ΜΟΡΙΑΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΜΑΚΡΟΜΟΡΙΑΚΩΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΜΟΡΙΑΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΜΑΚΡΟΜΟΡΙΑΚΩΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ"

Transcript

1 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΩΤΟΡΙΝΟΛΑΡΥΓΓΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ Π. Δ. ΓΚΟΥΜΑΣ ΜΟΡΙΑΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΜΑΚΡΟΜΟΡΙΑΚΩΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ ΕΙΔΙΚΟΣ ΩΤΟΡΙΝΟΛΑΡΥΓΓΟΛΟΓΟΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ Β Ε.Σ.Υ. ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΠΑΤΡΑ 2013

2

3 ΤΡΙΜΕΛΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Δημήτριος Βύνιος, Καθηγητής Θεόδωρος Παπαδάς, Αναπληρωτής Καθηγητής (επιβλέπων) Στέφανος Ναξάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής ΕΠΤΑΜΕΛΗΣ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Παναγιώτης Γκούμας, Καθηγητής Δημήτριος Βύνιος, Καθηγητής Θεόδωρος Παπαδάς, Αναπληρωτής Καθηγητής Στέφανος Ναξάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Νικόλαος Μαστρονικολής, Επίκουρος Καθητηγής Κωνσταντίνος Μάρκου, Επίκουρος Καθηγητής Στέφανος Τριαρίδης, Επίκουρος Καθηγητής

4

5 Στη σύζυγό μου Άννα για την αφοσίωση, την κατανόηση και την υποστήριξή της Στη μικρή μου Θένια που γίνεται ένα υπέροχο κοριτσάκι

6

7 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΡΟΛΟΓΟΣ... 9 Α. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Α.1 ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΕΚ ΠΛΑΚΩΔΟΥΣ ΕΠΙΘΗΛΙΟΥ ΚΕΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΡΑΧΗΛΟΥ (ΚΠΕΚΤ) Α.2 ΔΕΙΚΤΕΣ ΝΕΟΠΛΑΣΙΑΣ Α.2.1. ΓΕΝΙΚΑ Α.2.2 ΜΟΡΙΑΚΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΑΠΟ ΠΛΑΚΩΔΕΣ ΕΠΙΘΗΛΙΟ ΚΕΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΡΑΧΗΛΟΥ (ΚΠΕΚΤ HNSCC) Α.2.3 ΜΟΡΙΑΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΑΠΟ ΠΛΑΚΩΔΕΣ ΕΠΙΘΗΛΙΟ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ (ΚΠΕΛ LCSCC) Α.3 ΠΡΩΤΕΑΣΕΣ Α.3.1 ΓΕΝΙΚΑ Α.3.2 ΜΕΤΑΛΛΟΠΡΩΤΕΪΝΑΣΕΣ (MMPs) Α Γενικά Α Δομή των MMPs Α Δράση των MMPs A Κατηγορίες MMPs A Τρισδιάστατη δομή (3D) των MMPs Α Ρύθμιση των MMPs Α.4 MMPs ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ Α.4.1 ΓΕΝΙΚΑ Α.4.2 MMPs ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΚΕΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΡΑΧΗΛΟΥ Α.4.3 MMPs ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ Β. ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ Β.1 ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Β.2 ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ Β.3 ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ Β.3.1 ΔΕΙΓΜΑ

8 Β.3.2 ΥΛΙΚΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ Β Χημικά αντιδραστήρια Β Βιολογικό Υλικό και Χειρισμός Β.3.3 ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ Β.4 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ Β.4.1 ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΖΕΛΑΤΙΝΟΛΥΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΑ ΕΚΧΥΛΙΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ Β.4.2. ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΖΕΛΑΤΙΝΟΛΥΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΟΡΟΥ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ Β.4.3. ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΗ ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΖΕΛΑΤΙΝΑΣΩΝ ΤΟΥ ΟΡΟΥ Β.4.4. ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΖΕΛΑΤΙΝΑΣΩΝ ΤΟΥ ΟΡΟΥ Β Γενική θεώρηση Β Αποτελέσματα κατά ερευνητική υπόθεση Β.5 ΣΥΖΗΤΗΣΗ Β.6 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Β.7 ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΕΡΕΥΝΑΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ABSTRACT ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

9 ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ο καρκίνος κεφαλής και τραχήλου είναι μία ετερογενής ομάδα νόσων με ποικίλες εκδηλώσεις, μορφές αντιμετώπισης και πρόγνωση. Ο καρκίνος εκ πλακώδους επιθηλίου του λάρυγγα αποτελεί το συχνότερο - μετά τον καρκίνο του δέρματος της περιοχής - υποτύπο της νόσου. Παρά την εξέλιξη που έχει σημειωθεί τόσο στον τομέα της διάγνωσης όσο και στον τομέα της αντιμετώπισης με την εφαρμογή συνδυασμένων και στοχευμένων θεραπειών, η νόσος συνεχίζει να αποτελεί σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως. Η πρόοδος της μοριακής βιολογίας κατά τα τελευταία χρόνια συνέβαλε σημαντικά στην κατανόηση μερικών από τους μοριακούς μηχανισμούς εμφάνισης και ανάπτυξής της, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα των μηχανισμών αυτών, αλλά ταυτόχρονα και τον δρόμο που απαιτείται να διανυθεί για την πλήρη αποσαφήνισή τους. Η έγκαιρη διάγνωση και εφαρμογή της κατάλληλης θεραπείας συνεχίζει να αποτελεί σημείο κλειδί στην επιτυχή αντιμετώπιση του καρκίνου του λάρυγγα. Στα πλαίσια αυτά η αναζήτηση μορίων που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως δείκτες πρώιμης διάγνωσης και/ή πρόγνωσης της νόσου αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί κύριο πεδίο έρευνας της μοριακής βιολογίας και βιοχημείας. Μόρια όπως τα p53, BCCIP, CD44, COX-2, κυκλίνη D1 και D3, HPV, p16, EGFR, VEGF, S100A2 κλπ, έχουν διερευνηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς ωστόσο κάποιο από αυτά να έχει εισέλθει οριστικά στην κλινική πράξη ως μεμονωμένος μοριακός δείκτης. Υπό το ίδιο πρίσμα οι μεταλλοπρωτεϊνάσες (MMPs) αποτελούν αντικείμενο εντατικής έρευνας καθώς συμμετέχουν σε διάφορα στάδια της καρκινογένεσης. Ειδικότερα οι ζελατινάσες, MMP-2 και -9, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον χάρη στην ιδιότητάς τους να διασπούν το κολλαγόνο τύπου IV. Η ιδιότητά τους αυτή τις καθιστά δυνητικά ισχυρούς δείκτες του βαθμού κακοήθειας της νόσου. Ωστόσο τα αποτελέσματα των διαφόρων μελετών στη διεθνή βιβλιογραφία ως προς τη διαγνωστική και προγνωστική δυνατότητα των ζελατινασών είναι συχνά αντιφατικά. Η παρούσα διατριβή ευελπιστεί να προσθέσει νέα στοιχεία στο γρίφο της πολύπλοκης δραστηριότητας των ζελατινασών στον καρκίνο του λάρυγγα. Στο γενικό μέρος αναλύεται η διεθνής βιβλιογραφία - τρέχουσα και παλαιότερη - σε

10 10 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ σχέση με τον καρκίνο κεφαλής και τραχήλου, τους προδιαθεσικούς παράγοντες και τη μοριακή βιολογία του. Επίσης γίνεται ανασκόπηση των ιδιοτήτων των μεταλλοπρωτεϊνασών και των αναστολέων τους, των μηχανισμών ρύθμισης και ενεργοποίησής τους καθώς και των ιδιοτήτων τους στον καρκινογένεση. Το γενικό μέρος ολοκληρώνεται με την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας που αφορά στη σχέση των μεταλλοπρωτεϊνασών με τον καρκίνο κεφαλής και τραχήλου και ειδικότερα με τον καρκίνο του λάρυγγα. Στο ειδικό μέρος διερευνάται η σχέση των ζελατινασών με γνωστές κλινικοπαθολογικές παραμέτρους του καρκίνου του λάρυγγα πριν την εφαρμογή θεραπείας, καθώς και η μεταβολή των επιπέδων ορού των ενζύμων στο χρόνο μετά την αντιμετώπιση σε σχέση με τις προαναφερθείσες παραμέτρους. Κύριος στόχος είναι η αναζήτηση ιδιοτήτων που θα μπορούσαν να καταστήσουν τα μόρια αυτά δείκτες αξιολόγησης και ελέγχου της νόσου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να εκφράσω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες στο σεβαστό Καθηγητή κ. Π. Γκούμα, Διευθυντή της Πανεπιστημιακής Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής του Π.Γ.Ν. Πατρών, ο οποίος από την πρώτη στιγμή με περιέβαλε με εμπιστοσύνη. Σταθερός στις αρχές του σε θέματα εκπαίδευσης, αλλά και στη φιλοσοφία του για την αναζήτηση της αλήθειας στην «άγνωστη πραγματικότητα», μου παρείχε το «χώρο» και τη δυνατότητα να εργαστώ στο πεδίο ενδιαφέροντός μου. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τα μέλη της τριμελούς μου συμβουλευτικής επιτροπής, Καθηγητή κ. Δ. Βύνιο, Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Θ. Παπαδά ως επιβλέποντα, και Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Σ. Ναξάκη, τόσο για τη βοήθεια στην επιλογή του θέματος όσο και για τη διαρκή καθοδήγηση, ενθάρρυνση, και υποστήριξη, ιδιαιτέρως σε περιόδους ψυχολογικής κατάρευσης. Α- κόμα περισσότερο θα ήθελα να τους ευχαριστήσω για την ιώβειο υπομονή τους. Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον Καθηγητή κ. Βύνιο για τη δυνατότητα της συνεχούς πρόσβασης στις υλικοτεχνικές υποδομές του Εργαστηρίου που διευθύνει, καθώς και για τις αμέτρητες ώρες τηλεφωνικής συνομιλίας. Η εκπόνηση αυτής της διατριβής δεν θα είχε πραγματοποιηθεί εάν ο Καθηγητής κ. Β. Βιτάλ, Διευθυντής της Α Ωτορινολαρυγγολογικής Κλινικής Α.Π.Θ. του Π.Γ.Ν.Θ. ΑΧΕΠΑ, δεν μου έδινε τη δυνατότητα να συνεχίσω τη συλλογή υλικού από ασθενείς της δραστήριας κλινικής την οποία διευθύνει. Τον ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας και για την καλώς εννοούμενη «ασφυκτική» πίεση που άσκησε από την ημέρα της ένταξής μου στο δυναμικό της κλινικής του προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης του πονήματος.

11 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 11 Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Γ. Σιδερίδη για τη φιλική του συμπαράσταση, τη συνεχή παρακίνηση και την πολύτιμη βοήθειά του στη στατιστική ανάλυση. Θα ήταν οπωσδήποτε παράλειψή μου εάν δεν ευχαριστούσα την κ. Ε. Τριανταφυλλίδου και την κ. Μ. Στυλιανού για τις αμέτρητες ώρες εργασίας στο Εργαστήριο Βιοχημείας Συνδετικού Ιστού του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών. Επίσης ευχαριστώ θερμά τους συναδέλφους Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Μ. Τσαλιγόπουλο, Επίκουρους Καθηγητές κ. Κ. Μάρκου, κ. Σ. Τριαρίδη και κ. Ν. Μαστρονικολή, Καθηγητή κ. Ι. Κωνσταντινίδη, Συντονιστή Διευθυντή κ. Α. Νικολάου, και Ιατρό Ωτορινολαρυγγολόγο κ. Ι. Γκουντάκο. Καθένας με τον τρόπο του συνέβαλε στην ολοκλήρωση του πονήματος. Από τη θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω όλο το δυναμικό, ιατρικό, νοσηλευτικό και παραϊατρικό, των δύο Ωτορινολαρυγγολογικών κλινικών στις οποίες εργάστηκα και από τις οποίες άντλησα υλικό και γνώση, καθώς και το προσωπικό του Εργαστηρίου Βιοχημείας του Π.Γ.Ν.Θ. ΑΧΕΠΑ για τη βοήθεια που μου παρείχε στην αρχική επεξεργασία των δειγμάτων. Τέλος δεν θα μπορούσα να μην ευχαριστήσω τη σύζυγό μου Άννα για την αφοσίωση, υποστήριξη και κατανόησή της καθόλη τη διάρκεια εκπόνησης της διατριβής, αλλά κυρίως για τη φροντίδα της μικρής Θένιας που θα είναι πάντα πηγή έμπνευσης. Τους είμαι ευγνώμων.

12

13 Α. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

14

15 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 15 Α.1 ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΕΚ ΠΛΑΚΩΔΟΥΣ ΕΠΙΘΗΛΙΟΥ ΚΕΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΡΑΧΗΛΟΥ (ΚΠΕΚΤ) Ο όρος «καρκίνος κεφαλής και τραχήλου» αναφέρεται σε μία ετερογενή ομάδα νόσων με ποικίλη προέλευση και σύνθετες μοριακές μεταβολές. Η συνηθέστερη ιστολογική μορφή είναι η προερχόμενη από πλακώδες επιθήλιο, η ο- ποία, παρά την εξέλιξη που έχει σημειωθεί, συνεχίζει να αποτελεί σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας, με περίπου νέες περιπτώσεις παγκοσμίως κάθε χρόνο και θανάτους (Stewart and Kleihues 2003). Ο κύριος προδιαθεσικός παράγοντας στην ανάπτυξη του ΚΠΕΚΤ φαίνεται ότι είναι το κάπνισμα. Υπολογίζεται ότι οι βαρείς καπνιστές κινδυνεύουν 5 έως 25 φορές περισσότερο από τους μη καπνιστές (Rothman et al 1980), ενώ η διακοπή του καπνίσματος φαίνεται ότι ακολουθείται από μείωση αυτού του κινδύνου (Kjaerheim et al 1998). Η κατανάλωση αλκοόλ επίσης αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα, με τους βαρείς πότες να διατρέχουν 10πλάσιο κίνδυνο σε σχέση με τους μη ή τους περιστασιακούς πότες (Boyle and Levin 2008). Η ανάπτυξη του ΚΠΕΚΤ στην περίπτωση αυτή αποδίδεται στη μεταλλαξιγόνο δράση της ακεταλδεΰδης, ενδιάμεσου μεταβολίτη της αιθανόλης μετά από οξείδωσή της από την αλκοολική αφυδρογονάση και γνωστού καρκινογόνου παράγοντα στα ζώα (IARC 1999). Η συνεργική δράση καπνού και αλκοόλ φαίνεται ότι ευθύνεται για την πλειοψηφία των όγκων κεφαλής και τραχήλου με τον σχετικό κίνδυνο (RR) σε ορισμένες περιοχές όπως του λάρυγγα, του φάρυγγα και της στοματικής κοιλότητας να είναι πολλαπλάσιος (RR: 2-140) (Maier et al 1992). Πρόσφατη ανάλυση από το International Head and Neck Cancer Epidemiology (INHANCE) Consortium βασισμένη σε περιπτώσεις ΚΠΕΚΤ και μάρτυρες έδειξε ότι περίπου 70% των περιπτώσεων αυτών μπορούν να αποδοθούν στη συνεργική δράση καπνού και αλκοόλ (Boyle and Levin 2008). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η αναλογία των όγκων που αποδίδονται σε αυτή τη συνέργεια πέφτει καθώς μειώνεται η ηλικία, με το ποσοστό να κυμαίνεται στο 32% για τους καρκίνους που διαγιγνώσκονται πριν την ηλικία των 45 ετών (Boyle and Levin 2008). Η ισχυρή συνέργεια καπνού και αλκοόλ αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της εικ. 1 (Boyle and Levin 2008). Στην Ινδία και στην Ταϊβάν η μάσηση ειδικού παρασκευάσματος από σπόρους του δένδρου Areca catechou αποτελεί τεκμηριωμένο παράγοντα κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου της στοματικής κοιλότητας, ενώ η έκθεση σε ε- παγγελματικές χημικές ουσίες, όπως ισοπροπανόλη, ή εκνεφώματα ανόργανων

16 16 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ οξέων που περιέχουν θειικό οξύ και υπερίτη, θεωρείται ύποπτη ως παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου του λάρυγγα (Boyle and Levin 2008). Το 2009 η IARC επανεξέτασε τα πιο πρόσφατα στοιχεία για τους καρκινογόνους παράγοντες της Ομάδας 1 (Group 1 carcinogens), δηλαδή για τις ουσίες που τεκηριωμένα προκαλούν καρκίνο. Η περιβαλλοντική έκθεση στον καπνό (enviromental tobacco smoke) συμπεριελήφθη στην Ομάδα 2Α (Group 2A), δηλαδή στην κατηγορία των εν δυνάμει καρκινογόνων (Brown et al 2012, Secretan et al 2009). Πρόσφατη ανασκόπηση στη Μεγάλη Βρετανία κατέδειξε ότι επαγγελματικές ουσίες που προς το παρόν δεν συμπεριλαμβάνονται στις Ομάδες 1 και 2 Α είναι πιθανό να σχετίζονται με την ανάπτυξη καρκίνου του λάρυγγα όπως για παράδειγμα τα υγρά από επεξεργασία μετάλλων και σκόνη από επεξεργασία ξύλου (Brown et al 2012). Εικόνα 1. Συνέργεια μεταξύ καπνού και αλκοόλ. Επίδραση στην πιθανότητα κινδύνου ανάπτυξης ΚΠΕΚΤ (Boyle and Levin 2008) Ο ιός του ανθρώπινου θηλώματος (HPV) αναγνωρίζεται ως αιτιολογικός παράγοντας ορισμένων τύπων ΚΠΕΚΤ. Διάφοροι δείκτες του HPV μελετήθηκαν σε επιδημιολογικές μελέτες και συγκεκριμένα: α) το DNA του ιού σε ιστοτεμάχια βιοψιών ή σε επιχρίσματα προερχόμενα από στοματικές αλλοιώσεις και επεξεργασία με southern blotting ή υψηλής ευαισθησίας μεθόδους PCR, β) α- ντισώματα έναντι του HPV 16 καψιδίου με ELISA και γ) αντισώματα έναντι των HPV16 E6 και E7 με ELISA (Boyle and Levin 2008). Πειράματα in vitro

17 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 17 καταδεικνύουν την ογκογόνο δράση των τύπων 16 και 18 του HPV σε επιθηλιακά κύτταρα του ανθρώπου, με τις πρωτεΐνες Ε6 και Ε7 να αναστέλλουν τη δράση του p53 και της πρωτεΐνης του ρετινοβλαστώματος (Rb) αντίστοιχα (Ferreira et al 2011, Spitz et al 2004). Οι ογκοπρωτεΐνες των υψηλού κινδύνου ιών καθιστούν αθάνατα ανθρώπεια κερατινοκύτταρα συμπεριλαμβανομένων και αυτών της στοματικής κοιλότητας (Miller et al 2012). Το DNA του ιού σταθερά ανιχνεύεται σε διάφορους τύπους ΚΠΕΚΤ (Spitz et al 2004), κυρίως σε όγκους του στοματοφάρυγγα (Gillison et al 2000) και σε μη καπνιστές ασθενείς (Fouret et al 1997), καθώς και σε λεμφαδένες ασθενών με τραχηλική μεταστατική νόσο καρκίνου του στοματοφάρυγγα (Joo et al 2012). Σε μία συστηματική ανασκόπηση οι Kreimer και συν. αναλύοντας παρασκευάσματα ΚΠΕΚΤ από 60 μελέτες διαπίστωσαν σημαντικά υψηλότερο επιπολασμό HPV λοίμωξης στις περιπτώσεις καρκίνου του στοματοφάρυγγα σε σχέση με τον καρκίνο της στοματικής κοιλότητας ή τον καρκίνο του λάρυγγα (Kreimer et al 2005). Ειδικότερα, η λοίμωξη από HPV16 ήταν ανιχνεύσιμη πρακτικά σε όλες τις περιπτώσεις καρκίνου του στοματοφάρυγγα σε σχέση με τις αντίστοιχες της στοματικής κοιλότητας και του λάρυγγα. Αντιθέτως, η λοίμωξη από τον HPV18 ήταν σπάνια στις περιπτώσεις καρκίνου του στοματοφάρυγγα σε σχέση με τους καρκίνους άλλων περιοχών (Kreimer et al 2005). Όπως αναφέρεται στο World Cancer Report 2008, σε μια πιο πρόσφατη μελέτη, στην οποία συμπεριελήφθησαν 204 περιπτώσεις ΚΠΕΚΤ και 326 μάρτυρες, οι Smith και συν. διαπίστωσαν 5πλάσσια αύξηση του κινδύνου, παρουσία αντισωμάτων για τις HPV 16 E6/E7 πρωτεΐνες, για τον καρκίνο της στοματικής κοιλότητας και 70πλάσια αύξηση του κινδύνου για τον καρκίνο του στοματοφάρυγγα (Smith et al 2007). Σε πρόσφατες μελέτες η ανίχνευση του HPV αναδείχθηκε σε κύριο προγνωστικό παράγοντα στο στοματοφαρυγγικό καρκίνο (Bauman et al 2012). Σύμφωνα με επιδημιολογικά στοιχεία στις Η.Π.Α. διαπιστώθηκε αύξηση της αναλογίας του οφειλόμενου σε HPV λοίμωξη καρκίνου του στοματοφάρυγγα από 16% σε 72% κατά τη χρονική περίοδο (Chaturvedi et al 2011). Παρόμοια αύξηση παρατηρήθηκε στη Δυτική Ευρώπη και στην Αυστραλία (Bauman et al 2012). Η επίδραση διαιτητικών παραγόντων έχει ερευνηθεί με επιδημιολογικές μελέτες οι οποίες κατέδειξαν ότι η αυξημένη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών συνοδεύεται από μείωση του κινδύνου για ανάπτυξη ΚΠΕΚΤ κατά 20% έως 80% (Spitz et al 2004). Πιο πρόσφατη ανάλυση του International Head and Neck Cancer Epidemiology (INHANCE) Consortium καταδεικνύει ότι η δίαιτα που βασίζεται στην υψηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών σε συνδυασμό με χαμηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος σχετίζεται με χαμηλό κίνδυνο ανά-

18 18 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ πτυξης ΚΠΕΚΤ (Chuang et al 2012). Η αυξημένη πρόσληψη βιταμινών A και C, β-καροτένης και άλλων καροτενοειδών φαίνεται ότι σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου της στοματικής κοιλότητας (McLaughlin et al 1988) και καρκίνου του λάρυγγα (Mackerras et al 1988). Η δράση των καροτενοειδών ως αναστολέων της επιθηλιακής καρκινογένεσης υποστηρίζεται από πλήθος εργαστηριακών και επιδημιολογικών δεδομένων (Nomura et al 1997, Tavani et al 1994, Zheng et al 1993). Ωστόσο δεδομένα δύο πολυκεντρικών μελετών, της Alpha-Tocopherol, Beta-Carotene Lung Cancer Prevention Trial (ATBC 1994) και της Beta-Carotene and Retinol Efficacy Trial (CARET) (Omenn et al 1996), συνδέουν τη χορήγηση β-καροτένης με αυξημένα ποσοστά καρκίνου του πνεύμονα και αυξημένα ποσοστά θανάτων σε βαρείς καπνιστές. Τέλος υπάρχουν μελέτες που εξετάζουν τη σχέση μεταξύ καπνίσματος και διαιτητικών συνηθειών. Η χαμηλή κατανάλωση φρούτων και η χρήση καπνού φαίνεται ότι δρουν συνεργικά στον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του λάρυγγα (De Stefani et al 1987), ενώ υπάρχουν στοιχεία που υποστηρίζουν ότι η δράση αυτή είναι κάτι παραπάνω από αθροιστική (Zheng et al 1992). Η λαρυγγοφαρυγγική παλινδρόμηση ενοχοποιείται για την ανάπτυξη καρκίνου του λάρυγγα από διάφορες μελέτες παρατήρησης αλλά και ανέκδοτες μελέτες (Spitz et al 2004, Tae et al 2011). Σε μία αναδρομική μελέτη που περιελάμβανε νοσηλευόμενους και εξωτερικούς ασθενείς με καρκίνο του λάρυγγα και καρκίνο του φάρυγγα, καθώς και νοσηλευόμενους και εξωτερικούς ασθενείς μάρτυρες χρησιμοποιώντας στοιχεία από τη βάση δεδομένων του U.S. Department of Veterans Affairs η διάγνωση της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης συνδεόταν με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του λάρυγγα μετά από στάθμιση για ηλικία, φύλο, εθνικότητα, κάπνισμα και αλκοόλ και καρκίνου του φάρυγγα (El-Serag et al 2001). Τέλος, υπάρχουν ενδείξεις ότι η γαστρεκτομή και η παλινδρόμηση αλκαλικού περιεχομένου αποτελούν επιπρόσθετο παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη προκαρκινικών αλλοιώσεων και καρκίνου του λάρυγγα και φάρυγγα (Galli et al 2002, Galli et al 2006). Η επίδραση περιβαλλοντικών παραγόντων στον κίνδυνο ανάπτυξης ΚΠΕΚΤ είναι καλά τεκμηριωμένη στη διεθνή βιβλιογραφία. Η παρατήρηση ωστόσο του φαινομένου της εμφάνισης σε αυξημένο ποσοστό καρκίνου σε μέλη της ίδιας οικογένειας και μάλιστα σε νεαρή ηλικία εγείρει το ερώτημα της πιθανής επίδρασης γενετικών παραγόντων (Jefferies et al 1999).

19 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 19 Α.2 ΔΕΙΚΤΕΣ ΝΕΟΠΛΑΣΙΑΣ Α.2.1. ΓΕΝΙΚΑ Οι δείκτες νεοπλασίας είναι ουσίες οι οποίες ανιχνεύονται στο αίμα ή σε άλλα βιολογικά υγρά ασθενών που πάσχουν από καρκίνο. Δύνανται να παράγονται είτε από τα καρκινικά κύτταρα είτε από φυσιολογικά κύτταρα του στρώματος ως απάντηση στην αυξητική ή διηθητική τάση των πρώτων. Υπό την ευρύτερη έννοια ο δείκτης αντιπροσωπεύει μία ποιοτική ή ποσοτική μεταβολή ενός μορίου, μιας ουσίας ή μίας διαδικασίας η οποία δύναται να ανιχνευθεί με φυσική εξέταση, εργαστηριακές μεθόδους ή με κάποια μορφή απεικόνισης. Οπωσδήποτε η διαδιασία την οποία αντιπροσωπεύει θα πρέπει να έχει κλινική σημασία όπως π.χ. παρουσία ή όχι νόσου, ανταπόκριση στη θεραπεία ή εκδήλωση πιθανής τοξικότητας (Ferreira et al 2011). Ανάλογα με τα λειτουργικά ή βιοχημικά χαρακτηριστικά τους οι δείκτες νεοπλασίας διακρίνονται σε α) καρκινικά αντιγόνα, β) ένζυμα και ορμόνες, γ) ογκογονίδια και δ) διάφορα άλλα μόρια. Στην κατηγορία των αντιγόνων ανήκουν τα ογκοεμβρυϊκά και εκείνα που ανιχνεύονται με μονοκλωνικά ή πολυκλωνικά αντισώματα. Αντιπροσωπευτικά μόρια είναι το καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο (CEA), η άλφα-φετοπρωτεΐνη (AFP), η ανθρώπειος χοριακή γοναδοτροπίνη (HCG), τα CA 125, CA 19-9, CA 15-3 και CA Στην κατηγορία των ενζύμων / ορμονών ανήκουν η όξινη φωσφατάση, η γαλακτική αφυδρογονάση και τη ειδική των νευρώνων ενολάση (NSE). Μία άλλη κατηγορία αποτελούν οι δείκτες οι οποίοι ανιχνεύονται με PCR τεχνική όπως mrna, ή DNA μετάγραφα (Ahmad and Ross 2001). Ο ιδανικός δείκτης θα πρέπει: α) να είναι ειδικός δηλαδή να παράγεται μόνο από τα κύτταρα συγκεκριμένου όγκου και όχι από άλλους καρκίνους ή από φυσιολογικούς ιστούς και καλοήθεις κλινικές οντότητες, β) να είναι ευαίσθητος δηλαδή να ανιχνεύεται σε όλους τους ασθενείς που πάσχουν από τον ί- διο ιστολογικό τύπο καρκίνου και γ) να ανιχνεύεται σε επίπεδα που συσχετίζονται με το «φορτίο» του καρκινικού ιστού. Ένας τέτοιος δείκτης θα πρέπει να ανιχνεύεται πρώιμα στη γένεση της πάθησης, να αυξάνεται καθώς αυτή εξελίσσεται, να μειώνεται με την αποτελεσματική θεραπεία και να αντανακλά το «φορτίο» του υπολειπόμενου όγκου Επιπλέον τα διαγνωστικά τεστ θα πρέπει να είναι αναπαραγόμενα, ευρέως διαθέσιμα, σε λογικό κόστος και να χαρακτηρίζονται από υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα. Τέλος για την πληροφορία που προσφέρει θα πρέπει να υφίσταται ένας αποτελεσματικός τρόπος θεραπείας. Το φάσμα των ογκολογικών θεμάτων που δύναται να εξυπηρετεί ένας δείκτης πε-

20 20 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ριλαμβάνει το screening, τη διάγνωση, την πρόγνωση, την αποτελεσματικότητα της θεραπείας και το monitoring της πιθανής υποτροπής. Στην κλινική πράξη δείκτης ο οποίος να πληροί όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις δεν υπάρχει (Ahmad and Ross 2001). Α.2.2 ΜΟΡΙΑΚΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΑΠΟ ΠΛΑΚΩΔΕΣ ΕΠΙΘΗ- ΛΙΟ ΚΕΦΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΡΑΧΗΛΟΥ (ΚΠΕΚΤ HNSCC) Κατά την τελευταία δεκαετία έχει πραγματοποιηθεί σημαντική πρόοδος ως προς την κατανόηση των μοριακών μηχανισμών που λαμβάνουν χώρα στην ανάπτυξη του ΚΠΕΚΤ. Είναι γενικά παραδεκτό ότι η εμφάνιση του ΚΠΕΚΤ προκύπτει από έναν κοινό προκαρκινικό κυτταρικό πρόγονο από τον οποίο α- κολούθως προκύπτουν πληθυσμοί κλώνων κατόπιν αθροίσεως γενετικών μεταβολών με τελικό αποτέλεσμα τη φαινοτυπική μετάπτωση σε διηθητικό καρκίνωμα (εικ. 2) (Califano et al 1996). Οι γενετικές μεταβολές συνεπάγονται ενεργοποίηση πρωτο-ογκογονιδίων και απενεργοποίηση κατασταλτικών του όγκου γονιδίων μέσω σημειακών μεταλλάξεων, διαγραφών, μεθυλίωσης υποκινητών και ενίσχυσης γονιδίων (Perez-Ordonez et al 2006b). Είναι ενδιαφέρον ότι οι περισσότερες από αυτές τις γενετικές μεταβολές συμβαίνουν κυρίως κατά τη μετάπτωση του φυσιολογικού βλεννογόνου σε προκαρκινικό, παρά κατά τη μετάπτωση μιας προκαρκινικής αλλοίωσης σε διηθητικό καρκίνωμα (Ha et al 2003). Η απώλεια της χρωμοσωμικής περιοχής 9p21 αποτελεί τη συνηθέστερη γενετική μεταβολή τόσο στη δυσπλασία όσο και στον καρκίνο από πλακώδες επιθήλιο κεφαλής και τραχήλου. Η απώλεια ετεροζυγωτίας της 9p21 φαίνεται ότι λαμβάνει χώρα σε πρώιμα στάδια καρκινογένεσης (van der Riet et al 1994), όπως επίσης και η απώλεια της χρωμοσωμικής περιοχής 3p (Hogg et al 2002). Ο CDKN2A γονιδιακός τόπος στο χρωμόσωμα 9p21 κωδικοποιεί δύο μετάγραφα, p14 ARF και p16, τα οποία σχετίζονται με τη ρύθμιση της G1 φάσης του κυτταρικού κύκλου. Τα FIHT (fragile histidine triad gene) (Kisielewski et al 1998) στην περιοχή 3p14 και RSSF1A (Dong et al 2003) της περιοχής 3p21 ως υποψήφια κατασταλτικά του όγκου γονίδια ανευρέθηκαν απενεργοποιημένα σε μικρό ποσοστό SCC κεφαλής και τραχήλου. Απώλεια ετεροζυγωτίας του 17p και σημειακές μεταλλάξεις του p53 έχουν ανιχνευθεί περίπου στο 50% των όγκων κεφαλής και τραχήλου (Nawroz et al 1994, van Houten et al 2002), με τις περισσότερες από αυτές να συμβαίνουν αργά στη διαδικασία εξέλιξης από επιθηλιακή δυσπλασία σε διηθητικό καρκίνωμα (Shahnavaz et al 2000). Στο 30-60%

21 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 21 των περιπτώσεων SCC κεφαλής και τραχήλου παρατηρείται ενίσχυση του 11q13 και υπερέκφραση της κυκλίνης D, η οποία συνδέεται με αυξημένο ποσοστό μετάστασης στους επιχώριους λεμφαδένες και φτωχή πρόγνωση (Meredith et al 1995, Michalides et al 1995). Η ανάλυση προκαρκινικών αλλοιώσεων για την ανάδειξη πλοειδικού προτύπου, χρωμοσωμικής πολυσωμίας και απώλειας ετεροζυγωτίας μπορεί να δώσει πληροφορίες για την πιθανότητα εξέλιξης σε διηθητικό καρκίνωμα, την ανάπτυξη δεύτερης πρωτοπαθούς εστίας και την ειδική της νόσου θνησιμότητα (Perez-Ordonez et al 2006a). Εικόνα 2. Υποθετικό μοντέλο καρκινογένεσης στον ΚΠΕΚΤ, τροποποιημένο από τους Califano και συν. (Califano et al 1996) Η έννοια της καρκινωμάτωσης πεδίου που εισήγαγε ο Slaughter (Slaughter et al 1953) αναφέρεται στην γενετική τροποποίηση μεγάλων περιοχών της αεροπεπτικής οδού εξαιτίας χρόνιας έκθεσης σε καρκινογόνους παράγοντες. Σε αντίθεση με την αρχική του υπόθεση ότι η εμφάνιση πολλαπλών ό- γκων, σύγχρονων ή μετάχρονων, στο πεδίο καρκινωμάτωσης οφείλεται σε ανεξάρτητες γενετικές διαδικασίες επί του ήδη γενετικά τροποποιημένου βλεννογόνου, οι έρευνες έδειξαν ότι τα κύτταρα αυτών των όγκων στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν κλωνική συγγένεια. Τα κύτταρα είτε μεταναστεύουν ενδοεπιθηλιακά είτε μεθίστανται με το σίελο (μικρομεταστάσεις) στο γειτονικό βλεννογόνο, απωθώντας ή αντικαθιστώντας τον πέριξ βλεννογόνο με τη διαδικασία της «κλωνικής επέκτασης» (Bedi et al 1996, Califano et al 1996). Η απόδειξη της κλωνικής προέλευσης δεν είναι πάντα εύκολη καθώς όγκοι μη συσχετιζόμενοι μεταξύ τους μπορεί να χάσουν τυχαία το ίδιο αλλήλιο, ενώ όγκοι προερχόμενοι από τον ίδιο κλώνο μπορεί να αναπτύξουν στην πορεία εξέλιξής τους διαφορετικό γενετικό προφίλ (Tabor et al 2001).

