ΓΡΑΦΕΣ και ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΓΡΑΦΕΣ και ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006"

Transcript

1 Γιάννη Δ. Βανίδη Δημητρίου (Μπήτια) Ι. Βανίδη ΓΡΑΦΕΣ και ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2006

2 Εξώφυλλο της έντυπης έκδοσης.

3

4 Φωτ. ΓΙΑΝΝΗ. ΒΑΝΙ Η: Ου Μαµάτσιους,

5 γραφές και ζωγραφιές 3

6 4

7 Γιάννη. Βανίδη Γραφές και ηµ. (Μπήτια) Ι. Βανίδη Ζωγραφιές Υ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

8 2006 Γιάννης. Βανίδης Φιλοποίµενος GR Θεσσαλονίκη τηλ. & φαξ: κιν. τηλ Tο παρόν βιβλίο, εκδόθηκε σε πενήντα (50) αριθµηµένα αντίτυπα για να µοιραστεί σε συγγενείς και φίλους του συγγραφέα, ο οποίος επιτρέπει την καθοιονδήποτε τρόπο αντιγραφή ή αναφορά των περιεχοµένων του από τρίτους.- Αριθµός αντιτύπου: / 050 Τα ιδιωµατικά κείµενα που περιέχονται στο παρόν βιβλίο είναι γραµµένα στο γλωσσικό ιδίωµα της Κοζάνης και προσαρµοσµένα στο γλωσσολογικά αποδεκτό τύπο γραφής που είχε υποδείξει ο αείµνηστος Κοζανίτης γλωσσολόγος Βασίλης Φόρης (ιδιαίτερα µε την τοποθέτηση µιας οξείας και όχι αποστρόφου δίπλα στα ουρανικοποιηµένα σύµφωνα κ.λ.π.). Η φιλολογική επιµέλεια των κειµένων είναι του Χειρουργού Οφθαλµιάτρου κ. Στράτου Ηλιαδέλη, ιευθυντή του περιοδικού «ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ» που εκδίδει ο Σύλλογος Κοζανιτών Θεσσαλονίκης, αδιαλείπτως από το Στον ίδιο ο συγγραφέας εκφράζει τις εγκάρδιες ευχαριστίες του όχι µόνο για την αφιλοκερδή φιλολογική επιµέλεια των κειµένων αλλά και για τις ουσιαστικές γλωσσολογικές και συντακτικές του συµβουλές, χωρίς τις οποίες τα εν λόγω κείµενα δεν θα ήταν τα ίδια.- 6

9 Αφιερώνω τις «Γραφές» στους/ις παιδαγωγούς µου: Τερψιχόρη Σαµ ατσο ούλου Ελένη Μουµουζιά-Γεωργουλάκη Μαριάνθη Γερούση Γιώργο Παντούλη Γιάννη Ευαγγελίδη Νίκο Λα αρίδη Θανάση Βλούχο Παναγιώτη Κόκκινο Ελένη Τσάµη Λευτέρη Καραχάλιο Έλλη Μάνου σαν φόρο τιµής, αγάπης και ευγνωµοσύνης Γιάννης. Βανίδης 7

10 ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ Όσο όµορφος κι αν είναι ο κόσµος, δεν θα µ ορέσει οτέ να συγκριθεί µε τον τό ο ου γεννήθηκες Γκάο Ξινγκγιαν* µακριά α τα µεγάλα γενικά θέµατα, σκύψετε σε κείνα ου σας ροσφέρει η καθηµερινότητα. Ιστορήστε τις θλίψεις και τους όνους σας, τους φευγαλέους στοχασµούς σας, την ίστη σας σε κά οιαν οµορφιά. Ιστορήστε τα όλα τούτα µε βαθιά, γαλήνια, τα εινή ειλικρίνεια, και µεταχειριστείτε, για να εκφραστείτε, τα ράµατα ου σας εριτριγυρίζουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις ηγές των αναµνήσεών σας Ράινερ Μαρία Ρίλκε** Κατά τρό ο αρκετά αράδοξο, η ραγµατική δυσκολία έγκειται ολύ λιγότερο στην εκµάθηση µιας καινούργιας γλώσσας αρά στο ξέχασµα µιας αλιάς Οι αντιλήψεις, οι ενοράσεις και οι έννοιές µας έχουν συγχωνευθεί µε τους τύ ους οµιλίας της µητρικής µας γλώσσας Έρνστ Κάζιρερ*** ολλές σύνθετες συζητήσεις άνω στο ζήτηµα της διαλεκτικής του οικουµενικού και του µερικού ή της νεωτερικότητας και της αράδοσης θα µ ορούσαν να είχαν συντοµευθεί ολύ ή και να είχαν α οβεί ανώφελες αν 8

11 λάµβαναν υ όψη την εξαιρετικά ακριβόλογη διατύ ωση του Πορτογάλου συγγραφέα Μιγκουέλ Τοργκά: «Το οικουµενικό είναι το το ικό, µείον τα τείχη». Αυτή η ρόταση σηµαίνει ότι µια ανθρώ ινη κοινότητα ροοδεύει και εκ ολιτίζεται όχι όταν καταστρέφει ή εγκαταλεί ει ό,τι τη χαρακτηρίζει (.χ. τη γλώσσα της ή την ροφορά της) αλλά αντίθετα, κάθε φορά ου κατορθώνει να ανοιχθεί σε άλλες οµάδες, να αντικαταστήσει δηλαδή την εριφρόνηση και την αρχική βία µε διάφορους τρό ους συµβολικής ανταλλαγής Ζαν-Κλωντ Μισεά**** Μην αµελήσετε όµως, δεν έχουµε και τί οτε ολυτιµότερο σ αυτόν τον κόσµο α ό τη γλώσσα µας Βασίλειος. Φόρης***** Οι αναµνήσεις µου δεν θα ζήσουν ερισσότερο α ό µένα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλµ άν****** * «Το βιβλίο ενός άντρα µόνου» Α.Α.ΛΙΒΑΝΗ 2002 µετ. Γιάννη Καυκία ** «Γράµµατα σ ένα νέο ποιητή» ΙΚΑΡΟΣ 1965 µετ. Μάριου Πλωρίτη *** «οκίµιο για τον άνθρωπο» 1944 ΚΑΛΒΟΣ 1972 µετ. Τάκη Κονδύλη **** «Η εκπαίδευση της αµάθειας» 1999 ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ 2002 µετ. Άγγελου Ελεφάντη ***** «Για µια νέα συλλογή γλωσσικού υλικού» Εισήγηση στο Α Επιστ/νικό Συνέδριο του ήµου Κοζάνης 1993 ******«Ο ελληνικός λαβύρινθος» 1991 ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2004 µετ. Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη 9

12 10

13 Κοζάνη, 1954, εκαπενταύγουστος στην Παναγία. Γιάννης Βανίδης, Ελένη Μάραντου, Βαγγέλης και Στεργιανή Βανίδη. ΟΥ ΤΡΥΓΟΥΣ Αφιερώνεται στη µνήµη της θείας µου Ελένης. Μάραντου- ουδούραγα Σα σώνουνταν ου θέρους στ Τιόλ τουν αβλαγά κι στ αλώνια τριούρ απ τουν Αϊθανάσ, χιρνούσαν οι γιουρτές κι τα πανηίρια. Αϊνικάνουρας, Αϊλιάς, Αϊπαρασκιυή, ικαπινταύγουστους. Σιγά σιγά µι 11

14 τιαυτά, σώνουνταν κι του καλουκαίρ, µίκρυνιν η µέρα κι χιρνούσαν τα σκουλιά. Άµα η τρανύτιαρ η γιουρτή αργούσιν ακόµα ναρθεί κι ιµείς οι µκροί όλου κι ρουτούσαµι τ ς τρανοί πότι τα πει ου ήµαρχους να χιρίσ ου τρύγους. Κάπουτι κι άλλου µαθαίνουνταν πως ν παραάλλ ν Πέφτ τ αρχινούσιν ου τρύγους. Ηµείς άλλου π δεν ήθιλάµι. Αρχινούσαµι να τ µάζουµέστι. Αγόραζάµι λάστιχα µαύρα απ τουν Πάπ στια, έκλιβάµι πιτσιά για σφιντόνις απ του θειο µ τουν τσαγγάρ του Ντιόντιου του Ντουντούραγα κι κάπνιζάµι τ ς κλούτσ απ τ ς κρανιές που έκουβάµι του καλουκαίρ σην κατασκήνουσ σην Καστανιά. Στ αµπέλια, άµα έφταναν τα σταφύλια, µαζώνουνταν ένα κιαµέτ σπουρλίτια κι µεις τάδινάµι κι καταλάβιναν µι τα λάστιχα. H µάνα µ είχιν πέντι αδιρφές κι δυο αδέρφια κι όλ είχαν αµπέλια (ιξόν απ τιαυτήν, απ κλέφκιν µι του Μπήτια κι ου Ντούβανους δεν τ ν έδουκιν καντίπουτας για προίκα). Η θεια µ η Μαργούλα είχιν δυο αµπέλια, ένα στ ς Κυδουνιές κι ένα στου Παϊάµπουρου. Είχαν κι τρανές κιρασιές µέσα κι κάθι Μάη µι ν αξαδέρφη µ τ Ζουΐτσα τ ς τρυγούσαµι κ ύστιρα µας τσάκουνιν όλου τσίλταρους. Η θεια µ η Ζιόλια είχιν ένα στουν Τσιαϊπούν αλλά του πούλτσιν νουρίς γιατί ου θειος µ ου Μιχάλτ ς πέθανιν νέους κι άµα λείψ ου άντρας απ του σπίτ ποιος να τηρήσ τ αµπέλ ; Η θεια µ η Βασιλ κούλα δεν είχαν αµπέλ 12

15 αλλά είχαν στιαρουχώραφα κι βρίζις κι γιλάδια. Ου θειος µ ου Γιώρ ς είχιν ένα µισιακό αµπέλ µι του θειοµ του Ντιόντιου σ µά στου Σιώπουτου. Η θεια µ η Αριτή είχαν ένα παπχάτ π τουν Αϊλιά στου Σ µάθκου. Ικείνου τ αµπέλ όµους πούξιρα απόξου κι ανακατουτά ήταν τ ς θειας µ τ ς Λέντς στ Γαλαζιόπιτρα, παπχάτ πούνι σήµιρα ου Αϊχαράλαµπους κι παραπάν π του Πηγαδούλ. Είχιν κόκκιανου χώµα, τα σύνουρα τ ήταν µι τσιακ λια απού πράσινις κι κίτιαρνις πέτρις, προυσήλιου κι δεν του τσάκουνιν ντιπ ου αέρας. Ψηλά στουν ουπάν τουν όχτου είχιν φκιάσ ου θειος µ ου Μήτσιους µια καλύβα µι καδρόνια κι τινικέδις. Τουν χράζουνταν όταν τσάκουνιν κιρός γιατί όλου ικεί ήταν. Του κλάδιβιν, του ξιλάκζιν, τ αµπόλιαζιν, του ξιβουτάντζιν, του κόπριζιν, του ράντζιν, όλα µαναχός τ. Κ άµα κόντιβιν ου κιρός για τουν τρύγου, ιτότι ήταν π τουν έχανιν ντιπ ου ήµαρχους (δούλιβιν στου ηµαρχείου), όλου ικεί ήταν. Καµιά βδουµάδα νουρίτιρα π τουν τρύγου, κατέβαζάµι απ τ άφκιαστου π κοιµούνταν ου αξάδιρφους µ ου Θύµιους, ν καρούτα κι έβγανάµι τα βαένια απ του µπουντρούµ για να τα πλύν η θεια µ µι τ Χιουνία για νάνι έτοιµα για του πάτ µα κι για του µούστου. Κάπουτι κιάλλου έρχουνταν κι αυτήν η Πέφτ κι χαραή χαραή πάινα στ ς θειας µ του σπίτ. 13

16 Φόρτουνάµι στα γουµάρια τα γαλίκια κι µέσα έβανάµι τα καλάθια κι τα µαχαίρια. Άφναµι του Κυρµαργιό, απιρνούσαµι του γήπιδου διξά, τ Μπλάτσα τ νταβέρνα ζιρβά, ύστιρα τ ς στρατώνις κι ανέβινάµι κατά του Πηγαδούλ. Απ τικεί ίσια σιαπάν στουν ανήφουρου, απιρνούσαµι τ ς δυο τ ς γέφυρις κι όντας έφτανάµι σην κουρφή, χιρνούσαµι να κατιβαίνουµι τ γιδόστρατα ζιρβά κατά τ αµπέλ. Αστόησα να πω πως, ιµένα κι τουν αξάδιρφου µ του Βαγγιλάκ που είντους χρόνια τώρα στουν Καναδά, κι ήµασταν οι µ κρότιαρ, µας έβαναν καβάλα στα καπούλια απ τα γουµάρια για να µην απουσταίνουµι. Όντας ξιφόρτουνάµι τα γουµάρια, οι τρανοί χιρνούσαν τ µατιούκου κι µεις τα σπουρλίτια κι τ ς τσουρτσουλιανέοι µι τα λάστιχα. Ύστιρας απού λίγου τσάκουνάµι όλ τα καλάθια κι τα µαχαίρια κι χιρνούσιν ου τρύγους. Τ αµπέλ είχιν ένα κιαµέτ λουές κούτσουρα. Κουρίθια άσπρα κι µαύρα, ξυνόµαυρα, ρουζακιά, άσπρα, µαύρα, γαλλικά, γκρανουάρ, βουργάρκα, βάψις, µπατίκια, µουσχάτα (που µι άριζαν κι µένα), ντόπια κόκκινα, ασπρούσκις, τσαπουρνάκια. Ένα µ κρό καλάθ τούχιν ου θειος µ σ ν άκρα κι διάλιγιν απ τα γαλίκια σταφύλια για φάγουµα κι τάβανιν µέσα για να τα πααίνου του βράδ στ µάνα µ. Άµα µάζουνάµι του πρώτου του φόρτουµα κι κινούσιν ου θειός µ για του σπίτ για να του ρίξ σην καρούτα, ιγώ µι του Βαγγιλάκ τόσκαζάµι ως που να γυρίσ. Κυνηγούσαµι νυφίτσις 14

17 κι πρασινουγκουστιαρέοι µι τα λάστιχα, µάζουνάµι κι έτρουγάµι τσάπουρνα κι µούρα απ τ ς γκαγκζιές, κι έφκιανάµι γλύστρα στου λάκκου ως που να βγει ου κώλους µας απ του πανταλόν. Άµα γυρνούσιν ου θειος µ µι τα άδεια τα γαλίκια, µας ίφιρνιν κι τουν ταβά µι τ ς κιφτέδις µι κρουµίδ στου φούρνου κι κάθουµάσταν όλ κι έτρουγάµι. Ύστιρα πάλι χιρνούσαµι να µαζώνουµι κι να γιουµόζουµι τα γαλίκια ξανά κι ξανά ως που έπιφτιν ου ήλιους που έσουνάµι κι γυρνούσαµι. Στου νουβουρό τ ς θειας µ µας καρτιρούσιν η καρούτα ντίνγκα στα σταφύλια. Ανέβινάµι ουπάν ξυπόλτ κι χιρνούσαµι να πατούµι τα σταφύλια. Όσ ζγκούρ είχαµι µαζώξ όν τηλ µέρα στ Γαλαζιόπιτρα, γένουνταν χαρµάν µι του µούστου του θιλό πότριχιν µέσα σην κουπάνα απ του κουφουτύλ τ ς καρούτας. Μια τα τσίπουρα, µια του µούστου, ου θειος µ µι σύστηµα γιόµουζιν τα βαένια, ιτούτου του µ κρό για µαύρου για τα Χρ στούινα κι τ ς απουκρές, ικείνου του τρανό για άσπρου για ν Πασχαλιά, του Μάη κι όλου του χρόνου, αγάλια αγάλια τα µοίραζιν κι σαν χιρνούσαν να χουρχουλάζ ν χιρνούσιν να τραβάει πρώτα του άσπρου κ ύστιρα αργότιρα του µαύρου. Ύστιρα απού µέρις οι γυναίκις τοίµαζαν, µι του µούστου που κρατούσαν, µουστόπτις µι καρύδια, σιουτζούκια µι καρύδια κι κυδώνια µέσα στου πιτµέζ. Ύστιρα, 15

18 αργότιρα, έβραζαν τα τσίπουρα κι έβγαναν ρακί µιταβγαλµέν για ιλιάτσ κι για πρόφτασ. Όλα αυτάια τ αδουκήθκα απόψι καθώς χίρσα να σκέφτουµι ποιος τα πλύν φέτου ν καρούτα κι τα βαένια. Ου θειος µ ου Μήτσιους τα τα καταφέρ µαναχός τ ; Απ όλου του σόι µας αυτός απόµνιν µαναχός τ π κρατάει ακόµα τ αµπέλι τ. Όλα τ άλλα γίγκαν µπαΐρια. Μέχρι ιπέρσ τουν βουηθούσιν η θεια µ η Λέν. Φέτους απόµνιν µαναχός τ. Τώρα τα πεις: αρά είνι κι ου Θύµιους, κι η Χιουνία, η Όλγα, ου Τάσιους. Άµα χριστεί µπουρεί να ρθει κι ου Βαγγιλάκ ς απ τουν Καναδά. Είνι κι τα µ κρά. Τι µ κρά; Γκουτζιάµ παλιαντρέοι γίγκαν, κι όλα σιρκά. Ί, είπα ύστιρας µαναχός µ, ας µη στιναχουριούµιστι ρα. Άµα µι στείλ ου Μήτσιους τα Χρ στούινα τ µιαν ικατό τ µπότσα του ρακί µι του Μπήτια, τα πω πως τα κατάφιριν κι φέτου. Κι κάτ µι λέει ιµένα πως φέτου τα µι στείλ κι µιταβγαλµέν.- Σεπτέµβριος

19 Κοζάνη, 25 η Μαρτίου Αναµνηστική φωτογραφία τριών φίλων από διαφορετικά ηµοτικά µετά την παρέλαση. Από δεξιά: Λάκης Χρυσοχόος του Α, Γιάννης Φάκας του, και Γιάννης Βανίδης του Ε. Στο βάθος αριστερά το ζαχαροπλαστείο Παπαδέλη. εξιά το καφενείο Μήλιου και στο βάθος το κατάστηµα ιερατικών Γκρίµπα. Η ΓΚΟΥΡΤΣΙΑ Του σπίτ π γινήθκα κι τράνιψα ήταν ανάµισα στ Γιτιά, τα Κατσ κάθκα, κι τα Μπουντανάθκα. Ήταν σ µά στου φούρνου τ Τάσιου τ Πατιά κι άντικρα π του σπίτ τ Νικουλάκ τ Μαντρέλα. Ουδός Γιουργίου Τιόλ, αριθµός τέσσιρα. ιξά µας απ του δρόµου ήταν τ Μπέντα, ύστιρα τ Νιάκου τ Ούρδα, παρακείθι τ Τιάλ, τ Τιόλ, τ Σύρπ, τ 17

20 Κουκαλιάρ, κι όπους ξιαστουχήθκα τα φτάσου ίσια µι τουν Αϊκουσταντίνου µι φαίνιτι. Ουπίσου π τι µας είχαµι τ Σάνα τ δασκάλα, τ µάνα τ Κουσταντούλ κι ζιρβά µας του σπίτ τ Χρήστ τ Τσιάρα τ µαραγκού. Ου Τσιάρας είχιν φύβγ απού χρόνια στ Σαλουνίκ κι του νοίκιαζιν. Κι µεις στα νοικιαστά κάθουµάσταν. Του σπίτ ήταν απ τ ς Λαβαντσιώτ δις, δυο αδέρφια κι µια αδιρφή, ανύπαντρ όλ, κι έτσ όπους είχιν τρεις θύρις στου νουβουρό, κάθουµάσταν ικεί µέσα δυο φαµπλιές κι ένας ζουντόχηρος, ου Βασίλτς τ Λαβαντσιώτ π δούλιβιν µιρουκάµατου σιαπάν στ αµπέλια. Του Βασίλ τουν καρτιρούσαµι ιµείς οι µ κροί στουν πάτου, άµα σώνουνταν τα γιουρτάσια, να σ νάξ ότ είχιν απουµείν στ ς ντραµατζάνις, να µας πει του παραµύθ µι του µπιάγκαβου του λύκου κι ύστιρα κοιµούµασταν. Με στου νουβουρό µας, ακουλ τά µι τουν αναγκαίου, ήταν η γκουρτσιά. Τέτοιου τρανό δέντρου δεν ήταν άλλου σι όλ ν Κόζιαν, ιξόν απ τα τρία στουν Αϊκουσταντίνου. Ένας τρανός µαναχός τ δεν µπουρούσιν να τ ν αγκαλιάσ. Τα κλουνάρια τ ς απιρνούσαν τ ς Μπέντινας τ στινούρα κι έβγιναν ίσια µι ν Ούρδινα κι του γκαλντιρίµ. Απ ν άλλ τ µιρά απιρνούσαν ουπάν απ τα κιραµίδια µας κι έριχναν γκόρτσα κι φύλλα ως κι στα κιραµίδια απ του µπακάλ κου τ Μανώλ τ ηµουδιά. Κάθι Αύγουστουν, ύστιρ απ τ ς Παναΐας, τίναζάµι τα 18

21 γκόρτσα. Του τίναγµα δεν ήταν ντιπ εύκουλ δλειά. Αδουκιούµι πως απού ιτότι που καβαλίκιψα ν αυλή τ ς Μπέντινας, πάτσα ουπάν στ ς παφιλέοι απ τουν αναγκαίου µας κι γραπατσώθκα ουπάν στ γκουρτσιά για πρώτ φουρά, ως που να φτάσου ν ανιβαίνου σι όλα τα κλουνάρια τ ς για να τ νάζου κι τα ψηλότιρα τα γκόρτσα, απέρασαν τόσα χρόνια όσα έκαµα απού ν πρώτ τ ηµουτικού ως τ µέσ απ του Γυµνάσιου. Κάθι χρόνου καθώς τράνιβα, κατάφιρνα σιγά σιγά κι πατούσα ένα ένα όλα τα κλουνάρια τ ς γκουρτσιάς. Πρώτα τα χαµπηλά κι τα ίσια, ύστιρα τα λουξά κι στουν πάτου τα ψηλότιρα κι τα ουρθά. Στ γκουρτσιά δεν ανέβινα µούγκι τουν Αύγουστου. Απ τα ιτότι π τα κατάφιρα να γραπατσουθώ ουπανουθό τ ς για πρώτ φουρά, γίγκιν για τ ιµένα κάτ σαν καταφύγιου. Πού µ έχανις πού µ ίβρισκις, ουπάν στ γκουρτσιά! Είχα ένα µέρους π τιντώνουµαν τα µισµέρια. Είχα άλλου µέρους π κάθουµαν κι διάβαζα. Είχα µέρους απ όπ κυνηγούσα τα σπουρλίτια µι τα ταντστάρια. Είχα µέρους π κάθουµαν κι τηρούσα ποιος απιρνούσιν απ του γκαλντιρίµ. Είχα ακόµα κι ένα κρυφό µέρους απ όπ τηρούσα κι δεν φαίνουµαν τ Φρουσίτα τ Κουσταντούλ, όντας έφκιανιν ηλιουθιραπεία µι σιορτ, ουπάν σ ένα σιδιρέινου κριβάτ π τούχιν ανιβάσ ου Κουσταντούλτ ς ουπάν στ σκιπή απού λαµαρίνις στ αχούρ πούχιν η µάνα τ για τα γιλάδια. Ουπάν στ 19

22 γκουρτσιά ανέβινα πάλι όντας µι κυνηγούσιν η Στιργιανή µι ν κουτάλα, άµα έφκιανα καµιά µουζαβιριά κι δεν µπουρούσιν να µι φτάσ. Ικεί ουπάν κρύβουµαν κι τ ς νύχτις όντας έπιζάµι τζιβουτό µι του Χαριλάκ τ ς Τζάρινας, του Νίκου τ ς Αθηναίας, ν Καίτη τ ς Ούρδινας κι τ ν Λέν τ Γκατζιαρίνα. Κάθι άνοιξ η γκουρτσιά µας χιουνίζουνταν. Μουσκουβουλούσιν ου τόπους αλόυρα κι βούιζαν οι µιλίσσις. Ως που να ρθεί η Πασχαλιά, τα γκόρτσα είχαν δέσ κείχαν γιουµόσ τα κλουνάρια φύλλα στρόγγυλα. Όπους είπαµι κι παραπάν ύστιρα απ του δικαπινταύγουστου ν τίναζάµι. Ξικριµνούσαµι τ ς κουπάνις απ του µαειριό, έπιρνάµι δαν κά καφάσια, φώναζάµι κι τ γειτουνιά κι χιρνούσαµι του τίναγµα. Ιγώ πρώτους κι καλύτιρους ψηλά, τίναζα γιρά τα κλουνάρια κι καταής έβριχιν γκόρτσα. Οι ζιούλις έπιφταν εύκουλα αλλά ήταν κι καµόσα µουχόζ κα π δεν ήταν ακόµα καλά φτασµένα κι ίχριζιν να τα τ νάζου µι τουν κλώστ. Απού κάτ µάζουναν κι έτρουγαν, έτρουγαν κι µάζουναν. Σι κάνα δυο ώρις είχαν γιουµόσ τα καφάσια κι οι κουπάνις κι χιρνούσαµι του µοίρασµα. Κάνα δυο καφάσια τα διάλιγάµι µι του Νίκου τ ς Αθηναίας κι τα πλούσαµι στου Μανώλ τ ηµουδιά, πέντι χιλιάδις του καφάσ (παλιές χιλιάδις ). Όσα έπιφταν ουπάν στα κιραµίδια µας τα απαρατούσαµι κι σάπ ζαν ικεί, 20

23 ως που έρχουνταν κι τα µάζουνιν αντάµα µι τα φύλλα ου µάστιουρας π ξιανάσιρνιν τα κιραµίδια ή τα κατέβαζιν καµιά γιρή σιαρσιάρου απ τ ς αστρέχις πριν τσακώσ ν τα κρύα κι τα χιόνια. Κι έτσ µι τιαυτά κι µι τ ικείνα απιρνούσαν τα χρόνια. Έσουσα του γυµνάσιου κι χίρσα να δ λεύου στου Άζουτου. Πού κιρός ν ανιβώ στ γκουρτσιά. Όν τηλ µέρα ήµαν στου ιργουστάσιου, γυρνούσα του δειλ νό ψόφιους κι αστουχούσα ως κι τα µάτια µ να σ κώσου να ν ιδώ ψίχα. Άφκι που τιλιφταία φουρά π ανέφ κα µι κακουφάνγκιν γιατί τα καλούπια απ τ ς κουλώνις τ Τιάλ είχαν ανιβεί ψηλότιρα απ τ γκουρτσιά κι δεν φαίνουνταν του τζιαµί στ Γιτιά µι τ ς πιλικανέοι, νε ου Όλυµπους σιαπέρα. Άπ ν άλλ τ µιρά φαίνουνταν του Σιόπουτου. Μα απ τι κεί τι να ειιδείς; Όλου τ φάνια κι ντουρλάπια έρχουντι απ του Σιόπουτου. Κι έτσια καθώς ν απαράτσα, σιγά σιγά λές κι κατάλαβιν κι αυτήν απ δεν χράζουνταν παραπάν. Ικείνου του χειµώνα 1962/3 τα χιόνια ήταν κι πουλλά κι βαρά. Μια κλουνάρα, η χαµπηλή η ίσια, π απιρνούσιν ουπάν απ του χειµουνιάτ κου του νουντά µας, τσακίσ κιν απ του βάρους πούχιν του χιόν κι τσακίζουντας κιραµίδια, γριντιές κι νταβάν, σέφκιν βάχτ χειµώνα κιρό στου νουντά µας. Φώναξάµι τ ς σπιτουνικουκυραίοι να βρουν µάστιουραν να µας φκιάσ του νταβάν κι αυτοί λες κι καρτιρούσαν ν 21

24 ιφκιρία, έστειλαν πρώτα δυο ξυλουκόπ µι πριόνια κι τσικούρια κι έκουψαν τ γκουρτσιά απ τ ρίζα. Έλιουσαν τα χιόνια, ήρθιν η άνοιξ κι ου νουβουρός µας ήταν σα γκόλιαβους. Νε γκουρτσιά, νε λούδια, νε φύλλα, νε ίσκιους, νε αέρας, νε σπουρλίτια, νε δικουχτούρις, νε γκάλτσις, νε καντίπουτας. Σι λίγου κιρό έφυγάµι κι µεις. Νοίκιασάµι ένα κινούργιου σπίτ στου Λάζου τουν Καλώτα στουν Αϊκουσταντίνου. Του σπίτ απούχα γιν θεί ρήµαξιν. Ου µπαχτσές κι ου νουβουρός σκιπάσ καν µι τσουκνίδις, κουλτσίδις, αγκάθια κι βρουµουξυλιές. Σι καµόσα χρόνια του γκρέµ σαν κι τόφκιασαν πουλυκατοικία. Η ρίζα τ ς γκουρτσιάς µας τα σαπίζ τώρα σιγά σιγά κάτ απ τα µπάζα κι τα γκιρίζια. Όντας απιρνώ καµιάφρας απ τικεί, δεν καταλαβαίνου που είµι. εν έχ δέντρα αλόϋρα, δεν έχ µπαχτσέδις. Νε του γκαλντιρίµ απόµνιν, νε τα πιζούλια για του χουρατά, νε καντίπουτας. Μούγκι πουλυκατοικίις, άσφαλτους µι τρύπις, αυτουκίνητα πουλλά κι πλαστικές καρέκλις στα µπαλκόνια. Κι κόσµους ξένους να πχιαλάει κι να µην τηράει ου ένας τουν άλλουν γιατί είνι κιρός τώρα απ δεν γνουρίζουντι συναµιταξύ τ ς. Μι φαίνιτι απ τα ιτότι πόκουψαν τ γκουρτσιά µας χίρσαν όλ αυτάια. Ή κάµου αλάθουν γιατί έφυγα µακρά κι τα γλέπου έτσια τώρα; Αύγουστος

25 Φωτ. ΓΙΑΝΝΗ. ΒΑΝΙ Η: Η θεία µου η Μαριγούλα, 1975 ΤΑ ΚΟΛΙΑΝΤΑ Άµα σέβινιν ου Νουέµβριους χιρνούσαν οι τσιώνις νάρχουντι στου νουβουρό µας. Μούν σ είιδα, απιρνούσιν ου µήνας, κι όντας έρχουνταν ου Αϊντράς αντρώνουνταν για τα καλά τα χιόνια, όπους ίλιγαν. Κι για να καταλαβαίνουµέστι, άµα λέµι για χιόνια, δε λέµι για τιαυτά π ξέρουµι σήµιρας. Λέµι για τ ικείνα απού άµα έπιφταν δεν σ κώνουνταν απ καταής γιατί καρτιρούσαν κι άλλα. Λέµι για τ ικείνα π χράζουνταν να ξιαρνάς µια ώρα για να βγεις απ τη 23

26 µισιά µας ως του γκαλντιρίµ κι να πααίντς τ χαραή στου σκουλειό. Λέµι για τ ικείνα π χάθκαν σήµιρας, αντάµα µι τόσα άλλα. Στου σκουλειό άµα είχαµι διάλειµµα κι απιρνούσιν κάνας πάππους ή καµιά µπάµπου όξου απ τ ς Κατιρνούλας τ Μαργαρίτ του µαγαζί, πχιαλούσαµι απού πίσου τ ς κι τραγδούσαµι: Αϊβαρβάρα βαρβαρών, Αϊσάββας σαβανών κι Αϊνικόλας παραχών Θαρούσαµι σάµατις ιµείς δεν τα γιράσουµι κάνγκαµιάφρας Ένα όµους ήταν σίγουρου ιτότι: όσ πάπ κι µπάµπις ήταν ουρθοί τ Αϊνικουλά είχαν σίγουρουν έναν ακόµα χρόνουν. Τ Αϊσπυρίδουνα π χιρνάει να τρανέβ η µέρα απού ένα σπυρί, είχαν παγώσ για τα καλά καταής τα χιόνια κι ίξιράµι πως δεν τα σ κώνουνταν ως που να ρθεί ου Μάρτ ς. Τ ς νύχτις ου ουρανός ήταν σα τζιάµ κι θαρρούσαµι πως κατέβιναν τ άστρα χαµπηλότιρα. Όντας είχιν φιγγάρ, η νύχτα γένουνταν µέρα. Όλα ήταν άσπρα. Του χιόν δεν άφνιν ξισκέπαστου καντίπουτας. Κουκούλουνιν σκιπές κι ντ βάρια, αυλές κι χαϊάτια, γκαλντιρίµια κι σουκάκια, λάσπις κι µπάρις, λούδια κι δέντρα. Έπιρνις ανάσα κι καταλάβινις πως κατέβινιν ου κρέχτους ως ν καρδιά σ. Κι ησυχία. Πουλλή ησυχία. Πότι πότι µούγκι αλιχτούσιν κάνα µαντρόσκυλου απού µακρά καθώς µυρίζουνταν τ ς λύκ που η πείνα τ ς κατέβαζιν ως του µαντρί τ Μιχαλάκ τ Καραντάνα στου Σιόπουτου. Ου καπνός απ τα ιτζιάκια ανέβινιν ίσια σιαπάν κι θαρρούσις, 24

27 άµα τζίβουνις λίγου τα µάτια, πως ήταν τηλιγραφόξυλου. Καµόσ π τ ς καθυστιρούσιν του κρασί στ ς νταβέρνις κι τα µπακάλ κα, γυρνούσαν αργά στα σπίτια τ ς κι όπους τηρούσαν σιαπάν κι ήταν κι λίγου πρατσαλτζµέν, δεν ίγλιπαν που πατούσαν κι γκουργκιλούσαν κι γκριµουτσακίζουνταν ουπάν στ ς γλίστρις πόφκιανάµι ιµείς τ µέρα στα γκαλντιρίµια. Οι καλίτιρις γλίστρις ιτότι γένουνταν σ Τζαµάρα κι σην Τσιάµπρα στ Σκ ρκα. Ήταν καµόσ π σουντούσαν σα σιαϊνια στουν κατήφουρου κι έφταναν ουρθοί απ του σπίτ τ Τζάλια ως του σιατραβάν τ ς Αστυνουµίας ή απ ν άλλ τ µιρά ως του σπίτ τ Χατζηντάµ απούταν στου λάκου κι κάθι χρόνου τόπιρνιν ου απόϊρας. Ιµείς οι µ κρότιαρ καβαλίκιβάµι κατ κλιµένες σκάλις ή τίπουτας τρύπχις κουπάνις, µας απουλνούσαν στουν κατήφουρου κι όπ έφτανάµι. Λίγις µέρις πριν σφαλίσ ν τα σκουλειά έβγανιν στου κιπέγκ απ του µαγαζί τ ου Αργύρ ς τ Ζαβαλιάν τ ς κινούργ τ ς τσιόκ. Κριµασµέν µι θ λές, βαµέν φρέσκ µι κόκκιαν κι γαλάζια µπουιά, φάνταζαν καθαροί καθαροί ουπάν στ άπλυτα τα τζιάµια τα γιουµάτα παγκουφουλιές. Σαν τ ς ίγλιπάµι ήταν του σύνθηµα για να χιρίσουµι να τ µάζουµέστι για τα κόλιαντα. Η πρώτ η δλειά µ άµα σφαλνούσαν τα σκουλειά ήταν να πουλιµίσου ν τζιάντα, να ρουκουθώ µέσα στ µισάντρα µας κι να χιρίσου ν αραδώ στα γκαβά σην κουτουλουγιόµ σ 25

28 πούταν ουπάν κι πίσου απ του ντουλάπ, τουν τσιόκου µ. Πού να σι δώσ ου Μπήτιας κάθι χρόνου παράδις για κινούργιουν τσιόκου. Άµα τουν γραπάτσουνα, (σπάζουµαν κι καµόσις φουρές απ τα σουγλιά, τα καρφιά, τ ς σακουράφις κι τ άλλα π ανακάτουνα), έπιρνα ένα κατουστάρ του γιόµουζα µι νιρό κι έβανα µέσα τουν τσιόκου µια νύχτα για να σφύξ. Ύστιρα παρακαλούσα τ Στιργιανή, τ µάνα µ, να µι βρει του σακούλ για τα κόλιαντα µια παλιά µαξιλαρουθήκ - κι να µι ν αµπαλώσ άµα χράζουνταν. Άµα σώνουνταν όλ αυτάια, µαζόνουµάσταν η παρέα, ου Χαριλάκ ς τ ς Τζάρινας, ου Νίκους τ ς Αθηναίας κι γώ, σ ένα άφκιαστου στ ς Νιανιάτσινας, π του καλουκαίρ γάνουνιν ικεί µπακ ρια ου Μάρκους τ Μηλώζ κι χιρνούσαµι να συνουιούµιστι πια πόρτα τα βαρέσουµι πρώτ κι πια τιλιφταία, πού δίν παράδις, να πάµι πρώτα ικεί να µη σουθούν κι ύστιρα τα µας δίν µούγκι κάστανα, λιφτόκαρα κι µανταρίνια. Άφναµι τιλιφταία τα σόια κι τ ς παρέις γιατί αυτά τάχαµι σίγουρα. Έφκιανάµι κι λουγαριασµοί, τι τα φκιάσουµι τ ς παράδις π τα µάζουνάµι. Ου ένας ίλιγιν να πααίνουµι στουν Ταρζάν στα Τιτάνια, ου άλλους να πάρουµι πιγνίδια απ τουν Ταρτάρα να στουλίσουµι τα δέντρα µας, άλλους να τ ς δώσουµι στ χήρα απ τ Νιάπουλ π κάθουνταν µι τα δυό τα πιδιά τ ς σ ένα αχούρ πίσου απ τ Θάν του µπαχτσέ γιατί ου άντρας τ ς είχιν σκουτουθεί σιαπάν στου Βίτσ, άλλους να πάρουµι 26

29 φυλλάδια να φκιάσουµι γκαραγκιόζ δις κι άλλα κι άλλα. Κ έτσ καρτιρούσαµι να ρθούν τα κόλιαντα. Τέσιαρ ς πέντε µέρις πριν τα κόλιαντα, του Μισκιάθκου γιόµουζιν τούµπις απού γκαρµπουλάχανα κι πράσα π τάφιρναν απ τ Βάντσα, κάστανα απ του Τσουτύλ, πατάτσις απ του Χάντουβου, φιρίκια απ του Βόλου, µήλα απ τα Γιαντσά, πουρτουκάλια κι µανταρίνια απ ν Καλαµάτα, λιφτόκαρα απ τ Ντραβουντάντστα, καρύδια κι µπαλάµια απ τ Σιάτ στα κι άλλα πουλλά πράγµατα. Τα χασαπλιά παραπάν απ ν «ηλικτρική» γιόµουζαν απου γρουνίσια κι οι φούρν δεν πρόφτιναν τα σνιά κι τ ς ταβάδις µι τα κόλιαντα κι τα ζ µατ στά. Στ Τιόλ τουν αβλαγά οι νοικουκυραίοι χιρνούσαν να σφάζ ν τα γρούνια τ ς κι ου τόπους γιόµουζιν απ τα τσουρίγµατα κι τα γαίµατα. Καµόσις νοικουκυρές ν ώρα π βάριναν του γρούν µι του µαχαίρ στου λιµό, πάειναν κουντά κι του θυµιάτζαν. Ου θειός µ ου Λάζους ου Ντάλλας χιρνούσιν να τραβάει του µαύρου µαν είχιν σταµατήσ κι καµνιάφρας απ τ µ κρή τ βαρέλα πούταν στου µπουντρούµ, παπχάτ απ τ γκλαβανή τ ς µισιάς, κ η θειά µ η Μαργούλα έλιουνιν τουν παστό στου χάλκουµα για να φκιάσ λίγδα για τ ς πίτις κι τσιγαρίδις για µιζέδις για τα γιουρτάσια πόρχουνταν. Καµόσ π αδιάζουνταν, έβαναν στα ιτζιάκια τ ς πιρουστιές κι τα µπαµπούρια µι του µαύρου να ζιστένιτι ουλίγου, έκουβαν ψιλά ψιλά τα 27

30 πράσα κι του σβέρκου απ του γρούν κουµάτια σαν τρανά γκουργκόλια κι έφκιαναν τηγανιές, γιατί του µαύρου δίχους µιζέν δεν κατιβαίν. Ήταν χειµώνας κιρός κι καθώς όλα τα σπίτια κάτ µαέριβαν ή ψούσαν, µουσκουβουλούσιν ου τόπους αλόυρα. Ν παραµουνή απ τα κόλιαντα κάθι χρόνουν, µας ίφιρνιν ου µπαµπάς µ του καλάθ πόστιλνιν, µι τουν Τζών Παπία Κόµπανυ του νούνου τ αδιρφού µ τ Βαγγέλ, ου θειός µ ου Χαριλάκ ς απ τ Σιάτ στα πούχιν κάµ κι δυο χρόνια ιξουρία στουν Αη-Στράτ. Του καλάθ ήταν γιουµάτου µι µπαλάµια κι καρύδια, σαλιάρια κι κόλιαντα Σιατ σνά. Τέτοια κόλιαντα δεν έφκιανάµι ιµείς σην Κόζιαν. Τάφκιανιν η γιαγιά µ η Αγνούλα αντάµα µι τ ς θειές µ τ Μέλπου κι ν Ιβανθία. Τα σαλιάρια τάφκιανιν η θειά µ η Βασιλ κή. Τα κόλιαντα ήταν µατουγυάλια κι κλώσις, πιρδίκις κι τσαλαπιτνέοι µι µάτια απού µουσκουκάρφια κι στουλίδια στα φτιρά κι στα στήθια µι σταφίδις κι µπαλάµια, π τάφκιαναν όλα µι τα χέρια κι µι φουρκέτις, κλούτσις, βίλις κι µαχαίρια. Κι απού πάν ήταν ακουλµέν χουντρή ζάχαρ µι κανέλα. Πώς τα καρτιρούσα αυτά τα κόλιαντα κάθι χρόνου δεν λέγουνταν! Τάβγανα ένα ένα απ του καλάθ, τ αράδιαζα ουπάν στου πλαστήρι µας κι τα τηρούσα µι τ ς ώρις. Ένα απ τιαυτά τα κόλιαντα, του καλύτιρου, τόβανάµι στα εικουνίσµατα κι έβγανάµι τ αυγό του πασκαλιάτ κου απ τα ιπέρσ. Μι τιαυτά κι µι τάλλα 28

