ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΗΛΙΔΕΣ: ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ.

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΗΛΙΔΕΣ: ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ."

Transcript

1 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ ΘΕΜΑ ΠΤΥΧΙΑΚΗΣ: V ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΗΛΙΔΕΣ: ΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ. ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Κ. ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗ 2013 ΒΛΑΣΕΡΟΥ ΜΑΡΙΑ

2 1

3 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Σελίδες ΕΙΣΑΓΩΓΗ Προσέγγιση θέματος- Υπόθεση Εργασίας.. 4 Μεθοδολογία η Ενότητα : Θεωρητικό υπόβαθρο Πόλη και Οικισμός...7 Αστική Ανάπτυξη.. 7 Στρατηγικές αστικής ανάπτυξης στα κράτη μέλη της Ευρώπης..8 2 η Ενότητα Η Πολεοδομία στην Ευρώπη και στην Ελλάδα...13 Πληθυσμός της Ελλάδας η Ενότητα : Μελέτη γύρω από την Οικιστική ανάπτυξη της Κέρκυρας Εισαγωγή...21 Η Πόλη της Κέρκυρας..21 Η Αρχιτεκτονική του Τοπίου 22 Το Οικιστικό Περιβάλλον Υλικά και τρόποι κατασκευής. 24 Ιστορία της Κέρκυρας.25 Η Αρχιτεκτονική της Πόλης της Κέρκυρας - Η Αστική Εξέλιξη του Ιστορικού Κέντρου Οι πύλες 30 Αμυντική οργάνωση και μεσαιωνική πόλη πριν τους Βενετούς...32 Το Σύστημα των Δρόμων 32 Ελεύθεροι Χώροι..33 Αναφορά στα ιστορικά προάστια και στο ρόλο της πόλης το 19ο και 20ο αιώνα...35 Παλαιό φρούριο 36 Νέο φρούριο. 37 Βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά και δομή των οχυρωματικών έργων Παλαιό Φρούριο. 38 Νέο φρούριο...39 Η περιτείχιση της Πόλης..39 Οι οχυρώσεις ως παράγοντας διαμόρφωσης του αστικού χώρου...40 Οι εκκλησίες τα καμπαναρια Αστική Αρχιτεκτονική.. 49 Δημόσια Κτίρια

4 Σελίδες Κατοικίες.51 Βενετοκρατία Αγγλοκρατία..53 Οικονομικό περιβάλλον και κοινωνικός χώρος Πολιτική αστικής ανάπτυξης 56 Ολοκληρωμένες Παρεμβάσεις Βιώσιμης Ανάπτυξη..57 Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Κέρκυρας 59 Απεικονίσεις Χαρτών 62 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΧΑΡΤΩΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ..70 ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΙΚΟΝΩΝ...71 ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΑΡΤΩΝ...73 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ..75 3

5 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Προσέγγιση θέματος- Υπόθεση Εργασίας Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20 ου αιώνα η αστική ανάπτυξη αναδείχθηκε σαν ένα μαζικό φαινόμενο σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο. Στις μέρες μας, έχει αναπτυχθεί ένα πυκνό δίκτυο πόλεων και οικισμών όπου σκεπάζει το μεγαλύτερο μέρος των κατοικημένων περιοχών της γης και οι άνθρωποι τείνουν να συσπειρώνονται σε όλο και μεγαλύτερες αστικές περιοχές. Αυτό συμβαίνει λόγω της ραγδαίας αύξησης του πληθυσμού και ανάγκης επιβίωσης του. Επίσης, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες όπου επηρεάζουν τον τρόπο δημιουργίας και ανάπτυξης των πόλεων, όπως είναι οι πολιτικοί και οι κοινωνικο-οικονομικοί. Πολλοί είναι εκείνοι που εκλαμβάνουν την αστική διάχυση σαν μια μορφή αστικής ανάπτυξης, που συμβολίζει την ελευθερία επιλογής του ατόμου, άλλοι πάλι αναφέρονται στα προβλήματα που δημιουργεί η αστική διάχυση σε μορφές σχεδιασμού αλλά και διαχείρισης. Έτσι, πληθαίνουν και τα προβλήματα αλλά και οι λειτουργίες μιας πόλης, όπου η τελευταία τείνει να αυξάνεται και σε έκταση με ομαλό ή μη τρόπο. Η παρούσα πτυχιακή αποσκοπεί να μελετήσει το φαινόμενο της αστικής ανάπτυξης στο χώρο, δίνοντας όμως μεγαλύτερη έμφαση στον τρόπο ανάπτυξης και εξέλιξης της πόλης της Κέρκυρας, στο πέρασμα των τελευταίων 70 περίπου ετών και πιο συγκεκριμένα από το 1945 έως και σήμερα. Σκοπός της παρούσας πτυχιακής είναι η μελέτη του αστικού χώρου της Κέρκυρας και η εξέλιξη του σε περιβάλλον δημιουργίας. Παράλληλα δημιουργήθηκαν χάρτες, όπου παρουσιάζουν την αστική ανάπτυξη της πόλης της Κέρκυρας, προσπαθώντας να αποδώσουν όσο το δυνατόν καλύτερα μια εικόνα της έκτασης και εξέλιξης της πόλης. Αυτοί οι χάρτες δημιουργήθηκαν με τη βοήθεια του προγράμματος AutoCAD Θεωρώ σωστό να αναφέρω πως οι αεροφωτογραφίες, όπου επεξεργάστηκα έχοντας σαν τελικό αποτέλεσμα τους χάρτες στο τέλος της παρούσας πτυχιακής, προμηθεύτηκαν από τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού. Τοποθετήθηκαν στο λογισμικό AutoCAD 2000 και ύστερα από την κατάλληλη επεξεργασία τους έχουμε την τελική μορφή τους. Στη συνέχεια, της πτυχιακής ακολουθεί το κύριο μέρος της, το οποίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Στο πρώτο μέρος της πτυχιακής γίνεται μια θεωρητική προσέγγιση του φαινομένου της αστικής ανάπτυξης. Για να μπορέσει να γίνει όμως αυτό κατανοητό, κάνουμε μια προσπάθεια ορισμού δύο εννοιών, της πόλης και του οικισμού. Ακόμα, ακολουθεί μια αναφορά στον τρόπο δημιουργίας των πόλεων αλλά και των λειτουργιών που αναπτύσσουν και κλείνει με λίγα λόγια για το φαινόμενο της αστικής διάχυσης, που είναι επακόλουθο της αστικής ανάπτυξης. Γίνεται επίσης αναφορά στους τρόπους μέτρησης της οικιστικής ανάπτυξης, όπου είναι και οι αστικές κηλίδες και στους παράγοντες που την ευννοούν. Αυτό γίνεται για να μπορέσει ο αναγνώστης να κατανοήσει καλύτερα το θέμα της εργασίας. Έπειτα ακολουθεί το δεύτερο μέρος, στο οποίο χρησιμοποιώντας τις χρονολογίες όπου είναι και οι χάρτες μας, δηλαδή από το 1945 έως και σήμερα, προσπαθούμε να αναφερθούμε στους θεσμούς της πολεοδομίας που αφορούν την οικιστική ανάπτυξη και που επικρατούσαν εκείνες τις χρονιές στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα, και κατά συνέπεια που ισχύουν για εκείνες τις χρονιές για το νησί και την πόλη της Κέρκυρας. Ακόμα γίνεται μια αναφορά στον πληθυσμό των 20 4

6 μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων από το 1951 μέχρι και 2001 και παρουσιάζεται και η θέση της Κέρκυρας σε σύγκριση με αυτές. Στην τρίτη ενότητα, παρουσιάζεται η πολεοδομική και αστική εξέλιξη της πόλης της Κέρκυρας. Παράλληλα, γίνεται αναφορά στην ιστορία της πόλης και των γεωγραφικών της χαρακτηριστικών και πως έχει διαμορφωθεί η εικόνα της έκτασης της πόλης σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια καθώς και ποιος ο λόγος της σημερινής της μορφής. Τέλος, μελετώντας την οικιστική ανάπτυξη της πόλης της Κέρκυρας καταλήγουμε σε κάποια συμπεράσματα και έπειτα ακολουθεί η βιβλιογραφία. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ Η τεχνική που χρησιμοποιήθηκε για το πέρας αυτής της εργασίας, με σκοπό να μετρηθεί η οικιστική ανάπτυξη της πόλης της Κέρκυρας, από τα μέσα του 20 ου αιώνα μέχρι και σήμερα, είναι οι «αστικές κηλίδες». Η αστική κηλίδα είναι αποτέλεσμα τόσο μιας αναλογικής όσο και μιας αυτοματοποιημένης διεργασίας. Για να οριστούν τα αστικά μεγέθη πρέπει να γνωρίζουμε τη μορφολογία της πόλης (κηλίδας), δηλαδή τη θέση και την ομαδοποίηση του οικιστικού της αποθέματος. Μελετώντας την πυκνότητα της πόλης μπορούμε να την αναλύσουμε σε δύο κλίμακες, είτε στην τοπική η οποία επιτρέπει τον εντοπισμό της πόλης είτε σε μια πιο ευρύτερη κλίμακα στην οποία μπορούμε να διακρίνουμε τις ζώνες αστικής εξάπλωσης. Σε μια πόλη, οι πυκνοκατοικημένες περιοχές χαρακτηρίζονται από μικρά οικόπεδα με ισχυρό κτιριακό αποτύπωμα και υψηλή πυκνότητα (παρουσία πολυκατοικιών ή πολλών μονοκατοικιών) και συνήθως είναι ένας χώρος καλοσχηματισμένος με πολλές λειτουργίες. Αντίθετα όμως, με τις ζώνες διάχυσης, που είναι και οι ζώνες αστικής εξάπλωσης, οι οποίες χαρακτηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά από ιδιαίτερη μονοκατοικία, με μεγάλα οικόπεδα και με σταθερή και συνηθησμένη την παρουσία κενών αγροτεμαχίων. Αυτές οι περιοχές ομαδοποιούν κάποιες απομονωμένες κατασκευές στις οποίες συναντάται η διασπορά, η αγροτική ζωή και η έναρξη της αστικοποίησης. Για να μπορέσει να ερμηνευτεί η φωτογραφία μιας περιοχής, έτσι ώστε να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε την πολεοδομία στην πραγματική της μορφή, βασική προϋπόθεση είναι να μπορεί να γίνει αποδεκτή η φωτογραφία της, έτσι ώστε να μπορούν να αναγνωστούν και ερμηνευτούν τα σχήματα επί του εδάφους. Η ερμηνεία θα μπορέσει να γίνει ύστερα από την κατάλληλη επεξεργασία, όπου απομονωμένο πια το κτιστό περιβάλλον θα μπορέσει να ερμηνευτεί, έχοντας τα επιθυμητά χρωματικά ή με διαφορετικό τόνο χαρακτηριστικά είτε θα ερμηνευτεί μέσω της ψηφιοποίησης των παρατηρούμενων οικιμάτων. Τα ακριβέστερα αποτελέσματα απαιτούν βέβαια και τη γνώση του χώρου. Με βάση αυτήν την τεχνική της αστικής κηλίδας προσεγγίζουμε την πολεοδομία από την πραγματική της μορφή στην πόλη, έχοντας βέβαια χρησιμοποιήσει συγκεκριμένες διεργασίες. Η αναλογική ερμηνεία της φωτογραφίας είναι η πρώτη από αυτές και η άλλη είναι οι ψηφιακοί χάρτες μωσαϊκού ή αλλιώς ψηφιδωτά μοντέλα. Σε αυτήν την προσέγγιση σημαντικό ρόλο παίζει η κλίμακα, όπου πιο αποδεκτή θεωρείται η 1/10.000, σε αντίθεση με την 1/ του Corine. Ακόμα ιδιαίτερη βάση σε αυτή την τεχνική πρέπει να δωθεί στο βαθμό συνέχειας ήσυνέχειας του αστικού πλέγματος. Σημαντικό ρόλο για να υπολογιστεί παίζουν οι εξείς 5

7 παράγοντες: η έκταση της πόλης, η δομημένη έκταση, η πυκνότητα του πληθυσμού και η επιφάνεια των δομημένων περιοχών μεγάλης διασποράς. Δυνατότητα βελτίωσης τόσο της χαρτογραφικής αναπαράστασης κυρίως, όσο και της κατανόησης της αστικοποίησης δίνουν οι πηγές και οι τεχνικές. Η τηλεπισκόπηση προσφέρει αυτή τη δυνατότητα καλύπτοντας μεγάλες περιοχές χωρικών δεδομένων με μεγάλη χρονική συχνότητα. Βασικά, η αναπαράσταση της αστικοποίησης σε χάρτες ξεκίνησε από τα τέλη του 1950, προσπαθώντας να προβλέψουν το μέγεθος των πόλεων ή τις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις εντός και εκτός των ορίων τους. Στις μέρες μας όμως, αυτή η τεχνική έχει αναπτύξει μια σειρά από στατιστικά και αναλυτικά αστικά μοντέλα βασισμένη σε διάφορες θεωρίες. (Σιδηρόπουλος, 2010) Με τον ίδιο τρόπο εργάστηκα και στην περιοχή μελέτης μου, την πόλη της Κέρκυρας. Έχοντας προμηθευτεί τις αεροφωτογραφίες των χρονολογιών 1945, 1978, 1988 και 1998, από τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, οι οποίες απεικονίζουν την έκταση της πόλης ανά χρονολογία, ύστερα από την κατάλληλη επεξεργασία της φωτογραφίας, εφόσον βέβαια ήταν δυνατόν να παρατηρηθούν τα οικίματα της πόλης, μέσω της ψηφιοποίησης τους και αποδίδοντας τους τα επιθυμητά χρωματικά χαρακτηριστικά έγινε εφικτή η μελέτη της αστικής ανάπτυξης της Κέρκυρας, καταλήγοντας στους τελικούς μου χάρτες που παρουσιάζονται στην συνέχεια. Χρησιμοποιώντας αυτήν την τεχνική είναι δυνατόν να διακρίνουμε την επέκταση του αστικού κέντρου της Κέρκυρας και τις ζώνες εξάπλωσης του. Περισσότερα σχόλια ακολουθούν στο τρίτο μέρος της εργασίας και στα συμπεράσματα. 6

8 1 η Ενότητα : Θεωρητικό υπόβαθρο Πόλη και Οικισμός Ξεκινώντας καλό είναι να γίνει μια αναφορά σε δύο έννοιες συγγενείς μεταξύ τους, στην έννοια της πόλης και του οικισμού. Με την έννοια οικισμός, εννοούμε το σύνολο των κατοικιών όπου βρίσκονται σε σχετικά μικρή απόσταση μεταξύ τους, έτσι ώστε να δημιουργούνται ανάμεσα τους κάποιες χωρικές και λειτουργικές σχέσεις. Βέβαια, αυτό που έχει μικρότερη ή και μηδαμινή σημασία είναι το εάν οι κατοικίες είναι πολλές ή λίγες. Γενικότερα, η έννοια αυτή συνδέεται με εκείνη των κτισμάτων όπου αποτελούν τον κάθε οικισμό ή και των νοικοκυριών που στεγάζονται στα κτίσματα αυτά. Από την άλλη ένα συγκρότημα κτισμάτων όπου δεν αποτελείται από νοικοκυριά δεν αποτελεί έναν οικισμό, όπως είναι για παράδειγμα ένα αγρόκτημα. Αυτό σημαίνει πως ο κάθε οικισμός αποτελεί πλέον μια οντότητα εφόσον ο αριθμός των νοικοκυριών που τον αποτελούν μπορεί να αποτελέσει μια κοινωνική ομάδα μεγαλύτερη από μια οικογένειααναφερόμενοι στην οικογένεια καλούμε το σύνολο των ατόμων όπου βρίσκονται κάτω από την ίδια στέγη. Πόλη από την άλλη, σε μια πιο ευρύτερη έννοια καλείται και ο οικισμός, αλλά κάθε οικισμός δε μπορεί να είναι και πόλη. Για να γίνει εφικτό αυτό, θα πρέπει ο κάθε οικισμός να πληρεί κάποια ποσοτικά αλλά και ποιοτικά χαρακτηριστικά. (Αραβαντινός, 2007) Αστική Ανάπτυξη Η δημιουργία οικισμών είναι μια ανάγκη επιβίωσης που υπήρχε από την αρχαιότητα. Καθώς ο πληθυσμός της γης αυξάνεται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια έτσι αυξάνεται και η ανάγκη δημιουργίας όλο και περισσότερων σπιτιών. Αυτό προκαλεί την αστική ανάπτυξη. Δεδομένου ότι η ζήτηση των κατοικιών αυξάνεται οι πόλεις αρχίζουν να επεκτείνονται και σε νέους τομείς και περιοχές όπως είναι τα δάση. Επίσης, σημαντικό ρόλο στην επιλογή θέσης των πόλεων έπαιξαν διάφοροι παράγοντες και κριτήρια χωροθέτησης. Η δημιουργία ενός οικισμού και κατά συνέπεια μιας πόλης είναι επακόλουθο των κοινωνικών αναγκών των κατοίκων του με κύριο σκοπό τους την κάλυψη των ανθρωπίνων αναγκών τους για επιβίωση και συνοίκηση. Αυτές οι ανάγκες είναι κυρίως οικονομικές, πνευματικές, ψυχοσωματικές και θρησκευτικές. Σημαντικό ρόλο παίζει και η γεωγραφική θέση της κάθε περιοχής χωροθέτησης η οποία βοηθάει στην αμυντική θέση της πόλης καθώς και στην καλύτερη επικοινωνία της με τις υπόλοιπες, είτε λόγω απόστασης είτε λόγω υλικών αγαθών που προσδίδει η κάθε περιοχή. (Αραβαντινός, 2007) Παρέα με την ανάπτυξη του κάθε οικισμού μεγάλωναν και τα προβλήματα οργάνωσης του χώρου, οι λειτουργίες του αυξάνονται και συγκρούονται με εκείνες του παρελθόντος. Ανάλογα με τη κάθε εποχή και τις ανάγκες έτσι αναπτύσσονται και οι ανάγκες των κατοίκων της κάθε πόλης και έτσι αυξάνονται και οι λειτουργικές της οργανώσεις. Ο άνθρωπος στην προσπάθεια του να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του ακολουθεί μια σειρά από ενέργειες όπου εξασφαλίζουν την επιβίωση του. Αρχίσει να κτίζει τείχη, να οργανώνει το χώρο του οικισμού, να χαράζει δρόμους και χώρους συγκέντρωσης, έτσι η πολεοδομία είναι μια τέχνη που αναπτύχτηκε από την αρχή δημιουργίας των οικισμών στη γη. Βέβαια και οι μεγάλες συγκεντρώσεις ανθρώπων σε οικισμούς, η λεγόμενη αστικοποίηση, παρατηρείται από τα παλιά χρόνια. Ωστόσο, το φαινόμενο της αστικοποίησης έγινε ένα μεγάλο πρόβλημα από το 18 ο αιώνα και μετά, με κύριο παράγοντα, και όχι μοναδικό, την βιομηχανική 7

9 επανάσταση. Η εξελικτική αυτή πορεία ανάπτυξης των πόλεων χαρακτηρίστηκε και από τα εξής γεγονότα: αρχικά, με τη γεωγραφική επέκταση και ένταση των εμπορικών δραστηριοτήτων μετά την Αναγέννηση, κυρίως με την ένωση των αποικιών από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Ακόμα στιγματίστηκε από τη σταδιακή διόγκωση και άνοδο της αστικής τάξης, τη σταδιακή συσσώρευση των κεφαλαίων και την εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης. Οι εξελίξεις αυτές βοήθησαν και ενίσχυσαν από τη μια πλευρά την εξέλιξη των αστικών κέντρων και από την άλλη συνδυάζοντας και τους παράγοντες της προσφοράς και της ζήτησης οδήγησαν στη βιομηχανική επανάσταση. Με το τελευταίο εγκαταλείφθηκαν οι παραδοσιακοί τρόποι παραγωγής, εφόσον αναπτύχθηκε η τεχνολογία και εισήγαγε νέες μεθόδους παραγωγής με μεγαλύτερη απόδοση κατακερματίζοντας την χειρωνακτική μέχρι τότε εργασία. Έτσι, αναπτύχθηκαν μεγάλα βιομηχανικά κέντρα, τα οποία συγκέντρωσαν την οικονομική δραστηριότητα της κάθε περιοχής και που υποβάθμισαν βαθμιαία την εργασία στην ύπαιθρο. Η συσσώρευση του κεφαλαίου για επενδύσεις και παράλληλα για παραγωγή στα βιομηχανικά κέντρα οδήγησε στην συγκέντρωση εργατικού δυναμικού στις πόλεις, με συνέπεια την πληθυσμιακή έκρηξη αυτών. Βεβαίως, ο χρόνος εξάπλωσης του φαινομένου, η ένταση, η ταχύτητα και ο χαρακτήρας του διαφέρουν από τόπο σε τόπο. Σήμερα, όμως μεγαλύτερη αύξηση του πληθυσμού σημειώνεται στις πόλεις αν και υπάρχει μια τάση μετανάστευσης στην ύπαιθρο. (Αραβαντινός, 2007 και Βαϊου- Χατζημιχάλη 1979) Στρατηγικές αστικής ανάπτυξης στα κράτη μέλη της Ευρώπης Η αναγνώριση στην Ευρώπη της ιδιαίτερης σημασίας των αστικών περιοχών για την οικονομική ανάπτυξη, έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη τάση για περιφερειακή πολιτική που εστιάζει στις στρατηγικές για τα αστικά συστήματα, τις αστικές περιοχές και τα αστικά κέντρα περιφερειακών αλλά και εθνικών και υπερεθνικών επιπέδων. Στη Φινλανδία, η ανταγωνιστικότητα των πόλεων τέθηκε ως εθνικός στόχος το 1996 και η αστική πολιτική είναι πλήρως προσανατολισμένη προς την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των πόλεων, την προστασία της λειτουργικής τους δομής και την επίτευξη ενός ισόρροπου πολυκεντρικού αστικού δικτύου με πόλεις διαφόρων μεγεθών, με κυριότερο εργαλείο το «Πρόγραμμα Περιφερειακών Κέντρων». Στη Σουηδία, η αστική ανάπτυξη αποτελεί μέρος της εθνικής πολιτικής περιφερειακής ανάπτυξης από το 2003, τονίζοντας ειδικότερα το ρόλο των μητροπολιτικών περιοχών στον εθνικό και ευρωπαϊκό ανταγωνισμό και εστιάζοντας για τις υπόλοιπες κύριες αστικές περιοχές, κυρίως στην ανώτατη εκπαίδευση και την υγεία και στην καταπολέμηση των φαινομένων κατακερματισμού και των ασυμβατοτήτων στην αγορά εργασίας. Στη Δανία, ιδρύεται Υπουργείο Αστικών Υποθέσεων το 1998 με στόχους τη στήριξη των πόλεων ως κέντρα ανάπτυξης και την ανάπτυξη ελκυστικών και βιώσιμων πόλεων με καλές συνθήκες διαβίωσης και επιχειρηματικής δραστηριότητας και ερευνητική στήριξη. Αντίστοιχα και στη Γερμανία, η αστική πολιτική εστιάζει στην ενίσχυση του εσωτερικού και των κέντρων των πόλεων για τις αναπτυξιακές τους λειτουργίες λαμβάνοντας υπόψη τη διατήρηση των ιστορικών πόλεων και μνημείων και στη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων, ενώ οι πόλεις δεν είναι αυτομάτως δικαιούχοι προγραμμάτων αστικής ανάπτυξης αλλά πρέπει να ανταγωνιστούν τις υπόλοιπες πόλεις σε κάθε πρόγραμμα. Η Ολλανδία είναι μια από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που υιοθέτησαν μια επίσημη αστική πολιτική, διαφοροποιημένη βέβαια με εκείνη των άλλων μεγάλων πόλεων και που βασίζεται σε βασικά θέματα 8

10 ασφάλειας, ενσωμάτωσης, κοινωνικής συνοχής, αναδόμησης περιοχών και γειτονιών, βελτίωσης της οικονομικής διάρθρωσης και του επιχειρηματικού κλίματος και τέλος κινητοποίησης πολιτών, επιχειρήσεων και φορέων. Η αστική πολιτική της Αγγλίας από την άλλη έχει μακρά παράδοση υπό το Γραφείο του Αναπληρωτή Πρωθυπουργού και με βασικά εργαλεία τα πενταετή σχέδια Βιώσιμων Κοινοτήτων και το πρόγραμμα των «Πόλεων πυρήνων» που εστιάζει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και του ρόλου των κύριων περιφερειακών πόλεων στην εθνική οικονομική επιτυχία. Η αστική πολιτική στη Γαλλία εστιάζει περισσότερο σε μειονεκτικές γειτονιές πόλεων, παρά στις πόλεις ως σύνολο και εφαρμόζεται από τις τοπικές αρχές μέσω εταιρικών σχέσεων, που προσδιορίζουν ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα με συγκεκριμένες δράσεις σε πέντε πεδία προτεραιότητας: στέγαση και ποιότητα ζωής, απασχόληση και οικονομική ανάπτυξη, εκπαίδευση, υγεία και δημόσια τάξη. (Pounds N., 2001) Παρατηρούμε πως βασικό στοιχείο αυτών των αστικών πολιτικών σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, είναι η ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ των δήμων των ευρύτερων αστικών περιοχών, είτε ως αποτέλεσμα κρατικής παρέμβασης είτε ως πρωτοβουλία για υπερκέραση θεσμικών προβλημάτων, για στρατηγικό σχεδιασμό και για επίλυση κοινών προβλημάτων. Η εμπειρία αναδεικνύει ορισμένα βασικά συστατικά που ορίζουν μια "αλυσίδα αξίας" για την αστική πολιτική. Ως επιτυχημένες πόλεις ορίζονται αυτές που μπορούν να προσαρμόζονται συνεχώς στην εξέλιξη των αγορών και της τεχνολογίας, έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στην εκμετάλλευση των τεχνικών ευκαιριών, της τεχνολογίας και του κεφαλαίου, μέσα από την ανασυγκρότηση των δεξιοτήτων, χαρακτηρίζονται από καινοτομία, επιχειρηματικό πνεύμα, οργανωτικές στρατηγικές και ύπαρξη τοπικής ηγεσίας και έχουν αναπτύξει τις κατάλληλες υποδομές έχοντας επίσης πρόσβαση σε κατάλληλα χρηματοοικονομικά εργαλεία. (Pounds N., 2001) Σε γενικό επίπεδο, παρόλο που οι πόλεις της Ευρώπης αποτελούν το κέντρο της οικονομικής δραστηριότητας, της απασχόλησης και της καινοτομίας εν τούτης βρίσκονται στον αντίποδα με διάφορες προκλήσεις, όπως είναι η επέκταση των αστικών κέντρων προς τα προάστια, η συγκέντρωση της φτώχειας και της ανεργίας στα αστικά κέντρα και η αυξανόμενη κυκλοφοριακή συμφόρηση. Αυτά αποτελούν και κάποια σύνθετα προβλήματα των πόλεων όπου απαιτούν ολοκληρωμένες λύσεις στους τομείς της στέγασης, των μεταφορών και της μόρφωσης προσαρμοσμένες βέβαια στις τοπικές ανάγκες. Έτσι, οι πολιτικές που αφορούν την περιφερειακή ανάπτυξη και συνοχή των ευρωπαϊκών χωρών προσπαθούν να τα επιλύσουν. Ουσιαστικά, μιλώντας για αστική ανάπτυξη αναφερόμαστε στο σύνολο των δραστηριοτήτων όπου επηρεάζουν την ατομική και την κοινωνική ευημερία είτε λόγω των χρήσεων γης στις αστικές περιοχές καθώς και την ρύθμιση των αλλαγών τους είτε μέσω των αλλαγών που γίνονται στο φυσικό περιβάλλον. Επομένως και η πολιτική της αστικής ανάπτυξης έχει σαν στόχο της τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών ζωής για τους κατοίκους των πόλεων, τη βελτίωση των αστικών συγκοινωνιών, την αναβάθμιση της πολιτιστικής κληρονομιάς των αστικών κέντρων, καθώς και τη στήριξη της ανάπτυξης στο περιβάλλον τους. (Βαϊου- Χατζημιχάλη 1979) Στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων οι παρεμβάσεις έχουν τέσσερις μείζονες στόχους σε αυτό το πεδίο. Ο πρώτος στόχος τους αφορά τις οικονομικές επιπτώσεις με τη μορφή ανάπτυξης θέσεων εργασίας και επιχειρήσεων, ο επόμενος αφορά τις κοινωνικές επιπτώσεις, έπειτα ακολουθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις με τη χρήση των φυσικών πόρων και τέλος είναι οι αστικές επιπτώσεις με την έννοια της ενεργοποίησης των πολιτών στις διαδικασίες που διαμορφώνουν τη ζωή και το 9

11 αστικό περιβάλλον τους. Ο λόγος όπου λαμβάνουν μέρος οι παρεμβάσεις στην αστική ανάπτυξη είναι συνήθως διπλός: αφενός είναι η καλλιέργεια της ανάπτυξης των ενισχυμένων πόλεων και αφετέρου η μείωση των διαφορών μεταξύ των φτωχών και των προνομιούχων περιοχών τους. (espa.gr και Βαϊου- Χατζημιχάλη 1979) Στην Ελλάδα η έντονη βιομηχανοποίηση ήρθε πολύ αργότερα και χωρίς τη μορφή της βιομηχανικής επανάστασης. Η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού στις πόλεις εμφανίστηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Τότε είχαμε και εξωτερική αλλά και εσωτερική μετανάστευση λόγω της υποβάθμισης των συνθηκών ζωής και εργασίας στην ύπαιθρο. Παρόλα αυτά η μεγάλη συσσώρευση πληθυσμού στα αστικά κέντρα δεν συνοδεύτηκε με την ανάλογη κτιριακή ανάπτυξη των υποδομών και της οικονομίας αλλά έμεινε μόνο στην πληθυσμιακή αύξηση. Για το λόγο αυτό συνεχίζουν να παρατηρούνται σε αστικά κέντρα και υποδομές προαστιακού χαρακτήρα. Τα πολεοδομικά όμως προβλήματα αλλά και η αναγκαιότητα του σχεδιασμού δεν παρέμεινε μόνο στα αστικά κέντρα, αλλά επεκτείνονταν και στις κωμοπόλεις και τα χωριά. Στα τελευταία μάλιστα παρατηρούνται πιο έντονα τα προβλήματα παλαίωσης των δομών αλλά και μαρασμού των περιοχών. Γενικότερα όμως όλες οι κατηγορίες των οικισμών εντείνονται τα προβλήματα, εφόσον έχουμε καταστροφή του φυσικού αλλά και πολιτισμικού περιβάλλοντος, έλλειψη στοιχειώδους οργάνωσης του χώρου και κοινωνικού εξοπλισμού. Παρατηρούμε λοιπόν πως το αντικείμενο της πολεοδομικής ανάπτυξης είναι πολύπλοκο και πιο ευρύτερο μα κυρίως είναι ανθρώπινο. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20 ου αιώνα η αστική διάχυση αναδείχθηκε σαν ένα μαζικό φαινόμενο σε ολόκληρο το δυτικό κόσμο. Ο όρος αστική διάχυση γεννήθηκε πιθανότατα το Ο Αμερικανός Mr.Earl Draper χρησιμοποίησε τον όρο «sprawling» για να χαρακτηρίσει τις αντιοικονομικές και αντιαισθητικές αλλαγές όπου δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο στα οικιστικά σχέδια των βόρειων αμερικάνικων πόλεων. Βέβαια, δεν πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και πολλοί ήταν οι ερευνητές είτε πολεοδόμοι είτε οικονομολόγοι όπου έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για αυτό το φαινόμενο. Στην Ευρώπη η αστική διάχυση άρχισε εν μέρει να γίνεται μέρος μεγάλου ενδιαφέροντος κατά τη διάρκεια του 1960 και μετά και αυτό λόγω των συνεπειών του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Η αναδιαμόρφωση των πόλεων άρχισε πριν από μια δεκαετία. Εκτός από αυτό, οι πληθυσμοί αρκετών χωρών είχαν αποδεκατιστεί από τον πόλεμο και πολλές πόλεις αντιμετώπιζαν μια στασιμότητα, αν όχι και μείωση ακόμα του πληθυσμού τους. Επομένως εκείνη τη δεκαετία και τις επόμενες που ακολούθησαν η αστική διάχυση άρχισε να παίζει έναν αξιοσημείωτο ρόλο. Ουσιαστικά η μορφή της πόλης σύμφωνα με την αστική διάχυση αναπτύσσονταν έξω από τα τείχη της πόλης και είχε τη μορφή αστικών κηλίδων. (Ανδρικοπούλου 2007) Παράγοντες που ευνοούν την αστική διάχυση είναι οι εξής: σαν μακροοικονομικός παράγοντας είναι η συνολική οικονομική ανάπτυξη όπου παίζει έναν όλο και σημαντικότερο ρόλο στις αστικοποιημένες περιοχές. Ο συνεχώς αυξανόμενος παράγοντας στον οικονομικό τομέα των τεχνολογιών ενημέρωσης και των επικοινωνιών αρχίζει να προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στην χωρική κατανομή του πληθυσμού και της απασχόλησης. Η πρόσβαση στις μεγάλες ταχύτητες εξαρτάται από την τοποθεσία των επιχειρήσεων και των ανθρώπων και έτσι προωθεί μια εξαπλωμένη αστική ανάπτυξη των περιοχών. Όμως η εργασία από το σπίτι χρησιμοποιώντας τις νέες τεχνολογίες αιχμής θα μπορούσε να είναι και η λύση για τις μικρότετρες μετακινήσεις με το αυτοκίνητο, και να δίνει μεγαλύτερη διαθεσιμότητα ελεύθερου χρόνου. Ο αυξανόμενος παγκόσμιως ανταγωνισμός έχει οδηγήσει σε μια γενική διασπορά των οικονομικών δραστηριοτήτων. Προκειμένου να παραμείνουν 10

12 αναταγωνιστικές οι επιχειρήσεις όλων των κλάδων μεταφέρονται από τον πυρήνα της πόλης προς την περιφέρεια για να εκμεταλλευτούν τα οφέλη που προέρχονται από τον ευνοϊκότερο παράγοντα θέσεως. Οι περιαστικοί δήμοι, εξάλλου συνήθως αντιπροσωπεύοουν μια νέο-φιλελεύθερη ιδεολογία και εφαρμόζουν μια νέοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, με σκοπό να δημιουργήσουν περισσότερη απασχόληση και φορολογικά έσοδα για να παραμένουν και οι ίδιοι ανταγωνιστικοί και βιώσιμοι. Μια ακμάζουσα τοπική οικονομία έχει συνήθως μεγαλύτερη ελκυστικότητα και καλύτερη φήμη. Τέτοιας φύσης ανταγωνισμοί μεταξύ των δήμων τροφοδοτούν την αστική διάχυση. Όσον αφορά τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι φανερό πως οι πολιτικές τους μπορούν να αυξήσουν τη διάχυση σε όλη την Ευρώπη. Το Ταμείο Συνοχής και τα άλλα Διαρθρωτικά Ταμεία, για παράδειγμα, εντάσσουν στο πρόγραμμά τους επενδύσεις για νέους αυτοκινητόδρομους και βελτιώσεις στο οδικό δίκτυο και ευθύνονται για την άναρχη αστική επέκταση των πόλεων στην Ευρώπη. Μόλις, γίνουν οι νέες αυτές βελτιώσεις, θα δημιουργήσουν ένα πρόγραμμα διευκόλυσης της προσβασιμότητας και της κινητικότητας καθώς και θα επηρεάσουν την μετέπειτα χωρική ανάπτυξη των αστικών περιοχών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Γενικότερα οι επενδύσεις στις μεταφορές έχουν τη δύναμη να επιτείνουν την άναρχη επέκταση της οικιστικής και αστικής ανάπτυξης με τη μορφή των εμπορικών κέντρων και κατοικιών. Οι μεταφορές από την άλλη, είναι μια άλλη πτυχή όπου επηρεάζει την διάχυση. Η κτήση των αυτοκινήτων, που εξαρτάται από το βιοτικό επίπεδο, επιτρέπει την απόλυτη κινητικότητα των ατόμων σε διάφορες περιοχές. Οι μεγάλες απόστάσεις μπορούν να καλυφθούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, οποιαδήποτε στιγμή και με έναν υψηλό βαθμό άνεσης. Η ιδιοκτησία των αυτοκινήτων αυξάνεται συνεχώς στις τελευταίες δεκαετίες σε όλο το δυτκό κόσμο. Βέβαια, μια αναγκαστική κάμψη μπορεί να εμφανιστεί λόγω της σημερινής κρίσης αλλά και η συνεχής επέκταση και βελτίωση των αστικών οδικών υποδομών, θα εντείνει το πρόβλημα όταν εμφανιστεί πάλι η ανάκαμψη. (Βαϊου- Χατζημιχάλη 1979) 11

