, Ρ (later eleventh) letter of the Gr. alphabet: as numeral λ 3 0 = but ;λ = 3 0! 000

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download ", Ρ (later eleventh) letter of the Gr. alphabet: as numeral λ 3 0 = but ;λ = 3 0! 000"

Transcript

1 A Λ λ, λάμβδα, or better λάβδα (v. sub voc.), τό, indecl., twelfth Λαβράνιος, δ, epith. of Zeus in Cj'prus, MyresCesnolaCollection, Ρ (later eleventh) letter of the Gr. alphabet: as numeral λ 3 0 = 55 but ;λ = 3 0! 000 λάβραξ, a/cor, <5, (λάβρος) a ravenous sea-fish, Labrax lupus, the λα-, insep. Prefix with intensive force, as in λακαταπύγων, λακατάρατος ; cf. also λαι-μαργος. Ptol.Euerg. I J.; δ πάντων Ιχθύων σοφώτατος Ar.P ; λάβρακες bass, Alc.107, Eup.150(pL), Diph.66.10, Arist./P4567 li 19, 591*11, λ(}α, = λ6ία (booty), Pi.0.10(11).44 (λαΐα codd. vett.), IG7.37 (Megara), cf. Hsch. s. v. λαιάν. λαβρ-eia' ή τον λόγου εκληφις, Hsch.; = ή φλυαρία, Zonar. e«o- Μιλήσιοι, prov. of greedy persons, Apostol.1c.38, cf. Ar.py.361. λάαγε«01 χλωροί βάτραχοι, Cyr. μαι, (λάβρος) talk rashly, brag, τί πάρος λαβρεύεαι; > μύθοι!. λααν καϊ θυλάκιον, φ οί ηνίοχοι τ&ς μάστιγαε άποτίθεντα.1, Hsch., ΛΑΒΡΕΥΕΑΙ IB λα,βρεΰονται' ρέουσι μεγάλα βουλεύονται, θορυβουσι σφόδρα, Hsch. -ηγορ ω, boast, Τζ. ad Hes.0/1-477 cf. נ Poll.7 16 (where the same thing is called σάργαλος). λάανα' επίστατον, Hsch.; i. e. λάάνα, λάσανα. λαβροβόρο?, ον, ravenously devouring, στόματα Pancrat.O.y. λααξόϊ, v. λαο (!0ϊ [ ε[κτεθήτω λα,άρχ-ημα, ατοϊ, τό, dub. sens., εν τφ λααρχή(ματι) Pr66.04(a).145(" B - c ) -η?, ου, δ, commander of α λααρχία, Inscr.Mus.Alex.%1 (iii/ii Β. C.). -ία, η, division of native μάχιμοι, settled in cleruchies, PTeb.61(a). 112,62.258, al. (ii B. C.). -05, ου, ύ,^λαάρχης, PStrassb.91.2 (i B.C., in dat. -φ). λάας, δ (also η, APy.^gi (Mnasalc.), Nic.rA.45), acc. λααν (λάα Call.Fn104),gen. and dat. λαοϊ, λαι: dual λαε : pi. λαεί c., gen. \ίων, dat. λάεσι, Ep. λάεσσι, all which forms occur in Horn., exc. λίεσι, which appears in Epigr.Gr.4,^.2 (Bostra), IG (Catana)also masc. λάος, δ λαο (sic) 'όδε Inscr.Cypr.g^H. ; acc. λαον PuchsteinEpigr.Gr.p.ye (Memphis), Riv.Fil (Cyrene); gen. λάου S.OC196 (lyr.) codd. (cf. Hdn.Gr.1.109), Leg.Gort ; acc. pi. λάους Hes.Pr.115, Simon.ap.Sch.II.O^y. 10S7.40 ; dat. λάΰϊ ( = \aots) Corinn. Supp.!.?,!, (fern.), cf. Serv. advirg. G.1.63 : poet. Noun (also in dialects, v. supr.), stone, esp. of stones thrown by warriors, 'όσον τ' επ 1 λααν "ησιν II.3-12, cf , al. ; λ. αναιδής, of the stone of Sisyphus, Od ; 8s μιν λααν θηκε turned her into stone, , cf. II λαβά' σταγών, Hsch. λαβάβηρ' λακσ.νίσκη, Id. λαβαντίς, ίδοί, η, name of a vegetable, gloss on ίφύα, Id. λαβάργϋρας, ov, taking money, ώρολογητ-fis Timo 18. λαββάνω, = λαμβάνω, Foed.Delph.Pell. 1Β14. λάβδα, το', indecl., the letter λ, Ar.Pc.920 (Sch.), Eup.359(prob.), Pl.C) a,434c, Arist./P4514 b 18, Calliasap.Ath d, Phld.P0.2 Fr.42 : the form λάμβδα, Ar.Pc. 1. c. cod. R, v. 1. in Arist. 1. c., etc., is incorrect. (Hebr. lamedh.) λαβδακισμόϊ, δ, (λάβδα) a defect in pronunciation, Quint.Inst (pl.),Diom.453K. λαβδ06ιδή5, ες, formed like α Λ, οστοΰν λ. the os hyaides, Gal. 18(2). 957, Orib ; βαφή the suture in the skull between the occiput and sinciput, Gal.i/Pg.5, Ruf.Owtti.133 ; διάγραμμα Theol.Ar.T,. (λαμβδ- is freq. written in codd. and is v. 1. in Gal.i/Pl. c., Orib. I.e., but λαβδ- Poll.2.37,4 133.) λάβδωμα, ατοί, τό, a figure like that of A, Iamb. innic. p. 14 P. λάβ-ή, ή, (λαβείν) handle, haft, λάβαντίύ ξίφεος Alc.33.2, cf. D , etc.; λαβαϊ αμφίστομοι, of a cup, S.OC473, cf. Av.Pax II. as a pugilistic term, grip, hold, βελτίων ουκ εστίν iv μάχαις λ. τώγωνος AlexanderMagnusap. Plu.2.180b, cf. Plu. Thes.g ; ίίσπερ αθλητής λ. ζητεΐν Id.Fab.5 : metaph., τάς λ. τοΰ φαρμάκου Gal δ. Ill- metaph., handle, occasion, μή μέθης τύν άνδρ', έπειδή trot λ. δεδωκεν Ar.P9.841; λ. γαρ ένδεδωκας ib.847, cf. Lys.671, D. Prooem.2 ; d!s άπαξ παρέδωκεν λ. Ar.iVK.551 ; ίίσπερ παλαιστής την αυτήν λ. πάρεχε Ρ1.Ρ-544' 3 > ^ λόγος ήμΐν οίον λ. άποδίδωσιν Id.Lg. 682e; λ. παραδιδόναι εις ελεγχον Plu.Cic.20, είλημμενος 1 ην προσήκει λ. ύπb φιλοσοφίας Id.2.78b; είλήμμεθα λαβ κ ην ίφυκτον Nicoch. 3D.; so in pi., ταί δμοίας.. λ. λαβείν A.Ch-4gS ; είς τας δμοίας λ. ελήλυθας Pl.Phdr.236b ; τα μαθήματα φαί η τις tiv λαβάς είναι φιλοσοφίας Xenocr.ap.Plu.2.452d, cf. D.L.4.10 ; εν λαβαΐς είναι or γενέσθαι to be ti.grips, of wrestlers, Plu.Eum.7, 2.979a ; εις λαβάς 'ήκειν Id.Luc.3 ; of an orator, άφύκτους [8«Γ είναι] τάί λ. D.U.Dem.18, cf. 20; λαβας αντιλογία! διδόναι opportunities for refutation, Id.PA.8.15 ; also in friendly sense, φιλικαϊ λ. Plu.2.660b, IV. attack of fever, Hp.ap. Gal.1g.116. V. taking, accepting, εν αργύρου λαβή A.Supp.QH,; catching, of a ball, Gal, Parv.Pil.3. VI. turn, of a bandage, Id VII. Anat., in pi., insertions, attachments of muscles, Id. Aen.Tact VIII. eye of a needle, ג 1006.(2)8 TOTio-TTipiois, Hsch. -ίδιον, τό, Dim. of λαβίς II, pair of tweezers, Osc , Gal , PHolm.6.II. II. Dim. of λαβή 1, ΰποΰ*ρειν δια τοΰ λ. τοΰ σμιλαρίου Leonid.ap.Aet ΐδόω, seize with pincers, Interpol, in Dsc.pK/M.50. -ιον, τό, Dim. of λαβή 1, λαβή, = ή,, oft Str ιρος - βόθυνος, Hsch. -ίς, ίδος, handle, 1 e. Gal.2.704; hilt, Lxx/rf.3.22, EM.^g\.g. II. Act., holder, 1. forceps, Hp.Sien7.244,. es38.282(cod <» i1 // Laur.), Apollon. 3p.Gal clamp, clasp, Plb ; λ. σιδηραΐ Inscr. 0«os442S]68(iiB.c.). 3. tongs or snuffers to trim lamps, Lxx ^.38.17(37.23),Mi.4.9, v. 1. in J.^/ = πυράγρα, Cyr. ף 51 Anon.<«P/i , λαβραγορ- ω, talk boldly, brag,»'j, TI, bold, rash talker, braggart, II λαβράξω,^λαβρεύομαι, Nic.^/.160,' TZ.//.1.743, Hsch.; also, = λ *βρόομαι, Lyc.260. λαβράκιον [ρά],τό, Dim. of λάβραξ, Antiph.222.2, Amphis35 λαβράκτηξ, oy, δ, = λαβραγόρης, Pratin.Lyr.5 λαβρόνιον, τό, = λαβριίνιον, Hsch. : also λαβρόϊον, Id. λαβρό-ομαι, rush violently, χεΰμα..λαβρωθεν σκότψ ivild and dark, Lyc ττόδηϊ, ου,δ, rapid of foot, rushing, χείμαρρε ךךAPg.2 (Antiphil.), -ττοσία, ή, excessive drinking, Hippialr.8. -ττοτέω, (πίνω) drink hard, AP$. 109 (Marc. Arg.) : c. acc., κύλικαs ib ו. Id ) λάβρος, ov (also a, ov Damocr.ap.Gal ) : X. in Horn, only of wind and water,furious, boisterous, Ζέφυρος λάβρος επαιγίζων II , cf. Od.15.29jj Thphr. Vent.^o ; is ore κΰμα θοίjj εν νηϊ πέσγσι λάβρον II ; ποταμ'δς..λ. τίπαιθα βέων ! ότε λαβροτατον χέ'ει ϋδωρ Ζευς : λ. 6μβpos Hdt.8.12 ; καπνός, σέλας, Pi.Ο Ρ.3.40; πνεύμα A.Pers. 110 (lyr.); ;ךπvpΈ.Or.6g λάβρον αύχέν', of the Hellespont personified, Tim.i%«s.84 ; simply, huge, mighty, λίθος Pi.iV.8.46 ; ίίδατα λαβρότερα, expld. by αθροωτερα, Arist.Mete. 34S b Io : neut. as Adv., λάβρον επαιγίζων. Έρως. AP (Paul. Sil.). II. after Horn., of men, boisterous, turbulent, esp. in talking, hasty, Thgn.634 ; λάβροι παγγλωσσία Pi.Ο.2.86 ; λ. στόμα Simon. I 77, έ.λ/.ι 147; λ. όμμα ~E.Hel.tfg (ariap., s. v. I.). 2. fierce, δρά- KOVTOS λαβρόταται γέννες Pi.P.4.244, cf.e.hf2j3 ; violent, impetuous, λ. πρόςτήν επιθυμίαν τήν της τροφής Arist.Gvi 717*23 (Comp.); λάβpep χρώμενοιτφποτίρ D.S.5.26; λάβρος εις Βάκχον όλισθών Α Ρ11.25; (Αροίlonid.); λαγνεΐαι λαβρόταται Ti.Locr. 103a; επιθυμία Arist.GAy 17* 28 ; Έρως AP h.26f (Paul. Sil.); λάβρίρ μαχαίρα Ε.Cyc III. Adv. λάβρως violently, furiously, j, ίπποι] &νακτα φέρουσι λάβρως Thgn. 988 (cf. λαβροπόδης, -συτος); λ. ϋει Thphr.//P4 " 1 > άνεμοι καταιγίζοντες λ. D.S.5.26 ; αθρόως καϊ λ. Αρρ.HispA 8, cf. Harm.48 ; διδόναι \τί> δξύμελι) κατ' ολίγον καϊ μή λ. Hp.Acut. &, cf. Ph eagerly, greedily, λ. διαρταμάν (of the eagle) A.Pr.\022 ; τη βρώσει χρήται λ. (of the lion) Arist./P4594 b 18, cf. Ph Poet, word, used also in Ion. and late Prose, [λα- by position in Ep.: λά- Ε. Or. I.C..WH61 (troch.), AP (Apollonid.).] λαβροσιάων' χορτασμού ακόσμου, Hsch. (χορτασμών cod.). λαβροστομ-έ'ω, (στάμα) talk boldly, rashly, A.Pr ία' ή διάχρηστος λαλιά, Hsch. λαβρο-σύνη, Dor.-να, ή, (λάβρος) violence, greed, ΑΡ6.305 (Leon.), Opp.iP5.366 : also in pi., ib bold talking, Tryph.423 (pi.), -σΰτος, ov, (σεύω) rushing furiously, A.Pr.600 (lyr.). -της, ητos, ή,^λαβροσύνη, Muson.P»18. B p.1coh., Ath.7_310f; λ. εν τφ πίνειν Id c. -φαγε'ω, eat greedily, D.L λάβρυξ, = π( λ6κυ$, Lydian word, Plu.2.302a. Χαβρ-υσσί!. λαβρεύει, Hsch.; also, =5etXcuj e1, Id. λαβρώνιος, δ, large wide cup, Men.503, Diph.80.1 : also λαβρωνια, ή, Eust ; λαβρώνιον, τό, Men.24-4! Hsch. (λαβρό- cod.) ; cf. λαβρόνιον. λάβ υξ05, ν> an unknown spice-plant, Dinon 18. λαβΰρινβοίιδήϊ, ες, -=^-(ίδης, Vett.Val λαβυρινθ-os [C], δ, labyrinth or maze, a large building consisting of numerous halls connected by intricate and tortuous passages : in Egypt, Hdt.2.148, cf. Str.i ; in Crete, Call.Dei.% 11, D.S.1.61 : pi., σπήλαια καϊ iv αυτοϊς οικοδομήτοϊ λαβύρινθοι Str.8.6.2; name of a building at Rome, IG ; also at Miletus, Milet.7.56, Supp. Epigr (iii/ii B. C., pi.). 2. prov. of tortuous questions or arguments, ίίσπερ είς λ. εμπεσόντες, ο'ιόμενοι %δη Μ τελεί είναι περικάμφαντες πάλιν ίίσπερ εν αρχή..άνεφάνημεν όντες PX.Euthd. 291 b ; λαβυρίνθων σκολιωτερα D. Η. 77;.4 5 λόγοι λαβυρίνθοις ομοιοι Luc.Bis ACC.21; -ήροι?' λόγων λαβύρινθοι Id.I-car. 29 ; of ant-hills, Gal. VP1.3 ; of the rete mirabile Galeni, Id ; of Lycophron's poem, APg.igi ; as name of a philosopher, l.uc.symp.6. II. any wreathed ox: coiled up body, εινάλιος λ. the twisted sea-snail, AP6.224 (Theodorid.) ; εκ σχοίνων λ. bow-net of rushes, Theoc ώδης, ες, labyrinthine, contorted, αστράγαλος Arist.HA^gg 2c, οίκημα Procop.Arc. 4: metaph., δόξα Ph ; σειsןipωτ7 Luc.Fug.io. Xayayti" αφρίζει, Hsch. (betw. λαγαρόν and λαγάσσαι). λαγαιω, release: inf. λαγαίεν GΖ)/4982.4,4989.6(Crete): 3 sg. aor. subj. λαγάσει Leg.Gort. \.g, al. : aor. inf. λαγάσαι (? >/ , Leg.Gort. 1.5; cf. λαγάσσαι. ז Hp.Morb.Sacr.3 λαγανίζω, f.l. for γαληνίζω, λ,άγανον [λά], τό, a thin broad cake, of meal and oil, like 'ίτριον, Diocl.i V. r 16 ; λ. ίίζυμα LxxLe.2.4, cf. MatroParod.Fr.4, Gal.6.492, PO^y (ii A.D.), Ar.^c.843 as cited by Ath.3.110a ( κόπανα codd. Ar.); λ. τηγανιστόν J.^i/7.4.2 (cf. λ. άπί> τηγάνου Lxx2Ki.6. 19); ελκύειν λ., cf. Lat. tracta, Chrysipp.Tyan.ap.Ath ε :

2 λαγανοφακή Dim. λάγάνιον, τό, Id.ap.Ath a, UPZ89.2 (ii B.C.), PLond (111 A. D.). λαγανοφακή, ή, lentil pudding.ז p.1 or cake, Bilabel Όψαρτ. λαγάρίζομαι, Pass., dub. sens., Ar.K.674 έκ κηθαρίου λαγαριζό μενον, expld. by Sch. τά Xayapb. εσθίοντα, 'ό εστίν εύθραυστα καϊ ευτελή τίνα, i. e. getting a poor living out of the ballot-box. H. prob. scrape, Pherecr.121. III. jog or nudge with theelboiv, = σκαλεύειν, Hsch. (v. 1. Χαγαρυζόμενον in Ar. 1. c \ayυριζόμζνοι. in Pherecr. 1. c.). B, intr. in Act., of the pulse, Archig.ap.GaL λαγαρίττ ται, μβτρί υ6ται } Hsch λαγύν-ιον [6], τό, Dim. οίχάγυνας, Diph.3.2, BGUiog^. 17(i Α. π.), Gal 1 Dsc (v. 1. -ήν-), 835, S ' ISos, ή, Dim. ofxiywos, Plu f. -ίων, ωvos, δ, name for a parasite, Hardbottle, Ath !. λάγϋναθήκη, cj. for λάχανο- in Alex.Magn.ap.Ath b. λάγϋνος [α], δ (fern, in Tbessaly, Arist.Pr.499, cf. Rhian.7!;, Ath b), flask, flagon, Diph.29,60.8, Nicostr.Com.ti, ^)>6.248 (Marc. Arg.): also in later Prose, Plu.2.509d(fern.), POxy (fem., ii/iiia. D.). 2. a measure (perh = KviW), Ostr.43,150, PPay (iii A. D.), Eratosthap. Ath.7.276b (fern.) : λάγηνο«is freq. ν, I., arising prob, from Lat. lagena, and admissible only in late writers, e. g. Gal ] only in late Poets, A Pi } λάγϋνοφόρια, τά, the flagon-bearing, a feast at Alexandria, Eratosth.ap.Ath.7.276b. λαγυρίζομαι, v. Χαγαρίζομαι. λαγχάνω, fut. Χήξομαι Pl.P.617e ; Ion. λαξβμαι (cf. λάξα) Hdt.7 144: aor. Ιλαχον IL9.367, etc.; Ep. ελλαχον h.cer.87, v.l. for ελλα βεν in Theoc.25.27i \ Ep. Χίχσν ,al.; Aeol. opt. 1 sg. λαχόψ Sapph.9 (λο.χοίτ)ν A.D.Synt ); for λέλάχον v. infr. iv: pf. φ Χηχα Α.7)4.376, 423, etc.: plpf. εΐχήχει PlJ^hd.iajd; poet, andlon. λέλογχα Pi.O.1.53, B.9.39, Emp.20.3,E. 7V.282 (lyr.), Hdt.7.53,Test. ap.d.21.82, D.H.4.83, etc., but not in early Att. Prose; 3 pi. λελογχαιτι(ν) Od , Emp.102, but λελα,χασι Id ; part, λελαχάι Phld.i).1.17 ; Dor. 3 sg. λελλγχει Theoc.4.40 ; plpf. έλελόγχει Luc. Am. 18: Pass., aor. ελήχθην Lys.17.8, Is.9.24, D.38.20: pf. SX7!yμαί E. 7V.296, D.30.34; 3 pi. λελάχαται Perict.ap.Stob : I. c. acc. rei, obtain by lot, of spoils, opp. εξαιρεΐσθαι, Od , cf. II , etc.: generally, obtain as one's portion, τα γάρ λάχαμε? γέρο.! ήμεΐς 4 49 ; Χαχόντa τε ληίδος αϊσαν ; πρός δαιμόνων ολβον Ρί. ז Ν.9-45 μέζονας μοίρας Χ. Heraclit.25; μοΐραν "ιετην, is αότοί περ ίλάγχανον Od , cf. Hdt : with inf. added, έλαχαν παλιψ όλα ναιέμεν I had the sea for my portion to dwell in, II , cf. Pi.O. 6.34, A.Eu.g^i (anap.) ; ίχαχ &ναξ δούλην σ' εχειν,. Ε.Γ278 cf.282 (lyr.) ; of a deity as presiding over one's life, εμέ μεν Κήρ..λάχε γεινόμενόν περ σκληρά μάχα δαίμονος 2s με χεχόγχει Theoc >' δαίμων δ τήν ήμετεραν μοΐραν ειληχώς LyS ; 11 δαΐμαν, as μι.. είληχα! Alciphr.3.49 : a ' s, esp. in pf., to be the tutelary deity oja place, protect it, [Πάν] πάντα λόφον.,χέλογχε h.iiom.kj.6 ; βεοισι οί Περσίδα γήν Χελόγχασι י Hdt *«"י Ρέας, & πρυτανεία λέλογχας Pi. Ν.ΐϊ.τ; of Athena, % τήν ΰμετέραν πόλιν εχαχε PL 71.23d, cf. Ε.Or. 319 (lyr.),pa.1576 (lyr.) : metaph., ακέρδεm ΧεΧαγχεν θαμινα κακήγόρος Pi.O.1.53: freq. of persons who have a post assigned to them by lot, κλήρφ rw πεπάχασθε διαμπερές, os κε λάχγσι II , cf. 179, ,862 : c. inf., κλήρφ λάχον ενθάδ' επεσθαι i 50 άλφ " Χαχεΐν Α. 77(.5.5» Hdt.4.94» cf ; is ev TVXCUS έκαστο! είχηχεν עπάΧο Α. Th.tfG : abs., vpbs Θύμβρης εχαχον Λυκιοι had their post assigned near λ^χ Thymbra, Il.lo.430 ; επί, έν ττύχαις λ., A.7^.423,45'> etc > alone, Hdt.3.128, etc.; Χ. τινά διδάσκαχον have him assigned to one by lot, A11tipho at Athens, obtain an office by lot, αρχα! Χαχεϊν, opp. χειροτονηθήναι (to be elected), ,«". Ar.Av. nil; οϋδεμίαν [αρχήν] Χαχων ούδέ χειροτονηθείs Aeschin.l.I06: more freq. c. inf., δ τφ κυάμιρ Χαχα ν ττοχεμαρχέειν he who had the lot to be polar!arch, Hdt εχαχον πρότεροι άτοδιδόναι Th.5.21, cf. 35 ; Χαχίύν. Ιερόμννμονεϊν Ar.Nu.622,, Χαχόντυς βουχεύειν when I became Member of Council by lot, D , cf. 59.3, Pl.Gij-.473e : c. gen., Χαχε'ιν τΰν έξιόντων to be chosen by lot as one of.., D ; also οί ταμίαι οί λα- X<Wes Ι 191.2?)/ ; Χαχεΐν βασιλεύς, επιμελητής, ιερεύς, etc., Lys.6-4r Din.2.ΙΟ, זD etc.; ετίσκαπας τφ κνάμφ Χαχάν Ar.Av. 1022; 01 πεντακόσιοι (οί) Χαχόντες τφ κυάμφ Lexap.And.I.96 : abs., κλψ ρούχουs τονς Χαχόνταΐ those on whom the lot fell, Th.3.50, cf. PI.Lg. 765c; τοντ Χαχόντας προέδρους S/G465.6 (Athens, iii B.C.); rare exc. in Athens, Χαχίνν ιερεύς ib (dionysopolis, ΪΒ. c.), etc. 3. as Att. law-term, Χαγχάνειν δίκην obtain leave to bring a suit (esp. a private suit), prob. because the presiding magistrates decided the order of hearing by lot; λ. δίκην τινί against one, V\.Euthphr.$>,Lg. τονκλί 938b, cf. Aeschin.2.99 ; εγκλημάτινι D ; τδν είληχότα ρου τήν δίκην the person suing for the inheritance, ls.8.3 : without τήν δίκην, εϊληχε μεν ιιύτψ της θυγατpbs της ΐ,νκτήμονος is οίτης ίπικλήρου he has claimed Euctemon's daughter.id.6.46, cf. D-48.20J λ^ τινϊ του συμβολαίου Lys. 17.3; λ. φόνου ίμαυτφ D ; also λ. τφ υ'ιει τής επικλήραυ prosecute the claim on his son's behalf, And.1.121, cf. 124; Χ. δίκην τινϊ είς τοi s Άμφικτνοναί χιχίων ταλάντων υπέρ τίνος U r cf - Isoc.16.2: abs., λ. πpbs τόν άρχοντα Is.il.33= metaph- " ass» ψι χ?ϊ] δίκην λχχ,χόντος Democr.159 : P τοΰ σώματος 1[τ7) αί δίκαι έλήχβήσαν Lys.17.8; τνρδ τον τήν δίκην Χηχθήναι D.S4 ^ : י * 1 Id.23.7^. impers., τούτοις λαγχάνεται proceedings are taken, " p l «Άχιλλίί c. gen. partit., become possessed of Ά thing, &ς κεν εκ Πριάμοιο Χάχη Il ; έλαχαν κτερέων Od ! cf Tbgn-934- Pi./.8(7).69,, Ρ?75.6 B.I.56,9.39, Lyr.Adesp.53, Emp.10a,H5-f- Democr.21 ; es πρατίδων λαχόντα A-Ag.^&a (lyr.); χρυσή*..τιμψ '* Τ Χαχεΐν S.Ant.6gg ; of τι μή λάχωσι τοΰδε συμμάχου Id.0C'45 ί λαγαρο-ϊιδώξ, Adv. like α στίχος Xayapos (4), Eust κυκλο$, ov, somewhat convex, of the lyre or cithara, Id (cf. λαγαρός 1). -ομαι., Pass., to be or become slack; ποταμός -ούμενος in the act of thawing, AP9.56 (Phil.). λαγαρόξ, ά, όν, hollow, sunken, of an animal's flanks, X.Cy«.4 1 ; of the right ventricle, -ωτερη Hp.Cord.4; Xayapa..τη γαστρί Philostr. Im ; Tas X. (sc. γαστέρα!) Ar.Pc.n67 ; λ. κύκλοι sunken, flattish, of the tortoise, Philostr.pM.I.Io; Χ. ποπάνευμα (cf. λαγαρίζομαιΐ) AP (Phil.): Comp., Hp. I.e.: Sup., κατά τδ -ώτατον in the least defensible part, Plu.Cew slack, loose, αίιχήν λ. τά κατά τήν συγκαμπήν Χ.Ρ?. 1.8 ; of camels, D.S.2.54 Adv. -ρως, ίτπτασθείς Philostr.7( b. metaph., τήν πόλιν άντϊ λαγαράς καϊ ΰποσόμφου μεστήν εποίησαν λαία5 ( ά Them.0r d. Adv. Comp. -ώτερον, opp. σφοδρότερον, πλήξαι τήν χορδήν TheoSm.p.72 Η. 3. thin, narrow, δρυμωνπ (cj.) X.Cyn.6.5; of columns, lanky, D.H.16.3, Plu.Ρϋέ/. 15; of men, emaciated, Thphr./-/P in Metric, στίχος λ., opp. τροκοίλιο!, a ' thin-uiaisted' verse, with a short syllable for a long one in the interior, like U , cf. Ar.Pr.1167, PItu2 397d, Ath e, Sch.Heph.p.289C. 5. in Arist./7J462 2 b 23 (Comp., s.v.l.), where it is an epith. of spiders, some expl. it to mean lank, meagre, some agile, nimble. 6. of plasters, porous, absorbent, Orib.pj-.74. (Cf. λαγαίω, Lat. laxus, ONorse slak-r, Engl. slack: perh. akin to λήγω.) λάγαρότης, ηtos, ή, slackness, Hid.9.15, Anon.ap.Suid. s. v. Χαγα ρόν. II. of a verse, v. foreg. 4, Eust λαγαρΰζομαι, v. λαγαρίζομαι. λαγάρ-ώδης, ες, sunken, flattish, Sch.Ar./4c^ ωσι5, εω!, ή,=λαγαρότ17s 11, Eust λαγάσσαι' άφεΐναι, Hsch. (cf. λαγαίω). λαγβατόν' άνατετραμμένον, οί δε λάγαν εμβάλλοντες, Id. λάγγα" ή τί7 τροφί] διδομένη μερίς, Id. λαγγάζω, slacken ( = ενδίδωμι, ΑΒ106), Antiph.37, Phot. S. ν. λογγάσω; λαγγάζει' δκνεΐ, οί δε λαγγεΐ, Hsch.; λαγγάσαι' περιφυγεΐν, Id.; cf. Χαγγα,ρεΐ. λαγγανωμένος' περιιστάμενος, στραγγευόμεν05, Id. λαγγαρεΐ' αποδιδράσκει, Id. λαγγεΰβι' φεύγει, Id. λαγγών δ ευθύς λανθάνων τοΰ αγώνος καϊ φόβου, PAf554 I 5 IItrader, merchant, Cyr. λάγδην, Adv. = λά, τά σώφρονα λ. πατεΐται S.Pr λάγειοί [ά], α, ον, = Χαγφος, λ. κρέα Hp.^i^^S, Orib.3 3 6> κρέας λάγειον Sor (From Ion. λαγάί = Xccy1is.) λαγερόξ" σμΐλαξ, Hsch. Λάγίσΐξ' θεός (Sicel), Id. λάγετας, α, δ, (λαός, αγέαμαή Dor. leader of the people, Pi , P.4 107, S.Pr.2 2j.12, Hsch. (-έτη!). λαγη(νάριο5), δ, dub. sens, in IGIiom.^.S^ (Cilicia). λαγήναρχοϊ" δ εξουσίαν έχων τοΰ οίνου, Hsch. (λαγίν- cod., before λάγνα). λάγηνος, λαγήνιον, ν. Χαγυν-. λάγϊδ-ευβ, έως, δ> (Χαγύ!) leveret, PIu.2.971d, Ael.A'yi7-47 H. rabbit, Str ιον, τό, Dim. οΐ λαγω!, M.Ant.10.10, Poll. 5 נ 5- λάγϊνο5 [ά], η, ov, of the hare, γέννα A. Ag. jig (lyr.). λάγιον [a] (not λαγίον, ΡΛ/451.20), τό, Dim. of Χαγως, leveret, X. Cyn II. [a or a?] a kind of cup or vase, Jnscr.Delos399Ρ 149,461Β b 40, al. (ii B. c.). λάγκατα πεπατημένα, Cyr. (i.e. λάγβ-). λάγκει, εφκει, Hsch. λάγκη, lanx, Gloss. λαγκία,η, Lat. lancea, D.S.5.30: hence λαγκιάριοϊ, 0,lancearlus,.. Lyd.Af«^1.46 C/G'4004 (Iconium), λαγκίολα (Lat. lanceold), ή, = λογχΐτις, Ps.-Dsc λάγκλα, ή, = Lat. lanx, dish, PGi/781 ν 18 (i A. B.): Dim. λάγκλιον, τό, ib. iv ι, Gloss. λαγκρύζεσθαι λοιδορεΐσθαι, Phot. λάγματα' ιερά. απάργματα, Id. λάγνα' κίμπτρα, κιβωτός, Cyr. λαγν-εία, Ion. -είη, ή, the act of coition, Hp.Nat.Puer.20, Arist. /P4575 a 21 ; semen,hp.nat.puer.n, cf.gal II. salaciousness, ±.Mem ,ΛΡ (Pall.): pl.,ti.l0cr.103a. - νμα, ατος, τό, coition, Hp.Nat.Puer; semen, \&.Int.jrf. -ενω, have sextialintercourse, zommorayoitheman, ld.aer.2l, al.: Pass.,ofthe woman, Id.P/ii'rf.^.25, Procop.Aed.l.g ; πρός τίνος I d. A r c. I I. to be lecherous, Plu. 2.1 j6d. -ης, ου, δ, Att. for λάγνας acc. to Phryn. 161, Phot, (but cf. P0II.6.188) ;voc. λάγνα Eub.5 5 ; acc. χάγνην Cotn. Adesp.1,S8. -os, η, ov, lecherous,lustful, prop, ofthemale (as μάχχος of the female), Critias44D., Ti.Locr.104e; of animals, Arist.HA 575 a 20; οί the female, Χάγνης γυναικός Anaxandr.60 : irreg. Comp. Χαγνίστεpos Ph : irreg. Sup. Χαγνίστατos Arist. ; but -ότατoschoerob.intheod.2.76 H., Hippiatr.33. Adv.Comp.-!ατερον Ph.2.207,al. λαγό-γηρωϊ, gloss on μύξας, Suid.; on μυγαλή, Sch Luc. Gall. 24 ap. Bast Ep.Crit.p δαί-njs, ου, i, (δαίω Β) hare-devourer, A. j λαγχάνω Ag.123 Oyr.). -θήρας,, 01 δ, hare-hunter, in voc. -θηρά or -θηρά APg.^tf (Leon.). IX. a kind of eagle, Hsch. -Οηρε'ω, hunt hares, Ar.Zys.789 (lyr.). -κτονε'ω, kill hares, AP10. r! (Satyr.). -κνμϊνον,[ ί ] τό, a kind of cummin, = Χαγύπους 2, v.l. in Ps.-Dsc.4-] 7 -νάτη, gloss on λαγύπυρος, Gal.I9.li7. λάγορεΐ5' έκκλησίαι, Hsch. (fort, λάγορσις). λαγό«, οΰ, δ, v. λαγώί. λαγοτροφείον, ν. λαγωτρ-. λάγόφθαλμοϊ, = λαγωφθαλμος, Ρ Μed.Strassb.p.6 Κ. λαγρόν ή λαγρός κραββά,τιον, Hsch. λαγρονίτης elias ττλα- KOVVTOS, Id.

3 Χαγωβολβΐορ 1023 λάθρν vas αφθίτου λαχόντες ld.fr.2y8; διπλοΰ βίου λαχόντες. E.Supp 1086; ατμψωι, ού λαχών not having obtained thy patrimony, Id.TV.1192 ; rijs εϋπρεπεστάτης τελευτής Th.2.44 ; δείπνουτε και ΰπνου λαγχάνομεν X.Hier.6.9 ; also χθονδς λαχεΐν τοσούτον ένθανεΐν μόνον S.OCjgo ; γάμου μέρος λαχοϋσα Id. Ant.gl 8; τύμβου Koivbv είληχως μέρος Id. 7. י 111 ' abs 1135; τήςγήςτδπρόςνότονεϊληχε Παλλάς Id.Pr draiv lots, κατάστασις ή δια τοΰ λαγχάνειν γιγνομένη IsoC-7 23, cf. D.S. 4.63, etc.; περί Τίνος D.21 Arg.2 3,4 Ev.fo.1g.24. IV. causal only in Ep. redupl. aor. λέλάχον, putin possession of Ά thing, grant one the rights of.., όφρα πυρός με Τρώες,.λελάχωσι θανόντα I1-7-S0, cf. 1^.3150,23.76: later this aor. is used intr. in. 4P7.341 (Procl.). V. intr., fall to one's lot or share, h έκάστην [ a { 5 <] ίννέα λάγχανον αϊγες nine goats were allotted to each, Od ; atuv δυσαίων έλαχεν Ε. Hel.214(lyr.); δσοις,.τδ σωφρονεΐν εϊληχεν Id.77«^/>.80; τb λαχδν μέρος έκάστφ τφ θεφ Pl.Z.^-745 e» ci E P in 99 2d > (י י προς Νότον λαχεΐν φασι Δευκαλίωνι Str λΐγωβολ-ειον, τό, place for catching hares, Suid. -ία, ή, hareshooting, CalI.Pi'rtH.2 (pi.). -ov (parox.), το, staffor stick for flinging at hares, also used as a shepherd's staff or crook, Theoc.4.49,7.128, Ep.2, AP6.1S8 (Leon.), D.H.14.2, etc.: also λαγωοβόλον, AP6. י 96 (Leon.). λαγωδάριον, τό, Dim. of λαγύς, Ph.1.256,318. λάγωδάτον κοιμάσθαι sleep with the eyes open, Steph.inHp.i. 94 D. (s.v.l.). λαγωδίας, ου, δ, a bird, = ώτos, Alex.Mynd.ap.Ath.9.390f. λαγωδιον, τό, Dim. of λαγάς, leveret, Ar.Ach.^20, PFlor.1yj.13 (iii A.D.). λάγώδων, ov, gen. οντάς, εξάδων, Hippiatr λάγώειος, a, ov, of or belonging to a hare, Opp. C ,519. λαγωίνης όρνις ποιός, Hsch. λάγωίς, ίδος, ή, kind of bird or fish, Hor W λαγών, όνος, ή, also δ, Hpjnt^fr, Aret SP>2.11 : (λαγαρός): the hollow on each side below the ribs, flank, Hp. 1. c., Ar.V Chaerem. 14.3, Arist.iL4493 a 18, al.: freq. in pi. λαγόνες, flanks, Batr.222, E. /Γ298, Ar.Pa.662, etc.; λαγόνων οστά iliac bones, Gal.2.507, cf. 772 ; prop, of men, but also of animals, E.P/.826, X.Cy^^.l, 5.10, Theoc ; θύννου λαγόνες Antiph (anap.). 2. pi., in later Greek, womb, Naumach.ap.Stob , λύσις αινίγματος ap. Arg.E. Ph. II. metaph., any hollow, κοίλη λ. hollow of a cup, Eub.43 ; downy plant, hare's foot trefoil, Trifolium arvense, Dsc.4.17, Gal (-πουν Dsc., Gal. ll.ee., but -irons Orib ) -ττϋρος, Ϊ), = foreg. 2., Hp. Pfc 15. λαγώς or λαγως, δ, gen. λ αγύ or λαγω (λαγως, λαγώ, acc. to Hdn.Gr ,2.629); acc. λαγών Ar. Κ12 03, Pm 212, 252, but λαγώ or λαγω «. X-Cj3.3 (this form is condemned by Luc.So/,3, but cf. Ath.9-400a): pi., nom. λαγφ Eup. 143 ; acc. λαγύς Ar\st.HA61g h g : Ion. λαγάς, 05, Hdt.i.123,al., and so καθ' ημάς, Ath.9.400a ; also in Dor., Epich. 60, and Trag. and Com., S.Pmii, Amips.18, Alex. 123, Philem.89. λαγόνεσσι φαρέτρης ΑΡ6.$26 (Leon. Alex.) ; πρός τινι λ. τοΰ κρημνού?la.arat.22 ; esp. of a mountain, flank, D.H.3.24,9.23, Cleom.1.8, V.185 Call.7 (pi.) ; bank of a river, λα!<j ποταμού...κα,γόνι AP6.287 (Antip.); sides of a grave, 7G ; χθόνιαι ib (Megara). λαγώνεια" λαγού κρέα, Hsch. λαγωοβόλον, τό, ν. λαγοί.» βόλο λάγωάς, οΰ, δ, Ep. for λαγύς (q. v.). λίίγφος, a, ov, contr. for λαγ&ίος, of the hare, κρέα Ar.Ach.\1\o ; τρίχες Plu.2.138f; τά λ. (sc. κρέα) hare's flesh, Hp.FiW.2.46 : and generally, dainties, delicacies, ζην εν πάσι λαγφοις Ar.V.Jog, cf. Ach. 1006,Pa.r1196, Telecl.32, Pl.Com , etc. λαγωοφόνος, ov, poet, for λαγωφόνος, Opp.C.I λαγώ-ττονς, ποδος, δ, ή, rough-footed like a hare: hence, as Subst., 1. ptarmigan, Plin.HiV10.133; cf. λαγύς a 5: Ep. λάγωός, οΰ, also in X.Cyn codd., Arist.HA606 a -2^,EN H18'18, Luc.Sy»1/1.38, etc., and cf. infr. HI, v: hare, ί! κεμάδ' ήέ λα,γαόν Il ; πτωκα λαγωόν ; πρόκας ήδέ λαγωούς Od > τ "! δ' ώκύποδας λαγύς (Dor. for λαγούς) ήρευν Hes.Sc.302; λαγύι δίκην like a hare, A.Eu.26: prov., ίστϊν λαγώς, of a coward, Posidipp.26.9; λαγω βίον ζήν lead a hare's life, D ; δειλότερος Μ )/» Φρע/ גא Prov.ap.Str ; δ λ. ούτος this coward, Philostr. VA 4 37 ϊ λαγύς καθεύδων, of persons feigning sleep, Zen.4.84, cf. X. II; λ.τόνπερϊ των κρεων τρέχων, of persons seeki 11 g to escape imminent death, Zen II. a bird with rough feathered feet, mentioned with the swallow, Artem. 4.56, cf. Ant. Lib. 21.5; οί.λαγω- 81as, λαγώπους. III. a kind of sea-slug, Lepus marinus, Epich. 1 C; Amips. 1. c.; δ θαλάττιος λαγωός sea-hare, Aplysia leporina, Plu. 2 ; 983f, Gal ,al.,cf. Nic.^.465,Dsc IV. aconstellation, Arat.338, Eudox.ap.Hipparch. j V. a kind of banτφ λαγωφ επιδέσμφ Heliod.ap.Orib.46.lS.2, cf.48.27ut., Sor. Fasc.7. (Prob. slack-ear, cf. λαγαρός, οις.) λαγω-σφάγία, poet, -ίη, ή, killing of hares, AP6.167 (Agath.). -τροφεΐον, τό, Lat. leporariunt, Gloss, (also λαγοτρ-, as Colum Eust. -τροφε'ω, feed or keep hares, י( 1 λαγωφθαλμος, ov, lit. hare-eyed: hence, unable to close the eye, owing to shortening of the upper eyelid, Dem.Ophth.ap.Aet.7. /51 cf. Gal , Aet.7.2, Paul.Aeg.6.10 ; v. λαγόφθαλμος : also Λ»γ»άφθαλμος, Eust.812.2; Tb λ. this condition of eyes, Gal λαγβ-φάνος, i, hare-killer, epith. of a species of eagle, Arist./Pi 618 b 28 : also λαγωοψόνος (q.v.). -χείλος, ov, having a hare Gal.,< ' λάδανον, v. λήδανον. λάδας ελαφος νεβρίας, Hsch. λάδδοχισθη, Boeot., -- λάζυσθαι, IG (Lebad., iv B.C.). λαδοίατο' λαμβάνοιτο, Hsch. (cf. λάζομαι). λάδομαι* γνωμην τίθεμαι, Id. λάδος, ν. λήδος. λαδρε'ω, flow strongly, λαδρέοντι το! μνκτήρες Sophr.135. λαδωγενής' ή י Αφροδίτη, ότι επί τψ εν 'Αρκαδία ποταμω Λάδωνι εγεννήθη, Hsch. λαδωνίς, ί 80s, ή, = δάφνη, Gal λαεδός, δ, an unknown bird, Arist.HA610 a -g (vv. II. λαιδός, λιβυός): prob. = λαιός (A). λαενπάριος' λιθοξόος, Hsch. λάε ργής, ές, made of stone, Nic. Th.yo8 (v. 1. εύεργής). λαε'ρκινον, τό, name of the plant καρπήσιον at Side in Pamphylia, Gal λάε'ρτης, ου, 6, a kind of ant, Ael.A^ ; a kind of wasp, ibid. II. as pr. n., Laertes, the father of Odysseus, Od.1.430, al.: also Λαέρτιος, ou, S.P/!.87,417, etc.; Αάρτιος, ib. 402 (lyr.), 1286, Af.1, etc. λαζίνης* χαρα,δρίας, καλλαρίας ίχθΰς, Hsch. (cf. μαζίνης). λάξομαι, Ep., Ion., and Megar. for λαμβάνω, used by Horn, only in Ep. 3sg. impf. λάζετο (ε'λά ετο only in II.5.371), and 3 pi. opt. λαζοίατο (v. infr.); Dor. imper. λά<τδεο Theoc.8.84, λάζευ Id.15.21, Trag.Aclesp.-ifii : Act., λάζω Achaean acc. to ABiogs : seize, grasp, εγχοϊ ; πέτρον, μάστιγα, ηνία, ^ 5 ι > λ. τινά άγκάς take one in her arms, ib.371 ; όδά λαζοίατο γαΐαν may they bite the dust, : metaph., πάλιν 5' ο γε λ&ζετο μϋθον he took back, i.e. retracted his speech, 4.357, Od ; also in Ion. Prose, πεφυκος νόσους λάζεσθαι disposed to take them, Hp.Loc.Hom.l ; οδύνη λάζεται [τbv εγκέφαλον] pain seizes or attacks it, \d.morb receive,λαζόμενος των θυομένων πάντων τά δέρματα.. SIGlO10.4 (Chalcedon), cf (ibid.,iii/ii B.C.). II. Ep., Ion., also λάζυμαι, επί βουσϊν ελάζυτο..έρμήν h.merc.$16; λάζυται τήν γονήν grasps it, Hp.Af/</.1.10,c Aret.5Z52.I3; φόβος [ αυτόν ] λάζυται Hp.Morb. 2.72, cf. Aret.SD2.12 : this form is alone used by Trag. and Com. (exc. in imper. άντιλάζου E.Or.452), λάζυσθε ld.med.gc,6, ifa.503 ; λά νσθαι Id.//i943 : c. gen., λάζυσθε κύλικος Ar.jL_ys.209 (also in compds. αντι-, επι-, προ-, προσ-, qq. v.); Boeot. inf. λάδδουσθη (q. v.). λάζω, = λακτίζω,λάξας τράπεζαν לLyc.137 Sch.E.77cc.64; λάζειν εξυβρίζει ν, Hsch. λάη οφθαλμοί, Cyr. λάθάνεμος [ay], ov, Dor. for ληθ-, escaping wind, Spa Simon λάθαργος [λά], δ, bit of leather, Nic.7~A.423, cf. Hsch. II. = σκύληξ, Id. III. v. λαίθαργος. λαθαο μός, δ, = λήθη, Hsch. λάθε'μεν, Dor., =λήθειν, Pi λαθήβας*, γέροντας Hsch. λάθητικός, ή, όν, likely to escape detection, Arist.PA.i 372*21. λάθΐ-κηδής, ές, (κήδος) banishing care, εΐ ποτέ τοι λαθικηδέα μαζον επέσχον ; οΐνον λαθικάδεα (leg. -κάδεον) Ale.41.3 ; Αιύνυσος lgr0m.\.$60.15 (Pergam.), cf. Epic.Alex.Adesp.8.10, APg , Plu.2.657d; λ. τέχνης ίδμοσύνη API (Crin.). -νοστος δ βραδύνων επανελθεΐν, Hsch. 7τήμων, ov, gen. ονος, banishing sorrow, prob. cj. (or λυσιπήμων (q.v.) in Orph τταινος, ov, forgetful of vengeance, Hsch. λάθίττονος \X],ov,(λήθη) forgetful of sorrow, S.Aj.Jll (lyr.); βίοτος δδυνάν λ. a life forgetting, i.e.freefrom,pain. Id. 7V.1021 (hex.). λάθϊ- π ορφί ρ ς, ίδος, ή, πορφυρίς, which feeds in the dark, Ibyc.8 (λαθιπόρφυρας and αδοιπορφυριδες codd. Ath.). φθογγος,, 01 robbing of voice, epith. of death, Hes.Sc φροσννη, ή, forgetfulness, A.R (pi.). -φρων, ov, gen. ονος, forgetful, heedless, foolish, Hsch. λάθος [a], eos, τό, escape from detection, ει λάθος εσται μου τφ δρασμφ Astraraps.Orac.89p.7 Η. λάθος, 60s, τό, Dor. for λήθος, λήθη, Theoc λάθοσΰνα, Dor., =λήθη, Ε./Ρ127g (lyr., s.v.l.). λάθρα' at δίκαι (Elean), Hsch. λάθρα, λάθρα, ν. λάθρη. λαθρ-άδαν, = λάθρ$, Corinn.Supp.l. 13 -αιόκοιτος, δ, adulterer, fornicator, Vett.Val αιοττράγεω, deal secretly, Phld. Lib.p αΐος, ov, also a, ov Eub.67.8, Lyc.1198 : secret, clandestine, άτη λ. A.Ag.12%0 ; είσδέδεγμαι πημονήν..λαθραΐον, of a person, S. TV.377 ; λ. 0 5 ασκεί κακά practises secret frauds, ib.384, cf. Arist.PTVi 131 a 6 ; λ. ωδίς one born in secret child-birth, E./o>z 45 ; λ. θάνατον έπιβουλεύειν τινί And-4«15 λ- Κ-ύπρις Eub. I.e.: Comp. λαθραιότερον, γένος Pl.Lg.fS1a. II. Adv.-aia s. A.F>1077 (anap.), Ε. Λ26, etc.: Sup., ως μάλιστα δύνανται λαθραιότατα Antiphol λ.τής μητρός clam matre, {.I. {or λάθρα in Alciphr involuntarily, oh pa..προϊόντα λ. Hp. Coac. 136; without obvious cause, λ. τελευτωσι 1 d.prorrh ακάζων χαλιναγωγων (Sicel), Hsch. -εττίβουλος, ov, secretly plotting, Vett.Val λάθρη [fi], Att. λάθρα, Adv (λανθάνω) secretly, by stealth, δ δε οί παρελεξατο λάθρη II ', άνήρ, %ς εμίσγετο λάθρη Od ; λάθρη κτείναντες treacherously, ; αλλά τε λάθρη γυΐα βαρύνεται imperceptibly, Il : in Trag. and Att., 1'37.073S6, Ar.Pe.746, Th.4.39, PI.7?.347b, etc. 2. c. gen., λάθρη τινός unknown to one, λάθρη Ααομέδαντος II.5.269; λάβρη των &λλων στρατηγών ג. Hdt.8 I 2, cf. g.go, S.O7787, OC354, Αγ ^ 347! Χ.Αη.ι.^.8. Freq. written λάθρα, λάθρη in codd. and Pap., but λάθραι (i.e. λάθρα) in UPZig. 28 (ii B.C.) and in some of the best codd., as the Laurentian of Sophocles, also in POxy. 16 of Th. I.e. (i A.D.) : other forms are

4 λα θρίΰιος λάβρα, l1.cer.2ip, E.Pm ; λαθρηδόν, ΑΡη.202 (Anyt.) ; λαθρηδά, Luc.Ca/.2I ; λαθρηδίς, Hdn.Gr (-δω! (sic), Cyr.). λαθρ-ίδιος [ϊδ], a, ov, also os, ov Vett.Val : = λάθριος, Orph. A. 8S8, Vett. Val. I.e., f.i. in Luc. Bis Acc Adv. -ίω! AP (Marc. Arg.), 261 (Paul. Sil.). -ΐμαϊος,, 01 =λάθριο!, Vett.Val , Hsch. s. v. σκότιον. -ιος, ov, also a, ov Man : laterform of λαθραίο!, κλέμματα S.Ichu.66 (lyr.); ερετμοί PI.Com.3; έπιθυμίαι Men ; φιλάματα, εύνά, Bion 2.6 ; of a person, επ' οϋατα λάθριος εϊπεν Call.Ap.105 ; λ. γαμέτης Epigr.Gr.336.ξ, (Troas); of a place, λ. νάπος Theoc codd. (Αάτμιον Wilamowitz): neut. pi. as Adv., secretly, Call.Pii.241 ; λάθρια μεν γελάοισα treacherously (v. 1. for Aa0p7j),Theoc.l.96. II. Ααθρίη,.ή, epith. of Aphrodite, AP (Leon.). λαθρό-βολος, ov, secretly set, δόναξ APg. 8 24(Eryc.). -δάκνης, ου, δ, biting secretly, λαθροδάκναι κόριες, cf the Grammarians, ib (Antiphan.) : also-δήκτης, ου, δ, Phryn.PSp.87 Β -κοιτε'ω, live in secret marriage, and -κοιτία, ή, Tz.i/ , 52 7 (pi.). -νυμφος, secretly married, Lyc.320., 01 Rhetor. -ττϊνος, ov, drinking secretly, in Cat.Cod.Astr.y cod. -ττόδης, ου, δ, stealthy-paced, AP (Antiphan.). λαθροϋν βλάπτειν, Cyr. λαθροφαγ-εω, eat secretly, Metag ος, ov, eating secretly, Hsch. s. v. ζοπαδασπίδας, ζοφοδερκίας. λαθυρίς, ίδο!, ή, caper spurge, Euphorbia Lathyris. Dsc.4.166, Gal ,14.308, al. λάθϋρος, δ, kind of pulse, chickling, Lathyrus sativus, Anaxandr (pl.), Alex (both anap.), Thphr.7iP8.3.1, Plu.2.286e : heterocl. pi. λάθυρα Babr λαί - επ\ τή! αίσχρουργία!, Hsch. (αισχρολογία! Phot.). λαι,,- λαισ insep. prefix with intens. sense (cf. λα-) in λαίμαργο!, λαίσκαπρος, λαίσπαις. λαια, ν. λάα. λαιαί, αί, stones, used as weights to keep the threads of the warp straight in the upright loom (cf. άγνύς), Arist.G^4717 a 35, 787 b 26 ; or to move automata, in sg., Hero2.S, al.: nom. sg. λεα EM , λεία Hero 1.c.,Spir.2.2j: nom. pi. λεΐαι Gal.4.564,al., Poll : acc. pi. λεάς Hsch., λαιίς Arist. ll.ee. λαίβα' ασπίς, τριβών, πέλτη, Hsch. λαίγματα - πέμματα, οί δε σπέρματα, ιερά άπάργμα τα, Id., cf. Cyr., Phot, (λάγμ-); V. λαιμά. λάϊγξ, ιγγο!, ή, Dim. of λάα!, small stone, pebble, λάϊγγες Od.5.433; λάϊγγαί II. generally, stone, A.R ,al. λαίδης" αίχμαλωτός, Cyr. λαίδιον' αριστερόν, εύύνυμον, Hsch. λαΐδος or λάδος, ν. λήδος. λαιδρός, ά, όν, bold, impudent, Call. Aet , Nic. 77;.689, Al.563, Max.438 (Comp.), Hsch. Λάίειος, a, ov, oflaius, Arg.metr. ads.ot. λαίθαργος, ov, said to mean biting secretly (λαβείν, δάκνω), i.e. without barking, of a dog, σαίνει! δάκνουσα καϊ κύων λ. ει S.Pr.885, cf. Orac.ap. Ar.Eq ; also, = λαβραΐοί, λαιθάργφ ποδί Trag.Adesp. 227: λάθαργος in Phryn.PSp.87 Β.: λήθαργος, Hsch. λαιθαρόξειν λαμυρώσαι, διαπράξασθαι, Hsch. λαικ-άζω, fut. -άσομαι (v. infr.), wench, Ar.Eq. 167, 77(.57 ; λαϊκάσομ' άρα, i.e. I'll do anything rather, Cephisod.3 ; οΰχΐ λαικάσει; a vulgar form of execration, StratoCom.ι.36. II. deceive, Suid., Pit/ άλε'ος, a,, «0 = sq., Luc.Lex.\2. -αστής, οΰ, <5, wencher, Ar.Ach.yg : fem. -άστρια, strumpet, ib.529,537, Pherecr. 149, Men.P^.235 : also -άς, άδος, Aristaenet.2.16 (s. v. 1.). λάϊκ-ός, ή, όν, (λαός) of or from the people : hence, unofficial, civilian, Ρ Lille [0.4 (iii B.C.), PStrassb.g$.± (ii B.C.). 2. common (opp. consecrated), of bread, Aq., Sm.,Thd. ikt. 21.4(5) j of a place, opp. holy, Sm., Thd.P II. as Subst., layman, υρρ. κληρικός, Cod. fust , ι , Just.iV0z>.6.5 -όω, make common, desecrate, Aq. P? λαιλάιτ-ετός, v. λαίλαψ. -ίζω, agitate by storms, Aq.7s.54. ι. ז -ώδης, ες, stormy, ουρανός Hp.Epid.l.j.; λ. ίίδωρ rain which falls in a hurricane, ib λαίλας δ μη εκ γένους τύραννος, Cyr., Suid.; Lydian acc. to Hsch. λαιλάφε'της, ου, δ, sender of storms, PLeid.lV (For λαιλαπαφέτης, cf. άνεμαφέτης.) λαιλάχει xj/οφεΐ, Cyr. λαΐλαψ, άπος, ή, furious storm, hurricane, β αίνο ν ερεμνή λαίλαπι Ίσοι > κελαινή λ. ίσος II. 747 > άνεμος συν λαίλαπι πολλή 17 57ΐ Ζέφυρο! βαθείη λ. τύπτων II. 3^6; Ζε'φι ρο$ μεγάλη συν λ. θύων Od , cf. 426 ; 'ότε τε Zeis λαίλαπα τείνη II ; άιρσεν επι ζαήν άνεμον..λ. θεσπεσίη Od , cf ; is δ' όπί> λαίλαπι..βέβριθε χθων , cf. Semon.1.15 ; N0T0U λαίλαπι Anacr.113 ; λαίλαπι χειμωνοτύπφ A-.Supp.33 (anap.), cf. Lxxy , Plb ; acc. to Arist.il/«.395 a 7, a whirlwind sweeping upwards, metaph., ετλης λαίλαπα δυσμενέων ΑΡη. 147 (Arch.). Not found in early Prose, but common later, cf. λ. άνεμου Εν.Marc.4.37, Plu. Tim. 28 ; spelt λαγλα,αψ Sammclb : a form λαιλαιτετός, δ, occurs in Sch. A Il , Hsch. λαΐμα, at0s, τό, dub. in Ar.Av (λαΐτμα cod. Ven., λαΐγμα (cf. λαίγματα) Bentley). λαιμ-αγχία, ή, starvation diet. f.i. for λιμαγχία in Cael.Aur. TP I * άζουσιν εσθίουσιν άμέτρω!, Hsch. λαιμάσσω, -ap γέω, = 1 Porph.Abst αργία, ή, gluttony, Pl.P.619b, Z.^88. Sa,. Epicur.P>471 ; ή περι τήν τροφήν λ. Arist.P^4696 b 30. -αργός, ov, greedy, gluttonous, ld.hac,g1 h 1, Thphr.CP1.22.1, etc.; λ. πpbs τήν τροφήν Arist.P^2675 a 20. Adv. -γως, ίσβίειν Stob Χακ^ύς 34 -αργάτης, ητος, ή, greediness, Ph άσσω, Att. -ττω, (λαιμό! Β) to be greedy or hungry, Ar.Pc.i179 (lyr.), Herod.6.97; cf. λαιμώσσω. -αστρον, τό, 'greedy beast', term of abuse, Id.4.^.6, άω, = λαιμάσσω, Cyr., Hsch., Phot.; v. λαιμώσσω. λαιμητόμος, ov, = λαιμοτόμο!, AP6. ΙΟΙ (Phil.). λαιμίξω, {λαιμό!) cut the throat, slaughter, βονν Lyc.326. λαιμο-δάκής,,$ ε (δάκνω) throat-biting, ακίδα AP(,.5.2 (Phil.)., ΐΓί'δη - Dor. -δα, ή, dog-collar, ib.35 (Leon.). XI. springe for catching birds, ib. [09.8 (Antip.). -ρρντος, ov, (ρέω) gushing from the throat, σφαγά Ε./W-355 (lyr.). λαιμός (Α), ό, throat, gullet, in Horn, always of men, βάλε δουρϊ λαιμόν ΰπ' άνθερεώνα II ; τδν δ' Όδυσεύς κατά λαιμδν..βάλεν ίω Od.22.I5 ; ου πω! ΐιν έμοιγε φίλον κατά λαιμό ν 'ιείη οΰ πόσι! ουδέ βρωσι! Il ; λ. άπαμήσειε : metaph., neck of a bottle, AP (Phil.): also in pi., E.P/M092 ; so of animals, Id.Supp. 1201, Ar.Av.1^60. Rare in early Prose, as Hp.Cord.2, but commoner later, as Luc.iV«r.16, Gal , Porph.Marc.33, Jul.Or.6.193b. λαιμός (Β), ή, όν, = λαμυρό! π, Heraclit. Incred. 2 (cj.), Hsch.: neut. pi. as Adv., λαιμά βακχεύειν impudently, Men λαιμό-τμητος, ov, with the throat severed, κάρα Ε.ΡΛ.455 ; λ. &χη cut-throat woes, Ar. 77! τόμας, a, <5, throat-cutter, prob. cj. for -τόμο!, Περσεύ! E.P/.459 Cy r ) -τομε'ω, cut the throat of, μήλα A.R.2.840; τι να. Str.7.2.3, Plu.0//i.2 : abs., A. R : Pass., have one's head cut off, S.E.il/, τόμος,, 01 throatcutting, χειρ E./P444 (lyr.) ; σίδαρο! Tim.Pers. 142 ; σφαγίς AP6.y.6 (Aristo). II. proparox. λαιμάτομος, ov, with the throat cut, E. Hec.2c8 (lyr.) ; severed at the throat, κεφαλά Id P4776 (lyr.); Topyois λ. από σταλαγμών the blood dripping from the Gorgon's severed head, Id./ο«1054(lyr.). λαιμωδω* δραπετεύω, Suid. λαιμώρη* ή λαμυρίς, Id. II. = πρυτανείον, Cyr. λαιμώσσω, = λαιμάσσω, Hippon. 76 (λαιμά Bgl(., metri causa), Nic. Al.352 (v. 1. for λαιμάσσοντα). λαΐνα, ή, = Lat. laena, Str.4.4.3, Juba7. λαίνεος, a, ov, =--λάϊνο!, II , Ε.PA.115 (lyr.), Thcoc.23.5S. λαΐνθη λάρναξ λίθινη, Cyr. λάϊνος [ά], η, ov, (λάα!) of stone or marble, ουδό! II.9.404, Od.S.So; τεΐχο! II.12.[78; λάϊνο ν εσσο χιτώνα thou hadst put on a coat of stone, i.e. hadst been stoned to death, 3.57; of sculpture, Simon.no; λ. τάφο! S.OC1596 ; μνήμα λ. Ε.Ρ/.328 ; άπελθε λαίνων σταθμών Trag. Adesp.^\. 2. metaph., stony-hearted, λάϊνε παί"γ11εο [ά only Epigr.Gr.3 14 (Smyrna, iii A.D.).] λαϊνόχειρ" σκληρόχειρ, Hsch. λάϊνϋφής, ές, woven op stone, λ. οδε τύμβος M011.Ant.23.Sz, (near Adalia). λάϊον (λάον), τό, Dor. for λήϊον, Sophr.95 (pi.). II. λα'ιον, τό, ploughshare, A.R λαιόίγο-υς, πουν, gen. 7τοδο$, lefl-footed, Cyr. λαιός (Α), ό, a kind of thrush, prob. the blue thrush, Petrocichln cyanus, Arist.7P4617 a 15, Ant.Lib λαιός (Β), ά, όν, left, λαια μεν Ίτυν προβάλεσθε (sc. χειρί) Tyrt.Ij. 3; λαιας χειρός on the left hand, A.Pr.714 ; Tpbs λαια χερί E.PP159 ; λαιοΐσι on the left, Parm.l 7 ; επί λαια κεκλιμένον Arat.160, cf. Heliod. ap.stob J οί τb λ. εχοντε5 (sc. μέρος) D.S.I3.99; ες λαιαν ευιίντων χήρα (Dor.) / ; τη λαια τοΰ δεξιοϋ λαβόμεν05 κέρωί Philostr.Jun./»i.4. (Poet., but not in Horn., who uses αριστερόs: also in later Prose, τά διδόμενα τη δεξιά δέχεσθαι τη λαια χειρί Prov. ap.plb.38.lc-9, cf. Jul.On2.57d/etc.)' (Orig. λαι/ό5, cf. Lat./a««s, Slav. Ιίνύ : in Hsch. we have λαίβα, i.e. λαίρα, = ασπίς, because borne on the left arm ; cf. λαίφα, λαΐτα, λαφό!.) λαιοστάτης, = αριστεροστάτη!, Interpol, in Ρ011-4-Ι06. λαιοτομε'ω, (λάιον) reap corn, Theoc.io.3. λαΐιτος κίναιδος, λάστανρος, Hsch. λαι-ιττνηρον αναπεπλα- σμένον, ίσχυρόν, Id. λαίς, Dor. for ληίϊ. λαισαινοφόρος όπ λοφόρο5, Id. λαισάς' ή π αχεί α εξωμίς, Id. λαίσασθαι' κτήσασθαι, Id. (Dor. for ληϊσασθαι). λαισήϊον, τό, animal's skin with hair left on, used as a shield, βοείαs άσπίδα5 εύκύκλους λαισήϊά τε πτερόεντα II = , cf. Scol : used by the Cilicians, Hdt λαίσιτος" κίναιδος, πόρνη, Hsch. λαίσ-καπρος, ov, very lustful, Hsch., Suid., Pil/ irais - βούπαις, Αευκάδιοι, Hsch. λαΐτα" πέλτη, Hsch. λαΐτμα, ατοί, τό, poet. Noun, depth or gulf of the sea, μέγα λ. θαλάσση! Od.4-504> ; άλδς <?s μέγα λ. Il , cf. Od.S. 561; also alone, λ. μέγ' έκπερόωσιν 7 35> c f 5 4 9> 7 2"6> Theoc.13-24, A.R.I.1299, / λάϊτος, λάϊτον, λάϊτρον, ν. λήϊτο!, etc. λαΐφα' αστιί, Hsch. λαιφαί' αναιδείς, θρασεΐς, κτλ., Id. λαιφάσσω, = λαφύσσω, Nic.ΤΆ ψηλαφάω, Cyr. Call.pj λαίφη, ή, rare collat. form of sq., י, ' λ λαΐφος, 60s, τό, poet. Noun, shabby, tattered garment, άμφΐ Sf <?>os εσσω Od ; τοιάδε λαίφε έχοντα : generally, λ. $' κο λ7 a lynx's skin, h.hom.ig.23 ; οί bedding, h.merc.\52. V piece of cloth or canvas, sail, Ale. 18.7, h.ap. 406 ; καθήσειν λ. (me taph.) A.pM.556 (lyr.), cf. E. Med.524, 0 4 י.-, 1 (lyr.) ; στολμοϊ λαίφον! A.Suppf\$ ; στείλασα λ. ib.723: pi., S.7V. 5 6r, E.//«r.Iiנ(ajiap-J, Αρης έθραυε λαίφη τήσδεγή! metaph., Aret.SP2.11, etc.: ' 3 Ε./3 2 λαιφνς* δάπανο! ή βοράς, Hsch.