31 απιρνούσαν οι µέρις κι έφτανιν η νύχτα πριν τα κόλιαντα. Στ ς έξ η ώρα είµασταν στου πουδάρ. Έβανάµι τα µαλίτ κα, τα γάντια κι τ ς κατσιούλις κι έπιρνάµι τ ς τσιόκ κι τα σακούλια κι κινούσαµι. Κινούσαµι βέβια είνι µια κουβέντα γιατί, ως που να µπουρέσου να πατώ ιγώ όλου του πουδάρ καταής ήθιλιν µ σή ώρα. Είχα κατ χιουνίστρις π φούσκουναν τ Αϊνικουλά κι ξιφούσκουναν τ ς Αϊθουδώρ. Κούτσα κούτσα ιγώ, έφτανάµι αµπρουστά στου πρώτου σπίτ απ του δρουµουλόγιό µας κι χιρνούσαµι να βαραίνουµι τ θύρα µι τ ς τσιόκ. Τάκα τάκα, τακ, τακ. Τάκα τάκα, τακ, τακ κι έσκουζάµι: Κόλιαντα µπάµπου κόλιαντα! Κι ξανά τάκα τάκα, τακ, τακ ώσπου να µας ανοίξ ν τ θύρα. Όντας αντάµουνάµι πουλλές παρέις σ ν ίδια τ γειτουνιά, γένουνταν σουστό πανηύρ. Ποιος τα βαρέσ γιρότιρα, ποιος τα σκούξ παραπάν. Έβγιναν οι νοικουκιρές µι τ ς κανέστρις κι τα καλάθια κι µας γιόµουζαν τα σακούλια µι καλούδια. Του θ κό µας του µάτ όµους ήταν στου τζέπ απ τη µισάλα, πότι τα σιβεί του χέρ µέσα κι τι τα τσακώσ : Εικουσάρα, πιντούλ, φράγκου; Έτσ κ έβγινιν µούγκι µιάφρας στα δυο τα χρόνια τάληρου, νε αντίου ίλιγάµι νε φχαριστώ. Πχιαλούσαµι κι πάινάµι κάτ απού κάνα στύλου µι φως, να ιδούµι τάληρου ήταν αυτό π µας έδουκαν ή καραντάνα µπακαρέινια κι µας κουρόιδιψαν; Κι όλου καραντάνις ήταν! Πού 29

32 τάληρου να ιδεί ιτότι του µάτι σ. Ας ήταν, ιµείς τ ς µάζουνάµι κι τ ς καραντάνις τ ς γυάλτζαµι µι σκόν απού ασβιστόπιτρα κι έπιζάµι του καλουκαίρ τ απλουτό. Αυτά γένουνταν ως που να φέξ καλά. Άµα έφιγγιν κινούσαµι για τα σπίτια πούταν µακρά, στ Σκ ρκα, στ Αλουνάκια, στ Ταρτάρα, στα Καρακλανάθκα κι αλλού. Κατά του µισ µέρ άµα τάσουνάµι όλα, έπιρνάµι του δρόµου για τ γειτουνιά µας. Σταµατούσαµι σι κάνα απόµιρου µέρους κι χιρνούσαµι του µέτρηµα κι του µοίρασµα. Αστουχνούσαµι τα σκέδια κι χιρνούσαµι ν κουρώνα. Μουνό; ιπλό; Ξανά, κουµένου ρα! Ήταν δαχλύδ, ήταν απλάδα! Κάπουτις σώνουνταν κι αυτό, µοίραζάµι ξανά τ ς παράδις κι γυρνούσαµι στα σπίτια µας. Σπίτ η µάνα µ διάλιγιν τα λιπτά τα φύλλα απ ν αρµνιά κι ου µπαµπάκας µ λιάντζιν του κρέας µι του τσικούρ ουπάν στου κούτσουρου. Ου αρµόζ µους µι του λάδ κι του κόκκιανου του πιπέρ µι καρτιρούσιν. Ως που να νυχτώσ, τα γιαπράκια χιρνούσαν να χουρχουλάζ ν µέσα στου τσ κάλ κι µεις µι τουν αδιρφό µ του Βαγγέλ λούζουµάσταν σην κουπάνα αµπουστά στ σόµπα π µπουµπούντζιν, για νάµιστι καθαροί ταχιά χαραϊάτ κα π τα βάριναν οι καµπάνις στουν Αϊκουσταντίνου για να πααίνουµι ν ακούσουµι του: «Η γέννησή σου Χριστέ ο Θεός ηµών» κι να πάρουµι αντίδουρου απ τουν 30

33 Παπαπασχάλ. Κι έτσ να καταλάβουµι απούρθαν τα Χρ στούινα. Κι τα καταλάβνισκάµι, κι ας µην ήξιράµι ντιπ τι µας γένουνταν. Έλα ντε π σήµιρα απ ξέρουµι τι µας γένιτι δεν µπουρούµι να τα καταλάβουµι Μπουρεί να µην τα καταλαβαίνουµι γιατί µας έλλειψιν του χιόν Μπουρεί γιατί µας έλλειψιν η ησυχία, τ άσπρου, τ άστρα. Όϊ, που πήγιν τόσου χιόν αρα;..τόσ ησυχία; τόσα άστρα; Μπουρεί πάλι γιατί µίσιψάµι, µπαγκάβιασάµι, µπαϊάτιψάµι, ψόφ σαµι Μα ιµένα µι φαίνιτι απούνι όλα τα παραπάν αντάµα εκέµβριος

34 Η ΠΑΝ ΩΡΑ ανοίγει την παρέλαση της 28 ης Οκτωβρίου 1960 Η ΠΑΝ ΩΡΑ Στου σπίτ τ Τσιάρα πούταν ακουλ τά µι του θ κό µας, κάθουνταν στα νοικιαστά ου Νίκους ου Ζουρµπάς αντάµα µι τ µάνα τ τ µουδίστρα κι τ ς αδιρφές τ. Ου Νίκους πάινιν ιτότι στου γυµνάσιου κι γω στου δηµουτικό του Πέµπτου. Μια µέρα π απιρνούσα όξου απ τ ς Ζουρµπάινας µι φάνγκιν σα νάπιζιν πού µέσα κλαρίνου. Κουντεύου µι τρόπουν σην πόρτα κι τι να ιδώ.. Ου Νίκους έπιζιν ένα κλαρίνου κι σ µά τ ήταν ένας µ κρός µ ένα άλλου κλαρίνου στα χέρια κι τουν άκουγιν. Όι τι γένιτι 32

35 ιδώ ρα; λέου. Ρώτσα που δω, ρώτσα που κει κι στουν πάτου τάµαθα όλα. Ου Νίκους έπιζιν σην Πανδώρα. Ικεί έµαθιν του κλαρίνου. Κι τόµαθιν τόσου καλά απ του µάθνισκιν κι σι άλλνους. Αυτός ου µ κρός απούειδα να κάθιτι σ µά τ ήταν απ τα Γριβινά κι µάθνισκιν του κλαρίνου για να παίζ στα πανηύρια κι στ ς χαρές να βγάν παράδις. Σαν τάµαθα όλ αυτά, µι ακόλτσιν κι µένα να γραφτώ σην Πανδώρα. Τώρα άµα µι ρουτήστι γιατί αρά σι ακόλτσιν να γραφτείς σην Πανδώρα; δεν θαρρώ να µπουρέσου να σας απαντήσου κι πουλύ σίγουρα. Ιά! Έτσ µι ακόλτσιν κι δε µι ξιακόλτσιν ντιπ. Μαν όσα µας ακουλνούν κι φκιάνουµι ξέρουµι όλου γιατί τα φκιάνουµι; Ουρίστι; Είδιτι, νε ισείς ξέρ τι γιατί! Τώρα, ύστιρα απού τόσα χρόνια π του ξανασκέφτουµι καλύτιρα, ιτότι µι ν Πανδώρα ήταν ουλίγου σα νάθιλα να πέσου κι µι άµπουξαν. Ουλίγου ου αξάδιρφους µ ου Κώστας ου Ντάλας µι ν παρέα τ µι τ ς κιθάρις απόπιζαν στου ραδιουφουνικό σταθµό, ουλίγου ου αξάδιρφους µ ου Θύµιους πόπιζιν του ακουρντιόν στ άφκιαστου, ουλίγου η δασκάλα µ η Λέν η Μουµουζιάινα π µ έβανιν όλου 10 σ ν ουδική, ουλίγου π αντάµα µι τ συµµαθήτρια µ ν Καίτη τ Γκλούµπινα τραγούτσαµι τ ν «ψαρουπούλα» στου Ουλύµπιου αµπρουστά στ ς νουµαρχαίοι, στ ς στρατηγοί κι στ ς δηµαρχαίοι στ ς ιξιτάσεις σην πέµπτη δηµουτικού, 33

36 ουλίγου µι τουν Ναούµ του ζερβό τουν ψάλτ στουν Αϊκουσταντίνου π µ έβανιν κ ίλιγα τουν απόστουλου κι του «υπιρµάχου», είχα π στέψ πούµαν έτοιµους µουσικός. Απού δω τουν είχα, απ τ ικεί τουν είχα του Νίκου, τουν κατάφιρα να µι πααίν στου δάσκαλου. Απ τα ιτότι π πήγα για πρώτ φουρά σην Πανδώρα µέχρι κι του 62 πόφυγα, δάσκαλους ήταν ου Λιφτέρ ς ου Καραχάλιους. Τουν αδουκιούµι χρόνια ν τα χρόνια κάθι απόγιµα ικεί στου γραφείου τ να µαθαίν ιµάς τ ς µ κροι τ ς νότις κι τα όργανα. Απού παράδις, καντίπουτα, απού µιράκ όµους; δε λέγιτι! Λίγ σαν αυτόν έδουκαν τόσα χρόνια απ ζουή τ ς τζιάµπα για να µάθουµι τόσ κι τόσ Κουζιανιώτις σαν τ ιµάς τ µουσική. Τι λέου λίγ ; υο µι τρεις ήταν όλ κι όλ ιτότις. Ου δάσκαλους, η Έλλη τ Μάν κι ου Μάκης ου Μπαχτσιαβάνους. Μπουρεί κι κάνας άλλους µα δεν τ ς αδουκιούµι τώρα. Κι όλ τζιάµπα. Μούγκι για του µιράκ κι τ δόξα.. Μούγκι για να τ ς λέν µπράβου στου τζιαντέ. Κι για να λέµι κι τ στραβού του δίκιου εξόν απ τιαφνούς ήταν κι οι άλλ µι τ ς παράδις πόφκιαναν δουριές, σαν τ ς Γκουβινταρέοι πόστειλαν κινούργια όργανα σην Πανδώρα απ ν Αµιρική κι έφκιασαν κι του Γκουβιντάρειου κι άλλ προυτίτιρα πόκαµαν άλλις πουλλές δουριές. Έτσ είνι οι Κουζιανιώτις. Μαζών, µαζών, µα άµα απουφασίσ ν τα δίν όλα για όλα, παράδις ή δλειά, για ν Κόζιαν. Έτσ 34

37 ανιβαίν κι ου πουλιτισµός σι αυτόν τουν τόπου. Τζιάµπα ή µι δουριές! Ικείνα τα χρόνια η Πανδώρα ήταν άντικρα π του Βαλταδώρειου (κι αυτό δουριά) του γυµνάσιου αρρένουν κι ακουλτά µι τ Τσιλίκα του βιβλιουπουλείου. Αυτού πούνι σήµιρα η ΕΗ ήταν η ξυλαπουθήκ τ Ντανταµόια κι παρακάτ απ του γυµνάσιου τ Καραθάν του µαγαζί πόφκιανιν τα πηλήκια µι τ ς χουχουβιάλις κι ακουλτά είχιν ου θειος µ ου Νικουλάκ ς ου Γκούντας ένα στιναρίκ κι έφκιανιν καφέδις για τ ς καθηγηταί. Η Πανδώρα ήταν άντικρα απ του θειο µ στου πάν του πάτουµα. Ανέβινις µια στινή ξυλέινια σκάλα κι όσου ανέβινις τόσου ανέβιναν κι τα τσουρίγµατα κι η βουή απ τα όργανα. Αυτό π άκουγις δεν ήταν µουσική. Ου πάσα ένας έπιζιν του θ κό τ του κουµάτ µι του όργανου τ κι γένουνταν χαµός. Μπουρούσις όµους να µυρίεισ. Όλους ου τόπους µύρ ζιν µπράσου. Μι τι αυτό κι µι παλιές ιφηµιρίδις γιάλτζαµι τα όργανα όντας είχαµι έξουδου, παρέλασ, κηδείις κι άλλα. Αυτήν τ µυρουδιά δεν τα ν αστουχήσου κανγκαµιάφρας. Έχου τρίψ µι µπράσου κι ιφηµιρίδις ικείνα τα χρόνια ένα κιαµέτ όργανα. Ικείν ν ιπουχή 55-56, η Πανδώρα ήταν στ ς τρανές τ ς δόξις τ ς. Απ ότ αδουκιούµι ήταν ιτότι ου Γιάντς ου Μπίζιους µι τουν τρανό του Ζιάµπρα, του στρατηγό, στ ς κουρνέτις. Αργότιρα ήρθιν κι ου 35

38 µ κρός, ου Σάκης ου Ζιάµπρας, αντάµα µι τουν Τσιµπέρ. Ου Νίκους ου Μπουνόβας, ου γραµµατ κιάης, είχιν ν πλαγιαστή ν κουρνέτα. Ου Φασνάκ ς µι τουν Τσουµή ήταν στα τρουµπόνια α τύρου. Ου Πάρις ου Καραχάλιους µι του Νίκου του Ζουρµπά κι άλλνους στα κλαρίνα, ου Μπίκας µι τουν Φίλ ππα στα µπάσα. Ου Χαρίησ ου Μόσχους στα τύµπανα. Ου Γάκης ου Λιόντας στα φλάουτα κι τόσ άλλ απ δεν τ ς αδουκιούµι. Πουλλοί απ τιαφνούς τ ς πρόφτασα κι έπιξάµι αντάµα, αλλά οι παραπάν, όντας πήγα ιγώ, είχαν φύβγ. Μη πααίν απ λέτι ου Νίκους στου δάσκαλου κι αυτός µι ρουτάει: Πααίντ ς σκουλειό; Πααίνου. Ξέρ ς τίπουτα απού νότις; Όχ. Τα πααίντς ταχιά στουν Καραλέκα να πάρ ς ένα τιτράδιου µουσικής µι πιντάγραµµα για να χιρίσουµι τ θιουρία. Ιντάξ ; Ιντάξ. Νάν τηλ µέρα ικεί ιγώ µι του τιτράδιου. Κι χίρσαµι. Του κλειδί του σολ, ουλόκληρα, ήµισυ, τέταρτα, όγδουα, δέκατα έκτα, τριακουστά δεύτιρα, παριστιγµένα, στακάτα, κόντις, κουρώνις, διέσεις, µπιµόλια, κι ένα κιαµέτ τέτοια κι αλλιώτ κα. Σι καµιά δικαπινταρά µέρις µι λέει ου δάσκαλους: Τι λες αρά, να χιρίσουµι κι του όργανου; Ιντάξ, λέου ιγώ. Πααίνουµι σ ν απουθήκ κι λέει στουν απουθηκάριου: Κατέβασι ρα του ιφώνιου. Σαν είιδα του ιφώνιου ανακατώθ κα. Ιγώ ουνειρεύουµαν κάνα φλάουτου, κάνα κουαρτίνου, άιντι ας ήταν κι κάνα κόρνου. Όχ κι ιφώνιου. Του ιφώνιου ήταν λίγου 36

39 πουλύ σαν τιµένα στου µπόι. Ήµαν πούµαν ντιπ λιανός, χίρσαµι ξανά απ ν αρχή τ θιουρία µι του κλειδί του φα, χίρσα κι γω να τα λουζιάζου, δε µπουρούσα να φ σώ κι πουλύ γιρά κι σι δικαπέντε µέρις δεν ξαναπάτσα σην Πανδώρα. Κοζάνη, περιοχή Αγίου Αθανασίου, ιακρίνονται οι τέσσερις αδελφές Αναστ. Πατιά: Κική, Ερµιόνη, Καίτη, Ρίτα. Οι αδελφές Γ. Χατζηγεωργίου: Αγγελικούλα, Ελένη. Μια κοπέλα αγνώστων στοιχείων. Γονατιστή κρατώντας τη Ρίτα η Μαρούλα Κουεµτζή. Στο κέντρο η Στεργιανή Βανίδη έχοντας µπροστά της το γιο της Γιάννη. Πίσω διακρίνονται το Τρίδεντρο, το πάρκο Αγίου Κων/νου και το Ε ηµ.µε το Γυµνάσιο Θηλέων. Απέρασαν κάνα δυο χρόνια κι µπήκα του γυµνάσιου. Απ τ γειτουνιά µας χίρσιν να φεύγ κόσµους. Ου Νίκους τ ς Αθηναίας πήγιν µι τ µάνα τ κι του µπαµπά τ στου Γιδά. Οι αδιρφές τ έφυγαν 37

40 αλλού. Η Λέν παντρέφκιν κι έφυγιν σ ν Αµιρική. Η Αγγιλικούλα, απ ν είδα µιάφρας κι γκόλιαβ σην κουπάνα στου µαειρειό που λούζουνταν, παντρέφκιν του Μάκη τουν ταγµατάρχη, π µας µάθνισκιν σκάκ κι πήγαν σ ν Αθήνα αντάµα µι ν Τασούλα απ δούλιβιν στου Σώµα. Ου Μπέντας στ Σαλουνίκ. Ου Σύρπ ς σ ν Αυστραλία. Ου Νίνους τ ς θειας µ τ ς Αλιξάντρας τ ς Τζιτζίκους στ Γιρµανία. Ου αξάδιρφους µ ου Βαγγιλάκ ς ου Μάραντους στουν Καναδά. Η Καίτη, η Ρίτα, η Κική, κι η Ιρµιόν, οι Πατιάινις, σ ν Αµιρική. Η Μαρούλα τ ς κυρά Γλύκας τ Κουεµτζή κι αυτήν σ ν Αµιρική. Έφυγαν κι άλλ απ δεν τ ς αδουκιούµι τώρα. Σιγά σιγά σώνουµάσταν. Τα σπίτια π άδειαζαν, ή τα γκριµούσαν κι έφκιαναν πουλυκατοικίις ή έρχουνταν άλλ απ τα χουριά κι κάθουνταν. Ακουλ τά µας τώρα στ Μπέντα κάθουνταν ένας παπάς πούρθιν απ τ Σιάτ στα. Είχιν όσα πιδιά τουν έδουκιν ου Θος. Τέσσιρα πιδιά κι δυο κουρίτσια. Μι τουν έναν ήµασταν συνουµήλικ κι συµµαθιτές στου γυµνάσιου. Ήταν ου Θανάης ου Ιβαγγιλόπουλος. Ήµασταν ιτότι καµιά δικαρά σην παρέα. Ου Χαριλάκ ς τ Τσιαϊρ, ου Τάκης ου Γκούτζιους, ου Τέλης ου Πάλλας, ου Τάκης ου Πάπ στιας, ου Τάκης ου ίκους, ου Κυριάκους ου Κυράνους, (Θος σ χουρέσ τουν), ου Τάκης ου Τζήµους, ου Βαγγέλτς ου Βιρούλτς, ου Μπόνους, κι ου Τάκης ου Ντακ ς. Ήµασταν κι όλ προυσκόπ, αδουκιούµι. Άλλ σην τρίτ ν ουµάδα µι 38

41 αρχηγό τουν Αργύρ τουν Κούντουρα, άλλ στ δεύτιαρ µι αρχηγό του Μάρκου τουν Παπαδηµητρίου. Καµόσ πάεινάµι κι στ ς ΧΜΟ. Γλέπ ς µούγκι µι του σκουλειό δε χόρτινάµι. Ήταν κι γιατί δεν είχιν ιτότι νε σφιριστήρια, νε σνακ µπαρ, νε καφιτιρίις, νε ντίσκου, νε παµπ, νε κόµµατα. Αυτά χίρσαν ύστιρα απ του 62. Μι του Θανάσ χίρσαµι να λέµι πάλι για ν Πανδώρα. ε µας έφτανιν του σκουλειό, του κατηχητικό κι οι προυσκόπ (ιγώ δούλιβα κιόλαντς στου τυπουγραφείου στ «υτ. Μακιδουνία» στου Σίµου τ Μικρού τ απουγέµατα), ήθιλάµι να πάµι κι σην Πανδώρα. Κι για να µην αστουχνιούµιστι, ζ γκρανούσαµι κι κατ κιθάρις µι του Ντακ κι έφκιανάµι κι καντάδις στου συνοικισµό. Αδουκιέσι Πάλλα; Ιτότι του 58 η Πανδώρα είχιν πααίν στου Γκουβιντάρειου, άντικρα απ του Τρίτου κι του Τιτάρτου του σκουλειό, αντάµα µι του ουδείου. Ένα απόγιµα σ κώνουµέστι µιαν κι δυο κι πααίνουµι στου δάσκαλου. Μας θέλτς; Έλατι. Χίρσαµι πάλι τ θιουρία. Σι δυο µήνις ου Θανάης µι κουρνέτα κι γω µι κόρνου, βγήκαµι σην πλατέα. Οντας µπήκαµι ιµείς στ µπάντα, οι παραπάν απ τ ς παλιοί π ανάφιρα παραπάν είχαν φύβγ. Είχαν αρθεί κινούργ. Ου Πανούλης ου Καρδουγιάντς, ου Νίκους ου Μπίζιους, ου Τάκης ου Τόλιους, ου Μαγούλας, ου Τσιµπέρ ς, ου Ντόνας, ου Θουµούλης ου Ντούρβας, ου Νίκους ου Μπάµπους, ου Τάκης 39

42 ου Καραχάλιους, τ αδέρφια οι Μιχαηλίδ δις κι πουλλοί άλλ απ δεν τ ς αδουκιούµι όλνους, ας µι συµπαθούν. Στου συµβούλιου ήταν ακόµα ου Θάνους, ου Τιάλιους, ου Σάκης ου Σαµαράς, ου Χασάπ ς, ου Πλάκας, ου Γκουβιντάρους ου µπαµπάς τ ς Ντίνας κι ου Μούτους. Σην Πανδώρα έκαµα τέσσιρα χρόνια ως που έσουσα του γυµνάσιου κι τσάκουσα δ λειά στ Ιλβιτοί, στα έργα στα Καϊλιάρια. Τέσσιρα χρόνια, µα τι χρόνια Τι πλατέεις µι Βέρντι κι Βάγκνερ κι Χατζηαποστόλου κι Καλουµοίρ έχουµι κάµ. Τι Καραµανλήδις, τι Μανέντ δις, κι τι Βασιλιάδις κι Βασίλτσις έχουµι υπουδιχτεί. Τι παριλάσεις κι καταθέσεις στιφανιών κι λαµπαδηφουρίις, τι γυµναστικές ιπιδείξεις κι τι πιριφουρές. Τι απουκρές κι καρναβάλια (µνιάφρας µας έντσαν γάτις µι νουρές γιατί ήταν τ ς µόδας ιτότι του νιάου-νιάου βρε γατούλα τ ς Βουγιουκλάκη). Τι ικδρουµές κι τι χουροί σ ν Έκθισ στ Σαλουνίκ. Ως κι στ Στυλίδα έφτασάµι κι έκαµάµι µνηµόσυνου στουν Κασουµούλ. Τι ιπιτάφιοι κι δεύτιρις αναστάσεις (έπιζάµι κι του φουνέµπρε πούχιν γράψ ου ισπότ ς ου ιουνύσιους). Άµ κηδίεις; Συναµιταξύ µας τώρα, άµα απιρνούσιν κιρός κι δεν είχαµι καµιά έξουδου ίλιγάµι: εν πιθαίν αρα κι κάνας πλούσιους Σαράντα δραχµές οι µ κροί, πινήντα οι τρανοί έπιρνάµι σι κάθε κηδεία. Μιάφρας αδουκιούµι, ου γείτουνάς µας ου Νικουλάκ ς ου Μαντρέλας πούξιριν 40

43 απούµαν σην Πανδώρα, άµα πέθανιν ένας άλλους γείτουνάς µας ου Στέργιους ου Τιάλιους ου µπαµπάς τ Κώστα κι τ Μιχαλάκ, λέει στ µάνα µ π φουκαλνούσιν στου σουκάκ : Άιντι Στέλλα, τι ανάγκ έχ ς ισύ; Άµα τ ς καµαρώ εις ου Γιάντ ς τα συ πααίν τζιάµπα µην Πανδώρα. Όλ αυτά τα χρόνια σιγά σιγά απ του κόρνου πήγα στου τρίτου του κλαρίνου, ύστιρα στου δεύτιρου, στου πρώτου κι στουν πάτου έπιζα κουαρτίνου. ουκίµασα κι όµπουε µα δεν τα κατάφιρα.. Θέλ γιρά πλιµόνια αυτό του όργανου. Στου µιταξύ, καθώς δεν τ ς πατούσαµι ντιπ γιατί ου Μπήτιας σφάλτσιν ν καρβουναπουθήκ κι κάθουνταν, γίγκα κι απουθηκάριους (άλλις διακόσις δραχµές του µήνα). Τι τα χαλέβ τι; Ανακατουµένα πράγµατα. Έτσ είνι η ζουή. Μας ανακατών ν Τέχν µι ν ανάγκ κι πουλλές φουρές έπιρνάµι τη µιαν αντι για ν άλλην. Άπ τ µια τ µιρά µάθνισκάµι να παίζουµι κι ν ακούµι µουσική. Άπ ν άλλην µι τ ς λίγις παράδις πόπιρνα απ του Σίµου κι ν Πανδώρα, βούλουνάµι ένα σουρό τρύπις. Γκαβά χρόνια ρα Γκαβά ξιγκαβά δεν ξέρου. Αµά µι τιαυτά κι µι τ ικείνα, µι τ ς Πανδώρις, µι τα κατηχητικά, µι τ ς προυσκόπ, µι τ δ λειά, µι τ ς ανάγκις κι τ ς δυσκουλίις, µι τ ς παρέις, άνοιγαν σιγά σιγά τα µάτια µας κι ίγλιπάµι τι γένουνταν αλόυρα. Κι ιτότι γένουνταν πουλλά. Έκαµνάµι τάχατ απ δεν καταλάβνισκάµι κι ας τα καταλάβνισκάµι όλα. Μας 41

44 ίλιγαν σκάστι οι τρανοί κι έσκαζάµι. Μας κανουναρχούσαν κι δε µας κανάκιβαν. Μας σφαλνούσαν στου µπουντρουµ άµα ίλιγάµι ψέµατα κι µας βάριναν άµα έκλιβάµι. Ακόµα απού µ κροί, µαναχοί µας µάθνισκάµι ν αφκριούµιστι τι ίλιγαν τ αηδόνια στου Κλιούγκ, οι πιρδίκις στου Σιόπουτου, τ αγρουπιρίστιρα στου Αϊλιά. Κι µι ν Πανδώρα ήρθαν όλα στου τόπου τ ς. Ικεί έµαθάµι κι τ µουσική.- Μάϊος

45 Λασσάν, όπ γένουνταν κάθι Τρίτ κι Σαββάτου του παζάρ. Ύστιρας, ιπειδής ου Νιάηµιρους µι τα χρόνια γένουνταν όλου κι τρανίτιαρους, χίρσιν να κατιβαίν κατά του Σταθµό, ικεί π παλιά ήταν του σπίτ µι του καφινείου πούχιν ου µπαµπάς τ συµµαθητή µ τ Σαρρή. Όπους µας µουλουγούσαν οι τρανύτιαρ, παλιά ου νιάηµιρους βαστούσιν ιννιά µέρις. Στα θ κά µας τα χρόνια βαστούσιν του πουλύ τρεις µέρις κι µεις οι µ κροί πάεινάµι µούγκι ν τιλιυταία γιατί τ ς άλλις είχαµι σκουλειό. Οπους σώνουνταν ου θέρους κι σ µαζώνουνταν του καλουκαίρ, χιρνούσαν οι γιουρτές κι τα πανηύρια. Αϊλιάς, Αϊγιάννα, Αϊπαρασκιυή, Αϊνικάνουρας, Παναϊα κι άλλα. Σι ουλίγουν κιρό χιρνούσαν κι τα σκουλεία του Σιπτέµβριου κι µεις όλου κι καρτιρούσαµι πριν χιρίσ ν τα ντουρλάπια απ του Σιόπουτου, του νιάηµιρου. Κι αυτό γιατί στου νιάηµιρου ιξόν απ τ ς Κουζιανιώτις, µαζώνουνταν κι έρχουνταν ένα κιαµέτ άλλους κόσµους απ αλλού. Οι µ σοι πλούσαν, οι άλλ οι µ σοί αγόραζαν. Άλλ πλούσαν πράγµατα π τ αράδιαζαν ουπάν στα σαργκιά τ ς ή καταής σι µουσιαµάδις ή στου χώµα, κι άλλ πλούσαν πιγνίδια κι διασκέδασ. Ιµείς οι µ κροι κυνηγούσαµι τα πιγνίδια, τ ς λουταρίις, του γούργουλα κι τ άλλα τα µαγικά. Άµα έρχουνταν η µέρα, απ τ ς τρεις τ απόγιµα ηµείς, πριν ανταµώσουµι µι τ ς θ κοί µας για να πάµι βόλτα στου νιάηµιρου να µας πάρ ν κάνα δώρου κι 44

46 χαλβά νιαηµιριώτ κου, τόσκαζάµι µι του Χαριλάκ τ ς Τζάρινας κι του Νίκου τ ς Αθηναίας κι πάειναµι στα Γκάζια. Τα Γκάζια ήταν στουν παλιό του δρόµου για τ Γκόµπλιτσα, διξά στουν ανήφουρου. Ακουλ τά ήταν του σπίτ µι τ ς παστρικές. Ιµείς ανέβινάµι άντικρα στουν όχτου κι κρύβουµάσταν ουπίσου απ τ ς γκαγκζιές κι τ ς βρουµουξυλιές να τηρήσουµι κι να µάσουµι δ λειά για του σπίτ. Του σπίτ, αυτό π τηρούσαµι, του νιάηµιρου είχιν πουλύ κίνησ. Ιπειδής έρχουνταν πουλύς κόσµους απ τα χουριά, ήταν κι οι φαντάρ µι τ ς έξουδ, δεν έφταναν τα µόνιµα τα κουρίτσια κι έρχουνταν κι απ αλλού ινισχύσεις, κινούργις. Για τιαυτό πάειναµι κι µεις, να ιδούµι τ ς κινούργις. Τ ς παλιές τ ς ίξιράµι µι τα µ κρά τ ς τα ουνόµατα. Άλλις κάθουνταν µι τα πουδάρια σιαπάν, άλλις κάπνιζαν, άλλις σέβιναν στα δουµάτια αγγαζέ µι τ ς πιλάτις, άλλις έβγιναν, άλλις πιρπατούσαν µούγκι µι του κουµπινιζόν ή µι καµιά κουντή µπιτζιάµα κι καµόσις απιρνούσαν αγλήγουρα του διάδρουµου ντιπ γκόλιαβις. Αφού έτρουγάµι καµιά ώρα ικεί χαλβά µι τσ κα του χαρχάλ, έπιρνάµι τουν κατήφουρου για του νιάηµιρου. Χιρνούσαµι όπους είπα κι παραπάν απ τα πιγνίδια. Έρχουνταν απ λέτι οι τρανές οι κούνις, οι βάρκις µι τα σ κνιά π τα τραβούσις για να πάρ ς φόρα. Κι καλά όντας ανέβινις σιαπάν. Μα άντα έκαµνις σιακάτ ήταν σα να σι γαρδάλουναν µι στραβό σουγλί παρακάτ απ τουν ουφαλό. 45

47 Έρχουνταν κι ου Κουκουρίνους µι τ αλουγάκια τ για τ ς πουλύ µ κροί. Ύστιρας έρχουνταν η πουλύ η τρανή, η στρόγγυαλ η κούνια µι τ ς σιδιρέινις τ ς σέλις απ κρέµουνταν µι αλτσίδις κι καθώς τριουρνούσαν έν αλόυρα, σ κώνουνταν λουξά σιαπάν. Καµιάφρας έρχουνταν κι ου «γύρους του θανάτου». Τ ς παραπάν τ ς φουρές αυτόν τουν στούσαν ικεί πούχιν ου Μηνάς τ Καπρίν τα σφιριστήρια κι άντικρα απ τ Κλιάνθη του σπίτ κι ακουλτά µι τ γιατρού τ Μπλιούρα. Ουπίσου ήταν του παλιό του σπίτ µι τ ς προυσκόπ. Στ µέσ ικεί δεν ήταν καντίπουτα κτισµένου ιτότι. Στ γουνιά µούγγι είχιν του ραφείου τ ου Γκόρας ου µπαµπάς τ Χαρίσ. Ου «γύρους του θανάτου» ήταν ένα τρανό ξυλέινου βαρέλ κι στ µέσα τα µιρά ίφιρναν αλόυρα δυο µουτουσυκλέτις ντιπ πλαγιαστά. Τ ς βαστούσιν ικεί η φυγόκιντρους δύναµις όπους µας ίλιγιν ου Παντούλτ ς ου δάσκαλός µας. Μιάφρας έστ σαν ικεί κι µια τρανή σιδιρέινια σφαίρα, αντί για βαρέλ ξυλέινου, κι τριουρνούσαν οι µουτουσυκλέτις κι ντιπ ανάπουδα. Ερχουνταν ύστιρας τα «θέατρα» πόδουναν τ ς παραστάσεις: Η ασώµατους κιφαλή, του κόψιµου απ του κουρίτσ µι του πριόν (ιµείς τηρούσαµι τ ς γκουλιαρίδις), η ιπτάµιν η γυναίκα πούταν σκιπασµέν µ ένα σιντόν κι ν απιρνούσαν µέσα απόνα στιφάν για να δείξ ν ότι ήντιν στουν αέρα, ένας άλλους π απιρνούσιν φίδια στου λιµό τ, 46

48 άλλους ένας ψηλός π γένουνταν νάνους κι ένα σουρό άλλα τέτοια νούµιρα κι παραστάσεις. Αµπρουστά απ τ Λασσάν του σπίτ, στούσαν τ λουταρία. Η λουταρία ήταν ένα µπουρί κι µέσα απιρνούσαν χίλια ράµατα. Αυτός π πλούσιν τ ς λότ έπιρνιν του φράγκου κι σίλιγιν: Τράβα ένα σκ νί κι συ διάλιγις ένα κι του τραβούσις. Παραπίσου απ του µπουρί, ουπάν σι µιαν απλάδα, ήταν ένα κιαµέτ πράγµατα διµένα, του κάθι ένα µι ένα σκ νι. Μπουκάλια απού κουνιάκ, κούκλις, σφυρίχτρις, καραµούζις, γαργάρις, φουρκέτις, µουλύβια, τσικουλάτις µι του Μαυρουκουρδάτου κι τουν Υψηλάντ, (τουν Κασουµούλ τουν έµαθάµι ύστιρα µαναχοί µας όντας τράνιψάµι γιατί ν ιστουρία ν έγραφαν µούγκι για σιακάτ ), καραµέλις, σβηστήρια, πλάκις, κουντήλια κι ένα σουρό άλλα πράγµατα. Ανάλουγα µι του σκ νι π τραβούσις, σ κώνουνταν κι του πράγµα π σι τύχινιν. Ιγώ µια ζουή, αδουκιούµι, όλου φουρκέτις τραβούσα. Παρακάτ έβαναν του γούργουλα. Ου γούργουλας ήταν ένα ψηλό παφιλέινου κ τί, σαν τουν Λιφκό τουν Πύργου, πούχιν απού µέσα ακουλ µέν άλλ παφιλέοι. Στουλνούσις ισύ παράδις στα κ τιά που είχιν καταής ου µουσιαµάς, κι αυτός π τουν είχιν, έριχνιν ένα τρανό σαν «πάρτα όλα» απού ψηλά µέσα κι αυτό γκουργκιλούσιν κι έβγινιν απού µια τρύπα στουν πάτου. Αυτό του τρανό του «πάρτα όλα», ου γούργουλας, είχιν νούµιρα κι ου πόντους πόβανις 47

49 στου µουσιαµά µι τα νούµιρα τύχινιν του ίδιου µι του γούργουλα, αρίµαζις. Ιµείς µούγκι τηρούσαµι του γούργουλα, δεν έπιζάµι, γιατί είµασταν µ κροί κι δεν είχαµι παράδις θ κές µας. Ένα άλλου πιγνίδ π δεν αρίµαζις καντίπουτα ήταν του κανουνάκ π µιτρούσις τ δύναµ απ του µπράτσου σ. Έρχουνταν ακόµα κι σκουπιφτήρια µι αϊρουβόλα όπλα µι φούντις. Τρεις φούντις του τάληρου. Ήταν κι οι κρίκ µι τα µπουκάλια, τα καλάµια µι τ αγκίστρια για τα ψάρια κι ένα σουρό άλλις λουταρίις κι πιγνίδια. Παρακάτ άντικρα απ τ Μέντικα του σπίτ γένουνταν κι ζουουπάζαρου. Όχ τόσου τρανό όσου γένουνταν στου Γριβινό. Ιξόν απ τα ζώα για πούλ µα, έρχουνταν µαστιόρ για πιτάλουµα, τιχνίτις π πλούσαν σαµάρια κι χάµουρα στουλτζµένα µι µπρούντζα κι γαλάζιες χάντρις. Αδουκιούµι ακόµα π ανάµισα στα ζώα κι τ ς ανθρώπ άπλουνιν καµιάφρας ουπάν στου µουσιαµά τ τα ιργαλεία κάνας απ αφνούς τ ς Τζιµ τ ς Λόντ ή τ ς Κουταλιανοί. Αυτός απ λέτι ου αθλητής πρώτα πρώτα είχιν µια µακρά µπέρτα σαν του Ζουρό, όχ µαύρ µα γαλάζια κι άσπρ κι ουµιλούσιν όλου για ν Ιλλάδα. Έτσ ιµείς µι τ ς Πέρσις, έτσ µι τ ς Τούρκ, έτσ µι τ ς Ιταλοί, µούγκι πως βαραίνουµάσταν µια ζουή κι συναµιταξύ µας δεν ίλιγιν, γιατι ιτότι τα πράγµατα ήταν φρέσ κα κι δεν ουµιλούσιν καγκάνας στου τζιαντέ για τιαφνούς που έλειπαν. Τραβούσιν µι τα δόντια τ κάρα κι αυτουκίνητα, λυγούσιν µι τα 48

50 µπράτσα τ σίδιρα, λύνουνταν απ τ ς αλτσίδις π τουν έδιναν κι όλου φώναζιν: Ζήτου η Ελλάς! Ήταν κι κάτ άλλ απόρχουνταν στου νιάηµιρου κι στέκουνταν στ ς γουνίις µι ένα κ τί γιουµάτου µ κρά τυπουµένα χαρτάκια κι ένα πιριστέρ στουν ώµου, π άµα τ ς έδουνις ένα χιλιάρκου, ίλιγαν του πιριστέρ κι τραβούσιν µι του σουρούκι τ ένα χαρτί κι στο δουνιν. Αυτό έγραφιν ν τύχη σ. Όλις οι ζντρόµπλις απού λέτι, κι παραπάν αυτές πούταν τρανύτιαρις, όλου ικεί τριουρνούσαν για να µάθ ν ν τύχη τ ς. Άµα δεν τ ς άριζιν του ένα του χαρτί, πλιάρουναν κι έπιρναν κι δεύτιρου κι τρίτου, ως που να βρουν αυτο π τ ς ταίριαζιν. Μι τέτχοια κι µι άλλα σιγά σιγά νύχτουνιν κι όπους έφυβγιν ου κόσµους για τα χουριά τ ς, χιρνούσαν να βγαίν οι θ κοί µας στου νιάηµιρου. Έφυβγιν προυσουρινά η βόλτα απού ν πλατέα κι κατέβινιν στου Μισκιάθκου κι καµιάφρας καµόσ κι καµόσις ξιµουναχιασµέν έφταναν ως κι του Σταθµό. Σι καµόσις µιρές χιρνούσαν κι έπιζαν όργανα κι έβγαναν οι νταβέρνις κι τα καφινεία τραπέζια κι καρέκλες όξου για ν πιλατεία. Ικεί στουν κόσµου τριουρνούσαν ου Ρέτζιους µι τα µαντζιούνια τ, ου Χαρίης µι τα κοκ, ου Κυριάκους µι τα κεκ, ου Νιβισκιώτ ς µι τουν άσπρου του χαλβά κι τα καρύδια, ου Λέντζας µι τ ς γκαζόζις απ του «Ψυπακό» κι πολλοί άλλ. Είχαµι κι τουν νιαηµιργιώτ κου του χαλβά π τουν ίλιγαν κι σαπουνέ 49

51 ή Φαρσάλων κι τουν έφκιανιν κι τουν πλούσιν ου Νταβάντς κι καµόσ άλλ ξινουνµιρίτις που έρχουνταν απ σιακάτ κι τουν έφκιαναν ικεί αµπρουστά. Είχαν κάτ χαλκώµατα στρόγγυλα µι βαθύν πάτου κι µι µια ξυλέινια τρανή χλιάρα σαν κόπανο µ κρο, ανακάτουναν του νισιστέ, του λάδ κι τ ζάχαρ ουπάν στ φουτιά πάναβαν ούδι κει. Του τι χαλασµός γένουνταν ν ώρα πόφκιανάµι βόλτα στου νιάηµιρου, δε λέγιτι. Οι µ κροί φ σούσαν τ ς σφυρίχτρις, τα φτιρά µι του ιλατήριου κι τ ς καραµούζις. Τριουρνούσαν τ ς γαργάρις κι ικείνα τα µ κρά τα στρόγγυλα τα κ τιά πούταν διµένα σ ένα ξύλου πούχιν σ ν άκρα πίσσα κι ήταν διµένου του κ τι µι τρίχα απ άλουγου κι τσούρ ζιν. Άλλ έπιζαν τ ς παφιλέιν τ ς µπακακέοι, άλλ έσκουζαν για τα µ κρα π χάνουνταν κι έκλιγαν κι άλλ γιλούσαν. Αυτοί πούχαν σαργκιά µι πράγµατα τ ς έβγινιν ου γκ ρλιακας να πινούν αυτά π πλούσαν. Οι σκηνές µι τ ς φακίρ δις, οι τέντις µι τα θέατρα κι τ ς γκαραγκιόζ δις έσκουζαν κι αυτά κι καλνούσαν τουν κόσµου µι τα µιγάφουνα. Στα καφινεία έπιζαν τα όργανα κι τραγδούσαν οι ντιζέζ µι του ένα του πουδάρ ουπάν στ άλλου για να φαίνιτι ουλίγου κι του βρακί τ ς. Γένουνταν χαµός. Σ κώνουνταν κι κουρνιαχτός απ τουν κόσµου π πάεινιν σιαπάν σιακάτ, καπνός απ τ ς ψησταριές, σάµαλι, γκαζόζις, τ ς µπάµπους του µαλλί, λιµουνάδις κι βυσσινάδις απού κείνου του µπρούντζινου π τούχιν σην πλάτη τ 50

