ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗ ΓΕΩΠΟΝΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ Τοµέας Οπωροκηπευτικών και Αµπέλου

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗ ΓΕΩΠΟΝΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ Τοµέας Οπωροκηπευτικών και Αµπέλου"

Transcript

1 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗ ΓΕΩΠΟΝΙΑΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥ ΩΝ Τοµέας Οπωροκηπευτικών και Αµπέλου ΟΛΓΑΣ-ΜΑΡΙΑΣ Χ. ΜΠΑΚΙΡΤΖΗ, Πτυχιούχου Γεωπόνου, Αρχιτέκτονος Τοπίου MLA Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΟΠΙΟΥ ΣΤΗ ΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ ΣΕ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΕΣ ΧΩΡΟΥΣ ΜΝΗΜΕΙΩΝ Ι ΑΚΤΟΡΙΚΗ ΙΑΤΡΙΒΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2007

2 ΟΛΓΑΣ-ΜΑΡΙΑΣ Χ. ΜΠΑΚΙΡΤΖΗ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΟΠΙΟΥ ΣΤΗ ΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ ΣΕ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΕΣ ΧΩΡΟΥΣ ΜΝΗΜΕΙΩΝ Ι ΑΚΤΟΡΙΚΗ ΙΑΤΡΙΒΗ Υποβλήθηκε στη Σχολή Γεωπονίας, Τοµέας Οπωροκηπευτικών και Αµπέλου Ηµεροµηνία Προφορικής εξέτασης: 22 Ιουνίου, Εξεταστική Επιτροπή Ι. Τσαλικίδης, Καθηγητής Γεωπονικής Σχολής, Α.Π.Θ. Χ. Γεωργακοπούλου- Βογιατζή, Καθηγήτρια Γεωπονικής Σχολής, Α.Π.Θ. Κ. Καλµπουρτζή, Καθηγήτρια Γεωπονικής Σχολής, Α.Π.Θ. Α. Οικονόµου, Καθηγητής Γεωπονικής Σχολής, Α.Π.Θ. Ι. Ισπικούδης, Αναπληρωτής καθηγητής Σχολής ασολογίας και Φυσικού περιβάλλοντος, Α.Π.Θ. Σ. ρούγου, Καθηγήτρια Τµήµατος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής, Α.Π.Θ. Ε. Σκουτέρη- ιδασκάλου, Λέκτωρ Τµήµατος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής, Α.Π.Θ. 2

3 3

4 Όλγα- Μαρία Χ. Μπακιρτζή Α.Π.Θ. Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΟΠΙΟΥ ΣΤΗ ΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ ΣΕ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΕΣ ΧΩΡΟΥΣ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ISBN «Η έγκριση της παρούσης ιδακτορικής ιατριβής από τη Σχολή Γεωπονίας του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης δεν υποδηλώνει αποδοχή των γνωµών του συγγραφέως» (Ν. 5343/ 1932, άρθρο 202, παρ. 2). 4

5 Ευχαριστίες Ευχαριστίες πρώτα- πρώτα οφείλω στον επιβλέποντα καθηγητή κ. Γιάννη Τσαλικίδη που ενθάρρυνε και υποστήριξε το ενδιαφέρον µου για τον ρόλο που η Αρχιτεκτονική Τοπίου µπορεί να παίξει στη διαµόρφωση των αρχαιολογικών χώρων. Οι γόνιµες υποδείξεις, η γενική καθοδήγηση και οι παρατηρήσεις του σε θέµατα παρεµβάσεων σε ιστορικούς χώρους συνέβαλαν στην ανάπτυξη των ενδιαφερόντων µου και οδήγησαν στην παρούσα µελέτη και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ολοκλήρωσή της. Ευχαριστίες πολλές οφείλω στην καθηγήτρια κ. Χρυσοθέµιδα Γεωργακοπούλου- Βογιατζή για το συνεχές προσωπικό ενδιαφέρον της από τα φοιτητικά µου χρόνια έως σήµερα, την έµπρακτη βοήθειά της στην επίλυση επιµέρους προβληµάτων και την καθοδήγησή της κατά την εξέλιξη της διατριβής και της σχετικής µε αυτήν έρευνας. Ευχαριστώ τον οµότιµο καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ κ. Νίκο Νικονάνο, µέλος της Συµβουλευτικής Επιτροπής, για την υποστήριξή του και τις εποικοδοµητικές παρατηρήσεις του ιδιαίτερα σε αρχαιολογικά θέµατα χάριν της µακράς θητείας του στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στον καθηγητή κ. ηµήτρη Βογιατζή για την συµπαράστασή του και τις χρήσιµες συµβουλές του στη πορεία εκπόνησης της µελέτης µου. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τα µέλη της επταµελούς εξεταστικής επιτροπής, καθηγητές της Γεωπονικής Σχολής κα Κυριακή Καλµπουρτζή και κο Αθανάσιο Οικονόµου, τον καθηγητή της Σχολής ασολογίας και Φυσικού περιβάλλοντος κο Ιωάννη Ισπικούδη και τις καθηγήτριες του Τµήµατος Ιστορίας και Αρχαιολογίας κα Στέλλα ρούγου και κα Ελεωνόρα Σκουτέρη- ιδασκάλου, για τις εποικοδοµητικές παρατηρήσεις τους κατά τη διάρκεια και µετά την υποστήριξη της διατριβής µου. Ευχαριστώ επίσης το Τµήµα Αρχαιοτήτων Κύπρου, την Επιτροπή Μαραθώνα του Τ ΠΕΑΕ, την Ζ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και την Γ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων διότι µου ανέθεσαν τη διαχείριση της βλάστησης σε αρχαιολογικούς χώρους της αρµοδιότητάς τους. Οφείλω να αναφέρω την πολύτιµη συµπαράσταση του συζύγου µου Βαγγέλη, της οικογένειάς µου καθώς και των φίλων Εύης Παπαλιούρα, Άννας Νικολαίδου, Ελπίδας και Όθωνα Τεκνετζή, Χριστίνας Παυλίδου, Φίλιππου Παπαπέτρου, Amelia Brown και του καθηγητή Robert Ousterhout στον οποίο οφείλω την παραµονή µου το 2004 στο University of Illinois at Urbana- Champaign/ Landscape Architecture Department για 5

6 ένα ακαδηµαϊκό τρίµηνο, όπου και επεξεργάστηκα θέµατα της διατριβής µου. Χωρίς την βοήθεια τους δεν θα ήταν ποτέ δυνατή η ολοκλήρωση της εργασίας µου. 6

7 Περιεχόµενα ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Η διαχρονική σχέση βλάστησης και αρχαιολογικών καταλοίπων Από τους περιηγητές της Ανατολής µέχρι σήµερα Οι αρχαιολογικοί χώροι στη σύγχρονη Ελλάδα και η βλάστηση Εσωστρεφείς χώροι αφηµένοι σε ροµαντική εγκατάλειψη Εσωστρεφείς χώροι µε συνέχεια χρήσης και διατήρηση της αυθεντικότητάς τους Εξωστρεφείς χώροι µε συντηρητικές παρεµβάσεις Εξωστρεφείς χώροι µε τολµηρές παρεµβάσεις. 1.3 Η χρήση της βλάστησης σε αρχαιολογικούς χώρους. Ιστορική αναδροµή στα νεότερα χρόνια ος - 18 ος αιώνας ος αιώνας - Α Παγκόσµιος Πόλεµος Μεσοπόλεµος Μετά τον Β Παγκόσµιο Πόλεµο Εικόνες 1 ου κεφαλαίου. 44 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Οι πολλαπλοί ρόλοι και παράµετροι της βλάστησης εντός αρχαιολογικών και περιβαλλόντων µνηµείων χώρων Αισθητικές παράµετροι «Απόλαυση των ερειπίων» Η αισθητική αντίληψη ενός χώρου πρασίνου Τα φυτά ως παράγοντας αισθητικής παρέµβασης Λειτουργικές παράµετροι Λειτουργίες των φυτών στον χώρο Ο λειτουργικός ρόλος της βλάστησης στους αρχαιολογικούς χώρους Αρχαιολογικές και ιστορικές παράµετροι Αρχαιολογική έρευνα και (πολιτισµικό) τοπίο Η βλάστηση ως µέσο για την αρχαιολογική έρευνα

8 Η βλάστηση ως εργαλείο αρχαιολογικής ερµηνείας Οικολογικές παράµετροι Οι αρχαιολογικοί χώροι ως περιοχές αυξηµένης βιοποικιλότητας Οι αρχαιολογικοί χώροι ως οικότοποι Κοινωνικές και εκπαιδευτικές παράµετροι Οικονοµικές παράµετροι Παράµετροι προστασίας των αρχαιολογικών καταλοίπων Στερέωση εδαφών Προστασία των αρχαιολογικών καταλοίπων Παράµετροι υποβάθµισης των αρχαιολογικών καταλοίπων. 167 Εικόνες 2 ου κεφαλαίου. 174 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Μεθοδολογία διαχείρισης της βλάστησης εντός αρχαιολογικών χώρων και πλησίον µνηµείων Γενικές αρχές Καθορισµός µεθοδολογίας διαχείρισης της βλάστησης Στάδιο Ι: Προκαταρκτική έρευνα Στάδιο ΙΙ: Καταγραφή υπάρχουσας βλάστησης Στάδιο ΙΙΙ: Αξιολόγηση υπάρχουσας βλάστησης Στάδιο ΙV: Πιθανές επεµβάσεις Στάδιο VΙ: Μακροπρόθεσµος προγραµµατισµός διαχείρισης της βλάστησης Μέθοδοι ελέγχου ανάπτυξης της βλάστησης. 242 Συµπεράσµατα. 263 Εικόνες 3 ου κεφαλαίου. 265 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Εφαρµογές Αρχαιολογικός χώρος Αγίου Γεωργίου Πέγειας, Κύπρος Αρχαιολογικός χώρος Τύµβου Μαραθωνοµάχων στον Μαραθώνα Περιβάλλων χώρος Παλαιού Μουσείου Αρχαίας Ολυµπίας Αρχαιολογικός χώρος Κεραµικού Αθηνών. 291 Εικόνες 4 ου κεφαλαίου

9 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ 1 Ορισµοί Νοµοθεσία. 327 Περίληψη 342 Abstract 345 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 347 Προέλευση εικόνων 376 9

10 Εισαγωγικό σηµείωµα Μετά από δεκαετίες εντατικής ανασκαφικής έρευνας, οι προσπάθειες να ανοίξουν οι αρχαιολογικοί χώροι στο κοινό είναι πολλές και ο σχετικός προβληµατισµός έκδηλος τα τελευταία χρόνια. Όταν περατωθούν τα κρίσιµα και απαραίτητα στερεωτικά και αναστηλωτικά έργα µπαίνουν σε εφαρµογή τα έργα ευρύτερης διαµόρφωσης του χώρου. Εδώ τίθεται το ερώτηµα µέχρι πιο σηµείο πρέπει να προχωρήσει ο «εξωραϊσµός» ενός αρχαιολογικού χώρού. Παρά τις πολλές και διαφορετικές θεωρίες και αντιµετωπίσεις του θέµατος αυτού παγκοσµίως, στην Ελλάδα οι αρχαιολογικοί χώροι τείνουν κατά κανόνα να παραµένουν καθαρά αρχαιολογικοί, χωρίς πολλές παρεµβάσεις και νέες κατασκευές εις τρόπον ώστε να διατηρούν την αυθεντικότητά τους. Η διατήρηση της αυθεντικότητας επιβάλλεται και από τις διατάξεις του νέου αρχαιολογικού νόµου 3028/02 «Για την προστασία των αρχαιοτήτων και της εν γένει πολιτιστικής κληρονοµιάς». Το γεγονός αυτό αν και τους προφυλάσσει από την εξέλιξη τους σε αρχαιοπρεπή «σκηνικά», τους εµποδίζει να ενταχθούν στο σύγχρονο τοπίο, την πραγµατικότητα αλλά και στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Σε περιορισµένο αριθµό περιπτώσεων ως µέρος του εξωραϊσµού αυτού έχει επιχειρηθεί µε πολλές δυσκολίες αλλά και θετικά αποτελέσµατα η διατήρηση ή και εγκατάσταση πρασίνου. Τα φυτά µέσα στους αρχαιολογικούς χώρους ανέκαθεν αντιµετωπίζονταν από την Αρχαιολογική Υπηρεσία µε σκεπτικισµό και όλη η προσπάθεια επικεντρωνόταν στην εξολόθρευσή τους. Τα προβλήµατα που δηµιουργούσαν, ιδιαίτερα µε το ριζικό τους σύστηµα, είναι οµολογουµένως πολλά. Είναι γεγονός ότι το όποιο πράσινο διατηρήθηκε σε ορισµένους αρχαιολογικούς χώρους οφείλεται κατά κανόνα στη δυσκολία εξόντωσής του. Η αξία ωστόσο της βλάστησης µέσα στους αρχαιολογικούς χώρους δεν αναγνωρίστηκε παρά µόνο προσφάτως. Η αυτοφυής βλάστηση διατηρεί τον χαρακτήρα του τόπου (genius loci), προσφέρει καταφύγιο στη τοπική πανίδα και κάνει τον χώρο φιλικό και προσβάσιµο ιδιαίτερα κατά τους ζεστούς καλοκαιρινούς µήνες. Μέτρα ελέγχου µπορούν να αναδείξουν την καλλωπιστική της αξία µε θαυµαστά αποτελέσµατα µετατρέποντας ξερούς ερειπιώνες σε κοιτίδες δροσιάς και πρασίνου. Πέρα όµως από την αυτοφυή βλάστηση, συµβατά φυτικά είδη, εάν εγκατασταθούν µε κατάλληλους χειρισµούς, µπορούν να συνυπάρξουν αρµονικά µε τα µνηµεία δίδοντας µία άλλη διάσταση, αξία και επιπλέον λόγο ύπαρξης στους ανασκαφικούς χώρους. 10

11 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Η ΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΛΟΙΠΩΝ 11

12 Κεφάλαιο 1 Η ιαχρονική Σχέση Βλάστησης και Αρχαιολογικών Καταλοίπων Τόσο γαλάζιος που ναι ο ουρανός σου, τόσο άγριοι οι βράχοι σου, τ άλση σου µελιχρά και οι κάµποι σου ολοπράσινοι, καρπίζει η ελιά καθώς στης Αθηνάς τα χρόνια κι ο Υµηττός τον θησαυρό του τον µελένιο πάντα σου χαρίζει. Το µυρωµένο πυργοστάσι του και τώρα χτίζει το λεύτερο µελίσσι, έτσι ως πεταρίζει πάνω απ το βουνό σου. Σαν και τότε ο Απόλλωνας χρυσώνει τ ατελείωτα καλοκαίρια κι ακόµα στραφταλίζουν κάτω απ τις αχτίδες του τα πεντελίσια µάρµαρα. Η Τέχνη, η Ελευθερία, η όξα σβήσανε, µα η Φύση είναι πάντα ωραία. Λόρδος Βύρων, Childe Harold s Pilgrimage (1812), στροφή LXXXVII Από τους περιηγητές της Ανατολής µέχρι σήµερα Με την ανακάλυψη της αρχαίας Ελλάδας από τους Ευρωπαίους αρχαιόφιλους περιηγητές τον 17 ο αιώνα τα ερείπια των αρχαίων µνηµείων του ελλαδικού χώρου 1 Yet are thy skies as blue, thy crags as wild; Sweet are thy groves, and verdant are thy fields, Then olive ripe as when Minerva smiled, And still his honeyed wealth Hymettus yields; There the blithe bee his fragrant fortress builds, The freeborn wanderer of thy mountain-air; Apollo still thy long, long summer gilds, Still in his beam Pendeli's marbles glare; Art, glory, Freedom fail, but Nature still is fair. 12

13 γίνονται αντικείµενα µελέτης, θαυµασµού και σε µερικές περιπτώσεις λατρείας 2. Τα αρχαία µνηµεία δεν είναι όµως το µοναδικό αντικείµενο του ταξιδιού τους. Τους ενδιαφέρει εξίσου η βλάστηση και αναζητούν τα φυτά που αναφέρει ο Θεόφραστος και άλλοι συγγραφείς και τα παραδείσια µέρη που γνωρίζουν από αρχαία κείµενα 3. Αν και αρχικά η φύση αναφέρεται ήδη ως χαρακτηριστικό της τοπογραφίας οι περιηγητές του 17 ου αιώνα µνηµονεύουν τη χλωρίδα που περιβάλλει τα αρχαία και επισηµαίνουν την αισθητική και την πνευµατική απόλαυση που ο συσχετισµός αυτός προσφέρει 4. Την ίδια εποχή καλλιτέχνες, όπως οι Claude Lorrain (περ ), Nicolas Poussin ( ) και Salvator Rosa ( ) 5 εµπνεύσθηκαν από τη µελαγχολική εγκατάλειψη των αρχαιολογικών χώρων και των µνηµείων, ενώ το περίφηµο Grand Tour του 18oυ αιώνα, που αποτελούσε απαραίτητη επισφράγιση της εκπαίδευσης κάθε ευυπόληπτου Ευρωπαίου, περιελάµβανε την απαραίτητη επίσκεψη των χαµένων στη βλάστηση αρχαίων καταλοίπων 6 (Εικ. 3). Θεωρώντας ότι κάθε ερειπιώνας είναι δηµιούργηµα τέχνης αλλά και δηµιούργηµα της φύσης οι καλλιτέχνες της εποχής εκείνης γοητεύτηκαν από το δραµατικό τοπίο των ιστορικών τόπων και αποτύπωσαν κατάφυτους ερειπιώνες σε έργα µικρής ή µεγάλης καλλιτεχνικής αξίας έργα ζωγραφικής, γλυπτά, µικροαντικείµενα, σκηνικά, υφάσµατα. Στις περιπτώσεις αυτές η απεικόνιση των αρχαίων ερειπίων λειτουργεί ως τεκµήριο του παρελθόντος, ως στοιχείο αναβίωσης της αυθεντικότητας και της πραγµατικής του κλίµακας του χώρου, ενώ η παρουσία της φύσης πέρα από «ντεκόρ» έχει συµβολική σηµασία. Η βλάστηση ξεπροβάλλει και περιβάλλει σε σιωπή 2 Το βιβλίο της Rose Macaulay Pleasure of ruins, (1953) είναι αφιερωµένο στη «λατρεία» των ερειπίων. 3 Κόκκου 1989, σελ Η συλλογή κειµένων από τον Κ. Σιµόπουλο (1973, 1975, 1984) είναι ιδιαίτερα χρήσιµη. Ο Ιταλός στρατιωτικός Giοvanni Maria degli Angiolello, ως αιχµάλωτος των Οθωµανών, πέρασε από τη Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα το Μαζί µε την τοπογραφία περιοχών περιγράφει και τη φύση. (Ταµπάκη 1998, Παράρτηµα, σελ. 6). 5 Περισσότερα στο βιβλίο του Malcolm Andrews, Landscape and Western Art, (1999). 6 Το «Mεγάλο Ταξίδι» ή Grand Tour αποτέλεσε µόδα στους αριστοκρατικούς κύκλους της βόρειας Ευρώπης τον 18 ο αιώνα. Θα µπορούσε να ταυτιστεί µε τον σύγχρονο πολιτισµικό τουρισµό. Περιελάµβανε ταξίδι προσκύνηµα σε παραµεσόγειες χώρες, στους τόπους άνθησης του ελληνορωµαϊκού πολιτισµού. Σκοπός του η επίσκεψη υπό µορφή ανακάλυψης αρχαιολογικών χώρων, µνηµείων, ιστορικών τόπων αλλά και παρθένων τοποθεσιών σπάνιου φυσικού κάλλους. Το Grand Tour σήµανε την έναρξη του µαζικού τουρισµού στη χώρα µας µε καθοριστικά θετικά και αρνητικά συνεπακόλουθα, µεγάλα οικονοµικά οφέλη και ταχεία υποβάθµιση του πολιτισµικού τοπίου. 13

14 αρχαία ερείπια και µε την πρόφαση απεικόνισης κάποιας ιστορικής ή µυθολογικής σκηνής έρχεται σε αντίθεση και προβάλλει τους ζωντανούς ανθρώπους και τις δραµατικές κινήσεις τους. Αυτή η συναισθηµατική διάθεση και ευαισθησία θα ορίσει αργότερα το κίνηµα του Ροµαντισµού 7. εν είναι τυχαίο ότι πολύτιµα στοιχεία για την κατάσταση των µνηµείων δίνονται σε συνδυασµό µε στοιχεία για τη βλάστηση της Ελλάδος από φυσιοδίφες, οι οποίοι επισκέφτηκαν την Ελλάδα σε αναζήτηση αγνώστων φυτικών ειδών. Ο Βρετανός George Wheler ( ), φυσιοδίφης βοτανολόγος, συλλέκτης φυτών συνταξίδευσε µε τον Γάλλο γιατρό Jacque Spon ( ), έναν από τους σηµαντικότερους περιηγητές του 17 ου αιώνα, σε περιήγηση καταγραφής πολλών µνηµείων και ιστορικών τόπων της Ελλάδας. Οι λεπτοµερείς περιγραφές µνηµείων από τον Spon καταγράφονται στο βιβλίο του Voyage d Italie, de Delmatie, de Grèce, et du Levant fait aux années 1675 et 1676, (1678) 8. Ο Spon επιχειρεί την καταγραφή των µνηµείων, αποµονώνοντας τα από το περιβάλλον που τα συναντά, µε στόχο την απόδοση της αρχικής τους µορφής. Αντίθετα την ίδια εποχή οι περιηγητές απεικονίζουν τα µνηµεία µέσα στο ευρύτερο τοπίο της εποχής χωρίς καµία απόπειρα εξωραϊσµού τους. Χαρακτηριστικό παράδειγµα της διαφορετικής αυτής αντιµετώπισης αποτελούν οι δύο απεικονίσεις του µνηµείου του Λυσικράτη των Spon και Walker (Εικ. 1 και 2). Οι αρχιτέκτονες James Stuart ( ) και Nicolas Revett ( ) παρέµειναν στην Αθήνα από το Μάρτιο του 1751 ως τo φθινόπωρο του Ο Stuart εκπόνησε τις γενικές απόψεις και ο Revett τις µετρήσεις των µνηµείων. Καρπός της συνεργασίας τους υπήρξε η έκδοση The Antiquities of Athens measured and delineated, ( ). Μολονότι ο Revett ήταν υπεύθυνος για τις λεπτοµερείς µετρήσεις των µνηµείων, τα οποία προσδίδουν στην έκδοση τη µοναδική επιστηµονική της αξία, τελικά περιώνυµος είναι ο Stuart στον οποίο απεδόθη η προσωνυµία: «ο Αθηναίος» λόγω των εξαιρετικών απεικονίσεων του µνηµείων της κλασικής Αθήνας. Στα τέλη του επόµενου αιώνα ο John Sibthorp ( ), νεαρός καθηγητής της Βοτανικής στην Οξφόρδη, ταξίδευσε για εικοσιδύο µήνες ανά την Ελλάδα 7 Zucker 1961, σελ Raphael 1991, σελ Σιµόπουλος 1984, σελ Τσιγκάκου 1981, σελ

15 µελετώντας φυτά τα οποία αναφέρονται σε κείµενα αρχαίων συγγραφέων 9. Επέστρεψε στην Αγγλία µε τρεις χιλιάδες άγνωστα έως τότε φυτικά είδη. Μερικά χρόνια αργότερα, σε δεύτερη δεκαοχτάµηνη περιήγηση του στον ελλαδικό χώρο, κρυολόγησε σοβαρά θαυµάζοντας φύση και αρχαιότητες στην αρχαία Νικόπολη της Ηπείρου και πέθανε ένα χρόνο αργότερα από τις επιπλοκές αυτού του κρυολογήµατος. Ο Γάλλος περιηγητής, φυσιοδίφης, µελετητής της πανίδας και της χλωρίδας, όπως και της µετεωρολογίας Guillaume - Antoine Olivier ( ) υπήρξε απεσταλµένος της πρώτης Γαλλικής ηµοκρατίας ( ) κατά το έτος 1794 σε νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη. Στο 6τοµο έργο του «Voyage dans l Empire Ottoman, l Egypte et la Perse» οι δύο πρώτοι τόµοι αναφέρονται στην Ελλάδα. ίδει πολύτιµες πληροφορίες για µνηµεία, τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιµα των κατοίκων πέρα από τα στοιχεία που µας παρέχει σχετικά µε την πανίδα και χλωρίδα των νησιών που επισκέφτηκε και για την οποία ως φυσιοδίφης ενδιαφέρθηκε ζωηρά 10. Συχνά, οι περιγραφές τοπίων και ιστορικών τόπων από συγγραφείς της εποχής εκείνης βασίζονται σε ταξιδιωτικά οδοιπορικά, είναι όµως σε µεγάλο τους µέρος δηµιουργία κυρίως της φαντασίας του συγγραφέα 11. Η τοποθέτηση ιστορικών γεγονότων µέσα σε ένα ωραιοποιηµένο «ηρωικό», «αρχαιοελληνικό» τοπίο θεωρείται απαραίτητο συστατικό κάθε ιστορικού συγγράµµατος σχετικού µε την αρχαία Ελλάδα. Ο άββας Jean Jacques Barthélemy ( ), επιφανής νοµισµατολόγος, επιγραφολόγος, γλωσσοµαθής και ελληνιστής συνέγραψε τη µυθιστορηµατική ιστορία της αρχαίας Ελλάδας «Το ταξίδι του Νέου Ανάχαρση» (Voyage du jeune Anacharsis en Grèce), έκδοση του Αν και δεν επισκέφτηκε ποτέ στην Ελλάδα στο έργο του τοποθετεί τα ιστορικά γεγονότα που περιγράφει σε φανταστικά τοπία ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, τα οποία αναπαριστά µε τη βοήθεια χαρτών, ταξιδιωτικών και γεωγραφικών εγχειριδίων. H αυτοφυής βλάστηση αποτελεί αναπόσπαστο κοµµάτι των τοπίων που περιγράφει 12. Ωστόσο, το σκηνικό των δηµοφιλών αναπαραστάσεών της Αρχαίας Ελλάδας παραπέµπει περισσότερο στη 9 Σιµόπουλος 1973, σελ Moussa 1995, σελ Περισσότερα για την υποκειµενική απεικόνιση των τοπίων της Ελλάδας του 19 ου αιώνα στο Terkenli et al. 2001: «The physical landscape of Greece in 19 th exploration of cultural images». 12 Αυγουστίνου 2003, σελ century painting: An 15

16 Γαλλία της Μαρίας Αντουανέτας, όπου διδάχτηκε τη κλασική του παιδεία, παρά στο ελληνικό τοπίο 13. Ορισµένοι περιηγητές ωστόσο απογοητεύτηκαν από την τροµακτική απόσταση ανάµεσα στο τι αντίκρισαν στη σύγχρονη τους Ελλάδα και στο τι περίµεναν να συναντήσουν. Ο Σατωβριάνδος (François René Chateaubriand) ( ), επισκέφτηκε την Ελλάδα για 19 µόνο µέρες στα Οι ταξιδιωτικές του εντυπώσεις αποτυπώνονται στο έργο του «L Itinéraire de Paris à Jerusalem» (Οδοιπορικόν από το Παρίσι στην Ιερουσαλήµ), το οποίο εκδόθηκε στο Παρίσι το Αν και θαύµασε τις ελληνικές αρχαιότητες και αναγνώρισε την αρµονική τους συνύπαρξη µε το ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους ελληνικό τοπίο, ουδέποτε σχεδόν στο σύντοµο χρονικό διάστηµα της παραµονής του συνέδεσε τη ζωή του παρελθόντος µε τη ζωή του παρόντος, αφήνοντας απόσταση ανάµεσα στις δύο Ελλάδες. Η ζωή, το αστικό τοπίο και τα δηµιουργήµατα των Νεοελλήνων τον απώθησαν, ενώ µε έκπληξη δεν διαπίστωσε τίποτα κοινό µε το ένδοξο παρελθόν τους 14. Ο Ρώσος Vladimir Davidoff ( ) επισκέφθηκε την Ελλάδα στα ιέκρινε πέραν από την οµορφιά της φύσης την ιδιαίτερη σχέση τοπίου και αρχαίων µνηµείων (Εικ. 8, κεφ.2). Επισκεπτόµενος τον ναό της Νέµεσης στη Ραµνούντα Αττικής αναφέρει: «Οι αρχαίοι Έλληνες ήξεραν, καλύτερα από όλους, να διαλέγουν τόπους κατάλληλους για τους ναούς τους. Αναζητούσαν, όπως φαίνεται, στη φύση τα απαραίτητα για έναν ναό στοιχεία- το µεγαλείο, την αποµόνωση, το µυστήριο- και ύστερα έκτιζαν τον ναό ως επίστεψη στο ιερό της φύσης. Αλλά και στη λατρεία µήπως έκαναν ακριβώς αυτό, συνδυάζοντας το κάλλος της φύσης µε τις οµορφιές της ανθρώπινης τέχνης; Τα αγάλµατα των ηρώων και οι βωµοί των θεών ήταν διάσπαρτα µέσα στο ιερό άλσος, µε ιερά φυτά ανάµεσα, ενώ από τους ναούς, που πολλές φορές δεν είχαν οροφή, πρόβαλλε ο γαλανός ουρανός. Η ωραία διαµόρφωση του χώρου υποβοηθούσε την ανάταση των πιο ευλαβικών σκέψεων, η αισθητική της επιλογής του ήταν τέλεια, γιατί βασιζόταν στην οµορφιά της φύσης και στο µεγαλείο του ανθρώπου. Εξετάσαµε πολύ προσεκτικά τα ερείπια, καλυµµένα καθώς ήταν από αγριόχορτα και θάµνους. Ούτε ένας κίονας δεν έµεινε εδώ όρθιος...» 15. Παρόλα αυτά αντικρίζοντας το αστικό τοπίο της Αθήνας αναφωνεί: «Έχω µείνει έκπληκτος µε τα 13 Rackham και Moody 1998, σελ Αυγουστίνου 2003, σελ Μπακιρτζής 1971, σελ Νταβίντωφ 2004, σελ

17 περίφηµα µνηµεία της αρχαιότητας αλλά και µε την αθλιότητα της σύγχρονης πόλης. Πιο έντονη αντίθεση δεν µπορεί να δει κανείς πουθενά» 16. Λίγο νωρίτερα τον ίδιο αιώνα, ο λόρδος Βύρων ( ) φτάνοντας στη χώρα µας προσδοκούσε να αντικρίσει την αρχαία Ελλάδα που γνώριζε από τα κείµενα των αρχαίων συγγραφέων 17. Η οµορφιά της φύσης και του ένδοξου παρελθόντος είδε να έρχεται σε αντίθεση µε την σύγχρονή του Ελλάδα προκαλώντας του αίσθηµα νοσταλγίας για το υπέροχο παρελθόν που έσβησε. «Τον συγκινούσε το ελληνικό τοπίο περισσότερο από τα λείψανα της κλασσικής εποχής. Ήταν η ροµαντική όραση που κυριαρχούσε» 18. Με την ίδια µατιά, ο διάσηµος παραµυθάς Hans Christian Andersen ( ) επισκεπτόµενος την Ακρόπολη στα 1841, προκάλεσε την προσοχή του ένα αγριόχορτο στα σκαλιά του Παρθενώνα «Στα σκαλιά του Παρθενώνα πρόσεξα σήµερα πως φυτρώνουν λυρικά κάτι αγριοαγγουριές- πού αλήθεια βρίσκουν χώµα και νερό;» 19. Ο Αµερικανός συγγραφέας Henry Miller κατά την περιήγηση του στη Ελλάδα τη δεκαετία του 1930 βρίσκει ενδιαφέρον στην «παρακµή» του τοπίου των αρχαιολογικών χώρων. Σχετικά αναφέρει:«οι πρόποδες του λόφου της Ακροπόλεως µου αρέσουν περισσότερο από την ίδια την Ακρόπολη. Μου αρέσουν τα µισογκρεµισµένα καλύβια, µου αρέσει η σύγχυση, µου αρέσει η διάβρωση, µου αρέσει η αναρχικός χαρακτήρας του τοπίου. Οι αρχαιολόγοι κατέστρεψαν το µέρος, ερήµωσαν µεγάλα κοµµάτια γης για να ξεθάψουν ένα µπερδεµένο συνοθύλευµα από αρχαία κατάλοιπα για να τα κρύψουν µέσα σε µουσεία. Η βάση της Ακρόπολης οµοιάζει περισσότερο µε κρατήρα ηφαιστείου στο οποίο τα αγαπηµένα χέρια των αρχαιολόγων έχουν απλώσει νεκροταφεία τέχνης. Ο τουρίστας αντικρίζει αυτά τα ερείπια, αυτά τα επιστηµονικώς κατασκευασµένα ηφαιστειογενή στρώµατα µε δάκρυα στα µάτια, ενώ ο Έλληνας επισκέπτης περνάει απαρατήρητος ή δίνει την εντύπωση εισβολέα». Την υφιστάµενη παρακµή, ο Miller την αποδίδει στον άνθρωπο ενώ διακρίνει πίσω από αυτήν το διαχρονικό και αδιάφθορο µεγαλείο των ιστορικών αυτών τόπων. «Στην Ελευσίνα κανείς συνειδητοποιεί εάν δεν το έχει ήδη κάνει ότι δεν υπάρχει 16 Νταβίντωφ 2004, σελ Σιµόπουλος 1975, σελ Σιµόπουλος 1975, σελ Μπουλώτης 2005, σελ

18 σωτηρία από το να προσαρµοστείς σε ένα παράλογο κόσµο. Στην Ελευσίνα συλλαµβάνεις τη διάσταση του σύµπαντος. Εξωτερικά η Ελευσίνα µπορεί να είναι διαλυµένη, αποσυνθεµένη από το θρυµµατισµένο παρελθόν, αλλά στην πραγµατικότητα η Ελευσίνα παραµένει ακέραιη, ζεί στην αιωνιότητα, επιβιώνοντας στο κέντρο ενός κόσµου που πεθαίνει. Εµείς είµαστε οι διασπασµένοι, οι διασκορπισµένοι σαν σκόνη». Ο Miller προσλαµβάνει την έλλειψη βλάστησης στην Ελλάδα ως µέρος της ευρύτερης παρακµής, κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας και αποτέλεσµα της συνεχιζόµενης υπερβόσκησης. Θεωρεί ότι οι Έλληνες προσπαθούν να αλλάξουν αυτή την κατάσταση και τονίζει την τροµακτική ανάγκη της Ελλάδας για δένδρα και βλάστηση αναφωνώντας «ένδρα, δένδρα αυτή είναι η κραυγή. Το δένδρο φέρνει νερό, σκιά, ξεκούραση και τραγούδι. Το δένδρο φέρνει ποιητές, ζωγράφους, νοµοθέτες, οραµατιστές. Η Ελλάδα είναι σήµερα γυµνή και αδύνατη ενώ µπορεί να είναι ο µοναδικός παράδεισος στην Ευρώπη. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται αρχαιολόγους αλλά χρειάζεται δενδροκόµους» 20. Περιηγητές και σε µεταγενέστερες εποχές διακρίνουν στη φύση ενός τόπου αναφορές σε µύθους του παρελθόντος του, µαγεύονται από την αίσθηση της ανακάλυψης της τόσο ταιριαστής περιβολής των µνηµείων καλυµµένων από τη βλάστηση. Ο βρετανός λογοτέχνης Lawrence Durrell ( ) επισκέφτηκε τα ερείπια του Bellapais Abbey στη Κύπρο τη δεκαετία του 1950: «καθώς περπατούσα ανάµεσα στα έρηµα περιστύλια, αγγίζοντας τις ρόδινες πέτρες του παλιού αββαείου, παρατήρησα τα φροντισµένα λουλούδια στα παρτέρια και τα µπουκέτα κίτρινου µάραθου να ξεπηδούν µέσα από τα ερείπια. Είναι ο νάρθηκας του Προµηθέα. Σύµφωνα µε τον Αισχύλο µέσα στον κενό βλαστό του µεταφέρθηκε η φωτιά στη γη» 21. Η βαθιά εκτίµηση και ο σεβασµός των φυσικών χαρακτηριστικών του τοπίου από τους αρχαίους Έλληνες απορρέει από τον τρόπο σκέψης και ζωής τους, από τον πολιτισµό και τη θρησκεία τους 22. Έτσι µπορεί να δικαιολογηθεί η «ανεξήγητη» για 20 Miller 1941, σελ , Durrell 1957, σελ Νταβίντωφ 2004, σελ Scully 1979, σελ. 3: «Οι αρχαίοι Έλληνες εν µέρει κληρονόµησαν και εν µέρει διαµόρφωσαν την ιδιαίτερη µατιά µε την οποία διέκριναν την έκφραση της ολότητας σε συγκεκριµένα στοιχεία του τοπίου. Αυτό προέκυψε λόγω της θρησκευτικής τους παράδοσης σύµφωνα µε την οποία ο τόπος δεν ήταν µία εικόνα αλλά καθοριστική φυσική δύναµη που όριζε την εξέλιξη του κόσµου» 18

