪΚΗ ΣΥΝΑΨΗ Η νευρομυϊκή σύναψη αποτελεί ιδιαίτερη μορφή σύναψης μεταξύ του κινητικού νευρώνα και της σκελετικής μυϊκής ίνας Είναι ορατή με το οπτικό μικροσκόπιο Στην

Διαβάστε περισσότερα

ΦΑΡΜΑΚΟΔΥΝΑΜΙΚΗ και λίγα στοιχεία φαρμακοκινητικής. Άγγελος Πεφάνης Παθολόγος Λοιμωξιολόγος ΝΝΘΑ «Η Σωτηρία»

ΦΑΡΜΑΚΟΔΥΝΑΜΙΚΗ και λίγα στοιχεία φαρμακοκινητικής. Άγγελος Πεφάνης Παθολόγος Λοιμωξιολόγος ΝΝΘΑ «Η Σωτηρία» ΦΑΡΜΑΚΟΔΥΝΑΜΙΚΗ και λίγα στοιχεία φαρμακοκινητικής Άγγελος Πεφάνης Παθολόγος Λοιμωξιολόγος ΝΝΘΑ «Η Σωτηρία» Σκοπός της αντιμικροβιακής χημειοθεραπείας Η εκρίζωση της λοίμωξης όσο το δυνατόν γρηγορότερα

Διαβάστε περισσότερα

ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ 3.1 ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ

ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ 3.1 ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ 3.1 ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ Οι οργανισμοί εξασφαλίζουν ενέργεια, για τις διάφορες λειτουργίες τους, διασπώντας θρεπτικές ουσίες που περιέχονται στην τροφή τους. Όμως οι φωτοσυνθετικοί

Διαβάστε περισσότερα

Ανθρώπινο σώμα: 1200 gr Ca. 99% στα οστά και τα δόντια Το υπόλοιπο βρίσκεται στους ιστούς

Ανθρώπινο σώμα: 1200 gr Ca. 99% στα οστά και τα δόντια Το υπόλοιπο βρίσκεται στους ιστούς ΡΥΘΜΙΣΗ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ Ανθρώπινο σώμα: 1200 gr Ca 99% στα οστά και τα δόντια Το υπόλοιπο βρίσκεται στους ιστούς ΡΟΛΟΣ ΕΞΩΚΥΤΤΑΡΙΟΥ Ca ++ Μυϊκή συστολή Συναπτική διαβίβαση Συσσώρευση αιμοπεταλίων Πήξη του αίματος

Διαβάστε περισσότερα

Version 7.2, 10/2006 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Version 7.2, 10/2006 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ Version 7.2, 10/2006 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ 1 1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ Lactated Ringer s Injection/Fresenius, (3,1+0,3+6+0,2)g, ενέσιμο διάλυμα για έγχυση

Διαβάστε περισσότερα

Tοξικότητα. Αρτεμις Ντονά Επίκουρη Καθηγήτρια Εργ. Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας. 6/3/2008 Αρτεμις Αγησ. Ντονά

Tοξικότητα. Αρτεμις Ντονά Επίκουρη Καθηγήτρια Εργ. Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας. 6/3/2008 Αρτεμις Αγησ. Ντονά Tοξικότητα Αρτεμις Ντονά Επίκουρη Καθηγήτρια Εργ. Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Αντικείμενα του μαθήματος Να εξοικειωθεί με την έννοια της τοξικότητας, όργανο στόχος Να μπορεί να ξεχωρίσει την οξεία

Διαβάστε περισσότερα

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΚΥΤΤΑΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΕΡΑΤΟΤΗΤΑ

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΚΥΤΤΑΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΕΡΑΤΟΤΗΤΑ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΚΥΤΤΑΡΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΕΡΑΤΟΤΗΤΑ Διάχυση Η διάχυση είναι το κύριο φαινόμενο με το οποίο γίνεται η παθητική μεταφορά διαμέσου ενός διαχωριστικού φράγματος Γενικά στη διάχυση ένα αέριο ή

Διαβάστε περισσότερα

Κεφάλαιο 1 ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΝΕΥΡΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

Κεφάλαιο 1 ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΝΕΥΡΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Κεφάλαιο 1 ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΝΕΥΡΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ 1.1. Εισαγωγή Ο ζωντανός οργανισµός έχει την ικανότητα να αντιδρά σε µεταβολές που συµβαίνουν στο περιβάλλον και στο εσωτερικό του. Οι µεταβολές αυτές ονοµάζονται

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΝΕΦΡΟΥ. Λειτουργία των νεφρών. Συμπτώματα της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας

ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΝΕΦΡΟΥ. Λειτουργία των νεφρών. Συμπτώματα της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΝΕΦΡΟΥ Η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια είναι η προοδευτική, μη αναστρέψιμη μείωση της νεφρικής λειτουργίας, η οποία προκαλείται από βλάβη του νεφρού ποικίλης αιτιολογίας. Η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚA ΣΥΣTHΜΑΤΑ

ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚA ΣΥΣTHΜΑΤΑ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚA ΣΥΣTHΜΑΤΑ Ιωάννα Τζουλάκη Κώστας Τσιλίδης Ιωαννίδης: κεφάλαιο 2 Guyatt: κεφάλαιο 18 ΕΠΙςΤΗΜΟΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ Επιστήμη (θεωρία) Πράξη (φροντίδα υγείας) Γνωστικό μέρος Αιτιό-γνωση Διά-γνωση Πρό-γνωση

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΝΕΣΙΜΗ ΤΟΠΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΝΕΣΙΜΗ ΤΟΠΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΝΕΣΙΜΗ ΤΟΠΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ Αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε μόνο ενέσιμα φάρμακα και μόνο στο σημείο που πάσχει. ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ Ξεκίνησε στη λογική του γιατί να μη χορηγήσω ένα αντιφλεγμονώδες

Διαβάστε περισσότερα

Γονίδια. τη Φαρμακολογία και τη Γονιδιωματική στη Φαρμακογονιδιωματική" Από. Παρενέργειες. Φαρμακο γονιδιωματική / γενετική.

Γονίδια. τη Φαρμακολογία και τη Γονιδιωματική στη Φαρμακογονιδιωματική Από. Παρενέργειες. Φαρμακο γονιδιωματική / γενετική. Από τη Φαρμακολογία και τη Γονιδιωματική στη Φαρμακογονιδιωματική" Φυσιολογικά Ανθρώπινα Χαρακτηριστικά Ανταπόκριση στο Περιβάλλον Δέσποινα Σανούδου,, PhD FACMG Επίκουρη Καθηγήτρια Molecular Biology Biomedical

Διαβάστε περισσότερα

Παραγωγή και τρόπος δράσης των αντιβιοτικών

Παραγωγή και τρόπος δράσης των αντιβιοτικών Γυμνάσιο Κερατέας Κόλλια Γεωργία Παραγωγή και τρόπος δράσης των αντιβιοτικών 1 Τι είναι το αντιβιοτικό; Αρχικά, ως Αντιβιοτικά ορίστηκαν τα Χημειοθεραπευτικά φάρμακα που παράγονται με βιοσυνθετική μέθοδο

Διαβάστε περισσότερα

Ανακεφαλαιώνοντας, οι διάφορες ρυθµίσεις ώστε να µη γίνεται ταυτόχρονα και βιοσύνθεση και β-οξείδωση είναι οι ακόλουθες: Ηγλυκαγόνηκαιηεπινεφρίνη

Ανακεφαλαιώνοντας, οι διάφορες ρυθµίσεις ώστε να µη γίνεται ταυτόχρονα και βιοσύνθεση και β-οξείδωση είναι οι ακόλουθες: Ηγλυκαγόνηκαιηεπινεφρίνη Ανακεφαλαιώνοντας, οι διάφορες ρυθµίσεις ώστε να µη γίνεται ταυτόχρονα και βιοσύνθεση και β-οξείδωση είναι οι ακόλουθες: Ηγλυκαγόνηκαιηεπινεφρίνη (αδρεναλίνη) ευνοούν τη β-οξείδωση και την κινητοποίηση

Διαβάστε περισσότερα

Oδοί και μηχανισμοί ευκαρυωτικής μεταγωγής σήματος

Oδοί και μηχανισμοί ευκαρυωτικής μεταγωγής σήματος MOPIAKH BIOΛOΓIA ΦAPMAKEYTIKHΣ ΔIAΛEΞΕΙΣ 10-12 Oδοί και μηχανισμοί ευκαρυωτικής μεταγωγής σήματος (Πως γίνονται αντιληπτά τα μηνύματα και πως δίδονται οι απαντήσεις) Δρ. Xρήστος Παναγιωτίδης, Tµήµα Φαρµακευτικής

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑ 8ο ΜΕΡΟΣ Α ΑΙΜΑΤΟ-ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΦΡΑΓΜΟΣ

ΜΑΘΗΜΑ 8ο ΜΕΡΟΣ Α ΑΙΜΑΤΟ-ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΦΡΑΓΜΟΣ ΜΑΘΗΜΑ 8ο ΜΕΡΟΣ Α ΑΙΜΑΤΟ-ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΦΡΑΓΜΟΣ ΑΙΜΑΤΟ-ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΦΡΑΓΜΟΣ ΚΑΙ ΦΡΑΓΜΟΣ ΑΙΜΑΤΟΣΕΓΚΕΦΑΛΟΝΩΤΙΑΙΟΥ ΥΓΡΟΥ Το ΚΝΣ για να λειτουργεί φυσιολογικά χρειάζεται πολύ σταθερό περιβάλλον Η σταθερότητα αυτή