52 αυτός π τ ς πλούσιν, µπύρις, ρακιά, κρασιά. Κι ιµείς ικεί. Μια σιαπάν, µια σιακάτ ως που µας πουνούσαν τα πουδάρια. Γλέπ τι βόλτα ήταν αυτή. Όλου κι τα τράκιρνάµι καµιά γειτόντσα, καµιά αξαδέρφ, καµιά συµµαθήτρια. Κάνα καλησπέρα Καίτη, κάνα χαίριτι Αλίκη, τι φκιάντ ς Βάσου; γεια σου Λέν, καλησπέρα Καλιόπ κι τέτοια. Κι τα πηλήκια πηλήκια. Έτσ κι αντάµουνάµι τουν Ιβαγγιλίδι ή του Σταυρόπουλου, τακ του πηλήκιου βγάλτσιµου. Μια χρουνιά αδουκιούµι ου Χρυσουχόους µας είχιν πει να χιριτούµι στρατιουτικά. Ντιπ για ντιπ ξίκα πράγµατα δηλαδής. Καθώς απιρνούσιν η ώρα, αραίουνιν ου κόσµους. Μας έπιρνιν ου µπαµπάς µ κι του λαΐν µι ν κουκόνα στου σουρούκ, έπιρνάµι κι µια στάµνα, άµα µας χράζουνταν, κι κινούσαµι για του σπίτ ψόφ χ σην κούρασ µα καταϊφχαριστηµέν. Στου δρόµου π γυρνούσαµι όλου κι αντάµουνάµι κι µιτζµέν. Άλλ γκιλιούνταν καταής στα γκαλντιρίµια, άλλ ουµιλούσαν στα τηλιγραφόξυλα. Φ σούσιν κι αέρας κι σιούκουνιν σκόνις κι λαδόχαρτα. Στ γειτουνιά µας, στ Χλιαρά του µπακάλ κου π γένουνταν κι νταβέρνα, ικεί πούταν παλιά τ Χαλιούρα του σπίτ µι τ αχούρια, έπιζαν κόµα τα όργανα ως κι τα µισάνυχτα. Έτσ σιγά σιγά σώνουνταν κι ου νιάηµιρους κι έπιρνάµι κι µεις τουν απόθαρρό µας για ν άλλ τ γιουρτή π τανάρχουνταν. 51

53 Έτσ απιρνούσιν ου κιρός ιτότις. Γιουµάτους. Όλου µι κινούργια πράγµατα, όλου µι κινούργις απαντουχές κι ας ήταν κάθι χρόνουν όλου τα ίδια. Για τι µας όλα ήταν κινούργια γιατί έτσ τάγλιπάµι. εν είχαµι καντίπουτας κι όλα τα καρτιρούσαµι. Τώρα τα πεις: Έτσ είνι ρα τα νιάτα Κι έτσ πρέπ νάνι. Τώρα όλου του χρόνου έχουµι απ όλα. εν καρτιρούµι καντίπουτα. εν έχουµι γιουρτές. εν πααίνουµι σ ν ικκλισιά κι στα πανηύρια. Έχουµι τα γουηκέντ. Ταχτικά, πυκνά κι σίγουρα. Αµά αυτό π δεν έχουµι τώρα κι χάθ κιν, είνι η απαντουχή. Μούγκι καµόσ καρτιρούν ακόµα να ρθουν αυτά π αργούσαν ιτότι κι ας ξέρ ν πως καµόσα απ τιαυτά π καρτιρούν δεν τα ρθουν κανγκαµιάφρας. Μπουρεί αυτά νάταν κι τα καλύτιρα γιατί κι µεις αυτά δεν τάειδαµι κι κόµα τα καρτιρούµι δίχους να του µουλουγούµι. Ποιος ξέρ ; Καµόσ π δεν καρτιρούν καντίπουτας µπουρεί νάνι κι καλύτιρα π τιµάς. Ου κιρός τα του δείξ.. Σεπτέµβριος

54 Κοζάνη 1955, Κινηµατοθέατρον ΟΛΥΜΠΙΟΝ. Εργο: «Άχ Ψαροπούλα». Σκηνοθεσία: Ελένη Μουµουζιά. Σκηνικά: Χρήστος Κατσάνος. Κοστούµια: Αννίκα Τιτέλη. Πρωταγωνιστούσαν: Ψαροπούλα η Καίτη Γκλούµπου, Ψαράς ο Γιάννης Βανίδης. (Ότ µι ότ δηλαδής ) ΤΟΥ ΡΑ ΙΟΥ Μέσ στου θιρινό του σινιµά τουν «Κένταυρου» κι διξά όπους ίγλιπάµι του πανί, ήταν ου ραδιουφουνικός σταθµός απ του Σώµα απ του στρατό. Σέβινις σην πόρτα κι ανέβινις µια σκάλα ζιρβά κι σ έβαναν σ ένα γκαβό νουντά χουρίς 53

55 παραθύρια, του στούντιου. Απ καταής ως του νταβάν αλόυρα, ου τοίχους ήταν καρφουµένους µι κάτ ξυλέινις πέλις π τσάκουναν κατ λινάτσις παραγιουµζµένις µι άχυρου, σαν αγκαστρουµένις. Στ µέσ, ουπάν σι µια σιδιρέινια βέργα ήταν του µικρόφουνου. Μας αράδιαζιν η κυρα Λέν η Μουµουζιάινα η δασκάλα µας αλόυρα, τ χουρουδία απ του Πέµπτου του Σκουλειό, κι όντας ένας φαντάρους πίσ απόνα τζιάµ σιούκουνιν του χέρι τ κι άναβιν µια κόκκιαν λάµπα, χιρνούσαµι να τραγδούµι: «ο γέρο ήµος πέθανε, ο γέρο ήµος πάει», «σαν τέτοια ώρα στο βουνό ο Παύλος πληγωµένος», «όλη δόξα όλη χάρη», «την είδα την ξανθούλα, την είδα χθες αργά» κι άλλα τέτοια ιθνικουθρησκευτικουηθικουπλαστικά. Στου σταθµό αδουκιούµι ήταν ικφουνιτής ου Τζώνους τ Παντιλή τ τυπουγράφ ου γιος, π τάφκιασιν µι ν αδιρφή τ ς Χρυσούλας κ ύστιρας παντρέφκαν. Στου σταθµό ιτότι πάεινιν πουλύς κόσµους. Άλλ έβγαναν λόγουν, άλλ τραγδούσαν, άλλ έπιζαν όργανα, άλλ θέατρου, άλλ έψιλναν. Ου σταθµός, παραπάν έπιζιν πλάκις µι λουιούν του λουιού τραγούδια. Κι όποιους είχιν ρεύµα στου σπίτι τ, είχιν κι ράδιου, άκουγιν όχ µούγκι του σταθµό µα κι απού µακρύτιρα ένα κιαµέτ άλλ σταθµοί. Μέσα κι όξου απ ν Ιλλάδα. Αυτά γένουνταν ιτότι κατά του 52 κι ύστιρα. Τρανή δ λειά ιτότι του ράδιου. Τουν είχα ψουφίσ 54

56 του Μπήτια να µας πάρ κι µας ένα. Τι; ου γιος τ τραγδούσιν στου σταθµό κι να µην έχ σπίτ ένα ράδιου να τουν ακούει; Κάπουτις κι άλλου γίνγκιν κι αυτό. Ένα Σαββάτου, πριν µας βάλ η Στιργιανή σην κουπάνα για λούσιµου, ίφιριν ου Μπήτιας ένα κ τί πόγραφιν απ όξου WEGA. Τ άνξαµι κι έβγαλάµι απού µέσα του ράδιου αντάµα κι ένα κουλουρισµένου σύρµα ν κιραία. Μαζώθκαν κι απ τ γειτουνιά καµόσ κι τόβαλάµι στ µπρίζα. Άµα ζιστάθκιν χίρσιν του βιράνκου να βιρβιρίζ σαν γρούν π του σφάζ ν. Είχιν κι κύµατα. Μισαία, µακρά κι βραχέα. Γύρν απ τιδώ, γύρν απ τικεί τα κουµπιά τσάκουσάµι στουν πάτου στα βραχέα στου 41 ν Κόζιαν. Άµα απέρασαν οι πρώτις οι δύσκουλις οι µέρις, ου µπαµπάκας µ πήριν δυο σιδιρουγουνιές απ του Ματάνα, τ ς κάρφουσιν ψηλά στουν τοίχου κι τόβαλιν ικεί ουπάν κουντά στ µπρίζα. Η µάνα µ έπλιξιν µι του τσιγκιλάκ ένα πιτσιτάκ όλου µπιντιµούλια κι του σκέπασιν απού πάν να µην τσακών σκόν. Άµα σας του πω τώρα δεν τα του π στέψτι: Κόµα κι σήµιρας παίζ ικείνου του ράδιου Μι τουν κιρό τόµαθα απ όξου κι ανακατουτά. Ακουγάµι µουσικές, άκουγάµι θέατρου, άκουγάµι τ ς Σαλουνίκ, ν Αθήνα, τα Τίρανα, τ Φουνή τ ς Αµιρικής, τ Μόσχα, του ΜπιΜπιΣί, κι ένα σουρό άλλ σταθµοί. Παραπάν απ όλα αδουκιούµι µι άριζιν ν ακούου τα συγκρουτήµατα τ ς Λατινικής 55

57 Αµιρικής. Λουίς Αλβέρτο ντελ Παρανά, Λος Τρες Παραγουάιος, Λος Ίντιος Ταµπαχάρας κι άλλα. Είχαµι κι σην Κόζιαν δυο ντόπια συγκρουτήµατα µι κιθάρις πόπιζαν κι αυτά στου Σταθµό. Τ «Χαρούµιν Συντρουφιά» πόπιζιν ου αξάδιρφους µ ου Κώστας ου Ντάλλας αντάµα µι τουν Λόλη τουν Κουζιάκ κι τουν Κώστα του Λιόγα του Ντρουµάκα κι έπιζαν παραπάν ιλλινικά, κι του «Τρίο Σισόλντο» µι του Στράτου τουν Ηλιαδέλ του Γιώργου του Γκούντα κι τουν Κούλη του Σιαλβέρα πόπιζαν παραπάν Λατινικής Αµιρικής. Κάθουµαν τιντουµένους στου ντιβάν τα µισ µέρια µι τ ς ώρις κι άκουγα κι άκουγα κι σουµόν δεν είχα. Ιτότι ρα, σαν αλλιώς ν ακούουνταν σάµατις. Σήµιρα λες κι έχασαν ικείνου του µυστήριου του πράγµα. Κι όχ µούγκι αυτά µα κι πουλλά άλλα. Ανοίγου του ράδιου κι δεν µπουρώ ν ακούσου ντιπ. Χίλ σταθµοί ου ένας ουπάν στουν άλλουν κι όλ αντάµα να θέλ ν να σι τρυπήσ ν του µπυαλό µι τ βουή. εν ουµιλούν όπους ιτότι. Όλου ντούπου ντούπου κι διαφηµίσεις. Κι καλά αυτό, δεν σι αρέζ του σφαλνάς του βιράνκου. Μι ν τηλιόρασ τι γένιτι; Έτσ κι ανοίξ, σαν τ ς µπούφ κάθουµέστι αλόυρα κι ανοίγουµι στόµα κι µάτια κι ας µην καταλαβαίνουµι τ ς παραπάν τ ς φουρές καντίπουτας. Γλέπου τ θυγατέρα µ πούνι σ ν ηλικία πούµαν ιγώ ιτότι πάκουγα σ ν αρχή ράδιου κι σ κώνουνταν οι τρίχις µ απ του τσιουτσιούργιασµα π µ ίφιρνιν η µουσική κι 56

58 ου λόγους κι τ άλλα πούπαµι. Τ γλέπου τιντουµέν στουν καναπέ, µι του κουµάντιρ στου χέρ ν αλλάζ κανάλια σην τηλιόρασ κι ν αραδάει πιο να σκούζ παραπάν για να κνιέτι κι αυτήν αντάµα µι του σκούξιµου. Κι νε τσιουτσιούρια νε καντίπουτας. εν ξέρου ρα Όσου τρανέβου τόσου παραπάν σιουρδίζου µι φαίνιτι εν απιρνάει µέρα π να µην αδουκ θώ πώς ήταν τα πράγµατα ιτότι κι πώς γίγκαν σήµιρας. Κι του χειρότιρου είνι απ δεν είµι ντιπ σίγουρους άµα ιτότι ήταν καλύτιρα ή τώρα. Ιτότι είχαµι ένα ράδιου, έτρουγάµι ντουρµαλίκ κι στιγνές τηγαντζµένις ντουµάτσις, ίπινάµι νιρό απ ν Αρµακιά, του χειµώνα είχαµι χιουνίστρις, του καλουκαίρ γκουργκιλιούµασταν στ ς θυµουνιές απ τ άχυρα στ αλώνια, πάινάµι τ ς Κυργιακές στουν Αϊκουσταντίνου ικκλησιασµόν κι ύστιρας κατηχητικό, κι άµα έφκιανάµι καµιά µουζαβιργιά τ ς έτρουγάµι απ του δάσκαλου µι τ βέργα. Σήµιρας τα πράγµατα είνι κι µπόλ κα, γίγκαν κι µπόλ κα. Τα πιδιά µας έχ ν γιουµάτα ψυγεία πού ιµείς να βρούµι στου φανάρ κάνα πιρίσιου κουµάτ χαλβάν- έχ ν ράδιου, πικάπ, µαγνητόφουνου, τηλιόρασ, βίντιου, κουµπιούτιρ, πουδήλατα, - που ιµείς θ κά µας πουδήλατα, ιφτάµ σ λιφτά ένα πινηντάλιπτου τα νοίκιαζάµι απ του Χαρίσ ή του Σιάτρα κι που να τ ς ακουµπήσ δάσκαλους έτσ κι κάµ ν καµιά στραβουµάρα, του µπιλιά τ τα βρει ου άνθρουπους. Απ ν άλλ τ µιρά δεν είχαµι νέφους, ιργουστάσια 57

59 κι καύσουνα, δεν είχαµι αυτουκίνητα, δεν είχαµι διακουπές, - µούγκι κατασκήνουσ πάεινάµι δικαπέντι µέρις κι ύστιρα δούλιβάµι ως που ν ανοίξ ν τα σκουλειά δεν είχαµι χάµπουργκερς, δεν είχαµι χάπια, νε σύριγγις. Σήµιρας όλ έχ ν κι έχουµι απ όλα. Κάτ δεν πααίν καλά ρα όµους Κάτ δεν πααίν καλά Κι του κακό είνι απ τα γλέπουµι όλα, τα καταλαβαίνουµι όλα τι ντιπ ζουρλοί είµιστι; - µα δεν του δείχνουµι. Γλέπουµι π αντί να µας ακούν, µας κουρουιδεύ ν. Γλέπουµι π µας ικµιταλλεύουντι αντί να µας φκιάσ ν συνιταίρ. Κι αντί να βαρέσουµι του πουδάρ καταής κι να πούµι: Φτάν αρά οι κουρουιδίις, ως ιδώ ήταν! συµπούµι κι απού πάν τ φουτιά π τα µας κάψ όλνους. Κι στέκουµέστι σαν τα κότσαλα κι δεν κνιούµιστι ντιπ, µην τάχατ κι χαλάσ η ζαχαρέινια µας. Κι απού µέσα µας γαρδαλών αυτός πούχαµι µέσα µας στα νιάτα µας κι πάεινάµι αντάµα στα συλλαλητήρια, στ ς ουµάδις κι στ ς παρέις κι όλου µας ρουτάει: Ως πότι ρα τα γκουργκιλάς; Κι ταχιά τ χαραή πάλι ξανάς τα ίδια κι µιθαύρου χειρότιρα. Καµιάφρας απουµένου µαναχός µ στου διαµέρισµα. Η κυρά στου παζάρ, η θυγατέρα στου µπαλέτου, ου γιος στου κουλυµπητήριου. Σφαλνώ τ ς τζιαµόπουρτις, κατιβάζου τα παντζιούρια, χάνιτι η βουή, γένιτι ησυχία κι βάνου στου πικάπ ν Τσίτρα να κιλαϊδάει: «Όσα βουνά κι αν πέρασα, όλα τα παραγγέλνου: Βουνά µ να µη χιουνίσιτι, κάµποι µην 58

60 παχνιαστίτι, ως που να πάου κι να ρθω». Κι ανιβαίν ένας κόµπους στου λιµό κι νουτίζ ν ψίχα κι τα τσίνουρα. Κι όλου ρουτιούµι µαναχός µ : Λέτι ρα να φαλήρ σαµι; Λέτι ρα να µην γένιτι αλλιώς; Λέτι ρα να χόντρινιν τόσου του πιτσί µας; Ή άµα βρούµι λέτι ν ιφκιρία να ν τσακώσουµι απ τα µαλλιά κι ν αλλάξουµι τα πράγµατα κατά τουν πόθου µας; Μ σά παλιά, µ σά κινούργια µα όλα καλά;.. Κι όλ αυτά τα πιδιά µι τα παρδαλά τα ρούχα, τα πιδιά µας, λέτι ρα να καταλάβ ν τα πράγµατα καλύτιρ απ τιµάς; Λέτι να κινήσ ν αυτά αµπρουστά κι µεις να τ ακλουθούµι απού πίσου; Μακάρ να γέν έτσια εκέµβριος

61 Κοζάνη, Αποκριές 1962, από αριστερά: Τάκης Τζήµος, Τάκης Πάπιστας, Χαριλάκης Τσαΐρης, Καλλιόπη Τσίρου, Γιάννης Βανίδης, Βάσω και Θανάσης Ευαγγελόπουλος, Τέλης Πάλλας. ΑΠΟΥΚΡΕΣ 92 ( 52) Ξικίντσαµι για σιαπάν απ ν Παρασκιυή. Ου κιρος φαίνουνταν καλός κι όπους ανέβινάµι ν Καστανιά έβαλα στου µαγνητόφουνου µια παλιά κασέτα µι τ Σκύλα απ τ Σιάτσ τα, µι του έντικα πρώτου πρώτου, για να φκιάσου λίγου ατµόσφιρα, µην πααίν τα µ κρά του βράδ σην πλατέα κι στ βόλτα κι δεν ξέρ ν τι τα γένιτι, έτσ πούνι µαθ µένα µι τουν 60

62 Μπράιαν Άνταµς κι τ ς άλλ τ ς µιλέζ κ µι τα ντούπου ντούπου. Κυριακή χαραή χαραή, αντάµα µι του Χαριλάκ τ ς Τζάρινας κι του Νίκου τ ς Αθηναίας, πχιαλούσαµι να προυλάβουµι τ ς σκουπιδιάρδις προυτού σ κώσ ν κι πουλιµήσ ν τα φιλουρίδια πόβγαναν τα γκαρσόνια απ του υπόγειου τ Ταρτάρα. Ικεί κάθι χρόνου γένουνταν οι παραπάν οι χουροί κι πουλιµούσαν τα παραπάν τα φιλουρίδια κι του κουφιτί. Έπιζαν ικει ου Νίκους ου Τζίντζιλης αντάµα µι του Ζιάκα, τουν Τούλη, του Ντόνα κι τ ν Παναγιώτα τ ν αδιρφή τ. Σι άλλα κέντρα, στ Παπαγιώρ του καφινείου στου ουπαν του πάτουµα, στου Ιρµιόνιου, στου Ουλύµπιου, στου χειµουνιάτ κου τ Καραδήµ κι µι φαίνιτι κι στου Τιτάνια, γένουνταν κι άλλ χουροί. Ιµεις όµους πάινάµι κι µάζουνάµι τα φιλουρίδια απ του υπόγειου τ Ταρτάρα. Τα ρούκουνάµι σ ένα τσιουβάλ κι γυρνούσαµι αγλήγουρα στ γειτουνιά µας, αµπρουστά απ τ Τάσιου τ Πατιά του φούρνου, ανάµισα Γιτιά, Κατσ κάθκα, Τζαµάρα κι Μπουντανάθ κα. Ικει µας καρτιρούσαν οι τρανύτιαρ : Ου Ντιόντιους ου Πατιάς, ου Γιάγκους, ου Βαγγέλτ ς κι ου Νίνους τ ς Τζιτζίκους, ου Μάκης ου Μαντρέλας, ου Γιώργους κι ου Κώστας τ Μπέντα, ου Θανάης κι ου Τάκης τ Γκάτζιαρ κι καµόσ 61

63 Κοζάνη, Τα κορίτσια της γειτονιάς µας (και τρία παιδιά). Από αριστερά επάνω: Μαρίτσα Πατιά, Φωφώ Μέντικα, Αγγελική Χατζηγεωργίου, Φούλα Τσιαΐρη, Ερµιόνη Πατιά, Ελένη Γκουλιάρα, Κική Πατιά, Κατίνα Μέντικα, Ελένη Χατζηγεωργίου, Τασούλα Μπέντα. εύτερη σειρά: Μαργαρίτα Πατιά, Καίτη Μανδρέλα, Κική Βούρκα, (δύο άγνωστα κορίτσια). Κάτω σειρά: Καλλιόπη Τσίρου, Ελένη Γκάτζιαρη, Νίκος Χατζηγεωργίου, πίσω του η Καίτη Πατιά, Καίτη Βούρκα, άγνωστο παιδάκι, αυίδ Τσίρος και πίσω του άγνωστο κορίτσάκι. άλλ. Αυτοί, αντάµα µι τα κουρίτσια τ ς γειτουνιάς µας, χιρνούσαν να φκιάν τσ ς φούντις µι τα φιλουρίδια. Ως του µισ µέρ όλ η γειτουνιά ήταν στουλτζ µέν. Απου τηλιγραφόξυλου σι τηλιγραφόξυλου κι απ αστρέχα σι αστρέχα κρέµουνταν όλου χρώµατα οι φούντις µι τα φιλουρίδια κι τα χαρτέινια τα φανάρια π τ άφκιανάµι µι κόλις απ τα παµπόρια για να δείχν πουλλά χρώµατα κι αυτά. Όπους στουλνούσαµι, δυο τρεις 62

64 έβγαναν σ αφνους π απιρνούσαν ύστιρα π απουλνούσιν η ικκλησιά, δίσκουν κι µάζουναν παράδις για ν αγουράσουµι του δαδί απ του Μπάµπου για του φανό π τ άναβάµι όντας τα νύχτουνιν. Οι ίδιοι, όντας ήγλιπαν πως δεν τα φτάσ ν οι παράδις για του δαδί, τριουρνούσαν κι στα σπίτια τ ς γειτουνιάς κι συµπλήρουναν τ ς παράδις. Ου Γιώρ ς ου Γκάτζιαρ ς µας έδουνιν κρασί, οι Πατιάινις έφκιαναν κιχιά κι καµόσις άλλις γυναίκις τηγάντζαν κιφτέδις γιατί του βράδ τ απιρνούσιν ου ήµαρχους µι τ ς άλλ τ ς ιπίσηµ απ του φανό κι έπριπιν να τ ς κιράσουµι κατ (του τί χλαπάκουναν δεν λέγιτι ). Όντας σώνουνταν του στόλτζ µα κι αγόραζάµι κι του δαδί, πάεινάµι σπίτια µας, λούζουµάσταν κι κατά τ απόγιµα χιρνούσαµι µι του µ κρό τουν αδιρφό µ τ ς ιπισκέψεις στ ς τρανύτιαρ για να µας σχουρέσ ν. Σ ν αρχή πάινάµι στ γιαγιά µ τ Φρουσύν κι στουν πάππου µ του Βαγγέλ του Ντούβανου. Η γιαγιά µ κάθουνταν µι του θειό µ του Ντιόντιου κι ου πάππους µ µι του θειό µ του Γιώρ σ Τσκ ρκα. Κουντά ήταν η θειά µ η Μαργούλα, η Αριτή παραπάν, ύστιρα κατέβινάµι στ θειά µ τ Λέν ύστιρα στ Ζιώλια κι στουν πάτου στ Βασιλ κούλα στ Αλουνάκια. Τ ς φλούσαµι τα χέρια όλνους κι όλις, µας έδιναν κι απου κάνα πιντούλ κι µας κιρνούσαν του γλυκό: ή µπακλαβα ή γκανταϊφ ή χασλαµα ή σαραϊλί. Ως που να νυχτώσ κι να 63

65 σώσουµι τ ς ιπισκέψεις έτρουγάµι ίσια µι δικουχτώ γλυκά, χώρια αυτά π µας έβαναν στου χαρτί για του σπίτ. Κατά τ ς ιννιά γυρνούσαµι σπίτ φλούσαµι κι τα χέρια απ τ ς γουνίδις µας κι ου µπάκας µ µας έφκιανιν τ χάσκα. Έβανιν ένα ράµα στουν κλώστ κι κριµνούσιν ένα κουµάτ χαλβά απ του Νταβάν κι του τριουρνούσιν απού στόµα σι στόµα ως που ένας να του χλαπακώσ κι να σουθεί η δ λεια. Σώνουνταν κι αυτό κι είµασταν όλ έτοιµ να βγούµι στου φανό µας. Στ µέσ, ικεί π αντάµουνιν ου δρόµους π πάεινιν στου ισπουτ κό µι του δρόµου π κατέβινιν στ Αστυνουµία, ήταν στηµέν µια ψηλή πυρουστιά απού ασβιστόπιτρις όπ έκιγιν του δαδί. Πρώτους κι καλύτιαρους στου χουρό, στα παλια τα τραγούδια τα ξίκα κι στα κασµέρια ήταν ου Χρήστους ου Τσιάρας που όλου ντύνουνταν κι µπάµπου. Αντάµα µ τιαυτόν µαζόνουνταν αλόυρα απ του φανό κι χόριυαν κι τραγδούσαν όλ οι τρανοί τ ς γειτουνιάς µας. Ου Τάσιους ου Πατιάς, ου Χαλιούρας, ου ηµουδιάς, ου Γκουλιάρας, ου Κικής, ου Μαντρέλας, ου Νιάκους ου Βούρκας, οι Τιαλέοι, ου Τζάρας, ου Τσίρους, ου Μέντικας, ου Σιαλβέρας, ου Τόλιους, ου Μιλόιζ ς, οι Κουκαλιάρδις, οι Σίρπ δις, κι ένα σουρό άλλ. Απέρασαν απ τα ιτότι ίσια µι καµιά σαρανταρά χρόνια, ποιόν να προυτουαδουκ θείς; Τα ξίκα τα τραγούδια τα παλιά έδιναν κι έπιρναν, οι γυναίκις γκαργκαλιούνταν, οι 64

66 τρανοί σύναζαν, ιµείς οι µ κροί ακλουθούσαµι του χουρο κάµνουντας πως δεν καταλαβαίνουµι τι ίλιγαν κι γένουνταν ένα γλέντ κι ένα πανηίρ π µουλουγµόν δεν είχιν. Έρχουνταν κι ου ήµαρχους στου πάτου κι ου Χρήστους έλιγιν του Παπά του Ραγκαβέλα κι τηριούνταν συναµιταξύ τ ς οι κυρές πούταν αντάµα σην παρέα γιατί δεν καταλάβιναν τάχατ πώς νάταν αυτήν µι τα δυο κιφάλια που απόµνιν στουν πάτου. Ου χουρός όλου κι κλώθουνταν, η ώρα κόντιυιν µισάνυχτα κι ιτότι που άναβιν του γλέντ για τα καλά ήταν π µας µάζουναν ιµάς τ ς µ κροί κι µας έβαναν να κοιµ θούµι γιατι νύσταζάµι κι δεν χράζουνταν κιόλαντς να τ ακούσουµι όλα µι ν πρώτ. Τ ν Καθαρουδιυτέρα πάλι σκώνουµάσταν χαραή κι έβγανάµι µι τουν αδιρφό µ στου νουβουρό τα παµπόρια. Τάχαµι έτοιµα απού µια βδοµάδα κι παραπάν. Πάινάµι στουν Τσιµπέρ ή σην Κατιρνούλα τ Μαργαρίτ κι αγόραζάµι πρώτα τ ς κόλις για τα παµπόρια. Ύστιρα χράζουνταν να βρούµι καλάµια για τ ς πέλις κι σπάγγου για τα ζ για. Τα καλάµια τάκλιβάµι απ τ αχούρια τ ς γειτουνιάς π τα σκέπαζαν µι ψάθις κι λάσπ κι απουπάν έρ χναν παφιλέοι ή πισόχαρτα. Ήταν δύσκουλ δ λειά γιατί, ώσπου να τραβήξ ς κι να ξιακουλήισ ς τα καλάµια απ τ ς σκιπές, σ έπιρναν χαµπάρ οι νυκουκυρέοι κι άµα σι τσάκουναν δεν πρόφτινις να τ ς µιτράς. Ύστιρα πάεινάµι στου Ματιάκ κι αγόραζάµι µιταρόνηµα κι του 65

67 απιρνούσαµι σι κάτ τρανοί µακαράδις για να µπουρούµι νάχουµι πουλύ ράµα συνέχεια για ν απουλνούµι του παµπόρ πουλύ ψηλά. Όντας µάζουνάµι όλα τα υλικά, χάλιβάµι απ τ µάκα µ να µας φκιάσ αλιυρόκουλα κι χιρνούσαµι του φκιάσιµου. ιάλιγάµι ένα ίσιου µέρους στου νουβουρό παπχάτ π τ γκουρτσιά, έκουβάµι τ ς κόλις κι τα καλάµια, τάδινάµι στ µέσ κι αλόυρα µι σπάγγου κι ακουλνούσαµι τ ς κόλις ουπάν στου σπάγγου µι τ ν αλιυρόκουλα. Ύστιρα σταύρουνάµι τα ζ γιά. Πρώτα τα πουπάν τα τρία, κι ύστιρα τα δυο στ ν ουρά. Έφκιανάµι µι ότ πιρίσιυιν απ τ ς κόλις φούντις για τ ν ουρά κι κριµνούσαµι ανάλουγα µι του παµπόρ κι φιλουρίδια πίσου απ τ ν ουρά. Τοίµαζάµι νάχουµι έτοιµα κι κάνa δυο σκ λαρίκια για να τα βάλουµι άµα βάιζιν του παµπόρ. Ιµείς πιτούσαµι τα παµπόρια µας κι τ ς ψαλίθρις µας πίσου στ Τιόλ τουν αβλαγά κι όντας τράνιψάµι λίγου πάινάµι στουν Αϊθανάσ. Του τι γένουνταν ικεί δύσκουλεύουµι να του πω. Μούγκι απ τη γειτουνιά µας πιτούσαµι παραπάν απου είκοσ παµπόρια, χουρις να λουγαριάσουµι τ ς ψαλίθρις π πιτούσαν οι µ κρότιαρ. Φουρές ανακατώνουνταν τα ράµατα κι αρχινούσαν τα παµπόρια να φκιάν κουλουτύµπις ώσπου έπιφταν καταής. Απουλνούσαµι κι χαµπάρια. Καµιάφρας κόβουνταν οι σπάγγ κι οι µ κροί χιρνούσαν να κυνηγούν τα παµπόρια πόπιφταν κι καµιάφρας πέφτουντας, έφταναν ως κι του Σιώπουτου 66

68 ή τουν Αϊλια καθώς φ σούσιν απ σιακάτ. Άµα σήκουνάµι τα παµπόρια, νε φαϊ σκέφτουµάσταν, νε στουν Αϊδηµήτρ τ απόγιµα πάινάµι για ν ακούσουµι ποιός πήριν τα βραβεία κι να ιδούµι να χουρέβ ν ου Τζήκας ου Καραχάλιους µι του φράκου κι του ιβγιλι, ου θειός µ ου Μήτσιους ου Μάραντους (θος σ χουρέστουν), ου Πλιξίδας κι άλλ. Καµόσις χρουνιές πούχιν καλόν αέρα απ του Σαραντάπουρου, κάθουµάσταν ως που να νυχτώσ. Έφκιανάµι µι κόλις φανάρια, έβανάµι µ κρά κιριά µέσα κι τ απουλνούσαµι ουπάν στα ράµατα. Καθως ήταν αλαφρά, ου αέρας όπους φ σούσιν τάπιρνιν κατά τουν ψύλου, όπους τα χαµπάρια. Όντας νύχτουνιν για τα καλά, χάνουνταν τα παµπόρια κι ίγλιπάµι µούγκι τα φανάρια να καίν κι να κρέµουντι απ του κάµπουθινα στουν αέρα. Καµιάφρας, άρπαζιν φουτιά κάνα φανάρ καθώς σώνονταν του κιρί τ κι αντάµα καίουνταν κι του παµπόρ. Ήταν σαν ν άπιφταν τ άστρα κι να χάνουντι µέσ τ µαυρίλα πριν ακουµπίσ ν καταής. Μακρά φαίνουνταν η Κόζιαν µι τα λίγα τα φώτα τ ς κι µι τα ιτζιάκια τ ς κι τα µπουριά να καπνίζ ν Μούσουν απέρασάµι του φόρου κι σέβκαµι σην Κόζιαν, γιόµ σιν του µάτι µ απού πλαστικές χρουµατιστές σηµαίις. Αδουκήθκα για λίγου τ ς ικλουγές. Μπα, λέου, τα τ ς αστόησαν απού 67

69 ιπρουπέρ σ, µα αδουκήθκα πάλι πως ήρθα ξανά τα Χρ στούινα να ιδώ τ µάνα µ κι του µπαµπά µ κι δεν ήταν κριµασµένις ικεί. Γλέπουντας καλύτιρα είδα πως είχαν ουπάν τυπουµένις µάσκις. Όϊ λέου, ου ήµαρχους τα τ ς κρέµασιν. Ετσ κι ήταν. Όλ η Κόζιαν κουλυµπούσιν στου πλαστικό. Σι κάτ µιρές είχιν κι καρνάβαλ. Κι αυτοί πλαστικοί. Μα δεν ήταν σαν τ ικείν πόφκιανιν ου Σαµ! Τέσσιαρ ς µέρις σην Κόζιαν είδα πουλλοί παλιοί. Γλέντσαµι κι ρίθκαµι µι του παραπάν. Γλέντσαµι; Τέλους πάντουν. Είπαµι για τα παλιά, είπαµι για τα σηµιρ νά. Κι σι αυτό µούγκι που συµφώντσαµι ήταν πως κάθι πέρσ ήταν κι καλύτιρα. Κι έλιγάµι ου ένας τουν άλλουν: Πώς άσπρισις ρα! Πώς χόντρινις ρα! Κι τέτοια όλου. Σαν έσουσάµι τ ς απαράτσα κι χίρσα να πιρπατώ µαναχός µ στα σουκάκια. Μα φανό µι φιλουρίδια κι καθαρουδιυτέρα µι παµπόρια µι σκλαρίκια κι φανάρια δεν είδα ξανά κι αυτά πούιδα έγραφαν όλου ΠΑΟΚ, ΑΡΗΣ, ΠΑΣΟΚ, κι τέτοια κι όλα ήταν έτοιµα απού βιουτιχνίις. Χόρτασιν ου κόσµους φαίνιτι απου παράδις µα έχασιν τουν κιρό τ. Για τιαυτό όλα τ αγουράζ έτοιµα σήµιρας. Τα παµπόρια, του κρασί, τα κιχιά, τ ς κιφτέδις, του γλέντ, τ ς παρέις. Θαρώ κι τ ς Απουκρές Μάρτιος

70 Φωτ. Ι..ΒΑΝΙ Η: ηµ. (Μπήτιας) Ι. Βανίδης,

71 ΗΜ.(ΜΠΗΤΙΑΣ) Ι. ΒΑΝΙ ΗΣ ΕΝΑΣ ΓΝΗΣΙΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ Για τους απλούς στο πνεύµα και την καρδιά τουλάχιστον γι αυτούς έχουµε χρέος να µιλούµε µε λόγια απλά. Το λέω αυτό γιατί σκέφτοµαι µε πόση απορία θα µε κοίταζε ο κυρ Μπήτιας Βανίδης αν, µιλώντας για τις ζωγραφιές του, αράδιαζα όρους και εκφράσεις που οι ιστορικοί της τέχνης και οι τεχνοκρίτες έχουµε πρόχειρες για κάθε περίπτωση. Θάταν σα να διόρθωνα το «Καφενίο» του σε «Καφενείο» και το όνοµα του χωριού «Λιγνάδις» σε «Λιγνάδες». Αλήθεια τι ουσιαστικό αλλάζουµε στις εικόνες του κόσµου των παιδιών όταν τα µαθαίνουµε να ορθογραφούν; Ο ηµήτριος (Μπήτιας) Βανίδης, χωρίς να το καταλάβει, έµεινε παιδί 76* ολόκληρα χρόνια. Γεννήθηκε στη Σιάτιστα το Ούτε που τελείωσε το ηµοτικό, γιατί τον περίµενε σκληρή δουλειά πρώτα στα καπνοχώραφα του Βοϊου, στη συνέχεια στα καπνοµάγαζα της Καβάλας, της Θεσσαλονίκης και της Κοζάνης, µετά στο καρβουνιάρικο στην ίδια πόλη και τέλος στο εργοστάσιο λιπασµάτων της Πτολεµαϊδας. Εκεί, µετά από ένα ατύχηµα, τον έβαλαν εργαλειοδότη σε µια αποθήκη. Ο χρόνος που του περίσσευε ήταν αρκετός, δίπλα του είχε άφθονη µπογιά κι έτσι άρχισε να ζωγραφίζει. Ήταν γύρω στα εξήντα του. Ξανάφερε στο νου του ό,τι του είχε µάθει για ζωγραφική η δασκάλα στο σχολείο αλλά και κάτι ακόµα πιο πολύτιµο: τις εικόνες που έβλεπε κάθε µέρα «Άποψις 70

72 της Κωνσταντινουπόλεως» κ.τ.λ. στο πατρικό του σπίτι. Αυτό το σπίτι ήταν η παλιά κατοικία του εσπότη της Σιάτιστας είχε τους τοίχους, τα ταβάνια, τις µεσάντρες, τα τζάκια, το λιακωτό, όλα ζωγραφισµένα από λαϊκούς τεχνίτες. Με το χαρτί και το µολύβι, τις νεροµπογιές και τις λαδοµπογιές µπορούσε πια να ζωντανέψει έναν ολόκληρο κόσµο. Αργότερα εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Κλεισµένος στο διαµέρισµα, κάπου ανάµεσα στις ανέσεις και τους περιορισµούς της µεγαλούπολης, ένοιωθε όλο και πιο πιεστική την ανάγκη της φυγής. Χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις και εντυπωσιακές εκρήξεις αλλά και χωρίς το φόβο της άγνοιας, όπως τα παιδιά, ξαναγύρισε µε τη φαντασία του στα µέρη που έζησε και δούλεψε. Πάντα σε χώρους ανοικτούς και υπαρκτούς. Τα χωριά, τα λιβάδια, τα δέντρα, τα βουνά, τα ποτάµια, τα γεφύρια, τα καφενεία, όλα σχηµατοποιηµένα, παίρνουν και δίνουν στα έργα του. Με τον άδολο, παιδικό τρόπο θέασης του κόσµου ανακαλύπτει µια δική του αλήθεια. Απεικονίζει όλα τα αντικείµενα όπως τα ξέρει, όπως τα θυµάται κι όχι όπως τα βλέπει. Έτσι τις εκκλησίες µε το καµπαναριό τους τις παρουσιάζει σε προφίλ, σ όλο τους το µήκος τα τραπεζάκια και τις καρέκλες του καφενείου, τα παγκάκια και τα γεφύρια τα βλέπει από ψηλά, χωρίς τις βραχύνσεις και τις παραµορφώσεις που επιβάλλει η προοπτική, για να µπορούν να κάθονται και να περπατούν οι άνθρωποι τ αµπέλια µε τα µεγάλα τσαµπιά περιµένουν τον τρύγο οι παπαρούνες ανεµίζουν κατακόκκινες µπροστά µας κι οι δρόµοι δεν χάνονται ποτέ στις στροφές, σαν για ν αφήνουν το µάτι και τη µνήµη να προχωρούν ανεµπόδιστα. Το πράσινο φυσικά 71

73 κυριαρχεί κι ακολουθούν το µπλε, το κόκκινο και το κίτρινο, όλα άµικτα. Ο Βανίδης είναι ένας αµόλυντος λαϊκός ζωγράφος. Βιοπαλαιστής µια ολόκληρη ζωή, σχεδόν αγράµµατος, χωρίς καµιά πρόσβαση στις τεχνικές και τα στυλ της ζωγραφικής, αγνοεί τις συµβατικές σχέσεις ανάµεσα στον άνθρωπο και το αντικείµενο. Στόχος του είναι να φτάσει στο ίδιο το αντικείµενο και γι αυτό δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη φόρµα. Το µάτι του ανεπιτήδευτα αγνό, αβίαστα καθαρό, αυτονόητα απλοϊκό, ξέρει να βρίσκει τις παρθενικές χαρές του τοπίου και να µας τις µεταδίδει. Είναι κι αυτό µια µορφή ποίησης.- Άλκης Χαραλαµπίδης, Καθηγ. Ιστορίας της Τέχνης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο Θεσσαλονίκης * Το κείµενο αυτό γράφτηκε το

74 Κοζάνη, πάρκο Αγίου Αθανασίου, 1939 Στεργιανή Ευαγγ. ουδούραγα, ηµ. (Μπήτιας) Ι. Βανίδης 73