5 Χαψηροδρόμος 1025 λαλεω λαιψηροδράμος, ov, swift-running, E.IA20J (lyr.) Zen (iii B.C.). 4. Κοιφτιοϊ λ., = Lat. focus Curtius, D.H. λαιψηράς, ά, όν, light, nimble, swift, Χαιφηρά τεγοΰνα II , al.; a kind of garment, λ. χρωμάτινος Peripl.M.RubrA. of persons, light-footed, swift, ! λ βελέεσσιν ib.278 ; ανέμων λακκοσκαττερδας, = Χακκόπρωκτος, Com.Adesp λ. κελεοβα 14-17; λ. δρόμος, πόδες, Pi.P.Q. 12 1, Λ' , B.Scol.Oxy. λακκ-οσχε'ας, ου, δ, with hanging scrotum, Luc.Lf.r. 1 2, Poll , Fr.4-9; Ί νίβοί E.y4/c.494; πόλεμοι Pi.O.12.4: neut. pi. as Adv., Ruf.Owom.107. (Single -κ- in Poll. I.e.) -άω, hollow out, swiftly, E./0«7!7(lyr.), Opp : regul. Adv. -pas ib PLond. 2.19r.lo(Pass., ii A. D.). -ωδής, ες, full of pits, Gp λα ω, = λάω (Β), Cyr. λακοττεΐν πυνθάνεσθαι; λακάιτιον πυθίον; λάκοττοι - αρχή TIS, λάκάζω, = λάσκω, shout, howl, A.T/ulS6,Supp.Sy2 (lyr.). ενθα οί κλέπται κρίνονται, Hsch. λάκος" ψόφος, Id. λακάθη [κά], ή, f.i. for λακάρη (q.v.). λακττάτ-ε'ω, for λά πατέω, trample on, Pherecr. 136, prob. in Luc. Λάκαινα [λά], ή, fem. of Λάκων, prop. Laconian woman (Phryn. Lex. 10 (λά «τ- codd.). -ητος, ov, trampled on, trodden doivn, 321), Λ. κόρη Thgn.loo2, cf. E.Hec.441, etc.: abs., of Helen, Id. S.^[«/.I275 (λαξπάτητον Eust., v.l. λεωπάτητον). Andr.486 (lyr.) ; Λάκαιναι, αί, title of play by Sophocles : freq., esp. λακτίζω, pf. Χελάκτϊκα Ar.Nu. 136 : kick with the heel or foot, X. in Trag., Ion. Prose, and X., as fem. Adj., = Λακωνική, Α. χύρη Hdt. ποσϊ yalav, of a defeated boxer, Od , c f ; φλΐιξ αιθέρα 7.235; χθύν,γαΐα,γά, E.Andr.1$l, 7V.1110 (lyr.),/pz.1473 (lyr.) ; Χακτίζοισα καπνφ flames lashing heaven with smoke, Pi./.4(3).66 ; λί0οϊ Laconian marble, Luc.Hipp.5 ; πόλιε E.Andr.1<)4, 209 ; κύων KpaSia δε φόβιρ φρένα. λακτίζει my heart 'knocks at my ribs' for fear, X.Cyn. 10.4; σκύλαξ Pl.Prw.12Sc; ή A. (sc. κΰλιξ) Laconian cup, A.Pr.881 (anap.) ; [epa!s] λ. κραδίην.<4p12.16(strat.); τόν πεσόντα kr.fr.216. Χακτiaaitrampleon the fallen, A.^^.885 ; Χ. βωμον els άφάνειαν trample λακάν-η [κα], ή, Hellenistic form of Att. λεκάνη, Suid. - ίσκη, on the altar so as utterly to destroy it, ib.383 (lyr.) ; τήν θύραν X. kick j), Dim. of foreg., Hsch. s. v. λαβάβηρ. at the door, Ar. 1. c.; λ. αλλήλους PI./?.586b ; of horses, Χ. τό λυπούν λακάρα or λακάρη, ή, a tree, prob. bird-cherry, Primus avium, Arist.P^(690 a 2I ; εαυτοί/ Pl.Gfg-.g16a ; υπό ίππου λακτισβείς X.An. Thphr.PP3.3-I, 3.6. ι ; vv.il. λευκάρα, λακάθη: in Hsch. also λα : metaph., λ. ποχχήν χάριν Ε.ΡΑ.411 ; βοΰε δ Χακτίσας υμάς, κάρτη- λάκας φάρα,γρλ, Hsch. Oxy abs., kick, struggle, Batr.90 ; of horses, X.Eq. of a clumsy-footed person, Herod : Med. in act. sense, Mini. λάκαταπυγων [ΰ], ov, gen. ovos, = καταπύγων with intens. prefix Mag. 1.4 : freq. in prov. Χ. ποτl κέντρον, πρός κέντρα, kick against the λα-, Ar.Ach.664 pricks, Pi.P.2.95, A.Ag.1624, E.Pa.795, Act.Ap.26.14, etc.; so πρός λακατάρατος [ap], ον, = κατάρατος with intens. prefix λά-, Phot. κϋμα Χ. Ε./Pi 396. (λακκ-cod.). λάκτιμα' Χάκτισμα, Hsch., cf. PGen (iv A.D.). λάκαφθον, τό, an aromatic bark, an ingredient of the Egypt, κΰφι, λάκτις, 10s, ή, pestle, Call.Pr. 178, Nic.Th PauLAeg (Perh. = νάρκαφθον.) λάκτ-ισμα, ατ05, τό, a kick, given or received, S.Ichn.213, Lyc. λάκάω, burst asunder, σίδηρος λακα PMag.Par : Pass., 835, D.S.4.59, Ael.P«c/.19.2 ; λ. δείπνου,.τιθείς kicking away the f'ojs Χακηθν τδ πέταλον PLeid. V table, A.Ag, ισμός, δ, kicking, in pi., Hsch. s. v. σκαρθμοΐς. λάκιε [a], v. λάσκω. - σ σ ω, Tarent. for λακτίζω, Heraclid.ap.Eust. 1654,25, Λάκεδαιμ-ονιάξω, = Λακωνίζω, Ar.Pr.95. -ων, ovos, ή, voc. -ov cf , An.Ox ιστής, οΰ, ό, one who kicks or tramples, v.l. in Pi.P.10.1: Lacedaemon, the capital of Laconia, Od , "ίπποι X. kicking horses, X.Mem ; of a man, Plu. 2.10c; ληνον X. etc.; also, Laconia itself, II.2.581, Hdt.1.67, etc.: also as Adj., Αιδς treader of the winepress, V4P9.403 (Maec.). -ιστικός, ή, όν, of Λακεδαίμονος Id.6.56 ; Λ. γης Ε,/ΡΖ.474 : but regul. Adj. Λακεδαι- kicking, ή X. (sc. τέχνη) kicking in wrestling, opp. πυκτική, Oenom. i6v10s, a, ov, of persons, Hdt.7.228, etc., Λακωνικός being commonly ap.eus.pp5.34. used of things ; but Λακεδαιμόνιοι αστέρες CaW.Lav.Pall.24. λήκυθος, Dor. for λήκυθος. λάκυροϊ' στεμφυλίολ οίνος, Hsch. λακεδάμα* ΐΐδωρ άλμυρόν αλσ 1 πεποιημένον, t πίνουσιν οί των Μακεδόνων λακχά, ή, = άγχουσα, Ps. Democr.Alch.p.42 Β. άγροίκοι, Hsch. Λάκων [ά], ωνος, δ, a Laconian or Lacedaemonian, prop, of men, as λακέδων, όνος, ή, bawling, wild talk, Timo65 (pi ) Λάκαινα of women (Phryn.321), Pi.P.11.16, Hdt.7.161, Th.3.5, Ar. λακεΐν, aor. 2 inf. of λάσκω. λακεμεναι φαγέσθαι, Hsch. Ach.303, etc. (never in Trag.) : also as Adj., Laconian, λόγος S.Pr. λάκε'ρνιον,τό, Dim. oflat. lacerna, cloak,fouillesdedoura-europos 176 ; πέπλοι AP6.2g2 (Hedyl.). II. Λάκων, δ, a throw of the 378. λάκερός, ά, όν, (λάσκω) talkative : expld. by είκαΐος, Hsch. dice, Eub.57. Λάκων-ίζω, imitate Lacedaemonian manners, dress, etc., Ρ\.Prt. λακερ-1ι α, ή, (λάσκω) one that screams or cries, λ. κορωνη a cawing 342b sq., X.//G4.8.18, D ; Α. τήδιαίτρ. Plu Alc.2$; τηφωνήίά. crow, Hes.0^.747, Ar.^iu.609, A.R (pi.); λ. κύων v. yelping 2.150b : hence, speak laconically, ib.513a, etc.; = titubo, Gloss. II. dog, Lyr.Adesp.\$1 (masc. λακέρυζος restored by Toup in APg.317 act in the Lacedaemonian interest, X.HG4.4.2, etc. III. = παιδεραστέω, for λακόρυζος). -νζω, make a noise, PJl/555.30: Med., Hsch. Ar.Pr.338, Eup.351.is -ικός,ή, όν, Laconian, άνδρες Ar.Lys. (λακεράζεσθαι cod.), Phot., Suid. -ωτάν συνεσταλμένον, Hsch. 628, etc.; κλειδίον, a kind of key, Id. 77(.423, cf. Aristopho 7.4, Men. λακε'τάς, δ, the chirper, i. e. the cicada, Ael.TV^i ; Λακωνικόν πνέων Ar.P_yS.276; βραχυλογία TIS Α. Pl.PrZ.343b; λάκε'ω, Dor. for ληκέω (q. v.). λάκη' ράκη (Cret.), Hsch. λακηδήξαι' ελάττω εχεινγήν τόν aypbv επιστολής ΛακωνικήςΡπιν.ίη Str, , cf. διαρρήξαι, Id. λακηθμόν' iv 01 Αττικοί γλωσσόκομον Longin Adv.-K S Diph.96 ; συντόμως καϊ A. D.S.I II. καλονσιν, Id. as Subst., 1. ή Λακωνική (sc. γή) Laconia, Ar.Pa.r245, etc. b. λάκημα [ά], OTOS, τ ό, fragment broken off, PLeid. V.6.22 ; opovs Αακωνικαί (sc. εμβάδες), αί, Laconian shoes, used by men, Id. V. 1158, ך Hdt.. deft, Zos.Alch.p. 186B.; dub. sens, in Sammelb.442^yii24 (ii A. D.), 7%.142,pc. 74, 269, al. 2. τό-κόν the state of Lacedaemon, SCi/34ii 3 (iii A. D.) J δμιχίas τό A. Laconian fashion, Plu.Cleom τό A. λακίδαι - βάλλει, Hsch. λακι,δαίμονος' ψοφοΰντος, ήχoΰvτos, Laconian steel, St.Byz. s. v. Αακεδαίμων. 4. Αακωνικόν,τό, female Id. λακιδοφορών οϋχ iy^s, Id. garment, διαφανήα. Lxxls LOV, τό, = Λακωνικός II.4, PGiss. λάκΐδόω, (λακίς) sq. 1, in Pass., of lacerating sensations, Dsc (ii A. D.). -ίς, ίδος, ή, fem. of Λακωνικός, ya?a h. Αρ. 410 ; θεραπαινίδες Alex.Prooetn. Max.Tyr ισμός, δ, imitation of Lacedaemonian λακ-ί ω, tear, Lyc.1113, APg.ny (Stat. Flacc.) : Pass., ib.4. manners, esp. of their short and pointed way of talking, Cic.Fam. J 4(Agath.); λακισθεϊς ΰπδ λύκων Μ AM A 1.286(Phrygia). 2. split, II. acting in the Lacedaemonian interest, X.//G4.4.15, καλάμου! POxy.326(1 A.D., λακήση Pap.). II. =θωπεύω (s.v.l.), ιστής, οΰ, δ, one who imitates the Lacedaemonians, Plu. Hsch. -U, ίδος, ή, rent, rending, Ale (pi.) ; μή..εν πέπλοις Phoc.io. II. one who takes part with them, X.HG III. γιηι λ. A.Pers.125 (lyr.) ; εμπίτνω ξιιν λακίδι λίνοισι ld.supp.131 pi., dancers in a square figure, Timae.44. ίlyr.), cf. 903: freq. in pi., λακίδες έσθημάτων, υφασμάτων, Id.Pers. Λάκωνο-μ,ανεω, 10 be mad on Spartan ivays, Ar.Av σημ,ος, p35> CA.28(Iyr.); λακίδες πέπλων ragged robes, tatters, Ar.Ach.423 : ov, with stripes in Laconian fashion, POxy.i 14.7 (ii/iii A. D.), PTeb. in late Prose, of the rent or gap made in a ship by the enemy's beak, (111 A.D.). S ) ισμα, ατοί, τό, that which is torn: in pi., λάλ, name for the letter χάμβδα, PLond.3.gogay (ii A. D.). litters, E.7V ιστός, ή, όν, torn, rent, split, Antiph.181 ; λάλαβις" λαΐλαψ, κτλ., Hsch. p p0s λ. death by rending, Trag.Adesp.2g1. λαλάγγη, ή, and λαλάγγιον or λαλάγκιον, το', = Xc.ya.vov, Sch.Ar. λακκ-αΐος, a, ov, (λάκκος) from the cistern, ΰδωρ X. Anaxil.3, Thphr. PL 138, Suid. s. ν. κολλύρα. <~har.10.g, Stad. τ 2. -άριος, δ, cistern-keeper, Gloss. -ίζω, λάλάγ-ίω, babble, Pi.O.2.97; μή λαλάγει τα τοιαΰτ' ib.9 4 i aigapit, Suid. s.v. έλάκκισε. birds and grasshoppers, chirrup, chirp, Theoc.5.48, 7.139; humorously, λακκό-ιτεδον, τ ό, scrotum, Aristag.6, Ruf. ΟΗΟ»Ϊ.ΙΟ6 ; λακόπεδον of the swallow which announces spring, Cic.^ZZ (dub. in Poll ττλουτος, δ, pit-wealth, Com. nickname of Callias, I.), , alluding to AP10.1 (Leon.) ; of Echo, ib (Paul. who was said to have found a buried treasure, Plu.Arist.5 : prov., Sil.). Ή, ή, prattle, Opp.// ημα, HTOS, τά, =foreg., of any rich man, Alciphr ττοιός, όν, making wells or AP (Diosc.). -ητής, οΰ, δ, prattler, Hsch. "Sterns, Gloss., π-ρωκτία - ή, lewdness, Eup ττρωκτος, λάλάζω, = λαλαγε'ω,αίστε κΰ/ια λ. Anacr.90; butλaλά aί τήνγλωσσαν loose-breeched (cf. εύρύπρωκτος),, "> Ar.Nu. 1330, Call.C0m.11 (cj. for εξελεΐν, Hsch.,(-) AEW Cephisod.3. λάλαξ [λάλ], ay os, ό, babbler, croaker: a name of the green frog λάκκος, δ,ροηάίη which water-fowl were kept, Hdt b. (κέρβερος), and of a bird, Hsch.; cf. βάβαξ. contemptuously, of the Sea of Galilee, Porph.CZir cistern, λαλαχεύομαι, = Χαχνόομαι, POxy (I A. D.). n ", Ar. c.15 4) Alex.174.9, LxxGe.37.20; τόν Χ. συντρίψας D. λάλ-εω, talk, chat, prattle, 'έπου καϊ μή ΧάΧει Ar.Ec. I05S, ci. V ;, pit. 9 ' 3 3 reservoir, Hdt \ pit for storing wine, oil, or V μέν χεχιδων τδ θέρος,.λαλεί Philem.208; ΧαΧεΐς..άμεΧήσας άποκρί- S f a1n, X.An , Mach0ap.Ath a; δ λ. των λεόντων Thd. νασθαι P\.Euthd.2Syd : c. dat., talk to one, λάλων έν Tais 5δο > σεαυτφ 8 7(8),al.: metaph., ανήγαγε' με εκ λάκκου ταλαιπωρίας LxxPs. Ar.Eq.348 ; αυτοίς Philem.il ; πpbs αυτούς Alex.9.10 ; λ. περί τίνος 39(4 ) 2 ; καταβαίνειν είς Χ. ib.27(28) 1 al - : written λάκος, PCair. Pherecr.2, Ar.Lys.62? ; υπέρ TIVOS Posidipp.26.3 ; opp. Χέ-/ω, ΧαΧειν Ll

6 λαλλαχ 1026 λαμβάνω &p1at0s, αδυνατώτατος λέγειν Eup.95 ί λαλών μεν.,, λέγων δέ.. D.21. in Doricized Hellenistic forms such as λαμψοΰνται Test.Epict.c,. 18 ז (s.v.l.); λαλεΐντι ήμΐν on-ws άν ήμα5 Βπνοϊ λάβητήριΐγ. Char. γ. λάμψεσθαι ίο: /Gj(1) (Andania, i B.C.); it is marked long in hence, b. generally, talk, speak, S.Ph. 110(v. I. for λο,κείν); καινήν Aeol. λαμφεται Ale.Supp.$.g: of these tenses Horn, uses only aor, διάλεκτον λ. Antiph.171; Άττικιστϊ λ. AIex metaph., ζωγραφία Act., and aor. Med. twice (v. supr.); the Homeric pres. is Κάζομαι. λαλούσα (of poetry), opp. ποίησα aiainwa(ofpainting), Simon. The word has two main senses, one (more active ו take the other ap.plu.2.346f. 2. talk of, τινα Alciphr.Pr.5.2 ; άλλήλαιί λαλέουσι (more passive) receive: I. take, X. take hold of, grasp, seize, τεόνγάμοναί κυπάρισσοιτ^εοε.ϊη. 8 ; άμαξανstoic.2.g2 Pass.,1rpS7 : μάστιγα και ηνία Od.6.81: freq. with χειρί or χερσί added, χειρί χείρα μα κατ' άγοράν λαλούμενον Ar.Th.tf8. 3. in later writers, = λέγω, λαβόντες ; χερμάδιον λάβε χειρί > χείρεσσι λαβώννεριμήκεα speak, λαλεί ούβέν των άλλων ζφων πλην ανθρώπου Arist.Pr.899' 1; freq. κοντόν Od.9.487! iv χείρεσσι λάβ' ηνία ΙΙ ; εν χεροΐν λ. inlxx, Ge. 12.4,al.; βασιλέως εναντίον Ezck. Exag. 118; πρός τινα Act. S.OTgi^; δια χερών λαβών ld.ant.g16, is χέρας E.Hec.1242; Αρ.3.22, cf, Luc.Vit.Auct.3, etc. ; περί της λέξεω5 PhId.Po.5.32, cf. άγκάλαις A.Supp.481, etc.; of an eagle, λ. ίγραν ποσίν Pi./V.3.81: Rh S., al.; χειρσίν 'άπαντα λαλήσαί, of a pantomime, /G : c. acc. of the thing seized, λ. γούνατα II ; but also c. acc. of abs., εϊτι μή λίθοε, τοΰργον, ipεΐs, λαλήσει Herod c f* 6-61 ; «'λάλησεν whole, gen. of part seized, τήν πτέρυγας λάβεν caught her by the wing, ό κωφό5 Εν.Matt.9.33 : Pass., λαληβήσεταί σοι 8 τι σε δεΐποιεΐν 2.316; τόν δε πεσόντα ποδών έλαβε 4-463ϊ "γουνών λαβών κούρην Od. it shall be told thee.., Aci.Ap.g.6. IX. chatter, opp. articulate ; λ. τινά τη! ζώνης Χ.Αη.Ι.6.10, etc.: sts. C. gen. only, άγκας speech, as of locusts, chirp, Theoc.5.34; μεσημβρίας λαλεΐν τέττιξ (sc. αλλήλων λαβέτην χερσί they took hold of one another with their arms, ειμί), a very grasshopper to chirp at midday, Aristopho 10.6; ανθρωvivas Il.23.71r: freq. in Med., v. infr. b. b. take by violence, carry off λ. StratoCom.r.46. III. of musical sounds, αΰλω λαλέω as prize or booty, II.5.273, 8.191, Hdt.4.130, S.PA.68 (Pass.), 1431, The0c ; of trees, v. supr ; δι' [αύλοΰ ή σάλτιτγοί] λ. Arist. etc.; capture a city, Plb , ; εκ πόλιος..άλόχους και κτήματ Aud.801*29; of Echo, D.C.74.14: also c. acc. cogn., μάγαδιν λαλεΐν a. Od.9.41 ; oflions, λαβών κρατεροΐσιν οδοΰσιν II. II.114; "να όαΐτα sound the μάγαδις, Anaxandr.35. -η, ή, = λαλιά, Com.Adesp. 12a D. λάβγσιν > f an eagle, ; of a dolphin, λ. (pi.), Luc.Z,<?.r.14., talkative, ηθρ05,01 - Lyc.1319, AP4.!.13(Mcl.), δίκην take, exact punishment, Lys.I.29,34, Isoc.4.181; ποινάς Ε.Tr ημα, ατοs, τό, talk, prattle, Eub.109, Mosch.1.8. II. 360, etc. (rarely for δούναι δίκην, v. infr. 11. le); λ. τιμωρίαν D.18. prater, S.Ant.320; ποικίλων λαλημάτων E.Andr.{g3fj. 2. a person 28ο. 2. of passions, feelings, etc., seize, μένος ελλαβε θυμόν U.23, talked about, by-word, LXX3P/.9.7, a ' III. style, Nausiph. 468 ; Άτρεΐωνα.. χόλος λάβεν > όππότε κέν μι ν γυΐα λάβτ! κάματος 2. -ησ-ις, ewi, ή, =λαλίά, Ar.Pr.803, ^ ητεος, a, 4.230, τόν δε τρόμος ελλαβε γυΐα 24 I/O; al.; δήν δέ μιν αμφασίη ίτέων ov, to be talked of, A P ητικός, ή, όν, given to babbling, Ar. λάβε Od.4-7 4! τους 'Αθηναίους θάρσος έλαβε Th.2.92 ; ίχας X.Cyr. Eq ητός, ή, iv, endowed with speech, Lxxjb II ; δέος Pl.Pg-.699c ; Επειδή καιρός ελάμβανε when the occasion talked of, ΡΛ/ ητρίϊ, ίδος, ή, talker, prattler, AP$ came to them, i. e. occurred, Th.2.34, D.C.44.19; of fevers and sudden (Agath.). -ιά, poet.,ןו 1 - ή, talk, chat, λαλιάν άσκήσαι, επιτηδεΰσαι, illnesses, attack, Kp.Morb. 1.19, Th.2,49, Ar.Pc.417, etc. (cf. λ&ζομαι, Ar.A'«.931(anap.), Ra.iobg ; πέρας ποιεί λαλιάς Men.66.3, cf. Hermesian.7.78, λήψις): Pass., λαμβάνεσθαι νόσψ, ΰπό [νόσου], S.Tr.446, Hdt,l. ^P7.440(Leon.); common talk, report, Plb ; της 138 ; ερωτι X.Cyr , etc. (reversely of the person, λ. θυμό ν, etc., εΰανδρίας τινός Lxx 2Ma.$. 7; αχέ ω ν API (Mel.); λαλιάν τινα v. infr. 11.3), b. of a deity, seize, possess, τινα Hdt.4.79: Pass., τγοιε'ιν LxxSi.42.11; in good sense, discussion, ή περ1 βνβλίων λ. Plb. τη 'Ρέψ λαμβάνονται Lvc.Nigr.tf. c. of darkness, etc., occupy, ! cf ; speech, conversation, Ev.Jo.8.43; matter, subject, possess, ευτ' αν κνέφας τέμενος αιθέρος λάβτ! A.Pers catch, LxxPc loquacity, Aeschin.2.49, Thphr.CV «r.7, Arist. overtake, as an enemy, IL5.159,11,106,126, etc.; λ. τινά στείχοντα Phgn.806 h 18, yien.sam.46. II. a form of speech, dialect, Ev.Matt. θύραζε Od.9.418; ζώντες ελάμφθησαν Udt.g.lig, simply, find, come 26-73; ή λ. σου ωραία Lxx Ca.4.3 ; style, Phld.PA.2,27 S. -1,0s, a, upon, S.07103I, Έ,.Ιοη catch, find out, detect, Hdt.2.89 όν, poet. ίογλάλοϊ, ^P5.14S(Mel.), 170(Id.), 7.417(^.), /G (Pass.) ; ποίφ λαβών σε Ζευς επ' αίτιάματι; A.Pr. 196 ; τόν αϋτόχεψα (i A. D-), (On the accent v. Hdn.Gr ) -ιότης, ητος, ή, τοΰ φόνου λ, S.OT266 : freq. c. part., κ&ν λάβης εφευσμένον ib.461; garrulity, Gloss. κλέπτοντα Κλέωνα λάβοιμι Ar. Ρ. 759 > λ- τινά φευδόμενον Pl.Zf.389d; τοϋτον υβρίζοντα λαβόντες D.21.97: with Adj., ίπως μή λήψομαί σι λάλχαι, αί, pebbles, from their prattling in the stream, restored for προπετή Men,Epit.tfo : Pass., δρώσ' ελήφθης S.TV.808; tv' αντοφώρψ δεινά δρώντ είλημμένω Ar.jP/.455 > ληφθεισαν επ' αϋτοφώρφ μψ άλλα! in Theoc.22.39, from Hsch., Ρ.Λ/555.47, λαλλοϋσα, misspelling of λαλέουσα, App. Anth (Egypt). χανωμένην τι Antipho 1.3 ελήφθη μοιχός Ly S : in good sense, ΧαΚο-βάρυ-τταρα-μελο-ρυθμο-βάτης [0ά], ου, Dor. -as, ό, heavygoing discordant talker, Com. word in Pratin.Lyr (s. v. 1.). καϊ όρκίοισι bind him by.., Hdt.3-74 > άραιον λαβείν τινα S.0T1/6 ουκ tiv λάβοις μου μάλλον ουδέν' ευσεβή S.Ph.Io^l. 5. λ. τινα τίβτι KaXotis, εσσα, εν, poet, for sq., APg. 122 (perh. Evenus). codd. 6. c. dupl. acc., take as, λαβών πρόβλημα σαυτοϋ παΰδα λάλος [a], ov, talkative, babbling, loquacious, E.Supp.462, Ar.Pax τόνδ' \d.ph ; ξυμπαραστάτην λ. τινά ib.675 ; τους Ελληυαί λ. 653, Pl.Gr^.s^e, Theoc.5.75; λ. τρόπις, of Argo, Orph.^.709 ; λ. συναγωνιζομένους Isoc τήν"ϊδην λαβών is αριστερήν χείρα 7ί)ρα$^ίΡ (Mel.) ; of women, dub. in Arist. P07.1 ךך^ 223 ; of taking, keeping Ida to your left (nisi leg. λαβών, ες..) Hdt.7.42 ; ev birds, Id./7^536*24 (Comp.) : metaph., λάλοι πτέρυγες AP;.1g$ δεξιά λ. τήν Σικελίαν Th.7.1 ; λ. τό στρατόπεδον κατά νώτου take 1η (Mel.); λ. κερκίς AJA\' t.162 (Cyrene); of the swallow, Arr.An.1. rear, i. e. be behind, Hdt ; cf. άπείργωίι. 2, έχω (A) A ; ΰδωρ ך. Anacreont.n ; τό λ-, λαλιά, Philostr./m. 1.5 ; ofstyle, λ. 'Ελληνίδα εσθήτα assume it, Id.4.78, cf. 2.37; λ. ζυγόν Pi.P.2. ή ιδέα τοΰ λόγου λ. μάλλον ή εναγώνιος Id. VS2.30: irreg. Comp. λαλίστεροε Ar.Ra.gl, Alex.92, Men.416, Arist.//νί 1. c.: Sup. λαλίστατοι 125, Gal apprehend by the senses, ομμασιν βέαν S. 93. b. take food or drugs, Diocl.Prr.121 (Pass.), 140, Sor.i. E.Cvc.315, Men.164. λαλύνει" πάσσει, πατεί, Hsch. λάμας μύξας, Id. (Cf. λήμη : Ph.537, cf. 656; πρόσφθεγμά τίνος ib.234; όράται, f! &λλτ! τινϊ atσβήσει λαμάς μΰς cod.) λαμβάνεται Pl.P.52 4 d. b. apprehend with the mind, under- ΛάμάχίΐΓίτιον, το', burlesque word, little jockey- Lamachus, Ar. Ach. stand, φρενΐ λ. τον λόγον Hdt.9.10; νόιρ Id.3-4 r i r V "" 0, 'ί Prm. 143a ; λ. εν ταΐς γνώμαις βεβαίως X.Cyr ; εν νψ Plb.2. λάμαχοβ" άμαχος, άκαταγώνιστοε, Hsch. λάμβαι' τά χάσματα, 35.6: abs., λ. τήν άλήθειαν Antipho 1.6; μνήμην παρά της φήμη! λ ή οί μόνοι των ανθρώπων, καϊ ίχθϋς, Id.; cf. λάμβα, sapula, Gloss. Lys.2.3, cf. Pl.PArfr.246d, etc. ο. with Adv. added, take, i.e. λαμβάνω, fut. λήφομαι (λήψω only late, v.l. in Lxx 1il/i1.4.18); understand in a certain manner, ταύτη ταύτα ελάμβαναν Hdt ; Ion. λάφaμaιgdi54g3.ך,a.\. (Milet., iv/iii B.C.), (Ephesus, iii λάβετε [TOUS λο'γουϊ] μή πολεμίως Th ' τλ πράγμα μειζίναις ελαμ B. c.), corrupted to λάμψομαι in Mss. of Hdt ; Dor. fut. 2 sg. βανον took it more seriously, Id.6.27, cf. 61 ; ορθώς λ. τόν φιλοκερδή Ρ).//ipparck.227c ; λ. τι οΰτω, ωδε, Arist.5Pi74 b 27> RhAL λαψί) Epich.34.2, Theoc. 1.4,10, inf. λαμψεΐσθαι PSIg ; Hellenistic λήμφομαι PPar (11 B.C.), C/G42 24i(add.) (Te)messus), 1423^4 ; opyv καί φόβψ τίι γεγονός λ. Plu.A/c.18 : with παρά c. acc., 4244 (Tlos), al.: aor. 2 ελαβον, Ep. έλλάβον Il , etc.; Ion. λαμβάνω σε'παρά βουκόλον.. PMag.Par. ].2434 Pas 3. τ Ρ ίτου Iterat. λάβεσκονhes.pr. 112, Hdt.4.78,130; imper. λαβέ II.1.407, etc.; καθεστώσαι επί πρώτου λαμβάνονται are used for the first person, written λάβε in Med. Ms. of A.p«.130, but λαβέ Att. acc. to Hdn. AJi.Pron.fi.22 ; with is, e! is κόρην λαμβάνοιτο be taken for a girl, Gr : pf- εϊληφα S.OT643, Ar.Pa.591 (lyr.), etc. (dub. in Archil. Philostr.//«.2.32 : less freq. c. dupl. acc., i>s μεθυστικάε λ. [τάί αρμονιοι] 143); Ion., Dor., Arc. λελάβηκα Hdt.4.79, TG4 J (1) (Epid., Arist.P0/.1342 b 25, cf. S.E.P.1.179; t^j νίκης αβλον τήν 6τίρο- iv B.C.), 5(2).6.14 (Tegea, iv B. C.), also Eup.426; inf. λελ&βήκεινig χήν της πολιτείαs λ. Arist.Po/. 1296*31; τούτο λ. γιγνόμενον Id Μ' 346*7; also λ. περί τίνος τί εστί -י. 1140*24,al ld.pa'l a 3 2 > cf. also c. inf., λ. τι είναι τι \d.mete.?! 8g' i 2g, al.: with a relat. clause, οΰτω 5e7 λαμβάνειν, αλλ' οϋχ Sri.. la.metaph.\0^2' h cf. Str.2.5.1; ε'ιλήφθω b άδικος ποσαχώς λέγεται Arist.PA^u 29*31 : in bad sense, πρός δέους λ. τι Plu.Flam.J; πρός ατιμίας Id.C r.!3; λ. δι' οίκτον t. Supp.lg4; but also εν χάριτι καϊ όωρεα λ. receive^ as a favour, rld.i d. in Logic, assume, take for granted, 'άπαν ζψον λλμβακι ν 4 2 (1) (Epid.), PS/ : plpf. είλήφειν Th.2.88, Ion. 3 sg. λελαβήκεε v.l. in Hdt (κατ a-); Dor. pf. subj. 3 sg. (7r αρ-) λελόνβη GDIjo^bi (Crete): Med., aor. 2 ελαβόμην, Ep. ελλ-, Od , etc. ; Ep. redupl. λελαβέσθαι : Pass., fut. ληφθήσομαι S.Ph.68, Th.6.91, κατα-λελήφομαι Aristid.Or.54p.677D.: aor. ελήφθην Ar.Eq. 101, etc.; Ion. ελάφθην SIG$8,8 (Milet., ν B.C.), (κατ-) GP/5532,7 (Zeleia), ελάμφθην Hdt.2.89,6-92,7.239(-λάφθby erasure in cod, B); Hellenistic ελήμφθ-ην IG , Ev.Marc. 4.49, D. 2 Dor. ελάφθην Archim. A ren : pf. εϊλημμαι ;( (01 Ar.PZ.455; but in Trag. usu. λέλημμαι, A.Ag.8;6, E.Ion 1113, IA363 (troch.), Cyc.433, cf. Ar.Ec. 1090(810-); so later προ-λέληπτε (sic) Supp.Epigr (Dura); Ion. λέλαμμαι (απο-) Hdt.9.51, (δια-) 3.117; inf. άνα^λελάφθαι Hp. Off. 11 (acc. to many codd., Hsch. and Erot., λελάμφβαι vulg.) ; Ion. 3 pi. λελήφαται An.Ox ; Dor. pf. imper. λελάφθω Archim.Con.Sph.3,al.: in the fut., aor. Pass., and pf. Pass, the a is short by nature in Ion., prob. long in Dor. and ib-53 2 θνητόν ή άθάνατον Arist.^Pr.46 b 6; λ. τάς περί εκαστον άρχά! etc. : Pass., τά εξ αρχής ληφθέντα ib. 26 b 30; αί είλημμεναι τροτώτε" S.E.P ib. 3 3 a 15, cf. Phld.P/ί.2.4Q S.,Sign.35, Oec.p. 5 J., η 3 * take, i.e. determine, estimate, τήν ξυμμέτρησιν των κλιμάκων 1 "ך* εντεύθεν τό μέγεθος των αμαρτημάτων Lycurg.66 ; τήν τ ιμηρίαν νοτέραν λ. Th take in hand, undertake (cf. ληντεον), A. επί τό σωφρονέστερον, opp. συνταχύνειν, Hdt.3.71; μηδένα. πόνον λ. TCS / > 3 without taking any trouble, Id.7.24; παλαισμάτων.. Ρί.Λ10.22 U. take in, hold, τό στρατόπεδον πεζον5 λ. περίτετρα " φριντ

7 \άμβ$α 1027 λαμπραυγής 1250, 2.965^28 : -01, title of play by Philetaerus; but also, candelabra, JRS (Jerash, iii A. D.). λαμττάδ-ίας, ου, A, kind of comet resembling a torch, Clirysipp. St0ic.2.2o1,P\\n.HN2.g0,EyA.Mens.4.11(}. 2. the star Aldebaran. Pto!.PeZr. 23 ; called λαμττανρας in Procl.Par.PZoZ.33. -ίει05, a, ov, belonging to a torch, ϋσπληξ IGl 1(2).203/?96 (Delos, iii B.C.). -ίξω, run the torch-race, Sch.Ar.Pa.13i ; take part in a torch-bearing procession, -rows λαμπαδίξονται (Dor. fut.) S/G671 A 11 (Delph., ii B. C.). -ικός, ή, Αν, of torches, δρόμο! λ. the torch-race, Sch.Lyc ιον, τό, Dim. of λαμπά!, small torch, λαμπάδιa ΐχοντε! διαδώσονσιν άλλήλοιϊ, of the torch-race, PI.P.328a, cf. λαμπά5 (A) U. 2; λαβών στέφανον..καιλ.ρια.pyrrh.13, etc. 2. bowl ofa lamp, LxxPx.38.16(37.19), Za.4.2. II. lint for wounds, AT.Ach. 1177, D.C top-knot, coiffure of Theban women, Dicaearch kind of comic mask, P0II.4.151,154, Hid ιος, a, ov, torch-bearing, epith. of the moon-goddess, PMag.Par ο/«torch, Trip Hid.1.18 codd. -ιστης, οΰ, i, runner in torch-race, τό κοινόν των λ. S/C (Patmos, iii/ii B.C.), cf. 671^4 10 (Delph., ii B.C.); subject of painting by Pyrrho, D.L II. λ. άγων, = λαμπαδηφορία, Sch.Ar.Pa.I31. -ίτης [ϊ]> ου, <5, = foreg., Abh.Berl.Akad. 1928(3).20 (Pergam., iii B.C., pi.). λαμπάδο-δρομέω, run in the torch-race, Scb.Ar. V δρσμία, ή, = λαμπαδηδρομία,./45228 (read -μιών for -μίιον). -δρομικό?, ή, ov, o/or for the torch-race, λ. άγών,= λαμπαδηφορία, Sch.Pi eis, εσσα, εν, torch-bearing, Orph.H iroios, A, torch-maker, Gloss. λαμττάδο-υχ-ε'ω, hold or carry a torch, Ephes (ii A.D.), Sch.Ar. Pa ία, ή, torch-carrying, Lyc (pi.). -os, ov, torch-carrying, bright-beaming, αμέρα E.tA 1506 (lyr.); λ. δρόμοs, λ. άγών,=λαμπαδηφορία, Lyc.734, Sch.Ar.Pa.131. λαμιταδοφόρος, ό, torch-bearer, τοΰ βασιλέως BGU (ii Β. c.). Χαμιτάξω, poet. ίογλάμττω, Man.4.3>8. λαμττάκτϊς, ή, (ακτίς) shining, of Venus, Doroth. in Cat.Cod.Astr λαμπάς (A), < 60s, η, torch, A. Th.433, Th.3.24, etc.; πευκίνη λ. S. Tr. 1198; beacon-light, A.Ag.%,28, etc.; λαμπάδας άφασθαι light torches, Ar.PA.655 ; λαμπάδας τινάσσων, in Bacchic ceremonies, Id. Ra.340(lyr.); used in festal processions, φαίνετε τοντιρ (sc. τ Αίσχΰλω) λαμπάδας ιεράς ib.1525 (anap.), cf. Th. 102 (lyr.). 2. faggot, Plb ; any light, lamp, λαμπάδες άργυραΐ Lxxju ; wax-light, Plu f; λ. κηροχίτων ^4P6.249 (Antip.); later of oillamps, Ευ.Matt S. metaph., of the sun, Parm.10.3, S. Ant.879 (lyr.), etc. ; ή 'πιοΰσα λ. the coming light, i. e. the next day, E.Med.352; of lightning, δαμασθείς λαμπάσιν κεραυνίαις Id Supp. ion, cf. Ba. 244, 594 (lyr.); of the Cyclops' eye, Cratin meteor, Arist.M«.395 b 11, D.S.16.66, D.C II. torch-race, = λαμπαδηδρομία, Hdt.6.105, X. fecz.4.52; λαμπάδα, δραμεΐν, τρέχειν, run the race, Ar. V. I203, Thphr.CAar ; τά5 λ. δραμεΐν IG ; εν ταΐς λ. διηγωνίσθαι ib ; λαμπάδα φέρειν Ar.Pa (anap.) ; άφιεμένην τήν λ. θεώ see the start, ib.131; τάί λ. συντελεΐν IG Ι 9; λ. εσται..αφ' Ίππων rfj θεψ Pl.P.328a; λαμπάδι νικάν win in it, And > cf. IG2 2.g57, al.; λαμπάδα v. win it, ib.3.106, al.; 01' νικήσαντες τήν λ. ib.122, cf. Milet. 1(7).203a 14 (ii B.C.). 2. metaph., of life, λαμπάδα γάρ a>ss με δραμεΐν.-.ήθελε δαίμων Epigr.Gr. 231 (Chios) ; καθάπερ λαμπάδα τόν βίον παραδιδόντας άλλοις άλλων. bךךpl.lg.6 III, = λυχνϊς άγρια, Ps.-Dsc λαμιτάς (Β), άδος, poet. Adj., torch-lit, λ. άκταί, of Eleusis, S.OC 1049 (lyr.) ; εορταί λ. Lys.Pr.105 S. λαμ-γγαυρας, Α, ν. λαμπαδίας. λάμίγεσκε, Ion, Iterat. 0(λάμπω. λαμττετ-άω, = λάμπω, shine, only in Ep. part, λαμπετόων shining, οσσε δέ οί πυρί λαμπετόωντι εικτην = Od.4.662, cf. Hes.Sc. 39 '> Αντρα Καμπετόαιντα Id. Th.llQ % τείρεαλ. A.R , -ης, ου, A, the lustrous one, coined to expl. λαμπετόωντι, Sch.II.I.104 : fem. λαμιτε'τιβ, ιδος, Luc. Trag. 103 : also pr. η. Λαμττετίη, a daughter of Helios, Od ; as epith. of Selene, Orph.H.g.g. λάμ π η, ή, = λαμπάς, torch, A.Eu (lyr., cod. Med. e manu prima), E,Supp-993 (lyr., s. v.l.) ; so Herm., after Sch., took άνήλιοςλάμ 7ra in A. «.387 (lyr.), light not of the sun, i.e. nether gloom, but v. λάπη 3 II. =λάπη (q.v.). λαμττηδών, όνος, ή, lustre, of the eyes, D.S.3.37 (pi.), S.E.P.1.45 > χαλκού Pln.Aem.18 ; of lightning, Epicur.P/!.2p.45 U.: metaph., Plot brilliance, Lib.Or ; of ebony, Jul.Cac5.307d. Χαμ-ττήν-η, ή, covered chariot, S.Pr.441, Men.29, Posidipp.io, Lxx 1P<'.26.5 > at Tegea, = απήνη, Polem.Hist.ap.Sch.Pi.O.5 Arg.: Astrol., iv ίδίαις λ., of planets when in certain favourable aspects, Ptol. Tetr.51. -ικός, ή, όν, like α λαμπήνη, άμαξαι LxxPM.7.3. λαμ π ηρός, ά, όν, (λάμπη 11) covered with scum, slimy, Hp.ap.Gal , IT-ης Χαμ epith. of the sun, Doroth. in Cat.Cod.Astr.2.%2 cod. -ίας' Α ήλιος, Hsch. Λάμ-iros, A, one of the horses of Eos, Bright, Od ; cf. Φαέθων. λάμπουρις, ιδος, ή, (ούρά) fox, A.Er.433, Lyc.344^393 ( η the accent v. Pit/474.4). II. v.l. for λαμπυρίς in Suid. s. v. πυριλαμπίς. λαμττουρος, ov, bright-tailed, epith. of foxes, Epic.Alex.Adesp ; as a dog's name, Firetail, Theoc (Prob. from λαμπρός, ουρά, with dissimilation.) λαμιτρ-αυγης, ές, lustrous, Man : irreg. fem. λαμττρανκισχιλίους Plb part, λαβών freq. seems pleonastic, but adds dramatic effect, λαβών κύσε χείρα took and kissed, Od , cf. Il : so in Trag. and Com., τί μ' 01/ λαβών εκτεινας; S.OT1391, cf. 641 ; τή νΰντόδε πΐθι λαβών Cratin. 141, etc. _ b. ingressive of έχων (έχω (A) A. 1.6), ετάρου! τε λ. κα\ νήα,.ήλθον Od , cf. S.Pr.259 II. receive, 1. have given one, get, receive, prop, of things (AB106), άποινα II.6.427; τα πρώτα ; ίντίποινα S.El.592, v. infr. e ; παρά βασιλέας δώρα Hdt.8.10, cf. Ar. Eq.4391 ptis τίνος S.P/.12, etc.; από των συκοφαντών X.Mem ; gain, win, κλέος Od.1.298, S.Ph. 1347, etc.; άρετάν Pi.O.8.6; κόσμον Id.IV.3.31 codd. (v.l. έλαχες Sch.); άλκήν S.OP218, etc.; πρί>ς τό μνηστεΰεσθαι λ. ήλικίαν attain.., Isoc J λ. νόστον Ε.IT 1016, etc.; λ. τήν άρχ)!ν τής θαλάττης Isoc.5.61 ; μοναρχίαν S.Ant. 1163; τέρψιν Id.7V.820; χάριν Id.O Γι004; κέρδος Ar.Ach.goO: also in bad sense, λ. ονείδη S.Ο/1494; συμφοράν Ε.Med.43 ; θάνατον Id. Hel.201 (lyr.); γέλωταμωρίαν τε incur.., Id.Ion600; αΐτίαν από τίνος Th.3.18, etc.: for λ. θυμόν, etc., v. supr et infr. 3. b. receive hospitably, Od.7.255, cf. S.OC284 (έλαβες τόν ίκέτην εχέγγυον) which approaches this sense; καλώς λ. τινά treat well, PGi/843 10(i/ii A.D.). e. receive in marriage, Hdt.1.199,9.108, E.Pr , X. //(?4.1.14, ls0c.1o.zg,peleph.1.2 (iv B. c.), Men.PZi.436 ; τοις λαμβάνονσιν Ιξ αυτών, i. e. those who married their daughters, S/G (Halic., iv/iii b. C.) ; also of the father taking a daughter-in-law, τφ ι ί!ρλ.τ» άμεη.ρέ.447. d. λ. ονομα, έπωνυμίαν, receiver name, PI. P/Z.305d,Sm/1.173d. β. λ. δίκην receive, i.e. suffer, punishment, HdU.iiSiTVa^iT^.^eZonCsdeserts, Id.7.39; δίκην γαρ αξίαν ίλάμj8awe.sa.1312 ; λ. (^iuajd.i f. λ. 'όρκον receive an oath, Arist. ΛΑ.1377*8; λ. πιστά X.An.3.2.ξ,al.; λ. λόγον demand an account, Tivosfor athing,wapat1vos from a person, Id.Cyr , D g. λ. ενγαστρί conceive, Hp.ProrrA.2.24 ; κΰμα λ., of the earth, A.Ch il receive as produce, profit, etc., οΐνον ίκ τοΰ χωρίου Ατ.Νιι. 1123; [χρήματα] έκ τηί αρχής PI.P.347t>> λ. εκατόν τή! δραχμής, οβο- \οϋ,purchaseϊοτ.ατ.ραχ 1263,Ρα. 1235! cf- Λ 7 « ' ^όθεν &VTIS τοϋτοτόχρΐμαλάβοι; X.Smp.2.4 i- λ. πεΐράν TIVOS,v. πεΐρα. 2. admit of, & μέγα! κίνδυνος άναλκιν οΰ φώτα λαμβάνει Pi b. admit, initiate, τοός ες τά τής τέχνης ε'ιλημμένους Hp.Decent of persons conceiving feelings and the like, λ. θυμόν take heart, Od ; freq. in periphrasis, λ. φόβον, = φοβεΐσθαι, S.OC729; αιδώ λ.,=αίδεΐσθαι, Id.4z'.345! λ οργήν,^ οργίζεσθαι, E.Supp.lo^o : so generally λ. αρχήν, = άρχεσθαι, Ιά,ΙΑ 1124; λ. ίίφος, επίδοσιν, αύξησιν, = ΰψοΟσ θαι, 81r151e0va1,a{r^ci«0-fla1,Th.1.91, Isoc. 4.10, Arist.G^4732 b 51 etc.; λ. κακόν τι Ar.Nu.1310; λ. νόσον take a disease, Pl.P.610d; λ. μορφήν, τέλος, etc., Arist.ΰΑηβ2" 13, 744 a 21, etc.; αί ο'ικίαι επάλξεις Καμβάνοοσαι receiving battlements, having battlements added, Th.4. 69,cf c. inf., receive permission to..., SIGgg6.6 (Smyrna, I A. D.). B. Med., take hold of, lay hold on, c. gen., [<τχ6δίη5] Od ; τ ης κεφαλής, τών γουνάτων, Hdt.4.64,9.76 ; χειρός Ε.Med.899, etc.; τον βωμοΰ And , etc.: c. dupl. gen., μου λαβό μένος τής χειρός Ρ1. Chrm. 153b. 2. seize and keep hold of, obtain possession of, άρχή! S.OC373 ; καιρού λαβόμενος seizing the opportunity, Is.2.28 ; λ. άλη- Seias Pl.PZZ.309d : rarely c. acc., τόν..λελαβέσθαι Od lay hands upon, χχλεπώς λαμβάνεσθαί τιvos lay rough hands on him, deal hardly with him, Hdt δ'. 4. of place, λ. τών ορών take to the mountains, Th.3.24, cf. 106; Αήλου λαβόμεναι (sc. αί νήες) reaching Delos, Id find fault with, censure, τινα s Pl.Lg. 637c, Philostr.P.^4.22. β. λαβέσθαι έαυτοΰ check oneself, Hid.2,24. Χάμβδα, λαμβδοειδης, v. λάβδα, λαβδοειδής. Λάμια [ά], ή, a fabulous monster said to feed on man's flesh, a bugbear to frighten children with, Ar.P.1177, Duris17 J., etc. II. λάμια, ή, a fierce shark, Arist./P4540 b 18, Gal.6.727, PXm.HNg.~fi ; cf. λίμνα, λάμβαι. λάμια [ά], τ ά,-χάσματα, Choerob. in Αη.Οχ (where Λοίί α), Μ555 5 ; cf. λάμβαι, λάμos. λαμρ,α, ατos, τό,^νϋία, Gloss, (pi.) λάμνα or -η, ή, = Λάμια 11, Ορρ.Η > λαμνα, = Lat. lamina, PMag.Par , PLond Λάμνο«, Λαμνόβεν, Λαμνιάς, Dor. for Λημν-, λαμόιττης' Α επί τηλίας, Hscli. (Prob, = blear-eyed, cf. λήμη : perh. λ.' οττιλία! ; cf. όπτιλ/ασυ.) λάμοβ, = ingluvies, Sch.Hor.p/ι.ι.ι 3.10, λαμιταδαρχ-ε'ω, act as λαμπαδάρχης, IGl2(^). 173 ii 13 (Paros), «CP (Delos), C/G3498 (Thyatira), S/G (Athens, ii s -c.); ofa woman, Ephes N ης, ου, A, holder ofthe office 0/ λαμπαδαρχία, JHS7.150 (Samos), CIG (add.) 3886 (Eumenia) : ilso -άρχος, /G12(5).176ii (Paros), 11(2).203^65 (Delos, iii B. C.), <«p (opunt. Locr., iii B.C.). -ία, ή, superintendence of "*λαμπαδηδρομία, Ari&t.Pol.l^og^ig'pV), Rh.Al.143f!, SIG vpl,, Priene, ii B.C.). -ισσα, ή, fem. of λαμπαδάρχη5, Ephes No.68. λαμτταδ-εία, ή, torchlight procession, Inscr.Prien (iii/ii B. c.)., ον,τό,torch-holder - /G2 a ,1543 (Eleusis, ivb. c.). -evw, make into α λαμπάς, D.S II. Pass., to be lighted by torches, 8ch.S.0C to be handed on like a torch (in the race), Ph. 1-47s. III. Med., = λαμπαδίζω, Ael.Fr.286. λαμιτάδη-δρομία, ή, torch-race, Sch.Ar.Pa.l31 (pi.) ; cf. λάμπας ία ) " -φορεω, carry the torch, run in the torch-race, Aristid.Or. +7( 2 3)-22, cf. ΡΛ/ φορία, Ion. -ίη, ή, = λαμπαδηδρομία, Hdt φόρος, A, torch-bearer, A.Ag.312, Ar.Pr.442, IGi 1.