Διαβάστε περισσότερα

Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΠΟΣΟΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΓΑΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΠΟΣΟΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΓΑΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΠΟΣΟΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΓΑΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ Οι Ενόργανες Μέθοδοι Ανάλυσης είναι σχετικές μέθοδοι και σχεδόν στο σύνολο τους παρέχουν την αριθμητική τιμή μιας φυσικής ή φυσικοχημικής ιδιότητας, η

Διαβάστε περισσότερα

Θέµατα διάλεξης ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΥΪΚΗ ΣΥΣΤΟΛΗ. Τρόποι µετάδοσης των νευρικών σηµάτων. υναµικό Ηρεµίας. Νευρώνας

Θέµατα διάλεξης ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΥΪΚΗ ΣΥΣΤΟΛΗ. Τρόποι µετάδοσης των νευρικών σηµάτων. υναµικό Ηρεµίας. Νευρώνας Θέµατα διάλεξης MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΥΪΚΗ ΣΥΣΤΟΛΗ Τρόποι µετάδοσης νευρικών σηµάτων Ρόλος και λειτουργία των νευροδιαβιβαστών

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΛΗΨΗ TΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ. Ενα g ρινικής αλοιφής περιέχει 21,5mg Mupirocin calcium που αντιστοιχεί σε 20mg (2% w/w) Mupirocin.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ TΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ. Ενα g ρινικής αλοιφής περιέχει 21,5mg Mupirocin calcium που αντιστοιχεί σε 20mg (2% w/w) Mupirocin. ΠΕΡΙΛΗΨΗ TΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ 1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ BACTROBAN Ρινική αλοιφή 2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ Ενα g ρινικής αλοιφής περιέχει 21,5mg Mupirocin calcium που αντιστοιχεί

Διαβάστε περισσότερα

Ατυπία Υπερπλασία- Δυσπλασία. Κίττυ Παυλάκη

Ατυπία Υπερπλασία- Δυσπλασία. Κίττυ Παυλάκη Ατυπία Υπερπλασία- Δυσπλασία Κίττυ Παυλάκη Jeanne Calment Κάπνιζε µέχρι τα 117 Πέθανε στα 122 Η σωστή λειτουργία των οργανισµών απαιτεί τη δυνατότητα προσαρµογής των κυττάρων και κατά συνέπεια και των

Διαβάστε περισσότερα

Αξιολόγηση και θεραπεία Από τα πρωτόκολλα των SOS Ιατρών Επιμέλεια Γεώργιος Θεοχάρης

Αξιολόγηση και θεραπεία Από τα πρωτόκολλα των SOS Ιατρών Επιμέλεια Γεώργιος Θεοχάρης Αξιολόγηση και θεραπεία Από τα πρωτόκολλα των SOS Ιατρών Επιμέλεια Γεώργιος Θεοχάρης Παθολόγος Αξιολόγηση βαρύτητας περιστατικού - Από την βαρύτητα των κλινικών σημείων (αναπνευστική συχνότητα >35, ταχυκαρδία,

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ 1. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ BACTROBAN αλοιφή 2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ 1g αλοιφής περιέχει 20mg mupirocin. Για τον πλήρη κατάλογο

Διαβάστε περισσότερα

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΓΚΑΛΑΣ ΠΝΕΥΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΤΑΤΙΚΟΛΟΓΟΣ ΜΟΝΑΔΑ ΑΝΑΠΝΕΣΤΙΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ Γ.Ν.Θ. Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΓΚΑΛΑΣ ΠΝΕΥΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΤΑΤΙΚΟΛΟΓΟΣ ΜΟΝΑΔΑ ΑΝΑΠΝΕΣΤΙΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ Γ.Ν.Θ. Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΓΚΑΛΑΣ ΠΝΕΥΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΕΝΤΑΤΙΚΟΛΟΓΟΣ ΜΟΝΑΔΑ ΑΝΑΠΝΕΣΤΙΚΗΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑΣ Γ.Ν.Θ. Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια είναι μια νόσος που μπορεί να προληφθεί και να θεραπευθεί, και περιλαμβάνει

Διαβάστε περισσότερα

ΑΛΛΕΡΓΙΑ: Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΕΡΓΙΚΟΣ;

ΑΛΛΕΡΓΙΑ: Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΕΡΓΙΚΟΣ; ΑΛΛΕΡΓΙΑ: Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΕΡΓΙΚΟΣ; Αλλεργία, όπως ορίζει και η λέξη, σημαίνει άλλο έργο. Είναι η μη αναμενόμενη αντίδραση του ανοσιακού συστήματος του οργανισμού εναντίον ακίνδυνων

Διαβάστε περισσότερα

Τα ένζυµα και η ενέργεια ενεργοποίησης

Τα ένζυµα και η ενέργεια ενεργοποίησης Τα ένζυµα Τα ένζυµα και η ενέργεια ενεργοποίησης Ονοµατολογία των ενζύµων Το πρώτο συνθετικό περιγράφει το υπόστρωµα ή τον τύπο της αντίδρασης που καταλύει. Η κατάληξη άση δείχνει ότι πρόκειται για ένζυµο.

