Η επίδραση των κυτταροκινών/ορμονών σε λιπώδη ιστό παχύσαρκων και φυσιολογικών παιδιών: In vitro συγκριτική μελέτη.

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Η επίδραση των κυτταροκινών/ορμονών σε λιπώδη ιστό παχύσαρκων και φυσιολογικών παιδιών: In vitro συγκριτική μελέτη."

Transcript

1 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΑΤΟΜΙΚΗΣ-ΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ-ΕΜΒΥΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΙΣ «ΒΑΣΙΚΕΣ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ» Η επίδραση των κυτταροκινών/ορμονών σε λιπώδη ιστό παχύσαρκων και φυσιολογικών παιδιών: In vitro συγκριτική μελέτη. Διδακτορική Διατριβή Αλεξία Καρβέλα Βιοχημικός MSc ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ο κ. Ιωάννης Βαράκης Ομότιμος Καθηγητής Ανατομικής-Ιστολογίας-Εμβρυολογίας ΠΑΤΡΑ 2010

2 ΕΠΤΑΜΕΛΗΣ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Ιωάννης Βαράκης Ομότιμος Καθηγητής Ανατομικής-Ιστολογίας-Εμβρυολογίας, Πανεπιστημίου Πατρών Μάρθα Ασημακοπούλου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Μικροσκοπικής-Μακροσκοπικής Ανατομικής με εξειδίκευση στην Νευροανατομία, Πανεπιστημίου Πατρών Βασιλική Γκρέκα-Σπηλιώτη Καθηγήτρια Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας-Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Πατρών Ελένη Παπαδάκη-Πέτρου Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ανατομικής-Ιστολογιας-Εμβρυολογίας Πανεπιστημίου Πατρών Θεόδωρος Αλεξανδρίδης Καθηγητής Παθολογίας-Ενδοκρινολογίας-Παθολογική Κλινική Πανεπιστημίου Πατρών Κωνσταντίνος Γυφτόπουλος Επίκουρος Καθηγητής Ανατομικής Πανεπιστημίου Πατρών Διονύσιος Παπαχρήστου Επίκουρος Καθηγητής Μακροσκοπικής-Μικροσκοπικής Ανατομικής με εξειδίκευση στο Μυοσκελετικό Σύστημα, Πανεπιστημίου Πατρών 2

3 ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ Θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες στον επιβλέπων μου Καθηγητή κύριο Ιωάννη Βαράκη, για την αμέριστη συμπαράσταση του και την πολύπλευρη στήριξή του κατά την διάρκεια της εκπόνησης της διδακτορικής μου διατριβής. Τον ευχαριστώ πολύ και είναι αναμφισβήτητη τιμή για εμένα η συνεργασία μου μαζί του. Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω την Αναπληρώτρια Καθηγήτρια κυρία Μάρθα Ασημακοπούλου για την υποστήριξη και βοήθειά της στη διεξαγωγή της διδακτορικής διατριβής μου. Θα ήθελα ιδιαιτέρως να ευχαριστήσω την υπεύθυνη Καθηγήτρια της παρούσας μελέτης, κυρία Βασιλική Γκρέκα-Σπηλιώτη, Καθηγήτρια της Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και Διαβήτη, της Παιδιατρικής Κλινικής και Υπεύθυνη του Εργαστηρίου Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών, για την ανεκτίμητη βοήθειά της σε όλα τα στάδιά της εργασίας αυτής. Η στήριξη της καθ όλη τη διάρκεια της επιστημονικής μου πορείας, η πρωτοπόρος επιστημονική ιδέα που μου εμπιστεύτηκε να εκπονήσω ως διδακτορική διατριβή και η άψογη επαγγελματική συνεργασία και καθοδήγηση της, αποτέλεσαν τα απαραίτητα εφόδια της επιστημονικής μου κατάρτισης και ανάπτυξης. Η καθηγήτρια και μέντοράς μου κυρία Σπηλιώτη αποτελεί πρότυπο επιστήμονα με παγκόσμια καταξίωση και εξαιρετική καριέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ελλάδα, καθώς και με ανεκτίμητη προσφορά στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Πάτρας. Αποτελεί για μένα παράδειγμα προς μίμηση και νιώθω υπερήφανη που αποτέλεσα και θα αποτελέσω μέλος της ερευνητικής της ομάδας. Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω την κυρία Ελένη Παπαδάκη-Πέτρου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια και Διευθύντρια της Ανατομίας-Ιστολογίας-Εμβρυολογίας, για την πολύτιμη βοήθεια και καθοδήγηση της, ιδιαίτερα στη διεξαγωγή και εκτίμηση των ανοσοϊστοχημικών πειραμάτων. Η ακούραστη και αμέριστη στήριξή της αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι για την ολοκλήρωση της διατριβής μου. Ευχαριστώ θερμά όλα τα μέλη της επταμελούς μου επιτροπής, η οποία αποτελείται από: τον κ. Ιωάννη Βαράκη, την κα Μάρθα Ασημακοπούλου, την κα Βασιλική Γκρέκα-Σπηλιώτη, την κα Ελένη Παπαδάκη-Πέτρου, τον κ. Θεόδωρο Αλεξανδρίδη, τον κ. Κωνσταντίνο Γυφτόπουλο και τον κ. Διονύσιο Παπαχρήστου για τη στήριξη τους στην παρουσίαση της εργασίας μου και για τον χρόνο που αφιέρωσαν για τη διόρθωση του γραπτού μου. Ευχαριστώ θερμά όλους τους συναδέλφους και συνεργάτες μου στο Εργαστήριο της Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών για την πολύτιμη βοήθειά τους καθώς και τη στήριξη που μου παρείχαν για την ολοκλήρωση της παρούσας έρευνας. Επίσης, Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους συναδέλφους και συνεργάτες μου από το Εργαστήριο της Ανατομίας-Ιστολογίας-Εμβρυολογίας και ιδιαίτερα την κα Νικολεία Σωτηροπούλου για τη βοήθειά της και την προετοιμασία των μπλοκ παραφίνης. Τέλος, θέλω να ευχαριστήσω την οικογένειά μου και τον αρραβωνιαστικό μου Ιωάννη Παπαδόπουλο για τη σημαντική στήριξη και βοήθειά τους καθ όλη την διάρκεια του διδακτορικού μου. 3

4 ΠΡΟΛΟΓΟΣ Η παρούσα διδακτορική διατριβή διεξήχθη στο Εργαστήριο Ανατομίας- Ιστολογίας-Εμβρυολογίας σε συνεργασία με το Εργαστήριο Μοριακής Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και εστιάζει στους Μοριακούς Μηχανισμούς της Παιδικής Παχυσαρκίας. Σκοπός της μελέτης είναι η διερεύνηση μοριακών και κλινικών παραγόντων, οι οποίοι προδιαθέτουν τα παιδιά με παχυσαρκία στην ανάπτυξη Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2. Μέρος των πειραματικών αποτελεσμάτων της παρούσας διδακτορικής διατριβής έχουν δημοσιευθεί ως πρωτότυπες εργασίες στο διεθνή ιατρικό τύπο ως ακολούθως: Alexia Karvela, Andrea-Paola Rojas, Efstratia Samkinidou, Helen Papadaki, Aliki Pappa, Goerge Georgiou, Bessie E. Spiliotis. Endocannabinoid (EC) receptor, CB1, and EC enzymes expression in Primary Adipocyte Cultures of Lean and Obese pre-pubertal Children in relation to Adiponectin and Insulin. JPEM November 2010, (in Press) Katerina Avgeri, Alexia Karvela, Aliki Pappa, Andrea Paola Rojas- Gil, Samkinidou Eustratia, George Georgiou, Bessie E. Spiliotis. Serum HMW adiponectin, AdipoR1, the adaptor protein, APPL1 and the GTPase Rab5 in primary adipocyte cultures of lean and obese prepubertal children and adolescents in relation to insulin sensitivity. (in preparation) 4

5 Περιοχόμενα 1.1 Περίληψη Abstract Εισαγωγή-Γενικό Μέρος Παιδική Παχυσαρκία Αίτια Παχυσαρκίας Μεταβολικό Σύνδρομο Αντίσταση στην ινσουλίνη και σακχαρώδης διαβήτης τύπου Λιπώδης Ιστός Μορφολογία και κατανομή Λιπώδους ιστού Η φυσιολογία του Λευκού Λιπώδους ιστού Ι. Μεταβολισμός των λιπιδίων ΙΙ. Μεταβολισμός Γλυκόζης Λιπώδης Ιστός ως Ενδοκρινές όργανο Α. Λεπτίνη Β. Γρελίνη Γ. Αντιπονεκτίνη Δ. Άλλες σημαντικές κυτταροκίνες Ε. Φλεγμoνογόνα μόρια και διείσδυση μακροφάγων στον λιπώδη ιστό Οι Peroxisome Proliferator-Activated Receptors (PPARs) και ο μεταγραφικός παράγοντας PPAR-γ Υπερπλασία και υπερτροφία του Λιπώδους Ιστού Ενδοκανναβινοειδή και ο υποδοχέας τους CB Εισαγωγή-Ειδικό Μέρος Υλικά και Μεθοδολογία Ασθενείς και βιοψίες Καλλιέργειες Λιποκυττάρων Χρώση Oil-Red-O Απομόνωση Ολικού RNA και RT-PCR Απομόνωση Ολικού RNA

6 Αλυσιδωτή Αντίδραση Αντίστροφης Μεταγραφάσης (RT-PCR) Real-Time PCR Απομόνωση πρωτεϊνικών εκχυλισμάτων και Ανοσοαποτύπωση κατά Western Απομόνωση πρωτεϊνών Ανοσοαποτύπωση κατά Western Προετοιμασία Λιπώδους Ιστού σε μπλοκ και ανοσοϊστοχημική χρώση Προετοιμασία παρασκευασμάτων Λιπώδους ιστού σε μπλοκ παραφίνης α) Μονιμοποίηση β) Εμπέδωση του Λιπώδους ιστού σε παραφίνη Δημιουργία microarray μπλοκ παραφίνης Ανοσοϊστοχημεία Εκτίμηση Ανοσοϊστοχημικής χρώσης Λήψη δειγμάτων αίματος και Μετρήσεις στον ορό του αίματος Στατιστική Ανάλυση Αποτελέσματα Κλινικά χαρακτηριστικά και βιοχημικό προφίλ των παιδιών Χαρακτηρισμός ώριμων λιποκυττάρων με την χρώση Oil-Red-O Γονιδιακή και πρωτεϊνική έκφραση του AdipoR Γονιδιακή και πρωτεϊνική έκφραση του PPAR-γ Γονιδιακή και πρωτεϊνική έκφραση του CB Γονιδιακή έκφραση των ενζύμων βιοσύνθεσης και αποδόμησης των Ενδοκανναβινοειδών Επίπεδα ινσουλίνης στα λεπτόσωμα και παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά Κυκλοφορούντα επίπεδα ολικής και HMW αντιπονεκτίνης Περίμετρος Κοιλίας Συσχετίσεις των κλινικών χαρακτηριστικών και των μορίων Συζήτηση Βιβλιογραφία

7 1.1 Περίληψη Εισαγωγή: Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί μία επιδημία του σύγχρονου δυτικού κόσμου και ορίζεται λειτουργικά ως η υπέρμετρη αύξηση του λιπώδους ιστού. Η παχυσαρκία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη μίας πληθώρας συνοσηροτήτων όπως την αντίσταση στην ινσουλίνη, το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, καρδιοαγγειακά νοσήματα και μεταβολικό σύνδρομο. Ο λιπώδης ιστός είναι ένα παρακρινές και ενδοκρινές όργανο, το οποίο μέσω της έκκρισης κυτταροκινών και φλεγμονογόνων παραγόντων έχει την ικανότητα να ρυθμίσει το ενεργειακό ισοζύγιο του οργανισμού. Η αντιπονεκτίνη μία από τις πιο σημαντικές κυτταροκίνες του λιπώδους ιστού, μέσω των υποδοχέων της AdipoR1 και AdipoR2, ενεργοποιεί την ινσουλινοεπαγώμενη πρόσληψη της γλυκόζης από το λιποκύτταρο, ενώ έχει αντι-φλεγμονώδης και αντιαθηρωματική δράση σε άλλους ιστούς του οργανισμού. Ο PPAR-γ, ανήκει στην υπεροικογένεια των πυρηνικών υποδοχέων PPARs (peroxisome proliferative-activated receptors) και είναι ένας μεταγραφικός παράγοντας, ο οποίος σε ανταπόκριση στα κυκλοφορούντα ελεύθερα λιπαρά οξέα, ενεργοποιεί τη διαφοροποίηση των προλιποκυττάρων σε ώριμα λιποκύτταρα μικρού μεγέθους με πολλά λιποσταγονίδια. Το PPAR-γ μέσω της ενεργοποίησης του από τους ενδογενείς υποκαταστάτες του, τις θειαζολιδινεδιόνες, επάγει την ινσουλινοευαισθησία και αυξάνει την έκφραση της αντιπονεκτίνης. Τα ενδοκανναβινοειδή, μέσω των υποδοχέων τους CB1 και CB2, ρυθμίζουν την όρεξη στο κεντρικό νευρικό σύστημα, ενώ μπορούν να ενεργοποιήσουν περιφερικά τη λιπογένεση και να μειώσουν τη γονιδιακή έκφραση της αντιπονεκτίνης. Τα ενδοκανναβινοειδή βρίσκονται υπερενεργοποιημένα σε ενήλικες παχύσαρκους, ενώ τα επίπεδα της αντιπονεκτίνης μειώνονται σημαντικά. Σκοπός: Να μελετηθούν τα επίπεδα έκφρασης του AdipoR1, του PPAR-γ, του CB1 και των ενζύμων των ενδοκανναβινοειδών FAAH και DAGL-α, σε λεπτόσωμα και παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά και να συσχετιστούν με τα κυκλοφορούντα επίπεδα της αντιπονεκτίνης και της ινσουλίνης. Μεθοδολογία: Για το σκοπό αυτό αναπτύχθηκαν πρωτογενείς καλλιέργειες προλιποκυττάρων και ώριμων λιποκυττάρων από βιοψίες κοιλιακού υποδόριου λιπώδους 7

8 ιστού 17 παχύσαρκων (BMI>95%) και 36 λεπτόσωμων (BMI<85%) προεφηβικών παιδιών. Τα παιδιά χωρίστηκαν σε δύο ηλικιακές ομάδες, ομάδα Α: 2μηνών-7 ετών και ομάδα Β: 9-12 ετών. Η γονιδιακή και πρωτεϊνική έκφραση του AdipoR1, PPAR-γ και CB1 μελετήθηκαν με τη μέθοδο RT-PCR και Western Immunoblotting. Επίσης, η γονιδιακή έκφραση των ενζύμων των ενδοκανναβινοειδών FAAH και DAGL-α, μελετήθηκαν με Real-Time PCR. Τα κυκλοφορούντα επίπεδα της ολικής και HMW αντιπονεκτίνης όπως και της ινσουλίνης μετρήθηκαν με ELISA, ενώ υπολογίστηκε ο δείκτης ινσουλινοαντίστασης HOMA-IR και μετρήθηκε η περίμετρος κοιλίας σε κάθε παιδί. Αποτελέσματα: Η πρωτεϊνική έκφραση του AdipoR1 βρέθηκε μειωμένη στα προλιποκύτταρα και ώριμα λιποκύτταρα των μικρότερων παχύσαρκων παιδιών της ομάδας Α, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους. To PPAR-γ βρέθηκε αυξημένο στα ώριμα λιποκύτταρα των λεπτόσωμων και παχύσαρκων παιδιών, σε σύγκριση με τα προλιποκύτταρά τους, ενώ ήταν και σημαντικά αυξημένο στα ώριμα λιποκύτταρα των μικρότερων παχύσαρκων παιδιών, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους. Ο υποδοχέας των ενδοκανναβινοειδών, CB1, ήταν σημαντικά μειωμένος στα ώριμα λιποκύτταρα των παχύσαρκων παιδιών και των δύο ηλικιακών ομάδων, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους, ενώ παρουσίασε μία σημαντική αύξηση με την ηλικία. Επιπρόσθετα, το ένζυμο αποδόμησης FAAH (για την ανανδαμίδη) μειώθηκε με την ηλικία στα μεγαλύτερα λεπτόσωμα παιδιά της ομάδας Β, ενώ στα μεγαλύτερα παχύσαρκα παιδιά ήταν αυξημένο σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους. Το ένζυμο βιοσύνθεσης DAGL-α (για το 2-AG) βρέθηκε αυξημένο στα μεγαλύτερα λεπτόσωμα και παχύσαρκα παιδιά της ομάδας Β σε σύγκριση με τα λεπτόσωμα και παχύσαρκα παιδιά της ομάδας Α. Η ινσουλίνη και το HOMA-IR ήταν σημαντικά αυξημένα στα μεγαλύτερα παιδιά, λεπτόσωμα και παχύσαρκα, σε σύγκριση με τα μικρότερα παιδιά. Η HMW αντιπονεκτίνη βρέθηκε μειωμένη στα λεπτόσωμα και παχύσαρκα παιδιά της ομάδας Β σε σύγκριση με τα αντίστοιχα παιδιά της ομάδας Α, ενώ ήταν σημαντικά αυξημένη στα μικρότερα παχύσαρκα παιδιά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους. Η περίμετρος κοιλίας ήταν σημαντικά αυξημένη στα μεγαλύτερα παχύσαρκα αγόρια σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους. 8

9 Συμπεράσματα: Η μειωμένη έκφραση του CB1 και η αυξημένη έκφραση του PPAR-γ στα μικρότερα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά της ομάδας Α, σε συνάφεια με τα αυξημένα επίπεδα της HMW αντιπονεκτίνης, πιθανόν να αντικατοπτρίζουν έναν προστατευτικό μηχανισμό ελεγχόμενης λιπογένεσης και διατήρησης της ινσουλινοευαισθησίας στα παιδιά αυτά που ήδη παρουσιάζουν μειωμένα επίπεδα έκφρασης του υποδοχέα της αντιπονεκτίνης, AdipoR1. Επιπλέον, τα μειωμένα επίπεδα της HMW αντιπονεκτίνης και τα αυξημένα επίπεδα της ινσουλίνης στα μεγαλύτερα παιδιά πιθανόν απεικονίζει την προετοιμασία των παιδιών αυτών για την «φυσιολογική» ινσουλινοαντίσταση της εφηβείας. Η αύξηση των ενζύμων FAAH και DAGL-α στα μεγαλύτερα παχύσαρκα παιδιά της ομάδας Β, μπορεί έμμεσα να μας δείχνει ότι τα επίπεδα της ανανδαμίδης στα παιδιά αυτά είναι μειωμένα, ενώ τα επίπεδα του ενδοκανναβινοειδούς 2-AG αυξάνονται, θέτοντας πιθανόν τα παχύσαρκα παιδιά σε μεγαλύτερο κίνδυνο για λιπογένεση. Η μειωμένη έκφραση του CB1 στα μεγαλύτερα παχύσαρκα παιδιά όμως, μπορεί να απεικονίζει είτε την προσπάθεια του οργανισμού να περιορίσει την λιπογένεση στα παιδιά αυτά, που ήδη βρίσκονται σε κίνδυνο λόγω της παχυσαρκίας τους, είτε αντικατοπτρίζει τη μειωμένη ικανότητα του υποδόριου λιπώδους ιστού να αποθηκεύσει λίπος αυξάνοντας τον κίνδυνο εναπόθεσης λίπους ενδοκοιλιακά, το οποίο μπορεί να διαταράξει την ενεργειακή ισορροπία του οργανισμού τους προκαλώντας διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη. 9

10 1.2 Abstract Introduction: Childhood obesity is the new epidemic of the western world and reflects the excessive storage of body fat. Obesity is a risk factor for the development of metabolic comordities like insulin resistance, diabetes mellitus type 2, cardiovascular diseases and metabolic syndrome. Adipose tissue is an endocrine and paracrine organ, which through the secretion of adipokines and pro-inflammatory molecules it can regulate the body s energy homeostasis. Adiponectin is one of the most important secreted adipokines of adipose tissue and through its AdipoR1 and AdipoR2 it can activate the insulin-dependent glucose uptake of adipocytes. In addition, adiponectin has anti-inflammatory and anti-atherogenic action in other peripheral tissues of the body. PPAR-γ belongs to the family of nuclear receptors PPARs (peroxisome proliferative-activated receptors) and it is a transcription factor, which responds to circulating Free Fatty Acids activating the preadipocyte differentiation into small multilocular mature adipocytes. PPAR-γ through its activation from its endogenous ligands, the thiazolidenidions, can regulate the body s insulin sensitivity and can increase the transcription of adiponectin. The endocannabinoids, through their receptors CB1 and CB2, can regulate food intake via their central nervous system action, they activate lipogenesis in the periphery and reduce the gene expression of adiponectin. The endocannabinoids are found to be upregulated in adult obesity, whereas adiponectin levels are decreased. Aim: To study the expression of AdipoR1, PPAR-γ, CB1 and the endocannabinoid enzymes FAAH and DAGL-α, in prepubertal lean and obese children in relation to their adiponectin and insulin levels in their blood serum. Materials & Methods: Primary cultures of preadipocytes and mature adipocytes were developed from surgical biopsies of abdominal subcutaneous adipose tissue of 17 obese (BMI>95%) and 36 lean (BMI<85%) prepubertal children. The gene and protein expression of AdipoR1, PPAR-γ and CB1 were investigated by RT-PCR and western immunoblotting. The gene expression of the endocannabinoid enzymes FAAH and DAGL-α were studied by Real- Time PCR. Total and HMW adiponectin together with insulin were measured in blood serum 10

11 by ELISA, whereas the insulin resistance index HOMA-IR was estimated and waist circumference was measured in every child. Results: The protein expression of AdipoR1 was significantly decreased in the preadipocytes and the mature adipocytes of the younger obese prepubertal children of group A when compared to their respective lean. PPAR-γ was increased in the mature adipocytes of all the children in comparison to their respective preadipocytes, whereas it was significantly increased in the mature adipocytes of the younger obese children compared to their respective lean. The endocannabinoid receptor, CB1, was significantly decreased in the mature adipocytes of the obese children in both age groups, when compared to their respective lean, whereas it increased with age in the older lean children. Furthermore, the degradation enzyme FAAH (for anandamide) decreased significantly with age in the older lean prepubertal children of group B, in comparison to the younger lean and it was significantly increased in the older obese children in comparison to their respective lean. The biosynthetic enzyme DAGL-α (for 2-AG) was found significantly increased in the older lean and obese prepubertal children of group B when compared to the younger children of group A. Insulin and the HOMA-IR were significantly increased in the older children, both lean and obese in comparison to their respective younger children. HMW adiponectin was decreased in the older prepubertal children of group B in comparison to group A, whereas it was significantly increased in the younger obese children of group A when compared to their respective lea. Waist circumference was significantly increased in the older obese boys when compared with their respective lean. Conclusions: The decreased expression of CB1 together with the increased expression of PPAR-γ and the increased levels of HMW adiponectin in the younger obese prepubertal children of group A, possibly reflects their body s attempt to further limit their pathologic lipogenesis and to maintain normal insulin sensitivity in these obese children, who already have decreased AdipoR1 expression. In addition, the decreased HMW adiponectin levels and the increased insulin in the older children could be indicative of their physiological insulin resistance during puberty. The increased expression of the enzymes FAAH and DAGL-α in the older obese prepubertal children of group B, may indirectly demonstrate that anandamide is decreased and 2-AG is increased in these children, possibly pre-empting them for increased 11

12 lipogenesis. The decreased expression of CB1 in the older obese children may also indicate either the body s attempt to further limit lipogenesis since they are already at risk due to their obesity or it reflects their decreased ability of storing fat in their subcutaneous adipose tissue, increasing the risk of visceral fat disposition that can disrupt their energy homeostasis and could possibly lead to the development of glucose intolerance. 12

13 2.Εισαγωγή-Γενικό Μέρος 13

14 2.1 Παιδική παχυσαρκία Η παχυσαρκία στα παιδιά μπορεί να οριστεί λειτουργικά, ως η μη φυσική αύξηση της μάζας των λιποκυττάρων και θεωρείται μία επιδημία που μαστίζει τις αναπτυγμένες χώρες (1). Η παχυσαρκία σε μικρή ηλικία μπορεί να θεωρηθεί ως ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για μελλοντικά χρόνια νοσήματα, όπως είναι η αντίσταση στην ινσουλίνη, ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπερλιπιδαιμία, η καρδιοαγγειακή νόσος και η υπέρταση. Η παχυσαρκία αποτελεί τη βασική αιτία κινδύνου για εμφράγματα, εγκεφαλικά επεισόδια, σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ και ορισμένες μορφές καρκίνου. (2) Η συχνότητα εμφάνισης της παχυσαρκίας στα παιδιά έχει αυξηθεί με επικίνδυνους ρυθμούς σε οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες. Στην Ελλάδα, το ποσοστό των παιδιών με παχυσαρκία φτάνει περίπου το 30% και επιδημιολογικά στοιχεία την κατατάσσουν ανάμεσα στις τέσσερις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας (3). Πρόσφατη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα έδειξε ότι τα ελληνόπουλα είναι παγκοσμίως τα πιο παχύσαρκα (4). Τα παχύσαρκα παιδιά έχουν αυξημένο κίνδυνο για παχυσαρκία στην ενήλικη ζωή, με τον κίνδυνο αυτό να διπλασιάζεται αν τα παιδιά αυτά προέρχονται από παχύσαρκους γονείς (5). Αίτια παχυσαρκίας Η παχυσαρκία προσδιορίζεται από γενετικούς και περιβαλλοντολογικούς παράγοντες, αλλά και παράγοντες συμπεριφοράς που ενεργούν διαμέσου φυσιολογικών μεσολαβητών, που με τη σειρά τους χρησιμεύουν στην αποθήκευση και κατανάλωση ενέργειας (Εικόνα 1). Το σωματικό βάρος είναι ένας ποσοτικός παράγοντας ο οποίος δεν ακολουθεί τις αρχές του Mendel γιατί επηρεάζεται από διάφορες θέσεις γονιδίων. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που μπορεί να ελέγχουν και να επηρεάζουν ομάδες γονιδίων και να συντελούν στην ανάπτυξη της παχυσαρκίας, περιορίζουν σημαντικά την πρόληψη και τη θεραπεία της. 14

15 Εικόνα 1: Παράγοντες προσδιορισμού της παχυσαρκίας. (Προσαρμογή από Kopelman P.G. Nature 404, , 2000) Η πρόσφατη περιγραφή τουλάχιστον έξι μονογενετικών μορφών της παιδικής παχυσαρκίας επιβεβαίωσε ότι η ανάπτυξη της ανθρώπινης παχυσαρκίας και ιδιαίτερα σε μικρές ηλικίες, επηρεάζεται από γενετικούς παράγοντες. Οι περισσότερες από αυτές τις γενετικές μορφές προέρχονται από σπάνιες υπολειπόμενες διαταραχές που σχετίζονται με πολλαπλές ενδοκρινολογικές ανωμαλίες (6). Παράλληλα, έχουν αναγνωριστεί διάφορα γονίδια που είναι προφανώς αναμεμειγμένα με τη λειτουργία της όρεξης και επίσης έχουν διαπιστωθεί ορισμένες περιπτώσεις διαταραχής ενός γονιδίου ή γονιδιακού τόπου που έχει ως αποτέλεσμα την παχυσαρκία. Ο σημαντικός ρόλος που παίζει η γενετική, ως παράγοντας ελέγχου του βάρους του σώματος, επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη μονογονιδιακών διαταραχών οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την υπερβολική αύξηση του λίπους. Επίσης, μελέτες που έχουν διεξαχθεί σε διδύμους έδειξαν ότι το 40-70% της λιπώδους μάζας είναι κληρονομούμενη (7). Το γεγονός ότι μεταλλάξεις σε διαφορετικά γονίδια μπορούν να προκαλέσουν παχυσαρκία υποδηλώνει την ανάμειξη τέτοιων γονιδίων σε ένα σύστημα ελέγχου του βάρους, για παράδειγμα η διατροφική συμπεριφορά και η κατανάλωση ενέργειας είναι μέλη ενός πολύπλοκου μηχανισμού ελέγχου που μπορεί να διαταραχτεί σε πολλά γονιδιακά σημεία. Κάποιες από τις γνωστές μεταλλάξεις που σχετίζονται με την παχυσαρκία είναι οι εξής: 15

16 Prader-Labhart Willi (15q11-q12), Alstrοm (2p14-p13), Bardet-Biedl (16q21 15q22-q23), Cohen (8q22-q23), prohormone convertase (5q15-q21), Beckwith-Wiedemann (11q15.5), Neisidioblastosis (11p15.1), Pseudohypoparathyroidism (type IA) (20q13.2), Leptin (7q31.3), Leptin Receptor (1p31-p32), POMC (2q23.3), MC4 receptor (18q22). (8-13) Μία προσπάθεια να εξηγηθεί γενετικά η προδιάθεση για παχυσαρκία και σακχαρώδη διαβήτη έγινε με την διατύπωση της θεωρίας του επιδεκτικού γενότυπου (thrifty genotype) πριν 40 χρόνια (14). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, κάποιος ή κάποιοι γονιδιακοί τόποι ευνοούν την συσσώρευση λιπώδους ιστού, αντί για την οξείδωση λίπους, ως φυσική επιλογή επιβίωσης σε περιόδους που δεν υπήρχε καθημερινά επαρκής τροφή. Σήμερα, που διανύουμε την εποχή της αφθονίας, ο γενότυπος αυτός είναι προδιαθεσικός για αυξανόμενη εναπόθεση λίπους χωρίς τις περιόδους νηστείας για εξισορρόπηση του σωματικού βάρους. Σε αυτό το γενότυπο συμβάλουν σημαντικά οι περιβαλλοντικοί παράγοντες με πρόσφατες μελέτες να υποδεικνύουν ότι ο υποσιτισμός της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη, η έκθεση σε υψηλά επίπεδα ινσουλίνης στην μήτρα και η πρώιμη ένταξη υψηλών υδατανθράκων στη διατροφή, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία υπερινσουλιναιμίας σε νεογνά η οποία παραμένει και στην ενήλικη ζωή τους (15). Στις ενεχόμενες περιβαλλοντικές αλλαγές, που συμβάλουν στην αύξηση περιστατικών παχυσαρκίας, συμπεριλαμβάνονται η υπερβολική κατανάλωση ποσότητας φαγητού αμφιβόλου ποιότητας, όπως επίσης και η μειωμένη φυσική δραστηριότητα. Μελέτες έχουν δείξει ότι παχύσαρκα άτομα καταναλώνουν πιο πλούσιες σε λίπος τροφές και ότι η κατανάλωση ενέργειας είναι περιορισμένη, εν συγκρίσει με λεπτά άτομα. Γενικότερα, η άσκηση σχετίζεται με υψηλότερες μεταβολικές λειτουργίες και επιδρά στην κατανάλωση και στην αποθήκευση του λίπους. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και αρκετοί φυσιολογικοί παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν τη δημιουργία της παχυσαρκίας. Οι παραπάνω παράγοντες περιλαμβάνουν τις αλλαγές στον μεταβολισμό του λιπώδους ιστού και του ελέγχού του από διάφορες περιοχές του εγκεφάλου, όπως για παράδειγμα από τον υποθάλαμο, καθώς και αρκετές ορμονικές μεταβολές. Οι εν λόγω διαφοροποιήσεις είναι δυνατόν να προέρχονται από λανθασμένη μετάδοση ενός σήματος στο λιπώδη ιστό, με άμεση συνέπεια την επιρροή του μεταβολισμού και την αυτόνομη αποθήκευση του λίπους. Η παραπάνω διαδικασία έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη αποθήκευση λίπους στον ιστό, το οποίο υπό φυσιολογικές συνθήκες θα καταναλώνονταν από τους μύες. 16

17 Μεταβολικό Σύνδρομο Το μεταβολικό σύνδρομο (ΜΣ) συνίσταται από μία ομάδα μεταβολικών διαταραχών όπως η δυσλιπιδαιμία, η υπεργλυκαιμία, η αρτηριακή υπέρταση και η κεντρικού τύπου παχυσαρκία και αναγνωρίζεται ως ένας κυρίαρχος παράγοντας κινδύνου καρδιοαγγειακής νοσηρότητας και θνητότητας στο σύγχρονο κόσμο. Στα παιδιά τα κριτήρια του μεταβολικού συνδρόμου δεν είναι ακριβή και διαφορικές συστάσεις μεταβολικών διαταραχών μπορεί να τεκμηριώνουν την ύπαρξη ΜΣ στην παιδική ηλικία. Μελέτες, όμως, υποδεικνύουν ότι τα διαγνωστικά κριτήρια του μεταβολικού συνδρόμου (όπως τροποποιήθηκαν από το National Cholesterol Education Panel s diagnostic criteria for adults) σε παιδιατρικές ομάδες μπορεί να είναι: 1) η δυσλιπιδαιμία (υψηλά τριγλυκερίδια και χαμηλές συγκεντρώσεις HDL (Ηigh Density Lipoprotein), 2) η υπέρταση (συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση>95 th %), 3) η κεντρική παχυσαρκία [Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) 95 th % στις καμπύλες BMI και/ή περιφέρεια μέσης 75 th % στις καμπύλες Waist circumference] και 4) η υψηλή γλυκόζη νηστείας ( 100mg/dl) και/ή η αντίσταση στην ινσουλίνη (16-19). Πρόσφατές μελέτες έχουν διαφωτίσει τις γνώσεις μας για τις μεταβολικές αλλαγές της παχυσαρκίας και φαίνεται ότι η αύξηση της παχυσαρκίας ακολουθείται από αύξηση στην γλυκόζη και ινσουλίνη νηστείας, στην αρτηριακή πίεση, στα επίπεδα των τριγλυκεριδίων και στην αντίσταση στην ινσουλίνη, ενώ αντίθετα μειώνεται η HDL 17