22 22 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Η ανάδειξη γονοτυπικών αλλοιώσεων στα όρια εκτομής όγκων που χαρακτηρίστηκαν υγιή στην κλασική ιστοπαθολογική εξέταση χρησιμοποιήθηκε για να εξηγήσει το υψηλό σε πολλές μελέτες ποσοστό τοπικής υποτροπής καρκίνου κεφαλής και τραχήλου. Η παρουσία μεταλλάξεων του p53 (van Houten et al 2004), μεμονωμένη ή σε συνδυασμό με χρωμοσωμική αστάθεια (van der Toorn et al 2001) καθώς και η παρουσία του πρωτο-ογκογονιδίου eif4e (Nathan et al 1999, Nathan et al 2000, Nathan et al 2002) στα ιστοπαθολογικώς υγιή όρια εκτομής ΚΠΕΚΤ φαίνεται ότι σχετίζεται με το υψηλό ποσοστό τοπικών υποτροπών. Το υπερεκφραζόμενο πρωτο-ογκογονίδιο eif4e φαίνεται ότι καθίσταται ενεργό διά της ενεργοποίησης του Akt/mTOR σηματοδοτικού μονοπατιού (Nathan et al 2004). Η ανάπτυξη κατά τα τελευταία χρόνια μεθόδων υψηλής ρυθμοαπόδοσης βασισμένων στην υβριδοποίηση, π.χ. πολλαπλές βιολογικές μέθοδοι ανάλυσης μικροσυστοιχιών (microarrays) cdna και ολιγονουκλεοτιδίων, έδωσε τη δυνατότητα σύγχρονης ανάλυσης της τροποποιημένης έκφρασης χιλιάδων γονιδίων στον ΚΠΕΚΤ, με ευνόητες δυνητικές βιολογικές και κλινικές εφαρμογές στην ταξινόμηση των όγκων, την πρόγνωση και τη θεραπεία. Οι Chung και συν. αναλύοντας σε μικροσυστοιχίες cdna τη γονιδιακή έκφραση 60 δειγμάτων ΚΠΕΚΤ κατηγοριοποίησαν τους υπό εξέταση όγκους σε τέσσερις διακριτούς υποτύπους με στατιστικώς σημαντική διαφορά στην ελεύθερης νόσου επιβίωση. Ο πρώτος υποτύπος με πιθανή σφραγίδα EGFR μονοπατιού χαρακτηρίζεται από υπερέκφραση TGFα, FGF-BP, MMK6, αντιγόνο 1 φυσαλιδώδους πεμφιγοειδούς (bullous pemphigoid antigen 1), P-καδερίνη, λαμινίνη γ2, και κολλαγόνο XVII-α σε συνδυασμό με γονίδια που σχετίζονται με τη δεσμοσωμική λειτουργία όπως δεσμογλεΐνη 3 και δεσμοκολλίνη 2 και το γονίδιο της κερατίνης 14. Ο δεύτερος υποτύπος με μεσεγχυματικό εμπλουτισμό χαρακτηρίζεται από επερέκφραση βιμεντίνης, συνδεκάνης 2, LOX (lysil oxidase) και τεσσάρων υποτύπων κολλαγόνου. Ο τρίτος υποτύπος φυσιολογικού επιθηλίου-ανάλογο υπερεκφράζει την s-τρανσφεράση 2 της μικροσωμικής γλουταθειόνης (microsomal glutathione s-transferase 2) και τις κερατίνες 15 και 4. Ο τέταρτος υποτύπος χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα αντιοξειδωτικών ενζύμων και μεταξύ άλλων υπερεκφράζει τη περοξειδάση 2 της γλουταθειόνης (glutathione peroxidase 2), την s-τρανσφεράση Μ3 της γλουταθειόνης (glutathione s-transferase M3) και τη ρεδουκτάση 1 της θεορεδοξίνης (theoredoxin reductase 1) (Chung et al 2004a). Βασισμένοι στο πρότυπο έκφρασης 375 γονιδίων οι Belbin και συν. χώρισαν 17 ασθενείς με ΚΠΕΚΤ σε δύο υποτύπους με βάση την κλινική πορεία της νόσου. Η πρώτη ομάδα αποτελούνταν από νεότερους ασθενείς, με πιο πρώ-

23 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 23 ιμα στάδια καρκίνου χαμηλής διαφοροποίησης και χαμηλότερο επιπολασμό λεμφαδενικών μεταστάσεων σε σχέση με τους ασθενείς της δεύτερης ομάδας. Ωστόσο το 38% των ασθενών της πρώτης ομάδας απεβίωσε εξαιτίας της νόσου σε σχέση με τους ασθενείς της δεύτερης ομάδας, από τους οποίους δεν απεβίωση κανείς κατά την κατά μέσο όρο 4 ετών συστηματική παρακολούθηση (Belbin et al 2002). Πρότυπα γονιδιακής έκφρασης με αναλύσεις μικροσυστοιχιών cdna (microarrays) έχουν χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση γονιδίων που σχετίζονται με υποτροπή της νόσου ή με λεμφαδενικές μεταστάσεις. Οι Schmalbach και συν. μελετώντας την έκφραση περίπου γονιδίων τον καρκίνο στοματικής κοιλότητας και στοματοφάρυγγα διαπίστωσαν σημαντικές διαφορές σε 101 γονίδια μεταξύ μεταστατικών και μη μεταστατικών όγκων. Σε αυτή την υ- ποομάδα υπήρχαν και 57 γονίδια με σημαντικές διαφορές στην έκφραση μεταξύ μεταστατικών όγκων και φυσιολογικού βλεννογόνου. Το προφίλ των 101 γονιδίων σχετιζόταν με την εξωκυττάρια ουσία, την προσκόλληση, την κινητικότητα, τη φλεγμονή και την αναστολή πρωτεασών. Μεταξύ αυτών το κολλαγόνο τύπου 11 alpha-1 (COL11A1) παρουσίασε τη μεγαλύτερη διαφορά στην έκφραση μεταξύ μεταστατικών και μη μεταστατικών όγκων. Επίσης ο TIMP-1 παρουσίαζε υψηλότερη έκφραση στους μεταστατικούς όγκους (Schmalbach et al 2004). Οι Ginos και συν. αναγνώρισαν ποικίλες «υπογραφές» γονιδιακής έκφρασης σε SCC κεφαλής και τραχήλου σχετιζόμενες με τον πολλαπλασιασμό, τη σύνθεση εξωκυττάριας ουσίας, την έκφραση κυτοκινών/χημοκινών και την ανοσολογική απάντηση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε μία «υπογραφή» σχετική με την τοπική υποτροπή της νόσου πλούσια σε γονίδια τα οποία εμπλέκονται στη διαδικασία διήθησης και μετάστασης όπως διήθηση του στρώματος (snail ομόλογο 2), σηματοδότηση RAS (r-ras ομόλογο), αλληλεπιδράσεις κυτταρικής επιφάνειας/εξωκυττάριας ουσίας (κολλαγόνο IV α 5 και α 6, λαμινίνη γ2, α 3, β 3 ιντεγκρίνη α 3, α 6, β 4, β 6 ) και αγγειογένεση. Χαρακτηριστικά σε αυτούς τους όγκους απουσίαζε «υπογραφή» ανοσολογικής απάντησης (Ginos et al 2004). Μοριακές δοκιμασίες με τη χρήση μεθόδων υψηλής ρυθμοαπόδοσης έ- χουν εφαρμοσθεί στην προσπάθεια αναζήτησης ενός προτύπου κυτοκινών/χυμοκινών του ορού για την έγκαιρη ανίχνευση κακοήθειας. Οι Linkov και συν. πραγματοποίησαν αναλύσεις ορού που περιελάμβαναν 60 μόρια, συμπεριλαμβανομένων κυτοκινών, αυξητικών παραγόντων και ογκολογικών δεικτών, σε 116 κοόρτες με SCC κεφαλής και τραχήλου προ της εφαρμογής θεραπείας, 103 ασθενείς που υπεβλήθησαν σε θεραπεία και τουλάχιστον επί 3ετία

24 24 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ήταν ελεύθεροι νόσου και 117 υγιείς μάρτυρες. Στη μελέτη τους κατέληξαν σε ένα πάνελ 25 μορίων, μεταξύ των οποίων EGF, EGFR, IL-8, αναστολέας-1 του ενεργοποιητή του ιστικού πλασμινογόνου (tissue plasminogen activator inhibitor-1), α-φετοπρωτεΐνη (alpha-fetoprotein), MMP-2, MMP-3, INF-α, INF-γ, INF-inducible protein-10, RANTES (regulated on activation, normal T-cell expressed and secreted), φλεγμονώδης πρωτεΐνη μακροφάγων 1-α, IL-7, IL-17, IL-1 receptor α, IL-2R, GC-SF (granulocyte colony-stimulating factor), μεσοθηλίνη (mesothelin), πρωτεΐνη 1 που συνδέει στον αυξητικό παράγοντα ανάλογο-ινσουλίνης (insulin-like growth factor binding protein 1), E-σελεκτίνη (Eselectin), κυτοκερατίνη-19 (cytokeratin-19), μόριο προσκόλλησης αγγειακού κυττάρου (vascular cell adhesion molecule) και καρκινικό αντιγόνο-125, τα ο- ποία είχαν τη μεγαλύτερη διαγνωστική ισχύ με ευαισθησία 84,5%, ειδικότητα 98% και ακρίβεια 92% στη διάκριση των καρκινοπαθών ασθενών από τους υ- γιείς μάρτυρες (Linkov et al 2007). Σε προγενέστερη αναδρομική μελέτη οι Hathaway και συν. μέτρησαν ένα πάνελ 10 κυτοκινών ορού (IL-1β, IL-2, IL-4, IL-5, IL-6, IL-8, IL-10, GM-CSF, TNF-α, IFN-γ) σε τρεις κατηγορίες κοορτών, 24 ασθενείς με ενεργό SCC κεφαλής και τραχήλου προ της εφαρμογής θεραπείας, 30 ασθενείς μετά την εφαρμογή θεραπείας χωρίς ενδείξεις νόσου για περισσότερο από τρία έτη και 29 υγιείς καπνιστές. Οι ερευνητές έδειξαν ότι ορισμένες κυτοκίνες και χημοκίνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αναδείξουν την ανοσολογική κατάσταση ασθενών με SCC κεφαλής και τραχήλου και ότι χαρακτηριστικά η διαταραχή αυτού του προφίλ παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την επιτυχή εφαρμογή θεραπείας, όπως αποδείχτηκε από τη σύγκριση ασθενών με ενεργό νόσο και ασθενών χωρίς ενδείξεις υποτροπής (Hathaway et al 2005). Άλλες μέθοδοι που εφαρμόστηκαν με επιτυχία για την αναγνώριση ασθενών με SCC κεφαλής και τραχήλου είναι η MALDI (matrixassisted laser desorption and ionization) φασματοσκοπία μάζας (MS) (Sidransky et al 2003), MALDI-ToF MS (Maurer et al 2013) και SELDI (surface enhanced laser desorption and ionization) MS (Soltys et al 2004). Οι τεχνολογίες της γενομικής και της πρωτεομικής χρησιμοποιήθηκαν και για την ανίχνευση πιθανών πρώιμων δεικτών στο σίελο ασθενών με καρκίνο της στοματικής κοιλότητας. Οι Li και συν. εφαρμόζοντας μεθόδους γενομικής βρήκαν ότι γονίδια παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές στην έκφραση μεταξύ ασθενών με καρκίνο της στοματικής κοιλότητας και υγιών μαρτύρων. Η ανάλυση σε μεταγραφικό επίπεδο των IL8, IL1B, DUSP1, HA3, OAZ1, S100P και SAT έδειξε ότι τα επίπεδα mrna των IL8, SAT και H3F3A μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες ανίχνευσης SCC στοματικής κοιλότη-

25 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 25 τας με ευαισθησία 91% και ειδικότητα 91% (Li et al 2004). Η πρωτεομική ανάλυση του σιέλου στη διάγνωση παθήσεων της στοματικής κοιλότητας είναι επίσης πολλά υποσχόμενη (Dowling et al 2008, Hu et al 2007a, Hu et al 2007b, Hu et al 2008). Οι σχετικές μελέτες ανέδειξαν την πρωτεΐνη S100-A9 σε δυνητικό δείκτη ανίχνευσης του καρκίνου του στόματος (Dowling et al 2008, Hu et al 2008). Η ανίχνευση του mrna του αντιγόνου μελανώματος (MAGE - melanoma-associated gene) στα πτύελα αθενών με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου καθιστά το MAGE δυνητικά χρήσιμο καρκινικό δείκτη (Lee et al 2006). Η διαβάθμιση της πρόγνωσης του καρκίνου κεφαλής και τραχήλου αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας της μοριακής τεχνολογίας. Η ανίχνευση του HPV (human papilloma virus) στον καρκίνο του στοματοφάρυγγα σχετίζεται με ευνοϊκότερη πρόγνωση σε σχέση με τους HPV(-) ασθενείς (Li et al 2003, Weinberger et al 2006) ανεξάρτητα από τον τρόπο αντιμετώπισης (Bauman et al 2012). Η σχέση του HPV έχει τεκμηριωθεί τα τελευταία χρόνια ως αίτιο μιας υποομάδας SCC κεφαλής και τραχήλου. Περίπου στο 15% των ΚΠΕΚΤ ανιχνεύεται το DNA του ιού, με συχνότερο τον HPV-16 (και ακολούθως τον HPV- 18), ο οποίος απαντάται στο 90-95% των HPV(+) όγκων. Η συχνότερη εντόπιση SCC κεφαλής και τραχήλου σχετιζόμενου με HPV (HPV-HNSCC) είναι στο στοματοφάρυγγα. Οροθετικοί ασθενείς διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης ΚΠΕΚΤ. Μία μεγάλη μελέτη κοορτών έδειξε ότι η παρουσία αντισωμάτων έναντι του HPV-16, αλλά όχι άλλων τύπων του ιού, συνδέεται με 2,2 φορές υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης ΚΠΕΚΤ (Mork et al 2001). Πιο πρόσφατη μελέτη αναφέρει 5πλάσσιο κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου στοματικής κοιλότητας και 70πλάσιο κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του στοματοφάρυγγα παρουσία αντισωμάτων για τις HPV 16 E6/E7 πρωτεΐνες (Smith et al 2007). Οι ογκοπρωτεΐνες Ε6 και Ε7 που συντίθενται από τους υψηλού κινδύνου ογκογόνους ιούς, όπως HPV-16 και HPV-18, είναι υπεύθυνες για την μεταμόρφωση των κυττάρων (διαταραχή του φυσιολογικού ρυθμού αύξησης, των μηχανισμών επιδιόρθωσης DNA και απόπτωσης), καθώς συνδέονται και απενεργοποιούν τις κατασταλτικές των όγκων πρωτεΐνες p53 και prb. Η δράση αυτή των Ε6 και Ε7 πρωτεϊνών οφείλεται στην απώλεια ελέγχου που φυσιολογικά ασκείται από την Ε2 πρωτεΐνη εξαιτίας διάσπασης του HPV E2 γονιδίου (μεταφραστικός αναστολέας των Ε6 και Ε7 γονιδίων) κατά την ενσωμάτωση του ιού στο γονιδίωμα του ξενιστή (Ferreira et al 2011). Η Ε6 απενεργοποιεί την p53 επιταχύνοντας την δια της ουβικουϊτίνης πρωτεόλυσή της, ενώ η Ε7 αλληλεπιδρά και επάγει την πρωτεόλυση της prb όπως και άλλων RB πρωτεϊνών (Munger and Howley 2002). Ως εκ τούτου η παρουσία των Ε6 και Ε7 ογκοπρωτεϊνών έχει ως αποτέ-

26 26 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ λεσμα την έκφραση ενός συγκεκριμένου προτύπου δεικτών του κυτταρικού κύκλου (Slebos et al 2006). Οι HPV(+) όγκοι χαρακτηρίζονται από απώλεια έκφρασης της prb και κυκλίνης D1, απουσία μετάλλαξης του p16 και υπερέκφραση p16 INK4A και σπανίως από p53 μεταλλάξεις. Αντίθετα οι HPV(-) όγκοι υπερεκφράζουν τις prb και κυκλίνη D1, ενώ παρουσιάζουν απώλεια της p16 και συχνές μεταλλάξεις του p53 (Palka et al 2008). Η υπερέκφραση του p16 - στα πλαίσια παλίνδρομης ρύθμισης στην προσπάθεια να ελεγχθεί ο κυτταρικός πολλαπλασισμός (Ferreira et al 2011) - μπορεί να αποτελέσει ένα υποκατάστατο δείκτη για την αναγνώριση HPV-HNSCC (Reimers et al 2007), η δε ανίχνευσή του σε μεταστατικό τραχηλικό λεμφαδένα αποτελεί αξιόπιστο δείκτη στοματοφαρυγγικής προέλευσης του όγκου (Begum et al 2003, Begum et al 2005). Επιδημιολογικά, οι ασθενείς με HPV(+) SCC κεφαλής και τραχήλου χαρακτηρίζονται από υψηλού κινδύνου σεξουαλική συμπεριφορά, διαγιγνώσκονται νεότεροι, έχουν υψηλότερο ποσοστό μεταστατικής λεμφαδενικής νόσου κατά τη διάγνωση και η νόσος τους είναι λιγότερο πιθανό να σχετίζεται με το κάπνισμα και την κατάχρηση αλκοόλ. Η εξέταση επιχρίσματος κατά Παπανικολάου και η ε- φαρμογή τεχνικής FISH (fluorescence in situ hybridization) για τον έλεγχο γενετικών χρωμοσωμικών παρεκκλίσεων εφαρμόστηκε σε ένα μικρό δείγμα α- σθενών με τεκμηριωμένο ΚΠΕΚΤ από τους Veltman και συν. Οι ερευνητές α- ναφέρουν ότι η παρουσία χρωμοσωμικών παρεκκλίσεων σε ποσοστό μεγαλύτερο του 5% των κυττάρων του επιχρίσματος μπορεί να θεωρηθεί δείκτης κακοήθειας (Veltman et al 1997). Η τεχνική της in situ υβριδοποίησης σε σχέση με την PCR υπερέχει ως προς το ότι η πρώτη αποδεικνύει ότι ο ιός είναι παρών και ενεργός στο εξεταζόμενο δείγμα, ενώ η δεύτερη απλώς καταδεικνύει την παρουσία του ιού (Palka et al 2008). Η καλύτερη πρόγνωση των ασθενών με HPV-HNSCC πιθανότατα οφείλεται στην ελάχιστη επίδραση του φαινομένου της καρκινωμάτωσης πεδίου αφού η νόσος δεν συνδέεται με την κατάχρηση τσιγάρου και αλκοόλ, καθώς και στο γεγονός ότι οι p53 μεταλλάξεις είναι σπάνιες. Ως εκ τούτου ο μηχανισμός απόπτωσης, ως αποτέλεσμα της απάντησης στην ακτινο-χημειοθεραπεία, παραμένει ανέπαφος. Το % των ΚΠΕΚΤ έχουν αυξημένα επίπεδα EGFR σε πρωτεϊνικό επίπεδο. Η υπερέκφραση του EGFR σχετίζεται με δυσμενέστερη πρόγνωση και βραχύτερη επιβίωση. Τα σημαντικότερα ενδογενή συνδετικά μόρια του EGFR στις περιπτώσεις ΚΠΕΚΤ είναι ο TGF-α (transforming growth factor-α) και η αμφιρεγκιουλίνη (amphiregulin), με λιγότερο σημαντικό το ρόλο του EGF, της επιρεγκιουλίνης (epiregulin) και της βητακυτταρίνης (betacellulin). Η σύνδεση των συνδετικών αυτών μορίων στον EGFR έχει ως αποτέλεσμα μεταβολές στη

27 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 27 διαμόρφωση οι οποίες οδηγούν σε ενεργοποίηση της δραστηριότητας υπδοχέα της τυροσινικής κινάσης και ακολούθως την έναρξη διαφόρων ενδοκυττάριων σηματοδοτικών μονοπατιών όπως Ras/Raf/MEK/ERK, αγγειογένεσης, διήθησης και μετάστασης (Ferreira et al 2011). Η μέτρηση του EGFR πραγματοποιείται με ένα πλήθος μεθόδων όπως in situ υβριδοποίηση, ποσοτική PCR, PCR αντίστροφης τρανσκριπτάσης, DNA μικροσυστοιχίες (microarrays), τεχνικές blotting, ELISA, ανοσοϊστοχημεία, AQUA (automated quantitative analysis) με χρήση ανοσοφθορισμού. Ο πυρηνικός EGFR, ο οποίος λειτουργεί ως πυρηνικός μεταγραφικός παράγοντας, αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα - ό- πως και ο διαμεμβρανικός EGFR - σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης των Psyrri και συν., οι οποίοι εφάρμοσαν τη μέθοδο AQUA σε 95 περιπτώσεις στοματοφαρυγγικού καρκίνου. Οι ασθενείς με υψηλότερη έκφραση τόσο διαμεμβρανικού όσο και πυρηνικού EGFR εκδήλωσαν τοπική υποτροπή σε υψηλότερο ποσοστό και είχαν μικρότερης διάρκειας ελεύθερης νόσου επιβίωση σε σχέση με τους ασθενείς που είχαν χαμηλές τιμές έκφρασης EGFR (Psyrri et al 2005). Η ανεύρεση αυξημένου αριθμού αντιγράφων γονιδίων EGFR όπως προκύπτει με εφαρμογή της μεθόδου FISH είναι συνήθης και συσχετίζεται με μειωμένη ελεύθερης νόσου και συνολική επιβίωση (Chung et al 2006). Ανάλογα συμπεράσματα προέκυψαν και από τη μελέτη των Temam και συν. με εφαρμογή ποσοτικής real-time PCR (Temam et al 2007). Ωστόσο πιο πρόσφατα στη μελέτη EXTREME δεν διαπιστώθηκε ιδιότητα προγνωστικού δείκτη στον αριθμό αντιγράφων EGFR του όγκου ως προς την ανταπόκριση στη θεραπεία με κετουξιμάμπη και πλατίνα/5-φθοριοουρακίλη σε ασθενείς με υποτροπή/μεταστατικό καρκίνο εκ πλακώδους επιθηλίου κεφαλής και τραχήλου (Licitra et al 2011). Διάφορες μελέτες έχουν διεξαχθεί για την ανάδειξη προγνωστικών παραγόντων στη θεραπεία του καρκίνου με EGFR αναστολείς. Η χρήση αναστολέων και anti-egfr αντισωμάτων έχει δώσει ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε ο- ρισμένες περιπτώσεις μη μικροκυτταρικού καρκίνου των πνευμόνων και ορθοκολικού καρκίνου αντίστοιχα, ενώ τα τελευταία χρόνια μελετάται η αποτελεσματικότητα της κετουξιμάμπης (cetuximab) σε περιπτώσεις ΚΠΕΚΤ. Οι Erjala και συν. μελέτησαν τη σχέση της in vitro ανταπόκρισης 10 κυτταρικών σειρών ΚΠΕΚΤ στη γεφιτινίμπη (gefitinib) και δεικτών του σηματοδοτικού μονοπατιού της οικογένειας υποδοχέων EGFR/ErbB (Erjala et al 2006). Η ErbB σηματοδότηση μελετήθηκε με ανοσοαποτύπωση και πραγματικού χρόνου RT-PCR ανάλυση των επιπέδων έκφρασης EGFR, ErbB2, ErbB3 και ErbB4, καθώς και με ανάλυση φωσφορυλίωσης των pegfr, perbb2, perbb3, pakt και perk. Η αλ-

28 28 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ληλουχία DNA που κωδικοποιεί την περιοχή κινάσης του EGFR και ο αριθμός αντιγράφων του γονιδίου EGFR προσδιορίστηκαν με cdna ανάλυση αλληλουχιών και πραγματικού χρόνου PCR αντίστοιχα. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η ενίσχυση της έκφρασης EGFR σχετίζεται με ευαισθησία στον αναστολέα EGFR γεφιτινίμπη, ενώ άλλοι υποδοχείς όπως ErbB2 και ErbB3 φαίνεται ότι συμβάλλουν στην αντίσταση. Οι ErbB2 και ErbB3 θα μπορούσαν να αποτελέσουν δυνητικούς δείκτες αλλά και θεραπευτικούς στόχους στις συνδυασμένες θεραπείες του ΚΠΕΚΤ με γεφιτινίμπη (Erjala et al 2006). Σε άλλη μελέτη οι Agulnik και συν. στα πλαίσια μελέτης φάσης I/II χορήγησαν ερλοτινίμπη (erlotinib) και σισπλατίνη σε ασθενείς με υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό ΚΠΕΚΤ και μέτρησαν τα επίπεδα του EGFR, διαφόρων καθοδικών σηματοδοτικών μορίων και δεικτών αγγειογένεσης και απόπτωσης για να καθορίσουν τη σχέση μεταξύ αυτών και του κλινικού αποτελέσματος (Agulnik et al 2007). Σύμφωνα με τη μελέτη τους υψηλός αριθμός αντιγράφων EGFR γονιδίων αυξάνει την πιθανότητα α- νταπόκρισης στη θεραπεία με ερλοτινίμπη. Προ της θεραπείας υψηλά επίπεδα p27 και p-stat3 δύνανται να προβλέψουν την αύξηση του χρόνου προόδου της νόσου (time to progression - TTP) και της ολικής επιβίωσης. Η μείωση των επιπέδων p-egfr, p-nfkappab, και p27 με την εφαρμογή θεραπείας σχετίζονται με αύξηση της TTP, της ολικής επιβίωσης ή και των δύο αντίστοιχα. Σε ι- στούς βιοψίας δέρματος η μείωση των επιπέδων p-egfr στα πλαίσια της θεραπείας σχετίζεται με αυξημένη ολική επιβίωση. Ως εκ τούτου ο p-egfr θα μπορούσε να αποτελέσει πιθανό δείκτη ευνοϊκού θεραπευτικού αποτελέσματος. Ωστόσο, παρά τα ενδιαφέροντα αποτελέσματα της μελέτης, κανένας από τους υποθετικούς δείκτες δεν έφτασε τα επίπεδα της στατιστικής σημαντικότητας, εξαιτίας του περιορισμένου δείγματος (Agulnik et al 2007). Σε μελέτη φάσης ΙΙΙ ασθενών με υποτροπή/μεταστατική νόσο και χαμηλή έως μέτρια έκφραση EGFR, η προσθήκη κετουξιμάμπης στη θεραπεία με σισπλατίνη είχε ως αποτέλεσμα βελτίωση της ανταπόκρισης χωρίς ωστόσο βελτίωση στην ελεύθερη νόσου και συνολική επιβίωση (Burtness et al 2005). Σε άλλη μελέτη η παρουσία της μεταλλαγμένης μορφής EGFR, EGFRvIII, σε μεταμολυσμένα κύτταρα ΚΠΕΚΤ συσχετίζεται με αντίσταση στη στοχευμένη με μονοκλωνικά αντισώματα θεραπεία έναντι του wild type EGFR και μειωμένη απόπτωση στη θεραπεία με σισπλατίνη. Επιπλέον τα κύτταρα που εκφράζουν τον EGFRvIII χρακτηρίζονται από αυξημένο πολλαπλασιασμό in vitro και μεγαλύτερο μέγεθος όγκου in vivo (Sok et al 2006). Η διαγραφή των εξωνίων 2-7 του EGFR γονιδίου έχει ως αποτέλεσμα μία ακρωτηριασμένη εξωκυττάρια περιοχή και την ιδιοσυστασιακή ενεργοποίηση ενδοκυττάριων τυροσινικών κινασών, οι οποίες συ-

