ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΕΥΓΕΝΙΑ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΕΥΓΕΝΙΑ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗ"

Transcript

1 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΕΥΓΕΝΙΑ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗ «Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ: ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΙΚΟΙ ΡΥΘΜΟΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟ» ΡΟΔΟΣ, 2014 ΡΟΔΟΣ, 2014

2 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΙΤΛΟΣ ΠΤΥΧΙΑΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: «Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ: ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΙΚΟΙ ΡΥΘΜΟΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟ» ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ ΣΥΝΕΠΙΒΛΕΠΟΝΤΕΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ ΜΑΡΙΝΑ ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΣΠΥΡΟΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΓΕΝΙΑ ΒΟΓΙΑΤΖΑΚΗ Α.Μ. 431/ ΡΟΔΟΣ,

3 ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ Σελ. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 6 Ιστορία της έρευνας 8 Ιστορικό πλαίσιο της τέχνης 11 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ο : Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 1.1 Η αρχαϊκή πόλη 15 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ο : Η ΜΙΛΗΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ 2.1 Η αρχαϊκή πόλη 18 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ο : Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΡΥΘΜΟΥ ΤΩΝ ΑΙΓΑΓΡΩΝ 3.1 Εισαγωγή Η τεχνοτροπική εξέλιξη του ρυθμού Κέντρα παραγωγής του ρυθμού Εργαστήρια παραγωγής του ρυθμού 31 Ι. Νότια Ιωνία 29 ΙΙ. Βόρεια Ιωνία 32 ΙΙΙ. Χίος 32 IV. Αιολίδα 35 V. Θάσος 37 VI. Καρία 38 VII. Δωρικές αποικίες 39 VIII. Λυδία 40 IX. Ετρουρία Η ταξινόμηση του ρυθμού των αιγάγρων σύμφωνα με τη σύγχρονη έρευνα Νοτιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός Ιa (ΝιΑ Ιa) Νοτιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός Ιb (ΝιΑ Ιb) Νοτιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός Ιc (ΝιΑ Ιc) Νοτιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός Ιd (ΝιΑ Ιd) Νοτιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός ΙΙa (ΝιΑ ΙIa) 47 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ο : ΦΙΚΕΛΛΟΥΡΩΝ Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΡΥΘΜΟΥ ΤΩΝ 4.1 Η τεχνοτροπική εξέλιξη του ρυθμού

4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ο : Η ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ 5.1 Το στιλ των κυλίκων με ζώα Το «μνημειώδες» στιλ 58 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ο : ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΑΚΗ ΜΕΛΑΝΟΜΟΡΦΗ ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΙΑ 6.1 Κλαζομενιακή μελανόμορφη κεραμική 62 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ο : ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΑΚΟΙ ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΙ 7.1 Η εξελικτική πορεία των σαρκοφάγων 66 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ο : ΚΥΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΥΠΕΛΛΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 8.1 Ιωνικές κύλικες Ιωνικές κύλικες με πουλιά και κοτύλες με πουλιά Ιωνικά κύπελλα Κύλικες Βρουλιάς 73 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ο : ΚΑΔΟΪΔΕΙ ΑΓΓΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 9.1 Situlae της Ανατολικής Ελλάδας Το εικονογραφικό περιεχόμενο των situlae Κέντρα παραγωγής των situlae 78 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 ο : ΕΜΠΟΡΙΚΟΙ ΑΜΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 10.1 Εμπορικοί αμφορείς της ανατολικής Ελλάδας Κλαζομενιακοί αμφορείς Μιλησιακοί αμφορείς Λεσβιακοί αμφορείς Σαμιακοί αμφορείς Χιακοί αμφορείς 93 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ο : ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΡΥΘΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 11.1 Η γεωγραφική εξάπλωση των αγγείων του ρυθμού των αιγάγρων Η γεωγραφική εξάπλωση των αγγείων του ρυθμού των 97 Φικελλούρων 11.3 Η γεωγραφική εξάπλωση της χιακής κεραμικής 98 4

5 11.4 Η γεωγραφική εξάπλωση της κλαζομενιακής κεραμικής Η γεωγραφική εξάπλωση των κλαζομενιακών σαρκοφάγων Η γεωγραφική εξάπλωση των κυλίκων και των κυπέλλων της 100 Ανατολικής Ελλάδας 11.7 Η γεωγραφική εξάπλωση των εμπορικών αμφορέων της 101 Ανατολικής Ελλάδας ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 102 ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 104 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ 110 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΧΑΡΤΩΝ 166 5

6 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Σύγχρονοι μελετητές έχουν ήδη τονίσει τη σημασία της κεραμικής, τόσο για τη χρονολόγηση, όσο και για τις εμπορικές και άλλου είδους σχέσεις, αλλά και για τις αλληλοεπιδράσεις των διαφόρων περιοχών, ιδιαίτερα κατά την αρχαϊκή εποχή. Η κεραμική υπερτερεί κατά πολύ σε ποσότητα σε αντίθεση με τις άλλες ομάδες αρχαιολογικού υλικού και έχει ιδιαίτερη συμβολή για τον μελετητή της αρχαϊκής περιόδου 1. Με τον όρο Ανατολική Ελλάδα νοείται η περιοχή της ακτής της Μικράς Ασίας, από την Αιολίδα έως και την Καρία, καθώς και τα νησιά που βρίσκονται απέναντι, δηλαδή από τη Χίο έως και τη Ρόδο 2, (χάρτης 1). Ο γεωγραφικός χώρος όπου ανήκουν οι πόλεις της ανατολικής Ελλάδας, υπήρξε σταυροδρόμι πολιτισμικών επιδράσεων προερχομένων από τη Δύση και την Ανατολή, με αποτέλεσμα να υιοθετηθούν ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα απ την τέχνη της Ανατολίας, στην αγγειογραφία της ανατολικής Ελλάδας. Οι Έλληνες της ανατολικής Ελλάδας εγκαταστάθηκαν στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας και στα νησιά γύρω από αυτήν. Κατά την αρχαιότητα, αυτοί που κατοικούσαν στο βορρά ονομάζονταν Αιολείς, Ίωνες αυτοί που κατοικούσαν στη μέση και Δωριείς αυτοί που είχαν καταλάβει το δυτικό τμήμα της περιφέρειας. Έπειτα, κατά την πρώιμη εποχή του Σιδήρου, ονομαζόντουσαν Ίωνες μετανάστες, όπου περιλαμβάνονταν οι Αιολείς και οι Δωριείς. Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η τεχνοτροπική ανάλυση των αγγειογραφικών ρυθμών της Ανατολικής Ελλάδας, αναφέροντας τους κυριότερους από αυτούς, καθώς και την γεωγραφική κατανομή του κάθε ρυθμού στον ελλαδικό χώρο, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Τα πρώτα δύο κεφάλαια αναφέρονται στα ιστορικά στοιχεία των δύο σημαντικών πόλεων της Ανατολικής Ελλάδας, της Ιωνίας και Μιλήτου κυρίως για λόγους κατανόησης του κοινωνικού και πολιτικού υπόβαθρου ολόκληρης της γεωγραφικής ενότητας που εξετάζεται. Το τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνεται στον ρυθμό των αιγάγρων, αναλύοντας την τεχνοτροπική εξέλιξη, τα κέντρα παραγωγής, καθώς και τα σημαντικότερα 1 Coldstream 1997, Boardman 2001,

7 εργαστήρια παραγωγής αγγείων του ρυθμού. Επιπλέον, γίνεται αναφορά και στην ταξινόμηση του ρυθμού, σύμφωνα με τη σύγχρονη έρευνα που έχει προκύψει. Στο τέταρτο κεφάλαιο μελετάται ο ρυθμός των Φικελλούρων, όπου και αναλύονται τα κυριότερα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά των αγγείων του ρυθμού, με ιδιαίτερη έμφαση στα σχήματα και στην εικονογραφία των αγγείων. Το πέμπτο κεφάλαιο αναφέρεται στην αγγειογραφία της Χίου κατά την αρχαϊκή εποχή, και ειδικότερα στους ρυθμούς: animal chalice style και grand style, καθώς αποτελούν την εξέλιξη του χιακού μέσου ρυθμού των αιγάγρων. Το έκτο και έβδομο κεφάλαιο σχετίζεται με την κλαζομενιακή μελανόμορφη αγγειογραφία και τους κλαζομενιακούς σαρκοφάγους αντίστοιχα, αναλύοντάς τα κατά εξελικτική σειρά. Στο όγδοο κεφάλαιο διερευνάται η εξελικτική πορεία, καθώς και τα υφολογικά χαρακτηριστικά των κυλίκων και των κυπέλλων της Ανατολικής Ελλάδας. Στο ένατο κεφάλαιο εξετάζονται τα καδοειδή αγγεία και μελετάται ιδιαίτερα το εικονογραφικό περιεχόμενο των αγγείων, καθώς και τα κέντρα παραγωγής τους. Το δέκατο κεφάλαιο εστιάζεται κυρίως στους εμπορικούς αμφορείς των περιοχών της Ανατολικής Ελλάδας, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην εξέλιξη του σχήματος του κάθε αγγείου ξεχωριστά. Στο τελευταίο κεφάλαιο επιχειρείται η γεωγραφική κατανομή και οι σφαίρες επικοινωνίας του κάθε αγγειογραφικού ρυθμού με τη χρήση χαρτών. Σκοπός του τελευταίου κεφαλαίου είναι η κατανόηση της έντονης παρουσίας των αγγείων, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο (χάρτης 5). Στο τέλος διατυπώνονται τα συμπεράσματα της εργασίας, στα οποία πραγματοποιείται μια ανακεφαλαίωση των σημαντικότερων στοιχείων που εκπονήθηκαν παραπάνω. 7

8 Ιστορία της έρευνας Η Ανατολική Ελλάδα είναι αναμφισβήτητα μια απ τις πιο δύσκολες περιοχές για την μελέτη της αρχαϊκής κεραμικής και έχει σημειωθεί σημαντική έρευνα με την πάροδο των ετών, σχετικά με την προέλευση, το κέντρο παραγωγής και την απόδοση των αγγείων σε κάποιο Ζωγράφο. Οι κύριοι αγγειογραφικοί ρυθμοί της Ανατολικής Ελλάδας που παράχθηκαν κατά τη διάρκεια του 6 ου αι π.χ., όπως ο ρυθμός των αιγάγρων, ο ρυθμός των Φικελλούρων, οι Χιακοί ρυθμοί, η κλαζομενιακή μελανόμορφη κεραμική και πλέον και οι κλαζομενιακοί σαρκοφάγοι είναι καλά μελετημένοι, όπως και τα κέντρα κατασκευής τους. Η Μίλητος για παράδειγμα είναι πλέον γνωστή ως η γενέτειρα του ρυθμού των Φικελλούρων, ενώ το νησί της Χίου θεωρείται η πηγή για κάποια συγκεκριμένα αγγεία, όπως οι κύλικες. Ο πρώτος μελετητής που υποστήριξε ότι τα αγγεία του ρυθμού των αιγάγρων δεν ήταν ροδιακά, ήταν ο Löschke και αργότερα ακολούθησε ο Böehlau, όντας ο κύριος εκπρόσωπος αυτής της θεωρίας, αμφισβητώντας την ροδιακή καταγωγή του ρυθμού, και υποστηρίζοντας ότι γενέτειρα αυτών των αγγείων ήταν η Μίλητος 3. Το 1900 πραγματοποιείται η πρώτη ανασκαφή στην Κω, υπό τον Herzog και το 1903 δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα των ανασκαφών στη Θήρα. Τα θραύσματα αγγείων του ρυθμού των αιγάγρων ονομάσθηκαν μιλησιακά, από τον Dragendorff, βασιζόμενος στην θεωρία του Böehlau. Πέντε χρόνια αργότερα, ο Prinz υποστηρίζει την ίδια θεωρία λέγοντας ότι η Μίλητος ήταν το κέντρο παραγωγής αυτών των αγγείων κατά τον 7 ο αι. π.χ. Το μεγαλύτερο επιχείρημα του Prinz, ήταν το γεγονός ότι η Μίλητος είχε τεράστια εμπορική σημασία αυτήν την περίοδο. Ακολούθησε ο Buschor το 1914 στηριζόμενος στην ίδια θεωρία, για την μιλησιακή καταγωγή του ρυθμού. Το 1923 ο K. F. Johansen υποστήριξε την κλασική θεωρία, στηριζόμενος πρώτον στην ευρεία κατανομή που είχαν τα αγγεία στην ανατολική Ελλάδα και δεύτερον, στην σπανιότητα αυτών στις ροδιακές αποικίες της Σικελίας. Η κατάταξη που χρησιμοποιείται ευρέως μέχρι και σήμερα σε σχέση με τον ρυθμό των αιγάγρων προτάθηκε για πρώτη φορά από τον καθηγητή R. Cook στις αρχές της δεκαετίας του και διατυπώθηκε λεπτομερώς μερικές δεκαετίες 3 Böehlau 1898, Cook 1933/34, 2. 8

9 αργότερα 5. Ο R. Cook βασίστηκε στο σύστημα που είχε προτείνει μερικά χρόνια νωρίτερα, η E.R. Price 6, αλλά επεκτάθηκε προκειμένου να συμπεριληφθούν οι τρεις φάσεις του ρυθμού: ο πρώιμος, ο μέσος και ο ύστερος. Η βασική αυτή ταξινόμηση του R. Cook εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα. Το 1934 ο R. Cook δημοσίευσε την κεραμική του ρυθμού των Φικελλούρων, θέτοντας μια εξέλιξη στην ροδιακή αγγειογραφία. Στις μετέπειτα δημοσιεύσεις του ο Cook επιχείρησε να θέσει ένα σύστημα εξελικτικής πορείας ανάμεσα στους αγγειογραφικούς ρυθμούς της κάθε πόλης, καθώς και να αναγνωρίσει βασικά τεχνοτροπικά γνωρίσματα στην κάθε περιοχή της ανατολικής Ελλάδας. Το βιβλίο του, «Greek Painted Pottery» αποτελεί την βασικότερη πηγή για το συγκεκριμένο θέμα. Ο Cook διαίρεσε τον ρυθμό των αιγάγρων σε τρεις φάσεις: τον πρώιμο ( π.χ.), τον μέσο ( π.χ.) και τον ύστερο ( π.χ.). Αργότερα, βασικές διορθώσεις επ αυτού πραγματοποιήθηκαν από τους Prinz, Pfuhl και την E. R. Price. Πολύτιμη ήταν η συμβολή του Pierre Dupont, όπου μέσω χημικών αναλύσεων πιστοποιήθηκαν τα κέντρα παραγωγής των ρυθμών. Το 1998 ο R. Cook δημοσίευσε το βιβλίο του με τίτλο «East Greek Pottery» το οποίο αποτελεί μέχρι σήμερα το βασικό εγχειρίδιο για την μελέτη της κεραμικής της ανατολικής Ελλάδας. Τα πρώτα δείγματα της διακοσμητικής κεραμικής από την ανατολική Ελλάδα εντοπίσθηκαν στη Ρόδο, όταν οι Ιταλοί αρχαιολόγοι διενέργησαν ανασκαφές από το 1850 μέχρι το Όταν οι Ιταλοί είχαν υπό την κατοχή τους τα Δωδεκάνησα, δημοσίευσαν μια ανασκαφή από ένα νεκροταφείο της Νισύρου και ένα της Κω. Επιπλέον έχουν παρουσιασθεί τα αποτελέσματα των ανασκαφικών ερευνών από τη Σμύρνη, ενώ έχουν δημοσιευτεί φωτογραφίες ορισμένων αγγείων από τη Μίλητο, τις Κλαζομενές, την Έφεσο, τη Φώκαια, την Πιτάνη και τις Σάρδεις, τα οποία συμβάλλουν σημαντικά για την μελέτη του υλικού. Στη Σάμο Από τους Έλληνες ερευνητές μια βασική μελέτη για την αγγειογραφία της Ρόδου, πραγματοποιήθηκε από την Χρυσούλα Καρδαρά, με τίτλο «Ροδιακή αγγειογραφία», όπου εξετάζονται λεπτομερώς τα στάδια της αγγειογραφίας ολόκληρου του νησιού από την ανατολίζουσα μέχρι και την αρχαϊκή περίοδο. 5 Cook 1960, ; 1992, Price 1928,

10 Ωστόσο, σύγχρονοι ερευνητές έχουν προσφέρει σημαντικό έργο για την καλύτερη κατανόηση των συγκεκριμένων περιοχών παραγωγής όπου ανάμεσά τους συγκαταλέγεται η A.A. Lemos που προσφέρει ένα σημαντικό έργο που αφορά την κεραμική της Χίου κατά την αρχαϊκή εποχή και ο G. Schaus για τον ρυθμό των Φικελλούρων. Αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή των M. Kerschner και U. Schlotzhauer, οι οποίοι πρότειναν ένα διαφορετικό σύστημα κατάταξης για όλα τα αγγεία της Ανατολικής Ελλάδας, με μεγαλύτερη έμφαση στις θέσεις και τα κέντρα παραγωγής, παράλληλα με τη χρονολογία τους. Η μελέτη τους ήταν ιδιαίτερα σημαντική και για τον ρυθμό των αιγάγρων, αλλά και για των Φικελλούρων. Ένα μεγάλο ποσοστό αγγείων της Ανατολικής Ελλάδας έχει δημοσιευτεί από το Βρετανικό Μουσείο και το Mainz Naukratis Project, προκειμένου να καταγραφούν όσο το δυνατόν περισσότερα ελληνικά αγγεία από την περιοχή. Αυτή η προσπάθεια έχει ως στόχο την ανασύνθεση του υλικού από τη Ναύκρατη, και η οποία θα είναι επωφελής για όσους επιθυμούν να ασχοληθούν με την συγκεκριμένη περιοχή. Κατά το πρώτο διάστημα της έρευνας η Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών προέβη στην δημοσίευση ενός αρκετά μεγάλου ποσοστού αγγείων από ανασκαφές στη Ναύκρατη της Αιγύπτου και την Αρχαία Σμύρνη. Τα πρώτα χιακά αγγεία ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στη Ναύκρατη, καθώς και στην βόρεια Ελλάδα, όπου πιθανολογείται μάλιστα ότι υπήρχε και κάποιο χιακό εργαστήριο εκεί 7. Η Ναύκρατις ωστόσο παρέχει και έναν σημαντικό αριθμό αγγείων που προέρχονται από την Κόρινθο και την Αττική. Το έργο της Ά. Λαιμού 8 έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των μέχρι πρόσφατων δημοσιευμένων αγγείων της Χίου και οι αποδόσεις της ερευνήτριας βάση του ύφους των αγγείων ανά κατηγορία έχουν αναλυθεί σε επόμενο κεφάλαιο αυτής της εργασίας. Τα αγγεία του ρυθμού των Φικελλούρων, όπως και των Κλαζομενών έχουν επίσης αποδοθεί σε Ζωγράφους και ομάδες από τον R.M. Cook και από ορισμένους σύγχρονους. 7 Walter-Karydi 1973, Lemos

11 Ιστορικό πλαίσιο της τέχνης Ο 7 ος αι. π.χ. στην ελληνική τέχνη χαρακτηρίζεται γενικά από τη λεγόμενη δαιδαλική τεχνοτροπία. Τα έτη από το 700 έως το 620 π.χ. χαρακτηρίζουν τη λεγόμενη Πρωτοαρχαϊκή περίοδο, η οποία συνήθως αναφέρεται στη βιβλιογραφία ιδίως ως ανατολίζουσα ή δαιδαλική αποτελώντας μια μεταβατική περίοδο, το προοίμιο της αρχαϊκής τέχνης. Η έννοια του όρου «δαιδαλική τέχνη» δεν χαρακτηρίζει κατ ανάγκη όλη την παραγωγή του 7 ου αι. π.χ. Αναφέρεται μεν στο ρυθμό ορισμένων κατηγοριών έργων, αλλά δίχως να αποκλείεται η παράλληλη ανάπτυξη διαφορετικών τάσεων μορφοποίησης σε άλλες κατηγορίες. Ο χαρακτηρισμός του 7 ου αι. π.χ. και ως «προαρχαϊκού» αναφέρεται στην πρωτότυπη και γόνιμη γένεση ενός ρυθμού που κρυσταλλώθηκε και εξάντλησε τις δυνατότητές του κατά το πέρας του 6 ου αι. π.χ. Η υιοθέτηση του όρου δεν είναι ασφαλώς πρόσφορη για όλες τις δημιουργίες τέχνης του 7 ου αι. π.χ., χαρακτηρίζει ωστόσο καίρια εκείνα τα έργα που δεν έχουν το αποτύπωμα της τέχνης της Ανατολής ή εξαρτώνται από τους κανόνες του δαιδαλικού ρυθμού 9. Από τις αρχές της εποχής του Σιδήρου οι ελληνικές πόλεις ήταν αυτάρκεις τόσο σε οικονομικό επίπεδο, όσο και σε πολιτισμικό. Κατά τη διάρκεια του 8 ου αι. π.χ. και ειδικότερα στα τέλη της γεωμετρικής περιόδου, η κατάσταση αυτή άλλαξε. Γύρω στα τέλη του 8 ου αι., σε πολλά αγγεία παρατηρείται μια μείωση των γεωμετρικών μοτίβων, καθώς και μια αλλαγή των μορφών. Ταυτόχρονα, εκτός από τις αλλαγές που συντελέστηκαν στη μορφή των μοτίβων, είναι εμφανής και η εισαγωγή νέων διακοσμητικών και εικονιστικών μοτίβων που εμφανίζονται πάνω σε αγγεία διαφόρων εργαστηρίων. Μερικά από αυτά τα θέματα, όπως τα άνθη λωτού, οι πλοχμοί, το γλωσσωτό κόσμημα, οι ρόδακες, οι έλικες, οι σπείρες, καθώς και οι σφίγγες, οι γρύπες και τα λιοντάρια εισδύουν στην γραπτή κεραμική. Τα προϊόντα της Ανατολής και τα ανατολίζοντα μοτίβα και θέματα φτάνουν στον ελλαδικό χώρο από Έλληνες που κατοικούσαν στις περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Al-Mina στη Συρία. Οι περισσότεροι Έλληνες εκεί ήταν έμποροι που μετέφεραν με τα πλοία τους διάφορα αντικείμενα πολυτελείας. Εκτός όμως από τα πολυτελές αντικείμενα, εισάγονταν και αγγεία ανατολίζουσας τεχνοτροπίας, μεταφέροντας έτσι και θέματα από τον κόσμο 9 Λεμπέση 1985,

12 της Ανατολής. Η επαφή ωστόσο των Ελλήνων με τους τεχνίτες της Ανατολής και τα δημιουργήματά τους άρχισε να έχει επιπτώσεις στη γραπτή κεραμική των ελληνικών εργαστηρίων, σε θέματα που αφορούσαν την τεχνική και την διακόσμηση 10. Η σταδιακή κυριαρχία αυτών των ανατολίτικων θεμάτων στην αγγειογραφία έδωσε το όνομα στο ρυθμό που κυριάρχησε και έγινε γνωστός ως «ανατολίζων» ρυθμός. Κατά την περίοδο του ανατολίζοντος ρυθμού οι αλλαγές είναι πάρα πολλές. Οι ξένες επιδράσεις που έρχονται στις ανατολικές ελληνικές περιοχές γοητεύουν τους Έλληνες αγγειογράφους και αυτές οι νέες τάσεις έχουν επηρεάσει έντονα τα έργα τους. Στην κεραμική είναι έντονη η ανατολική επίδραση, καθώς στα αγγεία εκτός από τα μιξογενή όντα που αναφέρθηκαν εμφανίζονται και οι μυθολογικές σκηνές που προσαρμόζονται στις τεχνικές και τις αντιλήψεις των Ελλήνων. Σε αυτό το στάδιο της ελληνικής τέχνης κυριαρχούν δύο κύριες διακοσμητικές φάσεις. Η πρώτη είναι γνωστή ως «ρυθμός των ζώων» ή αλλιώς «ρυθμός των αιγάγρων», που χρησιμοποιήθηκε πολύ, αλλά δεν εξελίχθηκε αρκετά και η δεύτερη είναι γνωστή για μυθολογικές σκηνές και σκηνές ανθρώπινης δράσης 11. Είναι γνωστό ότι στο πρώτο τέταρτο του 7ου αι. π.χ. εμφανίζονται νέα διακοσμητικά στοιχεία στην Ανατολική Ελλάδα, τα οποία αναπτύσσονται στο δεύτερο τέταρτο του αιώνα. Η εισχώρηση αυτών των στοιχείων γίνεται πιο γρήγορα σε κάποια νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, όπως στη Χίο, τη Σάμο και τη Ρόδο. Στις αρχές των ιστορικών χρόνων οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας και στα γειτονικά της νησιά. Η περιοχή αυτή ήταν διηρημένη στο δωρικό νότο, στην Ιωνία, και στην Αιολίδα βορειότερα. Γύρω στο 680 π.χ. την ανατολίζουσα τεχνοτροπία διαδέχεται η κεραμική της Ανατολικής Ελλάδας. Η αγγειογραφία της Ανατολικής Ελλάδας θεωρούνταν φτωχή ως προς το είδος των αγγείων της, επειδή δεν διέθετε πολυμορφία και αφηγηματικές παραστάσεις, όπως η αγγειογραφία της Κορίνθου ή της Αττικής. Ωστόσο τώρα γνωρίζουμε ότι η πρωτοτυπία αυτής της αγγειογραφίας εκφράστηκε σε υψηλότερες τέχνες, όπως της μεταλλουργίας και της μεγάλης ζωγραφικής. Στρέφοντας το ενδιαφέρον μας στην περιοχή του ανατολικού Αιγαίου, στις Ιωνικές πόλεις, όπως την Έφεσο και τη Μίλητο συναντά κανείς ένα διαφορετικό πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Οι πόλεις αυτές κυβερνούνταν από τυράννους, οι οποίοι λειτουργούσαν ως προστάτες των κατοίκων και ήταν υπεύθυνοι για την 10 Cook 1994, Cook 1994,

13 οικοδόμηση καινούριων ναών προς τιμήν των θεών και για τα δημόσια έργα. Κατά κάποιο λόγο, η ύπαρξη ενός τυράννου στις περιοχές της ανατολικής Ελλάδας ήταν αναγκαία, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, καθώς ήταν σε άμεση επαφή με την Φρυγία και Λυδία, επομένως έπρεπε κατά κάποιον τρόπο να προστατεύουν την πόλη που εκπροσωπούσαν. Η τέχνη της ανατολίζουσας περιόδου ανέτρεψε σε μικρό χρονικό διάστημα το γεωμετρικό σύστημα των προηγούμενων χρόνων εκφράζοντας μια έντονη τάση για φυσιοκρατικότητα. Οι πρώτες περιοχές που έρχονται αντιμέτωπες με τις ανατολικές επιδράσεις ήταν η Αττική και η Κρήτη, μέσα από την εγκατάσταση τεχνιτών, αλλά και από τις εισαγωγές αντικειμένων. Οι επιδράσεις έφταναν και στην Ελλάδα από τους Έλληνες εμπόρους που εγκαταστάθηκαν στο λιμάνι της Al-Mina και από τις αποικίες των Ρόδιων στην Κύπρο. Οι επαφές των Ελλήνων με τους πολιτισμούς της Ανατολής εμπλούτισε την ελληνική τέχνη με νέα εκφραστικά μέσα. Κατά τον 7 ο αι. π.χ. οι Έλληνες υιοθετούν ανατολικά και αιγυπτιακά θέματα, τα οποία προσαρμόζουν στα δικά τους δεδομένα και τα εισάγουν στην αγγειογραφία τους. Από τα κεραμικά εργαστήρια ξεχωρίζει το κορινθιακό, το αττικό, αλλά και τα κάποια από τα εργαστήρια της Ανατολικής Ελλάδας. Λίγο αργότερα, γύρω στο 620 π.χ. στην Αθήνα κυριαρχεί ο μελανόμορφος ρυθμός που πολύ γρήγορα κατακλύζει το αγοραστικό κοινό. Μέχρι τα τέλη του 7 ου αι. π.χ. εξαφανίζονται τα δάνεια από την Ανατολή και ξεκινάει μια καινούρια πορεία, κατά την οποία τα ελληνικά στοιχεία διεισδύουν στην Ανατολή και τη Δύση, με την Ετρουρία να είναι ο σημαντικότερος αποδέκτης της ελληνικής τέχνης. Μετά την διείσδυση των ανατολίζοντων θεμάτων και μοτίβων από τις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου και την επίδρασή τους στα ελληνικά κεραμικά εργαστήρια, ο 6ος αι. π.χ. χαρακτηρίζεται από πολλές αλλαγές τόσο στην αγγειογραφία, όσο και στην αγγειοπλαστική. Με το πέρας του 6ου αι. π.χ., η νέα τεχνική έχει αλλάξει αρκετά τα δεδομένα στην αγγειογραφία της εποχής. Οι αγγειογράφοι της εποχής εισάγουν στα αγγεία νέα διακοσμητικά στοιχεία, δημιουργώντας αριστουργηματικά έργα. Τα αγγεία του 6ου αι. π.χ. ξεχωρίζουν για τις πιο συγκροτημένες και καλύτερα οργανωμένες συνθέσεις, τις συμμετρικές σκηνές, αλλά και την ισορροπία που κυριαρχεί σε αυτήν την περίοδο, και όπου αυτή εκφράζεται μέσα από την τέχνη της αγγειογραφίας. 13

14 Στις αρχές του 6ου αι. π.χ. η Κόρινθος εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα αγγείων, τόσο στις περιοχές των αποικιών, όσο και στον κυρίως ελλαδικό χώρο και την Αττική. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τα αγγεία της Κορίνθου κάλυπταν το μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγώγιμων αγγείων με την χαρακτηριστική διακόσμηση με ζωφόρους ζώων στην αρχή, και αργότερα με τις μυθολογικές παραστάσεις. Μικρότερο ποσοστό κάλυπταν τα αττικά μελανόμορφα αγγεία, τα οποία μέχρι το 580 π.χ. εξωραΐζονταν αποκλειστικά με ζωφόρους ζώων και μεμονωμένες ανθρώπινες μορφές, υποδηλώνοντας την έντονη επίδραση από την κορινθιακή αγγειογραφία. Μέχρι τα μέσα του 6ου αι. π.χ., η τεχνική του μελανόμορφου ρυθμού προχώρησε και σε άλλα κεραμικά εργαστήρια. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της τεχνικής, όπως η χάραξη και η χρήση επίθετων χρωμάτων εισάγονται κεραμική παραγωγή της Ανατολικής Ελλάδας, της Εύβοιας, της Βοιωτίας και της Λακωνίας. 14

15 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ο : Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 1.1 Η αρχαϊκή πόλη Σύμφωνα με περιγραφές από τον Στράβωνα και τον Ηρόδοτο, η περιοχή της Ιωνίας καταλάμβανε το κεντρικό τμήμα της Μικράς Ασίας, ανάμεσα στην Αιολίδα και την Καρία, ενώ ανατολικά συνόρευε με την Λυδία. Η πόλη της Ιωνίας ήταν μια απ τις πιο σημαντικές περιοχές της αρχαίας Μεσογείου. Η Ιωνία λειτουργούσε ως σημείο επαφής μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Αναφορικά με τον Στράβωνα, ο ποταμός Έρμος αποτελούσε το βορειότερο σημείο της περιοχής, ενώ το ιερό του Ποσειδώνα Ελικώνιου, το νοτιότερο 12. Υπάρχουν πολύ περιορισμένες ιστορικές πηγές για την πόλη της Ιωνίας κατά την αρχαϊκή περίοδο. Από αυτές που σώζονται, η πρωταρχική πηγή είναι ο Ηρόδοτος. Τα κυριότερα γεγονότα που περιγράφει είναι μια σειρά από καταστροφές που έπληξαν αρκετές πόλεις της Ιωνίας, κατά τους αρχαϊκούς χρόνους. Γεγονότα ωστόσο, όπως η Ιωνική Επανάσταση που θεωρούνταν σημαντικά τόσο για τους αρχαίους ιστορικούς, όσο και για τους σημερινούς αρχαιολόγους, είναι αδύνατον να χρησιμοποιούνται μόνο οι ιστορικές πηγές ως αποδείξεις για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της Ιωνίας, πριν την Ιωνική Επανάσταση 13. Βασιζόμενοι σε αναφορά του Ηροδότου, η Ιωνία ήταν προικισμένη με ένα ευνοϊκό κλίμα, σε αντίθεση με τις κλιματικές συνθήκες που επικρατούσαν στις βόρειες και νότιες πόλεις, όπου υπήρχαν πιο ψυχρά-υγρά και ζεστά-ξηρά κλίματα 14. Το κλίμα είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για την ζωή του ανθρώπου καθ όλη τη διάρκεια των εποχών. Είναι ο μοχλός των αλλαγών. Ο Ιπποκράτης εντούτοις τόνισε, ότι η Ιωνία διέθετε πολλές πηγές νερού, ξυλείας και καρπών που ήταν πολύ σημαντικές για την οικονομία και το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της πόλης. Ένας ακόμα καθοριστικός γεωλογικός παράγοντας, ο οποίος συνεισφέρει στα εξαίρετα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Ιωνίας, είναι η ύπαρξη των λατομείων μαρμάρου με αποτέλεσμα την υψηλή ποιότητα της 12 Στράβων : Ἔστι δ οὖν ἀπὸ τοῦ Ποσειδίου τοῦ Μιλησίων καὶ τῶν Καρικῶν ὅρων μέχρι Φωκαίας καὶ τοῦ Ἕρμου τὸ πέρας τῆς Ἰωνικῆς παραλίας. 13 Greaves 2010, Ηρόδοτος : οὔτε γὰρ τὰ ἄνω αὐτῆς χωρία τὠυτὸ ποιέει τῇ Ἰωνίῃ οὔτε τὰ κάτω, [οὔτε τὰ πρὸς τὴν ἠῶ οὔτε τὰ πρὸς τὴν ἑσπέρην,] τὰ μὲν ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ τε καὶ ὑγροῦ πιεζόμενα, τὰ δὲ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ τε καὶ αὐχμώδεος. 15

16 αρχιτεκτονικής και της γλυπτικής της περιοχής, καθώς το μάρμαρο είναι περισσότερο ανθεκτικό από πολλά άλλα πετρώματα. Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση οι πόλεις της Ιωνίας ιδρύθηκαν από μετανάστες. Με την ιωνική μετανάστευση οι κάτοικοι από τις πόλεις του ελληνικού κόσμου εγκαταστάθηκαν στις ακτές της Ιωνίας. Αυτές οι μαζικές μετακινήσεις έλαβαν μέρος αμέσως μετά τη λήξη του Τρωικού πολέμου 15. Η πόλη της Ιωνίας ήταν η γενέτειρα των σημαντικότερων φιλοσόφων, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος και ο Βίας από την Πριήνη, οι οποίοι είχαν επηρεασθεί ιδιαίτερα από την φιλοσοφική σκέψη του Σωκράτη 16. Η ιωνική φιλοσοφία λειτούργησε ως αφετηρία για τους μετέπειτα φιλοσόφους. Είναι αναγκαίο να μελετήσει κανείς την φιλοσοφία και τη μυθολογία της πόλης σαν σύνολο και όχι μεμονωμένα, προκειμένου να κατανοήσει τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν την συγκεκριμένη χρονική περίοδο 17. Με το πέρας του 7 ου αι. π.χ. εμφανίζεται και διαδίδεται το πολιτικό καθεστώς των τυραννίδων, ενώ συνεχίζεται και καθ όλη τη διάρκεια του επόμενου αιώνα, με την παρότρυνση των Περσών 18. Οι πιο γνωστοί τύραννοι ήταν ο Πυθαγόρας από την Έφεσο, ο Ιστιαίος και Αρισταγόρας από τη Μίλητο και ο Πολυκράτης από τη Σάμο. Η άνοδος του Κύρου σήμανε τη λήξη της ανεξαρτησίας των ιωνικών πόλεων, γεγονός που επέφερε την ιωνική επανάσταση. Για την αντιμετώπιση εξωτερικών κινδύνων συστάθηκε το Πανιώνιο γύρω στα τέλη του 10 ου έως τις αρχές του 8 ου αι. π.χ. Οι σχέσεις των πόλεων-μελών ενισχύονταν υπό την πεποίθηση της κοινής καταγωγής, δηλαδή ενός κοινού προγόνου. Οι σημαντικότερες πόλεις που συγκροτούσαν τον Πανιώνιο ήταν η Μίλητος, οι Κλαζομενές, οι Ερυθρές, η Λέβεδος, η Τέως, η Έφεσος, η Κολοφών, η Πριήνη, η Φώκαια, η Χίος και η Σάμος. Οι ιδρυτές τους θεωρούνταν απόγονοι του τελευταίου αθηναίου βασιλιά, Κόδρου, όπως ήταν ο Νηλέας της Μιλήτου 19, ο Κλέοπας ή Κνώπος των Ερυθρών 20, ο Ανδραίμων της Λεβέδου 21, ο Ναύκλος της 15 Greaves 2010, Osborne 2004, Greaves 2002, Berve 1967, Παυσανίας 7.2.5: Νειλεὺς δὲ καὶ ἡ σὺν αὐτῷ μοῖρα ἐς Μίλητον. 20 Παυσανίας 7.3.7: τούτων τῶν κατειλεγμένων ἐχόντων Ἐρυθράς, Κλέοπος ὁ Κόδρου συλλέξας ἐξ ἁπασῶν τῶν ἐν Ἰωνίᾳ πόλεων ὅσους δὴ παρὰ ἑκάστων ἐπεισήγαγεν Ἐρυθραίοις συνοίκους. 21 Παυσανίας 7.3.5: Λεβεδίοις δὲ ἐποίησε μὲν Λυσίμαχος ἀνάστατον τὴν πόλιν, ἵνα δὴ συντέλεια ἐς μέγεθος τῇ Ἐφέσῳ γένοιτο χώρα δέ σφισιν ἔς τε τὰ λοιπά ἐστιν εὐδαίμων καὶ λουτρὰ παρέχεται θερμὰ πλεῖστα τῶν ἐπὶ θαλάσσῃ καὶ ἥδιστα. τὸ δὲ ἐξ ἀρχῆς καὶ τὴν Λέβεδον ἐνέμοντο οἱ Κᾶρες, ἐς ὃ 16