Διαβάστε περισσότερα

O S T E O V I L E (Alfacalcidol)

O S T E O V I L E (Alfacalcidol) O S T E O V I L E (Alfacalcidol) 1. ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ OSTEOVILE 2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΕ ΔΡΑΣΤΙΚΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ OSTEOVILE 0,25 mcg/cap: Περιέχει 0,25 mcg/cap alfacalcidol

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ INFLABION. ( ιακετυλρεΐνη)

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ INFLABION. ( ιακετυλρεΐνη) ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ INFLABION ( ιακετυλρεΐνη) 1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ INFLABION 50 mg σκληρά καψάκια 2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ Κάθε καψάκιο περιέχει 50 mg διακετυλρεΐνη.

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΕΑ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΕΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΕΑ 1 ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ THYMANAX Θέµατα ποιότητας Η ποιότητα του

Διαβάστε περισσότερα

Kλινικές ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΣΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Kλινικές ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΣΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ Kλινικές Mελέτες ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΣΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ 1Τι είναι οι κλινικές μελέτες είναι σημαντικές; > Μη διστάσετε να ρωτήσετε το γιατρό σας για οποιαδήποτε και άλλη γιατί πληροφορία ή διευκρίνηση χρειάζεστε

Διαβάστε περισσότερα

ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΛΙΠΟΕΙ ΩΝ

ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΛΙΠΟΕΙ ΩΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΛΙΠΟΕΙ ΩΝ Η επιβίωση των ζώντων οργανισµών οφείλεται εκτός των άλλων και στην ικανότητά τους να ρυθµίζουν την αποθήκευση και την κινητοποίηση της ενέργειας για το µεταβολισµότους.

Διαβάστε περισσότερα

Η πρόληψη των κατακλίσεων σε βαριά πάσχοντες και η χρήση ειδικών στρωμάτων για την πρόληψη και αντιμετώπιση των κατακλίσεων

Η πρόληψη των κατακλίσεων σε βαριά πάσχοντες και η χρήση ειδικών στρωμάτων για την πρόληψη και αντιμετώπιση των κατακλίσεων ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Η πρόληψη των κατακλίσεων σε βαριά πάσχοντες και η χρήση ειδικών στρωμάτων για την πρόληψη και αντιμετώπιση των κατακλίσεων Ονοματεπώνυμο

Διαβάστε περισσότερα

Κεφαλαίο 3 ο. Μεταβολισμός. Ενέργεια και οργανισμοί

Κεφαλαίο 3 ο. Μεταβολισμός. Ενέργεια και οργανισμοί Κεφαλαίο 3 ο Μεταβολισμός Ενέργεια και οργανισμοί Η ενέργεια είναι απαρέτητη σε όλους τους οργανισμούς και την εξασφαλίζουν από το περιβάλλον τους.παρόλα αυτά, συνήθως δεν μπορούν να την χρησιμοποιήσουν

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΑΝΟΙΚΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Φαρμακολογία Ι

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΑΝΟΙΚΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Φαρμακολογία Ι ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΑΝΟΙΚΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ Φαρμακολογία Ι Αυτόχθονα Βιοδραστικά Μόρια Διδάσκοντες: Μ. Μαρσέλος, Μ. Κωνσταντή, Π. Παππάς, Κ. Αντωνίου, Γ. Λεονταρίτης Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό

Διαβάστε περισσότερα

Αγχολυτικά -Υπνωτικά. Χριστίνα άλλα. Λέκτορας Φαρμακολογίας. Ιατρική Σχολή Πανεπιστήμιο Αθηνών

Αγχολυτικά -Υπνωτικά. Χριστίνα άλλα. Λέκτορας Φαρμακολογίας. Ιατρική Σχολή Πανεπιστήμιο Αθηνών Αγχολυτικά -Υπνωτικά Χριστίνα άλλα Λέκτορας Φαρμακολογίας Ιατρική Σχολή Πανεπιστήμιο Αθηνών e-mail: cdalla@med.uoa.gr http://www.med.uoa.gr/pharmacology Συμπτωματολογία DSMΙV Κατάθλιψη Αγχώδης διαταραχή

Διαβάστε περισσότερα

ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ. Πετρολιάγκης Σταμάτης Τμήμα Γ4

ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ. Πετρολιάγκης Σταμάτης Τμήμα Γ4 ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ Πετρολιάγκης Σταμάτης Τμήμα Γ4 ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ Η κυτταρική μεμβράνη ή πλασματική μεμβράνη είναι η εξωτερική μεμβράνη που περιβάλλει το κύτταρο