29 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 29 νεχώς πυροδοτούν πολλαπλούς καταράκτες φωσφορυλίωσης. Η ανεξάρτητη ε- νεργοποίηση του EGFRvIII ενδεχομένως δύναται να εξηγήσει τη σχετική αδυναμία των μονοκλωνικών αντισωμάτων να ρυθμίσουν προς τα κάτω τον υποδοχέα (Ferreira et al 2011). Ως εκ τούτου η έκφραση EGFRvIII θα μπορούσε να έχει προγνωστική αξία στον ΚΠΕΚΤ. Οι Suwinski και συν. έδειξαν ότι το μοριακό προφίλ που συνδυάζει υψηλή έκφραση EGFR και χαμηλή έκφραση Ki-67 και p-53 σχετίζεται με καλύτερη ανταπόκριση στη συνεχή επιταχυνόμενη αντινοθεραπεία (continuous accelerated irradiation) στη μετεγχειρητική αντιμετώπιση του ΚΠΕΚΤ (Suwinski et al 2010). Η σχέση υπερέκφρασης EGFR και βελτιωμένου τοποπεριοχικού ελέγχου με επιταχυνόμενη ακτινοθεραπεία έχει δειχθεί και σε παλαιότερες μελέτες (Bentzen et al 2005, Riesterer et al 2007). Ο EBV (Epstein Barr Virus) συνδέεται με τον καρκίνο του ρινοφάρυγγα (NPC) και συγκεκριμένα με τον μη-πλακώδους επιθηλίου τύπο του (WHO τύπος II & III). Ποσοτικές αναλύσεις των ορολογικών δεικτών καθώς και του DNA του ιού χρησιμοποιήθηκαν για την έγκαιρη διάγνωση, παρακολούθηση και πρόγνωση της νόσου. Διάφορες μέθοδοι έχουν μελετηθεί για τη διάγνωση του NPC όπως τεστ Παπανικολάου μεμονωμένο (Lau et al 1991) ή σε συνδυασμό με PCR (Tune et al 1999) με διαφόρων βαθμών ευαισθησία και ειδικότητα. Η LMP-1 (latent membrane protein-1) και το γονίδιο του ΕΒ πυρηνικού αντιγόνου ως στόχοι της PCR αυξάνουν την ευαισθησία της διάγνωσης διά του επιχρίσματος στο 91,4% και την ειδικότητα στο 98,3% (Palka et al 2008). Τα IgA αντισώματα έναντι του ΕΒV αντιγόνου της κάψας (VCP-p18) και τα ουδετεροποιητικά αντισώματα έναντι της EBV-ειδικής DNAάσης έχουν επίσης μελετηθεί ως πιθανοί προγνωστικοί παράγοντες για την ανάπτυξη NPC (Chien et al 2001). Ιδιαίτερης σημασίας στη διάγνωση, παρακολούθηση και πρόγνωση του NPC είναι η ανεύρεση ελεύθερου κυττάρων EBV DNA στο πλάσμα δια της πραγματικού χρόνου ποσοτικής PCR (RTQ-PCR). Ως δείκτης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για screening, ανταπόκριση στη θεραπεία και ανίχνευση υποτροπής (Lo et al 2000). Επίσης φαίνεται ότι αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα ειδικά για την πρόβλεψη πιθανής μετάστασης (Leung et al 2003). Ως προς την επιβίωση η προγνωστική αξία του αυξάνεται σε συνδυασμό με την TNM σταδιοποίηση (Leung et al 2006, Palka et al 2008). Μοριακές δοκιμασίες έχουν εφαρμοστεί και για την πρόγνωση που σχετίζεται με την ανταπόκριση στη θεραπεία του ΚΠΕΚΤ. Η παρουσία του ERCC1 (excision-repair cross-complementation group 1), ενζύμου του μονοπατιού NER (nucleotide excision repair), έχει συσχετιστεί με κακή πρόγνωση (κακή ανταπόκριση στη θεραπεία με πλατίνα, μικρότερη επιβίωση και πρώιμη

30 30 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ υποτροπή σε σχέση με ασθενείς ERCC1-αρνητικούς) σε μελέτες αντιμετώπισης ΚΠΕΚΤ με εισαγωγική χημειοθεραπεία ή με ριζική ακτινο-χημειοθεραπεία βασισμένη στην πλατίνα (Ferreira et al 2011, Palka et al 2008). Η υποξία που αναπτύσσεται στους ταχέως αυξανόμενους σε μέγεθος ό- γκους επηρεάζει την ανταπόκρισή τους στη χημειοθεραπεία, ενισχύοντας τον κακοήθη φαινότυπο, τη μεταστατικότητα και την κακή πρόγνωση. Η αναζήτηση δεικτών υποξίας στους καρκινικούς ιστούς ή στον ορό του αίματος καρκινοπαθών ανέδειξε τη σχέση πρόγνωσης με την παρουσία μορίων όπως HIF-1α (hypoxia-inducible factor 1α), καρβονική ανυδράση IX (CA IX), οστεοποντίνη (osteopontin) και LOX (lysyl oxidase) οικογένεια πρωτεϊνών. Η HIF-1α αυξάνεται σε καταστάσεις υποξίας και η μετατόπισή της στον πυρήνα επάγει την έκφραση γονιδίων, όπως VEGF, ερυθροποιητίνης, GLUT1 (glucose transporter 1), συνθάσης μονοξειδίου του αζώτου (NOS), γαλακτικής αφυδρογονάσης Α (LDH-A), καρβονικής ανυδράσης IX (CA IX) και οικογένειας LOX (lysyl oxidase), διά της συνδέσεως με στοιχεία ανταποκρινόμενα στην υποξία (hypoxiaresponsive elements) των γονιδίων αυτών. Ασθενείς με ΚΠΕΚΤ, οι οποίοι αντιμετωπίζονται με ακτινο-χημειοθεραπεία και ανοσοϊστοχημικά υπερεκφράζουν τον HIF-1, έχουν υψηλότερο ποσοστό μεταστάσεων και μικρότερη ελεύθερης νόσου και ολική επιβίωση. Επιπροσθέτως η υπερέκφραση του HIF-1 σχετίζεται με τοπικά επιθετική συμπεριφορά του όγκου και εντατικοποίηση της αγγειογένεσης. Ο HIF-2α επίσης σχετίζεται με το Τ-στάδιο και τη μικροαγγειακή πυκνότητα (Ferreira et al 2011). Ως προς την CA IX, η υπερέκφρασή της σε ασθενείς με ΚΠΕΚΤ που υποβάλλονται σε ακτινο-χημειοθεραπεία σχετίζεται με κακή ανταπόκριση και φτωχή πρόγνωση (Koukourakis et al 2001). Ωστόσο τόσο ο HIF-1 όσο και η CA IX μπορεί να επηρεάζονται και από παράγοντες ανεξάρτητους από την παρουσία οξυγόνου. Η μέτρηση με ELISA οστεοποντίνης στον ορό του αίματος ασθενών με ΚΠΕΚΤ συσχετίζεται με υπερέκφραση HIF-1, VEGF και χαμηλή αιμοσφαιρίνη. Η LOX φαίνεται ότι παίζουν ρόλο στη διαδικασία της μετάστασης. Ασθενείς με ΚΠΕΚΤ και υπερέκφραση LOX έχουν μικρότερη επιβίωση και αυξημένη μεταστατικότητα (Palka et al 2008). Η έκφραση VEGF κατά την ποσοτική μέτρηση με την μέθοδο ELISA σχετίζεται με κακής διαφοροποίησης όγκους ΚΠΕΚΤ, μειωμένη ελεύθερης νόσου επιβίωση και ολική επιβίωση, καθώς και αυξημένο ποσοστό υποτροπών και μεταστάσεων (Onesto et al 2006). Άλλες μελέτες δεν αναδεικνύουν ανάλογο συσχετισμό των VEGF επιπέδων με την πρόγνωση (Do et al 2004, Schimming et al 2004). Σε μία μετα-ανάλυσή τους οι Kyzas και συν. αναφέρουν ότι η θετι-

31 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 31 κότητα για VEGF φαίνεται να σχετίζεται με δυσμενέστερη ολική επιβίωση σε ασθενείς με ΚΠΕΚΤ (Kyzas et al 2005). Οι πρωτεΐνες S100 εμπλέκονται στις διαδικασίες ογκογένεσης και μετάστασης. Συμφωνα με μελέτη των Chen και συν. η S100A14 επάγει την κινητικότητα και διηθητικότητα στον καρκίνου από πλακώδες επιθήλιο του οισοφάγου ρυθμίζοντας διά του p53 την έκφραση και τη λειτουργικότητα της MMP-2 (Chen et al 2012). Παρομοίως οι Zhang και συν. έδειξαν ότι η S100A4 αποτελεί σημαντικό παράγοντα αύξησης, διήθησης και μετάστασης στον καρκίνο του οισοφάγου και η δράση αυτή επιτυγχάνεται εν μέρει διά μέσου της ρυθμίσεως της δραστηριότητας της MMP-2 και της Ε-καδερίνης (Zhang et al 2012). Α.2.3 ΜΟΡΙΑΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΑΠΟ ΠΛΑΚΩΔΕΣ Ε- ΠΙΘΗΛΙΟ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ (ΚΠΕΛ LCSCC) Οι μοριακές διεργασίες ενεργοποίησης ογκογονιδίων και απενεργοποίησης κατασταλτικών του όγκου γονιδίων παίζουν κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη του καρκίνου εκ πλακώδους επιθηλίου του λάρυγγα (ΚΠΕΛ) και αποτελούν τη βάση για νέες μοριακά στοχευμένες θεραπείες. Ωστόσο κανένας από τους μελετημένους γνωστούς μοριακούς παράγοντες δεν πληροί τις προϋποθέσεις ως μεμονωμένος δείκτης της τελικής έκβασης (Thomas et al 2005), ενώ αντιθέτως αναφέρεται ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ μοριακού προφίλ και τοποπεριοχικού ελέγχου της νόσου (Buffa et al 2004). Πρόσφατα οι Holgersson και συν. μελετώντας την έκφραση των Ki-67, MutS homolog 2 (MSH2), p53, B-cell CLL/lymphoma 2 (Bcl-2) και cyclin D1 ανοσοϊστοχημικά σε μικροσυστοιχίες ιστών 39 ασθενών με καρκίνο του λάρυγγα δεν διαπίστωσαν προγνωστική αξία στα παραπάνω μόρια ως προς την επιβίωση ή την υποτροπή (Holgersson et al 2010). Οι Sasiadek και συν. ανέλυσαν έναν αριθμό γονιδίων, τα οποία εμπλέκονται στην ογκογένεση, με σκοπό την εξακρίβωση γενετικών μεταβολών οι ο- ποίες τείνουν να συνυπάρχουν και οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν δείκτες στον ΚΠΕΛ. Σε ένα δείγμα 62 λαρυγγικών καρκίνων οι ερευνητές διαπίστωσαν απώλεια ετεροζυγωτίας (loss of heterozygosity LOH) στα CDKN2A (55.4%), MLH1 (46.0%) TSG στο 8p22 (38%), RB1 (35.7%) και NME1 (21%). Περαιτέρω μελέτες μεθυλίωσης του DNA και πρωτεϊνικής έκφρασης για τα CDKN2A, MLH1 και RB1 έδειξαν ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ LOH και υπερμεθυλίωσης και της απώλειας έκφρασης των CDKN2A και

32 32 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ MLH1. Σε ποσοστό 55,9% παρατηρείται διαταραχή στο μονοπάτι Rb (απώλεια έκφρασης του RB1 και/ή του CDKN2A) με το CDKN2A να προσβάλλεται συχνότερα. Επιπλέον, η LOH στον ΚΠΕΛ τείνει να συμβαίνει σε ζεύγη ή τριπλέτες γονιδίων. Το ζεύγος MLH1/CDKN2A και οι τριπλέτες MLH1/TSG στο 8p22/CDKN2A και MLH1/CDKN2A/RB1 σχετίζονται με το στάδιο της νόσου και τη διαφοροποίηση του όγκου. Η LOH του MLH1 συνδέεται με υψηλή διαφοροποίηση, ενώ η LOH του CDKN2A συνδέεται με χαμηλή διαφοροποίηση (Sasiadek et al 2004). Η απενεργοποίηση του CDKN2A έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη έκφραση της p16 πρωτεΐνης, η οποία είναι σημαντικός ρυθμιστής του κυτταρικού κύκλου. Οι Smigiel και συν. σε σειρά 62 λαρυγγικών καρκίνων αναφέρουν μειωμένη έκφραση της p16 πρωτεΐνης στο 45% των δειγμάτων. Στις περιπτώσεις αυτές η LOH του CDKN2A παρατηρήθηκε σε ποσοστό 73.33% και η υπερμεθυλίωση του υποκινητή σε ποσοστό 80.95% (Smigiel et al 2004). Σε άλλη μελέτη αναφέρεται ότι η πρόοδος του ΚΠΕΛ συνοδεύεται από παράλληλη αύξηση της δραστηριότητας τελομεράσης και διαγραφών στα ρυθμιστικά του κυτταρικού κύκλου γονίδια p16(ink4a) και p15(ink4b), ο προσδιορισμός των οποίων βοηθά στη διαβάθμιση της πρόγνωσης και της ορθότερης κατάταξης των ασθενών για θεραπεία (Swellam et al 2008). Οι Karsai και συν. ανέδειξαν τη σχέση μεταξύ απώλειας έκφρασης της πρωτεΐνης p16(ink4a) και τροποποιήσεων της p53 σε 664 δείγματα ΚΠΕΚΤ, με τον ΚΠΕΛ να εμφανίζει το μικρότερο ποσοστό μεταβολών σε σχέση με άλλες περιοχές στην κεφαλή και τον τράχηλο. Στο σύνολο των κοορτών υπήρξε οριακά σημαντική διαφορά στην επιβίωση των ασθενών ανάλογα με το επίπεδο έκφρασης της p16(ink4a) (αρνητική, θετική, υψηλή), με τη χαμηλότερη επιβίωση να παρατηρείται σε ασθενείς με απώλεια έκφρασής της (Karsai et al 2007). Η υπερέκφραση του p53 συνδέεται με αυξημένα ποσοστά υποτροπών σε περιπτώσεις Τ1Ν0Μ0 γλωττιδικού ΚΠΕΛ μετά από θεραπευτική ακτινοθεραπεία (Narayana et al 1998), ενώ η έκφραση του BCCIP (BRCA2 και CDKN1A αλληλεπιδρώσα πρωτεΐνη) συμβάλλει θετικά στην έκβαση, πιθανότατα χάρη στην αυξημένη ακτινευαισθησία των όγκων που διαθέτουν λειτουργικά BCCIP και p53 (Rewari et al 2009). Σε παλαιότερη μελέτη οι Pai και συν. δεν ανέδειξαν σχέση μεταξύ της διαπιστωμένης ανοσοϊστοχημικά μεταλλαγμένης p53 πρωτεΐνης και της κλινικής έκβασης πρώιμου γλωττιδικού καρκινώματος από πλακώδες επιθήλιο του λάρυγγα μετά από ακτινοθεραπεία (Pai et al 1998). Η υπερέκφραση του p53 σε μεταστατικούς λεμφαδένες από υπεργλωττιδικό καρκίνωμα φαίνεται ότι αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα για περιοχική υποτροπή και μειωμένη ειδική της νόσου επιβίωση (Cabanillas et al 2007).

33 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 33 Σε πρόσφατη μελέτη τους οι de Jong και συν. ανέλυσαν το γονιδιακό προφίλ λαρυγγικών καρκινικών ιστών πρώιμου σταδίου καθώς και ακτινευαίσθητων κυτταρικών σειρών σε σχέση με την πιθανότητα υποτροπής. Οι συγγραφείς α- ναφέρουν ότι ο δείκτης CD44 φαίνεται να σχετίζεται με την πιθανότητα τοπικής υποτροπής μετά από ακτινοθεραπεία στον πρώιμου σταδίου καρκίνο από πλακώδες επιθήλιο του λάρυγγα (de Jong et al 2010). Πιο πρόσφατα οι Yüce και συν. μελέτησαν το ρόλο της υπερέκφρασης του CD44 και της MMP-9 ανοσοϊστοχημικά στην πρόβλεψη των τραχηλικών μεταστάσεων υπεργλωττιδικών καρκινωμάτων του λάρυγγα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν σημαντικά αυξημένες τιμές των παραπάνω μορίων σε pn+ ασθενείς, σχολιάζοντας την πιθανή χρησιμότητά τους ως δείκτες πρόβλεψης τραχηλικών μεταστάσεων στη συγκεκριμένη κατηγορία καρκινωμάτων (Yuce et al 2011). Η έκφραση κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2), ενζύμου που αυξάνει τη σύνθεση προσταγλανδίνης, επίσης σχετίζεται με την πρόβλεψη τοπικής υποτροπής σε στάδια Ι και ΙΙ ΚΠΕΛ που αντιμετωπίζονται με ακτινοθεραπεία. Η σχέση αυτή μπορεί να έχει δυνητικές θεραπευτικές εφαρμογές με χορήγηση COX-2 αναστολέων κατά τη διάρκεια της ακτινοθεραπείας (Cho et al 2004). Η προγνωστική ισχύς της COX-2 ως προς την πιθανότητα υποτροπής μετά από ακτινοθεραπεία είναι μεγαλύτερη από αυτή γνωστών υποψήφιων δεικτών, όπως p53, Bcl-2, και κυκλίνης D1 (Wildeman et al 2009). Επιπροσθέτως οι Kourelis και συν. κατέδειξαν ότι η πρόοδος μιας προκαρκινωματώδους λαρυγγικής αλλοίωσης σε διηθητικό καρκίνωμα χαρακτηρίζεται από σταθερά αυξητική ρύθμιση των COX-2 και NF-kB (Kourelis et al 2007). Η πρόοδος του καρκίνου φαίνεται ότι επηρεάζεται από την παρακρινή επίδραση της COX-2 των ινοβλαστών του στρώματος του όγκου (Kourelis et al 2009). Η υπερέκφραση του πρωτο-ογκογονιδίου κυκλίνης D1 (Pignataro et al 1998) καθώς και της κυκλίνης D3 σχετίζονται με δυσμενέστερη πρόγνωση στον ΚΠΕΛ ως προς την ειδική της νόσου και την ολική επιβίωση. Οι Pruneri και συν. έδειξαν ότι η ανοσοαντίδραση στην κυκλίνη D3 σχετίζεται σημαντικά με υψηλό κίνδυνο θανάτου από τη νόσο. Στη μελέτη τους η χαμηλή διαφοροποίηση, ο εξωφυτικός/ελκωτικός όγκος, η χαμηλή απόδοση και η ανοσοαντίδραση στην κυκλίνη D3 αποτελούσαν ανεξάρτητους παράγοντες δυσμενούς ο- λικής επιβίωσης. Ασθενείς με όγκους κυκλίνη D1+/κυκλίνη D3+ είχαν τη χειρότερη πρόγνωση, ενώ ασθενείς με όγκους κυκλίνη D1-/κυκλίνη D3- είχαν τη μακρότερη επιβίωση. Ασθενείς με όγκους κυκλίνη D1+/κυκλίνη D3- ή κυκλίνη D1-/κυκλίνη D3+ εμφάνιζαν ενδιάμεση πορεία νόσου. Ως προγνωστικοί παράγοντες ασθενών με ΚΠΕΛ αποτελούν δυνητικούς θεραπευτικούς στόχους (Pruneri et al 2005). Οι Li και συν. έδειξαν ότι η κατασταλτική ρύθμιση της έκ-

34 34 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ φρασης της ανθρωπείου αντίστροφης τρανσκριπτάσης της τελομεράσης (htert human telomerase reverse transcriptase) καταστέλλει σημαντικά τη βιωσιμότητα του ΚΠΕΛ Hep-2, κυρίως διά της αναστολής της κυκλίνης D1 και ως εκ τούτου της G1/S μετάβασης (Li et al 2011). Η επίτευξη σιγής του γονιδίου της κυκλίνης D1 με την παρεμβολή RNA διά του lentivirus ιού δύναται να αναστείλει την αύξηση και να προάγει την απόπτωση των καρκινικών κυττάρων στον καρκίνο του λάρυγγα (Xiao et al 2011). Ο EGFR ως δείκτης στον ΚΠΕΚΤ σχετίζεται με παράγοντες που διαμεσολαβούν στη δυσμενή πρόγνωση. Καθώς υπερεκφράζεται στο 90% των όγκων κεφαλής και τραχήλου ο EGFR αποτελεί θεραπευτικό στόχο αντι-egfr αντισωμάτων ή αποκλειστών. Ωστόσο στην περίπτωση του ΚΠΕΛ η ενίσχυση του EGFR είναι μάλλον σπάνιο γεγονός που προφανώς δεν προδιαθέτει στην πρόοδο του όγκου (Koynova et al 2005). Είναι πιθανό ότι η έκφραση του υποδοχέα ενεργοποιείται από άλλους μηχανισμούς, όπως π.χ. μεταλλάξεις (Makitie and Monni 2009). Η υπερέκφραση του EGFR φαίνεται ότι έχει μικρότερη προγνωστική αξία σε σχέση με την ενίσχυση του EGFR γονιδίου η οποία ως δείκτης επιθετικότητας σχετίζεται με την ολική και την ελεύθερης νόσου επιβίωση. Ως προς την πιθανότητα υποτροπής, οι Rafferty και συν. στη μελέτη τους έδειξαν ότι ο συνδυασμός των δεικτών EGFR και κυκλίνης D1 σχετίζεται ισχυρά με την τοπική υποτροπή του Τ2Ν0Μ0 λαρυγγικού καρκίνου μετά από ακτινοθεραπεία (Rafferty et al 2008). Ανάλογα συμπεράσματα αναφέρουν οι Chang και συν. οι οποίοι ανέδειξαν ότι ο παραπάνω συνδυασμός μπορεί να έχει προγνωστική αξία στον πρώιμο γλωττιδικό καρκίνο, παίζοντας ρόλο στην τοπική υποτροπή της νόσου και στην αναζήτηση ασθενών με δυσμενή έκβαση μετά από ακτινοθεραπεία (Chang et al 2008). Τα βιβλιογραφικά δεδομένα ως προς την επίδραση της έκφρασης VEGF στην επιβίωση είναι αντικρουόμενα (Marioni et al 2008, Parikh et al 2007). Στη μελέτη τους οι Marioni και συν. έδειξαν ότι η έκφραση VEGF στον καρκίνο του λάρυγγα δεν σχετίζεται με την επιβίωση ή τον τοποπεριοχικό έλεγχο, ενώ αντίθετα ασθενείς με όγκους που εκφράζουν το CD105 έχουν αυξημένο ποσοστό τοποπεριοχικών υποτροπών και βραχύτερη ελεύθερης νόσου επιβίωση. Η έκφραση του CD105 μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο δείκτη στην ανίχνευση Ν0 ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο πρώιμης υποτροπής λαρυγγικού καρκίνου (Marioni et al 2008). Αντίθετα, οι Parikh και συν. βρήκαν ότι η έκφραση VEGF αποτελεί προγνωστικό παράγοντα της ολικής επιβίωσης (Parikh et al 2007).

35 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 35 Σε πρωτοπαθή καρκινώματα από πλακώδες επιθήλιο του λάρυγγα η έκφραση της πρωτεΐνης S100A2 η οποία συνδέει το Ca 2+, σχετίζεται με υψηλή διαφοροποίηση και μακρότερη ελεύθερη νόσου και ολική επιβίωση (Lauriola et al 2000). Πιο πρόσφατα οι Almadori και συν. έδειξαν ότι ελαττωμένη έκφραση της S100A2 αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα περιοχικής υποτροπής στον ΚΠΕΛ. Επομένως, η εκτίμηση της κατάστασης της πρωτεΐνης S100A2 κατά τη διάγνωση της νόσου θα μπορούσε να αναγνωρίσει το υποσύνολο των ασθενών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης περιοχικής νόσου, ώστε να εφαρμοστεί η απαιτούμενη θεραπεία (Almadori et al 2009). Η δραστηριότητα της MeHPLAase (methyl-p-hydroxyphenyllactate esterase) σχετίζεται με μακρότερη ελεύθερη νόσου και ολική επιβίωση, ενώ η μέση τιμή της δραστηριότητάς της τείνει να είναι υψηλότερη σε όγκους υψηλής διαφοροποίησης. Αντιστρόφως ανάλογη σχέση φαίνεται να υπάρχει μεταξύ της ενζυματικής δραστηριότητας και της παρουσίας τραχηλικής νόσου κατά τη διάγνωση (Maurizi et al 1998). Οι Ferrandina και συν. βρήκαν ότι η παρουσία τύπου ΙΙ θέσεις δέσμευσης οιστρογόνων (type II estrogen binding sites EBS) εξηγεί τουλάχιστον μερικώς την ανταπόκριση του ΚΠΕΛ στη θεραπεία με ταμοξιφένη (tamoxifen) και την κουερκετίνη (quercetin). Οι προαναφερθέντες παράγοντες θα μπορούσαν δυνητικά να είναι χρήσιμοι στη θεραπεία του λαρυγγικού καρκίνου (Ferrandina et al 1998). Οι πρωτεογλυκάνες βερσικάνη (versican) και ντεκορίνη (decorin) α- θροίζονται στο στρώμα του ΚΠΕΛ κατά έναν εξαρτώμενο από το στάδιο τρόπο, η δε τροποποιημένη χημική δομή τους μπορεί να συνδέεται με την επιθετικότητα της νόσου (Skandalis et al 2006, Stylianou et al 2008). Νεότερα γονίδια που ανιχνεύονται στον ΚΠΕΛ και σχετίζονται με το στάδιο της νόσου είναι η πρωτεΐνη 2 η ανάλογη της στοματίνης (stomatinlike protein 2 SPL-2) (Cao et al 2007) και η πρωτεΐνη γκαλεκτίνη-8 (galectin-8 protein) (Dong et al 2009). Η σχέση των μεταλλοπρωτεϊνασών (MMPs) με τον καρκίνο του λάρυγγα αναλύεται σε επόμενο κεφάλαιο.

36 36 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Α.3 ΠΡΩΤΕΑΣΕΣ Α.3.1 ΓΕΝΙΚΑ Τα πρωτεολυτικά ένζυμα χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες ανάλογα με το είδος των δεσμών που διασπούν: α) τις εξωπεπτιδάσες οι οποίες διασπούν τον τελικό πεπτιδικό δεσμό ενός μορίου συγκεκριμένου υποστρώματος και β) τις ενδοπεπτιδάσες οι οποίες διασπούν έναν εσωτερικό πεπτιδικό δεσμό στο μόριο του υποστρώματος (Palosaari 2003, Stocker et al 1995). Οι ενδοπεπτιδάσες, ανάλογα με τις καταλυτικές τους ιδιότητες και την ευαισθησία σε διάφορους αναστολείς, διακρίνονται σε πρωτεϊνάσες σερίνης, κυστεΐνης, α- σπαρτικού, θρεονίνης και μεταλλοενδοπεπτιδάσες. Οι τελευταίες είναι παρούσες σε όλα τα είδη των ζώντων οργανισμών συμμετέχοντας στη ρύθμιση του μεταβολισμού χάρη στην ιδιότητά τους να διασπούν ευρέως διάφορες πρωτεΐνες ή να υδρολύουν συγκεκριμένους πεπτιδικούς δεσμούς (Gomis-R th 2003, Neurath and Walsh 1976). Πρόκειται για μόρια του τύπου των υδρολασών τα οποία περιλαμβάνουν στη δομή του καταλυτικού τους κέντρου συνήθως ψευδάργυρο. Η πλειοψηφία αυτού του τύπου των υδρολασών χαρακτηρίζεται από την παρουσία μιας κοινής βραχείας προστατευμένης αλληλουχίας His-G1u- Xaa-Xaa-Hi (HExxH), με τις δύο ιστιδίνες να δρουν ως συνδετικά μόρια του ψευδαργύρου στο καταλυτικό κέντρο και το γλουταμικό οξύ ως βάση/οξύ στη διαδικασία της κατάλυσης (Bode et al 1993, Gomis-R th 2003, Gomis-Ruth 2009, Hooper 1994, Stocker and Bode 1995). Η υποκατηγορία αυτή των μεταλλοενδοπεπτιδασών είναι γνωστή ως zincins. Οι zincins ανάλογα με τη φύση και τη θέση ενός τρίτου συνδετικού του ψευδαργύρου μορίου υποδιαιρούνται σε τρεις οικογένειες, α) τις gluzincins, β) τις aspizincins και γ) τις metzincins. Τα περισσότερα μέλη των zincins ανοίκουν στην οικογένεια metzincins, η οποία χαρακτηρίζεται από μία επιμηκυσμένη πεπτιδική αλληλουχία σύνδεσης του ψευδαργύρου HExxHxxGxxH/D στο ενεργό κέντρο, με μία επιπρόσθετη ισχυρά προστατευμένη γλυκίνη και μία τρίτη συνδετική ιστιδίνη ή ασπαρτικό οξύ (Gomis-R th 2003). Επιπλέον το μόριο αυτών των πρωτεϊνών διαθέτει μία 1,4- β-στροφή στην οποία περιλαμβάνεται μία προστατευμένη μεθειονίνη και η ο- ποία είναι γνωστή ως Met-turn. Στην οικογένεια των metzincins έχουν μέχρι σήμερα αναγνωριστεί σε δομικό επίπεδο επτά υποοικογένειες (εικ. 3): α) astacins, β) serralysins, γ) adamalysins/reprolysins/adams, δ) matrix metalloproteinases (MMPs), ε) snapalysins, στ) leishmanolysins και ζ) pappalysins (Bode et al 1993, Gomis-R th 2003, Gomis-Ruth 2009, Stocker et al 1995).Αναφορές από μελέτες αποκρυπτογράφησης γονιδιώματος περιγράφουν

37 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 37 σειρές αλληλουχιών οι οποίες υποδεικνύουν την ύπαρξη οικογενειών προς το παρόν δομικά μη χαρακτηρισμένων, στις οποίες έχουν δοθεί πειραματικά οι παρακάτω ονομασίες fragilysins, gametolysins, archaemetzincins, thuringilysins, coelilysins, ascomycolysins, helicolysins, και cholerilysins (Gomis- Ruth 2009). Εικόνα 3. Κατάταξη των μεταλλοενδοπεπτιδασών σύμφωνα με τη δομή της περιοχής δέσμευσης του ψευδαργύρου (Gomis-R th 2003) Α.3.2 ΜΕΤΑΛΛΟΠΡΩΤΕΪΝΑΣΕΣ (MMPs) Α Γενικά Οι MMPs γνωστές και ως matrixins ή κολλαγονάσες των σπονδυλωτών ή matrix metalloproteinases, αποτελούν υποδιαίρεση της οικογένειας Μ10 των μεταλλοενδοπεπτιδασών στη βάση δεδομένων MEROPS (http://www.merops. co.uk/merops/merops.htm). Πρόκειται για πρωτεάσες του τύπου των υδρολασών στο μόριο των οποίων περιλαμβάνεται ένα ιόν ψευδαργύρου (Zn 2+ ) και οι οποίες είτε εκκρίνονται είτε προσδένονται στην κυτταρική μεμβράνη συμμετέχοντας στις διαδικασίες μεταβολισμού της εξωκυττάριας ουσίας (ECM).

