έαρδάλη έβενος έάφθη, found only in II επϊ δ' ασπίς εάφθη καϊ κόρυς and 14.

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "έαρδάλη έβενος έάφθη, found only in II. 13.543 επϊ δ' ασπίς εάφθη καϊ κόρυς and 14."

Transcript

1 έαρδάλη 466 έβενος εαρδάλη ίπλησίασεν, Hsch.!αρίδας τάί κανθαρίδας, Id. έαρίδρετττος {-δροπos Bgk.), ov,pluckedin spring, Pi.Pr εαρίζω, pass the spring, X.An II. bloom as in spring, Ph.2.99 : Med., λειμώνες άνθεσιν Οριζόμενοι Pl.Ax.3J1c. III. to be like spring, μετοπωρου εαρίζοντος Ph.1.13, cf εαρινός, ή, όν, Ep. ε'ιαρινός (also ήαρινός h.cer.401, PPelr.3 p. 152 (iii B.C.)) ; in other Poets, ήρινός : of spring, ε'ιαρινή &ρη springtime, Il , cf. Plb ; elapiva &νθεα ; πλόος είαρινός Hes.O/.678; θάλπος εαρινόν the heat of spring, X.Cyr ; ίνεμος ήρινός Sol ; ήρινά φύλλα Pi.P.9.46; λειμωνος ήρινοΰ στάχυνέ.. Supp.448; ε, πυλαίαigg{l).ill (Elatea) ; TpoWPh.2.163; μήλα ε. apricots, PCair.Zen (iii B.C.) : neut. as Adv., in spring-time, μέλισσα λειμων' ήρινδν διέρχεται E.Hipp.JJ (s.v.1., ίαρινή Sch.) ; γη hpivbv βάλλουσα Id.pr.316.3: ήρινά κελαδεiv, of the swallow, Ar. Pax800 (lyr.). Adv. εαρινώς Hsch. s. v.?!ρις ως. Ιάριον - βόδον, Hsch. εαρον, τό, ewer, IG 12(3) 450 Ί (Thera, pi.); εαρόν, Hsch. εάρο-τρίφής, ές, flourishing in spring, λειμώνες Mosch χροος, ov, spring-coloured, fresh green, ϊασπις Orph.L.267. Ιάρτερος, a, ov, poet, for εαρινός, Nic. ΤΛ.380. εάσι, Ep. 3 pi. of ε'ιμί. εασκον, Ion. and Ep. impf. of έάω. εαο σα, Dor. part. fem. of ειμί. εασ φόρος εωσφόρος, Hsch. εάται, εατο, Ion. 3 pi pres. and impf. of ΐ!μαι. εάτε'ος, a, ov, {έάω) to be suffered, Ε.ΡΛ.1210 : c. inf., έατέος εστϊ φεύγειν Hdt.8.108,cf. PI.P.40xb. 2. εατέον one must suffer, E.HF 173, etc. II. to be let alone or given up, i. δ πλούτος Id.IIe/.g05, cf. Ph τήν πόλιν ίατέον της κατοικίσεως we must let it alone as to foundation, Pl.L_g-.969c; one must dismiss from one's mind, Id.GVg-.512e ; one must omit, Str έαυτάδελφος [α], δ, incorrect form for αυτ-, CPRl-ΐζζ. έαυτότης, 7JT0S, ή, self-hood, Procl. Theol.Plat εαυτοΰ, ης, οΰ, εαυτφ, rj, φ, εαυτόν, ήν, ό, ρΐ. εαυτών, εαυτοΐς, ίαυτούς άς,ά: Ion. έω-υτοΰ S/C?57-44(Miiet.,vB.c.), etc.; also ωότής Herod. 6.84, ωΰτέου Aret.SAi.y (Ion. έωυ- by contraction of εο αν-, from which also Att.,- 461 freq. written ΙατοΟ in Pap. and Inscrr., as SIG (Delph., i B.C.) : Att. contr. αύτοΰ, etc., which is the usual form in Trag., though εαυτοϋ, etc., are used (though rarely) when the metre requires, A.Pr.188 (anap.), al.; in Att. Inscrr. αύτον prevails after B.C. 300; Cret. fιαυτοΰ Loh\er-Zieb&rt\1Siadtrecht-vonGortyn p.34; Dor. αΰταυτοΰ, αϋσαντοΰ (q.v.) ; Thess. εύτοΰ (dat.),/ 9(2) : gen. pi. ηντών Schwy2er2$ 1A 44 (Cos): reflex. Pron. of 3rd pers., of himself, herself, itself, etc.; first in Ale.78, Hdt., and Att. (Horn, has eo αύτοΰ, οΐαϋτψ, έ αυτόν) : αυτί) εφ' εαυτό (ν.1. του) itself by itself, absolutely, PI. Tht.152b ; αυτί) έφ' αύτοΰ ib.i60b ; 'όταν τδ εφ' SavTby 'έκαστος σττεύδ-ρ Th.l.141; αϋτλ καθ' αυτό PI.Th/.lgfa; αυτά πρδς αυτά ib.!54e; άφ' εαυτών, εαυτοΰ, of themselves, himself, Th. 5.60, X.Mem ; 4φ' εαυτοΰ, v. επί; εν εαυτφ γίγνεσθαι, εντδς εαυτοΰ γ., v. iv, ίντός ; παρ' εαυτφ at his own house, ib , etc. : esp. with Comp. and Sup., εγένοντο άμείνονες αυτοί εωυτων they surpassed themselves, Hdt.8.86; πλουσιάπεροι εαυτών continually richer, Th. 1.8; Θαρραλεύτεροι αυτοί εαυτών Pl.Pri.350a, cf. d; τί) αύτδ εωυτοΰ ίστι μακρότατον at its very greatest length, Hdt.2.8, cf. 149,4.85,198. II. in Att., Trag., and later, αύτοΰ, etc., is used for the 1st or 2nd pers., as for ίμαυτοΰ, avrbs καθ' αύτοΰ τάρα μηχανορραφω A.CA.221, cf. S.OP138, etc.; for σεαυτοΰ, μόρον τbv αύτής οΐσθα A.Ag. 1297! of. 1141, Pl.Phd.ioic (v.l.), Ph.P^.59.16, etc.: so in pi., τά αύτων { = ήμων αύτων) εκποριζύμεθα Th ; δύσομεν εαυτούς Epicur.Se«/.Fa/.47, ίφ' εαυτοΐς by ourselves, Lxxiifr.14.9, cf. PPer (ii B.C.), 2Ep.C0r.*]. I, etc.; εαυτών, = υμών αύτων, Ρ Par (11 B.C.). III. pi., εαυτών, εαυτοΐς, etc., is sts. used for αλλήλων, άλλήλοις, one another, διάφοροι εωυτο'ισι Hdt.3.49 ; παρακελευόμενοι iv εαυτοίς Th.4.25, etc.; καθ' αύτο~ιν one against the other, S. Ant. 144(anap.) ; πρδς αυτούς D ; περιιόντες αύτων πυνθάνονται Id.4.10, cf. Pl.Xy.215b. έάφθη, found only in II επϊ δ' ασπίς εάφθη καϊ κόρυς and 14. ηφθη, αύτψ ασπίς εάφθη. (Acc. to Tyrannioap.Sch.A, = 'זי» 419 upon him was fastened, i. e. to him clung, his shield ; acc. to Aristarch., connected with 'έπομαι, shield and helmet followed after: I- Aristarch., i- most Mss.; possibly connected with 'ιάπτω (q.v.), was hurled over him ; glossed by εκάμφθη, εβλάβη, Hsch.) έάω, contr. έω II.8.428, etc.; Ep. είώ 4.55 ; Ep. 2 and 3sg. εάας, εάα, Od.I2.137, II.8.4I4 ; inf. idav Od : impf. είων, as,a, H.l'8.448, Od.19.25, Th.1.28, etc.; Ion. and Ep. έων Hdt.9.2, la ΐί.5.517, ; also ίασκον or είασκον, 2.832,5.802, etc.: fut. εάσω [a] , etc.: aor. εϊάσα {εϊασεν is v.l. for εϊο,σ' in ) , etc.; Ep. εασα : pf. εϊάκα D.8.37,43.78, Cere : Pass., fut. εάσομαι in pass, sense, 11.1 A 331, Th : aor. ε'ιάθην Isoc.4.97 : P f Pass, εϊάμαι D Hdt. never uses the augrri. in this Verb, [a in pres. and impf., a. in fut. and aor. even in Ion. (so prob. in Anacr.56,57 ; forms with -ασσ- occur as w.ll. in Horn, and Parm. 8,7). Synizesis occurs in 3 sg. ε a. II.5.256, in 1 subj. εωμεν , and prob. in εάσουσιν Od aiso in Trag., in imper. la S.OT 1451, Ant.95, Ar.ATM.932 ; ind. εώ Id.Ly5.734 : Hsch. has the form Ϊ cf ' [»ז>»זי 0 : suffer, permit, c. acc. pers. etinf., τουσδε δ'εα φθινύθειν leave them alone to perish, II ; αϊ κεν ia με..ζωειν Od , etc.; iav οίκεΐν Th.3.48, cf. IG1K1 ; i. τούς Ε λ- ληνας αυτονόμους 1b ; iav ίκλαυτον, άταφο ν S.Ant.2Q, cf. Tr ; eav τι τινι Plu d : so in Pass., Κρέοντί γε θρόνους έάσθαι should he given up, S.OC368. b. concede, allow in argument, c. acc. etinf., Pl.Prw.135b. 2. with neg., ουκ iav not to suffer, hence, forbid, prevent, τρεΐν μ' ουκ Παλλάϊ 'Μήνη Ι1 5 25^; εϊπερ yip φθονέω τε καϊ ουκ ε'ιω διαπέρσαι 4.55 ΐ es P ' aw ^esc hin.3.21; δμωάςδ' ουκ das προβλωσκέμεν Od.19.25, etc.: used elliptically with άλλα following, ουκ ίων φεύγειν, αλλά [κελευων] μένοντας ίπικρατέειν Hdt.7.104,cf.Th.2.21; also, persuade or advise not todo.., Id.1.133: an inf. may freq. be supplied, ουκ εάσει σε τούτο will not allow thee [to do] this, S. Ant. 538 ; κ&ν μηδείς is. even if all men forbid, \d.aj. 1184, cf. ΡΛ.444 : so in Pass., ουκ εάσθαι, c. inf., to be hindered, E. /Γ1344, Th.1.142, D XI. let alone, let be, c.acc., la χόλον II.9.260; μνηστήρων μεν εα βουλήν heed not the suitors' plan, Od ; επεί με πρώτον εάσας as soon as thou hast dismissed me, II, , cf. 569,684 ; V! κέν μιν ερύσσεαι, ή κεν εάσρς or wilt leave him alone, 20.3Π, cf. Hdt.6.108, etc.; ίάσωμεν εκηλον αυτόν S.Ph.82 ; [ πράγμα ] ακάθαρτον εάν ld.ot2$6 ; τά παθήματα,.ναρεΐσ' εάσω Id. OC363, cf. Th.2.36 ; eav φιλοσοφίαν PI Grg.^c: C. inf., ίπι Τ,κύθας ίέναι.,. εασον let it alone, Hdt ; κλε'ψαι μεν εάσομεν Εκτορα we will have done with stealing Hector, II.24.71; εάν περί TIVOS Ρl.Prt. 347c,etc.; εώγάρ ε'ι φίλον D : abs., αλλ' &ye δή καϊ εασον have done, let be, II , cf. A.Pr.334; ού χρή μάχεσθαι πρίς τέ> θείον, αλλ' eavp-fr.^l's', θεbs τδ μεν δύσει, τί/ δ' εάσει he will give one thing, the other he will let alone, Od Pass., ή δ' αΐν εάσβοι S.Tr.329, etc. 2. for eav χαίρειν, v. χαίρω sub fin. {ifaa, cf. εβασον εασον, and εΰα la, Hsch. who also has έησον εασον.) έάων, ν. ίύς. εβαδίασ-τον μελανόβροχον, Hsch. εβάθη εγεννήθη, Id.; cf. Lith. gimti. έβάμωσεν' ήττήθη, Id. έβδεμαΐος, Dor., = ϊβδομαϊος, /G (Epid.). έβδεμήκοντα, Dor. for έβδομ&d/ (delph.), Tab.Herad. I.23 : also έβδε'ματος, ov, έβδομοι, Ρ hi 10!. 7 J. 6 (Argos, ivb.c.). έβδομα-γενής, ες, born on the seventh day [of the month], epith. of Apollo, Plu.2.717e. έβδομ-ά-γετης, ου, δ, (ήγέομαι) epith. of Apollo, to whom the Spartans offered sacrifices on the seventh of every month, A. 77!. 800, cf. Hdt άδικες, ή, iv, weekly, αριθμός Antyll.ap. Orib ; περίοδος Gal.9.914, Theol.Ar.45. Adv. -κώς Steph.inHp D. II. septenary, Procl.z'«Ti.3.108D., Dam.Pr.264,265. Adv. -KWS ib άζω, keep the Sabbath, Lxx (28), Tz. H αΐος, a, ov, on the seventh day, ίδρώς Hp.Aph.4.36 ; I. πυρετός a fever recurring every seven days, Id.pjW.1.24 : ε. τραγφδοί Luc.Hist.Conscr.I: with a Verb, διεφθείροντο έβδομαίοι Th.2.49, cf. X.//G5.3.19, Plu.Galb.J ; I. ημέρα PS/6.690 (i/ii A. D.). 2. seven days old, τράγος Horap II. -αΐον, τό, monthly festival of Apollo, /(? (iv B.C.), cf. εβδομαγέτης: pi., Schwyzer(A' t Bi, (Chios, vii/vib.c.), (Milet., ν B.C.). -άκις, Adv. seven times, Call.jDeZ άς, άδος, η, the number seven, Ph. 1.21, Dam. Pr.264, etc. II. anumber of seven, API (Antip.(?)). 2. period of seven days, week, ~Rp.Aph.2.2\, Lxx Px.34.22, etc. b. period of seven years, Sol.27.7, Arist.P0/.1336 b 40, Placit ; irmv έ. JM/ έβδομ-άτικός, = αδικ&ς, Ph.2.206, J.AJ ατος, ov,= έβδομος, seventh, II , al. -ειος, worshipped on the seventh day, epith. of Apollo, /G ενομαι, Pass., of children, receive a name at seven days of age, as was customary, Lys.pr.95 S. έβδομη,κονθ-εβδόμαδος, ov, of seventy weeks, χρόνος TZ.// έκτος, ov, seventy-sixth, ημέρας -ov (sc. μέρος) Gem.8.59.!βδομήκοντά, 01, al, τά, indecl., seventy, Hdt,1.32, X.An.4.7.8, etc. έβδομηκοντάβιβλος (sc. πραγματεία), ή, work in seventy books, Paul. Aeg.Praef. έβδομηκοντακαιεκατονταιτλασίων, ov, gen. ονος, I/O times as great, Procl.Hyp έβδομη κοντάκις, Adv. seventy times, Lxx Ge.4.24, Ev.Matt εββομηκ οντάττηχυς, ν, seventy cubits high, Ph.Byz.Mir.4.3. έβδομηκοντάρουρος [a], ov,possessing seventy άρουραι, PCair.Zen. I.23(111 B.C.), P7ei.62.30(iiB.c.). έβδομηκοντάς, άδος, ή, group of seventy, Tz.// έβδομηκονταστάδιος [στα], ov, seventy stades broad, πορθμός Str, έβδομηκοντουτης, ου, δ, seventy years old, Luc.Alex.34 : f em οΰτις ld.rh.pr.2i,, D.C έβδομηκοσ τό-δνος, ov, seventy-second, μόριον Plu.2.932a. -povos, ov,seventy-first: Tbk. one seventy-first part, Archim.C2Vc.3. -irep- Trios, η, ov, seventy-fifth, Tz.H.l τρίτος, ov, seventy-third, ib.r εβδομηκοστός, ή, όν, seventieth, Pip.Epid.7.7, LxxZa.:.12. έβδομος, η, ov, {επτά) seventh, Il.i9.li7, etc.; η εβδόμη seventhday, Hdt.6.57 (pi.), Arist-Z/^fiSS^ ; sabbath, Ph.1.675, Ep. Hebr επτά, έβδόμαις πύκαις Α.ΡΛ.125 (lyr.,s.v.l.), cf. Thom.Mag.p.133R.; ivκύκλοισινέβδόμοιςmilet 'έβδομα, τά, seven years' work, Lxx Ge Ιβε'βλις θήκη αργυρίου, καϊ κίστη, Hsch. εβε'νη, ν. εβενος. «βε'νινος, η, ov, of ebony, δίφρος CIG^o 1 /! (Teos), c Str ? Peripl. M.Rubr. 36, PMag.Berol , έβενϊτις, ιδος, ή, = πό\ιον Tb ορεινόν, Ps.-DsC-3.I ΙΟ. εβενος, r! (<5 in BCH?^.2S6 (Delos, ii Β. c.)),ebony, Hdt.3.97, TheoC : being the black heart-wood of various species of Diospy

2 Ιβανότρι-χον 467 4γγοργων rus, i. Α'ιθιοπική,^Ό. mespiliformis, ε. Ινδική, Ebenum, Dsc. 1,98, cf. Arist.Mete.384 b 17, Thphr./LP (but ifiew, V, ib.4-4-6). (Prob. an Egyptian word.) Ιβενότρϊχον, = άδίαντον, PS.-DSC ; = καλλίτριχον, ibid. 6βην, έβησάμην, έβησετο, ν. βαίνω. έβήνοι άλωπεκίδες, Hsch.; cf. εϊβηνος. Ιβίσκοϊ, ή, = άλθαία, Gal , Agt εβ^,ητο, ν. βάλλω. έβλόν άπόπληκτον, Hsch. 'Εβραίο?, a, ov, Hebrew : and as Subst., ahebrew, 2Ep.C0r.11.22, Paus.l.5.5, App.SC2.71 ; <E. εξ 'Εβραίων Ep.Phil.^, etc.; opp. 'Ελληνιστής, a Jew who used the Hebrew (Aramaic) language, Act. Ap.6.1: Adj. Έβραϊκόβ, ή, όν, Hebrew, γράμματα Ev.Luc (s.v.l.): fem. Έβραΐϊ, ίδος, διάλεκτος Act.Ap ; γυναίκες J. A]2.0.5 : νελ'εβραι Ι,ω,speak Hebrew, Id./5/6.2.1: ^Αόΐν.Έβραϊστί, in thehebrew tongue, LxxSi.pro/., έβρατάγηο'εν ίφ&φησεν, Hsch.; cf. βαθαγεω. εβραχε, v. βραχεΐν. έ'β ρ ος, δ, he-goat, Hsch. Ev.Jo. 19,20, etc. εγ, for iv in compos, before γ κ χ ξ; also for εκ in Inscrr. and Pap. before δ λ μ. iyav' ίγένετο, Hsch. εγγάγΐ? πέτρα, γαγάτης, Nic. Th.37. εγγαεω, = ίνοικέω, εν τ πόλιιΰ4 8ζ3.26 (Methana). εγγαιοβ, a, ov, more commonly έγγειοβ, ov, (γαία, γη) in or of the land, native, 'ήβα A.Pers.g2 2 (anap.) ; τις.,.ο'ιωνοπόλων εγγαιος Id. Supp. 59 (lyr.). 2. within the land, opp. ύπερόριος, X.Smp II. of property, in land, consisting of land, ουσία Lys.Pr.91, b.36.5 ; κτήσεις έγγειοι καϊ ο'ικίαι /(?9(2) (Thess.), cf. CIG 2056 (Odessus), Plb ; τά έγγεια the fixtures of a farm, D ; συμβόλαιον έγγειον Id.33 3 ; στατήρας δανεισάμενος εγγείων τό- KUV on mortgage, Id (εκατόν μνά,ς εγγείους (v.l. εγγύους) επϊ τίκφ δεδανεισμένας is read bycodd. in Lys.32.15) ; έγγεια καϊ ναυτικά PEleph. 1.13(ivB.c.). III. in or ofthe earth, [φυτά] εγγ ειαplants, Pl.ii.49ld; φυτίν ουκ έγγειον, αλλά ουράνιον Id.Ji.goa; λίθων τά lyyaia μέρη PIU.2.701C. IT. in or below the earth, χθόνιος, Άϊδωνεύς APj.480 (Leon.) ; χθόνιον καϊ ϊ. σκότος Plu a > ΡΡεναέριος, Them.Or b. Ιγγάληνίζω τψ βίιρ, spend life calmly, Epicur.p/). ι p.4u. εγγάλος, ov, {γάλα) giving milk, in milk, of a ewe, Hsch. εγγάμ-έω, marry into a family, Aesop. 21 c, Hsch. -ίζω, give inmarriage, Eust , Gloss. -tos, ov, nuptial, PS/2.220 (iii A. D.). Ιγγαναται διέφθαρται, Hsch. Ιγγαρ-ευω, = ά77αρευω, PTeb (iib.c.). -ε'ω, dub. sens. in Inscr.Olymp.335. Ιγγαστρί-μαντιβ [pi], δ, ή, one thai prophesies from the belly, Poll , Suid. s. v. ίγγαστρίμυθος. μάχαιρα [μα], ή, comic name of a glutton in Hippon.85, one who makes havoc with his belly. -μΰ- 90s, ov, ventriloquist, mostly of women who delivered oracles by this means: hence, = εγγαστρίμαντις, Hp.Epid.5.63, Philoch.192, Lxx Le , Ph.1.654, Plu.2.414e, Luc.Lex.20; also, thefamiliar spirit of such a person, Lxx iki εγγάστριος, ov, in the womb, Man έγγαστρίτηβ [ϊ], ου, ο, = εγγαστρίμυθος, in Sch.Ar. V Ιγγαστράχειρ, χειρός, δ, = εγχειρογάστωρ, Sch.Par.A.R εγγαυρον νοτερόν, ύγρόν ; also Ιίωρον, πρόσφατον, Hsch. εγγονσον - ενσκαμβον, Id.; cf. γαυσός. έγγεαβλοβ νεωκόρος, Id. Ιγγε'γαα, Ep. pf. of εγγίγνομαι. έγγεγωνώβ βοήσας, Hsch. Ιγγείνωνται., 3 Ρ aor 1 subj, in causal sense (no pres. εγ-γείνομαι being found), μ'ή μυΐαι εϋλάς εγγείνωνται lest the flies breed maggots in tlie wounds], II εγγειοβ, v. εγγαιος. Ιγγειό-τοκοβ or έγγεό-, ov, growing in the earth, of truffles, Thphr. i/a.6.9, cf.ךfr.16 -φύλλο?, ov, having leaves close to the ground, Id.Z/P εγγείσωμα, ατος, τό, (γεΐσον) fracture of the skull, such that one piece slips under the bone like a cornice, Heliod.ap.Orib , Sor. Fract.5, Gal !γγελ-αστή5, οΰ, 6, mocker, scorner, E.Hipp άω, fut. -άσομαι [ά], laugh at, mock, τοίς ποιουμένοις S.P/.277, cf. E.Med. '355 ; intmesi, γέλωτ' iv σοϊ γελώ S.Ant.^^i codd.; κατά τίνος Id. OC1339 : without dat. expressed, Id.PZ.807, E.Med.1362 ; εις τινα Herod. 1.77: Pass., Luc.Ind. 15. II. laugh in or among, σ.ΰρα ίγγελώσα κύμασιν Sosicr.2. έγγεν-ετη5, ου, δ, inborn, native, δαίμονες A.R ויי es > native, Αιγύπτιοι Hdt.2.47; opp. μέτοικος, i. Θηβαίος S.OT452 ; θεούς τους I gods of the race or country, A , S.Ant.igg, cf. β.428 ; νόμος J. A/ born of the same race, kindred, 8.0/1168,1506, Inscr.Cos 124; ε. κηδεία connexion with a kinsman, ^..Supp.134. Adv.-νως like kinsmen, S.OT1225. II. of qualities, inborn, innate, νους ld.el.1328 ; σφίσιν iyyevls έμμεν άεθλητάίς αγα θοίσινίίε in their race tobe good athletes, Pi.iV.10.51; πόνος ε. m thefamily, A.Ch.466(lyr.); τάγγενή κακά Q.OT1430. III. = Lat. ingenuus, PGnom. 2g. -ικός, ή, όν, hereditary, ιερεύς OG/583.5 (Cyprus, I A. D.). έγγενν-άω, generate or produce in, τινί Plu.2.132e : abs., Them. Or. IJ.iSfid. -ηο-ls, εως, ή,place of generation, νεοττών Pl.Lg.Jj6a. γγεον» lovyov, Hsch.; cf. Lat.jugum 'taxable unit of land, etc.' βγγεότοκοξ, ον, v. iyyeiirokos. Ιγγ6ΰομ.αι, Pass., taste of, αίματος Plb γγηϊο ταί, 01, residents in a country, Supp.Epigr (Thrace). έγγήναχοι ύπο-γράμματοι, Hsch. έγγηρ-αμα, ατος, τό, employment for old age, Cic.Ait , Plu, Cat. Ma.24. ασκώ, Lib.Or.61.9 (-άω Anon. u1en2tf.2), fut. -άσομαι [a] (v. infr.) : grow old with or in, μ^ίθει σώματος Hp.Aph. 2.54; ταΐς βασιλείας Plb.6.7.4, cf. D.S.11.23, Plu.Tim abs., grow old m one, decay, την 67γιστήμ-ηρ 4yy7)uao~ εσθαι Th.6.18 ; 7rplj eyynpaaai τ\]ν ακμηντης ελπίδος Plu.JVic.I^. Ιγγηροτροφεω, = γηροτροφ(ω, Ρ0ΙΙ.2.13 (Pass.). εγγήρυξ η yrj, παρά Άττικοΐς, Hsch. Ιγγιάω, to be near akin, LxxiVi.13.4 (s. v.l). Ιγγίγ( ομαι, Ion. and later εγγίνομαι Γί], fut. iyyev-ήσομαι: 3 pi. Ep. pf. iyysydaai (the only tense used by Horn.) : to be bom in, τοϊ Ίλίψ iyyeyaaviv II.6.493, cf. Od.T3.233 ; of vermin, to be bred in the skin, Hdt.2.37 ; of stones, iv τψ καρπφ i. ib of things, qualities, etc., spring up, appear in or among, 'όσα iv ανθρώπου φύσι Ε Μ Id.8.83, cf. Pl.ii.351d ; αίσθημα τι καν νηπίοις yn...i..!., c. dat., h παρθένοις iyyiyvetai νοσήμαθ' Id./<)«1524, cf. Th.2.49, X. Mem Γ, etc.; of persons, PI. G>g526. a. 3. of events and the like, take place or happen in or among, τισί Hdt.5.3, cf. 3.1; χεϊμα σφοδρών i. Pl.Ax.tfid. II. come in, intervene, \6yovs iyylveσθαι Hdt S'; χρόνου έγγινομένου, έγγενομενου, Id.1.190, Th.I. 113, etc.; 'ίνα μοι χρόνος hyyevt\tαι τr! σκέψει Pl.Prf.339e, cf. Smp. 184a, III. eyyiyverai, impers., it is allowed or possible, c. inf., Hdt.l.132, 6.38, And.1.141, Pl.Phd.e6c, &στε μ)} iyyeviff0a1 μοι ποιησαι Antipho5 17 ; εγγενόμενον ημ'ιν when it was in our power, Is IV. for aor. iyyeivaabai, v. iyyeivuvtai. έγγιγνώσκω, Ion. iyylv-, acknowledge, έρωτα hxzl.sdl.^. ίγγίξω, aor. Vjyywa Arist. (v. infr.): pf. tjyyim LxxEz.y.^), Ev. Matt. 3.2 : {iyyx/ς) : bring near, bring up to, rfiyfi τάς ναΰς Plb.8.4.7; τα φιλήματα το is χείλεσι Ach.Tat.2.37 ; τινά π ρός τίνα LxxGe II. mostly intr., approach, Arist.AfiV.845*20 ; τινί Plb : c. gen., TijsAiTtoAfas Id , etc.; πρϊ>ς τίν θεόνί-χχεχ ; ets θάνατον ib.yi ;?as ib.5i.37 30(33) > ι" 6 'XP l θανάτου Ep.Phil. 2.30; tobe imminent, tfyyikeν ή παρουσία τοΰ ΚυρίουEp.Jac.5.8: also, c. gen., approximate to, Ph\d.Herc.14.^ to be next of kin, LxxLe III. c. inf., to beon the point of doing, ναοΰ -οντος συμπεσείν /(?12(1) (Syme). Ιγγίων, ον, έγγισ-τος, η, ον, Comp. and Sup. Adj., formed from Adv. iyyis, nearer nearest, ούδεν ημίν εστίν syyiov ημών αυτών Procl. in Ale. p.6c.; ετ-η S εκα τά iyyiata ig (Thisbe) : neut. %yyiov, εγγιστα, as Adv., Hp. Vict (also -υτότατα ibid.), 2.44, etc.; ef iyyiovos App.-SC4 108 ; τους iyyiata της Αττικής τόπους Decr.ap. D ; 01 eyyicta the next of kin, Antipho ; iyyivto. approximately, of numbers, Autol. r.6, Vett. Val , etc.; al ϊγγιστα τ as του άμβ Avymvou κώνου τομας asymptotes of the hyperbola, Archim. Con.Sph.Praef.; of Time, next, forthcoming, η εγγιστα αρίθμησις α. POxy (i.( פ. 6γγΧαυκ-05, ον, blueish, D.S.I. 12. ώσα.1.' ίμβλεψα!., Hsch. έ-γγκοψο-ύμενα. ενωχρα, άχροα, Hsch. ίγγλΐκ-άζω, gloss on iyyxiiaaa, Hsch. -119, ν, sweetish, Dsc γγΚ υ χμα, a-ros, τό, in pi., ornamental carvings, IG ,96 (Epid.). 2. intaglio, Them.Oy.4-62b. Ιγγλυσσω, to have a sweet taste, Hdt ΙγγΧΐφ-ή, ή, carving, engraving, Phld.Po os, ov, carved, TAM2.210 (Sidyma), Prise.p.311 D. -ω, carve, ζω a iv λίθοισι Hdt.2.4; ζψα έγγεγαυμμίνα ib.124; αίμασή έγγεγλυμμβνη τύποισι ib.138; λίθος ΐ'ικάνα-yγλυμμένος J.AJ ; hollow out, [yoyyύληv~\ Dsc.2.no, al.: Pass., οστοΰ -γλυφέντος having a groove, Gal έγγλωττογάστωρ, opos, &, ή,, λωσσογάστωρ / Ar.^.1695, cf. EM , etc. «γγλωττοϊ, gloss on κατ^λωττισμίνος, Suid., cf. Sch.Ar. ΤΛ.138. Ιγγλωττοτΰ1Γ ω, talk loudly of, Ar.iig.782. εγγνάμιττω, bend in, iv Se y6w γνάμψβν, i. e. caught the back of the knee with his foot so as to trip him up and throw him, II , έγγοητε-ύω, bnngon by charms, Sirvov τινί Philostr. VA5.8. «ίγγομ,οξ, ov, laden, κάμηλοι OGI (Palmyra, ii A. D.), Gloss. έγγομφ-άω, nail, fix in, Gal.2.336: Pass., of the teeth, ib.754 (ap.orib ). -ωα-ις, eoos, }!,fixing in of teeth, Gal !Εγγόνασαν ( = ev yivaaiv), δ, indecl., kneeling figure, name of the constellation Hercules, Arat.66,669, Gal.9.936, etc. έγγονίΐν, written for eykoveiv in Hsch.?YYovos, δ, properly, grandson, D.H.6.37, etc.: εγγόνη, η,granddaughter, IGRom (Themisonium), Artem.4.69, Lyd.Mag.2. ι ; also tyyovos, η, Pln.Per simply, = % K yovos, descendant, Pl.if.364e, D.19.48,54, etc.; Uy- is v. 1. in ll.ee., and may be right in Arist.Po/.1335»13, cf. ib. b 30; τά iyyova issue, Inscr.Cos 36*4, PFreib. 10.8, etc. ; of animals, Ph.2.396, al.; Ερως rvpbs eyyovt APl (Alph.). 3. productive, κακίας, μνήμης, Callistr.Stat. 10. [eyy- may represent Uy- (q. v.), both forms are found in Att. Inscrr. up to ca. 300 B.C.; I77- is rare in Hellenistic Greek, OGI^g. 12 (iii B. c.), ,33 (iib.c.) ; but more freq. later ; ivy- is written in S/G (Samos, iv B.C.), dub. in C/G3185 (Smyrna).] Ιγγοργών φοβαρώς βλεψας, Hsch. : also aor. Med. Ι(γ)γοργώψατο, Id.; cf. yopywipato.

3 εγγράμματος 468 iy δ- εγγράμματος, ov, written, λόγος φωνή 4. Pl.Def.414d, cf. PH.X.321, ARR.P/1'RF , S.Ε.Λ/ II. containing Utters, descriptive of letters, βήσις ATH, B. III. literate, POxy (iii A. D.). εγγραιττος, ov, = έγγραφος, συνθηκαι PLB ,AL. ; νόμοι STR , D.S.I.94; πράγμα ε. καϊ άγραφον PAmh.2.II0(I A.D.), ETC. : έγγραπτον, τό, written document, PMagd (iii B.C.). έγγραυλίς, ίδος, ή, a fish, = ίγκpaσίχoλos,ael.na8.18 : pi., 4γγραύλεις Opp./ Ιγγράφ-ευς, έως, b, registrar, Gloss. -η, ή, Dor. «γγροφά IG (Epid.), registration, πολιτών Arist. virt.43.1, cf. Ph.2.51 ; of persons on the list of their deme, D.39.5 (pi.), 7G (pi.); of ίτιμοι, D.25.28; of public debtors, Id.37.6 ; of those subject to penalties, Arist.Po/.1322 a l (pi.). II. engraving of an inscription, Άρχ.Έψ (Gonni). 2. Geom.,inscribing ofa figure, Papp , al.; cf. 4κγραφή. -ής, ές, = έγγραφος, Anon.!'«ΡΑ ος,ον, Dor. γγροφος (Crete), written, PIb , Luc.Herm.24, etc.; έγγραφα,τά, documents, OG/ (Pergam.). Adv. -φως Inscr.Prien (1 B. c.), J.fi_/r.2 7 t, S/G (Pizus), Porph.CAr.27. IL enrolled, IGl III. έγγραφοι πατέρες, =patres conscripti, D.H ω, make incisions into, τ'ύ στέλεχος Thphr.T/Pj. t mark in or on, paint on, ζφα 4ς τήν εσθήτα i. Hdt.1.203; opp. εξαλείφω, PI.P.501b. 3. engrave, inscribe, iv ττ!σι στήλι]σι Hdt.2.102, cf. 4.91; νόμους Lys.30.2 (of codifiers, opp. 4ξαλείφω) : Med., %v έγγραφου συ μνήμοσιν δέλτοις φρένων Α.Pr. 789 : Pass., to be written in, ένεγέγραπτο δε τάδε iv αυτί} (sc. ττ? επιστολή) Th ; abrbv ενρεν εγγεγραμμένον κτείνειν found his name entered in the letter for execution, ib.132; δέλτον 4γγεγραμμένην συνθήμαθ' S. Tr metaph., εΐ μέλλουσι τοιαΰται διάνοιαι 4γγραφήσεσθαι άνθρώποις X.Cyr Geom., inscribe a figure in another, εις.. Euc.4.4,al.; 4v.. Archim.Sph.Cyl.i. 13,al.(Pass.). 6. Medic., include in a prescription, οίνος εγγεγράφθω Are\..CD1.2. II. enter in the public register, esp. of one's deme or phratria, 4ς τά κοινά γραμματε'ια Is.7-1 j 4γγράφαι rbv vibv είς άνδρας D ; είς τους φράτερας Id.39-4 > T0 " s άτιμους Plu. Them.6 ; also ίεράν 4. τήν ούσίαν Alex.276 : Pass., είς τους δημότας 4γγραφήναι D ; Μαντίθ605 ενεγεγράμμην by the name of Μ., Id.39.4; τους μήπω δι' ήλικίαν εγγεγραμμένους Arist.Po/.l275" 5 > w-plv 4γγραφήναι κα\ λαβείν τί) χλαμύδων Antid. 2 ; εΐι τους Εφήβους Pl.Ax.366e. (A.Ch.Ggg is corrupt.) 2. indict, Ατ.Ραχ1180, D : Pass., έγγράφεσθαι λιποταξίου to be indicted for desertion, Aeschin ofstatedebtors, enter their names, 4γγραφόντων 01 άρχοντες Tots πράκτορσιν Lexap.D-43.7r ; εγγεγραμμένος [4ν ακροπόλει] registered among the state-debtors, D.25.4, cf. Arist.^4/A,48.1; also of άτιμοι, PI.Lg. 784d. (Perh. written 4κγρ-, S/G ) έγγριμάσθαι. 4ναγίσαι, Hsch. ίγγρισ μ<5ς παροξυσμός, Id.; cf. άγγρίζειν. έγγ-υάζων* αντίφωνων, Id. eyyvaxi^, Ep. and Lyr. Verb, (γύαλον) prop, put into the palm of the hand, put into the hand, έεδνα Ζσσα 01 4γγυάλιξα Od ; 4γώ δέ το! έγγυαλίξω I will put him into your hands, ; S δ' αύτ' 4μοϊ εγγυάλιξεν (sc. τούς ΐππους) II ; freq. of the gods, και το! Ζευς 4γγυάλιξε σκήπτρόν τ' ήδε θέμιστας 9-9 i τιμήν,.ίφελλεν 'Ολύμπιος 4γγυαλίξαι ϊ τότε 0! κράτος έγγυαλίξω II.192 ; δτέοισιν κΰδος.. 4γγυαλίξτ! ז c f- A.R.2.55, etc.; 4. ίλβον Pi.Pai.6.133, (7) 46, Hegem.ap.Ath D. ίγγυαλον, = κοίλον, Orion Ιγγναν* οφωνίαν (Lacon.), Hsch.,! Χ.Αη ίγγνάω, impf. ήγγύων (παρ-) S.OC94, E.Supp.JOO, etc.: aor. ήγγύησα Ε.ΙΑηο3, D.29.47» etc : Pf ήγγύηκα D.C.38.9: plpf. ήγγύηκει Is.3.58 : Med., fut. -ήσομαι D : aor. ήγγνησάμην And.,ךϊ.44,3 D : Pass.,aor.7)771^07j» (ci -, κατ-) Lys , D.59.49: pf. ήγγύημαι (δι-) Th.3.70: also treated as a compd., 4νεγυησάμεθα PEleph.37.9 (iiib.c.), and freq. in codd.: impf. 4νεγύων Is.3.45, D ; ίνεγύησα Is.3.36,70 : pf. 4γγεγύηκαΆ.40, D ' impf. Pass, ίνεγυάτο Is.3.70 : pf. ίγγεγύημαι D.33.24, POxy. incor- A - D ) : p^pf ένεγεγύητο Is.3.55 : but these forms are י) rect: (<?771/17) : give or hand over as a pledge. Med., have a thing pledged to one, accept as a surety, δειλαί τοι δειλών γε καϊ 4γγύαι 4γγυάασθαι Od (nowhere else in Horn,). 2. esp. of a father, plight, betroth, θυγατέρα εγγυάντινι Hdt.6.57 ( v infr ) j Z6us ήγγύησε κα 1 δίδωσ' E./A703: Med., have a woman plighted orbetrothed toone, c. acc., D : Act. and Med. opposed, Hdt.6.r30: Pass., of the man, to be betrothed, θυγατρί τίνος Pi.L0-.923d. II. Med.,pledge oneself, give security, 4γγύας έγγυησάμενοι πpbs τί) δημόσιον And.1.73, cf.pl.l3-.953e; 4πίτισι Lys.23.9; ε.τινϊάτι.. Pl.Euthd.2J4b. 2. c. acc. et inf. fut., promise or engage that.., Pi.0.11(10).16, Ar.PI. 1202, X.An , Pl.Prt.336d, etc.; εγγυάσθαί [τίνα] καϊ όμολογείν παρέξειν Lys ; ίγγυωμένη δώσειν Babr c.acc. rei, answerfor, εγγυάσθαί τά μέλλοντ' εσεσθαι D : C. acc. pers., Pl.Lg-.855b; έγγυάσθαί τινά τινι give surety for him to another, D; ; 4γγύην εγγυάσθαί τίνα πρός τινα Pl.Phd.II$d; τά μετέωρα give guarantees without security, SIG (Ephesus, iii B.C.), έγγνβάθης, is, = άγχιβαθής, Dion.Byz. ι : written -βάθος in Suid. ίγγνδιον εγγιον, Hsch. έγγΰευω, = ίγγυάομαι, GO/ (Delph.). έγγυ-η (rarely έγγύα ; but τήν έγγύαν IG1 τ(2).226α 2α (Delph., Ill β. c.) cf. Epich (v. infr.), PS/4.346 (iii B. c.)), ή. (iv, γύαλον, cf. έγγυαλίζω) : pledge put into one's hand: generally, surety, security, whether received or given, Od.S.351; 4. τιθέναι TivlA.Eu.898 ; 4γ- yias άποτίνειν ύπέρ TIVOS Antipho ; 4. έγγυάσθαι (v. iyyvau 11) ; άποδιδόναι D ; 4. όμολογε'ιν, = Lat. vadimoniumfacere,d.h.l1. 32, Οίτ/455.3 (Epist. M. Antonii); τη! 4. rrjs Μ την τράπεζα ν D ; έγγύας &τα ' στ ι θυγάτη ρ, 4γγύα δε ζαμίας Epich.268 : prov., ίγγύη, πάρα δ' &τη Pl.CArwi.l65a, etc. 2. betrothal, Pl.L3-.774e; 4. ποιεΐσθαί TIVOS Is <. σημεΐον iv θυτική, Hsch. [6 ; 0 only in ΛΡ9.366.] -ημα, ατός, τά, security, PMasp.16g.14(vi Α..(.פ -ησ-is, fas, η, security, C/G (Delos(?)), BGUg81, 36 (i A. D.), v. 1. in D ; right of giving security, 7G U. betrothal, Is.3.53 ; κατ' έγγύησιν Alciphr ητης, oo, 6, one who gives security, surety, guarantor, 4γγυητήν καθιστάναι Hdt , Antipho5.17, Lys.23.12, IG2\11J2.22, etc.; άξιο! i. TivosThphr.Char. 18.6; παρέχειν Pl.Lg-.87ie; λαμβάνειν τινά i. D.33.7 ; διδόναι Plb , etc.; ίπ' έγγυητ ων ίκμισθο'ύν under securities, X.Vect.3.14; i. τοΰ αργυρίου άξιόχρεως for the money, Pl.Ap.3Sc ; of ί της τραπίζης those who had given security for the bank (and were liable in case of its failure), D.33.10; & νόμος i. άλλήλοις των δικαίων Arist.Pol. I280 b I1; Th νόμισμα οΐον i. ύπερ της αλλαγής Id.PAl 133 b I 2 ; εΐμήτις θεων εστίν i.,. is D.Η.II.41. -ητικός,-t!,0v, connected with surety. ship, πράγματα,πρόσωπα, Hepb.Astr.2.28,30. -ητός,η, όν, always of a wife, plighted, wedded, εγγυητή γυνή, opp. to an εταίρα, Is.3.77, D ητρια, ή, fem. of ίγγυητής, Stud.Pal. 20.I39 (vi A. D.). Ιγγνθεν [β], Adv., (ίγγύς) from nigh at hand, i. 4λθε ίν to approach, a ; i. σκοπεΐν S.PA.467, cf. Th.3.13, Pl.Ptt.289d, etc. 2. with Verbs of rest, hard by, ί. ιστάμενη Il ; i. είσίν Od c. dat., i. τινί hard by him, II , etc.; 4πε1 φόνος 4. αύτψ , cf : c. gen., i. 'Κρήνης II.723 ; θνήσκοντος {. παρών A.CA ofkinship, Od έγγυθηκη, ή, stand for vessels, tripods, etc., hys.fr. 34, Hegesand. 45 ; cf. έγγυοθήκη. εγγΰθι [ϋ], Adv. hard by, near, in Ep. mostly c. gen., II.6.317, Hes.0/1.343; Theoc.21.8 / aut0 : less freq. c. dat., II : abs., 7.341, Hes.Op II. of Time, nigh at hand, 4γγύβι δ" ήώς II, «γγ-υιόω, stretch the limbs upon, v.l. for συνέκαμφεν, Lxx 4^ ; cf. ίγγυιώσεται' συμπλακήσεται, ίναγκαλισθήσεται, Hsch. Ιγγυμν-άζω, exercise in, την ψυχή ν θεάμασιν 4. Luc.Salt.6 ; τήν γνώμην ένθυμήμασιν Polyaen.sPraef.: more freq. in Med., iv σοι ίγγυμνασόμενος to practise upon you, Pl.Phdr.228e ; practise oneself in..., πολέμοις Plu.Caes.28, cf. Ph.1.551, Luc.Lex.22, Jul.Or.l.37c ; ivταίςπράξεσινό..36.$2,e.\.bkt$p.25: Pass.,Hp.Vict.2.63; <!7 γυμνασθέντες 7repiT1Vett.Val ; λόγοις Luc.Hipp.2. -αστέον, one must practise oneself in, Them. Or. 4.51b. έγγνοθήκη, ή, = ίγγυθήκη, Lac.Lex.2. εγίν0ζ,ον,(4γγ</η,<:{.ίμφίγυος) secured, under good security, μνάς.. εγγύους4πιτόκψδεδανεισμέναςlys (but ν.εγγαιος 11). 2. reliable, in Comp., οπλα -ώτερα Them.Or c (nisi leg. ίχεγγ-). II. Subst., = εγγυητής, εγγυον παρέχειν Thgn.286, cf. X.Vect.4.20, Arist. Oec. 1350*19, S/G (Ephesus), (Samos), PEleph. 8.19, Ep.Hebr.J.22, etc.; f. της προξενιάς giving security for,.,/ 9(2). 4(Hypata), etc.: fem. in Aeschin. />.11.12, BGU (ib.c./ I A.D.). iyyvs [0], Adv., Comp. ίγγυτέρω(~τέρ!ρ Hell.Oxy.6.3), irrepoi also PI.Lg. 704ε : Sup. έγγυτάτω or -ύτατα (first in Hp., and Att.); also εγγιον, εγγιστα (v. ίγγίων). I. of Place, near, nigh, at hand: freq. in Horn., 4. γαρ νυκτός τε καϊ ήματός ε'ισι κέλευθοι Od.I0.86 : c. gen., hard by, near to; so λύπας 4γγυτέρω nearer to grief, S.OC1217: c. dat., Ill 1.340, E.Heracl.3J ; ίγγυς όδψ dub. in IGi'.gJj[: mostly with Verbs of rest, i. εστάναι, παρεστάναι, A.Pers.686, Eu.65 ; but i. χωρε'ιν Id. 77!.59 : c. gen., 01' 4γγυτάτω της αγοράς κατεσκευασμένοι Lys.24.20, etc. II. of Time, nigh at hand, II ; i. ήμΐν ό άγών X.Cyr III. of Numbers, etc., nearly, έτεσι I είκοσι Th.6.5 ; μισβίς i. 4νιαυτοΰ X.HG : generally, nearly, almost, i. εγνως S./chn.^oi; οϋδ' i. TIVOS not nearly, i.e. not by a great deal, nothing like it, P1.5w/198. b; έχει ούχ οΰτω ταϊτα 0J8' 4. not so...nor yet nearly so, D ; ούκ ίποίουν τούτο, οΰδ' i Η ; mostly, Kp.M0chl.34 XV. of Qualities, coming near, 4. τι καϊ παραπλήσιον P\.Grg.z20a; 4γγυτατα του νυν τρόπου, τηι ξνμπάσης γνώμης,th. 1.13,22 ; ότι 4γγύτατ α τούτων Id ; δί κοι>5 πάσιν ουδείς 4γγυτέρω D ; δοκείς δηλώσαι έγγύτατα τήν βητορικήν Pl.<S>g-.452e; 4. είναι, c. gen., Id.PW.116b ; 4. τυφλών Id./? 508c ; 4. τι τείνειν τον τεθνάναι very near death, Id.PArf.65a ; κβκίϊ παθεΐν 4γγύτατα D V. of Relationship, akin to, οί Z7jv!1s 1 A.pr.162 ; 4γγυτέρω γένει or γένους, PI.A/).30a, Is.3.72 ; (γγύτατα. γένους A.Supp.388, Lys.Pr.41, PI.Hp.Ma.304^ ; 4γγυτάτω γένου! /Gi77., Ar. Αν «yyutepos [C], a, ov, Comp. Adj., (ίγγύς) nearer, Procop.Gaz.Ep. 62 : Sup. Εγγύτατος, η, ov, nearest, Aen.Tact.28.3 (s.v.l ), Lxzjb 6.15 ; δι' 4γγυτάτου, = 4γγυτάτω, Th έγγντης [ί], ητος, η, nearness, Str , Α. D.Pro« Alex. Aphr.Pr.2.35, Them.Or.i4.182b, etc. έγγώνιος, ov, (γωνία) forming an angle, esp. right angle, σχήμα Hp.Art.22 ; λίθοι ίντομγ 4γγώνιοι cut square, Th ; πύργοι } BJ Adv. -ίως Paul.Aeg II. cut into angles, of ivyleaves, Tbphr./77 > (Comp.). έγγωνοίΐδή«, es, = foreg. 11, Thphr.7/P εγγωνον, τό, angular piece of land, Tab. Heracl. 2.1 ο 7. έγδ-, freq. for 4κδ- in Inscrr. and Papyri : also ίγδάκτυλ0ϊι = έξαδ-, /G2.809 b 195.