19 πολλούς σύγχρονους ερευνητές στασιµότητα στην εξέλιξη της κηποτεχνίας κατά τα χρόνια ακµής του αρχαιοελληνικού πολιτισµού, σε αντίθεση µε τη θεµελίωση και αλµατώδη ανάπτυξη άλλων επιστηµών και τεχνών. Στην περίπτωση του αρχαιοελληνικού κόσµου, η ενσωµάτωση ιερών κτισµάτων στο ευρύτερο φυσικό τοπίο ξεπερνά την ανθρώπινης κλίµακας έννοια του κήπου και αποκτά µεταφυσική διάσταση. Στην φιλοσοφία της εποχής κυριαρχεί η πεποίθηση ότι κάθε αρχιτεκτονική παρέµβαση οφείλει να βρίσκεται σε αρµονία µε τη φύση διότι το φυσικό τοπίο είναι ιερό, είναι κυριολεκτικά «το τοπίο των Θεών» 23. Έτσι και η αρχιτεκτονική αναγνωρίζει την ιερότητα του τόπου και πριν την ανέγερση ιερών κτισµάτων, διακρίνει την παρουσία θεοτήτων στις υπάρχουσες φυσικές δυνάµεις και φαινόµενα, στοχεύοντας στην εξύµνηση της ταυτότητας των θεοτήτων του συγκεκριµένου τόπου 24. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της αρχαίας Ελλάδας πάντα προξενούσαν θαυµασµό και τροφοδοτούσαν τη φαντασία ειδικών και µη. Όπως είδαµε παραπάνω, ήδη από τα µέσα του 19 ου αιώνα, ο Vladimir Davidoff επισηµαίνει ότι η αύρα του ένδοξου παρελθόντος τους οφείλεται πέρα από τη µαεστρία σχεδιασµού και τον πρωτοποριακό χειρισµό τεχνολογίας κατασκευής και υλικών, στη µεταφυσική τοποθέτηση των ιερών στην πλειονότητά τους κτισµάτων σε εξίσου «ιερά» τοπία της φύσης µε ιδιαίτερο χαρακτήρα (genius loci) 25. Είναι προφανές, ότι ο ιδιαίτερος αυτός χαρακτήρας απορρέει από φυσικά και όχι κατασκευασµένα από τον άνθρωπο στοιχεία. Τα αρχαία αρχιτεκτονήµατα τοποθετήθηκαν σε τοπία της φύσης µε αβίαστο και - ίσως για τα σηµερινά δεδοµένα - «παράλογο» τρόπο. Τα κτίρια είχαν µε τα επί µέρους χαρακτηριστικά της περιοχής (τοπογραφία, βλάστηση, κλιµατικές συνθήκες) µοναδική αµφίδροµη σχέση αλληλοϋποστήριξης και αλληλοεξάρτησης. Το µεταφυσικό αυτό ζευγάρωµα µπορεί να γίνει αντιληπτό σε διάσηµους χώρους, όπως οι ελφοί, σε λιγότερο γνωστούς, όπως η Θεόπετρα της Θεσσαλίας, αλλά και σε κάθε αρχαιολογικό χώρο ακόµα και εάν αυτός σώζεται σε ερείπια. Ο Χρήστος Καρούζος παρατηρεί: «Το θαυµαστό είναι, ότι σε κανένα ελληνικό ερειπιώνα δεν αισθανόµαστε ασυµφωνία ανάµεσα στο χαρακτήρα του τόπου και στην αρχιτεκτονική µορφή των µνηµείων του. Το υλικό και το χρώµα τους, η κάτοψή τους, οι αναλογίες τους και η µορφή των µελών τους, η σύνταξη των µνηµείων σε µικρές οµάδες, όπου το κάθε στοιχείο, ενώ βοηθάει για το σύνολο, δεν χάνει την αυθυπαρξία του και 23 Scully 1979, σελ Adams 1991, σελ Jellicoe & Jellicoe, 1995 σελ

20 όπου η κάθε οµάδα δεν λησµονεί την ύπαρξη της άλλης, δείχνουν ασύγκριτη ευαισθησία για τον τόπο, τόση ώστε να φαίνεται σαν αυτός να καλεί τα µνηµεία να είναι τέτοια, και τούτα πάλι έχουν τόσο πολύ κρατήσει την ουσία της µορφής του τόπου, δίνοντάς της σταθερότητα και διάρκεια ώστε δεν είναι σπάνιο να µας οδηγήσουν, αυτά πρώτα, στο να προσέξουµε την ιδιοµορφία του τόπου» 26. Σε τροµακτική απόσταση από την αρχαιοελληνική θεώρηση σεβασµού του φυσικού τοπίου και περιβάλλοντος οι προτεραιότητες του νεοελληνικού τρόπου ζωής των τελευταίων έξι δεκαετιών έχει επιφέρει τεράστιες αλλαγές στο τοπίο του Ελλαδικού χώρου. Συχνά, οι δραµατικές αλλαγές στο φυσικό περιβάλλον διασήµων ιστορικών και αρχαιολογικών χώρων είναι τόσο µεγάλες ώστε ο επισκέπτης δυσκολεύεται να αναγνωρίσει και να θαυµάσει µνηµεία, τα οποία έχει έρθει από πολύ µακριά να συναντήσει. Ο βιασµός του φυσικού περιβάλλοντος των αρχαιολογικών και ιστορικών χώρων και µνηµείων έχει αφαιρέσει πολύτιµο µέρος της αύρας και της «αυθεντικότητας» τους Οι αρχαιολογικοί χώροι στη σύγχρονη Ελλάδα και η βλάστηση Οι οργανωµένες και µη αρχαιολογικές έρευνες από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και τις ξένες αρχαιολογικές αποστολές έχουν φέρει στο φως από τον 19 ο αιώνα πολυάριθµους αρχαιολογικούς χώρους σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο 28. Η πληθώρα των χώρων αυτών και η παρουσία τους σε όλα τα γεωγραφικά σηµεία της χώρας σε συνδυασµό µε τις σύγχρονες οικονοµικές και τεχνολογικές δυνατότητες παρέµβασης σε αυτούς, έχει οδηγήσει σήµερα στο κλιµακούµενο φαινόµενο της έντονης σύγκρουσης απόψεων, προτεραιοτήτων αλλά και συµφερόντων όσον αφορά τις χρήσεις και τη διαχείρισή τους. Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες η οικιστική ανάπτυξη των αστικών κέντρων µε τη συνεπακόλουθη έντονη ανοικοδόµηση, η 26 Καρούζος 1972, σελ Webster s 1986 σελ. 146: «αυθεντικότητα: η ιδιότητα του να είσαι έγκυρος, ισχύων, αληθινός, πραγµατικός ή γνήσιος». Eman 2000, σελ. 68 «Ως αυθεντικότητα ορίζεται το σύνολο των γνωρισµάτων ενός πολιτιστικού αγαθού τα οποία µας πείθουν για την πολιτισµική του αξία». 28 Για τη δραστηριότητα και το έργο των ξένων αρχαιολογικών αποστολών, βλ. Κόρκα κ.ά

21 επιδοτούµενη αγροτική ανάπτυξη, η εκτέλεση µεγάλων δηµοσίων έργων 29 και η τουριστική «αξιοποίηση» ιστορικών και αρχαιολογικών χώρων έχει έρθει σε σύγκρουση µε τον ισχύοντα αυστηρό αρχαιολογικό νόµο (3028/2002 «Για την προστασία των αρχαιοτήτων και της εν γένει πολιτιστικής κληρονοµιάς») 30. Οι πιέσεις για την αξιολόγηση και διαχείριση αρχαιολογικών µνηµείων και ευρηµάτων µε κριτήριο το οικονοµικό κέρδος έχει αλλάξει την αντιµετώπιση τους όχι µόνο από ειδικούς αλλά και από το κοινό 31. Η πληθώρα µελετών και το µέγεθος των τεχνικών έργων που έχει πραγµατοποιηθεί την τελευταία δεκαετία στη χώρα µας υπερβαίνει τον αντίστοιχο όγκο όλων των προηγούµενων χρόνων. Αυτό οδηγεί σε σύγκρουση τα διαφορετικών ειδικοτήτων στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας όσον αφορά τη διαδικασία και τον τρόπο διεξαγωγής έργων αποκάλυψης, παρέµβασης και προστασίας των αρχαιολογικών µνηµείων και ευρηµάτων 32. Στο κοινό έχει επέλθει µια δυσδιάστατη συµπεριφορά. Ο πολίτης ως κάτοικος ενός τόπου διεκδικεί και επιδιώκει µε όλα τα µέσα την πλήρη «αξιοποίηση» όχι µόνο της ιδιοκτησίας του αλλά και της ευρύτερης περιοχής της µε απώτερο σκοπό το άµεσο οικονοµικό κέρδος. Η έξαρση της «βαριάς βιοµηχανίας» του τουρισµού στη χώρα µας του προσφέρει ένα επιπλέον άλλοθι στην περίπτωση παρεµβάσεων σε αρχαιολογικούς χώρους, µνηµεία, παραδοσιακούς οικισµούς και ιστορικούς τόπους. Η δυνατότητα διαστρέβλωσης των πολεοδοµικών κανονισµών και αποφυγής των νοµίµων διαδικασιών σε συνδυασµό µε την οικονοµική δυνατότητα που του παρέχεται µέσα από διεθνείς χρηµατοδοτήσεις τον ωθεί σε αλόγιστες αποφάσεις µη αντιστρεπτών παρεµβάσεων που καταλήγουν µακροπρόθεσµα όχι στην αξιοποίηση αλλά στην υποβάθµιση της περιουσίας του 33. Αντίθετα, όταν ως επισκέπτης τουρίστας βρεθεί σε τόπους της αλλοδαπής ή και ηµεδαπής απολαµβάνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ιστορικών και αρχαιολογικών χώρων, ο οποίος διατηρήθηκε 29 Σχετικά µε την αρχαιολογική έρευνα µε αφορµή µεγάλα δηµόσια έργα βλ. Μπακιρτζής Περισσότερα σχετικά µε το νοµικό πλαίσιο προστασίας της πολιτιστικής κληρονοµιάς στην Ελλάδα στo παράρτηµα 2 και στο Mendoni 2007, σελ Κουρκουτίδου- Νικολαίδου 1997, σελ Μπακιρτζής 2006, σελ Περισσότερα για την ανοικοδόµηση της σύγχρονης πόλης όπως διαγράφεται µέσα από το ανοικοδόµηση της νεώτερης Αθήνας στο Κονταράτος 1986, κεφάλαιο Πόλη και Ουτοπία, σελ

22 χάρη στην εφαρµογή αυστηρών νοµοθεσιών και ως αποτέλεσµα µακροχρόνιων προσπαθειών προστατευτικών παρεµβάσεων. Αποτέλεσµα των παραπάνω είναι ότι στις αστικές, περιαστικές και τουριστικές αγροτικές περιοχές οι αρχαιολογικοί χώροι εάν δεν µετατραπούν σε επισκέψιµους θα ανοικοδοµηθούν ή θα δεχθούν αλλότρια χρήση, θα γίνουν δηλαδή π.χ. χώροι στάθµευσης αυτοκινήτων. Η έλλειψη ελεύθερου χώρου και η κοινωνική πίεση για στέγη και προσφορά θέσεων εργασίας έχει συντελέσει στην υπό προϋποθέσεις κατάχωση ευρηµάτων που σε περασµένες δεκαετίες θα τύγχαναν διατήρησης 34. Με εξαίρεση ολιγάριθµων διάσηµων χώρων οι αρχαιολογικοί χώροι στις αµιγώς αγροτικές περιοχές της χώρας µας είναι συνήθως έρµαιοι ελλιπούς φροντίδας ή και εγκατάλειψης. Συχνά τα τελευταία χρόνια, σε προσπάθεια δικαιολόγησης της ύπαρξης τους, µετατρέπονται σε επισκέψιµους µε τη δαπάνη µεγάλων εθνικών και διεθνών χρηµατοδοτήσεων ακόµα και σε περιπτώσεις αποµακρυσµένων χώρων µε δυσκολία πρόσβασης και στελέχωσης στη µετά τα έργα εποχή. Μήπως όµως η εικόνα που θα παρουσιάζει ο συγκεκριµένος διαµορφωµένος επισκέψιµος χώρος στο µέλλον, µε τα µέσα που διαθέτει ο αρµόδιος για τη συντήρηση του φορέας, είναι κατά πολύ πιο δυσάρεστη και δύσκολα αντιστρέψιµη παρά εάν ο ανασκαφικός χώρος αφηνόταν στη «ροµαντική» πλαισίωση των αρχαιολογικών καταλοίπων από τη φύση και µόνο 35 ; Μια επίσκεψη σε αρχαιολογικούς χώρους της ελληνικής υπαίθρου µας κάνει να πιστεύουµε ότι οι υπό ανασκαφή χώροι είναι αυτοί οι οποίοι βρίσκονται στην καλύτερη δυνατή κατάσταση µε τα σηµερινά µέσα της ελληνικής πολιτείας. υστυχώς η σύγχρονη επιστηµονική πραγµατικότητα συχνά ταυτίζει τον όρο «καθαρισµός» των αρχαιολογικών χώρων µε την εξολόθρευση κάθε είδους 34 Εκτεταµένη αναφορά στα προβλήµατα που δηµιουργούνται από τη σύγκρουση των σύγχρονων αναγκών των αστικών κέντρων και στη διατήρηση των µνηµείων στο Ζήβας 1997, κεφάλαιο 1: Προβλήµατα µιας νέας εποχής, σελ Για το σκοπό των παρεµβάσεων εξωραϊσµού σ έναν αρχαιολογικό χώρο ο ηµήτρης Πικιώνης αναφέρει: «Η διευθέτησις αυτή θα έτασσεν εις εαυτήν ως κύριον σκόπον να διαφυλάξη την ατµόσφαιραν του χώρου, εκεί όπου, εννοείται, αυτή έχει µέχρι σήµερον διαφυλαχθή και εκεί όπου η καλοπροαίρετη αλλ αισθητικώς απαράδεκτος και δι αυτό ανεύθυνος, φροντίς έγινε κακού µάλλον ή καλού πρόξενος, να άρη, όπου και όσον είναι τούτο δυνατόν, τα άστοχα και εις ενίας των περιπτώσεων τα πέραν παντός µέτρου ολέθρια αποτελέσµατα της.» Έκθεσις επί των έργων διευθετήσεως εν ελφοίς, (Πικιώνης 1999, σελ.247). 22

23 βλάστησης. Χωρίς προβληµατισµό, ποικίλα φυτικά είδη ενοχοποιούνται µαζικά για αρνητικές επιδράσεις σε µνηµεία και αρχαιολογικά κατάλοιπα. Αν και το φαινόµενο αυτό παρατηρείται εδώ και δεκαετίες η περιστασιακή εφαρµογή του δεν δηµιούργησε ευτυχώς µη αντιστρεπτά αποτελέσµατα στην πλειονότητα των αρχαιολογικών χώρων. υστυχώς ωστόσο τα τελευταία χρόνια βιώνουµε γεωµετρική αύξηση τέτοιου είδους παρεµβάσεων και επεµβάσεων σε αρχαιολογικούς χώρους. Η ευρείας κλίµακας αλόγιστη εξολόθρευση της βλάστησης που συχνά εφαρµόζεται, στους αρχαιολογικούς χώρους, µπορεί να επιφέρει µη αντιστρέψιµες αλλαγές προς λανθασµένες κατευθύνσεις αντίθετες προς µια αειφορική περιβαλλοντική διαχείριση και να θυσιάζει την αυθεντικότητα υπαίθριων χώρων που περιβάλλουν µνηµεία, οι οποίοι σύµφωνα µε διεθνείς συµβάσεις θεωρούνται τµήµα των µνηµείων. Στη Χάρτα της Βενετίας (Venice charter) (1964), το 1 ο άρθρο της αναφέρει σχετικά: «Η έννοια ενός ιστορικού µνηµείου δεν καλύπτει µόνο το µεµονωµένο αρχιτεκτονικό έργο αλλά και την αστική ή αγροτική τοποθεσία πού µαρτυρεί έναν ιδιαίτερο πολιτισµό, µιά ενδεικτική εξέλιξη ή ένα ιστορικό γεγονός. Αυτό ισχύει όχι µόνο για τις µεγάλες δηµιουργίες αλλά και για τα ταπεινά έργα πού µε τον καιρό απέκτησαν πολιτιστική σηµασία». Αυτό που πρέπει να µας προβληµατίσει σήµερα είναι η έλλειψη ενιαίας αντιµετώπισης της βλάστησης µέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, σε ιστορικούς τόπους και σε χώρους µνηµείων ως αποτέλεσµα πίεσης από την αυξανόµενη µαζικοποίηση του «πολιτισµικού» τουρισµού και την πλήρη διάσταση προτεραιοτήτων µεταξύ αρχαιολόγων, τεχνοκρατών, και κοινού. Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται απαραίτητη η άµεση τεκµηρίωση µεθοδολογίας χειρισµού της βλάστησης µέσα σε αρχαιολογικούς χώρους µε εργαλείο τις αρχές της αρχιτεκτονικής τοπίου και σκοπό την ανάδειξη της ιστορικότητας των µνηµείων και την προστασία των ευαίσθητων αρχαιολογικών καταλοίπων. Οι αρχαιολογικοί χώροι, οι περιβάλλοντες χώροι µνηµείων και οι ιστορικοί τόποι µπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες ως προς την τοποθέτησή τους στο σύγχρονο τοπίο, ως προς την επισκεψιµότητα και ως προς τη µορφή της βλάστησης µέσα σε αυτούς Εσωστρεφής αρχαιολογικός χώρος: ο αρχαιολογικός χώρος του οποίου οι λειτουργίες δεν έχουν ως προτεραιότητα την ενθάρρυνση της επισκεψιµότητας. Εξωστρεφής αρχαιολογικός χώρος: επισκέψιµος αρχαιολογικός χώρος ή χώρος µε λειτουργίες που απευθύνονται στο ευρύ κοινό. 23

24 1.2.1 Εσωστρεφείς χώροι αφηµένοι σε ροµαντική εγκατάλειψη Οι πολυάριθµοι τέτοιοι αρχαιολογικοί χώροι στην Ελλάδα είναι κλειστοί για το ευρύ κοινό, προσβάσιµοι όµως στον µοναχικό επισκέπτη. Ανασκαµµένοι εν µέρει ή και καθόλου βρίσκονται συνήθως υπό µελέτη, µε ευρήµατα τις περισσότερες φορές άγνωστης αρχαιολογικής σηµασίας. Αποκοµµένοι από τους σύγχρονους ρυθµούς ζωής και τις «εύκολες» ανάγκες των πολιτών όσοι βρίσκονται εντός πόλεων εύκολα εξελίσσονται σε σκουπιδότοπους, ενώ εκτός πόλεων διατηρούν έντονα ροµαντικό χαρακτήρα. Ο επισκέπτης τέτοιων χώρων έχει το αίσθηµα της ανακάλυψής τους, αλλά πρέπει να καταβάλλει προσπάθεια για να κατανοήσει τη δοµή του χώρου. εν υπάρχει επιτόπου πληροφοριακό υλικό. Πληροφορίες για τους χώρους αυτούς βρίσκει κανείς µόνον ύστερα από έρευνα και ενδιαφέρον. Η βλάστηση στους χώρους της κατηγορίας αυτής ελέγχεται ελάχιστα και περιστασιακά. Αυτό έχει ως αποτέλεσµα αφενός η αυτοφυής βλάστηση να κυριαρχεί στον χώρο, καθορίζοντας τον χαρακτήρα του µε τις εποχιακές εναλλαγές της και τη δραµατικότητα της εξέλιξής της, αφετέρου, όταν επιχειρείται ο έλεγχός της να εφαρµόζονται µέτρα µαζικής καταστροφής όλων των φυτικών ειδών χωρίς διακρίσεις. Οι χώροι αυτοί ακόµα και σήµερα παρουσιάζουν την ροµαντική εικόνα των αρχαιολογικών χώρων που συγκίνησαν τους περιηγητές του Grand Tour του 18 ου αιώνα. Παράδειγµα: Ο αρχαιολογικός χώρος της Αµφίπολης στον νοµό Σερρών (Εικ. 5, 6) Ο αρχαιολογικός χώρος της Αµφίπολης καταλαµβάνει έκταση δυόµισι χιλιάδων στρεµµάτων περίπου. Απλώνεται σε λοφώδη έκταση µεταξύ των Κερδυλλίων και του Παγγαίου όρους, βορείως των εκβολών του ποταµού Στρυµόνα. Στη βόρεια πλευρά των λόφων βρίσκεται ο σύγχρονος οικισµός της Αµφίπολης µε πληθυσµό διακόσιους περίπου κατοίκους. Ήδη από τα τέλη του 19 ου αι. στους λόφους της Αµφίπολης εντοπίστηκαν αρχαία κατάλοιπα και άρχισε η ανασκαφική έρευνα η οποία συνεχίζεται µέχρι σήµερα από την Αρχαιολογική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισµού και την Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών. Τα πολυάριθµα σηµαντικά ευρήµατα των ερευνών αυτών τοποθετούνται χρονολογικά από την προϊστορική έως και τη βυζαντινή εποχή. Εντοπίστηκαν αρχαία ιερά και οικίες µε ψηφιδωτά δάπεδα, γέφυρα κλασικής εποχής, οχυρωµατικά έργα διαφόρων ιστορικών φάσεων, παλαιοχριστιανικοί ναοί, δηµόσια κτίρια, τοιχογραφηµένοι τάφοι. Τα κινητά µνηµεία µοναδικής αρχαιολογικής και 24

25 ιστορικής αξίας φιλοξενούνται στο µουσείο της περιοχής που κτίστηκε τη δεκαετία του Η εικόνα που παρουσιάζει σήµερα ο αρχαιολογικός χώρος είναι αυτή της «ροµαντικής εγκατάλειψης». Αποτέλεσµα της µακροχρόνιας προστασίας των λόφων της Αµφίπολης από την αρχαιολογική νοµοθεσία και τον συνεπακόλουθο έλεγχο χρήσεων γης η δόµηση είναι περιορισµένη µόνο εντός του οικισµού και κύρια δραστηριότητα στην περιοχή παραµένει η αγροτική. Τα διάσπαρτα αρχαιολογικά ερείπια διαφόρων εποχών µέσα στο αγροτικό τοπίο και οι πανοραµικές θέες προσδίδουν στο τοπίο φυσική οµορφιά και δραµατικότητα 38. Η βλάστηση στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο της Αµφίπολης αποτελείται αφενός από τις αγροτικές καλλιέργειες (ελαιώνες και σιτοβολώνες), αφετέρου από την αυτοφυή βλάστηση πλησίον των αρχαιολογικών καταλοίπων. Ενώ οι αγροτικές εκτάσεις ακολουθούν την περιοδικότητα των καλλιεργητικών φροντίδων η αυτοφυής βλάστηση δέχεται µόνο περιστασιακές κοπές. Ο έλεγχος της βλάστησης γίνεται µε ποικίλους τρόπους ανάλογα µε τις οικονοµικές δυνατότητες της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ενώ συνήθως περιορίζεται στις περιοχές κίνησης εργαζοµένων και επισκεπτών Εσωστρεφείς χώροι µε συνέχεια της χρήσης και διατήρηση της αυθεντικότητάς τους Το αρχαιολογικό έργο στους χώρους που µπορούµε να χαρακτηρίσουµε εσωστρεφείς µε χρήση γίνεται µε προσοχή ώστε να είναι δυνατή η διατήρηση στοιχείων από τις διάφορες φάσεις τους. Ο σεβασµός στους ιδιαίτερους ρυθµούς των χώρων αυτών και η µη στεγνή «επιστηµονική» προσέγγισή τους συνέβαλε στη διατήρηση της αυθεντικότητάς τους. Στην Ελλάδα τέτοιου είδους αρχαιολογικοί χώροι είναι ολιγάριθµοι. ιατηρούν έντονα γραφικό χαρακτήρα, ενώ περιέχοντας πολλές διαδοχικές φάσεις ιστορικότητας παραπέµπουν σε άλλες εποχές. Ο επισκέπτης των χώρων αυτών όταν βρίσκεται σε αυτούς έχει το αίσθηµα της ανακάλυψης. 37 Λαζαρίδης 1993, σελ Ζήκος 1989, σελ Η περιγραφή του αρχαιολογικού τοπίου της Αµφίπολης αναλυτικά στο Byzantine Amphipolis, αδηµοσίευτη µεταπτυχιακή εργασία διατύπωσης πρότασης Αρχιτεκτονικής Τοπίου µε σκοπό την µετατροπή της βυζαντινής Αµφίπολης σε επισκέψιµο αρχαιολογικό χώρο (Bakirtzis 1999). 25

26 Η βλάστηση, ακολουθεί και αντανακλά τις λειτουργίες των κτισµάτων. Η πολύχρονη ανθρώπινη επίδραση στο χώρο κυριαρχεί, διατηρώντας τη βλάστηση σε απόλυτο έλεγχο. Στοιχεία της βλάστησης, όπως αιωνόβια δένδρα, αποτελούν ιστορικά τεκµήρια προσφέροντας πληροφορίες για προγενέστερες χρήσεις και διάρθρωση του υπαίθριου και του δοµηµένου χώρου. Παράδειγµα: Η µονή Τιµίου Προδρόµου στο Νοµό Σερρών διατηρεί την µοναστηριακή της χρήση από τον 13 ο αιώνα έως και σήµερα (Εικ. 7, 8). Βρίσκεται βορειανατολικά της πόλεως των Σερρών στο Μενοίκιο όρος και αποτέλεσε σηµαντικό πνευµατικό και µορφωτικό κέντρο του Ελληνισµού της περιοχής, ενώ εκεί µόνασαν σηµαντικές προσωπικότητες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η συνεχής παρουσία µοναστικής αδελφότητας στο µοναστηριακό συγκρότηµα έχει συµβάλει στη διατήρηση της αυθεντικότητας του χώρου µέχρι τις µέρες µας. Ο αµυντικού χαρακτήρα περίβολος της µονής διαχωρίζει τα κτήµατα της µονής από τον «περιτοιχισµένο παράδεισο» του εσωτερικού, όπου κυριαρχούν τα καλλωπιστικά φυτά σε φυτοδοχεία. Το ευρύτερο παραγωγικό τοπίο περιλαµβάνει λαχανόκηπους, ελαιώνες µε πέτρινες αναβαθµίδες και διάσπαρτα παρεκκλήσια τα οποία σηµατοδοτούνται στο χώρο µε συστάδες αιωνόβιων κυπαρισσιών. Συνολικά, το νατουραλιστικό αλλά ανθρωπογενές τοπίο της µονής προσοµοιάζει εντυπωσιακά ακόµα και σε λεπτοµέρειες µε αυτό που αποτυπώνεται σε απεικονίσεις πριν από αιώνες όπως για παράδειγµα σε χαλκογραφία του Εξωστρεφείς χώροι µε συντηρητικές παρεµβάσεις Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι περισσότεροι οργανωµένοι αρχαιολογικοί χώροι στην Ελλάδα και αυτοί που χαρακτηρίζονται ως «αρχαιολογικά πάρκα» 40, όπως αυτά της Αρχαίας Αγοράς Αθηνών και του ίου Πιερίας. Ανασκαµµένοι τουλάχιστον κατά ένα µεγάλο µέρος αποκάλυψαν ευρήµατα µείζονος ή γνωστής αρχαιολογικής σηµασίας. Οι χώροι αυτοί προσφέρουν τις στοιχειώδεις παροχές στους επισκέπτες 39 Περισσότερα στο Bakirtzis Nikolas 2005: Hagios Ioannis Prodromos Monastery on Mount Menoikeion: Byzantine Monastic Practice, Sacred Topography, and Architecture, αδηµοσιεύτη διδακτορική διατριβή στο πανεπιστήµιο Princeton University των Η.Π.Α. 40 Ο όρος αρχαιολογικά πάρκα χρησιµοποιείται για τον χαρακτηρισµό επισκέψιµων αρχαιολογικών χώρων όπου τα αρχαία κατάλοιπα παρουσιάζονται στο κοινό µέσα σε έναν οργανωµένο υπαίθριο χώρο µε έντονη παρουσία βλάστησης. 26

27 περιλαµβάνοντας φυλάκιο/ πωλητήριο, πεζοδρόµους καθορισµένης πορείας, καθιστικά, τουαλέτες, ενηµερωτικές πινακίδες. Ο επισκέπτης κατανοεί εύκολα τη δοµή του χώρου µε τη βοήθεια προσφερόµενου πληροφοριακού υλικού πολιτιστικού και κυρίως εκπαιδευτικού χαρακτήρα. Η εφαρµογή ήπιων επεµβάσεων στη συντήρηση των χώρων αυτών συνέβαλε στη διατήρηση του πνεύµατος του τόπου (genius loci). Η βλάστηση στους επισκέψιµους αυτούς αρχαιολογικούς χώρους ελέγχεται συστηµατικά µε γνώµονα την προστασία των αρχαιοτήτων και την ευκολία πρόσβασης εργαζοµένων και κοινού. Η περιοδικότητα και η µέθοδος συντήρησής της καθορίζονται από την προσωπική αντίληψη των υπευθύνων, την οικονοµική δυνατότητα της αρµόδιας Υπηρεσίας, το διαθέσιµο προσωπικό. Φυτεύσεις καλλωπιστικού χαρακτήρα διεξάγονται είτε περιστασιακά από τους εργαζόµενους είτε ως τµήµα συγκεκριµένης µελέτης, συνήθως στα σηµεία εισόδου, στους χώρους στάθµευσης οχηµάτων ή σε σηµεία στάσης και ξεκούρασης. Παράδειγµα: Αρχαιολογικός χώρος του Κεραµικού στην Αθήνα. Ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραµικού έκτασης 38,5 στρέµµατα αποτελεί ανασκαφικό χώρο από το Οι έρευνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας και του Γερµανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου έφεραν στο φως το σηµαντικότερο και πιο κατατοπιστικό νεκροταφείο αρχαίας ελληνικής πόλης. Συστηµατική προσέγγιση της δενδροφύτευσης στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραµεικού άρχισε ήδη από τη δεκαετία του Οι φυτεύσεις συνεχίστηκαν έως πρόσφατα από το Γερµανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο µε αποτέλεσµα την εγκατάσταση συνολικά πάνω από 400 δένδρων και θάµνων, αν και η δενδροφύτευση των ταφικών περιβόλων στον (αρχαίο) Κεραµεικό δεν είναι αρχαιολογικά αποδεδειγµένη αλλά πιθανολογείται 41. Φυτεύτηκαν φυτικά είδη που σχετίζονται µε την ταφική λατρεία ή µε την αρχαιοελληνική µυθολογία. Οι περιοχές του Κεραµεικού µε διαφορετικά αρχαιολογικά κατάλοιπα και αρχαιολογική σηµασία επισηµάνθηκαν χωροταξικά µε διαφορετικές φυτεύσεις σε επίπεδο ειδών και διάταξης. Σήµερα ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραµικού αποτελεί όαση στο κέντρο της Αθήνας, όπου κανείς συναντά 41 Την περιοχή του Κεραµικού, δυτικά της όχθης του Ηριδανού ποταµού, µεταξύ Ιεράς οδού και οδού Πειραιώς, προτιµούσαν πολλές πλούσιες και διακεκριµένες οικογένειες της Αθήνας του 4 ου π.χ. αιώνα, για την ανέγερση των οικογενειακών τους τάφων. Οι τάφοι αυτοί είχαν γενικά τη µορφή αναβαθµίδων µε πέτρινους τοίχους αντιστήριξης, ήταν τοποθετηµένοι σε σειρές και θα µπορούσαµε να υποθέσουµε ότι υπήρχαν κυπαρίσσια και θάµνοι µεταξύ τους (Wycherley 1978, σελ. 259). 27

28 τεράστια ποικιλία χλωρίδας και πανίδας 42. Η βλάστηση δέχεται συστηµατικό έλεγχο ιδιαίτερα τους µήνες αυξηµένης επισκεψιµότητας Εξωστρεφείς χώροι µε τολµηρές παρεµβάσεις Ένας αριθµός αρχαιολογικών χώρών αυτής της κατηγορίας έχει εµφανισθεί πρόσφατα στην Ελλάδα. Ανασκαµµένοι τουλάχιστον κατά ένα µεγάλο µέρος αποκάλυψαν ευρήµατα όχι µείζονος αρχαιολογικής σηµασίας αλλά ενδιαφέροντα για την καθηµερινή ζωή του παρελθόντος. Με πολλούς διαφορετικούς ρόλους και χρήσεις εκτός από τον στενά πολιτιστικό και εκπαιδευτικό, διατηρούν κάποια επιλεγµένα στοιχεία του genius loci. Ο επισκέπτης δεν κατανοεί εύκολα τη δοµή του καθ αυτού αρχαιολογικού χώρου, καθώς η προσοχή του αποσπάται από τις παράπλευρες δραστηριότητες. Σε τέτοιους χώρους, η βλάστηση συµµετέχει και αντανακλά τη νέα του κυρίαρχη χρήση. Ο χειρισµός της βλάστησης διαφέρει ριζικά από τα άλλα είδη αρχαιολογικών χώρων διότι οι νέες συνθήκες έχουν διαµορφώσει άλλες προτεραιότητες. Ένα παράδειγµα τολµηρής παρέµβασης που έγινε σε αρχαιολογικό χώρο είναι αυτό στην Μεγάλη Τούµπα στη Βεργίνα Ηµαθίας τη δεκαετία του Η Μεγάλη Τούµπα της Βεργίνας πριν τις ανασκαφικές έρευνες ήταν ένα πευκόφυτος γήλοφος ύψους 12 µ, και διαµέτρου βάσης 110 µ. περίπου. Ο τεχνητός αυτός γήλοφος υψωνόταν µέχρι τη σταδιακή εκσκαφή του και ολοσχερή εξαφάνιση του σε πεδινή αγροτική έκταση δίπλα στον σύγχρονο οικισµό της Βεργίνας. Οι ανασκαφικές έρευνες από τον καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικο τη χρονική περίοδο έφεραν στο φως πέντε ελληνιστικούς τάφους, µεταξύ των οποίων πιθανόν και τον τάφο του βασιλιά Φίλιππου Β της Μακεδονίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άρχισαν οι εργασίες κατασκευής της κελυφωτής κατασκευής προστασίας των µνηµείων, οι οποίες ολοκληρώθηκαν το Ο κατασκευές προστασίας αρχαιολογικών καταλοίπων είναι συνήθως στέγαστρα, µεταλλικά ή ξύλινα τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις παρεµβαίνουν οπτικά στον χώρο. Στην περίπτωση της Μεγάλης Τούµπας της Βεργίνας η κατασκευή προστασίας των αρχαιοτήτων είναι µία κελύφη που δηµιουργεί έναν υπόγειο αρχαιολογικό και µουσειακό χώρο, εντάσσεται απόλυτα στο πολιτισµικό τοπίο χωρίς ωστόσο να επιχειρεί την ανακατασκευή της αρχαίας ταφικής 42 Stroszeck 1998, σελ