13 Μακρο-οικονομικοί παράγοντες Κεντρικές περιοχές Οικονομική ανάπτυξη Κακή ποιότητα αέρα Παγκοσμιοποίηση Θόρυβος Ευρωπαϊκή ενσωμάτωση Μικρά διαμερίσματα Μικρο-οικονομικοί παράγοντες Μη ασφαλής περιβάλλον Αξίες γης Κοινωνικά προβλήματα Βελτίωση προτύοων διαβίωσης Κακή ποιότητα οικοδομών Ανταγωνισμός μεταξύ περιοχών Έλλειψη ελέυθερων χώρων Διαθεσιμότητα φθηνής αγροτικής Συγκοινωνίες γης Δημογραφικοί παράγοντες Κατοχή αυτοκινήτων Αύξηση νοικοκυριών Ύπαρξη οδικού δικτύου Πληθυσμιακή αύξηση Χαμηλή τιμή καυσίμων Περισσότερος κατά κεφαλήν Δημόσιες συγκοινωνίες κακής χώρος ποιότητας Κανονιστικό πλαίσιο Κακή εφαρμογή σχεδιασμού Πίνακας 1: Οι παράγοντες που ευννοούν την αστική διάχυση Κακός σχεδιασμός χρήσεων γης Έλλειψη οριζόντιου σχεδιασμού και συντονισμού συνεργασίας. 12

14 2 η Ενότητα : Η Πολεοδομία στην Ευρώπη και στην Ελλάδα Η έννοια της Ευρώπης, η ιστορική της εξέλιξη και η δημιουργικότητα των κατοίκων της συνδέονται στενά με αυτήν της πόλης, του αστικού χώρου και των κατοίκων του. Μια ιδιαιτερότητα του αστικού περιβάλλοντος είναι εκείνη που προσδίδει μια διάρκεια μεγαλύτερη από εκείνης της ανθρώπινης ζωής στο ανθρωπογενές τοπίο μιας συγκεκριμένης εποχής και το μεταφέρει έτσι στις επόμενες γενεές. Συνδέει λοιπόν τον τρόπο ζωής των προηγούμενων γενεών με εκείνον των επόμενων σε μια αστική παράδοση. (Ανδρικοπούλου, 2007) Η διατήρηση της υλικής υπόστασης των κτιριακών υποδομών των αστικών κέντρων συμβάλει στο να μην χαθούν οι σημαντικότερες συλλογικές μνήμες ενός τόπου και οι παραδόσεις του. Αυτές είναι που φτιάχνουν τη συλλογική εικόνα μα κυρίως ταυτότητα ενός τόπου, η οποία μάλιστα τονίζει τους δεσμούς, τα κοινά επιτεύγματα και προσδοκίες των κατοίκων μιας πόλης. Όπως συμβαίνει και με το φυσικό περιβάλλον, ο κάθε πολίτης είναι υπεύθυνος για την τύχη του κάθε τοπίου όπου θα διαμορφώσει η υπάρχουσα γενιά σε αυτό. Ιδιαίτερα στις μέρες μας όπου η ανάπτυξη της τεχνολογίας είναι ικανή να δημιουργήσει μεγάλες μεταβολές στο αστικό τοπίο και η ευθύνη για το αστικό περιβάλλον είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με το παρελθόν. Όσα προαναφέρθηκαν ισχύουν για όλες τις ευρωπαϊκές περιοχές καθώς και για τη χώρα μας. Μια χώρα με ιδιαίτερο πολιτισμό στον οποίο αποδίδονται όλα τα μεγάλα επιτεύγματα όπου χαρακτηρίζουν τις προηγούμενες γενιές μας και που συνδέονται άμεσα με την πόλη. Δυστυχώς όμως το φαινόμενο της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος και του ιστορικού αστικού κέντρου είναι πολύ πιο έντονο σήμερα, λόγω των περιορισμένων ιστορικών γνώσεων και επομένως μειωμένης ευαισθησίας μας για αυτά. (Ανδρικοπούλου, 2007) Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην ιστορική αναδρομή και εξέλιξη της πολεοδομίας στην Ελλάδα, έτσι να κατανοήσουμε στην συνέχεια και τον τρόπο ανάπτυξης και επέκτασης στις ζώνες εξάπλωσης της πόλης της Κέρκυρας, όπου είναι και ο στόχος και το θέμα της παρούσας πτυχιακής. Ο Πολεοδομικός σχεδιασμός στην Ελλάδα είναι ένας μακρύς κατάλογος από αθετημένα αρχικά σχέδια χάραξης, όπου στην καλύτερη περίπτωση εφαρμόστηκαν αποσπασματικά, με έλλειψη πείρας σε αλλαγές και αναθεωρήσεις. Αυτό όμως έχει σαν συνέπεια την καταστροφή και την αλλοίωση προηγούμενων φάσεων ανάπτυξης αντίστοιχων μνημείων από τους πυρήνες παλαιότερων οικισμών, οι οποίοι μπορεί να ανάγονται ως τα βάθη της προϊστορίας. Επίσης, χαρακτηρίζεται από έλλειψη σε δίκτυα υποδομών, κυκλοφορίας και μειωμένους κοινόχρηστους χώρους, με ευρύτατα διαδομένα τα φαινόμενα της αυθαίρετης και άναρχης δόμησης και καταπάτησης της δημόσιας γης, συνδυασμένα και με την απουσία του κτηματολογίου. Έτσι κύριο χαρακτηριστικό της είναι η απουσία εφαρμογής και τήρησης των υπαρχόντων νόμων. Αυτή βέβαια είναι μια αντικειμενική άποψη. Η μορφή όμως και ο χαρακτήρας των πόλεων διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, με κυριότερη τη διαφορά κλίμακας, δηλαδή του μεγέθους επέμβασης ή καταστροφής του χώρου, με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας και των οικονομικών μεγεθών όπου εξυπηρετούν μεγάλα συμφέροντα. Επίσης σημαντική είναι η διαφορά που προκύπτει από τη μετάβαση στον καταναλωτισμό της μαζικής κοινωνίας, κάτι ακόμα άγνωστο στις αρχές του αιώνα, αλλά σήμερα καθοριστικό 13

15 στοιχείο της μορφής και του χαρακτήρα των πόλεων. ( Alfrey J., 1992 & Φιλλιπίδης Δ. 1988) Με βάση τα προηγούμενα, η επισκόπηση της ελληνικής πολεοδομίας στον 20ό αιώνα αποκτά νόημα εφόσον τονιστούν τα χαρακτηριστικά διαρκείας, πέρα από πιθανές εκτροπές ή παρεμβάσεις. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν απέχουν πολύ από όσα αρχικά εντοπίστηκαν ως 'αρνητικά' στοιχεία, οπότε το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται στο πώς κάθε φορά αντιμετωπιζόταν η κρίσιμη κατάσταση ή η απαίτηση για ένα καλύτερο αύριο με βάση τις τρέχουσες παραδοχές και τα δεδομένα. Σημασία επίσης έχει σε ποιο σημείο μπαίνει κάθε φορά η έμφαση, επιλογή μιας πολιτικής μορφής, που όμως αντανακλά σε γενικότερες κατευθύνσεις που καθορίζονται από το κοινωνικό σύνολο. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι η αναζήτηση τρόπων αντιμετώπισης του υπάρχοντα αστικού χώρου. Στη δεκαετία του '30, με την ευρεία διάδοση του Μοντέρνου Κινήματος, αναβίωσε η ελπίδα μεταρρύθμισης των ελληνικών πόλεων που εκφράστηκε στο τέταρτο συνέδριο των CIAM στην Αθήνα (1933) και σε παράλληλα δημοσιεύματα, αλλά χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα. Οι μόνες μεγαλύτερης κλίμακας εφαρμογές του Μοντέρνου Κινήματος ήταν τα πολυάριθμα σχολικά κτίρια που χτίστηκαν σε ολόκληρη τη χώρα και ορισμένα νοσοκομεία, ενώ οι ευρύτερης πνοής πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις θα μείνουν στα χαρτιά, όπως για παράδειγμα τα σχέδια για το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. (Pounds N., 2001) Μπροστά στην αδυναμία να προωθηθούν τα μεγάλα, αλλά και τόσο ανέφικτα, σχέδια, έπρεπε να βρεθούν άλλοι, πιο αποδοτικοί τρόποι αντιμετώπισης των πιεστικών οικιστικών αναγκών. Αιτία της έξαρσης τους στο μεσοπόλεμο ήταν η εισροή προσφυγικών πληθυσμών στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, ύστερα από τις συχνά βίαιες πολιτικές ανακατατάξεις και στρατιωτικές συγκρούσεις σε περιοχές όπου υπήρχαν ελληνικές παροικίες, από τη Ρωσία ως τη Μικρά Ασία. Με εκείνη την ευκαιρία εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από το κράτος ο μηχανισμός οργανωμένης δόμησης, που πρόσφερε στέγαση αρχικά σε πρόσφυγες και μεταπολεμικά σε εργατικές οικογένειες. Τα σχέδια κατοικιών στα προπολεμικά συγκροτήματα έρχονταν από έξω συνοδεύοντας τις οικονομικές ενισχύσεις από διεθνείς οργανισμούς, αλλά προς το τέλος της περιόδου, έγιναν και από Έλληνες αρχιτέκτονες που ακολουθούσαν το τότε κυρίαρχο μοντέρνο ιδίωμα. (Pounds N., 2001) Παράλληλα μετά συγκροτήματα οργανωμένης δόμησης μέσα στην πόλη, το κράτος ενθάρρυνε τη δημιουργία σχεδιασμένων προαστίων, όπως η Νέα Σμύρνη στην Αθήνα και στην περιοχή της Κέρκυρας ήταν η περιοχή Μαντουκιού, για την ιδιωτική πλέον στέγαση όσων προσφύγων είχαν τη δυνατότητα. Παραβιάζοντας όμως τον αρχικό στόχο αναπτύχθηκαν ιδιωτικοί συνοικισμοί μεσαίων και υψηλών εισοδημάτων όπως η Ηλιούπολη, ο Χολαργός, το Ψυχικό, η Εκάλη στην Αθήνα και αντίστοιχα παραδείγματα στην πόλη της Κέρκυρας, όπου είναι και η περιοχή μελέτης μας, συναντάμε στις περιοχές του Κανονιού και του Κεφαλομάντουκο. Ωστόσο οι προσπάθειες παροχής στέγης σε χαμηλά εισοδήματα δεν ήταν δυνατόν να επαρκέσουν. Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 60 και του 70 η αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας και η αύξηση της αυθαίρετης δόμησης συντέλεσαν σταδιακά στην αλλοίωση του πολεοδομικού ιστού των πόλεων και την άναρχη επέκτασή τους. Έτσι έλαβε χώρα η δημιουργία των αρχικά πρόχειρων καταυλισμών για υποδοχή προσφύγουν, συχνά σε κενά και ακατάλληλα σημεία του ιστού, όπως είναι οι κοίτες των ρεμάτων και οι μεγάλες κλίσεις του εδάφους, ενώ μεταγενέστερα περιέλαβε νέα κύματα οικιστών, είτε φυγάδων του εμφυλίου πολέμου ( ) είτε των εσωτερικών μεταναστών, όταν το ρεύμα της αστικοποίησης οδήγησε σε ριζική ανακατανομή του πληθυσμού της χώρας, διπλασιάζοντας τον όγκο της οικοδομικής 14

16 δραστηριότητας. Στην τελευταία περίπτωση, η αυθαίρετη δόμηση σχημάτισε ολόκληρους οικισμούς στη δυτική πλευρά της Αθήνας, σε επαφή με τη βιομηχανική ζώνη του Κηφισού ποταμού, προκαλώντας έτσι εμφανή κοινωνικο - οικονομικό διαχωρισμό του πληθυσμού της πρωτεύουσας, κάτι που δεν αμβλύνθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Παρόμοιο παράδειγμα είναι οι περιοχές κοντά στις Φυλακές και μετά το Μαντούκι, όπου ενσωματώθηκαν οι πρόσφυγες και σε αντίθεση είναι η περιοχή του Λιστόν στην Παλιά πόλη της Κέρκυρας όπου ήταν κυρίως αυστηρά αριστοκρατική περιοχή. Ένας μάλιστα στόχος της μεταγενέστερης προσπάθειας ανασυγκρότησης του ιστού των πόλεων ήταν η επανασύνδεση της απογυμνωμένης από κοινόχρηστες λειτουργίες περιοχής με τον συγκεντρωτικό πυρήνα της πόλης, μέσω ενός τόξου σε επαφή με τους μείζονες. Τα μεταπολεμικά συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας θα γνωρίσουν μεγάλη διάδοση στη δεκαετία του '60. Η παρουσία όμως της οργανωμένης δόμησης στην Ελλάδα θα παραμείνει μόλις αισθητή, γιατί η ιδιωτική οικοδόμηση θα παίζει πάντα καθοριστικό ρόλο. Τη λύση μάλιστα για τη δυσκολία χρηματοδότησης στην ανέγερση πολυκατοικιών θα δώσει η εργολαβική αντιπαροχή, όπου ο ιδιοκτήτης αποζημιώνεται για το οικόπεδο του με αριθμό τελειωμένων διαμερισμάτων. Αν και το κόστος κατασκευής παρέμεινε έτσι ιδιαίτερα υψηλό, η Ελλάδα σταθερά μπόρεσε να διατηρήσει ασυνήθιστα υψηλό δείκτη ιδιοκατοίκησης και περιορισμένο αριθμό αστέγων. (Φιλλιπίδης 1988) Ένα μείζον πρόβλημα ήταν η κυκλοφορία, όπου φαίνεται να απασχολούσε αποκλειστικά ειδικούς και κοινό μεταπολεμικά. Γι αυτό δεν αποτελεί έκπληξη η απασχόληση αυτή, ήδη από το 1945, σε ποικίλες προτάσεις διανοίξεωνδιαπλατύνσεων με την παλαιότατη συνταγή όπου είχε ελάχιστη τώρα εφαρμογή λόγω ασύμφορου κόστους, στις οποίες προστέθηκε η έννοια του μητροπολιτικού σχεδιασμού, καταρχήν για επέκταση του μετρό και αργότερα με την πρόταση Smith (κυκλοφοριακή μελέτη Αθηνών, 1963). Ο σχεδιασμός έτσι ταλαντευόταν ανάμεσα σε μια απελπισμένη συνέχιση του καθολικού προγραμματισμού, που προωθούσε η Υπηρεσία Δημοσίων Έργων (πρόγονος του ΥΠΕΧΩΔΕ) με ατελέσφορα Πολεοδομικά Σχέδια, και σε επιμέρους διορθωτικές προτάσεις, όπως η χωροθέτηση νέου κέντρου της Αθήνας στον άξονα της εθνικής οδού Κηφισού. (Οικονόμου 2000) Ο σχεδιασμός μεγάλης κλίμακας ήταν έτσι καταδικασμένος οριστικά στην Ελλάδα, παρόλο που στη δεκαετία του 60 εκπονήθηκαν αναρίθμητες προτάσεις ρυθμιστικών σχεδίων για διάφορα αστικά κέντρα και ζώνες τουριστικής ανάπτυξης. Αντίθετα, έμειναν σταθερές οι αυξητικές τάσεις εκμετάλλευσης της αστικής γης. Η βαθμιαία πύκνωση του ιστού και η αύξηση του επιτρεπόμενου όγκου των οικοδομών θα κατέληγε σταδιακά σε απαράδεκτους δείκτες μικτής πυκνότητας, τουλάχιστον στις κεντρικές ζώνες των ελληνικών πόλεων. Αν μάλιστα ως ένα σημείο μια τέτοια εικόνα αναφερόταν μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, μεσολάβησαν νέες νομοθετικές ρυθμίσεις στην περίοδο της δικτατορίας ( ) που διέδωσαν το λεγόμενο 'αθηναϊκό πρότυπο' σε ολόκληρη τη χώρα, επιτρέποντας σημαντικές αυξήσεις του συντελεστή δόμησης και του επιτρεπόμενου ύψους οικοδομών. (Wagner M. 98/1936) Εκείνη την περίοδο παρατηρούμε όπως είναι φανερό από το χάρτη μας του 1978 στην πόλη της Κέρκυρας (χάρτης 2), όπου είναι και η περιοχή μελέτης μας όπως έχω προαναφέρει, πως αρχίζουν να κτίζονται περισσότερες οικοδομές και η έκταση της πόλης μεγαλώνει. Παρόλο που στο τέλος της δεκαετίας του '70 επιβλήθηκαν νέοι περιορισμοί στη δόμηση σε όλη τη χώρα, μεσολάβησαν μεγάλης έκτασης καταστροφές του αστικού ιστού, ιδίως σε παλαιούς οικισμούς, αλλά και στην ως τότε σχετικά αμόλυντη ύπαιθρο που κατακλύστηκε με τουριστικές ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις. 15

17 Ο υπερκορεσμός νησιών, όπως η Μύκονος, η Κέρκυρα και η Ρόδος, έμεινε έτσι ουσιαστικά ανεξέλεγκτος, παρόλο που έγιναν συντονισμένες προσπάθειες περιορισμού της εκμετάλλευσης. Οι μεγάλης έκτασης αλλοιώσεις και καταστροφές επιτάχυναν τη θέσπιση νομοθεσίας για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος στη δεκαετία του '80, που αποδείχτηκε όχι και τόσο αποτελεσματική ώστε να κάμψει την καταπάτηση δασικών περιοχών, την τάση εξάπλωσης της εκτός σχεδίου δόμησης και την αλλοίωση τοπίων μοναδικού κάλλους. (Βαϊου- Χατζημιχάλη 1979) Το πέρασμα έτσι από τον 19ο στον 20ό αιώνα δεν συνοδεύεται από κάποια ιδιαίτερη μεταστροφή στην ελληνική πολεοδομία, που συνεχίζει να μένει προσκολλημένη στο σταθερό της όραμα την, με κάθε θυσία, παρακολούθηση των εξελίξεων στην Ευρώπη. Όπως και άλλα τότε κράτη στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα προσβλέπει σε ολιστικά 'σχέδια-θαύμα' που προσφέρονται από ξένους ειδικούς, προσκεκλημένους είτε από την κυβέρνηση είτε από τους βασιλείς (Ludwig Wagner, 1908 Thomas Mawson, 1914). To πρόσχημα πάντως στην περίπτωση της Ελλάδας είναι κάτι πέρα από τον εξευρωπαϊσμό, είναι η 'Μεγάλη Ιδέα' της ανασύστασης του Βυζαντίου με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Για αυτό άλλωστε η Αθήνα δεν σχεδιαζόταν απλά ως πρωτεύουσα ενός κρατιδίου αλλά σαν πρωτεύουσα αυτοκρατορίας, στα πρότυπα άλλων αποικιοκρατικών πρωτευουσών της Ευρώπης. (Alfrey 1992) Στην πράξη λοιπόν το σχέδιο πόλης για την ένταξη των νέων περιοχών στο σχέδιο, συντέθηκε από τέτοιες τμηματικές επεκτάσεις, με σαφή τα ίχνη των όχι πάντα ομαλών συνδέσεων μεταξύ τους. Φροντίζοντας να μη θιγούν συμφέροντα των γαιοκτημόνων, η ρυμοτόμηση στις επεκτάσεις σχεδίου ήταν στοιχειώδης, οι διατομές των δρόμων και τα οικοδομικά τετράγωνα περιορίζονταν στο ελάχιστο και σπάνια προβλέπονταν χώροι κοινοχρήστων λειτουργιών ή πρασίνου. (Βαϊου- Χατζημιχάλη 1979) Σε αντίθεση όμως με τον περασμένο αιώνα, όπου δημιουργείται ένα καινούριο δίκτυο πόλεων κυριολεκτικά μέσα από τις στάχτες, αντικείμενο των νέων σχεδίων του 20 ου αιώνα θα είναι αποκλειστικά τα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως η Αθήνα, αλλά και λίγο μετά η Θεσσαλονίκη, όταν η προσάρτηση της στο ελληνικό κράτος με τους Βαλκανικούς Πολέμους θα συνοδευτεί από πυρκαγιά που κατέστρεψε το κέντρο της (1917). (Φιλλιπίδης 1988) Όλες οι προτάσεις στις δυο πρώτες δεκαετίες του αιώνα είχαν κοινό χαρακτηριστικό την ενσωμάτωση μιας αισθητικά αναγνωρίσιμης οργάνωσης του αστικού χώρου στον άμορφο χάρτη των οικισμών, με βάση τις παραδοχές της εποχής για μια καλύτερη λειτουργία και μνημειακή οργάνωση του χώρου. Οι δυο αυτές απαιτήσεις προσεγγίζονταν με τη χάραξη ενός νέου βασικού δικτύου κυκλοφορίας και με την ομαδοποίηση σημαντικών δημόσιων κτιρίων σε συνδυασμό με μεγάλους ανοιχτούς χώρους. Οι προτάσεις φρόντιζαν παράλληλα για την ανάδειξη των μνημείων της αρχαιότητας που ήταν κατά κανόνα διασπαρμένα στον ιστό. (Βαϊου- Χατζημιχάλη 1979) Με δεδομένη την αδυναμία προώθησης ευρύτερων ρυθμίσεων του αστικού χώρου, η ελληνική πολεοδομία στράφηκε αναγκαστικά σε μικρότερης κλίμακας επεμβάσεις στον αστικό ιστό, με αναπλάσεις υποβαθμισμένων περιοχών. (Wagner 1936) Αντίστοιχο παράδειγμα στην πόλη της Κέρκυρας είναι η περιοχή της Παλιάς Πόλης, όπου μεγάλο μέρος της διατηρείται με πλακόστρωτα καλντερίμια (στενά πλακόστρωτα σοκάκια) και που το Ιστορικό της Κέντρο με τα μεσαιωνικά και ενετικά της κτίρια διατηρείται μέχρι σήμερα σαν ιστορικό μνημείο. Η πολιτική προστασίας πήρε μάλιστα νέα ώθηση μετά το 1975, έτος Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς, και εκδηλώθηκε άμεσα με αθρόους 16

18 χαρακτηρισμούς διατηρητέων κτιρίων αρχικά στο Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας, αλλά κατόπιν και σε πολλούς άλλους ιστορικούς οικισμούς ή πυρήνες, όπως και το Ιστορικό Κέντρο της Κέρκυρας. (Wagner M., 98/1936) Η προσπάθεια προστασίας των ιστορικών πυρήνων δεν τελεσφόρησε βέβαια σε όλες τις περιπτώσεις, πέφτοντας συχνά θύμα της ανεξέλεγκτης τουριστικής ανάπτυξης, χωρίς να είναι ακόμα κατανοητή η στρατηγική βιώσιμης συνεργασίας τους. Γι' αυτό ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε, παρόλη την αποσπασματικότητα του, ο πειραματισμός με Προγραμματικές Συμβάσεις επιμέρους δήμων και ΤΑΠΑ (τμήμα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας) σε περιπτώσεις όπως η Παλαιά Πόλη Ρόδου και της Κέρκυρας, για ανάπλαση μέσω αποκατάστασης - επανάχρησης παλαιών κτισμάτων και μνημείων μέσα στον ιστό. Παρόλες τις προσπάθειες αποκέντρωσης και ισόρροπης αντιμετώπισης προβλημάτων σε όλη τη χώρα, το ισχυρότερο κομμάτι θα διεκδικούσαν τον τελευταίο καιρό πάλι τα δύο μεγάλα κέντρα, Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Στην πρώτη, λόγω κήρυξης της ως Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης (1997), προγραμματίστηκαν πολλά έργα πολιτιστικής υποδομής που θα επέτρεπαν μελλοντικά στην πόλη να ξεφύγει από το ρόλο μόνιμου ουραγού της πρωτεύουσας. Στη δεύτερη, η εκτέλεση σειράς 'μεγάλων έργων' ενισχύθηκε πρόσφατα με την ανάθεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, ενώ δεν σταμάτησαν οι προσπάθειες αναβάθμισης του κέντρου της πόλης. Τέλος, όπως όμως σε όλες τις προηγούμενες περιστάσεις, οι νέες συνήθειες ή οι μόδες στη ζωή της πόλης συνδέονταν άμεσα με ιδιωτική πρωτοβουλία, που οι αντίστοιχες εφαρμογές αναπλάσεων στην πράξη από δημόσιους φορείς ήταν άτολμες ή κάποτε και οπισθοδρομικές. (Βαϊου- Χατζημιχάλη 1979) Πληθυσμός της Ελλάδας Γενικότερα, η πολεοδομική ανάπτυξη της Ελλάδας συνδέεται και με τον πληθυσμό της. Έτσι, αναγκαίο είναι πιστεύω να αναφερθούμε λίγο στην διακύμανση του πληθυσμού από το 1951 έως και σήμερα. Ο πληθυσμός της Ελλάδος, σύμφωνα με την τελευταία επίσημη απογραφή πληθυσμού του 2001, ανέρχεται σε 10,96 εκ. κατοίκους (Πίνακας 1). Στην περίοδο σημειώνει μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής μόλις 0,66, %, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην σημαντικότατη εισροή ξένων μεταναστών, κατά κύριο λόγο (σε ποσοστό πάνω από 50 %), από την Αλβανία, τη Βουλγαρία και την Ρουμανία. Η ίδια απογραφή κατέγραψε 761,8 χιλ μετανάστες, μέγεθος που αποτελεί το 6,9 % του συνολικού πληθυσμού της Χώρας. Το μέγεθος αυτό, λόγω της αδυναμίας καταγραφής του συνόλου των μη νόμιμα παρευρισκόμενων στην Ελλάδα μεταναστών, θεωρείται ως υποεκτίμηση του συνόλου των ξένων μεταναστών κατά το έτος της απογραφής. Θα ήταν ρεαλιστικό να εκτιμήσουμε το πραγματικό μέγεθος στο 1 εκατ., οπότε οι ξένοι μετανάστες αποτελούσαν το 10 % περίπου του συνολικού πληθυσμού. Τα στοιχεία της ατελευταίας απογραφής του 2011 βρίσκονται ακόμα σε επεξεργασία. 17

19 Πίνακας 1: Πληθυσμός της Ελλάδας και ρυθμός μεταβολής Έτος απογραφής Συνολικός πληθυσμός Συνολική μεταβολή Μέσος ετήσιος Ρυθμός μεταβολής % , , , , , * ,666 Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ., Επεξεργασία αποτελεσμάτων Απογραφών Από την επεξεργασία των απογραφικών δεδομένων (Πίνακας 2) παρατηρείται η έντονη αστικοποίηση που έλαβε χώρα στη μεταπολεμική Ελλάδα και συγκεκριμένα η τεράστια αύξηση της αναλογίας του αστικού πληθυσμού στο σύνολο αυτού. Το 1951, 38 στους 100 κατοίκους είναι εγκατεστημένοι στα αστικά κέντρα, ενώ σε 50 χρόνια, δηλαδή το 2001, η αναλογία αυτή προσέγγισε τους 75 στους 100. Πίνακας 2: Κατανομή του πληθυσμού της Ελλάδας κατά βαθμό αστιικότητας, Έτος απογραφής Συνολικός πληθυσμός Αστικός πληθυσμός Αστικός ως % του Συνολικού Πληθυσμού Αγροτικός ως % του συνολικού πληθυσμού ,7 47,5 14, ,3 43,8 12, ,2 35,2 11, ,1 30,3 11, ,8 28,4 12, ,8 24,8 13,8 Πηγή : ΕΛ.ΣΤΑΤ, Επεξεργασία αποτελεσμάτων Απογραφών Ημιαστικός ως % του συνολικού πληθυσμού Η άνιση κατανομή και η χωρική υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού αντικατοπτρίζεται, επίσης, στο γεγονός ότι το 30% περίπου του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδος εξακολουθεί να συγκεντρώνεται στην περιφέρεια της Πρωτεύουσας (Πίνακας 3). Η άνιση αυτή κατανομή του πληθυσμού υπέρ των αστικών περιοχών και η υπερσυγκέντρωση αυτού κυρίως στην πρωτεύουσα, αποτελεί και το βασικό περιφερειακό πρόβλημα της Χώρας καθώς έχει οδηγήσει στην πληθυσμιακή αποψίλωση και στη δημογραφική αποδόμηση ων αγροτικών, κυρίως, περιοχών. Πίνακας 3: Συμμετοχή της Περιφέρειας Πρωτεύουσας στο σύνολο του Πληθυσμού Πληθυσμό ς 1961 Πληθυσμός 1971 Πληθυσμός 1981 Πληθυσμός 1991 Πληθυσμός 2001 Περιοχή Πρωτεύουσας Σύνολο Χώρας Πηγή ΕΛ.ΣΤΑΤ., Επεξεργασία αποτελεσμάτων Απογραφών

20 Πίνακας 4: Πληθυσμός των 20 μεγαλύτερων πόλεων της Ελλάδας ( ) Πόλη Αθήνα 1,074,181 1,852,709 2,540,241 3,028,245 3,072,922 3,534,608 2 Θεσσαλονίκη 174, , , , , ,364 3 Πάτρα 82, , , , , ,843 4 Ηράκλειο 48,224 69,983 84, , , ,253 5 Λάρισα 28,986 55,391 72, , , ,076 6 Βόλος 60,731 81,072 88, , , ,480 7 Ιωάννινα 17,911 34,997 40,130 53,279 68,072 70,203 8 Χανιά 33,488 50,789 53,026 64,740 72,092 82,551 9 Καβάλα 42,094 44,517 46,234 56,705 58,025 64, Χαλκίδα 20,315 24,745 36,300 53,806 62,837 68, Καλαμάτα 38,816 41,340 40,402 44,920 47,641 58, Αγρίνιο 21,354 33,281 41,794 46,568 52,896 59, Λαμία 18,105 21,505 37,872 41,846 43,898 58, Κατερίνη 28,430 30,095 30,512 39,895 48,021 56, Σέρρες 35,814 36,744 39,627 42,447 48,017 55, Αλεξανδρούπολη 15,345 19,986 24,980 29,219 32,745 49, Δράμα 21,834 28,969 31,741 36,742 40,790 43, Ρόδος 20,363 28,119 33,100 41,425 43,558 53, Κομοτηνή 28,217 30,112 29,203 29,802 35,849 44, Βέροια 20,914 24,745 30,241 32,113 38,475 43,394 Κέρκυρα 27,431 26,991 28,630 33,561 31,359 36,293 Πηγή: ΕΛ.ΣΤΑΤ. (Τα δεδομένα της απογραφής του 2011 βρίσκονται ακόμα υπό επεξεργασία.) Παρατηρώντας την κατανομή των 20 μεγαλύτερων πόλεων στον ελληνικό χώρο, διαπιστώνουμε τα εξής: Η συντριπτική πλειονότητά τους είναι πρωτεύουσες των νομών στους οποίους βρίσκονται και αποτελούν το οικονομικό κέντρο αυτών. Οι περιοχές που συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό κατοίκων είναι αυτές που έχουν χαμηλό υψόμετρο και βρίσκονται κοντά στη θάλασσα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές πόλεις οι τρεις είναι λιμάνια (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο) και η τέταρτη βρίσκεται πολύ κοντά στη θάλασσα και αποτελεί πολεοδομικό συγκρότημα με το επίνειο της (Αθήνα- Πειραιάς). Τις παραθαλάσσιες πόλεις με τον μεγαλύτερο πληθυσμό ακολουθούν οι πόλεις που βρίσκονται σε πεδινές εύφορες εκτάσεις (Λάρισα, Αγρίνιο, Λαμία, Κατερίνη). Στην περίπτωση αυτή η τοπική οικονομία είναι ισχυρή και ο πληθυσμός παραμένει στην περιοχή και αυξάνεται. Στην Ελλάδα η υψηλή αστικοποίηση άρχισε να παρατηρείται μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν αυξήθηκε και το φαινόμενο της αστυφιλίας, η φυγή δηλαδή από την ύπαιθρο προς τις μεγάλες πόλεις και ιδιαίτερα την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Η αστικοποίηση δε συνδέθηκε στη χώρα μας με τη βιομηχανική επανάσταση, όπως σε άλλες χώρες της Ευρώπης, αλλά είχε κοινωνικοπολιτικά και 19

21 οικονομικά αίτια. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αθήνα αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους ζούσαν μόλις άνθρωποι, κυρίως γύρω από την Ακρόπολη, και πολλές από τις σημερινές πυκνοκατοικημένες γειτονιές της ήταν περιβόλια ή απομακρυσμένοι χώροι περιπάτου για τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Σήμερα στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας κατοικούν πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι και η πυκνότητα του πληθυσμού σε ορισμένες περιοχές της ξεπερνά τους κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Αυτή η τόσο μεγάλη συγκέντρωση κατοίκων στην πρωτεύουσα συνέβη σε δύο χρονικές περιόδους: το 1922, λόγω της μικρασιατικής καταστροφής, και από το 1960 έως το 1980, λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης. Παρομοίως και η Θεσσαλονίκη το χρονικό διάστημα από το 1960 έως το 1980 υπήρξε σημαντικός πόλος έλξης για πολλούς Έλληνες. Σήμερα έχει πληθυσμό που αγγίζει το ένα εκατομμύριο κατοίκους και αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας μας. Όπως στην Ευρώπη, έτσι και στην Ελλάδα οι μεγάλες πόλεις επηρεάζουν τη ζωή όχι μόνο των κατοίκων τους, αλλά και των κατοίκων γειτονικών περιοχών και των μικρότερων κοντινών πόλεων, αποτελώντας οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα. Η βελτίωση των συγκοινωνιακών υποδομών σήμερα επιτρέπει σε κάποιον να εργάζεται στην πρωτεύουσα ενός νομού και να κατοικεί σε έναν μικρότερο, κοντινό με την πρωτεύουσα οικισμό, όπως για παράδειγμα σε κάποιον που εργάζεται στην Αθήνα να κατοικεί στη Χαλκίδα ή στην Κόρινθο. Τέλος, παρατηρώντας τον προηγούμενο πίνακα έχοντας τοποθετήσει στο τέλος και τον πληθυσμό της πόλης της Κέρκυρας μπορούμε να διαπιστώσουμε που κυμαίνεται πληθυσμιακά σε σχέση με τις άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις. Παρατηρούμε ακόμα πως ο πληθυσμός της τα τελευταία χρόνια αυξομειώνεται με σταθερούς ρυθμούς. Βέβαια, απαραίτητο είναι να ανφερθεί πως στον πληθυσμό της πόλης από το 1961 και μετά έχουν συνυπολογιστεί και οι πληθυσμοί των συνοικισμών Ανάληψη, Άγιος Σπυρίδωνας, Ανεμόμυλος, Γαρίτσα, Μαντούκι, Μονή Αγίας Ευφημίας, Μονή Πλατυτέρας, Στρατιά και Φιγαρέτο. Γεγονός που μας παρουσιάζει την εξάπλωση της πόλης προς τα προάστια, φαινόμενο που παρατηρούμε και στους χάρτες που ακολουθούν. 20

