Η µαζική κουλτούρα και οι σύγχρονες ερµηνείες του δηµόσιου χώρου

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Η µαζική κουλτούρα και οι σύγχρονες ερµηνείες του δηµόσιου χώρου"

Transcript

1 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΥ ΣΧΕ ΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ Η µαζική κουλτούρα και οι σύγχρονες ερµηνείες του δηµόσιου χώρου Οι εικονογραφήσεις των κόµικς πρότυπο για την αρχιτεκτονική της πόλης Ι ΑΚΤΟΡΙΚΗ ΙΑΤΡΙΒΗ ΤΟΜΟΣ Α Ειρήνη Α. Μίχα Αρχιτέκτων, Μ Ε Πολεοδοµίας-Χωροταξίας Θεσσαλονίκη 2006

2 Ειρήνη Α. Μίχα Η µαζική κουλτούρα και οι σύγχρονες ερµηνείες του δηµόσιου χώρου Οι εικονογραφήσεις των κόµικς πρότυπο για την αρχιτεκτονική της πόλης Ι ΑΚΤΟΡΙΚΗ ΙΑΤΡΙΒΗ Υποβλήθηκε στο Τµήµα Αρχιτεκτόνων, Τοµέας Αρχιτεκτονικού Σχεδιασµού και Εικαστικών Τεχνών Ηµεροµηνία Προφορικής Εξέτασης: εκέµβριος 2006 ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Πέτρος Μαρτινίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Επιβλέπων Μαρία Μαντουβάλου, Καθηγήτρια, Μέλος Τριµελούς Συµβουλευτικής Επιτροπής Θεολόγος Παπαδόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Μέλος Τριµελούς Συµβουλευτικής Επιτροπής Ντίνα Βαΐου, Καθηγήτρια, Εξετάστρια Άννα Φραγκουδάκη, Καθηγήτρια, Εξετάστρια Βίλµα Χαστάογλου, Καθηγήτρια, Εξετάστρια ηµήτρης Φράγκος, Αναπληρωτής Καθηγητής, Εξεταστής

3 Ειρήνη Α. Μίχα Α.Π.Θ. Η µαζική κουλτούρα και οι σύγχρονες ερµηνείες του δηµόσιου χώρου Οι εικονογραφήσεις των κόµικς πρότυπο για την αρχιτεκτονική της πόλης «Η έγκριση της παρούσης ιδακτορικής ιατριβής από το Τµήµα Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης δεν υποδηλώνει αποδοχή των γνωµών του συγγραφέως» (Ν. 5343/1932, άρθρο 202, παρ. 2) Το σκίτσο στο εξώφυλλο είναι έργο της Μίκας Καραγιάννη. ηµοσιεύτηκε στο περιοδικό Τα εν ήµω Φιλοθέης (Σεπτέµβριος 2002, τεύχος 28) εικονογραφώντας το εξώφυλλο και άρθρο της δηµοσιογράφου Ντόριας Βαλληνδρά-Νικούδη που περιγράφει την εικόνα της Αττικής από ψηλά, µε τον «επίγειο παράδεισο» του οµώνυµου ήµου να ξεχωρίζει στη «µεγαλοτσιµεντούπολη» της Αθήνας.

4 Πρόλογος Πρόλογος Όταν κανείς φτάνει στο τέλος µιας διαδροµής είναι δύσκολο να ανασύρει από τη µνήµη του τις πρώτες σκέψεις ή το έναυσµα για όσα ακολούθησαν πόσο µάλλον µετά από περίπου 8 χρόνια περιπλάνησης και αναζήτησης σε µονοπάτια συχνά δυσπρόσιτα και µπερδεµένα. Με τους καθηγητές µου µιλούσαµε για προαίσθηµα, όχι βέβαια µε µεταφυσικούς όρους, αλλά µε την έννοια της θολής ιδέας που αποσαφηνίζεται σταδιακά µέσα από διαβάσµατα, συζητήσεις και νέα ερεθίσµατα. Ίσως στο ξεκίνηµα να υπήρχαν µόνο κάποια απλοϊκά ερωτήµατα, όπως, για παράδειγµα, «γιατί όλο και πιο συχνά παροµοιάζουµε γεγονότα, καταστάσεις και πρόσωπα µε τις ιστορίες των κόµικς;», ή «τι εννοούµε όταν λέµε ότι ένα κτίριο µοιάζει µε σκηνικό από ταινία επιστηµονικής φαντασίας;» Άκουσα τις προάλλες στο δελτίο ειδήσεων της κρατικής τηλεόρασης ότι στο Texas των ΗΠΑ παρατήρησαν πως οι αγελάδες µε τον καιρό αποκτούν την προφορά του ιδιοκτήτη τους. Μια εντυπωσιακή διαπίστωση, θα έλεγε κανείς, και το ρεπορτάζ που τη συνόδευε από κάθε άποψη αληθοφανές, κατανοητό και απολαυστικό. Ήρθε όµως πάλι στο µυαλό µου εκείνη η παιδική ανάµνηση από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης στα τέλη της δεκαετίας του 70: ένα περίεργο ρολόι που αντί να δείχνει απλά το χρόνο, ρυθµισµένο µε στατιστικά στοιχεία µετρούσε τον πληθυσµό της γης, χτυπούσε κάθε φορά που πέθαινε ένα παιδί και επισήµαινε βιασµούς και δολοφονίες. Έτσι όση ώρα παρακολουθούσα τις εικόνες από το Texas συλλογιζόµουνα ότι ανάµεσα στις περίπου γεννήσεις που σηµειώνονται στον κόσµο κάθε µέρα, τους θανάτους και τις αµέτρητες ιστορίες που εκτυλίσσονται σε κάθε γωνιά του πλανήτη, η αναφορά στις εκφραστικές ικανότητες των αγελάδων ακόµα και στα πρώτα βήµατα αυτής της διαδροµής θα αποκτούσε στα µάτια µου µια «κοµική» διάσταση. Ωστόσο δε νοµίζω ότι τότε µπορούσα να διακρίνω κοινά τεχνάσµατα και µηχανισµούς στις εικόνες της τηλεόρασης και των κόµικς, ούτε να συλλάβω πόσες παραµέτρους κρύβει η αναπαραγωγή ανάλογων ειδήσεων, η ανάδειξή τους σε αξιοσηµείωτα συµβάντα της επικαιρότητας. εν είχα εντοπίσει επίσης πώς οι εικόνες του δηµοσιογραφικού ρεπορτάζ µπορούσαν να σχετίζονται µε το σύγχρονο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο. Αναζητώντας λοιπόν τώρα την «άκρη του νήµατος» δε θυµάµαι τόσο τα πρώτα ερωτήµατα όσο τον τρόπο µε τον οποίο άρχισε να ωριµάζει και να διαφαίνεται η υπόθεση εργασίας της διατριβής όταν µε την παρότρυνση της Μαρίας Μαντουβάλου παρακολούθησα το ιατµηµατικό Πρόγραµµα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΕΜΠ στην κατεύθυνση «Πολεοδοµία και Χωροταξία» και µαζί αρχίσαµε να προσεγγίζουµε τον πολυσήµαντο κόσµο των εικόνων, όταν πρωτοδιάβασα τα κείµενα του Πέτρου Μαρτινίδη και κυρίως στη συνέχεια όταν ο ίδιος µε βοήθησε να διερευνήσω τις ιδιαιτερότητες της µαζικής κουλτούρας. Όταν τέλος οι παρατηρήσεις του Λόη Παπαδόπουλου, λειτουργώντας κάθε φορά καθησυχαστικά, επαναπροσδιόριζαν το πεδίο έρευνας. Έτσι µεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης, και ακόµα θα έλεγα µεταξύ πολεοδοµίας και αρχιτεκτονικής διαµορφώθηκε σταδιακά ένα πλαίσιο προβληµατισµού πλούσιο σε ζητήµατα και ανοικτό σε ποικίλους επιστηµονικούς τοµείς, ευέλικτο αλλά και συµπαγές. i

5 Πρόλογος Ο Denis Guedj στο µυθιστόρηµα Το θεώρηµα του παπαγάλου αναφέρει µια φράση του Girolamo Cardano. «Προσπάθησε το βιβλίο σου», έλεγε ο ιταλός µαθηµατικός του 16ου αιώνα, «να καλύπτει µια ανάγκη, και αυτή του η χρησιµότητα να σε βελτιώνει. Μόνο έτσι µπορείς να θεωρήσεις ότι είναι ολοκληρωµένο». Ευχαριστώ θερµά τον Επιβλέποντα Καθηγητή Πέτρο Μαρτινίδη και τα µέλη της Συµβουλευτικής Επιτροπής Μαρία Μαντουβάλου και Λόη Παπαδόπουλο που µε έµαθαν να ακούω, να ψάχνω και να αµφισβητώ. Ευχαριστώ επίσης εκείνους που µοιράστηκαν µαζί µου ενθουσιασµούς και απογοητεύσεις και που βοήθησαν ακόµα ενεργά στη µεθοδολογία (η Άννα), την ανάλυση (ο Σπύρος), τη σύνθεση (η Μαρία) και την ανατροπή (ο Αλέξης). Ευχαριστώ τέλος τα µέλη της Εξεταστικής Επιτροπής: Ντίνα Βαΐου, Άννα Φραγκουδάκη, Βίλµα Χαστάογλου και ηµήτρη Φράγκο. Όσο για τις πρώτες ανησυχίες αν τώρα διαφεύγουν από τη µνήµη µου είναι µάλλον γιατί στην πορεία συνειδητοποίησα ότι, εµπνευσµένη από τον µικρό ήρωα στις Χαµηλές Πτήσεις του Αρκά, µε διακατείχε υπέρµετρη αισιοδοξία ii

6 Περιεχόµενα Η µαζική κουλτούρα και οι σύγχρονες ερµηνείες του δηµόσιου χώρου Οι εικονογραφήσεις των κόµικς πρότυπο για την αρχιτεκτονική της πόλης Περιεχόµενα Εισαγωγή 1 Μέρος Α Α. Ο δηµόσιος χώρος και οι αναπαραστάσεις του: ερµηνείες και αντιλήψεις 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης 1.1. Η πολυσήµαντη έννοια του δηµόσιου χώρου 7 (α) Η πόλη και η ύπαιθρος 7 (β) Προσέγγιση και κατανόηση της έννοιας του χώρου 9 (γ) Το «δηµόσιο» και το «ιδιωτικό» 12 (δ) ηµόσιος χώρος και κοινωνικές οµάδες 15 (ε) Η προσέγγιση της έννοιας της κουλτούρας 19 (στ) Προϋποθέσεις και αναγκαία κριτήρια συγκρότησης του δηµόσιου χώρου Ο σύγχρονος δηµόσιος χώρος: πρώτη προσέγγιση 26 (α) Σηµεία καµπής στην εξέλιξη της κοινωνικοπολιτικής δοµής του δηµόσιου χώρου 26 (α.1) Η µεσαιωνική πόλη και οι πρώτες αλλαγές στη σχέση δηµόσιου-ιδιωτικού 27 (α.2) Το «ιδιωτικό» και το «κοινωνικό» 30 (α.3) Η προβολή του «ιδιωτικού» στο «δηµόσιο» 32 (α.4) Η «αστική κουλτούρα» και ο δηµόσιος χώρος 35 (β) Το «δηµόσιο» και το «ιδιωτικό» σήµερα 39 (β.1) Μαζική κοινωνία, ιδιωτικός και δηµόσιος χώρος 40 (β.2) Η µαζική κοινωνία και η κουλτούρα της 42 (β.3) Η σύγχρονη µορφή του δηµόσιου χώρου: εισαγωγικές επισηµάνσεις Η εικόνα και η πόλη 2.1. Σηµασίες και λειτουργίες της εικόνας 55 (α) Η οπτική αντίληψη και η εικόνα ως ανα-παράσταση 55 (β) Επιρροές και περιορισµοί στη δηµιουργική διαδικασία 59 (β.1) Ο δηµιουργός και ο θεατής 61 (β.2) Το ύφος της αναπαράστασης 68 (β.3) Το «σχήµα» και η αληθοφάνεια 72 (β.4) Τα εκφραστικά µέσα: τεχνικές και συµβάσεις 74 (β.5) υνατότητες και περιορισµοί στη λειτουργία των εικόνων Οι εικόνες της πόλης 80 (α) Εικόνα και πόλη: αµφίδροµη σχέση και παράλληλη εξέλιξη 81 (α.1) Από την εικόνα της αιωνιότητας στην τέχνη της οµορφιάς 81 (α.2) Η Εκκλησία, η εικόνα και η πρακτική της σαφήνειας 85 (α.3) Η τέχνη της ψευδαίσθησης και η «εικόνα» της πόλης 89 (α.4) Φαντασµαγορία και εντυπωσιασµός: η πολιτική δύναµη της εικόνας 94 (α.5) Από την αρχιτεκτονική της διακόσµησης στο µοντέρνο κίνηµα 99 (β) Η σύγχρονη «εικόνα» της πόλης: πρώτες επισηµάνσεις 115 (β.1) Από την αφαίρεση στον εικονικό πλουραλισµό 115 (β.2) Η αρχιτεκτονική κοινωνός της «στασιµότητας» 119 iii

7 Περιεχόµενα 3. Οι εικόνες της µαζικής κουλτούρας 3.1. Προσεγγίζοντας την έννοια της µαζικής κουλτούρας 121 Εισαγωγικές επισηµάνσεις 121 (α) Θεωρίες και ερµηνείες 123 (α.1) H ελίτ τάξη και η «µάζα» ή το οικουµενικό και το παγκόσµιο 124 (α.2) «Υψηλή» και «χαµηλή» τέχνη: το ζήτηµα της αµφισβήτησης 127 (α.3) Τυποποίηση και «οµορφιά» των πολιτιστικών προϊόντων 131 (β) Οι παράγοντες της αναπαραστατικής διαδικασίας στη µαζική κουλτούρα 133 (β.1) Τα «σχήµατα», τα ύφη και οι τεχνικές της σαφήνειας 134 (β.2) Οι προσδοκίες των θεατών Μαζική κουλτούρα και πόλη 143 (α) Από το µαζικό θέαµα του κινηµατογράφου στις υπηρεσίες της τηλεόρασης 144 (β) Τα θεµατικά πάρκα: ιστορική εξέλιξη και χαρακτηριστικά 150 (β.1) Η σύγχρονη πόλη ως θεµατικό πάρκο: εισαγωγικές επισηµάνσεις 158 Β. Η υπόθεση εργασίας και τα κόµικς ως ερευνητικό υλικό 1. Η υπόθεση εργασίας Τα κόµικς 2.1. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και η σηµασία των κόµικς ως ερευνητικού υλικού Ανάπτυξη και διάδοση µιας µορφής έκφρασης της µαζικής κουλτούρας 173 (α) Ορισµοί και προϋποθέσεις 173 (β) Οι πρώτες µορφές «ιστοριών σε εικόνες» 176 (γ) Η γέννηση των κόµικς και η άνθηση των αµερικανικών υπερηρώων 181 (δ) Τα µεταπολεµικά κόµικς και η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αγοράς 185 (ε) Από την αναγνώριση στην ποικιλοµορφία της σύγχρονης παραγωγής 189 (στ) Τα κόµικς στην Ελλάδα Η τεχνική των κόµικς 197 (α) Η παραπληρωµατική σχέση εικόνας-κειµένου 199 (β) Τα τεχνάσµατα απόδοσης του αφηγηµατικού χρόνου 200 Μέρος Β Α. Μεθοδολογία 1. Το δείγµα του ερευνητικού υλικού 1.1. Η διαµόρφωση του δείγµατος Περιγραφή του δείγµατος: οι 20 ιστορίες κόµικς Η τεχνική της ανάλυσης 2.1. Η επιλογή της τεχνικής Περιγραφή της τεχνικής ανάλυσης 247 (α) Κατηγορίες και υποκατηγορίες της ανάλυσης περιεχοµένου του υλικού 248 (β) Οι πίνακες της ανάλυσης 250 iv

8 Περιεχόµενα Β. H ανάλυση περιεχοµένου του ερευνητικού υλικού H πόλη στα κόµικς 1.1. Η «ιδανική» πόλη 260 (α) ηµόσιος χώρος: πολεοδοµία 261 (β) ηµόσιος χώρος: αρχιτεκτονική 265 (γ) Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά 267 (γ.1) Οι κοινωνικές οµάδες 267 (γ.2) Η κοινωνική οργάνωση 271 (γ.3) Η κουλτούρα της πόλης 273 (δ) O ιδιωτικός χώρος 275 (ε) Σύνοψη χαρακτηριστικών H «µη ιδανική» πόλη 279 (α) ηµόσιος χώρος: πολεοδοµία 279 (β) ηµόσιος χώρος: αρχιτεκτονική 283 (γ) Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά 285 (γ.1) Οι κοινωνικές οµάδες 285 (γ.2) Η κοινωνική οργάνωση 288 (γ.3) Η κουλτούρα της πόλης 289 (δ) O ιδιωτικός χώρος 291 (ε) Σύνοψη χαρακτηριστικών Ο διπολισµός του χώρου 294 (α) Ο ρόλος της «ουδέτερης» πόλης Κριτήρια και τεχνάσµατα «τεκµηρίωσης» των αξιολογήσεων 2.1. Τα κριτήρια αξιολόγησης 304 (α) Ο χώρος 304 (β) Οι ήρωες 311 (γ) Μορφές αναπαράστασης και τεχνάσµατα «σύνδεσης» στοιχείων H αληθοφάνεια των µηνυµάτων 320 (α) Tο τέχνασµα της ονοµατοδοσίας 321 (β) Γνωστά στοιχεία και σηµεία αναφοράς του χώρου 323 (γ) Tα «τεκµήρια» 325 (δ) Oι παραποµπές σε άλλες αναπαραστάσεις 326 (ε) Oι λεπτοµερειακές αναπαραστάσεις H ευαναγνωσιµότητα των µηνυµάτων Ο επαληθευτικός µηχανισµός των αναπαραστάσεων 337 Μέρος Γ Α. Η πόλη των κόµικς και ο σύγχρονος δηµόσιος χώρος Από τη Νέα Πολεοδοµία στις αναπλάσεις των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων Η διεθνοποίηση της αρχιτεκτονικής και η φαντασµαγορική πόλη Η πολιτική για την ασφάλεια και η θεµατοποίηση του χώρου 368 Β. Το εικονικό και το πραγµατικό 385 Ευρετήριο 391 Βιβλιογραφία 397 v

9 Εισαγωγή Εισαγωγή Η εφεύρεση της κινητής εικόνας µετέβαλε όχι µόνο τις µεθόδους της αναπαραστατικής διαδικασίας καθιστώντας τον κινηµατογράφο και τα παράγωγά του την κεντρική τέχνη του 20ού αιώνα, αλλά επίσης τον τρόπο µε τον οποίο οι άνθρωποι προσλαµβάνουν και ερµηνεύουν την πραγµατικότητα. Απελευθερώνοντας τους καλλιτέχνες από τους περιορισµούς που επέβαλλαν µέχρι τότε ο χρόνος και ο χώρος, η κάµερα έδωσε τη δυνατότητα να αποδοθεί ο κόσµος µε απόλυτη πιστότητα και παράλληλα ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια του βουβού κινηµατογράφου να αναπτυχθεί µια οπτική γλώσσα κατανοητή σε αριθµό ανθρώπων ασύγκριτα µεγαλύτερο σε σχέση µε το παρελθόν. Σήµερα οι εικόνες κυριαρχούν, τουλάχιστον στατιστικά, στις περισσότερες αστικές κοινωνίες σε βαθµό που µπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ουδέποτε τα άτοµα ήταν δυσκολότερο να αποφύγουν την αισθητική εµπειρία πόσο µάλλον από τα µέσα του 20ού αιώνα που η τηλεόραση ανέλαβε σταδιακά εκτός από την ψυχαγωγία και την ενηµέρωσή τους για ό,τι συµβαίνει στον κόσµο. Τα τελευταία 20 κυρίως χρόνια η επιρροή των εικονικών παραστάσεων είναι επίσης έντονα εµφανής στις διαµορφώσεις της πόλης, στο διάκοσµό της και στις ποικίλες χρήσεις του χώρου της. Το αστικό σκηνικό µοιάζει να µιµείται το κινηµατογραφικό του πρότυπο, καθώς οι εικόνες ανάγονται σε εργαλείο της µεταβιοµηχανικής πόλης για την ενίσχυση της «ταυτότητας» του χώρου είτε µέσω της αναβίωσης µιας εξιδανικευµένης εκδοχής του παρελθόντος είτε µε φαντασµαγορικές διαµορφώσεις σε κάθε περίπτωση οικείες από τον ωραιοποιηµένο κόσµο της αναπαραστατικής δηµιουργίας. Συνεπώς, τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου αστικού χώρου, και κυρίως του κοινωνικού πεδίου που συναντάµε στη βιβλιογραφία συνήθως ως «δηµόσια σφαίρα» (σε αντίθεση µε την «ιδιωτική» του προσωπικού, οικογενειακού χώρου των ανθρώπων), στρέφουν την προσοχή µας στη µελέτη των εικόνων υπό το πρίσµα του προτύπου αλλά και του φορέα κυρίαρχων αντιλήψεων, αισθηµάτων και επιθυµιών της κοινωνίας ή έστω του πλασµατικού µεγέθους της «κοινής γνώµης». Στην παρούσα εργασία διερευνάται ακριβώς η σχέση που διατηρεί σήµερα η πόλη µε τις αναπαραστάσεις της. Τη σχέση αυτή σηµάδεψαν οι τεχνολογικές εξελίξεις που χειραφέτησαν την τέχνη από τις µεθόδους στατικής απόδοσης της κίνησης και που οδήγησαν εν γένει στην ανατροπή των δεδοµένων στην παραγωγή και διάδοση εικόνων. Ωστόσο τα χαρακτηριστικά της αρχίζουν να διαµορφώνονται πολύ νωρίτερα, αφενός σύµφωνα µε την εξέλιξη της υτικής παράδοσης στην εικονοπλασία, αφετέρου ως συνέπεια των παραγόντων που συντέλεσαν στη γέννηση και ανάπτυξη της µαζικής κουλτούρας. Στον υτικό πολιτισµό ο τρόπος µε τον οποίο οι άνθρωποι έχουν µάθει να αντιλαµβάνονται τις εικόνες καθορίζεται από τον επιλεκτικό µηχανισµό της µνήµης, από συνήθειες και προσδοκίες, που σηµαίνει ότι όσα βλέπουν σε µια εικόνα δεν τα ταξινοµούν µε όρους «πραγµατικότητας», αλλά κυρίως µε βάση ήδη επεξεργασµένους, οικειοποιηµένους τύπους αναπαράστασης. Οι τύποι αυτοί υπαγορεύονται από την αντίληψη ότι υπάρχει µια µόνο «σωστή» ερµηνεία για κάθε εικόνα και στη διαδικασία πρόσληψής της από το θεατή λειτουργούν επιβεβαιωτικά οδηγώντας τελικά στην επιθυµητή ψευδαίσθηση. Με άλλα λόγια η πεποίθηση ότι τα πράγµατα έχουν κάποια µονιµότητα και σταθερότητα έχει αποδείξει τη χρησιµότητά της στην αντιληπτική µας ικανότητα. Ακόµα η υπόθεση ύπαρξης ενός «αντικειµενικά πραγµατικού» κόσµου είναι συµβατή µε την επιθυµία των ανθρώπων να διαφυλάξουν και να κατοχυρώσουν τις 1

10 Εισαγωγή αξίες και τις σηµασίες της κουλτούρας τους, διατηρώντας έτσι επιφυλάξεις απέναντι στο διαφορετικό ή καινοτόµο. Ένα λοιπόν βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης εικονοπλασίας, µε άµεσο αντίκτυπο στην πόλη, εδραιώνεται ήδη από την εποχή της Αναγέννησης και πηγάζει από την πεποίθηση ότι οι εικόνες οφείλουν να είναι αληθοφανείς ως προς ένα προσδοκώµενο πρότυπο που θεωρείται καθρέφτης του πραγµατικού κόσµου. Το χαρακτηριστικό αυτό ενισχύεται από την ίδια τη φύση της εικόνας που σαν απολιθωµένο ίχνος, αποκοµµένη από το χώρο και το χρόνο, διατηρείται αναλλοίωτη, αποκρυσταλλώνει ιδέες και αντιλήψεις και τελικά λειτουργεί ως «τεκµήριο» για την ύπαρξη του «ιδανικού» αυτού προτύπου στο οποίο προσπαθεί σήµερα να µοιάσει η πόλη. Ο θρίαµβος του κινηµατογράφου τον 20ό αιώνα και η καταλυτική επίδρασή του στην αντίληψη των ανθρώπων αφενός οφείλεται στις απεριόριστες δυνατότητες που έδινε για πρώτη φορά η τεχνική του. Αφετέρου όµως συνέβαλαν στην επικράτησή του οι ευνοϊκές συνθήκες που επικρατούσαν στις πόλεις τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα καθώς και οι αναπαραστατικές µέθοδοι µε τις οποίες είχε εξοικειωθεί ο κόσµος από άλλες µορφές της µαζικής τέχνης, όπως το αστυνοµικό µυθιστόρηµα, οι επιφυλλίδες των εφηµερίδων και τα κόµικς. Η ανάπτυξη αρχικά της αστικής τάξης και στη συνέχεια της µεσοαστικής είχε δηµιουργήσει στα αστικά κέντρα µια επικερδή αγορά για το λαϊκό θέαµα, το οποίο εµφανίζεται ήδη στο γύρισµα του αιώνα µετασχηµατισµένο σε σχέση µε την παραδοσιακή του µορφή. Έχει επαγγελµατοποιηθεί, απευθύνεται στο µαζικό κοινό και η σαφήνεια που διακρίνει τις εικόνες του θα αναδειχθεί στη συνέχεια, και µέσω της κινηµατογραφικής τεχνικής, ως το δεύτερο πολυσήµαντο χαρακτηριστικό των σύγχρονων αναπαραστάσεων µε καθοριστική επίδραση στον τρόπο µε τον οποίο η κοινωνία αντιλαµβάνεται και ερµηνεύει τα αστικά ζητήµατα. Σε ένα πρώτο επίπεδο οι παρούσα µελέτη αποβλέπει να συµβάλει στο διάλογο για την πόλη διατυπώνοντας ερωτήµατα που αναφύονται από τις σύγχρονες ερµηνείες του δηµόσιου χώρου και της µαζικής κουλτούρας. Υπό αυτό το πρίσµα εξετάζονται οι έννοιες αυτές ιστορικά σε µια προσπάθεια να εντοπιστούν οι κοινωνικές διεργασίες που σηµατοδότησαν την εξελικτική τους πορεία και κυρίως εκείνες που καθορίζουν σήµερα τις ποικίλες αλληλεπιδράσεις µεταξύ εικόνας και πόλης. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αποσκοπώντας στην κατανόηση των µηχανισµών που διέπουν τις εικόνες της µαζικής κουλτούρας, εξετάστηκαν οι παράγοντες που παραδοσιακά καθορίζουν την αναπαραστατική δηµιουργία, και εφαρµόστηκε η τεχνική της ανάλυσης περιεχοµένου σε δείγµα ιστοριών κόµικς µε ερωτήµατα που αφορούν τον τρόπο µε τον οποίο αναπαριστάται η πόλη και τις ερµηνείες που της αποδίδονται. Τα αποτελέσµατα της ανάλυσης χρησιµεύουν στην ανάδειξη ενός εργαλείου για την «ανάγνωση» του σύγχρονου δηµόσιου χώρου, της σκηνικής του µορφής αλλά και των κυρίαρχων σήµερα πρακτικών παρέµβασης σε αυτόν. 2

11 Εισαγωγή Στο Μέρος Α της εργασίας µελετάται αρχικά ο δηµόσιος χώρος και οι αναπαραστάσεις του. Πρόκειται στην ουσία για βιβλιογραφική διερεύνηση ερµηνειών και αντιλήψεων καθώς και για την προσπάθεια διαµόρφωσης του ιστορικού πλαισίου αναζήτησης των σύγχρονων εκφάνσεών τους. Το πρώτο κεφάλαιο αφορά τον δηµόσιο χώρο της πόλης. Η «στατική» θεώρηση του χώρου, της κοινωνίας και της κουλτούρας της έχει ιστορικά κυριαρχήσει στη υτική σκέψη, συµβαδίζοντας µε την αντίληψη που αντιτάσσει την, θετικά ή αρνητικά αξιολογούµενη, πόλη στην ύπαιθρο. Υπό το πρίσµα του προβληµατισµού που έχει αναπτυχθεί από τα µέσα του 20ού αιώνα ιδιαίτερα µε τη συµβολή του φεµινιστικού κινήµατος και των κοινωνικών ερευνών για την προσέγγιση της έννοιας του χώρου ως πεδίου µεταβαλλόµενου, που προκύπτει κάθε φορά από πολλαπλές και πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις, στο κεφάλαιο αυτό ερευνώνται οι προϋποθέσεις και τα αναγκαία κριτήρια συγκρότησης του δηµόσιου χώρου. Στη συνέχεια καταγράφονται ορισµένα σηµεία καµπής στην εξέλιξη της κοινωνικοπολιτικής δοµής του δηµόσιου χώρου τα οποία, επηρεάζοντας ιστορικά τη διαµόρφωσή του, καθορίζουν τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του. Η επικράτηση της πεποίθησης ότι υπάρχει ένα «ιδανικό» πρότυπο χώρου, «εκ των προτέρων δεδοµένο» και αµετάβλητο µέσα στο χρόνο προσεγγίζεται ως συνέπεια ποικίλων γεγονότων που σηµατοδότησαν την ιστορία του υτικού πολιτισµού συντελώντας, από την εποχή ακόµα της µεσαιωνικής πόλης, στη διαρκή µετατόπιση των ορίων µεταξύ «ιδιωτικού» και «δηµοσίου». Η συνεχής προβολή των προσωπικών (ηθικών και συναισθηµατικών) παραστάσεων στο χώρο της πόλης εξασθενεί τη δυνατότητα της κοινωνίας για αυτονοµία το δικαίωµα και την ευθύνη της κριτικής σκέψης. Στο δεύτερο κεφάλαιο εξετάζεται η έννοια και η σηµασία της εικόνας στη σχέση της µε την πόλη. Αρχικά παρατίθενται αναλυτικά οι τέσσερις παράγοντες που παραδοσιακά επηρεάζουν και περιορίζουν την αναπαραστατική διαδικασία της υτικής κυρίως τέχνης: η σχέση που συγκροτείται κάθε φορά µεταξύ δηµιουργού και θεατή, το ύφος της αναπαράστασης, το συµπληρωµατικό µήνυµα δηλαδή κάθε αναλογικής αναπαραγωγής της πραγµατικότητας, το «σχήµα» ως εικονογραφικό πρότυπο πάνω στο οποίο δοµείται η διαδικασία αυθεντικοποίησης του πλασµατικού γεγονότος, και τέλος τα εκφραστικά µέσα, οι τεχνικές και οι συµβάσεις που χρησιµοποιεί ο δηµιουργός προκειµένου να προκαλέσει το θεατή να συµµετάσχει στην αποκωδικοποίηση των «κρυµµένων» µηνυµάτων. Στη συνέχεια η προσέγγιση της αµφίδροµης σχέσης µεταξύ εικόνας και πόλης αποσκοπεί στην ανάδειξη των χαρακτηριστικών της καλλιτεχνικής δηµιουργίας που, σε κάθε ιστορική περίοδο, διακρίνονται στο διάκοσµο του αστικού χώρου, στις κυρίαρχες πρακτικές διαµόρφωσης και χρήσης του. Από την ιστορική αυτή αναδροµή προκύπτει ως βασικό κοινό στοιχείο στην παράλληλη εξέλιξη εικονοπλασίας και πόλης η επιδίωξη για αληθοφάνεια: η πεποίθηση ότι οι εικόνες καθρεφτίζουν τον πραγµατικό κόσµο και επίσης ότι η πόλη οφείλει να αναµορφώνεται σύµφωνα µε το εικονικό της πρότυπο επαληθεύοντας κάθε φορά αυτή τη λειτουργία των εικόνων. Επανάσταση στην τέχνη σηµατοδοτήθηκε όποτε αµφισβητήθηκαν ορισµένα παραδοσιακά «σχήµατα» και τεχνοτροπίες. Όµως σε όλη την ιστορία της αναπαραστατικής δηµιουργίας η αντίληψη που θέλει τις εικόνες να λένε την αλήθεια παρέµεινε ακλόνητη εξυπηρετώντας εν τέλει τη διαιώνιση της θεώρησης του χώρου ως «παγιωµένου» και αµετάβλητου. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται προσπάθεια προσέγγισης και αναπροσδιορισµού της έννοιας της µαζικής κουλτούρας υπό το πρίσµα της διερεύνησης των ειδικών της 3

12 Εισαγωγή χαρακτηριστικών, των στοιχείων δηλαδή που τη διαφοροποιούν ως «µαζική» από κάθε άλλο σύστηµα σηµασιών που µοιράζονται άτοµα της ίδιας κοινότητας, κοινωνικής οµάδας ή έθνους και µε βάση το οποίο αντιλαµβάνονται και ταξινοµούν τον κόσµο. ιατυπώνονται ερωτήµατα σε σχέση µε τις επικρατέστερες θεωρίες που, αντιτάσσοντας την ελίτ τάξη στη «µάζα» του κόσµου, µιλούν για «υψηλή» και «χαµηλή» τέχνη «τυποποιηµένων» προϊόντων, και µελετάται ο τρόπος µε τον οποίο αρθρώνονται οι τέσσερις παράγοντες της αναπαραστατικής διαδικασίας στη µαζική κουλτούρα. Στη συνέχεια η διερεύνηση των κοινωνικο-ιστορικών συγκυριών που συνέβαλαν στην ανάδειξη των «µαζικών» εικόνων σε εργαλείο αναµόρφωσης του σύγχρονου δηµόσιου χώρου εστιάζει σε δυο ενδεικτικά παραδείγµατα: στο πέρασµα από το µαζικό θέαµα του κινηµατογράφου στην ιδιωτική τηλεθέαση, που αποτελεί υπό µια έννοια το τελευταίο στάδιο διείσδυσης του «ιδιωτικού» στο «δηµόσιο», και στην πρακτική θεµατοποίησης των χώρων ψυχαγωγίας, η οποία αφενός αποκρυσταλλώνει την επιθυµία προβολής του κόσµου των εικόνων στην πόλη, αφετέρου αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια σε πρότυπο διαµόρφωσης του ευρύτερου αστικού χώρου. Στο δεύτερο τµήµα του Μέρους Α διατυπώνεται συνοπτικά η υπόθεση εργασίας της διατριβής και επισηµαίνονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και η σηµασία των κόµικς ως ερευνητικού υλικού. Επίσης µέσα από την περιγραφή της ιστορικής ανάπτυξης και διάδοσής τους, όπως και των κυριότερων στοιχείων της τεχνικής τους, διαφαίνονται οι κοινές παράµετροι στην εξελικτική πορεία κάθε µορφής έκφρασης της µαζικής κουλτούρας παράµετροι που βοηθούν στην πιο ουσιαστική κατανόηση των µηχανισµών λειτουργίας της καθώς και στην προσέγγιση των κόµικς ως κοινωνικού φαινοµένου ευρύτερης σηµασίας. Το Μέρος Β περιλαµβάνει τη µεθοδολογία που ακολουθήθηκε για την ανάλυση περιεχοµένου του ερευνητικού υλικού και τα αποτελέσµατα της ανάλυσης. Στα πρώτα δυο κεφάλαια καταγράφεται η διαδικασία διαµόρφωσης του δείγµατος και περιγράφονται οι 20 ιστορίες κόµικς που απαρτίζουν το υλικό καθώς και η τεχνική που χρησιµοποιήθηκε στην ανάλυση: η διαδικασία της ανάλυσης περιεχοµένου, τα στάδια επεξεργασίας του υλικού και τέλος οι κατηγορίες, τα κωδικοποιηµένα δηλαδή ερωτήµατα που τέθηκαν στο δείγµα των κόµικς. Στα αποτελέσµατα από την ανάλυση στοιχειοθετείται η τυπική µορφή της πόλης των κόµικς, εντοπίζοντας τα χαρακτηριστικά της και τα τεχνάσµατα που χρησιµοποιούνται στις αναπαραστάσεις για την τεκµηρίωση των αξιολογήσεων και των ερµηνειών που της αποδίδονται. Η πόλη των κόµικς µοιάζει µε παιχνίδι που βασίζεται στις επιλεκτικές λειτουργίες της µνήµης. Αποδεικνύεται αληθοφανής ως προς ένα «ιδανικό» πρότυπο χώρου που νοείται αντίθετο του σύγχρονου αστικού χώρου, και ακόµα ευανάγνωστη (οικεία και κατανοητή) στους αναγνώστες ανταποκρινόµενη στον ορίζοντα προσδοκιών τους. Η αποτελεσµατικότητα της µεθόδου των κόµικς έγκειται στο ότι το µοντέλο χώρου που αναπαράγουν µοιάζει να «αυτοεπαληθεύεται», καθώς οι σχεδιασµένες πόλεις εµφανίζονται σαν να σηµαίνουν από µόνες τους. Ο κόσµος τους δεν προσφέρει πρωτογενές ιστορικό υλικό. Ωστόσο, γεφυρώνοντας το υπαρκτό µε το φανταστικό, ενδυναµώνει και «επιβεβαιώνει» την κυρίαρχη «στατική» αντίληψη, ενώ, ως «τεκµήριο», µετατρέπεται και ο ίδιος σε πρότυπο για τις αναπλάσεις του πραγµατικού αστικού χώρου. 4

