ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ"

Transcript

1 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΑ / /ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΕ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑ i. ΑΙΟΛΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ ΙΣΧΥΟΣ 17MW ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΘΕΣΗ ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ, ΗΜΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ, ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΝΟΤΗ- ΤΑΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ ii. ΟΟΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΟΠΟΙΙΑ ΑΙΟΛΙΚΟΥ ΠΑΡΚΟΥ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2014

2 2

3 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1.0 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Εισαγωγικά στοιχεία Οµάδα µελέτης Φορέας εκτέλεσης του έργου Προσέγγιση / Περιεχόµενο / Διάρθρωση Μελέτης ΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ Εισαγωγικά στοιχεία Κύρια χαρακτηριστικά του έργου Συνοπτική αποτύπωση φυσικού περιβάλλοντος Συνοπτική περιγραφή ανθρωπογενούς περιβάλλοντος Επιπτώσεις στα µη βιοτικά χαρακτηριστικά Επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον Επιπτώσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΣΤΟΧΟΣ, ΣΗΜΑΣΙΑ, ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΜΕ ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ Ή ΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ Γεωγραφική θέση και διοικητική υπαγωγή του έργου Συνοπτική περιγραφή του έργου Στόχος, σηµασία και αναγκαιότητα του έργου Ιστορική εξέλιξη του έργου Οικονοµικά στοιχεία του έργου Συσχέτιση του έργου µε άλλα έργα ή δραστηριότητες ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ Γενικά στοιχεία τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου Αιολικό Πάρκο ίκτυο διασύνδεσης Γενικά Στοιχεία του έργου ίκτυο Μέσης Τάσης (ΜΤ) 20kV Οικίσκος ελέγχου Οδοποιία πρόσβασης στο Αιολικό Πάρκο και εσωτερική οδοποιία Γενικά στοιχεία Γεωµετρικά χαρακτηριστικά Περιγραφή της φάσης κατασκευής του έργου

4 Οι εργασίες κατασκευής του Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ και των συνοδών έργων αυτού ξεκίνησαν το 2005 και ολοκληρώθηκαν το 2006, οπότε και ξεκίνησε η λειτουργία του έργου Περιγραφή της φάσης λειτουργίας του έργου Ανώµαλες και επικίνδυνες καταστάσεις Συστήµατα Ασφαλείας Προσωπικού κατά τη λειτουργία του Α/Π Συστήµατα Ασφαλείας Εγκαταστάσεων Συστήµατα Ασφαλείας περιοίκων και επισκεπτών ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Α Περιοχή µελέτης Β Μη βιοτικά χαρακτηριστικά Β.1 Κλιµατολογικά και βιοκλιµατικά χαρακτηριστικά Β.1.1 Γενικά στοιχεία περί της περιοχής µελέτης - Κλιµατολογικοί παράγοντες Β.1.2 Κλιµατική κατάταξη Β.1.2α Κλιµατική κατάταξη κατά Köppen Β.1.2β Κλιµατική κατάταξη κατά Κοτίνη-Ζαµπάκα Β.1.3 Τοπογραφικοί παράγοντες Επιφανειακά / Ατµοσφαιρικά κατακρηµνίσµατα Επίδραση ανέµου Β.1.4α Οµβροθερµικό διάγραµµα Β.1.4β Μέθοδος βιοκλιµατικών ορόφων (Κατά Emberger) Β.2 Μορφολογικά και τοπιολογικά χαρακτηριστικά Β.2.1 Γενικά στοιχεία περί της περιοχής µελέτης Β.2.2 Αιολικό πάρκο Β.2.3 Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης Β.3 Εδαφολογικά, γεωλογικά και τεκτονικά χαρακτηριστικά Β.3.1 Γενικά στοιχεία περί της περιοχής µελέτης Β.3.2 Παλαιογεωγραφικά στοιχεία Β.3.3 Πετρώµατα και εδάφη της περιοχής µελέτης Β.3.6 Υδρογεωλογία Β.3.7 Τεκτονικά χαρακτηριστικά Β.3.7α Σεισµικά στοιχεία περιοχής µελέτης και τεκτονικά χαρακτηριστικά Β.3.7β Συντελεστής σεισµικής επιτάχυνσης εδάφους Β.3.7γ Σεισµική επικινδυνότητα σύµφωνα µε τον τύπο εδάφους Γ Φυσικό περιβάλλον Γ.1 Γενικά στοιχεία Γ.2 Ειδικές φυσικές περιοχές

5 6.Γ.3 Άλλες φυσικές περιοχές Γ.4 Περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής µελέτης Γ.4.1 Γενικά στοιχεία περί της περιοχής µελέτης Γ.4.1α Χλωρίδα-Κατηγοριοποίηση ανά ζώνες βλάστησης Γ.4.1β Είδη πανίδας πλην ορνιθοπανίδας Γ.4.1γ Ορνιθοπανίδα Γ.4.1δ Χλωρίδα-Κατηγοριοποίηση ανά ορόφους βλάστησης Γ.4.2 Αιολικό Πάρκο Γ.4.3 Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π Δ Ανθρωπογενές περιβάλλον Χωροταξικός σχεδιασµός Χρήσεις γης Αιολικό Πάρκο Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π οµηµένο περιβάλλον Ιστορικό και πολιτιστικό περιβάλλον Κοινωνικό οικονοµικό περιβάλλον Πληθυσµιακά στοιχεία Οικονοµικά στοιχεία και απασχόληση Τουρισµός Τεχνικές υποδοµές Πιέσεις στο περιβάλλον από άλλες ανθρωπογενείς δραστηριότητες Ατµοσφαιρικό περιβάλλον Ακουστικό περιβάλλον, δονήσεις, ακτινοβολίες Επιφανειακά και υπόγεια νερά Υδατικό διαµέρισµα περιοχής µελέτης Κύριες υδρολογικές λεκάνες Επιφανειακά και υπόγεια ύδατα Αξιολόγηση ποιοτικής κατάστασης επιφανειακών και υπογείων υδάτων Ε Τάσεις εξέλιξης του περιβάλλοντος Μηδενική λύση ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ (ΚΥΡΙΩΣ ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΟΩΝ ΑΥΤΟΥ ΜΕ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΑΘΡΟΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ) Μη βιοτικά χαρακτηριστικά Κλιµατολογικά και βιοκλιµατικά χαρακτηριστικά Μορφολογικά και τοπιολογικά χαρακτηριστικά Αιολικό Πάρκο Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π Εδαφολογικά, γεωλογικά και τεκτονικά χαρακτηριστικά

6 Αιολικό Πάρκο Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π Φυσικό περιβάλλον Αιολικό Πάρκο Γενικά στοιχεία Χλωρίδα Είδη πανίδας πλην ορνιθοπανίδας Επιπτώσεις στην ορνιθοπανίδα Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π Ανθρωπογενές περιβάλλον Χρήσεις γης Αιολικό Πάρκο Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π οµηµένο περιβάλλον Ιστορικό και πολιτιστικό περιβάλλον Κοινωνικο-οικονοµικό περιβάλλον Αιολικό Πάρκο Τεχνικές υποδοµές Ατµοσφαιρικό περιβάλλον Αιολικό Πάρκο Οδοποιία Υπόγεια χαντάκια καλωδίων ΜΤ εντός Α/Π Ακουστικό περιβάλλον, δονήσεις, ακτινοβολίες Αιολικό Πάρκο Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π Επιφανειακά και υπόγεια νερά Αιολικό Πάρκο Οδοποιία Υπόγεια χαντάκια καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π Εκτίµηση σωρευτικών και συνεργιστικών επιπτώσεων Μορφολογικά Εδαφολογικά Φυσικό περιβάλλον Ανθρωπογενές περιβάλλον Συνοπτική παρουσίαση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε µορφή µήτρας ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙ- ΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ Μη βιοτικά χαρακτηριστικά Κλιµατολογικά και βιοκλιµατικά χαρακτηριστικά Μορφολογικά και τοπιολογικά χαρακτηριστικά

7 8.1.3 Γεωλογικά, τεκτονικά και εδαφολογικά χαρακτηριστικά Φυσικό περιβάλλον Ανθρωπογενές περιβάλλον οµηµένο περιβάλλον Χρήσεις γης Ιστορικό και πολιτιστικό περιβάλλον Κοινωνικό-οικονοµικό περιβάλλον Τεχνικές υποδοµές Ατµοσφαιρικό περιβάλλον Ακουστικό περιβάλλον, δονήσεις, ακτινοβολίες Επιφανειακά και υπόγεια νερά Μέτρα αποκατάστασης µετά την παύση λειτουργίας του έργου ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΥΣΚΟΛΙΩΝ ΠΟΥ ΑΝΕΚΥΨΑΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΧΑΡΤΕΣ ΣΧΕΙΑ ΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΕΓΚΡΙΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΗΓΕΣ Βιβλιογραφία Πηγές από το διαδίκτυο ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV: ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V: Χάρτες - Σχέδια Τεχνικά στοιχεία Α/Γ ικαιολογητικά - Εγκρίσεις Μελέτη συµβατότητας µε ΕΠΧΣΑΑ Ειδικό Τεύχος Ελέγχου Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση 7

8 ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΠΙΝΑΚΩΝ Πίνακας 1: Εκποµπές αερίων ρύπων σταθµών ηλεκτροπαραγωγής (gr ρύπου ανά kwh), Πίνακας 2: Μέση µηνιαία και µέση ετήσια παραγωγή (kwh) Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ για επτά έτη λειτουργίας Πίνακας 3: Προϋπολογισµός έργου Πίνακας 4: Α/Π µε άδειες παραγωγής και εγκατάστασης στην ευρύτερη περιοχή Πίνακας 5: Κλιµατολογικά δεδοµένα περιοχής Βόλου (Νέα Αγχίαλος) Πίνακας 6: Τιµές µέσης µηνιαίας βροχόπτωσης και µέσης εποχιακής βροχόπτωσης σύµφωνα µε δεδοµένα του Μ.Σ Αγχιάλου (πηγή: Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία [ΕΜΥ]) Πίνακας 7: Τιµές µέσης µηναίας θερµοκρασίας καθώς και οι τιµές µέσης µέγιστης και ελάχιστης µηνιαίας θερµοκρασίας σύµφωνα µε δεδοµένα του Μ.Σ. Αγχιάλου (πηγή: Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία [ΕΜΥ]) Πίνακας 8: Φυσικά και µηχανικά χαρακτηριστικά ασβεστόλιθων Πίνακας 9: Φυσικά και µηχανικά χαρακτηριστικά βασικών και υπερβασικών εκρηξιγενών πετρωµάτων Πίνακας 10: Φυσικά και µηχανικά χαρακτηριστικά αργιλικών σχιστόλιθων και κερατόλιθων Πίνακας 11: Ζώνες Σεισµικών επιταχύνσεων σύµφωνα µε τον Αντισεισµικό Κανονισµό Πίνακας 12: Κατάταξη εδαφών από άποψη σεισµικής επικινδυνότητας σύµφωνα µε το προσχέδιο Τάσιου-Γκαζέτα Πίνακας 13: ενδρώδη είδη ευρύτερης περιοχής µελέτης Πίνακας 14: Θάµνοι και αναρριχώµενα φυτά ευρύτερης περιοχής µελέτης Πίνακας 15: Φρύγανα και ποώδη φυτά ευρύτερης περιοχής µελέτης Πίνακας 16: Θηλαστικά της ευρύτερης περιοχής µελέτης Πίνακας 17: Αµφίβια και ερπετά της ευρύτερης περιοχής µελέτης Πίνακας 18: Πληθυσµιακά στοιχεία πρώην Δήµων υπαγωγής του έργου (πηγή: ΕΣΥΕ) Πίνακας 19: Πληθυσµιακά στοιχεία Δήµου υπαγωγής του έργου βάσει ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ (Πηγή: ΕΣΥΕ) Πίνακας 20: Ηλικιακή σύνθεση πρώην Δήµων υπαγωγής του έργου (πηγή: ΕΣΥΕ) Πίνακας 21: Οικονοµικά στοιχεία πρώην Κοινότητας Ανάβρας (Πηγή: ΕΣΥΕ) Πίνακας 22: Κατάταξη αποβλήτων σύµφωνα µε τον Ευρωπαϊκό Κατάλογο Αποβλήτων (Ν /725/2006) Πίνακας 23: Συνοπτική παρουσίαση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε µήτρα Πίνακας 24: Ισχύουσα νοµοθεσία περί διαχείρισης αποβλήτων Πίνακας 25: Πίνακας χαρτών και σχεδίων που συνοδεύουν την ΜΠΕ Πίνακας 26: Πίνακας δικαιολογητικών και εγκρίσεων που συνοδεύουν τη ΜΠΕ

9 ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΕΙΚΟΝΩΝ Εικόνα 1: Πτυχίο Μελετητή Εικόνα 2: Υπεύθυνη Δήλωση Μελετητή Εικόνα 3: Θέση εγκατάστασης του Α/Π και όρια ΠΕ Μαγνησίας Εικόνα 4: Θέση εγκατάστασης του Α/Π και όρια πλησιέστερων Δήµων Εικόνα 5: Χάρτης θέσεως εγκατάστασης του Α/Π και των συνοδών έργων Εικόνα 6: Α/Π µε άδειες παραγωγής και εγκατάστασης στην ευρύτερη περιοχή Εικόνα 7: Τυπική διατοµή οδού πρόσβασης Εικόνα 8: Ροδόγραµµα συχνότητας διεύθυνσης ανέµου στη θέση του Α/Π από µετρήσεις µετεωρολογικού ιστού ύψους 20m Εικόνα 9: Ροδόγραµµα συχνότητας διεύθυνσης ανέµου στη θέση του Α/Π από µετρήσεις µετεωρολογικού ιστού ύψους 30m Εικόνα 10: Μεταβατικές κλιµατικές ζώνες κατά Κοτίνη - Ζαµπάκα Εικόνα 11: Σχηµατική απεικόνιση µεθόδου Emberger-Sauvage (Πηγή: Γ.Ν Μαυροµάτης) Εικόνα 12: Η Υποπελαγονική ζώνη Εικόνα 13: Σκαρίφηµα ρήγµατος Νέας Αγχιάλου και οι επιφανειακές εκδηλώσεις του κατά την επαναδραστηριοποίησή του από το σεισµό του Εικόνα 14: Σεισµοτεκτονικός χάρτης ευρύτερης περιοχής (ΙΓΜΕ, 1989) Εικόνα 15: Νέος χάρτης σεισµικής επικινδυνότητας Εικόνα 16: Φυσικές περιοχές ευρύτερης περιοχής µελέτης σε υπόβαθρο google earth Εικόνα 17: Ηλικιακή κατανοµή στους πρώην Δήµους υπαγωγής του έργου (πηγή: ΕΣΥΕ) Εικόνα 18: Υδατικό Διαµέρισµα Θεσσαλίας (Πηγή: ΥΠΕΧΩΔΕ) Εικόνα 19: Τελική µορφή περιοχής επέµβασης Εικόνα 20: Φάσεις κατασκευής οδού πρόσβασης Εικόνα 21: Χάρτης θέσεων λήψης φωτογραφιών

10 ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΙΑΓΡΑΜΜΑΤΩΝ Διάγραµµα 1: Θερµοκρασιακά δεδοµένα Μ.Σ. Αγχιάλου Διάγραµµα 2: Οµβροθερµικό διάγραµµα Μ.Σ. Αγχιάλου Διάγραµµα 3: Κατά είδος ποσοστιαία κατανοµή υδροφορέων στη Θεσσαλία

11 ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΕΠΟ: Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών όρων Α/Γ: Ανεµογεννήτρια Α/Ζ: Αποζεύκτης Α/Π: Αιολικό Πάρκο ΑΠΕ: Ανανεώσιµες Πηγές Ενέργειας ΓΜ: Γραµµή Μεταφοράς ΓΕΕΘΑ: Γενικό Επιτελείο Εθνικής Αµύνης ΕΗ: ηµόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισµού ΕΣΜΗΕ: ιαχειριστής Ελληνικού Συστήµατος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ΕΕ: Ευρωπαϊκή Ένωση ΕΒΑ: Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ΕΓΣΑ: Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστηµα Αναφοράς ΕΖ: Ειδική Ζώνη ιατήρησης ΕΟΑ: Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση ΕΟΤ: Ελληνικός Οργανισµός Τουρισµού ΕΠΕ: Εκτίµηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ΕΠΚΑ:Εφορεία Προϊστορικών & Κλασικών Αρχαιοτήτων ΕΡ: Εναλλασσόµενο ρεύµα ΙΓΜΕ: Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών ΙΕ: Ίδρυµα ασικών Ερευνών ΚΑΖ: Καταφύγια Άγριας Ζωής ΚΑΠΕ: Κέντρο Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας ΚΥΑ: Κοινή Υπουργική Απόφαση Μ/Σ: Μετασχηµατιστής ΜΣ Μετεωρολογικός Σταθµός ΜΑΣΜ: Μελέτη Ανάπτυξης Συστήµατος Μεταφοράς ΜΤ: Μέση Τάση ΜΠΕ: Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ΟΚΧΕ: Οργανισµός Κτηµατολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας ΟΤΕ: Οργανισµός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας Π: Προεδρικό ιάταγµα ΠΕ: Περιφερειακή Ενότητα ΠΠΕ: Προµελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων ΠΠΕΑ: Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίµηση και Αξιολόγηση ΡΑΕ: Ρυθµιστική Αρχή Ενέργειας 11

12 ΣΕΕ Σύστηµα Ελέγχου Ενέργειας ΣΡ: Συνεχές ρεύµα ΥΤ: Υψηλή Τάση Υ/Σ: Υποσταθµός ΥΑ: Υπουργική Απόφαση ΥΠΑ: Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας ΥΠΕΚΑ: Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιµατικής Αλλαγής ΧΘ: Χιλιοµετρική Θέση ΧΤ: Χαµηλή Τάση 12

13 1.0 ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1.1 Εισαγωγικά στοιχεία Η παρούσα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) γίνεται στα πλαίσια της διαδικασίας Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) του εν λειτουργία Αιολικού Πάρκου (Α/Π) ΑΛΟΓΟΡΑ- ΧΗ ονοµαστικής ισχύος 17MW στη θέση ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ του ήµου Αλµυρού της ΠΕ Μαγνησίας, των απαραίτητων έργων οδοποιίας για την πρόσβαση στο Α/Π και την διέλευση εντός αυτού. Για το συγκεκριµένο έργο οι περιβαλλοντικοί όροι έχουν λήξει από τις σύµφωνα µε την υπ αριθµ. 2328/ Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων και την υπ αριθµ. 3256/ τροποποίηση αυτής. Ως εκ τούτου και σύµφωνα µε την Εγκύκλιο οικ. ΕΥ- ΠΕ/203188/ του ΥΠΕΚΑ περί διευκρινίσεων σχετικά µε την ανανέωση (παράταση ι- σχύος) Αποφάσεων Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων, κατά τα οριζόµενα στις παραγράφους 2 και 3, απαιτείται εκ νέου υποβολή Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για την διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότης του έργου. Σκοπός του έργου είναι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από εκµετάλλευση της αιολικής ενέργειας, σύµφωνα µε τις διατάξεις των Ν. 2244/94, 2773/99, 3468/2006 και Ν.3851/2010. Η αιολική ενέργεια εντάσσεται στις Ανανεώσιµες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) η εκµετάλλευση των οποίων δε ρυπαίνει το περιβάλλον και βοηθά σηµαντικά στη µερική απεξάρτηση της χώρας µας από τα συµβατικά καύσιµα µε όλα τα οικονοµικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη που αυτή συνεπάγεται. Επιπρόσθετα, οι κατευθυντήριες οδηγίες που έχει εκδώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), λαµβάνοντας υπόψη της τις προσταγές του πρωτοκόλλου του Κιότο, έχουν ως στόχο τη σε µεγάλο ποσοστό διείσδυση της αιολικής ενέργειας στην εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή. Τα υπό εξέταση έργα κατατάσσονται, βάσει της Υπουργικής Απόφασης περί κατάταξης έργων και δραστηριοτήτων (ΥΑ Α.Π. 1958/ /ΥΠΕΚΑ), στις εξής κατηγορίες: i. Το Α/Π υπάγεται στην 10 η Οµάδα (Ανανεώσιµες Πηγές Ενέργειας α/α 1: Ηλεκτροπαραγωγή από αιολική ενέργεια) και ειδικότερα στην Υποκατηγορία Α2 (συνολική ισχύς <25MW ε- ντός δικτύου Natura 2000). ii. Τα έργα οδοποιίας αποτελούν συνοδά έργα και ακολουθούν την κατηγορία του κυρίως έργου, εποµένως εντάσσονται στην Υποκατηγορία Α2. Κατά συνέπεια, η αρµόδια αρχή για την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου είναι είναι η ιεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασµού της Αποκεντρωµένης ιοίκησης Θεσσαλίας. 13

14 Πρέπει να σηµειωθεί ότι ο φορέας κατασκευής του έργου (GAMESA ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΕΛΛΑΣ) είχε α- δειοδοτήσει και εγκαταστήσει και το δίκτυο ΜΤ για τη διασύνδεση του Α/Π στον Υ/Σ της Στυλίδας. Εντούτοις, κατόπιν της οριστικής παραλαβής της γραµµής ΜΤ από τη ΕΗ το εκέµβριο του 2005, η εταιρεία του έργου δεν υποχρεούται στην ανανέωση και επανέκδοση των περιβαλλοντικών όρων της γραµµής διασύνδεσης. 1.2 Οµάδα µελέτης Η παρούσα µελέτη συντάχθηκε στα πλαίσια των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων (ΚΥΑ) υπ αρ και / /ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΕ. Η οµάδα µελέτης που εργάστηκε για την εκπόνηση της παρούσας ΜΠΕ είναι η παρακάτω: ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΡΟΣ ιπλ. Μηχανολόγος Μηχ/κος ΕΜΠ, MSc, Μελετητικό Πτυχίο Β Τάξης Κατηγ. Β9-Β27, Υπεύθυνος µελέτης ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ ΕΛΕΝΗ Περιβαλλοντολόγος Πανεπιστήµιο Αιγαίου ΓΑΒΑΛΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ιπλ. Τοπογράφος Μηχ/κος ΕΜΠ ΑΜΒΑΤΖΗΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ασολόγος Περιβαλλοντολόγος ΑΠΘ - Μελετητικό Πτυχίο Α Τάξης Κατηγ. Α24-Α27 ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΧΙΟΝΙΑ ασολόγος Περιβαλλοντολόγος ΑΠΘ - Μελετητικό Πτυχίο Α Τάξης Κατηγ. Α24-Α27 Αρµόδιος για την παροχή πληροφοριών είναι ο κος Αλέξανδρος Παρασκευόπουλος µε τα κάτωθι στοιχεία επικοινωνίας: ιεύθυνση: Ριζαρείου 3, Χαλάνδρι, Αθήνα Τηλέφωνο: Fax: Ηλεκτρονική διεύθυνση: Στις σελίδες που ακολουθούν παρατίθεται αντίγραφο του Μελετητικού Πτυχίου καθώς και υπεύθυνη δήλωση για την ισχύ του από τον υπεύθυνο της µελέτης. 14

15 Εικόνα 1: Πτυχίο Μελετητή 15

16 Εικόνα 2: Υπεύθυνη Δήλωση Μελετητή 16

17 1.3 Φορέας εκτέλεσης του έργου Ο Κύριος των Έργων (φορέας εκτέλεσης και λειτουργίας) είναι η εταιρεία Χ.ΡΟΚΑΣ Α.Β.Ε.Ε. µε νόµιµους εκπροσώπους τον Πρόεδρο και /ντα Σύµβουλο κο Α.Τσαντίλα µε τα εξής στοιχεία επικοινωνίας: ιεύθυνση: Ριζαρείου 3, Χαλάνδρι, Αθήνα Τηλέφωνο: Fax: ιαδικτυακός τόπος: Ηλεκτρονική διέυθυνση: Ο Όµιλος Ρόκα δραστηριοποιείται σήµερα µε επιτυχία τόσο στον κλάδο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, κυρίως από Αιολικό υναµικό, όσο και στον κλάδο των Ηλεκτροµηχανολογικών Έργων µε εξειδίκευση στα ανυψωτικά µηχανήµατα, στις σύνθετες µεταλλικές κατασκευές και σε ενεργειακά έργα. Την περίοδο , η εταιρεία κατασκεύασε τα πρώτα Α/Π για λογαριασµό της ΕΗ. Κατόπιν (1998), κατασκεύασε το πρώτο ιδιωτικό Α/Π στην Ελλάδα ισχύος 10,2MW στη Σητεία της Κρήτης, ανοίγοντας έτσι το δρόµο για την ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα µας. Σήµερα η εταιρεία κατέχει ηγετική θέση στην αγορά των ΑΠΕ και σηµαντική τεχνογνωσία και εξειδίκευση στον παραδοσιακό κλάδο των ηλεκτροµηχανολογικών έργων. Ειδικότερα στην αιολική ενέργεια, έχει κατασκευάσει πέντε Α/Π για τη ΕΗ (Χίος, Ψαρά, Σάµος, Άνδρος και Λέσβος) και δεκαοκτώ (18) Α/Π συνολικής ισχύος 281,5MW για θυγατρικές της εταιρείες στην Ελλάδα και την Κύπρο, µε άριστα αποτελέσµατα, συνεπέστατη εφαρµογή χρονοδιαγραµµάτων και αδιάλειπτη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της τάξεως των εκατοµµυρίων kwh, από το 1992 και εντεύθεν. Παράλληλα, από το 2001 λειτουργεί το πρώτο Φωτοβολταϊκό Πάρκο (Φ/Β) στην Ελλάδα, ισχύος 171,6 kw στην Κρήτη, ενώ έχει κατασκευάσει και λειτουργεί Φ/Β συνολικής ισχύος 6,2MW. Όσον αφορά στα συνοδά έργα, η εταιρεία έχει µελετήσει και κατασκευάσει πλήθος δασικών οδών για την πρόσβαση στα Α/Π καθώς και εναέριες και υπόγειες γραµµές Μέσης Τάσης (ΜΤ) 20kV. Επιπλέον, έχει κατασκευάσει δύο Γραµµές Μεταφοράς (ΓΜ) 150kV µήκους 5km και 8km αντίστοιχα για τα Α/Π της στην περιοχή της Ροδόπης. Η εταιρεία έχει στην ιδιοκτησία της και λειτουργεί ένα σύγχρονο βιοµηχανοστάσιο στην Τρίπολη που της επιτρέπει να αναλαµβάνει έργα υψηλών απαιτήσεων συνδυάζοντας παραγωγικό- 17

18 τητα υψηλού επιπέδου, εµπειρία και εξειδικευµένο προσωπικό. Ενδεικτικά αναφέρονται οι κάτωθι κατηγορίες έργων στις οποίες έχει συµµετάσχει η εταιρεία: Υδροηλεκτρικοί Σταθµοί Παραγωγής. Θερµοηλεκτρικοί Σταθµοί Παραγωγής. Μηχανήµατα Ορυχείων. Βαριά και Σύνθετα Μηχανήµατα Λιµανιών. Μεταφορικές Ταινίες. Γερανοί και Γερανογέφυρες. Αιολικά Πάρκα. Στα τέλη του 2004, οι βασικοί µέτοχοι της εταιρείας συµφώνησαν για την πώληση ποσοστού της στην εταιρεία Iberdrola Energias Renovables II SA (100% θυγατρική της Ισπανικής Iberdrola SA) και σήµερα η Iberdrola κατέχει το σύνολο της εταιρείας. Πλέον, η Χ.ΡΟΚΑΣ ΑΒΕΕ είναι µέλος του Οµίλου Iberdrola, ενός από τους µεγαλύτερους ενεργειακούς οµίλους στον κόσµο, ο οποίος κατέχει την πρώτη θέση παγκοσµίως στην αιολική ενέργεια, µε έργα ΑΠΕ εγκατεστηµένης ισχύος άνω των MW. Με παράδοση πλέον των 100 ετών, οι υπηρεσίες της Iberdrola SA στην παραγωγή, µεταφορά και διανοµή ενέργειας εξυπηρετούν περισσότερους από 16 εκ. πελάτες σε Ευρώπη και Νότια Αµερική. Η συµφωνία µε την Iberdrola SA αναµένεται να συµβάλλει σηµαντικά στην υλοποίηση των στόχων της εταιρείας, αφού θα ενδυναµώσει τη θέση της στην ενεργειακή αγορά και θα προωθήσει την η περαιτέρω ανάπτυξή της τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. 1.4 Προσέγγιση / Περιεχόµενο / Διάρθρωση Μελέτης Το θέµα της εκτίµησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τον σχεδιασµό και την υλοποίηση έργων τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται ιδιαίτερα σηµαντικό. Η αύξηση της τεχνολογίας προκάλεσε την εµφάνιση πληθώρας περιβαλλοντικών προβληµάτων σχετιζόµενα µε έργα, ενώ παράλληλα η µείωση της «φέρουσας ικανότητας» σηµαντικών οικοσυστηµάτων, οδήγησαν στην µετατόπιση του βάρους της περιβαλλοντικής προστασίας από την εφαρµογή της αρχής της αποκατάστασης στην ιδιάζουσας σηµασίας αρχή της πρόληψης. Η εν λόγω αρχή υλοποιείται κατά κύριο λόγο µέσω της εκτίµησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ), βασικός µηχανισµός της οποίας αποτελεί και η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). 18

19 Βασικός στόχος µιας ΜΠΕ είναι η αναγνώριση, η περιγραφή και η αξιολόγηση των πιθανών περιβαλλοντικών επιπτώσεων του υπό εξέταση έργου και η καταγραφή συγκεκριµένων προτάσεων για την αντιµετώπισή τους. Η παρούσα µελέτη συντάχθηκε στα πλαίσια των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων (ΚΥΑ): Υπ αριθµ / /ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΕ («Διαδικασία Προκαταρκτικής Εκτίµησης και Αξιολόγης (ΠΠΕΑ) και Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ)έργων Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) σύµφωνα µε το άρθρο 4 του Ν.1650/1986 όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 2 του Ν.3010/2002») και Υπ αριθµ / /ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΕ («Περιεχόµενο, δικαιολογητικα και λοιπά στοιχεία των Προµελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΠΠΕ), των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) καθώς και συναφών µελετών περιβάλλοντος έργων Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ)») Το περιεχόµενο και η διάρθρωση της µελέτης ανά κεφάλαιο παρουσιάζεται παρακάτω: Στο Κεφάλαιο 1 δίνονται εισαγωγικά στοιχεία για το έργο, το φορέα εκτέλεσης του και την οµάδα που εκπονεί την παρούσα µελέτη. Στο Κεφάλαιο 2 παρατίθεται η µη τεχνική περίληψη του έργου. Στο Κεφάλαιο 3 παρουσιάζεται η γεωγραφική θέση και η διοικητική υπαγωγή του έργου, αναλύονται ο στόχος, η σηµασία και η αναγκαιότητα του καθώς και η ιστορική του εξέλιξη. Επίσης, παρατίθενται οικονοµικά στοιχεία για το έργο ενώ γίνεται συσχέτιση του µε άλλα έργα ή δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή µελέτης που δύνανται να επιφέρουν σωρευτικές επιπτώσεις. Στο Κεφάλαιο 4 γίνεται αναλυτική περιγραφή του Α/Π και των συνοδών έργων αυτού, καθώς και της φάσης λειτουργίας τους. Επίσης, αναλύονται οι τρόποι αντιµετώπισης πιθανών ανώµαλων και επικίνδυνων καταστάσεων που ενδέχεται να παρουσιαστούν. Στο Κεφάλαιο 5 αναφέρονται οι εναλλακτικές λύσεις που στην περίπτωση του υπό µελέτη έργου δεν βρίσκουν εφαρµογή καθώς πρόκειται για εν λειτουργία έργο. Στο Κεφάλαιο 6 αναλύεται η κατάσταση του περιβάλλοντος της περιοχής του έργου τόσο από πλευράς φυσικού περιβάλλοντος όσο και από την πλευρά του ανθρωπογενούς. 19

20 Στο Κεφάλαιο 7 γίνεται η εκτίµηση και αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την λειτουργία του Α/Π και των συνοδών έργων αυτού, µε εκτίµηση των συνεργιστικών επιπτώσεων από το σύνολο του έργου αλλά και από γειτνιάζοντα έργα που ενδεχοµένως δρουν σωρευτικά. Στο Κεφάλαιο 8 παρατίθενται προτεινόµενα µέτρα και τρόποι µείωσης ή και εξάλειψης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του έργου. Στο Κεφάλαιο 9 παρουσιάζονται οι περιβαλλοντικοί όροι που προτείνεται να διέπουν τη λειτουργία του υπό εξέταση έργου. Στο Κεφάλαιο 10 περιγράφονται οι δυσκολίες που ανέκυψαν κατά την εκπόνηση της µελέτης. Επιπλέον, η µελέτη περιλαµβάνει τα παρακάτω Παραρτήµατα: Στο Παράρτηµα Ι περιλαµβάνονται όλοι οι απαιτούµενοι χάρτες και τα τοπογραφικά διαγράµµατα για την λεπτοµερή αποτύπωση του υπό εξέταση έργου. Στο Παράρτηµα ΙΙ δίδονται οι αναλυτικές τεχνικές περιγραφές των Α/Γ (από επίσηµα έντυπα της κατασκευάστριας εταιρείας Gamesa Aeolica S.A.). Στο Παράρτηµα III παρατίθενται οι εγκρίσεις γνωµοδοτήσεις που έχει λάβει µέχρι σήµερα το έργο. Στο Παράρτηµα IV το Ειδικό Τεύχος Ελέγχου της Συµβατότητας του έργου µε το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασµού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΠΧΣΑΑ) για τις ΑΠΕ (ΚΥΑ υπ α- ριθµ / , ΦΕΚ Β, 2464). Στο Παράρτηµα V επισυνάπτεται η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ), η απαίτηση εκπόνησης για την οποία προκύπτει από τον Ν. 4014/2011. και την ΚΥΑ υπ αριθµ. Η.Π. 8353/276/Ε103 (ΦΕΚ Β 415/ ) 20

21 2.0 ΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ 2.1 Εισαγωγικά στοιχεία Για την επιλογή της θέσης του υπό µελέτη έργου, πέραν του αιολικού δυναµικού ελήφθησαν υπόψη η δοµή και η σύσταση του φυσικού περιβάλλοντος, οι υφιστάµενες χρήσεις γης, η γειτνίαση µε οικισµούς και άλλα δοµικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία, καθώς και µε χώρους αρχαιολογικής και πολιτιστικής σηµασίας. Επιπλέον, καταβλήθηκε προσπάθεια, κατά το σχεδιασµό του έργου, να αξιοποιηθούν κατά το δυνατόν, υφιστάµενα οδικά δίκτυα για την ελαχιστοποίηση των επεµβάσεων στο περιβάλλον. Έτσι, το υπό µελέτη, εν ελιτουργία Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ έχει τα εξής χαρακτηριστικά: Το υπό εξέταση Α/Π συνολικής ισχύος 17ΜW έχει εγκατασταθεί στο ορεινό τµήµα της Όθρυος, στην οµώνυµη θέση. ιοικητικά υπάργεται στο ήµο Αλµυρού ΠΕ Μαγνησίας και κύριος του έργου είναι η εταιρεία Χ. ΡΟΚΑΣ ΑΒΕΕ. Το έργο αυτό κατατάσσεται στην 10 η Οµάδα βάσει της Υπουργικής Απόφασης (ΥΑ) Α.Π. 1958/ /ΥΠΕΚΑ, και ειδικότερα στη 2 η Υποκατηγορία της 1 ης Κατηγορίας (συνολική ισχύς <25MW εντός δικτύου Natura 2000), οπότε την περιβαλλοντική αδειοδότηση του Α/Π αναλαµβάνει η ιεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασµού της Αποκεντρωµένης ιοίκησης Θεσσαλίας. Οι θέσεις εγκατάστασης ικανοποιούν τα απαιτούµενα κριτήρια καθώς παρουσιάζουν το απαραίτητο αιολικό δυναµικό, η απόστασή τους από τους πλησιέστερους οικισµούς είναι αρκετά µεγαλύτερη από τα όρια που έχουν τεθεί από τη νοµοθεσία, βρίσκονται εκτός αρχαιολογικών χώρων, περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, η οπτική όχληση στους πλησιέστερους οικισµούς είναι µικρή ενώ η ακουστική όχληση µηδενική. Ο χρόνος λειτουργίας έχει καθοριστεί στα είκοσι (20) έτη και µπορεί να ανανεωθεί από τη Ρυθµιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ). Η κατασκευή και η λειτουργία του Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ έχει επιφέρει θετικές κοινωνικές και οικονοµικές συνέπειες για την τοπική κοινωνία δεδοµένου ότι για την κατασκευή του, κατά την πάγια τακτική της εταιρείας, έγιναν προσλήψεις τοπικών υπεργολάβων, ενώ ως προσωπικό λειτουργίας προσλήφθηκαν νέοι, µόνιµοι κάτοικοι της περιοχής. Ακόµη, ποσό µέχρι ποσοστού 1% επί της, προ ΦΠΑ, τιµής πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ αποδίδεται στους οικιακούς καταναλωτές εντός των διοικητικών ορίων των ηµοτικών ή Τοπικών Κοινοτήτων στις ο- ποίες είναι εγκατεστηµένο το Α/Π, µέσω πίστωσης των λογαριασµών ηλεκτρικής ενέργειας. 21