18 χοληστερόλη. Η αυξημένη, λοιπόν, συχνότητα της παχυσαρκίας και οι βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της, όπως η δημιουργία του μεταβολικού συνδρόμου, οριοθετούν την ανάγκη για άμεση αναγνώριση των συμπτωμάτων της και την αποτελεσματική πρόληψη και θεραπεία της. (Εικόνα 2) Αντίσταση στην ινσουλίνη και σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 Η αύξηση της συχνότητας του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 από την παιδική ηλικία δείχνει να ακολουθεί την αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας (20). Η μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη σε συνδυασμό με την διαταραχή των β-κυττάρων δείχνουν να συντελούν στην παθογένεια του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η αντίσταση στην ινσουλίνη μπορεί να οριστεί ως μια διαταραγμένη ανταπόκριση των οργάνων στόχων της ινσουλίνης, όπως είναι το ήπαρ, οι σκελετικοί μύες και ο λιπώδης ιστός από τα φυσιολογικά επίπεδα της ινσουλίνης που κυκλοφορούν. Για το λόγο αυτό σε καταστάσεις ινσουλινοαντίστασης ο οργανισμός εκκρίνει μεγαλύτερες ποσότητες ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος, προκαλώντας έτσι υπερινσουλιναιμία, ιδιαίτερα μετά από κάθε γεύμα. Η υπερινσουλιναιμία αυτή μπορεί με την σειρά της να διαταράξει τη φυσιολογική λειτουργία του παγκρέατος και να οδηγήσει στην παθοφυσιολογία του διαβήτη τύπου 2. Πρόσφατες μελέτες συσχετίζουν την ινσουλινοαντίσταση με την παιδική παχυσαρκία και συγκεκριμένα η θεωρία της λιποτοξικότητας φαίνεται να εξηγεί της επιπτώσεις της παχυσαρκίας στην ευαισθησία της ινσουλίνης. Συμφωνά με τη θεωρία αυτή, η λιπώδης διήθηση του ήπατος και των μυών μπορεί να επηρεάζει τη σηματοδότηση της ινσουλίνης, με αποτέλεσμα την υπερινσουλιναιμία και τη μη ανοχή στην γλυκόζη. Πλέον όμως είναι γνωστό ότι ο λιπώδης ιστός παίζει έναν πιο ενεργό ρόλο στη ρύθμιση της ινσουλινοαντίστασης ο οποίος θα συζητηθεί παρακάτω. (21) Επίσης, μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί σε παιδιά δείχνουν ότι ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 εμφανίζεται πιο συχνά στα κορίτσια, γεγονός που πιθανόν να οφείλεται στην αυξημένη ποσότητα (26%) υποδόριου λίπους που εμφανίζουν αυτά σε σχέση με τα αγόρια, συμβάλλοντας έτσι στην ινσουλινοαντίσταση στο θηλυκό πληθυσμό. Επιπρόσθετα, τα κορίτσια παρουσιάζουν μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη ήδη από την ηλικία των 5 ετών και για το λόγο αυτό φυλοσύνδετες διαφορές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την πρόληψη της αντίστασης της ινσουλίνης και την εξέλιξη της σε διαβήτη (22). 18

19 Ο οργανισμός των παιδιών είναι ένας συνεχόμενα αναπτυσσόμενος οργανισμός, που υποβάλλεται σε μεγάλες ενεργειακές ανάγκες και ορμονικές μεταβολές, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια της εφηβείας. Πρόσφατες κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η ευαισθησία στην ινσουλίνη μειώνεται κατά την διάρκεια της εφηβείας και φαίνεται να συσχετίζεται με τις αυξημένες ποσότητες της αυξητικής ορμόνης κατά την περίοδο αυτή. Επιπρόσθετα, μελέτες που έχουν διεξαχθεί σε εφήβους, έδειξαν μειωμένη πρωτεόλυση και πρωτεϊνική οξείδωση η οποία πιθανολογείται ότι οφείλεται στα αυξημένα επίπεδα του IGF-I (Insulin-like Growth Factor I) και στην ινσουλινοαντίσταση που παρουσίαζαν τα παιδιά αυτά κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Η ινσουλινοαντίσταση αυτή που παρουσιάζεται στην εφηβεία δείχνει να συσχετίζεται με αυξημένα επίπεδα εκκρινόμενης ινσουλίνης. (23, 24) 2.2 Λιπώδης Ιστός Ο λιπώδης ιστός θεωρείται ένα ενδοκρινές και παρακρινές όργανο γιατί παίζει ενεργό ρόλο στην εξισορρόπηση της ενέργειας του οργανισμού και δεν αποτελεί μόνο μια αποθήκη λίπους και κινητοποιημένου ιστού αλλά συμπεριλαμβάνει και ειδικά διαφοροποιημένο ιστό κατάλληλο να παράγει και να εκκρίνει ένα μεγάλο ποσοστό των λεγόμενων λιποκινών (adipokines) ή λιποκυτταροκινών (adipocytokines). Μορφολογία και κατανομή του λιπώδους ιστού Ο λιπώδης ιστός αποτελείται από ένα σύνολο λιποκυττάρων και συνδετικού ιστού, που συγκροτούνται μαζί και διαχωρίζεται στον φαιό και λευκό λιπώδη ιστό. Ο διαχωρισμός τους αυτός οφείλεται στην ύπαρξη ενός ποσοστού πρόδρομων λιποκυττάρων (προλιποκύτταρα) και ώριμων λιποκυττάρων δύο τύπων, οι οποίοι διακρίνονται τόσο από το χρώμα τους όσο και ως προς τη λειτουργία τους. Ο λευκός λιπώδης ιστός έχει ένα λευκό έως υποκίτρινο χρώμα, ενώ ο φαιός έχει ένα καστανό χρώμα, λόγω των τριχοειδών και των πολυάριθμων μιτοχονδρίων που περιέχει. Ως προς τη μορφολογία τους τα λευκά λιποκύτταρα είναι σφαιρικά, με το κυτταρόπλασμα τους να καταλαμβάνεται από μία μεγάλη λιποσταγόνα, γεγονός που μετατοπίζει τον πυρήνα και το κυτταρόπλασμα στην περιφέρεια, σχηματίζοντας έτσι ένα δακτύλιο. (Εικόνα 3) Αντίθετα, τα φαιά λιποκύτταρα είναι μικρότερα σε μέγεθος, με πολυγωνικό σχήμα, στα 19

20 οποία ο πυρήνας τους καταλαμβάνει κεντρική θέση, ενώ το κυτταρόπλασμα τους περιέχει πολλά μιτοχόνδρια και μικρές πολυάριθμες λιποσταγόνες διαφορετικού μεγέθους (Εικόνα 4). (25) Εικόνα 3: Λευκός λιπώδης ιστός. Διακρίνεται η μετατόπιση του πυρήνα και του κυτταροπλάσματος από τη λιποσταγόνα. Όσον αφορά την τοποθεσία του, ο λιπώδης ιστός διακρίνεται κυρίως σε σπλαχνικό και υποδόριο λιπώδη ιστό. Αυτός αποτελείται κυρίως από λευκά λιποκύτταρα, ενώ τα φαιά λιποκύτταρα βρίσκονται κυρίως στη μεσοπλεύρια και μασχαλιαία χώρα, γύρω από τα αιμοφόρα αγγεία και την κοιλιακή αορτή, το πάγκρεας, τα επινεφρίδια και τους νεφρούς. (25) Εικόνα 4: Ιστολογική απεικόνιση του φαιού λιπώδους ιστού και η μορφολογία του κυττάρου. Διακρίνεται η πληθώρα των μιτοχονδρίων και των λιποσταγονιδίων. (Veterinary Histology, Caceci T, Lab 5) Ο φαιός λιπώδης ιστός έχει ως κύρια λειτουργία του τη μετατροπή ενέργειας που προσλαμβάνεται από την τροφή σε θερμότητα. Η παραγωγή αυτή της θερμότητας οφείλεται σε μια σημαντική μιτοχονδριακή πρωτεΐνη την UCP-1 (θερμογενίνη), που είναι χαρακτηριστική για τον φαιό λιπώδη ιστό και δρα κατά την διάρκεια της οξειδωτικής φωσφορυλίωσης. Η λειτουργία των φαιών λιποκυττάρων υπόκεινται στη σηματοδότηση από το συμπαθητικό νευρικό σύστημα και ιδιαίτερα από τον υποθάλαμο. Το κύριο 20

21 σηματοδοτικό μόριο είναι νοραδρεναλίνη η οποία διεγείρει τους α- και β-αδρενεργικούς υποδοχείς της, ενεργοποιώντας ποικίλες κυτταρικές λειτουργίες όπως τη λιπόλυση, τον πολλαπλασιασμό των φαιών λιποκυττάρων, τη μιτοχονδριογένεση και την αυξημένη έκφραση και ενεργοποίηση της UCP-1. (26) Ο λευκός λιπώδης ιστός λειτουργεί ως μία αποθήκη υψηλών ενεργειακά μορίων (λιπαρά οξέα), που μπορεί να διοχετεύσει ενέργεια στον οργανισμό μεταξύ γευμάτων και θεωρείται το όργανο της επιβίωσης σε περιόδους νηστείας. Μελέτες έχουν δείξει ότι η παχυσαρκία σχετίζεται με την αύξηση του λευκού λιπώδους ιστού, γεγονός που έστρεψε την έρευνα στο όργανο αυτό και στις λειτουργίες του. Σήμερα θεωρείται ένα ενδοκρινές και παρακρινές όργανο που σηματοδοτεί και επηρεάζει τα μεταβολικά μονοπάτια του οργανισμού και παίζει ενεργό ρόλο στη διατήρηση του ενεργειακού ισοζυγίου, όπως επίσης εμπλέκεται και στην παθοφυσιολογία της παχυσαρκίας, και για αυτό το λόγο θα συζητηθεί σε ξεχωριστή ενότητα. Η φυσιολογία του λευκού λιπώδους ιστού Ο λευκός λιπώδης ιστός σε κυτταρικό επίπεδο παρουσιάζει μία πολυπλοκότητα, με τα ώριμα λιποκύτταρα να αποτελούν το ½ των κυττάρων του ιστού, ενώ το υπόλοιπο μέρος του να αποτελείται από ινοβλάστες, ενδοθηλιακά κύτταρα, πρόδρομα λιποκύτταρα και μακροφάγα. Οι βασικές λειτουργίες του αποτελούν το μεταβολισμό των λιπιδίων, τον μεταβολισμό της γλυκόζης και την παραγωγή και έκκριση πεπτιδίων με ποικίλες βιολογικές δράσεις, γνώστες ως κυτταροκίνες που συμβάλλουν στην ενδοκρινολογική δράση του λιπώδους ιστού. (27) Ι. Ο μεταβολισμός των λιπιδίων Το λιποκύτταρο αποθηκεύει ενέργεια με την μορφή τριγλυκεριδίων, τα οποία συντίθενται στο ίδιο το λιποκύτταρο από τρία μόρια λιπαρών οξέων και ένα μόριο γλυκερόλης συνδεδεμένα με εστερικό δεσμό και αποθηκεύονται στην λιποσταγόνα. Η ρύθμιση του μεταβολισμού των λιπιδίων υπόκεινται σε τρεις διεργασίες α) στην πρόσληψη των λιπαρών οξέων β) στη λιπογένεση (σύνθεση τριγλυκεριδίων και αποθήκευση) γ) στη λιπόλυση (απελευθέρωση των λιπαρών οξέων και της γλυκερόλης) (Εικόνα 5). Οι 21

22 διεργασίες αυτές ρυθμίζονται από ποικίλους παράγοντες σημαντικότεροι εκ των οποίων είναι η ινσουλίνη, η κορτιζόλη, οι κατεχολαμίνες, η τεστοστερόνη, τα ελεύθερα λιπαρά οξέα και οι κυτταροκίνες. (28) Τα λιπαρά οξέα που χρησιμοποιούνται από τα λιποκύτταρα προέρχονται από την τροφή, από τα λιπαρά οξέα που έχουν απελευθερώσει τα ίδια τα λιποκύτταρα κατά τη λιπόλυση και σε μικρότερο ποσοστό από την de novo λιπογένεση λόγω καταβολισμού των υδατανθράκων. Εικόνα 5: Σύνοψη των διαδικασιών του μεταβολισμού των λιπιδίων. (Πρόσληψη των λιπαρών οξέων, λιπογένεση και λιπόλυση): AC: αδενυλική κυκλάση; ACS: συνθετάση του άκυλο συνενζύμου Α; AKT: AKR θυμοειδούς κυττάρου ποντικιού ιϊκό πρώτοογκογονίδιο; AR: αδρενεργικός υποδοχέας; HSL: ορμονοευαίσθητη λιπάση; IR: υποδοχέας της ινσουλίνης; PI3K: κινάση της φωσφατιδυλοϊνοσυτόλης-3; PKA: πρωτεϊνική κινάση Α. (Sethi JK, Vidal-Puig J, 2007 adipose tissue function and plasticity orchestrate nutritional adaptation, J lipid Research) Η πρόσληψη των λιπιδίων γίνεται από τη λιποπρωτεΐνη λιπάση (LPL) η οποία βρίσκεται στο τριχοειδές τοίχωμα των λιποκυττάρων και υδρολύει τα λιπίδια σε λιπαρά οξέα, τα οποία με την σειρά τους προσλαμβάνονται από μόρια μεταφορείς των λιπαρών οξέων, όπως την CD36 και την FAT (fatty acid transporter) και μεταφέρονται στα μιτοχόνδρια για την περαιτέρω εστεροποίηση τους σε τριγλυκερίδια. (29, 30) Η απελευθέρωση των λιπαρών οξέων και της γλυκερόλης επιτυγχάνεται κατά την διάρκεια της λιπόλυσης με τη βοήθεια της ορμονοευαίσθητης λιπάσης (HSL). Αυτή υδρολύει διαδοχικά τα τριγλυκερίδια σε δυακυλογλυκερόλες και μονοάκυλογλυκερόλες. (31) Οι μονακυλογλυκερόλες με την σειρά τους καταλύονται από την λιπάση των μονογλυκεριδίων (MGL) για να δώσουν τα ελεύθερα λιπαρά οξέα και τη γλυκερόλη. Επίσης, 22

23 στο λιπώδη ιστό υπάρχει και μια ειδική λιπάση η ATGL (adipose-tissue-specific triglycerol lipase), που είναι υπεύθυνη για την υδρόλυση των τριγλυκεριδίων σε διγλυκερίδια και φαίνεται να έχει τη μεγαλύτερη δράση κατά τη διάρκεια της λιπόλυσης. (32) Η ενεργοποίηση της λιπόλυσης υπόκειται στον αυστηρό έλεγχο των κατεχολαμινών και της ινσουλίνης. Οι κατεχολαμίνες μέσω των β-υποδοχέων τους επάγουν τη λιπόλυση και μέσω των α-υποδοχέων αναστέλλουν τη δράση αυτή, με την ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών δράσεων να τείνει προς τη λιπόλυση. Συγκεκριμένα, η φωσφορυλίωση της HSL μέσω της c-amp σε διαφορετική σερίνη μπορεί να την ενεργοποιήσουν (Ser 563) ή να την αναστείλουν (Ser 565). (33, 34) Η ινσουλίνη είναι γνωστή για την άντι-λιπολυτική της δράση την οποία επιτυγχάνει μέσω της ενεργοποίησης του μονοπατιού της PI3-Kinase-PKB/Akt. Η ενεργοποίηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση της φωσφοδιεστεράσης 3Β που διασπά το camp και μειώνει τη φωσφορυλίωση της HSL. (35) Άλλοι παράγοντες της λιπόλυσης θεωρούνται τα νατριουρητικά πεπτίδια και οι β-αδρενεργικοί υποδοχείς, οι οποίοι επάγουν τη λιπόλυση μέσω της ενεργοποίησης της ATGL. Οι υπόλοιποι ρυθμιστικοί μηχανισμοί προέρχονται από τη σηματοδότηση των κυτταροκινών, ενώ η ηλικία, η φυσική δραστηριότητα, η διατροφή, το γενετικό υπόβαθρο και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τη διεργασία αυτή. (36) ΙΙ. Ο μεταβολισμός της γλυκόζης Τα λιποκύτταρα συμμετέχουν ενεργά στο μεταβολισμό της γλυκόζης με άμεσο τρόπο, αφού διαθέτουν τον πλήρη μηχανισμό πρόσληψης και αποδόμησης της γλυκόζης και έμμεσα, αφού η απελευθέρωση των λιπαρών οξέων και η έκκριση των κυτταροκινών μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό της γλυκόζης από άλλους ιστούς. Η κύρια ορμόνη που επηρεάζει την πρόσληψη της γλυκόζης από το λιποκύτταρο είναι η ινσουλίνη, που μέσω της ενεργοποίησης του μονοπατιού PI3-Kinase-Akt σηματοδοτεί την εκτόπιση του μεταφορέα της γλυκόζης GLUT-4 στη μεμβράνη και την πρόσληψη της γλυκόζης από το κύτταρο. (Εικόνα 5) Η γλυκόζη στο λιποκύτταρο μπορεί να αποθηκευτεί ή να χρησιμοποιηθεί ως υπόστρωμα για την de novo λιπογένεση. Αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη σύνθεση γλυκερόλης και λιπαρών οξέων, μία διεργασία που έχει χαμηλό μεταβολικό ρυθμό στα λιποκύτταρα και συνήθως γίνεται από το ήπαρ. Κυρία πηγή της γλυκερόλης επίσης αποτελεί ο μηχανισμός της γλυκερονεογένεσης και της γλυκόλυσης. Ο 23

24 μεταβολισμός της γλυκόζης από το λιποκύτταρο παίζει σημαντικό ρόλο στην ομοιόσταση της γλυκόζης στον οργανισμό, αφού μελέτες έχουν δείξει ότι η αύξηση της λιπόλυσης επιδρά αρνητικά στην ηπατική κάθαρση της ινσουλίνης και στην καταστολή της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης. Υψηλές συγκεντρώσεις ελεύθερων λιπαρών οξέων προκαλούν υπεργλυκαιμία και μπορεί να επάγουν ινσουλινοαντίσταση στους σκελετικούς μύες, με αποτέλεσμα την αύξηση της ινσουλίνης στην κυκλοφορία και υπερινσουλιναιμία στην περιφέρεια. (37) 2.3 Λιπώδης ιστός ως ενδοκρινές όργανο Η μεταβολική ετερογένεια του λιπώδη ιστού, μαζί με τις εκκρινόμενες αδιποκίνες, τα φλεγμονογόνα μόρια και τις πρωτεΐνες ρύθμισης των θρομβώσεων και του αγγειακού συστήματος που εκφράζει, τον καθιστούν ως ένα όργανο που διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην ενεργειακή ομοιόσταση του οργανισμού, στη ρύθμιση του νευροενδοκρινούς συστήματος, του αυτόνομου νευρικού και του ανοσοποιητικού. Εικόνα 6: Οι παρακρινείς και ενδοκρινείς λειτουργίες του λιπώδους ιστού. Ορμόνες και άλλα προϊόντα που εκκρίνονται από τον λιπώδη ιστό. Λεπτίνη, angiotensin, φλεγμονώδης κυτταροκίνες, συμπληρωματικοί παράγοντες (π.χ. adipsin), στεροειδή και παράγοντες της θρόμβωσης/ινόλυσης, εμπλέκονται στον μεταβολισμό και στη ρύθμιση του νευρικού, ανοσοποιητικού και καρδιοαγγειακού συστήματος. Η αντιπονεκτίνη παίζει ρόλο στην ευαισθησία στην ινσουλίνη και έχει αντι-φλεγμονώδη δράση. ASP: πρωτεΐνη διέγερσης της ακυλίωσης; IL-6: ιντερλευκίνη-6; PAI-1: plasminogen activator αναστολέας τύπου 1; TF: παράγοντας ιστού; TGF-β, μετασχηματιζόμενος αυξητικός παράγοντας β; TNFa: παράγοντας νέκρωσης όγκου α. (trend in endocrinology and metabolism 2000) 24

25 Οι αντιποκίνες αποτελούνται από πολυπεπτίδια όπως και άλλα μη πρωτεϊνικά προϊόντα, τα οποία είναι μεταβολικά ενεργά μόρια και ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες, όπως της ανοσοποίησης (συμπληρωματικών παραγόντων, απτοσφαιρίνη), της ενδοκρινούς λειτουργίας (λεπτίνη, στεροειδών του φύλου διαφόρων αυξητικών παραγόντων) της μεταβολικής λειτουργίας (λιπαρά οξέα, αντιπονεκτίνη, ρεζιστίνη) και των καρδιοαγγειακών λειτουργιών (αγγειοτενσίνη, PAI-1). (Εικόνα 6) Πρόσφατες μελέτες, με την βοήθεια της γονιδιωματικής και πρωτεομικής τεχνολογίας, έχουν αναγνωρίσει διάφορους εκκρινόμενους παράγοντες, που η λειτουργία τους ακόμα δεν έχει προσδιοριστεί.(27, 38) Στην τελευταία δεκαετία, έχουν αναγνωριστεί διάφορα μόρια που εκκρίνονται από τα λιποκύτταρα με σκοπό να ενεργοποιήσουν άλλους ιστούς. Α. Λεπτίνη Η λεπτίνη εκκρίνεται κυρίως από το λιπώδη ιστό, άλλα βρίσκεται και σε χαμηλά ποσοστά στον πλακούντα, στις ωοθήκες, στους σκελετικούς μύες, στη γαστρική βλεννώδη μεμβράνη, στον υποθάλαμο και στο μαστικό επιθήλιο. Είναι μία πρωτεΐνη 16 ΚDa σε μάζα, κωδικοποιείται από το obese (ob) γονίδιο, ενώ συντίθεται και εκκρίνεται από τα λιποκύτταρα ως απάντηση σε μεταβολές των αποθηκών λίπους του σώματος. Η λεπτίνη σηματοδοτεί το διατροφικό μονοπάτι στον υποθάλαμο, με το να συνδέεται με τον υποδοχέα της στον τοξοειδή πυρήνα, πυροδοτώντας την παραγωγή της α- μελανινοκυτταρίκης διεγερτικής ορμόνης (α-msh), διαμέσου των προιομελανινοκορτικών (POMC) νευρώνων. Η α- MSH δεσμεύεται με τον τύπο 4 μελανινοκορτικό υποδοχέα (MC4R) επηρεάζοντας τις ανορεκτικές ιδιότητες που προκαλεί στον οργανισμό η συγκεκριμένη ορμόνη, μέσω της μείωσης του νευροπεπτιδίου Υ (NPY). (8, 9) H λεπτίνη έχει διαπιστωθεί ότι περιορίζει την όρεξη, αυξάνει την κατανάλωση της ενέργειας, διεγείρει τις γοναδοτροπίνες και είναι σημαντικός ρυθμιστής της ευαισθησίας του οργανισμού στην ινσουλίνη και του μεταβολικού ρυθμού του οργανισμού. Η μετάδοση του σήματος της λεπτίνης εμπλέκεται και στην παθογένεια της αρτηριακής θρόμβωσης (39). (Εικόνα 7) 25

26 Εικόνα 7: Τα ρυθμιστικά μονοπάτια της λεπτίνης στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και σε άλλα περιφερικά όργανα. (Xu Y.L. et al. European Journal of Pharmacology 500 (2004) ) Υπάρχουν διάφορες μορφές υποδοχέων της λεπτίνης (OB-R), η πλειοψηφία των οποίων εκφράζεται στα λιποκύτταρα και έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους ένα ελλειμματικό διαμεμβρανικό τμήμα (διαφορετικά μήκη κυτταροπλασματικών τμημάτων). Είναι γνωστοί ως short form receptors σε αντίθεση με τους long form που έχουν μεγαλύτερη περιοχή στο κυτταρόπλασμα. Αυτοί οι υποδοχείς δεν παρουσιάζουν εγγενή δράση κινάσης και απαιτούν την ενεργοποίηση συσχετιζόμενων με τις κινάσες υποδοχέων [οι οποίοι ανήκουν στην οικογένεια των Janus (JAKs)] και οι οποίοι με τη σειρά τους ενεργοποιούν περαιτέρω τα μονοπάτια σηματοδότησης, όπως των μεταγραφικών παραγόντων STATs (Signal Transducers and Activators of Transcription). (40) Στον ορό του αίματος η λεπτίνη κυκλοφορεί ως ελεύθερη ορμόνη (FL) αλλά και με τη μορφή σύνθετων μορίων με υψηλό μοριακό βάρος, που σχηματίζονται με διαλυτούς υποδοχείς (LR). Ακόμα, είναι δυνατή η δέσμευση της από άλλα πρωτεϊνικά μόρια, που βρίσκονται στον οργανισμό. Η δεσμευμένη λεπτίνη (BL) χρησιμοποιείται ως δείκτης δαπάνης της ενέργειας του οργανισμού κατά τις περιόδους ηρεμίας, σε αντίθεση με την FL, που τα ποσοστά έκκρισης της από τα λιποκύτταρα, επιλεκτικά απεικονίζουν τη μάζα του σώματος. Έρευνες έχουν δείξει ότι ο αριθμός των υποδοχέων της λεπτίνης όπως επίσης, και της BL δεν επηρεάζονται από την παχυσαρκία, εν αντιθέσει με την ελεύθερη ορμόνη που βρίσκεται σε υψηλά ποσοστά στα παχύσαρκα άτομα και είναι άμεσα συνδεδεμένη με την 26

27 αντίσταση στην ινσουλίνη. Η αντίσταση αυτή, πιθανόν να προέρχεται ως έμμεσο αποτέλεσμα της μειωμένης κατανάλωσης ενέργειας, που προκαλούν τα μεγάλα αυτά ποσοστά της λεπτίνης στον οργανισμό. (41, 42) Ένας καινούργιος όρος που χρησιμοποιείται σήμερα είναι η «αντίσταση στην λεπτίνη» και θεωρείται ο λόγος για τον οποίο τα υψηλά επίπεδα της λεπτίνης στην παχυσαρκία αδυνατούν να καταστείλουν την όρεξη και να οδηγήσουν σε απώλεια βάρους. Ποικίλοι μηχανισμοί έχουν ανακαλυφθεί ότι δρουν για την αντίσταση αυτή. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε ένας μεταφορέας κορεσμού, που φαίνεται να εμποδίζει το πέρασμα της λεπτίνης από τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, όταν οι συγκεντρώσεις της υπερβούν το φυσιολογικό, μειώνοντας έτσι τη διαθεσιμότητα της στον υποθάλαμο. Επίσης, οι μελέτες αυτές δείχνουν ότι αναστολείς στο σηματοδοτικό μονοπάτι της λεπτίνης, όπως η πρωτεϊνική τυροσίνη φωσφατάση 1Β (PTP-1B), η SH-περιλαμβανόμενη πρωτεϊνική τυροσίνη φωσφατάση (SH-2), καθώς και ο αναστολέας της σηματοδότησης κυτταροκίνων 3 (SOCS-3), συμβάλουν στην αντίσταση της λεπτίνης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ινσουλίνη μπορεί να αυξήσει τον αναστολέα SOCS-3 της λεπτίνης και αυτό φαίνεται να δρα ανταγωνιστικά στη λεπτίνη. Ο μηχανισμός αυτός παίζει σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης ή της εφηβείας, όπου τα επίπεδα της ινσουλίνης αυξάνονται και έχουμε «φυσιολογική» ινσουλινοαντίσταση. Παράλληλα, τα επίπεδα της λεπτίνης πρέπει να παραμείνουν αυξημένα για να εξασφαλιστεί η αναπαραγωγική ικανότητα στις περιόδους αυτές. Μετά την ολοκλήρωση της εγκυμοσύνης ή της ήβης, η ινσουλίνη μειώνεται, το βάρος σταθεροποιείται και η λεπτίνη επιστρέφει στα φυσιολογικά. Φαίνεται λοιπόν, ότι η αντίσταση στην ινσουλίνη σε παχύσαρκα άτομα προάγει την αντίσταση στη λεπτίνη, δημιουργώντας ένα «φαύλο» κύκλο κατά τον οποίο τα επίπεδα της ινσουλίνης αυξάνονται, η ανορεξιογόνος οδός της λεπτίνης υπολειτουργεί και το βάρος αυξάνεται, γεγονός που αυξάνει περισσότερο την έκκριση της ινσουλίνης. Επειδή όμως, η μειωμένη κατανάλωση ενέργειας που προκαλεί η αυξημένη λεπτίνη και η αντίσταση που προκαλεί η ινσουλινοαντίσταση είναι συνέπεια μιας συνδυασμένης δράσης του υποθαλάμου και του λιπώδους ιστού, η περαιτέρω διερεύνηση του μονοπατιού σηματοδότησης της λεπτίνης στο λιπώδη ιστό είναι απαραίτητη. (43, 44) 27

28 Β. Γρελίνη H γρελίνη αναγνωρίστηκε αρχικά ως ένα ενδογενές δεσμευτικό μόριο του υποδοχέα της αυξητικής ορμόνης (GHS-R) και είναι ένας ισχυρός διεγερτικός παράγοντας απελευθέρωσης της ορμόνης αυτής στον άνθρωπο. H γρελίνη διαχωρίζεται από ένα μεγαλύτερο πρόδρομο μόριο, την προγρελίνη. Το μόριο τροποποιείται μετα-μεταφραστικά με την ομοιοπολική σύνδεση μίας μεσαίας αλυσίδας λιπαρού οξέος στο τελικό κατάλοιπο σερίνης του πεπτιδίου (45, 46) και η τροποποίηση αυτή λαμβάνει χώρα στα κύτταρα που εκκρίνουν τη γρελίνη και είναι απαραίτητη για την πρόσδεση της γρελίνης στον υποδοχέα της GHSR (45). Στο γαστρεντερικό σωλήνα και στην κυκλοφορία η γρελίνη βρίσκεται στις δύο κύριες μορφές της, την ακετυλιωμένη και την αποκετυλιωμένη μορφή, η οποία στερείται την αλυσίδα του λιπαρού οξέος (47). Η αποκετυλιωμένη μορφή της γρελίνης αποτελεί την πιο κοινή ισομορφή, η οποία όμως δεν ενεργοποιεί τον υποδοχέα. Ο ρόλος της αποκετυλιωμένης ισομορφής της γρελίνης δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως, αλλά μελέτες έχουν δείξει ότι μπορεί να ενεργοποιήσει, να αναστείλει ή ακόμα και να μην έχει σημαντική δράση στην κατανάλωση τροφής ή στην έκκριση της αυξητικής ορμόνης (48, 49). Ωστόσο, πρόσφατες μελέτες αναφέρουν ότι συμμετέχει στην κινητικότητα του γαστρικού συστήματος (50). Η σύνθεση της ξεκινάει κυρίως από το στομάχι και σε αρκετά μικρά ποσοστά από το έντερο, την υπόφυση, τα νεφρά, τον πλακούντα και τον υποθάλαμο. Είναι μία από της σημαντικότερες ορεξιογόνες ορμόνες και συμβάλει ενεργά στην ρύθμιση του βάρους του σώματος, αφού μπορεί να συντονίσει την κατανάλωση της λαμβανόμενης ποσότητας και ενέργειας του φαγητού. (Εικόνα 8) Στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ) η γρελίνη ως ορεξιογόνο πεπτίδιο μπορεί να δράσει στον τοξοειδή πυρήνα του υποθαλάμου επάγοντας τη δράση του ορεξιογόνου νευροπεπτιδίου Υ (NPY) και της αγκούτι σχετιζόμενης πρωτεΐνης (AgRP). Παράλληλα, η γρελίνη παράγεται στην υπόφυση και συμβάλει στην έκκριση της GH από αυτήν, ενώ η απελευθερούμενη ορμόνη της GH (GHRH) φαίνεται να αυξάνει τα επίπεδα της γρελίνης στον υποθάλαμο και να επάγει έμμεσα τη δράση της στην υπόφυση (51). 28