13 Εισαγωγή Στο Μέρος Γ συνοψίζονται τα συµπεράσµατα της διατριβής καθώς παρατίθενται τρεις τάσεις που παρουσιάζει, σε «παγκόσµιο» θα λέγαµε επίπεδο, ο σύγχρονος αστικός χώρος. Πρόκειται για θεωρίες και πρακτικές που εµφανίζουν σήµερα έντονη δυναµική ενσωµατώνοντας τόσο τις αντιλήψεις που υπαγορεύουν την πόλη των κόµικς όσο και τα χαρακτηριστικά της και τις µεθόδους αναπαράστασης που περικλείει. Η πρώτη τάση αφορά τις αρχές της Νέας Πολεοδοµίας που εκτός από τις ΗΠΑ υιοθετούνται επίσης από πολιτικούς φορείς της Ευρώπης σε προγράµµατα αναβάθµισης των ιστορικών κέντρων, όπως επίσης και από ιδιωτικές πρωτοβουλίες σε πολλές χώρες του κόσµου για τη δηµιουργία πρότυπων περιοχών κατοικίας. Η δεύτερη αφορά τη διεθνοποίηση της αρχιτεκτονικής µε τη διάδοση και χρήση ενός οικείου λεξιλογίου που θεωρείται «παγκόσµια» αποδεκτό και προβαλλόµενο στην πόλη προσδίδει στο διάκοσµό της την απαραίτητη σήµερα σκηνική φαντασµαγορία. Τέλος η τρίτη τάση αφορά τις επίσηµες πολιτικές για την ασφάλεια που επιδιώκουν τον έλεγχο του αστικού χώρου και αποκρυσταλλώνονται στις πρακτικές θεµατοποίησης της πόλης. Και οι τρεις αυτές τάσεις οδηγούν στη διχοτόµηση µε τη δηµιουργία από τη µια πλευρά δηµόσιων χώρων αληθοφανών και ευανάγνωστων και από την άλλη εγκαταλελειµµένων περιοχών όπου βρίσκουν καταφύγιο όσοι αποκλείονται από το «ιδανικό» πρότυπο κόσµου. Σε κάθε περίπτωση η σύγχρονη µορφή της δυαδικής πόλης ενισχύει και «επικυρώνει» πρακτικές αντιµετώπισης του χώρου µε τρόπο καθολικό, συναφή στα προσωπικά κριτήρια του ιδιωτικού χώρου και νοούµενο ως αναµφισβήτητο. Στο σύγχρονο, γεµάτο εικόνες, περιβάλλον, όσο οι κανόνες της εικονοπλασίας θεωρούνται το µοναδικό ικανό πλαίσιο λειτουργίας της αντίληψης, είναι δύσκολο η κοινωνία να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί την πολυµορφία του χώρου και τις ποικίλες ιστορίες που εξελίσσονται σε αυτόν. Οι εικόνες έµαθαν στους ανθρώπους τη φύση και τις οµορφιές της, έδειξαν επίσης έναν τρόπο να τις αναγνωρίζουν και να τις επιζητούν. Όµως η εξοικείωση µε τον συγκεκριµένο τρόπο και η αποδοχή µιας µόνο εκδοχής του κόσµου αποµακρύνει την αντίληψη και τη φαντασία από άλλες πιθανές του όψεις. Σήµερα, ίσως περισσότερο από άλλες ιστορικές περιόδους, η αλλαγή της νοοτροπίας απέναντι στο χώρο σηµαίνει επίσης συνειδητοποίηση ότι οι εικόνες δε λένε την αλήθεια ή τουλάχιστον όχι όλη την αλήθεια. Τεχνικές παρατηρήσεις Στο εισαγωγικό αυτό κείµενο κρίθηκε σκόπιµο να συγκεντρωθούν ορισµένες διευκρινίσεις, χρήσιµες στην ανάγνωση της εργασίας: Τα µικρά ονόµατα συγγραφέων ή άλλων προσώπων εµφανίζονται µόνο στην πρώτη τους αναφορά στο κείµενο και στις υποσηµειώσεις. Τα κύρια ονόµατα αποδίδονται στην πρωτότυπη γλώσσα, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις που αφορούν ονόµατα πολύ γνωστών ανθρώπων, τα οποία είθισται να γράφονται στα ελληνικά. Σε ό,τι αφορά τα ξένα τοπωνύµια αποδίδονται µε ελληνικούς χαρακτήρες µόνο όταν κλίνονται µε τους κανόνες γραµµατικής της ελληνικής γλώσσας όπως, για παράδειγµα, η Νέα Υόρκη. Όταν στις βιβλιογραφικές παραποµπές ο αριθµός της σελίδας αντικαθίσταται µε παύλα (π.χ.: Sorkin 1998,_), σηµαίνει ότι το απόσπασµα αφορά κείµενο που παραβρίσκεται σε ιστοσελίδα του internet. Ακόµα: Στους υπότιτλους των εικόνων, εάν δεν περιλαµβάνεται παραποµπή σε βιβλίο ή άρθρο, οι φωτογραφίες είναι δικές µου. 5

14 Μέρος Α Α. Ο δηµόσιος χώρος και οι αναπαραστάσεις του: ερµηνείες και αντιλήψεις 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης 2. Η εικόνα και η πόλη 3. Οι εικόνες της µαζικής κουλτούρας

15 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης 1.1. Η πολυσήµαντη έννοια του δηµόσιου χώρου (α) Η πόλη και η ύπαιθρος Η πόλη, ως έννοια, οριζόταν για πολύ µεγάλο χρονικό διάστηµα σε σχέση ή σε αντίθεση µε την ύπαιθρο. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών η σχέση αστικού και αγροτικού γνώρισε πολλές διακυµάνσεις και ταλαντεύσεις οι οποίες εντάθηκαν ακόµη περισσότερο στις περιόδους ταχύρυθµης αστικοποίησης. Έτσι ενώ µέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, που αρχίζει σταδιακά η υποβάθµιση και η κατεδάφιση των οχυρώσεων, η πόλη «ορίζεται» από τα τείχη της 1, η µεγάλη αστικοποίηση επιδρά και στον ορισµό της πόλης υποχρεώνοντας τους ανθρώπους να διαµορφώσουν νέα κριτήρια για τη διάκριση του αγροτικού από το αστικό. Στις νέες απόπειρες ο όρος πόλη δηλώνει άλλοτε συγκεντρώσεις πληθυσµών, άλλοτε γεωγραφικά χαρακτηριστικά ή κοινωνικά και πολιτικά κριτήρια, ικανά να διαχωρίσουν τις αστικές περιοχές από τα χωριά της υπαίθρου (Pinol 2000, σ. 22-9). Σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα η διόγκωση του αστικού χώρου εξάπτει την κοινωνική φαντασία τροφοδοτώντας αντιλήψεις άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά προσκείµενες στην πόλη, οι οποίες όµως σε κάθε περίπτωση την αντιπαραθέτουν ως προς την ύπαιθρο. Στην Αγγλία, για παράδειγµα, οι ανησυχίες για την υγιεινή των βιοµηχανικών πόλεων συνδέονται συχνά άρρηκτα µε φόβους που οδηγούν στην ηθική καταδίκη της αστικής ζωής: καταλύτης της µόλυνσης, της διαφθοράς και της αθλιότητας, η πόλη αντιτίθεται στη φυσική οµορφιά της υπαίθρου και στην ακέραιη ηθική της αγροτικής ζωής. Η νέα αστική πραγµατικότητα τροµάζει, αλλά ταυτόχρονα αντιπροσωπεύει και την ελπίδα για ένα πιο πολιτισµένο κόσµο: η πόλη ως κατεξοχήν εστία πολιτισµού, σε αντίθεση µε τη νωθρότητα της επαρχίας, ευνοεί τις επαφές µεταξύ των ανθρώπων, διεγείρει την ευφυΐα και ενθαρρύνει την καλλιτεχνική δεινότητα 2. Στην Ευρώπη, στα τέλη του 19ου αιώνα, οι υπέρµαχοι της αστικής ζωής αντιτάσσουν επίσης την πόλη, ως τόπο στον οποίο ανθεί η ατοµική ελευθερία, στους περιοριστικούς και αποκλειστικούς θεσµούς των παλαιότερων παραδοσιακών οικισµών. Αντίθετα, όπως επισηµαίνει ο Jean-Luc Pinol (2000, σ. 89), στις Ηνωµένες Πολιτείες, που η αφοσίωση στις παραδόσεις δεν ήταν τόσο ισχυρή, ήταν λιγότεροι εκείνοι που υπερασπίστηκαν την πόλη ως τόπο ελευθερίας. Στον αµερικανικό κόσµο σύµβολο ελευθερίας ήταν η µεθόριος, οι εκτάσεις που έπρεπε να κατακτηθούν και να εποικισθούν, παρά η πόλη. 1 Ο Jean-Luc Pinol (2000, σ. 21) αναφέρει ένα λεξικό του 1679 στο οποίο η πόλη ορίζεται ως «χώρος γεµάτος κατοικίες και κλεισµένος µε αναχώµατα και τάφρο ή από τείχη και τάφρο». 2 Βλ. τις απόψεις του Robert Vaughan στο βιβλίο Age of Great Cities, or Modern Society Viewed in its Relation to Intelligence, Morals and Religion, που εκδόθηκε το 1843, καθώς και τις περιγραφές των επαρχιακών πόλεων στην Ανθρώπινη κωµωδία του Honoré de Balzac. Βλ. επίσης τις αντιλήψεις του γερµανού καθηγητή Wilhelm Heinrich Riehl που εκφράζουν την περιφρόνησή του τόσο για την «τερατωδία των µεγάλων πόλεων» όσο και για τη «διανοητική και σωµατική νωθρότητα» του αγροτικού πληθυσµού (Pinol 2000, σ. 70, 74-5). 7

16 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Εστία διαφθοράς ή έδρα πολιτισµού, τόπος ελευθερίας ή κάτεργο, στις κυρίαρχες αντιλήψεις του 18ου και του 19ου αιώνα η πόλη νοείται ως χωρική και λίγο πολύ στατική έννοια. Ωστόσο οι ιστορικοί επισηµαίνουν ότι οι ερµηνείες που αποδίδονται στην πόλη δεν είναι ουδέτερες. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για αντιλήψεις που συνδέονται µε πολιτικές επιλογές, επηρεάζονται από το ρυθµό ανάπτυξης, από συγκυρίες, ιστορικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, από τη δοµή και την οργάνωση του χώρου αλλά και από τις πιο δυνατές «φωνές» των κοινωνικών οµάδων που κυριαρχούν. Εποµένως, ο ορισµός της πόλης κατά τη διάρκεια της ιστορίας της κάθε άλλο παρά στατικός είναι: εξελίσσεται, µεταλλάσσεται και κάθε φορά αντανακλά τα συγκυριακά δεδοµένα του συγκεκριµένου χώρου στον οποίο αναφέρεται. Αντίστοιχα, ο προσδιορισµός της πόλης σε αντίθεση µε την ύπαιθρο δεν είναι ούτε αυτονόητος ούτε µονοδιάστατος, αφενός γιατί η µεταξύ τους σχέση µεταβάλλεται διαρκώς, αφετέρου γιατί οι αντιλήψεις για τη διαδικασία αστικοποίησης περικλείουν οπτικές για ευρύτερα κοινωνικά ζητήµατα. Οι κοινωνιολόγοι της Σχολής του Σικάγου, στο βιβλίο The City που εκδόθηκε το 1925 και στη συνέχεια αποτέλεσε σηµείο αναφοράς για την κατανόηση του αστικού φαινοµένου, νοούν την πόλη ως µωσαϊκό ατόµων και υπηρεσιών, ως συσσώρευση θεσµών και διοικητικών µεθόδων. «Η πόλη», γράφουν, «δεν είναι απλά φυσικός µηχανισµός ή τεχνητή κατασκευή. Είναι άµεσα συνδεδεµένη µε τις ζωτικές διαδικασίες των ανθρώπων που την κατοικούν και τη συνθέτουν, είναι προϊόν της φύσης και ιδιαίτερα της ανθρώπινης φύσης. Η πόλη [ ] έχει το δικό της πολιτισµό: ό,τι είναι το σπίτι για τον αγρότη, είναι η πόλη για τον πολιτισµένο άνθρωπο» (στο: Γιαουτζή & Καυκάλας 1977, σ. 96). Υπό το πρίσµα αυτό η αντίθεση µεταξύ αγροτικού και αστικού θεωρείται λίγο πολύ φυσική διαδικασία της ιστορίας ανάπτυξης των πόλεων. Η αστικοποίηση όµως, όπως εξηγεί ο Paul-Henry Chombart de Lauwe (1982, σ. 37-8), υπήρξε εξίσου φαινόµενο πολιτισµικό και πολιτικό όσο και κοινωνικοοικονοµικό. Η εκβιοµηχάνιση και το καπιταλιστικό σύστηµα προσανατολίστηκαν στην κατεύθυνση της οικονοµικής και γραφειοκρατικής συγκέντρωσης, παράλληλα µε την παρέµβαση ενός κράτους, ολοένα και πιο ισχυρού, ελεγχόµενου από τα προνοµιούχα κοινωνικά στρώµατα. Σταδιακά η συσσώρευση του κεφαλαίου στα αστικά κέντρα συνοδεύτηκε από συσσώρευση γνώσεων η οποία, µε τη σειρά της, συντέλεσε στην επέκταση και στη ταχύτερη συσσώρευση κεφαλαίου. Έτσι η πολιτισµική απόσταση ανάµεσα στις κυρίαρχες πόλεις και στις αγροτικές περιοχές, ανάµεσα στο κέντρο και την περιφέρεια, ακόµα και σήµερα, ολοένα διευρύνεται. Η περαιτέρω διόγκωση του αστικού χώρου κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα δεν οφείλεται µόνο στην εκβιοµηχάνιση, αλλά και στα κινήµατα ιδεών και αντιλήψεων που αναπτύχθηκαν. «Η πόλη», επισηµαίνει ο P.H. Chombart de Lauwe (1965, σ. 10), «δεν είναι µόνο το αποτέλεσµα στο κάλεσµα της παραγωγής, της κατανάλωσης και της ανταλλαγής, είναι επίσης δηµιουργία της ανθρώπινης βούλησης που συνδέεται µε την ανάπτυξη της ορθολογικής σκέψης». Ο Manuel Castells στο άρθρο του «Θεωρία και ιδεολογία στην αστική κοινωνιολογία», αµφισβητώντας την οικολογική προσέγγιση της Σχολής του Σικάγου, ισχυρίζεται ότι ο όρος «αστικός τρόπος ζωής» αναφέρεται σε ένα ιδιαίτερο σύστηµα προτύπων και αξιών, σε ένα συγκεκριµένο, µε άλλα λόγια, σύστηµα συµπεριφοράς, στάσεων και πεποιθήσεων. 8

17 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Το κρίσιµο στοιχείο βρίσκεται στο ότι η ύπαρξη του όρου «αστικός» στον ορισµό του αστικού τρόπου ζωής δεν είναι τυχαίος. Αρχικά θα µπορούσαµε να δεχτούµε τον εµπειρικό ισχυρισµό ότι τα νέα χαρακτηριστικά πρωτοεµφανίστηκαν στις πόλεις. Συνεπώς ο όρος αστικός περιγράφει τον τρόπο εµφάνισής τους αλλά δεν τα ορίζει. Ωστόσο η έννοια του αστικού τρόπου ζωής συνεπάγεται πολύ περισσότερα. Υπάρχει µια θεωρία που, ρητά ή σιωπηρά, ζητάει να τοποθετήσει τον αστικό τρόπο ζωής, σαν αποτέλεσµα των οικολογικών χαρακτηριστικών των πόλεων, µε άλλα λόγια µια θεωρία παραγωγής των κοινωνικών µορφών. Ακριβώς µε αυτή συνδέεται µια θεωρία κοινωνικής αλλαγής που είναι η θέση του αγροαστικού συνεχούς. Σύµφωνα µε τη θέση αυτή η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία της κίνησης από αγροτικές κοινωνίες σε αστικές µέσα από µια σειρά ενδιάµεσων σταδίων, που προέρχεται από µετασχηµατισµούς, σε µέγεθος, πυκνότητα και ετερογένεια, της κοινότητας. Η αστικοποίηση µε αυτό τον τρόπο γίνεται συνώνυµη µε τον εκσυγχρονισµό, ενώ η σύγχρονη κοινωνία ισοδυναµεί µε τη φιλελεύθερη καπιταλιστική κοινωνία (στο: Γιαουτζή & Καυκάλας 1977, σ. 119). Η προσέγγιση του M. Castells βασίζεται σε κάποιο βαθµό σε αυτό που ο Μαρξ ονόµασε «εµπορευµατοποίηση». Η αγορά και η πώληση αγαθών (και εργατών) µε σκοπό τη δηµιουργία κέρδους είναι ό,τι κατεξοχήν κάνει η καπιταλιστική επιχείρηση. Συνεπώς µπορούµε να κατανοήσουµε το σύγχρονο αστικό φαινόµενο και τους τρόπους κοινωνικής ζωής που συνδέονται µε αυτό, αντιλαµβανόµενοι πως ο χώρος στις σύγχρονες κοινωνίες εµπορευµατοποιείται ή, όπως επισηµαίνει ο Anthony Giddens (1993, σ. 126), συνειδητοποιώντας ότι ο καπιταλιστικός αστισµός είναι στην ουσία «τεχνητό περιβάλλον». Η αστικοποίηση εντάσσεται σε ένα σύνολο µεταλλαγών, συνεπώς η έννοια της πόλης δεν είναι χωρική, αντίθετα εκφράζει και περιλαµβάνει πτυχές της ευρύτερης κοινωνίας. Η πόλη επίσης δεν είναι έννοια στατική. Αφορά ανθρώπους που ζουν µαζί µε συγκεκριµένο τρόπο, τον οποίο έχει συγκροτήσει η διαδικασία αστικοποίησης που χαρακτηρίζει µέχρι σήµερα τουλάχιστον τις σύγχρονες κοινωνίες. Η πόλη είναι συνάθροιση πραγµάτων, προσώπων, έργων και συµβόλων, ο χώρος µέσα στον οποίο εγκαθιδρύεται η καθηµερινότητα αυτό που ο Henri Lefebvre (1981, σ ) ονοµάζει «αστικό φάσµα» (Le spectre de la ville). Η πόλη αποτελεί ανθρώπινη εγκατάσταση στην οποία είναι πιθανό να συναντηθούν ξένοι (Sennett 1999, σ. 61) και, όπως επισηµαίνει ο Eric Hobsbawm (1998, σ. 109), τα ζητήµατα του αστικού χώρου αναφύονται από τις αµοιβαίες σχέσεις ανθρώπων που ζουν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, ενώ οι ιδέες για την πόλη είναι ιδέες εκείνων που προσπάθησαν σε κάθε εποχή να εκφράσουν το πώς οραµατίζονται τις ανθρώπινες κοινωνίες. (β) Προσέγγιση και κατανόηση της έννοιας του χώρου Από τα µέσα του 20ού αιώνα, µε τη µεγάλη συµβολή του φεµινιστικού κινήµατος και των κοινωνικών ερευνών, διαµορφώνεται στη συζήτηση για την πόλη ένα νέο πλαίσιο προβληµατισµού που αφορά τα τεκµήρια συγκρότησης του χώρου αλλά και τα κριτήρια προσέγγισής του. Έτσι αρχίζει σταδιακά να αναγνωρίζεται ο ρόλος της διαδικασίας πρόσληψης και κατανόησης, υπό την έννοια ότι ο χώρος και οι σηµασίες του ποικίλλουν. Εποµένως, ο τρόπος µε τον οποίο προσεγγίζεται η πόλη, η «µατιά» καθενός αλλά και τα δεδοµένα του κοινωνικού του περιβάλλοντος, µπορούν να περικλείουν ή και να καθορίζουν τις ερµηνείες που της αποδίδονται. ίνεται λοιπόν για πρώτη φορά βάρος στον τρόπο µε τον οποίο η κοινωνία προσπαθεί να κατανοήσει τους µηχανισµούς που διέπουν τα ζητήµατα του χώρου, στον τρόπο που αναζητά την 9

18 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης εσωτερική λογική συνοχής συστηµάτων σκέψης και συµπεριφοράς, στο πού δηλαδή στέκει κανείς για να µιλήσει για την πόλη, τι εξετάζει, ποια ερωτήµατα θέτει, πώς προσεγγίζει και πώς συναρµολογεί τις ποικίλες πληροφορίες που συλλέγει. Υπό το πρίσµα αυτό ο αστικός χώρος εξετάζεται ως προϊόν διασυνδέσεων µιας συνεχούς διαδικασίας, ως πεδίο πολλαπλών και πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων στο οποίο εξελίσσονται κάθε φορά περισσότερες από µια ιστορίες. Αυτό που συµβολίζει µια πόλη και αυτό που συµβολίζει η πόλη δεν µπορούν να διαχωριστούν. Πρόκειται για αλληλένδετες και αλληλο-τροφοδοτούµενες έννοιες. Θα ήταν αδύνατον (και µη επιθυµητό) να φτιάξουµε ένα λεξικό στοιχειοθετώντας σε µια στήλη έννοιες, όπως πλατεία, δρόµος, λειτουργίες κ.ο.κ., και δίπλα να καταγράψουµε τις σηµασίες τους. Η πόλη είναι ταυτόχρονα σηµαίνον και σηµαινόµενο. Κάθε στοιχείο της µπορεί να ερµηνευθεί µόνο µέσα από ένα σύστηµα συσχετισµών χωρίς να του αποδίδεται µια ολοκληρωµένη ερµηνεία 3. Η θεώρηση αυτή αµφισβητεί την αντίληψη του Max Weber για την πόλη ως προϊόν της ιστορίας και αντανάκλαση της κοινωνίας στο χώρο, καθώς δεν µπορεί να µιλά κανείς για το χώρο σαν να επρόκειτο για άδειο περιέχον που θα καταλάµβανε ένα περιεχόµενο αδιάφορο προς το περιέχον (Lefebvre 1990, σ. 107). Όπως επισηµαίνει η Βίλµα Χαστάογλου (1982, σ. 62), «η σχέση ανάµεσα στην κοινωνία και το χώρο δεν είναι µια απλή σχέση αντανάκλασης της ελεύθερης δράσης των ατόµων, εφόσον η κοινωνία δεν υπάρχει πρώτα έξω από το χώρο για να µπορεί στη συνέχεια να προβληθεί πάνω του ο χώρος δεν είναι µια λευκή σελίδα που πάνω της η ιστορία καταγράφει, κάθε φορά, την κοινωνική δράση». Το παράδειγµα που διατυπώνει ο Κορνήλιος Καστοριάδης (1981, σ. 199), εξηγώντας γιατί η ανάδυση νέων θεσµών και νέων τρόπων ζωής δεν είναι «ανακάλυψη» αλλά ενεργός συγκρότηση, αποσαφηνίζει µε τον καλύτερο ίσως τρόπο τη νέα αυτή «µατιά» στην πόλη: Οι Αθηναίοι δε βρήκαν τη δηµοκρατία ανάµεσα στα άλλα αγριολούλουδα που φύτρωναν στην Πνύκα, και η Παρισινοί εργάτες δεν ξέθαψαν την Κοµµούνα σκάβοντας τα βουλεβάρτα. Και ούτε «ανακάλυψαν», και οι µεν και οι δε, αυτούς τους θεσµούς στον ουρανό των ιδεών, µετά από επιθεώρηση όλων των µορφών διακυβέρνησης που βρίσκονται εκεί αιώνια εκτεθειµένες και τακτοποιηµένες στις βιτρίνες τους. Εφεύραν κάτι που ασφαλώς αποδείχτηκε βιώσιµο µέσα στις δεδοµένες περιστάσεις, αλλά που µε τη σειρά του, από την πρώτη κιόλας στιγµή που άρχισε να υπάρχει, τις τροποποίησε σηµαντικά. Ο κοινωνικός χώρος της πόλης είναι µια χρησιµοποίηση του χρόνου και ο χρόνος αντίστοιχα ένας τρόπος να απολαµβάνουµε το χώρο (Lefebvre 1990, σ. 121), που σηµαίνει ότι ο χώρος δεν είναι στατικός και παγιωµένος µέσα στο χρόνο, αλλά αντίθετα δυναµικός, όπως και οι ποικίλες κοινωνικές σχέσεις που διαµορφώνει και µέσα από τις οποίες γίνεται κάθε φορά αντιληπτός. Ο χώρος πηγάζει από τον τρόπο που τον βιώνουν τα άτοµα, από τις κοινωνικές σχέσεις που διαµορφώνουν και από την όσµωση που παράγουν οι σχέσεις αυτές. ηλαδή, η πολλαπλότητα, η διαφορετικότητα 3 Υπό την οπτική αυτή στη δεκαετία του 70 ο Roland Barthes (1970β, σ. 11-3) αναζητά τον τρόπο µε τον οποίο η σηµειολογία θα µπορούσε να αποτελέσει εργαλείο της πολεοδοµίας, και αντίστοιχα ο Raymond Ledrut (1973, σ. 42, 98-9) ερευνώντας αν υπάρχουν συγκεκριµένοι παράγοντες στους οποίους στηρίζεται η διαδικασία διαµόρφωσης αντιλήψεων για τον αστικό χώρο, επισηµαίνει ότι η πόλη µπορεί ταυτόχρονα να συµβολίζει και να συµβολίζεται (elle est figurante et figurée): να συµβολίζει, για παράδειγµα, ένα τρόπο ζωής και να συµβολίζεται από τα µνηµεία της. 10

19 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης και ο χώρος είναι συστατικά τα οποία συλλειτουργούν και αλληλοεπηρεάζονται. Συνεπώς, η παγιωµένη ιστορικά αντίληψη του χώρου ως στατικού και δεδοµένου τον διαχωρίζει από τους µετασχηµατισµούς του, τους οποίους αντιµετωπίζει σαν κάτι παροδικό αναπόφευκτο ή αναστρέψιµο. Η αντίληψη αυτή δεν αποτελεί µόνο ιδεολογική πεποίθηση (υπό την έννοια ότι αξιολογεί το χώρο) αλλά και πολιτική απόφαση. Αφενός δεν αναγνωρίζει την πολλαπλότητα των ζητηµάτων της πόλης και τη δυνατότητα συνύπαρξης ποικίλων και διαφορετικών «αφηγήσεων», αφετέρου υπό το πρίσµα αυτής της λογικής κάθε διαφορά παίρνει τη µορφή ανώτερου-κατώτερου, αναπτυγµένου-υπανάπτυκτου, και η ιστορική εξέλιξη νοείται ως προκαθορισµένη διαδικασία σε σχέση µε ένα «ιδανικό» πρότυπο ανάπτυξης αντίστοιχη µε εκείνη που περιγράφει ο M. Castells εξηγώντας την αντίληψη του αγροαστικού συνεχούς 4. Ο χώρος είναι επίσης ασυνεχής, καθώς µέσα σε αυτόν εξελίσσονται ποικίλες, σχετικά αυτόνοµες, ιστορίες. Αυτό που η Doreen Massey ονοµάζει τόπο είναι ένα σηµείο συνάντησης και συνάθροισης ιδιαίτερων στοιχείων, ένα µοναδικό κράµα που διαµορφώνεται µέσα από πλέγµατα κοινωνικών σχέσεων (στο: Jess & Massey 1995, σ. 60-2). Οι τόποι δε διαθέτουν απλουστευτική και µονολιθική ταυτότητα αλλά περικλείουν πλήθος εσωτερικών αντιθέσεων. Ο χώρος προκύπτει από µια στρατηγικού χαρακτήρα πρόσθεση διαφορετικών επιπέδων, η ανθρώπινη δηλαδή πρακτική επηρεάζεται άµεσα από διάφορα «δίκτυα πιέσεων». Για παράδειγµα, ο τρόπος µε τον οποίο τα άτοµα αντιλαµβάνονται το χώρο ανταποκρίνεται στην προσωπική τους αντίληψη και στο σύστηµα αξιών που έχουν οικειοποιηθεί. Αυτό το σύστηµα αξιών διαφέρει σε κάθε κοινωνική τάξη και κουλτούρα. Τα άτοµα υφίστανται την επίδραση των πολιτισµικών συνθηκών του περιβάλλοντός τους και παράλληλα οργανώνονται και δρουν σε σχέση µε τις άµεσες καθηµερινές τους ανάγκες (Chombart de Lauwe 1965, σ. 83) 5. Συνεπώς δεν είναι εφικτή η κατανόηση των πολύπλοκων µηχανισµών που δρουν και διαµορφώνουν το χώρο µε τη χρήση µονοδιάστατων εδαφικών, ταξικών ή άλλων όρων. Σε κάθε τόπο συνυπάρχουν διαφορετικές οµάδες οι οποίες έχουν διαφορετικές αντιλήψεις και οπτικές αλλά και διαφορετικούς τρόπους (και δυνατότητες) συµµετοχής και συνεισφοράς στον κοινωνικό χώρο της πόλης. Το παραπάνω πλαίσιο προβληµατισµού προτείνει αφενός την οριοθέτηση των ερωτηµάτων για το χώρο, αλλά και της οπτικής καθενός σε σχέση µε αυτόν, αφετέρου τη συνειδητοποίηση ότι η πόλη δεν µπορεί να ορισθεί σε αντίθεση µε κάτι άλλο όπως, για παράδειγµα, την ύπαιθρο. Ένα φαινόµενο µπορεί να ανήκει ταυτόχρονα σε περισσότερες «ιστορίες». Ο H. Lefebvre υποστήριζε ότι δυο έννοιες δεν µπορεί ποτέ να είναι αρκετές και ικανές να αντιµετωπίσουν ολόκληρο τον κόσµο Il y a toujours l Autre («θα υπάρχει πάντα το άλλο», στο: Allen, Massey & Sarre 1999, σ. 268). Οι διχογνωµίες υποδηλώνουν συγκεκριµένη στάση απέναντι στο χώρο, ιδεολογική 4 Βλ. επίσης τον αντίστοιχο συλλογισµό του Henri Lefebvre (1996, σ. 98-9) όπως και της Doreen Massey (στο: Allen, Massey & Sarre 1999, σ ) για τη σύγχρονη ιδεολογία στην προσέγγιση και το σχεδιασµό του χώρου. Υπό το ίδιο πρίσµα η Hannah Arendt (1986, σ. 85) ισχυρίζεται ότι το τέλος του κοινού κόσµου (της δηµόσιας σφαίρας) σηµατοδοτείται όταν αυτός αντικρίζεται από µια µόνο πλευρά και παρουσιάζεται σε µια µόνο προοπτική. 5 ιευρύνοντας ακόµα περισσότερο αυτό το «δίκτυο πιέσεων» θα µπορούσαµε να αναφερθούµε στην επισήµανση του Κορνηλίου Καστοριάδη (1981, σ. 228) ότι η γέννηση της αστικής τάξης είναι γέννηση µιας τάξης, ακριβώς γιατί η γέννησή της γίνεται µέσα σε µια κοινωνία ήδη διηρηµένη σε τάξεις. 11

20 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης επιλογή. Οι αντιλήψεις για την πόλη του 18ου και του 19ου αιώνα, που τοποθετούσαν το αστικό απέναντι στο αγροτικό, είχαν σκοπό είτε τη θετική αξιολόγηση του αστικού φαινοµένου είτε την απαξίωσή του. Αλλά όπως επισηµαίνει ο Fernard Braudel (1992, σ. 145) «ο καπιταλισµός δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός, ούτε ηθικός ούτε δόλιος, είναι αυτός που είναι, και το πρόβληµά µας δεν είναι να τον κρίνουµε, αλλά να τον καταλάβουµε». (γ) Το «δηµόσιο» και το «ιδιωτικό» Στη σύγχρονή της ερµηνεία η λέξη δηµόσιος καλύπτει σειρά από σηµασίες σε ορισµένες περιπτώσεις ακόµα και αντιφατικές. Αποκαλούµε «δηµόσιες» τις εκδηλώσεις που, σε αντιδιαστολή προς τις κλειστές ή ιδιωτικές, είναι προσιτές σε όλους µε αυτό τον τρόπο αναφερόµαστε στις δηµόσιες πλατείες ή στα δηµόσια κτίρια. Ήδη όµως, ένα δηµόσιο κτίριο δεν είναι πάντα ανοικτό στο κοινό, θεωρείται «δηµόσιο» γιατί στεγάζει κρατικές υπηρεσίες το κράτος είναι η «δηµόσια εξουσία» υπό την έννοια ότι φροντίζει για το κοινό καλό όλων των υπαγόµενων στο δίκαιό του. ιαφορετική είναι η σηµασία της λέξης όταν µιλάµε για «δηµόσια δεξίωση» δίνοντας έµφαση στην επίσηµη, κοινωνική εµφάνιση, ενώ η σηµασία µετατοπίζεται και πάλι όταν λέµε ότι κάποιος έγινε «δηµόσια γνωστός» αναφερόµενοι στην ευρεία αναγνώρισή του (Habermas 1961, σ. 13-4). Όταν η έννοια του δηµόσιου χώρου περιορίζεται σε εκείνη του δρόµου, της πλατείας, του πάρκου κ.ο.κ., µε τη λογική ότι αναφέρεται σε κοινόχρηστους χώρους, ανοικτούς σε όλους (σε αντίθεση µε τους ιδιωτικούς), ο χώρος νοείται φυσικός και οριοθετηµένος, ερµηνεύεται δηλαδή µε καθαρά εδαφικούς όρους. Με βάση όµως την προσέγγιση της πόλης ως ζωντανού και εξελισσόµενου πλέγµατος πολλαπλών διασυνδέσεων, το δηµόσιο και το ιδιωτικό δεν µπορούν να θεωρηθούν στατικές ιδιότητές της. Το δηµόσιο αναφέρεται στο δρόµο ή την πλατεία υπό την έννοια του αστικού σκηνικού, αναφέρεται όµως και στους κοινωνικούς θεσµούς όπως και στις σχέσεις που το προσδιορίζουν και συγκροτούνται µέσα σε αυτό. Εξάλλου η έννοια του δηµόσιου και του ιδιωτικού χώρου, όπως και εκείνες της δηµόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας, εισάγονται στη συζήτηση για την πόλη στα µέσα του 20ού αιώνα σε µια προσπάθεια ακριβώς να απαγκιστρωθεί ο αστικός χώρος από την καθαρά εδαφική του σηµασία και να συνδεθεί µε ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά ζητήµατα 6. Στην αναζήτηση της σηµασίας του δηµόσιου και του ιδιωτικού έχει αποδειχθεί χρήσιµο πεδίο έρευνας η Πόλη των Αθηναίων, και αυτό για δυο πολύ σηµαντικούς λόγους. Πρώτον, για τους Αρχαίους Έλληνες δεν υπήρχε Πολιτεία των Αθηνών αλλά των Αθηναίων. Αθήναι είναι όρος γεωγραφικός, ενώ η πόλις δεν είναι προσδιορισµός γεωγραφικός, η πόλη είναι οι Αθηναίοι 7. εύτερον, η αρχαία ελληνική γλώσσα και η 6 Με βάση τον προβληµατισµό για το χώρο, που αναπτύχθηκε προηγουµένως, δεν υφίσταται ουσιαστική διαφορά µεταξύ της έννοιας «δηµόσιος χώρος» και «δηµόσια σφαίρα». Την πλατεία µιας πόλης, για παράδειγµα, δεν ορίζουν µόνο τα κτίρια και τα δέντρα αλλά και το ζωντανό πλέγµα των κοινωνικών σχέσεων που περικλείει ή ακόµα και εκείνων που αποκλείονται από αυτή. 7 Ο Θουκυδίδης δε µιλά ποτέ για την Αθήνα ή για οποιαδήποτε άλλη πόλη. Όταν πρόκειται για την πόλη γράφει οι Αθηναίοι, οι Κορίνθιοι. Γράφει Αθήναι, Κόρινθος όταν πρόκειται για τον τόπο. Η εδαφική αντίληψη της πολιτικής κοινότητας είναι σύγχρονη αντίληψη. Αρχίζει στους ρωµαϊκούς χρόνους και κορυφώνεται µε τη φεουδαρχία (Καστοριάδης 1999, σ. 37-8). Οι δεσµοί των Αθηναίων µε 12