22 Επιπρόσθετα, ποσοστό της τάξης του 1,7% επί των ακαθάριστων εσόδων από την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας καταβάλλεται δια νόµου ως ανταποδοτικό τέλος στο ήµο Αλµυρού Μαγνησίας. Εν κατακλείδι, προκύπτει ότι η λειτουργία του υπό εξέταση Α/Π συνολικής ισχύος 17MW όχι µόνο δεν επιφέρει δυσµενείς επιπτώσεις στο φυσικό και στο ανθρωπογενές περιβάλλον της περιοχής αλλά αντιθέτως, πέραν των αδιαµφισβήτητων περιβαλλοντικών και οικονοµικών οφελών που προσφέρει στη χώρα, βοηθά εµπράκτως και στην ενίσχυση της τοπικής κοινωνίας. 2.2 Κύρια χαρακτηριστικά του έργου Το Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ αποτελείται από 20 Α/Γ ισχύος 0,850MW έκαστη. Οι ανεµογεννήτριες έ- χουν κατασκευαστεί από την εταιρεία Gamesa Eolica SA. Η θέση του Α/Π βρίσκεται περίπου 44km νοτιοδυτικά από τον Βόλο και 27km νοτιοδυτικά της Νέας Αγχιάλου. Οι πλησιέστεροι οικισµοί είναι η Ανάβρα σε απόσταση περίπου 3,5km, το Νεοχώρι σε απόσταση 4,5km περίπου, το Λογγίτσι σε απόσταση 6km περίπου. Οι 20 Α/Γ και τα συνοδά έργα οδοποιίας χωροθετούνται στο Αλµυρού της ΠΕ Μαγνησίας. Το χαντάκι ΜΤ εκτείνεται επι της εσωτερικής οδοποιίας. Για την εγκατάσταση του βοηθητικού εξοπλισµού που εξασφαλίζει τη λειτουργία και τον έλεγχο του Α/Π, έχει κατασκευαστεί κατάλληλο κτίριο ελέγχου µε συνολικό εµβαδόν περίπου 130m². Η κορυφογραµµή εγκατάστασης παρουσιάζει ποικίλο προσανατολισµό και µέσο υψόµετρο ε- γκατάστασης περί τα 1.535m πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Η πρόσβαση στις θέσεις αυτές γίνεται µέσω υφιστάµενου δρόµου ο οποίος ξεκινά βορείως του οικισµού της Ανάβρας, προεγγίζοντας την κορυφογραµµή από τις βόρειες πλαγιές του έργου. Η εσωτερική οδοποιία του Α/Π είναι χωµάτινη και έχουν πλάτος περί τα 5m, σε συνολικό µήκος περίπου 8.056,67m. Το υπόγειο χαντάκι καλωδίων, διέρχεται επί των υφιστάµενων οδών του έργου. Για την έγχυση της παραγόµενης ενέργειας στο Σύστηµα Μεταφοράς έχει κατασκευαστεί εναέρια ΜΤ η οποία οδηγεί την παραγόµενη ενέργεια στον Υ/Σ της Στυλίδας, σε απόσταση περίπου 14,5km νοτίως του Α/Π. 2.3 Συνοπτική αποτύπωση φυσικού περιβάλλοντος Η περιοχή µελέτης αφορά σε τµήµα της οροσειράς και συγκεκριµένα σε εκτάσεις που τοποθετούνται στο κεντροανατολικό µέρος. Πρόκειται εποµένως για αµιγώς ορεινή ζώνη, καθώς τα 22

23 υψόµετρα φτάνουν ως τη βαθµίδα των 1.650m περίπου. Η οροσειρά δηµιουργεί ένα πολύπλοκο τοπιολογικό ανάλυφο µε πολλές και µεγάλες διακυµάνσεις στα υψόµετρα. Η εναλλαγή των υ- ψοµετρικών βαθµίδων είναι εξαιρετικά συχνή διαµορφώνοντας πολλές κορυφές αλλά και πολλαπλές κορυφογραµµές στις απολήξεις των πρανών. Η ίδια ποικιλοµορφία συνοδεύει και τον προσανατολισµό του αναγλύφου, συνθέτοντας πρανή που στο σύνολό τους καλύπτουν σχεδόν όλες τις εκθέσεις. Εντούτοις, τουλάχιστον στο τµήµα της οροσειράς που µελετάται, δεν εντοπίζονται τοπιολογικές τραχύτητες και απότοµοι σχηµατισµοί ακόµη και στις περιπτώσεις που επικρατούν βραχώδεις αποκαλύψεις του µητρικού πετρώµατος. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά έ- χουν ως αποτέλεσµα έναν ποικιλόµορφο µεν, αλλά όχι τραχύ τοπιολογικό ορίζοντα. Το στοιχείο που προσδίδει την εντονότερη διαφοροποίηση στην εικόνα του τοπίου είναι η συχνή απότοµη εναλλαγή των πετρωµάτων από ασβεστόλιθους σε κερατόλιθους η οποία συνοδεύεται από ι- σχυρή χρωµατική αντίθεση. Οι κλίσεις των πρανών µπορούν να χαρακτηριστούν από µέτριες έως µεγάλες και τοπικά στην ευρύτερη περιοχή µεταξύ των πρανών έως και απότοµες. Το µέσο υψόµετρο εγκατάστασης των Α/Γ είναι 1.535m πάνω από το επίπεδο της θάλασσας ενώ, σε ορισµένες θέσεις της κορυφογραµµής, δηµιουργούνται µικρά πλατώµατα. Η πρόσβαση στις περισσότερες κορυφογραµµές στην περιοχή γίνεται από το βόρειο µέρος της Όθρυος κυρίως για λόγους διευκόλυνσης της άσκησης της κτηνοτροφίας επηρεάζοντας και µορφοποιώντας το ευρύτερο οικοσύστηµα. Ωστόσο, αν και το δίκτυο των χωµατόδροµων είναι σχετικά πυκνό, η αφοµοίωσή τους στην φυσιογνωµία του τοπίου συµβαίνει σε τέτοιο βαθµό ώ- στε το περιβάλλον και τα µορφολογικά στοιχεία του παραµένουν, σχεδόν, αδιατάρακτα. Η διαµόρφωση του οικοσυστήµατος, µέσω των κλιµατικών παραγόντων και της ανθρώπινης δραστηριότητας αποτυπώνεται στην εξάπλωση και το είδος των φυτικών ζωνών, υποζωνών και αυξητικών χώρων. Τα πρανή καλύπτονται από είδη που απαντώνται συνήθως σε χαµηλότερες, υψοµετρικά, ζώνες βλάστησης µε τρόπο όµως που αναµιγνύονται µε τον ποολιβαδικό ή και δασολιβαδικό χαρακτήρα των εκτάσεων αυτών. Η πυκνότητα, επίσης παρουσιάζει τις δικές της διακυµάνσεις χωρίς όµως να συγκροτεί έντονες οµαδοπαγείς κοινωνίες φυτών που προκαλούν την διάσπαση του τοπίου. Αποτέλεσµα των παραπάνω, σε συνδυασµό µε την επίδραση της βόσκησης και των κλιµατικών συνθηκών, είναι η ασαφής οριοθέτηση της εξάπλωσης των εκάστοτε αυξητικών χώρων του οικοσυστήµατος. Οι ενίοτε, φαινοµενικές, διαφορές στην εικόνα της οικοσυστηµικής συνέχειας της βλάστησης αποδίδονται στις εναλλαγές της σύστασης του εδάφους µεταξύ βραχωδών εξάρσεων και κερατολιθικών διαπλάσεων, όπως ήδη αναφέρθηκε. Το υπό εξέταση Α/Π αφορά σε τρεις διακριτές θέσεις κατά µήκος της κορυφογραµµής οι οποίες χαρακτηρίζονται από τοπικά πλατώµατα και ήπιες ή µικρές κλίσεις. Οι θέσεις αυτές δεν περι- 23

24 γράφονται από τοπογραφικές διαφορές σε σχέση µε την περιβάλλουσα περιοχή. Οι πλέον κυρίαρχες οµάδες φυτικών διαπλάσεων είναι οι κέδροι και οι σχηµατισµοί αείφυλλων πλατύφυλλων. Στις υπό εξέταση θέσεις η συνύπαρξη ποολιβαδικού τύπου βλάστησης µε, συνήθως, χαµηλούς κέδρους και σποραδικά βραχόφιλη χασµοφυτική βλάστηση υποδηλώνει τη συνδυασµένη δράση διαφόρων παραγόντων σε ένα οερινό οικοσύστηµα. Η ασυνέχεια που παρατηρείται στις υπό εξέταση θέσεις στην εξάπλωση της δρυός οφείλεται πιθανότατα στη µακροχρόνια επίδραση κλιµατολογικών συνθηκών, κυρίως κατά τη διάρκεια του χειµώνα, καθώς και στις διάφορες ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Οι κύριοι τύποι οικοτόπων στην περιοχή µελέτης είναι: 1. ιαπλάσεις δρυός (Quercus cerris, Q. pubescens, Q.conferta) σε µέτριες ή και πυκνότερες διατάξεις οι οποίες αναµιγνύονται άλλοτε µε καρποφόρα, άλλοτε µε διάφορα αείφυλλα πλατύφυλλα όπως επίσης, µε κέδρους και φτέρη στον υποόροφο. Ο τύπος αυτός απαντάται συνήθως στα χαµηλά των πρανών και σε µεγαλύτερες πυκνότητες στις βαθιές πτυχώσεις µεταξύ των πρανών. 2. Πυκνές συστάδες θαµνωδών αείφυλλων πλατύφυλλων µε επικράτηση του πουρναριού (Quercus coccifera) 3. ασολιβαδικού τύπου εκτάσεις, συχνά σε ακανόνιστες πυκνότητες, µε θαµνώδεις, δενδρώδεις τύπους και ποολιβαδική κάλυψη πλησίον της κορυφογραµµής 4. Ποολοβαδικές εκτάσεις επί της κορυφογραµµής, κατά τόπους συνοδευόµενες από βραχώδεις εξάρσεις και από µεγαλύτερη ποικιλότητα αγρωστωδών και ψυχανθών ειδών Στην περιοχή µελέτης δεν υπάρχει κάποια θεσµοθετηµένη περιοχή που να υπάγεται σε διατάξεις που προστατεύουν Ειδικές φυσικές περιοχές, όπως Εθνικοί ρυµοί, περιοχές RAMSAR ή Ειδικές Ζώνες ιατήρησης του δικτύου Natura Βρίσκεται όµως εντός των ορίων της Ζώνης Ειδικής Προστασίας για την Ορνιθοπανίδα µε ονοµασία ΌΡΟΣ ΌΘΡΥΣ, ΒΟΥΝΑ ΓΚΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΦΑΡΑΓΓΙ ΠΑΛΑΙΟΚΕΡΑΣΙΑΣ, η οποία εντάχθηκε στο δίκτυο Natura τον Ιανουάριο Ειδική αναφορά στην εν λόγω ΖΕΠ γίνεται στην ΕΟΑ που επισυνάπτεται στο Παράρτηµα V. Η έκταση στη οποία εγκαθίσταται το Α/Π είναι διακατεχόµενη δασική. Οι θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ βρίσκονται εκτός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου και εκτός Γενικού Πολεοδοµικού Σχεδίου, εγκεκριµένου η προτεινόµενου, ενώ η απόστασή της από τα όρια των πλησιέστερων οικισµών είναι πολύ µεγαλύτερη των 500m. Επίσης, στην ευρύτερη περιοχή δεν υφίσταται θεσµοθετηµένος παραδοσιακός οικισµός. Τέλος, ουδεµία γεωργική, κτηνοτροφική ή βιοµηχανική χρήση έχει θεσµοθετηθεί στη θέση εγκατάστασης του Α/Π. Σχετικά µε τα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα, στις θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ αλλά και στις θέσεις κατασκευής των συνοδών έργων της οδοποιίας και της ΜΤ, δεν παρατηρήθηκαν σηµα- 24

25 ντικές πηγές ή επιφανειακές απορροές που θα µπορούσαν να επηρεαστούν από το έργο, πέραν των ευκαιριακών και εποχικών απορροών µεταξύ των πτυχώσεων των πρανών του βουνού. 2.4 Συνοπτική περιγραφή ανθρωπογενούς περιβάλλοντος Σε σχέση µε το ανθρωπογενές και δοµηµένο περιβάλλον, η θέση εγκατάστασης βρίσκεται περίπου 44km νοτιοδυτικά του Βόλου και 27km νοτιοδυτικά της νέας Αγχιάλου και ο πλησιέστερος οικισµός είναι η Ανάβρα σε απόσταση περίπου 3,5km Η ελάχιστη απόσταση νέας διανοιχθείσας οδού από τα όρια του κοντινότερου οικισµού της Ανάβρας είναι 3,5km και το ίδιο ισχύει για το υπόγειο χαντακιού καλωδίων ΜΤ το οποίο διέρχεται επί των οδών. Ο Υ/Σ της Στυλίδας στον οποίο πραγµατοποιείται η τελική σύνδεση του έργου µέσω εναέριας γραµµής ΜΤ, η οποία πλέον έχει περάσει στην κυριότητα της ΕΗ, βρίσκεται σε απόσταση 14,5km νοτίως του Α/Π. Στις θέσεις εγκατάστασης του Α/Π και των συνοδών έργων, δεν υπάρχουν µνηµεία ιστορικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος, οπότε το έργο δεν σχετίζεται µε την παραµικρή επίπτωση στο ιστορικό και πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής. 2.5 Επιπτώσεις στα µη βιοτικά χαρακτηριστικά Η λειτουργία του έργου δεν επιφέρει ουδεµία αλλαγή στα κλιµατολογικά και βιοκλιµατικά χαρακτηριστικά της άµεσης και της ευρύτερης περιοχή µελέτης. Στα µορφολογικά και τοπιολογικά χαρακτηριστικά το θέµα της οπτικής όχλησης αποκτά υποκειµενική σηµασία και στην πραγµατικότητα ο βαθµός θέασης των Α/Γ από τους πλησιέστερους οικισµούς εξαρτάται από ένα πλήθος παραγόντων, κυρίως τοπογραφικού χαρακτήρα. Στην ά- µεση περιοχή µελέτης, οι ανθρωπογενείς επεµβάσεις αφορούν στην άσκηση της κτηνοτροφίας επηρεάζοντας κατά αυτόν τον τρόπο τον τοπογραφικό χαρακτήρα πέριξ του Α/Π. εν εντοπίζονται µεγάλα αρχιτεκτονικά ή δοµηµένα συγκροτήµατα και η παρουσία του ανθρώπινου στοιχείου επιβεβαιώνεται µόνο από την κτηνοτροφία. Όλα τα προηγούµενα σε συνδυασµό µε την α- πουσία έντονου και τραχέος ανάγλυφου, συνθέτουν ένα οµοιογενές, αµιγώς, ορεινό τοπίο και αφήνουν την αίσθηση των αποµακρυσµένων εκτάσεων. Εντούτοις, οι τοπογραφικοί και µετεωρολογικοί παράµετροι καθορίζουν, αντικειµενικά, το βαθµό θέασης των Α/Γ από τους περιβάλ- 25

26 λοντες οικισµούς, οι οποίοι όµως βρίσκονται σε µεγάλη απόσταση (άνω των 3,5km). Στην περιοχή δεν εντοπίζονται άλλα σηµεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, όπως για παράδειγµα αρχαιολογικοί χώροι, που πιθανόν να θίγονταν από την παρουσία των Α/Γ. Επιπλέον, από την ευρύτερη περιοχή απουσιάζουν άλλα έργα παρόµοιας τεχνολογίας που θα µπορούσαν να επιφέρουν σωρευτικές επιπτώσεις. Στην παραπάνω θεώρηση της οπτικής των Α/Γ πρέπει να συνυπολογιστούν ο σχεδιασµός και οι χρωµατισµοί των Α/Γ που ελαχιστοποιούν περαιτέρω την οπτική επαφή από τις δοµηµένες περιοχές. Όλα τα παραπάνω, συµπληρώνει το γεγονός ότι η εγκατάσταση των Α/Γ δεν έχει, µέχρι στιγµής, ούτε πρόκειται να διαταράξει τις υφιστάµενες χρήσεις γης στην περιοχή γεγονός που βοηθά στην ένταξή τους στο τοπίο. Τελικά, είναι, πράγµατι, δυνατή η οπτική επαφή του Α/Π από τους γύρω οικισµούς περιµετρικά των θέσεων εγκατάστασης, αλλά οι αποστάσεις των περισσότερων από αυτούς σε συνδυασµό µε την τοπογραφική διαµόρφωση, το βαθµό ορατότητας αναλογικά µε τις καιρικές συνθήκες καθώς και την αφοµοιώσιµη, από το τοπίο, όψη των Α/Γ καθιστούν το θέµα της θέασης των Α/Γ εξαιρετικά περιορισµένο και εξαρτώµενο από τις εκάστοτε συνθήκες. Εν κατακλείδι, οι επιπτώσεις από τη λειτουργία του Α/Π στα τοπιολογικά και µορφολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής µπορούν να θεωρηθούν ασθενείς αρνητικές, µακροχρόνιας διάρκειας και πλήρως αναστρέψιµες, ενώ, δεν υπάρχει θέµα σωρευτικής δράσης από την ύπαρξη άλλων παρόµοιων έργων. Από εδαφολογικής πλευράς, θα υπάρχουν µικρές και σηµειακές επιπτώσεις λόγω της φυσικής παρουσίας του έργου. Συγκεκριµένα πρόκειται για την τελική διαµόρφωση του περιβάλλοντος γύρω από τη θέση εγκατάστασης κάθε µηχανής. Η αποκατάσταση του εδάφους και η φυσική αναχλόαση έχει λειτουργήσει για την αφοµοίωση των επεµβάσεων αυτών από το περιβάλλον. Οι διανοιχθέντες δρόµοι και τα υπόγεια χαντάκια καλωδίων ΜΤ προκαλούν µόνιµες αλλαγές στην τοπογραφία και το ανάγλυφο του εδάφους.ωστόσο, οι αλλαγές στο ανάγλυφο και την µορφολογία, ακολουθούν κατά το δυνατόν την κλίση του εδάφους και έτσι εξασφαλίζονται οι λιγότερες δυνατόν επιπτώσεις στη δοµή του αναγλύφου. Το υπόγειο χαντάκι καλωδίων βρίσκεται εντός του καταστρώµατος της οδού κατά συνέπεια πρόκειται για µια µεταβολή εξαιρετικά µικρής κλίµακας. Εν τέλει, οι επιπτώσεις αυτές κρίνονται ως ασθενείς αρνητικές, βραχυχρόνιες, µερικώς αναστρέψιµες και πλήρως αντιµετωπίσιµες. Με εξαίρεση την επιπρόσθετη παρουσία δρόµων στο φυσικό ανάγλυφο, ουδεµία άλλη επίπτωση αναµένεται σωρευτικά στην περιοχή 26

27 2.6 Επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον Το υπό εξέταση έργο εκµεταλλεύεται την αιολική ενέργεια η οποία αποτελεί µία καθαρή µορφή ενέργειας δεδοµένου ότι από τη λειτουργία των Α/Π δεν εκλύονται αέρια, υγρά ή στερεά απόβλητα που µε κάποιο τρόπο να µολύνουν τον αέρα, το έδαφος ή τον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής. Επίσης, δε γίνεται χρήση οποιασδήποτε άλλης συµβατικής µορφής ενέργειας. Κατά συνέπεια δεν αναµένονται επιπτώσεις στη χλωρίδα της περιοχής από τη λειτουργία του Α/Π. Κατά τη φάση λειτουργίας του έργου ενδέχεται ένα µικρό µέρος της πανίδας να επηρεάζεται από την πηγή θορύβου πέριξ των Α/Γ αλλά και το φωτισµό τους, για λόγους ασφάλειας των πτήσεων, µε αποτέλεσµα την αποµάκρυνσή τους από τον χώρο του Α/Π. Η κυκλοφορία των ο- χηµάτων και η φυσική παρουσία του προσωπικού λειτουργίας θεωρείται ως επιπρόσθετη µεν, ασθενής δε, πηγή όχλησης για τη διερχόµενη και διαβιώσα πανίδα. Κατά συνέπεια, θεωρούµε ότι οι δυνητικές επιπτώσεις από τη λειτουργία του έργου στην πανίδα της περιοχής είναι ασθενείς αρνητικές, µακροχρόνιες και πλήρως αναστρέψιµες. Για τις επιπτώσεις από τη λειτουργία του Α/Π στην ορνιθοπανίδα της περιοχής όπως έχει καταδειχθεί µέσω της πλειάδας των βιβλιογραφικών αναφορών αλλά και των καταγραφών σε εν λειτουργία Α/Π, µπορούν να χαρακτηριστούν ως ιδιαίτερα ασθενείς αρνητικές. Επειδή όµως το έργο δυο χρόνια περίπου µετά την έναρξη λειτουργίας του εντάχθηκε στο δίκτυο Natura2000 ως ΖΕΠ τον Ιανουάριο του 2008, απαιτείται πλέον η εκπόνηση Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) η οποία επισυνάπτεται στο Παράρτηµα V. 2.7 Επιπτώσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον Η κατασκευή και η λειτουργία του Α/Π δεν πρόκειται να επηρεάσει τις υφιστάµενες χρήσεις γης. Η θέση εγκατάστασης χρησιµοποιείται αποκλειστικά για τη διέλευση και βοσκή βοοειδών και προβλέπεται να συνεχιστεί ανεµπόδιστα καθώς το 99% της γης που φιλοξενεί το Α/Π παρα- µένει ελεύθερο προς χρήση. Για τη θέση του Α/Π δεν προβλέπεται σηµερινή ή µελλοντική σχεδίαση διαχείρισης ή αναψυχής στα πλαίσια της δασικής νοµοθεσίας. Τα χαρακτηριστικά των διανοιχθέντων οδών αλλά και του χαντακιού ΜΤ, η έκταση κατάληψής τους και η χρήση για την οποία προορίζονται (εσωτερική οδική και ηλεκτρική σύνδεση Α/Γ) δεν επιφέρουν αλλοιώσεις στις υφιστάµενες χρήσεις των εκτάσεων από τις οποίες διέρχονται. Τα όρια του πλησιέστερου οικισµού (Ανάβρα) βρίσκονται σε απόσταση µεγαλύτερη των 500m από τις θέσεις εγκατάστασης του Α/Π, οι οποίες βρίσκονται εκτός Πολεοδοµικού Σχεδίου εγκε- 27

28 κριµένου προτεινόµενου και κατά συνέπεια το υπό εξέταση έργο δεν έχει επιπτώσεις στο δοµη- µένο περιβάλλον της περιοχής. Το ίδιο ισχύει και για τα συνοδά έργα της οδοποιίας και της ΜΤ. Στις θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ, της διέλευσης της οδοποιίας και του υπόγειου χαντακιού της ΜΤ, δεν εντοπίζονται στοιχεία ιστορικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος, εποµένως το Α/Π και τα συνοδά έργα αυτού, δεν επιφέρουν την παραµικρή επίπτωση στο πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής µελέτης. Οι επιπτώσεις στο κοινωνικό οικονοµικό περιβάλλον της περιοχής µελέτης χαρακτηρίζονται ως θετικές για τους κατοίκους της περιοχής. Κατά τη φάση της κατασκευής χρησιµοποιήθηκαν εργολάβοι, εργατικό δυναµικό και µηχανήµατα από τις γύρω περιοχές, ενώ, κατά τη φάση λειτουργίας έχουν προσληφθούν µόνιµοι τεχνικοί από την τοπική κοινωνία για τη λειτουργία και συντήρηση του ηλεκτροµηχανολογικού εξοπλισµού. Επίσης, το 1,7% των ακαθάριστων εσόδων από την πώληση της ηλεκτρικής ενέργειας καταβάλλεται δια νόµου ως ανταποδοτικό τέλος στο ήµο Αλµυρού Μαγνησίας. Το Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ παράγει ετησίως ,948ΜWh, ενέργεια αρκετή για να καλύψει τις ετήσιες ανάγκες 6,182 νοικοκυριών και να εξοικονοµήσει 27,013 τόνους διοξειδίου του άνθρακα (CO 2 ) ετησίως. Οι τεχνικές υποδοµές και τα υφιστάµενα δίκτυα κοινής ωφέλειας της ευρύτερης περιοχής δεν επηρεάζονται από την λειτουργία του Α/Π και των συνοδών έργων αυτού. Η λειτουργία του Α/Π δεν συνοδεύεται από αρνητικές επιπτώσεις στο ατµοσφαιρικό περιβάλλον της περιοχής, λαµβάνοντας υπόψη ότι οι όποιες κινήσεις οχηµάτων εντός του Α/Π για την εκτέλεση εργασιών συντήρησης και επισκευών των Α/Γ θεωρούνται αµελητέες. Συνεπώς, σε τοπικό επίπεδο, η λειτουργία του Α/Π δεν επιφέρει καµία επίπτωση στο ατµοσφαιρικό περιβάλλον. Σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο όµως, η εκµετάλλευση της αιολικής ενέργειας έχει ισχυρές θετικές επιπτώσεις λόγω της υποκατάστασης των συµβατικών καυσίµων (λιγνίτης, πετρέλαιο), την αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή και τη µείωση των εκποµπών αερίων του θερµοκηπίου στην ατµόσφαιρα. Επιπλέον,η λειτουργία των συνοδών έργων οδοποιίας και ΜΤ δεν επιφέρει επιπτώσεις στο α- τµοσφαιρικό περιβάλλον της περιοχής, δεδοµένης και της µεγάλης απόστασής τους από κατοικηµένους οικισµούς. Το ίδιο συµβαίνει και µε το ακουστικό περιβάλλον. Στη φάση λειτουργίας του Α/Π, ο θόρυβος πού παράγεται από τη λειτουργία των Α/Γ βρίσκεται εντός των επιτρεπόµενων, από το Π 28

29 1180/81, ορίων, ενώ ο πλησιέστερος οικισµός του Πετρόλοφου λόγω της απόστασης από την περιοχή λειτουργίας του έργου, δεν υπόκεινται σε κανενός είδους θορύβους. Επιπλέον, ο σχεδιασµός των νέας γενιάς Α/Γ, έχει γίνει κατά τέτοιο τρόπο ώστε η ακουστική όχληση πρακτικά να εκµηδενίζεται σε µικρή απόσταση από το Α/Π. Τέλος, σε ότι αφορά τους υδατικούς πόρους της περιοχής µελέτης, δεν θίγονται καθ ουδένα τρόπο από τη λειτουργία του Α/Π και των συνοδών έργων αυτού. 29

30 3.0 ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΣΤΟΧΟΣ, ΣΗΜΑΣΙΑ, ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟ- ΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΜΕ ΑΛΛΑ ΕΡΓΑ Ή ΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ 3.1 Γεωγραφική θέση και διοικητική υπαγωγή του έργου Το σύνολο του Α/Π και των συνοδών έργων των διανοιχθέντων ή βελτιωµένων οδών πρόσβασης (εξωτερικής και εσωτερικής οδικής σύνδεσης) υπάγεται διοικητικά στο ήµο Αλµυρού της Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας. Εικόνα 3: Θέση εγκατάστασης του Α/Π και όρια ΠΕ Μαγνησίας 30

31 Εικόνα 4: Θέση εγκατάστασης του Α/Π και όρια πλησιέστερων Δήµων Ο ήµος Αλµυρού είναι ο µεγαλύτερος ήµος της ΠΕ Μαγνησίας και βρίσκεται στο νότιο µισό των ορίων της. Συνορεύει στα βόρεια µε τους ήµους Ρήγα Φεραίου και Βόλου, στα νότια µε την ΠΕ Φθιώτιδας και στα δυτικά βορειοδυτικά µε την ΠΕ Λάρισας. Η ανατολική πλευρά του ήµου βρέχεται από τον Παγασητικό κόλπο. Η θέση του έργου βρίσκεται σε κορυφογραµµές οι οποίες αποτελούν τµήµα της κεντρικής οροσειράς της Όθρυος στην οµώνυµη θέση ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ, όπως αυτή απεικονίζεται στην παρακάτω Εικόνα. Η θέση εγκατάστασης βρίσκεται περίπου 44km νοτιοδυτικά της πόλης του Βόλου, 27km νοτιοδυτικά της Αγχιάλου και 14km βόρεια της Στυλίδας.. Όσον αφορά την απόσταση του υπό εξέταση Α/Π (απόσταση κοντινότερης Α/Γ) από τα όρια των πλησιέστερων οικισµών: Από τον οικισµό της Ανάβρας απέχει 3,5km περίπου Από τον οικισµό του Νεοχωρίου απέχει 4,5km περίπου Από τον οικισµό Λογγίτσι απέχει 6km περίπου 31

32 Το µέσο υψόµετρό των θέσεων εγκατάστασης των Α/Γ είναι 1.535m, µε ελάχιστο υψόµετρο τα 1.428m και µέγιστο 1.649m. Στις παρακάτω Εικόνες παρατίθενται χάρτες της θέσης εγκατάστασης του Α/Π και των συνοδών έργων. Εικόνα 5: Χάρτης θέσεως εγκατάστασης του Α/Π και των συνοδών έργων (µε κόκκινο χρώµα η εσωτερική οδοποιία, µε πράσινο χρώµα το υπόγειο δίκτυο ΜΤ, µε κίτρινο χρώµα οι πλατείες εγκατάστασης των Α/Γ) Για την οδική πρόσβαση πλησίον των θέσεων εγκατάστασης χρησιµοποιείται η παρακάτω διαδροµή: Εξερχόµενοι από την Εθνική Οδό Λαµίας Λάρισας στη διασταύρωση για την επαρχιακή οδό Ξυνιάδας Αλµυρού πριν το οµοκό, ακολουθείται πορεία προς τον οικισµό της Ανάβρας. Όσον αφορά τον τρόπο προσπέλασης της περιοχής εγκατάστασης αυτή γίνεται από υφιστάµενη δασική οδό η οποία επιτρέπει την πρόσβαση στο υπό µελέτη Α/Π. Είναι η δασική οδός «Ανάβρα Φρετζάτο Τρυπούλες Γεωργατζή Μπαϊράµια - Προφήτης Ηλίας» ασ. συµπλέγµατος Ό- 32

33 θρυς. Μέσω αυτής της οδού ξεκίνησε η οδοποιία πρόσβασης και η εσωτερική οδοποιία του Α/Π που συνδέει οδικά τις θέσεις όλων των Α/Γ. 3.2 Συνοπτική περιγραφή του έργου Η εγκατάσταση αποτελεί έργο ΑΠΕ της οποίας πρωτογενή µορφή ενέργειας είναι η Αιολική. Η κινητική ενέργεια του ανέµου µετατρέπεται µέσω των πτερυγίων της Α/Γ σε µηχανική ενέργεια στον κύριο άξονα χαµηλών στροφών της Α/Γ. Εν συνεχεία, η µηχανική ενέργεια µετατρέπεται σε ηλεκτρική µέσω της ηλεκτρικής γεννήτριας. Οι Α/Γ συνδέονται µεταξύ τους µέσω ηλεκτρικής γραµµής ΜΤ 20kV και τελικά µε Υ/Σ ανύψωσης τάσης 20/150kV µέσω του οποίου το Α/Π συνδέεται µε το Σύστηµα Μεταφοράς. Το Α/Π αποτελείται από είκοσι (20) Α/Γ ισχύος 0,85MW. Οι Α/Γ τοποθετούνται σε διάταξη ό- πως φαίνεται στην παραπάνω Εικόνα. Η µέση απόσταση µεταξύ τους είναι 198m και η διάταξή τους ποικίλει ακολουθώντας τον προσανατολισµό των κορυφογραµµών. Η εγκατάσταση αποτελεί τυπική εφαρµογή µετατροπής µηχανικού έργου σε ηλεκτρική ενέργεια µέσω περιστρεφόµενης ατράκτου και ηλεκτρογεννήτριας. Η ιδιαιτερότητα της εγκατάστασης έγκειται στο γεγονός ότι το µηχανικό έργο προσφέρεται αποκλειστικά από τον άνεµο, χωρίς τη διεξαγωγή καµίας άλλης λειτουργίας που θα µπορούσε ενδεχοµένως να αποτελέσει πηγή ρύπανσης. 3.3 Στόχος, σηµασία και αναγκαιότητα του έργου Η αιολική ενέργεια αποτελεί την πιο γρήγορα αναπτυσσόµενη ΑΠΕ στην Ευρώπη µε µέσο ετήσιο ρυθµό ανάπτυξης µεγαλύτερο του 20%, ποσοστό το οποίο µπορεί να συγκριθεί µόνο µε την ανάπτυξη της βιοµηχανίας ηλεκτρονικών υπολογιστών και του τοµέα των τηλεπικοινωνιών. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας µε την αξιοποίηση του αιολικού δυναµικού της κάθε χώρας, προάγει σε πρακτικό πλέον επίπεδο την πολυσυζητηµένη έννοια της αειφόρου ανάπτυξης. Η αειφόρος ανάπτυξη ορίζεται ως «η ανάπτυξη η οποία καλύπτει τις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να υποβιβάζει την ικανότητα των µελλοντικών γενεών για να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες». Στις ηµέρες µας, η παραπάνω έννοια αποτελεί προτεραιότητα σε παγκόσµια κλίµακα και σχετίζεται εκτός των άλλων άµεσα µε τη µείωση κατανάλωσης των φυσικών µη ανανεώσιµων πόρων. 33

34 Η ατµοσφαιρική ρύπανση καθώς και οι εκποµπές του διοξειδίου του άνθρακα CO 2 και των υπολοίπων αερίων του θερµοκηπίου, οι οποίες προέρχονται από την κατανάλωση ορυκτών πόρων για την παραγωγή ενέργειας, αποτελούν σηµαντική απειλή για την ισορροπία του περιβάλλοντος σε παγκόσµιο επίπεδο. Η συνδιάσκεψη για το περιβάλλον τον εκέµβριο 2007 στο Μπαλί µεταξύ των άλλων προέβλεψε ότι χωρίς την δραστική µείωση των εκποµπών των αερίων του θερµοκηπίου και χωρίς την ουσιαστική συνεργασία των κρατών για την προαγωγή των εναλλακτικών µορφών παραγωγής ενέργειας, αναµένεται ένταση του φαινόµενου των κλιµατικών αλλαγών που ήδη βιώνουµε. Η εκµετάλλευση της αιολικής ενέργειας έχει ως παράγωγο µόνο ηλεκτρική ενέργεια χωρίς έ- κλυση αερίων, υγρών ή στερεών αποβλήτων. Παράλληλα αποτελεί µία αποκεντρωµένη µορφή ενέργειας µε την οποία επιτυγχάνεται αφενός ο περιορισµός εκποµπών ρύπων αερίων του θερ- µοκηπίου (για τα οποία τα κράτη-µέλη της ΕΕ θα κληθούν να πληρώσουν υψηλά πρόστιµα) και αφετέρου η κατά το δυνατόν απεξάρτηση της χώρας µας από τα εισαγόµενα συµβατικά καύσιµα (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) µε όλα τα οικονοµικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη που αυτή συνεπάγεται. Επιπλέον σήµερα, λόγω του επιπέδου τιµών στο οποίο κινείται το πετρέλαιο, µε βάση οικονοµικά και µόνο κριτήρια, η αιολική ενέργεια καθίσταται ανταγωνιστική σε σχέση µε τα συµβατικά καύσιµα, χωρίς να συνυπολογίζεται το περιβαλλοντικό όφελος που συνεπάγεται η χρήση της. Με την παραγωγή κάθε κιλοβατώρας (kwh) από εκµετάλλευση ανανεώσιµων πηγών ενέργειας αποφεύγεται η έκλυση στην ατµόσφαιρα 1kgr περίπου διοξειδίου του άνθρακα (CO 2 ) βάσει του ελληνικού ενεργειακού µείγµατος. Επιπρόσθετα, η χρήση ΑΠΕ συνεπάγεται αποφυγή εκποµπών άλλων επικινδύνων ρυπών όπως τα οξείδια του αζώτου (ΝΟx), τα µικροσωµατίδια, οι ενώσεις του θείου κ.α σύµφωνα µε τον πίνακα που ακολουθεί: Περιοχή CO 2 SO 2 CO NO x HC Σωµατίδια Περιοχές διασυνδεδεµένες µε το ,5 0,18 1,2 0,05 0,8 ηπειρωτικό ηλεκτρικό δίκτυο Μη διασυνδεδεµένα νησιά 1062,5 19,4 0,18 1,5 0,05 1 Πίνακας 1: Εκποµπές αερίων ρύπων σταθµών ηλεκτροπαραγωγής (gr ρύπου ανά kwh), Πηγή: Οδηγός Ενεργειακών Επενδύσεων, ΥΠΑΝ, Σεπτέµβριος 2002 Η ΕΕ στηρίζει έµπρακτα τη σε µεγάλο βαθµό διείσδυση της αιολικής ενέργειας, και γενικότερα όλων των ΑΠΕ, στο ενεργειακό ισοζύγιο των κρατών µελών. Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Ιανουάριο του 2008, ορίζει δεσµευτικά µέτρα για την ανάπτυξη των ΑΠΕ. Συγκεκρι- µένα, ο νέος στόχος µέχρι το 2020 (γνωστός και ως , δηλ. µέχρι το 2020: α) 20% συµ- 34