4 eyhovnrjcrav 469 έγκαλέω ίγδοιίττησαν, v. γδουπέω. ίγειράφρων, ov, gen. ονος, (φρήν) gloss on άερσίφρων, EM20.4J. ίγείλασαν συνήλωσαν, Hsch. (Perh. if-, cf. γάλλοι.) ίγϊίρω, Aeol. inf. έγέρρην Alc.Supp.16.12, cf. Et.Gud.15J-48 : Ep. impf. έγεφον Il : fut. 4γερώ Pl.Epigr.28 (cf. 4ξ-, i*-) : aor. ήγειρα, Ep. e7-od.i5.44: pf. ^γήγερκσ. Philostr.Ep.l6 : plpf. -κειν j.aj ) D.c.42.48: Pass., Pl-P-330e, etc.: fut. έγερθήσομαι Babr.49.3 (also fut. Med. ίγεροΰμαι dub. in Polyaen ) : aor. ήγέρθην Hdt.4.9, etc.; Ep. 3 pi. ϊγερθεν v. 1. for &γ. in Il : pf. ίγήγερμαiv.l. inth-7-51: plpf. 4γήγερτο Luc.Alex.1g: also, in pass, sense, poet. aor. ήγρύμην (εξ-) Ar.Pa.e, I; 3 sg. έγρετο, imper. εγρεο, 11,2.41, Od.23.5; 2 sg. subj. Ζγρΐ) Ar.P-774 ; opt. εγροιτο Od.6.113; inf. έγρέσθαι (freq. written έγρεσθαι, as if from a pres. έγρομαι, cf. έγρα) ib ; part, ίγρόμενος 10.50(and late Prose, lamb.myst. 1.15) : intr, pf. 4γρήγορα (as pres.) Ar.Ljvs.306, Pl.Prt.310b, etc.: plpf.ήγρηγίρη(as impf.) Ar. c.32; 3 pi. 4γρηγόρεσαν Id.PZ.744; 3sg. έγρηγόρει X.Cyr : Ep. pf. 3 pi. ίγρηγόρθασι Il ; imper. ίγρήγορθε (v. infr. 11); inf. 4γρήγορβαι ib.67. I. Act.,awaken, rouse, ί. τινά 4ξ ίίπνου 5.413, etc.; τούς δ'.. ύπνώοντας εγείρει > f τινά eiu i)se.hp1050(lyr.); simply, 4. τινά A.pM.140, etc.: metaph., τάς τίχνας Theoc.2I. I. 2. rouse, stir up, II ; 4πεί μιν εγείρε Λιύς νίος "> tydpeiv Αρηα stir the fight, 2.44» etc j ε- μάχην, φύλοπιν, etc., , etc.; Τρωσϊν θυμbv 4. (v.l. άγεΐραι) ib.510; e. τινά επ\ έργον Hes.Op.20 ; εγείρε νήα h.ap.408 ; 4κδοχήν πομπού πυpbς 4. wake up the bale-fire, A.Ag.2gg ; λαμπάδας 4. Ar.Ra.340 : freq. metaph., 4. άοιδάν, λύραν, μέλος, θρήνον, Pi.P.9 104, Ν.ιο.21, Cratin.222, S.OC1778(anap.); μίθον Pl.Ptt.272d; rb ους ε. 'prick μ/)'the ears, Plot raise from the dead, νεκρούςev.matt. 10.8,cf. lpz.c0r (Pass.); or from a sick-bed, Ep.Jac.^.i 4. raise, erect a building, Hyp.Pr.103, C2Xi.Ap.64, OG/677.3 (ii A.D.) ; να,όν Ev.fo.2.19, cf. Luc.Alex.10 : Pass., στύλος εγηγερμένος Bito 66.5, cf. Pla.Alex.ig, Jul.Caes.320c. II. Pass., with pf. Act. ίγρήγορα, wake, έγειρομένων ανθρώπων Od , cf. Hdt.4.9, etc.; έγρετο δ' εξ ύπνου II : metaph., εγειρόμενος ε'ις ίμαυτbv εκ τοΰ σώματος Plot.4.8.1: in pf., to be awake, ίγρηγόρθασι II ; εγρήγορθε stay awake! 7.371, (whereas εγρεο is wake upi Od.15.46); ίγρήγορας ή καθεύδεις; Pl.Prt.310b ; πόλις ζώσα κα\ εγρηγορυΐα Id.L^". 809d ; καϊ εφρόνει καϊ iγpηγόpeι X.Cyr , etc.; of things, 4γειρομένου χειμώνος arising, Hdt.7.49 ' so metaph., τά εκ τοΰ βαρβάρου 4γειρόμεναΆ.148 ; iγpηγopbς φρούρημα A.E11.J06 ; ε. τύπήμα Id.Ag. 346, etc. 2. rouse or stir oneself, be excited by passion, etc., Hes. Sc.176, D : c. inf., 4γηγερμενοι?!σανμή άνιέναι τά των'αθηναίων they were encouraged to prevent the departure of the Athenians, v. 1. in Th III. intr. in Act., arouse oneself, Aesop. 16b. IV. in αρ,φϊ νυρήν.έγρετο λαός Ι > 2 4*7 9> Ρ f r Ρ~ SO in Mafist γελα χαλινοί, Hsch. Ιγ^λωτοι. αστέρες, Id. εγεντο, ν, γίγνομαι. έγεργβΐ* γρηγορεί, Id. έ-γερο-ΐ-βόης, ου, <5, raising the cry, loud-voiced, /G βροτοϊ, ov, awakening men, ProcL/L yt\u>%, ωτος, 6, ή, laughterstirring, AP11.60 (Paul. Sil.); 'Αφροδίτη Orph.pr.183 -θέατρο?, ov,exciting the theatre, API μάχας [μ$^},ου, ό, battle-stirring, APj.424 (Antip. Sid.) : fem. -χη, ib (Nicias). -μάχ^ω, arouse strife, Tz.TL μοθος, ον, = 4γερσιμάχας, Opp.C.l. 207, Nonn.D εγε'ρσϊμο$, ov,fromwhich one wakes, ύπνος, opp. the sleep of death, Theoc ενερσίνοο? [ί], ov, soul-stirring, μέθη Nonn.D ; φωνή ib. 37^73 ; βίβλοι Procl.ii 3.4. εγερσ-is, εως, ή, awaking, Hp.C0ac.82 ; personified in Emp : pi., Phld.J?A.2.206S., Polyaen : metaph., ή τοΰ θυμοΰ ε. PI c, Arist.PA r 1116 b 30. b. awaking from death, Ev.Matt > recovery, 4κ τοΰ πάθεος Aret.SA raising, erection, τειχίων Hdn (pi.), cf. Men.Eph.ap.J.^/ έγερσΐ-φάηϊ, ές, light-stirring, 4. πέτρος the flint, ΑΡ6.ξ (Phil.). -χορο5, ov, leading the dance, Opp.C εγερ-τε'ον, one must raise, ~L.Rh.6go. -τήριον, τό, excitewent, Ael.VH2.44 : pi., -τήρια δρόμου, of the ears ofa hare, Id. Ν A τ [ϊ], Adv. eagerly, busily, κινεΐν τινα S.Ant.413 ; wakefully, Heraclit.63, Ε.ΡΛ τικός, ή, όν, waking, stirring, νοήσεως PI.7?.523ε, 524d. II. in Gramm., enclitic, because changing the grave accent of the preceding word into the acute, 4. 4πίρρψα AB114J. -τάς, ή, όν, = 4γέρσιμος, ΰπνος Arist.Somn.Vig. 454 b M εγ,ρηληθίωντι, ν. έξειλέω. εγηγαρτος - 4πίχαρτος, 4πιχαρής, Hsch. (leg. έγχαρτος). εγήρα, ν. γηράσκω. εγκαθαιρε'ω, aor. inf. έγκαθελείν' καταβαλεΐν, Hsch. έγκαθ-αρμάζω, fit in, Ar.Lys εδρος, S, assessor, Gloss. ε'ζομαι, fut. -εδοΰμαι, sit or settle oneself in, Ar.Pc.23 ; th βϋκον Id.Pa.1523 ; els ive'spav Arr. Tact.l 5.5 ; encamp in a place, Th.3.1,4.2; των δαιμονίων καθεζο μένων J. AJ είργω and -γνΐμι, shut up, enclose, ib ; φορβείπ.τό βαγδαΐον Plu c : Pass., ib.951b, Jul.Or.7.206b : also έγκατείργω, Agath.1.n,al.: Pass., Aret.S.i41.5, Herm.ap.Stob ειρκτος, ov, shut in, enclosed, Aesop ετο%, ov, (εγκαθίημι) put in secretly, suborned, προέδρους 4. ύφίντεςpi.ax.368e, cf. Ό.Ερ.3.34, Plb , Ev.Luc.20.20, J.P/ Adv. -TCOJ, δημηγορεΐν D.S II. of a child, = είσποιητός, Hyp.Pr.56. -ε-υδω, fut. -ευδήσω, sleep among, Arist.77yi610 b 31; sleep upon, ποδήρη διτα ώς εγκαθεύδειν Str. Ί 5 ι 57> στιβάδα 4γκαθεύδειν τινϊ παρασκευάσαι Ae\.NA generally, lie abed, Ar.Z-_y sleep in a temple to effect a cure, /G (Epid.), (Orop.), etc. -Ιψω, boil in anything, Hp.Mul ηβάω, pass one''s youth in, E.Hipp η\όω,βχ in, Heliod.ap.Orib (Pass.). < ημα ατοί, τό, that which settles in a place, of foreign bodies in the eye, Orib.Eup.^.^l. -ημαι, sit in or on, X.Eq. 1.11; lie in ambush, iv τοις τρίβωσιν Ar.Ach.343, c f Th.600 ; i. κα 1 4νεδρεύειν Aeschin ; of garrisons, lie in a place, Plb , J.P/5.1.2 ; lie couched in, as the men in the Trojan horse, PI. Tht.18\d : metaph.,«?. μεταξύ.. Id.Prm.i56d ; ijκαθήμενου τais φυχαΐς τοΰ φόβου PIb ίμττόδιον εγκαθήμενον Plot > ^ e one 's stand upon, τίρ [ιητφ Mich, in EN ιδρύω [0], erect or set up in, άγαλμα i. χθον'ι Ε./7978, cf. Ath b, J.P/ : Pass., Philox.3.5 codd. Ath., Arist. Mu.3gJ h 2J, Hld ίξω, Ion. -κατίξω, seat in or upon, els θρόνον PI.P.553c; 6. στρατιάν iv τοis τόποις station a force in a place, Plb : aor. I Med., vabv εγκαθείσατο (vulg. ίγκαθίσατο, cf. εγκαθισάμενοι τά οττλα V.L in ].Β/5.1.2) founded a temple there, E. Hipp administer a sitz-bath to one, Sor.1.64, Herod. Med. ap.orib , etc.: Pass., Ηρ.ΛΓ«/.1 35 ; also, to be used for such, Dsc.5.13, cause to subside upon, τοίς κοιλώμασι τήν ύπερκειμένην γήν Lyd.Osi.53 II. intr., sit in orupon, [ θρόνοι ] Pi. P : Med., εγκατίζεσθαι e'1s θρόνον take one's seat on.., Hdt ίημι, let down, is τήν χύτραν Ar.Lys send in as agents, Plu.Pyrrh. 11 : Pass., of a catheter, to be passed, Ruf. Ren.Ves.7.1 r. II. commit, entrust, Zei s εγκαθίει (for -ίησί) Λοξία θεσπίσματα.. Α.pi86 -ίννΰμαι, = εγκαθίζω 2, Hp.Mul ισμα, ατοί, τό, sitz-bath, Dsc.3.113, Gp , Sor.I. 56, etc. II. dwelling on a syllable in pronunciation, O.H.Comp. 20,22 fin. -ισμός, δ, =foreg. π, Id.Lfcm.43 (pi.). -ιστε'ον, one must administer a sitz-bath, Sor.2.11, Herod.Med. in ΡΑ.Λ/ws ίστημι, place or establish in, as king or chief, σε.. Μυκήναις εγκαταστήσω πάλιν E.ITg82 ; 4. τινάς ηγεμόνας Th.1.4; τινά τύραννον D. 1 οך. 1 ; also, place as a garrison in a place, v. 1. in Id. 9.15; φρουράν Plu.Alc.30 ; of institutions, ε. δημοκρατίας Arr.An. t : Med., establish for oneself, βασι λείην Hellanic.79(a) J. II. Pass., with aor. 2, pf. and plpf. Act., to be established as ruler in a place, Lys.2.59, Th ; also αυλητών νόμφ εγ καθεστώτων Id οράω, look closely into, τινδς τφ προσώπιρ Plu.Demetr.38 ; els Tb ίίδωρ /G (Epid.) : abs., Pl.Epin.ggoe. II. remark something in a person or thing, Plu.Brut ορμίξομαι, Med., run into harbour, come to anchor, αύτόσε Th.4.1, cf. D.C : aor. Pass., Arr.An άρμ,ιστ%, εως, ή, putting into harbour, ib υβρίζω, riot or revel in, τρυφαΐς E.Tr υφαίνω, v.l. for καθ-, Lxx.Ex.28.1J. εγκαίν-ια, τά, (καινός) feast of renovation or consecration, Thd.Da. 3.2, Lxx.2Ps.6_16 ; esp. that established by Judas Maccabaeus at the reconsecration of the Temple, Ev.Jo ίζω, restore, τείχος Lxx/s ; βασιλείαν 1 Ki.!1.14; make afresh, &δόν Ep.Hebr ; consecrate, inaugurate, οίκον Κυρίου Lxx.3KL8.63 : Pass., Ep. Hebr.9.18, 7G12(5) (Syros) ; χύτρα -ισμένα Archig.ap.Orib II. innovate, prob. in PPar.16.24(11 B.C.). -is, ίδος, η, dub. sens, in Agath (Perh. 4γκενίς, = ίπηγκενίς.) -icris, εως, ή, consecration, LxxNu.7.88(v. 1. -ωσις). -ισμός, b, = foreg., ib.ima.4.56 (v. 1. -ιααμός), Nu.J. 10,al. έγκαιρ-ία, ή, seasonableness, opp. άκαιρία, Pl.Ptt.305d ; τροφής Aret.CAi.i. -10s, ov, = έγκαιρος, PI. TV.5id (Sup.), PGrenf ίότης, ητος, ή,= έγκαιρία, Sch.E-PA OS, ov, timely, seasonable, Pl.Ptt.282e, Lg.928a, Them.Or a : Sup., Pl.Lg-.717a. Adv. -ρως Aristaenet.1.15 : Sup. -ότατα Them.Or c. έγκαίω, aor. I part, εγκέας /G , but -καύσας SIG 2 $ : burn or heat in, οβελοϊ ίγκεκαυμένοι πυρί E.Cyc brand, Luc.Pisc.46 : Pass., βοΰς εγκεκαυμένας ρόπαλον Απ.Αη.ζ scorch, of the sun, Gp paint in encaustic, i.e. with colours mixed with wax, IGi.e., 11(2).199^4 80 (Delos, iii B.C.), Lxx2il/«.2.29, Pli Medic, in Pass., to be overheated, Gal.2.870, Aret.CP1.5. II. make a fire in, ττΰρ Plu. A lex. 24; οτκοι 4γκαιόμενοι heated chambers, Luc. VH2.11, III. metaph. of passion, Sm.Ps I V". abs., offer sacrifice, Άπόλλωνι Paus έγκάκε'ω, behave remissly in a thing, ενεκάκησαν τί> πέμπει ν they culpably omittedto send, Plb , cf. Thd.Pr.3.11, Sm.Ge : C. part., τί) καλ'όν ποιοΰντες μή εγκακώμεν Ep.Gal.6.g : abs., Εν.Luc. 18.1,al., cf. PGi/1043.3(iiiA.D.) ; cf. εκκακέω. II. יεγκακοΰμεν ΰψοΰμεν, Hsch. Ιγκάλε'ω, call in a debt, Isoc.17.44, X.An , D.31.6, : generally, demand as one's due, άργύριον Lys invoke, τήν των θεών'ιατρείαν Str bring a charge or accusa- Hon against a person : Constr.: c. dat. pers. et acc. rei, charge something against one, φόνους ε. τινί S.P/.778, cf. Pl.Ap.26c, etc.; ε. έγκλημά τινι Hyp.Ljyc.18, cf. Eux. 24; χόλο ν κατ' αύτων ε. S. Ph.328 : folld. by a relat. clause, i. τινϊ 'ότι.. X.An : c, inf., 4στϊν & ίνεκάλει τοις 'Αθηναίοιs παραβαίνειν τάς σπονδάς Th.4.123: c. part., 4. αυτοί ς άμελοΰσιν Pl.Prt.346a : freq. c. dat. pers. only, accuse, Autipho4.2.2, etc.; ε. περί τίνων Inscr.Prien.28.8 (ii Β. c.); επϊ τοΐς διψκημένοις ib.37 I2 8 (ii Β. c.) : c.acc. rei only, bring as a charge, εί τι άλλο ενεκάλονν Th-5-46, cf ; τ:/ νείκος έγκαλείν throw the blame of quarrel on another, S.OP702 : abs., 01 εγκαλέσαντες Arist.

5 έγκαχινΰέομ,α,ί 470 εγκατανωτίζομαι Rh.Al.l43^17: rarely c. gen. rei, t^s βραδύτητος αϋτοϊί ενεκάλει Plu. Arist.10 : Pass., εγκαλείται τί! ןτίιχι a charge is brought against.., Arist.PA''1120 b I7 ; ενίων ίγκληθέντων επϊ τψ βίψ Phld.PZei.p.93 G.; τά έγκεκλημενα^α^3, OG/90.14(» Β. c.): also with person, constr., εγκαλεΐσθαι υπέρ τίνος D.H,7.46 ; τινός D.C.58.4: Locr. part. 4γκαλεί'μένος may be either Med. or Pass., /<J9(l).334.4r. 2. as lawterm, prosecute, take proceedings against, οΰτ' εγκαλούντες οϋτ' εγκαλούμενοι D.34-1 ', <= δίκην τινί Id ; ε. τινϊ περί τίνος Isoc ' abs., Ar.^w object, c. acc. et inf., Phld.S^M.29. εγκάλινδε'ομαι, roll about in, ττ!σι φάμμοισι Aret.CPl.2 : metaph., 7τολλ7)<π συμφορρσι Hp.Ep. Γ7 ; ταραχαΐς καϊ κινδύνοις Agath.4.27; wallow in, ταΐς λιχνείαις Ath.6.262b, cf. Them. Or b. εγκαλλωΐγ-ιζομαι, take pride in, τοις αίσχροΐς Plu. Ant.36 ; βωμόλοχίαις Agath. ϊ, 13, cf. Arr.Epict , Ael.Kii9.35; boast of, ταίς φίλαις τfj αξιώσει J.AJ ' abs! Ph ισμα, ατος, τό, ornament, decoration, Th.2.62, Plot.3.5.9, Them.Or.6.83c ; ofa person, γένους Agath.Praef.p.135 D. Ιγκαλοσκελης, ους, ό, having his legs in the stocks, Com.Adesp.g88. έγκάλ-υμμός, 6, covering, wrapping up, cj. in Ar.Av.14g6. -υτττεος, ο, ov,fit to be veiled, hidden, Ap.Ty.P/;,18. - υιττηρια, τά, veiling-feast, opp. άνακαλυπτήρια, Philostr.FS υιττω, veil, wrap up, Ar.Pa.911: Pass., to be veiled or enwrapped, Id.PZ.714, Pl.PArfr.243b ; tobe wrappedup (asfor sleep), X.An , Pl.PrZ. 3 r 5d; εγκεκαλυμμένος λόγος, a noted fallacy, Stoic. 2.8,90, etc. II. Med., hide oneself, hide one's face, Ar.PZ.707, etc.; εγκαλυπτόμενος καθενδειν And.l.17 ; of persons at the point of death, X.Cyr , Pl.PArf.118a, etc.: metaph., conceal one's feelings, c. part., νεμεσων ενεκαλύπτετο App.BC2.6g. 2. as a mark of shame, Pl.PArf.117c, D.Ep.3.42, Aeschin : c. acc. pers., feel shame before a person, θεούς ίγκαλυπτόμενος &v έμελλε δράσειν App.BCl.16: C. inf., tobe ashamed topmasp.2gt >.\ 2 (VA. D.). 3. -καλυπτόμενος σφυγμός, term invented by Archig., Gal υψις, εως, ή, concealment, Str.I0.2.I2 (pi.) ; της φυχής ύπδ τοΰ σώματος Plu.2.266e ; iv ίγκαλύφει είναι to be wrapped in obscurity, M.Ant έγκάμνω,^το» weary or slack in or at a thing, τινί ] A/ ; become slack, ταΐς εύτυχίαις Id.Ρ/ ; is έργον Aret.SDl.lg. έγκάμτττω, bend in, bend, X.Eq. 1.8, Gal.18(a).353 εγκάνάσσω, pour in wine, εγκάναξον E.CyC.152, Ar.py.105 ; κύλικα Alciphr.3>36. έγκάνάχάομαι, make a sound on a thing, i. κόχλω blow on a conch, Theoc εγκάνθιος, a, ov, in or of the inner angle of the eye, Dsc.Eup.1.8, Gal εγκανθίς, ίδος, ή, tumour in the inner angle of the eye, Cels.7.7.5, Gal.LP10.11, etc. Ιγκαττή- επικαρπία, Hsch. Ιγκάιτνισμα, ατος, τ ό, fumigation, Gloss. έγκάτττω, pf. 4γκέκάφα ΑΡ (Leon.). gulp down greedily, snap up, Ar.PaxT, Κ791, Stratt.25, Hermipp.26, Alex.128.7; #. αιθέρα γνάθοις hold one's breath, E. Cyc.629. II. ίγκάπτει" εκπνεΐ, Hsch. 7 Eust εγκαρ, αρος, 6, = φθείρ, εγκαρδι-αΐος, a, ov, = sq., φως lamh.myst.2.y. -os, ov, in the heart, εγκάρδιόν εστί (or γίγνεταί) τί τινι it goes to his heart, Democr. 262, D.S.I.45 ; τάγκ. τις ερεΐ what is in his heart, Phld.LZ0.p.!40. Adv., 'όταν γεννηθρς εγκαρδίως in.ךpmag.par.i closeproximity, of pianets, Anti0ch.Astr.inCaZ.C0rf.^4sZr.8(3).105. II. εγκάρδιον, τό (εγκάρδιος, δ, S.E.M.g.119), heart-wood, core, Thphr. HP^.S.g, ; pith, Dsc.l ,Gp generally, core, Roussel Cultes Egyptiens 2 36 (Delos, ii B. c.). εγκάρος, δ, (κάρ, κάρα) thebrain, APg.gig.^ (Ale.), Lyc,H04. έγκαρττ-ασθεντας* εγκριθέντας, εντυχόντας, Hsch. -ία, ή, perh. ϊλ.ίοτ ε ύ κ -, E M ך g 1 0, s,ovך 2.ך.- of fruit,containing seed, hence, ripe, Hp. Vict II. εγκάρπια, τά, unreapedcrops, S/G (Milet., ii B. C.). -os, ov,containing fruit, κάλυξιν έγκάρποις χθονός S.OT2g ;fruitful, σπέρματαρ\.ρ1ιά^2* ι 6\) ; of soil, Thphr.CP2.4.2 ; γάν εγκαρπον φέρειν may the earth bear produce, SIG1j26.41 (Crete) ; δένδρα Plu.2.2e ; τέλη έγκαρπα tithe of produce, S. Pr.238 : metaph., χρήσιμον καϊ έ. fruitful, Plu.2.776b, cf. Luc.Merc.C0nd.3g (Sup.). Adv. -7τωϊ, διακείσθαι Aen.Tact.7.1. II. εγκαρπα, τά, festoons of fruit on friezes or the capitals of columns, Lat. encarpa, Vitr εγκαρπα or έγκαρτα, = τοί/ς κεκουρευμένους πυρούς, Phryn. Trag.4 (ap.hsch.). -ωσις, εως, ή, being in seed, Gal , εγκάρσιος, a, ov (os, ov Gal. LP5.12 codd.), athwart, oblique, Th. 2.76,6.99, Ach.Tat.3.2, Hld.3.2; of the ecliptic, Arist.ili«.392 a 12 (v. 1. -icos). έγκαρτερέω, persevere orpersist in a thing, τινί v.l. in X.Mem ; εγκαρτερείν [τοιίτοίί] ά εγνωτε Th.2.61; rpbs δίψαν Plu.2.9S7e : c. inf., μή φιληθήναι Id.Ages c. acc., awaitstedfastly, θάνατον E.i/Pijji, Andr abs., hold out, remain firm under, c. dat., ταΐϊ πληγάΐς Plu.Pomp.jg; τοΐς δεινοΐς Luc.Anach.38: abs., Plu.Lye.18, P^mA.2.78 (ii A.D.). εγκάς, Adv. deep in, prob. in Hp.VCg, cf. Gal έγκατα, τά, inwards, entrails, Horn., always in acc., as Od.9.293, exc. dat. εγκασι in II ; iv έγκασιν Ηδου AP (Comet.); later, nom. sg. ϊγκατου Lxx3Ki , Luc.Lex.3. εγκαίτα-βαίνω, g0 down into, put oneself in, c. acc., κροκωτδν σπάργανον ίγκατεβα Pi.A : C.dat., dub. 1. in D.S ; eh.,. Gal. Uf2.15 : abs., Id βάλλω, throw down into, μέσ ν δ' ivi- κάββαλε δίν-τ! A.R (but written divisim, μέσψ δ' ivl κ. &μ1λφ II ) ; els.,. Alex.Aphr.Pn2.67 (Pass.). -βΐόω,/ass one's life in, Plu d, Longin βρέχω, wet or soak until, Gp βνσσόορ-αι, penetrate deeply, Democr D. -γηράσκω, = 4γγηράσκω, grow old in, τρ άρχή Arist4> ia.if.1; iv πενία Plu.Phoc. 30; become inveterate in, Din.2,3: also -γηράω, τα?ς μοναρχίας Them.Or.i9.232c. έγκατάγομαι [άγ], put up at a place, Nic.Dam.p.138 D., Poll εγκατα-γράφω [γρά], write down among, Ael.Pr.67 ; portray, Aen. Gaz.Ep δαμαζω,overpower: Pass., ΰπό κωνώπων 4γκαταδαμασθείς dub. in Hp.Epid (sed leg. εν καταδήγμασιν)., δαρβάνω - sleep in, Plu.2.647f. XI. go to sleep over a thing, τψ διφήν ib, 688f. -Seto, bind fast in, τινί Pl.PArf.84a, Them.Or a (Pass.), Opp.iP δυνω [0], aor. -κατέδυν, of the sun, set upon a place, Hp i4er.6 ; sink beneath, ϋδασιν ΑΡη.^2 (isid.) ; μυχόν Opp. Η : abs., sink, be absorbed in, Archig.ap.Aet.3.167, Gal.7.217: metaph., to be immersed in, c. dat., Dam.Pr. 10: Med., τ07s οικείοι! ίπιτηδεύμασι Procop.Arc.i. -ζειίγνίμι, associate with, adapt to, νέας βούλας νέοισιν ϊγκαταζεύξας τρόποις S.AJ.J$6. -θν[)σκω, Ep. aor. ενικάτθανε, die in, A.R κειμαι, lie in, c. dat., κλισμφ Thgn lie in bed, sleep, παράτινι Ar.PZ κενόω, empty out into, Hippiatr.J4. -κλεισις, εως, ή, enclosing, Herod. Med. in ΡΛ.^« κλειστός, ov, shut up in a place, EPr κλείω, shut up in, enclose, τινά τψ νεφ Alex.40.3, cf. Arist.Pr.937 a 29; το θερμον Thphr.CP : Pass., Hp.Acut.16, Arist,jWcfe.378^29. -κλίνω [ϊ], put to bed in a place, Ar.PI. 621 : Pass., lie down in, σισύραν εγκατακλίνήναι μαλθακήν Id Αν. 122; i-γκατακλιθ-ηναι els τδ Ιερόν Hyp.Eux.14 -κλώβω, interweave, Hsch. -κνάκομϊγής, ές, compounded of έγκατα and κνάκαν, Philox.3.11, κοιμάομαι, εγκοιμάομαι, Hdt.8.134, /(?4,952.9 (Epid.). -κρούω, χορείαν τοϊς μύσταis tread a measure among them, Ar.Pe κρύπτω, hide in, τί τινι Lyc.1231, cf. Gal, 2.305, al.; όνομα βνθοίς in religious mysteries, IG λαιι. βάνω, catch in a place, hem in, Th ; e. τινά 'όρκοις trammel by oaths, ib.19 ; εάν λογισμός εγκαταλαμβάντ! αυτόν Aeschin.3.60 : Pass., Th.3.33, Arist.Pr.926 b 31. II. follow in immediate succes sion, παννυχϊς i. έορτήν Aristid.Or.47(23).6, cf. 26(!4).84; atlackim mediately after, ή επϊ τψ ίμέτψ \ ασιτία{_τινά i.. Id.47(23)60 -λέγω, build in, πολλαϊ στήλαι εγκατελέγησαν were built into the wall, Th. I count or reckon among, Luc.Par.3 ; τινάς εις τους Εύτατρίδας, = Lat. adlegere interpatricios, D.C ; enlist soldiers, AP II.265(Lucill.). II. Pass.,lie in or on, Ep. aor. εγκατέλεκτο A.R λειμμα, ατος, τό, remnant, residue, trace, Arist.Pr.13, cf. Lxx/e.11.23, al. 2. residual trace, ειδώλου Epicur.L/.r p.12 U. 3. kneading trough, LxxPe.28.5ji7. 4. sediment, hence, silting-up, PPeZr.2p.14 (iiib.c.). -λείιτω, leave behind, ταΐδα Hes. Op.378 ; 4. φρουράν ivt-ij νήσψ Th.3.51; πλείον i. εξιόντες 4x τψ ων'ης PRev.Laws53.12 ;. > Tb κεντρον, of a bee, Pl.PArf.91c: hence of Pericles, τί) κεντρον 4γκατέλιπε τοις άκροωμένοις Eup-94-7 > μάχαιραν iv ri} σφαγή Antiph leave in the lurch, Pi.Smp. 179a, Lycurg.2, D.57.58,,ך. Ev.Matt.246 Lyr.Alex.Adesp.4.22, etc.; abandon, νεκρούς Th.4.44 ; άκρόπολιν X.//(? leave out, omit, Hdt.3, leave traces behind,. Ep1cur.Nat.Herc II. Pass., tobeleftbehind\nz.race, Hdt leave residual symptoms or sequelae, Hp.Epid.6.2.6, εγκαταλείψω, mix in an ointment, λίπος Hp. Acut.(Sp.) 33. εγκατά-λειψις, εως, ή, residual symptom (v. -ληψις). -λεκτε'05, a, ov, to be reckoned among, [πάλεσιν] εδ πραττούσαις Philostr. VS λητττικός, 7;, iv, inclusive, Gal ληψις, ews, catching,!ד or being caught in a place, being hemmed in, Th.5.72; suppression of urine, Hp.Epid (codd.sedleg. ε'γκατάλειψις). 2. concept ( = κατάληφις), Gal.l4.685, cf. I λιμιτάνω, = 4γκαταλείπω, Hp.Aph.2.12 (Pass.), Arist.PA.1368^19. -λογίζομαι, reckon in, Is λοχίζω, divide into relays or courses, Lxx 2CA.31.1S. -μείγνΰμι (-νω Luc.Lex.2ζ), mix with, τί τινι Timo 337 Lu.c.Hist.Conscr.13, etc.; φάρμα/coy ττότφ Ach.Tat.4.15 ; Tivas λόχοις D.H.6.2 ; εαυτούς τοις στρατιώταις Hdn : metaph., KEV τρον τωθασμοίς Ph ; θεδν άνθρωπίναις χρείαις Plu,2.4!4f; of sculptor, μανίην λίθψ API.4.57 (Paul. Sil.), cf. ΛΡ9.593 : Pass., to be mixed in or with, εγκαταμειγνύμενος ϋδατι Hp.Aer.6 ; έγκαταμεμιγμένα τοις λεγαμενοις Isoc.15.Io ; ονόματα -μιγέντα η? λεξει D.H. Comp.2%. -μεμιγμε'νως, Adv. in a mixed manner, Sch.rec.S.OL 95. -με'νω, remain in, Thphr.LfPi.3.4, Hld.1.33, etc.; continue the use of, τισί Antyll.ap.Aet μιξις, εως, ή, intermingling, infusion, Alex.Aphr. in Sens , Olymp. in Mete μίσγω, --μείγνϋμι, τ ρ διηγήσει τάς θεατρικάς γοητείας D.Η.ΡΑ.7 : Pass., ld.dem.22, cf.,ךemj2^.0 Et.Gud μυκτηρίζω, gloss on εγκατιλλωψαι, Hsch. εγκατάνα κατά γνώμην, κατά νουν, Hsch. εγκατα-ναίω, aor. 1 -ενασσα, make to dwell in, ουρανψ τινί A.R.3 116, Moero 1. -νε'μω, bestow upon, τί τινι Jul.Or.5.179b έγκαταντλ-ε'ω, wash over with a thing, Hippiatr ησις, ή, washing over, Hp.Decent.8. έγκατα-νωτίξομαι, to be backed, μέρεσι ιππείοις Ύζ.Η.6.φί -ξηρος, ov, dry, opp. κάθυγρος, γη Gp, 2.13 tit. -1ra l>, mock at, τινί Lxx Jb (19). ττήγνΐμι, thrust firmly in, ξίφος.-.κουλιψ ίγκατέπηξ' Od.n.98 ; iv δε σκόλοπας κατεπηξεν planted or fixed them in, II.9.350; τήν κεφαλήν δόρο.τι i. having fixed it on, Hdn. I.I

6 έγκαταριθμέω 471 έγκεφαλαίωμα sheathe, ξίφος Plu e. - π-ίμιτρημι, burnin, τινάτινι Plialar. Ep Γίνομαι - [γ], pf. -πέπομαι : aor. -επόθην, tobeswallowed up, of a ship, Ph.1.670: metaph. of persons, Id.2.300, al.; to be absorbed, immersed, Dam.Pr.67. -πίπτω, poet. aor. ένικάππεσόν, fau or throw oneself upon, λέκτροισιν A. R ; όρμψ AP 9.82 (Antip. Thess.). - π-λεκω, interweave, entwine, άκανθας δι' αλλήλων Plu.2.494a : Pass., X.Cyn πνίγω [ί], suffocate in, Gal : Pass., aor. inf. -πνίγήναι Diocl.Pr.55. -^iroffis, εως, ή, swallowing up, Ph Ιγκαταριθμεω, count, number, reckon in or among, τήν εκφρασιν τοις γυμνάσμασιν Hermog.Prog.io, cf. AIex.Aphr.2«Afe«/A.46.9 : Pass., to be counted in or among, Arist.SP167 b 24. Ιγκατα-ρράτττω (poet. aor. -έραψα Orph./7.48.3), sew in, Aen. Tact.31.4 : Pass., X.Cyn σβε'ννΰμι or -va, quench in a thing, rb λογιών 4γκατέσβεσται τήςφυχήςΐ^.2^gc, ci.g^d. -ση- ττομαι, grow rotten or corrupt in, Hp.Mii/.1.63, E.ap.Stob σκάτττια, demolish, Tz σκευάζω, prepare in a place, 4v τάϊς πόλε σι προδότης D.S ! but the Prep. 4v freq. has little force, Id.2.24 (s.v. 1.), 14.9:. -σκεύος, ov, elaborate, ornate, of style, opp. άπλοΰς, D.H. Comp. 18, al., cf. Phld.PA.1.164S., Demetr.P/oc.15. Adv. -ως S.E.M σκήπτω, fall upon, of lightning, είς τινα D.C.49. Γ 5! of epidemics, πολλαχόσε ε. Th.2.47, cf. Gal :metaph.,Ph.2.471,Ael.Pr.348. II. trans.,kurldown among ov upon, of lightning, εγκατάσκηψον βέλος S. Pr ; κακών &Περσαις 4γκατέσκηψεν θεός A.Pers σκηψις, εως, ή, sudden attack, Philum. Ven σκιρόομαι, Pass., to be engrained, κηλίδας 4γκατεσκιρωμένας Hipparch.ap.Stob σιτείρω, scatter, sow, implant in or among, ελπίδα τψ γένει των ανθρώπων Ph τι T7j ΰλτ) Plu b; φήμην Hd'n : Pass., Plu. Cic.14, Aen.Gaz.Thphr.p.6gB. -στηρίζω, fix firmly in, Corn. ND6 (Pass.). -στοιχειάομαι, to be implanted as a principle in, τινί Plu.Lyc.13, 2_353e. -στρέφω, return a ball in a game, Antiph σ-υφράζω ενυβρίζω, Hsch. -σφάττω, slaughter in, rhv uibv τψ κόλπψ Plu.Dem.31 : also -σφάξω, γονέων 4v ομμαιτι καϊ κόλποις τέκνα D.S σ-χάζω, scarify, Dsc. Ther.ig (Pass.). -τά- ράσσω, throw into confusion, Plu.2.592a (Pass.). -τάσσω, Att. -TTC1), arrange or place in, Longin.10.7, Marcellin.PMis.474 : Pass., Onos.io.3 ; ρυθμοί -τεταγμένοι αδήλως rhythms introduced unobtrusively, D.H.Com/1.25 (cf. εγκαταχωρίζω). -τε'μνω, cut up the foetus in the womb, Hp.Poet.Exsect.i. II. cut up among a number, Pl.P.565d. -τίθημι, lay or put in, {εν) τινι τι Orph ; 'ΐριχθόνιον..νηψ εγκατέθηκε! II. Horn, only in Med., ιμάντα τεψ εγκάτθεο κόλπψ puttheband uponor round thy waist, Il , cf. 223 ; άτηνέψ 4γκάτθε το θυμψ stored up, i&w'wmischief in his heart, Od ; τελαμωνα kfj εγκάτθετο τέχντ! stored up the belt in his art, designed it by his artj Od.1r.614; σύ'ταΰτα τεψ ενικάτθεο θυμψ store it up in thy heart, Hes. Op. 2 7 ; στέρνοις εγκατέθεντο Simon.85.5 ; 'όκα φρεσϊν εγκατάθοιτο βουλάν Theoc.17.l4 ; γλυφίδας..ενικάτθετονευρρ A.R τίλχω, shred in lint, Hp.Mul τομη, ή, cutting up of the foetus in the womb, Id. Foet.Exsect.tit. -φλέγω, burn in, βόθροις Gp.g φΐσάω, spray, οϊνψ καϊ 4λαίψ Hippiatr.26. -φύω, gloss on ήγκυροβόληται, Gal χέω, pour out besides, φόνον Epigr.ap.Plu.Jierc χρίω [ί], smear over, Dsc. Eup χώννϋμι,overwhelm, τινά τψ πλήθει των βέλων D.H.9.21 ; bury, τό δεύτερον τοΰ Κλήματος μέρος Gp : Pass., μνήμη -χώννυται τψ αίωνι M.Ant χωρίζω, place in. Pass., βυθμοί -κεχωρισμένοι αδήλως D.H.Dm.50 (cf. εγκατατάσσω). έγκατ-ειλεομαι, to be cooped up in, Arist.Af«.395 b 33, dub. in Ph είργω, v. εγκαθείργω. -εγείρω, support heavily on, τδ ισχίον τρ βάσει Philostr.Gyr/ εφάλλομαι, Ep. aor. 2 εγκατέπαλτο, leap down into, Opp.iL έ\α>, contain within, <τΰμα κόρης,.τύμβος οδ' 4. IG12(8) ; retain, Sor.1.46, Ruf.ap. Orib : Pass., to be contained, Plu.2.691f; esp. to be confined inatemple, UPZ6.8 (iib. c.). II. Pass.,ίο be owned οτ possessed, PFlor (ii A.D.). -ίλλω, f.l. for εγκατατίλλω (q.v.), Hp.Mul ιλλώιττω, scoff at, ύμίν 4γκατιλλώψας μέγα A.Eu. 113, cf. Fr 226 (dub.). εγκατόεις, εσσα, 4v, (έγκατα) containing or enclosing intestines, κεκρίφαλος Nic. Th.580. εγκατοικ-ε'ω, dwell in, Hdt.4.204; δόμοις E.Pr.188; dwell among, αντοΐς 2Ep.Pet ίζω, Att. fut. -ιω Lyc.1261 : settle οτ place in or on, Luc.Asin.2g: metaph., τί?δε τρ τάξει τδ φρουρητικόν Dam. Ty.257; implant, Plu.2. fjg{(pass.). ' -οδομε'ω, to buildin a place, Th.3.18 (Pass.). II. buildin, immure, είς έρημον οίκίαν Aeschin : metaph. in Pass., δ [αήρ] εν τοις ωσϊν εγκατψκοδόμηται Arist. ife^«.420 a 9,cf.Porph.^to.4-3 -os>»", indwelling,sch.il εγκατον, v. έγκατα. έγκατ-οτγτρίζομαι, Med., aor. -ίξασθαι 7G (Epid.) : look at oneself as in a mirror, is Tb ϋδωρ 1. c.; λεκάνρ Artem II. contemplate 2 as in a mirror, τδ της τέχνης έργον Ph.Byz.Mir.Praef. -ορυσσω, Att. -ττω, bury in : Pass., 4γκατωρύχθαι τήν hxhv iv τψ σώματι D.H.PA.6.5, cf. Jul.Or.6.189c. -οχεω, {κάτοχος) to be a recluse (cf. sq.), τψ κυρίψ Ζαράπιδι IGRom (Smyrna, iii A.D.). -οχος, έ, recluse, ίερων Ptol.Prfr.163; ΕΝ Vett.Val.63".2g, εροις cf Sammelb II. Adj., fixing, τδ 4. lymp.alch.p.74b. έγκαττΰω, stitch into the shoe-sole, Alex.98.8 (Pass.). έγκάτώδης, ES, like the entrails, Sch.Ax.Eq.l ^b. έγκα-υλε'ω, to be in stalk, Arist.Pr.g26 & 26, Thphr./iP έγ-καυμα, ατos, τό, (εγκαίω) mark burnt in, sore from burning, Luc.DDeor.13.2, al. II. encaustic picture, PI. Ti.26c, fhs^i.195 (Delos, ii B. c.), Dicaearch. 1.8, Plu. 2,759c. III. ulcer in the eye, Aet καυσις, εως, ή, encaustic painting, ig2.808 d.5 2, (Epid., iv B.C.), S/G977 a.7 (Delos), /G (Lebad.), etc. II. heat-stroke, Dsc.5-13(pl.), Gal ; pi.,plu b. καυστή ρ ια, τά, instruments used by encaustic painters, IG 11(2).287.^ 44(Delos, iii B.C.). -καυστης, οΰ, ό, encaustic painter, Plu.2.348f; άγαλματοποibs ε'. /G : also -καυτής, ib , C/G4958C. -καυστικός, ή, όν, of or for burning in : ή e\ (sc. τέχνη) the art of encaustic painting, Plin.i7iV infiammatory, πυρετός Herod.Med.ap.Aet καυστος,, «0 burnt in, painted in encaustic, Mart.4.47: encaustopingere, Plin.iLV33.i49; encaustapictura, ib Ιγκαυχάομαι,pride oneself on, έντινι ;ץ Ps.73(744 Lxx τινί Aesop. 230, Eustr.ίηΕΝ2- ( 2Λ\. εγκάφος, (εγκάπτω) mouthful, morsel, Eup.330. εγκαψικίδαλος, ov, (κίδαλον) onion-eating, Luc.Lex.10 (prob. f. 1. for <?γκαψί π τ)δαλ05, cf. καφιπήδαλος). εγκειμ,αι, fut. -κείσομαι: used as Pass, of εντίθημι: I. lie in, be wrapped in, επεl ουκ εγκείσεαι αύτοΐς [TO?S ε'ίμασι] ! S0 > Hdt.2.73 (v. 1. εσκειμένου) ; simply, to be in, οφθαλμδς έ'ευ 4νεκειτο μετώπψ Hes. 7%. 143 י in mal. part., Herod εγκείσθαί τινι to be involved in, πόθψ Archil. 84; βλάβαις S.PA.1318; μόχθοι Ζ.Ion 181 (anap.) ; πολλαίς ξυμφοραΐς\d.hel.26g; Ka«:07ra9eia1sPlb co dd.: C. acc., μελεδώνας εγκειμαι I have cares laid on me, A.R b. to be implied, involved in, ε. τδ αισθ-ητικδν είναι εν τψ εϊδει Plot abs., to be inserted, Pl.Cre.402e, P.616d. II. press hard, esp. of troops pressing upon a defeated or retreating enemy, Th.i. 49,144, etc.; of opponents in politics or argument, ενέκειντο τψ ΤίερικλεΊ Id.2.59, cf. 5.43, etc.: freq. with Adj. or Adv., 7π>λλ&5 ενέκειτο λέγων was very urgent, Hdt.7.158, cf. Th.4.22 ; πολύς TO?S συμβεβηκόσι έγκειται he insists much,. upon D ; ά-γαν. > τινί to be vehement against one, hx.ach.30g; Ισχυρώς i. Th. 1.69; βαρύς εγκείσθαι D.H.6.62 ; oxos εγκεΐσθαί τινι to be devoted to one, Theoc ; e> - έπϊ τά πονηρά LxxGe III. to be upon, δ δε oi περϊ ποσσί.. ένέκειτο, of a sandal, /G IV. to beaburden, annoyance, Herod.4.47 (prob.). έγκείρω, in pf. part. Pass., έγκεκαρμένψ κάρα. with shorn head, E. El. 108 (v.l. εν κεκ.). εγκεκαροΰται* εγκαταβλέπει, Hsch. εγκεκλϊμε'νως, Adv. with the accent thrown back, Sch.Il.1.277, έγκέλάδος, δ, a buzzing insect, like βομβύλιος, Sch.Ar.iV« εγκέχ-ευμα or -ενσμα, ατος, τό, encouragement, X.Cyn.6.24, Cic. Att eucrts, ecosy ^ = foreg".j Str , Sammelb (iiia.d.), Them.Or b: pi., A.D.Sy«A ; iξ i. by command, /G (Portus, dub.), Zucker Les temples immerges de la Nubiep.3 (ii A. D.). -ευσμάτικός, ή, όν, = 4γκελευστικός, επίρρημα ΡΛ/ι ευσμος, ό,= -ευσις, ες αλλήλους Αΐτ.Αη.2.2ι. 9 -ευστικός,ή,. όν, encouraging, Max.Tyr.23.5; hortatory, επίρρημα A.D.Synt ευστος, ov, urged on, ΰπό τίνος X.An ευω, urge on, cheer on, A.Pr.72 ; i. κυσίχ-cyn.g^ : Med., D.H.3.20, etc.; τδ πολεμικδν εγκελεύεσθαι sound a charge,, raz.21 Plu4 cf. Pomp.'jo. 2. in Med. also, command, Arist. Pr.11 ; τοις στραταγοΐς 7ΡΡ (Olbia), cf. Asp. in EN! : c. acc., enjoin, Ti.L0cr.104a. έγκεχχω, aor. ι ενέκελσα, fit into, as a socket, Hp.Prarf.30. εγκεντ-ε'ω, puncture, Gloss. II. = εγκεντρίζω, Eust pia, τά, spurs, Hsch. II. εγκέντριον, τό, graft, Mich. inpniog.g. -ρίζω,goad, spuron, ΕχχΗ^'.ιδ.ιι (Pass.). II. of plants, graft, Thphr.i/P2.2.5, P0rph.G««r.10.1 (Pass.), etc.: a metaph., Ep.Rom.ll.17, Plot.2.9.7; Centaur, bv φύσις ενεκέντρισεν ϊππψ API (Euodus). III. (κεντρον) concentrate, Dam.Pr.74: Pass.,ib.263 -pis, ίδος, ή, sting, Ar.F goad, X.Cyn.6.1, Pl.C0m.40 ; also, spur, Pherecr pointed stileior writing, P0II.8.16, Aristaenet.i spake worn on the leg for climbing, περιθέμενον..εγκεντρίδας άναδραμεΐν είς τους τοίχους Arist.Pr.84. -ρισις, εως, ή, inoculation οχ grafting of trees, Colum , Jul.P/>.180(pl.). -ρισμα,ατος,τό, =foreg., Gloss. -ρισ μός, 0, = foreg., Gp , PS/ ριστής, οΰ, δ, agitatot, instigalor, Gloss. -pos, ov, furnished with a sting, [σφήκες] Arist. LL4627 b 27 II. of stars, occupying a cardinal point, Vett.Val.57 30, Sch.Ptol. Prfr ε. κύκλος, opp. έκκεντρος, TheoSm. p.162h.,al. -ριίω, thrust in a sting: fix firmly in, Hsch. (Pass.) : Pass., to befurnished with a sting, Sch.Ar. V εγκεράννΐμι or -w, mix, esp. wine, οΐνόν τ' 4γκεράσασα πιεϊν τρεΐϊ μόνους κρατήρας εγκεραννύω Eub.94! (cf. 4γκίρνημι); ε. τι 189 εις όνομα Pl.Crrt.427c : Med., mix for oneself, metaph., concoct, πρήγματα μεγάλα Hdt ; εγκεράσασθαι παιδιάν mix in a little amusement, Pl.P/ 268d, cf. Luc.Am.lg. II. Pass.,tobemultiplied together, of numbers, Theol.Ar. 45. έγκέραστο?, ov, mixed, blended, Plu c. έγκεραυλ-εω, play on the Phrygian flute, Hsch.: hence -η5, ου, 6, Id. εγκερτομε'ω, abuse, mock at, L.IA1006. εγκερχνω, make hoarse, Kp.Aait.c,8. εγκεφαλ-αίωμα, ατος, τά, = κεφαλαίωμα, PLond ιον, τό,