21 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης πολιτική πρακτική των Αθηναίων προσφέρουν µια πολύτιµη διάκριση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σε τρεις σφαίρες: τον οίκο, την αγορά και την εκκλησία. Σε ελεύθερη µετάφραση ο Κ. Καστοριάδης (2000, σ. 271) αποκαλεί τις σφαίρες αυτές αντίστοιχα ιδιωτική, ιδιωτική/δηµόσια και (επίσηµα και έντονα) δηµόσια σφαίρα. Ο οίκος, η ιδιωτική σφαίρα (που ανήκει σε κάθε άτοµο: ιδία) είναι το σπίτι-οικογένεια. Η αγορά (από το ρήµα αγείρω που σηµαίνει συναθροίζω) είναι ο τόπος συνδιαλλαγής και συγκέντρωσης, είναι ο χώρος στον οποίο τα άτοµα συναντιούνται και συζητούν ελεύθερα. Η εκκλησία (µε τη µεταφορική έννοια της συνέλευσης) είναι ο τόπος της ρητής εξουσίας. Η δηµόσια ζωή, βίος πολιτικός, εκτυλίσσεται στην αγορά αλλά δεν έχει τοπικό χαρακτήρα: η δηµόσια σφαίρα συγκροτείται µε τη συνοµιλία και την κοινή πράξη (Habermas 1961, σ. 15). «Το να είναι κανείς πολιτικό ον, το να ζει στην πόλη, σήµαινε ότι κάθε τι αποφασιζόταν δια των λόγων και της πειθούς [ ]. Όσοι βρίσκονται εκτός πόλης δούλοι και βάρβαροι ήταν άνευ λόγου, στερηµένοι όχι φυσικά της ικανότητας οµιλίας, αλλά ενός τρόπου ζωής όπου η οµιλία, και µόνο αυτή, έχει νόηµα και όπου το κύριο ενδιαφέρον όλων των πολιτών ήταν να συνοµιλούν µεταξύ τους» (Arendt 1986, σ. 45). Ο Jürgen Habermas (1961, σ , 65) µελετώντας τον αστικό χώρο του 18ου αιώνα, τοποθετεί στη δηµόσια σφαίρα της εξουσίας, το κράτος (την δηµόσια διοίκηση) και την Αυλή (την αριστοκρατική κοινωνία). Στην ιδιωτική «περιοχή» συγκαταλέγει την ιδιωτική σφαίρα (της οποίας πυρήνας αποτελεί η οικογένεια, ως προσωπική, σφαίρα της οικειότητας), την αγορά και τη λογοτεχνική και πολιτική δηµόσια σφαίρα (λέσχες και Τύπος), υπό την έννοια του συνόλου των ιδιωτών που απαρτίζουν ένα κοινό. Για τη Hannah Arendt (1986, σ. 47) η διάκριση ανάµεσα στην ιδιωτική και τη δηµόσια σφαίρα αντιστοιχεί σε διάκριση µεταξύ οικογένειας και πολιτικού γίγνεσθαι. Η H. Arendt ονοµάζει τον ενδιάµεσο, µικτό χώρο, µέσα στον οποίο τα ιδιωτικά συµφέροντα αποκτούν δηµόσια σηµασία, κοινωνία και επισηµαίνει ότι «η εµφάνιση της κοινωνικής σφαίρας, η οποία για να κυριολεκτούµε δεν είναι ούτε ιδιωτική ούτε δηµόσια, είναι ένα καινούργιο σχετικά φαινόµενο που η γέννησή του συµπίπτει µε την έλευση της νεότερης εποχής και βρίσκει την πολιτική του µορφή στο εθνικό κράτος» 8. Σε κάθε περίπτωση για να αναδειχθεί ένας δηµόσιος χώρος (είτε αυτός τοποθετείται στην ιδιωτική/δηµόσια σφαίρα της αγοράς, είτε σε µια ευρύτερη ιδιωτική «περιοχή», είτε στην πολιτική σφαίρα) σηµαίνει ότι έχει δηµιουργηθεί το δηµόσιο πεδίο «που ανήκει σε όλους»: τα κοινά, ο χώρος συναλλαγής του δηµόσιου λόγου, ο χώρος µέσα στον οποίον οι πολίτες δρουν πολιτικά. Σηµαίνει δηλαδή ότι οι αποφάσεις σχετικά µε τις κοινές υποθέσεις πρέπει να λαµβάνονται από την κοινότητα ότι το δηµόσιο (το το χώρο της πόλης είναι πολιτικοί και όχι εντοπιότητας. Αντίστοιχα η επέκταση της πόλης απασχολεί τους Αθηναίους µόνο ως ζήτηµα πολιτικό, ως προβολή της δύναµης της κοινότητας (Martin 1956, σ. 15). 8 Σύµφωνα µε τον Edgar Morin (1998, σ. 197) το έθνος συγκροτείται στη δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια µιας µακράς ιστορικής περιόδου η οποία ξεκινά µε τη διάσπαση της δυτικής χριστιανοσύνης, το µαρασµό και το ξεπέρασµα της φεουδαρχίας από µια βασιλική εξουσία, και την ανάπτυξη της αστικής τάξης. Η έννοια της κοινωνικής σφαίρας εξετάζεται εκτενέστερα παρακάτω καθώς, όπως θα δούµε, η εµφάνιση αυτού του ενδιάµεσου, µικτού χώρου αποτελεί το πρώτο στάδιο µετατόπισης των ορίων µεταξύ δηµόσιου και ιδιωτικού, σε µια µακρόχρονη διαδικασία που καθόρισε σε µεγάλο βαθµό τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου δηµόσιου χώρου. 13

22 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης κοινό) δεν είναι ιδιωτική υπόθεση του βασιλιά, των ιερέων ή γενικότερα της εκάστοτε κυρίαρχης κοινωνικής τάξης. Όµως, η ουσία του δηµόσιου χώρου παραπέµπει εξίσου στις προϋποθέσεις των αποφάσεων, καθώς όλα όσα έχουν σηµασία πρέπει να εµφανίζονται στη δηµόσια σκηνή (Καστοριάδης 1995, σ. 196). Υπό το πρίσµα αυτό η H. Arendt (1986, σ. 74, 78) συνδέει τον όρο «δηµόσιος» µε δυο στενά αλληλένδετα, αλλά όχι εντελώς ταυτόσηµα, φαινόµενα: «ο όρος δηµόσιος σηµαίνει, πρώτον, πως ό,τι εµφανίζεται δηµόσια µπορεί να ιδωθεί και να ακουστεί από καθέναν και πως έχει την ευρύτερη δυνατή δηµοσιότητα. [ ] εύτερον, ο όρος δηµόσιος δηλώνει τον ίδιο τον κόσµο στην έκταση που είναι κοινός για όλους µας και διακρίνεται από το χώρο που κατέχουµε ιδιωτικά µέσα σε αυτόν». Ο χώρος αυτός, όπως καθετί που βρίσκεται «µεταξύ», συνδέει και συγχρόνως χωρίζει τους ανθρώπους. Η δηµόσια σφαίρα, ως κοινός κόσµος, συγκεντρώνει τους ανθρώπους και ωστόσο εµποδίζει, υπό µια έννοια, να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο 9. Στο παράδειγµα της Πόλης των Αθηναίων η αρχή της δηµόσιας εµφάνισης υλοποιείται µε την παρουσίαση των νόµων, οι οποίοι χαραγµένοι σε µάρµαρο εκτίθενται δηµόσια έτσι ώστε να µπορεί να τους βλέπει καθένας, υλοποιείται όµως επίσης στην οµιλία των ανθρώπων που µιλούν ελεύθερα µέσα στην αγορά πριν συσκεφθούν στην εκκλησία. Αυτό, όπως επισηµαίνει ο Κ. Καστοριάδης (1995, σ ), ισοδυναµεί µε τη δυνατότητα της ελευθερίας του λόγου, της σκέψης, της εξέτασης και της ερώτησης δίχως περιορισµούς. Συνεπώς το δηµόσιο, µε την έννοια του κοινού και γνωστοποιηµένου, στην Αρχαία Ελλάδα συµβαδίζει µε δυο θεµελιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσµατα του πολίτη: την ισηγορία, το ίσο δικαίωµα όλων να µιλούν µε πλήρη ειλικρίνεια, και την παρρησία, τη δέσµευση που αναλαµβάνει καθένας να µιλά µε πλήρη ελευθερία όταν πρόκειται για δηµόσιες υποθέσεις. Η δηµόσια σφαίρα είναι µέρος µιας ευρύτερης κοινωνικής ισορροπίας, υπάρχει σε αναφορά προς την ιδιωτική σφαίρα ή πιο σωστά, όπως επισηµαίνει ο P.H. Chombart de Lauwe (1965, σ. 4), οι σφαίρες αυτές αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου πολιτισµικού φαινοµένου. Η έννοια του ιδιωτικού δεν έρχεται σε αντίθεση µε εκείνη του δηµοσίου, αλλά ανταποκρίνεται σε διαφορετική ιδιότητα (Paquot 2000, ). Σήµερα ονοµάζουµε ιδιωτική µια σφαίρα στενής οικειότητας: το προσωπικό, το ενδόµυχο. Για την αρχαία αντίληψη ο στερητικός χαρακτήρας της ιδιωτικότητας, που δηλώνεται από την ίδια τη λέξη, σήµαινε κυριολεκτικά µια κατάσταση στέρησης: την αποχή, τον αποκλεισµό από τη δηµόσια σφαίρα, την απουσία των άλλων. Όµως ο ιδιωτικός χώρος είναι εξίσου σηµαντικός διότι «οι τέσσερις τοίχοι της ιδιοκτησίας ενός ατόµου του παρέχουν το µόνο ασφαλή χώρο για να κρυφτεί από τον κοινό δηµόσιο κόσµο, όχι µόνο από όσα συµβαίνουν σε αυτόν αλλά και από την ίδια του τη δηµοσιότητα, από το να είναι κανείς ορατός και ακουστός» (Arendt 1986, σ. 59, 86, 102). Υπάρχουν πράγµατα που χρειάζεται να µένουν κρυµµένα και άλλα που οφείλουν να παρουσιάζονται δηµόσια. Κανείς δεν µπορεί να ζει διαρκώς στον δηµόσιο χώρο. Συνεπώς, το ιδιωτικό δεν είναι υποχρεωτικό καταφύγιο όσων έχουν αποκλεισθεί από το δηµόσιο αλλά δικαίωµα στην ιδιωτικότητα, τόπος και χρόνος της απόδρασης από την ένταση του δηµόσιου (Iris Marion Young στο: Landes 1998, σ. 441 και Βαΐου 2002, σ. 70). 9 Η αµοιβαία αυτή απόσταση, για το Richard Sennett (1999, σ. 30, 428), είναι η ουσία της απρόσωπης δράσης ο χώρος στον οποίο αποκτά νόηµα η σύµπραξη µε άλλα πρόσωπα, χωρίς τον καταναγκασµό να γνωρίζονται ως πρόσωπα και είναι απαραίτητη για τους ανθρώπους προκειµένου να νιώσουν µέλη της κοινωνίας. 14

23 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Συνοψίζοντας, µπορούµε να πούµε ότι η έννοια του δηµόσιου, απαγκιστρωµένη από τη στατική, χωρική της σηµασία, αφορά την ελευθερία λόγου και τη δέσµευση που αναλαµβάνει καθένας να εκθέσει τις απόψεις του για τα κοινά σε ένα πεδίο που ανήκει σε όλους. Η ερµηνεία αυτή στηρίζεται σε δυο θεµελιώδη για την προσέγγιση του χώρου κριτήρια. Πρώτον, στηρίζεται στην αρχή της γενικής πρόσβασης. Όπως επισηµαίνει ο J. Habermas (1961, σ. 95), µια δηµόσια σφαίρα από την οποία συγκεκριµένες οµάδες θα αποκλείονται όχι µόνο δεν είναι πλήρης, αλλά δεν µπορεί να χαρακτηρισθεί δηµόσια. εύτερον, ο ανοικτός αυτός δηµόσιος χώρος προϋποθέτει την υπευθυνότητα και το θάρρος του λόγου, δε συνοψίζεται δηλαδή στη χορήγηση ίσων παθητικών «δικαιωµάτων» αλλά απαιτεί και την ενεργό συµµετοχή στις δηµόσιες υποθέσεις 10. Υπό το πρίσµα αυτό τόσο η συγκρότηση µιας δηµόσιας σφαίρας όσο και η διάκρισή της από την ιδιωτική εµπλέκονται σε ένα ευρύτερο φάσµα κοινωνικοπολιτικών ζητηµάτων, όπως το ζήτηµα της δικαιοσύνης, των ανθρώπινων δικαιωµάτων, της δυνατότητας πρόσβασης και συµµετοχής, αλλά και της ευθύνης που εµπεριέχει η δυνατότητα αυτή σε ζητήµατα δηλαδή που αφορούν το κοινωνικο-ιστορικό πεδίο της πόλης. Συνεπώς, η σηµασία του δηµόσιου χώρου πρέπει να αναζητηθεί ιστορικά αφενός στον τρόπο µε τον οποίο συγκροτείται η δηµόσια σφαίρα της πόλης και διαρθρώνονται οι κοινωνικές οµάδες σε σχέση µε αυτή, αφετέρου στον τρόπο µε τον οποίο διαµορφώνονται οι αντιλήψεις για το δηµόσιο χώρο, στο σύστηµα δηλαδή αξιών που διέπει τις ερµηνείες, τη χρήση και την οικειοποίησή του, κάθε φορά και από την εκάστοτε κοινωνική οµάδα. (δ) ηµόσιος χώρος και κοινωνικές οµάδες Η αρχή της γενικής πρόσβασης αποτελεί, θα λέγαµε, το πιο ευαίσθητο και δύσκολο ζήτηµα στην προσέγγιση της έννοιας του δηµόσιου χώρου. Τα παραδείγµατα που χρησιµοποιήθηκαν παραπάνω αδυνατούν να διαφωτίσουν τον προβληµατισµό µας σε αυτό το σηµείο. Στην Πόλη των Αθηναίων οι δούλοι, οι «βάρβαροι» και οι γυναίκες, στερούµενοι της ελευθερίας λόγου, ζουν αποκλεισµένοι από τη δηµόσια ζωή της αγοράς. Αντίστοιχα η δηµόσια σφαίρα της πόλης του 18ου αιώνα είναι αποκλειστικό προνόµιο της αστικής τάξης. Όπως επισηµαίνει ο J. Habermas (1961, σ. 43-8), στις αρχές του 18ου αιώνα τουλάχιστον ο µισός πληθυσµός της Αγγλίας ζει στο ελάχιστο όριο επιβίωσης. Στα καφενεία του Λονδίνου έχουν πρόσβαση µόνο οι άνδρες της µεσαίας και ανώτερης τάξης ακόµα και οι γυναίκες της αριστοκρατίας περιορίζονται στην ιδιωτική σφαίρα των σαλονιών. Ιστορικά ο «δηµόσιος» χώρος ελέγχεται, οριοθετείται και ερµηνεύεται από την κυρίαρχη κοινωνική τάξη είτε πρόκειται για ολιγαρχία, µοναρχία, δικτατορία, είτε για «τον λευκό άνδρα της ανώτερης τάξης» σε µια περιορισµένα δηµοκρατική κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση η επικρατούσα κοινωνική τάξη χρησιµοποιεί τον δηµόσιο χώρο ως µέσο απόκτησης δύναµης και εξουσίας, αποκλείοντας από αυτόν τις πιο αδύναµες οµάδες. Έτσι η κυρίαρχη αντίληψη για το δηµόσιο, βασιζόµενη σε µια σειρά από αποκλεισµούς απόρροια όχι µόνο κοινωνικών ιεραρχιών αλλά και ρατσιστικών ή 10 Όπως επισηµαίνει ο Κ. Καστοριάδης (1995, σ. 197), «η ύπαρξη ενός δηµόσιου χώρου δεν είναι απλή υπόθεση νοµικών διατάξεων που εγγυώνται σε όλους την ίδια ελευθερία λόγου κ.λπ. Αυτές οι ρήτρες είναι πάντα µόνο µια συνθήκη της ύπαρξης ενός δηµόσιου χώρου. Το ουσιώδες είναι αλλού: Τι θα κάνει ο πληθυσµός µε αυτά τα δικαιώµατα». 15

24 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης άλλων αντιλήψεων, πολιτικών αποφάσεων κ.ο.κ. στην ουσία δεν αναγνωρίζει ως αναγκαίο κριτήριο του δηµόσιου τη αρχή της γενικής πρόσβασης 11. Η πολυπλοκότητα του ζητήµατος της πρόσβασης πηγάζει από το γεγονός ότι η πρακτική αυτή, αν και εδραιωµένη ιστορικά, δεν είναι µονοδιάστατη. Ο αποκλεισµός ορισµένων οµάδων από τη δηµόσια σφαίρα της πόλης δε συνοψίζεται στη στέρηση του δικαιώµατος πρόσβασης σε αυτόν αλλά συνεπάγεται την εγκαθίδρυση της εκάστοτε κυρίαρχης αντίληψης για το χώρο. Όπως παρατηρεί ο J.L. Pinol (2000, σ. 65) εξετάζοντας τις αντιλήψεις για την αστικοποίηση στον 18ο και τον 19ο αιώνα, «επειδή οι απλοί άνθρωποι µένουν συνήθως σιωπηλοί ή οι φωνές τους δεν ακούγονται γιατί καλύπτονται από άλλες πιο δυνατές, είναι δύσκολο να γνωρίζουµε πώς οι κάτοικοι των πόλεων αντιλαµβάνονται τους χώρους στους οποίους ζουν [ ]. Οι κοινωνικοί παρατηρητές συνήθως µακρηγορούν περισσότερο: γιατροί, δηµοσιογράφοι, στατιστικολόγοι, άνθρωποι των γραµµάτων, πολιτικοί ή φιλόσοφοι πραγµατεύονται την πόλη και την αστική κοινωνία» 12. Για παράδειγµα, οι κληρικοί της αγγλικανικής Εκκλησίας πρωταγωνιστούν τον 19ο αιώνα στη διάδοση της ηθικής καταδίκης της αστικής ζωής υποστηρίζοντας ότι η συγκέντρωση µεγάλου αριθµού ανθρώπων σε ένα µόνο τόπο αναπόφευκτα προκαλεί µόλυνση γιατί είναι ανήθικη. Το βλέµµα τους όµως, όπως επισηµαίνει και πάλι ο J.L. Pinol (2000, σ. 68, ), δεν είναι ουδέτερο. Αφενός ο αριθµός των ναών τους ήταν µικρός και δεν επαρκούσε για να υποδεχθεί τον αυξανόµενο αριθµό των µεταναστών, αφετέρου αισθάνονται να απειλούνται από τον ανταγωνισµό των αποσχισµένων Εκκλησιών 13. Η επιχειρηµατολογία των κληρικών θα επαναληφθεί πολλές φορές στην Αγγλία και σε άλλες χώρες, τροφοδοτώντας, µε τη σειρά της, επιµέρους αντιλήψεις για την κοινωνική οµάδα των µεταναστών. Τα εργατικά χέρια του περιπλανώµενου αυτού πληθυσµού είναι απολύτως αναγκαία για την ανάπτυξη των πόλεων της Ευρώπης του 19ου αιώνα. Συνεπώς, οι πολιτικές επιλογές και οι νοµοθετικές ρυθµίσεις που σκοπεύουν στον περιορισµό της µετανάστευσης δεν ευδοκιµούν. Ωστόσο, για πολύ καιρό, η «εικόνα» των µεταναστών προκαλεί φόβο 11 Η Diane Ghirardo (1996, σ. 43), επισηµαίνοντας τη διάκριση αυτή, ονοµάζει κοινωνικούς τους χώρους από τους οποίους αποκλείονται επιλεκτικά ορισµένες οµάδες, διαχωρίζοντάς τους από την έννοια του δηµόσιου εκείνου που ανήκει σε όλους, που εµφανίζεται δηµόσια και τοποθετώντας τους στον ευρύτερο µικτό χώρο που η H. Arendt αποκαλεί κοινωνική σφαίρα. 12 Υπό το πρίσµα αυτό ο E. Hobsbawm (1998, σ. 253) προτείνει µια µορφή ανάγνωσης της ιστορίας «από τα κάτω» η οποία «είναι αυτό ακριβώς που θυµούνται οι κοινοί άνθρωποι από τα µεγάλα γεγονότα, κι όχι αυτό που θα έπρεπε να θυµούνται, ή αυτό που οι ιστορικοί αποδεικνύουν πως πράγµατι έχει συµβεί, κι ακόµα, στο βαθµό που η µνήµη αυτή γίνεται µύθος, το πώς διαµορφώνονται αυτοί οι µύθοι». Η ιστορική προσέγγιση είναι επίσης ζήτηµα σύνθετο και άµεσα συνυφασµένο µε το αντικείµενο αυτής της εργασίας. Όπως θα δούµε παρακάτω, το παρελθόν αποτελεί κατεξοχήν εργαλείο της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης για την «επιβολή» ορισµένων αντιλήψεων και αξιών πρακτική που συχνά καταλήγει στη διαµόρφωση µύθων. 13 Η δηµοσιοποίηση της θρησκευτικής απογραφής του 1851 αποτελεί πρόκληση για τους αγγλικανούς πάστορες καθώς συνειδητοποιούν ότι στις µεγάλες πόλεις όχι µόνο µειώνεται ο αριθµός των κατοίκων που ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, αλλά και µεγάλο ποσοστό των εκκλησιαζόµενων ανήκει στις αποσχισµένες Εκκλησίες, αποτέλεσµα της σηµαντικής παρουσίας των Ιρλανδών µεταναστών. Υπό την πίεση λοιπόν αυτής της απειλής οι κληρικοί υποστηρίζουν ότι η πόλη αδυνατεί να αναχαιτίσει την εξάπλωση του «κακού» και η Εκκλησία είναι ο µόνος αρκετά στέρεος θεσµός, ικανός να καταπολεµήσει τη διάδοση της ανηθικότητας. 16

25 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης τροφοδοτώντας αντιλήψεις που τους καθιστούν «παράσιτα», άτοµα που εισάγουν «ξένες» συνήθειες στην πόλη καταστρέφοντας την προϋπάρχουσα αρµονία. Ο E. Hobsbawm (1998, σ ) εξηγεί ότι η παράδοση που βλέπει την Ευρώπη σαν κλειστή λέσχη, που δέχεται ως µέλη της µόνο όσους υποψήφιους πληρούν τους όρους που έχει εκ των προτέρων θέσει η επιτροπή της λέσχης είναι σχεδόν τόσο παλιά όσο και το όνοµα «Ευρώπη». [Πρόκειται για αντίληψη που] στηρίζεται στο αίσθηµα ανωτερότητας απέναντι σε κάποιους που θεωρούνται κατώτεροι, αυτών που βλέπουν τους εαυτούς τους ως «καλύτερους», συνήθως δηλαδή ως ανήκοντες σε µια τάξη ανώτερη διανοητικά, πολιτισµικά ή ακόµα και βιολογικά από τους γείτονές τους. Η διάκριση δεν είναι απαραιτήτως εθνοτική. Στην Ευρώπη, όπως και παντού, το πιο καθολικά αποδεκτό σύνορο µεταξύ πολιτισµού και βαρβαρότητας είναι αυτό που χωρίζει τους πλούσιους από τους φτωχούς, δηλαδή αυτούς που έχουν πρόσβαση σε ανέσεις, εκπαίδευση και στον έξω κόσµο από τους λοιπούς. Συνεπώς, το πιο προφανές σύνορο αυτού του είδους περνάει µέσα από το εσωτερικό των κοινωνιών, κι όχι ανάµεσα σε ξεχωριστές κοινωνίες, και χωρίζει πρώτα και κύρια την πόλη από την ύπαιθρο. Η σηµαντική αυτή διαπίστωση επαναφέρει στον προβληµατισµό µας την αντίθεση πόλης-υπαίθρου καθώς και την «στατική» αντίληψη που την υπαγορεύει. Βλέπουµε ότι η κυρίαρχη θεώρηση του δηµόσιου χώρου αφενός πηγάζει από τη µονοσήµαντη «χωρική» προσέγγιση, αφετέρου υιοθετεί µια παρεµφερή πολιτισµική αντίληψη η οποία, ερµηνεύοντας την κοινωνία µέσω του αυστηρού δίπολου ανωτερότηταςκατωτερότητας, δεν της αναγνωρίζει τις ιδιότητες της ποικιλοµορφίας και της διαφορετικότητας στην ουσία δηλαδή δεν αναγνωρίζει την αρχή της γενικής πρόσβασης. Το ζήτηµα του αποκλεισµού των γυναικών από τη δηµόσια σφαίρα είναι ακόµη πιο σύνθετο καθώς, στο σηµείο αυτό, η κυρίαρχη αντίληψη του δηµόσιου χώρου οικοδοµείται πάνω σε µια βαθιά ριζωµένη πολιτισµική πεποίθηση. Η αρχαία πολιτική σκέψη, όπως είδαµε, στηρίζεται στον κατηγορηµατικό διαχωρισµό του δηµόσιου από τον ιδιωτικό χώρο, στη διάκριση ανάµεσα στη σφαίρα της πόλης και τη σφαίρα του νοικοκυριού, ανάµεσα δηλαδή στις δραστηριότητες που συνδέονται µε ένα κοινό κόσµο και τις δραστηριότητες που συνδέονται µε τη συντήρηση της ζωής. Το ότι η συντήρηση του ατόµου θα πρέπει να είναι έργο του άνδρα και η επιβίωση του είδους αποστολή της γυναίκας ήταν αυτονόητο, και οι δυο αυτές «φυσικές» λειτουργίες υπάγονται στην αναπαραγωγή της ζωής (Arendt 1986, σ ). Συνεπώς, ο διαχωρισµός µεταξύ δηµόσιου και ιδιωτικού τοποθετεί τη γυναίκα στη σφαίρα της ανάγκης του νοικοκυριού και τον άνδρα στη σφαίρα της ελευθερίας της πόλης. Αν υπήρχε σχέση ανάµεσα στις δυο αυτές σφαίρες θα απέρρεε από το γεγονός ότι η ικανοποίηση των αναγκών της ζωής µέσα στο νοικοκυριό ήταν φυσικό να αποτελεί προϋπόθεση για την ελευθερία στο χώρο της πόλης 14. Παράλληλα όµως η αντίθεση µεταξύ ανάγκης και ελευθερίας τοποθετεί στο χώρο του οίκου το ξεχωριστό και το ιδιαίτερο στον αντίποδα των κοινών δηµόσιων δραστηριοτήτων, ή ακόµα συνδέει το 14 Ο J. Habermas (1961, σ. 15) επισηµαίνει ότι η θέση που κατέχει ο άνδρας στην πόλη στηρίζεται στη θέση του ως οικοδεσπότη. «Υπό την αιγίδα της κυριαρχίας του πραγµατοποιείται η αναπαραγωγή της ζωής, η εργασία των δούλων, η υπηρεσία των γυναικών, συµβαίνει η γέννηση και ο θάνατος». 17

26 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης ιδιωτικό µε τη Φύση (ως ανθρώπινη κατάσταση) και το δηµόσιο µε τον Πολιτισµό (ως ανθρώπινη δηµιουργία). Με βάση την αντίθεση αυτή, και δεδοµένης της σύνδεσης της γυναίκας µε το ιδιωτικό και του άνδρα µε το δηµόσιο, στην παράδοση της υτικής σκέψης η θηλυκότητα ταυτίστηκε µε το ιδιαίτερο, την επιθυµία, τη στοργικότητα και τη Φύση, ενώ ο άνδρας καθιέρωσε τον εαυτό του µέσα στον ορθολογικό και καθολικό χώρο της πόλης (I.M. Young στο: Landes 1998, σ. 432 και Βαΐου 2002, σ. 70) 15. Υπό αυτή την έννοια η σχέση πολιτισµού-φύσης χρησιµοποιείται ως κλίµακα αξιολόγησης, συνεπώς οι γυναίκες (ταυτισµένες µε τις φυσικές ανάγκες της ιδιωτικής σφαίρας) θεωρούνται κατώτερες και αναπόφευκτα αποκλεισµένες από τη δηµόσια σφαίρα του πολιτισµού (Sherry B. Ortner στο: Landes 1998, σ. 42). Στην ιστορία ανάπτυξης των υτικών πόλεων η συγκρότηση της δηµόσιας σφαίρας και η διάκρισή της από την ιδιωτική, καθορίζονται από δίκτυο συµβάσεων (κανόνων και αξιών) το οποίο σε γενικές γραµµές εγκαθιδρύεται από την εκάστοτε κυρίαρχη κοινωνική τάξη. Όµως και ο συλλογισµός αυτός δεν είναι απόλυτος καθώς τα ζητήµατα της πόλης αποτελούν διαρκές διακύβευµα κοινωνικοπολιτικών αγώνων, οι οποίοι κάθε φορά συντελούν στην αµφισβήτηση και στον επαναπροσδιορισµό της ερµηνείας του δηµόσιου χώρου. Για παράδειγµα, η ιδεολογική άποψη που ταυτίζει τον άνδρα µε το δηµόσιο και τη γυναίκα µε το ιδιωτικό αν και παραµένει ακόµα ισχυρή βρίσκεται αντιµέτωπη µε τα αιτήµατα και τις κοινωνικές έρευνες των φεµινιστικών κινηµάτων. Όπως είδαµε, στον 20ό αιώνα µε τη συµβολή τους εισάγεται στη συζήτηση για την πόλη ένας νέος προβληµατισµός που αφορά τον τρόπο προσέγγισης του χώρου. Η προσπάθεια να απαγκιστρωθεί η έννοια της πόλης από τη στατική-χωρική της ερµηνεία και να συνδεθεί µε ευρύτερα κοινωνικοπολιτικά ζητήµατα δεν είναι µόνο µια νέα «µατιά» στο χώρο, αλλά και ένας αγώνας διεκδίκησης λόγου και πρόσβασης των αποκλεισµένων από το δηµόσιο χώρο οµάδων. Με τη νέα αυτή οπτική αποκαλύπτεται ότι η παγιωµένη αντίληψη της πόλης µε καθαρά εδαφικούς, ταξικούς, φυλετικούς ή άλλους όρους είναι ένας τρόπος να αποκλειστεί από το χώρο της ό,τι δεν ταιριάζει σε ένα προκαθορισµένο κυρίαρχο πρότυπο. ηλαδή, η µη αναγνώριση της αρχής της γενικής πρόσβασης είναι πολιτική επιλογή, µέσω της οποίας ελέγχεται η πρόσβαση στη δηµόσια σφαίρα της πόλης ή, θα µπορούσαµε να πούµε, ένας τρόπος οι δηµόσιες υποθέσεις να καθίστανται ιδιωτική υπόθεση της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης και οι αδύναµες οµάδες να περιορίζονται στις ιδιαίτερες δραστηριότητες της ιδιωτικής σφαίρας. Είδαµε όµως ότι η πολιτική αυτή επιλογή δεν υιοθετεί µόνο τη «στατική» αντίληψη του χώρου αλλά και µια ανάλογη πεποίθηση για την κουλτούρα, βάσει της οποίας εδραιώνονται κοινωνικά στερεότυπα που ρυθµίζουν τόσο τις σχέσεις των κοινωνικών οµάδων όσο και τις σχέσεις τους µε το χώρο: τον τρόπο χρήσης και το βαθµό 15 Η Βάνα Τεντοκάλη (2002, σ. 75) παραθέτει ένα χαρακτηριστικό παράδειγµα. Πρόκειται για ένα απόσπασµα από την πραγµατεία του Leon Batista Alberti, Για την τέχνη του κτίζειν σε δέκα βιβλία. Στο κείµενο αυτό, του 15ου αιώνα, αναλύεται για πρώτη φορά ο χώρος σε σχέση µε τις ανθρώπινες ανάγκες, και είναι ενδεικτικός ο τρόπος µε τον οποίο αφενός η γυναίκα περιορίζεται στον ιδιωτικό χώρο, αφετέρου συνδέεται µε το αγνό και το ιερό: «Και βέβαια, κατά τη γνώµη µου, κάθε τόπος προορισµένος για τις γυναίκες θα έπρεπε να αντιµετωπίζεται ως αφιερωµένος στη θρησκεία και την αγνότητα. [ ] Θα έβαζα τα νεαρά κορίτσια και τις παρθένες να µένουν σε άνετα διαµερίσµατα, στην κάµαρα, για να ελαφρύνω το ευαίσθητο µυαλό τους από την πλήξη του περιορισµού. [ ] Οι άνδρες άνω των δεκαεπτά χρόνων θα έπρεπε να εγκαθίστανται στο δυνατό δωµάτιο, απέναντι από τους φιλοξενούµενους ή τουλάχιστον όχι µακριά τους, ώστε να ενθαρρύνονται στη σύναψη γνωριµιών». 18