22 3η Ενότητα: Μελέτη γύρω από την Οικιστική ιστορία της Κέρκυρας Εισαγωγή Η πραγματικότητα της οικιστικής ανάπτυξης σε περιοχές όπου φέρουν την τουριστική ανάπτυξη, όπως είναι και η Κέρκυρα, χαρακτηρίζεται παράλληλα από μια ανομοιόμορφη αστική ανάπτυξη όπου βασίζεται κυρίως στην αυθαίρετη δόμηση και στην εκτός σχεδίου δόμηση. Ξεκινώντας την αναφορά στην αστική οργάνωση της Κέρκυρας καλό είναι να ανεφερθούμε λίγο στην ιστορία του νησιού αλλά και να δώσουμε λίγες πληροφορίες για την πόλη. Λοιπόν, η Κέρκυρα είναι ένα από τα βορειότερα νησιά του Ιονίου Πελάγους και που βρίσκεται στην είσοδο της Αδριατικής Θάλασσας, κοντά στις Ηπειρωτικές ακτές. Οι βορειοανατολικές της ακτές πλησιάζουν αρκετά, σε απόσταση περίπου 2 χιλιόμετρων τις ακτές των Αγίων Σαράντα της Αλβανίας. Το σχήμα της είναι μακρόστενο, και πιο συγκεκριμένα είναι παλτύτερο στο βόρειο τμήμα της ενώ στενεύει προς τον νότο. Τα παράλιά της έχουν συνολικό μήκος 217 χιλιόμετρα και σχηματίζουν αρκετούς όρμους και ακρωτήρια. Το έδαφός της είναι κυρίως ορεινό, ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα. Οι ξένοι την αποκαλούν Κορφού, από τις δύο κορυφές της που φαίνονται, καθώς πλησιάζει ο επισκέπτης στο νησί. Πρώτη είναι αυτή του Παντοκράτορας (η αρχαία Ιστώνη, 914 μέτρα) και δεύτερη το όρος Στραβοσκιάδι (849 μέτρα). Είναι από τα πλέον πιο πυκνοκατοικημένα νησιά της Μεσογείου με πυκνότητα πληθυσμού 193 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Πιο ειδικά, ο πληθυσμός της είναι κάτοικοι, με τον αγροτικό πληθυσμό να είναι , τον ημιαστικό και τον αστικό κατοίκους. (Αγιούς 2004) Η γεωγραφική θέση της Κέρκυρας, το ιδιαίτερο μεσογειακό της κλίμα, η θάλασσα που την περιβάλει, το ανάγλυφο και το εύφορο έδαφος της, είναι κάποιοι από τους παράγοντες όπου έχουν διαμορφώσει ένα φυσικό περιβάλλον ιδιαίτερης ομορφιάς, με πλούσια χλωρίδα και πανίδα, όμορφες εναλλαγές μεταξύ βουνού και πεδιάδας και μια αρμονική κλιμάκωση όλων των χρωμάτων και όλων των τόνων του πρασίνου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ήπιο κλίμα επιτρέπει ακόμα και σε φυτά άλλων πιο θερμών περιοχών να ευδοκιμούν στο Νησί, όπως είναι οι φοίνικες, οι μπανανιές και τα κουμ κουάτ. Παράλληλα, διαμορφώθηκε μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική που συνδυάζει το νησιώτικο αλλά και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του νησιού με διάφορους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, οι οποίοι άφησαν το στίγμα τους στο πέρασμα των αιώνων. (Αγοροπούλου- Μπιρμπίλη 1982) Η Πόλη της Κέρκυρας Η πόλη της Κέρκυρας χαρακτηρίζεται από το έντονο Βενετσιάνικο στοιχείο, αλλά και από πολλές Αγγλικές και Γαλλικές επιρροές. Είναι κοσμοπολίτικη πόλη που αποπνέει μια αίσθηση αρχοντιάς, με κύρια αξιοθέατα τη μεγάλη πλατεία Σπιανάδα, που είναι η μεγαλύτερη πλατεία των Βαλκανίων, το Παλιό και το Νέο Φρούριο, το Δημαρχείο (Θέατρο Σαν Τζιάκομο), το Κανόνι, το Μον Ρεπό αλλά και τα Μουσεία Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Ιστορίας. Ίσως το πιο φημισμένο της αξιοθέατο είναι το νησάκι μπροστά στο Κανόνι, που συνδέεται με αυτό μέσω μιας μικρής λωρίδας στεριάς, πάνω στο οποίο βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών και το ξακουστό Ποντικονήσι. Πάνω στο μικρό αυτό νησάκι βρίσκεται μια μικρή εκκλησία του Παντοκράτορα, του 11ου ή 21

23 12ου αιώνα. Επίσης αξιόλογα κτίσματα είναι και τα Ανάκτορα Μιχαήλ και Γεωργίου, ένα από τα ωραιότερα ανάκτορα γεωργιανού ρυθμού που άφησε πίσω της η Αγγλοκρατία. Η πόλη της Κέρκυρας έχει πληθυσμό κατοίκους (απογραφή 2011) και είναι ένα από τα πιο παλιά αστικά κέντρα της Ελλάδας. Πολιούχος της πόλης είναι ο Άγιος Σπυρίδων Τριμυθούντος, το σκήνωμα του οποίου φιλοξενείται στον ομώνυμο ναό, ο οποίος αποτελεί έναν από τους πιο ιδιαίτερους που υπάρχουν. (Αγοροπούλου- Μπιρμπίλη1982 και Πάππας 2000) Ο Δήμος Κερκυραίων είναι ο πολυπληθέστερος Δήμος της Κέρκυρας, εφόσον περιλαμβάνει όλη την πόλη της Κέρκυρας, η οποία είναι και η πρωτεύουσα του Νομού της Κέρκυρας. Έχει Ενετικά Αρχοντικά, και τα κτίρια είναι υδροχρωματισμένα με το παραδοσιακό κερκυραϊκό χρώμα τής ώχρας. Έχει πλήθος εκκλησιών, οι σπουδαιότερες από τις οποίες είναι η Καθολική Μητρόπολη των Αγίων Ιακώβου και Χριστοφόρου, η Ανατολική Μητρόπολη της Παναγίας Σπηλιωτίσσης και η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος. Έχει ιστορικά κτίρια, όπως η Αγγλική Αρμοστεία, τα παλαιά ανάκτορα του Ταξιάρχου Μιχαήλ και Αγίου Γεωργίου, όπου στεγάζεται το μοναδικό στην Ελλάδα Σινοϊαπωνικό Μουσείο, το Λιστόν, το μέγαρο Καποδίστρια, το μητροπολιτικό μέγαρο, το μέγαρο τής Αναγνωστικής Εταιρείας Εικόνα 1:Χάρτης της Κέρκυρας Κερκύρας, το μέγαρο της παλαιάς Ιονικής Τράπεζας, το σημερινό Δημαρχείο, το περίφημο Θέατρο Σαν Τζιάκομο, το μέγαρο τής Ιονίου Βουλής, το μέγαρο τής Ιονίου Ακαδημίας, όπου στεγάζεται η Πρυτανεία τού Ιονίου Πανεπιστημίου. Η πόλη διαθέτει όλες τις σύγχρονες υπηρεσίες, τράπεζες, αστυνομία, στρατολογία, δημοτικές υπηρεσίες, σταθμούς τηλεοράσεως και ραδιοφώνων, διεθνές λιμάνι κι αεροδρόμιο προσιτό σε κάθε είδους αεροσκάφους. Είναι έδρα του Ιόνιου Πανεπιστήμιου, της Νομαρχίας Κέρκυρας και της Περιφέρειας Ιόνιων Νησιών. (Tenteti A., 1994) Η Αρχιτεκτονική του Τοπίου Το ανάγλυφο του εδάφους σε συνδυασμό με το είδος της επικρατούσας καλλιέργειας, με κύριο χαρακτηριστικό φυτό του νησιού την ελιά, αλλά και σε συνδιασμό με τη μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού, έχουν συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση της Αρχιτεκτονικής του τοπίου στα νησιά του Νομού Κέρκυρας καθώς και στους οικισμούς του. Συγκεκριμένα, η επιδότηση της φύτευσης ελαιοδένδρων την περίοδο της Ενετοκρατίας, έδωσε το κίνητρο στους κατοίκους των νησιών να διαμορφώσουν 22

24 αλλεπάλληλα επίπεδα στις κεκλιμένες πλαγιές των λόφων και των βουνών, με κατασκευή τοιχίων αντιστήριξης από πέτρα. Αυτοί οι πέτρινοι τοίχοι είναι το χαρακτηριστικό της υπαίθρου,ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές. Παράλληλα, η πυκνή φύτευση των ελαιοδένδρων έχει δημιουργήσει ένα απέραντο ελαιοδάσος με πανύψηλα υπεραιωνόβια δένδρα, το σταχτο-πράσινο χρώμα των οποίων διακόπτεται και συνδυάζεται αρμονικότατα με το σκούρο πράσινο των κυπαρισσιών και όλους τους άλλους τόνους του πράσινου από την οργιώδη βλάστηση που οι ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες έχουν χαρίσει στην Κέρκυρα. Και βέβαια αυτή η ποικιλία των τόνων του πράσινου, τονίζεται ευχάριστα από όλες τις αποχρώσεις του χρωματικού φάσματος, από τα άφθονα λουλούδια (αυτοφυή ή καλλιεργημένα στις αυλές των σπιτιών), που ανθίζουν όλες τις εποχές του χρόνου. (Tenteti A., 1994) Το Οικιστικό Περιβάλλον Μέσα σε αυτό το φυσικό περιβάλλον διαμορφώθηκε με το πέρασμα του χρόνου, ένα πυκνό δίκτυο οικισμών, όπου πλαισιώνουν τα μεγαλύτερα οικιστικά κέντρα, όπως είναι η πόλη της Κέρκυρας, η Λευκίμμη και διάφορα άλλα κεφαλοχώρια. Οι διάφοροι λαοί και πολιτισμοί που πέρασαν ή και έμειναν στα νησιά στη διάρκεια των χρόνων, άφησαν το στίγμα τους στην Αρχιτεκτονική του. Έτσι, εκτός από τα Αρχαϊκά ευρήματα που έχουν βρεθεί στις διάφορες ανασκαφές, υπάρχουν ακόμη εξαιρετικά δείγματα αρχιτεκτονικής από τα Βυζαντινά χρόνια που στέκονται όρθια και μερικά μάλιστα από αυτά βρίσκονται ακόμα σε πολύ καλή κατάσταση. Δείγματα αρχιτεκτονικής από την περίοδο της Φραγκοκρατίας δεν έχουμε και φαίνεται πως η περίοδος αυτή δεν επέδρασε ιδιαίτερα στην μορφή των κτισμάτων των νησιών. Αντίθετα η Ενετική περίοδος ήταν εκείνη που καθόρισε ουσιαστικά την Αρχιτεκτονική παρέα με τις άλλες μορφές τέχνης. (Βροκίνης Α και Αγοροπούλου Μπιρμπίλη 1982) Ξεκινώντας από την πόλη της Κέρκυρας που αποτελεί ένα μοναδικό ζωντανό μνημείο Αρχιτεκτονικής θα συναντήσει κανείς σε όλο το Νομό κτίσματα και ολόκληρους οικισμούς αυτής της εποχής διατηρητέα ανέπαφα από το χρόνο και να παραμένουν ακόμη και σήμερα σε χρήση. Υπάρχουν βέβαια και αρκετά κτίρια της Γαλλικής περιόδου, με χαρακτηριστικό το κτίριο όπου στολίζει την πλατεία της πόλης, το κτίριο Λιστόν, καθώς και της μετέπειτα Αγγλικής περιόδου με κύριο χαρακτηριστικό την επιρροή από τον νεοκλασικισμό. Όμως η Ενετοκρατία είναι αυτή που έχει δώσει την ταυτότητα του οικιστικού περιβάλλοντος. Οι οικοδομές της περιόδου αυτής βασίζονται στα τοπικά στοιχεία και παράλληλα σε στοιχεία της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. (Αγοροπούλου Μπιρμπίλη 1982) Βέβαια εδώ πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός μεταξύ των Αρχοντικών,των Δημοσίων κτιρίων και των οικιών των αστών που βρίσκουμε κυρίως στην πόλη της Κέρκυρας και τα μεγάλα Κεφαλοχώρια, όπως είναι οι οικισμοί Κομπίτσι, Κορακιάνα, Δουκάδες, Άγιοι Δούλοι και άλλοι, με τις απλές αγροτικές ή αστικές κατοικίες που κρατάνε το ρυθμό χωρίς όμως πολλά από τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά στοιχεία των πολυτελών κτισμάτων. (Παϊσίδου 1994) Παράλληλα υπάρχουν και άφθονα βιοτεχνικά κτίρια με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό χαρακτήρα, κτίρια, όπως είναι οι διάφοροι ανεμόμυλοι και τα ελαιοτριβεία, αλλά και μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα, όπως είναι τα εργοστάσια αλευροποιίας, χαρτοποιίας, ελαιουργίας, επεξεργασίας κάνναβης, και τέλος οι αλυκές. Τα παραδοσιακά αυτά κτίσματα είναι κατασκευασμένα από πέτρα στους 23

25 κατώτερους ορόφους και από συμπαγή τούβλα στους ανώτερους. Συνήθως έχουν δίχυτες στέγες από Βυζαντινό κεραμίδι και ξύλινα πατώματα. Τα αρχοντικά και τα μεγάλα αστικά σπίτια είναι πολυώροφα ενώ τα αγροτικά ισόγεια ή και διώροφα. Φυσικά τα τελευταία χρόνια χτίζονται σύγχρονα κτίρια από μπετόν, πολύ λίγα όμως από αυτά έχουν κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που να τα κάνει αξιόλογα. Αντίθετα αρκετές περιοχές ιδιαίτερα στα παράλια έχουν υποστεί μεγάλη αισθητική ζημία από την αλόγιστη χρήση του μπετόν σε μια άναρχη οικοδομική ανάπτυξη στο βωμό του τουρισμού. Τη μεγαλύτερη καταστροφή σε αυτόν τον τομέα υπέστη η πόλη της Κέρκυρας τη δεκαετία του 1970 με την οικοδόμηση μεγάλων άχαρων ξενοδοχείων γύρω και μέσα στην πόλη καθώς και πολυκατοικιών πολύ κακής ποιότητας μέσα στην πόλη, με εξαίρεση το ιστορικό κέντρο της πόλης, και τη δεκαετία του 1980 με την κατασκευή απειράριθμων μικρών ή μεσαίων τουριστικών καταλυμάτων με αμφίβολη αισθητική κυρίως στις παραλιακές περιοχές εκτός της πόλης,που αλλοίωσαν το χαρακτήρα της. (Αγιούς 2004) Υλικά και τρόποι κατασκευής Τα βασικά υλικά δομής των Κερκυραϊκών κτιρίων είναι πέτρα, τούβλα και ξύλο. Λατομεία βρίσκονται κυρίως στην ανατολική πλευρά του βουνού Παντοκράτορα, που είναι στο βόρειο μέρος του νησιού. Εκεί βγαίνει μία σκληρή ασβεστολιθική πέτρα λευκή και κοκκινωπή, κατάλληλη για λαξευτές τοιχοποιίες, πλακόστρωτες, πλαίσια και άλλα, που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως κατά την βενετική περίοδο, καθώς και ασβεστολιθικά πετρώματα κατάλληλα για ασβέστη. Στο κεντρικό τμήμα του νησιού υπάρχουν επίσης μερικά λατομεία όπου βγαίνει ένα αμμώδες κιτρινωπό πέτρωμα και στο νότιο ένας κοκκινωπός πωρόλιθος. Στο νησί υπάρχει επίσης άμμος, άργιλος σε μεγάλη ποσότητα, δηλαδή υπάρχει αφθονία αυτών των υλικών για την κατασκευή τούβλων και κεραμιδιών. Γνωστές είναι οι βιοτεχνίες παραγωγής τούβλων στο Μαντούκι ήδη από την περίοδο της βενετοκρατίας. Οι Κερκυραίοι προμηθεύονται πέτρα και από την Ήπειρο και τους Παξούς για πλακοστρώσεις, αλλά και την Τεργέστη για τις σχετικά πολυτελείς κατασκευές όπως είναι τα τζάκια. (Λαββας 2002) Επί αγγλοκρατίας χρησιμοποιήθηκε και πέτρα από τη Μάλτα. Συμπληρωματική εισαγωγή της ξυλείας (δοκοί και σανίδες από έλατο και λάριζα) και φυσικά εισαγωγή σιδήρου γινόταν από την Τεργέστη και τη Βενετία, την Ραγούζα, Φουμιέ και άλλες γειτονικές περιοχές. Η πέτρα χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή των χαμηλότερων κυρίως ορόφων. Οι τοίχοι γίνονταν από αργολιθοδομή και ήταν πάντοτε επιχρισμένοι. Ενίοτε εμφανίζεται στα κτίρια της βενετοκρατίας μικτή, δεύτερης ποιότητας, τοιχοποιία από τούβλα και πέτρα λατομείων ή ακόμα και συλλεκτή. Υπάρχουν ακόμη αρκετές τοιχοποιίες με ασβεστοκονία. Λαξευτή τοιχοποιία χρησιμοποιήθηκε σε ορισμένα μόνο τμήματα της κατασκευής για λόγους στερεότητας αλλά και διακόσμησης (για την διαμόρφωση των γωνιών των κτιρίων, την κατασκευή γείσων πλαισίων τοξοστοιχειών) και μόνο ένα παράδειγμα της βενετοκρατίας κατασκευάστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από πέτρα. Επί των Άγγλων γίνεται μεγαλύτερα χρήση της λαξευτής τοιχοποιίας στην κατασκευή των ισογείων, ενώ πωρόλιθος Μάλτας χρησιμοποιήθηκε εξ ολοκλήρου για την κατασκευή του παλατιού και του μικρού κυκλικού μνημείου της Σπιανάδας (που σχετίζονται με τον πρώτο Αρμοστή Sir. T. Maitland). Οι τοίχοι των ανωτέρων ορόφων κατασκευάζονταν συνήθως από τούβλα. Τούβλα χρησιμοποιούσαν επίσης 24

26 για την κατασκευή ανακουφιστικών τόξων, θολωτών κατασκευών αλλά και γείσων. (Σορδίνας 1997) Ιστορία της Κέρκυρας Ευρήματα ανθρώπινης παρουσίας στην Κέρκυρα βρίσκουμε από την παλαιολιθική εποχή, αλλά και από την νεολιθική εποχή έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές λείψανα. Από την ομηρική εποχή κατοικούσαν οι περίφημοι Φαίακες οι οποίοι ήταν Φοινικικής καταγωγής. Οι πρώτοι Έλληνες άποικοι που εγκαταστάθηκαν είναι από την Ερέτρια της Εύβοιας. Στο νησί ήδη κατοικούσαν Ιλλύριοι. Κατόπιν εγκαταστάθηκαν Κορίνθιοι με αρχηγό τον Χερσικράτη το 734 π.χ. Μαζί με τη μητρόπολη της Κορίνθου ίδρυσε την Επίδαμνο, το σημερινό Δυρράχιο. Η Κέρκυρα, επειδή ήταν πιστή σύμμαχος της Αθήνας, αποτέλεσε και μια από τις αφορμές του Πελοποννησιακού πολέμου. Για μεγάλο χρονικό διάστημα έμεινε στην Κέρκυρα και ο Μέγας Αλέξανδρος στα νεανικά του χρόνια. Το νησί πολύ γρήγορα πέρασε στην κυριαρχία των Ρωμαίων κατά τη σταδιακή εξάπλωσή τους προς ανατολάς. Πλήθος βαρβάρων πέρασαν και λεηλάτησαν το νησί κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου λόγω του ότι ήταν προγεφύρωμα για τις απέναντι ηπειρωτικές ακτές και ήλεγχε την είσοδο της Αδριατικής. Βάνδαλοι, Οστρογότθοι, Μουσουλμάνοι από τις ακτές της νότιας Ιταλίας που ρήμαζαν στην κυριολεξία τις περιοχές αυτές πλήγωσαν την ειρηνική πορεία του νησιού στο χρόνο. Κατόπιν ακολούθησαν Νορμανδοί σκληροί βορειοευρωπαίοι που την εποχή εκείνη είχαν κατακτήσει τη νότια Ιταλία και Σικελία. Ο αρχηγός τους Γυισκάρδος κατέκτησε την Κέρκυρα. Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και τη διανομή των Βυζαντινών εδαφών από τους κατακτητές η Κέρκυρα περιήλθε στους Βενετούς, με διαστήματα επανάκτησής της από τους Έλληνες, αλλά και πάλι κατακτήθηκε από τους Ανδεγαύους το Επανήλθαν οι Βενετοί το 1386 και αρχίζει για την Κέρκυρα μια μακραίωνη περίοδος ενετοκρατίας που έδωσε το χρώμα και τον αέρα που ως σήμερα μπορούμε να διαπιστώσουμε. Αυτή την περίοδο το νησί γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και οικονομική ευημερία, η πόλη της Κέρκυρας βρισκόταν μέσα στο φρούριο, αλλά έξω είχε απλωθεί μια νέα πόλη ατείχιστη όμως, με αποτέλεσμα να είναι εκτεθειμένη σε κάθε είδους επιδρομές αλλοφύλων. Και για να αντιμετωπιστεί οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια αποτελεσματικά, δημιουργήθηκε μια τεράστια έκταση μπροστά από το φρούριο η σημερινή πλατεία σπιανάδα. Το 1431 για πρώτη φορά εμφανίστηκαν Τούρκοι στο νησί και προσπάθησαν μάταια να το καταλάβουν. (Παππάς 2000 και Αγιούς 2004) Το φρούριο του Αγγελόκαστρου στην Κέρκυρα. Οι Βυζαντινές επάλξεις του Αγγελόκαστρου αντιστάθηκαν επιτυχώς στην Τουρκική πολιορκία του Το 1537 Τούρκοι υπό τον τρομερό αρχηγό του στόλου Βαρβαρόσσα κατέστρεψαν την πόλη εκτός των τειχών και ρήμαξαν την κερκυραϊκή ύπαιθρο παίρνοντας αιχμαλώτους. Το 1571 επανέρχονται οι Τούρκοι και πολιορκούν με μανία την πόλη χωρίς τελικά αποτέλεσμα, αλλά κατέστρεψαν το νησί από άκρον εις άκρου. Ύστερα από αυτά τα γεγονότα η Βενετία τειχίζει τη νέα πόλη με το λεγόμενο νέο φρούριο, προσπαθώντας να προστατέψει το νησί από τις επιδρομές των Τούρκων. Το 1716 οι Τούρκοι επανήλθαν με πολυπληθή στρατό να καταλάβουν το νησί, αλλά με την πολύ καλή άμυνα και με την εποπτεία του στρατάρχη Σούλεμπουργκ και αυτή η πολιορκία δεν έφερε για τους Τούρκους τα ποθητά αποτελέσματα. Η Βενετία, παρότι άφησε ανεξίτηλα τη σφραγίδα της στην Κέρκυρα, δεν κατάφερε να την προστατέψει επαρκώς, γιατί έζησε μεγάλες σφαγές και καταστροφές από τις επιδρομές των Τούρκων. Το 1797 ως το 1799 η Κέρκυρα πέρασε στα χέρια των 25

27 Γάλλων. Κατόπιν πέρασε σε μια ιδιότυπη Ρωσοτουρκική κατοχή,κάτω από τη διοίκηση των Ρώσων. Μετά από πολλές συζητήσεις μεταξύ των Τούρκων και Ρώσων αποφάσισαν να ιδρυθεί η Επτάνησος Πολιτεία. Το 1807 ως και το 1814 επέστρεψαν οι Γάλλοι του Ναπολέοντα στην Κέρκυρα και κατά την διάρκεια της παρουσίας τους έδωσαν χρώμα και μια αίσθηση γαλλική στη πόλη. Με την κατάρρευση των αυτοκρατορικών Γάλλων του Ναπολέοντα, αγγλικός στρατός καταλαμβάνει την Κέρκυρα το 1815 και παρέμειναν εκεί ως το 1864, οπότε το νησί ενσωματώθηκε στην Ελλάδα μαζί με τα άλλα Επτάνησα. (Αθανάσαινας 1996) Η Κέρκυρα, λόγω θέσης, ευνοϊκού κλίματος και πλούσιου εδάφους, κατοικήθηκε από τους προϊστορικούς χρόνους. Η γεωγραφική θέση του νησιού στο ακρότατο δυτικό σημείο της Ελλάδας, μια θέση «κλειδί» στην είσοδο της Αδριατικής με ιδιαίτερη στρατηγική, ναυτική και εμπορική σημασία,αλλά και ο φυσικός της πλούτος, την έκαναν από νωρίς στόχο των επεκτατικών διαθέσεων των άλλων λαών. Η ίδρυση και ανάπτυξη της αρχαίας πρωτεύουσας της Χερσούπολης από τους Κορίνθιους, στη Χερσόνησο του Κανονιού το 734 π.χ.,βεβαιώνεται τόσο από τον Ξενοφώντα όσο και από τις ανασκαφές, και αποτελεί το πρώτο εξακριβωμένο γεγονός της ιστορίας της. Όταν οι Βενετοί κατέλαβαν το νησί για πρώτη φορά, υπήρχαν ήδη διαμορφωμένα τρία είδη οικισμών: το Φρούριο (το σημερινό Παλαιό Φρούριο) με την Ακρόπολη (Cittabella), το Προάστιο (Borgo ή Ξωπόλι) στη θέση της σημερινής Παλιάς Πόλης, και οι μικροί οικισμοί της υπαίθρου. Ο οικισμός της Ακρόπολης δημιουργήθηκε από τους Βυζαντινούς στα μέσα του 6ου αιώνα, αποτελώντας την πιο οχυρή θέση μετά την καταστροφή της Χερσούπολης από τους Γότθους. Αποτέλεσε το σημαντικότερο δημιούργημα της εποχής των Βυζαντινών και διατηρήθηκε ως διοικητικό και κοινωνικό κέντρου του νησιού έως τα πρώτα χρόνια της κατάκτησής του από τους Βενετούς. (Ζούμπου 1996) Οι Βενετοί ανέπτυξαν τα προάστιά τους δυναμικά έξω από τα τείχη. Με την περιτείχιση του προαστίου στα τέλη του 16ου αιώνα, o οικισμός αυτός, αναγνωρίστηκε ως η νέα πρωτεύουσα του νησιού. Μαζί με το περιμετρικό δηλαδή τείχος της πόλης οι Βενετοί κατασκεύασαν και ένα επιπλέον ισχυρό φρούριο στο βόρειο άκρο της, το οποίο ονομάστηκε Νέο Φρούριο σε διάκριση με το Παλαιό. Από όλες τις αλλεπάλληλες και εναλλασσόμενες κυριαρχίες, η Βενετοκρατία είναι αυτή που άφησε σημαντικά στοιχεία στην οικονομική και κοινωνική ζωή, τις δομές τους κράτους και την αρχιτεκτονική. Η περίοδος της Αγγλοκρατίας επίσης, αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ιστορίας που άφησε το στίγμα της στην κοινωνική οικονομική ζωή και τη δομή της πόλης της Κέρκυρας.Η περίοδος της αγγλικής κατοχής συνδέθηκε με την καλή οργάνωση της κρατικής μηχανής, την κατάργηση των τιμαρίων και την εκτέλεση πολλών σημαντικών έργων υποδομής: διάνοιξη δρόμων και την κατασκευή υδραγωγείων. Ενισχύθηκε η δημόσια εκπαίδευση και ιδρύθηκε η Ιόνιος Ακαδημία (1824) που αποτέλεσε το φυτώριο σημαντικών επιστημόνων της νέας Ελλάδας και έκανε την Κέρκυρα σημαντικό πνευματικό κέντρο. Επί Αγγλοκρατίας, η ελληνική γλώσσα έγινε η επίσημη γλώσσα του Κράτους και επετράπη η ελευθεροτυπία. (Νικηφόρου 1994) Η πολεοδομική εξέλιξη της πόλης της Κέρκυρας είναι ισχυρά δεμένη με τα αμυντικά έργα που κατασκεύασαν κατά καιρούς οι κυρίαρχοί της. Η πόλη ήταν υποχρεωμένη να αναπτυχθεί μέσα στο χώρο που της καθόρισαν τα σχέδια των στρατιωτικών μηχανικών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι η πιο σημαντική πλατεία που καθόρισε τη φυσιογνωμία της πόλης, η Σπιανάδα, ανοίχθηκε για λόγους αμυντικούς, μπροστά από το Παλαιό Φρούριο. Το γκρέμισμα των τειχών και η διάνοιξη της παραλιακής οδού προς Γαρίτσα, από τους Άγγλους τον 19ο αιώνα, καθόρισε την εξέλιξη και ανάπτυξη της σύγχρονης πόλης. (Ζούμπου 1996) 26

28 Η Αρχιτεκτονική της Πόλης της Κέρκυρας - Η Αστική Εξέλιξη του Ιστορικού Κέντρου Η Ιστορική πόλη εντός των τειχών του 16ου αιώνα κτισμένη στο Βορειοανατολικό άκρο της χερσονήσου, στο μέσο της ανατολικής ακτής του νησιού μεταξύ δύο Φρουρίων περιορισμένη από γη και θάλασσα αναγκασμένη να αναπτυχθεί σε ύψος, αποτελεί μέρος της συνολικής εικόνας της σημερινής μορφής της πόλης και εν μέρει συμπίπτει μαζί της. Το Ιστορικό Κέντρο πέρα από τις εξέχουσες αρχιτεκτονικές μορφές των οχυρώσεων, ορισμένων κτιρίων και πολεοδομικών λειτουργικών στοιχείων, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σαν ενιαίο πολεοδομικό σύνολο που διατηρεί σε σημαντικό βαθμό τη φυσιογνωμία του,φορτισμένη από το πέρασμα των αιώνων. Η αστική εξέλιξη με τις κατά καιρούς επεμβάσεις και τροποποιήσεις βάσει συγκεκριμένων σχεδιασμών ή όχι, διαφαίνεται με σχετική ευκρίνεια, τόσο στον πολεοδομικό ιστό αποτελώντας μια σύνθεση διαφοροποιημένων πολεοδομικών σχημάτων, όσο και στο αστικό τοπίο με την ποικιλία αρχιτεκτονικών μορφών που συγκεντρώνει. Το γενικό σχήμα της περιοχής είναι μάλλον ακανόνιστο και συμπιεσμένο ανάμεσα στα δύο Φρούρια. Είναι μια έκταση 295 στρεμμάτων τριγωνικής περίπου μορφής, με κορυφή το Νέο Φρούριο, βάση το παραθαλάσσιο όριο με το Παλιό Φρούριο (με μήκος πλευράς περίπου 800 μ.) και με πλευρές την ανώμαλη παραλιακή γραμμή του Βορρά (650 μ. περ.) και τη δυτική περιτείχιση της ξηράς (850μ. περ.) Τα δυτικά όρια της παλιάς πόλης διακρίνονται εύκολα γιατί ορίζονται από δύο ψηλές μάζες τειχών, σε επαφή με τον περιμετρικό δρόμο, που προέκυψε στη θέση της παλιάς περιτείχισης. Όποιος περιτρέξει το βλέμμα από τη θάλασσα πάνω στη μικρή της επιφάνεια βλέπει την πόλη να παρουσιάζεται αμφιθεατρικά, σχηματίζοντας μια πυκνή μάζα κτισμάτων ανάμεσα στα δύο Φρούρια. Το οικιστικό σύνολο κάτω από την κυρίαρχη παρουσία των Φρουρίων, συνθέτει ένα ενιαίο σύνολο. Αυτό είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό της Παλιάς Πόλης. (Παππάς 2000) Η μόνιμη ενότητα που δυσχεραίνει κάθε περιγραφή για ένα μόνο στοιχείο. Το να ξεχωρίσουμε τα στοιχεία από το σύνολο, τους αφαιρεί αυτό που πραγματικά τα αξιοποιεί, δηλαδή το προσόν να διαμορφώνουν μία συνέχεια και μία ενότητα. Ο δομημένος χώρος χωρίζεται σε τρεις μεγάλους τομείς, που παρακολουθώντας τη μορφολογία του εδάφους, προσδιορίζονται από τα τρία υψώματα, τους λόφους Καμπιέλλο, Αγ. Πατέρων και Αγ. Αθανασίου. Οι τρεις υποδιαιρούνται σε δέκα επιμέρους ενότητες τις γειτονιές ή συνοικίες που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη εσωτερική οργάνωση και πολεοδομική μορφολογία. Η πυκνότητα των τριών βασικών τομέων εμφανίζει διαφορές. Ο Βορειοδυτικός λόφος, το Καμπιέλλο, είναι ο πιο πυκνοκατοικημένος, ενώ σαφώς αραιότερη εμφανίζεται η δόμηση στα δύο άκρα της πόλης, στη νότια πλευρά και κοντά στο Ν. Φρούριο. Κάθε επιμέρους ενότητα, η λεγόμενη γειτονιά, χαρακτηρίζεται από την μικρή πλατεία. Που αποτελεί το κέντρο της και τον μοναδικό βασικά πνεύμονα, με την εκκλησία και το ψηλό καμπαναριό, στην οποία συνήθως οφείλει και το όνομα της και ένα ή περισσότερα αρχοντικά ή μεγαλοαστικά μέγαρα. (Παρθενόπουλος 2009) Το οικιστικό πλέγμα παρουσιάζεται διαφοροποιημένο, στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελεί αυστηρή γραμμική επανάληψη επιμηκών οικοδομικών ενοτήτων, με κατεύθυνση τον άξονα Ανατολής - Δύσης (και αυτό συμβαίνει κυρίως στα περιφερειακά μέτωπα), ενώ στις περιοχές των εσωτερικών λόφων, όπου πιθανότατα και οι παλαιότεροι οικιστικοί πυρήνες, εμφανίζεται ακανόνιστο, 27

29 αποσπασματικό, με ένα δαιδαλώδες οδικό δίκτυο, γεμάτο σημεία πολλαπλής επιλογής πορείας: πλατώματα, δίστρατα, τρίστρατα. Μπορούμε με ευκολία να διαπιστώσουμε τη διαφοροποίηση της οικιστικής οργάνωσης πριν και μετά την περιτείχιση: Από τη μια πλευρά στους λόφους ένα οικιστικό πλέγμα αποσπασματικό και ακανόνιστο με ένα δαιδαλώδες οδικό δίκτυο, γεμάτο σημεία πολλαπλής επιλογής πορείας (πλατώματα, δίστρατα, τρίστρατα) με σποραδικούς μικρούς ελεύθερους χώρους (μικρές πλατείες - τοπικά κέντρα) αναδεικνύει προγενέστερες της περιτείχισης πρακτικές πολεοδόμησης. Από την άλλη πλευρά μπροστά στο μέτωπο της Σπιανάδας, απέναντι από το Παλαιό Φρούριο ένα οικιστικό πλέγμα κανονικό όπου είναι αξιοσημείωτη η επάλληλη ακτινωτή τοποθέτηση γραμμικών οικοδομικών ενοτήτων πάνω σε χάραξη δρόμων προηγούμενα καθορισμένη. Σχεδιασμός που πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την περιτείχιση, μετασχηματίζοντας την προγενέστερη οργάνωση του Ξωπολιού και βρήκε πιθανά εφαρμογή μετά από αναδασμό για λόγους αμυντικούς αλλά και ιδεολογικούς, που σκοπό είχαν την ανάδειξη του Π. Φρουρίου σαν κέντρου εξουσίας και στρατιωτικού ελέγχου της Πόλης. (Λινάρδου 1962) Και στις δύο περιπτώσεις η μορφή του πολεοδομικού ιστού καθορίζεται από τη γραμμική επανάληψη οικοδομικών ενοτήτων που επαναλαμβάνονται στη σειρά δημιουργώντας ένα οικιστικό πλέγμα που χαρακτηρίζει τη δυτική ύστερο μεσαιωνική παράδοση, μορφή που επιβλήθηκε τόσο από τις τοπικές ιδιοκτησιακές δομές όσο και τις εθιμικές διεργασίες παραγωγής αστικού χώρου. Στις τοποθεσίες των λόφων συνυπάρχουν περισσότερες από μία, προγενέστερες της περιτείχισης μορφές οργάνωσης του χώρου, γεγονός που καθιστά την αναγνώριση της οικιστικής δομής αρκετά δυσανάγνωστη και περίπλοκη. Η πρώτη μορφή αστικής οργάνωσης υποθέτουμε ότι δημιουργήθηκε γύρω από τις παλαιότερες εκκλησίες, οι οποίες λειτούργησαν σαν πόλοι έλξης για τη σταθεροποίηση κατοίκων, βάζοντας τις βάσεις για μια πρώτη οργάνωση του χώρου σε μορφή αρχικά ανεξάρτητων μεταξύ τους πυρήνων δόμησης. Δημιουργήθηκαν με αυτό τον τρόπο οι παλαιότερες συνοικίες (contrada) του Ξωπολιού. Αναφέρεται ότι η περιτείχιση περιέλαβε 24 συνοικίες, που έπαιρναν το όνομά τους από το όνομα της εκκλησίας τους (Contrada S. Salvator, Antivuniotissa, Chieropula). Μία από τις περιοχές προτίμησης των αρχικών εγκαταστάσεων είναι το Καμπιέλο, που συγκεντρώνει υψηλό αριθμό εκκλησιών και αποτελούσε πλησιέστερο χώρο εύκολης άμυνας, κοντά στην αρχική είσοδο της Μεσαιωνικής Πόλης. (Λινάρδος 1974) Η σταδιακή πύκνωση της πρώτης αστικής δομής, προκάλεσε πάνω σε βασικές διαδρομές σύνδεσης των ανεξάρτητων αρχικά συνοικιών, τη χαρακτηριστική, μεταβατική δόμηση εκτός πόλεως, ή αλλιώς δόμηση a borgo. Τα κτίσματα σε αυτή την περίπτωση τοποθετούνται επαναλαμβανόμενα σε συνεχές σύστημα πάνω σε συνδετήριους άξονες δημιουργώντας ένα είδος τείχους που διαχωρίζει τη διαδρομή από τον υπόλοιπο ημιαγροτικό χώρο ή σε άλλες περιπτώσεις δοσμένης και της μορφολογίας του εδάφους, όπως το βορινό τμήμα της οδού Βουθρωτού, η δόμηση αρθρώνεται κατάλληλα δημιουργώντας ένα σχεδόν συνεχές συνδετήριο τείχος ώστε να ευνοήσει και σκοπούς αμυντικής προφύλαξης των κατοίκων. (Αγιούς 2004) Η επόμενη φυσική πύκνωση στο εσωτερικό των συνοικιών δημιούργησε την χαρακτηριστική γραμμική επανάληψη διαφορετικού μεγέθους οικοδομικών ενοτήτων στη σειρά. Η φορά των γραμμώσεων πρέπει να αναζητηθεί περισσότερο στις κατευθύνσεις των επιμέρους συνδετήριων διαδρομών, τη μορφολογία του εδάφους και στην προγενέστερη χρησιμοποίηση του εδάφους, παρά στην εφαρμογή κάποιου σχεδιασμού μετά την περιτείχιση. (Αγιούς 2004) 28