17 Τέω 22, ο Άνδροκλος της Εφέσου 23, οι Δαμασίχθων-Πρόμηθος της Κολοφώνος 24, ο Αιπυτός της Πριήνης 25. Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, στην περιοχή της Ιωνίας εγκαταστάθηκαν Μινωίτες και Μυκηναίοι, οι οποίοι συμβίωσαν με τα υπάρχοντα καρικά φύλλα, αλλά και για την εγκατάσταση κατοίκων από την περιφέρεια της Πελοποννήσου. Ἀνδραίμων σφᾶς ὁ Κόδρου καὶ Ἴωνες ἐλαύνουσι. τῷ δὲ Ἀνδραίμονι ὁ τάφος ἐκ Κολοφῶνος ἰόντι ἐστὶν ἐν ἀριστερᾷ τῆς ὁδοῦ, διαβάντι τὸν Καλάοντα ποταμόν. 22 Παυσανίας 7.3.6: Τέων δὲ ᾤκουν μὲν Ὀρχομένιοι Μινύαι σὺν Ἀθάμαντι ἐς αὐτὴν ἐλθόντες λέγεται δὲ ὁ Ἀθάμας οὗτος ἀπόγονος Ἀθάμαντος εἶναι τοῦ Αἰόλου. ἀναμεμιγμένοι μὲν τῷ Ἑλληνικῷ καὶ ἐνταῦθα ἦσαν οἱ Κᾶρες ἐσήγαγε δὲ Ἴωνας ἐς τὴν Τέων Ἄποικος ἀπόγονος Μελάνθου τέταρτος, ὃς τοῖς Ὀρχομενίοις οὐδὲ τοῖς Τηίοις νεώτερον ἐβούλευσεν οὐδέν. ἔτεσι δὲ οὐ πολλοῖς ὕστερον ἔκ τε Ἀθηναίων καὶ ἐκ Βοιωτίας ἀφίκοντο ἄνδρες ἡγοῦντο δὲ τοῦ μὲν Ἀττικοῦ Δάμασος καὶ Νάοκλος Κόδρου παῖδες, τῶν δὲ Βοιωτῶν Γέρης Βοιωτός καὶ σφᾶς συναμφοτέρους ὅ τε Ἄποικος καὶ οἱ Τήιοι συνοίκους ἐδέξαντο. 23 Παυσανίας 7.2.8: Ἄνδροκλος δὲ ὁ Κόδρου οὗτος γὰρ δὴ ἀπεδέδεικτο Ἰώνων τῶν ἐς Ἔφεσον πλευσάντων βασιλεύς Λέλεγας μὲν καὶ Λυδοὺς τὴν ἄνω πόλιν ἔχοντας ἐξέβαλεν ἐκ τῆς χώρας τοῖς δὲ περὶ τὸ ἱερὸν οἰκοῦσι δεῖμα ἦν οὐδέν 24 Παυσανίας 7.3.3: 7.3.3Ἴωνες δὲ ὅρκους ποιησάμενοι πρὸς τοὺς ἐν Κολοφῶνι Ἕλληνας συνεπολιτεύοντο, οὐδὲν ἔχοντες πλέον βασιλείαν δὲ Ἰώνων ἡγεμόνες Δαμασίχθων λαμβάνει καὶ Πρόμηθος Κόδρου παῖδες. 25 Παυσανίας : οἱ δὲ Ἴωνες <οἱ> Μυοῦντα ἐσοικισάμενοι καὶ Πριήνην, Κᾶρας μὲν καὶ οὗτοι τὰς πόλεις ἀφείλοντο οἰκισταὶ δὲ Μυοῦντος μὲν Κυάρητος ἐγένετο ὁ Κόδρου, Πριηνεῖς δὲ Ἴωσιν ἀναμεμιγμένοι Θηβαῖοι Φιλώταν τε τὸν ἀπόγονον Πηνέλεω καὶ Αἴπυτον Νειλέως παῖδα ἔσχον οἰκιστάς. 17

18 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ο : Η ΜΙΛΗΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ 2.1 Η αρχαϊκή πόλη Η ιστορική πόλη της Μιλήτου βρίσκεται στη νοτιοδυτική Τουρκία, λίγα χιλιόμετρα από τα παράλια του Αιγαίου. Η Μίλητος ήταν η πιο σημαντική πόλη της αρχαϊκής Ιωνίας. Η ονομασία που είχε αποκτήσει η πόλη, με το όνομα Μιλήσια αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο 26 και τον Θουκυδίδη 27. Οι δύο ιστορικοί χρησιμοποίησαν αυτήν την ονομασία για να προσδιορίσουν την χώρα της Μιλήτου. Η κεντρική περιοχή της Μιλήτου, η περιοχή εκείνη που αναφέρεται ως Μιλησία στα ιστορικά κείμενα, συμπεριλάμβανε ολόκληρη τη χερσόνησο, στην οποία βρισκόταν η πόλη στο βόρειο τμήμα, ανατολικά μέχρι τον οικισμό της Τειχιούσσας, στον σύγχρονο κόλπο Akbuk 28. Παρ όλα αυτά, το ακριβές μέγεθος που καταλάμβανε η Μίλητος δεν μπορεί να προσδιοριστεί με καμιά βεβαιότητα, καθώς δεν έχουν καθοριστεί τα ακριβή όρια και επιπλέον, με την πάροδο του χρόνου διαρκώς μεταβάλλονταν οι περιοχές της. Η Μίλητος ήταν ένα απ τα σημαντικότερα κέντρα του Ανατολικού Αιγαίου κατά τη διάρκεια της αρχαϊκής περιόδου. Εκτός απ τις εκτεταμένες αποικιακές δραστηριότητες της, στη Μαύρη Θάλασσα, η πόλη της Μιλήτου λειτουργούσε και σαν το λιμάνι για τις εμπορικές δραστηριότητες της Ναύκρατις 29. Η πόλη σηματοδότησε ολόκληρο το νότιο άκρο της περιοχής της Μικράς Ασίας που εκτείνεται βόρεια μέχρι τη Φώκαια, μια περιοχή όπου οι Έλληνες ονόμαζαν Ιωνία. Κατά την αρχαϊκή περίοδο, η πόλη ξεπέρασε την Αθήνα και την Σπάρτη σε ισχύ και σε οικονομικό επίπεδο. Κατά την αρχαϊκή περίοδο η Μίλητος εκτεινόταν από το λόφο Kalabaktepe, την ακρόπολη του οικισμού μέχρι και το λιμάνι των Λεόντων, ενώ ένα οχυρωματικό τείχος του β μισού του 7 ου αι. π.χ. παρείχε ασφάλεια στην πόλη. Το πιο σημαντικό μέρος της αρχαϊκής πόλης, ήταν ο λόφος Kalabaktepe, όπου ανεσκάφη το 1985 και 1994 κάτω από την επίβλεψη των 26 Ηρόδοτος : ἐπολέμησε Μιλησίοισι, παραδεξάμενος τὸν πόλεμον παρὰ τοῦ πατρός. ἐπελαύνων γὰρ ἐπολιόρκεε τὴν Μίλητον τρόπῳ τοιῷδε. ὅκως μὲν εἴη ἐν τῇ γῇ καρπὸς ἁδρός, τηνικαῦτα ἐσέβαλλε τὴν στρατιήν ἐστρατεύετο δὲ ὑπὸ συρίγγων τε καὶ πηκτίδων καὶ αὐλοῦ γυναικηίου τε καὶ ἀνδρηίου. 27 Θουκυδίδης : ἐλθόντος δὲ Ἀλκιβιάδου ἵππῳ ἐς Τειχιοῦσσαν τῆς Μιλησίας, οἷπερ τοῦ κόλπου πλεύσαντες ηὐλίσαντο, πυνθάνονται τὰ περὶ τῆς μάχης (παρῆν γὰρ ὁ Ἀλκιβιάδης καὶ ξυνεμάχετο τοῖς Μιλησίοις καὶ Τισσαφέρνει), καὶ αὐτοῖς παρῄνει, εἰ μὴ βούλονται τά τε ἐν Ἰωνίᾳ καὶ τὰ ξύμπαντα πράγματα διολέσαι, ὡς τάχιστα βοηθεῖν Μιλήτῳ καὶ μὴ περιιδεῖν. 28 Lohmann 1997, Möller 2001,

19 Wolfgang Müller-Wiener, Volkmar von Graeve και Reinhard Senff 30. Ο λόφος Kalabaktepe είχε ύψος 57,2 μ. και ήταν σε θέση να ελέγχει τα λιμάνια και τη χερσόνησο, στην οποία το χαμηλότερο μέρος της πόλης ήταν κτισμένο. Κατά το δεύτερο μισό του 7 ου αι. π.χ. περιμετρικά του λόφου κτίστηκε ένα ισχυρό αμυντικό τείχος, για να προστατεύει την πόλη, από τις διάφορες επιδρομές. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα που έχουν δημοσιευθεί από τις ανασκαφές δείχνουν ότι στο νότιο τμήμα του Kalabaktepe υπήρχαν κάποια σπίτια με αυλές κατά τον 6 ο αι. π.χ., όπου το καθένα από αυτά είχε διαφορετική οικοδομική φάση. Τα πρωιμότερα ωστόσο κτίρια της αρχαϊκής περιόδου χρονολογούνται στο π.χ. και εντάσσονται εν μέρει στην χρονολογία κατασκευής του αμυντικού τείχους. Το χαμηλότερο τμήμα της πόλης επικεντρώθηκε στις περιοχές όπου βρίσκονταν γύρω από το Θέατρο και το ναό της Αθηνάς 31. Η πιο σημαντική ανακάλυψη σε αυτές τις περιοχές, ήταν ένας αποθηκευτικός χώρος που περιείχε πολλούς αμφορείς που περιείχαν κρασί και πιθανόν να λειτουργούσαν για καθαρά εμπορικούς λόγους. Λόγω των άφθονων φυσικών πόρων, αλλά και των πλουτοπαραγωγικών πηγών που διέθετε η Μίλητος, υπολογίζεται ότι ο συνολικός πληθυσμός της πόλης ανερχόταν γύρω στους Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού θα πρέπει να αποτελούνταν από αγρότες που διέμεναν σε οικισμούς εντός της χώρας. Η εικόνα της αρχαϊκής Μιλήτου, όπως αυτή παρουσιάζεται στις φιλολογικές πηγές, φαίνεται ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη πόλη, που είχε εξαιρετική οικονομική άνθηση, και που εξουσίαζε οικονομικά και πολιτισμικά την Ιωνία 33. Η πρώτη ιστορικά μαρτυρημένη εγκατάσταση στην πόλη της Μιλήτου και η προέλευση της ονομασίας της πόλεως απονέμεται στους Μινωίτες με την σύμπραξη των καρικών φύλων 34. Έπειτα ακολούθησε εγκατάσταση των Μυκηναίων 35 και λίγο μεταγενέστερα των Νηλείδων, αφού εξολόθρευσαν τον ανδρικό πληθυσμό και παντρεύτηκαν τις συζύγους και τις θυγατέρες τους Greaves 2002, Greaves 2002, Greaves 2002, Gorman 2001, Παυσανίας 7.2.5: ἀφίκετο δὲ ἐκ Κρήτης ὁ Μίλητος καὶ ὁ σὺν αὐτῷ στρατὸς Μίνω τὸν Εὐρώπης φεύγοντες, οἱ δὲ Κᾶρες οἱ πρότερον νεμόμενοι τὴν χώραν σύνοικοι τοῖς Κρησὶν ἐγένοντο 35 Kleiner 1966, Ηρόδοτος : οἱ δὲ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ πρυτανηίου τοῦ Ἀθηναίων ὁρμηθέντες καὶ νομίζοντες γενναιότατοι εἶναι Ἰώνων, οὗτοι δὲ οὐ γυναῖκας ἠγάγοντο ἐς τὴν ἀποικίην ἀλλὰ Καείρας ἔσχον, τῶν 19

20 Οι περιοχές στις οποίες εντοπίστηκε σημαντικό υλικό από την αρχαϊκή περίοδο είναι γύρω από το Θέατρο, στους λόφους Kalabaktepe και Zeytintepe και στο βορειότερο άκρο του οικισμού, Humei Tepe. Γνωρίζουμε ότι γύρω από το Θέατρο υπήρχαν αποθηκευτικοί χώροι καθώς και ο ναός της Αθηνάς 37. Έχει αποδειχθεί μάλιστα ότι η πρωιμότερη φάση της αρχαϊκής περιόδου του ναού αντικαταστάθηκε από μια νέα κατασκευή στην ύστερη αρχαϊκή περίοδο, μέχρι την άλωση από τους Πέρσες το 494 π.χ. 38. Η πόλη αποτελούνταν από τέσσερα τμήματα. Την Μίλητο, η οποία κατά την προϊστορική περίοδο ήταν νησί και αργότερα μετατράπηκε σε χερσόνησο διαστάσεων 1,8 χλμ. από βορρά προς νότο και μέγιστο πλάτος 1,2 χλμ. 39. Κατά μήκος της χερσονήσου υπάρχει μια σειρά λόφων. Στα βόρεια εδράζεται ο λόφος Humeitepe, ενώ νοτιοδυτικά αυτού και γύρω από το λιμάνι των Λεόντων υπάρχει ο λόφος Kaletepe, που είναι γνωστός και ως ο λόφος του θεάτρου. Τέλος, νοτιοδυτικά της χερσονήσου δεσπόζει ο υψηλότερος λόφος, Kalabaktepe. Ακολουθεί το όρος Γρίον, η κάτω κοιλάδα του Μαιάνδρου και τα πέντε νησιά της Μιλήτου, η Πάτμος, η Λέρος, η Λάδη, η Φαρμακούσσα και η Λεψία. Πολλά από αυτά τα νησιά ήταν κάτω από την επικράτεια της Μιλήτου σε ορισμένες περιόδους της ιστορίας. Λόγω της έλλειψης όμως των πηγών και των αρχαιολογικών δεδομένων, είναι αδύνατον να γνωρίζουμε την συγκεκριμένη χρονική διάρκεια 40. Με την πάροδο του χρόνου, η επικράτεια της Μιλήτου συνεχώς άλλαζε, ωστόσο όμως η βασική έκτασή της παρέμενε σημαντική. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της περιοχής, ιδίως τα νησιά και τα βουνά πιστεύονταν ότι ήταν άγονα, αλλά αποδείχθηκε ότι υπήρχε άφθονη τροφή για τα ζώα, αλλά και για τους ανθρώπους που τρέφονταν κυρίως από γεωργικά προϊόντα. Η αρχαία Μίλητος ήταν γνωστή για την υψηλή οικονομική της άνθηση. Τα αρχαιολογικά δεδομένα έχουν φανερώσει ότι η πόλη είχε μεγάλη έκταση, με μεγάλους οχυρωματικούς τοίχους και πολλά ιερά. Στις αρχαίες πηγές επίσης, η πόλη παρουσιάζεται ως μια απ τις σημαντικότερες αρχαϊκές πόλεις που διατηρούσε στενούς δεσμούς με τον ελλαδικό χώρο. Σύμφωνα με άλλους συγγραφείς που ἐφόνευσαν τοὺς γονέας. Διὰ τοῦτὸν δὲ τὸν φόνον αἱ γυναῖκες αὗται νόμον θέμεναι σφίσι αὐτῇσι ὅρκους ἐπήλασαν καὶ παρέδοσαν τῇσι θυγατράσι, μή κοτε ὁμοσιτῆσαι τοῖσι ἀνδράσι μηδὲ οὐνόματι βῶσαι τὸν ἑωυτῆς ἄνδρα, τοῦδε εἵνεκα ὅτι ἐφόνευσαν σφέων τοὺς πατέρας καὶ ἄνδρας καὶ παῖδας καὶ ἔπειτα ταῦτα ποιήσαντες αὐτῇσι συνοίκεον. Ταῦτα δὲ ἦν γινόμενα ἐν Μιλήτῳ. 37 Greaves 2010, Greaves 2010, Greaves 2000, Greaves 2002, 3. 20

21 ασχολήθηκαν με την ιστορία της πόλεως, επισήμαναν ότι το υψηλό οικονομικό επίπεδο της Μιλήτου οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην παραγωγή μάλλινων υφασμάτων υψηλής ποιότητας 41, καθώς και στην παραγωγή αγγείων με γραπτή διακόσμηση 42. Πράγματι, η Μίλητος ήταν απ τις πρώτες πόλεις που κατασκεύασε κορυφαία αγγεία τον 7 ο αι. π.χ. Η οικονομική αυτή άνθηση ίσως να προκάλεσε τις επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων της. Αρχικά, ο πρώτος που στράφηκε εναντίον της χωρίς επιτυχία, ήταν ο Λυδός βασιλιάς Γύγης, το β τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. 43. Καμία επιτυχία δεν είχαν και οι διάδοχοί του, Άρδυς 44 και Σαδυάττης 45. Όταν κατέλαβε το θρόνο ο Λυδός βασιλιάς Αλυάττης, το 618 π.χ., είχε λάβει μέρος στην εξαετή εκστρατεία του πατέρα του, Σαδυάττη ενάντια της πόλης 46. Ο πόλεμος αυτός διήρκησε άλλα έξι χρόνια και έληξε με τη σύναψη συμμαχίας ανάμεσα στο Λυδό βασιλιά και τους κατοίκους της Μιλήτου. Κατά τη διάρκεια της συμμαχίας λεηλατήθηκε ολόκληρη η πόλη και καταστράφηκε από πυρκαγιά ο ναός της Αθηνάς Ασσησίας 47. Κατά το διάστημα του 7 ου και 6 ου αι. π.χ. το πολίτευμα της αριστοκρατίας καταλύθηκε από τον τύραννο Θρασύβουλο, γύρω στο α τέταρτο του 6 ου αι. π.χ., τον οποίο διαδέχτηκαν ο Θόας και Δαμασήνωρ. Αυτοί οι δύο ακολούθησαν πολιτική εξόντωσης των επιφανέστερων αριστοκρατικών οικογενειών. Αργότερα, σύμφωνα με τον Πλούταρχο κατά την περίοδο που ακολούθησε ήλθαν αντιμέτωποι δύο τάξεις του πληθυσμού, οι Αειναύτες και οι Χειρομάχες, οι οποίοι ακολούθησαν το ολιγαρχικό πολίτευμα. Η χρονολογία της διαμόρφωσης του πολιτεύματος ανάγεται γύρω στο 540 π.χ., περίοδος όπου παρακμάζει το εξαγωγικό εμπόριο της Μιλήτου. Με την επέκταση των Περσών στα παράλια της Μικράς Ασίας, η Μίλητος ήταν η μοναδική πόλη-κράτος με πλήρη αυτονομία, μέχρι την έκρηξη της Ιωνικής επανάστασης 48, όπου κύριοι υποκινητές ήταν ο Ιστιαίος και ο Αρισταγόρας 49. Ο 41 Dunham 1915, Greaves 2002, Ηρόδοτος : Ἐσέβαλε μέν νυν στρατιὴν καὶ οὗτος, ἐπείτε ἦρξε, ἔς τε Μίλητον καὶ ἐς Σμύρνην, καὶ Κολοφῶνος τὸ ἄστυ εἷλε. 44 Ηρόδοτος : Αρδυος δέ τοΰ Γύγεω μετά Γύγην βασιλεύσαντος μνήμην ποιήσομαι. Ούτος δέ Πριηνέας τε εΐλε ές Μίλητόν τε έσέβαλε 45 Ηρόδοτος Ηρόδοτος : τὰ δὲ πέντε τῶν ἐτέων τὰ ἑπόμενα τοῖσι ἓξ Ἀλυάττης ὁ Σαδυάττεω ἐπολέμεε ὃς παραδεξάμενος, ὡς καὶ πρότερόν μοι δεδήλωται, παρὰ τοῦ πατρὸς τὸν πόλεμον προσεῖχε ἐντεταμένως. 47 Ηρόδοτος : τῷ δὲ δυωδεκάτῳ ἔτεϊ ληίου ἐμπιπραμένου ὑπὸ τῆς στρατιῆς συνηνείχθη τι τοιόνδε γενέσθαι πρῆγμα ὡς ἅφθη τάχιστα τὸ λήιον, ἀνέμῳ βιώμενον ἅψατο νηοῦ Ἀθηναίης ἐπίκλησιν Ἀσσησίης, ἁφθεὶς δὲ ὁ νηὸς κατεκαύθη. 48 Hammond 1959, Ηρόδοτος

22 τελευταίος, αφού δεν κατάφερε να καταλάβει τη Νάξο για λογαριασμό των Περσών και φοβούμενος για τις συνέπειες που θα υποστεί, επαναστατεί οδηγώντας τους κατοίκους της Μικράς Ασίας, της Θράκης και της Κύπρου στην Ιωνική επανάσταση. Η ήττα των Μιλησίων στη ναυμαχία της Λάδης οδήγησε στη σύντριψη της επανάστασης. Οι Πέρσες ως αντίποινα για την πράξη αυτή των Μιλησίων εξολόθρευσαν τον αντρικό πληθυσμό, εξανδραπόδισαν τα γυναικόπαιδα και κατέστρεψαν όλα τα ιερά 50. Η καταστροφή της πόλης ήταν ολοκληρωτική. Η οικοδόμησή της πραγματοποιήθηκε ξανά το β τέταρτο του 5 ου αι. π.χ., μετά τους περσικούς πολέμους, με ένα νέο πολεοδομικό σχέδιο, το ιπποδάμειο. Οι πρώτες ανασκαφές στην Μίλητο πραγματοποιήθηκαν το 1900 από τον Theodor Wiegand στο ναό της Αθηνάς, ενώ λίγο αργότερα, από το 1904 έως το 1909 πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές στο σημαντικότερο μέρος της αρχαϊκής πόλης, στον λόφο Kalabaktepe 51. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, τα σημαντικότερα δείγματα αγγείων αρχαϊκής περιόδου βρέθηκαν στο ιερό της Αθηνάς, στην αρχαία πόλη, στο ναό της Αρτέμιδος στο Kalabektepe και το ιερό της Αφροδίτης στο Zeytintepe. Από εντατικές ανασκαφές που διεξήχθησαν στο νότιο άκρο της οχυρωμένης πόλης μεταξύ του διαστήματος 1986 και 1995 από τον Greave, δημιουργήθηκε μια στρωματογραφική αλληλουχία για τα διάφορα επίπεδα του οικισμού, ειδικότερα για τη νοτιότερη πλαγιά του Kalabektepe 52. Σε ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν επίσης από τον Kerschner σε μικρότερη κλίμακα, αποκαλύφθηκε ο ναός της Αρτέμιδος, στην ανατολική πλευρά του Kalabektepe, δίνοντας περαιτέρω κεραμική μέσα από την στρωματογραφία. Κυρίως μέσα από τις ανασκαφές των ιερών έχουμε ένα μεγάλο ποσοστό κεραμικής, από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε σημαντικές πληροφορίες για τον τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων, καθώς και για την ποιότητα και το είδος των αγγείων που παρήγαγε η πόλη. Στην Μίλητο υπήρχαν δύο βασικοί αγγειογραφικοί ρυθμοί, για τους οποίους γίνεται λόγος σε επόμενα κεφάλαια της εργασίας: ο ρυθμός των αιγάγρων και ο ρυθμός των Φικελλούρων. 50 Ηρόδοτος : Τότε δὴ ταῦτα τοὺς Μιλησίους κατελάμβανε, ὁκότε ἄνδρες μὲν οἱ πλεῦνες ἐκτείνοντο ὑπὸ τῶν Περσέων ἐόντων κομητέων, γυναῖκες δὲ καὶ τέκνα ἐν ἀνδραπόδων λόγῳ ἐγίνοντο, ἱρὸν δὲ τὸ ἐν Διδύμοισι καὶ ὁ νηός τε καὶ τὸ χρηστήριον. Συληθέντα ἐνεπίμπρατο. 51 Greaves 2002, Greaves 1997,

23 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ο : Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΡΥΘΜΟΥ ΤΩΝ ΑΙΓΑΓΡΩΝ 3.1 Εισαγωγή Ο ρυθμός των αιγάγρων έκανε την εμφάνισή του λίγο πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.χ. και για τις επόμενες περιόδους, αποτελούσε τον κατ εξοχήν διακοσμητικό ρυθμό στην αγγειογραφία της Ανατολικής Ελλάδας 53. Σε μια εποχή που στον κυρίως ελλαδικό χώρο επικρατεί η μελανόμορφη τεχνική, στην περιοχή της Ανατολικής Ελλάδας κυριαρχεί ο ανατολίζων ρυθμός. Η Ανατολική Ελλάδα διατήρησε την ανατολίζουσα τεχνοτροπία στα αγγεία της καθ όλη τη διάρκεια του 6 ου αι. π.χ., χωρίς να επηρεασθεί από την κορινθιακή και την αττική μελανόμορφη αγγειογραφία. Πρόκειται για έναν αγγειογραφικό ρυθμό, ο οποίος αποτελείται από ζωφόρους ζώων (εικ.1-2), κάτι ανάλογο με αυτόν που κυριαρχούσε στην Κόρινθο αιώνες πριν 54. Εάν λάβουμε υπόψη μας τα διακοσμητικά μοτίβα του ρυθμού, καθώς και τις εικονιστικές παραστάσεις οι οποίες περιλαμβάνουν αποκλειστικά ζώνες με ζώα, φαίνεται ότι ο ρυθμός δεν ακολούθησε μια συγκεκριμένη εξελικτική πορεία, αλλά εμφανίστηκε και διαδόθηκε σχεδόν με την μορφή που έκανε την εμφάνιση του αρχικά 55. Για αρκετούς αιώνες, ο ρυθμός συνηθιζόταν να ονομάζεται «ροδιακός» λόγω του μεγάλου αριθμού των ευρημάτων στο νησί. Το βάθος των αγγείων εμπλουτίζεται με πυκνά, φυτικά κοσμήματα, συνήθως ρόδακες και ημιρόδακες, ενώ υπάρχουν και δευτερεύουσες ζώνες, οι οποίες κοσμούνται με ακανθώδη άνθη λωτού και απλούς ή πολλαπλούς πλοχμούς. Οι λεπτομέρειες των σωμάτων των ζωικών μορφών απονέμονται με την τεχνική της σκιαγραφίας, που ήταν ήδη διαδεδομένη από τους προϊστορικούς χρόνους στην περιοχή του Αιγαίου και χρησιμοποιήθηκε στην αγγειογραφία μέχρι και τον 7 ο αι. π.χ., ενώ τα ανατομικά χαρακτηριστικά αποδίδονται συνήθως με γραμμές στην απόχρωση του πηλού, ή με την τεχνική του περιγράμματος στο κάτω μέρος του σώματος και στα κεφάλια. Η απόκλιση του ρυθμού από τις καθιερωμένες παραδόσεις που συναντά κανείς στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, πρέπει να έχει σχέση με το μέσο διάδοσης της ανατολίζουσας τέχνης στην περιοχή της Ανατολικής Ελλάδας. Στο ρυθμό των 53 Cook and Dupont 2002, Boardman 2001, Cook 1994,

24 αιγάγρων έχει αντίκτυπο κυρίως η τέχνη της υφαντουργίας και ιδίως αυτή της Ανατολής 56. Ορισμένες ακόμη επιρροές από την Ανατολή, θεωρούνται τα κεφάλια των σειρήνων και τα άνθη λωτού, ενώ η διακόσμηση σε ζωφόρους με ζώα ήταν συνηθισμένο φαινόμενο στην αγγειογραφία της Ανατολής. Ο πηλός που χρησιμοποιείται για την κατασκευή των αγγείων είναι καστανός έως κοκκινωπός, συνήθως μετά την όπτηση του αγγείου. Η βαφή που χρησιμοποιείται για την απόδοση των μορφών, συνήθως είναι μαύρη προς καφέ, ενώ καμιά φορά κοκκινίζει. Οι πορφυρές διαβαθμίσεις που συναντά κανείς στα αγγεία του ρυθμού, συνηθίζονται στο ΜΡΑ. Σε γενικές γραμμές, διακρίνεται μια προχειρότητα ως προς την κατασκευή των αγγείων χωρίς να υπάρχει η επιδίωξη για την δημιουργία περισσότερο προσεγμένων αγγείων. 3.2 Η τεχνοτροπική εξέλιξη του ρυθμού Το ακριβές χρονολογικό σύστημα που έχει προταθεί για τις φάσεις του ρυθμού των αιγάγρων και ασφαλώς έχει γίνει αποδεκτό από τους μελετητές, βασίζεται κυρίως στην πρωτοκορινθιακή και κορινθιακή κεραμική. Ο πρώιμος ρυθμός των αιγάγρων καλύπτει το διάστημα μεταξύ του π.χ., ο μέσος ρυθμός, ο οποίος διαιρείται σε δύο φάσεις: το πρώτο στάδιο (περ π.χ.) και το δεύτερο (περ /590 π.χ.) και ο ύστερος ρυθμός (περ. 610 έως το 570 π.χ.). Η πρώιμη φάση του ρυθμού (ΠΡΑ περ π.χ.) είναι το αποτέλεσμα της υπογεωμετρικής κεραμουργίας, κάνοντας χρήση πολλών προϋπαρχόντων σχημάτων, όπως η οινοχόη και ο κρατήρας. Η οινοχόη είναι το χαρακτηριστικότερο σχήμα καθ όλη τη διάρκεια του ρυθμού των αιγάγρων. Στην πρώιμη φάση, το σχήμα της οινοχόης παρουσιάζει ορισμένες διαφοροποιήσεις: το σώμα γίνεται πιο σφαιρικό και αποκτά μια καμπυλότητα, θυμίζοντας τα μεταλλικά αγγεία. Η λαβή επίσης αποκτά τώρα νευρώσεις, σε αντίθεση με την επίπεδη λαβή της προηγούμενης περιόδου. Επιπλέον, η λαβή διακοσμείται με ρόδακες, οι οποίοι δεν συνδέονται με τον λαιμό Boardman 2001, Cook and Dupont 2002,

25 Σχετικά με την διακόσμηση του αγγείου, ο αίγαγρος γίνεται το πιο διαδεδομένο και το πιο συχνά απεικονιζόμενο ζώο, αλλά επίσης αναπαρίσταντο λιοντάρια, σκύλοι, ορισμένα μιξογενή όντα, όπως οι γρύπες και σφίγγες, ενώ σπανιότερα συναντώνται αγριόχοιροι, αλεπούδες και κριάρια. Οι μορφές είναι τοποθετημένες σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, διευθετημένες σε ζωφόρους, των οποίων το φόντο γεμίζεται με αδρά, φυτικά διακοσμητικά μοτίβα, συνήθως ρόδακες και ημιρόδακες. Εντούτοις, υπάρχουν και δευτερεύουσες ζώνες, οι οποίες περιλαμβάνουν τα πιο συχνά διαδεδομένα διακοσμητικά μοτίβα, όπως οι πλοχμοί, τα ζατρίκια και το ρομβοειδές κόσμημα. Οι ανθρώπινες μορφές είναι εξαιρετικά σπάνιες κατά τον ΠΡΑ. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του ΠΡΑ αποτελεί η οινοχόη της εικ. 3, η οποία αποτελείται από μια κεντρική ζωφόρο, όπου αναπαριστώνται ζώα. Οι υπόλοιπες ζώνες του αγγείου περιλαμβάνουν σειρές με διακοσμητικά μοτίβα, όπως πλοχμοί και ζατρίκιο. Στη βάση της οινοχόης κυριαρχεί η στεφάνη ακτινών 58. Κατά τη μέση φάση του ρυθμού των αιγάγρων και συγκεκριμένα στο πρώτο διάστημα (ΜΡΑ Ι) ο ρυθμός ξεχωρίζει για την σχεδιαστική του απλότητα και για τις έντονες διακοσμητικές του συνθέσεις. Ορισμένα παραπληρωματικά κοσμήματα θα πρέπει να ήταν επηρεασμένα από την αττική αγγειογραφία και ιδίως από τα κυκλαδικά αγγεία 59. Στο σχηματολόγιο του ρυθμού αυτής της περιόδου προτιμώνται οι κρατήρες και οι καρποδόχες, ενώ το πιο κοινό αγγείο εξακολουθεί να είναι η χαμηλή σφαιρική οινοχόη με ευρύ, και αργότερα με τριφυλλόσχημο χείλος. Σχετικά με τον εξωραϊσμό του αγγείου, η μορφή του αιγάγρου εξακολουθεί να παίζει πρωταρχικό ρόλο στις εικονιστικές παραστάσεις, ενώ κάνουν την εμφάνισή τους και άλλα ζώα, όπως τα ελάφια, οι πάνθηρες, οι ταύροι και μερικά πτηνά, όπως τα χελιδόνια και οι χήνες 60. Ο προσανατολισμός των ζώων γίνεται από τα αριστερά προς τα δεξιά, ενώ οι σκηνές κυνηγιού γίνονται συχνότερες 61. Το αντιπροσωπευτικότερο αγγείο του ΜΡΑ Ι αποτελεί η οινοχόη με το στρογγυλό στόμιο, στην εικόνα 1. Το συγκεκριμένο αγγείο φιλοτεχνήθηκε γύρω στο 630 π.χ., και είναι ένα απ τα χαρακτηριστικότερα δείγματα του ρυθμού των αιγάγρων, καθώς παρουσιάζονται όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ρυθμού. Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, στον ώμο του αγγείου αναπαριστάται το κυρίως θέμα, μια κομψή, αλλά ανάλγητη σύνθεση δύο γρυπών, όπου εκατέρωθεν τους βρίσκεται ένα κόσμημα 58 Cook and Dupont 2002, Kardara 1955, Στεφανάκης 2012, Cook and Dupont 2002,

26 λωτού, καθώς περιβάλλονται από έναν αίγαγρο και έναν ταύρο. Τα συμπληρωματικά μοτίβα που πλαισιώνουν την εικονιστική παράσταση είναι ατάκτως τοποθετημένα στο πεδίο, ενώ οι ανεξάρτητες ζώνες κοσμημάτων έχουν τοποθετηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να έχουν ίσες αναλογίες με αυτές των εικονιστικών παραστάσεων 62. Τα αγγεία του ΜΡΑ Ι ήταν αρκετά διαδεδομένα στην περιοχή της Al Mina, στις όχθες του ποταμού Ορόντη, στην Αίγινα, την Κρήτη, την Ιταλία και τη Σικελία. Η επιτυχία που γνώρισε ο ρυθμός κατά την μέση Ι φάση ενίσχυσε την κατασκευή αγγείων σε πολλές άλλες περιοχές, όπου και σταδιακά δεν παρέμεινε κάποιο ίχνος της ανατολίζουσας τεχνοτροπίας. Σύμφωνα με τα ταφικά σύνολα της Ρόδου, ο ΜΡΑ Ι τελειώνει γύρω στο 625 π.χ., ενώ η αρχή του, όπως αυτή μαρτυρείται από τα ήδη γνωστά ευρήματα και το βαθμό ανάπτυξης του ύφους του, δεν πρέπει να ξεκίνησε πάνω από δεκαπέντε-είκοσι χρόνια νωρίτερα 63. Στη δεύτερη φάση του ρυθμού (ΜΡΑ ΙΙ περ /90) προστίθενται νέα σχήματα αγγείων, με τις καρποδόχες και τις τριφυλλόσχημες οινοχόες με την υπερυψωμένη λαβή, να αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό σχήμα. Ο τύπος της καρποδόχης με πόδι αποτελεί όχι μόνο χαρακτηριστικό, αλλά και αγαπητό τύπο αγγείου της κεραμικής των εργαστηρίων της Ανατολικής Ελλάδας. Κρίνοντας από τα γνωστά παραδείγματα, φαίνεται να ξεκινά περίπου στα μέσα του 7ου αι. π.χ. 64, κατά τον ΜΡΑ Ι και κορυφώνεται η χρήση της κατά τον ΜΡΑ ΙΙ. Χρησιμοποιούνται επίσης, ο κρατήρας και ο λέβητας, ενώ σπάνια φαίνεται να είναι η χρήση του αμφορέα, ο οποίος φαίνεται ότι αντικαταστήθηκε από την οινοχόη. Ο εξωραϊσμός της επιφάνειας των οινοχοών απλοποιείται και παραμένει πιο απέριττος, το χείλος φέρει σκούρα διακόσμηση και ο λαιμός καλύπτεται με μαίανδρο, αντικαθιστώντας τον πλοχμό (εικ.5-8). Όσον αφορά τις καρποδόχες, αυτές εξωτερικά φέρουν παράλληλες ταινίες και πολλές από αυτές σχηματίζουν οξυκόρυφες γωνίες με τη μορφή σέπαλων. Η εσωτερική διακόσμηση των καρποδόχων περιλαμβάνει συνήθως έναν κεντρικό ρόδακα ή σταυρό από άνθη λωτών, ενώ ακολουθούν σειρές, οι οποίες διακοσμούνται με μαιάνδρους και άγκιστρα (εικ.12). Γύρω από τον ρόδακα υπάρχουν μελανόμορφες ταινίες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των καρποδόχων αυτής της περιόδου είναι τα 62 Cook 1994, Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002,

27 ακτινωτά φύλλα και ο περιορισμένος αριθμός παραπληρωματικών κοσμημάτων στις μετόπες. Ορισμένες καρποδόχες φέρουν ιώδες επίθετο χρώμα στις ταινίες και στα ακτινωτά φύλλα. Παρά τον μεγάλο αριθμό των σωζόμενων παραδειγμάτων, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παραλλαγές στην συσχέτιση των μοτίβων που διακοσμούν τις καρποδόχες, αν και κατά κύριο λόγο χρησιμοποιούνται τα ίδια ή παρόμοια κοσμήματα. Παρόλο που οι ομοιότητες ανάμεσα στα γνωστά δείγματα είναι ευδιάκριτες, δεν παρατηρείται η ύπαρξη πανομοιότυπων αγγείων, αλλά ωστόσο υπάρχουν σημαντικές διαφορές από το ένα αγγείο στο άλλο. Παλαιότεροι μελετητές πίστευαν ότι τα ακτινωτά φύλλα χρησιμοποιήθηκαν ως μίμηση της σφηνοειδούς γραφής. Σύμφωνα με τον Kinch, τα φύλλα αυτά ερμηνεύτηκαν ως μιμήσεις φυτικών θεμάτων από παραστάσεις αγγείων της Εγγύς Ανατολής 65. Η ερμηνεία όμως αυτή δεν ευσταθεί, διότι κανένα από τα αγγεία της Ανατολής δεν έφερε εικονιστικές παραστάσεις με ακτινωτά φύλλα. Είναι πιθανότερο τα φύλλα αυτά να προέρχονται από την αγγειογραφία της Φρυγίας. Η εσωτερική διακόσμηση ωστόσο θυμίζει έργα υφαντουργίας. Όσον αφορά την απεικόνιση της πανίδας, ο αίγαγρος εξακολουθεί να είναι η πρωταρχική μορφή για τους αγγειογράφους, ενώ τα μιξογενή όντα, όπως η σφίγγα κάνουν την εμφάνισή τους συχνότερα. Η μορφή του αιγάγρου αναπαρίσταται σε διαφορετική στάση, απεικονίζεται σε καλπασμό, με το κεφάλι στραμμένο προς τα πίσω. Η διακόσμηση των σωμάτων των μορφών, εφαρμόζεται σε επάλληλες ζωφόρους, οι οποίες χωρίζονται με λεπτές ταινίες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του μέσου ρυθμού των αιγάγρων είναι ότι οι ζώνες με τα πολλαπλά διακοσμητικά μοτίβα απλοποιούνται, και τα σώματα των ζωικών μορφών επιμηκύνονται (εικ.5-8). Επιπλέον, το βάθος των αγγείων επικαλύπτεται με τριγωνικά διακοσμητικά μοτίβα, ομόκεντρους κύκλους, άνθη λωτού και πλοχμούς. Ο ύστερος ρυθμός των αιγάγρων ξεκίνησε λίγο πριν από το 600 π.χ., και παρουσιάζει αρκετά διακοσμητικά μοτίβα μελανόμορφης τεχνικής, ως δείγμα εισαγωγής του μελανόμορφου ρυθμού της Κορίνθου, στην αγγειογραφία της Ανατολικής Ελλάδας 66. Πλέον τα αγγεία του ρυθμού παρουσιάζουν μια τάση για ταύτιση και μίμηση της κορινθιακής μελανόμορφης τεχνικής, σε θέματα που αφορούν κυρίως την διακόσμηση της επιφάνειας των αγγείων. Κρίνοντας με βάση τα έως τώρα γνωστά παραδείγματα, φαίνεται να υπάρχει μια προσπάθεια αναπαραγωγής 65 Kinch 1914, Στεφανάκης 2012,