27 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης οικειοποίησής του. Η πρακτική αυτή οδηγεί στην αναζήτηση εναλλακτικών µορφών προσέγγισης της έννοιας της κουλτούρας. Ένας ανοικτός και προσιτός σε όλους δηµόσιος χώρος συνεπάγεται την αποδοχή της εξέλιξης, της πολλαπλότητας και της διαφορετικότητας ως συστατικών που συλλειτουργούν όχι µόνο µε το χώρο αλλά και µε το σύστηµα σηµασιών που οικειοποιείται κάθε κοινωνία. Ο τρόπος µε τον οποίο προσεγγίζεται η έννοια της κουλτούρας αφορά το πώς «βλέπει» καθένας τον διπλανό του, αλλά και το πώς διαχειρίζεται τη µνήµη του, τα ερωτήµατα που θέτει στις καθιερωµένες πολιτισµικές σηµασίες, τη σχέση του, τελικά, µε την ιστορία της πόλης. (ε) Η προσέγγιση της έννοιας της κουλτούρας Η κουλτούρα είναι σύστηµα σηµασιών το οποίο µοιράζονται άτοµα που ανήκουν στην ίδια κοινότητα, κοινωνική οµάδα ή έθνος και βάσει του οποίου αντιλαµβάνονται και ταξινοµούν τον κόσµο (Stuart Hall στο: Jess & Massey 1995, σ. 177). Οι αντιλήψεις όµως και οι δραστηριότητες των ατόµων δεν καθορίζονται µόνο από τα άτοµα. Εµπλέκονται κάθε φορά σε ένα περίπλοκο υφάδι σχέσεων το οποίο διαµορφώνεται στο πλαίσιο του κοινωνικο-ιστορικού πεδίου, σε αυτό που ο Κ. Καστοριάδης (1981, σ. 499) ονοµάζει ειδική θέσµιση της κοινωνίας στην οποία ζουν: στον κόσµο των σηµασιών ως προς τον οποίο (και αναφερόµενη σε αυτόν) υπάρχει η κοινωνία. Συνεπώς, η κουλτούρα δεν είναι ανεξάρτητη της κοινωνικής πρακτικής 16. Και ακόµα, δηµιουργεί δεσµούς, δίνει µια αίσθηση του «ποιοι είµαστε» και του «πού ανήκουµε». Ο ρόλος δηλαδή του κοινού συστήµατος σηµασιών είναι να απαντά σε ερωτήµατα όπως ο προσδιορισµός της ταυτότητας της κοινωνίας, η σχέση της µε τις άλλες κοινωνίες, η αντίληψή της για αυτές κ.ο.κ. Το βασικότερο σύστηµα σηµασιών σε µια κουλτούρα είναι η γλώσσα, µέσω της οποίας κατασκευάζουµε και επικοινωνούµε τις κοινές µας σηµασίες. Ο St. Hall επισηµαίνει ότι µπορούµε να κατανοήσουµε καλύτερα την έννοια της κουλτούρας εξετάζοντας τον τρόπο µε τον οποίο λειτουργεί η γλώσσα (στο: Jess & Massey 1995, σ ). Κάθε σηµασία στη γλώσσα είναι δέσµη αναφορών µε αφετηρία έναν όρο και γύρω από αυτόν. Έτσι µια λέξη παραπέµπει στα γλωσσικά της σηµαινόµενα. «Οι λέξεις», εξηγεί ο Claude Lévi-Strauss, «είναι εργαλεία, και καθένας µας µπορεί να τις χρησιµοποιεί όπως νοµίζει, φτάνει, προηγουµένως, να εξηγεί τις προθέσεις του» (στο: Braudel 2002, σ. 51). Εξετάζοντας την έννοια του χώρου είπαµε ότι η πόλη είναι ταυτόχρονα σηµαίνον και σηµαινόµενο. Αντίστοιχα και η έννοια της κουλτούρας περιέχει την αναφορά στις παραπληρωµατικές της σηµασίες, η ερµηνεία της δηλαδή είναι δυνατή µόνο µέσα από ένα σύστηµα σχέσεων και συσχετίσεων. Ακόµα τα γλωσσικά σηµαινόµενα δεν µπορούν να καταγραφούν σε ένα λεξικό παρά µόνο για µια «κατάσταση» της γλώσσας που θεωρείται δεδοµένη, για παράδειγµα, για µια νεκρή γλώσσα. Η διαρκής δυνατότητα ανάδυσης γλωσσικών σηµαινόµενων άλλων από αυτά που έχουν ήδη καταγραφεί είναι βασικό συστατικό µιας ζωντανής γλώσσας. Συνεπώς, κάθε σηµασία στη γλώσσα είναι ανοικτή και αντίστοιχα η κουλτούρα µιας κοινωνίας, ως σύστηµα 16 Όπως επισηµαίνει ο Κ. Καστοριάδης (1995, σ. 119), «θα ήταν µάλιστα επιφανειακό και ανεπαρκές να πούµε ότι κάθε κοινωνία περιέχει ένα σύστηµα ερµηνείας του κόσµου. Κάθε κοινωνία είναι ένα σύστηµα ερµηνείας του κόσµου». Ή πάλι µε τα λόγια του Fernard Braudel (2002, σ. 68): «Η κοινωνία δεν µπορεί να νοηθεί χωριστά από τον πολιτισµό ούτε ο πολιτισµός χωριστά από την κοινωνία: και οι δυο αυτές έννοιες αναφέρονται στην ίδια πραγµατικότητα. 19

28 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης σηµασιών, δεν µπορεί να νοηθεί ως κάτι στατικό και δεδοµένο. Εξελίσσεται, µεταλλάσσεται και στη διάρκεια του χρόνου νέες σηµασίες θεσµίζονται σε αυτή. Εκτός από το θεµελιώδες σύστηµα σηµασιών της γλώσσας, µια σειρά από ανάλογα συστήµατα συνθέτουν κάθε φορά αυτό που ονοµάζουµε κουλτούρα. Για παράδειγµα, η θρησκεία, ως κοινός κόσµος σηµασιών για µια οµάδα ανθρώπων, έχει παραδοσιακά συντελέσει στη διαµόρφωση ισχυρών δεσµών και ταυτοτήτων τέτοιων που σε ορισµένες περιπτώσεις οδήγησαν στη διχόνοια ή στη διαπόµπευση του «άλλου», όπως στην περίπτωση που αναφέρθηκε προηγουµένως των αλλόθρησκων µεταναστών στην Αγγλία του 19ου αιώνα. Μια άλλη ισχυρή πηγή διαµόρφωσης πολιτισµικών σηµασιών και ταυτοτήτων αποτελούν τα ήθη και τα έθιµα: τα χαρακτηριστικά γνωρίσµατα και οι παραδοσιακοί τρόποι µε τους οποίους µια κοινότητα, µια περιοχή σηµατοδοτεί ιστορικά τις ιδιαίτερες περιστάσεις της καθηµερινότητάς της (St. Hall στο: Jess & Massey 1995 σ ). Κεντρικές σηµασίες επίσης µιας κοινωνίας είναι η οικογένεια, ο νόµος, το κράτος αλλά και το χρήµα, η αρετή κ.λπ. 17. Οι σηµασίες αυτές είναι φαντασιακές 18 από την άποψη ότι δεν αποτελούν αντίγραφο ή αποτύπωµα ενός αντικειµενικά «πραγµατικού» κόσµου, δεν αντιστοιχούν δηλαδή σε «ορθολογικά» ή «πραγµατικά» στοιχεία αλλά τις έχει δηµιουργήσει η συγκεκριµένη κοινωνία. Υπό την έννοια αυτή η κοινωνία κάνει να υπάρξει ένας κόσµος σηµασιών και υπάρχει η ίδια αναφερόµενη σε αυτό τον κόσµο. ηλαδή η κουλτούρα είναι ανθρώπινη κατασκευή 19 και αντίστοιχα κάθε κοινωνία (όπως και η ταυτότητά της) είναι «κατασκευή», συγκρότηση, δηµιουργία ενός κόσµου του ιδιόκοσµού της. Η έννοια της κουλτούρας ερµηνεύεται συχνά µε «χωρικούς» όρους, νοείται δηλαδή ως το σύνολο των, σε γενικές γραµµές, σταθερών και αµετάβλητων γνωρισµάτων που χαρακτηρίζουν µια κοινότητα και τη διαφοροποιούν από τις άλλες. Η «χωροθέτηση» αυτή απορρέει σε µεγάλο βαθµό από την επιθυµία των ανθρώπων οριοθετώντας την κουλτούρα να νοιώσουν την ασφάλεια και την οικειότητα που παρέχει η αίσθηση ότι ανήκουν κάπου, ότι τους πλαισιώνει ένας κοινός κόσµος όταν δε ο κόσµος αυτός ταυτίζεται µε το έθνος η αίσθηση ασφάλειας προφανώς ισχυροποιείται (St. Hall στο: Jess & Massey 1995, σ. 176, 180). Η κουλτούρα όµως δεν είναι χωρική έννοια. Κοινότητες υπάρχουν αλλά η έννοια της κοινότητας περικλείει και την αντίληψη 17 Ο Jean François Lyotard (1993, σ. 62-4) εξετάζοντας την έννοια της γνώσης επισηµαίνει ότι ο γνώστης, ο ικανός να εκφέρει «καλές» αποφάνσεις κρίνεται µε βάση τα προσφυή κριτήρια (της δικαιοσύνης, της οµορφιάς, της αλήθειας και της αποτελεσµατικότητας) που έχουν γίνει δεκτά στον αποτελούµενο από τους συνοµιλητές του κύκλο. Η συναίνεση που επιτρέπει να περιγράψουµε µια παρόµοια γνώση και να διακρίνουµε εκείνον που γνωρίζει από εκείνον που δε γνωρίζει συνιστά τον πολιτισµό ενός λαού. 18 Ο Κ. Καστοριάδης (1995, σ. 177) ονοµάζει αυτό τον ιστό σηµασιών «µάγµα των κοινωνικών φαντασιακών σηµασιών που φέρονται από την, και ενσαρκώνονται στη, θέσµιση της δεδοµένης κοινωνίας». Ο ίδιος ερµηνεύει την έννοια του όρου φαντασιακός ως εξής: «Μιλούµε για φαντασιακό όταν θέλουµε να µιλήσουµε για κάτι το επινοηµένο είτε πρόκειται για απόλυτη επινόηση ( µια ιστορία εξ ολοκλήρου φανταστική ) ή για µια ολίσθηση, µια µετατόπιση νοήµατος όπου διαθέσιµα ήδη σύµβολα επενδύονται µε διαφορετικές από τις κανονικές σηµασίες τους [ ]. Και στις δυο περιπτώσεις εξυπακούεται ότι το φαντασιακό χωρίζεται από το πραγµατικό, είτε για να πάρει τη θέση του (ψέµα) είτε όχι (µυθιστόρηµα)» (Καστοριάδης 1981, σ. 189). 19 Όπως υποστηρίζει ο Ernst H. Gombrich (1995, σ. 125), «αυτό που ονοµάζουµε κουλτούρα ή πολιτισµό βασίζεται στην ικανότητα του ανθρώπου να είναι δηµιουργός-κατασκευαστής, να επινοεί απρόσµενες χρήσεις, να παράγει τεχνητά υποκατάστατα». 20

29 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης καθενός για αυτή, τις σηµασίες που συνδέουµε µαζί της όπως και την επιθυµία για ασφάλεια και σταθερότητα. Εξάλλου και ιστορικά η «χωρική» ερµηνεία της κουλτούρας δεν επαληθεύεται. «Η σταθερότητα του γεωγραφικού χώρου στον οποίο είναι εδραιωµένος ένας πολιτισµός, και των ορίων του χώρου αυτού, δε σηµαίνει στεγανότητα. Τα πολιτισµικά αγαθά ταξιδεύουν προς όλες τις κατευθύνσεις, και περνούν συνεχώς από τον ένα γεωγραφικό χώρο στον άλλο» (Braudel, 2002, σ. 66). Ενδεικτικό παράδειγµα για την ποικιλία και τις διαφορές σε κάθε κουλτούρα αποτελούν οι αντιλήψεις για το δηµόσιο και το ιδιωτικό όπως καταγράφονται στη µελέτη του J.L. Pinol (2000, σ. 178, 259). Στις υτικές κοινωνίες του 19ου αιώνα στον ιδιωτικό χώρο οι µεγάλες επιφάνειες, η πολυτέλεια και η άνεση είναι προνόµιο των ανώτερων κοινωνικών τάξεων. Η διαρρύθµιση των αριστοκρατικών κατοικιών βασίζεται στην έννοια της διάκρισης µεταξύ δηµόσιου/ ιδιωτικού, κοινωνικού/ οικογενειακού βίου, κυρίων/ υπηρετών και αρσενικού/ θηλυκού. Όσο ο πλούτος και ο χώρος µειώνονται, τόσο οι οργανωτικές αυτές αρχές ατονούν. Οι διακρίσεις είναι περισσότερο ασαφείς και οι παραβιάσεις τους συχνότερες. Από την άλλη πλευρά η έλλειψη ανέσεων στις εργατικές κατοικίες ευνοεί την αλληλεγγύη µεταξύ των γειτόνων. Η θαλπωρή της κοινότητας σε αυτή την περίπτωση έχει µεγαλύτερη αξία από ό,τι οι ανέσεις της κατοικίας. Έτσι σε αντίθεση µε ό,τι συµβαίνει στην καθηµερινότητα των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, στη ζωή της εργατικής τάξης ο δρόµος και η γειτονιά παίζουν σηµαντικότερο ρόλο από ό,τι η εστία και η οικογενειακή ατµόσφαιρα. Η κουλτούρα δεν είναι απλή και οµοιογενής οντότητα, αποτελείται από πολυσύνθετα και ετερογενή στοιχεία και ως συνεχής διαδικασία σηµατοδοτείται κάθε φορά από ρήξεις µε τις καθιερωµένες συνήθειες και αξίες. Από µία άποψη, ό,τι αναφέρθηκε παραπάνω για την προσέγγιση της έννοιας του χώρου µπορεί να ειπωθεί και για την κουλτούρα. Ο κόσµος των σηµασιών µιας οµάδας, µιας κοινότητας ή ενός έθνους δεν είναι στατικός και δεδοµένος, αντίθετα αποτελεί, όπως και κάθε τόπος, σηµείο συνάντησης και συνάθροισης ιδιαίτερων στοιχείων. Με άλλα λόγια, διαµορφώνεται από το υφάδι των κοινωνικών σχέσεων και επαφών, που σηµαίνει ότι εξελίσσεται και µεταλλάσσεται µέσα στο χρόνο. Η «χωρική» προσέγγιση της κουλτούρας εγείρει σειρά από ζητήµατα που συνδέονται άµεσα µε τη συγκρότηση της δηµόσιας σφαίρας της πόλης. Όταν ένα κοινωνικό σύστηµα σηµασιών θεωρείται αµετάβλητο µέσα στο χρόνο (και το χώρο) του προσδίδεται µια «καθολικότητα», σαν οι σηµασίες αυτές να ήταν «ήδη εδώ» και πάντα να αναγνωρίζονταν ως τέτοιες. Η λογική αυτή αφενός δυσκολεύεται να αµφισβητήσει τις καθιερωµένες σηµασίες και να αναγνωρίσει το διαφορετικό ή καινοτόµο, αφετέρου µπορεί να καταλήξει στην επιβολή µιας δεδοµένης σηµασίας σε µια κουλτούρα. Μια τέτοια «επιβολή» θα µπορούσαµε να πούµε ότι αποτελούν τα κοινωνικά στερεότυπα. Ακόµα, η «χωρική» προσέγγιση αποτελεί παράλληλα και µια πολύ συγκεκριµένη «µατιά» στο παρελθόν, µια µορφή χειραγώγησης της µνήµης που αποσκοπεί στην επιβολή ενός «ιδανικού» πρότυπου σηµασιών. Μέσω αυτής της διαδικασίας σφυρηλατείται µια ισχυρή ταυτότητα, η οποία όµως ισχυροποιείται διαφοροποιούµενη από άλλες νοούµενες ως «υποδεέστερες» ταυτότητες. Στο µεγαλύτερο µέρος της ιστορίας έχουµε να κάνουµε µε κοινωνίες και κοινότητες για τις οποίες το παρελθόν αποτελεί στην ουσία ένα µοντέλο για την αναµόρφωση του παρόντος. Οι παλιές µέρες δηλαδή θεωρούνται οι µόνες καλές, εκεί που πρέπει η κοινωνία να επιστρέψει. Ο E. Hobsbawm (1998, σ. 44) επισηµαίνει ότι η άποψη αυτή εξακολουθεί και σήµερα να είναι πολύ ζωντανή. «Σε ολόκληρο τον κόσµο άνθρωποι και πολιτικά κινήµατα 21

30 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης ορίζουν την ουτοπία ως νοσταλγία: µια επιστροφή στην παλιά καλή ηθικότητα, στην παλιά θρησκεία, στις αξίες της Αµερικής των µικρών πόλεων του 1900, στην κατά γράµµα πίστη στη Βίβλο ή στο Κοράνι που είναι αρχαία κείµενα κ.ο.κ.». Καθώς µια κατά κυριολεξία επιστροφή στο παρελθόν δεν είναι δυνατή, η αντίληψη αυτή είτε στηρίζεται στην παραδοχή ότι υπάρχει µια παραδοσιακή κοινωνία στατική και αµετάλλακτη την οποία µπορούµε σήµερα να αναβιώσουµε, είτε αναφέρεται στην επιστροφή σε κάτι που ποτέ δεν υπήρξε αλλά επινοήθηκε επί τούτου. Και στις δυο περιπτώσεις το παρελθόν χρησιµοποιείται ως εργαλείο µιας επιλεκτικής ανάγνωσης της ιστορίας που έχει σκοπό να εξυπηρετήσει συγκεκριµένες επιλογές, επιλογές που αφορούν συχνά την ενίσχυση της ταυτότητας µιας κοινότητας ή ενός έθνους. Το κλασικό παράδειγµα µιας ταυτότητας που στηρίζεται στο παρελθόν µέσω µύθων µεταµφιεσµένων σε ιστορία είναι ο εθνικισµός (Hobsbawm 1998, σ. 324). Τόσο η «χωρική» αντίληψη της κουλτούρας (και αντίστοιχα η αποδοχή της ύπαρξης µιας «καθολικής» κοινωνίας) όσο και η παραποίηση της ιστορίας για να αποδοθεί στην εθνική οµάδα ανέκαθεν συνοχή και οµοιογένεια, δεν οδηγούν στην κατανόηση της κοινωνίας και των διαδικασιών αλλαγής της. Αντίθετα αποσκοπούν να επηρεάσουν τα άτοµα ώστε να τη δέχονται όπως είναι, να είναι περήφανα για αυτή, να νοιώθουν ασφάλεια ή να γίνουν «καλοί» πολίτες του έθνους. (στ) Προϋποθέσεις και αναγκαία κριτήρια συγκρότησης του δηµόσιου χώρου Ένας χώρος είναι πράγµατι δηµόσιος όταν ανήκει σε όλους και είναι ανοικτός στη συµµετοχή όλων. Εάν κάποιοι στερούνται του προνοµίου συµµετοχής, αυτό σηµαίνει και στέρηση της πραγµατικότητας, η οποία στην ουσία είναι δηµόσια εµφάνιση η ίδια, καθώς για τους ανθρώπους η πραγµατικότητα επιβεβαιώνεται από την παρουσία των άλλων και από την εµφάνιση καθενός στους άλλους 20. Η πραγµατικότητα κάθε κοινωνίας και η αποδοχή της είναι έργο της θέσµισης. Η κοινωνία δηλαδή, µέσω της θέσµισης του κόσµου των σηµασιών της, είναι εκείνη που καθορίζει αυτό που είναι «πραγµατικό» και αυτό που δεν είναι. Οτιδήποτε εµφανίζεται, οτιδήποτε συµβαίνει σε µια κοινωνία οφείλει να σηµαίνει κάτι για αυτή ή διαφορετικά πρέπει να κηρυχθεί ρητά «στερούµενο νοήµατος». Αυτές οι σηµασίες δίνουν νόηµα στις δραστηριότητες, στις επιλογές των ανθρώπων, καθώς και στον κόσµο που δηµιουργούν και µέσα στον οποίο οι άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν. Υπό την άποψη αυτή δεν µπορεί να υπάρξει ατοµική δηµιουργία νοήµατος αν δεν εγγράφεται στο πλαίσιο µιας συλλογικής δηµιουργίας νοηµάτων (Καστοριάδης 2000, σ. 83-4, 263 και 1995, σ ). Ιστορικά η δηµόσια σφαίρα της πόλης αποκτά σηµασία ακριβώς όταν κοινωνικές οµάδες αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοιες, διαµορφώνουν αιτήµατα και πρακτικές συµµετοχής στη διαχείριση των κοινών και η εξουσία βρίσκεται υποχρεωµένη να συνδιαλλαγεί µαζί τους (Βαΐου 2002, σ. 70 και Cottereau & Ladrière 1992, σ. 43) Την αντίληψη αυτή διατυπώνει η H. Arendt (1986, σ. 272) αναφερόµενη στη θεωρία του Αριστοτέλη: Ό,τι εµφανίζεται σε όλους, αυτό αποκαλούµε Ον, και ό,τι στερείται αυτή την εµφάνιση έρχεται και παρέρχεται σαν όνειρο που µας ανήκει προσωπικά και αποκλειστικά αλλά δεν έχει πραγµατικότητα. 21 Και σε αυτό το σηµείο το παράδειγµα της Πόλης των Αθηναίων είναι διαφωτιστικό για τη συγκρότηση της δηµόσιας σφαίρας. Η αρχαία ελληνική πόλις δεν µπορεί να ονοµασθεί κράτος µε την έννοια που έχει ο όρος αυτός σήµερα την έννοια ενός µηχανισµού ανεξάρτητου και ξέχωρου από την κοινωνία καθώς ο δήµος ασκεί την εξουσία ως άµεση δηµοκρατία, χωρίς «αντιπροσώπους». Υπό 22

31 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Συµµετέχοντας στη δηµόσια σφαίρα τα άτοµα αντιλαµβάνονται τον εαυτό τους ίσο προς ίσο µε τους άλλους. Ίση δυνατότητα συµµετοχής σηµαίνει αφενός ισότητα έναντι του νόµου (ισονοµία) καθώς και την πραγµατική παροχή σε όλους των κάθε είδους προϋποθέσεων για αυτή τη συµµετοχή. Αφετέρου όµως η απαίτηση για ισότητα δεν αφορά µόνο «παθητικά» δικαιώµατα. Όπως επισηµαίνει ο Κ. Καστοριάδης (1995, σ. 223, 230) «το νόηµα της είναι επίσης, και ιδίως, εκείνο µιας ίσης δραστηριότητας, µιας ίσης συµµετοχής, µιας ίσης ευθύνης». Η ισότητα δεν είναι εµπειρικό γεγονός, «είναι η υπόθεση κάθε ορθολογικού λόγου, εφόσον ένας τέτοιος λόγος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός δηµόσιου χώρου της σκέψης και ενός δηµόσιου χρόνου της σκέψης που είναι και οι δυο ανοικτοί, σε όλους και στον οποιοδήποτε» 22. Υπό την έννοια αυτή η ύπαρξη δηµόσιας σφαίρας στηρίζεται, πρώτον, στη διάρκεια. Ο δηµόσιος χώρος ως κοινός κόσµος είναι ο χώρος στον οποίο µπαίνουµε όταν γεννιόµαστε και ο χώρος τον οποίο αφήνουµε πίσω µας όταν πεθαίνουµε. Υπερβαίνει το χρόνο της ζωής µας τόσο προς το παρελθόν όσο και προς το µέλλον (Arendt 1986, σ. 81). Αυτό για την αρχαία ελληνική αντίληψη σήµαινε ότι ο κόσµος δεν είναι καµωµένος για τους ανθρώπους ούτε ενδιαφέρεται για αυτούς, ότι δηλαδή δεν υπάρχει κάποια υπερβατική, εξωκοσµική δύναµη που καθορίζει τις πράξεις των ανθρώπων: «Το σηµαντικό για µας γίνεται εδώ, εξαρτάται από µας κι εµείς θα το κάνουµε. ε θα το κάνει ούτε ο θεός, ούτε η ιστορική αναγκαιότητα, ούτε καµία πολιτική διεύθυνση, κάτοχος της επιστηµονικής σοφίας επί των πολιτικών πραγµάτων» 23. Με άλλα λόγια δηµόσιος χρόνος της σκέψης σηµαίνει ότι δεν υπάρχουν «καθολικές», δεδοµένες σηµασίες που ορίζουν τη ζωή των ανθρώπων, και αυτό µας οδηγεί στη δεύτερη και βασικότερη προϋπόθεση για την ύπαρξη µιας δηµόσιας σφαίρας: την αµφισβήτηση. Ο δηµόσιος χώρος είναι το πεδίο εκείνο στο οποίο µπορούν να τεθούν όλα τα ζητήµατα. Για παράδειγµα, ακόµα και έννοιες όπως εκείνη της ελευθερίας ή της δικαιοσύνης είναι αποτιµητέες ιδέες, κάτι που σηµαίνει διαφορετικά πράγµατα για διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικούς καιρούς (Sennett 1999, σ. 54). Ο κόσµος των σηµασιών κάθε κοινωνίας είναι διαρκώς ανοικτός στην επαλήθευση ή στην αλλαγή, καθώς το πιο σηµαντικό ανάµεσα στα δηµιουργήµατα της ανθρώπινης ιστορίας είναι εκείνο που δίνει τη δυνατότητα στη συγκεκριµένη κοινωνία να αυτοαµφισβητείται (Καστοριάδης 2000, σ. 136). Τη δυνατότητα αυτή παρατηρούµε στην Αρχαία Ελλάδα και πολύ αργότερα, στα τέλη του 18ου αιώνα, στη υτική Ευρώπη και στις κοινωνίες που επηρεάστηκαν από αυτή 24. αυτό το καθεστώς η Πόλη των Αθηναίων είναι αυτόνοµη που σηµαίνει ότι δίνει η ίδια στον εαυτό της τους νόµους της, αυτόδικη που σηµαίνει ότι τα δικά της δικαστήρια αποφασίζουν για όλες τις αµφισβητήσεις που είναι δυνατό να προκύψουν και τέλος αυτοτελής που σηµαίνει ότι η Πόλη αυτοκυβερνάται, ότι δηλαδή οι βασικές αποφάσεις για την πολιτική ζωή της κοινότητας παίρνονται από την εκκλησία του δήµου (βλ. αναλυτικά στο: Καστοριάδης 1999, σ ). 22 Με τον όρο δηµόσιος χρόνος ο Κ. Καστοριάδης (1995, σ. 197) εννοεί «την ανάδυση µιας διάστασης όπου η συλλογικότητα µπορεί να επιθεωρεί το δικό της παρελθόν, ως αποτέλεσµα των δικών της πράξεων, και όπου ανοίγεται ένα ακαθόριστο µέλλον ως πεδίο των δραστηριοτήτων της». 23 Η αντίληψη αυτή έρχεται σε αντίθεση µε τη χριστιανική έννοια της σωτηρίας της ψυχής ως κοινό καλό. Για την αρχαία ελληνική σκέψη η µετά θάνατον ζωή ή δεν υπάρχει ή αν υπάρχει είναι πολύ χειρότερη από την επίγεια (βλ. Καστοριάδης 1999, σ και Arendt 1986, σ. 81). 24 Αυτή η εξάλειψη του «εκ των προτέρων δεδοµένου» νοήµατος, επισηµαίνει ο Κ. Καστορίαδης (2000, σ. 86), έβαλε την Ευρώπη από το 1800 ως το 1950 περίπου σε µια περίοδο εκπληκτικής δηµιουργίας σε όλα τα πεδία (τόσο στο χώρο της τέχνης όσο και σε εκείνο της επιστήµης). Το 1950 περίπου ο υτικός κόσµος µπαίνει σε κρίση και η κρίση αυτή συνίσταται ακριβώς στο ότι «παύει να θέτει πραγµατικά τον εαυτό του υπό αµφισβήτηση». 23

32 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Αυτοαµφισβήτηση της κοινωνίας σηµαίνει αµφισβήτηση των παραδοσιακών, κληρονοµηµένων θεσµών των νόµων, µε τη στενή σηµασία του όρου, αλλά και των κοινωνικών αντιλήψεων για τον κόσµο. Σηµαίνει ότι οι κοινωνικές σηµασίες εξελίσσονται και ότι η κοινωνία δεν είναι υποχρεωµένη να επαναλαµβάνει την παράδοση (σαν πρότυπο προς µίµηση) για να έχει σχέση µαζί της. Σηµαίνει δηλαδή αποδοχή ή άρνηση ξένων πολιτισµικών στοιχείων και, όπως παρατηρεί ο F. Braudel (2002, σ. 87), τη διαδικασία αυτή κάθε πολιτισµός την εφαρµόζει µε αργούς ρυθµούς και απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. «Σχεδόν πάντα µια τέτοια επιλογή γίνεται µε τρόπο σχεδόν ανεπαίσθητο ή και καθόλου συνειδητό. Ωστόσο, χάρη σε αυτές ακριβώς τις επιλογές, ένας πολιτισµός σιγά σιγά µεταβάλλεται διαχωρίζοντας τη θέση του απέναντι σε ένα µέρος από το ίδιο του το παρελθόν». Αυτοαµφισβήτηση σηµαίνει ότι ο δηµόσιος χώρος είναι ανοικτός στην καινοτοµία και στη διαφορετικότητα µε άλλα λόγια ό,τι διαφέρει έχει θέση σε αυτόν, χωρίς να εξαναγκάζεται να εξοµοιωθεί µε το σύνολο. Η αµφισβήτηση παγιωµένων νοηµάτων είναι έργο της αυτοθέσµισης της κοινωνίας. Την ιδιότητα αυτή ο Κ. Καστοριάδης (1995, σ ) ονοµάζει αυτονοµία. Μια αυτόνοµη κοινωνία θέτει υπό αµφισβήτηση την ίδια της τη θέσµιση: «εµείς κάνουµε τους νόµους, το ξέρουµε, είµαστε λοιπόν υπεύθυνοι για τους νόµους µας, άρα πρέπει να διερωτόµαστε κάθε φορά γιατί αυτός ο νόµος και όχι ένας άλλος». Αντίθετα το «εκ των προτέρων δεδοµένο» νόηµα είναι η ετερονοµία. «Η κατάσταση όπου οι νόµοι, οι αρχές, οι νόρµες, οι αξίες και οι σηµασίες είναι δεδοµένες µια για πάντα και όπου η κοινωνία, ή το άτοµο, ανάλογα µε την περίπτωση, δεν έχει καµία δυνατότητα να δράσει επ αυτών». Η ετερονοµία µπορεί να θεωρηθεί επίσης και ως ο εγκλωβισµός της φαντασίας κάθε ανθρώπου στην επανάληψη υπό την έννοια της εµµονής σε αρχές ή δόγµατα, της άνευ όρων παραδοχής µιας δεδοµένης, «καθολικής» ερµηνείας του κόσµου 25. Η αυτονοµία στο επίπεδο του ατόµου αποτελεί θέσµιση µιας καινούργιας σχέσης ανάµεσα στον εαυτό του και στο ασυνείδητό του µια σχέση που αφορά τη δράση σε απόσταση από το εγώ. Η διεργασία αυτή έχει σειρά από θεσµικές προϋποθέσεις, χρειάζεται τους θεσµούς εκείνους που θα επιτρέψουν στο άτοµο, ως µέλος της κοινότητας, να αναπτύξει την ατοµική του αυτονοµία τις θεσµικές δηλαδή προϋποθέσεις που διαµορφώνονται µόνο σε ένα αληθινά δηµοκρατικό καθεστώτος. Αυτό συνεπάγεται αφενός ότι δεν µπορεί να υπάρξει ατοµική αυτονοµία αν δεν υπάρχει συλλογική αυτονοµία δηµόσιος δηλαδή χώρος ανοικτός στη συµµετοχή όλων. Αφετέρου ότι σε µια αυτόνοµη κοινωνία (σε µια αληθινά δηµοκρατική κοινωνία) τα άτοµα µπορούν να κάνουν οτιδήποτε, οφείλουν όµως να ξέρουν ότι δεν πρέπει να κάνουν οτιδήποτε, και υπό την έννοια αυτή η αυτόνοµη κοινωνία λειτουργεί ως θεσµός διαρκούς παίδευσης των ατόµων (Καστοριάδης 1995, σ. 199 και 2000, σ. 97, 258). Ο Tzvetan Todorov 25 Ο Κ. Καστοριάδης (1999, σ. 20 και 2000, σ. 87) συνδέει την έννοια της αυτονοµίας µε την αρχαία ελληνική σύλληψη του Χάους (σύµφωνα µε την οποία το σύνολο των όντων γεννιέται από το χάος, δηλαδή από το τίποτα, το κενό, το µηδέν). Με βάση το συλλογισµό αυτό η αυτονοµία είναι το παράθυρο της κοινωνίας που ατενίζει το χάος και ταυτόχρονα η µορφή που έχει δοθεί σε αυτό το χάος ενώ η θρησκεία, ως κατεξοχήν έκφραση της ετερονοµίας, είναι το παράθυρο προς το χάος και το προσωπείο που συγκαλύπτει το χάος αυτό. Μια αυτόνοµη κοινωνία «γνωρίζει, οφείλει να γνωρίζει, ότι δεν υπάρχει εξασφαλισµένη σηµασία, ότι ζει πάνω στο χάος, ότι και η ίδια είναι χάος το οποίο οφείλει να προσδώσει στον εαυτό του µορφή, µορφή η οποία ποτέ δεν καθορίζεται άπαξ δια παντός». 24

33 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης (1995, σ. 90) επισηµαίνει ότι σε παλιότερες κοινωνίες, όπως για παράδειγµα στη µοναρχική Γαλλία του ancien régime, τα άτοµα υποτάσσονταν σε νόµους που τους ερχόταν «απέξω» και στους οποίους δεν είχαν καµία επιρροή: ήταν η φυσική τάξη ή το θεϊκό δίκαιο που όριζαν τη βασιλική εξουσία και τους θεσµούς του κράτους. Στη δηµοκρατία τα άτοµα απαιτούν δικαιωµατικά να είναι υπεύθυνοι για τον εαυτό τους και τις πράξεις τους. Αυτή ακριβώς η απαίτηση είναι έργο της αυτόνοµης κοινωνίας. Συνεπώς, προϋπόθεση για τη συγκρότηση δηµόσιου χώρου αποτελούν οι δηµοκρατικοί εκείνοι θεσµοί οι οποίοι αφενός τον καθιστούν κοινό πεδίο της δηµόσιας εµφάνισης, αφετέρου προσπαθούν, στο µέτρο του εφικτού, το περιεχόµενο αυτής της εµφάνισης να είναι προϊόν της ατοµικής και συλλογικής αυτονοµίας. Ωστόσο αυτονοµία σηµαίνει επίσης συνείδηση ότι η πόλη δεν είναι αποτέλεσµα της µοίρας, αλλά της στάσης των ανθρώπων απέναντί της σε ατοµικό και συλλογικό επίπεδο. Σηµαίνει δηλαδή ότι η αντίληψη για το χώρο, την κοινωνία και την κουλτούρα της, όπως και η οικειοποίηση του χώρου της πόλης είναι πολιτικές πράξεις και ως τέτοιες περικλείουν το δικαίωµα αλλά και τη δέσµευση συµµετοχής. Σηµαίνει ακόµα ότι οι αντιλήψεις για το δηµόσιο χώρο µένουν διαρκώς ανοικτές στην αµφισβήτηση. Με βάση τις προϋποθέσεις αυτές ο δηµόσιος χώρος καθίσταται χώρος της κοινωνικής αλληλενέργειας 26, χώρος στον οποίο τα άτοµα δηµιουργούν το νόηµα της ζωής τους συµµετέχοντας στην πολιτική ζωή, συµµετέχοντας δηλαδή στις σηµασίες που δηµιουργεί η κοινωνία τους είτε ενεργητικά ως «αυτουργοί», είτε ως «δέκτες» (κοινό) αυτών των σηµασιών. Με άλλα λόγια ένας σύγχρονος ορισµός του δηµόσιου χώρου θα µπορούσε να είναι: το κατεξοχήν πεδίο της κριτικής σκέψης µιας δηµοκρατικής κοινωνίας. 26 Τον όρο αυτό χρησιµοποιεί ο R. Sennett (1999, σ. 277). Ο J. Habermas ερµηνεύει το δηµόσιο χώρο ως χώρο ανταλλαγής του δηµόσιου λόγου και στο έργο του Théorie de l agir communicationnel αποκαλεί τον ανταλλακτικό αυτό λόγο ενεργητική επικοινωνία (στο: Sfez 2000, σ. 74). 25