8 λαμπρόβι,ος garments, < s 7«1 Id , ειμονε'ω, wear white or splendid Charito3.1. -είμων, ovos, Α, ή, clad in splendid robes, Hp.Ep ίξομαι, Pass., tobe made bright, Pempel.ap.Stob λαμπρά-βΐος, ov, living splendidly, PiUil.Al.iI/.3. -ειδής, c'j, bright-looking, v. 1. for λαμπρόί in Gal. UP8.6. -είμων, ovos, Α, ή, = λαμπρείμων, Suid., Phot. - ωνος, ov, with bright zone, Hsch. S. V. άβρομίτρας. -μοιρία, ή, in pi., = λαμπραϊ μ07ραι (cf. λαμπρός iv), Ca/. Corf. s/r. S (I) ,8(4). 2 ο 7. -7TOUS, Α, ή, πουν, τό, gen. ποδογ, bright footed, Sch.DII λαμττράς, ά, iv, fem. -ή in Ep. (II , Hom.P/>! T.3.3), in Hes. PA.19, 371: bright, radiant, of the sun and stars, λ. φάος ήελίοιο ; αστήρ 4-77! -Ατατος, of Sirius, (and of the same, λαμπρόν παμφαίνησι 5.6); λαμπρά σελήνη Hes. ll.ee., cf. Th.7. 44; πρϊν ήμέραν λ. γενέσθαι D.Η.3.27; of the eyes, S.OP1483, Ε Hec. 1045, etc., v. infr ; of metallic bodies, λ. φάλοι, κόρυθες, U ,17.269: neut. as Adv., θώρηκες λαμπρόν γανόωντες of white cloths and the like, bright, λαμπρί)$ δ' ήν ήέλι05 &s [ό χιτών] Od ; δέρμα,.-ότατον λευκότητι Hdt.4.64! λ. ε'σ0ηϊ, = ί31. toga Candida, Plb of water, clear, limpid, A.pM.695, Hp.^?r.5, X.//G ; of air, λ. ήήρ Hp.Aer.l$ ; αίθήρ E.A/frf.829(Sup.,lyr.). 4. of sound or voice, clear,distinct, PI.PA/6. 5 id, D ; λαμπρά κηρύσσειν E.Heracl.864! φωνή -οτέρα Arist. /P4.545 a 12 ; opp. φ. ασαφή!, ld.aud.s01 b 22 ; λαμπρόν άνολολύξαι Plu d ; cf. λάμπω I metaph., of vigorous action, λ. άνεμο! Ά keen wind, Hdt. 2.96, cf. A.Ag.l 180; ןד 8 ן$. λ και μέγα! καθιεί! swooping down like afresh and mighty breeze, Ar.Py.430, cf. 760 ; λαμπρά φανήσεται he will come furiously forth, E.Heracl.280 ; λ. μάχη a keenly contested battle, Plb ; -ότερο! κίνδυνος Id Adv. -ρώ!, έπικείμενοι vigorously, Th.7.71 ; utterly, λ. ήττήσθαι, λ. περιεστοιχίσθαι, ייHid.4-4!9 β. metaph. also, clear, manifest, μαρτύρια ך 9 ך. A.En ; ταΰτ επειδή λαμπρά συμβαίνει S.Pr.1174; Ίχνη X.Cyn. 5-5 ; γεγενημένη! τή! νίκη! λ. ήδη Th.7.55 > λ Φ"7ή decisive, Arr.An Adv. -pis, κούδέν αίνικτηρίωϊ A.Pr.833 ; λελυμένων λ. τών σπονδών Th.2.7 ; λ. νικάν Arv. An ; λαμπρών έλέγετο it was said without concealment, Th II. of persons, well-known, illustrious by deeds, station, etc., λ. iv τήσι Άθήνησι Hdt ; ε'ν Toitri πολέμοισι εών -ότατο! Id. 7*154 ί λ. εν [TOIS κινδύνου] D.I9.269; οτάτου! γενομένου! τών καθ' εαυτού! Th ; εξ άδοξων γενέσθαι λ. Isoc.5.89; λ. is γένος Ε.ΕΙ.; ^ν λόγοι! Id.SK/>/>.[902] ; as honorary title, -ότατος, = Lat. clarissimus, /G14.911, 7.91, etc.; of cities, councils, etc., ή λαμπρά τών Μιλησίων μητρόπολις SIGgoG A 4 (iv A. D.), cf (Sup., Ephesus, ii A. D.) ; ofactions, etc., έργον ουδέν απ' αυτών λ. γίνεται Hdt.3-7 2! τί>ν βίον λ. ποιεΐσθαι S.OC1144! τίι λ. άποσβεννυς γένους Trag.Adesp.9-2 magnificent, munificent, λ. εν ταΐς λειτουργίαις Isoc.3.56, cf. D.2I.I53(Sup.) ; Α λ. καϊ πλούσιος ούτος ib. 174 Adv. -ρώς, χορηγεΐν Antipho , Arist.PA^i 122 b bright, joyous, λ. ωσπερ ομματι, of the bearer of good news, S.07" 81, cf. X.//G4.5.IO ; λαμπρόν έξέπεμφα with bright hopes, S.P/. 1130; λ. ταίτ ελπίσιν Jul.Or.2.64b ; also ομματι δέρκομαι λαμπρόν, of one clear in conscience, Pi.A' III. of outward appearance, splendid, brilliant, νυμφίον..λ. όντα Ar.Pax859 ; of a horse, /G , X.Eq. 11. ι ; in dress, Id.Cjr (Sup.)! of youthful bloom, ώρα ηλικία! λ. Th.6.54 ; of healthy look, Hp.Aer.24; of property, dress, etc., εί τί γ' έστι λ. καϊ καλόν Ar.Pl.144> c f E.pr ; κατασκευή X.Smp. 1.4 (Comp.); λ. κάλλοϊ beaming beauty, PI. PArfr.250b, etc.: ipore generally λ. τι ποιείν X.Cyr ; τί> λ. splendour, Pi.Ν.8.34; λ. γενέσθαι βουλόμεσθα τους γάμου* Euang Adv. -ώς, opp. λιτώϊ, Phld.Mort. 30 : Sup. -ότατα X. Cyr ; later -οτάτως JHS44.26 (Ancyra, ii A.D.). 2. of language, brilliant, τών διθυράμβων τά λ. Ar. Αν.1^,88 ; λ. λέξι! ornamental diction, Arist. Ρο b 4 ; λόγος Hermog./rf.1.9- IV. Astrol., of degrees in a zodiacal sign, εκάστου ζφδίου λαμπρά! μοίρα! ίξέθεντο Heph.Astr.I. ι, al. V. for Adv. -ρώς, v. supr and 6,11. 2, in. 1. λαμττροτης, ητο!, ή, brilliancy, splendour, λ. καϊ τάξις τοΰ στρατεύματ os Χ.An ; of a horse, Id.Py.11.9; of arms, Plb , Arr.An clearness, distinctness, Plu.PA17.il. II. metaph., brilliancy, splendour, Hdt.2.101; ή παραυτίκα λ. Th.2.64, 7.69; άπίι o'ias λαμπρότητο!..ες o'lav..τελευτήν αφΐκτο Id cf. 6.31: pi.! distinctions, τιμαϊ καϊ λ. Id.4,62 ; εν τινο! λαμπρότητι in distinction for a thing, Id.6.16 ; λ. τών πράξεων D.S.16.66, cf. Arr. An munificence, D brilliancy 0(style, Plu. 2.25b; λαμπρότητες τοΰ λόγου, Lat. lumina orationis, Philostr.{ 7 Si λ. φυχή! magnanimity, Plb , D.S as a title, ή ση λ. your Serenity, Serene Highness, PGrenf. 1 59(ν/νϊ A. D.). λαμιτρό-τοξοί, ov, with radiant bow, Sch.DII.1.37, Eust φάης, ές, bright-beaming, Orph.//.78.2, Man.4.53, Cat.Cod. Astr φάνης, ές, appearing brilliant, Paul.A1./V.2, Lyd. Mag φεγγήξ, ές, brightly shining, PMag.Par λαμιτράφθαλμος, ov, bright-eyed, Hsch. s. v. γλαυκώπυ. λαμιτρά-φωνοϊ, ov, clear-voiced, Hp.Aer.ij, Plu.2.840a : Sup. -ότατος D : hence -φωνεΰομαι, Hdn.Philet.p.436 P., Hsch. s.v. βαλανεύειν ; and -φωνία, Ion. -ίη, ή, clearness and loudness of voice, Hdt ψΐχος, ov, high-minded, Arar.15, Ptol.7V/r Adv. -χως, munificently, επιμελητεύειν Klio (i A. D.). λαμίγρ-νντηβ, 05, A, bearing oneself proudly, ίππος Antisth.ap. D.L UVTIKOS, ή, όν, making bright and dean, προσώπου Dsc , cf. Critoap.Gal.i ννω, mostly in pres. and impf. (v. infr.), make bright or brilliant, τόν ί'ππον X.Eq. 10.1, cf. App.Anth.3. '5S ; μή χρώμασιν (Άμμασιν codd. Stob.) τό σώμα λ. deck with bright 1028 λανθάνω colours, Antiph.264 ; λαμπρύνειτήν φωνή 1/(of garlic) wakes the voice clear, Dsc.Eup.l.87 : Med., ίλαμπρύνοντο τάί ασπίδα; polished theit shields, X.HG : Pass., ofa shield, to be polished or bright, Id. Lac ; also εΰδουσα φοήν ίμμασιν λαμπρύνεται is lightened with eyes, A.Eu. 104; λελάμπρυνται κόρα! S.Pr. 71 ο ; also, to become manifest or notorious, iv ήμΐν i φόγος -ύνεται E.P/.IO39. II. Med., make oneself splendid, pride oneself on a thing, Αχοί! καϊ στολή -ύνεται ib.966 ; γένει Onos.1.22 ; distinguish oneself in or by.., Άσα.,χορηyiais ή ίλλφ τφ -ύνομαι ΤΙ ; μειρακίων -υνομένων iv ίρμασιν Ar. ^? 556 ; λ. ivoh ού δε7 Arist.P7VlI22»33, etc.; περί τά! ευωχία! Str ; πολλά καϊ μεγάλα λαμπρυνάμενος πρδ! τό θεϊον Plu.Nic.16; τά άλλα ελαμπρύνατο Id. Alex.70 ; επίτινι Philostr. VA2.43 ; πολλά περί των Μηδικών έργων Plu.2.870d. -υσμα, α το!, τα, ornament, Phryn.PSpp.82,124B., Hsch. s. v.γλαινοί, EM λαμιτ-τήρ, ήρο!, Α, (λάμπω) stand or grate for pine and other wood used for lighting rooms, Od sq., 343,19.63 ; ώ χαίρε, λ. νυκτά! thou that lightest up the night, ofa beacon-fire, A.Ag.22; έσπεροι λαμπτήρε! the evening watch-fires, S.AJ.286 ; ηλίου λαμπτήρα Ε.PA.60. b. epith. of Dionysus, Paus lantern, E. P434(anap.\ Hp./»/.26, X.Smp.5.2, Aen.Tact.22.21, PCornell 1. 85; λ. αντίπεφρα-γμένο!, of a horn-lantern, Philist. 15, cf. Emp.84.3; λ. μή έχοντι τό κύκλψ δέρμα Arist./P453 1 ר." τηρια - (sc. ίερά\ τά, feast of Dionysus λαμπτήρ, Paus τηροκλε'ιττης, ου, i, lamp-stealer. metaph., of Perseus, who stole the eye of the Graeae, Lyc τηρουχία, ή, holding of torches, pi., λαμπτηρουχίαι the beacon-watches, A.Ag τηροφάρος, ov, carrying lights, παΐδεί Socr.Rhod. I J. λαμ-ιτνρ-ίξω, shine like a glow-worm, Thphr.La/>.58,59, Dsc.5.84; shine steadily, opp. σπινθηροβολέω, of Venus, PMag.Par.}.2940: c. acc., illuminate, τήν ολην οίκουμένην PMag.Berol.2.103, cf. PLeid. F.3.15 : Med., abs., shine, Ρ Mag. Lond is, ίδ05, ή, glow-worm, = λάμπουριι 11, Arist.P/i642 b 34. λάμπω, II , etc.; Ion. Iterat. λάμπεσκεν Emp.84.6, Theoc. (v. infr.): fut. -ψω S.P/.66, 249 (Antip.) : aor. έλαμψα Hdt.6.82 (v.l.), S.OP473 (lyr.), Ar.P.62, Pl.P/1.335d: pf. λε'λαμπα (in pres. sense) E.Andr. 1025, Tr (both lyr.): Med., h.hom.31.13, etc.: impf. ελαμπόμην, Ep. λαμπ-, , E.Med.1194: fut. λίμφομαι (ελλ-) Hdt.ι.80: Pass., fut. λαμφθήσομαι (ελλ-) PIot.2.9.3: aor. Ιλάμφθην J.P/4.10.I (περί-): from these late forms of Pass. must be distd. the similar Ion. forms of λαμβάνω : give light, shine, ^ II. of the gleam of arms, τήλε δε χαλκίυ λάμφ' ώ$τε στεροπή 11.66; λάμπε δέ χαλκφ, of Hector, ; ώώί λάμπεσκεν Emp. I.e.; απ' οφθαλμών δέ κακόν πυρ..λάμπεσκε, Theoc oftheeyes. όφθαλμώ δ' άραοίπυρϊ λάμπετον ! of the sun, Sol , etc.; of fire, S.Ant ; άλσος λάμπεν ΰπό δεινοϊο θεοϋ Hes.Sc.71: Med., κόρυθο! -ομένη! II ; λάμπετο δουρό! αιχμή 6.319! δαίδων ΰτο -ομενάων , Od. (only in this phrase) 19.48,23.290; χαλκ«ελάμπετο ; of a person, -όμενο! πυρί ; τεύχεσι λ , Hes.Sc.60; 6σσε -έσθην II ; πεδίον.. λάμπετο χαλκφ , etc. 2. of sound, ring loud and clear, παιάν δε λάμπει S.Ο 7186 (lyr.), cf. 473 (lyr.) ; cf. λaμπpόs metaph., shine forth, be famous or conspicuous, λάμπει κλέος Pi ; άρε τά Id./. 1.22, E.Andr.^6 (lyr.); δίκα δέ λάμπει μεν iv δοσκάπνου δώμασιν Α. Ag.773 Cyr )! τέκνων οΐ! άν λάμπωσιν νεάνιδε! ήβαι Ε./0Κ476 (lyr.); κάλλο! Pl.P7irfr.250d. b. Astrol., of a planet, occupy a favourable position, Ptol. Tetr.^1. 4. of persons, φαιδρό! λάμποντι μετώπη with beaming face, Ar.Py.550 (anap.) ; shine, gaingloiy, οϋδ' εΐ Κλέων y' έλαμψε Id. Κ I.e. ; iv Αλλοι! βουσϊν Ιών λάμπεσκεν Theoc י 11 trans., cause to shine, illumine, δόλιον άκταϊί αστέρα λάμψαί Ε. Η el (lyr.), cf. 70«83 (anap.), Ph. 226, AP I.e., Trag.Adesp. 33, etc. Found chiefly in poetry and Com., though the pres. and impf. occur in X.^« (Med.),,ך.ך. Mem.4 Pl.PArfr.250d, Arist. A. Arist.M Λ».419"4, and late Prose, and the aor. in Hdt.6.82 (v. 1.), 395 a1 5> Plu. Tim.etc. λαμπώδης, v. λάπη. λάμΰρ-ία, ή, (λαμυρός III) wantonness, of women, P1U.SK//.35! Luc.6 ; ofa man, ld.ant.24 ; pertness, Id.2.66c, 1124b. -is,i50s, ή,=λωγάνιον, Sch. Luc.3 -άς, ά, Av,full of abysses, θάλασσα ΡΛ/ : hence, II. gluttonous, greedy, γάστρα καϊ λ. Epicr. 5.8 = Antiph.89.5 ; γαστρϊ χαριζόμενο! τή! ού λαμυρώτερον ousevtimo '7; οδόντες Theoc ! κάρηνον Nic.PA metaph., wanton, impudent, -ώτερον λέγειν X.Smp.S.24 ; Άλκιβιάδου ή &γαν λ. πολιτεία Plu. Comp.Alc.Cor.l ; λάμυρόν τι προσβλέπειν τινί Id. Mar. 38; λ. ίστορίη ^ίρ7-45 (Diosc.); of women, coquettish, ib (Asclep.); of Eros, λαμυροϊί ομμασι πικρά γελά ib. 179 (Mel.); λ«ρρά! Πόθων αέλλα! Cerc.5.10 : later in good sense, piquant, arch, like επίχαρις, Phryn.259; charming, Plu. Caes.49, Eun.FSp.467 Β. IV. bright, τά λευκά των οφθαλμών -ώτατα (in pneumonia) Aret.S/42.1. λαμφθήναι, Ion. aor. inf. Pass, οί λαμβάνω ; cf. also λάμπω. λαμψάνη, Vr λαφάνη (q.v.). ^ יי 2 ' ; 2 Ph.I-7 λάμψις, εως, ή, shining, αστέρων, Αστραπών, ήλίου, Gp : metaph., of the law, LxxPa.4.2. λάμψομαι, fut. Med. of λάμπω, and also Ion. fut. oi λαμβάνω. λαν Αράν, t) λίθον, Hsch. λανηθάς δευτερίας ohos, Id. λανθάνάντως, Adv. pres. part, of λανθάνω, secretly, Gal , Hdn , 8.7.3, D.C.66.5., λανθάνω, Pi.Pr.75.13, etc. : also λήβω (which is the form 01 tne ex<*p Act. generally used in compds., δια-λανθάνω being the sole tion), Il , S.O71325 (lyr.), X.S4. 4 /. 8 ; Dor. λάβω [ά]

9 λανίζα 1029 λαό? 2 22 (lyr.); ιηί.λάθεμενρί.ο.τ.64 : impf. 4λάνθανονΙΙ!3 721, etc.; έληtood , S.P/.1359 : Ep. λήθον Il ; Ion. λήθεσκεν : fut. λήσω Od , Ar.Pc.98, etc. ; Aeol. inf. λασην A\c.Supp.22.8 ; Dor. λάσώ Theoc. 14.9, al., so (in late writers) λήσομαι, v. infr. c. 11 : aor. ι έλη σα Nic.Al.2So (but Horn, has επ-έλησα, Ale. εξ-έλάσα, in causal sense): aor. 2 έλάθον II.!7.676, etc. (for λέλάθον, v. infr. B): pf. λέληθα Semon.7.9, Sol ; Aeol. part, λελέθων Ale.Supp : plpf. έλελήθειν, Att. -ήθη, Th.8.33, Av.Eq.822, Nu.380, Luc.Pr.Im. 15 ; Ion. 3 sg. έλελήθεε Hdt B. causal ληθάνω, aor. 2 λ<=λάtoy, v. infr. B. C. Med. and Pass., λανθάνομαι Arist.Po,1455 a 2 5 (s.v.l.), λήθομαι II , A.Ag.39 > Dor κάθομαι [ά] Pi.O.8.72 : Ep. impf. λανθανόμην Od : fut. λήσομαι 1-308; Dor. λάσεΰμαι Theoc.4.39, also λελήσομαι P..Ale. 198 : aor. 1 4λησάμην or λησάμην only in late Ep., Maiist.47, Mosch.3.62 (Dor. λάσ -), Q.S.3.99, etc.; also έλήσθην, Dor. inf. λασθήμεν Theoc.2.46, cf. διαλανθάνω : aor. 2 ίλαθόμψ, Ep. λαθ-, II , E.Hipp.289: rare in Prose exc. in compds., Plu.Caes.38; also Ep. redupl. λελάθοντο, etc., v. infr. c: pf. λελησμαι S.P/.342, Pl.PArfr.252a; Ep. λέλασμαι, part, λελασμένος, etc.; cf. έπιλήθω. A. in most of the act. tenses, escape notice (freq. joined with a neg.): Constr.: 1. c. acc. pers. only, escape his notice, λάβε δ' "Εκτορα ; ούδε' σε λήσει ; οΰ λήθε Διός ί>ι πυκ!1 νόον 15 46(, cf. Od.lI.102,al.; [τούτον] ούκ έστι λαθεΐν όμματα φωτός A.Ag. 796 (anap.); οΰ λάθει μ' οργά S.P/.222 (lyr.), cf. ΡΑ.207 (lyr.) ; τουτί μ έλελήθειν Ar.Nu.380; εΐ λανθάνει σε perhaps you don'tknow, Men. Sam.78: impers., λεληβέναι ού θαυμάζω τό πλήθος περί τούτου it escaped the notice of the people, X.Hier. 2.5 ; σε δέ λέληθεν περί τούτο ώς.. Ρ1. Lg.903c. 2. most freq. with a part, added, in which case we usually translate the part, by a Verb, and express λανθάνω by an Adv., unawares, without being observed; either, a. c. acc. pers., άλλον τινά λήθω μαρνάμενος I am unseen by others while fighting, i. e. I fight unseen by them, II ; πάντας ελάνθανε δάκρυα λείβων Od.8.93! cf ,220,19.88,al., Pi ,6.36, Hdt.8.25 : freq. in Trag. and Att., μή λάθη με προσπεσών lest he come on unseen by me, S.PA.46, cf. 156 (lyr.); Άπως μή λήσουσιν αυτούς ai νήες..άφορμηθεΐσαι should put to sea without their observing them, Th.8.10; or, b. without an acc., φονέα ελάνθανε βόσκων he maintained the murderer unaivares, Hdt.1.44; λέληθας εχθρός &v S.OP415 ; δουλεύων λέληθας Ar.V. 517 ; συνέβη δέ ύπερημέρφ γενομένφ λαθεΐν D : the reflex. Pron. may be supplied and is sts. added, λέληθεν αυτόν TOIS ξυνοΰσιν &v βαρύς S.Pr. 103; eas σαυτόν λάθοι5 διαρραγε'α Ar.Pax32, cf. Nu. 242, X.An : sts., however, a different object must be supplied from the context, βάλλovτεs ελάνθανον (not εαυτούς, but Τρώας) II ; ελάνθανε [?r^tas] έχων Hdt.8.5 ; μή διαφθαρείς λάθη [τινά 6 β'105] S.PA.506; μή λάθη [^Ss] φύγδα 0a s Α.Ρκ.256 (lyr.), cf. Th , etc. In a few examples this constr. is reversed, and λαθών is put in the part., as in our idiom, από τείχεο* 2λτο λαθών (for ελαθεν αλόμεν05) II ; ή..λήθουσά μ' εξέπινες S. Ant rarely c. acc. et inf., μή σε λαθέτω ΰπερτιθέμεν let it not escape thee to.., i. e. forget not to.., Pi.P.5.23 ; έλαθεν αύτόν σύνθημα δούναι Plu.Arist. 17; σφας λέληθε Θεόδωρον είναι it has been unnoticed that it was. Paus folld. by a relat. clause, ουδέ με λήθεα, οττι θεών τ is σ' ήγε thou escapest me not, it is not unknown to me, that some god led thee, Il ; ουδέ έ λήθει, όππως ; εδόκεες θεούς λήβειν οία εμηχανώ thou thought'st to escape the gods' notice in, Hdt.8.106; οϋκουν με..οΐα πράττεις λανθάνει Ar.Eq. 465 ; ού λανθάνεις με,'ότι., X.Mem , cf. Snip. 3.6,13 ; όγείτωνλ. τινά ού μόνον 'ότι πράττει, αλλ' ε'ι.. PI. Tht. 174^ 5. abs., escape notice or detection, S.7V.455, Th.1.37,69, al.; λάθε 01u5cras Epicur.Pr.551 ; λανθάνει τό ούρον προσπΐπτον Hp. Coac Β. causal, make one forget a thing, c. gen. rei, in compds. έκληθάνω, έπι-λήθω ; the simple Verb only in Ep. redupl. aor. 2, όφρα.. λ6λαθ7) οδυνάων that,.he may cause him to forget his pains, II ; τόλιν λελάθοιτε συντυχιάν Lyr.Adesp. I40.9 : but II. in late Ep., ז R , λελαβον, = ελαθον, escaped notice of, εόν νόον,τοκήας, A. Cf- Orph.^.876. C. Med. and Pass., lei a thing escape one, forget, 1. forget simply, in pres. (abs.), συ δε λήθεαι II : c. gen., Κίρκης μεν ε*ρημοσύνη5..λανθανόμην Od , cf Pi.O.8.72 ; od ποτε λήσομαι ανταν Od ; άλγος, 01 ποτ' ού λελήσεται E.^/c.198 : mostly in ^ " 7,! Od.9-97 ^or. 2, άλκής λαθέσθαι A.Supp.f31; νόστου τε λαθέσθαι..'οδυσ^ογ..λαθοίμην; 1.65 : also in redupl. aor., ουδέ σέθεν..θεο\ μακα pes λελάθοντο II ;ך μή τ Is μοι άπειλάων λελαθέσθω ; ου δυνάμην λελαθέσθ' Ατής (but in Hes.PA.471 like the Act., pf., λελάθοιτο τεκοΰσα that she might bear unknown) : so in ז«זי τΰν δέ λέλασται II ; εμεΐο λελασμένος ; κείνου λελήσθαι S. relat. etc.; εταίρων πάντων λέλησται Pl.PArfr.252a : with a (יף clause, λίλασμένος 'όσσ' επεπόνθει Od ' f ut - Med- in pass, sense, once in s., ουδέποτε λησόμενον οΐον έφυ κακόν never will be forgotten,, 12 49(lyr.); cf. ίπιλανθάνω. 2. forget purposely, pass over, ή λαθετ' ή ούκ ενόησεν either he chose to forget it.., II ; μαθοΰσι ν β δ, κού μαθοΰσι λήθομαι A.Ag.39 II. in later writers fut. Med. is used like Act., escape notice, ήμάς Arist.^Pr.66 ft 31, cf. A.R.3.737, J-uc.Sacr.14: abs., AIciphr d - λανίξ λαγγάνει, βρέχει, Hsch. λανον κήρ' σοφωτάτη φυχή, ληνός. λανόν λίθο ν, Id. Xavos, Dor. for Λανοτροϊ, ό, name ofa month at Tauromenium, IG ji 1,al. λάξ, Adv. with the foot, λ. εν στήθεσι βάς ίξέσπασε μείλινον εγχος II , cf ; λ. προσβάς 5.620, ; λ. ποδί κινήσας , Od ; λ ένθορεν ; λ. 5' εφ' όρκίοι5 έβη Archil.Supp.2.13 ; so later βους μοι επί γλώσσης κρατερά ποδ) λ. επιβαίνων Thgn.815 ; λ. ίπίβα δήμφ Id.847 ; λ. πατεΐσθαι (cf. λάγδην) to be trodden under foot, A.Eu. 110, (lyr.) ; άθέφ ποδί λ. ατίσαι Id.jEV.54 3 (lyr.) J λ. επορονσας πλήξε A.R.2.I06 ; παίει τε λ. πύξ Philem.i.6D.: also in late Prose,. al, Luc31.»»4 : for the form cf. γνύξ, πυξ, όδάξ. λαξ-ίία, ή, quarrying, POxy (ii Α. D.). -ευμα, οtos, τό, hewn work in stone, Anon.Prog, in Rh W. - υσ ις, εως, ή, cutting of stone, Sch.Theoc ίυτήριον, τό, stone-cutter's tool, Lxx/ 's.73(74).7. -ίυτήβ, οΰ, ό,stone-hewer,.ז. Man.77 -e-υτικός, ή, όν, of or for a stone-cutter or his art, διαβήτης Eust ; ή λ. τέχνη Anon.Prog, in Rh W., Phot. -εντός, ή, όν, hewn out of the rock, LxxZ)e.4.49, Ev.Luc.23.^3. -eiiu, hew in stone, Lxx Ex. 34.1,al.; also, hew wood, ib./5.9.10(9) : Pass., εκ λίθων λελαξευμένων ib./«. 1.2, cf. J. AJ ικά5, ή, όν, = λαξευτικός, POxy (iiA.D.). II. λαξικά, τά, tax on stone-cutting, PFay.44.6(1 E. c.). -ιμοϊ, η, ov, hewn, PLond (i A. D.). Xa 1s (not Χάξι?), 10s, ή, (λαχεΐν) Ion. for (A), that which is assigned by lot, an allotment of land, Hdt.4.21; μοίρης λ. S/G57.35 (Miletus, V B.C.) ; so prob. καί σφε τεήν εκρίναο λάξιν Call./cw.80. λάξομαι, Ion. for λήξομαι, fut. οί λαγχάνω. Xa oos, &, contr. from λαοξόος, prob. in Timo 25. ι: in pass, sense, λάξοος hewn from stone, S.Pr. 212 (lyr.). Χαξός, v. λαοξόος. λαξιτάτητο?, v. λακπάτητος. λασ-βότειρα, ή, feeder of the people, γαία Orph.Z βότ05, ov, (βόσκω) = λαοτρόφος, Hsch. λϋογράφ-εω, enrol in the class subject to poll-tax, only in Pass., POxy (ib.c.), etc. -ίο., ή, enrolment, census, Ex%3Ma ; assessment for poll-tax, κατ' άνδρα PTeb (i B. C.), al.; later, poll-tax, PGP1613 β ii 7 (i A.D.), etc. -os, ό, officer in charge oj enrolments, Sammelb (iii A.D.). \άο-δάμα<; [δα], αντος, b, subduer of peoples, Αρης Α. ΓΑ. 343 (lyr.). II. in Horn, only as pr. η., II ; voc. -δάμό. Od.8.141, SXKOS, ov, tried by the people, σοφίη Socr.ap.D.L Soyμάτικός, ή, όν, suited to public opinion, popular, αποφάσεις prob. 1. inplb , cf , Adv. -κώς f.i. ibid. -δόκο?, ov, receiving the people, dub. in /<? (Megara) = Simon (δαμοδόκων Bgk.); in Horn, as pr. η. Λαόδοκος (proparox.). Ααοίτας, title of Zeus at Elis, Paus , λαο-κα.τάράτο5,[ ap ] ov, accursed by the people, Sm.Pr.i κρατί'ομαι, Pass., live under mob-rule: and-κρατία, ή, mob-rule, Men.Rh. p.359 S. κριτής [ΐ], ου, ό, judge in native court in Egypt, Mitteis Chr.8.12 (iii B. c.), 31 vii3 (ii B.C.), PTeb (ii B. c.). -μ^δων, οντος, ό, ruler of the people, in Horn, as pr. n. λαον, v. λάϊον. λαοξόο«, ό, (λξas, ξέω) sculptor, Ρ101.Γί Ζπ79, /G3.1308: also Χαξόος (q.v.); λαα ξάς,stone-cutter, PCair.Zen.1't2 (iii Β. c.); λαξός, ib.176 (iii B.C.), PTeb (i B.C.), etc.: Adj. λαο οϊκάς, ή, όν, σκεΰος Hsch. s. v. 8ρυξ, cf. Vett.Val λαοξο-υργε'ω, incorrect form for λαξεύω, Sch.Od λαοτταθής, ές, suffered by the people, A./W.945 (lyr.). λαάτταις βούπαις, Hsch. Xa07ri 61v, coined as etym. of λαπίζειν (q. v.), τους λαούς εις όπιν άγειν..δια τής αλσ.ζονείας, Id. Xao-irXavos [πλά], ό, misleader of the people, J.AJ8.8.5 (pi.). -iropos, ov, serving as a passage for the people, man-conveying, λ. μαχαναί a bridge, A.Pers. 113 (lyr.). Xaop^os* ά!/<ίσι05 (Sicel), Hsch. (cf. λεωργός). λά<$β, ό, Ion. λη<$β Hippon.88, Hdt.5.42 (v.l. λαόν, which is in all Mss. in 4.148), cj. in Mimn.14.9 ; Att. Xsws, which is also used in Hdt. 1.22, 8.136, while the form λαός is sts. used in Trag., and once or twice even in Com. (v. infr. 1. 3): also in Inscrr. and Pap. (v. infr.) and in late Prose, as Foed.Byz.ap.Plb (pi.), Str (pi.), Plu b, etc. (both forms in pr.,,תת Αεωβώτης Hdt.7.204, ΛαβώταςΧ.Ηό , etc.). 1. in II., λαός (λαοί) usu. means men, i. e. soldiers, both of the whole army and smaller divisions, κρηός Ζγρετο λ. Αχαιών > λαόν αγείρειν ; πολύν άλεσα λαόν pl, άμα τφ γε.. άριστοι λ. έποντ ib.578 ; στίχες άσπιστάων λ. 4-9! ; periphr., στρατός λαών ib.76 ; λαών έθνος!3-495 > mostly ineluding both foot and horse, as ; but sts. λαός denotes foot, as opp. horse, ; also, a land army, opp. a fleet, 4.76, 9.424, 10.14; also, the common men, opp. their leaders, 2.365,13.108; but 2. in Od., λαοί, more rarely λαός, almost always means men or people ; as subjects of a prince, e. g ,305, ai. (λαοί is sts. so used in II., e.g ,24.611; λαοί άγροιώται country -folk, II. - ναι 676; work-people, ) ; oisailors, Od ; so after Horn., T1K2^e<usseafaring/ott, A.Pers.; πάς ό χειρώναξ λεώς S.Fr.844; ό γεωργικός λεώς Αν.Ραχg20(\yr.) : in sg., slave, τόν Έύρυσθέως λεών,οί Heracles, Hecat.23J.; and so perh. λεώς αίτοικος GDI$$33e(Zeleia): more generally, μέροπες λαοί, i. e, mankind, A.Supp.90(lyr.) ; λ. 4γχώριοι the natives, ib.517,cf. Od ; esp. in Egypt, of thefellahin, PRev.Laws (iii B. C.), PS/ (iii b. C.), etc.; civilpopulation, opp. priests and soldiers, OG/90.12 (Rosetta, ii B. c.), cf (Milet., iii B. c.), al. 3. people assembled, as in the theatre, ό πολύς λαών όχλος Ar.Pa.676, cf. 219 (both lyr.); esp. in the Ecclesia, ai στίχες τών λαών ld.eq.l63 : hence the phrase άκούετε λεφ hear Ο people'. the usual way of beginning proclamations at Athens, like our Oyezl Sus. 1 X, Ar.Pax 551, A v. ί τιμώσιν 01 πάντες λεφ ib ; όεΰρ' ϊτε, πάντες λεφ Arist.Pr.384 ; 'Αττικός λεώς Α.Ρ».681 ; ό πολύς λεώς the multitude, Pl.P.458d, etc. 4. in Lxx, of the

10 λαοδ 1030 λαρο'5 people, as opp. priests and Levites, ips.5.46; in NT, of Jews, opp. Gentiles, Ev.Matt.2.6, Ευ.Luc.2.10,al., cf. SIG1247 (Jewish tombstones); of Christians, opp. heathen, Act. Ap. 1 c,.14, al. II. a people, i.e. all who are called by one name, first in Pi., Αωριεΐ Χαφ ; Αυδών δε λαό s καϊ Φρυγών A.Pers.fJo ; ξύμπα s 'Αχαιών Xaos S.PA.r243> cf. ΟΤι44, etc. ; ίππόται λαοί, i.e. the Thessalians, Pi. P.4.153, cf. 9.54, Ν (The resemblance between λαός people and λαοί stone (cf. λαας) is implied in II Aaohs δέ λίθους ποίησε Κρονίων (in the story of Niobe) ; and so Pi. explains the word from the legend of Deucalion, O.9.46, cf. Epich,122, Apollod.1.7,2 ; but cf. Philoch. 12.) (From Adf-, as shown by the pr. names ΑαΡοπτόλεμος GDI3151,,Fio'Aafos ib.3132 (Corinth) : hence prob. λήϊτον.) λάος, irreg. gen. of λάσ,ς. II. λαος, &, stone, v. λάα?. λαο-σεβής, ές,worshipped by thepeople, ή pais Ρί.Ρ σσόος, ov, (σεύω) rousing or stirring the nations, epith. of the war-deities Ares, Eris, II , ; of Athena, , Od ; of Apollo, Il : also of men, as Amphiaraus, Od ; of Electryon, Amphitryon, Hes.Sc.3,37 ΐ λαοσσόοι άγων«assemblies to which the people flock, Pi. P λαο-τεκτων, ovos, &, stone-worker, ך. AP380 (Crin.). -τίνακτος [ί], ov, stirred by a stone, Βδωρ ib (Bianor). -τομε'ω, hew stone, Sammelb.4279(1 A.D.). -τόμος, ov, stone-cutting, όργανα Men.Prot.ap.Suid.s.v. σπαλίων. II. = λατόμοι, Man.6.416,P/i T. Gr.1021 (Antinoe), AJAj.47 (Corinth), POxj.r34.16 (vi A.D.) ; A. ιτετρηί Man λαοτρόφος, ov, nourishing or tending the people, irixis Pi.O.5.4 ; τιμά X. an office useful to the people, ib λαοτυττος [ϋ], ov, cutting stones, σμϊλαι ΑΡη (Ale.). II. as Subst., stone-cutter, statuary, API (Agath.). λαο-φθόρος, ov, ruining the people, destructive, c. gen,, στάσις Έλληνων λ. Thgn φόνος, ov, slaying the people, δόρυ Β ; ; jstheoc ( i5 A10ya ^itpos IG φόρος and λεωφόρος, ov, bearing people, λαοφόρον καθ' όδόν on a highway, thoroughfare, II ; λαοφόρου επέβησαν..κελεύθαυ Theoc ; υπέρ τών μάλιστα λεωφόρων (ν.1. λαοφ-) πυλέων over the gates of greatest thoroughfare, Hdt Subst., λ. (sc. όδό5),ή, highway, τάςλεωφόρους μή βαδίζειν Pythag.ap.P0rph.KP42, Ael. KH4.17, cf. Iamb.Pj-o/r. 21.δ', D.L.8.17; λεωφόρους πρός εκτροπάς Ε.ΡΑ.881 (λαοφ- codd.; λεωφόρου from the highway, cj. Vater) ; τών εκ τής χώρας λ. είς τήν πόλιν..τεταμένων Pl.Lg.763C, cf. Ph.1.16, Paus.9.2.2, JuI.Or.6.184dj 7.225c, and v. λεώβατος. II. λεωφόρος, ή,=πόρνη, Anacr.157. [λεω- as monosyll. in E. I.e.] λάιταγμα [λά], ατος, τό, and λάτταγμός, ό, evacuation, Hsch. λά-π-αδνός, iv, metri gr. for άλαπαδνός, restored by Musgrave in A. Εη.φ2. λάττάξειν εκκενοΰν, αφ' ol κα) τό όρυγμα, Hsch. (cf. λα7τάσ <Γω). λάττάθοειδης, ές, like a dock or sorrel leaf, φύλλα f.i. in Ps. Dsc λά-ιτάθον [λά], τό, monk's rhubarb, Rumcx Patientia, Epich.161, Thphr.//P7.1.2, al.; λ. άγριον dock, Rumex conglomerate, ib.7.6.1, Dsc : also λά-π-αθος, i or ή, Thphr./ /P1.6.6, al., Pil/57.17 (fem. in Steph. in Rh ) ; and λα-ιτάθη, ή, ΡΛ/ II. pitfall for wild beasts, Phot., Suid.: also λάτταθος, <5, Democr. 122 (pi.). λάιτακτικός, ή, όν, (λαπάσσω) laxative, Xenocr.ap.Orib , Gal.6.457, λάπαξις [λά], εως, Ion. 10s, ή, evacuation of the bowels, Arist.PA. 197 b 24,Pr.935 b 30, Gal ; [ύστέρης] Aret.C^i2.10. λάιτάρα [7ra], Ep. and Ion. -ρη, ή, (Χαπαρός) the softpart of the body between the ribs and hip, flank, ,16.318,al. (not in Od.), Epich.90, Hdt.2.86, etc.: pi.,flanks, Id.6.75, Diocl.Pr. 193, Hp. Flat. 9, etc.; sg. also, side of the chest, \d.l0c.h0m.14, Erot.: λαπάρα and κενεών are distd. by Hp.Morb.2.55, Int. 17, Gal.18(2). 762,764. II. sausage or haggis, APg.486 (Pall.). λα-π-άρ-ός, ά, iv, slack, loose, τό Χ. τής νλευρής, = λαπάρα, Hp.Art. 50; of thebowels, Id.Prog-.li; λαπαρός ειλεός Id.Epid , Orib ; λ. γίνεσθαι have the bowels opened, Arist.Pr.935 b 28 ; Ίππος λ. iiv άλγεΐ ld.ha604 b l6 (nisi leg. λaπάpas άνέλκεϊ); of a dislocated joint, όπισθεν λαπαρόν, έμπροσθεν εξέχον Hp.Mochl. 24; hollow, of a cushion, μέσον κατά μήκos ποιήσαντα λαπαρόν Id.Fract. 16 ; πλευρέων οδύναι Χαπαραί, perh. slight, Id.Epid (so perh. Χ. εϊλεόί above). Adv. -pas, υποχονδρίου εντασις Χαπαρώς, i.e. without swelling, ib ' (opp. μετ' όγκου acc. to Gal.adloc.). II. lewd, lecherous, Hsch. ότης, ητος, ή, looseness, of the bowels, Hp.Epid λατάσσω, Att. -ττω, empty, διάρροιαι..τήν γαστέρα Χαπάσσονσαι Η p. Prog. 8 ; ούκ ελάπαξεν ούδέν had no evacuations, Id.Epid ', τά παρ' 0Ss λαπάσσει causes the tumours by the ear to discharge, Id.Coac. 201, Prorrh.1.16j: Pass., esp. in aor. ελαπάχθην, of the bowels, to be emptied, Id.VMxx, Acut.(Sp.)42, Ar\st.Pr.g3^>30: abs., ε'λαπάσσετο internal relief took place, 11 p. Epid : pf. inf. λελαπάχθαι Ath.8.363a. 2. soften, 'όκως.. τά σκληρυνόμενα. Χαπαχθη Η p. Ulc. 10. II. sack a town (cf. άλαπάζω), λαπάξειν άστυ Καδμείων βίιρ Α. Th-47) Βί 1! dub. in Id.^g130.. λά-π-η [ά], ή, scum which forms on the surface of wine, vinegar, or other liquids left to stand, Erot. : λάμττη in Dsc.5.76, Plu a, Gal , Orib.Sy« : hence λαμιτώδες, of urine, with a scum on it, Hp.C0ac.182, Prorrh.\.g2 ; but Erot. read Χαττώδες, and λαΐγ-ιτώδης (άττο τοΰ λάτπτειν) occurs in Gal. 1. c. 2. phlegm, Hp.Morb.l. rj. Int. 12 ; μεστοί λάπης Diph ; cf. λέμφος. 3. metaph., ανηλίφ λάπα ('Wieseler for λάμπα) in sunless filth ax damp, of the nether world,. A. 387 (lyr.). λάττ-ιζω, = συρίζω, S./V.1062 ; su/agger, rodomontade, Cic.Att.g. 13.4,^5277, Phot.; οί.χαοπίζειν. -ικτής, = Χαπιστής, Id. -ισμα, otos, τό, swaggering, boasting, Cic.Att.g ίσσω, Att. -ττω, λαπίζω, Phot. ( ήττειν cod.). -ιστής, ov, ό, swaggerer, LxxSt : fem. -ίστρια, Phot. λάιτος - Θ7)Ϊ, SoOAos, Hsch. ΧάιττΓειν, λα 7τ π ώδτ)ς,v.aamj. λά- Trras' τους βοφοΰνταί, Id. II. λαπτής, f.i. for λάπης, Id, λατττικός, dv, fit for emptying (v. AawTaSub fin.), Eust. 1413,3. λαιττυηρ σφοδρώς πτύων, Hsch. λάιττω, fut. -ψω , (άπο-) Ar.TVn.Si1 : aor. ίλαψα Epic, Alex.AdespA.lo, Lxx/rf.7.5, (<?{-) Ar4> ca.1229 : pf. λέλάφα Id.p. 598 : Med., fut. λάφομαι (ε'κ-) Id.Pajc885 : aor. ίλαφάμην Pherecr. 95 : lap a!va the tongue, of wolves, Χάψοντες γλώσσησιν..μέλαν ύδωρ 11.1.C., cf. Lxxl.C., Plu.2.971a ; πίνει τά καρχαρόδοντα λάπτοντα Arist.ΖΡ4595"7 ί Τ Ρ γλώτττ! λ. Ael.iO6.53 ; cf. κάπτω. 2. rfn'wi greedily, αίμα λε'λαφάί Ar.Fr. I.e., cf. Epic, Alex.Adesp. 1. c.; otvovath ε : also in Med., λεπαστήν λαψαμε'νου gulp down, Pherecr. I.e. In Ath.8.363a λαπάττειν shd. be restored for λάπτειν, unless it was an error of the writer, as in Eust λαιτώδης, v. λάπ-η. Χάρβάσον, τό, = στίβι, Dsc.5.84 λαρδη γός, ό, purveyor of salted meat, OG/52 r.25 (Abydos, v/vi A.'D.). λάρδος, ό, salted meat, Lyd.Mens.4.92, HeroStereom. 2.54, PLond. ined.2147.(.פ A. (IV λαρίεθος φλόϊνον στεγάστριον, Hsch. λάριμνον, τά, Arabic name tor frankincense, Str : written λάριμναν by Agatharch.101. λάρΐνός, ή, όν, fatted, fat, Tavpos Xenoph.6.2 ; βοϋς Ar,Paxg2i ; σύες Erat0sth,20: metaph,, Χ. έπος Ar.Av.465 : hence λάρΐνειίομαι, grow fat, Sophr.104. λάρΐνος [ά], ό, a kind of sea-fish, Opp.// (v.l. λάριμος), Hsch.: hence λάρΐναΐον κύρτον οί άλιεΐϊ τόν εκ λε(υ)κέας,1) μέγαν, Id.: λάρΐνεντής, οΰ, δ,=αχιεύΐ, Id. λάριξ, 1K0S, ή, larch, Larixeuropaea, Plin.iPV16.43 II. Venice turpentine, terebinthina veneta, Dsc. 1.71, Gal , al. ; = coagulum, Gloss. [lartces, Lucan.9.920, of the trees.] λαρίς, ίδος, ή, = Χάρος, ΑΡη.6$2 (Leon.),654(Id.). Λάρισα [dp], ή (not Κάρισσα, v. Arc.77.14, IGg(2).60. -, 525.5,al., but Ααρισσέοις ib.9(2).6c3), Larissa, a name 01 many old Greek cities, II.2.841, etc.; Pelasgic acc. to Str , : an Ion. form Αήρισαι (in Aeolis) occurs in Hdt.1.149; orig. it denotedacitadel, such as the Larissa of Argos, St.Byz., Sch.A.R II. Adj. Λαρισαίος, a, ov, Larissaean, of or from Larissa, Th.2.22, X.HG 3.1.7, etc.; Ion. Ληρισ- Hdt.9.1 and 58 : also Λαρίσιος and Λαρισηνός as epith. ofzeus, Str.9,5.19,I Λαρισαίοι έφτιτί/ρα Larissaean pots for boiling, A Ρ6.30$ (Leon.) ; λάρΐσοιτοιοί for λαρισαιοποιοί, either makers of Larissaean pots, or makers of Larissaean citizens, of the δημιουργοί (magistrates), Gorg.ap.Arist.Po/.1275 b 30. λαρκ-άγωγός, δ, coal-basket carrier, ovos E.Pr.283 (troch.). -ίδιον, τό, Dim. of XapKos, Ar. Ach.340: also -iov, Poll. 10. n 1. -os, charcoal-basket, Ar.Ach.333, Alex. 208, Lys.pr. 139 S. (Dissim.fr. vapkos, cf. ναρκίον ) λαρκοφορε'ω, carry α λάρκos, D.C λαρνάκιον, τό, Dim. of λάρναξ, Sm.1P7.6.8, Sammelb (Cyrenaica). λαρνάκό-γυιος, ov, epith. of Pan, apptly. from a pun on χ1)λ4 hoof, and χηλός, = λάρναξ, Theoc.Syrinx 16. -φθόρος, ov, killing in a box or chest, Lyc.235. λάρναξ, anas, 17, (rarely d, v. infr. 3) coffer, box, chest, e. g. for household stores, Il , Hdt ; λ. δαιδαλέα B.5.I41, cf. Simon. (v. infr.). 2. cinerary urn or coffin, [όοτεα] χρυσείην is λάρνακα θήκαν H.24,795 ; λάρνακας κυπαρισσίνας ίγουσιν αμαξαι..' ενεστι δε τά οστά. κτλ. Th.2.34, cf. 0/64003,4007 (Iconium), (Adana), al.; the ark of Deucalion, Plu.2.968f, Luc.Syr.P. 12, Apollod.1.7.2; of the Ark, AP1.62 (Christian) ; esp. an ark in which children wereexposed, Simon.37.1, A.R.1.622, D.S.5.62, etc. 3. drinking trough, ό λ. ούτος /GI2(I).96I (Chalce). (Dissim. fr. νάρναξ,ς-ν.) λάροειδης, is, (λάρ05) like a sea-mew, Tz. ad. Lyc.76. λάρος [a], 6, a ravenous sea-bird, perh. sea-mew, gull, Od.j-rh Arist.iP4542 b 17, 593^3: hence, metaph., of greedy demagogues, as Cleon, λ. κεχηνώς επί πέτρας δημηγορών Ar.py.956 ; Κλέωνα τόν λ. δώρων Ιλάντίί Id.iV«.591, ci.av.567, Matro Conv.g, Tiraocl.4-9 < ais0 of fools, Luc.Piw.12, Sch.Ar.P λαράς, άν, poet. Adj. pleasant to the taste, dainty, sweet, in Horn, always of taste, λαρόν παρά δεΐπνον εθηκας H.19-3'6 ', λαρίιν τετνκοιμεθα δόρπον Od , i λαρόν τε οΐ αΐμ ανθρώπου sweet to it [the fly] is the blood of man, Il ; μέθυ λαρόν A.R ; Ρ Sup. Χαρώτατος, οίνος Od.2.350: Comp. λαρότερον as Adv., Simon pleasant to the smell, άντμή M0sch ; ίνθεα λαρα tpvois /G ; λαρόν όδωδεν D.P pleasant to the eye, lovely,, APg s 2$.\2 ; άνθεμαλ. ib.t5.i1 =/G12(1).783(Lindos). f. pleasant to the ear, sweet to hear, έπος A.R.3.933, APj.602 (Agath.); λαρά ψβεγξατο Βακχνλίδης ib λ. χείλεα uttering sweet sounds, API (Ale.). [As w w can always be substituted for λα- m Horn, and the Sup. is -ώτατας, λαρός is prob. contr. fr. λάάρόί οΐλαε pis (this perh. fr. λαρ-, cf. ά7γ0-λαύ ).]

11 Αάρτιος 1031 Λάρτιος, δ, Trag. for Αχέρτης (q. v.). λάρτιος, a, ov, name of a hard Rhodian stone, πέτρα S/G (Hierapytna, 111/11 B.C.); λίθος,ן. IG12(1).2 cf , ; στάλα (i. e. made of such stone) Supp.Epigr (Rhodes, ii B. c.). λάρυγγ-ιάω, = sq. 1, βραγχά λαρυγγιάων APll (Agath.). 4ζω, shout lustily, D.T8.291, PhId.PA.1.200S., Luc.^.36; of the raven, croak, Anon.ap.Suid. : c. acc. cogn., bawl out, τάδε Ath L II trans., outdo in shouting, λαρύγγια τους ρήτορας Ar.Eq. 358 ; acc. to others, will cut their throats, v. Sch. -ικός, ή, όν, gluttonous, Pherecr.32. -ιον, τό, Dim. of λάρυγξ, Gal ισμός, ό, croaking, Plu.2.129a(pi.). -ό? ματαιολόγος, Hsch. λάρυγγο-τομ^ω, cut open the windpipe, Gal , Paul.Aeg.6.33 : -τομία, ή, ibid. -φωνος, ov, sounding from the throat, Sopat.16. λάρυγξ [ά], υγγος, δ, larynx or upper part of the windpipe, Arist. HA493*6 ; used in sounding the vowels, ^.535*32 : but in Poets confused with φάρυγξ (gullet) (cf. Arist./P4535 a 29), E.Cyc.158; χωρεΐν κατά τοΰ X. Pherecr , c f Crobyl.8 ; of gluttons, ανόσιοι λάρυγγες Eub.139 ; εκ τοΰ λ. εκκρεμάσας τινά Ar. Eq ; τόν λάρυγγ' h έκτέμοψί σου Id.7?a.575 : metaph., λ. γλυκύς speech, LxxSi' II. = τραχεία αρτηρία, Μ en ο/air λαρυδοί στύλοι οί ίντίρ άρότρφ, Hsch. λαρτίζει* βοά, άπό τοΰ λάρνγγος, Id. Χαρυ'νω, coo like a dove, Anon, devoc. animal, instud.ital. 1.95, 3496 λαρωντιδών' ίν τ07s άθροίσμασιν ελεγον, ως επωδών, Hsch. Xas, = λάα5, Id.; v. λαστρυγυλίας. λάσα' τράπεζα πληρέστατη, Id. II. Λάσα, =Λάρ10 α, Id.: Adj. Λασαϊος Λ?9(2) 517!9 Χάσαγγε? ο! περ) Tas A'^vas χλωροί βάτραχοι, Hsch. λάσάνα [λά], τά, (cf. λάανα) always in pi., trivet or stand for a pot, Ar./W893 (ubi v. Sch.), Diocl.Com.8. II. night-stool, Hp.Fist. 9, Cratin.49 (cj. Mein. for Χαχάνοις), Pherecr.88, Eup.224, Ar.Fr. 462: also in sg., like Lat. lasanum, Hp.Superf.8, AP (Nicarch.): hence λάσάνοφόρος, δ, slave who had charge of the night-stool, Plu.2.182c,360d : also λάσάνίτη5 [5] δίφρος BGU (is. c.). λάσαρον (= οπός δριμύς, Hsch.) or Χάσαρ, τό, = o?rbs σιλφίου, asafoetida, Hippiatr.3, Agt.1.306,15.5, Ale?:.Trail.12: Dim. λασάριον, τά, Agt.8.61, Gloss. λασάσθω* χλευαζέτω, Hsch. λάσειος, ov, prob. = λάσιος, δελματική λ. Edict.Diocl λασεΐμαι, Dor. fut. Med. oiλανθάνω. λασθαίνειν - κακολογεΐν, Hsch. λάσβη, ή, mockery, insult, = Att. χλεύη, επί γέλωτί τε καϊ λάσθη Hdt.6.67, cf. ΛΡ7.345 λασθήμεν, Dor. aor. inf. Pass, of λανθάνω. λάσθον αίσχρόν, Hsch. λάσθοτ χλευαζέτω, and λάσθων κακολογών, Id. λάσΐαυχην, ενος, δ, ή, (λάσιος) with rough, shaggy neck, of the centaur, h.merc.224, cf. λασιαύχενα χαίταν Ar.Ra.822 (lyr.); of the bear, h.hom.f. 46 ; of the horse, S.Ant.350 (lyr.); λ. βύρσα Theoc : also with a neut., λασιαύχενος άντρου v.l. Id.P^.5.5. λασιδεν5' θρασύς, άπληστος, Hsch. λασΐνοβ' άφρων, ίπιλήσμων, Id. λασΐό-θριξ, τρϊχος, δ, ή, shaggy, Ορρ.Ζ/.4 369> Νοηη.7> Orph.Fr κνημ05, ov, hairy-legged, Opp.C κωφο?, ov, deaf from hair growing in the ears, cited from V\.(Phdr e ) by Synes.67d, Phot., Suid., from a false reading, found in cod. B. λάσιόμαλον μήλον τό έχον χνοΰν, Hsch.: hence λάσίμηλον, τό, prnch, shd. perh. be read in Antig.Car.ap.Ath.3.82b (ή δ' άριμήλοιν codd.\ Χάσιον [ά], τό, a rough cloth, Sapph.89 (pi.); λάσιον ίπιβεβλημέν05 Theopomp.Com.36, cf. Artem.Gramm.ap.Erot.; perh. to be read for π'αλοι! in Hp.Acut.(Sp.)n. λάσΐόττους, πουν, gen. ποδοί, shaggy-footed, Aesop.238. λάσιος [ά], a, ov, later also os, ov Luc.Prom. 12, etc. (cf. λάσειοι): sl,a ggy, woolly, of sheep, II , Od ; λ. θήρες, of sheep and goats, opp. deer (στικτοί θ.), S.PA.184 (lyr.) ; μέλισσαι Theoc.22. Ta-ώτατα, of horses, X.Eq.2.4, < 4 2 in men, λ. κί)ρ was in the heroic age a mark of strength, II.2.851,16.554, cf Pl.rAi.194e; έν.,στήβιιτσιν λασίοισι, of Achilles, II ; τό στήθος επαινεΐν χρή τετράywivtt ibv κα\ λ. Hp.ProrrA.2.7 ; whereas afterwards a hairy breast was looked upon as a sign of dissoluteness or coarseness, Ar.Nu. 349 ϊ or of intrigue and cunning, Άγαθοκλεΐος λάσιαι φρένε5 ήλασαν Ha πατρίδος Alex.Aetol.5 ; also λ. κεφαλή PI c ; περί&ταλ. Id. rhdr.253ε; λ. τά σκέλη Luc.DDcor.4.1; λ. 0<^p0sTheoc.T1.31; μη pi Tpi X is APll.326 (Autom.) ; τό λ. hairiness, Luc.DMar. 1.!. Adv. τών οφρύων -ias εχειν Philostr.P S2.I.7. II. generally, overgrown, αίης λάσιον μένος Emp.27.2 ; χωρίον X.BG4.2.19, κ * '< Id.26-3 H.Crn.420ε; δρυμός Theoc.25.l34 > όρϋς מ λ τ s vpja (ξελάν X.Cyr ; διά τών λ. επιγενόμενοι Id.^« : c ' ^} 1 over gro-wn with.., γή ΰλαις λάσιος Luc.Prom. 1. c. λάσΐό-στερνος, ov, hairy-breasted, παρδάλ 1es APf.578 (Agath.). TITOS, ή, shagginess,,?ויי Eust τρΐχος, ov, = λασιόθριξ, Opp.C Αασιουργίαβ ίστουργίας, δημιουργίας, Hsch. (1. e. ταλασ-). Λασίοφρυς, υ, gen. υος, with bushy eyebroivs, Hsch. s. ν. μελάν- λασϊοχαίτηβ, ου, δ, with shaggy hair^ Hdn.Epim.166. Λασίσματα &s σοφιστοΰ τοΰ Αάσου καϊ πολυπλόκου, Hsch. λασι- \ατραβίάζζίν TOS' κίναιδος, ή λεσιτός' πόρνη, Id. (cf. Ααίσιτος). λασιχνεΰουσα' πλανωμένη (Sicel), Id. λάσΐ-ών, 01V0S, ό, (λάσιος 11) thicket, Nic. Th. 28,489. -ώτις, :80s, fem. Adj., = λασία, λασιώτώος 'όλης Epic.Alex.Adesp.gvi 20. λασκάξει* φλυαρεί, θωπεύει, Hsch. λάσκω,impf. έλασκον E (lyr.) : fut. λάκήσομαι Ar.Pax ^Si, 384: aor. r ϊλάκησα [ά] ib.382 (δια-λάκήσας Id.Nu.410 is prob. from διαλάκέω, Dor. for -ληκέω) : aor. 2 ελάκον, Ep. λάκον II , al. : aor. ι έληξα Herod.8.65 : pf. λέληκα II , Arist.7/./i618 b 31, λέλάκα A./V.407 (lyr.), Ar.yiiTA.4i0 (paratrag.); part. fem. λελάκυ'ια Od : Med., v. infr. 11: ring, rattle, crash : I. of thing?, ring when struck, λάκε χαλκός νυσσομένων ξίφεσίν τε καί έγχεσι II ; λάκε 5' ασπίς ; also λάκε δ' οστέα the bones cracked, broke with a crash, ; λάκε δ' άμφί πυρϊ ϋλη crackled, Hes. Th. 694; έλακον αξόνων βριθομένων χνόαι creaked under the weight, A. Th. 153 (lyr.): this sense occurs only in aor. 2 Act. II. of animals, scream, of the falcon, οξύ λεληκώς ; of the nightingale in the falcon's talons, τί λέληκας; Hes. Op. 207 ; also, of dogs, howl, bay, 'Χκύλλη..δεινόν λελακυΐα Od.l.c.; rare in Prose, οϋ μινυρίζει ουδέ λέληκεν, of the black eagle, Arist. I.e. : this sense occurs only in pf., exc. in Ep. aor. Med., κύνες λελάκοντο h.merc III. of human beings, shout, scream, cry aloud, λέληκεν ήν καϊ μηδέν' ανθρώπων dps Semon.7.15 ', φόβος μυχόθεν έλακε A.CA.35 (tyr.), cf. S.Ant. 1094, etc.; τί λέλακας; Ar.Ach.\. c.; μή νυν λακήσης Id. Pa χ 2,82. hence of Oracles, utter, A.Ag.\426 (\yr.), S. 7r.824(lyr,), Ar.PL 39; also, sing, πρός αύλόν Ε. Ale c. acc. cogn., shriek forth, utter aloud, ολολυγμόν A. Ag.596 ; στονόεν λέλακε χώρα Id. Pr. I.e. ; λ. βοάν Ε. 7. I.e., cf. Ion776(anap.); αγγελίας Id./7461 (anap.); πήμα A.Ag.865 ; βήμα γενναΐον Ar.Pa.97: c. dupl. acc., τοιαύτα λάσκεις τους..φίλους; E.Andr.6f1 : in this sense only in Trag. and (rarely) Com. λασκωρεϊ' διαφεύγει, Hsch. λασταγεΐ φοφεΐ, Id. λάσται" πόρναι, Id. λαστάρνη* μάστιξ, Id. λασταυροκάκκαβον, τό,αη aphrodisiac dish, Chrysipp.ap.Ath.l.9c. λάσταυρος, ό, epith. ofa κίναιδος, Theopomp.Hist.217(e), cf. AP (Mel.); as general term of abuse, Phryn. 173 : λαστρίβ is cited as a Dim. in EM λαστήριον, V. ληστήριον. λαστρυγ-υλίας λίθος τετριμμένος, Hsch. (Fort, λας ( =λάας) τρυμαλίας.) Χάσω, Dor. fut. of λανθάνω. λάτάγ-εΐον, τό, the vessel into which the λάταξ falls, Suid. ίω, throw the λάταγες, λ. κοττάβους Luc. L e x. - η, ή, λάταξ I, Dicaearch.Hist.34 (Sicilian); but Thess. or Rhod. acc. to Clitarch. ap.ath c. λάταξ [ά], άγος, ή, usu. in pi. λάταγες, in the game of κότταβος, the drops of wine in the bottom of the cup which were thrown into a basin with a splash, λάταγες ποτέονται κυλίχναν άπν Τηίαν Ale. 43 ; άπ' άγκύλης.λησι λάταγας Cratin.273, cf. Hermipp.47 / (anap.), Critias2.2 D., Call../ v. 102 : so collectively in sg., ξανθή'αφροδισία λ. S.Pr. 277 (lyr.). II. a water-quadruped, perh. beaver, Arist.//vi487 a 22, 594 b 32- λατάσσω, = λαταγέω, τ\ν τάνδε λατάσσω (Dor.) Kretschmer Griecli. Vaseninschr.p.8 7. Αάτιάριος, δ, = Lat. Latiaris, epith. of Jupiter, D.H.4.49 : Λατιάpta, τά, the Latin festival, in honour of Jupiter Latiaris, D.C Αάτίνη [ϊ], Plb , Str Αάτΐνοήθης, ες, following Latin customs, Eust Λατίνος, η, ov, Latin, Thphr./7P5.8.1 ; εορταϊ Λ.,. Lat feriae Latinae, D.H V Λ Φ^νή, ή Α. διάλεκτος, Str Αάτιον [ά], το, = Lat. jus Latii, Str , λατμενεία δουλεία, Hsch. (cf. άτμενία). Λάτμιος, a, ov, Latmtan, Αάτμιον κνιίσσεις (sc. ΰπνον), i. e. like Endymion on Latmos, Herod.8.10 ; cj. for λάθριον in Theoc Αάτογενής, ές, Dor. for Αητογενής. λατομ-εΐον, τά, stone-quarry, Str : written λατόμιον SIG (Ephes., iii B.C.), Str ,9.1.13, C/G2032, 2043; λάτόp.1v^ipai8.224and εΰω, = sq., KS/ (iiie. C.). -έω, quarry, γήν Posidon.57 J.; πέτραν /(?4 2 (1) (Epid.), cf. D.S. 5.39; λίθους PCair.Zen (iii B.C.), Antig.il/tV.161: abs., PCair. Zen (iii B. C.), Agatharch.25, J.AJS.2.9 : Pass., λελατόμηται PPetr.2p. 12 (iii b. c.); τά -ούμενα θραύματα D.S II. λ. λάκ- Kovhewitout, LxxPx.21-33; cf DeA.lt (Pass.). -ημο, ατος,τό, stone hewn from a quarry, D.S ητός, ή, όν, hewn out of a rock, κλΐμαξ Str , al. 2. of stones, hewn, LXX4P»'.I2. 12(13). -ία, ή, quarrying of stone, ΡΗίό.ηι ך. (iii Β. C.), IG 4 2 (!) (Epid.) ; τω στρώματι ib.40 : mostly in pi., = quarries, Man. ap. J. Ap.1.26, Str.8.5.7, AP (I.ucill.) ; of the quarries at Syracuse used as a prison, Plu.2.334c; also in sg., PCair.Zen (iii B.C.). -ικός, ή, όν, for quarrying stones, σίδηρος D.S.3. ι 2. -ιον, v. Χατομεΐον. -is, ίδος, ή, stone-chisel, χαλκα ϊ λ. Agatharch, 29. -os (parox.), δ, (λάας, τέμνω) quarry-man, stonecutter, /<? (Tr0ezen), PCair.Zen.499.2, al. (iiib. C.), LXX3ΑΪ. ] AJix.4-1, ן( 9 5( 2 ז 5- (Lebanon). C7G(add.)45286 λάτος, δ, the great Nile perch, Perca (Lates) niloticus, Arches tr.fr. 51, Str.17.K40.47, 2.4. λατραβιάζειν εσπουδασμένως καϊ ασήμως λαλεΐν, Hsch.; cf. λατράξειν βαρβαρίζειν, Id. λατραβός, = λαμυρός, and λατραβία (λατραπία cod.), = λαμυρία μετά ερυθριάσεως, Id. : also λατραβών αλαζονευόμενος, and έλατράβιξον τό βωμολοχεύειν καϊ πανουργεΐν