28 των μορφών των αγγείων της Κορίνθου, καθώς και την διευθέτησή τους σε ζώνες. Μια απεικόνιση της καλύτερης μορφής αιγάγρου, του ύστερου ρυθμού παρουσιάζεται στην εικόνα Σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρούνται ζωφόροι κορινθιάζουσας τεχνοτροπίας και σειρές με ζώα όπου είναι φιλοτεχνημένες με την μελανόμορφη τεχνική, οι οποίες κατέχουν τα κυριότερα σημεία διακόσμησης του αγγείου. Το τέλος του ύστερου ρυθμού ήρθε γύρω στο 570 π.χ. 68. Γενικότερα παρατηρούμε ότι τα αγγεία του ρυθμού δεν είναι άρτιας τεχνικής κατασκευής. Παρουσιάζουν μια χαλαρότητα και δεν υπάρχει μια ακριβής εξελικτική πορεία μεταξύ των περιόδων παραγωγής. Οι ανθρώπινες μορφές εξακολουθούν να είναι σπάνιες. Ωστόσο, η πιο γνωστή σκηνή αναπαρίσταται στο πινάκιο του Ευφόρβου (εικ.10), έργο μοναδικό, άρτιας τεχνικής κατασκευής, το οποίο βρέθηκε στην Κάμιρο και χρονολογείται γύρω στο 600 π.χ. Στην εικονιστική παράσταση απεικονίζονται ο Μενέλαος και ο Έκτορας να μονομαχούν για το σώμα του Ευφόρβου, μια σκηνή από τον Τρωικό κύκλο. Ο λωτός αποκτά μια φαρδιά φόρμα και γίνεται μικρότερος. Από διάφορες γωνίες δημιουργούνται μακριές δέσμες φύλλων, στις εσοχές των πλοχμών εμφανίζονται σταγόνες και οι διαχωριστικές ζώνες γίνονται περισσότερο επιβλητικές και εναλλάσσονται με λευκές, ιώδεις και πάλι λευκές ταινίες. Απαντώνται επίσης καινούρια σχήματα αγγείων ή υπάρχουν διαφορές στα υπάρχοντα, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η οινοχόη. Το σχήμα της οινοχόης επιμηκύνεται, δημιουργώντας ένα ωοειδές σώμα με ψηλό λαιμό. Στο σχηματολόγιο της περιόδου κοινοί γίνονται οι κρατήρες, ο λέβητας, οι καρποδόχες με στέλεχος και δακτυλιόσχημη βάση, καθώς και τα πινάκια. Τα πινάκια ήταν αρκετά διαδεδομένα στην περιοχή της Ρόδου κατά τον ΥΡΑ (εικ ). Τα περισσότερα απ αυτά είναι διακοσμημένα με μεγάλα ζώα και συχνά φέρουν έντονη χρωματισμένη διακόσμηση 69 (εικ ). Το πινάκιο που βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων (εικ. 16) απεικονίζει έναν γρύπα, του οποίου τα πτερύγια είναι φιλοτεχνημένα κατά την ανατολίζουσα παράδοση. Στο πινάκιο του Λονδίνου (εικ. 17) αναπαρίσταται ένας ταύρος που σημειώνει πολλές ομοιότητες με τους ταύρους των οινοχόων της ίδιας περιόδου. Στην περιοχή του λαιμού, ο ταύρος φέρει πολλές πτυχώσεις και η ουρά του υπερβαίνει τη ράχη του. 67 Cook 1994, πιν. 31Β. 68 Cook 1994, Boardman 2001,

29 Ο ύστερος ρυθμός των αιγάγρων άκμασε και εξελίχθηκε σε βορειότερες περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας, με κέντρο ανάπτυξης τις Κλαζομενές και την Τέω Κέντρα παραγωγής του ρυθμού Τα κυριότερα εργαστήρια παραγωγής αγγείων του ρυθμού των αιγάγρων παλαιότερα θεωρούνταν ότι ήταν τα ροδιακά. Σύμφωνα όμως με εργαστηριακές αναλύσεις, αποδείχθηκε ότι η Ρόδος υπήρξε μόνο σαν κέντρο εισαγωγής αυτών των αγγείων. Κέντρο παραγωγής αυτών των αγγείων ήταν αναμφισβήτητα η Μίλητος. Ορισμένοι μελετητές ωστόσο, έχουν υποστηρίξει την ύπαρξη και ενός δεύτερου νότιο-ιωνικού εργαστηρίου. Υπάρχει η θεωρία που υποστηρίζει ότι ο μέσος ρυθμός των αιγάγρων προερχόταν από νότιο-ιωνικά εργαστήρια, ενώ ο ύστερος ρυθμός από βόρειο-ιωνικά εργαστήρια παραγωγής. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με χημικές αναλύσεις των πηλών, ο μέσος ρυθμός των αιγάγρων αποδίδεται στην Μίλητο, ενώ ο ύστερος, στις Κλαζομενές και την περιφέρειά τους, συμπεριλαμβανομένης και της Τέως. Η Μίλητος και οι Κλαζομενές αποτελούσαν τους κύριους προμηθευτές κεραμικής παραγωγής, κατά τον 7 ο και 6 ο αι. π.χ. Άλλα πιθανά εργαστήρια παραγωγής ήταν η Σάμος, όπως δείχνουν οι εργαστηριακές αναλύσεις των πηλών και η Ρόδος. Στη Νίσυρο επίσης, βρέθηκε ένας σημαντικός αριθμός ευρημάτων ύστερου ρυθμού, χωρίς όμως να πρόκειται για τοπική παραγωγή. Η Χίος αποτελεί μια σημαντική τοπική σχολή παραγωγής αγγείων του ρυθμού. Στην μέση φάση του ρυθμού, έχουν αποδοθεί αρκετά όστρακα, ιδίως από τη Ναύκρατη, ενώ η πρώιμη φάση του ρυθμού, είναι σχεδόν αβέβαιη. Οι δωρικές εγκαταστάσεις της Μικράς Ασίας εισήγαγαν νέα γνωρίσματα κατά τη μέση φάση του ρυθμού των αιγάγρων. Βασικό σχήμα ήταν το πινάκιο, όπου ήταν διαιρημένο σε δύο μέρη, με το πρώτο να διακοσμείται με ζωική μορφή, και το υπόλοιπο να φέρει διακοσμητικά μοτίβα, όπως μαιάνδρους και ανθέμια. Η διακόσμηση της πανίδας περιλαμβάνει διάφορες μορφές ζώων, όπως του σκύλου, του λιονταριού, πτηνών και της σφίγγας. Στην Καρία παράγονται σημαντικές ομάδες αγγείων του ρυθμού, τοπικής παραγωγής κυρίως. Σημαντικό εργαστήριο παραγωγής πιθανολογείται ότι ήταν τα Μύλασα. Κύρια σχήματα αγγείων είναι οι τριφυλλόσχημες οινοχόες και οι λέβητες. Άλλα λιγότερο σημαντικά εργαστήρια παραγωγής που συναντά κανείς απομιμήσεις 70 Στεφανάκης 2012,

30 αγγείων του ρυθμού των αιγάγρων, είναι στην Έφεσο, στις εγκαταστάσεις ανθρώπων της Μιλήτου, κοντά στη Θάσο, όπου οι τοπικές παραγωγές παρουσιάζουν κομψότερες απομιμήσεις των οινοχόων του μέσου ρυθμού. Τα αγγεία του ρυθμού των αιγάγρων δεν ήταν ιδιαίτερα αντικείμενα εμπορίου, με εξαίρεση τις εγκαταστάσεις της Ανατολικής Ελλάδας 71. Άφθονη κεραμική του ρυθμού συναντούμε στην περιοχή της Al-Mina στη Συρία, στην Μερσίνα της Κιλικίας, στη Ναύκρατη της Αιγύπτου, στο Μπερεζάν και στην περιοχή της Ουκρανίας. Στον ελλαδικό χώρο, οι περιοχές που απέδωσαν κεραμική του ρυθμού, παρουσιάζονται στον χάρτη 1. Ορισμένοι μελετητές ωστόσο πίστευαν για ένα διάστημα ότι ο μέσος ρυθμός των αιγάγρων προερχόταν από την νότια Ιωνία, ενώ ο ύστερος, από την βόρεια Ιωνία. Σύμφωνα με αναλύσεις του πηλού, ο μέσος ρυθμός απονέμεται στην Μίλητο και ο ύστερος στις Κλαζομενές 72. Είναι πιθανόν ότι ο ρυθμός των αιγάγρων είχε ως κέντρο παραγωγής του την Μίλητο και δεν επικράτησε στη βόρεια Ιωνία πριν από το τελευταίο τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. Η Μίλητος παρέμεινε πιο συντηρητική ως προς την τεχνοτροπία, ενώ η βόρεια Ιωνία είχε να συναγωνιστεί τον κορινθιακό ρυθμό και έπρεπε να διαλέξει διαφορετική κατεύθυνση. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό μπορούμε να καταλάβουμε για ποιο λόγο δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα ή και καθόλου δείγματα ενός ακμαίου ρυθμού αιγάγρων στη βόρεια Ιωνία, πριν από τη δεύτερη φάση του μέσου ρυθμού. Αγγεία του ρυθμού των αιγάγρων βρέθηκαν και στην Τροία. Στηριζόμενοι σε ιστορικές πηγές, πληροφορούμαστε ότι οι κάτοικοι της Μιλήτου, της Αθήνας, των Ερυθρών και της Λέσβου ίδρυσαν αποικίες κατά μήκος των δύο πλευρών του Ελλησπόντου, και η Τροία ήταν μια από αυτές. Ορισμένες ενδείξεις υποδεικνύουν ότι ο αποικισμός στην Τροία ξεκίνησε στα τέλη του 7 ου αι. έως και τις αρχές του 6 ου αι. π.χ. Οι επιδράσεις από τον αποικισμό είναι εμφανείς στα αρχαιολογικά κατάλοιπα της Τροίας και συγκεκριμένα στην εισαγωγή και παραγωγή της αττικής και της ανατολικής Ελλάδος κεραμική, καθώς και στην υιοθέτηση των λατρευτικών πρακτικών. Περίπου εκατό θραύσματα του ρυθμού βρέθηκαν στην Τροία, μερικά εκ των οποίων ανήκουν σε παλαιότερες ανασκαφές 73. Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών αναλύσεων, απέδειξαν ότι τα αγγεία του ρυθμού των αιγάγρων δεν ήταν μόνο εισαγωγές από τα εργαστήρια της Ιωνίας ή 71 Cook 1994, Cook 1994, Aslan and Pernicka 2013,

31 της νότιας Αιολίδας 74, αλλά αντίθετα γινόταν παραγωγή αυτών των αγγείων με ντόπιο πηλό. Είναι πιθανότερο επομένως να θεωρείται ότι οι αγγειοπλάστες που είχαν σχέση με τις Ιωνικές αποικίες στην Άβυδο παρήγαγαν αγγεία της Ανατολικής Ελλάδας, τα οποία διανέμονταν εντός της Τροίας και κατόπιν εξάγονταν και στο εξωτερικό 75. Τα περισσότερα αγγεία του ρυθμού που παράγονταν στην Τροία μοιάζουν τεχνοτροπικά με αυτά του μέσου ρυθμού της νότιας Ιωνίας 76. Σύμφωνα με αρχαιολογικές ενδείξεις, η τοπική παραγωγή των αγγείων του ρυθμού των αιγάγρων στην περιοχή της Τροίας φαίνεται ότι ξεκίνησε κατά τα τέλη του 7 ου αι. με τις αρχές του 6 ου αι. π.χ Εργαστήρια παραγωγής του ρυθμού Νότια Ιωνία Κατά την πρώιμη φάση, τα σχήματα που παράγονται από το εργαστήριο της νότιας Ιωνίας, ήταν απόρροια της υπογεωμετρικής περιόδου, με επικρατέστερα σχήματα την οινοχόη και τον κρατήρα. Το σώμα της οινοχόης παίρνει μια καμπυλότητα και επιμηκύνεται, ενώ η λαβή αποτελείται από τρεις νευρώσεις και φέρει διακόσμηση από ρόδακες. Για το σχήμα του κρατήρα, είναι αδιανόητη η οποιαδήποτε πρόθεση ανασύστασης, καθώς τα δείγματα που σώζονται είναι αποσπασματικά. Από την πανίδα, η μορφή του αιγάγρου γίνεται η πλέον συνηθισμένη, ενώ αρκετά διαδεδομένες είναι και οι μορφές άλλων ζώων, όπως ο σκύλος, το λιοντάρι, η σφίγγα και ο γρύπας. Εκτός από ορισμένα πρώιμα δείγματα τα οποία προέρχονται κυρίως από ταφικά σύνολα, ελάχιστα δείγματα έχουμε από την πρώιμη φάση του ρυθμού. Είναι πιθανόν όμως ότι ο πρώιμος ρυθμός των αιγάγρων διήρκησε περίπου για δέκα έως δεκαπέντε χρόνια Για τις εισαγωγές των αγγείων του ρυθμού των αιγάγρων από τις συγκεκριμένες περιοχές βλ. ειδικότερα Fisher 2000, 87 88, Dupont 1983, Kerschner and Schlotzhauer 2007, 300, Aslan and Pernicka 2013, Cook and Dupont 2002,

32 Βόρεια Ιωνία Η περιοχή της βόρειας Ιωνίας βρίσκεται ανατολικά της χερσονήσου Mimas, δυτικά των Κλαζομενών. Το πρώιμο στάδιο του ρυθμού των αιγάγρων δεν έχει αναγνωρισθεί πλήρως στην περιοχή της βόρειας Ιωνίας. Τα σχήματα που χρησιμοποιούνται εδώ διαφέρουν από αυτά της νότιας Ιωνίας. Απαντάται η οινοχόη, η όλπη, ο αμφορέας, ο δίνος και το πινάκιο. Το σχήμα της οινοχόης υφίσταται κάποιες διαφοροποιήσεις: το σώμα της γίνεται περισσότερο σφαιρικό και ωοειδές (εικ. 22). Όσον αφορά τον εξωραϊσμό της επιφάνειας του αγγείου, η μορφή του αιγάγρου εξακολουθεί να παίζει πρωταρχικό ρόλο σε αντίθεση με το εργαστήριο παραγωγής της νότιας Ιωνίας, υφίστανται όμως ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς τη στάση του αιγάγρου. Σε αντίθεση με την στάση που κυριαρχούσε πριν, τώρα η μορφή του αιγάγρου φαίνεται να εξοικειώνεται με το χώρο, έχοντας μια πιο ελεύθερη και φυσιοκρατική μορφή. Η προηγούμενη μορφή του, στεκούμενος σε ευθεία, με το κεφάλι χαμηλωμένο έχει αλλάξει (εικ. 23). Τώρα πια, το κεφάλι του αιγάγρου γέρνει προς τα πίσω, προβάλλοντας περισσότερο τις λεπτομέρειες του σώματός του. Το σχέδιο των μορφών επιτυγχάνεται με λεπτές γραμμές και η χρήση του μωβ χρώματος όταν χρησιμοποιείται, εφαρμόζεται στον ώμο του αγγείου και στο σώμα επίσης. Στα διακοσμητικά μοτίβα περιλαμβάνονται οι κύκλοι και οι ρόδακες 79. Άλλα συμπληρωματικά κοσμήματα είναι οι ταινιωτές γραμμές, οι οποίες εφαρμόζονται στο υψηλότερο και χαμηλότερο τμήμα του αγγείου και οι διπλές σπείρες. Χίος Ο χιακός ρυθμός των αιγάγρων χρονολογείται από τα μέσα του 7 ου αι. μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 6 ου αι. π.χ. 80. Επειδή τα πρώτα σημαντικά δείγματα του ρυθμού αποκαλύφθηκαν στη Ναύκρατη της Αιγύπτου, αλλά και στη Ρόδο κατά τη δεκαετία του 80, πολλοί μελετητές προέβησαν στον χαρακτηρισμό αυτών των αγγείων ως Ναυκρατικών 81 ή Ροδιακών 82. Η πρόοδος όμως των ανασκαφών σε θέσεις του νησιού όπως στα Κάτω Φανά, στο Εμπορειό και στην πόλη της Χίου, είχαν ως αποτέλεσμα την απόδειξη της χιακής καταγωγής των αγγείων 83 Υπάρχουν σημαντικές 79 Cook and Dupont 2002, Lemos 1991, Schlotzhauer and Villing 2006, Καρδαρά 1963, Cook and Dupont 2002,

33 πηγές για την αγγειογραφία της πρώιμης περιόδου στο νησί, ωστόσο όμως για τον ύστερο 7 ο και 6 ο αι. πρέπει να αναζητήσουμε θέσεις όπου εξάγονταν και εμπορεύονταν τα χιακά αγγεία. Σε γενικές γραμμές, η Χίος μας προσφέρει ένα ικανοποιητικό δείγμα κεραμικής του ρυθμού. Ο ρυθμός των αιγάγρων έκανε την εμφάνισή του στη Χίο όταν στην βόρεια Ιωνία παραγόντουσαν αγγεία του ΜΡΑ ΙΙ. Τα αγγεία που προέρχονται από εδώ είναι εύκολα αναγνωρίσιμα σε σχέση με τις άλλες σχολές του ρυθμού, κυρίως από το επίχρισμα λευκού χρώματος που υπάρχει στην επιφάνεια του αγγείου 84. Ο πηλός που χρησιμοποιείται είναι καλής ποιότητας και χαρακτηρίζεται από σημαντική σκληρότητα, με υφή όμοια με αυτή της κιμωλίας, ενώ παρατηρείται ελάχιστη ποσότητα μίκας. Το χρώμα του πηλού είναι ανοικτό ιώδες ή ερυθροκάστανο και τις περισσότερες φορές απαντάται ένας γκρίζος πυρήνας 85. Η βαφή είναι συνήθως μαύρη, ερυθρή και καστανή 86. Το πιο χαρακτηριστικό σχήμα που απαντάται στη χιακή κεραμική είναι η κύλικα χιακού τύπου. Το συγκεκριμένο σχήμα αγγείου προήλθε από μια κύλικα του γενικού τύπου, όπως αυτή της πρωτοκορινθιακής περιόδου, με ειδοποιό διαφορά την αύξηση του μεγέθους του χείλους και του ποδιού. Άλλα σχήματα που συνηθίζονται είναι ο δίνος, η χαμηλή καρποδόχη, το ανοικτό σκυφοειδές, το προχοΐδιο, και το φαλλόσχημο αγγείο 87. Ωστόσο απαντώνται και κύπελλα τριών διαφορετικών ειδών, που χρησιμοποιούνται μόνο για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, το ένα από αυτά είναι τοπικό δημιούργημα της Χίου. Αυτό είναι ένα ανοικτό κύπελλο με απότομες ευθείες πλευρές, έντονα εξωτερικά τοιχώματα και επίπεδη, χαμηλή δακτυλιόσχημη βάση 88. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του είδους αγγείου παρουσιάζεται στην εικόνα 21. Πρόκειται για το επονομαζόμενο κύπελλο της Αφροδίτης. Στο άνω μέρος του εσωτερικού τοιχώματος είναι χαραγμένη η επιγραφή: ΣΩΣΤΡΑΤΟΣΜΑΝΕΘΗΚΕΝΤΗΦΡΟΔΙΤΗ. Στην επιφάνεια του χείλους και περιμετρικά αυτού υπάρχουν έξι γυναικείες προτομές. Η χρήση αυτού του αγγείου ίσως να παραπέμπει σε κάποιο είδος λατρείας, πιθανόν σε ένα τελετουργικό πλύσιμο των χεριών σε κάποιο συμπόσιο 89. Ο χιακός ρυθμός των αιγάγρων είναι περισσότερο διακοσμητικός και χρησιμοποιούνται αρκετά διακοσμητικά μοτίβα συνήθως σαν ζωφόροι. Ένα σπουδαίο 84 Cook and Dupont 2002, Cook 1994, 164; Lemos 1991b, Boardman 1967, Cook 1994, Lemos 1991, Williams 2006,

34 δείγμα του μέσου ρυθμού των αιγάγρων από τη Χίο αποτελεί η κύλικα που βρίσκεται στο Βύρτσμπουργκ (εικ. 24) 90. Η διακόσμηση λαμβάνει μέρος στο κεντρικό τμήμα του αγγείου. Βασική μορφή ο αίγαγρος, με τα άκρα του να είναι υπερυψωμένα, προβάλλοντας τους γλουτούς. Γενικότερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι το σώμα του είναι φιλοτεχνημένο με λιγότερη δεξιότητα. Η κεντρική εικονιστική σκηνή πλαισιώνεται από κατακόρυφους μαιάνδρους, αποτελούμενη από έναν ταύρο και ένα υδρόβιο πουλί στα αριστερά της κεντρικής διακόσμησης. Στα δεξιά, εικονίζονται μια χήνα και ένα λιοντάρι με τις ουρές υπερυψωμένες και τα κεφάλια με την τεχνική του περιγράμματος. Η συγκεκριμένη μορφή του λιονταριού που εικονίζεται εδώ, προέρχεται από την τέχνη των Ασσυρίων και πρόκειται για επιρροή από την Ανατολή. Στο κέντρο της εικονιστικής παράστασης υπάρχει ένα φυτικό κόσμημα, το οποίο αποτελείται από σπειροειδείς βλαστόσπειρες, των οποίων οι εξωτερικές πλευρές καλύπτονται με στιγμές. Επάνω και κάτω στις γωνίες, τοποθετούνται δύο ισόπλευρα τρίγωνα, τα οποία υποδιαιρούνται σε δύο μικρότερα τρίγωνα και ρόμβους, τα οποία επίσης καλύπτονται με στιγμές. Στα αριστερά της εικονιστικής παράστασης εικονίζεται ένας ταύρος η μορφή του οποίου είναι φιλοτεχνημένη εν μέρει με την τεχνική της σκιαγραφίας και εν μέρει με την τεχνική του περιγράμματος. Στην οπίσθια όψη της κύλικας απεικονίζεται μια ζωφόρος η οποία περιλαμβάνει τρεις αίγαγρους, βαδίζοντας προς τα δεξιά 91. Πριν από αυτούς, ένας άλλος αίγαγρος φαίνεται να οδηγεί την πομπή, του οποίου μόνο το κεφάλι σώζεται. Αυτός ο τύπος του αιγάγρου, με τα ιδιαίτερα τονισμένα κέρατα είναι ο χαρακτηριστικός τύπος αιγάγρου που απεικονίζεται στη χιακή αγγειογραφία. Τα κενά ανάμεσα στις μορφές των ζώων καλύπτονται με κοσμήματα ανατολικού τύπου, όπως τρίγωνα, ρόμβοι, ρόδακες και μαργαρίτες. Μια οινοχόη με προτομή κεφαλής ταύρου στη θέση του λαιμού μαζί με τα συνανήκοντα της, προέρχεται από τη Χίο 92. Οι ζωικές μορφές ως επί το πλείστον σχεδιάζονται με εξηρημένες γραμμές και είναι γενικά με προσεγμένα ανατομικά χαρακτηριστικά, τα παραπληρωματικά κοσμήματα, όπως οι ρόδακες αποκτούν πεταλόσχημη μορφή. Γύρω στο 600 π.χ. κάνουν την εμφάνισή τους οι ομάδες γραπτών αγγείων, μερικές μάλιστα με μελανόμορφη τεχνική, όπου τα πρωιμότερα δείγματα αυτών 90 Boardman and Vaphopoulou-Richardson 1986, Cook and Dupont 2002, Boardman 1967, 150; Boardman 1967, pl , fig

35 συγκαταλέγονται στην τεχνοτροπία «των σφιγγών και των λιονταριών» 93. Στη συγκεκριμένη τεχνοτροπία εικονίζονται σειρές ζώων, όπως σφίγγες, λιοντάρια, πτηνά με την τεχνική της εγχάραξης, θυμίζοντας την πρωτοκορινθιακή κεραμική. Λίγο αργότερα, γύρω στο 560 π.χ. μια ομάδα αγγείων μελανόμορφης διακόσμησης εμφανίζεται, παίρνοντας τη συμβατική ονομασία «ρυθμός των ζώων». Η διακόσμηση λαμβάνει μέρος σε μετόπες ή ζωφόρους και οι μορφές που απεικονίζονται σχεδιάζονται με την τεχνική του περιγράμματος 94. Αυτή η ομάδα παράγει μια σειρά με σκύφους, οι οποίοι καλύπτονται με πώματα. Η δεύτερη ομάδα συνεχίζει την παράδοση του ρυθμού των αιγάγρων του 7 ου αι. π.χ., η οποία αντιπροσωπεύεται κυρίως από τις κύλικες. Παράγονται ωστόσο κάνθαροι, φιάλες, πινάκια και σκύφοι χωρίς πώματα 95. Συνοψίζοντας, η χιακή κεραμική έχει το ουσιαστικό πλεονέκτημα ότι μας παρέχει τη δυνατότητα να την ερευνήσουμε λεπτομερώς χάρη στα πολυάριθμα ευρήματα που έχουν βρεθεί και την τεχνοτροπία τους. Η Χίος σε αντίθεση με άλλες περιοχές, μας προσφέρει καλύτερη εποπτεία της διαφοροποίησης και της οργάνωσης της αγγειογραφίας, μέσα σε μια περιορισμένη γεωγραφική ενότητα. Αιολίδα Η αιολική αγγειογραφία κατά την αρχαϊκή περίοδο ακολουθεί δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η πρώτη από αυτές, περιλαμβάνει μια μεγάλη ποικιλία από αγγεία του ρυθμού των αιγάγρων, ενώ η δεύτερη, σύμφωνα με τον Schefold, μια κατηγορία αγγείων που συνεχίζουν την υπογεωμετρική παράδοση 96. Η αρχαϊκή αγγειογραφία της Αιολίδας παρουσιάζει ένα ευρύ φάσμα διακοσμητικότητας, γεγονός που έχει οδηγήσει διάφορους μελετητές στο συμπέρασμα, ότι υπήρχαν αρκετά διαφορετικά κέντρα παραγωγής 97. Η πρώτη άποψη, της οποίας υποστηρικτής είναι ο R. Cook, υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος των αιολικών αγγείων είχαν ως κέντρο παραγωγής την Αιολίδα. Αυτό σημαίνει ότι τα αγγεία που βρέθηκαν στην Λάρισα και την Πιτάνη δημιουργήθηκαν από τοπικούς καλλιτέχνες. Αντίθετα, η δεύτερη άποψη, της οποίας 93 Lemos 1991, Williams 2006, Lemos 1991, Boehlau and Schefold 1942, 59-61, plates İren 2003, 50, 131, 157; Cook and Dupont 2002, 57-61; Walter-Karydi 1970, 10, 14; Akurgal 1987,

36 υποστηρικτής είναι ο İren, θεωρεί ότι η αιολική αγγειογραφία χωρίζεται με βάση την ποιότητα της διακόσμησής της, καθώς και της δεξιότητάς της, στον τρόπο που έχουν φιλοτεχνηθεί τα αγγεία. Αποδίδει δηλαδή τις πιο περίτεχνες ομάδες αγγείων στις πιο μεγάλες και διαδεδομένες περιοχές, ενώ τις πιο απλές ομάδες αγγείων, σε μικρότερες περιοχές, συνήθως αυτές που βρίσκονται ορεινά 98. Πιο συγκεκριμένα θεωρεί ότι ένα μέρος της αιολικής αγγειογραφίας του ρυθμού των αιγάγρων, δημιουργήθηκε από την περιοχή της Φωκαίας και όχι από την Αιολίδα 99. Οι πιο παραγωγικές περιοχές που απέδωσαν ένα ικανοποιητικό δείγμα του ρυθμού των αιγάγρων είναι η Πιτάνη, η Μύρινα και η Λάρισα (Buruncuk). Ξεκινώντας από τα εργαστήρια κεραμικής της Λάρισας, αυτά παρήγαγαν αγγεία του ρυθμού των αιγάγρων (εικ. 25, 26, 27), των οποίων η τεχνοτροπία ανακαλεί αυτή της πρώιμης περιόδου του ρυθμού της νότιας Ιωνίας 100. Παρ όλα αυτά, εντάσσονται στην μεταβατική περίοδο του ΜΡΑ Ι και ΙΙ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα παραπληρωματικά κοσμήματα που κοσμούν την επιφάνεια των αγγείων. Το αγκιστροειδές τετράγωνο, καθώς και το κυρτό τρίγωνο που εφάπτεται ανάμεσα στα άκρα των μορφών, είναι πολύ κοινά στην αιολική αγγειογραφία. Τα άνθη λωτού και τα μπουμπούκια ανθέων χρησιμοποιούνται επίσης. Τα κυριότερα σχήματα που χρησιμοποιούνται είναι η τριφυλλόστομη οινοχόη, ο δίνος, οι σκυφοειδής κρατήρες και τα πινάκια. Απαραίτητη θεωρείται η στρώση λευκού επιχρίσματος σχεδόν σε όλα τα αγγεία. Ως προς τον εξωραϊσμό του αγγείου, χρησιμοποιούνται δύο είδη βαφής: η πρώτη είναι ερυθρού χρώματος και χρησιμοποιείται σχεδόν για όλα τα είδη διακόσμησης και η δεύτερη περιλαμβάνει την μωβ απόχρωση, όπου χρησιμοποιείται από τους αγγειογράφους για να διακοσμηθούν τα σώματα των ζωικών μορφών. Χαρακτηριστικό στοιχείο όσον αφορά την τεχνική του αγγείου, είναι η χρήση δύο στιλπνών βαφών, μιας σκούρας καστανής και μιας ιώδους. Από την πανίδα, ο αίγαγρος εδώ κατέχει την κύρια θέση, ενώ άλλα ζώα, όπως τα ελάφια και οι χήνες φαίνονται να μην προτιμώνται. Οι ανθρώπινες μορφές και τα άλογα είναι επίσης αρκετά διαδεδομένα στην αιολική αγγειογραφία. Παρατηρούμε ότι το σχέδιο των εικονιζόμενων μορφών είναι γωνιώδες, με αποτέλεσμα οι μορφές 98 İren 2003, İren 2003, Cook and Dupont 2002,

37 να είναι άκαμπτες και ιδιαίτερα τονισμένες. Ο κατ εξοχήν ρυθμός των αιγάγρων που συνηθιζόταν στις περιοχές της Ιωνίας, τον βλέπουμε εδώ παραλλαγμένο. Συνεχίζοντας, τα αγγεία που προέρχονται απ την Πιτάνη, παρουσιάζουν ομοιότητες με αυτά της Λάρισας όσον αφορά την ποιότητα και το χρώμα του πηλού. Τα αγγεία από την Πιτάνη χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 6 ου αι. π.χ., εκτός από ορισμένα που μπορούν να χρονολογηθούν στο τέλος του 7 ου αι. Τα σχήματα που απαντώνται εδώ είναι οι καρποδόχες, οι δίνοι, οι φιάλες, ενώ χαρακτηριστικό σχήμα της περιοχής είναι ο ευρύς αμφορέας 101. Ο αμφορέας φέρει συνήθως ένα κόσμημα στο ύψος του λαιμού και στον ώμο εικονίζονται ζωικές μορφές ή φυτικά σχέδια. Τα διακοσμητικά σχέδια της χαμηλότερης ζώνης του αγγείου είναι απλούστερα, ενώ το κάτω μισό μέρος, παραμένει κατά κανόνα ακόσμητο. Αναφορικά με τις μορφές που εικονίζονται στην αγγειογραφία της Πιτάνης, περιλαμβάνονται οι αίγαγροι, τα ελάφια, τα υδρόβια πτηνά, τα άλογα, οι σφίγγες, τα λιοντάρια και οι ανθρώπινες μορφές. Τα παραπληρωματικά κοσμήματα που χρησιμοποιούνται είναι τα σταυροειδή τετράγωνα, τα άνθη λωτού, τα καρδιόσχημα μοτίβα, τα οποία αντικαθιστούν τα εσωτερικά πέταλα. Έχει αναγνωρισθεί μια κατηγορία αγγείων με τη συμβατική ονομασία «London Dinos Group», όπου σύμφωνα με τον R. Cook, είναι προϊόν της Αιολίδας 102, ενώ άλλοι μελετητές υποστηρίζουν ότι κέντρο παραγωγής της εν λόγω ομάδας ήταν η Φωκαία 103. Ένα ικανοποιητικό δείγμα της ομάδας παρουσιάζεται στις εικόνες 28, 29, 30, 31, 32 και 33. Θάσος Η Θάσος, που ιδρύθηκε από τους κατοίκους της Πάρου κατά τον πρώιμο 7 ο αι. π.χ., ήταν η αρχαιότερη και για ένα διάστημα η πιο σημαντική ελληνική πόλη, κατά μήκος της νότιας θρακικής ακτής. Ορισμένα θραύσματα που προέρχονται από τη Δήλο και τη Θάσο πιθανόν από ένα εργαστήριο, παρουσιάζουν μια ιδιάζουσα εκδοχή του ρυθμού των αιγάγρων. Τα αγγεία αυτά έχουν ταξινομηθεί σε τρεις διαφορετικές ομάδες. Η πρώτη κατηγορία αποτελείται από δείγματα που διακοσμούνται με σειρές αιγάγρων και ελαφιών που βόσκουν, η δεύτερη συνίσταντο από περισσότερο 101 Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002, İren 2002, 165, 194,

38 επιτηδευμένα δείγματα που αρκούνται σε μια ενιαία ζώνη, και η σύνθεση περιλαμβάνει λιοντάρια που υπερισχύουν έναντι των υπολοίπων ζώων, όπως τα πινάκια της Ρόδου, ενώ στην τρίτη κατηγορία περιλαμβάνονται ορισμένοι ζωγραφισμένοι αρύβαλλοι που ακολουθούν την τεχνοτροπία του ρυθμού των αιγάγρων μόνο στα κύρια πεδία 104. Υπάρχουν ωστόσο κάποια αγγεία που μιμούνται την χιακή κεραμική. Το λευκό επίχρισμα σταδιακά μειώνεται, μέχρι που παραλείπεται εντελώς. Στο συγκεκριμένο εργαστήριο απαντώνται οι κύλικες, οι οινοχόες, τα πινάκια, οι λεκανίδες και οι κρατήρες με έξω νεύον χείλος 105. Η διακόσμηση των αγγείων ακολουθεί εκείνη των χιακών κυλίκων με μορφές ζώων, αλλά εδώ γίνεται μεγαλύτερη χρήση των κοσμημάτων και οι εικονιστικές παραστάσεις με τις μορφές των αιγάγρων συχνότερες. Κέντρο παραγωγής αυτών των αγγείων πιστεύεται ότι είναι η Θάσος. Το νησί της Θάσου είχε προσεκτικούς και εφευρετικούς αγγειοπλάστες, οι οποίοι αργότερα δημιούργησαν την δική τους εκδοχή στον αττικό μελανόμορφο ρυθμό. Οι συγκεκριμένες ομάδες παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τον μέσο ρυθμό των αιγάγρων ΙΙ αλλά όσο και με τον ύστερο. Σύμφωνα με τον R. Cook, το εργαστήριο της Θάσου εντάσσεται χρονολογικά στα τέλη της πρώιμης κορινθιακής περιόδου, λίγο πριν το 600 π.χ Καρία Τα αγγεία του ρυθμού των αιγάγρων έχουν αναγνωρισθεί και μελετηθεί από πολλούς μελετητές ήδη από το Σχεδόν όλα τα αγγεία του συγκεκριμένου εργαστηρίου προέρχονται από το νεκροταφείο Damliboğaz, κοντά στην αρχαία Μύλασα. Σύμφωνα με τα έως τώρα ευρήματα, κέντρο παραγωγής αυτών των αγγείων θεωρείται η πόλη Μύλασα, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν βάσιμα στοιχεία. Το ύφος τους συνδυάζει τον πρώιμο ανατολίζων ρυθμό, τον ρυθμό των αιγάγρων και Φικελλούρων 107. Το μεγαλύτερο μέρος των αγγείων του καρικού εργαστηρίου ανήκει στο δεύτερο τέταρτο και τα μέσα του 6 ου αι. π.χ, όταν διακρίνεται ένα πιο ομοιόμορφο ύφος, το οποίο συνδυάζει τις τεχνοτροπίες και το στιλιστικό ύφος του ρυθμού των 104 Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002, Cook 1993,

39 αιγάγρων και Φικελλούρων ταυτόχρονα. Τα πιο σημαντικά γνωρίσματα στα αγγεία είναι τα παραπληρωματικά κοσμήματα, τα οποία καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των αγγείων. Όσον αφορά την πανίδα, αυτή περιλαμβάνει αιγάγρους, χήνες και σκύλους 108. Τα αγγεία αυτά δεν φαίνεται ωστόσο να έχουν κάποια επιρροή από το εργαστήριο της Βόρειας Ιωνίας, εκτός από τη χρήση της διπλής σπείρας σαν παραπληρωματικό κόσμημα. Σημαντική επιρροή για τα αγγεία του καρικού εργαστηρίου πιστεύεται ότι ήταν η αγγειογραφία του μέσου ρυθμού των αιγάγρων της Νότιας Ιωνίας, καθώς η Μίλητος ήταν η μοναδική ελληνική πόλη που είχε άμεση επαφή με την αρχαία Μύλασα. Η οινοχόη της εικ. 34 αποδίδεται σε καρικό εργαστήριο και φαίνεται ότι ανήκει στο μέσο ρυθμό των αιγάγρων. Τα περισσότερα αγγεία του καρικού εργαστηρίου αποδίδονται στο ζωγράφο του Bochum, ο οποίος είχε έντονη προσωπικότητα. Η οινοχόη αποτελείται από τρεις ζώνες, όπου η μεσαία αναπαριστά χήνες, ενώ οι άλλες δύο αποτελούνται από φυτικά κοσμήματα. Μια ακόμη οινοχόη που χρονολογείται γύρω στο δεύτερο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. αναπαριστά αίγαγρους που τρέχουν καθώς και πολλά παραπληρωματικά μοτίβα. Όσον αφορά τα σχήματα που απαντώνται στο καρικό εργαστήριο, η τριφυλλόστομη οινοχόη είναι το κοινότερο. Απαντώνται επίσης οι οινοχόες με στρογγυλό στόμιο, οι αμφορείς, οι σκύφοι και οι καρποδόχες. Λιγότερο διαδεδομένα ήταν ο δίνος, τα κύπελλα και οι πυξίδες. Τα αγγεία του καρικού εργαστηρίου καλύπτονται με καφετί επίχρισμα, ενώ μερικές φορές χρησιμοποιείται το επίθετο μωβ χρώμα για την δήλωση πρόσθετων λεπτομερειών. Δωρικές αποικίες Στις αποικίες των Δωριέων, όπως στη Ρόδο, αλλά και στην Κάλυμνο και την Κω εισάγονταν αγγεία του ρυθμού των αιγάγρων τα οποία παρουσιάζουν ομοιότητες με τα αγγεία της νότιας Ιωνίας. Πιθανόν να γινόταν κάποιου είδους τοπική κατανάλωση αυτών των αγγείων σε κάποια από αυτά τα νησιά. Μια συγκεκριμένη ομάδα τέτοιων αγγείων με την ονομασία «Ομάδα Νισύρου» αποτελείται από πινάκια με έξω νεύον χείλος και επίπεδη βάση, οινοχόες, κρατήρες. Η πιο συνηθισμένη διακόσμηση των πινακίων είναι η διαίρεση του κυκλικού πεδίου σε δύο άνισα μέρη 108 Cook and Dupont 2002,

40 με το άνω μέρος να απεικονίζει μια μοναδική μορφή ζώου, ενώ το χαμηλότερο μέρος περιλαμβάνει φυτική διακόσμηση. Η ενδιάμεση ζώνη μεταξύ των τμημάτων διακοσμείται επίσης με φυτικά κοσμήματα. Όσον αφορά την απεικόνιση της πανίδας, αυτή αποτελείται από αιγάγρους, σφίγγες, λιοντάρια, σκύλους, πάνθηρες, λαγούς και πουλιά. Εμφανίζονται επίσης μερικές ανθρώπινες μορφές. Το σχέδιο είναι ιδιαίτερα προσεγμένο και τα παραπληρωματικά κοσμήματα εντυπωσιακά. Ορισμένα από τα πινάκια που αναπαριστούν ανθρώπινες μορφές σώζονται καλύτερα, όπως το πινάκιο του Ευφόρβου, το πινάκιο του Περσέα και της Γοργούς. Σύμφωνα με τα παραπληρωματικά κοσμήματα από το πινάκιο του Ευφόρβου, ιδιαίτερη επιρροή σε αυτά τα αγγεία άσκησε ο μέσος ρυθμός των αιγάγρων της νότιας Ιωνίας. Στηριζόμενοι στα ταφικά σύνολα που αποκαλύφτηκαν αυτά τα αγγεία, τα οποία συμβαδίζουν με την μέση φάση της κορινθιάζουσας αγγειογραφίας, πιθανολογείται ότι ανήκουν στο πρώτο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ Αν και το μεγαλύτερο μέρος των αγγείων προέρχεται από τη Ρόδο και τη Νίσυρο, κανένα από τα δύο αυτά νησιά δεν θεωρείται τόπος καταγωγής αυτών των αγγείων. Λυδία Στην πρωτεύουσα της Λυδίας, στις Σάρδεις αποκαλύφθηκαν αρκετά ελληνικά αγγεία από την γεωμετρική εποχή μέχρι και την αρχαϊκή. Η μελέτη της συγκεκριμένης κεραμικής είναι ιδιαίτερα σημαντική για την αρχαιολογική έρευνα, καθώς φαίνεται ότι οι Έλληνες της Ανατολικής Ελλάδας είχαν επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας, με αποτέλεσμα να εισάγουν αυτούς τους ρυθμούς και να τους προσαρμόσουν στα δικά τους δεδομένα. Ορισμένα λυδικά αγγεία επιπλέον βρέθηκαν σε πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας, όπως στην Καρία, στην Αιολίδα, στην Ιωνία, την Φρυγία, την Μυσία, την Καππαδοκία και την Πισιδία 110. Ο πηλός που χρησιμοποιείται είναι λεπτόκοκκος, με επίθετο λευκό επίχρισμα και όπως συνηθιζόταν και στην αιολική αγγειογραφία, έτσι και εδώ χρησιμοποιούνται δύο βαφές. Η πρώτη είναι μαύρου χρώματος που συνήθως έχει μια μωβ χροιά, ενώ η δεύτερη είναι πορτοκαλί-ιώδες. Ο σχεδιασμός των ζώων είναι ιδιαίτερα επιμελημένος 109 Cook and Dupont 2002, Greenwalt 1968,