35 µετοχή των ΑΠΕ στη συνολική ενεργειακή κατανάλωση της ΕΕ και β) 20% µείωση των εκποµπών αερίων του θερµοκηπίου σε σχέση µε το 1990), προβλέπει για την Ελλάδα 18% συµµετοχή των ΑΠΕ στην τελική ενεργειακή κατανάλωση της χώρας έως το Το παραπάνω ποσοστό µεταφράζεται σε διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή σε ποσοστό 35%. Σε εθνικό επίπεδο, το Συµβούλιο Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής (ΣΕΕΣ) µε την έκθεση που εκδόθηκε την άνοιξη του 2008 («Μέτρα και µέσα για µια βιώσιµη και ανταγωνιστική ενεργειακή πολιτική»), προβλέπει παραγωγή ενέργειας από µονάδες ΑΠΕ (πέραν των µεγάλων υδροηλεκτρικών) ίσης µε 3.150GWh το 2010, GWh το 2015 και GWh το 2020, σηµαντικό ποσοστό των οποίων θα προέρχεται από σε αιολικές εγκαταστάσεις (εκτίµηση εγκατεστηµένης ισχύος από Α/Π ίσης µε 8.000MW περίπου για το 2020). Ακόµη, µε το νόµο περί «Επιτάχυνσης της ανάπτυξης των Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας για την αντιµετώπιση της κλιµατικής αλλαγής» (Ν.3851/ ΦΕΚ Α 85) προβλέπεται περαιτέρω αύξηση της συµµετοχής των ΑΠΕ στην τελική ενεργειακή κατανάλωση (20% από 18% που όριζε η Ευρωπαϊκή οδηγία), ενώ το ποσοστό διείσδυσης των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή προβλέπεται να είναι κατ ελάχιστο 40% έως το Ειδικότερα για την αιολική ενέργεια η επιδιωκόµενη εγκατεστηµένη ισχύς για το 2020 ανέρχεται σε 7.500MW, όπως προκύπτει από την ΥΑ.αριθ. Α.Υ./Φ1/οικ.19598/ (ΦΕΚ Β 1630). Σήµερα, τα εγκατεστηµένα Α/Π ξεπερνούν τα 1.700MW σε ισχύ. Γίνεται λοιπόν φανερή η σηµασία και η αναγκαιότητα περαιτέρω στήριξης της πολιτείας για την ανάπτυξη έργων εκµετάλλευσης της αιολικής ενέργειας στη χώρα µας, όπως το υπό εξέταση έργο. Ειδικότερα για το Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ, αυτό καλύπτει τις προδιαγραφές µιας βιώσιµης επένδυσης, βοηθώντας παράλληλα στην επίτευξη του εθνικού στόχου για τις ΑΠΕ, ενώ από την άλλη πλευρά οι επιπτώσεις που επιφέρει είναι µικρής κλίµακας και σκοπός της παρούσας µελέτης είναι η ανάδειξη και η κατά το δυνατόν ελαχιστοποίησή τους. Στον Παρακάτω Πίνακα φαίνεται η µέση µηνιαία παραγωγή από το έτος έναρξης λειτουργίας του Α/Π (2006) ως το τέλος του 2012: Μέση µηνιαία παραγωγή Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑ- ΧΗ (kwh) ΙΑΝ ΦΕΒ ΜΑΡ ΑΠΡ ΜΑΙ ΙΟΥΝ ΙΟΥΛ ΑΥΓ ΣΕΠ ΟΚΤ ΝΟΕ ΕΚ Πίνακας 2: Μέση µηνιαία και µέση ετήσια παραγωγή (kwh) Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ για επτά έτη λειτουργίας 35

36 3.4 Ιστορική εξέλιξη του έργου Το Υπουργείο Ανάπτυξης εξέδωσε απόφαση για τη χορήγηση άδειας παραγωγής στο Α/Π ΑΛΟ- ΓΟΡΑΧΗ ήµου Αλµυρού, το 2001, και συγκεκριµένα για 17MW στην εταιρεία ΓΚΑΜΕΣΑ ΕΝΕΡ- ΓΕΙΑΚΗ ΕΛΛΑΣ ΑΕ. Τον Ιούλιο του 2004 η άδεια παραγωγής τροποποιήθηκε ως προς το φορέα του έργου και περιήλθε στην εταιρεία ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΛΟΓΟΡΑΧΗΣ ΑΕ. Τον εκέµβριο του ίδιου έτους η άδεια παραγωγής τροποποιήθηκε εκ νέου, λόγω αλλαγής στη διοικητική υπαγωγή του έργου. Το Α/Π αναφέρεται πλέον στο ήµο Ανάβρας Μαγνησίας. Τέλος, υπήρξε και τρίτη τροποποίηση τον Απρίλιο του 2007, λόγω µεταβολής στη µετοχική σύνθεση του κατόχου. Για την εγκατάσταση του έργου, η ιεύθυνση Προστασίας ασών και Φυσικού Περιβάλλοντος, το Μάιο του 2003 ενέκρινε επέµβαση σε ιακατεχόµενη ασική έκταση, η οποία τροποποιήθηκε το 2005 κατόπιν της Απόφασης Έκδοσης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) τον Αύγουστο του 2003, λόγω: - Αλλαγής επωνυµίας της κατόχου εταιρείας - Αλλαγή του τύπου των Α/Γ (από G52 σε G58) - Αλλαγής εµβαδού οικίσκου ελέγχου - Αλλαγής συνολικούς εµβαδού επέµβασης Για τους ίδιους λόγους η Απόφαση Έκδοσης Περιβαλλοντικών Όρων είχε τροποποιηθεί νωρίτερα, τον Αύγουστο του Αµέσως µετά την Απόφαση ΕΠΟ του 2003, η Περιφέρεια Θεσσαλίας προχώρησε στη χορήγηση άδειας εγκατάστασης, η οποία, επίσης, ακολούθησε τις λοιπές τροποποιήσεις λόγω αλλαγής του φορέα του έργου και του τύπου των Α/Γ. Εν τω µεταξύ, κατά τον Οκτώβριο του 2004 εγκρίθηκε και η οριστική µελέτη βελτίωσης δασικού δρόµου για την πρόσβαση στο Α/Π καθώς και η διάνοιξη δασικών δρόµων για τη σύνδεση των Α/Γ. Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε τον Ιούλιο του 2005 προκειµένου να αντιµετωπιστούν τεχνικά ζητήµατα που προέκυψαν κατά τις εργασίες κατασκευής των έργων µε σκοπό τη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος. Παράλληλα η εταιρεία κατέθεσε µελέτη εργασιών α- ναδάσωσης και αποκατάστασης της βλάστησης των θέσεων στις οποίες διαταράχθηκε η βλάστηση κατά την κατασκευή, η οποία εγκρίθηκε το Σεπτέµβριο του Εν τέλει, το Σεπτέµβριο του 2006 χορηγήθηκε στο έργο Άδεια λειτουργίας για 17 MW στην εταιρεία ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΛΟΓΟΡΑΧΗΣ ΑΕ της Κοινότητας Ανάβρας, µε 20 Α/Γ G58, 850MW έκαστη. 36

37 Το ιστορικό αυτό του έργου,πιστοποιείται από τις κάτωθι εγκρίσεις και γνωµοδοτήσεις, οι ο- ποίες παρατίθενται ανά είδος και χρονολογική σειρά: Η µε αρ. πρωτ. 6/Φ17.091/2919/ Άδεια Παραγωγής του Υπουργείου Ανάπτυξης Η µε αρ. πρωτ. 6/Φ17.091/11487/ τροποποίηση της Άδειας Παραγωγής Η µε αρ. πρωτ. 6/Φ17.091/18262/ τροποποίηση της Άδειας Παραγωγής Η µε αρ. πρωτ. 6/Φ17.091/οικ.8582/ τροποποίηση της Άδειας Παραγωγής Η µε αρ. πρωτ. 2328/ Απόφαση Έκδοσης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) της ιεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Θεσσαλίας Η µε αρ. πρωτ. 3256/ τροποποίηση της ΑΕΠΟ Η µε αρ. πρωτ /4058/ Έγκριση Επέµβασης της ιεύθυνσης Προστασίας ασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας Η µε αρ. πρωτ. 1147/ Τροποποίηση της Έγκρισης Επέµβασης της ιεύθυνσης ασών Περιφέρειας Θεσσαλίας Η µε αρ. πρωτ. 1863/ Άδεια Εγκατάστασης της ιεύθυνσης Σχεδιασµού και Α- νάπτυξης της Περιφέρειας Θεσσαλίας Η µε αρ. πρωτ. 3070/ τροποποίηση της Άδειας Εγκατάστασης. Η µε αρ. πρωτ. 5465/ έγκριση Οριστικής Μελέτης βελτίωσης και διάνοιξης δασικού δρόµου της ιεύθυνσης ασών Περιφέρειας Θεσσαλίας. Η µε αρ. πρωτ. 3884/ τροποποίησης της Οριστικής Μελέτης βελτίωσης και διάνοιξης δασικού δρόµου. Η µε αρ. πρωτ. 4751/ έγκριση Οριστικής Μελέτης εργασιών αναδάσωσης και αποκατάστασης της ιεύθυνσης ασών Περιφέρειας Θεσσαλίας Η µε αρ. πρωτ. 2635/ Άδεια Λειτουργίας της ιεύθυνσης Υδάτων Περιφέρειας Θεσσαλίας 37

38 Για το φορέα του έργου ακολούθησαν ακόµη δύο µεταβολές στα επόµενα χρόνια, και το έργο πλέον ανήκει εξολοκλήρου στην εταιρεία Χ.ΡΟΚΑΣ ΑΒΕΕ, γεγονός που πιστοποιείται από τα επισυναπτόµενα έγγραφα σύµβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας και την βεβαίωση της ΡΑΕ περί µεταβολής στοιχείων. Αντίγραφα των παραπάνω γνωµοδοτήσεων παρατίθενται στο Παράρτηµα III. 3.5 Οικονοµικά στοιχεία του έργου Το συνολικό κόστος κατασκευής του έργου ανήλθε σε k Στον παρακάτω Πίνακα αναλύεται το κόστος επένδυσης σε ποσοστό επί του συνολικού προϋπολογισµού. Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ ΚΟΣΤΟΣ ΕΠΕΝΥΣΗΣ Κόστος / MW Σύνολο % H/M εξοπλισµός , % Μελέτες κι αδειοδότηση 62 1, % Έργα υποδοµής & Π.Μ , % Ηλεκτρολογικός εξοπλισµός % Επίβλεψη - διάφορα 89 1, % Μερικό κόστος 1,091 18, % Κόστος διασύνδεσης (Υ/Σ) 118 2, % Ηλεκτρολογικά έργα(γραµµή 75 1, % ΜΤ) Κόστος γης % 222 3, % Συνολικό κόστος κατασκευής 1,313 22, % Πίνακας 3: Προϋπολογισµός έργου Ειδικότερα, οι δαπάνες για τα έργα προστασίας περιβάλλοντος έχουν ως εξής: Εγκατάσταση υπόγειου δικτύου Μέσης Τάσης (ΜΤ) στο εσωτερικό δίκτυο του Α/Π για τη σύνδεση των ανεµογεννητριών. Επιπλέον επανεπίχωση των καναλιών µε προϊόντα εκσκαφής για την επάνοδο της φυσικής κατάστασης της επιφάνειας. Οι επιπλέον δαπάνες λόγω κατασκευής υπογείου δικτύου ανήλθαν σε για τα κανάλια και για τα καλώδια. ιαµόρφωση του χώρου επεµβάσεων (διαµόρφωση επιφανειών αποκατάστασης, πλήρωση κενών µε αδρανή υλικά, επικάλυψη µε φυτική γη) και παράλληλα κατασκευή χώρου ανα- 38

39 ψυχής σε παρακείµενη θέση του έργου. Το παραπάνω κόστος αποκατάστασης ανήλθε σε Κατασκευή του οικίσκου ελέγχου µε κεραµοσκεπή, επένδυση εξωτερικής τοιχοποιίας µε πέτρα και επιλογή βαφής όλων των εξωτερικών τµηµάτων του οικίσκου µε χρώµατα του φυσικού περιβάλλοντος. Το κόστος κατασκευής του οικίσκου µε τις παραπάνω προδιαγραφές ανήλθε σε Συσχέτιση του έργου µε άλλα έργα ή δραστηριότητες Στην ευρύτερη περιοχή δεν υπάρχουν εν λειτουργία παρόµοια έργα ή δραστηριότητες οι οποίες δύνανται να δράσουν σωρευτικά µε το υπό εξέταση έργο. Εξαίρεση αποτελούν τα υπό αδειοδότηση Α/Π της ευρύτερης περιοχής µελέτης τα οποία παρουσιάζονται στον Πίνακα και την Εικόνα που ακολουθούν. Πίνακας 4: Α/Π µε άδειες παραγωγής και εγκατάστασης στην ευρύτερη περιοχή 39

40 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΟΥ Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ 17MW Εικόνα 6: Α/Π µε άδειες παραγωγής και εγκατάστασης στην ευρύτερη περιοχή 40

41 Η µοναδική σωρευτική επίπτωση που δύναται να επιφέρει η λειτουργία των Α/Π είναι η οπτική και ακουστική όχληση στους γύρω οικισµούς. Από πλευράς οπτικής όχλησης, είναι δυνατή η οπτική επαφή του Α/Π από τον οικισµό της Ανάβρας, αλλά η επίδραση ενός πλήθους άλλων παραµέτρων διαφοροποιεί κατά περίπτωση τα ποσοστά θέασης. Η διαµόρφωση του ανάγλυφου συνεισφέρει στη δηµιουργία πολλών και διαφορετικών µεταξύ τους οπτικών απόψεων του έργου από διάφορα σηµεία του οικισµού. Η απουσία άλλων Α/Π από την περιοχή µελέτης καθώς και το γεγονός ότι, πέραν της Ανάβρας, δεν εντοπίζονται άλλα σηµεία ιδιαίτερου ενδιαφέροντος (αρχαιολογικοί χώροι και µνηµεία, παραδοσιακοί και αξιόλογοι οικισµοί, τόποι ιδιαίτερου φυσικού κάλλους κλπ.) απόµακρύνει το θέµα της σωρευτικής επίδρασης των Α/Π στην ευρύτερη περιοχή. Σε αυτό συνεισφέρει σηµαντικά το µέγεθος και η χωροθέτηση του υπό µελέτη έργου. Στο τοπίο της περιοχής κυριαρχεί το εντατικό και οργανωµένο κτηνοτροφικό πρότυπο καθώς και οι σύνθετοι ορεινοί σχηµατισµοί, συχνά µε βλάστηση δασικού χαρακτήρα. Όσον αφορά στην ακουστική όχληση δεν πρόκειται να υπάρχουν σωρευτικές επιπτώσεις από τη λειτουργία των Α/Π στους κοντινότερους οικισµούς, δεδοµένου ότι ο πλησιέστερος οικισµός της Ανάβρας βρίσκεται σε απόσταση 3,5km από τις θέσεις. Σε κάθε περίπτωση ικανοποιούνται οι όροι του Π 1180/11 καθώς ο θόρυβος που παράγεται από τη λειτουργία των Α/Γ είναι µικρότερος από 50dB στα όρια των οικοπέδων τους και πολύ µικρότερος από 45dB στα όρια των γειτονικών οικισµών. Πέραν της οπτικής και ακουστικής όχλησης, η εγκατάσταση Α/Γ δεν έχει καταγραφεί ότι έχει σωρευτική δράση στην περιοχή, αφού καµία φάση της παραγωγικής διαδικασίας δεν είναι συνυφασµένη µε τη δηµιουργία αποβλήτων ή άλλων ρυπογόνων ουσιών, ενώ δεν υφίσταται ροή εισερχοµένων και εξερχόµενων υλικών από την παραγωγική διαδικασία, δεδοµένου ότι η «πρώτη ύλη» στη διαδικασία αυτή είναι ο άνεµος. 41

42 4.0 ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ 4.1 Γενικά στοιχεία τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου Αιολικό Πάρκο Το Α/Π έχει συνολική ισχύ 17MW και αποτελείται από 20 Α/Γ ισχύος 0,85MW έκαστη, που κατασκευάζονται από την εταιρεία Gamesa Eolica SA. Η Α/Γ Gamesa G58 0,85 MW είναι τριών πτερυγίων, οριζοντίου άξονα, µε µεταβλητό βήµα πτερυγίου (pitch regulated) για την καλύτερη δυνατή εκµετάλλευση της αιολικής ενέργειας σε ευρύ φάσµα ταχυτήτων ανέµου. Τα πτερύγια έχουν µήκος 28,3 m και κατασκευάζονται από ίνες άνθρακα και γυαλιού ενισχυµένα µε ειδικές ρητίνες. Η διάµετρος του ρότορα είναι 58 m (η απόσταση µεταξύ της ρίζας του πτερυγίου και τον άξονα µεταφοράς της κίνησης είναι σχεδόν 1 m και σαν αποτέλεσµα η διάµετρος του ρότορα φτάνει τα 58 m) µε ταχύτητα περιστροφής στο εύρος τιµών 14,6 30,8 rpm. Η επιφάνεια σάρωσης του ρότορα είναι m 2 και το βήµα του είναι µεταβλητό επιτρέποντας την καλύτερη δυνατή προσαρµογή του βήµατος του πτερυγίου συναρτήσει της παραγόµενης ισχύος και των εκποµπών θορύβου. Σε υψηλές ταχύτητες ανέµου το σύστηµα ελέγχου, καθώς και το σύστηµα µεταβλητού βήµατος πτερυγίου κρατούν την παραγόµενη ισχύ στην ονοµαστική τιµή της, ανεξάρτητα από την θερµοκρασία και την πυκνότητα του αέρα. Σε χαµηλότερες ταχύτητες ανέµου, το σύστηµα µεταβλητού βήµατος πτερυγίου και το σύστηµα ελέγχου µεγιστοποιούν την παραγόµενη ισχύ επιλέγοντας τον βέλτιστο συνδυασµό ταχύτητας ρότορα και βήµατος πτερυγίου η οποία οδηγεί στον µέγιστο βαθµό απόδοσης. Ο κύριος άξονας µεταδίδει την ισχύ στη γεννήτρια µέσω κιβωτίου ταχυτήτων. Η γεννήτρια είναι ασύγχρονη, τεσσάρων (4) πόλων, ισχύος 0,85 MW, µε ταχύτητα περιστροφής στο εύρος τιµών rpm και παράγει τάση ίση µε 690 V σε συχνότητα 50 Hz (η διέγερση γίνεται από το δίκτυο της ΕΗ). Η Α/Γ Gamesa G58 0,85 ΜW διαθέτει ενεργό σύστηµα προσανατολισµού (yaw system) του οποίου η λειτουργία βασίζεται σε πληροφορίες που λαµβάνονται από τα ανεµόµετρα στη νασέλα της Α/Γ. 42

43 Ο έλεγχος όλων των λειτουργιών της Α/Γ γίνεται µέσω µονάδας ελέγχου (controller) που βασίζεται σε µικροεπεξεργαστή. Μεταξύ του controller που βρίσκεται στη βάση του πύργου και της γεννήτριας παρεµβάλλεται συστοιχία πυκνωτών (capacitor box) για την αντιστάθµιση της άεργου ισχύος. Έτσι, ο συντελεστής ισχύος (συνφ) διατηρείται στα προβλεπόµενα από τη ΕΗ επίπεδα. Οι µονάδες ελέγχου των Α/Γ συνδέονται µέσω δικτύου οπτικών ινών που καταλήγει σε κεντρικό πίνακα µετατροπής οπτικών σηµάτων σε ψηφιακά (grid station) στον οικίσκο ελέγχου. Τα σήµατα µεταφέρονται και επεξεργάζονται σε Η/Υ µε χρήση κατάλληλου λογισµικού (WPS) που λειτουργεί σε περιβάλλον Windows, µε σειριακή επικοινωνία RS232. Έτσι, από τον οικίσκο ελέγχου γίνεται πλήρης τηλεχειρισµός του Α/Π. Αναλυτικά τεχνικά χαρακτηριστικά για την Α/Γ Gamesa G58 0,85MW παρατίθενται στο Παράρτηµα II. Οι πύργοι είναι Ελληνικής κατασκευής από βιοµηχανία της Λάρισας, κι έχουν ύψος 55m και διά- µετρο 3m. Είναι χαλύβδινοι, κυλινδρικοί µε ελαφρά κωνικότητα, κατασκευασµένοι από συγκολληµένα ελάσµατα µέσου πάχους περίπου 20mm. Στη βάση του υπάρχει στεγανή µεταλλική πόρτα η επιτρέπει την πρόσβαση στο εσωτερικό, όπου υπάρχει µεταλλική σκάλα για την πρόσβαση στο κέλυφος της ανεµογεννήτριας. Κάθε Α/Γ είναι συνδεδεµένη µέσω γραµµών χαµηλής τάσης µε ένα µετασχηµατιστή ονοµαστικής ισχύος 900kVA/690V ο οποίος βρίσκεται στο εσωτερικό του πύργου. Το σύνολο των µετασχηµατιστών είναι στη συνέχεια συνδεδεµένο µέσω υπόγειων γραµµών ΜΤ µε το κτίριο ελέγχου. Στη βάση της Α/Γ και εσωτερικά του πυλώνα βρίσκεται ο κεντρικός ηλεκτρικός πίνακας της Α/Γ µέσω του οποίου γίνεται η σύνδεση της Α/Γ στο ηλεκτρικό δίκτυο, προκειµένου να µεταφερθεί η παραγόµενη ηλεκτρική ενέργεια. Στον κεντρικό ηλεκτρικό πίνακα καταλήγουν τα καλώδια της γεννήτριας, τα οποία διατρέχουν τη διαδροµή από το κέλυφος µέχρι τα βάση του πύργου, κατάλληλα υποστηριζόµενα. Όλες οι συνδέσεις του πίνακα, τόσο οι κύριες όσο και οι δευτερεύουσες, είναι κατάλληλα προστατευµένες σύµφωνα µε τους ισχύοντες ηλεκτρολογικούς κανονισµούς και συγκεκριµένα µε τη χρήση ασφαλειών και αυτοµάτων διακοπτών, οι οποίοι διακόπτουν τα κυκλώµατα τόσο σε περίπτωση βραχυκυκλώµατος, όσο και υπερφορτώσεως ίκτυο διασύνδεσης Γενικά Στοιχεία του έργου Για την ηλεκτρική διασύνδεση έχει κατασκευαστεί εντός του Α/Π υπόγειο δίκτυο µήκους 6,066m διασύνδεσης των Α/Γ µε τους πίνακες ΜΤ που είναι εγκατεστηµένοι στον οικίσκο ελέγχου. Για τη σύνδεση του Α/Π µε το Σύστηµα µεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας έχει κατασκευαστεί εναέρια γραµµή Μέσης Τάσης (ΜΤ) 20kV διπλού κυκλώµατος, µήκους 17km περίπου. Στην αναχώρη- 43

44 σή της η γραµµή αυτή και για 400m περίπου είναι υπόγεια και µετά µετατρέπεται σε εναέρια. Η τελική σύνδεση του Α/Π επιτυγχάνεται µέσω επέκτασης του Υ/Σ ανύψωσης τάσης 20/150kV της Στυλίδας, πλησίον της πόλης, σε απόσταση περίπου 3km δυτικά από το κέντρο της. Η γραµµή ΜΤ 20kV καθώς και ο Υ/Σ ανήκουν στη ΕΗ. Η όδευση της γραµµής ΜΤ 20kV, εντός και εκτός του Α/Π έως τη θέση του Υ/Σ αποτυπώνεται στους παρακάτω χάρτες του Παραρτήµατος Ι: Χάρτης ευρύτερης περιοχής κλίµακας 1: µε κωδικό & Τοπογραφικό διάγραµµα κλίµακας 1:5.000 µε κωδικό Χάρτη χρήσεων γης κλίµακας 1:5.000 µε κωδικούς Δίκτυο Μέσης Τάσης (ΜΤ) 20kV Το εσωτερικό δίκτυο ΜΤ που συνδέει µεταξύ τους τις Α/Γ είναι υπόγειο, και συνδέει τις Α/Γ µε τους πίνακες προστασίας και ελέγχου του οικίσκου ελέγχου. Το υπόγειο δίκτυο µέσης τάσης αποτελείται από δυο κλάδους: Ο κλάδος Α που συνδέει τις Α/Γ Νο1-9 &14 Ένας δεύτερος κλάδος που χωρίζεται: στον υποκλάδο Β που συνδέει τις Α/Γ Νο17-20 &10, και στον υποκλάδο Γ που συνδέει τις Α/Γ Νο11-13 &15-16 Η σύνδεση των ανεµογεννητριών µεταξύ τους και µε τους πίνακες του οικίσκου έχει υλοποιηθεί µέσω τριών καλωδίων τύπου A2XSY 95/16mm 2-12/20KV, µε εξαίρεση τα τελευταία 680µ από τη θέση της Α/Γ Νο.14 που συνδέουν τον κλάδο Α µε τον οικίσκο, όπου γίνεται µέσω τριών καλωδίων ιδίου τύπου αλλά διατοµής 150/16mm 2. Το µήκος της γραµµής ΜΤ εντός του Α/Π είναι ίσο µε 6.066m. Τα καλώδια του δικτύου ΜΤ ε- ντός του Α/Π οδεύουν µέσα σε υπόγεια χαντάκια επί της εσωτερικής οδοποιίας του έργου. Σε κάθε χαντάκι εκτός των αντίστοιχων καλωδίων ΜΤ οδεύει επιπλέον ένα καλώδιο οπτικών ινών δέκα ζευγών και δύο αγωγοί γείωσης, πολύκλωνοι, στρογγυλοί, Cu/Sn, διατοµής 50mm 2 έκαστος. Γενικά η εγκατάσταση καλωδίων µέσα σε κάθε χαντάκι βασίζεται στις αντίστοιχες προδιαγραφές της ΕΗ (ΕΗ/ Τυποποιηµένες Κατασκευές ιανοµής/ Τόµος II/ Κεφ. U). 44

45 Οικίσκος ελέγχου Για την εγκατάσταση του κεντρικού ηλεκτρολογικού εξοπλισµού σύνδεσης του Α/Π µε το δίκτυο της ΕΗ κατασκευάστηκε σύµφωνα µε τις εγκεκριµένες µελέτες από την αρµόδια Πολεοδοµία, Κτίριο Ελέγχου µε συνολικό εµβαδόν 130m 2. Εκτός της αίθουσας όπου έχει εγκατασταθεί ο ηλεκτρολογικός εξοπλισµός, το κτίριο ελέγχου περιλαµβάνει επίσης και τους εξής χώρους: -Αίθουσα στην οποία έχει εγκατασταθεί το σύστηµα επίβλεψης ελέγχου και ασφάλειας του Α/Π, το SCADA του πίνακα ελέγχου καθώς και συσκευές γραφείου, υπολογιστές, εκτυπωτές κτλ. -Αίθουσα που περιέχει χώρο εργασίας για την πραγµατοποίηση µικροεπισκευών, καθώς και την φύλαξη πληθώρας ανταλλακτικών για τις Α/Γ -Χώρο υγιεινής -Αίθουσα στέγασης των πινάκων της ΕΗ και των κατάλληλων µετρητικών διατάξεων. Εξαιτίας των χαµηλών θερµοκρασιών καθώς και των δυσµενών καιρικών συνθηκών δόθηκε ι- διαίτερη µέριµνα στην µόνωση του κτιρίου και γενικά στην ποιότητα των υλικών κατασκευής. Για περιβαλλοντικούς λόγους και για να υπάρχει ταύτιση µε τη µορφολογία της περιοχής κατασκευάστηκε σκεπή µε κεραµίδια, έγινε επένδυση της εξωτερικής τοιχοποιίας µε πέτρα και κατασκευάστηκαν όλα τα εξωτερικά τµήµατα µε χρώµατα του φυσικού περιβάλλοντος Οδοποιία πρόσβασης στο Αιολικό Πάρκο και εσωτερική οδοποιία Γενικά στοιχεία Το έργο αποτελείται από την Οδό πρόσβασης στο Α/Π και την εσωτερική οδοποιία σύνδεσης των Α/Γ. Η πρόσβαση στο Α/Π γίνεται από τον δρόµο που ενώνει τον Αλµυρό Μαγνησίας µε την Κοινότητα Ανάβρας. Για το σκοπό αυτό βελτιώθηκε υφιστάµενος δρόµος µήκους ,98m, ενώ διανοίχτηκε, νέα, εσωτερική οδοποιία µήκους 8.056,67m για την οδική σύνδεση των Α/Γ µεταξύ τους. Η Οδός πρόσβασης Ανάβρα Φρετζάτο Τρυπούλες Γεωργαντζή Μπαϊράµια Προφήτης Ηλίας έχει συνολικό µήκος ,98km και πρόκειται για δασική οδό Γ κατηγορίας στην ο- ποία, κατόπιν της σύµφωνης γνώµης των Αρµοδίων Υπηρεσιών, πραγµατοποιήθηκαν βελτιώσεις των τεχνικών χαρακτηριστικών προκειµένου να πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές για τη µεταφορά του ηλεκτροµηχανολογικού εξοπλισµού του Α/Π. 45

46 Η εσωτερική οδοποιία αποτελεί διάνοιξη δασικού δρόµου Γ κατηγορίας η οποία κατασκευάστηκε για τις ανάγκες του Α/Π και ακολουθεί την κορυφογραµµή κατά τη διάταξη των Α/Γ σε συνολικό µήκος 8.056,67m Γεωµετρικά χαρακτηριστικά Οι υπό µελέτη, διανοιχθείσες, οδοί χαρακτηρίζονται δασικές και η χάραξή τους ακολουθεί σε γενικές γραµµές το φυσικό ανάγλυφο. Το οδόστρωµα που εφαρµόζεται στις οδούς πρόσβασης του Α/Π αποτελείται από µια στρώση µε θραυστά αδρανή υλικά συµπυκνωµένου πάχους 0,10m. Τα γεωµετρικά χαρακτηριστικά των οδών είναι τα ακόλουθα: Το πλάτος των οδών είναι 5,0 m πέραν τοπικών διαπλατύνσεων Αξονικές κλίσεις 5-12% Στα πρανή οι κλίσεις διαµορφώνονται για τα γαιοηµιβραχώδη από 1:1 ως 1:3 και για τα βραχώδη από 1:5 ως 1:10 Εικόνα 7: Τυπική διατοµή οδού πρόσβασης 46

47 4.2 Περιγραφή της φάσης κατασκευής του έργου Οι εργασίες κατασκευής του Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ και των συνοδών έργων αυτού ξεκίνησαν το 2005 και ολοκληρώθηκαν το 2006, οπότε και ξεκίνησε η λειτουργία του έργου. Το σύνολο των εκτελεσθέντων έργων, συνοπτικά, περιελάµβανε: - Βελτίωση τεχνικών χαρακτηριστικών υφιστάµενης οδοποιίας για την πρόσβαση στις θέσεις εγκατάστασης - ιάνοιξη νέων οδικών τµηµάτων για τη σύνδεση των θέσεων των Α/Γ - ιαµόρφωση θεµελίων και πλατειών εγκατάστασης Α/Γ - Ανέγερση Α/Γ - Κατασκευή οικίσκου ελέγχου - ιαµόρφωση υπόγειου χαντακιού και τοποθέτηση καλωδίων ΜΤ 4.3 Περιγραφή της φάσης λειτουργίας του έργου Οι Α/Γ τέθηκαν σε λειτουργία το Έκτοτε το Α/Π λειτουργεί αδιάλειπτα σε παράλληλη σύνδεση µε το δίκτυο της ΕΗ τηρώντας όλους τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει η σύµβαση µεταξύ ΕΣΜΗΕ ΑΕ και της κατόχου εταιρείας καθώς και του όρους της άδειας εγκατάστασης (βλ. Παράρτηµα ΙΙΙ). Η δικαιούχος εταιρεία πωλεί το σύνολο της παραγόµενης ηλεκτρικής ενέργειας αποκλειστικά στη ΕΗ. Το Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ συνολικής ισχύος 17MW αποτελείται από 20 Α/Γ ονοµαστικής ισχύος 0,85MW έκαστη. Πρόκειται για Α/Γ τύπου GAMESA G58 0,85MW που χρησιµοποιούν µέθοδο ε- λέγχου ισχύος µέσω µεταβλητού βήµατος πτερυγίου (pitch regulated). Αυτός ο τρόπος ελέγχου ισχύος θεωρείται ο πλέον βέλτιστος για τη µέγιστη αποµάστευση της αιολικής ενέργειας και την εξοµάλυνση της καµπύλης ισχύος της Α/Γ, δεδοµένων των µεγάλων αυξοµειώσεων του ανέµου σε σύνθετη τοπογραφία και των διαφορών πυκνότητας του αέρα µεταξύ χειµώνα και καλοκαιριού. Οι Α/Γ ξεκινούν τη λειτουργία τους σε ταχύτητα ανέµου 3m/sec (cut-in wind speed). Καθώς η ταχύτητα του ανέµου µεγαλώνει, αυξάνεται και η παραγόµενη ισχύς η οποία µεγιστοποιείται για ταχύτητα ανέµου 13m/sec. Για µεγαλύτερες ταχύτητες, τα πτερύγια µεταβάλλουν το βήµα τους έτσι ώστε η Α/Γ να αποδίδει την ονοµαστική της ισχύ. Για ταχύτητες ανέµου µεγαλύτερες των 23m/sec (cut-out wind speed) η Α/Γ τίθεται εκτός λειτουργίας για λόγους προστασίας των πτερυγίων. 47

48 Σηµειώνεται ότι η λειτουργία των Α/Γ είναι πλήρως αυτοµατοποιηµένη (αυτόµατα τίθενται σε λειτουργία, προσανατολίζουν το επίπεδο των πτερυγίων τους κάθετα στη διεύθυνση του ανέ- µου, τίθενται εκτός λειτουργίας σε περίπτωση βλάβης η έντονης ανεµόπτωσης), συνεπώς δεν υπάρχει ανάγκη συνεχούς εποπτείας ή και παραµονής του προσωπικού στον χώρο του Α/Π. Το Α/Π ελέγχεται µέσω του Συστήµατος Ελέγχου Ενέργειας (ΣΕΕ) της ΕΗ από το Κέντρο Κατανοµής Φορτίου. Το ΣΕΕ (ή SCADA) περιλαµβάνει τον Κεντρικό Υπολογιστή του Συστήµατος (ΚΥΣ), τον Συγκεντρωτή Πληροφοριών (data concentrator) και την µονάδα (PLC) που βρίσκεται στον Υ/Σ 20/150kV και επικοινωνεί µε το ΣΕΕ παρέχοντας πληροφορίες στον ΚΥΣ µέσω τηλεπικοινωνίας. Οι αναλυτικές προδιαγραφές του συστήµατος ελέγχου του Α/Π δίνονται από τον Ε- ΣΜΗΕ κατά την διάρκεια υπογραφής της Σύµβασης Σύνδεσης στο Σύστηµα και τα κόστη βαρύνουν τον επενδυτή. Η επικοινωνία πραγµατοποιείται µε τρόπο Master Slave, όπου το ΣΕΕ είναι πάντα Master. Οι ανταλλαγές δεδοµένων πραγµατοποιούνται κατόπιν κλήσης της κεντρικής µονάδας (ΚΥΣ). Μία ανταλλαγή µηνύµατος πραγµατοποιείται µε ένα µήνυµα κλήσης του ΣΕΕ προς το Α/Π και ένα µήνυµα απάντησης του Α/Π προς τον ΣΕΕ. Η επικοινωνία γίνεται µε σειριακή ασύγχρονη fullduplex µορφή µε 8 data bits, 1 start, 1 stop και 1 parity (even) bit (πρωτόκολλο RS-232). Η ΕΗ έχει την δυνατότητα να θέτει εκτός λειτουργίας το Α/Π µέσω του συστήµατος ελέγχου, ενώ το Α/Π δύναται να αποστέλλει τις παρακάτω πληροφορίες: α) ενηµέρωση σηµάτων - τρέχουσες τιµές (ενεργό ισχύ, άεργο ισχύ, τάση, πλήθος διαθέσιµων µονάδων, µέγιστη διαθέσιµη ισχύ, ελάχιστη διαθέσιµη ισχύ) β) αποδοχή τηλεχειρισµού γ) ιστορικά στοιχεία δ) ωριαία στατιστικά στοιχεία Επίσης σηµειώνεται ότι το προσωπικό λειτουργίας του Α/Π είναι άρτια εκπαιδευµένο και διαθέτει τα νόµιµα προσόντα για την εργασία. Σχετικά µε την ηχητική όχληση από τη λειτουργία του Α/Π, η εκµετάλλευση της αιολικής ε- νέργειας, παρά την φιλικότητα της προς το περιβάλλον, είναι δυνατόν να προκαλέσει ακουστικές οχλήσεις. Το έργο, βάσει της θέσης του, αλλά και των προδιαγραφών του τύπου των Α/Γ που θα χρησιµοποιηθούν, δεν πρόκειται να δηµιουργήσει ακουστική όχληση στο οικιστικό περιβάλλον. Οι Α/Γ Gamesa G58, ονοµαστικής ισχύος 0,85MW, λειτουργούν σε εξαιρετικά χαµηλά επίπεδα θορύβου. Ο µηχανικός θόρυβος είναι πρακτικά µηδενικός, εξαιτίας της πολύ καλής σχεδίασης 48