34 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης 1.2. Ο σύγχρονος δηµόσιος χώρος: πρώτη προσέγγιση (α) Σηµεία καµπής στην εξέλιξη της κοινωνικοπολιτικής δοµής του δηµόσιου χώρου Αναφέρθηκε ήδη ότι ο δηµόσιος χώρος, ως έννοια, εισάγεται στο διάλογο για την πόλη µόλις στα µέσα του 20ού αιώνα σε µια προσπάθεια διεύρυνσης της µονοσήµαντης «χωρικής» προσέγγισής του και ανάδειξης ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών ζητηµάτων όπως του αποκλεισµού συγκεκριµένων κάθε φορά οµάδων από τις διαδικασίες και τους χώρους αποφάσεων και την πολιτική ζωή της πόλης γενικότερα. Θα µπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ο προβληµατισµός αυτός πηγάζει σε κάποιο βαθµό και από την επιθυµία κατανόησης και αναπροσδιορισµού της σηµασίας του σύγχρονου δηµόσιου χώρου, όπως επίσης και από την κριτική στάση που αναπτύσσεται σήµερα απέναντι στους πιο πρόσφατους µετασχηµατισµούς του 27. Υπό το πρίσµα αυτό η συζήτηση γύρω από τις σύγχρονες ερµηνείες του χώρου πλαισιώνεται και από αναζητήσεις στο µακρύ παρελθόν της ιστορίας των πόλεων, τη διερεύνηση δηλαδή των ιστορικών γεγονότων και καταστάσεων που καθόρισαν την εξέλιξη του δηµόσιου χώρου, διαµορφώνοντας τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του. Από τις ιστορικές αυτές προσεγγίσεις προκύπτει κυρίως ότι µέσα στο µεγάλο χρονικό διάστηµα από το Μεσαίωνα µέχρι σήµερα η ιστορία ανάπτυξης της ευρωπαϊκής πόλης, αρχικά, και στη συνέχεια ολόκληρου του υτικού κόσµου, συνδέεται µε τη συγκρότηση ενός όλο και πιο σύνθετου δηµόσιου χώρου. Ο χώρος αυτός έχει τις ρίζες του στη µεσαιωνική πόλη, αναπτύσσεται τα χρόνια διάδοσης των χριστιανικών αξιών και, από τον 16ο περίπου αιώνα, στο πλαίσιο της καπιταλιστικής επιχείρησης. Η συγκρότησή του εξελίσσεται επίσης την εποχή του βιοµηχανικού καπιταλισµού, ενώ στη µακρόχρονη αυτή πορεία τη µορφή του καθορίζουν πολυάριθµες µετατοπίσεις που υφίστανται τα όρια µεταξύ «δηµόσιου» και «ιδιωτικού». Με άλλα λόγια, τόσο τα σύγχρονα χαρακτηριστικά της πόλης όσο και οι αντιλήψεις που επικρατούν σήµερα για αυτή διαµορφώνονται σταδιακά, από τα µεσαιωνικά χρόνια µέχρι τις µέρες µας, στο πλαίσιο των αλλαγών που σηµατοδότησαν τη σχέση µεταξύ δηµόσιου και ιδιωτικού χώρου. Η σύγχρονη δηµόσια σφαίρα είναι ειδικό γνώρισµα της «αστικής κοινωνίας», καθώς γεννιέται µαζί µε την εµφάνιση της κοινωνικής σφαίρας στο πλαίσιο του εθνικού κράτους (Habermas 1961, σ. 15). Σε αυτό ακριβώς το σηµείο, στις πρώτες εκδηλώσεις µιας «άµεστης» ακόµα δηµόσιας σφαίρας, η H. Arendt (1986, σ. 46-7, 53) εντοπίζει την πρώτη αλλαγή στη σχέση δηµόσιου-ιδιωτικού. Η δηµόσια και η ιδιωτική σφαίρα, όπως υποστηρίζει, έχουν υπάρξει ως ξεχωριστές οντότητες από την εµφάνιση τουλάχιστον της αρχαίας πόλης-κράτους. Με την εµφάνιση της κοινωνικής σφαίρας «δηλαδή την εµφάνιση του νοικοκυριού (οικία) ή των οικονοµικών δραστηριοτήτων στον δηµόσιο τοµέα, η οικιακή διαχείριση και όλα τα ζητήµατα που ανήκαν πρώτα στην ιδιωτική σφαίρα της οικογένειας, έχουν γίνει συλλογική µέριµνα. Στον νεότερο κόσµο οι δυο αυτοί χώροι στην πραγµατικότητα έρεαν συνεχώς ο ένας µέσα στον άλλο σαν κύµατα µέσα στο ασίγαστο ρεύµα της ίδιας της πορείας της ζωής». Η διαρκής αλλαγή 27 Ενδεικτικό είναι το, µάλλον ειρωνικό, σχόλιο του François Tomas (2002, σ. 13) για την καθυστέρηση µε την οποία εισάγεται στο διάλογο για την πόλη η έννοια του δηµόσιου χώρου µε πρόθεση στην ουσία να ανακοινωθεί σήµερα ο «θάνατός» του. 26

35 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης στη σχέση δηµόσιου-ιδιωτικού έχει ως αποτέλεσµα, στη σύγχρονη αντίληψη, τα όρια µεταξύ των δυο αυτών χώρων να εµφανίζονται όλο και πιο συγκεχυµένα, «γιατί βλέπουµε το σύνολο των ανθρώπων και των πολιτικών κοινοτήτων να σχηµατίζουν την εικόνα µιας οικογένειας της οποίας τις καθηµερινές υποθέσεις πρέπει να τις φροντίζει µια γιγαντιαία, εθνικής κλίµακας, οικιακή διαχείριση». Η αστική κοινωνία έχει τις ρίζες της στην ακµή του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα. Ωστόσο η «δηµόσια σφαίρα» που αναπτύσσεται εκείνα τα χρόνια έχει τη µονοσήµαντη µορφή της δηµόσιας επίσηµης εµφάνισης. Όπως επισηµαίνει ο J. Habermas (1961, σ. 9-10), δεν µπορεί, για παράδειγµα, να γίνει λόγος για τη λεγόµενη «κοινή γνώµη» πριν από τον όψιµο 17ο αιώνα στην Αγγλία και πριν από τον 18ο στη Γαλλία. Η αρχική αυτή µορφή δηµόσιας παρουσίας αποκτά τα χαρακτηριστικά µιας δηµόσιας σφαίρας ενός χώρου ανταλλαγής του δηµόσιου λόγου πολύ αργότερα, όταν µε την πτώση του ancien régime στην κοινωνία της υτικής Ευρώπης δηµιουργείται για πρώτη φορά (από την εποχή της αρχαίας ελληνικής πόλης) η δυνατότητα αυτοαµφισβήτησης (Καστοριάδης 2000, σ. 85). Στο τέλος του 18ου αιώνα η ευρωπαϊκή δηµιουργία αρχίζει να απελευθερώνεται από τα δεσµά των «εκ των προτέρων δεδοµένων» νοηµάτων του παρελθόντος και µέσα από τη νέα σχέση της κοινωνίας µε την παράδοσή της διαµορφώνονται σταδιακά οι κατάλληλες συνθήκες για τη συγκρότηση µιας δηµόσιας σφαίρας. Η αρχή της αµφισβήτησης οδηγεί στην κοινωνική πάλη εναντίον της αριστοκρατίας και στην εγκαθίδρυση δηµοκρατικών καθεστώτων. Όµως στο διάστηµα αυτό (του βιοµηχανικού καπιταλισµού) τα όρια µεταξύ δηµόσιου και ιδιωτικού εµφανίζονται όλο και πιο συγκεχυµένα, γεγονός που συνδέεται και µε την εµφάνιση της «αστικής κουλτούρας», η οποία, όπως θα δούµε, υιοθετώντας τη «στατική» ερµηνεία του κόσµου, συντελεί στην ολοένα και εντονότερη µεταβίβαση του βάρους από τη δηµόσια στην ιδιωτική ζωή διαδικασία που υπονοµεύει, εν τέλει, τη δυνατότητα αυτοαµφισβήτησης της κοινωνίας. (α.1) Η µεσαιωνική πόλη και οι πρώτες αλλαγές στη σχέση δηµόσιου-ιδιωτικού Σύµφωνα µε τον ιστορικό Jacques Le Goff (1997, σ. 7-8) η σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη αποτελεί συνέχεια της µεσαιωνικής. Όλο το διάστηµα που µεσολαβεί από τον 11ο αιώνα µέχρι τις µέρες µας, µε τις συνέχειες ή ασυνέχειές του, είναι η «µεγάλη διάρκεια», ο ιστορικός χρόνος των σύγχρονων αστικών φαινοµένων. Η δηµογραφική εξάπλωση στα πρώτα χρόνια του Μεσαίωνα οδηγεί στην αύξηση του αριθµού των τεχνιτών και των εµπόρων που ζουν στο περιθώριο του φεουδαρχικού κόσµου. Η οχυρωµένη πόλη δεν επαρκεί για να τους δεχτεί, δηµιουργούνται έτσι προ των πυλών άλλοι οικισµοί τα προάστια που σύντοµα αποκτούν διαστάσεις συγκρίσιµες µε τον αρχικό πυρήνα της πόλης (Benevolo 1997, σ. 83-4). Ο J. Le Goff υποστηρίζει ότι το σηµείο εκκίνησης των πόλεων βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη µετατόπιση των κέντρων εξουσίας από την ύπαιθρο προς την πόλη Αντίστοιχα ο F. Braudel (2002, σ ) επισηµαίνει ότι η µακρόχρονη ύφεση που γνώρισε η Ευρώπη, είχε καταλήξει τον 10ο αιώνα σε µια τροµακτική υποβάθµιση των πόλεων. «Όταν η πορεία της οικονοµίας άλλαξε κατεύθυνση, µε την υλική ανάκαµψη που συντελέστηκε από τον 11ο ως τον 13ο αιώνα, τότε ακριβώς άρχισε και µια ζωηρή αναγέννηση των πόλεων. Όλα δίνουν την εντύπωση ότι το καινούργιο αυτό ξεκίνηµα ευνοεί περισσότερο τις πόλεις, οι οποίες φτάνουν στην ευηµερία πιο γρήγορα από τα δυσκίνητα εδαφικά κράτη. Τα οποία, µόλις τον 15ο αιώνα, το νωρίτερο, θα αρχίσουν 27

36 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Η γειτονική ύπαιθρος που περιβάλλει τις µεσαιωνικές πόλεις βρίσκεται συχνά υπό την εξουσία τους. Μέσα στην πόλη διαµορφώνονται τα νέα επαγγέλµατα αλλά και µια ορισµένη κοινωνική οργάνωση γύρω από αυτά οι συντεχνίες επαγγελµάτων. Οι οικονοµικές και πολιτικές σχέσεις της πόλης µε την ύπαιθρο διευθετούνται σύµφωνα µε τα περιορισµένα συµφέροντα του αστικού πληθυσµού, και αυτός µε τη σειρά του δεν αποτελεί ένα σώµα µε ενιαία έκφραση, όπως οι συνελεύσεις των ελληνικών πόλεων: η άρχουσα τάξη που αντιπροσωπεύεται στις συνελεύσεις διευρύνεται προοδευτικά, αλλά δε φτάνει ποτέ να περιλάβει τους µισθωτούς (Benevolo 1997, σ. 85) 29. Η προσωρινότητα της εργασίας των µισθωτών και η απαίτηση των εµπόρων για απεγκλωβισµό από το πολιτικό φεουδαρχικό σύστηµα οδηγούν στην εµφάνιση δυο νέων αστικών φαινοµένων: στην εµφάνιση µιας νέας κοινωνικής οµάδας στις πόλεις, εκείνης των φτωχών ανέργων, και στις συνακόλουθες πρώτες αστικές εξεγέρσεις. Αξιοσηµείωτη είναι η αναφορά του Quentin Skinner (2005, σ ) στον γερµανό ιστορικό του 12ού αιώνα Otto von Freising που αναγνώριζε τότε ότι στη βόρεια Ιταλία είχε εµφανιστεί µια νέα µορφή κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης µε δυο για την εποχή ανατρεπτικές ιδιαιτερότητες. Η πρώτη ήταν ότι η ιταλική κοινωνία είχε πάψει, όπως φαίνεται, να έχει φεουδαρχικό χαρακτήρα. Η δεύτερη ήταν ότι οι πόλεις είχαν αναπτύξει µια µορφή πολιτικής ζωής εντελώς ασύµβατη µε την κυρίαρχη αντίληψη της κληρονοµηµένης µοναρχίας. Στην ουσία δηλαδή είχαν µετασχηµατιστεί σε ανεξάρτητες ηµοκρατίες, «καθεµιά από τις οποίες κυβερνιόταν από τη θέληση κάποιων υπάτων και όχι ηγεµόνων, τους οποίους η πόλη άλλαζε σχεδόν κάθε χρόνο, έτσι ώστε να είναι σίγουρο ότι ο πόθος τους για εξουσία θα βρισκόταν υπό έλεγχο και θα διασφαλιζόταν η ελευθερία του λαού». Η πρώτη ιταλική πόλη που επέλεξε µια τέτοια µορφή διακυβέρνησης ήταν η Πίζα το Στη συνέχεια το σύστηµα άρχισε ραγδαία να εξαπλώνεται στη Λοµβαρδία και την Τοσκάνη, ενώ σύντοµα και η εξουσία των υπάτων παραγκωνίστηκε από µια σταθερή µορφή αιρετής κυβέρνησης µε κέντρο έναν αξιωµατούχο γνωστό ως podestà που είχε πάντα, ως έµµισθος υπάλληλος, περιορισµένη θητεία. Μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα αυτή η µορφή δηµοκρατικής αυτοδιοίκησης είχε υιοθετηθεί από όλες σχεδόν τις µεγάλες πόλεις της βόρειας Ιταλίας. Ωστόσο για δυο περίπου ακόµα αιώνες οι πόλεις, ενώ είχαν αποκτήσει ένα βαθµό ανεξαρτησίας, αφενός εξακολουθούσαν να θεωρούνται υποτελείς της Αγίας Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, αφετέρου βρέθηκαν αντιµέτωπες µε την παποσύνη, που στάθηκε βασικός σύµµαχος κατά τη διάρκεια του αγώνα τους ενάντια στην αυτοκρατορία, αλλά σύντοµα απέκτησε η ίδια τη φιλοδοξία να κυβερνήσει το Ιταλικό Βασίλειο 30. να προβάλλουν µε τα σύγχρονα, ή µε τα από τότε κιόλας σύγχρονα [σε µας] χαρακτηριστικά τους. Ενώ οι πόλεις, ήδη από τον 11ο και τον 12ο αιώνα, ξεφεύγουν από τα στενά πλαίσια των φεουδαρχικών κρατών στα οποία έχουν αναπτυχθεί. Εκσυγχρονίζονται, προχωρούν πιο γρήγορα από την εποχή τους και προαγγέλλουν το µέλλον». 29 «Όσο για το χωρικό», γράφει ο F. Braudel (2002, σ. 442), «αυτός ποτέ δεν είναι πολίτης, και το µόνο που του γυρεύουν είναι να πουλάει το σιτάρι του στην αγορά της πόλης». Και προσθέτει: Ασφαλώς το καθεστώς αυτό διαφέρει πολύ από το καθεστώς της αρχαίας πόλης, πολιτικά ανοικτής στην ύπαιθρο που την περιέβαλλε: ο Αθηναίος αγρότης της κλασικής εποχής είναι πολίτης επί ίσοις όροις µε αυτόν που κατοικεί στην πόλη». 30 Όπως εξηγεί ο Quentin Skinner (2005, σ. 33-5, 43-5), η µεγάλη αδυναµία των πόλεων ήταν ότι δεν µπορούσαν να προσδώσουν στη διεκδίκηση της «ελευθερίας» τους καµία νοµική ισχύ, καθώς «από 28

37 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Η αστικοποίηση της Ευρώπης από το 1050 ως το 1350 δηµιουργεί πολυάριθµα και διαφοροποιηµένα κέντρα βάσει των οποίων σχηµατίζεται, σε σηµαντικό βαθµό, το δίκτυο των σύγχρονων οικισµών. Στο ίδιο χρονικό διάστηµα διαµορφώνεται ο αστικός «δηµόσιος» χώρος όπως τον αναγνωρίζουµε στα µεσαιωνικά κελύφη ορισµένων ευρωπαϊκών πόλεων: η αγορά, η δηµόσια πλατεία µε την εκκλησία, τα κτίρια µέσα από τα οποία ασκείται η πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία, το πανεπιστήµιο (Le Goff 1997, σ ) 31. Η H. Arendt (1986, σ. 48, 53-5) επισηµαίνει ότι στα µεσαιωνικά χρόνια, αν και η διάκριση µεταξύ ιδιωτικού και δηµόσιου υπήρχε ακόµα, είχε ήδη χάσει µέρος της σηµασίας της και είχε µετατοπιστεί η θέση της. Τα µέλη του µεσαιωνικού «έθνους» δε θεωρούσαν τον εαυτό τους µέλη µιας οικογένειας που συµπεριλάµβανε ολόκληρο το έθνος (όπως περίπου συµβαίνει σήµερα) όµως στη βάση της η µεσαιωνική πόλη ήταν µια συνάθροιση οικογενειών. Η απορρόφηση όλων των δραστηριοτήτων στην οικιακή σφαίρα (όπου είχαν ιδιωτική µόνο σηµασία) και η διαµόρφωση των ανθρώπινων σχέσεων κατά το υπόδειγµα του νοικοκυριού οδήγησε αφενός στις χαρακτηριστικά µεσαιωνικές επαγγελµατικές οργανώσεις µέσα στις πόλεις (τις συντεχνίες), αφετέρου στην απουσία µιας δηµόσιας σφαίρας. «Η µεσαιωνική έννοια του κοινού καλού χωρίς διόλου να µαρτυρεί την ύπαρξη µιας πολιτικής σφαίρας, αναγνωρίζει απλώς ότι οι ιδιώτες έχουν κοινά συµφέροντα, υλικά και πνευµατικά, και ότι µπορούν να διατηρήσουν την ιδιωτική τους γαλήνη και να φροντίσουν τις δικές τους υποθέσεις µόνο αν ένας από αυτούς αναλάβει να φροντίσει για το κοινό συµφέρον» (Arendt 1986, σ. 55). Ενδεικτικό παράδειγµα της αντίληψης αυτής είναι ότι ο φεουδάρχης (σε αντίθεση µε τον αρχαίο οικοδεσπότη που δε γνώριζε νόµους και δικαιοσύνη έξω από την πολιτική σφαίρα) µπορούσε να αποδώσει δικαιοσύνη µέσα στα όρια της εξουσίας του. Η νέα πρακτική συνδέεται άµεσα µε τα πρωτοεµφανιζόµενα αστικά φαινόµενα, τις περιθωριοποιηµένες, δηλαδή, κοινωνικές οµάδες και τις αστικές εξεγέρσεις. Τόσο η, στην ουσία της χριστιανική, έννοια του «κοινού καλού» όσο και η αρχική µορφή οργάνωσης της πόλης µε βάση τη λογική της ιδιωτικής σφαίρας υπαγορεύονται από τη «στατική» αντίληψη του χώρου. Έτσι στα µεσαιωνικά χρόνια η πόλη ορίζεται σε αντίθεση µε την ύπαιθρο ενώ επίσης ο χώρος της νοείται αποκοµµένος από τις κοινωνικές του λειτουργίες, µε άµεση συνέπεια το διαχωρισµό της κοινωνίας από τη «σταθερή» τάξη της δηµόσιας διοίκησης. Σε όλη τη µετέπειτα εξέλιξη των ευρωπαϊκών τότε που η µελέτη του ρωµαϊκού δικαίου είχε αναβιώσει στα πανεπιστήµια της Ραβέννας και της Μπολώνιας στα τέλη του 11ου αιώνα, ο ρωµαϊκός αστικός κώδικας κατέληξε να αποτελεί το βασικό πλαίσιο για τη νοµική θεωρία και πρακτική σε όλη την Αγία Ρωµαϊκή Αυτοκρατορία». Έτσι κατά την οµόφωνη γνώµη των νοµοµαθών ο ηγεµόνας, ο οποίος ταυτιζόταν µε τον ρωµαίο Αυτοκράτορα, έπρεπε να θεωρείται ως ο dominus mundi, ο µοναδικός κυρίαρχος του κόσµου. Στις αρχές του 14ου αιώνα η συνεισφορά του Bartolus ιδρυτή της λεγόµενης σχολής των µεταγλωσσογράφων στον αναπροσδιορισµό της ερµηνείας του κώδικα ήταν ουσιαστική. Όπως επίσης σηµαντική ήταν και η προσπάθεια του άντη την ίδια εποχή, που στην πραγµατεία του για τη Μοναρχία απαξιώνει την κοσµική κυριαρχία της Εκκλησίας, προτείνοντας να αρνηθούν οι πόλεις το δικαίωµα του πάπα να παρεµβαίνει στις υποθέσεις τους µε τίµηµα όµως να προσδεθούν για άλλη µια φορά ως υποτελείς στη ρωµαϊκή Αυτοκρατορία. 31 Η δοµή της µεσαιωνικής πόλης εξετάζεται εκτενέστερα στο επόµενο κεφάλαιο, καθώς την εποχή εκείνη εµφανίζεται ένα άλλο αστικό φαινόµενο που χαρακτηρίζει µέχρι τις µέρες µας το δηµόσιο χώρο: η συµβολική σηµασία των αρχιτεκτονικών στοιχείων στην επίδειξη δύναµης και γενικότερα στην «εικόνα» της πόλης. 29

38 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης πόλεων, η «διόγκωση» της ιδιωτικής σφαίρας συνδέεται αφενός µε την αποκοπή της δηµόσιας σφαίρας από την κοινωνία (και τον συνακόλουθο αποκλεισµό ορισµένων κοινωνικών οµάδων από αυτή), αφετέρου µε την προβολή του «ιδιωτικού» στο «δηµόσιο», των ιδιωτικών δηλαδή δραστηριοτήτων και παραστάσεων στον δηµόσιο πολιτικό χώρο της πόλης. (α.2) Το «ιδιωτικό» και το «κοινωνικό» «Η ανάδυση της κοινωνίας», επισηµαίνει η H. Arendt (1986, σ. 59), «η γέννηση της οικιακής οικονοµίας, οι δραστηριότητες, τα προβλήµατα και οι οργανωτικές επινοήσεις της, από το σκοτεινό εσωτερικό του νοικοκυριού στο φως της δηµόσιας σφαίρας, όχι µόνο έκανε ασαφή την παλιά διαχωριστική γραµµή ανάµεσα στο ιδιωτικό και το πολιτικό, αλλά µετέβαλε, κάνοντας το σχεδόν αγνώριστο, και το νόηµα των δυο όρων καθώς και τη σηµασία τους για τη ζωή του ατόµου και του πολίτη». Σήµερα δε χρησιµοποιούµε πια τη λέξη «ιδιωτικότητα» µε την έννοια της κατάστασης στέρησης της ελευθερίας λόγου, που της απέδιδαν οι αρχαίοι Έλληνες, και αυτό οφείλεται εν µέρει, όπως θα δούµε στη συνέχεια, στον τεράστιο εµπλουτισµό της ιδιωτικής σφαίρας µέσω του νεότερου ατοµικισµού. Οφείλεται όµως επίσης και στο γεγονός ότι η σύγχρονη ιδιωτικότητα (στην πιο ουσιαστική της λειτουργία που είναι να προστατεύει το «ιδιωτικό») εµφανίζεται αντίθετη όχι της πολιτικής σφαίρας αλλά της κοινωνικής (Arendt 1986, σ. 60). Στο πλαίσιο του εθνικού κράτους η κοινωνική σφαίρα, ως ενδιάµεσος χώρος, αντικαθιστά το δηµόσιο/ιδιωτικό χώρο της αρχαίας αγοράς. Η περαιτέρω όµως ανάπτυξη της οικιακής οικονοµίας, ιδιαίτερα στα χρόνια του βιοµηχανικού καπιταλισµού, συνδέει τον µεικτό αυτό χώρο όλο και περισσότερο µε τον ιδιωτικό χώρο αποµακρύνοντάς τον ταυτόχρονα από τις δηµόσιες πολιτικές λειτουργίες. «Αντί για δράση», γράφει η H. Arendt (1986, σ. 63), «η κοινωνία αναµένει από κάθε µέλος της ορισµένο είδος συµπεριφοράς, επιβάλλοντας αναρίθµητους ποικίλους κανόνες, που όλοι τους κατατείνουν να οµαλοποιούν τα µέλη της, να τα κάνουν να συµπεριφέρονται όπως πρέπει, να αποκλείουν την αυθόρµητη δράση και τα εξαιρετικά κατορθώµατα». Συνεπώς, το δίπολο ιδιωτικό-κοινωνικό αφενός αποσυνδέει τα άτοµα από τη δηµόσια σφαίρα της εξουσίας. Αφετέρου δρα κατασταλτικά σε κάθε µορφή πολιτικής συµµετοχής, καθώς στο εθνικό κράτος η έννοια του «δηµοσίου» ταυτίζεται µε την «εδαφική» σηµασία της κρατικής εξουσίας. Εµφανίζεται δηλαδή σαν σταθερή µορφή ενός απτού «απέναντι» για εκείνους που µην έχοντας κανένα αξίωµα δε συµµετέχουν στην κρατική εξουσία (Habermas 1961, σ. 29). Με άλλα λόγια, το κράτος θεωρείται µηχανισµός ανεξάρτητος και ξέχωρος από την κοινωνία. Η διαδικασία διαµόρφωσης στην Αγγλία του 18ου αιώνα µιας πρώτης µορφής δηµόσιας πολιτικής σφαίρας, έτσι όπως περιγράφεται από το J. Habermas (1961, σ ), χρησιµεύει ως παράδειγµα στην κατανόηση του τρόπου µε τον οποίο σταδιακά εδραιώνεται η αντινοµία µεταξύ κράτους και κοινωνίας. Επισηµαίνει λοιπόν ο J. Habermas ότι µια δηµόσια σφαίρα µε πολιτικές λειτουργίες πρωτοεµφανίζεται στην Αγγλία µε την καµπή προς τον 18ο αιώνα όταν δυνάµεις που θέλουν να ασκήσουν επιρροή στις αποφάσεις της κρατικής εξουσίας απευθύνονται προς το «σκεπτόµενο κοινό» για να νοµιµοποιήσουν τα αιτήµατά τους. Έτσι σταδιακά, σε µια διαδικασία που κράτησε περίπου έναν ολόκληρο αιώνα, η συνέλευση των αντιπροσώπων των τάξεων 30

39 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης µετασχηµατίζεται σε σύγχρονο κοινοβούλιο. Το 1792, τρία χρόνια µετά το ξέσπασµα της Γαλλικής Επανάστασης, επικυρώνεται έµµεσα στο κοινοβούλιο η λειτουργία δηµόσιας κριτικής που ασκεί το «πολιτικά σκεπτόµενο κοινό» και η απολυταρχία του κοινοβουλίου αναγκάζεται να υποχωρήσει µπροστά στα κυρίαρχα δικαιώµατα της «κοινής γνώµης». Ωστόσο η συζήτηση για τη διεύρυνση του εκλογικού δικαιώµατος κράτησε ολόκληρες δεκαετίες και επιπλέον αφορούσε πολύ λίγους. Μετά το µεταρρυθµιστικό νόµο του 1832, που επεκτείνει το δικαίωµα συµµετοχής στις εκλογές και στην ανώτερη µεσαία τάξη, η οποία αποτελεί το σύνολο του «πολιτικά σκεπτόµενου κοινού», µόνο άνθρωποι είχαν δικαίωµα ψήφου σε σύνολο του πληθυσµού της Αγγλίας. Το παράδειγµα αυτό δείχνει αφενός την αποµάκρυνση του πολιτικού συστήµατος από τη λογική της αρχαίας ελληνικής πόλης. Τόσο η εδαφική και αποκοµµένη από την κοινωνία σηµασία του κράτους όσο και το σύστηµα της αντιπροσώπευσης και των εκλογών ήταν άγνωστες έννοιες για την Πόλη των Αθηναίων (Καστοριάδης 1999, σ. 34-8). Αφετέρου είναι ενδεικτικό για να καταλάβουµε ότι στο πλαίσιο της ταξικής κυριαρχίας τόσο η προνοµιούχος όσο και η αναδυόµενη αστική τάξη γίνονται φορείς της σταθερότητας και της διατήρησης της αντινοµίας µεταξύ κράτους και κοινωνίας. Το φεουδαρχικό καθεστώς ήταν στην ουσία µια µορφή καταµερισµού της έγγειας περιουσίας προς όφελος των αρχοντικών οικογενειών, δηλαδή τάξη πραγµάτων σταθερή ως προς την υφή της. Στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης η αστική τάξη για αιώνες πλουτίζει παρασιτικά σε βάρος της κυρίαρχης τάξης των ευγενών έως ότου, τελικά, την εξαφανίσει. Βέβαια, η άνοδος της αστικής τάξης υπήρξε βραδεία και υποµονετική, µέσα στα όρια της σχετικής ηρεµίας και σταθερότητας που είχε ανάγκη ο καπιταλισµός για να αναπτυχθεί. ηλαδή, όπως επισηµαίνει ο F. Braudel (1992, σ. 54), «καθώς ο καπιταλισµός αναδεικνύεται, καταστρέφει κάποια οχυρά της υψηλής κοινωνίας, αλλά αυτό γίνεται για να χτίσει άλλα, ευνοϊκά για τον ίδιο και εξίσου στέρεα και σταθερά». Στο εξής η κοινωνική πάλη, τα κοινωνικά κινήµατα, ως φορείς της αµφισβήτησης, έχουν να αντιµετωπίσουν το ευρύτερο καπιταλιστικό σύστηµα το οποίο αντιστέκεται και επιβραδύνει κάθε µορφή αποσταθεροποίησης. Στις συγκυρίες αυτές, η πορεία προς τον εκδηµοκρατισµό συνοδεύεται από καταστάσεις που συγχέουν ακόµη περισσότερο τα όρια µεταξύ ιδιωτικού και δηµόσιου. Το 1871 η δεύτερη Παρισινή Κοµούνα σηµατοδοτήθηκε από το ξέσπασµα τυφλής τροµοκρατίας εκ µέρους της ευυπόληπτης κοινωνίας που προσπαθούσε µε κάθε τρόπο να αποµακρύνει το ενδεχόµενο της κοινωνικής επανάστασης. Και όταν άρχισε να γίνεται όλο και πιο εµφανές ότι ο εκδηµοκρατισµός της πολιτικής των κρατών του υτικού κόσµου ήταν τελείως αναπόφευκτος και ότι οι µάζες θα ανέβαιναν στην πολιτική σκηνή, το πρόβληµα στο εξής για τις προνοµιούχες τάξεις ήταν πώς θα τις χειραγωγήσουν. Για παράδειγµα, σε ορισµένες χώρες επιβλήθηκαν δραστικοί περιορισµοί στον πολιτικό ρόλο των κοινοβουλευτικών σωµάτων που εκλέγονταν µε καθολική ψήφο, σε άλλες τα πολιτικά δικαιώµατα εξακολουθούσαν να παραχωρούνται µε περιορισµούς σχετικούς µε την κατοχή ή όχι ιδιοκτησίας και τον εγγραµµατισµό ή αναλφαβητισµό. Ακόµα, υπήρχαν περιπτώσεις που η ηγετική τάξη κατέφευγε σε συστηµατικές νοθείες των εκλογικών αποτελεσµάτων (Hobsbawm 2002, σ ). Τέτοιου τύπου ανασταλτικοί µηχανισµοί µπορεί να επιβράδυναν τον εκδηµοκρατισµό, όµως δεν ήταν σε θέση να ανακάµψουν την πορεία του. Ο υτικός κόσµος, συµπεριλαµβανοµένης της τσαρικής Ρωσίας µετά το 1905, πορεύονταν προς πολιτικά 31

40 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης συστήµατα που βασίζονταν σε όλο και ευρύτερα κοινωνικά εκλογικά σώµατα. Συνέπεια των συστηµάτων αυτών ήταν η πολιτική κινητοποίηση των µαζών η οποία προϋπέθετε την οργάνωση µαζικών κινηµάτων και κοµµάτων αλλά και την πολιτική χρήση της µαζικής προπαγάνδας. Την προπαγανδιστική λογική ευνοούσε εκείνη την εποχή η ανάπτυξη των µαζικών µέσων επικοινωνίας, θέτοντας καινοφανή και σοβαρά προβλήµατα στις κυβερνήσεις και τις άρχουσες τάξεις. Όπως επισηµαίνει ο E. Hobsbawm (2002, σ. 142), ποιος υποψήφιος, για παράδειγµα, θα τολµούσε περιτριγυρισµένος από ρεπόρτερ που µετέφεραν τα λόγια του στο πιο απόµακρο συνοικιακό ταβερνείο, να πει ευθαρσώς στους ψηφοφόρους του ότι τους θεωρούσε υπερβολικά ηλίθιους και αµαθείς για να κρίνουν την καλύτερη λύση στην πολιτική και ότι τα αιτήµατά τους δεν ήταν µόνο παράλογα αλλά και επικίνδυνα για το µέλλον της χώρας; Όταν οι άνδρες που κυβερνούσαν ήθελαν πραγµατικά να πουν αυτό που εννοούσαν ήταν στο εξής αναγκασµένοι να το κάνουν στους διαδρόµους της εξουσίας, στις λέσχες, στις ιδιωτικές κοινωνικές συναθροίσεις, στις κυνηγετικές διοργανώσεις ή τα Σαββατοκύριακα στις εξοχικές επαύλεις όπου τα µέλη των ηγετικών στρωµάτων συναντιόντουσαν σε ατµόσφαιρα πολύ διαφορετική από τις παρωδίες µονοµαχιών στις κοινοβουλευτικές συζητήσεις ή τις δηµόσιες συγκεντρώσεις (Hobsbawm 2002, σ. 143). Έτσι προπαγάνδα και άµυνα απέναντι σε κάθε µορφή αποσταθεροποίησης, µετέβαλαν σε κάποιο βαθµό την εποχή του εκδηµοκρατισµού σε εποχή δηµόσιας πολιτικής υποκρισίας, µεταθέτοντας παράλληλα ένα µέρος της δηµόσιας σφαίρας στην ιδιωτική: µέχρι σήµερα οι πραγµατικά σηµαντικές πολιτικές αποφάσεις παίρνονται εν κρυπτώ στα «παρασκήνια». Το δίπολο ιδιωτικό-κοινωνικό και η αποσύνδεσή του από την κρατική εξουσία εδραιώνεται ακόµη περισσότερο στα χρόνια του βιοµηχανικού καπιταλισµού, καθώς εντείνονται οι ανισότητες µεταξύ των κοινωνικών οµάδων και τα πιο αδύναµα στρώµατα αποκόβονται όχι µόνο από κάθε δυνατότητα πολιτικού λόγου αλλά ορισµένες φορές και από βασικές λειτουργίες της κοινωνικής σφαίρας. Οι ζητιάνοι και οι άνεργοι, για παράδειγµα, που εµφανίζονται στους αστικούς δρόµους σε ορισµένες από τις πιο πλούσιες και ανεπτυγµένες χώρες του υτικού κόσµου στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά και στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού, βρίσκονται στο «δηµόσιο» (µε την εδαφική του σηµασία) χώρο της πόλης, ζουν όµως αποκλεισµένοι τόσο από τη δηµόσια πολιτική ζωή όσο και από εκείνον τον ενδιάµεσο χώρο των «οικιακών δραστηριοτήτων». (α.3) Η προβολή του «ιδιωτικού» στο «δηµόσιο» Στην εξελικτική πορεία ανάπτυξης των υτικών πόλεων, όσο µετατοπίζονται τα όρια µεταξύ «ιδιωτικού» και «δηµοσίου», το «ιδιωτικό» αφενός αποκτά µεγαλύτερη αξία, αφετέρου διεισδύει στο χώρο της πόλης. Η µεταφορά ιδιωτικών δραστηριοτήτων στη δηµόσια ζωή συνδέεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, µε την εµφάνιση της κοινωνικής σφαίρας, η προβολή όµως των προσωπικών παραστάσεων στο δηµόσιο χώρο αφορά κυρίως την επικράτηση αντιλήψεων και σηµασιών που ενισχύουν δυο αλληλένδετα φαινόµενα: την προσωποποίηση της πολιτικής ζωής και τη σταδιακή αποδέσµευση των ατόµων από την ευθύνη συµµετοχής σε αυτή. 32