41 και τα συμπληρωματικά κοσμήματα είναι συνήθως ζωγραφισμένα με ανοιχτόχρωμη βαφή. Οι μορφές που απαρτίζουν την επιφάνεια των αγγείων δεν φέρουν τα ατημέλητα χαρακτηριστικά, όπως της Χίου, αλλά ούτε και τα αφηρημένα στοιχεία που εμφανίζονταν σε ορισμένα αγγεία της Αιολίδας. Τα λυδικά αγγεία του ρυθμού των αιγάγρων περιλαμβάνουν διακόσμηση με σκηνές ζώων και απλά κοσμήματα που καλύπτουν την υπόλοιπη επιφάνεια του αγγείου. Τις περισσότερες φορές τα παραπληρωματικά κοσμήματα παρουσιάζουν ομοιότητες με τα αντίστοιχα του ρυθμού των αιγάγρων, χωρίς ωστόσο να είναι ίδια. Οι εικόνες αποτελούν μια ομάδα αγγείων που ξεχωρίζουν για τις λεπτομέρειες και τα χαρακτηριστικά των μορφών. Τα αγγεία αυτής της κατηγορίας φέρουν λευκό-κρεμώδες επίχρισμα, σκούρο γάνωμα που χρησιμοποιείται για το περίγραμμα των μορφών, ενώ για το γέμισμα και τις λεπτομέρειες χρησιμοποιείται το μωβ-γκρι χρώμα χωρίς ωστόσο να έχει κάποια στιλπνότητα 111. Χρησιμοποιείται επίσης σαν επίθετο χρώμα η ερυθρωπή-πορτοκαλί βαφή, με ένα γυαλιστερό φινίρισμα. Αυτή η ερυθρωπή βαφή χρησιμοποιείται για να δηλώσει τις ανατομικές λεπτομέρειες των ζώων, όπως για παράδειγμα το λαιμό, τον ώμο, τους γλουτούς και το κυρίως σώμα. Επιπλέον, χρησιμοποιείται για να δημιουργηθούν κηλίδες στα σώματα των ελαφιών και των αιλουροειδών. Μεμονωμένα στοιχεία στη διακόσμηση του αγγείου της εικ. 35, το πιο καλοδιατηρημένο αγγείο των Σάρδεων τεκμηριώνει την προσωπικότητα ενός ζωγράφου από τις Σάρδεις. Υπάρχουν αρκετές αμελείς λεπτομέρειες που δηλώνουν το ύφος του εν λόγω ζωγράφου. Το πλάτος των περιγραμμάτων παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις, όπως για παράδειγμα το περίγραμμα των δύο ελαφιών στην άνω επιφάνεια. Στο αγγείο της εικ. 36 χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα το σκουρόχρωμο και ερυθρωπό γάνωμα για το περίγραμμα και το γέμισμα. Αναφορικά με τα σχήματα αυτού του εργαστηρίου, αγαπητά είναι ο λέβητας και ο σκύφος. Η πανίδα των λυδικών αγγείων περιλαμβάνει αιγάγρους, ελάφια, λιοντάρια, σφίγγες, αγριογούρουνα, σκύλους και χελιδόνια, όπως ακριβώς και στο ρυθμό των αιγάγρων Greenwalt 1970, Greenwalt 1970,

42 Σύμφωνα με την εικονογραφία του αιγάγρου της εικ. 36 πιστεύεται ότι το αγγείο αυτό κατασκευάστηκε λίγο μεταγενέστερα από το πρώτο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ., δηλ. γύρω στο π.χ Τέσσερα επιπλέον αγγεία από τις Σάρδεις διαφέρουν από τα αγγεία της προηγούμενης ομάδας, κυρίως ως προς το χρώμα της βαφής και της σύστασης του γανώματος. Τα αγγεία αυτής της κατηγορίας αποτελούνται από ανοιχτόχρωμο καφέ. Και οι δύο κατηγορίες αγγείων έχουν το ίδιο λευκό επίχρισμα, το ίδιο χρώμα γανώματος που χρησιμοποιείται για το περίγραμμα. Το σχέδιο σε αυτά τα αγγεία είναι το ίδιο προσεγμένο, ενώ τα παραπληρωματικά κοσμήματα είναι ίδια, όπως και στην προηγούμενη κατηγορία 114. Το αγγείο της εικ. 37 πιθανολογείται ότι ανήκει σε μια καρποδόχη, όπου στην εσωτερική της επιφάνεια αναπαριστάται μια φτερωτή Πότνια θηρών κρατώντας στο ένα χέρι ένα φίδι ή μια ουρά ζώου. Η εξωτερική διακόσμηση της καρποδόχης περιλαμβάνει περίτεχνους ημιρόδακες, των οποίων το σχέδιο και το χρώμα ποικίλλει. Το αγγείο της εικ. 38 πιθανόν να είναι μια οινοχόη με στρογγυλό στόμιο, όπου σύμφωνα με τα διακοσμητικά μοτίβα πιθανόν να ανήκει στην πρώιμη φάση του ρυθμού των αιγάγρων. Η διακόσμηση του αγγείου είναι αξιοσημείωτη για τα παραπληρωματικά κοσμήματα, ιδίως για τους πολύχρωμους-αστεροειδείς ρόδακες, καθώς και για τους κύκλους και τους ρόμβους. Η διακόσμηση και των δύο αυτών αγγείων είναι παρόμοια από πολλές απόψεις. Τα δύο αγγεία έχουν σκούρο γκριζωπό γάνωμα, παρόμοια παραπληρωματικά κοσμήματα και το ίδιο επίθετο χρώμα στην απόδοσή τους. Όσον αφορά την χρονολογία των δύο αυτών αγγείων, ορισμένα χαρακτηριστικά δείχνουν ότι η διακόσμηση ήταν εμπνευσμένη περισσότερο από τον πρώιμο και τον μέσο, παρά από τον ύστερο ρυθμό των αιγάγρων. Παρόλο που οι σβάστικες και οι αστεροειδείς ρόδακες απαντώνται καθ όλη τη διάρκεια του ρυθμού, ωστόσο φαίνεται να είναι πιο κοινά κατά τον πρώιμο και τον μέσο ρυθμό απ ότι κατά τον ύστερο 115. Σύμφωνα με τις ομοιότητες στην διακόσμηση, αλλά και στο σχέδιο μεταξύ των δύο αυτών αγγείων, πιθανόν να ανήκουν γύρω στο π.χ Greenwalt 1970, Greenwalt 1970, Καρδαρά 1963, 40 εικ. 11, 41 εικ. 13, 64 εικ. 36, 66 εικ Greenwalt 1970,

43 Ετρουρία Στην αρχαία ετρουσκική πόλη Βούλτσι έχουν αποκαλυφθεί πολλά αγγεία που περιλαμβάνουν την διακόσμηση του ρυθμού των αιγάγρων και αποδίδονται σε έναν τοπικό ζωγράφο, εν ονόματι Swallow Painter. Ο πηλός των αγγείων είναι καστανωπός, με λευκό-κρεμώδες επίχρισμα, ενώ τα κυριότερα σχήματα είναι η όλπη, η οινοχόη, ο αμφορέας, ο κρατήρας, ο δίνος και το αλάβαστρο. Όσον αφορά την διακόσμηση οι χαρακτηριστικότερες σκηνές είναι οι αίγαγροι που βόσκουν, και γενικότερα κυριαρχεί η παράδοση των εικονιστικών παραστάσεων του μέσου ρυθμού των αιγάγρων ΙΙ 117. Η φυτική διακόσμηση προέρχεται επίσης από τον ρυθμό των αιγάγρων, παρόλο που το βασικό παραπληρωματικό κόσμημα είναι ετρουσκικό. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το σχέδιο των μορφών του αιγάγρου και των χηνών, το οποίο ακολουθεί πιστά την τεχνική του ρυθμού. Ως πιθανή επιρροή αυτών των αγγείων πιθανολογείται ότι ήταν ο μέσος ρυθμός των αιγάγρων ΙΙ της νότιας Ιωνίας. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι ο συγκεκριμένος ζωγράφος καταγόταν απ την Ετρουρία και μιμούταν τα αγγεία του ρυθμού, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν πρόσφυγας στην Ετρουρία και είχε εργαστεί σε κάποιο εργαστήριο που παρασκεύαζε αγγεία του ρυθμού. Μολονότι η κεραμική του ρυθμού των αιγάγρων είναι σπάνια στην Ετρουρία, θεωρείται απίθανο ο συγκεκριμένος ζωγράφος να είχε ως παράδειγμα κάποια δείγματα αυτού ή ακόμη και να τα θυμάται και να τα μιμείται. 3.5 Η ταξινόμηση του ρυθμού των αιγάγρων σύμφωνα με τη σύγχρονη έρευνα Πρόσφατες μελέτες στην κεραμική της Ανατολικής Ελλάδας από τους Kerschner και Schlotzhauer, οδήγησαν στην δημιουργία ενός εκσυγχρονισμένου ταξινομικού συστήματος που βασίζεται στην χρονολογία, καθώς και στην γεωγραφική ενότητα του κάθε εργαστηρίου παραγωγής. Σύμφωνα με την ταξινόμηση των παραπάνω μελετητών, υπάρχουν δύο σημαντικές διαφορές από αυτήν του R. Cook. Η πρώτη βασίζεται στον επαναπροσδιορισμό μεταξύ των φάσεων του ΜΡΑ Ι και ΜΡΑ ΙΙ, οι οποίοι έχουν μετονομασθεί σε ΝιΑ Ιa και ΝιΑ Ιb 118, και η δεύτερη στην εισαγωγή μιας υποδιαίρεσης του ΜΡΑ ΙΙ περιλαμβάνοντας μέσα σε αυτή και τον ΜΡΑ ΙΙΙ με τις συμβατικές ονομασίες ΝιΑ Ιc και ΝιΑ Id. Η γεωγραφική 117 Cook and Dupont 2002, Για την ονομασία βλ. Kerschner and Schlotzhauer 2005, 4. 43

44 συνιστώσα του ταξινομικού όρου δηλώνει τον τόπο παραγωγής των αγγείων. Στην κατάταξη αυτή χρησιμοποιούνται τα καθιερωμένα αρχαιολογικά τεχνοτροπικά κριτήρια, η τυπολογία και η τεχνική, προκειμένου να οριστούν διαφορετικά στάδια που αφορούν την εξέλιξη της κεραμικής παραγωγής και μπορούν να εξομοιωθούν με συγκεκριμένες ημερομηνίες Νότιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός Ιa (ΝιΑ Ιa) Στην συγκεκριμένη φάση τα ανατολίζοντα στοιχεία εμφανίζονται περιστασιακά ανάμεσα στα γεωμετρικά μοτίβα και στις πρώτες δεκαετίες του 7 ου αι. π.χ. γίνονται όλο και πιο συχνά, μέχρι που κυριαρχούν στο τέλος. Στο τέλος αυτής της φάσης η ζωφόρος με ζώα έχει αναπτυχθεί πλήρως. Ο νότιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός Ιa αντιστοιχεί κατά ένα μεγάλο βαθμό στον πρώιμο ρυθμό των αιγάγρων, σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα του R. Cook 120. Οι οινοχόες που παρουσιάζονται στις εικ ανήκουν στην συγκεκριμένη φάση. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι μόνο λίγα αγγεία έχουν αποδοθεί στην συγκεκριμένη φάση. Όσον αφορά τα σχήματα που συνηθίζονται σε αυτόν το ρυθμό, αγαπημένες είναι οι οινοχόες με στρογγυλό στόμιο, οι κρατήρες και οι αμφορείς. Το σχήμα της οινοχόης έχει ένα ευρύ, βολβώδες σώμα που πατά σε μια ευρεία δακτυλιόσχημη βάση, έναν κυλινδρικό λαιμό με ευρύ χείλος και μια κάθετη ταινιωτή λαβή που ξεκινά απ το χείλος και καταλήγει στον ώμο. Ο λαιμός των οινοχόων χωρίζεται σε αρκετές ταινίες που περιλαμβάνουν κοσμήματα, που συνήθως έχουν συμμετρική διάταξη και συχνά παρουσιάζουν ένα διακεκομμένο ζατρίκιο, ενώ η χαμηλότερη ζωφόρος αναπαριστά ακτίνες ή τρίγωνα. Η διακόσμηση περιορίζεται στον ώμο για τις οινοχόες, στο λαιμό για τους αμφορείς και στη ζώνη της λαβής για τους κρατήρες. Η κοιλιά της οινοχόης φέρει μια πλατιά ζώνη που αποτελείται από πολλές ταινίες, όπου η καθεμία περιέχει διαφορετικά κοσμήματα. Στην εικονιστική διακόσμηση των αγγείων περιλαμβάνονται τα ζώα και τα μυθικά όντα, ενώ οι ανθρώπινες μορφές απεικονίζονται μόνο κατ εξαίρεση. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της φάσης είναι η προτίμηση στα ζώα. Τα μεγάλα 119 Kerschner and Schlotzhauer 2005, Cook and Dupont 2002, 29-31,

45 ζώα, όπως το λιοντάρι και ο αγριόχοιρος είναι τοποθετημένα αντιθετικά, απειλώντας το ένα το άλλο. Η ΝιΑ Ιa φάση χαρακτηρίζεται από μια έντονη ανάμειξη μορφών και κοσμημάτων. Κάθε αγγείο αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ενδείξεις για μαζική παραγωγή Νοτιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός Ιb (ΝιΑ Ιb) Η φάση αυτή αντιστοιχεί με τον μέσο ρυθμό αιγάγρων Ι, σύμφωνα με τον R. Cook με μόνη διαφορά ότι η ΝιΑ Ιb τελειώνει νωρίτερα απ ότι ο ΜΡΑ Ι. Σύμφωνα με τον R. Cook, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του ΜΡΑ Ι ήταν η ύπαρξη των διακοσμητικών ταινιών που διαιρούσαν τις ζωφόρους ζώων, ενώ ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ΝιΑ Ιb και Ιc καθορίζεται από άλλα κριτήρια με σημαντικότερο, την σύνταξη των ζωφόρων με ζώα. Τα περισσότερα δείγματα που ανήκουν σε αυτή τη φάση (εικ ) έχουν κατηγοριοποιηθεί από την Χ. Καρδαρά ως «ύστερου ανατολίζοντος ρυθμού» και «σχολή Αρκάδων» 121. Τα κοινότερα σχήματα της ΝιΑ Ιb φάσης είναι οι οινοχόες με το στρογγυλό στόμιο, οι κρατήρες, οι δίνοι, οι καρποδόχες και τα κύπελλα με έξω νεύον χείλος. Οι τριφυλλόστομες οινοχόες κάνουν την εμφάνιση τους, αλλά είναι ακόμη πολύ σπάνιες. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης εμφανίζεται μια δεύτερη ζωφόρος με σκηνές ζώων που συνήθως προστίθεται στην περιοχή του ώμου για την οινοχόη, περιβάλλοντας ολόκληρη την κοιλιά. Μια νέα σύνθεση για τη ζωφόρο του ώμου στις οινοχόες έχει αναπτυχθεί, όπου το κέντρο συχνά τονίζεται από ένα πολύπλοκο σπειροειδές σχέδιο που εμπλουτίζεται με κοσμήματα. Τα ζώα διατάσσονται αντιθετικά γύρω από το συγκεκριμένο φυτικό κόσμημα. Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της ΝιΑ Ιb φάσης είναι η μεγάλη ποικιλία των ειδών που συνθέτουν τις ζωφόρους με τα ζώα. Όσον αφορά την πανίδα, αγαπημένα είναι τα σκυλιά, οι αίγαγροι και οι λαγοί. Οι γρύπες, τα λιοντάρια, οι ταύροι και οι χήνες χρησιμοποιούνται μόνο ως αντιθετικά συμπλέγματα στις ζωφόρους του ώμου 122. Όλα τα σχέδια των μορφών είναι δουλεμένα με δεξιοτεχνία σε σχέση με την προηγούμενη φάση, ενώ η διάταξή τους γίνεται όλο και πιο φυσιοκρατική. 121 Καρδαρά 1963, Kerschner and Schlotzhauer 2005,

46 3.5.3 Νότιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός Ιc (ΝιΑ Ιc) Σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα των Kerschner και Schlotzhauer, ο μέσος ρυθμός των αιγάγρων ΙΙ διαιρείται σε δύο διακριτές φάσεις: η πρώτη είναι η ΝιΑ Ιc και η δεύτερη η ΝιΑ Ιd. Η πρωιμότερη απ τις δύο περιλαμβάνει τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του ΜΡΑ Ι. Τα διακοσμημένα αγγεία των φάσεων ΝιΑ Ιc και ΝιΑ Ιd παρουσιάζουν ενδείξεις μαζικής παραγωγής. Τα κυριότερα σχήματα που χρησιμοποιούνται είναι οι τριφυλλόστομες οινοχόες, οι δίνοι, οι κρατήρες, τα κύπελλα με το έξω νεύον χείλος και οι καρποδόχες. Το σώμα της οινοχόης είναι λιγότερο διευρυμένο και η λαβή αποτελείται από τρία τμήματα και κοσμείται με δύο ρόδακες στο άνω τμήμα της (εικ. 48). Οι ζωφόροι με τις μορφές των ζώων παραμένουν σχετικά υψηλές, όπως ήταν και στην προηγούμενη φάση, μόνο που τώρα ορισμένοι αγγειογράφοι αυξάνουν των αριθμό των ζωφόρων στην κοιλιά των οινοχόων. Ο αίγαγρος παραμένει το πιο αγαπημένο ζώο, αλλά ωστόσο χρησιμοποιούνται και τα ελάφια, οι σφίγγες και οι χήνες. Για την απόδοση ορισμένων λεπτομερειών χρησιμοποιείται το επίθετο ιώδες χρώμα. Η χρήση των παραπληρωματικών κοσμημάτων είναι πολύ έντονη και συνήθως δίνουν την εντύπωση του μωσαϊκού. Τα μεμονωμένα μοτίβα τείνουν να είναι περισσότερο τυποποιημένα και απλούστερα, με λιγότερες λεπτομέρειες απ ότι στην ΝιΑ Ιb φάση. Για τις οινοχόες, ο βασικός τύπος διακόσμησης είναι τα άνθη λωτού που περιβάλουν την χαμηλότερη ζωφόρο Νότιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός Ιd (ΝιΑ Ιd) Στην φάση αυτή συμπεριλαμβάνονται τα δείγματα του ΜΡΑ ΙΙ και ΜΡΑ ΙΙΙ, σύμφωνα με τον R. Cook. Τα αγγεία της ΝιΑ Ιd φάσης χαρακτηρίζονται από τυποποίηση και μια νέα τάση για απλοποίηση 123. Τα βασικότερα αγγεία που χρησιμοποιούνται σε αυτή τη φάση είναι οι τριφυλλόστομες οινοχόες (εικ ), οι αμφορείς, οι δίνοι, οι κρατήρες, τα κύπελλα με το έξω νεύον χείλος και οι καρποδόχες (εικ. 53). Το σώμα της οινοχόης γίνεται περισσότερο ωοειδές και οι ώμοι είναι πιο στρογγυλεμένοι απ ότι ήταν στην προηγούμενη περίοδο. 123 Kerschner and Schlotzhauer 2005,

47 Όσον αφορά τον εξωραϊσμό του αγγείου, εξακολουθούν να υπάρχουν οι μετόπες και οι ζωφόροι με σκηνές ζώων, όπου τα ζώα καταλαμβάνουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό των ζωφόρων, δίνοντας συχνά την εντύπωση ότι πιέζονται μεταξύ των γραμμών των πλαισίων 124. Τα σώματα των ζώων είναι επιμηκυμένα, με τρόπο αφύσικο. Ένα νέο μοτίβο εμφανίζεται στην περιοχή του ώμου για τις οινοχόες, το οποίο απεικονίζει αιγάγρους ή ελάφια με λυγισμένα τα μπροστινά άκρα. Το κεφάλι τους είτε βρίσκεται σε όρθια θέση, είτε είναι χαμηλωμένο και γέρνει προς τα πίσω. Η χρήση του επίθετου ιώδους χρώματος εξακολουθεί να εφαρμόζεται για την δήλωση ορισμένων λεπτομερειών των σωμάτων των ζώων. Όσον αφορά τα παραπληρωματικά κοσμήματα, σε αυτή τη φάση εμφανίζεται ένα καινούριο κόσμημα, έχοντας την μορφή του μαιάνδρου, ενώ ο λαιμός των οινοχόων διακοσμείται με απλά τετράγωνα Νότιο-ιωνικός αρχαϊκός ρυθμός ΙΙa (ΝιΑ ΙIa) Τα περισσότερα διακοσμητικά αγγεία του νότιου-ιωνικού αρχαϊκού ΙΙ ρυθμού αντιστοιχούν στον ρυθμό των Φικελλούρων, σύμφωνα με την ταξινόμηση του R. Cook. Στο παρόν στάδιο της έρευνας δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η αγγειογραφία αυτής της περιόδου παραγόταν σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της νότιας Ιωνίας, εκτός από τη Μίλητο. Ως καθοριστικό κριτήριο για την έναρξη αυτής της περιόδου είναι η εμφάνιση της τεχνικής του περιγράμματος. Η συγκεκριμένη ονομασία βασίστηκε αποκλειστικά σε τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά των αγγείων, καθώς οι στρωματογραφικές ενδείξεις εξακολουθούν να είναι ελλιπείς. Στα αγγεία της ΝιΑ ΙIa φάσης, οι ζωφόροι με τις μορφές τείνουν να είναι περισσότερο συντηρητικοί, τηρώντας εν μέρει την παραδοσιακή τεχνική του περιγράμματος. Αγαπημένα αγγεία αυτής της περιόδου είναι οι τριφυλλόστομες οινοχόες (εικ.54-55), οι αμφορείς, οι κρατήρες, οι δίνοι, τα κύπελλα με έξω νεύον χείλος (εικ.56-58) και οι καρποδόχες. Απαντώνται ωστόσο και οι αρύβαλλοι, οι κύλικες και οι αμφορίσκοι. Μέρος των σωμάτων των ανθρώπων και των ζώων δεν είναι σχεδιασμένα με την τεχνική του περιγράμματος, όπως στην ΝιΑ Ι περίοδο, ενώ σχεδόν όλες οι απεικονιζόμενες μορφές αποδίδονται με την μελανόμορφη τεχνική. Όσον αφορά τον 124 Kerschner and Schlotzhauer 2005,

48 σχεδιασμό των μορφών οι αγγειογράφοι της νότιας Ιωνίας σκιαγραφούν εσωτερικές λεπτομέρειες στα σώματα των μορφών, καθώς και μάτια. Εντούτοις, η απεικόνιση των ανθρώπινων μορφών γίνεται όλο και πιο συχνή στις ζωφόρους των αγγείων 125. Η χρήση του επίθετου ιώδους χρώματος εξακολουθεί να εφαρμόζεται στις μορφές και στα παραπληρωματικά κοσμήματα, αλλά με το πέρας του χρόνου αποκτά μικρότερη συχνότητα. Σε αυτή τη φάση κάνουν την εμφάνισή τους οι αμιγώς διακοσμητικές ζωφόροι, οι οποίες καταλαμβάνουν τον ώμο για τις οινοχόες, και την περιοχή της κοιλιάς για τα κύπελλα. Νέα συστήματα διακόσμησης εμφανίζονται, όπως τα μοτίβα με ρόδακες ή τα σχηματοποιημένα φτερά που καλύπτουν μεγάλα τμήματα ή ακόμη και ολόκληρο το αγγείο. Τα άνθη λωτού και οι έλικες λειτουργούν ως κοσμήματα που ενώνονται με τις λαβές. Μια από τις βασικότερες καινοτομίες του ΝιΑ ΙIa ρυθμού είναι η έλλειψη του περιγράμματος των κοσμημάτων, όπως ακριβώς γίνεται και στις μορφές των ζώων και των ανθρώπων. 125 Kerschner and Schlotzhauer 2005,

49 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 ο : Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΡΥΘΜΟΥ ΤΩΝ ΦΙΚΕΛΛΟΥΡΩΝ 4.1 Η τεχνοτροπική εξέλιξη του ρυθμού Διάδοχος του ρυθμού των αιγάγρων είναι ο ρυθμός των Φικελλούρων, ο οποίος παραγόταν στη Μίλητο από το 560 έως το 494 π.χ Η ονομασία του ρυθμού δόθηκε από μια περιοχή της Ρόδου και συγκεκριμένα από την αρχαία πόλη της Καμίρου, περιοχή στην οποία εντοπίσθηκαν πολλά δείγματα του ρυθμού 127. Πρόκειται για τον τελευταίο αγγειογραφικό ρυθμό της Ανατολικής Ελλάδας, ο οποίος ακολούθησε τα τεχνοτροπικά γνωρίσματα της μέσης φάσης του ρυθμού των αιγάγρων 128. Η απόχρωση του πηλού ποικίλλει από γκρι σε κοκκινωπό ροζ, ενώ το επίχρισμα που χρησιμοποιείται είναι κίτρινο υπόλευκο προς λευκό και πολύ συχνά εμπεριέχεται στο εσωτερικό του μαρμαρυγίες 129. Η βαφή είναι σκούρα καστανή προς κοκκινωπή και οι λεπτομέρειες των μορφών αποδίδονται με την τεχνική της εξαίρεσης. Το χαρακτηριστικότερο σχήμα του ρυθμού είναι ο αμφορέας με στενό λαιμό και μεγάλο ώμο. Αυτό το σχήμα δεν το συναντά κανείς στο εργαστήριο παραγωγής του ρυθμού των αιγάγρων στην Ιωνία, αλλά πολύ περισσότερο στα αιολικά εργαστήρια παραγωγής. Άλλα σχήματα που απαντώνται είναι η οινοχόη, ο αμφορίσκος, η όλπη, η υδρία, ο κάνθαρος, ο στάμνος (εικ. 63) και οι σφαιρικοί αρύβαλλοι. Στις επόμενες περιόδους εισάγεται και ο αμφορίσκος με το επίμηκες σώμα και το ψηλό κωνικό πόδι (εικ. 64). Οι αμφορίσκοι συνήθως δεν φέρουν διακόσμηση. Σπάνια επίσης είναι η διακόσμηση σε σειρές με μισοφέγγαρα και σπείρες. Σε όλα τα οικεία παραδείγματα που έχουμε από αμφορίσκους της Ιταλίας και του ελλαδικού χώρου, το αγγείο εξωραΐζεται με το γνωστό δικτυωτό κόσμημα και μισοφέγγαρα στο σώμα, σειρές από μαιάνδρους στο λαιμό και ταινίες στον ώμο. Γύρω στο 540 π.χ. τα σχήματα του ρυθμού αρχίζουν να γίνονται ραδινότερα και την 126 Cook 1994, Gates 1983, 39; Yalouris 1997, Cook 1994, Cook 1933/4,

50 ίδια ακριβώς περίοδο εμφανίζεται ο αμφορέας με λαιμό στις Κλαζομενές, καθώς και ορισμένα δείγματα από τα αττικά εργαστήρια 130. Ο εξωραϊσμός του αγγείου πραγματοποιείται κυρίως στο σώμα του αγγείου. Η διακόσμηση διευθετείται σε ζώνες και δίνεται έμφαση στην διακόσμηση του ώμου, ενώ τονίζεται σε μέγεθος το ανώτερο μέρος της κοιλιάς. Στο χείλος του αγγείου υπάρχουν αδρές πινελιές, ενώ στο λαιμό κυριαρχεί ο διακοσμητικός πλοχμός ή ο μαίανδρος με τετράγωνα. Το διακοσμητικό μοτίβο της έλικας είναι τοποθετημένο στο ανώτερο σημείο του σώματος του αγγείου, ενώ καμιά φορά καταλαμβάνει και την κεντρική ζωφόρο. Οι μορφές αποδίδονται κυρίως με την τεχνική της εξαίρεσης, μια τεχνική όπου δίνει την εντύπωση της εγχάραξης. Το ερυθρό χρώμα κάνει τη χρήση του μόνο κατά την πρώιμη φάση του ρυθμού. Όσον αφορά το εικονογραφικό περιεχόμενο των συνθέσεων των αγγείων, οι μυθολογικές σκηνές είναι ελάχιστες. Συνήθως οι εικονιστικές παραστάσεις περιλαμβάνουν σκηνές Σατύρων και Κενταύρων, ενώ ο Διόνυσος και ο Άρης είναι οι μόνοι θεοί που απεικονίζονται στις παραστάσεις των αγγείων. Διαφορές παρουσιάζουν η μορφή του λωτού, καθώς και μερικά από τα φυτικά κοσμήματα. Στον ρυθμό των αιγάγρων τα άνθη λωτού και οι αλυσίδες ανθεμίων είχαν διαφορετική μορφή και διέπονταν από μια εξελικτική πορεία. Αντίθετα, στον ρυθμό των Φικελλούρων το άνθος του λωτού απλουστεύεται και δεν ακολουθεί κάποια εξελικτική πορεία, όπως στην αγγειογραφία του ρυθμού των αιγάγρων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αγγείου, του ρυθμού των Φικελλούρων αποτελεί ο αμφορέας που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο και χρονολογείται γύρω στο 540 π.χ. (εικ. 66). Στο συγκεκριμένο αγγείο, απεικονίζεται μια πέρδικα και εκατέρωθεν της υπάρχουν μεγάλες έλικες. Τα ζώα και τα πουλιά κυριαρχούν στην πρώιμη φάση του ρυθμού των Φικελλούρων, όπου οι μορφές αποδίδονται με πλήρη σκιαγραφία. Τα διάφορα είδη των ζώων όπως το λιοντάρι, ο πάνθηρας, ο κάπρος, το ελάφι, ο ταύρος, ο αίγαγρος και η σφίγγα παρουσιάζονται στα συμβατικά συμπλέγματα, όπως για παράδειγμα σκυλιά κυνηγούν λαγούς και πάπιες βαδίζουν στη σειρά. Γύρω στο 530 π.χ. τα ζώα που κυριαρχούσαν στην πρώιμη φάση του ρυθμού, πλέον δεν αναπαριστώνται στις εικονιστικές συνθέσεις των αγγείων, εκτός από ορισμένα, ενώ γύρω στο 520 π.χ. παύουν να εμφανίζονται και αυτά Schauss 1986, Cook 1994,

51 Οι ζωγράφοι του ρυθμού των Φικελλούρων πήραν πολλά δάνεια από τον ρυθμό των αιγάγρων κυρίως από τη μέση φάση του και αυτό παρατηρείται στην απεικόνιση της πανίδας, στα διακοσμητικά μοτίβα, στα σχήματα των αγγείων, καθώς και στην τεχνική. Οι πιο σημαντικοί ζωγράφοι του ρυθμού είναι ο Ζωγράφος του Altenburg, του οποίου την τεχνοτροπία ακολούθησε η ομάδα S, και ο Ζωγράφος των Τρεχόντων Σατύρων (Painter of the Running Satyrs) 132. Ο ζωγράφος του Altenburg (εικ. 69) θεωρείται απ τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρυθμού, διότι συνέβαλλε στη δημιουργία και τη μετατροπή των εικονιστικών παραστάσεων από ζώα, σε ανθρώπινες μορφές 133. Τα θέματα που επιλέγει για την διακόσμηση των αγγείων του περιλαμβάνουν απλές πομπές από πέρδικες ή σκηνές κυνηγιού αιγάγρων, ενώ οι πιο σύνθετες παραστάσεις περιλαμβάνουν σκηνές από φυτοφάγα ζώα τα οποία συχνά δέχονται επίθεση από τα σαρκοφάγα ζώα (εικ. 69). Το συγκεκριμένο αγγείο αντιπροσωπεύει ένα πρώιμο δείγμα του ρυθμού των Φικελλούρων. Στο σώμα του αγγείου απεικονίζεται ένας ταύρος που επιτίθεται σε ένα λιοντάρι, ενώ στον ώμο του αναπαριστώνται ζεύγη ζώων, όπως υδρόβια πτηνά και μιξογενή όντα, τα οποία επιτίθενται σε ελάφια. Ορισμένες από τις τεχνοτροπίες που έχουν αναγνωρισθεί από τον Ζωγράφο του Altenburg, είναι ότι ο ίδιος χρησιμοποιεί τη μελανόμορφη τεχνική, αντί για την τεχνική του περιγράμματος (εικ. 70), έφερε την ανθρώπινη στο προσκήνιο, την οποία απεικονίζει πολλές φορές σε σκηνές συμποσίου και ψυχαγωγίας (εικ. 71). Η πιο «κοινή» εικονιστική σκηνή που περιλαμβάνει ανθρώπινες μορφές, είναι αυτή των κωμαστών 134. Αυτοί συνήθως βαστούν αγγεία πόσεως, όπως οινοχόες και ορισμένες φορές συνοδεύονται από έναν αυλητή. Οι περισσότεροι απ τους κωμαστές είναι ενδεδυμένοι με περίζωμα, το οποίο δηλώνεται με ένα επίθετο μωβ χρώμα πάνω από τη μαύρη βαφή. Πιθανολογείται ότι οι παραστάσεις των κωμαστών πρέπει να ήταν επιρροή από την αττική αγγειογραφία κατά το β μισό του 6 ου αι. π.χ. Ο συγκεκριμένος τύπος ενδυμασίας που παρατηρείται στους κωμαστές, η χρήση δηλαδή του περιζώματος αντί του χιτώνα, έμμεσα υποδηλώνει την σχέση της αττικής αγγειογραφίας, σχετικά με τον τρόπο απόδοσης των σατύρων 135. Θα μπορούσαμε σε αυτό το σημείο να πούμε ότι μια πιθανή πηγή επιρροής της εικονογραφίας του ρυθμού των Φικελλούρων, ως προς τους κωμαστές τουλάχιστον, να προέρχεται από την Αττική. Ως εκ τούτου, μορφές κωμαστών 132 Schaus 1986, Schaus 1986, Schaus 1986, Boardman 2001,

52 συναντούμε σε λίγα αγγεία από τις Κλαζομενές 136, καθώς και σε ορισμένα αγγεία από τη Χίο 137. Ο Ζωγράφος των Τρεχόντων Σατύρων, έκανε εξαρχής έκδηλο το ενδιαφέρον του για μυθικές σκηνές. Στον Ζωγράφο του Altenburg αποδίδεται η οινοχόη που βρίσκεται στο Βρετανικό μουσείο, η οποία χρονολογείται γύρω στο π.χ. Ο Ζωγράφος των Τρεχόντων Σατύρων φαίνεται πως είχε επηρεασθεί ιδιαίτερα από την αττική κεραμική, όπως και οι αθηναίοι κεραμείς είχαν πάρει δάνεια από την τεχνοτροπία του 138. Ο ίδιος έκανε από την αρχή έκδηλο το ενδιαφέρον του για την απόδοση της ανθρώπινης μορφής στα αγγεία του. Σε σχέση με τον Ζωγράφο του Altenburg, οι εικονιζόμενες μορφές του Ζωγράφου των Τρεχόντων Σατύρων διέπονται από ζωηρότητα και δυναμισμό. Τα σώματα των ανθρώπινων μορφών απεικονίζονται με μεγάλη λεπτομέρεια, ενώ ένα χαρακτηριστικό του ζωγράφου είναι η απόδοση του μεγάλου ώμου. Αυτό επιτυγχάνεται με μια αποκλειστική γραμμή που εκτείνεται από το λαιμό μέχρι τη μασχάλη. Οι γυναικείες μορφές απεικονίζονται φορώντας ενώτια στα αυτιά. Η ομάδα R εξακολουθεί να κινείται στον ρυθμό των Φικελλούρων απλουστεύοντας τα διακοσμητικά μοτίβα που κάλυπταν την επιφάνεια του αγγείου, ενώ τα αγγεία της ομάδας Ρ, φέρουν διακόσμηση με ακανθώδη άνθη λωτού και πλοχμούς 139. Πιστεύεται ωστόσο, ότι η ομάδα R αποτελούταν από έναν μοναδικό ζωγράφο που ξεκίνησε αρχικά από κάποια άλλη σχολή και κατέληξε στο ρυθμό των Φικελλούρων 140. Ο Ζωγράφος του Δρομέα (Running Man Painter), είναι λιγότερο παραδοσιακός και χαρακτηρίζεται ως ο εισηγητής της τεχνικής του ελεύθερου πεδίου, του ακόσμητου δηλαδή χώρου γύρω από την εικονιστική παράσταση του αγγείου 141. Το έργο του θεωρείται το πιο ολοκληρωμένο από όλους τους ζωγράφους του ρυθμού των Φικελλούρων 142. Για πολλούς αιώνες η παραγωγή εργαστηρίων του ρυθμού των Φικελλούρων απονέμονταν στην Ρόδο. Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε τους αρχαιολόγους και 136 Cook 1952, no. C.II.I6-I8, 21, C.IV.2, D.2, D.c, F Boardman 2001, Για την επιρροή που άσκησε η αγγειογραφία της ανατολικής Ελλάδας στην αττική κεραμική βλ. γενικότερα Jackson 1976, Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002,