49 των µηχανικών µερών της µηχανής (ειδική µέριµνα έχει ληφθεί για τη γεννήτρια, η οποία είναι τοποθετηµένη πάνω σε βάση από πλαστικό για να απορροφά τους κραδασµούς ούτως ώστε η λειτουργία της να είναι αθόρυβη). Ο αεροδυναµικός θόρυβος βρίσκεται επίσης σε χαµηλά επίπεδα, εξαιτίας της πολύ καλής σχεδίασης των πτερυγίων. Ακόµη, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στις ταχύτητες ανέµου που επικρατούν στις θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ, ο φυσικός θόρυβος του ανέµου σε δέντρα και θάµνους υπερκαλύπτει τον θόρυβο που προέρχεται από τη λειτουργία τους. Οι Α/Γ Gamesa G58 0,85MW διαθέτουν Πιστοποιητικό Τύπου από τον οίκο Germanischer Lloyd σύµφωνα µε τα διεθνή & ελληνικά πρότυπα. Σε κάθε περίπτωση, ο θόρυβος πού παράγεται από τη λειτουργία των Α/Γ βρίσκεται εντός των επιτρεπόµενων, από το Π 1180/81, ορίων. Ο πλησιέστερος οικισµός της Ανάβρας βρίσκεται σε απόσταση περίπου 3,5km από τις κοντινότερες Α/Γ. Η ακουστική όχληση σε αυτή την απόσταση είναι σχεδόν µηδενική και σίγουρα εντός των προβλεποµένων ορίων. Στην παράγραφο παρουσιάζονται αναλυτικά οι δυνητικές επιπτώσεις της λειτουργίας του Α/Π στο ακουστικό περιβάλλον της περιοχής µελέτης. 4.4 Ανώµαλες και επικίνδυνες καταστάσεις Για την αποφυγή ανώµαλων και επικίνδυνων καταστάσεων κατά τις φάσεις εγκατάστασης και λειτουργίας του Α/Π έχουν προβλεφτεί συστήµατα ασφαλείας και τήρηση αυστηρών διαδικασιών, τα οποία περιγράφονται παρακάτω Συστήµατα Ασφαλείας Προσωπικού κατά τη λειτουργία του Α/Π Κατά τη διάρκεια οποιονδήποτε εργασιών σε κάθε συνεργείο επικεφαλής βρίσκεται εξουσιοδοτηµένος Μηχανικός ή εργοδηγός, ο οποίος έχει και την ευθύνη για την ασφάλεια του προσωπικού της οµάδας του. Κατά την διάρκεια εργασίας είναι υποχρεωτική η χρήση προστατευτικού κράνους, γαντιών και ελαστικών υποδηµάτων εργασίας από όλο το προσωπικό. Το προσωπικό που εργάζεται σε ύψος (εντός της Α/Γ) φέρει υποχρεωτικά ζώνη ασφαλείας βιοµηχανικού τύπου (safety harness belt). Κατά µήκος της νασέλλας (nacelle) κάθε Α/Γ υπάρχει µηχανισµός που όταν έλκεται θέτει σε λειτουργία τα φρένα έκτακτης ανάγκης(emergency brakes). Η επίσκεψη για επιθεώρηση ή εργασία σε Α/Γ γίνεται πάντα από δύο τεχνικούς για λόγους ασφαλείας. Αξίζει να σηµειωθεί ότι, 49

50 κατά την είσοδο µελών του προσωπικού στην Α/Γ, αυτή τίθεται µε κατάλληλο χειρισµό στον controller σε local control δηλαδή σε τοπική λειτουργία. Έτσι, οποιοσδήποτε τηλεχειρισµός από το control room καθίσταται αδύνατος. Μετά τη δύση του ηλίου επιτρέπεται η επίσκεψη στη βάση του πύργου, απαγορεύεται όµως η άνοδος στην Α/Γ, για λόγους ασφαλείας. Οι χειρισµοί ΜΤ πραγµατοποιούνται βάσει πρωτοκόλλου, σύµφωνα µε τους Κανονισµούς χειρισµών ΜΤ της ΕΗ. Η διαδικασία που ακολουθείται για να αποσυνδεθεί και να επανασυνδεθεί το Α/Π στο δίκτυο της ΕΗ, είναι η εξής: Αποσύνδεση Υ/Σ ΕΗ, ειδοποίηση στο Α/Π, χειρισµός αυτοµάτου διακόπτη ισχύος (πλευράς ΕΗ), χειρισµός διακόπτη φορτίου κάθε κλάδου (πλευρά Α/Π), χειρισµός γειωτών, χειρισµός αεροδιακόπτη, κλείδωµα αεροδιακόπτη, ειδοποίηση ΕΗ. Για την επανασύνδεση του Α/Π η διαδικασία είναι: χειρισµός αεροδιακόπτη, κλείδωµα αεροδιακόπτη, χειρισµός γειωτών, χειρισµός διακοπτών φορτίου, χειρισµός αυτόµατου διακόπτη, ειδοποίηση ΕΗ, επανασύνδεση Υ/Σ ΕΗ. Τα ανωτέρω αναγράφονται σε ευκρινείς ταµπέλες στο χώρο των πινάκων. Μεταξύ των διακοπτών των θυρών και των γειωτών υπάρχουν µηχανικές µανδαλώσεις έτσι ώστε να µην είναι δυνατοί λανθασµένοι χειρισµοί και να µην εκτίθεται το προσωπικό σε κίνδυνο µε την κατά λάθος προσέγγιση των πινάκων 20kV όταν αυτοί είναι υπό τάση. Στην πρόσοψή τους υπάρχει ισχυρό διαφανές κάλυµµα για την ορατή επαλήθευση της κατάστασης και της θέσης των κυρίων επαφών των διακοπτών φορτίου καθώς και των γειωτών και των αλεξικεραύνων. Τέλος στο Α/Π υπάρχουν τα προβλεπόµενα από το Νόµο µέσα πυρόσβεσης και αναρτηµένο το Πιστοποιητικό Πυρασφαλείας, το οποίο ανανεώνεται κάθε 5 χρόνια Συστήµατα Ασφαλείας Εγκαταστάσεων Οι εγκαταστάσεις του σταθµού πληρούν όλους τους διεθνείς κανονισµούς ασφαλείας και υπερκαλύπτουν τόσο σε εξοπλισµό όσο και σε απαιτήσεις τα Ελληνικά επίπεδα ασφαλείας βιοµηχανικών εγκαταστάσεων. Για την προστασία από υπερτάσεις και κεραυνικά πλήγµατα εγκαθίστανται απαγωγείς υπερτάσεων διαιρούµενου τύπου µε επαφές τηλεένδειξης του οίκου Kleinhuis. Οι ηλεκτρονόµοι προστασίας που χρησιµοποιούνται είναι οι 7SJ600 για τα µεγέθη I>, I>>, I E >, I E >> και οι 7RW600 για τα µεγέθη f>, f<, U>, U>>, U<, Uo>, Uo>>. 50

51 Στο Α/Π υπάρχουν συστήµατα ενεργητικής και παθητικής πυρασφάλειας, κύρια / εφεδρικά / εκτάκτου ανάγκης συστήµατα ασφαλείας, παροχής ισχύος, τηλεπικοινωνιών, εποπτείας, τηλεχειρισµού και τηλεειδοποίησης µέσω SCADA. Η λειτουργία των Α/Γ είναι failsafe. Όταν η Α/Γ λειτουργεί, το κύκλωµα υδραυλικών βρίσκεται υπό πλήρη πίεση. Το σύστηµα φρένων περιλαµβάνει διπλά υδραυλικά δισκόφρενα στον άξονα υψηλών στροφών. Το φρενάρισµα γίνεται δια απώλειας της πιέσεως. Οι Α/Γ, πέραν των συστηµάτων προστασίας από ηλεκτρολογικά συµβάντα, διαθέτουν και διατάξεις ασφαλείας από κραδασµούς και υπερτάχυνση. Σε περίπτωση αυξηµένων κραδασµών ενεργοποιείται αυτόµατα ο vibration sensor και η Α/Γ τίθεται εκτός λειτουργίας. Για την περίπτωση υπερτάχυνσης γεννήτριας / ρότορα (που είναι και το πλέον επικίνδυνο συµβάν), πέραν του αισθητηρίου υπερτάχυνσης (overspeed sensor), υπάρχουν δύο επιπλέον διατάξεις ασφαλείας: η high-speed centrifugal unit (HCU) και η centrifugal unit (CU). Η πρώτη βρίσκεται στον άξονα υψηλών στροφών και ενεργοποιείται µετά τις 1750rpm και η δεύτερη στο ρότορα και ενεργοποιείται µετά τις 1850rpm. Το προσωπικό παρακολουθεί το σταθµό µέσω υπολογιστών επί 24ώρου βάσεως ενώ υπάρχει και προσωπικό ασφαλείας (νυχτοφύλακες) για τις νυκτερινές ώρες. Ο σταθµός είναι πλήρως αυτοµατοποιηµένος και µπορεί να ανταποκριθεί σε πάσης φύσεως πρόβληµα ή δυσλειτουργία άµεσα, ακόµα και κατά την απουσία προσωπικού. Τέλος, όσον αφορά στην αντικεραυνική προστασία, έχουν προβλεφτεί οι εξής διατάξεις: Προστασία κτιρίων µε Σύστηµα Κλωβού. Προστασία Α/Γ µε συλλεκτήρια σηµεία στην άκρη των πτερυγίων (δύο στο καθένα) και στο πίσω µέρος της νασέλλας. Προστασία κεραιών και διαφόρων προεξεχόντων σηµείων µε ακίδες. Προστασία καλωδίων, πινάκων ΧΤ και ηλ. εξοπλισµού µε απαγωγείς υπερτάσεων Kleinhuis (Isn 15 KA). Προστασία καλωδίων, πινάκων και εξοπλισµού ΜΤ µε αλεξικέραυνα γραµµής ABB PROLIM16. 51

52 4.4.3 Συστήµατα Ασφαλείας περιοίκων και επισκεπτών Ο σταθµός είναι ελεύθερα προσβάσιµος σε τρίτους, µε τη συνοδεία των τεχνικών της εταιρείας. εν επιτρέπεται όµως η πρόσβαση σε τρίτους στο εσωτερικό των εν λειτουργία Α/Γ και στο χώρο των υπό φορτίο πινάκων. Γίνεται χρήση κλειδαριών και συστηµάτων µη τυχαίας πρόσβασης, έτσι ώστε να µην είναι δυνατή η πρόσβαση µη εξουσιοδοτηµένων ατόµων. Όπου απαιτείται, για την αποφυγή βίαιης προσπάθειας εισόδου, γίνεται χρήση θυρών βαρέως τύπου και πλεγµάτων περίφραξης. Επιπλέον υπάρχει ευκρινής σηµατοδότηση σε όλα τα σηµεία όπου απαγορεύεται η είσοδος χωρίς εξουσιοδότηση. 52

53 5.0 ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ Η παρούσα µελέτη εκπονείται µε σκοπό την επανέκδοση της Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων του Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ το οποίο βρίσκεται σε λειτουργία από το Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέµα εξέτασης εναλλακτικών λύσεων χωροθέτησης ενός εν λειτουργία έργου. Οι εναλλακτικές λύσεις χωροθέτησης των Α/Γ, των έργων διασύνδεσης αλλά και οδοποιίας του Α/Π είχαν διερευνηθεί κατά το στάδιο της εκπόνησης της ΜΠΕ πριν την κατασκευή του έργου. 53

54 6.0 ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ 6.Α Περιοχή µελέτης Το Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ βρίσκεται εγκατεστηµένο σε µια αµιγώς ορεινή περιοχή στην οµώνυµη θέση (βλ. φωτό 1, Κεφ. 14) και εντός των διοικητικών ορίων του ήµου Αλµυρού της Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας. εδοµένου ότι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από Α/Γ δεν αποτελεί ρυπογόνο διαδικασία καθότι δεν εκλύονται αέρια, υγρά ή στερεά απόβλητα, η περιοχή µελέτης περιορίζεται στα όρια µέσα στα οποία έχουν εγκατασταθεί οι Α/Γ, ο οικίσκος ελέγχου, το υπόγειο χαντάκι καλωδίων ΜΤ 20kV εσωτερικής διασύνδεσης, καθώς και η απαραίτητη οδοποιία πρόσβασης και εσωτερική οδοποιία του έργου. Το Α/Π και τα συνοδά έργα αυτού εκτείνονται σε µέγιστη απόσταση περί το 1,5 km από τις θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ. Κατά συνέπεια η περιοχή µελέτης ορίζεται ως η περιοχή γύρω από το Α/Π µε ακτίνα 1,5km. Ως ευρύτερη περιοχή µελέτης ορίζεται το σύνολο της έκτασης η οποία ενδέχεται να επηρεαστεί λόγω των οιασδήποτε µορφής διαταραχών ενδέχεται να επιφέρει το έργο. Βάσει του παραπάνω ορισµού και λαµβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ορατότητα του Α/Π σε αποστάσεις µεγαλύτερες των 5km είναι αµελητέα έως µηδενική, καθώς και ότι τα συνοδά έργα δεν επιφέρουν καµία επίπτωση σε απόσταση από αυτά, θεωρείται λογικό να οριστεί η ευρύτερη περιοχή µελέτης ως η έκταση που καταλαµβάνεται σε ακτίνα 5km γύρω από τη θέση εγκατάστασης. Εντούτοις, λόγω της ιδιαιτερότητας της περιοχής µελέτης µετά την ένταξή της ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας για τα Πουλιά στο δίκτυο Natura 2000 το έτος 2008 (GR : Όρος Όθρυς, βουνά Γκούρας και φαράγγι Παλιοκερασιάς), θεωρείται σκόπιµο να εξεταστεί ως προς τις ενδεχόµενες επιπτώσεις στην ορνιθοπανίδα η ευρύτερη έκταση που καταλαµβάνουν τα όρια της εν λόγω ΖΕΠ. 6.Β Μη βιοτικά χαρακτηριστικά 6.Β.1 Κλιµατολογικά και βιοκλιµατικά χαρακτηριστικά 6.Β.1.1 Γενικά στοιχεία περί της περιοχής µελέτης - Κλιµατολογικοί παράγοντες Οι κλιµατικοί παράγοντες και οι µεταβολές τους ασκούν αποφασιστική επίδραση στη µορφή της βλάστησης, στη γεωγραφική εξάπλωση των φυτικών ειδών, στη φυσιολογία αλλά και σε πλήθος βιολογικών διεργασιών τους, όπως για παράδειγµα η άνθηση, η καρποφορία τους κ.α. Η θερµοκρασία, η υγρασία του αέρα, η εµφάνιση ή όχι βροχοπτώσεων, ο άνεµος, η ατµοσφαιρική 54

55 πίεση, η ηλιοφάνεια είναι τα κυριότερα στοιχεία που προσδιορίζουν το κλίµα µιας περιοχής. Οι παραπάνω παράµετροι συνεπιδρούν µε άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες στη διαµόρφωση της βλάστησης µιας περιοχής. Φυσιογραφικοί και ορεογραφικοί παράγοντες όπως το υπερθαλάσσιο ύψος, η έκθεση, η κλίση και η διαµόρφωση του εδάφους επηρεάζουν σε µικρότερο ή µεγαλύτερο βαθµό τους κλιµατολογικούς παράγοντες. Οι ορεινοί όγκοι µε απότοµες υψοµετρικές µεταβολές συνεργούν στην κατανοµή των µετεωρολογικών και κλιµατικών στοιχείων. Γενικά, το κλίµα της Θεσσαλίας διαιρείται σε τρεις κλιµατικές περιοχές: - την ανατολική παράκτια και ορεινή περιοχή, που χαρακτηρίζεται από ήπιο και βροχερό χει- µώνα, σχετικά βροχερή άνοιξη, ζεστό και ξηρό καλοκαίρι και δροσερό, συνήθως βροχερό, φθινόπωρο - την κεντρική πεδινή θεσσαλική λεκάνη, που χαρακτηρίζεται από ηπειρωτικό κλίµα, µε ηπιότερου ανέµους λόγω του ορεογραφικού αναγλύφου περιµετρικά της λεκάνης, υψηλότερες θερµοκρασίες και βαρείς χειµώνες - τη δυτική ορεινή µε ορεινό κλίµα. Παρόµοιες διαφοροποιήσεις παρουσιάζει και το κλίµα της Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας, χαρακτηριζόµενο κατά βάση, όµως, ως εύκρατο λόγω της επίδρασης της θάλασσας. Στην ευρύτερη περιοχή της οροσειράς της Όρθυος οι κλιµατικές συνθήκες που επικρατούν είναι ηπειρωτικές και µεταβάλλονται προοδευτικά σε µεσογειακές προς τα ανατολικά όπου η περιοχή βρέχεται από τον κόλπο του Παγασητικού. Τα βασικά κλιµατολογικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής µελέτης για τα οποία υπάρχουν µετρήσεις αφορούν την περιοχή του αεροδροµίου της Αγχιάλου. Η τελευταία βρίσκεται σε απόσταση περίπου 28km βορειοανατολικά από τη θέση εγκατάστασης του Α/Π και τα κλιµατολογικά της δεδοµένα που ανταποκρίνονται στην περίοδο παρατίθενται στον επόµενο Πίνακα: Πίνακας 5: Κλιµατολογικά δεδοµένα περιοχής Βόλου (Νέα Αγχίαλος) 55

56 (πηγή: Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία [ΕΜΥ]) Σύµφωνα µε τα στοιχεία που παρέχει ο µετεωρολογικός σταθµός της Αγχιάλου παρατηρείται ένα µέσο ετήσιο θερµοκρασιακό εύρος περί τους 20 C. Η ελάχιστη και µέγιστη καταγεγραµµένη θερµοκρασία σε περίοδο 41 ετών είναι 2,8 C και 31 C, αντίστοιχα. Σε ότι αφορά τη βροχόπτωση, παρατηρείται στο 1/5 των ηµερών του έτους και σε µέσο ετήσιο ύψος 500mm. Τα 2/3 του συνόλου της βροχής εµφανίζονται στο εξάµηνο από Οκτώβρη ως Μάρτη, ενώ ο πιο βροχερός µήνας είναι ο Νοέµβριος. Η επικρατούσα διεύθυνση του ανέµου, βάσει του παραπάνω πίνακα είναι η ανατολική ενώ, από Νοέµβριο ως Φεβρουάριο, η δυτική. Ειδικότερα, για δυο θέσεις εντός του Α/Π, µε βάση τα στοιχεία από ανεµολογικούς ιστούς που έχουν εγκατασταθεί σε αντιπροσωπευτικές θέσεις του έργου, στις παρακάτω Εικόνες απεικονίζονται ροδογράµµατα συχνότητας διεύθυνσης ανέµου, σε συνάρτηση µε την ταχύτητα σε m/s. Από αυτές εξάγεται το συµπέρασµα ότι στην περιοχή εγκατάστασης του Α/Π οι άνεµοι µε τη µεγαλύτερη συχνότητα εµφάνισης είναι οι Βόρειοι και Βορειοανατολικοί καθώς επίσης και οι Νότιοι Νοτιοανατολικοί έως υτικοί Νοτιοδυτικοί. Όσον αφορά τις ταχύτητες ανέµου, κατά τις επικρατούσες διευθύνσεις ανέµου επικρατούν οι ταχύτητες άνω των 5m/sec. Εικόνα 8: Ροδόγραµµα συχνότητας διεύθυνσης ανέµου στη θέση του Α/Π από µετρήσεις µετεωρολογικού ιστού ύψους 20m 56

57 Εικόνα 9: Ροδόγραµµα συχνότητας διεύθυνσης ανέµου στη θέση του Α/Π από µετρήσεις µετεωρολογικού ιστού ύψους 30m 6.Β.1.2 Κλιµατική κατάταξη 6.Β.1.2α Κλιµατική κατάταξη κατά Köppen Το κλιµατικό σύστηµα κατά Köppen βασίζεται κατά κύριο λόγο στην ετήσια ποσότητα βροχής, στην κατανοµή της µέσα στο χρόνο και στη θερµοκρασία, εκφρασµένη τόσο σε ετήσια όσο και σε µηνιαία βάση. Βασίζεται δηλαδή στο συνδυασµό των κλιµατικών παραµέτρων και ταξινοµεί σε 5 κλιµατικούς τύπους ανάλογα µε τις φυτικές διαπλάσεις που υπάρχουν στη Γη. Ο Köppen θεωρεί ότι µεσογειακό κλίµα έχουν οι περιοχές µε πολύ ξηρά και θερµά καλοκαίρια (βροχόπτωση του ξηρότερου θερµού µήνα µικρότερη των 30mm και µικρότερη του 1/3 του ύ- ψους βροχής του πλουσιότερου µήνα σε επιφανειακές κατακρηµνίσεις) και ήπιους χειµώνες.το σύνολο των µετεωρολογικών σταθµών του Ελλαδικού χώρου ανήκει στην οµάδα των µεσόθερ- µων κλιµάτων C και αυτό γιατί οι τιµές της θερµοκρασίας του ψυχρότερου µήνα κυµαίνονται από -2 0 C έως και C. Ο κλιµατικός τύπος σύµφωνα µε την κατάταξη Köppen αντιστοιχεί σε Csa, όπου το σύµβολο C εκφράζει τα θερµά εύκρατα βροχερά κλίµατα µε ήπιους χειµώνες (µε µέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα >18 0 C και ψυχρότερου µήνα C).Ο δείκτης s εκφράζει ότι οι βροχοπτώσεις του 57

58 ξηρότερου µήνα είναι λιγότερες από 30 mm και από το 1/3 της βροχής του υγρότερου µήνα (ξηρό θέρος) και ο δείκτης a µέση θερµοκρασία θερµότερου µήνα > 22 0 C. Ο κλιµατικός τύπος που προκύπτει εποµένως χαρακτηρίζεται ως µεσογειακός ενδοχώρας, µε ήπιους χειµώνες, ξηρά και πολύ ζεστά καλοκαίρια. 6.Β.1.2β Κλιµατική κατάταξη κατά Κοτίνη-Ζαµπάκα Κλιµατικές διαιρέσεις του Ελλαδικού χώρου έχουν δοθεί περιγραφικά χωρίς σαφές περίγραµµα των µεταβατικών κλιµατικών ζωνών. Γενικά παρατηρείται σαφής και ταχεία αύξηση της ηπειρωτικότητας του Ελληνικού µεσογειακού κλίµατος από τα νότια προς τα βόρεια τµήµατα της χώρας (Κοτίνη-Ζαµπάκα, 1983). Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από το γεγονός ότι στις βορειότερες βαλκανικές χώρες επικρατεί ηπειρωτικός τύπος κλίµατος, όπου η βροχή εµφανίζει µέγιστο κατά θέρος. Στη χώρα µας έχουν διακριθεί πέντε (5) κλιµατικές ζώνες του µεσογειακού τύπου κλίµατος. Η Βόρεια Ελλάδα λόγω της γεωγραφικής της θέσης αλλά και του ανάγλυφου της (ηµιορεινές δια- µορφώσεις, ορεινοί όγκοι, υδρογεωλογική ταυτότητα), πλησιάζει σταδιακά σε γειτνιάζοντα ευρωπαϊκά κλιµατικά πρότυπα. 58

59 Εικόνα 10: Μεταβατικές κλιµατικές ζώνες κατά Κοτίνη - Ζαµπάκα Η περιοχή µελέτης εποµένως ανήκει σε ηπειρωτικό Μεσογειακό κλίµα µε ζεστό καλοκαίρι, χωρίς να χαρακτηρίζεται όµως από την ξηρότητα του µεσογειακού υποτροπικού, επηρεαζόµενο όµως και από τη θάλασσα.η εν λόγω περιοχή αποτελεί τη µεταβατική ζώνη προς τα βορειότερα και ψυχρότερα κλίµατα. 6.Β.1.3 Τοπογραφικοί παράγοντες Επιφανειακά / Ατµοσφαιρικά κατακρηµνίσµατα Επίδραση ανέµου Μαζί µε τα κλιµατολογικά χαρακτηριστικά που αναλύθηκαν παραπάνω υπάρχει ένα πλήθος από φυσιογραφικούς ή ορεογραφικούς παράγοντες που επηρεάζουν σε µεγάλο βαθµό την διάπλαση 59

60 των φυτοκοινωνιών στην ευρύτερη περιοχή µελέτης. Είναι αξιοπρόσεκτες οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στο κλίµα από τις πεδινές παράκτιες εκτάσεις ως τα οροπέδια και τους οικισµούς στις πλαγιές των βουνών. Σηµαντική επίδραση στο κλίµα της Θεσσαλίας έχει η µετάβαση από τις εκτεταµένες πεδιάδες στους µεγάλους ορεινού όγκους, και ιδιαίτερα, στην περιοχή µελέτης η οποία βρίσκεται στο ανατολικό τµήµα της οροσειράς της Όθρυος που αποτελεί ένα εκτεταµένο και πολύπλοκο ορεινό συγκρότηµα. Το οικολογικό περιβάλλον της υπό εξέτασης περιοχής µεταβάλλεται από την επίδραση των παρακάτω παραγόντων: Έκθεση Η έκθεση του εδάφους µπορεί να επηρεάσει σηµαντικά την εξάπλωση και την ευδοκίµηση των διαφόρων φυτοκοινωνιών. Η επίδραση αυτή εξαρτάται στενά και από την εδαφική κλίση και αυξάνεται µε αυτήν. Ο αποφασιστικός παράγοντας που επηρεάζεται από την έκθεση του εδάφους δεν είναι το φως αλλά η θερµοκρασία σε συνδυασµό µε τις επιδράσεις που ασκεί αυτή σε µια σειρά από οικολογικούς παράγοντες:, αυξάνει την ταχύτητα και το βάθος της αποσάθρωσης, αυξάνει τη δράση των µικροοργανισµών και όλων των βιοχηµικών αντιδράσεων στο εδαφος, επηρεάζει το είδος και την αύξηση της βλάστησης καθώς και το ποσό και το είδος των σχηµατιζόµενων εδαφών. Εν προκειµένω, το Α/Π χαρακτηρίζεται από ποικίλες εκθέσεις µε επικράτηση των βορειοδυτικών νοτιοανατολικών. Η ποικιλοµορφία, όµως, του αναγλύφου σε συνδυασµό µε τις ανθρώπινες δραστηριότητες αλλά και τη γεωγραφική θέση του έργου συνθέτουν ένα πολυπαραµετρικό µοντέλο για τη βλάστηση στην περιοχή, το οποίο διασπάται σε τοπικές µικροκλιµατικές συνιστώσες. Εν τούτοις, παρατηρείται γενικά αναπτυγµένη και πυκνότερη βλάστηση στις βορειοδυτικές εκθέσεις πιθανότατα λόγω του συνδυασµού συγκράτησης περισσότερης θερµότητας και υγρασίας µεταξύ των πτυχώσεων των πρανών. Ο πολυσύνθετος τοπογραφικός χαρακτήρας της περιοχής µελέτης και οι ποικίλες εκθέσεις δηµιουργούν διαφορετικά µικροπεριβάλλοντα κατά θέσεις. Για το λόγο αυτό η άλλοτε πυκνή φυτοκάλυψη και οι εναλλαγές µε χορτολιβαδικού τύπου εκτάσεις στα πρανή των θέσεων εγκατάστασης δεν µπορούν να αποδοθούν µονοσήµαντα στην επίδραση των διαφορετικών εκθέσεων. Οι συνθήκες ανάπτυξης της βλάστησης, αν εξαιρεθεί το στοιχείο της ανθρώπινης παρέµβασης από την κτηνοτροφία, δεν είναι δυσµενείς µε καθοριστικούς παράγοντες διαµόρφωσης το άθροισµα της ακτινοβολίας, την εδαφική υγρασία και τη φύση των επικρατούντων ανέµων (ξηροί ή οµβροφόροι). Πέραν της ηλιακής ακτινοβολίας, η έκθεση του εδάφους ασκεί επιρροή και στην επίδραση των ανέµων. Ανάλογα µε την κατεύθυνση αλλά και τη φύση (ξηροί, οµβροφόροι) του ανεµολογικού καθεστώτος σε µια περιοχή καθορίζεται η λειτουργία της διαπνοής των φυτών και της εξάτµισης του εδαφικού νερού. 60

61 Κλίση Εδάφους Η κλίση του εδάφους είναι στενά συνδεδεµένη µε εκείνη της έκθεσης. Σε εδάφη µε ισχυρή κλίση το νερό απορρέει γρηγορότερα από ότι σε αντίστοιχα µε ήπια κλίση, µε αποτέλεσµα την εντονότερη έκπλυση και διάβρωσή τους. Στην περιοχή µελέτης όπου οι κλίσεις των πρανών είναι µέτριες προς µεγάλες, της τάξης του 15-40%, από πλευράς συγκράτησης της υγρασίας σε συνδυασµό µε τον προσανατολισµό και τη σύσταση του εδάφους, δηµιουργούνται άλλοτε δυσµενείς και άλλοτε ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της βλάστησης. Τα ατµοσφαιρικά κατακρηµνίσµατα συχνά αποπλένουν το έδαφος κατά τόπους σε µεγαλύτερες κλίσεις ενώ στις κλίσεις που δηµιουργούνται µεταξύ των πτυχώσεων των πρανών, ιδίως σε βορειοδυτικές εκθέσεις, το µεγαλύτερο ποσοστό κατακράτησης υ- γρασίας υποβοηθά την ανάπτυξη των φυτών. Οι ποικίλες κλίσεις και οι λοιποί τοπογραφικοί παράµετροι δηµιουργούν ένα σύνθετο µεν, αλλά όχι απότοµο, τοπίο στην οροσειρά της Όθρυος, µε αποτέλεσµα να εµφανίζονται πολλά διαφορετικά µικρο-περιβάλλοντα που εναλλάσσονται οµαλά µεταξύ τους. Γι αυτό και απαντώνται διαφορετικοί οικοτύποι και µορφολογικές διαφορές στο είδος και την πυκνότητα της βλάστησης. Στις θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ, ωστόσο, απαντώνται ηπιότερες κλίσεις που ευνοούν την άσκηση της κτηνοτροφικής δραστηριότητας και διαµορφώνουν, σε συνδυασµό µε το υψόµετρο, φυσικούς βοσκότοπους. Βροχοπτώσεις Ο παράγοντας αυτός σε συνδυασµό µε τη θερµοκρασία διαδραµατίζει σηµαντικό ρόλο στον καθορισµό του κλίµατος µιας περιοχής. Για την πλήρη περιγραφή και κατανόηση της επίδραση στης βροχής στην ευρύτερη περιοχή µελέτης χρησιµοποιείται το µέσο ετήσιο βροχοµετρικό ύ- ψος, η κατανοµή των βροχοπτώσεων καθώς και η ένταση τους. Από οικολογικής άποψης ιδιαίτερη σηµασία έχει το συνολικό ύψος στης βροχής, η κατανοµή των βροχοπτώσεων κατά τη διάρκεια του έτους, η ένταση καθώς και η διάρκεια των βροχών. Το βασικό δυναµικό αίτιο δηµιουργίας των ατµοσφαιρικών κατακρηµνισµάτων στη Μεσόγειο είναι το Βόρειο Πολικό Μέτωπο και µάλιστα ο κλάδος εκείνος που είναι γνωστός ως Μεσογειακό Πολικό Μέτωπο. Κατά µήκος του δηµιουργείται ο µηχανισµός µείξης των αέριων µαζών, ενώ σχηµατίζονται οικογένειες υφέσεων που δίνουν ατµοσφαιρικά κατακρηµνίσµατα. Σύµφωνα µε µελέτες, κατά την βροχερότερη εποχή του έτους, ο αντικυκλώνας του Ατλαντικού ο οποίος επεκτείνεται στο βόρειο τµήµα της Αφρικής προκαλεί στη Μεσόγειο θερµούς ανέµους νότιας διευθύνσεως. Οι άνεµοι αυτοί εµπλουτίζονται µε υδρατµούς, συγχρόνως όµως µεταβαίνοντας προς ψυχρότερες περιοχές, πλησιάζουν το σηµείο κορεσµού. Φτάνοντας στις δυτικές κλιτύες των Ελληνικών οροσειρών αναγκάζονται να ανέλθουν, εναποθέτοντας τις µεγαλύτερες ποσότητες υδρατµών. Το δυτικό τµήµα της Ελλάδας όµως δεν επωφελείται οµβροθερµικώς µόνο από τους νότιους ανέµους, αλλά και από τις υφέσεις, οι οποίες κατά κανόνα κατευθύνονται από τα δυτι- 61

62 κά προς τα ανατολικά. Επιπλέον θα πρέπει να τονιστεί ότι κατά την βροχερή εποχή του έτους η διανοµή της βροχής ακολουθεί το ανάγλυφο, δηλαδή οι βροχές είναι κυρίως ορεογραφικές. Στον Πίνακα που ακολουθεί παρατίθενται η κατανοµή των βροχοπτώσεων (µέσες τιµές) για το Μ.Σ της Αγχιάλου. Πρέπει να τονιστεί ότι ο Μ.Σ της Αγχιάλου, εκτός του ότι βρίσκεται πολύ µακρυά από την περιοχή µελέτης (27km), παρέχει δεδοµένα που αφορούν παραθαλάσσια πεδινή περιοχή, όπου το κλίµα διαφοροποιείται ως προς τους παράγοντες που το συνθέτουν σε σχέση µε έναν ορεινό όγκο όπως η Όθρυς. Εποµένως τα στοιχεία που παρατίθενται δεν αντιπροσωπεύουν την ακριβή εικόνα του τοπικού κλίµατος της εν λόγω περιοχής µελέτης, στην οποία πιθανότατα εµφανίζεται αρκετά µεγαλύτερο ύψος βροχοπτώσεων. Πίνακας 6: Τιµές µέσης µηνιαίας βροχόπτωσης και µέσης εποχιακής βροχόπτωσης σύµφωνα µε δεδοµένα του Μ.Σ Αγχιάλου (πηγή: Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία [ΕΜΥ]) Βάσει του παραπάνω Πίνακα το ετήσιο ύψος βροχής κυµαίνεται σε µέτρια επίπεδα, παρουσιάζοντας µέγιστα κατά την χειµερινή περίοδο, από τον Οκτώβριο έως τον Μάρτιο, όπου τα φυτά βρίσκονται στην περίοδο της βλαστητικής ηρεµίας. Συγκεκριµένα ο µήνας µε τις µεγαλύτερες βροχοπτώσεις είναι ο Νοέµβριος µε 63,6mm. Επιπλέον, εµφανίζεται, σχετικά, εποχική ισοκατανοµή των βροχοπτώσεων κατά τη διάρκεια του έτους, χαρακτηριστική των µεσογειακών εύκρατων κλιµάτων. Οι αυξηµένες βροχοπτώσεις που πιθανολογούνται στα ορεινά τµήµατα στην περιοχή της Όθρυος ευνοούνται και από το υπερθαλάσσιο ύψος της περιοχής. Από διαθέσιµα στοιχεία της ΕΗ (1980) στην περιοχή της Όθρυος τα ύψη βροχοπτώσεων κυµαίνονται από mm/έτος. Το γεγονός αυτό συµβάλλει από οικολογικής πλευράς τις φυτοκοινωνίες που βρίσκονται εκεί, ζωνοποιώντας καλύτερα το τοπίο και ευνοώντας την καλύτερη εξάπλωση σε κάθε συστάδα φυτού. Καθώς τα 2/3 του συνόλου της βροχής εκδηλώνονται κατά την βλαστητική η- ρεµία, το νερό αποθηκεύεται στο έδαφος και αξιοποιείται από τα φυτά κατά την άνοµβρη περίοδο που συµπίπτει µε την εποχή της βλαστητικής δραστηριότητας. Βέβαια, αυτό που έχει ιδιαίτερη σηµασία για την πορεία της βλάστησης σε σχέση µε τα ατµοσφαιρικά κατακρηµνίσµατα είναι η εµφάνιση ή µη περιστατικών βροχοπτώσεων υπό τη µορφή καταιγίδας, για το οποίο δεν υπάρχουν διαθέσιµα στοιχεία στην περιοχή µελέτης. Γενικά, στη Θεσσαλία οι υετοί ξεκινούν από Οκτώβρη ως Απρίλιο και συχνά προκαλούν προβλήµατα λόγω του ότι εκδηλώνονται µε τη µορφή καταιγίδων. Στην περιοχή της Μαγνησίας µάλιστα συγκέντρωση ροής παρατηρείται κατά µήκος των κεντρικών κοιτών που αποστραγγίζουν τις βόρειες 62