41 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Με την εµφάνιση της κοινωνίας, την είσοδο των δραστηριοτήτων της οικιακής διαχείρισης και του νοικοκυριού στον δηµόσιο χώρο, ο ενδιάµεσος χώρος της κοινωνικής σφαίρας παρουσιάζει την ακατάσχετη τάση να αναπτύσσεται σε βάρος του πολιτικού και του ιδιωτικού χώρου (Arendt 1986, σ. 69). Η διαρκής αυτή ανάπτυξη της οποίας την εξίσου διαρκή επιτάχυνση µπορούµε να παρατηρήσουµε τους τρεις, τουλάχιστον, τελευταίους αιώνες αντλεί τη δύναµή της από το γεγονός ότι µε τη µια ή την άλλη µορφή έχουν διοχετευθεί στη δηµόσια σφαίρα, διαµέσου της κοινωνικής, ιδιωτικά ζητήµατα και αντιλήψεις. Στο βαθµό που η ιδιωτική ζωή «δηµοσιοποιείται», η κοινωνική σφαίρα διογκώνεται και σταδιακά, µέσω αυτής, η δηµόσια αποκτά χαρακτήρα οικειότητας. Με άλλα λόγια, στο βαθµό που η υποκειµενικότητα των ενδόµυχων προσωπικών παραστάσεων, τα ατοµικά αισθήµατα και οι λεπτοµέρειες της ιδιωτικής ζωής, έρχονται στο «φως» του δηµόσιου χώρου, σταδιακά ο χώρος αυτός παίρνει τη µορφή πεδίου έκθεσης συναισθηµάτων. Τα παραδείγµατα είναι πολλά. Η τάση ταύτισης της έννοιας της «ευτυχίας» µε το «κοινό καλό» µιας κοινωνίας, δηλαδή η «ευτυχία του λαού» ως δηµόσιο δικαίωµα ή πολιτική υπόσχεση, θα µπορούσαµε να πούµε ότι πηγάζει από τη διείσδυση του ιδιωτικού στο δηµόσιο 32. Η πιο χαρακτηριστική όµως, και αναγνωρίσιµη σήµερα, συνέπεια αυτής της µετατόπισης είναι η προσωποποίηση της πολιτικής ζωής, όπως, για παράδειγµα, η σύγχρονη τάση ενασχόλησης µε το περιεχόµενο της προσωπικής ζωής των πολιτικών προσώπων που οδηγεί εν τέλει και στην αξιολόγησή τους µε συναισθηµατικά κριτήρια. Η προσωποποίηση της πολιτικής ζωής, θα µπορούσαµε να πούµε ότι έχει τις ρίζες της στις επίσηµες δηµόσιες εµφανίσεις έτσι όπως διαµορφώνονται από την εποχή ακόµα των µεσαιωνικών πόλεων. Από τα στοιχεία που συλλέγει ο J. Habermas (1961, σ ) διαφαίνεται ότι στη φεουδαρχική κοινωνία της ακµής του Μεσαίωνα οι δηµόσιες εµφανίσεις αποτελούν κάτι ανάλογο µε αυτό που αποκαλούµε σήµερα γνώρισµα της κοινωνικής θέσης. Ο φεουδάρχης παρουσιάζει την κοινωνική του θέση (το γόητρό του) δηµόσια: «εµφανίζεται δηµόσια, παρουσιάζει ή παριστάνει τον εαυτό του ως ενσάρκωση µιας οπωσδήποτε ανώτερης εξουσίας». Και ακόµα, ήδη από εκείνη την εποχή η ανάπτυξη των επίσηµων εµφανίσεων συνδέεται µε προσωπικά γνωρίσµατα: «µε εµβλήµατα (διακριτικά σήµατα, όπλα), µε το παρουσιαστικό (ενδυµασία, κόµµωση), µε χειρονοµίες (τύπος χαιρετισµού, κίνηση του χεριού) και µε τη ρητορική (τύπος προσφώνησης, επίσηµος λόγος γενικά)». Με δυο λόγια, συνδέεται µε έναν αυστηρό κώδικα «ευγενούς» συµπεριφοράς. Σταδιακά οι ανεξάρτητοι ευγενείς της υπαίθρου χάνουν τη δύναµη της δηµόσιας παρουσίας. Οι επίσηµες όµως δηµόσιες εµφανίσεις δε διατηρούν απλώς το νόηµά τους αλλά, συγκεντρωµένες πια στην Αυλή του ηγεµόνα, 32 Όπως επισηµαίνει ο Κ. Καστοριάδης (2000, σ. 268, 284-5), αναφερόµενος σε πρακτικές όπως αυτή των σταλινικών καθεστώτων, τα οποία ισχυρίζονταν ότι εργάζονταν για την «ευτυχία του λαού» και ότι την πραγµατοποιούσαν, η ευτυχία ανήκει στην ιδιωτική και στην ιδιωτική/δηµόσια σφαίρα. εν ανήκει στη δηµόσια/δηµόσια σφαίρα. εν µπορεί να υπάρξει πολιτική που να ορίζει την ευτυχία για όλους, και κυρίως που να θέλει να την επιβάλει µε πολιτικές αποφάσεις. Για τα ζητήµατα που τίθενται στη δηµόσια/δηµόσια σφαίρα είναι απαραίτητη µια άποψη για το «κοινό καλό», και το «κοινό καλό» είναι ταυτόχρονα συνθήκη της ατοµικής ευτυχίας, όµως πέρα από αυτό αφορά τα έργα και τα εγχειρήµατα που η κοινωνία, ανεξάρτητα από την ευτυχία, θέλει να δει να υλοποιούνται. Βλ. επίσης την επισήµανση του R. Sennett (1999, σ. 123) ότι η αντίληψη πως τα άτοµα έχουν δικαίωµα να είναι ευτυχισµένα είναι κατεξοχήν µοντέρνα, δυτική ιδέα που βασίζεται στη σύνδεση του ιδιωτικού (άρα και της ευτυχίας) µε τη Φύση. Υπό την έννοια αυτή η ευτυχία ως «φυσική», δεδοµένη έννοια, αποτελεί φυσικό δικαίωµα του ανθρώπου. 33

42 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης αποκτούν εθιµοτυπικό χαρακτήρα και, κατά κάποιο τρόπο, «νοµιµοποιούνται» απέναντι σε ένα κοινό που αρχίζει να εξοικειώνεται µε τους συµβολισµούς των «ασήµαντων» λεπτοµερειών της εµφάνισης των προσώπων. Στις αναλυτικές περιγραφές του J. Habermas (1961, σ. 21-2) διαβάζουµε για τις µεγάλες γιορτές στα πάρκα των παλατιών της Ευρώπης στα µέσα του 17ου αιώνα: «[οι γιορτές αυτές] δε χρησίµευαν τόσο πολύ στην ευχαρίστηση των συµµετεχόντων όσο στην επίδειξη µεγαλείου των διοργανωτών τους περισσότερο από όλους διασκέδαζε ο λαός που έπαιζε απλώς το ρόλο του θεατή, χωρίς καµιά υποχρέωση». Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Γκαίτε, σχολιάζοντας τη σηµασία των δηµόσιων εµφανίσεων για την «καλή κοινωνία» της Γερµανίας, µαρτυρεί την απήχησή τους και στο πιο πρόσφατο παρελθόν της Ευρώπης: [Ο ευγενής] είναι δηµόσιο πρόσωπο, και όσο πιο καλλιεργηµένες είναι οι κινήσεις του, όσο πιο εύηχη είναι η φωνή του, όσο πιο συγκρατηµένη και µετρηµένη είναι η όλη του συµπεριφορά, τόσο πιο τέλειος είναι [ ] και όλα τα άλλα που έχει και τον περιβάλλουν, ικανότητες, ταλέντο, πλούτος, όλα µοιάζουν απλώς σαν συµπληρώµατα (στο: Habermas 1961, σ. 24) 33. Μέσω των επίσηµων εµφανίσεων, τα προσωπικά χαρακτηριστικά µεταφέρονται από την ιδιωτική σφαίρα στη δηµόσια και σταδιακά αποκρυσταλλώνονται σε κώδικα για την αξιολόγηση των δηµόσιων προσώπων. Ο κώδικας αυτός αφενός στηρίζεται σε ατοµικά (ιδιωτικά) κριτήρια δεν είναι δηλαδή έργο µιας δηµόσιας συλλογικής διεργασίας, αφετέρου προσωποποιεί την πολιτική δράση. Ο Richard Sennett (1999, σ. 260) παρατηρεί ότι όποτε γίνεται λόγος για κυρίαρχες προσωπικότητες στην κοινωνία, ο όρος έχει συνήθως τρεις διαφορετικές (αλλά αλληλένδετες, θα προσθέταµε) σηµασίες: «Σηµαίνει κάποιον ο οποίος κάνει για τους άλλους ό,τι δεν είναι ικανοί να κάνουν για τον εαυτό τους [ ], σηµαίνει κάποιον ο οποίος εµφανίζεται να πράττει για τους άλλους ό,τι δεν είναι ικανός να πράξει για τον εαυτό του [ ] ή, τέλος, κυρίαρχη προσωπικότητα είναι όποιος δείχνει στους άλλους πως είναι ικανός να κάνει για τον εαυτό του ό,τι όφειλαν να κάνουν και οι άλλοι: αισθάνεται δηµοσίως». Σε κάθε περίπτωση η έννοια της κυρίαρχης προσωπικότητας αποδεσµεύει τα άτοµα από την ευθύνη συµµετοχής στην πολιτική ζωή την ευθύνη αναλαµβάνει για αυτούς ένα «χαρισµατικό» πρόσωπο, και παράλληλα «προσωποποιεί» τη συµµετοχή αυτή, ταυτίζοντάς τη µε ένα συγκεκριµένο «τύπο» προσώπου και προσδίδοντάς στο περιεχόµενό της χαρακτήρα ιδιωτικό όπως την έκφραση προσωπικών συναισθηµάτων. Η διόγκωση της ιδιωτικής σφαίρας σε βάρος της δηµόσιας οδηγεί επίσης στη θωράκισή της και στην αποµόνωση των ατόµων σε αυτή. Η εµφάνιση της κοινωνίας, επισηµαίνει η H. Arendt (1986, σ. 98), συνέπεσε ιστορικά µε το µετασχηµατισµό της ιδιωτικής µέριµνας για ατοµική ιδιοκτησία σε δηµόσια υπόθεση. «Η κοινωνία κάνοντας για πρώτη φορά την είσοδό της στη δηµόσια σφαίρα, µεταµφιεζόταν σε µια οργάνωση ιδιοκτητών, οι οποίοι, αντί να διεκδικήσουν πρόσβαση στο δηµόσιο χώρο λόγω του πλούτου τους, ζητούσαν προστασία από αυτόν για να συσσωρεύσουν περισσότερο πλούτο». Με την περαιτέρω ανάπτυξη της κοινωνικής σφαίρας την εποχή του βιοµηχανικού 33 Θα µπορούσε να προσθέσει κανείς ότι και η άνθιση του µυθιστορήµατος κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα στις µεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης οφείλεται σε µεγάλο βαθµό στο ενδιαφέρον που δείχνει το κοινό για αυτές τις µυστικές, γοητευτικές λεπτοµέρειες της ιδιωτικής ζωής λεπτοµέρειες που περιγράφονται µε τον πιο πιστικό τρόπο στην καθαρά κοινωνική αυτή µορφή τέχνης (Sennett 1999, σ. 219 και Arendt 1986, σ. 61). 34

43 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης καπιταλισµού, ενισχύθηκε ακόµη περισσότερο η εκτίµηση για τον ιδιωτικό χώρο, ανάγοντας την περιχαράκωση του οικογενειακού βίου σε θεµελιώδη αξία. Όπως ενδεικτικά επισηµαίνει ο J.L. Pinol (2000, σ. 253), στα τέλη του 19ου αιώνα το ιδανικό σπίτι της αναπτυσσόµενης µεσαίας τάξης είναι η µονοκατοικία που περιβάλλεται από καλλιεργηµένη πρασινάδα. Ένας αυστριακός παρατηρητής είναι σαφής ως προς αυτό, όταν αναλύει τις λειτουργίες της αγγλικής κατοικίας στα τέλη της δεκαετίας του «Η τάση της αγγλικής οικογένειας για αποµόνωση, που την καθιστά απόρθητη από τα αδιάκριτα βλέµµατα του κοινωνικού περίγυρου, αντανακλάται και στην ίδια την αρχιτεκτονική: στην αποκοπή του χώρου της κατοικίας από το δρόµο µε ένα φράκτη ή κήπο, ο οποίος τείνει να γίνεται όλο και µεγαλύτερος». Τόσο η αλλοίωση του δηµόσιου χώρου µε ιδιωτικές παραστάσεις όσο και η θωράκιση του ιδιωτικού οδηγούν στη σταδιακή αποξένωση των ανθρώπων από την πολιτική ζωή και ταυτόχρονα τους αποδεσµεύουν από την ευθύνη να συµµετέχουν σε αυτή. Με άλλα λόγια, η προβολή του «ιδιωτικού» στο «δηµόσιο» αφενός οδηγεί στην αντινοµία µεταξύ κράτους και κοινωνίας, µε τον επακόλουθο αποκλεισµό ορισµένων κοινωνικών οµάδων από τη δηµόσια πολιτική ζωή. Αφετέρου λειτουργεί ανασταλτικά στα άτοµα καλλιεργώντας την απάθεια προς τα πολιτικά ζητήµατα. Οι δυο αυτές όψεις, του ίδιου φαινοµένου, σε όλη την ιστορία ανάπτυξης των υτικών πόλεων, στηρίζοντας η µία την άλλη, εδραίωσαν την εδαφική έννοια του κράτους, τη «στατική» δηλαδή θεώρηση του χώρου, που αποκρυσταλλώνεται σήµερα στις σκηνικές διαµορφώσεις της πόλης και στα λειτουργικά χαρακτηριστικά της δηµόσιας σφαίρας. (α.4) Η «αστική κουλτούρα» και ο δηµόσιος χώρος Με τη βιοµηχανική ανάπτυξη του υτικού κόσµου, από τα τέλη του 18ου αιώνα, η κουλτούρα (ως σύστηµα σηµασιών, παίδευση των ατόµων, καλλιτεχνική έκφραση και πρόσβαση στα πολιτιστικά δρώµενα) παύει σταδιακά να αποτελεί αποκλειστικό προνόµιο της αριστοκρατικής κοινωνίας, η οποία παράλληλα χάνει και την κυρίαρχη θέση που κατείχε στο σύνολο του πληθυσµού. Οι ανθούσες αστικές κοινωνίες της Ευρώπης, όταν απέκτησαν τα απαραίτητα υλικά εφόδια και τον αναγκαίο ελεύθερο χρόνο, επιδίωξαν την πρόσβασή τους στα εκπαιδευτικά ιδρύµατα και κυρίως «χρησιµοποίησαν» την κουλτούρα για τη βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης απέναντι σε µια µάλλον φοβισµένη και καχύποπτη αριστοκρατία που επέµενε να τις περιφρονεί. Στα χέρια της αστικής τάξης η κουλτούρα αποκτά αξία κοινωνικού «όπλου» που δίνει τη δυνατότητα να κερδίσει κανείς µια πιο υψηλή θέση στην κοινωνία (Arendt 1972, σ ). Στο «άνοιγµα» της αριστοκρατικής κουλτούρας στην αναδυόµενη αστική τάξη και στη συνέχεια στη µεσοαστική, στις πολιτισµικές αλλαγές που επήλθαν, αλλά και στην ανάπτυξη των µέσων διάδοσης πολιτιστικών προϊόντων, εντοπίζεται σήµερα ένα σηµαντικό σηµείο καµπής στην εξέλιξη του δηµόσιου χώρου και στη διαµόρφωση των σύγχρονων χαρακτηριστικών του. Ο J. Habermas (1997, σ. 25), για παράδειγµα, υποστηρίζει ότι η υποδοµή της δηµόσιας σφαίρας άλλαξε µαζί µε τις µορφές διοίκησης και κατανάλωσης που δηµιούργησε µια διευρυµένη και προσανατολισµένη σε νέα στρώµατα αναγνωστών παραγωγή βιβλίων. Και ακόµα, ότι άλλαξε µε την αναµόρφωση του περιεχοµένου τόσο των βιβλίων αυτών όσο και των εφηµερίδων και των περιοδικών. Το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και ο κινηµατογράφος, ισχυρίζεται ο J. Habermas (1961, 35

44 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης σ. 178), καταργούν την «απόσταση» που διατηρούσε ο αναγνώστης από το τυπωµένο κείµενο. Η απόσταση αυτή είχε ένα ιδιωτικό χαρακτήρα και ταυτόχρονα αποτελούσε προϋπόθεση για την ύπαρξη µιας δηµόσιας σφαίρας στην οποία ανταλλάσσονταν απόψεις µε βάση το κείµενο που είχε διαβαστεί. Αντίστοιχα ο R. Sennett (1999, σ. 31) θεωρεί ότι «τα κραυγαλέα σηµάδια µιας ασύµµετρης προσωπικής ζωής και ενός κενού δηµόσιου βίου», που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο δηµόσιο χώρο, «είναι αποτέλεσµα µιας µεταβολής που ξεκίνησε µε την πτώση του ancien régime και το σχηµατισµό µιας νέας καπιταλιστικής, εγκόσµιας, αστικής κουλτούρας» που συνέβαλε στη µετατόπιση του βάρους από τη δηµόσια στην ιδιωτική ζωή και παράλληλα στην περαιτέρω διείσδυση του ιδιωτικού στο δηµόσιο. Τόσο το «άνοιγµα» της κουλτούρας σε ευρύτερα κοινωνικά στρώµατα όσο και οι αλλαγές που επήλθαν στο περιεχόµενό της δεν είναι µονοσήµαντα ζητήµατα. Από τη µια πλευρά η εµπορευµατοποίηση της κουλτούρας και η ανάπτυξη των επιχειρήσεων παραγωγής και των µέσων διάδοσής της οδήγησαν στον εµπλουτισµό της ιδιωτικής σφαίρας και σταδιακά, µέσα από µια ολοένα και πιο αισθητή χειραγώγηση της «κοινής γνώµης», στην αποξένωση των ανθρώπων από τη δηµόσια σφαίρα. Από την άλλη όµως πλευρά το «άνοιγµα» της κουλτούρας συνέβαλε στη µόρφωση µεγάλου ποσοστού του πληθυσµού, οδήγησε στην κατάργηση ορισµένων σταθερών αξιών της αριστοκρατίας, στη διαµόρφωση ενός σαφώς πιο εµπλουτισµένου κόσµου σηµασιών και, τελικά, σε µια επιστηµονική και πολιτιστική επανάσταση, η οποία ανάδειξε την Ευρώπη, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, σε µοντέλο εκπαίδευσης, κουλτούρας και ιδεολογίας της πόλης. Τα νέα µέσα παραγωγής και διάδοσης συνέβαλαν στην ελευθερία του λόγου, στην κυκλοφορία των ιδεών και στη διαµόρφωση νέων καλλιτεχνικών ρευµάτων, ενώ µετά τα µέσα του 20ού αιώνα το περαιτέρω «άνοιγµα» της κουλτούρας στα κατώτερα κοινωνικά στρώµατα τροφοδότησε την ανάπτυξη της λαϊκής κουλτούρας και τη διαµόρφωση της κουλτούρας της νεολαίας, οι οποίες επίσης, όπως θα δούµε παρακάτω, σηµάδεψαν µια νέα µορφή πολιτιστικής επανάστασης. Υπό το ευρύτερο αυτό πρίσµα η «γέννηση της αστικής κουλτούρας» µπορεί πράγµατι να θεωρηθεί σταθµός στην ιστορία του ευρωπαϊκού δηµόσιου χώρου. Όσο το Παλαιό Καθεστώς κυοφορούσε ένα νέο τρόπο παραγωγής το κεφάλαιο και παράλληλα ένα τεράστιο πολιτισµικό σύµπαν στο χώρο της επιστήµης και της τέχνης, τόσο οι δυο αυτές όψεις της αστικής ανάπτυξης βρέθηκαν στο απόγειό τους στη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα, όταν η αστική τάξη πέτυχε την κυριαρχία της επί της κοινωνίας. Ο J. Habermas και ο R. Sennett, όπως και αρκετοί άλλοι θεωρητικοί του δηµόσιου χώρου, εστιάζουν την προσοχή τους στα χαρακτηριστικά της αστικής κουλτούρας του 19ου αιώνα αφενός για να επισηµάνουν τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε στη διαµόρφωσή της ο βιοµηχανικός καπιταλισµός, αφετέρου για να εντοπίσουν τις εναρκτήριες καταστάσεις µιας διαδικασίας που οδήγησε το δηµόσιο χώρο στη σύγχρονη µορφή του 34. Χωρίς λοιπόν να λησµονεί κανείς τη συνεισφορά της αστικής κουλτούρας στη 34 Εξάλλου ο ίδιος ο J. Habermas, προλογίζοντας την επανέκδοση του βιβλίου του το 1990, παραδέχεται ότι η διάγνωσή του για την ευθύγραµµη εξέλιξη από το πολιτικά ενεργό σε ένα ιδιωτεύον κοινό αποδείχθηκε εν µέρει λανθασµένη: «Την αντοχή και προπάντων τις κριτικές δυνατότητες ενός µαζικού κοινού, που στις πολιτιστικές του συνήθειες βγαίνει από τα ταξικά του όρια και εµφανίζεται πλουραλιστικό και µε ευρύτερη εσωτερική διαφοροποίηση, τα είχα εκτιµήσει τότε πολύ απαισιόδοξα» (Habermas 1997, σ. 28). Οι αρχικές απόψεις του J. Habermas ήταν έντονα επηρεασµένες από τη θεωρία του Theodor Adorno και των υπόλοιπων φιλοσόφων της Σχολής της Φραγκφούρτης, θεωρία 36

45 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης διαµόρφωση και διάδοση ιδεών και αντιλήψεων, όπως και στην ενδυνάµωση πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, µπορεί να σταθεί σε ορισµένες επισηµάνσεις για τις συγκυρίες που οδήγησαν στην εµπορευµατοποίησή της και τη σταδιακή εγκαθίδρυση και επικράτηση του «στατικού» συστήµατος σηµασιών που χαρακτηρίζει σε µεγάλο βαθµό και σήµερα το δηµόσιο χώρο 35. Η αστική κουλτούρα αναπτύχθηκε παράλληλα µε τον βιοµηχανικό καπιταλισµό. Όπως επισηµαίνει ο H. Lefebvre (στο: Γιαουτζή & Καυκάλας 1977, σ. 227), ο καπιταλισµός επεκτάθηκε υποτάσσοντας ό,τι προϋπήρχε: τη γεωργία, το έδαφος, τις ιστορικές πόλεις κ.ο.κ., όµως «επεκτάθηκε ακόµα συγκροτώντας καινούργιους εµπορευµατικούς και βιοµηχανικούς τοµείς: την αναψυχή, τη λεγόµενη σύγχρονη κουλτούρα, την τέχνη, την αστικοποίηση». Η βιοµηχανική επανάσταση συνέβαλε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου µεγάλης µερίδας του αστικού πληθυσµού, γεγονός που οδήγησε στην ανάπτυξη αρχικά της αστικής και στη συνέχεια της µεσοαστικής τάξης. Τα κοινωνικά όµως στρώµατα, που αποκτούν σταδιακά τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο για ψυχαγωγία και «κουλτούρα», έρχονται αντιµέτωπα µε ένα εδραιωµένο σύστηµα αξιών και σηµασιών το οποίο σε γενικές γραµµές χρησιµοποιούν «ως έχει» προκειµένου να εξασφαλίσουν για τους ίδιους και τους απόγονούς τους µια ευυπόληπτη και προνοµιούχο θέση στην κοινωνία. Έτσι τον 19ο αιώνα στην αστικοποιηµένη Ευρώπη αν στην κορυφή της αστικής ιεραρχίας η ζωή στις πόλεις σήµαινε να είναι κανείς ανοικτός στον έξω κόσµο, να διαθέτει άνετη κατοικία και να αποδεικνύει τη δύναµή του προτάσσοντας µε κάθε δυνατό τρόπο την υψηλή κοινωνική του θέση, για τα µεσαία στρώµατα της αστικής κοινωνίας µεγαλύτερη σηµασία αποκτά η µίµηση των συνηθειών της ανώτερης αστικής τάξης που ήδη µιµείται τις συνήθειες των εκπεσµένων αριστοκρατών, δηλαδή πιο σηµαντική είναι η επίφαση του πλούτου παρά ο ίδιος ο πλούτος. Ο J.L. Pinol (2000, σ. 255, 263-4) παρατηρεί ότι τα κοινωνικά αυτά στρώµατα συνήθως περιορίζονταν στη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας, συνέπεια του άγχους που τα διακατείχε λόγω των πολλών πιέσεων τις οποίες υφίσταντο: τη φροντίδα της αποκατάστασης των παιδιών, τις οικονοµικές απαιτήσεις του σπιτιού, το χρόνο που απορροφούσαν οι µετακινήσεις κ.λπ. Όταν πάλι έβγαιναν στον έξω κόσµο βασική τους µέριµνα ήταν η µίµηση των συνηθειών της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Και ο E. Hobsbawm (2002, σ ) εξηγεί: «Ήταν η ανέλπιστη οικονοµική ανάπτυξη στα µέσα του 19ου αιώνα που τους επέτρεψε να εισέλθουν στον κόσµο των επιτυχηµένων, αλλά που συγχρόνως επέβαλε ένα δηµόσιο τρόπο διαβίωσης που αναπαρήγαγε τον τρόπο ζωής των παλαιοτέρων ηγετικών οµάδων». Η εξοικείωση της µεσαίας τάξης µε µια κουλτούρα στην οποία δεν είχε τη δυνατότητα να επέµβει, µε ένα δηλαδή σύστηµα σηµασιών που δεν είχε η ίδια διαµορφώσει και ούτε ήταν σε θέση να αµφισβητήσει ή να αναπροσδιορίσει, οδήγησε στη µίµηση προτύπων και στην αβίαστη αφοµοίωση κάθε νεοεµφανιζόµενης µόδας. Υπό µία έννοια τα κοινωνικά αυτά στρώµατα αποκτούν την ελευθερία ενός «κενού» χρόνου αλλά µε πολύ περιορισµένες επιλογές στην ελευθέρια χρήσης αυτού του χρόνου. Έτσι ο που, όπως θα δούµε, στα µέσα του 20ού αιώνα αποτέλεσε σταθµό στις αντιλήψεις για την έννοια της µαζικής κουλτούρας και το ρόλο της στην εξέλιξη του αστικού χώρου. 35 Οι επισηµάνσεις αυτές χρησιµεύουν στην οριοθέτηση ενός ευρύτερου πλαισίου προσέγγισης του σύγχρονου δηµόσιου χώρου. Η σταδιακή διαµόρφωση των σηµασιών της αστικής κουλτούρας κατά τον 19ο αιώνα, και η µετέπειτα αποκρυστάλλωσή τους σε εκείνες της µαζικής κουλτούρας, αποτελεί ένα από τα κεντρικά ζητήµατα της εργασίας, συνεπώς εξετάζεται εκτενέστερα και σε επόµενα κεφάλαια. 37

46 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης ελεύθερος χρόνος είτε παραµένει προσκολληµένος στον ιδιωτικό χρόνο, είτε «γεµίζει» µε κάθε µορφή ψυχαγωγίας 36. Από την άλλη πλευρά, ενώ οι ψυχαγωγικές δραστηριότητες κατά τον ελεύθερο χρόνο ήταν κριτήριο διάκρισης των µελών (ή των επίδοξων µελών) της µεσοαστικής τάξης από τα στρώµατα των µικροαστών και µέρους των εργαζοµένων, η κύρια ένδειξη της κοινωνικής «διάκρισης» του µέλους ταυτιζόταν όλο και περισσότερο µε τα τυπικά προσόντα της µόρφωσης. Ωστόσο ο στόχος της παιδείας δεν ήταν ωφελιµιστικός. Μολονότι υπήρχαν δυνάµει οικονοµικά οφέλη από την άσκηση των νοητικών ικανοτήτων και από την εξειδικευµένη γνώση, το περιεχόµενο της παιδείας ήταν δευτερεύουσας σηµασίας. Η φοίτηση στο σχολείο εξασφάλιζε πρωτίστως ένα εισιτήριο εισόδου στις αναγνωρισµένες µεσαίες και ανώτερες ζώνες της κοινωνίας, καθώς και το µέσο κοινωνικοποίησης των εισαγοµένων στους τρόπους που θα τους ξεχώριζαν από τα κατώτερα στρώµατα. Συνεπώς δεν είναι παράδοξο ότι στο πλαίσιο της διευρυµένης βιοµηχανίας της παιδείας, αλλά παράλληλα και ενός εκπαιδευτικού συστήµατος που εξυπηρετούσε την κατεστηµένη οικονοµική και κοινωνική ηγετική οµάδα, το είδος της σχολικής εκπαίδευσης που αναπτύχθηκε αφενός ανταποκρινόταν σε κύριο λόγο στο µονοσήµαντο αυτό στόχο, αφετέρου ενσωµάτωνε µια µορφή άτυπου αποκλεισµού από τους χώρους της εκπαίδευσης της προνοµιούχου τάξης. Για παράδειγµα, στην Αγγλία µετά το 1840 ιδρύθηκαν πολυάριθµα ψευδεπίγραφα «δηµόσια» σχολεία για τη µεσαία τάξη µε πρότυπο τα παλαιά ιδρύµατα που ήταν ήδη φυτώρια της µεγάλης και µικρής αριστοκρατίας (Hobsbawm 2002, σ ). Παράλληλα, όσο η κουλτούρα αναδεικνύεται εργαλείο για τη βελτίωση της κοινωνικής θέσης των µεσαίων στρωµάτων, τόσο γύρω της διαµορφώνεται ένας µηχανισµός από επιχειρήσεις παραγωγής «πολιτισµού»: περιοδικά κριτικής της τέχνης, έντυπα εικόνων µόδας, πολιτιστικοί χώροι κ.ο.κ. Ενταγµένες στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι επιχειρήσεις αυτές γίνονται σύντοµα φορείς της εδραιωµένης από την ανώτερη τάξη κουλτούρας και των όποιων µετασχηµατισµών είχε αυτή υποστεί στο στενό περιθώριο που άφηνε η διαδικασία αφοµοίωσής της από τα αναδυόµενα αστικά στρώµατα. Η λεγόµενη δηλαδή «βιοµηχανία της κουλτούρας» αφενός συνδέεται µε την ανάπτυξη της µεσαίας τάξης, αφετέρου όµως ενσωµατώνει ένα σταθερό σύστηµα σηµασιών κληρονοµηµένο από την αριστοκρατία του 18ου αιώνα. Η ανάπτυξη της βιοµηχανίας της κουλτούρας συνέβαλε, όπως θα δούµε παρακάτω, στο να οικειοποιηθούν οι µεσαίες και οι κατώτερες κοινωνικές οµάδες το χώρο της πόλης, όµως παράλληλα λειτούργησε καθοριστικά στη διάδοση και σταδιακή επικράτηση ενός «στατικού» κόσµου σηµασιών. Στα τέλη του 19ου αιώνα η εργατική τάξη, η οποία στην πλειοψηφία της απαρτιζόταν από άτοµα φτωχά και οικονοµικά ανασφαλή, είχε πολύ πιο χαµηλές προσδοκίες από τη µεσαία τάξη. Επίσης τους εργάτες ένωνε ο µαζικά κοινωνικός διαχωρισµός τους, ένας ξεχωριστός τρόπος ζωής µε περιορισµένες δυνατότητες και ευκαιρίες, και τελικά 36 Αλλά και εκ των πραγµάτων, την εποχή του εκδηµοκρατισµού η (κυρίως φιλελεύθερη) µεσαία τάξη αναγκάστηκε πολλές φορές να αποσυρθεί εντελώς από µια πολιτική σκηνή όπου δηµόσια και πολιτική επιρροή είχαν ουσιαστικά µόνο οι µεγαλοαστοί, και όπου κυριαρχούσαν τα µαζικά κινήµατα ή µια µάζα ψηφοφόρων που στην καλύτερη περίπτωση δεν αναγνώριζε την «επιρροή» της µεσαίας τάξης, όταν δε στρεφόταν κυριολεκτικά εναντίον της (Hobsbawm 2002, σ. 262). 38