53 ανασκαφείς των ευρημάτων Alfred Billioti και August Salzmann, όταν ανέσκαψαν για πρώτη φορά το ομώνυμο νεκροταφείο, αλλά και ορισμένων άλλων νεκροπόλεων της Ρόδου 143, όπως στο Μακρύ Λαγγόνι της Καμίρου, όπου κάθε ταφικό σύνολο εμπεριείχε και ένα αγγείο του ρυθμού των Φικελλούρων. Σύμφωνα με εργαστηριακές αναλύσεις σε αγγεία του ρυθμού, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τον Pierre Dupont, με βάση έναν ικανοποιητικό αριθμό από όστρακα που προέρχονται από την Ίστρο, αποδείχθηκε ότι η Μίλητος ήταν αναμφισβήτητα η κύρια πόλη παραγωγής αγγείων του ρυθμού των Φικελλούρων 144. Η άποψη αυτή έχει γίνει πλέον αποδεκτή από όλους τους μελετητές 145. Μια άλλη άποψη θεωρεί το ρυθμό ένα είδος κοινής της Ανατολικής Ελλάδας, όπου βασικά κέντρα παραγωγής ήταν η Μίλητος, η Σάμος, η Ρόδος και η Έφεσος 146. Εντούτοις, μεγάλος αριθμός αγγείων βρέθηκαν στη Μίλητο και τα Δίδυμα, κυρίως από νεκροπόλεις και οικοδομήματα. Στην Ιωνία, αγγεία του ρυθμού των Φικελλούρων έχουν εντοπισθεί στην Έφεσο, και στην περιοχή της Μικράς Ασίας από τις Σάρδεις 147. Ένας μεγάλος αριθμός αγγείων του ρυθμού έχουν βρεθεί στη Σάμο, τη Ρόδο, τη Νίσυρο και τη Ναύκρατη (εικ ) 148. Στις εγκαταστάσεις της Μιλήτου, στη Μαύρη Θάλασσα, ένας αρκετά μεγάλος αριθμός ευρημάτων βρέθηκε στην Ίστρια, το Νυμφαίο και την Ολβία 149. Ορισμένα αγγεία επιπλέον έχουν εντοπισθεί στο Tell Defenneh της Αιγύπτου και στη Ναύκρατη, καθώς και στην περιοχή της Κύπρου 150. Δείγματα του ρυθμού απουσιάζουν παντελώς από την Αιολίδα και τη Βόρεια Ιωνία, ενώ στον ελλαδικό χώρο, αγγεία του ρυθμού είναι πιο σπάνια. Στα νησιά των Κυκλάδων και συγκεκριμένα στο νησί της Δήλου, προέρχονται έντεκα αγγεία συνολικά. Από το νησί της Αίγινας προέρχονται επτά αγγεία, των οποίων το ένα πιθανόν αποδίδεται στον Ζωγράφο του Altenburg, ενώ δύο ακόμη αμφορείς βρέθηκαν από ανασκαφές στο ιερό της Κολώνας 151. Από την Ακρόπολη των Αθηνών, προέρχονται τέσσερα θραύσματα αγγείων, ένας αμφορίσκος άρτιας τεχνικής κατασκευής και ένα τμήμα από αμφορέα από την Αρχαία Αγορά. Στις λιβυακές αποικίες των Ελλήνων, ευρήματα του ρυθμού 143 Cook 1933/4, Dupont 1983, Boardman 1998, Walter-Karydi 1973, Greenwalt 1971, Schlotzhauer and Villing 2005, Βλ. γενικότερα Alexandrescu 1978a, 57; Boujek 1990, 22-31, Cook 1994, Walter-Karydi 1982,

54 είναι λιγοστά, ενώ αντίθετα στην Κύπρο, αγγεία του ρυθμού απαντώνται σε αρκετές περιοχές. Οι ελληνικές και οι ετρουσκικές θέσεις στην Ιταλία δεν φανέρωσαν κάποιο αξιόλογο αριθμό αγγείων. Μόνο στην Ετρουρία εντοπίσθηκαν αρκετά θραύσματα αγγείων, στο ιερό της Αφροδίτης στην Gravisca. Επειδή όμως το συγκεκριμένο ιερό ήταν πολύ σημαντικό για τους Ίωνες και τους Αιγινήτες, είναι φυσιολογικός ο αριθμός των αγγείων που βρέθηκαν εκεί 152. Ωστόσο, υπήρχαν κάποια εργαστήρια, τα οποία κατασκεύαζαν απομιμήσεις αγγείων του ρυθμού των Φικελλούρων. Ένα εξ αυτών υπήρχε στα Μύλασα της Καρίας, ευρήματα του οποίου προέρχονται από τη νεκρόπολη του Damlıbogăz, καθώς και από τους ναούς στο Σίνυρι και στα Λάβρανδα 153. Ελάχιστες είναι οι απομιμήσεις αγγείων του ρυθμού από εργαστήρια παραγωγής της Μιλήτου, ιδίως από την Ίστρια και την Ολβία. Ένας μεγάλος αριθμός αγγείων που βρέθηκαν στις Σάρδεις συνδυάζουν ταυτόχρονα τον ρυθμό των Φικελλούρων, αλλά και κάποια στοιχεία από τον πρώιμο ρυθμό των αιγάγρων 154. Ο πηλός των αγγείων είναι χρώματος ροζ και συχνά δεν περιέχει στο εσωτερικό του μαρμαρυγίες. Στα ανοικτά αγγεία ωστόσο, το εσωτερικό βερνίκι είναι χρώματος πορτοκαλί-καφέ και μερικές φορές έχει μια μεταλλική λάμψη. Το εξωτερικό επίχρισμα είναι υπόλευκου χρώματος. Η ζώνη των λαβών κάτω από το χείλος περιέχει τις περισσότερες φορές ζωφόρο με ζώα, ενώ κάτω από την εικονιστική παράσταση υπάρχει μια ζώνη με διακοσμητικά μοτίβα. Γύρω από το χαμηλότερο μέρος του σώματος και περιβάλλοντάς το, υπάρχουν ακτίνες ή άνθη λωτού. Σε όλα σχεδόν τα αγγεία η διακόσμηση είναι σχεδόν ίδια. Τα κοσμήματα και οι εικονιστικές παραστάσεις αποδίδονται με την τεχνική της σκιαγραφίας και του περιγράμματος. Το επίθετο χρώμα χρησιμοποιείται ελάχιστα και σπάνια. Υπάρχουν μερικές ερυθρωπές ταινίες που είναι τοποθετημένες πάνω από το μαύρο στίλβωμα και κάποιες άλλες που χρησιμοποιούνται εναλλάξ. Όσον αφορά την πανίδα, τα αγγεία από τις Σάρδεις απεικόνιζαν κατά κύριο λόγο αιγάγρους, ελάφια, χήνες, σκαντζόχοιρους, σκύλους, λιοντάρια, αρπακτικά πτηνά και πιθανόν χελιδόνι. Συνοψίζοντας, τα δείγματα απ τις Σάρδεις που ανήκουν στην πρώιμη φάση του ρυθμού, μπορούν να συγκριθούν με τον ρυθμό των Φικελλούρων ως προς την 152 Παλαιοθόδωρος 2009, Παλαιοθόδωρος 2002β. 154 Greenewalt 1971,

55 διακόσμηση και αυτό, σύμφωνα με τα εξής στοιχεία: η τεχνική της σχεδίασης των μορφών είναι η ίδια, καθώς οι απεικονιζόμενες μορφές είναι σχεδιασμένες με την τεχνική του περιγράμματος και της σκιαγραφίας και επιπλέον το επίθετο χρώμα εφαρμόζεται πολύ σπάνια. Και στους δύο ρυθμούς η χρήση των παραπληρωματικών κοσμημάτων είναι αραιή και πολύ μικρά, σε σχέση με τις απεικονιζόμενες μορφές. Επιπλέον, τα είδη των κοσμημάτων είναι παρόμοια και στους δύο ρυθμούς, όπως για παράδειγμα οι ακτίνες, τα άνθη λωτών, ο ρόδακας, τα τρίγωνα και ο μαίανδρος 155. Με βάση ορισμένες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στα συγκεκριμένα αγγεία, έχει προκύψει το συμπέρασμα, ότι η πρώιμη φάση του ρυθμού των Φικελλούρων, όπως αυτή απαντάται στα αγγεία των Σάρδεων, παραγόταν σε μια μοναδική θέση και ίσως ακόμη σε ένα εργαστήριο. Το ύφος της ζωγραφικής διακόσμησης ανήκει αναμφισβήτητα στην περιοχή της Ανατολικής Ελλάδας. Το υπόλευκο-κρεμώδες επίχρισμα θα μπορούσε να θεωρηθεί αιολικό ή βόρειο-ιωνικό. Αναφορικά με τον Greenewalt, αυτή η πρώιμη φάση του ρυθμού, στην οποία παρεμβάλλονται και ορισμένα στοιχεία από την διακόσμηση του ρυθμού των αιγάγρων, είναι προγενέστερη από τον ρυθμό των Φικελλούρων και ανήκει στο 575 με 625 π.χ Όπως μπορεί κανείς να παρατηρήσει, τα αγγεία του ρυθμού των Φικελλούρων ήταν αρκετά διαδεδομένα σε όλη την περιοχή της Μεσογείου, από τις ελληνικές αποικίες της Μαύρης Θάλασσας, έως τα παράλια της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με όσα έχουν ήδη προηγηθεί, πρόκειται για έναν απ τους πιο αναγνωρίσιμους διακοσμητικούς ρυθμούς της Ανατολικής Ελλάδας, ο οποίος δεν κατάφερε να εξελιχθεί, λόγω της εμφάνισης και της ιδιαίτερης διάδοσης της αττικής μελανόμορφης αγγειογραφίας. 155 Greenewalt 1971, Greenewalt 1971,

56 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 ο : Η ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ 5.1 Το στιλ των κυλίκων με ζώα Κάποιες ομάδες αγγείων της ύστερης φάσης του ρυθμού των αιγάγρων συνεχίζουν να υφίσταντο και κατά τη διάρκεια του 6 ου αι. π.χ. Πιο συγκεκριμένα, δύο ρυθμοί παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο αυτήν την περίοδο, ακολουθώντας την παράδοση της μέσης ΙΙ φάσης του ρυθμού των αιγάγρων. Ο πρώτος ρυθμός που έχει αναγνωρισθεί είναι ο αποκαλούμενος, ρυθμός των κυλίκων με ζώα που αποτελείται από κύλικες, των οποίων η διακόσμηση περιλαμβάνει σκηνές με ζώα και καμιά φορά με ανθρώπους. Οι μορφές των ζώων, καθώς και τα κοσμήματα συνεχίζουν πιστά την παράδοση του αγγειογραφικού ρυθμού των αιγάγρων και συγκεκριμένα, ο ρυθμός των κυλίκων με διακόσμηση ζώων σηματοδοτεί μια συνέχεια του ΜΡΑ ΙΙ 157. Από αυτόν τον ρυθμό έχουν διακριθεί τρεις ομάδες κυλίκων όπου η καθεμιά αποδίδεται και σε έναν ζωγράφο. Η ομάδα των κυλίκων από την Κατάνη (εικ ) εξακολουθεί να εμφανίζει στην επιφάνειά τους τις παλιές διακοσμητικές μετόπες, όπως στο ρυθμό των αιγάγρων. Το αγγείο της εικ. 77 προέρχεται από την Τόκρα υποδηλώνοντας ότι η συγκεκριμένη ομάδα είχε μικρή χρονική διάρκεια και πιθανόν να διήρκησε μέχρι το 580 π.χ. Τα αγγεία της ομάδας του ζωγράφου της Αφροδίτης απεικονίζουν τις ίδιες μορφές ζώων όπως και τα αγγεία του ΜΡΑ ΙΙ. Έτσι, στον εικονογραφικό κύκλο αναπαριστώνται τα λιοντάρια, οι σφίγγες, οι ταύροι και οι κάπροι, ενώ οι αίγαγροι, τα ελάφια, οι κάπροι και οι σκύλοι σπανίζουν. Η σημαντικότερη αλλαγή που πραγματοποιήθηκε ήταν στο σχήμα της κύλικας, καθώς διευρύνθηκε η επιφάνεια για την διακόσμηση του αγγείου. Η προηγούμενη διακόσμηση σε μετόπες, τώρα δίνει την θέση της σε μια συνεχιζόμενη σύνθεση που περιβάλλει ολόκληρη την επιφάνεια της κύλικας. 157 Lemos 1991,

57 Το στιλ των κυλίκων με ζώα διαιρείται σε πέντε κύριες ομάδες που αφορούν τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά και που η καθεμία μοιάζει με την άλλη 158. Η πρώτη απ αυτές ονομάζεται «η ομάδα των περίτεχνων κυλίκων με ζώα» και όλα σχεδόν τα αγγεία της προέρχονται από την Ναύκρατη (εικ ). Το βασικό είδος αγγείου είναι η μεγάλη κύλικα που ποικίλλει η διάμετρος του χείλους, και επιπλέον τα περισσότερα έχουν ψηλά τοιχώματα, με αποτέλεσμα να μοιάζουν με κρατήρες 159. Τα περισσότερα αγγεία έχουν λευκό-κρεμώδες επίχρισμα και η βαφή είναι χρώματος καστανού. Όπως και στον ρυθμό των αιγάγρων, έτσι και εδώ τα κοινότερα παραπληρωματικά κοσμήματα είναι οι ρόδακες με ή χωρίς ακίδες, οι μαίανδροι όλων των τύπων, τα τρίγωνα και οι κύκλοι. Η συγκεκριμένη ομάδα μοιάζει πολύ με την ομάδα των κυπέλλων της Αφροδίτης, κυρίως όσον αφορά το σχέδιο των μορφών και τα διακοσμητικά στοιχεία. Η μορφή του ταύρου, σε αντίθεση με τους κάπρους φαίνεται να είναι σχεδιασμένη από τον ίδιο ζωγράφο. Τα λιοντάρια εκτελούνται με την μέγιστη προσοχή και αυτό διακρίνεται μέσα από το περίγραμμα της περιφέρειας των σωμάτων και των άκρων τους. Η δεύτερη κατά σειρά ομάδα, ονομάζεται «the group of the light-walled Naucratis animal chalices» και αποτελείται από μικρά θραύσματα κυλίκων με πολύ λεπτά τοιχώματα. Στην τρίτη ομάδα, «the group of the Tocra-Delos animal chalices» ανήκουν αγγεία τα οποία προέρχονται από την Τόκρα και τη Δήλο (εικ ). Αυτή η ομάδα διαφέρει από την πρώτη μόνο στην πολυχρωμία και όχι στα παραπληρωματικά κοσμήματα και την σύνθεση. Η τέταρτη ομάδα, «the painter of the Pitane animal chalices» (εικ ) αποτελείται από κύλικες των οποίων τα σχεδιαστικά μοτίβα του χείλους, των λαβών και τα παραπληρωματικά κοσμήματα είναι πανομοιότυπα ως προς την τοποθέτηση και την υλοποίηση. Το σχέδιο των ζώων άλλοτε είναι πολύ προσεκτικό και άλλοτε πολύ πρόχειρο. Η βαφή δεν είναι ίση κατανεμημένη σε όλες τις μορφές. Η τελευταία ομάδα «ομάδα των κυλίκων με ζώα απ το Μπερεζάν» (εικ. 87) αποτελείται από κύλικες που προέρχονται από το Μπερεζάν, την Τόκρα και τη Χίο (εικ. 88). Πιθανολογείται ότι η συγκεκριμένη ομάδα καταλάμβανε το ένα τέταρτο του αιώνα, ξεκινώντας με το πρωιμότερο δείγμα από την Τόκρα και καταλήγοντας με τα 158 Lemos 1991, Lemos 1991,

58 μεταγενέστερα από το Μπερεζάν και τη Χίο. Οι κύλικες αυτές εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται μέχρι και το τέλος αυτού του ρυθμού, μέχρι δηλαδή τα τέλη του πρώτου τέταρτου του 6 ου αι. π.χ. Οι μορφές των λιονταριών αν και είναι πρόχειρα σχεδιασμένες, είναι καλά ζωγραφισμένες. Καταλήγοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ρυθμός των κυλίκων με διακόσμηση ζώων αποτελεί τη συνέχεια του ΜΡΑ ΙΙ και ιδιαίτερα της ομάδας των κυπέλλων της Αφροδίτης. Τα αγγεία που συνιστούν αυτόν τον έξοχο ρυθμό είναι κυρίως μεγάλες κύλικες με λεπτά τοιχώματα, των οποίων η εσωτερική διακόσμηση εκτελείται με την μέγιστη προσοχή. Οι διάφορες ομάδες που αναφέρθηκαν έχουν μια ιδιαίτερη υφολογική σύνδεση, ακόμη και στο τελευταίο στάδιο. Αποδεικνύουν το μέγιστο κύρος, αλλά και τη φινέτσα που είχαν οι Χιώτες αγγειογράφοι. Όσον αφορά την χρονολογία αυτού του ρυθμού, η πιο συντηρητική ομάδα των κυλίκων της Κατάνης και της Τόκρας εντάσσεται λίγο μεταγενέστερα από το 600 π.χ. Η σημαντικότερη ομάδα στην οποία εκπροσωπείται καλύτερα ο ρυθμός είναι η «ομάδα των περίτεχνων κυλίκων με ζώα», η οποία φαίνεται να ξεκινά το 590 π.χ. και διαρκεί μέχρι το τέλος του πρώτου τέταρτου του 6 ου αι. π.χ. 5.2 Το μνημειώδες στιλ Ο συγκεκριμένος ρυθμός χαρακτηρίζεται για την μεγαλοπρέπεια και την επιβλητικότητα των αγγείων του. Όσον αφορά την τεχνική της διακόσμησης χρησιμοποιείται και εδώ η πολυχρωμία για όλα τα αγγεία (εικ ). Συνήθως χρησιμοποιούνται τέσσερα έως έξι χρώματα, ενώ σε κάποιες ομάδες αγγείων φτάνουν μέχρι και τα δέκα. Τα βασικότερα χρώματα είναι το μαύρο, το καφέ, το κόκκινο και το άσπρο, αλλά χρησιμοποιείται και το ανοιχτό καφέ, το κίτρινο, το χρυσό, το ελαφρώς ερυθροκίτρινο και το μωβ. Το επίχρισμα που χρησιμοποιείται είναι χοντρό και παρουσιάζει τρεις διαφορετικούς χρωματικούς τόνους: το γκρι, το στιλπνό λευκό και το υπόλευκο. Το κοινότερο σχήμα αγγείου είναι η κύλικα, υπό την μορφή που είχε κατά τον 6 ο αι. π.χ Η διάμετρος του χείλους μπορεί να κυμαίνεται από μ. μέχρι και 0.34 μ., το πάχος των τοιχωμάτων από 0.4 έως cm. 160 Lemos 1991,

59 Απαντώνται τρία ακόμη σχήματα, το πινάκιο (εικ.91), η φιάλη (εικ. 92) και ο δίνος (εικ. 93). Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, είναι εμφανές ότι ο συγκεκριμένος ρυθμός δεν περιοριζόταν μόνο στις κύλικες, αλλά αντίθετα απαντιόταν και σε άλλα αγγεία. Όσον αφορά την εικονογραφία, το κύριο θέμα του ρυθμού είναι οι απεικονίσεις των ανθρώπινων μορφών και οι σκηνές απ την καθημερινή ζωή και τη μυθολογία. Οι ανδρικές μορφές απεικονίζονται με μια μικρή γενειάδα, και η περιοχή του άνω χείλους είναι συνήθως καθαρή με εξαίρεση τη μορφή του Ηρακλή, ο οποίος απεικονίζεται με μουστάκι. Η κώμη άλλοτε είναι μακριά και άλλοτε κοντή και συνήθως οι άνδρες φορούν ένα στεφάνι στα μαλλιά (εικ. 94). Η ανδρική επίσης ενδυμασία περιορίζεται στον ιωνικό χιτώνα χωρίς ωστόσο να διαφέρει πολύ από τον γυναικείο (εικ. 95). Οι γυναικείες μορφές είναι σχεδιασμένες κατά τομή και θυμίζουν αρκετά τις ανδρικές. Τα μάτια είναι αμυγδαλωτά, τα αυτιά είναι σχεδιασμένα με μεγάλη προσοχή και τις περισσότερες φορές φορούν ενώτιο (εικ ). Η γυναικεία ενδυμασία αποτελείται από έναν μακρύ, αμάνικο χιτώνα που καμιά φορά δένει με ζώνη. Η γυναικεία κώμη άλλοτε είναι μακριά και δένεται με ένα στεφάνι και άλλοτε κοντή. Σε δύο κεφάλια πιθανόν γυναικεία, εκ των οποίων το ένα ανήκει στη θεά Αθηνά, διακρίνονται δύο διαφορετικά είδη κράνους 161. Οι σκηνές απ την καθημερινή ζωή μπορούν να διαιρεθούν ανάλογα με το θέμα τους σε σκηνές πομπών, ιππασίας, συμποσίων, κυνηγιού και μάχης. Οι πομπικές σκηνές, που είναι συνδεδεμένες με κάποιου είδους θρησκευτικές πεποιθήσεις αναπαριστώνται καλύτερα στο αγγείο της εικόνας 98. Οι σκηνές ιππασίας με άλογα, ιππείς και άρματα απεικονίζονται στις εικ Οι συμποσιακές σκηνές παρουσιάζονται στην εικ. 103 και οι σκηνές κυνηγιού στις οποίες οι άνδρες κρατούν ασπίδες και δόρατα απεικονίζονται στις εικ Όσον αφορά τις μυθολογικές σκηνές, οι κυριότερες προσωπικότητες που απεικονίζονται είναι η Αφροδίτη, η Αθηνά, η Ήρα, ο Ηρακλής, ο Πηλέας και η Θέτιδα, ο Τρωίλος κλπ. Μέσα από αυτές τις μυθολογικές σκηνές προκύπτει το συμπέρασμα, ότι μυθολογική θεματολογία της Χίου διαφέρει κατά πολύ από αυτήν της Αθήνας και Κορίνθου. 161 Lemos 1991, 98-99, fig

60 Όλα τα αγγεία του ρυθμού διαθέτουν διακόσμηση με διακοσμητικά μοτίβα, τα οποία περιβάλλουν ολόκληρο το χείλος, τη ζώνη των λαβών, αλλά και την υπόλοιπη επιφάνεια του αγγείου. Τα παραπληρωματικά κοσμήματα στον συγκεκριμένο ρυθμό είναι ιδιαίτερα απλοϊκά, καθώς προτεραιότητα δίνεται στον σχεδιασμό των μορφών. Σύμφωνα με τρεις βασικούς παράγοντες, το χρώμα του επιχρίσματος, η ύπαρξη διακοσμητικών μοτίβων και ο τρόπος σχεδίασης των μορφών, ο συγκεκριμένος ρυθμός διαιρείται σε διαφορετικές ομάδες που διαφέρουν ως προς την τεχνοτροπία. Όλα τα είδη των κυλίκων ανεξαιρέτως χρησιμοποιούνται σε όλες τις ομάδες. Η πρώτη ομάδα ονομάζεται «η ομάδα με τα παραπληρωματικά κοσμήματα» και τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής είναι: το χρώμα του επιχρίσματος, το οποίο είναι λευκό γαλακτώδες, η χρήση παραπληρωματικών κοσμημάτων τα οποία μοιάζουν με τα αντίστοιχα του ρυθμού των κυλίκων με ζώα. Ο σχεδιασμός επίσης των ανδρικών μορφών φαίνεται να είναι από το ίδιο χέρι σχεδιασμένες, ενώ επίσης εμφανίζεται και μια προσπάθεια να καταστεί κάποιο είδος προοπτικής. Η δεύτερη ομάδα, «ο Ζωγράφος της Αφαίας και η Ομάδα του» χωρίζεται σε έργα που αποδίδονται είτε στον ίδιο τον αγγειογράφο, είτε στην ομάδα του. Ορισμένα απ τα έργα του Ζωγράφου της Αφαίας παρουσιάζονται στην εικ. 106, ενώ των ακολούθων του παρουσιάζονται στις εικ Στην τρίτη ομάδα, «ο Ζωγράφος της Ναύκρατης και η Ομάδα του» το επίχρισμα των αγγείων είναι χρώματος ανοικτού μπεζ και κυμαίνεται μεταξύ 10 YR 8/2 με 8/3, σύμφωνα με την κλίμακα Munsell. Κανένα από τα αγγεία δεν διαθέτει παραπληρωματικά κοσμήματα και τα μοτίβα του χείλους είναι τα απλούστερα. Κρίνοντας με βάση τα λιγοστά ευρήματα (εικ ), φαίνεται ότι στη συγκεκριμένη ομάδα εργάστηκαν πολύ λίγοι αγγειογράφοι. Η τελευταία ομάδα, «η Ομάδα των αγγείων με το γκρι επίχρισμα» αποτελείται από αγγεία γκρι επιχρίσματος. Μέχρι τώρα, θεωρείται ότι ο ρυθμός αυτός εντάσσεται χρονολογικά στο δεύτερο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. Ορισμένα αγγεία απ την Πιτάνη (εικ ) ανήκουν στο δεύτερο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ., γύρω στο 560 π.χ. Όλες οι ομάδες αγγείων συμβαδίζουν τεχνοτροπικά και χρονολογικά με το στιλ των κυλίκων με ζώα Lemos 1991,

61 Είχε θεωρηθεί ότι τα αρχαϊκά αγγεία της Χίου είχαν κατασκευασθεί στη Ναύκρατη της Αιγύπτου και αυτό επειδή η Ναύκρατη ήταν η πιο παραγωγική πηγή των θραυσμάτων που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι στιγμής, ενώ κανένα απ αυτά δεν έχει αναγνωρισθεί στο νησί της Χίου. Περαιτέρω αναλύσεις του πηλού μερικών δειγμάτων, έδειξαν μια χαρακτηριστική σύσταση της Χίου, αλλά παρ όλα αυτά θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο πηλός είχε εισαχθεί στους εκπατρισμένους Χιώτες αγγειοπλάστες. Αγγεία του «μνημειώδες στιλ» δεν έχουν αποκαλυφθεί στη Χίο, και αυτό επειδή το Εμπορειό, η μόνη παραγωγική θέση του νησιού διέθετε μικρής σημασίας ιερά. 61

62 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ο : ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΑΚΗ ΜΕΛΑΝΟΜΟΡΦΗ ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΙΑ 6.1 Κλαζομενιακή μελανόμορφη κεραμική Μέχρι και τον πρώιμο 6 ο αι. π.χ. η αγγειογραφία της Ανατολικής Ελλάδας δεν έκανε συστηματική χρήση της μελανόμορφης τεχνικής. Η κλαζομενιακή κεραμική παραγόταν στην πόλη των Κλαζομενών 163 και πιθανότατα και σε κάποια άλλη πόλη. Γύρω στο πρώτο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. οι αγγειογράφοι της ύστερης φάσης του ρυθμού των αιγάγρων προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν αυτόν τον αγγειογραφικό ρυθμό και στη θέση των ζώων να προσθέσουν ανθρωπόμορφες παραστάσεις, με την τεχνική του μελανόμορφου ρυθμού (εικ. 115). Στην κλαζομενιακή κεραμική κυριαρχεί η επίδραση της αττικής κεραμικής, ιδίως όσον αφορά τη διευθέτηση των εικονιστικών πεδίων. Έχουν διακριθεί τρεις ομάδες από αυτή τη σχολή. Η πρωιμότερη αναγνωρίσιμη ομάδα, είναι του Tubingen, συνδυάζοντας και ελληνικά, αλλά και ανατολικά στοιχεία. Ακολουθεί η ομάδα Petrie, η οποία πήρε το όνομά της από τον ανασκαφέα 164 και φαίνεται να είναι και η πιο ύστερη, έχοντας μια πρωτοτυπία στα αγγεία της και η τελευταία, η ομάδα Urla, η οποία πήρε την ονομασία της από την ομώνυμη περιοχή κοντά στις Κλαζομενές. Η ομάδα Tubingen προέρχεται από την κεραμική της Ανατολικής Ελλάδας του πρώτου μισού του 6 ου αι. π.χ. Η συγκεκριμένη ομάδα αποτελείται από μεγάλα αγγεία, όπου το κοινότερο είναι ο ευρύς αμφορέας με λαβές στον ώμο (εικ. 116). Απαντώνται επίσης οι πυξίδες, τα αβαθή κυλινδρικά αγγεία με πώμα, ο κρατήρας και ο δίνος. Κάποια από αυτά τα αγγεία έφεραν πλαστικές γυναικείες κεφαλές, οι οποίες ήταν προσκολλημένες στις λαβές 165. Ο εξωραϊσμός είναι περίτεχνος και καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια των αγγείων, ακόμη και την άκρη του χείλους και της βάσης. Στο κύριο μέρος αναπαριστάται μια εκλεπτυσμένη γυναικεία μορφή, σε στάση χορού με ή χωρίς συνοδεία ενός μουσικού. Υπάρχουν και άλλα αγγεία με περισσότερο μεγαλεπήβολα 163 Η ονομασία της πόλεως πιθανόν προήλθε από τις κραυγές των πτηνών που κατοικούσαν στον υδροβιότοπο της περιοχής. Τα πτηνά αυτά απεικονίζονται και στα νομίσματα της πόλης, βλ. BMC Ionia, Pl. VI Cook 1952, Cook and Dupont 2002,

63 θέματα που απεικονίζουν ιππείς και άρματα. Εκτός από μερικά ύστερα δείγματα που πιθανόν ήταν επηρεασμένα από την ομάδα Petrie, στα δευτερεύοντα πεδία, όπως στο λαιμό, τον ώμο αλλά και κάτω από την κύρια ζώνη κοντά στην κοιλιά, απεικονίζονται σειρήνες και σφίγγες ή κύκνοι με απλωμένα τα φτερά ή ακόμη και στρόφιγγες αττικού τύπου. Γύρω από αυτές τις εικονιστικές φιγούρες υπάρχουν φυτικά κοσμήματα, όπως λωτοί και πολλαπλά ανθέμια που θυμίζουν τα αντίστοιχα αττικά 166. Οι Κλαζομενές και η Σμύρνη συνιστούν τις κύριες θέσεις όπου έχουν βρεθεί αυτά τα αγγεία, ενώ η Ναύκρατις, το Μπέρεζαν και η Λέσβος απέδωσαν έναν ικανοποιητικό αριθμό αγγείων. Στην ομάδα Petrie το σώμα του αμφορέα γίνεται ψηλότερο και περισσότερο εκλεπτυσμένο. Η διάμετρος των αγγείων φτάνει περίπου τα 0.45 μ. και τα σχήματα είναι περισσότερο επιβλητικά από τους αμφορίσκους των Φικελλούρων. Ευρεία είναι η χρήση του λευκού και μωβ χρώματος σε αρκετά μέρη του αγγείου. Το χείλος του αμφορέα βάφεται συνήθως μαύρο, ενώ ο δακτύλιος του λαιμού είναι μωβ. Μωβ λεπτές ταινίες είναι τοποθετημένες κοντά στο χείλος και στο κατώτερο σημείο του σώματος. Κεντρική εικονιστική παράσταση στα αγγεία είναι η πομπή γυναικών, ενώ αγαπητές είναι επίσης οι σκηνές με σατύρους και μαινάδες, οι αρματοδρομείς, οι σκηνές μάχης και οι άνδρες σε πομπή με κωμαστές 167. Σε άλλες περιπτώσεις, το πεδίο αποτελείται από μικρές κλίμακες που η καθεμιά περιέχει λευκές κηλίδες, μέσα σε σκοτεινόχρωμο φόντο. Οι δευτερεύοντες ζώνες περιλαμβάνουν σφίγγες, σειρήνες, σκηνές ζώων ή κωμαστές. Τα αγγεία του Ζωγράφου Petrie έχουν πολλές ομοιότητες με τα αττικά. Δείγματα απ τα αγγεία αυτής της ομάδας βρέθηκαν διάσπαρτα στο Tell- Defenneh και στη Ναύκρατη της Αιγύπτου και χρονολογούνται γύρω στο 525 π.χ. Η μεταγενέστερη ομάδα όλων, η ομάδα Urla ακολουθεί τις τεχνοτροπίες των υπόλοιπων ομάδων. Τα κοινότερα σχήματα σε αυτήν την ομάδα είναι οι αμφορείς με ευρύ σώμα και οι υδρίες με καμπυλωτό ή γωνιώδη ώμο. Έχουν βρεθεί επίσης θραύσματα από κρατήρα και δίνο. Σε μια υδρία, από την οποία σώζεται ένα πλήρες δείγμα ο λαιμός καλύπτεται με μελανό χρώμα και ο ώμος αποτελείται από σειρήνες και καμιά φορά από στρόφιγγες και κλαδιά μυρτιάς. Στην περιοχή της κοιλιάς 166 Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002,

64 βρίσκεται μια ζώνη όπου απεικονίζονται μορφές ή μερικές φορές κλίμακες. Στους αμφορείς αντίθετα, η διακόσμηση είναι λιγότερο προσεγμένη απ ότι στις υδρίες. Μια κύρια ζώνη καταλαμβάνει τον ώμο και το μεγαλύτερο μέρος της κοιλιάς, ενώ στο λαιμό υπάρχει τις περισσότερες φορές ένα ανθέμιο. Η κύρια ζώνη περιλαμβάνει ομάδες μορφών, από τις οποίες, η πιο χαρακτηριστική είναι η πομπή γυναικών, οι σάτυροι και οι νέοι που διευθύνουν άλογα. Αυτά τα θέματα θυμίζουν έντονα τις εικονιστικές παραστάσεις των αγγείων της ομάδας Petrie. Στην ομάδα Urla χρησιμοποιούνται και οι μυθολογικές παραστάσεις, με χαρακτηριστικότερη αυτή που ο Οδυσσέας απειλεί την Κίρκη. Ορισμένες άλλες αναπαριστούν τον Οιδίποδα με την Σφίγγα (εικ. 117), τον Προμηθέα και τον Ήφαιστο. Τα αγγεία της ομάδας Urla έχουν εντοπιστεί στις Κλαζομενές, στο Tell-Defenneh, τη Ναύκρατη και τη Σμύρνη. Από τις στιλιστικές τεχνοτροπίες, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η ομάδα Urla είναι μεταγενέστερη από την ομάδα Petrie. Πιθανολογείται όμως, ότι η ομάδα Urla να ξεκίνησε την παραγωγή της γύρω στο 540 π.χ. και να διήρκησε για δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια. Εκτός από αυτές τις τρεις πρωτεύοντες ομάδες, υπάρχουν και δευτερεύουσες ομάδες Από αυτές αξίζουν μνεία η ομάδα Enmann, όπου ο πιθανότερος τόπος παραγωγής ήταν η Φώκαια, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στους αμφορείς. Ακολουθεί η ομάδα της καμήλας, όπου η ονομασία της οφείλεται στο γεγονός ότι έχουμε την πρωιμότερη απεικόνιση καμήλας στην ελληνική τέχνη 168. Οι ομάδες Enmann και Knipovitch χρησιμοποιούν τη φολιδωτή διακόσμηση με λευκές στιγμές, ενώ οι μετόπες των αμφορέων της κατηγορίας Knipovitch φέρουν διακόσμηση από φτερωτό άλογο (εικ. 118). Τα δείγματα αυτών των ομάδων έχουν βρεθεί στις Κλαζομενές και τη Σμύρνη, αλλά εντούτοις εντοπίζονται στη Δήλο, στη Ρόδο, τη Σαμοθράκη, τη Ρήνεια, τη νότια Ρωσία και την Αίγυπτο. Από την παρουσία κάποιων δειγμάτων της ομάδας Knipovitch στο Tell-Defenneh πιθανολογείται ότι η παραγωγή τους ξεκίνησε γύρω στο 530 π.χ Όσον αφορά τα αγγεία της ομάδας Enmann, η χρονολογία κατασκευής τους θεωρείται το π.χ. Ορισμένες εικονιστικές παραστάσεις από τα αγγεία της ομάδας Enmann, καθώς και τα συμπλέγματα ανθεμίων μοιάζουν πολύ με τα αγγεία των ομάδων Northampton και Campana. 168 Cook 1994, 174; Boardman 2001, 206, εικ Cook and Dupont 2002,

65 Μια σειρά από διάφορα αγγεία δεν ταιριάζουν σε καμία από τις προαναφερθείσες ομάδες, αν και παρουσιάζουν ομοιότητες μεταξύ τους. Η χρονολογία κατασκευής τους ποικίλλει, όπως και τα απεικονιζόμενα θέματα των αγγείων. Δύο θραύσματα υδρίας που απεικονίζουν έναν προάγγελο στο ένα μέρος και στο άλλο τον Αχιλλέα με το σώμα του Έκτορα δεμένο στο άρμα του, ανήκει στο 540 π.χ Ο πηλός που χρησιμοποιείται είναι καθαρός, έχει καστανό χρώμα και η βαφή είναι μαύρη και στιλπνή. Ορισμένα πρώιμα δείγματα έχουν λευκό επίχρισμα, αλλά στα υπόλοιπα κατά κύριο λόγο δεν υπάρχουν. Όπως και στην αττική αγγειογραφία, έτσι και εδώ τα επίθετα χρώματα, όπως το ιώδες και το λευκό τοποθετούνται απευθείας πάνω στον πηλό. Το λευκό χρώμα χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η ανδρική σάρκα, καθώς και για την απεικόνιση μικρών κοσμημάτων. Σε αντίθεση με τον ρυθμό των αιγάγρων, η κλαζομενιακή κεραμική κάνει καθαρά χρήση της μελανόμορφης τεχνικής. Η διευθέτηση των διακοσμητικών πεδίων έχει ως πρότυπο την αττική κεραμική. Στην κεντρική ζωφόρο η μετόπη αναπαριστά ανθρώπινες μορφές, ενώ οι σκηνές με τα ζώα συνήθως καταλαμβάνουν τα δευτερεύοντα πεδία. Το πιο καθιερωμένο θέμα είναι μια πομπή γυναικών, όπου η μία κρατά το χέρι της άλλης ή ακουμπά το ιμάτιό της. Συνηθίζονται επίσης οι σκηνές με σάτυρους, κωμαστές και πομπές με άρματα. Η πανίδα ακολουθεί το θεματολόγιο της μελανόμορφης τεχνικής. Οι ζωικές μορφές σχεδιάζονται χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες, με τρόπο ατημέλητο, εφόσον δεν δίδεται ιδιαίτερη προσοχή για την απεικόνιση των ζώων, αλλά των ανθρώπινων μορφών 171. Από τα διακοσμητικά σχέδια χρησιμοποιούνται οι φολίδες καταλαμβάνοντας το κεντρικό σημείο του αγγείου, τα μισοφέγγαρα επίσης διακοσμούν το σημείο κάτω από τον ώμο του αγγείου, τα ανθέμια μπορεί να διακοσμούν το λαιμό, ενώ ένας σταυρός λωτού καταλαμβάνει καμιά φορά το κεντρικό σημείο του αγγείου. Από τον ρυθμό των αιγάγρων δεν φαίνεται να έχει διασωθεί σχεδόν τίποτα. Τα κοινότερα σχήματα της κλαζομενιακής κεραμικής είναι ο αμφορέας, η υδρία, η πυξίδα και ο δίνος που θυμίζει πολύ το σχήμα του κρατήρα. Σημαντική ποσότητα κλαζομενιακής κεραμικής βρέθηκε στις Κλαζομενές και στη Σάμο και σχεδόν ελάχιστη σε περιοχές του υπόλοιπου ελληνικού χώρου. Αρκετά δείγματα 170 Cook and Dupont 2002, Cook 1994,

66 αυτής της σχολής προέρχονται από το Tell-Defenneh και τη Ναύκρατη. Ακόμη, έχουν αποκαλυφθεί αγγεία στην Ιστρία, στο Berezan και στο Παντικάπαιο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 ο : ΚΛΑΖΟΜΕΝΙΑΚΟΙ ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΙ 7.1 Σαρκοφάγοι των Κλαζομενών Κατά τη διάρκεια του 7 ου αι. π.χ. εκτεταμένη ήταν η χρήση σαρκοφάγων από οπτό πηλό σε ολόκληρη την Ανατολική Ελλάδα. Οι περισσότεροι από αυτούς διέθεταν απλό σχήμα και δεν είχαν διακόσμηση. Κάποιοι άλλοι διέθεταν ευρύ περιχείλωμα, το οποίο κοσμούταν με κυματοειδής γραμμές. Εξαιτίας αυτών των σαρκοφάγων προέκυψε γύρω στα μέσα του αιώνα μια περισσότερο εκλεπτυσμένη εκδοχή, η οποία προοριζόταν για τους εύπορους πολίτες. Ένα κιβωτιόσχημο σώμα ενώνεται με ένα ορθογώνιο ή τραπεζοειδές πλαίσιο, η κορυφή του οποίου, αλλά και τα άκρα καλύπτονται με επίχρισμα και εξωραΐζονται. Οι μορφές συνήθως κοσμούν το κεφάλι και τα πόδια, ενώ οι μακριές πλευρές φέρουν διακοσμητικά μοτίβα, όπως πλοχμό και ανθέμια. Ο πηλός που χρησιμοποιείται είναι καστανός και χονδρόκοκκος, όπως αυτός που χρησιμοποιείται για τις κεραμώσεις ή τις ορθομαρμαρώσεις. Εξωτερικά της σαρκοφάγου, το μέρος αυτό που δεν θα βρισκόταν σε άμεση οπτική, αφηνόταν ακόσμητο. Αντίθετα, το εσωτερικό μέρος, αυτό που θα ήταν ορατό σε όλους ήταν καλυμμένο από μαύρη βαφή. Τα θέματα που προτιμώνται είναι οι σκηνές πολέμου και οι αρματοδρομίες που απαρτίζονται από ομάδες μορφών που είναι συμμετρικά τοποθετημένες μεταξύ τους 172. Όσον αφορά τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά, αυτά παρουσιάζουν ομοιότητες με την μελανόμορφη κλαζομενιακή κεραμική, αλλά και με την αττική. Για την απόδοση της μελανόμορφης τεχνικής χρησιμοποιούνται λευκές γραμμές αντί της εγχάραξης, ενώ ευρεία ήταν και η χρήση του μωβ χρώματος. Οι ανθρώπινες σκηνές καταλαμβάνουν το άνω μέρος της σαρκοφάγου, ενώ οι μυθολογικές σκηνές είναι σπάνιες. Οι μορφές κατά κανόνα είναι συμμετρικές: οι διαγωνιζόμενοι των αρματοδρομιών είναι χωρισμένοι, όπως και οι σκηνές μάχης, όπου η δράση συχνά 172 Cook 1994,