75 74

76 75

77 76

78 77

79 78

80 79

81 80

82 81

83 82

84 83

85 84

86 85

87 86

88 87

89 88

90 89

91 Κοζάνη, πάρκο Αγίου ηµητρίου, 1949 Στεργιανή, Γιάννης και ηµήτριος Βανίδης 90

92 ΓΙΑΤΙ ΕΜΑΘΑ (ΕΜΑΘΑ;) Τ ΑΓΓΛΙΚΑ ΚΙ ΟΧ ΤΑ ΓΙΡΜΑΝΙΚΑ Αφιερώνεται στη µνήµη της µητέρας µου Στεργιανής Αδουκιέστι ρα ντιπ ν παλιά τ Βιβλιουθήκ πούταν παπχάτ π του ηµαρχείου; Τώρα τα πείτι κι σήµιρας παπχάτ ήντιν. Μούλουνέτι ρα, µην κρέν τι, γιατί καµόσ πουλιτικουποιηµέν διανουούµιν τα χιρίσ ν ν αραδούν αναλουγίις κι µιταφουρές κι συµβουλισµοί γιατί τάχατ λέµι η Βιβλιουθήκ παπχάτ π του ηµαρχείου κι τι ιννουείτι κι τέτοια. Τιλιφταία ν έβαλαν σι όρουφουν (στα παλιά τα χασαπλιά), µα µακρά. Ιά, ήταν κι ήντιν λέου παπχάτ κι µακρά µια ζουή. Κι αν δεν βρίσκουνταν καµόσ Ντιλιαλήδις κι Σαµπανόπουλ τα τ ς είχιν καµαρώσ τ ς µασκαρέτις απού νουρίς. 91

93 Σέβινις απού µια µαύρ σιδηρόπουρτα ζιρβά απ τ ς κουλόνις π του ηµαρχείου, κατέβινις µια µαρµαρέινια σκάλα κι έπιφτις ουπάν στα φουκάλια κι τα στ λιάρια απ τ ς σκουπιδιάρδις. ιξά, άντικρα κι ίσια ήταν η πόρτα απ τ Βιβλιουθήκ. Μέσα ου διάδρουµους ήταν γιουµάτους µάρµαρα, κασέλις, κ τιά, στ ς τοίχ κριµασµένις φουτουγραφίις απ τ ς πιθαµέν τ ς ηµαρχαίοι κι τ ς ισπουτάδις κι τ ς ιβιργέτις. Μέσ στ Βιβλιουθήκ, όπους σέβινις διξά, σκυµµένους ου Ντιλιαλής, ποιος άλλους; µέσα σι τούµπις απού βιβλία κι χαρτιά λουιούν του λουιού. Κάθουνταν στου ξυλέινου του γραφείου τ κι όντας ακουτούσις να τουν κουντέψ σι ρουτούσιν πρώτα: τίνους είσι ρα; κι ύστιρα σ έδουνιν τουν τόµου απ τουν ΠΥΡΣΟ π τουν χάλιβις. Είχιν κι µια αψιά µυρουδιά απού σαχνιασµένα βιβλία κι νότια χαρτιά αλόυρα Ικείνουν τουν κιρό είχιν φαγουθεί η µάνα µ η Στιργιανή, (θος σ χουρέσ την), να πααίνου να γραφτώ στ αγγλικά. Πώς ν ακόλτσιν αυτό δεν του κατάλαβα ντιπ ιτότι. Μούγκι άµα τράνιψα ύστιρα του κατάλαβα. εν µ έφτανιν π δούλιυα τ απόγιµα στου Σίµου στ «υτική Μακιδουνία» αντάµα µι τ ν Αφρουδίτ, του Μάρκου του Νταϊρούσ κι τ ρουσίδα ν Τσιουτσιούλα (Ναστάζια ρουσιστί) τ γυναίκα τ Σίµου που ν κουβάλτσιν απ τ Γιρµανία σην Κατουχή, δεν µ έφτανιν ακόµα π του βράδ ήµαν απουθηκάριους κι σην ΠΑΝ ΩΡΑ, 92

94 αυτήν ντε κι καλά να γραφτώ στ αγγλικά. εν ν έφτανιν του Γυµνάσιου µούγκι. Ήθιλιν κι αγγλικά. Τούφιριν απ τιδώ, τούφιριν απ τικεί, πήραµι κι κάτ δαν κές κι αγύρ στις παράδις απ τ θειά µ τ Ζιόλια, κι πήγα κι γράφ κα. Greek American Cultural Institute.Κι µι ν άδεια τ ς Αστυνουµίας. Κάτ ξέρ ου Μαχιρίτσας π λέει για τ γλώσσα. Που ν ακουτήεις ιτότι ας πούµι, να φκιάεις ένα Ιλλινουρουσικό Ιπιµουρφουτικό Ινστιτούτου. Ένα κι ένας τα βρίσκουσαν σ ν Ασφάλεια παρακάτ π του Κυραµαργιό. Κι να σκιφτεί κάνας πως σιαπάν, σι καµόσα χουριά, κόµα καρτιρούν να κατιβεί η Αρκούδα. Ιφτυχώς χίρσαν οι Σιατ σνοί να πααίν στ Ρουσία τώρα κι να π λούν τα παλτά τ ς ικεί κι θαρρούν τ αγρόσκυλα - πούλιγιν κι ου Μπήτιας πως η προυφητεία, πως τάχατ τα µας σώσ η Αρκούδα, βγήκιν απ ν ανάπουδ σουστή. Τέλους πάντουν, ας απαρατήσουµι τ γκρίνια κι ας απουµείνουµι στα γιγουνότα όπους λέει κι ου φίλους µ ου Κώτσιους ου Σίµηνας, συνάδιρφους µέτοικους κι αυτός. Ακουλ τά µι τ Μήλιου του καφινείου κι ουπάν απ τ Μπουχάρα του πιλουποιείουν ήταν του Ινστιτούτου. Ανέβινις µια στινή σκάλα, κι ήσαν τυχιρός άµα αντάµουνις καµιάν να κατιβαίν. Πιράστι παρακαλώ κι τέτοια κι γένουνταν η γνουριµία. Τι γνουριµία δηλαδη; Ιά, κάθι φουρά π 93

95 ν ίγλιπις στ βόλτα, κνούσις ισύ του κιφάλ, κνούσιν κι αυτήν του θ κό τ ς κι σώθκιν η δ λειά. Μπουρεί αυτό να γένουνταν κι για χρόνια, µπουρεί κι δέκα µπουρεί κι παραπάν. Μιαν, ακόµα τ χιριτώ άµα ν ιδώ στ βόλτα καµιάφρας κι ας µην ξέρου νε του µ κρό τ ς τ όνουµα. Πάµι παρακάτ. Καθηγήτρια στ αγγλικά είχαµι τ γυναίκα τ Τσιάµ τ δικηγόρ. Λέν ν ίλιγαν. Απού µπαλκόνια κι τέτοια κι άλλα, πρώτης τάξιους η δασκάλα µας. Τα πάινάµι κι µια χαρά µιταξύ µας. Τύπους κι υπουγραµµός ου θ κός. Μια µι τιαυτήν κι µια µι τ Μουµουζιάινα στου ηµουτικό. Κι ουρθουγραφία, κι βουκέµπουλέρι, κι γκράµαρ, κι απ όλα. Είχαµι κι ένα βιβλίου Dawson Family τούλιγαν. Κι ποιος δεν τ αδουκιέτι; Ιµείς, νε είχαµι µαλακά παπούτσια για του χειµώνα για τ ς χιουνίστρις, νε ήξιράµι άµα πάµι του βράδ στου σπίτ άµα είχιν φαϊ, κι ίγλιπάµι αφνούς µι τα σκ λιά τ ς, µι τ ς κούρσις τ ς, µι τα µπέντρουµς τ ς, µι τα λιβινγκρούµς τ ς κι τα γιουµάτα τα ριφριτζιρέιτουρς τ ς κι µας έπιφναν τα σάλια. Μπουρεί κι απ τα ιτότι να σέφκαν στου µπγυαλό µας όλ αυτά κι αστόισαµι τα θ κά µας µια µισιά κι έναν νουντά είχαµι όλου κι όλου κι κοιµούµασταν όλ αντάµα κι χίρσαµι να πχιαλούµι πίσ απ τα καρότα π µας κ νούσαν αµπροστά µας ιτότι κι πχιαλούµι ακόµα, κι ακόµα να τα φτάσουµι 94

96 Γιορτή της Σηµαίας Παρέλαση του Ε ηµοτικού ενώπιον των επισήµων στον κεντρικό δρόµο της Κοζάνης µε επικεφαλής τους αριστούχους της προηγούµενης χρονιάς Μαίρη Χατζηπαπά, Ελένη Κάστη, Γιάννη Βανίδη (σηµαιοφόρο) και τον ιευθυντή του σχολείου κ. Λαζάρου. Στ µέσ απ τ χρουνιά έφυγιν η κυρα Λέν να γιννήσ. Μας φέρν απ λέτι µιαν απ τ Σαλουνίκ αντικαταστάτρια. Ήταν δεν ήταν είκουσ πέντε χρόνια. Ήταν κι πουλύ όµουρφ. Σέβινιν σην τάξ, που να φκιάσ µάθηµα. Ν είχαµι πάρ τουν αέρα. Ικεί απ λέτι απ γένουνταν αυτά, µας βάν ένα τεστ, κλούρ ου θ κος. Μ ήρθιν ντουβουρλίγκα. Τουν έλιγχου ίχριζιν να τουν υπουγράψ η Στιργιανή. Πώς πααίν όµους έλιγχουν µι κλούρ ;.. Ως τα ιτότι όλου 19 κι 20 µ έβανιν η Τσιάµινα. Τόκλουσα π τιδώ, τόκλουσα π τικεί, πααίνου στ µάνα µ κι τ λέου: 95

97 Μάκα, τα πααίνου να µάθου γιρµανικά. Τι λες πιδάκι µ σιούρτσις; Στ µέσ απ τ χρουνιά τ αλλάξ γλώσσα; Ναι µα, γύρ σιν ου Βασιλάκ ς τ Φόρη απ τ Γιρµανία κι φκιάν γιρµανικά σι όσ νους θέλ ν στ Βιβλιουθήκ κι τζιάµπα µάλιστας. Πε αυτήν, πε ιγώ, στουν πάτου ν κατάφιρα. Κάτ µι τ ς Αµιρικάν π δεν µας χουνεύν κι χουνεύν τ ς Τούρκ, κάτ πως ιγώ θέλου να πααίνου στ Γιρµανία να σπουδάσου µουσική, (ακόµα πααίνου απόµνα µι του εισιτήριου τ Γκαβανά κι ν άδεια τ Μιχαηλίδη στου χέρ ), µιαν κι δυο πααίνου κι γράφουµι στ Βιβλιουθήκ. Ιχ µπιν, ντου µπιστ, ντας ιστ. Χιρνάει ου Φόρης να κανουναρχάει, κόκκαλου ιγώ. Είχιν γυρίσ φρέσ κους φρέσ κους απ του Μούνχιν κι δεν πρόφτινις νε ν ακούεις τι ίλιγιν, νε σηµειώσεις να κρατήεις, νε καντίπουτα. Ξέρ ς τι είνι νάχ ς του προυί τουν Ευαγγελίδη στ αρχαία αρείου και Παρισάτιδος κι τέτοια - κι του βράδ του Φόρη να σι λέει Φαστέν ζι; - κι αλλιώτ κα; Είχιν χιρίσ κι του τµήµα νουρίτιρα απ γράφ κα ιγώ, ήταν κι κάτ τρανύτιαρ π χαµπάρζαν ουλίγα γιρµανικά, κι γω απ τ δεύτιαρ τ φουρά, χίρσα να φκιάνου πρόβα πώς τα πω τ Στιργιανή πως έκαµα αλάθουν, δεν άξιζαν τα γιρµανικά σαν τ αγγλικά κι τέτοια. - εν τα πααίντς κανπουθινά, βιρβέρξιν η Στιργιανή, να παλουκουθείς ικεί πούσι κι µη σι ακούσου απ θέλτς 96

98 να πααίντς ξανά στου Ινστιτούτου, χάθ κις. Άιντι τώρα ισύ να σι δω τι φκιάντς. Τσακώνου του Μπήτια ένα βράδ π γύρσιν απ τουν Κουτσιµάν ψίχα βαριµένους κι τουν λέου: Μπάκα, ου Φόρις µας είπιν πως είµιστι µ κροί ακόµα για τα γιρµανικά, έχ ν δίσκουλ γραµµατική κι συντακτικό κι χράζ καλύτιρα να πααίνου ξανά στ αγγλικά. -Γιατί, µι λέι αυτός, πότι τα σταµάτσις τ αγγλικά; Αιντι τώρα ισύ να συννουηθείς! Τουν λέου ξανά τα ίδια, τουν ξαναλέου, ακούει κι η Στιργιανη του διάλουγου κι µι χιρνάει: Τάµαθα ιγώ προυκουµένι γιατι ήθιλις να πααίντς στα γιρµανικά, µι τάπιν η Χρυσούλα για του κ λούρ π σ έβαλιν η κινούργια. (η Χρυσούλα ήταν φιλινάδα τ ς αξαδέρφης µ τ ς Κικίτσας κι ήταν γραµµατέας στου Ινστιτούτου). Τι θάρσιτι; ιπειδής είνι µ κρή δεν µπουρεί να σας φκιάσ ζάφτ ; Καλά σ έκαµιν, άµα θέλτς ξανά φκιάσει τουν πέτ νου. Ιµένα τι µ ήθιλις. Είχα κατιβάσ ν τούντζα καταής, χίρσα να µουτσιαλνώ κι κάτ πως τάχατ ήταν άγνουστου του κείµινου, πως µας έβαλιν γραµµατική απού παρακάτ κι τέτοια. Πού να τα καταπιεί η Στιργιανή αυτά Μια ζουή µι του µέρους απ τ ς δασκάλ ήταν. Ναν τηλ µέρα, πααίν στου Φόρη, κάθουνταν στου στινό πίσου απ τ Βαµπακά, -Κυρ-καθηγητά έκαµιν λάθους του πιδί, να του σχουρέστι, δεν τα ρθει ξανά στου µάθηµα στα γιρµανικά. 97

99 Κι κει σώθ κιν η ιστουρία κι γω γύρ σα πάλι στ αγγλικά. Πέντι χρόνια πάεινα αδουκιούµι κι τουν πέµπτου του χρόνου γίνγκιν ένας διαγουνισµός για υπουτρουφία. Ου πρώτους τα πάεινιν ένα ταξίδ τζιάµπα στου Λουνδίνου, για να µάθ καλά τ γλώσσα, για ένα µήνα. Ήρθα δεύτιρους. Πρώτους ήρθιν ου Ρούης τ Γκατζόφλια, ου ψιλός που δούλιβιν ιτότι σ ν Ιµπουρική Τράπιζα, τρανύτιαρους απού µένα πέντι χρόνια κι ακουλ τός µι του νέου του δάσκαλου, τουν κ τσό, πούχιν αρθεί κι αυτός απ τ Σαλουνίκ. Γλέπτι, στ αγγλικά ήµαν καλός. εν ήµαν καλός στ δηµόσιις σχέσεις, κι ν πάτσα Ιανουάριος

100 1960. Ηµερήσια εκδροµή της τάξεως του Βαλταδωρείου Γυµνασίου Αρρένων στην Καστοριά. Στο κέντρο ο αείµνηστος καθηγητής µας Γιάννης Ευαγγελίδης. Κάτω: Τριήµερη εκδροµή της Ε πρακτικού στα Γιάννενα και Κέρκυρα. Στο κέντρο διακρίνεται ο αείµνηστος καθηγητής µας Ν. Λαπαρίδης 99

101 1957. Κατασκήνωση Χριστιανικών Μαθητικών Οµάδων (ΧΜΟ) στο Σιώποτο. Από αριστερά: Ξεν. Φαχαντίδης, (;), (;), Άδωνις Κοντός, Γιάννης Βανίδης, Μπίλης Γκίµπας, (;), Μίµης Τριανταφύλλου και ο Αρχηγός της οµάδας Χρήστος Γούλας. Κοζάνη, Πάσχα Μακεδονικός-Π.Α.Ο εξιά από τον Τέλη ιάφα: ο Γιάννης Βανίδης (µε χρέη αθλητικογράφου στη «ΥΤ. ΜΑΚΕ ΟΝΙΑ» του Ζηκόπουλου), ο Υπουργός ιον. Μανέντης, ο ποδ/στής Στραβού, ο ικηγόρος και «ιστορικός» Τάκης Κλείδης, ο βουλευτής Μιχ. Παπακωνσταντίνου κ.α. 100

102 Η αλήθεια είνι απόχου κιρόν να σι γράψου. Κι του χειρότιρου είνι απ δε γλέπου νε τ Ματίνα, νε του Γιαννάκου, νε τ ν Αννα να σι γραφ ν Κουζιανιώτ κα, νε κάναν άλλουν. Τι γένιτι ρα; τ αστόισαν όλ ; ή βαριούντι να τσακώσ ν του µουλύβ κι του χαρτί; (Μην τηράς ιγώ τώρα που για ν ιφκουλία µ σι γράφου µι του πισί κι στου στέλνου µι φαξ κι µιθαύρου άµα βάλτς κι ιµέιλ τα στα στέλνου ακόµα γληγουρότιρα). Θαρρώ ρα πως ου γραπτός ου λόγους κουντέβ να τ ς καµαρώσ τ ς µασκαρέτις κι µούσουν είιδις τα µας απουµείν µούγκι ου ιλικτρουνικός/τηλιουρασικός κι ουλίγου έντυπους (ιδιαίτιρα ου πιριουδικός µι µπόλ κις γκουλιαρίδις). Μούγκι ου προυφουρικός ου λόγους τ απουµείν, τι λέου ρα, νε κι αυτός τ απουµείν, µούγκι εικόνα τ απουµείν θαρρώ γιατί τι σόι λόγους τα νάνι αυτός άµα στρώνισι αµπρουστά στου κουµπιούτιρ ή σην τηλιόρασ κι δεν ουµιλάς µι κανγκάναν; Κι αυτά τα µασάλια για ν ιντεράκτιβ ν τηλιόρασ κι τα πουλιµέσα κι του ίντιρνετ κι τ άλλα, ιγώ τ ακούου βιρισέ. Αµα δεν τ ς πατάς, καντίπουτα δεν µπουρείς να κάµ ς. Τα κάθισι σα µπούφους κι τ ακούς αφνούς να κανουναρχούν κι να λέν κι να φκιάν ότ θέλ ν κι συ δεν τα µπουρείς νε να τ ς απαντάς νε να τ ς αµπουδάς. Ου λόγους ( πάλι ου λόγους, γλέπ ς π σ ίλιγα;) π σι γράφου Νικουλάκ σήµιρας είνι λίγου πιρίιργους, µπουρεί κι λουζιαζµένους, µπουρεί να σι 102

103 φανεί κι σιουρδίτ κους. Ας είνι. Ιγώ τα τουν πω. Τηρώ, όχ µούγκι τώρα τιλιυταία, µα απου ιτότι πούµαν µ κρος, (κι δούλιβα κι στου Ζηκόπουλου), όλ αυτά π γράφουντι κι λέουντι για ν απουµόνουσ τ ς υτικής Μακιδουνίας. Τ ς προυάλλις µάλιστας είδα σην τηλιόρασ τουν τηλιµαραθώνιου πόφκιασιν η ΕΡΤ3, πριν σας κουπιάσ ν ικεί, στ υτική Μακιδουνία, ου Προυθυπουργός µι τρανό κλιµάκιου υπουργών. ιάβασα κι αυτά π γράφ ς για ν Ηµιρίδα ηµιουργίας Ιµπουρευµατικού Κέντρου, διάβασα κι ν Κουβιντούλα σ για ν άρσ τ ς απουµόνουσης σαν πάγιου αίτηµα κτλ, κτλ, κι τι είπιν ου Προυθυπουργός χουρίς να δισµιυτεί κι τέτοια κι αλλιώτ κα. Είδα κι τ φουτουγραφία απ ν ηµιρίδα µι τουν παλιό µ του γείτουνα τουν Απουστουλίδη, π κάθουνταν στουν αβλαγά πίσ απ του µπαχτσέ τ Τιάλ, του καλό του κουρίτσ απ τ Γιτιά π γίγκιν κι υφιπουργίνα, του Νουµάρχη µας τουν Πάσχου, κι τουν άλλουν π δεν τουν ξέρου κι χίρσα να συλλουιούµι: Λες αρά νάρθιν η ώρα να βγούµι απ ν απουµόνουσ κι να παένουµι στ Σαλουνίκ σι µια ώρα; Κι άµα βγούµι τι τα γέν ; Κι τόσουν κιρο πούµασταν απουµουνουµέν κι πάινάµι σι τρεις ώρες, τι γίιγκιν; Συλλουιούµαν απ λες Νικουλάκ κι ξανασυλλουιούµαν πως µι όλ ν απουµόνουσή µας χρόνια ν τα χρόνια τώρα, του έβγα δούλιβιν, του 103

104 έµπα δεν δούλιβιν. Κι για να συνουιούµιστι, θέλου να πω πως ότ χάλιβαν απ τιµάς τόσα χρόνια ή τ ς τάδινάµι ή τάπιρναν µαναχοί τ ς. Εδουνάµι κι δίνουµι (απ ότ απόµνιν βέβια), µιτανάστις, µέτοικ, νιρό (ου Ιντζέκαρας πουτίζ όλου του Βιργιώτ κου τουν κάµπου), χρώµιου, κοκ (όχ τ Γιαντσιούλ ρα, τ άλλα απ τ Βεύη), µπρικέτις, ξυλουκάρβουνα, λιγνίτ, ρεύµα (είιδις η ΙΗ;), µάρµαρα, γούνις, στιάρια, καλαµπούκια, καπνά, σταφύλια, γάλατα, βούτυρα, κασέρια, µανούρια, κρασιά, κι ότ άλλου βάντς µι του νου σ. Κι άιντι, πουλλά απ τιαυτά δίνουνταν µι αντιπαρουχή (έρµ αντιπαρουχή), για τα παραπάν όµους δεν έρχουνταν γι αντάλλαγµα κάντιπουτας. Κάτ χίρσαν να µουτσιαλ νούν τιλιυταία τάχατ για τουπικό πόρου (λες κι ου τουπικός πόρους κατέφκιν απ τουν Αϊλια φέτου, λες κι δεν τουν ήξιράµι) κι άλλα µασλάτια. Κι ότι µας προυσέχ ν µι κάτ ιπιδηµιουλουγικές µιλέτις π φκιάν κάτ ξινουµιρίτις πόρχουντι απ τα Πανιπιστήµια κι ούτι να κοιµ θούν δεν κάθουντι σην Κόζιαν. Πώς να καταλάβ ν οι ανθρώπ τι γένιτι; Τα µπουρούσα να σι αραδιάσου ένα κιαµέτ σαν τα παραπάν. Μα σκέφτουµι πως κι συ δεν έχ ς χρόνουν να µ ακούεις κι τα ξέρ ς κι καλύτιρα π τιµένα. Για τιαυτό λέου να σταµατήσου τ γκρίνια κι να σώσου αρουτιούντας: Λες αρά Νικουλάκ µι όλ αυτα τα τιρτίπια π µας έρχουντι απ ν ΙΟΚ κι ν 104

105 Αµιρική κι του µάρκιτινγκ π µας λεν τι µας χράζιτι, δηλαδής έξουδους απ ν απουµόνουσ, άνοιγµα στουν κόσµου, συµµιτουχή στου γκλόµπαλ βίλατζ, ικµηδένισ απουστάσιουν κτλ, κτλ, θελ ν αρά να µας φκιάσ ν όλνους αργατέοι κι υπαλλήλ, όπους γίνγκαµι κιόλαντς ως σήµιρας οι µ σοί οι Ελληνις, στ ΙΗ, στ ς Τράπιζις, στου ηµόσιου; Λες αρα Νικουλάκ σι καµόσα χρόνια όλις οι θ κές µας οι δ λές να σφαλίσ ν όπους σφάλ τσαν τα µπακάλ κα, λες αρά όλα τα χουράφια µας να γέν µπαϊρια κι οικόπιδα όπους γίνγκαν πριν απού χρόνια οι µπαχτσέδις κι τ αµπέλια πούταν στου Πηγαδούλ, στ Γκουµπλιτσιόστρατα, στ Γαλαζιόπιτρα, σ ν Αϊπαρασκιβή κι στ Σιάτ στα; Λες αρά άµα σουθεί η Ιγνατία κι γέν κι του Ιµπουριυµατικό Κέντρου κι δεν ξέρου κι γω τι άλλα έργα «πνουής» για να βγούµι απ ν απουµόνουσ να µην απουµείν κάνγκάνας νοικουκύρ ς στουν τόπου µας; Να γένουµι όλ απού αφιντικά διαχειριστές; Λέου τώρα ιγώ, µπουρεί αυτα να µην έινι κι πουλύ σουστά κι νάνι ινάντια σην πρόουδου. Μα ρα Νικουλάκ του σκέφτουµι κι τσιουτσιουργιάζου όντας λέν τα προυουδέψουµι κι τα τάχουµι όλα έτοιµα απ όξου µα δεν τα νάχουµι θ κό µας κρασί κι ρακί να πίνουµι, δεν τα µπουρούµι να βρούµι γκαρµπουλάχανα για ν αρµιά, δεν τα βγάν η Βάντσα πράσα, τα Σέρβια αγγούρια, του Βιλβιντό φράουλις κι δρόκινα, του Μπλάτσ µπάτζιουν κι µανούρια, η Σαµαρίνα κιφαλουτύρ, 105

106 του Πουρτουράζ κρουµύδια, του Μυλουτίν πιπόνια, τα Μπουτζιάκια µέλ κι βούτυρου, πατάτσις του Χάντουβου, ρίγαν κι µάκουν για τα µ κρα η Σκούλιαρ, σαφράν η Γκόµπλιτσα κι άλλα ένα σουρό χρειαζούµινα για του σπίτ, απούλιγιν κι ου Πιτέντς κι απ τιαυτά µούγκι τα µ σά απόµναν. Τι να ν κάµου ρα Νικουλάκ ν έξουδου απ ν απουµόνουσ άµα είνι να πχιαλούν όλ σιακάτ, σαν τ λέρα απού ν παίρν ου απόιρας, ιπειδής τα γέν η Ιγνατία κι δεν τ απουµείν κανγκάνας στουν τόπου τ κι για όσνους απουµείν δεν τα είνι καντίπουτας θ κό τ ς; Τι να ν κάµου ιγώ ν πρόουδου ρα Νικουλάκ άµα αστουχήσουµι του Μπούρινου κι του Κουρί, άµα χαλάσουµι τ Λαριού κι του Ζ ντιάν για να φκιάσ η ΙΗ φράγµατα, τι να τ φκιάσου ν ιξέλιξ άµα οι νύφις µας δεν ξέρ ν να φκιάν κιφτέδις κι ριζόγαλου για του Μάη; Στινάχουρα πράγµατα γλέπου νάρχουντι Νικουλάκ κι ιφτυχώς απέρασάµι τα πρώτα ήντα κι δεν χάφτουµι µύγις όπους ιτότι π του δουλάριου είχιν 29,90 κι η λίρα 330. Γιατί ούτι λίγου ούτι πουλύ ρα, αυτοί θέλ ν να π στέψουµι πως του ιµφιαλουµένου του νιρο είνι καλύτιρου απ τ ς Αρµακιάς κι του µαύρου του χιόν καλύτιρου απ τ άσπρου. Θέλ ν να π στέψουµι απούνι καλύτιρα νάχ ς ιπαφές κι παριδώσι µι όλουν τουν κόσµου στου γυαλί (κι ας σι αφήν άνιργουν κι νησ κόν αυτός ου κόσµους όπουτι θέλ ), αντί νάχ ς όλα τα καλούδια στου κιλάρι σ, 106

107 όπους τάχιν ου νούνους µ ου Χάµπους ου Παραστατίδης στ Λυγιρή, προυτού να χιρίσ ν να γένουντι δρόµ, προυτού ανοίξ ν τα σούπιρ µάρκιτ, προυτού γιουµόσ ου τόπους φαστ φουντ, προυτού χιρίσ ν οι ιπιτήδειοι να ρίχ ν ζούµπουν τ ς ξένις τ ς παράδις για να φκιάσ ν οι χουριατέοι ξινουδουχία στου καµπουθινά κι πανσιόν ικεί π δεν τα πατάει κανγκάνας κι προυτού χιρίσ ου πουλιτισµός κι τα αρχαία κι τα λαϊκά να γένουντι τρανές µπίζνις για τ ς άλλ τ ς ιπιτήδειοι π ζαµπακών τ ς προυµήθειις µιτακλήσιους κι ας είνι κι υπάλληλ δηµόσιοι ή νουµαρχιακοί ή δηµουτικοί ή ακόµα κι κοινοτικοί κι µι του παληό κι µι του κινούργιο. Μι του συµπάθειου Νικουλάκ, µπουρεί κι να σι ζάλ τσα, µα µιας κι κήντσα να τα λέου δεν ξέρου πού να σταθώ.. Σουµόν αυτά δεν έχ ν. Γιατί σι παίρν ου ινθουσιασµός κι του παράπουνου, χιρνάς να τα λουζιάειζ όπους τα λόζιασα κι γω τώρα κι δεν ξέρ ς τι να πεις παρακάτ. Για τιαυτό λέου άµα κάνας άλλους τα είχιν να µας πει τίπουτα σχιτικό ή αντίθιτου ας του γράψ για να ιδούµι κι άλλις απόψεις για ν έξουδό µας απ ν απουµόνουσ. Χράζιτι ή δεν χράζιτι; Κι άµα χράζιτι ντε κι καλά, γιατί τόσα χρόνια µας είχαν σ ν απουµόνουσ ; Α; Νοέµβριος

108 άλλνους άφκέ τ ς να φκιάν τ ς αναλύσεις τ ς, σάµατ δεν ήξιραν απού αµπρουστίτιρα τι τα βγάλ η κάλπ. Πιέτι ουλίγου νιρό ρα, ξιαπόστασέτι. Τώρα, ιδώ π τα λέµι, ένας λόγους είνι του πιέτι. Πού να βρεις νιρό σήµιρας; Ιτότι, έτσια νάφκιανις όλου κι τα βρίσκουνταν καµιά βρύσ, κάνα πηγάδ, κάνας αρβανίκους για να ξιδιψάεις. Κι δεν είχιν ιτότι ικατό του µπουκαλάκ. Οτ ίπινις ήταν τζιάµπα κι ήσαν κι σίγουρους π δεν είχιν σαλµουνέλις, κουλουβακτηρίδια κι τέτοια. Ιτότις του νιρό έρχουνταν απού µαναχό τ καθαρό. ε λέου για τα νιρά πότριχαν σιακάτ στ Γκόµπλιτσα κι στου Βιλίστ κι γυρνούσαν τ ς νιρόµυλ κι πότ ζαν τ ς µπαχτσέδις κι σήµιρας κοντεύ ν να στιρέψ ν. Νε για τ άλλα στου πουτάµ στ Λαριού πούχαν µέσα χέλια π κουλυµπούσαν κι γκλιανοί γιατί ιτότι δεν έρ χναν µέσα απόνιρα απ τα νταµάρια, τα ιργουστάσια κι τα σπίτια µι τα γκιρίζια. (Πήγιν κάνας απ τι σας τιλιυταία ρα στ Λαριού να ειιδεί τι καταστρουφές έφκιασιν η ΙΗ κι ύστιρα τ απαράτσιν όλα ούδι έτσ κι έφυγιν; Αµ δεν πήγιτι ). Λέου για τα νιρά πούχαµι στ ς γειτουνιές µας κι παραόξου ιτότι κατά του 50 κι παραδώθι για του νιρό πούρθιν απ ν Αρµακιά. Όλα ήταν καθαρά τζιάµ. εν φουβούσαν να σκύψ να πιείς. Ακόµα κι απ τ ς αστρέχις ίπινάµι καµιάφρας, ακόµα κι τα σιουτζιούκια απ τα κιραµίδια άγλυφάµι του χειµώνα. Μάζουνάµι κι νιρό απ τ βρουχή για λούσιµου γιατι ήταν µαλακό 109

109 όπους ίλιγιν η µάνα µ η Στιργιανή. Πάεινις στ αµπέλ στ Γαλαζιόπιτρα, σταµατούσις στου Πηγαδούλ, έσκυβις, ίπινις. Πάινις στου Σιώπουτου, είχιν τ ς πουτίστρις κάτ απ τ ς Αϊθουδώρ. Πάινις στουν Αϊλιά, στέκουσαν στου Σ µάθκου, δρουσίζουσαν. Πάινις στουν Τσιαϊπούν, είχιν τ χαβούζα, κουλυµπούσις κιόλαντς. Κατέβινις κάτ απ τουν Αϊκουσταντίνου, στ ς µπαχτέδις απ τ ς Μαργαρίτ δις κι τ Πιρικλή τ Μπαχτσιαβάν, είχιν κι κει χαβούζα, ξιπλένουσαν κι κει. Στ ς κουρφές αρά, στουν Αϊσαράντ, σ ν Αϊπαρασκιυή, στουν Αϊθανάσ, στουν Αϊνικάνουρα, ακόµα κι στουν Αϊλιά είχιν νιρά κι βρύσις πότριχαν µέρα νύχτα. Ηταν η βρύσ στου Κυρµαργιό παπχάτ π του σπίτ τ ς Μαριάνθης τ ς Γιρούσινας τ ς δασκάλας. Κι παρακάτ ικεί πόβανιν ου Κριιζής τ ς πατόζις τ, ήταν τρανές πουτίστρις για τα γιλάδια, π γυρνούσαν τ απόγιµα απού ν Παναϊα κι ίπιναν ικεί. Μην πούµι κι για τ ν Αϊνάργιαρ. Ικεί είχιν τρεις ή τέσσιαρ ς (δεν αδουκιούµι) τρανές βρύσις, σκιπασµένις, µι µπακαρέινα γανουµένα τάσια για να πίν νιρό ου κόσµους κι όντας είχιν πανηύρ, ου κόσµους έβανιν τα καρπούζια τ µέσα στ ς χαβούζις πότριχαν τα νιρά να κρυώσ ν. Τόσα πολλά κι κρέχτα ήταν τα νιρά. Στ γειτουνιά µας είχαµι ακουλ τά µι τ Χαλιούρα του σπίτ (αυτό π αγόρασιν ύστιρας ου Χλιαράς κι τόκαµιν νταβέρνα) κι άντικρα απ τ Πατιά του φούρνου, ένα τρανό πηγάδ χτισµένου µι 110

110 ασβιστόπιτρις πιλικιµένες κι ήταν ψηλότιρου απού ένα µπόι. Τούλιγαν τ Τσιαϊρ του πηγάδ. Ουπίσου τ ήταν η αυλή απ του σπίτ τ ς Λόλας τ ς Βιρούλινας απ γίνγκιν τραγουδίστρια σ ν Αθήνα. Απ τιαυτό του πηγάδ έπιρνιν νιρο όλ η γειτουνιά µας. εν είχαν τα σπίτια ιτότι µέσα στ ς αυλές σουλήνις µι νιρό. Αυτά χίρσαν να γένουντι άµα ήρθιν του νιρό απ ν Αρµακιά. Μι κόβουνταν τα χέρια ώσπου να κουβαλήσου τα γκιούµια ως του σπίτ όντας έπλυνιν η Στιργιανή ή ήθιλάµι νιρό για άλλις δ λειές. Του νιρό για πχι του κρατούσαµι σι στάµνις κάτ στου µπουντρούµ του καλουκαίρ για νάνι κρέχτου. Υστιρα ήρθαν ου ηλικτρισµός κι τα ψυγεία. Αλόυρα στ γειτουνιά µας είχαµι κι αρβανίκ κι πηγάδια. Αρβανίκ ίλιγάµι τα πηγάδια πούχαν µέσ στ ς αυλές τ ς τα σπίτια. Αδουκιούµι, σίγουρα είχαν ου Γκουλιάρας, ου Κάστης πούχιν κι αµπέλ ακουλ τα µι του σπίτι τ, κι η Αρµινούλινα. Έναν άλλουν αρβανίκου π αδουκιούµι σαν τώραϊά ήταν τ ς θειας µ τ ς Κατσαµπρόκινας. Η θεια µ είχιν δυο κουρίτσια, πούταν δεύτιρις αξαδέρφις µ κι κάθουνταν σ ένα σπίτ κουντά στου µύλου τ Χασάπ, ουπάν απ του φούρνου τ Λόλου πόπιζιν µπακ στου Μακιδουνικό. Μι τ Νίνα είχαµι πουλύ καλές σχέσεις γιατί ήταν η µ κρότιαρ κι η ουµουρφότιαρ κι διάβαζιν πουλύ. Ως που πήγα κι γύρ σα απ του στρατό είχαµι κι αλληλουγραφία. Σαν έφυγα απού ν Κόζιαν ύστιρας χάθ καµι ντιπ. Για 111

111 κάθι αρβανίκουν ίλιγαν κι µια παλιά ιστουρία. Ίλιγαν απούχαν πνιχτεί κι κουρίτσια µέσα όντας δεν τ ς έδιναν σι αφνούς π αγαπούσαν ή απούχαν µέσα κι στ χειά πόβγιναν τ νύχτα κι πατούσαν τα κουρίτσια στουν ύπνου τ ς. Η δεν ήταν στ χειά αυτά; Στ Σιάτ στα απ πάεινάµι µι τουν αδιρφό µ για ξικαλουκιργιό στ γιαγιά µ ν Αγνούλα, είχιν κι κει ένα κιαµέτ πηγάδια κι αρβανίκ. Τρανές βρύσις πότριχαν νιρό πόρχουνταν απ του Σνιάτσ κου, είχιν όξου απ ν Αϊπαρασκιυή στ Γιράνια, σην πλατέα, ακουλ τά µι του καφινείου τ θειού µ τ Χαριλάκ. Είχιν κι σκιπαστόν αρβανίκου σ ν αυλή απ τουν Αϊταξιάρχ. Αµά του πηγάδ στ Σιάτ στα απ δεν τ αστουχήσου κάνγκαµιάφρας, ήταν ένα πούταν σκαµµένου ουπάν σην πέτρα, στ µέσ π του δρόµου, αµπρουστά π του φούρνου τ Αργύρ τ Γράβα κι τούλιγαν Τσίκνα. Είµασταν µ κροί ιτότι κι δε µας άφ ναν να κουντέψουµι κι πουλύ σην Τσίκνα, µην πέσουµι µέσα. Μι τουν αξάδιρφου µ του Γιώργου όµους, ίβρισκάµι ιφκαιρία κι κόντιβάµι κρυφά κι πουλιµούσαµι πέτρις µέσα για ν ακούµι του µπλιουµ! Πώς κι γιατί τούλιγαν Τσίκνα αυτό του πηγάδ δεν τόµαθα κάνγκαµιάφρα. Ετσ απ λέτι ικείνα τα χρόνια µι τα νιρά. Του νιρό τούχαν όλ κι λουγαριασµόν δεν πλιάρουνιν κανγκάνας. Τι γένιτι σήµιρας; Ιά λουγαριασµοί, ιά τέλη καθαριότητας κι πιζουδρουµίου, ιά αύξησ 7% γιατί αλλοιώς τα βγάλ έλλειµα ου 112

112 Κουκουλόπουλους, κι δεν σ µαζώνιτι. Λέτι ρα τώρα νάνι καλύτιρα που τότι; Λέτι ρα τώρα πούρθιν τ ς προυάλλις κι όλου του διπλουµατικό (αλλουδαπό) σώµα για να µας αναπτύξ ν (λες κι µεις δεν ξέρουµι τι µας χράζιτι ) να γένουµι καλύτιαρ ; Σάµατ µι φαίνιτι απ τ ς µύρ σαν παράδις (τρίτου κοινουτικό πλαίσιου στήριξης, καλά τούπα;) κι µαζώθ καν σαν τ ς µπουµπανέοι στου σκατό. Σάµατ µι φαίνιτι πως πάλι κατά σιακάτ τα τραβήξ η δ λειά για τουν κόσµου, µιας κι µαζώθ καν τόσ τιχνουκράτις να µας αναπτύξ ν. Μι φαίνιτι, έτσ π χίρσαν πριν απού χρόνια να µας πλούν του νιρό πούπναµι τζιάµπα, τα χιρίσν µούσουν είδιτι να µας πλούν κι τουν αέρα π ανασένουµι σι µπουκάλια, γιατί αυτός π απόµνιν ιλεύτιρους ουπάν απ τουν τόπου µας, σι ουλίγουν κιρό δεν τανάνι για τα πλιµόνια µας.- Νοέµβριος

113 Κοζάνη, (Στε)Λίνα, Στεργιανή και Γιώργος Βανίδης. Τ ΤΙΟΛ ΟΥ ΑΒΛΑΓΑΣ Τ Τιόλ ου αβλαγάς ιτότι ήταν ένα τρανό, ίσιου µέρους µ ένα αλών στ µέσ στρουµένου µι σιδηρόπιτρις. Αλλού ήταν σπαρµένου µι σ τιάρια κι βρύζις, αλλού ήταν οικόπιδα φραγµένα µι σύρµατα, σιακάτ ήταν κι ένα αµπέλ κι αλόυρα έβγιναν ένα κιαµέτ αυλές απού σπίτια. Ολου αντάµα ήταν σαν ένα τρανό πέταλου π τ ανοιχτό τ του µέρους του σφαλνούσιν ου δρόµους π απού κάτ είχιν τα Τρία έντρα κι τουν Αϊκουσταντίνου. Ολου του µέσα απ 114