7 βγκβχοδα 472 εγκοίτάζομαι, Dim. of έγκέφαλος I, BGU is, ίδος, ή, cerebellum, f.l. for έγ-κλΐδάν, Adv. leaning, bent down, h.hom.23.3 ; > όσσε βαλοΰσα παρεγκεφαλίς, Gal. UP8.6. -ίτης [r], ου, b, of the brain, μυελός ib. aslant or askance, A.R ; 4. &μψ «κεφαλή ipeισαμένη AP os, ov, (κεφαλή) within the head, as Subst., έγκέφαλος (sc. (Paul. Sil.). -κλιζε τά έτερων ITtpois εδίδου, Hsch. -κλίμα, μυελός), S, I. brain, II.3.300, Od.9.458, etc.; τόν 4. σεσείσθαι Ar. ατοί, τά, slope, Plb (pi.). 2. inclination, tilt, τοΰ κόσμου Hipparch.1.3.5, Gem.6.24; ofan engine, Bito55.10(pl.). 3. latitude, Nu ; & 4. 4στιν ό τάς αίσθήσεις παρέχων τοΰ άκούειν κτλ. PI Phd. ; ז Plb b, cf. Arist 5ew5.438 b 25 (but cf. Metaph.1013^6). II. the heart Vett.Val II. turning, i.e. rout, of an army, or 1 cabbage' of the date-palm, X.An , Thphr,77P III. cj. for έκκλημα in D.S III. Gramm.. inflected form, A.D. Aihs 4., prov. of rare and costly food, ' morsel for a king", Ephipp. Synt form pronounced with grave accent, Id.Pron.g 0.12, 13.7, Clearch.5. έγκλΐμάτικός, = Εγκλιτικός, AB1144. έ-γκέχοδα, v. έγχέζω. εγκεχρημε'νος, v. εγχράω. ίγ κλίνω [ί], fut. -κλχνώ : pf. εγκέκλϊκα Plu.Sw/Z.i: pf. Pass. 4yκέκλίμαι (v. infr.) : bend in or inwards, τήν κνήμην Arist.Mech.&fy έγκηδευω, bury in a place, Lxx 4^.17.9 (Pass.), J. AJg.5.3, JHS ; bend, τινά A.R.I.62 (v.l. άγκλίναι) : Pass,, σκέλη 4γκε κλιμένα εγκηρίς, ίδος, ή,lump of wax, Androm.ap.Gal , al. μικρόν X.Cyn.5,30; τά 4γκλιθέντα ν. 1. for <?κκλ- in Hp.^irZ εγκηροι ( κήρ ) θνητοί, Hsch. cause to incline, τι els δεξιά Pl.-R.436e ; τά πράγμα τά τι σι Arist.Oec. b εγκηρόω, wax over, rub with wax, Gp : Med., i. els τά δεξιά Zeaw to the right, Id.Phgn.813 a ז 348 Ιγκηρνσσω, invite tenders for a contract, PPetr. 3 p.101 (iii B. c.). Pass., few 0«, X.Smp.3.13 : metaph., πόνος ϋμμι έγκέκλιται labour Ιγκΐθάρίζω, play the harp in the midst, h. Ap.201; μέσψ ήματι at lies upon you, II i. νώτάν τινι turn one's back towards midday, h. Merc. 17. another, E.Hec Pass., give way, ύπείκει καϊ βέλων 4γκλίνεται εγκίκρημι, = 4γκεράννυμι, Dor. imper. έγκίκρα Sophr.48. ld.fr.43i Gramm., pronounce as an enclitic, A.D.Synt. εγκϊλΐκ-ευομαι, = sq., Suid. s.v. Κιλίκιος τράγος. -ί ω, (Κίλιξ) ; pronounce with the grave accent, Tryphoap.eund.Cowy.255. play the Cilician to one, τινί, i. e. cheat, Pherecr ίστρια - 16: Pass., A.D.Prow b. 4γκλινόμενα, τά, inflected forms, περιαγνίστρια, Hsch. opp. ορθά, D.H.,. Cows/5 cf. A.D.SywZ (s.v.i.) φωνήν εγκίλλαφον and εγκιλλον, = οϋρά, Hsch. lower the voice, Luc.Philops.6. II. intr.,incline towards, [ή καρδία] εγκινδΐνευω, take a risk, Cod.fust μικρόν 4. εις τόν άριστερύν μαστόν Αή5ί.ΗΑ4φ Λ '(>, cf. PPetr.2p.126 έγκϊνεομαι, Med., disturb, trouble, τισί Ar.Fr,6g. (iii B.C.) ; [ή πολιτεία] 4γκλίνειν βούλεται πρδς τήν όλιγαρχίαν Arist. εγκίνΐμαι [ΐ], to be moved, Q.S Po/.1266 a 7, cf α abs.,give way, flee, Χ.HGj.2.14, Cyr. εγκίρνημι, poet, for Εγκεράννυμι, mix by pouringin, [κρητήρά] Pi.N , Plb.i.57.8, Plu.Pai.12, etc.; also ε. τινί give way to him, 9.50; εν δε κέρναις οΐνον (Aeol. for 4γκιρνάς) Alc.34.4: metaph.,!θεσι D.H.5.54: acc., give way to, Plb decline, become θεωρήματα Lysis ap.iamb. KP17.77 ; τί) μεταβολή τδ άμετάβλητον worse, Pin.Suit, ι, etc. 4. in Tactics, wheel, 4πϊ δόρυ ή 4πί ασπίδα Dam.Pr.412 : Pass., εν δ' εκίρνατο οίνος Com.Adesp , cf. Arr. Tact Iamb, in Nic. p. 81 P. έγκλίς ή καγκελλωτή θύρα, EMg εγκιρρος, ov,pale-yellow, Dsc εγ-κλϊσις, εως, ή, inclination, ε. λαβείν, of the earth, D.L.2.9, cf. έγκισσάω, have yearnings like one pregnant, Lxx Ge Pl.^ma/.132b ; of the ecliptic (ό λοξός κύκλος), Arist.GC336 b 4; έγκισσεΰομαι, Pass., twine like ivy : metaph.,form a plexus, φλεβίοις of ground, έ. έχει ν πρδς έω Id.Po/.i 330 a 39 י' νότον Porpb.Antr. 4ς τόν μυελό ν Hp. Oss ; εγκλίσεις της κεφαλής είς τά δεξιά Arist.Phgn.808 -l 3; 4. σχημά- έγκίσσησις, εως, ή, impregnation, Zonar. (vulg. 4γκίσσωσις). των τριγύνωνοηοε. ίο.28 (ρΐ.) ; 4. δορατίου, in signalling, Id εγκλαστρίδια, ων, τά, ear-rings, Poll.5-97 the inclination or slope, as of a wave, κατά τήν έ. σκιασθήναι Arist.Col. εγκλάω, Ep. ένικλάω, aor. ενέκλασα, thwart, frustrate, μοι έωθεν 792 a Medic., displacement, Hp.Fract.3i) (pi.) : generally, 4νικλάν 'όττι κεν ε'ίπω ; ^ε τίς &τη σωομένους... 4νέκλασεν; A.R. όγκων cj. in Epicur.Tyi.i p. 14U. 4. modulation of a singer's 3.307; later lit., breakin, σιλφίον 4. Hp. Mul : Pass.,<pa>vr) <?7- voice, D.Chr failure, defeat, PMag.Par.l II. κεκλασμένη weak voice, Phld.il7i/s.p.80Κ. II. Pass., to be bent, in Gramm., 1. mood of a verb, D.H.Comp.6, D.T.638.7, A.D. inclined, Apollod.Poliorc ; of the eyes of swine, Plu.2.671a Synt , etc. 2. throwing back of the accent, Id.7V0«.8. (s. v.l.) ; of a diadem, Heraclit.L/> , al.; change of acute to grave accent, ld.adv.16g inflexion, Simp.iwCflZ.65.8, Dexipp.inCat.33.%. generally, of deriva- εγ-κλεισμός, b, shutting up, λόγου Eust ; iv 4γκλεισμφ under lock and key, POxy κλειστεον, one must shut up, tiveforms, Simp.iwCaZ.37.il. -κλιτ^ον, one must use as enclitic, 6/ κλείω, Ion. -κληΐω, Att. -κλη'ω, Ep. ενικλείω A.R. Sch , Sch.Th.Oxjy.853vi25. -κλιτικός, ή, όν, of a word : shut in, close, 'όκως τάς πύλας 4γκληίσειε Hdt.4.78 ; fiipa which leans (ίγκλίνει) its accent upon the one before (cf. A.D.Synt.g8. εγκεκλνιμένη Pl.Pri.3J4d. II. shut or confine within, έρκέων 4γκεκλαμένος (for 4ντδς έρκέων κεκλιμένος) S.Aj.12']4! δόμοις 4γκεκλτ)- σκειν EM 124.9, A.O.Synt , Hdn.Gr.2.70 : Comp. -ώτιρον 2), enclitic, Tryphoap.eund.Cowy , etc. Adv. -κως, άναγιγνά- μένος Id. 7V.579 : generally, shut up, confine, γλωσσαν 4γκλ^σας έχει A.D.Synt Id.Ant. 180 ; el μή γλωσσαν εγκλήοι φόβος ib.505 ; στόμα 4. P..Hec. εγκλοιόω, enclose in a collar, LxxPr.6.21 (Med.) III. Med., shut oneself up in, X.HG6.g.g. 2. shut up έγκλονέομαι, Pass., gurgle in, Hp. Mul with oneself, Luc.Alex.4t. εγκλϋδ-αζομαι, Pass., make a splash, Hp.Afor αξις, εγκλε-ττίς4, πιθυμία and Ιγκλεφε'ς4, πιθυμητικόν Hsch. εγκλε'- εως,η,splashing, Biocl.Pr.43 -αστικός, ή, όν,gurgling, 'splashy', φωνος, = έρεθιστής, διεφθαρμένος, Id. εγ-κλημα, ατος, τό, (βγκαλέω) accusation, charge, ε. τινι έχειν S.Ph. Hp.Acut.62. Ιγ-κλύζω, fut. -ύσω, rinse the inside ofa. thing, οίνψ with wine, D.S. 323, cf. Tr.361, Antipho3.2.9,etc.; εγκλήματα εχειντινός, = ίγκαλείν soak, Dsc treat by clysters, τινά Id : τι, Th.1.26 ; ε. ποιείν τι make a thing matter of complaint, Id.3.53 ; Pass., to be administered as aclyster or injection, Id.1.73, Ρκ/ , εγκλήματα ποιεΐσθαι bring accusations, Id.r. 126; τά i. τά ες τινας etc. -κλύσμα, ατος, τό, injection, clyster, Id.4.3, al. -κλνστεον, complaints respecting.., ib.79; iv 4γκλήματι γίγνεσθαι D.18.25r; one must give a douche, Paul. Aeg γίγνεται or 4στ\ έγκλημά μοι πρός τινα I have ground of complaint έγκλώθω, spin or fasten to, Sch.rec.S.OT"! 264. respecting him, X.Cyr.i.2.6, Lys.10.23; λύειν e. clear away a charge, εγκνήθω, grate in, in Med., Nic. Th.g 11 (4νικν-), Al.368. Plb ; λόγοις τά4. διαλΰεσθαιτιι II. in Law, written εγκνισμα, ατος, τό, apiece of meat, Argive word in Plu f. complaint: generally, of complaints which were to lead to private Ιγκνώσσω, sleep in, Mosch.2.6 (in poet, form 4νικν-). suits, ε. λαγχάνειν τινί file a complaint against.., D.34.16, al., cf. έγκοακίσαι' εγχέαι λάθρα, Hsch. PTeb.616 (ii A. d.). III. concrete, a standing reproach, τής τύχης έγκοιλ-αίνω, hollow, scoop out, f.l. in Hdt.2.73 : Pass., Thphr. καϊ των θεων Plu.Dio c,8. 2. defect, Gal κλημάτίζω, 77P s, ov, (κοιλία) in the belly: as Subst., 4γκοίλια, τί = εγκαλέω, PPZ0r (iii A.D.), Gloss. -κληματικός, ή, όν, (sg. -ιον D.S.I.35). 1. intestines, Id.1.91, S/G [Ceos), liable to cause disputes, Arist.piV1162 b 16, P0Z.1335 a 4 Adv. -κως LxxLe ribs of a ship, belly-timbers, Thphr.77P4.2.8, Vett.Val II. ε. δίκη criminal suit, Cod.Just ; Moschioap.Ath.5.206f. II. flat-bellied, Cat. Cod. A sir.202.ך. -os, αιτία ε. PMonacf.62 (via.d.). -κλημάτιον, τό, Dim. of έγκλημα, ov, hollow, sunken, οφθαλμοί Hp.Prog. 2 ; εγκοιλάν τι a sinking in of PFlor (ii a. d.). -κλημάτογράφεω, draw up an indictment the lip, Arist.7L4604 a 28; τά ε. τής γης Pl.Phd.111c: Comp. -ότεροι against, εμέ UPZ124, -κλημάτόομαι, Pass., shoot into twigs, deeper, Lxx Le II. concave, Thphr.77Ρη. 13,1. v. εκκλημ-. -κλήμων, ov, gen. ovos, liable to a charge, ךAP5.18 έγκοιμ-άομαι, Pass, with fut. Med., sleep in a place, [4v σπηλαίφ] (Leon.). Arist.il7i>.839 a 3 ; esp. sleep in a temple, to seek prophetic dreams or έγκληρ-όομαι, Pass., to be assigned or planted by lot, Ae\.VH8. to obtain cure for a disease, Str , , PIU.2.109C; bvip I. -os, ov, having a lot or share in.., c. gen., οϋθ' ύμεναίων ε. S. Ενεργείας Arr.Epid sleep upon or after a meal, Hp. Acut. Ant.814 (lyr.) ; λαχείν έγκληρά τινι to have an equal share with.., 29..ז. D.S ησις, εως, η, a sleeping in a temple (v. foreg.), ib.837 (lyr., dub.). 2. having a share of an inheritance, heir or S3 -ητηριος, a, ov,for sleeping on, ψίαθοι Poll.6.11: -τήριον,τί, heiress, E./P682 ; ε. εύνή a marriage which brings wealth, Id.Hipp. grave, BSA (Beroea, ixb.c.). -ήτριον, τό, =sq., in form ion ; ε. πεδία land possessed as an inheritance, Id.77P ήτριν, UPZ8g.8 (ii B.C.). -ητρον, τό, counterpane, PCair.Zen. Astrol., occupying α κλήρος, Ser3.pioinCat.Cod. Astr.8(4).22 g (iii B. c.), Ammon.p. 140V.; expld. by dormitorium, Gloss, (also. it -. W Arist.p.l4 -ηβρον,-ητρα,λ.). -ητωρ χιτων night-gown, P0II.10.I23. εγκλησία, ή, blame, adverse criticism, Anon.Vit. : Aut.16.2 εγ-κλησις, εως, ή, accusation, PRyl.65.16(i B.C.), Man (pi.), lull to sleep in.., AP^.260 (Carph.) : metaph., Hero etc. κλητεος, a, ov, to be blamed, άμέλειαι Plu,2.1051c, II. Pass., 7G (Epid.). εγκλητέον one must blame, τινί Plb ; τί) προνοία M.Ant.12, έγκοισΰρόομαι, Pass., to be luxurious as Coesyra (a female name 24. -κλητος, ov, liable to a charge, PTeb (ii B. C.), Plu.2. in the Alcmaeonid family), 4γκεκοισυρωμένη Ar.Nu.48. r051b, PMasp.97 ii 50 (vi a. d.). 2. written for έκκλ-, Hsch. lyk01t-al0\1a1, = εγκοιμάομα.1, 7G4.95i.95 (Epid.). II Zo be εγκλ^'ω, Att. for εγκλείω. embedded, μέχρι τοΰ ήμίσους Apollod.Poliorc.161.4; to be soaked,

8 γκο< ωτό5 473 γκρισος PLeid.X.gH. -άς, άδος, ή, serving for a bed, άκρώρειαι AP7. εγκοσμεω, arrange in, 4γκοσμείτε τά τεύχε\. νηί Od : άω, sleep in or on, τψ Καπιτωλίφ D.C s, ov, Pass., εϊί ετέραν σύγκρισιν Simp. inph (4κκ- codd.). II. belonging to a bed, στρώματα ΡΛ/ : εγκοίτιον, τά, = έγκοίμητρον, Pass., to be adorned, v.l. in Aristid.Or.26( 14).99 J εύσχημοσύντ! Lxx Hsch. s. ν. ένευναίου. 4 Λ/α.6.2 (v. 1. εκκ-). έγκοιωτός, ά, όν, (κοίον) given as security, Leg. GorZ εγκόσμιος, ov, mundane, δυνάμεις Porph.Antr.g, cf. Sail.6, Procl. Ιγκόλ-αμμα, ατος, τό, anything engraven, LxxPx (39.6) ; Inst. 165, Dam.Pr.24 Ι άίτια Iamb.Myst.5.3 ; θεοί Procl.in Alc.p.68 C.; engraved inscription, Inscr.Prien.42.9 (pi.). -α-π-τός, όν, engraven, 01» Id.in Prm. p. 588S. sculptured, ιστορία Ath. 1! 781e, cf. Inscr.Prien.3;. 168(ii B. c.), Lxx έγκοσμογενεΐς τους άμα τψ κάσμψ εγκριθέντας, Hsch. 3/ΪΪ.6.28(29). -άτττω, cut or carve upon stone, 4. γράμματα ες τόν ίγκοτ-ε'ω, to be indignant at, τινί A.Ch.41 (lyr.), S./V. 1042, Lxx Ge. i-a^ovhdt.i. 187,cf./Gi ; 4ντ$ <rtcu0!ib.12(1).694.9(camirus); ημα, ατοί, τό, = sq., ib./e.31(48).39, Hsch. -ησις, τύποι iv πέτρρσι 4γκεκολαμμένοι, γράμματα 4v λίθψ 4γκ., Hdt.2. εως, ή, anger at one, hatred, Aq. // ητικός, gloss on ζάκοτος, 106,136, al., cf. Lxx 3PZ.6.33(35) ; 4πϊ τρίποσι Hdt.5.59 ; επϊ πίνακας Apollon.Lex. -os, ov, bearing a grudge, spiteful, malignant, Suid. s. v. βοϋς έβδομος ; εις τδ μέτωπον Plu.Per.21 : metaph., [νόμους] στύγος A (lyr.) ; of the Erinyes, ib.924,1054 ; φθόνος AP ;. ή φύσις κατά μέσης ένεκόλαψε της ψυχής Lib.DecZ axj/is, εωι, 40(Di0d.). Adv. -τως, έχειν Ph II. Subst. έγκοτος, ό, ή, engraving, inscribing, 7G (Epid.), (Lebad.). Ιγκολεήσατο, sheathed his sword, Hsch., Suid. grudge, έγκοτον έχειν τινί Hdt. 3 59) > τινάς for a thing, Id ; διάτι Id.6.73, cf. 133 ; also έγκοτον, τό, D.H.9.7. ίγκοληβάζω, in Ar.Eq.263, gulp down, swallow up, v. Sch.adloc., έγκοτυλη [ί], ή, a game of pick-a-back, in which a boy was carried Hsch.; also expld. by 4π\ κίλοις βαίνειν, Suid. s. v. 4κο\αβήσας. about kneeling on the hollow of another's folded hands (κοτύλαι) (cf. ίγκο\\ ό.ω, glue on or to, /G , LxxZa (Pass.), Hero Poll.9.122), Ath.t 1.479a, Paus.Gr.Pr.143. Aut ησιβ, εως, Dor. έγκόλλάσιβ, ιος, ή, fastening, soldering, εγκουράς, άδοι, ή, painting on the ceiling, A.Pr. 142 ; also pi., = τά /G (Epid.). -os, ov, (κόλλα) adhering, fitting, Ph. εν τω προσώπψ στίγματα, Hsch , al. έγκόκχονρα, iorunda, a kind of bread, Gloss. ΙγκολΐΓ-ias άνεμος, a local wind blowingfrom a bay, Arist.Mu.3g4 h έγκραγγάνω, = εμβοάω, Hsch. εγκράζω, aor. ίνέιιράγον. pf. -κέκράγα : to cry aloud at one, esp. in anger, τινί v. 1. in Ar.PZ.428 ; 4πί τινα v. 1. in Th.8.84 ; φωνεΐν οξύ 15. -ίζω, form a bay, ήϊφν εγκολπίζουσα Str go καϊ 4γκεκραγάς Arist.Phgn.8l3 h & into or follow the bay, Id inject into the vagina, Agt.i. έγκραιπάλ-άω, to be drunk at or with, τρυφή Hdn : also 126. II. Med., with pf. Pass., take in one's bosom, ίίσπερ ερπετά -ίζω, dub. in. Phld.P/1.173 S. τούς απορρήτους λόγους Plu.2.508d, cf. Plot ; embrace, θεός iγκεκόλπισται έγ-κράνΐον [ά], τό, cerebellum, Gal.i/P8.6 : also -κρανίς, ίδος, ή, τά όλα Ph > περίοδος πολλούς αγκώνας iγκoλπιζo- ib. 11. μένη a period embracing many turns of expression, D.H.Pew.4 εγκρασις, εως, ή, blending of sounds, Nicom.//arwi.2 : metaph., (vulg. Ιγκαλλωπιζομένη) ; [ίχβυί] ί. rrj σαγήνη to catch fish in the belly multiplication of numbers, κατ' έγκρασιν, opp. κατά σύνθεσιν (addition), of the net, Alciphr.1.18, 2. conceive, Porph.Gaur Theol.Ar.g,3;. embrace in a bay, &<<ρα πολύν -ομένη λιμένα Dion.Byz %, ov, Ιγκρασίχολος [Γ], a small fish, anchovy, Ar\st.HAt l 6g h 2;, Call.Pr. in or on the bosom, διδόναιτι i. τψ αέρι Heraclit. All.-ισ μό5, 38, Ael.NA8.18. i, vaginal douche or clyster, Agt όω, make full and round, έγκράτ-εια [pa], ή, mastery over, ε. εαυτοΰ self-control, Pl.P.390b ; like the folds of a robe, Orph4.1183> (tm.) : Pass., εγκεκολπωσθαι to be ε. ηδονών καϊ επιθυμιών conti01 over them, ib-43ce, cf. X.Mem.2.1.1, curved into a bay or bays, Arist. Mu.393^ 23 : Med., put in thefold of Isoc. 1.21; ιτερί τι Arist.PiVi 149 a 21, al. II. abs., self control, X. one's robe, hence metaph., 'have in one's pocket', τήν τοΰ Καίσαρος Mem.i.5.i, Isoc.3.44, Arist.PZVl 145 b 8, al., Lxx5Z.18.30, Act.Αρ. ισχύν D.C : Pass., to have folded round one, χιτώνα 4νεκεκόλπωτο 24.25, etc. -ε-υμα, ατοί, τό, instance of self-control, lamb.pp17. Id.62.2 : metaph., άρετήν Mich.inEN (pi.). -ευομαι, exercise self-control, Arist.PP12 23 b 12, LxxGe. έγκομβ-άομαι, Med., (κόμβος) bind a thing on oneself, wear it conslantly, 43.31, lep. Cor.;. 9; force oneself to do a tiling, Lxx1PZ ; staive Apollod.Car.4, I Ep. Pet II. Pass., = δέομαι, (νειλοϋμαι oneself, Vett.Val (cf. άποκαρτερείν). II. to be a member (Hsch.), Epich.7. -ωμα,ατος, τό, a sort offrock or apron, worn of the Encratite sect, Anatolian Sludies8; (Phrygia). -ευτής, οΰ, esp. byslavesto keep the Ιξω,αίϊ clean, Longus2-33, P ,Thd. δ, ascetic, esp. faster, Eust ε'ω, to be master of.j exercise controlover, /5.3.20, cf. Varroap.Non.p.870 L. τω άλάγω Metop.ap.Stob , cf... LxxΡΛ9.2 -ήβ, εγκομμα, ατος, τό, obstacle, hindrance, PS/5.500 (iii Β. c.), ALP*. ε$, (κράτος) in possession of power, S. Ο II. holding fast, 34.12, Hsch. χε\ρ -εστάτη a hand with the firmest hold, X.Eq stout, έγκον-εω, to be quick and active, esp. in service, Horn., only part. strong, ε. σθένει A.Pr.55 ; τδν -έστατον σίδηρον ךS.Ant.44! ε', σωμα pres., with another Verb, επεϊ στ άρεσαν λέχος ίγκονέουσαι in haste, X,HG;.\.2-x. III. c. gen. rei, having possession of, χωρέων Hdt. Od ! Il , cf. CritiasPr. 16 D.: later also in imper., εγκάνει make haste I S.Aj.gS8, Ar.Ach.1088 ; also εγκονωμεν S.Aj.811 ; πόδα the sheet that controls the ship, S.Ant.;\$ ; ε. αύτων masters 8.49, cf , S.PA.75, S/G58.7 (Milet., ν β. C.), etc.; ναός εγκρατή 4γκονείτε Id.Tr.1255, E.//P521; οΰ θάττον εγκονήσεις; Ar.Av.!3 2 4 י of themselves, Pl.PAiZr.256b, al.; 4. αφροδισίων καϊ γαστρός X.Mem. c. acc. cogn., κέλευθον ήνπερ ήλθες iγκάvει πάλιν hasten back the way ι.2. ι, cf , Oec abs., master of oneself, self-controlled, by which thou earnest, A.Pr.962 : c. inf., Opp./ , Q.S Pl.Def.415d ; self disciplined, Arist.PA r n45 b 13, al. IV. Adv. Rare in Prose, Luc. Anach.4. 2, urge on, incite, κυσίν AP τ as, Ion. -τε'ωί Hp.Foet.Exsect.4, etc.; with a strong hand, by force, (Mnasalc., s. v. 1.). -ητί, Adv. actively, vigorously, by perseverance, άρχεινί^ιη6, ε. έχειν τήν αρχήν Arist.Pol a 40 ; -τέωςforcibly, Pi.ZV ϊμα, ατοί, τά, room for sprinkling sand (cf. sq.), /G Theoc with self-control, temperately, 4. έχειν PI.Lg. 9(2).31 (Hypata, prob.). -ίομαι, Med., (κονίω) sprinkle sand over 710a; φέρειν τι D.Chr.2 53 ; -τέως Archestr.Pr ησις, oneself after anointing, and before wrestling, X.Smp.3.8 : Pass., fas, ή, holding in the breath, D.L ίτη;, ου, ά, member of Luc.ziwi.45; to be in the dust, prob. 1. in Hp. Vict is, ίδος, the Encratite sect, Cod.Theod.\6.g.g. - ούντως, Adv. = ίγκρατως, ή, maid-servant, Suid. -ιστης, Boeot. -άβ, οΰ, δ, sprinkler, χρούσιος Phld.PA.2.62 S. 4. /G (votive offering to Cabiri). Hsch. -ως, Adv. eagerly, ίγκραυγάζω, shout at a. person, ~Ρ1\\ά. Lib.p. O. (Pass.). έγκρέκων σφυγμός, term coined by Archig.ap.Gal έγκο-ιτ-ευς, έως, δ, tool for cutting stone, chisel, Luc.S0w<w.3. -η, εγκρεμάννΰμαι, Pass., to be hung up in, Gp.2.4.2, al. ή, incision, Gal.7.38 ; fracture of skull, Sor.PrarZ.3, cf. Heliod.ap. έγκρε'μασ-ις, εως, ή, suspension, Hp.Art.76 (v. 1. εκκρ-). Orib !. 2. stepscut in the wall of wells, etc., Ael. Dion. Pr. έγκρί κοίλψ καϊ κενψ, Hsch. 90. II. hindrance, οίησις προκοπής i. Heraclit.131, cf. Phld.P.3.6, έγκρΐδο-η-ώλης, ου, δ, dealer in 4γκρίδες, Ar.pr.256, Nicopho 19. 1Ep.C0r.g,12, Vett.Val.2.7 (pi.) ; material obstacle, D.S ; interruption, έγκρΐκάδεια, = εγκοτύλη, Hsch., Theognost.Caw check, της αρμονίας D.H.Comp.22 ; τοΰ λόγου Aristid.PZz.2 εγκρίκια' ξύλα κεκαμμένα, Hsch. P.514S., cf. Iamb.Pro/r.21; κατ' εγκοπάς disjointedly, Longin έγκρϊκόω, enclose as in a ring, bind as in a hoop, Η p. Oss. 1S. 1γ-κ07Γ1άω, labour without ceasing, έργων επιμελείαις καϊ κατα- έγκρίμναμαι, to be suspended, Hp.Art.;6 (v.l. εκκρ-). 1ΤΚΕ1)αΓί 7ΡΡ Ι (Olbia). -K0-7R05, ov, wearied, AΡ6.33(Maec.'J, εγκρίνω [ϊ], reckon in or among : reckon as, τίν' άνδρ' άριστον 4γκρίναιεν άν; Ε.//Ρ of persons, select, admit, ε. ή συγκρ. Lxx fb.ig.2, Is ί 1 - wearisome, ib.pc.1.8. III. interrupted, checked, πράξις Cat.Cod.Astr Adv. -πως Phld.P/;. 2Ep.C0r : Pass., εϊί τήν αίρεσιν ΡΙ.Ρ^.755"^ > τήν γέρουσίαν D ; (είς) τδ στάδιον X.//G4.1.40; of έφηβοι, 1G;.2g 1.23S. εγκ01γρ05, ov, full of manure, Hsch. (iii/ii B.C.); of athletes, Artem.1.59 ; Εγκρινόμενος, δ, subject of ίγκοιττικόβ, ή, άν, checking, hindering, Ath.Med.ap.Orib.Zwc.21.8, statue by Alcamenes, Plin.//^ admit, accept, opp. άποκρίνω, Pl.Lg.g36a; 4v τοις φιλοσάφοις Id.P.486d, cf. Lg.g 52a, al.; Vett.Val ,al., Eust ίγκότττω, knock in, πάτταλον Thphr.//P2.7.6; χιλίας (i.e. πληγάς) τρία γένη σημείων Phld.S«pj.32 ; παλιγγενεσίαν Sch.Pi.O ; ες τδ νωτον ίγκάψαι Herod.5.33 engrave, τδ ψήφισμα iς στήregard as genuine, νομίσματα Phld.PA. ι. 256 S.; admit, sanction, e.g. Ar;vS/G (Zelea) : Med.,/G12(3).536(Thera). 3. incise, an author as classical, Suid. s. v. Δείναρχος. 4. approve, Plb.9.2. Dsc.Eup.i. 141 (Pass.). II. oppose, Hp.Praec.13 ; λόγον λόγψ 4 (Pass.), Plu.2.1 if; αριθμός εγκρίνεται is adopted, Ael. Tact.8.3. Olymp. in Mete ,01(1 the ' th, Sor.1.69: έγκρίς, ίδος, ή, a cake made with oil and honey, Stesich. 2, Pherecr, generally, hinder, thwart, τισί Sammelb.4305 ; τή δικαιοδοσία f.l. in 83, Antiph.275, LxxP , Ph ; also expld. as, = άμανίτης, Plb ; delay, Act. Ap.24.4: Pass., 4νεκοπτάμην τοΰ ελθείν Ep. Hsch. P0;w.15.22, cf. Porph.Antr.ig. IV. intr., come to a stop, Vett. εγ-κρΐσις, εως, ή, (εγκρίνω) approval, judgement, IGg(2) Val (Epist. Flaminini). 2. examination of athletes before admitting εγκορδϋλε'ω, ivrap up in coverlets, Av.Nhao. tliem to a contest, Luc.Pr.Im.11, Artem.1.59, Aristid.Or.29(40),18 εγκορύτττω, fut. έγκορύψομαι, butt at, 4. επί τινι πληγήν Lyc.558. (pi.). II. junction, meeting, ή επί τούς μηρούς έ. Alciphr. I.

9 4γκροαίνω 474 έγκωμ ιάζω 39. -κρΐτε'ον, one must admit, els άριθμο'ν τινα, opp. άποκρ-, PI. -^ 537 a ) cf 4I3d ; διορισμύν έ. ώς πιθανώτατον Dan1.TV.436, cf. Jul. Or.7.219a; one must approve, recommend, αιώρας Herod.Med. in Rh.Mus : also pi. εγκριτέα ib κρΐτηριοϊ, a, ov, of or for admission:. > οίκοι rooms where the athletes were examined before they were admitted as candidates, /<? (Corinth, ii a. d.). -κρΐτοϊ, ov, admitted, accepted,, d. Pl.T966 IGl 2(9). 1 Sg. 9 (Eretria, iv B.C.) ; έ. θεά Herod.Med. in iia.ma εγκροαίνω, spread oneself in, διηγήσεσιν Eust.I Ιγκροστόω, = Lat. incrustare, veneer with marble, Supp.Epigr (Attalia). εγκρόταφος * ό άντικέφαλος, Et.Gud. εγκροτε'ω, strike on the ground, ες εν μέλος εγκροτέοισαι ποσσίν beating time with the feet to one tune, Theoc.18.7 : Med., πυγμα.1 δ' ήσαν 4γκροτούμεναι the fists were dashing one against the other, Ε.IT II. Pass., to befastened by nails, τοίχψ Philostr.K^i έγκροτίω, knock or hammer in, παττάλους sis τόν τοίχον Ar. V. 130 ; ήλου ς εις τά υποδήματα Thpbr. Char ; strike, εγκρούονσα ποσσ1 λάλους πτέρυγας, of the locust, APy.igg.4 (Mel.). II. dance, Ar. Ra.374. ^ εγ-κρυβω [ϋ], late form of εγκρύπτω, D.S.I.80 (Pass.), Apollod , Gal.6.620, PHolm κρυμμα, ατος, τό, anything concealed, an ambuscade, Eust κρνπτέον, one must bury, cover up, Herod.Med,ap.Orib κρνιττο?, =4, γκρυφίας Hsch. -κρνιττω, hide or conceal in, δαλδν σποδφ ενέκρυφε μελαίντ) Od.5-488, cf. Sotad.Com.1.29 ; [φά] iv δέρματι λαγωοΰ Arist.HA 619 b 15 ; τ ι εϊς τι Ευ. Matt , Apollod (Pass.), etc. 2. πΰρ 4 bank it up, Ar.yiiy Med., hide oneself, μελάθροις Nonn.D κρΐφιάζω, intr., keep oneself hidden, act underhand, Ar.Eq hide, conceal, πάθος Procop.Arc.1: abs., Id. Vand κρΐφίας άρτος loaf baked in the ashes, Hp. Vict , Nicostr.Com.14, Luc.ZW0j?.2o.4, Ath.3.110b. -κρύφιος, ov, sq., πΰρ ΑΡξ.123 (Phld.). -κρΰφος, ov, hidden, %βη Nonn. D κρύφω [ϋ], = εγκρύπτω, impf. ενέκρϋφεν Q.S , Nonn.T> κρ-υψις, εως, ή, banking up of a fire, Arist.fuv. 470 a 12. iy kt ά.αρ.αι,acquire possessions in a foreign country, πόλιν iv &ρηίκτ! (v. 1. for 4γκτισ~) Hdt.5.23 ; ot εγκεκτημένοι citizens who possess property in a deme not their own, opp. δημόται, D.50.8, cf. X.Vect.2.4, PGnom ίγκτερείζω, buryin, τύμβψ A.R , cf. Tryph.179. εγ-κτημα, ατοί, τό, land held in a country by a person not belonging to it, And.3.15, D.7.42, /(? , App.Mith.47. -κτησ-ι?, Dor. -κτασ-is, εως, ή, tenure of land in a country or district by a person not belonging to it, X.HG^ (pi.) ; the right of holding such property, freq. granted as a privilege or reward to foreigners, έγκτασιν γάς καϊ ο'ικιάν Decr.Byz.ap.D.18.91, cf. /<?5(1)4.12 (Sparta), etc.; είναι δε αύτψ οϊκίας έγκτησιν ib * 2 estate, property, LxxTe.25.i3, etc.; βιβλιοθήκη εγκτήσεων register of properties, BGU? 6 (ii A. D.), etc. 3. acquisition of territory, Plb (prob.!.). -κτητι- κόν, τό, a land-tax paid for the right of holding εγκτήματα, IG κτητος, η, ov, possessed in a foreign country, Lxx Le , al. -κτητωρ, ορος, δ, landowner, Keil-PremersteinT)«V/er Berichi 86. Ιγκτίζω, found, build among, πόλεις έθνεσιν Plu.2.328ε : Med., πόλιν 4v Θρηίκ^ v. 1. in Hdt (cf. εγκτάομαι). εγκΐαρ, άρος, ή, pregnant, οίς ךSchivyzer6.^-2 (Milet., vi B.C.). εγκϋβκγτάω, plunge headlong into, πράγμασιν Suid. s. v. κύβος. εγκνδον" ένδοξον, Hsch. εγκϋ-εομαι, to be bornein the womb, TheonProg.2. -ησι$, εως, ή, germination, in plants, Thphr.CPi ητηριον, τό, drug which promotes conception, Hp.Sfcni.231. εγκνκάω, mix up in, Ar.Ack.g39 (Med.) : Act., Dsc. Ther.2, Lyc εγκυκλ-εομαι, Pass., roll or rotate in the sockets, of the joints, Hp. de Arte 10. II. in com. sense, to be cooped up, ουκ οϊδ οπη 4γκεκύκλησαι Ar.V.6gg. III. Med., surround, Plu. TG5 ; τους άμφΐ πλουσίαντράπεζαν κυκλουμένους Id.2.50d. -ηβρον, τό, Eust , is prob. f.l. for 4κκύκληθρον, = εκκύκλημα. -ημα, ατος, τό (ν. εκκύκλημα) ; but, II. εγκυκλήματα, τά, movable property, Arist. Oec a 13 -ίΐ,ω,revolve,τάοπίσθιαηίρρία&.^ο. -10s,ov,also a, ov Orph.yi.981: (κύκλος): circular, round, χοροί E./T429 (lyr.), Aeschin.l.io ; τδ ε. σωμα Arist.Cae/.286 a l I; ε. κίνησις, φορά, motion in a circle, ib.293 a t1,296 a 35 ; δρόμ,ηαα θεων Corp.Herm.3.3. Adv. -ίως hi a circle, φέρεσθαι Arist.il/e/e.339 a 12, cf. P.uc.Phaen.p.2 M., Her0y4i(/.11.8, Plu c ; καθήσθαι Asp.inENio.^l. II. revolving in a cycle, recurrent: hence, at Athens, λτιτουργίαι ε. public services required regularly every year, opp. to those required at uncertain times, D ; i. δίκαια rights common to all citizens, Id III. ordinary, everyday, εντόίς e. καϊ το'ις κα& ήμέραν γιγνομένοις Isoc.3.22, cf. 8.S7, Arist.P0/.1269 b 35; י* διακονίαιeveryday duties, ib. I263 a 21; τά ε', real πολιτικά Epicur.Sent.Vat.58 ; ή ε. διοίκησις IG12 (5) (Syros, i B.C.); ε. άναλώματα ib ; ε. [τελη] taxes j farmed out annually, ib. 11(2). 161 A 36, 203^ 29 (Delos, iii B.C.); ταμίαι των I. S/G (Milet., iil/ii Β. c.). b. μεγάλοις i. σνμπτωμασιν (sc. πάθος)commonly liable to, Phld.L.p.29 W. 2. Arist., τά ε', φιλοσοφήματα or τά i-, τά έξωτερικά, Cael. 279 a 3 ; ε'ν τοις ε. εΐρηται L.Y1096*3 3. ε. παιδεία general education, prior to professional studies, O.H.C0mp.2 5, Plu d ; 01 περί τά i. παιδευτώ ld.alex.f; το ε. παιδενματα id.i.jc, cf. Vitr.6Praef.4, Quint.Inst , Ath.4.184b, Luc.v4w.45 ; also i. άγωγή instruction in genera} knowledge, Str. 1,1.22 ;. > τ ίχνη Olymp.Alch.p.fji Β. IV. εγκνκλιον, τό, tax on sales, PLond (ii B. C.), PAtnh.2.53 (ii B.C.), etc. εγκυκλοπαίδεια, f.l. for εγκύκλιος παιδεία, Quint./«s/.1.10.r, cf. Plm.HNPraef. εγκυκλ-ος, ov, circular, δίνη Epicur.T/>.2 P.52U. ; round, Matro C0KJ.n6,Ezek. Lv<7, Adv. ws - Gal. 18(2).439. II. έγκυκλον, τό, woman's upper garment, Ar.TA.261, Lys. 113 ;. > ποικίλον IG III. έγκυκλα τά εγκυκλούμενα τψ βίω καχ συνήθη, Hsch. -όω, round in a circle, οφθαλμόν Έ.ΙΤ;6. II, surround, Str : more freq. in Med. with pf. part. Pass,, encompass, encircle, τοΰ χθόν' εγκυκλουμένου αιθέρος Y-.Ba.2g2, cf. Ar.K 699 > φωνή με τις εγκεκύκλωται a voice has echoed around me., ib.395 ; surround, hem in, PIu.Afaj-r.6, etc.; of rivers or mountains, Str.2,1. 36, D.C : Pass., to be surrounded, Id (s. v. 1.). 2. in late Prose, wander, roam about, 4γκνκλωθήναι 2ικελίαν D. S.4.23, etc. coins, εως, ή, surrounding, encompassing, Str έγκϋλίδωτος (leg. ίγκυλίωτος), ov, rolled up, εριον Hp.Mul.1, 75 έγκϋλίνδ-ησις, εως, ή, rolling among, εν κόρναις Plu. Ο/Α ω (έγκυλίω Hp.Mul. ך. 1 ζ, Arist.Pr.gi 4*22, Vett.Val , etc.), fut. -κυλίσω [ί] : roll or wrap up in, πολλοίς εμαυτδν εγκυλίσαι π payμασιν Pherecr ; τι h εριον Hp. I.e. II. metaph. in Pass., to be involved in, εις έρωτας εγκυλισθείς X.Mem , cf. Vett.Val. I.e.; είς τάς πολιτικάς πράξεις D.H.II.36; εν κακοΐς Porph.Chr. 26 ; πράγμασι Cat. Cod.Astr. 7.20S : in aor. Med., εγκυλίσασθαι Luc. Hipp.6. έγκύλ-ισμα [S], ατος, τό, ίλινδήθρα, Sch. Ar.Nu.12. -ιιτμός, δ, = ίγκυλίνδησις, in mal. part., Vett.Val (pi,). εγκυματος [0], ov, on the waves, όδοιπορία Secund.Se«/. 17. εγκϋμ-ονε'ω, become pregnant, Gp.! ; τδν Δία conceive, Apollod ων, ov, gen. ovos, (κΰμα β':pregnant, X.Cyn.γ.2, Arist. HA546*10, etc.; e. γενέσθαι υπό τίνος Id./>.76 ; Ίππος ε. τευχέων big with arms, of the Trojan horse, E. 7V.11; ε. Άμυλος PL Com ; πόα ε. σπέρματος DEC.3-7 : metaph., of the mind, PLSmp.209b, Ph , etc.; καμάτων εγκύμονα βίβλον APg.2IO. εγκΰοποιε'ω, impregnate: metaph, of a chemical reaction, 20s. Alch.p.211B. έγκυος, ov, (κύω) = εγκύμων, Hdt.1.5,6.131, Hp.Aph.5.42, etc.; πώλος ήσυχίης έγκυος, of the Trojan horse, APg.l$6 (Antiphil.); γαστρός άπωσαμέναν μόρον εγκνον, of one d3'ing in child-birth, Epigr.Gr. 238 (Smyrna\ cf. /<?12(7).301 (Amorgos). 2. of plants, Arist. HA 595*27. έγκύτττω, stoop down and peep in, i. είς τι look closely into, Hdt ; κατά [τάϊ θυρίδας] Pl.ii.359d: abs., εγκεκυφότες stooping to the ground, Ar.Nu. 191, Th.4.4; δάκτυλοι εγκύπτοντες retracted, Η p. AW. SI ; έγκνρ-έω, v. εγκύρω. -ησις, εως, ή, meeting with or happening, Phld.PA.i.71S., S.E..P in Medicine, definite phenomenon, BKT Z p. 30. Ιγκυρσενω, = εγκυρέω, Heraclit. 17 (s. v. L). εγκύρτ-ια, τά, (κυρτός) passages into the κυρτοί or creel or fish-trap, to which PL compares the throat, r!'.78b-d, cf. Gal. adloc.p.20 D. 09, ov, curved or crooked, Hp.Mochl.1, Arist.TV ωσ-ις, εως, ή, curvature, Cass.TV.38, εγκυρω [ϋ], impf. ενέκϋρον : fut. εγκύρσω : aor. ενέκυρσα : Pass., έγ κύρομαι: εγκνρέω, aor. ι ενεκύρησα, less freq. in early writers, Hera clit.72, freq. in Phld. as Sign.21, al., cf. Plb. and D.H. (v, infr.), Ael. Tact.1.2. fall in with, light upon, meet with, c.dat., ενέκυρσε φάλαγξι Ii ; εγκύρσας άάττ!σιν. Hes.Ο/216 ; δκοίοις 4γκυρέασιν έργμασι Archil.7ο; εγκύρσαις (Aeol. aor. ι part.) έκατονταετει βιοτα Pi.P.j 282, cf, 1.100; δώ* B.TV.21; τμητοις δλκοίς εγκνρσαι Sil.863 Qyr.p στρατψ ενέκυρσε άμφοτέρησι τρσι μοίρφσι Hdt.4.125; ενεκύρησαν στρατψ Id.7.218, cf. Plb,8.35-5, etc.; δυσχωρίαις εγκυρήσαντες D.H.3.r95 τυράννοις Phld./r.p.30 W.: in,ך. Hdt.208 c. gen., άλογίης ενέκυρσε πολλής (here Valck. proposed εκΰρησε, which has been received by edd,): e, acc., A15av εγκύρσαντες άλάμπετον Epigr. Gr.241 (Smyrna). Not in Att. Prose, once in Com., ίγκυρήσαι Cratin.35. εγκϋσίκωλος [ΐ] or έγκϋσ-όχωλος, = άνωθεν άπδ τοΰ κυσοΰ χαλός, Com. Adesp. 6 D. εγκυτα, τά, Lacon., = έγκατα, Hsch. έγκΰτί, Adv., (κύτος) to the skin, εγκυτι κεκαρμένος close shaven, Archil.37, cf. Call.TV.311. [iarchil., i Call.] ίγκ υφωσ ις [ϋ], εως, ή, curvature, Gal έγκώλεος, trunculus, Gloss. εγκωλυω, aor. ενεκώλυσα, f.l. for 4νεκόλλησα, Hero Aut έγκωμάζω, take part in α κώμος, revel, Gloss. g PLG έγκωμι-άζω, impf. ενεκωμίαζον Aeschin.3.86 : fut. -άσω 5186,519a, Isoc.12.1n, but -άσομαι Pl.Smp.198d, Aeschin.1.33 : aor. ενεκωμίασα Pl.Ta.191b : pf. εγκεκωμίακα ld.lg.62gc,! : Pass.,aor. εγκωμιασθείς Hdt.5.5: pf. εγκεκωμίασμαι Pl.SmpA'l* (the tenses being formed as if the Verb were a compound of ίν and *κωμιάζω, and not derived directly from εγκώμιο!): -praise, laud, extol, c. dupl. acc., ταύτα τήν δικαιοσύνην Id.ii.363d; τινά επί σοφία Η Euthphr.gb, κατά τοΰτο Id.Ta.1g1b; περί τ ή ν μ ά χ η ν ld.tht.142b, τήν τέχνην τινός Id. Grg.448e : abs., Phld.Here : Pass., Co be praised, Hdt.5.5, Pl.Smp.181a ; to be said inpanegyric, Phld.Herc.