30 Δείγματα μιας πρωταρχικής περισσότερο, αγροτικής δομής που καθόρισαν κυρίως εκκλησιαστικές ιδιοκτησίες, εντοπίζονται με τα μεγάλα συμπαγή και ακανόνιστα σχήματα οικοδομικών ενοτήτων. Χαρακτηριστική είναι η οικοδομική ενότητα στην οποία ανήκει η εκκλησία της Κρεμαστής. Η ανάπτυξη της συνεχούς δόμησης γύρω από τους κήπους της εκκλησίας που διατηρήθηκαν, σχηματίζει ένα διπλό συνδετήριο τείχος συνδυαζόμενο και με τα απέναντι κτιριακά μέτωπα. Στο Καμπιέλο επίσης είναι ορατά τα ίχνη μιας πρωταρχικής οργάνωσης του χώρου που πιθανά προέκυψε από ένα σύστημα κατοικιών με αυλές ενωμένες στα πλάγια, που στηρίζονταν σε μια υποτυπώδη υποδομή στενών βοηθητικών δρόμων. Η κλειστή αστική μορφή της οχυρωμένης πόλης και ο περιορισμένος χώρος, καθόρισαν την κυρίαρχη οικιστική τυπολογία. Η τυπική γραμμική επιμήκης μορφή των οικοδομικών ενοτήτων αποτελείται από μικρότερες βασικές μονάδες οικοδόμησης, που παρατάσσονται στη σειρά (εκπροσωπώντας κυρίως τη Βενετσιάνικη εποχή) αποτελούν δείγματα ευτελούς αρχιτεκτονικής και καθορίζουν την αστική μονοκατοικία ή λαϊκή πολυκατοικία, σε αντίθεση με τη μνημειακή αλλά λιτή αρχιτεκτονική που εκφράζεται στα δημόσια κτίρια, τα αρχοντικά και τις εκκλησίες, όπου περιλαμβάνουν περισσότερες από μία βασικές μονάδες οικοδόμησης. Τον 19ο αιώνα παρατηρούνται αλλαγές στην κτιριακή κλίμακα με συνενώσεις οικοπέδων, διαφορετική μορφολογική αντιμετώπιση των όψεων και σημαντική αύξηση του ύψους των κτιρίων στο σύνολό τους. Υπολογίζεται ότι περίπου το 70% των υπαρχόντων παλιών κτιρίων προ του 20ου αιώνα, αποτελούν ανακατασκευές ή προσθήκες Αγγλικής περιόδου. (Αγιούς 2004 και Ζούμπου 1996) Πρέπει να σημειωθεί ότι στο Ιστορικό Κέντρο της Κέρκυρας, δεν διαπιστώνεται ύπαρξη περιοχών που οργανώθηκαν με ταξικά κριτήρια, ενώ υπάρχει συνοικία των Εβραίων. Έτσι δεν συναντούμε μια περιοχή με αποκλειστική χρήση την κατοικία αριστοκρατών ή εμπόρων. Οι διαφορετικές κατηγορίες κατοικίας (αριστοκρατών, εμπόρων, βιοτεχνών) αναμειγνύονται μεταξύ τους, γεγονός που ενισχύει τη σταθερή για αιώνες επιβίωση του επαναλαμβανόμενου τύπου κατοικίας στη σειρά (με τις επιμέρους διαφοροποιήσεις του) στη μεγαλύτερη έκταση της πόλης. Μπορούμε να πούμε ότι εντοπίζονται ζώνες ή καλύτερα περισσότεροι από ένας δρόμοι με κυρίαρχο εμπορικό χαρακτήρα και άλλοι δρόμοι που χαρακτηρίζονται από τις τυπικές κατασκευές κατοικιών με εργαστήρια στο ισόγειο, όπως επίσης και περιοχές αμιγούς κατοικίας με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Καμπιέλο. Οι μετασχηματισμοί του 19ου αιώνα και των νεότερων χρόνων δεν συγκρότησαν διαφοροποιημένα πολεοδομικά συστήματα στο εσωτερικό του Ιστορικού Κέντρου. Η μορφή του πολεοδομικού ιστού της πόλης παρά τις επιμέρους εξυγιαντικές επεμβάσεις με καθαιρέσεις μεγάλου ποσοστού προεκτισμάτων στους σημαντικούς δρόμους και ελεύθερους χώρους, δείχνει τη μακρινή μεσαιωνική τάξη των πραγμάτων. Αντίθετα, οι οικοδομές του 19ου αιώνα καθόρισαν το αστικό τοπίο, συνέθεσαν κανονικότητες, μνημειακές προοπτικές και κλασσικούς ρυθμούς σε σημεία προνομιούχα που ευνοήθηκαν από τις κατά καιρούς διατάξεις που επιβλήθηκαν στους σημαντικούς δρόμους ή το περιμετρικό μέτωπο Σπιανάδας - Μουράγιων - Λιμανιού και τις οδούς Ζαμπέλη και Ιονίου Ακαδημίας. Έτσι η γενική αίσθηση του τρισδιάστατου χώρου αποπνέει μεταγενέστερες της μεσαιωνικής εποχές, εκφράζοντας ανάλογα με το αρχιτεκτονικό ύφος των οικοδομών που κυριαρχούν, ένα λιτό μανιερισμό με στοιχεία αναγεννησιακά και μπαρόκ η ένα κλασικισμό με νεοπαλλαδιανά και νεοκλασικά χαρακτηριστικά. Στη συνολική εικόνα του Ιστορικού Κέντρου δεν υπάρχουν σημαντικές αλλαγές με την έννοια των παρεμβάσεων, πέρα από τις κατεδαφίσεις τειχών και 29

31 οχυρώσεων, γιατί τα κριτήρια των μεγάλων διανοίξεων που ωρίμασαν με την παιδεία του 19ου αιώνα δεν εφαρμόστηκαν στην Κέρκυρα. Με τους βομβαρδισμούς του Β Παγκοσμίου Πολέμου και τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση σε ορισμένα τμήματα του κτισμένου περιβάλλοντος χάθηκαν η αρχιτεκτονική κλίμακα και η ατμόσφαιρα της ενότητας του πολεοδομικού συνόλου. Εξαφανίστηκαν αξιόλογα κτίρια και αλλοιώθηκε ο χαρακτηριστικός πολεοδομικός ιστός κυρίως στις ενότητες Αγ. Αθανασίου, Εβραϊκής και Αγ. Πατέρων. Σημαντική θεωρείται η αλλοίωση της Βασιλικής Οδού. Επιπρόσθετα, η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας έχει ενταχθεί από το 1997 στον Κατάλογο Μνημειων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η περιοχή που εντάσσεται στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς καταλαμβάνει 70 εκτάρια. Στην ουσία πρόκειται για την παλιά περιτειχισμένη πόλη, όπως αυτή είχε αναπτυχθεί έως τα τέλη της Ενετοκρατίας, τον 18ο αιώνα. Η ζώνη επιρροής του μνημείου οριοθετείται ως μια έκταση 162 εκταρίων που περιβάλλει τον ιστορικό περιτειχισμένο πυρήνα και συγκεντρώνει αρχαιολογικούα χώρους, βυζαντινά μνημεία και ιστορικά προάστια της προϊστορίας έως και της σύγχρονης εποχής. (Tenenti 1994 και espa.gr) Η δομή της πόλης παρουσιάζεται ορθολογικά αρθρωμένη, όπου αυτό ήταν δυνατό, με σκοπό τον στρατιωτικό έλεγχο ολόκληρου του οργανισμού. Εξαιρέσεις αποτελούν οι τοποθετήσεις των λόφων που εντάσσονται στο εσωτερικό του αστικού χώρου με την περιτείχιση. Οι καθοριστικές θέσεις των δύο Φρουρίων (διοικητικά και στρατιωτικά κέντρα άλλοτε) το αμυντικό κενό της Σπιανάδας μεταξύ Παλιού Φρουρίου και δομημένου χώρου, οι νευραλγικές θέσεις των κτιρίων που άλλοτε ήταν στρατώνες, μας θυμίζουν τον διπλό ρόλο της πόλης μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα: του ισχυρού οχυρού (που ήταν και καθοριστικός για όλη τη διάρκεια της Βενετικής κυριαρχίας στο νησί) και του λιμανιού διαμετακομιστικού εμπορίου προς την Ανατολική Μεσόγειο. Η αποικιοκρατική πολιτική των Βενετών είχε σαν επακόλουθο τη χρησιμοποίηση της πόλης σαν στρατιωτική και ναυτική βάση. (Καραπιδάκης 1994) Οι Πύλες Τέσσερις ήταν οι Πύλες της πόλης για την επικοινωνία προς τη θάλασσα, τους ευρύτερους περαστικούς οικισμούς και την ύπαιθρο γενικότερα.: Η Βασιλική πύλη (Porta Reale), το πιο αξιόλογο έργο της Δυτικής περιτείχισης μεταξύ πλατφόρμας του Αγιου Αθανασίου και προμαχώνα Σαραντάρη, κατασκευασμένη μεταξύ , αποτελούσε την κύρια είσοδο στην πόλη από το εσωτερικό του νησιού. Κατεδαφίστηκε το 1894 για τη διάνοιξη της οδού Γ. Θεοτόκη. Πύλη Ραϊμόνδου (Porta Raimonda) στο νότιο άκρο της Σπιανάδας. Κατεδαφίστηκε στις άκρες του ομώνυμου προμαχώνα το 1837 από τους Αγγλους και διανοίχτηκε παραλιακός δρόμος προς τη Γαρίτσα. Πύλη της Σπηλιάς (Porta di Spilea) ενσωματωμένη στον ομώνυμο στρατώνα για την επικοινωνία της πόλης με το νέο λιμάνι, που διαμορφώθηκε τον 16ο αιώνα για τις αυξημένες ανάγκες της πόλης, αποτελούσε την κύρια είσοδο από τη θάλασσα. Πύλη του Αγ. Νικολάου (Porta S. Nicolo)στα βόρεια της Σπιανάδας, χαμηλά στο θαλάσσιο περιτείχισμα, κρυμμένη από το επίπεδο του δρόμου, ήταν ενσωματωμένη στο βενετικό κτίριο του στρατιωτικού Νοσοκομείου. 30

32 Οι Πύλες των Φρουρίων Όπου στο Παλαιό Φρούριο έχουμε την : Η κεντρική πύλη εισόδου, μια μεγαλοπρεπής είσοδος, έργο του M. Sanmihell (αρχές 16ου αι.) στο κέντρο του συνδετικού τείχους μεταξύ των προμαχώνων Martinegο και Savorgan ή Porta Soranza, η αρχική πύλη εισόδου στο Παλαιό Φρούριο, από την πλευρά μικρού λιμανιού του Μανδρακίου. Η μορφή της ανάγεται σε διαμόρφωση του Και για το Νέο Φρούριο αντίστοιχα ισχύουν: Η κεντρική πύλη εισόδου από τη θάλασσα (1577) έργο του F Vitteli η κατασκευή στρέφεται από οριζόντιο γείσο που πάνω του στηρίζεται σε μνημειώδες πλαίσιο το φτερωτό λιοντάρι, σύμβολο της Βενετίας. Η νότια πύλη προς την πλευρά της πόλης, απλούστερης μορφής από την προηγούμενη. Η ανάπτυξη της πόλης επηρεάστηκε και κατά μια έννοια καθορίστηκε από τα οχυρωματικά έργα που κατασκευάστηκαν στις διαφορετικές φάσεις εξέλιξής της. Η πιο σημαντική περίοδος για την ιστορία των οχυρώσεων της Κέρκυρας είναι αναμφίβολα εκείνη της Βενετικής κυριαρχίας, δεδομένης της διάρκειας στο χρόνο (411 χρόνια) αλλά και των ιστορικών συνθηκών. Οι Γάλλοι και οι Άγγλοι περιορίστηκαν σε συμπληρωματικά και έργα βελτίωσης αυτών που προϋπήρχαν. Τα οχυρωματικά έργα πέρα από την ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη της πόλης, παρουσιάζουν αυτά καθ αυτά αξιόλογα παραδείγματα στρατιωτικής αρχιτεκτονικής και τεχνικής της εποχής τους. Η Βενετική Δημοκρατία ανέθεσε την κατασκευή τους σε μερικούς από τους καλύτερους αρχιτέκτονες κα μηχανικούς. Οι διαφορετικές φάσεις των οχυρωματικών έργων διαφοροποιούνται μεταξύ τους, αντιπροσωπεύοντας διαφορετικές αντιλήψεις του αμυντικού συστήματος και καθορίζονται από τοπικά πολιτικοστρατιωτικά συμβάντα αλλά και από γεγονότα υπερτοπικής σημασίας. (Ζούμπου 1996) Εικόνα 2: Απεικόνιση της περιτείχισης της πόλης της Κέρκυρας του 18ου αι. 31

33 Αμυντική οργάνωση και μεσαιωνική πόλη πριν τους Βενετούς Η εγκατάλειψη της αρχαίας πόλης πρέπει να εντοπίζεται μετά την επιδρομή των Γότθων 6ος αιώνας μ.χ. Από τότε αρχίζει αργά και σταδιακά η μετοίκιση των κατοίκων της στη δύκορφη χερσόνησο (το σημερινό Παλαιό Φρούριο) για λόγους καλύτερης άμυνας που προσέφερε ο χώρος. Ο πυρήνας αυτός αναπτύχθηκε γρήγορα, γύρω από το Βυζαντινό κάστρο και στις αρχές του 10ου αιώνα απέκτησε τίτλο Μητρόπολης. Οι βυζαντινοί και στη συνέχεια οι Δεσπότες της Ηπείρου και οι Ανδηγαυοί, οχύρωσαν την ακρόπολη και τις κορυφές της, χτίζοντας δυο πύργους (Castrum Veter ή Castel da Mare ή απλά Vecchio Castrum Novum ή Castel da terra ή απλά Nuovo). Ο μεσαιωνικός οικισμός δεν διέφερε από τις τυπικές οχυρωμένες μικρές πόλεις της εποχής με τα χαρακτηριστικά μορφολογικά στοιχεία των λεπτών τειχών με επάλξεις που διακόπτονται από ψηλούς τετραγωνικούς και κυκλικούς πύργους. (Λινάρδος 1974) Το σύστημα των δρόμων Το σύστημα των δρόμων του Ιστορικού Κέντρου εξαρτάται από την κλειστή μορφή της οχυρωμένης πόλης, όπου οι δρόμοι προσδιορίζονται ως απλές διαδρομές και όχι με ένα σαφώς ιεραρχημένο οδικό δίκτυο. Διαδρομές σε σχέση με τις πύλες: δύο κύριοι δρόμοι της πόλης, προϋφιστάμενοι της περιτείχισης, διαμορφωμένοι στις μισγάγγειες των 3 λόφων, εξασφάλιζαν την κύρια επικοινωνία από το Παλιό Φρούριο προς το λιμάνι και το εσωτερικό του νησιού, συνδυαζόμενοι με τις αντίστοιχες κύριες πύλες (Βασιλική και Σπηλιάς). Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι η προέκτασή τους οδηγούσε στην κεντρική πύλη του Π. Φρουρίου. Μια ακόμη βασική συνδετήρια διαδρομή (που διαμόρφωνε συνδυασμούς επιμέρους δρόμων) εξασφάλιζε τη σύνδεση δύο ακόμη πύλων μεταξύ τους (Αγ. Νικολάου και Ραϊμόνδου). Το όλο σύστημα συμπληρωνόταν από τις περιμετρικές διαδρομές και τις δευτερεύουσες συνδέσεις. (Concina 1994) Με αφετηρίες κυρίαρχα και δευτερεύοντα σημεία αναφοράς (εξέχουσες οικοδομές και άλλα ιεραρχικά σημεία δευτερεύουσας σημασίας) στον αστικό χώρο και παράλληλη αναγνώριση μορφολογικών χαρακτηριστικών των δρόμων, επισημαίνονται συγκεκριμένες διαδρομές στο εσωτερικό του πολεοδομικού οργανισμού που αναδεικνύουν τη λειτουργική δομή των δρόμων και παράλληλα τη διαφορετική οργάνωση των επιμέρους ενοτήτων της πόλης. Τις βασικές διαδρομές αποτελούν οι δρόμοι Ευγ. Βουλγάρεως, (Cale dellacque) με συνέχεια την άλλοτε Strada Reale ή Νικ. Θεοτόκη (Cale derbe o dei Mercanti). Η Αγ. Σπυρίδωνος (Cale del Santo) με συνέχεια τη Φιλελλήνων (Mastraca) που οδηγεί στη σημερινή Πλατεία Μητροπόλεως. Τέλος η Γκίλφορδ (Strada R. Raimonda) με συνέχεια τους δρόμους: M. Theotoki (Cale dei Mercanti), Φιλαρμονικής (Cale Guistinian) και Δούσμανη (S. Nicolo-Volto). Οι βασικές διαδρομές σε τμήματα τους συγκεντρώνουν το εμπόριο, εξασφαλίζουν την επικοινωνία διαφορετικών τομέων της πόλης, ενώ παράλληλα πάνω τους αρθρώνονται εξέχουσες για την πόλη οικοδομές. Πρέπει να αναφερθεί ο διπλός σημαντικός ρόλος της τελευταίας διαδρομής για την οργάνωση της πόλης. Εκτός του ότι συνέδεσε δύο δευτερεύουσες πύλες διασχίζοντας διαφορετικά τμήματα του οικιστικού συνόλου, λειτουργεί σαν κύριος συλλεκτήριος δρόμος, ενώ παράλληλα στη διασταύρωση του με τις οδούς Ευγ. Βουλγάρεως και Νικ. Θεοτόκη, ορίζεται το αρχικό εμπορικό κέντρο και συγκροτείται το κέντρο της πόλης. (Λαββας 2002) 32

34 Στην κεντρική περιοχή της πόλης, τμήματα βασικών δρόμων και κυρίαρχα σημεία αναφοράς οριοθετούν την κεντρική περιοχή που συγκεντρώνει τις βασικές λειτουργίες της πόλης: το αρχικό εμπορικό κέντρο (οι περιοχές Μιχ. Θεοτόκη και Πλατεία Βραχλιώτη) μεταξύ δύο ελεύθερων χώρων που διαμορφώθηκαν σταδιακά σε κοινωνικά κέντρα, εκφράζοντας συμβολικά τους Ευγενείς και την άρχουσα Βενετική διοίκηση (17ος, 18ος αιώνας) η άλλοτε Piazza della Loggia ή Del Teatro και σημερινή πλατεία Μιχ. Θεοτόκη. Η σημερινή Πλατεία Ηρώων, άλλοτε Πλατεία των Στερνών ή Del Banco που συγκέντρωνε τα σύμβολα της Ορθοδοξίας αρχικά (16ος, 17ος αιώνας) και αργότερα συμβόλιζε και την ανερχόμενη αστική τάξη (18ος, 19ος αιώνας ). Αργότερα το εμπόριο επεκτάθηκε στις οδούς Νικ. Θεοτόκη, Ευγ. Βουλγάρεως, Φιλαρμονικής και στους μικρότερους πλησιέστερους δρόμους γύρω από το αρχικό εμπορικό κέντρο. Οι στοές και οι τοξοστοιχίες που χαρακτηρίζουν τους εμπορικούς δρόμους (άλλοτε ήταν αρκετά περισσότερες) προσδίδουν ένα χαρακτήρα πλατείας, δηλαδή τους προσδιορίζουν σαν χώρους καθημερινής κοινωνικής συνεύρεσης και συνάντησης: Η σημερινή πλατεία Δημαρχείου, άλλοτε Λότζα των Ευγενών και μετέπειτα Θέατρο (Teatro S. Giacomo), η Καθολική Μητρόπολη (Duomo), η κατοικία του Λατίνου Αρχιεπισκόπου (σημερινή Τράπεζα της Ελλάδας), η κατοικία του Βαϊλου (στη θέση του σημερινού δημοτικού σχολείου). Η σημερινή Πλατεία Ηρώων σχεδόν μπροστά (πριν την κατασκευή της Ιονικής Τράπεζας) στην κυριότερη εκκλησία της πόλης του Αγίου Σπυρίδωνα (που αποτελούσε ένα είδος λαϊκής Μητρόπολης), συγκεντρώνει άλλες δυο σημαντικές ορθόδοξες εκκλησίες: την Υ. Θ. Φανερωμένη ή απλά Παναγιά των Ξένων και τον Αγ. Ιωάννη τον Πρόδρομο (έναν από τους παλαιότερους Καθεδρικούς των Μεγάλων Πρωτοπαπάδων), την πρώτη Τράπεζα της Ελλάδας και μεγαλοαστικά μέγαρα. Τον 19ο αιώνα με την ανοικοδόμηση του Λιστόν και της Σπιανάδας, την κεντρική περιοχή συμπληρώνει ένας ακόμη χώρος κοινωνικής αίγλης, περιπάτου και αναψυχής. Τις δευτερεύουσες διαδρομές αποτελούν μικρότεροι δρόμοι τοπικής σημασίας (τα Καντούνια) που εξασφαλίζουν τη σύνδεση των διαφορετικών ενοτήτων μεταξύ τους δια μέσου ιεραρχικών σημείων δευτερεύουσας σημασίας (ενορίες, αρχοντικά, τοπικά κέντρα, πλατείες, πλατώματα). Με εξαίρεση τη Μουστοξύδου (Larga ή Πλατύ Καντούνι) στην περιοχή Πόρτα Ρεμούντα, οι υπόλοιποι δρόμοι στενοί με μεταβαλλόμενο πλάτος (3,00-0,80μ) ακολουθούν τη μορφολογία του εδάφους, συχνά ανηφορικοί με σκάλες και ράμπες, θολωτά περάσματα, εντοπίζονται κυρίως το Καμπιέλο, τους Αγ. Πατέρες και τη μικρή συνοικία της Τενέδου. Με χαρακτηριστικά μεσαιωνικά (Strade di arrocamento) οι δευτερεύουσες διαδρομές συνθέτουν ένα δαιδαλώδες πλέγμα που αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα εσωτερικά χαρακτηριστικά του Ιστορικού Κέντρου. (Αγιούς 2004 και Λαββας 2002) Ελεύθεροι Χώροι Η Σπιανάδα, που ουσιαστικά βρίσκεται εκτός πόλης, μεταξύ Παλιού Φορυρίου και δομημένου χώρου, αποτελεί το 1/3 της περιοχής εντός των τειχών και θεωρείται ένας ξεχωριστός ελεύθερος χώρος. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά σαν βασικός χώρος λειτουργιών της μεσαιωνικής πόλης (αγορά - el bazaro) και αργότερα χώρος για επίσημες τελετές. Διαμορφώθηκε για λόγους αμυντικούς στο σημερινό της μέγεθος (1628) μετά τις τότε τελικές κατεδαφίσεις. Ανάλογες διαμορφώσεις συναντούμε στις Βενετικές πόλεις με κοινά 33

35 πολεοδομικά χαρακτηριστικά: Belluno, Castel Franco Veneto, Verona. To 19ο αιώνα πήρε την τελική, σημερινή της, μορφή με την κατασκευή στο βόρειο άκρο της του Ανακτόρου των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου (κατοικία του άγγλου Αρμοστή) και το διαχωρισμό της σε δύο επιμέρους πλατείες, την άνω και Εικόνα 3: Απεικόνιση της Σπιανάδας με το Παλαιό Φρούριο στο βάθος. κάτω Πλατεία, την ανοικοδόμηση του Λιστόν, τις δεντροφυτεύσεις και τις διαμορφώσεις με λειτουργικά στοιχεία αστικού εξοπλισμού. Η Σπιανάδα, αποτελώντας το μοναδικό σημαντικό ελεύθερο χώρο πρασίνου γίνεται χώρος περιπάτου και υπαίθριων εκδηλώσεων από τον 19ο αιώνα. (Δημακόπουλος 1994) Η Πλατεία παλιού λιμανιού, αρχικά αποτελούσε χώρο εκτός των τειχών. Ήδη από την εποχή των Βενετών ένα μεγάλο μέρος του χώρου ήταν δομημένο. Κατά τον 19ο αι. έπειτα από σταδιακές επιχωματώσεις, δόθηκε η δυνατότητα συμπλήρωσης των κτιριακών εγκαταστάσεων με καλύτερη οργάνωση του χώρου. Εκεί συγκεντρώνονταν όλες οι βασικές λειτουργίες του κύριου άλλοτε λιμανιού της πόλης: κτίρια του λιμεναρχείου, λιμενικού ταμείου, τελωνείου, υγειονομικής υπηρεσίας, αλλά και του ταχυδρομείου καθώς και της στεγασμένης δημοτικής αγοράς, (τον περίφημο Μαρκά, που αποτελούσε καθημερινό χώρο συνάντησης των Κερκυραίων). Με τους βομβαρδισμούς του 1943 καταστράφηκε μεγάλο μέρος των κτιρίων. Η σημερινή της διαμόρφωση, ανήκει στη μεταπολεμική περίοδο. Στο εσωτερικό του οικιστικού συνόλου εκτός των πλατειών της κεντρικής περιοχής δεν υπάρχουν άλλοι ελεύθεροι διαμορφωμένοι χώροι με διαστάσεις πραγματικής πλατείας. Όλες οι μικρές πλατείες περισσότερο πλατώματα, ανήκουν σε μια μεσαιωνική οργάνωση της πόλης και τις συναντά κανείς διασκορπισμένες στις παλαιότερες συνοικίες. Η διάρθρωσή τους είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, κάποιες θυμίζουν τα βενετσιάνικα Campielli. Τυπική άποψη της πλατείας συνθέτουν η εκκλησία, κάποιο ή κάποια αρχοντικά, μεγαλοαστικές κατοικίες και καμία φορά το πηγάδι που στην πραγματικότητα είναι η πλατεία της Κρεμαστής, η ωραιότερη πλατεία του Καμπιέλου. (Αγιούς 2004) Πολλές φορές οι μικρές πλατείες και τα απλά ακανόνιστα πλατώματα λειτουργούν και σαν κόμβοι διανομής της κίνησης σε περισσότερους από δύο δρόμους, τα λεγόμενα δίστρατα, τρίστρατα και άλλα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι πλατείες: Αγ. Ελένης, Παντοκράτορα και η παλιά πλατεία Ταξιάρχη. (Τσίτσας 1994) 34

36 Αναφορά στα ιστορικά προάστια και στο ρόλο της πόλης το 19ο και 20ο αιώνα Παράλληλα με την Ιστορική Πόλη του 19ου αιώνα συνυπάρχουν και τέσσερα προάστια διαμορφωμένα ήδη από τον 18ο αιώνα: Ανεμόμυλος, Γαρίτσα, Σαρόκκο και Μαντούκι, ενώ σημειώνονται και προγενέστερες αναφορές σχετικά με την ύπαρξή τους. Επιχειρώντας μια λογική αφαιρετική αναδρομή στο χώρο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα νότιο ανατολικά προάστια προϋφίστανται ίσως και της ίδιας της πόλης, μια και βρίσκονται πάνω στην πιο κοντινή διαδρομή μεταξύ θέσης της αρχαίας πόλης και αρχικής οχυρωμένης οικιστικής συνάθροισης στο Παλιό Φρούριο. Ενδείξεις για μια τέτοια υπόθεση αποτελούν η ύπαρξη βυζαντινής μονής του 11ου αιώνα και μεταγενέστερες άλλες εκκλησίες στον Ανεμόμυλο και τη Γαρίτσα κυρίως. (Ρουγγέρη 2002) Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα τα προάστια αυτά συμπεριφέρονται ανεξάρτητα από την πόλη, λόγω της κλειστής μορφής που της είχε επιβληθεί από τους Βενετούς. Εξαίρεση αποτελεί το Σαρόκκο, στο σημερινό κέντρο της πόλης, πάνω στο βασικό άξονα εισόδου στην πόλη, σε άμεση σχέση και εξάρτηση από αυτή. Η πολεοδομική μορφολογία και στις τέσσερις περιπτώσεις ακολουθεί το γραμμικό μοντέλο ανάπτυξης της πόλης. (Καραπιδάκης 1994) Στα χρόνια της Αγγλοκρατίας διαγράφονται νέες τάσεις ανάπτυξης, ενώ το νησί ακολουθεί τη βιομηχανική επανάσταση στο δημογραφικό, τεχνολογικό και οικονομικό τομέα. Ο ρόλος της πόλης αλλάζει, παύει πια να είναι εκείνος του ισχυρού οχυρού. Με σταδιακές κατεδαφίσεις εξαφανίζονται σημαντικά τμήματα των τειχών και των συμπληρωματικών οχυρώσεων. Ο ρόλος του λιμανιού καθορίζει την εξέλιξη της πόλης από δω και πέρα. Με την κατεδάφιση της Porta Raimonda το 1873 από τους Άγγλους και τη διάνοιξη του παραλιακού δρόμου της Γαρίτσας, καθώς και τις μετέπειτα σταδιακές κατεδαφίσεις των τειχών μετά την Ένωση με την Έλλάδα, η πόλη ανεμπόδιστη από τα παλιά όρια, τελικά θα ενωθεί με τα γύρω προάστια κατά τον 20ο αιώνα. Παρά τις αυξημένες οικιστικές πιέσεις, το Αγγλικό σχέδιο επέκτασης στην περιοχή Φορτιά, που διέπεται από την κλασσική αντίληψη πολεοδόμησης του 19ου αιώνα, βρίσκει εφαρμογή μόνο το (Σορδίνας 1997 και Καραπιδάκης 1994) Μεμονωμένες επεκτάσεις σημειώνονται για βιομηχανικές εγκαταστάσεις στα παραλιακά προάστια, κυρίως στο Μαντούκι. Η ένταξη στο ελληνικό κράτος με τη σταδιακή αποδυνάμωση του ρόλου της πόλης, οι πόλεμοι και οι συνέπειες των βομβαρδισμών καθορίζουν την εξέλιξή της κατά τα πρώτα πενήντα χρόνια του 20ου αιώνα. Μετά τον πόλεμο, η πόλη συνεχίζει να επεκτείνεται, ενώ διαγράφονται οι πρώτες τάσεις τουριστικής ανάπτυξης. Τα οχυρωματικά έργα με κορυφαία στοιχεία τους το Παλαιό και Νέο Φρούριο, πέρα από την ιδιαίτερη σημασία τους για την εξέλιξη της πόλης, αποτελούν αυτά καθ αυτά αξιόλογα παραδείγματα της στρατιωτικής αμυντικής τέχνης και οικοδομικής τέχνης της εποχής τους (από τον 15ο έως τον 18ο αι.) (Ζούμπου 1996) Έργα κορυφαίων αρχιτεκτόνων και μηχανικών, αποτελούν ένα από τα τελειότερα αμυντικά συγκροτήματα που κατασκευάστηκαν στην Μεσόγειο του οποίου η αποτελεσματικότητα αποδείχθηκε από τις διαδοχικές αποκρούσεις των επιθέσεων των Τούρκων. Η κατασκευή τους συγκέντρωσε όλη την ανθρώπινη ευφυΐα, διαμέσου της επιστήμης και της τέχνης, σε μία οργανωμένη προσπάθεια του ισχυρού και του ωραίου, να θριαμβεύσει πάνω στη φύση. Ισοπεδώθηκαν βουνά, ανοίχτηκαν λιμάνια, διαμορφώθηκαν νησιά, υψώθηκαν τείχη και φρούρια, συγκροτήθηκε ο θρίαμβος της 35

37 οικοδομικής τέχνης, ώστε όπως δήλωνε ο Βενετός συγκλητικός Nicolo Zeno, ο τόπος ισχυρότατος εκ φύσεως, έγινε από εμάς, με τέχνη και έξοδα απόρθητος. Παλαιό Φρούριο Χαρακτηριστικό στοιχείο στην σύνθεση της εικόνας της πόλης, αποτελεί η δίκορφη βραχώδης απόληξη της ανατολικής πλευράς, που ως νήσος εν νήσω, ελέγχει περισκοπικά το θαλάσσιο πέρασμα. Διακρίνονται ανέπαφες οι επιβλητικές βενετικές οχυρώσεις, που συγκρατούν σε τρία διαμορφωμένα επίπεδα τα μεταγενέστερα, λιτά και ογκώδη κτίρια της αγγλικής περιόδου. Η επικοινωνία με την πόλη γίνεται μέσω σιδερένιας γέφυρας μήκους 60 μ., σε αντικατάσταση της παλιάς κινητής πάνω από τη θαλάσσια τάφρο (contra - fossa), στον άξονα συμμετρίας της δυτικής όψης, ανάμεσα από τους προμαχώνες Martinengo (αριστερά) και Savorgnan (δεξιά). Το συγκρότημα της εισόδου αποτελείται από ένα κεντρικό θολωτό διάδρομο διακινήσεως και δύο επίσης θολωτές αίθουσες στις δύο πλευρές του. Το μοναδικό τοξωτό άνοιγμα εισόδου, που διαμορφωμένο εξωτερικά με μνημειακή σύνθεση, διατηρεί ακόμη την παλιά ξύλινη καρφωτή πόρτα, όπως και τις σχισμές που περνούσαν οι αλυσίδες για την ανάρτηση της κινητής γέφυρας. Παράλληλα με την εξωτερική θαλάσσια τάφρο, υπάρχει στη συνέχεια ξηρά τάφρος πλάτους 22μ. η οποία γεφυρώνεται με λίθινη τοξωτή γέφυρα (1603), από όπου ξεκινάει το τοίχωμα του κυρίως Φρουρίου. Στη θέση αυτή σήμερα βρίσκεται ένα επίμηκες επιβλητικό κτίσμα με ορατή πλινθοδομή, της αγγλικής Εικόνα 4: Απεικόνιση του Παλαιού Φρουρίου της Κέρκυρας περιόδου και η πρόσβαση στους υπόλοιπους χώρους γίνεται δια μέσου τριών θολωτών διαδρόμων, που διαμορφώνονται στη βάση του κτίσματος. Κάθετα στο πέρασμα υπάρχει ο τοίχος αντιστήριξης του ψηλότερου επιπέδου, όπου στις διαμορφωμένες επάλληλες θολωτές κόγχες του, συγκεντρώνονται οικόσημα επιφανών ανδρών της Βενετικής Πολιτείας. Δύο συμμετρικές ως προς το πέρασμα λίθινες σκάλες, οδηγούν στο ψηλότερο επίπεδο, ενώ δεξιά διαμορφώνεται ο ανοικτός χώρος της Βερσιάδας, με τον δωρικού ρυθμού ναό του Αγ. Γεωργίου στο βάθος. Στην αριστερή πλευρά, διαμέσου κεκλιμένης στοάς φτάνει κανείς στην ξηρά τάφρο, ενώ μετά από συνεχόμενα πλατώματα και μικρά κεκλιμένα επίπεδα και θολωτή στοά, ο επισκέπτης οδηγείται σε μικρή πύλη των περιμετρικών τειχών, προς το λιμάνι του Μανδρακίου, όπου σήμερα ελλιμενίζονται ιστιοπλοϊκά σκάφη. Από το σημείο αυτό, ξεκινά υπόγεια διάβαση που οδηγεί στο οχυρωμένο ακρωτήριο Καβοσίδερο. Το ψηλότερο διαμορφωμένο επίπεδο της ακρόπολης περιλαμβάνει τις δύο οχυρωμένες κορυφές, τον Πύργο της Ξηράς και τον Πύργο της Θάλασσας και τον μεταξύ τους χώρο, την Cittadella. Εκεί σώζεται το κτίριο των Ενετικών Φυλακών, που έχει δεχθεί προσθήκη ορόφου από τους ʼγγλους, 36