114 του πέταλου ήταν τ Τιόλ. Ου Γιώρ ς ου Τιόλτς ήταν ιβιργέτ ς κι είχιν δουρίσ παράδις για να γέν του Πέµπτου του Σκουλειό. Για τιαυτό τουν είχαν κι τ φουτουγραφία τ µι του µουστάκ κι στου σκουλειό κι στ βιβλιουθήκ. Του σπίτι τ ήταν παρακείθι απ του σκουλειό κι ήταν του τρανίτιαρου στ γειτουνιά. Είχιν πόρτις κι στου δρόµου απ κατέβινις στ Γιτιά κι ουπίσου για να βγαίν στουν αβλαγά. Είχα απιράσ πουλλές φουρές απού µέσα γιατί ου µπαµπάς µ έφκιανιν παρέα (τάτσουζαν αντάµα) µι του Σπύρου του γιο τ Τιόλ κι µ ήξιραν. Ακόµα αδουκιούµι πούχαν στ µισιά δυο τρανά αµπάρια ίσια µι δυο µπόια ψηλά κι σ ν αυλή ένα τρανό αχούρ για τα πράµατα. Στα ζιρβά απ του πέταλου όπους τηρούσαµι σιακάτ, χιρνούσιν ου Πιδικός Σταθµός. Ικεί µι πήγιν η µάνα µ µ κρόν, όντας δούλιβιν στα καπνά, µα ν πρώτ κιόλαντς τηλµέρα τόσκασα απ τα κάγκιλα. Μι τσάκουσιν κι µι πήγιν ύστιρα στου Νηπιαγουγείου πούταν ουπάν απού ένα ιστιατόριου άντικρα απ τουν Αϊνικόλα, γιατί ικεί είχιν πόρτα απ σφαλνούσιν κι µια γκαβή αυλή κι δεν µπουρούσα να του σκάσου. Είχαµι δασκάλα ν Τιρψιχόρ. Η Τιρψιχόρ όλου µι τσιµπούσιν κι µι βάρινιν µι του χάρακα στ ς κόµπ απ τα χέρια κι στου απουλυτήριου µ έβαλιν διαγουγή «κουσµία» γιατί σιούκουσα µέσα στου νηπιαγουγείου µια τζιαµόπουρτα µιάφρας, ν έβγαλα απ τ ς µιντισέδις τ ς κι πλάκουσιν τρία πιδιά. 115

115 Παραπάν απ τουν Πιδικό ήταν του Πέµπτου του Σκουλειό όπ πήγα όντας έσουσα του Νηπιαγουγείου. Ουπάν απ του Πέµπτου ήταν του Γυµνάσιου Θηλέων απούχιν γυµνασιάρχινα ν Αρµινούλινα κι καθηγήτρια στα τιχνικά τ Νότα απ µέδουνιν κι π λούσα του πιριουδικό «Ου Ιρυθρός Σταυρός» γιατί πλούσα κι τ «Ζουή του Παιδιού» κι όλου έτρουγα τ ς παράδις κι καρτιρούσα του κινούργιου του τεύχους για να ξουφλήσου του λουγαριασµό. Αράδα ύστιρα ήταν του σπίτ τ Τιόλ κι απού πίσου τ ς Κατιρνούλας τ Μαργαρίτ, τ Τουρτούρα τ δάσκαλ απ τ Γκόµπλιτσα, τ Αργύρ τ Τζάκα πούχιν πιδιά τουν Κουστάκ κι τ Λίτσα κι είχαν κι µια ψηλή θεια θαρρώ. Ζιρβά είχιν µια στινούρα που έβγινιν στουν αβλαγά µέσα απού ένα σπίτ απού µπαχτσιαβανέοι πούχαν γαµπρόν του Μάκη τουν Κρητικό. Υστιρας ήταν του σπίτ τ Λιουνίδα τ Πλόσκα κι τ αδιρφού τ, ύστιρα τ Βιλιντσιάη πόνα πιδί τ ς έπιζιν µπάλα στουν Ουλυµπιακό κι η αδιρφή τ η Λέν παντρέφκιν του δάσκαλου τουν Καρακούλα. Στου παραπάν του σπίτ κάθουνταν ου καθηγητής ου Λαβασάς, ύστιρα ήταν τ Κουκαλιάρ, τ Σύρπ κι ουπίσου στουν αβλαγά ήταν τ Θουµά τ Ζάµπρ µι τα πιριστέρια, κι ικείθι τ Απουστουλίδη. Ανάπουδα πάλι ήταν τ Γιώρ τ Τιόλ τ ουδηγού, τ Ζήσ τ Τιάλ, πούχιν γυναίκα ν Αφρατή, τ µπαµπά τ Κώστα κι τ Γιάνν κι ακουλ τά τ Στέργ τ Τιάλ, πούχιν γυναίκα ν 116

116 κυρά Βάσου, τ µπαµπά τ Κώστα κι τ Μιχαλάκ πούχαν νιουτιρισµοί. Υστιρα ήταν τ Νιάκου τ Ούρδα (Βούρκα) πούχιν µέσα σ ν αυλή τ κι αχούρ για τα κατσίκια τ, όπους είχιν κι ίδιου ου Θανάης ου Πλόσκας ου µπαµπάς τ Γιάνν τ συµµαθητή µ πόχ κι του καλλιτιχνικό παρανόµ «Ου Γιάνντς τ ς Λένκους απ τα Κατσ κάθκα». (Τ γειτουνιά τ ν ίλιγαν Κατσ κάθκα απού ν παλιά τ ν οικουγένεια τ Κατσ κά πούχαν ικεί κι τ αρχουντικό τ ς, πούνι κι σήµιρα.) Πού απόµναµι; Α! Στου σπίτ τ Μπέντα πόβγινις κι απ αυτό στουν αβλαγά κι ακουλ τά ήταν του θ κό µας (Γιουργίου Τιόλ 4). Στ γουνία άντικρα π του φούρνου τ Πατιά ήταν του σπίτ τ Χρήστ τ Τσιάρα. Στουν κατήφουρου για τ Τζαµάρα πρώτα ήταν η Νιουνιούλα κι στα νοικιαστά µέσα κάθουνταν µια ταζέθ κ, γιουµάτ, µιλαχρινή πούχιν ένα κουρντιστό πουντίκ κι όντας πάεινάµι ιπίσκιψ µας τόδουνιν κι έπιζάµι. Παρακάτ ίβρισκις του µπακάλ κου τ Μανώλ τ ηµουδιά. Υστιρα ήταν ένα κουρείου κι ύστιρας ένα τινικιτζίθ κου π τούχαν δυο αδέρφια οι Βαρδάκ δις. Ου ένας, ου Πλούταρχους πόπιζιν κι µπουζούκ, είχιν παντριφτεί µιαν απ τ ς Γκαγκαλίνις, τ Στέλλα π κάθουνταν παρακάτ. Τ ν άλλην τ ν αδιρφή τ Λέν ν πήριν ου Θουδουράκ ς ου Πατιάς ου γείτουνας µ, π γίγκιν ύστιρας κι συγγραφέας πρώτους (Ου Ντιόντιους ου αγγράµατους) κι ηθουποιός. Στρίβουντας ζιρβά στουν ανήφουρου ήταν του σπίτ τ Μανώλ τ 117

117 ηµουδιά κι άντικρα κάθουνταν ένα άλλου όµουρφου κουρίτσ πούταν ικφουνήτρια στου Σταθµό. Ανιβαίνουντας, κι ως που να βγεις σην πόρτα τ ς κυρά Σάνας τ ς µάνας τ Κουσταντούλ τ Αρχηγού, πούφιριν τ Φρουσίτα, ήταν κι άλλα σπίτια π δεν αδουκιούµι τ ς νοικουκυραίοι τ ς. Η κυρά Σάνα ήταν παλιά δασκάλα κι πουλύ ουνουµαστή πατριώτσα κι τραβούσιν κι τσιγάρις. Αντικρα που ν κυρα Σάνα κάθουνταν ου Απουστόλτς ου Αδάµους απ τ Ντραβουντάντσ τα µι τ µάνα τ κι ν αδιρφή τ κι ακουλ τά σην κυρά Σάνα ήταν τ ς άφνους όπ ήταν δυο τρανές γυναίκις κι ένα µ κρό κουρίτσ. Σ ν αυλή τ ς κυρά Σάνας έδιναν τα πράµατα τ ς οι χουριατέοι πούρχουνταν στου παζάρ κάθι Τρίτ κι Σαββάτου. Τ ς άφνους του σπίτ είχιν σύνουρου µι τ Μπέντα, πούπαµι παραπάν, κια τα δυο έβγιναν στουν αβλαγά σ µά στ Απουστουλίδη. ιξά στουν κατήφουρου ήταν ου δρόµους π σέβινιν στουν αβλαγά. Πρώτου σπίτ ήταν τ ράµαλη, ύστιρα τ Χαλιούρα, ύστιρα τ Τιόλ τ µπαµπά τ ς Ιλιφτιρίας τ ς συµµαθήτριας µ κι τ Αργύρ πούχαν πουλλά γιλάδια κι ακουλ τά του σπίτ τ Χατζηπαπά τ γιουπόν τ µπαµπά τ ς συµµαθήτριας µ τ ς Μαίρης. Στουν πάτου στ γουνία µι του δρόµου ήταν του κινούργιου του σπίτ τ Γιώρ τ Ριπανά τ µπακάλ τ µπαµπά τ ς Αννούλας τ ς συµµαθήτριας µ που κι αυτήν ως τα σήµιρα, σαν τουν άλλου του συµµαθητή µας του Γιάνν τουν Πλόσκα κι σαν ιµένα, αδουκιέτι 118

118 κι γράφ για τα παλιά κι τα καναγκιρίσια. Έτσ σώνουνταν του πέταλου ως του δρόµου στουν Αϊκουσταντίνου. Μπουρεί τώρα ν αστόισα κι κάνα σπίτ κι κάνα νουβουρό κι κάνα γείτουνα. Κι σίγουρα αστόισα, µα τι να κάµουµι; Αµα τρανέψ χιρνάς ν αστουχνάς ή αδουκιέσι µούγκι αυτά π απόµναν ζουντανά µε σην ψ χή σ. Ήµασταν τέσσιαρ ς ιτότι παρέα (ιξόν απ τα κουρίτσια) κατά του 50 πριν να χιρίσουµι του σκουλειό. Ου Νίκος τ ς Αθηναίας π κάθουνταν κι η θ κιά τ η φαµπλιά στα νοικιαστά αντάµα µι τι µας στ Λαβαντσιώτ, ου Γιώργους τ Τσιάρα κι ου Χαριλάκ ς ου Τσιαϊρ ς τ Τζάρινας. Ήµασταν όλ συνουµήλικ κι πού µας έχανις πού µας ίβρισκις ή στου χαλασµένου τ ς Νιανιάτσινας τα ήµασταν ή στ Τιόλ τουν αβλαγά. Στουν αβλαγά ήµασταν παραπάν γιατί ικεί δεν µας ίγλιπαν οι µάνις µας τι έφκιανάµι κι είχαµι έτσ ν ησυχία µας. Ικεί έπιζάµι τα πιγνίδια πούξιράµι, κι µάθνισκάµι κι απ τ ς τρανύτιαρ κινούργια. Ου αβλαγάς ιτότι ήταν σαν ένα τρανό σκουλειό για τιµάς, γιουµάτους απού πιγνίδια κι ζουή. Απού κυνηγητό κι τζιβουτό ως γκουργόλια (σιαλιάγκ µι κλιόρτ στ µέσ ή φίδ σκέτου) κι ζγκουρµπαλάκια. Απού κ τσό µι ουµάδις ή χουρίς ως σκλέντζα. Απού τριότ ως δικαϊξάρα κι ιννιάρα. Απού φίτσιου γάτου ως κ τί αµιρικάνκου. Απού σβούρις ως κι βασιλιάδις κι κουρόνα. Υστιρας είχαµι κι τα τρανά τα ουµαδικά τα πιγνίδια πόπιζάµι τρανοί κι 119

119 µ κροί, πιδιά κι κουρίτσια αντάµα: Τα κράτη κι τ ς ιλπίδις. Αυτά ήταν καλουκιρ νά παραπάν. Οντας είχιν ζιστές βραδές, οι µάνις µας µαζώνουνταν στου χουρατά, οι τρανοί στου ηµουδιά ή τουν Κουτσιµάν κι µεις έπιζάµι. Αδουκιούµι στα «Κράτη» του Γιώργου του Μπέντα που µούγκι αυτός διάλιγιν όλου Σκούλιαρ κι ας µην ήταν κι κράτους. Μι τ ς «Ιλπίδις», π τ ς έπιζάµι µούγκι νύχτα κι ιπειδής ήταν κι τρανοί στου πιγνίδ, έφυβγάµι µακρύτιρα κι απ τουν αβλαγά. Ετσ π χουρίζουµάσταν σι ουµάδις, κι καθώς έφυβγάµι µακρά κι µας αραδούσαν, του πιγνίδ βαστούσιν ως κι τα µισάνυχτα. Αυτό ήταν συµφέρουν για τ ς τρανοί απ χάνουνταν µακρά κι µεις ξιπουδαριάζουµάσταν ως που να τ ς βρούµι κι να σκούξουµι: Ιάτ ς! Ιάτ ς! Εφτανάµι καµιάφρας κι ως τουν Αϊθανάσ. Ιξόν απ τα «υπαίθρια» πιγνίδια είχαµι κι πιγνίδια µέσ στα σπίτια κι παραπάν µέσ στ αχούρια όπ είχιν παχνιά µι άχυρα. Για τιαυτό τ ανάφιρα παραπάν τ αχούρια. Ικεί έπιζάµι του γιατρό κι ξιγιννούσαµι τ ς έγκυις. Καρτιρούσαµι πρώτα να µισµιριάσ να τιντουθούν οι θ κοί µας κι ύστιρας χιρνούσαµι του πιγνίδ αυτό στ ς Ούρδινας τ αχούρ στου κάτ του µέρους π δεν φαίνουνταν απ όξου. Εβανιν η Τούλα, ή η Καίτη, ή η Λέν (συνουµήλικίς µας κι ανάλουγα πως ήταν η σειρά) µια παρταλόκουκλα παπχάτ π του φουστάν για νάνι έγκυα κι οι άλλις έφκιαναν τ ς µαµές ή τ ς νουσουκόµις. Ιµείς ήµασταν 120

120 (ανάλουγα πάλι µι τ ς σειρά) γιατροί σαν του Γκουζγκούν. Τιντώνουνταν στου παχνί η έγκυα κι ου γιατρός έβανιν του χέρι τ παπχάτ π του φουστάν να ιδεί άµα κατιβαίν του πιδί. Κι αραδούσιν, κι κουτάλιβιν, πούντου του πιδί, πούντου του πιδί, η έγκυα έβγανιν αγγούσις κι στουν πάτου ου γιατρός έβγανιν ν κούκλα αφού είχιν σώσ του κουτάλιµα κι του µαρχάλιµα. Ετσ γένουνταν ιτότι τα πιγνίδια στουν αβλαγά κι αλλού χειµώναν κι καλουκαίρ κι έτσ µαθνισκάµι κι άλλα πράγµατα ιξόν απ τα πιγνίδια, µι τα πιγνίδια. Ου αβλαγάς όσου τράνιβάµι τόσου µ κρότιαρους µας φαίνουνταν. Εσουσάµι του ηµουτικό, χίρσαµι του Γυµνάσιου κι ου αβλαγάς όσου πάεινιν κι γένουνταν µ κρότιαρους. Απ τ µιαν τ µιρά τράνιβάµι ιµείς κι µι δυο δρασκιλιές τώρα βρίσκουµάσταν απ τ ς Φρουσίτας στουν Αϊκουσταντίνου. Απ ν άλλην ου αβλαγάς γιόµουζιν σπίτια κι πουλυκατοικίις. Χάνουνταν του χώµα π άνοιγάµι τα κλιόρτια να παίζουµι µι τ ς ασυτιλίνις κι τα γκουργκόλια κι να ρίχνουµι τα ζγκουρµπαλάκια. Χάνουνταν τα δέντρα πόκουβάµι κι έφκιανάµι τ ς σκλέντζις. Επισαν τα σπίτια πούχαν κουµάσια. Χάθ καν τα πιριστέρια τ Ζάµπρ κι τα γιλάδια τ Χαλιούρα. Χάθ κιν κι τ αλών. Κι καγκάνας όλ αυτά τα χρόνια δεν είπιν: Στάσας ρα Τι φκιάντι; Πού τα βρουν τα µ κρα τόπουν να παίξ ν; Πώς τα µάθ ν να τρανεύ ν µαναχά τα αµπρουστά σην 121

121 τηλιόρασ, δίχους παρέις, δίχους γειτουνιά; Πώς τα µάθ ν να ξιχουρνούν ποια είνι η γλυκιά κι ποια η βουζιλάνθ π τ ς έκουψάµι όλις; Ποιος τα τ ς πει ρα πώς να ξιχουρνούν αυτά π τ ς βλάβ ν απ τιαυτά π τ ς ουφειλνούν; Μαν τα τα µάθ ν αυτά στα σκουλειά; Ολ του ξέρουµι αυτά δεν µαθαίνουντι στα σκουλειά µα αµπρουστά κι όξου απ τιαυτά. Σιούρτσαµι θαρρώ. Καλή ρα η πρόουδους η τιχνουλουγική, καλό (καλό;) κι του χρηµατιστήριου κι όλα τα παράγουγα. Μα ποιόν τα βάλουµι παπχάτ όντας τα ρθουν µιθαύρου τα πιδιά µας π τα τρανέψ ν κι τα χιρίσ ν να µας ρουτούν για κάτ υπουθήκις πόβαλάµι στουν τόπου, δίχους να τα ρουτήσουµι κι για τα πράγµατα απ πούλτσαµι, δίχους νάνι νε ου τόπους θ κός µας νε τα πράγµατα; Ιούνιος

122 ΤΑΧΙΑ ΞΗΜΙΡΩΝ' ΜΑΡΤ Σ Αφιερώνεται στην συµµαθήτριά µου Αννούλα Γ. Ρε ανά, Ποιήτρια, Λαογράφο, ηµοσιογράφο. Kι ου κιρός χίρσιν να του φέρν κατά του καλίτιρου. Σώθ καν τα βαρά τα σύννιφα απ του Σιώπουτου µιρά κι ου Όλυµπους πίσ απ του Φλάµπουρου όλου κι φαίνιτι καθαρώτιρα κι κουντίτιρα. Απ του Σαραντάπουρου χίρσιν σιγά σιγά να φ σάει ου καλός ου αέρας για τα παµπόρια. Απού βραδύς η µάνα µ η Στιργιανή έβγανιν του κτί απ τα φουντάνια φλόκα µι τ ς κλουστές π αγόραζάµι απ του Τζιάτζιου κι διάλιγιν άσπρις κι κόκκιανις κι τοίµαζιν τ ς Μάρτ δις. εν έπριπιν να παένουµι ναν τηλ µέρα στου σκουλειό ου αδιρφός µ κι γώ χουρίς µάρτ δις γιατί τα µας γιλούσαν. Καθώς απιρνούσαν οι µέρις χιρνούσιν ου κόσµους να βγαίν όξου κι τά δέντρα, τα λούδια κι τα χουρτάρια στ'ς αυλές κι στα γκαλντιρίµνια χιρνούσαν να πρασνίζ ν. Μούν είϊδις, έρχουνταν κι τα χιλιδόνια κι πουλιµούσαµι τ ς 123

123 Μάρτ δις στα κιραµίδια. Του σπίτι µ ήταν στ µέσ απ τα Μπουντανάθ κα, τα Κατσ κάθ κα, τ Γιτιά κι τ Τζαµάρα, ικεί π σήµιρα είνι ου δρόµους τ Γιώρ τ Τιόλ στουν αριθµό τέσσιρα. Είχαµι στ ς δρόµ κι στ ς µπαχτσέδις στ γειτουνιά µας µουσκόλ δα, κουρουµπλιές, τρανταφλιές, βρουµουξυλιές, πανσέδις, καβάκια, γαρύφαλα, τζιρτζιλιές, µαχαίρις, γλυκιές, φραγκίτσις, µουρές, µπιγκόνις, κιρασές, ζουκούµια, ουρτανσίις, καραγάτσια, πασχαλιές, γκουρτσιές ( ν τρανύτιαρ' σήν Κόζιαν ν είχαµι ιµείς σ ν αυλή µας). Είχαµι στου µπαχτέ µας καρουφέλου κι µακιδουνίσ' κι άισµα για τ ς κιφτέδις, σκόρδα για να µη µας τσακίσ ου κούκους του Μάη, κρουµίδια κι µαρούλια για πρόφτασ, κι τι δεν είχαµι. Ωσπου να σουθεί η Απουκρά κι ου Μάρτ ς ιέρχουνταν η Πασκαλιά κι απού κουντά ου Μάης κι αρχινούσαν κ οι χουρατάδις. Ιτότι όξου απού κάθι αυλόπουρτα ήταν κι πιζούλια µι κουριλούδις, κι όπ δεν είχιν πιζούλια οι γυναίκις έβγαναν σκαµνιά κι καρικλάκια κι στρώνουνταν στου χουρατά απ ν ώρα πόπιφτιν ου ήλιους στου Μπούρινου µέχρι κι τα µισάνυχτα, γιατί οι µέρις τράνιυαν κι έτσ πρόφτιναν τα χουζµέτια απούχαν να κάµ ν. Η γειτουνιά µας, µέχρι ικεί πόφτανάµι κι έπιζάµι, ήταν πουλύ τρανή κι ιξόν απ τα σπίτια ήταν γιουµάτ µι µαγαζιά µι αχούρια κι κουµάσια. Σι πουλλές µιρές τα σπίτια κι τα µαγαζιά ήταν ένα κι τ αχούρια κι τα κουµάσια µέσ τ ς αυλές. Η γειτουνιά 124

124 µας είχιν απ' όλα. Είχαµι του Γιώρ του Γκάτζιαρ του µπαµπά τ ς συµµαθήτριας µ τ ς Λέντ ς πόφκιανιν τα τσιούλια στουν ουρθό τουν αργαλειό για τ'ς ικκλισιές κι τα σπίτια, µι ράµατα απού γιδόµαλου που έφκιανιν ένας πάπους ουπάν στου πατάρι τ. Είχαµι του Μυλώζ απ γάνουνιν τ αγγιά µι καλάϊ κι έφκιανιν καζάνια κι γκιούµια απού µπακρ στ άφκιαστου τ ς Νιανιάτσινας. Κουντά στου ισπουτ κό, στου σπίτ' ακουλτά µι τ Βούρκα, ήταν ένας κ τσός πόφκιανιν βαρέλις για τα κρασιά κι καρούτις για να πατούν τα σταφύλια. Σιακάτ κατά τ Γιτιά κουντά στουν Τάκη του Γκούτζιου του φίλου µ κι του Ρήνου, ήταν ένα µαγαζί πόφκιαναν κάρα. Κάθουµάσταν µι τ ς ώρις κι τηρούσαµι πως απιρνούσαν οι µαστιόρ τα σιδιρέϊνια τα στιφάνια στ ς ρόδις µι τ φουτιά. Αντικρα απ του σκουλειό µας του πέµπτου του ηµουτικό, ακουλ τά µι του σπίτ τ ς Βαγγιλούδας που είχιν µπαµπάν τουν "σήν Τούµπα Λιόλιου", ήταν µια στρούγκα που έφκιανιν κασέρια κι µουσκουβουλούσιν ου τόπους. Ήταν τ Μπατζιτέγ τ πάπ τ Χρήστ τ Γούλα. ίπλα στου σκουλειό ήταν η Κατιρνούλα η Μαργαρίτινα τ Κουστάκ τ συµµαθητή µ η µάνα πούχιν του µαγαζί µι τ ς καραµέλις κι τα µπισ κότα. Παρακάτ κουντά στου τζιαµί µι τ ς πιλικανέοι ήταν του καπνουµάγαζου τ Γκαραγκούν. Ου Καραµάρκους άντικρα απ του Γκάτζιαρ στου παλιό του µαγαζί τ Ριπανά, έφκιανιν σόµπις κι γκιούµια κι κουβάδις 125

125 απού πάφιλαν για τα γάλατα. ούλιψα ένα καλουκαίρ κι κεί. Πίσου απ' του Γκουλιάρα είχιν ου Θανάϊσ' ου Πλόσκας, ου µπαµπάκας απ' του συµµαθητή µ του Γιάνν' τ ς Λένκους απ τα Κατσ κάθκα, τ αχούρι τ µι τ ς κατσίκις. εν θυµούµι τι δλειά έφκιανιν ου Γκουλιάρας. Ου Ζαβαλιάντς παραπάν έφκιανιν τσιόκ' για τα κόλιαντα, πλαστήρια, σουφράδις κι κουφώµατα. Σήν κυρά Σάνα τ µάνα τ Κουσταντούλ' πούταν παλιότιρα µάλια στουν Ουλυµπιακό κι µας ίφιριν τ Φρουσίτα, ίφιρναν κι έδιναν τα πράµατα τ'ς οι χουργιατέοι κάθι Τρίτ' κι Σαββάτου που είχιν παζάρ στου Μισκιάθκου. Ικεί στου Μισκιάθκου, αµπροστά απ' του σπίτ' τ Λασάν', είχιν κι ου πάπους ου Μαργαρίτ ς, που πλούσιν µι του γουµάρι τ στ ς γειτουνιές κόκκινου κι κίτιαρνου χώµα για παλάµζµα, ένα κιαµέτ σακούλια καταής µι σπόρ γιατί ήταν κι µπαχτσιαβάνους κι τ ς µάζουνιν απ τ ς µπαχτσέδις. Παραπάν απ του Μισκιάθκου ήταν η ηλικτρική κι άντικρα, ικεί πόχ του τυπουγραφείου ου αξάδιρφους µ ου Γιάντ ς ου Μπαλατζάς ή Σακαλής, ήταν ένα πουλύ τρανό χάν'. Παραπάν, ικεί που σήµιρα είνι η βιβλιουθήκ, σκιπαζµένα µι λαµαρίνις κι πισόχαρτα ήταν τα χασαπλιά. Σέβινις απού πάν, απ τ Βασιλάκ τ Τσιόπτσια του ιστιατόριου, όπ δούλιβιν γκαρσόν ου Θανάσας, σι µια τρανή αυλή π αλόϋρα είχιν τα χασαπλιά κι άλλα µαγαζιά κι έβγινις απ τ Ανθιµόπουλ πούχιν τ'ς καφέδις κι τα γλυκά. Απού 126

126 κεί ίγλιπις τουν Ασηµόπουλου µι τα γυαλ'κά, του πιρίπτιρου τ Καραβά, του Μούκα µι τ ς κουρδέλις κι τα φιρµουάρια, τουν Τούσινα, κι τουν Καρδουγιάνν' κι τουν Καπιτζόγλου που είχαν υφάσµατα κι ρούχα κι στ γουνία πριν κάµ ς σιακάτ για του Μισκιάθκου ήταν ου Χατζηµανώλτ ς πόφκιανιν λουκούµια, ζαχαρουµπίµπιλα, χαλβάδις κι νιµπιλµπιά. Κόµα παρακάτ τώρα απ ν άλλ τ µιρά, κατά σιακάτ σ ν Αστυνουµία, απιρνούσις απ τ Κουτσ µάν' του µπακάλ κου κι ν κλινική τ Μανέντη, του Τζέλου του βλάχου µι τα βούτυρα κι τα τυριά, του Ζαβαλιάν' κι ίσια σιακάτ ικεί πούνι σήµιρα του ηρώου, ήταν ένα σιατραβάν π πότ'ζαν τα γιλάδια όταν γυρνούσαν απού ν Παναγία. Ικεί τα γιλάδια βουσκούσαν όν τηλ µέρα σιακάτ στα µπαΐρια πούταν ουπάν στα νταµάρια απ τ ς ασβιστόπιτρις π τ ς έβγαναν µι λουστοί κι σφήνις κι έφκιαναν τα σπίτια οι µαστιόρ. Ικεί σ µά στου λάκκου, ήταν του σπίτ τ Χατζηντάµ που µιάφρας µέναν απόϊρα γιόµουσιν η αυλή τ χαλάζ ένα µπόι κι δεν µπουρούσαν να βγούν όξου οι ανθρώπ'. Πίσου απ τ Κική του φούρνου ήταν ένας µάστιουρας πόφκιανιν πλακάκια χρουµατιστά απού άµµουν κι τσιµέντου κι τσιµιντουσουλήνις για τ αναγκαία κι ακουλ τά µι τουν Ιφτίχ π νοίκιαζιν τα πουδήλατα ήταν ου Κουκουτάρ ς πόφκιανιν τυρόπιτις κι παγουτά, ου µπαµπάς τ Θανάσ π φκιάν τα τρανά τα κιχιά σήµιρας. Πίσου πάλι µέσα σ ν αυλή µας ήταν ου 127

127 Αθηναίους ου Χατζηγιωργίου ου µπαµπάς τ φίλου µ τ Νίκου πόφκιανιν στουλτζµένα µι γαλάζγις χάντρις κι µπρούντζα χάµουρα κι καπίστρια, σέλις κι σαµάρια. Είχαµι τρείς γιατροί στ γειτουνιά µας. Ου Βουγιατζής πούταν γιρουντουπαλήκαρου κι κάθουνταν µι τ µάνα τ τ µπάµπου κι η µάνα µ τουν κιρνούσιν κουλουκθάτου µι µπαρµπαρόριζα όταν έρχουνταν κι µ έριχνιν ινέσεις. Ου Φασνάκ ς π κάθουνταν µαναχός τ' κι αυτός κι είχιν µια κούρσα π δεν ν κνούσιν ντίπ. Κι ου Γγουζγκούντς πούταν για να ξιγιννάει τ ς γυναίκις κι κάθι βράδ' πάεινιν βόλτα στουν Αϊ-Κουσταντίνου µι τ ς φαντάρ. Ου Βασίλτς τ Λαβαντσιώτ', π κάθουνταν σ ένα µ κρό δουµάτιου σ ν αυλή µας κι κοιµούνταν καταής σ ένα στρώµα απού καλαµπουκόφυλλα, έκαµνιν µιρουκάµατα στ αµπέλια, κλάδιµα, ξιλάκζµα, ράντζµα µι γαλαζιόπιτρα κι τέτοια. Κόµα λίγου ν αστουχίσου του Νικουλάκ τ Μαντρέλα π κάθουνταν άντικρά µας κι δούλιβιν στου ξινουδουχείου "Ολύµπιον". Στου "Ουλύµπιου" ένα καλουκαίρ δούλιψιν ου φίλους µ ου Θανάης ου Ιβαγγιλόπουλους τ παπά. Όντας έφυβγιν ου Μαντρέλας για να µισµιριάσ, πάεινάµι αντάµα µι του Θανάσ κι ίγλιπάµι απου ν κλειδαρότρυπα τ ς τραγουδίστριις που λούζουνταν γκόλιαβις κι ουρθές στα πλακάκια, γιατί σ κώνουνταν ύστιρα απ του µισµέρ. Πίσου πάλι άντικρα κι διξά απ του φούρνου τ Τάσιου τ Πατιά, ήταν ου θειός µ ου Ντιόντιους ου Ντουντούραγας, ου αδιρφός τ ς 128

128 µάνας µ, πόφκιανιν παπούτσια κι πέδιλα µι παλιά λάστιχα απ τ αυτουκίνητα κι αριστιρά, µπρουστά στ γουνία απ του σπίτ τ Τσιάρα, ήταν του πουλυβουλείου πόπιζάµι τα βράδυα ικεί τζιβουτό κι ιλπίδις. Αµπρουστά απ του πουλυβουλείου όλου έπιφτιν ου δρόµους κι φαίνονταν απού κάτ οι καµάρις απ τ ς υπονόµ. Μιάφρας µι του Νίκου τ ς Αθηναίας, ρουκώθκαµι κρυφά στουν υπόνουµου κι βγήκαµι µέχρι ικεί κάτ πόβγινιν κουντά στου Ρούσ' του Σιώµου κι τουν Τάκη τουν Παφίλ' τ'ς συµµαθητές µας. Του τι ριχτίµ έφαγάµι όντας τόµαθιν η Στιργιανή κι κ η Ουλυµπία δεν λέιτι. Γλέπτι έµ έφκιασάµι τ µουζαβιργιά, έµ ήθιλάµι να κάµουµι κι τ ς ταντσταρέοι. Παρακάτ ήταν ου πάπους ου Χαλιούρας απ χόριυιν πρώτους στου Φανό κ είχιν στ Τιόλ τουν αβλαγά γιλάδια κι πράµατα κι έσπιρνιν βρίζις κι στιάρια σιακάτ στ Γκόµπλιτσα κι στουν Τσιαϊπούν απ πάινάµι στ χαβούζα τ κι πλιατσκαρίζουµάσταν ξιβράκουτ µέσα. Ου Νιάκους ου Ούρδας ου Βούρκας πλούσιν ασβέστ παραπάν απ τ λανάρα τ Γκουτζίκα κι είχιν σπίτι τ κι αχούρ' µι κατσίκια που έπιζάµι ικεί µέσα τα µισ µέρια στα παχνιά µι τα κουρίτσια τ ς µαµές κι τ'ς γιατροί. Ου Γιώρ ς ου Τζάρας ου Τσιαΐρ ς, ου µπαµπάς τ φίλου µ τ Χαριλάκ ήταν χασάπ'ς κ είχιν κι µαγαζί στα χασαπλιά. Αυτός µας έσφαζιν ν Τρανή ν Παρασκιυή του κατσίκ, του κριµνούσιν στου τσιγκέλ, του φούσκουνιν απ του πουδάρ κι 129

129 τόγδιρνιν. Ιµείς οι µκροί έπιρνάµι του τουµάρ κι του πλούσαµι κι µι τ ς παράδις έπιρνάµι τάπις για τα µπιστιόλια για ν Ανάστασ. Ου Μπέντας, ου αξάδιρφους τ µπαµπά µ ου Γιώργους ου Κουκουλιός κι ου µπαµπάς µ ήταν καπνιργάτις κι πάειναν παρέα στ Παπαγιώρ του καφινείου, ουπάν πούταν τα γραφεία απ του Σουµατείου µι τ ς σηµαίις κι τα λάβαρα για τ ς παριλάσεις κ είχιν πρόϊδρουν του Μπέσσα π µας πάει µια χρουνιά ικδρουµή σ ν Έκθισ στ Σαλουνίκ. Ου Χρήστους ου Τσιάρας ου µαραγκός, ου µπαµπάς τ Γιώργου τ φίλου µ έφυγιν νέους στ Σαλουνίκ. Ου Νίκους ου Μέντικας ήταν ουδηγός. Μας έπιρνιν όλνους στού φουρτηγό τ όταν άνοιγιν ου κιρός τ απόγιµα τ ς Κυριακές, αντάµα κια τα τέσσιρα τα κουρίτσια τ Πατιά (Ρίτα, Κική, Ερµιόνη κι Καίτη) µι του Θουδουράκ τουν αδιρφό τ ς κι τ ς Αθηναίις (Τασούλα, Αγγελικούλα, Ελένη) κι τ Μαρούλα τ ς κυρά Γλύκας τ ς Κουιµτζίνας µι τουν τρανό του µπαχτσέ, κι µας πάεινιν βόλτα σην Κάλλιαν κι τραγδούσαν όλις αντάµα του "Αστα τα µαλάκια σου ανακατουµένα" πούταν ιτότι τ ς µόδας. Ου θειός µ ου Γιώρ ς ου Τσίρους, τ αβίδ κι τ ςκαλιόπ'ς ου µπαµπάς, ήταν ου καλίτιαρους κυνηγός σην Κόζιαν. Έρχουνταν απ ν Αθήνα κυνηγοί κι τ ς ουδηγούσιν αυτός που να παέν. Είχαµι κι τρείς µπακάλ δις του Ριπανά, του ηµουδιά κι έναν άλλουν ακουλ'τά µι του Γκάτζιαρ, αλλά δεν θυµούµι πως τουν ίλιγαν. Παρακάτ απ' του 130

130 ηµουδιά ήταν ένας κουρέας κι παρακάτ ου Πλούταρχους µι τουν αδιρφό τ που έφκιαναν πουτστήρια, γκαζουφάναρα κι τινικέδις. Λίγου ικείθι απ τουν ανήφουρου τ'ς Τζαµάρας κι ουλίγου παρακάτ' ύστιρα απ του σπίτ τ συµµαθητή µ τ Γιάνν τ Φασνάκ κάθουνταν η µαµή η Καλιόπ' που ξιγέντσιν ιµένα κι τουν αδιρφό µ. Οι Σίρπ δις ήταν µαστιόρ όπους ήταν κι ου Λιουνίδας ου Πλόσκας παρακάτ. εν αδουκιούµι τι έφκιανιν ένας µ ένα κρητικό όνουµα που κάθουνταν ακουλ τά µι τ ς Νιανιάτσινας µέσα σι µια στινούρα που απού πίσου εβγανιν στ Κάστ τ αµπέλ', που µάζουνάµι σιαλιάγκια, κι στου Μπλάτσα που ένα πιδί τ ς του σκώτουσαν ένα βράδ δέκα παρά δέκα στου φόρου κουντά στ ς στρατώνις. Απέναντι απ τ Κάστ τ' αµπέλ' ήταν ου Ζησιός. Τ Λέν ν Κάστινα κι τ Λόλα τ Ζησιόϊνα τ ς είχα συµµαθήτριις. Παραπάν σ ένα τρανό σπίτ κάθουνταν ου Θιόφιλους ου πρόσκουπους που είχιν µια αδιρφή µι µια τρανή ξανθιά κλώσσα στα µαλλιά τ ς κι άντικρα ήταν του τρανό του σπίτ µι τουν τρανό του µπαχτσέ κι τουν αρβανίκου, τ Μανώλ τ Παπαδέλ, που είχιν γυναίκα τ γυµνασιάρχινα 'ν Αρµινούλινα κι κουνιάδα τ Θιανώ. Ηταν κι ου Βιλιντσιάϊς κι ου Μαλιόγκας παρακάτ π δεν θυµούµι τι έφκιαναν, οι Καραµπόζδις οι µπαχτσιαβανέοι, κι ου Τζάκας ου µπακάλτς, κι ου Τουρτούρας ου δάσκαλους, κι ου ιαµαντής ου ιαµαντόπουλους ου µυλουνάς κι 131

131 ουπίσου ακουλ τά µι του τρανό του σπίτ τ Σπύρου τ Τιόλ ήταν ένα σπίτ' µι µπαχτιαβαναίοι πούχαν κι έναν κρητικό γαµπρό του Μάκη. Οι Κουκαλιάρδις είχαν αυτουκίνητα κι πάειναν στα παζάρια στα Καϊλιάρια, στα Σέρβια κι αλλού. Κ' ου Γιώρ'ς ου Τόλιους ήταν ουδηγός. Ου Ζήης ου Τιάλιους δούλιβιν στουν Αϊ-Νικόλα κι ου αδιρφός τ ου Στέργιους πλούσιν κάλτσις κι άλλα τέτοια. εν αδουκιούµι τι δ λειά έφκιανιν ου άλλους ου Χρήστους ου Τσιάρας, πούταν ακουλ τά µι του Βιρούλ πούχιν θυγατέρα τ Λόλα ν τραγουδίστρια, αλλά αδουκιούµι πως κάθι Απουκρά στου Φανό µας, έφκιανιν τ µπάµπου κι ξικλιάζουµάσταν στα γέλια. Είχαµι κι έναν απ τ γειτουνιά µας σ ν ιξουρία αλλά δεν τουν ανάφιρναν ντίπ. Γύρσιν ύστιρα απού πουλύν κιρό κι κάθουνταν στου σπίτ τ ς Σόνιας γιατί ήταν συγγινείς. Ου Λάζους ου Κλείδης, παραπάν, ου µπαµπάς τ Τάκη που έπιζιν µπάλα, ήταν δικηγόρους, ου Καραβίδας πλούσιν γκάζια κι µπινζίνις, ου Σπάτας είχιν νταβέρνα θαρώ κι ου Μαυρουβίτ ς απ ν άλλ τ µιρά, ου πάππους, ήταν συµβουλιουγράφους. Λίγου έλιψιν ν αστουχήσου τουν Παπαπασχάλ. Σαν αύριου κι κάθι πρώτ απ του µήνα έρχουνταν κι έκαµνιν αγιασµόν στου σπίτι µας κι σι όλα στ γειτουνιά µας, κι µείς µόλις τουν ίγλιπάµι πχιαλούσαµι να τουν προυφτάσουµι κι έσκυβάµι κι τουν φλούσαµι του χέρι τ τ άσπρου, πούταν µαλακό σα σ µήτ. Θυµούµι η µάνα µ τουν 132

132 Παπαπασχάλ τουν ίλιγιν αφέντ. Είχαµι κι έναν π δεν έκαµνιν κάν τίπουτας. Ήταν ου Κώτσιους ου Αρκούδας ου Τιµπέλτς µι τ όνουµα, ου µπαµπάς τ Θύµνιου. Ου Θύµνιους αυτός ήταν αξάδιρφους τ Θύµνιου τ Μάραντου τ αξάδιρφου µ που µάθνισκιν ακκουρντιόν στ άφκιαστου σαν του γκαβό του Θύµιου τουν άλλουν τουν αξάδιρφου τ. Όν τηλ µέρα ου Αρκούδας κάθουνταν όξου απ του σπίτι τ στου πιζούλ κι πίραζιν όποιουν απιρνούσιν απού κεί. Για όλνους είχιν βγάλ' παρανόµια. Τουν πείραζάµι κι µείς κι τουν φώναζάµι : Τίµπιλάκουουου Αυτός του Νίκου του φίλου µ τουν φώναζιν γκάγκαρου. Ιµένα άµα µ ίγλιπιν µι φώναζιν κουκουέ. Ιγώ, µ κρός ιτότι, δεν καταλάβινα τι µ ίλιγιν. Ούτι η µάνα µ µ ιξηγούσιν όταν τ ρουτούσα. Απέρασαν πουλλά χρόνια ως που να του καταλάβου. Κι π του κατάλαβα, τι κατάλαβα; Πάν κι οι κουκουέδις, πάν κί τα τσιούλια, πάν κι τα γκιούµια, παν κι τα κάρα, παν κι οι ρουφτέϊνις οι παξιµαδαρές, πάν κι οι λαγοί κι οι πιρδίκις, πάν κι τα σαλιάρια µι ν κασταλαή, πάει κι ου Αϊ- Νικάνουρας, πάν κι όλα ικείνα Μπουρεί ν αστόησα κι κάναν απ τ γειτουνιά µας. Σίγουρα τ αστόησα. Πέρασαν όµους απ τα ιτότι πινήντα χρόνια, µ σός ιώνας δηλαδής. Ηταν του 1950 κ ιδώθι. Πρώτ ηµουτικού είµασταν ιτότι µι δασκάλα τ Λέν τ Μουµουζιάϊνα κι συµµαθητές µ 133