29 Εικόνα 8: Οι επιδράσεις της Γρελίνης στο ΚΝΣ, και οι επιπτώσεις στον μεταβολισμό της γλυκόζης και των λιπιδίων. (A) Η Γρελίνη εκκρίνεται κυρίως από το στομάχι και μπορεί (B) να έχει ενδοκρινείς και παρακρινείς επιδράσεις στην κινητικότητα του γαστρεντερικού συστήματος ή (Γ) μέσω της κυκλοφορίας του αίματος να δράσει στο ΚΝΣ στον GHS-Rs μέσα και έξω από τον εγκεφαλικό φραγμό. Γνωστές περιοχές στόχοι της γρελίνης στο ΚΝΣ είναι υποθάλαμος, ο ventral tegmentum και nucleus accumbens, ο ιππόκαμπος και οι πληθυσμοί των GHS-R στο στέλεχος. Οι δράσεις της γρελίνης στο ΚΝΣ συμβάλουν (Δ) στον έλεγχο της πρόσληψης της τροφής και (E) στην συνδυασμένη ρυθμίση κυτταρικών μονοπατιών στην περιφέρεια, ελέγχοντας με αυτό τον τρόπο την γλυκόζη, τα λιπίδια και το μεταβολισμό. Στον έλεγχο του μεταβολισμού στην περιφέρεια από την γρελίνη και το ΚΝΣ συμμετέχει το αυτόνομο νευρικό σύστημα, σε συνδυασμό με τον άξονα του υποθαλάμου και της υπόφυσης. Εκτός από το στομάχι, η γρελίνη παράγεται και από άλλους περιφερικούς ιστούς, σε πολύ μικρά επίπεδα όμως. (F) Η παρακρινής έκκριση της γρελίνης από τα παγκρεατικά κύτταρα φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην έκκριση της ινσουλίνης από τα κύτταρα αυτά αλλά και παράλληλα στην βιωσιμότητα αυτών των κυττάρων. (Προσαρμογή από Petra Wiedmer, Rubén Nogueiras, Fabio Broglio, David D'Alessio and Matthias H Tschöp Nature Clinical Practice Endocrinology & Metabolism (2007) 3, ) Τα ποσοστά της γρελίνης αυξάνονται πριν από το γεύμα και μειώνονται σταδιακά. Έχει την δυνατότητα να ρυθμίζει θετικά την διατήρηση της ενέργειας και να επηρεάζει τη λιπογένεση. Μελέτες έχουν δείξει ότι η γρελίνη βρίσκεται σε χαμηλά ποσοστά στα παχύσαρκα άτομα και ότι μπορεί να αυξηθεί μετά τη μείωση του βάρους ύστερα από 29

30 δίαιτα. Είναι πιθανόν η έκκριση της να ελέγχεται έμμεσα από την αίσθηση πληρότητας, που προκαλεί η λεπτίνη και για αυτό το λόγο θεωρείται ως ένας καθοριστικός παράγοντας έκκρισης της γρελίνης. (52) Η γρελίνη έχει και φυσιολογικές λειτουργίες, επιδρώντας είτε άμεσα είτε έμμεσα στον λιπώδη ιστό. Οι Choi et al. περιέγραψαν την άμεση δράση της γρελίνης στην διαφοροποίηση διεγερμένων πρώιμων λιποκυττάρων και στον ανταγωνιστικό της ρόλο στην λιπολυτική δράση της ισοπροτερινόλης. Συγχρόνως, έδειξαν ότι τα ποσοστά έκφρασης του υποδοχέα της γρελίνης (GHS-R) είναι αυξημένα κατά τις περιόδους ανάπτυξης των ποντικιών και βοηθούν στην διαφοροποίηση των προλιποκυττάρων σε τεχνητό περιβάλλον. Σε ένα δεύτερο στάδιο αποδείχθηκε ότι η γρελίνη μπορεί να αυξήσει τα ποσοστά έκφρασης του γονιδίου PPAR-γ2, το οποίο είναι γνωστό για το ρυθμιστικό του ρόλο, στο μεταγραφικό μονοπάτι της λιπογένεσης. Γενικότερα, λοιπόν, η γρελίνη θεωρείται ως ένας σημαντικός λειτουργικός παράγοντας στην αύξηση και διατήρηση των λιποκυττάρων και μπορεί να σηματοδοτήσει ποικίλες διεργασίες του λιπώδους ιστού. (53) Επιπρόσθετα, η αυξητική ορμόνη της οποίας η έκκριση ρυθμίζεται και από τα επίπεδα της γρελίνης, θεωρείται από τους πιο σημαντικούς ρυθμιστικούς παράγοντες του μεταβολισμού των υδατανθράκων και των λιπιδιών, συμμετέχει ενεργά στο μηχανισμό πρόσληψης της γλυκόζης από το κύτταρο, αυξάνει την κατανάλωση λίπους μέσω της ικανότητας της να ρυθμίζει τον μεταβολικό ρυθμό, εμποδίζει τη συσσώρευση τριγλυκεριδίων στο λιπώδη ιστό και ενεργοποιεί την λιπόλυσή του. (54) Η λυπολιτική δράση της αυξητικής ορμόνης φαίνεται να οφείλεται στην ικανότητα της να αυξήσει την ευαισθητοποιούμενη από ορμόνες λιπάση (HSL) στο λιπώδη ιστό, ένας μηχανισμός που πιθανόν ενεργοποιείται μέσω των β-αδρενεργικών υποδοχέων (55-57). Παράλληλα, είναι γνωστή η δράση της GH στην προαγωγή φυσιολογικής ινσουλινοαντίστασης στον οργανισμό, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της εφηβείας (23). Η δράση της αυτή έχει περιγραφεί ότι πιθανόν οφείλεται στην ικανότητας της GH να αυξήσει τη ροή των ελεύθερων λιπαρών οξέων (FFA) από τον λιπώδη ιστό στην περιφέρεια (58), επίσης μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της p85 υπομονάδας της PI3 κινάσης, μειώνοντας την ινσουλινοεπαγώμενη ενεργοποίηση της PI3K μέσω της πρόσδεσης του IRS-1 (59, 60) και φαίνεται ότι τα επίπεδα της ρυθμίζουν τα επίπεδα και την κυτταρική τοποθεσία των μεταφορέων της γλυκόζης GLUT1 και GLUT4 (61). 30

31 Η αυξητική ορμόνη έχει συσχετιστεί και με την παχυσαρκία. Συγκεκριμένα, ο χρόνος ημιζωής της αυξητικής ορμόνης (GH) έχει βρεθεί αντιστρόφως ανάλογος του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) (62), ενώ το ποσοστό λίπους συσχετίζεται αρνητικά με την 24ωρή έκκριση της GH (63, 64). Επίσης, η αυξητική ορμόνη λόγω της λιπολυτικής της δράση αποτελεί σημαντική θεραπευτική προσέγγιση του συνδρόμου παχυσαρκίας Prader-Willi (65). Το σύνδρομο Prader-Willi είναι μία σχετικά σπάνια κληρονομήσιμη γενετική διαταραχή, η οποία οφείλεται στη διαγραφή ή στην έλλειψη μεταγραφής 7 γονιδίων τα οποία βρίσκονται στην 15q11- q 13 του χρωμοσώματος 15. Η έλλειψη αυτή των γονιδίων προκαλεί σοβαρές βλάβες στον εγκέφαλο οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά την φυσιολογική λειτουργία του υποθαλάμου προκαλώντας παράλληλα, διαταραγμένη αύξηση και μη φυσιολογική σωματική κατανομή, συμπτώματα που συνεπάγονται από τη μειωμένη έκκριση αυξητικής ορμόνης. Προκλιτές εξετάσεις στα παιδιά αυτά με GHRH έδειξαν ότι τα παιδιά με Prader- Willi ανταποκρίνονται καλά στο ανάλογο αυτό και ήταν και οι πρώτες ενδείξεις της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας της αυξητικής ορμόνης στα παιδιά αυτά (65). (Εικόνα 9) Εικόνα 9: Θεραπεία GH σε παιδί με σύνδρομο παχυσαρκίας Prader-Willi. (από την ιστοσελίδα του καθηγητή Daniel J.Driscoll: Παράλληλα, σε άτομα με κεντρική παχυσαρκία τα επίπεδα του ινσουλινομιμητικού αυξητικού παράγοντα 1 (IGF-1), που είναι ο βασικότερος εκκρινόμενος παράγοντας του 31

32 σηματοδοτικού μονοπατιού της GH, είναι χαμηλά (66) και σε τέτοιες καταστάσεις εντοπίζονται και υψηλά επίπεδα στον ορό μη εστεροποιημένων λιπαρών οξέων (67). Φαίνεται, λοιπόν, ότι σε καταστάσεις παχυσαρκίας οι ιστοί είναι ευαισθητοποιημένοι στη σηματοδότηση της αυξητικής ορμόνης, αλλά παράλληλα χαρακτηρίζονται και από μια ελεγχόμενη αντίσταση στη δράση του IGF-1, ενώ σημαντική μείωση του σωματικού βάρους στην παχυσαρκία σχετίζεται με την αποκατάσταση των επαγόμενων επιπέδων της GH σε φυσιολογικά επίπεδα (68-70). Γ. Αντιπονεκτίνη Η αντιπονεκτίνη/acrp30 είναι μία μεγάλη (30 KDa) πρωτεΐνη που αποτελείται από ένα N-άκρο σηματοδοτούμενης αλληλουχίας, μία διαφοροποιούμενη περιοχή, μία περιοχή κολλαγόνου και ένα σφαιροειδές C-άκρο. Είναι παραγόμενη από τα λιποκύτταρα και είναι παρούσα στην κυκλοφορία σε κατάσταση διμερούς-τριμερούς, χαμηλού μοριακού βάρους (LMW), σε κατάσταση εξαμερούς, μετρίου μοριακού βάρους (MMW) και σε μεγάλα σύμπλοκα 12 έως 18-μερών, μεγάλου μοριακού βάρους (HMW). (Εικόνα 10) Εικόνα 10: Δομικά χαρακτηριστικά της αντιπονεκτίνης. Επάνω πλαίσιο: σχηματικό διάγραμμα της πρωτοταγής δομής της αντιπονεκτίνης. Οι αριθμοί αντιστοιχούν στις θέσεις των υδροξυλιωμένων προλινών ή λυσινών. Η υδροξυλιοποιημένες λυσίνες γλυκοζυλιώνονται. SS: αλληλουχία σηματοδότησης; VR: υπερμεταβλητή περιοχή. Κάτω πλαίσιο: σχηματισμός των ισομορφών της αντιπονεκτίνης από ολιγομερή. S S : δισουλφιδικές γέφυρες με μεσολάβηση της κυστεΐνης 39. (Adipose tissue and adipokines in health and disease, Humana Press, 2007) Η σύνθεση των ολιγομερών της αντιπονεκτίνης βασίζεται σε δισουλφιδικούς δεσμούς που σχηματίζονται σε ένα μόριο Cys-36 στην υπερμεταβλητή περιοχή του αμινοτελικού άκρου. Η παραγωγή της αντιπονεκτίνης γίνεται και από άλλες πηγές και 32

33 ανάλογα από τον ιστό που προέρχεται μπορεί να δώσει διαφορετικά ολιγομερή. Μελέτες δείχνουν ότι το κάθε ολιγομερές έχει ξεχωριστή βιολογική δράση, έτσι το LMW μπορεί να ενεργοποιήσει την AMP-κινάση στους σκελετικούς μύες, ενώ η HMW ισομορφή της αντιπονεκτίνης μπορεί να αναστείλει την παραγωγή γλυκόζης από το ήπαρ, να προστατέψει τα ενδοθηλιακά κύτταρα από την απόπτωση και θεωρείται η πιο βιολογικά δραστική ισομορφή της ινσουλινοευαισθητοποιούς δράσης της αντιπονεκτίνης. (71) Εκτιμάται ότι η αντιπονεκτίνη έχει ποικίλες δράσεις και παίζει σημαντικό ρόλο στην ρύθμιση της ευαισθησίας της ινσουλίνης, στην ρύθμιση της ενεργειακής ομοιόστασης, στην αγγειακή επανενεργοποίηση, στη φλεγμονή, στον κυτταρικό πολλαπλασιασμό και στην ανακατασκευή των ιστών. (εικόνα 10) Οι δράσεις αυτές επιτυγχάνονται μέσω των υποδοχέων της αντιπονεκτίνης, τους AdipoR1 και AdipoR2, οι οποίοι είναι δύο υποδοχείς με επτά διαμεμβρανικές αλληλουχίες και ανήκουν στην οικογένεια των G-συνδεδεμένων πρωτεϊνών (GPCRs). (Εικόνα 11) (71) Εικόνα 11: Η δομή των υποδοχέων της αντιπονεκτίνης AdipoR1 και AdipoR2 [Ref. (71)] O υποδοχέας AdipoR1 ενεργοποιείται από τη σφαιρική αντιπονεκτίνη, η οποία εκφράζεται κυρίως στο λιπώδη ιστό, ενώ η πλήρης μορφή της αντιπονεκτίνης ενεργοποιεί τον AdipoR2 υποδοχέα της, που βρίσκεται κυρίως στο ήπαρ. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι το εξωκυττάριο C-άκρο του AdipoR1 αλληλεπιδρά με την αντιπονεκτίνη, ενώ το κυτταροπλασματικό Ν-άκρο του υποδοχέα αλληλεπιδρά με την πρωτεΐνη APPL1 (adaptor protein containing pleckstrin homology domain, phosphotyrosine-binding domain, and leucine zipper motif). Η ενδοκυττάρια αυτή αλληλεπίδραση φαίνεται να σηματοδοτείται από την ίδια την αντιπονεκτίνη και η ενεργοποίηση της APPL1 πρωτεΐνης να σηματοδοτεί 33

34 τις περαιτέρω λειτουργίες της οξείδωσης των λιπιδίων και της πρόσληψης της γλυκόζης από τα λιποκύτταρα. (72) Επίσης, με τη μέθοδο της έκφρασης κλωνοποιημένων γονιδίων η T-cadherin αναγνωρίστηκε ως ένας πιθανός υποδοχέας της αντιπονεκτίνης. Η MMW και HMW αντιπονεκτίνη φαίνεται να ενεργοποιούν τον υποδοχέα αυτόν, δρώντας στην καρδιά, στους λείους μύες και στο ενδοθήλιο των αγγείων στα οποία εκφράζεται και η T-cadherin. (73) Εικόνα 12: Τα κύρια όργανα στόχοι της αντιπονεκτίνης και οι βιολογικές της δράσεις. (Adipose tissue and adipokines in health and disease, Humana Press 2007) Η πιο σημαντική δράση της αντιπονεκτίνης είναι η ρύθμιση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη. Τα πρώτα στοιχεία της δράσης αυτής προήλθαν από τον Fruebi και την ομάδα του το 2001 οπού έδειξαν ότι χορήγηση της σφαιροειδούς περιοχής της αντιπονεκτίνης σε ποντίκια μπορούσε να μειώσει τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα μετά το γεύμα και τα επίπεδα των ελεύθερων λιπαρών οξέων μέσω της β-οξείδωσης των λιπαρών οξέων από τους σκελετικούς μύες. (Εικόνα 12) Περαιτέρω μελέτες δείχνουν ότι η αντιπονεκτίνη ενεργοποιεί τους μεταγραφικούς παράγοντες Peroxisome Proliferator-activated receptors (PPARs), που παίζουν ρόλο στην ευαισθησία στην ινσουλίνη και στη λιπογένεση, και ενεργοποιεί και την AMP-κινάση. Συγκεκριμένα, η ενεργοποίηση του PPAR-α και της AMPκινάσης μπορεί να αυξήσουν την έκφραση πρωτεϊνών που συμμετέχουν στη μεταφορά 34

35 (CD36) και στην καύση (acyl-coenzyme A oxidase) των λιπαρών οξέων όπως και στην απώλεια ενέργειας (uncoupling protein 2). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των τριγλυκεριδίων στους σκελετικούς μύες και στο ήπαρ όπως και την αύξηση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη στους ιστούς αυτούς και στον οργανισμό γενικότερα. Η AMP-κινάση φαίνεται να συμμετέχει και στην πρόληψη της γλυκόζης από τα λιποκύτταρα.(74-76) Η αντιπονεκτίνη μπορεί ακόμα να δράσει και ως αναστολέας της αθηρωγένεσης και της δημιουργίας αθηρωματικής πλάκας στα αγγεία. Την δράση της αυτή την επιτυγχάνει μέσω της αναστολής ή μείωσης της έκφρασης: α) των προσκολλητικών μορίων (intracellular and vascular adhesion molecule-1, E-selectin), β) των φλεγμονωδών κυτταροκινών (TNF-α, NFK-β), εμποδίζοντας την προσκόλληση των μονοκυττάρων στα ενδοθηλιακά κύτταρα και γ) του υποδοχέα απομάκρυνσης ανεπιθύμητης ύλης Α-1 (Scavenger A-1) των μακροφάγων, μειώνοντας την πρόσληψη της οξειδωμένης μικρής-πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (oxldl) από τα μακροφάγα και αναστέλλοντας τη δημιουργία των αφρωδών κυττάρων. Ακόμα, μελέτες έχουν δείξει ότι η αντιπονεκτίνη α) αναστέλλει τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό και την μετανάστευση ενδοθηλιακών κυττάρων, εμποδίζοντας το σχηματισμό νεόπλαστου έσω χιτώνα μετά από τραυματισμό των αγγείων και β) εμποδίζει την απόπτωση των ενδοθηλιακών κυττάρων μέσω της ενεργοποίησης της AMP-κινάσης. Η δράση της αυτή είναι επίσης και άντι-φλεγμονώδης, αφού αναστέλλει κάποιες από τις δράσεις των μακροφάγων (μειώνει την έκφραση της TNF-α) αυξάνοντας την έκφραση της ιντερλευκίνης- 10 (IL-10). Ακόμα, η αντιπονεκτίνη έχει βρεθεί ότι δρα προστατευτικά σε κάποιες μορφές τραυμάτων, λιπώδους διήθησης και ίνωσης στο ήπαρ, όπως επίσης είναι προστατευτική σε τραυματισμό του μυοκαρδίου. (77, 78) Η έκκριση της αντιπονεκτίνης από τα λιποκύτταρα ελαχιστοποιείται σε καταστάσεις παχυσαρκίας και τα επίπεδα της επηρεάζονται από το ποσοστό του σωματικού λίπους, το φύλο, την εθνικότητα και το στάδιο της εφηβείας στα παιδιά. Η παχυσαρκία φαίνεται να μειώνει και την έκφραση των υποδοχέων της AdipoR1 και AdipoR2. Η έκφραση της είναι αυξημένη στον υποδόριο λιπώδη ιστό σε σύγκριση με τον ενδοκοιλιακό λιπώδη ιστό και τείνει να είναι αυξημένη στα κορίτσια, από ότι στα αγόρια. (79) Αυτή η πρωτεΐνη έχει την δυνατότητα να αυξάνει την επεξεργασία των λιπαρών οξέων από λεπτούς ιστούς και να καταστέλλει την παραγωγή της γλυκόζης από το ήπαρ, με συνέπεια τη μείωση της γλυκόζης του αίματος και του σωματικού βάρους. (56) Βρίσκεται επίσης, σε αντίστροφη σχέση με την αντίσταση στην ινσουλίνη και μπορεί να μειώσει τα μη 35

36 εστεροποιημένα λιπαρά οξέα. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι εφικτά διαμέσου της φωσφορυλίωσης του υποδοχέα της ινσουλίνης, της ενεργοποίησης της AMP- activated protein kinase και της διαμόρφωσης του μονοπατιού του πυρηνικού παράγοντα κb. (80) Πολυμορφισμοί που έχουν χαρακτηριστεί στο γονίδιο της αντιπονεκτίνης και οδηγούν σε μειωμένη έκφραση της αντιπονεκτίνης (Hypoadiponectemia) συσχετίζονται με αντίσταση στην ινσουλίνη, διαβήτη και καρδιοαγγειακές ασθένειες, ενώ πολυμορφισμοί στους υποδοχείς της αντιπονεκτίνης σχετίζονται με το διαβήτη. Μελέτες έχουν δείξει ότι η αύξηση της HMW ισομορφής και όχι της ολικής αντιπονεκτίνης μπορεί να αυξήσει την ινσουλινοευαισθησία σε παχύσαρκα άτομα και να μειώσει τον κίνδυνο ανάπτυξης του διαβήτη τύπου 2. (81) Δ. Άλλες σημαντικές κυτταροκίνες Η ρεζιστίνη είναι μία πρωτεΐνη 12KDa που ανήκει σε μία οικογένεια πρωτεϊνών με Cysteine-rich C terminal domain και μπορεί να προκαλέσει αντίσταση στην ινσουλίνη. Η έκφραση της συνδέεται με το ποσοστό του λίπους. Η ρεζιστίνη όπως και ένα παρεμφερές μόριο η resistin like Molecule άλφα (RELM-α), είναι εξίσου ικανή να εμποδίσει την διαφοροποίηση των προ-λιποκυττάρων. (82) Πρόσφατες μελέτες απέδειξαν ότι αντίγραφα της ρεζιστίνης είναι αυξημένα κατά 55-fold σε καλλιέργειες πρώιμων λιποκυττάρων, εν συγκρίσει με τα ώριμα λιποκύτταρα, γεγονός που δείχνει ότι η διαφοροποίηση των λιποκυττάρων σχετίζεται με την αναγωγή της γονιδιακής έκφρασης της ρεζιστίνης με το χρόνο. Εικόνα 13: Η επαγωγή της resistin από φλεγμονώδεις παράγοντες. (Lehrke M., et al. Plos Med :e45) 36

37 Η ρεζιστίνη και τα παρόμοια μόρια της στον άνθρωπο παράγονται στα λιποκύτταρα, στα μυϊκά κύτταρα, στα παγκρεατικά κύτταρα στα μονοπύρηνα κύτταρα, όπως και στα μακροφάγα. Η κύρια δράση της στον άνθρωπο φαίνεται να εμπλέκεται στην ανοσία, στη φλεγμονή και στην ινσουλινοαντίσταση. Η φλεγμονώδης δράση της γίνεται διαμέσου της πρωτεΐνης NF-kβ και φαίνεται να επάγει την έκφραση των μορίων της φλεγμονής (TNF-α, IL-6, IL-1 κ.α.) και των μορίων προσκόλλησης. (εικόνα 13) Επίσης, είναι αυξημένη σε καταστάσεις παχυσαρκίας και διαβήτη, ενώ εμπλέκεται και στην ευαισθησία στην ινσουλίνη, αφού προκαλεί ηπατική ινσουλινοαντίσταση και επηρεάζει των μεταβολισμό των λιπαρών οξέων από τους σκελετικούς μύες. (83) Η apelin είναι μία πρωτεΐνη που αναγνωρίστηκε ως ενδογενείς υποκαταστάτης του ορφανού έως τότε APJ υποδοχέα. Προέρχεται από ένα πεπτίδιο 36 αμινοξέων, που ονομάζεται apelin-36 (pro-apelin) και μετά από μετα-μεταφραστική τροποποίηση μετατρέπεται σε apelin-17 και apelin-13. Η apelin-17 και η apelin-13 είναι τα ενεργά πεπτίδια της apelin και το δεύτερο βρίσκεται σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στην κυκλοφορία από ότι το πρώτο. Ο μεταβολισμός της apelin γίνεται από ένα ένζυμο ACE2 (angiotensin-converting enzyme 2), το οποίο διαχωρίζει το καρβοξυλικό άκρο της φαινυλαλανίνης από το μόριο της apelin-36 και apelin-13, μετατρέποντας τα σε βιολογικά ανενεργά μόρια. Εκφράζεται στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και σε διάφορους περιφερικούς ιστούς, όπως στη καρδιά, στους πνεύμονες, στους μαζικούς αδένες και πρόσφατα βρέθηκε να εκφράζεται από τα λιποκύτταρα. Η apelin φαίνεται να δρα ως ένας ισχυρός αγγειοδιασταλτικός παράγοντας, διαμέσου της φωσφορυλίωσης της enos (ενδοθηλιακή συνθάση ΝΟ) από το μονοπάτι της PKB/Akt, μία δράση που ασκεί μέσω του ενδοθηλίου. Παράλληλα, μπορεί να ασκήσει αγγειοσυσταλτική δράση, επιδρώντας άμεσα σε λεία μυϊκά κύτταρα. Ακόμα, είναι ρυθμιστής της αγγειογένεσης και τα επίπεδα της είναι αυξημένα σε περιόδους ανάπτυξης των αγγείων, όπως επίσης σηματοδοτεί τον πολλαπλασιασμό των ενδοθηλιακών κυττάρων της ομφαλικής φλέβας. Επιπλέον, βελτιώνει τη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της καρδιακής ανεπάρκειας και παίζει ρόλο στη ρύθμιση του ισοζυγίου του ύδατος, ενεργοποιώντας τον παρακοιλιακό πυρήνα του εγκεφάλου να παράγει την οξωτοξίνη και την αντιδιουρητική ορμόνη. Φαίνεται να επηρεάζει και άλλες ορμόνες του υποθαλάμου, όπως την ADH (Antidiuretice Hormone, παρουσιάζει μείωση), την ACTH (AdrenoCorticoTropic Hormone), την κορτιζόλη και την CRH (Corticotrophin Releasing 37

38 Hormone, παρουσιάζει αύξηση), και επίσης την FSH (Follicle Stimulating Hormone), την LH (Luteinizing Hormone), την TSH (Thyroid-stimulating Hormone) και την προλακτίνη (PRL) για τις οποίες έχει ανασταλτική δράση. (84) Η apelin υπερεκφράζεται στα διαφοροποιημένα λιποκύτταρα χωρίς να παρουσιάζει διαφορές μεταξύ του υποδόριου λιπώδους ιστού και του ενδοκοιλιακού. (εικόνα 14) Βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα σε καταστάσεις παχυσαρκίας και υπερινσουλιναιμίας και φαίνεται να ρυθμίζεται από την ινσουλίνη, η οποία σηματοδοτεί την έκφραση της από τα λιποκύτταρα. Πιθανολογείται, ότι παίζει έναν αρνητικό ρυθμιστικό ρόλο στο ενεργειακό ισοζύγιο, αφού δρα ως ανορεξιογόνο, σηματοδοτεί την αύξηση του λιπώδους ιστού, αυξάνει τη θερμοκρασία του σώματος και την κινητική ενέργεια του οργανισμού. (84, 85) Εικόνα 14: Η επαγωγή της apelin από φλεγμονώδεις παράγοντες, ενδοκρινείς και παρακρινείς δράσεις. Η visfatin (Nampt) είναι άλλη μία λιποκίνη που εκφράζεται σχεδόν αποκλειστικά στο λιπώδη ιστό και τα επίπεδα της αυξάνονται κατά την διαφοροποίηση των προλιποκυττάρων σε ώριμα λιποκύτταρα. Ανακαλύφθηκε αρχικά ως ένας αυξητικός παράγοντας των πρώιμων Β-λεμφοκυττάρων PBEF (pre-b cell colony-enhancing factor) που εκτός από την έκφραση τους στο μυελό των οστών, στο ήπαρ και στους σκελετικούς μύες 38

39 βρισκόταν σε μεγάλες ποσότητες στο σπλαχνικό λιπώδη ιστό, από τον οποίο πήρε και το όνομά της. Τα επίπεδα της φαίνεται να αντιπροσωπεύουν τη μάζα του σπλαχνικού λίπους και είναι αυξημένα κατά την παχυσαρκία. (85) Δρα σαν ινσουλινομιμούμενη πρωτεΐνη, αφού η ενδοφλέβια χορήγηση της μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της γλυκόζης, χωρίς να επηρεάζει τα επίπεδα της ινσουλίνης. Τη δράση της αυτή την επιτυγχάνει με την πρόσδεση της στον ίδιο τον υποδοχέα της ινσουλίνης, σε διαφορετική όμως περιοχή, ενεργοποιώντας έτσι το μονοπάτι της ινσουλίνης και σηματοδοτώντας την πρόσληψη της γλυκόζης από τα λιποκύτταρα. (Εικόνα 15) Εικόνα 15: Η ινσουλινομιμούμενη δράση της visfatin στα λιποκύτταρα για την πρόσληψη της γλυκόζης. (Από Murphy KG, Bloom SR 2006 Are all fats created equal? Nature Medicine 12:32-33) Επιπρόσθετα, η visfatin ενεργοποιεί τη διαφοροποίηση των λιποκυττάρων, αυξάνει την παραγωγή των τριγλυκεριδίων από τη γλυκόζη, ενώ παράλληλα αυξάνει τη γονιδιακή έκφραση του PPAR-γ, της συνθάσης των λιπαρών οξέων, της διακυλογλυκερόλης ακυλοτρανσφεράσης και της αντιπονεκτίνης. Η έκφραση της επηρεάζεται από τα γλουκοκορτικοείδη και κάποιους αγωνιστές των PPAR-γ (rosiglitasone, pioglitasone) οι οποίοι την αυξάνουν, ενώ ο TNF-α, η IL-6, η αυξητική ορμόνη και οι αγωνιστές των β- αδρενεργικών υποδοχέων την μειώνουν. Στον άνθρωπο πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι 39

40 είναι αυξημένη σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, μία συσχέτιση που δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο αν αντιπροσωπεύει την υπεργλυκαιμία των ασθενών ή το γεγονός ότι έχουν αυξημένο σπλαχνικό λίπος. Περαιτέρω μελέτες ίσως καταφέρουν να δώσουν απάντηση στον ακριβή μηχανισμό της λιποκίνης αυτής στην παχυσαρκία. (85, 86) Οι πρωτεΐνες της εναλλακτικής οδού του συμπληρώματος D (adipsin), C3 και Β εκκρίνονται από των λιπώδη ιστό και εμπλέκονται στην αποθήκευση των τριγλυκεριδίων από τα λιποκύτταρα. Συγκεκριμένα η adipsin (adipocyte trypsin) είναι μία πρωτεάση σερίνης που σχετίζεται με τον παράγοντα συμπληρώματος D. Η αλληλεπίδραση της adipsin με τους παράγοντες C3 και Β δίνουν την πρωτεΐνη ASP (acylation-stimulating protein), η οποία είναι γνωστή για την ενεργοποίηση της αποθήκευσης των τριγλυκεριδίων από τα λιποκύτταρα. Τη δράση της αυτή την επιτυγχάνει διεγείροντας τη μεταφορά της γλυκόζης, την επανεστεροποίηση των λιπαρών οξέων και αναστέλλοντας τη λιπόλυση.(87) Βρίσκεται αυξημένη σε καταστάσεις παχυσαρκίας και φαίνεται να αυξάνεται μετά από γεύματα υψηλά σε λιπαρά. Τα αυξημένα επίπεδα της στην παχυσαρκία δεν έχουν ακόμα εξηγηθεί πλήρως, άλλα πιθανολογείται ότι μπορεί να υπάρχει αντίσταση στην ASP, οδηγώντας την αποθήκευση των λιπαρών οξέων στο ήπαρ. Επίσης, το 25% ασθενών με στεφανιαία νόσο έχουν αυξημένα επίπεδα της ASP. Η αναγνώριση του υποδοχέα της ASP και μελέτες σε μοντέλα παχυσαρκίας ίσως καταφέρουν να διαφωτίσουν περισσότερο τη λειτουργία της και την παθοφυσιολογία της στην παχυσαρκία και στο διαβήτη. (88) Ο παράγοντας PAI-1 (plasminogen activating inhibitor-1), με τη σειρά του, είναι μία πρωτεΐνη που παράγεται από το ήπαρ και το λιπώδη ιστό. Παίζει ρόλο στη ρύθμιση του σχηματισμού του θρόμβου, αναστέλλοντας τη δραστικότητα του tissue-type plasminοgen activator, ο οποίος είναι ένας αντί-θρομβωτικός παράγοντας. Τα επίπεδα του PAI-1 στον όρο του αίματος είναι αυξημένα σε καταστάσεις σπλαχνικού πάχους και μειώνονται με την απώλεια βάρους, την άσκηση και τη χορήγηση μετφορμίνης. Εκκρίνεται περισσότερο από το σπλαχνικό λίπος σε σύγκριση με το υποδόριο και θεωρείται από του πρώτους φλεγμονώδεις σημειωτές του διαβήτη τύπου 2, με τον TNF-α να συμβάλει στην αύξηση της έκφραση του. Επίσης, ο PAI-1 ως παράγοντας θρόμβωσης συμβάλει στην αθηρωγένεση και αυξάνει τον κίνδυνο καρδιοαγγειακών νοσημάτων. Είναι, λοιπόν, σημαντικό να μελετηθεί περαιτέρω αφού η δημιουργία συνθετικών αναστολέων του PAI-1 μπορεί να έχουν θεραπευτική αξία. (89) 40

41 Το αγγειοτενσινογόνο (angiotensinogen) ανήκει στο σύστημα της ρενίνηςαγγειοτενσίνης (RAS) και είναι ενεργό στο λιπώδη ιστό παίζοντας σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση την αρτηριακής πίεσης. Τα επίπεδα του σχετίζονται θετικά με την μάζα του σωματικού λίπους και παράγεται κυρίως από το σπλαχνικό λιπώδη ιστό. Επίσης, σχετίζεται με την παχυσαρκία και φαίνεται να είναι από τους κύριους παράγοντες που δημιουργούν την υπέρταση. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ που ανήκει στο σύστημα RAS προάγει τη λιπογένεση και για αυτό το λόγο θεωρείται παράγοντας κινδύνου για την αύξηση του σωματικού βάρους και την ανάπτυξη καρδιοαγγειακών νοσημάτων. (Εικόνα 16) Η αναστολή του συστήματος RAS θεωρείται σημαντική θεραπευτική προσέγγιση, που εφαρμόζεται στις καρδιοαγγειακές παθήσεις, αφού μπορεί να μειώσει τα επίπεδα του TNF-α, της CRP και της IL-6 και ίσως θα μπορούσε να εφαρμοστεί με επιτυχία για την πρόληψη του διαβήτη. (90) Εικόνα 16: Το σύστημα RAS στον οργανισμό. Η Retinol Binding Protein-4 (RBP-4) παίζει ρόλο στο μεταβολισμό της βιταμίνης Α. Ανακαλύφθηκε και ήταν υπερεκφρασμένη σε ποντίκια που δεν είχαν το μεταφορέα της γλυκόζης GLUT-4 και τα επίπεδα της είναι αυξημένα σε καταστάσεις ινσουλινοαντίστασης, παχυσαρκίας και διαβήτη τύπου 2. Η διαγραφή της RBP-4 αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και φαίνεται ότι είναι ένας σημαντικός δείκτης ινσουλινοαντίστασης σε άτομα που θα αναπτύξουν διαβήτη και ακόμα και σε άτομα που έχουν οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 2. (Εικόνα 17) Τα επίπεδα της σχετίζονται με την παχυσαρκία και καρδιοαγγειακά νοσήματα και η χορήγηση ενός συνθετικού ρετινοειδούς (Fenretinide) 41