12 λατρεία 1032 λαχανοπωλύον λατραβίζειν έλεγαν, Id. λατράζειν, v. λατραβιάζειν. λατραίω, ν, λατρείω. λάτραψ" ύετός, Id. λατρ-εία, ή, the state of a hired labourer, service, A.Pr.966; έπίπονον έχειν λ. S. Γγ.830 (lyr.) : pi., ο'ίας λατρείας άνθ' όσου ζήλου τρέφει Id. Aj.503, cf. E.PA.225 (lyr.), etc.: metaph., the business or duties of life, Plu c. 2. λ. τοΰ θεοΰ, θεών, service to the gods, divine worship, Pi.Ap.23c, Phdr.244e (pi.) : abs.,, Ι.χχPa i 2.25, al., Ep. Rom. 9.4, etc. -eios, v. λάτριος. -είω, render as offering, Ai SIG9 (Pass., Olympia, vi B.C.): also -αίω, prob. in Inscr.Olymp (Both Elean for λατρεύω, from -η/^ω.) -ευμα, atos, τό, in pi., servicefor hire, πόνων λατρεύματα painful service, S.Pr service paid to the gods, worship, Ε./Γ1275 (lyr.). II. = λάτρις, slave, Id. Tr (lyr.). -ευς, έως, ό, hired servant, Lyc ευσις, εως, ή, servitude, Gloss. -ευτικός, ή, όν, servile, Ptol. Tetr. 160, Vett.Val ,al. -ευτός, ή, όν, = foreg., έργον LxxEx εύω, Elean λατρείω (q.v.), work for hire or pay, Sol : to be in servitude, serve, X.Cyr ; παρά τινι Apollod λ. τινί to be subject or enslaved to, S.Tr.35, etc. : c. acc. pers., serve, E./Pil 15 (lyr.), f.i. in Id. /.13[ : metaph., λ. πέτρα, of Prometheus, A.Pr.968 ; μόχθοις λατρεύων τοις ύπερτάτοις βροτών S.OC105 ; λ. νόμοις obey, Χ. Ages.7.2; λ. καιρφ, = Lat. temporibus inservire, Ps.-Phoc. 121; τφ κάλλει λ. to be devoted to.., Isoc ; λ. ηδονή Luc.JVigr-ΐζ. 3. serve the gods with prayers andsacrifices, λ. Φοίβφ Ε.Ion 152 (lyr.): c. acc. cogn., νάνον λ. τινί render due service, ib. 129 (lyr.); πόνον..τόνδ' ελάτρευσα θεά. IG2.13?S. -ιος, a, ov, ofa servant or service, μισθός Pi.O.lo.28 ; λατρίαν Ίαολκόν παρέδωκεν gave Iolcos into slavery, Id.A.4.54 (ubi codd. λατρείαν contra metrum) ; λ. έργα Man ις, ιος, <5 and ή, hired servant, and in fem. handmaid, Thgn.302,486, S. Tr.70, E.Sitpp.639, Supp.Epigr ΒI (Samos, iii A. D.) ; 'ΐρμήν..δαιμόνων λάτριν Ε.Ιοη\; ήμιγύναικα θεής λάτριν ts.. [Simon.] ; f slaves, E.P4S6S (troch.) : fem., ld.hec.609; ή θεών λ. handmaid of the gods, Id./ZF823; τήν 'Απόλλωνος λ., of Cassandra, Id. rr.450 (troch.), cf. Ph\d.Piet.<)1 : metaph., μίτου πολυδινέα λ., of the spindle, ΑΡό.39 (Arch.) ; Φοίβου λ., of the raven, ib (Bianor). -ov, τό, pay, hire (λ. ό μισθός, Suid., ^/557.35), λάτρων άτερθεν without charge or payment, A. Supp, ώβης, ες, servile, Vett.Vah5.26, Heph.Astr.l.I. λάττα μυΐα (Polyrrhen.), Hsch. λα(τ)ταία' παραξιφίς, καϊ ή περί ζώνην μάχαιρα, Id. λάτϋιτ-εω, build of stone, Lyc η, ή, the chips of stone in hewing, /G (IVB. c.), Rev.Phil.50.67(11 B.C.), Str II. gypsum,lime, Plu.2.954a, P0II.9.104(cf. Sch.PI. Tht. 146a), Paul.Aeg. 4.14, Sch.Ar.A^i^o. -ικός, ή, όν, of orfor hewing, σμίλη Hsch. s. v. εύσμίλωτα (-ήλ- cod.); ή λ. τέχνη Porph.Hist.Phil ος (parox.), i, stone-cutter, mason, Hp.Frarf.31, S.Pr.530, Gal.Thras. 43,, C/G(add.)38271 al. (Cotiaeum); cf. λaoτυπos. λάτυσσω, clap, strike, in Med., πέρδικες,.λατυσσόμενοι πτερύγεσσι Opp.C.2.430: Pass., Id.7/ Λατώ, Dor. for Αητώ. λαυκάνίη, ή, throat, φαίνετο δ' (ך κληϊδες απ' ώμων αύχεν' εχουσι, λαυκανίην (cf : λευκανίη is v.l, ibid. (cf. Ruf.Onom. 48,68) and prevails in later Ep., as Orph.P.554 (pi.); λευκανίηθεν Opp.7P1.755 ' -ηνδε A.R.2.192). λαυκελαρχε'ω, hold a priestly office, /G14.716,al. (Naples). λαΰκη" φοβερά, Hsch. (Cf. λυκεΐον.) λαυξει κρατεί, δαίνυται, εύφραίνει,ίά, λαυξία - δαρήσ.. (Cret.), Id. λαΰξις, = λήξις (A), Id. λαύρα, Ep. and Ιοπ.-ρη, ή, alley, lane, passage, Od ,137, Pi. P.8.86, Hdt.1.180, Hermesian,7.65, Herod.1.13, POxy (iii A. D.), etc.; ή τών. Ζαμίωνλ an alley or bazaar at Samos, where women sold delicacies of all kinds, Clearch.22 ; εύδαιμόνων λ., at Alexandria, Ath a; avenue, Theoc.Ep.4.1, path, Plu.Crass.4. 2.= άμφοδον 11, POxy. 242 (i A.D.). II. sewer, privy, Hippon. in PS/ : pi., Ar.Paxgg, 158 (both anap.), J.AJ Λαυρειον, τό, promontory in the south of Attica, famous for its silver-mines, Hdt.7.144, Th.2.55, / , etc.; Ααΰρεον, /G , al.; later Ααυριον, Paus.i.1.1 : Adj. Ααυρ-εωτικός or -ειωτικός, ή, όν, of Mt. Laurium, Ar.Av.1106, Plu./Wc.4. λαΰρος, freq. f. 1. for λάβρος. λαυροστάται [ά], 01, (λαύρα, στήναι) the choreutae who stood in the middle, generally the bad ones, Cratin.422. λαΰσαι' περιππεΰσαι τοίς δεσπόταις, Hsch. λαυστήρ' μοχθηρός, ομοιον δέ τή δυνάμει τό όνομα, ή οίκου λαύρα, Id. λαυστρανον τινές λύκον, τινές φρέατος άρπαγα, Id. λαυφθάξει' σπεύδει, Id. λαυφθάσσει* λάβρως εσθίει, Id. λαυχάνη" γλώσσα, Id. λάφατον, = λάπαθον, Gloss. λαφθία' ή ασπίς, όπλο ν, Hsch. λάφνη - δάφνη (Pergaean), Id. λαφνίσκος, = 4η7<3 (dub. sens.), Gloss, (περϊ θρεμμάτων). λαφός ό αριστερή χειρί χρώμενος, Hsch. Paus Λαφρία, ή, epith. of Artemis, etc» cf. Str , Ant, Lib.40.2 ; of Athena, Lyc.356, etc.: so Λάφριος, of Hermes, Id.835. Λάφρια, τά, festival at Delphi, GP/2561P8 ; at Hyampolis, IG 9(1),:90 : also Λαφρίεια, τά, Supp.Epigr (Delph., iii B.C.). Λαφρ-ιάδαι' φρατρία εν Δελφοις, Hsch. -ιαΐος, ό, month in Aetolia, GDI ιος, ό, month in Phocis, ib. 1719,31.; at Gytheion, IGg(i) , etc. λάφ-υγμα [λα], ατός, τό, (λαφύσσω) greedy attack, λαφνγματα νουσων /G (Rome). -υγμός, ό, gluttony, Ar.Nu.32* Eup.!4S; personified, AΡ6.305 (Leon.). -υειν τό είς αυτόν άσχημονεΐν, Hsch. -ΰκτης, ου, ό, gourntanci, Arist «16. <»f, ή, = λαφυγμός, Ath.8.362f. λάφυρα [λά], τά, Arg. φάλυρα SIG56.9 (ν B.C.) : spoils taken in war, A. 77;.278, 479, E.//F417 (lyr.), S.Aj.93 ; άρεtss λ. Id.Ir.646 (lyr.), cf. X.// , Aen.Tact. 16.8, Marm.Par.53, Lxx/«.15.7: also in sg., «λάφυρο Hellanic.r43 J., Plb , IG12(7), (Amorgos), Plu.2.330d, Ach.Tat.4.13, al.; τί) λ. επικηρύττειν κατη τίνων give public authority for plundering a people, Plb ; cf. βύσιον, σύλη. λάφϋράγωγ-ε'ω, rarfy off as booty, Str.6.3.1, J.^/ , Plu. Galb.fr (in fut. Med.), etc.: metaph., πόλεμος ov λ. apeτήν Id.2.jf: Pass., Sell.E.Med II. plunder, πάλιν Apollod.2.7.7: abs., Ph ητικός, ή, όν, gloss on άγελείη, Sch.Lips.II Bekker. -ία, ή, carrying off booty, Heph.Astr.3,7, Sch.E.Or. 1434, Procl. in Alc.p. 214C. -os, iv, carrying off booty, Sch.Dl! , Sch.ib , prob. 1. for φυγαγ- in Polyaen λάφϋρ-ευω, plunder, Lxx/!< ; -ε'ω, Aq.Is λάφϋροττωλ-εϊον, V. λαφυροπώλιον. -εω, sell booty, abs., X.An, : c. acc., λείαν Plb , etc.; λ. αιχμαλώτους sell them as booty, D.S ης, ου, ό, seller of booty, onewho has boughtup booty to retail, X.Au , Dionys.Com.3.16 (s. v.l.). II. in pi., at Sparta, officers attached to the king's staff, who took charge of the booty, X.Lac , HG ιον, τά, saleof booty, Λ?5(2).6.π (Tegea, ivb. c.). 2. place where booty is sold, Str , D.H : written -eiov in Plb λάφυσσω, Att. - ττω, fut. λαφύζω Ael.Fr.156 : aor. ελάφυξα Orph. L.120,etc.: Med.(v. infr.), aor.inf. λαφύζασθαιlyc.321 : swallow greedily, gulp down, of the lion, αίμα καί έγκατα πάντα λαφύσσει ; of dogs, Luc.yisiH.27; of wild beasts, eagles, etc., Q.Sao.316, etc.; also, of bears, tear open, όνυξι τήν γαστέρα Ael.Ayi4.45 : metaph., of fire, consume, AP$. 238 (Paul. Sil.); of disease, Aret.CVi2.3: Med., of men, eat gluttonously, gorge, λαφύσσεται λαφυγμόν Eup. 148, cf. Lyc. I.e. Poet. Verb used in late Prose, as Ph.1.550(abs.). λαφύστιος,α, ov, (λαφύσσω) gluttonous, API. 1.15*, Lyc.215. II. Pass., devoured, Id.791. III. title of Zeus among the Minyae, Hdt.7.197; of Dionysus in Boeotia, F.ii/557.51; of devotees of Dionysus, γυναίκες Lyc λάφωνοι* λίαν άφωνοι, Hsch. λάχαίνω, (from λαχάν-yw, cf. λάχανον) dig, μεγάλην έλάχαινε.. τάφρον Mosch.4.96, cf. Opp.// ; κρήναι 4s ελάχηνεν A.R.3.222; λαχαινέμεν έργα σιδήρου dig iron mines, Call,Fr.305 ; σκαπανγλ. day Orph.Fr. 280 (prob.). λάχάν-άριον, τό, = holerarium, Gloss. -άς, a, &, greengrocer, Hdn.Gr eia, ή, culture of pot-herbs, κήπος -είας a garden of herbs, Ey.xDe.11.10, cf. PCair.Zen (iii B. c.), PPetr.3p.336 (iii B.C.), Pr«i.60.39(ii B.C.), al., Sch.Od (pi.), Ptol.Tetr. 81. II. = λαχανισμός, J.P/ ευμα, ατός, τό, foreg. I, Procl.Par.Pfo/. 118 (pi.). -ευς, έως, ό, = λαχανοπώληs, Id.Proll.ad Hes. p.5 G. -ευτής, 05, <5, = for eg., PO:rv.43 T iii A (iii ס.), (iva.d ). -ευω, plant vegetables, PSI (iii B.C.): Pass., to be planted with vegetables or produce them, Str.5.4.3, App.P»>U17, PStrassb (ii A.D.) ; τά-όμεναvegetables, Sor Pass., to be used as pot-herbs, λαχανεύεται εφθόν Dsc II. Med,, gather herbs, Euc.Lex.2. -ηλόγος, ov, gathering vegetables, AP (Leon.). -ηρός, ά, όν, of vegetable kind, τόλ. Thphr.PP;. I.I : pi., τά λ. vegetables, pot-herbs, ib ,6.1.2, CP ηφό ρος, ov, bearing, i. e. sowing, vegetables, Man ιά, ή,gardenbed, PCair.Zen (pi., iii b. C.), Hsch. s. v. πρασιαί. -ίδιον, τό, Dim. of λάχανον, Id. s. v. κιχόρια. - ίζω, to be at grass, of horses, Hippiatr.130. Med., gather vegetables,,1/ Lat. lachanizare, betizare, i. e. languere, Suet.Aug.87. III. Pass., become green, Gal. 17(!) ικός, ή, iv, =λαχανηρόί, Inscr. Magn (ii A. D.). II. λαχανικύν (sc. τέλος), τό, tax on market-gardeners, dub. in Ostr.787 (i A. D.), Sammelb ιον, τό, Dim. of λάχανον, D.L.2.139, Sch.Ar.0^.856i(i)37, PHantb (viA. D.). -ιος, α, ον,=λαχανηρός, γή λ. garden-ground, Jul. Caes.32gd ; τό τέλος τής λαχανίας (sc. γης; fort, -las) tax on marketgardens, Ostr. 787 (i A. D.). -ισμός, <5, cutting or gathering of vegetables, επί-1 σμόν έξελθεΐν Th.3.111, cf. PTeb (' B.C.). II. being at grass, of horses, Hippiatr.129. λάχάνο-ειδής, ές, of the colour of vegetables, Tz.ap.Sch.Nic.^/ θήκη, ή, dish or pot for vegetables, Alex.Magn.ap.Ath.il. 784b (s.v.l.). -κοττικός, ή, όν, for pounding vegetables, λι901 POxy (vi A. D.). λάχανον [λάΐ, τό, mostly in pi., garden-herbs, opp. wild plant?, vegetables, Cratin.313, Epicr.l 1.15,al., PI.P.372C, Thphr.//P1.3 '! etc.; but also λ. άγρια Ar. ΓΑ.456, PI.298: sg. is rarer, ουδέ λ.οϋόέν όρώ not a single herb, Cratin.191; άστε μηδέ λ. γενέσθαι Iv τφ κήττφ D.50.61; iv τφ λ. τουτφ, i.e. the lettuce, Eub.14, cf. 54, Epicr.n in pi. also, the vegetable-market, Ar.Lys.3b'!, Alex.40.6, Diph λάχανο-ττράτη ς [πράΐ, ου, ό, greengrocer, PAmh ). ש Α. ( ν PLond. ι. 3.6 ( a ) 7 (vi, A D.). -ττροβάλλω, expose vegetables Jot sale, PMasp (vi A. D.). -έτερος, ό, vegetable-winged, Luc. VH1.13.,. λάχά,νοττωλ-εΐον, τό, greengrocer's shop, POxy nisi leg. -ιον. -ης, ου, ό, greengrocer, Critias70D., Arr. /»«3 3.3, al., PFay (ii A. d.), BGU «W :-fem. (ii/iii A. d.) ή, Ar. FA.387., cos,ή - όν, belonging to a greengrocer, lpya«tw m

13 \αγα.νόσπ ρμον 1033 POxy (iii A. D.). Ι Ο ν, τά, vegetable-market, Sch.Ar.Lys. Porph.^i<!>s/.4 16 (cf. λε'ων vi); title of Hecate, ibid. IV. name 556, Suid. ιδος, ή, = -ήτρ ία, A^P.497, Alexand.Com.7. of several salves, Orib.Fi-.75, Aet.7.86, Paul.Aeg λαχανό-σπερμον, τό, vegetable seed, Ρ Fay.Kg (i A. D.), PGi/ λεαίνω, also λειαίνω, Sol.4.35, Nic. FA.95, Gp : fut. λεάνώ (ii A. D.), etc. φάγια, Ion. -ίη, ή, vegetable diet, Hp.Int.34, Epid. Arist./M674 b 21; Ep. λειανέω II : aor. 1 4λέηνα Hdt.1.200, φόροβ, ^-ηφόρος, Sch.Od Nic./V.70.15, -άνα Arist.Gyi788 b 31, έλείανα ך 32. IG1 1 PI 1, ; λάχάν-ώδηβ, ε!, = λαχανηρός, Thphr.//P1.3-4> Muson.Pr, Ep. 4λείηνα, λείηνα, II.4.111, Od.8.260: Med., Muson.Fr. 18 B p Λ Ρ 95Η., DSC.2.126, Gal ; λαχανώδη the vegetable kind, H.: Ep. aor. λειηνάμην Nic.FA.646 Pass.,Pi.Pit.2yce : : aor. έλεάνθην Arist.Pr.20tit. -ωνΐμία, ή, naming after λάχανα, TZ.// Dsc.3.158, S.E.P.I.130; Ion. subj. λειανθέωσι Hp.Mul ; Χάχε, λαχεΐν, v. λαγχάνω. part.\61av0eis Gp.T , Philotim.ap.Orib : pf. inf. λελειάνθα! λάχεια [λά], ή, obscure word read (prob.) by Aristarch. in two Thphr.Fr.30.2, Ph.2.510; part, λιασμένος Damocr.ap.Gal , passages of Od., νήσος έπειτα λάχεια..τετάνυσται ; ένθ' ακτή Dsc.5.75, Dieuch.ap.Orib.4.6.2, Porph.yi65^.4.7, λειασμένος Ph.1. τε λάχεια καϊ άλσεα Περσεφονείης lo.frog; expld. by είσκαφος καϊ εϋyeios, 302 : smooth, polish, of a worker in horn or stone, πάν δ' ευ \e17!vas παρά τό λαχαίνεσθαι, 'ό 4στι σκάπτεσθαι πυκνώς, Hsch., cf. Apol ILL, cf. IG II. cc.; 'ίπποισι κέλευθον πάσαν λειανέω I will smooth 1011.Lex., Eust , , Sch.; cf. λάχανον, λαχΰφλοιος : the way, ; λείηναν δέ χορόν Od.8.260, λ. τά τραχυνθέντα PI. Zenod. read ϊλάχεια, cf. h.ap Ti.66c ; λ. τά κηρία, of bees, Arist.HA62fr b 1g: Pass., λεαινόμενοι λάχειδήβ, ές, epith. of the toad in Nic.yi/.568 (perh. from same τά σώματα Theopomp. Hist triturate, pound in a mortar, root as foreg.; but prob. corrupt). Hdt. I.e. ; grind down (of the teeth), X.Mem.1.4.6, Arist. PA.198 b 2 6, Λάχεσνς [ά], εω5, Ion. 10s, ή, (λαχεΐν) Lachesis, one of the three HA froi b 31, Nic. Th. 95, Ph : Med.,grind small, Nic. 7V!. 646 : Fates, Disposer of lots, Hes. PA.218, Sc.258, Pi , etc.; as the Pass., Philotim.ap.Orib. I.e. b. generally, crush, extirpate, τά goddess of distribution, Plu.2.644a, cf. Arist.il/«.401 b 20. II. as φυόμενα Hdt smooth away, τάί τών σκυτών fivτίδα5 PI. Appellat., lot, destiny, Bacisap.Hdt.9.43 : pi., Μοιρών Λαχέσεων IG Smp. 191a, cf. Pit. 1. c. (Pass.): metaph., smooth or soften down, τόν 5(I), (Sparta, iii A.D.). Μαρδονίου λόγον Hdt ; τό επίχολον λ. τω ϋπνψ Philostr./1«.2. λάχ-η [ά], ή, = λήξις, άποκλήρωσις, Hsch. ; τάφων πατρψων λάχαι II ; polish style, D.Η.CO*«/>. 16 : metaph., also, λ. τήν κατάποσιν (λαχαί codd. )a share in their fathers' tombs, A. PA. 914 (lyr.). -ησις, tickle the palate, Muson. I.e.; τήν ακοήν D.Η.Comp. 12 : abs., [ό 01 ς, ή,^λάχεσις 11, Sch. Lyc ισμό5, δ, casting of lots, χι λ&$] λεαίνει lubricates, soothes, Thphr.CP6.2.1, II. intr., to be Gloss. smooth, V.936 Arist.7 a 15. λαχμητήριον, τό, (λαχεΐν) = λάχοί, λαχμάϊ (A), Eust λέαν-σ-is or λείανσ-is, 6ω5, ή, grinding down, Antyll.ap.Orib. 10. λαχμάς (Α), ί, = λάχ0γ, Sch.Theoc.8.30, Eust τροφής <ז Anon.Lond.Fr.2.1, cf. Gal ή, -τειρα, λαχμός (Β), δ, = λακτισμό5, Antim.54 fem. of λεαντήρ, κίσηρις AP6.2gfr (Phan.). -τεον, one must grind λαχμάβ (C), δ, v.l. for λάχνοϊ (a) in Od.9-445; f Eust » down, Dsc.5.88., τήρ ήρος, δ, grinder, i.e. pestle, Antyll.ap. Hsch. Orib τήριον, τό, polisher, PLeid.X.fr6. -τικό?, λαχν-αΐοβ, a, ov, = λαχνήεα, APg.43g (Crin.). -η, ή, soft woolly ή, όν, good for lubricating or soothing, of sweet wine, Arist. Pr.872 b hair, down, as of the first beard, πριν σφωϊν..πυκάσαι γε'νιΐϊ ευανθεί 34; χυμός λ. Thphr.CP6.1.3 ; laxative, cj. in Aristox.Fr.Hist.ap. λάχνη Od.ll.320 ; ίίτε λάχναι νιν μέλαν γένειον έρεφον Ρί.Ο.1.68 ; of Gell.4.11 : c. gen., λ. αρτηρίας Diph.Siph.ap. Ath. 2.57c. Adv. -κώς the thin hair on Thersites' head, φεδνί] δ' επενήνοθε λ ; of the Eust soft nap or pile on cloth, οϋλη δ' ίπενήνοθε λ ; of the scanty λεβηρίς, ίδος, ή, skin or slough of serpents, Hp.Mul.i.fZ, 2.191, J. hairs on the elephant, Lnc.Philops.24 ; of the hair or fur of wild yi/3.7.2 ; of beans, shell, Hsch.: prov., κενότερος λεβηρίδος Stratt. beasts, λάχνη δέρμα κατάσκιον Hes. 0^.513 ; of the bear's or polecat's I0D.; so τυφλότερος λ. Ar.Pc.35; λεπτότερον τό δέρμα λεβηρίδος fur, Opp.C.3.140, Nic. PA.690; of sheep's wool, S.Tr.6go, Opp.C.2. Alciphr.3.19 II rabbit (ci. λέπορις) Str ; Massiliote word 379; of ox's hair, A.R.I. 325: in pi., of the hedgehog's quills, Plu.2. acc. to Polemarch.ap.Erot. III. a bird of ill-omen, Phot. 98d, Opp.P II. metaph., leafage, Nic.y2Z.410, Opp.H.4. λε'βηβ, ητος, i, kettle, cauldron, , Pi.O.I.26 ; τ ρίπους λ. Α. 167,380 (pi.). -ήει-s, Dor. -άεις, εσσα, εν, contr. -fjs Hdn.Gr.2. Fr. 1; used for gifts and prizes, II , al.; brazier, Th b. 618: woolly, hairy, shaggy, Φήρε5 U ; στήθεα ; στέρνα coin stamped with a cauldron, GP/4979, al. (Crete). II. in Od., Pi.Pi.19; συόεδέρμα ΙΙ ; λ. οροφοι downy, soft thatch, mostly the basin in which the purifying water (χέρνιφ) was handed λαχνό-γυιος, ov, with shaggy limbs, θήρες Ε.Τ/ί/ 378 (lyr.). -ομαι, to the guests before meals, made of silver, 1.137, al. י but in , Pass., grow hairy or downy, of a youth's chin, Sol.27.6, ΑΡ12Λ78 a pan for washing the feet; δολοφόνος λ., of the bath in which Agamemnon (Strat.). was slain, A.Ag (lyr.). III. basin used as a cym- λάχνοβ (Α), δ, = λάχνη, wool, Od ; v. 1. λαχ/ίάί (c). baler drum, Hdt.6.58 ; oiiyiegongat Dodona, Call./>/.286. IV. λάχνο? (Β), δ, glutton, Gloss.; cf. λάγνοι, λίχνος. cinerary urn, A.Ag.444 (lyr.), Ch.686, S.P/ V. generally, λαχν-ώδηβ, ες, = λαχνήεις, λαχνώδες οίδαϊ χλόης the ground downy casket, Id. Fr.556: pan for colours, Luc.Pisyicc.S. VI. vase of with grass, E.Cyc.541; gloss on v. 1. Ιγχνοα in Nic. Th ωσ-is, cauldron shape on the roof of the temple of Zeus at Olympia, Paus. 6ms, ή, covering with hair, Hp.Hebd.fr.21 R VII. air-vessel used like a diving-bell, Arist.Pr.960 b 32. λάχος [ά], εοί, τά, (λάχεγν) allotted portion: I. lot, destiny, Thgn. λεβητ-άριον, τό, Dim. of foreg., Poll ,95, etc. -ίζω, put 592,S.yi«/.1303(soBothefo^6'xos). 2. appointed office, A.Ch.361 into or boil in a cauldron, σάρκας Lyc ιον, τό, Dim. of λέβης, (lyr.),p«.33 4 (l yr.) : pi., ib.310 (anap.), 347,386(both lyr.). portion obtained by lot, share, Pi ,7V , A.Eu.400, II. X.An. 7G (ivB.c.), II(2).I6I C88 (Delos, iii B.C.), Anaxipp.6.5, Men. 1027, cf. Poll.6.92,10.76 ; small brazier, Antyll.ap. Orib ; iv τφ τpitcp λ., = τό τρίτον or τρίτως, Α.Eu.fr ; νυκτός τρίτατον λεβητο-ειδής, ές, like a kettle or basin, άγγείον Eust , λ. Mosch.2.2, cf. A.R ; ήματος Id Poet, word, used etc. -χάρων [ά], ωνος, 6, pot-friend, Cere. 11. by X., and found in dialects, τών χρημάτων τό λ. IGfr(2) (Mantinea, λεβητώδης, ε$, = λεβητοειδής, Ath ε. Ν Β. c.), cf. Schwyzer28g.88 (Rhodian, ii B. c.). λεβίας, ου, δ, a kind of'fish, Ar.PY.4L4 (λέβιοι codd. Ath.), Ephipp. λαχΰφλοιο5,ον,κάροον Nic. Al.269, expld. by Sch. ελάχιστον φλοιόν 12.4, Diph.17.9, etc. έχοντος, as if it were 4λαχύφλοιο5, cf. λάχεια (vv. 11. δασύ-, ταχύ-, λεβίν9ιοι" ερέβινθοι, Hsch. τασύ-φλοιος). Λεβιία [ϋ], ή, = Αιβύη, BerLSitzb (Cyrene) : hence λάψ, Adv. (Tarent.), sine expl., Hdn.Gr ,al. λάψα Λεβΰάφΐγενήβ, ές, sprung from Libya, Ibyc.57. 7»γγ λίί (Pergaean), Hsch. λεγεών, ώνος, ή, = Lat. legio, Εν.Matt.26.53, Ev.Marc.fr.g, Plu. λαψάνη (so PPetr.3p. 152 (iiib.c.)) or λαμφάνη, ή, the herb charlock, Rom. 13,20, IGRom.3.670, al.: freq. written λεγιών, ib ,al. : Brassica arvensis, Dsc , Gal hence Χεγιονάριος, δ, ib.913.3, al. λαψάρων τή χειρί ποτίζων, ή άπτόμενος, Hsch. λεγιώνη, ή, = λε-γεών, S/G830 (Delphi, ii A. D.). λάψι 5, εαΐί, ή, (λάπτω) lapping, opp. σπάσα and κάφις, Arist. HA λε'γμα" τό ειπείν, Hsch. 59δ'ιο. λε-γνη, η, = sq., Sch.Call.Dian.2,ז Hsch. λάψομαι, Ion. fut. οί λαμβάνω (q.v.). λε'γνον, τά, coloured edging or border of a garment parallel to the λαω (Α) [ά], = βλέπω, ουδέ κεναυτόν αίετός οξύ λάων εσκέφατο/i.merc. ώα or selvage, Poll.7.62, Hsch. 2. τά λε'γνα τής ΰστέρης border of γηθήσει ε λάων is probably v. 1. for γ. ιδώ ν in II ; 00? (POxy Mid. the womb, Η p. ;(י 9 cf. λάετε' σκοπείτε, Hsch. βλέπετε, λε'γνοξ' άνανδρος, Hsch., Cyr. σίτος δ μή αδρός, λαω (Β) [ά], seize, hold, κύων έχε ποικίλον 4λλόν, ασπαίροντα λάων λεγν-όω, in aor. inf. λεγνώσαι" ποικΐλαι, Hsch. -ώδηβ, ες, = S r 'ppmg it as it struggled, Od ; δ μεν λάε νεβρόν άπάγχων sq., Id., Phot. -ωτάς, ή, όν, with a coloured border, χιτών Call. gripped the fawn as he was throttling it, ib Also expld. by Dian. 12; λ. ράβδοι Nic. PA.726. <"τολαυστικώι έχων (Aristarch.) or άπολαυστικώ5 εσθίων (Sch., Hsch. λε'γξ ποιόν ήχον άπετέλεσεν, Hsch. S.v-λάων, who refers it alternatively to λάω (A), but also has λάε' λ^γος, η, ov, lewd, λε'γαι γυναίκες Archil. 179 Φφησεν, ο! δέ 4φθέγγετο ; cf. λαήμεναι φθέγγεσβαι, Cyr.). *λε'γω (A), lay, pres. erroneously inferred from λέξομαι, έλεκτο, λαω ( C), ν. λώ. etc.; v. λέχομαι. λαώδης, ei> (λαάϊ) popular, Ph.1.80, Plu.Crass.3. λε'γω (Β), pick up, etc.: tenses for signf. 1 and 11, fut. λέξω Od.24. ή, V. λαιαί. 224 : aor. έλεξα A.Pers.292 : Med., fut. in pass, sense λέξομαι Ε. λεαδα ή εξοχή τών πετρών, Hsch.; cf. λεδδά. Ale.322: aor. ίλεξάμην (trans.) ; Ep. 4λέγμην Od ; λ«άξ ω, to be smooth, opp. τρίχα! εχειν, Arist.Pyi658 a 21. λέκτο : Pass., aor. ε'λε'χ07)νι : also post-horn, in these λέαινα, ή, fem. of λέων, lioness, Hdt : metaph., Si7rour λ-, of senses, but only in compos., esp. with άπο-, έκ-, κατα-, συν-; post- ^'ytaemnestra, A.Ag.12fr8 ; λεαίναϊ μαζόν 4θήλαζεν, as a symbol of Horn. pf. είλοχα (κατ-, συν-), Pass, εϊλεγμαι, in these senses rarely ferocity, Theoc.3.15, cf II. λ. Μ τυροκνήστιδοί, = σχήμά λέλεγμαι (v. the compds.); also fut. λε-γήσομαι (συ\-) : aor. 2 4λέγην ΤΙ Vvvouatas, Ar'.Lys.231. III. pl-j women dedicated to Mithras, (κατ-, συν-). gather, pick up, όστέα.. λέγωμεν II , cf. Od λέγω

14 λεγω 1034 λάβδψ 72, Pi. P ; αίμασιάς τε λέγων picking out stones for building walls. Od ( ut >i v. Sch., cf. λογά! 2),cf : Mcd.,^a/Air/oro«fself, ίπϊ δέ ξύλα πολλά λέγεσθε ; οστέα λευκά λε'γοντο ; φάρμακα λέξασθαι Α. R Mεd., choose for oneself, pick out, λέξαιτο.. άνδρας άριστους Od ; κούρους Il.2r.27 : Pass., to be chosen, εί..λεγοίμεθα πάντες άριστοι II. count, tell, εν δ' ήμε'α! λε'γε κήτεσιν he counted US among the seals, Od ; and in aor. Μεΰ., II.2.125; ε'γώ πέμπτος μετά τοΐσιν ίλέγμην I reckoned myself.., Od.9.335! λε'κτο δ' αριθμόν he told him over the number, : Pass., μετά τοΐσιν ελέχθην I was counted among tl^se, II b. so, but not freq., after Horn., λ. ποντιάν ψόφων αριθμόν Pi.O.13.46, cf. A.Ag.frfo; καθ' εν έκαστον λ. Isoc.2.45; also καϊ σέ δ' εν τούτοις λέγω count» יי λ you among.., A.Pr.973! ούδαμοΰ count him as naught, S. Ant.183; κέρδος λ., εί... count it gain, that.., ib.462 : Med., λέξατο πάντα! [ναΰται] Pi.P.4.189: Pass., λέγεσθαι iv τοί! ίππικωτάτοι! X.Oec ; ivl πρωτησι λέγεσθαι Call.Del. 16 : fut. Med. in pass, sense, iv TOIS ούκέτ' ουσι λέξομαι Ε. 1. c. 2. recount, tell over, ού τι διαπρήξαιμι λέγων εμά κήδεα Od ; συ δέ μοι λέγε θέσκελα έργα ; τά έκαστα λέγων ; σα τ' αυτός,.εμόγησε, πάντ' έλεγ' : so in Trag., λ. τυχα!, πάθη, μόχθους, etc., A.Pr.633, Pers.292, Ag.frfrfr, etc.; also Άγαμέμνονι.. λέγ' ονείδεα repeated reproaches against him, ; so perh. ψεόδεα πολλά λ. Hes (but v. infr. III): Med., τί σε χρή ταύτα λε'γεσθαι; why need'st thou/tw/a«/a/i ther80f? II ; and so, μηκέτι ταύτα λεγώμεθα νηπύτιοι ώ! ib.292, cf. Od.3.240, ; μηκέτι νυν δήθ' αύθι λεγώμεθα * HI- say, speak, first in Hes. Th.27 (v. supr. n. 2): fut. λέξω Emp.38.1, A.Ag.8frg, Hdt.4.14, Th.2.48, Antipho6.33, etc.: aor. ελε^α Anacr.45, Pl.Sph.217e, Aiitiphoi.15 (rar8 in PI. and the Orators, common in some dialects, as Boeotian, /<? (Tanagra), Thessalian, ib_9(2) , Ionic, v.l. in Hp.Air. 12): pf. λε'λεχα Gal , λέλεγα and λε'λογα! Hsch. (εΐρηκα in correct writers) : Pass., fut. λεχθήσoμaιth.fr.86, PI. Ti.67c, etc.: also fut. Med. in pass, sense, S.OC1186, E./7«c.906(Jyr.), etc.; and λελέ- 0!ua1Th.3.53 (v. 1. λέξεται), Pl.P.457b : aor. ελέχθην (never ελέγην in thissens8) S.OP1442, Th.6.32, etc.: pf. λε'λεγμαι Pi.A.8.20, Hdt.2. 21, S.PA.389, etc. (είλεγμαι in this sense only in compd. δι-) : rare in compds. (only αντιλέγω, επιλέγω, καταλέγω, προλέγω), the pres. in most compds. being supplied by αγορεύω, the fut. by ipi>, the aor. by εϊπον, the pf. by εΐρηκα : 1. say, speak, n8ver in Horn., first in Hes. 1. c., freq. from Hdt. and Trag. downvvds.; of all kinds of oral communications, εκέλευε λέγειν εί τι θέληι Hdt.8.58 ; so λέγοις&ν speak, say on, PI.Pit.268e, etc.; λ. μϋθον A.Pers.6g8 (troch.); ψευδή λ. Id.^. 625 ; αληθή λ. PI.Phlb. 12b(so in Pass., λόγος λέλεκται πάς S.PA.389); of oracles, say, declare, Hdt.8.136; ίίσπερ τοΰνομα λέγει indicates, PI. Prt.312c: with Preps., λ. αμφί τινο! Α. ΓΑ. 1017, E.Hec.fr80 ; περί τινos Xenoph.34-2, Democr.165, S.Af. 151 (anap.), Th.2.48; ύπέρ TIVOS in his defencc, S.P/.555, X./7G ; κατά τινο! against him, Thgn.1240a, X.HGl.fr.2 ; λ. επίτισι εϋχά! άγαθάς express good wishes for them, A.Supp.62fr (anap.); λ. τά τινο! take his part, D.8.64; λ. Tp0s τ ι in reference or in answer to.., S.Ant.jfrfr, etc.; εϊ! τι X.Mem c. acc. et inf., say that.., Pi.P.2.59, etc. : with neg. οΰ, PI.P.348C, etc., but μή ib.346e, X.Smp.4.5 (Pass.), and usu. in later Gr., LxxGi ; λ. μή είναι άνάστασιν Ev.Matt.22.2fr : freq. also folld. by ώ!, ότι (generally so in the Act. voice) when the subject of the relative clause may become the object of the principal Verb, γοναΐκα λέγουσιν, is κάθηται.. X.Cyr.ך.fr.fr, etc.: rarely c. part., λ. Οϊδίπουν ολωλότα speak of him as dead, S. OC1580 ; λέγουσιν ήμας ώ! ολωλάτα! A.Ag.6y2 ; λέξασ' άδελφφ σ' ενθάδ' όντα E.Hel.888. Pass., λέξεται έχων Id./F1047 cf. A.Ag.170 (cj.). 3. λέγειν τινά τι say something of another, esp. κακά λ. τινά speak ill of him, revile him, Hdt.8.61 ; αγαθά λ. τινά! Ar.Pc.435 ; τά έσχατα, τά απόρρητα λ. αλλήλου!, X.Mem.2.2.9, D ; also ευ or κακώ! λ- τινά, A.Ag.445 (lyr.), S.F/.524,cf. 1028; εύ λ.τόν είλέγovτax.mem.2.fr call by name, tis τρέμομενλ. S.OC12 8( lyr.): c. dupl. acc., call so andso, λέγοιμ' &v άνδρα τόνδε των σταθμών κύνα A.Ag.8g6, cf. S.OC939 c dd., Hdt. 1.32, etc. 5. λ. τινά ποιεΐντι tell, command one to do, A.CA. 553, S.PA.ioi, X.Cyr , etc.: so with τινί, S.OC840, D (no obj. express8d in A.Ag.g2fr, S.OC856); λε'γε τίΐν ερωτώντα Ίνα.. εχπη σοι.. Astramps.O/ar.p. I Η.; ως 6 νόμος λέγε 1D ; ό λέγων μή μοιχεύειν Ep.Rom β. λ. τι say something, i.e. speak to the point or purpose, βούλη λέγειν τι, καϊ λέγων μηδέν κλύειν; S.Ant. 757; λεγω τι; am I right? the answer being λέγεις, Id.OP1475; κινδυνεύεϋτι λέγειν Pl.Cra.404a ; ϊσω! άν τι λέγοις X.Mem , cf. Cyr ; opp. ουδέν λέγει has no meaning, no authority, ούδέν λ. τό σωφρόνως τραφήναι Ar.Py.3341 c f ^ 75! ούδέν λέγεις nonsense! Id.7~A.625 ; but ούδέν λέγειν, also, say what is not, lie, ld.av.66, PI. Ap. 30b ; also ευ γε λέγεις, εί λέγεις, εύ h.v λε'γοι!, good news!, that is well!, ib.24e, Grg447. b, Pr/.310b; καλώς, έρθω! λ., you are right, X. Mem ,3.6.8; κοϋπω λέγω and what is more, Herod.7.44; τίλεγεις; τόν εποπα παΐκαλείς; Ar.Av.fr7, cf. Ec.2g8(\yr.). 1 pleon., έφη λέγων Hdt.3.156, 5.36 ϊ ελεγε φά! Id ; έφασκε λέγων Ar.Av. 472; ή δ' %ς λέγων Id.V.ygfr ; ά!! εφη λέγων S.Aj.yfrJ ; καϊ λέγων εϊπεν οΰτω πω! D.8.74> etc. 8. at the beginning of letters or documents, "Αμασις Πολυκράτεϊ ωδε λέγει.., Μαρδόνιος τάδε λέγει.., etc., Hdt.3 40, ', etc.; τά γράμματα έλεγε τάδε Id , etc.; γράμμασι λέγον τάδε, of an inscription, Th : in Roman edicts, Μάρκο! Με'τ- T10! "Ρούφος.. λέγει POxy. 237 viii 28 (i A. D.). 9. wish to say, mean, ούτοι γυναίκα! άλλα. Γοργόνας λέγω Α. Eu. 48 ; τί τοϋτο λέγει,πρόπύλοιο; what does πρό Πύλοιο mean? Ar.Eq.iofrg, cf. 1021, 1375; Ec.989, PI. Phd. 60e : freq, in Platonic dialogue, τ cos λέγεις; how do you mean? in what sense do you say this? Αρ. 24ε, al.; ή vws λίγομεν; or what do vue mean to say? Grg.480b; πώ! δή «05 αύτό λέγεις; Phdr.26frc; ποίόν τίποτε άραλέγον res φασι.. what they can possibly mean by saying.., Tht. 181c, al.: c. dupl. acc., τοιούτον τι σε λέγειν τό κρείττον Grg.489CI, al.: freq. (esp. in Trag.) to explain more fully, txaw κομίζου *al συ, Κασάνδραν λε'γω you, I mean Cassandra, A.Ag ; i μάντις, υίόν Οίκλέους λ. Id. Th.609, cf. 658 (v. 1.), Pr.946 ; ποταμός, ΆχεΚφονλέγa S.7V.9, cf. 1220,PA.1261, E.PA.987; έ^έλεγων M5ia«<'«^me,Isoc.12, 215 ; τδ δ' ύμέΐί ίταν λε'γω, τήν πάλιν λ, D : sts., however, the word after λε'γω is put in appos. with the word to be expld.,'α» τ<κλείαί..,τ rjs σης λε'γω το» μητρός A.Fr. 175, cf. Th. 658 cod. Μ ; περί τώνδε.., λε'γω δέ Φωκίων D. 19 1?2 ; παρ' ων.., τούτων των τήν Άσίαν ο'ικούντων λε'γω Id.8.24, cf. P1.SJ;1/>. 202b : abs., μηδενός OVTOS iv [τή χώρα] λέγω D.i.27. b. περί 6.S (sc. απολαύσει!) λέγομεν τόν σώφρονα in regard to which we use the term 'temperat8', Arist.PTVi 148*5, cf. PI.Grg. 494b. 10. iis λέγουσι as they say, S. Ant.23, etc.; ws λ. μοι Id.OC 1161 : Pass., λε'γετα! it is said, c. acc. et inf., X.Mem , al.; but also τατρό5 λέγεται γενέσθαι.. Id.Cyr ; θανεΐν ελέχθη he was said to have been killed, S.OP292 ; so λεγόμενον ίρέω Pi.P.5.108: τό λεγόμενον abs., as the saying goes, Th.7.68, cf. Pl.Grg.447a, Smp. 217ε, etc. ; τό λ. δή τοϋτο Id.Grg.514e : ό λεγόμενο1 γραών υθλος the so-called.., Id. 771/. 176b ; 01 λ. αυτόνομοι είναι Χ. HG6.fr.8; οί λ. ότι.. of whom it is said that.., Id.Cyr of orators, speak λε'γε (emphatically), λέγειν δεινό! S , X.Cyr.1.5.9, etc.; ήσκηκότε5 S.Fr.963, cf. Eup.95 (v. λαλε'ω); λ. τε καϊ πράσσειν δννατώτατος Th.I.I39, οί εν τφ πλήθει λέγειν δυνάμενοι Isoc.3.8, cf. D ; plead one's cause in a court of law, Id.23.78; δίκας λέγειν ύπέρ TWOS speak as an advocate for.., Din. I.i boast of, tell of, τήν εαυτού /')ώμην X.Cyr ; in Poets, sing of, θέλω λ. Άτρείία! Anacreont recitewhat is written, λαβέ τίι βιβλίον καϊλέγε PI. PA/.143C; and freq. in Oratt., as λε'γε τόν νόμο ν D.ji.Sandio, etc.; of lectures, άκούσατέ μου σχόλια λέγovτos Arr.Epict.fr.21.6, cf (the sense of Lat. lego, read, occurs only in the compds. άναλέγομαι, επιλέγομαι). 14. say or send word by another, X.An.l.g. 25, maintain as a thesis, οί τά! ίδε'α! λέγοντες Arist. ΡΑ. 193 b 36> Metaph.10fr6 t '14 nominate, Lat. dicere [dictatorem], D.C.Fr (Pass.). (Cf. Lat. lego, legio, legulus ('olivegatherer').) λεγωνήσ-αι, = παΐσαι, Ar.pr.804. λεδδά' ή έξοχη των πτερνών, Hsch,; cf. λεάδα. λεδρειται φροντίζει, θέλει, βούλεται, Id. λε'η όμοίω5, Id. λεηλ-άσία, Ερ.-ί η,ή,plundering, robbery, X.Ht'er. 1.36, Ps.-Phoc. 46 (pi.), A.R , Plu.Eum.g (pi.). -ατε'ω, (λεία, ελαύνω) drive away booty, esp. cattle, S. Aj.fr 43, E.PA.293, X.//G4.4.15,al., Aen. Tact c. acc. loci, plunder, despoil, τό πεδίον, τήν πόλιν, τήν χωράν, Hdt.2.152,5.101, < Hdn.3-93 c f Hell.Oxy. 16.5, Plu.Caw.17; ravage, κώμην PMasp.2 iii 3 (vi A. D.) : Pass., to be plundered, τα εκ τήs χώρα! λεηλατηθέντα Aen.Tact : metaph., τή γαστρί λεηλατεΐσθαι to be a slave to.., Plu.2.133a. -άτησις [ά], ε«!, ή,= λεηλασία, Aen.Tact \εί*(α),ή, faws)toolforsmoothingstone, S.Pr.53! Lt. ν.λβιβί. λεία (Β), Ion. ληΐη, Dor. λψα. (Ρί.0.10(ιι) 44); V booty, plunder, freq. in Hdt. (v. infr.), etc. (Horn, and Hes. always use ληί!); esp. of cattle, opp. Άνθρωποι, Pi. 1. c., Th.2.94 (v. infr. 4); λείας απαρχψ Bois S.Pr.761, cf. Aj.54, 145 (anap.) : pi., έψβαρμένας ευρίσκαμε! λείας άπάσα! ib.26 ; rarely of persons, αγόμεθα λεία Ε. 7V.614; prey of hunters, Id.PA.326 : generally, booty, Th.8.3, X.7/G1.2.4,1.3.2 ; του! λοιποί ληιην θέσθαι give them up as plunder, Hdt.4.202; λείαν ποιεΐσθαι τήν χωράν, = λεηλατεΐν τήν χώραν, Th. 8.4Ι; λείαν ίγειν Χ.Cyr.fr.3 1 ; επϊ λείαν εκπορεύσονται ld.an.fr.1.8, etc.; κατ'α ληίην εκπλωσαι Hdt : pi., διεσκεδασμένοι κατά τά! ιδίας λεία! X.HG1. Ζ. 5 : prov., Μυσών λεία, of anything that may be plundered with impunity, Stratt.35, D.18.72, Arist.PA.1372 b plunder (as ΆΤΙ act), ζώσι από ληίης καϊ πολέμου Hdt stolen property, τήν λ. άποδοΰναι PCair.Zen (iiib.c.), cf. PS I3(iij B. c.). 4. flocks and herds, cattle, απογραφή λεία! PHib (iii B.C.), cf. PPetr.3p.279 (iiib.c.), BGU1012 (ii B.C.), D.S.19.21,97; ατέλεια τήs λ. OG/748.9 (Cyzic., iii B.C.). (Lit. the peoplesproperty, cf. Lat. populari 'plundεr'.) λειαίνω, λείανσ ις, v. λεαίνω, λε'ανσιϊ. λείαξ, ακο!, έ, (λεΐο!) beardless boy, ΡΛ/ ; λίαξ in Hsch. λειαυστηρο?, ov, with the harshness softened, P0II λείβ-δην, Adv., (λείβω) in drops, ΡΛ/ ηβρον, τό, wet country or place, Eup.428, e Phot, (ubi λίβηθρα et sic Kock), cf. Ael.Dion.Pr channel, Phot., Lex.Rhet.av.Eust.12li 58. II. Αείβηθρον, τό, mountain district of Thrace inhabited by Orpheus, Str , etc.; τό Λιβήθριον Paus : the inhabitants werε prov8rbially dull, wh8ncc the phrases ίδειν ίμουσύτερα Αειβηθρίων Aristaenet.I.27 ; Αειβηθρίων άνοητότεροι Thugen. 4: the Λειβηθρίδες or Λειβηβρίδε! (-ιάδε!, -ιαι) Νύμφαι were freq. confounded with the Muses, Str , , Paus. I.e., Orph.rr ω, II. ι.463, etc.: aor. inf. λεΐψαι, part, λείψα!, 7.481, Med., aor. <?λειφάμην Ε. Ale. ιοί fr : Pass., Hes.St.390, E. (v. infr ): pour, pour forth, used like σπένδω in a religious sense, oho ν λείρο" make a libation of wine, f alsoa«13 ; / ; Od II , (without ohov) 11.24,285 ; i\ άσαμίνθου κύλικοs λ. Cratin.J34! <- s P '!«Kpovl with a dat. of the gods to whom the libation is mad8, λεΐψαι ; θεοΐς Od ; in full, Διl λ. αχθοπα olvov , cf. 10

15 KatvTtpia 579 : rare in Trag., σπονδάς θύειν τε λ. τ' A Supp.981; σπονδάς θεοΐς λ. Ε./οκ 1033: Med., σπονδάς Id.Ale. I.e. II. like εϊβω (q.v.), let flow, shed, δάκρυα λ ,658, Od.5.84, ; δάκρυ λ. Α. Th.51 ; εκ δ' ομμάτων λείβουσι δυσφιλή λίβα (δια cod. Μ) Id.pK όμματος αστακτϊ λ δάκρυον S.OC1251 ; τήκειν καϊ λ. (abs.) melt and liquefy one's spirit, PI.P.41!b : Pass., of the tears, to be shed, fourforth, E.PA.1522 (lyr.), X.Cyr ; but also, of persons, λείβομαι δάκρυσιν κόρας have my eyes running with tears, E.Andr.frfr2 (lyr.). 2. of other liquids, κόμαι λείβουσιν έλαια drip with oil, C&\\.Ap.fr8 : Pass., αφρός περί στόμα λείβεται Hes. I.e., cf. PI.77. Sad ;, όπλα λύθρφ λ., τύμβος λ. μέλιτι, AP6.16fr (Mel.), 7-36(Eryc.) : metaph., of sound (cf. χέω), θρήνον..λειβόμενον..συν καμάτιρ Pi.Ρ III. in Pass., also, melt or pine away, Ar.Py.327 (lyr.), Plu.2.681b. σπενδω was nearly equiv. in sense, and was used in Att. Com. and Prose (exc. PI. and X. 11. cc.). λειεντίρ-ία, ή, (λείος, έντερον) passing one's food undigested, Hp. Air. 10 (pi.), Aph.fr.2t (pi.), Gal.7.327, al. -ικός, ή, 0v, = sq., Hp. Epid.3.8, Ruf.ap.Orib.5.3.4, , Gal ιώδης, ες, affected with λειεντερία, κοιλία! Hp. A ph λείξομαι, Ion. and poet, for ληίζομαι (q. v.). λεικνάριον, λεικνίξω, λεΐκνον, if. 11. for λικν-. λείκρικα σειραί, σχοινιά, πλέγματα, Hsch. (Cf. λέκρικα.) λείκτης, ου, δ, (λείχω) Lat. cunnilingus, Sch.Ar.Pax88fr, Teucer in Cat.Cod.Astr. 8 (4) λειμάκ-ίδες, αί, λ. νύμφαι meadow-nymphs, Orph. A.646 Ruhnk. (λιμνακίδων codd., λιμναίων Hermann). -ώβης, ες, like meadows, grassy, Hp.Aer.18, 24: Comp. λειμακέστεροι, f.i. for -κωδέστεροι, ib. 13- λεΐμαξ, άκος, ή (not ό, Hdn.Gr.1.524), = λειμών, meadow, Ε.ΡΛ. 1571,Ρα.867(both lyr.), Lyr.Alex.Adesp.22, AP garden, Pherecr.109. II. = Lat. Umax, snail, Hsch. λεΐμμα, ατοί, τό, (λείπω) remnant, residue, Phld.Herc.l2frl.6 (pi.), Plu./fe 17', τοΰ παιδί«τά λείμματα what was left of him, his remains, Hdt.1.119; so, of persons, Lxx4P!'.19-4 Ep.R0m.11.fr. 2. in Music, interval of left over when two τόνοι of are measured off from the 5ta τεσσάρων (J), Ptol.7/ar»«.1.10, Gaud.//«rw. 13,15, Adrast.ap.Theon.Sm.p.68 H., al,, Procl. in Ti.2.168,179 D.; misunderstood as the number 13 ( ) by Plu f, cf. Anon.ap. Theon.Sm.p.69 H. b. in Rhythmic, the shortest pause, λ. εν βυθμω χρόνος κενός ελάχιστος Aristid.Quint in Medicine, intermission in fever, Steph.«'«Gal D. (sg, and pi.). 4. deficiency, μί) γενέσθαι μήτε δανεισμόν μήτε λ. περί ταύτας τά,ς εισφοράς IGfr(l) (Messene, i β, c./i α. τ>.). λειμματιαΐος, a, ov, in Music, of the λεΐμμα 2, λόγος TheoSm. P.69H. λειμόδωρον, τά, a wild plant, prob. strangleweed, Orobanchecruenta, Thphr.CP Χαμών, ωνος, δ, any moist, grassy place, meadow, II.2.467, etc.; αμφί δέ λειμώνες μαλακοϊ ίου ήδέ σελίνου θήλεον Od.fr.J2 ; μαλακός λ. Hes. ΓΑ.279; βαθύς A.Pr.6frfr ; λ. βούχιλος, βουθερής, ld.supp.fr4 (lyr,), S.7V.188: metaph., λειμώνα Μουσών δρέπων Ar.Pa.1300; is λειμώνα ποταμίων ποτών into the smooth river-water, S.Fr.659 ; χυτψ λειμών θαλάσσ-qs, of a sponge, AP6.66.J (Paul. Sil.); πλούτου καϊ νεότητος λειμώνας άφθόνους Pl.Sph.222a, cf. Phdr.248c. 2. flowers, τ ίίραι λειμώνας βρύουσι Him.Or II. pudenda muliebria, E. Cyr. 171, III. later, freq. metaph. fora«y bright, flowery surface, as a blooming face, a peacock"s tail, Ach.Tat. 1.19,1.16; an embroidered robe, λ. δ περί τάϊ ε'ο^ταί Philostr.P«. 2. ι; also λ. λέξεων, title of work by Pamphilus, Suid.Praef, cf. Piin.HNPraef.24, Gell. Praef.6 : and as Dim. Χειμωνάριον, τό, Phot.P1Rp.161 Β. λειμων-ήρης, ει, belonging to a meadow, βοτάνη Suid. -ιάς, αδοι, poet. fem. of λειμώνιος, νύμφη λ. meadow-nymph, S.PA.1454 (anap.), A.R ; CF - λειμακίδες. -ιάτης λίθος, δ, a stone of grass-green colour, Plin./PV ιον, τό, Statice limonium, sealavender or snakeweed, Dsc.4.16, PIin.///V20.72 ; as an ornament, λ. χρυσοΰν Inscr.Delos442 Β11 (ii B. C.). -ιος, a, ov, (λειμών) of it meadow, καπό γης λ. δρόσοι A.Ag.fr60 ; άνθεα Id.Pr.374! φόλλα Theoc ; αράχναι Arist.HA frfrfr b f ; ανεμώνη ή λ. Anemone pavo- Hina, scarlet anemone, Thphr.//P6.8.1 ( = a. αγρία, q.v.); also λει- P-mia, ή, a thorny plant, prob. = σκόλυμος, golden thistle, Scolymus Mspanicus, ib (λειμώνια is corrupt in S.Aj.601 (lyr.).) -ίς, 150S, poet. fem. of λειμώνα, D.P οειδής, ές, like meadows, grassy and flowery, Ceb.17. -όθεν, Adv. from a meadow, II also-θε, Theoc Xeiv[ ] ερια (Cypr.), Hsch. Χειξοϋρα τό δώρον, εκ τοΰ λείχω, Id.; gluttony, Suid. s. v. λεΐψαι (wh. = Lat. lixae). Χειξουρος, ov, gluttonous, Zonar. λειό-βάτος, δ, a fish, skate or ray, Pl.C0m.137, Arist.//^566 ll 32 ; Mother name for the βίνη acc. to Ath.7.312b : but distd. from the ht! by Archestr.Pr.46. II. ί δμαλός τόπος, Suid. Cf. λεώβάτος, -γε'νειος,ov,smooth-chinned, beardless, Hdt γλωσ- ^ος,οί,smooth-tongued, flattering, Sm.,Thd.Pr θάχασσία, a kind of radish, Thphr.HPj.4.2 codd.: but Χειοθασία is to be,!י restored from Ath.2.56f, cf. Plin.//iV19.76 (-thasium). -κάρηv 5 [«], ov, smooth-headed, bald-headed, Poll καυλός, ov, sn 100th-stalked, Thphr./ZP κόνιτος ή τελείως ώς κόνις ^Μλυμένη, λείωϊ γαρ τελείως, Hsch.; cf. λεωκόνιτος. -κϋμονε'ω, 0 be upon a smooth sea, Interpol, in Suid. -κυμων [0], ov, gen. ονος, having low waves, θάλατταλ. Lv1c.VH2.4,Scyih.\l. -μέρος ταχυ \άττω διάνοιας, Hsch. (post λεΐον, fort, λειό7ropos). -μίτος, ov, smoothing the warp, κάμακες 247 (Phil.). λειοντή, ή, poet, for λεοντή, lion's skin, API λειοντοιτάλης [4], ου, Dor. -ας, a, δ, wrestler with a lion, APg.2frj (Eryc.). λειοττοι-εω, make smooth, file down a bone, Heliod.ap.Orib II. pound fine, Orib , Gp η<π.ς, εω5, ή, filing down of a bone, Heliod.ap.Orib λειόττους, b, ή, πουν, τό, gen. ποδος, flat-footed, Gal.l8(l).613 λεΐος, a, ov, smooth to the touch, [αίγειρος] II.4.484; λ. ίίσπερ έγχελυς Av.Fr.218, cf. Eup.338 ; χήμαι, χ-ηραμβίς, PCair.Zen (iii B.C.), Hsch.s. v. χήμη; τά τραχέα καϊ τά λ. X.Mem ; freq. in PI., Cra. 414b, al., Arist. Cat.1c? 17, etc.; also, of cloths, smooth, plain, not embroidered, υφαντά τε καϊ λ. Th.2.97; λ. ύφασμα PI.Pft.3i0e : λεία εκπεποιημένα worked smooth, of marble, /Gi ; also λεία εργασία ib ; unsculptured, 'Αθήνης esos Call.Pr.105.4; of plate, unembossed, φιάλαι IG11(2).161 Β ך 2 (Delos, iii B.C.), Inscr. Delos 442 Β ך 8 (ii β. c.). 2. in Horn., chiefly of level places or countries, Aeios 5' ιππόδρομος יי ib-359 αμφίς Il ; εν λείιρ πεδίψ λ. δδός Od , Hes.O/>,288 (ap. Χ., PI., etc., ολίγ-η codd.); λ. άροσις Od.9-134; δ' εποίησεν made a smooth place, ; πεδίον λ. Hdt.2.29 ; χωρίον λειότατον Id.9.ך.β'; ή οτάτη των δδών Id. 9.69; λ. θάλασσα a smooth sea, Id.2.117; λ.χύρακαϊάξυλοςχ.α/h ; λ. βάσεις flat feet, Gal.6,856. b. c. gen., χώρος,.λεΐος πετράωνsmooth {i.e.free)from rocks, Od.5.443, smoothskinned, without hair, of animals, Arist./P4582 b 35, LxxGi.27.1ii -ότατον των ζώων εστϊν άνθρωπος Arist.HAfr8fr!i 6; esp. of youths, smooth-chinned, beardless (ci. AEIA^),The0c-5.90, cf. A Ρ (Strat.); also, offish, smooth,ίππίδια Epich.44 ; opp. λεπιδωτοί, Arist./P4 505* 26; [γαλεόί] the smooth shark, Mustehis laevis, ib-565 b 2, Opp.// ; τί>λ. Hp.P/>!'af.3.14, ; λεί-η ύπόστασις Ά smooth or uniform sediment, Id.C0ar.462 ; [γάλα] λ. καϊ δμαλόν καϊ συνεχές έαυτψ Sor metaph., smooth, soft, πνεύμα Ar.Pa.1003 ; of the sound of the voice, PX.Plt.frO^a, Tif^h, Phlb.fr id ; διάλεκτος Phld.Po.Herc ; of the taste, Ti.Locr. iooesq.; also λ. μύθοι A.Pr.647 ; [τί>] ημερόν τε καϊ λ. [τοΰ \ ηθους ' Pl.Cra.406a ; λ. πάθημα, ορρ. τραχύ, Id. Ρ.63ε ; λ. κινήματα τής σαρκός Epicur.Pr.411; λ. κίνησις, Cyrenaic phrase for ήδονή, D.L.2.86, cf. Luc.Par.io, Alex.Aphr. int0p.94.fr2, λ. ήσυχί-η ךAPj.28 (Arch. Byz.) ; ως -οτέρου ελέους ύπάρξοντος (sed leg. τελειοτέρου) Plb ; τό λ.,-λειότης, τής ερμηνείας D.H. Lys.24; τό λ. και δμαλές τής συνθέσεως Demetr.P/or.48. Adv. λείως smoothly, gently, PI. Tht. 144b, Plu.2.384a ; και με κωτίλλοντα λ. τραχύν έκφανεΐν νόον Sol.ap.Arist.^i th.\2.3. II- rubbed or ground down, Dsc.1.3, al., PH0lm.i9.fr9 i λειόω II : λεΐον, T0,fine sand, lnscr.delos500 A 9 (iii 13. c.). (Prob. λειfos, cf. Lat. levis.) λει-όστράκον, τό, smooth-shelled, a kind of oyster, Arist.HAfr28 a 2I,Fr.fr04, Xenocr.ap.Orib ότης, ητος, ή, smoothitess, opp. τραχύτης, σπλάγχνων A.Pr.493! χαλινού X.?.I0.6sq.; κατόπτρων PI.7V.46c ; of the skin, Id.Grg.46frb : in pi., Id.Pi.65c, Arist.P^648 b 6, 2. of the voice or pronunciation, [ φωνής ] Id. GA 786 b!o, Demetr.P/oc.299 ; λ. ονομάτων ΐ>.Yi.Vett.Cens.2.2; τή λ. δουλεύειν, of Isocrates, PhId.PA S. = D.H./SOC.13. λειο-τρΐβεω, = λειόωπ. 1, Gal , Herasap.eund.13.39;etc.: Pass., Dsc.1.7. (Written λεοτρ-, PMag.Leid.W.1.2fr, and prob. in SIG (Lebena).) -τρχχεω, = sq., Arist.HAfrgfr b 26. -τρϊχιάω, have smooth hair, Sophr.26. Χει ου ρ ία, ή, diabetes, Rui.Ren.VesA.fr (restd. fr. Agt.ri.1). λείουρος αίλουρος, Hsch. λείουσι, poet, for λέουσι, dat. pi. of λέων. λειουσματα ί) λεγοΰσματα" είδος καταφράκτου, Υαλάται, Id. λειό-φλοιος,ον,smooth-barked,thphr.hpl.fr.2, CPfr:7.2(Comp.). -φυλλος, ov, smooth-leaved, ίά.ηρη.4.4; κράμβη Eudem.ap. Ath c.! χρως ωτος,δ,ή, smooth-skinned, Arist.ap.Ath.7.312f(1Wχρους codd. Arist. HAfr4fr*2fr). -ω, make smooth, Aq.Pr.28.23: Pass., to be polished, smoothed, Arist. Col. 7g3 a 16, Heliod.ap.Orib II. pound fine, triturate, Gal.PP11.8, PS/ (iv/v A.d.): Pass., Ruf.ap.Orib , Marc.Sid emulsify, levigate, κόμμιcritoap.gal.i3.36, cf. Ps.-Democr.Alch.p.55B. Χει-iravSpia and other compds. freq. written in medieval Mss. with λειπ- (λειπο, λειφ-) will be found, with few exceptions, under λϊπ- (λιπο-, λΐφ-): metrical evidence, where available, favours λϊπ-, which is also certain in λιποτελέω : but λειπ- is certain in λειπογνωμων, and for many other words no trustworthy evidence of the spelling exists ; cf. Choerob. in^4«.o.r λειιτογνώμων, ov, gen. ονος, lacking γνώμονες 11.6, o'is 1G (i ν B.C.), cf. Ister53, P , Luc.Lex.6, EM4.4, Hscb (Freq. misspelt λιπογνώμων in codd.) λειτττεον, one must leave, abandon, E.//P1385, Pl.Cn.51b, etc. λει7τϋρ-ία, -ίας, -ικός, -ιώδης, ν. λιπ-. λείιτω, impf. έλειπαν II , etc.: fut. λείψω : aor.l έλειψα, part, λείφας Ar.Fr.96fr ( = Antiph.32), elsewh. only late, Plb (παρ-), Str (παρ-), Ρ3.-Ρ110α77(άπ-), etc.; uncompounded, Ptol. Aim. 10.4, Luc.Par.42, Ps.-Callisth.1.44 (cod. C); also in later Poets, Man.1.153, Opp.C.2.33, and in Inscrr., Epigr.G! (Thessalonica), (Smyrna), etc.: but correct writers normally use aor. 2 έλίπον^ , A.Pers.984(lyr.), etc.: pf. λέλοιπα Od : plpf. έλελοίπειν (Att. -η) X.Cyr : Med., in prop, sense chiefly in compds.: aor. 2 ελιπόμην Hdt , 2.40, E.PP169, etc. (inpass, sense, Il , al.): Pass., fut. Med. in pass, sense λείψομαι Hes.0/.2o3, ;, Hdt.7.8.a48 also λειφβήσομαι S.Ph.loJi, λελεί-