133 ν Αννούλα τ' Ριπανά κι του Γιάνν τουν Πλόσκα (τ ς Λένκους απ τα Κατσ κάθκα) κι οι άλλ συµµαθητές µ κι οι φίλ π ανάφιρα παραπάν. Η Άννα, ου Γιάντς κι γώ απόµναµι µούγκι σαν τ ς σιούρδ να µη θέλουµι ν αστουχήσουµι ικείνα απ τα ιτότι κι όλου τ αναφέρνουµι κι όλου µας γαρδαλών. Οι µ σοί απ Κοζάνη, µετά την παρέλαση της 25 ης Μαρτίου Από αριστερά: Νίκος Χατζηγεωργίου, Γιάννης Βανίδης, Γιάννης Φασνάκης, Γιάννης Πλόσκας. τα ιτότι έφυγάµι, τι Γιρµανίις, τι Αθήνις, τι Αυστραλίις, τι Σαλουνίκις, τι Αµιρικές, άλλους µακρά άλλους κουντά, αλλά έφυγάµι. Καµόσ δεν τα γυρίσ ν ντίπ. Κι δεν π στεύου να γυρίσουµι ούτι κι µείς, ιξόν κι αν µας γυρίσ ν σην κάσα. Οι άλλ οι µ σοί απόµ ναν. Απόµ ναν ικεί π γκρέµ σαν τ ς αυλές κι έκουψαν τα δέντρα, χάλασαν τα γκαλντιρίµνια κι µπάζουσαν τ ς µπαχτσέδις, ανέβασαν πουλυκατοικίις 134

134 κι έφκιασαν δρόµ µι άσφαλτουν κι τσιµέντα. Ιµείς όµους απόφυγάµι, ν παλιά µας τ γειτουνιά µι τουν κόσµου τ ς, ν έχουµι σην ψ χή µας, απόµνιν µέσα µας κι τα µας ακλουθάει σα γείνουρου ως που να σώσουµι. ταχιά ξηµιρών Μάρτ ς. Χουρίς µάρτ δις στα δάχτ λα απ τα κουρίτσια κι στα χέρια απ τα πιδιά. Χουρίς ξιγιλάσµατα, κι Μαρτ! Μάρτ! Μάρτ! Τώρα γιλούν τουν Απρίλ. Αλλ κιροί, άλλα ιθίµατα τώρα. Άλλαξαν τα πράγµατα κι οι ανθρώπ. Αυτός π δεν άλλαξιν ακόµα είνι ου Όλυµπους, κι ας τουν γλέπου απού ν πίσου τ µιρά τώρα. Άσπρους, καθαρός, ανάλλαγους κι µακρά. Τουν αγναντεύου όντας δεν έχ κιρόν κι σα να µι φαίνιτι πότι πότι, τώρα πόχ ένα κιαµέτ παγουµένα χιόνια ουπανουθότ ακόµα, πως γιαλίζιτι ικεί ουπάν στ ς κουρφές τ σα στουν καθρέφτ η παλιά η Κόζιαν. Σα να µι φαίνιτι ότι ξιδιαλέγου, θουλά ιπειδής τζιβώνου κι τα µάτια µ ουλίγου γιατί νουτίζ ν, ξιχουρίζου τουν Αϊ-Θανάσ µι τα δυό τα σιατραβάνια, τουν Αϊ-Σαράντ µι του Κουρί απού κάτ, ν Αϊ-Παρασκιυή µι τ αµπέλια κι τουν Αϊ-Λιά τουν ψηλό µι τ ς φουλιές απ τ αγρουπιρίστιρα, ν τσιουµπρίτσα κι ν καντιλίνα. Μπουρεί κι να µι φαίνιτι µούγγι, ποιός ξέρ ; Μπουρεί 29 Φεβρουαρίου

135 Κοζάνη, Αποκριές Από αριστερά: Κυριάκος Κυράνος, Αργύρης Βαρδάκας, ηµ. ακής, Χαριλάκης Τσαΐρης, Γιάννης Βανίδης, Τάκης ακής και Τάκης Πάπιστας. Η ΜΟΥΣΙΚΗ Στη µνήµη των φίλων ου έφυγαν νωρίς, Κυριάκου Α. Κυράνου και Τάκη Χρ. ακή. Κάθι χρόνουν όντας σώνουνταν ου θέρους κι έφυβγαν οι πατόζις απ τουν Αϊ-Θανάσ, ου αξάδιρφους τ ς µάνας µ ου Μιχαλάκ ς τ Καραντάνα πούταν τζιουµπάνους κ είχιν του µαντρί µι τα πρόβατα τ στου Σιώπουτου, έφιρνιν στ µάνα µ ένα 136

136 γκιούµ γάλα, να φκιάσ τα πέτουρα κι τουν τραχανά τ ς χρουνιάς. Ου Μιχάλτς απ τ Ντραβουντάντστα, π δούλιβιν στ µπαµπά µ ν απουθήκ, ν ίφιρνιν αυγά π του χουριό τ. Αλεύρ ίφιρνιν ου Μπίτιας φαρίνα π του Στέφου που χιν µαγαζί σιαπάν στου στιαρουπάζαρου. Τα ζύµουνιν πρώτα η Στιργιανή, τα σκέπαζιν να φουσκώσ ν, ύστιρα άνοιγιν µι τουν κλώστ' τα χουντρά τα φύλλα για τουν τραχανά κι τα ψιλά για τα πέτουρα. Τα χουντρά τάτριβιν στου διρµατίσιου του κόσκινου κι τα ψιλά τάκουβιν ίσια µ ένα δάχ λου φαρδά σα φιλουρίδια. Υστιρα τάπλουνιν στουν ήλιου να στιγνώσ ν, ουπάν σι παλιά σιντόνια απού χασέν. Αµα στέγνουναν, τα µάζουνιν σι σακούλια κι τα κριµνούσιν στου κιλάρ. Τουν ίδιου τουν κιρό έφκιανιν πιλτέν απού κουρόµπιλα κι πιλτέν ντουµάτα κι στέγνουνιν κι ντουµάτσις στουν ήλιου, π τ ς τηγάντζαµι του χειµώνα. Αντ αρχινούσιν η µάνα µ να φκιάν αυτέσια τ ς δ λειές, χιρνούσαν κι τα καλουκιρ νά τα πανηύρια. Πρώτα πάεινάµι στού Σιώπουτου σ ν Αϊ-Κυριακή. Υστιρα πάεινάµι στούν ψηλό τουν Αϊ-Λιά όπ κι ξινυχτούσαµι. Υστιρα ήταν του πανηύρ σ ν Αγιάννα, παρακάτ π του χαµπηλό τουν Αϊ-Λιά όπ ήταν µια τρανή µπιστιρά κατηφουρκιά π γυάλτζιν στουν ήλιου κι κεί ουπάν έφκιανάµι γλύστρα. Ικεί ουπάν στ µπιστιρά είχιν κι ένα σµάδ που λιγάµι ότι ήταν του πέταλου απ τ άλαγου τ Αγιώρ. Απ του κατόπ έρχουνταν του πανηύρ σ ν Αϊ-Παρασκιυή σιαπάν στ αµπέλια. εν 137

137 αδουκιούµι ντίπ πότι πάεινάµι στουν Αϊ-Νικάνουρα. Κι στουν πάτου πριν χιρίσ ν τα σχουλεία, απού µέρις νουρίτιρα, πάεινάµι µι τουν αδιρφό µ στ γιαγιά µ ν Αγνούλα στ Σιάτ στα, για του τρανό του πανηύρ τ ς Παναΐας. Ξυνιχτούσαµι ιτότι, γιατί καρτιρούσαµι τα στουλτζµένα τ άλουγα πόρχουνταν απ του Τσιαρούσ νου µι τ ς κόκιανις τ ς βιλέντζις κι τα χάµουρα µι τ ς γαλάζγις τ ς χάντρις κι τα µπρούντζα κι χόριβαν όλ, όλ τ νύχτα, κ έτσ γλύτουνάµι κι µείς ένα βράδ απ τ ς σιατ σνές τ ς κόρτσις. Αµα δεν ήταν πανηύρια µας πάεινιν ου µπαµπάς µ πότι στουν κήπου τ Τιρζή, πότι στουν κήπου τ Καραδήµ. Τ ς Κυριακές τα βράδυα πάεινάµι στ βόλτα κι σην πλατέα που ιτότι είχιν τρανά δέντρα κι λούδια κι ουρθά σιδιρέϊνια στιφάνια για να µην σιβέν τα µ κρά κι πατούν τα λούδια. Είχιν κι παγκάκια απού µαντέµ κι ξύλου π κάθουνταν οι τρανοί κι δεν µπουρούσις να τα κνήεις ντίπ. Αλλις βραδές πάλι, βουηθούσαµι στ γειτουνιά µας αφνούς πούχαν µαζώξ τα καλαµπούκια κ ήθιλαν να τα ξισπυρίσ ν κ έφκιαναν νυχτέρια. Εβγανάµι πρώτα τα φύλλα τα κίτιαρνα απ γιόµζάµι µι τιαυτά τα στρώµατα, ύστιρα τα µουστάκια κι µ ένα παλιό πέταλο απού γουµάρ ξισπύρζαµι τ ς ρόκις. Τα κουκότσια τάκιγάµι στ σόµπα του χειµώνα κι καµόσα τάφκιανάµι βουλώµατα για τα µπουκάλια. Τ ς ρούσκις τ ς κριµνούσαµι στου νταβάν για του χειµώνα, κι τ ς έφκιανάµι στου τηγάν φούσκις. 138

138 Όλα τα παραπάν τα γράφου για ν αδουκθώ κόµα µιάφρας πως, όπ κι να πάεινάµι όντας είµασταν µ κροί, ή µαναχοί µας ή µι τ ς γουνίδις µας, άκουγάµι εναντόνα άργανα κι τραγούδια. Αυτά π τα σας πώ είνι όπους τάζησα ιγώ κι όπους τα θυµούµι σαν τώρα ιά. Χιρνιούντας δεν τα πώ ότι αδουκιούµι, όπους λέν καµόσ, πως µι νανούρζιν η µάνα µ, γιατί αυτό δε γένουνταν. Τ άκσα όµους αυτό του νάνι νάνι «... κι παράγγειλα σην Πόλη τα προικιά σου», τρανύτιαρους, απ τούλιγιν η µάνα µ στουν µ κρό τουν αδιρφό µ για να κοιµ θεί. Κι αδουκιούµι κόµα πώς µ έσπαζιν η µάνα µ µι ν κλούτσα πόφκιανιν τα καλτσιούνια, γιατί ρουπουτούσα κι δεν άφ να του µ κρό να κοιµ θεί. Ακουγάµι άργανα κι τραγούδια σιόλα τα πανηύρια. Τ ς βραδές του καλουκαίρ τραγδούσαν στ ς χουρατάδις, στα νυχτέρια κι στ ς καντάδις. Ακουγάµι σ ν ικκλησιά τ ς ψαλτάδις κι τ ς παπάδις κι τ χουρουδία τ Μάκη τ Μπαχτσιαβάν αντα έρχουνταν στουν Αϊ-Κουσταντίνου αντάµα µι του ισπότ όταν γιόρταζαν αυτός κι ικκλησιά. Στουν Τιρζή έρχουνταν ου Γούναρης κι τραγδούσιν του «Μια κότα στρουµπουλή», ου Μόλας έπιζιν κι τραγδούσιν του Γκαραγκιόζ. Στουν Καραδήµου έρχουνταν ου Τσιτσάντ ς, ου Πιλικάνους όπους τουν είχαµι βγάλ παρατσούκλ, κι αντάµα µι τιαυτόν έπιζιν µπουζούκ ου µπαµπάς απ του σχουρηµένου τουν φίλου µ τουν Τάκη, ου Χριστάκ ς ου Ντα κς 139

139 πουχαν παίξ αντάµα παλιά κι σ ν Αθήνα. Στ Σιάτ στα, όπους είπα παραπάν όντας πάεινάµι τ ς Παναΐας, έπιζιν η Σκύλα µι τα τρανά κι τα µ κρα τα µπουριά (αυτά απ λέν σήµιρα χάλκινα) κι του καλίτιρου πόπιζαν κι γένουνταν ου χαµός τ χαµού, ήταν του σκόρπιου, ου χουρός π σκώνουνταν ως κ οι µπάµπις κι χόριβαν, γιατί όλ έφκιαναν ότ ήθιλαν καθώς ρίχνουνταν σαν τ ς αρκούδις κ οι παραπάν απ τ ς µσοί ήταν ντίπ κούρπιτου. Στ γειτουνιά µας, άντα ου Χαλιούρας πούλτσιν του σπίτι τ στου Χλιαρά, ου Χλιαράς τόφκιασιν µπακάλ κου κι νταβέρνα. Είχιν κι γραµµόφουνου µέσα. Ικεί πάειναν κίπιναν οι φαντάρ κι χόριβαν κι σήκουναν µι τα δόντια καρέκλις κι τραπέζια. Ιµείς οι µ κροί ακουλνούσαµι τ ς µύτις στα τζιάµνια για να γλέπουµι κι άκουγάµι κι µάθνισκάµι µι ν πρώτ, όλα τα τραγούδια πόβγαναν ιτότις ου Καζαντζίδις κι οι άλλ. Στουν Κένταυρου, του στρατιουτικό του θιρινό του σινεµά π γένουνταν κι θέατρου, έρχουνταν ου Ξύδης κι µι φαίνιτι κ η Ρένα Ντόρ. Ικεί µέσα στουν Κένταυρου ήταν κι ου Ραδιουφουνικός Σταθµός Ινόπλουν υνάµιουν πούχιν µια πουλύ όµουρφ ικφουνήτρια, τ Γκαγκαλίνα(;). Ικεί πάϊναν κι τραγδούσαν, κι τ ς άκουγάµι απ του ράδιου, η «Χαρούµιν Συντροφιά» πούχαν ου αξάδιρφους µ ου Κώτιας ου Ντάλας µι του Λόλη τουν Κουζιάκ κι τουν άλλουν τουν ψηλό τουν Κώστα του Λιόγα του Ντρουµάκα, µι τρείς κιθάρις, σαν του «Τρίο Κιτάρα» 140

140 πούταν τότι τ ς µόδας. Ύστιρα π τιαυνούς κατά του ιξήντα ( ) άκουγάµι τ ς Κυριακές τα Ισπανικά (λάτιν τα λέν σήµιρα) π τα τραγδούσιν µι τ ς κιθάρις ΚΟΖΑΝΗ 1960(;). Η ΠΑΝ ΩΡΑ, στα σκαλιά του ηµοτικού Σχολείου Κοζάνης (Καρατζέτζου), απέναντι από το Γκοβεντάρειο, όπου στεγαζόταν µαζί µε το ηµοτικό Ωδείο. Στο κέντρο ο αρχιµουσικός Λευτέρης Καραχάλιος. Στην πρώτη σειρά (καθήµενοι) τα µέλη του.σ. Από αριστερά: Σάκης Σαµαράς, Γεώργιος Τιάλιος, Κων. Χασάπης, Γκοβεντάρος και Αθαν. Μούτος. Πρώτος από αριστερά στη δεύτερη σειρά των ορθίων, µε το κλαρίνο, ο γράφων. του «Τρίο Σισόλντο» π τούχαν ου Στράτους ου Ηλιαδέλτς (π τουν έχουµι στα «Ελιµειακά» διαφυντήν), αντάµα µι του Γιώρ του Γκούντα (απ τα ιτότι τούχιν του µιράκ σην κιθάρα) κι τουν Κούλη 141

141 του Σιαλβέρα πόριχνιν κι τ ς πιννιές. Αφνούς τ ς άκουγαν κι όλις οι µαθήτριις γιατί βάρινιν η καρδιά τις µι τ ς µιλουδίις ικείνις, όχ σα σήµιρα π ακούν τα σιουρδίτ κα οι µ κρές απ τι αυνούς τ ς µιλέζ κ κι γκιλιούντι καταής σα µακρά που δώ. Ικεί στου Σταθµό µας πάεινιν κι µας η δασκάλα µας η κυρά Λέν η Μουµουζιάϊνα κι τραγδούσαµι. Απ του ράδιου ακόµα άκουγάµι κι θέατρου κάθι ιυτέρα βράδ, άκουγάµι του Ιδώ Μόσχα!, τουν Οικουνουµίδη, τα λατινικής Αµερικής, κ ένα σουρό άλλα. Του µπαµπάκα µ τουν άριζιν νακούει του «Εµπρός της γής οι κολασµένοι..», τ µάνα µ τ ν άριζιν ου Ατίκ. Αντας µιάφρας όµους πήγιν του Σουµατείου Καπνιργατών στου Νουµάρχη για «διεκδηκίσεις», η µάνα µ βγήκιν αµπρουστά κιουµήλτσιν κι άς µην ήταν κι στου Προυηδρείου. Ου Μπήτιας κι ου Μπέσσας ούτι γκ κ δεν έβγαλαν. Σην πλατέα έπιζαν κάθι Κυριακή όλου του καλοκαίρ µπροστά στου Ερµιόνιου, η µπάντα απ του Β Σώµα κ η Πανδώρα που είχαν µαέστρου, κιά οι δυό, τον Λιφτέρ τουν Καραχάλιου, του µπαµπά τ Πάρι. Υστιρα καθώς έρχουνταν ου χειµώνας χιρνούσαµι στου σκουλειό Ουδική. Η κυρά Λέν η Μουµουζιάϊνα µας µάθνισκιν όλα τα τραγούδια κι τα ιµβατήρια για να είµιστι έτοιµ απού νουρίς για τ ς ιξιτάσεις. Ιτότις οι ιξιτάσεις γένουνταν µι όλα τα πέντι τα ηµουτικά αντάµα, στου Ουλύµπιου. Χώρια οι Γυµναστικές Ιπιδείξεις στου γήπιδου µη τ ς ασκήσεις, 142

142 τ αγουνίσµατα κι τ ς χουροί στουν πάτου. Σην πέµπτ ν τάξ τραγούτσα ντουέτου αντάµα µι ν Καίτη τ Γκλούµπινα του «Αχ ψαροπούλα..» αµπρουστά στου Νουµάρχη κι του ήµαρχου στου Ουλύµπιο κι σ ν έκτ πάλι ήµαν καπιτάνους κι είχα φουστανέλα κι φέσ, χουλέβις κι µπουντουβέζις πραγµατικές, πάλι στου Ουλύµπιου. Στου Γυµνάσιου δεν είχαµι Ουδική, είχαµι µάθηµα Μουσικής µι τιτράδια µι πιντάγραµµα που έπιρνάµι απ τουν Καραλέκα κι είχαµι κι χουρουδία. εν πήγα όµους στ χουρουδία γιατί αρχίντσα απ τ δεύτιαρ γυµνασίου να βγάνου µουστάκια κ η φουνή µ να φκιάν κουκουράκια. Πήγα όµους σην Πανδώρα. Αρχίντσα µι του άσκαλου (του Λιφτέρ τουν Καραχάλιου) θιουρία κι σουλφέζ κι τα πάεινα µια χαρά. Μούγκι του κλειδί του φά δεν χώνιβα του βιράνκου γιατί κατέβαζιν δυο γραµµές παρακάτ τ ς νότις κι λουζιάζουµαν γιατί ιγώ είχα χιρίσ θιουρία µι του κλειδί του σόλ. Στουν πάτου µι δίν κ ου άσκαλους για όργανου του ιφώνιου, είµαν κι λίγου λιανός κι δεν µπουρούσα να του σ κώσου, έπιζιν κι σι κλειδί φά, µην τουν είδιτι ξανά τουν Γιάν σην Πανδώρα. Αντα έφιγιν όµους απ απέναντι απ του Γυµνάσιου η Πανδώρα, πούταν ουπάν απ του βιβλιουπουλείου τ Τσιλίκα κι πήγιν αντίκρα απ τ Καρατζέτζ του σκουλειό στου Γκουβιντάρειου του κινούργιου, αντάµα µι του Ουδείου, ιάτους ου Γιάντς ξανά. Του ιφώνιου τούχιν πάρ ου Φίλιππας κ ου 143

143 άσκαλους έτσ που είµαν έτοιµους απου θιουρία µέβαλιν στα κόρνα. Ένα χρόνου ψόφσα στου έντα έντα έντατάτα. Ιφτυχώς ήθιλαν κουαρτίνου κι απ του κέντρου πήγα διξά στα κλαρίνα. Του ριπιρτόριου τ ς Πανδώρας είχιν απ όλα κι για κάθι πιρίπτουσ. Στ ς παριλάσεις έπιζάµι του «Ολ η δόξα όλ η χάρη» κι αµιρικάν κα ιµβατήρια τ Σούσα. Στ ς κηδίις απ αφνούς π τ ς πατούσαν, έπιζάµι τ Μάρτσια Φουνέµπρε, ν Τρίτ τ Μπιτόβιν. Αµα γυρνούσαµι απ τουν Αγιώρ ου Γάκης ου Λιόντας µι του πίκουλου κι ου Χαρίης ου Μόσχους µι του τύµπανου, έπιζαν κατ ιµβατήρια απ τ µέθουδου απ του φλάουτου π δεν καταλάβινιν κανγκάνας ότι γυρνούσαµι απου κηδεία. Ηταν σαν να γυρνούσαµι απού παρέλασ. (Τ ς είχαµι ζαµπακόσ κιόλαντς!). Στουν ιπιτάφιου έπιζάµι Μπιτόβιν ξανά κι ένα λυπητιρό κουµάτ απτούχιν γράψ ου σ χουριµένους ου ισπότ ς ου ιουνύσιους απούταν θειός τ Κώστα τ Ψαριανού τ συµµαθητή µ. Επιζάµι κι του «νιάου νιάου βρε γατούλα» όντας πήγαµι µιάφρας στα Καρναβάλια στ Βέροια κι µας είχαν φκιάσ κι µαύρις στουλές µι νουρές (µασκαραλίτκα πράγµατα!). Του ίδιου έπιζάµι κι στα θκά µας τα καρναβάλια, αλλά του σουξέ µας ήταν του έντικα. Όλ τ βδουµάδα κάθι βράδ έβγινάµι στ βόλτα όλ η Πανδώρα, κι έπιζάµι στου τζιαντέ του έντικα κι χόριβαν όλ. Ποιός δεν αδουκιέτι τουν Πανούλη τουν Καρδουγιάνν µι ν κουρνέτα τ κι του 144

144 Θουµούλη του Ντούρβα µι τ γκράν κάσα; Στα καρναβάλια ιξόν απού ν Πανδώρα κι τ ς γιούφτ που έπιζαν στου δρόµου, έπιζαν κι στα κέντρα, στου υπόγειου τ Ταρτάρα, στουν Παπαγιώρ κι αλλού, ουρχήστρις ιβρουπαϊκές θκές µας, ου Τσίντζιλις πρώτους κι καλλίτιρους, η µάνα απού µια συµµαθήτρια µ που έπιζιν πιάνου κι άλλ απ δεν αδουκιέµι τα ουνόµατα τ ς. Μι ν Πανδώρα πάλι άλλ φουρας πήγαµι, στ Λαµία κ έκαµάµι τρισάιου στουν τάφου τ Κασουµούλ πούνι στ Στυλίδα. Επιζάµι κι σην πλατέα του καλουκαίρ κάτ δύσκουλα κουµάτια π δεν τα πρόφτινα ντίπ µι τα δάχτυλα τα τριακουστά δεύτιρα κι τα εξηκουστά τέταρτα. Ηταν του Ταγχόϋζερ τ Βάγκνερ, ήταν κάτ Ουγγρικοί χουροί απ του Μπράµς, κάτ άριις απ του Βέρντι, κι άλλα πουλλά. Υστιρα, τα καλουκαίρια, ήταν κι οι καντάδις. Λίγου πουλύ όλ' έφκιαναν ιτότι καντάδις γιατί σι κάθι παρέα ήταν κι κάνα δυό απ ζγκρανούσαν καµιά κιθάρα ή κάνα µαντουλίνου κι οπουσδήπουτι κάνας π τουν είχιν αρθεί ντουβουρλίγκα. Ως κι η θκιά µας η παρέα έφκιανιν καντάδις. Επιζάµι κιθάρα ου Τάκης ου Ντακ ς κι γώ (τάχατ') κι πάεινάµι σαν τ'ς µπούφ' στου Συνοικισµό κι τραγδούσαµι, γιατί όπους είπα παραπάν, του Λιυτέρ τουν Πάλλα τουν είχιν αρθεί ντουβουρλίγκα κ αγαπούσιν µι του νού τ' µιάν ικεί σιακάτ. Υστιρότιρα πάλι που έφκιανάµι καντάδα µι του Ρούσ του Γκατζόφλια -τ Χαρίσ -, του Νίκου 145

145 του Μπίζιου κι άλλνους, όξου απ του σπίτ τ ς Καλυψώς, έστριξιν η Καλυψώ κι παντρέφκιν τουν Κώστα τουν Τιάλιου του γείτουνα µ, απ κρύβουνταν ουπίσου απ τιµάς π τραγδούσαµι. Σην καντάδα όµους κάνγκάνας δεν έφτανιν τ αδέρφια τ ς Πισλίδις, τουν Άνθου κι του Γιάν. Κάθουνταν λίγου παρακάτ απ τουν αξάδιρφου µ του Θύµιου του Μάραντου - που έπιζιν κ αυτός ακκουρντιόν- ακουλτά µι τουν Πέπου κι άντικρα απ του Σιάσιου. Είχαν φουνή πρώτ', κι ου ένας έπιζιν µαντουλίνου κι ου άλλους κιθάρα. Τα καλουκαίρια τ ς ζιστές τ ς βραδές, έβγιναν στου νουβουρό τ ς κι τραγδούσαν κι έπιζαν κι µαζόνουνταν όλου του Κυραµαριό κι τ ς άκουγιν. Ικεί λίγουν κιρό πρίν του ιξήντα (του 57; του 58;) γίγκιν κι ου Σύλλουγους Συναυλιών κι Μουρφωτικής Κινήσιους µι αρχηγό κι ψ χή ν Έλλη τ Μάνου πούταν κι ιηυθήντρια στου Ουδείου κι ν είχα κι δασκάλα στου πιάνου άντα ήµαν απουθηκάριους σην Πανδώρα µι Πρόϊδρουν τουν Χασάπη κι Συµβούλιου τουν Τιάλιου, του Μούτου, του Γκουβιντάρου του µπαµπά τ ς Ντίνας (π δούλιψάµι αντάµα ύστιρα σ ν Ιθνική), του Μανώλ τουν Παπαδέλ του µπαµπά τ ς Μιµίκας κ τ Λάκη, κι του δικηγόρου του Σάκη του Σαµαρά. Αυτός ου Σύλλουγους ίφιρνιν σην Κόζιαν σουλίστις κι ουρχήστρις δουµατίου (όχ τρανές, ιά κάνα τρίου κάνα σιξτέτου κι τέτοια) κι χόρτινιν ου κόσµους καλή µουσική ιξόν απ τιαυτήν πούπα παραπάν 146

146 πάκουγάµι στα πανηύρια κι στα κέντρα, δηλαδής τ θκιά µας. Όχ ότ η θκιά µας δεν ήταν καλή απ τα δηµουτικά ως τα ριµπέτικα κι απ τα τρουπάρια ως τ ς καντάδις - κάθι άλλου µάλιστας. Αλλά ν ίλιγάµι καλή λόγου ιβγένειας γιατί, όντας έρχουνταν ου καϋµένους ου Βύρουνας ου Κουλάης (ήταν κι ΚΟΖΑΝΗ 26 Φεβρουαρίου Ρεσιτάλ πιάνου της Jean Graham για τους µαθητές των Γυµνασίων της Κοζάνης στο Γκοβεντάρειο. ιακρίνεται στα δεξιά µε τα σκούρα γυαλιά η Ελλη Μάνου, έχοντας µπροστά της τον ήµαρχο Βασίλειο Ματιάκη, που έχει στα δεξιά του τον καθηγητή Β. Σουρµελίδη. Στην πρώτη σειρά ορθίων, αριστερά, µε το µαθητικό πηλήκιο, ο γράφων. Στο κέντρο η πιανίστα έχοντας αριστερά και δεξιά της τη Λίλα και το Νινί, κόρες της δασκάλας Ελένης Μουµουζιά- Γεωργουλάκη. ιακρίνονται ακόµη στη σειρά των καθηµένων, δεύτερος από αριστερά ο καθηγητής Ν. Παπακώστας και Τρίτη η καθηγήτρια Αικ. Αναγνωστοπούλου. 147

147 λίγου χουντρουµπαλάσας) ή ου Τώνης ου Γιουργίου (ήταν κι λίγου σ ) απ ν Αθήνα µι του λιουφουρείου, ή ου Γιώργους ου Θυµής απ τ Σαλουνίκ (ήταν κι δάσκαλους απ τουν θκό µας του γιατρό τουν Τάκη του Γκαραγκούν ) κί έπριπιν να παίξ ν ένα κι ένας (καµνιάφρας αργούσαν τα βιράνκα τα λιουφουρεία κιόλαντς έβρισκαν χιόνια στου Σαραντάπουρου ή σην Καστανιά- κι του κοινό καρτιρούσιν), έ, πώς να του κάµ ς, ν έλιγάµι έτσια, για να παίρν κουράϊου οι ανθρώπ ότι η θκιά τ ς η µουσική ήταν η καλή. Μιάφρας ήρθιν κι µια πιανίστα απ ν Αµιρική παρακαλώ, η Jean Graham. Πού να φέρ ς ιτότι µουσικοί απ τ Ρουσία ή απ τ ς άλλις τ ς χώρις απ του Σιδηρούν του τέτοιου, άς ήταν κι κουντίτιρα, άς ήταν κι φνότιρα. Πουλύ αργότιρα αρχίντσαν νάρχουντι µουζίκ απ σιαπάν. Ου αµψιός τ ισπότ µάλιστας ου ηµόπουλους, αυτό του τσιαλιστιµένου του πιδί, τώρα, πριν καµόσα χρόνια µι τα σιµινάρια πόφκιανιν τα καλουκαίρια, ίφιριν ως κι τουν Ρίχτερ. Αντάµα µι τιαυτά π λέου ότι γένουνταν παραπάν έρχουνταν του καλουκαίρ κι του Κρατικό µι τουν Καραντινό στου γήπιδου κι ίγλιπάµι κι καλό θέατρου. Αδουκιούµι σαν τώραϊά τουν Τσακίρουγλου που έπιζιν του ζουρλό στου Βασιλιά Λήρ. Ακόµα είχαµι κι κάτ τυχιρά απ τ ς µουσικοί τ ς νέοι που υπηριτούσαν στο Β Σώµα σα φαντάρ. Καµόσ απ αφνούς έπιζαν στου Ουλύµπιου τ ς Κυριακές του µισµέρ του χειµώνα, όπους ου 148

148 ήµους ου Μούτσης, βιουλί κι ου Λάζαρους ου Αρχουντίδης, πιάνου. Αφνούς τ ς αδουκιούµι καλά γιατί έφκιαναν πρόβις στου Ουδείου τ απουγέµατα, όταν πάεινα ιγώ µι ν ώρα µ κι άνοιγα ν Πανδώρα γιατι, όπους είπα παραπάν, ήµαν κι απουθηκάριους. Επιξαν του κουντσέρτου για βγιουλί κι ουρχήστρα (δεν είχαµι ουρχήστρα για τιαυτό ου Αρχουντίδης έπιξιν του µέρους τ ς ουρχήστρας στου πιάνου) τ Πιότρ τ Τσαϊκόφσκι. Τούχα ακούσ τόσις φουρές αυτό του κουντσέρτου απ τούχα µάθ απ όξου κι ανακατουτά, όπους είχα µάθ πάλι απ όξου του Ιµπροµτού Νο 4 τ Σούµπιρτ, απούταν του διπλουµατικό τ Τάκη τ Γκαραγκούν π τουν είχιν ψουφίσ ου Θυµής ως που να τουν δώσ του πτυχίου στ Σαλουνίκ. Ου Τάκης έφκιανιν πρόβις στου Ουδείου ιτότις κι τουν βουηθούσιν κι η Έλλη. Μι τιαυτά κι µι τικείνα απέρασαν τα χρόνια απ του ηµουτικό, απέρασαν κι απ του Γυµνάσιου, αυτά απ λέν τ ς ιφηβείας. Τράνιβάµι κι ούτι π τού καταλάβινάµι, αλλά είµασταν νύχτα µέρα αντάµα µι τ µουσική. Παρέα µι του Θανάσ τουν Ιβαγγιλόπουλο, του µακαρίτ τουν Τάκη του Ντακ, τουν Τάκη του Τζήµου, του σχουριµένου τουν Κυριάκου τουν Κυράνου (π µ είχιν βγάλ κι του παρανόµ Στράους γιατί σ κώνουµαν κι έκαµνα του µαέστρου όταν έπιζάµι κλασσικές πλάκις στου πικάπ τ ), τουν Τέλη τουν Πάλλα, τουν Τάκη τουν Πάπ στια, του Χαριλάκ τουν Τσιαϊρ, τουν Τάκη 149

149 του ίκου, τουν Τάκη του Γκούτζιου κι ένα σουρό άλλνους, που µας έχανις που µας ίβρισκις, έπιρνάµι του πικάπ τ Κυράνου µι τ ς µπαταρίις κι τ ς µ κρές τ ς πλάκις τ Θιουδουράκ, τ ς καβαλαρίας λετζέρας, του ιταλικό καπρίτσιου κι ένα σουρό άλλα, κι πχιαλούσαµι στουν χαµπηλό τουν Αϊ-Λιά, σ ν Αϊ- Παρασκιυή, σην Παναϊα κι άκουγάµι κι τραγδούσαµι κι χόριυάµι. Υστιρότιρα, άµα έσουσάµι του Γυµνάσιου έκαµνάµι παρέα κι µι καµόσ νους τρανύτιαρ π τ ς άριζιν η καλή η µουσική κι η θκιά µας, ήταν κι στ χουρουδία τ Μάκη. Τουν Προυκόπ του Γκατζουγιάνν, π πέθανιν νέους, του Βασίλ του Σιαµπανόπουλου, π πέθανιν κι αυτός νέους κι πιδιµένους κι αδικηµένους, του Μάκη του Κουντουρά κι άλλνους. Κιπειδής ύστιρα απ ν 21 η Απριλίου µας είχαν ψουφίσ στα κλαρίνα κι στ ς Γιουργαλάδις µαζόνουµάσταν κι άκουγάµι δίσκ ιξόν απ τ ς κλασσικοί, π τ ς ήξιράµι απ όξου, κι σειραϊκή κι ηλικτρουνική κι άλλα τσιασίτια ένα σουρό. Μπέριο, Γκλόµπουκαρ, Καίητζ, Πιέρ Ανρύ, Στοκχάουζιν, Πεντερέκι, τουν θκό µας του Σκαλκώτα κι τουν άλλουν του Χρήστου π σκουτώθκιν νέους κι τουν Ξινάκ πούταν ιτότι τ ς µόδας κι του Βάλτιρ κι τ Γουέντι Κάρλος κι ένα κιαµέτ άλλνους. Ακουγάµι κι πουλλοί Ρώσσ µουσουργοί. Απ του Γκλίνκα κι τ ς Πέντι τ ς Τρανοί (Μπαλακίρεφ, Κούι, Μουζόρσκι, Μποροντίν κι Κόρσακωφ) ως του Ραχµάνινωφ του Στραβίνσκυ κι 150

150 του Χατζατουργιάν. Μας άριζαν πουλύ ιπειδής είχαν παραπάν ψ χή κι κότσια απ τ ς άλλνους τ ς δυτικότιαρ πούχαν παραπάν µπγιαλό. Οι Ρώσσ ιτότι µας φαίνουνταν σαν πιδιά, οι άλλ σαν τρανοί. Κι πουλύ υστιρότιρα έµαθα κι τουν Σνίτκε κι τουν Πράτ κι τουν Καντσέλι κ άλλνους. Άµα τράνιψάµι κι πήγαµι στου στρατό, ανταµώθ καµι κι µι τ ς άλ νους, του Μηνά του Νταή, τουν Παπά, τουν Κουγιουµτζή, του Γιώργου τουν Κουρουπό που ιτότι ήταν κουριµένους ντίπ στούµπους κι όχ όπους σήµιρα π απόλ κιν τα µαλλιά τ κι γίγκαν καρουλάκια- τουν Πασχάλ τουν Αρβανιτίδη, τουν Αγαπαλίδη, του Ζαµινόπουλου, του ουµπούλα τουν Κώστα τουν Παπαδόπουλο, του Θόδουρου τουν Κύρου κι βέβια του Νίκου του Ντόµπρου που ιτότι ήταν σι όλα αλλιώτκους κι τουν Αρη τουν Τριανταφύλλου που απόµνιν ντίπ ίδιους. Οντας αργότιρα έκατσα στ Σαλουνίκ γνώρ σα σην «Τέχν» τουν ηµήτρ τουν Ιουάννου κι τα πιδιά τ ς προυκλασσικής κι τ όµνα τ ν Ιβνουχίδου τ γυναίκα τ κι του Ντίνου του Χριστιανόπουλου κι όλνους τ ς άλλ στ «ιαγώνιου» κι τουν Σάκη τουν Παπαδηµητρίου µι τ τζάζ στου «όν Κιχώτ» κι του Θανάσ του Μπακουγιώργου µι του Γιώργου του Μιλίκ κι τα δηµουτικά σην «Πανσέληνο». Πάεινάµι απ λέτι ιτότι παλιά, αλλά κι αργότιρα, στ ς συναυλίις, πάεινάµι στ ς µπουάτ κι στα θέατρα όταν είµασταν φαντάρ σιακάτ κι ύστιρα, διάβαζάµι του 151

151 Λιουτσάκου απόγραφιν για µουσική στου «Βήµα», διάβαζάµι κι βιβλία, διαβαζάµι κι τα καπάκια απ τ ς δίσκ κι τα προυγράµµατα, κι µάθνισκάµι σιγά σιγά τι γένουνταν στουν κόσµου. Ως που αυτός ου κόσµους χίρσιν να µας σκουρπάει τουν έναν ιδώθι κι τουν άλλουν ικείθι. Χίρσαµι να χάνουµέστι κι κόµα χαµέν είµιστι. Απόµνιν όµους η µουσική. Ου ρυθµός κι η µιλουδία, η αντάρα κι του γαλήνιµα. Κι η ποίησ. «Βουνά µ να µην χιουνίσιτι, κάµποι µην παχνιαστίτι, ως που να πάου κι να ρθώ». Οντας φέυγ ν όλ απ του σπίτ καµιάφρας, σφαλνώ τ ς θύρις κι τα παραθύρια κι ακούου, κι αδουκιούµι. Κι όλου λέου µαναχός µ κι απουρώ κόµα... Τι νάνι αρά αυτήν η µουσική; Μην είνι του νταούλ απ του γιούφτου απ µπουµπουνίζ κι καθώς βουίζ ν τ αυτιά σ σ έρχιτι να πιταχτείς ουρθός κι να φέρ ς αλόυρα γιατί αδουκιέσι του φούντου κι του ντούπου ντούπου που συ τσάκουσαν όντας φλούσισ πρώτ φουρά ένα κουρίτσ κι γκιλιούσασταν ουπάν στα µαΐσια τα στιάρια πίσου π τουν Αϊ-Θανάσ ; Μην είνι η φλουέρα απ του τζιουµπάνου π κιλαϊδάει κι σι δένιτι ένας κόµπους στου λιµό κι σ έρχιτι να τα σταφνιάις γιατί αδουκιέσι ν πιθαµέν τ µάνα σ κι τουν πιθαµένου του µπαµπά σ απ δεν πρόφτασις να παέντς να τ ς σφαλίεις τα µάτια γιατί σιργιανούσις αλλού; Η θάρουµ είνι ένα µπουρί π αλιχτάει κι σι κάµ ν αδουκιέσι του β νό του Γρίβα κι του 152

152 λιακουτό τ ς γιαγιάς τ ς Αγνούλας στ Σιάτ στα άντα ξηµέρωνιν τ ς Παναϊας; Η είνι τάχα του τσιουτσιούργιαζµα π σ απιρνούσιν του κουρµί, όντας σκυµένους αντάµα µι τ ς άλ νους σ τ ς πλάκις απ τουν παλιό τουν Αϊ-Κουσταντίνου άκουγις να ψέλν του «Σε υµνούµε, Σε ευλογούµε, Σοι ευχαριστούµε...». Η µουσική είνι απ όλα τα παραπάν κι όλα αντάµα ανακατουµένα. Η µουσική είνι ένας απόϊρας απ του Μπούρινου, ένας µαλακός αέρας απ τα Χάσια, ένα τ φάν απ του Σιώπουτου, ένας ίσκιους απ του πλατάν του καλουκαίρ στ Λαριού, ένα ανιµουσούργµα του χειµώνα απ τα Καϊλιάρια! Χνιέτι απανουθός, άγρα ή µαλακά, πότι σι στουµπίζ κι πότι σι βγάν φτιρά. Σι κάµ καµνιάφρας κι αλλάειζ τη γνώµη σ. Κι παραπάν απ όλα σι σιµπάει ν αδουκιέσι αυτά πούθιλις να κάµ ς απού µ κρός κι δεν τα µπόρισις, κ ούτι τα τα µπουρέεις ντίπ καγκαµιάφρας, ιξόν απού ιτότι πόφκιανις τα σπιτάκια µι τ λάσπ σην κατασκήνουσ σην Καστανιά κι κανουναρχούσις τ Φιλαρµουνική απ του Βιρουλίνου σ ν Αϊ-Παρασκιυή άντα έπιζιν του πικάπ. Η µουσική τη µνιάν σι γκριµάει, κι ν άλλ σι σ κών µα δεν σι απαρατάει κάγκαµιάφρας. Κι όπους ύστιρα απού κάθι µπόρα ου κόσµους φαίνιτι ξανά κινούργιους, έτς βγαίντς κι συ καθαρός κι γαργαλτζµένους σαν του µ κρό απού ν κουληµπήθρα- όπουτι ακούς ένα κουµάτ θκό µας ή απ τ άλλα τα... καλά, έτοιµους πάλι να χιρίεις απ 153

153 ν αρχή τουν κουσιό για να φτάεις... Όπους ιτότι!... Να φτάεις ως τ Γιρµανία µι ν κάρτα που σ είχιν βγάλ ου Μιχαηλίδης στου Γραφείου Ιβρέσεως Ιργασίας, αλλά δεν πρόκαµις γιατί συ πρόφτασαν ου Θουδουράκς ου Παπαδέλτς κι ου Μουµουζιάς κι σέβαλαν σ ν Ιθνική (νάντ ς καλά οι ανθρώπ ), ιπειδής προυτύτιρα είχιν υπουγράψ ου Μπήτιας του χαρτί (αυτό του µιτά βδιλυγµίας) στου Μανέντη.- Νοέµβριος