67 περιορίζεται σε μια ομάδα οπλιτών στο κέντρο που πλαισιώνονται από άλλους οπλίτες, νέους, γυναίκες και άρματα. Οι γυναικείες και ανδρικές μορφές, καθώς και οι οπλίτες μπορεί να είχαν φτερά, ενώ τα άλογα συχνά συνοδεύονταν από σκυλιά 173. Θα μπορούσε εύλογα κανείς να υποθέσει ότι οι ζωγράφοι αυτών των σαρκοφάγων επέλεγαν θέματα που θεωρούσαν κατάλληλα για την κοινωνική θέση των πελατών τους, προκειμένου να δηλωθεί η αριστοκρατική τους καταγωγή 174. Έχουν αναγνωρισθεί επίσης και ορισμένοι ζωγράφοι που ζωγράφιζαν αυτές τις σαρκοφάγους, από τους οποίους ο πρωιμότερος είναι ο Ζωγράφος Borelli. Το σχέδιο των μορφών του θυμίζει πολύ τον ρυθμό των αιγάγρων και η μελανόμορφη τεχνική του είναι όμοια με την κλαζομενιακή κεραμική της ομάδας Petrie 175. Ο Ζωγράφος Hanover, αν και προσπαθεί να μιμηθεί τις μορφές του ρυθμού των αιγάγρων, το σχέδιό του είναι αδέξιο. Η μελανόμορφη τεχνική του θυμίζει έντονα τις μορφές της Ανατολικής Ελλάδας, αν και η επίδραση του αττικού μελανόμορφου ρυθμού είναι εμφανής. Ο Ζωγράφος Dennis ακολουθεί την τεχνοτροπία του Ζωγράφου Borelli ως προς την μελανόμορφη τεχνική. Στις μορφές του διακρίνεται μια άνεση και μια ζωηρότητα. Έχουν αναγνωρισθεί και κάποιοι άλλοι ζωγράφοι μεταξύ των οποίων ο Ζωγράφος Hopkison προσπάθησε να απλοποιήσει την διακόσμηση χωρίς να ασχοληθεί με την μελανόμορφη τεχνική. Με τον συγκεκριμένο ζωγράφο η παραγωγή των διακοσμημένων σαρκοφάγων σταδιακά άρχισε να παρακμάζει. Οι μνημειώδεις κλαζομενιακοί σαρκοφάγοι έχουν εντοπισθεί σε όλη την επικράτεια των Κλαζομενών, στην Σμύρνη και την Τέω. Πέντε ακόμη σαρκοφάγοι προέρχονται από την Ιαλυσό και την Κάμιρο της Ρόδου και αποδίδονται στον Ζωγράφο Hopkison. Βρέθηκαν επίσης στα Άβδηρα, στη Λέσβο και την Πιτάνη. 173 Cook and Dupont 2002, Kurtz 1982, Cook and Dupont 2002,

68 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ο : ΚΥΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΥΠΕΛΛΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 8.1 Ιωνικές κύλικες Μια απ τις πιο πολυάριθμές κατηγορίες κεραμικής του 6 ου αι. π.χ., είναι αυτή των ιωνικών κυλίκων, οι οποίες ήταν αρκετά διαδεδομένες στις περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας. Η πρόσφατη έρευνα φαίνεται να προτιμά τον όρο «Knickrandschalen», δηλαδή κύλικες με χείλος που στρέφεται προς τα έξω, κυρίως για να αποφευχθεί η γεωγραφική έννοια που προσδίδεται με την ονομασία «ιωνική κύλικα», η οποία γίνεται προβληματική όταν τα αγγεία δεν έχουν ιωνική προέλευση. Κέντρο παραγωγής τους πιθανολογείται ότι ήταν η Μίλητος. Τα εν λόγω αγγεία θεωρούνται χαρακτηριστικά παραδείγματα γραπτής διακόσμησης των εργαστηρίων της Ιωνίας. Το σχήμα των ιωνικών κυλίκων ακολουθεί εκείνο των γεωμετρικών με το σχετικά βαθύ σώμα, αλλά διαφοροποιείται με την πάροδο του χρόνου, όπως συμβαίνει με το χείλος και τη βάση. Οι κύλικες διακοσμούνται αποκλειστικά με εξηρημένες ή μελανές οριζόντιες ταινίες στο σώμα και το χείλος. Ο πηλός ποικίλλει ως προς την απόχρωση, από το αμμώδες έως το ανοιχτό καστανό, και το χρώμα της βαφής κυμαίνεται από σκούρο καστανό, μέχρι μαύρο. Κυρίως απ τα μέσα του 6 ου αι. π.χ. διακρίνεται μια ομάδα μικρογράφων κυλικογράφων, η οποία προέρχεται από τη Σάμο. Η διακόσμηση των κυλίκων αυτών, παρουσιάζει ομοιότητες με την μελανόμορφη τεχνική, με ειδοποιό διαφορά, ότι οι λεπτομέρειες των μορφών του αγγείου αποδίδονται με την τεχνική της εξαίρεσης. Επιπλέον απαντώνται και οι κύλικες, των οποίων η εξωτερική επιφάνεια καλύπτεται εξ ολοκλήρου με μελανό χρώμα, με εξαίρεση την κάτω επιφάνεια της βάσης. Το πόδι καλύπτεται πάντοτε με μελανό χρώμα. Στο εξωτερικό του χείλους, υπάρχει διακόσμηση με φύλλα μυρτιάς ή κισσού, και στο εσωτερικό του υπάρχει διακόσμηση με σειρές ζώων. Εσωτερικά των ιωνικών κυλίκων, η διακόσμηση περιλαμβάνει πυκνούς ομόκεντρους κύκλους που συχνά πλαισιώνεται ένα μετάλλιο, μέσα στο οποίο απεικονίζονται διάφορες μορφές, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει ένα γλωσσωτό κόσμημα περιμετρικά. Εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρείται 68

69 η χρήση επίθετων χρωμάτων, όπως του λευκού και του ιώδους 176. Οι λαβές των κυλίκων διακοσμούνται με ασυνήθιστα κοσμήματα, όπως σπείρες με αστραγάλους, προτομές ζώων και ανθρώπινα χέρια 177. Οι μεμονωμένες μορφές που αναπαριστώνται είναι περίτεχνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κύλικα που βρίσκεται στο μουσείο του Λούβρου, απεικονίζοντας σκηνή αμπελιού (εικ. 34). Η κύλικα αυτή έχει το σχήμα των πρώιμων χειλεωτών κυλίκων 178. Η παράσταση που φέρει η κύλικα, αναπαριστά έναν γενειοφόρο άνδρα, ο οποίος πλαισιώνεται από δύο κλήματα. Το έργο αντικατοπτρίζει τον πλούτο και την μεγαλοδωρία ολόκληρης της φύσης. Η απεικονιζόμενη μορφή έχει ερμηνευτεί από πολλούς ερευνητές, ως η μορφή του θεού Διόνυσου. Το αγγείο χρονολογείται γύρω στο 550 π.χ. Παρόμοια αγγεία δεν συναντώνται εύκολα και πιθανολογείται ότι λόγω της άρτιας τεχνικής τους κατασκευής, οι κύλικες αυτές να φιλοτεχνήθηκαν από καλλιτέχνες με σπουδαία ικανότητα, αλλά χωρίς κάποια εξέλιξη. Τα σχήματα των κυλίκων ακολουθούν το πρότυπο των Σιάνων κυλίκων, η διευθέτηση όμως της διακόσμησης γίνεται πιο ανεξάρτητη και το θέμα των διαφόρων εικονιστικών παραστάσεων ποικίλλει. Οι λεπτομέρειες των μορφών αποδίδονται με την τεχνική της εξαίρεσης, αλλά ωστόσο πολλές φορές δηλώνονται και με την εγχάραξη. Μεγάλος αριθμός των κυλίκων αυτών βρέθηκε κυρίως στη Σάμο, στην Ετρουρία και τη Ναύκρατη 179. Κύρια κέντρο παραγωγής τους πρέπει να ήταν η Σάμος, εάν κρίνουμε με βάση τη συχνότητα των ευρημάτων που έχουμε μέχρι στιγμής. Αποσπασματικά μέρη βρέθηκαν και στη Μίλητο, την Αίγινα, την Περαχώρα, τη Σμύρνη και το Καραμπουρνάκι στον βορειοελλαδικό χώρο 180. Η χρονολογία αυτών των κυλίκων εντάσσονται γύρω στο 560 π.χ. και πιθανόν εξακολουθούσαν να παράγονται μέχρι και το τρίτο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. 176 Cook and Dupont 2002, Walter-Karydi 1973, fig Cook and Dupont 2002, Cook 1994, Τσιαφάκη 2012,

70 8.3 Ιωνικές κύλικες με πουλιά και κοτύλες με πουλιά Η ιωνική κύλικα με πουλιά αποτελεί ένα είδος εξέλιξης της κορινθιακής κοτύλης με πουλιά, η οποία εισήχθη στην Ανατολική Ελλάδα στα μέσα του 8 ου αι. π.χ. Η κορινθιακή κοτύλη είχε ημισφαιρικό προφίλ και ελαφρώς έσω νεύον χείλος. Όταν το συγκεκριμένο είδος αγγείου έφτασε στην Ανατολική Ελλάδα, το ημισφαιρικό προφίλ διατηρήθηκε ως έχει μέχρι και το π.χ. Στη συνέχεια επήλθε μια εξέλιξη του σχήματος, όπου η εγκοπή στο άνω μέρος του σώματος διευρύνθηκε, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται εσωστρεφές χείλος 181. Γύρω στα τέλη της παραγωγής του συγκεκριμένου είδους αγγείου στην Ανατολική Ελλάδα, σημειώθηκε αντικατάσταση του σχήματος από μια κύλικα που διέθετε ρηχό σώμα, χαμηλό πόδι και οριζόντιες λαβές 182. Ο εν λόγω τύπος κύλικας χρησιμοποιήθηκε από το α τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. έως τις αρχές του 6 ου αι. π.χ., φέροντας ωστόσο διαφορές τόσο στο σχήμα, όσο και στη διακόσμηση. Κατά το τελευταίο τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. ο τύπος των κυλίκων με πουλιά αντικαταστάθηκε από την κύλικα με το ρόδακα 183. Όσον αφορά τον εξωραϊσμό των πρώιμων κυλίκων με πουλιά, αυτός πραγματοποιείται στην κύρια ζώνη του αγγείου, δηλαδή ανάμεσα στις λαβές, η οποία ορίζεται από το χείλος και από μια λεπτή ταινία στο μέση του σώματος του αγγείου. Στην κύρια ζώνη, η οποία παραμένει εξηρημένη σχεδιάζεται το πτηνό με περίγραμμα, ενώ παράλληλα το σώμα του διακοσμείται με δικτυωτό μοτίβο. Εκατέρωθεν του πτηνού βρίσκονται δύο συστάδες κάθετων γραμμών, οι οποίες διαιρούν την κύρια ζώνη σε μια μεγάλη μετόπη και δύο μικρότερες. Η κύρια μετόπη, στην οποία σχεδιάζεται το πτηνό διατηρεί ορισμένα παραπληρωματικά κοσμήματα από την γεωμετρική περίοδο. Οι δύο μικρότερες μετόπες συμπληρώνονται με δικτυωτό ρόμβο. Η περιοχή κάτω από την κύρια μετόπη διακοσμείται με μια στεφάνη ακτινών. Εσωτερικά των κυλίκων η επιφάνεια καλύπτεται με σκουρόχρωμο υάλωμα. Με τη δύση του 6 ου αι. π.χ., ο τύπος της ρηχής κύλικας εγκαταλείπεται και επιλέγεται ένας καινούριος τύπος κοτύλης, της οποίας η κύρια διακοσμητική ζώνη είναι χαμηλότερη σε ύψος. Εντούτοις, τα προηγούμενα γεωμετρικά μοτίβα που διακοσμούσαν τις προηγούμενες κύλικες με πουλιά παύουν να χρησιμοποιούνται. 181 Coldstream 2008, Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002,

71 Αναφορικά με το σχέδιο του πτηνού, αυτό σχεδιάζεται με την τεχνική της σκιαγραφίας, και όχι του περιγράμματος. Τονίζεται ωστόσο ότι οι κοτύλες με πουλιά δεν αποτελούν συνέχεια των προγενέστερων κυλίκων, καθώς δεν παρουσιάζουν ομοιότητες ούτε ως προς το σχήμα, αλλά ούτε ως προς την διακόσμηση. Τέλος, η καταγωγή των κοτυλών με πουλιά πιθανόν να προέρχεται από την Κόρινθο, απ όπου και εισήχθη αρχικά το συγκεκριμένο σχήμα στην κεραμική της Ανατολικής Ελλάδας. 8.2 Ιωνικά κύπελλα Εκτός από τις ιωνικές κύλικες που είχαν ως κέντρα παραγωγής τους τη Σάμο και τη Μίλητο, υπήρχαν και απλά κύπελλα τα οποία διακοσμούνται αποκλειστικά με μια βαμμένη οριζόντια ζώνη. Ο όρος ιωνικά κύπελλα χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια κατηγορία μικρών κυπέλλων πόσεως με δύο λαβές, τα οποία κατασκευάζονταν στην περιοχή του ανατολικού Αιγαίου. Τα κύπελλα αυτά δεν περιλαμβάνουν διακόσμηση με εικονιστικές παραστάσεις. Οι εσωτερικές και οι εξωτερικές επιφάνειες των κυπέλλων συνήθως καλύπτονται με ένα στιλπνό μαύρο ή ερυθρωπόκαφέ βερνίκι, με οριζόντιες ταινίες και γραμμές γύρω από το χείλος και το άνω μέρος του σώματος. Τα κύπελλα αυτά ήταν ευρεία διαδεδομένα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα, σε σύνολα που χρονολογούνται ανάμεσα στα τέλη του 7 ου αι. π.χ. και στο τρίτο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ Η προέλευση των ιωνικών κυπέλλων είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Ωστόσο, παλαιότεροι μελετητές διατύπωσαν την άποψη ότι ένα πιθανόν κέντρο παραγωγής αυτών των αγγείων θα μπορούσε να ήταν η Ρόδος. Επειδή όμως υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των αγγείων, το σχήμα και η διακόσμηση οδήγησαν τους νεότερους μελετητές να προτείνουν αρκετά διαφορετικά κέντρα παραγωγής, όπως τη Σάμο και τη Μίλητο. Σύμφωνα με εργαστηριακές αναλύσεις, διαπιστώθηκε ότι κέντρα παραγωγής των συγκεκριμένων κυπέλλων ήταν η Σάμος και η Μίλητος κατά τη διάρκεια του 7 ου και 6 ου αι. π.χ. Τα ιωνικά κύπελλα πιθανόν να εξάγονταν στην ανατολική Μεσόγειο και στη Μαύρη Θάλασσα. Το βασικό τους σχήμα ακολουθεί αυτό της γεωμετρικής περιόδου. Το χείλος είναι απλό και κοντό και το πόδι κυμαίνεται από ψηλό έως πολύ 184 Catling and Shipley 1989,

72 χαμηλό και επίπεδο. Δύο ωστόσο ομάδες αυτών των κυπέλλων που έχουν λάβει την συμβατική ονομασία «Νότια Ιωνία 3» και «Ιωνία Β» από κάποιους μελετητές, διαφέρουν αρκετά από τα αγγεία των παραπάνω τριών κέντρων παραγωγής και δείχνουν ότι η παραγωγή της συγκεκριμένης κατηγορίας κυπέλλων ήταν ευρέως διαδεδομένη στο νότιο τμήμα της ανατολικής Ελλάδας, περιοχή όπου γινόταν η πιο σημαντική παραγωγή αυτών των κυπέλλων 185. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα, καθώς και τις εργαστηριακές αναλύσεις, αποδεικνύουν ότι η Νότια Ιωνία ήταν το κέντρο παραγωγής των ιωνικών κυπέλλων 186. Η διακόσμηση λαμβάνει μέρος εξωτερικά, στο σώμα του αγγείου, κοντά στο ύψος των λαβών όπου συνήθως υπάρχει μια ζώνη με διακοσμητικά μοτίβα. Το χαμηλότερο μέρος του κυπέλλου είναι επικαλυμμένο με μαύρη βαφή και το πόδι είναι εξίσου βαμμένο 187. Η εικόνα παρουσιάζει μια εξελικτική πορεία ανάμεσα στα κύπελλα του 7 ου και 6 ου αι. π.χ. Διακρίνονται εμφανώς οι διαφορές που έχει το κάθε κύπελλο σε σχέση με το άλλο. Το κύπελλο τύπου Β1 είναι το πιο κοινό. Εμφανίζεται στο β τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. αλλά απαντάται και κατά τη διάρκεια του 6 ου αι. π.χ. Το αμέσως επόμενο τύπου B2 (εικ. 120) είναι μεγαλύτερο σε μέγεθος και εξαγόταν κυρίως στις αποικίες της Μαύρης Θάλασσας, ενώ στη Δύση τα κατάλοιπά του είναι λιγοστά. Το πιο κοινό απ όλα τα κύπελλα που έχουμε εδώ είναι το Β3 το οποίο εμφανίσθηκε γύρω στο 600 π.χ. αλλά διαδόθηκε ιδιαίτερα κατά το β τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. Τα ιωνικά κύπελλα τύπου Β2 είναι ένας ιδιόρρυθμος τύπος αγγείων, τα οποία χαρακτηρίζονται για το διευρυμένο χείλος, τις ελαφρώς κυρτές λαβές και το κωνικό πόδι με τα κυρτά τοιχώματα. Η βαφή που καλύπτει εξολοκλήρου το αγγείο έχει μια μεταλλική στιλπνότητα, χρώματος ερυθρωπού-καφέ. Τα εσωτερικά τοιχώματα περιέχουν βαφή εκτός από το χείλος. Ο πυθμένας της βάσης, καθώς και το πόδι είναι ζωγραφισμένα μόνο από την εξωτερική επιφάνεια. Πιθανολογείται ότι η παραγωγή του συγκεκριμένου τύπου κυπέλλων, που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στη Μεσόγειο κατά την αρχαϊκή εποχή, ξεκίνησε το 580 π.χ. στις περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας, όπου και στη συνέχεια συνεχίστηκε στις δυτικές περιοχές μέχρι το 540 π.χ Catling and Shipley 1989, Dupont 2005, Cook and Dupont 2002, Vallet and Villard 1955, Belfiore et al. 2010,

73 Στην περιοχή του σημερινού Ισραήλ βρέθηκαν διάφοροι τύποι ιωνικών κυπέλλων σε αρκετές ανεσκαμμένες θέσεις. Ανάμεσα στα διάφορα είδη ξεχωρίζει ένα συγκεκριμένο είδος που έχει πολύ λεπτά τοιχώματα, έξω νεύον χείλος και δύο λεπτές οριζόντιες λαβές που καλύπτονται εσωτερικά και εξωτερικά με μαύρο στιλπνό βερνίκι. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του κυπέλλου είναι η διακόσμηση τριών οριζοντίων γραμμών στο χείλος και στο σώμα, όπου εναλλάσσονται με λευκόερυθρωπό και πάλι λευκό χρώμα, πάνω από τη μαύρη βαφή. Στην περιοχή Tel Miqne-Ekron βρέθηκαν τουλάχιστον επτά κύπελλα αυτού του είδους (εικ. 120) 190. Πολλά ίδια δείγματα αυτού του είδους, αλλά και ορισμένα άλλα προέρχονται από την πόλη Ashkelon (εικ.121). Παρόμοια κύπελλα με την εναλλαγή του χρώματος των γραμμών έχουν εντοπιστεί στη Συροπαλαιστίνη, ειδικότερα στην Al Mina, στο Tall Sukas και Ras el- Bassit της Συρίας και στην Σαλαμίνα της Κύπρου. Επιπλέον έχουν βρεθεί και στην Τόκρα της Κυρήνης, όπου σύμφωνα με τον Hayes, τα κύπελλα αυτά κατατάσσονται στον ροδιακό τύπο ΙΙΙ και εντάσσονται χρονολογικά στα τέλη του 7 ου αι. π.χ Κύλικες Βρουλιάς Ο αρχαίος οικισμός της Βρουλιάς εδράζεται στο νοτιότερο άκρο της νήσου Ρόδου και έχει άμεση γειτνίαση με το Πρασονήσι. Πρόκειται για έναν απ τους σημαντικότερους οικισμούς των πρώιμων ελληνικών χρόνων, στον αιγαιακό χώρο. Οι κύλικες αυτές υιοθέτησαν την ονομασία τους από την ομώνυμη περιοχή της Ρόδου. Ο πηλός που χρησιμοποιείται είναι καστανός και λεπτόκοκκος και με την όπτηση παίρνει χρώμα από κιτρινωπό έως καστανό ερυθρωπό, ενώ η βαφή που καλύπτει και το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας είναι μαύρη και στιλπνή. Η εγχάρακτη διακόσμηση με πινελιές ερυθρού χρώματος καλύπτει και τις δύο πλευρές του αγγείου. Σε μερικές από αυτές τις κύλικες διακρίνεται ένας διαφορετικός τύπος διακόσμησης στο στενό μέρος της λαβής που περιλαμβάνει αντίθετα τρίγωνα που χωρίζονται με κάθετες γραμμές. Η επιφάνεια των κυλίκων καλύπτεται εξ ολοκλήρου με μαύρη βαφή, εκτός από μια ζώνη που βρίσκεται κοντά στο ύψος των λαβών, ενώ καμιά φορά διακοσμείται και το εσωτερικό των κυλίκων με εγχάρακτα φυτικά 190 Waldbaum and Magness 1997, Boardman and Hayes 1966, 112, 120; Boardman and Hayes 1973,

74 κοσμήματα 192. Το χείλος εξωτερικά έχει συνήθως ένα οδοντωτό σχέδιο, οι λαβές περιέχουν κοσμήματα, η περιοχή της κοιλιάς, που αποτελεί και το κύριο πεδίο διακοσμείται με φυτική διακόσμηση, όπως λωτούς, ρόδακες, λουλούδια και άνθη, ενώ γύρω από το πόδι υπάρχουν στεφάνες ακτινών ή τρίγωνα 193. Τα διακοσμητικά μοτίβα που συνηθίζονται είναι κυρίως τα φυτικά. Έτσι έχουμε μεγάλα ανθέμια, άνθη λωτού, μπουμπούκια και ρόδακες. Εξωτερικά των κυλίκων, η κύρια διακόσμηση περιλαμβάνει εναλλασσόμενα ανθέμια, ενώ υπάρχουν και μικρότερες ζώνες στον ώμο και στο χείλος των αγγείων, σε μελανό και ανοιχτόχρωμο βάθος, όπου φέρουν διακοσμητικά μοτίβα, όπως σπείρες, τρίγωνα και ταινίες 194. Στο εσωτερικό των κυλίκων συναντά κανείς είτε κάποιο αστέρι ή έναν ρόδακα στο κέντρο. Με εξαίρεση μερικά θραύσματα που βρέθηκαν στη Ναύκρατη, το Tell- Defenneh, την Κυρήνη, την Μερσίνα και το Μπερεζάν, οι κύλικες από τη Βρουλιά εντοπίσθηκαν σε όλο το νησί της Ρόδου, όπου και με σχετικές αναλύσεις του πηλού επιβεβαιώθηκε ότι ήταν και τόπος παραγωγής τους 195. Σε πολλά ταφικά σύνολα του μέσου 6 ου αι. π.χ. εντοπίσθηκαν πολλές από αυτές τις κύλικες. Η διακόσμηση που επιτυγχάνεται πάνω σε σκοτεινό αντί σε ανοικτό έδαφος είναι μια γνωστή τεχνική που εμφανίστηκε και διαδόθηκε ιδιαιτέρως στην περιοχή της ανατολικής Ελλάδας προς το τέλος του 7 ου αι. π.χ. Είναι πιθανόν να κατασκευάσθηκαν τα εν λόγω αγγεία για να συναγωνιστούν την κορινθιακή τεχνοτροπία του πολύχρωμου ρυθμού σε σκοτεινό βάθος Για τις κύλικες του ρυθμού των Βρουλιών βλ. ειδικότερα Kinch 1914, Cook and Dupont 2002, Καρδαρά 1963, Cook and Dupont 2002, Cook 1994,

75 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ο : ΚΑΔΟΪΔΕΙ ΑΓΓΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 9.1 Situlae της Ανατολικής Ελλάδας Μια ιδιότυπη ομάδα αγγείων με επιμηκυμένο σχήμα και ευρύ χείλος, που ονομάζονται situlae, βρέθηκαν για πρώτη φορά στο Tell-Defenneh της Αιγύπτου 197. Η μελέτη αυτής της ομάδας αγγείων ξεκίνησε με την ανασκαφή στα ανατολικά του αιγυπτιακού Δέλτα, στην περιοχή Tell-Defenneh, το 1886 από τον Flinders Petrie 198. Εκεί ο ανασκαφέας βρήκε μαζί με ίσες περίπου ποσότητες αττικής μελανόμορφης κεραμικής και κεραμικής Φικελλούρων και Κλαζομενών, ορισμένα αγγεία αυτού του είδους, τα οποία και ονόμασε situlae. Η περιοχή ταυτίζεται με το αρχαίο οχυρό των Δαφνών. Αυτά τα αγγεία χρονολογούνται από το τέλος του 7 ου αι. π.χ. μέχρι και το 525 π.χ. Η ονομασία αυτών των αγγείων από τον Petrie έγινε επειδή το σχήμα τους θύμιζε πολύ τις αιγυπτιακές χάλκινες situlae. Αυτά τα μικρά αγγεία χρησιμοποιούνταν στην αιγυπτιακή θρησκεία για μεταφορά και για τις μετέπειτα σπονδές για τον θανόντα 199. Ο όρος situlae είναι λατινικός 200 και στην ελληνική γλώσσα αυτό το είδος αγγείων ονομάζεται κάδος ή γαύλος 201. Η έκφραση situla χρησιμοποιείται για να περιγράψει το σχήμα του αγγείου. Προγενέστεροι τύποι από τις situlae, πιθανόν να ήταν οι ακόσμητοι πίθοι. Το σχήμα αυτών των αγγείων, καθώς και η θεματολογία τους, η οποία αποτελείται από ορισμένα θέματα της αιγυπτιακής παράδοσης, δηλώνουν ότι οι Έλληνες κεραμείς και αγγειογράφοι κατασκεύαζαν αυτά τα αγγεία για μια συγκεκριμένη ομάδα ατόμων, που ζούσαν στην Αίγυπτο 202. Η χρήση αυτών των αγγείων πιθανόν να ήταν για αποθήκευση, αλλά και μίξη των υγρών. Όσον αφορά το σχήμα, είναι ένας ψηλός, στενός κύλινδρος που ευρύνεται σταδιακά προς τη βάση και έπειτα καμπυλώνεται απότομα προς ένα χαμηλό πόδι. Το χείλος είναι επίπεδο και ευρύ και ακριβώς από κάτω του βρίσκονται δύο μικρές 197 Cook 1994, Petrie 1888, Για την χρήση των αιγυπτιακών situlae βλ. ειδικότερα Bommas 2005, Hilgers 1969, Hurschmann 2001, Weber 2006,

76 λαβές 203. Η εξωτερική επιφάνεια είναι σε σκοτεινό βάθος, εκτός από τέσσερις ομάδες εξηρημένων ζωνών που διαιρούν το σώμα σε τρία μέρη, και μια μακρόστενη μετόπη που σε κάθε πλευρά μεταξύ των λαβών. Αυτά τα αγγεία ξεχώριζαν με την πλούσια διακόσμηση τους και εν μέρει ήταν λογικό να είναι εμπορεύματα στην Αίγυπτο. Οι δύο κατώτερες ζώνες στις situlae είναι διακοσμημένες με μεγάλα εγχάρακτα κρεμάμενα άνθη ή μπουμπούκια λωτού και ανθέμια, ενώ συνήθως ένα θέμα σε μελανόμορφη τεχνική τοποθετείται στην κεντρική μετόπη. Οι situlae ή αλλιώς κάδοι της ανατολικής Ελλάδας βρέθηκαν σε περιοχές της Αιγύπτου, στο Tell-Defenneh, στη Μέμφιδα και τη Ναύκρατη, καθώς και σε περιοχές της Ελλάδας, όπως στη Σάμο, τη Ρόδο (χάρτης 4). Οι πρωιμότερες situlae εντοπίστηκαν στην περιοχή Βρουλιά της Ρόδου (εικ. 123), και στο Ηραίο της Σάμου (εικ. 124). Σύμφωνα με τον R. Cook, οι situlae χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τη χρονολογία τους. Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει situlae με διακοσμημένες ζώνες και κυματοειδείς γραμμές ανάμεσα στις λαβές. Από αυτήν την ομάδα προέρχονται πέντε δείγματα από την Βρουλιά της Ρόδου και χρονολογούνται στα τέλη του 7 ου και τις αρχές του 6 ου αι. π.χ. Στην δεύτερη ομάδα ανήκουν οι situlae τύπου Typhon (εικ ). Στη συγκεκριμένη ομάδα, η διακόσμηση ανάμεσα στις λαβές χωρίζεται σε τρία διαζώματα, εκ των οποίων το μεσαίο φέρει εικονιστική παράσταση, ενώ τα άλλα δύο είναι διακοσμητικά. Το κατώτερο μέρος του αγγείου είναι διακοσμημένο με μαύρες ζώνες, που διακόπτονται από μικρές ταινίες. Η situla της εικόνας 124 πιθανόν να ανήκει στον ρυθμό των αιγάγρων και να χρονολογείται στα τέλη του 7 ου με αρχές του 6 ου αι. π.χ. Όλες οι situlae που βρέθηκαν στην Αίγυπτο είναι αποκλειστικά διακοσμημένες με την μελανόμορφη τεχνική, φέροντας πρόσθετο ιώδες χρώμα σε κάποιες μορφές και τοποθετούνται χρονολογικά στο α τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. Τα τοιχώματα των αγγείων είναι πολύ λεπτά και η συγκεκριμένη ομάδα ξεχωρίζει για την άρτια τεχνική της κατασκευή. Η τρίτη ομάδα περιλαμβάνει αγγεία, τα οποία βρέθηκαν στο Tell-Defenneh και μας σώζονται περίπου τριάντα δύο αγγεία, εκ των οποίων τα δύο προέρχονται από τη Ρόδο (εικ ). Όσον αφορά τον εξωραϊσμό των αγγείων, το χαμηλότερο μέρος είναι διακοσμημένο με δύο ή περισσότερες ζωφόρους οι οποίες 203 Cook 1994,

77 περιέχουν εγχάρακτα άνθη λωτού και ανθέμια με επίθετο ιώδες χρώμα. Ο συγκεκριμένος τρόπος διακόσμησης θυμίζει πολύ τα αγγεία από την Βρουλιά 204. Οι λαβές αποτελούνται συνήθως από τέσσερις νευρώσεις, ενώ λίγο μεταγενέστερα προτιμώνται οι λαβές σε σχήμα δαχτυλιδιού 205. Τα σχήματα των αγγείων στη συγκεκριμένη ομάδα έχουν λεπτότερο σώμα, καθώς και λεπτότερα τοιχώματα, σε αντίθεση με τα αγγεία της προηγούμενης ομάδας. 9.2 Το εικονογραφικό περιεχόμενο των situlae Ως προς τα εικονογραφικά θέματα αυτών των αγγείων, τα θέματα που απαντώνται αρμόζουν και στους δύο πολιτισμούς, ελληνικό και αιγυπτιακό. Υπάρχουν κυρίως απεικονίσεις λιονταριών, ταύρων, κριαριών, πουλιών, αλλά και μιξογενών όντων. Υπάρχουν ωστόσο και θέματα που είναι ιδιαίτερα αγαπημένα και πλησιάζουν περισσότερο τον αιγυπτιακό πολιτισμό 206. Σε μια situlae από το Tell- Defenneh απεικονίζεται η μορφή ενός γερακιού (εικ. 127), όπου σύμφωνα με την αιγυπτιακή γραφή ταυτίζεται με τον θεό Ώρο, ο οποίος αντιστοιχούσε με τον Απόλλωνα στην ελληνική μυθολογία. Επειδή όμως το αγγείο δεν σώζεται ολόκληρο, ώστε να γνωρίζουμε ολόκληρη την παράσταση, δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι για το περιεχόμενό της. Ορισμένα άλλα θέματα που περιλαμβάνονται στην εικονογραφία αυτών των αγγείων, είναι οι σκηνές μάχης μεταξύ δύο ανδρών με ρόπαλα (εικ. 128). Η συγκεκριμένη σκηνή μάχης με τα ρόπαλα ήταν σύνηθες στην αιγυπτιακή τέχνη ήδη απ το Παλαιό Βασίλειο 207. Οι άνδρες που αναπαριστώνται στην συγκεκριμένη situla είναι γυμνοί, χωρίς να φορούν το συνηθισμένο λινό ύφασμα με το οποίο συχνά απεικονίζονταν οι Αιγύπτιοι 208. Σε μια καλοδιατηρημένη situla απ το Tell-Defenneh (εικ. 125) το εικονογραφικό της περιεχόμενο αρμόζει περισσότερο στην αιγυπτιακή τέχνη. Το αγγείο είναι κατασκευασμένο με την μελανόμορφη τεχνική. Στο κέντρο της μπροστινής όψης αναπαρίσταται μια φτερωτή ανδρική μορφή, έχοντας ουρά ερπετού και κρατώντας σε κάδε χέρι ένα φίδι. Αυτή η ανάμεικτη συνήθως μορφή, δηλ. 204 Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002, Weber 2005, Decker 1987, 90; Decker and Herb 1994, Decker 2003,

78 ανθρώπου και ζώου, ονομάζεται Τυφών 209. Στην ελληνική μυθολογία, ο Τυφών ήταν γιός της Γαίας και του Ταρτάρου που πολεμούσε ενάντια της κυρίαρχης τάξης, με απώτερο στόχο να καταστρέψει τον Δία 210. Η απεικόνιση της συγκεκριμένης δαιμονικής μορφής θυμίζει έντονα την αγγειογραφία της ύστερης Πρωτοκορινθιακής κεραμικής 211. Επιπλέον, απ τον 6 ο αι. π.χ. η μορφή του Τυφών χρησιμοποιούνταν και από τους Αιγυπτίους για την απόδοση του θεού Σεθ 212. Σύμφωνα με την αιγυπτιακή μυθολογία, ο Σεθ ήταν ο θεός του χάους και του πολέμου και απεικονιζόταν ως κάποιο φανταστικό ζώο, το οποίο όμως δεν αντιστοιχούσε σε κανένα από τα ζώα και για αυτό ονομαζόταν «τυφωνικό ζώο». Στην προκειμένη περίπτωση, ο Έλληνας αγγειογράφος θέλησε να απεικονίσει την συγκεκριμένη δαιμονική μυθική μορφή, η οποία ήταν κοινή και στους δύο λαούς. 9.3 Κέντρα παραγωγής των situlae Όσον αφορά τα κέντρα παραγωγής των καδοειδών αγγείων της Α ομάδας, αυτά πρέπει να παράγονταν στη Ρόδο και συγκεκριμένα στην περιοχή της Βρουλιάς, απ όπου και εντοπίσθηκαν σε αρκετές ποσότητες. Κέντρα παραγωγής της ομάδας Β θεωρείται ότι είναι η Ρόδος. Εντούτοις, σύμφωνα με το εικονογραφικό περιεχόμενο των αγγείων, ο Petrie υποστηρίζει ότι τα αγγεία αυτά κατασκευάζονταν στην Αίγυπτο, και συγκεκριμένα στο Tell-Defenneh. Σύμφωνα με την Price, οι situlae κατασκευάζονταν για το αγοραστικό κοινό του Tell-Defenneh από Ίωνες αγγειοπλάστες, ενώ ως κέντρο παραγωγής τους θεωρείται η Ρόδος, βάση των στιλιστικών χαρακτηριστικών 213. Κατά την Walter-Karydi, τα αγγεία αυτά θεωρούνται δημιούργημα των Αιολών, επειδή παρουσιάζουν ομοιότητες με τα αντίστοιχα αιολικά 214. Ο Schaus υποστήριξε ότι τα αγγεία αυτά είχαν περισσότερα από ένα κέντρο παραγωγής, θεωρώντας ότι δύο απ αυτά ήταν η Ρόδος και η Αίγυπτος 215. Στην θεωρία του Schaus βασίστηκαν και άλλοι μελετητές 216, υποστηρίζοντας ότι οι situlae της τρίτης ομάδας παράγονταν στην Αίγυπτο. 209 Walter-Karydi 1973, 1060 pls Schefold 1995, Touchefeu-Meynier 1997, Velde 1986, Price 1928, Walter-Karydi 1970, Schaus 1995, Carrez-Maratray 1999, 284; Möller 2000a, 145; Smolarikova 2002,

79 Μάλιστα υποστήριξαν ότι ο πηλός που χρησιμοποιήθηκε προερχόταν από τη Ρόδο αλλά μεταφερόταν στο Tell-Defenneh ή στις γύρω περιοχές και εκεί κατασκευάζονταν τα αγγεία από Ρόδιους αγγειοπλάστες. Ο πηλός με τον οποίο είναι κατασκευασμένες οι situlae δεν ανήκει στον πηλό της Αιγύπτου, καθώς αυτός είναι χρώματος ανοιχτού καφέ. Εντούτοις, σύμφωνα με τον Petrie, ορισμένοι στάμνοι από το Tell-Defenneh είναι κατασκευασμένοι με τον ίδιο ακριβώς πηλό, όπως οι situlae, χωρίς όμως να φέρουν εικονιστικές παραστάσεις. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο πηλός που χρησιμοποιήθηκε και για τις situlae, αλλά και για τους στάμνους, προήλθε από κάποιες περιοχές της ανατολικής Ελλάδας, καταλήγοντας στην Αίγυπτο, με αποτέλεσμα τα αγγεία αυτά να κατασκευάζονται στο Tell-Defenneh 217. Από εργαστηριακές αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν από τον Dupont, έδειξαν ότι κέντρο παραγωγής αυτών των αγγείων ήταν η Ρόδος. Μέσω φυσικοχημικών αναλύσεων σε δείγματα της τρίτης ομάδας των αγγείων του Cook (εικ ) πιστοποιήθηκε ότι το ένα κύριο κέντρο παραγωγής των αγγείων ήταν η Ρόδος, ενώ ένα άλλο πιθανό, θα μπορούσε να είναι κάποια δωρική περιοχή στην Ανατολική Ελλάδα. 217 Weber 2006,