63 κλιτύες του όρους Όθρυος και διασχίζουν την πεδιάδα του Αλµυρού, καθώς και αυτών που α- ποστραγγίζουν τις νότιες πλαγιές του Πηλίου και καταλήγουν στην περιοχή του Βόλου. Σε αυτό συµβάλλει το πλήθος µικρών τάξεων υδρογραφικών κλάδων µε µεγάλες κλίσεις, όπως ακριβώς συµβαίνει και στις παρυφές της Όθρυος. Χιονοπτώσεις Το χιόνι ως µετεωρολογικό στοιχείο ασκεί σηµαντική επίδραση στην τελική διαµόρφωση του κλίµατος, καθορίζει τις υδρολογικές συνθήκες µιας περιοχής, επιδρώντας µε ωφέλιµο όσο και επιζήµιο τρόπο στην υπάρχουσα βλάστηση. Εκτός της σπουδαιότητας του ως µέρος των ατµοσφαιρικών κατακρηµνισµάτων η σηµασία του ως κλιµατικού στοιχείου έγκειται και στη µεγάλη ανακλαστική του ικανότητα λόγω της οποίας ανακλώνται µεγάλες ποσότητες ηλιακής ακτινοβολίας. Με τον τρόπο αυτό παρεµποδίζεται η αύξηση της ατµοσφαιρικής θερµοκρασίας πάνω από τις περιοχές που είναι καλυµµένες µε χιόνι. Τα µεγαλύτερα ποσά των ατµοσφαιρικών κατακρηµνισµάτων φτάνουν στην γη µε τη µορφή χιονιού στα µεγάλα υψόµετρα. Ο Μαριολόπουλος & Καραπιπέρης (1955) αναφέρουν ότι οι περισσότερες και οι εντονότερες χιονοπτώσεις εκδηλώνονται µε την ύπαρξη ψυχρών βορείων ή βορειοανατολικών ανέµων, που οφείλονται ως επί το πλείστον στην προς το νότο επέκταση του Σιβηρικού Αντικυκλώνα. Στα µέσα γεωγραφικά πλάτη όπου τοποθετείται ο ελληνικός χώρος, το χιόνι είναι συχνό στα µεγάλα ύψη ενώ στη στάθµη της θάλασσας παρουσιάζεται σπάνια. Με βάση τα κλιµατολογικά στοιχεία που παρέχει µετεωρολογικός σταθµός του Κέντρου Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ) στην περιοχή της Αγχιάλου, χιονοπτώσεις εµφανίζονται σε σύνολο 4 ηµερών κατά τη χειµερινή περίοδο. Τα στοιχεία των χιονοπτώσεων που καταγράφονται εκεί έχουν τοπική ισχύ και δεν µπορούν να µας δώσουν σαφή πληροφορία για την κατάσταση που επικρατεί στις ορεινότερες περιοχές, όπως είναι η περιοχή µελέτης, όπου σαφώς εντοπίζονται περισσότερες µέρες χιονοπτώσεων αλλά και χιονοκάλυψης. Ο αριθµός των ηµερών χιονιού αυξάνει γραµµικά µε το υψόµετρο και εξαρτάται επίσης και από την κλίση των εδαφών και τον προσανατολισµό τους στην ηλιακή ακτινοβολία. Η χιονοκάλυψη του εδάφους σε ψηλότερες περιοχές διαρκεί περισσότερο συναρτήσει και του προσανατολισµού των πλαγιών και ποικίλλει ανάλογα µε το ύψος του χιονιού, τη διάρκεια και την ένταση των χιονοπτώσεων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσµα η βλαστητική περίοδος να γίνεται µικρότερη παρόλο που οι εκθέσεις αυτές συνήθως φιλοξενούν περισσότερη χλωρίδα. Στις νότιες όµως εκθέσεις που είναι θερµότερες και ξηρότερες και προστατεύονται κατά κύριο λόγο από τα βόρεια ρεύµατα του αέρα, το χιόνι παραµένει για µικρότερο χρονικό διάστηµα και η βλαστητική περίοδος επιµηκύνεται. 63

64 Θερµοκρασία Ένας από τους σπουδαιότερους κλιµατικούς παράγοντες που καθορίζει την ανάπτυξη και εξάπλωση των φυτικών ειδών και διαµορφώνει την βλάστηση µιας περιοχής, είναι η θερµοκρασία του αέρα. Ο εν λόγω παράγοντας σε συνδυασµό µε την υγρασία επηρεάζουν κυρίως την οριζόντια και την κατακόρυφη βλάστηση των δασοπονικών ειδών, παρόλο που η συγκεκριµένη εξάπλωση εξαρτάται από το κλίµα στο σύνολο του. Ένα χαρακτηριστικό της γεωγραφικής κατανοµής της µέσης µηνιαίας θερµοκρασίας, αλλά και κατά επέκταση και των άλλων χαρακτηριστικών θερµοκρασιών είναι η ελάττωσή της µε την αύξηση του γεωγραφικού πλάτους και του υψοµέτρου. Ο µετεωρολογικός σταθµός της Αγχιάλου βρίσκεται σε υψόµετρο 15m σε απόσταση περίπου 27km από την περιοχή µελέτης και ως εκ τούτου τα δεδοµένα του οδηγούν µόνο σε προσεγγιστικές εκτιµήσεις ως προς τις πραγµατικές συνθήκες θερµοκρασίας. Στον πίνακα που ακολουθεί παρατίθενται όλα τα θερµοκρασιακά δεδοµένα της περιοχής της Αγχιάλου. Μ.Σ Αγχιάλου Μήνες Μέση µηνιαία Θερµοκρασία Μέγιστη µηνιαία θερµοκρασία Ελάχιστη µηνιαία θερµοκρασία Ιανουάριος 6,6 11,1 2,8 Φεβρουάριος 7,6 12,3 3,4 Μάρτιος 9,9 14,3 4,8 Απρίλιος 14,1 18,8 7,7 Μάιος 19, ,1 Ιούνιος 24, ,3 Ιούλιος 26, ,6 Αύγουστος 26,1 30,7 18,5 Σεπτέµβριος Οκτώβριος 16,9 21,6 12,1 Νοέµβριος 12,1 16,8 8,2 εκέµβριος 8,2 12,6 4,5 Μέσος όρος 16,2 20,8 10,4 Πίνακας 7: Τιµές µέσης µηναίας θερµοκρασίας καθώς και οι τιµές µέσης µέγιστης και ελάχιστης µηνιαίας θερµοκρασίας σύµφωνα µε δεδοµένα του Μ.Σ. Αγχιάλου (πηγή: Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία [ΕΜΥ]) 64

65 Στο διάγραµµα που ακολουθεί αναπαρίστανται γραφικά τα παραπάνω θερµοκρασιακά δεδοµένα για την πόλη της Αγχιάλου. Διάγραµµα 1: Θερµοκρασιακά δεδοµένα Μ.Σ. Αγχιάλου Από τον παραπάνω πίνακα και το διάγραµµα προκύπτει πως η µέση ετήσια θερµοκρασία για την Αχίαλο είναι ίση µε 16,2 0 C. Ο θερµότερος µήνας είναι ο Αύγουστος και ο ψυχρότερος ο Ιανουάριος. Η Παρατηρείται επίσης ότι καθόλη τη διάρκεια του έτους οι µέσες µέγιστες και ελάχιστες τιµές της θερµοκρασίας κατανέµονται σταθερά κατά περίπου 5 0 C εκατέρωθεν της µέσης µηνιαίας θερµοκρασίας. Η θερµοκρασία γενικότερα δρα άµεσα ως περιβαλλοντικός παράγοντας αλλά και µε έµµεσο τρόπο. Ως προς τις άµεσες συνέπειες επηρεάζει σχεδόν όλες τις λειτουργίες των φυτών µέσω του ελέγχου των ρυθµών των χηµικών αντιδράσεων που λαµβάνουν χώρα. Η θερµοκρασία επίσης επηρεάζει έµµεσα τις συνθήκες των άλλων παραγόντων και ιδιαίτερα της παροχής νερού. Η θερµοκρασία καθορίζει το ρυθµό εξάτµισης και ως εκ τούτου όχι µόνο την αποτελεσµατικότητα των βροχοπτώσεων αλλά επίσης και το ρυθµό απώλειας της υγρασίας από τους οργανισµούς. Άνεµος Ο άνεµος αποτελεί ένα από τους κύριους παράγοντες που διαµορφώνουν άµεσα το κλίµα µιας περιοχής και µακροπρόθεσµα επηρεάζουν και την φυτοκάλυψη της. Συγκεκριµένα, οι άνεµοι ανήκουν στους βασικούς µετεωρολογικούς παράγοντες που διαµορφώνουν µέσα σε µεγάλες χρονικές περιόδους τους κλιµατικούς χαρακτήρες µιας περιοχής και επηρεάζουν την χλωρίδα 65

66 και τη βλάστηση των περιοχών όπου πνέουν. Αυτοί ασκούν φυσιολογική και µηχανική επίδραση στα φυτικά είδη και στη βλάστηση. Η ένταση και η διεύθυνση τους επηρεάζουν σε µεγάλο βαθ- µό τη διαµόρφωση της κόµης, του κορµού και των ριζών των δασοπονικών ειδών. Οι κυριότεροι παράγοντες που διαµορφώνουν την ετήσια πορεία του ανέµου είναι τα επικρατούντα βαροµετρικά συστήµατα κατά εποχές και οι εποχικοί άνεµοι. Εκτός από το γενικό βαροβαθµιδικό πεδίο, εκδηλώνονται και τοπικοί άνεµοι, πολύ χαρακτηριστικοί για το κλίµα των διαφόρων περιοχών της Ελλάδας. Οι επικρατέστεροι άνεµοι που πνέουν στην ευρύτερη περιοχή έχουν ανατολική διεύθυνση, κατά τα στοιχεία του µετεωρολογικού σταθµού της Αγχιάλου. Η περιοχή της Μαγνησίας γενικά δεν πλήττεται από ισχυρούς ανέµους, µε εξαίρεση τον θερµό και ξηρό Λίβα, δυτικό άνεµο που εµφανίζεται κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς µήνες. Στην περιοχή µελέτης, σύµφωνα µε τα παραπάνω ροδογράµµατα οι άνεµοι µε τη µεγαλύτερη συχνότητα εµφάνισης είναι οι Βόρειοι και Βορειοανατολικοί καθώς επίσης και οι Νότιοι Νοτιοανατολικοί έως υτικοί Νοτιοδυτικοί. 6.Β.1.4 Βιοκλίµα Το κλίµα αποτελεί τον κρισιµότερο παράγοντα που ρυθµίζει καθοριστικά την βλάστηση µιας περιοχής. Η έλλειψη ιδίας κίνησης των φυτών που συνθέτουν την βλάστηση, καθιστά απαραίτητη την προσαρµογή τους στις εκάστοτε κλιµατολογικές συνθήκες που επικρατούν, προκειµένου αυτά να επιζήσουν. Το γεγονός αυτό οδηγεί στον καθορισµό ορισµένων κλιµατικών ταξινοµήσεων, µε βάση την χαρακτηριστική βλάστηση, µιας και αυτή αποτελεί ουσιαστικά τη βιολογική έκφραση του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα του κλίµατος. Έτσι η ιδιαίτερη προσέγγιση του κλίµατος µέσω µεθόδων σύνθεσης επιµέρους κλιµατικών παραγόντων που έχουν πρωταρχική σηµασία για τη φυσική βλάστηση και η διερεύνηση των σχέσεων και των αλληλεπιδράσεων µεταξύ των κλιµατικών παραγόντων µε τα φυτικά είδη και τη βλάστηση, προσδιορίζουν το αντικείµενο µελέτης του βιοκλίµατος. Οι κλιµατικοί παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη και την εξάπλωση της βλάστησης είναι η θερµοκρασία και οι υδατικές συνθήκες (Ντάφης, 1986). Με βάση αυτούς γίνεται η µελέτη των βιοκλιµατικών συνθηκών µιας περιοχής. Η διερεύνηση πραγµατοποιείται µε τους εξής παρακάτω τρόπους: 66

67 6.Β.1.4α Οµβροθερµικό διάγραµµα Με τη µέθοδο της διάκρισης των χαρακτήρων του µεσογειακού βιοκλίµατος, σε συνδυασµό µε τη διερεύνηση της διάρκειας της ξηροθερµικής περιόδου µπορούµε να εκτιµήσουµε σε ικανοποιητικό βαθµό τις βιοκλιµατικές συνθήκες της περιοχής. Η συγκεκριµένη µέθοδος βασίζεται στους κλιµατικούς παράγοντες που δρουν απευθείας στους φυτικούς οργανισµούς. Αυτοί είναι η θερ- µοκρασία και το νερό, είτε ως βροχοπτώσεις είτε ως υγρασία, δίνοντας έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα στη ξηρασία. Για την διερεύνηση χρησιµοποιούνται: Το οµβροθερµικό διάγραµµα των Bagnoulis-Gaussen Ο ξηροθερµικός δείκτης χ (ο υπολογισµός του απαιτεί τη γνώση µετεωρολικών δεδοµένων που δεν είναι διαθέσιµα για το υπό εξέταση έργο) Οι Bagnoulis-Gaussen για κάθε µετεωρολογικό σταθµό, απεικονίζουν σε ένα οµβροθερµικό διάγραµµα την πορεία, µήνα προς µήνα της µέσης µηνιαίας θερµοκρασίας σε 0 C και του µέσου µηνιαίου ύψους βροχής σε mm. Σε αυτό το διάγραµµα, σε διαφορετικές κλίµακες, απεικονίζονται στη µια τεταγµένη η µηνιαία πορεία της µέσης θερµοκρασίας Τ σε C και στην άλλη το µέσο µηνιαίο ύψος βροχής R σε mm. Η κλίµακα του άξονα των βροχοπτώσεων είναι διπλάσια από αυτήν της θερµοκρασίας. Τα δύο σηµεία τοµής των καµπύλων της θερµοκρασίας και της βροχόπτωσης δείχνουν τη χρονική στιγ- µή όπου το µέσο µηνιαίο ύψος βροχόπτωσης ισούται µε το διπλάσιο της θερµοκρασίας (R=2T). Το διάστηµα όπου το µέσο µηνιαίο ύψος βροχόπτωσης είναι µικρότερο από το διπλάσιο της θερµοκρασίας (R < 2Τ) ονοµάζεται ξηροθερµική περίοδος και σύµφωνα µε τις θεωρίες του Gaussen αποτελεί την κρισιµότερη περίοδο για την επιβίωση των φυτικών ειδών. Φυσικά, η πραγµατική οικολογική ξηρή περίοδος θα µπορούσε να αποδοθεί καλύτερα µε την χρήση αριθµητικών δεικτών πάνω στο οµβροθερµικό διάγραµµα, που θα υποδήλωναν την δράση και άλλων σηµαντικών παραµέτρων όπως είναι τα εδαφικά υδάτινα αποθέµατα, οι φυσικές ιδιότητες του εδάφους κ.α. Για την πλήρη περιγραφή της επίδραση στων κλιµατολογικών παραγόντων στη φύση, ορίζονται παράλληλα µε την ξηροθερµική περίοδο και άλλοι χρονικοί παράγοντες. Συγκεκριµένα, το χρονικό διάστηµα που µεσολαβεί κατά την σταδιακή µετάβαση από ένα υγρό σε ένα ξηρό µήνα και αντίστροφα ορίζεται ως υπόξηρη περίοδος. Αριθµητικά, το παραπάνω διάστηµα καθορίζεται όταν οι βροχοπτώσεις είναι µεγαλύτερες από το διπλάσιο της µέσης µηνιαίας θερµοκρασίας αλλά και µικρότερες από το τριπλάσιο της [2T( C)< R(mm)< 3Τ( C)) 67

68 Οι υπόξηρες περίοδοι παρουσιάζονται συνήθως στις περιοχές µε κλίµα µεταβατικού χαρακτήρα, από το µεσογειακό προς άλλα εύκρατα κλίµατα. Διάγραµµα 2: Οµβροθερµικό διάγραµµα Μ.Σ. Αγχιάλου Από το παραπάνω οµβροθερµικό διάγραµµα συνάγεται το συµπέρασµα ότι για την περιοχή της Αγχιάλου η ξηροθερµική περίοδος εκτείνεται από το Μάιο ως τα τέλη Σεπτεµβρίου. Προφανώς, στην περιοχή µελέτης, η ξηροθερµική περίοδος έχει σηµαντικά µικρότερη διάρκεια. 6.Β.1.4β Μέθοδος βιοκλιµατικών ορόφων (Κατά Emberger) Προκειµένου να ληφθεί υπόψη η θερινή ξηρασία στην ιδιαιτερότητα του µεσογειακού κλίµατος, ο Emberger (1952) χρησιµοποίησε το οµβροθερµικό πηλίκο (Q 2 ),όπως παρουσιάζεται στην εξίσωση που ακολουθεί: Q 2 = όπου: P: η ετήσια βροχόπτωση 1000 * P M + m ( ) *( M m) 2 Μ: Η µέση τιµή των µέγιστων θερµοκρασιών του θερµότερου µήνα του έτους σε απόλυτους βαθµούς (-273,2 C = 0 Κ) m: Η µέση τιµή των ελάχιστων θερµοκρασιών του ψυχρότερου µήνα του έτους σε απόλυτους βαθµούς (-273,2 C =0 Κ) 68

69 Παρατηρούµε ότι ο όρος (Μ+m) / 2 αποτελεί τη βιολογική µέση θερµοκρασία γιατί οι ακραίες θερµοκρασίες επηρεάζουν τη βλάστηση. Επίσης ο όρος Μ-m δείχνει το εύρος ηπειρωτικότητας του κλίµατος και έµµεσα εκφράζει και τον παράγοντα «εξάτµιση». Παρακάτω, παρουσιάζεται η θέση της πόλης του Βόλου επί του κλιµατογράµµατος του Emberger-Sauvage όπως αυτό έχει σχηµατικά αποδοθεί από τον Μαυροµάτη µε απεικόνιση των θέσεων των ελληνικών πόλεων. ΒΟΛΟΣ Εικόνα 11: Σχηµατική απεικόνιση µεθόδου Emberger-Sauvage (Πηγή: Γ.Ν Μαυροµάτης) 69

70 Βιοκλιµατικά Βόλος, σύµφωνα µε το παραπάνω διάγραµµα, χαρακτηρίζεται από ηµίξηρο προς ύφυγρο, ήπιο χειµώνα. Βάσει του βιοκλιµατικού χάρτης της Ελλάδας (Υπουργείο Γεωργίας / Ίδρυµα ασικών Ερευνών Αθηνών / Τοµέας ασικής Σταθµολογίας), η περιοχή µελέτης χαρακτηρίζεται από ασθενές µέσο µεσογειακό βιοκλίµα µε 40<x<75, όπου x ο αριθµός των βιολογικώς ξηρών ηµερών κατά τη θερµή και ξηρά περίοδο. Ο χάρτης βιοκλιµατικών ορόφων της Ελλάδας, ο οποίος έχει εκδοθεί από την παραπάνω Υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, κατατάσσει την περιοχή µελέτης στις ύφυγρες (Ηumide) µε δριµύ χειµώνα (m<0 ο C), όπου m η µέση ελάχιστη θερµοκρασία του ψυχρότερου µήνα. Όπως παρατηρείται, ο χάρτης βιοκλιµατικών ορόφων κατατάσσει την περιοχή µελέτης σε διαφορετική κατηγορία από ότι την πόλη του Βόλου. Τέλος, δεδοµένου ότι η φυσική βλάστηση µιας περιοχής αποτελεί δείκτη του βιοκλίµατός της, επισηµαίνεται ότι η περιοχή εγκατάστασης του Α/Π ανήκει στις διαπλάσεις θερµόφιλων υποηπειρωτικών φυλλοβόλων δρυών (Chenais subcontinentales thermophiles) σύµφωνα µε τον Χάρτη Βλάστησης της προαναφερθείσας υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας. 6.Β.2 Μορφολογικά και τοπιολογικά χαρακτηριστικά 6.Β.2.1 Γενικά στοιχεία περί της περιοχής µελέτης Το όρος Όθρυς αποτελεί το φυσικό όριο που διαχωρίζει τη θεσσαλική πεδιάδα από το Μαλιακό κόλπο και την κοιλάδα του Σπερχειού. υτικά της οροσειράς εκτείνεται η Πίνδος ενώ στα βόρεια ο θεσσαλικός κάµπος. Η Όθρυς καταλαµβάνει περίπου 7000km 2 σε µήκος περίπου 60-70km από ανατολή προς δύση, από τον κόλπο του Βόλου ως τα βουνά των Αγράφων, αντίστοιχα. Χαρακτηρίζεται από σύνθετη δοµή µε πολλές απότοµες χαράδρες και κορυφές που ξεπερνούν τα 1300m, µε ψηλότερη το Γερακοβούνι. Η περιοχή µελέτης αφορά σε τµήµα της οροσειράς και συγκεκριµένα σε εκτάσεις που τοποθετούνται στο κεντροανατολικό µέρος. Πρόκειται εποµένως για αµιγώς ορεινή ζώνη, καθώς τα υψόµετρα φτάνουν ως τη βαθµίδα των 1.650m περίπου. Η οροσειρά δηµιουργεί ένα πολύπλοκο τοπιολογικό ανάλυφο µε πολλές και µεγάλες διακυµάνσεις στα υψόµετρα. Η εναλλαγή των υ- ψοµετρικών βαθµίδων είναι εξαιρετικά συχνή διαµορφώνοντας πολλές κορυφές αλλά και πολλαπλές κορυφογραµµές στις απολήξεις των πρανών. Η ίδια ποικιλοµορφία συνοδεύει και τον προσανατολισµό του αναγλύφου, συνθέτοντας πρανή που στο σύνολό τους καλύπτουν σχεδόν 70

71 όλες τις εκθέσεις. Εντούτοις, τουλάχιστον στο τµήµα της οροσειράς που µελετάται, δεν εντοπίζονται τοπιολογικές τραχύτητες και απότοµοι σχηµατισµοί ακόµη και στις περιπτώσεις που επικρατούν βραχώδεις αποκαλύψεις του µητρικού πετρώµατος. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά έ- χουν ως αποτέλεσµα έναν ποικιλόµορφο µεν, αλλά όχι τραχύ τοπιολογικό ορίζοντα. Το στοιχείο που προσδίδει την εντονότερη διαφοροποίηση στην εικόνα του τοπίου είναι η συχνή απότοµη εναλλαγή των πετρωµάτων από ασβεστόλιθους σε κερατόλιθους η οποία συνοδεύεται από ι- σχυρή χρωµατική αντίθεση. Οι κλίσεις των πρανών µπορούν να χαρακτηριστούν από µέτριες έως µεγάλες και τοπικά στην ευρύτερη περιοχή µεταξύ των πρανών έως και απότοµες. Το µέσο υψόµετρο εγκατάστασης των Α/Γ είναι τα 1.535m πάνω από το επίπεδο της θάλασσας ενώ, σε ορισµένες θέσεις της κορυφογραµµής, δηµιουργούνται µικρά πλατώµατα. Η πρόσβαση στις περισσότερες κορυφογραµµές στην περιοχή γίνεται από το βόρειο µέρος της Όθρυος κυρίως για λόγους διευκόλυνσης της άσκησης της κτηνοτροφίας επηρεάζοντας και µορφοποιώντας το ευρύτερο οικοσύστηµα. Ωστόσο, αν και το δίκτυο των χωµατόδροµων είναι σχετικά πυκνό, η αφοµοίωσή τους στην φυσιογνωµία του τοπίου συµβαίνει σε τέτοιο βαθµό ώ- στε το περιβάλλον και τα µορφολογικά στοιχεία του παραµένουν, σχεδόν, αδιατάρακτα. Η διαµόρφωση του οικοσυστήµατος, µέσω των κλιµατικών παραγόντων και της ανθρώπινης δραστηριότητας αποτυπώνεται στην εξάπλωση και το είδος των φυτικών ζωνών, υποζωνών και αυξητικών χώρων. Τα πρανή καλύπτονται από είδη που απαντώνται συνήθως σε χαµηλότερες, υψοµετρικά, ζώνες βλάστησης µε τρόπο όµως που αναµιγνύονται µε τον ποολιβαδικό ή και δασολιβαδικό χαρακτήρα των εκτάσεων αυτών. Η πυκνότητα, επίσης παρουσιάζει τις δικές της διακυµάνσεις χωρίς όµως να συγκροτεί έντονες οµαδοπαγείς κοινωνίες φυτών που προκαλούν την διάσπαση του τοπίου. Αποτέλεσµα των παραπάνω, σε συνδυασµό µε την επίδραση της βόσκησης και των κλιµατικών συνθηκών, είναι η ασαφής οριοθέτηση της εξάπλωσης των εκάστοτε αυξητικών χώρων του οικοσυστήµατος. Οι ενίοτε, φαινοµενικές, διαφορές στην εικόνα της οικοσυστηµικής συνέχειας της βλάστησης αποδίδονται στις εναλλαγές της σύστασης του εδάφους µεταξύ βραχωδών εξάρσεων και κερατολιθικών διαπλάσεων, όπως ήδη αναφέρθηκε. Το υπό εξέταση Α/Π αφορά σε τρεις διακριτές θέσεις κατά µήκος της κορυφογραµµής (βλ. φωτο 1, Κεφ. 14) οι οποίες χαρακτηρίζονται από τοπικά πλατώµατα και ήπιες ή µικρές κλίσεις. Οι θέσεις αυτές δεν περιγράφονται από τοπογραφικές διαφορές σε σχέση µε την περιβάλλουσα περιοχή. Οι πλέον κυρίαρχες οµάδες φυτικών διαπλάσεων είναι οι κέδροι και οι σχηµατισµοί αείφυλλων πλατύφυλλων. Στις υπό εξέταση θέσεις η συνύπαρξη ποολιβαδικού τύπου βλάστησης µε, συνήθως, χαµηλούς κέδρους και σποραδικά βραχόφιλη χασµοφυτική βλάστηση υποδηλώνει τη συνδυασµένη δράση διαφόρων παραγόντων σε ένα ορεινό οικοσύστηµα. Η ασυνέχεια 71

72 που παρατηρείται στις υπό εξέταση θέσεις στην εξάπλωση της δρυός οφείλεται πιθανότατα στη µακροχρόνια επίδραση κλιµατολογικών συνθηκών, κυρίως κατά τη διάρκεια του χειµώνα, καθώς και στις διάφορες ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Συνοψίζοντας, η ευρύτερη περιοχή µελέτης αποτελείται κατά βάση από µέτριας πυκνότητας φυτοκάλυψη µε ποικίλες θαµνώδεις διαπλάσεις και από εκτάσεις γης µε χορτολιβαδικά και ποώδη είδη. Η διαµορφούµενη έως τώρα κατάσταση της φυσικής βλάστησης δεν είναι τίποτα άλλο παρά µια συγχώνευση από την, µεγαλύτερου ή µικρότερου βαθµού, υποβάθµιση των αρχικών δρυοδασών και των ψευδοαλπικών ορεινών οικοσυστηµάτων. Στην ευρύτερη περιοχή εγκατάστασης του Α/Π δεν υπάρχουν έργα παρόµοιας τεχνολογίας, γεγονός που αποµακρύνει την πιθανή αθροιστική δράση τους στη µορφολογία και την σύσταση του οικοσυστήµατος της περιοχής. Η πρόσβαση στο υπό εξέταση Α/Π είναι εύκολη και πραγµατοποιείται µέσω βελτιωµένων δασικών δρόµων οι οποίοι είχαν διανοιχθεί για την προσπέλαση των κτηνοτρόφων. Στη θέση εγκατάστασης του υπό µελέτη έργου δεν παρατηρήθηκαν ειδικά αρχιτεκτονικά ή πολιτιστικά στοιχεία που θα µπορούσαν να δώσουν µια ξεχωριστή φυσιογνωµία στο τοπίο, εκτός από δυο κτίρια που εντοπίζονται στην βόρεια γειτονική κορυφή και πρόκειται για στέγη ορειβατικού καταφυγίου. Επίσης, ιδιαίτερες υδρολογικές, υδρογεωλογικές ή γεωλογικές ιδιαιτερότητες, ή φαινόµενα διάβρωσης που θα µπορούσαν να συµβάλλουν στη διαφορετικότητα του τοπίου δεν έχουν παρατηρηθεί στις θέσεις ενδιαφέροντος, µε εξαίρεση τις χρωµατικές αντιθέσεις που προκαλούν σποραδικά οι εναλλαγές του είδους του εδαφικού ορίζοντα. 6.Β.2.2 Αιολικό πάρκο Το υπό εξέταση Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ έχει χωροθετηθεί κατά µήκος τριών θέσεων ( ΜΕΤΕΡΙΖΙΑ / ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ / ΣΤΡΑΤΩΝΑΣ ) που χωρίζονται µεταξύ τους από δυο µικρά διάσελα και έχουν ποικίλο προσανατολισµό. Οι Α/Γ υπ αριθµόν 1-9 (βλ. φωτό 2, Κεφ. 14) τοποθετούνται στο δυτικότερο τµήµα του Α/Π, στη θέση ΜΕΤΕΡΙΖΙΑ και σε µέσο υψόµετρο 1.486m. Ο προσανατολισµός της κορυφογραµµής είναι βορειοανατολικός νοτιοδυτικός και τα πρανή χαρακτηρίζονται από µέτριες ή κατά τόπους µεγαλύτερες κλίσεις. Οι Α/Γ υπ αριθµόν (βλ. φωτό 3, Κεφ. 14) τοποθετούνται στο κεντρικό τµήµα του Α/Π, στη θέση ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ και σε µέσο υψόµετρο 1.537m. Ο προσανατολισµός της κορυφογραµµής 72

73 είναι βορειοδυτικός νοτιοανατολικός και τα πρανή χαρακτηρίζονται από ποικιλία κλίσεων, ξεκινώντας από τις ηπιότερες στα δυτικά. Οι δυο παραπάνω κλάδοι Α/Γ χαρακτηρίζονται από οµοιογένεια ως προς τον οικοσυστηµικό και µορφολογικό χαρακτήρα ενώ, ταυτόχρονα, εδράζονται σε συνεκτικά, βαθιά εδάφη, κερατολιθικής κυρίως σύστασης. Οι Α/Γ υπ αριθµόν 10 και (βλ. φωτό 4, Κεφ. 14) τοποθετούνται στο ανατολικό τµήµα του Α/Π, στη θέση ΣΤΡΑΤΩΝΑΣ και σε µέσο υψόµετρο 1.620m. Ο προσανατολισµός της κορυφογραµµής είναι βόρειος βορειοδυτικός νότιος νοτιοανατολικός και τα πρανή χαρακτηρίζονται µέτριες και µεγάλες κλίσεις. Στη θέση αυτή, διαµορφώνονται µεγαλύτερα πλατώµατα επί της κορυφογραµµής. Εκτός από υψηλότερο, το τµήµα αυτό του Α/Π παρουσιάζεται και τραχύτερο σε σχέση µε τα άλλα δυο, καθώς, εδώ, κυριαρχούν οι βραχώδεις εξάρσεις του ασβεστολιθικού εδάφους. Η χλωριδική σύσταση στις θέσεις εγκατάστασης ακολουθεί την εικόνα του ευρύτερου οικοσυστήµατος χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις µεταξύ των τριών θέσεων, αποτελούµενη από δασολίβαδα ή και ποολίβαδα µε χαµηλή και θαµνώδη βλάστηση. Η φυσική εξάπλωση των υποκείµενων δασικών συστάδων και της δρυός που αναπτύσσεται αρκετά χαµηλότερα στις πλαγιές διακόπτεται διαδοχικά στο περίπου στο µέσον των πρανών, πιθανότατα λόγω της συνδυαστικής δράσης περιβαλλοντικών και ανθρωπογενών παραγόντων. 6.Β.2.3 Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης Η οδός πρόσβασης στο Α/Π περιλαµβάνουν τη βόρεια υφιστάµενη χωµάτινη οδό που βελτιώθηκε ως προς τα τεχνικά χαρακτηριστικά της για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Α/Π (βλ. φωτό 5, Κεφ. 14). Πρόκειται για χωµάτινο δρόµο εξαιρετικής βατότητας που ξεκινά από τον επαρχιακό δρόµο Ανάβρας Αλµυρού κι έχει µήκος ,98m. Ο δρόµος αυτός διαπερνά διαδοχικά, από τα χαµηλότερα υψόµετρα προς την κορυφογραµµή, πυκνότερες σε κάλυψη δασικές εκτάσεις, που σταδιακά εµφανίζονται ως δασολιβαδικές και ποολιβαδικές βοσκούµενες εκτάσεις. Η εσωτερική οδοποιία του έργου εκτείνεται κατά µήκος της κορυφογραµµής και των θέσεων εγκατάστασης των Α/Γ. Έχει συνολικό µήκος 8.056,67m και πρόκειται για δασικό δρόµο Γ κατηγορίας που συνδέει τις Α/Γ µεταξύ τους. 73

74 Η εσωτερική ηλεκτρική διασύνδεση του Α/Π εξασφαλίζεται µε υπόγειο χαντάκι καλωδίων ΜΤ που ακολουθεί την όδευση της εσωτερικής οδοποιϊας του Α/Π και ως εκ τούτου δεν επηρεάζεται άλλο τµήµα του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής για την εσωτερική διασύνδεση του έργου. 6.Β.3 Εδαφολογικά, γεωλογικά και τεκτονικά χαρακτηριστικά 6.Β.3.1 Γενικά στοιχεία περί της περιοχής µελέτης Η περιοχή µελέτης γεωτεκτονικά ανήκει στην Υποπελαγονική ζώνη. Η ζώνη αυτή βρίσκεται στην δυτική πλευρά της Πελαγονικής και βορειοανατολικά της ανεξάρτητης ζώνης της Βοιωτίας η οποία βρίσκεται στο όριο των εσωτερικών και εξωτερικών Ελληνίδων. Εκτείνεται µε διεύθυνση τη γενική των Ελληνίδων Β- ΝΑ από την Αλβανία, κατά µήκος του µέσου περίπου κορµού της Ελλάδας, προς την υτική Θεσσαλία και την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, από εκεί στα νησιά Σαλαµίνα, Ύδρα και την Ανατολική Πελοπόννησο και συνεχίζεται πιθανόν στην νήσο Κω και την Μ. Ασία. Φαίνεται όµως ότι η Υποπελαγονική ζώνη καλύπτει και την Κεντρική Εύβοια (περιοχή που ονοµάζονταν δίαυλος) και από εκεί συνεχίζεται στο νησί της Χίου, έχοντας έτσι ένα σύνθετο σχήµα γύρω από την Αττικοκυκλαδική µάζα. Τα βουνά Ορθυς, Καλίδροµο, Ελικών, Κιθαιρών, Πάρνηθα, Χλωµόν και Γεράνια ανήκουν στην Υποπελαγονική ζώνη. Στην παρακάτω εικόνα φαίνεται η έκταση κατάληψης της Υποπελαγονικής ζώνης όπως αυτή έχει χαρτογραφηθεί ως σήµερα. 74

75 Εικόνα 12: Η Υποπελαγονική ζώνη Η ζώνη αυτή είχε αρχικά χαρακτηρισθεί από τους Renz (1955) και Μαρίνο (1957) µε το όνοµα Ζώνη Ανατολικής Ελλάδας. Ο όρος Υποπελαγονική δόθηκε από τον Aubouin (1959) για να υπογραµµίσει την στενή σύνδεση αυτής µε την Πελαγονική ζώνη. Καθόρισε δηλαδή την παλαιογραφική θέση της Υποπελαγονικής ως την υτική κατωφέρεια του υβώµατος της Πελαγονικής προς την αύλακα της ζώνης Πίνδου, και της απέδωσε έτσι χαρακτήρες ιζηµατογένεσης ενδιάµεσους µεταξύ νηριτικής και πελαγικής φάσης. Η Υποπελαγονική ζώνη αποτελεί τη δυτική ζώνη των οφειολίθων της Ελλάδας και θεωρείται ότι, µαζί µε τη ζώνη Ωλονού-Πίνδου, αντιπροσώπευαν µια παλιά ωκεάνια περιοχή µε ιζήµατα αβυσικά-πελαγικά ενώ, ιδιαίτερα η Υποπελαγονική, καθορίσθηκε ότι περιλαµβάνει και το χώρο της κατωφέρειας της Πελαγονικής προς τον ω- κεανό. Στον Υποπελαγονικό χώρο αναπτύσσονται: 75