42 έδειξε να μειώνει σημαντικά την RBP-4 και να βελτιώνει την ινσουλινοαντίσταση παχύσαρκων ποντικιών. Η χρησιμότητα της RBP-4 ως δείκτης για την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 2, όπως και η αναστολή της ως θεραπευτική αγωγή για την ινσουλινοαντίστασης αποδεικνύουν τη σημαντικότητα της πρωτεΐνης αυτής που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης ιδιαίτερα στο λιπώδη ιστό. (91) Εικόνα 17: Ο ρόλος της RBP-4 στα λιποκύτταρα, στο ήπαρ και στους σκελετικούς μύες. (Από Muoio DM, Newgard CB 2005 Metabolism: A is for adipokine Nature 436: ) Η vaspin είναι μία πρόσφατα αναγνωρισθείσα λιποκίνη που ανήκει στην οικογένεια των αναστολέων των πρωτεασών σερίνης. Βρίσκεται υπερεκφρασμένη στο σπλαχνικό λιπώδη ιστό και είναι ενεργοποιημένη στην παχυσαρκία. Η έκφραση της μπορεί να επανέρθει στα φυσιολογικά επίπεδα με τη χορήγηση pioglitazone (παράγοντας ευαισθητοποίησης της ινσουλίνης), ενώ η χορήγηση της σε παχύσαρκα ποντίκια λόγω υψηλού λίπους στη διατροφή- βελτιώνει την ινσουλινοαντίσταση και την ανοχή σε υδατάνθρακες. Ο μηχανισμός δράσης της vaspin δεν είναι ακόμα γνωστός άλλα είναι μία πρωτεΐνη που φαίνεται να σχετίζεται με τους μηχανισμούς ρύθμισης της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και στην παχυσαρκία. (92) Η omentin είναι μία πρωτεΐνη που αναγνωρίστηκε από έναν ευρέως φάσματος διαχωρισμό γονιδίων που εκφράζονται στο σπλαχνικό λίπος. Εκφράζεται κυρίως στο σπλαχνικό λίπος και πάρα πολύ λίγο στον υποδόριο λιπώδη ιστό και αυξάνει την πρόσληψη της γλυκόζης από τα προλιποκύτταρα και προάγει τη φωσφορυλίωση της Akt. Εκφράζεται 42

43 περισσότερο στα λεπτά άτομα και τα επίπεδα της είναι αντιστρόφως ανάλογα με το δείκτη μάζας σώματος (BMI), την περιφέρεια μέσης, τα επίπεδα της λεπτίνης και την ινσουλινοαντίσταση. Επίσης, παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την αντιπονεκτίνη και την HDL χοληστερόλη, ενώ τα επίπεδα της omentin είναι μειωμένα στην παχυσαρκία. (93) Ε. Φλεγμονογόνα μόρια και διείσδυση μακροφάγων στο λιπώδη ιστό Η διαφοροποιημένη παραγωγή φλεγμονωδών μορίων (λιποκίνες) από το λιπώδη ιστό παίζει ενεργό ρόλο στις μεταβολικές εμπλοκές της παχυσαρκίας. Τα παχύσαρκα άτομα εκκρίνουν αυξημένα ποσά φλεγμονωγόνων πρωτεϊνών σε σχέση με τα αδύνατα, όπως TNFα, ιντερλευκίνη 6, inos (NOS2), TGF-β1, C-reactive protein, Soluble ICAM και μονοκυτταρική χημειοτακτική πρωτεΐνη 1 (MCP-1). Τα φλεγμονωγόνα μόρια έχουν άμεση επίδραση στο μεταβολισμό των κυττάρων. Για παράδειγμα, ο παράγοντας TNF-α παράγεται από διάφορους τύπους κυττάρων, αλλά κυρίως από τα μακροφάγα και τα λεμφοκύτταρα. Έχει την ιδιότητα να ελαττώνει την ευαισθησία του οργανισμού στην ινσουλίνη και να αυξάνει τη λιπόλυση στα λιποκυττάρα. Η δράση του στον λιπώδη ιστό και τα αυξημένα επίπεδα του στην παχυσαρκία δεν φαίνεται να είναι άμεσο αποτέλεσμα του σηματοδοτικού μονοπατιού του TNF-α, ωστόσο είναι σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη της αθηρωματικής πλάκας και προάγει την απόπτωση των ενδοθηλιακών κυττάρων. Η δράση του TNF-α στην αθηροσκλήρωση οφείλεται στο γεγονός ότι επάγει τα προσκολλητικά μόρια, όπως το αγγειακό μόριο προσκόλλησης (VCAM-1) και το ενδοκυττάριο μόριο προσκόλλησης (ICAM), τη MCP-1 και την selectin-e, επιφέροντας έτσι αλλαγές στην αγγειοδιαστολή. Επίσης, επηρεάζει την έκφραση άλλων λιποκινών, όπως αυξάνει την έκφραση της λεπτίνης και της IL-6, ενώ μειώνει την έκφραση της αντιπονεκτίνης. (94) Η IL-1Ra μπορεί να εμπλακεί αρνητικά με τις ανορεξιογόνες λειτουργίες της IL-1 (ιντερλευκίνης-1) σε υποθαλάμιο και περιφερειακό επίπεδο. Η IL-1 με τη σειρά της φαίνεται να εμπλέκεται ως εξής: 1) στη μεσολάβηση ανασταλτικών επιδράσεων της λεπτίνης που επηρεάζουν την όρεξη, όπως επίσης και στην διεγερτική επίδραση της στην θερμοκρασία του σώματος, και 2) στην αναστολή της λιπογένεσης σε τεχνητό περιβάλλον. (95) 43

44 Η IL-6 από την άλλη, είναι αυξημένη στην παχυσαρκία και φαίνεται να προάγει την υπεργλυκαιμία, ενεργοποιώντας τη λιπόλυση και την έκκριση τριγλυκεριδίων από το ήπαρ. Εκφράζεται περισσότερο στο σπλαχνικό από ότι στον υποδόριο λιπώδη ιστό, άλλα η κύρια έκκριση της προέρχεται από τα κύτταρα που συνυπάρχουν στο λιπώδη ιστό, όπως τα ενδοθηλιακά και τα μακροφάγα. Η κύρια λειτουργία της είναι να ελέγχει την παραγωγή της C-reactive protein (CRP), μίας φλεγμονώδους πρωτεΐνης που προέρχεται από το ήπαρ, του ινωδογόνου και πρωτεϊνών οξείας φάσης. Επίσης, η IL-6 φαίνεται να εμπλέκεται στην ινσουλινοαντίσταση, ένας ρόλος ο οποίος συσχετίζεται περισσότερο με την συστηματική φλεγμονή που προκαλεί στην παχυσαρκία. (96) Η IL-10 βρίσκεται σε αυξημένα ποσοστά στον ορό του αίματος παχύσαρκων ασθενών και η IL-4 αντιδρά με τη λιπολυτική δράση του LPS στον περιλέμφιο χώρο του λιπώδης ιστού, με έναν άγνωστο προς το παρόν μηχανισμό (97). Επιπρόσθετά, η MCP-1 είναι μία χημειοκίνη η οποία στρατολογεί πρόδρομα μακροφάγα (μονοκύτταρα) στο λιπώδη ιστό σε καταστάσεις παχυσαρκίας, όπου η έκφραση της είναι αυξημένη. Η έκκριση της MCP-1 ελέγχεται από τη σηματοδότηση του TNF-α και της IL-6, οι οποίες ενεργοποιούν τους μηχανισμούς της p38 MAPK και τον παράγοντα NFkB. Ο υποδοχέας της MCP-1, CCR-2, υπερεκφράζεται στα μακροφάγα και τα μόρια αυτά εμπλέκονται και στη φλεγμονή των αγγείων. Η στρατολόγηση των μονοκύτταρων στον λιπώδη ιστό και στα ενδοθηλιακά κύτταρα των αγγείων παίζουν σημαντικό ρόλο στην παθοφυσιολογία της παχυσαρκίας και των καρδιοαγγειακών νοσημάτων και οι δύο αυτοί παράγοντες χρήζουν εκτεταμένης διερεύνησης για θεραπευτική αγωγή. (98) Με την σειρά της, η serum amyloid A (SAA) πρωτεΐνη ανήκει στις πρωτεΐνες που εκφράζονται σε οξεία-φάση φλεγμονής της παχυσαρκίας και της αθηροσκλήρωσης. Τα αυξημένα επίπεδα της σχετίζονται με την ινσουλινοαντίσταση της παχυσαρκίας και του διαβήτη τύπου 2. Ο μηχανισμός με τον οποίο επιφέρονται αυτά τα αποτελέσματα πιθανολογείται ότι σχετίζεται με τον εκτοπισμό της απολιποπρωτεΐνης Α1 από την HDL χοληστερόλη, αυξάνοντας έτσι την πρόσδεση της στα μακροφάγα και μειώνοντας τη διαθεσιμότητα της HDL. Επίσης, η SAA λειτουργώντας ως χημειοκίνη μπορεί να επάγει την ανακατασκευή των μεταλλοπρωτεασών και να ενεργοποιήσει την έκκριση κυτταροκινών από τα Τ-κύτταρα. (99) Η διείσδυση των μακροφάγων στο λευκό λιπώδη ιστό είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της φλεγμονώδους κατάστασης που δημιουργείται στην παχυσαρκία. 44

45 (Εικόνα 18) Τα προαναφερθέντα μόρια συμβάλουν ενεργά στην κατάσταση αυτή και η διήθηση των μακροφάγων επηρεάζει την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Η ινσουλινοαντίσταση που συνήθως παρατηρείται, προέρχεται από μείωση του μεταφορέα της γλυκόζης GLUT4 και του υποδοχέα της ινσουλίνης IRS-1 στο λιπώδη ιστό με αποτέλεσμα τη μειωμένη φωσφορυλίωση του Akt και τη διαταραχή της μετατόπισης του GLUT4 στην μεμβράνη. Επίσης, στην κατατομή αυτή συμβάλλουν και τα μόρια που εκφράζονται στην επιφάνεια των μακροφάγων και επάγονται από τα φλεγμονογόνα μόρια αφού επηρεάζουν την επαφή και επικοινωνία του λιπώδους ιστού με τα ίδια τα μακροφάγα και τα σήματα που μεταδίδουν. (100) Εικόνα 18: Ο μηχανισμός διείσδυσης των μακροφάγων στο λιπώδη ιστό στην εξελικτική πορεία της παχυσαρκίας.. Οι φλεγμονώδεις επιπλοκές του λιπώδους ιστού και τα φλεγμονογόνα μόρια που εκφράζονται σχετίζονται άμεσα με τις επιπλοκές της παχυσαρκίας και των καρδιοαγγειακών νοσημάτων και η διερεύνηση των σηματοδοτικών μονοπατιών που τις προάγουν θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο πρόληψης και αντιμετώπισης της παχυσαρκίας. 45

46 2.4 Οι Peroxisome Proliferator-Activated Receptors (PPARs) και ο μεταγραφικός παράγοντας PPAR-γ Οι PPARs ανήκουν σε μία οικογένεια πυρηνικών υποδοχέων και παίζουν σημαντικό ρόλο στο μεταβολισμό των λιπιδίων, στην ηπατική έκφραση των υπεροξυσωμάτων, στη ρύθμιση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και στην ομοιόσταση της γλυκόζης. Ταξινομούνται σε τρεις διαφορετικούς υπότυπους: τον PPAR-α, τον PPAR-β (ονομάζεται και δ) και τον PPAR-γ. Ο κάθε υποδοχέας εκφράζεται με ένα ειδικό για τον κάθε ιστό τρόπο, λόγο της πρόσδεσης τους σε συγκεκριμένες περιοχές του DNA, που είναι γνωστές ως peroxisome proliferators response elements (PPREs). Οι PPARs σχηματίζουν ετεροδιμερή με τον υποδοχέα retinoid X και το μεταγραφικό σύμπλεγμα προσδένεται στις περιοχές PPREs αυξάνοντας το ρυθμό έναρξης της μεταγραφής. (Εικόνα 19) Εικόνα 19: Ο μηχανισμός δράσης των PPARs σε τρία βήματα. Βήμα 1: πρόσδεση του αγωνιστή, βήμα 2: ενεργοποίηση και στρατολόγηση των συνεργατών, βήμα 3: πρόσδεση στις περιοχές PPREs των γονιδίων στόχων και μεταγραφική ενεργοποίηση. Δραστικοί συνθετικοί προσδέτες των PPARs, όπως τα thiazolidinediones (TZDs) θεωρούνται αποτελεσματικοί στη θεραπεία της δυσλιπιδαιμίας και του διαβήτη τύπου 2. Ο PPAR-α εκφράζεται κυρίως στο ήπαρ και παίζει σημαντικό ρόλο στην οξείδωση των λιπιδίων και ενεργοποιείται από τις φιμπράτες, ενώ ο PPAR-β εντοπίζεται σε πολλούς ιστούς. (101) 46

47 Στο λιπώδη ιστό εκφράζεται ο PPAR-γ, ο οποίος αποτελεί τον κύριο ρυθμιστή της διαφοροποίησης των λιποκυττάρων (λιπογένεσης) και της αποθήκευσης των λιπαρών οξέων, σε ανταπόκριση της διατροφικής κατάστασης του οργανισμού. Απαντάται σε δύο ισομορφές τις PPAR-γ1 και PPAR-γ2, οι οποίες προκύπτουν από χρήση διαφορετικού υποκινητή και εναλλακτική συρραφή. Συγκεκριμένα, το PPAR-γ2 φαίνεται να είναι η ειδικότερη ισομορφή του λιπώδους ιστού, ενώ το PPAR-γ1 εκφράζεται στα μακροφάγα, στο επιθήλιο του εντέρου και στο ενδοθήλιο. Λειτουργικά η πρόσδεση των αγωνιστών του PPAR-γ δίνει το έναυσμα για μία δομική αλλαγή του μορίου που προσελκύει μεταγραφικούς συνεργάτες, συμπεριλαμβανομένων την οικογένεια των υποδοχέων των στεροειδών (steroid receptor coactivators). (102) Οι PPAR-γ ενεργοποιούνται από μια ευρεία ποικιλία φυσικών και συνθετικών ενώσεων, όπως οι μεταβολίτες του αραχιδονικού οξέος, τα εικοσανοείδη και μη κεκορεσμένα λιπαρά οξέα, καθώς και τις συνθετικές ενώσεις που προαναφέρθηκαν, τις TZDs, που είναι ισχυροί ευαισθητοποιητές της ινσουλίνης. (103) Ο ρόλος του PPAR-γ στη διαφοροποίηση των λιποκυττάρων έχει περιγραφεί από πολλές μελέτες (Εικόνα 20) και φαίνεται η έκφραση του να αυξάνεται στη διαφοροποίηση και να συμβάλει στην αύξηση της μάζας του λιπώδους ιστού. Εικόνα 20: O PPAR-γ έχει ποικίλες λειτουργίες που συμβάλουν στη βιολογία του λιποκυττάρου, όπως και στη λειτουργία άλλων ιστών όπως για παράδειγμα στα αγγεία και στους νεφρούς. (Από βιβλιογραφία 86) Μεταμεταφραστικές τροποποιήσεις μπορεί να επηρεάσουν τη μεταγραφική του δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα η φωσφορυλίωση του στη σερίνη 112 στο N-άκρο μειώνει τη δραστικότητα του ως μεταγραφικός παράγοντας. Επιπρόσθετα, o PPAR-γ παίζει 47

48 σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του μεταβολισμού των λιπιδίων από τα λιποκύτταρα. Η ενεργοποίηση του από τις TZDs οδηγεί σε αύξηση της έκφρασης γονιδίων, όπως της λιποπρωτεΐνης λιπάσης, του μεταφορέα των λιπαρών οξέων και του υποδοχέα της οξειδωμένης LDL 1, τα οποία εξυπηρετούν την πρόσληψη των ελεύθερων λιπαρών οξέων. Παρόλο που η διαφοροποίηση των λιποκυττάρων με την βοήθεια του PPAR-γ και η αύξηση των λιπαρών οξέων θα αναμένετο να οδηγεί στην αύξηση του μεγέθους των λιποκυττάρων, αντιθέτως τους προσδίδει την ιδιότητα διαφοροποιήσης σε πολλά μικρά καινούργια λιποκύτταρα (multilocular), με συνέπεια την καλύτερη οξείδωση των λιπαρών οξέων και την «προστασία» του λιπώδους ιστού από τη δημιουργία υπερτροφικών λιποκυττάρων. (104) Επί του παρόντος, δύο αγωνιστές των PPAR-γ η ροζιγλιταζόνη και η πιογλιταζόνη (και τα δύο ανήκουν στις TZDs) χρησιμοποιούνται ως φαρμακευτική αγωγή του διαβήτη. Οι δύο αυτές ουσίες ευαισθητοποιούν το λιπώδη ιστό στην ινσουλίνη και in vivo μειώνουν τα επίπεδα της γλυκόζης στην κυκλοφορία. (105) Μελέτες έχουν δείξει ότι μετάλλαξη στη σερίνη 112 του PPAR-γ μπορεί να προστατέψει τον οργανισμό από την ινσουλινοαντίσταση της παχυσαρκίας, ενώ ασθενείς με επικρατείς-αρνητικές μετάλλαξεις στο PPAR-γ, πάσχουν από σοβαρή μη αντιστρεπτή ινσουλινοαντίσταση. (106) Η ευαισθητοποίηση στην ινσουλίνη δεν επέρχεται μόνο άμεσα άλλα και έμμεσα αφού η ενεργοποίηση του PPAR-γ από τις TZDs αυξάνει την έκφραση της αντιπονεκτίνης και βελτιώνει την επικοινωνία του λιπώδους ιστού με τα κύρια όργανα-ευαισθητοποιητές της ινσουλίνης, όπως τους μύες και το ήπαρ. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε μπορεί να μειώσει την κυκλοφορία των λιπαρών οξέων άλλα και την παραγωγή κορτιζόλης από το λιπώδη ιστό. Όλα αυτά τα στοιχεία συμβάλουν και προάγουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη. (107) Ένας άλλος σημαντικός ρόλος τους είναι η προστασία που παρέχουν στη δημιουργία αθηρωματικής πλάκας. Μελέτες έχουν δείξει ότι η αύξηση της έκφρασης των PPAR-γ μειώνει τον κίνδυνο της αθηροσκλήρωσης και εμποδίζει τη δημιουργία αφρωδών κυττάρων στo επιθήλιο των αγγείων. Τον ρόλο τους αυτών τον εξυπηρετούν μειώνοντας την έκφραση φλεγμονογόνων πρωτεϊνών, όπως την TNF-α, την inos και την MMP9 από τα μακροφάγα, καθώς και αναστέλλοντας τη NF-κΒ, την AP1 και τους μεταγραφικούς παράγοντες STATs. Παράλληλα, ο PPAR-γ εκφράζεται και σε κάποια είδη καρκίνου και έχει συσχετιστεί με τη μείωση του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων σε είδη όπως 48

49 στους καρκίνους του εντέρου, του προστάτη και του μαστού, ενώ μπορεί να προάγει την αύξηση του καρκινώματος σε αιμαγγειώματα. (108) 2.5 Υπερπλασία και υπερτροφία του λιπώδους ιστού Η επιδημία της παχυσαρκία, όπως προαναφέρθηκε, θεωρείται η μη φυσιολογική αύξηση του λιπώδους ιστού σε περιόδους αυξημένου ενεργειακού ισοζυγίου. Η αύξηση αυτή φαίνεται να οφείλεται στην αύξηση του αριθμού των λιποκυττάρων (υπερπλασία), στην αύξηση του μεγέθους των λιποκυττάρων (υπερτροφία), όπως και σε αλλαγές που συμπεριλαμβάνουν τη διήθηση μακροφάγων στο λιπώδη ιστό. Στα προηγούμενα υποκεφάλαια αναπτύχθηκε τόσο η φυσιολογία του λιπώδους ιστού, όσο και οι μεταβολές των εκκριτικών του παραγόντων στην παχυσαρκία. Είναι, όμως, σημαντικό να αναφερθούν και οι αλλαγές του λιπώδους ιστού μακροσκοπικά γιατί θεωρούνται σημαντικές τόσο ως προς τη διαταραχή της λειτουργίας του ιστού όσο και στην εκτόπιση και διήθηση του ιστού σε άλλα όργανα. Ο λευκός λιπώδης ιστός φαίνεται να υφίσταται υπερτροφία και αυτή να ακολουθείται από υπερπλασία. Συγκεκριμένα, έχει προταθεί ότι τα λιποκύτταρα μπορεί να φτάσουν έναν ορισμένο όγκο, που συνήθως αναφέρεται ως το «κρίσιμο μέγεθος του κυττάρου» το οποίο είναι γενετικά προσδιορισμένο και ειδικό για κάθε αποθήκη λιπώδους ιστού. (109) Τα λιποκύτταρα που φτάνουν στο μεγαλύτερο μέγεθος τους ενεργοποιούν τον πολλαπλασιασμό των προλιποκυττάρων (110, 111). Η κάθε αποθήκη λίπους έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, οπότε η υπερτροφία είναι πιο χαρακτηριστική για το επιδιδυμικό και μεσεντερικό λίπος, ενώ η υπερπλασία είναι χαρακτηριστική για το βουβωνικό και το περιτοναϊκό λίπος (109). Μελέτες έχουν δείξει ότι η ρύθμιση της ανάπτυξης του λιπώδους ιστού υπόκειται σε παρακρινή σήματα από τον ίδιο τον ιστό, όσο και σε σήματα που προέρχονται από την κυκλοφορία και ρυθμίζονται από το ΚΝΣ (112). Παράγοντες που παίζουν ρόλο στη ρύθμιση της λιπογένεσης αναφέρθηκαν σε προηγούμενα κεφάλαια. Ενδιαφέρον παρουσιάζει μελέτη που έδειξε ότι, η ανάπτυξη υπερτροφικών λιποκυττάρων σε παχύσαρκα ποντίκια προερχόταν μετά από υψηλή σε λιπαρά δίαιτα, ενώ η υπερπλασία των λιποκυττάρων αναπτύσσοταν σε παχύσαρκα ποντίκια που έφεραν βλάβη στον υποθάλαμο (113). (Εικόνα 21) 49

50 Φαίνεται λοιπόν, ότι η ανάπτυξη των επιπλοκών της παχυσαρκίας στο γενικότερο πληθυσμό συσχετίζεται με την υπερτροφία των λιποκυττάρων. Ακολούθησαν μελέτες που ασχολήθηκαν με τη γονιδιακή έκφραση και λειτουργικότητα των υπερτροφικών λιποκυττάρων. Αυτές έδειξαν ότι τα μεγαλύτερα σε μέγεθος λιποκύτταρα παρουσιάζουν διαταραχή στην ομοιόσταση της χοληστερίνης μέσα στο λιποκύτταρο και επίσης, ότι τα υπερτροφικά λιποκύτταρα αναπτύσσουν αντίσταση στην ινσουλίνη. (114) Επιπρόσθετα, έχει προταθεί ότι στην παχυσαρκία η εναπόθεση υποδόριου λίπους προηγείται και μόνο όταν το υποδόριο λίπος υπερβεί την χωρητικότητά του ακολουθεί η εναπόθεση ενδοκοιλιακού λίπους. Για αυτό το λόγο ο υποδόριος λιπώδης ιστός θεωρείται ως ένα μέσο απορρόφησης του λίπους που εμποδίζει την εναπόθεση λίπους ενδοκοιλιακά και τη διήθηση λίπους σε άλλα περιφερικά όργανα. Εικόνα 21: Το μέγεθος των λιποκυττάρων σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2 και καρδιοαγγειακές νόσους. (από το institute of molecular systems biology, ETH Zurich, Mature adipocyte Function) Το ενδοκοιλιακό λίπος φαίνεται να σχετίζεται με αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης μεταβολικού συνδρόμου αφού θεωρείται ότι έχει αυξημένη διήθηση μακροφάγων και ότι συμβάλει πιο ενεργά στη φλεγμονή της παχυσαρκίας. Συμπερασματικά λοιπόν, οι αλλαγές που επέρχονται με την υπερτροφία των λιποκυττάρων φαίνεται να είναι τα πρώτα βήματα προς τη διαταραγμένη λειτουργία του λιπώδους ιστού και τις περαιτέρω επιπλοκές που αυτό θα προκαλέσει. (115, 116) 50

51 2.6 Ενδοκανναβινοειδή και ο υποδοχέας τους CB1 Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα (ECS) είναι ένα πολύπλοκο ενδογενές σύστημα σηματοδότησης, που μπορεί να επηρεάσει πολλαπλά μεταβολικά μονοπάτια. Αποτελείται από τους διαμεμβρανικούς υποδοχείς των ενδοκανναβινοειδών CB1 και CB2, από τους ενδογενείς υποκαταστάτες του N-arachidonoyl ethanolamine (anandamide or AEA) και 2- arachidonoyl glycerol (2-AG), από πρωτεΐνες που παίρνουν μέρος στη βιοσύνθεση και ενεργοποίηση του συστήματος, όπως επίσης και από τα ενδοκυτταρικά σηματοδοτικά μονοπάτια που επηρεάζονται από τα ίδια τα ενδοκανναβινοειδή. Οι υποδοχείς των ενδοκανναβινοειδών έχουν βρεθεί να εκφράζονται στο κεντρικό νευρικό σύστημα και σε πολλά όργανα της περιφέρειας, που παίζουν ενεργό ρόλο στο ενεργειακό ισοζύγιο του σώματος, όπως στο λιπώδη ιστό, στο ήπαρ, στο γαστρεντερολογικό σύστημα και στους σκελετικούς μύες. (117) Ιστορικά το ECS πήρε το όνομα του από το φυτό cannabis sativa το πρώτο κανναβινοειδές που αναγνωρίστηκε για τις χημικά ενεργές εκκρινόμενες ουσίες που εμπεριείχε, με ψυχοκινητικές δράσεις και δράσεις στη φυσιολογία του σώματος. (118) Εικόνα 22: Τα ενδογενή ενδοκανναβινοειδή και οι υποδοχείς τους. 51

52 Έκτοτε πολλές μελέτες έχουν ασχοληθεί εκτεταμένα με την δράση και λειτουργία του συστήματος και πρόσφατες εργασίες το συσχετίζουν με τη δράση του στα μεταβολικά μονοπάτια του ενεργειακού ισοζυγίου και το χαρακτηρίζουν ως ένα σύστημα αποκατάστασης σε περιόδους έντονου σωματικού στρες. (119) Το πρώτο χημικό στοιχείο που απομονώθηκε και χαρακτηρίστηκε από τη γνωστή μαριχουάνα το 1964, το Δ 9 - tertrahydrocannabinol (THC), αποτέλεσε την έναρξη εκτεταμένων ερευνών του ECS (96). Από τότε απομονώθηκαν και κλωνοποιήθηκαν οι πρώτοι ενδοκανναβινοειδικοί υποδοχείς, ο τύπου 1, CB1 και ο τύπου 2, CB2, και αναγνωρίσθηκαν οι ενδογενείς υποκατάστατες τους, οι πιο γνωστοί εκ των οποίων είναι το ΑΕΑ και το 2-AG. (Εικόνα 22) Τα ενδοκανναβινοειδή δεν αποθηκεύονται μέσα στο κύτταρο, άλλα παράγονται τοπικά στην περιοχή που «χρειάζονται» όταν αυξηθεί η συγκέντρωση ιόντων ασβεστίου στο εσωτερικό του κυττάρου. Είναι λιπόφιλα μόρια που παράγονται από τα φωσφολιπίδια της κυτταρικής μεμβράνης και απελευθερώνονται όταν η πολικότητα της κυτταρικής μεμβράνης αντιστραφεί (120, 121). Το ένζυμο N-acylphosphatidylethanolamine hydrolysing phospholipase D (NAPE-PLD) και το sn-1-selective diacylglycerol lipase (DAGL) είναι υπεύθυνα για τη βιοσύνθεση του AEA και του 2-AG αντίστοιχα, ενώ το ένζυμο fatty acid hydrolase (FAAH) (για το AEA) και το monoacylglycerol lipase (ΜΑGL)(για το 2-AG) είναι τα ενδοκυττάρια μόρια που αποδομούν τα ενδοκανναβινοειδή λίγο μετά τη σηματοδότηση τους. (122) Εικόνα 23: Οι υποδοχείς των ενδοκανναβινοειδών στη ρύθμιση νευροδιαβιβαστικών σημάτων στο ΚΝΣ και στο μεταβολισμό των λιπιδίων και της γλυκόζης στην περιφέρεια. 52

53 Οι κανναβινοειδείς υποδοχείς, CB1 και CB2, είναι υποδοχείς με επτά διαμεμβρανικές περιοχές που ανήκουν στην οικογένεια των G i/o protein-coupled υποδοχέων. Η ενεργοποίησή τους μπορεί να αναστείλει τις πύλες τάσης L, N και P/Q Ca +2 ρεύματος, να αυξήσει την αναστολή της adenylyl cyclase (camp) και να απενεργοποιήσει τη mitogen-activated protein kinase (MAP kinase) και τη focal adhesion kinase (FAK). Ο CB1 υποδοχέας εκφράζεται σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου και σε περιφερικούς ιστούς, ενώ ο CB2 υποδοχέας εκφράζεται κυρίως στα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. (123) (Εικόνα 23) Μέρος των λειτουργιών του ECS στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ) αποτελούν η δράση του στην προστασία των νευρώνων ( ), στη ρύθμιση της νευροδιαβίβασης σημάτων (127), στην κινητική λειτουργικότητα και στη ρύθμιση ορισμένων φάσεων της επεξεργασίας της μνήμης ( ). (Εικόνα 24) Εικόνα 24: Ένζυμα υδρόλυσης συμμετέχουν στη βιοσύνθεση και στην απενεργοποίηση των ενδοκανναβινοειδών. Τα ένζυμα για τη βιοσύνθεση του 2-AG, όπως η φωσφολιπάση C (PLC) και το DAGL-α φαίνεται να εντοπίζονται κυρίως στην πλασματική μεμβράνη. Συγκεκριμένα το DAGL-α βρίσκεται στο μετασυναπτικό νευρώνα, ενώ το ένζυμο αποδόμησης MAGL (για το 2-AG) βρίσκεται στον προσυναπτικό νευρώνα, υποστηρίζοντας την ανάδρομη δράση των ενδοκανναβινοειδών στους προσυναπτικούς υποδοχείς CB 1. Το βιοσυνθετικό ένζυμο της ανανδαμίδης NAPE-PLD και το ένζυμο αποδόμησης της FAAH βρίσκονται στο εσωτερικό των πλασματικών μεμβρανών. Ο μεταφορέας των ενδοκανναβινοειδών (EMT) φαίνεται να συμμετέχει στην απελευθέρωση αλλά και στην επαναπρόσληψη των ενδοκανναβινοειδών στους προκαι μετασυναπτικούς νευρώνες. 53

54 Επιπρόσθετα, το ενδοκανναβινοειδές σύστημα παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της απάντησης του ανοσοποιητικού και φλεγμονώδους συστήματος ( ) και έχει βρεθεί ότι επηρεάζει τη λειτουργία του καρδιοαγγειακού και αναπνευστικού συστήματος, μέσω της ρύθμισης του καρδιακού ρυθμού, της πίεσης και της λειτουργίας των βρόγχων (135). Επίσης, τα ενδοκανναβινοειδή δείχνουν να μπορούν να καταστείλουν τον πολλαπλασιασμό καρκινικών κυττάρων (136). Το ECS όμως παίζει ενεργό ρόλο και στην διατήρηση του ενεργειακού ισοζυγίου, αφού φαίνεται ότι η δράση του στο ΚΝΣ συσχετίζεται με την όρεξη και ρυθμίζει την απορρόφηση των τροφών, ενώ στην περιφέρεια μέσω της δράσης του στο λιπώδη ιστό, στο ήπαρ, στους σκελετικούς μύες και στο γαστρεντερολογικό σύστημα, ρυθμίζει μεταβολικά μονοπάτια. Η χορήγηση αγωνιστών του ECS σε ποντίκια έδειξε ότι μπορεί να προκαλέσει υπερφαγία και αυτή η κλινική παρατήρηση έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία ανταγωνιστών των υποδοχέων του συστήματος. Συγκεκριμένα, η ανακάλυψη ενός ανταγωνιστή του CB1 του SR (rimonabant) και η χορήγηση του σε παχύσαρκα ποντίκια έδειξε ότι μπορεί να προκαλέσει μείωση στην κατανάλωση εύγευστων τροφών και να επιφέρει απώλεια του σωματικού βάρους στα ποντίκια (137). Η απώλεια βάρους, αρχικά, θεωρήθηκε ως αποτέλεσμα της μειωμένης πρόσληψης τροφής αλλά έπειτα φάνηκε ότι μπορεί να είναι και αποτέλεσμα της δυνατότητας του SR να αλλάξει το μεταβολισμό και την κατανάλωση ενέργειας του οργανισμού. (138) Τα ενδοκανναβινοειδή φαίνεται να επηρεάζονται από τα επίπεδα της λεπτίνης στον οργανισμό και μελέτες έχουν δείξει ότι η χορήγηση λεπτίνης σε λεπτά ποντίκια μειώνει τα επίπεδα του AEA και του 2-AG στον υποθάλαμο, ενώ τα επίπεδα τους είναι αυξημένα σε ποντίκια που παρουσιάζουν αντίσταση στην λεπτίνη. (139) Είναι ενδιαφέρον ότι το μόριο της λεπτίνης, η κύρια λιποκίνη του λιπώδους ιστού, που σηματοδοτεί την ανορεξιογόνο οδό του οργανισμού, ρυθμίζεται αρνητικά από το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, καθιστώντας το ECS ως έναν από τους κύριους ρυθμιστές της όρεξης στο ΚΝΣ. Η δράση των ενδοκανναβινοειδών έχει μελετηθεί εκτεταμένα στην περιφέρεια εξετάζοντας τη δράση τους στα μεταβολικά μονοπάτια. Στο λιπώδη ιστό η έκφραση του CB1 έχει φανεί ότι είναι αυξημένη στα ώριμα λιποκύτταρα σε σύγκριση με την έκφρασή του στα προλιποκύτταρα. (140) Αυτή η παρατήρηση ήταν και η πρώτη ένδειξη ότι τα ενδοκανναβινοειδή παίζουν ρόλο στη λιπογένεση και στη διαφοροποίηση του λιπώδους ιστού. Περαιτέρω μελέτες έδειξαν ότι η ενεργοποίηση του CB1 αυξάνει τη λιποπρωτεΐνη 54