80 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 ο : ΕΜΠΟΡΙΚΟΙ ΑΜΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 10.1 Αρχαϊκοί αμφορείς της ανατολικής Ελλάδας Στην περιοχή της Ανατολικής Ελλάδας, χρησιμοποιούνταν οι αμφορείς κυρίως για την αποθήκευση και μεταφορά κρασιού και ελαιόλαδου. Είχαν δηλαδή αποθηκευτικό χαρακτήρα, όπως όλοι οι αμφορείς άλλωστε. Τα δύο σημαντικά κέντρα παραγωγής αυτών των αμφορέων εντοπίζονται στη Χίο και στις Κλαζομενές. Η κάθε περιοχή ξεχωριστά παρήγαγε ένα συγκεκριμένο είδος αμφορέα, το οποίο θα ήταν αναγνωρίσιμο στις περιοχές του εξωτερικού, όπου θα πραγματοποιούνταν η αγορά. Από ανασκαφές στις Κλαζομενές, συλλέχθηκαν πολλά θραύσματα τα οποία φανέρωσαν ίχνη καύσης, από τον αρχαϊκό οικισμό, κοντά στο νεκροταφείο Yildiztepe. Ένας μοναδικός τύπος, ο οποίος έχει πεπλατυσμένο χείλος, επίπεδες κάθετες λαβές, κυλινδρικό λαιμό, ωοειδές σώμα και ελαφρώς διευρυμένο πόδι, είναι ο σύνηθες τύπος αμφορέα στην Ανατολική Ελλάδα 218. Ωστόσο πλέον μπορούμε να διακρίνουμε άλλες τρεις περιοχές όπου παράγονταν αυτοί οι αμφορείς κατά την αρχαϊκή περίοδο. Σημαντικά κέντρα ήταν η Σάμος, η Λέσβος και η Μίλητος 219. Επιπλέον, σύμφωνα με νέες μελέτες, έχει προκύψει το συμπέρασμα ότι οι αμφορείς της Ανατολικής Ελλάδας είχαν και άλλα κέντρα παραγωγής, τα οποία μάλιστα ήταν σε άμεση απόσταση μεταξύ τους. Κάποια πιθανά κέντρα παραγωγής θα μπορούσαν να είναι Χίος, η νότια Ιωνία, η Θάσος, τα Άβδηρα, η Μίλητος, η Έφεσος και τέλος η Σάμος 220. Πολλά πρόσφατα ευρήματα από διάφορες θέσεις της Μεσογείου, δείχνουν ότι χρησιμοποιήθηκαν για ταφές νεογνών. Προς τα μέσα του 6 ου αι. π.χ. παρατηρείται μια απότομη μείωση των εισαγωγών, καθώς και μια αλλαγή στη φύση τους. Το ποσοστό των αγγείων της Ανατολικής Ελλάδας μειώθηκε σημαντικά, λόγω της αύξησης του αριθμού των εισαχθέντων αγγείων από την Αττική, καθώς και από την αύξηση των προϊόντων που κατασκευάζονταν στη Μασσαλία. Αυτή η τάση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από 218 Sezgin 2004, Cook and Dupont 2002, Dupont 2005,

81 το 540 π.χ., όπου ουσιαστικά τελειώνει και το οποιοδήποτε δείγμα κεραμικής που προέρχεται από την Ανατολική Ελλάδα Κλαζομενιακοί αμφορείς Μια σημαντική έρευνα για τους κλαζομενιακούς αμφορείς πραγματοποιήθηκε από τους Robert Cook και Pierre Dupont το 1998 για πρώτη φορά, στο βιβλίο με τίτλο East Greek Pottery, ενώ η πρώτη τους συστηματική κατάταξη πραγματοποιήθηκε από τον Zeest και αργότερα ακολούθησαν και μεταγενέστεροι μελετητές, των οποίων η συμβολή ήταν ιδιαιτέρως σημαντική. Σύμφωνα με τους μελετητές, οι αμφορείς αυτοί προορίζονταν για την μεταφορά οίνου 221. Οι κλαζομενιακοί αμφορείς, βάση του σχήματός τους, αλλά και της χρονολογίας τους διακρίνονται σε έξι κύριες ομάδες. Οι πρωιμότερες ομάδες αυτών έχουν κατηγοριοποιηθεί βάση της χρονολογίας τους και όχι της διακόσμησης. Οι περισσότεροι κλαζομενιακοί αμφορείς κατανεμήθηκαν στις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας σχηματίζοντας μια κατηγορία αγγείων λιγότερο γνωστή από αυτά της Χίου ή των άλλων περιοχών 222. Ομάδα Ι Οι αμφορείς αυτής της ομάδας χρονολογούνται γύρω στο π.χ. Ο λαιμός τους ποικίλει από μ. σε ύψος, το σώμα τους από μ. σε διάμετρο, και η διάμετρος του ποδιού κυμαίνεται από μ. Το συνολικό τους ύψος ποικίλλει από μ. Στους πρωιμότερους αυτούς αμφορείς δεν φαίνεται να υπήρχε κάποια συγκεκριμένη διακόσμηση. Υπάρχουν ωστόσο ποικίλες παραλλαγές από τις εφυαλωμένες ζώνες, οι οποίες αποτελούν το κατεξοχήν σύμβολο των κλαζομενιακών αμφορέων, κατά τη διάρκεια του 6 ου αι. π.χ Όλοι οι αμφορείς (εικ ) σχεδόν εκτός από έναν, (εικ. 137) έχουν μια ζώνη στη διασταύρωση του λαιμού και του ώμου. Με εξαίρεση ελάχιστα δείγματα, όλοι οι υπόλοιποι αμφορείς αποτελούνται από σειρές γραμμικών ζωνών στην περιοχή των λαβών, αλλά και κάθετες, κάτω από τις λαβές. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των κλαζομενιακών αμφορέων, των πρωιμότερων σειρών αποτελεί το επίπεδο πόδι, το οποίο κυρτώνει 221 Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002, Sezgin 2004,

82 προς τα έξω. Σε αυτήν την κατηγορία ωστόσο, οι αμφορείς δεν περιλαμβάνουν επίχρισμα. Οι περισσότεροι είναι κατασκευασμένοι από πηλό που στο εσωτερικό του αποτελούνταν από κομμάτια τεμαχισμένου λίθου, άμμου, χαλαζία, ασβεστίου και καμιά φορά μίκας 224. Έχουν ανακαλυφθεί ορισμένα δείγματα αμφορέων έξω από την περιοχή της Ανατολικής Ελλάδας, τα οποία ακολουθούν τα ίδια χαρακτηριστικά, με τους αμφορείς των Κλαζομενών. Δύο αμφορείς από την Σαλαμίνα, επικαλυμμένοι με ώχρα, ταιριάζουν τεχνοτροπικά με τους κλαζομενιακούς της ομάδας Ι. Επιπλέον, ένας αμφορέας από την Ίστρια αποδόθηκε στην περιοχή των Κλαζομενών από τον Dupont, σύμφωνα με αναλύσεις του πηλού. Ανάλογα τμήματα αγγείων από τον Κομμό της Κρήτης, αλλά και της Καρθαγένης, αποδόθηκαν στην περιοχή της Ανατολικής Ελλάδας, καθώς αυτά ταιριάζουν μορφολογικά με τους αμφορείς της εικόνας Από το Δασκύλειο επίσης προέρχονται άλλα τρία αποσπασματικά δείγματα αμφορέων που θυμίζουν τον αμφορέα της εικόνας 136. Οι αμφορείς από την Σαλαμίνα χρονολογούνται γύρω στο 630 π.χ., βάση των στιλιστικών χαρακτηριστικών τους, της Ίστριας γύρω στο π.χ., ενώ του Κομμού χρονολογείται στο τέλος του 7 ου αι. π.χ. Το πόδι που ανακαλύφθηκε στην Καρθαγένη κατατάσσεται χρονολογικά στο π.χ Τα δείγματα από τις νεκροπόλεις του Σερβετέρι, τα οποία μοιάζουν με τους κλαζομενιακούς αμφορείς, ανήκουν γύρω στο π.χ. Σε σχέση με όλα τα παραπάνω δείγματα, οι κλαζομενιακοί αμφορείς της πρωιμότερης ομάδας ανήκουν στο τρίτο τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. Ομάδα ΙΙ Στην συγκεκριμένη ομάδα ανήκουν τρία δείγματα αμφορέων παρουσιάζοντας μια προσπάθεια τυποποίησης των αγγείων όσον αφορά το σχήμα και την διακόσμηση. Οι αμφορείς αυτοί αποτελούνται από ένα δακτυλιοειδές χείλος διαμέτρου 0.13 έως μ., έναν κυλινδρικό λαιμό με διάμετρο ύψους έως μ., κυρτές κάθετες λαβές, ελαφρά κυρτούς ώμους, βολβοειδές κοιλιά και ελαφρώς διευρυμένο πόδι. 224 Sezgin 2004, Docter 2000, 66 fig

83 Ένα πανομοιότυπο δείγμα φέροντας τα παραπάνω χαρακτηριστικά βρέθηκε στο νεκροταφείο του Yildiztepe, κατατάσσοντάς το χρονολογικά στο π.χ 226. Γύρω στο π.χ. πραγματοποιήθηκαν προσπάθειες τυποποίησης αυτών των αμφορέων, οι οποίες μπορούν να διακριθούν κυρίως στην διακόσμηση αυτών των αγγείων. Πιο συγκεκριμένα, το οριζόντιο μοτίβο S που απαντούσε στις πρωιμότερες ομάδες αμφορέων, γίνεται κοινό και σε αυτήν την ομάδα. Όσον αφορά την διακόσμηση, αυτή συνίσταντο από ευρείες εφυαλωμένες ζώνες λίγο πιο κάτω από τις λαβές του αγγείου. Γύρω από το τελείωμα της κάθε λαβής και περιτρέχοντάς την υπάρχουν κάθετες ταινίες. Στις ομάδες Ι, ΙΙ και ΙΙΙ οι αμφορείς διακοσμούνται με ένα οριζόντιο σχέδιο, σχηματίζοντας S στην περιοχή του ώμου, περιλαμβάνοντας μόνο γραμμικές ζώνες 227. Η χρήση των δύο οριζοντίων ζωνών στον ώμο του αγγείου γίνεται η πιο σύνηθες διακόσμηση των αμφορέων του π.χ. Οι γραμμικές εφυαλωμένες ζώνες, καθώς και οι κάθετες γραμμές που περιβάλλουν προς τα κάτω τις λαβές απαντώνται στους κλαζομενιακούς αμφορείς στις αρχές του 6 ου αι. π.χ. Ορισμένα θραύσματα αμφορέων από την Σαλαμίνα και από το Yagorlyk στο βόρειο τμήμα της Μαύρης Θάλασσας έχουν αρκετές ομοιότητες ως προς το σχήμα, με τους αμφορείς της συγκεκριμένης ομάδας. Ορισμένα θραύσματα χείλους και λαιμού επίσης από το Δασκύλειο φέρουν ομοιότητες με τους αμφορείς των Κλαζομενών. Δύο αμφορείς από το νεκροταφείο του Akpinar, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για ταφές νεογνών, όπως διαπιστώθηκε από τα κτερίσματα, χρονολογούνται γύρω στο π.χ Ομάδα ΙΙΙ Οι περισσότεροι αμφορείς αυτής της ομάδας προέρχονται από οικισμούς και χρονολογούνται από τα τέλη του 7ου αι. π.χ. μέχρι τις αρχές του 6ου αι. π.χ. Εντούτοις, το καθεαυτό υλικό από τις Κλαζομενές, καθώς και τα συγκρίσιμα παραδείγματα από το εξωτερικό ανήκουν γύρω στο 635/630 με 600/595 π.χ. Υπάρχουν δύο αμφορείς που ανήκουν σε αυτήν την ομάδα βάση του σχήματος και της διακόσμησής τους (εικ ). Όλοι οι αμφορείς της τρίτης ομάδας αποτελούνται από ένα ραμφοειδές χείλος διαμέτρου 0.13 έως μ., έναν 226 Sezgin 2004, Sezgin 2004, Sezgin 2004,

84 ελαφρά στενό λαιμό, δύο κυρτές κάθετες λαβές, μια βολβόσχημη κοιλιά κοντά στον ώμο διαμέτρου έως μ. και μια επίπεδη βάση διαμέτρου 0.07 μ. Το συνολικό ύψος αυτών των αμφορέων κυμαίνεται από 0.60 έως 0.64 μ. Η συγκεκριμένη ομάδα χρησιμοποιεί για την διακόσμηση διπλές γραμμικές ζώνες στον ώμο του αγγείου, ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται στην μέση της κοιλιάς γραμμική εφυαλωμένη ζώνη και κάθετες ζώνες γύρω από τις λαβές. Πολλοί αμφορείς αυτής της ομάδας έχουν εντοπιστεί σε πολλές περιοχές του εξωτερικού, γεγονός που υποδηλώνει τον τεράστιο αριθμό που εξάγονταν αυτοί οι αμφορείς. Μερικά από τα μέρη στα οποία εντοπίστηκαν αυτοί οι αμφορείς περιλαμβάνουν την Τόκρα, την Τοσκάνη, τον Κομμό, το Δασκύλειο και την Ίστρια, όπου με εργαστηριακές αναλύσεις διαπιστώθηκε ότι γενέτειρα αυτών των αμφορέων είναι οι Κλαζομενές 229. Ομάδα IV Δύο δείγματα που φέρουν τα ίδια χαρακτηριστικά έχουν ταξινομηθεί στην συγκεκριμένη ομάδα και χρονολογούνται γύρω στο π.χ. Και οι δύο αμφορείς αποτελούνται από ένα δακτυλιοειδές χείλος διαμέτρου 0.12 μ. Ανάμεσα στο κατώτερο σημείο του χείλους και του λαιμού υπάρχει μια οξεία γωνία, ενώ η επίπεδη, ελαφρώς διευρυμένη βάση είναι χαρακτηριστικό αυτής της ομάδας. Σε γενικές γραμμές οι αμφορείς αυτής της ομάδας είναι ψηλότεροι και ραδινότεροι απ ότι στις άλλες ομάδες. Όσον αφορά τη διακόσμηση, αυτή είναι ως επί το πλείστον όμοια με τους αμφορείς των προηγούμενων ομάδων, με κάποιες ωστόσο διαφορές. Συνήθως υπάρχει μια ζώνη στο ύψος του χείλους, δύο οριζόντιες ζώνες στον ώμο και μια τρίτη στη μέση της κοιλιάς. Στο τελείωμα των λαβών υπάρχουν εφυαλωμένοι κύκλοι. Στις αρχές του 6 ου αι. π.χ. εμφανίζονται κάποια μεμονωμένα στοιχεία τα οποία φαίνεται ότι διακρίνουν τους αμφορείς σε κλαζομενιακούς και χιακούς αμφορείς από την βόρεια Ιωνία. Το πρότυπο κατανομής αυτού του είδους αμφορέα εμφανίζει κάποιες ομοιότητες με τους αμφορείς της προηγούμενης ομάδας. Ορισμένα απ τα μέρη στα οποία βρέθηκαν αυτοί οι αμφορείς είναι η Ίστρια, στην οποία εντοπίστηκαν θραύσματα που χρονολογούνται γύρω στο π.χ., η νεκρόπολη Osteria στην Ετρουρία, όπου τα δείγματα ανήκουν γύρω στο π.χ. 229 Sezgin 2004,

85 Ένας συνολικός αριθμός από θραύσματα αμφορέων από την Μασσαλία έδειξαν ότι οι αμφορείς αυτοί ήταν από τις Κλαζομενές 230. Βάση εσωτερικών ενδείξεων από τις Κλαζομενές, αλλά και από εγχώρια ευρήματα, έχει προκύψει μια χρονολογία, η οποία καλύπτει το πρώτο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. για τους αμφορείς της τέταρτης ομάδας 231. Ομάδα VI Οι αμφορείς της συγκεκριμένης ομάδας χρονολογούνται γύρω στο π.χ. Ωστόσο υπάρχουν ελάχιστα δείγματα που να μας παρέχουν σημαντικές πληροφορίες και για το περιεχόμενό τους, αλλά και για τα χαρακτηριστικά τους. Σε αυτήν την ομάδα ανήκει ο μοναδικός σωζόμενος αμφορέας από την νεκρόπολη του Kalabak. Μορφολογικά οι αμφορείς της πέμπτης ομάδας μοιάζουν με αυτούς της τέταρτης ομάδας, με κάποιες διαφορές. Οι σημαντικότερες από αυτές περιλαμβάνουν ένα λιγότερο διευρυμένο χείλος, ο λαιμός είναι περισσότερο κοντόχονδρος και το σώμα θυμίζει περισσότερο βολβό. Αποτελούνται επίσης από μια επίπεδη βάση, η οποία παρουσιάζει βαθιά κοιλότητα. Όσον αφορά τη διακόσμηση, αυτή είναι πανομοιότυπη με τις προηγούμενες ομάδες. Αν και τα δείγματα αυτής της ομάδας είναι ελάχιστα, εντούτοις υπάρχουν ορισμένες περιοχές όπου αποκαλύφθηκε ένας σημαντικός αριθμός των συγκεκριμένων αμφορέων, συμπεριλαμβανομένης της Graviscas, όπου ανήκουν γύρω στο δεύτερο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ., σύμφωνα με αναλύσεις από τον Dupont 232. Ένα ακόμη θραύσμα κλαζομενιακού αμφορέα χρονολογήθηκε γύρω στο π.χ. Από την Ίστρια προέρχονται ορισμένα δείγματα που εντάσσονται χρονολογικά στο π.χ. Στην περιοχή Cokrak στη Μαύρη Θάλασσα εντοπίστηκαν θραύσματα αμφορέων που ανήκαν στο μέσο του 6 ου αι. π.χ. Από την Παλιά Πόλη της Ισπανίας οι περισσότεροι αμφορείς που βρέθηκαν χρονολογήθηκαν γύρω στο /550 π.χ. υποδηλώνοντας τον τόπο καταγωγής τους, τις Κλαζομενές. 230 Sezgin 2004, Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002,

86 Ομάδα V Στην τελευταία ομάδα κλαζομενιακών αμφορέων ανήκουν δύο σημαντικά δείγματα τα οποία ανήκουν στο 530/ π.χ. Η εξάπλωση αυτών των αμφορέων είναι απέραντη, καταλαμβάνοντας μια ευρεία περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, το Αιγαίο και αποικίες στην Μαύρη Θάλασσα. Έχει παρατηρηθεί μια σημαντική αύξηση του αριθμού των αμφορέων που βρέθηκαν στις εγχώριες περιοχές, με αποτέλεσμα να προκύπτει το συμπέρασμα ότι κατά τα τέλη του 6 ου αι. π.χ. οι κάτοικοι των Κλαζομενών είχαν επεκτείνει τις εμπορικές τους αλληλεπιδράσεις με τις περιοχές του εξωτερικού 233. Καθώς φαίνεται, η τυποποίηση της διακόσμησης και του σχήματος ήταν ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη στις αγορές του εξωτερικού. Το σχήμα των αμφορέων αυτής της ομάδας είναι περισσότερο επίμηκες σε αντίθεση με τις προηγούμενες ομάδες, με ειδοποιό διαφορά την διεύρυνση του λαιμού, της κοιλιάς και της βάσης. Οι περισσότεροι αμφορείς της τελευταίας ομάδας ανακαλύφθηκαν ως επί το πλείστον σε νεκροταφεία των Κλαζομενών, διακρίνοντας δύο βασικές κατηγορίες αμφορέων αυτής της περιόδου 234. Όσον αφορά το σχήμα τους, αυτό ποικίλλει. Συνήθως υπάρχει το ωοειδές ή βολβόσχημο. Στην πρώτη κατηγορία, η βάση του αμφορέα είναι κωνική και διευρυμένη, ενώ στην δεύτερη κατηγορία είναι στενότερη και περισσότερο κυλινδρική. Οι περισσότεροι απ αυτούς τους αμφορείς χρησιμοποιήθηκαν για ταφές νεογνών από το νεκροταφείο του Yildiztepe. Υπάρχουν ωστόσο και τμήματα αμφορέων που βρέθηκαν στον αρχαϊκό οικισμό και χρονολογούνται στο τελευταίο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ. Σύμφωνα με αναλύσεις από τον Dupont, ένα ποσοστό περίπου 20% με 30% αμφορέων του 6 ου αι. π.χ. που εντοπίστηκε στην Ίστρια, την Ολβία, καθώς και στην χερσόνησο του Ταμάν, ανήκε στις Κλαζομενές 235. Η απουσία οποιουδήποτε δείγματος από την περιοχή των Κλαζομενών κυρίως μετά το 500 π.χ. οδήγησε τον μελετητή στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος τύπος αμφορέα τελείωσε να παράγεται στις Κλαζομενές ή έπαψε να εμπορεύεται στο εξωτερικό κατά τα τέλη του αιώνα 236. Οι περισσότεροι από τους κλαζομενιακούς αμφορείς του ύστερου 6 ου αι. π.χ. χρησιμοποιήθηκαν για ταφές νεογνών σε πολλά νεκροταφεία των Κλαζομενών. Συγκρίνοντας τα αγγεία από τους αποθέτες των οικιών με αυτά που βρέθηκαν στις 233 Sezgin 2004, Sezgin 2004, Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002,

87 περιοχές του εξωτερικού, αυτά απαντούν στα ίδια χαρακτηριστικά αναφορικά με το σχήμα και την χρονολογία τους. Ο αμφορέας της εικ. 140 προέρχεται από τη νότια πλαγιά της Ακρόπολης των Κλαζομενών και πιθανόν χρησιμοποιήθηκε ως πηγή νερού, κατά τη διάρκεια της Ιωνικής Επανάστασης. Ανάλογα δείγματα προέρχονται από την Ίστρια, τα οποία χρονολογούνται στο π.χ., την αγορά της αρχαίας Αθήνας που ανήκουν στο π.χ. Εκτός από τα καλά διατηρημένα δείγματα αμφορέων, υπάρχουν και αρκετά θραύσματα από την Gravisca της Ιταλίας 237, την Παλιά Πόλη της Ισπανίας την Ιβηρική Χερσόνησο, την Κύπρο και συγκεκριμένα στο Κίτιο 238, την Κόρινθο 239, την Αίγινα, την Θήρα, σε περιοχές που λειτουργούσαν ως αποικίες για τους Ίωνες στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας και τέλος στο Abusir και την Τάνιδα της Αιγύπτου Μιλησιακοί αμφορείς Πρόκειται για έναν τύπο σχήματος που εξελίχθηκε χωριστά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και εξαπλώθηκε σε όλη την Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μιλησιακού αμφορέα είναι ο διευρυμένος λαιμός, ο οποίος καμιά φορά εξέχει από τον ώμο είτε με μια μικρή χαράδρα, είτε με μια κάθετη αναδίπλωση 241, όπως στους αμφορείς των Φικελλούρων 242. Το χείλος των αμφορέων είναι κυρτό και λεπτό, και οι λαβές ανάλογα με το εργαστήριο, είναι οβάλ διατομής ή με διπλές νευρώσεις. Η κοιλιά είναι ωοειδούς σχήματος και περισσότερο διογκωμένη, στηριζόμενη σε μια επίπεδη δακτυλιόσχημη βάση. Ο πηλός συνήθως δεν περιέχει μαρμαρυγίες, ούτε επίχρισμα ή γραπτή διακόσμηση 243. Οι αμφορείς της Ανατολικής Ελλάδας με το έντονα κυρτό χείλος συνήθως συνηθίζονταν στις αρχές του 6 ου αι. π.χ. Κάποια θραύσματα συμπεριλαμβανομένων και αγγεία του μέσου ρυθμού των αιγάγρων απονεμηθήκαν σε μεγάλο βαθμό σε εργαστήρια της Μιλήτου, βάση εργαστηριακών αναλύσεων. Η σπανιότητα τέτοιων διακοσμημένων δειγμάτων, και ειδικότερα του συγκεκριμένου σχήματος αμφορέα, που συνηθιζόταν στον ρυθμό των αιγάγρων της νότιας Ιωνίας, μας οδηγεί στο 237 Slaska 1978, pl. 100, fig Karageorghis 1977, 62 no. 11, pl. 2.6; Coldstream 1981, 21 pls. 16.9, Campbell 1938, 608 no. 217, fig Sezgin 2004, Cook and Dupont 2002, 172, fig. 23.8b. 242 Cook and Dupont 2002, 172, fig. 23.8c. 243 Cook and Dupont 2002,

88 συμπέρασμα ότι υπήρχε ένα είδος επίδρασης των αγγείων του ρυθμού των αιγάγρων, και αργότερα, των Φικελλούρων. Τα πρωιμότερα δείγματα των μιλησιακών αμφορέων προέρχονται από την Ίστρια, τις περιοχές γύρω από την Μαύρη Θάλασσα και από το Μπερεζάν. Από το τελευταίο τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. οι αμφορείς είναι μεσαίου μεγέθους, με ελαφρά κυρτό χείλος και διευρυμένο λαιμό, ενώ στις λαβές διακρίνεται μια κλίση προς τα επάνω. Μερικά δείγματα που φέρουν αυτά τα χαρακτηριστικά και κατατάσσονται χρονολογικά στην ίδια περίοδο, έχουνε βρεθεί στην Μεγάλη Ελλάδα, την Κύπρο, την Χίο 244, και την Μαύρη Θάλασσα. Κατά την επόμενη περίοδο, το ύψος του αμφορέα αυξάνεται αισθητά, όπως και η διάμετρος της κοιλιάς, του λαιμού και του στομίου. Επιπλέον, και η βάση του αμφορέα διευρύνεται. Κάποια σημαντικά δείγματα αυτής της περιόδου προέρχονται από την Κύπρο 245, τις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας και την Ιταλία. Ωστόσο, υπάρχουν και δείγματα της ίδιας περιόδου, των οποίων το σχήμα είναι περισσότερο κυλινδρικό. Μερικά από αυτά απαντώνται στην Κύπρο, την Σαλαμίνα και την Ίστρια. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τέταρτου του 6 ου αι. π.χ. οι αμφορείς μοιάζουν πολύ με αυτούς της προηγούμενης φάσης. Ο ώμος των αγγείων είναι έντονα επικλινής και συνδέεται με μια επιμήκυνση στην κοιλιά. Τέτοια δείγματα εντοπίστηκαν στην Αθήνα, την Αίγινα και την Ετρουρία. Στο πρώτο μισό του 5 ου αι. π.χ., το ύψος των αμφορέων πλησιάζει τα 0,70 μ. σε διάμετρο, ενώ η διάμετρος της κοιλιάς μειώνεται αισθητά. Επιπλέον είναι εμφανής η τάση για επιμήκυνση του λαιμού, το χείλος γίνεται ακόμη πιο παχύ και οι προηγούμενες ραβδώσεις του λαιμού σταδιακά εξαφανίζονται. Οι λαβές γίνονται πιο μακριές και ευρύτερες. Συνοψίζοντας, οι αμφορείς αυτοί ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι σε όλη την περιοχή της Μεσογείου και ειδικότερα στη Κύπρο, την Σικελία, αλλά και στην Ετρουρία, στις Πιθακούσες, την αρχαία Αγορά των Αθηνών, την Θήρα και την Αίγινα 246. Όσον αφορά τις περιοχές της ανατολικής Ελλάδας, εκτός από την γενέτειρά τους Μίλητο και Δίδυμα, οι αμφορείς αυτοί ήταν σπάνιοι στη Σάμο, τη βόρεια Ιωνία και τη Χίο. Εντούτοις, πολλά θραύσματα αυτών των αμφορέων βρέθηκαν και στις νεκροπόλεις της Ρόδου, Ιαλυσό και Λίνδο. 244 Boardman 1967, 140 no. 507, fig Karageorghis 1967, 72 no. 5; Johnston 1981, 38, Cook and Dupont 2002,

89 10.4 Λεσβιακοί αμφορείς Ο όρος λεσβιακοί αμφορείς αναφέρεται στους αμφορείς, όπου κέντρο παραγωγής τους ήταν η Λέσβος, και των οποίων τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά είναι ο γκρι πηλός και οι κυλινδρικές λαβές. Η αρχική παραγωγή αυτών των αμφορέων πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 7 ου αι. π.χ. Ωστόσο, σύμφωνα με τον R. Cook, οι αμφορείς αυτοί χρησιμοποιούνταν ήδη από τον 8 ο αι. π.χ. 247 Η απόδοση αυτών των αμφορέων στην Λέσβο πραγματοποιήθηκε αρχικά από τον R. Cook, συνδέοντας το γκρι χρώμα των αμφορέων από τις ανασκαφές του στην Παλιά Σμύρνη, με την αιολική κεραμική bucchero στο νησί της Λέσβου και στις γύρω περιοχές της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με την W. Lamb, η Λέσβος αποτελούσε μια σημαντική πηγή για την αιολική κεραμική bucchero και αυτό, σύμφωνα με ανασκαφές που διεξήχθησαν κατά το διάστημα του σε περιοχές του νησιού. Οι περιοχές αυτές έδειξαν ότι κατά τον 7 ο και 6 ο αι. π.χ. η κεραμική bucchero ήταν ο κύριος ρυθμός που κατασκευαζόταν σε αυτά τα κέντρα 248. Τα συμπεράσματά της επιβεβαιώθηκαν λίγο αργότερα από τους J. Bohlau και E. A. Gardner, οι οποίοι μελέτησαν θραύσματα αγγείων της κεραμικής bucchero από τη Ρόδο και τη Ναύκρατη και τα απέδωσαν στην Αιολίδα. Λίγο μεταγενέστερα, οι μελετητές J. K. Anderson και I. B. Zeest υποστήριξαν την ίδια άποψη, όταν το 1953 βρέθηκαν δείγματα κεραμικής τύπου bucchero στην Χίο. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, η Λέσβος αναφέρεται ως ένα κέντρο που κατασκεύαζε αμφορείς, οι οποίοι προορίζονταν για την μεταφορά και αποθήκευση του οίνου. Παρόλο που δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει την παραγωγή οίνου στο νησί, υπάρχουν εντούτοις αρκετές πηγές από αρχαίους συγγραφείς που μαρτυρούν την εξαίσια παραγωγή οίνου στο νησί της Λέσβου. Το πρωιμότερο δείγμα λεσβιακού αμφορέα προέρχεται από την ανασκαφή της αρχαίας Αγοράς των Αθηνών και χρονολογείται γύρω στο τρίτο του 7 ου αι. π.χ. Ορισμένα προγενέστερα δείγματα από αυτούς τους αμφορείς ανήκουν στο δεύτερο μισό του 7 ου αι. π.χ. Δύο ακόμη αμφορείς της ίδιας περιόδου βρέθηκαν στην Άντισσα της Λέσβου και ταξινομήθηκαν ως Α και Β από την Clinkenbeard. Ο ένας εκ των δύο είναι ένας βολβόσχημος γρι αμφορέας διαμέτρου ύψους 0.45 μ., με κοντόχονδρο λαιμό και κυλινδρικές λαβές 249. Ο δεύτερος, είναι ψηλότερος και μεγαλύτερος από 247 Cook 1958/59, Clinkenbeard 1982, Cook and Dupont 2002, 157, fig. 23.4f. 89

90 τον πρώτο και αποτελείται από μια ωοειδές κοιλιά, έναν κωνικό ως προς το σχήμα λαιμό και δύο επίπεδες λαβές 250. Και οι δύο αμφορείς πατούν πάνω σε μια δακτυλιόσχημη βάση. Ένα ακόμη καλά διατηρημένο δείγμα από αμφορέα προέρχεται από την Καμαρίνα και χρονολογείται γύρω στο πρώτο μισό του 6 ου αι. π.χ. Ο αμφορέας αποτελείται από έναν λαιμό με έντονη κλίση προς τα κάτω, μια βολβοειδές κοιλιά και μια δακτυλιόσχημη βάση. Τέτοιου είδους αμφορείς εξακολουθούν να κατασκευάζονται μέχρι και το τρίτο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ., όπου διακρίνονται ορισμένες διαφορές ως προς τα μέλη του αγγείου. Για παράδειγμα, η κοιλιά και ο λαιμός γίνονται ραδινότεροι, ενώ η προηγούμενη δακτυλιόσχημη βάση αντικαθίσταται από μια επίπεδη 251. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τέταρτου του 6 ου αι. π.χ., τα αγγεία χαρακτηρίζονται από την όξυνση και στένωση του λαιμού, ενώ παράλληλα κάνει την εμφάνισή του ένα νέο είδος χείλους. Το συγκεκριμένο είδος αμφορέα ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Μαύρη Θάλασσα και στη Μεσόγειο. Λίγο μεταγενέστερα εμφανίζεται ένα είδος αμφορέα, του οποίου ο πυθμένας της βάσης είναι πολύ στενός. Το ύψος αυτών των αμφορέων δεν ξεπερνά τα μ. σε διάμετρο, ενώ η κοιλιά διευρύνεται ακόμη περισσότερο. Το κατώτερο τμήμα του λαιμού είναι διογκωμένο, οι λαβές κλίνουν προς τα κάτω, και η βάση γίνεται περισσότερο κωνική. Οι αμφορείς αυτοί εντάσσονται χρονολογικά στα τέλη του 6 ου αι. και τις αρχές του 5 ου αι. π.χ., από μια σειρά δειγμάτων στην Αθήνα, την Αίγινα, την Ετρουρία και τη Μαύρη Θάλασσα. Ο πηλός που χρησιμοποιείται αυτήν την περίοδο είναι πορτοκαλόχρους και πιο εκλεπτυσμένος από τον γκρι, της προηγούμενης περιόδου 252. Ωστόσο, ορισμένοι αμφορείς από την Λέσβο του ύστερου 7 ου αι. π.χ. αποκαλύφτηκαν στον Κομμό της Κρήτης 253, στη νότια Ιταλία, στις Κλαζομενές, την Τόκρα, την Ίστρια, και σε περιοχές του σημερινού Ισραήλ. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στις αρχές του 6 ου αι. π.χ. και η κατανομή, αλλά και η ποσότητα αυτών των αμφορέων είχε αυξηθεί σημαντικά Cook and Dupont 2002, 157, fig. 23.4g. 251 Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002, Johnston 1993, Cook and Dupont 2002,

91 Η συμβατική χρονολογία που έχει προκύψει σχετικά με την αρχική παραγωγή των λεσβιακών αμφορέων, συνάδει με τις χρονολογίες των υπόλοιπων αμφορέων της Ανατολικής Ελλάδας, όπως της Μιλήτου, της Σάμου, της Χίου και των Κλαζομενών και σύμφωνα με μια γενική άποψη, οι λεσβιακοί αμφορείς ξεκίνησαν να χρησιμοποιούνται κατά το δεύτερο μισό του 7 ου αι. π.χ. Σχετικά με τις περιοχές εξαγωγής των συγκεκριμένων αμφορέων, οι εργαστηριακές αναλύσεις δεν απέδειξαν κάποια σημαντική εξαγωγή αυτών στις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, αλλά αντίθετα υποστήριξαν ότι η κατανομή αυτών των αμφορέων πραγματοποιούνταν στη γενέτειρα πόλη τους, δηλαδή την Λέσβο 255. Επιπλέον ορισμένα θραύσματα αγγείων με λεπτότερο και ανοιχτόχρωμο γκρι πηλό έχουν εντοπισθεί στη Μαύρη Θάλασσα. Φαίνεται όμως ότι υπήρχαν και κάποιες παραλλαγές του ίδιου σχήματος των λεσβιακών αμφορέων, όχι απαραίτητα από τα ίδια εργαστήρια, αλλά από άλλα μέσα στο νησί Σαμιακοί αμφορείς Η πρώτη που προσδιόρισε και απέδωσε τους συγκεκριμένους αμφορείς στη Σάμο, ήταν η I. Zeest, όταν αυτή εντόπισε ένα πλήρες δείγμα αμφορέα από το Νυμφαίο. Στηριζόμενη στο χρώμα του πηλού που είχε το συγκεκριμένο δείγμα, καθώς και στο σχήμα του, λίγα χρόνια αργότερα η V. Grace κατέταξε το ίδιο αγγείο στη δική της ταξινόμηση. Η V. Grace μέσα από μια εκτεταμένη έρευνα πρότεινε ένα εξελικτικό σύστημα αναφορικά με την χρονολογία των σαμιακών αμφορέων. Σύμφωνα με αυτό, η αρχαϊκή περίοδος αντιπροσωπεύεται από μια σειρά δειγμάτων που ξεκινούν από τα τέλη του 7 ου αι. έως το πρώτο μισό του 6 ου αι. π.χ. και συνίσταντο από αμφορείς με σφαιρικό σώμα, κοντό λαιμό, εχινοειδές χείλος και δακτυλιόσχημη βάση. Η δεύτερη κατηγορία που ανήκει στα τέλη του 6 ου αι. π.χ. έως τις αρχές του 5 ου αι. π.χ. απαρτίζεται από αμφορείς με ωοειδές κοιλιά, λεπτό λαιμό και λοξότμητη δακτυλιόσχημη βάση. Στην τελευταία κατηγορία αμφορέων διακρίνονται δύο παραλλαγές που αφορούν το σχήμα των αγγείων. Η πρώτη σειρά αποτελείται από αμφορείς που έχουν έξω νεύον χείλος, ενώ η δεύτερη από αμφορείς με έντονα κυρτό χείλος, κωνικό σώμα, οι οποίοι ανήκουν στον 5 ο αι. π.χ Dupont 2005, Cook and Dupont 2002,

92 Οι αμφορείς της πρωιμότερης σειράς ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι στις πόλεις της Ετρουρίας 257, της Νότιας Ιταλίας και Σικελίας. Στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, πολυάριθμα θραύσματα αυτών των αμφορέων βρέθηκαν στα Άβδηρα, στη αρχαία Αγορά των Αθηνών 258, στη Βρουλιά της Ρόδου, αλλά και στην Κύπρο, στη Συρία, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Υπάρχουν ωστόσο διαφορές ως προς τη σύσταση του κάθε αγγείου. Ο πηλός καμιά φορά περιέχει μαρμαρυγίες και ποικίλει σε χρώμα, από ανοιχτό κίτρινο έως πορτοκαλί καφέ. Ξεχωρίζουν εντούτοις δύο κατηγορίες αμφορέων μου μοιάζουν ως προς το σχήμα. Η πρώτη κατηγορία αποτελείται από αμφορείς με προεξέχον εχινοειδές χείλος, κοντό, διευρυμένο λαιμό, οβάλ διατομής λαβές, διογκωμένη κοιλιά και δακτυλιόσχημη βάση. Χρονολογικά, αυτοί οι αμφορείς κατατάσσονται στις αρχές του 7 ου αι. π.χ. και ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι στο Μπερεζάν, στην Καμαρίνα, την Κύπρο και την Σάμο. Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από αμφορείς όπου το χείλος είναι λιγότερο προεξέχον, οι λαβές είναι λεπτότερες, ο λαιμός παραμένει διευρυμένος όπως στην προηγούμενη κατηγορία και η βάση είναι δακτυλιόσχημη. Θραύσματα αυτών των αμφορέων βρέθηκαν στις πόλεις της Ετρουρίας και στην Ίστρια. Τα προαναφερθέντα δείγματα φαίνεται ότι σημειώνονται και στη Σάμο και ταιριάζουν ικανοποιητικά με ορισμένα θραύσματα από το Ηραίον. Υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με την χρήση αυτών των αμφορέων του πρώτου μισού του 6 ου αι. π.χ. Πιθανολογείται ωστόσο ότι αυτά τα δοχεία χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση οίνου, και μάλιστα είχαν περιεκτικότητα πάνω από είκοσι λίτρα 259. Επιπλέον οι πρώτοι αμφορείς που εξήχθησαν στο εξωτερικό, και συγκεκριμένα στην Καρθαγένη, ήταν της Σάμου. Από ανασκαφές στην Καρθαγένη βρέθηκε ένα θραύσμα από βάση αμφορέα που ανήκει στον 7 ο ή στις αρχές του 6 ου αι. π.χ Επίσης στην Τοσκάνη έχουν αποκαλυφθεί αρκετά θραύσματα που χρονολογούνται γύρω από το 685 έως το 620 π.χ. Μέσα από τα ευρήματα που εντοπίστηκαν στην Καρθαγένη, πιθανολογείται ότι οι αμφορείς της Σάμου αποτελούσαν την μοναδική κατηγορία εμπορικών αμφορέων που εισάγονταν στην Καρθαγένη από την Ανατολική Ελλάδα μεταξύ του 257 Slaska 1978, Grace 1971, Cook and Dupont 2002, Docter 2000,