10 <η/κωμικός 475 έγ-χελνών '457 ^κι 4! etc -αστε'ον, one must eulogize, Id.PA-i.219S., S.E. Μ.2.101; θεούς.ך. Hermog.Prog -αστής, οΰ, δ, praiser, panegyrist, Str , Plu.2.605a. -αστικός, ή, όν, panegyrical, Arist.Rh.Al. 1421*9, Plb , Ph.2.31 ; -ικόν, τό, Plu d, Longin.8.3, Demetr.PZ0c.120. Adv. -κως Poll αστός, ή, iv, to be praised, Ph έγκωμικός, ή, όν, - εγκωμιαστικός, λόγοι /G12(9). 95 α (Tamynae). έγκωμιο-γράφος [α], δ, panegyric-writer, Artem (pi.) ; είς τόν αυτοκράτορα IGj..( H(Thebes λογικόν (sc. μέτρον), τό, metre used in Εγκώμια, Heph λόγος, δ, one who delivers panegyrics, /G12(9).94 (Tamynae, IB.C.). έγκώμιον, τό, v. sq. II.2. έγκώμιος, ov, (κώμη) in the village: hence, native, common, v.l. for εγχώριος, Hes.O/> II. (κώμος) belonging to α κώμος, esp. that which escorted a victor in the games: hence, belonging to the praise of a conqueror, 4. μέλη, 'ύμνοι, Pi.O,2.47,P ; ε. άμφϊ τρόπον Id. 0.10(11).77 j στεφάνων εγκώμιος τεθμός the law of praise for prizes won, ib Subst. Εγκώμιον, τό, laudatory ode, D.S.n. 11, Ath f; generally, eulogy, panegyric, Ar.iVw.1205, D (pi.), Thphr.CAar.3.2, etc.; εγκώμια παλαιών ανδρών Pl.LW.326a ; 4. είς τινα, κατά τίνος, Pl.il/Zw.319c, D ε. λογικόν in prose, /G (Acraephia) ; <:. Επικόν ib.419 (Oropus) ; δ έπαινος της αρετής, opp. τά ε. των έργων, Arist.PiV1101 b 33) cf. ΡΑ. 1367*28. έ'γκων, coined as etym. of άγκών, Chrysipp.Stoic. 2.4J. έγκώιταια' περιδέραια, Suid. εγκωττον, τό, part of the ship between the foremost and hindmost oars, Callix. i. εγμα" όχύρωμα, στΰλος, Hsch. εγμεν έχειν, Id. έγνωδώς* σίν θεφ, Id. έγξέω, scratch, scrape, E.Pr.298 (cj. Heath for Εγξύσαί). ίγΐηραίνω, dry in, Hp.M2/Z εγϊΰλος, ov, wooden, δέλτος f.l. in Aen.Tact.31.14; πυραί Tz.// Ιγξιίρω [ϋ], shave, κεφαλήν Tz./L Ιγξύω [ϋ], = Εγξέω, Hp.Int.42 ; shredin, ες μέλι Thphr.HPg.l^. εγρε-κΰδοιμος [ϋ], ov, rousing the din of war, strife-stirring, epith. of Pallas, Hes. LA.925, Lamprocl.i. -μάχης [α], ου, δ, exciting, rousing the fight, S.OC1054 (lyr.) : fem. 4γρεμάχη, epith. of Pallas, h.cer.424, /Gi μοθος, ov, stirnng strife, N0nn.Z) , al. εγρεο, εγρετο, v. εγείρω and εγρω. Ιγρεσί-κωμος [ϊ], ov, stirring up to revelry, epith. of Dionysus, AP οίκος, ov, building houses, prob. in Man !γρήγορα, έγρήγορθε, θαι, -θασι, ν. εγείρω. εγρηγορ-ε'ω, f.l. in X.Cyw.5.11, Arist.Pr.877 a 9, etc. -ικός, ή, iv,waking,πράξεις, κινήσεις, Arist.S0mn.Vig.456 a -28,Div.S0mn.463 a 9. -ος, ov, wakeful, Adam.PAg «.2.28, P0II Adv. -ρως Mich.inPN;o.2,al., Sch ότως, Adv. part, of Εγρήγορα, waking, Plu.2.32a, Luc.Herm.I (v.l.), Porph.PZoZ.9. -όων, Ep. part, watching, awake, Od σιος, ov, keeping awake, Pherecr σις, εως, ή, waking, wakefulness, Hp.Hum.g, Arist./L4536*24, Ph.1.71,al., Onos.10.11, D.Chr.3.85, Plot ; περϊ ύπνου καϊ Εγρηγόρσεως, title of work by Arist. -τεον, one must keep awake, AntyIl.ap.Orib τί [r], Adv. awake, watching, εγρηνται - ή'ρηνται, Hsch. Ιγρήσασα - μαθοΰσα, Id. Ιγρήσσω, (Εγείρω) watch, awake, Il ! לOd.20.33,53 A.R , Aret.CAi.l, etc. Ιγρήτα παρακαταβολήν ή δίκης ή κρίσεως, Hsch. εγρυττνεΐ αγρυπνεί, Id. εγρυσις, ν. εκρ-. εγρω, later form of εγείρω, imper. ίγρέτω cj. in Sopat.io; εγρει Call.Pec.i.4.13 : Pass., έγρεσθε Ε.ΡΑ.532 ; έγρεται Opp.// : έγρονται E.Pr (lyr.) ; έγρετο Opp.C έγχαδε'ς (prob. Εγχαλές, cf. χάλις)' νέον άκρατον, Hsch. *έγχαίνω, ν. Εγχάσκω. Ιγχαλάω, relax, in Pass., Plu.2.690a, Antyll.ap.Orib εγχαλεΐν καταχασμάσθαι (Lacon.), Hsch. εγχαλίδες διαπεπαρμένοι ήλοι, Id. ίγχαλϊνόω, put a bit in the mouth of, ϊππον Babr : Pass., τά στόματα Εγκεχαλινωμένους having the bit in their mouths, Hdt. 3.14, cf. X.An metaph., Ph. i. 117: Pass., τόν δήμο ν εγκεχαλι νωμένον τ χι ολιγαρχία held in check by the oligarchy, Plu.Lj«. 21; οργή -ωμένη τψ λόγψ Them. Or d. 3. metaph. of reins, to be in the form ofa bit, Hp.Oss. 19. έγχαλκ-ε-ύω, to impress or design on brass, Sch. B.I os, ov, in or with brass: moneyed, rich, AP II. for sale, Ath III. with a flavour of copper, Dsc έγχανδής, v. εύχανδής. Ιγχαρ-ακτεον, one must scarify, Paul. Aeg agis, εως, ή, scarification, Apollon.ap.Orib.7.19 tit., Aret.CP1.2. II. furrow, gloss on δλκός, Sch.A.R άσσω, Att. -ττω, engrave, Tivi upon a thing, D.H.2.55 ; Es στάλλαν IG 12(2).67 (Mytilene) ; eh Τb ιερόν GDI (Delph.), cf. Plu.Per.2r, etc.; κατά τίνος U.Them.9, insert in a document, CPP19.18 (iv A. D.) : metaph., imitate, 4. Tbv Άντισθένειον τύπον Jul.Or.7.217a : Pass., τά 4γκεχαραγμένα άγαθά OGI נ) A.D.) ; μεγάλως 4γκεχαραγμένος with «great record, Charito 2.6 ; of coins, Luc.^Zex.58 ; δραχμαϊ Εγκεχαραγμέναι γράμμασιν "ΕλληνικοΤς 4πίσημα Peripl.M.Rubr.tf; of soldiers, to be entered on a muster-roll, Agath IL to \ make an incision into a thing, Gp ; scarify, Antyll.ap.Orib έγχάρίζομαι, = χαρίζομαι, APg.l 14 (Parmen., dub.). έγχάσκω, fut. εγχανοΰμαι : aor. Εγχανείν : lit., gape, πρδς τήν σελήνη ν Luc.Icar. 13; i. τω πλακούντι to gapefor it, Alciphr II. grin or scoff at one, 4γχάσκειν σοι Ar.V.;2\; προσέχειν διαλεγομένψ καϊ ε. Phld.PZZ.p.41 J., cf. Luc.Merc.Co««'. 14 ; rij 'μγ μωρία S.Ichn. 343 ; Εγχανεΐται τα is Εμάίς τύχαισι Al.Ach εγχαν είται ΤΡ πόλει Id.P : c. part., μή γαρ Εγχάντ! ποτέ... εκφυγών let him not taunt [us] with his having escaped, Id.yicA.221. έγχεζω, fut. -χέσω or -χεσοΰμαι : pf. Εγκέχοδα, = Lat. incacare, Ar.Pa.479 : c. acc., to be in a horrid fright at one, Id, P.627. έγχει-βρόμος, ov, thundering with the spear, κόρα Pi.O γά- στωρ δ δια τοΰ δόρατος ζων, Zonar. εγχεΐδαι τηρηταϊ δανείων, Hsch. εγχείη, ή, Ep. form of έγχος, spear, lance, Horn., esp. in II.: gen. pl, Εγχειάων ; εγχείρ Εκέκαστο he excelled all in the spear, ίγχείη, Ep. 3 sg. pres. subj. of εγχέω, Od εγχεικεραυνος, ov, hurling the thunderbolt, Ζήνα Pi.P.4.194, O , Eust , etc. έγχειμάξω, pass the winter in, Jul. Ep.\8, Poll ; πόλις Εγχει - μάσαιοϊα χειρίστη Dicaearch Ιγχεί-μαργος, ον, = εγχεσίμαργος, ΕΜ^-^ΛΛ,. -μορος, ov, dealing death with the spear, ib έγχειρ-εω, Arc. Ιγχηρε'ω /(?5(2).6.12 (Tegea, iv B.C.) : (χειρ): take a thing in hand, undertake, attempt,c.dat. rei, E.Merf.377, X. Vect. 6.1, etc.: later, c. acc. rei, έργον PPetr.2 p.37 (iii B.C.) : c. inf., PL, V/.310c / X.Mem , etc.; τον Εγχειρήσαντα συκοφαντείν Hyp. Eux.34! abs., to make an attempt or beginning, S.El. 1026, Th.4.4, etc. 2. lay hands on, attack, πόλεσι ib.122 : abs., X.//G ; πρδς τά κατά τους πολεμίους Plb put hand to a case requiring medical treatment, τινί Hp.deArte?,; τήσι νοΰσοισιν ib try one's hand in argument, εις εκάτερον Plu.Cu'c.21: Pass., to be discussed, Id.2.687ε codd. II. in late Poets, take in hand, c. acc., έργον Epigr.Gr Επιχειρέω is more common in Att. -ημα, ατος, τό, undertaking, attempt, S.OP540, PL Pit.290d, Antiph.29, D.27.34, Aen.Tact.24.15, Plu.CZeow2.25, etc.; essay in argument, Epicur.PZaZ (pi.). -ησις,εα>ς, ή, taking in hand, undertaking,th.6.83, Plu.Caes.66, etc. II. άνατομικαϊ ε., Practical Anatomy, title of work by Gal. -ητεον, one must undertake, X.Ages. 1.1, Pl.PZZ.304a, D.Chr.18.5: pi., -ητέα τψ έργψ Agath. Praef.p. 133D. -ητής, οΰ, δ, one who undertakes, καινών έργων Ar. Αν.257 ; πράξεως Ph.2.27: abs., Adam.Phgn ητικός, ή, όν, enterprising, adventurous, X.HG Adv.-KiSs Archyt.ap.Stob , manipulation,אי, ία - ν. 1. for ενχ-, Hp.Art.35,cf. Phld.Horn. P.45O.: pi., Hsch. -isios, ov, (χειρ) in the hand, ικετών κλάδοι A.Supp.21 (anap.). II. as Subst.,-ίδιον, τ ό, hand-knife, dagger, Hdt.1.12,214, Th.3.70,etc.; Εγχειριδίψ πλήττειν Lys.4.6, etc. 2. handle, Thphr.HP4.3.4, Callix manual, handbook, title of works by Epict. and others, cf.demetr.lac.i/erc.ioi 3.12 F., Philostr. KS2.1.14, Longin.Proll.Heph.p.86C. 4. tool, implement, Lxx Ex [ ίδιον Hermipp.46.] -ίζω, Att. fut. -ίω X.Oec : pf. Εγκεχείρικα Plu.PA0c.34 : P ui one's hands, entrust, τί τινι or τινά τινι,,/. Hdt.5.92 Th.2.67, etc.; τάς αρχάς 4. τινί Hdt.5. 72, cf. Arist.P0Z.1305 a 16, prob. in Thphr.CAar.30.x5 ; ε. τινί τήν φυλακήν Arist.PoZ.I306 a 22 ; ε. εμαυτδν ττ! ατυχία. Antipho 2.4.1, etc. : Pass., to be entrusted, τινί to one, Plb ; τήν 4γχειρισθεΐσαν εαυτφ πίστιν /G ; ή -ισθείσά τινι χρεία PFlor.2. 9 (iii A.D.) ; but Εγχειρίζεσθαί τι to be entrusted with a thing, Luc. Prom.3, Am.39, Hdn , etc.: c. inf., διοικεΐν τά της άρχής εγκεχειρίσμεθα we have been entrusted with the administration of the government, Id : Med., take in hand, encounter, κίνδυνους Th , D.C.Pr.29.6, v.1. in S.E.P II. treat surgically, Hippiatr.iS. έγχειρίθετος [pi], ov, put into one's hands, 4. τίνα παραδιδόναι Hdt : Aeol. έγχερρίθετος prob. in Sapph.O^. 1787Pr.g. Ιγχειριστε'ον, one must undertake, Aet εγχειρο-γάστωρ, ορος, δ, = γαστρόχειρ, Cleanth.ap.Clearch.16, Zonar. -^τονεω, elect, Poll ίγχείω, Ep. for Εγχέω, Horn. Ιγχε'λ-ειον, τό, Dim. of έγχελυς, in sg., Ar.pr.318.7, Antiph : m0stlyinpl.,pherecr ,calliasc0m.3,p0sidipp.14; οπτάτε τάγχέλεια Ar.Ach.1043 : but in 11.cc. prob. neut. pi. of εγχέλείος (sc. κρεα or τ ε μάχη) ; so τ έμαχος εγχέλειον Pherecr.45, cf. Eust ίων or-νών,άινος, δ, eel-trap, Αή5ί.ΗΑξ92 Λ 4, , = έγχελυς, Id.Pr ύδιον [0], τό, Dim. of έγχελυς, Amphis 35, Ephipp εγχελΰοτρόφος, ov, keeping eels, Arist./L4592 a 2,pr.3n. εγχελυς MatroCorn.39, acc. -iv Archestr.Pr.8 (the accent εγχέλυς, etc., is sts. found as v.l.), ή (δ, is f.l. in Luc.Anach.1), Att. gen. εως, nom. pi. εις, cf. Ael.Dion.Pr.145 ; gen. pi. εγγέλεων acc. to Choerob. in Theod ; but the Ion. forms -υος, -υες or -υς, -ύων, -υσιare freq. found as v.l. in Arist.ZL4 ; dat. sg.!- Hp.MwZ ; acc. pi. εγχέλυας Archil. 101: eel, εγχέλυές τε καϊ Ιχθύες II ג, cf. Epich.73, Arist./L4538 a 3, al., etc.; 4. Κωπαίδας Ar.Ach.8S0 ; 4. Βοιύτιαι Antiph.236 : prov., Εγχέλεις θηράσθαι, i. e. to ' fish in troubled waters', Ar.Py.864, cf ^" 559! Arist./L45g2 a 6. έγχελνών, v. εγχελεών.

11 έγ-χβλυωπός 476 έγγύτριαι Ιγχελϋω-π-όβ, όν, eel-faced, LUC.P//1.35. εγχερα, τά, = έπίχειρα, IG (Deer. Amphict.). εγχερσος, == χερσός, άρουρα POxy (vi A.D.). εγχεσί-μαργος [ι], ov, raging with the spear, ΡΛ/513.7, Hsch. -μωροβ, ov, fighting with the spear, , al., Od.3.188, Cere.6.9 : Comp., with play on μωροί, AP (-μωρ05 is perh. cogn. with μάρναμαι.) -iraxoi, oi, wielders of the spear, Hsch. -χειρ, χειροϊ, <5, livtngbywar, Orph.Pr Ιγχε'σ-ΤΓαλοβ, ov, (πάλλω) wielding the spear, , , etc. -φόρος, ov, spear-bearing, Pi.-!V εγχέω, Ep. subj. εγχείρ (v. infr.): fut. -χε'ω, late εγχύσω f.l. in HeroSpir.1.33 : aor. 4νέχεα, Ep. ενέχευα, but 3 pi. 4νέχεαν in tmesi Od.8.436; imper. εγχεον E.Cyc.568 : pf. Pass, εγκέχΰμαι: ])our in, iv δ' όίνον εχευεν Od.3.40, 6.77 ; μέθυ.. 4γχείρ δεπάεσσι g.io ; έγχεε κέρναις ένα καϊ δύο AIc.41.4, οΐνον ες κύλικα Hdt.4.7 0, ί>ξ0ϊ τ' &λειφά τ' εγχέας ταυτψ κύτει A.Ag.322 ; φάρμακα X.Cyr > ι<άν οίνόν μοι μή 'γχρς συ πιείν Ar. V.616 ; εγχείν alone, fill the cup, τοίς νεανίσκοι εγχείν iκέλευε X.An.4 3!3> C^ Pl.Smp.2i4a: C. gen., in honour of, τινός Call.Epigr.31, APf r 135,136 (Mel.) : also c. dat., εγχει κάΐ Κήδωνι ךScol.2 ; εγχεΐν στονδήν pour in wine for a libation, Ar.Pax W02, Antiphoi.19: Med., ύδωρ δ' ενεχεύατο πουλύ (with no med. sense) Od ; but in strict sense of Med., pour in wine for oneself, fill one's cup, Ar. P.617 ; είς τήν χεΐρα εγχέασθαι pour [wine] into one's οιυη hand, X.Cyr ; 7τοτόν εγχεΐσθαι Id. Smp of dry things, pour in, shoot in, iv δε' μοι άλφιτα χεΰον.-. δοροίσιν Od b έ. is τάς βΐνας πτερά thrust in, Ar. Αν metaph., infuse, instil, in Pass., πάσιν ήμΐν θανάσιμον -κέχυται τδ της γενέσεως φάρμακον Metrod.53 ϊ rb δ' al της ηδονής πολύ πλέον 4γκεχυμένον PI.Phlb.4;a. II. sts. with acc. of the cup, fill by pouring in, κρατήρα S.Fr.563, φιάλην X.Smp.2.23 ; εγχεον.. Διός γε τήνδε σωτήρος Alex.232 ; εγχέασα..άγαθοΰ δαίμονος (sc. κύλικα) Nic0str.20. III. 4γχείν ϋδωρ τινί (ν. κλεψύδρα) D , cf : Pass., ίγχείται τδ πρώτον ϋδωρ Aeschin εγχηλοβ, ό, bandage, Hsch. έγχημώμενοι ίγχάσκοντες, Id. (leg. ίγχασμ-). έγχηρωτνλει4, πιχαίρουσιν Id. εγχθόνιοβ, ov, in the earth, σποδιή κειμένη i. Epigr.Gr.298, prob. in AP;.7 40 (Leon.). II. of the country, κύλιξ API (Apollonid.). ίγχίδιον εγγιον, Hsch. εγχίκτϋ-π-ος, ov, making a noise with thespear, EMC) εγχλαινόομαι, Pass., tobe clothed in, εσθήτα Lyc.974, cf έγχλαμΰδόομαι, to be wrapped in a cloak, Hsch. s.v. 4ντεβετταλίσθαι. ΙγχΧΐαίνω, warm, in Pass., Dsc.P«/>. 1.22S, Ιγχλίαμα μαΰρον όνομα, Hsch. εγχλίω [1], to deal wantonly with, insult, Ελλησιν A.Supp.914. kyxkoita, to be of a greenish hue,, Hie Th.154. II. εγχλοάσθαι εμφΰναι, Hsch. εγχλοος, ov, = εγχλωρος, Nic. Th.506, al.; metapl, acc. έγχλοα ib ίγχλωρίζω, = έγχλοάω, Sch.Nic. ΓΑ εγχχωρος, ov,greenish, Thphr.//P3_12.5 (Comp.), Dsc εγχνοος, ov, contr. -χνους, ουν, downy, Nic. Th.762, Dsc έγχόδια αθρόα, Hsch. έγχοιριλόω, pf. part. Pass, εγκεχοφιλωμένην, = λεπράν, Hsch. iy^ovbp-ίζω, form into grains, Archig.ap.Gal os, ov, in grains, of manna, Dsc έγχορδος, ov, (χορδή) stringed, Poll Ιγχορεύω, dance in, iv 1 Ινδία Plu.2.332b: generally, disport oneself, take pleasure in, παιδεύμασι, etc., Ph , al.; of birds, sport in the air, c. acc., Vett. Val (s. v.l.). εγχορτος, ov, grass-grown, POxy (vi A.D.), ( vi A. D.). έγχα^,εος,τό, spear, lance, II.6.319, etc.; ε. λογχωτά B.Fr.3. II. weapon in general: sword, S.AJ.28;, al, E.El.6g6,etc.: pi., weapons, &τερ ίγχέων Pi.P.9.28 ; πτερωτά έγχη arrows, Ε.HF\098 ; πυρ.. Εκάτης έγχος S.Pr.535 (anap.) ; of Nausicaa's ball, τδ δ' έ. iv ποσίν κυλίνδεται ib.782 : metaph., φροντίδος έ. Id. Ο Γι 70 (lyr.). III. meton., armed force, Ίηπύγων έγχος άπωσάμενοι Call.Pr.444. έγχοΐν" τδν στεάτινον (Lacon.), Hsch. εγχουσα, ή, Att. for άγχουσα (q. v.), Ar.Lys.48, X. Oec εγχο-υσίζομαι, rouge, τδ πρόσωπον, /!/ ; cf. άγχουσίζομαι. έγχόω, = εγχώννυμι, impf. ενέχουν Str : Pass., εγχούμενοι πόροι Id.g εγχράω and εγχραυω, Ep. ένιχραυω Nic. ΡΑ.277 : like εγχρίμπτω, dash against, ενεχραυεν is τό πρόσωπον τό σκήπτρον Hdt.6.75 ί κυνόδοντά τισι Nic. 1. c. II. Pass., ήσαν δε 7τρός τινας καϊ άλλους ίγκεχρημένοι (sc. πόλεμοι) there were wars undertaken.., Hdt (prob. f.l. for ίγκεκρημένοϊ). έγχρεμετίζω, fut. -ίσω, to neigh in, Poll εγχρεμμα, ατος, τό, spitting, in pi., Plu.2.82b (dub. 1,). εγχρεμ-π-τομαι, expectorate, Luc. Gall. I o. «ΎΧΡίίΕω. f ut. -χρήσω Phld.PA.i.147S. : want, have need of, c. gen., ib.1. 3 S., POxy ro (iii A.D.). II. intr., to be needful or useful, είς ύδωρ Gp.20.19tit.; ίατροίς εγχρήζει τό ψέγειν prob. in Phld./r.p,21 W., cf. BGU226.9 (i A.D.), Apollon.Mr.36; τά hxpviovra. necessaries, condemned by Luc.Hist.C0nscr.22. «ΎΧΡηματίζω, execute a deed, PPetr.2 p.43. έγχρίμπτωογ-χρίιττω, Philostr. VA8.19 (also-χριπτάται' εγγίζει, Hsch.): aor.ίνεχριμψαι1.23,334,μ1.2.60(ν.1.-χρίψαντε5): Med., fut. -χρίμψομαι A.R : Pass., aor. 4νεχρίμφθην : bring near to, with collat. notion of force, strike or dash against, τψ [ τέρματι ] <rv μάλ' 4γχρίμψas 4λάαν σχεδόν άρμα drive the chariot close 50 as almost to touch the post, ib.334 ( so νύσσρ δε τοι ίππος,, (ןד εγχριμφθήτω let him almost touch the post, ib,338) ; 4. τήν βάριν yi) to bring the boat close to land, Hdt.2.6ο ; 4. (sc. τήν vavv) τψ aiγιαλψ Id.9.98 ; 4. τ'ΰν Ίππον τρ θηλέρ Id ; i. h τήν γήν App.BC XI. intr., approach, τινί S.El.898 : more freq. in Pass. in this sense, 4γχριμφθεί5 having come near to assault one, II ; 4νιχριμφθέντα πύλρσιν ; αιχμή δστέψ 4γχριμφθείσα the point driven to the very bone, 5.662; άσπίδ' (i.e. άσπίδι) 4νιχριμφθείs dashed against his shield, ; νωλεμές 4γχρίμτττοντο they pressed unceasing on, ; later, keep close to, 4. (sc. rrj γρ), of fish, Hdt. 2.93; 4v οϋδει Manst.24; 4. γυναικί, = πλησιάζω, Hdt.4.113; KVVCS ελάφοις έγχριμπτόμεναι pursuing them, Ti.Hipp.21?, (anap.); of serpents, attack, τινί v.l. for -σκίμψρ in Nic.rA.336, cf. A.R , Philostr. I.e.; of elephants, Opp.C ; of disease, attack a particular part, is τοί/s βουβωι as Hp.Mul.2A3;; άρθρΐτις 4. is άρθρα Aret. SD2.12. Poet., Ion, and late Prose. εγ-χρτσις, εως, ή, (4γχρίω) anointing, rubbing in, Hp.Decent. 8. II. slight wound, scratch, Ael.NA χρίσμα, atos, τί, liniment, embrocation, Hp.Hum.5. -χριστε'ον, one must anoint, Sor.2.16, Gp χριστός, ov, rubbed in as an ointment, Theoc.11.2 ; els T0bs οφθαλμούς Arist.GA^tf* (). εγχρίω [ϊ], anoint, άλείμμασιν εαυτόν Duris 10J., cf. AP (Strat.) ; τούς οφθαλμούς Apoc.3.18 : metaph., φευδηγόροις φήμαις iyxpieiv έπη Lyc.1455 : Med., anoint oneself, 'ιξοΰ Str ; 4. τί> πρόσωπον Nic. Dam.p.2 D. : abs., Arr.Epict , etc.: Pass.,Ph II. sting, prick, τινί Pl.PArfr.25id: Pass., lbs εγχρισβιίί poison injected by a sting, Ael. Ν A stick in, τό κεντρον ib έγχρον-ία, Ion. -ίη, ή, chronic character, νούσου dub. in Hp.Praic ίζω, to be long about a thing, delay, Th.3.27 ; περί ύποχόνδριον Hp. Acui.50; εγχρονίσας after long delay, Epigr.Gr.815.7; i. vpbs Tbv γάμον Arist PA. 1411*19; είς καιρόν Phld.Lib.p. 13 Ο.; τινί in a thing, Plb ; εντόπψ D.C : Pass., Pl.Ep.362a.. II. become chronic, iy χρονίζει τά εμπυήματα Hp. Prog. 17 ; iyxpo νίζον έθος Ph ; continue in, τψ καταστήματι Procl.Par.Ptol.51 : Pass., ίγχρονισθέν τό νόσημα PI., b. 480 <& cf. Arist.HA III. Act., c. acc. pers., waste a persons time, Vett.Val s, ov, temporal, φύσεις Procl.inPrm.p.638^. -ισμός, &, prolonged use, Sor.1.46, Antyll.ap.Orib os, ov, lasting a short time, App.-Fr. 3 (expld. by Suid. as recent). 2. in time, temporal, opp. αιώνιος, Ocell. 1.2, Ascl, in Metaph.4^4.^, Procl./«s/.53,al., Data. Pr.90, al., Simp. wpa.461.r2. εγ-χρνσεος [ϋ], OV, = sq., IG (Selinus). -χρίσος, ov, golden, 'όπλον Schwyzer 64^.35 (Cyme, i A.D.) ; στολή Philostr./»! ; πρόσοψις D.S χρΐσόω,^!/!/, Tz.ii (Pass.). Ιγχρωζομαι, Pass., to be engrained, εν άπασι τοις μέρεσιν εγκεχρωσται ή λευκίτης Axist.Xen.g;8' i T.1 : metaph., to be amalgamated with, πάθος εγκεχρωσμένον τψ βίψ Id.PAt 105*3 '! νόμον iv τοις ήθεσι καϊ τοΐς ίπιταδεύμασι των πολιτάν iyχρψζεσθαι δει Archyt.ap.Stob : Act. only εγχρώσας' χρίσας, Hsch. εγχρωκουρίας,, 01 ό, = εν χρψ κεκαρμενος, Oi usap.et.gen. s. ν. χρψ. 4ν έγχρώματος, ov,parti-coloured, Sch.Ar.P/.53 εγχΰλ-ης, a kind of fish, Hsch. -ίζω, conveit into juice (by pressing), Thphr.CP άομαι, to be converted into chyle, τά εγκεχυλωμένα Gal os, ov, juicy, succulent, Hp.Aff.59, Thphr.CP (Comp.); ιχθύς Agatharch.40; savoury, Alex.! ; soft-boiled, of eggs, Gal.6.707, Adv. -λως dub. in Archig.ap. Gal ωσιβ, ecus, ή, = έγχυμα11, Paul.Aeg.2.11, Aret.CD είγχίμα, ατός, τό, instillation, Gal XI filling, content, of a vessel, Hp.Corrf.8, Gal , III. = eyχυτός 11, Hsch. Ιγχΰματ-ίζω, make an infusion of, τι Dsc (Pass.), G^.4.7.3, Aesop.18. II. i. τινά treat by injections, Hippiatr.\2g. III. instil, inject, Sor.1.64, Archig-.ap.Gal , etc. -ισμός, <5, injection, instillation, Antyll.ap.Orib , Sor.1.56, Hippiatr ιστά,τά, injections, Osc.Eup.l.55. -ιστtov, one must inject, Sor.1.69, Orib XI. one must make an infusion, G/ εγχϋμος, ov, moistened, εγχυμα χυμψ Hp.Off.11; juicy, succulent, σάρξ Pl.rt.74d, cf. Thphr.CP5, 4.3 ; sapid, Arist.Se«s.442 b 29 εγχυμωσις [ϋ], εως,ή, stirring up, enlivening, iη pi., Hp.P/W έγχννω, late form of 4γχέω, Luc.Pr.Im. 29, etc. εγχίσις, εως, ή, (εγχέω) pouring in, Plu.2.38f, HeroS/fV.l. 12. II. pouring of wine into casks, PPetr. 2 p.136 (iii B.C.). έγχΐτεον, one must pour in, Gp.6.7.4,a!. έγχ-υτλόω, pour libations, τοίς καμονσι Herod εγχϋτος,, pouredin, 01 infused, Aret.CP2.35 έγχυτον, τό, injection, Hp.Mul.1.34, Apollon.ap.Gal.r II. έγ χυτός (sc. πλακοίή, ό, cake cast into a shape, Hippon.37, Men.518.9, Euang.1.7 : s.lso έγχΰτov%,&, Gloss. 2. εγχντον, τό, εγχυμα, infusion, Artt.CA Ιγχυτρ-ιαι αί τάς χόαϊ τοίς τετελευτηκόσιν έπιφέρουσαι, Sch.rec. Ar. Κ289. ~ίζω, expose children in an earthenware vessel, Hsch.: hence, make away with, Ar.P ίστρια, ή, woman who

12 ΐγχωμα gathered the bones from a funeral pile into an urn, Pl.Mm.315c (v.l. Εγχυτίστρια), cf. EM ij. woman who exposed children, acc. to Sch.Ar.K289 (butcf. Εγχύτριαι). εγχωμα, ατοϊ,τό, bar ofa river, Plb ίγχώνν-ϋμιογ -<!< >,fillup by depositing earth, of rivers, Plb (Pass.) ; Ε. τάφρον App.PC5.36. II. throw in earth, είς τάφρον ΕνεχώννυονΆ.2.7ξ, cf. D.S έγχωρ-έω, give room to do a thing, allow, b χρόνος ουκ Εγχωρεΐ, C. inf., Lys.26.6, X.P? : abs., όσον ενεχιίρεε ή δεκάτη so far as the money allowed her to go, Hdt ; άν Εγχωρρ τό ΰδωρ (i.e. the water-clock), D b. c. acc., admit of, κλίσιν Arr. Tact. 11,4. 2. Εγχωρεΐ, impers., there is time, it is possible or allowable, c. dat. pers. et inf., Ε. αϋτψ εΐδέναι Antiphoi.7, cf. 5.90, Pl. Prt.321d, X.77G2.3.16, etc.; oh Ε. υβρισταίς εΐναι Lys : also abs., έτι Ε. there is yet time, ~PX.Phd.ll6e.; ουκέτ' εγχωρεΐ D.4.41 ; = ενδέχεται, Arist.y4Pr.25 b lo,al.; Εφ' όπίσον άν Εγχωρρ D.H.Comp.6 ; Εγχωροΰν Εστί Paus ; κατά Tb Εγχωροΰν as far as possible, Paul. Aeg II. pass, είςετέραν ϋποθήκηνbgugo;.15 (iii A. D.J. -ιος, ov, also η or «, ov Hdt.6.35, Pi.O.5.11: (χώρα): in or of the country, Εσθής Εγχωρίη Hdt. 1. c.; Εγχώρια λίμνα Pi. 1. c. ; βασιλήες ib.9.56 ; ε. θεοί A.Th.i^, S.Tr.183, Sammelb.5680 (iii Β. c.) ; θεοϊ καϊ ήρωες Th. 2.74; Έλληνικοΐς καϊ Ε. γράμμασι OG (' Β c )! κάρτα δ' έστ' Ε. a true-born Theban, Α. ΓΑ.413 ', [!τυροί], ορρ. επείσακτοι, Arist.Mir. 836*22; ofwinds, local, Thphr.CP Subst., dweller in the land, Ε. τήσδε γης inhabitants, S.OC871, cf. E.I0n116; ; 01' ε'. Arist.Py4673 a r8,wilckencar.1.2 (iiib.c.), etc. 3. τδ^-asadv., according to the custom of the country, Th Adv. -ίως Sch. Ε. Ph II. of or for the country, rustic, Hes. 0/1.344 (v.l. ^γκώμιον). III. Εγχώριον' τόκος, δάνειον, Hsch. ος, ov, (χώρα) foreg., S.PA.692 (lyr.), OC125 (lyr.), Lyc.509, etc.; φάσματα S.Ichn. 322 (lyr.). γχωσις, εως, ή, silting up of a channel, Arist.M?/e.352 b 34, Plb , etc.: pl., Str II. bank, dyke, αί Ε. των τάφρων Ph. Bel , c f Ostr.Strassb.777. Ιγχωστήριος, ov, useful for filling up, όργανα App.PC5.36. Ιγώ, 7: Pron. of the first person: Ep. mostly έγών before vowels (so in Dor., before consonants, Epich.85, Sophr.81, Ar.yicA.748,754), rarely in Trag., A.Pers.932 (lyr.) ; Boeot. ιών A.D.Pro«.jr.4 : strengthd. εγωγε, I at least, for my part, indeed,for myself(more freq. in Att. than in Horn.): Dor. εγώνγα Alcm.51, Ax.Ach.736, Lys.g86, dat ΕμΙνγαΙΰ2 ϊ (Amphict. Delph.) : Boeot. ίώνγα Corinn.21; lumead.io; Ιώγα Ar.yicA.898 : Lacon. and Tarent. εγώνη,hsch., A.D.C0K/ II. oblique cases from a difft. root, gen. ε μου, enclit. μου; Ion. and Ep. Εμέο, Εμεΰ, μευ, also Εμέθεν II.I.525, E.77c/. 177 (lyr.); Aeol. έμεθεν Sapph.Supp.23.; ; Εμεΐο 7G3.1337! μεθέν S0phr.2o; Dor. εμέος, εμεΰς, Epich. 144! Boeot. ev05sc0rinn.37; also εμάς, Εμίο, Εμίω, Εμίως Α. D. Pron : dat. Εμοί, enclit. μοι (which may be compared with Skt. gen. me in κλΰθί μοι II.5.115, al.) ; 8 μοι πίσις Schwyzer683 (Cypr.) ; Dor. Εμίν Epich.99, AJA2g.\61 (Rhodian, ν B.C.), Ar.Ach.733, Theoc.4.30; Tarent. Εμίνη Rhinth.13: acc. ^',enclit. με; Cypr. μι Inscr.Cypr.59,60H. III. dual, nom. and acc., νώι,we two, II.5,34, etc.; acc. v&ivze nod.ad IL8.377; νώ PX.Phdr. 278b (also II.5.219, Od ); νώε Antim.39, Corinn. 5 : gen., dat. νώι ν; νφν S.Ant.3 ; νώι dat., Orph.L.773 ; νώι ν, = ήμΐν, Q.S.I.213, etc. IV. pl., nom. ημείς (ήμέες f.l. in Hdt.2.6, al., rejected by A.D.ProH.93.1) ; Aeol. ίμμες Od.9.303, Alc.18.3, Pi.P ; Dor. άμές Alcm.65, Epich.42, Ar.Ljys.168 : gen. ημών (also ήμοιν A.O.Synt ) ; Ion. ήμέων Hdt.1.112, etc.; ήμείων Od , Herod.1.46 ; Aeol. άμμέων Alc.88, 3 No ; άμμων ib.74, A.D.Pro«-95.3; Dor. άμέων Alcm.66 ; άμών [Epich.]266, Ar. Lys. 168, Theoc.2.158; Cret., Boeot. άμίων S/G528.5, AD.Prow : dat. ήμΐν, in S. also ήμίν (ί) (or ήμιν Aristarch.ad II.1.214, A.D. Pron.95.3); also rarely in Com., Phryn.C0m.37, Ar.Av.386 (dub.); Aeol. άμμίν, άμμί, II.1.384, Alc.80, al., Pi.P.4.155, Α.ΓΑ.156 (lyr.), Milet.3~tio. 152 ; άμμεσιν Alc.ioo; Dor. also αμίν or άμιν, Alcm.77,78, A.P«.347(lyr.),Ar.Lys.1081; witht,id.y4ca.821,theoc.7.145: acc. ήμάς (also ήμας Od.l6.372) ; Ion. ήμέας , S/G (Milet., iv B.C.); 'ήμεας Od (cf. Hdn.Gr.2.140) ; Aeol. άμμε II.1.59, Sapph.115, Theocr.8.25 ; Dor. αμέ SIG1 (Abu Simbel, vi B.C.), Epich.173, Ar.y4cA.759 codd., Lys.95. On these dialectic varieties, v. A.D.Prow.50 sqq. (Cf. Skt. ahdm (Εγών), acc. pl. cisman ; for νώ cf. Skt. nau) : freq. in answers, as an affirmative, esp. in form εγωγε, S. Tr.1248, Pl.Tht.149b, etc.; ούτος Ε. here am 7, Pi.O. 4-26; δδ Εκείνος Ε. S.OC138 (lyr.); rarely with Art., τόν Εμέ myself, Pl. ΓΑ/.166a, Sph.239b (but ό Ε. the Self, the Ego, Dam.Pr.444) ; τις &v ούτος b Εγώ τυγχάνω; Plu a; τί εστί φίλος; άλχος Ε. Pythag. ap.herm.iwparfr.p.166 Α.; τί τοΰτ εμοί; ήμΐν τί τοΰτ' έστ'; Lat. quid mea hoc refert? Ar.PA.498, etc.; Εγώ; in a question, Ar.Eq. ^δ^ι.; ημείς the self, ένθαδή ημείς μάλιστα Plot ίγώγυος or -ιος, = ώγύγιος, Hsch., Suid. Ιγωδα, έγωμαι, Att. crasis for Εγώ οίδα, Εγώ οΐμαι. _ εγών, Ιγώνγα, έγώνη, dialectic forms of Εγώ, εγωγε (q. v.). έδααία' Ερημιά, Hsch. έδάην, ης, η, aor. 2 of. δώ * εδαλάχθη' Εδήχθη, Id. έδάμην, ης, η, Ep. aor. 2 Pass, of δαμάω. έδανη είδος αμπέλου, Id. εδανός, ή, όν, eatable : Εδανόν, τό, food, A.Ag έδανάς, ή, όν, as epith. of oil, Il , cj. in h.ven.63 ; expld. by Gramm. as cogn. with ήδΰς, ήδομαι, άνδάνω (q. v.), sweet, cf. Hdn.Gr. 2.89, Apollon.Lc^. s. v. 477? י edo 5 esap βρωμά, Hsch. (i.e. esfap, cf. ε?δαρ). έδαφ-εινός, etym. of ταπεινός, EM;54. -ιαΐος, a, of, Aclonging to a floor, ז ΤΖ.// ; gloss on γονυπετής, Sch.E.PA ίζω, Aea/ anrfjirm a r j700 or pavement, Plb , Thphr.77P : Pass., Id.CP4.8-2, Arist.Pr.934 b 10. ii. provide with a floor, οίκον 1G11(2).158A66 (iii B.C.), cf. BCH III. dash to the ground, LxxPs. 136(137).9, Ev.Luc.1g ικάς, ή, όν, pertaining to land, έργα PLond (i A.D.) ; Ελάσσωμα BGU20.8 (ii A.D.). -IOV, τό, Dim. of έδαφος 4, Alex. Aphr. in ך Metaph ; των κατηγοριών τά Ε. Dexipp.i'w Cat.ι4, cf. Eust , ΤΖ.//.4.202, Sch.Pi.O ιστηριον, τό, = λίστρον, Hsch. s.h.v. -ίτης [ϊ], ου, 6, = Εδαφιαίος, Τζ έδαφοποιε'ω, raze to the ground, J. Vit. 19. έδαφος, eos, τό, bottom, foundation, base of anything, της κατ a- σκευής τά Ε. Th.1.10 ; ε. νηός bottom ofa ship, Od ; ε. πλοίου D.32.5, cf. Pherecr.12; ε. ποταμοΰ, της θαλάττης, X.Cyr.;.^.18, Arist./7y4534 a l I ; [ποτηριού] Pherecr ground-floor, pavement, οϊκου Hdt ; καθελεΐν Ες ε. raze to the ground, Th. 3.68; τδ ε. δμαλ'ισασι IG I l(2).161y4 57 (Delos, iii Β. C.) ; επεσον είς τδ ε. Act. Ap ; άπό Εδάφους μέχρι παντός ΰφουςΟΡΡ95-17 Α D 01 etc. 3. ground, soil, περϊ τοΰ τής πατρίδος Εδάφους άγωνίζεσθαι for our country's soil, Aeschin.3.134, cf. D.26.11(pl.) ; Εχθρός τφ τής πόλεως Εδάφει, ofa mortal foe, Id.8.39, lo.i 1; όκρυόειν έ. Eleg.Alex. Adesp. 1.7; soil, viewed in regard to its quality, Thphr.CP2.4.1 (pi.), : pi., εδάφη lands and tenements (inch houses), Is.Ji.42, IG 2.780, Ρ pi ο (i A.D.) ; also, masses of earth, Epicur.TR/.2p.48 U. 4. textoi a manuscript, opp. margin (μέτωπον), Gal , 18(2).864 b. manuscript, Id (s.v.l.). 5. background of puppet-theatre, Heroy4«/.30.1,al. εδάφόω, pf. Pass, ήδάφωται, establish, Hsch. εδεατρος, S, among the Persians, one who tasted first, and named the order of dishes, <= θαλίαρχος, seneschal, Phylarch.Pr.44 J., cf. EM , Suid.; steward, PCair.Zen ; cf. Ελέατρος. έδε'γμην, v. δέχομαι. έδεδε'ατο, v. δέω bind. εδεδμήατο, V. δέμω. εδεζετο* Επολεμεΐτο, Hsch. έδε'θλιον, τό, = sq., Call.y4jft.62, A.R.4.630, Nonn.P ,al. «ίδεθλον, τό, = έδαφος, Antim.28, Call.Ap.;3, Lyc.987, A.R i τά χρυσόπαστα δ' έδεθλα should be read (with Auratus) in A.Ag.776 for Εσθλά. II. precinct, shrine, S/G (Ephesus, iii B.C.) ; τόδε νάσω ε. Epigr.Gr (Philae). εδείδΐμεν, -δισαν, v. δείδω. εδεκτο, ν. δέχομαι. εδεχώνη' άνθος, Hsch. Ιδεος Θεσσαλικός θρόνος, Id. εδεσμα, ατος, τό, (έδω) meat, food, Pl.7V.73a, Antiph : pi., eatables, meats, Batr. 31, X. Hier.1.23, PI./?.559b, Antiph. 82.1, Porph. Abst. 1.55: metaph., ou yap ήδΰσματι χρήται αλλ' &ς Εδέσματι τοις Επιθέτοις Arist.PA.i406*19: Dim. έδεσμάτιον, τό, Procl.ad Hes.Op.41. έδεσματοθήκη, ή, food-hamper, Sch.Od έδεσ-wov, one must eat, Pl.Cri.47b, Prt τής, οΰ, i, eater, Hdt.3.99, Antiph τός, ή, όν, eatable, good for food, ζίρον Arist.P0/.1324 t 41 ; Εδεστά eatables, meats, E.Pr , PI e: sg., Call.Pr.128. II. eaten, S.Ant.206, consumed, Εξαύτοΰ ld.tr.67;. έδήδοκα, έδήδεσμαι, εδήδοται, εδηδώς, ν. (δω, Εσθίω. έδηδών, όνος, ή, = φαγέδαινα, Hsch. εδητυς, ύος, ή, meat, food, in Horn, always in phrase, πόσιος καϊ εδητύος εξ έρον έντο ΙΙ.Ι.469, etc.; exc. Od δηρόν yap Εδητύος ή εν ίπαστος. εδμεναι, ν. εδω. εδν-άς - ή άπό των έδνων Εδητύς, Hsch. -ευειν Ενεχυράζειν, Id. -ιος, a, ov, bridal, χιτύν Id. εδνον, τό, Pi.0.9 Ιο, Cal].Pr.1g3, Theoc , 27 33> Orph.y4. 873, Νοηη.7).42.28, al.; elsewh. only pi. εδνα, εεδνα. bride-price or wedding-gifts (φερνή heing the bride's portion), όπνιε πόρων άττερείσια έ. Il.16.i78; ήγάγετο Επεϊ πόρε μυρία έ. ib.190, cf ; μνάσθω Εέδνοισιν διζήμενος Od.l6.39i 5 είς S κέ μοι..πατήρ άποδφσιν έεδνα ; rare in Trag., έδνοις άγαγες Ήσιόναν πίθων δάμαρτα Α. Pr.559('y r 0 : later Prose, Parth II. wedding-gifts made to the bride by those of her own household, Od.1.277,2.196,. E.Andr 2, Pi.O.9.10; but, III. in Id.P.3.94, Orph.l.c., D.C.79.12, wedding-presents to a wedded pair by their guests. IV. generally, gift, Theoc εδνοφορε'ω, bring wedding-presents, Eust έδν-όω, Ep. έεδν-, {εδνον) promise for wedding-presents, betroth, ήμΐν έδνωσε θύγατρας Theoc : Med. in Horn., of a father, lis κ' αυτός Εεδνώσαιτο θΰγατρα Od.2.53 > εδνώσομαί τε θυγατέρ' (Herm. for Εδώσομαι) Ε.77«/. 933 I 1 Med., ofa husband, dowerawik, Hes. Pr.94.47; simply, marry, γυναίκα A Ρ;. 648 (Leon.); woo, Νοηη./λ ωτη, ή, bride betrothedfor εδνα, Hsch. -ωτής, Ep. Ιεδν-, οΰ, b, father who portions a bride, of τοι Εεδνατταϊ κακοί είμεν II εδομαι, fut. of εσθίω, εδω. εδον, Ep. and Dor. 3 pi. aor. 2 of δίδωμι. II. impf. of εδω. έδοξοεΐ' άγαλματοποιεΐ, Hsch. έδοργυπευσεν έσφαξεν ή Επέρανεν, Id. εδος, εος, τί, Ep. dat. pl. εδε'εσσίν /G ז 'ί 9 : sittingplace: 1. seat, stool, II (pl.), 581 (pl.), 9.194, etc.; ε. Θεσσαλικόν straight-backed chair, Hp.Art seat, abode, dwellingplace, esp. of the gods, Ες. Ολυμπον Λν' άθανάτων έ. εστί II ; IKOVTO θεών έ. αίπυν Ολυμπον ib.367, cf. Theoc.7.116; periphr., ε. Ονλύμποιο, ="0λυμπος, II c^ Pi.O.2.12; of the abodes of men,