55 λιπάση, που παίζει ρόλο στην πρόσληψη των λιπιδίων από την κυκλοφορία (140), αναστέλλει την camp, η οποία μειώνει την λιπόλυση (141) και επίσης αναστέλλει την AMPK η οποία μειώνει τη β-οξείδωση των λιπαρών οξέων (142), ενισχύοντας έτσι τη δράση του ECS στη λιπογένεση. Επιπρόσθετα, έχει φανεί ότι τα ενδοκανναβινοειδή ενεργοποιούν την συνθάση των λιπαρών οξέων (fatty acid synthase, [FAS]) (143) και ενισχύουν τη δράση της ινσουλίνης στην πρόσληψη της γλυκόζης, ενεργοποιώντας την PI3K και μετατοπίζοντας τον Glut4 μεταφορέα στη μεμβράνη των λιποκυττάρων (144, 145). Με αυτό τον τρόπο παρέχουν στα λιποκύτταρα γλυκόζη και πρόδρομα μόρια λιπαρών οξέων και γλυκερόλης που καταλύονται από την FAS, για de novo λιπογένεση. Αυτή η δράση φαίνεται να είναι πιο αντιπροσωπευτική για το 2-AG ενδοκανναβινοειδές, αφού το anandamide (ΑΕΑ) έχει φανεί ότι δρα μέσω του TRPV1 μονοπατιού το οποίο και ενεργοποιείται στα προ-λιποκύτταρα αναστέλλοντας τη λιπογένεση και μειώνοντας την έκφραση του 2-AG (146). Η διαφορετική αυτή δράση των δύο σημαντικότερων ενδοκανναβινοειδών χρήζει περαιτέρω διερεύνησης ώστε να εξακριβωθούν οι καταστάσεις που ενεργοποιούν τα δύο αυτά μονοπάτια. Η ρύθμιση της λιπογένεσης στο λιπώδη ιστό από τα ενδοκανναβινοειδή υπόκειται σε έλεγχο από αυτοκρινή σήματα των ώριμων λιποκυττάρων σε φυσιολογικά άτομα, ώστε να αποφευχθεί η υπερβολική συσσώρευση λιπιδίων στα λιποκύτταρα. Τέτοια σήματα περιορίζουν τα επίπεδα των ενδοκανναβινοειδών και του CB1 και συμπεριλαμβάνουν τη λεπτίνη, που η αύξηση της μειώνει τα ενδοκανναβινοειδή στα λιποκύτταρα (141) όπως και στον υποθάλαμο (139), το PPAR-γ, που ενεργοποιείται από το AEA και με τη σειρά του έχει αρνητική ανάδραση στα επίπεδα του CB1 και των ενδοκανναβινοειδών (119), μέσω της αύξησης του αποικοδομητικού ένζυμου FAAH (145) και το PPAR-δ, που ρυθμίζει αρνητικά το CB1 και θετικά την οξείδωση των λιπαρών οξέων (147). Παράλληλα, η ίδια η ινσουλίνη φαίνεται να περιορίζει τα επίπεδα των ενδοκανναβινοειδών, αφού αυξάνει την έκφραση του FAAH στον υποδόριο λιπώδη ιστό λεπτών ενηλίκων με υπερινσουλιναιμία (148). Η λιπογενετική δράση του ECS φαίνεται να είναι ενεργή και σε μη-λιπώδους ιστούς, όπως στο ήπαρ και στους σκελετικούς μύες, μία δράση που μπορεί να υποβοηθά τη λιπώδη διήθηση άλλων ιστών σε καταστάσεις παχυσαρκίας και να μειώνει έμμεσα την ευαισθησία του οργανισμού στην ινσουλίνη. (149) Στην παχυσαρκία τα επίπεδα του ΑΕΑ ή του ΑΕΑ και του 2-AG μαζί φαίνεται να είναι αυξημένα σε παχύσαρκες γυναίκες με διαταραγμένη διατροφή και σε παχύσαρκες γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση (150, 151). Τα επίπεδα των ενδοκανναβινοειδών παρατηρούνται 55

56 επίσης, αυξημένα σε μελέτες που εξετάζουν τον ορό αίματος παχύσαρκων διαβητικών ασθενών (141). Ωστόσο, η αύξηση στα επίπεδα του 2-AG παρατηρήθηκε στον ενδοκοιλιακό και όχι στον υποδόριο λιπώδη ιστό παχύσαρκων ατόμων και φαίνεται να συσχετίζεται με τα επίπεδα ενδοκοιλιακού λίπους και με δείκτες του μεταβολικού συνδρόμου όπως τα τριγλυκερίδια, την HDL χοληστερόλη και επίσης με μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη (152, 153). Το AEA δεν δείχνει συσχέτιση με τους παραπάνω δείκτες άλλα φαίνεται ότι τα επίπεδα του αυξάνονται σε καταστάσεις νηστείας (141). Η πιθανότερη εξήγηση για τα αυξημένα επίπεδα των ενδοκανναβινοειδών είναι η αύξηση και/ή μείωση των ένζυμων βιοσύνθεσης και αποδόμησης των ενδοκανναβινοειδών αντίστοιχα. Τέτοιες μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί στο λιπώδη ιστό παχύσαρκων ατόμων που εξετάζουν την mrna έκφραση του υποδοχέα CB1 και του ένζυμου FAAH. Σε ορισμένες από αυτές φάνηκε ότι η έκφραση του CB1 και του FAAH ήταν μειωμένη στον υποδόριο και ενδοκοιλιακό λιπώδη ιστό παχύσαρκων ατόμων (151, 152) ενώ άλλες παρουσιάζουν την έκφραση του CB1 και του FAAH να μην αλλάζει (154) ή ακόμη και να αυξάνεται σε καταστάσεις παχυσαρκίας (145). Η πιθανή μείωση του CB1 στον λιπώδη ιστό μπορεί να οφείλεται στην αυξημένη διαθεσιμότητα των ενδοκανναβινοειδών όπως έχει περιγραφεί σε άλλους ιστούς (139, 141, 155) ή μπορεί να επηρεάζεται από φλεγμονώδης παράγοντες της παχυσαρκίας, όπως τον παράγοντα TNF-α που φαίνεται να μειώνει την έκφραση του FAAH γονιδίου (156). Η παθοφυσιολογία του ECS στην παχυσαρκία και οι μηχανισμοί που παίζουν ρόλο σε αυτήν δεν έχουν εξηγηθεί πλήρως και περαιτέρω μελέτες στο μοριακό επίπεδο είναι απαραίτητες. 56

57 3.Εισαγωγή-Ειδικό Μέρος 57

58 Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί σε πολλές χώρες και ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες ένα σημαντικό πρόβλημα με χαρακτηριστικά σύγχρονης επιδημίας (1). Η αιτιοπαθογένεια της παχυσαρκίας είναι πολυπαραγοντική και αποτελεί έναν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ινσουλινοαντίστασης και διαταραγμένης ανοχής στην γλυκόζη, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, καρδιοαγγειακών νοσημάτων, υπέρτασης, δυσλιπιδαιμίας και μεταβολικού συνδρόμου, ενώ παράλληλα σχετίζεται με αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα στην ενήλικο ζωή (157). Στην παιδική παχυσαρκία παρατηρείται αυξημένη εναπόθεση λίπους κυρίως στην περιοχή της κοιλιάς και διαταραγμένο ενεργειακό ισοζύγιο. Οι αλλαγές αυτές σχετίζονται τόσο με τις αλλαγές στη μάζα του λευκού λιπώδους ιστού, όσο και με μεταβολές στις ενδοκρινείς και μεταβολικές λειτουργίες του ιστού αυτού σε καταστάσεις παχυσαρκίας, ήδη από την παιδική ηλικία (158). Η παιδική παχυσαρκία αυξάνει κατά 50% την πιθανότητα ενός παχύσαρκου παιδιού να αναπτυχθεί σε παχύσαρκο ενήλικα (159) και οι περιορισμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις της παιδικής παχυσαρκίας εντείνουν την ανάγκη ταυτοποίησης των μηχανισμών που σχετίζονται με τη συνοσηρότητα της παχυσαρκίας. Διάφοροι παράγοντες συνδέονται με το μεταβολισμό και τη λειτουργία του λιπώδους ιστού και φαίνεται να σχετίζονται τόσο με τους μηχανισμούς της παχυσαρκία όσο και με τη συνοσηρότητα αυτών, ιδιαίτερα όσον αφορά την ευαισθησία του οργανισμού στην ινσουλίνη και την ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ (ΣΔΙΙ) (160). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τα παχύσαρκα παιδιά μπορεί να αναπτύξουν ΣΔΙΙ σε ένα διάστημα πέντε ετών, σε αντίθεση με τους ενήλικες παχύσαρκους που μπορεί να εμφανίσουν ΣΔΙΙ μέσα σε έτη (161). Η ανάπτυξη ΣΔΙΙ σχετίζεται άμεσα με την ανάπτυξη ινσουλινοαντίστασης, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης (υπερινσουλιναιμία) και με τη μετέπειτα ανάπτυξη διαταραγμένης ανοχής στη γλυκόζη (αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στην 2ωρή καμπύλη της γλυκόζης, OGTT) (162). Οι μηχανισμοί σύμφωνα με τους οποίους αναπτύσσεται η ινσουλινοαντίσταση δεν είναι πλήρως διευκρινισμένοι, αλλά η ινσουλινοαντίσταση σχετίζεται έντονα με την ανάπτυξη μεταβολικού συνδρόμου και τη διαταραγμένη κλινική εικόνα των παχύσαρκων ασθενών (163). Ο λιπώδης ιστός παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση και εξισορρόπηση του ενεργειακού ισοζυγίου, μέσω διαφόρων μηχανισμών που σχετίζονται τόσο με την ικανότητα του λευκού λιπώδους ιστού να δεσμεύσει τα ελεύθερα λιπαρά οξέα και να τα 58

59 αποθηκεύσει υπό την μορφή τριγλυκεριδίων, όσο και με την παρακρινή και ενδοκρινή του δράση, η οποία ρυθμίζει τον μεταβολισμό του οργανισμού, τις καταστάσεις φλεγμονής κατά την διάρκεια της παχυσαρκίας, αλλά και την ορεξιογόνο οδό στο ΚΝΣ. Ο ρυθμιστικός αυτός ρόλος του λευκού λιπώδους ιστού επιτυγχάνεται μέσω της έκκρισης των εξειδικευμένων κυτταροκινών και μέσω της στενής ρύθμισης των μηχανισμών της διαφοροποίησης και της λιπογένεσης, οι οποίοι ανταποκρίνονται στην ενεργειακή κατάσταση του οργανισμού. (164) Η αντιπονεκτίνη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες λιποκίνες του λιπώδους ιστού, η οποία μέσω των υποδοχέων της AdipoR1 και AdipoR2, ρυθμίζει την ινσουλινοευαισθητοποιό της δράση και τη δράση της ως έναν αντιφλεγμονώδη και αντιαθηρωματικό παράγοντα. Η HMW ισομορφή της αντιπονεκτίνης αντιπροσωπεύει το πιο βιολογικά ενεργό ολιγομερές της πρωτεΐνης αυτής και φαίνεται να αποτελεί ένα καλό δείκτη για την ινσουλινοευαισθησία του οργανισμού. Η μεταγραφή και η έκκριση των διαφόρων ισομορφών της αντιπονεκτίνης υπόκεινται στον έλεγχο διαφόρων μεταγραφικών παραγόντων, όπως το SREBP (sterol-regulatory element- binding protein), C/EBP (CCAAT/enhancer binding protein) (165) και το PPARγ (Εικόνα 25) και επίσης ανταποκρίνονται στη δράση παραγόντων όπως του TNFα, της ινσουλίνης και των TZDs (θειαζολιδινιονών). (166) Ε ι Εικόνα 25: Η ρύθμιση του υποκινητή της αντιπονεκτίνης από το μεταγραφικό παράγοντα PPAR-γ. 59

60 Τα κυκλοφορούντα επίπεδα της ολικής και της HMW αντιπονεκτίνης έχουν βρεθεί μειωμένα σε καταστάσεις παχυσαρκίας και σχετίζονται με υψηλό κίνδυνο ανάπτυξης ινσουλινοαντίστασης, καρδιοαγγειακών νοσημάτων και μεταβολικού συνδρόμου. (167) Η πρόσδεση της αντιπονεκτίνης στον υποδοχέα της ενεργοποιεί την 5 μονοφωσφορικήενεργοποιούμενη πρωτεϊνική κινάση (MAPK) (75), η οποία έχει ρυθμιστικό ρόλο στη σύνθεση της χοληστερόλης, στη λιπογένεση, στην οξείδωση των λιπαρών οξέων και στη μεταφορά και οξείδωση της γλυκόζης. Επιπρόσθετα, η αντιπονεκτίνη έχει παρακρινή και ενδοκρινή δράση στον ίδιο το λιπώδη ιστό και φαίνεται ότι μπορεί να αυξήσει τoν πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση των λιποκυττάρων, ενώ συνεργεί στη συσσώρευση λιπιδίων και στην ινσουλινοεπαγώμενη πρόσληψη της γλυκόζης από τα ώριμα διαφοροποιημένα λιποκύτταρα. (168) Από την άλλη πλευρά, ο μεταγραφικός παράγοντας PPAR-γ παίζει σημαντικό ρόλο στο λιπώδη ιστό και συγκεκριμένα ρυθμίζει τη διαφοροποίηση των προλιποκυττάρων σε ώριμα λιποκύτταρα και ταυτόχρονα μέσω τον αγωνιστών του, των TZDs, ευαισθητοποιεί τα λιποκύτταρα στην ινσουλίνη. (169) Τις δράσεις του αυτές τις επιτυγχάνει μέσω της διαφοροποίησης των προλιποκυττάρων σε μικρά με πολλά λιποσταγονίδια ώριμα λιποκύτταρα, τα οποία είναι πιο μεταβολικά ενεργά (170), αλλά και με τη μεταγραφή παραγόντων που αυξάνουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη, όπως η αντιπονεκτίνη (171). Η λιπογενετική του δράση φαίνεται να συμβάλει σημαντικά στη δέσμευση των ελεύθερων λιπαρών οξέων από το λιπώδη ιστό με αποτέλεσμα να μειώνει την κυκλοφορία τους στην περιφέρεια, βελτιώνοντας έτσι την εναπόθεση λίπους στο ήπαρ και στους σκελετικούς μύες. Παράλληλα, η ενεργοποίηση του PPAR-γ από τους ενδογενείς υποκαταστάτες του, τα TZDs, επαναπροσδιορίζει την εναπόθεση λίπους από τον ενδοκοιλιακό λιπώδη ιστό στον υποδόριο λιπώδη ιστό, βελτιώνοντας παράλληλα την ευαισθησία του οργανισμού στην ινσουλίνη και μειώνοντας τον κίνδυνο συνοδών επιπλοκών της παχυσαρκίας από την αύξηση του ενδοκοιλιακού λίπους (172, 173). Επιπρόσθετα, το PPAR-γ συμβάλει στην ενεργοποίηση του αποπτωτικού μηχανισμού στα μεγάλα υπερτροφικά λιποκύτταρα, μειώνοντας έτσι περαιτέρω τον κίνδυνο ανάπτυξης επιπλοκών στην παχυσαρκία (174). Το PPAR-γ ενεργοποιείται επίσης από ενδογενείς παράγοντες του οργανισμού, όπως τα ελεύθερα λιπαρά οξέα, και από παράγωγα και προσδέτες, που προέρχονται από το αραχιδονικό οξύ. (175) Η ενεργοποίηση των PPARs από τα ενδοκανναβινοειδή και ιδιαίτερα του PPAR-γ είναι φυσική, αφού τα ενδοκανναβινοειδή είναι παράγωγα των 60

61 λιπαρών οξέων και το PPAR-γ ανταποκρίνεται στα κυκλοφορούντα επίπεδα αυτών. Συγκεκριμένα, μελέτες έχουν δείξει ότι η ενεργοποίηση του PPAR-γ από το ατζουλεμικό οξύ έχει ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση του υποκινητή της αντι-φλεγμονώδους ιντερλευκίνης 8 (IL-8) (176), ενώ η ανανδαμίδη μέσω του PPAR-γ μπορεί να αναστείλει την έκκριση της φλεγμονονογόνους κυτοκίνης IL-2 και η δράση της αυτή μπορεί να είναι και ανεξάρτητη από την ενεργοποίηση των υποδοχέων των ενδοκανναβινοειδών CB1 και CB2 (177). Επίσης, το ενδοκανναβινοειδές 2-AG φαίνεται να ενεργοποιεί τη διαφοροποίηση των λιποκυττάρων μέσω του PPAR-γ (144, 178) και όπως θα αναλυθεί και παρακάτω το ενδοκανναβινοειδές σύστημα ενεργοποιείται κατά τη διαφοροποίηση και συμμετέχει ενεργά στους μηχανισμούς της λιπογένεσης. Τα ενδοκανναβινοειδή, όμως, φαίνεται να είναι ασθενείς προσδέτες του PPAR-γ και δεν ενεργοποιούν το μεταγραφικό αυτό παράγοντα σε μεγάλο βαθμό, ενώ η επαγωγή του PPAR-γ με TZDs μπορεί να μειώσει τα επίπεδα του ενδοκανναβινοειδούς 2-AG και την έκφραση του υποδοχέα των ενδοκανναβινοειδών CB1 στα λιποκύτταρα (179). Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα (EC), το οποίο αποτελείται από τους δύο υποδοχείς των ενδοκανναβινοειδών, τον CB1 και τον CB2, και από μία πληθώρα ενδογενών υποκαταστατών, έχει ρυθμιστικό ρόλο σε πολλές διεργασίες της φυσιολογίας του οργανισμού (180, 181). Συγκεκριμένα το EC είναι ένα καλά δομημένο δίκτυο, υπεύθυνο για την «ανάρρωση» του οργανισμού από καταστάσεις στρές, μέσω της ενεργοποίησης μηχανισμών που μειώνουν τον πόνο, ξεκουράζουν τον οργανισμό και βοηθούν το άτομο να ξεχάσει στρεσογόνα γεγονότα. ( ) Μέσω αυτών τον μηχανισμών όμως το EC έχει την ικανότητα να αυξήσει την όρεξη και έτσι μελέτες το σχετίζουν με την παχυσαρκία και την αύξηση της εναπόθεσης λίπους. (186) Ο ρόλος του EC είναι στενά συνδεδεμένος με τα μονοπάτια του ενεργειακού ισοζυγίου, του μεταβολισμού και του νευρικού συστήματος (140, ), τόσο στο ΚΝΣ όσο και στην περιφέρεια. (Εικόνα 26) Η δράση του στο ΚΝΣ σχετίζεται με την παλίνδρομη σηματοδότηση των CB1 υποδοχέων στον προσυναπτικό χώρο, με στόχο την απενεργοποίηση νευροδιαβιβαστικών σημάτων που σχετίζονται με το στρες (182, 189, 190). Στην περιφέρεια όμως, τα ενδοκανναβινοειδή έχουν παρακρινή και ενδοκρινή δράση η οποία δεν σχετίζεται με τον τρόπο δράσης τους στα νεύρα. (191, 192) Τα πιο γνωστά ενδοκανναβινοειδή, όπως προαναφέρθηκαν, είναι η 2-αραχιδονική γλυκερόλη (2-AG), ένας εστέρας του αραχιδονικού οξέος, και η N-αραχιδον-αιθολαμίνη, γνωστή και ως ανανδαμίδη (ΑΕΑ), μία αμίνη των λιπαρών οξέων, τα οποία παράγονται επί 61

62 τη εμφανίσει, δηλάδή όταν αυτά χρειαστούν και αποδομούνται άμεσα (193). Τα ένζυμα, η N-ακυλοφωσφορικήαιθανολαμινική φωσφολιπάση υδρόλυσης D (NAPE-PLD) και η sn-1- επιλεγόμενη διακυλογλυκερόλη λιπάση (DAGL-a) είναι υπεύθυνα για τη βιοσύνθεση των AEA και 2-AG αντίστοιχα, ενώ παράλληλα η υδρολάση των λιπαρών οξέων (FAAH)(για την AEA) και η μονοακυλογλυκερολική λιπάση (MAGL) (για το 2-AG) αποτελούν τα ένζυμα αποδόμησης αυτών των ενδοκανναβινοειδών (194). Πρόσφατα, η ταυτοποίηση μιας χωρίς νόημα μετάλλαξης στο FAAH, η 385CA (P129T), η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των επίπεδων του FAAH και την αύξηση των επιπέδων της ανανδαμίδης σχετίστηκε με το φαινότυπο της παχυσαρκίας ( ). Εικόνα 26: Το Ενδοκανναβινοειδές σύστημα (ECS) στο ΚΝΣ και στην περιφέρεια. Επιπρόσθετα, πολλές μελέτες δείχνουν ότι στην παχυσαρκία των ενήλικων ο υποδοχέας των ενδοκανναβινοειδών, CB1, εντοπίζεται υπερενεργοποιημένος και/ή αυξάνονται τα επίπεδα των ενδοκανναβινοειδών στην κυκλοφορία. Επίσης, μελέτες που εξετάζουν τη γενετική και φαρμακευτική δυσλειτουργία του CB1, έδειξαν ότι το EC παίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του ενεργειακού ισοζυγίου τόσο στο επίπεδο της ορεξιογόνου οδού όσο και στον περιφερικό έλεγχο του μεταβολισμού του λιπώδους ιστού (188). Στο επίπεδο του λιποκυττάρου, ο CB1 φαίνεται να ρυθμίζει τη λιποπρωτεΐνη λιπάση 62

63 ενεργοποιώντας έτσι τον μηχανισμό της λιπογένεσης (140) και μπορεί να μειώσει τα επίπεδα του mrna της αντιπονεκτίνης (191). Επίσης έχει αναφερθεί ότι το EC εμπλέκεται στους μηχανισμούς πρόσληψης της γλυκόζης από το κύτταρο (192, 193), ενώ η θεραπεία με τον ανταγωνιστή του CB1, το rimonabant, έδειξε ότι μπορεί να μπλοκάρει τις επιδράσεις των ενδοκανναβινοειδών στο ΚΝΣ και στην περιφέρεια μειώνοντας τις επιπλοκές της παχυσαρκίας. (138, 191, 197, 198) Το φάρμακο, όμως, αυτό αποσύρθηκε από την αγορά γιατί τα παχύσαρκα άτομα υπό θεραπεία εμφάνιζαν σοβαρά επεισόδια κατάθλιψης. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι μελέτες δείχνουν ότι η ινσουλίνη έχει αρνητική επίδραση στα επίπεδα των ενδοκανναβινοειδών στον λιπώδη ιστό (141, 148, 199). Η συμβολή των ενδοκανναβινοειδών, της αντιπονεκτίνης και του PPAR-γ στην παθοφυσιολογία της παχυσαρκίας έχει μελετηθεί κυρίως σε πειραματόζωα και σε ενήλικες παχύσαρκους, ενώ η διερεύνηση αυτών των μηχανισμών είναι περιορισμένη στη παιδική παχυσαρκία. Αφού όπως προαναφέρθηκε, η παιδική παχυσαρκία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη υπερλιπιδαιμίας, υπερινσουλιναιμίας, υπέρτασης και διαβήτη τύπου 2, ήδη από την παιδική ηλικία (23, ), η ανάγκη διερεύνησης των ρυθμιστικών μηχανισμών των παραπάνω μορίων στην παιδική παχυσαρκία είναι επιτακτική. Ο κύριος σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να διερευνηθεί η συμβολή της έκφρασης της αντιπονεκτίνης, του AdipoR1, του PPAR-γ, του CB1 και των ενζύμων των ενδοκανναβινοειδών NAPE-PLD, DAGL-a, FAAH και MAGL στην παθοφυσιολογία της παιδικής παχυσαρκίας και ιδιαίτερα σε προεφηβικά παιδιά. 63

64 4.Υλικά & Μεθοδολογία 64

65 Ασθενείς και βιοψίες Μετά από έγκριση της επιστημονικής επιτροπής του Καραμανδάνειου Νοσοκομείου και του ΠΠΓΝΠ μελετήθηκαν βιοψίες κοιλιακού ή σπλαχνικού λιπώδους ιστού 17 παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών (Στάδιο εφηβείας κατά Tanner = I) με δείκτη μάζας σώματος (BMI) πάνω από 95% και 36 λεπτόσωμων προεφηβικών παιδιών με BMI κάτω από 85%, τα οποία είχαν χειρουργηθεί στο Καραμανδάνειο Νοσοκομείο. Τα παιδιά διαχωρίστηκαν σε δύο ηλικιακές ομάδες, Ομάδα Α: 2 μηνών-7 ετών και Ομάδα Β: 8-12 ετών. Σε όλες τις περιπτώσεις, υπήρχε γραπτή έγκριση από τους γονείς των παιδιών. Σε κάθε περιστατικό πάρθηκε πλήρες οικογενειακό ιστορικό και βάρος γέννησης, ενώ παράλληλα έγινε φυσική εξέταση στα παιδιά για να εκτιμηθεί το BMI τους, το στάδιο εφηβείας τους (κατά Tanner), η περίμετρο μέσης τους (WC) και οι παράμετροι ανάπτυξης των παιδιών. Σε κλινικό επίπεδο διεξήχθησαν μετρήσεις του σακχάρου του αίματος, της ολικής χοληστερόλης, της HDL και LDL χοληστερόλης, όπως επίσης και των τριγλυκεριδίων των ασθενών. 4.1 Καλλιέργειες Λιποκυττάρων Δείγματα υποδόριου λιπώδους ιστού των ασθενών πάρθηκαν κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης ρουτίνας (όπως βουβωνοκήλη, κρυψορχία) στην κοιλιακή χώρα, όπου και αφαιρέθηκε ένα μικρό κομμάτι (1cm) από τον υποδόριο λιπώδη ιστό το οποίο τοποθετήθηκε σε θρεπτικό υλικό DMEM-F12 με 1% αντιβιοτικό στρεπτομυκίνης/αμπικιλίνης για περαιτέρω επεξεργασία στο εργαστήριο Μοριακής Παιδοενδοκρινολογίας της Παιδοενδοκρινολογικής Μονάδας του Πανεπιστημίου Πατρών. Ο λιπώδης ιστός επεξεργάστηκε σε ειδικό επαγωγέα για την απομόνωση από αυτόν πρωτογενών πρώιμων λιποκυττάρων (προλιποκυττάρων). Αρχικά από τη βιοψία του λιπώδους ιστού αφαιρέθηκε το θρεπτικό υλικό και έγιναν τρείς πλύσεις του ιστού με ρυθμιστικό διάλυμα φωσφορικών ιόντων (Phosphate Buffer Saline-PBS) για την αφαίρεση υγρών και αίματος από την βιοψία. (Εικόνα 27) 65

66 Εικόνα 27: Υποδόριος Λιπώδης ιστός παχύσαρκου προεφηβικού παιδιού μετά από πλύσεις με PBS. Στη συνέχεια ο ιστός μεταφέρθηκε σε τρυβλίο στο οποίο προστέθηκαν 5ml θρεπτικού υλικού DMEM-F12 με 1% αντιβιοτικό στρεπτομυκίνη/αμπικιλίνη (ABS) και 10% ορό αλβουμίνης από βοοειδές (BSA). Σε αυτό το μέσο, αφαιρέθηκε από τον ιστό, με αποστειρωμένα νυστέρια, ο συνδετικός ιστός και το δέρμα και στη συνέχεια ο ιστός κόπηκε σε μικρά τεμάχια. Τα μικρά κομμάτια του ιστού μεταφέρθηκαν σε σωλήνα τύπου falcon των 15ml με το θρεπτικό υλικό, 1% ABS και 10% BSA ενώ προστέθηκε διάλυμα ενζύμου κολλαγενάσης τύπου ΙΙ σε συγκέντρωση 2000U/ml. Ο σωλήνας προστατεύτηκε από το φώς με αλουμινόχαρτο και μεταφέρθηκε σε κινούμενη περιοδικά επιφάνεια στους 37 ο C για πέψη του ιστού για 1 ώρα και 30 λεπτά. Μέτα την πέψη το κολλώδες πλέον υγρό φιλτραρίστηκε με την βοήθεια φίλτρου από νάιλον με πόρους των 100μm, για την αφαίρεση περαιτέρω συνδετικού ιστού. Έπειτα μεταφέρθηκε σε νέο falcon των 15ml, στο οποίο προστέθηκαν 6ml θρεπτικού υλικού με 1% ABS και φυγοκεντρήθηκε για 10 λεπτά με ταχύτητα 1000 στροφές ανά λεπτό για των διαχωρισμό των προλιποκυττάρων από τα ώριμα λιποκύτταρα. Από αυτό αφαιρέθηκε προσεκτικά το υπερκείμενο και το ίζημα με προλιποκύτταρα και ερυθροκύτταρα επαναδιαλύθηκε με 10ml θρεπτικού υλικού που εμπεριείχε 1% ABS και 10% εμβρυικό όρο βοοειδούς (FCS), όπου και μεταφέρθηκε σε τρυβλίο των 100mm 2 για ανάπτυξη τις καλλιέργειας σε επωαστή υπό θερμοκρασία 37 ο C με 5% CO 2. Την επόμενη μέρα στο τρυβλίο έγιναν τρείς πλύσεις των προλιποκυττάρων που είχαν προσκολληθεί στην επιφάνεια του τρυβλίου με πλήρες θρεπτικό υλικό (DMEM-F12, 1% ABS, 10% FCS) για την αφαίρεση των αιωρούμενων ερυθροκυττάρων. Η καλλιέργεια 66

67 αφέθηκε να αναπτυχθεί με αναπλήρωση του πλήρους θρεπτικού υλικού κάθε τρείς μέρες και η ανάπτυξη υποκαλλιεργειών σε αναλογία 1:2 διεξαγόταν με την χρήση ενζύμου θρυψίνης σε διάλυμα EDTA όταν το τρυβλίο έφτανε σε σύγκλιση. Εικόνα 28: Ενδεικτική απεικόνιση προλιποκυττάρων (δεξιά) και ώριμων λιποκυττάρων (αριστερά) ενός λεπτόσωμου προεφηβικού παιδιού με ανοσοφθορισμό (χρώση με αντίσωμα για το CB1) σε μικροσκόπιο φθορισμού. Τα προλιποκύτταρα φαίνεται να έχουν το κυτταρόπλασμα τους ανοιγμένο», με τον πυρήνα τους στην μέση να μην έχει χρώση για τον υποδοχέα. Στα ώριμα λιποκύτταρα το κόκκινο τόξο δείχνει την μετατόπιση του πυρήνα και του κυτταροπλάσματος από την λιποσταγόνα (άσπρο τόξο). Αντίστοιχα η χρώση DAPI για την κάθε εικόνα που απεικονίζει σε χρώμα μπλέ τους πυρήνες των κυττάρων. (Το αντίσωμα CB1 χεησιμοποιήθηκε για πειραματικό σκοπό και δεν αντιπροσωπεύει ειδικό δείκτη προλιποκυττάρων και ώριμων λιποκυττάρων) Σε σύγκλιση, όταν η καλλιέργεια βρισκόταν στην υποκαλλιέργεια 3 (passage 3), το θρεπτικό υλικό αντικαθιστόταν με θρεπτικό μέσο διαφοροποίησης το οποίο περιελάμβανε το θρεπτικό μέσο DMEM-F12 και 1% ABS ενώ παράλληλα συμπληρωνόταν με 33μmol Βιοτίνη (Sigma, Aldritch), 17μmol D-panthonate (Sigma, Aldritch), 10ng/ml ανθρώπινη τρανσφερρίνη (Sigma, Aldritch), 0.2nmol/ml τριοδική-l-θυρονίνη (triodo-l-thyronine) (Sigma, Aldritch), 100Nm υδροκορτιζόνη (Sigma, Aldrich) and 500Nm ανθρώπινη Ινσουλίνη (Novo Nordisk, Copenhagen, Denmark). Η διαφοροποίηση προάχθηκε περαιτέρω με την χρήση διαλύματος που είχε 0.5mM 3-ισοβούτυλο-1-μεθυλοξανθίνη (IBMX) και 1mg/ml 67