29 τούµπας. Σύµφωνα µε τη µελέτη του 1994 για τη διαµόρφωση του περιβάλλοντα χώρου η βλάστηση συµµετέχει στην προσέγγιση αυτή, καθώς αποτελείται από ιθαγενή φυτικά είδη και ακολουθεί νατουραλιστική διάταξη. Η βλάστηση καλύπτει τόσο τις ανάγκες ένταξης του τεχνητού γήλοφου στο τοπίο, όσο και αυτές των επισκεπτών καθώς δηµιουργεί έναν χώρο πρασίνου για την ευχάριστη παραµονή και διέλευσή τους (Εικ. 9, 10, 11) Η χρήση της βλάστησης σε έργα παρεµβάσεων σε αρχαιολογικούς χώρους και µνηµεία στην Ελλάδα και την νότια Ευρώπη. Ιστορική αναδροµή στα νεότερα χρόνια ος - 18 ος αιώνας Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για τα µνηµεία και τους αρχαιολογικούς χώρους του υπόδουλου Ελλαδικού χώρου άρχισε τον 17 ο αιώνα. Συχνά όµως το ενδιαφέρον αυτό είχε ως αποτέλεσµα αυτοσχέδιες ανασκαφικές έρευνες οι οποίες συχνά κατέληγαν σε λεηλασίες αρχαιολογικών χώρων και µεταφορά κινητών µνηµείων στο εξωτερικό 43. Τον 18 ο αιώνα στην Ευρώπη γίνονται οι πρώτες αναφορές στην προστασία των µνηµείων και της πολιτιστικής κληρονοµιάς. Η Γαλλική Επανάσταση του 1789 αν και καταστρεπτική για τα µνηµεία της χώρας οδηγεί το 1794 στη δηµιουργία της Εθνικής Συνέλευσης η οποία θα προτρέψει µε διακήρυξη το Γαλλικό λαό να είναι ο θεµατοφύλακας των µνηµείων. Κατά τη Ναπολεόντεια περίοδο που ακολουθεί, αρχίζουν και οι πρώτες απόπειρες εµπειρικών αναστηλώσεων στη Γαλλία 44. Την ίδια εποχή ενώ στην Ευρώπη δηµιουργούνται οι τάσεις σχεδιασµού που καθόρισαν την πορεία της κηποτεχνίας και αρχιτεκτονικής τοπίου σε παγκόσµιο επίπεδο, στον Ελλαδικό χώρο, που βρίσκεται υπό οθωµανική κυριαρχία, δεν 43 Η πιο «διάσηµη» αρπαγή αρχαίων ήταν αυτή των διάσηµων Ελγινείων µαρµάρων του Παρθενώνα. Έγινε στα από τον βρετανό διπλωµάτη Λόρδο Έλγιν (Καραδέδος 1984, σελ ). Για την περίπτωση της Θεσσαλονίκης είναι η µεταφορά των πεσσών µε ανάγλυφες µορφές στο Λούβρο από τον Ε. Miller το (Α. Βακαλόπουλος 1983, σελ. 334). 44 Καραδέδος 1984, σελ

30 παρατηρείται δραστηριότητα όσον αφορά τον σχεδιασµό του τοπίου και τη δηµιουργία δηµόσιων χώρων πρασίνου ος αιώνας A Παγκόσµιος Πόλεµος. Η οργανωµένη προσπάθεια προστασίας αρχαιολογικών χώρων και µνηµείων στην Ελλάδα αρχίζει τον 19 ο αιώνα. Ήδη από την προεπαναστατική περίοδο, φιλέλληνες µε αντιπροσωπευτικότερο τον Λόρδο Βύρωνα αντιδρούν έντονα στην αρπαγή αρχαίων κειµηλίων από οµοεθνείς τους διαλαλώντας ότι αυτά επιβάλλεται να παραµείνουν στην Ελλάδα διότι αποτελούν προγονική κληρονοµιά των υπόδουλων Ελλήνων 46. Στο ίδιο πνεύµα, ποιητές και ζωγράφοι της εποχής συνδέουν έµµεσα στα έργα τους ότι θεωρούν «ελληνικό», έµψυχο και άψυχο, τα αποµεινάρια των αρχαίων µνηµείων του χθες, τους νεοέλληνες µαχητές του σήµερα µε τη διαχρονική βλάστηση του ελλαδικού χώρου 47. Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους η διακυβέρνηση του Καποδίστρια κάνει τα πρώτα βήµατα στη προστασία των µνηµείων 48. Η επιτακτική ανάγκη διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονοµιάς φαίνεται ότι αποτελεί προτεραιότητα για τη νέα Βαυαρική διακυβέρνηση της Οθωνικής περιόδου ( ), η οποία άµεσα οργανώνει την πρώτη µορφή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας το 1833 και συντάσσει τον πρώτο Νόµο αναφερόµενο στα αρχαία το Στα χρόνια αυτά γίνονται και οι πρώτες απόπειρες αυτοσχέδιων αναστηλώσεων στην Ακρόπολη και το Θησείο 50. Τότε συντάσσονται οι πρώτες προτάσεις για την χρήση φυτεύσεων σε διαµορφώσεις αρχαιολογικών χώρων. Το πρώτο πολεοδοµικό σχέδιο της Αθήνας που συντάχθηκε το 1832 από τους Σταµάτιο Κλεάνθη και Edward Schaubert προτείνει την ίδρυση της «νέας» Αθήνας σε απόσταση από τη µεσαιωνική και την αρχαία πόλη. Εισηγείται την απαλλοτρίωση µεγάλου µέρους της µεσαιωνικής Αθήνας µε σκοπό την ανασκαφή και την ανεύρεση 45 Ananiadou- Tzimopoulou 1999, σελ Σιµόπουλος 1975, σελ Παράδειγµα ο πίνακας του 1839 από τον Peter von Hess «Παλληκάρια των Αθηνών». O von Hess ήρθε στην Ελλάδα ως µέλος της ακολουθίας του νεαρού βασιλιά Όθωνα στα 1832 (Peltre 1997, σελ. 49). 48 Ίδρυση του πρώτου Μουσείου στην Αίγινα, απαγόρευση εξαγωγής αρχαιοτήτων και θεσµοθέτηση διενέργειας νοµίµων ανασκαφών. 49 Μαλλούχου- Tufano 1998β, σελ Καραδέδος 1984, σελ. 27. Οι εργασίες αναστήλωσης στην Ακρόπολη αρχίζουν το 1834 µε µεγάλη πανηγυρική τελετή, παρουσία του Όθωνα. 30

31 της αρχαίας πόλης. Τα µνηµεία που θα αποκαλυφθούν θα αναδειχθούν µέσα σε ένα χώρο πρασίνου, µέσα σε ένα αρχαιολογικό πάρκο-µουσείο και η Αθήνα θα µεταµορφωθεί σε «κατάφυτη» κλασικιστική πόλη. Στον χώρο γύρω από την Ακρόπολη πρότειναν τη διαµόρφωση του τοπίου µετά το πέρας των προτεινοµένων ανασκαφών. Στο βιβλίο τους Erlaeuterung des Planes der Stadt Neu-Athen (1832) σχετικά µε τις προτεινόµενες ανασκαφές στους πρόποδες της Ακροπόλεως αναφέρουν: «Μεταξύ των µνηµείων τούτων πρέπει να εκσκάψουν τα χώµατα έως το έδαφος της αρχαίας πόλεως, οπότε, χωρίς αµφιβολίαν, θα διέκρινε κανείς ακόµη και την θέσιν των αρχαίων δρόµων και πλατειών. Πού και πού θα ηµπορούσε να µένη κάποιο από τα γραφικά ερειπωµένα εκκλησάκια του βυζαντινού µεσαίωνος, εµφανίζον ευχάριστον αντίθεσιν προς τα έργα εκείνα των αρχαίων. Ο µεταξύ των µνηµείων αυτών χώρος θα ηδύνατο να γεµίση µε συστάδας δένδρων, χλόην και άλλας διαµορφώσεις κήπων, επιτυγχανοµένης συγχρόνως µε την διάταξιν των συστάδων των δένδρων και επωφελεστέρας προοπτικής των µνηµείων, το σύνολον δε θα αποτελέση εν µουσείον της αρχαίας αρχιτεκτονικής, όµοιον του οποίου δεν έχει να επιδείξη η υφήλιος 51». Το σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert δεν εφαρµόστηκε ποτέ πιστά παρά µόνο ορισµένα γενικά του στοιχεία και η ιδέα δηµιουργίας πολιτιστικής αρχαιολογικής ζώνης πρασίνου επανέρχεται σε µεταγενέστερες προτάσεις πολεοδοµικού σχεδιασµού της πόλης των Αθηνών, όπως αυτές του Thomas Mawson (1919), του Κώστα Μπίρη (1946) και της οµάδας του Αλέξανδρου Φωτιάδη (1979) αλλά και τη σύγχρονη ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων του ιστορικού κέντρου των Αθηνών, συνολικής έκτασης 3,5 χιλιάδων στρεµµάτων περίπου, έργο που έχει αρχίσει ήδη να εφαρµόζεται 52. To 1834, o Karl Friedrich Schinkel, µεγάλος δάσκαλός του γερµανικού κλασικισµού, µετά από πρόσκληση του αδερφού του Όθωνα (διαδόχου Βαυαρίας Μαξιµιλιανού) εξεπόνησε ένα µοναδικό αρχιτεκτονικό σχέδιο για ένα µνηµειακό βασιλικό ανάκτορο µε έντονη παρουσία κήπων πάνω στην Ακρόπολη (Εικ. 14). Το σχέδιο των ανακτόρων του Schinkel χαρακτηρίζεται από ροµαντική διάθεση και ευαισθησία, εναρµονίζεται απολύτως προς το αττικό τοπίο και το κλίµα της χώρας και αποσκοπεί στη διαλεκτική συµβίωση της κλασικιστικής αρχιτεκτονικής µε την αρχαία κληρονοµιά. Αντίθετα µε την ποµπώδη κεντροευρωπαϊκή παράδοση µε τα ογκώδη και πολυόροφα ανάκτορα προτείνει τη δηµιουργία ενός ισόγειου, ασύµµετρου αρχιτεκτονικού συγκροτήµατος µε πολλά αίθρια, µε πρότυπο τις 51 Παπαγεωργίου- Βενετάς 2001, σελ & Μαλλούχου- Tufano 2000, σελ Παπαγεωργίου- Βενετάς 2004, σελ. 58,

32 κατοικίες της αρχαίας Ποµπηίας, που ανταποκρίνεται στο κλίµα και τις συνθήκες της ζωής της Μεσογείου. Το ανάκτορο πλαισιώνει εύστοχα τα υφιστάµενα αρχαία µνηµεία ενώ η πλούσια φύτευση λειτουργεί ως µέσο εξισορροπήσεως των µορφολογικών αντιθέσεων µεταξύ των ερειπίων και των νέων κτισµάτων. Η πρόταση του Schinkel δεν πραγµατοποιήθηκε ποτέ µε αφορµή τις τεχνικές δυσκολίες και το µεγάλο οικονοµικό κόστος, ενώ οι πραγµατικές αιτίες ήταν η απουσία απόστασης «σεβασµού» του έργου του από τις αρχαιότητες της Ακροπόλεως 53. Την ίδια εποχή, το 1836 ορίζεται η έκταση, τα όρια και η µορφή του βασιλικού κήπου πίσω από τα ανάκτορα. Τα πρώτα σχέδια του F. Gärtner, που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ παρουσιάζουν ένα κήπο µε κλασικές επιρροές και «γαλλικά» παρτέρια. Ο Γάλλος αρχιτέκτονας τοπίου Francois Louis Barrauld καθόρισε την σηµερινή του µορφή. Οι εργασίες διαµόρφωσης και φύτευσης που κράτησαν πάνω από σαράντα χρόνια, ( ), είχαν ως αποτέλεσµα έναν κήπο σε γραφικό στυλ µε επιρροές από το κίνηµα του Ροµαντισµού. Το 1927 ο βασιλικός κήπος άνοιξε στο ευρύ κοινό και µετονοµάστηκε σε εθνικό κήπο 54. Το 1894 διορίζεται µε Βασιλικό ιάταγµα «Επιτροπή επί των προς εξωραισµόν και συντήρησιν των αρχαιολογικών τόπων και µνηµείων εργασιών». Η Επιτροπή είχε αρµοδιότητα και ενδιαφέρον για τα µνηµεία της Αθήνας 55. Τα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση του Όθωνα έως την επανάσταση του 1909 η Αρχαιολογική Υπηρεσία και η Αρχαιολογική Εταιρεία 56 πέραν από τα έργα στα διάσηµα µνηµεία των Αθηνών στρέφονται προς τους αρχαιολογικούς χώρους της επαρχίας σε µια προσπάθεια µέσω απαλλοτριώσεων και κηρύξεων να ελέγξουν την εκτεταµένη αρχαιοκαπηλία και την καταστροφή αρχαιοτήτων λόγω αυξηµένης οικοδοµικής δραστηριότητας και λατόµευσης. Παράλληλα αρχίζουν τη σύσταση µουσείων, την αγορά αρχαίων, και τις εκτεταµένες ανασκαφές 57. Ο νόµος «Περί 53 Παπαγεωργίου- Βενετάς 2001, σελ Carter 1979, σελ Ανανιάδου- Τζηµοπούλου 1992, σελ Πετράκος 1982, σελ «Η Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία για τη διάσωση και την ανάδειξη των µνηµείων της πατρογονικής µας κληρονοµιάς» ιδρύθηκε το 1837 και αποτέλεσε τον κύριο φορέα προστασίας των αρχαιοτήτων στη χώρα µας κατά τη διάρκεια του 19 ου αιώνα. Από τη περίοδο του Μεσοπολέµου ασχολείται αποκλειστικά µε ανασκαφές και δηµοσιεύσεις. 57 Σε χώρους µε σηµαντικές αρχαιότητες όπως Ακρόπολη, Μυκήνες, Επίδαυρος, Ελευσίνα, Ραµνούντα. (Μαλλούχου- Tufano 1998β, σελ. 54). 32

33 Αρχαιοτήτων» του 1899, θεσπίζει τη σχέση αρχαία-ιδιοκτησία κράτους ορίζοντας έτσι κρατικούς αρχαιολογικούς χώρους µε συγκεκριµένα όρια. Ξένες αρχαιολογικές αποστολές στην Ελλάδα µε αρχαιότερη την Γαλλική αρχίζουν µεγάλες ανασκαφές στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο αποκαλύπτοντας διάσηµα µνηµεία και αρχαιολογικούς χώρους (Εικ. 13) 58. Την ίδια εποχή οι πρώτες αναστηλωτικές απόπειρες σε Ακρόπολη, Σούνιο και Επίδαυρο χαρακτηρίζονται από την απόπειρα αποκατάστασης της κατ εικασίαν κλασικής εµφάνισης των µνηµείων σε βάρος της «γραφικότητας» του ερειπίου ακολουθώντας τις τάσεις που εκδηλώνονται αυτή την εποχή στην δυτική Ευρώπη 59. Στις αρχές του 20 ου αιώνα αρχίζει επίσης η εκτεταµένη αναδάσωση των λόφων της Αθήνας, µεταξύ αυτών και αυτού της Ακροπόλεως, καλύπτοντας συνολικά έκταση 1000 στρεµµάτων. Η αναδάσωση συνεχίστηκε για τις επόµενες τέσσερις γενιές δίνοντας έµφαση στη φύτευση ξηροφυτικών φυτικών ειδών, όπως αθάνατους, πεύκα, κυπαρίσσια και ελιές 60. Στις αρχές του 19 ου αιώνα στην Ευρώπη αρχίζουν τα αρχαιολογικά µνηµεία να αντιµετωπίζονται ως ιστορικά τεκµήρια και γίνονται διακριτικές απόπειρες αναστηλώσεων σε διάσηµα µνηµεία, όπως στην Αψίδα του Τίτου και στο Κολοσσαίο της Ρώµης 61. Μετά το 1840 διατυπώνονται θεωρητικά πλαίσια αναφερόµενα στις αναστηλώσεις αρχαίων µνηµείων. Οι τάσεις αυτές επηρεάζουν ακόµα και σήµερα τη µορφή και διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων. Το «στυλιστικό» ρεστάουρο 62 και ο κύριος εκφραστής του ο Γάλλος αρχιτέκτων, ιστορικός και θεωρητικός της αρχιτεκτονικής αλλά και αναστηλωτής µνηµείων Viollet-le-Duc ( ) δίνει προτεραιότητα στη µορφή των µνηµείων σε βάρος της ιστορικότητάς τους. 58 Για περισσότερα σχετικά µε το έργο των ξένων αρχαιολογικών αποστολών στην Ελλάδα βλέπε Hellmann 1993 και Κόρκα κ.ά Μαλλούχου- Tufano 1998β, σελ Παπαγεωργίου- Βενετάς 2004, σελ Καραδέδος 1984, σελ Παράλληλα µε την ιστορία της αρχιτεκτονικής, καλλιεργείται την εποχή αυτή µια στείρα µορφολογία και ρυθµολογία που προσπαθεί να κατατάξει µεθοδολογικά τα µνηµεία σύµφωνα µε το στυλ τους. Κάθε µνηµείο, στην αρχική µορφή του, θεωρείται µια «στυλιστική µονάδα» σε µια σειρά εξέλιξης, και όχι ως έργο µε ιστορικές και µορφικές ποιότητες που καθορίζουν την µοναδικότητά του. Έτσι, τα κτίρια αξιολογούνται µε κριτήριο την καθαρότητα του στυλ (purisme) µε αποτέλεσµα να επιδιώκεται, µέσα από το ρεστάουρο, η απαλλαγή του µνηµείου από κάθε µεταγενέστερη προσθήκη καθώς και η ανακατασκευή κατεστραµµένων τµηµάτων, ακόµη και πολύ µεγάλων. Η ανακατασκευή αυτή µπορεί να βασίζεται, όταν δεν υπάρχουν στοιχεία, σε στυλιστικές ή τυπολογικές συσχετίσεις µε άλλα κτίρια (Καραδέδος 1984, σελ ). 33

34 Την ίδια εποχή στην Αγγλία τίθεται σε διαµετρικά αντίθετες βάσεις η θεωρία του Anti-Restoration Movement από τον J. Ruskin ( ) 63, ιστορικό κοινωνιολόγο και κριτικό της τέχνης. Ο µαθητής του, William Morris έκανε τις θεωρίες του Ruskin πράξη και ίδρυσε τη Society for the Preservation of Ancient Buildings. Το Anti-Restoration Movement γεννά το «ροµαντικό» restauro 64. Στα τέλη του ίδιου αιώνα δύο νέες θεωρίες έρχονται να πάρουν στοιχεία και να συνδυάσουν τις δύο παλαιότερες θεωρίες. Το «ιστορικό» 65 και το «επιστηµονικό» 66 restauro. Η δεύτερη θεωρία, µία προσπάθεια συγκερασµού του ροµαντικού και στυλιστικού restauro, θα αποτελέσει το θεµέλιο του σύγχρονου προβληµατισµού στη θεωρία του restauro. Μέχρι σήµερα οι αρχές της είναι διεθνώς αποδεκτές από τις υπηρεσίες προστασίας της πολιτιστικής κληρονοµιάς. Η γειτονική µας Ιταλία, µια χώρα που λόγω των κοινών σηµείων στη µορφή των αρχαιολογικών χώρων και των κλιµατολογικών συνθηκών µπορεί να αποτελέσει µέτρο σύγκρισης για την Ελλάδα στο τοµέα της διαχείρισης της πολιτιστικής 63 Ο Ruskin υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας κύκλος στη ζωή των µνηµείων όµοια µε των άλλων όντων γέννηση ανάπτυξη, θάνατος. Το ερείπιο είναι ο σκελετός του µνηµείου που έρχεται να γίνει ένα µε τη φύση από όπου προέρχεται. Έτσι κάθε αναστήλωση έρχεται να διακόψει τον µοιραίο αυτό δρόµο και στο τέλος να καταντήσει ιεροσυλία (Κνιθάκης 1977, σελ. 23). 64 To ροµαντικό» restauro αντιτίθεται στα µεγάλης κλίµακας καταστρεπτικά ρεστάουρο στυλιστικού τύπου και προτείνει τον απόλυτο σεβασµό του µνηµείου, στη µορφή στην οποία έχει φθάσει σε εµάς. Αυτή η αντίληψη είναι προϊόν φιλολογικής στάσης και αποδίδει στο παρελθόν και στα µνηµεία του µια ηθική στάση, µια εµπαθή επιθυµία ειλικρίνειας και µια αγάπη σχεδόν νοσηρή, η οποία αρνείται κάθε επέµβαση του ανθρώπου που θα ήταν ιεροσυλία (Καραδέδος 1984, σελ. 32). 65 Πρόκειται ουσιαστικά για µια αναθεώρηση της θεωρίας του στυλιστικού ρεστάουρο, η οποία όµως, ενώ έχει ξεπεράσει τα προβλήµατα των µιµητισµών και της καθαρότητας του στυλ, εξακολουθεί να αποβλέπει σε µεγάλης κλίµακας ανακατασκευές και ανακαινίσεις (Καραδέδος 1984, σελ. 34). 66 Στο «επιστηµονικό» restauro δίνεται απόλυτη προτεραιότητα στη διατήρηση. Restauro στα µνηµεία πρέπει να γίνεται µόνο όταν είναι απόλυτη ανάγκη. Αλλά και τότε θα πρέπει περισσότερο να στερεώνονται παρά να επισκευάζονται, περισσότερο να επισκευάζονται παρά να δέχονται επέµβαση restauro. Προτείνεται σαν αρχή, ότι οι προσθήκες που έγιναν σε οποιαδήποτε εποχή, µπορούν να θεωρηθούν µέρη του µνηµείου και διατηρητέες, εκτός εάν αυτές προκαλούν µεταµφιέσεις ή αλλοιώσεις. Οι προσθήκες θα πρέπει να έχουν στυλ και υλικά διαφορετικά ή ακόµα να φέρουν σηµάδια διακριτικά ή ηµεροµηνίες (Καραδέδος 1984, σελ ). 34

35 κληρονοµιάς, όχι µόνο υπήρξε πρωτοπόρος σε αναστηλωτικά θέµατα αλλά και στις διαµορφώσεις χώρων µε τη χρήση βλάστησης. Τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 19 ου αιώνα αρχίζουν εκεί οι πρώτες συνειδητές προσπάθειες για την προστασία και ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων. Στη Ρώµη, σε µια προσπάθεια η πόλη να ανακτήσει τον κοσµικό της χαρακτήρα σε βάρος του εκκλησιαστικού και να αναβιώσει η λάµψη και η µεγαλοπρέπειά της ως πρωτεύουσας µιας διαχρονικής ένδοξης αυτοκρατορίας, τα αρχαία ερείπια αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι πολεοδοµικές επεµβάσεις µεγάλης κλίµακας που λαµβάνουν χώρα αυτή την εποχή θα ορίσουν το πρόσωπο της σύγχρονης Ρώµης µε διάνοιξη οδών, πλατειών και χώρων πρασίνου. Την περίοδο της ναπολεόντειας κυριαρχίας στη Ρώµη επιδιώκεται η συνολική ανάδειξη των µνηµείων του Forum Romanum και του γειτονικού Παλατίνου Λόφου µέσα σε ένα ενιαίο αρχαιολογικό πάρκο, το επονοµαζόµενο Κήπος του Καπιτωλίου (Jardin du Capitole). Κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτών θα έρθουν σε αντιπαράθεση οι προτάσεις του αρχιτέκτονα της Ρώµης Giuseppe Valadier και του Γάλλου αρχιτέκτονα κήπων Louis Berthault. Η αντιπαράθεση αυτή καθρεπτίζει τη διάσταση δύο καθοριστικών ρευµάτων στην αρχιτεκτονική τοπίου της «αγγλικής νατουραλιστικής σχολής» και του «γαλλικού» φορµαλιστικού κήπου. Ο Valadier προφανώς επηρεασµένος από το νατουραλιστικό κίνηµα του «αγγλικού» κήπου του 18 ου αιώνα έχει καθιερώσει την ανάδειξη των µνηµείων διαµέσου λεωφόρων-περιπάτων ακανόνιστης µορφής, προσαρµοσµένων στους φυσικούς περιορισµούς και κλίσεις του εδάφους. Αντίθετα ο Berthault δίδοντας στα µνηµεία τον ρόλο σκηνικού επιδιώκει τη δηµιουργία ενός αυστηρά σχεδιασµένου δηµόσιου αστικού πάρκου, «γαλλικού», θα µπορούσαµε να πούµε, τύπου. Το έργο αυτό τελικά δεν θα πραγµατοποιηθεί ποτέ λόγω της λήξης της γαλλικής κυριαρχίας στην περιοχή. Αργότερα µόνον θα χαραχθεί και θα δενδροφυτευθεί µία λεωφόρος µεταξύ της πρόσφατα αναστυλωµένης Αψίδας του Τίτου και αυτής του Σεπτηµίου Σεβήρου 67. Από τα τέλη του 18 ου αιώνα ριζικές πολεοδοµικές παρεµβάσεις σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οδηγούν στη δηµιουργία µεγάλων αστικών δηµόσιων πάρκων σε νατουραλιστικό στυλ, φαινόµενο το οποίο θα ενταθεί κατά τον 19 ο αιώνα 68. Στο πλαίσιο αυτό στη Ρώµη, πρωτεύουσα πλέον του ενιαίου Ιταλικού Βασιλείου, στο διάστηµα διαµορφώνεται ο Αρχαιολογικός Περίπατος 67 Μαλλούχου- Tufano 1998α, σελ Englisher Garten (1789) Μόναχο Γερµανίας, Bois de Boulogne ( ) και Parc des Buttes- Chaumont ( ) Παρίσι, Regent s Park- St. James Park ( ) και Victoria Park (1841) Λονδίνο, Birkenhead Park (1844) Λίβερπουλ. (Mann 1993, σελ ). 35

36 (Passeggiata Archeologica) 69. Αποτρέποντας την ανοικοδόµηση σε ένα µεγάλο µέρος της αρχαίας πόλης οδηγεί σε απαλλοτριώσεις, κατεδαφίσεις αλλά και φυτεύσεις ειδών της κλασικής παράδοσης 70. Την ίδια εποχή ο Giacomo Boni 71 ανασκάπτει συστηµατικά το Forum Romanum. Ο Boni, προσωπικός φίλος του Ruskin, πιστεύοντας στη ροµαντική αίσθηση του γραφικού των αρχαιολογικών χώρων δίδει ιδιαίτερο βάρος στη διερεύνηση της χλωρίδας και της πανίδας θεωρώντας ότι η φύση ανακτώντας τα υλικά που της απέσπασε ο άνθρωπος δρα αρµονικά, παρέχοντας στα ερείπια τη δυνατότητα µιας διανοητικής αναπαράστασης µε γοητευτικό τρόπο 72. Η χλωρίδα παίζει σηµαντικό ρόλο στη διαµόρφωση και τη τελική εµφάνιση του σκάµµατος και του αρχαιολογικού χώρου και µετά το πέρας των ανασκαφών Ευρεία έκταση, που περιλαµβάνει τους αρχαιολογικούς χώρους του Forum Romanum, του Παλατινού Λόφου, την κοιλάδα του Κολοσσαίου, µέρος των αρχαίων λόφων του Oppio και του Celio, το Circus Maximus, µέρος του Forum Boarium, τις Θέρµες του Καρακάλλα και την περιοχή από αυτές ως τα Αυρηλιανά Τείχη. 70 (Ciancio Rossetto 1983) στο Μαλλούχου- Tufano, 1998α, σελ O Giacomo Boni ( ) Ιταλός αρχαιολόγος και αρχιτέκτονας, εφάρµοσε πρωτοποριακές για την εποχή του µεθόδους. Ερευνώντας το χώρο από κάθε άποψη διεξήγε αυστηρά στρωµατογραφική ανασκαφή, διεπιστηµονική συνεργασία µε γεωλόγους, φυσιοδίφες, εθνολόγους και γλωσσολόγους και σχολαστική τεκµηρίωση των εργασιών. ιαποτισµένος µε τις ιδέες του Anti-restoration Movement, τάσσεται εναντίον των ριζικών µεταβολών της εµφάνισης των ερειπίων των µνηµείων, θεωρώντας επιτρεπτή µόνον την αναστήλωσή τους -υπό την κυριολεκτική έννοια του όρου, την ανατοποθέτηση δηλαδή στη θέση τους των αρχαίων µελών που έχουν καταπέσει (Μαλλούχου- Tufano 1998α, σελ. 61). 72 (Boni 1913) στο Μαλλούχου- Tufano 1998α, σελ. 61. De Vico Fallani 1996β, σελ «Πυκνές θαµνοστοιχίες από πυξάρια, αγριόκεδρους, παλιούρια και biancospino, πάνω στο οποίο φυτρώνουν αγριοτριαντάφυλλα, ορίζουν επιµέρους τµήµατα του σκάµµατος ή αποκρύβουν σύγχρονα αντιαισθητικά στοιχεία. Τις σύγχρονες λιθορριπές, που συγκρατούν τις επιχώσεις σε διάφορα σηµεία του χώρου, επικαλύπτουν αγριολούλουδα, όπως το Sedum, οι καµπανούλες, το Mesembrianthemum, ενώ τη βάση τους διακοσµούν τριαντάφυλλα και γιασεµιά, ίριδες και βιόλες. Αναρριχώµενα φυτά, όπως ο κισσός επικαλύπτουν και τα εξωτερικά ενισχυτικά στοιχεία -κυρίως αντηρίδες από οπτοπλινθοδοµή- που έχουν χρησιµοποιηθεί για τη στερέωση των µνηµείων. Η άνω επιφάνεια των τοίχων των µνηµείων καλύπτεται µε οστρακοκονίαµα, πάνω στο οποίο φυτεύονται λεπτές στρώσεις χλόης, από πόες και lippia repens, για την προστασία των υποκειµένων ερειπίων από τον καύσωνα και τον παγετό. Με χλόη πάλι υποδηλώνονται, στην επιφάνεια του εδάφους, οι επιχωσµένες θέσεις των υποδοχών των αγαλµάτων και των τάφων. Τέλος, ιθαγενής χλωρίδα, κυπαρίσσια, δάφνες, µυρτιές, πεύκα, ακόµη και αµπέλια, που αναφέρεται στις αρχαίες πηγές, ζωντανεύει 36

37 Μεσοπόλεµος Κατά τη διάρκεια του Μεσοπόλεµου αρχίζει η αναδιάρθρωση και ανάπτυξη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ο νόµος 2447 του 1920 ιδρύει το «Γραφείο αναστηλώσεως και συντήρησης αρχαίων µνηµείων», το οποίο προβλέπεται να διευθύνεται από µηχανικό και απασχολεί εργατικό προσωπικό για την καθαριότητα των αρχαιολογικών χώρων 74. Το γραφείο αυτό έχει ταυτιστεί µε την δράση του πολιτικού µηχανικού Αναστάσιου Ορλάνδου ( ) ο οποίος θα το διευθύνει για δεκαεπτά χρόνια ( ). Ο Ορλάνδος θα συνεχίσει τη δράση του στην διάδοχη Υπηρεσία Αναστηλώσεως Αρχαίων και Ιστορικών Μνηµείων. Αν και οι διαθέσιµοι πόροι είναι λιγοστοί για µεγάλα αναστηλωτικά έργα, εκτός αυτών της Ακροπόλεως και του Θησείου, είναι τότε που για πρώτη φορά θα αντιµετωπιστεί το θέµα της ανάδειξης, αναβάθµισης και αξιοποίησης των αρχαιολογικών χώρων της χώρας µας. Ο µαζικός τουρισµός αποτελεί ένα νέο παγκόσµιο φαινόµενο του Μεσοπολέµου και ο νεοϊδρυθείς το 1929 Ελληνικός Οργανισµός Τουρισµού (Ε.Ο.Τ.) προωθεί όχι µόνο την τουριστική αξιοποίηση των αρχαιολογικών χώρων αλλά και τη λειτουργία αρχαίων θεάτρων για το ανέβασµα παραστάσεων αρχαίων ποιητών. Πολλοί αρχαιολογικοί χώροι κυρίως της Νοτίου Ελλάδος θα λάβουν τότε την εικόνα την οποία διατηρούν µέχρι και σήµερα 75. Η χρήση φυτών στις διαµορφώσεις αρχαιολογικών χώρων, αν και απασχολεί τους αρχαιολογικούς κύκλους της χώρας µας, παραµένει σε θεωρητικό επίπεδο 76. Αντίθετα στην Ιταλία υλοποιούνται αναστηλώσεις βασισµένες στο επιστηµονικό restauro βάσει στοιχείων και χωρίς αυθαιρεσίες, οι οποίες συνοδεύονται από αποκατάσταση των υπαίθριων χώρων των αρχαίων κτισµάτων, όπως στην Ποµπηία η τον αρχαιολογικό χώρο και τον καθιστά φιλικό προς τον επισκέπτη, σκιάζοντας τα µονοπάτια και τις προσβάσεις στα µνηµεία.» [(Boni 1913) Mαλλούχου- Tufano 1998α, σελ. 61]. 74 Μαλλούχου- Tufano 1998β, σελ Μαλλούχου- Tufano 2000, σελ Το ενδιαφέρον προκύπτει και από την πρόθεση, το 1922, του Νικόλαου Μπαλάνου, επικεφαλής τότε του Γραφείου Αναστηλώσεως και Συντηρήσεως Αρχαίων και Ιστορικών Μνηµείων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων και υπεύθυνου για όλα τα µνηµεία της χώρας, να διαµορφώσει τον χώρο και να αναδείξει τα µνηµεία του Ασκληπιείου της Επιδαύρου µε τη φύτευση νέων δενδροστοιχιών, την επαύξηση των ήδη υφισταµένων εις τους µεταξύ των µνηµείων χώρους και τη σχεδίαση καταλλήλων δρόµων προς επίσκεψιν των αρχαιοτήτων (Μαλλούχου-Tufano 1998β, σ. 179). 37

38 Villa Vetti 77, η Αρχαία Ostia 78 και το Ercolano 79. Οι διαµορφώσεις αυτές έχουν σαφώς επιρροές από τις παρεµβάσεις του Boni. Σε θεωρητικό επίπεδο γίνονται προτάσεις για τολµηρές χρήσης της βλάστησης. Ενδεικτική είναι η πρόταση του αρχιτέκτονα De Vico για την αναπαράσταση, µε θαµνώδη φυτά της κάτοψης των Θερµών του Τραϊανού, πάνω στον λόφο Oppio 80. Σε πρωτοποριακές παρεµβάσεις µε τη χρήση φυτών σε αρχαιολογικούς χώρους στη Ρώµη προβαίνει ο Antonio Muñoz, επιφανές στέλεχος αστικού σχεδιασµού και προσφιλής στο φασιστικό καθεστώς. Προβαίνει στη χάραξη νέων κυκλοφορικών αρτηριών και την τοποθέτηση αρχαιολογικών χώρων σε κοµβικά σηµεία τους. Παράδειγµα ο αρχαιολογικός χώρος στο πλάτωµα Argentina µε τη βλάστηση να σχηµατίζει µια µεταβατική ζώνη µεταξύ των ερειπίων και του σύγχρονου αστικού ιστού. Ο Munoz προβαίνει και σε µία πρωτότυπη αναστήλωση µνηµείων µε τη χρήση φυτών. Τοποθετεί φυτικά στοιχεία σε σηµεία όπου τµήµατα του ναού δεν σώζονται. Τη µέθοδο αυτή, που δηµιουργεί και επιθυµητές σκηνογραφικές εντυπώσεις, χρησιµοποιεί για πρώτη φορά το στην αποκατάσταση του ναού της Αφροδίτης και Ρώµης 81, εξωραΐζοντας ουσιαστικά και δηµιουργώντας ένα δηµόσιο κήπο. Το 1938 ο Muñoz προσπαθώντας να αποκαταστήσει το αρχαίο άλσος στην κορυφή του Μαυσωλείου του Αυγούστου 82 προβαίνει σε µαζικές φυτεύσεις. Το ζήτηµα της διάσωσης και της ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονοµιάς και ειδικότερα η διατήρηση και διαµόρφωση του άµεσου περιβάλλοντος των µνηµείων αποτελεί ένα από τα κύρια θέµατα της Συνδιάσκεψης των Αθηνών του 1931, όπου στο άρθρο ΙΙΙ γίνεται ιδιαίτερη αναφορά. Για πρώτη φορά γίνεται εκτενής αναφορά στη χρήση της βλάστησης σε αρχαιολογικούς χώρους. 77 Καραδέδος 1984, σελ. 44. Αναλυτική περιγραφή των κήπων της Ποµπηίας στο Ciarallo 2001: Gardens of Pompeii. 78 Περισσότερα στο Muntoni 1993: «Italo Gismondi and the Lesson of Ostia Antiqua». 79 Μαλλούχου-Tufano 1998β,σελ Caneva 1997, σελ Σειρά από δάφνες καταλαµβάνουν τη θέση του βόρειου τοίχου του σηκού, µε αειθαλή πυξό αναπαράγονται οι βαθµίδες της κρηπίδας, ενώ κρανιές τοποθετηµένες σε κτιστές κυκλικές υποδοχές παίρνουν τη θέση των υπολοίπων εξωτερικών κιόνων, εκείνων του εσωτερικού περιστυλίου και του πρόναου (Μαλλούχου Τufano 1998α σελ. 63). Caneva 1997, σελ Επιχώνει τα τµήµατα ανάµεσα στους πρώτο και δεύτερο και τέταρτο και πέµπτο περιµετρικό δακτύλιο της υποδοµής του (είναι τα µόνα τµήµατα του µνηµείου που έχουν διασωθεί), υποδηλώνει µε δάφνες τους διαχωριστικούς τοίχους µεταξύ των δακτυλίων και δενδροφυτεύει τα ενδιάµεσα διαστήµατα µε κυπαρίσσια (Μαλλούχου Τufano 1998α σελ. 63). 38