38 όπως και ένα μεγάλο κτίριο στρατώνων της Αγγλοκρατίας, με πολύ ενδιαφέρουσα διαμόρφωση δώματος. Από εκεί, ένας στενός ανηφορικός δρόμος, περιβάλλοντας τον βράχο, καταλήγει στην είσοδο μιας κλιμακωτής στοάς, (άλλοτε μυστικής), και εξασφαλίζει την πρόσβαση στην κορυφή του βράχου, αποκαλύπτοντας θαυμάσιες οπτικές τόσο της πόλης όσο και του ίδιου Φρουρίου. Όλοι οι χώροι του Φρουρίου είναι σήμερα επισκέψιμοι (εκτός του εσωτερικού των δύο προμαχώνων της εισόδου), συνθέτοντας μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περιήγηση σε ανοικτούς και στεγασμένους χώρους διαφόρων περιόδων κατασκευής, μέσω στενών στοών, αποκαλύπτοντας όλο το μεγαλείο των περασμένων εποχών. Τα ανάγλυφα βενετικά εμβλήματα, με τους μαρμάρινους φτερωτούς λέοντες του Αγ. Μάρκου, οι ποικίλες επιγραφές, τα οικόσημα, όπως και τα διάσπαρτα κανόνια συντελούν πολύ στην διαμόρφωση της γενικής εικόνας. Το Παλαιό Φρούριο σήμερα στεγάζει τα Αρχεία του Νομού Κέρκυρας, τη Δημόσια Βιβλιοθήκη, Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, σχολές του Ιονίου Πανεπιστημίου, αίθουσες εκθέσεων και εκδηλώσεων και γενικότερα λειτουργεί ως ανοικτός μνημειακός χώρος. Στους ελεύθερους χώρους του (Βερσιάδα) πραγματοποιούνται μουσικές εκδηλώσεις, ενώ λειτουργούν επίσης αναψυκτήριο, πωλητήριο ειδών πολιτιστικού ενδιαφέροντος και εστιατόριο στο Μανδράκι. (Παππάς 2000) Νέο Φρούριο Οι επιβλητικές οχυρώσεις του Νέου Φρουρίου δεσπόζουν στη βορειοδυτική πλευρά της Παλιάς Πόλης, στο ύψωμα του Αγ. Μάρκου, πάνω από το Παλαιό Λιμάνι, κλείνοντας την εικόνα της πόλης προς τα δυτικά. Παρά το ότι είναι μικρότερο σε μέγεθος από το Παλαιό Φρούριο, καταφέρνει έναν ισότιμο διάλογο μαζί του, αφού οι αδροί λίθινοι όγκοι του, που προβάλλονται πάνω από τις στέγες των σπιτιών, ισορροπούν την περισσότερο πολύπλοκη μορφή του Παλαιού Φρουρίου στην άλλη άκρη της εικόνας. Το Νέο Φρούριο οργανώνει σε δύο επίπεδα, το χαμηλό και το υψηλό. Στο χαμηλό επίπεδο, που περιλαμβάνει έναν πενταγωνικό προμαχώνα, έναν επιπρομαχώνα και το μικρό οχυρό της Punta Pepretura, βρίσκεται τριώροφο επιβλητικό κτίσμα με ορατή πλινθοδομή του 19ου αι. που χρησιμοποιείται σήμερα ως Ναυτική βάση. Το υψηλό επίπεδο οχύρωσης μορφώνεται με δύο προμαχώνες στα δυτικά που ονομάζονται των Επτά Ανέμων και συγκρατούν ένα Εικόνα 5: Απεικόνιση του Νέου Φρουρίου της Κέρκυρας. τριώροφο επιβλητικό κτίσμα της περιόδου της Αγγλοκρατίας (1854), που λόγω του μεγέθους του και της επιβλητικής του δομής, ολοκληρώνει τη σύνθεση των όγκων του Φρουρίου με ιδιαίτερο τρόπο. Το σημαντικό αυτό κτίριο με το θαυμάσιο εσωτερικό, σήμερα στεγάζει εκθεσιακούς χώρους και δημοτικό αναψυκτήριο. Στο 37

39 εσωτερικό των προμαχώνων και των οχυρών, σε όλη σχεδόν την έκταση του Φρουρίου, υπάρχει ένα πλούσιο δίκτυο υπόγειων στοών, η ανάδειξη του οποίου θα επιτρέψει την προβολή του συνολικού ύφους του οχυρωματικού αυτού έργου, που δυστυχώς σήμερα είναι ελλιπής. Στον επισκέπτη παρέχεται η δυνατότητα ευχάριστης περιήγησης, μέσα από στοές και περάσματα, σε όλους τους χώρους του Φρουρίου (εκτός των υπόγειων στοών), ενώ συγχρόνως αποκαλύπτονται θαυμάσιες οπτικές της πέμπτης όψης της πόλης. (Παππάς 2000) Βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά και δομή των οχυρωματικών έργων Παλαιό Φρούριο Η αμυντική πολιτική των Βενετών τα πρώτα 200 περίπου χρόνια περιορίζεται αποκλειστικά στην αναδιάρθρωση του αμυντικού συστήματος της ήδη οχυρωμένης μεσαιωνικής πόλης, ενώ παράλληλα με αυτή συνυπήρχε και ο οικισμός του Ξωπολιού (borgo) ήδη πυκνά διαμορφωμένος, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από το τέλος της βυζαντινής περιόδου. Τα έργα των Βενετών κατά τον 15ο αιώνα αφορούν στο διαχωρισμό της μικρής χερσονήσου από το υπόλοιπο νησί με θαλάσσια τάφρο, την Contrafossa και σε ριζικές αλλαγές της προηγούμενης οχύρωσης που ήταν πλέον άχρηστη σαν μέσο αντιμετώπισης του πυροβολικού. Συγκεκριμένα κατασκευάστηκαν νέα ισχυρά χαμηλού ύψους τείχη, που περιέβαλαν αφενός την παραλία σε χαμηλότερο επίπεδο και αφετέρου ψηλότερα τις δυο κορυφές (που ισοπεδώθηκαν και απέκτησαν νέα οχυρά στις ίδιες θέσεις). Η εξέλιξη όμως των τακτικών του πολέμου πολύ σύντομα στις αρχές του 16ου αιώνα οδήγησε στον εκσυγχρονισμό του μετώπου της δυτικής πλευράς απέναντι στην Contrafossa. Το έργο ανέλαβε ο M. Sammicheli, ένας από τους καλύτερους αρχιτέκτονες και θεωρητικούς του νέου αμυντικού συστήματος των προμαχώνων, που διέθετε το πλεονέκτημα της πλαγιοφύλαξης, επιτρέποντας στα κανόνια να βάλλουν παράλληλα στο τείχος. Κατασκευάστηκε ένα νέο αμυντικό μέτωπο μπροστά στην Contrafossa με δυο μεγάλους όμοιους πενταγωνικούς προμαχώνες (Savorgnan και Martinengo), ενώ μια μεγαλοπρεπής είσοδος ανοίχτηκε στο συνδετικό τείχος (cortina) στο κέντρο. Η δε σύνδεση με την ξηρά εξασφαλίστηκε με κινητή ξύλινη γέφυρα. Επίσης επεκτάθηκε ο ελεύθερος χώρος της «Spianata» μεταξύ του «borgo» και οτυ οχυρού και καθορίστηκαν ακριβέστερα τα όριά του. Τα έργα ολοκληρώθηκαν το 1558 και έδωσαν στο Φρούριο το εντυπωσιακό τελικό σχήμα του με την χαρακτηριστική συμμετρία του από τη δυτική πλευρά. Εφοδιασμένο με πυροβολεία, στρατώνες, διοικητικά κτίρια, αποθήκες, οπλοστάσιο, στέρνες και πολλές υπόγειες σήραγγες επικοινωνίας, έγινε απόρθητο. Μετά την περιτείχιση της πόλης το Παλιό Φρούριο «Fortezza Vecchia» από τις αρχές του 17ου αιώνα μετατρέπεται σταδιακά σε στρατιωτική κυρίως βάση, διατηρώντας ορισμένα θρησκευτικά και κοσμικά κτίρια, από τα οποία το σπουδαιότερο ήταν το παλάτι του Γενικού Προνοητή και τους στρατώνες του Πασχαλίγου. Σε λεπτομερή χάρτη του Φρουρίου διακρίνονται οι οχυρώσεις και τα κτίρια, όπως διαμορφώθηκαν μετά από τις τελικές τροποποιήσεις και συμπληρώσεις των Βενετών. Οι βασικότερες επεμβάσεις των Αγγλων αφορούν σε εσωτερικές αναδιαρθρώσεις με κατεδαφίσεις στο νότιο κυρίως τμήμα της «Versiada» και αντικαταστάσεις με νέες κτιριακές κατασκευές. Από αυτές ξεχωρίζουν το στρατιωτικό νοσοκομείο, ανάμεσα στις δύο κορυφές στο χώρο της ακρόπολης 38

40 (Cittadella), η ογκώδης δωρικού ρυθμού εκκλησία του Αγ. Γεωργίου και οι επιμήκεις αγγλικοί στρατώνες κοντά στην είσοδο. Από τα κτίσματα της Βενετοκρατίας σώζονται ακόμη διάφορες στρατιωτικές αποθήκες (όπως η αποθήκη ειδών εξοπλισμού στόλου προς το Μαντράκι 1970), ένα μικρό κτίριο φυλακών (1786), η μικρή λατινική εκκλησία της Παναγίας del Carmine (μετά το1603) αλλοιωμένη σε μεγάλο βαθμό) υπόγειες στοές, κλπ. Επίσης διατηρείται σε σημαντικό βαθμό η περιτείχιση όπως και η αρχική (Porta Soranza 1520) και τελική πύλη εισόδου. (Βροκίνης 1974) Νέο Φρούριο Η περιτείχιση της πόλης περιελάμβανε και ένα νέο φρούριο που συμπλήρωνε τα οχυρωματικά της έργα. Κατασκευασμένο από τον στρατιωτικό μηχανικό Ferrante Vitteli όπως και τα περιμετρικά τείχη της πόλης ολοκληρώθηκε το Είναι μικρότερο από το Παλιό και εξυπηρετούσε καθαρά αμυντικούς σκοπούς και αποτελείται από δύο βασικά επίπεδα. Το χαμηλότερο που προστάτευε το νέο λιμάνι έχει προς τη ΒΑ πλευρά ένα μικρό κεντρικό (πενταγωνικό) προμαχώνα και δυο κορτίνες που το συνδέουν αφενός με τα τείχη της πόλης, αφετέρου με ένα μικρό οχυρό (την Punta Perpetura), ενώ το ψηλότερο επίπεδο, που προστάτευε την πλευρά της υπαίθρου έχει προς τη δύση δύο μεγάλους προμαχώνες (Sette venti) και το συνδετικό τείχος μεταξύ τους. Το Νέο Φρούριο διαθέτει δύο πύλες εισόδου: την εντυπωσιακή κύρια πύλη με το Βενετικό λιοντάρι που είναι στραμμένη προς το λιμάνι και μια δεύτερη που ανοίχτηκε προς την πόλη. Από τα σωζόμενα κτίρια που ανήκουν στην αγγλοκρατία εντυπωσιάζει ο τεράστιος στρατώνας που επιστρέφει την κορυφή του, επίσης σώζονται και αρκετές υπόγειες διαβάσεις. (Βροκίνης 1974) Η περιτείχιση της πόλης Η υπέρβαση του κεντρικού αρχικού πυρήνα -μεσαιωνική πόλη- από πλευράς βενετικής διοίκησης πραγματοποιείται μόνο στα τέλη του 16ου αιώνα όποτε και αναγνωρίζεται το προάστιο σαν κύριο κέντρο του νησιού μετά την οργάνωση του, που ολοκληρώνεται το Η περιτείχιση οργανώνεται μετά από σχεδιασμό που στοχεύει κυρίως στον στρατιωτικό έλεγχο ολόκληρου του οργανισμού. Το σχέδιο δεν δέχτηκε επιδράσεις και περιορισμούς που θα υπαγόρευαν η πραγματική έκταση του ήδη πυκνοδομημένου οικισμού, των ευρύτερων περιφερειακών και οικιστικών εγκαταστάσεων και των φυσικών διαμορφώσεων του εδάφους (λόφοι Αγ. Μάρκου και Γαρίτσας -Castrate-). Παίρνει όμως υπόψη του προϋφιστάμενες καταστάσεις - βασικές διαδρομές πριν την περιτείχιση, καθιερώνοντάς τες, με την τοποθέτηση των πυλών. Εξάλλου, η οχύρωση του τείχους με τους Βενετικούς προμαχώνες πέρα από το ότι ορθολογίζει, με βάση τις νέες αντιλήψεις των στρατιωτικών οχυρώσεων την υπάρχουσα μορφολογία του εδάφους, μαζί με τον αποκλεισμό οικοδόμησης στη Σπιανάδα και τα αμυντικά κενά -quasti- περιμετρικά των τειχών θα εξαλείψει κάθε δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης της πόλης. Έτσι τα τείχη του 16ου αιώνα έχουν μια άμεση επίδραση και καθορίζουν για αιώνες τη μορφή του Ιστορικού Κέντρου. Πράγματι επιβάλλοντας περιορισμούς στην ανάπτυξη καθ ύψους επιβάλλουν μια ανάπτυξη κάθε δυνατής εκμετάλλευσης του εδάφους κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Η περιτείχιση οργανώνεται ως εξής: Προς τη Δύση η γραμμή της άμυνας ξεκινούσε με μισό προμαχώνα και ακολουθούσαν στη συνέχεια δυο προμαχώνες (Ραϊμόνδου νότια και Σαραντάρη προς βορά πλάι στο Ν. Φρούριο), και μια 39

41 πλατφόρμα (Αγ. Αθανασίου) ανάμεσά τους με τις απαραίτητες συνδετικές κορτίνες (μεταξύ προμαχώνα Ραϊμόνδου - πλατφόρμας Αγ. Αθανασίου και προμαχώνα Σαραντάρη - πλατφόρμας Αγ. Αθανασίου). Οι προμαχώνες όπως και η πλατφόρμα είχαν καμπύλα πλαϊνά τμήματα (και όχι πλέον ορθογωνικά όπως του Παλιού Φρουρίου) και εξασφαλίζονταν από μια ξηρά τάφρο, κατά μήκος της οποίας υπήρχε καλυμμένος δρόμος. Από το μισό προμαχώνα ΝΑ ξεκινούσαν τα τείχη της Σπιανάδας (η οποία πήρε το τελικό της σχήμα περί το 1630) και προχωρούσαν προς το Βορρά για να καταλήξουν στο θαλάσσιο τείχος (Μουράγια) που δεν είχε ιδιαίτερη ενίσχυση. (Ζούμπου 1996 και Αγοροπούλου Μπιρμπίλη 1982) Τα αμυντικά έργα της πόλη συμπληρώθηκαν κατά τα μέσα του 17ου αιώνα, βάση σχεδίων του στρατιωτικού μηχανικού Filippo Verneda με μια δέυτερη συμπληρωματική γραμμή των οχυρών στη δυτική πλευρά, ενώ οι τελευταίες ενισχύσεις τους στη φάση της βενετοκρατίας, έγιναν τον 18ο αιώνα (μετά την τούρκικη πολιορκία του 1716) από τον στρατάρχη Schulemburg που οχύρωσε και τους λόφους Αβράμη, Σωτήρος και Σαν Ρόκκο που βρίσκονταν κοντά στο δυτικό τείχος. Οι βασικότερες επεμβάσεις που έγιναν το πρώτο μισό του 19ου αιώνα στο αμυντικό σύστημα οφείλονται στους Αγγλους. Αυτοί ξεκίνησαν την εφαρμογή ενός προγράμματος (που δεν ολοκληρώθηκε) και που στόχευε στη διατήρηση τριών μόνο οχυρών, θέσεων, δηλαδή του Παλιού Φρουρίου, του Νέου Φρουρίου και του μικρού νησιού Βίδο (που είχαν αρχίσει να οχυρώνουν ήδη οι Γάλλοι και αποτελούσε βασικό σημείο ελέγχου του λιμανιού). (Καραπιδάκης 1994) Το σχέδιο προέβλεπε την κατεδάφιση όλων των δυτικών οχυρωμάτων. Οι Αγγλοι τελικά κατεδάφισαν οχυρωματικά έργα στην Νοτιοδυτική πλευρά το 1837 με την πύλη Ραϊμόνδου και διανοίχτηκε παραλιακός δρόμος προς τη Γαρίτσα και το 1838 ισοπεδώθηκε το οχυρό του Σωτήρος και στο χώρο που δημιουργήθηκε χτίστηκαν οι πολιτικές φυλακές. Μετά την ένωση του νησιού με την Ελλάδα το 1864, τα φρούρια αφοπλίστηκαν και στη συνέχεια τμήματα των τειχών και των άλλων οχυρωματικών έργων της πόλης βαθμιαία κατεδαφίστηκαν. Από τη δυτική περιτείχιση της πόλης σώζεται ακόμη ο προμαχώνας Σαραντάρη και τμήμα της πλατφόρμας Αγίου Αθανασίου, της οποίας το χαμηλότερο επίπεδο έχει διαμορφωθεί σε γυμναστήριο από τα τέλη του 19ου αιώνα. Σώζεται επίσης το νοτιοδυτικό τμήμα του προμαχώνα Ραϊμόνδου και τέλος τα παραλιακά τείχη, και που βρίσκεται όμως κάτω όμως από τη στάθμη του δρόμου. (Αγοροπούλου Μπιρμπίλη 1982) Οι οχυρώσεις ως παράγοντας διαμόρφωσης του αστικού χώρου Το κάστρο της Κορυφώς αποτελεί τον πυρήνα της αστικής ανάπτυξης. Το μεσαιωνικό αυτό κάστρο της Κέρκυρας αποτελεί την αφετηρία της πολεοδομικής της ανάπτυξης μέχρι και τις μέρες μας. Ο Νικήτας Χωνιάτης χαρακτηρίζει την πρώτη μεσαιωνική ακρόπολη της Κέρκυρας ως αιγίλιπα, δηλαδή απόκρημνη, άγχινεφή για το ύψος της, ελικοειδή για το δυσπρόσιτο, ενισχυμένη με αρραγή τείχη. Όταν το 1203 οι αρχηγοί των στρατευμάτων της Δ' Σταυροφορίας, που στρατοπέδευσαν κοντά στην ακρόπολη, διαπίστωσαν ότι ήταν δυσεπιχείρητος, αποφάσισαν να μην ασχοληθούν με την κατάληψη της και συνέχισαν για την Κωνσταντινούπολη. Αυτό το «δυσεπιχείρητο» της ακρόπολης θα παραμείνει το βασικό και διαχρονικό της χαρακτηριστικό σε όλη την ιστορική της πορεία. Καθώς, όμως, η πολεμική τεχνολογία και η πολιορκητική τέχνη εξελίσσονταν, οι κατά καιρούς 40

42 κυρίαρχοι και κάτοικοι του νησιού προχώρησαν στις απαραίτητες οχυρωματικές προσαρμογές με τέτοια επιτυχία, ώστε, ακόμα και όταν ολόκληρο το νησί ήταν στα χέρια των εχθρών, η ακρόπολη να παραμένει απόρθητη. Μέσα από τις διαδοχικές αυτές προσαρμογές το μικρό μεσαιωνικό κάστρον μετατράπηκε σταδιακά σε οχυρωμένη πόλη, η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα του σημερινού πολεοδομικού ιστού της Κέρκυρας. (Ζούμπου 1996) Οι οχυρωματικές προσαρμογές πραγματοποιήθηκαν σε μια εκτενέστατη περίοδο, που καλύπτει περισσότερα από χίλια χρόνια, και οι διαδοχικές φάσεις τους δεν είναι εύκολα διακριτές. Η σημερινή πόλη της Κέρκυρας αποτελεί μια περίπλοκη σύνθεση οχυρωματικών, μνημειακών και αστικών κατασκευών, όπου συνυπάρχουν στοιχεία διαφορετικών ιστορικών περιόδων. Βασικές φάσεις διαμόρφωσης του οχυρωμένου χώρου - Προ του 9ου αιώνα Αρχική οχύρωση της ακρόπολης - Μέσα του 15ου αιώνα Οχύρωση του αρχικού εξωπολίου - Μέσα του 16ου αιώνα Κατασκευή προμαχώνων ακρόπολης - Τέλη του 16ου αιώνα Οχύρωση ευρύτερου αστικού χώρου και κατασκευή του Νέου Φρουρίου - 17ος αιώνας Κατασκευή οχυρών δυτικά του οχυρωματικού περιβόλου της πόλης Η αρχιτεκτονική σύνθεση του ιστορικού κέντρου της Κέρκυρας έχει βέβαια τη σφραγίδα του τέλους του 18ου και του 19ου αι., περιόδου που συμπίπτει με την ακμή του νεοκλασικισμού. Φυσικά, οι πιεστικές στεγαστικές ανάγκες ύστερα από καταστροφές, ιδιαίτερα αυτές του 1943, παράλληλα με την καθυστερημένη αφομοίωση στη χώρα μας των εννοιών «διατηρητέο», «αναπαλαίωση» κτλ., οδήγησαν σε αρκετά πρόχειρες παρεμβάσεις στο ιστορικό κέντρο, με αποτέλεσμα ολόκληρες συνοικίες, που κατασκευάστηκαν μεταπολεμικά με την ευκολία του μπετόν, να είναι εκτός αρχιτεκτονικού κλίματος και παράδοσης. (Ζούμπου 1996 και Μινώτος 1936) Ο ρόλος της ασφάλειας στην ανάπτυξη του αστικού χώρου Οπωσδήποτε ο παρατηρητής θα πρέπει να κάνει έντονα αφαιρετικές επεξεργασίες στη σημερινή εικόνα της πόλης, προκειμένου να φανταστεί την κατάσταση του χώρου σε συγκεκριμένες περιόδους του παρελθόντος. Σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες αυτές μπορούν να παίξουν οι απεικονίσεις της πόλης, και υπάρχουν πολυάριθμες, τουλάχιστον από το 16ο αι. και εξής. Για τις προηγούμενες εποχές είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν οι γραπτές πηγές και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να φανταστούμε αυτή την εξέλιξη από το αφετηριακό σημείο που ορίσαμε, περίπου τον 9ο αι., μέχρι σήμερα. Κατά την περίοδο από τον 9ο μέχρι το β' μισό του 12ου αι. το Παλαιό Φρούριο, η Κορυφώ, δεσπόζει στη συνεχόμενη με τον κορμό του νησιού βραχώδη χερσόνησο. Είναι η εποχή της μεταφοράς του στρατιωτικού και διοικητικού κέντρου του νησιού στην ανατολική κορυφή της βραχώδους χερσονήσου. Ο χώρος της σημερινής πόλης, όπου βρίσκονται τα υψώματα του Αγίου Αθανασίου, των Αγίων Πατέρων, του Αγίου Μάρκου, του Αβράμη και του Οβρηοβουνίου, της Πόρτα Ρεμούντα και του Σωτήρος, είναι καλυμμένος στο μεγαλύτερο μέρος του από βλάστηση (silvester et montuosus), όπου σταδιακά, διαμορφώνονται κάποια ξέφωτα για καλλιέργειες. Μεταξύ του χώρου αυτού και της Παλαιόπολης, η οποία δεν έχει εγκαταλειφθεί πλήρως, υπάρχουν σποραδικοί οικισμοί, ενώ γύρω στον 11ο αιώνα, κατά την εποχή της Μακεδονικής δυναστείας, χτίζεται στην περιοχή αυτή ο μνημειακός ναός των προστατών του νησιού Αγίων Ιάσονος και Σωσιπάτρου. Από το β' μισό του 12ου αι. οχυρώνεται και η ανατολικότερη κορυφή της βραχώδους χερσονήσου, το Νέο Φρούριο, ενώ δυτικά ανεγείρεται προτείχισμα και ολόκληρος πλέον ο χώρος μεταξύ των δύο κάστρων προστατεύεται. Η πρόσβαση στον τειχισμένο χώρο γίνεται μέσω του κάστρου της Σιδηράς Πόρτας ενός ακόμα οχυρού του δυτικού προτειχίσματος, που υπήρξε έδρα οικονομικών υπηρεσιών, ενώ 41

43 στην παρακείμενη στοά (loggia) συνεδριάζει το Συμβούλιο της Κοινότητας, μια πρώτη εκδοχή Δημοτικού Συμβουλίου. Στο χώρο μεταξύ Παλαιού και Νέου Φρουρίου, ο οποίος σταδιακά οικίζεται, ιδρύεται ο ορθόδοξος καθεδρικός ναός των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Η ανασφάλεια της περιόδου υπαγορεύει σε αρκετούς κατοίκους του ανοχύρωτου χώρου να εγκατασταθούν κοντά στο δυτικό προτείχισμα, που εξασφαλίζει προστασία. Κατά την εποχή των Ανδηγαυών ( ) λειτουργούν δύο λιμάνια, το βόρειο και το νότιο, στους μυχούς που σχηματίζονται στα σημεία πρόσφυσης της οχυρωμένης χερσονήσου με τον κορμό του νησιού. Διαθέτουν στοιχειώδεις υποδομές για φόρτωση και εκφόρτωση, αποβάθρες και αποθηκευτικούς χώρους και, σταδιακά, καθώς η εμπορική κίνηση και ο πληθυσμός αυξάνουν, ο μεταξύ των δύο λιμανιών εκτός του προτειχίσματος χώρος δομείται πυκνά και διαμορφώνεται το πρώτο «εξωπόλι» ή «μπόργκο», όπου, εκτός Εικόνα 6.: Τα όρια της οχυρωμένης πόλης του Στρατάρχη Σχούλεμπουργκ, 1727 από κατοικίες, υπάρχουν αποθήκες, καταστήματα, πανδοχεία, ταβέρνες και τα συναφή. (Μινώτος 1936) Οι συνοικίες του εξωπολίου αναφέρονται κατά την εποχή αυτή, όπως και αργότερα, με το όνομα του ναού γύρω από τον οποίο αναπτύσσονται. Στο βόρειο τμήμα του εξωπολίου, κοντά στο βόρειο λιμάνι, βρίσκεται η εβραϊκή συνοικία, η iudeca. Η σημαντική αύξηση του πληθυσμού σ' ένα χώρο που είναι άνυδρος οδηγεί στην κατασκευή πολλών στερνών τόσο στον τειχισμένο χώρο όσο και στο εξωπόλι, το οποίο θα πρέπει να τοποθετηθεί κατά την περίοδο αυτή στο χώρο που σήμερα καταλαμβάνεται από την άνυδρη και τη θαλάσσια τάφρο του Παλαιού Φρουρίου. Οι Βενετοί έγιναν κύριοι του νησιού το 1386, αφού συγκρούστηκαν με τις φρουρές που κατείχαν την ακρόπολη. Στη διάρκεια των συγκρούσεων αυτών οι περιοχές και τα κτίσματα εκτός των τειχών υπέστησαν μεγάλες καταστροφές στις κυριότερες υποδομές του. Η ακρόπολη δεν καταλήφθηκε με έφοδο, αλλά παραδόθηκε έπειτα από αποκλεισμό της φρουράς, η οποία, μετά την παράδοση του κάστρου της Σιδηράς Πόρτας και του Παλαιού Φρουρίου, είχε οχυρωθεί στο Νέο Φρούριο. Οι νέοι κυρίαρχοι επιδόθηκαν αμέσως σε επισκευές των κάστρων και στη βελτίωση των 42

44 οχυρώσεων του δυτικού προτειχίσματος, χτίζοντας πύργους. Όμως στα δυτικά οι περιοχές και τα κτίσματα εκτός των τειχών, των οποίων ο πληθυσμός συνεχώς αυξανόταν λόγω της εγκατάστασης πολλών προσφύγων που προσπαθούσαν να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό αλλά και πολλών Βενετών εμπόρων, ήταν απαραίτητο να οχυρωθεί. (Ζούμπου, 1996) Το 1414 αποφασίστηκε η κατασκευή στη δυτική πλευρά οι περιοχές και τα κτίσματα εκτός των τειχών της πόλης, ενός άλλου τείχους ενισχυμένου με κυκλικούς πύργους, καθώς επίσης και η κατασκευή τάφρου, η οποία θα μετέτρεπε την ακρόπολη σε τεχνητό νησί που θα επικοινωνούσε με τον υπόλοιπο χώρο μέσω μιας ξύλινης γέφυρας. Σημαντικότατη παρέμβαση υπήρξε επίσης η κατασκευή στο βόρειο λιμάνι, το Μανδράκι, ενός λιμενοβραχίονα με καταβύθιση σκαφών γεμάτων βράχους. Τα έργα αυτά είχαν ολοκληρωθεί στα μέσα του 15ου αιώνα. Όμως σε μια εποχή που οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν τις περιοχές της Ηπείρου ήταν φυσικό ο αριθμός των προσφύγων να αυξάνεται συνεχώς. Οι πρόσφυγες αυτοί επιδίωκαν να εγκατασταθούν κοντά στον οχυρωμένο χώρο, στην περιοχή της σημερινής Σπιανάδας. Το 1425 ο αριθμός των Εβραίων είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε, εκτός από την παλιά εβραϊκή συνοικία, που βρισκόταν μέσα στον τειχισμένο χώρο, είχε διαμορφωθεί και μια νέα iudeca, έξω από αυτόν, που καταλάμβανε το βόρειο τμήμα ενός νέου εξωπολίου. Σημαντική είναι κατά την εποχή αυτή η οικιστική πυκνότητα του παρακείμενου υψώματος του Καμπιέλλου, όπως προκύπτει και από τη μεγάλη συγκέντρωση ορθόδοξων ναών στην περιοχή (Αντιβουνιώτισσα, Κρεμαστή, Άγιος Νικόλαος των Γερόντων, Παντοκράτορας). Έκτοτε ο χώρος του εξωπολίου διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο προς τα δυτικά, ενώ οι κατά καιρούς διοικήσεις προέβησαν σε μικρής κλίμακας βελτιώσεις των οχυρώσεων, όπως ήταν η διαμόρφωση στο χώρο μεταξύ των δύο δυτικών τειχών μιας άνυδρης τάφρου. Αυτήν τη διάρθρωση είχε ο αστικός χώρος το 1537, όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν στην Κέρκυρα. Την πολιορκία της ακρόπολης περιγράφει ο αυτόπτης Νίκανδρος Νούκιος. Οι οχυρώσεις της ακρόπολης λειτούργησαν στην περίπτωση αυτή αποτελεσματικά. Βέβαια, οι Βενετοί απομάκρυναν τα γυναικόπαιδα από τον οχυρωμένο χώρο στο εξωπόλι, το οποίο οι Τούρκοι πυρπόλησαν, και ο πληθυσμός του αποδεκατίστηκε. Καθώς η επανάληψη της τουρκικής επίθεσης ήταν βέβαιη, η Βενετία αποφάσισε να προσαρμόσει τις οχυρώσεις στη νέα πολεμική τακτική, αφού τα παλαιά τείχη δεν ήταν δυνατόν πλέον να αντέξουν στα πυρά των πυροβόλων, υιοθετώντας για τις νέες οχυρώσεις το σύστημα των προμαχώνων. Παράλληλα, αποφασίστηκε να διευρυνθεί και να ισοπεδωθεί ο χώρος μεταξύ της θαλάσσιας τάφρου και του εξωπολίου. Όλες οι ευρισκόμενες στο χώρο αυτό οικοδομές χρειάστηκε να κατεδαφιστούν και αποφασίστηκε να δοθεί στους ιδιοκτήτες τους ξυλεία, ώστε να χτίσουν τα σπίτια τους σε άλλο χώρο. (Ζούμπου 1996 και Μινώτος 1936) Οι Βενετοί έγιναν κύριοι του νησιού το 1386, αφού συγκρούστηκαν με τις φρουρές που κατείχαν την ακρόπολη. Στη διάρκεια των συγκρούσεων αυτών οι περιοχές και τα κτίσματα εκτός των τειχών υπέστησαν μεγάλες καταστροφές στις κυριότερες υποδομές του. Η ακρόπολη δεν καταλήφθηκε με έφοδο, αλλά παραδόθηκε έπειτα από αποκλεισμό της φρουράς, η οποία, μετά την παράδοση του κάστρου της Σιδηράς Πόρτας και του Παλαιού Φρουρίου, είχε οχυρωθεί στο Νέο Φρούριο. Οι νέοι κυρίαρχοι επιδόθηκαν αμέσως σε επισκευές των κάστρων και στη βελτίωση των οχυρώσεων του δυτικού προτειχίσματος, χτίζοντας πύργους. Όμως στα δυτικά οι περιοχές και τα κτίσματα εκτός των τειχών, των οποίων ο πληθυσμός συνεχώς αυξανόταν λόγω της εγκατάστασης πολλών προσφύγων που προσπαθούσαν να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό αλλά και πολλών Βενετών εμπόρων, ήταν απαραίτητο να οχυρωθεί. Το 1414 αποφασίστηκε η κατασκευή στη δυτική πλευρά οι περιοχές και 43