13 έ'δρα 478 f / 7) Θήβης ε. II ; Ιθάκης ε. Od ! * Μά/capos the abode of Macar, Il : periphr., Tpoias ε. B.8.46 ; έποικον ε., = Εποικίαι, A.Pr seated statue ofa god, S.OP886 (lyr.), P/.1374, M* 2.754, al., Isoc.15.2, X.HG1.4.12, PorphAbst.2.1S, P0Iem.Hist.90, Plu.Per.13, Paus ; τά έ. των θεών, i.e. the Lat, Penates, D.H. 1.47; also of a man worshipped as a hero, /G ; τά των θεών έδη καϊ τους νεώχ Isoc.4. ז Γ55 σους νεώς καϊ τά έδη καϊ τά τεμένη Lycurg. 143 θεών έδη (ν. 1. &λση) καϊ ιερά Pl.Phd. 11 ib, cf. Tim.Lex. έδος' τό άγαλμα, καϊ & τόπος 4ν ψ Ίδρυται, but this latter use is doubtful in early Prose; later, temple, Ph.2.314; ε. υπαίθριον D.C.51. ι. 4. foundation, base, Hes.PA.117, Epigr.ap.Vitr II. act of sitting, οϋχ έδος 4στί 'tis no time to sit idle, Β , ; cf. έδρα 11. (Cf. Skt. sadas ' seat'.) εδρ-α, Ep. and Ion. εδρη, ή: (έδος): I. sitting-place : 1. seat, chair, stool, bench, Il.19.77, Od.3.7 ; άγοραί τε καϊ έδραι 8.16, cf. 3.3Ι; seat of honour, περϊ μέν σε τίον.-.εδρρ τε κρέασίν τε , ; έδραις γεραίρειν τινά X.Cyr.S.I.^g ; τιμίαν έ. έχειν Α.Ρκ.855 throne, 4κβαλεΐν έδρας Κρόνον Id.Pr.203 ; θακεΐν παγκρατεΐς ε. to sit on an almighty throne, ib.391, cf. Pers seat, abode, freq. in pl., Pi , P , etc.; esp. of the gods, sanctuary, temple, Id. 7.7(6).44, A.Ag.596, etc.; also νέοικος έ. station for ships, Pi.O.5.8 ; ναύλοχοι έδραι S.Aj.460: periphr., έδραισιθεράπναςρϊ.ρ.11.63; Παρνησοΰ έδραι A.Eu.ll, cf. E.Pr.557 (lyr.) ; βλεφάρων έ. the eye, Id.PA. 8 (anap.); όμματος ε. ib.554 (lyr.). 3. seat orplaceoianything, 4ξ έδρας out of its right place, Id.Pa.928, cf. P\u.Fab.3 ; καταναγκάσαι 4ς έδρην Hp.Mochl. 38 ; ό ήλιος εκλιπών τήν έ. Hdt. 7.37; τήν του ήπατος έ., σπλάγχνου, etc., Pl. 7V.67b, 72c, etc.; εκ τής ε. ώθεΐν ib.7gb; έχειν εδραν to keep its place, Arist.Mete. 356*4 ; μεταθέσεις εξ έδρας ατόμων Epicur.Pr,61 ; έδραν στρέφειν to wriggle, Thphr.CAar.27.14; στοάν εις τήν άρχαίαν έ. Επαναγαγεΐν D.C.57 21! base, Ph1.Demetr.21 : metaph.inrhet.,d.h.l>e»«.31,etc.; of a plant, Gp ήέ.τοΰ Ίππου the back of the horse, on which the rider sits, X.Eq. 5.5,12.9, Eq. Mag in pl., quarters of the sky in which omens appear, A.x4,g-.118 (lyr.), E.T/P seal of a physiological process, e. αναθρέψεως Gal. 18(2).log. II. sitting, esp. of suppliants, έδραν έχειν προστρόπαιον A.Eu.41, cf. S.OT13, OC sitting still, Hp.Aer.20 : hence, inactivity, delay, περιημέκτεε τρ έδρρ Hdt.9.41 ; αχθομένων τρ ε. Th.5.7 j ουχ έδρας ακμή S.Aj.Sll; οϋχ έδρας άγών E.Or.1291; Ουχ έδρας έργον ~B.Fr. II; also ο'ικίης έδρρ sitting at home, Herod position, γονυπετεΐς έδραι kneeling, ~E.Ph.2g3 (lyr.) ; βέλεος έδρη place occupied by a weapon which fixes itself in the skull, Hp.VC;. 4. sitting, session of a council, etc., εϋθυς 4ξ έδρας when he rose from the sitting, S.Aj.780 (but 4ξ έδρας άνίσταται ib.788, means from quietude) ; εδραν ποιεΐν to hold a sitting, And , cf. 7G III. seat, breech,fundament, Hdt.2.87, Hp. Aph.15.22, Ar.PA.133, etc.; of birds and animals, rump, Arist.7P4 633*8, Simon,. P59 etc. IV. Geom.,/nee of a regularsolid, Theol. Ar.37. -άζω, cause to sit, place, 4πϊ πλευράς D.H.Comp.6 ; ί,λλυδις AP15.24 (Simm.) ; settle, establish, Jul.Or.5.165a, Procl. Inst.64, Simp.!«PA , Sch.A.R : Med. or Pass., to be seated or fixed, Callix. 1, Haussoullier Milet p.163, Por-ph.Marc.lg, Dam.Pr.138 ; ήδρασμένος secure, θρόνος D.Chr.I.78, cf. Sor εδραθον, ες, e, poet. aor. 2 of δαρθάνα. εδραίος, a, ov, also ος, ov Pl.P.407b, Plu.2.288d: sitting, sedentary, of persons or their occupations, έργον Hp.yirZ.53; οί πολλοϊ των τάς τέχνας 4χόντα1ν εδραίοι είσι Χ.Lac. 1.3 ', ε. άρχαί, ορρ. στρατεϊαι, Ρ1. P.407b; <; βίος ΑΡι 1.42 (Crin.). 2. εδραία βάχις the horse's back on which the rider sits, E.PA II. steady, steadfast, κάθηα* εδραία Id.yi«cZr.266 ; δε! τήν γυναίκα Άσπερ κυβον εδραΐον είναι Plu.2.288d, cf.952d; κύβος -ότατον σώμαti.l0cr.98c; ί.βάσεις Ρ1.7!' 59' : '; έδραιότατον στοιχεΐον είναι τήν γήν Heraclit.j4Z/.4I; ~&ν τδ πάντων ότατον Plot.6.2.8; ε. ύπνος sound sleep, Hp.Epid ל ofacup, Ath.li. 496a: metaph. in Rhet., firmly based, κατάληξις, Demetr.Eloc.1g cf. Longin Adv. -aiais firmly, Ath.Mech.36.10, Hdn ; steadily, Prod.Uyp permanently appointed, PStrassb (vi A.D.). εδραι-ότης, ητος, ή, stability, C0rn.A r P14, Procl.!'«Pr»!.p.794S., in L/.2.49D. II. sedentary occupation, D.Chr όω, make stable, Hdn.Gr : Pass., become or be stable, Ps.-Luc. Philopatr ωμα, at0s, τό, stay, support, τής αληθείας ι Ep. Ti ωσις, εως, ή, establishing, Tz x. εδρακον, aor. 2 οΐ δέρκομαι.!δράμα, ατος, τό, = έδρα I, 7G4.95i.Ii5 (Epid.). εδραμον, aor. 2 οί τρέχω. εδρανον, τό, poet, form of έδρα,seat, abode, dwelling, Πελασγών Hes. Pr.212, cf. Orph ; έ. κόσμου 1b.26.4 : mostly in pl., A.Pers.4, Supp.103, S.OC176,233, Pae.Delph.ξ, Maiist.36 ; αλλ' ϊνα εξ Εδράνων rise from thy rest or idleness, S.Aj.192 ; Trag. only in lyr. exc. Id. Fr γη έδράνων έρημος, which is Stoic. 2. chair, Hsch. II. stay, support, said of an anchor, in sg., AF^.28 (Jul.). εδρανώς, = στερεώς, Eust ,29. εδρ-ασμα, ατος, τό, = έδρα, E.pr.305, Ph.I.336, PMag.Par.I.I 153 (pl.). _ II. Pythag. name for eight, Theol.Ar.55. -ασμός, b, placing in position, πίθων Gp.6.2 tit. -αστε'ον, (εδράζω) one must place, ib II. (Εδράζομαι) one must sit, Sch.Il αστικός, ή, όν, establishing, making stable, δυνάμεις Procl.!'«PA. Z.3.138D.,cf.Dam.Pr ; τοΰ δημιουργού άγαθότης Simp.!«355 1 II =εδρικός, φάρμακα Orib.Eup έδρήεις, εσσα, εν.εδραίος, Hsch. εδρησα, Ion. aor. I of δράω. εδρ-ίας, ου, blowing steadily, of wind, Hsch. -ιίω,seal or set: Pass., sit, only in Ep. forms εδριόωνται Hes. 77!. 388 ; έδριόωνro , Od.7.98; εδριάασθαι intr. in Act., sit, Theoc.17.19, A.R ικός, ή, όν, belonging to the anus, Heliod.ap.Orib , Critoap.Gal , Aet. 14.3, etc. -ιον,τό, Dim. of Ιδρο 11.4, Hsch. 2. Dim. of εδρα 1. 3, Id. s. v. εδώλια. ίς - εδραίος, Id. -ίσο" καθήσο, Id. -ίτης [1], ου, b, suppliant sitting 01\ the hearth, Suid., EM (-ηστής Zonar.). ίδρο-διαστολενς, έως, b, instrument for widening the passage of the anus, HeIiod.ap.Orib , Leonidasap.Paul.Aeg.6.78, Gal στρόφος, &, wrestler who throws his adversary, Argive fashion, by a cross-buttock, Theoc. 24.x 11. έδΰνη, = οδύνη, Greg.Cor.p.597 S. εδω, old Ep. pres. (also Ηρ.ΡΛ/4 (v.l.), Theoc.5.128), for which in Att. εσθίω is used, Ep. inf. εδμεναι,!?ε'δμεναί Emp.I28.xo (s.v.l.): impf. εδον, Ion. 3 sg. εδεσκε : fut. εδομαι , Od.9.369, Theoc.3.53 : pf. part. Εδηδώς Il , h.merc.560 : Pass., pf. Ε5ήδοται Od.22.56: aor. ι subj. 4δεσθρ dub. 1. in Hp.PZrf.2.54: for the Att. forms, v. sub Εσθίω; cf. also έσθω: eat, ε'ιωθόres εδμεναι &δην IL ; Άσσα τοι εκπέττοται καϊ εδήδοται Od ; of worms, , cf. Od.2i.395 ; κίτισόν τε καϊ αϊγιλον αίγες εδοντι Theoc Rare in Com., Alc.C0m.36, Eub.28 ; also E.Cyc.245. π. eat up, devour, esp. in phrases, βίοτον καϊ κτήματα, οίκον, χρήματα ε., Od.2.123,16.431,389 ήμέτερον κάματον νήποινον εδουσι! III metaph., καμάτιρ τε καϊ άλγεσι θυμόν έδοντες 9-75! ) " , Senion.r.24(8.v.l.), έδωγαθη" ή τροφή, Hsch. εδωδή, ή, food, meat, victuals, Il , Od.3.70, Hp.^«</.47, X. Hier.i.ig, etc.; 4. καϊ ττόσις Tl.Lg.782e, cf. /?.3503, al.: pl., των.. περί Εδωδάς ηδονών ib-389e, cf. 519b. 2. forage,fodder for cattle, II bait for fish, Theoc II act of eating. οδόντας έχει.,.εδωδής χάριν AristPA683*4 ; τρ ε. τον βοάς [χαίρει] ά λέων Id.ENi 118*20 ; πουλύποδος Jul.Or.6.181a,al. 2. meal, 41rl μιας 4. Arist. 77^4 596*4. 3. [άετδϊ] άχθόμενος τρ 4. wearied with feeding the young birds, ib.563 a 22. εδώδιμος, ov, Thphr.CP , ; η, ov Hdt eat able, Hdt. I.e., 3.108, etc.; εδώδιμα eatables, provisions, Th.7.39, Arist.PA.i 373*30, Porph.yi&s/.1.12, etc. II. preparedfor eating, cooked, Orib έδωδός, bv, given to eating (rather than drinking), Η p. ^ >.7. έδωλι-άξω, furnish with seats, IG 11(2).287^81 (Delos, iii B.C.), Lycurg.pr.2, Poll.4.121; ήδωλιασμένη θέα /(? H. lay a floor, Suid. -ov, τά, seat, mostly pl., abodes, ιταλικά, νυμφικά, Α.ΓΑ.455 (lyr.), CA.71 (lyr.) ; άρχαιόπλοντα S.El (lyr.), cf. Fr. 566 : Com. phrase, κριβάνων ε. Ar.pr.155. II. εδώλια, τά, in a ship, a raised quarter-deck at the stern, Hdt.1.24, Si.Aj.1277, t-cyc. 238, Hel.1571, Lyc.296 ; expld. as rowers' benches by Hsch., Suid., Eust sg., step of the mast, Arist.MecA.Sji^o. III. in a theatre, semicircle of benches, Poll (on the breathing, cf. EM317.9; - S > in codd. of A. Th. I.e., E. Il.cc.). εδώλιος or έδωλιός, ο, a birdm, i!.884 Sch.Ar..4 Hsch. Ιδωλον, τό, εδώλιον 11, Lyc έδωλός, name of a λόχος at Sparta, Hsch. it, poet, for e, him, acc. of ου. εεδνα, εεδνόω, έεδνωτης, Ep. for εδν-. έεικοσάβοιος, έείκοσι, -κόσορος,-κοοτός,ep. for είκοσ-, εεικώς, ν. εϊκω. έείλεον, ν. εϊλω. εει7τα, έειίγον, Ep. for είτα, εϊπον. εεις, Ep. for είς, Hes.PA.145, IGRom.i.ngg. έεισάμην, εείσαο, part, εεισάμενος, Ep. aor. of εϊδομαι, V. *ε2δαι: but έείσατο, εεισάσθην, ν. εϊσομαι II. έέλδομαι, έεχδωρ, Ep. for ελδ-. εέχμεθα, έελμε'νος, ν. εϊλω. έελιτομαι, Ep. for ίλ-πομαι. εελσαι, ν. εϊλω. εεργάθω, εεργε, έεργμενος, έε'ργννμι, έε'ρ-γω, Ep. for είργ-. Ιερμενος, εερτο, ν. είρω. Ιερση, έερσηεις, Ep. for έρσ-. ίερχατο, ν. είργαι. εε'σσατο (Α), Ερ. 3 sg. aor. ι Med. of Ίζω ; v. sub Εφίζω ι. εε'σσατο (Β), Ep. 3 sg. aor. Med. of ϊννυμι. ee<rro, Ep. 3 sg. plpf. Pass, of έννυμι. έετώς,easily,hsch.,said, έεχμε'νη συνεχομέντ! > ΐ12&. sfipr\v, v. είρω. έζεκεν έβαλα/ > 1ά.(0ί.ζέλλω). εζινεν' Ετεσβέννυεν,ΐά. εζομαι, imper. εζευ II : impf. and aor. 2 εζόμην: aor. ι Pass. εσθην, only ή 'σβω; S.OCigg (s.v.l.) : seat oneself, sit, in Horn. only pres. and impf., εινϊ θρόνφ Il ; ες θρόνους Od.4.51 i Μ δίώρψ ; κατά κλισμούς י Od τί βωμόν > ^ י, Mima.9 βάθρον S.OCioo, cf. Ar.Ps.682 (s. v.l.) ; ε. 4ς Κολοφώνα άμφϊ κλάδοις Ε.ΡΑ (anap.) : c. acc. only, τόδ' έζετο μαντείον Α. Eu. 3 ; είρεσίας ζυγόν εζόμενον S.Aj.24<) (lyr.) ; 4νϊ χθονϊ. εζέσβην they sank to the earth, of a pair of scales, ; once in Hdt., 4K τοΰ μέσου ήμΐν έζεσθε 8.22, and in late Prose, J.A/18.6.6, Luc.Syr. D.31, Astr. 10; in Att. Prose καθέζομαι was always used. 2. crouch, in a posture of defence, , Od sink to the ground, collapse, II , IL Act., έζω set,place, is not found : for εΐσα, είσάμην, εϊσομαι, είμαι, ν. Ίζω. (Cf. έδος.) έή, fem. of εός. εή, exclam., ν. ε. εήλακεν Ελήφθη, Hsch. εην, Ep. 3sg. impf. of ε'ιμί (sum), Horn.: 1st pers., only vulg.; v. ειμί. eu έήνδανε, Ep. 3 sg. impf. Act. of δάνω. εήος, gen. masc. of εύς (q. v.); cf. ιός. Ιης, Ep. g en of ος, who, : but έής, gen. fem. of εός, his. εησβα, Ep. 2 sg. impf, of ε'ιμί (sum). εησι, Ep. 3 sg. subj. pres. of είρί (sum). εητυς, ΰος, ή, goodness, Hsch. εθα ττάλιν, Id.

14 Ιθά S έβαϊ, αδος,δ, η, (εθος) accustomed, Ε. γενέσθαι Hp. Mul ; Ε. γενέαθαι τινός Th.2.44; είναι Plu.Oth.e, ; of persons, familiar, Philostr. VA8.30: c. dat., Trj νούσψ Hp.Morb.Sacr. 12, cf. Opp.iT IIof things, customary, usual, νοΰσοι Ε. άπό νεότητος Hp.ilf«/.2.I25 ; ηδονή Ph III. tame, Them.Or c. εθεΐν εξ έθους έρχεσθαι, Hsch. εθειρα, ή, hair, poet. Noun, Horn, only in IL, and always in pl., either of a horse's mane, 8.42 ; or of the horsehair crest on helmets, ) II. later sg., hairoftke head, Pi./.5(4).9, A.Pers (lyr.), E.//e/,1124(lyr.), Theoc.5.91, etc.: alsopl., h.ven.228, ACh.lJS, E.Hel.632, Euph.23, TG3.1376, etc.; of a lion's mane, Theoc ; porcupine's quills, Opp.C ; a bird'sfeathers, ib. 123 ; κρόκου θυόεσσαν έθειραν, of the filiform stigmas of the saffron, Mosch ίθειράζω, have long hair, Theoc έθειράς, άδος, ή, = εθειρα, an old reading in Od , for γενειάδες, cf. Sch.Theoc.I.34. εβειρολόγος, &, tweezer, Hermes (s.v.l). εθείρω, tend, till, once in Horn., χαίρει δέ μιν (sc. άλωήν) 'όστις Εβείρρ : but in Pass., χρυσέαις φολίδεσσιν Εθείρεται he is decked with golden scales, Orph.^i.929, cf. Hsch. ίβε\-ακρίβΐ1α.[ϊ'],ή,pretence of accuracy, Sch. Luc. Gaii ακρΐ- \%,ές,making pretence ofaccuracy, Sch.Luc.Vit.Auct.21^ -άστει.09, ov, aiming at fashion, foppish, Hid εχθρε'ω, bear a grudge against, δ Εμφανισθείς άν Εθελεχθρτϊ τψ μηνΰσαντι Charond.ap.Stob εχθρός, ov, bearing one a grudge, Cratin.407, Ph Adv.-pes,έχεινπρόςτινα D.39.36,cf.Ph.2.120,Paus ημός, iv, willing, voluntary, Hes.O/.i 18, CaIl.TVaw.31, A.R Adv. -/isshsch. -ημών, ov, gen. ονος, = foreg., Pl.Cra.406a. Ιβελο-δουλεία (-ία Suid.), ή, voluntary subjection, Pl.Smp.184c, D.C.Pr.17.2, Procl. iwprm. p. 7 37S. -δο-υλεω, be or become a slave willingly, D.C δούλος, ov, serving voluntarily, Pl.P.562d, Ph.1.376, Aristaenet.2.2. Adv. -λως, έχειν Plu.Arat.2g. -θρησκεία, ή, will-worship, self-chosen service, Ep. Col κακε'ω, of soldiers who let th emselves be beaten,play thecowarddeliberately, Hdt. I.127,5.78,9.67, Plb , Luc.50ww.18, Paus , etc. II. do wrong deliberately, act of malice prepense, Ph.2.523,al., PMasp.lgi. 216(v1A.D.); Ε. Επϊ συμφοραίς exult wrongfully over.., Ph.2.73, cf κάκησις [α], εως,ή, wilful neglect of duty, Plb ; είς I ir/civ to referathing to malice prepense, Id κακία,,. foreg =,ן Suid. -κακός, ov, = κακά θέλων, Hsch. II. guilty of wilful cowardice, of soldiers, τό των στρατιωτών ε. D.H. 9.7 Adv. -καις App.PaZ 7 Fr. -κάλος, ov, showing goodwill, Phld./Terc κίνδυνος, ov, courting danger, foolhardy, Poll Adv. -νως App.Pww κωφέω, affect deafness, επείγεσθα 1 S.E.M , Str , Procop.Go/A κωφία.,ή,pretended deafness, Phld.PA.2.118S. -κωφός, ov,pretending deafness, unwiling to hear, Suid. εθελοντ-ηδόν, Adv. voluntarily, spontaneously, Th.8.98, D.C.53.8; f.l for sq., Plb ήν, Adv. voluntarily, Hdt.1.5, X.Mem. 2.I.3, Plb ,al. -ήρ, ήρος, δ, volunteer, Od ής, 05, δ, Prose form of foreg. (used by S.Aj.24), Hdt ,110, 15, Th.1.60, And.1.3: as Adj., Ε. φίλος X.An.j.6.g (dub.) ; των Ε. τριηράρχων D II. = δεικηλιστής, Eust i,adv. Εθελοντηδόν, Th.8.2, Plb , D.S.18.53, etc. -ως, = foreg., Sch. Π Ιβελ<5 -ιτονος, ov, willing to work, X.Cyr , Ael.iVyi ιτορνος, ov, voluntary catamite, Anacr πρόξενος, ov, one who voluntarily charges himself with the office 0Ρπρόξεν05 (q.v.) to a foreigner or foreign state, Th. 3.70, ρήτωρ, opos, 6, would-be orator, ABgg.18. -σέβεια, ή, gloss on εθελοθρησκεία, Hsch. -συχνος, ov,fond of repetition, a bore, Crates Com.48 (s.v.l). εθελ-ουργέω, workfreely, indefatigably, Ael.NAy.13. -ουργός, iv, willing to work, indefatigable, X.Eq , Ael.iVyi4.43 ; τό Ε. Ph Adv. -γώς Poll ουσιος, a, ov, voluntary, X.Cyr. 4.2.Π; άνάγκη E.Id.Smp.8.13; ofone'sfree will, Pherecyd.(?)98J.; έθελοΰσιον ίκετεύσαντα D.C ; Εθελούσια \ry π ρονοίσί] καϊ κατά γνώμην ]u\.or.g.l66b. II. of things, optional, [τό [ Εραν εθελούiriiv Εστι love is a matter of free choice, X.Cyr ; γνώμη Ph ; Εθέλουσι!} (sc. γνώμτ!) voluntarily, Hierocl.p.33A.: regul.adv. -mx.hier έβελοφΐλόσοφος, ov, would-be philosopher, EM εβαω or θε'λω (v. infr.), Ep. subj. Εθέλωμι IL r.549,9.397 : impf. ^θελον , etc.; Ep. and Lyr. έθελον 6.336, Thgn.606, B ; Ion. Εθέλεσκον II , Hdt.6.12 : fut. Εθελήσω , etc.; θε- AVa Antipho 5.99: aor. 1 ήθέλησα Hdt.2.2,etc.; Ep. Εθέλησα ; imper. θέλησον A.Pr.783 ; subj. θελήσρ ib.1028, X.Cyr , etc.; opt. θελήσαιμι S.OC1133 ; part, θελήσας Id.OP649 (lyr.) : pf. ήθέληκα X.Cyr.5.2.9, Aeschin , D.47.5 ; τεθέληκα (Alexandrian acc. to Phiyn.307) LXXPS.40( 4 I).I2, Phld.PA.2.76S., S.E.M.2.37 : plpf. ήθελήκει X.HG6.g.21 ; Ετεθελήκεσαν D.C codd. (elsewh. ^θελήκεσαν as 46.47) : θέλω is never found in Horn, or Hes. exc. II.I.277 (dub.), 'όττι θέλοιεν Od as v.l. (ασσ' Εθέλοιεν Aristarch.), nor in Aeol.; rarely in early Ep. and Eleg., θέλοι h.ap.46, Ηλει Sol ; but is found in Ion. Inscrr., SIG45.16 (Halic.,VB.c.), (Milet., ivb. c.), and in Semon.7.13, Hippon.22 B, Anacr.92 : both forms in codd. of Hdt. and Hp. and in Heraclit. and Democr., also in Pi. and B.: Trag. never use Εθέλω exc. in augmented forms,?0ελον, -77era: Com. never use θέλω exc. in phrases Such as f!v θεός θέλτ!, 479 εθίζω ε! θεόςθέλοι, Ar.P/.347,^-533> or P arod ' eso^rag.: early Att. Inscrr. have ε'θε'λωigι 2.6 4ι,etc., till 250 B.C., when βε'λω becomes common: Att. Prose writers rarely use θέλω exc. in phrases such as άν θεός θέλτ! Din. 2.3 or after a long vowel, e.g. μή θελήσαι Th. 5.72, μή θελήσας Is. 8. II, μή θέλοντας And.1.22, τψ θέλοντι Id-4-7) etc -; but θέλω Antipho 3.4.3, θελήσουσιν Id.5.99 : in later Gr. θέλω is regular exc. in theaugmented forms ; Εθέλω is not found in Lxx or NT : to be willing: (of consent rather than_^s2r^_v^e!^ag^tujt).^but, i/j alsq,generaiiy,..a2 Od : Constr.: abs., esp. in part., Εθέλων Εθέλουσαν ανήγαγε ν ib.272 ; 6? συ ye σψ θυμω εθέλοις Il j αλλά μοι ήθελε θυμός Od.ll.566: freq. folldtoy inf. pres. or aor., wish to.., II.7.364, etc.: with inf. supplied, ei δ' εθέλεις πεζός (sc. ίέναι) Od.3.324: c. acc. etinf., wish that.., II , Hdt.T.3 ; rarely folld. by 'ώστε, ךΈ.Hipp.112 \ later c. Ίνα, Εν.Matt.;. 1 2, etc.: not used c. acc. only, exc. when an inf. is easily supplied, εϋκηλος τά φράζεαι άσσ' εθέλρσθα (sc. φράζεσθαι) ) 9 397>7 Γ82, Od ; σιτέονται δέ ουκ 'όσαεθέλουσι (sc. σιτέεσθαϊ) Hdt.1.71, cf. Th ; d καϊ τής αξίας έλαττον Εθελήσειέ τις (sc. φράσαϊ) Jul.OnI.i32a : also with neut. Pron. or Adj., τί δή θέλων; with what intent? A.Pr.i with neg., almost, = δύναμαι, as μίμνειν ουκ εθέλεσκον Εναντίον they cared not to make a stand, i.e. they were unable, Il ; οϋδ'.,. ήθελε θυμός τειρομένοις έτάροισιν άμυνέμεν : metaph. of things, of a stream, οΰδ' έθελε προρέειν αλλ' ϊσχετο would not run on, but stopped, , cf. Od.8.223,316, A.Cer.45 ; αϋλειοι 5' έτ' έχειν ουκ εθέλουσι θύραι Sol.4.28 ; τά δένδρα ουδέν μ' Εθέλει διδάσκειν Pi.Phdr. 230d, cf. P.370b (said to be an Att. use, Greg.Cor.p.135 S.). 3. part., Εθέλων or θέλων willingly, gladly, Od.3.272, etc. (also πίθου θελήσας S (lyr.)) ; ουκ εθέλων, = άεκών, II.4.300; with Art. like 6 βουλόμενος, whoever will, i.e. any one, S.PA.619, Aj. 1146, PL Grg.508c, etc. 4. θέλεις 01/ θέλεις nolens volens, Arr.Epict ; θέλει ου θέλει ib.3.3, M-Ant.II.i5. 5. μή έθελε, C. inf., do not, Il.r.277,2.247, E.Pr εΐ θέλεις if you please, S. Ο folld. by subj., τί σοι θέλεις δητ' είκάθω; in what wilt thou that I give way to thee? ib.651 (lyr.) ; θέλεις μείνωμεν αυτόν; Id.Pi maintain, hold, c.acc. et inf., Plu ε, Paus delight in, love, εν T1v1Lxx1Ki.T8.22 ; τινά ib.ps.l7(18).20; but 01 κακώς τινάς θέλοντες their i\\-wishers, Cat.Cod.Astr.*! ordain, decree, ήθέλησεν [δ \ ήγεμών τόν κίνδυνον τής προβολής είναι πρός τινας CPR 2ο. 17 (iii Α. D.), etc. II. of inanimate things (cf. supr. 1.2), 1. to express a future event, like our will r «> xkar^cl εθελήσει άναβήναι ή τυραννίς Hdt.1.109; ε'ι εθελήσει ίκτρέφαι τό βέεθρον δ Νείλος Id.2.11 ; εΐ θέλειτοι μηδέν άντίξοον καταστήναιίά.;.^, cf. Pl.P.37 b, etc.: in this sense, very rarely of living things, ου δούναι θέλοι, = ούκ άν δοίη, A.p«.42g ; εϊπερ..ούτόςζσ') εθέλει κρατήσαι Ar.K536, cf. Pi.iV.7.90, PI.P.375 a 2. to be naturally disposed, to be wont or accustomed, c. inf., συμβάσιες Ισχυροί ουκ Ε. συμμένειν Hdt.I.74; μεγάλα πρήγματα μεγάλοισι κινδύνοισι Ε. καταιρέεσθαι Id.7.50; αί πλευραϊ ουκ Εθέλουσιν Ες τό εύρύ αύξεσθαι Hp.Art.^I ', ουκ Ε. αί γνώμαι... δμοίαι είναι Th.2.89; τοΰτ' Ενδελεχές Ε. γίγνεσθαι Arist.Vl7i?/e.347 a '5! c Metaph J, al.; ου θέλει ζήν, of premature births, ld.hatjje,* in phrases expressive of meaning, τό θέλει σημαίνειν τό τέρας Hdt.I-78 ; τό θέλει τό έπος είτα! Id.6-37! τό θέλει τά δώρα λέγειν Id ', τό έπος τοϋτο εθέλει λέγειν ώς.. Id του θέλοντος, τοΰ θελήματος, S.OC12 20 (lyr., s.v.l). εθεν (i.e. ρέθεν, cf. A-D.Prow.77-4)> Ε Ρ > L yr., and Trag. gen. for eo, od, masc. and fem., his, her, of him, of her, Horn., etc.; αύτοΰ εθεν, = εαυτου,/g (Epid.). II. = έκάς, Hsch. έθημο-λογεω, gather customarily, APg.ggi (Antiphil.). -συνη, ή, custom, Hsch., Suid. έθήμ,ων, ov, gen. ovos, accustomed, c. dat., Ελπίδι Musae.312 : c. gen., κυδοιμοΰ Νοηη./λ customary, ib , al. εθην, aor. I Pass. οπημι: but εθην, aor. 2 Act. of τίθημι. έθ-ίξω, poet. 81e-Carw».y4wr.35: Att. fut. EeiuiX.Cyr.o,.3.53: aor. είθισα D : pf. εϊθικα Pl.il/ew.70b, X.HG6.i.ig : Pass., fut. ΕΘ1- σθήσομαι D.H.4.11: aor. ε'ιθίσθην Ar.P.512, Hp. Art.41, Pl.Lg-.681b: pf. είθισμαι E.Med.122 (anap.), Th.1,77; 3 pl. είθίδαται Hp.Acut.36; late ήθισμαιίΰι 2(5) (Syros, ii A. D.) : plpf. είθιστο X.Ages.li. 2 : (έθος) : accustom, ε. αυτόν χαίρειν Pl.Grg.giod, cf. Isoc.3.57; τό προαιρεΐσθαι..πότερον άν Εθίζοιμεν X.Mem : c. inf., Εθίσας αεί τι λτίζεσθαι App.Hann.44 ' c- acc. cogn., εθη Ε. πονηρά PLT._g-.706d ; Ε. τινά ταύτά X.//G ; Ε. τινά πρός τι Luc.y4wacA.20 : Pass., 10 be or become accustomed or used to do, c. inf., Hp. Art.41, Ar.P.512, Lys , Th.1.77, etc. ; είθισμένος άναισχυντείν And.2.4 : c. acc. cogn.,,( 1 - Pl.L 681. b ; Εθίζεσθαι συν έθει τινί X.Cyr ( s ν Εθίζεσθαι έθη Εθίζεσθαι πρός τι Arist.PA r 1119 a 25 ; τι ib.1121 a 23 ; TmThphr.CP5.9-11: abs., καθότι είθισται as is the custom, PPetr. 3 p. 116 (iii B. c.) ; κατά τά είθισμένα PGP (iii A.D.), etc.: in Plu.Lyc.12, Bekk. restored είθίζοντο from Porph. for the intr. Act. εΐθιζον. II. intr. in Act., become accustomed, M.Ant : c. inf., Id.12.2 : c.acc.,έθιζε καϊ 'όσαάπογινώσκεις ib.6 : with inf. supplied, 'όπως άναγραφρ τό φήφισμα ου καϊ τά άλλα Εθίζουσιν (sc. άναγράφαί) PCi (Thaumaci, ib.c.). -ικός, ή, όν, arisingfrom habit, άρεταί Plu. 2.3a. -ιμος, ov, accustomed, usual, έθιμόν [εστί] μοι D.S ; τάν ί. τοίς Εφήβοις θυσίαν Supp.Epigr (Callatis) ; δ έ. ".Ρωμαίων 'όρκος BGUgSl.g (11 Α. D.), etc.; τό έ. usage, A.D.S>wjf τά ε. customs, Ath-4-151ε; κατά τά T 12(7) (Amorgos, i B.C.). Adv. -μως A.D. Prow ισμα, ατος, τό, (Εθίζω) custom, habit, Pl.Lg. 793d. ^ -ισμ<58, i, accustoming, habituation, Arist.PiV1098 b 4, al.; τά κατ' Εθισμόν τίνος LxxGe.3i.35; πρός τι Hierocl.fwCy426p.479 M 5