Διαβάστε περισσότερα

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΒΕΛΤΙΣΤΗΣ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΒΕΛΤΙΣΤΗΣ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΒΕΛΤΙΣΤΗΣ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ Σ. Ντούσκας, Ε. Αναγνωστοπούλου, Χ. Σαρίμβεης Τμήμα Χημικών Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Διαβάστε περισσότερα

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟ 2003-2013

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟ 2003-2013 ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟ 2003-2013 ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΔΙΟΥ ΒΙΟΛΟΓΟΣ (MSc) 1 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΕΛΙΔΑ Ενότητα 2 : Χημεία της ζωής 4 Ενότητα 3: Ενέργεια και οργανισμοί 13 Ενότητα 4: κυτταρική

Διαβάστε περισσότερα

2.2 Ποσοτική σύνθεση 100ml διαλύματος περιέχουν 25g πρωτεΐνης πλάσματος με τουλάχιστον το 95% ανθρώπινη λευκωματίνη.

2.2 Ποσοτική σύνθεση 100ml διαλύματος περιέχουν 25g πρωτεΐνης πλάσματος με τουλάχιστον το 95% ανθρώπινη λευκωματίνη. ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ 1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ Plasbumin 25 2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ 2.1 Ποιοτική σύνθεση Ανθρώπινη λευκωματίνη από ανθρώπινο πλάσμα 2.2 Ποσοτική

Διαβάστε περισσότερα

ΕΝΖΥΜΑ. 3. Στο σχήμα φαίνεται η υποθετική δράση ενός ενζύμου πάνω σε ένα υπόστρωμα και ο αναστολέας του.

ΕΝΖΥΜΑ. 3. Στο σχήμα φαίνεται η υποθετική δράση ενός ενζύμου πάνω σε ένα υπόστρωμα και ο αναστολέας του. ΕΝΖΥΜΑ 1. (α) Να εξηγήσετε τι εννοούμε με τον όρο «εξειδίκευση των ενζύμων» καθώς και που οφείλεται αυτή. (β) Ποιες ουσίες μπορούν να επηρεάσουν τη δράση ενός ενζύμου και πώς; (γ) Πώς τα ένζυμα επηρεάζουν

Διαβάστε περισσότερα

Οργανική Χημεία. Κεφάλαιο 5: Επισκόπηση οργανικών αντιδράσεων

Οργανική Χημεία. Κεφάλαιο 5: Επισκόπηση οργανικών αντιδράσεων Οργανική Χημεία Κεφάλαιο 5: Επισκόπηση οργανικών αντιδράσεων 1. Κατηγορίες οργανικών αντιδράσεων Γενικά, εξετάζουμε το είδος της αντίδρασης και τον τρόπο που αυτές συντελούνται Γενικοί τύποι αντιδράσεων

Διαβάστε περισσότερα

ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ Ο ΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΑΝΤΙ-ΙΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΓΡΙΠΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΙΟ Α/Η1Ν1 ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΕΝΩΝ ΕΠΑΦΩΝ ΤΟΥΣ

ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ Ο ΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΑΝΤΙ-ΙΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΓΡΙΠΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΙΟ Α/Η1Ν1 ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΕΝΩΝ ΕΠΑΦΩΝ ΤΟΥΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΕΣ Ο ΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΑΝΤΙ-ΙΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΓΡΙΠΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΙΟ Α/Η1Ν1 ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΕΝΩΝ ΕΠΑΦΩΝ ΤΟΥΣ Ιούλιος 2009 Το παρόν έγγραφο

Διαβάστε περισσότερα

1. Η αναπνευστική λειτουργία. 2. Η κεντρική λειτουργία. 3. Η περιφερική λειτουργία. 4. Ο μυϊκός μεταβολισμός

1. Η αναπνευστική λειτουργία. 2. Η κεντρική λειτουργία. 3. Η περιφερική λειτουργία. 4. Ο μυϊκός μεταβολισμός ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΗΣ VO2max Βαμβακούδης Ευστράτιος Επίκουρος Καθηγητής Εργοφυσιολογικής Αξιολόγησης

Διαβάστε περισσότερα

Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΓΕΦΥΡΟΠΡΟΜΗΚΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ (2 ο Μέρος) ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΛΛΑΡΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ. ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΓΕΦΥΡΟΠΡΟΜΗΚΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ (2 ο Μέρος) ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΛΛΑΡΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΟΙ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΓΕΦΥΡΟΠΡΟΜΗΚΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ (2 ο Μέρος) ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΛΛΑΡΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Οι τασεοϋποδοχείς σε άλλα σημεία του κυκλοφορικού (1) Σε μεγάλα αγγεία

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ

ΜΑΘΗΜΑ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΜΑΘΗΜΑ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΗΣ ΟΞΕΟΒΑΣΙΚΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ ΜΩΥΣΗΣ ΕΛΙΣΑΦ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΞΕΟΒΑΣΙΚΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ Η + =40nanomol/L ΜΕΤΑΒΟΛΗ