68 τρογλιταζόνη (Sigma, Aldrich) το οποίο προστέθηκε στην καλλιέργεια για τις πρώτες τρείς ημέρες. To θρεπτικό μέσο διαφοροποίησης της καλλιέργειας αντικαθιστούταν κάθε τρείς ημέρες, για συνολικά 16 ημέρες ανάπτυξης. (Εικόνα 28) Στο στάδιο αυτό τα λιποκύτταρα είχαν φτάσει σε τελικό στάδιο διαφοροποίησης όπως απεδείκνυε και η δημιουργία λιποσταγονιδίων από τα λιποκύτταρα κατά την οπτικοποίηση τους από μικροσκόπιο φωτός. 4.2 Χρώση Oil-Red-O Με την χρήση οπτικής μικροσκοπίας και χρώσης Oil-Red-O (Sigma, Aldrich Company Hd., Dorset UK) στην καλλιέργεια των ώριμων λιποκυττάρων αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η στρογγυλοποίηση και η δημιουργία λιποσταγονιδίων σε αυτήν μετά την ολοκλήρωση της διαφοροποίησής τους. Συγκεκριμένα ένα τρυβλίο χρησιμοποιήθηκε για την χρώση Oil-Red-O από το οποίο αφαιρέθηκε το θρεπτικό υλικό και έγιναν τρείς πλύσεις με PBS. Στη συνέχεια η καλλιέργεια παγιώθηκε με την χρήση 10% φορμαλίνης για 10 λεπτά σε θερμοκρασία δωματίου (RT), η οποία αφαιρέθηκε και φρέσκο διάλυμα φορμαλίνης προστέθηκε για επί πλέον 1 ώρα. Έπειτα το τρυβλίο ξεπλύθηκε με απιονισμένο H 2 O δύο φορές και προστέθηκε διάλυμα 60% ισοπροπανόλης για 5 λεπτά σε RT. Μετά από δύο πλύσεις με απιονισμένο H 2 O προστέθηκε το διάλυμα χρώσης Oil-Red-O (4.5 mg/ml Oil-Red-O σκόνη σε 99% ισοπροπανόλη) για 10 λεπτά και έγιναν τρείς πλύσεις με H 2 O. Το τρυβλίο φωτογραφήθηκε σε οπτικό μικροσκόπιο, όπου τα λιποσταγονίδια είχαν χρωματιστεί κόκκινα. 4.3 Απομόνωση ολικού RNA και RT-PCR Απομόνωση ολικού RNA Ολικό RNA απομονώθηκε από το στάδιο τον προλιποκυττάρων και ώριμων λιποκυττάρων των παιδιών με την χρήση σετ απομόνωσης RNA για θηλαστικά (total RNA miniprep kit, Sigma, Aldrich Company Hd., Dorset UK). Από τις καλλιέργειες αποξέστηκε ο κυτταρικός πληθυσμός με την βοήθεια αποστειρωμένου ξυστηριού σε 1ml PBS. Αυτό μεταφέρθηκε με πιπέτα σε 1.5ml eppendorf και φυγοκεντρήθηκε για 1 λεπτό στα 14,000 x g. Το υπερκείμενο αφαιρέθηκε και στο ίζημα προστέθηκε διάλυμα διάλυσης (Lysis Buffer) με β-μερκαπτοαιθανόλη το οποίο και 68

69 μεταφέρθηκε σε μία κολόνα και φυγοκεντρήθηκε για 2 λεπτά στα 14,000 x g, για το σπάσιμο της κυτταρικής μεμβράνης και το διαχωρισμό του ολικού RNA από τα κυτταρικά θραύσματα. Στη συνέχεια στο υπερκείμενο προστέθηκε 70% παγωμένης αιθανόλης και μεταφέρθηκε σε μια καινούργια κολώνα όπου και φυγοκεντρήθηκε για 15 δευτερόλεπτα για την πρόσδεση του RNA στην επιφάνεια φίλτρου της κολώνας. Στην κολώνα έγινε μεταχείριση του RNA με ένζυμο DNάσης τύπου Ι το οποίο τοποθετήθηκε προσεκτικά στη μεμβράνη για 15 λεπτά, για την πέψη των ενδογενών ενδονουκλεασών. Έπειτα προστέθηκαν διαδοχικά στην κολώνα διαλύματα πλύσεων με ενδιάμεσα βήματα φυγοκεντρήσεων των 15 δευτερολέπτων για περαιτέρω καθαρισμό του RNA. Στο τελικό βήμα στην κολώνα προστέθηκε διάλυμα εξαγωγής του RNA και αυτό φυγοκεντρήθηκε για 2 λεπτά όπου και συλλέχθηκε το ολικό RNA σε 1.5ml eppendorf. Αλυσιδωτή αντίδραση αντίστροφης μεταγραφάσης (RT-PCR) Από το ολικό RNA δημιουργήθηκε συμπληρωματικό DNA (c-dna) με την χρήση της αντίστροφης μεταγραφάσης. Αντίδραση κατά την οποία το ένζυμο αντίστροφη μεταγραφάση με την βοήθεια εκκινητή ολιγο(τ) και των τεσσάρων τριφωσφορικών δεοξυριβονουκλεοζιτών (dntp s) συνθέτει DNA με εκμαγείο RNA. To υβρίδιο RNA-DNA, που έχει δημιουργηθεί υδρολύεται σε υψηλό ph και το DNA μετατρέπεται σε δίκλωνο με την βοήθεια του ενζύμου της πολυμεράσης. Στη συνέχεια το mrna των παιδιών ενισχύθηκε από c-dna με τη μέθοδο της αλυσιδωτής αντίδρασης της πολυμεράσης (PCR) με συγκεκριμένους εκκινητές για το κάθε γονίδιο υπό μελέτη. Συγκεκριμένα μελετήθηκε η έκφραση του υποδοχέα της αντιπονεκτίνης AdipoR1, η έκφραση του PPAR-γ και η έκφραση του υποδοχέα των ενδοκανναβινοειδών CB1. To AdipoR1, PPAR-γ και CB1 ενισχύθηκαν με εκκινητές: 1) AdipoR1 πρόσθιο: 5 - ctttccccaagctgaagctgca-3 AdipoR1 αντίστροφο: 5 -agaacatcccaaaaaccacctt-3, 2) PPAR-γ πρόσθιο: 5 -ctctccgtaatggaagaccact-3 PPAR-γ αντίστροφο: 5 -gaggtcagcggactctggatt-3, 3) CB1 πρόσθιο: 5 -ccatagccattgtgatcgccgt-3 CB1 αντίστροφο: 5 -cactggctgcattgtttgcgtg-3, 69

70 υπό τις ακόλουθες συνθήκες: αποδιάταξη στους 95 o C για 1 λεπτό, επαναδιάταξη στους 54 ο C για 30 δευτερόλεπτα, και επιμήκυνση στους 72 ο C για 1 λεπτό, για 35 κύκλους. H β- ακτίνη χρησιμοποιήθηκε ως γονίδιο αναφοράς για τη σχετική ποσοτικοποίηση του mrna. Η β-ακτίνη ενισχύθηκε με τους παρακάτω εκκινητές: β-ακτίνη πρόσθιο: 5 - aaggccaaccgtgaaaagatgacc-3, β-ακτίνη αντίστροφο: 5 -accgctcgttgccaatagtgatga-3 υπό τις συνθήκες που περιγράφθηκαν παραπάνω. Στο κάθε δείγμα mrna της PCR προστέθηκε διάλυμα (30% γλυκερόλη σε ρυθμιστικό διάλυμα με χρωστική μπλε βρωμοφαινόλη) για τη φόρτωση των δειγμάτων σε 10% αγέλη αγαρόζης. Οι ζώνες των προϊόντων της PCR απεικονίστηκαν με υπεριώδες φωτισμό με την χρήση βρωμιούχου αιθιδίου και το ειδικό mrna για κάθε γονίδιο ταυτοποιήθηκε με την χρήση μάρτυρα γνωστού μεγέθους βάσεων. Οι ζώνες ποσοτικοποιήθηκαν με την χρήση προγράμματος μέτρησης πυκνότητας της Scion image (version , Scion Corporation). Real Time PCR Πραγματικού χρόνου PCR διεξήχθει με τη χρήση ενός μηχανήματος που ονομάζεται Taqman 7500 Real Time PCR σύστημα (Applied Biosystem, Foster City, CA). Τα δείγματα του c-dna των παιδιών ενισχύθηκαν για να ελεγχθεί η έκφραση των γονιδίων των ενζύμων βιοσύνθεσης, NAPE-PLD και DAGLa, και αποικοδόμησης των ενδοκανναβινοειδών, FAAH και MAGL με τη χρήση του γονιδίου GAPDH ως ενδογενές γονίδιο αναφοράς. Η ενίσχυση κάποιων γονιδίων στόχων διεξήχθει με προηγούμενη επικυρωμένη ανάλυση έκφρασης γονιδίων όπως για το NAPE-PLD: Hs _m1, FAAH: Hs _m1 και MAGL: Hs _m1, από την εταιρεία Applied Biosystem και η κάθε αντίδραση επαναλήφθηκε εις τριπλούν σε ένα μείγμα αντίδρασης των 20μl. Το γονίδιο DAGLa (NCBI accession number AB014559) ενισχύθηκε με πρόσθιο εκκινητή 5 -gggagggtgtgcatgctagt-3 (νουκλεοτίδια 4471e4490), και αντίστροφο εκκινητή 5 -tccttaggaacggtgcacact-3 (νουκλεοτίδια 4514e4534) και ένα Taqman MGB probe 5 -ttggcgcgtatgcat-3 (νουκλεοτίδια 4492e4506) (Applied Biosystem). Τα δεδομένα (Εικόνα 29) αναλύθηκαν με την μέθοδο της συγκριτικής κρίσιμης τιμής των φυσιολογικών ορίων της αντίδρασης (203), ενώ η ποσότητα των γονιδίων στόχων κανονικοποιήθηκε με το ενδογενές γονίδιο μάρτυρα, GAPDH. Η σχετική γονιδιακή έκφραση υπολογίσθηκε με τον τύπο 2 Ct σε σχέση με το μάρτυρα. (203) 70

71 Εικόνα 29: Ενδεικτικές καμπύλες έκφρασης που αποδίδει το μηχάνημα της Real-Time PCR Taqman Σε πιλοτικό πρόγραμμα η έκφραση των τεσσάρων γονιδίων μελετήθηκε σε προλιποκύτταρα και ώριμα λιποκύτταρα ενδεικτικών δειγμάτων παχύσαρκων και λεπτόσωμων παιδιών, το οποίο και ανέδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές μόνο στα ώριμα λιποκύτταρα των δειγμάτων και συγκεκριμένα για τα γονίδια FAAH και DAGL-α. Τα γονίδια αυτά μελετήθηκαν περαιτέρω σε όλα τα δείγματα ώριμων λιποκυττάρων των παχύσαρκων και λεπτόσωμων παιδιών. 4.4 Απομόνωση πρωτεϊνικών εκχυλισμάτων και Ανοσοαποτύπωση κατά Western Απομόνωση πρωτεϊνών Ολικά εκχυλίσματα πρωτεϊνών απομονώθηκαν από το στάδιο των προλιποκυττάρων και ώριμων λιποκυττάρων των παιδιών με την χρήση 50μl ρυθμιστικού διαλύματος laemnli 2 xsds, το οποίο εμπεριείχε 0.5M οξέος Tris, 20% δοδέκυλο-θειικό νάτριο (Sodium Dodecyl Sulphate), 100% γλυκερόλη, απιονισμένο Η2Ο, 5% β-μερκαπτοαιθανόλη και χρωστική μπλέ βρωμοφαινόλης. Ανοσοαποτύπωση κατά Western Τα δείγματα πρωτεΐνης ποσοτικοποιήθηκαν με ηλεκτροφόρηση 5μl δείγματος σε 10% αγέλη πολυακρυλαμιδίου. Η αγέλη χρωματίστηκε με χρωστική Coomassie Blue η οποία βάφει τις πρωτεΐνες μπλε, ενώ παράλληλα κατά την ανοσοαποτύπωση χρησιμοποιήθηκε ειδικό αντίσωμα β-τουμπουλίνης (Cell signaling Technology, Inc., Danvers, MA; 71

72 συγκέντρωση 1:500, επώαση κατά την νύχτα σε κινούμενη επιφάνεια) ως εσωτερικός μάρτυρας κανονικοποίησης του δείγματος. Τα πρωτεϊνικά εκχυλίσματα διαχωρίστηκαν σε αγέλη πολυακρυλαμιδίου 10% (SDS- PAGE) και οι πρωτεΐνες μεταφέρθηκαν σε ειδική μεμβράνη νιτροκυτταρίνης (Amersham Biosciences plc, Buckinghamshire, UK). Οι μεμβράνες επωάστηκαν σε κινούμενη επιφάνεια με ρυθμιστικό διάλυμα (TBS με 5% tween και 5% γάλα) για 1 ώρα σε θερμοκρασία δωματίου (RT), για την παρεμπόδιση μη ειδικών θέσεων πρόσδεσης των αντισωμάτων. Οι μεμβράνες ξεπλύθηκαν με TBS-tween και επωάστηκαν με πρωτογενή ειδικά αντισώματα για το κάθε μόριο υπό μελέτη κατά την νύχτα σε RT, με επακόλουθη επώαση με συζευγμένα δευτερογενή αντισώματα ανοσοσφαιρίνης. Οι αραιώσεις και χρόνοι επώασης που ακολουθούν χρησιμοποιήθηκαν για το κάθε ειδικό αντίσωμα που χρησιμοποιήθηκε για την ανίχνευση του AdipoR1, PPAR-γ και CB1. AdipoR1: anti-adipor1, έκφραση ανιχνεύεται στα 37.4KDa (Alexis Biochemicals, USA; 1:200, κατά τη νύχτα σε RT), PPAR-γ: anti-ppar-γ, έκφραση ανιχνεύεται στα 67KDa (Santa Cruz, USA; 1:250 κατά τη νύχτα σε RT), CB1: (1) anti- CB1, έκφραση ανιχνεύεται στα 64KDa (Sigma-Aldrich Inc.UK; 1:200 κατά τη νύχτα σε RT) (2) anti-cb1, έκφραση ανιχνεύεται για την γλυκοζυλιωμένη μορφή του υποδοχέα στα 63KDa και για τη μη-γλυκοζυλιωμένη μορφή στα 54KDa (Santa-Cruz, USA; 1:200, κατά τη νύχτα σε RT). Οι ζώνες των πρωτεϊνών ανιχνεύτηκαν με αντιδραστήριο χημικού φωτισμού ECL (GE Healthcare Bio-sciences AB., Sweden) και αποτυπώθηκαν πάνω σε φωτογραφικό χαρτί. Οι ζώνες πρωτεϊνών της ανοσοαποτύπωσης ποσοτικοποιήθηκαν με το πρόγραμμα μέτρησης πυκνότητας της Scion image (version , Scion Corporation). 4.5 Προετοιμασία λιπώδους ιστού σε μπλοκ παραφίνης και ανοσοϊστοχημική χρώση. Προετοιμασία παρασκευασμάτων λιπώδους ιστού σε μπλοκ παραφίνης α) Μονιμοποίηση Μέρος του λιπώδους ιστού που πάρθηκε από τα χειρουργεία ρουτίνας των παιδιών (4 ασθενείς και 6 μάρτυρες της Ομάδας Α και 9 ασθενείς και 15 μάρτυρες της Ομάδας Β) απομονώθηκε και μεταφέρθηκε σε διάλυμα ουδέτερης φορμόλης (10%) σε ειδικά καλαθάκια για διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών. Η αρχική αυτή επεξεργασία εξασφαλίζει 72

73 τον τερματισμό α) του κυτταρικού μεταβολισμού, β) της αυτόλυσης των κυτταρικών δομών, γ) την εξουδετέρωση παθογόνων μικροοργανισμών, ενώ επιτυγχάνεται η σκλήρυνση του ιστού και διατηρούνται οι τρσδιάστατες δομές των πρωτεϊνών του ιστού για την ανίχνευση αυτών με ειδικά αντισώματα. β )Εμπέδωση του λιπώδους ιστού σε παραφίνη Στη συνέχεια, οι ιστοί αφυδατώθηκαν έτσι ώστε το ενδογενές νερό να αντικατασταθεί με το μονιμοποιητικό υλικό της παραφίνης. Η αφυδάτωση διήρκησε για διάστημα 6-24 ώρες στη διάρκεια των οποίων το υλικό εμβαπτίστηκε σε διαδοχικά αυξανόμενες συγκεντρώσεις αλκοόλης (70%, 80%, 96%,100%). Ακολούθησε η διαφανοποίηση του ιστού με επώαση του σε ξυλόλη για 2 ώρες και τα δείγματα εμποτίστηκαν με υγρή παραφίνη. Το υλικό αυτό σταθεροποιήθηκε σε θερμοκρασία δωματίου και ο ιστός εγκλείεται στο υλικό αυτό εξασφαλίζοντας την σταθερότητα των δομών ιδιαίτερα κατά την μικροτόμηση αυτών στα επόμενα στάδια. Δημιουργία microarray μπλόκ παραφίνης Ένας αριθμός 34 μπλοκ παραφίνης με λιπώδη ιστό από παχύσαρκα και λεπτόσωμα παιδιά και των δύο ηλικιακών ομάδων χρησιμοποιήθηκαν για την δημιουργία δύο microarray μπλοκ παραφίνης. Για την δημιουργία αυτών επιλέχθηκαν δύο αντιπροσωπευτικές περιοχές των 2 mm (σε διάμετρο) του υποδόριου λιπώδους ιστού από το κάθε περιστατικό και μεταφέρθηκαν σε ένα νέο μπλοκ παραφίνης με την χρήση ειδικού μηχανήματος microarray ιστού (ΤΜΑ-100 Chemicon, USA). Αυτά κόπηκαν σε τομές πάχους των 2 μm και μεταφέρθηκαν σε αντικειμενοφόρους πολυλισύνης από γυαλί. Ανοσοϊστοχημεία Οι αντικειμενοφόροι που είχαν προετοιμαστεί επωάστηκαν στους 57 o C για τουλάχιστον 8 ώρες. Μετά ακολούθησε η αποπαραφίνωση των ιστών με εμπέδiση σε διάλυμα ξυλόλης για 20 λεπτά και οι ιστοί ενυδατώθηκαν σε διαδοχικά μειωμένες συγκεντρώσεις διαλυμάτων αλκοόλης (100%, 96%, 80%, 70%). Η έκθεση των αντιγονικών 73

74 θέσεων επιτεύχθηκε με διάλυμα 0.01Μ κιτρικού νατρίου (PΗ 6.0) το οποίο ζεστάθηκε σε φούρνο μικροκυμάτων στα 800 Watt για 2 λεπτά, στα 300 Watt για 7 λεπτά και το διάλυμα αφέθηκε να επανέρθει σε θερμοκρασία δωματίου για 20 λεπτά. Ακολούθησε η εμπέδιση των ιστών σε διάλυμα 3% υπεροξειδίου για 30 λεπτά ώστε να εμποδιστεί η ενδογενής δραστηριότητα των ιστών. Στη συνέχεια, μπλοκάρονται οι μή ειδικές θέσεις πρόσδεσης με την τοποθέτηση διπλού ενδογενούς ενζύμου που παρέχεται από το πακέτο ανοσοϊστοχημικής χρώσης (EnVision Detection Systems Peroxidase/DAB, Rabbit/Mouse, Dako Cytomation UK, Ltd) για 20 λεπτά. Τα ειδικά αντισώματα τοποθετήθηκαν πάνω στις τομές για επώαση κατά την διάρκεια της νύχτας στους 4 o C. Συγκεκριμένα ο υποδοχέας CB1 ανιχνεύθηκε με ειδικό αντίσωμα σε συγκέντρωση 1:500 (Sigma-Aldrich Inc) και με ανοσοϊστοχημική αντίδραση στρεπταβιδίνης ελεύθερη από βιοτίνη (Dako Cytomation UK, Ltd). Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε η χρωστική 3, 3 -Διαμινόβενζιδίνη (Dako Cytomation) η οποία δίνει καφετί χρώση και η αιματοξυλίνη χρησιμοποιήθηκε για την χρώση της τομής με ροζ-κόκκινο. Οι τομές αφυδατώθηκαν και στεγανοποιήθηκαν με καλυπτρίδα. Εκτίμηση ανοσοϊστοχημικής χρώσης Οι τομές εκτιμήθηκαν για την ένταση και την κατανομή της ειδικής χρώσης από παθολογοανατόμο (κα Ελένη Παπαδάκη-Πέτρου) με οπτικό μικροσκόπιο. Συγκεκριμένα, η ένταση και η κατανομή υπολογίστηκαν από 0 για μηδενική χρώση/κατανομή έως 3 για έντονη χρώση/κατανομή, αντίστοιχα, ενώ οι ιστοί εκτιμήθηκαν και για τα εξής χαρακτηριστικά: α) μέγεθος λιποκυττάρων β) παρουσία μακροφάγων. 4.6 Λήψη δειγμάτων αίματος και Μετρήσεις στον ορό του αίματος. Η λήψη δειγμάτων βιοχημικού και γενικής αίματος στα παιδιά υπό μελέτη έγινε σε κατάσταση νηστείας (8 π.μ.) με σκοπό να γίνουν οι εξής μετρήσεις: γλυκόζη νηστείας, ινσουλίνη, ολική χοληστερόλη, LDL και HDL χοληστερόλη και ολική και HMW αντιπονεκτίνη στον ορό του αίματος. Τα επίπεδα γλυκόζης στον ορό εκτιμήθηκαν με μετρήσεις της εξοκινάσης της γλυκόζης σε φωτόμετρο. Επίσης, τα επίπεδα της ινσουλίνης στον ορό μετρήθηκαν με την μέθοδο πακέτου ELISA (Linco Research Inc., St Charles, MO, USA) το οποίο είχε κατώτερο 74

75 όριο μέτρησης τα 2 μu/ml. Η ολική και HMW ισομορφή της αντιπονεκτίνης μετρήθηκαν στον ορό του αίματος των λεπτόσωμων και παχύσαρκων παιδιών με την μέθοδο της ELISA (Chemicon International, Temecula, CA και Alpco diagnostics, Windham, USA respectively) με πακέτα που είχαν επίπεδα ευαισθησίας για την αντιπονεκτίνη 100 pg/ml και ng/ml, αντίστοιχα. Κατά την μέθοδο της ELISA ο ορός τοποθετήθηκε σε τρυβλία 96 θέσεων τα οποία είχαν προσδεδεμένο το ειδικό αντίσωμα ανίχνευσης. Τα δείγματα φορτώθηκαν στα τρυβλία εις διπλούν, ενώ αντίστοιχα τοποθετήθηκαν και δείγματα αυξανόμενων συγκεντρώσεων της υπό μελέτη ορμόνης για την δημιουργία τυπικής καμπύλης, όπως και δύο δείγματα γνωστής συγκέντρωσης ως ενδογενείς μάρτυρες σωστής λειτουργίας της τεχνικής. Τα δείγματα επωάστηκαν με μια σειρά αντιδραστηρίων εξασφαλίζοντας έτσι την πρόσδεση της ορμόνης στο τρυβλίο και τη μετέπειτα πρόσδεση της με το ειδικό αντίσωμα. Το σύμπλοκο αυτό αντιδρά με το ένζυμο της στρεπταβιδίνης και η αντίδραση αυτή προσδίδει χρώμα στο διάλυμα. Η αντίδραση διακόπηκε με αντίστοιχο διάλυμα οξέος (π.χ. 7,7% H 2 SO 4 ή HCL) και στην συνέχεια το τρυβλίο μετρήθηκε σε φωτόμετρο. Η συγκέντρωση της ορμόνης στον ορό υπολογίστηκε από την εξίσωση που αποδίδει η τυπική καμπύλη αφού αφαιρέθηκε η οπτική απορρόφηση σκεδασμού. Στις μετρήσεις της HMW αντιπονεκτίνης προηγείται αντίδραση των δειγμάτων του ορού με ένζυμο (2 ώρες στους 37 o C) για την αφαίρεση των εξαμερών και τριμερών ισομορφών της αντιπονεκτίνης από το δείγμα. Ο δείκτης ινσουλινοαντίστασης HOMA-IR υπολογίστηκε με την εξίσωση HOMA-IR (mmol/l X mu/ml) = [γλυκόζη νηστείας (mmol/l) x ινσουλίνη νηστείας (mu/ml)]/22.5. (204) 4.7 Στατιστική Ανάλυση. Όλα τα δεδομένα ομαδοποιήθηκαν σε σχέση με την ηλικία και το στάδιο εφηβείας (κατά Tanner για την ανάπτυξη του στήθους στα κορίτσια και κατά Prader για τον όγκο των όρχεων στα αγόρια) και σε σχέση με τις καμπύλες του ΔΜΣ% σώματος (Εικόνα 29). Οι μέσες τιμές των επίπεδων έκφρασης των μορίων μαζί με την τυπική απόκλιση (μέσες τιμές ± S.D.) συγκρίθηκαν με two-tailed unpaired student t-test για τα δεδομένα με κανονική κατανομή και με Mann-Whitney για τα δεδομένα που δεν ακολουθούσαν κανονική κατανομή. 75

76 Εικόνα 29: Πρότυπες καμπύλες ΔΜΣ %. Οι συσχετίσεις των κλινικών χαρακτηριστικών, των ορμονικών επιπέδων και των εκφράσεων των μορίων ελέγχθηκαν με τις παραμέτρους συσχέτισης κατά Pearson, και κατά Spearmann για δείγματα που ακολούθησαν κανονικότητα ή όχι αντίστοιχα. Η πρότυπη στατιστική σημαντικότητα καθορίστηκε η τιμή p 0.05 και η στατιστική ανάλυση έγινε με το πακέτο SPSS

77 5.Αποτελέσματα 77

78 5.1 Κλινικά χαρακτηριστικά και βιοχημικό προφίλ των παιδιών. Μελετήθηκαν 17 παχύσαρκα (ΒΜΙ 95%) και 36 λεπτόσωμα (ΒΜΙ<85%) προεφηβικά παιδιά (Tanner I). Το πλήρης ατομικό και οικογενειακό ιστορικό (Πίνακας 1) δεν έδειξε στατιστικά σημαντικές διαφορές σύμφωνα με το φύλο, το βάρος γέννησης ή με την παρουσία διαβήτη τύπου ΙΙ στην οικογένεια. Παράλληλα, το βιοχημικό προφίλ (Πίνακας 2) των παχύσαρκων και λεπτόσωμων τις κάθε ηλικιακής ομάδας δεν διέφερε σημαντικά, αφού τόσο το λιπιδαιμικό προφίλ όσο και οι γλυκόζες νηστείας ήταν εντός των φυσιολογικών ορίων. 78

79 5.2 Χαρακτηρισμός ώριμων λιποκυττάρων με την χρώση Οil-Red-O. Στα άτομα που μελετήθηκαν έγινε και εκτίμηση της ικανότητας διαφοροποίησης των πρώιμων λιποκυττάρων τους σε ώριμα λιποκύτταρα στην πρωτογενή καλλιέργεια. Η εκτίμηση με χρώση Oil-Red-O έδειξε τη συσσώρευση λιποσταγόνων στα ώριμα λιποκύτταρα μετά από 16 ημέρες διαφοροποίησης. Όλες οι καλλιέργειες στο χρονικό αυτό διάστημα ήταν πλήρως διαφοροποιημένες και στις καλλιέργειες των μεγαλύτερων προεφηβικών παχύσαρκων παρατηρήθηκε πιο συχνά η δημιουργία μίας μεγάλης λιποσταγόνας σε σύγκριση με την συσσώρευση πολλών και μικρών λιποσταγονιδίων που παρατηρείται στις άλλες υποομάδες (Εικόνα 30). Εικόνα 30: Oil-red χρώση πρωτογενών λιποκυττάρων μετά από δύο εβδομάδες διαφοροποίησης, οπτικό μικροσκόπιο. Οι λιποσταγόνες που είναι συσσωρευμένες αναδεικνύουν την πλήρη διαφοροποιημένη μορφολογία. 79

80 5.3 Γονιδιακή και πρωτεϊνική έκφραση AdipoR1 Γονιδιακή έκφραση του AdipoR1 Μελετήθηκε η γονιδιακή έκφραση του AdipoR1 στα λεπτόσωμα και παχύσαρκα παιδιά και των δύο ηλικιακών ομάδων. Η ποσοτικοποίηση της έκφρασής του με μέτρηση της οπτικής πυκνότητας, έδειξε: 1) μία σημαντική αύξηση στα προλιποκύτταρα των προεφηβικών παχύσαρκων παιδιών της ομάδας Α σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμα (*p<0.01) και 2) μία σημαντική αύξηση στα ώριμα λιποκύτταρα των προεφηβικών παχύσαρκων παιδιών της λεπτόσωμα (*p<0.004) (Σχήμα 1). ομάδας Β σε σύγκριση με τα αντίστοιχα Σχήμα 1: Γονιδιακή έκφραση του AdipoR1 και διαφορές μεταξύ λεπτόσωμων και παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών με RT-PCR (Α, Β & Γ). Αντιπροσωπευτικές ζώνες της RT-PCR σε δύο λεπτόσωμα (Μ1 και Μ2) και δύο παχύσαρκα (Α1 και Α2) παιδιά της Ομάδας Α και δύο λεπτόσωμα (Μ3 και Μ4) και παχύσαρκα (Α3 και Α4) παιδιά της Ομάδας Β. (A) Ποσοτικοποίηση με πυκνομέτρηση της RT-PCR έδειξε ότι, σε επίπεδο mrna, το AdipoR1 είναι αυξημένο στα προλιποκύτταρα (ΠΛ) των μικρότερων παχύσαρκων και στα ώριμα λιποκύτταρα (ΩΛ) των μεγαλύτερων παχύσαρκων παιδιών σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμα τους(*p<0.004). 80

81 Πρωτεϊνική έκφραση του AdipoR1 Μελετήθηκε η πρωτεϊνική έκφραση του AdipoR1. Η ποσοτικοποίηση της έκφρασης του AdipoR1 με μέτρηση της οπτικής πυκνότητας έδειξε σημαντική μείωση στα προλιποκύτταρα και στα ώριμα λιποκύτταρα των προεφηβικών παχύσαρκων παιδιών της ομάδας Α, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμα τους (*p<0.004) (Σχήμα 2). Σχήμα 2: Πρωτεϊνική έκφραση του AdipoR1 και διαφορές μεταξύ λεπτόσωμων και παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών με ανοσοαποτύπωση κατά Western (WI) (Α, Β & Γ). Αντιπροσωπευτικές ζώνες της WI σε δύο λεπτόσωμα (Μ1 και Μ2) και δύο παχύσαρκα (Α1 και Α2) παιδιά της Ομάδας Α και δύο λεπτόσωμα (Μ3 και Μ4) και παχύσαρκα (Α3 και Α4) παιδιά της Ομάδας Β. (A) Ποσοτικοποίηση με πυκνομέτρηση της WI έδειξε ότι, σε πρωτεϊνικό επίπεδο, το AdipoR1 είναι μειωμένο στα προλιποκύτταρα (ΠΛ) και στα ώριμα λιποκύτταρα (ΩΛ) των μικρότερων παχύσαρκων σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμα τους (*p<0.004). 81

82 5.4 Γονιδιακή και πρωτεϊνική έκφραση PPAR-γ Γονιδιακή έκφραση του PPAR-γ Μελετήθηκε η γονιδιακή έκφραση του PPAR-γ. Η ποσοτικοποίηση της έκφρασης του PPAR-γ με μέτρηση της οπτικής πυκνότητας έδειξε: 1) σημαντική αύξηση στα προλιποκύτταρα των προεφηβικών παχύσαρκων παιδιών της ομάδας Β σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμα τους(*p<0.004) και 2) σημαντική αύξηση στα ώριμα λιποκύτταρα των προεφηβικών λεπτόσωμων και παχύσαρκων παιδιών και των δύο ηλικιακών ομάδων, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα προλιποκύτταρα (** p<0.05), χωρίς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων (Σχήμα 3). Σχήμα 3: Γονιδιακή έκφραση του PPAR-γ και διαφορές μεταξύ λεπτόσωμων και παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών με RT-PCR (Α, Β & Γ). Αντιπροσωπευτικές ζώνες της RT-PCR σε δύο λεπτόσωμα (Μ1 και Μ2) και δύο παχύσαρκα (Α1 και Α2) παιδιά της Ομάδας Α και δύο λεπτόσωμα (Μ3 και Μ4) και παχύσαρκα (Α3 και Α4) παιδιά της Ομάδας Β. (A) Ποσοτικοποίηση με πυκνομέτρηση της RT-PCR έδειξε ότι, σε επίπεδο mrna, το PPAR-γ α) είναι αυξημένο στα προλιποκύτταρα (ΠΛ) των μεγαλύτερων παχύσαρκων σε σύγκρισή με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους (*p<0.004); β) είναι σημαντικά αυξημένο στα ώριμα λιποκύτταρα (ΩΛ) των λεπτόσωμων και παχύσαρκων παιδιών και των δύο ηλικιακών ομάδων, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα ΠΛ (**p<0.05), χωρίς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων. 82