38 38 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Η πρώτη αναφορά σε διαλυτό παράγοντα με κολλαγονολυτική δράση έ- γινε από τους Gross και Lapiere το 1962 (Gross and Lapiere 1962). Οι δύο ε- ρευνητές μελέτησαν ιστούς γυρίνων και συγκεκριμένα της ουράς, του δέρματος, του εντέρου και των βραγχίων κατά τη διαδικασία της μεταμόρφωσής τους. Η κάθαρση αυτού του παράγοντα πραγματοποιήθηκε από τους Nagai και συν. το 1966 (Nagai et al 1966) ενώ η πρώτη κεκαθαρμένη ανθρώπειος κολλαγονάση ήταν αυτή του ρευματοειδούς αρθρικού θυλάκου από τους Woolley και συν. (Woolley et al 1975). Έντεκα χρόνια αργότερα οι Goldberg και συν. από το Τμήμα Δερματολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Washington προσδιόρισαν την πρωτοταγή δομή της ανθρωπείου κολλαγονάσης από ινοβλάστες δέρματος (MMP-1) με cdna κλωνοποίηση του αντιπροσωπευτικού mrna της κολλαγενάσης (Goldberg et al 1986). Το γονιδίωμα του ανθρώπου περιλαμβάνει 24 γονίδια ματριξινών από τα οποία το γονίδιο mmp-23 ανευρίσκεται εις διπλούν, mmp-23a και mmpp-23b κωδικοποιώντας δύο πανομοιότυπες μορφές MMP-23 (Tallant et al 2010). Ως εκ τούτου στον άνθρωπο αναγνωρίζονται 23 διαφορετικές MMPs από τις 24 που συνολικά έχουν αναγνωρισθεί στα σπονδυλωτά. Για ιστορικούς λόγους οι ματριξίνες αριθμούνται με νούμερα από 1 έως 3, 7 έως 17, 19 έως 21 και 23 έως 28. Α Δομή των MMPs Τυπικά οι MMPs περιλαμβάνουν στη δομή τους παρεμβαλλόμενα μόρια και περιοχές διακριτές οι οποίες από το αμινοτελικό προς στο καρβοξυτελικό άκρο είναι: α) ένα πεπτίδιο σηματοδότης (signal peptide) με περίπου 20 αμινοξέα για έκκριση, β) το ζυμογόνο προπεπτίδιο (prodomain), μία περιοχή περίπου 80 υπολειμμάτων αμινοξέων, γ) την εξαρτημένη από ψευδάργυρο και α- σβέστιο καταλυτική περιοχή (catalytic domain), η οποία αποτελείται από περίπου 165 υπολείμματα αμινοξέων, δ) την περιοχή σύζευξης (hinge ή linker) 15 με 65 υπολειμμάτων και ε) την περιοχή αιμοπηξίνης (hemopexin domain), περίπου 200 υπολειμμάτων για σύνδεση με το κολλαγόνο, ενεργοποίηση των pro-mmp και διμεροποίηση (εικ. 4, 5). Εξαίρεση αποτελούν οι MMP-7 (matrilysin 1), MMP-26 (matrilysin 2) και MMP-23 οι οποίες στερούνται συνδετικού πεπτιδίου και περιοχής αιμοπηξίνης. Επιπλέον η MMP-23 διαθέτει μία μοναδική πλούσια σε κυστεΐνη περιοχή στο καρβοξυτελικό άκρο καθώς και μία περιοχή ανάλογο ανοσοσφαιρίνης αμέσως μετά το καρβοξυτελικό άκρο της καταλυτικής περιοχής. Άλλες προσθήκες (εικ. 5) δύναται να αποτελούν μία πε-

39 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 39 ριοχή τύπου ΙΙ ινονεκτίνης για αλληλεπίδραση με κολλαγόνο και ζελατίνη η οποία απαντάται στις ζελατινάσες, μια περιοχή ανάλογη του κολλαγόνου τύπου IV, μία περιοχή ανάλογη βιτρονεκτίνης, ένα συνδετικό σηματοδότη γλυκοσυλφωσφατιδυλινοσιτόλης, περιοχές πλούσιες σε κυστεΐνη, προλίνη και υποδοχέα-ανάλογο ιντερλευκίνης-1, καθώς και μία κυτταροπλασματική «ουρά» (Tallant et al 2010). Εικόνα 4. Σχηματική αναπαράσταση της δομής των MMPs. Η καταλυτική περιοχή (CAT) απεικονίζεται με δύο μόρια Zn και δύο ιόντα Ca. Το προπεπτίδιο (PRO) αποκλείει την ενεργό περιοχή. Ένα συνδετικό πεπτίδιο (LINKER) συνδέει την καταλυτική ME την αιμοπεξίνης-ανάλογο (HPX) περιοχή. Ορισμένες κλασσικές MMPs διαθέτουν μία προέκταση (EXT) στο C-τελικό άκρο το οποίο δεν αποτελεί μεμβρανική άγκυρα. Οι MT-MMPs (MTαγκύλη) διαθέτουν μία μεμβρανική άγκυρα η οποία είναι είτε διαμεμβρανική [TM] έλικα με μικρό κυτταροπλασματικό τμήμα (CYTO) είτε μία GPI-άγκυρα (GPI) (Maskos 2005)

40 40 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Εικόνα 5. Δομή υποπεριοχών των MMPs. S: πεπτίδιο σηματοδότης, Pro: προπεπτίδιο, Cat: καταλυτική περιοχή, Zn: ενεργός περιοχή ψευδαργύρου, Hpx: περιοχή αιμοπηξίνης, Fn: περιοχή ινονεκτίνης, V: προσθήκη βιτρονεκτίνης, I: τύπου I διαμεμβρανική περιοχή, II: τύπου II διαμεμβρανική περιοχή, G: GPI άγκυρα, Cp: κυτταροπλασματική περιοχή, Ca: περιοχή κυστεΐνης, Ig: IgG-ανάλογη περιοχή. Μία περιοχή διάσπασης φουρίνης α- πεικονίζεται ως μαύρη ταινία μεταξύ του προπεπτιδίου και της καταλυτικής περιοχής (Visse and Nagase 2003) Η ταξινόμηση υδρολασών στην οικογένεια των MMPs προϋποθέτει την παρουσία στο μόριο ενός «διακόπτη κυστεΐνης» με την αλληλουχία PRCGXPD στο προπεπτίδιο, όπου το υπόλειμμα κυστεΐνης αλληλεπιδρά με τον Zn 2+ για τη διατήρηση των prommps σε ανενεργό μορφή και της αλληλουχίας HExxHxxGxxH στην καταλυτική περιοχή στην οποία οι τρεις ιστιδίνες συνδέουν το ιόν του ψευδαργύρου. Η δε πρωτογενής δομή της καταλυτικής περιοχής θα πρέπει να είναι ομόλογη της κολλαγενάσης 1 (MMP 1). Εξαίρεση αποτελεί η MMP-23 από την οποία απουσιάζει ο διακόπτης κυστεΐνης ενώ η δομή της καταλυτικής περιοχής είναι παρόμοια με αυτή της MMP-1 (Visse and Nagase 2003). Ανάλογα με τον τύπο του υποστρώματος, την αλληλουχία των αμινοξέων και την οργάνωση των υποπεριοχών οι MMPs χωρίζονται σε έξι κατηγορίες (πίνακας 1): α) κολλαγονάσες (collagenases), β) ζελατινάσες (gelatinases), γ) στρωμαλυσίνες (stromelysins), δ) ματριλυσίνες (matrilysins), ε) μεμβρανι-

41 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 41 κού τύπου MMPs (MT-MMPs) και στ) άλλες MMPs (Visse and Nagase 2003). Πίνακας 1. Matrix Metalloproteinases. Κατηγορίες μεταλλοπρωτεϊνασών και χρωμοσωμική τοποθεσία. Τα PDB αρχεία δομής προσδιορίστηκαν με τη βοήθεια κρυσταλλογραφίας ακτίνων X και NMR (Visse and Nagase 2003) Η παραπάνω ιστορική σήμερα κατάταξη τείνει να αντικατασταθεί από μία νέα με έξι υποκατηγορίες (A F) MMPs χάρη σε νέα δεδομένα που έχουν προκύψει από τη σύγκριση της πρωτογενούς δομής τους με την εφαρμογή μεθόδων βιοπληροφορικής (πίνακας 2): α) sub-group A, MMP-19, -26 και -28, β) sub-

42 42 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ group B, MMPs -11, -21 και -23, γ) sub-group C, MMP-17 και -25, δ) subgroup D, MMP-1, -3, -8, -10, -12, -13 και -27, ε) sub-group E, MMP-14, -15, -16 και -24, στ) sub-group F, MMP-2, -7, -9 και -20 (Huxley-Jones et al 2007). Πίνακας 2. Φυλογενετικές σχέσεις της οικογένειας των γονιδίων των MMPs (Huxley-Jones et al 2007)

43 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 43 Α Δράση των MMPs Ήδη από τις πρώτες παρατηρήσεις οι ματριξίνες αναγνωρίστηκαν ως οι κύριοι διαχειριστές της εξωκυττάριας ουσίας συμμετέχοντας στον κύκλο δόμησης αποδόμησης και αποκατάστασης των ιστών κατά την εμφύτευση της βλαστοκύστης, την ωοθυλακιορρηξία, την επούλωση των τραυμάτων, την α- πορρόφηση των οστών, την υποστροφή των αλλαγών μετά τον τοκετό, την εμβρυογένεση και αγγειογένεση. Πιο πρόσφατα αναγνωρίστηκαν πιο εξειδικευμένες ιδιότητες που αφορούν διεργασίες ενεργοποίησης ή απενεργοποίησης άλλων πρωτεϊνών μέσω εκλεκτικής πρωτεόλυσης - διάσπασης πεπτιδικών δεσμών καθώς και απελευθέρωσης στην κυκλοφορία συνδεδεμένων με την κυτταρική μεμβράνη μορίων. Ως υποστρώματα στις παραπάνω διεργασίες αναγνωρίζονται διάφορες προ-πρωτεάσες, αναστολείς πρωτεασών, παράγοντες πήξης, αντιμικροβιακά πεπτίδια, χημειοτακτικά και συνδετικά μόρια, αυξητικοί παράγοντες, ορμόνες, κυττοκίνες καθώς και οι υποδοχείς τους και οι συνδετικές πρωτεΐνες (πίνακας 3) (Ramnath and Creaven 2004, Tallant et al 2010). Οι παραπάνω διεργασίες απαιτούν λεπτή ρύθμιση της δραστηριότητας των μεταλλοπρωτεϊνασών, απώλεια της οποίας δίδει γένεση σε πλήθος παθολογικών οντοτήτων όπως φλεγμονή, εξέλκωση, ίνωση, αρθρίτιδα, περιοδοντίτιδα, καρδιαγγειακά νοσήματα, εμφύσημα. Απορρύθμιση της δραστηριότητας των μεταλλοπρωτεϊνασών παρατηρείται επίσης σε διάφορα στάδια της καρκινογένεσης, όπως τη νεοαγγείωση, τη διήθηση και τη μετάσταση αλλά και σε νοσήματα του κεντρικού νευρικού συστήματος όπως αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και νόσος Alzheimer. Η καταστροφική αυτή δράση των MMPs ελέγχεται in vivo από ενδογενείς ιστικούς αναστολείς (TIMPs) καθώς και από άλλους αναστολείς όπως είναι η α2-μακροσφαιρίνη, η RECK πρωτεΐνη (Reversion inducing cysteine-rich protein with Kazal motifs), ο αναστολέας μονοπατιού ιστικού παράγοντα 2 [tissue-factor-pathway-inhibitor 2 (TFPI2)], και ο ενισχυτής καρβοξυτελικής πρωτεάσης προκολλαγόνου [procollagen C- terminal proteinase enhancer (CTPCPE)] (Murphy and Nagase 2008, Tallant et al 2010).

44 44 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Πίνακας 3. Βιολογικές δράσεις των MMPs (Ramnath and Creaven 2004) A Κατηγορίες MMPs Ακολουθεί η τυπική κατάταξη των μεταλλοπρωτεϊνασών με βάση τη δομή τους και την ειδικότητα υποστρώματος. α) Κολλαγονάσες Στην ομάδα αυτή ανήκουν οι MMP-1 (κολλαγονάση 1), MMP-8 (κολλαγονάση 2 ή ουδετεροφιλική κολλαγονάση), MMP-13 (κολλαγονάση 3) και MMP-18 (Xenopus) (Visse and Nagase 2003). Αποτελούνται από ένα προπεπτίδιο, την καταλυτική περιοχή και την περιοχή αιμοπηξίνης. Απουσία της τελευταίας συνεπάγεται απώλεια της κολλαγονολυτικής δράσης τους, η οποία βασίζεται στη συνεργασία της καταλυτικής περιοχής με την περιοχή αιμοπηξίνης

45 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 45 (Chung et al 2004b). Οι κολλαγονάσες χαρακτηρίζονται από τη δυνατότητα διάσπασης ινών κολλαγόνου τύπου I, II, και III σε συγκεκριμένη θέση παράγοντας τμήματα 3/4 και 1/4. Επιπλέον έχουν τη δυνατότητα διάσπασης και άλλων μορίων της εξωκυττάριας ουσίας, διαλυτών πρωτεϊνών καθώς και υποστρωμάτων άλλων από αυτών της εξωκυττάριας ουσίας (Murphy and Nagase 2008). β) Ζελατινάσες Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν οι MMP-2 (ζελατινάση Α), και MMP-9 (ζελατινάση Β) οι οποίες χαρακτηρίζονται από τη δυνατότητα διάσπασης των μετουσιωμένων κολλαγόνων, των ζελατινών καθώς και πλήθος άλλων μορίων της εξωκυττάριας ουσίας συμπεριλαμβανομένων των κολλαγόνων τύπου IV, V και XI, της λαμινίνης και της αγγρικάνης. Και τα δύο ένζυμα διαθέτουν τρεις επαναλήψεις ινονεκτίνης τύπου ΙΙ στην καταλυτική περιοχή. Σε αντίθεση με την MMP-9, η MMP-2 δύναται να διασπάσει και το κολλαγόνο τύπου Ι, ΙΙ και ΙΙΙ κατά τρόπο παρόμοιο αν και ασθενέστερα με αυτόν των κλασικών κολλαγονασών (Aimes and Quigley 1995, Patterson et al 2001, Visse and Nagase 2003). Η ενεργοποιημένη από τις συνδεδεμένες στην κυτταρική μεμβράνη MT- MMPs, MMP-2 συγκεντρώνεται περικυτταρικά και αναπτύσσει σημαντική κολλαγονολυτική δραστηριότητα. Επιπλέον δρα συνεργικά διασπώντας σε μικρότερα τμήματα ήδη διασπασμένα από τις κολλαγονάσες μόρια κολλαγόνου αφού αυτά μετουσιώνονται σε θερμοκρασία σώματος (Murphy et al 1985, Murphy and Nagase 2008). γ) Στρωμαλυσίνες Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι MMP-3 (στρωμαλυσίνη 1), MMP-10 (στρωμαλυσίνη 2) και MMP-11 (στρωμαλυσίνη 3). Περιστασιακά η MMP-19 αναφέρεται ως στρωμαλυσίνη 4. Οι στρωμαλυσίνες ομοιάζουν ως προς την αρχιτεκτονική περιοχών με τις κολλαγονάσες αλλά δε διασπούν διάμεσο κολλαγόνο. Οι MMP-3 και MMP-10 έχουν παρόμοια δομή αλληλουχιών και ιδιότητες υποστρώματος, ωστόσο η πρωτεολυτική δράση της MMP-3 είναι ισχυρότερη σε σχέση με αυτή της MMP-10. Η MMP-11 διαφέρει τόσο ως προς τη δομή όσο και ως προς τις ιδιότητες υποστρώματος και για το λόγο αυτό συνήθως συμπεριλαμβάνεται στην κατηγορία «άλλες MMPs» (Visse and Nagase 2003). Οι στρωμαλυσίνες 1 και 2 διασπούν διάφορα μόρια του εξωκυττάριου χώρου ενώ είναι σημαντική η συμμετοχή τους στην ενεργοποίηση ορισμένων prommps. Η δράση της MMP-3 είναι κριτικής σημασίας στη διαδικασία πλήρους ενεργοποί-

46 46 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ησης της MMP-1 (Visse and Nagase 2003). Αντιθέτως η στρωμαλυσίνη 3 χαρακτηρίζεται από ασθενή δραστικότητα έναντι των μορίων του εξωκυττάριου χώρου. Επιπλέον η στρωμαλυσίνη 3 διαφέρει ως προς το ότι ενεργοποιείται ενδοκυττάρια από τη φουρίνη και εκκρίνεται ως ενεργό μόριο, ενώ οι στρωμαλυσίνες 1 και 2 εκκρίνονται ως ανενεργά προένζυμα (Pei and Weiss 1995). Το γονίδιο που κωδικοποιεί τη στρωμαλυσίνη 3 εδράζεται στο χρωμόσωμα 22 ενώ τα γονίδια των στρωμαλυσινών 1 και 2 εδράζονται στο χρωμόσωμα 11 μαζί με αυτά των MMP-1, -7, -8, -12, -20, -26 και -27. Μία παραλλαγή του μεταγράφου της MMP-11 χαρακτηρίζεται από έλλειψη των περιοχών σηματοδότη και προπεπτιδίου και κωδικοποιεί μία ενεργό ενδοκυττάρια μορφή της στρωμαλυσίνης 3 με άγνωστη δραστηριότητα (Luo et al 2002, Murphy and Nagase 2008). δ) Ματριλυσίνες Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι MMP-7 (ματριλυσίνη 1) και MMP-26 (ματριλυσίνη 2) γνωστή και ως ενδομετάση (endometase). Το μόριο των ματριλυσινών αποτελείται από το προπεπτίδιο και την καταλυτική περιοχή, ενώ χαρακτηριστικά από της δομής τους απουσιάζει η περιοχής αιμοπηξίνης. Η ματριλυσίνη 1 συντίθεται από τα επιθηλιακά κύτταρα. Στο έντερο δρα ενδοκυττάρια και επεξεργάζεται τις προκρυπτιδίνες για να παραχθούν βακτηριοκτόνες μορφές. Διασπά συστατικά του εξωκυττάριου χώρου καθώς και μόρια στην ε- πιφάνεια των κυττάρων όπως pro-α-defensin, Fas-ligand, pro-tnf-α, syndecan 1 και Ε-cadherin για τη δημιουργία διαλυτών μορφών. Η ματριλυσίνη 2 εκφράζεται σε φυσιολογικά κύτταρα καθώς επίσης και σε μερικούς τύπους καρκίνου και διασπά μόρια του εξωκυττάριου χώρου (Murphy and Nagase 2008, Nagase and Murphy 2004, Visse and Nagase 2003). ε) Μεμβρανικού τύπου MMPs (MT-MMPs) Υπάρχουν έξι MT-MMPs οι οποίες διακρίνονται σε τέσσερις τύπου Ι διαμεμβρανικές πρωτεΐνες (MMP-14, MMP-15, MMP-16, και MMP-24 ή MT1- MMP, MT2-MMP, MT3-MMP και MT5-MMP αντίστοιχα) και δύο συνδεδεμένες μέσω γλυκοσυλφωσφατιδυλινοσιτόλης (GPI) πρωτεΐνες (MMP-17 και MMP-25 ή MT4-MMP και MT6-MMP αντίστοιχα). Χαρακτηρίζονται από την παρουσία RX [R/K]R αλληλουχίας αναγνώρισης φουρίνης-ανάλογο κονβερτάσης στο καρβοξυτελικό άκρο του προπεπτιδίου χάρη στην οποία ενεργοποιούνται ενδοκυτταρικά και κατόπιν εκφράζονται στην κυτταρική μεμβράνη (Murphy and Nagase 2008). Οι MT-MMPs, με εξαίρεση την MT4-MMP, ενερ-

47 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 47 γοποιούν την prommp-2, συμβάλλοντας έτσι στη διηθητική ικανότητα των ό- γκων. Διάφορα μόρια της εξωκυττάριας ουσίας αποτελούν υπόστρωμα της δράσης των MT-MMPs. Χαρακτηριστικά η MT1-MMP διασπά το κολλαγόνο τύπου I, II και III (Ohuchi et al 1997), ενώ ενεργοποιεί και την prommp-13 στην κυτταρική επιφάνεια (Knäuper et al 1996).Επιπλέον, φαίνεται ότι παίζει ουσιαστικό ρόλο στην αγγειογένεση (Pepper 2001). Η MT5-MMP εκφράζεται κυρίως στην παρεγκεφαλίδα ενώ η MT6-MMP εκφράζεται σχεδόν αποκλειστικά στα λευκά αιμοσφαίρια του περιφερικού αίματος καθώς και στα αναπλαστικά α- στροκυττώματα και γλοιοβλαστώματα (Visse and Nagase 2003). στ) Άλλες MMPs Συνολικά επτά (7) μεταλλοπρωτεϊνάσες δεν πληρούν τα κριτήρια για την κατάταξή τους στις παραπάνω κατηγορίες και αναφέρονται ως «άλλες MMPs». Ωστόσο οι MMP-12, MMP-20 και MMP-27 έχουν διάταξη υποπεριοχών και χρωμοσωμική τοποθεσία παρόμοια με αυτή των στρωμαλυσινών. Η MMP-12 γνωστή και ως μεταλλοελαστάση εκφράζεται κυρίως στα μακροφάγα (Shapiro et al 1993) και είναι σημαντική στη διαδικασία της μετανάστευσής τους (Shipley et al 1996). Αναγνωρίστηκε επίσης σε χονδροκύτταρα και οστεοκλάστες. Διασπά την ελαστίνη και πλήθος άλλων πρωτεϊνών (Visse and Nagase 2003). Η MMP-19 αναγνωρίστηκε σε ηπατικά κύτταρα μέσω κλωνοποίησης cdna (Pendas et al 1997) καθώς και ως αυτοαντιγόνο προερχόμενο από T κύτταρα σε πάσχοντες από ρευματοειδή αρθρίτιδα (Kolb et al 1997). Είναι ιδιαίτερα δραστική στη διάσπαση της βασικής μεμβράνης ενώ διασπά και άλλα μόρια του εξωκυττάριου χώρου (Stracke et al 2000). Θεωρείται ότι παίζει ρόλο στον ανασχηματισμό των ιστών, στην επούλωση των τραυμάτων και στη μετανάστευση των επιθηλιακών κυττάρων διασπώντας τη γ2 άλυσο της λαμινίνης 5 (Murphy and Nagase 2008, Sadowski et al 2003, Sadowski et al 2005). Η MMP-20 ή αδαμανταλυσίνη (enamelysin) βρίσκεται στην αδαμαντίνη των νεοσχηματισμένων οδόντων και διασπά την αμελογενίνη (amelogenin) (Murphy and Nagase 2008). Η MMP-21 εκφράζεται σε διάφορους εμβρυϊκούς ιστούς καθώς και σε ιστούς ενηλίκων. Επίσης απομονώθηκε από κύτταρα διαφόρων δερματικών αλλοιώσεων όπως επιθηλιώματα (Ahokas et al 2003), μακροφάγα κοκκιωμάτων καθώς και ινοβλάστες δερματοϊνωμάτων (Skoog et al 2006). Χαρακτηρίζεται από ζελατινολυτική δραστηριότητα αν και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη

48 48 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ δράση της σε μόρια του εξωκυττάριου χώρου δεν υπάρχουν (Murphy and Nagase 2008). Η MMP-23 εκφράζεται κυρίως σε ιστούς του συστήματος αναπαραγωγής όπως ωοθήκες, όρχεις και προστάτη. Χαρακτηρίζεται από την απουσία του διακόπτη κυστεΐνης στο προπεπτίδιο καθώς και της περιοχής αιμοπηξίνης. Η τελευταία αντικαθίσταται από μία περιοχή πλούσια σε κυστεΐνη η οποία ακολουθείται από μία περιοχή ανάλογο-ανοσοσφαιρίνης (Velasco et al 1999, Visse and Nagase 2003). Θεωρείται μία μεμβρανικού τύπου ΙΙ πρωτεΐνη της οποίας η διαμεμβρανική περιοχή εντοπίζεται στο αμινοτελικό άκρο του προπεπτιδίου. Διασπάται στο σύστημα Golgi από μία κονβερτάση, χάρη στην παρουσία ενός μορίου φουρίνης στο προπεπτίδιο και εκκρίνεται ως ενεργό ένζυμο (Pei et al 2000, Visse and Nagase 2003). Η MMP-27 εκφράζεται στα Β-λεμφοκύτταρα, σε καλλιέργειες των ο- ποίων τα επίπεδα αυξάνονται με τη δράση αντι-(igg-igm) παραγόντων. Αρχικά απομονώθηκε από κύτταρα ινοβλαστών εμβρύων ορνίθων. Το ένζυμο των ορνίθων προκαλεί την πέψη ζελατίνης και καζεΐνης και αυτολύεται. Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες για τη δράση του στα θηλαστικά (Murphy and Nagase 2008). Η MMP-28, γνωστή και ως επιλυσίνη, εκφράζεται σε πολλούς ιστούς όπως πνεύμονες, καρδιά, γαστρεντερικό, όρχεις και πλακούντα. Το ένζυμο αρχικά κλωνοποιήθηκε από ανθρώπεια κερατινοκύτταρα και ορχικό ιστό. Από στοιχεία σχετικά με την έκφραση σε δερματικά κύτταρα φαίνεται ότι παίζει ρόλο στην αιμόσταση και την επούλωση των τραυμάτων (Lohi et al 2001, Murphy and Nagase 2008, Saarialho-Kere et al 2002, Visse and Nagase 2003). A Τρισδιάστατη δομή (3D) των MMPs Η δομή των ΜΜPs έχει αποτελέσει αντικείμενο έρευνας κατά την τελευταία 15ετία. Με τη βοήθεια της κρυσταλλογραφίας ακτίνων Χ και της NMR φασματογραφίας δομών που περιλαμβάνουν τουλάχιστον την καταλυτική περιοχή είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με κάποιον αναστολέα έχουμε πληροφορίες για τη δομή των MMP-1 έως MMP-3, MMP-7 έως MMP-14, MMP-16 και MMP-20 (Tallant et al 2010). Η δομή του προπεπτιδίου είναι γνωστή για τις prommp-1 (Jozic et al 2005), prommp-2 (Morgunova et al 1999), prommp-3 (Becker et al 1995) και prommp-9 (Elkins et al 2002) χωρίς τις περιοχές σύζευξης και αιμοπηξίνης για τις δύο τελευταίες (Murphy and Nagase 2008). Το προπεπτίδιο αποτελείται από τρεις (3) α-έλικες σχεδόν κάθετες μεταξύ τους, οι οποίες συνδέονται με εύκα-

49 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 49 μπτους και ευαίσθητους στην πρωτεόλυση βρόχους (Maskos 2005). Μεταξύ της έλικας 1 και έλικας 2 υπάρχει μία περιοχή ευαίσθητη στις πρωτεάσες, γνωστή ως «περιοχή δόλωμα». Η δομή της περιοχής «δόλωμα» δεν έχει αποσαφηνισθεί για τις prommp-1, prommp-3 και prommp-9 εξαιτίας της ευέλικτης φύσης τους (Murphy and Nagase 2008). Στην περίπτωση της prommp-2 η περιοχή αυτή σταθεροποιείται χάρη σε έναν δισουλφιδικό δεσμό. Ο βρόχος που φέρει την «περιοχή δόλωμα» αποτελεί το σημείο της πρώτης διάσπασης στη διαδικασία της ενεργοποίησης των MMP-1 και MMP-2, προκαλώντας αποσταθεροποίηση του δεματίου των α-ελίκων (Atkinson et al 1995, Maskos 2005, Suzuki et al 1990). Ο «διακόπτης κυστεΐνης» PRCGXPD βρίσκεται σε μία πεπτιδική περιοχή η οποία ακολουθεί την 3 η α-έλικα και η οποία κείται στη σχισμή σύνδεσης του υποστρώματος στο ενεργό κέντρο. Το προπεπτίδιο συνδέεται με τις περιοχές σύνδεσης του υποστρώματος P3 έως P2 με πέντε δεσμούς υδρογόνου (Maskos 2005) και με προσανατολισμό αντίθετο από αυτόν του πεπτιδικού υ- ποστρώματος. Οι δεσμοί υδρογόνου που δημιουργούνται είναι ωστόσο ταυτόσημοι με αυτούς του υποστρώματος (Becker et al 1995, Visse and Nagase 2003). Ο «διακόπτης κυστεΐνης» αποτελεί τον τέταρτο σύνδεσμο του ψευδαργύρου ο οποίος διατηρεί το ένζυμο ανενεργό. Κατά την ενεργοποίηση η διακοπή της αλληλεπίδρασης Cys-Zn 2+ έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση ενός μορίου ύδατος στο άτομο του ψευδαργύρου (Murphy and Nagase 2008). Είναι πιθανό ότι το προπεπτίδιο είναι υπεύθυνο μεταξύ άλλων και για την αναδίπλωση του μορίου των μεταλλοπρωτεϊνασών κατά τη σύνθεσή τους (Murphy and Nagase 2008). Οι δομές της καταλυτικής περιοχής είναι αρκετά όμοιες στις διάφορες MMPs, σε σχήμα σφαίρας με διάμετρο περίπου 40 Å. Η καταλυτική περιοχή έχει τη μορφή αβαθούς σχισμής η οποία κείται στην πρόσθια επιφάνεια του μορίου σε οριζόντια διεύθυνση. Το πεπτιδικό υπόστρωμα συνδέεται στο καταλυτικό κέντρο με φορά από αριστερά (αμινοτελικό άκρο) προς τα δεξιά (καρβοξυτελικό άκρο). Η θέση της σχισμής χωρίζει ασύμμετρα το μόριο σε ένα άνω Ν- τελικό τμήμα και ένα κάτω C-τελικό τμήμα (Tallant et al 2010). Και τα δύο ά- κρα βρίσκονται στην κάτω αριστερή επιφάνεια του μορίου (εικ. 6). Σε δομικό επίπεδο η καταλυτική περιοχή αποτελείται από 5 πολυπεπτιδικές αλύσους β- πτυχωτής επιφάνειας (βi, βii, βiii, βiv, βv) η οποία οριοθετεί το άνω όριο της σχισμής, 3 α-έλικες (αa, αb, αc) και συνδετικούς βρόχους (L). Περιλαμβάνει επίσης 2 ιόντα ψευδαργύρου, ένα καταλυτικό και ένα δομικό, καθώς και 1-3 ιόντα ασβεστίου τα οποία φαίνεται ότι σταθεροποιούν τη δομή (Maskos 2005, Murphy and Nagase 2008).