16 λείπω ψομαι , Th.5.105, etc.: aor. έλείφθην, λείφθην Pi.O.2.43; Ep. 3 pi. έλειφθεν h.merc.igfr : pf. λέλειμμαι , Democr.228, Pl.P/.6!a, etc.: plpf. έλελείμμην II ; Ep. λέλειπτο : Ep. aor. also έλειπτο A.R.i.45, etc.: 1. leave, quit,, Ελλάδα δώματα, etc., II.9.447, Od , etc.: with a neg., [σκόπελοι/] otf ποτε κ!5- ματα λείπει II ; νιν.. χιών ούδαμά λ. S. Ant.830(lyr.); χερσϊνϋπο Τρώων λείφειν φάος ήελίοιο, i.e. die. be killed, II ; λ. τόν βίον ύπό TIVOS Pl.Z-g-.872e; λ. βίον, βίοτον, etc., S.P/.!444> P-.Hel.226 (lyr,), etc.; αύτόχειρι σφαγή λ. βίον Id.Or.948. b. conversely, Tbv δ' έλιπε ψυχή II.5.696, Od ; τόν..λίπε Θυμό5 ΙΙ 4 47! έπειτά με καϊ λίποι αιών fr.68fr, cf. Od ; λίπε δ' οστέα Θυμό5 II » ψνχή δέ λέλοιπεν (sc. οστέα) Od > y vv δ' %δη πάντα λέλοιπεν (sc. εμέ) ib.213 ; in these two last passages some take it intr., is gone, v. infr. II. 2. leave behind, leave at home, παιδί τόν iv μεγάροισιν έλειπε s Od , cf. II ; esp. of dying men, leave (as a legacy), 'ATρεύί δέ θνήσκων έλιπεν πολύαρνι&υέστη [τόσκήπτρον] 2.106; πατέρι γόον καϊ κήδεα λυγρά 5- ל 57 ז S.Aj.gjfr ; παΐδα ορφανόν λ. ib.653 ; λ. άρρενας, θυγατέρας, P\.Lg.g2fre, 924ε; λ. εϋκλειαν iv δόμοισι A.CA.348 (lyr.) : also in Med., leave behind one (as a memorial to posterity), μνημόσυνον λιπέσθαι Hdt.1.186, 6.109, a ' ל λιπέσθαι τιμωρούς Ε. HF169 ; διαδόχους έμαυτψ P\\1.Aem.fr6, etc. b. leave standing, leave remaining, spare, οίκίαν ούδεμίαν X..ך. An.4 ι; μηδένα \d.hg , Pl.P.567b, etc. 3, leave,forsake, II.17.13, etc.; λ. τινάχαμαί Pi.O.6.45; εϋδοντα S.Ph.2Jfr ; τήν αύτοΰ φύσιν λ. ib. 903; λ.τήντάξιν P\.Ap.2ga., etc.; λ. ίράνους fail in paying.., D.27.25, cf ; λ. δασμόν, φοράν, X.Cyr.3.1.1,34; λ. μαρτυρίαν, 'άρκον,failin.., D.49.19, 59.60, λ. δίκην allow it to go by default, SIG1fr4b 24 (Milet., IVB.c.); 1036 Xei,τονργέω ~E.Heracl.7fr2 ; ουδέν σοϋ ξίφους λελείψομαι Id.CV.104L: Math., rbiyγραφέν τοΰ περιγράφοντος ίλάσσον ι λείπεται the inscribed figure falls short of the circumscribed by less than.., Archim.C0k.S/>A.2 I: also c. dat. rei, λειφθήναι μάχη A. Pers. 344: c. part., ούδέν 4μοΰ λείπει γιγνώσκων X.Oec. 18.5; λελειψαι των Ιμών βουλευμάτων you come short of, understand not my plans, E. Or ; λέλειμμαι των iv"eλλησιν νόμων ld.hel.1246 : abs., to be defeated, ז. Plb.62.6 ; υπό TWOS API J, 2 24(Antip.); λείπεσθαι iv [τη αγορανομία.], Lat. repulsam ferre, Plu. Mar.fr, etc.: abs., in part., άνδρας λελειμμένους inferior men, A.Fr. 37; also, λειπόμενοι the poor, IG to be wanting or lacking in a thing, fail of or in, c. gen., όδυρμάτων 4λε ίπετ' ούδέν S. Tr. 9371' γνώμας λειπομένα σοφάς Id.P/.474(ly r )! λελειμμένη τέκνων Ε. 70«680; λελ. λόγου failing to heed my word, SM/.543 ; μήνας If., λειπόμενος (sc. των είκοσι ετών) Eptgr.Gr.fri9 (Thessalonica); also, λ. εν τ!ρ μή δύνασθαι μηδ' δράν S.OC495 j v. supr. fr. 5. to be in need of, τής σης βοηθείας Α.Ό.Synt (I.-E. let'qx-, cf. Lat. li-n-quo, Skt. ric-, pres. 3 sg. ri-na-k-ti 1 leaves', etc.) λει-π-ώδϊν, Iv OS, ή, past bearing children, Suid. λείρ-ΐνος, η, ov, made of lilies, χρίσμα Dsc ; έλαιον Gal XI. like a lily, άνθος prob. in Thphr.HP ιόεις, εσσα, εν, prop, like a lily, but in Horn, only metaph., χρόα λειριόεντα lily skin, II ; of the cicadae, όπαλειριόεσσαν their delicatevoice, 3.152; ofthemuses' voice, Hes. Th.41 ; Εσπερίδες Q. S.2.41S. 2. of the lily, κόρη. Nic.v4/.46 -ιον, τό, Madonna lily, Lilium candidum, prob. in Thphr.//P ; = κρίνον, Dsc.3.102, cf. h.cer.427, Hp.Mul.2.179, A.R.i.879. II. polyanthus narcissus, Narcissits Tazetta, Thphr./ZP6.8.1, , Dsc III. autumn narcissus, Narcissus serotinus, Thphr./ZP6.6.9; narcissus in general, ib , -ιοίγολφανεμ,ώνη, ή, omelet made with lilies, etc., σθαί TIVOS, because the Verb has a comp. sense, Id.7.48, etc.; ούκ εσθ' δποία5 λείπεται τόδ' ηδονής falls short of.., Ε. Fr.IfrS.fr ; λείπεσθαι TIVOS έςτι or εν τινι, Hdt.1.99, 7 8.a (v. infr. 4) ; περί τι Plb ; προς τι S. Tr. 266 ; καμήλους ταχυτήτι ού λειπομένας Ίππων Hdt.7.86 ; ξύνεσιν οΰδεν&ί λ. Th.6.72 ; πλήθει λ. X.HGj.4.24, πλήθει ημών λειφθέντες Id. An J ovs' ετι θηρός ελείπετο δερκομένοισιν, i.e. resembled.., Epic, in Arch..Pap. 7 p.4: also c. gen. rei, λειφθηναι μάχης λοιβάς..ού λίπε neglected them not, /G b. conversely, λίποι ιοί άνακτα they failed him, Od Math., lose or drop something, i. e. have something subtracted from it, τό KP λιπόν τό BO the area KP minus the area BO, Apollon.Perg.3.12, cf. Ptol.^i/m. Pherecr S, ov, =λειριόεις, άνθεμον Pi.Ν."!.79. II. 10.4, al., Dioph II. intr., to begone, depart, Epigr.Gr ofthe voice, A.R.4.903, Orph.A III. of the eyes of youth, (Rhenea); v. supr. 1.1 b. 2. to be wanting or missing, 06 τί πω όμματα Β ιώδης, ες, like a lily, εύωδία Thphr.W3.13. έλιπεν εκ τοΰδ' οίκου.. αϊκία S.P/.514 Cy r ) ; ούποτ' έρις λείψει κατά 6. -<5s, ά, 6ν,=λειριόεις, of the voice, τέττιξ γλυκεροίs χείλεσι πόλεις E.Hel (lyr.); τό κακοτυχές ού λέλοιπεν ik τέκνων Id.PP λειράχέων /G14-I934/ 6 κατισχνω- (lyr.)! λείπουσιναί ίκ τής κεφαλής [τρίχεϊ] Arist.77vi5 I ; Χειρώς' έτι δ ισχνός καϊ ωχρός. καϊ ληρίας λέγουσι κΰνας, τ as נ 33 με'να! καϊ άποβαλούσας τρίχας, ή τόν μικρόν λαγών, Hsch. λεϊστίς, έν σοι λείπει Εν.Luc ; τί λείπει τών επιτηδείων αύτάίς; Plb.io. 18.8; τί γάρ σοι λείπει; Arr.Epict.2.22.fr, cf. Diog.Oen.64 ; [ε/ί τήν ή, όν, ν. ληϊστός. προκειμένην πραγματείαν) τό ύφ' ου γίνεται,.μή βηθέν ού λείπει is XiiiTTptov, τό, = λίστριον, tool for smoothing stone, ZG N9, not needed, Marcellin.PKTs.69: c. inf., λείπει μεν ούδ' & πρόσθεν 7?δεμεν τό μή ού βαρύστον' είναι nihil absunt quin.., S.OP1232: SO al. (Lebadea). Χείτειραι ίέρειαι, Hsch. (Cf. λρ'τειρα).? λειτΐνο πέμματο! c. gen., βραχύ λείπει τοΰ μή συνάπτειν Plb , etc.; πρότασις τής είδος, Id. λειτνεία, dub. sens, in POxy (iii/iv προειρημένης λείπουσα υποθέσει a proposition containing less ill the A.D.). λειτόν βλάσφημον, Hsch. hypothesis than that aforesaid, Papp : freq. with numerals, λειτορευω (λείταρ), = ΐερεύω, /G9( 3 )-397 1!!228.3, al. (TheSS.), κεφάλαιον γίγνεται μικρού λείποντος πέντε καϊ δέκα τάλαντα Lys Arch.Pap (Egypt?). ού πολύ λειπον τών ενενήκοντα ίτών Plb ; τριήρευ πέντε λείπουσαι τών εκατόν είκοσι D.S ' generally, παντόs μεν ουν λείπει Χειτουργ-ε'ω, earlier Att. λητουργε'ω 7G2.I (iv B.C.), etc. (λειτ II (282 B.C.)): pf. λελειτούργηκα Lys.18.7, Is.6.60, Pl.Lg. 728a ; δ λιπών ib. 759 e ΐ τ <> λείπον what is lacking, Plb , Isoc : I. at Athens, serve public offices at one's own cost, etc.; esp. Gramm., to be incomplete, of a phrase, λειπούσης t^s φράσεως A.D. Adv , al.; to be wanting, omitted, λείποντας τοΰ καί And.1.132,al., D : c. acc. cogn., λ. τά προσταττίμενα IS.6.61; δύο λειτουργίας D.50.9, cf. LYS.3-47 ; λ. ύπέρ τίνος serve these offices ld.c0nj.22fr.24: also c. dat., λείπει ή "κείνοι" φωνήτω ild.adv.j4t for another, Is.3.80,6.64 ; τά λελειτουργημένα public services performed, D II generally, perform public duties, serve the 17. b. of the moon, to be invisible (cf. λειψιφαής), Plot c. λείποντα είδη, in Algebra, = λείψεις, negative terms, Dioph.l Def.lo, state, τήπόλει X.Mem ; <?Κτής ιδίας ούσίας ύμΐνλ. Isoc.8.13 Ί τό ταΐ5 ούσίαις λειτουργούν, t καλονμεν εύπορους Arist.Ρσ/. 1291*34; τμ B. Pass., to be left, left behind, άλοχος φυλάκη έλέλειπτο II ; σώμασιν καϊ τοις χρήμασιν λ. Id.Ath.29.fr ί λ T0 ' s ", ώμασιν D.21.16;; 01 δ' οίοι λείπονται Od , etc.; also όπίσσω, μετόπισθε, κατόπισθε τό περϊ τάς αρχάς λ. ל Arist.Po/.l291*35 λ - T V πάλει ταύτην τήν λειτουργίαν ib.37> cf. Plb ; λ. πρός τεκνοποάαν Arist./ 'o/ b2s! λ., II.3-160, Od.2I.u6; παίδες..μετόπισθε λελειμμένοι left behind in Troy, II ; μόνα..νώ λελειμμένα S.Ant.frS, etc.; τό άρχειν καϊ λ. POxy (iii Α. D.), III. generally, sew a λειπόμενον βίου (ν. 1. βιοτας) Ariphron I ( = IGfr. IJ1). b. Math., to master, C. dat., οί ένϊ λειτουργούντες τά τοιαύτα δούλοι \εισί] Arist.Pol. be subtracted : τό από τής ΔΦ λειφθέν ύπό τοΰ από τής ΔΑ ποιεί.., the 12 78*12, cf. PSI (iiiβ. c.). Nic.Dam.4 J ; λ.! τρισΐ ανδράσιν,ot square on ΔΦ subtracted from the square on ΔΑ gives.., Ptol.^!/w. a prostitute, APfr. 48 (Gallus). 2. perform religious service,^ minister, ι o remain, remain over and above, τριτάτη δ' έτι μοίρα λέλειπται II ; εμοϊ δέ λελείψεται άλγεα λυγρά i ολίγων σφι in Rev.Jit.Anc.fr2.fr (Athens, i B.C.), etc., cf. λειτούργιον, λειτουρ- επί τών ιερών D.H.2.22 ; τω Κυρίω Act. Α ρ. 13.2, etc. (Written λιτ- ήμερέων λείπεται σιτία Hdt.9.45! ^ πασι λ. βρατοΐς.. έλπ'ις Ε. 7>-.68Ι ; γ is.) ημια,ατοί,τό,performance ofa public service, D.H.6.40,Plu. αυτόνομοι ελείφθημεν Th_3.Il ; έως &ν τι λείπηται Id.8.81 : impers., Ages.fr6, POxy Λ (iii A.D.), Jul.Or.1.21d. 2. performance λείπεται it remains, PI. Tht. 157ε : c. acc. et inf., πεπληρώσθαί με Id. of religious ritual, Lxx Aw ησία, ή,. foreg I, prob. 1. Phdr.235c. 3. remain alive, πολλοί δέ λίποντο Od.4.495, cf. A. in Philostr.KS ; tenure of municipal office, POxy ( 1 ' 11 Pfrs.480, X.^« II. c. gen., 1. to be left without, to be A.D.). ~ησί.μος,ον, for service, σκεύη Lxx lch.28.1 fr. -ία, ή, earlier forsaken of, κτεάνων λειφθεϊς καϊ φίλων Pi ; σου λελειμμένη S. Att. XF T- IG2 2. Ι (386 B. c.): at Athens, and elsewhere (e.g. Ant. 548 ; but στρατόν λελειμμένον δορός which has been left by the Siphnos, Isoc ; Mitylene, Antipho fr.??), public service performed by private citizens at their own expense, And.4.42, Lys.21.19! spear, i. e. not slain, A.Ag.frxj. 2. to be left behind in a race, II ,409, Od.8.125; λελειμμένος αιών lingering behind the sheep, etc.; λ. έγκύκλιοι ordinary, i.e. annual, liturgies, D.20.21; λειτουργία! ; λείπετ'..μενελάου δουρός ερωήν he was left a spear's throw μετοίκων, opp. πολιτικαί, ib. 18. II. any public service or work, PHtb behind Menelaus, II ; ες δίσκουρα λέλειπτο he had been left behind as much as a quoit's throw, ib.523 ; κίρκοι 7τελειών ού μακράν I.78.4(111 B.C.), etc.; δ 4πϊ τών λειτουργιών τεταγμένος, in an army, the officer who superintended the workmen, carpenters, etc., Plb ;»< λελειμμένοι A.Pr.SfrJ, cf. Ε.Hipp.1244! τοΰ κήρυκος μή λείπεσθαι not επί τινα λ. απεσταλμένοι Id : generally, military duty, UPZl 5 to lag behind the herald, Th ; but από τίνος to be left behind by one, H.9.437,445 ; λ. βασιλέας or από βασιλέos by the king, Hdt.8. 25(pl.,iiB.c.). 2. generally, any service orfunction, ή πρώτη φανερα 113,9.66 ; λείπεσθαι τοΰ καιρού to be behind time, X.Cyr ; τής τοις ζφοις λ. δια τοΰ στόματος ούσα Arist. PA6fr o A 9, cf. 674V ; y,f ναυμαχίης Id ; τής εξόδου Id.9.19 ; but, λείπου μηδέ σύ, παρθέν', 71!"30 ; φιλικήνταύτην λ. Luc.Salt service, ministration, help, άπ' οίκων fail not [to come] from the house, i. e. follow us, dub. in S. 2 Ep. Cor. 9.12, Ep.Phil III. public service ofthe gods, αϊ τρμ Tr (anap.): abs.,to be left behind, be absent, Hdt.7.229, τους θεούς λ. Arist.Po/.l 330*13 ', αϊτών θεών θεραπεΐαι καϊ λ. D.S.I.2'1 come short of, be inferior to, τίνος, like ίλαττοΰσθαι, ήττάσθαι, υστερεί- cf. ΡΡ217. ) 17 Β. c.), PTeb (1 Α. D.), etc.; the service or mmsof priests, LxxAK.8.25, Ev.Luc ικάς, ή, όν, of orfor λειτουργία, LxxPr.31.10, al.; ήμέραι (in temples) ΡΓ< ά.88.6(118.ε.), ל έλος), ministering, πνεύματα Ep.Hebr Subst. -κόν (sc. τ ' C b prob. a tax paid in lieu of labour performed, PPetr. 2 p. 129(1" PTeb.5.49 (ii B. c.), al. : in form λειτουργιακός Cat.Cod.Astr ιον, τά, subsidiary action springing out ofa trial,?\1a.tp II,12 (λιτ- codd., cf. λειτουργέω ad fin.). -0s, δ, (λήϊτος, έργον) of -who performed α λειτουργία (q. v.), POxy.82.3 (iii A. D.), etc.; λ. RW

17 Χείτωρ 1037 \έλο γί<τμέν(χ.>5 Ινπαισΐ λειτουργιών CIG , cf. 2882,.( anchidae 2886(B1 II. λεκανό-μαντις, eas, δ, dish-diviner, Str , Ptol.Tetr. 181, public servant, ή στάσις τών λ. [τοΰ 2αλομώνος] Lxx 3ΆΑ0.5! of workmen, carpenters, etc., οικοδόμοι καί λ. PPetr.3 p. 139 (iii B. c.), cf. Plb.3. χ., ττωλις - 150s, ή, for the sale of dishes, στωία IG 12(2) Artem hence -μαντεία, ή, PMag.Par.1.22\, Ps.-Callisth. I. 03-5; at Magnesia, an official of the γερουσία, Inscr.Magn.I16.17; (Mytil., dub.. Lat. lictor, Plu.P0Hi.26 : metaph., λ. T7js χρείας μου ministeringto my λε'κάνος, δ, or -ov, τό, wine-bowl, λεκάνου φυκτήρ I G 2 ^. ; need, Ep.Phil private servant, Lxx 2P III. in fort, λεκανοφυκτηρ. religious sense, minister, [βεοΰ] ib.ps.102(103).2 1, P^.P0m.13.6,al.; λεκάνοσκοιτία, Ep. -ίη, ή, the inspecting of a dish, in order to τωνθεών D.H.2.22, cf. 73 ; τών αγίων λ. Ep.Hebr.8.2 ; θεοϊς λιτουργοί (sic) Rev.Et.Anc.32.5 (Athens, ί B.C.) ; attendant at sacrifices, λεκάριον, τό, Dim. of λε'/cos, little dish, X.Cyr ( v ', via» pi.), divine, Man acolyte, IG3.1005,a\. IV. Astrol., λειτουργοί, οί, astral gods subordinate to the δεκανοί, Iamb.Myst.g.2, Firm , Mart.Cap λεκίθ-ιον [ϊβ], τό, bean-meal, PH0lm.1g.4T. -ίτης [ϊτ] Άρτος, Herm.Hist.2, Gal.18(1).240, Poll λείτωρ, opos, δ, priest, αρωγός λ. Ath.Mitt (Athens) ; λείτορες' ίέρειαι (fort, ίερεΐς), Hsch.; cf. λείτειραι, λειτορεύω, δμολείτωρ, λεκϊθο-ειδής, e's, = λεκιθώδη5, Hp.Morb πώλης, ου, δ, δ, bread made of pulse, SeIeuc.ap.Ath.3.114b, cf. Carm.P0p.4l.il. λγτηρες, λήτωρ. Suid.: fem. -ιτωλις, 1S0j,peasepudding-seller, Ar.PI.427, Luc.Lex.fr. λίίφαιμε'ω, λείφαιμος, ν. λιφ- ; cf. λειπανδρία. λείφητρα λε'κΐθος (Α), δ, gruel of pulse or cereals, πτισάνη5 Hp.MuI.l.log ; λείψανα, Hsch. φακών ib. 52, cf , Ar.Pys.562, Pherecr.22, Alex.258, etc.; defined in Gal XI. = φακών τό ένδον τοΰ λίπους, Id λίιχήν, ήνος, δ, tree-moss, lichen, implied in Thphr. (cf. λειχηνιάω). 2. a kind of liver-wort, that grows on damp rocks, Dsc.4. λεκΐθος (Β), ή, yolk of an egg, Hp.Mul , freq. in Arist., as 53; butίίיrjγε^osλ., = ί1πγ0λειχv, Nic. PA a lichen-like erup- /P4562 a 29,al.; σμήχεαπόλ. Nic.Dam.4J. Hon on the skin of animals, esp. on the chin, mentagra, A.CA.281 (pi.), λεκϊθώδης, εϊ, ( ο$β λε'0 ) yolk-coloured, Hp.Efnd.4-l 4: Thphr.HP Hp.^A.3.20 (pi.), Thphr.5«rf.14 (pi.), Lxx Le.21.20, Gal.14.75, , Aret.SPl.15, etc. Agt.8,16; also, of the ground, blight, canker, A (lyr.). 4. λεκίς, λεκίσ-κιον, λεκίοτκος, v. λέκος. in horses, the normal callosity on foreleg, chestnut, Dsc.2.43 (pi.), λε'κκη* χλαίνα, Hsch.(cf. δεκτή, λόκκη): also XaKT1)(post λεκτοί). Cael.Aur.7P1.138 (pi.). In codd. freq. written λιχήν. λεκος, εοι, τό, dish, pot, pan, Demioprat.ap.Pol! , Hippon. λειχήν-η, ή, = μυρτάκανθον, Dsc ιάω, have theλειχήν 1, 58, Phoen.2.2 : Dim. forms λεκ-ίς, ίδος, ή, Epich.126, Iamb.FP of olives, Thphr. CP ικός, ή, όν, for eruptions, τροχιακός 26.r!9(pl.) ; = παροφίς, Hsch.; -ίσκος, δ, Hp.ap.Poll. 1. c.: hence Gal : -κή (sc. έμπλαστρος) ib.835 ; -κόν (sc. φάρμακον) Orib. -ίσκιον, τό, a small measure or weight, Hp.Acut.(Sp.)63, 69 ; cf. Fr.78, Aet.8.16, etc. -ώδης, ες, like the λειχήν, Hp.Epid.4.20, λεκάνη. Gal.6.750,al. λε'κρικα λεκρανα, τά, = άγκώνες, Hsch,, Phot.; cf. όλε'κρανον. λαχηνωρ, ορος, δ, Lick-man, name of a mouse, Batr.202 : so also σειραί, σχοινιά, Hsch.; cf. λείκοικα. λεκροί, = λικροί (q. v.). Χειχομνλη [&], ή, Lick-meal, name ofa mouse, ib.29; λειχοττίναξ λεκ-τεος, α, ον, (λέγω β) to be said or spoken, Pl.P.378b. II. [f], άκος, d, Lick-platter, ib. 100, 230. λεκτέον, one must say or speak, περί τίνος X.Lac.2.12 ; [λάγοι/s] PI. : י 7 7 Mi. λείχω, fut. λείξω Lxx aor έλειξα A. (v. infr.), Ar. (v. P.392a ; ST(.. Arist.PA 1145*15. -της, ου, δ, speaker, Gloss. infr.): Pass., aor. part, εκ-λειχθέν Dsc.3 36: Uck U P1 Hdt.4.23, λεκτίκιον, τό, Dim. of Lat. lectica, litter, Alex.Trall.io, AEu.\06,Ag.828 ; λ. δημιόπpaτaar.eq.ϊ03 ; simply, lick, αλα Arist. λεκτικός, ή, όν, good at speaking, able to speak, X.Mem.4.3.1, Cyr. 7//i580 b 31; βοΰς όπλήνx.thphr.sign.ifr. (Cf. Skt. lih- 'lick', etc.) (Sup.) ; ή -κή (sc. τέχνη) the art of speaking, Pl.Pft.304d. II. λειψανδρία, ή, (λεΐφις) = λιπανδρία, Hsch., v.l. in ].BJ3.3.2, for suited for speaking, οί λ. των λόγων speeches in common colloquial λειπανδρία or λιπανδρία : hence in later Gr., Adj. λείψανδρος, Sch. style, opp. ποιητικώς συγκείμενοι, D.61.2 ; μάλιστα λ. τών μέτρων τό E.Or.249 ; Verb λειψανδρε'ω, Tz.H ιαμβείόν εστί Arist.Po. 1449" 2 4! cf ΡΑ.1408 b 33. Adv. -κώς in prose, λειψάνηλόγος, ov, gathering remnants, AP6.92 (Phil.). O.H.Comp related to expression, stylistic, δ λ. τόπος the λείψάνον, τό, (λείπω) piece left, remnant, Άργοΰς Ε. Μ«/. 1387: province of expression, ib.1,4; opp. πραγματικός, of style, opp. metaph., ofa man, λ. φίλων, Φρυγών, Id. El. 554, Tr. 716; τό νυν αύτής matter, αρεταί ld.pomp.1; μέρος id. PA.34. III. Adv. -κώς [Tis7^s] λ. Pl.Cr17i.110e, cf. ma; δάκρυα..στοργάς λείψανον APj. with the force of a word, of the termination -βεν, A.T>.Adv.1g5.16, 476 (Mel.); μειδιάματος λ. traces of a smile, Chor.inRev.Phil. 1. verbally, Stoic freq. in pi., remains of the dead, λείψαν' εκβάλλειν κυσίν λεκτίς, ίδος, ή, litter, Sm.7s E./V.469 ; λείψανα θανόντος S.P/.11I3; τά λ. τοΰ σώματος PI Phd. λεκτο, V. λέγω (Β), λέχομαι. 86c; βωμός λ. φωτός έχει CIG(a.dd.)407gb (Ancyra), al.; but λ. τών λεκτός, ή, όν, (λέγω Β) gathered, chosen, picked out, of stones, λ. εκ ay a Siv ανδρών their deeds, good name, etc., E.^Jirfr.774 (lyr.) ; remnants of youth, Ar. V (lyr.) ; λ. τών Ίλιακών παθημάτων sequels 19, etc. II. capable of being spoken, to be spoken, έστ' έκείνω πάντα γαίης λάους Hes.Pr.H5-3 ΐ στόλος Α.Pers.795 ; ))θέων λεκτοί S.OT to.., Longin λεκτά Id.ΡΑ.633 > κακόν ου τλητόν ουδέ λεκτόν Ε.Hipp.875 ; οΰτε λ. λειψεδάφία, ή, (έδαφος) loss of soil (by washing away), POxy ούτε πιστόν Ar.^.423 (lyr.): λεκτόν, τό, an expression (opp. mere 98,19I2.I29 (VJ A. D.). φωνή), A.D.Adv ; a word (with a meaning), Id.Pron.59.1,al.; ληψις, εω5, ή, omission, τοΰ άρθρου A.O.Synt.jS.g. 2, failure, τά λ. predications, Cleanth.S/01c.1.109; but later, expressions, phrases lack, αγαθών Cat.Cod. Astr.8(1).\82. II. Math., negative term in an (including statements, questions, commands, wishes, etc.), Stoic.2. algebraic expression, opp. ίίπαρξις, λ. επί λεΐψιν πολλαπλασιασθετσα 58,61, al.; coupled with προτάσεις and αξιώματα, Plot ποιεί ίίπαρξιν a minus multiplied by a minus gives a plus, Dioph.i λεκτρίτη θρόνιρ' άνάκλισιν έχοντι, Hsch. Def.9; dat. λείψει c. gen., minus, Id λεκτρον, τό, (λέχομαι) couch, bed, Horn. (esp. in Od.); λέκτρονδε λειψϊ-φαής, ε'ί, waning, σελήνη Max.455, cf. Heph.Astr to bed, Od : also in pi., , Od.20.58, etc.; Arc. for -φωτέω, wane, Cat.Cod.Astr.8(2).10S.18. -φωτός, ov, waning, κλίνη acc. to ABicgfr. II. later, mostly in pi., marriage-bed, Pi. Paul.AL/l/.4, Cat.Cod.Astr.8(2) , al. : also -φως, Vett.Val. 7V.8.6 (sg.) ; παρθένοις γαμήλιων λ. άπείροις A.Fr.242 ; λέκτρων ευναί 191.6, Eust.8n.63 ; but ήρωες..λιψόφωτες (sic) ivho have quitted the Id.Pirs.543 (anap.); λέκτρων κοϊται E..Alc.g25 (anap.); κοιτάς λέlight of day, PMag.Par KTpovId.Afi!7.436(lyr.) ; but τό δυσπάρευνον λ. S. Tr.^gi : henceγήμαι λειψό-θριξ, τρίχας, δ, ή, τό, having lost their hair, μέρη Ael.JVA14. λέκτρα τινός wed one, L.Med.594! λέκτρα προδοΰναι, αίσχΰναι, etc., 4 -ο-ε'ληνον, τό, the moon's first or last quarter, when it is Id.Or.939> ל/י 9441 (*// etc. > αλλότρια, νόθα, δοΰλα λέκτρα, of illicit hidden, Paraphr.Poet.rfeAer6.7 connexions, ld.hf345) Andr.928, Ion8\g; cf. λε'χοϊ. 2. the fruit λειψυδρία, ή, want of water, Thphr. CP5.12.1, Plb , Str.16. of marriage, a child, Agathyll.ap.D.H (pi.). 1.10, D.S.1.52, Sammelb (ii A. D.): Λειφΰδριον, τό, awaterless district near Mt. Parnes in Attica, Scol. 14, Hdt.5.62, Ar.Lys. λεκχώ, v. λεχώ. λεκτροχάρής, ές, enjoying the marriage-bed, Orph.// ^ λελαβε'σ-θαι, v. λαμβάνω. λελάθη, λελάθοντο, λελαθεσθαι, λείω, v. λ». ν. λανθάνω. λελακα, λελάκοντο, λελάκυϊα, ν. λάσκω. λε'λαμμαι, ν. λαμβάνω, λέπω. λε'λασμαι, V. λανθάνω. λελάχητε, λειώ-δης, ες, = λείοι, smooth, even, Suid. κόρης - δ τελείως ίκχεκαυμένους τοί/s όφθαλμου5 έχων, Hsch. (λειοκ- cod.). λελάχωσι, ν. λαγχάνω. λελεγια κόχλακες, ή κοχλώδεις τόποι, λειώλης, εί, = πανώλτ;!, IG12(1).737 (Camirus, vi Β. C.); cf. λεώλης τελείως εξώλης, Hsch. λεληθότως, Adv. pf. part, of λανθάνω, imperceptibly, Pl.^-tr.365c, Hsch. λελειτρίς ίχθΰς ποιος, ή καλουμένη φυκίς, Id. λείωμα, ατ05, τό, (λειόω) pigment-powder, τά άκρατα λ., τά ύδαρέντςρα λ., Thphr.Lap.55 13; secretly, Lxx2Ma.6.I1, 8.1. Cic.A/t.6.5.3,Pam.g.2.3, D.H.Comp.22, Anacreont.15.16, Luc.Am. λείων, ν. λε'ων. λείως, Adv. of λείος (q.v.). II. ν. λέως. λεληκα, v. λάσκω. λε'λησμαι, v. λανθάνω. II. λέλησμαι, λεί-ωσις, εως, ή, (λειόω) trituration, σιτίων Gal. UP11.8, cf. 9, Eras1str.ap.eund ; f.i.inplu.2.129d. 2. levigationoiapowder, λελίημαι, old Ep. pf., strive eagerly, II., but only in part, λελϊη- V. ληί'ζομαι. ^os.alch.p. 177 Β., al. -ωτε'ον, one must make smooth, δρεπάνω μένος, λ. όφρα τάχιστα ώσαιτ' 'Αργείους 5.690, cf. 4-4^5 as A-dj., τομήν Gp.g.5.6. eager, βάν p ίθός Δαναών λελιημενοι , cf : < η later Ep. λεκαιος ό ίποτεταλμένος, Hsch. (post λεκανίσκη). λεκαλεος, c. gen., eager for a thing, λελιημενοι ήπείροιο A.R.i.1164 : also 3 sg. ' for λαικαλέος in Luc.Lex. 12. plpf. with inf., αΰδήσαι λελίητο Id , cf. 646, : 2 sg. pf., λεκάν-η [a], ή, (λέκος) dish, pot, pan, Ar.Nu.g07, V.60C, al., λελίησαι ak0ie1vtheoc.25.\g6, cf. Orph.pr.280.4: 3 pi. plpf. λελίηντο (1) i»/.1.14(it B.C.), etc.; basin, /G 4 1 od, (Epid., iv B.C.); prob. cj. in Id./ II. in phys. sense, αίθήρ εκτός έσω λελιημένος rushing, Emp.ioo. 18. Ar.^1/.8 4 o, 1143, /G ; cf. λακάνη : Dim. -ίδιον, τό, P , Eust : -ιον, τό, Ar.Ach.mo, Polyzel.4, Orib. λελικκός, δ, a kindofjis/1, Hsch. λελιμμε'νος, v. λίπτομαι. λελιχμότες, ν. λιχμάω. trm, v. 1. in X.Cyr.I.3.4: -ίς, ίδος, ή, Ar.Pr.805, Plu.2.828a, Luc. ^ 39 ~ίσκη, ή, Ar.Pr.805, Telecl (Perh. fr. Bab. lahannu.) Χελογισμε'νως, Adv., (λογίζομαι) according to calculation, λ. οκως..

18 λζλο-χνΐα 1038 λεπίζω Hdt ; λ. πράσσοιμι μάλλον σθένει Ε.Ρ41021 ; ορθώς καϊ λ. Plu. Galb.fr. λελοχυια, ν. λέχομαι. λελΰμε'νως. Adv., (λύω) mildly, chronically, of fever, Η p. Coar. 470, cf. Gal ; openly, freely, τι περί TIVOS δτηλωσαι ChioEp.n.fr. λεμβαρχ-ε'ΐι},commandα λέμβος, perh. metaph. in religious sense, 7GPo>».1.817(Callipolis). -OL" λιπόδερμοι. (καϊ οί ίφολκίοις πλέοντες), Hsch. (cf. λέπανος). λεμβ-ευτικός λύγos, title of work by Heraclides ' Lembos', D.L ος, δ, a ship's cock-boat, D.32.6 : metaph., of?!parasite, όπισθεν ακολουθείκόλαξ τφ; λέμβος έπικέκληται Anaxandr fishingboat, Theoc fast-sailing galley, felucca, used either to precede a fleet, Plb > or as a light transport, Id , cf , SlGfr6g. 19(Halasarna, iii B.C.), PPetr.2p.64im B.C.). -ώ8ης, ε?, like a λέμβos 11, 2, πλοϊον Arist.P47!o a 31. λεμεΐοτα, v. λέμυσος. λεμμα, ατοί, τό, (λέπω) that which is peeled off, rind, husk, Hp. Mid , Ar.^.674, Alex.266.3; τής.. σαρκοειδοΰς φύσεως λ. Pl. Ti. 76a. 2. ιχθύων λέμματα scales, Poll.6.51, 3. metaph., a mere husk, of one who has been swindled, Anaxil λεμνα, ή, a water-plant, star-grass, Callitriche verna, Thphr.i/P λε'μ-υσος or λεμ-ύσης, ου, δ, Egyptian name of a kind of priest, Sammelb. 1007(1 A.D.); cf. λεμεΐσα, PTeb (ib.c.). λεμφ-ος, δ (Hsch., pl.) or τό (Tz.//.6.331), =κόρυζα, μύξα, Lib. Decl.frfr. 29, cf. Moer.p,251P., Hsch. 2. λ., of, putrescent carcasses, Phot., Eust II. Adj. snotty, drivelling, Men.493, Epit ώδης, εί, drivelling, Sch.Luc./,«.*.18. λεντίκιον, τό, = sq., prob. in PO*jy (ivA.D.). λε'ντιον, τό, = Lat. linteum, cloth, napkin, towel, Peripl.M.Rubr.6 (pi.), Vit.Aesop.Oxy , Ev.Jo. 13.4, Inscr.Magn , BSA (Sparta, ii A. D.): hence λεντι-άριος,ό, prob. attendant at the bath, IGfr , : -ΐφαντής, οΰ, δ, towel-weaver, Supp. Epigr (Ephesus). λε'ξεο, Ep. imper. aor. Med. ο{λέχομαι (q.v.). λεξ-ίδιον [δΐ], τό, Dim. οίλέξις, Arr. Epict , Gal. τ3.575, etc.: in Mss. freq. λεξείδιον, which is called Attic by Choerob. inpyl/ , cf. Did.ib ; but cf. όφίδιον. -ίδριον,τό, = foreg., Sch. D.T.p.227 H. (v.l. -ύδριον). λεξΐθηρε'ω, hunt after words, PIu.ap.Gell.2.9. λεξικογράφος [a], i, lexicographer, EM λεξικός, ή, όν, of or for words, λεξικόν (sc. βιβλίον), = λέξεις (ν, λέξις ii.3), ^451094, Phot. tit. λε'ξις, εως, ή, (λέγω Β) speech, opp. ιρδή, Pl.Pg-.816d ; λ. ή πράξις speech or action, Id.P-396c ; δ τρόπος τής λ. ib.40cd; τά λέξει δήλουμενα orders given by word of mouth, Arr. Tad diction, style, ή ένθάδε λ. the style used here (in courls of justice), Pl.Ap.j 7d ; Μοόσης λ. poetical Mction, Id.Lg.fgfre, cf. Arist.Ph.14!o h 28,Po..^ TheonPro 14fr0 h 1fr, etc.; περί Λέξεως, title of work by Ephorus, 2. II. a single word or phrase, Arist.PA b 1, Epicur.Ae/. 28 p-4v.,al. (pl.), D.T , Plb , etc.; even a meaningless word, such as βλίτυρι, Diog.Sioic.fr. 21 fr; ταΐς λ. κέχρηται ταΐς αΰταίϊ Plb ; αΰταϊί λέξεσι or κατά λέξιν wordfor word, V>.H.P0mp.2, Plu.2.869d, Ath d, D.L.2.113; later επί λέξεως PLond.fr.ijlfr.!4 (vi A. D.), Vit. Arist.p. 438 Rose, etc.; collectively, κρατώ καϊ τής λ. the very words, Ath.7.275b, cf. Epicur.iVij<.28p.15V., Gal κατά λε!ν as the phrase goes, AP (Lucill.) ; παρά λέξιν incorrectly, Cic. Att Gramm., a word peculiar in form or signification : hence λέξεις is the older term for a glossary, '?οδιακαϊ λέξεις aglossary of Rhodianphrases, Ath.i ; cf. γλωσσα π text of an author, opp. exegesis, Asp.inEN122.27, Arr.Epict.fr.21f, Dam.P1-.165,169. Λεξΐφάνης [α], ου, δ, Phrase-monger, title of dialogue by Lucian. λεξο, Ep. aor. imper. Med. of λέχομαι. λεοντ-άγχης, ου, δ, lion-strangling, voc. λεοντάγχ' 31 να (i.e. & &να) prob. in Call.Epigr.fr6. -άριον, τό, Dim. of λε'ων, CIG4558 (Palestine), PGt/781 iii8 (i A. D.), Gal II. as fem. pr. n., Epicur.ap.D.L ε'η (fem. of λεόντεοί), contr. -ή (sc. δορά), ή, lion's skin, Hdt.7.69, Ar.Pa.46, al., Pl.Cm.41 la, Anaxandr.65 : poet, λειοντή, API : also λεοντεία, Anon.ap.Suid. -εία, ή,ferocity, f.i. in Ps.-Polem.P/!g? (p.326 F. j. -ειος, a, ov, also late os, ov, v. infr. 3, ofa lion, τής λ. (δοράς) A.Fr. 109, δέρμα Theoc ; ο-τε'αρ Gal ,al. 2. lion-like, δύναμις Epich.[301] ; βία AP9.221 (Marc. Arg.). 3. ή λεόντειος πόα,-δροβάγχη, Gp εος, a, ov,. foreg 1, γάλα dub. in Alcm ηδόν, Adv. like a lion, Lxx 2Ma.\ ιανός, ή, όν, Astrol., bom under the sign Leo, Cat.Cod. Astr ίαοτις, εως, ή, the early stage of ελεφαντίασις, Ruf.ap. Orib , Gal ιάω, suffer from foreg., Id. 1. c.; to be like a lion, TZ.// ϊδευς, έως, δ, lioncub, Ar.Byz.ap.Ael.NA ική, ή, a plant, =κακκαλία, Dsc (v. 1. λεαντική). II. a dye, PLeid.X.98. -ικός, ή, όν, ofa ϋοη,τάλ., in Mithraic mysteries, Porph. Abst.4.16, Antr.lfr. -ιον, τά, Dim. of λε'ων, Theognost. Can.12fr. II. = λεοντίασις, Aret.SD is, ίδος, ή, lion-shaped ornament on a building, Keil- Premerstein DritterBerichtNo λεοντο-βάμων [a], ov, gen. ovos, (βήμα) resting on a lion or lion's feet, σκάφ-η A./V. 2 2J. -βασις, εως, ή, base in form of a lion, /G2 J ,3^1, (pl.), Roussel CultesEgyptiens p. 220, Mich.el8fr2.4fr (Samos). βότος, ov, feeding or keeping lions, Nonn.P.1.2r. II. proparox. λε οντόβοτος,/ί«/on by lions, χώρα Str δάμόϊ [δά], acc. -δάμαν, δ, lion-taming, κύων >. Pi.i74 a Schroeder( =: Luc. Pr.lm.19). -δε'ρης,,, 016 (if pos) like a lion's skin, tawny, Orph. L δίφρος, ov, in a chariot drawn by lions, 'Ψέ-η AP6.g4 (Phil.). -ειζ-ης, ές, Han-like, Ae\.NA 12.7, Gp κε'φαλος,ov, lion-headed, παραιετίδες, of gargoyles, IG , prob. in ,29, cf. Luc.Herm.4.4: also -κεφαλή, ή, lion-headed gargoyle, SIG ,x17(Delph., ivb.c., in Dor. form -a), IG4\!) ,303 (Epid.). -κόμος, ov, tending or rearing lions, Opp.C.3.53, Philostr. Her κρανον,τό, = Άμαζονικόν όπλο ν, Com.Adesp A 0,6 fr. -κρουνον,τs, lion's-headspout, /G (Lebad.). -μάχος [a], ov,fighting with a lion, Epic.Oxy , Hdn.Gr.u232 : also -μάχας, Theoc. /> μΐγής,ε'ϊ, (μείγνυμι) half-lion, half something else, Poll μορφος, ov, lion-shaped, Horap. 1.21, Sammelb , Cat.Cod.Astr.8(4) μ-ύρμηξ, ηκος, δ, half-lion, half-ant, Hdn.Gr ιτεταλον, τό, a plant, Leontice Leontopetalum, Dsc. 3.96, Gal.2.57 ז. -ττόδιον, τό, - foreg., Dsc. 3.96; = ζψύνυχον, Ps,- Dsc iro-υς, ό, ή, πουν, τό, gen. ποδός, lion-footed, Ε.Fr. 540; ofvessels, /G11(2),161 Ρίο, C55, al. (Delos, iii B.C.). -ιτρόσ - ωιτος, ov, lion-faced, Sch.E.PA.411, POxy (ii A.D.), PMag. Par. 1, τροφία, ή, rearing or breeding of lions, Ae\.NA6.8. λεοντοΰχος, ov, (έχω) holding a lion, epith. of Asclepios at Asca- Ion, Marin./Voc/. 19. λεοντο-φόνος, ov, lion-killing, νίκαι AP6.74 (Agath.) ; λ., ή, lionslayer, BMus.Inscr (Cyrene, ii A. D.). II. λεοντοφόνον, τό, a Syrian insect that poisons lions, Arist. Af1V.845 a 28, cf. Ael./V^ φόρος, ov, bearing the figure of a lion, Luc. Herm φΰής, is, of lion nature, άγρα L.Ba (lyr.) ; κυλίκιον..ώτσ. έχον -φνα RousselCultesFgyptiensp.2frfr (Delos, ii B.C.). -χασμα, ατος,τό, λεοντόκρουνον, C/Pio (Puteoli). -χλαινος, ov, clad in a lion's skin, API (Arch.). -χορτος, ov, eaten by a lion, /3011- fiaxis A. Fr.fr fro (-ταν cod. Eust.). -χρους, ου ν, lion-coloured, Heph.Astr.i. ι, -ψύχος, ov, (ψυχή) lion-hearted, Sch.D II λεοντώδης, ε!, lion-like, ήθη Arist./V.1338 b 19 ; rais λ. τήν φύσα* Plu.Alex.2 ; τό λ. the leonine element, "<"' Plot.1.1.7; PI.if.590a, heartedness, Plu.Fab.\. Adv. -δως Posidon.15J. Λεοντών, ώνοϊ, ό, a month at Alexandria, Ptol.Alm.g.J. λεότταρδος, δ, leopard, Gal.5.134, Edict.Diocl.8.39, Theognost. Can. 98. λεοτριβεω, = λειοτριβέω (q. v.). λεουργάς, όν, = λεωργός, blamed as φορτικόν by P0II.3.134, quoting X.(Mem , where λεωργότατον is now read). λετταδεύομαι, (λεπάς) fish for limpets, Hsch., Phot. λετταδν-ςσ-τήρ, ήρος, ό, end of the λέπαδνον, P011.r.r47. -ov, τό, broad leather strap fastening the yoke ί ζυγόν) to the neck, and joined to the girth (μασχαλιστήρ), mostly in pi., U.5.730,19.393, A. Pers. ι gl, Ar.Eq.768, Ρ Fay. 348(ii/iii A. D.) : sg., ΛΡ4.3 b I (Agath.): so metaph., ανάγκαs εδυ λέπαδνον A.Ag.218 (lyr.): later λε'τταμνον acc. to Apollon./.«;. S. v. λέπαδνα. II. Λέτταδνα σιδτιρα iron baskets, PLond λειτάξω, = πίσσα, in pf. Pass., Stratt.77, Hsch. λε7ταιος, a, ov, (λέπα5) of a scaur or cliff, όφρύη E.Heracl.frg4) rocky, rugged, χθών,νάπαι, ld.hipp.1248,itfr24. λεττανος ή λέ-ττανθος λ!πόδερμος (Tarent.), Hsch. λε'ιταργος, ov, (λέπος) with white coat orfeathers, κίρκος ASr.fr04.fr; ofa sheep or goat, Theoc II. as Subst,, λ., δ, of an ass, Nic. Th.fr4g. λε-η-ας, τ ό, bare rock, scaur, Simon.114.1, A.Ag.28fr, 29S, Έ..ΡΙ1. 24,al.; Άκραΐον λ. Th (Only 110m. and acc. sg.) λεττάς, άδος, ή, limpet, Ale.51 (s.v. 1.), Epich.42.2,114, Hermipp. 31, Arist.HAfr28 h \, al.; ίίσπερ λεπάς προσεχόμενος τφ κίονι Ar.K.105, cf. PI λειτασμα, ατος, τό, coat, skin, membrane, gloss 011 χιτάν, Sch.Nic. Th λετταστή (so Hdn.Gr. I.345) or λεττάστη, ή, (λεπάς) limpet-shaped drinking-cup, Ax.Paxg\6, Pherecr.95, Cratin.423 (pi ): al s0 λεταστίς, ίδος, ή, AfAfri.fr49 (vase), Hsch. λέιταορτρον" σκεύός τι άλιεντικόν, Hsch. Χεττεω or λεττόω, impf. ελέπουν' οίον ε λε7π ον τύπτων καϊ μαστιγών, Hsch. λειτίδ-ιον, τό, (λειτίϊ) small plate, capsule, used to close a tube,.. HeroS/>;>1.3 II. a Syrian plant, pepperwort, Lepidium latifo- Hum, used in cases of scurvy, Dsc.2.174, Gal ,13.350: in Ath.3.119b, 9.385a, λειτιδι or -διν, τό. -ίσκη, ή, Dim. of λετ/s, /G12(8) (Imbros, ii β. C.). λεττϊδο-ειδης, ές, like scales, of bones, Gal.2.713; λ. προσκολλήματα, of sutures, Id.iZP ομαι, Pass., to be covered with scales, τα λελεπιδωμένα, τά λεπιδωτά, S.E.P.l.fro. 11. τά οστέα λητιδοΰται the bones scale off, Hp.Fract.frfr., λειτΐδωτός, ή, iv, scaly, δέρμα, of the crocodile, Hdt.2.68 ;!χ Arist.^505 a 2 4.al.; σωμα Paul. Aeg βύρηξ λ. a cuirass covered with scales, Hdt.9.22, cf. D.C II- as Subst, λ-, t>, a fish of the Nile with large scales, Hdt.2.72 ; = κυπρίνος, Dorioap- Ath.7.309b. (Prob. Cyprinus bynni.) 2. a kind oigetn, Orph.P 287. λεττ-ίζαι, (λεττοϊ) peel off the husk, skin or bark, mostly in Pass., Antiph (codd. Ath.),,ך. Thphr.ΗPg.2 Arist.Mir.8fr0'1fr{^ v-h)> Ph.PeZ.88.45, Dsc. i. 36 ; of the tongue, A6t.8.40 : Act. in LxxG" ,3!. II. (λετι'ί) strip an object of its covering of tnetai

19 XfVopi? 1039 λεπτός plates, Plb , (Pass.). -ιον, τό, Dim. of λέπος, thin rind, scurf, Hp.C0ac.458 ; λ. τοΰ Άρτου Sor is, ίδος, ή, (λέπω) epithelial debris, Hp.Aph.4.81 ; layer of the skull, PMed.in Arch.Pap.4.270; φού λ. egg-5^//, Sch.Ar.Pa^ 198 ; cup of a filbert, AP6.22 (Zonas), 102 (Phil.); coat of an onion, Sch. Luc. Hist. Conscr collectively, scales of fish, λεπίδος σιδηρέης 6φιν ιχθυοειδέος Hdt.7.61 ; t εν ορνιθι πτερόν, τοΰτο εν ίχθύϊ 4στΙ λ. Arist.77^ b 2I; opp. φολίς, ib.490 b 23, 5!7 b 5 ϊ also of serpents, v.l. in Nic. PA. 154, cf. Emp of other things, λ. χαλκού flakes that fly from copper in hammering, Dsc.5.78,79: abs -> Aeiris Hp.Mul.l.6fr. 4. plate of metal, Ph. Bel , HeroAut.12.2, D.S.20.91,Plu.PAoc.18 ; collectively, λ. σιδηρά PGi/544.8 (ii A. D.); of gold and silver, Plb.io ; λ. άργυρα PMag.Par.! λ. πρίονος blade of a saw, Heliod.ap.Orib β. λεπίδες (sc. χιόνος) snow-flakes, cj. in Thphr.77P4.14.i3, CP ισμα, atos, τό, peel, LxxGe , Dsc.1.23, Gal ισ τή5, οΰ, ό,-φενστής, Hsch., EM ιστός, ή, όν,peeled, AX.Le.2fr.14, Eust. I Xeiropi«, ό, Sicel and Aeol. for hare, Lat. lepus, acc. to VarroPP 3.12, 5.20 ; cf. λεβηρis 11. Xe'iros, εος, τό, (λέπω) rind, husk, scale, Alex.266.7, Dsc.1.40; κυίμου Luc.7car.19 ; σταφίδας Nic. 77!.943 ; Ιχθύων λέπη Poll.6.51,94. X^1rp-a, Ion. -ρη, ή, (λεπίς) leprosy, which makes the skin scaly, Hdt , Hp Aph.fr.20 (ja.), ProrrA.2.43 (pl.), Epid.fr.g (sg.), Morb. 1.3 (sg.), Arist.Pr.887 a 34,Thphr.CAar.19.2,Sfcrf.14, LxxPc aiνομαι, = λεπρύνομαι (q. v.), Nic. PA άς, άδος,ή, poet. fem. of λεπρός, rough, λέπρας πέτρα Theoc.l. 40, cf. Opp.H.I άω, have or catch leprosy, LxxA« ; become scaly or rough, λ. τήν κίστιν Hp.Epid.fr.17 (cf. Aph.4.77); τήν άκινן 5 λελέπρηκε Herod. 3.50; λεπράν κεράμιον όξηρόν the vinegar-jar is moiddy, Ar.Fr ιάω, = foreg., ofthe nails, Dsc. 1.74, Or'ib.Syn ; κοριίνηλεπρια Porph.Abst.fr.7 ; λ. τά5 όψε Sch.Ar.^4t! ικός, ή, iv,goodfor leprosy, Dsc. 2.62, 3.88, POxy (1 A. D.). -όομαι, become leprous, LXX4P75.1,27, PHolm.fr.16. -ός, ά, iv, scaly, scabby, rough, of places, cj. Coraes in Hp. Aer. 13,24, etc.; so βουνός λ. Schwyzer (Priene, ii B. c.) ; άκταϊ λ. Lyc.642 ; Λ. άκτή as pr. η., Hippon.47. II. leprous, Thphr.CP2.6.4, LxxZi.13.44: as Subst., leper, Ev.Marc. 1.40, etc.; λ. όνυχες, prob. psoriasis unguium, Hp.Liqu.4, Dsc.2.114; τό λ., = λέπρα, ή, Lxx4Ki.fr.i1 ; ιμάντας εκ λεπρών (sc. δερμάτων, for the toughest leather, acc. to Sch., was supposed to be made of mangy skins) Ax.Ach.724 (but Sch. prefers εκ Λεπρών, pr. η. of a Tannery outside the walls); λ. βαυβών Herod ΰνομαι, to be rough and scaly, of snakes, Nic. Th. 156 (as v. I.), ώδης, ες, rough, of the τρί-γλη, named from its habitat (rough rocks), Ael.NA2.41 ; φλοιός Dsc II. of leprous character, of a disease, \d.eup. 1.47,120, Ruf.ap.Orib ; of a man, suffering from a leprous disease, Gal ωσις, εως, ή, leprosy, Tz.H λίπτάγιον, τό, dub. sens, in PHib. 1,47.13 (iii B. c.). λειττ-ακΐνός, ή, όν, poet, for sq., A Pi (Ammian. or Nicarch.). -axc'os, a, ov, (λεπτός) fine, delicate, φωνή II ; ύπήεισαν..λεπταλέον σύρι γγες 3\1.ΰ1αη.242 ; also λ. φa.pos, εανόν, Α. R. 2.31,4-169 ', mises (of Hephaestus) Νοηη.Ρ ; ήήρ, λύγοι, etc., ΑΡ10.75 (Pall.), 7.204(Agath.), etc.: metaph., μούσα Call.Aet.Oxy.207g.24 ; feeble, λεπταλέοι θυμόίσι Man άριον, τό, a surgical instniment, Hermes eirixcirros, ov, thin-upon-ihin, i.e. as thin as thin can be, in Comp., ΛΡ (Nicarch.); cf. παππεπίπάππος, φαυλεπίφαυλσς. - ρ^βινθος, cicer, Gloss. -ηκης, ές, (αχή \) fine-pointed, delicate, Hsch., Phot. -ίζω, v. λεπτννω I. -ίον, τό,/ar (cf. λεπτός πι. 3), POxy י) A.D.), Sammelb V 71 A ' (Ϋ A.D.), PGP14IV 18 (iii A.D.). -ίτιδες [ϊτ] Κριθαί, a kind offine barley, Gp.fr.fr.12., βυρσ05 - λίίττό-βλαστος, ov, with feeble shoots, Thphr. CPfr ov, thin-skinned, Sch. Ar.Eq γαοττρος, ov, with a small belly, Ηρ. />ώ γειος, ov, Thphr.CP3.6.8,77P6.5.2, etc. : also λ«1γτόγ ως, ων, Th.1.2 : γη): of ) a thin or poor soil. pl. λεπτόγεα, τά, barren lands, Hsch., Phot., Suid. -γνώμων, ov, gen. ονος, subtle in mind, Luc..J Tr γραμμος, ov, written small or neat, li.symp.17. -γράφος, ov, = foreg., ld.vit.auct.2fr. -δερμία, τ),thinness of skin, Thphr.CP δερμος, ov, with thin orfine skin, Hp.Morb.2.74 : Sup. -ότατο'ς Arist.PA6fr7 h 2, GA781 b 21. -δομος, 0ν,(1ίμα) slightly framed, slight, πείσματα A.Pers.l 12 (lyr.). -θριξ, τ Ρ<Χ ς, ό, ή, with fine hair, έθειρα, of the eagle, B.5.28 ; λεπτότριχες Ar1st.Pr.966 b 33 ; also λεπτότριχοι Id.HAfr18 b 6 : neut. pl. λεπτότρίχα (which may come from either form), Id.G^783 a 2 : Comp. -Tpixurepos ld.hafrfr8 b 8. -Θριος, ov, (θρΐον) with thin, fine leaves, κίηζα Nic.Th.87fr. [Prop.Ϊ, butrl.c., metri gr.; cf. θρΐον.] -ϊνος PL ov, (IS A) Tvithfine fibres, Thphr. HPfr.g.fr. -κάλαμος [κά], ov, «nth fine stalks, ib.[8-9.2]. -καρττος, ov, with small, delicate fruit, Dsc κάρϋον [δ], τό, nut with a thin shell, = Ποντικόν, W.i.125, cf - Gp , Gal.6.609, : hence - υϊνος, columns, Gloss. -καρφος, ov, with thin, light stem, Dsc κεράμεΐον, Τί, (λεπτός 111.fr)jar-factory, PFlor (iii A. D.). -κεράμεΰς, «κ,ό, potter,jar-maker, ib.7r.343 (iv A. D.), 73.5 (VIA. D.), Sammelb. /viia.d.). -κνημος, ov, spindle-shanked, Adam.2.2 (Comp.). -κοττε'ω, chopfine or small, Dsc.i.12, 5.75 (both Pass.), Sm κτήτωρ, ορος, i, small land-holder, PMasp.212 (vi A.D.), PLond.fr (vi A.D.). -λάχανον[λά], TO, small vegetables, POxy (iv/v A. D.). o. nth pebbles, Lyr. Alex. Adesp λίθος, ov, covered λετττολογ-εω, speak subtly, chop logic, quibble, Ar.Nu.fr20 ; περί TIVOS S.E.Μ ; λ. τι discuss in quibbling fashion, Luc.BisAcc.fr4, D.C : also in Med., Luc.Prom.Es~6 ; τι π pos τινα Id JConf ία, ή,subtle argument, quibbling, Hermipp.22, Stoic. 1.89, Philostr. VA1.17. II. = κνιπότης, Phryn. PS p.85 B. 2. chicanery, PMasp (vi A. D.). -OS, OV, speaking subtly, quibbling, φρένες Ar.Pa.876 (hex.), cf. Philostr. VS : in good sense, αλλ' 'i γε λεπτολόγος σκήπτρον Aparos έχει Ptol.ap.Ach.Tat.Intr. Arat.pfg^l. λειττομέρ-εια, ή, a consisting of small particles, Ti.L0cr.98e, Placit ,al.; 'he soul, Epicur.P^. I p.20 U. -ifs, ές, (μέρος] composed of small particles, as water and fire, opp. παχυμερής, Ti. Locr.iooe; of the soul, Epicur.P/>. 1 p. 19 U.: Comp. -έστερος Arist. Cael.fr0fr h 1g : Sup. -έστατος Id.deAn.405*6, al. II. treated in detail or minutely, Ptol.Grog (Comp.), Tz.H Adv. -pis Phot S!'W.p.4B., Hsch. 2. of persons, refined or meticulous, λ. καϊ δεδιδaγμέvos Cat.Cod.Astr.8(2) λετττομεριμν-ία, ή, attention to trifles, Corn.AZ>18. -os, ov, (μέριμνα) meticulous, Cat.Cod.Astr.8(2).124, cf. Gloss. λειττο-μήλη, ή, slender probe, Hermes μητις ή δασεΐα ψυχή, Hsch. -μιτ05, ov, of fine threads, φάρ05 E.Andr.8frl (lyr.) ; νεφέλη AP6.11 (Satyr.). -vfupos, ov, with thin sinews, Adam.2.2 (Comp.). -ττηνος, ov, (πηνίον) offine fabric, ϋφος Eub.67.5 = 84. 4; v.l. λειττόνητος, ov, (νέω) fine-spun, in the latter place (cod. A Ath.). ΧετττοίΓοι-εω, make fine or small, Critoap.Gal , Orib ησ ις, eais, ή, making fine, Gal ητε'ον, one must make fine or small, Dsc λετττό-ττους, ό, ή, gen. 7τοδ os, with small,. Sch.Ar.^z delicate feet, π-ρυμνος, ov, with slender stem, vavs B ττΰγος, ov,with a thin πυγί), Sch.Ar.P5.l365. ράμφος, ov, having a slender bill, στρονθίον Paul. Aeg ρριζος, ov, with thin, delicate root, Thphr.HP8.2.fr, Gp , Sch.Theoc ρρΰτος,ον, thinlyflowing, ύδωρ Hp.Ep.17. λειττός, 77, iv, (λέπω) rare in lit. sense, peeled, husked, 1>ίμφα τε λέπτ' έγένοντο, of barley being threshed out, II fine, small, κονίη ; Kivis S.Ant.2fr6 ; τέφρα Ar.Nu.177 ; λεπτοί άλσί Alex : freq. in Hp., διατρήσεπ λ. Loc.Hom.10, al.; of soil, light, Thphr./7P thin, fine, delicate, freq. in Horn., mostly of garments and the like, οθόναι II ; πέπλοι, φάρος, Od.7.97, ; αράχνια 8.28ο; μήρινθος II > -ότατος χαλκό ', έβεvos, έλέφas, ffi^pos BCHfrfr.286 (Delos, ii Β. c.); pivbs βοίς II (Sup.); δέρμα Arist.77^517 b 27 (Sup.); τρίχες Id. G^783 a 4(Comp.); σάρξ Ε.Med. 1189; χαλκός καϊ δόνακες Pi.Ρ , cf. E.Med.g4g, Th. 2.49, etc.; λεπτά τά πριρραθεν έχειν, of ships, to have the bows thin andweak, Id ofthe human figure, mostly in bad sense, f/««, lean, Alc.39; opp. παχ-us, Hp. Art.8(Comp.); έγώδε λεπτή κάσθενής Ar. Pc.frfrg; <τοφι!ττωνλεπτ ν,άο {τωναηιϊρ11.ι2ί.4; λ. καϊ αύχμωντιιριΐγ. Char.26.fr, cf. Ceb.io; λ. χειρ Hes.Op.4g7 ; στήθος Ar.Aw.1018 (anap.); τράχηλος Χ. Cyn.fr. 30; λεπτός (Jk) τοιν σκελοΐν Luc.Ναν.2 ; λ.ύπό μεpιμvωvpl.amat.lfr4b ; of animals, X.Cyr ; also, slender, taper(0pp. παχνς), δάκτυλos Pl.P-523d ; απολήγειν εις λεπτόν, of the fingers ofa statue, Luc.Im of space, strait, narrow, είσίθμη Od > άτapπis AIcm.81; έπϊ λεπτόν τετάχθαι in a thin line, X. Oyr , cf. Plb ; οΰτε εύρείαν οϋτε λεπτήν.. δδόν Plu c (ap.porph.vi&s^.i.6). 6. generally, small, weak, impotent, λεπτή μήτis 11. ίο. 226, ; ίλπίς Ar.Eq. ι 244, cf. όχέω 11.fr ; άσφάλεια D.Ep.2.20 ; λ. "ίχνη faint traces, X.Cy». 5.5 ; λ. oias, of a child's ear, tiny, Simon.37.14; τά λ. των προβάτων small cattle, i.e. sheep and goats, Hdt ; λ. πλοία small craft, Id.7.36 ; άκραι λ. small headlands, Id ; λ. κλιμάκια Ar.Pax6g ; τό -ότα,τον τοΰ χαλκού νομίσματος Plu.Cic.2g; λ. χαλκός OG/ (Magn. Mae.) : without χαλκός, Inscr.Perg.fr74D7 ; αργνριον'ρόδιονλ. CIG2693«5(Mylasa), cf. Ρ/4ΛΓ2(ι).ι5 (Telmessus); v. infr. ill. 2. Adv. τ03s, ζην poorly, meanly, Men.M0n.682 : neut. pl. as Adv., λεπτά λεύσσω Kipais P..Or light, slight, λειrraiis ύπαϊ κιίνωπ05.. ριπαϊσι Α. Ag.892; λ. πνοαί light breezes, E.IA81fr; λεπταπ ίπϊ ()οπήσιν on shghttums of fortune, S.Pr of size or quantity, λ. πυρίδια small, Ar.Lys.1206; λ. κύλικες Pherecr (but f.i.) ; neut. pl. as Adv., λ. τγλκι' pluck into small pieces', Theoc ofliquids, thin, γάλα Hp.Pici.2.46 ; λεπτά ανεμέειν ld.coac.frlo ; λ. οίνος light wine, Luc.Merc.Cond. 18 ; also of food, λ. δίαιται Hp.Aph.x.4; λ. όφάρια OG/ (Pergam.). Adv. -T«S, διαιτάσθαι, διαιτάν, Gal , Paul.Aeg = λεπτομερής, consisting of fine parts, όσω -ύτερον αήρ 'ύδατος Arist.PA.215 b 4j c f- Cael.fr0fr b 26,al. II. metaph., subtle, refined, vovs E.Med.fr2g ; -ότεροι μύθοι ib.1082 (anap.) ; -ότατοι λήροι Ar.Nu.frfrg ; πυκνή,.λεπτά μηχανα φρενί Id. Ach.445 ; λ λογιστά Id.Av.fr18 ; λ. καϊ ακριβής Antipho3 4 2 > ες τ as τέχνας παχέες, ού λεπτοί Hp.Aer.24 ', λόγοι λ., τ ρέφουσ' έκείνους Alex.22ο.8; cf. λεπτολόγος. Adv. -τως,μεριμναν Lyr.Adesp.135 ; λ. /cal πυκνως εξετάζειν Amphis 33-5 : Comp. -οτέρως Anaxandr.36 : also κατά λεπτόν in detail, PPetr.2ρ.118 (iii B.C.), C1c.Att , Phryn. PS p.83 B., Phot. s. v. νιφετός ; cf. κατάλεπτον, καταλεπτολο-γέω : τά κατά λεπτόν, title of poems by Aratus, Ach.Tat.Intr.Arat.p.jgM., Str ; also of minor poems of Virgil; των κατά λεπτόν πόρων άραίωσις, perh. small pores, Gal rarely of the voice, fine, delicate, Arist./P4545 a 7, Lyc.687; αρμονία E.Pr (lyr.): neut. as Adv., λεπτόν άμφιτιττυβίζειν Ar.Av.2frfr (lyr.); of sound, λ. ύποτρύζουσα APil.frfr2.fr (Agath.) ; cf. λεπταλέος. 3. of