15 έθμ,η 480 י ei pi., habits, Arist.P0/.!331 b u ; usages, Posidipp.25, Plb. 1,17.11 ; 01' Εξ αρχής Ε. PTeb.^o. 20 (ii B.C.) ; 01 νόμοι καϊ οί Ε. Phld.Piet.lo2, cf. /<? (i Β. c.) ; οί πολύτροποι Ε. των λέξεων customary modes of speech, Epicur.AaZ.2S.1,al. -ιστε'ον, one must accustom,τγ γνώμγ ύπηρετεΐν Ε. τό σώμα X.Mem , cf. Pl.P.396a, etc. -ισ τ<5ς, ή, όν, to be acquired by habit, άρετή, opp. μαθητόν, Arist.ENlogg" ^, al. 2. acquired by habit, τό i. εν τοίς ήδέσιν Id.PA.1369 b 16. έθμή, ή, vapour, Hsch, έβρ-οί' πολλοί, δεσμοί, πλόκαμοι, Id. έθν-άρχης, ου, &, ruler ofa tribe or nation, " Κσ ανδρός άντϊ i0vapxou βασιλεύς αναγορευθείς Βοσπόρου Luc.Macr. 17 ; sheikh, OGI616.2 (Arabia); of Abraham, Ph title of Jewish official, Lxx ima , Str , Nic.Dam.p. 143 D., 2Ep.C0r.11.32, J.Af II. Adj., ruling over nations, 4. θεοί Jul.Gal. 115d, cf. 143a. -αρχία, ή, office of ethnarch, J. Af ηδ<5ν, Adv. by nations, as a whole nation, Lxx^Ma. 2.1g. - ικός, ή, όν, national, συστάσεις Plb ; διαστάσεις Id ; χρεϊαι D.S.18.13; Ιδιότητες Phld.7?A.I.I54S.; διαφοραί Str II. foreign, gentile, Ev.Matt.g.\7 ; Εθνικρ.. iv σοφία Epigr.Gr.i,;,0.6. Adv. -κώς, opp. Ίουδαίκώς,Ερ.ΰα b. in the Roman Empire, provincial, Cod. Just III. Gramm., indicating nationality, Str , D.T , A.D.SynZ Adv. -κώς, παραχθέν ib.?, cf. Str.4. I.I, D.L dialectal, έθος A.D.Synt IV. εθνικός, b, tax-collector, POxy (vi A. D.). -ίτης [ϊ], ου, b, of the same nation, Eust.901.9j Suid.; έθνιστης, Hsch. έθνος, εοί, τό : (f έθνος, cf. U.2.87, 7.115, al.) : number of people living together, company, body of men, έτάρων έ., ε. εταίρων, band of comrades, II.3.32, 7.115, etc.; έθνος λαών host of men, ; of particular tribes, Λυκίων μέγα e ; 'Αχαιών έ : pl., έθνεα πεζών II.724, cf. 2.91; έ. νεκρών Od ; of animals, ε. μελισσάων, ορνίθων, μυιάων, swarms, flocks, etc., ,45 954^9 > έθνη θηρών S.Ph (lyr ), ^«/.344 ; έ. άνέρων, γυναικών, Pi.O.I. 65,Ρ ; Ε. βρότεον, θνατόν, ld.n.3.74, י τόδε, of the Erinyes, A.Eu.366 (lyr.). 2. after Horn., nation, people, τό Μ.;- διιά ν ε. (γένος being a subdivision of έθνος) Hdt.r.101 ; ε. ήπειρογενεί, μαχαιροφόρον, A.Pers.43,56 (anap.), etc. ; των μηδισάντων Εθνέων των 'Ελληνικών Hdt.9«1c6. b. later, τά ε. foreign, barbarous nations, ορρ. Ελληνε$, Arist.P0/.1324 b 1o ; ε. νομάδων, of Bedawin, LW2203 (Syria) ; at Athens, athletic clubs of non-athenians, IGz. 444, al.; in Lxx, non-jews, Ps.2.1, al., cf. Act.Ap.7.45 ; Gentiles, των Εθνών τε καϊ Ιουδαίων ib.14-5, etc.; used of Gentile Christians, Ep. Rom e. at Rome, = provinciae, App.PC2.13, Hdn.1.2.1, PStrassb (iii A.D.), D.C.36.4X, etc.: so in sg,, province, b τυραννήσας τοΰ έθνους D.Chr.43!!; & ηγούμενος τοΰ έθνους the governor of the province, POxy.\020.g (iii A.D.). 3. class of men, caste, tribe, τό Θετταλών.. πενεστικόν ε. Pl.Lg.776d; έθνος κηρυκικόνΐά. Pit.290b; όϊσθά τι έ. ήλιθιώτερον βαψφδών; X.Smp.3.6; δημιουργι- usu. either in conditions, if.j or in indirect questions, whether. In the former use its regular negative is μή ; in the latter, ου. A. INTERJECTION ALLY, in Horn., come now! c. imper., ΕΊ δε.. ίκουσον II.y.262 ; εί δέ καϊ αυτοί φευγόντων ib.46 ; most freq. with άγε(ς,ν.), 1.302, al. 2, in wishes, e. opt., αλλ' εί τις..καλέσειεν , cf ; so later, εί μοί ξυνείη μοίρα S OT863 (lyr.) ; είμαι γένοιτο φθόγγος Εν βραχίοσιν EMec.836 : more freq. folld. by y^p, αί yap δή ούτως εϊη II.4.189, al.; εί yap γενοίμην αντί σου νεκρός E.Hipp. 1410; είyap γένοιτο X.Cyr ; είγάρ εν τούτψ εϊη Pl.PrZ.31cd ; of unattained wishes, in Horn, only c. opt., εΐγάρ εγών..δι&γπώϊ α'ιγιόχοιο εϊ-ην II ! Ζεΰ πάτερ, al γαρ ίμός πόσις είη Alcm.29 '1 ^ate r with past tenses of ind., είγάρ μ ύπό γήν..ήκεν A.Pr.152 (anap.); γαρ τοσαύτην δύναμιν εΐχον Άστε.. Έ.. ךAle.102 : twice in Od. c. inf. (cf. the use of inf. in commands), αί γάρ τοΐος εάν..εμός γaμβpbs καλέεσθαι ; ^ b f ' ( > Ep. αίθε, is freq. used in wishes in the above constructions, είθε 01 αύτψ Ζευς αγαθόν τελίσεκν 2.33 ; ήβώοιμι 11-7 J57 > 7«> 1537 Cyr.); είθε σοι, 3 Περίκλεις, τότε συνεγενόμην X.Mem : later c. inf., γαιης χθαμαλωτέρη είθε.. κείσθαι APg.284 (Crin.). c. ει γάρ, είθε are also used with ϋφελον (Ep. ώφελλον), of past unattained wishes, αΐθ' ώφελλες στρατού άλλου σημαίνει ν ', el γάρ ώφελον [κατι [ δεΐν P1.P.43 2C - D. folld, by a clause expressing a consequence of the fulfilment of the wish, α'ι γάρ τοΰτο..έπος τετελεσμένον είη τψ κε τάχα γνοί-ης.. Od fi > cf ג ό > 3. ' ' sls hard 10 - distin guish from εί in conditions (which may be derived from this use), εί μοί τι πίθοιο, τό κεν πολύ κέρδιον είη II Β. IN CONDITIONS, if. I. with INDIC., X. with all tenses (for fut., v. infr. 2), to state a condition, with nothing implied as to itsfulfilment, ε I 5' οΰ'τ«τοΰ τ' Εστίν, Εμοϊ μέλλει φίλον είναι but (/this is so, it will be..,ii.1.564: any form of the Verb may stand in apodosi, είθεοί τι δρώσιν αίσχρόν, ουκ ε'.σΐν θεοί Ε.Pr ; εί δοκεί, πλέωμεν S.Ph. 526 ; ε'ι Φαίδρον αγνοώ, καϊ εμαυτοΰ Επιλέλησμαι Pl.PArfr.228a; κάκιστ < < ΐ απολοίμην, Έανθίαν 6'ι μή φιλώ Ar.Pa.579> c * Od ! e '' ουκ ήν αισχροκερδής εί δ' αισχροκερδής, ουκ ήν θεοΰ PLP.408C; εί ταΰτα λέγων διαίρθείρω τους νέους, ταΰτ' 'άν εϊη βλαβερά ld.ap.%0b, cf. 2 5b ; εί ούτοι ορθώς άπέστησαν, ύμεΐς άν οΰ χρεών Άρχοιτε 1/these were right in their revolt, (it would follow that) you rule when you have no right, Th b. to express a general condition, if ever, whenever, sts. with pres., είτις δύο ή καϊ πλείους τις ημέρας λογίζεται, μάταιός Εστίν S. 7τ 943 : with impf., είτίς τιήρώτα άπεκρίνοντοτ : rarely with aor., D.S r, S.E.P.1.84; cf. iir with fut. (much less freq. than Εάν c. subj.), either to express a future supposition emphatically, εί φθάσομεν τους πολεμίους κατακαίνοντες ovsels ήμών αποθάνειται X.Cyr > εί μή βοηεήσετε οΰ περιέσται τάκεί Th.6.g1; ει αΰτη ή πόλις ληφθήσεται, έχεται ή πάσα Σικελία ibid.; in for ήθος) A.Ag.728 (lyr.) ; τό σύνηθες ε. S.PA ει τό έ. συνθήκη PI.Cra.435a; πάτρια έ. ld.plt.2gga.: prov., "ε.", φασί, "δεύτερη φύσις" Jul.ii//s.353a ί Εν έθει τί} πόλει είναι to be the habit, Th.2.64 ; 6. Εστίν τινι, c. inf.,cratin.jun.7.1, Alex.253; έθος έχειν, c. inf., Plu. Them.4; έθει by habit, habitually, opp. φύσει, Arist.PiV1179 b 21 ; Ev εθει ld.fr.122 ; δί' έθος, opp. Εκ γενετής, Id.PiV1154 a 33 >' ^ξ ε9ους ib. 1103*17 ; κατά τά 'Ρωμαίων έ. PS/3.182 (iii A.D.), etc. (σ-^ε'β-, cf. Lat. suesco ; v. βεσόν.)!0p1v τομίας (ταλμ cod.) κριός, Hsch.; cf. IVpis. εθρΐσεν, v. θερίζω. έθω, to be accustomed, to be wont: pres. only in part., κακά πόλλ' έρδεσκεν εθων much ill he wrought after his wont, II ; 06s παίδες Εριδμαίνωσιν έθοντες 16.26ο (in these passages some Gramm. expld. έθων as, = βλάπτων, φθειρών (and it was so used by Call.Pr.108), and (in ) Ερεθίζων, cf. έθει φθείρει, Ερεθίζει, Hsch., Εθρίς, ίθρις) : pf. είωθα , etc., Ep. and Ion. έωθα 8.408, etc., is used as pres.; plpf. είώθειν, Ion. Εώθεα, as impf.; part, εΐωθώς, Ion. ίωθώς, also in Archipp.48, Araros19; Dor. 3 pl. pf. εθώκατι Hsch.: mostly c. inf., IL5.766, Hdt.3.31, Th.1.99, etc.: impers., ως είωθε as is the custom, Ar.Ec.282 ; ωσπερ ε'ιώθει Plu.Sull.g, etc.: freq. abs. in part., of persons, accustomed, customary, usual, ή ν ιό χω είωθότι ΙΙ ; ύμίν.. τοΐς είώβοσιν who are used [to hear me], S.PA.939; ούκ Εωθώςpraeter morem, Hdt ; of things, τά εωθότα νοήματα Id.3.80 ; Εν τψ ε'ι. τρόπψ Pl.Ap.27b, etc.: freq. in neut., παρά τό ε'ι. contrary to custom, Th.4.17,55 ; τά εί. ordinary things, Ar.Ra.1, Th.2.51, etc. εΐ, indecl., name of the letter ε, pronounced like the letter itself, Pl.Cra.393d, 437a, al., Michel832.\6 (Samos, iv B.C.), etc.; later pronounced 1, Hdn.Gr ; written!, PGP ^ εί, Dor., = where, IGg(C).682 (Core.), Γ3 (Halaesa) ; but εΐ μήν, later^greek, = ή μήν, LxxGe.22.17, al., PTeb (ii B.C.), etc.; Dor. εΐ μάν IGg(i) (Andania, i B.C.). εΐ, Att.-Ion. and Arc. (for ε«, v. infr. 11 ad init.), Dor. and Aeol. al, a IK (q.v.), Cypr. Ή Inscr.Cypr H., both ε'ι and Α'Ι in Ep.: Particle used interjectionally with imper. and to express a wish, but threats or warnings, εί μή καθέξεις γλωσσαν εσται σοι κακά E.Fr.g; κόν έ. Pl.Gr \455 b j cf Arist.Ath.Fr.3 ; ε. Βραχμάνων D.S.17.IO2 ; εί τιμωρήσεις ΤΙατρόκλψ, αυτός άποθανρ Pl.Ap.28c, cf. D.28.21: or, b. τά ιερά e. the orders of priests, OGIgo. 17 (ii B. c.); trade-associations to express a present intention or expectation, άϊρε πλήκτρον ε! μαχιί or guilds, έθνη καϊ Εργαστήρια PPetr.3p.67 (iii B. c.), al.; class in respect to rank or station, οΰ πρός τοΰτο βλέποντες,.'όπως. Λν τι ε. τρδε κείσεται κράτη S. Ant.485, cf. I1.1.61, E.77«c withhis- if you mean to fight, Ar.Av.Jgg; Εγώ μεν ουκ άνήρ..el ταΰτ' if are! εσται διαφερόντως ευδαιμον Pl.P.42cb, cf. 421c, D torical sex, tenses, implying that the condition is or was unfulfilled. a. θήλυ,άρρεν έ.,χ.οε^ part, member, Hp.Loc.Hom.i. II. with impf., referring to present time or to continued or repeated ofa single person, a relation, Pi.ZV action in past time (in Horn, always the latter, ,3!.): ταίτα έθνοφΰλαξ, gentilicius, Gloss. ούκάν Εδύναντοπ oieiv, el μή διαίτρ μετρία Εχρώντο they would not be εθοί, εος, τό, (έθω) custom, habit, έ. τό πρόσθε τοκήων (but prob. f. 1. able to do this (as they do), if they did not live an abstemious life, X.Cyr , cf. PLP.489S ; ουκ άν νήσων Εκράτει, ειμή τι καϊ ναντικόνεΐχεν he (Agamemnon) would not have been master of islands, if he had not had also some naval force, Th.1.9; αί δ' ήχες έσλαν ίμερον ή κάλων,.αίδως κεν. ήχεν Sapph.28 ; ει ήσαν άνδρες άγαθοϊ ουκ &ν ποτε ταΰτα έπασχον if they had been good men, they would never have suffered as they did, Pl.Grg.g16e, cf. X.Mem >' f ' γάρ Εγώ τάδε τ\δε'..ουκ άν ύπεξέφυγε if I had known this.., b. with aor. referring to past time, εί μή έφυσε θεός μέλι.. έφασκον γλύσσονα σΰκα πέλεσβαι Xenoph.38; el μή ύμεΐς έλθετε, Επορευόμεθα άν Επϊ βασιλέα had you not come, We should be on our way.., X.An.2.1.4; καϊ ίσως άν άπέθανον, e'1 μή ή αρχή διά ταχέων κατελύθη Pl.Ap.z2d, cf. ΙΙ.5.680, Od.4.364, D.4.5, : with plpf. in apodosi, el τριάκοντα μόναι μετέπεσαν των ψήφων, άπεπεφεύγη &ν Ρ1. Αρ.36a. ο. rarely with plpf. referring to action finished in pastor present time, λοιπόν δ' άν ήν ήμΐν έτι περϊ τής πόλεως διαλεχθήναι, ειμή νροτέρα των Άλλων τήν είρήνην Επεποίητο if she had not (as she has done) made peace before the rest, Isoc.5.56, cf. Pl.7V.21c. II with SUBJ., εί is regularly joined with &v (Ep. κε, κεν), cf. Εάν : Arc. είκαν in Tegean Inscrr. of iv B. c. (/(?5(2).3.16,31,6.2, S/g306.34) should be understood as ε'ικ άν (el : είκ = οΰ : ουκ), since el δ' Sv is also found in IGg(2).3.2,6.4g, and 6IK alone, ib.3.21 ; but &v (κε, κεν) are freq. absent in Horn, as Od.5.221, (and cf. infr. 2), and Lyr., Pi. (who never uses ε! with άν or κε(ν)) P al.; in dialects, αί Th δείλητ' άγχωρείν /Gg(l) (Locr., ν Β. c.), cf. Foed.Dor.ap 79 ; rarely in Hdt., εί μή άναβγ 2.13 ; occasionally in Trag., A. «234, S.OP198(lyr.), etc.; very rarely in Att. Prose, el ξυστώσιν m πόλεις Th.6.21; εϊ τι που άλσος ή τέμενος άφειμένον $ Pl.Lg.76lc. 1«later Prose, εϊ τις θελήστ! Apoc ; εί φονεύτ! Plot.2.9.9, cf. Procl. Inst when the apodosis is fut., to express a future condition more distinctly and vividly than εί c. opt., but less so than 61' c. fut ind. (supr. 1. 2a) ; ει δέ κεν &ς έρξρς και τοι πείθωνται 'Αχαιοί, γν<^!> '«1.128,3.2 cf. επειθ'..if thou do thus.., thou shalt know, II.2.364, Od ; άν δέ τις άνθιστήται, συν ΰμΐν πειρασόμεθα χειροΰσθαι Λ. άναγ yi«.7.3-ii ; άν μή νυν Εθέλω μεν Εκεί πολεμεΐν αΰτφ, ενθάδ' ίσως

16 ו a 481 J et κασθησόμεθα τοΰτο ποιείν if we be not now willing, D.4.50, cf. X.Cyr. ' f011d : b y im per., ήν ειρήνης δοκητε δεΐσθαι, &νευ όπλων ήκετε ib > c ' when the apodosis is present, denoting customary or repeated action, to express a general condition, if ever, ήν ποτε δασμός ϊκηται, 001 τό γέρας πολύ μείζον (sc. Εστί) whenever a division comes, your prize is (always) greater, II.1.166; ήν Εγγύς ίλθτ! θάνατοs, ούδεϊς βούλεται θνγσκειν if death come near, Ε. Ale. 671; with άν omitted, εϊπεργάρτε χόλον..καταπέφτ! αλλά.. έχει κότον II. r.8 Γ. b. with Rhet. present in apodosis, Εάν μή οί όιλόσοφοι βασιλείσωσιν, ούκ έστι κακών παύλα there is (i. e. can be, will be) no rest.., Pl.Tf.473d. III. with OPTATIVE (never with άν in early Gr., later Εάν c. opt., Dam.Pr. 114, al.), 1. to express a future condition less definitely than Εάν C. subj., usu. with opt. with άν in apod., ή κεν γηβήσαι Πρίαμος Πριάμοιό τε παίδες., ε'ι σφώιν τάδε πάντα πυθοίατο μαρναμενοιιν surely they would exult, if they should hear.., II , cf. 7.28, Od ; είης φορητός ούκ άν, 61' πράσσοις καλώς A./V.979 > ούδέ γάρ &ν με Επαινοίη, ε'ι εξελαύνοιμι τούς εύεργέτας Χ.An ; O?KOS Δ' AORCIS, ε'ι φβογγήν λάβοι, σαφέστατ' άν λέξειεν A.Ag.37, ETC.: fut. opt. is f.l. in Pl.771/. 164a : with pres. ind. in apod., Xenoph.34. 3, Democr.253 : with fut.ind., Meliss.5. b. in Horn.sts. with pres. opt., to express an unfulfilled present condition, ε'ι μέν νΰν Επϊ άλλφ ίκίλεύοιμεν,ήτ' άν εγώ τα πρώτα φεροίμην if we were now contending, etc., Il : rarely in Trag., ε'ι μή κνίζοι ( = 61'μή έκνιζε) Ε.Med.568; also 6ϊ ίναγκαΐον ε'ίη άδικείν ή άδικείσθαι, έλοίμην άν μάλλον άδικείσθαι Pl.Grg.46gc. 2. when the apodosis is past, denoting customary or repeated action, to express a general condition in past time (corresponding to use of subj. in present time, supr ) ; once in Horn., 6Ϊ τις με.. Ενίπτοι, άλλα σύ τόν γ'.. κατέρυκες ; εί δέ τινας βορυβουμένους αϊσθοιτο.., κατασβεννύναι τήν ταραχήν Επειράτο if he should see (whenever he saw) any troops in confusion, he (always) tried, X.Cyr , cf. ^« , « ^ ; είτις άντείποι, εύθύς Ετεθνήκει if any one made objection, he was a dead man at once, Th ; άλλ' εί τι μή φέροιμεν, ίιτρυνεν φέρειν E.Alc.jgz. For 61C. ind. in this sense v. supr. 1. I : ind. and opt. are found in same sentence, Εμίσει, ούκ εϊ τις κακώς πάσχων ήμύνετο, αλλ' εϊ τις εύεργετούμένος αχάριστος φαίνοιτοχ. Ages in oratio obliqua after assent], in case the same opinion please you, Pl.Ti.35Sb ;!86 δή, Εάν σοι όπερ Εμοϊ σι!νδοκή look now, in case you approve what I do, ib. 434a. 2. with apodosis suppressed for rhetorical reasons, εί περ yap κ' Εθελτ!σιν 'Ολύμπιος.. στυφελίξαι if he wish to thrust him away, [he will do so], ; 61' μέν διίσουσι γέρας ' el δέ κε μή δώωσιν, Εγώ δέ Key αύτός έλωμαι if they shall give me a prize, [well and good] ; but if they give not, then I will take one for myself, 1.135, cf 6.150, Ar.Pl.468 ; καϊ ήν μέν ξυμβή ή πείρα el 86 μή.. and if the attempt succeed, [well] ; otherwise.., Th.3.3, cf. Pl.Prt.325d. 3. with the Verb of the protasis omitted, chiefly in the following expressions : a. e'1 μή except, ουδέν άλλο σιτέονται, e'1 μή 'ιχθύς μοΰνον Hdt ; μά τω θεώ, el μή Κρίτυλλά y' [ειμί] nay, if Υ m not Critylla! i.e. I am, Ar.7Vi.898 ; 6ίμή 'όσονexcept only, εγώ μέν μιν ουκ είδον, ε'ι μή 'όσονγραφή Hdt.2.73> cf. 1.45,2.20 ; ειμή 6 Th.1.17, Pl.Grg-.48cb, etc.; εΐ μή τι οΐν, άλλα σμικρόν γέ μοι τής άρχής χάλασον (/nothing else, yet.., Id.Mf«.86e ; ironical, ε'ι μή άρα ή -rijs αρετής επιμέλεια διαφθορά εστίν Χ.Mem ; ε'ι μή πέρ γε τόν ύοσκύαμον χρήματα είναι φήσομεν Id.Oec.l.X^. b. ε'ι δε μή but if not, i.e. otherwise, προηγόρευε τοις Ααμφακηνοΐσι μετιέναι Μιλτιάδεα, εί δέ μή, σφέας πίτυος τρόπον άπείλεε έκτρίφειν Hdt.6.37, ^f. 56; after μάλιστα μέν, Th. 1.32,35! etc.: after a preceding neg., μή τύπτ' εί δέ μή, σαυτόν ποτ' αίτιάσει don't beat me ; otherwise, you will have yourself to blame, Ar.Nn. I433; Si Κ ύρε,μή ούτω λ6'76' ε'ι δέ μή,ού θαρρούν τά με έξειςχ-ογκ^ ", ούτ' έντφύδατιτά 'όπλα ήν έχειν" 6ί 86 μή Id.An.4.3-6, cf.th.i.28,131, יέψέτω Pl.Phd.gic. c. ε'ι δέ sts. stands for ε'ι δέ μή, ε'ι μέν βούλεται, ε'ι δ', 'ότι βούλεται, τούτο ποιείτω Pl.Euthd.285c, cf. Smp.212c ; ε'ι S' ουν S.An/.f12 ; 61' δ' ούτως Arist. 7Vl 094*24 ; 6 '1δέ τούτο and if so, Str d. 61' γάρ for if so, Id e. εϊ τις if any e. as much as or more than any, τών γε νΰν αί τις επιχθονίων, ορθώς Β.5.5! οτλον άλγιστον έσχον, ε'ι τις Αιτωλίς γυνή S. Tr.8, cf. OC734 > ^ τ<* άλλος, siquis alius, E.Andr.6, etc.; εί τίνες και άλλοι Hdt. 3 2, etc.; είπερ τις άλλος Pl.Tf.501d ; also κατ' 61 δέ τινα τρόπον in any way, IG (2).6.27 (Tegea). f. εϊ ποτε or είπερ ποτέ now if ever, ήμΐν δέ καλώς, είπερ ποτέ, έχει.,.ή ξυναλλαγή Th.4.20, cf.!. ^. Α1594 αίποτα κάλλοτα AXc.Supp.j.ll, cf. Χ.Αη , etc.; but in prayers, είποτέ - 81 (sc. τοι Επϊ νηόν έρεφα..τόδε μοι κρήηνον εέλδωρώ.ι.39. g. εί πόθεν νατόν &TT1)*yfrom any quarter, i.e. from some quarter or other, S.Ph. 1204(lyr.); so βίποθι somewhere, anywhere, Id Aj.88 ζ (lyr.); είπου Od h. 6f5ra rib.388, X.An : in an elliptical sentence past tenses, representing Εάν c. subj. or 6Ϊ with a primary (never an historical) tense of the ind. in oratio recta, ελογίζοντο ώς, εί μή μάχοιντο, αποστήσοιντο αί πόλεις (representing Εάν μή μαχώμεθα, άποστήσονται) X.HG6.4-6, cf. D , X.HGg.2.2 ; έλεγεν ότι, ε'ι βλαβερά πεπραχώς είη, δίκαιος εϊη ζημιοΰσθαι (representing 61' βλαβερά (cf.vll.!),πρέσβεις πέμφαντες,είπως πείσeιav^h.l.58. VIII. with πέπραχε, δίκαιός Εστι) ib.32, cf. An ; ε'ι δέ τινα φεύγοντα λήψοιτο, προηγόρευεν 'ότι ώς πολεμίφ χρήσοιτο (representing εϊ τινα λή- or κ&ν) even if, and 61' και (or Εάν και) even though, v. και: the oppo- other PARTICLES : 1. for the distinction between καϊ ε'ι (or και Εάν, ψομαι, χρήσομαι) Id.Cyr.^. 1.3! also, where oratio obliqua is implied site of καϊ εί is ούδ' ε I, not even if; that of 61" και is ε'ι μηδέ, if {although) in the leading clause, ούκ ήντοΰ πολέμου πέρας Φιλίππιρ, εΐ μή Θηβαίους not even. 2. for ως εί, ως εί τε, Ιίσπερ εί, etc., ν. ως and ίίσπερ. 3.,.Εχθρούς ποιήσειε τή πόλει, i.e. Philip thought there would be no for εί άρα, ν. άρα ; for 61' δή, είπερ, V. εί δή, είπερ; for είγε, V. γέ. IX. end to the war, ««less he should make.. (his thought having been in neg. oaths, =Hebr. im, LXX.P.S.94(95).I 1, Ev.Marc.8.12, al. lav μ) ποιήσω), D ; εβούλοντο γάρ σφίσιν, εί τινα λάβοιεν, C. IN INDIRECT QUESTIONS, whether, folld. by the ind., subj., or ϋνάρχειν άντϊτών ένδον, ήν άρα τύχωσί τίνες Εζωγρημένοι Th.2.ζ. 4. opt., according to the principles of oratio obliqua : 1. with IND. c. opt. with άν, only when the clause serves as apodosis as well as after primary tenses, representing the same tense in the direct question, σάφα 8' ουκ οϊδ' ε'ι θεός εστίν whether he is a god, II ; εί protasis,cf.pl.prt.329b, D.4.18, X.Mem (v. άνα.πι.ά). IV. c. INF., in oratio obliqua, only in Hdt., el γάρ δή δεΐν πάντως περιθεΐναι ξυμπονήσεις.. σκόπει S.Ant with SUBJ. after primary &λλιρ τέφ τήν βασιληίην, \ έφη ] δικαιότερον είναι κτλ. Ι.129 ; 61 είναι tenses, representing a dubitative subj. in the direct question, τά τοΰτο μ}! φίλον 2.64, cf. 172,3.105,108. ν after Verbs denoting Εκπώματα ούκ 078' 61' Χρυσάντα. τουτιρί δώ whether I should give them, wonder, delight, indignation, disappointment, contentment, and similar X.Cyr : sts. elliptical, Ες τά χρηστήρια έπεμπε, εί στρατεύηται emotions, 61' c. ind. is used instead of 'ότι, to express the object of the Επϊ τους ΙΙέρσαςΚάί.ι 75 3 OPT. after past tenses, representing feeling in a hypothetical form, θαυμάζω elμηδεϊς ύμών μήτ' Ενθυμεΐται either of the two previous constructions in the direct question, ήρετο μήτ' οργίζεται, όρων.. I wonder that no one of you is either concerned είτις Εμού εϊη σοφώτερος he asked whether any one was wiser than I or angry when he sees.., D.4.43 ; ούκ άγαπίf 61' μή δίκην δέδωκεν, (direct έστι τις σοφώτερος;), Pl.Ap.21a ; Επεκηρυκεύετο Ώεισιστράτω, άλλ' εί μή καϊ χρυσω στεφάνω στεφανωθήσεται αγανακτεί Aeschin.3. ε'ι βούλοιτό οί τήν θυγατέρα έχειν γυναίκα Hdt. 1.6ο : rarely aor. opt. after past tenses, Εθαύμ acre Δ' ε'ι μή φανερόν EστιvX.Mem , for the aor. ind., ήρώτων αύτόν εi άναπλεύσειεν I asked him whether י 147 δεινόν είσήει, ε'ι μή..δόξει D ! Εθαύμαζον εί τι έξει τις χρήσασθαι he had set sail (direct άνέπλευσας;), D : butaor.opt. usually represents aor. subj., τόν θεόν επήροντο εi παραδοΐεν Κορινβίοις τήν πόλιν τψ λόγιρ P\.Phd.g5& ; ούδέ ήσχύνθη el..επάγει D : in oratio obliqua (expressed orimplied) c.opt., Επείπενώς δεινόv(sc. εϊη) εί..με-..καϊ τιμωρ'ιαν τινά πειρψντ' άπ' αύτών ποιεΐσθαι they asked whether try.., ; φκτιρον εί άλώσοιντο Χ. An they > should deliver their city to the Corinthians, and should ג Aeschin.2.57 o,\tyυχoςך γένοιτο ίθαύμαζε 8' εϊ τις άρετήν Επαγγελλόμενος άργύριον πράττοιτο he wondered that any one should demand money, Id.Mem > έχαιρον φήφον Εβούλοντο Επαγαγείν εΐ χρή πολεμεΐν ib. 119! εβουλεύοντο είτε Th.1.25 : in both constructions the ind. or subj. may be retained, αγαπών εϊτις Εχσοι I rejoiced, being content if any one should let it κατακαύσωσιν.. είτε τι άλλο χρήσωνται whether they should burn pass, Pl.Ti.450a : in this use the neg. ού is also found, αγανακτώ them or should dispose of them in some other way, Id.2.4; ανακοινοΰσθαι αυτόν αύτφ ε! δω επιφηφίσαι τοίς προεδροis [he said that] he (IS Φίλιππος αρπάζων ού λυπεί D.8-55! δεινόν άν είη εi 01 Εκείνων ξύμμαχοιο'υκ άπεροΰσιν Th.1.121; τέρας λέγεις, ε'ι ούκ άν δύναιντο λαθ6(1> consulted him whether he should give.., Aeschin with PIMen.gid, etc. VI. in citing a fact as a ground of argument or OPT. and ΆΝ when this was the form of the direct question, ήρώτων 6i appeal, as surely as, since, εϊ ποτ' έην γε if there was [as there δοίεν άν τούτων τά πιστά they asked whether they would give (direct was], i.e. as sure as there was such an one, II.3.180, al.; 61' τότε δοιήτε&ν;), X.An the NEG. used with 6Ϊ in indirect questions is ού, when ού would be used in the direct question, Ενετέλλετο Koipos ea, νΰν αυτέ με γήρας οπάζει ! πολλούς γάρ 01 κe είναι εύπετέστερον διαβάλλειν ή ένα, ε'ι Κλεομένεα μέν μοΰνον ούκ οΐός τε..6ιρωτάν ε'ι ού τι επαισχύνεται whether he is not ashamed, Hdt. 1.90, εγένετο διαβαλεΐν, τρεις 86 μυριάδας 'Αθηναίων εποίησε τοΰτο it seems etc.; but 1(μή would be required in the direct form, it is retained in easier to deceive many than one, if (as was the fact, i.e. since) he the indirect, ού τούτο Ερωτώ, αλλ' ε'ι τοΰ μεν δικαίου μή άξιοι πλέον έχειν was not able.., Hdt.5.97, cf- 1.60,al. VII. ELLIPTICAL CON- μηδέ βούλεται ό δίκαιος, τοΰ δέ αδίκου (the direct question would be STRUCTIONS : 1. with apodosis implied in the context, 61' having μή άξιοι μηδέ βούλεται; he does not see fit nor wish, does he?) Pl.Tf. the force of in case, supposing that, πρός τήν πόλιν, εί Επιβοηθοΐεν, 349b: in double indirect questions, 6'1V6..είτε.. ; ε'ι.. είτε.. ; είτε.. (χωρούν they marched towards the city [so as to meet the citizens], ή.., either ού or μή can be used in the second clause, οπως ίδτ!ς εϊτ' <n case they should rush out, Th.6.100; ίκέται πρός σ6 8e0p' άφίγμεθα, ένδον 6ίτ ούκ ένδον S.A/.J ; σκοπώμεν ε'ι ήμΐν πρέπει ή οί PL.T?.451D ; f Ι τινα πόλιν φράσειας ήμΐν εύερον we have come hither to you, in case εΐ άληθές ή μή, πειράσομαι μαθείν ib.339 a ', πολλά άν περιεσκέφω, είτε you should tell us of some fleecy city (i. e. that we might hear of it), Επιτρεπτέον είτε ού".. ούδένα λόγον ούδέ συμβουλήν ποιρ, είτε χρή A-r.Av.120 ; παρέζεο καϊ λαβε γούνων, αϊ κέν πως Εθέλρσιν Επϊ Ύρώεσσιν επιτρέπειν σαυτόν αύτφ είτε μή Id. Prt. 1,13a,b ; ανάγκη τήν Εμήν μη-, οί τέρα, είτε θυγάτηρ ήν Κίρωνος είτε μή, καϊ εί παρ' Εκείνω διρτάτο ή *ρηξαι sit by him and grasp his knees [so as to persuade him], in κχϊ γάμους εί διττούς ύπέρ ταύτης είστίασεν ή μή..πάντα ταύτα είδέναι Case he be willing to help the Trojans, II , cf. 66, Od.7.94, 3.92 ; άκουσον καϊ Εμού, Εάν σοι έτι ταύτα 80/crj hear me also [that you may τους οίκέτας Is.8.9, τούς νόμους καταμανθάνειν εΐ καλώς κείνται ή μή.. τους λόγους 61 ορθώς υμάς διδάσκουσιν ή ού Antipho5.14 R

17 τ eta 482 β1^ν\\ομαι εΐα, an exclamation used to cheer or urge on, on! up! away! used with the imper. sg. or pl., cf. E,AfeZ.820, etc.; εΐα δή come then! A. Ag. 1650, Ar.Th.6g9 ; εΐά νυν well now! ld.pax467 ; άγ' εΐα Id.Ra. 396 ; αλλ' εΐα P..HF622, Ar.PZ.760 ; ώ εΐα Id.Pa*459 5 ώ ib.468 ; αλλ' εΐα δή..σκεφώμεθα Pl.Sph.239b : with interrog. οΰ, where the question is equivalent to a command, ούκ εΐα.-.δραμείσθε; E./P1423, cf. Het (εΐα S.Ichn.8;, cf. Hdn.Gr ) εΐάξω, cry εΐα, E.Pr.844; cf. είαγχονν (fort, ϊαχον)' βοώσαν, Hsch. εΐαί τών οσπρίων τά άποκαθάρματα, Hsch,; cf. εΐαι. είακε'ν* άσθενεΐν, Id. είαμενή or εΐαμενη, ή, a river-side pasture, meadow, εν είαμενγ έλεος in a marshy meadow, II ; λειμώνες ύπόδροσοι είαμεναί τε Theoc, 25.16, cf. Call.PZaH.193, A.R , Euph.138; είαμενή δε καϊ ού βυθός εστί θαλάσσης, of a shallozu creek, Dem.Bith.4.5(prob. a participial form) : cf. also εϊαμενον νήνεμον, κοίλον, βοτανώδη, Hsch. εΐανάς, ή, iv, Ep. for εανός, II εΐαρ, είαρινός, ν. εαρ (A and Β), Εαρινός. είαρό-εις, εσσα, εν, poet., = εαρινός, Man μασβος, ον, with youthful breasts, APg.jg (Rufin.). ιτότης, ου, ό, αΐμοπότης, Hsch. -ττώτις, v.l. for ήεροφοϊτις in II.19-87; cf. εαρ (Β). -τερ-π-ης, ες, joying in spring, Orph.H.gl.lg. είασκον, Ion. and Ep. impf. of Εάω. ειαται, εΐατο, Ep. 3 pl. pres. and impf. οίήμαι. II. εϊατο, Med. form for ήσαν (impf. of ε'ιμί sum), read by Aristarch. in Od ε'ίατο, 3 pl. plpf. Med. of έννυμι. είβάτας, Thess., = ήβητής, IGg(2).234 (Pharsalus). εΐβηνος, δ, name of a breed of horses: metaph., ofa maiden, Al cm ; cf. εβηνοι,ϊβηνος. είβιμος, ov, trickling, Eust : aspr. n., Id είβιοβοσκός, v. Ιβιοβοσκός. είβω, Ep. for λείβω, drop, let fall in drops, ύπ' όφρύσι δάκρυον εΐβε Od : Med., ά7τ' όσσων.. 5' εΐβομένα f>eos{prob. for λειβ-) A.Pr. 401; δάκρυ' ε'ιβομένη (Triclin. for δάκρυα λειβ-) S.Ant.g2f (anap.) : Pass., trickle down, Hes. Th.gio, A.R εί γάρ, v. ε'ι Α. εΐγε, ν. 7ε. εΐ δ' αγε, ν. ε'ι Α. εϊδαίνομαι, aor. I ε'ιδήνατο, = εϊδομαι, to be like, τινί Nic.Al.76,600. είδαλίζεται εναλίζεται, Hsch. είδάλιμος, η, ον, (εΐδος) shapely, comely, Od H ^ke, looking like, c. gen., AP;. 491 (Mnasalc.). είδαλίς' δpvis ποιός, Hsch. είδάλλομαι,, = εϊδαίνομαι, Ινδάλλομαι, Hsch. ειδαρ, ατος, τό, Ep. word,food, παρά δ' άμβρόσιον βάλεν εΐ., of the horses of the gods, II.5.369,13.35 ; άδατα πόλλ' επιθεΐσα, on the table, Od.1.140,4.56, etc.; άνθινον 6I.,of the Lotophagi, 9.84; μελίσσης άνθιμον εΐ., of honey-cakes, Orph.L.735, cf. Theoc (εδfap, cf. έδαρ, έδω.) ειδας* είς αϋριον, Hsch. (Fort, ένας (ν. ένος) ; sed cf. vs Ss.) εϊδεα, written for ιδέα in codd., as Ar.Th.436 (lyr.), LxxGe.5.3, Ευ.Matt είδετικός, = είδητικός, Olymp.inAlc.p,18C. εϊδε'χθ-ει,α, ή,odious, ugly look, Lxx Wi.16.3, Ph.I.38. -θης, ές, of hateful look, ugly, ει. άπό τοΰ προσώπου Thphr.CA«r.28.4, cf. Com.Adesp.21 (Comp.), Stoic.2.307, Plb , D.S.3.29, Ph.2.56 (Sup.); εϊ. δράν Porph.Abst II. putrid,fetid, Hp.Mul ,125. εΐ δή, if indeed, S. ך Tr. 2 ; if that is to say, Pl.S«1/;.2i8e, Arist.PZ!. I 37 *3 > 6 ' δή.,.γε Pl.Thl.166c, etc. είδηθμός- συστροφή, φυγή, Hsch. (leg. είλ-). είδηλή-γε αναμάρτητον, Id. είδ-ημα,ατο$, τό, knowledge, Oenom.ap.Eus.PP5.2r (pl.). -ημονικάς, ή, όν, belonging to knowledge, άρχά, opp. κοινανικά, Archyt.ap. Stob Adv. -κ&ς with knowledge, skilfully, Suid. -ηρών, ov, gen. ovos, acquainted with or expert in a thing, τινός D.L.6,14, AP , IG (Suessa), S.E.Af Adv. -vooshermog.meth. 13, Vett.Val , Hsch. εΐδ-ησις, εως, ή, knowledge, τών πραγμάτων Nausiph.2 ; = γνώσις, Arist. de An.402*1; γραμμάτων S.E.ilL1.44, cf. S/G (Magn. Mae., ii B. c.), LxxSZ.42.18, Ph.1.335, Porph.SewZ.32, Plot , al., Iamb.Proir.3, etc.: in pl.,/0r»1s of knowledge, μαρτυροΰσι δέ καϊ αί αισθήσεις, ειδήσεις είναι θέλουσαι Plot ητικάς, ή, όν, constitutingan είδος , αριθμός, ορρ. μαθηματικός, Arist.Metaph. I086 a 5,1088 b 34 (but later εί. αριθμός capable of being represented by a geometrical pattern, figurate. Iamb. Comm. Math.lg); formal, αιτία Alex. Aphr.!Hil/eZa/>A.124.9, Procl./«sZ. 178 ; αίτια Olymp. in Mete ; opp. εϊδ7ϊτο'5^.ν.), Dam.Pr concerned with είδη, νόησις'ύι^; αποδείξεις ibid.; specific, Alex.Aphr.inMetaph II. Adv. -κώς Dam.Pr.284,321, Procl.inPrm.pp.625,649S. -ητός, ή, iv, knowable, είδος γάρ, οτι ε'ιδητόν καϊ είδητικόν Dam.Pr.81, cf. ib ικός, ή, όν, (είδος) specific, ορρ. γενικός, όνομα D.T.636.I4, A.D.SywZ (Sup.), cf. Poxph.Intr.4.16 (Sup.), al.; άντίρρησις 8.Ε.Λ/.1 39 (Comp.); άρετα! PhkLP.3Pr.82, cf. Ph.1.140; τάςγενικάς καϊ τάς el. τών σημείων παραλλαγάς Phld.Sigiι.Fr. 2 ; αισθήσεις Placit ι ; είδικώτατον, τό, Lat. infima species, Stoic , cf. Dam.Pr.87. Adv. -κώςspecifically,stoic.2.77, II, special, opp. general, Phlp. in Mete.4.27 (Comp.). Adv. -κώς specially, CIG (Chios). Ill formal, opp. material, διαφοραί Plot.5.7.1, είδιον νενοτισμένον, ύγρίν, Hsch. (Perh. for Ιδιον, cf. ιδία1.) είδογράφος [α], δ, classifier of literary forms, of the critic Apollonius, PO^y.1241ii10, Sch.Pi.P.2.1, Ρϋ/ είδοί or'isoi, ων, αί,. Lat Idus, D.H.6.89, Plu.P0w.23, Tab.Defix. Aud (Carthage, i A.D.) : gen. pl. elsvuv /G (Thisbe); cf. ε'ιδυιοί. είδομάχίδας, δ, fair-cheeked (Τ), Alc.150 (cf. Alc.C0m.37). είδοποι-έω, endue with form, ε'ι. έκαστο καϊ σχηματίζειν Chrysipp. Stoic ; rbv βίον Phx.Alex.l ; αύτούς els ανθρώπους, of the gods, Hid.3.13 ; ISeai el. έκαστα τών όντων Ph ; characterize, αίρεσιν Gal : Pass., Ph.2.261, Corn.ND6, Plot.1.8.5, al., Syrian.!'«Metaph.8. 13,etc. : c.acc., άριθμόςτήν επ' άπειρον προχώρησιν -ούμενας fashioned into the pattern of an infinite progression, Theol.Ar.34: c. dat., to be characterized by, Asp.inEN8;.g. II. portray, describe, τινά Callistr.SZaZ add specific detail to, γραφήν Str.15.u4 (prob.). < ημ1 " τ os, τ 6, copy of an είδος ox pattern, τι vis Theol.Ar.i) (pl.). -η σας, εω$, ή, construction of a typical form, αριθμόν ib.36, cf. 34, Iamb. innic.p. 15P. -ητικός, ή, iv, - ειδοποιός, Plot.1.8.3, Olymp. in Mete ία, ή,,formation, structure, αί κατά μέρος ε'ι., ορρ.ο'ικοδομία, Ph.Bel.50.gl: in sg., specific form, Str Rhet., descriptive quality, σχημάτων Longin Philos., production of forms, lamb.c0mm.math.14, Pxocl.Inst.144,157, Syrian. inmetaph os, iv, constituting a species, specific, δι«- φορά Arist.70/.143 b 7,cf.P^1174 b 5,P10t , Dam.Pr.308. II. creating forms, Prochlnst. 157, Dam.Pr.310 : c. gen., creating a form ox pattern, αριθμός,.δικαιοσύνης el. Theol.Ar.28, cf. 10. εΐδος, εος, τό, (εϊδω A) that which is seen: form, shape, freq. in Horn., of the humanform orfigure, esp. abs. in acc. with Adjs., είδος άριστος, άγητός, κακός, II.3 39, ; άλίγκιος άθανάτοισιν Od.8.174; opp. φρένες, ΐ ΡΡ- /317), ; δευτέρα πεδ' 'Κγιδών τό el. Alcm.23.58; τό είδος τής γυναικ ός ύπερεπαινέων Hdt.ι.8, etc.; appearance, of a dog, Od ; όφιες ποικίλοι τά εϊδεα Hdt ; εϊδεα [των \ θεών σημήναντες Id ; 7 υ "ή το 7' εΐδος Ar.Th.267 : hence, periphr. for person, S.P/. 177 ; τό επ' εϊδει καλόν Pl.S1ftp.210b, b. esp. ofbeauty ofperson, comeliness, είδεος επαμμένος Hdt. ι. 199; πλαντφ καϊ εϊδει προφέρων Id e. Medic., physique, habit of body, constitution, Pip.Nat.Hom.g, Hum.I : more freq. in pl., Id.yifr.3, al.; εϊδεα εϋχροά τε καϊ ανθηρά ib generally, shape, σχήμα καϊ είδος Id.O^, cf. Mochl.6, etc.; pattern, of 'figurate' numbers, Arist. Ph. 203*15; ή μονάς εΐδος ειδών τυγχάνει Theol.Ar.4, cf.17 ; decorative pattern or figure, Plu. Them. 29 (pl.) ; of a musical scale, τοΰ δια τεσσάρων τρία είδη Axistox.Harm.p.j 4 Μ. (identified with σχήμα, ibid.): in pl., shapes, i. e. various kinds of atoms (cf. 1'86'a),Democr.ap.Thphr. Sens. gl. b. Geom., δύο εϊδη τψ εϊδει δεδομένα two figures given in species, Euc.PaZ.53, etc.; esp. in central conics, rectangle formed by a transverse diameter and the corresponding parameter, Apollon.Perg. Con. 1.14,2x,al.; also, species of numbers, of the terms in an algebraical expression involving different powers of the unknown quantity,. Dioph.Def n. II. form, kind, or nature, τών!»' άλλε παιγνιέαν τά εϊδεα Hdt.I.94; <! י εΐ. τής νόσου Th.2.50, etc.; εν αρμονίας εϊδει είναι, γενέσθαι, to be or become like.., Pl.Phd.91d, cf. Cra. 394d ; is iv φαρμάκου εϊδει by way of medicine, Id.P-3S9b ; νόμων έχει ετδοίίε in the province of law, Arist-Po/.i 286 a 3 ; situation, state of things, σκέφασθε iv ο'ίψ εϊδει..τούτο έπραξαν Th.3.62 ; plan of action, policy, εττΐ είδοϊ τρέπεσθαι Id , 8.56 ; Επ' &λλ' εΐδος τρέτεσθαι take up another line, Ar.PZ.317 ; specific notion, meaning, idea, άν ן\ παρέχ τό ένεΐ. δύο ονόματα...,περί ίνόςεϊδεος δύο ονόματα 0uTaauTctAen.Tact.24 I; department, Hp. VM12 (but also, elementary nature or quality, ib. 15) ; type, sort, πυρετών ld.epid.3.12 ; αυγής Id.Off.3, etc.: Rhet., style of writing, τά είδη τών λόγων Isoc.13.17, cf. Arist.Rh.Al b 9 (pl.) ; later, definite literary form, Men.Rh.init., Procl.Christ p W., EM ; also, example of a style, ολοις είδεσ! Isoc.15.74; later, single poem, applied to Pindar's odes by Sch.; also, written statement, άναγνωσθέντος είδους PAmh ri (ii A. D.), ci.pteb.2s1 12 (ii A.D.). III. class, kind, πάν τό τών πίστεων είδος lsoc.ll 280, cf. D : freq. in Pl., περϊ παντός τοΰ είδους., iv Tht. 178a; ένΐ εϊδει περιλαβεΐν ib,148d; els ταύτόν Εμπέπτωκεν είδος ib. 205d, etc.; logical species, Sph.235(! ; εν εΐδος άποχωρίζειν Pit. 262e; τάς διαφοράς δπόσαιπερ εν εϊδεσι κείνται, ib.285b,al cf, Arist.Metaph b 7, al, ך" Cat.2 ; as a subdivision of γένος, ld.rh.1393*27 ; eirl τοΰ αύτοΰ γένους πεύκη, εϊδει διαφέρουσα, Dsc.I = ΐδε'αΗ. 2, Pl.Phd.103e, P. 596a, Prm. 132a, al.,arist Jifetaph.ggo h g, al.,etc. 3. form, opp. matter (ύλη), Id.Ph. 187*18,al., Metaph. 1029*29 : hence, formal cause, essence, ib.1032 b 1, etc. IV. in later Gr., wares of different kinds, goods, POxy. 109.ι (iii/iv A.D.), PPaj34.7. (iia.d.) ' henee,payments in kind, opp. χρυσίον, Just /V0z17.8.,cf. Cod.Just , al.; spices, Lyd.Mag.3.61; groceries, Anon.post Max. p. 120 L ; εΐ. Ιατρικόν drug, Hsch. s-ν.νίτpov, cf. Hippiatr.12g.54 and v. 6 ae1s0s, τετράε!δο$, τρίειδος ; ofa chemical reagent, Z0s.Alch-p.205B. είδότης, ητος, ή, the quality of an είδος, 1 formality'', Dam.Pr.65. είδότως, Adv. of ε'ιδώς, knowingly, Aeschin.i.ni ; as one who knows, scientifically, Arist.P/!.188 a 5 εί δ'ουν, v. εί Β. νιι. 4c. ειδοφορ-ε'ω, represent or expiess (in dancing), D.H < s <5, part of a tomb which bore the figure of the deceased (cf. ζωφόροι), CIG2840,al. (Aphrodisias). είδνιοί, 01, = εϊδο!', SIG664.18(Delos, ii B.C.). _, είδΰλλιον, τό, Dim. of είδος 11: short, highly wrought desmptιυι poem, mostly on pastoral subjects, as those of Theoc., Bion, Mosch., idyll, Sch.Theoc.Proll., cf. Plin.P^ είδυλλομαι, = εΐδάλλομαι, Pempel.ap.Stob (nisileg. είδιλλέτω).