83 Πρωτεϊνική έκφραση του PPAR-γ Μελετήθηκε η πρωτεϊνική έκφραση του PPAR-γ. Η ποσοτικοποίηση της έκφρασης του PPAR-γ με μέτρηση της οπτικής πυκνότητας έδειξε μία σημαντική αύξηση στα ώριμα λιποκύτταρα των προεφηβικών παχύσαρκων παιδιών της ομάδας Α σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους (*p<0.004) (Σχήμα 4). Σχήμα 4: Πρωτεϊνική έκφραση του PPAR-γ και διαφορές μεταξύ λεπτόσωμων και παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών με Ανοσοαποτύπωση κατά Western (WI) (Α, Β & Γ). Αντιπροσωπευτικές ζώνες της WI σε δύο λεπτόσωμα (Μ1 και Μ2) και δύο παχύσαρκα (Α1 και Α2) παιδιά της Ομάδας Α και δύο λεπτόσωμα (Μ3 και Μ4) και παχύσαρκα (Α3 και Α4) παιδιά της Ομάδας Β. (A) Ποσοτικοποίηση με πυκνομέτρηση της WI έδειξε ότι, σε πρωτεϊνικό επίπεδο, το PPAR-γ είναι αυξημένο στα ώριμα λιποκύτταρα (ΩΛ) των μικρότερων παχύσαρκων σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους (*p<0.004). 83

84 5.5 Γονιδιακή και πρωτεϊνική έκφραση του CB1 Γονιδιακή έκφραση του CB1 Μελετήθηκε η γονιδιακή έκφραση του CB1. Η ποσοτικοποίηση της έκφρασης του CB1 με μέτρηση της οπτικής πυκνότητας έδειξε: 1) μία σημαντική μείωση στα ώριμα λιποκύτταρα των προεφηβικών παχύσαρκων παιδιών και των δύο ηλικιακών ομάδων, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους (*p<0.004) και 2) σημαντική αύξηση στα ώριμα λιποκύτταρα των προεφηβικών λεπτόσωμων παιδιών σε σύγκριση με τα αντίστοιχα προλιποκύτταρά τους (** p<0.05), χωρίς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων (Σχήμα 5). Σχήμα 5: Γονιδιακή έκφραση του CB1 και διαφορές μεταξύ λεπτόσωμων και παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών με RT-PCR (Α, Β & Γ). Αντιπροσωπευτικές ζώνες της RT-PCR σε δύο λεπτόσωμα (Μ1 και Μ2) και δύο παχύσαρκα (Α1 και Α2) παιδιά της Ομάδας Α και δύο λεπτόσωμα (Μ3 και Μ4) και παχύσαρκα (Α3 και Α4) παιδιά της Ομάδας Β. (A) Ποσοτικοποίηση με πυκνομέτρηση της RT-PCR έδειξε ότι, σε επίπεδο mrna το CB1 α) είναι μειωμένο στα ώριμα λιποκύτταρα (ΩΛ) των παχύσαρκων, και των δύο ομάδων, σε σύγκρισή με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους(*p<0.004); β) είναι σημαντικά αυξημένο στα ΩΛ των λεπτόσωμων παιδιών σε σύγκριση με τα αντίστοιχα προλιποκύτταρά τους (ΠΛ) (** p<0.05), χωρίς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων. 84

85 Πρωτεϊνική έκφραση του CB1 Μελετήθηκε η πρωτεϊνική έκφραση του CB1. Η ποσοτικοποίηση της έκφρασης του CB1 με μέτρηση της οπτικής πυκνότητας έδειξε: 1) σημαντική μείωση στα ώριμα λιποκύτταρα των προεφηβικών παχύσαρκων παιδιών και των δύο ηλικιακών ομάδων, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους (*p<0.004) και 2) μία σημαντική αύξηση στα ώριμα λιποκύτταρα των προεφηβικών λεπτόσωμων και παχύσαρκων παιδιών σε σύγκριση με τα αντίστοιχα προλιποκύτταρά τους (** p<0.05), χωρίς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων (Σχήμα 6). Σχήμα 6: Πρωτεϊνική έκφραση του CB1 και διαφορές μεταξύ λεπτόσωμων και παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών με ανοσοαποτύπωση κατά Western (WI) (Α, Β & Γ). Αντιπροσωπευτικές ζώνες της WI σε δύο λεπτόσωμα (Μ1 και Μ2) και δύο παχύσαρκα (Α1 και Α2) παιδιά της Ομάδας Α και δύο λεπτόσωμα (Μ3 και Μ4) και παχύσαρκα (Α3 και Α4) παιδιά της Ομάδας Β. (A) Ποσοτικοποίηση με πυκνομέτρηση της WI έδειξε ότι, σε πρωτεϊνικό επίπεδο, το CB1 α) είναι μειωμένο στα ώριμα λιποκύτταρα (ΩΛ) των παχύσαρκων, και των δύο ομάδων, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους (*p<0.004); β) είναι σημαντικά αυξημένο στα ΩΛ των λεπτόσωμων και παχύσαρκων παιδιών σε σύγκριση με τα αντίστοιχα προλιποκύτταρά τους (ΠΛ) (**p<0.05), χωρίς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ηλικιακών ομάδων. Εντόπιση του CB1 στο λιπώδη ιστό Μελετήθηκε η εντόπιση του CB1 με τη μέθοδο της ανοσοϊστοχημείας σε λεπτόσωμα και παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά και των δύο ηλικιακών ομάδων. Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην έκφραση του CB1, μεταξύ των λεπτόσωμων προεφηβικών παιδιών της ομάδας Α και των αντίστοιχων παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών. Αντιθέτως, τα 85

86 λεπτόσωμα προεφηβικά παιδιά της ομάδας Β έδειξαν μεγαλύτερη έκφραση του CB1, σε σχέση με τα αντίστοιχα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά. Επιπλέον, παρατηρήθηκε ότι τα μεγαλύτερα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά παρουσιάζουν μεγαλύτερα λιποκύτταρα (Σχήμα 7). Σχήμα 7: Ανοσοϊστοχημική χρώση του CB1 σε λεπτόσωμα (Α & C) και παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά (Β & D), Οπτικό μικροσκόπιο, 40x. Τα λεπτόσωμα της Ομάδας Α (Α) δεν έδειξαν σημαντικές διαφορές με τα αντίστοιχα παχύσαρκα (Β) στην έκφραση του CB1. Τα λεπτόσωμα παιδιά της Ομάδας Β (C) έδειξαν μεγαλύτερη έκφραση του CB1 σε σχέση με τα αντίστοιχα παχύσαρκα (D). Τα μεγαλύτερα παχύσαρκα παιδιά (D), παρουσιάζουν μεγαλύτερα λιποκύτταρα. 5.6 Γονιδιακή έκφραση των ενζύμων βιοσύνθεσης και αποδόμησης των ενδοκανναβινοειδών. Γονιδιακή έκφραση του FAAH & του DAGL-α Μελετήθηκε η γονιδιακή έκφραση του ενζύμου αποδόμησης FAAH (για την ανανδαμίδη) και του ενζύμου βιοσύνθεσης DAGL-α (για το 2-AG) στα ώριμα λιποκύτταρα των λεπτόσωμων και παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών με Real-Time PCR. Η ποσοτικοποίηση της έκφρασης του FAAH και του DAGL-α με μέτρηση της οπτικής πυκνότητας έδειξε: 1) μία σημαντική μείωση του FAAH και μία σημαντική αύξηση του DAGL-α στα λεπτόσωμα προεφηβικά παιδιά της ομάδας Β σε σύγκριση με τα λεπτόσωμα προεφηβικά παιδιά της ομάδας Α (*p<0.05), 2) μία σημαντική αύξηση του FAAH στα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά της ομάδας Β σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά 86

87 τους (#p<0.05) και 3) μία σημαντική αύξηση του DAGL-α τόσο στα λεπτόσωμα όσο και στα παχύσαρκα προεφηβικά παιδιά της ομάδας Β σε σύγκριση με αυτών της ομάδας Α (*p<0.05), ενώ η έκφρασή του δεν άλλαξε σημαντικά μεταξύ των παχύσαρκων και λεπτόσωμων προεφηβικών παιδιών της κάθε ηλικιακής ομάδας (Σχήμα 8). Σχήμα 8: Γονιδιακή έκφραση του ενζύμου αποδόμησης FAAH (για την ανανδαμίδη) και του ενζύμου βιοσύνθεσης DAGL-α (για το 2-AG) στα ώριμα λιποκύτταρα (ΩΛ) των λεπτόσωμων και παχύσαρκων προεφηβικών παιδιών με Real-Time PCR. α) Η σχετική γονιδιακή έκφραση στα λεπτόσωμα προεφηβικά έδειξε μία σημαντική μείωση του FAAH και μία σημαντική αύξηση του DAGL-α στα μεγαλύτερα λεπτόσωμα σε σύγκριση με τα μικρότερα λεπτόσωμα (*p<0.05). β) Η σχετική γονιδιακή έκφραση του FAAH ήταν σημαντικά αυξημένη στα μεγαλύτερα παχύσαρκα παιδιά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα λεπτόσωμά τους (#p<0.05). γ) Η έκφραση του DAGL-α δεν άλλαξε σημαντικά μεταξύ των παχύσαρκων και λεπτόσωμων της κάθε ηλικιακής ομάδας άλλα ήταν σημαντικά αυξημένο τόσο στα λεπτόσωμα όσο και στα παχύσαρκα παιδιά της μεγαλύτερης ηλικιακής ομάδας σε σύγκριση με αυτό της μικρότερης (*p<0.05). 87

Ν. Κατσίκη[1], Α. Γκοτζαμάνη-Ψαρράκου[2], Φ. Ηλιάδης[1], Τρ. Διδάγγελος[1], Ι. Γιώβος[3], Δ. Καραμήτσος[1]

Ν. Κατσίκη[1], Α. Γκοτζαμάνη-Ψαρράκου[2], Φ. Ηλιάδης[1], Τρ. Διδάγγελος[1], Ι. Γιώβος[3], Δ. Καραμήτσος[1] Ολόγοςλεπτίνης/αδιπονεκτίνης ως ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας 10ετούς καρδιαγγειακού κινδύνου σε ινσουλινοθεραπευόμενους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 Ν. Κατσίκη[1], Α. Γκοτζαμάνη-Ψαρράκου[2], Φ. Ηλιάδης[1],

Διαβάστε περισσότερα

Αρχικά θα πρέπει να προσδιορίσουμε τι είναι η παχυσαρκία.

Αρχικά θα πρέπει να προσδιορίσουμε τι είναι η παχυσαρκία. Αρχικά θα πρέπει να προσδιορίσουμε τι είναι η παχυσαρκία. Παχυσαρκία είναι η παθολογική αύξηση του βάρους του σώματος, που οφείλεται σε υπερβολική συσσώρευση λίπους στον οργανισμό. Παρατηρείται γενικά

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΡΑΚΤΙΚΗ ΑΠΝΟΙΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ. Φώτης Καψιμάλης Αν. Δ/ντής Πνευμονολογικής Κλινικής Νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν

ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΡΑΚΤΙΚΗ ΑΠΝΟΙΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ. Φώτης Καψιμάλης Αν. Δ/ντής Πνευμονολογικής Κλινικής Νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΡΑΚΤΙΚΗ ΑΠΝΟΙΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ Φώτης Καψιμάλης Αν. Δ/ντής Πνευμονολογικής Κλινικής Νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν Σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας στον ύπνο ( ΣΑΥ) Συχνή διαταραχή (5%

Διαβάστε περισσότερα

Παχυσαρκία και Σακχαρώδης Διαβήτης

Παχυσαρκία και Σακχαρώδης Διαβήτης Παχυσαρκία και Σακχαρώδης Διαβήτης Τι είναι ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 (ΣΔ2) Ο Σακχαρώδης Διαβήτης γενικά είναι μια πάθηση κατά την οποία ο οργανισμός και συγκεκριμένα το πάγκρεας δεν παράγει ή δεν

Διαβάστε περισσότερα

Μεταβολικό Σύνδρομο και Άσκηση στην παιδική ηλικία: Ο Ρόλος των Αδικοπινών. Θανάσης Τζιαμούρτας ΤΕΦΑΑ Παν. Θεσσαλίας

Μεταβολικό Σύνδρομο και Άσκηση στην παιδική ηλικία: Ο Ρόλος των Αδικοπινών. Θανάσης Τζιαμούρτας ΤΕΦΑΑ Παν. Θεσσαλίας Μεταβολικό Σύνδρομο και Άσκηση στην παιδική ηλικία: Ο Ρόλος των Αδικοπινών Θανάσης Τζιαμούρτας ΤΕΦΑΑ Παν. Θεσσαλίας Μεταβολικό Σύνδρομο Δεν είναι ασθένεια αλλά ένα σύμπλεγμα από ιατρικές διαταραχές που

Διαβάστε περισσότερα

11. ΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ

11. ΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ 11. ΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ Στον ανθρώπινο οργανισμό υπάρχουν δύο είδη αδένων, οι εξωκρινείς και οι ενδοκρινείς. Οι εξωκρινείς (ιδρωτοποιοί αδένες, σμηγματογόνοι αδένες κ.ά.) εκκρίνουν το προϊόν τους στην επιφάνεια

Διαβάστε περισσότερα

ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ. Νικολούδη Μαρία. Ειδικ. Παθολόγος, Γ.Ν.Θ.Π. «Η Παμμακάριστος»

ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ. Νικολούδη Μαρία. Ειδικ. Παθολόγος, Γ.Ν.Θ.Π. «Η Παμμακάριστος» ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΑ Νικολούδη Μαρία Ειδικ. Παθολόγος, Γ.Ν.Θ.Π. «Η Παμμακάριστος» Ο όρος δυσλιπιδαιμία εκφράζει τις ποσοτικές και ποιοτικές διαταραχές των λιπιδίων του αίματος. Τα λιπίδια όπως η χοληστερόλη και

Διαβάστε περισσότερα

Παιδιά με διαβήτη. Παρά την καλή θρέψη γινόταν προοδευτικά πιο αδύναμα και καχεκτικά Ήταν ευπαθή στις λοιμώξεις Πέθαιναν από κατακλυσμιαία οξέωση

Παιδιά με διαβήτη. Παρά την καλή θρέψη γινόταν προοδευτικά πιο αδύναμα και καχεκτικά Ήταν ευπαθή στις λοιμώξεις Πέθαιναν από κατακλυσμιαία οξέωση ΙΝΣΟΥΛΙΝΗ Παιδιά με διαβήτη Παρά την καλή θρέψη γινόταν προοδευτικά πιο αδύναμα και καχεκτικά Ήταν ευπαθή στις λοιμώξεις Πέθαιναν από κατακλυσμιαία οξέωση Ιστοί στόχοι της Ινσουλίνης Η Ινσουλίνη ρυθμίζει

Διαβάστε περισσότερα

ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΛΙΠΟΕΙ ΩΝ

ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΛΙΠΟΕΙ ΩΝ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΛΙΠΟΕΙ ΩΝ Η επιβίωση των ζώντων οργανισµών οφείλεται εκτός των άλλων και στην ικανότητά τους να ρυθµίζουν την αποθήκευση και την κινητοποίηση της ενέργειας για το µεταβολισµότους.

Διαβάστε περισσότερα

Συστήματα επικοινωνίας Ανθρωπίνου σώματος. ενδοκρινολογικό νευρικό σύστημα

Συστήματα επικοινωνίας Ανθρωπίνου σώματος. ενδοκρινολογικό νευρικό σύστημα Κύτταρο Το κύτταρο αποτελείται από μέρη τα οποία έχουν συγκεκριμένη δομή και επιτελούν μία συγκεκριμένη λειτουργία στην όλη οργάνωση του κυττάρου. Δομή κυτταροπλασματικής μεμβράνης Συστήματα επικοινωνίας

Διαβάστε περισσότερα

Ανακεφαλαιώνοντας, οι διάφορες ρυθµίσεις ώστε να µη γίνεται ταυτόχρονα και βιοσύνθεση και β-οξείδωση είναι οι ακόλουθες: Ηγλυκαγόνηκαιηεπινεφρίνη

Ανακεφαλαιώνοντας, οι διάφορες ρυθµίσεις ώστε να µη γίνεται ταυτόχρονα και βιοσύνθεση και β-οξείδωση είναι οι ακόλουθες: Ηγλυκαγόνηκαιηεπινεφρίνη Ανακεφαλαιώνοντας, οι διάφορες ρυθµίσεις ώστε να µη γίνεται ταυτόχρονα και βιοσύνθεση και β-οξείδωση είναι οι ακόλουθες: Ηγλυκαγόνηκαιηεπινεφρίνη (αδρεναλίνη) ευνοούν τη β-οξείδωση και την κινητοποίηση

Διαβάστε περισσότερα

Αύξηση & Ανάπτυξη. Υπερπλασία: αύξηση του αριθµού των κυττάρων & Υπερτροφία : αύξηση του µεγέθους των κυττάρων

Αύξηση & Ανάπτυξη. Υπερπλασία: αύξηση του αριθµού των κυττάρων & Υπερτροφία : αύξηση του µεγέθους των κυττάρων Αύξηση & Ανάπτυξη Αύξηση Κυτταρική διαίρεση και καθαρή πρωτεϊνική σύνθεση & Ανάπτυξη Αύξηση διαστάσεων (ανάστηµα) Αύξηση οστών (σπονδυλική στήλη και κάτω άκρα) Αύξηση σκελετικού µυ Αύξηση σπλάχνων Υπερπλασία:

Διαβάστε περισσότερα

ΑΥΞΗΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ, ΙΝΣΟΥΛΙΝΟΜΙΜΗΤΙΚΟΣ ΑΥΞΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ-Ι ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ

ΑΥΞΗΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ, ΙΝΣΟΥΛΙΝΟΜΙΜΗΤΙΚΟΣ ΑΥΞΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ-Ι ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΑΥΞΗΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ, ΙΝΣΟΥΛΙΝΟΜΙΜΗΤΙΚΟΣ ΑΥΞΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ-Ι ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C.S Η αυξητική

Διαβάστε περισσότερα

ΟΡΟΛΟΣΤΗΣΑΣΚΗΣΗΣΣΤΟ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟΣΥΝ ΡΟΜΟ, ΣΤΑ ΛΙΠΙ ΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ

ΟΡΟΛΟΣΤΗΣΑΣΚΗΣΗΣΣΤΟ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟΣΥΝ ΡΟΜΟ, ΣΤΑ ΛΙΠΙ ΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΟΡΟΛΟΣΤΗΣΑΣΚΗΣΗΣΣΤΟ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟΣΥΝ ΡΟΜΟ, ΣΤΑ ΛΙΠΙ ΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΒασίληςΜούγιος, PhD ΤΕΦΑΑ ΑΠΘ http://mougios.webpages.auth.gr Μεταβολικό σύνδροµο Παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από:

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΝΗΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΡΑΦΕΝΤΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ Tον ανθρώπινο µεταβολισµό το χαρακτηρίζουν δύο στάδια. Tοπρώτοείναιηκατάστασητουοργανισµούµετά

ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΝΗΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΡΑΦΕΝΤΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ Tον ανθρώπινο µεταβολισµό το χαρακτηρίζουν δύο στάδια. Tοπρώτοείναιηκατάστασητουοργανισµούµετά ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΝΗΣΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΡΑΦΕΝΤΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ Tον ανθρώπινο µεταβολισµό το χαρακτηρίζουν δύο στάδια. Tοπρώτοείναιηκατάστασητουοργανισµούµετά απόκάποιογεύµα, οπότετοαίµαείναιπλούσιοσε θρεπτικές ύλες από

Διαβάστε περισσότερα

Στην φυσιολογική κατάσταση τα επίπεδα σακχάρου αίματος μεταβάλλονται σε

Στην φυσιολογική κατάσταση τα επίπεδα σακχάρου αίματος μεταβάλλονται σε 07 Ρύθµιση του µεταβολισµού της γλυκόζης και των λιπιδίων στο ήπαρ ΕΥΤΥΧΙΑ Γ. ΚΟΥΚΚΟΥ Επιμελήτρια Α, Τμήμα Ενδοκρινολογίας, Διαβήτου & Μεταβολισμού Νοσοκομείο-Μαιευτήριο «Έλενα Βενιζέλου», Αθήνα Στην φυσιολογική

Διαβάστε περισσότερα

Από τον Κώστα κουραβανα

Από τον Κώστα κουραβανα Από τον Κώστα κουραβανα Περιεχόμενα Γενικός ορισμός παχυσαρκίας Ορμονικοί-Γονιδιακοί-παράγοντες Επιπτώσεις στην υγεία Θεραπεία-Δίαιτα Γενικός ορισμός παχυσαρκίας Παχυσαρκία είναι κλινική κατάσταση στην

Διαβάστε περισσότερα

Στέργιος Ι. Τραπότσης Χειρουργός Ορθοπαιδικός Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ Διδάσκων ΤΕΦAΑ-ΠΘ

Στέργιος Ι. Τραπότσης Χειρουργός Ορθοπαιδικός Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ Διδάσκων ΤΕΦAΑ-ΠΘ Άσκηση, διατροφή & υγεία Στέργιος Ι. Τραπότσης Χειρουργός Ορθοπαιδικός Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ Διδάσκων ΤΕΦAΑ-ΠΘ Άσκηση, διατροφή & υγεία Μακροχρόνια επιστημονική έρευνα έχει αποδείξει ότι πολλά από

Διαβάστε περισσότερα

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ και ΚΑΡΚΙΝΟΣ: συνύπαρξη ή αιτιολογική σχέση;

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ και ΚΑΡΚΙΝΟΣ: συνύπαρξη ή αιτιολογική σχέση; ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ και ΚΑΡΚΙΝΟΣ: συνύπαρξη ή αιτιολογική σχέση; Δ. Καραγιάννη, Β. Κουρκούμπας, Δ. Μπαλτζής, Γ. Κοτρώνης, Ε. Κιντιράκη, Χ.Τρακατέλλη, Α. Παυλίδου, Μ. Σιών Γ Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, ΓΠΝΘ

Διαβάστε περισσότερα

Περιφέρεια μέσης. Αναλογία μέσης προς γοφούς. Μεταβολικό Σύνδρομο, Μεσογειακή Διατροφή και Άσκηση

Περιφέρεια μέσης. Αναλογία μέσης προς γοφούς. Μεταβολικό Σύνδρομο, Μεσογειακή Διατροφή και Άσκηση Μεταβολικό Σύνδρομο, Μεσογειακή Διατροφή και Άσκηση Θανάσης Τζιαμούρτας, Ph.D. Αναπληρωτής Καθηγητής Βιοχημείας της Άσκησης Κατανομή λίπους και χρόνιες παθήσεις Ο τρόπος εναπόθεσης του σωματικού λίπους

Διαβάστε περισσότερα

Μεταβολικές ανάγκες ανοσοκυττάρων

Μεταβολικές ανάγκες ανοσοκυττάρων Μεταβολικές ανάγκες ανοσοκυττάρων Στέργιος Κατσιουγιάννης PhD Μεταδιδακτορικός συνεργάτης Χαροκόπειο Πανεπιστήµιο Τµήµα Επιστήµης ιαιτολογίας και ιατροφής Μεταβολισµός και Ανοσολογία Ιστορικά το καλύτερο

Διαβάστε περισσότερα

ΑΠΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΛΙΠΑΡΩΝ ΟΞΕΩΝ II ΚΕΤΟΝΟΣΩΜΑΤΑ

ΑΠΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΛΙΠΑΡΩΝ ΟΞΕΩΝ II ΚΕΤΟΝΟΣΩΜΑΤΑ ΑΠΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΛΙΠΑΡΩΝ ΟΞΕΩΝ II ΚΕΤΟΝΟΣΩΜΑΤΑ ΗΠΑΡ VLDL Ανασκόπηση μεταβολισμού λιπιδίων & λιποπρωτεϊνών ΤΡΟΦΗ ΛΙΠΩΔΗΣ ΙΣΤΟΣ ΗΠΑΡ Κυκλοφορία Χυλομικρά Λιπαρά οξέα HDL LDL VLDL ΗΠΑΡ Τριγλυκερίδια Φωσφολίπιδια

Διαβάστε περισσότερα

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ. Θανάσης Ζ. Τζιαμούρτας, Ph.D.

ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ. Θανάσης Ζ. Τζιαμούρτας, Ph.D. ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ Θανάσης Ζ. Τζιαμούρτας, Ph.D. Τι είναι σακχαρώδης διαβήτης; Παθοφυσιολογική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένη συγκέντρωση σακχάρου στο αίμα Καμπύλη σακχάρου (75

Διαβάστε περισσότερα

O ρόλος του λιπώδους ιστού

O ρόλος του λιπώδους ιστού 16 O ρόλος του λιπώδους ιστού Γ. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ 1, Γ. ΜΑΣΤΟΡΑΚΟΣ 2 1 Eνδοκρινολόγος, Διδάκτωρ Μεταβολισμού Πανεπιστημίου Birmingham, UK, Συνεργάτης Ενδοκρινολογικής Μονάδας, Β Μαιευτικής και Γυναικολογικής

Διαβάστε περισσότερα

Παράγοντες Καρδιαγγειακού Κινδύνου. Ενημέρωση & Πρόληψη

Παράγοντες Καρδιαγγειακού Κινδύνου. Ενημέρωση & Πρόληψη Παράγοντες Καρδιαγγειακού Κινδύνου Ενημέρωση & Πρόληψη Παράγοντες Καρδιαγγειακού Κινδύνου Μεταβολικό Σύνδρομο Παχυσαρκία Υπερλιπιδιαμία Υπέρταση Σακχαρώδης Διαβήτης Παράγοντες Καρδιαγγειακού Κινδύνου Μεταβολικό

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή Εργασία Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΒΗΤΗ ΚΥΗΣΗΣ Χρυστάλλα, Γεωργίου Λεμεσός 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

Τελικό κείμενο της Μελέτης. Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών: Διατροφή και Υγεία

Τελικό κείμενο της Μελέτης. Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών: Διατροφή και Υγεία Τελικό κείμενο της Μελέτης Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών: Διατροφή και Υγεία Τα τελικά προϊόντα προχωρημένης γλυκοζυλίωσης (Advanced Glycation End products, ) είναι μόρια υψηλής δραστικότητας, τα οποία

Διαβάστε περισσότερα

Μεταβολισμός του γλυκογόνου. Μεταβολισμός των υδατανθράκων κατά την άσκηση. Από που προέρχεται το μυϊκό και ηπατικό γλυκογόνο;

Μεταβολισμός του γλυκογόνου. Μεταβολισμός των υδατανθράκων κατά την άσκηση. Από που προέρχεται το μυϊκό και ηπατικό γλυκογόνο; Μεταβολισμός των υδατανθράκων κατά την άσκηση Μεταβολισμός του γλυκογόνου Το γλυκογόνο είναι ο αφθονότερος υδατάνθρακας των ζώων Το γλυκογόνο αποθηκεύεται κυρίως στο ήπαρ (3-7% κατά βάρος) και στους μύες

Διαβάστε περισσότερα

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΟΓΚΩΝ

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΟΓΚΩΝ 2. ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗΣ ΤΩΝ ΟΓΚΩΝ Οι όγκοι χαρακτηρίζονται από πολλαπλές αλλαγές του μεταβολισμού. Η χαρακτηριστική μεταβολική λειτουργία μπορεί να μετρηθεί in vivo με τη βοήθεια ενός ραδιοσημασμένου

Διαβάστε περισσότερα

Τα ορμονικά μόρια και η διαχείριση τους μέσα στο φυτό

Τα ορμονικά μόρια και η διαχείριση τους μέσα στο φυτό Φυσιολογία Φυτών Διαχείριση ορμονικών μορίων Τα ορμονικά μόρια και η διαχείριση τους μέσα στο φυτό Φυσιολογία Φυτών 3 ου Εξαμήνου Δ. Μπουράνης, Σ. Χωριανοπούλου 1 Φυσιολογία Φυτών Διαχείριση ορμονικών

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΑ ΚΟΡΤΙΖΟΛΗ

ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΑ ΚΟΡΤΙΖΟΛΗ ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΑ ΚΟΡΤΙΖΟΛΗ Μεταβολισμός της κορτιζόλης Η κορτιζόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ. Στην συνέχεια οι μεταβολίτες συζευγνύνται με γλυκουρονιδικές και θειικές ομάδες, γίνονται υδατοδιαλυτά, εισέρχονται

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ

ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ 1 ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ Δ. Κιόρτσης Ενδοκρινολόγος Αν. Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Παν/μίου Ιωαννίνων European SCOPE fellow 1η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΕΠΙΠΟΛΑΣΜΟΥ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΣ Ελληνική Ιατρική

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή εργασία Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΕΦΗΒΟΥΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 1

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή εργασία Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΕΦΗΒΟΥΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 1 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή εργασία Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΣΕ ΕΦΗΒΟΥΣ ΜΕ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 1 ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ Φ.Τ:2008670839 Λεμεσός 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

Βασικές Αρχές Ενδοκρινολογίας

Βασικές Αρχές Ενδοκρινολογίας Βασικές Αρχές Ενδοκρινολογίας Εισαγωγικό μάθημα Νικόλαος Κατσιλάμπρος Καθηγητής Παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με την ιατρό και υποψήφια διδάκτορα Χρυσή Χ. Κολιάκη Η Ενδοκρινολογία είναι

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ Επιβλέπων Καθηγητής: Δρ. Νίκος Μίτλεττον Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΙΚΟΥ ΘΗΛΑΣΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ Ονοματεπώνυμο: Ιωσηφίνα

Διαβάστε περισσότερα

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑΡΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑΡΗ ΗΛΙΚΙΑ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΣΤΗ ΝΕΑΡΗ ΗΛΙΚΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΡΙΑ ΤΕ, Β ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.Π.Θ. Γ.Ν.Θ. «ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ» ΜSc Εργαστήριο Ιατρικής της Άθλησης Α.Π.Θ. Πτυχιούχος

Διαβάστε περισσότερα

Ηλίας Ηλιόπουλος Εργαστήριο Γενετικής, Τµήµα Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήµιο Αθηνών

Ηλίας Ηλιόπουλος Εργαστήριο Γενετικής, Τµήµα Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήµιο Αθηνών Χηµική Μεταβίβαση Σήµατος Ηλίας Ηλιόπουλος Εργαστήριο Γενετικής, Τµήµα Γεωπονικής Βιοτεχνολογίας, Γεωπονικό Πανεπιστήµιο Αθηνών 1 Η Επικοινωνία στα Ζωϊκά Κύτταρα 1. Δίκτυα εξωκυτταρικών και ενδοκυτταρικών

Διαβάστε περισσότερα

Η παχυσαρκία ορίζεται ως η περίσσεια λιπώδους ιστού στον ανθρώπινο οργανισµό µε αποτέλεσµα τη συσσώρευση αυξηµένου λίπους κάτω από το δέρµα (υποδόριο) αλλά και σε διάφορα όργανα του σώµατος (σπλαχνικό)

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Γ ΝΕΥΡΟΔΙΑΒΙΒΑΣΤΕΣ

ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Γ ΝΕΥΡΟΔΙΑΒΙΒΑΣΤΕΣ ΜΑΘΗΜΑ 3ο ΜΕΡΟΣ Γ ΝΕΥΡΟΔΙΑΒΙΒΑΣΤΕΣ ΝΕΥΡΟΔΙΑΒΙΒΑΣΤΕΣ Ορίζουμε ως διαβιβαστή μια ουσία που απελευθερώνεται από έναν νευρώνα σε μια σύναψη και που επηρεάζει ένα άλλο κύτταρο, είτε έναν νευρώνα είτε ένα κύτταρο

Διαβάστε περισσότερα

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΤΙΣ ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΕΣ. Πόλη Ημερομηνία Ώρα Αίθουσα. Ναύπακτος 9 Μαρτίου 2013 6 μμ Παπαχαραλάμπειος

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΤΙΣ ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΕΣ. Πόλη Ημερομηνία Ώρα Αίθουσα. Ναύπακτος 9 Μαρτίου 2013 6 μμ Παπαχαραλάμπειος ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΤΙΣ ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΕΣ Πόλη Ημερομηνία Ώρα Αίθουσα Ναύπακτος 9 Μαρτίου 2013 6 μμ Παπαχαραλάμπειος ΤΙΤΛΟΣ: Η Σημασία του στρες και του ύπνου στη ζωή του/της

Διαβάστε περισσότερα

& Xρόνια. Nοσήματα: Το Μεταβολικό Σύνδρομο. Τρόπος Zωής. Νένη Περβανίδου Παιδίατρος Ιατρείο Παιδικής-Εφηβικής

& Xρόνια. Nοσήματα: Το Μεταβολικό Σύνδρομο. Τρόπος Zωής. Νένη Περβανίδου Παιδίατρος Ιατρείο Παιδικής-Εφηβικής Τρόπος Zωής & Xρόνια Nοσήματα: Το Μεταβολικό Σύνδρομο στα παιδιά και τους έφηβους Νένη Περβανίδου Παιδίατρος Ιατρείο Παιδικής-Εφηβικής Παχυσαρκίας Α Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών Nοσοκομείο

Διαβάστε περισσότερα

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΓΕΝΝΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ KAI ΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΑΔΕΝΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ Νικόλαος Χ. Σύρμος ANAΠΑΡΑΓΩΓΗ Ο άνθρωπος αναπαράγεται με αμφιγονική αναπαραγωγή. Δύο γαμετικά κύτταρα,το ωάριο (θηλυκό)

Διαβάστε περισσότερα

Οι διατροφικές συνήθειες υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων με Σ τύπου 2

Οι διατροφικές συνήθειες υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων με Σ τύπου 2 Οι διατροφικές συνήθειες υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων με Σ τύπου 2 Ελένη Αθανασιάδου, Κωνσταντίνος Παλέτας, Μαρία Σαρηγιάννη, Πασχάλης Πάσχος, Ελένη Μπεκιάρη, Απόστολος Τσάπας Β Παθολογική Κλινική,

Διαβάστε περισσότερα

Κίνδυνοι και Πρόληψη της Παιδικής Παχυσαρκίας

Κίνδυνοι και Πρόληψη της Παιδικής Παχυσαρκίας Κίνδυνοι και Πρόληψη της Παιδικής Παχυσαρκίας Ενότητα 3: Παιδιατρική Ενδοκρινολογία Βασιλική Ε. Γκρέκα-Σπηλιώτη Σχολή Επιστημών Υγείας Τμήμα Ιατρικής Σκοποί ενότητας Εισαγωγή σε μεταβολικά νοσήματα της

Διαβάστε περισσότερα

Ηεξέλιξη της πολυκυτταρικότητας

Ηεξέλιξη της πολυκυτταρικότητας ΚΥΤΤΑΡΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ Τα κύτταρα επικοινωνούν µεταξύ τους και µε το περιβάλλον προκειµένου να συντονίζουν τις λειτουργίες που απαιτούνται για την αύξηση, ανάπτυξη και λειτουργία ενός οργανισµού Η επικοινωνία

Διαβάστε περισσότερα

ΛΙΠΙΔΙΑ - ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ. ΛΙΠΙΔΙΑ Τι είναι; - Λειτουργίες. Η. ΜΥΛΩΝΗΣ Κλινική Χημεια Λιπίδια-Λιποπρωτεϊνες - May 12, 2015 ΛΙΠΙΔΙΑ - ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ

ΛΙΠΙΔΙΑ - ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ. ΛΙΠΙΔΙΑ Τι είναι; - Λειτουργίες. Η. ΜΥΛΩΝΗΣ Κλινική Χημεια Λιπίδια-Λιποπρωτεϊνες - May 12, 2015 ΛΙΠΙΔΙΑ - ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΛΙΠΙΔΙΑ - ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΛΙΠΙΔΙΑ - ΛΙΠΟΠΡΩΤΕΪΝΕΣ Είδη ιπιδίων Ιδιότητες Λιποπρωτείνες Ταξινόμηση Σύσταση σε ιπίδια και αποπρωτείνες Μεταβοισμός Επιθυμητές τιμές οριακές τιμές Δυσιπιδαιμίες - Υπεριποπρωτεϊναιμίες

Διαβάστε περισσότερα

Φλοιοτρόπος ορμόνη ή Κορτικοτροπίνη (ACTH) και συγγενή πεπτίδια

Φλοιοτρόπος ορμόνη ή Κορτικοτροπίνη (ACTH) και συγγενή πεπτίδια ΕΠΙΝΕΦΡΙΔΙΑ Φλοιοτρόπος ορμόνη ή Κορτικοτροπίνη (ACTH) και συγγενή πεπτίδια 39 αμινοξέα Μ.Β. 4500 προοπιομελανοκορτίνη(pomc) 1. κορτικοτροπίνη (ACTH), 2. β λιποτροφίνη (β LPH), 3. γ λιποτροφίνη (γ LPH),

Διαβάστε περισσότερα

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή διατριβή Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΓΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ. Πτυχιακή διατριβή Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΓΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Πτυχιακή διατριβή Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΩΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΓΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ Παναγιώτου Νεοφύτα 2008969752 Επιβλέπων καθηγητής Δρ. Νίκος Μίτλεττον,

Διαβάστε περισσότερα

314 ΒΙΟΧΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗ ΜΥΪΚΗ ΥΠΕΡΤΡΟΦΙΑ. ΦΑΤΟΥΡΟΣ Γ. ΙΩΑΝΝΗΣ, Ph.D. Επίκουρος Καθηγητής Τ.Ε.Φ.Α.Α. Δ.Π.Θ.