76 - Πετρώµατα του προαλπικού υπόβαθρου: πρόκειται για το κρυσταλλοσχιστώδες Κάτω Παλαιοζωικό υπόβαθρο της Πελαγονικής που αποτελείται από γνεύσιους, µαρµαρυγιακούς σχιστόλιθους, αµφιβολίτες και παρεµβολές µαρµάρων - Κροκαλοπαγή, ψαµµίτες, ασβεστόλιθοι και παρεµβολές τοφφικών υλικών του Τριαδικού και ακολουθούν ασβεστόλιθοι Κάτω Μέσο Τριαδικού, είτε πελαγικοί µε πυριτικούς κονδύλους, είτε νηριτικοί µε φύκη. Χαρακτηριστικοί είναι οι κόκκινοι, αµµωνιτοφόροι πελαγικοί ασβεστόλιθοι που αντιπροσωπεύουν το Μεσο Άνω Τριαδικό σε ορισµένες περιοχές της ζώνης (Όθρυ). - Η σχιστοκερατολιθική διάπλαση που αποτελείται από λεπτόκοκκα ιζήµατα, δηλαδή κόκκινους, πράσινους, µαύρους αργιλικούς σχιστόλιθους, ραδιολαριτικούς κερατόλιθους, µάργες, λεπτόκοκκους ψαµµίτες, πηλίτες, αργιλοπηλίτες και παρεµβολές λεπτόκοκκων πελαγικών α- σβεστολίθων. - Ασβεστόλιθοι Ιουρασικού - Ιζήµατα Μέσο Άνω Κρητιδικής επίκλησης: το πρώτο επικλυσιγενές στρώµα είναι ένα τυπικό κροκαλοπαγές βάσης και ακολουθούν ασβεστόλιθοι άνω Κρητιδικού άλλοτε νηριτικοί και άλλοτε πελαγικοί, µέσα στους οποίους παρεµβάλλονται µικρού πάχους ψαµµιτικά και µαργαϊκά στρώµατα. - Μεταλπικά µολασσικά ιζήµατα (Μεσοελληνική αύλακα) Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισµα της Υποπελαγονικής ζώνης είναι οι µεγάλες οφειολιθικές µάζες και η συνοδεύουσα αυτές σχιστοκερατολιθική διάπλαση που έχει µεγάλη εξάπλωση. Η σηµασία που απέκτησαν οι οφειόλιθοι µε την νέα παγκόσµια τεκτονική δηµιούργησε την ανάγκη επανεξέτασης του γεωτεκτονικού ρόλου της Υποπελαγονικής. Για το λόγο αυτό η ζώνη ονοµάζεται και ζώνη οφειολίθων ή ακόµη και ζώνη της Όθρυς επειδή η σπουδαιότερη οφειολιθική ακολουθία βρίσκεται στο οµώνυµο βουνό. Στην Κεντρική Στερεά Ελλάδα η ζώνη αυτή είναι επωθη- µένη πάνω στις ζώνες της Βοιωτίας και του Παρνασσού. Η Υποπελαγονική ζώνη παρουσιάζει τρείς διαφορετικές στρωµατογραφικές - τεκτονικές διαδοχές των πετρωµάτων της: 1) αυτή που περιλαµβάνει µόνο την οφειολιθική ακολουθία και τα συνοδά ιζήµατα βαθιάς θάλασσας χωρίς να παρατηρείται κανένα τεκτονικό υπόβαθρο αυτών. 2) εκείνη στην οποία οι οφειόλιθοι µε τα συνοδά ιζήµατα βρίσκονται τοποθετηµένοι πάνω σε πελαγικά ανθρακικά πετρώµατα. 3) εκείνη που οι οφειόλιθοι µε τα συνοδά ιζήµατα βρίσκονται επωθηµένοι πάνω σε νηριτικά ανθρακικά πετρώµατα τυπικά ηπειρωτικού περιθωρίου, που βέβαια δε διαφέρει σε τίποτα από την τεκτονική εικόνα του δυτικού Πελαγονικού περιθωρίου. 76

77 Οι τρείς παραπάνω διαδοχές πετρωµάτων δεν έχουν την έννοια τριών διαφορετικών ενοτήτων που αναπτύσσονται σε ξεχωριστούς χώρους αλλά ουσιαστικά αντιπροσωπεύουν την εξέλιξη από τα υτικά προς τα Ανατολικά των βαθιών ωκεάνιων συνθηκών ιζηµατογένεσης προς τις νηριτικές του ηπειρωτικού περιθωρίου. εν είναι όµως δυνατή η χάραξη ορίων ανάµεσα τους διότι η εξέλιξη ήταν σταδιακή αλλά και διότι οι µετέπειτα τεκτονισµοί και κυρίως οι Τριτογενείς λεπιώσεις έχουν τελείως µεταβάλει κάθε γεωγραφική συνέχεια τους. Η σύνθετη γεωλογική δοµή της Όθρυος, αποτέλεσµα αλπικής τεκτονικής, µπορεί να διακριθεί σε τρεις κύριες ενότητες προνεογενών σχηµατισµών: Α) Ενότητα Ανατολικής Όθρυος Χλωµού: καταλαµβάνει το όρος Χλωµό και το ανατολικό τµήµα του όρους Όθρυς. Πρόκειται για αµεταµόρφωτους έως κατά θέσεις ελαφρά µεταµορφωµένους σχηµατισµούς. Στρωµατογραφικά, στη ζώνη αυτή απαντούν από κάτω προς τα πάνω: Μια κατώτερη σειρά κλαστικών σχηµατισµών του Ανώτερου Περµίου ως Κατώτερου Τριαδικού, από εναλλασσόµενους ψαµµίτες, πηλίτες, αργιλικούς σχιστόλιθους και τόφφους. Στα ανώτερα µέλη απαντώνται και διαστρώσεις κερατολίθων. ολοµιτικοί ή / και µαργαϊκοί ασβεστόλιθοι στις ακολουθίες Πυργάκι και Γδαρµένη Ράχη Ηφαιστειογενείς σχηµατισµοί, κυρίως από βασαλτικά πετρώµατα µε µορφή pillow λαβών (ακολουθίες Πυργάκι, Γδαρµένη Ράχη, Λογγίτσιο) Ραδιολαρίτες στη Γδαρµένη Ράχη και το Λογγίτσι,σειρά που αποκαλείται και ως Κερατόλιθοι της Νεράιδας Μια σειρά ασβεστόλιθων µε πυριτιόλιθους που καταλαµβάνει µεγάλη έκταση στη Κεντρική, υτική και Βόρεια Όθρυ Μια σειρά ραδιολαριτών πηλιτών που απαντάται στο ανώτερο ρµήµα των Ιουρασικών σχη- µατισµών των ακολουθιών ιχάλα, Πυργάκι, Γδαρµένη Ράχη και Λόγγίτσιο. Αποτελείται από κόκκινους πηλίτες ενώ κατά θέσεις υπάρχουν ενστρώσεις ασβεστολιθικών µικρολατυποπαγών. Η σειρά αυτή έχει ονοµαστεί και ως σχηµατισµός κερατόλιθων της Ανάβρας Οφειολιθικές εµφανίσεις σε σχηµατισµούς mélange και υπό τη µορφή οφειολιθικών καλυµ- µάτων, οι οποίες έχουν τη µεγαλύτερη εµφάνισή τους στη υτική Όθρυ Β) Ενότητα Κεντρικής Όθρυος: καταλαµβάνουν το κεντρικό τµήµα τους όρους και βρίσκονται τεκτονικά τοποθετηµένοι επάνω στους σχηµατισµούς της ανατολικής. Η σχέση αυτή εκδηλώθηκε κυρίως µετά το Κρητιδικό κατά την Ηωκαινική συµπιεστική φάση, αφού στη βάση της τεκτονικής γραµµής συχνά απαντώνται παρεµβολές Ανωκρητιδικών ασβεστόλιθων και οφειόλιθοι της Ενότητας Ανατολικής Όθρυος. Γ) Ενότητα Δυτικής Όθρυος: οι σχηµατισµοί της ενότητας αυτής απαντούν κυρίως στην περιοχή δυτικότερα του άξονα Λαµία οµοκός και µπορούν λιθοστρωµατικά να διακριθούν στους σχη- µατισµούς Αρχανίου Ανάβρας (Σοφάδων) και στους σχηµατισµούς Αγίου Γεωργίου Λαµίας 77

78 Η περιοχή µελέτης βρίσκεται προσεγγιστικά µεταξύ των Ενοτήτων της Ανατολικής και Κεντρικής Οθρυος, στις οποίες οι οφειόλιθοι υπέρκεινται των αργιλοπυριτικών Ανωιουρασικών σχηµατισµών µε παρεµβολή στη βάση τους, τριαδικών κυρίως ηφαιστειοϊζηµατογενών σχηµατισµών. Ο Γεωτεχνικός Χάρτης της Ελλάδας, ο οποίος έχει εκδοθεί από το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ), µας παρέχει σηµαντικές πληροφορίες για τα γεωτεχνικά στοιχεία της περιοχής εγκατάστασης του Α/Π. Πιο συγκεκριµένα στη θέση του Α/Π και των συνοδών έργων εµφανίζονται: «Ασβεστόλιθοι (L)»: συµπαγείς, συχνά κρυσταλλικοί, παχυστρωµατώδεις ή άστρωτοι έως λεπτοπλακώδεις ποικίλης απόχρωσης. Κατά θέσεις µαργαϊκοί ή σε µικρότερη έκταση λιµναίοι τραβερτινοειδείς ασβεστόλιθοι. Συνήθως έντονα αποκαρστωµένοι στα επιφανειακά στρώµατα και διαρρηγµένοι. Το πάχος τους κυµαίνεται µεταξύ δεκάδων και πολλών εκατοντάδων µέτρων. Παρουσιάζουν µεγάλη επιφανειακή ανάπτυξη στον Ελληνικό χώρο και δίνουν εκτεταµένους κώνους κορηµάτων. Χαρακτηρίζονται από µέτρια έως υψηλή δευτερογενή περατότητα και υψηλές τιµές µηχανικών αντοχών του ασβεστολιθικού υλικού, ενώ η συµπεριφορά της βραχοµάζας είναι συνήθως ικανοποιητική για τη θεµελίωση τεχνικών έργων. Απαιτείται όµως ιδιαίτερη προσοχή στην κατασκευή υπογείων έργων, όταν διαπιστώνεται η παρουσία µεγαλοκαρστικών µορφών (καταρρεύσεις οροφής εγκοίλων) και στις περιπτώσεις δευτερογενούς χαλάρωσης λόγω πυκνής διάρρηξης των στρωµάτων, δυσµενούς προσανατολισµού των ασυνεχειών και πλήρωσης αυτών µε άργιλο. Σε ορισµένες περιπτώσεις και σε τοπική κλίµακα το ασβεστολιθικό πέτρωµα θρυµµατίζεται εύκολα σε µέγεθος ψηφίδας. Αστοχίες στα πρανή παρατηρούνται συνήθως ως καταπτώσεις βραχωδών µαζών στις περιπτώσεις ισχυρών κλίσεων και αυξηµένης δευτερογενούς χαλάρωσης της βραχοµάζας ή διατάραξης της φυσικής ισορροπίας και δυναµικών φορτίσεων. Σπανιότερα, στους λεπτοπλακώδεις ασβεστολίθους µε ενστρώσεις µάλιστα σχιστολιθικού υλικού εκδηλώνονται κατολισθητικά φαινόµενα τοπικής σηµασίας. Η αφθονία και οι ποικίλες χρήσεις του πετρώµατος καθιστούν τους ασβεστολίθους πολλαπλά χρήσιµο υλικό. Φυσικά και µηχανικά χαρακτηριστικά: γ b : 2,5 2,7 gr/cm 3 q u : kg/cm 2 (ακραίες τιµές και ) C t : kg/cm 2 C s : επί τόπου δοκιµές φ t : φ s : E : kg/cm 2 (συνήθεις τιµές ) Πίνακας 8: Φυσικά και µηχανικά χαρακτηριστικά ασβεστόλιθων 78

79 Επιπλέον, απαντώνται: «Βασικά και υπερβασικά εκρηξιγενή πετρώµατα (ο δ σ)»: οφιόλιθοι (ο), σερπεντινιωµένοι περιδοτίτες (σ), διαβάσες (δ). Συνεκτικοί σχηµατισµοί, συνήθως έντονα διαρρηγµένοι και τεκτονικά καταπονηµένοι, µε σηµαντική ανάπτυξη ιδιαίτερα στο χώρο της Κεντρικής Δυτικής Ελλάδας. Συχνά εµφανίζονται στα ανώτερα τµήµατα έντονα εξαλλοιωµένοι και αποσαθρωµένοι, καυπτόµενοι από παχύ µανδύα αποσάθρωσης. Είναι γενικά στεγανοί σχηµατισµοί, οι έντονα όµως διαρρηγµένες ζώνες παρουσιάζουν αυξηµένη περατότητα. Τα φυσικά πρανή παραµένουν ευσταθή και µε ισχυρές κλίσεις, ενώ οι εδαφικές κινήσεις συνήθως περιορίζονται στο µανδύα και είναι τοπικής κλίµακας. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της µηχανικής συµπεριφοράς είναι η εµφάνιση ε- ντός της βραχοµάζας λείων επιφανειών κατά µήκος ζωνών διαρρήξεων ή διακλάσεων και η ανάπτυξη τάσεων ολίσθησης τοπικού συνήθως χαρακτήρα. Οι διεργασίες αυτές διευκολύνονται από τις δευτερογενείς ορυκτολογικές αλλοιώσεις των πρωτογενών ορυκτών (ολιβίνη πυροξένων) και τις µηχανικές παραµορφώσεις λόγω των ισχυρών εφαπτοµενικών πιέσεων που έχουν ασκηθεί. Η ανάπτυξη των ανωτέρω τάσεων είναι δυνατή στις περιπτώσεις χαλάρωσης της βραχοµάζας και τη διάνοιξη τεχνητών πρανών, όταν διαταράσσονται οι συνθήκες φυσικής ισορροπίας. Οι τιµές των µηχανικών χαρακτηριστικών επηρεάζονται καθοριστικά από τη φυσική κατάσταση της βραχοµάζας (βαθµός αποσάθρωσης εξαλλοίωσης και πυκνότητα διάρρηξης). Φυσικά και µηχανικά χαρακτηριστικά: γ b : 1,7 3,4 gr/cm 3 q u : kg/cm 2 (ακραίες τιµές µέχρι 2600) C : kg/cm 2 φ : E : kg/cm 2 Πίνακας 9: Φυσικά και µηχανικά χαρακτηριστικά βασικών και υπερβασικών εκρηξιγενών πετρωµάτων «Αργιλικοί σχιστόλιθοι και κερατόλιθοι (sh)»: λεπτές εναλλαγές κυρίως κερατολίθων και αργιλικών σχιστολίθων µε αραιές ενστρώσεις κατά θέσεις ασβεστολίθων και ψαµµιτών.έντονα κερµατισµένοι και πολυπτυχωµένοι, µε πάχος συνήθως µέχρι λίγες εκατοντάδες µέτρων και χα- µηλή έως µέτρια υδροπερατότητα. Παρουσιάζουν χαρακτηριστικές µορφές πλαστικής παραµόρφωσης των στρωµάτων από την ά- σκηση ισχυρών οριζοντίων τεκτονικών πιέσεων. Τα ανώτερα (επιφανειακά) στρώµατα είναι συνήθως έντονα αποσαθρωµένα (µανδύας σηµαντικού πάζους) και χαλαρωµένα, συχνά µέχρι ση- µαντικού βάθους και για την εξόρυξή τους δεν απαιτούν τη χρήση εκρηκτικών. Η χαλάρωση είναι δευτερογενής και συνδέεται κυρίως µε την πυκνότατη διάρρηξη, τη λεπτοστρωµατώδη δοµή, 79

80 την τεκτονική καταπόνηση και τη δράση του νερού και των αποσαθρωτικών παραγόντων. Χαρακτηριστικές είναι οι χαµηλές τιµές V p που έχουν µετρηθεί στους ανώτερους ορίζοντες ( m/sec). Πηές µικρής παροχής εκδηλώνονται µεταξύ µανδύα και µητρικού πετρώµατος. Τα φυσικά πρανή υπόκεινται σε ευχερή διάβρωση, ενώ τα τεχνητά πρανή απαιτούν ηπιώτερες κλίσεις ευστάθειας ή αντιστήριξη. Η µηχανική συµπεριφορά της βραχοµάζας στα πρανή χαρακτηρίζεται από σχετικά χαµηλή διατµητική αντοχή, η αντοχή όµως σε θλίψη είναι ικανοποιητική σε περιοχές µε ήπιες κλίσεις. Κατολισθητικά φαινόµενα µικρού συνήθως βάθους εκδηλώνονται κυρίως στον παχύ µανδύα και τη ζώνη κατακερµατισµού του σχηµατισµού Φυσικά και µηχανικά χαρακτηριστικά: Αργιλικοί σχιστόλιθοι Κερατόλιθοι γ b : 1,7 2,2 gr/cm 3 2,6 2,6 gr/cm 3 q u : kg/cm kg/cm 2 C : 5-20kg/cm kg/cm 2 φ : Πίνακας 10: Φυσικά και µηχανικά χαρακτηριστικά αργιλικών σχιστόλιθων και κερατόλιθων 6.Β.3.2 Παλαιογεωγραφικά στοιχεία Στις σηµερινές περιοχές εξάπλωσης των φυτών, η χλωρίδα και η βλάστηση δεν προσδιορίζονται µόνο από τους εν ενεργεία, πρόσφατους περιβαλλοντικούς παράγοντες, αλλά είναι αποτέλεσµα µιας µακράς γεωïστορικής εξέλιξης. Στην καταγραφή των γεωïστορικών γεγονότων σηµαντικό ρόλο έχει η παλαιογεωγραφία µιας περιοχής, η οποία σχετίζεται µε υποθέσεις που ως επί το πλείστον καταλήγουν σε ένα αµφιλεγόµενο και εύθραυστο αποτέλεσµα, βασιζόµενο σε ενδείξεις και υποθέσεις παρελθόντων γεγονότων και αλληλεπιδράσεων. Από την άλλη µεριά η γνώση παλαιογεωγραφικών µεταβολών συµβάλλει σηµαντικά στην ερµηνεία φυτογεωγραφικών σχέσεων και χλωριδικών συνδέσεων µεταξύ διαφόρων περιοχών. Παλαιογεωγραφικά, η Υποπελαγονική ζώνη χαρακτηρίζεται ως η δυτική κατωφέρεια του υβώ- µατος της Πελαγονικής προς την αύλακα της ζώνης της Πίνδου. Πιστεύεται ότι µαζί µε τη ζώνη Ωλονού-Πίνδου αντιπροσώπευαν µια παλιά ωκεάνια περιοχή µε ιζήµατα αβυσικά-πελαγικά, ενώ ιδιαίτερα η Υποπελαγονική καθορίσθηκε ότι περιλαµβάνει και το χώρο της κατωφέρειας της Πελαγονικής προς τον ωκεανό. Ο χαρακτήρας ιζηµατογένεσης της ζώνης αυτής είναι ενδιάµεσος µεταξύ νηριτικής και πελαγικής φάσης. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισµα της ζώνης αυτής είναι οι µεγάλες οφειολιθικές µάζες και η σχιστοκερατολιθική διάπλαση που τις συνοδεύει. 80

81 6.Β.3.3 Πετρώµατα και εδάφη της περιοχής µελέτης Το πέτρωµα που χαρακτηρίζει την οροσειρά της Όθρυος είναι οι οφιόλιθοι, οι οποίοι παρουσιάζουν τη µεγαλύτερη ανάπτυξή τους στη υτική Όθρυ.Σε µεγάλο ποσοστό εµφανίζονται σχιστολιθικά πετρώµατα (αργιλικός και ψαµµιτικός σχιστόλιθος), ενώ κατά θέσεις απαντάται φλύσχης. Από άποψη βασικών πετρωµάτων η περιοχή διακρίνεται από ορεινές εξάρσεις, οι οποίες συγκροτούνται από συµπαγές κατά το περισσότερο ασβεστόλιθους µε ενστρωµατώσεις πυριτικών σχιστόλιθων. Στο χώρο εγκατάστασης του Αιολικού Πάρκου εµφανίζονται εδάφη συµπαγείς συνήθως άστρωτους ασβεστόλιθους ηλικίας Τριαδικού Ιουρασικού. Ωστόσο σε τρεις ζώνες, σχετικά περιορισµένου πλάτους που παρεµβάλλονται µεταξύ των σβεστόλιθων, εντοπίζονται σχηµατισµοί σχιστοκερατολιθικής διάπλασης οι οποίοι αποτελούνται κυρίως από αργιλικούς σχιστόλιθους, οφιόλιθους και σερπεντινίτες ηλικίας Τριαδικού Ιουρασικού. Το πάχος των σχη- µατισµών αυτών είναι σχετικά µικρό και εντοπίζεται σε µεγάλα υψόµετρα. 6.Β.3.6 Υδρογεωλογία Η κίνηση του νερού µέσω των διαφόρων γεωλογικών σχηµατισµών επιτυγχάνεται µέσω του πρωτογενούς πορώδους (διάκενα), καθώς επίσης και µέσω του δεύτερου πορώδους (ρωγµές) στους συνεκτικότερους από αυτούς. Κατά συνέπεια η υδροφορία τους καθορίζεται από τη φύση, το µέγεθος, τον τρόπο σύνδεσης των δοµικών συστατικών, καθώς και την τεκτονική καταπόνηση του πετρώµατος. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά εξαρτώνται άµεσα από την λιθολογική σύσταση και επιτρέπουν να διακριθούν οι ακόλουθες κατηγορίες σχηµατισµών µε διαφορετική υδρογεωλογική συµπεριφορά. Υδροπερατοί σχηµατισµοί: Περιλαµβάνονται οι ασβεστόλιθοι, οι δολοµιτικοί ασβεστόλιθοι και τα κορήµατα. Στους παραπάνω σχηµατισµούς η κυκλοφορία του νερού είναι εύκολη, µε αποτέλεσµα την ανάπτυξη της καλής δυναµικότητας των υδροφόρων. Ηµιπερατοί σχηµατισµοί: Περιλαµβάνονται οι αδροµερείς αποθέσεις του Τεταρτογενούς, οι αλλοβιακές αποθέσεις (πορώδες σχηµατισµοί) και οι ψαµµίτες καθώς και τα κροκαλοπαγή του φλύσχη. Στους παραπάνω σχηµατισµούς παρατηρείται εκλεκτική κίνηση του νερού η οποία ε- ξαρτάται από το ποσοστό συµµετοχής του αδροµερούς κλάσµατος, το πάχος της απόθεσης, καθώς και την καταπόνηση του πετρώµατος. Με αυτή την διαδικασία µπορούν να παρουσιάσουν τοπικά υψηλή υδροφορία. Υδατοστεγανοί σχηµατισµοί: Περιλαµβάνονται οι σχιστοκερατόλιθοι και ο φλύσχης, όπου η κίνηση του νερού περιορίζεται κατά µήκος των επιφανειακών αποσαρθρωµένων τµηµάτων και 81

82 τεκτονισµένων ζωνών του πετρώµατος. Αυτό έχει ως συνέπεια την δυνατότητα ανάπτυξης τοπικών, µικρής δυναµικότητας υδροφόρων. Αναφορικά µε τους υδροπερατούς σχηµατισµούς, στην ευρύτερη περιοχή του υδατικού διαµερίσµατος της Θεσσαλίας παρατηρούνται δυο τύποι. Ο ένας εξ αυτών αντιπροσωπεύεται από ανθρακικούς σχηµατισµούς, και συγκεκριµένα, από καρστικές ενότητες (πολυάριθµα µικρότερα ή µεγαλύτερα καρστικά συστήµατα) οι οποίες στη δυτική Θεσσαλία αποτελούνται κυρίως από ασβεστόλιθους ενώ στο ανατολικό τµήµα από µάρ- µαρα. Η εκφόρτιση των καρστικών συστηµάτων γίνεται µέσω πηγών, ενώ, ανάλογα µε τις τοπικές συνθήκες, τα υπόγεια καρστικά νερά, συχνά, µεταγγίζονται προς τους κοκκώδεις υδροφόρους. Το σύνολο των σχηµατισµών αυτών βρίκεται υπό υπερεκµετάλλευση. Ο δεύτερος τύπος υδροπερατών σχηµατισµών της Θεσσαλίας, οι τεταρτογενείς σχηµατισµοί, αναπτύσσονται σχεδόν σε όλη την πεδιάδα του υδατικού διαµερίσµατος αλλά διαφέρουν σε υ- δροδυναµική συµπεριφορά λόγω της κοκκοµετρικής διαβάθµισης που παρουσιάζουν. Νότια και νοτιοδυτικά της περιοχής µελέτης, στην περιοχή Λογγίτσι καθώς και µεταξύ της Νέας Μαγνησίας και της Μονής Αντινίτσας, στο υδατικό διαµέρισµα της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, διαµορφώνονται υδροφόροι από ασβεστόλιθους ως υδροπερατοί σχηµατισµοί οι οποίοι εκφορτίζονται τόσο µε αναβλύσεις πηγών, µεγαλών παροχών όσο και µε γεωτρήσεις. Οι ηµιπερατοί σχηµατισµοί της ευρύτερης περιοχής µελέτης περιλαµβάνουν νεογενείς αποθέσεις, οι οποίες αναπτύσσονται µεταξύ της ανατολικής και δυτικής πεδιάδας της Θεσσαλίας µε διεύθυνση Β ΝΑ. Συνιστώνται από µάργες, αργίλους, ψαµµίτες, κροκαλοπαγή και άµµους. Το υπόβαθρο των πλειοκαινικών αποθέσεων βρίσκεται σε βάθος m και αποτελειται από οφιόλιθους και κρυσταλλικούς σχιστόλιθους. Στους ηµιπερατούς σχηµατισµούς συµπεριλαµβάνονται και οι εµφανίσεις του οφιολιθικού συµπλέγµατος, παρά το γεγονός ότι θεωρούνται υδατοστεγείς. Οι οφιόλιθοι τους συµπλέγµατος της Θεσσαλίας είναι ισχυρά κατακερµατισµένοι µε αποτέλεσµα την είσοδο του νερού στις διακλάσεις και την εξαλλοίωσή τους. Η κατακόρυφης διεύθυνσης υδροπερατότητα επικρατεί της οριζόντιας στους σχηµατισµούς αυτούς. Τέλος, οι αδιαπέρατοι σχηµατισµοί καταλαµβάνουν περιοχές γύρω από τη Θεσσαλική πεδιάδα και η σηµασία τους περιορίζεται µόνο στη δηµιουργία αρτεσιανών υδροφόρων, όταν υπέρκεινται υδροφορέων, ή στη δηµιουργία πηγών επαφής όταν υπόκειται υδροπερατών σχηµατισµών. Στατιστικά, στην ευρύτερη περιοχή µελέτης επικρατούν οι ιζηµατογενείς υδροφορείς και δευτερευόντως οι µικτοί όπως φαίνεται στον πίνακα που ακολουθεί: 82

83 Διάγραµµα 3: Κατά είδος ποσοστιαία κατανοµή υδροφορέων στη Θεσσαλία (πηγή: Τράπεζα Υδρολογικής Πληροφορίας Ε.Μ.Π.) 6.Β.3.7 Τεκτονικά χαρακτηριστικά 6.Β.3.7α Σεισµικά στοιχεία περιοχής µελέτης και τεκτονικά χαρακτηριστικά Η Θεσσαλία βρίσκεται στο πίσω µέρος της λιθοσφαιρικής µικροπλάκας του Αιγαίου, όπου α- σκούνται εφελκυστικές τάσεις µε διεύθυνση βορρά νότου, τείνοντας να επεκτείνουν το φλοιό της Θεσσαλίας κατά τη διεύθυνση αυτή. Οι εφελκυστικές τάσεις έχουν ως συνέπεια τη δηµιουργία κανονικών ρηγµάτων των οποίων η διεύθυνση είναι κάθετη προς τη διεύθυνση των τάσεων. Έτσι όλα τα ρήγµατα στη Θεσσαλία είναι κανονικά µε διεύθυνση περίπου ανατολής δύσης ενώ άλλα κλίνουν προς το βορρά και άλλα προς το νότο. Τα ρήγµατα της Θεσσαλίας συγκροτούν δυο κύρια δίκτυα, της βόρειας Θεσσαλίας κατά µήκος του Πηνειού ποταµού και κατά µήκος των νότων παρυφών της Θεσσαλικής πεδιάδας µε µεγαλύτερα ρήγµατα. 83

84 Στη γεωλογική δοµή της Όθρυος αναγνωρίζεται µια έντονη πολυφασική συµπιεστική τεκτονική η ο ποία έχει άµεση σχέση µε το διαχωρισµό σχηµατισµών και ενοτήτων. Μπορούν να διακριθούν συο κύριες φάσεις συµπιεστικής τεκτονικής οι οποίες εκδηλώνονται µε πτυχές,σχιστοποίηση και κερµατισµό των αλπικών σχηµατισµών καθώς και µε παρουσία κατολισθήσεων, εφιππεύσεων και επωθήσεων: - Η παλαιότερη (Ιουρασική) αναγνωρίζεται στην ανατολική και κεντρική Όθρη και έχει επηρεάσει τους οφιολιθικούς και τους υποκείµενους σε αυτούς σχηµατισµούς. Οι χρωµιτικές συγκεντρώσεις σε φακοειδή µορφή, σε όλη την περιοχή της Όθρυος απαντούν στις ζώνες έντονης παραµόρφωσης διευθετηµένες παράλληλα µε την έντονη σχιστοποίηση των υπερβασικών µαζών που συνδέονται µε αυτή τη συµπιεστική φάση. - Η νεότερη (Ηωκαινική) έχει επηρεάσει όλες τις ενότητες σχηµατισµών που δοµούν την ευρύτερη περιοχή της οροσειράς και είχε σαν αποτέλεσµα τη σύνθετη τεκτονική εικόνα της οροσειράς Οι µεταλπικοί σχηµατισµοί εµφανίζονται σε µεγάλο τµήµα της Ανατολικής Θεσσαλίας και κυρίως έχουν πληρώσει τα τεκτονικά βυθίσµατα που έχουν δηµιουργηθεί στο αλπικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο επικάθονται ασύµφωνα. Η ΠΕ Μαγνησίας και η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζονται από υψηλή σεισµικότητα. Το ρήγµα της Νέας Αγχιάλου είναι η µόνη πηγή που έδωσε στο πρόσφατο παρελθόν (Ιούλιος 1980) σεισµό µεγέθους 6,5 της κλίµακας Ρίχτερ. Η διεύθυνση της νεοτεκτονικής δοµής είναι Β ΑΝΑ ενώ ο εφελκυσµός που προκάλεσε το σεισµό είναι διεύθυνσης ΒΒΑ ΝΝ. Παρακάτω, απεικονίζεται σε σκαρίφηµα το ρήγµα της Νέας Αγχιάλου καθώς και ο σεισµοτεκτονικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής. 84

85 Εικόνα 13: Σκαρίφηµα ρήγµατος Νέας Αγχιάλου και οι επιφανειακές εκδηλώσεις του κατά την επαναδραστηριοποίησή του από το σεισµό του (πηγή: 85

86 Εικόνα 14: Σεισµοτεκτονικός χάρτης ευρύτερης περιοχής (ΙΓΜΕ, 1989) Στην Ανατολική Θεσσαλία έχουν καταγραφεί πλήθος κατολισθητικών συµβάντων εντός της περιφέρειας των οικιστικών µονάδων, κατά µήκος του εθνικού και επαρχιακού δικτύου, σε χώρους τουριστικού ή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και σε χώρους φυσικού κάλλους ή ιδιαίτερου οικονοµικού συµφέροντος. Τα κύρια αίτια των φαινοµένων αυτών ήταν οι ευνοϊκές γεωλογικές γεωτεχνικές συνθήκες, η δράση των υπογείων και επιφανειακών υδάτων και η µορφολογία και δευτερευόντως οι ανθρώπινες παρεµβάσεις. Στην ευρύτερη περιοχή µελέτης κατολισθητικά φαινόµενα έχουν καταγραφεί στην περιοχή του Πτελεού. 86

87 6.Β.3.7β Συντελεστής σεισµικής επιτάχυνσης εδάφους Με βάση τον Ελληνικό Αντισεισµικό Κανονισµό, η χώρα υποδιαιρείται σε τρεις ζώνες σεισµικής επικινδυνότητας Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, τα όρια των οποίων καθορίζονται στο Νέο Χάρτη Σεισµικής Επικινδυνότητας της Ελλάδας. Εικόνα 15: Νέος χάρτης σεισµικής επικινδυνότητας (Πηγή: Οργανισµός Αντισεισµικού Σχεδιασµού & Προστασίας Ο.Α.Σ.Π.) Σε κάθε ζώνη σεισµικής επικινδυνότητας αντιστοιχεί µια τιµή σεισµικής επιτάχυνσης εδάφους Α=AG (g: επιτάχυνση βαρύτητας) σύµφωνα µε τον παρακάτω πίνακα Ζώνες Σεισµικής Ι ΙΙ ΙΙΙ Επικινδυνότητας Πίνακας 11: Ζώνες Σεισµικών επιταχύνσεων σύµφωνα µε τον Αντισεισµικό Κανονισµό Οι τιµές των σεισµικών επιταχύνσεων του πίνακα εκτιµάται σύµφωνα µε τα σεισµολογικά δεδοµένα, ότι έχουν πιθανότητα υπέρβασης 10% στα επόµενα 50 χρόνια. Σύµφωνα µε τον κανονισµό, η ευρύτερη περιοχή εγκατάστασης του Α/Π και των συνοδών έργων ανήκει στη ζώνη ΙΙ. Η εδαφική επιτάχυνση ανηγµένη στην επιτάχυνση βαρύτητας για τη ζώνη αυτή ισούται µε α= 0,24. 87

88 6.Β.3.7γ Σεισµική επικινδυνότητα σύµφωνα µε τον τύπο εδάφους Από άποψη σεισµικής επικινδυνότητας τα εδάφη κατατάσσονται σε πέντε κατηγορίες κατά το προσχέδιο Τάσσιου Γκαζέτα. Οι κατηγορίες αυτές περιγράφονται στον πίνακα που ακολουθεί: ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ Α Α1 Βραχώδεις ή ηµιβραχώδεις σχηµατισµοί εκτεινόµενοι σε αρκετή έ- κταση και βάθος, µε την προϋπόθεση ότι δεν παρουσιάζουν έντονη ρηγµάτωση Α2 Εκτεταµένες στρώσεις εξαιρετικά πυκνού χονδρόκοκκου υλικού µε µικρό ποσοστό ιλιοαργιλικών προσµίξεων Α3 Εκτεταµένες στρώσεις µε σκληρής, προσυµπιεσµένης αργίλου, µε αντοχή σε ανεµπόδιστη θλίψη τουλάχιστον 4 kg/cm 2 Β Β1 Επί τόνου εντόνως αποσαρθρωµένα βραχώδη ή εδάφη που από µηχανική άποψη µπορούν να εξοµοιωθούν µε τα εδάφη της κατηγορίας αυτής Β2 Χονδρόκοκκο υλικό µέσης σχετικής πυκνότητας Β3 Μετρίως σκληρή άργιλος, ελαφρά προσυµπιεσµένη, αντοχής σε ανε- µπόδιστη θλίψη µέχρι τα 2.5 kg/cm 2 Γ Γ1 Χαλαρά χονδρόκοκκα υλικά µικρής σχετικής πυκνότητας Γ2 Ιλυοαργιλικα εδάφη µικρής σκληρότητας Χ Χ1 Κατολισθαίνοντα εδάφη Χ2 Χ3 Χ4 Χ5 Χ6 Χ7 Εδαφικοί ή βραχώδεις σχηµατισµοί στους οποίους υπάρχουν ή είναι πιθανόν να σχηµατιστούν σπήλαια Χαλαρά, λεπτόκοκκα αµµοιλυοδη εδάφη από τον υδάτινο ορίζοντα, που ενδέχεται να ρευστοποιήθουν Εδάφη που βρίσκονται δίπλα σε εµφανή τεκτονικά ρήγµατα Απότοµες κλίτεις καλυπτόµενες µε προϊόντα πλευρικών κορηµάτων Χαλαρά κοκκώδη ή µαλακά ιλυοαργιλικά εδάφη, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι είναι επικίνδυνα από άποψη δυναµικής συµπυκνώσεως ή απώλεια αντοχής Πρόσφατες χαλαρές επιχωµατώσεις (µπάζα) Χ8 Εδάφη κατηγορίας Γ µε επικίνδυνα µεγάλη κλίση Πίνακας 12: Κατάταξη εδαφών από άποψη σεισµικής επικινδυνότητας σύµφωνα µε το προσχέδιο Τάσιου-Γκαζέτα Τα εδάφη θεµελίωσης των Α/Γ σύµφωνα µε τον παραπάνω πίνακα, συγκαταλέγονται εµπειρικά στις κατηγορίες Α1 και Α2. 88