45 τα κτίσματα εκτός των τειχών της πόλης, ενός άλλου τείχους ενισχυμένου με κυκλικούς πύργους, καθώς επίσης και η κατασκευή τάφρου, η οποία θα μετέτρεπε την ακρόπολη σε τεχνητό νησί που θα επικοινωνούσε με τον υπόλοιπο χώρο μέσω μιας ξύλινης γέφυρας. Σημαντικότατη παρέμβαση υπήρξε επίσης η κατασκευή στο βόρειο λιμάνι, το Μανδράκι, ενός λιμενοβραχίονα με καταβύθιση σκαφών γεμάτων βράχους. Τα έργα αυτά είχαν ολοκληρωθεί στα μέσα του 15ου αιώνα. Όμως σε μια εποχή που οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν τις περιοχές της Ηπείρου ήταν φυσικό ο αριθμός των προσφύγων να αυξάνεται συνεχώς. Οι πρόσφυγες αυτοί επιδίωκαν να εγκατασταθούν κοντά στον οχυρωμένο χώρο, στην περιοχή της σημερινής Σπιανάδας. Το 1425 ο αριθμός των Εβραίων είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε, εκτός από την παλιά εβραϊκή συνοικία, που βρισκόταν μέσα στον τειχισμένο χώρο, είχε διαμορφωθεί και μια νέα iudeca, έξω από αυτόν, που καταλάμβανε το βόρειο τμήμα ενός νέου εξωπολίου. Σημαντική είναι κατά την εποχή αυτή η οικιστική πυκνότητα του παρακείμενου υψώματος του Καμπιέλλου, όπως προκύπτει και από τη μεγάλη συγκέντρωση ορθόδοξων ναών στην περιοχή (Αντιβουνιώτισσα, Κρεμαστή, Άγιος Νικόλαος των Γερόντων, Παντοκράτορας). Έκτοτε ο χώρος του εξωπολίου διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο προς τα δυτικά, ενώ οι κατά καιρούς διοικήσεις προέβησαν σε μικρής κλίμακας βελτιώσεις των οχυρώσεων, όπως ήταν η διαμόρφωση στο χώρο μεταξύ των δύο δυτικών τειχών μιας άνυδρης τάφρου. Αυτήν τη διάρθρωση είχε ο αστικός χώρος το 1537, όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν στην Κέρκυρα. Την πολιορκία της ακρόπολης περιγράφει ο αυτόπτης Νίκανδρος Νούκιος. Οι οχυρώσεις της ακρόπολης λειτούργησαν στην περίπτωση αυτή αποτελεσματικά. Βέβαια, οι Βενετοί απομάκρυναν τα γυναικόπαιδα από τον οχυρωμένο χώρο στο εξωπόλι, το οποίο οι Τούρκοι πυρπόλησαν, και ο πληθυσμός του αποδεκατίστηκε. Καθώς η επανάληψη της τουρκικής επίθεσης ήταν βέβαιη, η Βενετία αποφάσισε να προσαρμόσει τις οχυρώσεις στη νέα πολεμική τακτική, αφού τα παλαιά τείχη δεν ήταν δυνατόν πλέον να αντέξουν στα πυρά των πυροβόλων, υιοθετώντας για τις νέες οχυρώσεις το σύστημα των προμαχώνων. Παράλληλα, αποφασίστηκε να διευρυνθεί και να ισοπεδωθεί ο χώρος μεταξύ της θαλάσσιας τάφρου και του εξωπολίου. Όλες οι ευρισκόμενες στο χώρο αυτό οικοδομές χρειάστηκε να κατεδαφιστούν και αποφασίστηκε να δοθεί στους ιδιοκτήτες τους ξυλεία, ώστε να χτίσουν τα σπίτια τους σε άλλο χώρο. (Μινώτος 1936) Οι νέες οχυρώσεις κατασκευάστηκαν μεταξύ 1537 και 1558 και τα βασικότερα στοιχεία τους, τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα, είναι οι δύο επιβλητικοί δυτικοί προμαχώνες της ακρόπολης και το μεταξύ τους τείχος. Παράλληλα, διευρύνθηκε η θαλάσσια τάφρος και διαμορφώθηκε κατάλληλα ο ανοιχτός χώρος της Σπιανάδας. Τα οικοδομικά τετράγωνα δυτικά της Σπιανάδας διαμορφώθηκαν βάσει σχεδίου, σύμφωνα με διάταξη που ίσχυε για τις οικοδομές που βρίσκονταν απέναντι από φρούρια. Κάθε οικοδομικό τετράγωνο είχε πλάτος περίπου 12 μέτρων και οι μεταξύ τους διάδρομοι ήταν ευθείς, πλάτους 2 περίπου μέτρων. Έτσι, ο οικισμένος χώρος αναπτύσσεται δυτικά της Σπιανάδας, όπου διαμορφώνεται το νέο εξωπόλι, που εκτεινόταν μέχρι το δυτικό προάστειο του Αγίου Ρόκκου (Σαρόκο). Κατά την ίδια εποχή, οι αυξημένες ανάγκες ελλιμενισμού εμπορικών πλοίων, αλλά και λόγοι ασφαλείας, οδήγησαν στη μετατόπιση του λιμανιού και των συναφών δραστηριοτήτων βορειότερα, προς την περιοχή της Σπηλιάς. Η δεύτερη τουρκική επιδρομή, του 1571, που προκάλεσε μεγάλες υλικές καταστροφές στο δομημένο χώρο, οδήγησε τους κατοίκους στην υποβολή αιτήματος για τον τειχισμό του νέου εξωπολίου, αίτημα που έγινε αποδεκτό. Οι σχετικές εργασίες, που λόγω της έκτασης του εξωπολίου ήταν μεγάλης κλίμακας, άρχισαν το Στις εργασίες αυτές, κατά τις οποίες έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι νέες 44

46 συνθήκες πολέμου με τη χρήση πυροβόλων, καταβλήθηκε προσπάθεια να αξιοποιηθεί το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής. Αποφασίστηκε λοιπόν να ανεγερθεί ένα νέο φρούριο και ένα τείχος ενισχυμένο με προμαχώνες, που θα απομόνωνε από τα δυτικά τον οικισμένο χώρο από την ύπαιθρο. Το Νέο Φρούριο ανεγέρθηκε στο λόφο του Αγίου Μάρκου, στα ΒΔ της ακρόπολης, και προστάτευε τις βόρειες συνοικίες και το λιμάνι. Ακολουθούσε νοτιότερα επί του τείχους ένας προμαχώνας (Σαραντάρη), ένα πλάτωμα (Αγίου Αθανασίου) και ένας ακόμα νότιος προμαχώνας (Ραϊμόνδου). Για την ανέγερση αυτών των οχυρώσεων οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να κατεδαφίσουν γύρω στις κατοικίες στο Σαρόκο. Στο νέο οχυρωματικό σύστημα, ενδιάμεσα των προμαχώνων και συνδετικά με αυτούς, δημιουργήθηκαν τείχη (κορτίνες), ενώ από την πλευρά της θάλασσας ο χώρος προστατεύτηκε επίσης με τείχη (μουράγια). Ο οχυρωμένος χώρος επικοινωνούσε με την ύπαιθρο και τη θάλασσα με τέσσερις πύλες, όπου κατέληγαν οι κύριοι οδικοί άξονες του εσωτερικού της περιτειχισμένης πόλης. Η Πύλη της Σπηλιάς, στο ΝΑ άκρο του Νέου Φρουρίου, και η Πύλη του Αγίου Νικολάου, στο ΒΑ άκρο της Σπιανάδας, επικοινωνούσαν με τη θάλασσα και το λιμάνι. Σώζονται και οι δύο. Αντίθετα, έχουν καταστραφεί η Πύλη του Ραϊμόνδου, στο νότιο άκρο της Σπιανάδας, η οποία εξασφάλιζε πρόσβαση από την πλευρά της Παλαιόπολης. Η πύλη αυτή κατεδαφίστηκε το 1837 από τους Βρετανούς για την κατασκευή του παραλιακού δρόμου. Ούτε η δυτική, η Βασιλική Πύλη (Porta Reale, Πόρτα Ριάλα), που ήταν η μεγαλοπρεπέστερη της πόλης, σώζεται. Κατεδαφίστηκε για τη διάνοιξη του κεντρικότερου δρόμου της νεότερης πόλης. Πέρα από τις πύλες αυτές, διατηρούνται σήμερα και κάποιες δευτερεύουσες, που ανήκαν στο συγκρότημα του Νέου Φρουρίου. Οι σημερινοί κεντρικοί οδικοί άξονες του αστικού χώρου ακολουθούν τις παλαιές χαράξεις, όπως η οδός Νικηφόρου Θεοτόκη από τη Σπιανάδα προς το Νέο Φρούριο και το λιμάνι (Πύλη της Σπηλιάς). Η παράλληλη νοτιότερη οδός Ευγενίου Βουλγάρεως οδηγούσε από τη Σπιανάδα στη Βασιλική Πύλη. Κάθετη προς αυτές, από τα νότια προς τα βόρεια, η οδός Γκίλφορδ ξεκινούσε από την Πύλη του Ραϊμόνδου με κατεύθυνση προς το κέντρο του αστικού χώρου. Η τέταρτη πύλη, του Αγίου Νικολάου, έφερνε σε επαφή το πυκνοδομημένο ύψωμα του Καμπιέλλου με το λιμάνι. Μετά την πτώση της Κρήτης (1669), εύλογα η Βενετία ασχολήθηκε με την ενίσχυση των οχυρώσεων της Κέρκυρας. Μπροστά στο δυτικό τείχος χτίστηκαν νέα οχυρωματικά έργα, τα οποία θεωρήθηκε ότι θα βοηθούσαν την άμυνα σε περίπτωση πολιορκίας. Μετά την τουρκική πολιορκία του 1716, για την απόκρουση της οποίας καθοριστική υπήρξε η συμβολή του στρατάρχη Mathias von Schulenburg, οι οχυρώσεις επεκτάθηκαν δυτικότερα της υφιστάμενης οχυρωματικής γραμμής, στους λόφους Σωτήρος (σημερινές φυλακές) και Αβράμη (σημερινό Γηροκομείο), ενώ στο μεταξύ τους χώρο, στην περιοχή Σαρόκου, ένα τρίτο οχυρό εξασφάλιζε τη μεταξύ τους επικοινωνία. Κατ' αυτό τον τρόπο η οχύρωση της πόλης έφτασε στην τελική φάση ανάπτυξης της. Κατά την περίοδο αυτή σε πολλά κτίρια του Παλαιού Φρουρίου εξακολουθούσαν να λειτουργούν στρατιωτικές και διοικητικές υπηρεσίες. Τα ερείπια ορισμένων από αυτά σώζονται, ενώ άλλα έχουν κατεδαφιστεί. Μεταξύ των τελευταίων είναι το κτίριο του Προνοητή, οι στρατώνες Πασχαλίγου ή των Σκλαβούνων, από το οποίο σώζονται λιγοστά ερείπια. Οι κατοικίες που βρίσκονταν στη νότια πλευρά του Παλαιού Φρουρίου, αφού καταστράφηκαν από έκρηξη πυριτιδαποθήκης το 1718, ανοικοδομήθηκαν, για να κατεδαφιστούν εκ νέου αργότερα από τους Βρετανούς, οι οποίοι έχτισαν εκεί το ναό του Αγίου Γεωργίου. Μετά τη λήξη της βενετικής κυριαρχίας (1797) ακολούθησαν νέες ξένες κυριαρχίες. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης γαλλικής κατοχής χτίστηκαν στο ΒΔ τμήμα της Σπιανάδας οι αψίδες του Λιστόν με τις χαρακτηριστικές τοξοστοιχίες, κατά μίμηση παρισινού δρόμου της Place des Vosges. Κατά τη 45

47 βρετανική προστασία, το 1819, οι Βρετανοί αρχίζουν να χτίζουν στο βόρειο τμήμα της Σπιανάδας το ανάκτορο των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου από πέτρα που έφεραν από τη Μάλτα, ως κατοικία του Αρμοστή και χώρο τελετών (σήμερα Σινοϊαπωνικό Μουσείο), την Ιόνιο Βουλή, καθώς και το μνημείο Μαίτλαντ (Στέρνα). Νέα οχυρωματικά έργα κατασκευάστηκαν από τους Βρετανούς στο Παλαιό Φρούριο, όπως προμαχώνες, κιονοστοιχίες και οι στρατώνες μεταξύ γέφυρας και κτιρίου του Προνοητή (σήμερα στεγάζονται εκεί το Ιστορικό Αρχείο και η Δημόσια Βιβλιοθήκη), ενώ χτίστηκε και ο ναός του Αγίου Γεωργίου, έπειτα από την κατεδάφιση των εκεί βενετικών κτισμάτων. Στον εκτός της ακρόπολης χώρο οι Βρετανοί ανακαίνισαν το φρούριο του λόφου Αβράμη. Επίσης κατεδάφισαν τα οχυρά του Σωτήρος, του Αγίου Αθανασίου και τους προμαχώνες μπροστά από τη Βασιλική Πύλη. Επιπλέον, δημιούργησαν νέα τάφρο νότια του Νέου Φρουρίου και του περιβόλου της πόλης και νέους στρατώνες και αποθήκες μέσα στο Νέο Φρούριο. Δεν απουσιάζουν, βέβαια, και οι παρεμβάσεις στο χώρο των υποδομών, ιδιαίτερα της ύδρευσης, αλλά και της υγείας, με τη δημιουργία δικτύου ύδρευσης και νοσοκομείων. Πριν αποχωρήσουν από το νησί οι Βρετανοί (1864), κατέστρεψαν τα κυριότερα σημεία των οχυρώσεων που θα ήταν χρήσιμα για την άμυνα. Από την καταστροφή σώθηκαν τα τείχη του Παλαιού Φρουρίου, καθώς και του Νέου, πλην των επάλξεων. Το 1865 σώζονταν ακόμη τα τείχη της Σπηλιάς, που προστάτευαν το λιμάνι από Βορρά. Περισσότερο σημαντικές και καταλυτικής σημασίας στην εξέλιξη της πολεοδομικής εικόνας της Κέρκυρας μετά την Ένωση υπήρξαν οι καταστροφές που υπέστη στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πόλεμου, όταν δέχτηκε αεροπορικές επιθέσεις από Ιταλούς, Γερμανούς, αλλά και από τους Συμμάχους. Ιδιαίτερα καταστρεπτικές υπήρξαν οι γερμανικές επιθέσεις, κατά τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν εμπρηστικά φύλλα, με αποτέλεσμα να καταστραφεί μεγάλο μέρος της πόλης. Εκατοντάδες κατοικίες, πολλοί ναοί και δημόσια κτίρια καταστράφηκαν ολοσχερώς ή υπέστησαν ανεπανόρθωτες ζημιές. Καταστράφηκε περίπου το 20% των κτιρίων - μεταξύ των οποίων η Δημόσια Βιβλιοθήκη (Ιόνιος Ακαδημία), το Δημοτικό Θέατρο, το ξενοδοχείο «Ωραία Βενετία» και η κλειστή αγορά της Σπηλιάς (Μάρκας). Ορισμένα από αυτά εξακολούθησαν να παραμένουν επί μακρόν στη μετά την καταστροφή κατάσταση, ζωντανές μνήμες της πολεμικής θηριωδίας. Παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την επούλωση των πληγών, είναι γεγονός ότι ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος υπήρξε για την πόλη της Κέρκυρας εμπειρία περισσότερο τραυματική και πιο καταλυτική ακόμα και από τις τουρκικές καταστροφές της βενετικής περιόδου. Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι ο αστικός ιστός της Κέρκυρας, ήδη από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του πυρήνα του, παρουσιάζει μια σταθερή δυναμική ανάπτυξης, που οφείλεται στη μεγαλύτερη ασφάλεια που πρόσφερε σε σχέση με τις λοιπές γειτονικές περιοχές. Οι οπισθοδρομήσεις στην ανάπτυξη αυτή οφείλονταν κατά κύριο λόγο σε πολεμικές περιπέτειες, όμως ήταν παροδικές και υπήρχε πάντα η τάση επέκτασης τουπυρήνα της πόλης, μια τάση που εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα. ( Ζούμπου 1996 και Μινώτος 1936) 46

48 Οι εκκλησίες - τα καμπαναριά Λίγες είναι οι εκκλησίες που σώζονται στο χώρο της πόλης αλλά και σε όλο το νησί από την παλαιοχριστιανική και μεσοβυζαντινή εποχή. Η αποκοπή από τη Βυζαντινή παράδοση από τον 13ο αιώνα, τα 100 χρόνια της Ανδηγαυικής κατάκτησης και στη συνέχεια η επαφή με τη Βενετία για τέσσερις αιώνες, έδωσαν το ρόλο του πρωταγωνιστή στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική του νησιού στις ξένες επιδράσεις. Μη έχοντας παρά ελάχιστα παραδείγματα από τη Βυζαντινή περίοδο, οι Κερκυραίοι έχτισαν τις εκκλησίες τους σύμφωνα με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης, χωρίς όμως αυτό να επηρεάσει την ορθόδοξη πίστη τους, που αντίθετα ήταν ανεπτυγμένη σ μεγάλο βαθμό. Έτσι ο τύπος που επικράτησε στην κερκυραϊκή (αλλά και γενικότερα την επτανησιακή ναοδομία), ήταν τελικά της μονόκλιτης ξυλόστεγης και σπάνια της τρίκλιτης βασιλικής. Η υιοθέτηση των τυπολογικών, μορφολογικών και διακοσμητικών στοιχείων από την ιταλική τέχνη της περιόδου, δηλαδή την τέχνη της Αναγένησης και του Μπαρόκ και η χρήση μόνο σε μικρό βαθμό μορφών της βυζαντινής παράδοσης ήταν φυσικό επακόλουθο των ιστορικών συγκυριών. (Παρθενόπουλος 2009) Ο μεγάλος αριθμός (55) των εκκλησιών που υπήρχαν στην Παλιά Πόλη (σήμερα σώζονται 36), δείχνει την προσήλωση των Κερκυραίων στις παραδόσεις και τη στενή τους σχέση με την πίστη. Οι εκκλησίες ήταν σε μεγάλο βαθμό ιδιόκτητες ή άνηκαν σε αδελφότητα οικογενειών ή συντεχνιών, ενώ λίγες άνηκαν στο δημόσιο. Η Βενετική διοίκηση παραχωρούσε τις τελευταίες με τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των εισοδημάτων τους σε ιδιώτες, που αντίστοιχα είχαν ορισμένες οικονομικές υποχρεώσεις προς αυτήν. Οι ιδιωτικές χτίζονταν ενίοτε από εύπορους Κερκυραίους, που τις προίκιζαν με την περιουσία τους, ενώ οι συναδελφικές συντηρούνταν από τους αδελφούς, που θάβονταν εκεί. Μορφολογικά, στα μνημεία της πόλης που χτίστηκαν από τον 13ο μέχρι τον 15ο αιώνα (που δεν σώζονται ή και δεν αναγνωρίζονται οι αρχικές φάσεις τους πια) θα επικρατούσαν τα γοτθικά στοιχεία. Όσα χτίστηκαν κατά τον 16ο Εικόνα 7:Το καμπαναριό του Άγιου Σπυρίδωνα. και 17ο αιώνα (και που διατηρούνται σε σημαντικό βαθμό σήμερα), ακολουθούν τα αναγεννησιακά και μανιεριστικά κυρίως πρότυπα. Στα μνημεία αυτά ο τύπος της μονόκλιτης βασιλικής εμφανίζεται αρκετές φορές με την ιδιοτυπία ενός περιμετρικού διαδρόμου σε σχήμα Π (εξωνάρθηκα). Οι κερκυραϊκοί ναοί συνδυάζονται επίσης πάντοτε με την κατοικία του ιερέα, που μπορεί να είναι ενωμένη με τον κύριο όγκο τους ή να είναι ανεξάρτητο μονώροφο ή διώροφο πρόσκτισμα. Εκτός από τις 47

49 μονόκλιτες βασιλικές σπάνια συναντάς ορισμένες τρίκλιτες βασιλικές. (Παρθενόπουλος 2009) Οι εκκλησίες διαφέρουν σημαντικά από άποψη μεγέθους και διακοσμητικού πλούτου από τα δυτικά παραδείγματα. Γενικά οι όψεις τους είναι λιτές. Η ανάδειξή τους ακόμη και στα πιο σπουδαία έργα βασίζεται κυρίως στα λίθινα πλαίσια των ανοιγμάτων τους. Στις περιπτώσεις μνημείων με περιμετρικό διάδρομο, ο κυρίως ναός υψώνεται από αυτόν και οι μακρές πλευρές του φωτίζονται, στα παλιότερα παραδείγματα, από δύο μεγάλους ημικυκλικούς φεγγίτες, χαρακτηριστικό στοιχείο της βενετικής ναοδομίας. Από το τέλος της περιόδου καθιερώνονται τα υψίκορμα παράθυρα στις πλάγιες όψεις. Ο γυναικωνίτης φωτίζεται συνήθως από δύο τοξωτά παράθυρα, τοποθετημένα στη στενή πλευρά, ενώ ψηλότερα ένας κυκλικός φεγγίτης (στοιχείο καθαρά δυτικό) ενισχύει το φωτισμό του ή εξυπηρετεί τον αερισμό της στέγης αλλά παράλληλα τονίζει τον άξονα της όψης. Οι εκκλησίες συνοδεύονται από ψηλά κωδωνοστάσια πυργοειδή ή μορφής διάτρητου τοιχώματος με ελικωτά πτερύγια. Τον 18ο αιώνα δεν κτίζονται πολλά νέα μνημεία, αλλά υπάρχει σημαντικός αριθμός μετασκευών (επέκταση, αύξηση ύψους, εξωτερική αναμόρφωση) των παλαιοτέρων. Ο τύπος που επικρατεί είναι και πάλι της μονόκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής και σπάνια της τρίκλιτης. Στα νέα μνημεία όσο και στα αναμορφωμένα, διαπιστώνεται η πλήρης επικράτηση των δυτικών προτύπων. (Τσίτσας 1994) Ενώ οι όψεις τους είναι απέριτες, το εσωτερικό των εκκλησιών όπως διαμορφώνεται κυρίως μετά τον 17ο αιώνα, είναι πλούσια διακοσμημένο και ιδιαίτερα υποβλητικό. Το χτιστό τέμπλο με λαξευτή διακόσμηση, οι φορητές εικόνες, η αγιογραφημένη συχνά οροφή (η ουρανία), τα σκαλιστά στασίδια, τα καντήλια και τα διάφορα αναθήματα, υποβάλλουν και δημιουργούν κατανυκτική ατμόσφαιρα. Οι αναλογίες του κεντρικού χώρου των ναών είναι περίπου 1,2. Το ιερό, που το βάθος του φθάνει το 1/4 του κύριου χώρου, απολήγει σε μια συνήθως ευμεγέθη, ημικυκλική ή ημιεξαγωγική κόγχη ή και σε τρεις. Πάνω από την Αγία Τράπεζα υπάρχει κιβώτιο συνήθως λίθινο, στοιχείο προερχόμενο από δυτική επίδραση. Στοιχεία δυτικής επίδρασης είναι και τα προσκυνητάρια που βρίσκονται δεξιά και αριστερά του τέμπλου. Στην πλευρά που βρίσκεται απέναντι από το ιερό διαμορφώνεται σε ψηλότερο επίπεδο ο γυναικωνίτης, που απομονώνεται από τον κυρίως ναό με ξύλινο κιγκλίδωμα, κατά την ανατολική παράδοση. Το δάπεδο των ναών σχηματίζει συνήθως τρία επίπεδα, με το ψηλότερο στο ιερό και το μεσαίο περίπου μέχρι τα πλάγια θυρώματα. Οι είσοδοι προφυλάσσονται πάντοτε με ξύλινο ανεμοφράκτη. Ο προσανατολισμός των εκκλησιών της πόλης δεν είναι σταθερός, Ακολουθεί αναγκαστικά την πολεοδομική διάταξη και οι εκκλησίες βρίσκονται συνήθως σφιγμένες ανάμεσα στα σπίτια έχοντας μόνο ορισμένες πλευρές ελεύθερες. Έτσι η κύρια είσοδος βρίσκεται ανάλογα με τον τρόπο που είναι τοποθετημένος ο ναός στη στενή ή στη μακρά πλευρά. (Concina 1994) Ο ναός που στεγάζει το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, του πολιούχου της πόλης, είναι ο πιο φημισμένος της Κέρκυρας. Χτίστηκε το 1590 σε αντικατάσταση της προηγούμενης εκκλησίας που κατεδαφίστηκε λόγω της περιτείχισης. Το πανύψηλο πυργοειδές κωδωνοστάσιο του που δεσπόζει στην πόλη, θυμίζει το σχεδόν σύγχρονο του κωδωνοστάσιο του S. Giorgio del Greci στη Βενετία. Η ουρανία του ήταν ζωγραφισμένη τον 18ο αιώνα από τον σπουδαιότερο αγιογράφο Παναγιώτη Δοξαρά (το έργο καταστράφηκε και στη θέση του τοποθετήθηκε νεότερο αντίγραφο). (Δημακόπουλος 1994) Από τα υπόλοιπα παραδείγματα της πόλης αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν η Αντιβουνιώτισσα και ο Αγ. Ιωάννης που διατηρούν τον περιμετρικό 48

50 εξωνάρθηκα. Ο Αγ. Ανδρέας συνδυασμένος με τριώροφη κατοικία και οι μόνες τρίκλιτες εκκλησίες που σώζονται η Μητρόπολη και η Παναγία των Ξένων. Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι λίγες λατινικές εκκλησίες της πόλης. Εκτός από το Duomo σώζεται ακόμη και το καθολικό της παλιάς μονής Του Αγ. Φραγκίσκου, η Παναγία της Τενέδου, η πιο σημαντική από αρχιτεκτονική άποψη, θολοσκεπής και με αναγεννησιακού χαρακτήρα τρούλο πάνω από το ιερό (που θυμίζει το Duomo της Φλωρεντίας) και ακόμη το πυργοειδές κωδωνοστάσιο από την παλαιότατη Annunziata. Κατά τον 19ο αιώνα το κλασικιστικό ιδίωμα που κατακτά την πόλη αποτυπώνεται και στα λίγα νέα εκκλησιαστικά κτίριά της, το ναό των Αγ. Πάντων (1850) και το ναό της Αγ. Σοφίας (1848) που ξαναχτίστηκε βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ι. Χρόνη. (Γλυνάτση 2011) Η αστική αρχιτεκτονική Η εφαρμογή των αρχιτεκτονικών ρυθμών της Δύσης στην Κέρκυρα, φέρει την σφραγίδα μιας διάθεσης για απλοποίηση, την αίσθηση μέτρου, την σφραγίδα μίας φαινομενικής αδεξιότητας, που στην ουσία διατυπώνει για μεν την Δύση την ομαλή μετάβαση προς την λαϊκότερη αρχιτεκτονική, για δε την Ελλάδα το σκαλοπάτι προς την αρχιτεκτονική της δύσης. Η αρχιτεκτονική της πόλης σήμερα αποτελεί ένα σπάνιο, δείγμα δυτικότροπης αρχιτεκτονικής, που ενώ αναπτύχθηκε σε ελληνικό χώρο και είχε άμεση εξάρτηση από τα ξένα σύγχρονά της πρότυπα,ταυτόχρονα αντιπροσωπεύει την ελληνική συμμετοχή στο κίνημα του Μπαρόκ. Παράλληλα, η Κέρκυρα όντας από τους λίγους χώρους του ελληνισμού στους οποίους ο πολιτισμός εξελίχθηκε ομαλά και δεν διακόπηκε βίαια, αποτελεί μοναδικό διατηρημένο παράδειγμα ομαλής μετάβασης στον νεοκλασικισμό, που, όπως και στην δύση, αυτός ακολούθησε σαν φυσική συνέχεια των προηγούμενον ρυθμών, δένοντας με αυτούς με μοναδική ομογένεια. Την Κερκυραϊκή αστική αρχιτεκτονική χαρακτηρίζουν αρμονική ένταξη στο φυσικό περιβάλλον, η αίσθηση του μέτρου, η ποικιλία των στοιχείων, η απόλυτη ταύτιση του χώρου με τις ανάγκες που τον διαμόρφωσαν, ανέδειξαν ένα αρχιτεκτονικό σύνολο ισορροπημένο, απλό και περιεκτικό χωρίς εκφραστικές πολυλογίες, που προκαλεί για την ανακάλυψη του. (Λαββας 2002) Το σύνολο των κτιρίων του ιστορικού κέντρου της Κέρκυρας δεν ανήκει όπως είναι φυσικό στην ίδια περίοδο. Εκτός από τα κτίρια της Βενετοκρατίας υπάρχει ένας αριθμός κτιρίων που χτίστηκε στο μικρό διάστημα (επί Γάλλων και Επτανήσου Πολιτείας), πολλά κτίρια της περιόδου της Αγγλικής Προστασίας και ορισμένα κτίρια των πρώτων δεκαετιών μετά την Ένωση με την Ελλάδα (1864) και της περιόδου περί το Από μορφολογική άποψη και λόγω τον εκάστοτε ιστορικών συνθηκών, που διαμορφώνουν την επικράτηση των αρχιτεκτονικών ρυθμών: Οι οικοδομές της περιόδου της Βενετοκρατίας έχουν αφομοιώσει στις όψεις τους στοιχεία της αναγέννησης, μανιερισμού και μπαρόκ, ελάχιστα είναι το γοτθικά στοιχεία που διασώθηκαν. Το μόνο γνωστό παράδειγμα της οικοδομικής δραστηριότητας της ενδιάμεσης περιόδου μεταξύ Βενετοκρατίας και Αγγλοκρατίας (η ομοιόμορφη σύνθεση των κτιρίων της Σπιανάδας), έχει στοιχεία μανιεριστικά, ενώ Τα κτίρια που κατασκευάστηκαν στην περίοδο της Αγγλοκρατίας επηρεάζονται από τον 49

51 νεοκλασικισμό στην πιο πρώιμη έκφρασή του (κλασικίζουσα διάθεση, με λεπτομέρειες αναγεννησιακές - παλλαδιανισμού). Τέλος, λίγες νεώτερες κατασκευές ακολουθούν τα χαρακτηριστικά του εκλεκτικισμού και αργότερα του ArtNouveau ή έχουν στοιχεία του όψιμου αθηναϊκού αστικού κλασικισμού. (Λαββας 2002 και Κοντοστάνος 1949) Εικόνα 8: Τα μουράγια όπως διακρίνονται από το Μανδράκι,1858. Δημόσια Κτίρια Τα δημόσια κτίρια της βενετοκρατίας, είτε κοινής ωφελείας, είτε κατοικίες επισήμων ή στρατιωτικά, έχουν την σφραγίδα της φροντισμένης κατασκευής, γιατί έχουν μελετηθεί και κατασκευασθεί από αρχιτέκτονες και συνήθως τεχνίτες που έστελνε η Βενετία ειδικά για το σκοπό αυτό. Τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης πλαισίωναν την σημερινή πλατεία Δημαρχείου, που αποτελούσε το κοινωνικό και πνευματικό κέντρο της στην βενετοκρατία. Στην ανατολική πλευρά της βρίσκεται η Λατινική Μητρόπολη του Αγ. Ιακώβου, κομψό κτίριο του 17ου αι. με τα μπαρόκ πτερύγια στην στέγη του, τον πύργο και το κωδωνοστάσιο του, στην νότια πλευρά η κατοικία του Λατίνου Αρχιεπισκόπου (ανακατασκευή 1754), με τον κομψό εξώστη με τη balustrade στον άξονα της πρόσοψης ( που σήμερα στεγάζει υποκατάστημα της Τράπεζας Ελλάδος) και στην βόρεια πλευρά το σημαντικότερο κτίσμα της Βενετοκρατίας στην πόλη, η Loggia Nobilei (1663-9), κατασκευασμένη από λαξευτή ντόπια πέτρα Σινιών. Η απλή στιβαρή μορφή της με τα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα προδλιδει το ρόλο και τη σημασία της. Η Loggia μετατράπηκε σε θέατρο τον 18ο αιώνα που πήρε το όνομα από την γειτονική μητρόπολη (Teatro San Giacomo), ενώ από τις αρχές του 20ου αιώνα στεγάζει το Δημαρχείο της πόλης. (Ρουγγέρη 2002) Στο διάστημα της Βενετοκρατίας ιδρύθηκαν στην πόλη και πολλά δημόσια κτίρια, εκ των οποίων σώζονται η πύλη εισόδου της μίας εκ των δύο σιταποθηκών (1592) στην περιοχή της Σπηλιάς, το ενεχυροδανειστήριο (1630), που βρίσκεται σήμερα ενσωματωμένο στο παλάτι των Αρμοστών, όπως και οι στρατώνες της Σπηλιάς, που σώζονται αλλοιωμένοι και στρατώνες Grimani στη νότια άκρη της 50

52 Σπιανάδας (τελική μορφή περί το 1725), γνωστοί σαν Ιόνιος Ακαδημία, γιατί στέγασαν για ένα διάστημα το ίδρυμα που υπήρξε και το πρώτο Ελληνικό πανεπιστήμιο. Οι περίοδοι γαλλικής και αγγλικής κατοχής αν και είχαν, όπως προαναφέρθηκε, ελάχιστες επιπτώσεις στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, άφησαν όμως σε σημαντικό βαθμό τη σφραγίδα τους στον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα της. Το οικοδομικό συγκρότημα της Σπιανάδας, τα Βόλτα ή Liston με την κομψή κιονοστοιχία του, όπου οι Κερκυραίοι κάνουν τον περίπατο τους, είναι η κύρια μαρτυρία από το πέρασμα των Γάλλων. Η ρυθμική επανάληψη των στοιχείων του αντικατοπτρίζει την μνημειακή πολεοδομική αντίληψη της Ναπολεόντειας περιόδου, με ευθύγραμμες ομοιόμορφες διατάξεις, όπως αυτή της Rue De Rivoli. Τα μορφολογικά στοιχεία του πάντως ακολουθούν προϊμότερα πρότυπα. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι το συγκρότημα της Σπιανάδας, που αποτελούσε μέρος μίας μεγάλης σύνθεσης. Σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε εν μέρει από ένα έλληνα μηχανικό, τον Ιωάννη Παρμεζάν. (Βροκίνης 1973) Η σφραγίδα της περιόδου της Αγγλικής προστασίας πολύ πιο έντονη, απλώνεται σε όλη την πόλη. Χτίστηκε τότε πλήθος κτιρίων, απλών και επισήμων από προικισμένους αρχιτέκτονες που εγκλιμάτισαν και το ρεύμα του κλασικισμού στο χώρο, δίνοντας νέο χρώμα στην πρωτεύουσα των Επτανήσων. Τα σημαντικότερα έργα των αρχών της περιόδου οφείλονται σε ξένους μηχανικούς. Το σπουδαιότερο από αυτά, το Ανάκτορο των Αγ. Μιχαήλ και Γεωργίου ( ), κατοικία των Αγγλων Αρμοστών, μνημείο γεωργιανού ρυθμού και πρελούντιο του νεοκλασικισμού στην Ελλάδα, όπως και το μνημείο Maitland, είναι έργα του Αγγλου συνταγματάρχη του μηχανικού George Whitmore. Η όψη της μνημειώδους σύνθεσης του παλατιού που πηγάζει από Παλλαδιανά πρότυπα, κοσμείται με δωρική κιονοστοιχία, που διακόπτεται από τις μεγαλόπρεπες πύλες των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου, για να καμπυλωθεί στη συνέχεια στα άκρα της, αγκαλιάζοντας τη βόρεια πλευρά της Σπιανάδας που την φιλοξενεί. (Βροκίνης 1973) Από το 1830 όμως περίπου, μια σειρά ελλήνων τεχνικών παίρνει στα χέρια της και την επίσημη αρχιτεκτονική, αναλαμβάνοντας παράλληλα την επάνδρωση της τεχνικής υπηρεσίας. Ο αρχιτέκτονας που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτόν τον τομέα είναι ο Ιωάννης Χρόνης, από τους πρώτους τεχνικούς επιστήμονες του Ελληνικού χώρου γενικότερα. Όλα τα μεγάλα, με κοινωνική σκοπιμότητα, κτίρια της πόλης, που δείχνουν και την ιδιαίτερη πολιτιστική ακμή του τόπου τον 19ο αιώνα, είναι δεμένα με το όνομα του προικισμένου κερκυραίου αρχιτέκτονα. Σε αυτόν οφείλονται τα νεοκλασικού χαρακτήρα κτίρια της Ιονικής Τράπεζας, της Ιονίου Βουλής και το Χρηματιστήριο, αλλά και πολλές σημαντικές ή και απλούστερες κατοικίες και κυρίως το μέγαρο της οικογένειας του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, που στέγασε για ένα διάστημα τη Νομαρχία. Με τη μαρμάρινή του πρόσοψη, με τις κομψές Κορινθιακές παραστάδες, θεωρείται από τα ωραιότερα μνημεία της νεότερης Ελλαδας. (Αγοροπούλου Μπιρμπίλη 1982) Κατοικίες Οι κατοικίες της πόλης σύμφωνα με την αντίστοιχη κοινωνική οργάνωση διακρίνονταν σε αρχοντικά, μεγαλοαστικές και μικροαστικές - λαϊκές. Το αστικό πολυώροφο σπίτι, είναι οπωσδήποτε ο κυρίαρχος και ο πιο ενδιαφέρων αρχιτεκτονικός τύπος που συναντιέται στην Κέρκυρα. Η στενότητα του χώρου και η μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού οδήγησαν αναγκαστικά στον θεσμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, πολύ πριν να θεσπιστεί από τη σύγχρονη πολεοδομία. (Αγιούς 2004) 51