314 ΒΙΟΧΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗ ΜΥΪΚΗ ΥΠΕΡΤΡΟΦΙΑ. ΦΑΤΟΥΡΟΣ Γ. ΙΩΑΝΝΗΣ, Ph.D. Επίκουρος Καθηγητής Τ.Ε.Φ.Α.Α. Δ.Π.Θ. 314 ΒΙΟΧΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗ ΜΥΪΚΗ ΥΠΕΡΤΡΟΦΙΑ ΦΑΤΟΥΡΟΣ Γ. ΙΩΑΝΝΗΣ, Ph.D. Επίκουρος Καθηγητής Τ.Ε.Φ.Α.Α. Δ.Π.Θ. ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΜΥΪΚΗΣ ΥΠΕΡΤΡΟΦΙΑΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΥΠΕΡΤΡΟΦΙΑ ΧΡΟΝΙΑ Ή ΜΟΝΙΜΗ ΥΠΕΡΤΡΟΦΙΑ ΥΠΕΡΤΡΟΦΙΑ ΜΥΪΚΩΝ

Διαβάστε περισσότερα

MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΛΙΠΗ. ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C.

MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΛΙΠΗ. ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C. MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΛΙΠΗ ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C.S Τα λίπη αποτελούν μια συμπυκνωμένη πηγή ενέργειας Ενεργούν σαν διαλύτες

Διαβάστε περισσότερα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΙΑΤΡΟΦΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΙΑΤΡΟΦΗΣ Νούς υγιής εν σώµατι υγιή ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΙΑΤΡΟΦΗΣ ιατροφή και Υγεία Η υγεία αλλά και η νόσος είναι καταστάσεις που δεν οφείλονται ποτέ σε ένα µόνο παράγοντα. Οι κύριες οµάδες παραγόντων

Διαβάστε περισσότερα

ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΑΠΛΗ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΤΟ-ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ (DIABESITY) Α. Γαλλή-Τσινοπούλου

ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΑΠΛΗ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΤΟ-ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ (DIABESITY) Α. Γαλλή-Τσινοπούλου 23ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΔΕΒΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2009 ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΑΠΛΗ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΤΟ-ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ (DIABESITY) Α. Γαλλή-Τσινοπούλου Τσινοπούλου¹, Μ. Γραμματικοπούλου¹, Ε. Εμμανουηλίδου¹,

Διαβάστε περισσότερα

YΠΕΡΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ. Κάρμεν Τασιοπούλου. Τασιοπούλου Επιμελήτρια Β ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΓΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

YΠΕΡΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ. Κάρμεν Τασιοπούλου. Τασιοπούλου Επιμελήτρια Β ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΓΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ YΠΕΡΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑ Κάρμεν Τασιοπούλου Τασιοπούλου Επιμελήτρια Β ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΓΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ Παχυσαρκία: Τάσεις Η παχυσαρκία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο

Διαβάστε περισσότερα

Υπερλιπιδαιμία και Άσκηση

Υπερλιπιδαιμία και Άσκηση Υπερλιπιδαιμία και Άσκηση Υπερλιπιδαιμία και Άσκηση Κατηγοριοποίηση στις τιμές των λιπών Μεταβολισμός λιπιδίων κατά την άσκηση Επίδραση της οξείας άσκησης Επίδραση της χρόνιας άσκησης Επίδραση της έκκεντρης

Διαβάστε περισσότερα

Γ.Βαλσαμάκης1,2, Ε.Λ.Κυριαζή2, Ε.Καπάνταης3, Γ.Μαστοράκος2

Γ.Βαλσαμάκης1,2, Ε.Λ.Κυριαζή2, Ε.Καπάνταης3, Γ.Μαστοράκος2 Γ.Βαλσαμάκης1,2, Ε.Λ.Κυριαζή2, Ε.Καπάνταης3, Γ.Μαστοράκος2 1Ιδιωτικό ιατρείο Παχυσαρκίας, Βριλήσσια 2Ενδοκρινολογική Μονάδα, Β Πανεπιστημιακή,Μαιευτική-Γυναικολογική κλινική, Αρεταίειο Νοσοκομείο, ΕΚΠΑ.

Διαβάστε περισσότερα

Θέµατα ιάλεξης ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΛΙΠΩΝ. Λίπη. Ταξινόµηση λιπών. Τριακυλογλυκερόλες ή τριγλυκερίδια. Λιπαρά οξέα

Θέµατα ιάλεξης ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΛΙΠΩΝ. Λίπη. Ταξινόµηση λιπών. Τριακυλογλυκερόλες ή τριγλυκερίδια. Λιπαρά οξέα MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΛΙΠΩΝ Θέµατα ιάλεξης οµή και ρόλος των λιπών στην άσκηση ιαδικασία διάσπασης των ελεύθερων λιπαρών

Διαβάστε περισσότερα

Προδιαβήτης και µεταβολικό σύνδροµο

Προδιαβήτης και µεταβολικό σύνδροµο Προδιαβήτης και µεταβολικό σύνδροµο ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ Ι. Ιωαννίδης Παθολόγος Υπεύθυνος ιαβητολογικού Ιατρείου και Ιατρείου Παχυσαρκίας Κωνσταντοπούλειο Συγκρότηµα Γ.Ν.Ν.Ιωνίας«Αγία Όλγα» Προδιαβήτης

Διαβάστε περισσότερα

Γυμνάσιο Κερατέας ΚΑΡΚΙΝΟΣ & ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ. Αναστασία Σουλαχάκη Κωνσταντίνα Πρίφτη

Γυμνάσιο Κερατέας ΚΑΡΚΙΝΟΣ & ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ. Αναστασία Σουλαχάκη Κωνσταντίνα Πρίφτη Γυμνάσιο Κερατέας ΚΑΡΚΙΝΟΣ & ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ Αναστασία Σουλαχάκη Κωνσταντίνα Πρίφτη 2013 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ : Ορολογία και λίγα λόγια για τον καρκίνο Χαρακτηριστικά του καρκίνου Μεταλλάξεις Μεταλλάξεις και καρκίνος

Διαβάστε περισσότερα

14η Επιστηµονική Συνάντηση. Ρευµατολόγων Βορειοδυτικής Ελλάδας Μέτσοβο, 21 Ιανουαρίου 2012

14η Επιστηµονική Συνάντηση. Ρευµατολόγων Βορειοδυτικής Ελλάδας Μέτσοβο, 21 Ιανουαρίου 2012 Ο άξονας οστού-εντέρου-κνσ Ο ρόλος της σεροτονίνης 14η Επιστηµονική Συνάντηση Ρευµατολόγων Βορειοδυτικής Ελλάδας Μέτσοβο, 21 Ιανουαρίου 2012 αούσης ηµήτρης Λέκτορας Παθολογίας/Ρευµατολογίας Ιατρική Σχολή

Διαβάστε περισσότερα

Ηθέσητηςβαριατρικής στηναντιμετώπισητουσδ2. Στυλιανός Α. Καπίρης Χειρουργός Γ Χειρουργικό Τμήμα ΓΝΑ«Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ»

Ηθέσητηςβαριατρικής στηναντιμετώπισητουσδ2. Στυλιανός Α. Καπίρης Χειρουργός Γ Χειρουργικό Τμήμα ΓΝΑ«Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ» Ηθέσητηςβαριατρικής στηναντιμετώπισητουσδ2 Στυλιανός Α. Καπίρης Χειρουργός Γ Χειρουργικό Τμήμα ΓΝΑ«Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ» ΣχέσηπαχυσαρκίαςκαιΣΔ2 Η παχυσαρκία είναι ο κύριος προδιαθεσικός παράγοντας για την ανάπτυξη

Διαβάστε περισσότερα

ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΗΣΗ ΘΡΕΠΤΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ

ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΗΣΗ ΘΡΕΠΤΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΗΣΗ ΘΡΕΠΤΙΚΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 12: HIV Ο HIV έχει συνδεθεί με κακή θρέψη και με το σύνδρομο απώλειας καθαρής σωματικής μάζας και λιπώδους ιστού (AIDS wasting syndrome). Η απώλεια σωματικού

Διαβάστε περισσότερα

ΟΞΕΙΕΣ ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΟΞΕΙΕΣ ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΟΞΕΙΕΣ ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΚΩΤΣΑ ΛΕΚΤΟΡΑΣ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΑΣ, ΔΙΑΒΗΤΗ, ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ Α ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΧΕΠΑ ΔΙΑΒΗΤΙΚΗ ΚΕΤΟΞΕΩΣΗ ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΚΟ ΥΠΕΡΩΣΜΩΤΙΚΟ

Διαβάστε περισσότερα

Παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του Παγκρέατος. Στέργιος Δελακίδης Γαστρεντερολόγος

Παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του Παγκρέατος. Στέργιος Δελακίδης Γαστρεντερολόγος Παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του Παγκρέατος Στέργιος Δελακίδης Γαστρεντερολόγος Καρκίνος Παγκρέατος: πρόγνωση Κακή πρόγνωση Συνολική πενταετής επιβίωση 6%.

Διαβάστε περισσότερα

PΟΛΟΣ ΤΩΝ ΛΙΠΑΡΩΝ ΥΛΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ H βιολογική σημασία των λιποειδών είναι μεγάλη : Eίναι δομικές μονάδες των μεμβρανών και συμμετέχουν στις

PΟΛΟΣ ΤΩΝ ΛΙΠΑΡΩΝ ΥΛΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ H βιολογική σημασία των λιποειδών είναι μεγάλη : Eίναι δομικές μονάδες των μεμβρανών και συμμετέχουν στις PΟΛΟΣ ΤΩΝ ΛΙΠΑΡΩΝ ΥΛΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ H βιολογική σημασία των λιποειδών είναι μεγάλη : Eίναι δομικές μονάδες των μεμβρανών και συμμετέχουν στις διάφορες διεργασίες που γίνονται μέσω των μεμβρανών. Eίναι

Διαβάστε περισσότερα

Β. ΚΑΜΙΝΕΛΛΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑ. Είναι η επιστήμη που μελετά τους ζωντανούς οργανισμούς. (Αποτελούνται από ένα ή περισσότερα κύτταρα).

Β. ΚΑΜΙΝΕΛΛΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑ. Είναι η επιστήμη που μελετά τους ζωντανούς οργανισμούς. (Αποτελούνται από ένα ή περισσότερα κύτταρα). ΒΙΟΛΟΓΙΑ Είναι η επιστήμη που μελετά τους ζωντανούς οργανισμούς. (Αποτελούνται από ένα ή περισσότερα κύτταρα). Είδη οργανισμών Υπάρχουν δύο είδη οργανισμών: 1. Οι μονοκύτταροι, που ονομάζονται μικροοργανισμοί

Διαβάστε περισσότερα

Η. ΚΑΤΣΙΚΗΣ. ΦΛΩΡΑΚΗΣ. ΠΑΝΙ ΗΣ ΠΑΧ ΥΣΑΡΚΙΑ. Αίτια, διαγνωστική προσέγγιση και θεραπευτική αντιμετώπιση

Η. ΚΑΤΣΙΚΗΣ. ΦΛΩΡΑΚΗΣ. ΠΑΝΙ ΗΣ ΠΑΧ ΥΣΑΡΚΙΑ. Αίτια, διαγνωστική προσέγγιση και θεραπευτική αντιμετώπιση Η. ΚΑΤΣΙΚΗΣ. ΦΛΩΡΑΚΗΣ. ΠΑΝΙ ΗΣ ΠΑΧ ΥΣΑΡΚΙΑ Αίτια, διαγνωστική προσέγγιση και θεραπευτική αντιμετώπιση ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2009 ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ Αίτια, διαγνωστική προσέγγιση και θεραπευτική αντιμετώπιση Η. ΚΑΤΣΙΚΗΣ.

Διαβάστε περισσότερα

ΣΤΡΕΣ ΚΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΝΩΛΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΣΤΕΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ ΕΥΗ ΡΕΜΕΔΙΑΚΗ

ΣΤΡΕΣ ΚΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΝΩΛΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΣΤΕΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ ΕΥΗ ΡΕΜΕΔΙΑΚΗ ΣΤΡΕΣ ΚΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΜΑΝΩΛΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΣΤΕΛΛΑ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ ΕΥΗ ΡΕΜΕΔΙΑΚΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Το στρες Πρώτη νευροενδοκρινολογική απάντηση Δεύτερη νευροενδοεκρινολογική απάντηση Ο υποθάλαμος Κορτιζόλη

Διαβάστε περισσότερα

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΙΣ «ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΟΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ»

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΙΣ «ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΟΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ» ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΙΣ «ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΛΙΝΙΚΟΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ» ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Εισαγωγή. Σκοπός

ΠΕΡΙΛΗΨΗ. Εισαγωγή. Σκοπός ΠΕΡΙΛΗΨΗ Εισαγωγή Η παιδική παχυσαρκία έχει φτάσει σε επίπεδα επιδημίας στις μέρες μας. Μαστίζει παιδιά από μικρές ηλικίες μέχρι και σε εφήβους. Συντείνουν αρκετοί παράγοντες που ένα παιδί γίνεται παχύσαρκο

Διαβάστε περισσότερα

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ

ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΘΡΕΨΗΣ υπό του Δρ. Θεμιστοκλή Τζώτζα Ιατρού Ενδοκρινολόγου ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ως διατροφική συμπεριφορά χαρακτηρίζεται

Διαβάστε περισσότερα

Ηλίας Ν. Μυγδάλης. Β Παθολογική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο, Γενικό Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, Αθήνα

Ηλίας Ν. Μυγδάλης. Β Παθολογική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο, Γενικό Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, Αθήνα ΕΤΟΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ 1942 «Έναρξη ινσουλίνης στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2: πότε και πως ;» Ηλίας Ν. Μυγδάλης Β Παθολογική Κλινική και Διαβητολογικό Κέντρο, Γενικό Νοσοκομείο ΝΙΜΤΣ, Αθήνα Ειδικό φροντιστήριο

Διαβάστε περισσότερα

Ε. Πασχαλίδου¹, Ι. Ευθυμιάδης¹, Σ. Παυλίδου¹, Κ. Μακέδου², Φ. Ντογραματζή³, Α. Χίτογλου- Μακέδου², Απ. Ευθυμιάδης¹

Ε. Πασχαλίδου¹, Ι. Ευθυμιάδης¹, Σ. Παυλίδου¹, Κ. Μακέδου², Φ. Ντογραματζή³, Α. Χίτογλου- Μακέδου², Απ. Ευθυμιάδης¹ Ε. Πασχαλίδου¹, Ι. Ευθυμιάδης¹, Σ. Παυλίδου¹, Κ. Μακέδου², Φ. Ντογραματζή³, Α. Χίτογλου- Μακέδου², Απ. Ευθυμιάδης¹ 1. Ιατρείο Αθηροσκλήρωσης Β Παθολογική Κλινική Α.Π.Θ Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης

Διαβάστε περισσότερα

Πεπτικό σύστημα και το κόστος της «καλοπέρασης»

Πεπτικό σύστημα και το κόστος της «καλοπέρασης» Πεπτικό σύστημα και το κόστος της «καλοπέρασης» Β. Στεργίου - Μιχαηλίδου Επίκουρη Καθηγήτρια Φυσιολογίας Της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ. ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Διευθυντής ο Καθηγητής Γ.Ανωγειανάκις

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΣΧΟΛΗ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ Ο ΛΙΠΩΔΗΣ ΙΣΤΟΣ ΩΣ ΕΝΔΟΚΡΙΝΕΣ ΟΡΓΑΝΟ Λιποκύτταρο και μεταβολικό σύνδρομο

Διαβάστε περισσότερα

Ιδέες για ένα σωστό πρωινό

Ιδέες για ένα σωστό πρωινό Ιδέες για ένα σωστό πρωινό Υγιεινή Διατροφή Ισορροπία Ποικιλία Μέτρο Ομάδες τροφίμων Γάλα-γαλακτοκομικά προϊόντα (γιαούρτι) Φρούτα-απλοί υδατάνθρακες Λαχανικά (κυρίως πράσινα φυλλώδη) Ψωμί-αμυλώδη τρόφιμα

Διαβάστε περισσότερα

Πάντως η λήψη τροφής ρυθµίζεται από το νευρικό σύστηµα µε συνεργασία δύο κέντρων.

Πάντως η λήψη τροφής ρυθµίζεται από το νευρικό σύστηµα µε συνεργασία δύο κέντρων. ΛΗΨΗ ΤΗΣ ΤΡΟΦΗΣ H ανάγκη για λήψη τροφής, που ικανοποιείται µόνο µε σιτισµό, και προέρχεται από διέγερση του κέντρου θρέψης, αποτελεί το αίσθηµα της πείνας (hunger), ενώ η επιθυµία για λήψη ειδικής τροφής,

Διαβάστε περισσότερα

ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ 3.1 ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ

ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ 3.1 ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ 3.1 ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ Οι οργανισμοί εξασφαλίζουν ενέργεια, για τις διάφορες λειτουργίες τους, διασπώντας θρεπτικές ουσίες που περιέχονται στην τροφή τους. Όμως οι φωτοσυνθετικοί

Διαβάστε περισσότερα

Ατυπία Υπερπλασία- Δυσπλασία. Κίττυ Παυλάκη

Ατυπία Υπερπλασία- Δυσπλασία. Κίττυ Παυλάκη Ατυπία Υπερπλασία- Δυσπλασία Κίττυ Παυλάκη Jeanne Calment Κάπνιζε µέχρι τα 117 Πέθανε στα 122 Η σωστή λειτουργία των οργανισµών απαιτεί τη δυνατότητα προσαρµογής των κυττάρων και κατά συνέπεια και των

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟΥ ΣΑΚΧΑΡΩ Η ΙΑΒΗΤΗ. ρ. Μυλωνάκη Θεοχαρούλα. Υπεύθυνη ιαβητολογικού Ιατρείου

ΤΟΥ ΣΑΚΧΑΡΩ Η ΙΑΒΗΤΗ. ρ. Μυλωνάκη Θεοχαρούλα. Υπεύθυνη ιαβητολογικού Ιατρείου ΕΓΚΑΙΡΗ ΙΑΓΝΩΣΗ & ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΣΑΚΧΑΡΩ Η ΙΑΒΗΤΗ ρ. Μυλωνάκη Θεοχαρούλα ιευθύντρια Β Παθολογικής Κλινικής Γ.Ν. Χανίων Υπεύθυνη ιαβητολογικού Ιατρείου Πινακοθήκη ήµου Χανίων, 17/02/2012 Συχνότητα του

Διαβάστε περισσότερα

Σύσταση 1. Συστήνεται στους γενικούς ιατρούς και στους άλλους ιατρούς στην ΠΦΥ να θέτουν διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) όταν στο φλεβικό αίμα: η

Σύσταση 1. Συστήνεται στους γενικούς ιατρούς και στους άλλους ιατρούς στην ΠΦΥ να θέτουν διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) όταν στο φλεβικό αίμα: η Σύσταση 1. Συστήνεται στους γενικούς ιατρούς και στους άλλους ιατρούς στην ΠΦΥ να θέτουν διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) όταν στο φλεβικό αίμα: η τιμή της γλυκόζης νηστείας είναι 126mg/dl (7.0 mmol/l),

Διαβάστε περισσότερα

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C.S

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C.S MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΘΥΡΕΟΕΙΔΙΚΕΣ ΟΡΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C.S Θυρεοειδής κα παραθυροειδείς αδένες Θυρεοειδικές

Διαβάστε περισσότερα

MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΔΙΑΒΗΤΗΣ. ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C.

MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΔΙΑΒΗΤΗΣ. ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C. MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C.S Στόχοι για την αντιμετώπιση του Γνώση Δεξιότητες Πηγές Υποστήριξη

Διαβάστε περισσότερα

ΟΡΜΟΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΘΛΗΣΗ

ΟΡΜΟΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΘΛΗΣΗ ΟΡΜΟΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΘΛΗΣΗ Βασίλης Μούγιος, PhD ΤΕΦΑΑ ΑΠΘ http://users.auth.gr/mougios Παράγοντες που επηρεάζουν τις ορµονικές αποκρίσεις στην άσκηση Τύπος άσκησης Οξεία Χρόνια Προσαρµογές Αντοχής/δυναµική/αερόβια

Διαβάστε περισσότερα

Ερευνητική Εργασία Β Λυκείου Από την αρχαία Ελλάδα στη σύγχρονη εποχή, ο αθλητισμός και τα φαινόμενα της βίας και του ντόπινγκ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Ερευνητική Εργασία Β Λυκείου Από την αρχαία Ελλάδα στη σύγχρονη εποχή, ο αθλητισμός και τα φαινόμενα της βίας και του ντόπινγκ ΔΙΑΤΡΟΦΗ Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία Αρσάκειο Γενικό Λύκειο Ψυχικού Ερευνητική Εργασία Β Λυκείου Σχολικό έτος: 2013-2014 Από την αρχαία Ελλάδα στη σύγχρονη εποχή, ο αθλητισμός και τα φαινόμενα της βίας και του ντόπινγκ

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ. ΚΕ 0918 «Βιοχημική Αξιολόγηση Αθλητών»

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ. ΚΕ 0918 «Βιοχημική Αξιολόγηση Αθλητών» ΕΠΕΑΕΚ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ Τ.Ε.Φ.Α.Α.ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ - ΑΥΤΕΠΙΣΤΑΣΙΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΕ 0918 «Βιοχημική Αξιολόγηση Αθλητών»

Διαβάστε περισσότερα

Πηγή: Πρόγραμμα ΥΔΡΙΑ (MIS 346816) 6/10/2015. Δείκτες υγείας αντιπροσωπευτικού δείγματος του πληθυσμού στην Ελλάδα

Πηγή: Πρόγραμμα ΥΔΡΙΑ (MIS 346816) 6/10/2015. Δείκτες υγείας αντιπροσωπευτικού δείγματος του πληθυσμού στην Ελλάδα Δείκτες υγείας αντιπροσωπευτικού δείγματος του πληθυσμού στην Ελλάδα Υπέρταση Υπερχοληστερολαιμία Χρόνια Κατάθλιψη Φαρμακοληψία Ελένη-Μαρία Παπατέστα, Iατρός Επιστημονική Συνεργάτις Ελληνικού Ιδρύματος

Διαβάστε περισσότερα

ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΗΤΡΙΚΟΣ ΘΗΛΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ

ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΗΤΡΙΚΟΣ ΘΗΛΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΗΤΡΙΚΟΣ ΘΗΛΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ Ονοματεπώνυμο: Μιχαέλλα Σάββα Λεμεσός 2014 ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ΤΜΗΜΑ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

ΚΥΤΤΑΡΙΚΗ ΑΝΑΠΝΟΗ. Καρβουντζή Ηλιάνα Βιολόγος

ΚΥΤΤΑΡΙΚΗ ΑΝΑΠΝΟΗ. Καρβουντζή Ηλιάνα Βιολόγος ΚΥΤΤΑΡΙΚΗ ΑΝΑΠΝΟΗ Η τροφή αποτελείται και από ουσίες μεγάλου μοριακού βάρους (πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, λιπίδια, νουκλεϊνικά οξέα). Οι ουσίες αυτές διασπώνται (πέψη) σε απλούστερες (αμινοξέα, απλά σάκχαρα,

Διαβάστε περισσότερα

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Πεπτικό σύστημα Β. Στεργίου - Μιχαηλίδου Επίκουρη Καθηγήτρια Φυσιολογίας Της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ. ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Φυσιολογία του στομάχου Η φυσιολογία του στομάχου εξετάζει τα

Διαβάστε περισσότερα

ΑΥΞΗΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ, ΙΝΣΟΥΛΙΝΟΜΙΜΗΤΙΚΟΣ ΑΥΞΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ-Ι ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ

ΑΥΞΗΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ, ΙΝΣΟΥΛΙΝΟΜΙΜΗΤΙΚΟΣ ΑΥΞΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ-Ι ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ MANAGING AUTHORITY OF THE OPERATIONAL PROGRAMME EDUCATION AND INITIAL VOCATIONAL TRAINING ΑΥΞΗΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ, ΙΝΣΟΥΛΙΝΟΜΙΜΗΤΙΚΟΣ ΑΥΞΗΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ-Ι ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΙΑΜΟΥΡΤΑΣ, Ph.D., C.S.C.S Λειτουργίες

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΜΑΖΑΣ -----------------------------------

ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΜΑΖΑΣ ----------------------------------- ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΜΑΖΑΣ ----------------------------------- ΜΑΡΙΑΝΝΑ Α. ΝΤΑΛΑΜΑΓΚΑ, MD, MSc, MPH, PhD ΙΑΤΡΟΣ-ΒΙΟΠΑΘΟΛΟΓΟΣ ΑΝ. ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΧΗΜΕΙΑΣ- ΚΛΙΝΙΚΗΣ ΒΙΟΧΗΜΕΙΑΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Διαβάστε περισσότερα

Σπλαχνικό λίπος και εμμηνόπαυση

Σπλαχνικό λίπος και εμμηνόπαυση Σπλαχνικό λίπος και εμμηνόπαυση Γιώργος Μίλεσης Διαιτολόγος Διατροφολόγος MSc Εφαρμοσμένης Κλινικής Διατροφής Η επίπτωση της παχυσαρκίας είναι διαρκώς αυξανόμενη τόσο στις αναπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες

Διαβάστε περισσότερα

Πεπτικός σωλήνας Κύρια λειτουργία του είναι η εξασφάλιση του διαρκούς ανεφοδιασμού του οργανισμού με νερό, ηλεκτρολύτες και θρεπτικά συστατικά.

Πεπτικός σωλήνας Κύρια λειτουργία του είναι η εξασφάλιση του διαρκούς ανεφοδιασμού του οργανισμού με νερό, ηλεκτρολύτες και θρεπτικά συστατικά. Πεπτικός σωλήνας Κύρια λειτουργία του είναι η εξασφάλιση του διαρκούς ανεφοδιασμού του οργανισμού με νερό, ηλεκτρολύτες και θρεπτικά συστατικά. Στον πεπτικό σωλήνα πραγματοποιείται ο τεμαχισμός της τροφής

Διαβάστε περισσότερα

ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΓΛΥΚΟΖΟΥΡΙΑ

ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΓΛΥΚΟΖΟΥΡΙΑ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΝΕΦΡΙΚΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΓΛΥΚΟΖΟΥΡΙΑ ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Γυναίκα 27 ετών, κατά την 26η εβδομάδα κύησης, επισκέπτεται τον γυναικολόγο της στα πλαίσια προγεννητικού ελέγχου. Έχει ελεύθερο

Διαβάστε περισσότερα

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΩΝ ΗΜΕΡΙΔΑΣ

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΩΝ ΗΜΕΡΙΔΑΣ ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΩΝ ΗΜΕΡΙΔΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2015 ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ ΧΑΡΟΚΟΠΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟ «ΓΕΜΑΤΟ ΔΙΑΤΡΟΦΗ» Δημοσθένης Β. Παναγιωτάκος, Καθηγητής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Οι διατροφικές

Διαβάστε περισσότερα

Δυσλιπιδαιμίες αντιμετώπιση. Κωνσταντίνος Τζιόμαλος Λέκτορας Παθολογίας ΑΠΘ Α Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ

Δυσλιπιδαιμίες αντιμετώπιση. Κωνσταντίνος Τζιόμαλος Λέκτορας Παθολογίας ΑΠΘ Α Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Δυσλιπιδαιμίες αντιμετώπιση Κωνσταντίνος Τζιόμαλος Λέκτορας Παθολογίας ΑΠΘ Α Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ Δυσλιπιδαιμίες LDL-C HDL-C < 40 mg/dl Τριγλυκερίδια 150-199 mg/dl : οριακά

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ (PCOS)

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ (PCOS) ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΩΝ ΩΟΘΗΚΩΝ (PCOS) Γ. ΜΑΣΤΟΡΑΚΟΣ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ Β ΜΑΙΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ PCOS: Κριτήρια διάγνωσης - Υπερανδρογονισμός

Διαβάστε περισσότερα

ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ & ΑΣΚΗΣΗ

ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ & ΑΣΚΗΣΗ Υγεία και Άσκηση Ειδικών Πληθυσμών ΜΚ0958 Υπεύθυνη Μαθήματος: Χ. Καρατζαφέρη Διδάσκοντες: Χ. Καρατζαφέρη, Γ. Σακκάς,Α. Καλτσάτου 2013-2014 Διάλεξη 4 ΤΕΦΑΑ, ΠΘ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ & ΑΣΚΗΣΗ 1 Στις 2 Απριλίου

Διαβάστε περισσότερα

Μεσογειακή Διατροφή Τι γνωρίζουμε για αυτή;

Μεσογειακή Διατροφή Τι γνωρίζουμε για αυτή; Μεσογειακή Διατροφή Τι γνωρίζουμε για αυτή; Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε μία μεγάλη έρευνα, γνωστή ως η μελέτη των 7 χωρών, όπου μελετήθηκαν οι διατροφικές συνήθειες ανθρώπων από τις εξής

Διαβάστε περισσότερα

η λύση στο πρόβληµα της κυτταρίτιδας Συµπλήρωµα διατροφής µε ω3 - ω6, βιταµίνες Β6 & Ε και φυτικά εκχυλίσµατα

η λύση στο πρόβληµα της κυτταρίτιδας Συµπλήρωµα διατροφής µε ω3 - ω6, βιταµίνες Β6 & Ε και φυτικά εκχυλίσµατα η λύση στο πρόβληµα της κυτταρίτιδας Συµπλήρωµα διατροφής µε ω3 - ω6, βιταµίνες Β6 & Ε και φυτικά εκχυλίσµατα "Κλινικά αποδεδειγµένα αποτελέσµατα σε 47 ηµέρες" Αντιμετώπιση της κυτταρίτιδας Ένα από τα

Διαβάστε περισσότερα