50 50 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Εικόνα 6. Δομή της καταλυτικής περιοχής των MMPs. (Α) Στερεογραφικό Richardson-plot της καταλυτικής περιοχής της ανθρωπείου MMP-8 σε τυπικό προσανατολισμό. Τα βέλη αντιστοιχούν στις β-πτυχωτές επιφάνειες και οι ταινίες στις α-έλικες. Οι πλάγιες άλυσοι των ιστιδινών που συνδέουν τον Zn, το γλουταμικό γενικής βάσεως/οξέως, η μεθειονίνη της Met-στροφής και υπολείμματα που συμμετέχουν σε ηλεκτροστατικές αλληλεπιδράσεις κλειδιά εντός της C-τελικής υποπεριοχής απεικονίζονται ως ραβδωτά μοντέλα και ονοματίζονται. Ένα υπόστρωμα με την αλληλουχία Pro-Leu-Gly- Leu-Ala απεικονίζεται επίσης ως ραβδωτό μοντέλο. Επιπρόσθετα τμήματα αλύσων τα οποία απεικονίζονται είναι η Met-στροφή, ο βρόχος ειδικότητος, το S1 -wall-forming τμήμα, ο S-βρόχος και το bulge edge τμήμα. (B) Τοπογραφικό σχήμα της MMP-8 στον ίδιο προσανατολισμό με (Α). (C) Μεγεθυμένη η περιοχή που απεικονίζεται στο (Α). (Tallant et al 2010)

51 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 51 Οι μεμβρανικού τύπου MMPs, MT1-MMP (MMP-14), MT2-MMP (MMP-15), MT3-MMP (MMP-16) και MT5-MMP (MMP-24) διαθέτουν επίσης το λεγόμενο MT βρόχο μεταξύ των βιι και βιιι (Murphy and Nagase 2008), ο οποίος, στην περίπτωση της MT1-MMP, παίζει σημαντικό ρόλο στην ενεργοποίηση της prommp-2 (English et al 2001). Οι β-δομές βι-βv τρέχουν παράλληλα από αριστερά προς τα δεξιά, πλην της 4 ης ακραίας β-δομής (βiv) στην πλευρά της σχισμής η οποία έχει φορά αντιπαράλληλη (Maskos 2005). Η β-πτυχωτή επιφάνεια στρέφεται κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού περίπου 70 από πίσω προς τα εμπρός μεταξύ της βιι και βiv. Οι έλικες αα ή οπίσθια έλικα και αβ ή έλικα της ενεργού περιοχής φωλιάζουν στην κοίλη επιφάνεια της β-δομής ευρισκόμενες στο ίδιο επίπεδο με τη μεταξύ τους γωνία να φθάνει περίπου τις 35. Τα υ- πολείμματα αμινοξέων στις επιφάνειες των α-ελίκων και β-δομών που έρχονται σε σχέση μεταξύ τους είναι υδρόφοβα με αποτέλεσμα στο μόριο να δημιουργείται ένας εκτεταμένος υδρόφοβος πυρήνας. Στην κυρτή πλευρά της β-δομής τρία στοιχεία προβάλλουν από την επιφάνεια του μορίου, οι βρόχοι που συνδέουν τις δομές βιι και βιιι (LβIIβIII), LβIIIβIV και LβIVβV, και οι οποίοι ξεχωρίζουν τις MMPs από άλλες μεταλλοπεπτιδάσες. Ο LβIVβV βρόχος και η β-δομή ΙΙΙ συμμετέχουν σε μία οκταεδρική περιοχή σύνδεσης Ca 2+ (Tallant et al 2010). Η πεπτιδική άλυσος αφού περάσει από τη β-δομή Ι (βι), την α-έλικα Α (αα), τη βιι και τη βιιι εισέρχεται στο βρόχο LβIIIβIV ή αλλιώς S-βρόχο (S-loop) ο ο- ποίος σταθεροποιείται από ένα εκ των δύο δομικών Zn 2+ καθώς και ένα Ca 2+ στην υποκείμενη β-δομή (Maskos 2005, Tallant et al 2010). Στις MMP-1, -3, -7, -9, -10 και -12 μία τρίτη περιοχή σύνδεσης Ca 2+ ε- γκλωβίζεται μεταξύ της LβIαΑ και LβVαΒ με τη συμμετοχή δύο καρβονυλικών ομάδων των υπολειμμάτων 199 και 201, δύο καρβοξυλικών οξυγόνων των Glu/Asp199 and Asp124 και δύο μορίων ύδατος (Maskos 2005). Ο S-βρόχος εκτείνεται στην «προβολή» προς την πλευρά της σχισμής της καταλυτικής περιοχής και συνεχίζει στην αντιπαράλληλη β-δομή βiv δημιουργώντας μία περιοχή μεγάλης σημαντικότητας για τη σύνδεση των πεπτιδικών υποστρωμάτων και αναστολέων μέσω δεσμών υδρογόνου (Maskos 2005). Η β- IV και το τελευταίο τμήμα του S-βρόχου το οποίο ονομάστηκε από τους Maskos και Bode «προβάλλον ακραίο τμήμα» (bulge edge segment -) (Maskos and Bode 2003) οριοθετούν το άνω όριο του ενεργού κέντρου (Tallant et al 2010). Μετά την β-δομή βv η άλυσος συνεχίζει με τη μορφή βρόχου LβVαB, ο οποίος διακρίνεται για την ποικιλομορφία του μεταξύ των MMPs όσον αφορά στην ειδικότητα του υποστρώματος. Στη συνέχεια ο βρόχος οδηγεί στην α-έλικα Β (αβ) του ενεργού κέντρου, η οποία περιλαμβάνει το πρώτο ήμι-

52 52 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ συ της αλληλουχίας σύνδεσης του καταλυτικού Zn 2+, HEXXHXXGXXH, και παρέχει τις δύο από τις τρεις συνδετικές ιστιδίνες σε συνδυασμό με το γλουταμικό οξύ που απαιτείται για την κατάλυση (Maskos 2005, Tallant et al 2010). Το άνω αμινοτελικό τμήμα του μορίου τελειώνει στη γλυκίνη της αλληλουχίας σύνδεσης του Zn 2+ για να συνεχίσει στο κάτω καρβοξυτελικό τμήμα. Η παρουσία του συγκεκριμένου υπολείμματος επιτρέπει στην άλυσο μία απότομη στροφή, κάτι που θα απαιτούσε υψηλής ενέργειας διαμόρφωση στην περίπτωση άλλου αμινοξέως. Η άλυσος μετά τη στροφή παρέχει την τρίτη συνδετική ιστιδίνη του μορίου, η οποία σε ορισμένα μέλη των metzincins αντικαθίσταται από α- σπαρτικό οξύ. Ακολούθως ένας μικρός σε έκταση βρόχος υιοθετεί τη μορφή ευρέως σπειράματος, στο οποίο ανευρίσκεται ένα υπόλειμμα σερίνης ή θρεονίνης και το οποίο βρίσκεται σε στενή ηλεκτροστατική σχέση με το υπόλειμμα Asp232 που αγκιστρώνει το αμινοτελικό άκρο του μορίου (Tallant et al 2010). Ακολουθεί μία τεταμένη 1,4-στροφή τύπου Ι, γνωστή ως «στροφή μεθειονίνης» («Met-turn») με την οποία ολοκληρώνεται η χαρακτηριστική αλληλουχία των metzincins (Maskos 2005) και η οποία σταθεροποιείται χάρη σε μία διπλή αλληλεπίδραση με το υπόλειμμα Asp233 της τρίτης (C) α-έλικας (αc) (Tallant et al 2010). Η «στροφή μεθειονίνης» σχηματίζει ένα υδρόφοβο «μαξιλάρι» κάτω από το καταλυτικό ιόν του Zn 2+ (Tallant et al 2010). Η περιοχή συμπληρώνεται από το «βρόχο ειδικότητας» (specificity loop), ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ειδικότητα του υποστρώματος και από την αc (Maskos 2005). Ο βρόχος ειδικότητος οριοθετεί το κάτω όριο της σχισμής της καταλυτικής περιοχής στην πλευρά του εκκινητή και είναι υπεύθυνος για μία υδρόφοβη S 1 θέση σύνδεσης του υποστρώματος ή αλλιώς «θύλακο ειδικότητος». Εμφανίζει μεγάλη ποικιλομορφία στις MMPs και ευθύνεται για την ποικιλία στο βάθος και στη φύση του «θυλάκου ειδικότητος» (Tallant et al 2010). Ο «βρόχος ειδικότητος» συμβάλλει στη σύνδεση του υποστρώματος μέσω του αρχικού τμήματός του, Pro217-Asn-Tyr219 στην περίπτωση της MMP-8, γνωστό ως «τμήμα σχηματισμού του τοιχώματος S 1» (S 1 -wall-forming segment) (Maskos and Bode 2003, Tallant et al 2010). Τρεις προσθήκες ινονεκτίνης τύπου ΙΙ (Fn II -1, -2, -3) παρεμβάλλονται στο βρόχο μεταξύ της βv και αβ της καταλυτικής περιοχής των ζελατινασών Α και Β. Έχουν την ίδια διαμόρφωση στις δύο MMPs, αποτελούμενες από δύο α- ντιπαράλληλες β-δομές, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με μία μικρή α-έλικα και σταθεροποιούνται με δύο δισουλφιδικούς δεσμούς (Murphy and Nagase 2008). Ωστόσο η θέση των περιοχών αυτών μέσα στο μόριο διαφέρει στις δύο ζελατινάσες, με τις Fn IΙ 1 και Fn II 3 περιοχές να κατέχουν αδρά την ίδια θέση

53 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 53 και την Fn ΙΙ 2 να διαφέρει σημαντικά. Στην περίπτωση της prommp-2, η Fn II 2 αλληλεπιδρά με την καταλυτική περιοχή, ενώ η αντίστοιχη Fn II της prommp-9 στρέφεται μακριά χωρίς να πραγματοποιούνται επαφές (Elkins et al 2002, Murphy and Nagase 2008). Η Fn II 3 τόσο στην prommp-2 (Morgunova et al 1999) όσο και στην prommp-9 (Elkins et al 2002) αλληλεπιδρά με το προπεπτίδιο και την καταλυτική περιοχή (Murphy and Nagase 2008). Μελέτες με NMR έχουν δείξει ότι οι περιοχές Fn II -2 και -3 είναι αρκετά εύκαμπτες ώστε να είναι δυνατόν να αλληλεπιδρούν με πολλές θέσεις του εξωκυττάριου χώρου ταυτόχρονα (Briknarova et al 2001). Η περιοχή η ανάλογη της αιμοπηξίνης οφείλει την ονομασία της στην ομοιότητα που παρουσιάζουν οι αλληλουχίες της με αυτές της ομώνυμης πρωτεΐνης του πλάσματος. Η πεπτιδική άλυσος της περιοχής αποτελείται από τέσσερις β-δομές (I-IV), οι οποίες διατάσσονται συμμετρικά γύρω από ένα κεντρικό κανάλι δίδοντας τη διάταξη προπέλας με τέσσερα πτερύγια (strands) (Gohlke et al 1996, Gomis-Ruth et al 1996, Li et al 1995, Maskos 2005, Morgunova et al 1999). Τα πολυπεπτίδια των β-δομών τοπογραφικά διατάσσονται δίκην W με τα πρώτα τμήματα των αλύσων να σχηματίζουν το κεντρικό κανάλι και τα τελευταία τμήματα να σχηματίζουν το εξωτερικό άκρο δίδοντας το σχήμα ελλειψοειδούς δίσκου (Maskos 2005). Το αρχικό τμήμα της β-δομής Ι και το τελικό τμήμα της δομής IV σταθεροποιούνται με έναν δισουλφικό δεσμό. Στην είσοδο του κεντρικού καναλιού υπάρχουν δύο υπολείμματα ασπαρτικού και ένα γλουταμικού οξέος. Αυτές οι πλάγιες άλυσοι συνδέονται με γέφυρες άλατος με τις γειτονικές β-δομές, ενώ οι καρβονυλικές ομάδες μαζί με δύο μόρια ύδατος συνδέουν ένα ιόν Ca 2+ (MMP-1, MMP-2, MMP-13) (Gohlke et al 1996, Gomis-Ruth et al 1996, Jozic et al 2005, Maskos 2005). Υπάρχουν ενδείξεις ότι στο κέντρο του καναλιού συνδέεται ένα ιόν χλωρίου και άλλοτε επιπροσθέτως μέσω των ίδιων συνδέσεων ένα ασβεστίου ή νατρίου (Maskos 2005). Ως προς τη λειτουργικότητα φαίνεται ότι σε ορισμένες κατηγορίες MMPs η συγκεκριμένη περιοχή συμβάλλει στην ειδικότητα του υποστρώματος και συμμετέχει στη διαδικασία αναγνώρισής του. Η ιδιότητα αυτή έχει ερευνηθεί ιδιαίτερα στην κατηγορία των κολλαγονασών (Murphy et al 1992), οι οποίες επί απουσίας της περιοχής της ανάλογης με την αιμοπηξίνη διατηρούν την ιδιότητα διάσπασης πεπτιδίων που προσομοιάζουν τις ζελατινάσες (Maskos 2005). Αντιθέτως στην περίπτωση της MMP-12 η περιοχή η ανάλογη με την αιμοπηξίνη χάνεται μετά την ενεργοποίηση του μορίου χωρίς φαινομενικά να επηρεάζεται η λειτουργικότητά του (Curci et al 1998, Maskos 2005). Στην περίπτωση της MT1-MMP η περιοχή η ανάλογη με την αιμοπηξίνη είναι απαραίτητη για το διμερισμό του μορίου στην επιφά-

54 54 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ νεια του κυττάρου (Murphy and Nagase 2008), διαδικάσία απαραίτητη για την ενεργοποίηση της prommp-2 (Itoh et al 2001b) και τη διάσπαση του κολλαγόνου (Itoh et al 2006, Murphy and Nagase 2008). Η συζευκτική περιοχή συνδέει το καταλυτικό κέντρο με την περιοχή την ανάλογη της αιμοπηξίνης. Η περιοχή αυτή φαίνεται ότι συμβάλλει στη σταθερότητα του μορίου χάρη στην παρουσία υπολειμμάτων προλίνης (Iyer et al 2006, Jozic et al 2005, Li et al 1995, Morgunova et al 1999, Murphy and Nagase 2008), τα οποία έρχονται σε σχέση τόσο με καταλυτική περιοχή όσο και με την περιοχή αιμοπηξίνης στην MMP-1 (Maskos 2005), καθώς και στην αποδόμηση σύνθετων υποστρωμάτων όπως συμβαίνει με τις κολλαγονάσες στις οποίες η συντονισμένη δράση της καταλυτικής περιοχής και της περιοχής αιμοπηξίνης είναι απαραίτητη για την αποδόμηση των ινιδίων του κολλαγόνου (Chung et al 2004b, Maskos 2005, Overall 2002). Οι Tam και συνεργάτες έδειξαν ότι η συζευκτική περιοχή αυτή καθαυτή δύναται να συμβάλλει στη σύνδεση, το ξεδίπλωμα και την αποδόμηση του κολλαγόνου (Tam et al 2004). Μετάλλαξη της συζευκτικής περιοχής της MMP-1 η οποία συνίστατο σε αντικατάσταση της κεντρικής γλυκίνης από ασπαρτικό (Tsukada and Pourmotabbed 2002) και της MMP-8 με αντικατάσταση τεσσάρων προλινών από αλανίνες (Knäuper et al 1997) είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικά μειωμένη κολλαγονολυτική δραστηριότητα (Murphy and Nagase 2008). Α Ρύθμιση των MMPs H καταλυτική δραστηριότητα των MMPs και/ή TIMPs υφίσταται ρύθμιση σε τέσσερα επίπεδα: α) έκφραση γονιδίων, β) διαμερισματοποίηση (π.χ. περικυτταρική άθροιση ενζύμου), γ) ενεργοποίηση ζυμογόνου και δ) αναστολή ενεργών ενζύμων από ειδικούς αναστολείς. Περαιτέρω ρύθμιση λαμβάνει χώρα από άλλους παράγοντες όπως επάρκεια και συγγένεια υποστρώματος (Ra and Parks 2007). Αν και ορισμένες MMPs όπως MMP-2, MMP-19, MMP-28 και πολλές MT-MMPs εκφράζονται σε φυσιολογικούς ιστούς προφανώς στα πλαίσια ομοιόστασης, οι περισσότερες επάγονται κατά τις διαδικασίες επιδιόρθωσης και ανδόμησης (remodeling) των ιστών, καθώς και σε παθολογικούς ιστούς (Ra and Parks 2007). Κατά το μεγαλύτερο μέρος η ρύθμιση λαμβάνει χώρα σε επίπεδο μεταγραφής από μία ποικιλία αυξητικών παραγόντων, κυτταροκινών και χημοκινών (Baker et al 2002, Yan and Boyd 2007), ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μετα-μεταγραφικές διεργασίες συμβάλλουν στη ρύθμιση.

55 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 55 Έκφραση γονιδίων α) Ανάλυση υποκινητών των MMPs και γονιδιακή έκφραση Πέρα από τα χαρακτηριστικά πρότυπα γονιδιακής έκφρασης των MMPs και TIMPs ανάλογα με τον τύπο του ιστού και το στάδιο ανάπτυξης, συγκεκριμένοι τύποι κυττάρων εκδηλώνουν μία σηματο-εξαρτώμενη ενεργοποίηση και καταστολή της μεταγραφικής δραστηριότητας που αφορά στις MAPK (mitogen-activated protein kinase), NFκB (nuclear factor-b) και Smadεξαρτώμενα μονοπάτια (Clark et al 2008). Οι περισσότερες MMPs και TIMPs φαίνεται ότι αποτελούν καθοδικούς στόχους γονιδίων άμεσης-πρώιμης (IE) α- πάντησης (immediate-early response genes) στα πλαίσια γενετικών προγραμμάτων π.χ. επιδιόρθωσης τραύματος (Clark et al 2008), καθώς σε μεταγραφικό ε- πίπεδο ανταποκρίνονται σε ερεθίσματα με καθυστερημένη κινητική σε διάστημα ωρών και απαιτούν συνεχή μετάφραση (Sampieri et al 2008). Τέτοια γονίδια άμεσης-πρώιμης απάντησης είναι και τα Fos και Jun τα οποία συγκροτούν την AP-1 (activator protein 1). Σε επίπεδο γονιδιακού υποκινητή μία εγγύς του υποκινητή AP-1 θέση (promoter-proximal AP-1 site) ήταν το πρώτο cisδρων στοιχείο που ενεπλάκη στην επαγωγή της έκφρασης της MMP-1 (Angel et al 1987). Έκτοτε ένας αριθμός υποκινητών MMPs έχουν τουλάχιστον εν μέρει χαρακτηριστεί, αποκαλύπτοντας μία ποικιλία λειτουργικών cis-δρώντων στοιχείων π.χ. AP-1, PEA3, Sp1, Tcf/Lef-1, NFκB, RARE (Clark et al 2008). Οι Yan και Boyd κατέταξαν τις MMPs σε μία από τις παρακάτω τρεις ομάδες ανάλογα με τη βασική διαμόρφωση των υποκινητών τους: α) αυτές που διαθέτουν κουτιά TATA στα -30 bp περίπου με AP-1 θέσεις περίπου στα -70 bp (MMP1, MMP3, MMP7, MMP9, MMP10, MMP12, MMP13, MMP19 και MMP26), β) αυτές που διαθέτουν κουτί TATA αλλά όχι εγγύς του υποκινητή AP-1 θέση (MMP8, MMP11 και MMP21) και γ) αυτές που δεν διαθέτουν κουτί TATA ούτε εγγύς του υποκινητή AP-1 θέση (MMP2, MMP14 και MMP28) (Yan and Boyd 2007). Ακόμα και εάν η εγγύς του υποκινητή AP-1 θέση αποτελεί μείζονα διαμεσολαβητή ρύθμισης, η παρουσία ειδικότητας μεταξύ των γονιδίων ή των κυτταρικών τύπων παραμένει πιθανή (Clark et al 2008). Καταρχάς η σύνθεση του AP-1 συμπλέγματος αυτή καθαυτή δύναται να καθορίσει την απάντηση. Σύμφωνα με την εργασία των Chiu και συν. το cjun ήταν δυνατό να επαγάγει ελάχιστες δομές (κατασκευάσματα) του MMP1 υποκινητή στα F9 κύτταρα τα ο- ποία δεν διαθέτουν ενδογενή AP-1 θέση, ενώ το JunB είχε κατασταλτική δράση

56 56 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ επί απουσίας c-fos και επαγωγική επί παρουσίας του (Chiu et al 1989). Επιπροσθέτως η υπό εξέταση δομή (κατασκεύασμα) είναι δυνατό να επηρεάζει την ε- πίδραση της εγγύς του υποκινητή AP-1 θέσης (White and Brinckerhoff 1995). Διάφορες πρωτεΐνες είναι δυνατό να αλληλεπιδρούν με την AP-1 θέση. Η νουκλεονίνη (nucleonin) συνδέεται σε μία περιοχή πλησίον της AP-1 θέσης στον MMP13 υποκινητή και η υπερέκφρασή της δύναται να καταστείλει την μετενεργοποίησή του μετά από προσωρινή μεταμόλυνση των κυττάρων Hella (Samuel et al 2008). Η παρουσία εγγύς θέσεων σύνδεσης μεταγραφικών παραγόντων ή σύνθετων περιοχών δημιουργεί επιπλέον πολυπλοκότητα (Clark et al 2008). Ο υποκινητής του ανθρώπειου MMP9 γονιδίου στα MCF7 κύτταρα δεν ήταν δυνατό να μετενεργοποιηθεί μεμονωμένα από το Fra-1. Η ανάλυση της αλληλουχίας του υποκινητή ανέδειξε την παρουσία μιας STAT3 θέσης δέσμευσης σε στενή σχέση με την AP-1 θέση. Η μεταμόλυνση των Fra-1 και Stat3C μετενεργοποίησε έντονα τον υποκινητή. Ένα σύμπλεγμα Jun/Fra-1 και Stat3 αναγνωρίστηκε σε αυτήν την περιοχή του υποκινητή (Song et al 2008). Μεταξύ των χαρακτηρισμένων MMP υποκινητών, το MMP11 γονίδιο φαίνεται να είναι το μοναδικό που διαθέτει ένα λειτουργικό στοιχείο απάντησης στο ρετινοϊκό οξύ (DR1-RARE) στον εγγύς υποκινητή, το οποίο διαμεσολαβεί την επαγωγή του από το ρετινοϊκό οξύ (Clark et al 2008). Δύο ανοδικά DR2-RAREs είναι επίσης παρόντα και φαίνεται να συμβάλλουν στη βασική έκφραση από τον υποκινητή (Ludwig et al 2000). Η βιοπληροφορική ανάλυση των Clark και συν. προτείνει ότι και άλλοι MMP και TIMP υποκινητές διαθέτουν κανονικά στοιχεία απάντησης υποδοχέων ρετινοϊκού οξέος ή ρετινοειδών X στην ανοδική περιοχή 1 kb, μεταξύ των οποίων και τα γονίδια MMP2 και MMP9 (Clark et al 2008). Σε πολλούς MMP υποκινητές που διαθέτουν εγγύς AP-1 θέσεις έχει βρεθεί σε στενή σχέση ανοδικά μία αλληλουχία σύνδεσης PEA3. Οι θέσεις αυτές δρουν συνεργικά. Η σύνδεση πολλαπλών Etf παραγόντων στις θέσεις αυτές διαδραματίζει ρόλο στην ειδικότητα. Διαφορετικές δομικές κλάσεις Etf παραγόντων π.χ. Ets1, ErgB/Fli-1 και Pu1, ρυθμίζουν με διαφορετικό τρόπο την έκφραση του MMP1 γονιδίου. Έτσι ο Etf1 αύξησε τη βασική δραστηριότητα του MMP1 υποκινητή των 3,8 kb ενώ άλλοι δεν είχαν καμία επίδραση (Clark et al 2008). Πολλά MMP γονίδια διαθέτουν πολλαπλά GS κουτιά στους εγγύς υποκινητές, τα οποία συνδέουν τις Sp1 και Sp3 πρωτεΐνες, και δυνητικά και άλλες

57 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 57 (Clark et al 2008). Η παρουσία εγγύς Sp1 θέσης στον MMP14 υποκινητή αποδείχτηκε βασικής σημασίας στη διατήρηση της έκφρασης του γονιδίου (Lohi et al 2000). Οι Qin και συν. βρήκαν ότι η ενεργοποίηση του MMP2 γονιδίου από πρωτεΐνες Sp1, Sp3 και AP-2 παράγοντες σε κύτταρα αστρογλοιώματος πραγματοποιείται μέσω μίας Sp1 θέσης στα -91/-84 kb και μίας AP-2 θέσης στα - 61/-53 kb (Qin et al 1999). Το MMP2 γονίδιο έχει επίσης αναδειχθεί στόχος της p53 μετενεργοποίησης δια μέσου μιας p53 θέσης (Bian and Sun 1997, Yan et al 2002), ενώ η επαγωγή του έχει συνδεθεί και με την Stat3 σε κυτταρικές σειρές μεταστατικού μελανώματος (Xie et al 2004b). Η ρύθμιση των MMP14 και MMP2 ινοβλαστών ανθρώπειου πνεύμονος υπό την επίδραση καπνού τσιγάρων λαμβάνει χώρα μέσω της Erg1 (Ning et al 2007) αναδεικνύοντας έναν μοριακό μηχανισμό πρόκλησης εμφυσήματος σχετιζόμενου με το κάπνισμα. Η Erg1 συνδέεται με αλληλουχίες πλούσιες σε GS εμφανίζοντας ειδικότητα σύνδεσης σε συγγενείς θέσεις καθώς και διασταυρούμενο ανταγωνισμό (Al-Sarraj et al 2005). Πολλά MMP γονίδια είναι γνωστό ότι ρυθμίζονται από την NFκB (Vincenti and Brinckerhoff 2007). Η ανεύρεση NFκB θέσης στον υποκινητή του MMP9 γονιδίου σχετίστηκε με πιθανό ρόλο επαγωγής του από τον TNFa. Οι Bond και συν. ανέδειξαν τη σημασία της NFκB στη συνεργική επαγωγή της έκφρασης του MMP9 από αυξητικούς παράγοντες και φλεγμονώδεις κυτοκίνες (Bond et al 1998). Διά της βιοπληροφορικής ανάλυσης ένας αριθμός MMP και TIMP εγγύς υποκινητών, μεταξύ των οποίων και ο MMP2, ανεδείχθη ότι διαθέτουν κανονικές NFκB θέσεις (Clark et al 2008). Το γονίδιο MMP7 ήταν το πρώτο στο οποίο διαπιστώθηκε ρύθμιση μέσω Wnt σηματοδότησης (Clark et al 2008). Ο υποκινητής του ανθρώπειου γονιδίου διαθέτει δύο ανοδικές θέσεις δέσμευσης Tcf/Lef-1 στα -109 bp και -194 bp μέσω των οποίων πραγματοποιείται η μετενεργοποίησή του από τη β-κατενίνη (Gustavson et al 2004). Οι Crawford και συν. βρήκαν ότι η έκφραση του MMP7 γονιδίου στον καρκίνο του παχέος εντέρου βασίζεται στη συνέργεια του Tcf/Lef-1 με άλλους παράγοντες, ιδίως της οικογένειας PEA3 (Crawford et al 2001). Σηματοδότηση μέσω της β-κατενίνης σε Tcf/Lef-1 θέση διαπιστώθηκε και στο γονίδιο MMP14 στον καρκίνο του παχέος εντέρου (Takahashi et al 2002) Η βιοπληροφορική ανάλυση ανέδειξε κανονικές Tcf/Lef θέσεις σε ένα πλήθος MMP γονιδίων μεταξύ των οποίων και του MMP9 (Clark et al 2008).

58 58 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Η ρύθμιση του MMP13 γονιδίου πραγματοποιείται μερικώς από μία εγγύς του υποκινητή Runx2 θέση. Η IL-1 επάγει την έκφραση του MMP13 μέσω εγγύς του υποκινητή θέσεων AP-1 και Runx2 σε σειρές μεταμολυσμένων χονδροκυττάρων (Mengshol et al 2001). Η έκφραση του MMP9 γονιδίου επίσης ρυθμίζεται από μία εγγύς του υποκινητή Runx2 καθώς και από τρεις μηκανονικές ανοδικές Runx2 αλληλουχίες (Pratap et al 2005). Η βιοπληροφορική ανάλυση ανέδειξε έναν αριθμό MMP και TIMP γονιδίων με κανονικές Runx2 θέσεις (Clark et al 2008). β) Ακετυλίωση και έκφραση MMP γονιδίων Η ακετυλίωση αποτελεί αντιστρεπτή μετα-μεταφραστική ομοιοπολική τροποποίηση πρωτεϊνών η οποία σχετίζεται ισχυρά με την μεταγραφική ρύθμιση. Η απομάκρυνση των ακετυλομάδων λαμβάνει χώρα με τη δράση μιας ομάδας αποακετυλασών ιστόνης (HDACs), αναστολείς των οποίων (HDACi) διαθέτουν ισχυρές αντι-μιτωτικές και προ-αποπτωτικές ιδιότητες. Στοιχεία σχετικά με την επίδραση των HDACi στις ιδιότητες προφλεγμονωδών κυτοκινών (IL-1, TNFα) επί των MMP γονιδίων μαρτυρούν ότι αυτοί είναι πιθανό να δρουν στα σηματοδοτικά μονοπάτια που επάγονται από τις κυτοκίνες και όχι στα γονίδια αυτά καθαυτά. Η παρουσία HDACi ενίσχυσε την επαγωγή του MMP3 γονιδίου από την IL-1 ή τον TNFα ενώ κατέστειλε την επαγωγή των MMP1 και MMP9 τόσο σε επίπεδο mrna όσο και σε επίπεδο πρωτεϊνών. Καμία επίδραση δεν παρατηρήθηκε στα γονίδια MMP2 και TIMP1 (Pender et al 2000). Οι διαφορές στην απάντηση είναι πιθανό να αντανακλούν ενδογενείς διαφορές των μονοπατιών σηματοδότησης (Clark et al 2008). Η έκφραση του MMP2 γονιδίου στα NIH 3T3 κύτταρα φαίνεται ότι καταστέλλεται από τις HDACi (Τριχοστατίνη Α) σε επίπεδο mrna, ενώ σε κυτταρικές σειρές HT-1080 ινοσαρκώματος η ευαισθησία βρέθηκε σημαντικά μικρότερη (Ailenberg and Silverman 2003). Στην ίδια εργασία η Τριχοστατίνη Α είχε προαποπτωτική δράση στα HT-1080 κύτταρα και αντιαποπτωτική στους 3Τ3 ινοβλάστες. Μελέτες επί των υποκινητών έδειξαν ότι η σύνδεση του σχετιζόμενου με μεταστάσεις MTA1 γονιδίου στον MMP9 υποκινητή κατέστειλε την έκφραση του γονιδίου τόσο με μηχανισμούς που σχετίζονται με την αποακετυλίωση των ιστονών όσο και με ανεξάρτητους (Yan et al 2003). Χρησιμοποιώντας ως μοντέλο το γονίδιο MMP9 οι Ma και συν. έδειξαν ότι η ακριβής ρύθμιση της μεταγραφής του απαιτεί συντονισμένη σηματοδότηση, τροποποίηση ιστονών, α-

59 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 59 ναδόμηση (remodeling) χρωματίνης και σταδιακή κινητοποίηση μεταγραφικών παραγόντων με έναν χωροχρονικά εξαρτώμενο τρόπο (Ma et al 2004). Ένας αριθμός μεταγραφικών παραγόντων σχετιζόμενων με την έκφραση των MMP γονιδίων υφίστανται ρύθμιση σε επίπεδο ακετυλίωσης συμπεριλαμβανομένων των c-jun, Stats, Sp1, Sp3, NFκB καθώς και μελών της οικογένειας Ets (Clark et al 2008) γ) Μεθυλίωση και έκφραση MMP γονιδίων Η μεθυλίωση του DNA συνήθως σχετίζεται με καταστολή της γονιδιακής έκφρασης. Σε κυτταρικές σειρές λεμφώματος διαπιστώθηκε μία αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ της μεθυλίωσης του MMP9 υποκινητή και της έκφρασης του γονιδίου (Chicoine et al 2002). Οι Shukeir και συν. χρησιμοποιώντας κυτταρικές σειρές καρκίνου του προστάτη έδειξαν ότι η μεθυλίωση της ρυθμιστικής περιοχής 5 του MMP2 γονιδίου, μετά από εφαρμογή δότη μεθυλικών ομάδων [S-adenosylmethionine (SAM)] ή του αντινοηματικού ολιγονουκλεοτιδίου MBD2-AS (methyl DNA-binding domain protein 2 antisense oligonucleotide), είχε ως αποτέλεσμα την καταστολή έκφρασης του γονιδίου και τη μείωση του όγκου (Clark et al 2008, Shukeir et al 2006). δ) Σταθερότητα mrna και έκφραση MMP γονιδίων Η έκφραση των MMP και TIMP γονιδίων μπορεί να υποστεί ρύθμιση σε μετα-μεταγραφικό επίπεδο μέσω της σταθερότητας του mrna στο κυτταρόπλασμα. Η ρύθμιση αυτή πραγματοποιείται διά μέσου αλληλεπίδρασης μίας ποικιλίας trans-δρώντων στοιχείων, όπως mir (micrornas) και πρωτεΐνες που συνδέονται στο RNA, με cis-στοιχεία στο μόριο του mrna, συνηθέστερο των οποίων είναι η AUUUA ακολουθία σε πολλαπλά αντίτυπα στην περιοχή 3' UTR (three prime untranslated region) (Clark et al 2008). Σε νεφρικά μεσαγγειακά κύτταρα η ενίσχυση της ικανότητας της IL- 1beta από το ATP ανάλογο ATPγS να επάγει τη σταθερή κατάσταση του MMP9 mrna πραγματοποιείται μέσω τριών πλούσιων σε AU στοιχείων στο 3' UTR του γονιδίου. Τα στοιχεία αυτά είναι συνδέονται σταθερά με συμπλέγματα που περιέχουν τον παράγοντα σταθεροποίησης HuR. Η σύνδεση των συμπλεγμάτων αυξάνεται υπό την επίδραση του ATPγS. Μεταλλάξεις των στοιχείων AU έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια της ATP-εξαρτώμενης επίδρασης στη UTR του MMP9 (Huwiler et al 2003).