154 ΣΩΘ ΚΑΜΙ Του γιουρτάσιου Στη µνήµη του αξέχαστου φίλου µου Βασίλη Σαµ ανό ουλου Ου νουβουρός µας ήταν κατηφουρκός έτσ όπους έρχουσαν απόξου απ του γκαλντιρίµ κι σέβινις µέσα, στρουµένους µι γυαλτζµένις απ τουν κιρό σιδηρόπιτρις κι ασβιστόπιτρις, π ανάµισα αντί να χ ν ραλίκια, όπους στα τρανά τα σπίτια, φύτρουναν χουρτάρια. Στου νουβουρό, στ διξά τ µιρά ίγλιπις 155

155 τρεις πόρτις σ ν αράδα, βάλι κι τα παραθύρια µι τ ς σιδιριές πούχαν αµπρουστά τ ς όλου λούδια στ ς τινικέδις. Άντικρα ήταν του µαειριό κι ένα αναγκαίου για όλνους. Τ ς Αθηναίις, του Βασίλ τ Λαβαντσιώτ κ ιµάς. Είχαµι κι ένα µ κρό µπαχτσέ για κρουµύδια, σκόρδα, µαρούλια, µακιδουνίσ κι άϊσµα. Απού πάν τιντώνουνταν, σαν τρανός πάλιαγκας, η γκουρτσιά µας. Τα κλαδιά τ ς απ τ µιάν τ µιρά έβγιναν ως του γκαλντιρίµ, απ ν άλλην απιρνούσαν τα κιραµίδια µας κι ακουµπούσαν στα κιραµίδια απ του µπακάλ κου τ ηµουδιά κι απ άλλην σκέπαζαν τ στινούρα τ ς Μπέντους κι έφταναν ως ουπάν απ τ αχούρ τ ς Ούρδινας. έντρα σαν τ γκουρτσιά µας τρανά δεν ήταν πουλλά σην Κόζιαν ιτότι, ιξόν απ τα τρία τα τρανά µι τ ς κουφάλις στουν Αϊκουσταντίνου. Ενας τρανός δεν µπουρούσιν να τ ν αγκαλιάσ µαναχός τ. Η γκουρτσιά µας πούταν ακουλ τά µι τ αναγκαίου, είχιν ίσια µι τριακόσια χρόνια κι παραπάν. Αυτό τούλιγιν ου Βασίλτς τ Λαβαντσιώτ, απ κάθουνταν στου µουνό του δουµάτιου µαναχός τ, άντικρα απ τ γκουρτσιά. Τούλιγιν ιπειδής ήξιριν απού τέτοια κι άλλα, γιατί δούλιβιν µιρουκάµατα, χειµώναν καλουκαίρ, σιαπάν στ αµπέλια, κλάδιµα, ξιλάκ ζµα, ράντ ζµα, στου Πιγαδούλ, στ Γαλαζιόπιτρα, στ ς Κυδουνιές κι παραπάν στ Σκ ρκα ως τ Τσιµπούρα του µέρους π χιρνούσαν οι µπιστιρές πόφταναν ως τουν Αρίνταγα. Ου Βασίλτς είχιν κι του παρόνουµα 156

156 «ου Βασιλιάς απ τ ς Πιλικανέοι» γιατί ήταν ψηλός κι λιανός σαν πιλικάνους. Μια φουρά του χρόνου, στου γιουρτάσιου µ τ Αϊγιαννιού, έρχουνταν στου σπίτι µας να µας πεί «χρόνια πουλλά». Του σπίτι µας είχιν ένα νουντά µ ένα µ κρό ντουλάπ, καµαρούλια κι µισάντρις για τα σ χτιά, π τα κανάτια τ ς σην πίσου τ µιρά ήταν ζουγραφ ζµένα µι άγιοι απού έναν ζουρλό π κάθουνταν στου σπίτ πριν απ τιµάς. Είχιν κι κιλάρ µι µια κουτουλουγιόµ σ. Απ όξου ήταν η µισιά µι τ γκλαβανή για του µπουντρούµ πούταν σκαµµένου στου χώµα. Ικεί κάτ έρχναµι τα ξύλα για του χειµώνα, έβανάµι του καδί για ν αρµιά κι τα τσ κάλια για τα ξυνάδια. Ικεί κάτ ου Μπήτιας είχιν κι ένα σανίδ, απ κρέµουνταν σι δυό σ κνιά, κι αράδιαζιν του κασέρ κι του κιφαλουτύρ π τουν έστειλναν απ τ Σαµαρίνα κι τα κιφάλια απ του µανούρ π τουν έστειλναν απ του Μπλάτσ για να µην τα µουλιών τα πουντίκια. Του καλοκαίρ έβανάµι στου µπουντρούµ τ στάµνα µι του νιρό κι τα καρπούζια για νάνι κρέχτα. Αντα έρχουνταν ου Βασίλτς στου γιουρτάσιου µ πρώτα ίφιρνιν ιµάς τα µ κρά κι µας πουλιµούσιν ζούµπουν καραµέλις απ τ ς πινήντα κ ύστιρα τουν κιρνούσιν η µάνα µ η Στιργιανή αντάµα µι τ ς άλλνους κρασί κι µιζέδες κι άµα γένουνταν κούρπιτου, µας ίλιγιν όλου του αυτό του παραµύθ : του µπιάγκαβου του λύκου. Όπους ήταν µιτζµένους, οι τρανοί τάλιγαν µαναχοί τ ς, η σόµπα µπουµπούντζιν γιατί όξου είχιν κριτσιάν κ 157

157 ιµείς νύσταζάµι, χιρνούσιν ου Βασίλτς του παραµύθ τ για του µπιάγκαβου του λύκου Απού κουντά, όπους ίλιγιν του παραµύθ τ, µι φαίνουνταν ότι τουν συµπούσιν µι του ιβγιλί ου ηµ τρός απ τουν Ίσβουρου, ου γκαβός, πόρχουνταν κάθι χρόνουν κι αυτός στου γιουρτάσιου µ κι έπιζιν. Κι ου ηµ τρός σαν νάπιζιν κι ου Βασίλτ ς ίλιγιν κι µεις άκουγάµι σα µέσα σι γείνουρου Του παραµύθ «Ήταν κι απούταν ένας µπιάγκαβους λύκους πόρχουνταν κάθι χειµώνα απ σιαπάν να ξιχειµουνιάσ σην Κόζιαν. Ιτότι, χίλια κι παραπάν χρόνια ουπίσου, δεν ήταν νε Κόζιαν ιδώ πούµιστι τώραϊά νε Σιάτ στα παρακείθι. Ένα τρανό, βαθύσκιου κι πυκνό δάσους απλώνουνταν κι σπέπαζιν όλουν τουν τόπου που σήµιρας είνι µούνγκι µπιστιρές. Μέσα δεν είχιν νε δρόµ νε καντίπουτας. Είχιν τρανές καστανιές κι πλατάνια κι βουζιλάνθις κι φλαµουριές κι σφιντάµια κι κλαδιά κι αγρουκαλιγκιές κι λιφτουκαρές κι βαλανιές κι µπαλαµιές κι καρές κι γλυκιές κι άλλα τρανά δέντρα κι χαµπηλά είχιν γκουγκανιές, τσαπουρνιές, κρανιές κι καταής φύτρουναν πουλλά µα πουλά γίτσια, τσιουµπρίτσις, κρόκ, µαντάρια, ραδίκια, φτέρις κι ένα κιαµέτ άλλα 158

158 λούδια κι ιλιάτσια.. Μέσα ζούσαν ένα σουρό ζλάπια, ιλάφια κι ζαρκάδια, αρκούδις κι αλ πές, λύκ κι αγρουγούρνα, ασβοί κι νυφίτσις, βιρβιρίτσις κι αρίτσ, φίδια κι σκαρκάλια, µπαµπλιάτσκις κι ζιάµπις. Κι π λιά, πουλλά π λιά. Χουχουβιάλις, µπούφ, σιαΐνια, γραµµατίκια, σκαρφιά, τσουρτσουλιανέοι, κούκ, γκιόνδις, γκάλτσις, καρακάξις, δικουχτούρις, αγρουπιρίστιρα, τσαλαπιτνέοι, κουτσύφια, τσιώνις, τρυπουσάκδις, αηδόνια κι άλλα. Είχιν του δάσους κι πουλλές νιρουµάνις. Οι τρανίτιαρις ήταν ικεί πούνι σήµιρα οι Αναργυράδις, στου Σιώπουτου παπχάτ απ τ ς Αϊθουδόρ κι στα Τρία έντρα. Σ µά σι αυτά τα νιρά κάθουνταν κι λίγους κόσµους µέσα σι καλύβις. Πρώτα πρώτα γίγκιν ουπάν σ ένα µπαΐρ απούταν αρχαία, µια µ κρή ικκλησιά, ου Αϊδηµήτρ ς, όπ ύστιρα κάθουνταν καλόγρις σι κιλιά, όπ µέσα πουλλά χρόνια ύστιρα έκατσιν κι κόσµους πούταν άρρουστους ή τουν κυνηγούσαν. 1 Σιαπάν, κατά τ Σκ ρκα κι τουν Αϊλιά, π αραίουναν τα δέντρα είχιν λαγοί κι πιρδίκις κι φασιά. Πίσου απ τ ς Λαµνίδις ήταν η Σαριγκιόλ όπ κάθι χεινόπουρου κι άνοιξ απιρνούσαν παπούρις κι ζντρόµπλις κι πιλικάνέοι κι κάτ τρανά άσπρα κι κόκκιανα κι µπιάγκαβα πλιά που όντας στέκουνταν ουρθά ήταν στου µπόι σαν ανθρώπ. Καµόσα ξιχειµώνιαζαν αυτού κι ύστιρα έφυβγαν. Άλλα πάλι όπους οι πιλικανέοι κι τα χιλιδόνια κάθουνταν µούγκι του καλουκαίρ. 159

159 Παρακάτ ουπίσου απ του πουτάµ τουν Αλιάκµουνα π τούλιγαν Ιντζιέκαρα ήταν τα Σέρβια µι του κάστρου τ ς κι αλόυρα ήταν ίσια µι πινήντα άλλα κάστρα κι αρχαία, άλλα ουρθά άλλα γκριµ ζµένα. Ήταν κι του Βιλβιντό µι τα κουρίτσια τα όµουρφα πούχαν ρουµέικα ουνόµατα απού παλιά, απ ν άλλ τ µιρά του Νιζισκό, καταδώθι η Κάλιαν κι η Κισαργιά πούχιν αρχαίου κάστρου, µι τα χουράφια µι τουν κρόκου, ύστιρα η Βάντσα κι του Πουρτοράζ, κι ένα κιαµέτ άλλα χουριά, όλα µι κόσµουν απ κάθουνταν αυτού απού παλιά ιξόν απ τα Μπουτζιάκια κι τα Καραγιάνια απ γίγκαν ύστιρα απούρθαν οι Τούρκ κι άλλ. Είχιν ιστουρίις αυτός ου κόσµους απ πάειναν ουπίσου άλλα δυο µι τρεις χιλιάδις χρόνια κι παραπάν όπους λέν αυτοί π σκάβ ν κι βρίσκ ν αρχαία. Απ όλ αυτοί τ ς τόπ απιρνούσαν δρόµ ιτότι απόρχουνταν απ σιαπάν απού ν Καστουριά κι απ τα Γιάννινα κι τα Μπιτόλια, ακλουθούσαν τουν Αλιάκµουνα κι κατέβιναν σιακάτ στ Βέροια ή απιρνούσαν του Σαραντάπουρου απ τα Σέρβια κι κατέβιναν κατά ν Αλασσόνα, τουν Τίρναβου κι τουν κάµπου τ ς Λάρ σας. Απ του δάσους του θ κό µας δεν απιρνούσιν κάνγκάνας. Ηταν µακρά απ τ ς δρόµ κι ήταν φόβια. Αυτά χίρ σαν ν αλλάζ ν όπους σας είπα άντα φάνγκαν οι Γιουρούκ κι οι Κουνιάρ οι Τούρκ. Σι καµόσα χρόνια αυτοί απ τιδώ κι οι άλλ οι Τούρκ απ ν Ήπειρου, αντί να κυνηγούν ζλάπια 160

160 κυνηγούσαν τ ς θ κοί µας τ ς ανθρώπ κι τ ς έπιρναν ότ είχαν κι δεν είχαν. Κι άµα τ ς τάπιρναν όλα τ ς σκώτουναν κι κάθουνταν κι στουν τόπου απ τ ς παλιοί τ ς νοικουκυραίοι. Είδαν κι απούειδαν απ λέτι οι θ κοί µας, πούταν οι παραπάν τζιουµπαναρέοι, απ δεν µπουρούσαν να τα βγάλ ν πέρα, πήραν τα µάτια τ ς κι χίρσαν ν απιρνούν τουν Πίνδου κι να κατιβαίν κι να ρουκόνουντι στου δάσους σαν τα ζλάπια να γλυτώσ ν απ τ ς Τούρκ. 2 Ικεί βρήκαν κι άλλουν κόσµου πούχιν παέν νουρίτιρα, απ τα Σέρβια, του ρέπανου κι τ Βάντσα κι είχαν κάτσ στου Τρίδιντρου ικεί πούταν τ αρχαία. Οι άλλ π κατέβιναν απ σιαπάν όπους είπαµι, Γιαννάκου, ήταν κόσµους απού ν Κόσδιαν, ν Πριµιτή κι ν Τσαµουριά κι έκατσαν στ Σκ ρκα, σην Τσιάµπρα κι τ Τζαµάρα. Αντάµα µι τιαυνούς ήρθαν ιτότι κι έκατσαν κι έφκιασαν µαντρά κι οι Σιουµαίοι αυτού π του λέµι Σ µάθκου τώρα, πούχιν κι νιρό κι παρακάτ στου λάκκου κάτ απ τουν Αϊνικάνουρα όπ έβγινιν απού µια τρύπα τ νύχτα η Χρυσουµαλλούσα, π όποιους ν ίγλιπιν µουτένουνταν. Απ τιαφνούς κρατάει η σκούφια τ πάππου σ τ Βαγγέλ τ Ντούβανου κι για τιαυτό η µάνα σ αντάµα µι τ ς αδιρφές τ ς σας πααίν όλα τα µ κρά να µιταλάβ τι κάθι χρόνου µι τα χιόνια στ ς Αϊθοδόρ γιατί είνι κουντά στου παλιό του Σ µάθκου κι τόχ ν τάξιµου. Του Ντουντούραγας ήταν παρανόµ. Έναν παραπάππου τ τουν ίλιγαν Ντιόντιου, όπους κι του 161

161 θειό σ, τόφκιασιν Ντιόντιουρας, ύστιρας Ντούντουρας, χτύπ σαν κι του Αγάς κι γίγκιν έτσ του ιπίθιτου. Η γιαγιά σ η Φρουσύν ήταν απ τ ς Καλαµατέοι π κάθουνταν στα Καρακλανάθκα. Του σόι τ µπαµπάκα σ βαστάει απ τ ς Βανέοι απ του Μπλάτσ κι τ ς Γκαργκατσούιδις κι τ ς Κατσαµπρουκέοι απ τ Σιάτ στα. Όπους σας ίλιγα ιπρουτίτιρα, τόµαθαν κι άλλ του µέρους πούταν σίγουρου κι σιγά σιγά µέσα σι καµιά διακουσιαρά χρόνια µαζώθ καν µέσ του δάσους ένα κιαµέτ κόσµους απ αλόυρα. Ήρθαν ύστιρας κι άλλ απ τ ς κυνηγούσαν απ τ Άγραφα 3 κι ξανά απ ν Ήπειρου, 4 απ του Χόρµουβου, του Μπιθουκούκ κ αλλού. Πρώτα έκατσαν αντάµα µι τιαφνούς π κάθουνταν στουν Αϊδηµήτρ, στου Σιόπουτου κι στα Τρία έντρα. Η Κόζιαν ιτότι κατά του 1600 κ ύστιρα, ιξόν απ τ ς καλύβις κι τα µαντρά πούχιν αλόυρα, είχιν ίσια µι 400 σπίτια κι τέσσιαρ ς µαχαλάδις, τουν Αϊθανάσ, τουν Αϊδηµήτρ, ν Αϊνάργιαρ πούχιν κι του νικρουταφείου κι τουν Αγιώρ. Κατά του 1650 έκαψαν του Χτέν οι Τουρκαλβανοί. Ιτότι ήρθιν απ τικεί ου Γιάντς ου Τράντας αντάµα µι άλλις 120 φαµπλιές κι έκατσαν πρώτα ικείθι απ τ ς Μπαλαµές, στα Κριββατάκια, απούταν σ µά στουν Αγιώρ κ ύστιρα απού χρόνια αντα καζάντσαν, ου γιος τ ου Χαρίης έφκιασιν ένα τρανό σπίτ στου Γκιουλέρ του Μαχαλά 5 όπ είνι σήµιρα του Τιτάρτου κι του Τρίτου του Σκουλειό, κι ήταν ιτότι 162

162 του βαρόσ απού ν Κόζιαν. Αλόυρα φύτιψιν πλατάνια κ έφκιασιν κι πηγάδ τρανό. Αυτός ου Χαρίης έβαλιν του θιµέλιου τ Αϊνικόλα του 1664 κι έφκιασιν κι του Μισχιάθκου του παλιό π µαζώθκαν όλ οι τιχνίτις κι γένουνταν ικεί του παζάρ δυο φουρές ν ιβδουµάδα, Τρίτ κι Σαββάτου, κ ίφιρναν οι χουριατέοι απ αλόυρα κι πλούσαν ότ έβγαναν στουν τόπου τ ς κι αγόραζαν ότ έφκιαναν οι Κουζινιώτ ή ότ ίφιρναν απ σιαπάν οι κυρατζήδις. Απ τα τότι ακόµα γένουνταν κι ου Νιάηµιρους µι φαίνιτι κι έρχουνταν ιµπόρ, ζώα κι πράγµατα απ όλα τα µέργια αλόυρα, απού ν Καστουριά, του Γριβινό, τ Σιάτ στα, τα Βουδινά, τ Βέροια, τ ν Αλασσόνα, τα Γιάννινα κι απ αλλού. Όποιους έρχουνταν κι κάθουνταν ιτότι ίφιρνιν κι ν τέχνη τ αντάµα κι έτσ η Κόζιαν απού δάσους πούταν σ ν αρχή γίνγκιν µέσα σι τριακόσια χρόνια ένας τόπους πούχιν απ όλα. 6 Έµαθιν ου κόσµους, ιξόν απ τα γίδια κι τα πρόβατα απούχαν σ ν αρχή κι ότ βγαίν απ τιαυτά, να φκιάν σπίτια σίγουρα αντί για καλύβις, χάνια για τ ς ξέν, έµαθαν να βάν αµπέλια κι να φκιάν κρασιά κι ρακιά, χουράφια για στιάρια, βρίζις, λινάρια, καναβούρια, ιντζέδις κι άλλα, να γνέθ ν κι να φκιάν νήµατα µι µαλλί κι βαµπάκ, να βάφ ν, να γυφαίν, να φκιάν χαλκώµατα, πέταλα, σαµάρια, βαένια, κουφουτήλια, καρούτις, κάρα, σαπούνια, σιντούκια, κάσις, µπισίκια, κουρδέλια, τσαρούχια, πατίκια, παντούφλια, τσιούλια µι γιδόµαλλου, 163

163 Αναπαράστασις του απαγχονισµού των οπαδών του Αυλιώτου κατά την περίοδον των εµφυλίων σπαραγµών µετά του Ρ. Κοντορούση (1797) εις τον µεγάλον πλάτανον, παρά τον Άγιον Νικόλαον. (Νικ. ελιαλή: Αναµνηστική εικονογραφιµένη έκδοσις Παύλου Χαρίση, 1935) ιχράµια, βιλέντσις, κουριλούδις, µπάντις, στάµνις, λαΐνια µι κουκόνις, κανάτια, φτσέλις, γούνις, αµπάδις, αντιριά, κιριά, κιραµίδια, τουµάρια, κ ένα κιαµέτ άλλα πράγµατα. Ύστιρα, κατά του 1750 ως κι 164

164 γιούφτ χριστιανοί ήρθαν σην Κόζιαν απ τ ν Αίγυπτου µι φαίνιτι. Ήταν σιδηράδις κι ουργανουπαίχτις κι έφκιασαν θ κό τ ς µαχαλά παρακάτ απ τ Αλώνια. Όλ οι τιχνίτις απού παλιά ήταν γραµµέν σι ισνάφια. Ότ έφκιαναν οι τιχνίτις τάπιρναν οι κυρατζήδις κι πάειναν µι τα καραβάνια κι τα πλούσαν σην Κουσταντινούπουλ, στ Βινιτιά, στ Γιρµανία, σ ν Ουγγαρία, σ ν Αυστρία, στ Ρουσία. Αλατζιάδις, κρόκουν, µιταρουνήµατα, αµπάδις, κόκκινις κλουστές, µαχαίρια, όπλα κι άλλα. Οι κυρατζήδις πάλι ίφιρναν ιδώ, απ τ ς θ κοί µας τ ς ιµπόρ πούταν ικεί όξου, µιταξουτά κι µαλλίτ κα ρούχα, κρύσταλλα κι πουρσιλάνις, καθρέφτις µι κουρνίζις χρυσές, σλιόφια, συντζίφια, διαµάντια, µαργαρ τάρια κι άλλα. Απού ιτότι παλιά χίρσαν οι Κουζιανιώτις κι οι Σιατ σνοί να ξινιτεύουντι κατά σιαπάν π δεν είχιν πουλλοί Τούρκ κι τα πράγµατα ήταν ιλεύτιρα κι ου κόσµους ήσυχους κι ικεί µαζώνουνταν σι παρέις κι δούλιβαν κι πρόκουβαν σι παράδις κι σι γράµµατα. Οντας µάλιστας συµφώντσιν του φέσ µι του κράνους 7 κι ύστιρα η αρκούδα µι του φέσ, 8 ν ανοίξ ν παραπάν τα σύνουρα για τ ς κυρατζήδις κι τ ς ιµπόρ, οι Κουζιανιώτις ήταν κιόλαντς ικεί απού παλιά, ιδώ πάλι ήξιραν όλις τ ς τέχνις κι έστιλναν τα θ κά τ ς τα πράγµατα σι θ κοί τ ς ανθρώπ όξου να τα πλουν κι να φέρν µι τ ς κυρατζήδις τ ς όλα τα καλούδια πούχιν ιτότις η Ιβρώπ κι η Ανατουλή όπους είπα 165

165 παραπάν. Χίρσαν να φκιάν κινούργια σπίτια, κινούργια χάνια, κινούργις τ ς ικκλησιές, δρόµ, γιουφύρια, σκέπαζαν τ ς λάκκ, έκαµναν υπουνόµ, πλατέις κι σι κάθι γειτουνιά στ Τζέτζ, στ Κουµούσ, στ Νιούλ, στ ς Μπηνιώς κι αλλού έφκιασαν πηγάδια για να παίρν ου κόσµους νιρό. Του δάσους π αλόυρα σκέπαζιν τουν τόπου του φύλαγαν οι Κουζιανιώτις σαν τα µάτια τ ς. Όποιους του χαλνούσιν τουν έβαφαν µαύρουν κι τουν σιργιανούσαν στου τζιαντέ κι τουν κασ µέριβαν. Καθώς απιρνούσαν τα χρόνια οι Τούρκ όλου κι ξέπιφταν κι όσου ξέπιφταν τόσου άγριβαν παραπάν. Ίγλιπαν όλα αυτά τα χρόνια ν προυκουπή απ τ ς θ κοί µας κι εναντόνα σουντούσαν, έκλιβαν, έκιγαν, βίαζαν, σκώτουναν. 9 Οι θ κοί µας καθώς πρόκουψαν και τσιαλίστιψαν, βρήκαν τουν τρόπου κι έστειλαν του Χαρίσ, του Χαρίση, του γιο τ Γιάνν τ Τράντα, που έκαµιν κι αξιουµατικός στ Ρουσία για πουλλά χρόνια, κι έβγαλαν ένα φιρµάν, µαλικιανέν, απ τ µάνα τ Σουλτάν σην Κουσταντινούπουλ πούλιγιν ότι απού ν Κόζιαν δεν τα πιρνάει τουρκικός στρατός, οι ικκλισιές νάνι ανοιχτές, οι Κουζιανιώτις να µην πλιαρών όλ τ ς φόρ κι τα ιθίµατα ιλεύτιρα. Απού ιτότις ακόµα οι Κουζιανιώτις είχαν κι άδεια απ του Βιλαέτ απ του Κόσουβου για τα ρουγκατζιάρια κι έβαναν µάσκις απού τραϊά διχώς να τ ς πειράζ ν οι τζιαντιρµάδις κι γλιντούσαν όλου του δουδικάηµιρου κι έβαναν τα νέα τα πιδιά 166

166 τ ς µάσκις κι τα κυπρά κι τα κουδούνια κι τ ς νουρές απ τ ς αλ πές. Στ ς φανοί ύστιρα απ γένουνταν τ ς απουκρές σι τρανά αλώνια, έκιγαν στ µέσ ουπάν σι πέτρις δαδιά κι αλόυρα έστρουναν τα σαµάρια για να κάθουντι οι τρανοί κι να γλέπ ν πώς χόριβαν οι νιοί κι οι νιές, κ ίπναν, έτρουγαν κι τραγδούσαν όλ αντάµα τα τραγούδια απ του φανό που κάνγκάνας δεν ξέρ απού πόσα χρόνια βαστούν. Αυτέσια οι γιουρτές κι τα γλέντια απ γένουνταν χειµώναν κιρό χιρνούσαν µι του σφάξιµου απ του γρούν, τα κόλιαντα, τα σούρβα, τα Φώτα κι σώνουνταν µι του φανό - γένουνταν απού πουλύ παλιά, απού ιτότις π χίρσιν ου κόσµους να µαζώνιτι στου δάσους κι ίφιριν τα ιθίµατα αυτά απ αλλού. Ήταν ουλύ παλιές οι γιουρτές αυτές, αρχαίις λέν καµόσ γραµµατ ζµέν. Μούγκι, ύστιρα, µια χρουνιά γίγκιν ένα τρανό κακό. 10 υό αδέρφια, τ ς Μπήλιους τα πιδιά, ντυµένα µι ν παρέα τ ς τα κυπρά κι τα κουδούνια, ύστιρα π ν απόλυσ τα Φώτα, γινατιάσκαν γιατί ου ένας δεν έκαµνιν τόπουν στουν άλλουν να πιράσ µια στινούρα κάτ απ τουν Αϊδηµήτρ κι χίρσαν να βαρένουντι µι τα σφυριά κι τα διρπάνια δίχους να ξέρ ου ένας ποιος είνι ου άλλους γιατί είχαν τ ς µάσκις στου κιφάλ κι στουν πάτου σκουτώθ καν κιά οι δυό. Τ ς έθαψαν ουδ ικεί κι απ τα ιτότι τουν τόπου αυτόν τουν είπαν Τ ς Μπήλιους τα νηµόρια. Οι Τούρκ απαγόριψαν απ τα ιτότι να γένουντι τα ρουγκατσιάρια σην Κόζιαν κι 167

167 απόµ ναν µούγκι στ Σιάτ στα τα µπουµπουσιάρια µι τ ς κλαδαρές να γένουντι του δουδικάηµιρου κι ύστιρα απού τριάντα χρόνια έδουκαν πάλι διαταγή οι Τούρκ, γιατί του χάλιψαν οι Κουζιανιώτις, να γένουντι καρναβάλια µα µούγκι τ ς απουκρές. Μι τα χρόνια χίρ σαν πάλι να βγαίν σην Κόζιαν τα κυπρά κι τα κουδούνια του δουδικάηµιρου µα χουρίς να βάν τ ς µάσκις στού κιφάλ». Ου Βασίλτς ίπνιν κίλιγιν, ίλιγιν κίπνιν κι µείς κόντιβάµι ν απουκοιµ θούµι. Ξιαγρύπνησάµι όµους όντας άκσαµι για τ αδέρφια π σκουτώθκαν αναµιταξύ τ ς κι τάθαψαν στ ς Μπήλιους τα νηµόρια. Τούξιράµι αυτό του µέρους. Σπάραξάµι ου ένας τουν άλλου ιµείς οι µ κροί κι ου Βασίλτς χίρσιν πάλι να κανουναρχάει «Απ λέτι αυτοί π τ ς πατούσαν παραπάν ιτότι γιατί πάειναν καλά οι δ λειές τ ς, χίρσαν ν αραδούν κι δασκαλέοι να µαθαίν τα µ κρά γράµµατα. Οι πλούσιοι απού παλιά έπιρναν στα σπίτια τ ς παπάδις κι δασκαλέοι, πότι φανιρά κι πότι κρυφά γιατί φουβούνταν τ ς Τούρκ κι όσνους τάχαν καλά µι τι αφνούς. Έτσ ου κόσµους χίρσιν να µαθαίν γράµµατα. Ακόµα κι τα κουρίτσια µάθνισκαν. Καµόσ πάειναν κι µακρά, στ Βινιτιά, σ ν Ιβγένα, στου Μόναχου, σην Πόλ κι σπούδαζαν ανώτιρα πράγµατα ιξόν απ ν αλφαβήτα κι ν αριθµητική. Κι ή γυρνούσαν ή κάθουνταν όξου κι έφκιαναν ιµπόριου ικεί. Του 1668 γίγκιν φανιρά σκουλειό, η Σχουλή, κουντά στουν Αϊνικόλα, µι δάσκαλουν τουν 168

168 Κουνταρή απ τα Σέρβια απ γίγκιν ύστιρα ισπότ ς. Ύστιρα άµα γίγκιν του ισπουτ κό του 1744, του πήγαν ικεί του σκουλειό κι τούπαν Στουά. Αυτού µι παράδις απ τ ς ντόπχ κι τ ς ξινιτιµέν τ ς Κουζιανιώτις, ίφιρναν πάλι δασκαλέοι απ όξου κι µάθνισκαν γράµµατα τα πιδιά. Ένας απ τιαφνούς ήταν κι ου Βούλγαρης απ τα Γιάννινα, τρανός κι ουνοµαστός δάσκαλους. Έκατσιν κι δίδαξιν απ του 1746 ως του Μα όσου καλό έφκιασιν του σκουλειό τόσα χρόνια στα πιδιά κι στ ς νέοι κι στουν τόπου, άλλου τόσου κακό έφκιασαν οι τρανοί µι τ ς καβγάδις τ ς για τα όβουλα κι τα µιτζίτια κι µι τ ς διχόνις τ ς. Ίά πώς γίγκιν του κακό, πόρ ξιν ν Κόζιαν τόσου χαµπηλά, απ δεν µπόρισιν να σ κουθεί ουρθή ντιπ ξανά όπους ήταν πρώτα. Καµόσα χρόνια ύστιρα πτα τότι π αν ξιν η Στουά, οι ιπιτρόπ απ τουν Αϊνικόλα πόκαµναν ζάφτ τ ς παράδις πόδουνιν ου κόσµους, ντόπιους κι ξένους, για να πλιαρώνουντι οι δασκαλέοι κι τάλλα τα έξουδα, χίρ σαν τ ς µουζαβιριές. Τ ς πήραν χαµπάρ αυτοί πούταν απόξου κι πλέρουναν κι χίρ σιν ου καβγάς. Καβγάς, µα τι καβγάς 11 Η Κόζιαν χουρίσκιν στα δυο. Απ τ µια τ µιρά ου Αυλιώτ ς µι τουν πουλύ τουν κόσµου, απ ν άλλην ου Κουντουρούης π τουν υπουστήρ ζαν οι παπάδις, κι άκσιτι, άκσιτι κι ου Αλή Πασιάς. Μάλιστας. Έκαµαν τσιαρέν µι τουν Αλή τουν ξένου, για να βαρέσ ν τ ς θ κοί τ ς π τ ς πήραν χαµπάρ απόβαναν χέρ στου 169

169 παγκάρ. Ανακατώθκιν ου κόσµους. Ου Κουντουρούης είδιν κι απούειδιν π δεν τάβγανιν πέρα κ ίφιριν µέσα τ ς Τουρκαλβανοί τ Αλή Πασιά. Αυτοί άλλου π δεν ήθιλαν ου λύκους σ ν αναµπουµπούλα χαίριτι σέφκαν µέσα κι χίρσαν να σφάζ ν τουν κόσµου, να κλέβ ν κι να καίν. Κοντά σι όλα έκαψαν κι του Μισκιάθκου. Τσάκουσαν τουν Αυλιώτ κι άλ νους καµόσ κι τ ς κρέµασαν στουν πλάτανου απ τουν Αϊνικόλα. Χάλασιν ου ντουνιάς. Σκόρπ σαν οι Κουζιανιώτις αλόυρα στα χουριά για να γλυτώσ ν. Χρόνια ν τα χρόνια απ τα τότι η Κόζιαν παραπατούσιν. Κι µι αφνούσια τ ς καυγάδις, οι Κουζιανιώτις πούταν σ ν Ουγγαρία κι στ Γιρµανία - ικεί ήταν οι παραπάν κι οι πλουσιότιρ - πάλι έστειλαν παράδις 12 κι έφκιασαν κινούργιου σκουλειό πούχιν κι προίκα π ν άφκιν ου Παγούντς άντα πέθανιν στ Γιρµανία. Τούπαν σκουλειό τ ς Κουµπανίας, όπους ίλιγαν του σύλλουγου τ ς. Σφάλτσιν κι αυτό όµους γλήγουρα. Ιφτυχώς οι ντόπ χ δεν τ απαράτσαν. Ξαναφκιάν νέου σκουλειό πούταν κι του τυχηρότιρου. Σχουλή τ ς Κόζιαντς τούπαν 13 κι προυόδιψιν κι γίνγκιν πουλύ ουνουµαστό σι όλ ν Ιλλάδα κι παραπάν. Αυτού ήταν δάσκαλους ου Κουζινιώτς ου Μιγδάντς πούταν κι δάσκαλους κι παπάς κι άλλα πουλλά κόµα. Αυτός έγραψιν πρώτους κι ιστουρία για τουν τόπου µας. Του 1813 έβαλαν τα θιµέλια για τ Βιβλιουθήκ σ ν αυλή απ τουν Αϊνικόλα, 14 µι παράδις πόστειλαν οι 170

170 Τακιατζήδις, κι απού ιτότις όλου κι τρανέβ η βιβλιουθήκ γιατί ου κόσµους όλου έδουνιν βιβλία κι δίν ακόµα. Ιτότις γίγκαν κι άλλα πουλλά κινούργια σπίτια κι τρανά αρχουντικά όπους τάλιγαν. εν ήταν γραφτό όµους να ξαναγέν η Κόζιαν όπους ήταν. Το 21 αντα χίρσαν οι θ κοί µας σιακάτ ν ιπανάστασ, κι µπρουστίτιρα, οι Τούρκ στα µέρη µας λύσσιαξαν. Χίρσαν να καίν κι να γκριµούν κι να σκουτών απ σιαπάν.του 1770 έκαψαν τ Μουσχόπουλ κι ήρθαν απού κει πρόσφυγις κι έκατσαν στα Ηπειρώτ κα. Του κατόπ ήρθαν ξανά Αλβανοί ιδώ κι χάλασαν ότ είχιν απουµείν ουρθό απ τ ς Τουρκαλβανοί τ Αλή Πασιά, κ ύστιρα κατέφκιν κι ου Ασλάν µπέης 15 σην Κόζιαν κι τάκαµιν όλα ίσιουµα. εν έφταναν αυτά όλα, πλάκουσιν κι πανούκλα κι έφαγιν ένα σουρό κόσµουν. Ιρήµουσιν ου τόπους Χρόνια έκαµιν ου κόσµους να γυρίσ στα σπίτια τ Χρόνια έκαµιν ου τόπους να σταθεί πάλι ουρθός Κι ου µπιάγκαβους ου λύκους δεν ήρθιν ξανά απ τα ιτότι σην Κόζιαν ε µπουρούσιν να βρει του δρόµου Είχιν χαθεί κι του δάσους Τι τα θέλτι αρα πιδιά µ ; Τι να πω κι τι ν αρµάξου; Λέτι κι γιννήθκαµι για να χαλνιούµιστι µιαν απ τ ς ξέν, µιαν απ τ ς θ κοί µας» Κατέβασιν του κιφάλ ου Βασίλτς. Ήταν µιτζµένους, ήταν κι φαρµακουµένους απ τιαυτά πούλιγιν. Ιµείς τα µ κρά είχαµι τσιουτσιουργιάσ κ είχιν ανοίξ του µάτι µας σαν τ ς γάτας στα γκαβά. 171

171 Ου Βασίλτ ς ήταν σαν πιθαµένους. Τουν σιούκουσαν δυο τρανοί κι τουν πήγαν στου νουντά τ κι τουν έβαλαν καταής στου στρώµα τ απ τα καλαµπουκόφυλλα. Του ιτζιάκ τ είχιν σβύσ. Τουν σκέπασαν µι τα σχτιά, έσφσαν του γκαζουκάντηλου κι σφάλτσαν ν πόρτα. Η Στιργιανή µας σκέπασιν ούδι κει πούµασταν κ έσφσιν τ λάµπα. Απουκοιµήθκα ένα κι ένας. Μα µι φάνγκιν σα να κοιµήθ κα χρόνια. Ανξα τα µάτια κι µι φάνγκιν πάλι σα νάγλιπα γείνουρου σαν ν απιτούσα!... Του γείνουρου Ένας τρανός κικλής χνίθκιν ουπάν απ του Σ νιάτσ κου, ίφιριν αλόυρα του Μπλάτσ, τήρσιν ζιρβά ν Πιπιλίστα, διξά τ Σέλτσα, είιδιν τουν τόπου πούταν παλιά η Παλιουκόζιαν κι χίρσιν να κατιβαίν κατά του Κουντσκό. Καβαλίκιψιν του Γρίβα άντικρα απ τ Σιάτ στα, ίφιριν µια φούρλα ν Τσιρβένα µι τ ς µπαλαµές κι τ ς καρές κι τ Γιράνια µι τ αµπέλια µι τα µουσκόµαυρα κι γλύστρισιν µαλακά κατά τ Μπάρα. Γύρσιν ζιρβά µέσ του µπουγάζ απ βγάν στα Καραγιάννια, όπ φαίνουνταν καταής οι πρώτις οι πιρπιρούνις κι τράβ ξιν κατά τ Ντραβουντάντστα, ανέφκιν µέσα απ τ ς λιφτουκαρές, τ ς βαλανιές κι τ αρκουδουπούρναρα ως ψηλά στου Μπούρ νου, κι αγάλια αγάλια χίρσιν να κατιβαίν κατά τουν 172

172 Τσιαρτσιαµπά, πιρνιούντας ουπάν απ του Βιλίστ µι τα πουλλά τα νιρά, µι τ ς νιρόµυλ κι τουν τρανό τουν πλάτανου, τ Ραντουµπίτστα µι τα τρανά τα γκισέµια µι τα βαρά τα κυπρά κι του Χτέν µι τα πουλλά τα κουπάδια τα πρόβατα. Έκουψιν δρόµουν µέσα απού ν Κάλλιαν µι τ αρχαία κι του Σφίλτσ µι τα µαντέµια να κατιβεί ως τ Λαριού. Ικεί ξιαπόστασιν ουλίγου ουπάν σ ένα παλιό ντ βάρ απ του µαναστήρ κι σ κώθκιν ξανά στουν αέρα. Ηταν Μάης, κι απ του Σαραντάπουρου έρχουνταν ένας κρέχτους αέρας απ τουν σιούκουσιν σαν παµπόρ κατά τ ς γκριµουρέοι στ ς Γούλις. Απέρασιν ουπάν απ του µαναστήρ τ Αϊντών απόδιναν τ ς ζουρλοί µι τουν άλτσου, χάζιψιν τα Σέρβια απού πάν απ τα κάστρα κι κατέφκιν κατά του Βιλβιντό µι τ ς µπαχτσέδις. Χασουµέρσιν ουλίγου στου Μιτόχ κι χίρσιν ν ανιβαίν κατά του Καταφύγ. Απέρασιν τα ισκιουµένα τα β νά πόχ ν λουιούν του λουιού ζλάπια µέσα κι τράβ ξιν κατά ν κουρφή απ του Φλάµπουρου πόχ όλου τσακ ζµέν πέτρα. Είχιν απιράσ η ώρα. Αντικρα είχιν του Ξηρουβούν κι ουπίσου τ τουν Έλυµπου. Ου ήλιους είχιν χιρίσ να χαµπηλών, η µέρα ήταν ανοιχτή κι φαίνουνταν όλα τριούρ. Έκατσιν κι τηρούσιν µακρά τ Αγιου Ορους µι τα πουλλά τα µαναστήρια, κουντίτιρα του Χουρτιάτ πούχιν χαµπηλά τ Σαλουνίκ µι τα παλιά τα καπνουµάγαζα κι τ ς κινούργις τ ς τράπιζις, ικείθι του Βέρµιου, κι µακρά σιαπάν φαίνουνταν ως κι του 173

173 Σ νιάτσ κου απ όπ είχιν κινήσ χαραϊάτ κα. Κόντιβιν να πέσ ου ήλιους πίσου π του Μπούρ νου, κι αυτός τηρούσιν µια απ τ ιδώ µια απ τ ικεί. εν τάγλιπιν όπως ήταν άντα κίντσιν ιτότις. Παπχάτ απ τ Σκούλιαρ όπ µάζουνιν ου κόσµους ρίγαν κι καντηλίνα, ίγλιπιν όλου µπουλντόζις απ άνοιγαν τρύπις κι έφκιαναν δρόµ. Χαµπηλά ου Ιντζέκαρας είχιν γέν µια λίµν τρανή. Τα β να αλόυρα ήταν όλα σκαµµένα. Κόσµους πουλύς ανέβινιν κι κατέβινιν. Αµπρουστά τ η Κόζιαν µπιάγκαβ σαν του λύκου απ του παραµύθ, ξιµαλτζµέν δίχους σκιπές µι κιραµίδια, χουρίς δέντρα, όλου µπιτό. Κι παραπίσου στου Καραγάτσ, στουν Κόµανου κι στου Τζιουµά κατ τρανά µπουριά έβγαναν µαύρουν κι άσπρουν καπνό. Μαύριζιν ου τόπους απ τουν καπνό κι έπιφτιν η νύχτα. Χίρσιν κι να νταβανιάζ. Απόµνιν µαναχός τ ουπάν στ µπιστιρά σην κουρφή κι συλλουιούνταν. Κρύουνιν. Ικεί ουπάν δεν είχιν νε δέντρου να γραπατσουθεί νε τρύπα να ρουκουθεί. Τηρούσιν κι δεν ίγλιπιν καντίπουτας. εν ήξιριν αν έκαµιν καλά απόφυγιν απ του Σ νιάτσ κου ιτότι παλιά κι ύστιρα απ τ Σιάτ στα κι ύστιρα απού ν Κόζιαν. Ιδώ, π βρέθ κιν, µαναχός τ σην κουρφή, δεν τουν άριζιν. Μάν ικεί πούταν πρώτα τουν άριζιν; Ένας Ιβραίους φίλους τ µιάφρας τουν είχιν πει, πέτρα απ γκουργκιλάει χουρτάρ δεν τσακών. Αυτόν όµους απού µ κρόν τουν άριζαν - σαν τουν πάππου τ κι του µπαµπά τ - οι στούµπ κι τα ζγκουρµπαλάκια κι τα 174