39 Ο Γεώργιος Οικονόµος 83 στρέφεται προς την αποµόνωση των αρχαιολογικών χώρων από τις εκδηλώσεις της σύγχρονης ζωής. Γι αυτό και προτείνει ζώνη προστασίας πλάτους 500µ. γύρω από αυτούς στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών νοµοθεσιών (Ιταλίας, Γαλλίας), αίτηµα που θα ικανοποιηθεί τον επόµενο χρόνο µε τον Ν. 5351/ Αναφέρει ως καταλληλότερα φυτικά είδη από αισθητικής άποψης (χρώµα και υφή φυλλώµατος) τα πεύκα και τα κυπαρίσσια και υποστηρίζει ότι η βλάστηση µπορεί να παίξει ποικίλους ρόλους στους ελλαδικούς αρχαιολογικούς χώρους. Τονίζει τον διακοσµητικό ρόλο τους, τον ρόλο ύπαρξης ζώνης µετάβασης του µνηµειακού χώρου στο πυκνό αστικό ιστό, αναφέρει συγκεκριµένα είδη που µπορούν να προσδώσουν τρίτη διάσταση σε ερειπιώνες και σηµειώνει πως η παρουσία βλάστησης αυξάνει την αίσθηση του γραφικού. Προσθέτει ακόµα πως η βλάστηση µπορεί να αναπαραστήσει µη σωζόµενα τµήµατα µνηµείων. Την ίδια εποχή ο Ιταλός Α. Lensi προτείνει τη βλάστηση σε αναλογίες και χαρακτήρα ο οποίος δεν παρεµβαίνει στα αρχαιολογικά ευρήµατα, ενώ αναγνωρίζει ότι τα αυτοφυή δένδρα αποτελούν το ιδανικό φόντο µνηµείων και ερειπίων και προσφέρουν προστασία από τις δυσµενείς κλιµατολογικές συνθήκες Στην Ελλάδα επιχειρούνται διαµορφώσεις µικρής κλίµακας αλλά σε πολλές περιπτώσεις προς σωστές κατευθύνσεις. Αξίζει να σηµειωθεί αυτή του Αριστοτέλη Ζάχου στον αύλειο χώρο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο ιδρύθηκε επίσηµα το 1914 και τον Σεπτέµβριο του 1930 το Μουσείο εγκαταστάθηκε οριστικά στη Villa Ilissia, ένα συγκρότηµα κτιρίων κοντά στις όχθες του Ιλισού, το οποίο κτίστηκε από τον αρχιτέκτονα Σταµάτιο Κλεάνθη το 1848 για τη Γαλλίδα Sophie de Marbois-Lebrun, δούκισσα της Πλακεντίας. Το κεντρικό κτίριο, το οποίο θυµίζει τοσκανική αναγεννησιακή βίλα, διαµορφώθηκε σε µουσείο από τον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο το Ο Ζάχος θεωρώντας τα κυπαρίσσια τα καταλληλότερα είδη για φυτεύσεις σε κήπους εκκλησιών και θέλοντας να παραπέµψει σε κήπο ναού φύτευσε δύο στον κήπο του Μουσείου εκατέρωθεν της κρήνης. Τα κυπαρίσσια αυτά διατηρούνται έως σήµερα (Εικ. 15) Ο αρχαιολόγος Γεώργιος Οικονόµος ( ) υπήρξε προϊστάµενος της Aρχαιολογικής Yπηρεσίας την πενταετία (Πετράκος 1982, σελ. 102) Πληροφορία από τηλεοπτική εκποµπή της ΕΤ1- αφιέρωµα στον Αριστοτέλη Ζάχο. 39

40 Μετά τον Β Παγκόσµιο Πόλεµο Κατά την περίοδο αυτή στην Μεγάλη Βρετανία η χρήση της βλάστησης σε αρχαιολογικούς χώρους και περιβάλλοντες χώρους µνηµείων περιελάµβανε την εκτεταµένη χρήση χλοοτάπητα γύρω από τα αρχαιολογικά κατάλοιπα και τη δηµιουργία καθαρά κηποτεχνικών διαµορφώσεων µε καλλωπιστική κυρίως υπόσταση. Κάτι τέτοιο επιβιώνει µέχρι σήµερα στον περιβάλλοντα χώρο των ερειπίων του µεσαιωνικού αββαείου στην κωµόπολη Bury St. Edmunds στην East Anglia αλλά και σε µνηµεία παλαιών βρετανικών αποικιών όπως παρατηρούµε σε µνηµεία της Κύπρου για παράδειγµα στα ερείπια του αββαείου Bellapais. Στις Ηνωµένες Πολιτείες όπου σε γενικές γραµµές σκοπός των παρεµβάσεων σε χώρους µνηµείων είναι η παρουσίαση του τρόπου ζωής κατά την εποχή χρονολόγησης τους, η βλάστηση µετέχει στον ίδιο σκοπό. Παράδειγµα αποτελεί η Williamsburg της ανατολικής ακτής των Η.Π.Α. όπου αναβίωση του τρόπου ζωής κατά την αποικιακή περίοδο γίνεται µε την χρήση ηθοποιών και ανακατασκευασµένων κατοικιών. Η βλάστηση επιχειρεί και αυτή την αναβίωση στοιχείων της κηποτεχνίας κατά την αποικιακή περίοδο. Όσον αφορά τη φυσιογνωµία του αρχαιολογικού τοπίου στην Ελλάδα, µεταπολεµικά στα µεγάλα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα αρχίζουν οι ραγδαίες και ριζικές αλλαγές µε µεγάλα αναπτυξιακά έργα κυκλοφορικής και τουριστικής υποδοµής. Στο πλαίσιο κυκλοφορικών ρυθµίσεων στην περιοχή του ναού του Ολυµπίου ιός στην Αθήνα ανασκάπτονται µεγάλες περιοχές τη περίοδο Οι βόρειες και νότιες ανασκαµµένες περιοχές δενδροφυτεύονται και περιφράσσονται 86. Την ίδια εποχή γίνονται και οι πρώτες συστηµατικές, µεγάλης κλίµακας, εργασίες διαµόρφωσης αρχαιολογικών χώρων µε τη χρήση βλάστησης. Το 1947, η φιλοδασική Ένωση Αθηνών µεταµόρφωσε µε αναδάσωση 750 εκτάρια χέρσας γης στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο της βυζαντινής µονής της Καισαριανής (11 ος αιώνας), 5 χλµ από το κέντρο της Αθήνας, στις δυτικές πλαγιές του Υµηττού. Μέσα στην περιοχή αυτή υπήρχαν διάσπαρτα παγανιστικά και χριστιανικά λατρευτικά µνηµεία ποικίλων ιστορικών περιόδων. Η επέµβαση αυτή παραπέµποντας στον ελαιώνα που υπήρχε εκεί τον 17 ο αιώνα δηµιούργησε το σηµερινό δάσος της Καισαριανής. Περιελάµβανε τη φύτευση περισσοτέρων των 3 εκατοµµυρίων δένδρων και µια µεγάλη συλλογή σπάνιων ελληνικών 86 Μαλλούχου-Tufano 2000, σελ

41 αγριολούλουδων. Η πρώιµη αυτή απόπειρα αποκατάστασης του ιστορικού χαρακτήρα του ευρύτερου τοπίου ενός µνηµείου ακολούθησε τις µορφές της βλάστησης που όριζε η συγκεκριµένη περιοχή, έδειξε προσήλωση στα υπάρχοντα φυτικά είδη και απέφυγε την εγκατάσταση νέων φυτικών ειδών. Η Μονή Καισαριανής αποτελεί σήµερα ένα αρµονικό συνταίριασµα φύσης και πολιτισµού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακήρυξε τον περιβάλλοντα χώρο της µονής ιστορικό κήπο της Ευρώπης 87. Οι ανασκαφές για την αποκάλυψη της Αρχαίας Αγοράς των Αθηνών άρχισαν το 1930 και συνεχίστηκαν για τριάντα ακόµα χρόνια σε έκταση 9 εκταρίων. Η συνοικία της Βλασσαρούς, που υπήρχε στον χώρο αποµακρύνθηκε δίνοντας την απόλυτη προτεραιότητα στην αρχαιολογική έρευνα 88. Το 1953, ως µέρος του προγράµµατος εργασιών αναστήλωσης της στοάς του Αττάλου και της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων από την Αµερικανική Σχολή Κλασσικών Σπουδών, διαµορφώθηκε και δενδροφυτεύτηκε ολόκληρος ο αρχαιολογικός χώρος της Αρχαίας Αγοράς µε στόχο να µετατραπεί η ανασκαµµένη περιοχή σε αρχαιολογικό πάρκο. Οι εργασίες που κράτησαν δύο χρόνια, στο χώρο της καλύτερα διατηρηµένης αρχαίας αγοράς στον Ελλαδικό χώρο, περιελάµβαναν την εγκατάσταση σήµανσης, την χάραξη µονοπατιών και την τοποθέτηση καθιστικών. Συνολικά φυτεύτηκαν περισσότερα από φυτά (43 είδη δένδρων, 73 είδη θάµνων, 25 αναρριχητικών, 58 είδη ετησίων φυτών) σε µια προσπάθεια να γίνει ο χώρος πιο ελκυστικός για τον επισκέπτη και να αποκτήσει η Αθήνα έναν επιπλέον χώρο πρασίνου. Επικεφαλής του σχεδιασµού αλλά και της διεξαγωγής των φυτεύσεων ήταν ο Αµερικανός αρχιτέκτων τοπίου Ralph Griswold και βοηθός του ο γεωπόνος Εµµανουήλ Βάθης. Το έργο διαµόρφωσης του χώρου της Αρχαίας Αγοράς αποτέλεσε την πρώτη στην Ελλάδα απόπειρα δηµιουργίας ενός «αρχαιολογικού πάρκου» µε την οργανωµένη κηποτεχνική παρέµβαση σε µία ολόκληρη ιστορική περιοχή µετά τις ανασκαφικές έρευνες. Το πρωτοποριακό αυτό έργο έδωσε έµφαση στις µεγάλης έκτασης νέες φυτεύσεις, ενώ βασική αρχή υπήρξε η επιλογή ενδηµικών φυτών ιδιαίτερα εκείνων που ήταν γνωστό ότι υπήρχαν στην αρχαιότητα. Αξίζει να σηµειωθεί ότι στα ίχνη αρχαίας φύτευσης που εντοπίστηκαν γύρω από το Ηφαιστείο (Θησείο) φυτεύτηκαν θάµνοι (Εικ ) Argyropoulo 1962: Mount Hymettus and the Kaisariani Monastery. Gildemeister 2004, σελ Παπαγεωργίου- Βενετάς 2004, σελ Camp 1986, Βάθης 2002, σελ Griswold 1961, σελ Παπαγεωργίου- Βενετάς 2004, σελ

42 Την ίδια εποχή ( ) ο αρχιτέκτονας ηµήτρης Πικιώνης αναλαµβάνει µετά από ανάθεση από την ελληνική κυβέρνηση τη διαµόρφωση του ιστορικού τοπίου γύρω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης και του λόφου του Φιλοπάππου και γίνεται για πρώτη φορά λόγος για µια µεγάλης κλίµακας «αξιοποίηση» της αρχαιολογικής κληρονοµιάς υπό την αυξανόµενη πίεση του µαζικού τουρισµού. Σκοπός του έργου του Πικιώνη ήταν αφενός η βελτίωση της πρόσβασης στις αρχαιότητες, αφετέρου η επίτευξη όχι µόνο της φυσικής αλλά και της πνευµατικής πρόσβασης του επισκέπτη στην Ακρόπολη. Η φυσική προσέγγιση επιτεύχθηκε µε τη δηµιουργία πεζοδρόµων και ατραπών προσαρµοσµένων στην τοπογραφία και η πνευµατική προσέγγιση µε τη διαµόρφωση σηµείων θέας και στάσης που προσφέρουν τις καλύτερες οπτικές συνδέσεις µε τα µνηµεία, µε την ένταξη στον χώρο χαρακτηριστικών στοιχείων του τοπίου και αρχαιοτήτων, όπως επίσης και µε αναφορές σε αρχέτυπες µορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής κατά τον σχεδιασµό νέων κτισµάτων. Η αδιάκοπη και καθοριστική παρουσία και συµµετοχή του ίδιου ανέδειξε το έργο αυτό σε έργοσταθµό της ελληνικής µεταπολεµικής αρχιτεκτονικής. Ο Πικιώνης σεβάστηκε την ιδιαίτερη τοπογραφία του χώρου αποµακρύνοντας κάθε ξένο στοιχείο, διατήρησε ανέπαφο τον ζωτικό χώρο των µνηµείων, ενέταξε τα υπάρχοντα ανθρωπογενή στοιχεία στο φυσικό τοπίο, διαχειρίστηκε µε δεξιοτεχνία τις οπτικές φυγές από και προς τα µνηµεία αλλά κυρίως κράτησε τον χαρακτήρα των επεµβάσεων του αφανή. εν χαράχτηκαν νέα µονοπάτια αλλά αναδείχθηκαν αρχαίες διαδροµές, εγγενείς του ιστορικού τοπίου. Τα λιθόστρωτα του Πικιώνη που προστατεύθηκαν και διατηρούνται ακέραια µέχρι σήµερα είναι µοναδικά. Σε αυτά γίνεται εµπνευσµένη χρήση φυσικών υλικών, πέτρας, ξύλου και αρχιτεκτονικών µελών προϊόντων κατεδάφισης παλαιών αθηναϊκών σπιτιών. Αν και κύριος σκοπός δεν ήταν η κηποτεχνική διαµόρφωση του χώρου, έγινε προσθήκη µεγάλης ποικιλίας εγχώριων θάµνων και δένδρων, όπως δάφνες, πικροδάφνες, αγριελιές, καλαµιές, ενώ τα υπάρχοντα δασύλλια των κυπαρισσιών και των πεύκων απέκτησαν δίκτυα άρδευσης. Ο Πικιώνης απέρριπτε την ιδέα ενός πάρκου µε κηποτεχνική διαµόρφωση και υποστήριζε ότι οποιοδήποτε στοιχείο καταργεί τη φυσική µορφή του εδάφους δεν αρµόζει σε έναν τέτοιο σχεδιασµό (Εικ ) 90. Ο αρχιτέκτονας Πάτροκλος Καραντινός ( ) ήδη από την εποχή του Μεσοπολέµου ασχολείται εκτεταµένα µε τη µελέτη ανέγερσης αρχαιολογικών µουσείων σε όλη την Ελλάδα: Ηράκλειο Κρήτης ( ), Κέρκυρα (1938), Ακρόπολη ( ), Αρχαία Ολυµπία ( ), Θεσσαλονίκη (1956, Παπαγεωργίου- Βενετάς 2004, σελ , 100. Polychroniadis 1999, σελ

43 1962). Οι προτάσεις του περιλαµβάνουν αφενός την κατασκευή αιθρίων και την έκθεση αρχαιοτήτων σε αυτά, αφετέρου την χρήση βλάστησης σε νατουραλιστική διάρθρωση για την προβολή διάσπαρτων αρχιτεκτονικών µελών στους περιβάλλοντες χώρους των µουσείων. Σχέδια των προτάσεων του αυτών σαφώς παραπέµπουν σε τοπία της αγγλικής νατουραλιστικής σχολή και στη «λατρεία των ερειπίων» του 18 ου αιώνα Αναλυτική αναφορά στο πολυδιάστατο έργο του Πάτροκλου Καραντινού γίνεται στο Στοιχεία για την νεότερη ελληνική αρχιτεκτονική. Πάτροκλος Καραντινός (Γιακουµακάτος 2003). 43

44 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΕΙΚΟΝΕΣ 44

45

46 46

47 47

48 48

49 49

50

51 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΟΙ ΡΟΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΤΗΣ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ ΕΝΤΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΧΩΡΩΝ 51

52 Κεφάλαιο 2 Οι Πολλαπλοί Ρόλοι και Παράµετροι της Βλάστησης Εντός Αρχαιολογικών και Περιβαλλόντων Μνηµείων Χώρων Η προστασία και διαχείριση της πολιτιστικής κληρονοµιάς έχει σήµερα αποκτήσει σύνθετο περιεχόµενο καθώς πέρα από την ιστορική, ιδεολογική, εκπαιδευτική και αισθητική παράµετρό της έχει αναδειχθεί και η κοινωνική και οικονοµική σηµασία της 92. Στο πλαίσιο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζει οικονοµικά την «ανάδειξη και αξιοποίηση» των αρχαιολογικών χώρων µε συνεπακόλουθο στη χώρα µας να αρχίσουν παρά την ιδιαίτερα χρονοβόρα γραφειοκρατία πολλές σχετικές προσπάθειες 93. Μετά τη συντήρηση των αρχαίων κτισµάτων ακολουθούν εργασίες ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου µε στόχο τη δηµιουργία ασφαλών συνθηκών διακίνησης σηµαντικού αριθµού επισκεπτών σε αυτούς. Οι εργασίες περιλαµβάνουν συνήθως οριοθέτηση του χώρου µε περίφραξη, τοποθέτηση σήµανσης και επεξηγηµατικών πινακίδων, κατασκευή πεζοδρόµων επίγειων ή και υπέργειων. Η βλάστηση µετέχει στις εργασίες αυτές µε δύο τρόπους. Η αυτοφυής βλάστηση ως αντικείµενο αποµάκρυνσης και η εισηγµένη βλάστηση µε τη µορφή νέων φυτεύσεων ως διάσπαρτο στοιχείο «καλλωπισµού» (Εικ. 1, 2). Η απλοϊκή αυτή αντιµετώπιση της βλάστησης, αντανακλά µία γενικότερη κατάσταση στη χώρα µας όπου το πράσινο βάλλεται πανταχόθεν: µεταξύ άλλων και από κακές µελέτες διαµόρφωσης ελεύθερων χώρων, που στη χειρότερη περίπτωση χρησιµοποιούν τα φυτά ως «κερασάκι στη τούρτα», ενώ αντίθετα κάνουν αλόγιστη χρήση οικοδοµικών και σκληρών ή βαρέων υλικών τα οποία αποτελούν την πιο αφιλόξενη και αντιοικολογική δράση σε βάρος του µείζονος φυσικού και αστικού περιβάλλοντος και της ανάπτυξης των φυτών 94. Ωστόσο θα πρέπει να διερευνούνται η πολυσχιδής αξία της βλάστησης και οι ευρείες 92 Σκουρής και Τροβά 2003, σελ Αναλυτικά στο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων 2007: Το παρόν και το µέλλον των µνηµείων µας. Πολιτιστική κληρονοµιά και Γ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Η προσφορά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην κοινωνία των πολιτών. 94 Παπαδήµας 1995, σελ

53 δυνατότητες χρήσης της µέσα σε αρχαιολογικούς χώρους και σε περιβάλλοντες τα µνηµεία χώρους. Μέρος της προστασίας αποτελεί ο ορισµός αυστηρών περιορισµών στις εργασίες δόµησης και την επιλογή κατασκευαστικών υλικών 95. Οι περιορισµοί αυτοί σήµερα λαµβάνονται υπόψη κυρίως όσον αφορά στο µνηµείο αυτό καθαυτό, λιγότερο όµως όσον αφορά τον περιβάλλοντα χώρο του. Οι διεθνείς Χάρτες και οι επηρεασµένες από αυτές εθνικές αρχαιολογικές νοµοθεσίες σε Ευρώπη και Αµερική διακατέχονται από την «ηθική της διατήρησης» (conservation ethic) η οποία ταυτίζεται µε την αντίληψη ότι η αρχαιολογική κληρονοµιά αποτελεί ένα περιορισµένο και απειλούµενο πολιτιστικό αγαθό και ως τέτοιο οφείλουµε να το διαχειριστούµε προστατεύοντας και διαφυλάττοντάς το για τις µελλοντικές γενιές 96. Τα έγκυρα αυτά έγγραφα αναγνωρίζουν το γεγονός ότι τα υλικά αρχαιολογικά κατάλοιπα υφίστανται αναπόφευκτα αλλαγές λόγω της αρχαιολογικής έρευνας της επίσκεψης και της διαδικασίας συντήρησης. Για το λόγο αυτό δίνουν έµφαση σε τέσσερις αρχές: Ελάχιστη επέµβαση: οι εργασίες συντήρησης να είναι όσον το δυνατόν ήπιες και να στοχεύουν στη διατήρηση της «αληθινής φύσης» του µνηµείου, συµπεριλαµβανοµένης της εµφάνισής του, των ενδείξεων της καταγωγής του, της δόµησης και των υλικών του, χωρίς ωστόσο οι επεµβάσεις αυτές να προσθέτουν ή να αφαιρούν στοιχεία του µνηµείου. Συνεπώς προτείνεται οι εργασίες συντήρησης να περιορίζονται στον καθαρισµό και τη στερέωση των µνηµείων ώστε αυτό να διατηρείται εάν είναι δυνατόν όπως βρέθηκε. Αντιστρεψιµότητα: οι εργασίες συντήρησης και τα χρησιµοποιούµενα υλικά οφείλουν να είναι αντιστρέψιµα και να επιτρέπουν διαφορετικές λύσεις στο µέλλον. Συµβατότητα: τα εισηγµένα στο χώρο σύγχρονα υλικά συντήρησης οφείλουν να είναι συµβατά µε τα υλικά των µνηµείων και να εντάσσονται και να προσαρµόζονται καλά στις συγκεκριµένες περιβαλλοντικές συνθήκες (Εικ. 3). 95 Όπως επιβάλλει η Χάρτα της Ρήγας για την αυθεντικότητα (2000) και η Χάρτα της Βενετίας (1964). Η Χάρτα της Βενετίας στο άρθρο 12 αναφέρει: «Τα στοιχεία που προορίζονται να αντικαταστήσουν τµήµατα του µνηµείου που έχουν καταστραφεί πρέπει να ενσωµατώνονται αρµονικά στο σύνολο, αλλά και να διακρίνονται από τα αυθεντικά µέρη, έτσι ώστε να µην πλαστογραφούνται τα καλλιτεχνικά και ιστορικά τεκµήρια του κτιρίου.» και στο άρθρο 13: «Οι προσθήκες δεν µπορεί να γίνουν ανεκτές παρά µόνον εάν σέβονται όλα τα ενδιαφέροντα µέρη του κτιρίου, το παραδοσιακό του πλαίσιο, την ισορροπία της σύνθεσης του και τις σχέσεις του µε τον περιβάλλοντα χώρο». 96 Skeates 2000, σελ

54 Τεκµηρίωση: επιβάλλεται η αρχειοθέτηση γραπτών, σχεδιαστικών και φωτογραφικών τεκµηρίων σχετικά µε την εξέλιξη κάθε είδους εργασιών συντήρησης 97. Ο σχεδιασµός του χώρου µε τη χρήση φυτών είναι ο σχεδιασµός µε µέσο την ίδια τη φύση. Η µεταβλητότητα και το εφήµερο που χαρακτηρίζουν τη βλάστηση ως ζωντανό οργανισµό την κάνουν να ξεχωρίζει και να διαφέρει ριζικά από κάθε άλλο µέσο σχεδιασµού του τοπίου 98. Η βλάστηση αποτελεί το ιδανικό πρωτογενές υλικό ορισµού και διάθρωσης χώρων, µε την έννοια ότι ο περιβάλλων χώρος µνηµείων και αρχαιολογικών καταλοίπων αποτελεί αναπόσπαστο τµήµα τους, όπως επιβάλλει ο αρχαιολογικός νόµος και οι διεθνώς αποδεκτές χάρτες 99. Η βλάστηση ως δοµικό υλικό του υπαίθριου χώρου και του τοπίου διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά που την τοποθετούν σε ευνοϊκότερη θέση ως προς τα συµβατικά δοµικά υλικά και όσον αφορά την συµβατότητά της µε την µνηµειακότητα των αρχαίων καταλοίπων. Η 97 Stanley Price 1990 στο Sceates 2000, σελ Melucco Vaccaro 1989, σελ Robinson 1992, Introduction, XXIX. 99 Ν.3028/ 2002, άρθρο 2β γγ: «Ως ακίνητα µνηµεία νοούνται τα µνηµεία που υπήρξαν συνδεδεµένα µε το έδαφος και παραµένουν σε αυτό ή στο βυθό ης θάλασσας ή στον πυθµένα λιµνών ή ποταµών, καθώς και τα µνηµεία που βρίσκονται στο έδαφος ή στο βυθό της θάλασσας ή στον πυθµένα λιµνών ή ποταµών και δεν είναι δυνατόν να µετακινηθούν χωρίς βλάβη της αξίας τους ως µαρτυριών. Στα ακίνητα µνηµεία συµπεριλαµβάνονται οι εγκαταστάσεις, οι κατασκευές και τα διακοσµητικά και λοιπά στοιχεία που αποτελούν αναπόσπαστο τµήµα τους, καθώς και το άµεσο περιβάλλον τους» Χάρτα της Βενετίας (1964), άρθρο 1: «Η έννοια ενός ιστορικού µνηµείου δεν καλύπτει µόνο το µεµονωµένο αρχιτεκτονικό έργα άλλό και την αστική ή αγροτική τοποθεσία πού µαρτυρεί έναν ιδιαίτερο πολιτισµό, µιά ενδεικτική εξέλιξη ή ένα ιστορικό γεγονός. Αυτό ισχύει όχι µόνο για τις µεγάλες δηµιουργίες αλλά και για τα ταπεινά έργα πού µε τον καιρό απέκτησαν πολιτιστική σηµασία.» Το άρθρο 15 του άρθρου της Βενετίας αναφέρεται στις ανασκαφές όπως ορίζουν οι «συστάσεις για τους διεθνείς όρους που πρέπει να εφαρµόζονται στις αρχαιολογικές ανασκαφές» τις οποίες υιοθέτησε η UNESCO to 1956.: «Επιβάλλεται να γίνεται διευθέτηση των ερειπίων και να λαµβάνονται τα αναγκαία µέτρα για τη συντήρηση και την µόνιµη προστασία των αρχιτεκτονικών στοιχείων και των ευρηµάτων. Εξάλλου, θα είναι ευπρόσδεκτη κάθε πρωτοβουλία που θα διευκολύνει την κατανόηση του µνηµείου χωρίς να παραµορφώνει τη σηµασία του. Ωστόσο, κάθε εργασία ανακατασκευής θα πρέπει να αποκλείεται εκ των προτέρων. Μόνο η αναστήλωση µπορεί να αντιµετωπιστεί, δηλαδή η ανασύνθεση µελών που σώθηκαν αλλά έχουν µετακινηθεί. Οι συµπληρώσεις όµως θα είναι πάντα αναγνωρίσιµες και θα αντιπροσωπεύουν το ελάχιστο που απαιτείται για να εξασφαλισθούν οι συνθήκες συντηρήσεως του µνηµείου και να αποκατασταθεί η µορφολογική του συνέχεια». 54

55 βλάστηση πλαισιώνει τα αρχαιολογικά κατάλοιπα µε την εφηµερότητα και τη διαφορετικότητα προσδίδοντας σε αυτά τη ζωντάνια του υπαίθριου χώρου σε αντίθεση µε πολλούς υπαίθριους χώρους που τείνουν να µετατραπούν σε µουσειακούς. Η χρήση της βλάστησης µπορεί ευχερώς να αντικαταστήσει τοιχία, ξύλινες και µεταλλικές κατασκευές όπως κιόσκια, περιφράξεις, διαδρόµους. Μοναδικό παράδειγµα χρήσης της αρµονικής σχέσης βλάστησης και αρχαιολογικών χώρων αποτελεί το τοπικό Αρχαιολογικό Μουσείο στον αρχαιολογικό χώρο της Μαα- Παλιόκαστρο στα δυτικά παράλια της Κύπρου, στην περιοχή της Πάφου (Εικ. 4, 5). Στον σηµαντικό αυτό χώρο ο οποίος σχετίζεται µε την παρουσία Αιγαίων στην Κύπρο (13ος π. Χ π. Χ.) αποφασίστηκε από το Τµήµα Αρχαιοτήτων και το Ίδρυµα Α. Γ. Λεβέντη χρηµατοδότησε για να κτιστεί ένα Μουσείο για τα ευρήµατα των ανασκαφών της περιόδου µέσα στον ίδιο τον αρχαιολογικό χώρο. Ο αρχιτέκτονας Andrea Bruno που ανέλαβε το έργο αντιµετώπισε το πολύ λεπτό πρόβληµα της ενσωµάτωσης ενός τέτοιου Μουσείου στο περιβάλλον του. Ο αρχαιολογικός χώρος καταλαµβάνει χερσόνησο που προβάλλει στη θάλασσα για 400 µέτρα, αποτελεί ένα αναλλοίωτο κοµµάτι της ακτής µε τη χαρακτηριστική µακκία βλάστησης της Μεσογείου. Με εξαίρεση τη σειρά των ογκολίθων που σχηµατίζουν το αµυντικό τείχος του οικισµού, τα αρχαιολογικά κατάλοιπα δεν εξέχουν από το φυσικό περίγραµµα του χώρου µε αποτέλεσµα οποιαδήποτε κατασκευή θα αποτελούσε επέµβαση στο τοπίο αλλοιώνοντας τη φυσική οµορφιά του. Μετά από προβληµατισµό αποφασίστηκε να µην κτιστεί τίποτα πάνω από το έδαφος και να τοποθετηθεί το νέο µουσείο έξω από την ζώνη των ανασκαφών. Η παρατήρηση της αυτοφυούς βλάστησης και της αρµονικής της συνύπαρξης µε το αρχαιολογικό τοπίο οδήγησε στην κατασκευή υπόγειας κτιστής κατασκευής µε διάµετρο 12 µ. η οποία φέρει µεγάλο θόλο κατασκευασµένο από οπλισµένο σκυρόδεµα και καλυµµένο µε φύλλα χαλκού. Ο θόλος αυτός το µοναδικό στοιχείο της κατασκευής που προβάλλει πάνω από το έδαφος, έχει το ίδιο περίγραµµα και παρόµοιο χρώµα µε τη θαµνώδη µακκία βλάστησης που τον περιβάλλει Καραγιώργης 1990, σελ

56 Η σχετική µε παρεµβάσεις σε αρχαιολογικούς χώρους διεθνής 101 και ελληνική βιβλιογραφία των τελευταίων χρόνων επικεντρώνεται βασικά στην διατύπωση αρχών παρεµβάσεων στους χώρους όσον αφορά τα δοµηµένα στοιχεία των ιστορικών χώρων, σύµφωνα µε τη διεθνή και εθνική νοµοθεσία. Η βλάστηση αναφέρεται ως στοιχείο των αρχαιολογικών και µνηµειακών χώρων και αναγνωρίζεται η σηµασία διατήρησης της παρά τις αρνητικές τις επιπτώσεις στα αρχαιολογικά κατάλοιπα. Σε σπάνιες περιπτώσεις γίνονται κάποιες προτάσεις σχετικά µε την συµβατότητα ή µη στοιχείων της βλάστησης σε χώρους µε αρχαία κατάλοιπα χωρίς ωστόσο να επιχειρείται η διατύπωση µεθοδολογικής προσέγγισης για τη συνολική διαχείριση της. Η Αρχιτεκτονική τοπίου ως «δραστηριότητα δηµιουργίας εξωτερικών χώρων» 102 έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως µέσο χειρισµού της βλάστησης µε σκοπό την προστασία και ανάδειξη του ιστορικού χαρακτήρα αρχαιολογικών χώρων και µνηµείων. Σήµερα οι αρχές που διέπουν τον σχεδιασµό του τοπίου είναι αισθητικές, οικολογικές και κοινωνικές 103. Ο σχεδιασµός του τοπίου, που ονοµάζεται Σχεδιασµός των φυτεύσεων (Planting Design) και προκύπτει µέσα από τις διεργασίες της Αρχιτεκτονικής τοπίου, ασχολείται µε την τοποθέτηση των φυτών στον χώρο και το τοπίο και διέπεται από αξίες αισθητικές, λειτουργικές αλλά και οικολογικές 104. Συνεπώς οι αρχές που διέπουν τον σχεδιασµό των φυτεύσεων σε αρχαιολογικούς χώρους και περιβάλλοντες χώρους πρασίνου προκύπτουν, σύµφωνα µε το παρακάτω διάγραµµα, από τις αρχές της αρχιτεκτονικής τοπίου και τις αξίες που καθορίζουν σήµερα τον σχεδιασµό του τοπίου, τον σχεδιασµό των φυτεύσεων και τις αξίες που χαρακτηρίζουν τους αρχαιολογικούς χώρους σύµφωνα µε τη σύγχρονη θεώρηση της 101 Πρόκειται για πρακτικά συνεδρίων και όπως αυτά διοργανωµένα από το ινστιτούτο J Paul Getty των Η.Π.Α [De la Torre (ed.) 1997, Teutonico & Palumbo (ed.) 2002] Στην Ελλάδα χαρακτηριστικότερο παράδειγµα αποτελεί η διηµερίδα που οργάνωσε η Ένωση Φίλων Ακροπόλεως µε θέµα την αυτοφυή βλάστηση στους αρχαιολογικούς χώρους (Αυτοφυής βλάστησης 1998). 102 Dixon Hunt 2000, σελ. 2: «Landscape architecture: An activity of exterior place- making». 103 Αναλυτικά στο Ian Thompson 1999: Ecology, Community and Delight. Sources of Values on Landscape Architecture. 104 Όπως αναφέρονται στο Robinson 1992: Planting Design Handbook. 56

57 προστασίας και διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονοµιάς στη λεκάνη της Μεσογείου 105 : Αρχές διαχείρισης της Αρχές σχεδιασµού Αρχές σχεδιασµού Αρχές σχεδιασµού πολιτιστικής φυτεύσεων σε του τοπίου φυτεύσεων κληρονοµιάς σε αρχαιολογικούς αρχαιολογικούς χώρους χώρους Αισθητικές Κοινωνικές Οικολογικές Αισθητικές Λειτουργικές Οικολογικές Αισθητικές Λειτουργικές Αρχαιολογικές Ιστορικές Οικολογικές Κοινωνικές Εκπαιδευτικές Οικονοµικές Συµβολικές Πνευµατικές => Αισθητικές Λειτουργικές Αρχαιολογικές και Ιστορικές Οικολογικές Κοινωνικές και Εκπαιδευτικές Οικονοµικές Προστασίας Υποβάθµισης 105 De la Torre (ed.) 1997: International Conference Proceedings: The Conservation of Archaeological Sites in the Mediterranean Region, J. Paul Getty Museum, Los Angeles 6-12 May Teutonico & Palumbo (ed.) 2002: International Workshop Proceedings: Management Planning for Archaeological Sites, J. Paul Getty Museum, Corinth May

58 2.1. Αισθητικές παράµετροι «Απόλαυση των ερειπίων» «εν υπάρχει πιο υπέροχη, πιο θαυµαστή ερήµωση από αυτή», Shelley, Letters from Italy, Οι κατάφυτοι ερειπιώνες αποτέλεσαν αντικείµενα λατρείας στην Ευρώπη για µια ολόκληρη εποχή. Τα ερείπια είχαν ξεχωριστή θέση στην οπτική, στη συναισθηµατική και στη λόγια διάσταση της φαντασίας των µορφωµένων Ευρωπαίων αλλά και του ευρύτερου κοινού από την Αναγέννηση µέχρι και τον 19 ο αιώνα. Τα αρχαιολογικά ερείπια ήσαν εκείνα που στάθηκαν αφορµή για την εικονογράφηση του ελληνικού τοπίου. Οι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες που επισκέφθηκαν τη χώρα µας κατά τον αιώνα του ιαφωτισµού ενδιαφέρθηκαν κυρίως για την καταγραφή των ερειπωµένων ναών της αρχαιότητας 107. Ήδη από την εποχή της Αναγέννησης το ενδιαφέρον για την αρχαιότητα ήταν ζωηρό σε όλα τα επίπεδα. Η λογοτεχνία, οι εικαστικές τέχνες αλλά και η αρχιτεκτονική ανακάλυπταν ξανά τις αρχαιοελληνικές αξίες, ενώ η συλλογή αρχαιοτήτων όπως επίσης και το εµπόριο των αρχαιοτήτων γνώρισαν έξαρση 108. Στην Αναγέννηση η εκτίµηση των ερειπίων δεν περιορίστηκε στην σηµασία τους ως πηγές για αρχαιολογική έρευνα. Επεκτάθηκε στην αντιµετώπισή τους ως τεκµήρια του ένδοξου παρελθόντος και µέσα στους αιώνες οι κατάφυτοι ερειπιώνες απέκτησαν έντονο συµβολισµό. Η νοσταλγία του παρελθόντος, εκφρασµένη µέσα από την απεικόνιση ερειπιώνων, µεταµορφώνεται από απλό αρχαιολογικό ενδιαφέρον σε τάση δηµιουργίας απόκοσµης µεταφυσικής διάθεσης µε έµφαση στην διακοσµητική αξία των ερειπίων άλλοτε εγκεφαλική, άλλοτε συναισθηµατική. 109 Φυσικό επακόλουθο ήταν οι χώροι, όπου η βλάστηση περιέβαλλε ανεξέλεγκτα τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, να αποτελέσουν πηγή έµπνευσης για καλλιτέχνες, ποιητές, λόγιους, ερευνητές και περιηγητές. Η «λατρεία των ερειπίων» της περιόδου 17 ου - 19 ου αιώνα υπήρξε εντονότερη τον 18 ο αιώνα όταν η ροµαντική προσέγγιση υπερίσχυε. Την εποχή αυτή, οι ερειπιώνες αντιµετωπίζονται περισσότερο ως στοιχεία 106 Letter XVII, «Letters from Italy» [Percy Bysshe Shelley ( ), Vol. II. Essays Letters from abroad, translations and fragments, by Percy Bysshe Shelley, (1840) Mary Shelley (επιµ.)] στο Macaulay 1953, σελ Τσιγκάκου 2005, σελ Σιµόπουλος 1984, σελ Πετράκος 1982, σελ Zucker 1961, σελ