53 Βενετοκρατία Τα κερκυραϊκά αστικά σπίτια της βενετοκρατίας ήταν είτε πολυώροφα σε τύπο πολυκατοικίας με 3-4 ορόφους, δείγμα της προσαρμογής στην στενότητα του χώρου, είτε σπανιότερα μονοκατοικίες με ένα ή περισσότερους ορόφους, ενώ τα αρχοντικά ήταν συνήθως διώροφα. Τα κτίρια πλατυμέτωπα ή στενομέτωπα,σχημάτιζαν συνεχή μέτωπα στους δρόμους, με ελάχιστες εξαιρέσεις αυλών ή κήπων. Χτίστηκαν σε οικόπεδα με μικρό γενικά εμβαδόν και με πλήρη σχεδόν κάλυψη, σε μη διαμπερή οικόπεδα οι πίσω χώροι αερίζονται από τις γνωστές κανιζέλλες. Ο μέσος όρος εμβαδού, μετά και την κατασκευή των πολύ μεγαλύτερων κτιρίων της αγγλοκρατίας, ήταν σύμφωνα με απογραφή του 1940, 84 τετραγωνικά μέτρα με ελάχιστο εμβαδόν 30 τετραγωνικά μέτρα. Αν και θα υπήρχε μεγάλος αριθμός αρχοντικών στην πόλη, στο Libro d oro στην περιοχή Λιστόν της πόλης ήταν γραμμένες 112 οικογένειες ευγενών, ελάχιστα αναγνωρίζονται σήμερα και εμφανίζουν χαρακτηριστικά μιας επίσημης κατασκευής. Δύο από τα σωζόμενα αρχοντικά, τα αρχοντικά Ρίκκι και Γιαλλινά του 17ου αιώνα, έχουν κατά μήκος της όψης προστώο αναγεννησιακού χαρακτήρα που διαμορφώνει εξώστη στον όροφο. Οι όψεις των κερκυραϊκών κατοικιών της περιόδου, ακολουθούν γενικότερα τα χαρακτηριστικά της αναγέννησης, του μανιερισμού και του μπαρόκ, εκφρασμένα όμως με σχετική λιτότητα και ενίοτε με λαϊκό πνεύμα, στοιχεία που σχετίζονται και με τη διαφορά κλίμακας ως προς τα δυτικά παραδείγματα. Ανάλογα με την κατηγορία της κατασκευής υπάρχει μεγαλύτερη ή μικρότερη χρήση μορφολογικών στοιχείων και ενδιαφέρον για συνθετική οργάνωση. Τα πρότυπά τους ως προς τις μορφολογικές λεπτομέρειες μπορεί κανείς να τα εντοπίσει σε ένα βαθμό στα έργα της επίσημης αρχιτεκτονικής της πόλης ή του Παλιού Φρουρίου Διαπιστώνεται επίσης μια αλληλεπίδραση μεταξύ αστικής και εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής στα επί μέρους στοιχεία. (Καραπιδάκης 1994) Γενικά χαρακτηριστικά της εξωτερικής διαμόρφωσης των σωζόμενων κτιρίων, τα οποία κατά το μεγαλύτερο ποσοστό έχουν προσθήκες της αγγλοκρατίας ή και μεταγενέστερες, είναι η επίπεδη ως επί το πλείστον επιφάνεια, η υπεροχή συχνά του πλήρους στο κενό ή και η ισοδυναμία τους, ο τονισμός της οριζοντιότητας με σειρές παραθύρων και η μορφολόγηση πάνω σε ένα συμμετρικό σύστημα αξόνων, που δεν τηρείται όμως απαραίτητα στα λαϊκότερα έργα. Μεγαλύτερη σημασία δίνεται στην αρχιτεκτονική διαμόρφωση του ισογείου, όπου και το θύρωμα της εισόδου ή η στοά, που ξεχωρίζουν οπτικά με την ιδιαίτερη ρυθμολογική παράθεση των ανοιγμάτων, κάτι που δικαιολογείται και από το ότι το μικρό πλάτος των δρομέων δεν επιτρέπει την άμεση θεώρηση του συνόλου των πολυώροφων οικοδομών. Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία οργάνωσης των όψεων είναι οι - αναγεννησιακού χαρακτήρα - στοές με τις τοξοστοιχίες, που συναντώνται μεμονωμένες ή συνεχείς, στους εμπορικούς κυρίως δρόμους, τα πορτόνια, όπου είναι οι κύριες θύρες εισόδου, με τα λαξευτά πλαίσια και την μπαρόκ ενίοτε επίστεψη, τα παράθυρα, που μπορεί να περιβάλλονται με πλαίσια με κυμάτια, και τα κορνιζώματα. Την επίπεδη επιφάνεια της όψης ποικίλλουν επίσης,δίνοντάς της πλαστικότητα, τα προστώα που προβάλλουν δημιουργώντας ανοιχτή βεράντα στον όροφο, οι πέτρινοι εξώστες και τα εξωτερικά λίθινα κλιμακοστάσια μέχρι τον πρώτο όροφο, όπου διαμορφώνεται στεγασμένο πλατύσκαλο - εξώστης με ξεχυτή. (Βροκίνης 1973) 52

54 Τέλος, αξιόλογα μορφολογικά στοιχεία αποτελούν τα φουρούσια, οι γωνίες, όταν διαμορφώνονται από λαξευτή τοιχοποιία,οι προεξέχουσες καμινάδες των μαγειρείων με την απόλυξή τους στη στέγη και τα οικόσημα. Στα ισόγεια των σπιτιών υπάρχουν συχνά καταστήματα ή αποθήκες, ενώ η κυρίως κατοικία βρίσκεται στους ορόφους. Τα περισσότερα σπίτια έχουν σοφίτα που καταλαμβάνει συνήθως μεγάλο μέρος της στέγης και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν κατοικήσιμος χώρος. Το κλιμακοστάσιο που γενικά βρίσκεται στο εσωτερικό των κτιρίων μπορεί να είναι περίπου αξονικά τοποθετημένο και να περιβάλλεται από τους χώρους ή να βρίσκεται κατά μήκος μιας πλάγιας πλευράς. Λίγα παραδείγματα έχουν εξωτερικό λίθινο κλιμακοστάσιο μέχρι τον πρώτο όροφο και αφορούν οπωσδήποτε μονοκατοικίες. Η επικοινωνία των δωματίων στους χώρους διαμονής γίνεται χωρίς την παρεμβολή διαδρόμων μέσω ενός κεντρικού χώρου που καταλήγει σε κλιμακοστάσιο. Εκτός από τα μαγειρεία, που συνήθως βρίσκονται στην γωνία ενός δωματίου και χαρακτηρίζονται από την χτιστή εστία και την καπνοδόχο, που προεξείχε εξωτερικά στις όψεις, ιδιαίτερα αποχωρητήρια δεν είχαν προβλεφθεί και μια τρύπα πλάι στον νεροχύτη που κατέληγε στο αποχετευτικό δίκτυο εξυπηρετούσε τον σκοπό αυτό. (Βροκίνης 1973 και Σορδίνας 1997) Αγγλοκρατία Το αστικό τοπίο της Κέρκυρας επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από την οικοδομική έξαρση της αγγλοκρατίας. Στον τομέα της κατοικίας, εκτός από τις προσθήκες στα παλαιότερα κτήρια, πλήθος νέων μεγαλοαστικών ή αλλιώς τα λεγόμενα μέγαρα, μικροαστικών και λαϊκών κατασκευών, θα διαμορφώσει σε αυτά τα 50 χρόνια μια νέα εικόνα της πόλης. Οι τυπικές αστικές κατοικίες ανήκουν και πάλι στον τύπο της πολυκατοικίας, αλλά είναι ως επί το πλείστον μεγαλύτερου ύψους από της βενετοκρατίας, φθάνοντας και τους έξι ορόφους, ενώ υπάρχουν και πολυώροφα μέγαρα - μονοκατοικίες με 3-5 ορόφους επίσης μονώροφα και διώροφα κτίρια απλής μορφής. Από τυπολογική άποψη την εποχή αυτή αρχίζει να υπάρχει εξέλιξη στην διαμόρφωση των κατόψεων με χαρακτηριστικό ότι τότε εμφανίζεται για πρώτη φορά το αποχωρητήριο σαν ιδιαίτερος χώρος. Σε πολλά σπίτια διατηρήθηκε το σύστημα ενός ανεξάρτητου κατακόρυφου αγωγού πλάι σε αυτόν του νεροχύτη. Το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων κατοικιών είναι χτισμένο στη θέση προϋπάρχοντος κτίσματος. Διαπιστώνεται συχνά αύξηση του εμβαδού σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, που δημιουργείται κυρίως με ένωση δύο ή περισσοτέρων οικοπέδων ή σπάνια με κατάληψη υπάρχουσας αυλής. (Σορδίνας 1997) Οι πλατυμέτωπες διατάξεις και μάλιστα σε μεγάλο αριθμό ανοιγμάτων είναι πολύ περισσότερες από της βενετοκρατίας. Μικρό ποσοστό των νέων κτιρίων έχει κτιστεί σε χώρο που δεν υπήρχε προηγουμένως οικοδομή. Διαπιστώνεται επίσης μια προσπάθεια επιβολής ομοιόμορφων διατάξεων, κυρίως στις βασικές αρτηρίες της πόλης. Έτσι στην περίπτωση του μετώπου της οδού Νικηφόρου Θεοτόκη, απέναντι από τον Αγιο Φραγκίσκο, ακολουθήθηκε υποχρεωτικά ομοιόμορφο σχέδιο, τόσο ως προς τα γενικά στοιχεία όσο και ως προς τις λεπτομέρειες των πεσσών των στοών, που είχε εκπονήσει κατ εντολήν της Γερουσίας ο πολιτικός μηχανικός του δημοσίου. Ακόμη στα κτίρια της περιόδου που βρίσκονται στην αρχή της οδού Ευγενιου Βουλγάρεος, υπάρχει συσχετισμός, ως προς τα ύψη των ορόφων, την διάρθρωση των ισογείων τους με σχεδόν ομοιόμορφες 53

55 τοξοστοιχίες. Ενότητα σύνθεσης παρουσίαζαν τέλος και τα κτίρια που χτίστηκαν στον προμαχώνα Αγιοιυ Αθανασίου, μετά τις πρώτες κατεδαφίσεις των εξωτερικών οχυρωμάτων από τους Άγγλους, που αποτέλεσαν βασικά και την πρώτη επέκταση της πόλης στον 19ο αιώνα και τα οποία καταστράφηκαν στον Β Παγκόσμιο πόλεμο. (Σορδίνας 1997) Μορφολογικά οι όψεις των κατοικιών της περιόδου ακολουθούν τα χαρακτηριστικά του κλασικισμού, με λιτότητα όμως και χωρίς έμφαση στη χρήση διακόσμου και με στοιχεία κυρίως νεοαναγεννησιακά, όπως είναι τα τόξα. Ο κλασικισμός της Κέρκυρας, που αποτελεί και την πιο πρώιμη έκφραση του στυλ στον ελληνικό χώρο, χωρίς να επιβληθεί εκ των έξω ώστε να αποτελέσει μια τομή στις προϋπάρχουσες παραδοσιακές μορφές, όπως συνέβη στην Αθήνα ή και αλλού, αλλά αντίθετα ήλθε ως επόμενο, πηγάζει κυρίως από τον Αγγλικό παλαδιανισμό, αλλά και τον Ιταλικό κλασικισμό, και εναρμονίζεται έτσι καλύτερα με το προϋπάρχον δομημένο περιβάλλον. (Φραγγόπουλος 2008) Έλληνες και ξένοι αρχιτέκτονες, είναι οι φορείς αυτής της ιστορικής μορφολογίας, που ακολουθούν βέβαια και τα επίσημα κτίρια αλλά και οι κατοικίες της αστικής κοινωνίας σε μικρότερη ή μεγαλύτερη έκταση έχοντας την αντίστοιχη προσαρμογή στις οικονομικές δυνατότητες και ανάγκες, διαμορφώνουν μια αρχιτεκτονική ενιαίου ύφους με σημαντική διαφοροποίηση από τα άλλα ελληνικά κέντρα, που παίρνουν την κατεύθυνσή τους από την Αθήνα. (Παρθενόπουλος 2009) Τα συγγράμματα των θεωρητικών της αναγέννησης και ιδίως του Παλλάντιο, αλλά και οι σχετικές εκδόσεις του 19ου αιώνα ήταν οι βασικές πηγές άντλησης μορφολογικών στοιχείων για τους αρχιτέκτονες που δρούσαν στην πόλη. Επίσης σημαντικά κτίρια της περιόδου, κατά πρώτο λόγο το παλάτι των Αρμοστών, υπήρξαν πρότυπο για τα επί μέρους στοιχεία των κατοικιών της αστικής τάξης, όπως τα παράθυρα, τα θυρώματα, τα πλαίσια και οι επιστέψεις, τα κιγκλιδώματα των εξωστών και των κλιμακοστασίων και ο ζωγραφικός διάκοσμος στις οροφές. (Παρθενόπουλος 2009) Όπως και στα κτίρια της Βενετοκρατίας, ανάλογα με την κατηγορία της κατασκευής, υπάρχει αντίστοιχο ενδιαφέρον για την εξωτερική οργάνωση, με μεγαλύτερο ή μικρότερο πλούτο μορφολογικών λεπτομερειών με πολυτελή ή και μη υλικά. Γενικά πάντως η χρήση ρυθμών στην οργάνωση των όψεων των κατοικιών είναι διακριτική ή ελάχιστη, εκτός από την περίπτωση του μεγάλου Καποδίστρια, όπου είναι έντονη η επιρροή του Παλλαδιανισμού, ενώ είναι βασική για την οργάνωση των συνθέσεων των επισήμων κτιρίων όπως είναι το παλάτι Αρμοστών και η Ιονική Τράπεζα. Τα ρυθμολογικά στοιχεία χρησιμοποιούνται βασικά σε διάφορες γωνίες του σπιτιού όπως είναι οι θύρες, και οι τοξοστοιχίες. (Λαββας 2002) Οι όψεις είναι σχεδόν επίπεδες, όπως και επί βενετοκρατίας, διαμορφωμένες και τώρα σε σχέση με τη συνεχή διάταξη των κτιρίων στους δρόμους της πόλης και με τάση προς την οριζόντια διάρθρωση. Επιδιώκεται έτσι η συμμετρική οργάνωση και η εύρυθμη κανονικότητα, χωρίς να είναι απαραίτητος ο τονισμός του κεντρικού άξονα του αστικού κέντρου. Στις πλατυμέτωπες διατάξεις ειδικά, ενίοτε εφαρμόζεται η τριμερής διάρθρωση με μικρή προεξοχή, με μια οριακή πλαστική απόδοση, για την οπτική υπογράμμιση του κεντρικού τμήματος. Εμφανίζεται γενικά ισοκατανομή των αξόνων και μη ομαδοποίηση των ανοιγμάτων. Βασικό ρόλο στη μορφολογική έκφραση παίζει οπωσδήποτε ο μεγάλος αριθμός των ορόφων, οι οποίοι οδηγούν σε λύσεις ρυθμικές και επανάληψης. Η οργάνωση βασίζεται συχνά στα οψιμόμετρα παραδείγματα και στη χρήση των εξωστών σε διάφορες διατάξεις. (Pounds 2001) Η τάση για την οριζόντια διάρθρωση, τυπική τόσο του πρώιμου κλασικισμού όσο και της αναγέννησης, εκφράζεται με τις ρυθμικές σειρές των παραθύρων, τις 54

56 στοές και τις τοξοστοιχίες και με τις οριζόντιες ζώνες μεταξύ των ορόφων, συνήθως κάτω από τις ποδιές των παραθύρων και σπάνια στην στάθμη του πατώματος. Σε σχετικά όψιμες κατασκευές οι οριζόντιες ζώνες - που αρχικά αποτελούσαν κύριο στοιχείο διάρθρωσης των όψεων των απλών κυρίως κατοικιών - καταργούνται σε μεγάλο ποσοστό, γεγονός που συνδέεται και με τη μεγάλη πλέον χρήση του εξώστη. Παραμένουν όμως σχεδόν πάντα σαν στοιχείο διαχωρισμού του ισογείου από τους λοιπούς ορόφους, με τη μορφή μιας κυματιοφόρου ζώνης, που συνήθως βρίσκεται στο ύψος του γείσου του θυρώματος της κυρίας εισόδου. Σε άλλα παραδείγματα το γείσο συνδυάζεται και μια ταινία που περνάει από τις ποδιές των παραθύρων του πρώτου ορόφου, ούτως ώστε να εμφανίζεται εντονότερος ο διαχωρισμός του ισογείου από το υπόλοιπο κτίριο με τη δημιουργία μιας πιο φαρδιάς ζώνης. Η διαχωριστική αυτή ζώνη μπορεί να διασπάται με μπαλούστρα τοποθετημένα ακριβώς κάτω από τα παράθυρα. (Alfrey 1992) Συνήθως δεν εμφανίζεται διαίρεση του κτιρίου σε βάση κορμό και στέψη, εκτός του αρχοντικού Καποδίστρια. Κατασκευή από λαξευτή τοιχοποιία πάντως διαρθρώνεται στα ισόγεια ορισμένων κτιρίων. Η χρήση του τόξου έχει ευρύτατη εφαρμογή στα ισόγεια των κτιρίων, σε θυρώματα, παράθυρα ή στις σειρές των τοξωτών ανοιγμάτων κυρίως των καταστημάτων στους εμπορικούς δρόμους. (Γλυνάτση 2011) Οικονομικό περιβάλλον και κοινωνικός χώρος Η οικονομία του νησιού της Κέρκυρας βασίζεται κατά κύριο λόγο στον τουρισμό και στη γεωργία. Χιλιάδες τουρίστες κατακλύζουν το νησί της Κέρκυρας ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κάθε χρόνο και έτσι το τουριστικό συνάλλαγμα απαοτελεί το κυριότερο έσοδο των Κερκυραίων κατοίκων. Η ανάπτυξη του τουρισμού στο νησί διευκολύνθηκε ιδιαίτερα από τη συγκοινωνιακή σύνθεση, είτε είανι αεροπορική είτε είναι θαλάσσια και οδική, η οποία κιόλας συνδέεται και με την αντίστοιχη αύξηση των τουριστικών καταλυμάτων. Επιπρόσθετα, η μικρή απόσταση από την Ιταλία ενίσχυσε την τουριστική κίνηση του νησιού. Η γεωργική γη της Κέρκυρας καταλαμβάνει γενικά ένα μικρό ποσοστό της έκτασης του νησιού λόγω της γεωμορφολογίας του εδάφους και της σταδιακής εγκατάλειψης ή αλλαγής των χρήσεων γης λόγω της έντονης τουριστικής ανάπτυξης. Ο Νομός της Κέρκυρας παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό της καλλιεργούμενης γης, καθώς το 54,3% της συνολικής έκτασης του νησιού καλλιεργείται. (Παππάς 2000) Η αγροτική οικονομία του νομού βασίζεται πρωτίστως στην ελαιοπαραγωγή και έπειτα βασίζεται στην αμπελοκαλλιέργεια. Το μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων είναι σχετικά μικρό και η μέση έκταση τους δεν υπερβαίνει τα είκοσι στρέμμματα. Κάποια άλλα αγροτικά προϊόντα όπου παράγει το νησί εκτός της ελιάς είναι τα πορτοκάλια Μέρλιν και τα κουμ κουατ, τα οποία μάλιστα αποτελούνπροϊόν Ονομασίας Προέλευσης. Η κτηνοτροφία δεν αποτελεί σημαντικό οικονομικό πόρο του νησιού, εξαιτίας κυρίως των οικογενειακών μονάδων που λειτουργούν συμπληρωματικά στο νησί, παρέα με τη γεωργία. Υπάρχει ακόμα πληθώρα τέτοιων μονάδων αιγοπροβάτων διάσπαρτων σε όλο το νησί. Στο νομό Κέρκυρας λειτουργεί επίσης μία χοιροτροφική μονάδα όπου παράγονται συνολικά σχεδόν οι μισές ποσότητες κρέατος και αυγών της συνολικής παραγωγής της Περιφέρειας. Η Κέρκυρα παράγει και γνωστά γαλακτομικά προϊόντα όπως είναι το βούτυρο Κέρκυρας και τα τυριά της. Η αλιεία δεν ακείται όμως συστηματικά στο νησί. Στο Νομό Κέρκυρας λειτουργούν τέσσερις ιχθυοτροφικές μονάδες, οι οποίες όμως είναι περιορισμένης 55

57 ετήσιας δυναμικότητας. Ωστόσο στο νομό, συγκεντρώνεται ο μεγαλύτερος αριθμός αλιέων και εκτροφέων αλιευμάτων εσωτερικών υδάτων, όπου είναι στην πλειοψηφία σε ερασιτεχνικό στάδιο. Η βιομηχανία είναι σχεδόνα ανύπαρκτη ενώ η βιοτεχνία είναι περιορισμένη σε σχετικά μικρές μονάδες διάσπαρτες στην περιαστική ζώνη κυρίως κατά μήκος των υπεραστικών αξόνων κυκλοφορίας. Όσον αφορά τον τουρισμό, είναι ο κύριος παράγοντας αύξησης της οκονομίας του νησιού. Η τουριστική ανάπτυξη συνέπεσε με το σταδιακό κλείσιμο των παραδοσιακών βιομηχανιών του νησιού και τη μείωση του αριθυμού των βιοτεχνιών παραγωγής των παραδοσιακών προϊόντων. Παράλληλα όμως δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις ανάπτυξης της οικογενειακής κυρίως μορφής βιοτεχνιών, με κύρια κατεύθυνση την τουριστική αγορά και κατανάλωση. Βασικός πόλος ανάπτυξης θεωρείται η πόλη της Κέρκυρας, η οποία αποτελεί και την παραδοσιακή αγορά όλου του νησιού. Μερικά στοιχεία του τουριστικού ενδιαφέροντος παρουσιάζονται από τον αύξοντα αριθμό στις μέρες μας των τουριστικών καταλυμάτων, καθώς και το ότι το νησί διαθέτει και κάμπινγκ. Στην Κέρκυρα ακμάζουν επίσης πολλές μορφές εναλλακτικού τουρισμού, όπως είναι και ο θρησκευτικός. (Αγιούς 2004) Πολιτική αστικής ανάπτυξης Η πολιτική της αστικής ανάπτυξης στην πόλη της Κέρκυρας αλλά και γενικότερα στα Ιόνια νησιά, έχει ως κύριους στόχους την καλύτερη ποιότητα ζωής για τους πολίτες που κατοικούν σε αστικά κέντρα μέσα από τη δημιουργία καλύτερων αστικών συγκοινωνιών, την αναβάθμιση της πολιτιστικής κληρονομιάς πόλεων καθώς και την στήριξη της ανάπτυξης και της απασχόλησης στο περιβάλλον των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων. Το Σχέδιο Αστικής Ανάπτυξης αφορά ουσιαστικά τις παρεμβάσεις σχετικά με την ολοκληρωμένη αστική ανάπτυξη, στη βάση των Ολοκληρωμένων Σχεδίων Αστικής Ανάπτυξης (ΟΣΑΑ). Κάθε ΟΣΑΑ θα πρέπει να περιλαμβάνει μια ομάδα αλληλοσχετιζόμενων δράσεων όπου πρέπει να εφαρμοστούν σε μια επιλέξιμη περιοχή μελέτης και παρέμβασης έχοντας σκοπό την αειφόρο ανάπτυξη του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος, καθώς και την κοινωνική και οικονομική ευημερία. Σε αυτό το πλαίσιο ο σχεδιασμός και η εφαρμογή του ΟΣΑΑ εστιάζει στη βελτίωση των λειτουργιών που αναπτύσσονται λαμβάνουν μέρος στην πόλη καθώς και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της. Επιπλέον, έχει σαν στόχο την αναζωογόνηση των υποβαθμισμένων περιοχών, την πρόνοια και την κοινωνική συνοχή, αποφεύγοντας φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού σε θύλακες του αστικού κέντρου. Κυρίως ο ΟΣΑΑ δίνει έμφαση και τονίζει την ιδιαίτερη ταυτότητα της κάθε πόλης, και βασίζεται στα κοινωνικά, ιστορικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά του. Το όφελος για την Ελλάδα σχετικά με τα αναπτυξιακά προγράμματα αστικής ανάπτυξης: -Σημαντική αποτελεί η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής JESSICA που υλοποιείται σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, στοχεύει στην στήριξη επενδυτικών προγραμμάτων και έργων αστικής ανάπτυξης. -Η URBACT 2 αποτελεί πρόγραμμα ανταλλαγών βέλτιστων πρακτικών και δικτύωση μεταξύ πολεοδόμων και άλλων ειδικών σε τοπικό επίπεδο. (espa.gr) Στο πλαίσιο της προγραμματικής περιόδου σχεδιάστηκε ένα νέο μέσο χρηματοοικονομικής τεχνικής για την καλύτερη κινητοποίηση πόρων στον τομέα της αστικής ανάπτυξης. Πρόκειται για το JESSICA, το αγγλικό ακρωνύμιο της 56

58 πρωτοβουλίας Joint European Support for Sustainable Investment in City Areas (Κοινή ευρωπαϊκή υποστήριξη για βιώσιμες επενδύσεις σε αστικές περιοχές). Το μέσο αυτό δεν αποτελεί νέα πηγή χρηματοδότησης αλλά νέο μέσο χρησιμοποίησης των υφιστάμενων πόρων των διαρθρωτικών ταμείων για τη στήριξη των σχεδίων αστικής ανάπτυξης. Η πρωτοβουλία αυτή αναπτύσσεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Μέσω των νέων διαδικασιών, παρέχεται η ευχέρεια στα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν μέρος των πόρων που λαμβάνουν από την ΕΕ μέσω των διαρθρωτικών ταμείων, για να επενδύσουν, υπό μορφή επιστρεπτέων χρηματοδοτήσεων, σε έργα που εντάσσονται στο πλαίσιο ολοκληρωμένων σχεδίων για την προαγωγή βιώσιμης αστικής ανάπτυξης. Το νέο μέσο θα λειτουργήσει με την παράλληλη κατάθεση πόρων σε κοινό ταμείο από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το ΕΤΠΑ, το εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και άλλες χρηματοδοτικές πηγές και με στόχο τη χρησιμοποίησή τους για την εκχώρηση δανείων, εγγυήσεων, ή συμμετοχής σε επενδυτικά σχήματα. Συνεπώς, δίνεται η δυνατότητα υποστήριξης των κρατών μελών από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σε σχέση με την υλοποίηση σημαντικών παρεμβάσεων αστικής ανάπτυξης, την υλοποίηση έργων μέσω συμβάσεων παραχώρησης και των συμπράξεων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κατόπιν σχετικού αιτήματος των κρατών μελών. Η υλοποίηση πράξεων μέσω των μέσων αυτών είναι στο πνεύμα που προωθείται από την ΕΕ, δηλαδή στη μετάβαση από τις εφάπαξ επιδοτήσεις στην παροχή δανεισμού εγγυήσεων και άλλων συναφών μέσων με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους αλλά και την ανάγκη προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων ως αρχή της βιωσιμότητας των αναλαμβανόμενων επενδύσεων. Ολοκληρωμένες Παρεμβάσεις Βιώσιμης Ανάπτυξη Ουσιαστικά, με βάση τα προηγούμενα γίνεται αντιληπτό πως τα προγράµµατα ολοκληρωμένης παρέµβασης και χωρικής προσέγγισης αφορούν τις αστικές περιοχές και την ενδοχώρα. Επίσης, χωρίς την διάσταση µιας συνεκτικής παρέµβασης, επιχειρείται µια πολύπλευρη και διακριτή προσπάθεια στήριξης των Μικρών Νησιών. Κυρίως αναφερόμαστε σε σχέδια ολοκληρωµένης αστικής ανάπτυξης όπου συνδυάζουν, αφενός τη βιωσιμότητα µε την ανταγωνιστικότητα και σε ορισµένες περιπτώσεις οδηγούν στην διαφοροποίηση των παραγωγικών τους προτύπων και στοιχείων στο πλαίσιο της ενίσχυσης της τοπικής ταυτότητας και της προβολής της, καθώς και της υιοθέτησης διακριτών ρόλων τουλάχιστον για τα μεγαλύτερα αστικά μεγέθη και αφετέρου την πολύπλευρη και συνδυασμένη αντιμετώπιση βασικών αστικών προβλημάτων και λειτουργικών και άλλων παρόμοιων ελλείψεων για τα μικρότερα κέντρα στο πλαίσιο της βιώσιµης ανάπτυξής τους. Oι ενδεικνυόμενες κατηγορίες παρεμβάσεων αφορούν: τη δικτύωση, τη βελτίωση και ανάπτυξη των υποδοµών, την αειφορική ανάπτυξη, την αξιοποίηση φυσικών και πολιτισµικών πόρων, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, την αξιοποίηση των τεχνολογιών και ενδεχομένως την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων, την ενίσχυση της απασχόλησης και άλλες. Όσον αφορά τα σχέδια ολοκληρωμένης ανάπτυξης στον αγροτικό και ορεινό χώρο έχουν σκοπό: α) την άρση της μειονεκτικότητας, της αποµόνωσης και την ανασυγκρότηση του προτύπου παραγωγής και κατοίκησης, είτε µέσω παρεµβάσεων µικρής κλίµακας, ήπιας µορφής και ποιοτικού χαρακτήρα στον ορεινό, απομονωμένο χώρο στο πλαίσιο της συγκρότησης ενός πολύ-λειτουργικού προτύπου ανάπτυξης που εκτός των άλλων θα διασφαλίζει λειτουργικές διασυνδέσεις µε τα γειτονικά κέντρα, 57

59 είτε µέσω παρεμβάσεων λειτουργικής ολοκλήρωσης παραγωγικών δραστηριοτήτων εναλλακτικού και ποιοτικού χαρακτήρα και διασφάλισης των ιδιαίτερων φυσικών, πολιτισµικών χαρακτηριστικών, που καθιστούν ελκυστικές τις αγροτικές περιοχές της ενδοχώρας που γειτνιάζουν µε την παράκτια αναπτυγμένη ζώνη και ενδεχομένως β) την αντιμετώπιση ζητημάτων σε συνεκτικές ζώνες αγροτικών δραστηριοτήτων, που κυριαρχούνται από την παρουσία µιας σηµαντικής καλλιέργειας (ελαιώνας, αμπελώνας), µέσω της ανάδειξης περιβαλλοντικών και πολιτιστικών δυνατοτήτων, καθώς και την προώθηση ήπιας μορφής παραγωγικών δραστηριοτήτων που συνδέονται µε αυτές. Σε κάθε περίπτωση επιθυμητή είναι η συγκρότηση ενός πολύλειτουργικού προτύπου ανάπτυξης. Επιπρόσθετα, τα σχέδια ολοκληρωμένης ανάπτυξης των Μικρών Νησιών της Περιφέρειας έχουν σκοπό την άρση των ενισχυμένων στις περιοχές αυτές συνεπειών της νησιωτικότητας, µέσω της τόνωσης του τοπικού παραγωγικού συστήματος, της περιβαλλοντικής µέριµνας, της βελτίωσης των συνθηκών προσπελασιµότητας και επικοινωνίας και της υποστήριξης των όρων διαβίωσης µε τις κατάλληλες υποδοµές για τη συγκράτηση του τοπικού πληθυσμού. (Espa.gr) Όσον αφορά το Ολοκληρωμένο Σχέδιο Αστικής Ανάπτυξης που αφορά την πόλη της Κέρκυρας, ως περιοχή παρέμβασης περιλαμβάνει κυρίως την Παλιά Πόλη της Κέρκυρας, για ένα πιο ολοκληρωμένο σχεδιασμό και θεώρηση του αστικού περιβάλλοντος ως ένα εννιαίο σύνολο. Η πόλη της Κέρκυρας, με βάση όσα έχουν αναφερθεί προηγουμένως, αποτελεί τον αστικό πυρήνα του νησιού και διέπεται από πλούσια αρχιτεκτονική και πολιτιστική παράδοση. Η πόλη χαρακτηρίζεται από μερικά τοπόσημα, που είναι: Η πλατεία της Σπιανάδας αποτελεί το κέντρο της πόλης της Κέρκυρας και το κέντρο της κοινωνικής ζωής όλου του νησιού. Στη δυτική πλευρά της Σπιανάδας, το Λιστόν είναι ένα πρώην δημόσιο κτίριο του οποοίου η πρόσοψη είανι το σήμα κατατεθέν της πόλης της Κέρκυρας. Χτισμένο από το στρατό του Ναπολέοντα στις αρχές του 19 ου αιώνα, το Λιστόν μοιάζει με τα κτίρια της οδού Ριβολί του Παρισίου και κάποτε ήταν ο τόπος συγκέντρωσης της Κορφιοτικής Αριστοκρατείας. Το όνομα του είναι η παραφθορά της έκφρασης Λιστ ντ Ορ, που σημαίνει χρυσή λίστα. Πρόκειται για την έκφραση που χρησιμοπιούνται για να περιγράψει την αριστοκρατία του νησιού. Στην βόρεια πλευρά της Σπιανάδας κοντά στο Λιστόν, υπάρχειη Ιόνιος Ακαδημία και το Παλάτι των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου, που χτίστηκε από τους Βρετανούς τον 19 ο αιώνα. Το Παλάτι σήμερα στεγάζει το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης, ενώ η Ιόνιος Ακαδημίαστεγάχει το Πανεπιστήμιο Ιονίου. Άλλα τοπόσημα είναι τα δύο Φρούρια, η παραλιακή οδός της Γαρίτσας, τα διατηρητέα ενετικά κτίρια που διατρέχουν την πόλη, ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνα, η παλτεία του Σαρόκου και το γνωστό Ποντικονήσι. Η ιστορικότητα της πόλης της Κέρκυρας, σε συνδιασμό με το φυσικό περιβάλλον και την άμεση επαφή με τη θάλασσα καθιστούν, όπως προαναφέρθηκε, την πόλη διεθνή τουριστικό προορισμό, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες. Η θέση της ακριβώς απέναντι από την απόληξη της Εγνατίας και της Ιονίας Οδού, σε άμεση ακτοπλοϊκή σύνδεση με την Ιταλία και η αεροπορική σύνδεση με τις περισσότερες Ευρωπαϊκές Πρωτεύουσες αποτυπώνει την αναπτυξιακή και την τουριστική της ισχύ. Η πόλη της Κέρκυρας αποτελεί το βασικό πόλο ανάπτυξης ολόκληρης της περιφέρειας. Ωστόσο για να εκπληρώσει το ρόλο της αυτό αποτελεσματικά απαιτείται 58