89 6.Γ Φυσικό περιβάλλον 6.Γ.1 Γενικά στοιχεία Ένας πολύπλοκος συνδυασµός παραγόντων συνθέτουν το πλάνο που ακολουθεί ο τύπος και η πυκνότητα της βλάστησης σε µια περιοχή. Η περιοχή µελέτης εµφανίζει διάφορους τύπους βλάστησης, ως αποτέλεσµα της αλληλεπίδρασης των κλιµατικών συνθηκών, του υψόµετρου, της διάθρωσης του βιοκλίµατος, των εναλλαγών του αναγλύφου εκθέσεων και κλίσεων καθώς και λόγω της ύπαρξης διαφόρων γεωλογικών υποστρωµάτων και τύπων εδάφους. Η επικρατούσα χλωρίδα στη περιοχή αποτελείται κυρίως από διαπλάσεις δρυός, αείφυλλων πλατύφυλλων, ποολιβαδική και χορτολιβαδική βλάστηση στις κορυφογραµµές καθώς και κατά τόπους κυριαρχία του κέδρου. Αναλυτικά οι κύριοι τύποι οικοτόπων στην περιοχή µελέτης είναι: 1. ιαπλάσεις δρυός (Quercus cerris, Q. pubescens, Q.conferta) σε µέτριες ή και πυκνότερες διατάξεις οι οποίες αναµιγνύονται άλλοτε µε καρποφόρα, άλλοτε µε διάφορα αείφυλλα πλατύφυλλα όπως επίσης, µε κέδρους και φτέρη στον υποόροφο. Ο τύπος αυτός απαντάται συνήθως στα χαµηλά των πρανών και σε µεγαλύτερες πυκνότητες στις βαθιές πτυχώσεις µεταξύ των πρανών (βλ. φωτό 6, Κεφ. 14). 2. Πυκνές συστάδες θαµνωδών αείφυλλων πλατύφυλλων µε επικράτηση του πουρναριού (Quercus coccifera) (βλ. φωτό 7, Κεφ. 14). 3. ασολιβαδικού τύπου εκτάσεις, συχνά σε ακανόνιστες πυκνότητες, µε θαµνώδεις, δενδρώδεις τύπους και ποολιβαδική κάλυψη πλησίον της κορυφογραµµής (βλ. φωτό 8, Κεφ. 14) µε επικράτηση του κέδρου. 4. Ποολοβαδικές εκτάσεις επί της κορυφογραµµής, κατά τόπους συνοδευόµενες από βραχώδεις εξάρσεις και από µεγαλύτερη ποικιλότητα αγρωστωδών και ψυχανθών ειδών (βλ. φωτό 9, Κεφ. 14). Το οικοσύστηµα της περιοχής µελέτης δεν αναπτύσσει σε όλες τις περιπτώσεις µε τρόπο διακριτό τους παραπάνω τύπους, ενώ, και τα όρια των ζωνών βλάστησης είναι ενίοτε συγκεχυµένος στην ευρύτερη περιοχή, γεγονός που αποδίδεται στις κλιµατολογικές συνθήκες και τις εντατικές ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Επιπλέον, από τα χαµηλά των πρανών δεν απουσιάζει και η αζωνική βλάστηση. 89

90 6.Γ.2 Ειδικές φυσικές περιοχές Σε αυτή την ενότητα καταγράφονται περιοχές οι οποίες εµπίπτουν σε κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες: Περιοχές απολύτου προστασίας της φύσης και προστασίας της φύσης Με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Ν.3937/2010 (ΦΕΚ 60 Α ) «Για τη διατήρηση της βιοποικότητας και άλλες διατάξεις»: Ως περιοχές απολύτου προστασίας της φύσης (Strict nature reserves) χαρακτηρίζονται ε- κτάσεις µε εξαιρετικά ευαίσθητα οικοσυστήµατα, ενδιαιτήµατα σπάνιων ή απειλούµενων µε εξαφάνιση ειδών της αυτοφυούς χλωρίδας ή άγριας πανίδας ή εκτάσεις που έχουν σηµαίνουσα θέση στον κύκλο ζωής σπάνιων ή απειλούµενων µε εξαφάνιση ειδών της άγριας πανίδας Ως περιοχές προστασίας της φύσης (Nature reserves) χαρακτηρίζονται εκτάσεις µεγάλης οικολογικής ή βιολογικής αξίας. Στην περιοχή µελέτης δεν υπάρχει κάποια περιοχή απολύτου προστασίας ή προστασίας της φύσης. Φυσικά πάρκα (εθνικά ή περιφερειακά πάρκα) Με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Ν.3937/2010 (ΦΕΚ 60 Α ) ως φυσικά πάρκα (Natural parks) χαρακτηρίζονται χερσαίες, υδάτινες ή µεικτού χαρακτήρα περιοχές, εφόσον παρουσιάζουν ιδιαίτερη αξία και ενδιαφέρον λόγω της ποιότητας και ποικιλίας των φυσικών και πολιτιστικών τους χαρακτηριστικών (στην κατηγορία αυτή υπάγονται οι Εθνικοί δρυµοί και οι υγρότοποι Ramsar ). Στην ευρύτερη περιοχή εγκατάστασης του Α/Π και των συνοδών έργων δεν υφίσταται κανένα φυσικό πάρκο, εθνικό ή περιφερειακό και ως εκ τούτου δεν γίνεται καµιά περαιτέρω ανάλυση. Περιοχές προστασίας οικοτόπων και ειδών (Habitats / species management areas) Με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Ν.3937/2010 (ΦΕΚ 60 Α ) η κατηγορία αυτή διακρίνεται σε: α. Ειδικές Ζώνες ιατήρησης (Special Areas of Conservation) (σε αυτή την υποκατηγορία υ- πάγονται οι περιοχές του καταλόγου των τόπων κοινοτικής σηµασίας, ο οποίος περιλαµβάνεται στο παράρτηµα 1 της απόφασης 2006/613/ΕΚ της Επιτροπής (L259) (δίκτυο Natura 2000: περιοχές SCI). 90

91 Στην περιοχή µελέτης δεν υπάρχει Ειδική Ζώνη ιατήρησης (ΕΖ) του δικτύου NATURA Η εγγύτερη στο υπό εξέταση Α/Π χαρακτηρισµένες ως SCI περιοχή βρίσκεται νότια σε απόσταση 14km περίπου. Είναι η περιοχή µε κωδικό SCI:GR και ονοµασία Κοιλάδα και εκβολές Σπερχειού, Μαλιακός κόλπος, χερσαίας έκτασης ,95 ha, συνολικής έκτασης ,07ha. Η πρώτη καταγραφή της περιοχής ως ΤΚΣ πραγµατοποιήθηκε στις 01/09/2006. β. Ζώνες Ειδικής Προστασίας (Special Protection Areas) (σε αυτή την υποκατηγορία υπάγονται οι περιοχές της Ελληνικής Επικράτειας που έχουν ταξινοµηθεί ως ΖΕΠ βάσει του άρθρου 4 της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ (δίκτυο Natura 2000: περιοχές SPA). Σύµφωνα µε την παραπάνω Οδηγία, προβλέπεται η λήψη διαφόρων µέτρων για την προστασία διατήρηση και την ορθολογική διαχείριση των άγριων πτηνών που απαντούν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, µε την κατάταξή τους σε 3 βασικές κατηγορίες: είδη σπάνια, απειλούµενα µε εξαφάνιση ή ιδιαίτερα ευαίσθητα στις ανθρώπινες επεµβάσεις, είδη που µπορούν να ανεχθούν κάποιο βαθµό ελεγχόµενης εκµετάλλευσης, συµπεριλαµβανοµένου και του κυνηγιού και είδη που έχουν διαφορετικές δυνατότητες και ικανότητες επιβίωσης και χρήζουν περαιτέρω έρευνας. Το υπό εξέταση Α/Π βρίσκεται εντός των ορίων χαρακτηρισµένης περιοχής SPA µε κωδικό GR και ονοµασία ΌΡΟΣ ΌΘΡΥΣ, ΒΟΥΝΑ ΓΚΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΦΑΡΑΓΓΙ ΠΑΛΑΙΟΚΕΡΑΣΙΑΣ, έκτασης ,47 ha, η οποία εντάχθηκε στο δίκτυο Natura τον Ιανουάριο Ειδική αναφορά στην εν λόγω ΖΕΠ γίνεται στην Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση η οποία παρατίθεται στο Παράρτηµα V. γ. Καταφύγια Άγριας Ζωής (ΚΑΖ) (Wildlife refuges): περιοχές (χερσαίες, υγροτοπικές ή θαλάσσιες) που έχουν ιδιαίτερη σηµασία ως σηµαντικοί τόποι ανάπτυξης της άγριας χλωρίδας ή ως βιότοποι αναπαραγωγής, διατροφής, διαχείµασης ειδών της άγριας πανίδας, ή ως περιοχές αναπαραγωγής ψαριών και συγκέντρωσης γόνου ή τέλος ως σηµαντικοί θαλάσσιοι οικότοποι. Στην ευρύτερη περιοχή µελέτης υπάρχουν τα παρακάτω Καταφύγια Άγριας Ζωής: 1. Βόρεια του υπό εξέταση Α/Π και σε απόσταση περίπου 800m από την Α/Γ 2 βρίσκονται τα όρια του Καταφυγίου Άγριας Ζωής ΑΝΑΒΡΑ σύµφωνα µε το ΦΕΚ 850/ περί ί- δρυσής του. O εποπτικός φορέας είναι το ασαρχείο Αλµυρού και η ιεύθυνση ασών Μαγνησίας. 91

92 2. Νότια του υπό εξέταση Α/Π και σε απόσταση 2,3km περίπου από την θέση εγκατάστασης της Α/Γ υπ αριθµ. 16 βρίσκεται το Καταφύγιο Άγριας Ζωής ΝΕΡΑΪΑΣ - ΛΟΓΓΙΤΣΙΟΥ, σύµφωνα µε το ΦΕΚ 578/Β/ περί ίδρυσής του. O εποπτικός φορέας είναι το ασαρχείο Λαµίας και η ιεύθυνση ασών Φθιώτιδας. 3. Νοτιοανατολικά του υπό εξέταση Α/Π και σε απόσταση 4,8km περίπου από τη θέση εγκατάστασης της Α/Γ 16 βρίσκεται το Καταφύγιο Άγριας Ζωής ΣΑΠΟΥΝΑΣ ΝΕΡΑΪΑΣ, σύµφωνα µε το ΦΕΚ 856/Β/ περί ίδρυσής του. Ο εποπτικός φορέας είναι η ιεύθυνση ασών Φθιώτιδας. 6.Γ.3 Άλλες φυσικές περιοχές Στην ενότητα αυτή καταγράφονται περιοχές που εµπίπτουν σε κάποια από τις ακόλουθες κατηγορίες: Διατηρητέα Μνηµεία της Φύσης Σε αυτά περιλαµβάνονται µεµονωµένα δένδρα ή συστάδες δέντρων µε ιδιαίτερη βοτανική, οικολογική, αισθητική ή ιστορική και πολιτισµική αξία. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν επίσης εκτάσεις µε σπουδαίο οικολογικό, παλαιοντολογικό, γεωµορφολογικό ή άλλο ενδιαφέρον. Η θεσµοθέτησή τους υλοποιήθηκε βάσει του δασικού κώδικα. Στην ευρύτερη περιοχή εγκατάστασης του Α/Π και των συνοδών έργων δεν υφίστανται µνηµεία της φύσης και ως εκ τούτου δεν γίνεται καµιά περαιτέρω ανάλυση. Αισθητικά δάση Έχουν θεσµοθετηθεί βάσει της δασικής νοµοθεσίας (Ν. 996/1971, ΦΕΚ 192 Α ) και περιλαµβάνουν δασικά τοπία µε ιδιαίτερο αισθητικό και οικολογικό ενδιαφέρον. Στην περιοχή µελέτης δεν υπάρχει κάποια θεσµοθετηµένη περιοχή που να υπάγεται στην παραπάνω κατηγορία. Η πλησιέστερη περιοχή χαρακτηρισµένη ως Αισθητικό άσος βρίσκεται βορειοανατολικά του έργου σε απόσταση περίπου 20km και πρόκειται για το πεδινό Αισθητικό ρυοδάσος Κουρί Αλ- µυρού. Σηµαντικές περιοχές για πουλιά (ΣΠΠΕ-ΙΒΑ) Οι συγκεκριµένες περιοχές για τα Πουλιά αποτελούν ένα διεθνές δίκτυο περιοχών που είναι ζωτικές για την διατήρηση παγκοσµίως απειλούµενων ειδών, ενδηµικών ειδών ή ειδών πουλιών 92

93 που εξαρτώνται από τους συγκεκριµένους βιοτόπους για την επιβίωσή τους. Το δίκτυο αυτό φιλοδοξεί να εξασφαλίσει στα πουλιά κατάλληλους τόπους για αναπαραγωγή, διαχείµαση, ή στάση κατά µήκος των µεταναστευτικών διαδρόµων. Οι περιοχές αυτές έχουν αναγνωριστεί µε βάση καθαρά επιστηµονικά κριτήρια και στην Ελλάδα υπάρχουν 196. Η θέση εγκατάστασης του Α/Π βρίσκεται εντός των ορίων της ΣΠΠ όρος Όθρυς (τα στοιχεία προέρχονται από την Ελληνική Ορνιθολογική εταιρεία): Βιότοποι του προγράµµατος Corine της ΕΕ. Πρόκειται για περιοχές που ανήκουν στην ευρωπαϊκή λίστα περιοχών µε ιδιαίτερη οικολογική αξία, η οποία καταρτίστηκε στα πλαίσια του χρηµατοδοτούµενου από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγράµµατος Corine από τα µέσα της δεκαετίας του 1980 ως τις αρχές της δεκαετίας του ε συνδέθηκε µε συγκεκριµένο θεσµικό πλαίσιο προστασίας και το κενό αυτό συµπληρώθηκε από την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Στην ευρύτερη περιοχή µελέτης υπάρχουν οι παρακάτω καταγεγραµµένοι βιότοποι Corine: 1. Βόρεια του υπό εξέταση Α/Π και σε απόσταση 2,9km περίπου από την πλησιέστερη Α/Γ (Α/Γ 2) υπάρχει ο βιότοπος Corine µε κωδικό A και ονοµασία ΒΟΥΝΑ ΓΚΟΥΡΑΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ.Πρόκειται για ένα µέρος µε ρεµατιές µε βοσκοτόπια και ανοιχτού χαρακτήρα δάση. 2. Ως βιότοπος Corine έχει χαρακτηριστεί, επίσης, το δρυοδάσους Κουρί Αλµυρού σε απόσταση περί τα 20km βορειοανατολικά του Α/Π µε κωδικό Α Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους Πρόκειται για τόπους που διακρίνεται για την αισθητική του αξία και παραµένει σε αξιόλογο βαθµό φυσικός αν και συχνά είναι δοµηµένος. Συχνά τα τοπία ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΤΙΦΚ), συµπεριλαµβάνουν αρχαιολογικούς χώρους, παραδοσιακούς οικισµούς ή ιστορικούς χώρους. Στην ευρύτερη περιοχή του υπό εξέταση έργου δεν υπάρχουν Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους. Το πλησιέστερο Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους στο Α/Π βρίσκεται σε απόσταση περί τα 20km και πρόκειται για το δάσος Κουρί Αλµυρού. 93

94 Ειδικά προστατευόµενες περιοχές σύµφωνα µε τη σύµβαση της Βαρκελώνης; Η Σύµβαση της Βαρκελώνης µε τα συνοδευτικά Πρωτόκολλα κυρώθηκε από την Ελλάδα µε τον Ν. 855/78 (ΦΕΚ235/Α/1978) και τον Ν. 1634/86 (ΦΕΚ 104/Α/1986). Σύµφωνα µε το πρωτόκολλο «Περί των ειδικά προστατευόµενων περιοχών της Μεσογείου» τα συµβαλλόµενα Κράτη Μέρη της Σύµβασης δεσµεύονται να λάβουν όλα τα κατάλληλα µέτρα για την προστασία των σηµαντικών θαλάσσιων περιοχών για τη διατήρηση των φυσικών πόρων, των φυσικών τοπίων και των περιοχών της πολιτιστικής κληρονοµιάς της Μεσογείου. Σε εφαρµογή του Πρωτοκόλλου «Περί των ειδικά προστατευόµενων περιοχών της Μεσογείου» έχουν χαρακτηριστεί 9 περιοχές ως Ειδικά Προστατευόµενες Περιοχές µε συνολική έκταση εκτάρια. Σύµφωνα µε τα ψηφιοποιηµένα όρια η συνολική έκτασή τους αντιστοιχεί στο 0,32% της συνολικής χερσαίας έκτασης της χώρας, ενώ το θαλάσσιο τµήµα τους καταλαµβάνει έκταση ίση µε εκτάρια. Στην περιοχή µελέτης δεν υπάρχει κάποια θεσµοθετηµένη περιοχή που να υπάγεται στην παραπάνω κατηγορία. Στην παρακάνω εικόνα φαίνονται όλες φυσικές και ειδικές φυσικές περιοχές, που περιγράφησαν προηγουµένως, σε σχέση µε τη θέση του Α/Π. 94

95 Εικόνα 16: Φυσικές περιοχές ευρύτερης περιοχής µελέτης σε υπόβαθρο google earth 95

96 6.Γ.4 Περιγραφή του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής µελέτης 6.Γ.4.1 Γενικά στοιχεία περί της περιοχής µελέτης 6.Γ.4.1α Χλωρίδα-Κατηγοριοποίηση ανά ζώνες βλάστησης Η φυσική χλωρίδα της περιοχής µελέτης συγκροτεί κατακόρυφες ζώνες βλάστησης. Ως ζώνες βλάστησης ορίζουµε τις χωρικές ζώνες που σχηµατίζουν οι φυτοκοινότητες λόγω της εξάρτησης τους από τις εδαφικές και κυρίως τις κλιµατικές συνθήκες. Οι ζώνες που διακρίνονται στην ευρύτερη περιοχή µελέτης, µε βάση χλωριδικά, οικολογικά και φυσιογνωµικά κριτήρια σύµφωνα µε την κατάταξη της δασικής βλάστησης της Ελλάδας από τους Ντάφη, Horvat et al. και Αθανασιάδη είναι οι ακόλουθες: 1. Η υποµεσογειακή-παραµεσογειακή ζώνη βλάστησης, λοφώδης, υποορεινή, ορεινή (Quercetalia pubescentis): Με την άνοδο προς τις ορεινές περιοχές και το εσωτερικό της χώρας η µεσογειακή βλάστηση εγκαταλείπεται βαθµιαία και δίνει τη θέση της σε µια ιδιόρρυθµη µεταβατική ζώνη ή στη ζώνη των ξηρόφυλλων φυλλοβόλων πλατύφυλλων και κυρίως των δρυοδασών. Η παρουσία της συγκεκριµένης ζώνης χαρακτηρίζει τις ορεινότερες περιοχές της Ελλάδας και αποτελεί το όριο ε- ξάπλωσης της µεσογειακής βλάστησης. Φυσιογνωµικά, οµοιάζει αρκετά µε τη ζώνη των αείφυλλων- πλατύφυλλων διαφέρει όµως από την τελευταία τόσο οικολογικά όσο και χλωριδικά. Στη ζώνη αυτή το κλίµα γίνεται σταδιακά ηπειρωτικότερο, οι χειµώνες δριµύτεροι ενώ περιορίζεται η ξηρή περίοδος. Η ζώνη αυτή φυσιογνωµικά, χλωριδικά και οικολογικά µπορεί να διακριθεί περαιτέρω στις υποζώνες Ostryo-Carpinion και Quercion confertae. Στη Νότια Ελλάδα ίσως είναι σκόπιµη και η διάκριση µιας τρίτης υποζώνης, της Quercion cocciferae. Η πρώτη υποζώνη (Ostryo-Carpinion) χαρακτηρίζεται από θαµνοσκεπείς εκτάσεις που µοιάζουν φυσιογνωµικά µε αυτές των αείφυλλων σκληρόφυλλων και θεωρούνται ως ψευδοσκληρόφυλλη βλάστηση. Στη θέση του υπό εξέταση έργου αναπτύσσεται σε µεγάλο βαθµό καταλαµβάνοντας µεγαλύτερες εκτάσεις πάνω από τα υψοµετρικά όρια που αναµενόταν. Σταδιακά, αναµιγνύεται µε την επόµενη υποζώνη, των φυλλοβόλων δρυών καθιστώντας ασαφή τα όρια µεταξύ τους. Έτσι, στην περιοχή µελέτης κοντά στην κορυφογραµµή, συχνά απαντώνται πυκνοί θαµνώνες από πουρνάρια, µε διάσπαρτη µόνο παρουσιά δρυών. 96

97 Η δεύτερη υποζώνη (Quercion confertae) συνιστά τη ζώνη των ξηρόφιλων φυλλοβόλων δασών. Καταλαµβάνει σηµαντική έκταση στη βόρεια Ελλάδα και µπορεί να εµφανιστεί είτε αµέσως πάνω από την ευµεσογειακή ζώνη βλάστησης είτε ως συνέχεια της προηγούµενης ζώνης. Στην ευρύτερη περιοχή µελέτης η υποζώνη αυτή αντιπροσωπεύεται από τα είδη Quercus cerris, Q. Conferta, Q.pubescens. Το χαρακτηριστικό γνώρισµα της περιοχή µελέτης είναι η σταδιακή εκχώρηση εκτάσεων των µεγαλύτερων υψοµετρικά βλαστητικών ζωνών στις διαπλάσεις της παραµεσογειακής. Πιθανότατα αυτό να είναι αποτέλεσµα των επιδράσεων της βόσκησης σε συνδυασµό µε τις κλιµατικές συνθήκες της περιοχής. 2. Η ζώνη δασών οξιάς, οξιάς-ελάτης και ορεινών παραµεσογειακών κωνοφόρων (Fagetalia) Ορεινή, υποαλπική: Τη συναντούµε στις θέσεις των πρανών µέχρι πλησίον των κορυφογραµµών σε σποραδική εµφάνιση. Η παραπάνω ζώνη έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ψυχρής, υγρόφιλης µεσοευρωπαϊκής βλάστησης. Αναπτύσσεται σε υψόµετρο από 600m και πάνω, σε γεωλογικό υπόστρωµα που αποτελείται κυρίως από γνεύσιους και ασβεστόλιθους. Στα χαµηλά τµήµατα της ζώνης είναι συνηθισµένο να διεισδύουν και να αναπτύσσονται η δρυς και η καστανιά σε µικρότερο βαθµό. Συγκροτείται από αµιγή ή µικτά δάση υβριδογενούς ελάτης και οξυάς που φθάνουν µέχρι τα ανώτερα δασοόρια ( m). Οι φωτιές αποτελούν εδώ σπανιότατο φαινόµενο και όταν συµβαίνουν είναι κυρίως έρπουσες και όχι ιδιαίτερα καταστρεπτικές. Στην άµεση περιοχή ενδιαφέροντος δεν εντοπίζονται διαπλάσεις και δοµές που παραπέµπουν στον προσδιορισµό των ορίων της ζώνης αυτής, παρά µόνο οι θαµνώνες και οι διαπλάσεις αείφυλλης πλατύφυλλης βλάστησης ως προδασικοί σχηµατισµοί. Στο ευρύτερο οικοσύστηµα της Όθρυος, βέβαια, εµφανίζονται δάση ελάτης και µικτά δρυοδάση. Πιθανολογείται η υποχώρηση της ζώνης αυτής, µε το πέρασµα του χρόνου, για να δώσει τη θέση της στους θαµνώνες της παραµεσογειακής ζώνης ως αποτέλεσµα της υποβάθµισης της αρχικής βλάστησης από ανθρωπογενείς και κλιµατικούς παράγοντες. 3. Η ζώνη των υψηλών ορέων (ψευδοαλπική): Η ζώνη αυτή εµφανίζεται στα υψηλά όρη της χώρας µας, πάνω από τα δάση και τα δενδροόρια (ψευδαλπικές εκτάσεις). Συντίθεται από ποώδη κυρίως βλάστηση, µε διάσπαρτους µικρούς θάµνους. Εντοπίζεται πλησίον και επί της κορυφογραµµής εγκατάστασης του έργου, και αποτελεί τµήµα των εκτεταµένων φυσικών βοσκοτόπων που χαρακτηρίζουν την ευρύτερη περιοχή. 97

98 Πρέπει, τέλος, να αναφερθεί και η παρουσία αζωνικού τύπου βλάστησης, συνήθως στα χαµηλότερα των πρανών, όπως συµβαίνει στις πηγές της Ανάβρας και πέρι του Ενιπέα ποταµού. Ε- ντούτοις, οι διαπλάσεις αυτές εντοπίζοται γύρω από ρέµατα και στις βαθιές πτυχώσεις των πρανών, και δεν σχετίζονται µε τη θέση εγκατάστασης του Α/Π. Τα είδη (κύρια και δευτερεύοντα) που είναι χαρακτηριστικά της σύνθεσης των παραπάνω φυτοκοινωνικών ενώσεων των επιµέρους ζωνών και που συµµετέχουν σε διαφορετικό βαθµό µίξης ανάλογα µε τα µικροπεριβάλλοντα (στοιχεία από βιβλιογραφία και από τις επιτόπιες επισκέψεις) παρουσιάζονται στους παρακάτω πίνακες: α) ενδρώδη είδη Λατινικό/ Επιστηµονικό Ελληνικό/κοινό 92/43/EOK Bern ΠΔ 67/1981 όνοµα όνοµα Abies cephalonica Κεφαλληνιακή ελάτη Aesculus hippocastanum Ιπποκαστανιά + Cercis siliquastrum Κουτσουπιά Fraxinus ornus Φράξος όρνος / µέλιο Fraxinus excelsior Φράξος υψηλός Ilex aquifolium Αρκουδοπούρναρο Laurus nobilis Δάφνη η ευγενής Platanus orientalis Πλάτανος ο ανατολικός Phillyrea latifolia Φιλλύκι Prunus divaricata Αγριοκοροµηλιά Pyrus amygdaliformis Γκορτσιά Quercus cerris Δρυς ευθύφλοιος Quercus coccifera Πουρνάρι Quercus conferta Δρυς (frainetto) πλατύφυλλος/ µαυρόδενδρο, ηµεράδι Quercus petraea Απόδισκος δρυς Quercus pubescens Δρυς χνοώδης ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ 92/43/EOK: Είδη των παραρτηµάτων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ Συνθήκη Βέρνης: Είδη που προστατεύονται από τη Συνθήτηςτης Βέρνης ΠΔ 67/1981: Είδη αυτοφυούς χλωρίδας που προστατεύονται από το Π 67/1981:(+) είδος που περιλαµβάνεται Πίνακας 13: Δενδρώδη είδη ευρύτερης περιοχής µελέτης + 98

99 β) Θάµνοι και αναρριχώµενα φυτά Λατινικό/ Επιστηµονικό Ελληνικό/κοινό 92/43/EOK Bern ΠΔ 67/1981 όνοµα όνοµα Arbutus unedo Κουµαριά Clematis vitalba Κισσός, Λευκάµπελη Crataegus monogyna Κράταιγος Daphne oleoides Δάφνη ελαιώδης Ficus carica Αγριοσυκιά Hedera helix Κισσός Ελισσόµενος / κισσός Juniperus oxycedrus Άρκευθος οξύκεδρος /κέδρος Lonicera etrusca Αγιόκληµα Pistacia terebinthus Κοκκορεβυθιά Populus sp. Λεύκα Rosa canina Αγριοτριανταφυλλιά, κυνόροδο Rubus fructicosus Βάτος θαµνώδης Rubus tomentosus Βάτος πιληµατώδης Sambucus nigra Ακτή µέλανα / κουφοξυλιά Spartium junceum Σπάρτο Pteridium aquilinum Φτέρη δασική ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ 92/43/EOK: Είδη των παραρτηµάτων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ Συνθήκη Βέρνης: Είδη που προστατεύονται από τη Συνθήτηςτης Βέρνης Π 67/1981: Είδη αυτοφυούς χλωρίδας που προστατεύονται από το Π 67/1981:(+) είδος που περιλαµβάνεται Πίνακας 14: Θάµνοι και αναρριχώµενα φυτά ευρύτερης περιοχής µελέτης γ) Φρύγανα-Γράστεις Ποώδη φυτά Λατινικό/ Επιστηµονικό Ελληνικό/κοινό 92/43/EOK Bern ΠΔ 67/1981 όνοµα όνοµα Agrostis alba Αγρωστίς η λευκή Alopecurus gerardii Alyssum chalcidicum Alyssum heldreichii + 99

100 Anthemis meteorica Anthemis orientalis var. montana Astragalus depressus Ballota acetabulosa Bellis perennis Brachypodium pinnatum Βραχυπόδιο το πτερωτό Bromus erectus Βρώµος ο όρθιος Bromus mollis Βρώµος ο µαλακός Bromus squarrosus Βρώµος ο κατανεύνων Capsella bursa-pastoris Αγριοκάρδαµο Centaurea cana Cerastium brachypetalum Cyclamen hederifolius Cynodon dactylon Αγριάδα Cynosurus echinatus Κυνόσουρα η εχινωτή Dactylis glomerata Δαχτυλίδα η συσπειρωµένη Euphorbia myrsinites Eryngium campestre Ερύγγιο Festuca ovina Φεστούκα η πρόβειος Festuca valesiaca Φεστούκα η ισχυρά Geranium cinereum Helleborus cyclophyllus Hieracium bauhini Hieraceum hoppeanum Hypericum olympicum Hypericum perforatum Lotus corniculatus Malva silvestris Medicago arabica Medicago falcata + 100

101 Medicago hispida Medicago lupulina Medicago orbicularis Medicago praecox Melissa officinalis Minuartia verna Myosotis sylvatica Onobrychis laconica Phleum alpinum Phleum montanum Φλέος ο ορεινός Phleum pratense Φλέος ο λειµώνιος Plantago lagopus Plantago lanceolata Poa bulbosa Πόα η βολβώδεις Poa nemoralis Δασική πόα Polygala cristagalli Pontentilla recta Pteridium aquilinum Rumex acetosella Sanguisorba minor Scrophularia heterophylla Sedum amplexicaule Sideritis raeseri Stachys germanica Taraxacum officiniale Ταραξάκο το φαρµακευτικό, πικραλίδα, αγριοµάρουλο Teucrium sp. Thymus sibthorpii Trifolium alpestre Trifolium arvense Trifolium campestre Trifolium fragiferum Trifolium physodes Trifolium pratense 101

102 Trifolium repens Trifolium resupinatum Trifolium scabrum Trisetum flavescens Τρίσετο το κίτρινο Urtica dioica Τσουκνίδα Vicia lathyroides ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ 92/43/EOK: Είδη των παραρτηµάτων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ: (ΙΙ) Είδη των οποίων η διατήρηση επιβάλλει τον καθορισµό ειδικών ζωνών διατηρησης Συνθήκη Βέρνης: Είδη που προστατεύονται από τη Συνθήκη της Βέρνης Π 67/1981: Είδη αυτοφυούς χλωρίδας που προστατεύονται από το Π 67/1981: (+) είδος που περιλαµβάνεται Πίνακας 15: Φρύγανα και ποώδη φυτά ευρύτερης περιοχής µελέτης 6.Γ.4.1β Είδη πανίδας πλην ορνιθοπανίδας α) Θηλαστικά Επιστηµονικό όνοµα Ελληνικό όνοµα 92/43 Bern Bonn IUCN 67/81 Apodemus mystacinus Βραχοποντικός LC/NE Apodemus LC/NE Δασοποντικός sylvaticus Canis lupus Λύκος V II LC/VU Clethrionomys glareolus II Δασοσκαπτοποντικός Eptesius IV II II LC/LC + Τρανονυχτερίδα serotinus Erinaceus europaeus Σκατζόχοιρος III Dryomys IV III LC/DD + Δενδροµυωξός nitedula Lepus III LC/NE Λαγός europaeus Martes foina Κουνάβι III LC/NE + Martes martes Δεντροκούναβο III LC/NE + Meles meles Ασβός III LC/NE Microtus LC/ Αρουραίος arvalis Mustela nivalis Νυφίτσα III LC/NE + Rattus Δεκατιστής LC/NE 102

103 norvegicus Rattus rattus Μαυροποντικός LC/NE Sciurus vulgaris Σκίουρος III LC/NE + Sorex minutus Νανοµυγαλίδα III LC/NE + Sus scrofa Αγριογούρουνο LC/NE Talpa europaea Ασπάλακας Vulpes vulpes Αλεπού LC/NE ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ LC/DD + Οδηγία 92/43/ΕΕ: (II) Είδος που επιβάλλει τον καθορισµό ζωνών διατήρησης, (IV) Είδος που απαιτεί αυστηρή προστασία, (V) Είδος που η εκµετάλλευσή του µπορεί να ρυθµίζεται µε διαχειριστικά µέτρα, (*) Είδος µε προτεραιότητα για προστασία. Σύµβαση Βέρνης: (II) Αυστηρά προστατευόµενο είδος, (III) Προστατευόµενο είδος. Σύµβαση Βόννης: (II) Είδος που θα ωφεληθεί από διεθνή συνεργασία για προστασία και διαχείριση. ΙUCN : ιεθνής Μεσογειακή Αξιολόγηση / Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο (Λεγάκις & Μαραγκού 2009): (NE) Είδος µη αξιολογηθέν, (LC) Είδος µειωµένου ενδιαφέροντος, (ΕΝ) Κινδυνεύοντα, (DD) Ανεπαρκώς γνωστά Π.Δ. 67/81 : (+) Προστατευόµενο είδος. Πίνακας 16: Θηλαστικά της ευρύτερης περιοχής µελέτης β) Αµφίβια και ερπετά Επιστηµονικό όνοµα Ελληνικό όνοµα 92/43 Bern Bonn IUCN 67/81 Αµφίβια Bufo bufo Χωµατόφρυνος III LC/LC + Bufo viridis Πρασινόφρυνος IV II LC/LC + Hyla arborea Δενδροβάτραχος IV II LC/LC + Pelobates Πηλοβάτης IV LC/NE + syriacus Rana graeca Ελληνικός IV III LC/NE + βάτραχος Salamandra salamandra Σαλαµάνδρα III LC/NE + Ερπετά Coluber Δενδρογαλία IV III LC/LC + gemonensis Coluber najadum Σαΐτα IV III LC/LC + Cyrtodactylus kotschyi Κυρτοδάκτυλος IV II LC/LC + Elaphe situla Σπιτόφιδο II-IV II + Elaphe Λαφίτης II-IV II NT/LC + quatuorlineata Lacerta praticola Ποντιακή Σαύρα III 103

104 Lacerta trilineata Τρανόσαυρα IV III LC/LC + Lacerta viridis Πράσινη σαύρα IV II LC/LC + Malpolon monspessulanus Σαπίτης III LC/LC + Natrix natrix Νερόφιδο III LC*/LC + Ophisaurus apodus Τυφλίτης IV III LC/LC Podarcis enhardii Σιλιβούτι IV III LC/LC + Testudo graeca Ελληνική χελώνα II-IV II NT*/LC + Testudo hermanni Typlops vermicularis Vipera ammodytes ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ Μεσογειακή χελώνα II-IV II NT/VU + Τυφλίνος III LC/LC Οχιά IV II LC/LC Οδηγία 92/43/ΕΕ: (II) Είδος που επιβάλλει τον καθορισµό ζωνών διατήρησης, (IV) Είδος που απαιτεί αυστηρή προστασία, (V) Είδος που η εκµετάλλευσή του µπορεί να ρυθµίζεται µε διαχειριστικά µέτρα, (*) Είδος µε προτεραιότητα για προστασία. Σύµβαση Βέρνης: (II) Αυστηρά προστατευόµενο είδος, (III) Προστατευόµενο είδος. Συνθήκη Βόννης: Είδη που περιλαµβάνονται στα παραρτήµατα της Συνθήκης της Βόννης ΙUCN : ιεθνής Μεσογειακή Αξιολόγηση / Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο (Λεγάκις & Μαραγκού 2009): (NE) Είδος µη αξιολογηθέν, (LC) Είδος µειωµένου ενδιαφέροντος, (VU) Τρωτό είδος, (NT) Σχεδόν απειλούµενα, (*) Χρειάζεται επικαιροποίηση. Π.Δ. 67/81 : (+) Προστατευόµενο είδος. Πίνακας 17: Αµφίβια και ερπετά της ευρύτερης περιοχής µελέτης 6.Γ.4.1γ Ορνιθοπανίδα Το υπό εξέταση Α/Π βρίσκεται εντός των ορίων χαρακτηρισµένης περιοχής SPA µε κωδικό GR και ονοµασία ΌΡΟΣ ΌΘΡΥΣ, ΒΟΥΝΑ ΓΚΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΦΑΡΑΓΓΙ ΠΑΛΑΙΟΚΕΡΑΣΙΑΣ, έκτασης ,47 ha, η οποία εντάχθηκε στο δίκτυο Natura τον Ιανουάριο Αναφορικά µε την ορνιθοπανίδα, στο Παράρτηµα V επισυνάπτεται Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση. 6.Γ.4.1δ Χλωρίδα-Κατηγοριοποίηση ανά ορόφους βλάστησης Η κατακόρυφη διαδοχή των ζωνών βλάστησης ή αλλιώς η καθ ύψος διαδοχή των ορόφων βλάστησης προέρχεται από την αντίστοιχη υψοµετρική διαδοχή του βιοκλίµατος και ειδικότερα από την κατακόρυφη διάκριση των ορέων σε βιοκλιµατικούς ορόφους. Σχετικά µε τους ορόφους βλάστησης κατά καιρούς διάφοροι ερευνητές έχουν επισηµάνει τα παρακάτω: 104