59 του ευρύτερου τοπίου παρά ως αρχιτεκτονήµατα και οι σύγχρονοι περιηγητές αναφέρονται εκτενέστατα στην παρουσία της βλάστησης. Ο Άγγλος ποιητής Shelley γράφει στα 1819 µετά από επίσκεψη στη Ρώµη «πύργοι και λαβύρινθοι κρύβονται, καλυµµένοι από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη άγριας βλάστησης και κισσού. εν υπάρχει πιο υπέροχη, πιο θαυµαστή ερήµωση από αυτή. Ο κατακόρυφος τοίχος του ερειπίου σχίζεται δηµιουργώντας απότοµες ρωγµές γεµάτες µε ανθισµένους θάµνους, των οποίων οι χονδρές στραβές ρίζες ξεπροβάλλουν από σχισµές της πέτρας Ξαφνικά βρίσκεσαι δίπλα σε ένα κατάφυτο ερείπιο, έχοντας στη µία πλευρά την απεραντοσύνη της γης και του ουρανού και στην άλλη ένα χάσµα, το οποίο ενώνεται µε αψίδα τεράστιου µεγέθους στεφανωµένη µε πολύχρωµα φυλλώµατα και άνθη, καθώς στηρίζει µία ανακανόνιστου σχήµατος πυραµίδα καλυµµένη και αυτή από την πανταχού επικρατούσα βλάστηση. Ολόγυρα ξεπηδούν και άλλα βράχια και άλλες κορυφές όλα σε παράταξη, ενώ η παραµόρφωση, της άκρατης εγκατάλειψης τους µαλακώνει από την αδιάφθορη αξιοσύνη της φύσης. Ελάτε στη Ρώµη! Το θέαµα δεν µπορεί να περιγραφεί µε λέξεις». Ο Julien-David Le Roy ήταν ο πρώτος Γάλλος αρχιτέκτων που επισκέφτηκε την Ελλάδα µε σκοπό τη µελέτη της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής και την εξάπλωση των αθάνατων αξιών, που πρέσβευε, µε τη δηµοσίευση το 1770 λευκώµατος µε απεικονίσεις αρχαίων µνηµείων 110. Ακόµα και ο τίτλος του «Les ruines des plus beaux monuments de la Grèce» αναφέρεται άµεσα στην αισθητική απόλαυση που προσφέρουν οι ερειπιώνες στους επισκέπτες 111. Στις σε ύφος ροκοκό απεικονίσεις αρχαίων ερειπίων του Le Roy, οι οποίες θεωρούνται ανακριβείς, η εικονιζόµενη οργιαστική βλάστηση παίζει καίριο ρόλο στη δηµιουργία δραµατικής γεµάτης µυστήριο ατµόσφαιρας (Εικ. 6) 112. O Σκώτος Hugh William Williams ( ) απεκαλείτο από τους συγχρόνους του «ο Ελληνικός» και θεωρείτο ο δηµοφιλέστερος ζωγράφος ελληνικών τοπίων µε αρχαιοπρεπή ατµόσφαιρα. Πραγµατοποίησε περιοδεία στην Ελλάδα το Εξέδωσε το δίτοµο εικονογραφηµένο οδοιπορικό, µε τον τίτλο Travels in Italy, Greece and the Ionian Islands (1820), και σειρά χαλκογραφιών µε τον τίτλο Select 110 Pousin 1993, σελ Περισσότερα στο Le Roy 2004: Τhe Ruins of the Most Beautiful Monuments in Greece. 112 Τσιγκάκου 1981, σελ

60 Views in Greece ( ) 113. Στο τελευταίο συναντάµε τον πίνακα «Ελληνικό τοπίο», την απεικόνιση δηλαδή, ενός ιδανικού τοπίου, όπου κυριαρχούν τρία στοιχεία: Το δάσος, το νερό και τα ερείπια (Εικ. 7). 114 O Βρετανός τοπιογράφος Edward Lear ( ) θεωρείται ο κατ εξοχήν τοπιογράφος της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Η προσέγγισή του στο ελληνικό τοπίο ξεπέρασε τη συµβατική αρχαιολατρεία αγγίζοντας τα όρια της αυθεντικής µαρτυρίας. Αυτό που δίνει ξεχωριστή σηµασία στο έργο του ως τοπιογράφου της Ελλάδας είναι κυρίως η υψηλή αίσθηση του ελληνικού φωτός καθώς και η προσπάθειά του να ερµηνεύσει το τοπίο (Εικ. 9). Εµφανίζεται περισσότερο ενηµερωµένος από άλλους ξένους περιηγητές για τους αρχαιολογικούς χώρους και τη σηµασία τους. Με την αυξηµένη του ευαισθησία είχε αντιληφθεί τη συνάφεια γεωγραφίας και µύθου, που αποτελεί ένα από τα ιδιαίτερα γνωρίσµατα του ελληνικού τοπίου και προσπάθησε να αναδείξει τα στοιχεία διαλόγου µεταξύ του τοπίου και της ιστορίας του κάθε χώρου, αποκρυπτογραφώντας το περιεχόµενο της κάθε τοποθεσίας. Ο Lear δηµοσίευσε δύο εικονογραφηµένα οδοιπορικά για τον Ελλαδικό χώρο: Journals of a Landscape Painter in Albania etc. (1851) και Views in the Seven Ionian Islands (1863) 115. Οι αρχές του 20 ου αιώνα σήµαναν την αρχή του τέλους της αντιµετώπισης των ερειπιώνων στο πλαίσιο του ροµαντισµού. Ο νέος χάρτης της Ευρώπης µε την έξαρση των εθνικιστικών τάσεων δηµιουργούσε τις προϋποθέσεις, ώστε τα αρχαιολογικά κατάλοιπα να αρχίσουν να αντιµετωπίζονται µε αναστηλωτική διάθεση ως αρχαιολογικά τεκµήρια συγκεκριµένων εθνικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων. Π.χ. στην γειτονική Ιταλία το νέο φασιστικό καθεστώς εστράφη προς µία άκριτη και άκρατη λατρεία της ρωµαϊκής αυτοκρατορίας. Προπαγανδιστικά πολιτικά κίνητρα έδωσαν έµφαση σε κάθε δυνατή αναβίωση του ένδοξου παρελθόντος µεταµορφώνοντας µε εκτεταµένες αναστηλωτικές εργασίες µνηµεία και ερειπιώνες. Ο χαρακτήρας ιστορικών πόλεων, σαν την Ρώµη, αλλοιώθηκε για πάντα. Ο Βρετανός τοπιογράφος και πολεµικός ανταποκριτής John Piper ( ) έγραφε τη δεκαετία του 1940: «Η Ρώµη ήταν πάνω από όλα µία πόλη ορατής ποίησης. Σήµερα έχει µεταµορφωθεί σε µία πόλη αρχαιολογίζοντος ενδιαφέροντος και πολιτικής προπαγάνδας» Τσιγκάκου 2005, σελ Terkenli et al. 2001, σελ Σκάρπελος 2005, σελ Τσιγκάκου 1997, σελ Piper 1948, σελ

61 Πολλοί ροµαντικοί αρχαιολάτρες αντέδρασαν έντονα στην αποµάκρυνση της βλάστησης που ακολούθησε τις αναστηλωτικές εργασίες δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει πλέον κανένας λόγος επίσκεψης στους γυµνούς από φυτά αρχαιολογικούς χώρους 117. Ο Augustus John Cuthbert Hare ( ), Άγγλος βιογράφος και συγγραφέας ταξιδιωτικών εγχειριδίων στις χώρες της Μεσογείου, ήταν ένας από αυτούς. Το 1875 αναφέρει ότι η επίσκεψη στη Villa Adriana έξω από τη Ρώµη µετά την αποµάκρυνση της βλάστησης από τα ερείπια δεν αξίζει και πολύ τον κόπο ενώ αναπολεί τις παλαιότερες ηµέρες των µνηµείων της Ρώµης: «Τα τριανταπέντε χρόνια της Ενωµένης Ιταλίας, στο όνοµα της αρχαιολογίας, κατέστρεψαν πιο πολύ τη καλλιτεχνική οµορφιά της Ρώµης από όλες τις επιδροµές Γότθων και Βανδάλων. Προκάλεσαν στην πόλη ότι οι πάπες του 16 ου αιώνα έκαναν στο Forum. Με λίγες εξαιρέσεις µεγάλο µέρος από τη παλιά γοητεία της πόλης έχει χαθεί για πάντα, όλη η άποψη της πόλης χάθηκε και η γραφικότητα των παλιών ηµερών έχει κρυφθεί σε περίεργες γωνιές τα παγανιστικά ερείπια απογυµνώθηκαν από κάθε τι που τους έδινε γραφικότητα Τα παλάτια του Καίσαρα καθαρίστηκαν από τα λουλούδια και τον κισσό που τα κοσµούσαν Τα λουτρά του Καρακάλλα, που µέχρι το 1870 αποτελούσαν ένα από τα πιο όµορφα µέρη του κόσµου, σήµερα είναι ελάχιστα ελκυστικότερα από τα ερείπια µιας λονδρέζικης αποθήκης Ακόµα και από το Κολοσσαίο στέρησαν όχι µόνο τους βωµούς του αλλά και την υπέροχη βλάστηση. Ξεριζώνοντας τους θάµνους έκαναν πιο πολύ ζηµιά στο µνηµείο από ότι θα γινόταν φυσικά σε πέντε αιώνες» 118. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουµε µε ακρίβεια ποια ήσαν τα στοιχεία εκείνα των ερειπιώνων που µάγεψαν ολόκληρες γενιές. Η οµορφιά, η ερήµωση, η αίσθηση της απώλειας του παλιού µεγαλείου, η αύρα των σκοτεινών µυστηριωδών µύθων, η µεταφυσική διαρκής παρουσία του θεϊκού στοιχείου σίγουρα είναι ορισµένα από αυτά. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου η θρησκευτική και κοσµική ιστορία εισέρχεται η µιά στην άλλη, ο προσδιορισµός αυτός είναι ακόµα δυσκολότερος 119. Η αισθητική αξία «pleasure of ruins», γέννησε την Αγγλική Νατουραλιστική Σχολή σχεδιασµού του τοπίου και επηρέασε καθοριστικά το προσδιορισµό της Αρχιτεκτονικής Τοπίου. Η µεταφορά στη πραγµατικότητα φανταστικών- ή και όχι- 117 Macaulay 1953, σελ (Augustus Hare 1905: Walks in Rome 1905) στο Macaulay 1953, σελ Macaulay 1953, σελ

62 «ηρωικών» τοπίων µε άφθονη βλάστηση και αρχαία ερείπια, όπως αυτά αποτυπώθηκαν σε έργα ζωγραφικής του 17 ου αιώνα, έγινε η φιλοδοξία της αγγλικής αριστοκρατίας. Οι ζωγράφοι των οποίων τα έργα άσκησαν τη µεγαλύτερη επιρροή ήταν κυρίως τρεις: Οι Γάλλοι Claude Lorrain (περ ) και Nicolas Poussin ( ), και ο Ιταλός Salvator Rosa ( ) (Εικ. 10) 120. Ο νατουραλιστικός «αγγλικός κήπος» επηρεάστηκε από το κίνηµα του ροµαντισµού, βασίστηκε στην άµεση παρατήρηση της φύσης και σε βασικές αρχές της ζωγραφικής. Επικυρώθηκε µε την ανακάλυψη ενός κατεστηµένου αισθητικής στην Ανατολή βασισµένο στην µυστική ισορροπία της ασυµµετρίας 121. Ο επιδιωκόµενος σκοπός ήταν η ποικιλία, ο µυστικισµός και ο τονισµός ειδυλλιακών καταστάσεων. Ο χειρισµός των κυµατιστών γραµµών της φύσης και η αντίθεση φωτός και σκιάς έγιναν κύριο µέληµα, σε πλήρη αντίθεση µε τους µέχρι τότε κήπους της Αναγέννησης που τους χαρακτήριζε ακραία επισηµότητα 122. Αξίζει να σηµειωθεί πως η νέα αυτή τάση στη κηποτεχνία πρωτοεφαρµόστηκε όχι από βοτανολόγους, φυσιοδίφες ή αρχιτέκτονες. Οι πρώτοι εµπνευστές της ήταν ποιητές, ιστορικοί, φιλόσοφοι, ζωγράφοι. Στόχος τους ήταν να δηµιουργήσουν ρέπλικες ιδεατών κόσµων προφασιζόµενοι ότι την πηγή έµπνευσης αποτελούσε η ίδια η φύση 123. Ο ποιητής, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Alexander Pope ( ) µε τα κείµενά του στην εφηµερίδα Guardian και το πολυδιάστατο λογοτεχνικό του έργο παρότρυνε την επιστροφή στην ευγενική απλότητα της άσπιλης φύσης. Στο ποίηµα του Epistle to Burlington (1731) διατύπωσε ό,τι έµελλε να γίνει το αξίωµα της νέας σχολής σχεδιασµού του τοπίου: «Σε όλα, µην αφήνετε τη φύση να ξεχαστεί Συµβουλευτείτε το πνεύµα του τόπου» το οποίο και ακολουθεί στη δηµιουργία του κήπου του στο Twickenham, νοτιοδυτικά του Λονδίνου Zucker 1961, σελ «Η Ανατολή είναι η πηγή της νατουραλιστικής τέχνης και η ύση της ανθρωποκεντρικής τέχνης... Το Ισλάµ, η θρησκεία της Μέσης Ανατολής, έδωσε έµφαση, και µέσα από την κηποτεχνία, στο ότι ο άνθρωπος µπορεί να δηµιουργήσει τον παράδεισό στη γη, ενώ η εβραϊκή θρησκεία και στη συνέχεια ο χριστιανισµός έδωσε έµφαση στη κατάκτηση της φύσης.» (McHarg 1992, σελ. 28, 76). 122 Κανταρτζής και Τσαλικίδης 1981, σελ Hadfield 1965, σελ «In all, let Nature never be forgot Consult the genius of the place». Rogers 2001, σελ Desmond 1991, σελ

63 Οι πρώτες προσπάθειες δηµιουργίας τέτοιων κήπων κατέληξαν σε εξεζητηµένα αποτελέσµατα. Κυριάρχησε η τέλεια έλλειψη τάξεως που τονιζόταν από αφύσικα κατασκευάσµατα υπό µορφή ερειπίων (follies), ενώ κορµοί δένδρων ριγµένοι στο έδαφος προσπαθούσαν να δείξουν τον ροµαντισµό και την παρακµή της φύσεως. Οι ευθείες γραµµές έπαψαν να χρησιµοποιούνται γιατί θεωρήθηκαν αντίθετες προς τη φύση 125. Την εποχή αυτή κύριος εκπρόσωπος της νέας τάσης είναι ο ζωγράφος, γλύπτης και αρχιτέκτονας William Kent ( ), ο οποίος επιστρέφοντας από το Grand Tour, εξέφρασε την ουσία της καινούργιας φιλοσοφίας στη κηποτεχνία µε τη φράση του «πήδηξε τον φράχτη και δες ότι όλη η φύση είναι ένας κήπος». Στα µέσα του 18ου αιώνα ο νέος ρυθµός είχε επικρατήσει απόλυτα. Την εποχή αυτή χαρακτήρισαν τα πολλά έργα του Lancelot Brown ( ). Ο Brown που έµεινε γνωστός ως «Capability Brown» διότι πάντα αναφερόταν στις δυνατότητες (capabilities) ενός χώρου εξελίχθηκε µετά τον θάνατο του Kent σε έναν από τους κύριους αντιπροσώπους του αγγλικού νατουραλιστικού κινήµατος. Πραγµατοποίησε δυναµικά αυτό που ο Κent εξέφρασε δειλά, ότι δηλαδή «όλη η φύση είναι ένας κήπος». Τα µέσα του υπήρξαν πληθωρικά σε ποσότητα και ποιότητα µε αποτέλεσµα να φέρει δραστικές αλλαγές στο τοπίο. Έφτιαχνε λόφους, δηµιουργούσε λίµνες, φύτευε ολόκληρα δάση. Τον ενδιέφερε ιδιαίτερα το παιχνίδι φωτός, σκιάς και όχι το χρώµα, γιατί κύρια ιδέα του ήταν η αλλαγή της τοπογραφίας σε µεγάλη κλίµακα. Στην εποχή δράσης του «κλασικίζοντα» κτίρια κατασκευάστηκαν µέσα σε νατουραλιστικούς κήπους και εδραιώθηκε το τυπικό «αγγλικό τοπίο», έτσι όπως επιβιώνει έως τις µέρες µας (Εικ. 11, 12, 13) 126. Στις αρχές του 19ου αιώνα, η νατουραλιστική τεχνοτροπία εξελίχθηκε χάρη στον Sir Humphrey Repton ( ) που πρώτος αποκάλεσε τον εαυτό του «κηποτέχνη» (Landscape gardener). Ο Repton είναι αυτός που εισήγαγε την ιδέα του αγγλικού πάρκου µε τις µεγάλες εκτάσεις χλόης, τα λιβάδια, τις συστάδες δένδρων και τις ελεύθερες καµπύλες γραµµές µε τα ασύµµετρα σχέδια, τα οποία ανταποκρίνονται περισσότερο στο φυσικό τοπίο και που τόσο επηρέασαν την δηµιουργία των νέων πάρκων σε όλο τον κόσµο Τσαλικίδης 2001, σελ Κανταρτζής και Τσαλικίδης 1981, σελ Mann 1993, σελ Jellicoe & Jellicoe 1995, σελ

64 Η πολύ ενδιαφέρουσα διάσταση της Αγγλικής Νατουραλιστικής Σχολής ως προς τη σχέση βλάστησης και αρχαιολογικών καταλοίπων είναι το γεγονός ότι τα ερείπια και τα κλασικίζοντα, «µνηµειακά» κτίρια, αποτέλεσαν ένα πολύ δηµοφιλές είδος «διακόσµησης» κήπων (Εικ. 14). Το «ερείπιο» (The ruin) συνέβαλλε στη δηµιουργία µυστηριακής ατµόσφαιρας και αναδείκνυε την σχέση του κήπου µε τα στοιχεία του εφήµερου, όπως οι κορµοί δένδρων ριγµένοι στο έδαφος παρέπεµπαν στην παρακµή της φύσεως, σε κήπους µε ροµαντική διάθεση 128. Τα «µνηµειακά» κτίρια µε στοιχεία αρχαίων ελληνικών ή ρωµαϊκών ναών συµµετείχαν στη πιστή αναπαράσταση των «ηρωικών» τοπίων των ζωγραφικών έργων του 17 ου αιώνα. Αν και η πλειονότητα των «ερειπίων» και «ναών» µέσα στους νατουραλιστικούς κήπους της εποχής ήταν εκ νέου κατασκευασµένα υπάρχουν και παραδείγµατα όπου πραγµατικά ερείπια µνηµείων προγενεστέρων εποχών ενσωµατώθηκαν σε κήπους και αποτέλεσαν σηµεία αναφοράς µέσα σ αυτούς. Χαρακτηριστικότερο τέτοιο παράδειγµα αποτελούν τα ερείπια του µεσαιωνικού Cistercian Fountains Abbey µέσα στην ιδιοκτησία Studley Royal του πολιτικού John Aislabie. Εκεί ο Aislabie στα δηµιούργησε έναν κήπο µε έντονη την παρουσία νερού δίπλα στο ποταµό Skell. Αν και τα ερείπια του αββαείου βρίσκονταν βόρεια της ιδιοκτησίας του και έξω από αυτήν, οργάνωσε τη διάρθρωση του κήπου εις τρόπον, ώστε τα ερείπια να λειτουργούν ως οπτική κλιµάκωση της περιήγησης µέσα σε αυτόν. Πενήντα χρόνια αργότερα ο γιος του αγόρασε την έκταση που περιέκλειε τα ερείπια του αββαείου και έτσι επήλθε και η φυσική ενσωµάτωσή τους στον κήπο του Studley Royal 129. Στο Devonshire της Αγγλίας µέσα στο νατουραλιστικό κήπο της έπαυλης του 19 ου ούκα του Somerset, διατηρείται ως «romantic ruin» το κάστρο του 12 ου αιώνα Berry Pomeroy Castle σε ερειπιώδη σήµερα κατάσταση, ιστορική κατοικία της οικογένειας Seymour προγόνων του ούκα. Με την αγγλική νατουραλιστική σχολή σχεδιασµού του τοπίου η αισθητική εξελίσσεται από το αυστηρά σχεδιασµένο, απόλυτα ανθρωπογενές τοπίο σε αυτό που φαίνεται αλλά δεν είναι, φυσικό. Η αγγλική νατουραλιστική σχολή σχεδιασµού του τοπίου διαµορφώθηκε εµπειρικά χωρίς τη βαθιά επιστηµονική γνώση των οικολογικών αρχών των διεργασιών της φύσης αλλά κατόρθωσε την πιο δραµατική µεταµόρφωση στις τάσεις σχεδιασµού του τοπίου. Ο κανόνας που κυριάρχησε ήταν 128 Coffin 1994, σελ Woodsrtra & Onisiforidou 2001, σελ Coffin 1994, σελ

65 «η φύση είναι ο καλύτερος σχεδιαστής του κηπουρού», δηλαδή µία εµπειρική οικολογία. Η φύση αυτή καθαυτή είναι ο δηµιουργός της αισθητικής 130. Τα ερείπια αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της πρωτοποριακής «οικολογικής» αισθητικής και του νατουραλιστικού τοπίου, ως ελάχιστη ανθρώπινη επέµβαση στη φύση αλλά και απόδειξη της επέµβασης της φύσης στον άνθρωπο 131. Ο κήπος της κατοικίας του Ian Hamilton Finlay Little Sparta (= «µικρή Σπάρτη» βρίσκεται στο Dunsyre, σε ελώδη περιοχή νοτιοδυτικά του Εδιµβούργου της Σκωτίας (Εικ. 15, 16). Ο κήπος της Little Sparta άρχισε να κατασκευάζεται το 1967 και αποτελεί ένα τεχνητό τοπίο που λειτουργεί συνολικά ως αλληγορική απεικόνιση. Ο ιδιοκτήτης, ποιητής και εικαστικός καλλιτέχνης, δηµιούργησε ένα «προσωπικό» τοπίο, στο οποίο όλα του τα στοιχεία συνιστούν έργα τέχνης: επιγραφές, φυτεύσεις και αρχιτεκτονήµατα αποτελούν ένα δίκτυο κοινής αισθητικής µε έντονο συµβολισµό. Η έννοια του κήπου ορίζεται περισσότερο ως κουλτούρα παρά ως κηπουρική, ενώ η φυτολογία απευθύνεται εξίσου στην εγκεφαλική διέγερση και την αισθησιακή ικανοποίηση του επισκέπτη. Τα φυτά δηµιουργούν το πλαίσιο ανάδειξης έργων γλυπτικής µε έντονο συµβολισµό και αναφορές στο λογοτεχνικό έργο του ιδιοκτήτη. Πηγή έµπνευσης αποτελούν οι ζωγραφικές απεικονίσεις της αρχαίας Αρκαδίας για τη δηµιουργία ενός σύγχρονου κήπου της αγγλική νατουραλιστικής σχολής. Τα γλυπτά έχουν σαφείς αναφορές στο αρχαιοελληνικό ιδεώδες, ιστορία και µυθολογία γεγονός που µαρτυρεί και το όνοµα της αγροικίας Η αισθητική 133 αντίληψη ενός χώρου πρασίνου Η αντίληψη του τοπίου από τον άνθρωπο γίνεται κατ αλληλεπίδραση των αισθήσεων και προσαρµογή αυτών στα διαφορετικά ερεθίσµατα, ενώ έχει ως αποτέλεσµα όχι τόσο µία αντικειµενική εικόνα όσο µία υποκειµενική γενική εντύπωση 134. Η αισθητική µιας τοποθεσίας εξαρτάται από τα διάφορα στοιχεία του τοπίου, όπως την 130 McHarg 1992, σελ. 29, 73. Bakirtzis 1998: «Medieval and 18 th century views of nature, compared with recent attitudes based on ecological understanding. These attitudes expression in landscape design». 131 Roth et al., σελ Asensio Cerver 1995, σελ Αισθητική είναι η µελέτη της οµορφιάς και της αντίληψης της από τον άνθρωπο [Bastian & Steinhardt (edit.) 2002, σελ. 244]. 134 Walker 1991, σελ. 20. Bastian & Steinhardt (edit.) 2002, σελ

66 τοπογραφία, τη χωροταξική διάρθρωση, τις οπτικές φυγές και θέες, τη βλάστηση και τη µεταξύ τους σχέση 135. Το αισθητικό αποτέλεσµα της εµπειρίας ενός χώρου έχει επικρατήσει να ονοµάζεται µε τον όρο sense of place (= αντίληψη του τόπου). Το συνιστούν τόσο φυσικοί όσο και ανθρωπογενείς παράγοντες. Η βλάστηση αποτελεί µέρος των φυσικών παραγόντων, αντανακλά ωστόσο και τις ανθρώπινες επεµβάσεις 136. Όσον αφορά ειδικότερα τη βλάστηση οι αισθητικές αξίες που προκύπτουν δεν αφορούν κάθε φυτό ξεχωριστά αλλά το σύνολο τους και τον συνδυασµό τους µε τα άλλα στοιχεία του τοπίου 137. Η αντίδραση των ανθρώπινων αισθήσεων προς τα φυτά πηγάζει από τις φυσικές ιδιότητες του χρώµατος, του σχήµατος και της υφής, ιδιότητες που χαρακτηρίζουν και όλα τα αντικείµενα 138. Όσον αφορά τα φυτά οι τρεις αυτές ιδιότητες αποτελούν το πρωτογενές υλικό µόρφωσης της αισθητικής τους αξίας 139. Η αισθητική απόλαυση που προέρχεται από τη βλάστηση είναι ποικίλη, συνεχής και πολυδιάσταστη προσφέροντας ερεθίσµατα προς όλες τις αισθήσεις. Η αντανάκλαση των φυτών στο νερό δηµιουργεί σχέδια φωτός και σκιάς. Οι σκιές των φυτών δηµιουργούν περίεργα σχέδια σε πλακόστρωτες επιφάνειες και τοίχους, τα οποία αλλάζουν µε την κίνηση του ήλιου και µε τον ερχοµό του καλοκαιριού ή του χειµώνα. Γενικά η παρακολούθηση των εναλλαγών των χρωµάτων, η ποικιλία στην υφή και η διαδοχή σχηµάτων των φυτικών ειδών, είναι πάντα µία ευχάριστη εµπειρία που αναζωογονεί τον άνθρωπο. Τα φυτά επίσης ζωντανεύουν καθώς αντιδρούν στον άνεµο. Όταν το χιόνι συσσωρεύεται τον χειµώνα στα γυµνά κλαδιά δηµιουργεί εφήµερα σχήµατα που εξαφανίζονται τόσο γρήγορα όσο γρήγορα δηµιουργήθηκαν. Ο κορµός κάθε δένδρου παρουσιάζει ανεξάντλητη ποικιλία µορφών και χρωµάτων που κυµαίνονται από το λευκό έως το σκούρο καφέ και από το λείο νεανικό έως το ροζιασµένο και γέρικο. Κατά τη διάρκεια του χειµώνα ορισµένα φυτά που διατηρούν τους καρπούς τους µπορεί να είναι η µόνη πηγή χρώµατος στο τοπίο. Άλλα πάλι αειθαλή ή φυλλοβόλα αλλάζουν το χρώµα των φύλλων τους δηµιουργώντας ζωηρές χρωµατικές αποχρώσεις. Τα φυτά είναι η µόνη διακοπή της µονοτονίας στο γκρίζο σύνολο του χειµωνιάτικου τοπίου, που διατηρεί όµως κι αυτό µία θλιµµένη ωραιότητα. Η αισθητική αξία της βλάστησης κρύβεται ακόµη και στα µεµονωµένα µέρη των φυτών. Η υφή, το χρώµα και το σχήµα των φύλλων παρουσιάζουν µεγάλη 135 Austin 2002, σελ Allen 1999, σελ Γενικά για τις αισθητικές αξίες στο Walker 1991, σελ Austin 2002, σελ Nelson 2004, σελ

67 εναλλακτικότητα, ενώ οι νευρώσεις τους ποτέ δεν είναι οι ίδιες. Ακόµη και τα ξερά κίτρινα φύλλα προκαλούν διάφορα ερεθίσµατα στον περιπατητή του δάσους. Πέρα από κάθε περιγραφή, απεικόνιση ή φωτογραφία, η άµεση επαφή του ανθρώπου µε τα φυτά είναι αναντικατάστατη και γεµάτη εµπειρίες 140. Αν και η αισθητική απόλαυση είναι υποκειµενικό συναίσθηµα και επηρεάζεται από την ψυχοσύνθεση του ατόµου, τις εµπειρίες και τη µόρφωσή του, η παρουσία βλάστησης συχνά προσδίδει µαγική αύρα στο τοπίο των αρχαιολογικών χώρων και αυξάνει την αισθητική αξία στον αρχαιολογικό χώρο κάτι που αποζητά το ευρύ κοινό 141. υστυχώς όµως για πολλούς ανθρώπους η επίσκεψη στους αρχαιολογικούς χώρους και στους χώρους µνηµείων δεν προσφέρει τόση ικανοποίηση όση οι αρχαιολόγοι φαντάζονται ή θα επιθυµούσαν να προσφέρει 142. Πιθανώς σε αυτό να έχει συµβάλει και η σύγχρονη τάση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας να δηµιουργεί χώρους απογυµνωµένους από κάθε βλάστηση επιδιώκοντας την καλύτερη διατήρηση, αναγνωσιµότητα και αυξηµένη επιστηµονική βαρύτητα του χώρου. Γενικά, η παρουσία της βλάστησης σε έναν αρχαιολογικό χώρο προσδίδει σε αυτόν όλα τα χαρακτηριστικά της αισθητικής ενός χώρου πρασίνου (Εικ. 17,18, 19). Αντίθετα µε ότι συµβαίνει µε τις σκληρές επιφάνειες (τοιχία, πλακοστρώσεις), οι οποίες προσφέρουν άµεσα και µόνιµα αισθητικά αποτελέσµατα, τα φυτά ερεθίζουν όλες µας τις αισθήσεις µε τις µεταµορφώσεις τους µέσα στον χρόνο και τις εποχιακές εναλλαγές τους δηµιουργώντας αίσθηση ευεξίας αλλά και ανανέωσης 143. Οι θετικές αισθητικές παράµετροι που προκύπτουν από τη συνύπαρξη των εννοιών «αρχαιολογικός χώρος» και «χώρος πρασίνου» που αναγνωρίστηκαν αόριστα και συσχετίσθηκαν από πολλούς µε τη «λατρεία των ερειπίων», σήµερα έχουν περιπέσει σε δεύτερη µοίρα για δύο κυρίως λόγους. Πρωτίστως διότι στα έργα «προστασίας και ανάδειξης» αρχαιολογικών χώρων και µνηµείων δίνεται απόλυτη προτεραιότητα στην προβολή του αρχαιολογικού τους χαρακτήρα. ευτερευόντως διότι σήµερα το πράσινο στη χώρα µας έχει κατακερµατιστεί και συνεχίζει να υποβαθµίζεται ως υπόλοιπο των πολεοδοµικών ρυθµίσεων, καθώς η µεταπολεµική ελληνική πολιτεία παρασύρθηκε και ταύτισε την έννοια της ανάπτυξης µε οτιδήποτε ισοπεδώνει και καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον 144. Ακόµα και στα λιγοστά έργα πρασίνου, ο 140 Τσαλικίδης 2001, σελ Nelson 2004, σελ Demas 1997, σελ Skeates 2000, σελ Walker 1991, σελ Αποστολίδης 1995, σελ

68 σχεδιασµός των φυτεύσεων, και όχι οι ίδιες οι φυτεύσεις, έχει παραγκωνίσει και υποβαθµίσει τη σηµαντικότητα της αισθητικής απόλαυσης που µπορεί να προσφέρει η βλάστηση 145. Η αισθητική απόλαυση συνδεόµενη µε όλων των ειδών τα καταναλωτικά προϊόντα και σύγχρονους γρήγορους τρόπους ζωής έχει απορριφθεί και έχει χαρακτηρισθεί αταίριαστη σε χώρους «πνευµατικούς». Κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ότι ο διάσηµος κήπος του κάστρου Sissinghurst Castle στην Αγγλία καλύπτει µεσαιωνικά ερείπια και αποτελεί σπάνιο παράδειγµα περιβάλλοντα χώρου µνηµείου που προτεραιότητα έχει η βλάστηση και όχι τα µνηµειακά κατάλοιπα (Εικ. 20). Το Sissinghurst Castle βρίσκεται στο Kent της Αγγλίας µέσα σε µία ιδιαίτερη εύφορη περιοχή µε οπωρώνες και κήπους. Η συνολική έκταση των εντυπωσιακών κήπων της έπαυλης καλύπτουν περίπου 40 στρέµµατα. Από το µνηµείο της µεσαιωνικής εξοχικής έπαυλης του 1550 σήµερα σώζεται µικρό τµήµα του αρχικού κτίσµατος της: το περίπτερο της εισόδου και ο χαρακτηριστικός πύργος από πλίνθους. Το µεσαιωνικό κτίσµα και τα προσκτίσµατα του φιλοξένησαν πολλές µεταγενέστερες χρήσεις πέραν της αρχικής: φυλακή, πηγή οικοδοµικών υλικών (18ος αιώνας), πτωχοκοµείο, µονάδα αγροκτήµατος (19ος αιώνας), ιδιωτική κατοικία ( ) ενώ από το 1967 είναι επισκέψιµο µνηµείο. Τη δεκαετία του 1930, το µνηµείο µαζί µε τα γύρω του νεώτερα προσκτίσµατα, αγοράστηκε από τους Harold Nicolson και Vita Sackville-West µε σκοπό να γίνει πρώτη κατοικία τους. Τα κτίρια ήταν σε ερειπιώδη κατάσταση και ο αύλειος χώρος του γεµάτος υπολείµµατα προηγούµενων χρήσεων. Όταν άρχισε η αναστύλωση του Sissinghurst Castle στον εξωτερικό του χώρο υπήρχαν τοίχοι του αρχικού κτίσµατος. Ενσωµατώνοντας αυτούς τους τοίχους -υπολείµµατα προηγούµενων χρήσεων και µετατρέποντας µια λειτουργική δυσκολία σε ιδιαιτερότητα, οι δηµιουργοί του οργάνωσαν έναν κήπο µε υπαίθρια «δωµάτια». Προσαρµόζοντας την υπάρχουσα κατάσταση του περιβάλλοντα χώρου στις νέες χρήσεις των διαφόρων κτισµάτων, κάθε «δωµάτιο» απέκτησε τον δικό του ρόλο. Η ανακατασκευή ολόκληρου του κήπου, τη δεκαετία του 1940 πήρε πολλά χρόνια, σκέψη και προσωπική εργασία των δηµιουργών του µε αποτέλεσµα να καθρεφτίζει απόλυτα τις προσωπικότητές τους. O Harold Nicolson ένωσε τους διαφορετικούς χώρους του κήπου µε ισχυρές αρχιτεκτονικές γραµµές -άξονες πρόσβασεις και σηµεία θέασης- κάνοντας τον χώρο να φαίνεται µεγαλύτερος. Η Vita Sackville-West είναι η υπεύθυνη των φυτεύσεων, για τις οποίες είναι διάσηµο το Sissinghurst. Σε κάθε ένα από τα «δωµάτια» του κήπου τα φυτά είναι οµαδοποιηµένα µε κριτήριο είτε χρωµατικό, είτε φυτικού είδους, χαρακτήρα χρήσης 145 Robinson 1992, σελ