47 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης το κεντρικό στη ζωή τους σηµείο αναφοράς, η συλλογικότητα: η κυριαρχία του «εµείς» επί του «εγώ». Και αυτό όχι µόνο λόγω της δικαιολογηµένης πεποίθησης των εργατών ότι δεν µπορούσαν να βελτιώσουν τη µοίρα τους δρώντας ως άτοµα παρά µόνο µέσα από τη συλλογική δράση, αλλά επειδή, όπως ήδη αναφέρθηκε, η εργατική ζωή όφειλε σε κάποιο βαθµό να είναι δηµόσια, καθώς ο ιδιωτικός χώρος ήταν τόσο ανεπαρκής (Hobsbawm 1997, σ και Pinol 2000, σ. 264). Μέχρι περίπου τα τέλη του Β παγκοσµίου πολέµου για την εργατική τάξη οι εµπειρίες της ζωής από τον ποδοσφαιρικό αγώνα µέχρι την πολιτική συγκέντρωση ή τις διακοπές είχαν µαζικό χαρακτήρα. Μετά τον Πόλεµο η οικονοµική άνοδος σε συνδυασµό µε την πλήρη απασχόληση, σε µια κοινωνία µαζικής πια κατανάλωσης, µετάλλαξαν τελικά τη ζωή της εργατικής τάξης. Σταδιακά ακόµα και όσα ήταν κάποτε πολυτέλεια (το ψυγείο, το τηλέφωνο κ.λπ.) έγιναν, τουλάχιστον στις πιο πλούσιες χώρες, αναµενόµενο επίπεδο άνεσης για όλους. Η ευηµερία και η ιδιωτικοποίηση όµως διέσπασαν και την κοινότητα που είχαν σφυρηλατήσει η φτώχεια και η συλλογικότητα στο δηµόσιο χώρο (Hobsbawm 1997, σ. 337, 393). Στα µέσα του 20ού αιώνα το µεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσµού στις ανεπτυγµένες χώρες προτιµά τη θαλπωρή της οικογένειας από εκείνη της κοινότητας, ενώ, καθώς η διεκδίκηση µιας καλύτερης κοινωνικής θέσης µέσω της συµµετοχής στην κουλτούρα αρχίζει να εµφανίζεται «ανώφελη», το σταθερό σύστηµα αξιών της αστικής κουλτούρας του 19ου αιώνα µεταβάλλεται από κοινωνικό «όπλο» στα χέρια της µεσαίας τάξης, σε καταναλωτικό προϊόν για τις ώρες ψυχαγωγίας της µαζικής κοινωνίας. (β) Το «δηµόσιο» και το «ιδιωτικό» σήµερα Στην ιστορία ανάπτυξης των υτικών πόλεων, από τα µεσαιωνικά χρόνια µέχρι τις µέρες µας, η σηµασία του δηµόσιου χώρου, τα όρια και οι λειτουργίες του, ελέγχονται και καθορίζονται από την εκάστοτε κυρίαρχη αστική τάξη. Καθώς όµως οι κοινωνικές αυτές οµάδες του πληθυσµού έχουν κάθε λόγο να αναζητούν τρόπους που θα τους επιτρέψουν να διατηρήσουν τα προνόµιά τους, υιοθετούν την «εδαφική» ερµηνεία του χώρου, που αφενός εδραιώνει την κυριαρχία τους, αφετέρου αντανακλάται στο χώρο µε το διαχωρισµό του κράτους από την κοινωνία. Στους νεότερους χρόνους η καπιταλιστική ανάπτυξη βασίστηκε στην ερµηνεία αυτή και παράλληλα την ενδυνάµωνε διαρκώς τροφοδοτώντας τη µε σηµασίες και παραστάσεις οικείες στα άτοµα από τον ιδιωτικό τους χώρο. Η νοοτροπία που παγιώθηκε κατά τη διάρκεια της µακρόχρονης αυτής διαδικασίας συµβάλλει τόσο στον αποκλεισµό των πιο αδύνατων κοινωνικών οµάδων από τον δηµόσιο χώρο όσο και στην αποξένωση των περισσοτέρων, στην αποδέσµευσή τους δηλαδή από την ευθύνη να συµµετέχουν στην πολιτική ζωή. Στις σύγχρονες «δηµοκρατικές» κοινωνίες της ύσης, που η έννοια της κυριαρχίας είναι πολύ πιο σύνθετη και που τα όρια µεταξύ «ιδιωτικού» και «δηµόσιου» εµφανίζονται όλο και πιο συγκεχυµένα, από τη µια πλευρά διαµορφώνονται νέες µορφές αποκλεισµού από τη δηµόσια ζωή της πόλης, από την άλλη η ετερονοµία καθορίζει σταδιακά, όχι µόνο τις ερµηνείες του δηµόσιου χώρου, αλλά και τη βίωση της καθηµερινότητας τη σχέση των ανθρώπων µε την πόλη, µε τους «άλλους» και, τελικά, την ίδια τους τη ζωή. 39

48 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης (β.1) Μαζική κοινωνία, ιδιωτικός και δηµόσιος χώρος Η µαζική κοινωνία είναι συνέπεια του βιοµηχανικού καπιταλισµού και κυρίως των συνθηκών και καταστάσεων που έβαλαν το υτικό κόσµο µετά τον Β παγκόσµιο πόλεµο σε µια περίοδο περίπου 30 χρόνων εκπληκτικής οικονοµικής µεγέθυνσης και κοινωνικών µετασχηµατισµών. Οι αλλαγές που συντελέστηκαν στο χρονικό αυτό διάστηµα, όπως επισηµαίνει ο E. Hobsbawm (1997, σ. 20), πιθανότατα µετέβαλαν την ανθρώπινη κοινωνία πολύ πιο βαθιά σε σχέση µε κάθε άλλη ιστορική περίοδο παραπλήσιας χρονικής διάρκειας. Η παγκόσµιας κλίµακας έκρηξη της οικονοµίας ήταν, σε κάποιο βαθµό, γενίκευση της κατάστασης που επικρατούσε στις ΗΠΑ πριν από το 1945, ακολουθώντας τη χώρα αυτή ως πρότυπο καπιταλιστικής βιοµηχανικής κοινωνίας. Το πρότυπο µαζικής παραγωγής του Henry Ford απλώθηκε σε όλες τις νέες αυτοκινητοβιοµηχανίες, ενώ στις ΗΠΑ η αρχή του φορντισµού εφαρµόστηκε και σε άλλα είδη παραγωγής: από την κατασκευή κτιρίων µέχρι την παραγωγή πρόχειρου φαγητού (η αλυσίδα εστιατορίων McDonald s αναπτύσσεται µε γοργούς ρυθµούς ήδη στα πρώτα χρόνια µετά τον Πόλεµο). Αγαθά και υπηρεσίες, που προηγουµένως προορίζονταν για τη µειονότητα του πληθυσµού, παράγονταν τώρα για τη µαζική αγορά, όπως, για παράδειγµα, συνέβη µε τον µαζικό τουρισµό 37. Τα 30 αυτά γνωστά και ως «χρυσά χρόνια» είχαν εν µέρει κινητήρια δύναµη την τεχνολογική επανάσταση και την εξάπλωση της νέας (ή και της παλιού τύπου) εκβιοµηχάνισης. Οι νέες τεχνολογίες εξοικονοµούσαν εργατικό χρόνο και εργατικά χέρια, έτσι το κυριότερο χαρακτηριστικό γνώρισµα της εποχής ήταν ότι χρειαζόταν διαρκείς και µεγάλες επενδύσεις. Ωστόσο παράλληλα, όλο και περισσότερο, δεν είχε ανάγκη τους ανθρώπους ως παραγωγούς, παρά µόνο ως καταναλωτές ως αγοραστές αγαθών και υπηρεσιών. Βασική συνθήκη της «χρυσής» αυτής εποχής φαίνεται πως ήταν ο µετασχηµατισµός του ίδιου του καπιταλισµού. Η φτώχεια, η µαζική ανεργία, η εξαθλίωση, τα προβλήµατα δηλαδή που έθεσε ο ίδιος ο καπιταλισµός τον 19ο αιώνα, εξαλείφθηκαν σε µεγάλο βαθµό τη χρονική αυτή περίοδο, αφενός λόγω της οικονοµικής αναδιάρθρωσης (µε βάση την οποία τα κράτη ήταν τώρα πιο εύκολο να σχεδιάζουν και να διαχειρίζονται τον οικονοµικό εκσυγχρονισµό αυξάνοντας παράλληλα τη ζήτηση), αφετέρου χάρη στην πολιτική δέσµευση των κυβερνήσεων ως προς την πλήρη απασχόληση και, σε µικρότερο βαθµό, ως προς τη µείωση των οικονοµικών ανισοτήτων. Με άλλα λόγια, η πολιτική δέσµευση ως προς το κράτος πρόνοιας και την κοινωνική ασφάλεια δηµιούργησε για πρώτη φορά «µια µαζική καταναλωτική αγορά για αγαθά πολυτελείας τα οποία µπορούσαν τώρα να γίνουν αποδεκτά ως είδη πρώτης ανάγκης» (Hobsbawm 1997, σ ). Βασικός παράγοντας της «χρυσής εποχής», αλλά και χαρακτηριστική µεταγενέστερη συνέπειά της, ήταν η παρακµή του αγροτικού κόσµου και παράλληλα η θεαµατική 37 Στον τοµέα του µαζικού τουρισµού τα στατιστικά στοιχεία της εποχής από ορισµένες χώρες και περιοχές προορισµού είναι πράγµατι ενδεικτικά: Στην περίοδο ο αριθµός των βορειοαµερικανών που ταξίδευαν κάθε χρόνο προς την Κεντρική Αµερική και την Καραϊβική αυξήθηκε από σε Αντίστοιχα η Ισπανία και η Ιταλία που ουσιαστικά µέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 50 δεν είχαν καθόλου µαζικό τουρισµό, στα τέλη της δεκαετίας του 80 υποδέχονταν καθεµία από περίπου ξένους το χρόνο (Hobsbawm 1997, σ. 337). Και στη χώρα µας όµως, µε µικρή ίσως καθυστέρηση λόγω οικονοµικών και πολιτικών συνθηκών, ο µαζικός τουρισµός αναπτύσσεται την ίδια περίοδο. 40

49 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης αύξηση του αστικού πληθυσµού. Ωστόσο οι µεγάλες πόλεις στις πιο πλούσιες χώρες είχαν φτάσει στο απόγειό τους ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, πριν δηλαδή αρχίσει η φυγή προς τα προάστια και αναπτυχθούν οι κοινότητες-δορυφόροι των αστικών κέντρων. Έτσι σταδιακά η τυπική «µεγάλη πόλη» του ανεπτυγµένου κόσµου έγινε περιοχή συνδεδεµένων οικισµών µε εστία κάποια κεντρική περιοχή επιχειρηµατικών ή διοικητικών δραστηριοτήτων. Όπως παρατηρεί ο E. Hobsbawm (1997, σ. 376), «Τα κέντρα των πόλεων ερήµωναν τη νύχτα, όταν οι εργαζόµενοι και οι καταναλωτές που έκαναν τα ψώνια τους γύριζαν στα σπίτια τους και τα κέντρα ψυχαγωγίας έκλειναν». Η µαζική κοινωνία προκύπτει όταν το µεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσµού, η «µάζα» δηλαδή του κόσµου, ενσωµατωµένη πια στην κοινωνία, αποκτά τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο για ψυχαγωγία. «Η εµφάνιση της µαζικής κοινωνίας», επισηµαίνει η H. Arendt (1986, σ. 63), «δείχνει απλώς ότι οι διάφορες κοινωνικές οµάδες έχουν απορροφηθεί µέσα σε µια κοινωνία κατά τον ίδιο τρόπο που είχαν απορροφηθεί προηγουµένως και οι οικογενειακές µονάδες µε την εµφάνιση της µαζικής κοινωνίας, η σφαίρα του κοινωνικού ύστερα από µια εξέλιξη αρκετών αιώνων, έχει φθάσει στο σηµείο να περικλείει και να ελέγχει όλα τα µέλη µιας δεδοµένης κοινότητας εξ ίσου και µε την ίδια δύναµη». Η µακρόχρονη διαδικασία διείσδυσης του ιδιωτικού στο δηµόσιο εγκαθίδρυσε σταδιακά ένα καθεστώς το οποίο ωθεί τα άτοµα στην ιδιωτικοποίηση, την ευνοεί, την επιχορηγεί και τη βοηθά. Από την άλλη πλευρά τα ίδια τα άτοµα, στο βαθµό που δε βλέπουν συλλογική δραστηριότητα που να τους προσφέρει διέξοδο ή που να διατηρεί απλώς κάποιο νόηµα, αποτραβιούνται στην ιδιωτική τους σφαίρα. Ωστόσο το ίδιο το σύστηµα, που πέρα από ένα ορισµένο όριο δεν µπορεί να ανεχθεί την ιδιωτικοποίηση, επιδίδεται περιοδικά σε απόπειρες να προσελκύσει εκ νέου τους ανθρώπους σε συλλογικές και κοινωνικές δραστηριότητες (Καστοριάδης 1995, σ ). Συνεπώς το βασικό χαρακτηριστικό της µαζικής κοινωνίας δεν είναι η απόλυτη εξάλειψη της δηµόσιας σφαίρας. «Αυτό που κάνει τόσο αφόρητη τη µαζική κοινωνία», γράφει η H. Arendt (1986, σ. 78), «δεν είναι ο µεγάλος αριθµός των ανθρώπων που περιλαµβάνει, ή τουλάχιστον δεν είναι αυτός κατά κύριο λόγο, αλλά το γεγονός ότι ο κόσµος ανάµεσά τους [ο κοινός κόσµος της δηµόσιας σφαίρας] έχει χάσει τη δύναµή του να τους συγκεντρώνει, να τους συνδέει και να τους διαχωρίζει». Και ακόµα, ότι ο κοινός αυτός κόσµος ελέγχεται και καθορίζεται από ένα σύστηµα, το οποίο είναι ανώνυµο, όπως εξάλλου είναι και η µαζική κοινωνία. Τόσο την ιδιωτικοποίηση και την κατανάλωση όσο και µια µορφή ήπιας χειραγώγησης των ανθρώπων, που χαρακτηρίζει τα 30 «χρυσά χρόνια» του υτικού κόσµου, τις προωθούσε µια µορφή «απρόσωπης» εξουσίας. Με άλλα λόγια το σύστηµα, που καθορίζει µετά τον Πόλεµο τη µορφή του δηµόσιου χώρου, δεν είναι δηµιούργηµα ενός µονάρχη, ενός δικτάτορα, κάποιων κεφαλαιοκρατών ή µιας οµάδας διαµορφωτών της «κοινής γνώµης», αλλά στην ουσία ενός τεράστιου κοινωνικο-ιστορικού ρεύµατος που πορεύτηκε (και συνεχίζει να πορεύεται) προς αυτή την κατάσταση. Υπό µια έννοια στις συνθήκες της µαζικής κοινωνίας όλα «πάνε µαζί», πνέουν κατά κάποιο τρόπο προς την ίδια κατεύθυνση (Καστοριάδης 2000, σ ). Χωρίς όµως αυτό να σηµαίνει πως τα συµφέροντα και η κουλτούρα της προνοµιούχου τάξης έπαψαν να κυριαρχούν επειδή έχασαν την προσωπικότητά τους. Η απρόσωπη εξουσία δεν είναι απαραίτητα µη εξουσία. Αντίθετα, κάτω από ορισµένες περιστάσεις, µπορεί ακόµη και να αποδειχθεί από της πιο σκληρές µορφές εξουσίας (Arendt 1986, σ. 62). Στις συνθήκες της µαζικής κοινωνίας η 41

50 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης «στατική» αντίληψη του δηµόσιου χώρου, όχι µόνο δεν έχασε τη σηµασία της, αλλά ενισχύθηκε προβαλλόµενη σαν κοινό συµφέρον ή κοινή γνώµη της κοινωνίας ως συνόλου. Στο τελευταίο δηλαδή στάδιο της διαδικασίας διείσδυσης του «ιδιωτικού» στο «δηµόσιο» η κοινωνία αξιώνει από τα µέλη της να ενεργούν σαν να αποτελούν µέλη µιας τεράστιας οικογένειας, η οποία παρουσιάζεται σαν να έχει µια µόνο γνώµη και ένα συµφέρον (Arendt 1986, σ. 61-2). Η «κοινή γνώµη» λοιπόν αφενός φέρει τις, κληρονοµηµένες από τη µακρόχρονη ιστορία ανάπτυξης των πόλεων, σταθερές αξίες της εκάστοτε κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, αφετέρου η ίδια, ως µια και µοναδική, ερµηνεύεται ως «εκ των προτέρων δεδοµένη» άποψη για τα πράγµατα. «Η σηµερινή κοινωνία», επισηµαίνει ο Κ. Καστοριάδης (2000, σ. 117), «έχει µια φοβερή ικανότητα να πνίγει κάθε γνήσια απόκλιση, είτε αποσιωπώντας την είτε καθιστώντας τη φαινόµενο ανάµεσα στα άλλα, που πλασάρεται στην αγορά όπως και τα άλλα. [ ] Οι φωνές που δεν ευθυγραµµίζονται ή που διαφωνούν δεν πνίγονται από τη λογοκρισία ή από εκδότες που δεν τολµούν πια να τις δηµοσιεύσουν. Πνίγονται από τη γενική εµπορευµατοποίηση. Οι ανατρεπτικές ιδέες συµφύρονται µε το συρφετό όλων όσων παράγονται και διαδίδονται». Ο καπιταλισµός των 30 «χρυσών χρόνων» για να αναπτυχθεί, χρειαζόταν συνθήκες σταθερότητας και νηνεµίας, που σηµαίνει πως είχε ανάγκη την επικράτηση της ετερονοµίας. Στηρίχτηκε εποµένως σε ένα δεδοµένο σύστηµα σηµασιών στο οποίο η κοινωνία όχι µόνο δεν είχε τη δυνατότητα να επέµβει, αλλά προσαρµόστηκε στις απαιτήσεις του διατηρώντας την ψευδαίσθηση ότι συµµετείχε σε αυτό. Η διείσδυση του «ιδιωτικού» στο «δηµόσιο» και παράλληλα η αναδίπλωση των ανθρώπων στην ιδιωτική σφαίρα τούς καθιστά έγκλειστους στην υποκειµενικότητα της δικής τους ατοµικής εµπειρίας, η οποία δεν παύει να είναι ατοµική έστω και αν πολλαπλασιάζεται απειράριθµες φορές (Arendt 1986, σ. 85). Η εξατοµίκευση δε σηµαίνει αυτονοµία. Όπως εξηγεί ο Κ. Καστοριάδης (2000, σ. 134), «όταν ένα άτοµο αγοράζει ένα ψυγείο ή ένα αυτοκίνητο, κάνει αυτό που κάνουν άλλα 40 εκατοµµύρια άτοµα, και δεν υπάρχει στην πράξη του αυτή ούτε ατοµικότητα ούτε αυτονοµία». Αντίθετα είναι η αυταπάτη της προσωπικής επιλογής που οδηγεί τελικά τους ανθρώπους να αποδεχτούν τις απαιτήσεις του συστήµατος. Το ανώνυµο σύστηµα της µαζικής κοινωνίας δεν ελέγχει µόνο τη δηµόσια σφαίρα αλλά και την ιδιωτική. Η θαλπωρή της οικογενειακής εστίας στην οποία αναζητούσαν καταφύγιο, για παράδειγµα, οι µεσοαστοί του 19ου αιώνα µεταβάλλεται σταδιακά καθώς αφενός τα άτοµα και στον ιδιωτικό τους χώρο συµπεριφέρονται σύµφωνα µε τις επιταγές του συστήµατος, αφετέρου όσο η προσωπική τους ζωή εκτίθεται σε δηµόσια θέα, το «ιδιωτικό» χάνει τη βασική του ιδιότητα: να παρέχει στα άτοµα το δικαίωµα στην ιδιωτικότητα, ένα χώρο και χρόνο απόδρασης από την ένταση και τη θέαση του «δηµοσίου». (β.2) Η µαζική κοινωνία και η κουλτούρα της Μετά τον Β παγκόσµιο πόλεµο η καθολική επικράτηση της κοινωνίας της µαζικής κατανάλωσης συνοδεύτηκε από µια ολοένα και πιο δυναµική παραγωγή εικόνων που είχαν σκοπό να προσελκύσουν το καταναλωτικό ενδιαφέρον του κόσµου. Όπως επισηµαίνει ο E. Hobsbawm (1997, σ. 650), ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 60 οι εικόνες που συνόδευαν τους ανθρώπους στο υτικό κόσµο, από τη γέννηση µέχρι το 42

51 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης θάνατο, ήταν οι εικόνες της διαφήµισης και εικόνες που ενσάρκωναν την κατανάλωση ή ήταν αφιερωµένες στην εµπορική µαζική ψυχαγωγία. Η αναζήτηση ορισµού και χαρακτηρισµών για τις εικόνες αυτές, από τις πρώτες µεταπολεµικές δεκαετίες µέχρι τις µέρες µας, δεν έπαψε να αποτελεί ένα από τα κεντρικά θεωρητικά ζητήµατα στο διάλογο για τον σύγχρονο αστικό χώρο 38. Οι εκπρόσωποι της Σχολής της Φραγκφούρτης ήταν οι πρώτοι που τις χαρακτήρισαν µαζικές, υπό την έννοια των «ετοιµοπαράδοτων συνταγών της κοινωνίας της αφθονίας», των προϊόντων που µε βιοµηχανικό τρόπο κατασκευάζονται για την κοινωνία, και τα οποία η κοινωνία σε αντίθεση µε την «αυθεντική τέχνη» της «υψηλής κουλτούρας» δεν µπορεί να αµφισβητήσει (Adorno, Lowenthal, Marcuse & Horkeimer 1984, σ. 10). Η H. Arendt (1972, σ. 270) θεωρεί ότι οι εικόνες αυτές είναι προϊόντα της µαζικής ψυχαγωγίας και όχι της µαζικής κουλτούρας υπό την έννοια ότι δε χρησιµεύουν στα άτοµα για τη µόρφωσή τους ή τη βελτίωση της κοινωνικής τους θέσης, όπως συνέβαινε µε την αστική κουλτούρα του 19ου αιώνα, αλλά προορίζονται κυρίως για τις ώρες χαλάρωσης και διασκέδασης της µαζικής καταναλωτικής κοινωνίας. Ο Noël Carroll (1998, σ , 196-7) πάλι διαχωρίζει τη µαζική από τη λαϊκή τέχνη, υπό το πρίσµα ότι η πρώτη αποτελεί µορφή τέχνης που αναπτύχθηκε σε συγκεκριµένους τόπους και σε µια συγκεκριµένη χρονική περίοδο, ενώ αντίθετα κάθε κοινωνία έχει να επιδείξει στην ιστορία της ορισµένα δείγµατα λαϊκής τέχνης. Παράλληλα θεωρεί τη µαζική τέχνη υποσύνολο της ευρύτερης µαζικής κουλτούρας, διαχωρίζοντας κατά κάποιο τρόπο τις νεότερες καλλιτεχνικές εκφράσεις της κοινωνίας (τον κινηµατογράφο, τα κόµικς, την pop µουσική κ.λπ.) από µη καλλιτεχνικές εικόνες όπως είναι, για παράδειγµα, εκείνες ενός talk show στην τηλεόραση. Ωστόσο από κάθε άποψη ο N. Carroll θεωρεί τις εικόνες αυτές προϊόντα της κοινωνίας και συγκεκριµένα της µαζικής κοινωνίας. Σε γενικές γραµµές το ζήτηµα που θέτουν οι ποικίλες αυτές προσεγγίσεις µπορεί να συνοψιστεί στο εξής ερώτηµα: εάν οι εικόνες στις οποίες αναφέρεται ο E. Hobsbawm αποτελούν ή όχι προκατασκευασµένα προϊόντα για τη µάζα του κόσµου. Με άλλα λόγια, εάν στις µεταπολεµικές δεκαετίες η µαζική κοινωνία επεµβαίνει στη διαµόρφωση των εικόνων αυτών µε τρόπο τέτοιο ώστε να µπορούν να θεωρηθούν αναπόσπαστο κοµµάτι του κόσµου των σηµασιών της δηλαδή της κουλτούρας της. Οι απαντήσεις στο ερώτηµα αυτό είναι σύνθετες και πολυσήµαντες. Από τη µια πλευρά είναι εύκολο να συµφωνήσει κανείς ότι οι εικόνες αυτές διαµορφώνουν ένα ευρύτερο σύνολο πολιτιστικών καταναλωτικών προϊόντων: «Πολιτιστικών» υπό την έννοια ότι αφορούν τον πολιτισµό της κοινωνίας, «προϊόντων» υπό την έννοια του «έργου» που παράγεται (χωρίς διόλου να υπονοείται µια αρνητική αξιολόγηση της σηµασίας του) και τέλος «καταναλωτικών» από την άποψη ότι σκοπός τους είναι να προσελκύσουν µαζικά το αγοραστικό ενδιαφέρον. Από την άλλη πλευρά οι εικόνες αυτές δεν παράγονται ανεξάρτητα από την κοινωνία, από µια οµάδα «έξω» ή «πάνω» από αυτή, αλλά στο πλαίσιο του συστήµατος που περιγράψαµε προηγουµένως, του κοινωνικο-ιστορικού ρεύµατος που κυριαρχεί στον σύγχρονο υτικό τουλάχιστον κόσµο. Ένα καταναλωτικό προϊόν, για να λειτουργήσει ως τέτοιο, πρέπει αφενός να αποδείξει τη χρησιµότητά 38 Ο προβληµατισµός που έχει αναπτυχθεί εξετάζεται εκτενέστερα σε επόµενο κεφάλαιο. ιατυπώνονται εδώ ορισµένες εισαγωγικές επισηµάνσεις, χρήσιµες στην οριοθέτηση του πλαισίου διερεύνησης των παραγόντων που λειτουργούν καθοριστικά στη διαµόρφωση του σύγχρονου δηµόσιου χώρου. 43

52 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης του, να βρει χώρο και χρόνο για την ένταξή του, αφετέρου να προσαρµοστεί και να αναπροσαρµόζεται διαρκώς στις ανάγκες και στα χαρακτηριστικά του χώρου και του χρόνου αυτού. Στις συνθήκες της µαζικής κοινωνίας ήταν εύκολο να βρεθεί το πεδίο στο οποίο θα εντάσσονταν οι καταναλωτικές εικόνες, καθώς το ίδιο το σύστηµα παραγωγής τους είχε συντελέσει να διαθέτουν τα άτοµα τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο, αλλά και να «επιθυµούν» να τον διαθέσουν σε ψυχαγωγικές και χαλαρωτικές δραστηριότητες. Ωστόσο, µολονότι στις συνθήκες αυτές ήταν εύκολο να αποδειχθεί η χρησιµότητα των ψυχαγωγικών προϊόντων, οι παράγοντες που θα καθόριζαν τη µορφή τους, το περιεχόµενό τους και τις πιθανές αναπροσαρµογές των χαρακτηριστικών τους ήταν σαφώς πιο σύνθετοι. Αυτός ήταν εν µέρει και ο λόγος που, όπως θα δούµε, τα προϊόντα αυτά στη δεκαετία του 60 συντέλεσαν, χωρίς ίσως κανένας να το έχει προβλέψει, στο να κλονιστούν τα θεµέλια του συστήµατος που τα παρήγαγε. Τα προϊόντα ψυχαγωγίας, για να εξασφαλίσουν την εµπορική τους επιτυχία, οφείλουν να διευκολύνουν τα ίδια την πρόσληψή τους εξάλλου σε αυτό βοηθούσε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα η ανάπτυξη των τεχνολογικών µεθόδων διάδοσης εικόνων, που σταδιακά συντέλεσαν στο να αντικατασταθεί µεγάλο µέρος του γραπτού λόγου. Οφείλουν επίσης να είναι οικεία στο κοινό τους και να µη διαταράσσουν τους «κανόνες» ψυχαγωγίας. Έτσι από την πρώτη τους κιόλας εµφάνιση κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα τα προϊόντα µαζικής ψυχαγωγίας ενσωµάτωσαν τις παραστάσεις του ιδιωτικού χώρου αλλά και το σύστηµα αξιών που είχε κληρονοµήσει η αστική κοινωνία από τα προνοµιούχα κοινωνικά στρώµατα του 18ου και του 19ου αιώνα, και µε το οποίο σταδιακά είχε και εκείνη εξοικειωθεί. Ένα εµπορικό προϊόν οφείλει ακόµα να διευρύνει διαρκώς το κοινό του, να προσελκύει δηλαδή το ενδιαφέρον όλο και περισσότερου κόσµου. Έτσι η αναπροσαρµογή των χαρακτηριστικών του καθορίζεται σε κάποιο βαθµό από τις ανάγκες και τις απαιτήσεις των κοινωνικών οµάδων που θέλει να «κερδίσει». Για παράδειγµα, στα τέλη του 19ου αιώνα, η εντυπωσιακή άνθιση ορισµένων παραλογοτεχνικών µορφών (όπως το αστυνοµικό µυθιστόρηµα, τα κόµικς ή τα ροµάντζα στις επιφυλλίδες των εφηµερίδων) στηρίχτηκε, µεταξύ άλλων, στην αύξηση του αναγνωστικού κοινού, µε την επέκταση στα µικροαστικά στρώµατα, και κυρίως στην αναγνώριση των γυναικών και των παιδιών ως ειδικών καταναλωτών της ανάγνωσης. Μετά τον Β παγκόσµιο πόλεµο το σύστηµα παραγωγής των προϊόντων αυτών «συνειδητοποίησε» ακόµα ότι η ανάπτυξη της αγοράς µπορούσε να στηριχτεί και σε µια νέα κοινωνική οµάδα: στη νεολαία, η οποία εκείνη την εποχή αναγνωρίζεται, για πρώτη φορά µε τόσο εµφανή τρόπο, ως ανεξάρτητος κοινωνικός φορέας. Όπως επισηµαίνει ο E. Hobsbawm (1997, σ. 417), στα µέσα του 20ού αιώνα, «το αστικό περιβάλλον περίµενε από τους νεότερους άνδρες σε διάκριση από τις νεαρές γυναίκες να περάσουν περίοδο αναταραχής και να κάνουν τις νεανικές τους τρέλες στην πορεία τους µέχρι να κατασταλάξουν». Σταδιακά όµως στη διάρκεια της «χρυσής εποχής» η νεότητα έπαψε να θεωρείται απλά ένα προπαρασκευαστικό στάδιο για την ενηλικίωση. Σε αυτό είχε συµβάλει και η χρονική επιµήκυνση της καθολικής εκπαίδευσης µε αποτέλεσµα τη δηµιουργία ενός τεράστιου φοιτητικού πληθυσµού αλλά και η ευηµερία και η πλήρης απασχόληση των «χρυσών χρόνων» που καθιστούσαν τη νεολαία ασύγκριτα πιο ανεξάρτητη αγοραστική δύναµη σε σχέση µε 44

53 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης τις προηγούµενες γενιές 39. Οι έφηβοι άρχισαν να αναγνωρίζονται, ως αγοραστική δύναµη, µε όλο και µεγαλύτερο ενθουσιασµό από τους κατασκευαστές καταναλωτικών προϊόντων στο βαθµό που σταδιακά η κουλτούρα τους κυριάρχησε στις ανεπτυγµένες οικονοµίες της αγοράς. Τα διάφορα στυλ και ο τρόπος ζωής της νεολαίας διαδόθηκαν µε τους µουσικούς δίσκους µέσω του ραδιοφώνου, µε την παγκόσµια διανοµή εικόνων, µε τις προσωπικές επαφές του διεθνούς τουρισµού, και επικράτησαν ακόµα µε τη δύναµη της µόδας στο πλαίσιο της καταναλωτικής κοινωνίας (Hobsbawm 1997, σ. 416, ). Η κουλτούρα της νεολαίας, που αναπτύχθηκε τα µεταπολεµικά χρόνια, ενσωµατώθηκε στα καταναλωτικά προϊόντα της εποχής, ταυτόχρονα όµως και η ίδια εκφράστηκε και διαδόθηκε µέσα από αυτά. Βασικό χαρακτηριστικό της νέας κουλτούρας, και ταυτόχρονα ουσιώδης καινοτοµία της δεκαετίας του 50 ήταν η αλλαγή στους κώδικες συµπεριφοράς της νεολαίας της ανώτερης και µεσαίας τάξης, τουλάχιστον στον αγγλοσαξονικό κόσµο που όλο και περισσότερο έδινε τον τόνο παγκόσµια. Οι έφηβοι αυτοί άρχισαν να αποδέχονται ως πρότυπο τη µουσική, την ενδυµασία, ακόµα και τη γλώσσα των κατώτερων τάξεων των πόλεων ή ό,τι εκλάµβαναν ότι προερχόταν από τις τάξεις αυτές. Χαρακτηριστικά παραδείγµατα αποτελούν η rock µουσική, το µπλου-τζιν που διαδόθηκε ευρύτατα και στα δυο φύλα «αναγκάζοντας» την «υψηλή ραπτική» να το εντάξει στην παραγωγή της, ή ακόµα περιπτώσεις όπως εκείνη στο Κολέγιο του Eton στα τέλη της δεκαετίας του 50 όπου νεαροί αριστοκράτες άρχισαν να εγκαταλείπουν την προφορά στην οµιλία τους (η οποία στη Βρετανία τους κατέτασσε αλάνθαστα στην αριστοκρατία) για να µιµηθούν την προφορά της εργατικής τάξης του Λονδίνου (Hobsbawm 1997, σ. 425). Με τον τρόπο αυτό η νεολαία απέρριψε ορισµένες από τις σταθερές αξίες της κυρίαρχης κουλτούρας των µεγαλυτέρων, και όσο περισσότερο διαδιδόταν, µε τη βοήθεια της αγοράς, το «λαϊκό» στυλ, τόσο κλονιζόντουσαν τα θεµέλια ορισµένων βαθιά ριζωµένων κοινωνικών συµβάσεων που καθόριζαν µέχρι τότε την προσωπική συµπεριφορά αλλά και τις σχέσεις των ανθρώπων. Έτσι οι υποκουλτούρες τις νεολαίας, ευνοούµενες και από το γενικότερο πολιτικοοικονοµικό κλίµα της «χρυσής εποχής», σηµάδεψαν σε όλη τη µεταπολεµική περίοδο, µε θεαµατικό θα λέγαµε τρόπο, την κατάρρευση της κοινωνικής συγκατάθεσης (Hebdige 1981, σ. 32), οδηγώντας τελικά στην πολιτική ριζοσπαστικοποίηση της δεκαετίας του 60. Συνεπώς, η κουλτούρα της νεολαίας όχι µόνο συνέβαλε στον αναπροσδιορισµό της µορφής και του περιεχοµένου των ψυχαγωγικών καταναλωτικών προϊόντων, αλλά κατέστησε το σύστηµα παραγωγής των προϊόντων αυτών κανάλι διάδοσης για ένα ρεύµα αµφισβήτησης και κατάργησης ορισµένων σταθερών αξιών και σηµασιών του ίδιου του συστήµατος. Με αφετηρία την κουλτούρα της νεολαίας η πολιτιστική επανάσταση, που σηµειώθηκε µετά τη δεκαετία του 50, οδήγησε στην αποσύνθεση των παλαιών αξιακών συστηµάτων όπως και ορισµένων εθίµων και συµβάσεων που καθόριζαν την ανθρώπινη συµπεριφορά. Ήδη τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα είχε αρχίσει να γίνεται εµφανής κάποια χαλάρωση στους δεσµούς ανάµεσα στη θριαµβεύουσα αστική τάξη και τις παραδοσιακές 39 Στη γενικευµένη οικονοµική ευµάρεια της εποχής οι νέοι ήταν πιο ανεξάρτητοι και ισχυροί οικονοµικά, χάρη στη µεγαλύτερη άνεση των γονέων τους που αφενός µπορούσαν να καλύψουν τα έξοδα της φοιτητικής ζωής, αφετέρου στη συνέχεια δεν είχαν και τόσο µεγάλη ανάγκη τα παιδιά τους να συµβάλουν στον οικογενειακό προϋπολογισµό (Hobsbawm 1997, σ. 420). 45