20 λετττ άσαρκος 1040 λεσχολογία smell, Pl. F1.66e (Comp.). 4. of persons, οί λ. the poor, PIb ; λεπτήν πλέκειν, prov. of poor people, Hsch.; λεπτά ζαίνεις Suid. III. Subst. λεπτόν (sc. έντερον), τό, the small intestine, Hp.C0ac.311, (sc. νόμισμα) a very small coin, Ev.Luc.2l. 2, Phot. s. v. οβολός; cf. supr (sc. κεράμιον) jar, POxy.g20.4 (ii/iii A. D.), PS/rassi (vi A. D.) ; cf. λεπτίον,λεπτοκεραμεύς. 4. Astron. (sc. έξηκοστόν), division ofa degree, πρώτα λεπτά, = minutes, δεύτερα λ., = seconds, Gem ,18 ; λεπτά alone, = minutes, PLond Γ 47 (i/ii A.D.), POxy (iii A. D.). λειττό-σαρκος, ov, with fine pulp, κάρυον Gp , cf. Sch.Theoc σίνιον,τό,3 kind of fruit(?), PPetr. 3 p. 154 (iii B. C.). -σκελής, ές, thin-shanked, Arist.P^2684 a 10 : Comp. -έστερος Id.HAfrOfrh 16. -σιτάθητος [ά], ov, fine-woven, χλανίδια Trag.Adesp. 7. -σπάθιον [ά],τό, thin spatula, Cass.Fel.36. -σιτερμος, ov, with small seeds, Dsc στομος, ov, with small mouth, Arist.Pr συνη, ή, = λεπτότης, AP11.110(Nicarch.). -συνθετός, ov, of fine texture, καλύμματα Antiph σχΐδής, ές, with narrow slit, of sandals, Cephisod.4, cf. Dsc.3.24, Poll Adv. -8i>s Dsc σωμός, ov, ivith thin or taper body, Eust ταρίχιον [ϊχ], τό, small pickled fish, PLond.ined (iii A. D. ). λετττότης, ητos, ή, (λεπτός) thinness, opp. παχύτης, Hp. VC2. 2. fineness, delicacy, opp. πάχο$, Pl.P-.523e, al.; of soil, Arr. Tact.34.1 ; ofthe air, tenuity, Pl. Ti. 58b, Arist. Cac/. 303^4, cf. Ph. 2!5 b 2 8 : in pl., opp. πάχη, Id.77^507 b 26 ; of the είδωλα, Epicur.P/.I p. 10U. 3. thinness, meagreness, of body, Pl.P \646b. II. metaph., subtlety, τών φρενών Ar.AK.153, c f- Luc.BisAcc.2. λετττο-τομε'ω, ait small, mince, Str.15_2.i4. -τράχηλος [ά], ov, thin- or fine-necked, Ar\st.Phgn.80g h 6 (Comp.), Alex.Mynd.ap. Ath.9.392c. -τρητος, ov, (τιτράω) with small holes, Dsc.5.120, Gal τρΐχος, ov, v. λεπτόθριξ. λεπτουργ-ε'ω, do fine work, of carvers and turners, PIu.yiott.37, 2.997d : Pass., of a drug, to be finely powdered, Gal metaph., = λεπτολογέω, E.Hipp.923, Pl.Pit.262b, recount in detail, ib.2 94d; 'όσα έδρασεν ήμά5 αγαθά καθ' έκαστον λ. Jul. Or.3.123c. -ης, έs, finely worked, εο-ffos h.horn.31.14: cut up small, [ιίζαι Nic.Pr ία, ή, fine workmanship, BU054.3, J.^/3.6.4; esp. in wood, cabinet-making, PMasp (vi A. D.): metaph., working out in detail, Them.Or.34p.448Dind.; ονομάτων Gal. 18(1).460; subtlety, 1'rocl. inprm.p.518 S. -ικά, τά, articles of fine workmanship, S1G S80.66 (Pizus, iii A.D.). -ός, όν,producingfine work, esp. in wood, D.S (as Subst.), Edict.Diocl. 7.3 ; τ έκτων λ. PMasp (vi A. D.). λεπτο-υφής [ΰ], ές, (υφαίνω) finely woven, Luc.Am.41, AIciphr φάής, ές, feebly shining, Nonn.P φλοιος, ov, with thin bark, Thphr.77P1.5.2, etc. -φϋής, ές, = λεπτός, ούρή Nonn. P > τύπος.. ελεφάντων ib φυλλος, ov, with thin leaves, Thphr.77P9.11.4, Sor.2.16, Anon.Vat.16, Alex. A phr. in Top : Comp.,Thphr.TTP3.9.5, φωνος,ον, with small, weak voice, Sapph.Oxy. 1231Pr.22.2, Arist.7P453S J 13 (Comp.). -χ«ιλής, ές, thin-lipped, ib.528 a 29 ; v.l. λεπτόχειλος, ov. -χρως, ωτος, ό, ή, with delicate skin, dub. cj. in E.Fr χϋλος, ov, with thin or little juice, Thphr.CPo (Comp.). -ψάμάθος [ψά], ov, with fine sand, προστόμια A.Supp.3 (anap.), as Pauw for λεπτόμαθών. -ψήφος, ov, ivith small spots, of red porphyry with white granules, Plin.77A Λε'τττΰνις, ή, name for Persephone, Lyc.49. λε'1ττυν σις, εως, Ion. 10s, ή, attenuation, Hp.Prorrh.2.25 ; al τοΰ ύγροΰ λ. evaporation, Hero Spir. 1 Praef. -τε'ον, one must reduce, τό πάχος Aet τικός, ή, όν, of or for making thin, attenuating, Dsc.5.88, Gal.6.572, Diph.Siph.ap.Ath.8.369d (also Comp., ib.e): c. gen., χυλός λ. αϊ/αατο$ Id.ap. Ath.8-356d ; τό φώ$ λ. τοΰ άέρος Stoic ω, f ut - -ϋνώ LXXPS.I7(18).42 : aor. 1 ελέπτυνα Hp.Epid : Pass., aor. έλεπτύνθην Id.Aph.fr.46 : pf. λελέπτυσμαι Id. Μ orb. 1.19, Arist.7P4511 b 22 ; inf. λελεπτύνδαι Ath e: (λεπτό5) make thin or meagre, αί ταλαιπωρία! λ. [τά πρόβατα] Arist. HA 596*29, cf. Pr.882 a 27 ; λ. τό σχήμα [τών ταγμάτων] Plb (cf. λεπτυσμό5); φωνήν βαρείαν..λεπτύνων Babr : Pass., to be reduced, grow lean or slender, Hp.Aph.2f, Arist. 77^4 518 b 2 9, al.; τους ώμους λεπτύνεσθαι X.Smp.2.17; λελεπτυσμένος (-ισμένος cod.) κατά τήν ούράν, of a serpent, PhiIum.Pi«.18.1 ; of things, to be rarefied, Damox.2.28, cf. Ph.1.642, S.E.A/ comminute or liquefy food in digestion, Plu.2.689d ; -ύνουσα δίαιτα diet productive of thin humours, Gal. Vict. Att. 3. Pass., become fluid, opp. παχύνεσθαι, of foods, Hp. VMig, also -ίμενα είς πνεύμα διακρίνεται Alist.Pr.g66 b thresh, winnow, λ. Δηοΰς καρπόν APg.2\. λετγτυξίς από τοΰ λέπους, καϊ τής χωρίσεως, Hsch. λειττυσμός, δ, thinning, Hp.Epid.6.fr.\6 ; τριχών Dsc ; esp. ofthe line of battle, Ael. Tact λε'ιττω, V. λε'πω II. 2. λεττϋρ-ίζομαι, to be contained in a husk, Sch.Nic. Th ιον, τό, small husk, thin peel, etc., Hp.Nat.Puer.22, Arist.7P4546 b 20, Theoc.5.95; egg-shell, Hp.Nat.Puer.lfr. -ιόω, strip off the husk (λεπυριώσαι' ίξαχυριώσαι), Hsch. -ιώδης, 6s, like husks, consisting of coals or layers, like the onion, Arist./7^4546 b 30, Thphr.77P 4.6.2, 7.9.4, al.; cf. λεπυρώδης. -ov, τό, (λέπος) rind, shell, husk, Batr.131, Lxx Ca.4.3, Dsc.pK^.1.89, Porph.GaKr λεττυρός, ά, όν, in a husk, peel, rind, γενέθλη Nic. Th. 136 ; άθέρων στάχυ? ib.803. λεπϋρώδης, ε$, = λεπυρ!ώδ7)$, Thphr.T/Pl.6.7. λειτΰχάνον [0], τό, = λέπυρον, coat of an onion, etc., Theopomp. Com.33, Plu.2.684a, Archig.ap.Gal.i 2.256,445 ; rind, fioas Dsc Eup. ].74. λέπω, fut. λε'ψω (άπο-) prob. in E.Cyc.237 ; Ep. inf. άπο-λεφέμεν : aor. ελεψα 1.236, Nic.Fr.S2 : Med., Alex.49: Pass., fut. λάπήσομαι (εκ-) Hp.(Nat.P11er.2g) ap.erot.: aor. 2 λάπρναι Hsch., (At-) Ar.Fr.l64 : pf. λέλεμμαι (άπο-) Epich.158, but λ(\αμμαι IG : strip off the rind or husks, peel, bark, περί yip U 6 χαλκός ελεψε φύλλα Τ6 καϊ φλοιόν II ; κρόμμυον λ. Eup.25; ; κυάμου κολοκάσιον Nic. 1. c.: Pass., κάλαμος λελαμμένος IG I.e. II. metaph., in Com. Poets, give a hiding to, i.e. thrash, Pl.C0m.12, Timocl. 29, Apollod. Car (Pass.) ; 'Αφροδίτην PBerol (Gercke-NordenPmfa'/««^9)1.( ρ 42 ( 3 Phot. 2. eat, Antiph. 135 ; 3 cites λε'πτει (5ϊο) = κατεσ0ίε1 from Eup.(Pr.427). III. Med.,= δέφομαι : hence, indulge in indecent gestures, Alex.49, Mnesim.4.18 (anap.). λεττώδης, 6s, bare, windswept, etym. of ελεσπίς, Ε Μ Λερνα, ή, Lerna, a marsh in Argolis, the mythol. abode of the Hydra, Plu.CZiow.15, Paus.2.4.5; also Αέρνη, Cratin. 347, Str.8.6.S, etc.: gen. Αίρνης A.Pr.652, etc. : prov., Αέρνη κακών an abyss of ills, Hsch.; so Α. θεατών, of the theatre, Cratin. I.e.: Adj. Λερναίος, a, ov, Hes , etc.; also os, ov E.Ion 191 (lyr.) : Λερναία χολή, of malignant anger, Trag.Adesp.22g. λε'ρος, i, a fish, Xenocr.ap.Orib Λεσβ-άρχης, ου, 6, president of the council of Lesbos, IGRom.fr.S 1 ; (Amastris). -ιάξω, do like the Lesbian women, Lat.fellare, Ar.Ra. 1308, Luc.PscKifo/,28. -ίζω, = foreg., in Att. fut.-ιεΐν, Ar.F.1346 codd. (leg. ιάν). -ίς, ίδος, ή, Lesbian woman, , cf. Pherecr. 149: also-ιάς, asos, Hermesian , APg. 26(Antip.Thess.). -05, ή, Lesbos, II , Od.4.342, etc.; the seventh in magnitude of islands known to the Greeks, Alex : hence Adv. -όθεν,/1'ohi Lesbos, II ; -όθι, at Lesbos, EM25.15 : Adj. Λε'σβιος, a, ov, Sapph.92, Hdt. 1.23, etc.: prov., μετά Αεσβιον ψδόν, of those wlio are judged second best, Cratin.243 ; Αεσβιον κύμα or κυμάτων, v. κύμα ι. 3, A.Fr.78, Vitr ; so τί> Αέσβιον (without κ.) PCair.Zen (iii B.C.); Αεσβία οίκοδομία Arist.PAi 137 b 30; Λ. πώματος ούκ εστίν άλλος οίνος ήδίων πιει ν Alex cf. Philyll.24 ; ήδίαιν & Λ. (sc. οίνος), with a play on words, in dicating a preference fortheophrastus (of Lesbos) over Eudemus (of Rhodes), Arist.ap.Gell II. Αεσβιον, τί, 1. part of a ship, ή δεύτερα τρόπις acc. to Poll.I drinking-cup, Hedyl.ap.Ath b. λε'σ~1γ1ν μεγάλην. ΰδρηλήν. Δίδυμος τήν καταδυομε'νην εις πέλαγος πετραν. 01 δέ τήν νοτεράν. άλλοι δέ σπίδα βαθεΐαν. οί δέ λόχμην, Hsch. λεσχ-άζω, (λέσχη) prate, chatter, κακάλ. Thgn αίνω, foreg., -ουσά τε καϊ άκούουσα καλά Perict.ap.Stob , cf. Call. Pr.9Sb. -αΐος* εξηγητής, όμιλητής, Hsch. Λεσχανάσιος, ό (sc. μήν), a month at Tegea, /G5(2).3. Λεσχανόριος, ν. Αεσχηνόριος. λεσχ&ραι οίον αί σχολαί, κτλ. (cf. sq.), ΡΛ/ λε'σχ-η, ή, (prob. from *λέχ-σκη, cf. λέχος) orig. couch : hence, funeral bier or tomb, 7G12(1).709 (Camirus); then, 2. lounging place, resort of idlers or beggars, ούδ' εθέλεις εϋδειν χαλκήϊον is δόμον ελθών ήέ που ες λέσχην Od ; παρ δ' Ίθι χάλκειον θώκονκα 1 Ιπαλεα λέσχην Hes. Op.493, cf. 501; κατίζων. Ps iv ταίς λ. τών γερόντων Hdt. P i t. H o r n ן later, public building or hall, used a lounge or meeting-place, esp. at Sparta and in other Doric cities,,(. pl )זCratin.64 cf. Paus , Plu.Lyc.16, 24(pl.); also in Attica, /G , , Procl. ad Hes. 0^.491; at Delphi, hall adorned with paintings by Polygnotus, LUC.7J«.7, Paus ; at Cnidus, council-chamber, Plu.2.412d, cf. 293d; ofthe council of the Olympian gods, $ Ζεί s λέσχας άπηξιώσατο (sc. τάς Έρινΰί) Α.Ρκ.366 (lyr.); also σύγκλητον τήνδε γερόντων λ. this specially summoned council, S.^«/.16x (anap.). II. talk or gossip, such as went on in the λέσχαι (cf. λεσχηνεύω, etc.), μα κ pa l λ. Ε.Hipp.384, cf. IA1001 (pl.), Epicr (pl., anap.), LxxPr (pl.), AP13.6(Phal.); in bad sense, malicious gossip, scandal, Vett.Val.in Cat.C0d.Astr.8(l).l6fr (pl.); also in good sense, conversation, discussion, γενομένης λ., is γένοιτο,.άριστος Hdt ϊ έκ λόγων άλλων άπικέσθαι is λ. περϊτον Νείλου Id ; λόγον εϊ τιν' οίσεις πρός ίμάν λ. if thou hast aught to discuss with me, S.OC167 (lyr.); αϊσαν λέσχης οίνος έχειν Ιθέλει Call. ; ήλιον iv λέσχη /. 4< >- κατεδύσαμεν ld.epigr.2.3 λέσχας, ; λύω ' cut the cackle', prov. for breaking off discussion and setting to work in earnest, Pl.Com.223., ηρ,α ατos, τό,gossip, v.l. in Rp.Ep.1~ (pl.). -ημονεΰομαι, Med., chat, πολλά τοΐσιν ίδιώτησιν Hp.Decent ην, ήνος, i, chatterer, Timo 46. λεσχην-εϊ όμιλεΐ, μυθολογεΐ, Hsch. -tca, ή, gossip, PIA*. 36gd. -ευτης, οΰ, i, gossip, chatterer, Ath c. -ευω, chat or converse with, τοις πρέσβεσι App.PC2.91: Med., Heraclit-5, Democr.85, ך. Hp.Decent (v. I.), Prorrh.2.4, Morb.i.ig, Nic.Dam.3 J.: Hdt. has the compds. περιλεσχήνευτος, προλεσχηνεύομαι. -ιτη5 [ϊ], ου, b, = λεσχηνευτής, Suid. -όριος, ό, epith. of Apollo, as guardian of the meetings in the λέσχαι, Cleanth.S/0/c.1.I23, Plu c, Corn.7V7>32 : Dor. Λεσχανόριος, i (sc. μήν), a month in Thessaly, 7G9(2).509, al.; in Crete, -ορία [νεμονηία] Supp.Epigr.U 410 (iv B.C.). -ώτης, ου, ό, scholar, pupil, Thalesap.D.L.1.43> Anaximen.ib.2.4. (On the accent v. Hdn.Gr.1.74.) λεσχηρεΐ κόπτει, όμιλεΐ, Hsch. (cf. λεσχηνεΐ). λεσχολογία, ή, superfluity of words, PMag.Par

21 λεσχώδτ;? 1041 λευκοϊνος λεσχώδης, ες, given to scandal, Vett.Val. in Cat.Cod.Astr.S(i) λεσώνις, PAmh ) B. c.). geru ^vioi ib (ii B. C.) ; dat. -ύνει ib.40. ι (ii b. C.) ; later gen -ώνου Sammelb (i B. C.), dat. -ιίνη BGLf:,7 y (i A.D.) : δ: chief administrator of a temple in Egypt, 11. cc. : hence λεσωνεία,ή, his office, PAmh (11 B.C.), Wilcken Chr.g2 i 13 (ii/iii A. D.) : written λεσονία, PSP (i/ii.(.ס. A (Egypt, mr Sn = άρχιερεγϊ.) λετμάς άναδρήσσει' τό σωμα(ά)μερίας φησί, Hsch. λετωνήσαι" αφειδώς παίσαι κατά των 'ισχίων, Id. λευγαία, Maced., =1λη, as pr. η. ofa regiiftent, Arr.An λίυγαλε'ος, a, ov, (v. λ υγρός): I. of persons, in sad or sorry plight, wretched, πτωχψ λ. εναλίγκιον Od ; λ. εσόμεσθα Adv. -έως, χωρείν to go in ill plight, II II. of conditions, etc., sore, baneful, νυν δέ με λ. θανάτφ ε'ίμαρτο άλωναι, i. e. by drowning, , cf. Od ; κήδεσιν..λευγαλέοισι ib.399 ; ίίλγεσι λ ; πολέμοιο μεθήσετε ' λ δα ί λ Η φρεσϊ λ. πιθήσας 9-1!9! λ. επέεσσιν ; ήθεα λ. Hes.O^.525 ; ποινή ib-754; "άρος Thgn.1174; άνίαι A.R.i.295; κέντρον Nic.Th rarely of material objects, λ. χιτών sorry tunic, Philet λευγαλέα' διάβροχος, Phot., cf. EM (prob. an error due to misunderstanding of S.Pr.785). λεΰγη, ή, a measure of milk, Hsch. Λευίτης [ϊ], ου, ό, Levite, Ev.Luc.l0.fr2, Plu.2.671f: fem. Λευΐ- Tis, φυλή v.l. in ].Affr.i 1.1 ; Λευϊτικάς, ή, iv, Ep.Hebrf.w ; τό -K.L, title of book of VT. Λευκάθ-ε'α, ή, goddess worshipped in Thessaly ( = Λευκοθέα), IG 9(2)422 (Pherae), Άρχ.Έφ (Larissa). II. neut. pl. Λευκάθία, τά, festival at Teos, C/G : hence -εών, ωνος (sc. μήν), δ, month at Chios, GP/ (iv B. c.); at Teos, Supp.Epigr (iv B. c.); at Magnesia on Maeander, Inscr.Magn.89.6: also -ιών, at Lampsacus, C/G ; -εος, at Astypalaea, SIG 780(i B.C.). λευκάθ-ε'ω, =--λευκαθίζω, perh. to be read in Hes.Sc. 146 (οδόντων.. λευκά δεόντων codd.). -εών,ν. Λευκαβέα. ίζω, ίο be τυ/iite, Hdt.8.2 7(codd. opt.), PLeid. Χ. 84, Gloss.; of spots on the body, LxxLe.lfr.fr8 ; [τρίχει] λευκαθίζουσαι Babr.22.9; αίγες χιόνι λ. Id. 45.3! cf. Ael.i\M17.8,9 ; λ. οί λόφοι, of snow-clad hills, Alciphr ; οικία λ. γύφιρ Epict.Gn0m.4fr ; of fluids in the eye, to be colourless, Cass. Pr. 27 ; of eyes, S.E.P.1.44: Pass., λελευ καθισμένη clad iu white, LxxCa.8.5. (λευκανβ- is read in Babr., but is against the metre, also in Ael., Alciphr., Epict., Cass., and S.E., and is v.l, in Hdt. 1. c., Lxx Ca. 1. c.; cf. λευκαθέω, ύπολευκαθίζω.) λενκαία, ή, a synonym (perh. a variety) of σπάρτος, used for cordage or tackle, Moschioap. Ath-5.206f : written λευκε'α in PGi/544. 5(ii A.D.), Artem.3.59 (who dists. it from κάνναβι5), Hsch. II. = λεύκη 11. ι, λευκαίας στέφανος /Gi 2(1). 155 iii 79, iv 118 : hence Λενκαΐος ZiiJs, Zeus ofthe white poplar, Paus λευκαίνω, late aor. 1 inf. λευκάναι (v. infr.) : pf. Pass, λελεύκασμαι Diph.Siph.ap.Ath.2.54b, Orib.Fr.102 : make white, λεύκαινονύ'δωρ ζεστής έλάτρσιν Od ; 'άλα ροθίοισι λ. ך E.Cyc. 1 ; is γένυν έρπει Κευκαίνων δ χρόνος Theoc ; plaster with whitening, λευκάναι τά λευκώματα Ephes.fr ρ. 148 : Pass., to be or become white, Arist.GA 730"6, Sopat.8, A.R.i.545, Diph.Siph. 1. c.; to be clarified, of oil, Orib. 1. c. 2. cause to af>pear white, of the effect of dawn on lamplight, E.P4157 (anap.). II. Pass., have a sensation of whiteness, S.E.7I/.7.191, al. III. intr., grow white, E.Hyps.Fr.fr4(60)i 13, Arist.Pr.Sgo'g, LxxLe.ifr.19 ; άφροίο with foam, Nic.^ λευκ-άκανθα [άκ], ή, white thistle, Tyrimnus leucographus, Thphr. HP6.4.3, Ρ11η.//Α21 94 (v. infr.). 2. tuberous thistle, Cnicus tuberosus, Dsc.3.19, Gal.12.58, Plin.ffiV22.40 : in form -άκανθος, V, ib.21.94, v 1 In Gal άλφΐτος, ov, rich in pearl-barley, Sopat.3. -άμττυξ, ΰ/cos, δ, ή, τό, with white headband, πύρ Opp. P άνθεμον, τό, white-flower, like χρυσάνθεμον, name of several plants of the genus Anthemis, Dsc.3.137, Plin./PV21.163: also-ανθεμίς, ίδος, ή, ib ανθής, ές, white-blossoming, Nic.rA.530: generally, blanched, white, καπνός Pi.A.9.23 (dub.) ; λ. κάρα S.OT742, cf. ΛΡ (Mel.). -ανθίζω, v. λευκάβίζω. -ανίη, -άνίηθεν, etc., ν. λαυκανίη. -ανίων (?), dub. sens, in PS/ (iv A. D.). -ανσις, εως, ή, a growing white, Arist.PA. 224 b 15, Alex.Aphr,!'«Top ; clarification of oil, Gal αντέον, one must bleach, κηρόν Dsc αντής, οΰ, 4, one who makes or paints white, Gloss. -αντικός, ή, όν, of or for whitening, δύναμις Sch.Pl. 7A/.T56d. Adv. -κus, διατεθήναι have a sensation of whiteness, "ο.ε.,μ.η.κ^. -άντυξ, ύγος,ή, bright-orbed, ofthe moon, Doroth.ap.Heph.Astr άργιλλος or -άργιλος, 0", of or with white clay, Str : as Subst., leucargilion, white c!a y, Plin.PA άς, 'is OS, fem. of λευκός: Λ. πέτρη as Pr. η. of mythical and real promontories, Od.24.11, Anacr.19, cf. E. Cyc. 166; Λ. alone, Th.1.30, etc. II. λ. ορεινή mountain deadnettle, Lamium maculatum, Dsc ; λ. ήμερος dead-nettle, L. mofhalunt, ibid. 2. epith. of ήρυγγος, white, Nic. ΓΑ ασία, ν, λεύκωσις11, of artificial pearls, PHolm.fr.(>. -ασ-μός, δ, gloss on 'Laban', Ph ασπίς, ίδος, δ, ή, white-shielded, of a Trojan, II ; ofthefcarians, X.//G3.2.15; of a Maced. corps, Plu.C&ow. 2 3; in Trag. esp. ofthe Argives, A. PA. 89 (lyr.), Ά.Ant. 106 (lyr.), EPA.1099; κόραι λ. Lyr.Adesp.68. -αυγής, ές, white-gleaming, ofa fish, Antiph αχάτης [χά], ου, δ, white agate, Plm.HNfrJ. '39 -έα,ν. λευκαία. ελεφάντινα - λευκά ώί ίλεφάντινα, Hsch. (λεύκ' ίλέφαντι Valck. from ל,? II ερϊνεός, Att. -ερίνεως, ή, white fig-tree, Ath.3.76c ; also as Adj., of the fruit, λ. ίσχάδες Hermipp.68. ז -ε'ρυθρος, ov, whitish red, χροιαί Arist.Phgn.806 b 4 of persons, Ptol. Tetr ερφδιός, δ, white heron or spoonbill, Platalia lencorodius, Arist.HA fr9fr b 2. -η, ή, a cutaneous disease, so called from its colour : a kind of leprosy or elephantiasis, λέπρην ή λεύκην έχειν Hdt ; λειχήνες καϊ λέπραι καϊ λευκαι Hp.ProrrA ; λ. άλφούς τε Pl.7Y.Sga ; [έξάνθημα] ί καλείται λ. Arist.HAfrift* 13) cf. Pr.891 a 26. II. white poplar, Populus alba, Thphr./// 5!. 10.1,al.; used for chaplets, Ar.Nu. 1007, Eup.14.4, D , Theoc ; later λεύκη λευκή Hippiatr a place at Athens where the taxes were let out to farmers ofthe revenue, prob. so called from a poplar in the place, And Ill = άνδρόσακες, Ps.-Dsc IV. inpl.,a)/»v«s/>o/sonthenails,alex.aphr.pr V. in pl., kind of κόγχοι, = άνδροφυκτίδες, Epich.42.IT. VI. name of various plasters, Gal , al. VII. white clay or chalk, Gloss. -ηναί, αί, chestnutsfrom Λευκαί (or Αεί και) on Mt. Ida, Gal ηττάτίας or λευχηιτάτίας,, 01 ό, white-livered, i. e. cowardly, C0m.Adesp ήπειρος, ov, with white soil, [7τε'τραι] Gp ηρετμοζ,ον,ινίίΐι white oars, "Αρης E.IA28fr (lyr.). -ήρης,ε5, white, blanched, θρίξ A.Pers. 1056, dub. in Ρ Fay. 2 iii 32 (Lyr., ii A. D.). Λευκιανή, ή, epith. of Artemis, BCH (Panamara). λενκΐνος, η, ov, (λεύκη 11) of white poplar, στέφανοι Arist. Oec b 27; μύρον Gal of soldiers, decorated with chaplets of white poplar, OG/ (Pergam., iii B. c.). II. (λευκαία 1) of hemp, σχοινιά Hsch. s. v. μασχάλην. Λευκιιπτίδες, al, daughters of Leucippus, nymphs worshipped at Sparta, κ6ραι Α. E.//<?/ (lyr.), cf. Paus λευκ-ιττιτος, ov, riding or driving white horses, Ibyc.16, Stesich.86, Pi.P , S.P/.706 ; of Persephone, Pi.O.6.95 ; λ. Άως Β.Scol.Fr λ. άγυιαί full of white horses, Pi.P ίσκος, ο, a fish, white mullet, Hices.ap.Ath.7.306e, Gal ίτη5 [1], ου, Dor. -as, ό, = λευκός 11, ofa ram, Theoc λευκο-βάφής, ές, gloss on λευκανθές, Sch.rec.S.OP/42. -βράχίων [1], ov, gen. ονος, ivith white arms or shoulders, Suid. s. v. λευκώλενος, Sch.DII.r.55. -γειος, ov, Thphr. CP2.4.4, Hsch. s. v. άργιλος ; -yews, ων, Str , Eust (v. 1. λευκόγαιος) : of or with white earth, 11. cc, -γράφέω, paint in white on a coloured ground, Arist.Po b 2. -γράφία, ή, painting in white, Phlp. in Mete γράφίς, ίδος, ή, a kind of clay for painting while, Plin.ZPV27.i03; = μόροχβος λίθος, Dsc.5.134, Aet ~γρυψ, ossifragus, Gloss. -δέρματος,ov, gloss on sq., Hsch. -δίφθερος, ov, with a white skin, Id. -είμων, = λευχείμων, τα εσθατι MelissaF/>. II.I. -ερυθρός, ov, = λευκέρυθρος, Pr0c\.Par.Ptol.20fr. -ζωτος τής γης ή μέν καλείται λ., ή δέ μελάνζωτος, Hsch. Λευκοθέα, Ερ. -ε'η, ή, the white goddess (cf. Αευκαθέα), name of the sea-goddess Ino, Od.5.334, Pi.P II. λ., ή, the faculty of seeing white, Aristo Stoic Λευκόθιον, τό, name of a building in Delos, IG11(2). 154^4 24, al. (iii B.C.). λευκο-θρακία (sc. άμπελος), ή, a white Bithynian vine, Gp θριξ, τρϊχος, ό, ή, white-haired, white, λευκότριχα κριόν Ar. Αν. 97! ; λευκοτρίχων πλοκάμων Ε.Ρα. 112 (lyr.) J τρίχες Ίπποι Call. Cer. 121; των λευκοτρίχων Arist.GA786*24 ; λ. πρόβατα Str θώραξ, ακος, ό, ή, with white cuirass, X.An λευκ-ο(ί)κιον, τό, white house, PLond (iv A.D.). λευκό-ϊνο; [ϊ], η, ov, made of λευκόϊον, Thphr.Od.2~, cf. Philonid. ap. Ath ε (-όϊον codd.) ; δ λ. (sc. στέφανος) ΑΡι 1.34 (Phld.) : written λευκόϊος, Apollon.A /iv.45 (s. v. 1.). II. of the colour of λευκόϊον, δείγμα POxy (ii A. D.). -ιον [t], τό, for λευκόνϊον, lit. ivhite-violet. I. gilliflower, Matthiola incana, Theoc.7.64, Dsc , etc. II. snowdrop, Galanthus nivalis, flowering very early, Thphr.HP6.8.1 ; joined with the narcissus and lily in AP^.i^fr (Mel.), I46(ld.). III. λ. τό μέλαν, = Ίον τό μέλαν, Hp.Nat.Mul Kapiros, ov, yielding white fruit, Thphr./PP κανλος, ov, white-stalked, ib : Comp., ib.5. -κε'ράτες, v. λευκόκρας. -κέρκος, gloss on μάλουρις, Hsch. -κέφάλος, ov, gloss on λευκόκρας, Id. -κηρος, ov, made of white wax, Id. s. v. Δατυί. -κνημος, ov, white-legged, Anatoliusin Cat.Cod.Astr.8(3) κομος, ov, white-haired, Poll κράμβη, ή, white cabbage, Gp. 12.τ.4. -κρας λευκοκέφαλος, Hsch.: pl. -κρατεί (-κέρατες cod.) ή δια τό τούς iv Εύβοια βούς λευκούς εΐναι, ή Ίσως αντί τοΰ λαμπρούς, Id. -κΰμων [ϋ], ov, gen. ovos, white with waves or surf, ή όνε ς Ε. Or. 992 (ly r ) -λίθος, ov, made of white marble, έργα Supp. Epigr (Panamara) ; τά εν τίρ θεάτρψ λ. OGIfrio ( = Ephes.2 N0.39, ii A. D.); " 1 "h^-vi στάλα λ., /ΡΡ (Olbia), al.; κρηπίς Str ; ο-τοαί Id : as Subst., -λίθοβ στάλα /ΡΡ (Chersonesus). -λίνο ν,τ i,white flax for ropes and rigging, used esp. by the Phoenicians, Hdt.7.25,34,36, Ael.NAfr.3. -λόφας,α,ί, = sq. 1, Ε.Ph. 119 (lyr.). -λοφος, ov, white-crested, Anacr.82, Ar.Pa.1016, Philet.4. II. τοΰ τ' ανά λευκόλοφον, prob. on this white hill, AP (Crin.). -μαινίς, ίδος, ή, the white sprat (μαιvis), Polioch. ι. -μαλλος, ov, with whitewool, Eust με'λας, aiva, av, grey, Hdn.F^im.163, Tz.ad Lyc με'τωττος, ov, with a white forehead. Hippiatr.104, Hsch. s. v. φαλαρός. II. as Subst., name of a bird, PPetr. 3 p. 152 (iii B.C.), PGrenf b 3 (iii B. C.), etc.; λ. άγριος PMag.Par , 3148, cf (prob.). -μήλινος, ov, pale-yellow, εμπλαστρος Gal μΐόχρους, ουν, white and mouse-coloured, BGU (ii B.C.); esp. of asses, ib

22 Χευκομφάλίος 1042 Κευρός (i A.D.), PLond.2.fr0fr.16 (ii A. D.): also -χρως, PGf/228.4(ii/iii A. D.). λευκομφάλιος [a], ov,with white navel or centre, of fig-trees, Thphr. CP λευκόν, τό, white, as a colour, τό λ. οίδεν knows white from black, Ar.p5.1279; opp. μέλαν, P\.Prt.frfrld. 2. a white dress, λευκόν άμπέχει are dressed in white, Ar.yicA.1024 ; ήμφιεσμένη λευκά Id. PA white of egg, Hp.Nat.Mul.fr2, Arist.G^753*35, Dsc τά λ. the whites of the eyes, Hp.Prog. 2, Alex.222.9, cf. Arist *1. 5. τά λ. the menstrua alba of young girls, Id.G^738*26, HAfr81 b 2 ; more generally, Hp.ProrrA.1.80, Epid of a white formation in testaceans, Arist. 4529*3. λευκό-νοτος, δ, the south wind which cleared the weather (for the usual νότος brought rain), Arist.71/^.362*14 : distd. from λιβόνοτος, Gal ,17(1) οινάριον, τό, inscription of amphorae at Pompeii, ClL\Suppl.6fr64, al. (written λευκουν-). -όπωρος, ov, (όπώρα) with white fruit, APg.fr6fr (Leon.). -πάρειος [a], ov,faircheeked, ib (Mel.). -πάρϋφος, ov, with white-edged robe, AlexanderMagnusap.PIu.2.180e. -πελιος, ov, pale-grey, Erot. s.v. τό χρώμα άφυώδες. -πέπλος, ov, white-robed, C0rinn.20: metaph., ήμέρη λ., Lat. dies albo notandus, Hippon.32. -πε'τηλος, ov, white-leaved, Poet, deherb.8. -πετρον, τό, bare rock, Plb , πηχυς, υ, white-armed, only in acc. pl. -πήχεις, Ε.Ph (lyr.), and dat. pl. -πήχεσι, Id.Pa πλευρος, ov, with white sides, Sch.Theoc πληθης, ές, full of persons in white, εκκλησία Ar.Pc ποδήρης, εί, clad in white down to the feet, in acc. -ήρην, Zos.Alch.p. 117 Β. -ποικίλος, ov, motley-white, Sch.Theoc II. as Subst., λ., ή, name of a gem, PIin./PV ττοίόζ,όν, that makes white, Sch.S.Af πους, ό, ή, πουν, τό, gen. ποδός, white-footed, bare-footed, Βάκχαι Ε.Cyc.72 (lyr.), cf. Ar.Lys.66fr, Anacreont.8.fr. -πρωκτός, ov, with white πρωκτό!, a play on the words εύρΰπρωκτος and λευκός 11.1 c, conveying a notion of cowardice, Call.Com. 11 (s.v.l.). -πτερος,ον, white-winged, ofa ship, E.//!>/>.752 (lyr.): generally, ivhiie, νιφ>άς A.Pr.993; Άμέρα Ε. Pr.848 (lyr.). πτε'ρυξ, ΰγος, δ, ή, = foreg., prob. 1. in IonEleg πΰγος, ov, = λευκό7τρωκτ0ί, Alex πνρος, δ, fine wheat, in pl., Ph ,669. -πυρρός, ov, pale-red, τριχώματα Arist. Col. 797 b 13 ; prob. to be read for λευκόπυρον μάλαγμα, Gal. I fr πώλος, ov, with white horses, ημέρα A.Pers.fr86, S. Aj.67 fr ; τέθριππον». Plu.Ca7 ; epith. of the Dioscuri (cf. λευκ1ππ05), Pi.P.l. 66 ; at Thebes also of Amphion and Zethus, E.//F29 ; θεοί Id.Ph ρόδιος, ov, rose-pink, Sammelb (v A. D.). -ροδον, τό, the white rose, Gloss. -ρύγχος, ov, white-nosed, of a horse, Hippiatr λεΰκος, δ, name of a fish (cf. λευκίσκοϊ), Theoc.Beren.4, cf. Arist. HA 567*20. Λευκός, δ, divinity at Miletus, ScAa yser725 (vi B. C.). λευκός, ή, όν,light, bright, clear(ορρ.με'λα! in all senses), αίγλη Od ; λευκόν (v.l. λαμπρόν)..ήέλιος &ς II ; λ. φάος S.Aj.<j08 (lyr.), cf. infr. 11.3; a1'8rjp E.Andr. 1228(anap.) ; of metallic surfaces, λέβης Il ; λ. γαλήνη a glassy calm, Od ί of water,clear, limpid, Il , Od.5.70, A.Supp.2fr (anap.) ; λ. νάμα E.//P573 ; -ότατος ποταμών03\\^ον metaph., clear, distinct, of the voice, Arist. Po/>. 106*2 5, S.E.Tt/,6.41: in literary sense,c/wtr, λ. στίχος A Pi (Phil.): prov., λευκός 'Ερμής, when a rogue was detected, Macar Adv. -κώς, πάντα φαίνειν, of Hermes, Corn.AP16: Comp. -ίτερον, διαλεχθήναι Hid.7.2ο. II. of colour, white, freq. in Horn., varying from the pure white of snow ([ίπποι] -ότεροι χι0vos II ) to the grey of dust (λευκοί ίγένοντο κανισάλω fr.frofr); γάλα λ ϊ κρΐ 5 '96; άλφιτα 1S.560; ηνία λεύκ' ελέφαντι 5-583! οδόντες ΙΟ. 263; όο-τε'α ; ίοτία 1-480; φάρος » etc.; λ. άρμα, = λεΰκιππον, Ε.ΡΑ.172 ; of the white horses used by tyrants, λ. ^εϋγο! D , cf. λεύκιππος ; λ. λίθος marble, OG/ (Sigeum, iii B. C.\ etc., cf. λευκόλιθος ; λευκψ ('ν) λίθφ λ. στάθμη a white line on a white stone, prov. of explanations which do not explain, S.Pr.330; ή λ. βίζα while root ( = ן 7 τοΰ δρακοντίου, acc. to Gal ), Hp.Morb.2. 48, Nat.Mul.fr2 ; freq. of white or grey hair, λ. κάρη Tyrt ; θρίξ S.Anl ; λ. γήρας ld.aj.62fr (lyr.); λευκά γήρα σώματα E.HF 909, etc. b. of the human skin, white, fair, sts. as a sign of youth and beauty, χρως, πήχεε, II , Od ; λ. παρειά, παρηΐς, S.Ant.12frg, E.Med.g2fr ; σάρξ, δέρη, ib (v. 1.), 4875 (troch.) ; freq. with the notion of bare, κώλον, που!, ld.ba.66fr, 863 (lyr.),/0«221 (lyr.); cf. λευκόπουί. c. of persons, white-skinned, Pl.P.474e : hence, weakly, womanish, Ar.PA.191, Fr.428, X.//G3.4.19; λευκών ανδρών ούδέν όφελος Macar.fr. frfr ; cf. λευκόπρωκτος, λευκόχρως. d. λευκά 1 φρε'νεϊ in Pi.P is expld. by Hsch. μαινόμενοι, frantic. passionate (cf. λευκών πραπίδων κακών φρενών, Id.). 2. λ. χρυσός, pale gold, i. e. gold alloyed with silver (prob. the same as ήλεκτρον ), opp. άπεφθος χρυσός, Hdt metaph., bright, fortunate, happy, λευκόν ήμαρ νυκτός έκ μελαγχίμου A.Pers.frOl, cf. Ag.668 ; a joyful day or holiday, Call.Aet ; λ. ημέρα a happy day, S.Pr.6, cf. Sch.Call.Lamb.inPS/g > variously expld. in Phylarch. S3 J., Plu.Per.27 ; ή λ. ψήφος the vote of acquittal, Luc.Harm.fr, cf. Hsch. III. λεύκη, ή, λευκόν, τό, as Subst., v. sub vocc. (Cogn. with Lat. lux, etc.) λευκό-σαρκος, ov, with white flesh, Xenocr.ap. Orib , F.paenet.ap.Ath b. -σπανός, ov, pale-grey, of a coloured garment, PHamb (ii A.D.). -στέρνος, ov, white-chested, ovos BGU9S2.9 (ii A. D.). -σ-τεφής, is, white-wreathed, of sup- pliant boughs, A.Supp.igi,334. II. λευκοστεφή' τά κεραυνόβλητα, Hsch. -στικτός, ov, (στίζω) grizzled, θρίξ Ε (lyr.). -στολος, ov, white-robed, Orph.Fr.33. -σφϋρος, ov, white-ankled, "Ηβα Theoc σώματος, ov, of white substance, άρτοι Antiph λευκότης, 7]T0s, ή, whiteness, Hp.Acr.20, PI. Tht.1$6d,a.\. λευκο-τράχηλος [a], ov, white-necked, Anatoliusin Cat.Cod.Astr. 8(3) τρίχα, -τρίχων, v. λευκόθριξ. -τρΐχε'ω, have white hair, Str τροφος, ov, white-growing, μύρτα Ar.Av (lyr.). λευκουργ-ε'ω, provide with marble facing, τάί πυλίδας CIGiJ^g (Aphrodisias). -ός, i, (έργον) worker in marble or white stone, PC// (A phrodisias), ך. Milet.60 (Didyma), Princeton Exp.Inscr. Sect.Β No.1170, WienerDenkschr.44(6)p.31 N0.70(Cilicia, iii A.D.). λευκουρος, ov, white-tailed, Hsch. s. v. μάλουρος. λευκο-ϋφής [6], is, ofa white web, φάρος Eust.l φάης, is, white-gleaming, φάμαθος Ε.I A1054 (lyr.); αύγά prob. in Id. Hyps. Fr.3(1)ii4(lyr.); αύχήν Nonn. ) ; cf. sq., 01 -φαιός, whitish grey, ash-coloured, πρόβατον PHib (111 B.C.); χηίν PCair.Zen (iii B.C.), cf. Ath.3.78a, Poll ; καρπός prob. in Posidon.3 J. λευκ-όφθαλμος, ή, white-eye, name of a gem, VXvn.HNtf λευκοφλε-γματ-έω, have dropsy, Hp.C0ar ία, ή, the beginning of dropsy (also called λευκόν φλέγμα), dub. in Cels ίας, ου, δ, one ofa leuco-phlegmatous temperament, Hp.Epid δ λ. ΰδερος oedematous dropsy, anasarca, Gal.io.8:, al. -ος,, «0 suffering from white phlegm, Hp.Epid ώδης, εί, affected with dropsy, ib.io. λευκό-φλοιος, ov, with white husk, cj. in Posidon.3 J.; cf. λευκόφαιοί. -φόντης, gloss on 'Αργειφόντης, Hsch. -φόρε», wear while garments, of έφηβοι, IGfr (ii A. D.)., 01 -φορϊνόχροος, white-skin-coloured, Philox φάρος, ov, white-robed, δαίμων API (Ammian.) ; shining white, Zos.Alch.p. 118B. 2. bearing white grapes, άμπελοι Gp.fr.2.2. Λευκοφρϋ-ηνά, τά, festival of Artemis Leucophryene, S/G (Magn. Mae., iii B. C.), al. -ηνη, ή, epith. of Artemis at Magn. Mae., ib (ibid.),al. λευκοφρυς, υ, gen. υος, white-browed, αγορή Orac.ap.Hdt3.57. Π. λευκόφρυς, v. λυκόφρυς. λευκο-φϋής, v.l. for λευκοφαής, Nonn. > φύλλο;, ov, white-leaved, Dsc.4.103; ράβδος λ., name of a plant growing in the Phasis, Arist.7l/t>.846*29,.. Ps.-Plu.P/«15.2 II. λευκόφυλλον, τό, = ξηρόμυρον, Afit (118). -χίτωνος [ϊ], ov, white-coated, ήπατα Batr.37. -χλωρός,, 01 pale-green, Aret. 5 >1.8,15. -χριστός, ov, whitewashed, Ατάλ ε1ί Ulp.adD.j χροιά, ή, whiteness, white colour, Pladt.fr χροος, contr. -χρους, ου ν, of pale complexion,, 01 Aret.SZ, G-2*4728 Arist. 1.13, etc.: generally, white, heterocl. acc. λευκόχροα κόμαν Ε.Ph. 322(lyr.): pl. λευκόχροα! Ptol.Geog : also -χροιος, ov, Hp. Epid , Phlp. in GAfrfr.fr. -χρϋσος, ή, a gem of pale gold colour, Plin. /PV ,171 : as Adj., Lyd.Mag.fr.70. -χρώματος, ov, = λευκόχρωι, Phint.ap.Stob *. -χρωμος, ov, = foreg., «αψηλοί PGrenf (iv A. D.)., χρως ωτοϊ, δ, ή, white-skinned, colourless, Eub.35, Alex.98.18, Theoc. />.2.1, Arist./ 3 /^k.sos' φάρος, ov, whitish grey, όνοι Hippiatr. 14. λενκ-όω, whiten over, [πνξίον~] Aen.Tact.31.14; βωμόν /G2 5.16/2.!40: Med., λευκούσβαι τά 'όπλα whiten their shields, X.//G2.4.25, cf ; λ. πόδα bare the foot, APg.^ofr (Maec.). II. mostly in Pass., to be made or become white, λευκωθεis κάρα μύρτοι Pi./.4(3) 69 ; τοίχος λελευκωμένος whitened or plastered, Ρ ! ; γραμματεΐον λελευκωμένον, = λεύκωμα I, D.46.II; δ άνθρωπος ού λευκί! εστίν αλλά λελεύκωται Arist.Ρ/1.1 S5 b 29 ; of a leper, Ph.1.346; λελευκωμέ νοςπίναξ, ofthe list of proscribed, D.C.Pr ώλ05, white-arnied,, 01 Persephone, epith. of Hera, II.1.55,195, etc.; of etc., Hes.PA.913, Pi.P.3.98, etc.; of female slaves, Od.6.239,1S. 198,19.60; λ. λίνον, perh. with a play on λευκόλινον, of a useless woman, Diogenian ωμα, ατοί, το, tablet covered with gypsum, used as a public notice-board, is λ. γράφαι, άναγράφειν, Lys.9.6, Lex ap.d.24.23,/g12(5).647.4o(ce0s). PHib (111 B.C.),etc.: hence iv λευκωμασιν γραφήναι to be posted in a list of defaulters, 'to be sold upapp.prov ; of the proscription-list, D C.47.3 ; of the album of senators, Id.55.3 : hence οί τοΰ λ. senators, Procop^rf.29. H- whiteness, A r i s t. P A g a. «. 2.28*813 white spot in the eye, caused by a thickening ofthe cornea, PGrenf (11 B.C.), Dsc.3.84, Gal , Saw»»«/ (ii A.d.), Aet.7.39tit. -ωματί ομαι, to be affected with λεύκωμα II. 2, Sch.A.Pr ωματικός, ή, iv, good for λεύκωμα 11.2, κολλούρια Paul.Aeg ωματώδης, ε», of the nature of λεύκωμα 11. 2, πάθος Erot. s. v. άργεμον. -ωπίας" λευκός όφθήναι, Hsch. -ωσις, εωι, ή, = λεύκωμα 11. 2, Interpol, in Hippiatr. 11. II. whitening, Olymp. Alch.p.91 B.; of pearls, etc.. PHolm.2.36, al. -ωτής, 0C, δ, whitewasher, or -ωτάς, ή, iv, whitewashed, in dat. -ατή, /Gi λεϋραι' ευρίσκω, Hsch. λευρός, ά, 01 (also ός, iv A.Pr.frp), poet. Adj. smooth, level, tvw, λευρψ irl χώρψ Od.7.123, Orac.ap.Hdt.I.67; Σικελία!! ( λευρούs A. I.e.; λ. οϊμος αιθέρος ib.396 ; iv φαμάθψ λευρα E.Hec^oo (lyr )> πεδον, πέτρα, Id.PA.836, Pa.982 (lyr.) ; δδοί CiW.Aet.Oxy.l II. smooth, polished, ξίφος Pi.A.7.27 ; δέρμα,.λευρόν