69 ή εποχή άνθισης. Έτσι δηµιουργήθηκε «ο άσπρος κήπος», «ο κήπος µε τα βότανα», ο «τριανταφυλλεώνας», «ο κήπος της αγροικίας». Στον κήπο του Sissinghurst Castle, φυτικοί φράκτες και οι τοίχοι των µεσαιωνικών ερειπίων αποτελούν τον «σκελετό» του κήπου. Οι νατουραλιστικές φυτεύσεις συνδυάζονται επιτυχηµένα µε τις αυστηρές αρχιτεκτονικές γραµµές, ενώ τα φυτικά είδη και ο τρόπος φύτευσης τους δεν προσπαθούν να αναβιώσουν τον αρχικό κήπο του µνηµείου. Ο κήπος αυτός περιλαµβάνει πολλά φυτικά είδη σε ένα χώρο µικρό αλλά επιτυχηµένα χωρισµένο σε υποχώρους. Συχνά φυτά χρησιµοποιούνται ως πλαίσιο προβολής κάποιου αγάλµατος ή υδάτινου στοιχείου και ως σηµείο εστίασης της προσοχής του περιπατητή µε σκοπό την καλύτερη κίνηση του µέσα στον κήπο 146. Ωστόσο, αντίθετα µε την επικρατούσα άποψη, ο ρόλος των φυτών δεν είναι µόνον εξωραϊστικός. Το τοπίο δεν υφίσταται µόνο για τα φυτά. Η βλάστηση αποτελεί απλά ένα ακόµα δοµικό στοιχείο του τοπίου, το οποίο µε κατάλληλη διαχείριση µπορεί να υπηρετήσει τις ανάγκες των ανθρώπων. Ο ιδεατός στόχος είναι το πάντρεµα εκπλήρωσης του λειτουργικού προορισµού ενός χώρου, στην συγκεκριµένη περίπτωση του αρχαιολογικού, µε τη µορφή µίας αισθητικά ωραίας τοπιακής σύνθεσης Τα φυτά ως παράγοντας αισθητικής παρέµβασης Τα αισθητικά χαρακτηριστικά των φυτών, τα οποία προκαλούν άµεση αντίδραση του ανθρώπου και ταυτοχρόνως ένα αισθητικό αποτέλεσµα, πηγάζουν από τις φυσικές τους ιδιότητες 148 : το χρώµα το σχήµα τη γραµµή την υφή Οι τέσσερις αυτές ιδιότητες αποτελούν τα πρωτογενή χαρακτηριστικά τους που καθορίζουν τον αισθητικό τους ρόλο στο τοπίο και κύριες παραµέτροι της µορφολογίας τους Coates 1963, σελ Sales σελ Adams 1991, σελ Nelson 2004, σελ Austin 2002, σελ Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ

70 το χρώµα Το χρώµα αποτελεί ένα δυνατό χαρακτηριστικό των φυτών, που έχει την ιδιότητα να προκαλεί συναισθηµατική ανταπόκριση στον θεατή και να επηρεάζει την αισθητική του χώρου επιτρέποντας οπτικές ψευδαισθήσεις 150. Σε γενικές γραµµές, τα θερµά χρώµατα (κόκκινο, πορτοκαλί και κίτρινο) προσελκύουν την προσοχή και προσφέρουν ένα χαρούµενο και αναζωογονητικό τόνο στην ατµόσφαιρα, ενώ τα ψυχρά χρώµατα (πράσινο, µπλε, και µοβ) τείνουν να εµφανίζονται υποτονικά και να προσδίδουν γαλήνη. Σε συνθήκες έντονης ηλιοφάνειας τα θερµά χρώµατα γίνονται εντονότερα ενώ τα ψυχρά έχουν την τάση να «εξαφανίζονται. Στη φύση συναντάµε απεριόριστες διαβαθµίσεις χρωµατισµών, ποικίλες αποχρώσεις, τόνους και εντάσεις των βασικών έξι χρωµάτων 151. Πηγές του χρώµατος για τα φυτά αποτελούν τα άνθη, οι καρποί, τα φύλλα και τα κλαδιά, που κάθε ένα από αυτά επηρεάζεται από τις εποχιακές µεταβολές. Τα άνθη έχουν την πιο εντυπωσιακή εµφάνιση, παρ' όλο που η άνθηση των περισσότερων καλλωπιστικών φυτών δεν διαρκεί για µεγάλο χρονικό διάστηµα. Η αισθητική αξία των καρπών διαφέρει από φυτό σε φυτό. Σε ορισµένες περιπτώσεις είναι εντυπωσιακότεροι και από τα άνθη. Εάν µάλιστα ο καρπός µένει στο φυτό όταν τα φύλλα έχουν πέσει τότε αποτελεί βασικό αισθητικό στοιχείο. Τα κλαδιά και οι κορµοί είναι και αυτά πηγή χρώµατος, ιδίως κατά την διάρκεια του χειµώνα, αν και το χρώµα τους είναι λιγότερο έντονο. Το χρώµα του φυλλώµατος συνιστά το εντονότερο ίσως χαρακτηριστικό τους. Κυµαίνεται σε αναρίθµητες αποχρώσεις του πράσινου, του γκρι, του καφέ, του κίτρινου και του κόκκινου. Το χρώµα δίνει την δυνατότητα για πολλές αντιθέσεις αισθητικής ή οπτικής σύνδεσης διαφόρων ειδών φυτών. Φυτά που έχουν φύλλα µε τελείως διαφορετικό χρώµα από τις συνηθισµένες αποχρώσεις του πράσινου, ελαττώνουν τη µονοτονία και δηµιουργούν έµφαση και ποικιλία στο τοπίο. Το χρώµα των φυτών είναι το πιο οφθαλµοφανές διακριτικό τους, η σηµερινή άµετρη χρήση του οδηγεί συχνά σε λάθη στο σχεδιασµό φυτεύσεων (Εικ. 21, 22) Nelson 2004, σελ. 15. Walker 1991, σελ Hackett 1979, σελ Nelson 2004, σελ Leszczynski 1999, σελ Τσαλικίδης 2001, σελ

71 το σχήµα (form) Η συνολική εντύπωση της ολικής µάζας ενός φυτού ή αλλιώς το περίγραµµά του µε φόντο τον ουρανό συνιστούν το σχήµα ενός φυτού 153. Το σχήµα και η τάση ανάπτυξης ενός φυτού είναι το µονιµότερο χαρακτηριστικό του φυτού και είναι σε µεγάλο βαθµό υπεύθυνα για την εµφάνιση, τη «φυσιογνωµία και προσωπικότητά» του 154. Η γνώση του σχήµατος ενός φυτού αποτελεί πολύτιµο εργαλείο διότι εµπεριέχει στοιχεία, όπως το ύψος, την τάση ανάπτυξης, τη διακλάδωση, τη σιλουέτα 155. Όταν πολλά φυτά βρίσκονται µαζί, τα µεµονωµένα σχήµατα δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά, ενώ το αντίθετο συµβαίνει στα φυτά που φυτεύονται κάπου µόνα τους 156. Στη φύση συναντώνται πολλά σχήµατα φυτών εκτός από τα κάθετα και οριζόντια που είναι οι γενικές κατηγορίες. Τα δένδρα και οι θάµνοι αναπτύσσονται σε στρογγυλό, ελλειψοειδές, πυραµιδοειδές, ωοειδές ή κωνικό σχήµα 157. Μερικά έχουν σύνθετα σχήµατα που συνδυάζουν τις βασικές αυτές µορφές. Το οριζόντιο σχήµα είναι χαρακτηριστικό των θάµνων περισσότερο παρά των δένδρων και υπάρχουν οριζόντια-ωοειδή ή οριζόντια-στρογγυλά σχήµατα. Τα σχήµατα των θάµνων φαίνεται να συνδέονται µε το έδαφος, ενώ τα σχήµατα των δένδρων συνδέονται µε τον ουρανό. Πέρα από το σχήµα, η τάση ανάπτυξης των φυτών µπορεί να περιγραφεί µε όρους όπως: Οριζόντιο Κάθετο, Ασύµµετρο Συµµετρικό, Ορθόκλαδο Οριζοντιόκλαδο- Κρεµοκλαδές, Αναρριχώµενο Έρπον, Συµπαγές Αραιό 158. Στη θέαση από µεσαία ή µεγάλη απόσταση το σχήµα των φυτών είναι το χαρακτηριστικό της βλάστησης που υπερτερεί οπτικά, όσον αφορά την αντίληψη από τον άνθρωπο. Το σχήµα εγκαθιστά ένα βασικό δοµικό πλαίσιο της ανάπτυξης της 153 Walker 1991, σελ. 9. Hackett 1979, σελ Nelson 2004, σελ Το βιβλίο του Gary Robinette (1967): The design characteristics of plant materials. Plant form studies, ασχολείται αποκλειστικά µε τη µελέτη του σχήµατος των φυτών. Αποτελείται από παράθεση σκίτσων σε σχέση µε τα διαφορετικά φυτικά είδη και την εποχικότητα. 156 Nelson 2004, σελ Τσαλικίδης 2001, σελ. 99. Hackett 1979, σελ Hackett 1979, σελ

72 τοπιακής σύνθεσης, προσδίδει έµφαση αλλά και αντίθεση 159. Ωστόσο τα σχήµατα των περισσοτέρων φυτών στο τοπίο είναι ουδέτερα όσον αφορά την οπτική τους επίδραση. Οι ουδέτερες αυτές µορφές πρέπει να αποτελούν το µεγάλο κοµµάτι της τοπιακής σύνθεσης ώστε οι ασυνήθιστες και αξιοπρόσεκτες µορφές να χρησιµοποιηθούν σε σηµεία ή περιοχές που κρίνεται σκόπιµο να προσελκύσουν την προσοχή 160. Η ωοειδής και η κιονοειδής µορφή προσφέρουν κάθετη έµφαση, ενώ η πυραµιδοειδής µορφή και το αειθαλές έχει έντονη παρουσία 161. Η ασυνήθιστη µορφή ορισµένων φυτών, ιδιαίτερα δένδρων, τα ανάγει σε ζωντανά γλυπτά µε δραµατικά στοιχεία και καθοριστική παρουσία στον χώρο 162. η γραµµή (line) Η γραµµή στο τοπίο αποτελεί µια ακαταµάχητη δύναµη την οποία το ανθρώπινο µάτι δεν µπορεί να αγνοήσει. Η γραµµή ορίζεται σε ένα φυτό από τη µορφή και το περίγραµµα του και τον τρόπο διακλάδωσής του, ενώ όταν πρόκειται για φυτικές µάζες από το περίγραµµα του φυτικού συνόλου, το όριο του παρτεριού που κατέχουν, τη γραµµή της σιλουέτας τους µε φόντο τον ουρανό. Η γραµµή καθορίζει κατεύθυνση και κίνηση την οποία ο άνθρωπος ακολουθεί οπτικά καθώς µεταφέρει την ανθρώπινη µατιά στην τροχιά που ορίζει. Αυτή η οπτική κίνηση προκαλεί συναισθηµατική και ψυχολογική ανταπόκριση στον θεατή, ανάλογα µε τα διαφορετικά είδη γραµµών. Οι κάθετες γραµµές κρίνονται ως αυστηρές και εµφατικές. Η έντονη παρουσία τους δηµιουργεί εκνευρισµό και ένταση. Οι οριζόντιες γραµµές ως συµβατές µε τη ακούσια κίνηση του µατιού και τη δύναµη της βαρύτητας χαρακτηρίζονται ευχάριστες, οι διαγώνιες έντονες, οι κρεµαστές δραµατικές και ιδιαίτερες. Η γραµµή καθορίζει τον χαρακτήρα ενός τοπίου διότι µπορεί να επηρεάσει συναισθήµατα, να προτείνει αποστάσεις, να τροποποιήσει την προοπτική και να 159 Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ

73 δηµιουργήσει την ψευδαίσθηση του βάθους, ενώ συχνά προσδίδει µοτίβο και λεπτοµέρεια σε άλλα τοπιακά χαρακτηριστικά 163. υφή (texture) Η αλληλεπίδραση της φυλλικής επιφάνειας και του σχήµατος ενός φυτού δηµιουργεί την εντύπωση της υφής η οποία οφείλεται στο σχήµα και µέγεθος των φύλλων, στον τρόπο αλληλοεπικάλυψης για τη δηµιουργία σκιάς, και στον τρόπο φωτισµού και αντανάκλασης του φωτός από αυτά 164. Η υφή καθορίζεται από το µέγεθος των φύλλων, από το σχήµα τους (ωοειδή, καρδιόσχηµα, στρογγυλά κλπ.), την επιφάνεια τους (χνουδωτή - λεία), από την πυκνότητα του φυλλώµατος και από το εάν το φυτό είναι αείφυλλο ή φυλλοβόλο. Η υφή παρουσιάζει εποχικότητα, ενώ τα φυλλοβόλα έχουν µεγαλύτερη ποικιλία υφών λόγω των διαφορετικών σταδίων που περνά το φύλλωµα τους στις διάφορες εποχές του έτους 165. Η επιφάνεια των φυτών είναι εν µέρει στερεή και η υφή είναι το αποτέλεσµα του φωτός σε σχέση µε τα κοίλα και κυρτά µέρη του φυλλώµατος. Η υφή των φυτών αρχικά γίνεται αισθητή µε την αφή και στη συνέχεια «αναγιγνώσκεται» απλά µε την όραση 166. Η επιρροή των µονάδων καθορισµού της υφής, των φύλλων δηλαδή, καθορίζει την υφή του φυτού µε τον ίδιο τρόπο που τα διαφορετικά δοµικά υλικά ορίζουν την υφή των τοιχοποιιών 167. Αν και τα διάφορα ήδη υφής των φυτών έχουν περισσότερη ποικιλία από το χρώµα και το σχήµα τους, η ιδιότητα της υφής είναι το λιγότερο αξιοποιηµένο χαρακτηριστικό µε αναπάντεχες προοπτικές στο σχεδιασµό των φυτεύσεων 168. Οι λείες υφές είναι ευχάριστες στην αφή και πολύ αντανακλαστικές. Αναδεικνύουν και τονίζουν την οπτική σηµασία του χρώµατος, του σχήµατος και του χώρου. Αντίθετα η τραχιά υφή κρατάει την οπτική προσοχή για περισσότερο λόγω της φωτοσκίασης 163 Nelson 2004, σελ. 9, 10, Hackett 1979, σελ και Nelson 2004, σελ Walker 1991, σελ Τσαλικίδης 2001, σελ Nelson 2004, σελ Hackett 1979, σελ Nelson 2004, σελ

74 που δηµιουργεί και η οποία προσδίδει µία θερµή και ζεστή εµφάνιση. Η υφή έχει την τάση να κυριαρχεί σε σχέση µε τις ιδιότητες του σχήµατος και του χρώµατος 169. Η υφή των διαφόρων υλικών έχει τις εξής διαφοροποιήσεις 170 : - Λεία (Smooth). - Μαλακή (Soft) - Λεπτή (Fine) - Ακατέργαστη (Rough) - Σκληρή (Harsh) - Τραχιά (Coarse) Ωστόσο η πιο συχνά χρησιµοποιούµενη διαβάθµιση στην υφή των φυτών είναι η ακόλουθη: λεπτή υφή --- µέση υφή --- τραχιά υφή. Τα φυτά και οι σχηµατισµοί τους στο χώρο και στο τοπίο χαρακτηρίζονται από οπτική ενέργεια. Με τον όρο οπτική ενέργεια εννοούµε την ευκολία µε την οποία το ανθρώπινο µάτι αντιλαµβάνεται τα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τις διάφορες ιδιότητες των φυτών. Χαµηλή οπτική ενέργεια ενός χαρακτηριστικού υποδηλώνει ότι έχει µικρή οπτική επίδραση στην τοπιακή σύνθεση, εκτός και εάν ο θεατής είναι σε πολύ κοντινή απόσταση. Αντίθετα υψηλή οπτική ενέργεια υποδηλώνει µεγάλο βαθµό οπτικής δύναµης ανεξάρτητα από την απόσταση από τον θεατή Λειτουργικές παράµετροι Λειτουργίες των φυτών στον χώρο Η βλάστηση πέρα από τη δηµιουργία αισθητικά «ωραίων» παρεµβάσεων στο χώρο µπορεί µε συγκεκριµένους χειρισµούς βασισµένους σε µεθόδους αρχιτεκτονικής τοπίου και στις αρχές του σχεδιασµού φυτεύσεων (Planting Design) να αποτελέσει εργαλείο ανάδειξης του τοπίου γενικά και πιο συγκεκριµένα του αρχαιολογικού τοπίου. 169 Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ

75 Η αρχιτεκτονική τοπίου ορίζεται ως «τέχνη και επιστήµη, η οποία αξιολογώντας και αναλύοντας οικολογικούς, κοινωνικούς και πολιτισµικούς παράγοντες, ασχολείται µε την προγραµµατισµένη και ορθολογική σχεδίαση εξωτερικών χώρων κάθε µεγέθους. Συνδυάζει ταυτόχρονα τη λειτουργικότητα και την αισθητική για την καλύτερη χρησιµοποίησή τους από τον άνθρωπο» 172. Ο σχεδιασµός φυτεύσεων (Planting design) αποτελεί µέρος της διαδικασίας σχεδιασµού του τοπίου. Περιλαµβάνει την επιλογή και τοποθέτηση φυτικών ειδών στο χώρο. Ο σχεδιασµός φυτεύσεων δεν στοχεύει στον εντυπωσιασµό ούτε στην τοποθέτηση όσο το δυνατόν περισσοτέρων ειδών. Οι φυτεύσεις πρέπει να γίνονται έτσι ώστε να σχηµατίζουν ένα συνεχές δίκτυο-πλαίσιο το οποίο θα ενοποιεί τους χώρους του κήπου. Αυτό σηµαίνει πως τα φυτά δεν πρέπει να φυτεύονται τυχαία κατακερµατίζοντας τον υπαίθριο χώρο, κάτι που αποτελεί το συνηθέστερο και βασικότερο λάθος των ελληνικών κήπων 173. Είναι γενικά αποδεκτό ότι τα φυτά αποτελούν ένα δοµικό υλικό το οποίο µπορεί να ορίζει και να διαµορφώνει το ίδιο αποτελεσµατικά και άµεσα µε τα παραδοσιακά δοµικά υλικά (ξυλεία, µέταλλο, υλικά τοιχοποιίας) 174. Απαραίτητο είναι η προτεινόµενη λύση του σχεδίου φυτεύσεων µε τη διάρθρωση δένδρων, θάµνων και ποωδών φυτικών ειδών να λύνει κατ αρχήν προβλήµατα σχετικά µε τη χρηστικότητα του υπαίθριου χώρου. Στη συνέχεια, συνιστάται η διερεύνηση εύρεσης τρόπων επίτευξης της µέγιστα δυνατής αισθητικά ικανοποιητικής εικόνας του συνόλου της πρότασης 175. Ο σχεδιασµός φυτεύσεων µπορεί αδιαµφισβήτητα να θεωρηθεί είδος τέχνης, το οποίο µε τη σύνθεση χρωµάτων, σχηµάτων και υφών προσφέρει αναπάντεχη ποικιλία ερεθισµάτων στις αισθήσεις ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνει σχεδιαστική συνοχή και οπτική συνέχεια στον τρισδιάστατο χώρο. Ως είδος τέχνης σε σύγκριση µε τις Καλές Τέχνες (Γλυπτική, Ζωγραφική ή και Αρχιτεκτονική) ο σχεδιασµός φυτεύσεων έχει τη µοναδικότητα ότι τα µέσα τα οποία χρησιµοποιεί δεν είναι στατικά αλλά βρίσκονται σε συνεχή και ακαθόριστη εξέλιξη 176. Ως δοµικά στοιχεία του χώρου 172 Τσαλικίδης 2001, σελ Τσαλικίδης 1987, σελ Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ Leszczynski 1999, σελ

76 τα φυτά έχουν την δυνατότητα δηµιουργίας εξ ολοκλήρου νέων αλλά και νεωτεριστικών τοπίων 177. Στο τοπίο τα φυτά µεµονωµένα ή σε οµάδες σχηµατίζουν φυτικές µάζες, οι οποίες ορίζουν τη διάρθρωση, βοηθούν την αντίληψη αλλά και καθορίζουν τις χρήσεις του χώρου (Εικ. 23). Με τη βλάστηση µπορούν να δηµιουργηθούν σχεδιαστικοί συνδυασµοί (Design forms) ως εξής 178 : Τοίχοι (Walls) ηµιουργούνται από προπετάσµατα, θόλους, φράγµατα ή εµπόδια ή συνδυασµό τους. Αποτρέπουν εξωτερικές οπτικές και φυσικές επιρροές, και ανεπιθύµητες θέες, ενώ προστατεύουν από ανέµους και δηµιουργούν το αίσθηµα της αποµόνωσης. Οροφές (Ceilings) Σχηµατίζονται κυρίως από δένδρα µε υψηλό κορµό και ανοικτή κόµη Το ίδιο αποτέλεσµα επιτυγχάνεται µε κληµαταριές, κισσούς ή άλλα αναρριχώµενα σε πέργκολες ή κιόσκια. Προσφέρούν σκιά και προστασία από δυσµενή καιρικά φαινόµενα, ενώ ενισχύουν το αίσθηµα της προστασίας από ψηλά. άπεδα (Floors) Τα δάπεδα δηµιουργούνται από τον συνδυασµό χλοοτάπητα ή φυτών εδαφοκάλυψης και συνδέουν οπτικά τα άλλα στοιχεία του τοπίου ενισχύοντας την οπτική συνοχή. Προπετάσµατα (Screens) Μεµονωµένα φυτά ή φυτικές µάζες τα οποία περικλείουν πλήρως έναν υπαίθριο χώρο. Θόλοι (Canopies) Μεµονωµένα φυτά η φυτικές µάζες τα οποία διακλαδιζόµενα σε ύψος πάνω από δύο µέτρα επιτρέπουν την από κάτω διέλευση. Φράγµατα (Barriers) 177 Owens- Viani 2000, σελ Austin 2002, σελ Leszczynski 1999, σελ

77 Μεµονωµένα φυτά η φυτικές µάζες τα οποία περικλείουν µερικώς έναν υπαίθριο χώρο ή επιτυγχάνουν τον έλεγχο κίνησης µέσα σε αυτόν. Το ύψος τους κυµαίνεται από 0.6µ. έως 1.5µ. επιτρέπουν τη θέαση αλλά όχι την προσπέλαση. Εµπόδια (Baffles) Μεµονωµένα φυτά η φυτικές µάζες τα οποία επηρεάζουν τις οπτικές εµπειρίες στο τοπίο επιτρέποντας την µερική θέαση αλλά όχι την προσπέλαση. Εδαφοκάλυψη (Ground covers) Μεµονωµένα φυτά η φυτικές µάζες τα οποία σχηµατίζουν οπτικά ένα φυτικό δάπεδο. Βρίσκονται κάτω από το οπτικό επίπεδο του ανθρώπου µε µέγιστο ύψος 0.45 µ. 77

78 Ο ρόλος των φυτών στο τοπίο Οπτικός 179 Λειτουργικός «Θετικά» «Αρνητικά» οπτικά Αρχιτεκτονικά στοιχεία Μηχανικά µέσα οπτικά στοιχεία στοιχεία Το φυτό ή κάποιο στοιχείο του Το φυτό συµµετέχει στην Τα φυτά καθορίζουν την Τα φυτά συµβάλλουν στον κυριαρχεί στο τοπίο. προβολή άλλου δηµιουργία και τη έλεγχο ή και στη λύση στοιχείου του τοπίου και διάρθρωση του χώρου. µηχανικών προβληµάτων του δεν γίνεται αισθητό αυτό τόπου. καθαυτό. Ως πηγή αισθητικής απόλαυσης τα φυτά µπορούν να χρησιµοποιηθούν σε σχέση µε τα εξής χαρακτηριστικά τους: Χρώµα Σχήµα και πλαστικές ιδιότητες Υφή Μέσο δηµιουργίας αντανάκλασης του φωτός και σκίασης Ιδιαιτερότητα ανθοφορίας και καρπών Τα φυτά µπορούν να επηρεάσουν την αντίληψη των άλλων στοιχείων του τοπίου ως εξής: Επιλεκτικά κρύβει, αποκαλύπτει ή πλαισιώνει συγκεκριµένες θέες Συνταιριάζει και αναδεικνύει ως πράσινο φόντο Προσφέρει προστασία από τα καιρικά φαινόµενα Οδηγεί και κατευθύνει καθορισµένες πορείες Καθορίζει τη θεµατική ατµόσφαιρα, την επικρατούσα διάθεση, το σχεδιαστικό ύφος του χώρου Μηχανικά προβλήµατα τα οποία µπορούν να αντιµετωπιστούν µε τη χρήση φυτών είναι: ιάβρωση από νερό και αέρα Ηχορύπανση Ατµοσφαιρική ρύπανση Αυξηµένη αντηλιά και έντονη αντανάκλαση της ηλιακής ακτινοβολίας Μέσα εκπλήρωσης του ρόλου των φυτών στο τοπίο Αισθητικά χαρακτηριστικά (χρώµα, σχήµα, υφή) Πρωτογενείς και δευτερογενείς σχεδιαστικοί σχηµατισµοί Μηχανικές και βιοχηµικές ιδιότητες 179 Ο Robinette (1972) υποστηρίζει ότι σε οπτικό επίπεδο τα φυτά µπορούν να λειτουργήσουν ως θετικοί αλλά και ως αρνητικοί παράγοντες στο τοπίο και προτείνει τον συγκεκριµένο εύστοχο διαχωρισµό. 180 Ο Νelson διαχωρίζει τον ρόλο των φυτών µε δύο τρόπους οπτικά και λειτουργικά (Nelson 2004, σελ. 50). 78

79 Ο λειτουργικός ρόλος της βλάστησης στους αρχαιολογικούς χώρους Η Αρχιτεκτονική Τοπίου ως επιστήµη στην οποία τα φυτικά υλικά παίζουν ένα σηµαντικό ρόλο, φροντίζει για την αξιοποίηση των λειτουργικών ιδιοτήτων των φυτών µε σκοπό την ουσιαστική βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος για τους ανθρώπους που το χρησιµοποιούν. Πολύ συχνά όµως τα φυτά κρίνονται και αξιολογούνται µόνο για την αισθητική τους εµφάνιση χωρίς να δίνεται καµιά σηµασία στη λειτουργική τους αξία. Ο καθιερωµένος όρος "καλλωπιστικά φυτά" είναι µία ένδειξη αυτής της περιορισµένης θεώρησης των φυτών. εν πρέπει όµως να ξεχνάµε ότι ένα αισθητικά ευχάριστο τοπίο είναι και πρέπει να είναι συγχρόνως και λειτουργικό 181. Τα φυτά ως δοµικά υλικά του χώρου λειτουργούν ως πράσινες δοµικές µονάδες δηµιουργώντας άπειρους συνδυασµούς τρισδιάστατων κατασκευών στο χώρο. Οι τρισδιάστατοι αυτοί σχηµατισµοί πέρα από το σχήµα και τη µορφή τους µπορούν να χρησιµοποιηθούν για την οριοθέτηση χώρων µεµονωµένα ή σε συνδυασµό µεταξύ τους. Συνεπώς, ο σχεδιαστής φυτεύσεων µε εργαλείο τη βλάστηση µπορεί να ορίσει χώρους και να δηµιουργήσει τόπους ώστε να εξυπηρετηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες 182. Ο λειτουργικός ρόλος της βλάστησης στους αρχαιολογικούς χώρους και περιβάλλοντες χώρους µνηµείων µπορεί να περιγραφεί ως εξής: Η χρήση της βλάστησης στους αρχαιολογικούς χώρους µπορεί να βοηθήσει στην καθοδήγηση των επισκεπτών σε επιθυµητές πορείες µέσα στον αρχαιολογικό χώρο (Εικ. 24, 25, 26). Αυτό ικανοποιεί τους ανθρώπους, τους δίνει αποφασιστικότητα, τους απαλλάσσει από σύγχυση, ενώ ταυτόχρονα βάζει τάξη στη σχεδιαστική λύση και προσδίδει συνέχεια στη τοπιακή σύνθεση Τσαλικίδης 2001, σελ Robinson 1992, σελ Nelson 2004, σελ

80 Αυτό µπορεί να επιτευχθεί µε φυτικά είδη µε ύψος τουλάχιστον πάνω από το γόνατο, θαµνώδη και δενδρώδη φυτικά είδη 184. Σχηµατίζοντας προπετάσµατα, εµπόδια και φράγµατα ή µε την παράταξη φυτών, η βλάστηση προτείνει κατευθύνσεις και χαράζει πορείες τις οποίες οι περιπατητές µπορούν να ακολουθηθούν είτε οπτικά είτε φυσικά. Ανάλογα µε το ύψος της και µε το να ασκεί µερικό ή ολικό οπτικό έλεγχο επηρεάζει τον χαρακτήρα του χώρου και την αντίληψη του από τον περιπατητή. Η επιλεκτική αποµάκρυνση πυκνής αυτοφυούς βλάστησης σε ένα κατάφυτο αρχαιολογικό χώρο αποτελεί την πιο απλή και την πιο συνηθισµένη µέθοδο χάραξης µονοπατιών περιήγησης. Σε αρχαιολογικούς χώρους µε µικρή επισκεψιµότητα εφαρµόζεται κατά κόρον. Ακόµα και η αποµάκρυνση εδαφοκάλυψης ύψους µερικών εκατοστών προσδίδει την έννοια της κατεύθυνσης, ενός µονοπατιού περιήγησης. Η διατήρηση ανέπαφης της βλάστησης σε δύσβατα σηµεία περά από οικονοµική είναι και πολύ χρήσιµη στη προστασία των πεζών από επικίνδυνα σηµεία. Π.χ. Στο κάστρο της Ρεντίνας, η παρουσία πυκνής βλάστησης από πουρνάρια στα σηµεία µε έντονες κλίσεις δηµιουργεί ένα αποτρεπτικό όριο στα επικίνδυνα για τους επισκέπτες σηµεία εξασφαλίζοντας µία οικονοµική, µόνιµη και συµβατή µε τον χώρο λύση στο πρόβληµα της ασφάλειας των επισκεπτών. Η βλάστηση ελέγχοντας τη κίνηση των επισκεπτών συµβάλλει στην καλύτερη λειτουργία του αρχαιολογικού χώρου ως εξής: Προστατεύει τη σωµατική ακεραιότητα επισκεπτών και εργαζοµένων αποτρέποντας την πρόσβαση σε επικίνδυνα σηµεία. ιαφυλάττει τα αρχαία κατάλοιπα από εκτεταµένες φθορές αποθαρρύνοντας την ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε αυτά. ιευκολύνει την ορθή ανάγνωση του αρχαιολογικού χώρου διοχετεύοντας τη κίνηση επισκεπτών σε πορείες σχετικές µε την χωροταξική οργάνωση του αρχαιολογικού χώρου ιεραρχώντας τις αρχαιότητες ανάλογα µε τη σηµασία τους, πράγµα ιδιαίτερα χρήσιµο σε ερειπιώνες, δύσκολα αναγνώσιµους. Οδηγεί τους επισκέπτες σε σηµεία µε ενδιαφέρουσες θέες αρχαιολογικής σηµασίας ή φυσικής οµορφιάς. 184 Jakobsen 1977, σελ. 52. Robinson 1992, σελ

81 Η βλάστηση ορίζει σηµεία στάσης και ξεκούρασης. ένδρα µε πλατιές, ψηλές φυλλωσιές δηµιουργούν αυτόµατα χώρο (Εικ. 27, 28, 29). Η φυλλωσιά προσφέρει σκιά, καταφύγιο και ένα αίσθηµα συναισθηµατικής και φυσικής ασφάλειας προξενώντας στον άνθρωπο την επιθυµία να χρησιµοποιήσει άµεσα τον χώρο 185. Στον ελλαδικό χώρο, τα δένδρα µέσα στους αρχαιολογικούς χώρους έχουν πολύτιµο ρόλο λόγω των έντονων καλοκαιρινών συνθηκών της ζέστης και παρατεταµένης ηλιοφάνειας, την εποχή εντατικής χρήσης των αρχαιολογικών χώρων. Τα δένδρα χωρίς καµία επιπρόσθετη ενέργεια λειτουργούν ως σηµεία στάσης και ξεκούρασης των επισκεπτών, τόπο συγκέντρωσης και εργασίας των ανασκαφέων. Πολλά δένδρα που επιβίωσαν µέσα σε αρχαιολογικούς χώρους επιβίωσαν ακριβώς για τον λόγο αυτό. εν είναι τυχαίο ότι το µοναδικό δένδρο που επιβίωσε µέσα στον χώρο της Αρχαίας Αγοράς Θεσσαλονίκης προσφέρει πολύτιµη σκιά στους εργαζόµενους κατά τους καλοκαιρινούς µήνες. Σηµατοδοτεί αρχαιολογικούς χώρους ή στοιχεία µέσα σε αυτούς (Εικ. 30). Η βλάστηση επισηµαίνει την ύπαρξη αρχαιολογικών χώρων από µακριά. ηµιουργώντας αντίθεση στη χρήση σχηµάτων έχει ως αποτέλεσµα να προσελκύει το µάτι και την προσοχή. Η αντίθεση αυτή επιτυγχάνεται σε σχέση µε το πλαίσιο που προσφέρει το δεδοµένο µέρος και το ευρύτερο πολιτισµικό τοπίο και σε αρµονία µε αυτό 186. Η ιδιότητα αυτή είναι εξαιρετικά χρήσιµη µέσα σε ερειπιώνες που στερούνται στοιχεία τρίτης διάστασης, σε µνηµεία που έχουν χάσει την αρχική τους κλίµακα, έχοντας «σµικρυνθεί» µέσα στις σύγχρονες µεγαλουπόλεις. Αυτή η έλλειψη της τρίτης διάστασης είναι έντονη σε χώρους µέσα σε αστικά κέντρα, οι οποίοι κυριολεκτικά καταπίνονται από τα τριγύρω πολυόροφα κτίρια. Κατά την περιήγηση µέσα σε αρχαιολογικούς χώρους και περιβάλλοντες χώρους µνηµείων η σήµανση αυτή µε τη βλάστηση µπορεί να είναι ιεραρχική προσδίδοντας έµφαση, δηλαδή διαφοροποίηση του σηµαντικού από το λιγότερο σηµαντικό, σε οµοιόµορφους ερειπιώνες. Λαµβάνοντας υπόψη ότι στη θέαση από µεσαία ή µεγάλη 185 Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ

82 απόσταση το σχήµα των φυτών είναι το χαρακτηριστικό εκείνο της βλάστησης, το οποίο υπερτερεί οπτικά, η σήµανση του αρχαιολογικού χώρου µπορεί να επιτευχθεί µε τους εξής τρόπους: Ένα µεµονωµένο φυτό µπορεί να χρησιµοποιηθεί ως κεντρικός πόλος έλξεως, ως «δόλωµα», παρασύροντας τη µατιά σε συγκεκριµένο σηµείο (Εικ. 32, 33, 34) 187. Αυτό επιτυγχάνει η ύπαρξη δένδρων µε κάθετα και κιονοειδή σχήµατα τα οποία έχουν υψηλή οπτική ενέργεια 188, καθώς και η παρουσία ενός µοναδικού δένδρου ή µεγάλου θάµνου, ενός αντιπροσωπευτικού ατόµου του φυτικού του είδους µε ιδιαίτερα και ασυνήθιστα χαρακτηριστικά σχήµατος, υφής, χρώµατος ή και συνδυασµό αυτών 189. Ένα δένδρο µπορεί να αποτελέσει τη βάση αναγνώρισης ενός χώρου συµβάλλοντας στον προσανατολισµό ενός περιπατητή µέσα στο χώρο. Ως κάθετο στοιχείο και σύµβολο ανάτασης, το δένδρο ανάγεται σε σηµείο αναφοράς, το οποίο είναι χαρακτηριστικό και επιβλητικό. Εξασφαλίζει την αναγνώριση ενός συγκεκριµένου µέρους στο τοπίο διότι του προσδίδει ανθρώπινη κλίµακα και αρχιτεκτονικές διαστάσεις 190. Μία αποµονωµένη φυτική µάζα ψηλών θάµνων ή ένα κενό στη βλάστηση µίας κατάφυτης τοποθεσίας πλαισιώνει ένα στοιχείο του τοπίου τονίζοντας την παρουσία του και προσελκύει την προσοχή του περιπατητή 191. Οµαδικές φυτεύσεις, όπως οι δενδροστοιχίες, σηµαίνουν ένα έντονο οπτικά στοιχείο στο τοπίο (Εικ. 31). Η περιορισµένη χρήση τους σε µικρή µόνο έκταση και η χρήση ενός µόνο φυτικού είδους κατά µήκος των ορίων κάθε δρόµου που εισέρχεται στον αρχαιολογικό χώρο, εξασφαλίζει διαφοροποίηση των εισόδων στον αρχαιολογικό χώρο µε ήπιο τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται συνέχεια στο τοπίο 192. Ο αρχαιολογικός χώρος της οδού Γ Σεπτεµβρίου στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται κάτω από την πολυσύχναστη οµώνυµη οδό, όπου λίγοι αντιλαµβάνονται την ύπαρξη του. Σειρά κυπαρισσιών κατά µήκος του αρχαιολογικού χώρου επιχειρεί να τον τονίσει, προσφέροντας διαφοροποίηση στην οριζόντια χωρίς αναφορές διάσταση της οδού. 187 Nelson 2004, σελ Υψηλή οπτική ενέργεια= η δύναµη ή η ικανότητα ενός στοιχείου του τοπίου να προσελκύει την ανθρώπινη µατιά (Nelson 2004, σελ. 20). 189 Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ & Robinson 1992, σελ Robinson 1992, σελ Hackett 1979, σελ