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑ: ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ

ΜΑΘΗΜΑ: ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΜΑΘΗΜΑ: ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΤΗΣ ΟΜΟΙΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ Κ + ΜΩΥΣΗΣ ΕΛΙΣΑΦ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΟΜΟΙΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ Κ + ΟΛΙΚΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ Κ + : 3.000-4.000mEq (50-55mEq/Kg),

Διαβάστε περισσότερα

Φλοιοτρόπος ορμόνη ή Κορτικοτροπίνη (ACTH) και συγγενή πεπτίδια

Φλοιοτρόπος ορμόνη ή Κορτικοτροπίνη (ACTH) και συγγενή πεπτίδια ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΑ Φλοιοτρόπος ορμόνη ή Κορτικοτροπίνη (ACTH) και συγγενή πεπτίδια 39 αμινοξέα Μ.Β. 4500 προοπιομελανοκορτίνη(pomc) 1. κορτικοτροπίνη (ACTH), 2. β λιποτροφίνη (β LPH), 3. γ λιποτροφίνη (γ LPH),

Διαβάστε περισσότερα

Μέτρα σχέσης. Ιωάννα Τζουλάκη Λέκτορας Επιδημιολογίας Υγιεινή και Επιδημιολογία

Μέτρα σχέσης. Ιωάννα Τζουλάκη Λέκτορας Επιδημιολογίας Υγιεινή και Επιδημιολογία Μέτρα σχέσης Ιωάννα Τζουλάκη Λέκτορας Επιδημιολογίας Υγιεινή και Επιδημιολογία Στο τέλος...(learning outcomes) Να γνωρίζετε τα κυριότερα μέτρα σχέσης που χρησιμοποιούνται για μετρήσουμε μια συσχέτηση μεταξύ

Διαβάστε περισσότερα

BIOXHMEIA, TOMOΣ I ΠANEΠIΣTHMIAKEΣ EKΔOΣEIΣ KPHTHΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8: ΕΝΖΥΜΑ: ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΗΤΙΚΗ

BIOXHMEIA, TOMOΣ I ΠANEΠIΣTHMIAKEΣ EKΔOΣEIΣ KPHTHΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8: ΕΝΖΥΜΑ: ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΗΤΙΚΗ BIOXHMEIA, TOMOΣ I ΠANEΠIΣTHMIAKEΣ EKΔOΣEIΣ KPHTHΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8: ΕΝΖΥΜΑ: ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΗΤΙΚΗ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΧΗΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΙΟΛΟΓΙΑ Παράδειγμα: η αναγωγή του αζώτου σε αμμωνία Ν 2 + 3Η

Διαβάστε περισσότερα

Λόγοι έκδοσης γνώμης για τον χαρακτηρισμό φαρμακευτικού προϊόντος ως ορφανού

Λόγοι έκδοσης γνώμης για τον χαρακτηρισμό φαρμακευτικού προϊόντος ως ορφανού Παράρτημα 1 Λόγοι έκδοσης γνώμης για τον χαρακτηρισμό φαρμακευτικού προϊόντος ως ορφανού Η Επιτροπή Ορφανών Φαρμάκων (COMP), έχοντας εξετάσει την αίτηση, κατέληξε στα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος

Διαβάστε περισσότερα

Περιορισμοί στη χρήση των νεότερων. αντιπηκτικών

Περιορισμοί στη χρήση των νεότερων. αντιπηκτικών Περιορισμοί στη χρήση των νεότερων αντιπηκτικών Στέλιος Τζέης MD, PhD, FESC Επιμελητής A - Καρδιολογική Κλινική Νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν ΥΠΕΡ νεότερων αντιπηκτικών γιατί. Προβλέψιμη φαρμακοκινητική /

Διαβάστε περισσότερα

Πείραμα 2 Αν αντίθετα, στο δοχείο εισαχθούν 20 mol ΗΙ στους 440 ºC, τότε το ΗΙ διασπάται σύμφωνα με τη χημική εξίσωση: 2ΗΙ(g) H 2 (g) + I 2 (g)

Πείραμα 2 Αν αντίθετα, στο δοχείο εισαχθούν 20 mol ΗΙ στους 440 ºC, τότε το ΗΙ διασπάται σύμφωνα με τη χημική εξίσωση: 2ΗΙ(g) H 2 (g) + I 2 (g) Α. Θεωρητικό μέρος Άσκηση 5 η Μελέτη Χημικής Ισορροπίας Αρχή Le Chatelier Μονόδρομες αμφίδρομες αντιδράσεις Πολλές χημικές αντιδράσεις οδηγούνται, κάτω από κατάλληλες συνθήκες, σε κατάσταση ισορροπίας