60 60 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Η βιοπληροφορική ανάλυση έδειξε ότι πολλά MMP και TIMP γονίδια διαθέτουν θέσεις δέσμευσης mir στις 3' UTR περιοχές τους (MMP2, MMP14, TIMP2, TIMP3) (Clark et al 2008). Τα mirs ρυθμίζουν κατασταλτικά την έκφραση γονιδίων σε μετα-μεταγραφικό επίπεδο, είτε καταστέλλοντας τη μετάφραση είτε επάγοντας την αποδόμηση του mrna. ε) Πολυμορφισμός υποκινητών και ρύθμιση MMP/TIMP γονιδίων Πολυμορφισμός μονήρους νουκλεοτιδίου σε έναν υποκινητή τροποποιεί τη λειτουργία του και ως εκ τούτου τη ρύθμιση του γονιδίου. Ο Zhang και συν. έδειξαν ότι η παρουσία του Τ αλληλίου στον υποκινητή του MMP9 γονιδίου συνδέεται με εντονότερη δραστηριότητά του σε σχέση με το γονίδιο του οποίου ο υποκινητής περιέχει το C αλλήλιο, εξαιτίας της υψηλότερης συγγένειας μιας μη ταυτοποιημένης κατασταλτικής πρωτεΐνης με τον τελευταίο (Zhang et al 1999). Επιπλέον, MMP9 υποκινητές που περιέχουν μικρότερες σε έκταση επαναλήψεις μικροδορυφόρων d(ca) χαρακτηρίζονται από μειωμένη δραστηριότητα, όπως διαπιστώθηκε από την εφαρμογή GL331 σε κυτταρικές σειρές CL1-5 ανθρώπειου αδενοκαρκινώματος του πνεύμονα (Clark et al 2008, Huang et al 2003). G/A πολυμορφισμός του MMP2 υποκινητή στα bp μεταβάλλει τη συνδεσιμότητα του υποδοχέα οιστρογόνων, με το G αλλήλιο να δρα ως εινισχυτής και το A αλλήλιο να συνδέεται με μειωμένη μεταγραφική δραστηριότητα (Harendza et al 2003). C/T μετάβαση στα bp, η οποία διασπά μία τύπου Sp1 θέση στον MMP2 υποκινητή (CCACC box), χαρακτηρίζεται από μειωμένη δραστηριότητα της Τ γενετικής μορφής. Οι μεταβολές στην έκφραση των αλληλίων οφείλονται σε καταστολή της Sp1 σύνδεσης (Price et al 2001). Επιπλέον, μελέτες με γονίδιο reporter έδειξαν ότι το αλλήλιο -1575Α -1306Τ σε σχέση με το wild type αλλήλιο -1575G -1306C χαρακτηρίζεται από επιπρόσθετη μείωση της εξαρτώμενης από οιστρογόνα δραστηριότητας του reporter γονιδίου. Ενεργοποίηση προενζύμων Η διάσπαση της αλληλεπίδρασης της θειόλης του υπολείμματος κυστεΐνης του προπεπτιδίου και του Zn 2+ της καταλυτικής περιοχής αποτελεί απαραίτητο βήμα για την ενεργοποίηση της καταλυτικής δραστηριότητας των prommps. Ο «διακόπτης κυστεΐνης» όπως είναι γνωστός, δύναται να διασπα-

61 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 61 στεί με τους παρακάτω μηχανισμούς: α) άμεση διάσπαση του προπεπτιδίου από άλλη πρωτεϊνάση, β) αναγωγή της ελεύθερης θειόλης από οξειδωτικούς ή μη φυσιολογικούς παράγοντες όπως αλκυλιωτικούς παράγοντες, βαρέα μέταλλα και δισουλφίδια, και γ) αλλοστερική μεταβολή ζυμογόνου. Η αναγωγή θειόλης και ο αλλοστερικός έλεγχος θα οδηγούσε σε δια- ή ενδομοριακή αυτολυτική διάσπαση του προπεπτιδίου (εικ.7) (Ra and Parks 2007). Εικόνα 7. Μηχανισμοί ενεργοποίησης των prommps. Η λανθάνουσα κατάσταση των MMPs (π.χ. prommps) διατηρείται χάρη σε μία ηλεκτροστατική αλληλεπίδραση μεταξύ ελεύθερης θειόλης της διατηρημένης κυστεΐνης στο προπεπτίδιο και του συνδεδεμένου στην HIS ατόμου του Zn στον καταλυτικό θύλακο. Σε αυτήν την κατάσταση το προπεπτίδιο καλύπτει την καταλυτική σχισμή, εμποδίζοντας την αλληλεπίδραση με το πρωτεϊνικό υπόστρωμα. Η πρωτεολυτική διάσπαση του προπεπτιδίου από τη φουρίνη ή άλλες πρωτεάσες απομακρύνει τον περιορισμό της θειόλης. Η αλληλεπίδραση θειόλης-zn επίσης είναι δυνατό να διασπαστεί από μη πρωτεολυτικούς παράγοντες και στο εργαστήριο αυτό πραγματοποιείται εύκολα με οργανοϋδραργυρικά παράγωγα όπως APMA (4-aminophenylmercuric acetate) ή με SDS. Σε κύτταρα και ιστούς οι prommps μπορούν να προσδεθούν σε άλλα μακρομόρια όπως ιντεγκρίνες και πρωτεογλυκάνες και αυτές οι αλληλεπιδράσεις δύνανται να οδηγήσουν σε αλλοστερική διάσπαση του δεσμού θειόλης-zn. Ακόμα και εάν το προπετπίδιο δεν διασπαστεί, η MMP θα είναι ενεργός. Ωστόσο, η τελική ενεργοποίηση της MMP φαίνεται ότι αφορά τη διάσπαση του προπεπτιδίου, η οποία μετά από μία μεταβολή της διαμόρφωσης του διακόπτη «κυστεΐνης» φαίνεται να λαμβάνει χώρα με αυτόλυση. (Ra and Parks 2007)

62 62 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Η πρωτεολυτική ενεργοποίηση των prommps είναι σταδιακή σε πολλές περιπτώσεις. Αρχικά την πρωτεολυτική επίδραση υφίσταται μία εκτεθειμένη περιοχή της αγκύλης μεταξύ της πρώτης και δεύτερης έλικας του προπεπτιδίου. Η ειδικότητα διάσπασης της περιοχής «δόλωμα» εξαρτάται από την αλληλουχία της κάθε MMP. Η απομάκρυνση τμήματος του προπεπτιδίου είναι πιθανό ότι αποσταθεροποιεί το υπολειμματικό προπεπτίδιο, συμπεριλαμβανομένου και του διακόπτη κυστεΐνης. Αυτή η αποσταθεροποίηση επιτρέπει τη διαμοριακή επεξεργασία από μερικώς ενεργοποιημένα ενδιάμεσα προϊόντα-mmps ή από άλλες ενεργές MMPs (Nagase et al 1990, Suzuki et al 1990, Visse and Nagase 2003). Επομένως το τελικό βήμα στη διαδικασία ενεργοποίησης πραγματοποιείται από μία MMP (Visse and Nagase 2003). Αλλοστερική ενεργοποίηση Η διάσπαση της αλληλεπίδρασης θειόλης-zn 2+ δεν απαιτεί την απομάκρυνση του προπεπτιδίου για την ενεργοποίηση του ζυμογόνου. Ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η διάσπαση, η πρωτεόλυση του προπετπιδίου θεωρείται ότι αποτελεί το τελικό στάδιο στη διαδικασία ενεργοποίησης των MMPs in vivo. Η αλληλεπίδραση των prommps με μη υποστρωματικά μακρομόρια ή η μετα-μεταφραστική τροποποίησή τους δύναται να προκαλέσει αλλαγές στη διαμόρφωση και τη μετατροπή σε μία κατάσταση ε- νεργοποίησης. Με τη σειρά της η αλλοστερική διάσπαση της αλληλεπίδρασης κυστεΐνης-zn 2+ δημιουργεί μία μεταβατική ενεργό κατάσταση η οποία επιτρέπει την αυτολυτική διάσπαση του προπεπτιδίου (Ra and Parks 2007). Φουρίνη Ενδοκυττάρια ενεργοποίηση Η άμεση ενεργοποίηση θεωρείται ο κύριος μηχανισμός ενεργοποίησης των περισσοτέρων prommps. Περίπου το ένα τρίτο των MMPs διαθέτει μία αλληλουχία RXKR ή RRKR μεταξύ του προπεπτιδίου και της καταλυτικής περιοχής, η οποία αποτελεί στόχο προ-πρωτεϊνικών κονβερτασών ή φουρίνης. Η φουρίνη είναι μία σερινοπρωτεάση παρούσα στο trans-δίκτυο Golgi. Ως εκ τούτου MMPs οι οποίες διαθέτουν περιοχή διάσπασης φουρίνης ενεργοποιούνται ενδοκυτταρικά και κατόπιν εκκρίνονται (Ra and Parks 2007). Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η MMP-11 (stromelysin 3) (Pei and Weiss 1995), οι έξι MT- MMPs, η MMP-23 και η MMP-28 (epilysin) (Lohi et al 2001, Marchenko and Strongin 2001). Κριτικής σημασίας στη ρύθμιση της δραστηριότητας των

63 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 63 MMPs που εκκρίνονται ως ενεργά ένζυμα εκτιμάται ότι είναι η γονιδιακή έκφραση και η αναστολή από ενδογενείς αναστολείς (Visse and Nagase 2003). Ενεργοποίηση prommps από MMPs Ένας αριθμός MMPs δύναται να διασπάσει το προπεπτίδιο άλλων MMPs ζυμογόνων in vitro. Υποστηρίζεται ότι οι ενεργείς MMPs ενεργούν ως διαμεσολαβητές στο τελικό πρωτεολυτικό βήμα για την παραγωγή πλήρως ενεργοποιημένου ενζύμου (Nagase 1997). Η αρχική διάσπαση δύναται να πραγματοποιηθεί είτε από μία σερινοπρωτεϊνάση είτε από μία MMP. Προβληματισμός υπάρχει ως προς το εάν η εν δυνάμει ενεργοποιός MMP συνεκφράζεται ή συνυπάρχει στο μικροπεριβάλλον με την υπό ενεργοποίηση υποστρωματική prommp. Για παράδειγμα η MMP-3 δύναται να ενεργοποιήσει τις prommp-1και prommp-7 in vitro. Ωστόσο η πλήρης ενεργοποίηση της prommp-7 απαιτεί περίσσεια MMP-3 και παρατεταμένη επώαση, ενώ η MMP- 3 τυπικά δεν συνεκφράζεται με τις MMP-1 και MMP-7 in vivo (Ra and Parks 2007). Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενεργοποίησης prommp από MMP αποτελεί η περίπτωση της prommp-2, η οποία ενεργοποιείται στην κυτταρική επιφάνεια από τις MT-MMPs (Butler et al 1997, Llano et al 1999, Pei 1999, Takino et al 1995, Velasco et al 2000), πλην της MT4-MMP (English et al 2000, Visse and Nagase 2003). Ίσως ο καλύτερα περιγεγραμμένος μηχανισμός μη φουρινικής ενεργοποίησης να αφορά αυτόν της MT1-MMP (MMP-14) (Strongin et al 1995, Wang et al 2000). Η ενεργοποίηση της prommp-2 από την MMP-14 α- παιτεί τη συνεργασία της TIMP-2 (Wang et al 2000) σε ένα τριμερές σύμπλεγμα στοιχειομετρικής αναλογίας 1:1:1 (Ra and Parks 2007). Στο σύμπλοκο αυτό η C-τελική περιοχή της TIMP-2 αλληλεπιδρά με τη C-τελική περιοχή της prommp-2, επιτρέποντας στην κατασταλτική Ν-τελική περιοχή της TIMP-2 να συνδεθεί με την ενεργοποιημένη MMP-14 στην κυτταρική επιφάνεια. Κατόπιν η ενεργοποίηση της prommp-2 πραγματοποιείται από μία ελεύθερης TIMP-2 MT1-MMP (Visse and Nagase 2003). Εναλλακτικά, η κατασταλμένη από την TIMP-2 MT1-MMP δρα ως υποδοχέας της prommp-2. Κατόπιν το τριμερές σύμπλοκο παρουσιάζεται σε μία παράπλευρη ελεύθερη MT1-MMP για ενεργοποίηση (Visse and Nagase 2003). Η διαδικασία ενεργοποίησης διευκολύνεται από την άθροιση MT1-MMPs στην κυτταρική επιφάνεια διά της αλληλεπίδρασης των περιοχών αιμοπηξίνης (εικ. 8).

64 64 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Εικόνα 8. Μοντέλο ενεργοποίησης της prommp-2 από τις MT1-MMP και TIMP-2. Η ενεργοποιημένη MT1-MMP (MT-1) συνδέεται στην κυτταρική μεμβράνη με ένα μόριο TIMP-2 (T-2) το οποίο αναστέλλει τη δραστηριότητα της πρώτης. Η MT1-MMP δύναται να σχηματίζει διμερή ή πολυμερή στην κυτταρική επιφάνεια διά της αλληλεπίδρασης των περιοχών αιμοπηξίνης. Η prommp-2 (pm-2) κατόπιν συνδέεται στη C-τελική περιοχή της TIMP-2 διά της περιοχής αιμοπηξίνης. Ακολούθως η δεύτερη ενεργός MT1-MMP διασπά την περιοχή «δόλωμα» της prommp-2 ενεργοποιώντας την μερικώς. Η MMP-2 (M-2) αποσυνδέεται από τη μεμβράνη και ενεργοποιείται πλήρως με ενδομοριακές διαδικασίες (Visse and Nagase 2003) Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ η σωστή ποσότητα εξωγενούς TIMP-2 ενισχύει την ενεργοποίηση της prommp-2 (Strongin et al 1995), πλεονάζοντα ποσά την αποκλείουν (Ra and Parks 2007). Επιπλέον, ενώ ο ρόλος της TIMP-2 στην ενεργοποίηση της prommp-2 υποστηρίζεται από μελέτες σε TIMP-2 null πειραματόζωα (Wang et al 2000), κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται σε MMP-14 knock-out πειραματόζωα (Ra and Parks 2007). Όπως έδειξαν οι Ruangpanit και συν. η ενεργοποίηση της prommp-2 ινοβλαστών σε περιβάλλον ασκορβικού οξέος ελάχιστα επηρεάστηκε από την απουσία MMP-14, αναδεικνύοντας έναν ανεξάρτητο της MT1-MMP μηχανισμό ενεργοποίησης (Ruangpanit et al 2002). Επιπλέον, η απουσία φαινοαντίγραφου σε σειρές null πειραματόζωων εγείρει περαιτέρω ερωτηματικά σε σχέση με το ρόλο της MMP- 14 στην ενεργοποίηση της prommp-2. MMP-2 null πειραματόζωα εκδηλώνουν σχετικά ήπιους φαινότυπους που αφορούν κυρίως τη νεοαγγείωση και τη φλεγμονή (Berglin et al 2003, Corry et al 2002, Itoh et al 2002), ενώ MMP-14 knock-out πειραματόζωα εμφανίζουν σοβαρές διαταραχές στην ανάπτυξη στου

65 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 65 σκελετού και στην ανακύκλιση (turnover) του κολλαγόνου τύπου Ι (Holmbeck et al 1999, Holmbeck et al 2003, Ra and Parks 2007). Η ενεργοποίηση της prommp-2 από την MT2-MMP πραγματοποιείται άμεσα και ανεξάρτητα από την TIMP-2 (Morrison et al 2001) Η διαδικασία α- παιτεί ακέραια περιοχή αιμοπηξίνης (Hadler-Olsen et al 2011). Είναι ενδιαφέρον ότι η TIMP-4 συνδέεται στην περιοχή αιμοπηξίνης της prommp-2 και αναστέλλει την MT1-MMP, χωρίς όμως να πραγματοποιείται ενεργοποίηση της prommp-2 από την MT1-MMP (Hernandez-Barrantes et al 2001), πιθανότατα εξαιτίας λανθασμένης μοριακής σύνδεσης με την TIMP-4 (Visse and Nagase 2003). Μία άλλη prommp, η προκολλαγενάση-3 (prommp-13), επίσης δύναται να ενεργοποιηθεί στην κυτταρική επιφάνεια από την MT1-MMP. Η παρουσία ενεργού MMP-2 καθιστά την ενεργοποίηση πιο αποτελεσματική (Knauper et al 1996). Οι Knӓuper και συν. έδειξαν ότι η ενεργοποίηση της prommp-13 από την MT1-MMP είναι ανεξάρτητη της TIMP-2, αλλά απαιτεί την παρουσία της C-τελικής περιοχής αιμοπηξίνης της prommp-13 (Knauper et al 2002). Πλασμίνη και άλλες σερινοπρωτεϊνάσες Πλήθος εργασιών αναφέρονται στη διαδικασία ενεργοποίησης των prommps από σερινοπρωτεϊνάσες και κυρίως την πλασμίνη in vivo. Η πλασμίνη προκύπτει από το πλασμινογόνο με τη δράση του ενεργοποιητή ιστικού πλασμινογόνου συνδεδεμένου με ινική και του ενεργοποιητή πλασμινογόνου της ουροκινάσης συνδεδεμένου με ειδικούς υποδοχείς της κυτταρικής επιφάνειας. Η σχέση των παραπάνω ενεργοποιητών με την κυτταρική μεμβράνη έχει ως αποτέλεσμα την εντετοπισμένη ενεργοποίηση των prommps και την επακόλουθη μετατροπή (turnover) της εξωκυττάριας ουσίας. Αναφέρεται ότι η πλασμίνη δύναται να ενεργοποιήσει τις prommp-1, prommp-3, prommp-7, prommp-9, prommp-10 και prommp-13 (Lijnen 2001, Visse and Nagase 2003). Οι πληροφορίες που έχουμε σχετικά με τη δογματική σχεδόν άποψη ότι η πλασμίνη δρα ως ενεργοποιητής των prommps φαίνεται ότι είναι περισσότερο έμμεσες (Ra and Parks 2007). Οι Creemers και συν. πραγματοποιώντας δομικές αναλύσεις 1, 2 και 5 εβδομάδες μετά από πρόκληση οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου σε πειραματόζωα έδειξαν ότι το σύστημα πλασμινογόνου είναι α- παραίτητο για τη μετεμφραγματική διαδικασία της επούλωσης. Σε ποντίκια στα οποία το γονίδιο πλασμινογόνου είχε καταργηθεί (plasminogen-null - plg -/- ) η

66 66 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ διαδικασία επούλωσης της εμφραγματικής περιοχής είχε ανασταλεί, σε αντίθεση με τα wild-type (plg +/+ ) πειραματόζωα. Επιπλέον, η ζελατινολυτική δραστηριότητα των MMP-2 και MMP-9 στα plg -/- ποντίκια ήταν μειωμένη, υποδηλώνοντας ότι η επίδραση της πλασμίνης στη μετεμφραγματική επουλωτική διαδικασία πραγματοποιείται μέσω των MMPs (Creemers et al 2000). Οι Carmeliet και συν. πραγματοποιώντας αναλύσεις σε αθηροσκληρωτικές αορτές πειραματόζωων έδειξαν ότι η ενεργοποίηση των prommp-3, -9,-12 και -13 ήταν διαταραγμένη σε upa -/- (urokinase-type plasminogen activator-null mice) ποντίκια, όχι όμως και σε tpa -/- (tissue-type plasminogen activator-null mice) (Carmeliet et al 1997). Ωστόσο το συμπέρασμα, ότι η παραχθείσα από το πλασμινογόνο διά του ενεργοποιητή πλασμινογόνου της ουροκινάσης πλασμίνη ενεργοποιεί τις prommps, βασίζεται στην εξωγενή χορήγηση πλασμινογόνου σε κυτταροπλασματικό προϊόν λύσης. Στοιχεία τα οποία μαρτυρούν ότι η πλασμίνη δεν δρα ως ενεργοποιητής των MMPs in vivo, προκύπτουν από μελέτες σε πειραματόζωα τα οποία δεν διαθέτουν διάφορα συστατικά του συστήματος πλασμινογόνου. Οι Lijnen και συν. εξέτασαν ποσοτικά την έκφραση ινοδωλυτικής και ζελατινολυτικής δραστηριότητας μετά από πρόκληση αγγειακής βλάβης σε ποντίκια στα οποία είχαν στοχευμένα καταργήσει τον ενεργοποιητή του ιστικού πλασμινογόνου (t-pa -/- ), τον ενεργοποιητή του πλασμινογόνου της ουροκινάσης (u-pa -/- ) και το πλασμινογόνο (plg -/- ). Οι ερευνητές δεν διαπίστωσαν μεταβολές στην αναλογία λανθάνουσας/ενεργού MMP-2 καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η ενεργοποίηση της prommp-2 δύναται να λάβει χώρα χωρίς την παρουσία tpa, upa ή Plg. Η MMP-9 ήταν μη ανιχνεύσιμη στην πλειονότητα της ομάδας ελέγχου, ενώ η ολική MMP-9 αυξήθηκε σημαντικά μετά την αγγειακή βλάβη. Η ενεργός MMP-9 αντιπροσώπευε το 20% με 46% της ολικής στα wild-type, tpa-null και upanull πειραματόζωα, ενώ δεν ήταν ανιχνεύσιμη στα Plg-null. (Lijnen et al 1998). Οι Lund και συν. αναφέρουν ότι η εξαρτημένη από MMPs διαδικασία επούλωσης δεν επηρεάστηκε από την απουσία πλασμίνης ή ενεργοποιητή του πλασμινογόνου σε μοντέλο ποντικιών plg-null και wild-type (Lund et al 1999). Μία άλλη κατηγορία σερινοπρωτεασών, οι χυμάσες των μαστοκυττάρων (mast cell chymases) φαίνεται ότι είναι δυνατό να ενεργοποιήσουν τις prommps in vivo. Οι Tchougounova και συν. έδειξαν στη μελέτη τους ότι ποντίκια που δεν διέθεταν τη χυμάση mmcp-4 (chymase mouse mast cell protease 4) δεν ήταν σε θέση να ενεργοποιήσουν την prommp-9 in vivo, ενώ η ενεργοποίηση της prommp-2 ήταν σημαντικά μειωμένη (Tchougounova et al 2005).

67 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 67 Οξειδωτικοί παράγοντες και δραστηριότητα των MMPs Τα λευκά αιμοσφαίρια αλλά και άλλα κύτταρα μπορούν να παράγουν ο- ξειδωτικούς παράγοντες, οι οποίοι είναι δυνατό να ενεργοποιήσουν και κατόπιν να απενεργοποιήσουν MMPs, παρέχοντας έναν τρόπο ελέγχου της κατά ώσεις πρωτεολυτικής τους δράσης (Ra and Parks 2007). Ελεύθερες ρίζες οξυγόνου (ROS) δύνανται να ενεργοποιήσουν έναν αριθμό prommps in vitro, τροποποιώντας τη θειολική ομάδα της κυστεΐνης και επιτρέποντας στη συνέχεια την αυτολυτική τους διάσπαση. (Fu et al 2001, Michaelis et al 1992) Οι Fu και συν. έδειξαν ότι το υποχλωριώδες οξύ (HOCl) ενεργοποιεί την prommp-7 (ματριλυσίνη) in vitro μετατρέποντας το υπόλειμμα θειόλης του διακόπτη κυστεΐνης σε σουλφινικό οξύ (Fu et al 2001). Σε άλλες μελέτες τους οι Fu και συν. έδειξαν ότι υψηλότερες συγκεντρώσεις ή παρατεταμένη έκθεση σε HOCl απενεργοποιούν την MMP-7 (Fu et al 2003, Fu et al 2004). Είναι πιθανό ότι η περικυτταρική παραγωγή HOCl από τα φαγοκύτταρα παρέχει ένα φυσιολογικό μηχανισμό ρύθμισης της ενεργοποίησης και απενεργοποίησης των MMPs σε συνθήκες φλεγμονής. Η οξυγόνωση της θειόλης του διακόπτη κυστεΐνης στο προπεπτίδιο, βασικού στόχου του HOCl, οδηγεί σε γρήγορη ενεργοποίηση. Η τροποποίηση επιπρόσθετων περιοχών εξαιτίας παρατεταμένης παραγωγής HOCl είναι δυνατό να οδηγεί σε απώλεια της ενζυμικής δραστηριότητας. Η υπερίσχυση της ενεργοποίησης ή αδρανοποίησης του προενζύμου θα εξαρτάται από τη δημιουργία και συγκέντρωση ROS, η οποία θα σχετίζεται στενά με τη βαρύτητα της φλεγμονής. Ως εκ τούτου, οι ROS θα μπορούσαν να περιορίσουν τη δραστηριότητα των MMPs σε ώσεις περικυτταρικής πρωτεόλυσης ρυθμιζόμενης χωροχρονικά (Ra and Parks 2007). In vivo στοιχεία σχετικά με την ενεργοποίηση prommps από οξειδωτικούς παράγοντες παρείχαν οι Gu και συν. χρησιμοποιώντας μοντέλα εγκεφαλικής ισχαιμίας ποντικιών. Οι ερευνητές έδειξαν ότι η in vivo ενεργοποίηση της prommp-9 απαιτεί s-νιτρωδυλίωση (s-nitrosylation) του προπεπτιδίου. Η φασματοσκοπία μάζας ανίχνευσε την ενεργό MMP-9 in vivo και in vitro ως σταθερό σουλφινικό ή σουλφονικό οξύ, η δημιουργία του οποίου πυροδοτήθηκε από την s-νιτρωδυλίωση. Τα ευρήματα είναι συμβατά με την παρουσία ενός εξωκυττάριου πρωτεολυτικού μονοπατιού που οδηγεί στο νευρωνικό θάνατο και στο οποίο η s-νυτρωδυλίωση ενεργοποιεί την prommp-9 (Gu et al 2002).

68 68 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Διαμερισματοποίηση In vitro μελέτες έδειξαν ότι υπάρχει σημαντική αλληλοκάλυψη μεταξύ των MMPs ως προς το υπόστρωμα που η κάθε μία δύναται να διασπάσει. Σε συνθήκες όπου όλες οι MMPs είναι παρούσες, η επιλογή του υποστρώματος βασίζεται σε δύο μηχανισμούς: α) τη συγγένεια με το ένζυμο και β) τη διαμερισματοποίηση (Ra and Parks 2007). Είναι γνωστό ότι συγκεκριμένες MMPs διασπούν ορισμένα υποστρώματα πιο αποτελεσματικά σε σχέση με άλλες. Οι ζελατινάσες δρουν αποτελεσματικότερα στο διασπασμένο κολλαγόνο (Mackay et al 1990), ενώ η MMP-7 είναι ισχυρότερη πρωτεογλυκανάση και ελαστάση (Filippov et al 2003, Halpert et al 1996). Έτσι, σε περιβάλλον όπου υπάρχει ποικιλία υποστρωμάτων η εκλεκτική κατάλυση, πέρα από τη ρύθμιση που υφίσταται σε επίπεδο συγκέντρωσης ενζύμων, κατευθύνεται και από τη συγκέντρωση των ειδικών υποστρωμάτων (Ra and Parks 2007). Η διαμερισματοποίηση - δηλαδή το που και πως μία MMP απελευθερώνεται και συγκρατείται στο περικυτταρικό περιβάλλον αποτελεί έναν εξίσου σημαντικό μηχανισμό ρύθμισης της ειδικότητας της πρωτεόλυσης. Ανάλογα προς τις MMPs που διαθέτουν διαμεμβρανική περιοχή, οι λεγόμενες «εκκρινόμενες» MMPs θα πρέπει να διαθέτουν έναν ειδικό του διαμερίσματος κυτταρικό μηχανισμό εντόπισης για τη σωστή λειτουργία τους. Ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να επιτρέπει την πρόσδεση του μορίου στην κυτταρική μεμβράνη και ως εκ τούτου την τοπικά αυξημένη συγκέντρωσή του και τη στοχευμένη προς ειδικά υποστρώματα καταλυτική δραστηριότητά του (Ra and Parks 2007). Ανάμεσα στα μόρια που αποτελούν συνδετικούς παράγοντες στον εξωκυττάριο χώρο και στις κυτταρικές μεμβράνες συμπεριλαμβάνονται διάφοροι τύποι κολλαγόνου, λαμινίνες, ινονεκτίνη, ελαστίνη, πυρηνικές πρωτεΐνες και GAG-άλυσοι των πρωτεογλυκανών (Hadler-Olsen et al 2011). Οι Brooks και συν. περιέγραψαν σε κύτταρα μελανώματος την αλληλεπίδραση της ενεργού MMP-2 με την α ν β 3 ιντεγκρίνη στην κυτταρική επιφάνεια, μέσω της οποίας πραγματοποιείται η αποδόμηση του κολλαγόνου και διευκολύνεται η κυτταρική διήθηση (Brooks et al 1996). Άλλη αλληλεπίδραση αφορά στη σύνδεση της prommp-1 με την α 2 β 1 ιντεγκρίνη, η οποία πραγματοποιείται διά της αλληλεπίδρασης της alpha(2) I περιοχής με τη συνδετική περιοχή και την περιοχή της αιμοπηξίνης της μεταλλοπρωτεϊνάσης. Τα δεδομένα συνηγορούν στο ότι η αλληλεπίδραση prommp-1 / α 2 β 1 ιντεγκρίνης περιορίζει τη με-

69 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 69 ταλλοπρωτεϊνάση στα σημεία επαφής του κυττάρου με το κολλαγόνο και ότι το τριμερές σύμπλοκο ιντεγκρίνης, ενζύμου και υποστρώματος λειτουργεί ως αρμονικό σύνολο για να κατευθύνει και να ρυθμίσει τη μετανάστευση των κερατινοκυττάρων (Dumin et al 2001, Stricker et al 2001). Άλλες γνωστές αλληλεπιδράσεις αφορούν στη σύνδεση της MMP-9 με το CD44 (Yu and Stamenkovic 2000), της MMP-7 με πρωτεογλυκάνες της κυτταρικής επιφάνειας (Yu and Woessner 2000, Yu et al 2002), με χοληστερόλη (Yamamoto et al 2006) και με το CD151 (Ra and Parks 2007, Shiomi et al 2005) και των MMP-1, -2, -7, -8, -9 και -13 με ηπαρίνη και θειική ηπαράνη. Η MMP-7 ελλείψει περιοχής αιμοπηξίνης αλληλεπιδρά διά μέσου της καταλυτικής περιοχής και του προπεπτιδίου (Hadler-Olsen et al 2011). Είναι πιθανό ότι ορισμένα προσδετικά μόρια της κυτταρικής μεμβράνης (membrane anchors), όπως CD44 και α2β1 ιντεγκρίνη, σε ορισμένες περιπτώσεις δρουν ως επικουρικοί παράγοντες που μεσολαβούν στην ενεργοποίηση του προενζύμου και στη σύνδεση υποστρώματος και πρωτεϊνάσης, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα πρωτεόλυσης (Ra and Parks 2007). Επιπλέον η πρόσδεση των εκκρινόμενων MMPs στην κυτταρική επιφάνεια μπορεί να προάγει την ενεργοποίηση των ζυμογόνων διά μέσου αλλοστερικής αποσύνδεσης του δεσμού κυστεΐνης-ψευδαργύρου και αυτολυτικής διάσπασης του προπεπτιδίου (Ra and Parks 2007). Τέλος η πρόσδεση των MMPs στην κυτταρική μεμβράνη δύναται να ενεργοποιήσει ενδοκυττάρια σηματοδοτικά μονοπάτια με μηχανισμό ανεξάρτητο από αυτόν της πρωτεολυτικής τους δράσης (Hadler-Olsen et al 2011). Νεότερα δεδομένα για τη ρύθμιση των MMPs προκύπτουν από το γεγονός ότι διάφορα μόριά τους έχουν αναγνωριστεί σε ενδοκυττάρια διαμερίσματα. Οι MMP-2, -3, -9,-13 και MT1-MMP έχουν ανευρεθεί στον πυρήνα διαφόρων τύπων κυττάρων με μηχανισμούς που δεν έχουν πλήρως διαλευκανθεί. Ειδικές αλληλουχίες οι οποίες συμβάλουν στην πυρηνική εντόπιση έχουν αναγνωρισθεί στις MMP-2 και -3. Η πυρηνική εντόπιση των MMPs φαίνεται ότι σχετίζεται με το μηχανισμό της απόπτωσης όπως έχει δειχθεί σε ενδοθηλιακά κύτταρα του αναπνευστικού συστήματος, μυοκαρδιακά και νευρικά κύτταρα, καθώς επίσης και με μηχανισμούς ρύθμισης γονιδίων μεταγραφικό επίπεδο. Αντιθέτως η περιπυρηνική και μιτοχονδριακή εντόπιση της MMP-1 φαίνεται ότι έχει αντιαποπτωτικές ιδιότητες και συμβάλλει στην επιβίωση και εξάπλωση των καρκινικών κυττάρων. Τέλος, διάφοροι τύποι κυττάρων μπορούν να αποθηκεύσουν προένζυμα και ενεργά μόρια MMPs μαζί με μόρια ενεργοποιητές σε κυστίδια τα ο- ποία ενεργητικά δια του συστήματος των μικροσωληνίσκων προωθούνται προς την κυτταρική μεμβράνη. Η απελευθέρωση των κυστιδίων στον εξωκυττάριο

70 70 ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ χώρο ενδεχομένως αποτελεί έναν μηχανισμό για ταχεία, κατευθυνόμενη πρωτεόλυση στα πλαίσια της διαδικασίας μετανάστευσης, διήθησης ή τρισδιάστατης μορφολογικής οργάνωσης κατά την αγγειογένεση (Hadler-Olsen et al 2011). Γλυκοζαμινογλυκάνες (GAGs) Οι πρωτεογλυκάνες, διά της αλύσου γλυκοζαμινογλυκάνης που διαθέτουν, αλληλεπιδρούν με μία ποικιλία τελεσιουργών πρωτεϊνών, όπως χυμοκινών και αυξητικών παραγόντων. Ίσως αποδειχθεί στο μέλλον ότι η θέση τους στην κυτταρική επιφάνεια διαδραματίζει κάποιο ρόλο στη ρύθμιση της ενεργοποίησης και δραστηριότητας των MMPs. Στην κυτταρική σειρά μακροφάγων THP-1 η prommp-9 συνδέεται ομοιοπολικά με μία πρωτεογλυκάνη που περιέχει θειική χονδροϊτίνη (CS), πιθανότατα σεργλυκίνη (serglycin), η οποία προάγει την επεξεργασία της prommp-9 τόσο στο αμινοτελικό όσο και στο καρβοξυτελικό της άκρο (Winberg et al 2000, Winberg et al 2003). Μη δημοσιευμένα στοιχεία των Ra και συν. αναφέρουν ότι η prommp-7 συμπακετάρεται με σεργλυκίνη σε εκκριτικά κυστίδια και ότι η αυτολυτική ενεργοποίηση και δραστηριότητα προς αυθεντικά υποστρώματα επιταχύνεται θεαματικά από τις CS γλυκοζαμινογλυκάνες (Ra and Parks 2007). TIMPs (Tissue Inhibitors of Metalloproteinases) Γενικά Οι TIMPs είναι ειδικοί ενδογενείς αναστολείς των μεταλλοπρωτεϊνασών, οι οποίοι συνδέονται με τα ένζυμα στόχους σε 1:1 στοιχειομετρία (Visse and Nagase 2003). Ως μόρια είναι ευρέως διαδεδομένα στο ζωικό βασίλειο και χαρακτηρίζονται από δομική ετερογένεια. Το ανθρώπινο γονιδίωμα διαθέτει τέσσερα (4) παράλογα γονίδια τα οποία κωδικοποιούν ανάλογο αριθμό πρωτεϊνών TIMPs, (TIMP1, 2, 3 και 4). Ορθόλογα των TIMPs φαίνεται ότι υπάρχουν παρόμοια και σε άλλα θηλαστικά, ενώ ομόλογά τους είναι διαδεδομένα σε σπονδυλωτά και ασπόνδυλα. Αξίζει να σημειωθεί ότι έχουν παρατηρηθεί δομικές ι- διότητες μεταξύ των TIMPs και άλλων πρωτεϊνών όπως νετρίνες, αγκρίνες και ορισμένες πρωτεΐνες βακτηριδίων (Stetefeld et al 2001). Ο αρχικός χαρακτηρισμός τους ως αναστολείς των MMPs αναθεωρήθηκε καθώς απεδείχθη ότι αναστέλλουν επίσης πολλά μέλη των οικογενειών ADAMs και ADAMTSs. Ως α-