23 \eva1 μος 1043 ληγω 3005 AP6.116 (Samus). In. λευράς σωφροσύνης τελείας, καϊ Αεχρίας X.Cyn.4.3 ' metaph., πάντα γαρ λ. τάν χερο'ιν all the business ταπεινής, κοίλης, δμαλής, μή τραχείας, Hsch. in hand is cross, S.Ant (lyr.). λειίσιμος, ον, (λεόω) stoning, χ ( ϊ ρ λ. Ε. Or. 863 ; λ. καταφθοραί λέχρΐς, Adv. crosswise, λ. τέμνων &πο μήδεα πατρός Antim.35> cf death by stoning, Id.Ion 237 ז (lyr.); θανάτου λεύσιμον R.i.3-238,1160 &ταν ib.1240 Α. ז י. (lyr.); θανείν λ. πετρώματι Id.Or.50; λ. δούναι δίκην ib.6τ4> cf- λεχώ, dos, contr. ovs, Cyrenaic gen. λεχό5 Berl.Silzb.1927.j66. Heracl. 60; λ. άραί curses that will end in stoning, A.Ag. 1616; stoned, dat. λεχοΐ ib. 158, 7G5(1).713, al. (Sparta), λεκχοΐ Schwyzerfr2frD 13 θνμα ib (lyr.). 'Delph., v/iv B. c.): ή : (λ6χ0ϊ): woman in childbed or one who has λενσμός, δ, stoning, A.FK.189, E.Pr.878. just given birth, E.P/.6 52, 654,1108, A Ec.fr 30, Sor. 1.77, etc.; of an λειίσσω, by good authors used only in pres. and impf. (in codd. animal, Opp.C : pl. λεχοί Orph.H.2.10 ; acc. pl. λεχοΰ* Sch. sts. with single <r, as also in IG (v. infr.), C/G32 84(Smyrna), Hsch.) ; A.R (cod. Par.). Ep. impf. λεΰσσον Od.8.200; Ion. λεύσσεσκον Emp.l 29.5: fut. λεύσω λεχώεν ύλώδε!, βοτανώδες, Hsch. dub. in AP 15.7, Man.6.93 : aor. opt. λεύσσειε ib.487, λεύσσειεν ib. λεχ-ωϊάς, άδοϊ, ή, fem. of sq., νύμφη λ., λεχώ, Nonn. > Poet. Verb, also used in Arc., /G5(2).16 (Tegea, iii B.C.), cf ώϊος, ov, (λεχώ) of or belonging to childbed, A. R. 2.1 ο 14 ; Κλεπορίων..λεύσει δρ ΑΒ Γ096 : look or gaze upon, see, c. acc., II. λ. δώρα presents warfc at the birth, APj. 166(Diosc. or Nicarch.). II. I.120,al., Pi.P : c. part., πυρπολέοντας ελεύσσομεν Od ; neut. as Subst., 'Ρείης..λεχώϊον the place where Rhea bare her child, of the gods, δ είσαιέν δρών κόκλοϊ λεύσσει νιν Aios S.OC705 (lyr.); CaW.Jov ω'ίς, ΐδος, ή, = λεχώ, A.R.4.136, Call. >/a«. 127, λεύσσετε.. οία πάσχω Id.^«/.940 (anap.) ; used by Com. in mock Del,56, AP6.348 (Diod.). -ως, = λεχώ, dub. 1. in LxxEp.Je. Trag. phrases, Ar. Th. 1052, Ra.992 (both lyr.). 2. abs., look, 2 8. gaze, λεύσσων έ7τ! οίνοπα πόντον II.5-77' ϊ Κυκλώπων is γαϊαν έλεύσαομεν λεώβατος όδόϊ, καϊ ιχθύς σβλαχώδηί, Hsch. ; cf. λειάβατος. Od ; ίς αυτόν 8.171, cf. S.OP1254; στατόν εΐί ΰδωρ Id. λεώδης (A), es, (λεώ$) = λαώδης, popular, common, Gloss. ΡΑ.716(lyr.) ; ז 6 χέpas Ε.ΡΑ.596(troch.); πρόσσω καϊ οπίσσω λ. II. λεώδης (Β), λιθόλευστος, Theognost. Can.9 : λιώδης, Hsch.; 3.Ι10; ό μή λεύσσων, like δ μή βλέπων, he that lives no more, fort, λεώλης. λεωκόνητος, λεωκόνιτος, V. λέως.. S. )828 (lyr.) ; so c. acc., ει λεΰσο-ει φάος E.PA.1084, cf. Pr.269 Λεωκόρειον, τό, the temple of the daughters of Leos, Th.1.20,6.57. (lyr.). 3. c. acc. cogn., λ. φονίου δέργμα δράκοντο5 A.Pers.81 (lyr.); λεωκόρητος, λεώλεθρος, λεώλης, ν. λε'ωϊ. λεπτά, δεινίιι λ. κόρα is, Ε. Or. 224,3 9 ί ψόνον λεύσσόν τε προσώπφ and λεωλογέω, number the people, Phoen looked murder, Theoc λευστήρ, iipos, δ, (λεόω) one who stones, Ε. Pr.1039 ϊ Κασσανδρέων λε'ωμι, λέων, ν. λώ. λέων, οντος, ό, Ep. dat. pl. λείουσι ΙΙ.5.782, etc., λεόντεσσι 312(2). λευστήρa their oppressor, AeX.NAfr.lfr ; so perh. in Hdt.5.67, 285 (Mytil., prob.): lion, ώμοφάγοι λ. II. I.e.; αϊθων ; χαρο- where the oracle tells Cleisthenes Aep7j<rT0v μεν είναι ^ικυωνίων βασιλε'α, ποί Od.tr.61I; ορεσίτροφος 6.ifro, cf. Hdt ; cf. λίς : metaph., iκεϊvov δε λευστήρα (or perh. a mere stone-thrower, i. e. φιλός : of Artemis, σέ λέοντα γυναιξί Ζευς θήκεν Zeus made thee a lion toward Suid., quoting Ael.Pr.115, makes it Pass., = δ καταλευσθήναι women (because she was supposed to cause their sudden death), II. &ξιος). II. as Adj., λ. μόρος death by stoning, A. Th. 199; λευστήρα ; used of savage persons, A. Ch.938 (lyr.) ; but also, of brave ιτρωτον..βίφας πετρον Lyc. 1187, cf. Hsch. men, Id.^.1259, E. Or (lyr.), 1555 ; of a baby, Ar. Th.514 (but λε-υστός, ή, όν, neut. pl. -ά δρατά, λιθοβόλητα, Hsch. byway of contrast, ofa coward, λέοντ άναλκιν, of Aegisthus, A.Ag. λευτον, dub. sens, in IGfr(2).fr, εί δ' άν λευτον μέ 'ινφορβίε (Tegea, 1224); οίκοι μεν λέοντες, εν μάχη δ' άλώπεκες Ατ.Ραχ 1189 (lyr.) ; άντϊ ivb.c.). λέοντος πίθηκον γίγνεσθαι Pl.R.frgob ; ξυρεΐν έπιχειρεΐν λέοντα, ofa dangerous λενχ-ειμονέω, to be clad in white, PI.P.617C, C/G (Stratonicea), undertaking, 'to bell the cat', ib.341 c. 2. Leo, the sign in Str.ll.11.8, Ph είμων, ovos, δ, ή, (εϊμα) clad the Zodiac, Eudox.ap.Hipparch.i.2.8, Euc.Phaen.p. 12 M., Arat.r48, in white, Phint.ap.Stob.4, ; λεώς Ph.2.188, cf. Orph.ffi.51. /G =λεοντή, lion's skin,euc.hist.conscr.io. 4, as II, Aristid.Or.48(24).31. -ηττατίας, ου, δ, λευκηπατίας, an ornament, PGi/ (ii A. D.), II. a kind of crab, Diph.Siph. Suid. ap. Ath.3.106c, Ael.NA!4.g. III. a kind of serpent, Nic. P/z.463, λεΐω, fut. λεύσω (κατα-) Ar.Ach.28fr : aor. ϊλευσα (κατ-) Hdt.9.5, f. I. in Artem TV. =λεοντίασις, Aret.SD2.1fr. V. akind Th.1.r06 : Pass., fut. λευσθήσομαι ] Ap. 2.27: aor. ελεύσθην S.OC of dance, Ath f, Poll VI. title of grade of initiates in (v. infr.), Hp.Ep.27 : (λααϊ): stone, Th.5.60; πέτροις λ. μνήμα Ε.El. the mysteries of Mithras, Porph.^46si VII. a. sea-monster, 328; τό λευσθήναι πέτροις S.OC4351 Ε.Ρ Ael.iVA9.4c), Opp.ffil.367, Nonn.D VIII. οροβάγχη, λεχαιος, α, ον, (λε'χο! I) of or for a couch, φυλλάς ז A.R.I.182, Dsc.2.142, cf. Gp.2.42 tit. Theognost.Catt.9. II- (λέχος 4) in the nest, τέκνων ύπερδέδοικε λεωττάτητος, v. λέως. λεχαίων for her nestlings, A.Th.292 (Lachm., for λεχεων). λεωττετρία, ή, = λ<=ία πέτρα, D.S.3-16 (= Agatharch.34)) LxxEz. λεχεποίη, ή, (λέχος, ποία) grown with grass fit to make a bed, i. e. 24.8,31.; λεωττετρα is f. 1. in Hsch.; cf. λιοπέτριον. grassy, meadoivy, epith. of various. h.ap.224,h.merc,ךtowns,1\.2.69 λεωργός, όν, (Adv. λέως, έργον) one who will do anything (cf. ^αδιούργος, 88 : masc. λεχεττοίης, ου, ofthe river Asopus, from its grassy banks, πανούργος), villainous, Α. Pr.fr ; of actions, λεωργά κάθέμιστα Π.4.383, Orac.ap.Hdt Horn, has both forms in acc. sg. only; (fort, κα! θεμιστά) Archil.88.3 : Sup. -ότατος X.Mem.i.fr.g, Ae\.NA the dat. occurs ap. Hdt. 1. c. [6.5; cf. λεονργός, λιτουργός. λεχε'ρνα ύπό Άργείων ή θυσία επιτελούμενη τή Ηρα, Hsch. λεώς, ώ, δ, Att. and Ion. for λαός (q. v.). λεχήρης, ες, bed-ridden, Ε.ΡΑ.1541 (ly r ) λε'ως or λείως, Ion. Adv. entirely, wholly, ai all, λείου γαρ ούδέν λεχήρια ενήλατα, Hsch. λεχμάδ... ήλεκτρον, Id. λέχνη' εφρόνεον Archil. 112, cf. Hp.ap.Erot. et Gal : elsewh. only τρόπος, Id. found in the compds. λεωργός (q.v.); λεω-κόνητος, -κόνιτος, or λε'χομαι, lie down, pres. only in Hsch. λέχεται (λεύχεται cod.) -κόρητος, utterly destroyed, Theognost.Can.9, Hsch., Phot.: λεώλεθρος, κοιμάται, cf. Theognost. Can. 139 : pf. part, λελοχιία ( λεχώ γενομένη) λεώλης, ες, utterly destroyed, Hsch. (also λειώλης, q. v., cf. Hsch.; other tenses in Ep.: fut. λέξομαι: aor. ελεξάμην; also λιωλεθρία Hsch.): λεω-ττάτητος [a], ov, v.l. for λακπάτητος, S.Ant. 3sg. aor. έλεκτο, λέκτο; imper. λέξο, λέξεο (v. infr.) : lie down, esp The Gramm. expl. it as shortd. for τελέως, Α.Ό.Pron.fr8.l2, to sleep, λέξεται υπνψ will lie asleep, II.4.131, cf. Od ; λέξομαι Erot. 1. c. (ubi λίως codd.), Gal. 1. c. (ubi male λεως), EMfr60.fr1. eh εύνήν : aor., παρ δ' 'Ελένη ίλέξατο ; τφ ένι λεξάσθην II. λεωο-φε'τερος, ov, only in Hdt.9.33, λεωσφετερον ίποιήσαντο Ύεισαμενόν ; λεξάσθωνπαράτάφρον let them bivouac, 9-67, cf. 8.frig ; έλεκτο made him one of their own people, their fellow-citizen. Od.19.50, Hes.Sc.46; λέκτο Od.4.453,al.; imper. λέξο , λεωφόρος, ov, V. λαοφόρος. λη, λής, etc., V. λώ. Χηβόλε" Od ; λε'ιεο U.9.617, Od II. causal in Act., lay λιθοβόλε, Αξιε λιθασθήναι, Hsch. ληβολία* δημοσία κοπριά, Id. asleep, lull to sleep, λέξον με U fr; έλεξα Aibs νόον (Goth. λήγω, Ep. aor. έλληξα A.R.2.84: stay, abate, Ιδομενεύς δ' ού λήγε hgan, Engl, lie, etc.) μένος μέγα II > cf ! λ - Ί ον AP].fr49 (Leon. Alex., λεχος, εος, τά, poet. Noun, couch, bed,! , al.: in Horn. freq. s.v.l.) : c. gen., οϋδε' κεν!s έτι χείρας εμάς λήξαιμι φόνοιο would stay in pl., bedstead, I ,al. 2. bier, usu. in pl., ,702, IG myhandsfrom slaughter, Od II. more freq. intr., leave ^0> «4 507«,(. gam 25(Pe1 etc. 3. marriage-bed, and generally, off, cease, of speaking, etc., ov λήξω, πρϊν.. II ΐ ούδέ τ' εληγε marriage, εμόν λ. άντιόωσαν II.1.31; δμόν λ. είσαναβαίνοι 8.291; λ. δ' θεός μέγας ; εν σοϊ μεν λήξω, σέο δ' άρξομαι c f- Hes. 5<τχυ> ε καϊ εύνήν Ήφαίστοιο άνακτοί Od.8.269, cf > έτέριρ λέχεϊ, Op.368 ; λ. [ή ατραπός] κατά Άλπηνόν πόλιν comes to an end at. " e. in adultery, Pi.P. II.24; Ιώ λ. καϊ στίβοι φιλάνορε5 A.Ag.411 Hdt.7.216, cf. Th.7.6; ήήμέρη εληγε Hdt.9.52, cf. X.An ; of (lyr-); τό σόν λ. ξυνήλθον S.4/-49I; λ.. ΗρακλεΓ.ξυστάσα Id.Pr.27 ; heat, wind, rain, etc., λ. με'vos ήελίοιο Hes.Op.414; λήξαντος οΰρου κρυφιον us έχοι λέχος ib.360 ; λέχους γαρ..άγνόν δε'/ias (sc. εστί) Ε. Pi.P ; φακάς λ., νότος λ., A.Ag.\frfr4 (lyr.), S.Aj.258 (anap.); Hipp.!003 : freq. in pl., λεχέων Pi.P.g-371 λεχέων Λιός εύνάτειρα άμα τφ τον σώματος άνθει λήγοντι Pl.Smp.18fre. 2. c. gen., stop, A. r.895 (lyr ); τά νυμφικά λ. S.OT ίέμενοι λεχέων Id. Tr.fr 14 cease from a thing, έριδος, χόλοι ο, φόνοιο, άπατάων, πόνου, χοροΐο, II. I. Cyr.); γήμαι μείζω λέχη make a great marriage, E.P/.936 ; λ- τάλλότρια 319,224,6.107, Od ! II , άoιδήs Hes. ΓΑ.48 (dub. ib. 1089; Μ' ρα! μεγάλων άμείνω.. λέχη ib.lo99 : hence for the 1.) ; κλαυμάτω ν A.Persf0fr(tr0ch.) ; θρήνων, γόων, S ( ana P-)> Concrete, λ. νεώτερον younger spoitse, Sapph.75 ; σά λέχεα thy 353 ; οδύνης Pl.Phdr.2frfrd ; λ. του βίου, i.e. to die, X.Ap.8 ; φύλλα spouse, E.P/.481 (lyr.); ώλεσας κεδνόν λ. la.h1pp.8frfr : used by Com. πτόρθοιο λ. Hes.O/1.421 ; also λ. άπ' έργων A.R : c. dat., λ. τή in poet, or mock Trag. passages, λ. γαμήλιον Ar.Av.\7fr8 ; κουρίδιον αύθαδία. PTeb (ii B.C.). 3. c. part., δπότε λήξει εν άείδων if. λ. Id.p«^8 44 ; παιδί συμμετξαι λ. Id. Α.89ι. 4. a bird's nest, Α. 9.19!) cf. Od.8.87 ; ού πρϊν λήξω.. εναρίζων ; ευτ &ν φλέγων. ^ 5 (anap.), S.Ant.425..ήλιος χθόνα λήξη A.Pers.fr6fr, cf. 831; τό σκέλος βίφαντες λήγο- λεχοσ-δε, Adv. to bed, II , Od μεν Ar.Paxfrfr2; λήγει κινούμενον Pl.PArfr.245c, etc. 4. with λ^χριος, a, ov, also os, ov : /. Call.Pi236 (v. λικριφί5) : slanting, Preps., λ. ες τι Hdt.4.39! Plot ; επί τών ονειδών App.Hisp.7fr, *osswise, with a Verb, λ. ί,κλάσας S.OCigfr (lyr.); λ. εκπεσεχν, (73) 5. Gramm., terminate, ofa word, είς ε λ. A.D. Pron. 11.9, X»l*ir, E.ffir (lyr.), Med ; τιθέναι τάς κεφαλάς επί γήν cf. D.T ; also λήγεσθαι c. dat., μακρα, βραχεία, An,Ox. 2.

24 Ληδα 1044 Κημa follow logically, Them, in Ph ; τό λήγον, opp. rh ήγούμενον, the consequent, opp. antecedent, Chrysipp.S/oi'c^^o, S.E. P.2.111,112, 7. of months, = φθίνω, 7G12(3) (Thera); also περί λήγοντα τόν ενιαυτόν D ! τοΰ χειμώνας -οντος Th.5.81 ; so perh. είς τό λήγον is to be read for είς τό λήγος in Gp Λήδα, as, ή, Leda, A.Ag.914, etc. : the forms Λήδη, ης, only Ep., as Od λήδανον or λάδάνον [λα], τό, (λήδον) = κίσθος, gum-ladanum, τό λήδανον, τό καλέουσι Άράβιοι λάδανον /. Ηρ.Λ7.2 Hdt.3.IT2, cf. 107, 189, Plu a, Ruf.ap.Gal , Heraclid.ib.436, Gal.12.28, al., WilckenCA»273. i I 5 (''/'" A.D.). (λη- Hdt. II. cc., Hp. 1. c. (cod. opt.), Plu. I.e., also (in verse) Ruf. I.e.; λα- Heraclid., Gal., WilckenChr. ll.ee., v.l. in Hp. I.e.). ληδάριον [ά], τί, Dim. of λήδος, Ar,Av.7\fr,gjfr(v.\. ληδάριον). ληδεΐν κοπιάν, κεκμηκέναι, and ληδήσας κεκμηκώς, κοπιάσας, Hsch. λήδιον or ληδίον, τί, Dim. of λήδος, G2 2 I » I 5 T 7-149,1s 1 (ivb.c.): also ληδιον or ληδίον, τό, Men.1028, Clearch. 25, Machoap.Ath.!3.582dsq., Hsch.; cj. Toup for λήϊον, Suid.; cf. λήδος, ληϊδιώδεις. λήδον, τό, shrub from which the gum λήδανον exudes, Cistus cypriits, Dsc.1.97, Plin.TTA λήδος, Dor. λάδος, 60s, τό, a cheap common dress, esp. a light summer dress, Alcm.97 (so Did.; λάιδος Hsch.): more freq. in Dim. torms, λήδιον or ληδίον, τό, and ληδάριον (qq. v.). λήξομαι, v. ληίζομα! λήθαιος or ληθαιος, a, ov, (λήθη) of or causing forgetfulness, τττερόν, of Sleep, Call. Del.2fr4 ; σκότος Lyc etc. 2. of persons, oblivious, opp. έμφρων, S.E.Mf II. of ox from Lethe, άκατος APg.2^g (Bass.); v. λήθη 11. III. λ. λίθος, = μελιτίτης λ., Ps.-Dsc.476 ed. Sarac. ληθάνεμος, v. λαθάνεμος. ληθάνω, ν. έκληθάνω, λανθάνω Β. ληθαργ-ε'ω, forget, PMag.Lond : Pass., C/G2804 (Aphrodisias). Sell.Pi.Α ία, ή, drowsiness, Com.Adesp.fr44 (pl.). -ικός, ή, 0v,affectedby lethargicfever, Hp.C0ac.136, Praxag. ap.gal.17(1).889, Ruf.ap.Orib , , -4P ος, ov, (λήθη) forgetful, c. gen., ib (Mel.), 12.80(Id.) : abs., Men. 1029, Phld.P/!. 1.6S. : later word for ίπιλήσμων, acc. to Phryn lethargic, άλήθαργος (sic) είς υπνον εφερόμην POxy. Ifr (iiA.D.). II. as Subst., δ and ή, lethargy, Hp.Aiori.2.65,al., Lyc.241, Ant.Lib.23.2, Gal , Paul.Aeg.3.9 : in pl., Arist. Somn.457 a 3, Chrysipp.S/oi'c.3.57 ; coupled with μελαγχολία, ibid. b. lethargicfever, Hp. Aph Cf. λαίθαργος. -ώδης, 6s, = ληθαρ γικός, Dsc. Ther. 15, Gal Adv. -δώς Dsc ληθεδ-άνός, ή, όν, causing forgetfulness, φάρμακον Luc.Salt.7g, Philops.frg. -ών, ovos, ή, poet, for λήθη, ΑΡη.ι^ (Tull. Laur.), API (Agath.). λήθ-η, Dor. λάθα, ή, forgetting, forgetfulness, personified in Hes. Th.227; μηδέ σε λήθη αίρείτω '1 [Περσεφόνη] βροτοΐς παρέχει λήθην, βλάπτονσα νόοιο Thgn.705 ; κακού λ. S.P&.878, cf. Ε.Ρα.282, Or.213; λήθην ποιεύμενος τά μιν έόργεε forgetting.., Hdt.I.127 ; λ. ποιεΐν τίνος S.Pr.2frg ; Αηθην..κωφήν, άναυδο ν Id.Pr.670 ; χρόνος πάντα,.is λ. άγει Id.pr.954! τ < ίδιων λ. λαβών Timocl.6.5, cf. Phld. Ρ// S.; τών αύτοΰ κακών επάγεσθαι λ. Men.467; παρέχειν Ρ1. Phdr ; ίμπαιε'ιν ld.phlb.6fre; λήθην εμποιήσαι τών πεπραγμένων Isoc. 1.8 ; ε'ις λήθην ίμβαλειν τινα Aeschin ; λήθη λαμβάνει, εχει τινά, Th.2.49» D ! λήθη τινός ίγγίγνεταί τινι X.Mem ; εϊ$ λ. άφιγμένα forgotten, Phld./r.p.19 W. II. after Horn., ofa place of oblivion in the lower world, Αήθης δόμοι Simon.184.6; τό Αήθης πεδίον Ar. Ra. 186 ; τότήςλ.π. Pl.P.621a, D.H ; Α. ΰδωρ Luc.DMort.ifr.6, Paus , Aesop.168 ; also, i τής Αήθης ποταuis, of the river Αιμαίας in Lusitania, Str.3,3.4,5, cf. App.Hispffr (71). (Λήθη as pr. n. of a river is not found.) ηκε'α - είί λήθην άγοντα φάρμακα, Hsch. -ήμων, ον, only dat. pl. ληθήμοσι (ληθημόνοισι cod.) ληθάργοις, Id. -ιος, ον, causing forgetfulness, πόμα Zonar. II. = λαθραίος, Hsch. ληθομέριμνος, ον, banishing cares, νύξ Orph.H.fr.6 codd. (λυσιμ- Abel). λήθον βαλιόν, Hsch. λήθος, Dor. λάθος, εος, τί, =λήθη, Theoc ληθότης, ητος, ή, = λήθη, Suid., Zonar. λή θω, λήθομαι, collat. forms οί λανθάνω, λανθάνομαι (q-v.). Ληθώ, = Αητώ, Pl.Cra.406a. ληθώδης, ες, (λήθη) lethargic, ύπνος Hsch. s. ν. κώμα. ληΐάνειρα [ϊάν] ή ποιούσα τους άνδρας γυναικών εραν, Hsch. ληΐ-άς, άδος,ή, poet. fem. οίληιδιος, taken prisoner, captive, γυναίκες II.2ο.193! Ep. dat. ληϊάδεσσι A.R βοτήρ, ήρος, ό, (λήϊον Α) crop-consuming, crop-destroying, Suid., etc.: fem., σύς ληΐβότειρα Od ληΐδιος, α, ον, (ληίς) taken as booty, captive, ΑΡ6.20 (Jul. Aegypt.),.4ΡΛ4.203 (Id.), Tryph.679. ληΐδιώδεις* τριβωνιώδεis (-ίδε5 cod.), Hsch.; cf. λήδιον. ληιζομαι, Ep. and Ion.,,ךHes.Op.02 Hdt ; λήζομαι, X.HG 5.1.i, ^4P9.410 (Tull. Sab.), etc.; also λεΐζομαι, ib.6.169; Att. impf, ίλρζόμην Th.1.24, etc.: Ep. fut. ληίσσομαι Od : aor. εληϊσάμην Hdt.3.47, And.1.101; Ep. ληίσσατα ; Att. έλτίσατο Ε. 7V.866: pf. in pass, sense λέλησμαι, v. infr. 11: seize, carry off as booty, either men or things, δμψαί &s Άχιλεός ληίσσατο II. 1. c., cf. Od.i.398, , Hdt.3.47,4.110,al. : ε'κ δόμων δάμαρτα.. Ar/σατο E.l. c.; cie τήs 'Αττικής X.HGfr. 1.1, etc.: generally,,«a acquire, όλβον από γλώσσης ληίσσεται Hes.Op.fr22 ; ον yap τι γυναικός άνήρ ληίζετ' άμεινον τής αγαθής ib.702, cf. Semon plunder, despoil, esp. by raids or forays, άλλήλουίτιι.ι.ρ, cf. 3.85, 5.115, And.1.101, etc.; τήν Κολχίδα X.An.4.$.2fr\ τήν θάλατταν D.S.11.88, JuI.Or.y. 2 10a: metaph., λ. τήν τών ζιρων φύσιν Pl.Epin.g76a. 3. abs., plunder, SIG38B 20(Teos, ν β. C.), Hdt.4.112, Lys (pr0b.), etc. II. Act. ληίζω occurs in several Mss. of Th.3.85, and all Mss! of Id.4.41 : so in Pass., to be carried off, 4κ γης βαρβάρου λελρσμένη E.Med.2fr6 ; γυναικός..ού βία λελησμένης Id. Tr.373! ληϊσθεΐσα A.R ; οΰ τί που λελήσμεθ' εξ άντρων λε'χο$; I have not surely had my wife carried off.., E.Hel.475 ; ληϊζόμενος Luc.Ga/(14 robbed,.. ληιη, ή, Ion. for λεία (q.v.). λήϊμνος" εΰβοτος, Hsch. Χηΐνη, ή, = Lat. laena, cloak, PGiss.76.fr (ii A. D.), ληϊνόμος [ϊ], ov, dwelling in the country, API. 4.g 4 (Arch.). λήϊον (A), Dor. λάον (q.v.), τό, standing crop, ώς δ' ότε κινήσρ Ζέφυρος βαθύ λ. II.2.147!al., cf. Hes.5c.288, Hdt.1.19, Pherecr.20 (pi.); τοΰ σίτου τό λ. Arist.ΗΑ612'fr2 ; λ. σίτου βαθύ Arr.An.1.4.1; λήϊάτεσταχνων IGi^.lfrSgulo. 2. in later Poets, also, corn-field, Theoc (in Dor. form); ληιου κόμτ! Babr = λεία, booty, SIGfrg (Susa, from Didyma, Ν Β. C.). λήϊον (Β), τό, ν. λήδιον. λη-ίς, Dor. λαίς, ίδος, ή, Ep. form of λεία, booty, spoil, mostly of cattle, ληίδα δ' εκ πεδίου συνελάσσαμεν.., πεντήκοντα βοών ίγέλας, κτλ » ef X-T-ac.13.il ; then of all kinds of booty, H.9.138, , Od.10.41; πλαζόμενοι κατά ληίδα 3.106: in A.Th.frfrl (lyr.), concrete for αιχμάλωτοι, cf. A.R ; cf. ληϊάς. 2. withoutany notion of plunder, cattle, stock (cf. λεία), ληίδ' αέξειν, βουκολίαςτ' ayeλαςτεκαϊ αίπόλιαπλατε αιγών Hes. Th.444, cf.theoc ΐσθιών τρεπόμενος, Hsch. ϊσμαδία - αιχμάλωτα ς, λεληΐσμένη, Id. -ϊστήρ, ήρος, ό, ν. ληστ-ηρ. -ϊατής, οΰ, i, = Att. ληστής,,ך. h.bacch Hdt. 6.17, SIGfrSB 20 (Teos, VB.C.), Dem0cr.260, A.R.i ϊστό;, ή, όν, to be carried off as booty, to be won by force, II : also in form λεϊστός, ib.408, Inscr.Pnen. 268 c5. -ϊστυς, ύος, ή, plundering, ζην από..ληΐστύος Hdt ΐστωρ, ορος, δ, ληϊστήρ, Od Nic.7X347 η Prose λη'σ τωρ, Sammelb (!" B - c 0 II. as Adj., ληίστορι χαλκψ APg.6^g (Maced.). -ΐτιαί' ήγεμονίαι, στρατιαί, Hsch. -Ins, ιδος, ή, she who makes or dispenses booty, epith. of Athena, Il , Paus II. Pass., = λη ιάς, A.R , Lyc.105. ληϊτοάρχαι' οί καθηγούμενοι τών θυσιών καϊ εστιάσεων, καϊ άρχάί και ιερείς, Hsch. (Cf. ληταρχος.) λήϊτον,τό, (λαός, λεώς) town-hall, council-chamber, as the Achaeans of Achaea Phthiotis called it, Hdt ; = δτ!μόσιον acc. to Plu. Rom. 26, Id.2.280a: Hsch. has λάϊτον τό αρχείο ν, λαίτων των δημοσίων τόπων ; cf. λαιετόν, λαΐστρον, Suid., Zonar. : Hsch. also quotes ληΐτη, λητή, = ιέρεια, a public priestess. ληϊτουργε'ω, -ουργός, early forms of λρτ-, λειτ- (q. v.). ληκάω, (ληκώ) = λαικάζω, aor. inf. ληκήσαι Pherecr. 177: Pass., of the woman, Ar.Th.4gfr ; ληκούμεσθ' (sic) Pherecr. I.e. II. ληκά,ν' τό πρός φδήν όρχεΐσθαι, Hsch. Χηκέω, Dor. and later Gr. λακέω, aack, crackle, Theoc.2.24 ; burst asunder, έλάκησε μέσος Act.Ap ; λακήσαι τάς φύλλα! ποιήσει! Gp.1fr.jfr.fr : in Call.iamb.1.18frP. the context i6 broken. ληκημα, ατοί, τό, (ληκάω) wenching, in pl., Epicur.7V.4i4; or perh. from ληκέω (cf. sq.), bawling, = ανακραύγασμα. ληκητής, οΰ, δ, (ληκέω) bawler, αγοραίων λ. επέων Tim0 42. ληκίνδα παίζειν, beat time, tattoo, Luc.Lex.8, Α.Ό.Adv π. ληκτέον, (λαγχάνω) one must lay claim to, ολου τοΰ κλήρου Is ληκ-τήριος, a, ov, (λήγω) extreme, νήσον είς ληκτηρίαν to the farthest bounds of the island, Lyc.966, cf. 1391(3. v.l.). -τικός, ή, όν, causing to cease, οδύνης v. 1. in Hp.Liqu.6 ; terminal, Γσυλλα/ίαΓ) A.D. Synt.7.10; ^610vCa/.Corf.^4s/i (Rhetor.exTeucro). -τό! καταληπτός, Hsch. ληκυθ-ιάδες* ένώτιαποιά, Hsch. -ίζω, declaim in a hollow voice, as though speaking into α λήκυθος, τραγιρδός Μοΰσα -ίζουσα Call.Pr Ρ-, Phryn. PS p. 86 Β., Poll.4.114, : c. acc., θέσεις λ. declaim commonplaces, Str ιον, τό, Dim. of λήκυθος, small oilflask, Ar.Pa , D , PTeb.221 (ii B.C.), Anon.ap. Suid., etc. II. name for the Trochaic hephthemimer, originating with the form ληκύ\θιον άττ ώλεσ εν in Ar. I. c., Heph ισμός. <ןח ז 1<5 - Anon.ap.Suid. δ, hollow, affected speaking, Plu e, οΰ, δ, one who declaims m a hollow voice, S.Pr ληκΐθο-ποιός, δ, maker of oil-flasks, Str ττώλη?, 0", δ, seller of oil-flasks, Poll λήκυθος (Dor. λάκυθος [ά] 7G4 2 (1) (Epid., iv ΒΧ.)),ή, Ρ " oil-flask, δώκεν δέ χρυσέη iv ληκύθψ ύγρόν έλαιον Od.6.79» c f Morb. 4.51, Ph. 75«/ , etc.; casket for unguents, cosmetics, etc., i S.Pr. 130; αί δέ λήκυθοι μύρου γέμούσι Ar.Pl.810, cf. Pr. 207 ; buried or burnt with the dead, Id.pc.538,996,1032, cf. /G14.865, C16 I 8346^. 2. in pl., rhetorical bombast, Cic. Att , Ρ11η. /> II. projecting cartilage onthe gullet, Adam's apple, = βρόχθο!, CIearch.72. ληκϋθοφόρος, ov, carrying an oil-flask, Poll ληκϋτία, η, = λήκυθος, BGU (pl.). ληκώ, ούς,ή, membrum virile (whence ληκάω), Hsch., Phot, λήμα, ατος, τό, (λώ) will, desire, purpose, Epich.182 (prob. 1.): con-? </ ful u17 Coronis, Pi.P.3.25 ; μητρψον λ. thy crete, λ. Κορωνίδας mother, S.P/.1427 ; λήματος κάκη weakness of will, cowardice,

25 Χημαλέος Α.771,616; 'ήκιστα τούμόν λ. έφυ τυραννικόν Ε.Med.fr4S ; ές τό κέρ- 50S λ. εχων άνειμε'νον ld.heracl.fr, cf Alc.g81 (lyr.), Βα.ιοοο (lyr.). II- temper of mind, spirit, either, 1. in good sense, courage, resolution, εϋτολμον ψυχής λ. Simon.140 ; γενναίον λ. Pi.P. 8.45, cf. A ; αίθων λ. fiery in courage, A. Th.448 ; δύο λήμασιν Ίσους Άτpεtδaςlά.Ag.\22 (lyr.) ; τοξουλκψ λήματι πιστοί relying on their archer spirit, Id. Pers.frfr (anap.); άρείφατονλ. Id.Pr.147; πέτρας τδ λ. κάδάμαντος E.Cyr.596; λ. ούκ άτολμον Ar.Nu.4fr7 (lyr.); καθ' Ήρακλέα..τό λ. έχων Id.Pa.463 ; or, 2. in bad sense, insolence, arrogance, audacity, 'όσον λ. έχων άφίκου S.OC877 (lyr.); ώ λήμ' ( ""צי) Ar.AK άναιδ6'$ ib.960; δί)λον..τάνθριίπου 'στι τό λήμα Poet, word, also used in Ion. Prose, in signf. spirit, courage, έργα χειρών τε καϊ λήματος י Hdt λήματος πλέος ib. τ 11, cf. J.gg, 9.62 : and in late Prose, as D.S.2.58 (pl.), J.P/3.10.4, Luc.Dem.Enc.fro, etc.; defined by Andronic.Pa.ss.p.575 M. λημάλεος, a, ov, (λήμη) bleared, ofthe eyes, Luc. Lex. 4. λημάτ-ίας, ου, δ, high-spirited, λ. κανδρεϊος 6ΐ Ar.Pa.494! c f sq. -ιάω, to be high-spirited, v. 1. in Ar. 1. c. -ιον, τό, Dim. of λήμα, F*. φρόνημα, Hsch. (pl.). -όομαι, in pf. Pass, λελημάτωμαι' λήμα έχω είς τό έργον, Id. λημ-άω, only pres., (λήμη) to be bleared, ofthe eyes, Hp.Prorrh ; to be blear-eyed or purblind, λημάν κολοκύνταις to have one's eyes running pumpkins, Ar.Nu.fr27, cf. Hsch.; λ. καϊ άμβλυωττειν Luc.7Y»4.2, etc.: metaph., ΚρονικαΊς λήμαις λ. τάς φρένας Ar.Pl η, ή, a humour that gathersin the corner of the eye, rheum, Hp. VM1g,Prog.2 : in pl., sore eyes, Ar.Lys. 301 (v. Sch.): metaph., ήτοΰ Ώειραιέως λ. the eye-sore of Piraeus, of Aegina, Pericles ap. Arist. ΡΛ.Τ411 a 15, Phi.Per.8 ; Κρονικαϊ λήμαι old prejudices that dim the mind's eye, Ar.PZ.58l ; όψεως λ. ή δεισιδαιμονία Plu c. (Cf. λάμας.) -ηρός,ή, όν, misty, λημηρή νεφέλη ε'ιλυμένος όσσε Heliod. ap.stob iov,t0,dim. of λήμη, Hp.Coac. 214, Epid λήμμα, ατοί, τό, (λαμβάνω) anything received, opp. δόμα, Antig.ap. Plu.2.182e; λ. καϊ άνάλωμα receipt and expense, Lys.32.20, Pl. 020c, Anaxandr.26; άνενεγκεΐν (εν- Pap.) iv λήμματι place to credit, PEIeph.ifr.4 (iii B.C.), cf. PGi/ (i B. c.), etc. : generally, gain, profit, D.5.12, etc.; λ. τι κε'ρδουί Id ; esp. of unjust gain, Din ; παντό5 'ήττων λήμματος unable to resist any temptation of gain, D.i9.339; ωσνερΰ,ν τρυτάνη επιτόλ. βέπειν Id ; λ. λαβείν Id.21.28,27.39 : f ret l in pl., S.Ant.frlfr, D.8.25, etc.; τάλ. τοΰ άργυρίου ז 57 Id.49 λημμάτων μετέχειν Id ; τάπό Θρ^'κη! λ. έλκουσι δενρο Antiph.196. II. in Logic, statement taken as true, assumption; esp. premiss in a syllogism, ^7rl λ. τφ τοιούτψ A.D.Synt.24fr. 13 ; τά οικεία τή επιστήμη λ. Arist. Top. 101 a 14 ; λήμματα τιθέναι ib. 156 a 21, cf. Gell.9.16, Phld.PA.1.9 S.; prop, the major premiss (the minor being πρόσληψη), CrinisStoic. fr.26g ; later, αποδεικτικά λήμματα παρασχείν offer scientific proofs, Gal III. matter, substance, or argument ofa sentence, etc., opp. form or style (\6!s), D.H.Pem.20, Longin.15.10, etc.: hence, title or argument of an epigram, Lat. lemma, Mart.14.2 ; theme or thesis, P\m.Ep , Mart.10.59; nutria's lemmata, 'baby songs', Aus.Ep.12.go. IV. in Lxx, burden laid on one, commission received, esp. ofprophecy, Na. l.l,je.2fr.frfr,&].; even, λήμμαιδεΐν Hb. 1.1, cf. Z.a λημμάτ-ίζω, place to credit, PFlor.frdif (iii A. D.), etc. II. assume, posit, τά λελημματισμένα premisses, A.D.Sy«i.l ικός, ή, όν,quick at seizing opportunity, Hp.Decent.fr. -10v,T0,Dim. of λήμμα, Ptol.Aim. 1.10, Olymp.iwil/efe , Dam.Pr.233,396,al., Zonar. -ιστής, οΰ, δ, receiver of taxes, PKlein.Form.frl(y\ A. D.). Λημνιακός, Dor. Λάμν-, v. Λημνοϊ. Λημνιασταί, οί, worshippers of the Lemnian deities, 7G12(1).43 (Rhodes, i B. c.). Λήμνιος, v. Λημνοί. λημνίσκος, δ, woollen fillet or ribbon, by which chaplets were fastened, 7G (iii B.C.), al., Plb , Posidon.9 J., Plu. Sull.27, AP ί oiribbons attached to bird'sfeet, Callix.2 ; surgical bandage, Mnesith.ap.Orib.7«(r ; pledget, Heliod.ap.Orib ,1, Gal , etc. Λήμνος, ή, Dor. Λάμνος, Lemnos, II , al., Od ; sacred to Hephaestus, Sch.A.R.i.851,etc.: Λαμνόθεν, Adv.from Lemnos, Pi. P.i.52 : Adj. Λήμνιοβ, a, ov, Lemnian, πΰρ S.Ph.800, Ar.P_ys.299 ; Λ. έργα, prov. from the wickedness of certain Lemnian women, Hdt ,cf. A.CA.631 (lyr.); Λ. άμπελοι Ar.Pax 1162 : 3150Αημνιακός, Dor. Λαμν- Call.Pr.1.44P.: also fem. Αημνιάβ (Λαμνιάς), άδος, Ρί.Ο.4.22 ; Λημνίς, ίδος, μίλτος Nic. ThMfr. λημ-ότης,7)τ0ί, ή, (λήμη) soreness of eyes, Sch.Ar. Nu.fr26. -υδριον, τό, Dim. of λήμη, Gal.17(1).868. λημψαιτόδοσις, ecus-, ή, receipts and payments, PLond (vi A. D.). λήμψις, = λήψις (q. V.) : λήμψομαι, = λήψομαι, ν. λαμβάνω. λημ ώδη5, ες, (λήμη) full of rheum, Alex.Trail. 2. ז εως, -ωσ-is, V, secretion of rheum in the eyes, PMed.iriSilzb.Heidelb.Akad.igifr 03) 33,41 λήν, inf. of λώ ; but λήν λίαν, Hsch. Ληναγε'τας, α, δ, (Αήναι) leader of Bacchanals, θοάν Αηναγέτα ΒακχανBMus.Inscr.go2 (Halic., iii B.C.). Λήναι (Ληναί Hsch.), αί, (ληνός 1) Bacchanals, Heraclit. 14, Str ; DP.702, ι 1δ?, Theoc.26tit. י (Arc. acc. to Hsch.) Ληνά-ίζω, celebrate Bacchanal rites, Heraclit ϊκός, ή, όν, of or belonging to the Αήναι α, αγώνες Posidipp.ap.Ath ε ; διδανκαλίαι Plu.2.839d ; βεατρονα. P0II ληναΐος, α, ον, (ληνόί 1) belonging to the wine-press; esp. 1. epith ληραίνω of Dionysus, as god of the wine-press, D.S Αήναια (sc. ιερά), τά, </!e Lenaea, an Athenian (also Rhodian, /G12(1).125) festival held in the month Αηναιών (i.e. Gamelion) in honour of Dionysus, at which there were dramatic contests, esp. of the Com. Poets, AT. Ach (lyr.). 3. Αήναιον, τά, the Lenaeum, the place at Athens where the Lenaea were held, ούπι Αηναίψ άγων the Lenacan dramatic contest, opp. το κατ' άστυ, ib.504, cf. Pl.Prl.32;d, Lexap. D. 2Ι.ΙΟ ; Διονύσια τά 6'7rϊ Αηναίω SIG (iv B. C.). Αην-αίτης [ϊ], ου, δ, = Α-ηναϊκύς, θόρυβος ΑΓ.? 547 (anap.). -αιών, ώνοί, ί, name of a month in many Greek calendars, Hes. Op.304, SIG (Erythrae), etc. -εύς, έως, δ, epith. of Dionysus, ib (Myconos). λην-ευω,= βακχενω, Hsch. -εών, ώνο$, 15, the place of the \r\v6s 1, Gp.6.l.fr. -ίδιον, τό, Dim. of ληνός, PTeb. ) A. D., prob.), POxy (111 A.D.). -ίς, ίδος, ή, a Bacchante, Eust , Suid. XI. = ληνός 2 or 3, P7V (ii A. D.) ; = ληνός 4, EMtf8. 28 (λινίδα codd.). ληνο-βάτης [ά], ου, δ, one who treads the wine-vat, Him.Or.6.3, 21. 6, Sammelb.fr (iv A. D.), Gloss. -ιτάτεω, tread the wine-press, Hsch. s. v. τραπεΐν. -πίθος, δ, vat, PMasp.97.2 (vi A. D.), -ποιος, δ, ληνοβάτης, Gloss. ληνός, Dor. λανός Theoc.7.25, IG (Syracuse): ή : anything shaped like a tub or trough, Hp. Mochl.38 ; esp. I. winevat in which the grapes are pressed, PCair.Zen.fr00.1fr (iii B.C.), Theoc.7.25, 25.28, D.S trough, for watering cattle, watering-place for them, h.merc. 104, Lxx Gc? , = κάρδοιτος, kneading-trough, Men socket into which the mast fitted, = ίστοπέδη, Asclep.MyrI.ap.Ath.il.474f, Poll coffin, Pherecr.5, C/G1979, al. (Thessalonica), IG\.c. 6. part of the brain, the meeting-point of the sinuses of the dura mater, still called torcular Herophili, Herophil.ap,Gal.2.712, cf. UPg hollow of a chariot, Hsch. (pi.). 8. in pl., the lower parts of the nose, Poll λήνος, 60$, τό, wool hence, fillet, A.Eu.44, Epic, in Arch. Pap. 7 p-4(pl.): in p\., fleece, A.R.4.173,177. ληνών, οίνος, δ, ληνεών, PLond (ii Β. C.). ληξιαρχ-ικός, ή, όν, belonging to the ληξίαρχος : τό λ. γραμματεΐον the register of each Athenian deme, 7G , Is.7.27, D.44.35, Lycurg. 76, etc. -ος, ό, the officer at Athens who kept order in the εκκλησία, P0II ληξΐπυρετος [S], ov, (λήξις β) allaying fever, Asclep.ap.Gal : also ληξοπυρετο;, Gal ,1013. λήξις (A), 6coy, ή, Ion. λάξις (q.v.), (λαγχάνω) determination or appointment by lot, αρχής P\.Lgf6frd. 2. portion assigned by lot, allotment, ib-74ca, 747e, Criti.logc, 113b ; cf. λάξις. b. section of a body, determined by lot, Arist.^i/A.30.3, c. pl.,fortunes, αί διάφοροι τής ανθρωπείας ψυχής λήξεις Simp.indeAn without the notion of lot or chance, assigned sphere, θεών καϊ τών εις θείαν λήξιν πορευθέντων Jul.Of.6.187c ; ή έτερα λ. the other world, Hid. 2.24; ή εώα λ. the eastern part of the empire, Procop. Gaz.P«« ; ή τής 'Αθηνάς λ the sphere of Athena, Lib.Or , Decl , Ep. 1065,3; province, τάί λ. [τών βεών] Herm.inPhdr. p.74 Α.; dwelling-place, εί.. αί λ. των ψυχών,.ύποσέληνοί είσιν ib. p. 104Α. II. as law-term, λ. δίκης or λ. alone, written complaint lodged ivith the Archon, as the first step in private actions, nearly, = έγκλημα, Pl.P.425d, Is.11.10, Aeschin. 1.63, cf. λαγχάνω 1. 3 ; very rarely ai public actions, as in D λ. τοΰ κλήρου, an application to the Archon (required of all except direct descendants) to be put in legal possession of an inheritance, τοΰ κλήρου λαχεΐν τήν λ. ήξίωσεν Is.3-2, cf. Arist.Ath λήξις (Β), εως, ή, (λήγω) cessation, μόχθων, ανέμων, A.Eu.frOfr (lyr.), Α.R.I.1086 ; of the flow of a river, Ph ; τής Ενεργείας λήξιν λαμβανούσης Gal.Phil.Hist. 17, cf. M.Ant death, decease, PMasp (vi Α. Ό.), etc. II. Gramm., termination, A. D. Synt ; λ, ή είς σ Id.Adv.1gfr.27 III- end, extremity, τ ού κόλου Sor.1.7 ληξΐ-φάρμάκον, τό, = ληξιπύρετον, Asclep.ap.Gal. J4,136 -φωτος, ον, waning, Heph.Astr.2.34! -φωτεω, wane, Anubion ap.eund ληός, δ, Ion. form ογλαόί (q.v.). ληπ-τεος, a, ov, (λαμβάνω) to be taken ar accepted, Pl.Pri.356b. II. neut. λητττέον, one must take hold, Ar.Eq.60fr ; έργον λ. one must undertake, X.Mem ; one must assume in arguing, etc., P\.Phlb. 61 a ; one m ust take or choose, εκ τούτων hτιστάτας λ. X. Cyr ο ; λ. δέ,,τίναϊ όρους λέγουσι Arist.Ρο/.1280 a 7 2. one must take, receive, δμήρους δοτέον καϊ λ. X.HGfr.2.18 ; one must submit to, πληγάς ύπό των άμεινόνων Id.Lac.g. fr. -της, ου, δ, one who accepts, Zonar. -τικός, ή, όν, disposed to accept, Arist.PA1120 b 15 II. assimilative, opp. εκκριτικός, Id.Ph.24fr b!4. -τός, ή, όν, (λαμβάνω) to be apprehended, λόγιρ καϊ διανοία Pl.P.52gd ; τφ λογισμφ Max.Tyr.7.5 ; πρός αίσθησιν Chryserm.ap.Gal b. later, to be apprehended by the senses, opp. νοητός, A Pi (Agath.). 2 in Stoic philos., acceptable, not to be refused if offered, Stoic.3.32, 34. II, = 67τίληπτ0ϊ, Arist.Pr.896 b 6. ληρ-αίνω, = ληρέω, Ph.1.77, Hsch.; f. 1. for ληναίζω in Heraclit εία, ή, = λήρησις, Ph\d.Mus.p.g2 Κ. -έω, (λήρος A) to be foolish 01 silly, speak or actfoolishly, S.Pr.435, Ar.p^.536, al., Pl.Tht. 152b, etc.; ξυνθιασιίτης τοΰ ληρεΐν Ar.PZ.508 ; ιτερίτινος Isoc.12.11, 33; λήρον ληρεϊς Ar.Pl.fri7; ληρεΐς έχων (ν. εχω Β. ιν. 2) Id.Ρα.512, cf. Pi.Grg.4g7b: c. acc., μή ληρήσης τόν εκτιναγμόν σου PPay. 114

26 ληρίας 1046 λίαν 21 (i A.D,). 2. of a sick person, to be delirious, Hp.Epid.i. 2β.γ'. -ημα, ατος, τό, silly talk, nonsense, Pl.Grg.486c (pl.), Phld.A/«5.p.72 K. (pl.), Gal (pl.). -ησ15, εως, ή, silly talk, trifling, Plu.2.504b, D.L ; λ. τον γήραος dotage of the old, Aret.SP1.6. ληρία«, V. λε!ρώς. Ληρόκριτο?, name given by Epicurus to Democritus, D.L ληροιτετώδη' ληρώδη, Hsch. λήρ05 (A), ό, trash, trumpery, of what is showy but useless, λήpois άναδών τους νικώντας Ar.Pl.fr8g; τραγικός λ. Id.Ra.lOOfr; λήρόν τε τάλλ' ήγέΐτο τοΰ γνώναι πέρι φύσεις ποιητών no good as connoisseurs of poets, ib.809 ; λ. πάντα πρός τό χρυσίον Antiph.232.1, cf. X.An ; λ. είναι δοκεΐ τό νόμισμα, φύσει δ' ούθέν mere trash, Arist.P0/.1257 bl ί a mere trifle, Pl.Phd.j2c, Men.Epit.60 ; λ. έστι τ άλλα πρός Κ ινησίαν there's naught to compare with Cinesias, Ar. Lys.860 ; 01' ποιηταϊ λ. είσιν useless, futile, Xenarch. 7.1 ; ποιητών λ. Cratin-306; εμέ μεν λ. ήγε'ισθαι Pi.Chrni.l^n, cf. Tht.l76A, Luc. DMeretr.10.fr ; λεπτότατων λ. ίερεΰ Ar.Nu.frfrg, λήροι καϊ παιδιαί, of flute-playing at banquets, Pl.Prt.fr47d ; λήροι καϊ φλυαρίαι futile nonsense, Id.77/>.il/a.304b; οδούς καϊ κρήνας καϊ λήρους D.3.29'> χαροψίδε$ καϊ λήρος side-dishes and suchlike trumpery, Alex.261. as an י cf ; παρεϊς λ. πολύν αστακόν ώνοΰ Archestr.Pr,24, exclamation, λήρος nonsense I humbug! Ar.PZ.23, cf. Eub.41.8, 2. delirium, Hp.Epid '(as v.l. for παράληρος). II. as Adj., silly, ποιητής Luc.Gall.6, cf. Rh.Pr.17. Adv. -pais Tz.//.13,337. (Perh. derived fr. sq.) Χήρος (Β) (Boeot. Χειρός IG". 2421), b, gold ornament on women's tunics, AP6.2g2 (Hedyl.), cf. Luc.Lex.g, Poll.5.101, Hsch. (Oxyt. in AP\.c., Hsch.) ληρωδ-εω, talk frivolously, Phot.P7i/.p-4B. -ημα, OTOS, τό, = ληρωδία, Suid. s.v. Αεόντιos (pl.). -ης, ες,frivolous, silly, Pl. Tht. 174d, Arist.P/ b 15, PGi/10nii15 (ii B.C.), Phld.P.p.16W., cj. in Lucil.187 Marx. -ία, ή, frivolous talk, Hdn.Epim.77. * εων λησ9 στρεφόμενος, Hsch.; cf. ληϊσθιών. λησίμβροτος, ov, (λήθω, βροτός) taking men unawares, cheat, thief, h.merc.frfrg. Χήσ-ις (Α), εως, ή, (λήθω) = λήστις, Hsch, S.V. ληθεδών (λύσις cod.); f, 1. for λήστις in Critias 6.12 D. λησ-ις (Β), εω$, ή, (λώ) = βούλησις, α'ίρεσις, Hsch. λησμαδία - λελγισμένη, Hsch.; cf. λη'ίσμ-. λησμονηθεντες, illimati, Gloss, (dub.). Χησμοσννη, ή, λήθη, forgetfulness, κακών Hes.Th.55 5 των νυν θέσθαι λησμοσύναν S.Ant.ifri (lyr.). Χήσμων, ον, gen. ovos, (λήθω) unmindful, Them,Or c. Λήσος* ό εν τφ βάχει τοΰ σκορπιού λαμπρός αστήρ, Hsch. ληστάρχ-ης, ow, ό, chief of robbers, Plu. Crass ία, ή, chieftainship of robbers, Eyd.Mag.fr.72. -ος, ό, = λρστάρχης, D.S.33.I, Αρρ.Hisp.68, Poly aen WilckenC/ic. 20iv8 (iia.d.). εία, ή, robbery, piracy, Th.1.5, Pl e, etc.; άπί! ληστείας βίον εχειν, ζην, Χ. An Arist.P0/.l256*36 : in pl., πάλιν.. κατά γήν ληστείαις πορθουμένην Th ειίω, fut. -εύσω Αρρ. Pun. 116 : Pass. (v. infr.), aor. εληστεύθην D.S.2.55 : practise robbery or piracy, Th.7.18, D.4.23 ; iv τή γή καϊ iv τή θαλάσση D.C c. acc., spoil, plunder, Th.4.43, App.Pun.fr, etc.: Pass., Th. 4.2, 5.14, D.S. 1. c.; λρστεόεται ή όδάί is infested by robbers, Arr.Epid, ήρ, ήρος, ό, in Horn, ληϊστήρ, = ληστής (q.v.), robber, esp. pirate, Od.3.73, etc.; λ, πολύπλαγκτοι 17,425, cf, , AP7. 737, Man.3.258: fem. Χήστειρα, vavs Ael.A^48.1g. -ήριον, Dor. λ^ςττήριον, τό, band of robbers, X.HGfr.4.42, Aeschin.1.191, PPetr.frp.frg (iii B.C.) : in pl.,piratical vessels, Clidem.5, IGRom (Ilion). 2. retreat or nest of robbers, SIGfr81.52 (Crete, iii/ii B.C.), Str II. robbery, Luc.Cont.11 (pl.). III. λ!}- στήριοι (Dor.), οί, pirates, metaph., Axiop.6. -ής, 00, ό, Ion. ληϊστής, Dor. ληστής, (ληίς, ληίζομαι) robber, pirate, E.Alc.766, X. Cyr , etc.; opp. κλέπτης, Pl.R.frfric; esp. by sea, buccaneer, later πειρατής, And , etc.; λοστού βίον ζην Pl.Grg.fr07e; ληϊστης κατεστήκεε Καρχηδονίων he began a course of piracies upon them, Hdt.6.17, cf. Th.1.5,8,6.4 ; 01 λ. αυτούς παριστάς καλοΰσιν Arist.PA. 1405*25 *, of irregular troops, IG12(2). 526 (Eresos). II. metaph., λ. εναργής τής εμής τυραννίδας S.OTfrfrfr ; Κύπριδος Lyc. 1143; ληστά λογισμού, of love, API (Maec.). -IKOS, ή, όν, piratical, πλοΐον D ; ληστικφτρόπφ PTeb.frfr.il (ii B.C.). 2. ή -κή, = ληστεία, PX.Sph.222c. 3. τό -κόν, piracy, Th.1.4,13 5 piratical vessels, Id Adv. -κώς in the manner of pirates: Comp. -κώτερον, πλοία λ. παρεσκευασμένα Id.l.io, cf Cf. ληστρικός. Χήο-τις, εως, η, λήθη, E.Cyc. 172, Critias6.I2 D.; λήστιν Ίσχειν, = επιλανθάνεσθαι, forget, S.OC584. ληστο-δΐώκτης, ου, &, latrunculator, Gloss. -κτόνος, ον, slaying robbers, J4P (Pall.). -ττΐασ τής, οΰ, &, in pl., thiefcatchers, a branch of the local police in Egypt, Wilcken Chr (iii A.D.), PFlor (iii A.D.). -σαλπιγκτής, οΰ, ό, robbertrumpeter, of the Tyrrhenians, inventors of the trumpet, Com. word in Men ; in Hsch. ληΐστοσάλτηγξ. ληστ-ρικάς, ή, όν, = ληστικός, for which it is a freq. v. 1., of ships, τριακίντορος λ. (cf. ληστρίς) Th.4.9, cf. App.Pun.2fr, etc.; λ. σκάφη D.S.3.43: metaph., of ίταΐραι, τά λ. τής 'Αφροδίτης APfr.43 (Rufin.), 160 (Hedyl. 01 Asclep.) ; λ. τρόπψ BGU (1 B.C.). 2. of persons, Str ; also λ. δύναμις Plu.Sert.18 ; βίος λ. Arist.Pol h l ; έβν-η ib.1338 b 23 ; τ& λ.?!90s Str ! ό λ νίλεμος Αρρ. ΜΜι.φ. Adv. -κώϊ Str pis,, s 80 ή, fem. of foreg., νη*5 λ. pirate vessels, D.52.5, cf. D.S. 16.5, Plu.Aic.29, etc.; λ. γονή Id. Thes.g, cf. Herod.6.1 ο. -ρών, = latrina, Gloss, (dub.). ~ωρ, V. ληιστωρ. λήσω,,- λήσομα ν. λανθάνω. λήτ-αρχος, ό, public priest, Lyc.99r. (Cf. λήϊτον.) -upa, ή, public priestess, Call.Pr.i 23, Hsch.; cf. λείτεφαι. -η, ή, v. λήϊτον. -ήρες" ίεροϊ στεφανηφόροι (Athamanian), Id. λήτο έπελάθετο, Hsch. (Cf. λήϊτο ίπέθετο, Id). Λητογενής, Dor. Λάτ-, 61, born of Leto, epith. of Apollo and Artemis, E./0«465 (lyr.), APg.fr2fr.12: fem. Λάτογε'νεια, Α. ΓΛ.148 (. ly ) Λητοΐδης [Π, αν, Aeol., Dor. Α άτοΐδας, a, S, son of Leto, i. e. Apollc, h.merc.2frfr, Hes.5iT.479, PAc.Supp.fro.fr: Pi.P.1.12 has Λάτοίδας (trisyll.). λητ-ουργε'ω, -ουργία, ονργός, v. Ken-. Λητώ, Dor. Λατώ, 60s, contr. ους, ή, Leto, mother of Apollo and Artemis, II , Hes.7Vi.406, cf. 918,al.; on the accent of the acc. sg., v. Hdn.Gr.2.33; voc. Αητοΐ Il , /1.^.14,62. (Dor. uncontr. acc. Λητο'αTyrannioap.Sch.Gen.il ): Adj. Λητώος, а, ov, of or born from Leto, κόρη A.Fr. 1 70, S ; Dor. Λάτωα AP б.280 : fem. also Λητωΐάς, dsos, Call.Dian.8fr, Opp.C.1.109, etc.; and Λητωΐς, Dor. Λάτ-, ιδος, AP6.272 (Pers.), A.R IX. Αητφον,τό, temple of L., Arist.EE1214*2, Str III. Αητψα, τά, festival in honour of L., 7G11(2).161 A 93 (Delos, iii B.C.). λήτωρ, ορος, 6, priest, prob. in IG5( (Lusi); cf. λ6ίτa>p, λειτορεύω, λητήρες. ληχμός, ά,^λήξις (Β), Antim.53. λήψις, 6us, ή (later λήμψις PO.ry.10S8.45 (ί a.d.), etc.), taking hold, seizing, catching, ρύγχος.. πρός τάί λ. τών ζφδαρίων Arist. Α4662 9; ai καμπαϊ των δακτύλων καλώς έχουσι πρός τάς λ. καϊ πιέσεις ib.687 b 10 ; άπορώτερος ή λ. the seizure of them will be more difficult, Th ; ή λ. τηs πάλεωϊ the seizure of it, Id.4.114, cf accepting, receiving, ήδιστον οτφ πάρεστι λ. 3ν ερό. καθ' ήμέραν S.Fr.frfr6; ή τοΰ μισθού λ. Pl.P.346d ; opp. απόδοση, ib.33 2 b ί ΡΡ- άποβολαί (loss), Arist.P/1.1362*35 (pl ): In pl., receipts, Pl.R.fr4frd,Alc.l. 123a, Arist. A1122 a 13,al. b. taking of medicine, προλούσας πρότής λ. POxy. I.e. II. attack of fever or sickness, seizure, από της πρώτης λ. Hp.Epid.1.6, cf. Morb.i.18,.. Arist.P>26*866 III. in Logic, assumption (cf. λήμμα 11), Id.24*23, 24 b ll. 2. τή ημετέρα λ. irom our point of view, Ascl.Tactf.8. IV. choice of matter, in a poem, etc., Longin.io.3 ; cf. λήμμα III. V. choice of pitch, in Music, Ocell.4.8, Aristid.Quint.1.11 bis. VI. Geom.,τήv τοΰ κέντ ρου τοΰ εκκεντρου λ. the determination of the centre of the eccentric Prod.//>6 circle, 5.5. />. Χηψ-ολΐγό-μισθος τέχνη, the art of taking low pay, cj. Hemsterh. in Ephipp (ληφιγομ- codd.): Meineke ληψι-λογό-μισθος receining pay for words. Xt, Adv., =λίαν, Epich.223 ; cf. λιπάνηρος. λιάζομαι, aor. έλιάσθην, Ep. 3 pl. λίασθεν Il : fr sg. plpfλελίαστο Mosch (for Act. v. sub fin.): bend, incline, and so, I. mostly of persons, go aside, recoil, shrink, Ικ ποταμαϊο λιασθείς Od.5.462, από πυρκαϊής έτέρωσε λ. ; Il νόσφι λ ! II.80 ; ϋπαιθα λιάσθη he shrank beneath his attack, , cf ; δευρο λιάσθης hither hast thou retired, 22.12; παρά κληϊδα λιίσβτ! h TVOAS ανέμων, of a vision, disappeared by the key-hole, Od.4.838: metaph., stray from the straight path, Emp.2.8; in A.R. οί parting, separating from others, 1.94,3.827,1164: once in Trag., πρός σ ελιάσθην hastened to thee, ~i.hec.g8 (anap.). 2. sink, fall, πρηνής ελιάσθη ϊ λιαζόμενονποτϊγαίρ , cf. 418,. r!jmosch & I. c. II. of things, αμφϊ δ' Spa σφι λιάζετο κΰμα retired, drew back, II ; πτερά πυκνά λίασθεν (for ελιάσθησαν) the dying bird's thick wings dropped, ; where Aristarch. read λίασσεν it dropped its wings, though the Act. is not used exc. impf. λίαζον they loosened (the cables), Lyc.21. λιάζω (A), v, foreg. sub fin. λιάζω (Β), (λίαν) to be over-enthusiastic, [παρά τό] λίαν λιάζε iv AD. Pron ; יλιάζειν λίαν έσπουδακέναι, Phot. λιαίνω, = χλιαίνω, Hsch. s.v. ελιάνβη ; cogn. with λιαρό5. λίαν [v. fin.], Ion. and Ep. λίην, Adv. very, exceedingly, in Horn. with an Adv., λ. έκάς Od ; λ. άεικελίως : with an Adj., λ. μέγα είπες י' ,16.243; νήπιος λ. τόσον c f 1 ' ^ ί 3 λυπρός > λ- ενθύμιο ς ib.421 : alone with a Verb, very much, overmuch, κεχολώατο λ ; λ. άχθομαι έλκος II ; οί τι λ. ποθή ΐσσεται not exceedingly, ; μή τι λ. προκαλίζεο Od , cf. ΙΙ ; also, in Horn., καϊ λίην, which always begins the sentence or verse, surely, aye surely, καϊ λ. κείνός γε εαικότι κείται ολέθρψ Od.1.46, cf. 3 "203, II. «, 1.53 al after Hom ' μή λίην Archil.66.7, cf. S0I.6 ; λίην δέ δει λιάζεις Anacr.ap.Ptol.Ascal. ρ.409 Η.; λ. πιστεύειν to believe implicitly, Hdt.4.96! μh κάμνε λ- Π- P.i.qo; μή λ. στένε S.P/.1172, cf. E.Med. 158 (lyr.); ίσπάζου αντψ λ. POxy (ϊϋ A.D.) ; καϊ λ. σαφώς Ar.P9.1231; λ. ασελγώς Lys ; λ. πόρρω Pl.Prt.frioc ; εντός λ. τών τειχών ז Th.7-5 with other words of like sense, πολύ λ. Isoc.9.48 ; λ. πάνυ Antiph (dub.), cf. Eust ; κόμπος λ. είρημένος, opp. πεττλασμένος (compare our very and verity), A.Pr.lofri : in Trag. and Com. freq. betw. Art. ana Noun, ή λ. φιλότης βρατών his too great love,., A.Pr.nfr :anap.); " λ. ποτόν Cratin.187 V λ - τρυφή Men.587; τά λ. μειράκια Theopomp- χ -