Διαβάστε περισσότερα

Φαρμακευτ μακε ική Φροντίδα : όταν ο ασθενή ασθε ς βρίσκετ ίσκε αι στ αι ο κέντ κέ ρο της επ ε ιχειρ ιχε ηματικότητας

Φαρμακευτ μακε ική Φροντίδα : όταν ο ασθενή ασθε ς βρίσκετ ίσκε αι στ αι ο κέντ κέ ρο της επ ε ιχειρ ιχε ηματικότητας Φαρμακευτική Φροντίδα : όταν ο ασθενής βρίσκεται στο κέντρο της επιχειρηματικότητας 22/1/2012 Dr. Ίνα Πιπεράκη 1 Επιχειρηματικότητα εν μέσω κρίσης Τον κυρίαρχο ρόλο του Φαρμακοποιού Διευκολύνει στη μείωση

Διαβάστε περισσότερα

Ηλίας Ν. Μυγδάλης. Β Παθολογική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο, Γενικό Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, Αθήνα

Ηλίας Ν. Μυγδάλης. Β Παθολογική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο, Γενικό Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, Αθήνα ΕΤΟΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ 1942 «Έναρξη ινσουλίνης στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2: πότε και πως ;» Ηλίας Ν. Μυγδάλης Β Παθολογική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο, Γενικό Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, Αθήνα Ειδικό φροντιστήριο

Διαβάστε περισσότερα

Θέµατα ιάλεξης ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ - ΕΝΖΥΜΑ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ. ιαχωρισµός Αµινοξέων

Θέµατα ιάλεξης ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ - ΕΝΖΥΜΑ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ. ιαχωρισµός Αµινοξέων MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ - ΕΝΖΥΜΑ Θέµατα ιάλεξης οµή, αριθµός και διαχωρισµός των αµινοξέων Ένωση αµινοξέων µε τον πεπτιδικό δεσµό

Διαβάστε περισσότερα

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Μέρος Β Δρ. Ανδρέας Φλουρής Ερευνητής Περιβαλλοντικής Φυσιολογίας Κέντρο Έρευνας, Τεχνολογίας και Ανάπτυξης Θεσσαλίας ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΑΕΡΙΩΝ ΣΤΙΣ ΚΥΨΕΛΙΔΕΣ 2 ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή Εργασία

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή Εργασία ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή Εργασία Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΑΚΟΣΑΜΙΔΗΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΦΑΡΜΑΚΟΑΝΘΕΚΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑΚΗ ΕΠΙΛΗΨΙΑ Κωνσταντίνα Κυπριανού Α.Τ.:

Διαβάστε περισσότερα

Μελέτη ύπνου στο σπίτι. Δυνατότητες και περιορισμοί. Μ.Βαγιάκης Διευθυντής ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΗΣ ΥΠΝΟΥ Νοσοκομείο Ο Ευαγγελισμος

Μελέτη ύπνου στο σπίτι. Δυνατότητες και περιορισμοί. Μ.Βαγιάκης Διευθυντής ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΗΣ ΥΠΝΟΥ Νοσοκομείο Ο Ευαγγελισμος Μελέτη ύπνου στο σπίτι. Δυνατότητες και περιορισμοί. Μ.Βαγιάκης Διευθυντής ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΗΣ ΥΠΝΟΥ Νοσοκομείο Ο Ευαγγελισμος ΙΩΑΝΝΙΝΑ 8/5/2015 Οι καιροί αλλάζουν..! Καταγραφικό για πλήρη μελέτη, έτος 2014.

Διαβάστε περισσότερα

Η μεταφορά των φαρμάκων γίνεται με παθητική διάχυση ή με ενεργητική μεταφορά.

Η μεταφορά των φαρμάκων γίνεται με παθητική διάχυση ή με ενεργητική μεταφορά. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΑΡΜΑΚΟ. Φάρμακο λέμε οποιαδήποτε ουσία που όταν χορηγηθεί στον άνθρωπο, τα ζώα ή τα φυτά με συγκεκριμένο τρόπο και σε συγκεκριμένη δόση έχει θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑ: Τεχνολογία Μετρήσεων ΙΙ

ΜΑΘΗΜΑ: Τεχνολογία Μετρήσεων ΙΙ ΜΑΘΗΜΑ: Τεχνολογία Μετρήσεων ΙΙ ΔΙΔΑΣΚΩΝ: Αν. Καθ. Δρ Μαρία Α. Γούλα ΤΜΗΜΑ: Μηχανικών Περιβάλλοντος & Μηχανικών Αντιρρύπανσης 1 Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό υλικό υπόκειται σε άδειες χρήσης Creative