54 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης αξίες της αριστοκρατίας, αλλά και στις δοµές της αστικής οικογένειας αντανάκλαση της οποίας ήταν σε κάποιο βαθµό και µια κάποια χειραφέτηση των γυναικών µέσα σε αυτή. Στο τέλος όµως της «χρυσής εποχής» οι αξίες και οι δοµές αυτές έµοιαζαν να έχουν καταρρεύσει. Για παράδειγµα, δεν οφειλόταν στη νοµοθεσία ότι στη δεκαετία του 50 µόνο 1% των βρετανίδων συγκατοικούσαν για κάποιο διάστηµα µε το µέλλοντα σύζυγό τους, ούτε και ότι στις αρχές της δεκαετίας του 80 το ποσοστό αυτό ανήλθε στο 21%. Ζητήµατα τα οποία απαγορεύονταν, όχι µόνο από το νόµο και τη θρησκεία αλλά και την εθιµική ηθική, τις κοινωνικές συµβάσεις και τη γνώµη του κοινωνικού περίγυρου, σταδιακά είχαν γίνει επιτρεπτά (Hobsbawm 2002, σ. 263 και 1997, σ. 414). Ωστόσο στη δεκαετία του 80, εκτός από την αποσύνθεση των παλαιών αξιακών συστηµάτων (τουλάχιστον όσων αφορούσαν τη συµπεριφορά των ανθρώπων), είχαν γίνει πια ορατά και τα όρια του οικονοµικού συστήµατος που είχε οδηγήσει τον υτικό κόσµο στην ευηµερία και την πλήρη απασχόληση των 30 «χρυσών χρόνων». Η ισορροπία µεταξύ αύξησης της παραγωγής και αγοραστικής ικανότητας των καταναλωτών ήταν πολύ λεπτή και πολύ δύσκολο να συγκρατηθεί 40. «Όπως παίρνουµε ως δεδοµένο τον αέρα που αναπνέουµε και έτσι µπορούµε να ασκούµε τις δραστηριότητές µας», γράφει ο Ε. Hobsbawm (1997, σ. 440), «έτσι και ο καπιταλισµός πήρε ως δεδοµένη την ατµόσφαιρα µέσα στην οποία λειτουργούσε και την οποία κληρονόµησε από το παρελθόν. Αλλά τότε µόνο ανακάλυψε πόσο βασική ήταν για αυτόν η ατµόσφαιρα αυτή, όταν η ίδια άρχισε να αραιώνει». Το καπιταλιστικό σύστηµα, ενώ οικοδοµήθηκε πάνω στις λειτουργίες της αγοράς, είχε στηριχτεί και σε ορισµένες κλίσεις και ροπές που δεν είχαν καµία εγγενή διασύνδεση µε τη λογική που οδηγεί στη µεγιστοποίηση του ατοµικού κέρδους. Είχε, για παράδειγµα, στηριχτεί σε όλα όσα είχαν οδηγήσει οι πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις έκφραση των αγώνων που διεξήγαγαν οµάδες και άτοµα για την αυτονοµία στη «δηµοκρατία», δηλαδή, στη µείωση του χρόνου εργασίας, στην αύξηση των µισθών, στο κράτος πρόνοιας κ.ο.κ. Είχε στηριχτεί όµως ακόµα και σε ορισµένες ανθρώπινες συµπεριφορές τις οποίες κληρονόµησε δε διαµόρφωσε ούτε θα µπορούσε να έχει διαµορφώσει. Είχε, λ.χ., βασιστεί στο γεγονός ότι τα άτοµα ήταν διατεθειµένα να αναβάλουν την άµεση ικανοποίηση για µεγάλο χρονικό διάστηµα, να αποταµιεύσουν δηλαδή και να επενδύσουν προσδοκώντας µελλοντικές ανταµοιβές, είχε επίσης στηριχτεί στην περηφάνια που ένιωθαν οι άνθρωποι για το έργο τους, αλλά και στην αφοσίωση και την εντιµότητα, αξίες που ήταν καθιερωµένες και αναµφισβήτητες, κληρονοµηµένες όµως από παλαιότερες εποχές (Καστοριάδης 2000, σ και Hobsbawm 1997, σ. 439). Όταν οι πολιτιστικές ανακατατάξεις στα τέλη της «χρυσής εποχής» άρχισαν να διαβρώνουν τα κληρονοµηµένα ιστορικά αποκτήµατα του καπιταλισµού, τότε έγινε κατανοητό πόσο δύσκολο ήταν να λειτουργήσει το σύστηµα χωρίς αυτά. Στις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα οι απώλειες για το σύστηµα βρήκαν την αντανάκλασή τους σε αυτό που αποκαλούµε σήµερα «πολιτική της ταυτότητας» καθώς και στην ενδυνάµωση εθνικιστικών ή θρησκευτικών κινηµάτων σε πρακτικές και θεωρίες δηλαδή που επιδιώκουν την επανάκτηση µιας παρελθούσας εποχής στην 40 Ιδιαίτερα όταν όλο το σύστηµα στην ουσία ήταν εξαρτηµένο από τη συντριπτική πολιτική και οικονοµική κυριαρχία των ΗΠΑ που λειτουργούσαν µερικές φορές χωρίς να το εννοούν ως σταθεροποιητικός παράγοντας και εγγυητής της παγκόσµιας οικονοµίας (Hobsbawm 1997, σ. 365). 46

55 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης οποία, όπως ισχυρίζονται οι εκφραστές τους, δεν υπήρχαν τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονοµικά προβλήµατα την αποκατάσταση του σταθερού συστήµατος αξιών και σηµασιών του οποίου τα θεµέλια είχαν δείξει να κλονίζονται στο τέλος της εποχής των 30 «χρυσών χρόνων». Μια άλλη µορφή αντανάκλασης των «απωλειών» για τον καπιταλισµό µπορούµε να πούµε ότι αποτελεί η δριµύτατη «επίθεση» κατά του µοντέρνου κινήµατος έτσι όπως αυτή εκφράζεται, ιδιαίτερα τις δυο τελευταίες δεκαετίες, στους κόλπους των πολεοδόµων και των αρχιτεκτόνων. Όσο οι ιδέες του µοντερνισµού έσβησαν µέσα στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που δηµιουργήθηκαν µετά τον Β παγκόσµιο πόλεµο, και όσο ακόµα η διαστρέβλωση των αρχών του στα χρόνια της ανοικοδόµησης των καταστραµµένων από τον Πόλεµο πόλεων αποτέλεσε ζήτηµα προβληµατισµού στις δεκαετίες του 50 και του 60, τόσο η σύγχρονη ολοκληρωτική (και κατά κάποιο τρόπο ετεροχρονισµένη) απόρριψή τους µοιάζει να υπαγορεύεται από την επιθυµία επιστροφής στην παράδοση του σταθερού συστήµατος αξιών. Υπό µια έννοια η καινοτοµία λειτούργησε ως αφετηρία για το µοντέρνο κίνηµα. Όπως επισηµαίνει ο E. Hobsbawm (1997, σ. 653), «όποια κι αν ήταν η συγκεκριµένη µορφή που πήρε, ο µοντερνισµός βασίστηκε στην απόρριψη των αστικών-φιλελεύθερων κοινωνικών και καλλιτεχνικών συµβάσεων του 19ου αιώνα καθώς και στην ανάγκη, σύµφωνα µε τη δική του αντίληψη, να δηµιουργήσει µια τέχνη που κατά κάποιο τρόπο θα ταίριαζε στον επαναστατικό από τεχνολογική και κοινωνική άποψη 20ό αιώνα». Συνεπώς, σε ένα βαθµό, αποτελεί νοσταλγία του «στατικού» προτύπου η στροφή σήµερα ενάντια στο κίνηµα που στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα προσπάθησε να κλονίσει τα θεµέλια αυτής της σταθερότητας. Βέβαια ο εθνικισµός και η τάση επιστροφής στις παραδοσιακές αξίες δεν εµφανίζονται πρώτη φορά σήµερα, αντίθετα θα µπορούσαµε να πούµε ότι ενισχύονται σε κάποιο βαθµό όποτε φαίνεται να αποσταθεροποιείται το κυρίαρχο αξιακό σύστηµα. Για παράδειγµα, η πολιτική του εκδηµοκρατισµού µετά τα µέσα του 19ου αιώνα οδήγησε στην άνοδο των κοµµάτων της εργατικής τάξης αλλά παράλληλα και στην αύξηση (ιδιαίτερα µετά το 1870) των εθνικιστικών κινηµάτων στην Ευρώπη. Επίσης εκείνη την εποχή, καθώς οι παλαιοί, κυρίως θρησκευτικοί, τρόποι για την επιβολή της υποτέλειας, της υπακοής και της πίστης υπονοµεύονταν, η ανάγκη να αντικατασταθούν από κάτι άλλο εκπληρώθηκε µε την «επινόηση παραδόσεων», µε τη χρήση δηλαδή παλαιών και δοκιµασµένων συνταγών, όπως το στέµµα και η στρατιωτική δόξα, που αποσκοπούν στην επίκληση του συναισθήµατος 41. Στα τέλη του 20ού αιώνα, για σειρά από λόγους, η πολιτική της ταυτότητας µοιάζει να βρίσκει πιο πρόσφορο έδαφος. Πράγµατι η κουλτούρα της νεολαίας εκφράστηκε και µέσα από τα µαζικά καταναλωτικά προϊόντα. Παράλληλα ωστόσο, το σύστηµα που παράγει τα προϊόντα αυτά είναι έτοιµο να στηρίξει κάθε έκφραση εθνικισµού και 41 Ο E. Hobsbawm (2002, σ , 223-7) παρατηρεί ακόµα ότι το 1880 οι κυβερνήσεις και οι ηγετικές οµάδες της άρχουσας τάξης ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν όταν εγκαθίδρυαν νέους εθνικούς εορτασµούς, όπως την 14η Ιουλίου στη Γαλλία, ή όταν επεξεργάζονταν την τελετουργική έκφραση της βρετανικής µοναρχίας, η οποία έκτοτε προσλαµβάνει ένα αυξανόµενα ιερατικό και βυζαντινό ύφος. Η προσέλκυση της προσοχής των µαζών σε αυτούς τους οικείους συµβολισµούς ήταν ένας τρόπος να αποκατασταθεί η σταθερότητα του αξιακού συστήµατος. 47

56 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης επιστροφής στην «παράδοση», ενώ και οι συναισθηµατικές και νοσταλγικές αντιδράσεις του είναι πολύ πιο οικείες, καθώς βρίσκονται στη βάση της λογικής του: στην επαναφορά της στατικής και «εκ των προτέρων δεδοµένης» αντίληψης του κόσµου µέσω της παραποµπής σε ιδιωτικές (συναισθηµατικές) παραστάσεις. (β.3) Η σύγχρονη µορφή του δηµόσιου χώρου: εισαγωγικές επισηµάνσεις Η έλλειψη σκέψης η απερίσκεπτη αφροντισιά ή η απελπιστική σύγχυση, η αυτάρεσκη επανάληψη «αληθειών» που έχουν καταντήσει κοινότοπες και κενές µου φαίνεται από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της εποχής µας. Κατά συνέπεια αυτό που προτείνω είναι πολύ απλό: δεν είναι τίποτα περισσότερο από το να σκεφτούµε τι κάνουµε [Arendt 1986 (1958), σ. 16-7]. Η ισορροπία της «χρυσής εποχής» των 30 µεταπολεµικών χρόνων δεν µπορούσε να διαρκέσει. Από οικονοµική άποψη εξαρτιόταν από το συντονισµό µεταξύ αποδοχών και αύξησης της παραγωγής που κρατούσε τα κέρδη σταθερά. Κάποια χαλάρωση ή κάµψη στη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας ή και δυσανάλογη αύξηση µισθών, θα είχε ως αποτέλεσµα την αποσταθεροποίηση. Συνεπώς σειρά από ανάλογα και αλληλοεπηρεαζόµενα γεγονότα και καταστάσεις ήταν επόµενο να οδηγήσουν τελικά, στα µέσα της δεκαετίας του 70, στην κατάρρευση της ισορροπίας αυτής 42. Το τέλος της «χρυσής εποχής» επέφεραν οι οικονοµικές κρίσεις που σηµειώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 80, προκαλώντας εκ νέου µαζική ανεργία, φτώχεια, εξαθλίωση και αστάθεια σε όλη την Ευρώπη για πρώτη φορά µετά από 40 χρόνια. Σαφώς δεν οδήγησαν στην κατάρρευση της παγκόσµιας οικονοµίας, το σύστηµα του καπιταλισµού συνέχισε να λειτουργεί, αλλά οι δραστηριότητές του είχαν γίνει κατά κάποιο τρόπο ανεξέλεγκτες. Από τη µια πλευρά οι χώρες του ανεπτυγµένου κόσµου, ιδιαίτερα στα τέλη της δεκαετίας του 80, ήταν συνολικά ασύγκριτα πλουσιότερες και παραγωγικότερες σε σχέση µε τις αρχές της δεκαετίας του 70, ενώ η παγκόσµια οικονοµία, της οποίας αποτελούσαν ακόµα τον κεντρικό πυρήνα, ήταν πολύ πιο δυναµική. Από την άλλη όµως πλευρά ενώ στη «χρυσή εποχή» η κυβερνητική πολιτική αποτελούσε βασικό εργαλείο για την αντιµετώπιση της φτώχειας και της ανεργίας, το εργαλείο αυτό δε δούλευε πια καθώς το εθνικό κράτος φάνηκε ότι έχανε τις οικονοµικές του εξουσίες (Hobsbawm 1997, σ. 517, 521). Το τέλος της «χρυσής εποχής» σήµανε το πέρασµα από την εποχή του Henry Ford σε εκείνη της Benetton: από τα µεγάλα εργοστάσια µαζικής παραγωγής των βιοµηχανικών πόλεων στις νέες «µεταφορντικές» βιοµηχανικές περιοχές µωσαϊκά ή δίκτυα επιχειρήσεων από µικρά εργαστήρια διάσπαρτα στις πόλεις και την ύπαιθρο που βασίζονταν κυρίως στην υψηλή τεχνολογία. Σήµανε ακόµα τη µεταφορά της βιοµηχανίας σε χώρες του τρίτου κόσµου που είχε ως συνέπεια να αποβιοµηχανοποιηθούν περιοχές ή και ολόκληρες χώρες (όπως η Μεγάλη Βρετανία) που είχαν ταυτιστεί µε την πρώιµη φάση εκβιοµηχάνισης. Οι οικονοµικές κρίσεις στις αρχές της δεκαετίας του 80 οφείλονταν σε µεγάλο βαθµό στο ότι η 42 Ήδη από τη δεκαετία του 60 η ηγεµονία των ΗΠΑ, οι οποίες λειτουργούσαν λίγο πολύ ως σταθεροποιητικός παράγοντας της παγκόσµιας οικονοµίας, άρχισε να εξασθενεί, ενώ από την άλλη πλευρά η µεγάλη εργατική δεξαµενή της εσωτερικής µετανάστευσης, που τροφοδοτούσε τη βιοµηχανική άνοδο, κόντευε να στερέψει. Η µισθολογική έκρηξη (συνέπεια της µεταβολής του εργατικού κλίµατος), η κατάρρευση του διεθνούς νοµισµατικού συστήµατος του Bretton Woods το 1971, η τεράστια άνοδος των εµπορευµάτων στα και η αύξηση της τιµής του πετρελαίου από τον OPEC το 1973, σηµατοδότησαν το τέλος της «χρυσής εποχής» (Hobsbawm 1997, σ ). 48

57 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης παραγωγή, λόγω της τεχνολογικής ανάπτυξης, προκαλούσε τώρα απώλειες σε θέσεις εργασίας µε ρυθµό ταχύτερο από τις νέες θέσεις που δηµιουργούσε η οικονοµία της αγοράς. Στο τέλος της «χρυσής εποχής» η παγκόσµια οικονοµία δεν κατέρρευσε αλλά οι φτωχοί είχαν γίνει φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι, ενώ επίσης η απόσταση µεταξύ ορισµένων ενδιάµεσων εισοδηµάτων µεγάλωσε και αυτή (Hobsbawm 1997, σ. 520, 529). Η επανεµφάνιση των αστέγων στα κέντρα των πόλεων σε πολλές από τις πλουσιότερες χώρες του κόσµου αποτελούσε µέρος της έντονα αυξανόµενης κοινωνικής και οικονοµικής ανισότητας στη νέα εποχή. Όµως η οικονοµική ύφεση στις αρχές της δεκαετίας του 80, σε συνδυασµό µε την ολοένα και βαθύτερη κρίση του κράτους πρόνοιας, δηµιούργησε συνθήκες ανασφάλειας και µια αίσθηση αποπροσανατολισµού και σε εκείνους που δεν τους είχε χτυπήσει ακόµα η ανεργία και η φτώχεια, αλλά που τώρα έβλεπαν ότι ένα τέτοιο ενδεχόµενο ήταν πιθανό. Σε πολιτικό επίπεδο, στις συνθήκες ανασφάλειας σε συνδυασµό µε την πτώση των κρατών του «υπαρκτού» σοσιαλισµού, που οδήγησε τελικά στην παντοδυναµία των ΗΠΑ, οι µεγάλοι χαµένοι ήταν τα σοσιαλδηµοκρατικά ή εργατικά κόµµατα στη ύση, καθώς το κυρίαρχο εργαλείο που είχαν στη διάθεσή τους για να ικανοποιήσουν τους οπαδούς τους η οικονοµική και κοινωνική δράση των εθνικών κυβερνήσεων έχασε την ισχύ του, ενώ ο κεντρικός συνασπισµός των οπαδών τους η εργατική τάξη είχε κατακερµατιστεί στις συνθήκες ευηµερίας των 30 «χρυσών χρόνων». Από την άλλη πλευρά, όπως παρατηρεί ο E. Hobsbawm (1997, σ. 532, 534), «οι πολιτικές δυνάµεις µε τις µεγαλύτερες δυνατότητες ανάπτυξης έδειξαν να είναι εκείνες που συνδύαζαν τη λαϊκή δηµαγωγία µε τη µεγάλη προσωπική προβολή του ηγέτη και την εχθρότητα απέναντι στους ξένους». Οι συνθήκες αυτές έδωσαν έδαφος στις φιλελεύθερες αντιλήψεις για µια απεριόριστη και άνευ φραγµών ελεύθερη αγορά, και ακόµα σε πεποιθήσεις ακραίες όπως εκείνη του τότε Προέδρου των ΗΠΑ, Ronald Reagan, ότι «η κυβέρνηση δεν ήταν η λύση, αλλά το πρόβληµα» (στο: Hobsbawm 1997, σ. 526) άποψη η οποία στηρίζεται στην αντίληψη του οικονοµολόγου Charles Murray (2003, σ. 35) ότι η αµερικανική κοινωνία είναι πολύ καλή στο να ενθαρρύνει καθένα να επενδύσει στον εαυτό του. ηµιούργησαν επίσης πρόσφορο έδαφος για να διατυπωθούν απόψεις ακόµα πιο αποκαλυπτικές της σύγχρονης µορφής του δηµόσιου χώρου, όπως εκείνη που εξέφρασε το 1987 η Margaret Thatcher, λέγοντας ότι «αυτό που λέµε κοινωνία δεν υπάρχει, υπάρχουν µόνο άτοµα και οικογένειες» (στο: Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα 2003, σ. 58). Το τέλος της «χρυσής εποχής» έφερε στις πόλεις του ανεπτυγµένου κόσµου τις γνώριµες εικόνες εξαθλίωσης που σηµάδεψαν τη µεγάλη αστικοποίηση στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο οι κυρίαρχες αντιλήψεις για την αντιµετώπιση των σύγχρονων προβληµάτων από τη µια πλευρά µαρτυρούν το τελευταίο στάδιο διείσδυσης του ιδιωτικού στο δηµόσιο όπου οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ιδιωτικά συµφέροντα αναλαµβάνουν όλο και σηµαντικότερο ρόλο στη διαχείριση του κυβερνητικού έργου, από την άλλη υπενθυµίζουν καταστάσεις πολύ παλαιότερων ιστορικών περιόδων όταν παραπέµπουν στις συναθροίσεις οικογενειών που διαµόρφωναν τις µεσαιωνικές πόλεις. Όταν δηλαδή επιζητούν την εποχή όπου η αποκλειστικότητα της ιδιωτικής σφαίρας οφειλόταν στην απουσία εκείνου του αλλόκοτα µικτού χώρου µέσα στον οποίο τα ιδιωτικά συµφέροντα αποκτούν δηµόσια σηµασία, και τον οποίο ονοµάζουµε 49

58 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης «κοινωνία». Ο σύγχρονος ηγέτης θεωρείται «χαρισµατική» προσωπικότητα που αναλαµβάνει να δηµιουργήσει συνθήκες «ασφάλειας» µέσω µιας σταθεροποιητικής πολιτικής, η οποία αποβλέπει στην ενίσχυση της ταυτότητας του έθνους, της πόλης ή του δήµου στη διαφοροποίησή της από εκείνης των «ξένων». Η αναζήτηση στη µακρόχρονη περίοδο από το Μεσαίωνα µέχρι τις µέρες µας, των σηµείων καµπής, των γεγονότων και καταστάσεων που καθόρισαν τη διαµόρφωση του δηµόσιου χώρου, δε σκοπεύει σε µια µορφή ιστορικής καταγραφής. Κάτι τέτοιο εξάλλου θα ήταν ανέφικτο καθώς τόσο η εξέλιξη του χώρου της πόλης όσο και οι αντιλήψεις για αυτόν διαφέρουν από χώρα σε χώρα, και αλλάζουν ακόµα ανάλογα µε την οπτική που τον αντιλαµβάνεται και τον βιώνει κάθε κοινωνική οµάδα. Ο χώρος της πόλης, όπως είπαµε, διαµορφώνεται κάθε φορά στο πλαίσιο του κοινωνικο-ιστορικού πεδίου. Η ιστορική αναδροµή δεν είναι επίσης αναζήτηση «ενόχων», αλλά προσέγγιση των συνεχειών και των ασυνεχειών του χώρου σε µια προσπάθεια ακριβώς να αποφευχθεί η (αρκετά συνηθισµένη) πρακτική απόδοσης ευθυνών σε ζητήµατα του πρόσφατου παρελθόντος πρακτική που αποκόβει το χώρο από τις συνθήκες διαµόρφωσής του, απλουστεύοντας έτσι σε ένα βαθµό και την ποικιλοµορφία των συνθηκών αυτών. Για παράδειγµα, αποκτά άραγε η έννοια της «χαρισµατικής» προσωπικότητας τη σύγχρονη σηµασία της µετά την πτώση του ancien régime όταν αναπτύσσεται η αστική κουλτούρα, όπως ισχυρίζεται ο R. Sennett (1999), ή µήπως µπορούν να αναζητηθούν οι ρίζες της στον τρόπο που εξαπλώνεται η χριστιανοσύνη και στις πρώτες δηµόσιες επίσηµες εµφανίσεις την εποχή του Μεσαίωνα; Η ενισχυµένη σήµερα απάθεια για τα πολιτικά ζητήµατα είναι άραγε συνέπεια του «ανοίγµατος» της κουλτούρας στα ευρύτερα κοινωνικά στρώµατα ή µήπως ένα στάδιο της διαρκούς µετατόπισης των ορίων µεταξύ ιδιωτικού και δηµόσιου; Και πάλι όταν µιλά κανείς για «συνέπεια» οφείλει να διευκρινίζει ότι αναφέρεται σε αλληλουχία νοηµάτων και καταστάσεων των οποίων παρεπόµενο µπορεί να είναι κάποιο σύγχρονο χαρακτηριστικό του δηµόσιου χώρου, χωρίς όµως αυτό να σηµαίνει ότι οι καταστάσεις αυτές ήταν το «αίτιο». Πώς µπορεί να «ευθύνεται» µια διαδικασία; Ακόµα και αν η πρώτη διείσδυση του ιδιωτικού στο δηµόσιο συµπίπτει µε τη γέννηση της κοινωνικής σφαίρας, δε σηµαίνει πως η λύση στα σύγχρονα προβλήµατα είναι η αναβίωση της εποχής εκείνης που δεν είχαν διαµορφωθεί ακόµα κοινωνίες. Όπως αναφέρθηκε, η σχέση µε την παράδοση δε διαµορφώνεται µε την επανάληψη και τη µίµηση, αλλά από τη συνεχή διαδικασία αλλεπάλληλων επιλογών, που κάθε φορά διαχωρίζουν τους ανθρώπους, εν µέρει τουλάχιστον, από το παρελθόν τους. Η αρχαία Ελλάδα δεν είναι πρότυπο, ούτε µοντέλο προς µίµηση άλλωστε δεν µπορεί να είναι κανένα ιστορικό έργο σε οποιονδήποτε τοµέα. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο Κ. Καστοριάδης (1999, σ. 11, 51-2), «µπορεί να λειτουργήσει για µας σαν γονιµοποιό σπέρµα, δεδοµένου ότι µας επιτρέπει να δούµε εν τη γενέσει τους πληθώρα στοιχείων πάντοτε επίκαιρων µπορεί και πρέπει να είναι για µας κέντρισµα, έµπνευση και πηγή ιδεών. [ ] Η συγκρότηση κοινοτήτων 50 ή 100 ατόµων δεν είναι πολιτική λύση, αλλά αντίθετα ουτοπία. [ ] Το πραγµατικό πρόβληµα [σήµερα] είναι πώς θα αυτοκυβερνηθεί ένας λαός 10, 50 ή 200 εκατοµµύρια και, στο τέλος, πώς αυτοί οι λαοί θα φτάσουν να θεωρούν τον εαυτό τους ως ενιαία πολιτική κοινότητα, ως µια ανθρωπότητα πολιτική. Αυτό είναι το πρόβληµα». 50

59 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται ενισχυµένη η τάση αναζήτησης ταυτοτήτων µέσω της επιστροφής στις παραδοσιακές αξίες και σηµασίες. Η πρακτική αυτή µοιάζει να ακολουθεί την ιστορία ανάπτυξης των σύγχρονων πόλεων. ηµιουργείται στο πλαίσιο της διαρκούς µετατόπισης των ορίων µεταξύ ιδιωτικού και δηµόσιου, αποτελεί συνέπεια του διαχωρισµού του κράτους από την κοινωνία και κυρίως αναδεικνύεται σε περιόδους αποσταθεροποίησης και κλονισµού των θεµελίων του κυρίαρχου αξιακού συστήµατος. Ποια είναι όµως τα ειδικά της χαρακτηριστικά σήµερα; Ποιες είναι δηλαδή οι συνθήκες που διαµορφώνουν τον σύγχρονο δηµόσιο χώρο και τον διαφοροποιούν από προγενέστερες µορφές του; Αναφέρθηκε ήδη πως η αναζήτηση στο παρελθόν προτύπων, ικανών να επιλύσουν τα σύγχρονα προβλήµατα, αποτελεί στην ουσία µορφή διαχείρισης θα λέγαµε και χειραγώγησης της µνήµης, καθώς αποσκοπεί στη σφυρηλάτηση ισχυρών ταυτοτήτων µέσω της επιβολής σηµασιών που νοούνται δεδοµένα «ιδανικές» για την προβολή τους σε οποιαδήποτε πόλη. Τα τελευταία 20 χρόνια, πολύ πιο ευδιάκριτα από ότι σε προηγούµενες χρονικές περιόδους, η διαχείριση της µνήµης εµφανίζεται σαν πρακτική ενός κυρίαρχου, «ανώνυµου» όµως, συστήµατος, και όσο πιο έντονη είναι η αίσθηση πως «όλα ρέουν προς την ίδια κατεύθυνση», τόσο πιο δύσκολο είναι οι άνθρωποι να αποβάλουν την ψευδαίσθηση ότι συµµετέχουν ενεργά στις επιλογές του συστήµατος, στη διαµόρφωση των αξιών και των σηµασιών του. Ακόµα, η ψευδαίσθηση αυτή ενισχύεται σήµερα από δυο αλληλένδετα φαινόµενα. Από τη µια πλευρά η σύγχρονη κοινωνία εµφανίζεται όσο ποτέ άλλοτε εξοικειωµένη µε την πρακτική αξιολόγησης της παράδοσης και της κουλτούρας µε παραστάσεις και αντιλήψεις που πηγάζουν από τον ιδιωτικό χώρο. Για παράδειγµα, η τάση αναζωογόνησης µιας παραδοσιακής ηθικής, η προσπάθεια δηλαδή να βρεθούν κάποιου είδους ηθικά κριτήρια που θα µπορούσαν να καθοδηγήσουν, αν όχι τη δράση, τουλάχιστον τη συµπεριφορά των ανθρώπων, συνδέεται άµεσα µε τη µακρόχρονη διαδικασία διείσδυσης του «ιδιωτικού» στο «δηµόσιο». Συνέπεια της πρακτικής αυτής, όπως επισηµαίνει η Christine M. Boyer (1998, σ. 5), είναι «να κυριαρχούν στη σύγχρονη δηµόσια σφαίρα οι ιδιωτικές φωνές που πουλούν επινοηµένες µορφές ζωής και φανταστικούς τρόπους συµπεριφοράς». Από την άλλη πλευρά την ψευδαίσθηση συµµετοχής ενισχύουν οι αναπαραστατικές µέθοδοι που έχει αναπτύξει η σύγχρονη «παγκόσµια» κουλτούρα. Όπως είδαµε, τα προϊόντα µαζικής ψυχαγωγίας αποτελούν κανάλι διάδοσης κάθε πολιτισµικής έκφρασης που θα συµβάλει στην εµπορική τους επιτυχία. Ωστόσο θεµέλιο του µηχανισµού παραγωγής και λειτουργίας τους αποτελεί η απλοποίηση, το οικείο δηλαδή και κατανοητό, όπως οι ιδιωτικές παραστάσεις που προσλαµβάνονται εύκολα και γρήγορα χωρίς να διαταράσσουν τους χαλαρωτικούς κανόνες της ψυχαγωγίας. Στο βαθµό που οι ηθικές και συναισθηµατικές αξίες του ιδιωτικού χώρου θεωρούνται δεδοµένες και αναµφισβήτητες, λειτουργούν ως φορείς του παραδοσιακού «στατικού» συστήµατος σηµασιών. Έτσι φαίνεται πως ορισµένες αντιλήψεις κληρονοµηµένες από την αριστοκρατία, ή και από τον φεουδαρχικό κόσµο ακόµα, που κατάφεραν να διατηρηθούν περίπου αναλλοίωτες στο χρόνο υιοθετηµένες κάθε φορά από την κυρίαρχη κοινωνική τάξη, ενσωµατώνονται σήµερα στην «παγκόσµια» κουλτούρα της µαζικής κοινωνίας η οποία τις αντιµετωπίζει σαν αποτέλεσµα συλλογικών διεργασιών, θεωρώντας δηλαδή ότι ανά πάσα στιγµή µπορεί να τις αµφισβητήσει, να τις αποδεχτεί αλλά και να τις ανατρέψει. 51

60 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης Στη σύγχρονη µορφή της η διαχείριση της µνήµης καλλιεργεί µύθους γύρω από την απουσία κοινότητας (γειτονιάς, ταυτότητας κ.ο.κ.), αποδίδοντας σε αυτή σύγχρονα προβλήµατα, όπως, για παράδειγµα, την ανασφάλεια, την αποσταθεροποίηση ή και την ανισότητα. Με τον τρόπο αυτό η αναβίωση του παραδοσιακού αξιακού συστήµατος, που είναι στην ουσία το ζητούµενο, αποκρυσταλλώνεται στην αναζήτηση «χαµένων» κοινοτήτων και ταυτοτήτων, στην επιλεκτική δηλαδή ανάγνωση της ιστορίας µε σκοπό την υιοθέτηση ενός δεδοµένα ιδανικού πρότυπου ως αντίδοτου στην πολυπλοκότητα των ζητηµάτων της πόλης. Στις σύγχρονες συνθήκες η αναβίωση παραδοσιακών κοινοτήτων εγκαθιδρύει την «εδαφική» αντίληψη του χώρου, όµως ενώ στο παρελθόν η αντίληψη αυτή όριζε το χώρο της πόλης σε αντίθεση µε την ύπαιθρο, σήµερα διχοτοµεί την ίδια την πόλη, διαµορφώνοντας αυτό που ο H. Lefebvre (1990, σ. 113) αποκαλεί «κοµµατιασµένο χώρο» και ο M. Castells (1994, σ. 3) «δυαδική πόλη». Στον ένα πόλο της «δυαδικής πόλης» βρίσκονται οι κατασκευασµένες «κοινότητες». Περιοχές δηλαδή που θωρακίζονται και «αναβαθµίζονται» για να µοιάζουν ασφαλείς, αισθητικά ευχάριστες και κυρίως αποστειρωµένες από τα σύγχρονα προβλήµατα: χώροι ευταξίας και σταθερότητας, καταφύγια από κινδύνους αλλά και από ό,τι δεν ταιριάζει στο (επινοηµένα) παραδοσιακό πρότυπο χώροι µονοσήµαντοι αλλά αληθοφανείς, που ισχυροποιούν τελικά την ψευδαίσθηση της κοινότητας και της ταυτότητας. Στην άλλη πλευρά του δίπολου βρίσκεται ό,τι έχει αποκλειστεί από τις κατασκευασµένες «κοινότητες». Έτσι τα σύγχρονα προβλήµατα δεν εξαλείφονται, όπως επίσης επιβιώνει και το «διαφορετικό», οι «άλλες» ταυτότητες, οι ανατρεπτικές ιδέες και οι µη δεδοµένες σηµασίες. Περιθωριοποιηµένα όµως στην άλλη «άκρη» της πόλης, και υπό το πρίσµα της «εδαφικής» αντίληψης, µοιάζει να συµπληρώνουν απλά την αρµονία του συστήµατος. Ο σύγχρονος δηµόσιος χώρος είναι στην ουσία το πεδίο στο οποίο εγκαθιδρύεται και νοµιµοποιείται η διχοτόµηση της πόλης. Είναι ο ενδιάµεσος εκείνος κόσµος ο οποίος, έχοντας χάσει τη δύναµή του «να συγκεντρώνει, να συνδέει και να διαχωρίζει» τους ανθρώπους µεταβάλλεται σταδιακά σε χώρο που ευδοκιµούν οι αντιγνωµίες, οι αναµφισβήτητες αντιλήψεις, η σταθερότητα και η επανάληψη. Η «δυαδική πόλη», µε άλλα λόγια, είναι συνέπεια της ετερονοµίας που ολοένα και περισσότερο χαρακτηρίζει τον τρόπο µε τον οποίο αντιλαµβανόµαστε το χώρο και λειτουργούµε µέσα σε αυτόν. Βέβαια η ετερονοµία δεν είναι καινούργιο αστικό φαινόµενο. Υπό µια έννοια µπορούµε να πούµε ότι κατά τη διάρκεια της ιστορίας των υτικών πόλεων, µε το διαχωρισµό του κράτους από την κοινωνία, οι εκάστοτε κυρίαρχες δυνάµεις λειτουργούν ως φορείς της ετερονοµίας, και η δηµόσια σφαίρα αναδύεται και αποκτά σηµασία όταν κοινωνικές οµάδες προσδιορίζονται ως τέτοιες και µάχονται για την αυτονοµία τους. Η διαδικασία συγκρότησης του δηµόσιου χώρου διαφοροποιείται σήµερα καθώς, σε µεγαλύτερο βαθµό από ότι στο παρελθόν, η λογική της ετερονοµίας µοιάζει να «επαληθεύεται» µε µηχανισµούς που αποκρυσταλλώνονται στην έννοια της «κοινής γνώµης». Όπως επισηµαίνει ο J. Habermas (1961, σ. 255), οι µη κοινές γνώµες είναι πολυάριθµες, «η» κοινή γνώµη είναι µέγεθος πλασµατικό που κατασκευάζεται για να χρησιµοποιηθεί ως τεκµήριο νοµιµοποίησης της πρακτικής του συστήµατος. Ωστόσο η «κοινή γνώµη», κρίνοντας και αξιολογώντας µε κριτήρια αισθητικής, ηθικής και συµπεριφοράς, ανταποκρινόµενη δηλαδή στις ιδιωτικές παραστάσεις των ανθρώπων, επικυρώνεται ως µόνη σωστή, φαινοµενικά ταυτόσηµη µε τις πολυάριθµες ατοµικές 52

61 ΜΕΡΟΣ Α-Α 1. Ο δηµόσιος χώρος της πόλης γνώµες, «νοµιµοποιεί» την πρακτική διχοτόµησης της πόλης. Ακόµα, η «δυαδική πόλη» µοιάζει να επαληθεύεται όσο η ίδια καλλιεργεί και αναπαράγει την αντίληψη που την υπαγορεύει. Για παράδειγµα, ο φόβος για το «διαφορετικό» στην καλύτερη περίπτωση ενισχύεται, αν δε δικαιώνεται, όταν και αυτό περιθωριοποιηµένο, αναζητά τη «χαµένη» του ταυτότητα µέσω της γνώριµής του και οικεί&alp