71 ΓΑΒΡΙΗΛ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ 71 ναστολείς των μεταλλοπρωτεϊνασών οι TIMPs παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της ανακύκλισης των συστατικών του εξωκυττάριου χώρου, του ανασχηματισμού των ιστών και της κυτταρικής συμπεριφοράς (Brew and Nagase 2010). Ωστόσο οι TIMPs χαρακτηρίζονται από περαιτέρω ιδιότητες, πολλές από τις οποίες είναι ανεξάρτητες από τη δράση τους επί των μεταλλοπρωτεϊνασών, όπως είναι α) η επίδραση στην ανάπτυξη και διαφοροποίηση των κυττάρων, β) η κυτταρική μετανάστευση, γ) η αντι-αγγειογένεση, δ) η αντι- και προαποπτωτική δράση και ε) η πλαστικότητα των συνάψεων (Brew and Nagase 2010). Για μερικές από αυτές τις δραστηριότητες έχουν αναγνωρισθεί κυτταρικοί υποδοχείς και έχουν διερευνηθεί τα μονοπάτια σηματοδότησης. Ως προς τη δράση τους επί των μεταλλοπρωτεϊνασών φαίνεται ότι όλοι οι TIMPs αναστέλλουν MMPs, αλλά η συγγένεια διαφέρει ανάλογα με το ζεύγος. Ο TIMP-3 διαφέρει από τους άλλους ως προς το ότι συνδέεται στενά με θειικές γλυκοζαμινογλυκάνες της θεμέλιας ουσίας του εξωκυττάριου χώρου (Yu et al 2000), ενώ διαθέτει και το μεγαλύτερο φάσμα δράσης αφού αναστέλλει και πολλά μέλη της οικογένειας ADAMs και ADAMTSs. Μερικές από τις ιδιότητες των TIMPs του ανθρώπου αναφέρονται στον πίνακα 4 (Brew and Nagase 2010). Πίνακας 4. Γενικές ιδιότητες των ανθρώπειων TIMPs (Brew and Nagase 2010) Καθένα από τα γονίδια TIMP1, 3 και 4 των θηλαστικών εντοπίζεται σε ένα ιντρόνιο των γονιδίων των συναψινών, περιφερικών νευρικών πρωτεϊνών. Πιο ειδικά, το TIMP1 γονίδιο σχετίζεται με τη συναψίνη 1, το TIMP3 με τη συναψίνη 3 και το TIMP4 με τη συναψίνη 2 (Brew and Nagase 2010). Το γονίδιο TIMP2 φιλοξενεί το γονίδιο DDC8, το οποίο εκφράζεται σε υψηλό ποσοστό

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΤΣΗΣ ΙΑΤΡΟΣ ΩΤΟΡΙΝΟΛΑΡΥΓΓΟΛΟΓΟΣ Ι ΑΚΤΟΡΑΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΛΑΡΥΓΓΑ ΟΓΚΟΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΜΟΡΙΑΚΟΙ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΙ ΕΙΚΤΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006 3 Κωνσταντίνος

Διαβάστε περισσότερα

ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΥ-ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ

ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΥ-ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ Καρκίνος στόµατος ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΥ-ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ Καθηγήτρια Διευθύντρια Εργαστηρίου Στοµατολογίας Οδοντιατρικής Σχολής Παν/µiου Αθηνών ΑΝΑΤΟΜΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΣΤΟΜΑΤΙΚΗΣ ΚΟΙΛΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΜΑΤΟΦΑΡΥΓΓΑ ΣΤΟΜΑΤΙΚΗ

Διαβάστε περισσότερα

Γρηγόριος Τιμόλογος M.Med.Sc. Γενικός Διευθυντής Κέντρο Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής ΚΑΡΥΟ

Γρηγόριος Τιμόλογος M.Med.Sc. Γενικός Διευθυντής Κέντρο Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής ΚΑΡΥΟ Γρηγόριος Τιμόλογος M.Med.Sc. Γενικός Διευθυντής Κέντρο Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής ΚΑΡΥΟ Φαρμακογενωμική Κλϊδοσ τησ γενετικόσ Προβλϋπει την ανταπόκριςη του αςθενό ςε φαρμακευτικϋσ αγωγϋσ μελετώντασ

Διαβάστε περισσότερα

HPV και Καρκίνος του Λάρυγγα

HPV και Καρκίνος του Λάρυγγα Δρ Βασίλειος Νικολαΐδης Επικ. Καθηγητής Α.Π.Θ. Β Πανεπιστηµιακή ΩΡΛ κλινική Γ.Ν. Παπαγεωργίου ü HPV Καρκίνος του Οροφάρυγγα Αίτιο Πρόγνωση Ανταπόκριση στη θεραπεία ü HPV?????? Άλλοι Καρκίνοι Κεφαλής και

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΟΝΑ

ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΟΝΑ ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΟΝΑ Χρ.Τσοµπανίδου Παθολογοανατόµος Συντονίστρια Διευθύντρια Νοσοκοµείο Θεσ/νίκης «Άγιος Δηµήτριος» προέρχονται από το φυσιολογικό επιθήλιο µε την

Διαβάστε περισσότερα

ΗPV και ενδοεπιθηλιακές αλλοιώσεις κατωτέρου γεννητικού συστήματος. Ε.Κωστοπούλου Λέκτορας Παθολογικής Ανατομικής Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

ΗPV και ενδοεπιθηλιακές αλλοιώσεις κατωτέρου γεννητικού συστήματος. Ε.Κωστοπούλου Λέκτορας Παθολογικής Ανατομικής Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας ΗPV και ενδοεπιθηλιακές αλλοιώσεις κατωτέρου γεννητικού συστήματος Ε.Κωστοπούλου Λέκτορας Παθολογικής Ανατομικής Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας H.M. Παράγοντες κινδύνου καρκινώματος τραχήλου Ηλικία κατά την πρώτη

Διαβάστε περισσότερα

HIV & Ca τραχήλου μήτρας. Άτομα μολυσμένα με HIV έχουν αυξημένη ροπή για την ανάπτυξη καρκίνου.

HIV & Ca τραχήλου μήτρας. Άτομα μολυσμένα με HIV έχουν αυξημένη ροπή για την ανάπτυξη καρκίνου. HIV & Ca τραχήλου μήτρας Άτομα μολυσμένα με HIV έχουν αυξημένη ροπή για την ανάπτυξη καρκίνου. ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ Πολλαπλοί παράγοντες μπορούν να συμβάλουν στην ανάπτυξη της κακοήθειας σε ασθενείς με AIDS. Οι

Διαβάστε περισσότερα

Βιοπληροψορική, συσιημική βιολογία και εξατομικευμένη θεραπεία

Βιοπληροψορική, συσιημική βιολογία και εξατομικευμένη θεραπεία Βιοπληροψορική, συσιημική βιολογία και εξατομικευμένη θεραπεία Φραγκίσκος Κολίσης Καθηγητής Βιοτεχνολογίας, Σχολή Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ, Διευθυντής Ινστιτούτου Βιολογικών Ερευνών και Βιοτεχνολογίας, EIE

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΚΟΗΘΩΝ. Ι. ελλαδέτσιµα

ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΚΟΗΘΩΝ. Ι. ελλαδέτσιµα ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΚΑΚΟΗΘΩΝ ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ Ι. ελλαδέτσιµα Χαρακτηριστικά φυσιολογικών ιστών Κυτταρική συνοχή και επικοινωνία µέσω µορίων προσκόλλησης (καντχερίνες, σελεκτίνες, ιντεγκρίνες) Εξ επαφής αναστολή κυτταρικής

Διαβάστε περισσότερα

ΗPV και Καρκίνος Δέρµατος. Ηλέκτρα Νικολαΐδου Επ. Καθηγήτρια Δερµατολογίας ΕΚΠΑ Νοσ. «Α. Συγγρός»

ΗPV και Καρκίνος Δέρµατος. Ηλέκτρα Νικολαΐδου Επ. Καθηγήτρια Δερµατολογίας ΕΚΠΑ Νοσ. «Α. Συγγρός» ΗPV και Καρκίνος Δέρµατος Ηλέκτρα Νικολαΐδου Επ. Καθηγήτρια Δερµατολογίας ΕΚΠΑ Νοσ. «Α. Συγγρός» ΓΕΝΗ HPV Α γένος: βλεννογόνοι αιτιολογική συσχέτιση µε καρκίνο τραχήλου µήτρας, πρωκτού, αιδοίου, πέους

Διαβάστε περισσότερα

Γυμνάσιο Κερατέας ΚΑΡΚΙΝΟΣ & ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ. Αναστασία Σουλαχάκη Κωνσταντίνα Πρίφτη

Γυμνάσιο Κερατέας ΚΑΡΚΙΝΟΣ & ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ. Αναστασία Σουλαχάκη Κωνσταντίνα Πρίφτη Γυμνάσιο Κερατέας ΚΑΡΚΙΝΟΣ & ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ Αναστασία Σουλαχάκη Κωνσταντίνα Πρίφτη 2013 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Ορολογία και λίγα λόγια για τον καρκίνο Χαρακτηριστικά του καρκίνου Μεταλλάξεις Μεταλλάξεις και καρκίνος

Διαβάστε περισσότερα

HPV DNA, E6, E7, L1, L2, E2, p16, prb, κυκλίνες, κινάσες, Ki67. Τι από όλα αυτά πρέπει να γνωρίζει ο κλινικός γιατρός; Αλέξανδρος Λαµπρόπουλος

HPV DNA, E6, E7, L1, L2, E2, p16, prb, κυκλίνες, κινάσες, Ki67. Τι από όλα αυτά πρέπει να γνωρίζει ο κλινικός γιατρός; Αλέξανδρος Λαµπρόπουλος HPV DNA, E6, E7, L1, L2, E2, p16, prb, κυκλίνες, κινάσες, Ki67. Τι από όλα αυτά πρέπει να γνωρίζει ο κλινικός γιατρός; Αλέξανδρος Λαµπρόπουλος δεν υπάρχει σύγκρουση συµφερόντων Ø Ποιό HPV τεστ είναι το

Διαβάστε περισσότερα

94 95 96 97 98 Ο ρόλος της αγγειογένεσης στη μετάσταση Η νεοαγγείωση αποτελεί ένα απαραίτητο τμήμα της ογκογόνου διεργασίας που διασφαλίζει τη γρηγορότερη και ανεμπόδιστη ανάπτυξη του όγκου. Η λειτουργική

Διαβάστε περισσότερα

TI NEOTEΡΟ ΣΤΟΥΣ ΝΕΥΡΟΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΟΓΚΟΥΣ ΤΟ 2015. Ορισμοί-Κατάταξη-Ιστολογία. Δ Ροντογιάννη

TI NEOTEΡΟ ΣΤΟΥΣ ΝΕΥΡΟΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΟΓΚΟΥΣ ΤΟ 2015. Ορισμοί-Κατάταξη-Ιστολογία. Δ Ροντογιάννη TI NEOTEΡΟ ΣΤΟΥΣ ΝΕΥΡΟΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΟΓΚΟΥΣ ΤΟ 2015 Ορισμοί-Κατάταξη-Ιστολογία Δ Ροντογιάννη Νευροενδοκρινή νεοπλάσματα Ταξινόμηση Βιολογικοί δείκτες Μοριακή Παθολογία Νευροενδοκρινή νεοπλάσματα Ταξινόμηση

Διαβάστε περισσότερα

HPV : Θα πρέπει να γίνεται έλεγχος ρουτίνας; Νικηφόρος Καπράνος Τµήµα Μοριακής Ιστοπαθολογίας Μαιευτικό και Χειρουργικό κέντρο ΜΗΤΕΡΑ

HPV : Θα πρέπει να γίνεται έλεγχος ρουτίνας; Νικηφόρος Καπράνος Τµήµα Μοριακής Ιστοπαθολογίας Μαιευτικό και Χειρουργικό κέντρο ΜΗΤΕΡΑ HPV : Θα πρέπει να γίνεται έλεγχος ρουτίνας; Νικηφόρος Καπράνος Τµήµα Μοριακής Ιστοπαθολογίας Μαιευτικό και Χειρουργικό κέντρο ΜΗΤΕΡΑ ΟΜΗ ΙΩΝ HPV Κυκλικό δίκλωνο DNA µήκους 8Kb Εικοσαεδρικό πρωτεϊνικό

Διαβάστε περισσότερα

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΤΗΣ ΜΟΡΙΑΚΗΣ ΒΙΟΛΟΠΑΣ ΣΤΗΝ ΟΓΚΟΛΟΠΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΤΗΣ ΜΟΡΙΑΚΗΣ ΒΙΟΛΟΠΑΣ ΣΤΗΝ ΟΓΚΟΛΟΠΑ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΩΝ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΤΗΣ ΜΟΡΙΑΚΗΣ ΒΙΟΛΟΠΑΣ ΣΤΗΝ ΟΓΚΟΛΟΠΑ A.A. Σπαντίδοο 1 2, Μ. Χατζηπαναγιώτου 1 2, Β. Ζουμπουρλής 1 2 1. Ινστιτούτο Βιολογικών Ερευνών και Βιοτεχνολογίας, Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών,

Διαβάστε περισσότερα

Επιδημιολογία καρκίνου του πνεύμονα Ενότητα 1: Ογκολογία Πνεύμονα. Κυριάκος Καρκούλιας, Επίκουρος Καθηγητής Σχολή Επιστημών Υγείας Τμήμα Ιατρικής

Επιδημιολογία καρκίνου του πνεύμονα Ενότητα 1: Ογκολογία Πνεύμονα. Κυριάκος Καρκούλιας, Επίκουρος Καθηγητής Σχολή Επιστημών Υγείας Τμήμα Ιατρικής Επιδημιολογία καρκίνου του πνεύμονα Ενότητα 1: Ογκολογία Πνεύμονα Κυριάκος Καρκούλιας, Επίκουρος Καθηγητής Σχολή Επιστημών Υγείας Τμήμα Ιατρικής Επιδημιολογικά στοιχεία καρκίνου του πνεύμονα Ο καρκίνος

Διαβάστε περισσότερα

Δεκαπεντάλεπτη προετοιμασία του φοιτητή ιατρικής για το μάθημα του καρκίνου του όρχη βασικές γνώσεις :

Δεκαπεντάλεπτη προετοιμασία του φοιτητή ιατρικής για το μάθημα του καρκίνου του όρχη βασικές γνώσεις : Δεκαπεντάλεπτη προετοιμασία του φοιτητή ιατρικής για το μάθημα του καρκίνου του όρχη βασικές γνώσεις : Οι όρχεις αποτελούν κομμάτι του αναπαραγωγικού συστήματος (παραγωγή σπερματοζωάριων) του άνδρα αλλά

Διαβάστε περισσότερα

Ο ρόλος της ΕΘΟ. στην αναγέννηση. & την επανόρθωση

Ο ρόλος της ΕΘΟ. στην αναγέννηση. & την επανόρθωση Ο ρόλος της ΕΘΟ στην αναγέννηση & την επανόρθωση Νοvo E & Parola M. Fibrogenesis & Tissue Repair 2008, 1:5 Χρόνια παγκρεατίτιδα Ιστολογία παγκρεατικού καρκινώµατος Αδενοκαρκίνωµα εξ εκφορητικών

Διαβάστε περισσότερα

HPV Human Papilloma Virus. Ιός των Ανθρωπίνων Θηλωμάτων

HPV Human Papilloma Virus. Ιός των Ανθρωπίνων Θηλωμάτων HPV Human Papilloma Virus Ιός των Ανθρωπίνων Θηλωμάτων Καρκίνος τραχήλου της μήτρας Υψηλή θνησιμότητα Ο δεύτερος σε συχνότητα που αφορά τις γυναίκες παγκόσμια 500.000 γυναίκες εμφανίζουν καρκίνο τραχήλου

Διαβάστε περισσότερα

ΥΠΟΘΕΜΑ: ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ

ΥΠΟΘΕΜΑ: ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ 13 ΓΕΛ ΠΕΙΡΑΙΑ ΜΑΘΗΜΑ:ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ-PROJECT ΘΕΜΑ:ΥΓΕΙΑ-ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΣΧΟΛΙΚΟ ΕΤΟΣ 2013-14 ΤΑΞΗ Α1 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: 1)ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΜΗΤΡΑΣ- ΝΩΤΙΑΙΟΥ ΜΥΕΛΟΥ 2)AIDS 3)ΜΗΝΙΣΚΟΣ 4)ΜΗΝΙΓΓΙΤΙΔΑ ΥΠΟΘΕΜΑ: ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

Ατυπία Υπερπλασία- Δυσπλασία. Κίττυ Παυλάκη

Ατυπία Υπερπλασία- Δυσπλασία. Κίττυ Παυλάκη Ατυπία Υπερπλασία- Δυσπλασία Κίττυ Παυλάκη Jeanne Calment Κάπνιζε µέχρι τα 117 Πέθανε στα 122 Η σωστή λειτουργία των οργανισµών απαιτεί τη δυνατότητα προσαρµογής των κυττάρων και κατά συνέπεια και των

Διαβάστε περισσότερα

Παγκόσμια Ημέρα. Τα 5 λεπτά που μπορούν να σώσουν τη ζωή σου! κατά του. Δωρεάν εξέταση για καρκίνο Κεφαλής και Τραχήλου

Παγκόσμια Ημέρα. Τα 5 λεπτά που μπορούν να σώσουν τη ζωή σου! κατά του. Δωρεάν εξέταση για καρκίνο Κεφαλής και Τραχήλου Παγκόσμια Ημέρα κατά του Τα 5 λεπτά που μπορούν να σώσουν τη ζωή σου! Δωρεάν εξέταση για καρκίνο Κεφαλής και Τραχήλου http://www.ifhnos.org/world- cancer- day Σύλλογος Καρκινοπαθών Μακεδονίας- Θράκης 27η

Διαβάστε περισσότερα

φυσιολογικό δέρμα - 1

φυσιολογικό δέρμα - 1 φυσιολογικό δέρμα -1 Επιδερμίδα (επιθήλιο, εξωδερμική προέλευση) Α Α Α Μ θηλώδες χόριο (επιπολής) ακανθωτή στιβάδα βασική στιβάδα χόριο Μ = Μελανοκύτταρο (νευροεξωδερμική προέλευση, νευρική ακρολοφία)

Διαβάστε περισσότερα

Η Κυτταρογενετική στις αιματολογικές κακοήθειες

Η Κυτταρογενετική στις αιματολογικές κακοήθειες Εργαστήριο Υγειοφυσικής & Περιβαλλοντικής Υγείας, ΙΠΤ-Α, Ε.Κ.Ε.Φ.Ε. «Δημόκριτος» Η Κυτταρογενετική στις αιματολογικές κακοήθειες Μανωλά Καλλιόπη, Ph.D Ερευνήτρια Γ Κυτταρογενετική Κλάδος της Γενετικής

Διαβάστε περισσότερα

ΚΑΡΚΙΝΟ του ΠΡΟΣΤΑΤΗ. Πως να προλάβετε τον ΔΙΑΓΝΩΣΗ Η ΕΓΚΑΙΡΗ ΣΩΖΕΙ ΖΩΕΣ. Επιστημονική Επιμέλεια Ελληνική Ουρολογική Εταιρία

ΚΑΡΚΙΝΟ του ΠΡΟΣΤΑΤΗ. Πως να προλάβετε τον ΔΙΑΓΝΩΣΗ Η ΕΓΚΑΙΡΗ ΣΩΖΕΙ ΖΩΕΣ. Επιστημονική Επιμέλεια Ελληνική Ουρολογική Εταιρία Η ΕΓΚΑΙΡΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΣΩΖΕΙ ΖΩΕΣ Πως να προλάβετε τον ΚΑΡΚΙΝΟ του ΠΡΟΣΤΑΤΗ με ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΚΗ Χορηγία Επιστημονική Επιμέλεια Ελληνική Ουρολογική Εταιρία με ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ «Αυτές οι πληροφορίες προορίζονται για

Διαβάστε περισσότερα

HPV-Εμβόλιο: Νέα εποχή στην πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου

HPV-Εμβόλιο: Νέα εποχή στην πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου HPV-Εμβόλιο: Νέα εποχή στην πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου Θεόδωρος Αγοραστός Καθηγητής Μαιευτικής-Γυναικολογίας Α.Π.Θ., Α' Μαιευτική & Γυναικολογική Κλινική Α.Π.Θ., Γ.Π.Ν. Παπαγεωργίου ισό αιώνα μετά

Διαβάστε περισσότερα

VIN (Ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία αιδοίου)

VIN (Ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία αιδοίου) VIN (Ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία αιδοίου) Διαφορές μεταξύ τραχήλου και αιδοίου Κύτταρο-στόχος: κυρίως πλακώδες δεν υπάρχει εκτεθειμένος πολυδύναμος πληθυσμός, όπως στον τράχηλο Σχετιζόμενοι HPV: κυριαρχούν

Διαβάστε περισσότερα

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΗ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΗ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΗ ΜΕ ΚΑΡΚΙΝΟ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΜΠΑΡΚΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΑΝ Α Π Λ Η Ρ Ω Τ Ρ Ι Α Π Ρ Ο Ϊ Σ ΤΑΜ Ε Ν Η ΟΥ Ρ ΟΛΟ Γ Ι ΚΟΥ- Ο Γ ΚΟΛΟ Γ Ι ΚΟΥ Τ Μ Η Μ ΑΤΟ Σ ΑΝ Θ «Θ Ε ΑΓ Ε Ν Ε Ι Ο» ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ Βασική

Διαβάστε περισσότερα

Πρόληψη του οισοφαγικού καρκίνου εκ πλακωδών κυττάρων. Χρήστος Ζαβός Γαστρεντερολόγος

Πρόληψη του οισοφαγικού καρκίνου εκ πλακωδών κυττάρων. Χρήστος Ζαβός Γαστρεντερολόγος Πρόληψη του οισοφαγικού καρκίνου εκ πλακωδών κυττάρων Χρήστος Ζαβός Γαστρεντερολόγος Σύγκρουση συμφερόντων με χορηγούς εταιρείες: Καμία Επιδημιολογία Ο οισοφαγικός καρκίνος εκ πλακωδών κυττάρων (SCC) εμφανίζει

Διαβάστε περισσότερα

H ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΤΙΚΗΣ ΦΑΣΜΑΤΟΣΚΟΠΙΑΣ (SPECTROSCOPY-MRS) ΣΕ ΜΑΓΝΗΤΙΚΟ ΤΟΜΟΓΡΑΦΟ 3Τ ΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ

H ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΤΙΚΗΣ ΦΑΣΜΑΤΟΣΚΟΠΙΑΣ (SPECTROSCOPY-MRS) ΣΕ ΜΑΓΝΗΤΙΚΟ ΤΟΜΟΓΡΑΦΟ 3Τ ΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ H ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΤΙΚΗΣ ΦΑΣΜΑΤΟΣΚΟΠΙΑΣ (SPECTROSCOPY-MRS) ΣΕ ΜΑΓΝΗΤΙΚΟ ΤΟΜΟΓΡΑΦΟ 3Τ ΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ Γ. Μπουλογιάννη 1, Α. Δρεβελέγκας 1, Ι. Χρυσογονίδης 2 1.Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο

Διαβάστε περισσότερα

ΣΤΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ στόμα Η Στοματολογία αποτελεί σημαντικό μέρος της Παθολογίας

ΣΤΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ στόμα Η Στοματολογία αποτελεί σημαντικό μέρος της Παθολογίας ΣΤΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Αν και το στόμα αποτελεί μικρό τμήμα του σώματος είναι στόχος πολυάριθμων νόσων, τοπικών και συστηματικών Νοσήματα βλεννογόνου στόματος Νοσήματα χειλέων Νοσήματα σιαλογόνων αδένων Νοσήματα

Διαβάστε περισσότερα

Νεότερα δεδομένα του καρκίνου - Νέα φάρμακα

Νεότερα δεδομένα του καρκίνου - Νέα φάρμακα Νεότερα δεδομένα του καρκίνου - Νέα φάρμακα Δημοσθένης Σκάρλος Παθολόγος-ογκολόγος, αμ. Εηικ. Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών, Διευθυντής β' ογκολογικής κλινικής Νοσοκομείου Ερρίκος Ντυνάν θεραπεία του καρκίνου

Διαβάστε περισσότερα

Στην περισσότερο επιτυχημένη αντιμετώπιση του καρκίνου έχει συμβάλλει σημαντικά η ανακά-λυψη και εφαρμογή των καρκινι-κών δεικτών.

Στην περισσότερο επιτυχημένη αντιμετώπιση του καρκίνου έχει συμβάλλει σημαντικά η ανακά-λυψη και εφαρμογή των καρκινι-κών δεικτών. Όλες μαζί οι μορφές καρκίνου αποτελούν, παγκοσμίως τη δεύτερη αιτία θανάτου μετά από τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Τα κρούσματα συνεχώς αυξάνονται και σε πολλές αναπτυγμένες χώρες αποτελεί την πρώτη αιτία

Διαβάστε περισσότερα

Μια ενημέρωση για ασθενείς και παρόχους φροντίδας

Μια ενημέρωση για ασθενείς και παρόχους φροντίδας Μια ενημέρωση για ασθενείς και παρόχους φροντίδας Τι είναι το FoundationOne ; Το FoundationOne είναι μια εξέταση που ανιχνεύει γενωμικές μεταβολές (π.χ. μεταλλάξεις) που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με

Διαβάστε περισσότερα

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΟΓΚΩΝ

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΟΓΚΩΝ 2. ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΟΓΚΩΝ Οι όγκοι χαρακτηρίζονται από πολλαπλές αλλαγές του μεταβολισμού. Η χαρακτηριστική μεταβολική λειτουργία μπορεί να μετρηθεί in vivo με τη βοήθεια ενός ραδιοσημασμένου

Διαβάστε περισσότερα

Ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα κατωτέρου γεννητικού συστήματος θήλεος. Μαρία Σωτηροπούλου Νοσοκομείο Αλεξάνδρα

Ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα κατωτέρου γεννητικού συστήματος θήλεος. Μαρία Σωτηροπούλου Νοσοκομείο Αλεξάνδρα Ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα κατωτέρου γεννητικού συστήματος θήλεος Μαρία Σωτηροπούλου Νοσοκομείο Αλεξάνδρα Ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα αιδοίου Σπάνιο, 1,5 ανά 100 000 γυναίκες στις ΗΠΑ Τρειςομάδεςγυναικών:

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΟΓΚΩΝ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ. Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Λέκτορας Νευροχειρουργικής Π.Γ.Ν.Π.