18 εΐδυλος 483 ειδωλοπλαστεω ίϊδυλος [β], ov, - ειδήμων, EM2gc..-xo, etc.: fem. βίδνλίς, ίδος, Call.Fr.451. * 1δω, no Act. pres. in use, δράω being used : Med., v. infr. A. 11 : aor. 2 «ΐδον always in sense of see (so in pres. and aor. 1 Med., to be seen, i.e. seem) : but pf. οΐδα, in pres. sense, know. (With ε-fiδον, cf. (Ρ)είδομαι, (f)είδος, Lat. videre; with (ρ)οίδα, cf. Skt. ve'da, Goth. wait, OE. wdt 'know'.) A. aor. 2 είδον (late είδα Orph.^L 118), serving as aor. to δράω, Ep. ϊδον, iter, ϊδεσκε U.3.217, late Aeol. εύιδον Epigr.Gr.ggo.il (Balbilla) ; imper. Ϊδ6 (in Att. written as Adv. Ιδέ, behold! Hdn.Gr.2. 23), ϊδετε; subj. ϊδα>, Ep. ϊδωμι Il > opt. ϊδοιμι; inf. Ιδεΐν, Ep. 'ιδέειv, part, ιδών : hence, fut. ίδησώ Theoc.3.37 : Med., aor. 2 ε'ιδόμην, Ep. 'ιδόμην, in same sense, poet., Ion., and later Prose (c. gen., Arat.430) (so in compds., even in Att. Prose, v. <=71--, προ-, ΰπ-ειδόμην) ; imper. ϊδοΰ (freq. written as Adv. Ιδού,= ΐδε) ; subj. ίδωμαι; opt. ίδοίμην ; inf. ίδέσθαι; part, 'ιδόμενος Hdt. 1.88, al.: X. see, perceive, behold, οφθαλμοίσι or εν οφθαλμοίσι ίδέσθαι see before the eyes, II.1.587, etc.; ίδείν εν όμμασιν E.Or,1020; &γε, πειρήσομαι ήδέ ϊδωμαι well, I will try and see, Od.6.126, cf ; mark, observe, II.4.476, Od.4.412, etc.: folld. by relat. clause, ϊδωμ' 'ότιν' έργα τέτυκται II ; άλλ' άγε θάσσον ίδώμεθα 'όττι τάδ' εστίν Od.io. 44: freq. in inf. after Subst. or Adj., θαύμα Ιδέσθαι a marvel to behold, II.5.725; οίκτραΐσιν ίδείν A.Pr.240 ; e\e /i1s ΐδεΐν Pl.P.620a. b. see a person, i. e. meet him, speak with him, Th.4.125, X.An , etc. c. see, i.e. experience, νόστιμον ήμαρ Ιδέσθαι Od.3.233, etc.; ίούλει ονήμαρ ιδεΐν E.Hec.g6 ; άέλιονέτερον Ιδεΐν S.Pr.835 > T V ΰίκην ίδείν Id.Ant.12'/o (lyr.); άλόχου κουριδίης... οϋ τι χάρινϊδε he saw (i. e. enjoyed) not the favourofhis wedded wife, II look,'ιδεΐν Ες., look at or towards, 2.271,etc.; 'ιδεΐν επί ; πρός.. Od ; είς 2>πα 'ιδέσθαιlook him in the face, II.9.373, etc.; κατ Ενώπα 'ιδών ; άντα, Εσάντα, or ίντην 'ιδεΐν, ,17-334) Od-5-78, etc.: qualified by Adv. or Adj., ύπόδρα 'ιδών looking askance, II , al.; αχρεΐον Ιδών looking helpless, ; κέρδος Ιδεΐν look to gain, A.Eu. 541 (lyr.). 3. see mentally, perceive, Ιδέσθαι Εν φρεσίν י to see in his mind's eye', , cf ; 'ιδεΐν τη διανοία Pl.R.glia. b. examine, investigate, Id.PArf.70e, Tht.1g2e, consider, ϊδωμεν τίλέγομεν Id.Grg-.455a. II. Med., pres. εΐδομαι, Ep. Εείδεται Theoc , part. Εειδόμενος Pi.N.io.ig : aor. είσάμην, Ep. part. Εεισάμενος II. 2.22,al.: only Ep.and Lyr.,tobe seen, appear, εϊδεται άστρα they are visible, appear, ; εί. ήμαρ ύπό Τρώεσσι δαμήναι 13-98, εϊσατο δέ σφι δεξιός ) όπη τό Ταρτάρειον εϊδεται βάθρον Epigr.Gr.loo,4-1g (Callipolis), cf. Od ; perh. also οϋ ן 7 χροός εϊσατο none of the skin was visible, II c. inf., appear or seem to be, τί> δέ τοι κήρ εϊδεται είναι ; τοΰ τό τί μοι κάλλιστον Ενϊ φρεσίν εϊδεται είναι Od.g.11, etc.: with inf. omitted, οί τό γε κέρδιον εϊ- <τατο θυμφ , e ' c! f έ" Α 401 κακός εϊδεται Il , Theoc ; also, look like or make a show of.., εϊσατ' ϊμεν Es Αήμνον he made a show of going to Lemnos, Od ; εϊσατο δ' ώς 'ότε βινόν it had the look as ofa shield, strictly middle, c. dat., εϊσατο φθογγήν Π ολίτύ! she made herself like Polites in voice, II.2.791, cf ; αύδήν είσάμενός τινι Rhian.50 : esp. in part., like, είδομένη κήρυκι , etc.; τψ δ' όφιν Εειδόμενος Pi.N.lo.lg ; ε'ιδόμεν05 τοκεΰσιν AAg.JJl (lyr.) ; φάσμα είδόμενόν τινι Hdt Β. pf., οΐδα I see with the mind's eye, i. e. I know, used as pres.: plpf. γδεα (v. infr.), I knew, used as impf.: pf. οΐδα, Aeol. οΐδα Ale. 145 ; 2 sg. οΐδας once in Horn., Od.1.337, cf. h.merc.456, Thgn.491, Hippon.89, Hp.y4c«/.67, E.y4/c.780, Philem.44.3codd.; οίσθα elsewh.in Horn., Att., etc.; in Com. also sts. οίσθας Cratin.105, Alex. 15. II, Men.348.5, cf. Herod.2.55 ; pl.,ϊσμεν,ep., Aeol., and Dor. ϊδμεν, also Ion., Hdt. 1.6, al.; ϊσ-τε, ϊσασι [ϊσ-od.2.211, al., but ϊσ- ib.283, al.]; οϊδαμεν Hdt. 2.17, οϊδατεαρι 2.81 (Mel.), οϊδασί Hdt.2.43, X.Oec codd.; dual, οϊδατον Socr.Ep.22.1 : imper. ϊσθι, ϊστω, Boeot. ίττω, late ΐδετω Phalar.P^.122 codd.: from 3 pl. ϊσασι (ϊσαντι Epich. 53) were formed Dor. 1 sg. ϊσάμι Epich. 254, Pi.P ; 3 sg. ϊσατι 7G (Bruttii) ; I pl. ϊσάμεν Pi.TV.7.14, ϊσαμες prob. in Dialex ; Cret. 3 pl. subj. ϊθθαντι GPT5024; inf. fiσάμην Kohler-Ziebarth Stadtrechtv0nG0rtyn34N0.3.1g, part.fcas A.D.y4rfz/.175.!9,dat.sg. ϊσαντι Pi.P.3.29, Cret. pl. ϊθθαντες GDI5024: subj. εΐδ (ε'ιδέω, Ιδέω, , Od ), Ion. 3 pl. είδέωσι S/G45.21 (Halic., Ν B.C.); Ep. also εϊδω Od.1.174,al. (cf. Hdn.Gr.2.131), εϊδομεν , εϊδετε Od.o.i 7: opt, είδείην, I pl. είδε?με!/ρ1.εα.190ί>, P.582a: inf. είδέναι, Ep. ϊδμεναι, ϊδμεν, also 'ιδέμεν Pi.Ν.;. 25 : part, ε'ιδώς, είδυΐα, Ep. also Ιδυΐα, Elean fei ζώς Schwyzer 409 : plpf. ηδέα II.I4.71, Hdt.2.150, contr. ήδη S. Ant. 18, Ar.yiw.51!,Pl.Sw^.i 19a, ήδησθαοά , Eup. 416, etc. (but ήδεισθα freq. in codd., Ar.Pc.551, E.Cyc.108, Pl.Men. 80d, al.), ήδεε'ίν) Il.i7.402, al., ήδη 1.70, al. (also later Att., acc. to Aristarch.'ap.Choerob. in Theod. 2.86), Att. contr. ήδει(ν) E.Ion 1187, ΑΓ.Γ.558, etc.; Ep. 2 and 3 sg. ήείδης, ήείδη (v.l. -εις, -ει), , Od ; Att. also 1 sg. ήδειν D.37.24, 2 sg. ήδεις Ar.PA.554, etc.; pl., ήδειμεν Aeschin.3.82,'Arist.ΑΡ0.8^40, ήδεμεν Men.l4D. (to be read in S.O71232), ήδειτε D.55.9, etc. (ήδετε prob. in E.Pa. 1345)) Ion. ήδέατε Hdt.9.58 (συν-), ήδεισαν LxxGe.42.23, Str , ήδεσαν Hdt.7.175, Thgn.54, etc.; late Ep. ήδειν, ήείδειν, A.R.2. 65,4.1700, also ήσμεν, ήστε, ήσαν, Ar.Fr (P rob )! S.Pr.340, E. sense, li , Od : fut., in this» ϊσβ c i, etc.; Ep. 3 pl. εϊσομαι II , Hp. VM20, Ar.Ach.332, etc.; also είδήσω Od.7.327, Hdt.7.234, Isoc.1.44, Aen.Tact.31.5, Arist.P0/>.1o8 a 28, Herod.5.78, Apollon.Perg.Cow.i Praef, etc.; inf. είδησέμεν Od The aor. and pf. are usu. supplied by γιγνώσκω; aor. 1 inf. ε'ιδήσαι is found in Hp.Acu/.(Sp.)22, Epid (ε ~), Arist.pjft 156^27, Thphr.Char. Prooem.4; imper. είδησοι PCair.Zen.36.2 (iii b.c.) ; 3 pl. subj. είδή σαισυ HerzogTCoi'scAe Forschungen N0.190 (ii/i B.C.): know, have knowledge of.\ be acquainted with, Horn., etc.: c. acc. rei, fcy ήδη τά r' (όντα τά יד Εσσόμενα πρό τ' εο'ρτα II.1.70 ; νοήματα, μήδεα οίδε, Od , Il , etc.: less freq. c. acc. pers., τούτους μεν δή οίδα Od , cf. Pl.ii.365e, D.54.34, etc.; πρώτος ων ημείς ϊδμεν the first we know of, Hdt.1.6, etc.; παλαίτατος ων ακοή ϊσμεν Th.i.4: strengthd.by ευ or σάφα, ευ τόδ' ϊσθι know well, be assured οί this, E.Med.gg^; σάφ' οϊδ' εγώ A.Supp.*]4 0, etc -: freq. in Horn, with neut. Adj., to express characterordisposition, άγρια oibehasfiercenessinhisheart, II ; άθεμίστια ήδη had lawlessness in his heart, Od ; αϊσιμα, άρτια ήδη, , ; εϊ μοι ήπια ε'ιδείη if he were kindly disposed towards me, Il.16.73; φί^α είδότες άλλήλοισιν Od ; κεχαρισμένα, πεπνυμένα ε'ιδώς, 8.584, c - S en -> σάφα θυμψ είδείη τεράων II ; %ς πάσης ε'ιδή σοφίης τόξων εϋ ε'ιδώς cunning with the bow, ; αιχμής εϋ ε'ι '> οιωνών σάφα είδώςοά ; ευ είδώ5 τεκτοσυνάων 5.250; μάχηs εϋ είδότε πάση! ; κύνε είδότε θήρης ; παΐδ' έτ' Εόντ' ου πω μάλα είδότε θούριδος αλκής ; εΐδώ$ πυγμαχίης ; θεοπροπίων εϋ ε'ιδώς 6.438; χάριν ε'ιδεναι TiviacknOWledge a debt to another,thank him, , Hdt. 3.2!,etc. :imper., freq. in protestations, ϊστω νυν Zei/s O,IT0S be Zeus my witness, II ; ϊστω νΰντιίδε Γαία 15.36, etc.; Boeot. ϊττω Ήρακληϊ,etc., Ar.y4cA.860, etc.: part, είδώς, abs., one who knows, one acquainted with the fact, Ιδυίτ! πάντ' αγορεύω II ; μετ' ε'ιδόσιν άγορενειν ; μακρηγορεΐν εν είδόσιν Th.2.36, cf > μαθεΐν παρά τοΰ ε'ιδότος Ρ1.Λ 337^, etc.; also ίδυίησι πραπίδεσσι with knowing mind, II.1.608,al. 2. c. inf., know how to do, οίδ' Επί δεξιά, οΐδ' επ' αριστερά νωμήσαι βών 7.238, cf. S.PA.1010, Ar. F.376; also, to be in a condition, be able, have the power, E.Med.664, D.4.40 ; of drugs, 'όσαλεπτύνειν οΐδε Alex. Trall.Pe6r.6 ; of a festival, ο?δε Εκπέμπουσα δάκνειν Chor.p.124B.; leam, Ίν' ε'ιδή μή VI τοίς Εμοΐς κακοίς ύφηλός είναι E.Hipp c. part., to know that such and such is the fact, the part, being in nom. when it is a predicate of the Subject of the Verb, ϊσθι μοι δώσων know that thou wilt give, A.Ag.16;o ; ϊστω ύπό τοΰ άδελφεοΰ άποθανών Hdt.4 76 ; ού γάρ οίδα δεσπότας κεκτημένος Ε.Hec.397' in acc. when it is predicate of the Object, τούς φιλτάτους γάρ οίδα νψν όντας πικρούς A.CA.234! τόν Μήδον ϊσμεν εκ περάτων γης ελθόντα Th : with part, omitted, γήν αυτά οίδεν αμφότερα (sc. όντα) Jul.Or.7-226a. 4. less freq.c.acc. et inf., πλήθους,.άν σάφ' ϊσθ' έκατι βάρβαρον ναυσίν κρατήσαι Α..Pers.337) S.Ph ; ευ ϊσθι τούτον.. Ισχυρώς άνιάσθαι X.Cyr ! a ' so τόδ' ϊσθι, μηδάμ' ήμέρσ. μια πλήθος τοσουτάριθμον ανθρώπων θανείν Α.Pers.431; έν γ' άκούσασ' ϊσθι, μή φευδώς μ' ερείν Ε.ΙΑ C. acc. folld. by is, 'ότι, etc., οίδα κάμαυτήν 'ότι άλγώ S.P/.33 2 ; εάν τινα είδώσιν 'άτι άδικός Εστι Pl.Prt. 323b, etc. 6. ούκ οίδ' εί.. I know not whether, to express disbelief or doubt, sts. with &v transposed, ούκ οϊδ' άν εί πείσαιμί σε Ε. Ale. 48, cf. D.45.7 : with Verb omitted after εί, as ούκ οίδ' ε'ι τις άλλος perhaps no other, Isoc.6.1, in similar ellipses with other Conjunctions, ούκ οίδ"όπως I know not how, Pl.Ti.40cb ; ούκ ο Τδ' οπόθεν Id.Cm.396d. 8. οίδα, ϊσθι are freq. parenthetic, 01δ' Εγώ E.Med.g<\& ; σάφ' οίδα ib.94,963 ; also οίδ' 'ότι, οίσθ' 'ότι, ϊσθ' 'ότι, πάρειμι δ' άκων ούχ έκοΰσιν, οίδ' 'ότι (sc. πάρειμι) I know it well, S.Ant. 276; οίδ' 'ότι, freq. in D., as 9.1,al.; σάφ'ϊσ(? 'ότι Ar.Pl.889: οίσθ' ό, οίσθ' ως, with imper., are common in Trag. and Com., οίσθ' oiv i δρασον; do thou know'stvth&t, i. e. make haste and do, Ar.p^.i 158, cf. Pax 1051, etc.; οίσθ' ώςπόησον; S.OP543; also οίσθ'... &>s νΰν μή σφαλής; Id.OC75 ; οίσθα νΰν α μοι γενέσθω; Ε./Ρ1203 : rarely with the fut., οίσθ' ούν'ό δράσεις (nisi leg. δράσον) ;Id.Cyc.i31,cf. Med.60ocodd. είδώ- φρόνησιν, ίφιν, Hsch. είδωλ-εΐον or -ιον, τό, idol's temple, Lxx ιλ/β.1.47, 1Ep.C0r ικός,ή, όν, symbolical, Sch.Pl.G7g-.452d. Adv. -κώς Porph. Sent.io, Sch.Pl.Grg-.456a. 2. imaginary, Syrian.inMetaph.;.32, Dam.Pr phantasmal, έμφaσιslarab.myst ειδωλό-θΰσία, ή, sacrifice to idols, Gloss. -θΰτος, ov, sacrificed to idols. Subst. είδωλόθυτα, τά, meats offered to idols, Act.Ap , lep.cor.8. i, etc. -λάτρης, ου, 6, ή, idol-worshipper, idolater, ib. 5.10,etc. -λατρία,ή,idolatry,ep.gal.$.20, lep.cor.lo.14. -popφος, ov, formed after an image, Gp.io.g.l. 2. like a phantom, of comets, Sch.Ptol. Ze/r.75. εΐδωλον, τό, (είδος) phantom, II.5.451, Od.4.796, Hdt /, Pl. Lg.g 59b; βροτών εϊδωλα καμόντων, of ghosts, Od , etc.; φυχών Procl.Inst any unsubstantial form, εϊδωλον σκιάς A.Ag. 839, S.Pr.659.6, Chaerem ; ούδέν άλλο πλήν είδωλα..ή κούφην σκιάν S.y4/.I26 ; εϊ. άλλως a mere form, Id.PA.947 j αιώνος εϊ. Pi.Pr image reflected in a mirror or in water, Pl.Sph. 266b, Arist.Div.S0mn.464 h g. 4. in the system of Epicurus, film given offby any object and conveying an impression to the eye, Epicur.P/1. p.10u., 2V«i.2.1,al., Cic.Pewi ,etc. IX. image in the mind, idea, X.Smp.,4.21 ; phantom of the mind, fancy, Pl.Phd. 66c ; εϊ. καϊ φεΰδος Id. Tht.lgoc. III. image, likeness, γυναικός εϊ. χρύσεονhdt.1.51,cf.6.58 : metaph.,, λόγ^ εϊ. φυχής Isoc.3.7 IV. later, image of a god, idol, Lxx47S.17.12, 1Ep.C0r.12.2, OG (Silco, vi A.D.), etc. V. εϊ. ούρο,νια constellations, A.R , cf. Max.56. είδωλο-ττλαστε'ω,/crwi, model, Heraclit.All.66. -ττλαστός, modelled:, 01 hence, ideal, Lyc ττοιέω, form an image, esp. in the mind, είδωλα εί. PI.P.605C, cf. Arist.rfey4w.42 7 b 20 ; 'όσα ε'ι. δ τνφος Ph.ι.671. II. represent by an art-type, Diogenian.

19 ειδωλουργικός 484 εικός Epicur.2.61,The0Sm.p. 133 H.(Pass.); porirayinabust. D.S.3T.25.2 (Pass.). b. depict in words, όψιν Longin ττοίησις, εως, ή, formation of mental images, S. E.P (pl.). π-οιητης, οΰ, δ, seer of phantoms, θεών ή νεκρών Vett.Val ιτοιητικός, ή, iv, calling up phantasms, τέχνη lamb.myst.^.28. -ττοιία, ή, formation of images, as in a mirror, Pl. 7Y.46a ; or by painters, Id.Criti. 107b. 2. image formed in the mind, imagination, D.S : pl., Longm putting of words into the mouth of one dead, Hermog.Prog-,9, Aphth.Prog production of mental images, Iamb.Myst manufacture of idols, ττοιικός, ή, όν, of or for image-making, ή εί. (with or without τέχνη) Ρ l.sph. 235b, 236c, al. II. producing είδωλα (in the Epicurean sense), σώματα Diog.Oen.7. -ιτοιός, δ,image-maker, Pl.Sph.23gd, Iamb. Myst II. Adj., producing phantasmal appearances, Βύναμις ib.10.2, cf ε'ιδωλουργικός, ή, όν, = είδωλοποιικός : -κή, ή, Pl.Sph.266d. είδωλο-φανής, ές, like an image, Placit χάρης, ές, delighting in images, Dam.Pr.453. εΐελος' είλιγγος, Hsch. ειεν(ί0γ the aspiration, found in cod. Rav, of Ar., etc., cf. A.D. Synt.31g.26, An.Bachm ), Particle used in dialogue and oratory, in passing to the next point, well, quite so, very good, Ar.Nu. 1075, Pl.Ap. 19a, etc.; "εΐέν" Ερώ καϊ κατανεύσομαι καϊ άνανεύσομαι Id.P.35 e י folld. by a question, Ar.Nu.176, etc.; ετέν - τί δήτα..; S.PA.I308 ; εΐέν καϊ δή τεθνασι E.Med.386 : folld. by imper., S.El. 534; in argument, sofar so good: εΐέν, Ερεΐ δέ.. Antipho 4.2.3; εΐέν, τοΰτο μεν ήμΐν κείσθω' έφαμεν δέ.. Pl.P.350d ; εΐέν, αλλά νή Δία.. [Atthebegin- : extra versum D.20.75»cf.D.Chr.17.19» etc.; εΐέν δή Pl.Smp.213e. ning ofa trimeter, εΐέν, ακούω, A.CA.657, Ar.Pax663 in E. I.e.] εΐεω, a battle-cry of young warriors, Hsch. εϊην, aor. 2 opt. οί'ιημι: but εϊην, pres. opt. ocε'ιμί (sum). εΐβαρ, Adv. at once, forthwith, II , Theoc , Antim. 16.5, A.R , Nic.PA.547. είθε, Ep. αΐθε, v. εί Α. είθεΐν μαθεΐν, Hsch. ε'ιθίζω, poet, for Εθίζω. είθισμένως, Adv., (Εθίζω) in the accustomed manner. Arcesil.ap. D.L είκ, V. εί. εΐκα, pf. οί'ιημι. εΐκάδάρχης, ου, δ, commander of twenty, Hsch. είκάδιος [a], a, ov, belonging to, celebrated on the ε'ικάς, EM2g;.gg, Et.Gud εικάδισταί, ών, 01, epith. of the Epicureans, because they commemorated their founder's death on the twentieth (είκάς) of Gamelion, Ath.7.298d. εικάζω, Aeol. έϊκάσδω Sapph.104: impf. είκαζον Hdt.4.133, but Att. ρκαζον Ar.Pc.385 : fut. -άσω A.Eu.49 : aor. είκασα Hdt.2.104, Att. γκασα Ar.Nu.350, etc.: pf. είκακα Sch.Ar.Kl51 : Pass., fut. ε'ικασθήσομαι Ar.Ach.783 : aor. είκάσθην X.HG pf. είκασμαι Hdt.3.28, Att. γκασμαι(εξ-) Ar. (7.230(but είκασται Pl.Cra.439a) This is the only Verb that augments εί- by rj-: represent by an image or likeness, portray, γυναίκα γραφή είκάσας X.Oec.ιο.ι; είκών γραφή ε'ικασμένη a figure painted to the life, Hdt ; α'ιετός εΐκασμένος a figure like an eagle, Id, 3.28 ; χειρϊ τεκτόνων δέμας.. είκασθέν,.ale.349 ; κενταύροις τ/κασαν αΰτάς made themselves like Centaurs, Ar.Nu.350, τοΰ θεού..φπερ εικάζεις σεαυτόν ld.ra.5g4 H- liken, compare, όρπακι βραδίνψ σε μάλιστ' Εϊκάσδω Sapph. I.e., cf. A.CA.633 (lyr.), «.49,etc.; describe by a comparison, ε'ι. τι ώς εί.. Hdt.7.162, cf.4.31, Arist.PVi 106 b 30: Pass., to be like, resemble, τινί E.Pa.942, 1253, etc,; πρός τινα Ar.Ach.783. III. infer from comparison, form a conjecture, Hdt.1.68,7.49, S ,1677 (lyr.), Isoc.3.26 ; freq. in phrase 0>s ε'ικάσαι so far as one can guess, ώς είκάσαι, βασι ληιην τε καϊ πολιτηίην αΐτεομένους Hdt.9.34> > rarely without ώς, αλλ', ε'ικάσαι μέν, ήδύς S.OT82 : c. acc. et inf., Hdt.4.132, Antipho Soph.53, Th.5.9, etc.: omisso inf., 'Αμαζόνας.. άν ρκασ' ύμάς (sc. είναι) A.Supp.288 ; τί τοΰτ' άν ε'ικάσειας (sc. είναι); S.Ant. 1244! ε'ι. τιεκτινος Α. Th. 356 (lyr.), Th ; άπό τίνος Id.l.io; εί. τι make a guess about it, A.CA.518, Antiph05-64; τινί Th.1.9, Plu.Publ.14; estimate, τήν κριθήν, τά τετρυγημένα εί ς.., at a given quantity, PSI (iii B.C.), PGurob 8.14 (iii B.C.): abs., εί. τεκμαιρόμενος Lys. 6.20; εί. καλώς Men.852. είκαθεΐν, inf. of aor. εΐκαβον, from εϊκω yield; subj. είκάθω S.OP651 (lyr.), PA ; inf. είκαθεΐν ld.el.396, Ant.1096 ; part, ε'ικαθών Id. Tr.1177 Cf. παρ-, νπ-εικαθεΐν. εΐκαιο-βονλία, ή, rashness, Hsch. -λογεω, talk at random, Dosith.p.431 Κ. -λογία, ή, random talking, Ph λόγος, ov, talking at random, Phld.Rh.i. 191 S. (Comp.). -μϋθεω, = είκαιολογέω, Hsch., Suid. -μΰθία, ή, random talking, Id. -ρρημονεω, = ε'ικαιομυθέω, Id. -ρρηροσυνη, ή, είκαιομυθία, Id. εικαΐος, α, ον, (εική) without aim or purpose, 1. of things, randam, purposeless, τίκτει γάρ ούδέν Εσθλόν είκαία σχολή S.Pr.308 ; ώς ε'ικαΐον ον as being useless, Luc.JConf.6 ; εί. διήγημα J.BfProoem. ι. Adv. ως, δοξάζειν cj. in Epicur.P/.i P.30U., cf. Diotog.ap. Stob , D.L.2.128, Procl.inCra.p.26P.: Comp. -ότερον S.E. Af : neut. pl, as Adv., Lyc of persons, rash, hasty, Plb -7-7.", etc.; 01' πολλοί καϊ εί. Cebes12; τό el PRyl (11 A.D.). 3. ordinary, casual, J.P/2.10.2, Luc.y4m.33; taken at random, ξύλα larrio.comm.math.4, careless, σφίξις Heliod.ap.Orib εϊκαιοσΰνη, ή, thoughtlessness, Timo 36. είκαιότης, 7!TOS, ή, ~ foreg., Phld.PA, 1.190S., V1t.p.2gJ., Pb.l. 193, D.L είκαιάψογοι φόγοι random censure, Demetr.P/oc. 291 (dub. 1.). εΐκάς, άδος, ή, Aeol. dat. pl. εΐκάδεσσι B.Scol.Oxy.11,61 Pr.1.5: (είκοσι) : twentieth day of the month (sc. ήμερα), Hes.0/1.792,820, Plu c, etc.: pl., B. I.e., Epicur.Pr.217 ; ή πρώτη, δεύτερα, etc., μετ' είκάδα, είκάδας, the 21st, 22nd, etc., Men.320.3, IGl , etc.; τετάρτη Επί είκάδι IGg(1).6g4.2 (Core.): hence είκάδες, αί, the last ten days of the month, And ; σελήνην άγουσαν εΐκάδας Ar.Nu. 17 ; τρίτρ εΐκάδι, i.e. the 23rd, Pl.Zg-.849b. II. name of the sixth day of the Eleusinian mysteries = ) Boedromion 20), Ε.Ion 1076(pl., lyr.), cf. Plu.Phoc.28. III. pl., divisions of a tribe, Hsch. έϊκάσδω, v. εικάζω. είκ-άσία, ή, likeness, representation, X.Mem.3,10.1. II. com. parison, Plu. Them.2g ; estimate, εξ εικασίας PTeb.61(a).186, al. (ii B.C.). III. conjecture, Hp.Morb.1.1, Pl.S1s.390c, Ph.2.91, Hierocl. P.37A (pl.), etc.; doubt, Phld.Rh.1.24gS. IV. apprehension of or by means of images or shadows, Pl.P.511e,534a. -άσιμος, ov, that can be estimated, Gloss. -ασμα, ατο$, τά, likeness, A. Th.523 (lyr.), Porph.Plot. 1, Iamb.Comm.Math.8; θεός πολύμορφοι εί Secund. Sent.3. II. probability, Max.Tyr.9.3(pL). -ασμός,δ,conjecluring, guessing, D.H.6.71 (ph) ; είκασμοΰ Επίρρημα conjectural adverb (ίσως), D.T.642.8; Εξ είκασμοΰ λέγειν Str , cf. Plu.Mar.ll, Luc. Herm αστέον, one must liken, compare, τί τινι Plu.2.374a, Max.Tyr αστής, οΰ, δ, one who conjectures, diviner, τών μελλο'ντων Th.i.138, cf. J..<4/ II. one who portrays, represents, αληθείας D.H.lsoc. 11, cf. Lys αστικός, ή, 6v, able to represent: ή -κή τέχνη the art of copying or portraying, PI.S/>/!.235d, etc. II. able or liable to conjecture, ψευδών Ph ; τό εί. the faculty of conjecturing, Luc.Alex.22. Adv. -κώς conjecturally, Phld. PA.2.91S. (dub.), Procl.««yi/c.p.23C. 2. τό εί. matter of conjee ture, Vett.Val αστός, ή, iv, comparable, similar, S.Tr apprehended through an image, opp, αισθητός, Ascl.i'x Metaph , lamh.comm.math.8, Sch.PL/i.509d. 3. con jectural, Procl. in Ale.P.23C. είκάτι, είκατίδειος, V. είκοσι, ε'ικοσιδύω. εί κε, εϊ κεν, ν. εί Β.IT. ε'ικε'λιος, α, ον, εϊκελος, Man.3.237,6.346 είκελάνειρος, ον, dream-like, άνέρες Ar.Av.687 (anap.). εΐκελος, η, ον, (εικός) like, τινί II ' χελιδόνι εί. αύδήν Od.2I. 411, cf. Hdt.8.8 (v.l. ίογϊκελος), S.Pr.574.4, Plu.2.4!oe. είκελόφωνος, ov, of like voice, χελιδόσιν AP6.247 (Phil.). εική αι, Att. for Εοικέναι, inf. of έοικα, ε'ικη, without plan or purpose, at random, at a venture, Xenoph. 2.13, Heraclit.47, Hp.Epid.;.A.Pr.450,885, Ar.p9.431, D.28.5; εί. ζην S.OP979; πράττειν Pl.Prt.326d ; λέγεσθαι Id. Ap. I fc, etc.; νήφων παρ' εί. λέγοντας Arist.Metaph.g84 b 17, etc.; άρμενα εί. άποκλασθέντα Theoc II. in vain, PLips, (1 B.C.), 1 Ep. Cor. 15.2, al. III. slightly, moderately, αγγεία εί. πεπυρωμένο. Agatharch.61. (Prob. for EfeKrj 'at willcf. εκών.) εΐκλεΐ δειπνεΐ, and εΐκλον* δείπνον, Hsch.; cf. αΐκλον. εΐκνειται" άλλος αυτόν είσφέρει, Id. είκο-βολε'ω, talk at random, γλώσσ" είκοβολεΐ περί τών αφανών Ε. Pr cf Ar.Pr.689, Phld.ΡΛ.ι.247S., ΡΛ/ & charge missiles at random, Plb.Pr.35. -βολία, ή, talking at random, Phld.PA.2.98 S. (pl.). είκον-ίδιον, τό, Dim. of ε'ικώνΐ. I, POxy (iii A.D.). -Ιζω, copy from a pattern, PPar (ii B.C.). 2. draw up an official description, PFay (ii A.D.), etc. 3. mould into form, τas άμόρφους ΰλας Placit.I.IO.I ; εί. άλήθειαν to give the semblance of truth,. Aphth.Prog1 : Med.,picture to oneself, 0avaTovVett.Val ικός, ή, όν, representing a figure, copiedfrom it, el. ίγαλμί τίνος a portrait statue, Callix.l; πίνακες IG2' 1.ggg.8, cf. Plu.Lys.1; οπλον εί. shield with embossed portrait, IGRom ; of actor's masks, Poll II. counterfeited, pretended, AP11.2H (Lucill.). III. belonging to or employing images, φαντασία Plot ; διάκοσμος Dam.Pr.284, cf 423 (Comp.). Adv. -κώς Procl. Inst.65,inEuc.p.16P., Dam.Pr.330, Simp, in Ph ιον, τό, Dim. of είκών, PoIem.Hist. 18, PIu.2.753b, BGU (ii A.D.). -ισμα, ατος, τό, image, λιθουργές S.Pr.573, cf. AP11& (Phal.), Porph.S««/.43, Plot ; portrait, Herod ισρόί, δ, delineation, description, Plu.2.54b. II. registered description of individuals for purposes of census, PRyl (i A.D.), PLond.ined. 2196(1 A.D.),etc.; term used hypublicani, Scn.Ep.g5 (pl.). -ιστης, οΰ, δ, registrar, POxy. 1.34*112 (ii A.D.). είκονο-γρΰφε'ω, depict, Ph.2.588; describe, L0ngin.I0.6, Heraclit. Incred make an image, dub. in PPetr.2)1.9. -γράφία, ή, sketch, description, Str γράφος [α], δ, portrait- Le ) painter, Arist.P b 9, Them.Or b ; prob. in /G bad.). -Xo yea,speak figuratively,prob. in Antig.^//r.127 -λογί», ή,figurative speaking, Pi.PAa"r.26;c,269a(pl.). -μορφος, δ,portraitsculptor, Man (pl.). -π-οιία, ή, image-making, Dam./V. 34r. -ποιός, δ, portrait-sculptor or -painter, Arist.P0.i στάσιον [α], τό, shrine, Anon.»«PA εικονώδης, ες, fantastic, Gloss. εΐκάς, Ion. οίκός, ότ ος, τό, neut. part, οί έοικα, like truth, i. e. likely, probable, reasonable, εί. (with or without Εστί),ο. inf. pres., aor., or fut.,

20 ακοσάβοιος S.E1.1026, A.Ag.- 07s, Is.4.18; ού γάρ el., c. inf., S.PA.230; οΐς ε'ι. (sc. δούναι)ib.973; 2ίσπερ εί. ήν Ar.Pr.621, etc.: also pl., ίοικότα γάρ.. τυχείν Pi.P neut. Subst., εικός, τό, likelihood,probability, τοιοίκόταlikelihoods, Hdt.1.155, etc.; τί> ούκ el. Th.2.89 ; κατάτδ εί. in all likelihood, Id.1.121; i K τοΰ εικότος ld.4.17 ; τψ εΐκότι Id.6.18 ; ' 4 "/ S.O παντϊ τψ οΐκότι Hdt ; τοΰ εικότος πέρα? *ίκότι χρήσθαι, ορρ. άπόδειξιν λέγειν, Pl.Tht.162e: in Poets without Art., λέγεις μέν εικότα S.PA.I373 > είκδϊ πέπονθα Ε.ΙΑζΟΙ; ήν γ' ερωτάς εΐκότ', εικότα κλύεις ib י* in Logic, probable proposition, opp. positive fact, Arist.y4Pr.70 a 4, PA.1357 a 34. II. reasonable, fair, equitable, Ύ\\.2 74, lsoc.3.53, etc.; τά εί.καϊ δίκαια Th.5.90; παρά τbel. unreasonably, 2.62 : Comp. εΐκότερον Antipho είκοσά-βοιος, poet, εεικ- [ά], ov, worth twenty oxen, Od γράμματος, ov, of twenty letters, [ όνομα ] Ρ Mag. Par Λ γωνος, 0!/, having twenty angles : τό el. Iamb. PP είκοσά-εδρος [ά], ov, of twenty surfaces: είκοσάεδρον, τό, body with twenty surfaces, Plu.2.719ε, Gal ετηρu, ίδος, ή, period of twenty years, Pi6l.Tetr ετης, ές, or-ε'της, εϊ, of twenty years, παίς Hdt.1.136; χρόνος Plu.2.113d, WiIckenCAr.41iii 21 (iii A.D.) : better είκοσιετής, fem. -ετίς, Pl.P.460e, D.C.55.9; ρικατιρέτιες 7G (Lebad.). -ετία, ή, period of twenty years, Ph.2.224, J.AJ8. 5.Z, PTeb είκοσάκις, twenty times, II.9.379, Pl.Lg-.771b, etc. είκοσά-κλϊνος, ov, = ε'ικοσίκλινος, D.S. 1.49, Ath a. -κωλος, ov, of twenty members, εϊσθεσις Sch.Ar.A^.i κω 7τος, ov, with twenty oars, Hsch. s. v. iεικoσόpoιo, etc. -μηνός, ov, twenty months old, AP7.662 (Leon.). -μναΐος, a, ov, weighing twenty minae, Ph.Pei ττηχυς, υ, = είκοσιπ-, Charesap. Ath d, Luc.PiWo^ π-λάσιος [ττλά], a, ov, = sq., Aristarch. Sam.7, Procl.IIyp ττλάσίων, ov, gen. ovos, twentyfold, Plu c. -ιτλοΐς, 0Cv, twentyfold, Sch , Hsch. s.v. <?ε!κοιταβοιέων., π-ρωτοι - οί, municipal council of twenty, OGI (Palmyra), Rev.Bt.Gr.6.12o(Ias0s) : hence, η-ρωτεία - ή, office of el, Dig , and --πρωτεύω, hold such office, JHSig.118 (Lycia), Jahresh.g.igg (Arneae). είκοσ-άριθμος [ά], ov, gloss on είκοσινήριτος, PJ/297.44, Suid. -άρουρος [a], b, holder of twenty άρουραι of land, PTeb.61(a).6g(ii B.c.),al. είκοσάς, άδος, ή, score, Ora.c.ap.Luc.Alex.11, Vett.Val.339.1, S.E. ΛΓ.4.32, Hierocl.wCyi20p.464M. είκοσα-στάδιος [στα], ov, of twenty stadia, Str στεγος, ov, having twenty stories, Ath.Mech είκοσ-ετηρίς, ίδος, ή, Lat. Vicennalia, D.C ετης, ου, ί, = εικοσαετής, BMus.Inscr.2.3go (Cypr.) : fem. -ετίς, ίδος, ή, AP (Diosc. or Nicarch.). -ήρης, with twenty banks of oars, Ath.5.203d. εΐκοσι (for εϊκοσιν v. infr.), Att., Ion., also Arc., 7G5(2).3.I (Tegea), and Aeol., ib.12(2).6.21 (Lesbos) :- indecl., twenty, ,748, etc.; in Horn, more freq. in Ep. form έείκοσι, before a vowel έείκοσιν, 1.309, 6.217, al.; Dor. pi κάτι Leg.Gort.^. 13, etc.;!γείκατι Tab.Heracl.2.71; Lacon. βείκατιηβοιι.; εΐκατι7(*9(ι) (Core.), Theoc.4.10, (Orig. ρίκατι and *ερίκοσι, whence εείκοσι in Horn.; pείκατι and ε'ίκατι are late spellings of (ρ)ικατι; είκοσι is contr. from *ερίκοσι. Cf. Lat. vtginti, Skt. vivisatis. εϊκοσι ν is the only form used by Ar., whether before vowels or consonants (εϊκοσ' άπολογίζεται is dub. in Pr.465); also (before consonants) Herod.3.91, Phld.Piet.3, etc., but not common in Inscrr. or Pap., e.g. (before consonants) Schwyzer707Β 2 (Ephesus, vi B.C.), Λ? (iv B.C.), (before a vowel) PGrenf (i v A.D.); ίϊκοσι έτη, είκοσι ημερών, 7Cr1 2.g4,49 ) εΐκοσΐ-δνω or -δυο, two and twenty, PS (iii Β. c.), Eust εδρος, ov, = είκοσάεδρος, Ti.L0cr.98d. -είς, ενός, twenty-one, UPZ (ii B.C.). -εκταΐος, a, ov, on the twentysixth day, Gal εννε'α, nine and twenty, BGU33g (ii A. D.), Ath a: six and twenty, Vit.Eur.: -επτά, seven and twenty, Hp.Oss.i. -ειττάετής, b, ή, twenty-seven years old, Annalesdu Service ετής, ε'5, v. εικοσαετής. -καιτετραιτλασίων, ov, gen. ovos, twenty-four times as great, Procl.Hyp.3.gJ. -κλΐνος, ov, with twenty places at table, Antig.Caryst.ap.Ath a, D.S.I. 49 -μετρος, ov, holding twenty measures, τ ρίπος Nonn.P , 610. μνως, ων, of twenty minae, έρανος Lys.Pr.19. είκοσΐνήρΐτος, ov, (εϊκοσιν, άρι- 'count', cf. αριθμός), δεκάκις τε καϊ ε'ι. ί,ποινα a ten-, yea twentyfold ransom, II είκοσΐ-οκτώ, twenty-eight, D.S , BGU458 (iii A.D.), etc. -ιτεδος, ov, twenty feet wide or long, in Dor. form ρ ικατί-ιτεδος Tab. Heracl, 1.62,al. -ττενταετης, twenty-five years old, IG (fem.). ττεντάρουρος [a], holding twenty-five άρουραι, PHib (iii B.C.). -ιτεντε, twenty-five, Syngr.ap.D π-ηχυς,, I of twenty cubits, βάθος Hdt στάδιος [a], ov, of twenty stadia,μέτρον'1' τεσσάρες,pa, twenty-four, Hp.Oss.i, D.S τρεις, neut. -τρία, twenty-three, Ath b. -φυλλος, ov, with twenty petals, pόδον Thphr.77P είκόσορος, poet, εεικ-, ov, (είκοσι, έρέσσω) with twenty oars, Od , Telesp.27 H., yip (Mel.), (Theodorid.): as Subst., εί. (sc. vacs), ή, D εικοσταϊος, a, ov, on the twentieth day, Hp.Prog-.15, Antipho 1.20 ; *!κοσταΐοί ϊσμεν άφ' ου εγδημονμεν PLond.ined.2090 (iii Β. c.). εικοστή, ή, ν. εικοστός II. ίκοστόγδοον, τό, one twenty-eighth, Nicom.y4r.l eιλατηνάζω είκοστο-ε'βδομος, ov, twenty-seventh, Plu L -εκταΐος, a, ov, on the twenty-sixth day, Gal λόγος, b, ή, one who collects the twentieth, tax- or toll-collector, Ar.P ττεμιττος, ov, twenty-fifth, Gp ,.זNicom./lr.I.2 -ττρωτος, ov, twentyfirst, ibid. εικοστός, ή, όν, twentieth, Od.5.34, etc.; Ep. also Εικοστός II II. εικοστή, ή, a tax of a twentieth, el. των γιγνομένων, των κατά θάλασσαν, Th.6.54, 7-2 % 2. el. ελευθερίας or -ιών, = Lat. vicesima manumissioniim, IG3.1446, BGUg6.8, etc. είκοστο-τε'ταρτος, ov, twenty-fourth, Plu ε : also -τεταρ- ταιος, a, ov, Gal εϊκοστώνης, ου, b,farmer ofthe vicesima, Arr.Epict.4A.33. είκοσώρνγος, ov, \οργυιά) of twenty fathoms, δίκτυα X.Cyn είκοτο-λογε'ω, infer from probabilities, Str λογία, ή, probability or inference therefrom, Archyt.ap.Stob , Phld.PA.!.80S., Str , Iamb. FP18.86 (pl.), Herm. inphdr.-p.74a. (pl.), Simp, in Ph είκότως, Adv. of εΐκώς, Att. pf. part, of εοικα, suitably, c. dat., A. j fairly, reasonably, ld.supp.403 (lyr.), S.00432,977, Isoc.i 2. ior, etc.; ει', έχει 'tis reasonable, E./P911, cf. Or.737 (troch.) ; ε'ι. δοκεΐ And.Γ. Γ40, cf. 142 ; ουκ ε'ι. unreasonably, Th.1.37: folld. by γάρ, ib-77 : f ret l at the of sentences, D.1.10,al., Pl b. είκτε'ον, (εϊκω) one must yield, Ph είκτικός, ή, όν, (εϊκω) readily yielding, φύσις, of the void, Phld. Sign. 18, cf. Max.Tyr (Comp.), Heliod.ap.Orib , Them. indean : metaph., weak, easily refuted, λόγος Phid..SigH.13. ε'ίκτον, έΐκτην, εϊκτο, v. έοικα. είκτός, ή, όν, (εϊκω) yielding, A\ex.Aphr.Quaest.62.4, EM2g7 8. II. (έοικα) like, Theognost. COM. 15. *είκω, to be like, seem likely, v. έοικα. εϊκω, Il.12.4S, etc.: impf. εϊκον (ύπό-), Hdt.8.3 : fut. εϊξω Th.1.141, etc.: aor. Ι ε?» Il , etc., poet, έειξα or Ifε1 αα10η1. 31, Ion. είξασκε Od : pf. part, εεικώς Chron.Lind.Ρ).g6 : give way, retire, οπίσσω εϊκετε II ; οππτ! τ' 'ιθύστι τή τ' εϊκουσι στίχες ανδρών : c. dat.,make wayfor, ούρεύσι ; yield to pressure, Gal. 18(1) c. dat. pers. et gen. loci, μηδ' εϊκετε χάρμης Άργείοις shrink not from the fight for them, ; εϊκειν τιν\ τής όδον Hdt. 2.8ο ; ε'ίξατέ μοι νίκης Coluth. 171 : c. gen. only, εϊκειν πολέμου κα 1 δηϊοτήτος ivithdraw from war and strife, II ; είκε, γέρον, προθύρου retire from the door, Od.18.10, cf. Jul.Or. 2.67b. 3. give way, as a mark of honour, Il , Od.2.14 ; τί) πατρίδι JuLOr a. 4. give way to any passion or impulse, φ θυμψ εϊξας II.9 598; όκνψ καϊ άφραδίτ!σ ; ϋβρει Od ; βίτ! καϊ κάρτεϊ εϊκειν give full play to one's might and strength, 13.I43 ; οργή δ' είξα μάλλον 'η μ' 4χρήν E.Hel.80; τή ήλικίρ εϊκειν Hdt.7.18 ; of circumstances, πενίτρ εϊκων י Od.I4.I57 κακοίς A.Pr.322 ; 'ανάγκ-ρ Id.Ag.loJl ; ξυμφοραϊς Th. 1.84; ζημίαι ς to theforce o/punishment, Χ. Cyr : in S.Ant.718 θυμοΰείιά. prob. be read for θυμψ. 5. εϊκειν τινί τ 1yield to another in a thing, τό t>v μένος ούδενϊ εϊκων inferior to none in.., II , Od : c. acc. cogn., εϊκον τας h δει yielding in.., S.OC 172 (lyr.), cf. Aj : also c. dupl. dat., έλεσκον ανδρών,.'ό τέ μοι εϊξειε πόδεσσι whoever was inferior to me in swiftness of foot, Od r. 6. c. gen.,retirefrom, Ιερατείας Chron.Lind. I.e. II. trans.,yieldup, give up, είξαίτέ o'^viagive [the horse] the rein, II ; Εύρος Ζεφύρψ εϊζασκε διώκεινgave up [the ship] to Zephyrus to chase, Od grant, allow, ύπηνίκ' άν θεός πλουν ήμΐν εϊκγ S.PA.465. III. impers., it is allowable or possible, 8πτ! εϊξειε μάλιστα Il.22.32i : C. inf., 'όθι σφίσιν είκε λοχήσαι ; φώναισ' ούδέν έτ' εϊκει Sapph.2.8 ; φερόμενοι πρός τό εΐκον attacking on the line of least resistance, Plu./ «δ. 16. είκών, ή, gen. όνος, acc. όνα, etc.: poet, and Ion. nom. είκώ is implied (though not found) in gen. είκοΰς Υ..Η,ךך. el acc. είκώ A. Th. 559, E.Med.1162, Hdt.7.69(but εικόνα 2.143, both εικόνα and είκώ in Pl d), Maiist.15 : acc. pl. είκούς Ε. Pr. 1178, Ar.Afo.559: (*εϊκω, εοικα, feik-inscr.cypr.igl Η.): likeness,image,whether picture or statue, Hdt.2.130,143, A. 77;.559, etc.; ε'ι. γεγραμμένη Plu c; ει'. γραπτά IG , cf ; of needlework, Ε./Γ223 (anap.) ; bust, Luc.Alex.18 ; εΐ. βασιλικά!, = Lat. imagines imperatorum, Lib. Or : generally, el. τοΰ νοητού θεός αισθητός Pl.Pf.92c. 2. image in a mirror, H.Med.i 162, Pl./i.402b. 3. personal description, PTeb (ii B.C.),etc. 4. metaph.,living image,representation, el. ζώσα τοΰ Διός OGIgo-3 (Rosetta, ii B.C.) ; τοΰ θεοΰ 2Ep.Cor II. semblance, phantom, E.77P1002 ; ού γάρ εκείνος τέθνηκεν, άλλ' εγώ ή εί. αύτοΰ l.uc.dm0rt.\6.l ; imaginary form, Pl.P.588b ; image in the mind, είκούς πατρός Ε. Tr. 11/8; δοξών καϊ λόγων PX.Phlb. 39c, etc.; εικόνας σής αρετής thy virtue's counterparts, of children, Epigr.Gr ; περίβολον έχειν δεσμωτηρίου εικόνα Pl.Cr0.40cc ; iv εΐκόνι βασιλείας Hdn HI similitude, comparison, Ar.A'u. 559, Pa.906, Pl.PArf.87b, Men.80c, Men ; δι' εικόνος λέγεσθαι Pl.P.487e, cf. Arist.PA a 11, Ub.Ep.8.1. IV. pattern, archetype, ποτϊ τάν εικόνα [κόσμος] άπειργασμένος Ti.L0cr.99d. είκώς, ν. εοικ-. είλα οσπρίων καλάμη, Hsch.; cf. εϊλη είλαμίδες, αί, membranes of the brain 01 spinal cord, Poll είλαδόν or ίλαδόν, Adv., (εϊλη) = Ιληδόν, Hdt.1.172, App.BC είλά7τϊν-άξω, used by Horn, only in pres., revel in a large company, s0 Od.2.57, Pi.P.10.40: impf., Q.S.6.179: trans., feast on, Nonn. P.12.49, al.; δαΐτα Opp αστής, οΰ, t>,feasier, guest, boon-companion, U , Orph.Pr.207. II. name of Zeus ai

LESSON 16 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΕΞΙ) REF : 102/018/16-BEG. 4 March 2014

LESSON 16 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΕΞΙ) REF : 102/018/16-BEG. 4 March 2014 LESSON 16 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΕΞΙ) REF : 102/018/16-BEG 4 March 2014 Family η οικογένεια a/one(fem.) μία a/one(masc.) ένας father ο πατέρας mother η μητέρα man/male/husband ο άντρας letter το γράμμα brother ο

Διαβάστε περισσότερα

Chapter 2 * * * * * * * Introduction to Verbs * * * * * * *

Chapter 2 * * * * * * * Introduction to Verbs * * * * * * * Chapter 2 * * * * * * * Introduction to Verbs * * * * * * * In the first chapter, we practiced the skill of reading Greek words. Now we want to try to understand some parts of what we read. There are a

Διαβάστε περισσότερα

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education www.xtremepapers.com UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education *6301456813* GREEK 0543/03 Paper 3 Speaking Role Play Card One 1 March 30

Διαβάστε περισσότερα

οίητό οΐκεω % νόμοιί..μάλιστα οίκεΐσθαι δοκεΐ D.21.150: fut. οίκήσεται in pass. α ' 1 [*

οίητό οΐκεω % νόμοιί..μάλιστα οίκεΐσθαι δοκεΐ D.21.150: fut. οίκήσεται in pass. α ' 1 [* οίητό ν 1202 οΐκεω οίητόν, = rebile, Gloss. olis, ιδο!, η, poet, for o'is, sheep, Theoc.1.9 (in acc. sg. d!1 δα, but οΐίδα 'sheepskin' [cj. Ahrens] is prob.). οΐκα, as, ε, Ion. for εοικα. οικ-α86 (Delph.