Διαβάστε περισσότερα

ΟΙ ΕΠΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΔΡΑΣΕΩΣ

ΟΙ ΕΠΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΔΡΑΣΕΩΣ ΟΙ ΕΠΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΔΡΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΟΡΜΟΝΩΝ Κωνσταντίνος Καλλαράς Ιατρός Παθολόγος Καθηγητής Φυσιολογίας Εργαστήριο Πειραματικής Φυσιολογίας Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ. Γενικές έννοιες Ενδοκρινής έκκριση

Διαβάστε περισσότερα

ΧΡΟΝΙΑ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ/ΝΕΦΡΟΠΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΓΟΥΜΕΝΟΣ

ΧΡΟΝΙΑ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ/ΝΕΦΡΟΠΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΓΟΥΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΙΑ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ/ΝΕΦΡΟΠΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΓΟΥΜΕΝΟΣ Εισαγωγή Η πρόληψη των επεισοδίων οξείας απόρριψης και η μακροχρόνια διατήρηση του νεφρικού μοσχεύματος αποτελούν

Διαβάστε περισσότερα

Ινσουλίνη και καρδιά. Ηλιάδης Φώτης Λέκτορας Α.Π.Θ.

Ινσουλίνη και καρδιά. Ηλιάδης Φώτης Λέκτορας Α.Π.Θ. Ινσουλίνη και καρδιά Ηλιάδης Φώτης Λέκτορας Α.Π.Θ. Επίδραση ινσουλίνης στο ήπαρ, στους μυς και στον λιπώδη ιστό : Διατήρηση ευγλυκαιμίας Nature 2001;414:799 806 Ινσουλίνη? Λειτουργικότητα Μορφολογία Βιωσιμότητα

Διαβάστε περισσότερα

Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΟΙ ΧΗΜΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ

Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΟΙ ΧΗΜΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΟΙ ΧΗΜΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ Η ΓΕΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΛΛΑΡΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Κατεχολαμίνες :Νοραδρεναλίνη, Αδρεναλίνη Αποστολάκης Μ. Στοιχεία Φυσιολογίας

Διαβάστε περισσότερα

Η θέση της χημειοθεραπείας σε ασθενείς 3 ης ηλικίας. Θωμάς Μακατσώρης Λέκτορας Παθολογίας-Ογκολογίας Πανεπιστήμιο Πατρών 23-10-2010

Η θέση της χημειοθεραπείας σε ασθενείς 3 ης ηλικίας. Θωμάς Μακατσώρης Λέκτορας Παθολογίας-Ογκολογίας Πανεπιστήμιο Πατρών 23-10-2010 Η θέση της χημειοθεραπείας σε ασθενείς 3 ης ηλικίας Θωμάς Μακατσώρης Λέκτορας Παθολογίας-Ογκολογίας Πανεπιστήμιο Πατρών 23-10-2010 Το πεδίο αλλάζει Αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης παγκοσμίως Καλύτερη

Διαβάστε περισσότερα

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑ Τζούλια Αττά Πολίτου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Εργαστηρίου Αναλυτικής Χημείας Τμήματος Χημείας Πανεπιστημίου Αθηνών 1 ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ Τοξικολογία είναι η επιστήμη που

Διαβάστε περισσότερα

ΙΑΤΡΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΟΧΘΟΝΑ ΒΙΟ ΡΑΣΤΙΚΑ ΜΟΡΙΑ. Π. Παππάς

ΙΑΤΡΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΟΧΘΟΝΑ ΒΙΟ ΡΑΣΤΙΚΑ ΜΟΡΙΑ. Π. Παππάς ΙΑΤΡΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ ΑΥΤΟΧΘΟΝΑ ΒΙΟ ΡΑΣΤΙΚΑ ΜΟΡΙΑ Π. Παππάς ΑΥΤΟΧΘΟΝΑ ΒΙΟ ΡΑΣΤΙΚΑ ΜΟΡΙΑ Κατηγορίες ιστικών ορµονών Αποκαρβοξυλιωµένα αµινοξέα (ισταµίνη, σεροτονίνη) Πολυπεπτίδια (κινίνες, ουσία Ρ) Εικοσανοειδή

Διαβάστε περισσότερα

Ν. Κατσίκη[1], Α. Γκοτζαμάνη-Ψαρράκου[2], Φ. Ηλιάδης[1], Τρ. Διδάγγελος[1], Ι. Γιώβος[3], Δ. Καραμήτσος[1]

Ν. Κατσίκη[1], Α. Γκοτζαμάνη-Ψαρράκου[2], Φ. Ηλιάδης[1], Τρ. Διδάγγελος[1], Ι. Γιώβος[3], Δ. Καραμήτσος[1] Ολόγοςλεπτίνης/αδιπονεκτίνης ως ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας 10ετούς καρδιαγγειακού κινδύνου σε ινσουλινοθεραπευόμενους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 Ν. Κατσίκη[1], Α. Γκοτζαμάνη-Ψαρράκου[2], Φ. Ηλιάδης[1],

Διαβάστε περισσότερα