60 ο εμπλουτισμός των υπηρεσιών και των υποδομών που θα την υποστηρίξουν στο ρόλο της ως έδρα της Περιφέρειας. (Ρουγγέρη 2002) Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Κέρκυρας Πέρα από τα καθεστώτα προστασίας που αφορούν την Παλιά Πόλη της Κέρκυρας, οι χρήσεις γης και η λειτουργικότητα του συνόλου της πόλης θεσμοθετούνται από το ισχύον Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Κερκυραίων. Το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Κερκυραίων (ΓΠΣ Κέρκυρας) ήταν αποτέλεσμα της Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης του 1983 και που εγκρίθηκε για την πόλη της Κέρκυρας με βάση τον πληθυσμό που είχε εκείνη την εποχή, με πληθυσμό κατοίκων. Οι στόχοι και οι αρχές που καθορίστηκαν από το ΓΠΣ για την ανασυγκρότηση της πόλης ήταν: Α) η διάσωση, η προστασία και η ανάδειξη της ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης, ελαχιστοποιώντας τις παρεμβάσεις στις περιοχές της αρχαίας πόλης. Επίσης, λήφθηκαν μέτρα για την επαναφορά και διατήρηση της φυσιογνωμίας του ιστορικού κέντρου και της πολεοδομικής δομής και οργάνωσης των παραδοσιακών κτισμάτων και την ένταξη νέων στην κλίμακα τους. Τέλος, είναι και η αποκατάσταση, συντήρηση και προστασία των φρουρίων. Β) η επίλυση του προβλήματος της κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης Γ) ο εξοπλισμός της πόλης με την αναγκαία κοινωνική, παραγωγική και τεχνική υποδομή Δ) η αποσυμφώρηση των λειτουργικά κορεσμένων περιοχών Ε) η αναβάθμιση και ανάπλαση των προβλημάτων των προβληματικών περιοχών καθώς και η απομάκρυνση των εστιών ρύπανσης και μόλυνσης Στ) η αρμονική σύνδεση των γειτονιών της πόλης με το φυσικό περιβάλλον και τα ιστορικά μνημεία Ζ) η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η προστασία και αναβάθμιση των φυσικών αποδεκτών ρύπανσης και μόλυνσης, όπως είναι τα ποτάμια, οι θάλασσες και η λιμνοθάλασσα Χαλικιόπουλου Η) η πολεοδόμηση του πυκνοκατοικημένου περιαστικού χώρου με περιορισμό της εκμετάλλευσης των κορεμσένων από δόμηση περιοχών και θλεσπιση χαμηλων συντελεστών δόμησης για τις νέες περιοχές επέκτασης και ένταξης Θ) η οργάνωση του πολεοδομικού ιστού σε οργανωμένες πολεοδομικές οντότητες Ι) και ο διαχωρισμός της κίνησης των πεζών και των οχημάτων και η απομάκρυνση της κυκλοφοριακής διέλευσης από το εσωτερικό των γειτονιών. Το 1996 έγινε απόπειρα τροποποίησης του ΓΠΣ Κέρκυρας με φορέα ανάθεσης τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας. Ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχει εγκριθεί. Η μελέτη για την Τροποποίηση του ΓΠΣ Κέρκυρας βρίσκεται στη δεύτερη φάση ενώ υλοποείται η εκπόνηση της τρίτης φάσης. Με τη μη ενεργοποίηση και έγκριση του αναθεωρημένου ΓΠΣ Κέρκυρας σημαντικά ζητήματα της πόλης παραμένουν άλυτα, όπως: Η κυκλοφορία μέσα στην πόλη παραμένει προβληματική, αφού οι βασικοί στενοί άξονες στην κατεύθυνση Βορρά και Νότου είναι αδύνατον να διανοιχτούν στις αρχικές τους χαράξεις. Οι επεκτάσεις παραμένουν ανενεργές αφού δεν έχουν ακόμα ενταχθεί στο σύνολό τους οι σχετικές πράξεις εφαρμογής 59

61 Η απουσία οργάνωσης του περιαστικού χώρου δημιουργεί προβλήματα στην πόλη. Ασυμβίβαστες και οχλούσες χρήσεις εξακολουθούν να παραμένουν εντός του πολεοδομικού ιστού ενώ θα έπρεπε να απομακρυνθούν. Από τα παραπάνω προκύπτει πως τα σημαντικότερα προβλήματα της πόλης παραμένουν ακόμα άλυτα εξαιτίας της μη εφαρμογής του σχεδιασμού. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί πως τα τέλη του 2011 οριστικοποιήθηκε ο Φορέας Διαχείρησης της Παλιάς Πόλης της Κέρκυρας, ο οποίος απαρτίζεται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού (ΥΠΠΟΤ), το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ), ΤΗΝ Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, το Δήμο Κέρκυρας, την Μονομετοχική Εταιρεία Δήμοου Κερκύρας (ΜΑΕΔΗΚ) και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (ΤΑΠ). Η διαχείρηση της Παλιάς Πόλης υπήρξε αντικείμεννο διαβουλεύσεων για πολλά χρόνια. Προβλήματα στην οργάνωση του χώρου έχουν αποτυπωθεί και στο Ολοκληρωμένο Σχέδιο Αστικής Ανάπτυξης της Προγραμματικής Περιόδου. Ταπροβλήματα αυτά αφορούν: Την Δημοτική Αγορά: για αρκετά χρόνια το θέμα της Δημοτικής Αγοράς απασχόλησε τις δημοτικές αρχές. Σύμφωνα με το ΓΠΣ Κέρκυρας η θέση της βρίσκεται στην προέκταση του κένττρου της πόλης και πλησίον του νέου διοικητικού κέντρου, στην πολεοδομική ενότητα Αγίου Σπυρίδωνα. Η θέση αυτή όμως καταλαμβάνοταν από τη Λαϊκή Αγορά στην προέκταση της οδού Στ. Δεσύλλα. ΗΗ λειτουργία της θεωρήθηκε προβληματική και είχε φτάσει σε οριακά επίπεδα. Στα τέλη του 2011 άρχισε να λειτουργεί και η νέα Δημοτική Αγορά Κκέρκυρας ( πρώην Λαϊκή Αγορά) στην ευρύτερη περιοχή της ξηράς τάφρου του Νέου Φρουρίου. Η Δημοτική Αρχή θεωρεί πως πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα αναβάθμισης της εικόνας της ίδιας της αγοράς αλλά και της περιοχής του Φρουρίου. Πρόκειται για μια εύκολα προσβάσιμη θέση, η οποία απελευθέρωσε το χώρο της προσωρινής λαϊκής, έτσι ώστε να ξαναγίνει χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, κάτι που θα διευκολύνει την αύξηση κέρδους της αγοράς. Ωστόσο καταγράφονται αντιδράσεις καθώς ο χώρος της ξηράς τάφρου ανήκει στην προστατευόμενη ζώνη της UNESCO. Στις ελλείψεις χωρων στάθμευσης. Το κυκλοφοριακό πρόβλημα στο κέντρο της πόλης είναι ιδιαίτερα έντονο. Απαιτείται διάνοιξη των βασικών δρόμων ιδιαίτερα εκείνων από Βορρά προς Νότο για την αποσυμφόρηση του κέντρου. Εδώκαλό είναι να αναφερθεί πως η Πλατεία Σαρόκου υποδέχεται όλο το κυκλοφοριακό φόρτο εισόδου προς το αστικό κέντρο. Στον κεντρικό σταθμό υπεραστικών λεωφορείων, που σήμερα λειτουργεί προσωρινά σε περιοχή ιδιοκτησίας Ασπιώτη ΕΛΚΑ μετά την απομάκρυνση από τη Σπηλιά. Λύση ανάγκης που όπως φαίνεται δεν είναι χωρίς προβλήματα αφού δημιουργεί ιδιαίτερες φορτίσεις στο κυκλοφοριακό πρόβλημα ιδιαίτερα σε ώρες αιχμής. Το ΓΠΣ Κέρκυρας προβλέπει τη δημιουργία του κεντρικού σταθμού των λεωφορείων στο νέο διοικητικό κέντρο της Πόλης στην προέκταση της οδού Μεθοδίου. Στην έλλειψη χώρων αναψυχής και αθλητισμού Στην αναβάθμιση της πλατείας Σπηλιάς 60

62 Θεσμικό Πλαίσιο Δόμησης: Γενικά για το καθεστώς δόμησης στην πόλη της Κέρκυρας διακρίνεται σε: Σχέδιο Πόλεως: για την κυρίως πόλη, με το ΓΠΣ Κέρκυρας. Ειδικούς όρους εκτός σχζεδίου δόμησης: για την ευρύτερη περιοχή της πόλης Δόμηση οικισμών κάτω των 2000 κατοίκων: οικισμούς Ποταμού, Κοντοκαλίου, Γουβιών, Κυράς Χρυσικού και Τεμπλονίου στα όρια του Δήμου. Εκτός Σχεδίου Δόμηση: στην υπόλοιπη περιοχή. 61

63 ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΙΣ ΧΑΡΤΩΝ 62

64 Χάρτης 1: Απεικόνιση της έκτασης της πόλης της Κέρκυρας το

65 Χάρτης 2: Απεικόνιση της πόλης της Κέρκυρας το

66 Χάρτης 3: Απεικόνιση της πόλης της Κέρκυρας το

67 Χάρτης 4: Απεικόνιση της πόλης της Κέρκυρας το

68 Χάρτης 5: Απεικόνιση της οικιστικής ανάπτυξης της πόλης της Κέρκυρας από το 1945 έως και το

ΝΑΥΠΛΙΟ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΗΠΑΛΙΑΠΟΛΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑ

ΝΑΥΠΛΙΟ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΗΠΑΛΙΑΠΟΛΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑ ΝΑΥΠΛΙΟ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΗΠΑΛΙΑΠΟΛΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑ 1 Η ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 2 Τα εργαλεία ανάγνωσης της ταυτότητας της πόλης. Τα εργαλεία

Διαβάστε περισσότερα

Περιεχόμενα. Πρόλογος 14

Περιεχόμενα. Πρόλογος 14 Περιεχόμενα Πρόλογος 14 Κεφάλαιο 1 Ιστορική εξέλιξη των πόλεων 17 1.1 Ορισμός της πόλης και βασικές έννοιες.................... 17 1.2 Η εξέλιξη των πόλεων............................... 21 1.3 Βασικές

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΊΝΑΙ: ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΗ ΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΊΝΑΙ: ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΗ ΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΊΝΑΙ: ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΗ ΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΝΤΩΝΑΡΑΚΗΣ ΘΩΜΑΣ ΔΙΑΛΙΑΤΣΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΛΕΩΠΑΣ ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΛΑΙ ΛΕΝΤΙΩΝ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

1η Ελληνο - Γαλλική & Διεθνής Συνάντηση, SD-MED:

1η Ελληνο - Γαλλική & Διεθνής Συνάντηση, SD-MED: Ε ΘΝΙΚΟ Μ ΕΤΣΟΒΙΟ Π ΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΧΟΛΗ ΑΓΡΟΝΟΜΩΝ & ΤΟΠΟΓΡΑΦΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΤΟΜΕΑΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ & ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ 1η Ελληνο - Γαλλική & Διεθνής Συνάντηση, SD-MED: «Πολιτικές χωρικού σχεδιασμού και διευθέτησης

Διαβάστε περισσότερα

ΣΧΕΔΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ

ΣΧΕΔΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ ΣΤΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΘΗΝΑ ΚΕΦ. 1 Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ "ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ" ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΧΩΡΟ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΤΑΞΗ ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ JESSICA ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΕΣΠΑ 2014-2020 Τρεις κυρίαρχες

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΑΠΛΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΡΙΖΟΥΠΟΛΗΣ ΠΕΡΙΣΣΟΥ

ΑΝΑΠΛΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΡΙΖΟΥΠΟΛΗΣ ΠΕΡΙΣΣΟΥ ΕΜΠ ΣΧΟΛΗΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΤΟΜΕΙΣ Ι,ΙΙ,ΙΙΙ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2006 07 9ο ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ ΜΑΘΗΜΑ : ΑΡΧΙΤΕΚΟΝΙΚΟΣ ΣΧΕ ΙΑΣΜΟΣ 9: ΑΣΤΙΚΟΣ ΣΧΕ ΙΑΣΜΟΣ ΑΝΑΠΛΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΡΙΖΟΥΠΟΛΗΣ ΠΕΡΙΣΣΟΥ ΟΜΑ Α 2 ΠΕΡΙΟΧΗ Β

Διαβάστε περισσότερα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗΣ 2014-2020

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗΣ 2014-2020 ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗΣ 2014-2020 Οι νέοι κανόνες και η νομοθεσία που διέπουν τον επόμενο γύρο επένδυσης από την πολιτική συνοχής της ΕΕ για την περίοδο 2014-2020 υιοθετήθηκαν

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΤΜΗΜΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΑΝΤΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ Αθήνα, 2014 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10: Το αστικό πράσινο και η διαχείρισή του από την Τοπική Αυτοδιοίκηση Η αξία του αστικού πρασίνου Η έννοια του αστικού πράσινου-χαρακτηριστικά

Διαβάστε περισσότερα

Η Έννοια της Εταιρικής Σχέσης & τα νέα Χρηματοδοτικά Εργαλεία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Η Έννοια της Εταιρικής Σχέσης & τα νέα Χρηματοδοτικά Εργαλεία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Η Έννοια της Εταιρικής Σχέσης & τα νέα Χρηματοδοτικά Εργαλεία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Δρ. Ράλλης Γκέκας Επιστημονικός Συνεργάτης ΚΕΔΕ Πρόγραμμα Επιμόρφωσης Δημάρχων & Δημοτικών Συμβούλων Πρόγραμμα Επιμόρφωσης

Διαβάστε περισσότερα

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ Ι. ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ; Η πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί για την πραγματοποίηση των αντικειμενικών

Διαβάστε περισσότερα

ένα αειφόρο πρότυπο Ήβη Νανοπούλου Αρχιτέκτων - Διευθύνων σύμβουλος ΘΥΜΙΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΜ

ένα αειφόρο πρότυπο Ήβη Νανοπούλου Αρχιτέκτων - Διευθύνων σύμβουλος ΘΥΜΙΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΜ Η πόλη ως καταλύτης για ένα αειφόρο πρότυπο ανάπτυξης Ήβη Νανοπούλου Αρχιτέκτων - Διευθύνων σύμβουλος ΘΥΜΙΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΜ Διαπιστώσεις Πού ζούμε ; Ο χάρτης αναπαριστά τη συγκέντρωση πληθυσμού

Διαβάστε περισσότερα

Περιφερειακή Ανάπτυξη

Περιφερειακή Ανάπτυξη ΑΝΟΙΧΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ Περιφερειακή Ανάπτυξη Διάλεξη 3: Το Περιφερειακό Πρόβλημα (κεφάλαιο 1, Πολύζος Σεραφείμ) Δρ. Βασιλείου Έφη Τμήμα Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό

Διαβάστε περισσότερα

στον αστικό ιστό Το παράδειγμα του Δήμου Αρτέμιδος Αττικής» ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ: Ι. ΠΟΛΥΖΟΣ, Τζ. ΚΟΣΜΑΚΗ, Σ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ Αθήνα, Μάρτιος 2009

στον αστικό ιστό Το παράδειγμα του Δήμου Αρτέμιδος Αττικής» ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ: Ι. ΠΟΛΥΖΟΣ, Τζ. ΚΟΣΜΑΚΗ, Σ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ Αθήνα, Μάρτιος 2009 ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΧΟΛΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΔΠΜΣ: Αρχιτεκτονική - Σχεδιασμός του Χώρου Κατεύθυνση: Πολεοδομία Χωροταξία Μάθημα:Περιβαλλοντικές συνιστώσες του σχεδιασμού και της οικιστικής

Διαβάστε περισσότερα

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ Η ανάγκη αναθεώρησης του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό προκύπτει αφενός από γενικότερες

Διαβάστε περισσότερα

Εισήγηση της ΓΓΠΠ Αγγέλας Αβούρη στην ενημερωτική συνάντηση για τη δημιουργία Οργανισμού Τουριστικής Ανάπτυξης (23-11-06)

Εισήγηση της ΓΓΠΠ Αγγέλας Αβούρη στην ενημερωτική συνάντηση για τη δημιουργία Οργανισμού Τουριστικής Ανάπτυξης (23-11-06) Εισήγηση της ΓΓΠΠ Αγγέλας Αβούρη στην ενημερωτική συνάντηση για τη δημιουργία Οργανισμού Τουριστικής Ανάπτυξης (23-11-06) Η χώρα μας είναι ένας από τους πλέον δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς παγκοσμίως.

Διαβάστε περισσότερα

Πρόταση Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης για τη διαμόρφωση των κατευθύνσεων Αναπτυξιακής Στρατηγικής Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020

Πρόταση Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης για τη διαμόρφωση των κατευθύνσεων Αναπτυξιακής Στρατηγικής Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020 Πρόταση Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης για τη διαμόρφωση των κατευθύνσεων Αναπτυξιακής Στρατηγικής Προγραμματικής Περιόδου 2014-2020 2020 Γεν. Διευθυντής Αναπτυξιακού Κώστας Καλούδης Αναπτυξιακού

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. Οι συγγραφείς... xiii Πρόλογος και ευχαριστίες...xv

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. Οι συγγραφείς... xiii Πρόλογος και ευχαριστίες...xv ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Οι συγγραφείς... xiii Πρόλογος και ευχαριστίες...xv 1. Πόλη και σχεδιασμός: oι βασικές συνιστώσες... 18 1.1 Αναγκαιότητα του χωρικού σχεδιασμού....18 1.2 Η ρύθμιση των χρήσεων γης...20 1.3

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Χ. ΑΠ. ΛΑΔΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Χ. ΑΠ. ΛΑΔΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ Χ. ΑΠ. ΛΑΔΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ Η ΧΩΡΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ Ι. ΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ Οι κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές επηρεάζουν τον χώρο. Ο Χώρος

Διαβάστε περισσότερα

ο εκτοπισμός της κατοικίας από το Γκαζοχώρι

ο εκτοπισμός της κατοικίας από το Γκαζοχώρι Δ.Π.Μ.Σ. ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΧΩΡΟΥ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ Β : ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ και ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΙΚΕΣ και ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ο εκτοπισμός της κατοικίας από το Γκαζοχώρι φοιτήτρια:

Διαβάστε περισσότερα

ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΣΠΑ 2014-2020

ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΣΠΑ 2014-2020 ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΣΠΑ 2014-2020 - Με την παρούσα εγκύκλιο γίνεται αποτύπωση της προόδου των διαπραγµατεύσεων για τη διαµόρφωση του Κανονιστικού πλαισίου της νέας περιόδου, καθώς και των σηµαντικών

Διαβάστε περισσότερα

ΝΕΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2014-2020 ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΝΕΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2014-2020 ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΝΕΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2014-2020 ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ Παρουσίαση της Ενδιάμεσης Διαχειριστικής Αρχής στη Συνεδρίαση της ΠΕΔ Βορείου Αιγαίου, Μυτιλήνη, 27 Φεβρουαρίου 2014 Σκέλος Αρχιτεκτονική

Διαβάστε περισσότερα

Αλλαγή στα κοινωνικά, οικονομικά και πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής του Κέντρου της Πόλης

Αλλαγή στα κοινωνικά, οικονομικά και πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής του Κέντρου της Πόλης Αλλαγή στα κοινωνικά, οικονομικά και πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής του Κέντρου της Πόλης Ο Δήμος Λεμεσού πρωτοστάτησε για την δημιουργία του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου στο κέντρο της πόλης αφού πίστευε

Διαβάστε περισσότερα

Για μια αειφόρο προσέγγιση της οικιστικής ανάπτυξης. Θάνος Παγώνης, αρχιτέκτων - πολεοδόμος

Για μια αειφόρο προσέγγιση της οικιστικής ανάπτυξης. Θάνος Παγώνης, αρχιτέκτων - πολεοδόμος Για μια αειφόρο προσέγγιση της οικιστικής ανάπτυξης Θάνος Παγώνης, αρχιτέκτων - πολεοδόμος Διαπιστώσεις Ο μισός πληθυσμός της γης στεγάζεται ήδη σε πόλεις καταναλώνοντας περίπου τα ¾ των πόρων του πλανήτη

Διαβάστε περισσότερα

Άνθρωπος και δοµηµένο περιβάλλον

Άνθρωπος και δοµηµένο περιβάλλον ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Άνθρωπος και δοµηµένο περιβάλλον Α. Ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής Επιλέξετε τη σωστή από τις παρακάτω προτάσεις, θέτοντάς την σε κύκλο. 1. Το περιβάλλον γίνεται ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΝΕΣ α) όταν µέσα

Διαβάστε περισσότερα

Ευρώπη 2020 Αναπτυξιακός προγραμματισμός περιόδου 2014-2020 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2012

Ευρώπη 2020 Αναπτυξιακός προγραμματισμός περιόδου 2014-2020 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2012 ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ & ΘΡΑΚΗΣ Ενδιάμεση Διαχειριστική Αρχή Ευρώπη 2020 Αναπτυξιακός προγραμματισμός περιόδου 2014-2020 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2012 Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Μακεδονία Θράκη»

Διαβάστε περισσότερα

Νότια Ευρώπη. Οικονομική Κρίση: Αγροτικές/αστικές ανισότητες, περιφερειακή σύγκλιση, φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός. Ελληνικά

Νότια Ευρώπη. Οικονομική Κρίση: Αγροτικές/αστικές ανισότητες, περιφερειακή σύγκλιση, φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός. Ελληνικά Νότια Ευρώπη Οικονομική Κρίση: Αγροτικές/αστικές ανισότητες, περιφερειακή σύγκλιση, φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός Η πρόσφατη οικονομική κρίση επηρέασε εκατομμύρια Ευρωπαίων πολιτών με πολλούς να χάνουν

Διαβάστε περισσότερα

ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Κ.Ε.) ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΥΨΗΛΗΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ (Ν. 4071/2012)

ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Κ.Ε.) ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΥΨΗΛΗΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ (Ν. 4071/2012) ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Κ.Ε.) ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΥΨΗΛΗΣ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ (Ν. 4071/2012) Εισαγωγή Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η Ελλάδα μετατράπηκε από χώρα

Διαβάστε περισσότερα

Πρόγραμμα FATE ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Πρόγραμμα FATE ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Πρόγραμμα FATE ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Παρατηρήσεις επί της πρότασης/μελέτης Γενικές 1. Η μελέτη δεν έχει τη δομή ούτε μίας οικονομοτεχνικής ή επιχειρησιακής μελέτης αλλά ούτε και

Διαβάστε περισσότερα

Αναπτυξιακό Συνέδριο ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ. για την νέα Προγραμματική Περίοδο 2014 2020

Αναπτυξιακό Συνέδριο ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ. για την νέα Προγραμματική Περίοδο 2014 2020 Αναπτυξιακό Συνέδριο ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ για την νέα Προγραμματική Περίοδο 2014 2020 23 04 2013 ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης ΕΠΠΕΡΑΑ «Το

Διαβάστε περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΔΕΙΚΤΗ SET11: ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ

ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΔΕΙΚΤΗ SET11: ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΔΕΙΚΤΗ ΟΡΙΣΜΟΣ - ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ Ο δείκτης προσδιορίζει την ταξινόμηση (α) όλων των αστικών κέντρων και των πρωτευουσών των νομών της Ζώνης IV κατά πληθυσμιακό μέγεθος, (β) των αστικών

Διαβάστε περισσότερα

Εργαλεία του Πολεοδοµικού Σχεδιασµού ΓΠΣ - ΣΧΟΟΑΠ

Εργαλεία του Πολεοδοµικού Σχεδιασµού ΓΠΣ - ΣΧΟΟΑΠ Εργαλεία του Πολεοδοµικού Σχεδιασµού ΓΠΣ - ΣΧΟΟΑΠ ΘΕΟ ΟΣΗΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ Τοπ. Μηχ/κός Πολεοδόµος Προϊστάµενος Τµήµατος Σχεδιασµού Οργανισµού Ρυθµιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας ΠΟΛΕΟ ΟΜΙΚΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΟΔΟΥ TOY ΠΕΠ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ 2000-2006

ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΟΔΟΥ TOY ΠΕΠ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ 2000-2006 ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΟΔΟΥ TOY ΠΕΠ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ 2000-2006 Διανύουμε το τελευταίο έτος εφαρμογής της Γ Προγραμματικής Περιόδου και κατ ακολουθία και αν δεν εδίδετο παράταση λόγω των καταστροφικών

Διαβάστε περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΔΕΙΚΤΗ SET11: ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ

ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΔΕΙΚΤΗ SET11: ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΑΣΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΔΕΙΚΤΗ ΟΡΙΣΜΟΣ - ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ Ο δείκτης προσδιορίζει την ταξινόμηση (α) όλων των αστικών κέντρων και των πρωτευουσών των νομών της Ζώνης IV κατά πληθυσμιακό μέγεθος, (β) των αστικών

Διαβάστε περισσότερα

Οι Δήμοι στο κατώφλι της νέας προγραμματικής περιόδου. Ράλλης Γκέκας, Διευθύνων Σύμβουλος ΕΕΤΑΑ Φεβρουάριος 2014

Οι Δήμοι στο κατώφλι της νέας προγραμματικής περιόδου. Ράλλης Γκέκας, Διευθύνων Σύμβουλος ΕΕΤΑΑ Φεβρουάριος 2014 Οι Δήμοι στο κατώφλι της νέας προγραμματικής περιόδου Ράλλης Γκέκας, Διευθύνων Σύμβουλος ΕΕΤΑΑ Φεβρουάριος 2014 Περιεχόμενα Παρουσίασης Η Στρατηγική «Ευρώπη 2020» Οι Δήμοι στη νέα προγραμματική περίοδο

Διαβάστε περισσότερα

Εργαλεία του Πολεοδοµικού Σχεδιασµού ΓΠΣ - ΣΧΟΟΑΠ

Εργαλεία του Πολεοδοµικού Σχεδιασµού ΓΠΣ - ΣΧΟΟΑΠ Εργαλεία του Πολεοδοµικού Σχεδιασµού ΓΠΣ - ΣΧΟΟΑΠ Θ. ΨΥΧΟΓΙΟΣ Τοπ. Μηχ/κός Πολεοδόµος Προϊστάµενος Τµήµατος Σχεδιασµού Οργανισµού Ρυθµιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας ΕΠΙΠΕ Α ΣΧΕ ΙΑΣΜΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

Ε.Π. ΚΡΗΤΗ 2014-2020

Ε.Π. ΚΡΗΤΗ 2014-2020 Βασικά Στοιχεία του Ε.Π. ΚΡΗΤΗ 2014-2020 Ηράκλειο 29 Ιουνίου 2015 Το όραμα του αναπτυξιακού σχεδιασμού Δυναμική και Βιώσιμη Κρήτη Βιώσιμη σε όρους οικονομικούς, περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς Δυναμική με

Διαβάστε περισσότερα

Β. ΓΙΑΤΗΧΑΛΚΙΔΑ. γενικά: πρωτεύουσα ν.ευβοίας 80 χλμ από την Αθήνα 53.584 κάτοικοι επίσημα

Β. ΓΙΑΤΗΧΑΛΚΙΔΑ. γενικά: πρωτεύουσα ν.ευβοίας 80 χλμ από την Αθήνα 53.584 κάτοικοι επίσημα Η ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΠΑΛΟΓΟΥ ΣΟΦΙΑ A. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Αντικείμενο: Χαλκίδα Στόχος: μελέτη του θαλάσσιου μετώπου Μέθοδοι επεξεργασίας: βιβλιογραφία-διαδίκτυο αεροφωτογραφίες

Διαβάστε περισσότερα

ΑΞΟΝΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ Ε.Π. «EΘΝΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΟ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΩΝ 2007-2013»

ΑΞΟΝΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ Ε.Π. «EΘΝΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΟ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΩΝ 2007-2013» ΑΞΟΝΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ Ε.Π. «EΘΝΙΚΟ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΟ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΩΝ 2007-2013» ΑΞΟΝΑΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ 1 «Μέσο-μακροπρόθεσμη στήριξη του ανθρώπινου δυναμικού που υφίσταται τις συνέπειες απρόβλεπτων τοπικών η

Διαβάστε περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ. Εθνικό Πρόγραμμα για την Επανεκκίνηση της Αθήνας, τη Δημιουργία Θέσεων Εργασίας και τη Στήριξη της Κοινωνικής Συνοχής

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ. Εθνικό Πρόγραμμα για την Επανεκκίνηση της Αθήνας, τη Δημιουργία Θέσεων Εργασίας και τη Στήριξη της Κοινωνικής Συνοχής Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012 ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Εθνικό Πρόγραμμα για την Επανεκκίνηση της Αθήνας, τη Δημιουργία Θέσεων Εργασίας και τη Στήριξη της Κοινωνικής Συνοχής Υπογράφηκε σήμερα 09/04 από την Υπουργό Ανάπτυξης,

Διαβάστε περισσότερα

ΕΣΠΑ 2014-2020 Ο νέος στρατηγικός σχεδιασμός. Εξειδίκευση Αξόνων Στρατηγικής Περιβάλλον - Αειφόρος Ανάπτυξη

ΕΣΠΑ 2014-2020 Ο νέος στρατηγικός σχεδιασμός. Εξειδίκευση Αξόνων Στρατηγικής Περιβάλλον - Αειφόρος Ανάπτυξη ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΕΣΠΑ ΕΣΠΑ 2014-2020 Ο νέος στρατηγικός σχεδιασμός Εξειδίκευση Αξόνων Στρατηγικής Περιβάλλον - Αειφόρος Ανάπτυξη ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ, ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ & ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

1 η Συνεδρίαση Επιτροπής Παρακολούθησης

1 η Συνεδρίαση Επιτροπής Παρακολούθησης Regional 2014-2020 1 η Συνεδρίαση Επιτροπής Παρακολούθησης Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας 2014-2020 Χαράλαμπος Κιουρτσίδης Προϊστάμενος ΕΥΔ ΕΠ/ΠΔΜ Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015 Regional

Διαβάστε περισσότερα

Πολεοδομικός Σχεδιασμός στην περίοδο της κρίσης_ Προβλήματα και προβληματισμοί

Πολεοδομικός Σχεδιασμός στην περίοδο της κρίσης_ Προβλήματα και προβληματισμοί ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΠΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ Πολεοδομικός Σχεδιασμός στην περίοδο της κρίσης_ Προβλήματα και προβληματισμοί Kωνσταντίνος Κωνσταντή, Πρόεδρος ΣΑΚ, Α Αντιπρόεδρος ΕΤΕΚ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ_προβλήματα,

Διαβάστε περισσότερα

Σχέδιο Δράσης Φτώχεια και Εργασία: Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση διερεύνησης και άμβλυνσης του φαινομένου

Σχέδιο Δράσης Φτώχεια και Εργασία: Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση διερεύνησης και άμβλυνσης του φαινομένου Σχέδιο Δράσης Φτώχεια και Εργασία: Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση διερεύνησης και άμβλυνσης του φαινομένου Ένα πρόβλημα που μας αφορά όλους Το φαινόμενο της φτώχειας παραμένει κυρίαρχο στις σύγχρονες κοινωνίες

Διαβάστε περισσότερα

«Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκπτώσεων 2015 και της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή 3 Μαΐου»

«Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκπτώσεων 2015 και της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή 3 Μαΐου» Αθήνα, 12 Μαΐου 2015 ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ «Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκπτώσεων 2015 και της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή 3 Μαΐου» Η ΕΣΕΕ πραγματοποίησε την περιοδική έρευνα για τις ενδιάμεσες

Διαβάστε περισσότερα

Ομάδα έρευνας Τουρνικιώτης ΕΜΠ Βασενχόβεν Βασιλοπούλου Βασιλειάδης Καρύδη Καφαντάρης Κίτσος Μουζακίτης Πατατούκα

Ομάδα έρευνας Τουρνικιώτης ΕΜΠ Βασενχόβεν Βασιλοπούλου Βασιλειάδης Καρύδη Καφαντάρης Κίτσος Μουζακίτης Πατατούκα Ομάδα έρευνας Παναγιώτης Τουρνικιώτης καθηγητής ΕΜΠ Μαρία Βασενχόβεν Χριστίνα Βασιλοπούλου Βασίλης Βασιλειάδης Ηώ Καρύδη Φάνης Καφαντάρης Βασίλης Κίτσος Σταύρος Μουζακίτης Έλενα Πατατούκα αρχιτέκτονες

Διαβάστε περισσότερα

ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ. Λεύκωμα Λάρισας 8.000 8.000 χρόνια νεότητας ΛΑΡΙΣΑ 1900 ΛΑΡΙΣΑ 1940-1945 ΛΑΡΙΣΑ 1910 ΛΑΡΙΣΑ 1950 ΛΑΡΙΣΑ 1950

ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ. Λεύκωμα Λάρισας 8.000 8.000 χρόνια νεότητας ΛΑΡΙΣΑ 1900 ΛΑΡΙΣΑ 1940-1945 ΛΑΡΙΣΑ 1910 ΛΑΡΙΣΑ 1950 ΛΑΡΙΣΑ 1950 Πολεοδομική Ανασυγκρότηση Αναβάθμιση του κέντρου της Λάρισας 2009 ΛΑΡΙΣΑ 1900 ΛΑΡΙΣΑ 1910 ΛΑΡΙΣΑ 1940-1945 ΛΑΡΙΣΑ 1950 ΛΑΡΙΣΑ 1950 1 ΛΑΡΙΣΑ 1950 ΛΑΡΙΣΑ 1956 ΛΑΡΙΣΑ 1960 ΛΑΡΙΣΑ 1970 ΛΑΡΙΣΑ 1980 Η ΟΔΟΣ ΗΠΕΙΡΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

Σχεδιασμός στην ευρύτερη περιοχή Θεσσαλονίκης»

Σχεδιασμός στην ευρύτερη περιοχή Θεσσαλονίκης» «Χωροταξικός Σχεδιασμός στην ευρύτερη περιοχή Θεσσαλονίκης» ΔΕΘ 3 ο Διεθνές Συνέδριο Real Estate Προοπτικές χωρίς όρια 11 13 Σεπτ 2008 Σταυρούλα Μπαϊρακτάρη Πρόεδρος Ε.Ε. ΟΡΘΕ Ο Οργανισμός Ρυθμιστικού

Διαβάστε περισσότερα

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΝΕΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ ΣΤΟ ΣΕΣ 2014-2020

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΝΕΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ ΣΤΟ ΣΕΣ 2014-2020 ΤΟ ΝΕΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΕΤΑΙΡΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ 2014 2020 ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ Α ΒΑΘΜΙΑΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΝΕΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 2014 2020

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 2014 2020 ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΥΣ 1 1. ΓΕΝΙΚΑ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΑ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ 1.1 Αναφερθείτε

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ (ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΡΝΑΓΙΟΥ) ΔΗΜΟΣ ΚΑΒΑΛΑΣ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ (ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΡΝΑΓΙΟΥ) ΔΗΜΟΣ ΚΑΒΑΛΑΣ Π Ρ Ο Γ Ρ Α Μ Μ Α Ο Λ Ο Κ Λ Η Ρ Ω Μ Ε Ν Ω Ν Π Α Ρ Ε Μ Β Α Σ Ε Ω Ν Α Σ Τ ΙΙ Κ Η Σ Α Ν Α Π Τ Υ Ξ Η Σ Ε.. Τ.. Π.. Α.. & Ε.. Κ.. Τ.. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΗΜΟΥ ΚΑΒΑΛΑΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

ΙΚΤΥΟ ΟΙΝΟΠΟΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΙΚΤΥΟ ΟΙΝΟΠΟΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΙΚΤΥΟ ΟΙΝΟΠΟΙΩΝ ΝΟΜΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ Το ίκτυο Οινοποιών Νοµού Ηρακλείου ιδρύθηκε ως αστική µη κερδοσκοπική εταιρεία τον Νοέµβριο του 2006 και αποτελεί την κύρια συλλογική, συγκροτηµένη και συντονισµένη έκφραση

Διαβάστε περισσότερα

ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΟΥΒΑΡΗ ΣΤΑΥΡΙΑΝΗ ΤΕΙ ΠΕΙΡΑΙΑ 2014

ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΟΥΒΑΡΗ ΣΤΑΥΡΙΑΝΗ ΤΕΙ ΠΕΙΡΑΙΑ 2014 ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΟΥΒΑΡΗ ΣΤΑΥΡΙΑΝΗ ΤΕΙ ΠΕΙΡΑΙΑ 2014 ΘΕΜΑ : «Η Θεωρητική και Κριτική Διάσταση των Εναλλακτικών και Ειδικών Μορφών Τουρισμού στην Ελλάδα» ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ 1. Η πρώτη τουριστική περίοδος

Διαβάστε περισσότερα

Στοιχεία Επιχειρηματικότητας ΙΙ

Στοιχεία Επιχειρηματικότητας ΙΙ Στοιχεία Επιχειρηματικότητας ΙΙ Νικόλαος Μυλωνίδης Απρίλιος 2007 1 Η έννοια του Επιχειρηματία Αναλαμβάνει δράση Συνδυάζει καινοτομικά και δημιουργικά τους συντελεστές της παραγωγής Παράγ