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΟΓΚΩΝ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ. Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Λέκτορας Νευροχειρουργικής Π.Γ.Ν.Π. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΟΓΚΩΝ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Λέκτορας Νευροχειρουργικής Π.Γ.Ν.Π. ΓΛΟΙΩΜΑΤΑ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΓΛΟΙΩΜΑΤΑ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΠΙΛΟΚΥΤΤΑΡΙΚΟ ΑΣΤΡΟΚΥΤΩΜΑ (WHO I) ΑΣΤΡΟΚΥΤΩΜΑ (WHO II) ΑΝΑΠΛΑΣΤΙΚΟ

Διαβάστε περισσότερα

Α ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ & ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΓΚΟΛΟΓΙΑΣ Γ.Ν.Α. «ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ» ΝΟΣΟΣ PAGET ΑΙΔΟΙΟΥ

Α ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ & ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΓΚΟΛΟΓΙΑΣ Γ.Ν.Α. «ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ» ΝΟΣΟΣ PAGET ΑΙΔΟΙΟΥ Α ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ & ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗΣ ΟΓΚΟΛΟΓΙΑΣ Γ.Ν.Α. «ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ» ΝΟΣΟΣ PAGET ΑΙΔΟΙΟΥ Κουτρούµπα Ι, Χαϊδόπουλος Δ, Θωµάκος Ν, Σωτηροπούλου Μ, Καθοπούλης Ν, Βλάχος

Διαβάστε περισσότερα

Δημήτριος Κουτσούρης, Καθηγητής ΕΜΠ Ηλιοπούλου Δήμητρα, Δρ. Βιοϊατρικής Τεχνολογίας, Ηλεκτρολόγος Μηχ. και Μηχ. Υπολογιστών, ΕΜΠ

Δημήτριος Κουτσούρης, Καθηγητής ΕΜΠ Ηλιοπούλου Δήμητρα, Δρ. Βιοϊατρικής Τεχνολογίας, Ηλεκτρολόγος Μηχ. και Μηχ. Υπολογιστών, ΕΜΠ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΜΕ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΟ ΤΕΣΤ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Δημήτριος Κουτσούρης, Καθηγητής ΕΜΠ Ηλιοπούλου Δήμητρα, Δρ. Βιοϊατρικής Τεχνολογίας, Ηλεκτρολόγος

Διαβάστε περισσότερα

Εργαστηριακή Διάγνωση της HIV λοίμωξης. Δρ. Μαρία Κοτσιανοπούλου Βιολόγος Υπεύθυνη Εργαστηριού Κέντρου Αναφοράς AIDS, ΕΣΔΥ

Εργαστηριακή Διάγνωση της HIV λοίμωξης. Δρ. Μαρία Κοτσιανοπούλου Βιολόγος Υπεύθυνη Εργαστηριού Κέντρου Αναφοράς AIDS, ΕΣΔΥ Εργαστηριακή Διάγνωση της HIV λοίμωξης Δρ. Μαρία Κοτσιανοπούλου Βιολόγος Υπεύθυνη Εργαστηριού Κέντρου Αναφοράς AIDS, ΕΣΔΥ Διάγνωση της HIV λοίμωξης Από το 1985 και μέχρι σήμερα η διαγνωστική διαδικασία

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ FALK SYMPOSIUM 196 6 & 7 MARCH, 2015 FRANKFURT, GERMANY

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ FALK SYMPOSIUM 196 6 & 7 MARCH, 2015 FRANKFURT, GERMANY ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟ ΤΟ FALK SYMPOSIUM 196 6 & 7 MARCH, 2015 FRANKFURT, GERMANY Βασικά σημεία ενδιαφέροντος στο τελευταίο Falk Symposium No196 στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας αποτέλεσαν οι εξελίξεις στο πεδίο της

Διαβάστε περισσότερα

18. ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟΥ

18. ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟΥ 18. ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΕΝΔΟΜΗΤΡΙΟΥ Ο καρκίνος του ενδομητρίου είναι η συχνότερη μορφή γυναικολογικού καρκίνου στις ΗΠΑ ( 6% όλων των νεοδιαγνωσθέντων καρκίνων στις γυναίκες). Η πρόγνωση είναι σχετικά καλή καθώς

Διαβάστε περισσότερα

ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΘΕΜΑ 1ο Να γράψετε στο τετράδιό σας τον αριθμό καθεμιάς από τις παρακάτω ημιτελείς προτάσεις 1 έως 5 και δίπλα το γράμμα που αντιστοιχεί στη λέξη ή τη φράση, η οποία

Διαβάστε περισσότερα

Ογκογονίδια και ογκοκατασταλτικά γονίδια

Ογκογονίδια και ογκοκατασταλτικά γονίδια , Φυσικός MSc 1 Ογκογονίδια και ογκοκατασταλτικά γονίδια O καρκίνος είναι μια νόσος προκαλούμενη από ογκογονίδια, από ογκοκατασταλτικά γονίδια και από γονίδια micrοrna. Οι αλλαγές αυτές είναι συνήθως γεγονότα

Διαβάστε περισσότερα

Μοριακή βάση ακανθοκυτταρικού καρκινώματος κεφαλής τραχήλου Διαγνωστικές, προγνωστικές και θεραπευτικές εφαρμογές

Μοριακή βάση ακανθοκυτταρικού καρκινώματος κεφαλής τραχήλου Διαγνωστικές, προγνωστικές και θεραπευτικές εφαρμογές Copyright Athens Medical Society www.mednet.gr/archives ARCHIVES OF HELLENIC MEDICINE: ISSN 11-05-3992 REVIEW Μοριακή βάση ακανθοκυτταρικού καρκινώματος κεφαλής τραχήλου Διαγνωστικές, προγνωστικές και

Διαβάστε περισσότερα

Η θέση της χημειοθεραπείας σε ασθενείς 3 ης ηλικίας. Θωμάς Μακατσώρης Λέκτορας Παθολογίας-Ογκολογίας Πανεπιστήμιο Πατρών 23-10-2010

Η θέση της χημειοθεραπείας σε ασθενείς 3 ης ηλικίας. Θωμάς Μακατσώρης Λέκτορας Παθολογίας-Ογκολογίας Πανεπιστήμιο Πατρών 23-10-2010 Η θέση της χημειοθεραπείας σε ασθενείς 3 ης ηλικίας Θωμάς Μακατσώρης Λέκτορας Παθολογίας-Ογκολογίας Πανεπιστήμιο Πατρών 23-10-2010 Το πεδίο αλλάζει Αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης παγκοσμίως Καλύτερη

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ

ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ 1η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ «ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΣΤΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΑΞΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ» ΛΑΜΙΑ 21 22 22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2005 ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΜΙΚΡΟΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

ΜΟΡΙΑΚΗ ΒΑΣΗ ΓΕΝΕΤΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ ΘΕΜΑ: ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΝΕΥΡΟΙΝΩΜΑΤΩΣΗ. Ομάδα ΑΡΕΑΛΗ ΑΝΤΩΝΙΑ ΜΠΑΗ ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ ΕΛΕΝΗ

ΜΟΡΙΑΚΗ ΒΑΣΗ ΓΕΝΕΤΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ ΘΕΜΑ: ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΝΕΥΡΟΙΝΩΜΑΤΩΣΗ. Ομάδα ΑΡΕΑΛΗ ΑΝΤΩΝΙΑ ΜΠΑΗ ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ ΕΛΕΝΗ ΜΟΡΙΑΚΗ ΒΑΣΗ ΓΕΝΕΤΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ ΘΕΜΑ: ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΝΕΥΡΟΙΝΩΜΑΤΩΣΗ Ομάδα ΑΡΕΑΛΗ ΑΝΤΩΝΙΑ ΜΠΑΗ ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ ΕΛΕΝΗ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2015 ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η παρουσίαση των χαρακτηριστικών της

Διαβάστε περισσότερα

21. ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ

21. ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ 21. ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ Ο καρκίνος του μαστού είναι ο πιο συχνός καρκίνος της γυναίκας. Η επίπτωση παγκόσμια είναι περίπου 89 περιστατικά/100.000 γυναίκες ενώ αναφέρονται 800.000 νέα περιστατικά

Διαβάστε περισσότερα

Ιδιαίτερες νοσολογικές οντότητες στα λεμφώματα υψηλού βαθμού κακοηθείας

Ιδιαίτερες νοσολογικές οντότητες στα λεμφώματα υψηλού βαθμού κακοηθείας Ιδιαίτερες νοσολογικές οντότητες στα λεμφώματα υψηλού βαθμού κακοηθείας Απαρτιωμένη διδασκαλία στην Αιματολογία 2015 Αργύρης Σ. Συμεωνίδης Οντότητες μη Hodgkin λεμφωμάτων που θα αναφερθούν Πρωτοπαθές Β-λέμφωμα

Διαβάστε περισσότερα

Πρωτόκολλο εξατομίκευσης της χειρουργικής θεραπείας στον καρκίνου του οισοφάγου

Πρωτόκολλο εξατομίκευσης της χειρουργικής θεραπείας στον καρκίνου του οισοφάγου Πρωτόκολλο εξατομίκευσης της χειρουργικής θεραπείας στον καρκίνου του οισοφάγου ΜΟΝΑΔΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΠΕΠΤΙΚΟΥ, Α ΠΡΟΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ, «ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ» Γ.Ν.Α. Δουλάμη Γεωργία, Θεοδώρου

Διαβάστε περισσότερα

Ογκογόνοι Ιοί. Πέτρος Καρακίτσος

Ογκογόνοι Ιοί. Πέτρος Καρακίτσος Ογκογόνοι Ιοί Πέτρος Καρακίτσος Καθηγητής, Διευθυντής Εργαστήριο Διαγνωστικής Κυτταρολογί Ιατρικής Σχολής Παμεπιστημίου Αθηνώ Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «ΑΤΤΙΚ Ιστορική αναδρομή 1908 Wilhelm Ellerman

Διαβάστε περισσότερα

Μελέτη φυσικών αυτοαντισωµάτων σε HPV θετικές γυναίκες. Πρόδροµα αποτελέσµατα

Μελέτη φυσικών αυτοαντισωµάτων σε HPV θετικές γυναίκες. Πρόδροµα αποτελέσµατα Μελέτη φυσικών αυτοαντισωµάτων σε HPV θετικές γυναίκες. Πρόδροµα αποτελέσµατα Θ.Γ. Κωνσταντινίδης, Χ. Τσίγαλου, Ι. Αλεξανδροπούλου, Χ. Νικολαΐδης, Θ. Παρασίδης, Θ. Γκιόκα, Γ. Καµπουροµύτη, Θ.Κ. Κωνσταντινίδης

Διαβάστε περισσότερα

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΤΡΙΒΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΓΙΑΓΚΙΝΗ ΧΗΜΙΚΟΥ Μελέτη των ιστολογικών και βιοχημικών αλλοιώσεων

Διαβάστε περισσότερα

Παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του Παγκρέατος. Στέργιος Δελακίδης Γαστρεντερολόγος

Παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του Παγκρέατος. Στέργιος Δελακίδης Γαστρεντερολόγος Παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του Παγκρέατος Στέργιος Δελακίδης Γαστρεντερολόγος Καρκίνος Παγκρέατος: πρόγνωση Κακή πρόγνωση Συνολική πενταετής επιβίωση 6%.

Διαβάστε περισσότερα

19. ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ ΑΙΔΟΙΟΥ

19. ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ ΑΙΔΟΙΟΥ Το 1998 η FIGO (International Federation of Gynecology and Obstetrics) στην ετήσια έκθεση της ανέφερε ότι ο καρκίνος του αιδοίου αποτελούσε το 5% των κακοήθων νεοπλασμάτων του γυναικείου γεννητικού συστήματος.

Διαβάστε περισσότερα

ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ «ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ» ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ

ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ «ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ» ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΡΟΔΟΥ «ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ» ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΣ ΚΥΣΤΗ Κοίλο μυώδες όργανο που υποδέχεται, αποθηκεύει και αποβάλλει τα ούρα Μέρη της κύστης Κορυφή Σώμα Πυθμένας Ανατομικά

Διαβάστε περισσότερα

HPV. Τι είναι τα κονδυλώματα?

HPV. Τι είναι τα κονδυλώματα? HPV O HPV (Human papilloma virus) ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων είναι ιός που βασίζεται στο DNA και μολύνει το δέρμα και τις βλεννογόνες μεμβράνες ανθρώπων και ορισμένων ζώων. Μέχρι στιγμής έχουν αναγνωριστεί

Διαβάστε περισσότερα

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑΤΑ ΕΚ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟΥ ΕΠΙΘΗΛΙΟΥ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑΤΑ ΕΚ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟΥ ΕΠΙΘΗΛΙΟΥ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑΤΑ ΕΚ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟΥ ΕΠΙΘΗΛΙΟΥ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ M. Rouprêt, R. Zigeuner, J. Palou, A. öhle, E. Kaasinen, M. abjuk, R. Sylvester, W. Oosterlinck Eur Urol 2011 Apr;59(4):584-94

Διαβάστε περισσότερα

Λόγοι έκδοσης γνώμης για τον χαρακτηρισμό φαρμακευτικού προϊόντος ως ορφανού

Λόγοι έκδοσης γνώμης για τον χαρακτηρισμό φαρμακευτικού προϊόντος ως ορφανού Παράρτημα 1 Λόγοι έκδοσης γνώμης για τον χαρακτηρισμό φαρμακευτικού προϊόντος ως ορφανού Η Επιτροπή Ορφανών Φαρμάκων (COMP), έχοντας εξετάσει την αίτηση, κατέληξε στα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος

Διαβάστε περισσότερα

Λίγα λόγια για τους καρκίνους, τη γενετική τους βάση και διερεύνηση

Λίγα λόγια για τους καρκίνους, τη γενετική τους βάση και διερεύνηση Λίγα λόγια για τους καρκίνους, τη γενετική τους βάση και διερεύνηση Ο καρκίνος είναι μια ιδιαίτερα ετερογενής νόσος, που προκύπτει από συσσώρευση μεταλλάξεων του DNA. Η αιτιολογία του καρκίνου είναι πολυπαραγοντική,

Διαβάστε περισσότερα

Άλλο κονδυλώματα κι άλλο HPV;

Άλλο κονδυλώματα κι άλλο HPV; Άλλο κονδυλώματα κι άλλο HPV; Στην ουσία πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Κονδυλώματα είναι η αρχαία ονομασία και HPV είναι η σύγχρονη ιατρική ορολογία και σημαίνει Human Pappiloma Virus ή στα ελληνικά Ιός

Διαβάστε περισσότερα

ΟΓΚΟΛΟΓΙΑ - ΡΑΔΙΟΒΙΟΛΟΓΙΑ

ΟΓΚΟΛΟΓΙΑ - ΡΑΔΙΟΒΙΟΛΟΓΙΑ ΟΓΚΟΛΟΓΙΑ - ΡΑΔΙΟΒΙΟΛΟΓΙΑ Βασικές γνώσεις I SBN 960-372-069-0 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΑΡΙΣ Α. ΚΟΣΜΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ Μ Ε Ρ Ο Σ Ι ΟΓΚΟΛΟΓΙΑ Κεφάλαιο 1 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ... 3 Το καρκινικό κύτταρο... 3 Κυτταρικός

Διαβάστε περισσότερα

Κωνσταντίνος Βλάχτσης MD, MSc, PHD Επιμελητής ΩΡΛ κλινική Νοσ. Παπανικολάου

Κωνσταντίνος Βλάχτσης MD, MSc, PHD Επιμελητής ΩΡΛ κλινική Νοσ. Παπανικολάου ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ HPV (+) ΚΑΡΚΙΝΟ ΚΕΦΑΛΗΣ - ΤΡΑΧΗΛΟΥ Κωνσταντίνος Βλάχτσης MD, MSc, PHD Επιμελητής ΩΡΛ κλινική Νοσ. Παπανικολάου ΔΗΛΩΣΗ

Διαβάστε περισσότερα

ΠΛΟΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ DNA ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΥΤΑΡΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΜΕ ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΙΚΟΝΑΣ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΥ.

ΠΛΟΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ DNA ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΑΤΙΚΗΣ ΚΥΤΑΡΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΜΕ ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΙΚΟΝΑΣ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΥ. ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΜΕ ΑΝΑΛΥΣΗ 1 Hepatobiliary and Pancreatic Surgical Department, Oxford Radcliffe Hospitals NHS Foundation Trust, UK., 2 Institute of Liver Studies, King s College Hospital, School of Medicine,

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΑΠΛΑΣΤΙΚΟ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ (ΑΚΘ)

ΑΝΑΠΛΑΣΤΙΚΟ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ (ΑΚΘ) 1 Α' Χειρουργική Κλινική, Γ.Ν. Νίκαιας, 2 ΩΡΛ Κλινική, Γ. Ν. Νίκαιας Εισαγωγή Το ΑΚΘ αποτελεί το 1% επί του συνόλου των κακοηθειών του θυρεοειδούς.εμφανίζεται σαν μία ταχέως αναπτυσσόμενη μάζα, διηθεί

Διαβάστε περισσότερα

Κατευθυντήρια Οδηγία Νο 13 Μάρτιος 2014. Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη έναντι του καρκίνου του τραχήλου της µήτρας

Κατευθυντήρια Οδηγία Νο 13 Μάρτιος 2014. Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη έναντι του καρκίνου του τραχήλου της µήτρας Κατευθυντήρια Οδηγία Νο 13 Μάρτιος 2014 Πρωτογενής και δευτερογενής πρόληψη έναντι του καρκίνου του τραχήλου της µήτρας Εισαγωγή Μισό αιώνα µετά τη θεµελιώδη ανακάλυψη της κυτταρολογικής εξέτασης κολπικών

Διαβάστε περισσότερα

Σύμφωνα με τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας, κάθε χρόνο υπάρχουν 1.38 εκατομμύρια καινούρια περιστατικά και περίπου 458 000 θάνατοι από τον καρκίνο του

Σύμφωνα με τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας, κάθε χρόνο υπάρχουν 1.38 εκατομμύρια καινούρια περιστατικά και περίπου 458 000 θάνατοι από τον καρκίνο του 1 Σύμφωνα με τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας, κάθε χρόνο υπάρχουν 1.38 εκατομμύρια καινούρια περιστατικά και περίπου 458 000 θάνατοι από τον καρκίνο του μαστού. Ο καρκίνος του μαστού είναι με μεγάλη διαφορά

Διαβάστε περισσότερα

ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΙΑΓΩΝΙΣΜΑ Θέµα 1 ο 1. Τα άτοµα που είναι ετερόζυγα για τη β-θαλασσαιµία: α. Εµφανίζουν ήπια αναιµία β. Έχουν ευαισθησία στην ελονοσία γ. Συνθέτουν µεγάλη ποσότητα HbF δ.

Διαβάστε περισσότερα

Περιβαλλοντικά Καρκινογόνα Κυρίως τρεις τύποι: Χηµικά (µόλυνση, κάπνισµα, αµίαντος) Φυσικά (ιονίζουσα ακτινοβολία, µή- ιονίζουσα???) Βιολογικά (ιοί π.χ.. HPV) Καρκίνος παχέος εντέρου ΓΕΝΕΤΙΚΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΥΟΚΑΡ ΙΑΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΟΜΑ Α

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΥΟΚΑΡ ΙΑΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΟΜΑ Α ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΜΥΟΚΑΡ ΙΑΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΟΜΑ Α ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΩΛΕΤΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΛΟΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΤΟΓΙΑΝΝΗΣ ΗΜΗΤΡΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙ ΗΣ ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΙΑ ΜΗΤΣΗ

Διαβάστε περισσότερα

Οι ασφαλισμένοι ΕΟΠΥΥ αποζημιώνονται, μόνο εφόσον έχει προηγηθεί η έγκριση του ελεγκτή ιατρού ΕΟΠΥΥ για την αποστολή του δείγματος στο εξωτερικό.

Οι ασφαλισμένοι ΕΟΠΥΥ αποζημιώνονται, μόνο εφόσον έχει προηγηθεί η έγκριση του ελεγκτή ιατρού ΕΟΠΥΥ για την αποστολή του δείγματος στο εξωτερικό. 2.α. ΟNCOTYPE Σε γυναίκες με καρκίνο του μαστού αρχικού σταδίου (με θετικούς ορμονοϋποδοχείς και αρνητικούς μασχαλιαίους λεμφαδένες) παρέχεται η τεχνική της αλυσιδωτής αντίδρασης της αντίστροφης μεταγραφάσης

Διαβάστε περισσότερα

Παραγωγή, απομόνωση και καθαρισμός της φαρμακευτικής πρωτεΐνης.

Παραγωγή, απομόνωση και καθαρισμός της φαρμακευτικής πρωτεΐνης. ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΤΡΙΤΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 2004 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 1 ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑ 1o 1. δ 2. β 3. β 4. γ 5. δ ΘΕΜΑ 2o 1. Σχολικό βιβλίο, σελ.

Διαβάστε περισσότερα

Γονίδια. τη Φαρμακολογία και τη Γονιδιωματική στη Φαρμακογονιδιωματική" Από. Παρενέργειες. Φαρμακο γονιδιωματική / γενετική.

Γονίδια. τη Φαρμακολογία και τη Γονιδιωματική στη Φαρμακογονιδιωματική Από. Παρενέργειες. Φαρμακο γονιδιωματική / γενετική. Από τη Φαρμακολογία και τη Γονιδιωματική στη Φαρμακογονιδιωματική" Φυσιολογικά Ανθρώπινα Χαρακτηριστικά Ανταπόκριση στο Περιβάλλον Δέσποινα Σανούδου,, PhD FACMG Επίκουρη Καθηγήτρια Molecular Biology Biomedical

Διαβάστε περισσότερα

Περιβάλλον και υγεία: Ορόλοςτηςβιολογικήςέρευνας στη διαμόρφωση πολιτικών προστασίας και πρόληψης

Περιβάλλον και υγεία: Ορόλοςτηςβιολογικήςέρευνας στη διαμόρφωση πολιτικών προστασίας και πρόληψης Περιβάλλον και υγεία: Ορόλοςτηςβιολογικήςέρευνας στη διαμόρφωση πολιτικών προστασίας και πρόληψης Σ. Κυρτόπουλος Ινστιτούτο Βιολογικών Ερευνών & Βιοτεχνολογίας Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Συμβολή περιβαλλοντικών

Διαβάστε περισσότερα

Ο ρόλος και η σημασία των μοριακών τεχνικών στον έλεγχο των. μικροβιολογικών παραμέτρων σε περιβαλλοντικά δείγματα για την προστασία

Ο ρόλος και η σημασία των μοριακών τεχνικών στον έλεγχο των. μικροβιολογικών παραμέτρων σε περιβαλλοντικά δείγματα για την προστασία Ο ρόλος και η σημασία των μοριακών τεχνικών στον έλεγχο των μικροβιολογικών παραμέτρων σε περιβαλλοντικά δείγματα για την προστασία της Δημόσιας Υγείας Α. Βανταράκης Εργαστήριο Υγιεινής, Ιατρική Σχολή,

Διαβάστε περισσότερα

Μοριακή σταδιοποίηση: το παράδειγμα του καρκίνου του προστάτη

Μοριακή σταδιοποίηση: το παράδειγμα του καρκίνου του προστάτη Μοριακή σταδιοποίηση: το παράδειγμα του καρκίνου του προστάτη Μιχάλης Κουτσιλιέρης Αναπλ. Καθηγητής Πειραματικής Φυσιολογίας, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών έλω να ξεκινήσω την ομιλία μου ευχαριστώντας

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΘΕΜΑ 1 Ο Α. Να βάλετε σε κύκλο το γράμμα που αντιστοιχεί στη σωστή απάντηση ή στη φράση που συμπληρώνει σωστά την πρόταση. 1. H β- θαλασσαιμία είναι

Διαβάστε περισσότερα

Πανελλαδικές εξετάσεις Γ Τάξης Ημερήσιου Γενικού Λυκείου Βιολογία Θετικής Κατεύθυνσης Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Πανελλαδικές εξετάσεις Γ Τάξης Ημερήσιου Γενικού Λυκείου Βιολογία Θετικής Κατεύθυνσης Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014 Πανελλαδικές εξετάσεις Γ Τάξης Ημερήσιου Γενικού Λυκείου Βιολογία Θετικής Κατεύθυνσης Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014 ΘΕΜΑ Α Α1.δ Α2.γ Α3.β Α4.γ Α5.β ΘΕΜΑ Β Β1. 4,2,1,6,3,5 Β2. α. DNA πολυμεράση β. πριμόσωμα γ.

Διαβάστε περισσότερα

ΜΗ ΜΙΚΡΟΚΥΤΤΑΡΙΚΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΠΝΕΥΜΟΝΑ Ιστοπαθολογία- Μοριακή διαγνωστική. Δ Ροντογιάννη

ΜΗ ΜΙΚΡΟΚΥΤΤΑΡΙΚΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΠΝΕΥΜΟΝΑ Ιστοπαθολογία- Μοριακή διαγνωστική. Δ Ροντογιάννη ΜΗ ΜΙΚΡΟΚΥΤΤΑΡΙΚΟΣ ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΠΝΕΥΜΟΝΑ Ιστοπαθολογία- Μοριακή διαγνωστική Δ Ροντογιάννη Die Cellularpathologie by Rudolf Virchow in 1858..Cells are the progeny of other cells and diseases are diseases of

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΕΜΠΤΗ 1 ΙΟΥΛΙΟΥ 2004 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΕΜΠΤΗ 1 ΙΟΥΛΙΟΥ 2004 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 1 ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΕΜΠΤΗ 1 ΙΟΥΛΙΟΥ 2004 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑ 1ο 1. β 2. γ 3. α 4. γ 5. δ ΘΕΜΑ 2ο 1. Σχολικό

Διαβάστε περισσότερα

ΣΤΟΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΣΘΕΝΗΣ

ΣΤΟΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΣΘΕΝΗΣ ΣΤΟΜΑΤΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΣΘΕΝΗΣ ISBN 978-960-372-099-7 ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗ Ομότιμη Καθηγήτρια Προληπτικής και Κοινωνικής Οδοντιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών ΟΥΡΑΝΙΑ ΝΙΚΟΛΑΤΟΥ - ΓΑΛΙΤΗ Αναπληρώτρια

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΝΕΣΙΜΗ ΤΟΠΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΝΕΣΙΜΗ ΤΟΠΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΝΕΣΙΜΗ ΤΟΠΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ Αυτό σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε μόνο ενέσιμα φάρμακα και μόνο στο σημείο που πάσχει. ΜΕΣΟΘΕΡΑΠΕΙΑ Ξεκίνησε στη λογική του γιατί να μη χορηγήσω ένα αντιφλεγμονώδες

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΛΑΦΡΩΝ ΑΛΥΣΕΩΝ ΣΤΟΝ ΟΡΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΟΥΡΑ. Χρυσούλα Νικολάου

ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΛΑΦΡΩΝ ΑΛΥΣΕΩΝ ΣΤΟΝ ΟΡΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΟΥΡΑ. Χρυσούλα Νικολάου ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΛΑΦΡΩΝ ΑΛΥΣΕΩΝ ΣΤΟΝ ΟΡΟ ΚΑΙ ΣΤΑ ΟΥΡΑ Χρυσούλα Νικολάου Μονοκλωνικές ελεύθερες ελαφρές αλύσεις Οι μονοκλωνικές ελεύθερες ελαφρές αλύσεις οι οποίες είναι γνωστές ως πρωτεΐνη Bence

Διαβάστε περισσότερα

«β-μεσογειακή αναιμία: το πιο συχνό μονογονιδιακό νόσημα στη χώρα μας»

«β-μεσογειακή αναιμία: το πιο συχνό μονογονιδιακό νόσημα στη χώρα μας» Εργαστήριο Κυτταρογενετικής ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος» «β-μεσογειακή αναιμία: το πιο συχνό μονογονιδιακό νόσημα στη χώρα μας» Ζαχάκη Σοφία - Ουρανία Βιολόγος, MSc, PhD β μεσογειακή αναιμία Η θαλασσαιμία ή νόσος

Διαβάστε περισσότερα

ΕΝΤΥΠΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

ΕΝΤΥΠΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΕΝΤΥΠΟ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ Τίτλος Μελέτης: Ιδιοπαθής φλεγμονώδης νόσος του εντέρου και προκαρκινικές αλλοιώσεις /καρκίνος του τραχήλου της μήτρας. Παρακαλώ διαβάστε προσεκτικά αυτό

Διαβάστε περισσότερα

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΩΟΘΗΚΩΝ. Θ. Πανοσκάλτσης MD, PhD, FRCOG, CCST (UK) Γυναικολόγος Ογκολόγος. Αρεταίειον Νοσοκομείο, Αθήνα

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΩΟΘΗΚΩΝ. Θ. Πανοσκάλτσης MD, PhD, FRCOG, CCST (UK) Γυναικολόγος Ογκολόγος. Αρεταίειον Νοσοκομείο, Αθήνα ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΩΟΘΗΚΩΝ Θ. Πανοσκάλτσης MD, PhD, FRCOG, CCST (UK) Γυναικολόγος Ογκολόγος Λέκτορας, 2 η Πανεπιστημιακή Κλινική Μαιευτικής Γυναικολογίας Αρεταίειον Νοσοκομείο, Αθήνα ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο καρκίνος ωοθηκών

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΓΚΟΓΟΝΙΔΙΟΥ HPV16 Ε7 ΣΕ ΕΠΙΘΗΛΙΑΚΑ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑΤΑ. ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΕΡΜΕΘΥΛΙΩΣΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΑΓΩΓΕΑ ΤΟΥ ΓΟΝΙΔΙΟΥ p16

ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΓΚΟΓΟΝΙΔΙΟΥ HPV16 Ε7 ΣΕ ΕΠΙΘΗΛΙΑΚΑ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑΤΑ. ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΕΡΜΕΘΥΛΙΩΣΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΑΓΩΓΕΑ ΤΟΥ ΓΟΝΙΔΙΟΥ p16 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ: ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΝΟΡΜΑ ΒΑΒΑΤΣΗ-ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΠΑΝΕΠ. ΕΤΟΣ 2008-2009

Διαβάστε περισσότερα

8Παρασκευή Ξενοδοχείο. Καρκίνος. Ημερίδα με θέμα. Κεφαλής -Τραχήλου Ουροδόχου Κύστης. Τελικό. πρόγραμμα. Λάρισα. Maίου 2015.

8Παρασκευή Ξενοδοχείο. Καρκίνος. Ημερίδα με θέμα. Κεφαλής -Τραχήλου Ουροδόχου Κύστης. Τελικό. πρόγραμμα. Λάρισα. Maίου 2015. Οργάνωση: Ερευνητική Εταιρεία Ουρογεννητικής Ογκολογίας Ημερίδα με θέμα Καρκίνος Κεφαλής -Τραχήλου Ουροδόχου Κύστης Xορηγoύνται 4 Μόρια Συνεχιζόμενης Ιατρικής Εκπαίδευσης (CΜE-CPD) 8Παρασκευή Ξενοδοχείο

Διαβάστε περισσότερα

Μεταβολικές ανάγκες ανοσοκυττάρων

Μεταβολικές ανάγκες ανοσοκυττάρων Μεταβολικές ανάγκες ανοσοκυττάρων Στέργιος Κατσιουγιάννης PhD Μεταδιδακτορικός συνεργάτης Χαροκόπειο Πανεπιστήµιο Τµήµα Επιστήµης ιαιτολογίας και ιατροφής Μεταβολισµός και Ανοσολογία Ιστορικά το καλύτερο

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΟΝΟΚΛΩΝΙΚΑ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ ΕΜΒΟΛΙΑ. Εργαστήριο Γενετικής, ΓΠΑ

ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΟΝΟΚΛΩΝΙΚΑ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ ΕΜΒΟΛΙΑ. Εργαστήριο Γενετικής, ΓΠΑ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΟΝΟΚΛΩΝΙΚΑ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ ΕΜΒΟΛΙΑ Στάδια μικροβιακής λοίμωξης δημιουργία αποικίας σε εξωτερική επιφάνεια διείσδυση στον οργανισμό τοπική μόλυνση συστηματική (γενικευμένη) μόλυνση H σημασία

Διαβάστε περισσότερα

Περιεχόμενα. 1 Η ιστορία της εξελικτικής βιολογίας: Εξέλιξη και Γενετική 2 Η Προέλευση της Μοριακής Βιολογίας 3 Αποδείξεις για την εξέλιξη 89

Περιεχόμενα. 1 Η ιστορία της εξελικτικής βιολογίας: Εξέλιξη και Γενετική 2 Η Προέλευση της Μοριακής Βιολογίας 3 Αποδείξεις για την εξέλιξη 89 Περιεχόμενα Οι Συγγραφείς Πρόλογος της Ελληνικής Έκδοσης Πρόλογος της Αμερικανικής Έκδοσης Σκοπός και Αντικείμενο του Βιβλίου ΜΕΡΟΣ Ι ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ 1 Η ιστορία της εξελικτικής

Διαβάστε περισσότερα

ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΗΣΙΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 22 ΜΑΙΟΥ 2009 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΗΣΙΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 22 ΜΑΙΟΥ 2009 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 1 ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΗΣΙΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 22 ΜΑΙΟΥ 2009 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΘΕΜΑ 1ο Να γράψετε στο τετράδιό σας τον αριθµό καθεµιάς από τις παρακάτω

Διαβάστε περισσότερα

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ. Η κακοήθης νεοπλασία του νεφρού αποτελεί το 3 % των νεοπλασμάτων του ενήλικα. Ασυνήθης είναι η εμφάνιση του σε ηλικίες κάτω των

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ. Η κακοήθης νεοπλασία του νεφρού αποτελεί το 3 % των νεοπλασμάτων του ενήλικα. Ασυνήθης είναι η εμφάνιση του σε ηλικίες κάτω των ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ. Η κακοήθης νεοπλασία του νεφρού αποτελεί το 3 % των νεοπλασμάτων του ενήλικα. Ασυνήθης είναι η εμφάνιση του σε ηλικίες κάτω των 40 ετών και τυπικά εμφανίζεται στην πέμπτη και έκτη

Διαβάστε περισσότερα

Prolaris : Ο Νέος Εξατομικευμένος Υπολογισμός της Επιθετικότητας του Καρκίνου του Προστάτη

Prolaris : Ο Νέος Εξατομικευμένος Υπολογισμός της Επιθετικότητας του Καρκίνου του Προστάτη Prolaris : Ο Νέος Εξατομικευμένος Υπολογισμός της Επιθετικότητας του Καρκίνου του Προστάτη Τηλεφωνικό Κέντρο 210 69 66 000 Prolaris : Ο Νέος Εξατομικευμένος Υπολογισμός της Επιθετικότητας του Καρκίνου

Διαβάστε περισσότερα

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ Α ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΤΟΜΙΚΗΣ ΟΓΚΟΙ ΕΠΙΦΥΣΗΣ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΝΤΖΑΣ Επίκουρος Καθηγητής

ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ Α ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΤΟΜΙΚΗΣ ΟΓΚΟΙ ΕΠΙΦΥΣΗΣ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΝΤΖΑΣ Επίκουρος Καθηγητής ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟ ΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ Α ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΤΟΜΙΚΗΣ ΟΓΚΟΙ ΕΠΙΦΥΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΝΤΖΑΣ Επίκουρος Καθηγητής ΟΓΚΟΙ ΕΠΙΦΥΣΗΣ Επιφυσιοβλάστωµα Επιφυσιοκύττωµα Ογκος

Διαβάστε περισσότερα

ΜΟΡΙΑΚΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΒΛΑΣΤΩΜΑΤΟΣ (ΟΓΚΟΥ ΤΟΥ WILMS) Σπυριδάκης Ιωάννης 2, Καζάκης Ι 2, Δογραματζής Κωνσταντίνος 1, Κοσμάς Νικόλαος 1,

ΜΟΡΙΑΚΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΒΛΑΣΤΩΜΑΤΟΣ (ΟΓΚΟΥ ΤΟΥ WILMS) Σπυριδάκης Ιωάννης 2, Καζάκης Ι 2, Δογραματζής Κωνσταντίνος 1, Κοσμάς Νικόλαος 1, 1 Ιατρική Σχολή ΑΠΘ, Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων, 2Β Πανεπιστημιακή Κλινική Χειρουργικής Παίδων ΑΠΘ, Γ.Ν Παπαγεωργίου (Διευθυντής: Καθηγητής Αντώνιος Φιλιππόπουλος) Εισαγωγή Ο όγκος του Wilms

Διαβάστε περισσότερα

Μελέτες ασθενών-μαρτύρων

Μελέτες ασθενών-μαρτύρων Μελέτες ασθενών-μαρτύρων Η πρώτη ΜΑΜ δημοσιεύθηκε το 1920 και αφορούσε τη σχέση καπνιστικής συνήθειας και επιθηλιώματος των χειλιών (μορφή καρκίνου του δέρματος) Το 1950, δημοσιεύθηκαν οι πρώτες 4 μελέτες

Διαβάστε περισσότερα