105 Κάθε όροφος βλάστησης περιλαµβάνει φυτοκοινωνίες που αναπτύσσονται κάτω από παρό- µοιες οικολογικές συνθήκες (Emberger) Η καθ ύψος παρουσία των φυτικών ειδών και η διευθέτηση των ζωνών βλαστήσεως επιβάλλεται ουσιαστικά από θερµοκρασιακά δεδοµένα (Quezel) Παρατηρήσεις επί της βλάστησης σε ορεινές περιοχές µεσογειακού χαρακτήρα επιδεικνύουν µια ιδιαιτέρως σηµαντική επίδραση της έκθεσης στην κατακόρυφη διαδοχή των ορόφων βλαστήσεως. Το εύρος των ζωνών ποικίλλει ανάλογα του προσανατολισµού της εκάστοτε κλιτύος (Voliotis) Συµπερασµατικά, ο όροφος βλάστησης είναι η βιολογική έκφραση των κλιµατικών συνθηκών και ιδιαίτερα της θερµοκρασίας. Ταυτόχρονα όµως επηρεάζεται σηµαντικά και από τους εξής τρεις παράγοντες: α) το υψόµετρο β) το γεωγραφικό πλάτος και γ) την έκθεση Οι παραπάνω µεταβλητές διαµορφώνουν τις ιδιαίτερες οικολογικές συνθήκες κάθε ζώνης βλάστησης καθώς και το υψοµετρικό εύρος της. Επιπλέον επισηµαίνεται, ότι η διάθρωση των ορόφων βλάστησης δεν ταυτίζεται µε την υψοµετρική διαδοχή των βιοκλιµάτων αφού ένα σύ- µπλεγµα παραγόντων όπως το γεωγραφικό πλάτος, η έκθεση, η τοπογραφία και τα µικροκλίµα της περιοχής συµβάλλει στην υψοµετρική διαφοροποίηση τους. Στην ευρύτερη περιοχή εµφανίζονται πολλά στοιχεία της ευµεσογειακής βλάστησης, µε στοιχεία του Μεσοµεσογειακού και του Θερµοµεσογειακού ορόφου, µε κυριαρχία αείφυλλων σκληρόφυλλων ειδών. Όσο αφορά το µεσο-µεσογειακό όροφο βλάστησης, κυριαρχούν οι µικτές συστάδες από αείφυλλα πλατύφυλλα µε διάσπαρτα άτοµα δρυός αλλά και πιο οργανωµένες φυτοκοινωνίες διαφόρων ειδών δρυός µε κέδρο στον υποόροφο. Αντιπροσωπευτικά είδη αποτελούν η ευθύφλοιος και η πλατύφυλλη δρυς (Quercus cerris, Quercus conferta (frainetto)), και ο κέδρος (Juniperus oxycedrus) ενώ χαρακτηριστική είναι και η παρουσία της δασικής φτέρης στον εν προκειµένω όροφο βλάστησης που συνδέεται άµεσα µε την ύπαρξη βοσκούµενων εκτάσεων εντός δασικής περιοχής. Ο αµέσως ακόλουθος, υψοµετρικά,όροφος βλάστησης κατά την παραπάνω κατηγοριοποίηση, ο υπερµεσογειακός, στην περιοχή µελέτης εµφανίζεται µε ασαφή όρια ως τα ανώτερα υψόµετρα 1.650m. Αυτό συµβαίνει λόγω της ανάµιξης των δυο διαδοχικών ορόφων βλάστησης, χωρίς εµ- 105

106 φανή µετάβαση από τον ένα στο άλλο, πιθανότατα εξαιτίας του βαθµού διατάραξης του οικοσυστήµατος. Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί πως εντός των ορίων των παραπάνω ορόφων βλάστησης εξαπλώνονται σε ορισµένες περιπτώσεις, αλλά στα χαµηλότερα σηµεία των πρανών, αζωνικού τύπου φυτοκοινωνικές µονάδες βλάστησης, κυρίως µεταξύ των πτυχώσεων των πλαγιών. 6.Γ.4.2 Αιολικό Πάρκο Όσο αφορά τις θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ, το τοπίο παρουσιάζει χλωριδική οµοιοµορφία µε τις τυπικές κορυφογραµµές που συναντώνται στο ορεινό ανάγλυφο της Όθρυος. Η διαρκής βόσκηση στην οροσειρά σε συνδυασµό µε κλιµατικούς παράγοντες έχει διαµορφώσει περιβάλλοντα προδασικών σχηµατισµών, µε κυριαρχία από σκληρόφυλλα είδη που αναµιγνύονται µε χα- µηλή βλάστηση. Η χαµηλή βλάστηση συνίσταται από χασµοφυτικά βραχόφιλα είδη στις κορυφογραµµές µε βραχώδεις εξάρσεις αλλά και ποολιβαδικές βοσκούµενες εκτάσεις. Με άλλα λόγια, παρατηρείται µια µετατόπιση, κατώτερων υψοµετρικά, τύπων βλάστησης προς µεγαλύτερες υψοµετρικά θέσεις εξαιτίας της προσπάθειας ανάκαµψης του οικοσυστήµατος από τη συστηµατική βόσκηση. Από την εικόνα αυτή, βέβαια, δεν υπολλείπονται και εκτάσεις φυσικών βοσκοτόπων ποολιβαδικού χαρακτήρα µε αραιή κάλυψη θαµνώδους κέδρου που τυπικά απαντώνται σε κορυφογραµµές µεγάλων υψοµέτρων. Μεταξύ των θέσεων εγκατάστασης των Α/Γ δεν παρατηρούνται διαφοροποιήσεις. Πέραν των τοπικών βραχωδών εξάρσεων, που κυριαρχούν στις θέσεις των Α/Γ 10 και 17-20, επί των ο- ποίων απανταται κυρίως χασµοφυτική βραχόφιλη βλάστηση, δεν υπάρχουν διαφορές. Στα πρανή πλησίον των θέσεων εγκατάστασης, επίσης, δεν επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις. Η παρουσία αραιών και ενίοτε διάσπαρτων ατόµων κέδρου επικρατεί ως τις θέσεις των Α/Γ, ενώ εµφανίζονται και αγριοκοροµηλιές σε διασπαρτα σηµεία. 6.Γ.4.3 Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π Η οδός πρόσβασης στο Α/Π αποτελούσε υφιστάµενη δασική οδό της οποίας τα τεχνικά χαρακτηριστικά βελτιώθηκαν ώστε να πληρούν τις προδιαγραφές προσπέλασης των Α/Γ και του ε- ξοπλισµού. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η συγκεκριµένη υφιστάµενη οδός διασχίζει, διαδοχικά, περιοχές µε πυκνή κάλυψη δρυών, θαµνώδεις βοσκότοπους σε µίξη µε δρυ καθώς και ποολιβαδικούς φυσικούς βοσκότοπους ως τη θέση του οικίσκου ελέγχου. 106

107 Κατά τα λοιπά, η εσωτερική οδοποιία του έργου ακολουθεί την κορυφογραµµή µε τα ίδια είδη οικοτόπων που παρουσιάστηκαν προηγουµένως για τις θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ. Την ίδια ακριβώς όδευση ακολουθεί και το υπόγειο χαντάκι καλωδίων ΜΤ επί της υφιστάµενης οδικής σύνδεσης των Α/Γ. Ως εκ τούτου δε γίνεται περαιτέρω λόγος για τη διαµόρφωση του τύπου βλάστησης. 6.Δ Ανθρωπογενές περιβάλλον 6..1 Χωροταξικός σχεδιασµός Χρήσεις γης 6.Δ.1.1 Αιολικό Πάρκο Η έκταση στη οποία βρίσκεται το Α/Π είναι διακατεχόµενη δασική. Οι θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ βρίσκονται εκτός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου και εκτός Γενικού Πολεοδοµικού Σχεδίου, ε- γκεκριµένου η προτεινόµενου, ενώ η απόστασή τους από τα όρια των πλησιέστερων οικισµών είναι πολύ µεγαλύτερη των 500m. Επίσης, στην ευρύτερη περιοχή δεν υφίσταται θεσµοθετηµένος παραδοσιακός οικισµός. Τέλος, ουδεµία γεωργική, κτηνοτροφική ή βιοµηχανική χρήση έχει θεσµοθετηθεί στη θέση εγκατάστασης του Α/Π. Πέραν του Α/Π, η περιοχή εξακολουθεί να χρησιµοποιείται ως φυσικός βοσκότοπος µετά την εγκατάσταση των Α/Γ. Στην ευρύτερη περιοχή µελέτης οι χρήσεις γης σχετίζονται κυρίως µε την άσκηση της κτηνοτροφίας. Αναλυτικότερη αποτύπωση ακολουθεί στο Χάρτη Κάλυψης (µε υπόβαθρο αεροφωτογραφίες του Κτηµατολογίου), κλίµακας 1:5.000 µε κωδικό του Παραρτήµατος Ι. Στη µελέτη που επισυνάπτεται στο Παράρτηµα ΙV αξιολογείται η συµβατότητα του υπό εξέταση έργου µε τις κατευθύνσεις και τις επιταγές του ΕΠΧΣΑΑ καθώς και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού. 6.Δ.1.2 Οδοποιία Υπόγειο χαντάκι καλωδίων Μέσης Τάσης εντός Α/Π Οι εκτάσεις στις οποίες απαιτήθηκε διάνοιξη οδών πρόσβασης, είναι οι ίδιες εκτάσεις εκγατάστασης των Α/Γ κατά µήκος της κορυφογραµµής. Έχουν εποµένως τον ίδιο χαρακτήρα ως προς τις χρήσεις γης. Το ίδιο ισχύει και για το υπόγειο χαντάκι καλωδίων ΜΤ που ακολουθεί την ε- σωτερική οδοποιία του έργου (βλ. Χάρτη Κάλυψης κλίµακας 1:5.000 µε κωδικό του Παραρτήµατος Ι). 107

108 6..2 οµηµένο περιβάλλον Οι αποστάσεις των πλησιέστερων οικισµών από τις κοντινότερες προς αυτούς Α/Γ είναι οι εξής: Από τον οικισµό της Ανάβρας απέχει 3,5km περίπου Από τον οικισµό του Νεοχωρίου απέχει 4,5km περίπου Από τον οικισµό Λογγίτσι απέχει 6km περίπου 6..3 Ιστορικό και πολιτιστικό περιβάλλον Στη ζώνη εγκατάστασης του υπό εξέταση Α/Π δεν υφίστανται περιοχές αρχαιολογικού ή ιστορικού ενδιαφέροντος. Τα πιο αξιόλογα, ίσως, µνηµεία της ευρύτερης περιοχής βρίσκονται στην περιοχή της αρχαίας Άλου σε απόσταση άνω των 20km από τις θέσεις εγκατάστασης στην περιοχή του Αλµυρού, ε- νώ, οι πλησιέστερες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος θέσεις, απέχουν, κατ ελάχιστον περί τα 10km Κοινωνικό οικονοµικό περιβάλλον 6.Δ.4.1 Πληθυσµιακά στοιχεία Εξετάζοντας το κοινωνικό και οικονοµικό περιβάλλον µε βάση τη διοικητική υπαγωγή της περιοχής χωροθέτησης του Α/Π, ο παρακάτω Πίνακας παρέχει πληθυσµιακά στοιχεία για την τέως Κοινότητα υπαγωγής του έργου (κατά σχέδιο ΚΑΠΟΙΣΤΡΙΑ) και από τους λοιπούς πρώην ή- µους από τους οποίους συγκροτείται ο νυν ήµος ένταξής του, δηλαδή οι ήµοι Αλµυρού, Σούρπης και Πτελεού της ΠΕ Μαγνησίας. Σηµειώνεται ότι πριν την εφαρµογή του προγράµµατος ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ το έργο υπαγόταν στην Κοινότητα Ανάβρας του Νοµού Μαγνησίας. 108

109 Πίνακας 18: Πληθυσµιακά στοιχεία πρώην Δήµων υπαγωγής του έργου (πηγή: ΕΣΥΕ) Σηµειώνεται ότι η τελευταία στήλη του παραπάνω Πίνακα εκφράζει το µέσο ετήσιο ρυθµό µεταβολής του πληθυσµού (ΜΕΡΜ) ο οποίο προκύπτει από τη σχέση: P1 ΜΕΡΜ = ( 10 1) 100 P2 όπου P1 ο πληθυσµός της τελευταίας απογραφής (2001) και P2 ο πληθυσµός της προηγούµενης απογραφής (1991). 109

110 Σύµφωνα µε τον παραπάνω πίνακα στον Νοµό Μαγνησίας τη δεκαετία σηµειώθηκε οριακή αύξηση του µόνιµου πληθυσµού κατά 0,4%, ενώ, οριακή ήταν και η µείωση στο µόνιµο πληθυσµό της Ανάβρας. Για τους υπόλοιπους ήµους οι αυξοµοιώσεις είναι µικρές, πλην του ήµου Πτελεού ο οποίος χαρακτηρίζεται από σταθερότητα. Πιθανότατα, η ενασχόληση µε τη βιοµηχανία, τις αγροτικές εργασίες αλλά και τον τουρισµό, αποτελούν παράγοντες σταθεροποίησης του µόνιµου πληθυσµού στη ζώνη αυτή, όπως συµβαίνει άλλωστε και στο σύνολο του Νο- µού. Βάσει του Προγράµµατος ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ για τη Σύσταση Συγκρότηση ήµων, Περιφερειών και Αποκεντρωµένων ιοικήσεων για τη νέα αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρω- µένης ιοίκησης, από οι παραπάνω ήµοι συνενώνονται, στο εξής, και συγκροτούν πλέον το ήµο Αλµυρού της ΠΕ Μαγνησίας Στον παρακάτω Πίνακα φαίνονται τα πληθυσµιακά στοιχεία όπως αυτά διαµορφώνονται για τους νεοσύστατους ήµους µε βάση τις απογραφές του 1991 και του Πίνακας 19: Πληθυσµιακά στοιχεία Δήµου υπαγωγής του έργου βάσει ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ (Πηγή: Ε- ΣΥΕ) Όπως φαίνεται από τον παραπάνω Πίνακα ο νεοσύστατος ήµος Αλµυρού έχει υποστεί ανεπαίσθητη µείωση στο µόνιµο πληθυσµό του σε χρονικό διάστηµα µιας 10ετίας. Στον παρακάτω Πίνακα και διάγραµµα παρουσιάζεται αναλυτικά η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσµού στους πρώην ήµους υπαγωγής του έργου. 110

111 Πίνακας 20: Ηλικιακή σύνθεση πρώην Δήµων υπαγωγής του έργου (πηγή: ΕΣΥΕ) 111

112 Εικόνα 17: Ηλικιακή κατανοµή στους πρώην Δήµους υπαγωγής του έργου (πηγή: ΕΣΥΕ) 112

113 6.Δ.4.2 Οικονοµικά στοιχεία και απασχόληση Γεωγραφικά, η περιοχή της Θεσσαλίας βρίσκεται σε κεντροβαρική θέση στην ηπειρωτική Ελλάδα. ιαθέτει σηµαντικά πλεονεκτήµατα µεταξύ των οποίων είναι ο κεντρικός άξονας µεταφορών περιφερειακού αλλά και εθνικού επιπέδου (ΠΑΘΕ, Εγνατία Οδός), οι κύριες οδικές και σιδηροδροµικές πύλες της χώρας µε τα Βαλκάνια και την υπόλοιπη Μεσόγειο, καθώς και ο παράλληλος µε αυτές αναπτυξιακός άξονας της χώρας. Η οικονοµία της ΠΕ Μαγνησίας βασίστηκε στη δηµιουργία και την ανάπτυξη της πόλης και του λιµανιού του Βόλου, που έγινε το συγκοινωνιακό, εµπορικό και βιοµηχανικό κέντρο ολόκληρης της Θεσσαλίας. Η περιοχή της Μαγνησίας είναι η πιο αναπτυγµένη στον τοµέα της βιοµηχανίας, µετά την Αττική, τη Θεσσαλονίκη και την Αχαΐα, ενώ, είναι εξαιρετικά αξιόλογη η συνεισφορά στον τουριστικό τοµέα. Ο ορυκτός πλούτος, το φυσικό περιβάλλον και η αγροτοκτηνοτροφική δραστηριότητα συµπληρώνουν την οικονοµία διοχετεύοντας δυναµικό σε όλους τους παραγωγικούς κλάδους. Αναλυτικότερα: Η ΠΕ Μαγνησίας µπορεί να χωρισθεί σε δυο ζώνες µε διαφορετικό οικονοµικό χαρακτήρα, παραγωγικές δοµές και ρυθµούς ανάπτυξης, την ορεινή και την πεδινή. Σε σχέση µε άλλες περιοχές της Θεσσαλίας, η Μαγνησία διαθέτει µεγαλύτερη παρουσία και ε- ξειδίκευση στον δευτερογενή τοµέα. Εντούτοις, ο τοµέας αυτός ακολουθεί µάλλον πτωτική πορεία, µε µικρές διακυµάνσεις. Στις δραστηριότητες του δευτερογενούς τοµέα περιλαµβάνονται: βιοµηχανίες µετάλλου, ποτών και τροφίµων, ξύλου, χηµικών, πλαστικών, δοµικών υλικών, η- λεκτρικών ειδών, ειδών υψηλής τεχνολογίας και κλωστοϋφαντουργία. Η βιοµηχανία µετάλλου είναι ο δυναµικότερος τοµέας βιοµηχανικής δραστηριότητας της ΠΕ Μαγνησίας, ο οποίος απασχολεί περίπου εργαζοµένους και καταλαµβάνει µεγάλο τµήµα της ΒΙ. ΠΕ. Στις επιχειρήσεις του τοµέα αυτού περιλαµβάνονται χυτήρια, εργοστάσια παραγωγής καλωδίων, κραµάτων και µεταλλικών εξαρτηµάτων µηχανών, καθώς και επιχειρήσεις που απασχολούνται αποκλειστικά µε την εµπορία µηχανών και µηχανικών εξαρτηµάτων. Ο πρωτογενής τοµέας παρουσιάζει αύξηση µόλις µετά το 1990 και βασίζεται στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο τριτογενής τοµέας είναι ιδιαίτερα ετερογενής και συµπεριλαµβάνει κλάδους όπως ο τουρισµός, το εµπόριο (χονδρικό και λιανικό), οι µεταφορές, η εκπαίδευση, η υγεία, οι χρηµατοπιστωτικές υπηρεσίες, οι υπηρεσίες πληροφορικής και επικοινωνιών, οι µελετητικές υπηρεσίες 113

114 και υπηρεσίες συµβούλων κ.α. Η αυξητική τάση του τριτογενούς τοµέα οφείλεται, κυρίως στη βελτίωση των υποδοµών του κλάδου του τουρισµού αλλά και των υπηρεσιών παροχών. Πίνακας 21: Οικονοµικά στοιχεία πρώην Κοινότητας Ανάβρας (Πηγή: ΕΣΥΕ) Στον παραπάνω Πίνακα δίδονται οικονοµικά στοιχεία για τον πληθυσµό της πρώην Κοινότητας Ανάβρας. Συγκεκριµένα παρουσιάζεται ο οικονοµικώς ενεργός και µη πληθυσµός και οι απασχολούµενοι κατά τοµέα οικονοµικής δραστηριότητας στο σύνολο της Ελλάδας, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, στο Νοµό Μαγνησίας και στην Κοινότητα Ανάβρας. Στο κάτω µέρος του Πίνακα παρατίθενται τα ποσοστά για κάθε τιµή επί του συνόλου. Για την Κοινότητα Ανάβρας, µε µπλε χρώµα παρουσιάζονται τα ποσοστά εκείνα που υπερβαίνουν τις αντίστοιχες τιµές σε επίπεδο Επικράτειας, Περιφέρειας και Νοµού, ενώ µε κόκκινο χρώµα τα ποσοστά που είναι χαµηλότερα από τα αντίστοιχα στα παραπάνω επίπεδα. Βάσει του παραπάνω Πίνακα (απογραφή 2001), το ποσοστό του οικονοµικά ενεργού πληθυσµού της Κοινότητας Ανάβρας είναι υψηλότερο των αντίστοιχων σε επίπεδο Επικράτειας, Περιφέρειας και Νοµού. Ειδικότερα, η οικονοµική δραστηριότητα στην Κοινότητα Ανάβρας λόγω του ορεινού και αποκεντρωµένου χαρακτήρα παρουσιάζει σχεδόν ολική συγκέντρωση στον πρωτογενή τοµέα. Για το λόγο αυτό και ο οικισµός χαρακτηρίζεται ως αµιγώς κτηνοτροφικός. Οι άλλοι δυο παραγωγικοί κλάδοι σχεδόν απουσιάζουν, ενώ είναι εξαιρετικά αξιόλογο το τοπικό ποσοστό ανεργίας, µόλις στο 1%. Η παραδοσιακή ενασχόληση των κατοίκων µε την κτηνοτροφία συνεχίζεται µέχρι σήµε- 114

115 ρα σε 80 κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, που βρίσκονται σε 3 κτηνοτροφικά πάρκα κοντά στο χωριό και µε εκσυγχρονισµένες εγκαταστάσεις, επιδοτούµενες από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο κτηνοτροφικό κεφάλαιο συµµετέχουν βοοειδή και αιγοπρόβατα, και εξασκείται κυρίως η τακτική της ελευθέρας βοσκής. Μάλιστα για τη στήριξη της κτηνοτροφίας έχει κατασκευαστεί στον οικισµό πιστοποιηµένο υπερσύγχρονο Κοινοτικό Σφαγείο, ενώ δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι λειτουργεί Λαογραφικό Μουσείο Κτηνοτροφικής Ζωής. 6.Δ.4.3 Τουρισµός Σε επίπεδο Περιφέρειας συγκεντρώνονται σηµαντικοί τουριστικοί πόροι µε χωρική κατανοµή κυρίως στον άξονα της παραλιακής ζώνης, των νησιών και της ορεινής ζώνης (φυσικό περιβάλλον, παραδοσιακοί οικισµοί και αρχαιολογικοί χώροι). Το όρος Πήλιο στην ΠΕ Μαγνησίας αποτελεί έναν ισχυρότατο τουριστικό πόλο ενώ αρκετές από τις ιαµατικές πηγές έχουν αξιοποιηθεί σε ικανοποιητικό βαθµό. Επιπλέον, πέραν του θαλάσσιου τουρισµού, ο οποίος προσελκύει µεγάλο όγκο επισκεπτών από την ηµεδαπή και την αλλοδαπή, η Μαγνησία προσφέρεται και για άλλες µορφές τουρισµού όπως είναι ο χιονοδροµικός, συνεδριακός-εκπαιδευτικός, οικολογικός, θρησκευτικός, αγροτουρισµός, ο τουρισµός αναψυχής κατά τα σαββατοκύριακα επισκεπτών από τα µεγάλα αστικά κέντρα της χώρας και της υπόλοιπης Θεσσαλίας. Ελάχιστες άλλες περιοχές στη χώρα διαθέτουν ένα παρόµοιο συγκριτικό πλεονέκτηµα. Παράλληλα, η περιοχή, ευρισκόµενη στο κέντρο της χώρας εµφανίζει σχετικά εύκολη προσβασιµότητα µέσω του εθνικού οδικού δικτύου και του σιδηροδρόµου, καθώς και µέσω διεθνών αεροπορικών συνδέσεων κατά τους θερινούς µήνες. Στην περιοχή µελέτης δεν εντοπίζονται τουριστικού ενδιαφέροντος αξιοθέατα ούτε αναπτύσσονται τουριστικές υποδοµές. Εντούτοις, η εγκατάσταση και λειτουργία του Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑΧΗ αλλά και του περιβαλλοντικού πολιτιστικού πάρκου Γούρας στην Ανάβρα, έχουν συντελέσει στη ανάπτυξη, ήπιου, εναλλακτικού τουρισµού και άυξηση των επισκέψεων σε αυτήν την απο- µονωµένη ορεινή κοινότητα. 6.Δ.5 Τεχνικές υποδοµές Οδικό δίκτυο Το βασικό οδικό δίκτυο της ευρύτερης περιοχής είναι οι κύριες συγκοινωνιακές αρτηρίες της χώρας, δηλαδή, η Π.Α.ΘΕ. (Νέα Οδός Πατρών Αθηνών Θεσσαλονίκης) σε ελάχιστη απόσταση περίπου 14km από τη θέση του Α/Π και η παλαιά εθνική οδός Λαµίας Λάρισας σε απόσταση περί τα 17km. 115

116 Στη ευρύτερη περιοχή του έργου, η επαρχιακή οδός Ξυνιάδας - Αλµυρού διέρχεται σε απόσταση περίπου 3,5km βορειοδυτικά του υπό εξέταση Α/Π. Σηµειώνεται ότι το οδικό δίκτυο της ευρύτερης περιοχής είναι σε αρκετά καλή κατάσταση, µε ασφαλτοστρωµένους δρόµους, καθώς και χαλικοστρωµένους ή χωµάτινους αγροτικούς δρό- µους. Ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον οικισµό της Ανάβρας, όπως όλες οι υποδοµές που έχουν κατασκευαστεί τα τελευταία χρόνια, έτσι και οι οδικές υποδοµές έχουν ασφαλείς και υψηλές προδιαγραφές. Τα µόνα πιθανά προβλήµατα σχετίζονται µε την προσπέλαση στον ορεινό όγκο της Όθρυος λόγω των καιρικών συνθηκών κατά τους χειµερινούς µήνες. Αεροπορικό δίκτυο Το πλησιέστερο αεροδρόµιο στην περιοχή είναι της Νέας Αγχιάλου σε απόσταση περίπου 24km βορειοανατολικά του Α/Π. Πρόκειται για Κρατικό Αερολιµένα, που λειτουργεί από το 1993, εξυπηρετώντας την Κεντρική Ελλάδα µε πτήσεις εσωτερικού και εξωτερικού. Σιδηροδροµικό δίκτυο Το πλησιέστερο σηµείο διέλευσης σιδηροδροµικών γραµµών στην περιοχή µελέτης βρίσκεται σε απόσταση περίπου 14km στην περιοχή της Στυλίδας. Λιµάνια Το πλησιέστερο λιµάνι είναι αυτό του Βόλου το οποίο λειτουργεί από το Εξυπηρετεί την τουριστική επιβατική κίνηση αλλά και την εµπορευµατική. Συνδέει ακτοπλοϊκά τα νησιά του Βορείου Αιγαίου και των Βόρειων Σποράδων. Ηλεκτρική ενέργεια Αναφορικά µε το Σύστηµα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, σε απόσταση 1,3km περίπου βόρεια των ορίων του Α/Π, διέρχονται µε κατεύθυνση Βορρά - Νότου: 1. Γραµµή Μεταφοράς Υπερυψηλής Τάσης 400kV διπλού κυκλώµατος ΚΥΤ ΛΑΡΙΣΑΣ ΛΑ- ΡΥΜΝΑΣ, σε απόσταση περίπου 6km δυτικά του Α/Π. 2. Γραµµή Μεταφοράς Υπερυψηλής Τάσης 400kV διπλού κυκλώµατος ΚΥΤ ΛΑΡΙΣΑΣ ΛΑ- ΡΥΜΝΑΣ, σε απόσταση περίπου 10km δυτικά του Α/Π Πιέσεις στο περιβάλλον από άλλες ανθρωπογενείς δραστηριότητες Οι θέσεις εγκατάστασης του Α/Π χρησιµοποιούνται αποκλειστικά για τη διέλευση και τη βόσκηση βοοειδών και αιγοπροβάτων, καθώς και χοιροειδών σεµιρκότερη κλίµακα, ενώ στην γύρω 116

117 περιοχή υπάρχουν εγκατεστηµένες µικρές κτηνοτροφικές και ποιµνιοστασιακές εγκαταστάσεις. Ο οικισµός της Ανάβρας αποτελεί κατεξοχήν κτηνοτροφικό οικισµό µε οργανωµένες κτηνοτροφικές υποδοµές πέριξ του οικισµού και σε απόσταση άνω των 3km από την περιοχή εγκατάστασης των Α/Γ. Σε γενικές γραµµές, η βασική πίεση που δέχεται το περιβάλλον της περιοχής µελέτης από ανθρωπογενείς δραστηριότητες είναι η βόσκηση. Εντός της περιοχής εγκατάστασης του Α/Π και των συνοδών έργων αυτού λαµβάνει χώρα η βοσκή βοοειδών και δευτερευόντως αιγοπροβάτων µε συνέπεια τις παρακάτω επιβαρύνσεις: Άµεση επίπτωση στη φυτοκάλυψη και την αλλαγή των ειδών έως και τον αφανισµό ορισµένων εξ αυτών. Οργανική και µικροβιολογική ρύπανση στα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα της περιοχής 6..7 Ατµοσφαιρικό περιβάλλον Η ατµοσφαιρική ρύπανση στην Ελλάδα οφείλεται κυρίως σε βιοµηχανικές και αστικές δραστηριότητες, ενώ οι γεωργικές δραστηριότητες συµµετέχουν σε µικρότερο ποσοστό στη συνολική επιβάρυνση της ατµόσφαιρας. Στην περιοχή µελέτης, δεδοµένης της χαρακτηριστικά µικρής συγκέντρωσης οικισµών και κατ επέκταση των ιδιαιτέρως λίγων µεταφορών, δεν παρατηρούνται αξιοσηµείωτες σηµειακές πηγές ρύπανσης οι οποίες θα µπορούσαν να επιφέρουν επιπτώσεις στο ατµοσφαιρικό περιβάλλον της περιοχής. Η πλησιέστερη στην Ανάβρα σηµειακή και µεµονωµένη πηγή ατµοσφαιρικής ρύπανσης, µέχρι πρόσφατα, ήταν η εξόρυξη κερατόλιθου από λατοµείο που λειτουργούσε σε απόσταση περίπου 10km βορείως των θέσεων των Α/Γ. Πλέον όµως η λειτουργία του λατοµείου έχει παύσει και έχουν εφαρµοστεί µέτρα αποκατάστασης των διαταραχθέντων χώρων από τον φορέα του έργου. Σε κάθε περίπτωση, στην ευρύτερη περιοχή µελέτης δεν υπάρχουν δραστηριότητες οι οποίες να επιφέρουν επιπτώσεις στο ατµοσφαιρικό περιβάλλον Ακουστικό περιβάλλον, δονήσεις, ακτινοβολίες Στην ευρύτερη περιοχή µελέτης, δεν υπάρχουν δονήσεις και ακτινοβολίες. Όσον αφορά στο ακουστικό περιβάλλον, η µόνη ενδεχόµενη επίδραση στην ευρύτερη περιοχή µπορεί να θεωρη- 117

118 θεί η λειτουργία του Α/Π.. Ωστόσο, η ακουστική όχληση από το Α/Π περιορίζεται στο αεροδυναµικό θόρυβο που προκύπτει από την κίνηση των πτερυγίων σε µικρή ακτίνα γύρω από τις θέσεις εγκατάστασης τους, και σε κάθε περίπτωση, βρίσκεται εντός των επιτρεπόµενων ορίων, όπως καθορίζονται από το Π / Επιφανειακά και υπόγεια νερά 6.Δ.9.1 Υδατικό διαµέρισµα περιοχής µελέτης Η περιοχή µελέτης ανήκει στο Υδατικό ιαµέρισµα της Θεσσαλίας που απεικονίζεται στην παρακάτω Εικόνα και, σχεδόν, ταυτίζεται µε το γεωγραφικό διαµέρισµα. Μόνο προς τα νότια και νοτιοδυτικά υπαρχουν µικρά τµήµατα που ανήκουν σε γειτονικά διαµερίσµατα, ενώ η περιοχή ε- γκατάστασης του Α/Π επηρεάζεται οριακά από το υδατικό διαµέρισµα της Ανατολικής Στεράς Ελλάδας. Η συνολική του έκταση του υδατικού διαµερίσµατος της Θεσσαλίας ανέρχεται στα km 2. Περιλαµβάνει την ΠΕ Λάρισας, σχεδόν στο σύνολό της, µεγάλο µέρος των ΠΕ Μαγνησίας, Τρικάλων και Καρδίτσας, καθώς και µικρά τµήµατα των ΠΕ Πιερίας, Γρεβενών και Φθιώτιδας. Έχει ως µείζονα χρήση την άρδευση γεγονός που το καθιστά ένα ελλειµατικό διαµέρισµα της ηπειρωτικής χώρας σε νερό. 118

119 Α/Π ΑΛΟΓΟΡΑ- Εικόνα 18: Υδατικό Διαµέρισµα Θεσσαλίας (Πηγή: ΥΠΕΧΩΔΕ) 6.Δ.9.2 Κύριες υδρολογικές λεκάνες Η κύρια υδρολογική λεκάνη του υδατικού διαµερίσµατος είναι η λεκάνη του Πηνειού µε έκταση περίπου 9.500km 2, και ακολουθεί η λεκάνη των ρεµάτων Αλµυρού Πηλίου. Από τους κύριους παραπόταµους του Πηνειού είναι ο Ενιπέας, η υπολεκάνη του οποίου αφορά στην περιοχή µελέτης. Το βασικό υδρογεωλογικό ενδιαφέρον στη λεκάνη του Πηνειού εντοπίζεται στις τεταρτογενείς αποθέσεις που φιλοξενούν υψηλού δυναµικού υπόγειες υδροφορίες και δευτερευόντως στα καρτσικά συστήµατα που αναπτύσσονται στην περίµετρο των πεδινών εκτάσεων. 119

120 6.Δ.9.3 Επιφανειακά και υπόγεια ύδατα Στις θέσεις εγκατάστασης των Α/Γ δεν υπάρχουν πηγές, ρέµατα ή άλλου είδους εποχικές ή µόνιµες επιφανειακές απορροές καθώς το έργο εγκαθίστανται κατά µήκος της κορυφογραµµής. Σε απόσταση περίπου 1000m νοτιοδυτικά του έργου, εντοπίζεται το πλησιέστερο χαρτογραφηµένο ρέµα Κουφοσκλόρρεµα. Τα σηµαντικότερα ρέµατα της ευρύτερης περιοχής εντοπίζονται πέριξ του οικισµού της Ανάβρας σε χαµηλότερα σηµεία των πρανών. Το καρστικό σύστηµα της βόρειας Όθρυος περιλαµβάνει τις βόρειες απολήξεις του βουνού, ενώ οι νότιες απολήξεις περνούν στο υδατικό διαµέρισµα της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας. Η εκφόρτιση του συστήµατος, πλην των τµηµάτων που κινούνται προς τα νότια, γίνεται µέσω µικρών πηγών στα βόρεια και ανατολικά (Πλάτανος, Σούρπη, Αγία Τριάδα). 6.Δ.9.4 Αξιολόγηση ποιοτικής κατάστασης επιφανειακών και υπογείων υδάτων Οι πηγές ρύπανσης του υδατικού διαµερίσµατος σχετίζονται µε απορροές ρυπαντικών φορτίων από αστικά υγρά οικισµών που εξυπηρετούνται από δίκτυα αποχέτευσης ή και κεντρικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυµάτων, την εσταυλισµένη κτηνοτροφία, τη βιοµηχανία, τις µεταλευτικές δραστηριότητες, τις ιχθυοκαλλιέργειες, καθώς και τους χώρους ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριµάτων. Έτσι λοιπόν παρατηρείται αυξηµένη πίεση στα υδάτινα σώµατα του Πηνειού από όλων των ειδών τις δραστηριότητες, ενώ και στι&sig