Διαβάστε περισσότερα

1/47. σχοινί^ υ-χολή. י * 501 0 -> inf. τrjs' έμο) σ πάρα τρίβειν A.Ag.-ίθζ-,, etc.; ε'ίτφ κα 1 λoyίζεσθaι σ. S.

1/47. σχοινί^ υ-χολή. י * 501 0 -> inf. τrjs' έμο) σ πάρα τρίβειν A.Ag.-ίθζ-,, etc.; ε'ίτφ κα 1 λoyίζεσθaι σ. S. σχοινί^ 1/47 υ-χολή Id.3.!48. -σ υμβολ υς, έως, d, = σχοινιοστρόφος I. I, Poll.7.160, A Β302 : also -σ- μβολο 5, δ, Sch.Ar.P«^3 7 (cod. Ven. σχοινί οσννδί'ταις). σχοιν-is (Α), Γ50Ϊ, ή, = σχαινίον, rope,

Διαβάστε περισσότερα

επι,πικραίνω ΙττιΐΓίκρ-αίνω, make still more keen, δίψαν Up.Acut.62., 05 ov,

επι,πικραίνω ΙττιΐΓίκρ-αίνω, make still more keen, δίψαν Up.Acut.62., 05 ov, επι,πικραίνω 651 Ί7ΓΛ009 77 ΙττιΐΓίκρ-αίνω, make still more keen, δίψαν Up.Acut.62., 05 ov, ג. Thphr.//P6.4 somewhat bitter, ίτιχίλναμαι, only pres., Ep. for έπιπελάζομαι, come near, ούτε χιίον Ιτιπίλναται

Διαβάστε περισσότερα

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education www.xtremepapers.com UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education GREEK 0543/03 Paper 3 Speaking Role Play Card One 1 March 30 April 2010

Διαβάστε περισσότερα

Εγκατάσταση λογισμικού και αναβάθμιση συσκευής Device software installation and software upgrade

Εγκατάσταση λογισμικού και αναβάθμιση συσκευής Device software installation and software upgrade Για να ελέγξετε το λογισμικό που έχει τώρα η συσκευή κάντε κλικ Menu > Options > Device > About Device Versions. Στο πιο κάτω παράδειγμα η συσκευή έχει έκδοση λογισμικού 6.0.0.546 με πλατφόρμα 6.6.0.207.

Διαβάστε περισσότερα

MODERN GREEK VERBS. (without much grammatical jargon)

MODERN GREEK VERBS. (without much grammatical jargon) MODERN GREEK VERBS (without much grammatical jargon) Verbs are words describing actions. Modern Greek verbs are divided into two main categories: A) ω B) μαι A) ω verbs are further divided into 3 subcategories

Διαβάστε περισσότερα

SOAP API. https://bulksmsn.gr. Table of Contents

SOAP API. https://bulksmsn.gr. Table of Contents SOAP API https://bulksmsn.gr Table of Contents Send SMS...2 Query SMS...3 Multiple Query SMS...4 Credits...5 Save Contact...5 Delete Contact...7 Delete Message...8 Email: sales@bulksmsn.gr, Τηλ: 211 850

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 19 REF : 203/062/39-ADV. 25 March 2014

LESSON 19 REF : 203/062/39-ADV. 25 March 2014 LESSON 19 (ΜΑΘΗΜΑ ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ) REF : 203/062/39-ADV 25 March 2014 Married Free/single Unfortunately Fortunately Strong Weak/thin/slim More than Older Younger Παντρεμένος-η Ελεύθερος-η Δυστυχώς Ευτυχώς Δυνατός-η-ο

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 9 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΝΝΙΑ) REF : 101/011/9-BEG. 14 January 2013

LESSON 9 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΝΝΙΑ) REF : 101/011/9-BEG. 14 January 2013 LESSON 9 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΝΝΙΑ) REF : 101/011/9-BEG 14 January 2013 Up πάνω Down κάτω In μέσα Out/outside έξω (exo) In front μπροστά (brosta) Behind πίσω (piso) Put! Βάλε! (vale) From *** από Few λίγα (liga) Many

Διαβάστε περισσότερα

ΐτερ^πίμπλαμαι 1383 πζριπνιγη. irepiirxcos, ov, v. περίπλεως.

ΐτερ^πίμπλαμαι 1383 πζριπνιγη. irepiirxcos, ov, v. περίπλεως. ΐτερ^πίμπλαμαι 1383 πζριπνιγη ΊΓίρητίμιτλαμαι, Pass., to be filled full of. λευκότητο! περιεπλήσθη οΰθεν βουλόμενοι λέγειν t(pe(i\s D.Chr. 11.24! σαφis, μηδέν περίπλεκαν PI. 77!/. 156ε : abs., περιεπλήσθη

Διαβάστε περισσότερα

Cambridge International Examinations Cambridge International General Certificate of Secondary Education

Cambridge International Examinations Cambridge International General Certificate of Secondary Education Cambridge International Examinations Cambridge International General Certificate of Secondary Education GREEK 0543/03 Paper 3 Speaking Role Play Card One For Examination from 2015 SPECIMEN ROLE PLAY Approx.

Διαβάστε περισσότερα

Bring Your Own Device (BYOD) Legal Challenges of the new Business Trend MINA ZOULOVITS LAWYER, PARNTER FILOTHEIDIS & PARTNERS LAW FIRM

Bring Your Own Device (BYOD) Legal Challenges of the new Business Trend MINA ZOULOVITS LAWYER, PARNTER FILOTHEIDIS & PARTNERS LAW FIRM Bring Your Own Device (BYOD) Legal Challenges of the new Business Trend MINA ZOULOVITS LAWYER, PARNTER FILOTHEIDIS & PARTNERS LAW FIRM minazoulovits@phrlaw.gr What is BYOD? Information Commissioner's Office

Διαβάστε περισσότερα

VERBS: memory aids through lesson 9 ACTIVE PRESENT AND IMPERFECT IMPERATIVE

VERBS: memory aids through lesson 9 ACTIVE PRESENT AND IMPERFECT IMPERATIVE Verbs. thr.less9, p1 moods tenses INDICATIVE VERBS: memory aids through lesson 9 ACTIVE PRESENT AND IMPERFECT present present stem + / primary person endings present stem + / ending of infinitive I stop

Διαβάστε περισσότερα

Η θέση ύπνου του βρέφους και η σχέση της με το Σύνδρομο του αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

Η θέση ύπνου του βρέφους και η σχέση της με το Σύνδρομο του αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Η θέση ύπνου του βρέφους και η σχέση της με το Σύνδρομο του αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. Χρυσάνθη Στυλιανού Λεμεσός 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ

Διαβάστε περισσότερα

ραθαπνγίζω ραββοφορέω 1563

ραθαπνγίζω ραββοφορέω 1563 7τω5 1562 ρα/3δουχεω 567 ; π. δ' ουκ &v..; A.Pr.759. 4. it. osv; how then? how next? E.Med. 1376, Hipp.^gS, 1261, D.19.124; w. ούν X.Mem. 1.2. 64. 5. 1r. δοκλ ; parenthet., in conversation, how think you?

Διαβάστε περισσότερα

ΛΓΞΙΛΟΓΙΟ BIΒΛΙΟΥ Γ ΤΑΞΗΣ

ΛΓΞΙΛΟΓΙΟ BIΒΛΙΟΥ Γ ΤΑΞΗΣ ΛΓΞΙΛΟΓΙΟ BIΒΛΙΟΥ Γ ΤΑΞΗΣ MAGIC BOOK PREUNIT magic/μάηδηθ/=μαγηθόξ book/μπμοθ/=βηβιίμ letter/ιέηεν/=γνάμμα colour/θόιμν/=πνώμα picture/πίθηζεν/=εηθόκα match/μαηξ/=ηαηνηάδς circle/ζηνθι/=θοθιώκς finger/θίκγθεν/=δάπηοιμ

Διαβάστε περισσότερα

LESSON 7 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΦΤΑ) REF : 202/046/27-ADV. 17 December 2013

LESSON 7 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΦΤΑ) REF : 202/046/27-ADV. 17 December 2013 LESSON 7 (ΜΑΘΗΜΑ ΕΦΤΑ) REF : 202/046/27-ADV 17 December 2013 Sometimes Other times I start/begin Never Always/every time Supper Μερικές φορές (merikes) Άλλες φορές Αρχίζω (arheezo) Ποτέ Πάντα (Panda) Ο

Διαβάστε περισσότερα

Οδηγίες χρήσης υλικού D U N S Registered

Οδηγίες χρήσης υλικού D U N S Registered Οδηγίες χρήσης υλικού D U N S Registered Οδηγίες ένταξης σήματος D U N S Registered στην ιστοσελίδα σας και χρήσης του στην ηλεκτρονική σας επικοινωνία Για οποιαδήποτε ερώτηση, σας παρακαλούμε επικοινωνήστε

Διαβάστε περισσότερα

Business English. Ενότητα # 9: Financial Planning. Ευαγγελία Κουτσογιάννη Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων

Business English. Ενότητα # 9: Financial Planning. Ευαγγελία Κουτσογιάννη Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Πειραιά Τεχνολογικού Τομέα Business English Ενότητα # 9: Financial Planning Ευαγγελία Κουτσογιάννη Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων Άδειες Χρήσης Το παρόν εκπαιδευτικό

Διαβάστε περισσότερα

9j αιωνος Pi.Fr.l61j. 2. asbigasa tree, Thphr./7P3.1.1. -δε'ξι.09,

9j αιωνος Pi.Fr.l61j. 2. asbigasa tree, Thphr./7P3.1.1. -δε'ξι.09, Ισημψίον U.HAtfd b!4, etc.: in pi., Hp.Aer.11, P].4x.tfoc, Porph.Antr. 24. -ημερινό9, f!, 6v, equinoctial, ίνατολ)\, 51ισμύ, Arist.7l/

Διαβάστε περισσότερα

STARTING STEPS IN GRAMMAR, FINAL TEST C TERM 2012 UNITS 1-18

STARTING STEPS IN GRAMMAR, FINAL TEST C TERM 2012 UNITS 1-18 STARTING STEPS IN GRAMMAR, FINAL TEST C TERM 2012 UNITS 1-18 Name.. Class. Date. EXERCISE 1 Answer the question. Use: Yes, it is or No, it isn t. Απάντηςε ςτισ ερωτήςεισ. Βάλε: Yes, it is ή No, it isn

Διαβάστε περισσότερα

Κάρτες Υπευνθύμισης για τη Λήψη Φαρμάκων

Κάρτες Υπευνθύμισης για τη Λήψη Φαρμάκων Royal District Nursing Service (RDNS) Κάρτες Υπευνθύμισης για τη Λήψη Φαρμάκων Greek translation ERC130846 Σημειώσεις / Notes RDNS Medication Reminder Cards (Greek translation) Home and Community Care

Διαβάστε περισσότερα

Summer Greek. Lesson 3. NOUNS GENDER (does not refer to fe/male) masculine feminine neuter NUMBER singular plural. NOUNS -Case.

Summer Greek. Lesson 3. NOUNS GENDER (does not refer to fe/male) masculine feminine neuter NUMBER singular plural. NOUNS -Case. A Summer Greek Lesson 3 Ω Parts of Speech NOUN- person, place, thing, quality, idea, or action ARTICLE Indefinite = a / an ; Definite = the ADJECTIVE- describes a noun (includes in/definite articles) PRONOUN-word

Διαβάστε περισσότερα

Ιδιωτικότητα και ασφάλεια στο νέο δικτυακό περιβάλλον Ηλίας Χάντζος

Ιδιωτικότητα και ασφάλεια στο νέο δικτυακό περιβάλλον Ηλίας Χάντζος Ιδιωτικότητα και ασφάλεια στο νέο δικτυακό περιβάλλον Ηλίας Χάντζος Senior Director EMEA&APJ Government Affairs 1 Η πέντε μεγάλες τάσεις στην τεχνολογία 2 The Big Numbers for 2011 5.5B Attacks blocked

Διαβάστε περισσότερα

Modern Greek *P40074A0112* P40074A. Edexcel International GCSE. Thursday 31 May 2012 Morning Time: 3 hours. Instructions. Information.

Modern Greek *P40074A0112* P40074A. Edexcel International GCSE. Thursday 31 May 2012 Morning Time: 3 hours. Instructions. Information. Write your name here Surname Other names Edexcel International GCSE Centre Number Modern Greek Candidate Number Thursday 31 May 2012 Morning Time: 3 hours You do not need any other materials. Paper Reference

Διαβάστε περισσότερα

άγυια άγυια Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012 7:00 μμ ΑΣΕ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ.one (On 28-1-2014) Page 1

άγυια άγυια Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012 7:00 μμ ΑΣΕ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ.one (On 28-1-2014) Page 1 ΑΣΕ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ.one (On 28-1-2014) Page 1 άγυια Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012 7:00 μμ 1 άγυια A. street, highway, chiefly in pl., Il.5.642; σκιόωντό τε πᾶσαι ἀ. Od.2.388, etc.; of the paths of the sea, 11.12;

Διαβάστε περισσότερα

Summer Greek. Greek Verbs - TENSE ASPECT. Greek Verbs. Greek Verbs. Greek Verbs. Greek Verbs. Croy Lesson 9

Summer Greek. Greek Verbs - TENSE ASPECT. Greek Verbs. Greek Verbs. Greek Verbs. Greek Verbs. Croy Lesson 9 A - TENSE ASPECT Summer Greek Croy Lesson 9 Ω KIND of action CONTINUING (ongoing, linear) COMPLETED (with result or ongoing effect) SIMPLE (affirmation of action w/out regard to duration or completion)

Διαβάστε περισσότερα

- S P E C I A L R E P O R T - EMPLOYMENT. -January 2012- Source: Cyprus Statistical Service

- S P E C I A L R E P O R T - EMPLOYMENT. -January 2012- Source: Cyprus Statistical Service - S P E C I A L R E P O R T - UN EMPLOYMENT -January 2012- Source: Cyprus Statistical Service This Special Report is brought to you by the Student Career Advisory department of Executive Connections. www.executiveconnections.eu

Διαβάστε περισσότερα

2007 Classical Greek. Intermediate 2 Translation. Finalised Marking Instructions

2007 Classical Greek. Intermediate 2 Translation. Finalised Marking Instructions 2007 Classical Greek Intermediate 2 Translation Finalised Marking Instructions Scottish Qualifications Authority 2007 The information in this publication may be reproduced to support SQA qualifications

Διαβάστε περισσότερα

Modern Greek *P40075A0112* P40075A. Edexcel International GCSE. Monday 3 June 2013 Morning Time: 3 hours. Instructions. Information.

Modern Greek *P40075A0112* P40075A. Edexcel International GCSE. Monday 3 June 2013 Morning Time: 3 hours. Instructions. Information. Write your name here Surname Other names Edexcel International GCSE Centre Number Modern Greek Candidate Number Monday 3 June 2013 Morning Time: 3 hours You do not need any other materials. Paper Reference

Διαβάστε περισσότερα

άφος αφρό 9 αφος' τ pay άκανθα, Ilsch. י) άφιίσι-05, a, ον, unholy, ίσεβήματα Annales du Service 19.4

άφος αφρό 9 αφος' τ pay άκανθα, Ilsch. י) άφιίσι-05, a, ον, unholy, ίσεβήματα Annales du Service 19.4 άφος 293 αφρό 9 αφος' τ pay άκανθα, Ilsch. י) άφιίσι-05, a, ον, unholy, ίσεβήματα Annales du Service 19.4 B.C.). ~όω, Ion.,- ά-π-οσ purify from guilt or pollution, r^v ττίλιν Pl.Z-5'.873b ; σεαυτόν Id.Euthphr.

Διαβάστε περισσότερα

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ Προσφέροντας Εύκολα και Αποτελεσματικά Giving Easily and Efficiently ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ www.desmos.org info@desmos.org T: 2108119365 Μάρτιος 2013 Πώς γεννήθηκε ο Δεσμός; Αρχική

Διαβάστε περισσότερα

Classical Greek Extension

Classical Greek Extension 2001 HIGHER SCHOOL CERTIFICATE EXAMINATION Classical Greek Extension Total marks 50 General Instructions Reading time 10 minutes Working time 1 hour and 50 minutes Write using black or blue pen Section

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΚΑΠΝΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ Ονοματεπώνυμο Φοιτήτριας: Χριστοφόρου Έλενα

Διαβάστε περισσότερα

Passport number (or) διαβατηρίου (ή)

Passport number (or) διαβατηρίου (ή) APPLICATION FOR DEMATERIALIZED SECURITIES SYSTEM (S.A.T.) ACCOUNT WITH THE ATHENS EXCHANGE ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΥΛΩΝ ΤΙΤΛΩΝ (Σ.Α.Τ.) ΜΕ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ Please type Latin Characters.

Διαβάστε περισσότερα

www.almarealestate.gr Προφίλ Γραφείου 2015 Office Profile 2015

www.almarealestate.gr Προφίλ Γραφείου 2015 Office Profile 2015 Προφίλ Γραφείου 2015 Office Profile 2015 Περιεχόμενα Contents 01 02 03 04 05 06 Ποιοί Είμαστε - Who we are Τι κάνουμε - What we do Τι κάνουμε διαφορετικά - What we do differently Τι έχουμε πετύχει - What

Διαβάστε περισσότερα

Number All 397 Women 323 (81%) Men 74 (19%) Age(years) 39,1 (17-74) 38,9 (17-74) 40,5 (18-61) Maximum known weight(kg) 145,4 (92,0-292,0) 138,9 (92,0-202,0) 174,1 (126,0-292,0) Body mass index (kg/m 2

Διαβάστε περισσότερα

SPECIAL VERBS (auxiliary verbs) (βοηθητικά ρήµατα)

SPECIAL VERBS (auxiliary verbs) (βοηθητικά ρήµατα) SPECIAL VERBS (auxiliary verbs) (βοηθητικά ρήµατα) CAN-COULD To βοηθητικό ρήµα can δείχνει: α. δυνατότητα-ικανότητα β. πιθανότητα - άδεια Π.χ. I can lift this box (ικανότητα) can I go out? (άδεια) You

Διαβάστε περισσότερα

Η κατάσταση της ιδιωτικότητας Ηλίας Χάντζος, Senior Director EMEA

Η κατάσταση της ιδιωτικότητας Ηλίας Χάντζος, Senior Director EMEA Η κατάσταση της ιδιωτικότητας Ηλίας Χάντζος, Senior Director EMEA Αθήνα 1 η Απριλίου 2015 Και γιατί μας νοιάζει ή μας αφορά; Νέα Ευρωπαική νομοθεσία Τίνος είναι τα προσωπικά δεδομένα; Και λοιπόν; Τα περιστατικά

Διαβάστε περισσότερα

Test Data Management in Practice

Test Data Management in Practice Problems, Concepts, and the Swisscom Test Data Organizer Do you have issues with your legal and compliance department because test environments contain sensitive data outsourcing partners must not see?

Διαβάστε περισσότερα

Terabyte Technology Ltd

Terabyte Technology Ltd Terabyte Technology Ltd is a Web and Graphic design company in Limassol with dedicated staff who will endeavour to deliver the highest quality of work in our field. We offer a range of services such as

Διαβάστε περισσότερα

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education

UNIVERSITY OF CAMBRIDGE INTERNATIONAL EXAMINATIONS International General Certificate of Secondary Education www.xtremepapers.com UNIVERSITY OF CMRIDGE INTERNTIONL EXMINTIONS International General Certificate of Secondary Education *3788429633* GREEK 0543/03 Paper 3 Speaking and Listening Role Play ooklet One

Διαβάστε περισσότερα

Please note attached information on a fundraising event for SOS Children s Villages, organised by the Hellenic Society of Imperial College in London.

Please note attached information on a fundraising event for SOS Children s Villages, organised by the Hellenic Society of Imperial College in London. Dear Friends, Please note attached information on a fundraising event for SOS Children s Villages, organised by the Hellenic Society of Imperial College in London. Thank you and Best Regards, Patty Apostolopoulou

Διαβάστε περισσότερα

Proof of False Greek Rhodes Lawsuits

Proof of False Greek Rhodes Lawsuits PROOF OF FALSE USUCAPTION CLAIMS The evidence below, obtained at a Guardianship Board Hearing in August 2004, proves that any property usucaption claim would have had to be arranged by Mr Stan Itsines

Διαβάστε περισσότερα

Πτυχιακή εργασία. Παραγωγή Βιοντίζελ από Χρησιμοποιημένα Έλαια

Πτυχιακή εργασία. Παραγωγή Βιοντίζελ από Χρησιμοποιημένα Έλαια ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Πτυχιακή εργασία Παραγωγή Βιοντίζελ από Χρησιμοποιημένα Έλαια Ελένη Χριστοδούλου Λεμεσός 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Διαβάστε περισσότερα

GREECE BULGARIA 6 th JOINT MONITORING

GREECE BULGARIA 6 th JOINT MONITORING GREECE BULGARIA 6 th JOINT MONITORING COMMITTEE BANSKO 26-5-2015 «GREECE BULGARIA» Timeline 02 Future actions of the new GR-BG 20 Programme June 2015: Re - submission of the modified d Programme according

Διαβάστε περισσότερα

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ. κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΤΗΣΙΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ECPRD ΟΜΑΔΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ. κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΤΗΣΙΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ECPRD ΟΜΑΔΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ κ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΤΗΣΙΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ECPRD ΟΜΑΔΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 2011 Κύριες

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ. Πτυχιακή εργασία

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ. Πτυχιακή εργασία ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ Πτυχιακή εργασία ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΚΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΣΤΗ ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ Έλλη Φωτίου 2010364426 Επιβλέπουσα

Διαβάστε περισσότερα

ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΣΧΕΔΙΩΝ «ERASMUS+: ΝΕΟΛΑΙΑ»

ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΣΧΕΔΙΩΝ «ERASMUS+: ΝΕΟΛΑΙΑ» ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΣΧΕΔΙΩΝ «ERASMUS+: ΝΕΟΛΑΙΑ» Ημερομηνία υποβολής αιτήσεων 17 Μαρτίου 2014, με παράταση 24 Μαρτίου 2014 Για περίοδο έναρξης σχεδίων 17/6/2014 31/12/2014 Βασική Δράση 1 Μαθησιακή Κινητικότητα

Διαβάστε περισσότερα

Risk Management & Business Continuity Τα εργαλεία στις νέες εκδόσεις

Risk Management & Business Continuity Τα εργαλεία στις νέες εκδόσεις Risk Management & Business Continuity Τα εργαλεία στις νέες εκδόσεις Α. Χατζοπούλου Υπεύθυνη Τμήματος Επιθεωρήσεων Πληροφορικής TÜV AUSTRIA HELLAS Οκτώβριος 2014 CLOSE YOUR EYES & THINK OF RISK Μήπως κάποια

Διαβάστε περισσότερα

Advanced Unit 2: Understanding, Written Response and Research

Advanced Unit 2: Understanding, Written Response and Research Write your name here Surname Other names Edexcel GCE Centre Number Candidate Number Greek Advanced Unit 2: Understanding, Written Response and Research Tuesday 18 June 2013 Afternoon Time: 3 hours Paper

Διαβάστε περισσότερα

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΔΙΟΥ

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΧΕΔΙΟΥ 1. Η διαφήμιση της Τράπεζας για τα "Διπλά Προνόμια από την American Express" ισχύει για συναλλαγές που θα πραγματοποιηθούν από κατόχους καρτών Sunmiles American Express, American

Διαβάστε περισσότερα

Newsletter. ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ και ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σ όλους! Wishing a GOOD START! Registration forms are available in our web site! Ανοίξαν τα σχολεία

Newsletter. ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ και ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ σ όλους! Wishing a GOOD START! Registration forms are available in our web site! Ανοίξαν τα σχολεία Newsletter September/ October 2010 Volume : 45 Holy Cross Greek School http://belmontgreekschool.com Ανοίξαν τα σχολεία Ένα θερµό Καλωσόρισµα σ όλες τις οικογένειες καινούριες και παλιές. Ενθουσιασµένοι

Διαβάστε περισσότερα

Διαχείριση Εισοδημάτων Παραπέμπεται από την υπηρεσία Προστασίας Παιδιών

Διαχείριση Εισοδημάτων Παραπέμπεται από την υπηρεσία Προστασίας Παιδιών Διαχείριση Εισοδημάτων Παραπέμπεται από την υπηρεσία Προστασίας Παιδιών Τι είναι η Διαχείριση Εισοδημάτων [Income Management]; Η Διαχείριση Εισοδημάτων [Income Management] είναι ένας τρόπος που σας βοηθάει

Διαβάστε περισσότερα

E.O.U.D.A.T.K. CMAS GREECE

E.O.U.D.A.T.K. CMAS GREECE E.O.U.D.A.T.K. CMAS GREECE '80 - CMAS.,,. EOUDATK - CMAS GREECE........ 2118,3/101/07/10-8-2007.,,......., EOUDATK - CMAS GREECE. 1. 1.1 EOUDATK - CMAS GREECE......... (.... ) 1.2, EOUDATK - CMAS GREECE,

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΓΕΩΠΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ. Πτυχιακή εργασία

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΓΕΩΠΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ. Πτυχιακή εργασία ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΓΕΩΠΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Πτυχιακή εργασία Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ HACCP ΣΕ ΜΙΚΡΕΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΕΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις Πληροφορικής Ευκαιρίες Χρηματοδότησης σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο

Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις Πληροφορικής Ευκαιρίες Χρηματοδότησης σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις Πληροφορικής Ευκαιρίες Χρηματοδότησης σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο Ντίνα Μπάγκα Γραφείο Διαμεσολάβησης Επιτροπή Ερευνών Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων http://liaison.rc.uoi.gr Τηλ. 2651007976,

Διαβάστε περισσότερα

11/4 Αναστάσιμο Δείπνο. 11/4 Easter Dinner. 12/4 Πασχαλινός Μπουφές. 12/4 Easter Lunch

11/4 Αναστάσιμο Δείπνο. 11/4 Easter Dinner. 12/4 Πασχαλινός Μπουφές. 12/4 Easter Lunch Easter 2015 55 ανά άτομο 25 για παιδιά έως 12 ετών 55 per person 25 for children up to 12 years old 65 ανά άτομο 30 για παιδιά έως 12 ετών 65 per person 30 for children up to 12 years old Mονόκλινο 130

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή Εργασία

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή Εργασία ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή Εργασία ΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕ ΩΝ ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΑΙΤΙΩΝ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΨΥΧΟΓΕΝΗ ΑΝΟΡΕΞΙΑ Γεωργία Χαραλάµπους Λεµεσός

Διαβάστε περισσότερα

Στρατηγικές Ασφάλειας

Στρατηγικές Ασφάλειας Στρατηγικές Ασφάλειας Ασφάλεια Πληροφοριακών Συστημάτων. Διδάσκων: Σ. Κοντογιάννης Least/(Most) Privileges Defense in Depth Συγκεντρωτική Στρατηγική Weakest Link Strategy Fail Safe Stance Fail Safe Stance

Διαβάστε περισσότερα

1 Definite Article. 2 Nouns. 2.1 st Declension

1 Definite Article. 2 Nouns. 2.1 st Declension 1 Definite Article m. f. n. s. n. ὁ ἡ το a. τον την το g. του της του d. τῳ τῃ τῳ pl. n. οἱ αἱ τα a. τους τας τα g. των των των d. τοις ταις τοις 2 Nouns 2.1 st Declension f. s. n. τιμ η χωρ α θαλασσ α

Διαβάστε περισσότερα

βοτσαλα / sweet pebbles

βοτσαλα / sweet pebbles βοτσαλα / sweet pebbles βότσαλα / sweet pebbles Η νέα κατηγορία προϊόντων βότσαλα, αποτελεί μια σημαντική καινοτομία της εταιρίας στην εγχώρια και διεθνή αγορά. Εμπνευσμένη από τα ελληνικά νησιά, η κατηγορία

Διαβάστε περισσότερα

Ρύθμιση e-mail σε whitelist

Ρύθμιση e-mail σε whitelist Ρύθμιση e-mail σε whitelist «Δουλεύω Ηλεκτρονικά, Δουλεύω Γρήγορα και με Ασφάλεια - by e-base.gr» Web : www.e-base.gr E-mail : support@e-base.gr Facebook : Like Twitter : @ebasegr Πολλές φορές αντιμετωπίζετε

Διαβάστε περισσότερα

Τεχνολογία*Ήχου. Τί(είναι(ήχος; " Ο(ήχος(σαν(κύμα((αντικειμενικό(μέγεθος) " Η(αντίληψη(του(ήχου((υποκειμενική(προσέγγιση)

Τεχνολογία*Ήχου. Τί(είναι(ήχος;  Ο(ήχος(σαν(κύμα((αντικειμενικό(μέγεθος)  Η(αντίληψη(του(ήχου((υποκειμενική(προσέγγιση) Τεχνολογία*Ήχου Μία*μικρή*επανάληψη (από*το*μάθημα*της*ακουστικής) Διάλεξη(1:( Εισαγωγή ( Φλώρος(Ανδρέας Επίκουρος(Καθηγητής Τί(είναι(ήχος; Μελέτη(του(ήχου Ορισμός ΕΛΟΤ 263.1 (1.184): «Ως ήχος ορίζεται

Διαβάστε περισσότερα

ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΠΑΙ ΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙ ΕΥΣΗΣ ΠΑΡΑΔΟΤΕΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΠΑΙ ΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙ ΕΥΣΗΣ ΠΑΡΑΔΟΤΕΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΩΤΑΤΗ ΣΧΟΛΗ ΠΑΙ ΑΓΩΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙ ΕΥΣΗΣ (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.) «Αρχιμήδης ΙΙΙ Ενίσχυση Ερευνητικών ομάδων στην Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.» Υποέργο: 8 Τίτλος: «Εκκεντρότητες αντισεισμικού σχεδιασμού ασύμμετρων

Διαβάστε περισσότερα

SKILL TEST / PROFI. CHECK TYPE RATING (SPH) SE-ME APPLICATION AND EXAMINER'S REPORT

SKILL TEST / PROFI. CHECK TYPE RATING (SPH) SE-ME APPLICATION AND EXAMINER'S REPORT ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ HELLENIC REPUBLIC HELLENIC CIVIL AVIATION AUTHORITY MEMBER OF EASA HCAA REFERENCE No.: FSD REFERENCE No.: (HCAA USE ONLY- Αριθμοί Πρωτοκόλλου /Χρήση ΥΠΑ

Διαβάστε περισσότερα

Πολυθρόνα, με πλάτη σχέδιο ψάθα Armchair 770 cm53x56x82h 12pcs. Πολυθρόνα, με πλάτη σχέδιο βεντάλια Armchair 780 cm54x56x82h 12pcs

Πολυθρόνα, με πλάτη σχέδιο ψάθα Armchair 770 cm53x56x82h 12pcs. Πολυθρόνα, με πλάτη σχέδιο βεντάλια Armchair 780 cm54x56x82h 12pcs Η «ΒΙΟΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ» ιδρύθηκε το 1982 και με την πάροδο των χρόνων έγινε μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες στο χώρο της παραγωγής και εμπορίας πλαστικών ειδών στην Ελληνική

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή Εργασία Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΣΕ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥΣ ΜΕ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ Θεοφάνης Παύλου Αρ. Φοιτ. Ταυτότητας: 2010207299 Λεμεσός 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Διαβάστε περισσότερα

Επιστήμη και Δημοσιογραφία. Δημοσιογραφία Επιστήμης Μπορούν να αποτυπωθούν δημοσιογραφικά τα αποτελέσματα της επιστήμης;

Επιστήμη και Δημοσιογραφία. Δημοσιογραφία Επιστήμης Μπορούν να αποτυπωθούν δημοσιογραφικά τα αποτελέσματα της επιστήμης; Δημοσιογραφία Μπορούν να αποτυπωθούν δημοσιογραφικά τα αποτελέσματα της επιστήμης; Μενέλαος Σωτηρίου 8ο Συνέδριο «Ελληνική Γλώσσα και Ορολογία», Αθήνα, 10-12 Νοεμβρίου 2011 Επιστήμη και Δημοσιογραφία «Η

Διαβάστε περισσότερα

Τελετή Εγκαινίων Energean Force. Πέραμα, 2 Απριλίου 2015

Τελετή Εγκαινίων Energean Force. Πέραμα, 2 Απριλίου 2015 Τελετή Εγκαινίων Energean Force Πέραμα, 2 Απριλίου 2015 1 Η αρχή 1974 2 Εποχή NAPC Παραγωγή μέχρι το 1999 3 4 1999 Η επαναλειτουργία το 1999 5 Η εποχή Regal Regal Petroleum's Greek farce leaves investors

Διαβάστε περισσότερα

1. Κατά τη διάρκεια του Φόρουμ θα γίνει παρουσίαση της Κύπρου σαν Επιχειρηματικό και Επενδυτικό Κέντρο.

1. Κατά τη διάρκεια του Φόρουμ θα γίνει παρουσίαση της Κύπρου σαν Επιχειρηματικό και Επενδυτικό Κέντρο. 7 Σεπτεμβρίου 2015 ΠΡΟΣ: Όλα τα Μέλη του ΚΕΒΕ Μέλη Διμερών Επιχειρηματικών Συνδέσμων Κυρίες, κύριοι, Θέμα: Επίσκεψη Υπουργού Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού σε Λονδίνο και Παρίσι Επιχειρηματική

Διαβάστε περισσότερα

Risk! " #$%&'() *!'+,'''## -. / # $

Risk!  #$%&'() *!'+,'''## -. / # $ Risk! " #$%&'(!'+,'''## -. / 0! " # $ +/ #%&''&(+(( &'',$ #-&''&$ #(./0&'',$( ( (! #( &''/$ #$ 3 #4&'',$ #- &'',$ #5&''6(&''&7&'',$ / ( /8 9 :&' " 4; < # $ 3 " ( #$ = = #$ #$ ( 3 - > # $ 3 = = " 3 3, 6?3

Διαβάστε περισσότερα

Greek Community School of Calgary

Greek Community School of Calgary Greek Community School of Calgary Level 1 Curriculum red Guiding Principles Learning activities will be meaningful and experiential. All vocabulary is to be taught with the proper article and accent (ο

Διαβάστε περισσότερα

ιερεύνηση της Επίδρασης των ΟΑ «Αθήνα 2004» στην Εικόνα της Αθήνας & της Ελλάδας ως Τουριστικών Προορισµών ρ. Ευάγγελος Χρήστου

ιερεύνηση της Επίδρασης των ΟΑ «Αθήνα 2004» στην Εικόνα της Αθήνας & της Ελλάδας ως Τουριστικών Προορισµών ρ. Ευάγγελος Χρήστου ιερεύνηση της Επίδρασης των ΟΑ «Αθήνα 2004» στην Εικόνα της Αθήνας & της Ελλάδας ως Τουριστικών Προορισµών ρ. Ευάγγελος Χρήστου Εισαγωγή Ρόλος της εικόνας και της φήµης των τουριστικών προορισµών, σχετικά

Διαβάστε περισσότερα

Τα μέτρα εξυγίανσης στις κυπριακές τράπεζες: Τελευταίες εξελίξεις ως προς τη λήψη και εφαρμογή τους

Τα μέτρα εξυγίανσης στις κυπριακές τράπεζες: Τελευταίες εξελίξεις ως προς τη λήψη και εφαρμογή τους Τα μέτρα εξυγίανσης στις κυπριακές τράπεζες: Τελευταίες εξελίξεις ως προς τη λήψη και εφαρμογή τους 1 Θέματα Κυπριακό τραπεζικό σύστημα πριν την εξυγίανση Αίτηση ένταξης στο μηχανισμό στήριξης Απόφαση

Διαβάστε περισσότερα

English Texts and New Testament Greek Sources

English Texts and New Testament Greek Sources 1 English Texts and New Testament Greek Sources The elder unto Gaius the beloved, whom I love in truth. ο πρεσβυτερος γαιω τω αγαπητω ον εγω αγαπω εν αληθεια The elder unto the wellbeloved Gaius, whom

Διαβάστε περισσότερα

1/13/2010 12:37 PM. Directions to Rafina, Greece 658 km about 15 hours 11 mins

1/13/2010 12:37 PM. Directions to Rafina, Greece 658 km about 15 hours 11 mins Piraeus, Greece to Rafina, Greece - Google Maps Directions to Rafina, Greece 658 km about 15 hours 11 mins Piraeus, Greece 1. Head south on Antiploiarchou Panagioti Vlachakou/Artemisiou/Αντιπλοιάρχου Παναγιώτη

Διαβάστε περισσότερα

ΤΑΣΟΣ ΝΙΚΑΚΗΣ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

ΤΑΣΟΣ ΝΙΚΑΚΗΣ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΤΑΣΟΣ ΝΙΚΑΚΗΣ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ : ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΣΠΑΗ CURATOR : MARIANNA SPAI «Θα ήθελα η τέχνη μου να λειτουργεί ως πηγή εσωτερικής ικανοποίησης. Μια προσέγγιση απλούστερη, ρομαντική, πιο ανθρώπινη,

Διαβάστε περισσότερα

Modern Greek Grammar Konstantinos Athanasiou

Modern Greek Grammar Konstantinos Athanasiou 7. Nouns / Ουσιαστικά Nouns in Greek are declinable words and may be classified as masculine, feminine or neuter. Although the determination of the grammatical gender of the Greek words is often arbitrary,

Διαβάστε περισσότερα

Quantifying the Financial Benefits of Chemical Inventory Management Using CISPro

Quantifying the Financial Benefits of Chemical Inventory Management Using CISPro of Chemical Inventory Management Using CISPro by Darryl Braaksma Sr. Business and Financial Consultant, ChemSW, Inc. of Chemical Inventory Management Using CISPro Table of Contents Introduction 3 About

Διαβάστε περισσότερα

I. ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

I. ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ I. ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Η επιλογή του κατάλληλου τύπου ερωτήσεων και ασκήσεων είναι συνάρτηση της παιδαγωγικής κατάρτισης, της διδακτικής εµπειρίας και της εφευρετικότητας του εκπαιδευτικού. Οι προφορικές

Διαβάστε περισσότερα

February 2012 Source: Cyprus Statistical Service

February 2012 Source: Cyprus Statistical Service S P E C I A L R E P O R T UN February 2012 Source: Cyprus Statistical Service This Special Report is brought to you by the Student Career Advisory department of Executive Connections. www.executiveconnections.eu

Διαβάστε περισσότερα

T 5.1 (JDS) 1) ἡ τῶν Αἰνείου ναυτῶν τόλμα θαυμαστὴ ἦν. A gen gen S PN V. The bravery of Aeneas's sailors was admirable. Very good.

T 5.1 (JDS) 1) ἡ τῶν Αἰνείου ναυτῶν τόλμα θαυμαστὴ ἦν. A gen gen S PN V. The bravery of Aeneas's sailors was admirable. Very good. T 5.1 (JDS) 1) ἡ τῶν Αἰνείου ναυτῶν τόλμα θαυμαστὴ ἦν. A gen gen S PN V The bravery of Aeneas's sailors was admirable. Very good. T5.2 ΜCM ὀ Ἐρμης τας ψυχας ἀγει ἐς Ἀιδου. Subject d.o. verb Hermes leads

Διαβάστε περισσότερα

, Ρ (later eleventh) letter of the Gr. alphabet: as numeral λ 3 0 = but ;λ = 3 0! 000

, Ρ (later eleventh) letter of the Gr. alphabet: as numeral λ 3 0 = but ;λ = 3 0! 000 A Λ λ, λάμβδα, or better λάβδα (v. sub voc.), τό, indecl., twelfth Λαβράνιος, δ, epith. of Zeus in Cj'prus, MyresCesnolaCollection, Ρ (later eleventh) letter of the Gr. alphabet: as numeral λ 3 0 = 55

Διαβάστε περισσότερα

ΕΛΛΗΝΙΚΑ Χ Ρ ΗΜ ΑΤ ΙΣ Τ ΗΡ ΙΑ CISCO EXPO 2009 G. V a s s i l i o u - E. K o n t a k i s g.vassiliou@helex.gr - e.k on t ak is@helex.gr 29 Α π ρ ι λ ί ο υ 20 0 9 Financial Services H E L E X N O C A g e

Διαβάστε περισσότερα

22.1: Root Aorist (Athematic Long-Vowel Aorist)

22.1: Root Aorist (Athematic Long-Vowel Aorist) 22.1: Root Aorist (Athematic Long-Vowel Aorist) A THIRD AORIST? In previous lessons you learned the following types of active aorist conjugations: ἔπαυσα First aorist (Lesson 9). A regular tense that we

Διαβάστε περισσότερα

1. Improving Productivity

1. Improving Productivity 1. Improving Productivity Γενικές Πληροθορίες Πού απεσθύνεηε Απεσθύνεηαι ζε ιδιοκηήηες, ζηελέτη και επαγγελμαηίες ηοσ κλάδοσ όπως και ζηον ενημερωμένο και δραζηήριο θοιηηηή Τοσριζηικών & Ξενοδοτειακών

Διαβάστε περισσότερα

This is an electronic reprint of the original article. This reprint may differ from the original in pagination and typographic detail.

This is an electronic reprint of the original article. This reprint may differ from the original in pagination and typographic detail. This is an electronic reprint of the original article. This reprint may differ from the original in pagination and typographic detail. Author(s): Chasandra, Mary; Tsiaousi, Louisa; Zisi, Vasiliki; Karatzaferi,

Διαβάστε περισσότερα

Green Marketing. στον Αγροδιατροφικό κλάδο. Δρ. Β. Γρούγιου Δρ. Φ. Αναστασιάδης Μεταδιδακτορικοί Ερευνητές GREEN-AgriChains

Green Marketing. στον Αγροδιατροφικό κλάδο. Δρ. Β. Γρούγιου Δρ. Φ. Αναστασιάδης Μεταδιδακτορικοί Ερευνητές GREEN-AgriChains Green Marketing στον Αγροδιατροφικό κλάδο Δρ. Β. Γρούγιου Δρ. Φ. Αναστασιάδης Μεταδιδακτορικοί Ερευνητές GREEN-AgriChains Green-AgriChains Info Day Θεσσαλονίκη 29 Οκτωβρίου 2013 Agenda Εισαγωγή Τι είναι

Διαβάστε περισσότερα

ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ

ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ Οι πυρκαγιές αποτελούν μία συνεχή πηγή κινδύνου. Ξεσπούν σε τυχαίο τόπο και χρόνο και προξενούν απώλειες ανθρώπων, ζώων, τραυματισμούς και τεράστια οικονομική και οικολογική επιβάρυνση. Εκτιμάται ότι μόνο

Διαβάστε περισσότερα

FAX : 210.34.42.241 spudonpe@ypepth.gr) Φ. 12 / 600 / 55875 /Γ1

FAX : 210.34.42.241 spudonpe@ypepth.gr) Φ. 12 / 600 / 55875 /Γ1 Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Η Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α Υ ΠΟΥ ΡΓΕΙΟ ΕΘΝ. ΠΑ Ι ΕΙΑ Σ & ΘΡΗΣ Κ/Τ Ω ΕΝΙΑ ΙΟΣ ΙΟΙΚΗΤ ΙΚΟΣ Τ ΟΜ ΕΑ Σ Σ ΠΟΥ Ω Ν ΕΠΙΜ ΟΡΦΩ Σ ΗΣ ΚΑ Ι ΚΑ ΙΝΟΤ ΟΜ ΙΩ Ν /ΝΣ Η Σ ΠΟΥ Ω Τ µ ή µ α Α Α. Πα π α δ ρ έ ο υ 37

Διαβάστε περισσότερα

2 Γ Ε Ν Ι Κ Η Σ Υ Ν Ε Λ Ε Υ Σ Η Τ Ω Ν Μ Ε Λ Ω Ν Τ Ο Υ Σ Ε Π Ε, 2 8 Μ Α Ϊ Ο Υ 2 0 1 5

2 Γ Ε Ν Ι Κ Η Σ Υ Ν Ε Λ Ε Υ Σ Η Τ Ω Ν Μ Ε Λ Ω Ν Τ Ο Υ Σ Ε Π Ε, 2 8 Μ Α Ϊ Ο Υ 2 0 1 5 3 Μ ή ν υ μ α Π ρ ό ε δ ρ ο υ Δ ι ο ι κ η τ ι κ ο ύ Σ υ μ β ο υ λ ί ο υ 4 Μ ή ν υ μ α Γ ε ν ι κ ο ύ Δ ι ε υ θ υ ν τ ή 5 Ό ρ α μ α κ α ι Σ τ ρ α τ η γ ι κ ή 6 Ε κ π ρ ο σ ώ π η σ η κ α ι Σ υ ν ε ρ γ α σ

Διαβάστε περισσότερα

PVC + ABS Door Panels

PVC + ABS Door Panels PVC + ABS Door Panels Η εταιρεία «ΤΕΧΝΗ Α.Ε.» ιδρύθηκε στην Ξάνθη, το 1988 με αντικείμενο τις ηλεκτροστατικές βαφές μετάλλων. Με σταθερά ανοδική πορεία, καταφέρνει να επεκτείνει τις δραστηριότητες της

Διαβάστε περισσότερα

TABLE OF CONTENTS TABLE OF CONTENTS...2 1. ANALYSIS OF RESPONDENTS IN THE PROJECT...10 2. CATEGORY OF EVENT...11

TABLE OF CONTENTS TABLE OF CONTENTS...2 1. ANALYSIS OF RESPONDENTS IN THE PROJECT...10 2. CATEGORY OF EVENT...11 COLLECTION OF STATISTICAL DATA FOR CONFERENCES AND INCENTIVES Conducted for the CYPRUS TOURISM ORGANIZATION (January - December 2010) December, 2011 1 TABLE OF CONTENTS TABLE OF CONTENTS...2 A. METHODOLOGY...3

Διαβάστε περισσότερα