83 Στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραµεικού, σε φυτεύσεις που αναπτύχθηκαν από το Γερµανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, ο διευθυντής των ανασκαφών Franz Willensem ( ) επισήµανε συγκεκριµένους τάφους, όπως του Ευφήρου και του αδελφού του Λίσσου, φυτεύοντας κοντά σε αυτούς θάµνους. Στον ίδιο χώρο, η περιοχή των Τριτοπατρέων, που ορίζεται µέσω ταπεινού τείχους, επισηµαίνεται ουσιαστικά από τα πέντε ελαιόδενδρα που έχουν φυτευτεί εκεί 193. Αναδεικνύει και εµµέσως ιεραρχεί µνηµεία και αρχαιολογικά ευρήµατα. Η βλάστηση ως πράσινο φόντο µπορεί να αναδείξει κινητά και ακίνητα µνηµεία, σύνολα αρχαιολογικών καταλοίπων και να διαχωρίσει τις διαφορετικές τους ιστορικές φάσεις. Ψηλοί θάµνοι ή δένδρα που πλαισιώσουν ένα µνηµείο ή στοιχείο του αρχαιολογικού χώρου ασκούν έλεγχο στο οπτικό πεδίο του θεατή αυξάνοντας το ενδιαφέρον του και εντείνοντας την αντίληψη της συγκεκριµένης οπτικής 194. Η χαµηλά κοµµένη αυτοφυής εδαφοκάλυψη αναδεικνύει το εδαφικό ανάγλυφο και τα επί µέρους στοιχεία του, όπως πετρώµατα, κλίσεις κλπ. πολύ πιο αποτελεσµατικά από το γυµνό έδαφος 195. Η ιδιότητα αυτή µπορεί να αξιοποιηθεί τόσο για αρχαιολογικούς χώρους και χώρους γύρω από µνηµεία όσο και για χώρους µουσείων. Η σύγχρονη µουσειολογία έχει διευρύνει την έννοια του µουσείου όπως και ο νέος αρχαιολογικός νόµος 196. Στο πνεύµα αυτό κάθε ιστορική πόλη είναι ένα µουσείο ανοικτού χώρου (open air museum) µε εκθέµατα τα µνηµεία-τοπόσηµα, µε την παλίµψηστη πόλη ανοικτή για να βιώνει ο επισκέπτης την ιστορικότητά της 197. Η σύγχρονη µουσειολογία προβληµατίζεται και πειραµατίζεται σχετικά µε νέους τρόπους προβολής της υλικής 193 Stroszeck 1998, σελ Nelson 2004, σελ. 65. Robinson 1992, σελ Robinson 1992, σελ Ν. 3028/ άρθρο 45: «Ως µουσείο νοείται η υπηρεσία ή ο οργανισµός µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, µε ή χωρίς ίδια νοµική προσωπικότητα, που αποκτά, δέχεται, φυλάσσει, συντηρεί, καταγράφει, τεκµηριώνει, ερευνά, ερµηνεύει και κυρίως εκθέτει και προβάλλει στο κοινό συλλογές αρχαιολογικών, καλλιτεχνικών, εθνολογικών ή άλλων υλικών µαρτυριών του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του, µε σκοπό η µελέτη, την εκπαίδευση και την ψυχαγωγία. Ως µουσεία µπορούν να θεωρηθούν επίσης υπηρεσίες ή οργανισµοί που έχουν παρεµφερείς σκοπούς και λειτουργίες, όπως τα µουσεία ανοικτού χώρου». 197 Κωνστάντιος 1997, σελ

84 διάστασης της πολιτιστικής κληρονοµιάς καθώς διαπιστώνει ότι µεγάλο µέρος του κοινού αποστρέφεται την επίσκεψη σε µουσεία λόγω της αρνητικής φήµης τους ως ελιτίστικα «µνηµεία νεκρών», της περιορισµένης αποτελεσµατικότητας επικοινωνίας πληροφοριών βασισµένων σε γραπτές πηγές και εννοιών, όπως βάθος χρόνου και εξέλιξη του τοπίου 198. Με την προβολή ευρηµάτων στον περιβάλλοντα υπαίθριο χώρο του, το µουσείο ξεπερνά την εσωστρέφεια του, επεκτείνει την έκταση του, οµαλοποιεί τη µετάβαση προς αυτό και προάγει έναν εναλλακτικό τρόπο προβολής των αρχαιοτήτων µε πολλές δυνατότητες. Κατάλληλη διάρθρωση βλάστησης επεκτείνει τον εκθεσιακό χώρο των αρχαιοτήτων στον υπαίθριο περιβάλλοντα χώρο του κτιρίου δηµιουργώντας αυτό το οποίο έχει επικρατήσει να λέγεται «open air museum». Κατάλληλα φυτικά είδη µπορούν να λειτουργήσουν ως µέσο πλαισίωσης και προβολής ευρηµάτων, κυρίως γλυπτών και αρχιτεκτονικών µελών, σε υπαίθριο χώρο (Εικ. 38). Αυτό συνέβαινε σε συντηρητικό τόνο στα αίθρια πολλών µουσείων της χώρας µας (Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Μουσείο Κεραµικού, Μουσείο Μαραθώνα κ.ά.), τα οποία δυστυχώς σήµερα έχουν στεγαστεί. Οι διαβαθµίσεις της φωτοσκίασης που προκαλεί η βλάστηση αναδεικνύει το αρχαία έργα τέχνης 199. Αυτός ο τρόπος προβολής ενισχύεται και από το γεγονός ότι και στην αρχαιότητα και ιδιαίτερα κατά τη ρωµαϊκή εποχή οι κήποι ιδιωτικοί και δηµόσιοι περιελάµβαναν την έκθεση αγαλµάτων, ως εικαστικά αντικείµενα, ως τρόπαια, αλλά και ως τεκµήρια άλλων εποχών, τα οποία προβάλλονταν καθώς περιβάλλονταν από βλάστηση 200. Πράσινοι τοίχοι, φυτικά παραπετάσµατα και δάπεδα λειτουργούν ως φόντο ανάδειξης συγκεκριµένων ευρηµάτων όπως γλυπτά ή σπαράγµατα ερειπίων. Η βλάστηση ως πράσινο φόντο τα αποµονώνει οπτικά από το περιβάλλον τους, αναδεικνύει την πλαστικότητα τους, τα εικαστικά χαρακτηριστικά τους, τα στοιχεία της τεχνοτροπίας τους. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να σκεφτούµε να λάβουµε υπόψη την οπτική ανταγωνιστικότητα µεταξύ του φόντου και του πρώτου πλάνου, ώστε το φόντο να 198 Skeates 2000, σελ Πολλά έχουν αλλάζει τεχνολογικά και περιβαλλοντικά από τη δεκαετία του 1960 όταν ο Πάτροκλος Καραντινός υποστήριζε ότι «ο κύριος παράγων που αναδεικνύει και αξιοποιεί τα έργα τέχνης και ιδίως τα γλυπτικά έργα είναι το φως και µάλιστα το φυσικό φως.», Γιακουµακάτος 2003, σελ Adams 1991, σελ

85 µην επιβάλλεται αλλά να αναδεικνύει το πρώτο. Το χρώµα επίσης επηρεάζει την αντίληψη των αντικειµένων στο χώρο. Η παρουσία θερµών χρωµάτων στο φόντο έχει σαν αποτέλεσµα τη µεγέθυνση του αντικειµένου που βρίσκεται στο πρώτο πλάνο 201. Το φόντο καλό είναι να έχει ενιαίο χρώµα και υφή ώστε να µην ανταγωνίζεται τις λεπτοµέρειες του υπό ανάδειξη αντικειµένου. Τα φυτά που αποτελούν το φόντο θα πρέπει να έχουν ατοµικότητα και να δηµιουργούν µία ψευδαίσθηση απόστασης. Aυτές τις ιδιότητες µπορούν να προσδώσουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά 202 : - Άτονος χρωµατισµός φύλλων - Λεπτή υφή φυλλώµατος - Λεπτοφυής, ήπια διακλάδωση Η βλάστηση µπορεί να αναδείξει όχι µόνο συγκεκριµένα κινητά ευρήµατα αλλά και ολόκληρα κτίρια ή και αρχαιολογικούς χώρους (Εικ. 39). Στην περίπτωση αυτή που τα φυτά είναι κοντά σε κτίρια και άλλες κατασκευές η υφή παίζει καθοριστικό ρόλο. Επιθυµητό είναι η υφή των επιφανειών να διαφέρουν ή και να δηµιουργούν αντίθεση 203.Το αποτέλεσµα θα είναι απογοητευτικό εάν τα φύλλα του φυτού είναι στο ίδιο µέγεθος µε αυτό του δοµικού υλικού της τοιχοποιίας (Εικ ). Καθοριστικό ρόλο στην επιτυχηµένη επιλογή είναι η γνώση των πετυχηµένων συνδυασµών χρώµατος και υφής σε σχέση µε τα δοµικά υλικά των κτιρίων ή αρχαιολογικών καταλοίπων. Για παράδειγµα µια τοιχοποιία από σκούρες κόκκινες πλίνθους αναδεικνύεται καλύτερα µε τη χρήση φυτικών ειδών µε γκριζωπό φύλλωµα ώστε να επιτευχθεί αντίθεση 204. Τα στοιχεία µαρµάρινων αρχιτεκτονικών µελών προβάλλονται καλύτερα µπροστά σε γκριζοπράσινο ή ανοιχτής απόχρωσης πράσινο φόντο 205. Ρόλο φόντου µπορεί να παίξει και η ύπαρξη εδαφοκάλυψης σε χαµηλό ύψος µε την προϋπόθεση τα αρχαιολογικά κατάλοιπα να είναι συντηρηµένα ώστε να µην καλύπτονται έστω και εποχικά από τη βλάστηση (Εικ. 35, 36, 37). Ο χλοοτάπητας χρησιµοποιείται ευρέως στις βορειοευρωπαικές χώρες ως στοιχείο περιβολής, ανάδειξης και προβολής αρχαίων ερειπίων. Η καλή προσαρµογή του στις εκεί κλιµατολογικές συνθήκες δηµιουργεί ένα αισθητικά ικανοποιητικό αποτέλεσµα. Η 201 Nelson 2004, σελ Hackett 1979, σελ Hackett 1979, σελ Jakobsen 1977, σελ Leszczynski 1999, σελ

86 αντίθεση του πράσινου της χλόης και του γκρίζου της πέτρας των ερειπίων διευκολύνει την ανάγνωση της ύπαρξης των αρχαίων καταλοίπων, όχι µόνο όπου είναι ορατά αλλά και όπου δεν είναι 206. Για παράδειγµα στον αρχαιολογικό χώρο της πλατείας ιοικητηρίου στη Θεσσαλονίκη κρεµοκλαδή φυτά καλύπτουν τοίχο νεώτερης περιόδου ώστε να είναι δυνατή η προβολή και ανάδειξη προγενεστέρων αρχαιολογικών καταλοίπων. Άλλος τρόπος ανάδειξης είναι η φωτοσκίαση, στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερη γοητεία στους ερειπιώνες, όταν η βλάστηση προβάλλεται πάνω σε κτίσµατα. Ο περιπατητής µέσα σε έναν αρχαιολογικό χώρο απολαµβάνει τη θέαση δισδιάστατων περίτεχνων µοτίβων, όπως και λεπτοµερειών των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των φυτικών ειδών. Η βλάστηση βοηθά ώστε να γίνεται δυνατή η ανάγνωση χώρων κλειστών στο ευρύ κοινό από σηµεία εκτός των ορίων του, όπως από περιφερειακούς δρόµους και από όµορα κτίρια. Ούτως ή άλλως η πολύπλοκη διάρθρωση ανασκαφικών ευρηµάτων αναγιγνώσκεται συχνά ευκολότερα και ουσιαστικότερα από απόσταση καθώς αυτά βρίσκονται σχεδόν πάντα σε χαµηλότερο επίπεδο από αυτό των σύγχρονων πόλεων. Στη θέαση από απόσταση το χρώµα της βλάστησης γίνεται αντιληπτό ως αποχρώσεις του πράσινου, οι φυτικές µάζες ως περιγράµµατα και η υφή των φυτών ως φωτοσκίαση. Η συνολική τέλος διάρθρωση της βλάστησης ορίζει την χωροταξική οργάνωση του τόπου σε σχέση µε τα όµορα στοιχεία του τοπίου 207. Ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Ολύµπιας και ιδιαίτερα ο ναός της Ήρας για παράδειγµα αναδεικνύεται και προβάλλεται µε φόντο τον πευκόφυτο σήµερα Κρόνιο λόφo. Σειρά από λεύκες δίπλα στο ανατολικά όρια του περιβάλλοντα χώρου του ναού του Αγίου Παντελεήµονα στη Θεσσαλονίκη λειτουργούσε ως φόντο προβολής του ναού. Τον αποµόνωνε από τις σε µικρή απόσταση πολυκατοικίες. υστυχώς οι λεύκες αποµακρύνθηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη κατά τα έργα «εξωραϊσµού» των πεζοδροµίων χωρίς να αντικατασταθούν από κάτι άλλο. 206 Thompson 1981, σελ Nelson 2004, σελ

87 Ένα από τα ελάχιστα παραδείγµατα νοµοθετικής ρύθµισης σε επίπεδο αρχαιολογικού τοπίου αφορά το λεγόµενο «ελφικό τοπίο». Στον ελαιώνα της Άµφισσας, στη Φωκίδα, εφαρµόζεται επιδοτούµενη µονοκαλλιέργεια ελιάς από τα µέσα της τη δεκαετία του Στον κάµπο στους πρόποδες του Παρνασσού απαγορεύεται η ανοικοδόµηση κτιρίων και η αλλαγή καλλιέργειας ενώ ελέγχονται αυστηρά οι κοπές ελαιόδενδρων. Με τις ρυθµίσεις αυτές, ο αρχαιολογικός χώρος των ελφών που βρίσκεται στις πλαγιές πίσω από τον ελαιώνα κυριαρχεί οπτικά στο τοπίο αναδεικνυόµενος από το ενιαίου χρώµατος και υφής φυτικό δάπεδο της µονοκαλλιέργειας. Ωστόσο, η µεµονωµένη αυτού του είδους ρύθµιση της ελληνικής πολιτείας αν και ενισχύει σήµερα την µοναδικότητα του χώρου των ελφών στο τοπίο αγνοεί την τοπική ιστορική πραγµατικότητα της εποχής λειτουργίας του µαντείου των ελφών 208. Αποκρύπτει ανεπιθύµητα στοιχεία του τοπίου εντός ή εκτός του αρχαιολογικού χώρου. Τα στοιχεία αυτά µπορεί να είναι αντιαισθητικά, παραπλανητικά για την κατανόηση του αρχαιολογικού χώρου ή µη συµβατά µε τη λειτουργία του (Εικ. 42). Αρχαιολογικοί και µνηµειακοί χώροι µέσα στα πολύβοα κέντρα µεγαλουπόλεων ή σε έντονα τουριστικές περιοχές υφίστανται όλη τη βοή των γειτονικών σε αυτά δραστηριοτήτων µε αποτέλεσµα να µην είναι δυνατή η αντίληψη τόσο της αισθητικής όσο και της µνηµειακότητας του χώρου από τον αποπροσανατολισµένο επισκέπτη. Η βλάστηση µε τη µορφή θαµνωδών φυτών µπορεί να συµβάλλει στον έλεγχο της οπτικής αυτής «ρύπανσης» µε τον σχηµατισµό οπτικά αδιαπέραστων µερικώς ή ολικώς φυτικών µαζών διαµορφωµένων σε τοίχους, προπετάσµατα ή εµπόδια 209. Στον αρχαιολογικό χώρο των ελφών, αναδασωµένη ζώνη µε πεύκα νοτιοδυτικά του ιερού δηµιουργεί ένα κατάλληλο ουδέτερο πλαίσιο για την οπτική προβολή του χώρου της ανασκαφής ενώ ταυτόχρονα αποκρύπτει για αυτόν που βρίσκεται µέσα στον χώρο της ανασκαφής το παλιό Μουσείο και το κτίριο της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Doukellis 2004, σελ Robinson 1992, σελ Παπαγεωργίου- Βενετάς 2005, σελ

88 Ας σηµειωθεί ωστόσο πως σε αρχαιολογικούς χώρους όπου η βλάστηση είναι απούσα, η απόπειρα απόκρυψης κάποιου στοιχείου µέσω αυτής έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσµα. Η ξαφνική παρουσία αποκτά έµφαση µέσα στο χώρο και προκαλεί την προσοχή. Οριοθετεί τον αρχαιολογικό χώρο. Η περίφραξη αρχαιολογικών χώρων συχνά επιβάλλεται για λόγους προστασίας ή και αποτροπής καταπάτησης. Τα αυξηµένα κονδύλια που ξοδεύονται κάθε χρόνο αφορούν κυρίως την εγκατάσταση µεταλλικού πλέγµατος ή κάγκελου τα οποία αποτελούν και την πιο διαδοµένη λύση. Σε περιοχές µε αυξηµένη βλάστηση παρατηρούµε συχνά το εξής οξύµωρο γεγονός: Αποµακρύνεται η άγρια βλάστηση, που ήταν από µόνη της έντονα αποτρεπτική, για την εγκατάσταση µίας αποτρεπτικής περίφραξης. Ευτυχώς στις περισσότερες περιπτώσεις, σε λίγο καιρό η νέα περίφραξη καλύπτεται φυσικά, ξανά από την αυτοφυή βλάστηση! (Εικ. 43). Στην πλειονότητα των αρχαιολογικών χώρων της χώρας µας, η επιλεκτική διατήρηση της υπάρχουσας βλάστησης µε το άβατο που δηµιουργεί, µπορεί να ορίσει το πιο οικονοµικό, άφθαρτο, αισθητικά ωραίο και συµβατό µε το αρχαιολογικό τοπίο είδος περίφραξης. Εντούτοις πρέπει να αποφεύγεται, ειδικά στις µη αστικές περιοχές, η περίφραξη αυστηρής διάταξης «καλλωπιστικών φυτών περίφραξης» ξένων προς τη χλωριδική ταυτότητα του τοπίου διότι δηµιουργούν ένα οπτικά κυρίαρχο στοιχείο που καθορίζει τον χαρακτήρα του τοπίου παραπέµποντας σε αστικό πάρκο ή προαστιακή «βίλα». Όταν η οριοθέτηση µε βλάστηση δηµιουργεί πλήρη οπτικό και φυσικό έλεγχο δηµιουργούνται συνθήκες αποµόνωσης από το ευρύτερο περιβάλλον. Συχνά, το αίσθηµα που προκαλείται από την πλήρη αυτή περίφραξη προσλαµβάνεται ως θετικό για τον άνθρωπο. Του προσφέρει άνεση και ασφάλεια, οργάνωση στο χώρο, προσανατολισµό, σύνδεση και εξοικείωση µε τον περιφραγµένο χώρο 211. Σε αρχαιολογικούς χώρους και χώρους γύρω από µνηµεία, κοντά σε πολύβουες κυκλοφοριακές αρτηρίες ή µέσα σε πολυσύχναστα κέντρα µεγαλουπόλεων, κάτι τέτοιο δηµιουργεί τη σιγαλιά που είναι απαραίτητη για την αναπόσπαστη µελέτη και ανάγνωση της ιστορικής και µνηµειακής διάστασης του χώρου. 211 Nelson 2004, σελ

89 Συνδέει αφενός οπτικά τον αρχαιολογικό χώρο αυτό καθαυτό µε το ευρύτερο τοπίο και αφετέρου συνδέει τα ετερόκλητα στοιχεία του χώρου µεταξύ τους, καθώς κάθε αρχαιολογικός χώρος περιλαµβάνει στοιχεία διαφορετικής αρχαιολογικής αξίας, χρονολόγησης, τεχνοτροπίας, κλίµακας και χρήσης. Η σύνδεση αυτή µπορεί να επιτευχθεί έχοντας υπόψη τα εξής: Γενικά, η ύπαρξη ενός είδους υφής σε όλη την έκταση του χώρου, µέσα από περιορισµένο αριθµό φυτικών ειδών, 3 έως 4 µέγιστο αριθµό, ενοποιεί την τοπιακή σύνθεση 212. Η ύπαρξη φυτικής περίφραξης-οριοθέτησης του αρχαιολογικού χώρου λειτουργεί και ως φόντο για τα στοιχεία και τις δραστηριότητες στο χώρο προσδίδοντας ενότητα και συνέχεια 213. Αυτό ενισχύεται εάν η φυτική µάζα της περίφραξης αποτελείται από ένα µόνο είδος, ή και από οµοιογενή νατουραλιστικό συνδυασµό φυτών. Εάν η φυτική περίφραξη απλώνεται κάτω από το οπτικό επίπεδο του ανθρώπου και έχει οριζόντιο χαρακτήρα τότε η έκταση της δρα χωροδιαρθρωτικά. Με τον τρόπο αυτό µπορούµε αποτελεσµατικά να οργανώσουµε σε χώρους ανθρώπινης κλίµακας µια περιοχή, να συνδέσουµε ετερόκλητα στοιχεία του τοπίου 214. Στους αρχαιολογικούς χώρους µε τον τρόπο αυτό µπορούµε να συνδέσουµε στοιχεία της ίδιας χρονολογικής φάσης ενισχύοντας συγκεκριµένες ελάχιστα ή και καθόλου ορατές οικοδοµικές γραµµές. ηµιουργείται έτσι µία «αλληγορική» διάρθρωση «επιπέδων» που για τον υποψιασµένο θεατή λειτουργεί βοηθητικά στην κατανόηση δυσνόητων, λόγω οµοιοµορφίας, αρχαιολογικών χώρων. Η οµοιόµορφη εδαφοκάλυψη και η ενιαία διαχείριση της, ως φυτικό δάπεδο, λειτουργεί ως στοιχείο ενοποίησης σε όλο το πεδίο έκτασης του αρχαιολογικού χώρου, συνδέοντας ετερόκλητα στοιχεία του τοπίου και ενισχύοντας την οπτική συνοχή του 215. Όταν ένας αρχαιολογικός χώρος σε αγροτική τοποθεσία περιβάλλεται από ζώνη δένδρων, η οποία συνδέεται µε άλλα στοιχεία φύτευσης του τριγύρω τοπίου, η 212 Hackett 1979, σελ Hackett 1979, σελ Nelson 2004, σελ Nelson 2004, σελ

90 διαφοροποίηση του από αυτό δεν είναι τόσο έντονη όσον αφορά τουλάχιστον στην εµφάνιση (Εικ. 44) 216. Η παρουσία κτισµάτων και κτιρίων, όπως τοπικών µουσείων, είναι συχνή µέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, ενώ στους περιβάλλοντες χώρους µνηµείων τα µεταγενέστερα προσκτίσµατα αποτελούν συχνά πηγή αλλοίωσης της µνηµειακότητας του χώρου. Η βλάστηση µειώνει τις επιπτώσεις της παρουσίας των ανεπιθύµητων αυτών κτισµάτων στο «ευαίσθητο» ιστορικό τοπίο και στον επισκέπτη. Η ύπαρξη δένδρων δίπλα στα κτίρια κρύβει το άνω µέρος τους ώστε να µην είναι ορατά σε όλο τους τον όγκο µετριάζοντας έτσι την επίδρασή τους στον άνθρωπο καθώς η προσοχή του έχει στραφεί στον χώρο που δηµιουργείται κάτω από την κόµη των δένδρων 217. Όταν κτίρια εµφανίζονται ασύνδετα µε το τοπίο λόγω των υλικών και της µορφής τους, η ύπαρξη δένδρων µπορεί να βελτιώσει στη µερική απόκρυψη και να βοηθήσει την τοποθέτησή τους στο τοπίο, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι κατάφυτο 218. Σκηνοθετεί, δηλαδή καθορίζει τη θεµατική ατµόσφαιρα, την επικρατούσα διάθεση, το σχεδιαστικό ύφος του χώρου. Η δραµατικότητα στον χώρο περιλαµβάνει ένα σκηνικό που είναι έντονο, ζωντανό και ίσως αναπάντεχο (Εικ. 45). Η δραµατικότητα, η µυστικιστική ατµόσφαιρα και η σκηνογραφική διάσταση του συνταιριάσµατος της βλάστησης και των αρχαίων καταλοίπων έχει εµπνεύσει και έχει υµνηθεί από πολλούς κατά το παρελθόν. Στους σύγχρονους αρχαιολογικούς χώρους και περιβάλλοντες χώρους µνηµείων η παρουσία βλάστησης µπορεί να σκηνοθετήσει τον τρόπο που τους αντιλαµβανόµαστε επαναφέροντας τη δραµατικότητα και τη µαγεία µε τους εξής τρόπους: Με ποικίλα παιχνίδια φωτός και σκιάς τονίζει την εικαστική διάσταση των αρχαίων καταλοίπων, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αισθητικής τους, όπως τη σιλουέτα, τα περίπλοκα σχήµατα τους, τις µορφές και διακλαδώσεις, τις σκιές µεταξύ βλάστησης, κτιρίων, νερού, ουρανού, τη γεωµετρία σε σχέση µε τον χώρο και όµορα αρχιτεκτονήµατα Hackett 1979, σελ Nelson 2004, σελ Hackett 1979, σελ Robinson 1992, σελ Nelson 2004, σελ

91 ηµιουργώντας ψευδαισθήσεις όσον αφορά στην αντίληψη του χώρου δηλαδή, πρόταση και αντίφαση της. Περασµένες εµπειρίες µας έχουν διδάξει τι θα πρέπει να αναµένουµε σε βάθος, µέγεθος και απόσταση. Ωστόσο, µε κατάλληλη τοποθέτηση και αντιπαράθεση δένδρων η οπτική εµπειρία µπορεί να ξεγελάσει την εγκεφαλική αντίληψη, να είναι διεγερτική και απολαυστική. Οπτικές ψευδαισθήσεις προκαλούνται µε τη κατάλληλη διάταξη της βλάστησης αλλά και τη χρήση του χρώµατος και της υφής των φυτών. Όταν µία περιοχή περιβάλλεται από σκούρες φυτεύσεις αυτή φαίνεται µεγαλύτερη και µε πιο έντονα χρώµατα 220. Θερµά χρώµατα µειώνουν την αίσθηση των µεγάλων χώρων και µακρινών αποστάσεων, ενώ ψυχρά χρώµατα δηµιουργούν την αίσθηση της απόστασης 221. Βλάστηση µε τραχειά υφή µοιάζει να είναι πιο µακρυά από τον ίδιο όγκο βλάστησης µε λεπτή υφή 222. Επηρεάζοντας την οπτική µέσα και έξω από τον χώρο, προκαλώντας ερεθισµό η εκµετάλλευση της ανθρώπινης περιέργειας που οδηγεί στην προσµονή, αντί να προσανατολίζει και επεξηγεί µέσα σε ένα χώρο, η βλάστηση µπορεί να αποκρύψει µερικώς στοιχεία του τοπίου. Προάγει έτσι τη φαντασία και την περιέργεια του περιπατητή, που προκαλείται να ανακαλύψει τη θέα στο σύνολό της. Όταν δένδρα περιορίζουν µία εκτεταµένη θέα εντείνουν την οπτική του ανθρώπου στο άµεσο περιβάλλον του αυξάνοντας έτσι την ένταση των επί µέρους στοιχείων του. Εάν ψηλοί θάµνοι πλαισιώνουν µία συγκεκριµένη θέα προκαλούν την έλευση προς αυτήν 223. Η περίφραξη µε δένδρα δεν υποβάλλει οπτική αποµόνωση απλώς την υπονοεί. Σε πρώτο πλάνο, οι κορµοί ως κιονοστοιχία ορίζουν χώρους και προτείνουν εσωστρέφεια, ενώ τα κενά µεταξύ των κορµών επιτρέπουν οπτικές φυγές προς το γύρω τοπίο Ο βιοκλιµατικός και αντιρρυπαντικός ρόλος της βλάστησης καθορίζει το µικροκλίµα 225 του αρχαιολογικού χώρου και προσφέροντας ερεθίσµατα αγαλλίασης και προς τις πέντε αισθήσεις του ανθρώπου κάνει τον αρχαιολογικό χώρο δροσερό, 220 Hackett 1979, σελ Nelson 2004, σελ Hackett 1979, σελ Robinson 1992, σελ Nelson 2004, σελ Μικροκλίµα: το κλίµα που εµφανίζεται τοπικά σε µία τοποθεσία. (Ανδρεαδάκη- Χρονάκη 2006, σελ. 32). 91

92 ευχάριστο και φιλικό για το κοινό. H ύπαρξη βλάστησης προσδίδει ένα επιπρόσθετο λόγο επίσκεψης, δηµιουργεί µία όαση η οποία προστατεύει τα µνηµεία από τη βοή της σύγχρονης ζωής και όπου κάτοικοι και επισκέπτες µπορούν να απολαµβάνουν τη σιγαλιά της ιστορικής µνήµης παράλληλα µε τη δροσιά ενός χώρου πρασίνου. Τα αρώµατα και οι µυρωδιές που συναντάµε σε ένα χώρο πρασίνου είναι ελκυστικά και διεγερτικά, µας φέρνουν πιο κοντά τη φύση και αποτελούν αναπόσπαστο κοµµάτι του τοπίου δηµιουργώντας θετικά αισθήµατα στην προσέγγιση των αρχαίων καταλοίπων 226. Το άρωµα των φυτών προέρχεται κυρίως από τα άνθη τους αλλά και από τα φύλλα ή τους καρπούς και αποτελεί κίνητρο επισήµανσης της παρουσίας των φυτών στον χώρο και άµεσης επαφής του ανθρώπου µε αυτά. Το γεγονός ότι οι αρχαιολογικοί χώροι στη χώρας µας δέχονται το µεγάλο ρεύµα τουριστών κατά τους καλοκαιρινούς µήνες καθιστά εξαιρετικά δυσµενή για την επισκεψιµότητά τους η έντονη ηλιοφάνεια, υψηλή θερµοκρασία, µειωµένη σχετική υγρασία και τα αυξηµένα ποσοστά αιωρούµενων σωµατιδίων σκόνης 227. Γενικά, οι τέσσερις κλιµατικοί παράγοντες που αποτελούν τα κριτήρια για τον καθορισµό της ανθρώπινης ανεκτικότητας και επηρεάζουν άµεσα την ευφορία ή δυσφορία που αισθάνεται κανείς είναι η ηλιακή ακτινοβολία, η θερµοκρασία αέρος, ο άνεµος και η υγρασία Οι ανοικτές, σκιαζόµενες τοποθεσίες χαρακτηρίζονται ιδανική θέση υπαίθριων χώρων σε περιοχές µε εύκρατο κλίµα όπως το µεσογειακό 229. Εάν λάβουµε υπόψη ότι τα αρχαιότερα σκίαστρα (αλεξίφωτα) ήταν τα δένδρα συνειδητοποιούµε την µεγάλη γενικά αξία της βλάστησης για τους υπαίθριους χώρους της χώρας µας προσδίδοντας τους τιµές κλιµατικών παραγόντων κοντά στην «ανθρώπινη ζώνη άνεσης». Στους αρχαιολογικούς χώρους και περιβάλλοντες χώρους µνηµείων η θετική βιοκλιµατική επίδραση της βλάστησης εντοπίζεται ως εξής: Έλεγχος ηλιακής ακτινοβολίας. Ο σπουδαιότερος παράγοντας που επηρεάζει, ακόµα και µεµονωµένα, το κλίµα είναι η προσπίπτουσα ηλιακή ακτινοβολία. Πέρα από τις εποχιακές και ηµερήσιες διακυµάνσεις της άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν το ποσοστό της ακτινοβολίας 226 Ντάφης 1989, σελ Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν την διαβίωση στους υπαίθριους χώρους περιοχών µε θερµό και ξηρό κλίµα. (Givoni 1991, σελ. 297). 228 Η ανθρώπινη ανεκτικότητα µπορεί να καθορισθεί από έναν συνδυασµό των παραγόντων αυτών και από τον καθορισµό του σηµείου το οποίο δεν ξεπερνά τα όρια της «ανθρώπινης ζώνης άνεσης» η οποία διαφέρει ελάχιστα από άτοµο σε άτοµο (Τσαλικίδης 2001, σελ. 63). 229 Robinette(ed.) 1983, σελ

93 που απορροφάται ή ανακλάται είναι η εδαφική σύνθεση και η φυτοκάλυψη 230. Η βλάστηση µειώνει έως και 95% την ακτινοβολία που φτάνει στο έδαφος διότι η φυλλική επιφάνεια της βλάστησης διακρατά, αντανακλά, απορροφά και µεταβιβάζει την προσπίπτουσα ηλιακή ακτινοβολία ανάλογα µε το φυτικό είδος 231. Γενικά, η βλάστηση σκιάζει διότι ακριβώς σε µεγαλύτερο ποσοστό απορροφά ηλιακή ακτινοβολία παρά την αντανακλά. Η ποσότητα της σκιάς ελέγχεται από την εκλογή των κατάλληλων φυτών. Εάν επιδιώκεται άφθονη σκιά, τα καταλληλότερα δένδρα είναι αυτά µε το πυκνό και εκτεταµένο φύλλωµα π.χ. τα πλατάνια. Για ελαφρύτερη σκιά, η γλεδίσχια, ορισµένα είδη ακακίας ή καλλωπιστικών οπωροφόρων, όπως καλλωπιστική µηλιά, δαµασκηνιά κ.ά, αποτελούν την κατάλληλη λύση γιατί έχουν λεπτά φύλλα και ανοικτό σχήµα κλάδων. Σε χώρους που υπάρχει επισκεψιµότητα και τους χειµερινούς µήνες είναι προτιµότερη η φύτευση φυλλοβόλων δένδρων, τα οποία κατά τη διάρκεια του χειµώνα επιτρέπουν το ηλιακό φως να περνά ανάµεσα από τα γυµνά κλαδιά τους 232. Έλεγχος θερµοκρασίας. Η ύπαρξη βλάστησης µειώνει τη θερµοκρασία σε χώρες µε εύκρατο κλίµα µε τους εξής µηχανισµούς: Το ποσοστό της ηλιακής ακτινοβολίας που φτάνει στην επιφάνεια της γης είναι εκείνο που ρυθµίζει τη θερµοκρασία εδάφους και αέρος. Όσο περισσότερη ακτινοβολία απορροφά µία επιφάνεια τόσο περισσότερο θερµαίνεται ο αέρας που την περιβάλλει 233. Η βλάστηση µειώνει την εδαφική θερµοκρασία µειώνοντας το ποσοστό της προσπίπτουσας ηλιακής ακτινοβολίας που φτάνει στο έδαφος. Επιφάνεια χλοοτάπητα διατηρεί σταθερά 33% χαµηλότερη θερµοκρασία από εάν ήταν πλακοστρωµένη µε σκληρά υλικά 234. Η βλάστηση όχι µόνο αντανακλά περισσότερη ακτινοβολία, αλλά χάνει την ακτινοβολία που απορροφά γρηγορότερα απ' ότι οι επιφάνειες σκληρών υλικών. Γι αυτό και οι νύχτες είναι πιο δροσερές σε χώρους µε βλάστησης παρά σε έντονα δοµηµένους χώρους 235. Ο ατµοσφαιρικός αέρας ψύχεται καθώς διαπερνά τα ψυχρότερα φυλλώµατα της βλάστησης. Οι χώροι πρασίνου κατά τους καλοκαιρινούς µήνες είναι σαφώς πιο δροσεροί από εκείνους όπου κυριαρχούν οι σκληρές επιφάνειες (άσφαλτος, 230 Robinette (ed.) 1983, σελ Robinette (ed.) 1983, σελ. 22. Ντάφης 1989, σελ Τσαλικίδης 2001, σελ Robinette (edit) 1983, σελ 20. Givoni 1991, σελ Robinette (edit) 1983, σελ Τσαλικίδης 2001, σελ