93 760 και 645 π.χ. Αυτό διαπιστώνεται κυρίως από το γεγονός ότι οι σαμιακοί αμφορείς περιείχαν λάδι και όχι οίνο. Οι αμφορείς της Ανατολικής Ελλάδας που μετέφεραν κατά κύριο λόγο οίνο, ξεκίνησαν να παράγονται πολύ αργότερα Χιακοί αμφορείς Οι πρωιμότεροι αμφορείς παράγονταν από τα τέλη του 8 ου αι. και σε όλο τον 7 ο αι., ενώ η χρήση τους έφτασε μέχρι και τον 6 ο αι. π.χ. Οι προγενέστερες σειρές αποτελούνται από αμφορείς με λευκό επίχρισμα στην εξωτερική τους επιφάνεια, φέροντας γραπτή διακόσμηση, η οποία συνδυάζει οριζόντιες ζώνες στο χείλος, στο κατώτερο μέρος του ώμου και στο κάτω μέρος της κοιλιάς, κάθετες κάτω απ τις λαβές, ανάμεσα στο χείλος και την κατώτερη ζώνη της κοιλιάς 262. Χαρακτηριστικό επίσης είναι το οριζόντιο σιγμοειδές μοτίβο που σχηματίζεται στον ώμο. Οι αμφορείς αυτοί τοποθετούνται γύρω στα τέλη του 7 ου με τις αρχές του 6 ου αι. π.χ. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών που καλύπτουν οι αμφορείς, το σχήμα τους εξελισσόταν διαρκώς. Στην αρχή, τα αγγεία ήταν μεγάλα με κοντόχονδρο λαιμό και ραμφόστομο χείλος με κυλινδρική-δακτυλιόσχημη βάση, όπως παρουσιάζονται στην εικ. 141 Τέτοιοι αμφορείς έχουν βρεθεί σε πόλεις της Ετρουρίας και στην Χίο. Υπάρχει επίσης μια άλλη ποικιλία από αμφορείς με λιγότερο διευρυμένο λαιμό που πατούν πάνω σε ένα μεγαλύτερο πόδι εικ Οι αμφορείς έπαψαν να κυκλοφορούν κατά τα τέλη του 7 ου αι. π.χ Στις αρχές του τρίτου τέταρτου του 6 ο αι. π.χ., λίγο πριν το τέλος της παραγωγής των αμφορέων με λευκό επίχρισμα, ξεκίνησε η παραγωγή νέων μικρότερων αμφορέων, με μικρότερη χωρητικότητα. Οι αμφορείς αυτοί είναι γνωστοί ως Lambrino Α1-Α2. Ο πρώτος παραγόταν έως και το 510 π.χ., μέχρι που αντικαταστάθηκε από τον Α2, ο οποίος εξακολουθούσε να παράγεται μέχρι και το 490 π.χ. Από το τελευταίο τέταρτο του 7 ου αι. π.χ. παρατηρείται μια διαφοροποίηση του σχήματος της κοιλιάς, η οποία αποκτά ωοειδές σχήμα, ενώ ταυτόχρονα ο λαιμός είναι λιγότερο συμπαγής από πριν εικ Στη συνέχεια, κατά τα τέλη του 7 ου αι. π.χ., σημειώνεται μια αλλαγή που σχετίζεται με το προφίλ του αμφορέα, όπου ο 261 Docter 2000, Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002,

94 ώμος παίρνει μια διαφορετική κλίση, με αποτέλεσμα να επιμηκύνονται και οι λαβές εικ Δείγματα αμφορέων από αυτήν την κατηγορία βρέθηκαν διάσπαρτα γύρω από τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 6 ου αι. π.χ., ο λαιμός γίνεται λεπτότερος, η διάμετρος της κοιλιάς και της βάσης μικραίνει και το συνολικό ύψος του αμφορέα αυξάνεται εικ Την ίδια περίοδο, το παχύ υπόλευκο επίχρισμα στην επιφάνεια του αγγείου μετατρέπεται σε ένα λεπτότερο λευκό βερνίκι, με αποτέλεσμα οι ζωγραφισμένες ζώνες να καταλήγουν να είναι λεπτότερες. Οι αμφορείς αυτών των κατηγοριών παύουν να χρησιμοποιούνται κατά τα τέλη του τρίτου τέταρτου του 6 ου αι. π.χ., όπου πλέον το σχήμα των αγγείων επιμηκύνεται υπερβολικά. Οι αμφορείς αυτοί βρέθηκαν στην Κύπρο, Αίγυπτο, Σικελία, τη Θήρα και την Ξάνθο 264. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι πριν από την εξάλειψη των αμφορέων λευκού υποστρώματος, εμφανίζεται μια νέα σειρά προς το τέλος του δεύτερου τρίτου του 6 ου αι. π.χ., όπου δείγματα αυτών βρέθηκαν στη Μαύρη Θάλασσα και τη δυτική Μεσόγειο. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των αμφορέων είναι ο λεπτός λαιμός, η στενή βάση, η ωοειδές κοιλιά και το έντονα κυρτό πόδι. Το λευκό επίχρισμα δεν υπάρχει πλέον και από την προηγούμενη περίτεχνη γραπτή διακόσμηση σώζεται μόνο μια μονή ή διπλή ζώνη γύρω από τον ώμο ή το χείλος. Η συγκεκριμένη κατηγορία αμφορέων ήταν κοινή κατά το τρίτο τέταρτο του 6 ου αι. π.χ., αλλά συνεχίζουν να παράγονται μέχρι και το 510 π.χ. Με το πέρας του χρόνου ωστόσο, η επιμήκυνση του λαιμού μειώνεται. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό αυτών των μεταγενέστερων ομάδων αμφορέων είναι η παρουσία κάποιων σημάτων που τοποθετούνταν στους αμφορείς πριν από την όπτηση. Αυτά τα σήματα χωρίζονται σε δύο ξεχωριστές κατηγορίες. Αυτές αποτελούνται από απλούς ομόκεντρους κύκλους ή σταυρούς. Ένα από αυτά τα σχέδια υπάρχει συνήθως στο ψηλότερο μέρος του λαιμού, ενώ συχνά επαναλαμβάνονται στον ώμο, στο κατώτερο μέρος των λαβών και στη βάση 265. Είχε θεωρηθεί μάλιστα ότι αυτά τα δύο μοτίβα, οι κύκλοι και οι σταυροί λειτουργούσαν ως ενδείξεις για το περιεχόμενο των αμφορέων. Σκοπός αυτών των σημάτων πιθανόν να ήταν για να προσδιορίσουν τον αγγειοπλάστη, τον παραγωγό του οίνου ή ακόμη και τον έμπορο. 264 Cook and Dupont 2002, Cook and Dupont 2002,

95 Λαμβάνοντας υπόψη την ευρεία εξάπλωση των αμφορέων που προέρχονται από την Χίο, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι το εμπόριο κρασιού πρέπει να αποτελούσε σημαντική συνεισφορά στην οικονομία του νησιού ολοένα και περισσότερο, καθώς, τα κρασιά της Χίου ήταν φημισμένα και εύκολο να εξαχθούν, τουλάχιστον όταν ο τρύγος παρουσίαζε πλεόνασμα 266. Εντούτοις, θα ήταν ενδιαφέρον να γνωρίσουμε σε ποιο βαθμό αυτά τα κρασιά, που τα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση οι Έλληνες ειδήμονες, εκτιμήθηκαν το ίδιο και από μη Έλληνες θαμώνες, όπως για παράδειγμα, στην περιοχή της Σκυθίας, όπου οι εξαγωγές κρασιού από την Χίο σίγουρα δεν ήταν αρκετά σημαντικές για να αντισταθμίσουν την ενδημική έλλειψη του νησιού σε δημητριακά. Σύμφωνα με εργαστηριακές αναλύσεις από τον P. Dupont, αποδείχθηκε ότι τα περισσότερα θραύσματα αμφορέων που βρέθηκαν στις αγορές της Μεσογείου και του Πόντου, πράγματι προέρχονται από την Χίο 267. Χιακά δείγματα από την Ίστρια και τη Ναύκρατη ταιριάζουν με τα κύρια τοπικά πρότυπα αναφοράς του νησιού. Εντούτοις, σε ορισμένες περιοχές ανακαλύφτηκαν και απομιμήσεις, όπως στις Ερυθρές, στην Πιτάνη, στη Θάσο. Αντίθετα, στις αρχαϊκές νεκροπόλεις στα Άβδηρα και την Οργάμη αποκαλύφθηκε ότι τουλάχιστον ένα τμήμα των πρωιμότερων χιακών αμφορέων ήταν παραγμένα από την Βόρεια Ιωνία και όχι από την Χίο. 266 Cook and Dupont 2002, Dupont 2005,

96 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ο : ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΡΥΘΜΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 11.1 Η γεωγραφική εξάπλωση των αγγείων του ρυθμού των αιγάγρων Όπως μελετήθηκε στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας, τα αγγεία της Μιλήτου ήταν εμπορεύματα για τις αποικίες των Ελλήνων στις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, καθώς και στις περιοχές της Μεσογείου. Ξεκινώντας από τον πρώιμο ρυθμό των αιγάγρων και βασιζόμενοι στα σημεία όπου βρέθηκαν αυτά τα αγγεία, η γενέτειρα του πρώιμου ρυθμού των αιγάγρων πιθανολογείται ότι ήταν το νότιο τμήμα της περιοχής της Ανατολικής Ελλάδας. Πιο συγκεκριμένα, όπως παρουσιάζονται και στον χάρτη 2, οι κυριότερες περιοχές που απέδωσαν ένα σημαντικό ποσοστό δειγμάτων των αγγείων ήταν η Ρόδος, η Κάλυμνος, η Σάμος, η Μίλητος και η αρχαία Μύλασα. Αγγεία του μέσου ρυθμού των αιγάγρων Ι βρέθηκαν στην Al-Mina, στις όχθες του ποταμού Ορόντη, στην Αίγινα, την Κρήτη, την Ιταλία και τη Σικελία. Ο μέσος ρυθμός των αιγάγρων ΙΙ απαντάται σε όλο το νότιο τμήμα της Ανατολικής Ελλάδας, αλλά ωστόσο σπανίζει στην περιοχή της Καρίας. Στην Ανατολική Μεσόγειο υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό που προέρχεται από την Al-Mina και την Τόκρα. Ορισμένα αγγεία προέρχονται από τις Κυκλάδες, την Αίγινα, τη Θάσο και κατά μήκος της βόρειας ακτής του Αιγαίου 268. Στην Δύση ωστόσο, καθώς και στην ελληνική ενδοχώρα, ο ΜΡΑ ΙΙ είναι εξαιρετικά σπάνιος. Ο ύστερος ρυθμός των αιγάγρων αναπτύχθηκε στις περιοχές της Βόρειας Ιωνίας, κυρίως στις Κλαζομενές και την Τέω. Ένα ικανοποιητικό ποσοστό αγγείων του ΥΡΑ εντοπίστηκε στην Αιολίδα, την Έφεσο, ενώ απαντώνται μερικά δείγματα και στη Σάμο, τη Ρόδο και τις Σάρδεις. Συναντάται επίσης μια μικρή ποσότητα του ρυθμού, γύρω από την Ανατολική ακτή της Μεσογείου και συγκεκριμένα στην Al- Mina, τη Ναύκρατη, την Τόκρα, την Κυρήνη, την Αίγινα, τις Κυκλάδες, τις αποικίες της Μαύρης Θάλασσας και ειδικότερα στην Ίστρια, την Όλβια και το Μπερεζάν. Στην ηπειρωτική Ελλάδα και τη Δύση, τα αγγεία του ΥΡΑ είναι εξαιρετικά σπάνια. 268 Cook and Dupont 2002,

97 11.2 Η γεωγραφική εξάπλωση των αγγείων του ρυθμού των Φικελλούρων Η κατανομή των αγγείων του ρυθμού των Φικελλούρων παρουσιάζει ομοιότητες με αυτή του ΜΡΑ ΙΙ της νότιας Ιωνίας, δεδομένου ότι πατρίδα και των δύο αγγειογραφικών ρυθμών ήταν η Μίλητος. Σημαντικός αριθμός αγγείων προέρχονται από τη Μίλητο, τη Σάμο και τη Ρόδο, τη Δήλο, ενώ ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό αγγείων προέρχεται από την περιοχή Damliboğaz στη Μύλασα και σε άλλες θέσεις της Καρίας. Από την Αίγινα πιστεύεται ότι προέρχονται αρκετά αγγεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ένας αμφορέας του Ζωγράφου του Altenburg. Δύο ακόμη αμφορείς προέρχονται από το ιερό της Κολώνας. Από ανασκαφές στους Δελφούς προέρχεται ένας ακόμη αμφορίσκος. Στην Ιωνία, αγγεία του ρυθμού έχουν αποκαλυφθεί στην Έφεσο, ενώ απ την Μικρά Ασία έχουν αποκαλυφθεί δείγματα απ τις Σάρδεις και το Δασκύλειον, ενώ από την Βόρεια Ιωνία, την Σμύρνη και την Αιολίδα, ο ρυθμός απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά. Από τις μιλησιακές αποικίες στη Μαύρη Θάλασσα βρέθηκαν πολλές ποσότητες αγγείων από την Ίστρια, την Απολλώνια, το Παντικάπαιον, το Νυμφαίον, το Μυρμήκειον, και την Όλβια. Ορισμένα αγγεία βρέθηκαν στην Κύπρο, τη Ναύκρατη 269, το Tell-Defenneh 270, την Κυρήνη, ενώ δύο αμφορείς προέρχονται από το Φανάριον της Θράκης και από το ιερό της Παρθένου στη Νεάπολη της Καβάλας 271. Στην Ηπειρωτική Ελλάδα και τις Κυκλάδες δείγματα του ρυθμού είναι λιγοστά, με εξαίρεση τη Δήλο απ όπου προέρχονται τα περισσότερα αγγεία. Αγγεία του ρυθμού των Φικελλούρων έχουν εντοπισθεί και στην Ετρουρία και ειδικότερα στο ιερό της Αφροδίτης στην Gravisca 272, στην Ταρκυνία, το Cerveteri, το Montalto di Castro και το Vulci. Από την Κάτω Ιταλία και την Σικελία δείγματα του ρυθμού είναι εξαιρετικά σπάνια 273. Από εκεί προέρχονται ελάχιστα αγγεία από την Ποσειδωνία, το Policoro και τις Συρακούσες. Ελάχιστη είναι η διάδοση του ρυθμού στην Κιλικία και την ακτή της Συροπαλαιστίνης, καθώς και στις ελληνικές αποικίες της Λιβύης, στο ιερό της Δήμητρας και της Κόρης στην Κυρήνη και στην Ταυχείρα. 269 Möller 2000, Cook , 86-87; Cook 1954, 5-13, pl Kahil 1960, 2, pl. III Boldrini 1994, Bouzek 1990,

98 11.3 Η γεωγραφική εξάπλωση της χιακής αγγειογραφίας Η αρχαϊκή κεραμική της Χίου έχει κατανεμηθεί σε έξι γεωγραφικές περιοχές, οι οποίες είναι: η Αίγυπτος και η Κυρήνη, η Δύση, η Ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου, η Βόρεια Ελλάδα και η Μαύρη Θάλασσα, η Ανατολική Ελλάδα και η Ανατολία και η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ξεκινώντας από την πρώτη γεωγραφική ενότητα Αιγύπτου και Κυρήνης, η Ναύκρατη κατέχει την σημαντικότερη θέση των ευρεθέντων αγγείων. Η χιακή κεραμική είναι παρούσα στη Ναύκρατη σε όλους τους διακοσμητικούς ρυθμούς και σε όλα σχεδόν τα σχήματα. Στη Ναύκρατη μεταφέρθηκαν πολλές ποσότητες χιακών αγγείων από την πρώτη κιόλας ίδρυσή της ως εμπορικό λιμάνι. Από το Tell-Defenneh προέρχεται ένα αγγείο του χιακού ρυθμού των αιγάγρων, καθώς και δείγματα του ρυθμού των κυλίκων με διακόσμηση ζώων έχουν αποκαλυφθεί στην Κυρήνη. Η Ταυχείρα αποτελούσε ένα ακόμη σημαντικό κέντρο αγοράς για τα προϊόντα της Χίου. Ένα εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό αποτελούν οι κύλικες, παντός τύπου και διακόσμησης. Στην δεύτερη γεωγραφική ενότητα, στη Δύση, χιακά αγγεία έχουν βρεθεί στην Κατάνη, στα Μέγαρα Υβλαία, στις Συρακούσες όπου έχουν βρεθεί αγγεία του χιακού ρυθμού των αιγάγρων. Από το Vulci προέρχονται οι δύο κύλικες του Würzburg που βρέθηκαν μέσα σε έναν τάφο. Η κατανομή της χιακής κεραμικής στη Δύση είναι ευρεία και ενδέχεται να αυξηθεί με την πάροδο των ανασκαφών και της έρευνας. Ωστόσο η ποσότητα των αγγείων είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, εκτός από τη Μασσαλία και την Κατάνη 274. Η χιακή κεραμική έχει εντοπισθεί και στην Ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Στην Κόρινθο έχουν εντοπισθεί θραύσματα κυλίκων του 7 ου αι. π.χ. Από την Ακρόπολη των Αθηνών έχουν βρεθεί αρκετά χιακά αγγεία, τα οποία όμως δεν είναι επαρκή, ώστε να μπορούσαμε να πούμε ότι επρόκειτο για κάποιο αγοραστικό κέντρο. Στα νησιά του Αιγαίου, όπως στην Αίγινα, τη Δήλο, τη Νάξο τη Θήρα, την Πάρο, την Σίφνο, την Ικαρία και την Λήμνο έχουν αποκαλυφθεί δείγματα των χιακών αγγείων. Αν και η διάδοση των χιακών ρυθμών στην Ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου είναι ευρεία, οι ποσότητες των αγγείων είναι μικρή. 274 Lemos 1991,

99 Από την Βόρεια Ελλάδα και τη Μαύρη Θάλασσα προέρχονται ορισμένα χιακά αγγεία. Πιο συγκεκριμένα, από την Θεσσαλονίκη προέρχονται αρκετά θραύσματα αγγείων εκ των οποίων τα περισσότερα είναι κύλικες. Από την Θάσο προέρχονται αγγεία που ανήκουν στον 6 ο αι. π.χ. Η Ίστρια αποκάλυψε ένα σημαντικό ποσοστό αγγείων του ρυθμού των αιγάγρων, του ρυθμού των κυλίκων με διακόσμηση ζώων, του ρυθμού των κυλίκων και των υπόλοιπων ρυθμών του 6 ου αι. π.χ. Το Μπερεζάν, η Όλβια και το Παντικάπαιον διαθέτουν ένα αρκετά καλό ποσοστό χιακών αγγείων. Από την Πέργαμο προέρχεται ένας δίνος του ρυθμού των αιγάγρων, ενώ η Πιτάνη κατείχε ένα σημαντικό αριθμό αγγείων όλων των χιακών αγγειογραφικών ρυθμών. Στις Κλαζομενές, τις Ερυθρές, τη Μίλητο, την Έφεσο και τη Σάμο αποκαλύφθηκαν πολλά χιακά αγγεία, ενώ στη Ρόδο οι χιακοί ρυθμοί ήταν εξίσου διαδεδομένοι 275. Από την Ανατολική Μεσόγειο, η Al-Mina και η Κύπρος παρέχουν ένα ικανοποιητικό δείγμα των χιακών αγγειογραφικών ρυθμών και ιδιαίτερα των χιακών αμφορέων του 6 ου αι. π.χ. (χάρτης 3) Η γεωγραφική εξάπλωση της κλαζομενιακής κεραμικής Τα αγγεία της πρωιμότερης ομάδας Tübingen έχουν αποκαλυφθεί στις Κλαζομενές, την Σμύρνη, τη Ναύκρατη, την Λέσβο και το Μπερεζάν. Δείγματα της δεύτερης κατά σειρά ομάδας, Petrie έχουν βρεθεί πολυάριθμα στο Tell-Defenneh, τη Ναύκρατη και τις Κλαζομενές 276. Αγγεία της ομάδας Urla έχον εντοπισθεί στο Tell- Defenneh, τη Ναύκρατη, τις Κλαζομενές και την Σμύρνη. Υπάρχει εντούτοις ένα θραύσμα από την Θήρα και δύο ακόμη κομμάτια από την Μαύρη Θάλασσα. Τα κυριότερα μέρη που έχουν βρεθεί αγγεία από την ομάδα Knipovitch προέρχονται από τις Κλαζομενές, ενώ δύο ή τρία έχουν δημοσιευτεί από την Σμύρνη. Επιπλέον ένα προέρχεται από την Ρόδο, αρκετά από την Ρήνεια, την Σαμοθράκη, τη Ναύκρατη, τη Κυρήνη, το Tell-Defenneh και την Ίστρια. Αγγεία της ομάδας Enmann έχουν αποκαλυφθεί στη Σμύρνη, τη Ρόδο, τη Ρήνεια, το Λούξορ της Αιγύπτου και την Κυρήνη. Τα περισσότερα ωστόσο αγγεία της ομάδας προέρχονται από τους ελληνικούς οικισμούς της Ουκρανίας, ενώ τα 275 Lemos 1991, Cook and Dupont 2002,

100 λιγότερα προέρχονται από τις Κλαζομενές, τη Ναύκρατη την Ιταλία και το Μπερεζάν. Όσον αφορά τα αγγεία της ομάδας Knipovitch, τα περισσότερα προέρχονται από τις Κλαζομενές, όπου και θεωρούνται κέντρο παραγωγής. Ορισμένα ακόμη δείγματα προέρχονται από την Ουκρανία και την Φωκαία Η γεωγραφική εξάπλωση των κλαζομενιακών σαρκοφάγων Τα περισσότερα δημοσιευμένα δείγματα των σαρκοφάγων προέρχονται από την επικράτεια των Κλαζομενών, ενώ ένας ικανοποιητικός αριθμός προέρχεται από την Σμύρνη και την Τέω. Πέντε σαρκοφάγοι προέρχονται από την Κάμειρο και την Ιαλυσό της Ρόδου. Τέσσερις ακόμη προέρχονται από τα Άβδηρα και την Γαληψό. Από την Μήθυμνα της Λέσβου απαντάται ένα δείγμα από τα τέλη του 5 ου αι. π.χ., ενώ από την Πιτάνη προέρχονται πέντε σαρκοφάγοι. Από την Έφεσο, μια τοπική σαρκοφάγος περιείχε έναν αμφορίσκο του ρυθμού των Φικελλούρων που χρονολογούταν στα τέλη του 6 ου αι. π.χ. Από τις Ερυθρές δεν προέρχεται κανένα δείγμα, ενώ ορισμένοι σαρκοφάγοι έχουν καταγραφεί από την Mordoğan, ανατολικά της χερσονήσου Mimas. Τέλος, από τις Σάρδεις προέρχονται ορισμένοι σαρκοφάγοι Η γεωγραφική εξάπλωση των κυλίκων και των κυπέλλων της Ανατολικής Ελλάδας Οι κύλικες της Ανατολικής Ελλάδας εντοπίστηκαν κυρίως στη Σάμο και τη Ναύκρατη, ενώ ορισμένα δείγματά τους προέρχονται από την Απολλώνια Ποντική, την Αίγινα και την Ιταλία. Οι κύλικες αυτές κατασκευάζονταν σε όλη την Ανατολική Ελλάδα και ειδικότερα στη Σάμο, κρίνοντας με βάση τη συχνότητα των ευρημάτων. Οι ιωνικές κοτύλες με πουλιά έχουν βρεθεί διάσπαρτες στην Θεσσαλονίκη, την Αγχίαλο, την Χαλκιδική, την Άκανθο και τη Θάσο. Τα ιωνικά κύπελλα ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα σε όλη τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα κατά την αρχαϊκή εποχή. Στο Ισραήλ πολλά είδη ιωνικών κυπέλλων έχουν βρεθεί σε περιοχές όπως το Tel Miqne-Ekron και το Ashkelon. Ορισμένα κύπελλα προέρχονται επίσης από την Al-Mina, το Tall Sukas και το Ras el- 100

101 Bassit, από την Ταρσό της Κιλικίας και την Άμαθο και Σαλαμίνα της Κύπρου 277. Περαιτέρω δείγματα προέρχονται από την Τόκρα στην Κυρηναϊκή και το Ηραίο της Σάμου 278. Οι κύλικες Βρουλιάς έχουν εντοπιστεί σε όλο το νησί της Ρόδου, ενώ εξαγωγή τους, με εξαίρεση τη Ναύκρατη ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη Η γεωγραφική εξάπλωση των εμπορικών αμφορέων της Ανατολικής Ελλάδας Οι κλαζομενιακοί αμφορείς ήταν αντικείμενο εμπορίου σε όλη τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Πιο συγκεκριμένα, οι Κλαζομενές, η Ίστρια, η Όλβια, το Δασκύλειον, η χερσόνησος Taman, η Κύπρος, η Ιταλία και η Αίγυπτος περιέχουν έναν μεγάλο αριθμό κλαζομενιακών αμφορέων. Επιπλέον από την Κόρινθο, την Ακρόπολη των Αθηνών, την Αίγινα και τη Θήρα προέρχεται ένας ικανοποιητικός αριθμός κλαζομενιακών αμφορέων 279. Οι μιλησιακοί αμφορείς εντοπίζονται στην Καμαρίνα, την Κύπρο, την Τόκρα, τις ελληνικές αποικίες της Μαύρης Θάλασσας, την Αθήνα, την Αίγινα και την Ετρουρία. Δείγματα των λεσβιακών αμφορέων έχουν βρεθεί στην Κύπρο, την Καμαρίνα, τον Κομμό της Κρήτης, στη νότια Ιταλία, τις Κλαζομενές, την Τόκρα, την Ίστρια, και σε περιοχές του σημερινού Ισραήλ. Οι σαμιακοί αμφορείς έχουν βρεθεί στις πόλεις της Ετρουρίας, της Νότιας Ιταλίας και Σικελίας, στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ πολυάριθμα θραύσματα αυτών των αμφορέων βρέθηκαν στα Άβδηρα, την αρχαία Αγορά των Αθηνών, στη Βρουλιά της Ρόδου, αλλά και στην Κύπρο, στη Συρία, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Οι χιακοί αμφορείς ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένοι στην Κύπρο, Αίγυπτο, τη Θήρα και την Ξάνθο. Λιγότερο διαδεδομένοι ήταν στην Σικελία και την Ουκρανία. Ορισμένα χιακά δείγματα από την Ίστρια και τη Ναύκρατη ταιριάζουν με τα κύρια τοπικά πρότυπα αναφοράς του νησιού. Εντούτοις, σε ορισμένες περιοχές ανακαλύφτηκαν και απομιμήσεις, όπως στις Ερυθρές, στην Πιτάνη, στη Θάσο. 277 Waldbaum and Magness 1997, Dupont 2005, Sezgin 2004,

102 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάστηκαν λεπτομερώς οι αγγειογραφικοί ρυθμοί της Ανατολικής Ελλάδας και όπως μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει, το κάθε αγγείο διέθετε πλούσια διακόσμηση. Η θέση που ανήκει γεωγραφικά η Ανατολική Ελλάδα αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στον ελλαδικό χώρο και την Ανατολή. Από τις αρχές του 7 ου αι. π.χ. παρατηρείται μια αδιάλειπτη εισαγωγή αγγείων από διάφορα εργαστήρια της Ανατολικής Ελλάδας σε όλο τον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, μέχρι και τον 6 ο αι. π.χ. Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των αγγείων που εκπροσωπείται ανήκει σε κύπελλα, οινοχόες, κρατήρες, καρποδόχες και πινάκια. Ο ρυθμός των αιγάγρων και Φικελλούρων, οι ιωνικές κύλικες και κύλικες με πουλιά, καθώς και οι κύλικες χιακού τύπου, αποτελούν τις πιο αναγνωρίσιμες κατηγορίες κεραμικής της Ανατολικής Ελλάδας. Ξεκινώντας με την κεραμική παραγωγή του 7 ου αι. π.χ., ο ρυθμός των αιγάγρων αποτελεί την πιο δημοφιλή κατηγορία κεραμικής που προέρχεται από την Ανατολική Ελλάδα. Η διακόσμηση των αγγείων αποτελείται από ζωφόρους ζώων, οι οποίες τοποθετούνται επάνω σε υπόλευκο επίχρισμα, με τον αίγαγρο να είναι το συχνότερα απεικονιζόμενο ζώο. Όπως έχει αποδειχθεί μέσα από έρευνες, η Μίλητος αποτελεί ένα από τα κύρια κέντρα παραγωγής αγγείων του ρυθμού, χωρίς ωστόσο να είναι και το μοναδικό, καθώς υπήρχαν και άλλες περιοχές με κεραμικά εργαστήρια που έκαναν παραγωγή παρόμοιων αγγειογραφικών ρυθμών. Η αγγειογραφία της Χίου αποτελεί μια από τις σημαντικότερες κατηγορίες κεραμικής της Ανατολικής Ελλάδας, με κοινότερο σχήμα, την κύλικα. Ο συγκεκριμένος τύπος αγγείου είναι εύκολα αναγνωρίσιμος, τόσο ως προς το σχήμα, όσο και ως προς την διακόσμηση, που καλύπτει ολοκληρωτικά την εσωτερική και εξωτερική επιφάνεια του αγγείου. Πάνω στην επιφάνεια του αγγείου υπάρχει μια στρώση λευκού επιχρίσματος στην οποία τοποθετείται η διακοσμητική σύνθεση. Η παραγωγή αυτών των κυλίκων αρχίζει τον 7 ο αι. π.χ., ενώ κατά τον 6 ο αι. π.χ. αναπτύσσεται μια σειρά από χαρακτηριστικούς τύπους και στιλ, οι σημαντικότεροι των οποίων είναι το στιλ των κυλίκων με ζώα και το μνημειώδες στυλ. Η χιακή παραγωγή μας δίνει τη δυνατότητα να την μελετήσουμε λεπτομερώς χάρη στον μεγάλο όγκο των ευρημάτων της, καθώς και στη χαρακτηριστική τους διακόσμηση. 102

103 Συνεχίζοντας πλέον στον 6 ου αι. π.χ., συναντούμε μια από τις πιο πολυπληθέστερες κατηγορίες αγγείων, γνωστές ως ιωνικές κύλικες. Πρόκειται για κύλικες με έξω νεύον χείλος, των οποίων η διακόσμηση αποτελείται από απλές οριζόντιες ζώνες, είτε στο χρώμα του πηλού, είτε με την μελανόμορφη τεχνική. Στην κατηγορία των κυλίκων της Ανατολικής Ελλάδας προστίθενται επίσης και οι κύλικες με πουλιά, οι οποίες αποτελούν εξέλιξη της ύστερης γεωμετρικής κοτύλης. Τελευταίος ακολουθεί ο ρυθμός των Φικελλούρων, γενέτειρα του οποίου πιστεύεται ότι ήταν το νότιο τμήμα της Ανατολικής Ελλάδας. Η διακόσμηση των αγγείων οριοθετείται σε ζώνες, στις οποίες απεικονίζονται άνδρες και ζώα, και σιγάσιγά αντικαθίστανται από απλά φυτικά κοσμήματα. Η παραγωγή ωστόσο πολυάριθμων εμπορικών αμφορέων που κατασκευάζονταν στα εργαστήρια των ίδιων περιοχών, δείχνει έντονα την άμεση ανταλλαγή προϊόντων, κυρίως οίνου και λαδιού από διάφορες περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας, σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, τον ελλαδικό χώρο και τη Μαύρη Θάλασσα. Συνεχίζοντας στον 6 ο αι. π.χ. και σε άλλες περιοχές, όπως τις Κλαζομενές, τη Λέσβο, τη Μίλητο, τη Σάμο και τη Χίο, οι εμπορικές συναλλαγές με τα προϊόντα αυτών των περιοχών φαίνεται ότι είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα. Η κεραμική της Ανατολικής Ελλάδας παρέμεινε ανατολίζουσα σε όλα τα στάδια της και μόνο κατ εξαίρεση επηρεάστηκε από τον κορινθιακό και τον μελανόμορφο ρυθμό της αττικής. Ορισμένες πόλεις, αλλά και νησιά, με εξαίρεση τη Ρόδο φάνηκαν ότι αποδέχονταν λιγότερο τις επιρροές της γραπτής κεραμικής της Κορίνθου και της Αθήνας. Οι Έλληνες που ζούσαν στη Μικρά Ασία δεν επέλεξαν να εμπλουτίσουν την κεραμική τους με αφηγηματικές παραστάσεις, όμοιες με εκείνες που απαντώνται στα αγγεία της υπόλοιπης Ελλάδας. Μόνο η Χίος αποτελεί εξαίρετο παράδειγμα αυτής της διαπίστωσης, κυρίως κατά τον 6 ο αι. π.χ. 103

104 ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ AA: Archäologischer Anzeiger AJA: American Journal of Archaeology AnatSt: Anatolian Studies BABesch: Bulletin antieke beschaving: Annual Papers on Classical Archaeology BSA: British School at Athens CSCA: University of California Studies in Classical Antiquity Dacia: Revue d archéologie et d histoire ancienne Hesperia: The Journal of the American School of Classical Studies at Athens IstMitt: Istanbuler Mitteilungen JHS: Journal of Hellenic Studies MÉFRA: Mélanges de l École française de Rome, Antiquité OJA: Oxford Journal of Archaeology ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Akurgal, E Griechische und römische Kunst in der Türkei. Munich: Hirmer. Alexandrescu, P. 1978a. Histros IV. La céramique grecque. Bucarest. Aslan, C.C. and Pernicka, E Wild Goat style ceramics at Troy and the impact of Archaic period colonisation on the Troad. AnatSt 63, Belfiore, C.M., Aquilia, E., Barone, G., Lamagna, G., McConnell, B.E., Mazzoleni, P. and Spigo, U Western production of Ionian cups of type B2 : a preliminary archaeometric study to identify workshops in eastern Sicily. Periodico di Mineralogia 79, Berve, H Die Tyrannis bei den Griechen. München: Beck. Boardman, J Excavations in Chios : Greek Emporio. BSA 6, Boardman, J Πρώιμη ελληνική αγγειογραφία. Αθήνα: Καρδαμίτσα. Boardman, J. and Hayes, J Excavations at Tocra, : The Archaic Deposits, I. BSA Suppl. 4. London: Thames and Hudson. 104

105 Boardman, J. and Hayes, J Excavations at Tocra, : The Archaic Deposits II and Later Deposits. BSA Suppl. 10. London: Thames and Hudson. Boardman, J., and C.E. Vaphopoulou-Richardson, eds Chios: A Conference at the Homereion in Chios Oxford: Clarendon Press. Boehlau, J Aus ionischen und italischen Nekropolen. Leipzig: B.G. Teubner. Boehlau, J. and Schefold, K Larisa am Hermos III: Die Ergebnisse der Ausgrabungen Die Kleinfunde. Berlin: Walter de Gruyter and Co. Bommas, M Situlae and the Offering of Water in the Divine Funerary Cult: A New Approach to the Ritual of Djeme. In L acqua nell antico Egitto. Vita, rigenerazione, incantesimo, medicamento: Proceedings of the First International Conference for Young Egyptologists, Italy, Chianciano Therme, October 15-18, 2003, edited by A. Amenta, M.M. Luiselly and M. Novella Sordi, Rome: «L ERMA» di Bretschneider. Boujek J., Studies of Greek pottery in the Black Sea area. Praha: Charles University. Bouzek, J Studies of Greek pottery in the Black Sea area. Prague: Charles University. Campbell, W.A The Fourth and Fifth Seasons of Excavation at Antioch on the Orontes: AJA 42, Carrez-Maratray, J.V Péluse et l'angle oriental du Delta égyptien aux époques grecque, romaine et byzantine. Cairo: Institut français d'archéologie orientale. Catling, R. W. V. and Shipley, D. G. J Messapian Zeus: An Early Sixth- Century Inscribed Cup from Lakonia. BSA 84, Clinkenbeard, B Lesbian Wine and Storage Amphoras. Hesperia 51, Clinkenbeard, B.G Lesbian Wine and Storage Amphoras: A Progress Report on Identification. Hesperia 51, Coldstream, J.N Γεωμετρική Ελλάδα. Αθήνα: Καρδαμίτσα. Coldstream, J.N Greek Geometric Pottery: A Survey of Ten Local Styles and Their Chronology. 2 nd ed. Exeter: Bristol Phoenix Press. Cook, R.M Ionia and Greece in the Eighth and Seventh Centuries B. C.. JHS 66,

106 Cook, R.M A list of Clazomenian Pottery. BSA 47, Cook, R.M CVA London, British Museum 8. Oxford: University Press. Cook, R.M The Wild Goat and Fikellura styles: some speculations. OJA 11, Cook, R.M A Carian Wild-Goat workshop. OJA 12, Cook, R.M Fikellura Pottery. BSA 34, Cook, R.M Ελληνική αγγειογραφία. 3 η έκδ. Αθήνα: Καρδαμίτσα. Cook, R.M., Dupont, P East Greek pottery. London: Routledge. Decker, W Sport und Spiel im Alten Ägypten. Munich: Beck Verlag. Decker, W Kampfsport und Kartuschen. Zu einer ionischen Amphora mit dem Namen des Apries. In Es Werde niedergelegt als Schriftstück. Festschrift für Hartwig Altenmüller zum 65. Geburtstag, edited by N. Kloth, K. Martin and E. Pardy, Hamburg: Buske. Docter, R.F East Greek Fine Wares and Transport Amphorae of the 8 th -5 th century B.C. from Carthage and Toscanos, σε Bonet, P.C. and Retolaza M.S. (επιμ.) Ceràmiques jonies d'època Arcaica Centres de producció i comercialització al Mediterrani occidental Barcelona 2000, Dunham, A.G The History of Miletus: Down to the Anabasis of Alexander. London: London University Press. Dupont, P La classification et determination de provenancedes ceramiques grecques orientales archaiques d Istros, σε Dacia 27 (1983), Dupont, P The Contribution of Archeometric Results to our understanding of Archaic East-Greek Trade, σε S. Solovyov (επιμ.) Archaic Greek Culture: History, Archaeology, Art & Museology Russia 2005, Fantalkin, A. and Tal O Reassessing the Date of the Beginning of the Grey Series Transport Amphorae from Lesbos. BABesch 85, Fisher, S.M Ceramics and Culture: The Archaic Finewares of Ilion. PhD Thesis, University of Cincinnati. Gates C From cremation to inhumation: burial practices at Ialysos and Kameiros during the Middle Archaic Period, ca B.C. Los Angeles. Gorman, V. B Miletos, the Ornament of Ionia: A History of the City to 400 B.C.E. Ann Arbor: University of Michigan Press. Grace, V.R Samian Amphoras. Hesperia 40, Greaves, A.M Miletos: A history. London: Routledge. 106

107 Greaves, A.M The Land of Ionia: Society and Economy in the Archaic Period. Chichester/Malden, MA: Wiley-Blackwell. Greenwalt, C.H Lydian Vases from Western Asia Minor. CSCA 1, Greenwalt, C.H Orientalizing Pottery from Sardis: The Wild Goat Style. University of California Press, Greenwalt, C.H Fikellura and Early Fikellura pottery from Sardis. CSCA 4, Hurschmann, R Situla II. Griechisch-römisch. In Der Neue Pauly: Enzyklopädie der Antike II, edited by H. Cancik and H. Schneider, 605. Stuttgart, Weimar: J.B. Metzler. İren, K Die Werkstatt des Londoner Dinos: Eine Phokäische Werstatt? IstMitt 52, İren, K Aiolische orientalisierende Keramik. Istanbul: Ege Yayinlari. Jackson, D.A East Greek Influences on Attic Vases. London: Society for the Promotion of Hellenic Studies. Johnson, B "Eastern Amphoras in the Athenian Agora and Corinth Collections" in Recherches sur les amphores grecques. Paris 1986, Καρδαρά, Χ Ροδιακή αγγειογραφία Αθήνα: Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Karageorghis, V Excavations in the Necropolis of Salamis. Vol. I. Nicosia: Department of Antiquities. Kardara, C On