174 γκουργκόλια κι τα γκουργκίλια π γκουργκυλούσαν. Κ έτσ γκουργκίλτσιν κι αυτός κι βρέθκιν µακρά. Τουν ξινόµ σαν ; Απού µαναχός τ ; εν µπουρούσιν ν αδουκ θεί. Κι δεν ίθιλιν κιόλαντς να τ αδουκιέτι. Ίθιλιν ν αδουκιέτι µούγκι χρόνια παλιά, πράσινα β να, κουπάδια, τριχούµινα νιρά, καραβάνια απού κυρατζήδις, τα Ζαγουρουχώρια, τουν κάµπου τ ς Λάρ σας, του Μόσκουβου, ν Ιβγένα, µπαχτσέδια, αµπέλια, καπνουχώραφα, του τραίνου απ πάεινιν σην Καλαµπάκα απ τα Γριβινά, τ ς Γάλλ κι τ ς Αµίκ π τόκαµαν, τ ς Τούρκ πόφυγαν -κι δεν ήταν όλ κακοί-, τ ς θ κοί µας πούρθαν -κι δεν ήταν όλ καλοί-, καπνιργουστάσια, τράπιζις, τουν πόλιµου τουν τρανό, τουν άλλουν τουν θ κό µας τουν πόλιµου τουν συναµιταξύ µας π τουν έκαµάµι για τ ς άλλνους αντί να τηρήσουµι να φκιάσουµι τ µιρά µας, κι τσιουτσιούργιαζιν σαν νάχιν θιρµασιά. Αδουκιούνταν ύστιρας τ ς Αµιρικάν µι τ ς βουήθειις τ ς κι τ ς Ιγγλέζ κι τ ς Γάλλ κι τ ς Ουλλανδοί κι τ ς Σουηδοί κι τ ς Καναδοί που όλ αντάµα ήθιλαν να µας σώσ ν τάχατ, αλλά στουν πάτου όλου τουν θ κό τ ς τουν τσιαρέ τηρούσαν, κι πώς άνοιγιν αυτός µαναχός τ σι όλνους του δρόµου να κουπιάσ ν, αντί να τ ς ξινουµίσ, κι στουν πάτου να µην έχ αυτός κι οι θ κοί τ πού να κάτσ ν. Είχαν γέν σαν ξέν στουν τόπου τ ς, µι ξένα χούια κι τιρτίπια, µι ξέν ουµιλία κι νταµπέλις κι δεν όρ ζαν, ιξόν απού καµόσις δαν κές παράδις, κάντίπουτας άλλου. Ήθιλιν να γυρίσ 175

175 ουπίσου µα δεν ήξιριν πού να παέν κι δεν γένουνταν κιόλαντ ς. Ήταν στα δυό. Νε ιδώ, νε ικεί. Τα πιδιά τ µπάριµ να ζούσαν καλά Μα κι αυτό δεν τούξιριν. Ήταν κι µπαϊλντ ζµένους. Ζάρουσιν. Σφάλτσαν τα µάτια τ µαναχά τα. Τουν φάνγκιν να τριουρνάει ου τόπους. Θουλά χίρσιν να γλέπ απ σ κώνουνταν µαναχός τ στουν αέρα ανάσκιλα. Σα ν απιρνούσιν µέσα απού άµπουρουν. Κατά τ άστρα. Μούγκι αυτά ίγλιπιν. Τουν φαίνουνταν, καθώς σ κώνουνταν, ν απιρνούν απού σ µά τ παρέις µι άργανα, είχαν ζουµένα τα κουδούνια, µιαν ήταν Φώτα κι ρίχνουνταν, µιαν έκιγαν δαδιά κι ίλιγαν τ απουκράτ κα, ίλιγαν τα σούρβα, είχαν µάσκις απού τραϊά κι κασ µέριβαν, ήταν καβάλα σι άλαγα µι κόκκιανις βιλέντσις κι πχιαλούσαν απ του Τσιαρούσινου στ Ζάµπουρντα κι απ του Ζ ντιάν στ Λαριού. Μια τουν ζύγουναν, µια τουν άφ ναν. Ένας πάππους µι µαύρου καλπάκ κι κόκκιανου ζ νάρ έσκουζιν αφνούς πούταν τιντουµέν καταής στου χουρτάρ στου Κουρί κι στουν Αϊσαράντ κι χλαπάκουναν µούγκι δίχους να ουµιλούν: -Μην αστουχνάτι ρα τουν τόπου σας!.. -Σιούκουτι ουρθοί ρά! -Τα σας πάρ ου απόιρας άµα τ αστουχήστι! Μην τρώτι µούγκι!.. -Ουµήλατι ρα! -Τα σας αστουχήσ ν ντιπ άµα δεν ουµιλάτι! -Πέτι στα µ κρά τι ξέρ τι!.. -Ουµήλατι ρα! -Ουµήλατι!.. Κι ύστιρας σαν να χάνουνταν όλα Σιγά σιγά ου τόπους άσπριζιν. Έπιφνιν ουπανουθό τ ένα χιόν βαρύ. εν 176

176 µπουρούσιν να σπαραχτεί. Του χιόν σιγά σιγά τουν κουκούλουνιν... Πιτάρ σιν κάνα δυό φουρές τα πλατάρια τ, µα του χιόν δεν ξιακουλνούσιν... Κ ύστιρα απού καµόσην ώρα τουν κουκούλουσιν ντιπ κι ντιπ... Χάθ κιν µέσ στου Μαΐσιου του χιόν.. Σ ν ησυχία Στου καντίπουτας Του καλουκαίρ, κάτ πιδιά απ του Καταφύγ π ανέφκαν στου Φλάµπουρου, βρήκαν έναν κικλή κουτσαλουµένουν µι τα φτιρά τιντουµένα, π τουν έλειπαν τα µάτια... Αυτά µούγκι είχιν πάρ µι φαίνιτι όντας τραβούσιν κατά τ άστρα ικείν τ βραδά, για νάχ να γλέπ κι ν αδουκιέτι τι είιδιν στουν κόσµου πόζησιν τόσα χρόνια Κι ξύπνησα. Είχαν απιράσ απού ιτότι π µας ίλιγιν ου Βασίλτς του µπιάγκαβου του λύκου, πινήντα χρόνια Κ ήµαν ιτότι µούγκι ουχτώ Φεβρουάριος

177 Παραποµπές: ος -13 ος αιώνας 2. Τέλος 14 ου αρχές 15 ου αιώνα περίπου 5. Γελαστή και γεµάτη ρόδα συνοικία 6. Μέσα 17 ου αιώνα 7. Συνθήκη Κάρλοβιτς 1699 & Συνθήκη Πασάροβιτς Συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή Μέσα 17 ου αιώνα Από το 1776 έως το Το 1768 και το Τέλος 18 ου αιώνα 14. Οίκος Βελτιώσεως Βοηθήµατα: Παναγιώτης Λιούφης: Ιστορία Κοζάνης, 1924 Νικολάος Π. ελιαλής: Αναµνηστική εικονογραφηµένη έκδοσις Παύλου Χαρίση, 1935 Νάσης Αλευράς: Ο Φανός στην Κοζάνη, 1962 Νικ. Κ.Μουτσόπουλος: Τα αρχοντικά της Σιάτιστας, Α Τόµος της Επιστηµονικής Επετηρίδος της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ., 1964 Γεώργιος Θ.Τσουµής: Το δάσος της Κοζάνης, 1956 Βασ. Γ.Σαµπανόπουλος: Το χρονικό της Κοζανίτικης Αποκριάς,

178 Απόστ. Βακαλόπουλος: Ιστορία της Μακεδονίας , 1969 Αργ. Μεν.Κούντουρας: Εκφρασις, ήγουν Περιγραφή της Ι και Σ. Μονής του Αγίου Αντωνίου Σιάπκας, 1973 Στράτος. Ηλιαδέλης: Τα κυπρά κι τα κουδούνια, Ελιµειακά, τ.21,1988 Σοφ. Αυγερινού-Κολώνια: Κοζάνη, εκδόσεις Μέλισσα, 1989 Στράτος. Ηλιαδέλης: Η συµβολή των αποδήµων Κοζανιτών στην οικονοµική και πολιτιστική ανάπτυξη της Μεσευρώπης κατά την Τουρκοκρατία,, Ελιµειακά, τ. 28, 1992 Κων. ηµ. Ντίνας: Κοζανίτικα επώνυµα , 1995 Παύλος Ι. Τσουµής: Ιστορική εξέλιξη της πόλεως Κοζάνης, εφηµ. Χρόνος, Αργ. Μεν.Κούντουρας: Φύλλα , 2001 Ονοµασίες των χωριών και πόλεων του Νοµού Κοζάνης, Ελιµειακά, τ. 46, 2001 Αργ. Μεν.Κούντουρας: Τα τοπωνύµια της Κοζάνης, Ελιµειακά, τ. 47, 2002 Η φωτογραφία της Κοζάνης στην αρχή του κειµένου είναι ασπρόµαυρη λιθογραφική κάρτ-ποστάλ του 1904 και η πιο παλιά γνωστή της Κοζάνης (από το λεύκωµα του Γιώργου Γκολοµπία «Οι καρτ-ποστάλ της Κοζάνης », 1996). 179

179 ΕΠΙΛΟΓΟΣ Θέλησα, ύστερα από είκοσι και χρόνια που έγραψα το πρώτο µου κείµενο στο ιδίωµα, και ύστερα από σαράντα και χρόνια στην «ξενιτιά», να συγκεντρώσω και να τυπώσω αυτές τις δεκατέσσερις «µνήµες», µιας και η νέα τεχνολογία, που την υπηρετώ, εκών άκων, από το 1968, µου επιτρέπει µε µικρό κόστος και λίγο σχετικά κόπο να παραγάγω ένα βιβλιαράκι σε µικρό τιράζ και µε άψογη σχετικά αισθητική. Παράλληλα µου δίδονταν η δυνατότητα να προβάλω, έστω υπαινικτικά, και το εικαστικό έργο του πατέρα µου, µε λίγες ζωγραφιές του που πιστεύω πως δίνουν µια καλή ιδέα της ευαισθησίας της απλοϊκής του τέχνης. Κατέληξα λοιπόν στη µορφή της έκδοσης που έχετε στα χέρια σας. Σ έναν άνισο, δυστυχώς, συνδυασµό των δύο. Ό,τι καλύτερο µπορούσα να κάνω στον παρόντα χρόνο. Βρίσκοµαι στο τέλος αυτού του «εγχειρήµατος» µπροστά στον υπολογιστή µου, και θυµάµαι πρόσωπα, πράγµατα, καταστάσεις, τόπους του τότε και του τώρα και περιτριγυρισµένος από τις ζωγραφιές του και τα κείµενά µου, αναπολώ: Κοζάνη Σαράντα χρόνια µακριά. Τα ύστερα σαράντα. Τα πρώτα είκοσι χρόνια µου, τα νιάτα µου, είναι µέσα σ αυτές τις γραµµές και τις ζωγραφιές. Σαν συντρίµµατα από τα πορσελάνινα πιάτα και τα φλιτζάνια µε τις χρυσές και πολύχρωµες µπορντούρες τους που µαζεύαµε µικροί και παίζαµε ή σαν τα χρυσόχαρτα από 180

180 τα φοντάνια, τις φλόκες και τις καραµέλες που τα θάβαµε στο χώµα κάτω από ένα γυαλί κι όταν τα βρίσκαµε δήθεν τυχαία φωνάζαµε: Θαύµα! Θαύµα!.. Ήταν η εποχή που ο τόπος συµµάζευε τα ερείπιά του κι έκανε τους λογαριασµούς του. Άλλος χαµένος, άλλος κερδισµένος. Τα πολυβολεία στην Τράντα ακόµα απείραχτα, χρησίµευαν για κρυψώνες στα βραδινά µας παιχνίδια. Στον ΚΕΝΤΑΥΡΟ ερχόταν ο θίασος Ξύδη. Στον ΚΗΠΟ ΤΕΡΖΗ έπαιζε Καραγκιόζη ο Μόλας. Ο Τσιτσάνης τραγουδούσε στον ΚΑΡΑ ΗΜΟ. Οι Ελβετίδες µοίραζαν ραπτοµηχανές κι οι εκκλησίες δέµατα CARE. Κάτω από πέτρες βρίσκαµε πιστόλια. Συσσίτια στα σχολεία. Σιωπή γι αυτούς που λείπανε. Άλλοι, µόνοι τους, πήραν το δρόµο προς «βορράν». Πολύς κόσµος από τα χωριά άρχιζε µέσω του πρακτορείου Ο ΦΑΡΟΣ να µεταναστεύει στη Γερµανία, στην Αυστραλία, στην Αµερική. Η αστυφιλία άνθιζε, η ύπαιθρος ερήµωνε. Τα καπνοµάγαζα ένα ένα έκλειναν. Το εµπόριο θέριευε. Το σχέδιο Μάρσαλ ανέβαζε το βιοτικό επίπεδο µε ανταλλάγµατα και η αρκούδα µούγκριζε απ τα ερτζιανά. Γιάλτα γαρ. Ξανάνοιξε το Ωδείο. Η ΠΑΝ ΩΡΑ παιάνιζε το ίδιο funebre στις πλούσιες κηδείες κι έπαιζε Βάγκνερ και Λέχαρ τις Κυριακές τα απογεύµατα στην Πλατεία στο Ερµιόνιο. Η Σαρηγκιόλ άρχιζε ν αποξηραίνεται και η ΕΗ έχτιζε τον πρώτο σταθµό της στον Κόµανο. Έφτανε το τραίνο. Ο Παύλος µε τη Φρειδερίκη περιόδευαν στα χωριά και µοίραζαν βιβλιάρια προικοδοτήσεως στις άπορες κορασίδες. Είχαµε και έναν υπουργό. Η «αξιοποίηση» και η «ανάπτυξη» άρχιζαν. Έφευγε ο Κωνσταντίνος κι ερχόταν ο ιονύσιος. Τα καλντερίµια, µε δηµοτική πρωτοβουλία, εξαφανίζονταν κάτω απ την 181

181 πίσσα και η πόλη αποκτούσε την πρώτη της νεκροφόρα. Η αντιπαροχή άρχιζε ν αλλάζει το πρόσωπο της πόλης. Ο άνθρωπος της κατάστασης, πανίσχυρος νοµοθέτης, µε την βοήθεια και την ανοχή των αρχών, οδηγούσε µε µαθηµατική ακρίβεια τον τόπο στην πολιτιστική γύµνια, στην άνευ όρων παράδοσή του στα συµφέροντα µιας οµάδας χωρίς ταυτότητα. Το πλήθος, όπως συµβαίνει πάντα, ακολούθησε κι αντέγραψε υπό κλίµακα. Η µοίρα της Κοζάνης κι όλης της ελληνικής επαρχίας, που θα έπρεπε να είχε σχέση µε την παράδοση, την ποιότητα ζωής, την προστασία και το σεβασµό της φύσης, την ισότιµη εξέλιξη, κρεµάστηκε στον τοίχο κάποιου υπουργείου της Αθήνας, και ξεχάστηκε. Ο κόσµος αφέθηκε ν αντιγράφει άσχηµα αλλοδαπές κατακτήσεις. Κοινωνικές, οικονοµικές, πολιτιστικές, αθλητικές. Η «δηµιουργία», όπου εκδηλώνονταν, ή εκτοπίζονταν ή εξαγοράζονταν ή αυτοεξορίζονταν. Η «πρόοδος» είχε πάρει ένα χαρακτήρα µίµησης ξένων προτύπων και παράλληλα λήθης κάθε πράγµατος που είχε σχέση µε την ντόπια παράδοση και τις ντόπιες κοινές ανάγκες. Πικρές µνήµες, τραγικές πραγµατικότητες. Απ έξω τα πράγµατα «φαίνονται» και τις πιο πολλές φορές «δείχνονται» σήµερα εξελιγµένα. Παγκόσµια, αλλά και εδώ, για τους πολλούς η ασχήµια, η ανισοκατανοµή, ο βαρβαρισµός, η πολιτική και πολιτιστική υπανάπτυξη βασιλεύουν. «Η θρησκείες θριαµβεύουν έναντι της λογικής. Η παιδεία και η κριτική σκέψη ατροφούν». Ο πλανήτης αρχίζει να «ασθµαίνει». εν τα βλέπουν όµως όλοι έτσι. Οι πολλοί έξω βλέπουν ένα «εξελισσόµενο» κόσµο και εδώ µια «αναγεννηµένη» χώρα. Για µένα όµως 182

182 και για µερικούς αµετανόητους νοσταλγούς ο κόσµος, η χώρα, και ειδικά η Κοζάνη που εγκαταλείψαµε κάποτε, δικαιολογηµένα ή όχι, είναι πια κάτι σαν ουτοπία. Όταν γυρνάµε, δεν τη βρίσκουµε. Οι εστίες που µεγαλώσαµε, θάφτηκαν κάτω απ τις πολυκατοικίες. Οι βωµοί όπου κάποτε προσευχόµασταν, όχι ευτυχώς όλοι, έγιναν πελώρια κι άσχηµα κέντρα θρησκεµπορίας, χωρίς τους άλλοτε παλιούς πιστούς και παπάδες αλλά γεµάτα µε καπάτσους επιτρόπους και επαγγελµατίες ιερωµένους. Τα µέρη όπου πρώτη φορά µάθαµε τι είναι έρωτας, τι είναι φιλία, εξαφανίσθηκαν µέσα σε δαίδαλους τσιµέντου, σίδερου και πλαστικού. Έµειναν αυτά τα γραπτά σπαράγµατα και οι λίγες ζωγραφιές µε τέµπερες σε χαρτόνια που ο χρόνος δεν µπορεί να τις πειράξει. Και αν ποτέ αυτό το βιβλιαράκι φτάσει σε χέρια φίλων στον τόπο που µας γέννησε - έστω κι αν αυτός ο τόπος έγινε σε µας αγνώριστος σήµερα - ας γίνει η αιτία να µας θυµούνται και να µη ζηλεύουν εµάς που ζούµε στα «κέντρα», που γυρνάµε χωρίς ρίζες, υπηρετώντας πράγµατα που δεν εκτιµάµε, παλεύοντας να ξεχωρίσουµε σε µια κούρσα που ξέρουµε πως στο τέρµα της δεν υπάρχει παραδοχή. Εκλογικεύοντας την κάθε µας πράξη για να µπορέσουµε να ζήσουµε αύριο. Πάντα φιλοξενούµενοι. Ποτέ οικοδεσπότες. Και πάντα µακριά. Κουβαλώντας µέσα µας µόνο το άλγος ενός αδύνατου πια να πραγµατοποιηθεί νόστου.- Γιάννης. Βανίδης 183

183 Ο ηµήτριος (Μ ήτιας) Ι. Βανίδης γεννήθηκε στη Σιάτιστα το Πριν τελειώσει το δηµοτικό άρχισε να δουλεύει στα καπνοχώραφα των χωριών του Βοϊου και στην κατασκευή της σιδηροδροµικής γραµµής Κοζάνης-Καλαµπάκας. Το 1941 εγκαταστάθηκε στην Κοζάνη και παντρεύτηκε τη Στεργιανή οδούραγα µε την οποία απέκτησε δύο γιους, το Γιάννη και το Βαγγέλη. Στη συνέχεια εργάστηκε στα καπνοµάγαζα της Καβάλας, της Θεσσαλονίκης και της Κοζάνης όπου και διετέλεσε πρόεδρος του σωµατείου καπνεργατών Κοζάνης. Όταν η χειροποίητη επεξεργασία καπνών βιοµηχανοποιήθηκε, ο Βανίδης, αναγκαστικά, ασχολήθηκε µε την εµπορία καυσίµων υλών (καυσοξύλων, ξυλανθράκων, λιθανθράκων κ.τ.λ.) µέχρι που και αυτές αντικαταστάθηκαν από το πετρέλαιο και τον ηλεκτρισµό. Από το 1963 µέχρι και το 1972 εργάσθηκε ως βιοµηχανικός εργάτης στο εργοστάσιο αζωτούχων λιπασµάτων Πτολεµαϊδας απ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Εκεί άρχισε και να πρωτοζωγραφίζει Το 1973 εγκαταστάθηκε κοντά στα παιδιά του στη Θεσσαλονίκη. Πέθανε στην Κοζάνη το Πρωτοπαρουσιάστηκε σαν λαϊκός ζωγράφος από τη Μικρή Πινακοθήκη ιαγώνιος του Ντίνου Χριστιανόπουλου όπου και έκανε την πρώτη ατοµική του έκθεση το Μάϊο του Η δεύτερη ατοµική του έκθεση έγινε στο Κέντρο Τέχνης και Λόγου ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ το 1982 και το 1983 ο Στέλιος Λυδάκης τον συµπεριέλαβε στην οµαδική έκθεση «Σύγχρονοι Έλληνες Ναϊφ» που έγινε στην Αίθουσα Τέχνης ΣΥΛΛΟΓΗ των Αθηνών. O ήµος Κοζάνης διοργάνωσε την τελευταία του ατοµική έκθεση στα ΛΑΣΣΑΝΕΙΑ το Έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.- 184

184 Ο Γιάννης. Βανίδης γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1944 και από το 1969 ζεί και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Μετά την αποφοίτησή του από το Βαλταδώρειο Γυµνάσιο Αρρένων Κοζάνης εργάστηκε αρχικά ως τεχνικός γραφέας στο εργοτάξιο αζωτούχων λιπασµάτων Πτολεµαϊδας, ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα (Αθήνα, Σιάτιστα, Καστοριά) και στη συνέχεια ως διοικητικό στέλεχος κυρίως σε ξένες τράπεζες, σε επιχειρήσεις πληροφορικής και στην κλωστοϋφαντουργία. Από το 1995 απασχολείται και ως σύµβουλος ασφαλειών και επενδύσεων. Ως αυτοδίδακτος φωτογράφος παρουσίασε το έργο του σε τρεις ατοµικές εκθέσεις και πολλές οµαδικές. Από το 1976 και για τρία χρόνια ήταν επιµελητής ύλης του µηνιαίου περιοδικού ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ και την ίδια περίοδο δηµοσίευσε δύο µονογραφίες για το Ιστορικό Αρχείο Κοζάνης και το βιβλιοθηκάριο Νίκο ελιαλή στα περιοδικά ΙΑΓΩΝΙΟΣ και ΕΛΙΜΕΙΑΚΑ. Το 1979 ίδρυσε την πρώτη γκαλερί φωτογραφίας στην Ελλάδα, τη ΦΩΤΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. Υπήρξε ιδρυτικό µέλος του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης το 1980 και επίσης συνιδρυτής του ΠΑΡΑΛΛΑΞΙΣ Συνδέσµου για την Προώθηση της ηµιουργικής Φωτογραφίας το 1975 και του ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ το Από το 1980 και ύστερα από τη δηµόσια προτροπή που έκανε προς τους Κοζανίτες ο αείµνηστος Λεωνίδας Παπασιώπης στην εφηµερίδα ΧΡΟΝΟΣ - συγγράφει κείµενα στο γλωσσικό ιδίωµα της Κοζάνης, τα οποία δηµοσιεύει στον τοπικό και περιοδικό τύπο. Είναι παντρεµένος από το 1977 µε την (Σταµα)Τία Βαβατσιούλα και έχει µία κόρη τη (Στε)Λίνα και ένα γιο το Γιώργο.- 185

185 186

186 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Αφιέρωση σελ. 7 Αντί προλόγου σελ. 8 Γραφές: Ου τρύγους, 1983 σελ. 11 Η γκουρτιά, 1984» 17 Τα κόλιαντα, 1984» 23 Η «Πανδώρα», 1986» 32 Ου Νιάηµιρους, 1989» 43 Του ράδιου, 1988» 53 Απουκρές 92 ( 52), 1992» 60 Γιατί έµαθα, 1996» 91 Η απουµόνουσ, 1997» 101 Οι βρύσις, τα πηγάδια, 1998» 108 Τ Τιόλ ου αβλαγάς, 1999» 114 Ταχιά ξηµιρών Μάρτ ς, 2000» 123 Η µουσική, 2001» 136 Σώθ καµι, 2002» 155 Ζωγραφιές: Άγιος Νικάνορας, Κοζάνη» Η γκουρτσιά µας, Γ. Τιόλη 4, Κοζάνη» Ροδιανή (Ραντουµπίτστα) Κοζάνης» ιχείµαρο (Ρέντα) Βοΐου Κοζάνης» Το µοναστήριαγίας Παρασκευής µε τα χωριά Πελεκάνος και Σισάνη απέναντι» Γεράνεια Σιάτιστας» Ο Γρίβας Σιάτιστας σελ Καστοριά» Άλκη Χαραλαµπίδη: ηµ. Βανίδης» 70 Επίλογος» 180 Βιογραφικά σηµειώµατα» Εξώφυλλο: ηµ. Ι. Βανίδη: Πανόραµα Κοζάνης προς τα δυτικά 187

187 188

188 ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ» ΤΩΝ ΓΙΑΝΝΗ. ΒΑΝΙ Η ΚΑΙ ΗΜ. (ΜΠΗΤΙΑ) Ι. ΒΑΝΙ Η ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕ- ΤΗΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΕΙΡΑ GARAMONT (1545) ΚΑΙ ΣΕΛΙ ΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΕΠΙΤΡΑΠΕΖΙΟ ΕΚ ΟΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ. Η ΜΑΚΕΤΑ ΤΟΥ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ Ι ΙΟΥ ΑΠΟ ΨΗΦΙΑΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΑΣ ΝΙΚΟΛΕΡΗ. Η ΣΑΡΩΣΗ ΤΩΝ ΖΩΓΡΑΦΙΩΝ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΜΠΡΙ Η. Η ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΣΕ ΧΑΡΤΙ ΓΡΑΦΗΣ ΣΑΜΟΥΑ ΤΩΝ 100gr. ΣE ΕΚΤΥΠΩΤΗ LASER ΚΑΙ Η ΒΙΒΛΙΟ ΕΣΙΑ ΕΓΙΝΑΝ ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ DE NOVO ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ. 189

17.Β. ΜΙΚΡΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΤΟ 4 - ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΑΡΙΑ

17.Β. ΜΙΚΡΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΤΟ 4 - ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΑΡΙΑ Ήταν ο Σοτός στην τάξη και η δασκάλα σηκώνει την Αννούλα στον χάρτη και τη ρωτάει: Αννούλα, βρες μου την Αμερική. Σην βρίσκει η Αννούλα και ρωτάει μετά τον Σοτό η δασκάλα: -Σοτέ, ποιος ανακάλυψε την Αμερική;

Διαβάστε περισσότερα

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 2 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 2 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ Βάζει η δασκάλα εργασία για το σπίτι, να ρωτήσουν πως γεννιούνται τα παιδιά. - Μαμά, μαμά, λέει ο Σοτός μόλις πήγε σπίτι, η δασκάλα μας είπε να σας ρωτήσουμε πως γεννιούνται τα παιδιά. - Δεν μπορώ τώρα,

Διαβάστε περισσότερα

για παιδιά (8-12 ετών) Κατανόηση γραπτού λόγου

για παιδιά (8-12 ετών) Κατανόηση γραπτού λόγου Α1 για παιδιά (8-12 ετών) Διάρκεια: 30 λεπτά Επίπεδο Α1 για παιδιά (8-12 ετών) Ερώτημα 1 (7 μονάδες) Η Χαρά γράφει ένα γράμμα στη Νικολέτα. Θέλεις να δεις αν καταλαβαίνεις αυτά που διαβάζεις, γι αυτό σημειώνεις

Διαβάστε περισσότερα

ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 8-12 ΕΤΩΝ Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Γ Ρ Α Π Τ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ

ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 8-12 ΕΤΩΝ Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Γ Ρ Α Π Τ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ 8 - ΕΤΩΝ Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Γ Ρ Α Π Τ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν Μ Ν Α Δ Ε Σ Y Π Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Ο Π Α Ι Δ Ε Ι Α Σ Κ Α Ι Θ Ρ Η Σ Κ Ε Υ Μ Α

Διαβάστε περισσότερα

«Τι να λέω Τι να λέω»

«Τι να λέω Τι να λέω» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #37 «Τι να λέω Τι να λέω» (Σκουτάρος Μυτιλήνης) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #37 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε όλα τα

Διαβάστε περισσότερα

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΚΑΙ ΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΚΠΑΙ ΕΥΣΗ ΣΤΗ ΙΑΣΠΟΡΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ ΜΟΝΑΔΕΣ 5 ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΡΗΤΗΣ, Ε. ΙΑ.Μ.ΜΕ. Ρέθυµνο, 014 1 ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ Άσκηση 1 (6

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΟΛΟΙ: Αφηγητής 1(Όσους θέλει ο κάθε δάσκαλος) Αφηγητής 2 Αφηγητής 3 Παπα-Λάζαρος Παιδί 1 (Όσα θέλει ο κάθε δάσκαλος) Παιδί 2

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΟΛΟΙ: Αφηγητής 1(Όσους θέλει ο κάθε δάσκαλος) Αφηγητής 2 Αφηγητής 3 Παπα-Λάζαρος Παιδί 1 (Όσα θέλει ο κάθε δάσκαλος) Παιδί 2 ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΡΟΛΟΙ: 1. Αφηγητής 1(Όσους θέλει ο κάθε δάσκαλος) 2. Αφηγητής 2 3. Αφηγητής 3 4. Παπα-Λάζαρος 5. Παιδί 1 (Όσα θέλει ο κάθε δάσκαλος) 6. Παιδί 2 7. Παιδί 3 8. Παιδί 4 9. Παιδί 5 10. Μητέρα

Διαβάστε περισσότερα

«Του πιδούδ' μι ντ πίτα»

«Του πιδούδ' μι ντ πίτα» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #28 «Του πιδούδ' μι ντ πίτα» (Κολινδρός Πιερίας Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #28 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011

Διαβάστε περισσότερα

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14. «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14. «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14 «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011 Δείτε όλα

Διαβάστε περισσότερα

ΑΤΥΠΑ ΤΕΣΤ ΓΛΩΣΣΑΣ ΦΩΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ. 1.1. Ικανότητα διάκρισης της ομοιότητας ή διαφοράς μεταξύ προφορικών λέξεων

ΑΤΥΠΑ ΤΕΣΤ ΓΛΩΣΣΑΣ ΦΩΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ. 1.1. Ικανότητα διάκρισης της ομοιότητας ή διαφοράς μεταξύ προφορικών λέξεων ΑΤΥΠΑ ΤΕΣΤ ΓΛΩΣΣΑΣ ΦΩΝΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ 1. ΕΠΙΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ 1.1. Ικανότητα διάκρισης της ομοιότητας ή διαφοράς μεταξύ προφορικών λέξεων 1.1.1. Ικανότητα επισήμανσης της ομοιότητας στη συλλαβή. 1. γάλα

Διαβάστε περισσότερα

0001 00:00:11:17 00:00:13:23. Έλα δω να δεις. 0002 00:00:13:23 00:00:15:18. Η Χλόη είναι αυτή; 0003 00:00:16:21 00:00:18:10. Ναι.

0001 00:00:11:17 00:00:13:23. Έλα δω να δεις. 0002 00:00:13:23 00:00:15:18. Η Χλόη είναι αυτή; 0003 00:00:16:21 00:00:18:10. Ναι. 0001 00:00:11:17 00:00:13:23 Έλα δω να δεις. 0002 00:00:13:23 00:00:15:18 Η Χλόη είναι αυτή; 0003 00:00:16:21 00:00:18:10 Ναι. 0004 00:01:06:17 00:01:07:17 Σου έδειξα τη φωτογραφία; 0005 00:01:07:17 00:01:10:10

Διαβάστε περισσότερα

Η Ρουσούδα. Στα ψηλά τα παραθύρια

Η Ρουσούδα. Στα ψηλά τα παραθύρια Η Ρουσούδα Χρόνουν κιρό Ρουσούδα μ σ αγαπώ, Δεν το καμις νισάφι, για να μι κράξης Ρούσα μ μια βραδιά, ένα Σαββάτου βράδυ, σαν πάι η μάνα σ σ ν ικκλησιά, πατέρας σ στου παζάρι. κι τα μικρά διρφάκια σου,

Διαβάστε περισσότερα

ΤΡΙΓΩΝΑ ΚΑΛΑΝΤΑ. Τρίγωνα, κάλαντα σκόρπισαν παντού. κάθε σπίτι μια φωλιά του μικρού Χριστού. ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά

ΤΡΙΓΩΝΑ ΚΑΛΑΝΤΑ. Τρίγωνα, κάλαντα σκόρπισαν παντού. κάθε σπίτι μια φωλιά του μικρού Χριστού. ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά ΤΡΙΓΩΝΑ ΚΑΛΑΝΤΑ Τρίγωνα, κάλαντα, σκόρπισαν παντού κάθε σπίτι μια φωλιά του μικρού Χριστού, τρίγωνα κάλαντα μες στη γειτονιά ήρθαν τα Χριστούγεννα κι η Πρωτοχρονιά Άστρο φωτεινό, θα βγει γιορτινό μήνυμα

Διαβάστε περισσότερα

Ας µιλήσουµε Ελληνικά

Ας µιλήσουµε Ελληνικά Ας µιλήσουµε Ελληνικά I Το όνοµά µου: Πόσων χρονών είµαι: Σε ποια τάξη πηγαίνω: Σε ποιο σχολείο πηγαίνω: Η πόλη µου / Το χωριό µου: ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011 Μέρος Α Κατανόηση προφορικού λόγου 1 Άσκηση 1 Άκουσε

Διαβάστε περισσότερα

ΕΠΙΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ

ΕΠΙΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΕΠΙΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ 1 ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑΣ Ή ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΟΦΟΡΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 1.1 ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗΣ ΤΗΣ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΣΥΛΛΑΒΗ ΟΔΗΓΙΕΣ στο παιδί: Κάθε φορά θα σου λέω δυο μικρές λέξεις. Εσύ θα

Διαβάστε περισσότερα

Η ζωή είναι αλλού. < <Ηλέκτρα>> Το διαδίκτυο είναι γλυκό. Προκαλεί όμως εθισμό. Γι αυτό πρέπει τα παιδιά. Να το χρησιμοποιούν σωστά

Η ζωή είναι αλλού. < <Ηλέκτρα>> Το διαδίκτυο είναι γλυκό. Προκαλεί όμως εθισμό. Γι αυτό πρέπει τα παιδιά. Να το χρησιμοποιούν σωστά Δράση 2 Σκοπός: Η αποτελεσματικότερη ενημέρωση των μαθητών σχετικά με όλα τα είδη συμπεριφορικού εθισμού και τις επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή! Οι μαθητές εντοπίζουν και παρακολουθούν εκπαιδευτικά βίντεο,

Διαβάστε περισσότερα

Μιτά απού καμπόσις μέρις τα είπι η δάσκαλους να ξιπαραχώσουν καναδυό κουκόσις για να δουν αν σάπ'σαν ή αν έδουσαν.

Μιτά απού καμπόσις μέρις τα είπι η δάσκαλους να ξιπαραχώσουν καναδυό κουκόσις για να δουν αν σάπ'σαν ή αν έδουσαν. Άλλ(η) τιμουρία; Κλείσιμου στου υπόγειου απ' του σχουλείου. Ένα σκουτεινό μέρους κάτ' απ' του σανιδένιου πάτουμα τσι αίθουσας. Ανοιούσι η δάσκαλους νια μικρή πουρτούλα κι έσπρουχνι τσι τιμουρημέν(οι) μέσα.

Διαβάστε περισσότερα

Modern Greek Stage 6 Part 2 Transcript

Modern Greek Stage 6 Part 2 Transcript 1. Announcement Καλημέρα, παιδιά. Θα ήθελα να δώσετε μεγάλη προσοχή σε ό,τι πω σήμερα, γιατί όλες οι ανακοινώσεις είναι πραγματικά πολύ σημαντικές. Λοιπόν ξεκινάμε: Θέμα πρώτο: Αύριο η βιβλιοθήκη του σχολείου

Διαβάστε περισσότερα

Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό:

Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό: Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό: - "Η πρώτη απάντηση είναι 1821, η δεύτερη Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η τρίτη δεν ξέρουμε ερευνάται

Διαβάστε περισσότερα

ΖΑΧΡΑ ΙΜΠΡΑΧΗΜ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΖΑΣ

ΖΑΧΡΑ ΙΜΠΡΑΧΗΜ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΖΑΣ Θυµάσαι το παραµύθι της γιαγιάς για την 28 η Οκτωβρίου; Μάζεψε τους φίλους σου και διηγήσου το. Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας γίγαντας που ζούσε στο δικό του σπίτι. Ένα

Διαβάστε περισσότερα

Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Π Ρ Ο Φ Ο Ρ Ι Κ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν 02

Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Π Ρ Ο Φ Ο Ρ Ι Κ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν 02 Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Π Ρ Ο Φ Ο Ρ Ι Κ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν 2 5 Μ 0 Ν Α Δ Ε Σ 1 Y Π Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Ο Π Α Ι Δ Ε Ι Α Σ Κ Α Ι Θ

Διαβάστε περισσότερα

Κώστας Λεµονίδης - Κάπως Αµήχανα

Κώστας Λεµονίδης - Κάπως Αµήχανα Κώστας Λεµονίδης - Κάπως Αµήχανα 1. Παντοτινά δικός σου Ξέρεις ποιος είσαι, ελεύθερο πουλί Μέσα σου βλέπεις κι ακούς µιά φωνή Σου λέει τι να κάνεις, σου δείχνει να ζεις Μαθαίνεις το δρόµο και δεν σε βρίσκει

Διαβάστε περισσότερα

ΕΚΕΙΝΗ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥ Ι ΓΙΑ ΤΟΝ Γ

ΕΚΕΙΝΗ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥ Ι ΓΙΑ ΤΟΝ Γ Πέρος Ζαχαρίας Ζαχαρίας Πέρος ψευδώνυμο, του σπουδαστή της Αντιρύπανσης Ζαχαρία Περογαμβράκη. Στην Κοζάνη ασχολήθηκε με το Θέατρο σαν ερασιτέχνης ηθοποιός σε αρκετές παραστάσεις, συμμετείχε σε μία ταινία

Διαβάστε περισσότερα

«Ο Αϊούλαχλης και ο αετός»

«Ο Αϊούλαχλης και ο αετός» ΠΑΡΑΜΥΘΙ #25 «Ο Αϊούλαχλης και ο αετός» (Φλώρινα - Μακεδονία Καύκασος) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr ΠΑΡΑΜΥΘΙ #25 Ψηφίστε το παραμύθι που σας άρεσε περισσότερο εδώ μέχρι 30/09/2011

Διαβάστε περισσότερα

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΥΜΝΑΖΕΤΑΙ (Κωµικό σκετς)

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΥΜΝΑΖΕΤΑΙ (Κωµικό σκετς) 1 Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΥΜΝΑΖΕΤΑΙ (Κωµικό σκετς) ΠΑΙΖΟΥΝ ΛΟΧΑΓΟΣ ΛΟΧΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΣ (στρατιώτες) Σήµερα θα πάµε µαζί να κάνουµε ασκήσεις και θεωρία. Για κάντε γραµµή. Αρχίζω. Προσέξτε. Πρώτα πρώτα ν ακούτε

Διαβάστε περισσότερα

Ποια είναι η ερώτηση αν η απάντηση είναι: Τι έχει τέσσερις τοίχους;

Ποια είναι η ερώτηση αν η απάντηση είναι: Τι έχει τέσσερις τοίχους; Τι έχει τέσσερις τοίχους; Ένα δωμάτιο. Τι υπάρχει απέναντι από το πάτωμα; Το ταβάνι η οροφή. Πού υπάρχουν λουλούδια και δέντρα; Στον κήπο. Πού μπορώ να μαγειρέψω; Στην κουζίνα. Πού μπορώ να κοιμηθώ; Στο

Διαβάστε περισσότερα

Κατανόηση προφορικού λόγου

Κατανόηση προφορικού λόγου Α1 Κατανόηση προφορικού λόγου Διάρκεια: 25 λεπτά (25 μονάδες) Ερώτημα 1 (7 μονάδες) Ο Δημήτρης και ο φίλος του ο Πέτρος αυτό το σαββατοκύριακο θα πάνε εκδρομή στο βουνό. Θα ακούσετε δύο (2) φορές το Δημήτρη

Διαβάστε περισσότερα

Μάθημα 1. Ας γνωριστούμε λοιπόν!!! Σήμερα συναντιόμαστε για πρώτη φορά. Μαζί θα περάσουμε τους επόμενους

Μάθημα 1. Ας γνωριστούμε λοιπόν!!! Σήμερα συναντιόμαστε για πρώτη φορά. Μαζί θα περάσουμε τους επόμενους Μάθημα 1 Ας γνωριστούμε λοιπόν!!! Σήμερα συναντιόμαστε για πρώτη φορά. Μαζί θα περάσουμε τους επόμενους μήνες και θα μοιραστούμε πολλά! Ας γνωριστούμε λοιπόν. Ο καθένας από εμάς ας πει λίγα λόγια για τον

Διαβάστε περισσότερα

Μια μέρα καθώς πήγαινα στο σπίτι είδα έναν κλέφτη να μπαίνει από το παράθυρο και να είναι έτοιμος να αρπάξει τα πάντα...

Μια μέρα καθώς πήγαινα στο σπίτι είδα έναν κλέφτη να μπαίνει από το παράθυρο και να είναι έτοιμος να αρπάξει τα πάντα... Μια μέρα καθώς πήγαινα στο σπίτι είδα έναν κλέφτη να μπαίνει από το παράθυρο και να είναι έτοιμος να αρπάξει τα πάντα... Αμέσως έβγαλα το κινητό από τη θήκη και έστειλα μήνυμα στο κινητό της μαμάς πού

Διαβάστε περισσότερα