94 πλακοστρώσεις). Για παράδειγµα σε µία φυτεµένη και µία µη φυτεµένη περιοχή η διαφορά θερµοκρασίας µπορεί να είναι από 5 έως 20 βαθµούς 236. Με τη διαδικασία της εξατµισοδιαπνοής τα φυτά προσδίδουν υδρατµούς στην ατµόσφαιρα, οι οποίοι περνώντας στη θερµή ατµόσφαιρα την ψύχουν. Έτσι εξηγείται και η ονοµασία των φυτών ως «φυσικά µηχανήµατα κλιµατισµού». Η ψυκτική δυνατότητα ενός µοναχικού δένδρου µέσου µεγέθους ισούται µε αυτή τεσσάρων κλιµατιστικών σωµάτων µέσης ισχύος, τα οποία λειτουργούν 20 ώρες το εικοσιτετράωρο 237! Έλεγχος του ανέµου. Η βλάστηση στους αρχαιολογικούς χώρους ως µέσο ανακοπής, ενισχύσεως ή κατευθύνσεως των ρευµάτων του ανέµου µπορεί να ανακουφίσει από δυσµενή συνδυασµό υψηλών θερµοκρασιών και υψηλής υγρασίας. Μία αποτελεσµατική µέθοδος ελέγχου του ανέµου είναι η χρησιµοποίηση φυτικών ανεµοφρακτών. Η σύνθεσή τους, το σχήµα και µέγεθος τους επηρεάζουν την αποτελεσµατικότητα τους 238. Σε γενικές γραµµές, ακριβώς µπροστά από τον φράκτη ο άνεµος ελαττώνεται. Πίσω από αυτόν σε οριζόντια απόσταση περίπου 5 φορές το ύψος του φράκτη επιτυγχάνεται η µεγαλύτερη µείωση του ανέµου. Πέρα από το σηµείο αυτό, η ταχύτητα αρχίζει να µεγαλώνει πάλι. Η τελευταία µείωση µπορεί να µετρηθεί σε µία απόσταση 30 φορές το ύψος του φράκτη 239. Στην εύκρατη ζώνη αειθαλείς ανεµοφράκτες προστατεύσουν από Β ανέµους, ενώ η παρουσία βλάστησης γενικά προάγει τις καλοκαιρινές αύρες 240. Η πιθανή µείωση της ταχύτητας του ανέµου κατά τους καλοκαιρινούς µήνες δεν προκαλεί δυσφορία λόγω της χαµηλής ατµοσφαιρικής υγρασίας 241. Έλεγχος ατµοσφαιρικής υγρασίας. Η επίδραση των φυτών στην ατµοσφαιρική υγρασία είναι σηµαντική για τη µεταβολή του κλίµατος. Τα φυτά περιέχουν µεγάλες ποσότητες νερού, οι οποίες προστίθενται στον αέρα µε τη διαπνοή. Όσο πλουσιότερο φύλλωµα έχει ένα δένδρο τόσο περισσότερο νερό προσδίδει στην ατµόσφαιρα 242. Η µετάβαση υγρασίας από τα φυτά 236 Robinette (edit) 1983, σελ Grey and Deneke 1986, σελ Robinette (edit) 1983, σελ Τσαλικίδης 2001, σελ Robinette (edit) 1983, σελ Givoni 1991, σελ Τσαλικίδης 2001, σελ

95 στην ατµόσφαιρα είναι συνονόµατη µε τη µείωση της θερµοκρασίας διότι η διακύµανση της σχετικής υγρασίας 243 διαγράφεται πάντα αντίστροφα µε αυτή της θερµοκρασίας στην εύκρατη ζώνη. Στην Ελλάδα οι µέσες τιµές είναι 35-80% 244. Βιοκλιµατική επίδραση σε κτιριακές εγκαταστάσεις. Επηρεάζει τη θερµική συµπεριφορά των κτιρίων που βρίσκονται µέσα στον αρχαιολογικό χώρο είτε αυτά δέχονται ευρύ κοινό, όπως τα µουσεία, είτε µόνο τους εργαζόµενους, όπως οι αποθήκες και τα εργαστήρια συντήρησης. Η στροφή της αρχιτεκτονικής προς ένα βιοκλιµατικό σχεδιασµό στοχεύει στην εναρµόνιση των κτιρίων µε το κλίµα και το περιβάλλον σε απαίτηση για άνετη και υγιεινή διαβίωση του ανθρώπου µέσα στα κτίρια αλλά και στον αστικό χώρο συνολικά 245. Η βλάστηση, όπως και άλλα στοιχεία του τόπου και του τοπίου, συµµετέχει πλέον ως πρωτογενές δοµικό υλικό των νέων κτιριακών κατασκευών, στην λεγόµενη «πράσινη» αρχιτεκτονική 246. Συγκεκριµένα, το πλάτος της ζώνης πρασίνου γύρω από τα κτίρια, ο τύπος των φυτεύσεων (δένδρα, θάµνοι, αναρριχητικά), ο προσανατολισµός τους σε σχέση µε το κτίριο επηρεάζουν τις εσωτερικές συνθήκες διαβίωσης, τις ανάγκες για ενέργεια, ψύξη και θέρµανση 247. Με δεδοµένο το ξηροθερµικό µας κλίµα, η ύπαρξη βλάστησης και ιδιαίτερα φυλλοβόλων δένδρων δηµιουργεί ιδανικές συνθήκες κτιριακών εγκαταστάσεων, στην περίπτωση µας των µουσείων, των εργαστηρίων ή των κτιρίων αρχαιολογικών συλλογών 248. Η βλάστηση διευκολύνει την διείσδυση ή εκτροπή του ανέµου, ενώ o σκιασµός του κτιρίου και των ανοιγµάτων του συµβάλλει στην αποφυγή υπερθέρµανσης του κτιρίου και λειτουργεί ως φυσικός συλλέκτης δροσισµού εξοικονοµώντας ενέργεια 249. Το αίθριο, το οποίο κυριαρχούσε σε µουσεία περασµένων δεκαετιών, όπως αυτά του Κεραµεικού, του Μαραθώνα και του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, εξασφάλιζε πέρα από άπλετο φυσικό φωτισµό δροσισµό το καλοκαίρι 250. υστυχώς τα τελευταία χρόνια επικράτησε η τάση στέγασης πολλών αίθριων µουσείων µε 243 Η περιεκτικότητα του αέρα της ατµόσφαιρας σε υδρατµούς (Ανδρεαδάκη- Χρονάκη 2006, σελ. 32). 244 Ανδρεαδάκη- Χρονάκη 2006, σελ Ανδρεαδάκη- Χρονάκη 2006, σελ Wines 2000, σελ Givoni 1991, σελ Robinette (edit) 1983, σελ Ανδρεαδάκη- Χρονάκη 2006, σελ. 57, 68. Givoni 1991, σελ. 250 Ανδρεαδάκη- Χρονάκη 2006, σελ

96 αµφιλεγόµενα αποτελέσµατα. Είναι χαρακτηριστικό πως στο αίθριο του µουσείου του Κεραµεικού µετά τη στέγασή του εισήχθησαν γλάστρες µε φυτά σε προσπάθεια αποκατάστασης αυτού που χάθηκε(;). Η αντιρρυπαντική επίδραση της βλάστησης. Μία εξαιρετικά ευεργετική επίδραση της βλάστησης είναι σε σχέση µε την ατµοσφαιρική ρύπανση. Όλων των ειδών οι χώροι πρασίνου µπορούν να επηρεάσουν τις γενικότερες συνιστώσες ενός επιβαρηµένου περιβάλλοντος βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής µέσα σε αστικές και βιοµηχανικές περιοχές. Έτσι, σε περιοχές σαν αυτές η ανάγκη συνύπαρξης των εννοιών αρχαιολογικός χώρος και χώρος πρασίνου εντείνεται. Γνωρίσµατα των υπαίθριων χώρων που επηρεάζουν την ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος είναι: το συνολικό µέγεθός τους σε σχέση µε τον πληθυσµό, ο κατακερµατισµός τους, η κατανοµή τους στον αστικό ιστό αλλά και συγκεκριµένες λεπτοµέρειες κατασκευής, όπως η αναλογία βλάστησης και σκληρών επιφανειών 251. Σήµερα παρατηρείται αυξηµένη χρήση πλακόστρωσης στους υπαίθριους αστικούς χώρους ενώ η βλάστηση εγκιβωτίζεται και περιορίζεται όλο και περισσότερο. Οι επιφάνειες ακάλυπτου εδάφους µέσα στις πόλεις είναι λιγοστές 252. Πέρα από τα σηµεία που φύεται βλάστηση, ακάλυπτο έδαφος συναντάται επίσης σε αρχαιολογικούς χώρους και χώρους µε ανασκαφικές τοµές, σε εκτενείς και συνεχείς επιφάνειες. Ο ρόλος του ακάλυπτου εδάφους µέσα στις πόλεις είναι καθοριστικός. Το έδαφος είναι ζωντανός βιολογικός οργανισµός, στοιχείο διατήρησης της ισορροπίας του φυσικού περιβάλλοντος και ενίσχυσης της αφοµοιωτικής του ικανότητας. Είναι βιολογικό φίλτρο για όλους σχεδόν τους ρυπαντές. Μετρήσεις του εργαστηρίου Γεωργικής και Εφαρµοσµένης Μικροβιολογίας της Γεωπονικής Σχολής του πανεπιστηµίου Αθηνών στον Εθνικό Κήπο, έδειξαν ότι µ² γόνιµου εδάφους, έχουν την ικανότητα να κατακρατήσουν τους ρυπαντές (στη συγκεκριµένη περίπτωση το αιθυλένιο και το ακετυλένιο που παράγονται από µηχανές εσωτερικής καύσης) και να µην τους αφήνουν να φθάσουν προς το εσωτερικό του κήπου 253. Ο ρόλος των φυτών και της διεργασίας της φωτοσύνθεσης στον εµπλουτισµό της ατµόσφαιρας µε οξυγόνο είναι γνωστός. Η ποσότητα της βλάστησης στις ελληνικές 251 Givoni 1991, σελ Στη Θεσσαλονίκη σήµερα τo 77% του αστικού ιστού είναι δοµηµένο και το 16% ασφαλτοστρωµένο. 253 Παπαδήµας 1995, σελ

97 πόλεις είναι ανησυχητικά χαµηλός όταν σκεφτούµε ότι εάν η µοναδική πηγή οξυγόνου και διοξειδίου ήταν το πράσινο τότε κάθε κάτοικος θα χρειαζόταν µ² χώρων πρασίνου µε δενδρώδη και θαµνώδη βλάστηση 254. Ο µέσος όρος πρασίνου ανά κάτοικο στη Θεσσαλονίκη είναι µόλις 2,73 µ², πολύ κατώτερος από τα διεθνή αποδεκτά κατώτερα όρια και µεγαλουπόλεις του εξωτερικού (Βιέννη 20 µ², Άµστερνταµ 27 µ², Ουάσινγκτον 50 µ²., Ρώµη 9 µ²). Τα φυτά εκτός του εµπλουτισµού της ατµόσφαιρας µε οξυγόνο µε τη διεργασία της φωτοσύνθεσης έχουν την ιδιότητα να δεσµεύουν αέριους ρύπους και µικροσωµατίδια από την ατµόσφαιρα. Έρευνες έχουν αποδείξει ότι εάν ζώνη πρασίνου πλάτους 500 µ. περιτρέχει τις βιοµηχανίες η περιεκτικότητα του αέρα σε διοξείδιο του θείου και νιτρικών οξειδίων θα µειωθεί κατά 70% περίπου 255. Εκατό στρέµµατα οξυάς µπορούν να συγκρατήσουν τέσσερις τόνους σκόνη τον χρόνο καθαρίζοντας ταυτόχρονα τον περιβάλλοντα αέρα. Η ικανότητα συγκράτησης ποικίλλει κατά κατηγορία φυτοκάλυψης, οι χαµηλοί φράκτες φιλτράρουν τον αέρα κοντά στο έδαφος, ο χλοοτάπητας συγκρατεί 3-6 φορές µεγαλύτερη ποσότητα µικροσωµατιδίων από το γυµνό έδαφος, ενώ τα δένδρα φορές περισσότερο 256. Τα φύλλα, κλάδοι, κορµοί των δένδρων και θάµνων και ορισµένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους έχουν την τάση να διακρατούν αιωρούµενα σωµατίδια τα οποία αποµακρύνονται µετά µε τη βροχή 257. Λαµβάνοντας όλα αυτά υπόψη σε συνδυασµό µε τους ελάχιστους υπαίθριους και µη πλακοστρωµένους χώρους που υπάρχουν στις ελληνικές πόλεις µπορεί να καταλάβει κανείς το ρόλο που µπορεί να παίξει η βλάστηση στους αρχαιολογικούς χώρους και στους χώρους γύρω στα µνηµεία. Η ύπαρξη βλάστησης στους αρχαιολογικούς χώρους και του περιβάλλοντες χώρους µνηµείων δίνει µία ξεχωριστή προοπτική στην «αξιοποίηση» τους όταν αυτοί βρίσκονται µέσα σε επιβαρηµένες περιβαλλοντικά αστικές και βιοµηχανικές περιοχές. Πέρα από την ευεργετική επίδραση της επίσκεψης σε αυτούς αποκτούν ένα πολύτιµο ρόλο για την πόλη και τη γειτονιά. Συµµετέχοντας στο υπάρχον δίκτυο χώρων πρασίνου ελέγχουν την ατµοσφαιρική ρύπανση της ευρύτερης περιοχής και δρουν ευεργετικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων. Έλεγχος ηχορύπανσης. 254 Hackett 1979, σελ Grey & Deneke 1986, σελ Παπαδήµας 1995, σελ Ντάφης 1989, σελ. 44. Givoni 1991, σελ

98 Το περιβάλλον των αστικών αρχαιολογικών χώρων είναι ιδιαίτερα βεβαρηµένο και ενώ εµφανίζονται ότι προβάλλονται εν µέσω πλατειών και δίπλα σε κεντρικές οδικές αρτηρίες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στον εαυτό τους και αφίστανται της παρουσίας και της λειτουργίας των µε τη «βοή» της πόλης να διοχετεύεται µέσα σ αυτά 258. Η βλάστηση µπορεί να µειώσει αισθητά την ηχορύπανση σε αστικούς αρχαιολογικούς χώρους ή αυτούς κοντά σε βιοµηχανικές περιοχές και οδικές αρτηρίες. Ο ήχος 259 εξασθενίζει όταν τα κύµατα του απορροφώνται από τον αέρα ή από διάφορα αντικείµενα, ή διασπάται όταν τα κύµατα έρχονται σε επαφή µε κάποιο αντικείµενο που τα στέλνει σε διαφορετική κατεύθυνση. Η ικανότητα των φυτών να ελέγχουν τον ήχο καθορίζεται από την ένταση, τη συχνότητα και την κατεύθυνση του ήχου, όπως επίσης από τη θέση, το ύψος, το πλάτος και την πυκνότητα των φυτών 260. Η µείωση των θορύβων από τα φυτά πραγµατοποιείται µε την απορρόφηση ηχητικών κυµάτων από τα φύλλα, τους κλάδους και τους βλαστούς των δένδρων. Καταλληλότερα κρίνονται τα φυτικά είδη µε άφθονα, χονδρά, σαρκώδη φύλλα µε µίσχους 261. Τα αειθαλή είδη παρέχουν προστασία από το θόρυβο όλο το χρόνο ενώ από τα φυλλοβόλα πιο αποτελεσµατικά είναι δένδρα των οποίων το φύλλωµά τους αρχίζει χαµηλά από τη βάση του κορµού και είναι σχετικά πυκνό 262. Εκτός από τα δένδρα και τους θάµνους η παρουσία χλοοτάπητα ή άλλων φυτών εδαφοκάλυψης µειώνει αποτελεσµατικά τον ήχο σε σύγκριση µε επιφάνειες επίστρωσης µε κάποιο σκληρό υλικό 263. Η διάταξη ψηλών δένδρων σε φυτικές µάζες κοντά στην πηγή του ανεπιθύµητου ήχου έχει ικανοποιητικά αποτελέσµατα 264, ενώ έχει αποδειχθεί ότι ο συνδυασµός φυτών µε τεχνητούς λοφίσκους δίνει άριστα αποτελέσµατα στη µείωση του θορύβου, αρκεί τα φυτά κατά το 1/3 να είναι αειθαλή. Πιστεύεται, ακόµη, ότι φυτικοί φράκτες ύψους πάνω από 180 εκµ, οι οποίοι δεν επιτρέπουν οπτική επαφή µε την πηγή του θορύβου, ελαττώνουν και ψυχολογικά τα δυσάρεστα αποτελέσµατα του, έστω και αν τα φυτά τα ίδια δεν µειώνουν στην πραγµατικότητα το επίπεδο 258 Μπακιρτζής 2006, σελ. 259 Ο ήχος µεταδίδεται µε κύµατα διαφόρου µήκους τα οποία περιγράφονται ως συχνότητα, ενώ η πίεση του ήχου καταγράφεται και µετριέται µε τα ντεσιµπέλ (db). Η ένταση του ήχου, όπως συλλαµβάνεται από το ανθρωπινό αυτί, εξαρτάται από την συχνότητα και την πίεση (Τσαλικίδης 2001, σελ. 66). 260 Τσαλικίδης 2001, σελ Ντάφης 1989, σελ Τσαλικίδης 2001, σελ Hackett 1979, σελ Grey & Deneke 1986, σελ

99 έντασης και πίεσης 265. Η παρουσία βλάστησης µπορεί επίσης να «καµουφλάρει» θορύβους καθώς και η δικιά της παρουσία παράγει ήχους µε την επιρροή των καιρικών φαινοµένων και της πανίδας που φιλοξενούν, όπως το θρόισµα των φύλλων και ο έντονος ήχος από τα τζιτζίκια Αρχαιολογικές και ιστορικές παράµετροι Αρχαιολογική έρευνα και (πολιτισµικό) τοπίο Η συνεχιζόµενη εδώ και δύο αιώνες περίπου αρχαιολογική έρευνα διαµόρφωσε τον σηµερινό πλούσιο «αρχαιολογικό χάρτη» της χώρας µας 267. Μέχρι πρόσφατα η έρευνα έδινε έµφαση στη Κλασική Αρχαιότητα και στην αξιολόγηση των σχετικών γραπτών πηγών σε σχέση µε τα υλικά αρχαιολογικά κατάλοιπα. Σκοπός της ήταν να τεκµηριώσει τις γραπτές πηγές µε υλικές αποδείξεις µέσω των ανασκαφών. Η ανασκαφική σκαπάνη διατηρεί ακόµη και σήµερα τον κύριο ρόλο στην έρευνα πεδίου διότι προσφέρει τις πιο αξιόπιστες µαρτυρίες για τα δύο κύρια είδη πληροφοριών που ενδιαφέρουν τους αρχαιολόγους: - Ανθρώπινες δραστηριότητες σε µια συγκεκριµένη περίοδο του παρελθόντος. - Μεταβολές σε αυτές τις δραστηριότητες από περίοδο σε περίοδο. Οι δραστηριότητες λαµβάνουν χώρα οριζοντίως στον χώρο, ενώ µεταβολές των δραστηριοτήτων συµβαίνουν καθέτως στο πέρασµα του χρόνου. Αυτή η διάκριση ανάµεσα στις οριζόντιες «χρονικές φέτες» και στις κάθετες χρονικές ακολουθίες είναι που διαµορφώνει τη βάση µεγάλου µέρους της ανασκαφικής µεθοδολογίας 268. Η εξέλιξη της αρχαιολογικής έρευνας στις χώρες της Μεσογείου συµπεριλαµβανοµένης και της Ελλάδας πρέπει να εξεταστεί µέσα στο δεδοµένο 265 Hackett 1979, σελ Grey & Deneke, σελ Η αρχαιολογία αποτελεί τοµέα της ανθρωπολογίας και ορίζεται ως η επιστήµη που ασχολείται µε τη µελέτη του ανθρώπινου παρελθόντος µέσω των υλικών καταλοίπων του. Ανθρωπολογία είναι η µελέτη της ανθρωπότητας, των φυσικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου αλλά και των µοναδικών µη βιολογικών χαρακτηριστικών που λέγονται πολιτισµός. ιαιρείται σε βιολογική (φυσική ανθρωπολογία), πολιτισµική (κοινωνική ανθρωπολογία) και αρχαιολογία (Renfrew & Bahn 2001, σελ. 578). 268 Renfrew & Bahn 2001, σελ

100 κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο. Από τον 18 ο αιώνα και µετά η αρχαιολογία και στην Ελλάδα συνδέθηκε στενά µε τον τοµέα της ιστορίας της τέχνης, ενώ επηρεάστηκε από κινήµατα, όπως ο ροµαντισµός, αλλά και εθνικιστικές τάσεις. ιαµορφώθηκαν ιστορικές περίοδοι «µικρότερου» και «µεγαλύτερου» επιστηµονικού ενδιαφέροντος, στις οποίες και επικεντρώθηκε η ανασκαφική έρευνα. Το επικρατέστερο µοντέλο κατά τον 19 ο αιώνα είναι αυτό των εντατικών και εκτεταµένων ανασκαφών ( big-dig ) 269. ιεξήχθησαν κυρίως σε αστικές περιοχές και θρησκευτικά µνηµεία µε προσήλωση στην αποκάλυψη ευρηµάτων, στην ερµηνεία, συστηµατική οργάνωση και ταξινόµησή τους (Eικ. 47). Ωστόσο, η επικράτηση του τρόπου αυτού αρχαιολογικής έρευνας οδήγησε σε άκρατη εξειδίκευση και την απόσπαση των ανασκαµµένων χώρων από το ευρύτερο τοπιακό πλαίσιο. Μετά τον εύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο, τα περιορισµένα οικονοµικά µέσα και ο διάχυτος µεταπολεµικός ουµανισµός οδήγησε σε σταδιακή αλλαγή της αρχαιολογικής έρευνας πεδίου. Πρωτοποριακές έρευνες σε Αµερική και Ασία και η αυξηµένη τοπογραφική και γεωγραφική τεκµηρίωση της περιοχής της Μεσογείου οδήγησε στην εµφάνιση της επιφανειακής αρχαιολογικής έρευνας ως δευτερεύουσας µορφής αρχαιολογικής έρευνας πεδίου 270. Μία από τις πρώτες οργανωµένες επιφανειακές έρευνες ήταν αυτή του Τµήµατος Αρχαιοτήτων Κύπρου (Cyprus Survey) στη δεκαετία του 1950 και της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής στη Ρώµη (South Etruria Project) τις δεκαετίες 1950 και Αυτή η απόπειρα εγγραφής της ιστορίας του τοπίου έγινε σε µία εποχή που η εντατικοποίηση της γεωργίας και η αστυφιλία δηµιουργούσαν νέα δεδοµένα στην προστασία της πολιτιστικής κληρονοµιάς και µε τον τρόπο αυτό µπήκαν τα θεµέλια αυτού που επικράτησε να 269 Περισσότερα σχετικά µε τις µεγάλες ανασκαφές στην Ελλάδα στα τέλη του 19 ου αιώνα στο Hellmann 1993: «The Great German and French Excavations in Greece and Asia Minor in the Late 19 th century». 270 Μπορούν να αναγνωριστούν δύο βασικά είδη επιφανειακής έρευνας. Η µη συστηµατική και η συστηµατική. Η πρώτη προϋποθέτει το περπάτηµα του πεδίου, δηλ. την προσεκτική εξέταση του εδάφους κατά µήκος ενός µονοπατιού και την καταγραφή των σηµείων όπου βρέθηκαν τεχνουργήµατα και χαρακτηριστικά στοιχεία. Η συστηµατική έρευνα είναι αναλογικά λιγότερο υποκειµενική και προϋποθέτει ένα πλέγµα, σύµφωνα µε το οποίο η ερευνούµενη περιοχή µοιράζεται σε τοµείς και αυτοί περπατώνται συστηµατικά, κάνοντας έτσι την καταγραφή των ευρηµάτων περισσότερο ακριβή (Renfrew & Bahn 2001, σελ. 580). 100

101 λέγεται αρχαιολογία του τοπίου στη Μεσόγειο 271. Περιελάµβανε: ανασκαφή συγκεκριµένων περιοχών, παλαιοπεριβαλλοντικές µελέτες, συνδυασµό µελέτης σωζόµενων αρχαιολογικών καταλοίπων και ευρηµάτων επιφανειακής αρχαιολογικής έρευνας 272. H περιβαλλοντική αρχαιολογία είναι η πολυσύνθετη ερευνητική προσπάθεια πληρέστερης δυνατής ανασύστασης της εικόνας µιας περιοχής ως τµήµατος ευρύτερου τοπιακού πλαισίου, ώστε να µπορεί κανείς να καθορίσει το περιβάλλον, ιδωµένο από τη σκοπιά των κατοίκων της περιοχής σε διαφορετικές περιόδους. εν είναι ο άψυχος συνδυασµός διεπιστηµονικών µεθόδων, αλλά είναι µε την ευρύτερη έννοιά της η αρχαιολογική προσπάθεια ανασύνθεσης του παλαιοπεριβάλλοντος όπου έδρασε ο άνθρωπος. Έχει ως αντικείµενό της, όπως και κάθε άλλος κλάδος της αρχαιολογικής επιστήµης, τον ίδιο τον άνθρωπο, όχι µόνο ως εµβίου όντος, αλλά ως δηµιουργού πολιτισµού και φορέα συναισθηµατικών, ιδεολογικών και συµβολικών εκφράσεων 273. Στην Ελλάδα την ίδια περίπου εποχή και µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του 1970 η αρχαιολογία του τοπίου εισήχθη στην Ελλάδα µε την Minessota Messenia Expedition. Η περιφερειακή αυτή αρχαιολογική έρευνα στράφηκε σε πρωτόγνωρα για την ελληνική αρχαιολογία πεδία. Προσέγγισε τις αρχαιότητες σε ευρύτερη τοπική κλίµακα µε προσήλωση στα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της περιοχής, την κοινωνικοεθνογραφική της διάσταση και τις οικονοµικές της δυνατότητες. Ενδιαφέρθηκε για τον εντοπισµό του συνόλου των χώρων και οικισµών ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος απορρίπτοντας τον διαχωρισµό σηµαντικών και µη σηµαντικών ιστορικών περιόδων 274. Οι αρχαιολόγοι που ασχολούνται σήµερα µε την κατά τόπους αρχαιολογική έρευνα σε επίπεδο τοπίου ενδιαφέρονται όχι µόνο για το πώς οι περιορισµοί και οι φυσικοί πόροι των τοπίων επηρέασαν τις ανθρώπινες δραστηριότητες, αλλά και για το πώς οι 271 Αρχαιολογία του τοπίου: Η µελέτη µεµονωµένων χαρακτηριστικών σε µία ευρεία περιοχή, συµπεριλαµβανοµένων των οικισµών, που θεωρούνται ως αυτοτελή συστατικά µέσα σε µια ευρύτερη προοπτική του µοντέλου της ανθρώπινης δραστηριότητας (Renfrew & Bahn 2001, σελ. 578). 272 Athanassopoulos & Wandsnider 2004, σελ Stewart 1978, σελ Καραλή 1998, σελ Renfrew & Bahn 2001, σελ Athanassopoulos & Wandsnider 2004, σελ

102 ανθρώπινες δραστηριότητες αλλοίωσαν, επηρέασαν και διαµόρφωσαν το τοπίο. Η συνεργασία αρχαιολογίας και ειδικών επιστηµών της γης, όπως η γεωµορφολογία 275, επιτρέπει σήµερα να ισχυριζόµαστε µε βεβαιότητα ότι συγκεκριµένες µορφές ανθρώπινης δραστηριότητας παρήγαγαν µια δεδοµένη αντίδραση στο τοπίο. Για παράδειγµα, οι περιπτώσεις εκτεταµένης διάβρωσης µπορούν να προκύψουν όταν ραγδαίες βροχές καταστρέψουν το έδαφος σε πλαγιές λόφων που έχουν αποψιλωθεί από δάση και θάµνους. Φαίνεται έτσι ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα έχει καταστρέψει σε κάποιες περιπτώσεις το αγροτικό τοπίο, αλλά σε κάποιες άλλες το έχει διαφυλάξει, µε συντηρητικά µέτρα, όπως πεζούλες ή αρδευτικούς τάφρους για τα δένδρα 276. Τα τελευταία χρόνια στον ελλαδικό χώρο εξελίσσεται και ένα παραπλήσιο είδος έρευνας που αποκαλείται «οικολογική ιστορία» (ecological history). Αντικείµενό της η φυσιολογική, βιολογική και ανθρωπογενής διάσταση των περιβαλλοντικών αλλαγών µέσα από τη µελέτη της κλιµατικής διαφοροποίησης, της γεωλογίας και της γεωµορφολογίας. Παράδειγµα αποτελούν τα ευρωπαϊκά προγράµµατα για την ερηµοποιήση MEDALUS (Mediterranean Desertification and Land Use), τα οποία άρχισαν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 µε συντονισµό από το τµήµα Γεωγραφίας του πανεπιστηµίου University of Cambridge. Τέτοιες έρευνες διεξήχθησαν σε πολλά µεσογειακά κράτη και διάφορες περιοχές στην Ελλάδα. Στις έρευνες αυτές ο παράγοντας βλάστηση αποτελεί τον πιο δραµατικό παράγοντα (dramatis personae) της οικολογικής ιστορίας µε την εξέλιξη των καλλιεργειών και της αυτοφυούς βλάστησης ως βασικού αντικειµένου διεπιστηµονικής έρευνας. Συνεπώς η ιστορία του τοπίου που ουσιαστικά διατυπώνει η οικολογική ιστορία ξεδιπλώνεται καλύτερα µέσα από τη µελέτη συγκεκριµένων περιοχών µε τη σύγκριση της σηµερινής τους εικόνας και του πως ήταν σύµφωνα µε βάσιµες πληροφορίες ανά τους αιώνες 277. Στο πλαίσιο αυτό η βλάστηση αποτελεί τεκµήριο ιστορικής µαρτυρίας και όσον αφορά στην «οικολογική» της ιστορία το παρόν κρατά το κλειδί για την ερµηνεία του παρελθόντος Υποδιαίρεση της γεωγραφίας, που έχει ως αντικείµενο τη γένεση και τη διαµόρφωση του τοπίου (Renfrew & Bahn 2001, σελ. 579). 276 Acheson & Davis 2005, σελ Grove & Rackham 2001, σελ. 6-7, Rackham & Modddy, σελ

103 Οι ιστορικές αυτές έρευνες σε επίπεδο τοπίου δίνουν έµφαση στις αλληλεπιδράσεις των διαφορετικών στοιχείων του περιβάλλοντος και επιχειρούν την αναγνώριση τοποθεσιών και αντικειµένων ιδιαίτερης σηµασίας λόγω της µακροχρόνιας και ανεπανάληπτης διεργασίας εξέλιξής τους (π.χ. αρχαία δένδρα), την κατανόηση του τρόπου επέµβασης των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στη δηµιουργία ενός χώρου, την διαφοροποίηση των αλλαγών και των προβληµάτων σε εκείνα που ξεπεράστηκαν και σε εκείνα που ισχύουν ακόµα, και τέλος τον προσδιορισµό της πραγµατικής δυναµικής κάθε χώρου 279. Η ιστορία του τοπίου επιλαµβάνει την ιστορικότητα µιας µικρο-περιοχής, έτσι όπως αυτή εκφέρεται από τα διάφορα φυσικά και ανθρωπογενή στοιχεία που τη συνθέτουν. Το τοπίο, αγροτικό ή αστικό, λειτουργεί όπως ένα παλίµψηστο που επιτρέπει, άλλοτε µε ευκολία, άλλοτε µε δυσκολία, να αναγνώσουµε τις προγενέστερες χωροταξικές διευθετήσεις του. Το τοπίο είναι οι εγγραφές του χρόνου πάνω στο χώρο 280. Με άλλα λόγια «το τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαµβάνονται µερικοί, απλώς κάποιο σύνολο της γης, φυτών και υδάτων, είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισµού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώµατα έφτασε να καθιερώσει µιαν ορθογραφία όπου το κάθε ωµέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραµµένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, µία κατωφέρεια, µια κάθετη βράχου πάνω σε µία καµπύλη πρύµνας πλεούµενου, κυµατιστοί αµπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστερώνες και γλάστρες µε γεράνια» 281. Η θεώρηση αυτή του τοπίου ορίζει την έννοια του πολιτισµικού τοπίου. Ο πρώτος και διασηµότερος ορισµός του προέκυψε σε σχέση µε την επιστήµη της γεωγραφίας ως «ένας αυστηρά γεωγραφικός τρόπος θεώρησης του ανθρώπινου πολιτισµού» αναφέρει: «Ο πολιτισµός δρά, ο φυσικός τόπος είναι το µέσον και το πολιτισµικό τοπίο είναι το αποτέλεσµα» Grove & Rackham 2001, σελ ουκελλής 2005, σελ Ελύτης 1997, σελ «The cultural landscape is fashioned from a natural landscape by a cultural group. Culture is the agent, the natural are the medium, the cultural landscape is the result. Under the influence of a given culture, itself changing through time, the landscape undergoes development, passing through phases and probably reaching ultimately the end of its cycle of development. With the introduction of a different, alien culture, a rejuvenation of the cultural landscape sets in, or a new landscape is superimposed on remnants of the old one», 103

104 Η θεώρηση του τοπίου, ως πολιτισµικού τοπίου, συνεπάγεται και τα εξής: Το φυσικό τοπίο αποτελεί διαχρονική κληρονοµιά και ταυτόχρονα συνδυασµό της φυσικής κληρονοµιάς και της ανθρώπινης προσπάθειας. Όλα τα τοπία είναι πολιτισµικά, ή εάν υποστηρίξουµε ότι υπάρχουν και καθαρά φυσικά τοπία, τότε όλα τα ανθρωπογενή τοπία είναι πολιτισµικά. Όλα τα τοπία είναι συµβολικά, δηλαδή εκφράσεις πολιτισµικών αξιών, κοινωνικής συµπεριφοράς και προσωπικής µεµονωµένης δράσης σε ορισµένες χωρικές θέσεις στο διάστηµα µίας χρονικής περιόδου. Άρα τα πολιτισµικά τοπία µπορούν να θεωρηθούν ως αποθήκες/ δεξαµενές νοηµάτων και εννοιών που προέρχονται από τις κοινωνικές οµάδες που τα καταλαµβάνουν τώρα ή τα καταλάµβαναν στο παρελθόν. Κάθε επαφή µας µε το περιβάλλον µπορεί να θεωρηθεί επικοινωνία αυτών των εννοιών. Η επαφή µε το περιβάλλον γίνεται λόγω και µέσω του εγκεφάλου, και όχι λόγω του ότι υπάρχουν κάποια αντικειµενικά φυσικά χαρακτηριστικά από µόνα τους στη φύση. Με άλλα λόγια, στην αντίληψη του χώρου που µας περιβάλλει παίζουν σηµαντικό ρόλο το σύστηµα αξιών, οι ιστορικές καταβολές και άλλες πολιτισµικές αλλά και προσωπικές ιδιαιτερότητες 283. Όσον αφορά το τοπίο της Μεσογείου, εδώ και δεκαετίες η επικρατούσα θεωρία ήταν αυτή του «κατεστραµµένου τοπίου» ή του «χαµένου παραδείσου»: δηλαδή ότι το τυπικό µεσογειακό τοπίο είναι αποτέλεσµα µιας µεγάλης περιβαλλοντικής υποβάθµισης. Για µεγάλο χρονικό διάστηµα ακόµη και στους ιστορικούς χρόνους, η γη των µεσογειακών χωρών καλυπτόταν από υπέροχα δάση. Οι άνθρωποι υλοτόµησαν τα δάση, τα δένδρα δεν µπόρεσαν να µεγαλώσουν πάλι και τα αιγοπρόβατα εξαφάνισαν ότι απέµεινε. Το χώµα δεν συγκρατήθηκε, αποµακρύνθηκε και η γη έγινε άγονη 284. Η θεώρηση αυτή του Μεσογειακού τοπίου φέρνει στην επιφάνεια ένα από τα &io