27 λια ντηρ 1047 λιγνυς Com. 29; αί πρός τυράννους λίαν δμιλ'ιαι D.6.21; τό λ. excess, violence, E.Andr.866, Pl.Cra.415c. [Horn, has t nine times, 1 thirty-two times ; the latter is found both in arsi and in thesi. In later Ep. and Trag. both quantities are found : d always.] λιαντήρ, ήρος, δ,=λεαντήρ, Gloss. λίαξ, δ, V. λείαζ. λΐάρός, ά,όν, warm, lukewarm, αΐμα, ύδωρ, Ι ! S 3! d > etc.; ο ορος λ. a warm, soft wind, 5.268; ύπνος λ. gentle, balmy, II , cf. A.R.3.300, etc. λίβα, λιβός, acc. and gen, of λίψ (q.v.). λΐβ-άδιον [ά],τό, (λιβάς) small spring, πότιμαλ. Plu c; small slreatn, λ. ολέθριου ύδατος Str II. in the common dialect, a wet place, Eust , Thom.Mag-p.223R. ; = χωρίον βοτανωδες, Hsch. III. = κενταύρειον τό μικρόν, Plin.HN2 fr.68. -< ω,= λείβω, letfall in drops, Hsch., Phot. : Med., run out in drops, trickle, APg.2fr8 (Antiphan. Megalop.). II. γήλιβάζουσαϊζηάfull of pools of water, Poll λΐβαν-ας, δ,-λιβανοπωλης, PLond.fr (i A.D.), Sammelb (i/ii A.D.). -ίδιον,τό, Dim.of λίβανος, Men.26ο (isiovcod.; corr. Bentl.). -ίζω, smell like frankincense, Dsc. 1.71, Gal ινος, η, ov, made offrankincense, Gloss. II. frankincensecoloured, POxy.114.fr (ii A. D.). Λΐβανΐτις, ιδος, ή, title of Aphrodite, Luc.7«rf_3codd. λΐβάνο-ειδής, ές, = λιβανύδης, DSC.3.S3. -θήκη, ή, incensebox, POxy.g78 (iii Α. D.), Gloss. -καΐα, ή, burning of incense, ib. -μάννα, ή, = μάννα λιβανωτοΰ, Orph.7.20 tit. -μαντις, f(t>i, δ, also ή, one that divines from the smoke of frankincense, Eust ομαι, Pass., to be mixed with frankincense, οΐνος λελιβα- 1/^vosLxxfrMa.fr.4fr; λιβανω occurs in Hdn.Gr.T.451. π-ώλης, Dor. -ας, ου, i, = λιβανωτοπωλης, in gen. pl. πωλΰν, SIG (Cos, i B. c.). λίβανος [ϊ], δ, frankincense-tree, Boswellia Carterii, Hdt.4.75, Thphr.T/P9.4.2, Dsc.1.68, etc.; ίερόδακρυς λ. Melanipp II. = λιβανωτόj, frankincense, in which sense it is fem. in Pi.Pr.122.3, E.fia.144 (lyr.) ; but masc. in PCair.Zen.6g. 13 (iii B.C.), AP6.2fr1 (Phil.), 9.93 (Antip. Thess.), Edict.Diocl.('Αθηνά 18.6, Tegea) ; indeterminate in Sapph.Si</>p.20c.2, S.Pr.1064, Anaxandr.41.37, SIG (Delph., iv B. C.). λΐβανο-φόρος, ov, bearing frankincense, χώρα, δένδρα, Heraclid. Cum.4, Penpl.M.Rubr.29, Dsc.1.68 (nisi leg. λιβανωτοφ-); contributing frankincense, βάρβαροι (written λιβανω-) OGI1gg.20(i\ A.D.). -χροος, ov, contr. -χρονς, ουν, frankincense-coloured, Str. ij-1-37 λϊβαν-ώδης, ες,frankincense-like, πόα Philostr./!«. 1,29. -ωτίδιον, τό, Dm.oiλιβανωτίς (β), small censer, Roussel CultesFigyptiensp. 217 (Delos, ii B.C.). -ωτίζω, fumigate with frankincense, Str II. to be likefrankincense, Dsc ωτικός, ή, όν, consisting in frankincense, φορτία Raccolta Lumbroso 119 (iii B. C.), OGI 132,11 (ii B.c.). II. ofor for the manufacture of'frankincense, [ip- 7a1ria] PSI6.628.fr (iii B. C.). -ώτϊνος, η, ov,prepared with frank- 1'«a«se,/10povApollon.Herophil.ap. Ath b. -ωτίς(α), ίδος, ή, rosemary frankincense, λ. κάρπιμος Lecokia cretica, Thphr.HPg.l 1.10, Dsc ,Gal.l2.60; λ. καχρυφόροςν'ιο. / λ. [κάρπιμος) ετέρα Ferulago galbanifera, Dsc λ. άκαρπος Rosmarinum sterile, ibid.; also, Lacluca graeca, Thphr.HPg.1 i.j 1, Dsc.3. 74,4. 4. rosemary, Rosmarinus officinalis, Id.3.75, Gal κόνυζα λεπτόφυλλος, Ps.-Dsc.3.12I. -ωτίς (Β), ίδος, ή, = λιβα- TOT pis, /G , Ι 1(2).Ι 10,Ι Ι Ι, al. (Delos, iii B.C.), Roussel Cultes ligyptiensp.217(ibid., ii B.C.), Polyaen λΐβανωτο-ττωλεω, deal in frankincense, Ar.Pr.807. ττώλης, 01!, (!,dealer in frankincense, Critias70D., Cratin.Jun.1.4 λϊβάνωτός, δ, also ή ז. Men.Sam.Fr : -frankincense, the gum of the tree λίβανοί, used to burn at sacrifices, Xenoph.1.7, Hdt , λίβερν05, ό, = Λιβυρνία (vavs), BGU4frfr.g(i,(.ס. Α etc. λϊβίρτϊνος, δ, = Lat. libertinus, freedman, /G14.17S1, Act.Ap.6. 9 : also λίβερτος, = Lat. libertus, Plb λίβηθρον, v. λείβηθρον. λϊβηρός, ά, iv, = bypis, Hp.ap.Gal , 71/ Χϊβιανόν, τό, an eye-salve, Gal , Alex.Trall.2. λΐβικός, ή, όν, (λίψ) western, PIand.fr2.2l(} A.D.), PPt0r.fr0.fr, al. (iii A. D,), etc. λΐβόνοτος, ό, a zt zw between south-west and south, Arist.A7«.394 b 34, Agatharch.2.7, Peripl.M.Rubr.frj; cf. λιβοφοΐνιξ. λιβός, gen. of λίψ. λίβος [ί], eos, τό, (λείβω), λιβάί in pl., tears, A.C&.448 (lyr.) ; v. λίττοϊ. 2. = επίσταγμά τι των ομμάτων, Gal. 19. II8. XI. = Lat. libum, Chrysipp.Tyan.ap.Ath d, cf. Ath.3.126a. λΐβοφοΐνιξ, IKOS, ό, = λιβόνοτος, Arist. Λί». 394^4. λιβρός, ά, όν, = σκοτεινός καϊ μέλας, Hp.ap,Erot. (prob. referring to Aer. 15 where διερφ and θολερφ codd. Hp., as epith. of ήήρ); νύξ expld. as either dark or (cf. λίβάς) dewy night, ΡΛ/ ; λιβρόν σέλας Trag.Adesp.2fr2 ; ολός λ. either black or dripping blood, AP (Besant.); cf. λιμβρός. Λΐβϋ-άρχης, ου, δ, governor of region on the west bank of the Nile, PRev.Laws 37.5 (iii B.C., pl.) ; governor of Libya, Plb αφιγενής, ές, V. Λεβυαφιγενής. Λιβύη [δ], ή, Libya, Od.4.85, Hdt.1.46, etc.; also for Africa generally, Id.4.42, al.; the west bank of the Nile, PTaur.8.g (ii B.C.), PLond (ii B.C.): prov., άε! Λιβύη φέρει τι καινόν or κακόν, Arist./P4606 b 20, Zen.2.51 : Ad v. Κίβνηθεν, from Libya, D.P. 46,222 : also Λϊβυηθε, Dor. -0.0c, Nic.^4/.368, Theoc Adj. Λϊβΰκός, ή, όν, Hdt.2.8, etc.; Λ. όρνεον, i.e. a strange, foreign bird, Ar.^4t!.65 ; Α. λόγοι a kind of fables resembling those of Aesop, Arist.Rh.1393 a 30 ; also, western, Ptol.Tetr. 119 ; = δυτικός, Procl. Par.Ptol. 29. λίβυον, τό, wild lotus, f.i. in Ps.-Dsc.4-.III (Λιβυκόν cj. Wellmann). λιβυός, δ, unknown bird, Arist.HA60g i 20. Λΐβυρνοί, 01, the Liburnians, a people on the Adriatic coast below Istria, Αιβυρνή πόλις Str.7.5.4, etc. : Adj. Λΐβ-υρνικός, ή, όν, Liburnian, A.Pr.364 : -κόν (sc. πλοΐον), τό, a light, swift vessel, felucca, such as was used by the Λ1 βυρνοί, Ph1.Cat.Mi.fr4: also Λΐβυρνός, δ, PGi/ (ii A.D.), prob. in Supp.Epigr.fr (Tyras, iii A.D.): fem. Αΐβ-υρνίς (sc. vacs), ίδ05, η, Plu.yiwi.67, etc.; -ίδες νήσοι Str : hence Λΐβυρνάριος, δ, Stud.Pal (ν A. D.). Λίβϋς [ϊ], ύος, ό, a Libyan, Hdt.4.181,al., S.PC702, etc.: and as Adj., = Αιβυκός, αυλός Y-.Alc.frifi ; Λ. καυλός, = σίλφιον, Antiph : fem. Λίβυο-ο-α [r], Pi.P.9.105, S.Pr. 11, Hdt.4.189, Call.^.86, Riv.Fil.fr7.fr7g (Crete): also Λΐβ-υστικός, ή, όν, A.Eu.2g2, Fr.ifrg, etc.; fem. also Λΐβυστίς, ίδος, ή, A.R ; cf. Λιβύη. II. harmless kind of serpent, Nic. /!.490. Ill. =λουτροφόρος 2, Hsch. ΛΙβτιοττικόν, τό, a herb, Gal.6.267,12.62 : also Λΐβ-υστιάς, άδ05, ή, Androm.ap.Gal : hence Λΐβυστικάτον, τό, a drink made from it, Alex.Trall.8.2. [Identical with Λιγυστικόν, q. v.] Λΐβΐ-φοΐνιξ, Ίκος, δ, Liby-Phoenician, i. e. Carthaginian, Plb , etc. -φοίτης, ου, δ, visiting Libya, Jubaap.Hsch. λίβω, = λείβω, Hsch. λίγ-α [ί], Adv. οίλίγύς (cf. τάχα, 3>κα, etc.), in loud, clear tone, άμφ' αύτφ χυμένη λίγ' εκωκυε II , cf. Od.8.527; λίγ' άειδεν in clear, sweet tone, , cf. Alcm.59, Thgn.939 ; ζεφύρου λ. κινυμένοιο A.R αίνω, (λιγύς) poet. Verb, ay out with a loud, clear voice, of heralds, Il ; of mourners, A (lyr.) ; of shepherds, Mosch.3.81; also φόρμιγγι, σύριγγι λ., produce clear sounds on.., play on.., A.R , APg.363.7(Mel.): c.acc. cogn., μέλος λ. Bion2.1, cf. Mosch.3.120; [ούκ] ίρετο δεΐν τόν εν δικαστηρίοις λόγον κωτίλλειν Ar.A«. 4 26, V.96, Ra.871,,נ ; 40,86 Thphr.7/P καϊ λιγαίνειν D.H. ><WJ.44 : , etc.; λ. υπέρ Med., Arat.1007 : Pass., ofa person, to αντϋν επιτιθέναι Antipho 1.18 : called, when in small pieces, χόνδρος be made λιγύς, Όμήρφ ύπό Καλλιόπης λιγαινομένφ Max.Tyr.3-8. II. λιβανωτοΰ Luc.Sa/.16; when pounded, μάννα λιβανωτοΰ Gp.6.6.1; trans., sing of, APg. 197 (Marin.). 2. charm, Sra φθεγξαμένη λ. cf. λιβανομάννα: the best kind was λ. άρρην Dsc.1.68, Alciphr. Ph.2.267, cf. Hsch. λιγαίνει' τέρπει = λίβανος 1, Thphr.HPg II. the frankincensemarket, λιγάνταρ" είδος τέττιγος (Lacon.), Hsch. λιγγούριον, ν. λυγ- Eup.304, Chamael.ap.Ath.9.374b. III. ^λιβανωτρίς, κούριον. P<fl 315 λί-ysa, ν. λίγδοί III. λιγδαρεοχύται' οί εν ταΐς λίγδαις τάς (σ)άρ- λϊβάνωτοφόρος, ov, bearing frankincense, Hdt.2.8, ; ή λ. (sc. κας χέοντ ες, τουτέστι χοάναις, Hsch. λιγδεόει - απηθεΐ, Id. χώρα) Str , Peripl.M. Ruhr.31. λίγδην, Adv., (ν. λίζω)grazing, βάλε χειρ' επι καρπψ λίγδην Od.22, λΐβανωτρίς, ίδος, ή, censer, Carnead.ap.Plu.2.477b, Keil-Premerste'\nZweiferBerichtN ; ν. έπιλίγδην. (Thyatira), Ramsay Studiesin the Eastern λί-γδος, δ, = βυεία, mortar, Nic ,618, cf. S.Pr. 35, and»!,provincesp.frig (Pisidia), Hsch. ϊγδις. II clay mould, P0Il , Ael.Dion.Pr.249. III. Μβάς, άδος, ή, (λείβω) anything that drips or trickles, esp. spring, lye, used as soap, Eust. I229.27: so in Hsch., λίγδα ή άκόνη, καϊ ή fount, stream, S.Ph (lyr.), E.Andr.116,frfr4 (lyr.); λ. νυμφαία κονία. Antiph ; standing water, Babr.24.6: in pl., streams, λιβάσιν λίγειος [Γ], a, ον, later form of λιγύς, cj. Coraea for λίγιον, λύγων M^als.. πηγής A. Pers, 6 ϊfr ; δακρύων λιβάδες streams of tears, Ε.IT (q.v.), Hld.6.5 ; λιγή'ία συρίζουσι (Schneid. for λ! γέα) Opp.C (lyr.); γάλακτοϊ A.R ; also αραιά ή Αίγυπτος καϊ /5αδία Adv. -είως Suid. λφίδας διαδοΰναι Ephor.65J.: ρΐ-ι & l so 0( pools of water that λιγπτενε'ς άσθενές, άγεννές, Hsch. (cf. ολιγηπελής). λίγνον, collect after rain, ύπόνομοι λ. Str.8.6.2r, cf. Gal.6.627, Gp ; = bandum ('banner'), Gloss, (σίγνον Scaliger). λιγνΰζων, δ, v. λιθίζω. λιγννόεις, εσσα, εν, smoky, sooty, καπνός A.R.2.133,3 Ι2 9 Γ of marshes, Thphr.//P ; cf λιβάζω. II- vessel that drips when under the influence of heat, a rudimentary thermometer, HeroS/w.2.8. λιβδόειν άφορίζειν, Hsch. λίβελλος,, δ Lat. libellus,petition, PGiss.40.2 (iii A. D.), etc. λι- Ρλιριος, <5, = Lat. librarius, scribe, secretary, BGU42-f.fr (u A.D.), Wok (iva.d.), etc. λιγνός, lios, η (parox. in Call.Pra.57 P.), thick smoke mixed with flame, murky fire (such as is made by burning resinous substances, Arist. Λίί/δ.387 ΐ 6, al.), ίέντα,.διά στόμα λιγνύν μέλαιναν Α. 7/;.494 ί στέροφλ., οί the fires seen by night on the two peaks of Parnassus, ;(. I127(lyr./» S4 λ. σώμα καταιθαλοΐ Ar. Αν.1241; λ. καϊ καπνός Id.

28 λίγνυώδης 1048 λίθόγληνος Lys.319 ; λι-γνυς πρόσίδρος S.rc.794, expld. by Sch. of the smoke of the altar hanging round Heracles : pi., ai φλό-yes κα\ αϊ λ. Plb , cf. Str , 2. soot, λ. ϊστι καπνώδης αιθάλη Erot. s. v. γλώσβ-αλι-γνυωδης; used medicinally, Dsc.2.72, Gal [otryph. 322 ; but ϋ Call. 1. c., and prob. in S.Ant. 1. c.] λιγνΰώδης, 6s, smoky, sooty, dark-coloured, ττνήμα Hp. Coac. 255 ; γλωσσά Id.Epid..ιβ'; opp. καπνιίδης, Gal ; αναθυμιάσω is, πνεύματα, Agath.2.15, 5.8. λιγξ πλάγιοι, = καμπτηρ πλά γιος, Hsch. λίγξε, only aor. 1, λί-γξ( βιός the bow twanged, II λΐγουρά, Boeot. fem. of λιγυρός, Corinn.21 : also λΐ γουροκώτΐλος, a, ov, clear and plaintive, ivoirai Ead λιγρόν - πικρόν, λιγυρόν, ηδύ, γλνκύ, Hsch. Χιγϋάοιδος [a], ov, clear-singing, Arc.86. Λΐγΰαστάδης,, 01 δ, (λίγύϊ) name borne by Mimnermus, Sol.20.3, cf. Suid. s. v. Μίμνερμος. λΐγΰ-ηχήβ, f's, poet, -άχήβ, clear-sounding, κιθάρη APg.^oS (Bianor); Μοΰσα( Ath. Mitt ; dub. in B.Scol.Oxy.Fr.4. -0poos, ov, = ioreg., D.P.574, Coluth.276, etc. -κλαγγής, es, shrill, veupa B.5.73 ; clear-voiced, χοροί Id KopTos, ov, =sq., Alcm. S5 B. -KpoTos, ov, loud-rattling, gloss on λι γυρύτατον, Suid. ; cf. foreg. -p.akp0< >10vo5,0(,epith.ofheralds,Tim./ : Vs μ,ολiros, ov, clear-singing, νύμφαι h.hom , μϋθος ov, dearspeaking, ΑΡγ ττνοιος, ov, shrill-blowing, whistling, άνεμοι h.ap.28. -irvoos, ov, contr. -irvotjs,, 01 = foreg., Coluth.309, IG /7. -τττίρίγος, ov, chirping with the wings, of the cicada, AP195 ך. (Mel.). Wyvpilu, sing loud or clear, ψδήν Luc.Lex. 2, cf. Hsch. λιγΰριον, τ ό, a precious stone (Dim. of λί-γυρος), Lxx lr.28.19, J. /5 5 : 7 λχγνρόττν005, ov, λιγύπνοος, Poll λΐγΰρός, ά, όν, Boeot. fem. λιγουρά (q. v.), clear, shrill, ώρτο S6 κνμα irvoiy υτο λιγυργ II , cf ,13.590; of a whip, , S.Aj. 242 (anap.) ; ά κάνα (ν.άκόνη); λι-γυρα &χεα griefs which vent themselves in shrill wailings, Ε.Λ/ί<Λ205 (lyr.) ; also (like λι γύς), of a clear, sweet sound, as of the Sirens, λι-yvpij θέλγουσιν άοιδη Od.12.44; λι-γυρήν ιίντυνον αοιδην ib. 183 j ofabird, II ; of locusts, Hes. Op.583 ; λ. σύριγγες Id.Sc.278 : metaph., of poets, Id.Op.659 ; αοιδά Theoc ,etc.: neut. pi. as Adv., λιγυρά αείδειν Thgn.939 : regul. Adv. -piis Theoc Poet, word, used occasionally in Prose, λιγυρ^ον ΰπηχΰ echoes shrilly, V\.Phdr.2},oc ; φωνή λ., opp. λαμπρά, Arist. /M616 b 31, cf. ^i«rf.804 1L 29 (Comp.) : also in later Prose, P a, Luc.S«ft.72,P/W.1.11, etc. 2. metaph., συμβιωναι..ήδιστος και -ύτατος ^^ / Isoc.P II. pliant, flexible, of dogs' tails, X.Cyn λίγυρος, δ, = λιγνριον, J.^/ λϊγΰρότη5, ητος, ή, clearness, sweetness, of Homer, prob. in Phld. Here λΐγύ5, λίγεια (not λιγεΐα, Hdn.Gr.1.249), λ(γ!5; of sound, clear, shrill, λιγίων ανέμων λαιψηρά Κ6'λ6υθα II. 14 I 7 i SipTO δ' 67rl λ. ουρος Od , cf : more freq. of a clear, sweet sound, clear-toned, φόρμιγγι λιγείτι, φόρμιγγα λίγειαν, II.9.186, Od.8.67, etc.; of articulate sounds, clear-voiced, ΜοΟσα λίγεια 24.62, Alcm.I ; λ. ~Ζειρτ)ν Id.7; λ. αγορητής in 11. as epith. of Nestor, 1.248,4.293 ; also of Thersites, 2.246; έπίων οΐμος λ. Pi Adv. λιγέως, άγορεύειν U.3.214: freq. also, λ. κλαίειν wail shrilly, 19.5, Od ; ίάχειν Hes.Sc. 233 : neut. as Adv., λ. πνείοντες αηται Od ; λ. μελπεσθαι Hes. Sc.206 ; λίγό or λιγ6'α κλάζειν Mosch.4.24, A.R H after Hes., mostly of sad sounds, as always in Α., λ. κωκύματα Pers.^2 ; κανακωκύσας λιγύ ib.468 ; λ. νάθεα Supp. 113 (lyr.); of the nightingale, Ag (lyr.), S.OC671 (lyr.) ; also of music, λίγζια λωτου χάρις 'E.Heracl.8g2 (lyr.); αΰλοΰ λ. ήχον, v.l. for γλυκύν in Mosch. J.98. Poet, word (Μοΰσαί λίγααι PI.Phdr. 237a). Λίγυβ [Γ], υος, δ, ή, Ligurian, A.Fr. ι cjg.i, Hdt.5.9, Th.6.2, etc.: as Adj., Λ. στρατός A./ V (on the accent, v. Hdn.Gr ) : Adj. Λΐγυστικός, η, όν, Ligurian, S.Fr.598, Str ; ή λιγυστικ-'q Liguria, Arist.Mele.^i'-it, cf. 36S b 32 : also Λΐγυστΐνος, η, ov, σάγοι, χιτώνες Str II. το λ. bastard lovage, Laserpxtium Siler, Dsc λΐγυ-σφάράγος [φα], ov, shrill-sounding, φόρμιγγες Vi.Parth.2Fr. τ.34 -φθογγο5, ov, clear-voiced, in Horn, always epith. of heralds, II.2.50,al., Od.2.6, etc.; αΰλίσκοι Thgn.241 ; αηδών Ar.Av.isSo ; όρνιθ 6SB.5.23; ^e^(0-ffa(ofapoet)id.9.1o; αυδτ) Ορρ.// φωvew, sound clear or loud, Sch.Theoc φωνος, ov, clearvoiced, loud-voiced, άρττη II , cf. h.merc.478 ; also of sweet sounds, 'Εσπερίδες Hes. T7/.275, 518 ; άηδιίνtheoc ; αοιδή Orph. י 5 A λιδρίον τρύβλιον, Hsch. λίζει' παίζει, and λίξουσι" παίζουσιν, Id. λιζόν 6λαττον, Id. (i. e. ίλιζον). λίζω, graze, Eust , as giving the Root οίλίγδην, επιλίγδην. λιζώνες' 6λάττονες, Hsch. (Cf. ολείζων, ολίγος.) λίημος - ψάμαθος, Id. (fort. &μμος). λίην, Ion. and Ερ. for λίαν. Χίηνος" λιθοπυργία, Id. λι'ηφος δεινός, Id. λϊθ', ν. λγτα. λΐθάγωγ-ία, ή, conveyance of stone, IGl , S/G241P87 (Delph., iv B.C.). -os, όν, for conveying stones, vais IG ; μηχανή P S. II. Subst. λ., δ, stone-haulier, SIG241A 47, B.C.). (pi., Delph., iv י 44'.8 2 λΐθ-άζω, (λίθος^ fling stones, Arist.P8.- Sl b I, Plb.IO.29.5! Μ σκο- * Str ;. 2. throw like stones, χρυσό ν 6Γ5 τινα App.Reg. 4 II. stone, τινα Anaxandr.16, Lxx2A7.16.6, Ευ.Jo : Pass., dub. sens, in /<?/?<»» (Pergam.% -ακός, δ, = λίθαζ, Stesich.OA ; on the accent, v. Hdn.Gr αναβο- Xeus, eajy, <5, surgical instrument for extracting stone, Aet (100). -a, 0.K0S, δ, ή, stony, λίθακι ποτΐ πέτργ Od II. as fem. Subst., = λίθος, Arat , Orph.^4.6!3; κωφή λ., of a gravestone, ΑΡη. 392 (Heraclid. Sinop.) ; of a precious stone, Man.6.343! λ. τρητήν σπόγγε ΐειδομενην, of the pumice-s/o«?, AP6.66 (Paul. Sil.). 2. in pi., stony land, Epic. \n Arc/1.Pap.10,ך. v.l. in Nic. 77(.150 ; cf. ΐρμαξ. λΐθαργνρ-ίος [ί], a, ov,= sq., Stesich.30. -ivos, η, ov, of or like λιθάργυρος, Arist.5 '164 b 23., 05 ή, litharge, lead monoxide, Nic./i/.594, Gal ,al.: sts λ. αργυρ'ιτις, to dist. it from λ. χρυσίτις (flake litharge), Dsc II. as Adj., = foreg., Achae.19 λΐθαργϋροφάνης,, ϊ 6 like litharge, Dsc λϊθάρ-ίδιον, τό, = sq., Alex.Trail ιον, ri, Dim. of λί&>5, stone, Ph\d.Po.Herc , Dsc. 1.68,5.40, PKlein. Form.303(viA.D.). 2. a gem, /G11 (2). 287 /?46 (Delos, iii B.C.), ^«««an'06/7.405 (Perge), PHolm.5.4,al. (Condemned by Phryn. ( 158 λΐθ-άς, a50s, ή, = λίθος, stone, σεΰ(ν κύνας.. πυκνγσιν \ιθάδ(σσιν Od.14.36; θάλαμον δέμον..πυκνγσιν λ ; collectively, shower of stones, A. Th. 158 (lyr.); heap of stones, λιθάδας τε κα1 ερμακας ivviιίοντες, of snakes, Nic. 7^.150 (v.l. λίθακας). -άσβίστος, 6, = lapis calcinus, Gloss. -οσμός, 6, stoning, Sch.A. Th.6j6. -αστής, ου, δ, one who stones, A. D.^irfi αστικός, 7όν, by stoning, μόρο! Sch.A.77M 99. -άω, v. λιθιάω. -ίία, η, later written λιθία, a sort offine stone or marble, Plb , Str , J.AJS.2.9: collectively, IG11(2). 287^4 89 (Delos, iii B.C.), Sammelb.^ia\.1{\ B.C., written -6'a, and so in Gloss.). II. collectively, precious stones, jewellery, OG/132.8 (ii B.C.), Str.15,1.67, , D.S.1.46, Peripl.M.Rubr , a, ον,=λίθινος, βολή Sch.A.Pr.561,677; also -os, ov Suid. -6'p.iropos, δ, stone-merchant, /G (Picenura), Supp.Epigr (Rome, ii A. d.). -COS, α, ον, = λίθivos, 0/ stone, II , Od ηγός (sc. ι>αΐς),ή, stone-carrying vessel, PCair.Zen ,. PPi/>2 p.43, 3p. 137(all iii B.C.), IGl 1(2).203^97 (Delos, iii B.C.): pi., /?c1\p/(; (didyma, ii B.C.). -ηλογη;, is, (λέγω (Β) I) built of stones, AP6.253 (Crin.). λΐθΐ-άκός, v. λιθικός. -άσις, SBS, Ion. 10r, i, the disease of the stone, Ηρ3.26.)/</4 (pi.), Gal II. a callosity within the eyelid, Id , Aet άω, only pres., suffer from the stone, ΗΡ.^/Ά.4.79, al., PlX 916. a, /<?4 2 (i).i2i.6s (Epid., ivb.c.), Arist./ V.895'37, Ruf./??K. Fes.3, al., Philostr.KS ; [roihijuaτα] -ιωντα Hp.//!1»1.12 : also λΐθάω, which is restored in PI. I.e., cf. Phot. s. v. λ!θώί ταγ; also λιθόωσα" πολύλι60s, Hsch. λΐθ-ίδιον, τό, Dim. of Aiflos. pebble, gem, Pl.Phd. 1 iod, Arist./V. 934 b 22, Plu.2.979b, Luc. Hist. Conscr gravel in the urine, Hp. Coac.578 (pi.); stone in the bladder, Paul.Aeg.6.60 (sg.). -ίζω, look like a stone. λιθίζων, name of a kind of carbuncle, v.l. in Callistr. ap.plin.//iv37.94 (sed leg. λιγνύζων). -IKOS, TJ, όν, of or for stones, εργα A rch. Pap (ii B.C.) ; but usu. Ai0iKa(sc. βιβλία), τά, a treatise upon precious stones, title of Orphic poem, ap.tz. (7repi λίθων codd.) ; also βιβλία λιθιακά Eust.adD.P.Prooenu; but, ίά Λ(0 of D.P.'s work, Sch.Od of or for stone\n the bladder, Paul.Aeg tvos, η. ov, 01 also 05, APg.719, D.L.2.33: made of stone. Hippon.io, Ibj'c.22, Hdt.3.S8, Th.3.68, Herod , <)ך. PHib.1.22 (iii B.C.), etc.; λ. θάνατος, i.e. caused by seeing the Gorgon's head, Pi.P ; so λ. ciet/s yi-γνομαι Antiph ; but, ewjjke λίθινο!, of a statue, Hdt (cf. ϊστ-ημια.1, Β. ill. 2); τά λ. marble statues, X.Lac.3.5; Έρμης λ. Eub.96 ; for Hdt.2.69, v. λίθος 11. I, gaaos 11 : metaph., καρδία l.xxez Adv. -vusme stone, λ. βλίτ^ιν πp0s τινα, with allusion to the Gorgon, X.Smp ινότης, ητos, η, stony quality, dub. in Phld.//crr.86.'. 6. -ιον,τό, Dim. of λίβοϊ, Paus s, Thess. forai'&vos, /G9(2) !.Larissa). -is, isos, ή, = λιθίασις, Hp.Morb.4.^. ΧΧΘό-βασίΐ, 6coy, ή, stone base of a tripod, PC//29.54I (Delos). -βλής, rjt0s, 6, η, stoned, θντίσκci λ. Tz.// βλητος, or, stone-throwing, pelting, ευστ 'οχίη APg.3. II. set with stones, κικρυφαλα ib ^Paul. Sil.). ΧΐθοβοΧ (ω, pelt with stones, stone, Lxx Le.20.2, al., D.S , Ev. Λ/α// , Plu e : Pass., Lxx.Ev.8.26(22). -ήσιμο?, ον, = λιθοβόλος, Sch.Ε.Ο;50 : also -βόλητος, Hsch. s. v. Atvciμου δίκης. -ησις, v. sq. -ία, η, throwing of stones, Hp Fract.2 (pi., v.l. for λιθοβόλησα), D.S I L '^ ' s/0 Α..ι89 III. neut. pi. λιθοβόλια, τά, festival at Troezen, raus ισμός, ό, = λιθοβολία, Sch.Α. 77( ίτης, glo^ 011 λιθολ(ύστης, Hsch. -os, ov, (parox.) throwing צ' ' */ stones, with stones: -βόλοι, oi, stone-throwers, distd. from σφ^νδονηται,^η " 69, cf. J./ ; 7υμνητ(ς λ. και ακοντισταί Pl.CV«/«'.ι bז 9 : sg., ss winner of a contest, SIG1061.6,19 (Samos, ii B.C.). 2. -βί\ο!,ν, engine for hurling stones, Plb.S.5.2. Moschioap.Ath.5.208c, Atn- Mech.18.6; distd. from καταπέλτης, D.S.20.48; also -βόλον, τό, Lxx lma.6.51, J.β/5.6.3 ; in full, λ. μ ηχαναί\^.^λ2 II proparox. λιθόβολος, ov, Pass., struck with stones, stoned, E.P/i (lyr ) λϊθό-γληνος, ov, stony-eyed, Nonn.D II. =λ1β08ίρκ^ib γλντττης, ου, ό, sculptor in stone, Gloss. -γλυφια, ή, a cutting in stone, Man (dat. pi.); λιθο~/λυ<ρ(«τσι C J ler. -γλνφος [ν], 6, sculptor, Luc.Somn. 18, Gal.1.7 J cngivur,

29 λίθοι κοβόμητος Dsc ( ν ;' _ -Ίράφος) ; title of play by Philemon, Did. «P γλωχϊν, δ, ή, gen. ίνος, set with sharp stones, άγυιαί Nonn.D. βιβλίον), cf γνωμικόβ, ή, όν, skilful in stones: λ. (sc ri, a work on stones, by Philostr., Suid. s. v. Φιλόστρατος. -γνώ, μων,οι gen. ονος, = foreg., נ Jul.Or.2.9 b. -γόνο5, ov, = λιθοποιός 11, Dsc.Eup γράφος, v. λιθογλύφος. -δαίδαλος, ον, cunningly fashioned in stone, Ap>p.Anth (Halic.). -δενδρον, τό, branching coral, Dsc δερκής, ές, petrifying with a glance, Γοργώ API (Antiphil.), -δερμος,, 01 with stony hide, Arist.PA. post 1377*7 (Interpol.). -δικτε'ω, (fort, -δικέω) throw stones at, Suid, -δμητος, ov, stone-built, APg. 570 (Phld.). -δόμητος, ov, = foreg., J. Afi fr δόμος, ί, mason, τέκτονες και λιθοδόμοι joiners and masons, X.Cyr codd. (sed leg. λιθοτόμοι). -ειδής, ές, like stone, Hp.Morb^.frfr, Pl.P7.74a, Gal.2.745, etc. -εργής, ές, = sq. I, Μέδουσα Opp.C.fr εργός, όν, turning to stone, Γοργώ AP6.126 (Diosc.). II. Subst., stonemason, Man θεσία, ή, placing of stones, Alex.P0lyh.14. -θήρας, ου, δ, stone-collector, Xz.H λΐθ-οικοδόμητοβ, ov, built of stone, οικία Alex.Aphr. intop λΐθο-καλλής, ές, of beautiful stone, μορφή App.Anth (Halic.). -κάρδιος, ov, stony-hearted, Sch.E.Or κίφάλος, ov, with astonein its head, χρέμυς Arist.Pr κολλά, ή, cement, Dsc κόλλητος, ov, set with precious stones, χιτών Callix.2 ; ποτήρια Thphr.Char. 23.fr, Parmenioap. Ath a; κρατήρες Theopomp.Hist.283(a); φιάλαι Agatharch.lo2 ; περιτραχήλιον Plu. Alex. 32, cf. Men.372 : metaph., χάλυβος λ. στόμιον a bit of steel set with stones (to make it sharper), S. Tr (lyr.). II. τό λ. inlaid work, mosaic, prob. in Str , cf. Thphr.Z.a/>.35 (pl.). -κολλος, oc, = foreg., C/G (Branchidae). -κομικόν, τό, dub. sens. in IGi l.frfr6.g. -κοττειο, pelt with stones, UPZ16.18 (Pass., ii,» ό B.C.). -Kowia, ή, = ή εκ λίθων βολή, Suid. -κοττικός, ή, of or for stone-cutting, σκεΰ05 Eust κόττος, δ, stonecutter, Antipho Soph.92, D.47.65, IGfr.307, prob. in ρή κ_ δεμνος, ov, with crown of stone, ofa cliff, Coluth κτονία, ή, death by stoning, APg λάβος [α], δ, instrument for extractingthestone, Gal , -λευστέω,pelt with stones, Sch.Ar.Ach. -λενστης λιθοβολίτη5, Hsch. -λευο-τος, ov, stoned, ύπό 33 2 των όχλων D.S.3-47 ϊ ποιήσαί τινα Plu.2-313b, Sch.Call.Iamb, in PS/ ; λ. Α ρης death by stoning, S.Aj.2fr4 (lyr.). 2. deserving to be stoned, Call.Epigr.42.fr, Alex.Aet λΐθολογ-εω, build with unworked stones, /G , Poll.7.118; οττάνιον /G S9. II. Pass., to be demolished, Ac\.Mi.fr ημα, ατός, τό, foundation of unworked stone, X.Cyr , IG (pl.), ία, ή, laying of a foundation of unworked stones, ib, heap of stones, Aq.Ps. 78(79).!. -os, δ, (λέγω (β) 1) one who picks out stones for building, hence, one who builds with stones picked out to fit their places, not squared (cf. λογάς 2), BSAfr.112 (Athens): so generally, mason, Pl./^.858b; λιθολόγοι καΐτέκτονες masons and joiners, Th.6.44, cf. 7.43, X.//G λϊθο ό-άνο5, ov, adorned with statues, Nonn.P εΐον, τί, workshop of α λιθοξόος, Gloss. -ϊκός, ή, όν, of or for stonecutting, Klio , Eust ος, δ, (ξέω) stone- or marblemason, Luc.Somn.g, Max.Tyr.38.7, 39.5, f.i. in Titn sculptor, Plu.2.74d, / , APfr. 14 (Rufin.). λΐθο- υσ της, ου, δ, = foreg., Cat.Cod.Astrf τοιε'ω, turn to stone, v.l. in Luc.DMar.14.fr. ττοιός, όν, turning to stone, Mehvtra Id./««. 1. II. producing stone in the bladder, Alex. Aphr. /V.I ττρίστης, ου, δ, sawing stone or marble, πρίων /G , Poll πι/ργία, gloss on λίηνος, Hsch. -ρρϊνος, oy, with stony skin, χελώνη Emp λίθος [Γ], ου, δ (v. infr. 11), stone, Horn., etc.; esp. of the stones thrown by warriors, τ ρηχός λ., λ. όκριόεις, ll.fr.fr08, 8.327; also, stoneψιού, Od.8. ι go ; έλέσθαι.. έκ γαίας λίθον A.Fr.igg.4; of buildingstones, λίθοι βασιλικοί PSI4.42fr.28, PCair.Zen (both iii B.C.): prov., iv παντϊ γάρ τοι σκορπίος φρουρεί λίθοι S.Pr.37 ', λίθον έφειν ' to lose one's labour', Ar. K.2S0 ; also of stupid persons, 'blockheads', λίίοι Id.Ati.1202, cf. Thgn.568, Pl.//^>.il/a.2g2d, Gal ; λ. TIS, «ί δύύλη Herod.6.4 ; προσηγορεύθη δια τό μή φρονεΐν λ., of Niobe, Philem. 101 ; 'ώσπερ λίθον ζήν Pl.Grg.4g43.sq.; λίθψ λαλείς prov. of αναίσθητοι, Macar stone as a substance, opp. wood, flesh, elc -1 of σφι λ. χρώς οΰδέ σίδηρος λαού5 δέ λίθου5 ποίησε turned into stone, petrified, , cf. Pl.S1.</» g8c; so [ νήα ] θεΐναι λ. Od.13.I56; as an emblem of hard-heartedness, σο\ δ' αίε! κραδίη στε- ΡΜτέρη ε'στί λίθοιο , cf. Theoc II. λίθ05, ή, twice in Horn., Il , Od j st like masc., also in Theoc.7.26, :. c10np1.2 later mostly of some special stone, as the magnet is called ^αγνήτιςλ. by E.Pr.567 (but ή λίθο$ simply in Democr.11 k, Arist.Ph. '6f2, Cf. v.l. (/«^«.405*20); also Αυδία λ. by S.Pr.800 (but in Β.Pr. '0J. Λυδία λ. touchstone), Ήρακλεία λ. by Pl. Ion 533d, Epicur.Pr. 2 93; so of a touchstone, Pl.Grg.486d ; ή διaφavήsλ. a piece of crystal sed for a burning-glass, Ar.Aw.767, cf. Luc. Alex.21 ; χυτή λ. was Pwh. a kind of glass, and so an older name for,$ αλο & Epin.1.8 (the fme thing as the άρτήματα λίθινα χυτά in Hdt.2.69 ; cf. τήν ΰαλον.. τε λίθων χυτά είδη καλείται Pl. Τ1.61 c) ; λ. =.precious stone is fem. in "P-lVa/.AfHZ.gg, /G2 2.I42I.92, , but masc. in Hdt.2.44, etc.;»1 the sense οί marble mostly masc., λευκί* λ. Id.4.87 (simply λίθο$ Supp.Epigr S.Pr. 330 (λευκοί λ. is opp. πέτρινοι λ י«1(4!' vwdyma)); ύάρ ί05 λ. Pi.A. 4.S1, Hdt.3.57; Ταινάριος λ. Str.8.5.7; 1049 λι κερτίζζιν λ. 0acr1os, Αϊγύντιos, etc., Paus.1., S.6 ז etc.; κογχίτης Id < κο γχυ\ίάττ!ς X.An ; but Παρία λ. Theoc.6.38, Luc.Am.lfr ; cf. λυχνίας, -ίτης ; πώρινος λ. tufa, Hdt collectively, πέφυκε λίθος,.άφθονος, ου.. X.Vect X1 grave-stone (fem.), Call.p^!gr.8.1. IV. at Athens, λίθος,!5, was a name for various blocks of stone used for rostra or platforms, as, 1. the βήμα (q.v.) of the Pnyx, Ar. Ac/1.6$fr, Pax bs0,ec.s ;. 2. another in the αγορά used by the κήρυκες, Plu.S0/.8 ; prob. the same as δ πρατήρ λ., on which the auctioneer stood when selling slaves, etc., Poll.3.78, cf an altar in the αγορά., at which the Thesmothetae, arbitrators, and witnesses took their oaths, Philoch.65, D.54.26(restored from Harp, s.v. λίθοι), Arist. Ath. 7.1, frfr.fr, Plu.S0Z.25 ; cf. λιθωμότης. 4. two stones on which litigants stood in the Areopagus, Paus V. piece on a draughtboard, Alc.82, Theoc. 6.18, cf. γραμμή III. I: hence prov., πά,ντα λίθον κινείν Zen,5.63 (who explains it differently). VI. Medic,, stone in the bladder, calculus, Arist.HAfr1g h 1g, Hp.Morb.4.55,al. VII. Δία λίθον όμνύναι,= Lat. Jovem lapidem jurare, Plb.3.25,6. VIII. λίθοι χαλάζης hailstones, Lxxjo. 10. ir. IX. λ. δ ου λ. the philosophers' stone, Zos. Alch.p.t22 B. Χΐθο-σττάδήϊ αρμός, a chasm in the vault made by tearing out stones, S.Ant σιτερμον, τό, gromwell, Lithospermum officinale, Dsc.3.141, Ps.-Gal σ τεγής, ές, covered with stones, Sch. f-y c στρωτός, ov, paved ivith stones, S.Ant.1204; δρόμος POxy (iii A.D.}, PFl0r.fr0.g7 (iii A.D.). 2. esp. of tessellated work, λ. έδαφος Str , Poll.7.121; λ., τό, mosaic or tessellated pavement, /G4 2^1) (Epid., iv/iii B.C.), LxxCa.3.10, Ev.fo , C/G2643 (Cyprus, -στρατ-), Roussel Delos: Colonie Atheniennep.422, Arr.Epict.i.j.frf (v. 1.), etc. λΐθοτομ-εΐον, τό, quarry, /G II. - λιθοτοαία II, Gloss. -έω, quarry, P , Philostr.VAfr.48 : Pass., to be cut out of stone, Luc./Pr.io. II. cut for the stone, Gal.i. 168 : Pass., Dsc. fr.ifr, Paul.Aeg ία, Ion. -ίη, ή, stone-quarry, /G2 2,1666 β 72 : mostly in pl., quarries, Hdt.2.8, Th.7.86,87, D.53.17; marble quarries, Thphr./.<?/>,6, Paus (sg. in ,,(י etc,; cf. λατομία. II. cutting for the stone, lithotomy, Gal. 18(1).29, Paul. A eg ικός, ή, όν. of or for stone-cutting, ή -κή (sc. τέχνη), Porph.Hist.Phil.\1, cf. PC//35.12 (Delos) ; skill in lithotomy, Gal. Thras.24, -ιον, τό, = λιθοτόμον 11. b, Hermes os (parox.), ov,for cutting stones, όργανα Agath.l.io : Subst. λ., δ, prob. for λιθοδόμος in X.Cyr ; quarryman, IG^^47. fr6, ; mason, Gal.Thras.\fr, PA!«/! (ii/iii A.D.). II. Subst., λ., δ, surgeon who cuts for the stone, Gal , Thras.24 ; but, who cuts the stone (internally), Ammonius ό λ. Cels b. λ., τό, knife for cutting for the stone, Paul.Aeg λίθο-τράχηλος [a], ov, stony-, i.e. stiff-necked, Jul.GaZ.213b. -τρΐβικός, ή, όν, of 01 for stone-polishing : ή -κή (sc. τέχνη), the art of so polishing, Lys. Fr. 69. λϊθονλκ-εω, draw or quany stones, Suid.: metaph., drag slowly along, Hsch. - ία, ή, haulage of stone, /G ,31. -os, όν, (έλκω) quarrying stones, Poll II. as Subst. λ., δ, instrument for extracting the stone, Heliod.ap.Orib , Aet (101), Paul.Aeg λΐθουργ-εΐον,τό, quarry, Is.5.44, Str.5.2.5, IG2.\12frb. -έω, work in stone, hew, λίθον LxxP.i : abs., Porph.Hist.Phil. 11 ; carve a gem, PMag.Berol II. turn into stone, petrify, γυΐα APfr.11 (Cyzic.), cf. Philostr./»!. τ.ι 1. -ής, ές, worked in stone, ε'ικόνισμα S.Pr.574 ; βότρυς Aristeas70. -ία, ή, sculpture in marble, IGi'.fripj.frg, D.S.4.76 ; working at or in stone, Thom. Mag.p,221 R. : in pl., stone-quarries, Brut.Ep.frfj. -ικός, ή, όν, of or for α λιθουργός, τέχνη LXX J;.28.I Ι: -κά, τά, ib.31.5 : ή -κή (sc. τέχνη), Lys.Fr.69: -κόν, τό, sum spent on masonry, /Gi , al. -ός, δ, stone-mason, Ar. Av. 1134, Th.4.69, 5.82, etc.; sculptor in marble, opp. ανδριαντοποιός (in bronze), Arist.PAn4l a 10, ci.supp. Epigr.fr.464 (Thess., iv B. c.). 2. σιδήρια λιθουργά a stone-mason's tools, Th.4.4. λΐθουρία, ή, passing gravel with the urine, Sch. Pi. P λϊθοφορ-εω, carry stones, Th ος, ov, carrying stones, δλκάδες D.S ; κεραιαι Moschio ap. Ath.5-208d ; ιερεύς IGfr as Subst. λ., δ, = λιθοβόλος 1. 2, Plb λϊθο-φρύγιοι [δ], τό,=λίθος φρύγιος (v. Dsc.5.123), Olymp.Alch. Ρ.93Β,, Paul.Aeg ψ-ηκτης, 00, δ, (ψήχω) stone-polisher, Cat.Cod.Astr.8(4).216 (-φύκτ- cod.). -ψωκτος, ον, (φώχω) rubbing or polishing stones, Man λΐθ-όω, only in Pass, λιθόομαι, to be petrified, Arist.ΡΛ64ι*2ι, GA 783*28, PIu.2.577f, Luc..<4s1«.4 : impers., λιθούται petrifaction takes place, Arist. Pr.gfr^ij. 2. λελιθωμένον, prob. =, λιθόστρωτοι Poll ώδης, 6s, like stone, stony, γή Hdt.4.23 ; δδός X.Eq.4.4; τόποι τραχείς καϊ λ. Arist./P4590 b 33 ל' πεδίον (as pr. η.) Str.4.1.7: Comp., of plants, Arist. G;4 783*31 : metaph., λ. [κε'αρ] Pl Tht.1g4e ; Νιόβης αύτής -ωδέστερος Lyd.Mag.fr.6l. Adv. -δώς, οσα (sc. ϋδατα) προσπήγνυται το'ις χαλκείοις λ. Ruf.pr ωδία, ή, stone-like hardness, Eust ωμότης, ου, ό, one that took an oath at the altar (λίθος 1v.fr), Com.Adesp ώιτης, ες, (&φ) gleaming with jewels, οφθαλμοί, of the Wooden Horse, Tryph fem. λιθώττις, ιδος, turning one to stone by a look, Nonn.-D ωο-is, εως, ή, a turning into stone, petrifying, Plu.2.953c. II. work in stone, λ. ποικίλη Aristeas 74. λικερτΐζειν σκιρτάν, Hsch. λίκηνον* άγγείον όστράκινον,

30 λικ/xcuo? Id. λί,κιγξ η ελαχίστη βοή των ορνέων, Sch.Ar.Ach λικμάζίιν* περιλείχειν, Hsch. λικμ-aios, a, ov, presiding over winnowing, of Demeter, ΛΡ6.98 (Zon.). -άς, 050s, ή, winnowing fan, =θρΐναξ, Hsch. (λιχμάς cod.). -άω, fut. -ήσω X.Oec : aor. έλίκμησα B.Pr.34: part the grain from the chaff, winnow, ανδρών λικμιίντων II ; σϊτον λ. X.Oec. 18.6; καρπύν άπ' άαταχύων Β. I.e.: metaph., scatter like chaff, LxxPs ; make away with, ib.zs ; crush, destroy, ελίκμησάν μου τi λάχανον BGU146.8 (iii Α. D.) ; εφ' i)v δ' Uv πέση (sc. ό λίθος) λικμήσει αυτόν Εν.Luc ητήρ, ήρος, S, winnower of corn, II ητήριον, τό, winnowing-fan, shovel, Sm. Je. 15.7, Thd.Zs.30.14, Hsch. -ητηρίς, ίδος, r!, = ioreg., Poll ητή5, 0S, ό, = λικμητήρ, PFay (1 B.C.), Poll , Aq., Sm./c.51(28).2, Serv.Dan. ad Verg.G ητικό5, ή, όν, of or for winnowing, πτΰον Eust ητό5, b, ivinnowing, AP6.225 (Nicaen.). 2. = απώλεια, λικμητύν ανθρώποις ίπειλεί Lyd.,(.פ. Α Ost.20. -ητρίς, ίδος, ή, = λικμός, PFay.s2ο.4 (!/'i Gloss. -ήτωρ, ορος, ό, = λικμητήρ, metaph., λ. άσεβων LxxPr (26). -ιζίΐ άλοά, Hsch. -όβ, οΰ, 6, =λίκνον, LxxAm. 9.9» Sammelb (ί Α.,(.פ Serv.Dan.ad Verg.G.i.166, Hsch. λικν-άριον, τό, Dim. ofλίκνον, Gloss. -ίζω, λικμάχ,pfay.102.^o (ii A. D.), Gloss. -ίτη5 (yi\, ov, 6, god of the λίκνον, epith. of Dionysus, Orph.i7.46.1, 52.3, Plu.2.365a : fem. -ITIS, τροφή S.Ichn.269. Χικν0 1δήβ) ές, βνπαρός, Suid., Zonar. λίκνον, τό (also λεΐκνον acc. to Hdn.Gr.2.543, and λικμός (q.v.)), winnowing-fan, i.e. a broad basket, in which the corn was'placed after threshing, and then thrown against the wind so as to winnow the grain from thechafif, Arist. Mete.368*29 ; sacred to Dionysus, and carried on the head at his festivals, AP6.165 (Phal.); also to Athena, S.Pr.844 ; cf. λικνίτης, λικνοφόρος. II. cradle, h.merc.21,150, al., Cal!./ot>.48, Arat.268, Gal.6.37, etc. λικνο-στεφ Ϊ - λίκνον στεφανονμενος θρησκεΰει, Hsch. -φορβω, carry the saa-ed λίκνον, P01em.Hist.88. -φόρος, ov, carrying the sacred λίκνον in procession, D , Call. Cer λικνόω or λικνε'ω, = λικμάω, in part. dat. pl. λιγνοΰσιν (sic), dub. in.(.פ A. Ostr.Strassb.^48 (ii λικρϊφίς, Adv. cross-wise, sideways, λ. αί'ξας II , Od.t λικροί" 01 6ζοι των έλαφείων κεράτων, Hsch. (also λεκροί Id.). λί- KTT S, ου, ό, (λείχω) one that licks, Gloss, (better λβίκτης). λϊλαίομαι, only pres. and impf., long or desire earnestly, freq. in Horn., mostly c. inf., long to be or do so and so, τίμε..λιλαίεαι ήπεροπεύειν; II,3-399 i λ. πολεμίζειν 16.89; εϋνηθήναι Ι metaph., of a lance, λιλαιομένη χροί>ς άσαι longing to taste flesh, , cf ,15.317; λιλαιομένη πόσιν είναι longing for him to be her husband, Od.1.15,9.30,32, : c. gen., long for, πολέμοι ο, όδοίο, βιότοιο, δόρποιο, Od »! > ז 3-3 ז ; also φόωσδε λιλαίεο struggle to the light of day, : s0 ' n later Ep., c. inf., A.R ,31.: c. acc., Nonn./) : abs., ib Cf. λελίημαι. λιλίΐ' φθονεΐ, επιθυμεί, Hsch. λιλουργετά iv τφ σώματι εξανθήματα, Id. λίλυ' τbi/δωρ (Libyan word), Id. λΐμαγχ- ω, in Pass., to be weakened or reduced by hunger or low diet, Hp.Art.8, Prorrh.2.4, POxy,37114 (i A.D.), Gal ία, ή, iveakening by low diet, Ruf.Pe«, Ves IKOS, ή, όν, famished, Hp.Epid ονέω, = λιμαγχέω, ld.art.81, Antisth.ap.Stob , LXX >c.8.3, Gal.i ονία, ή,=λιμαγχία, Id ονικός, ή, όν, of or for reducing by hunger, Id λΐμαίνω (λι^-όί), aor. 1 ελίμηνα, suffer from famine, of armies, Hdt. 6.28, 7.25 ; of a country, Nic.Dam.45J., λϊμάλ 05 a, ov, starved, Hsch. λιμβ-eia, ή, = λιχνεία, Hdn. Epim. 77 ; λιμβία, Hsch. s.v. λιχνία. -ενω, = λιχνεύω, Hdn. I.e. -os (or λιμβός), ov, = λίχνος, Hsch., Anon.inEN182.g, etc. λιμβό5. A, = Lat. limbus, a dinner-dress, Lyd.Mag.2.4. λιμβρόϊ, ά, όι>, = λιβρός π, ΕΜ$64 ζ2, Suid. λΐμεναρχ-εω, to be a harbour-master, IGj (Creusis). - ης, ου, δ, harbour-master, PGiss.10.4(11 Α.,(.פ Cod,fust , Gloss. λΐμεν-ήοχος, ov, (εχω) closing in the harbour, άκρη A.R ilto,form a harbour, Polyaen ιον, τό, Dim. of λιμήν, Str (pl.), Marcian.Epit s, a, ov, of the harbour, epith. of Aphrodite, Paus ; of Zeus, Ach.Tat.Intr.Arat.p.84M.; cf. sq. -ίτης [Vi], ου, δ, voc. λιμενίτα, god of the harbour, of Priapus, AP10.1 (Leon.), cf (Antiphil.) : fem. -ΐτις, ιδοί, of Artemis, ib.6,105 (Apollonid.). 2. λ. ψυλακτήρες custom-house officers, Dam. Isid ΐτικόβ, ή, όν, of a harbour, χρήματα harbour-dues, Cod.fust (-ητικός codd.). λΐμενο-ειδής, ές, like a harbour, κόλπος Str ττοιΐα, ή, construction of harbours, Tz.//.2.8 (pi.). -ττοιϊκά, τά, things belonging thereto, Ph,Bel λϊμεν-ορμίτης [μϊ],, 01 δ, (λιμήν,, όρμος) god of harbours and mooring-places, epith. of Priapus, APro.5 (Thyill.). λϊμενοσκόττος, ov, watching the harbour, epith. of Zeus and Phoebus, Call.Pr.114, APxo.25 (Antip.): as fem., Call.Piaij.259. λΐμενο-υρ-yia, ή, harbour-making, Tz./f λϊμενοφνλαξ [Β], ακος, δ, harbour-watcher, Aen.Tact : title of magistrate at Carystus, lg12(cf).8 (ii B. c.), 9(1 B.C.); τίιν λι[μενο- Φυλακοΰντα'Α]θηναίων may perh. be restored, ib (iv B.C.). λΐμήν, s cs, δ, harbour, II (here distd. fr. 'όρμος, mooringplace), al., PI.7y.25a, etc.; Κανθάρου λ. a dockyard in the Piraeus. with a pun on κάνθαρος just above, Ατ.Pax 14$ (ubi v. Sch.): freq. in 1050 λιμνόβι,οϊ pl., λιμένες νηϋν οχοί Od.5.404; λιμένες 5' ) & ραΰλοχοι κύτ?} 4-846; λιμένες re πάνορμοι ! cf. S.P/j-9?A etc.: c. gen. object!, λιμένες θαλάσσης havens of refuge from the sea, Od.5.418, cf. Hes.5c II. metaph., haven, retreat, refuge, Thgn.460 ; erαιρείαςλ. a haven of friendship, S. ^/ 683; OVTOS,. λ. πέφανται των $μ >ν βονλεν μίτων'z.med. 769 : c. gen. objecti, λ. KaK&vfrotn ills, A.Supp.tfi; & ναυτίλοισι χείματος λ. φανεί! Ε. Andr.Sg I; Swop.. των καμάτων λ. Critias6.20 D.; λ. της πλάνης ήδε ή γη μόνη λείπεται D.H.I gathering-place, receptacle, πλούτου λ. Α.Pers.250; Ε.Ο/.ΧΟ77 ; παντύς οίωνοΰ λ. S.Ant.iooo ; "Αιδου λ. harbourof death, ib.1284(lyr.); ξείνων αΐδοίοι λιμένες Emp.I נ 2.3 ; βοής της σης ποίος ουκ εσται λ.; what place shall not harbour (i.e. receive) thy cry? S.O7420. III. -αγορά in Thessaly and Paphos, /<?9(2) (Larissa), Gal. Thras.1,2, D.Chr.i 1.23 (Interpol.). IV. the source of birth, womb, Emp.98.3, S.OP1208 (lyr.). λϊμηρός, ά, όν, (λιμός) hungry, causing hunger, p<wtheoc.lo.57; εργασίη AP6.tf (Antip. Sid.), cf. 285 (Nicarch.), 7.546, Akiphr.1.9, etc. λΐμηρός, ά, όν, (λ ι μην) furnished with a good harbour, special epith. of Epidaurus in Laconia, Th.4.56,7.26 ; είιλίμενον δέ oicrav, βραχέως..λιμηράν ειρήσθαι, ως %ν λιμενηράν Apollod.ap.Str λίμινθες' ελμινθες, Hsch. Χιμν ά-γενή5» ες, born at Λίμναι (ν. Λίμνη 11), BMus.Inscr.loog (Cyzic., ii Β. c.), Hsch. -άζω, of the sea or rivers, form stagnant pools, Arist.jlfc^.352 b 35, 356 a 7; όσοι ποταμοί -άζουσιν είς έλη rivers which stagnate into marshes, Id-Pr-938 a 3 : impers., -άζει stagnant pools are left in them, ld.mete.^1 b 8,352*5. 2. of the Wood, to be stagnant, Id.HA $1^*4, GaL /P14,10. II. c.acc.,form into a lake, ό ποταμδς λ. τάς αρούρας Ph.2.98, cf. Str.8.8.4, D.Chr.i 1.76 : Pass., of land, to be flooded, J.A/1.3.5, PSlrassb (iii A..(.ס III. intr. in Act., of a country, become a marsh, ev τοις -άζουσι τόηι! Arist./l/c/(f.340 b 37, cf. D.S.4.18, Str.8.5.1, etc. -αΐον, το, v.l. for λιμνησιον, Dsc aios, a, ov, (λίμνη) ofor from the marsh, όρνιθας χερσαίους καϊ λ. both land-fowl and water-fowl, Hdt.7.119, cf, Ar.Av.2J2 ; of the crocodile, Άν,.τετρά,πουν, χερσαίον καϊ λ. έστι Hdt.2.68 ; λ. κρηνών τέκνα, of frogs, Ar.Pa.211 ; of thebeaver, Nic, ΛΙ.3 07; of an eel, Diph.Siph.ap.Ath.8.355d (vulg. λιμνία); λ. φυτίν water-plant, Plu.2.399^ 2. of water, stagnant, Hp.Aer.j. S. of or for marshes, λ. πλο'ιον, σκάφος, PLond.2.0,1 7.9 (ii A.D.), Hid. I. 11; λ. άνεμοι Hsch. II. (Λίμναι) of or from Limnae, epith. of Dionysus, from his temple there, CaU.Pr.37 P.: but Λιμναΐον, τί, a temple of Artemis at Limnae, on the borders of Laconia and Messenia, Str.8.4.9, cf. Paus : hence she was called Λιμνατις v. λιμνήτης ; also Λιμναία, epith. of Artemis at Sicyon and elsewhere, Id , etc. -as, άδος, ή, poet. fem. of λιμναίος, Theoc. 5.17, Babr.115.1, Paus ασ ία, ή, marshy ground, Arist. Pr.938 tt 7. -ατμός, ί, irrigation, flooding, PFlor (iii A. D.), POxy.212l.41 (iii A. D.). -αστεία, ή, irrigation works, BGUg1.~, (ii A. D.). -αστής, οϋ, ό, supervisor of irrigation-works, PTei.ioq (i B. C.), Wilcken CAr (ii.(.פ. A -tia, ή, and -ευσις, εως,ν, = λιμνασία, Zonar. -η, ή, pool of standing water left by the sea or a river, II : hence, marshy lake, mere, distd. from?λοϊ, PI. Criti.i14e, Lg.824c ; Βοιβηΐς λ. II.2.711; Γυγαίη ib.865 ; Κηφισί! 709 ; λ. Γοργωπις A.Ag.^02 ; Μαιωτις Id.Pr.^it) (lyr.), cf. 729,Pers. S71 (lyr.), Hdt.4.86 ; η Βόλβη λ. Th ; λ. τροχοειδής, at Delos, Hdt.2.170, cf. A.Eu.cj. b. also, artificial pool or basin, Hdt.i. 185,191,al., S/G799ii 3 (Cyzic., i A, 2.פ.). in Horn, and other Poets, the sea, II.24.79, Od.3.1 ; βένθεσι λίμνης II.13.21,32: so in Trag. in lyr., λίμνα πορφυροειδεΐ A.Supp.^2g ; έπ' οίδμα λίμνας S. Pr.476, Έ-.Hec.446 ;, «ΠΛσειδο t>s γλαύκας μέδεις..λίμνας S.Pr.37 1 i Μηλίδα παρ λ. by the Malian bay, Id. Tr.636. II. Λίμναι, a!, (used without the article), a quarter of Athens (once prob. marshy), near the Acropolis, in which stood the Lenaeum, Ar.Pa.216, Th.2.15, Is.8.35, etc., cf. λιμναίος a quarter or suburb of Sparta, Str a place in Messenia, Id ηβεν, Adv. from the lake or sea, A.R ησία, ή, = αδάρκη, Gal.;, ήσιον, τό, = κενταύρειον τϊ> μικρόν, DsC-3-7 κεταίρειον rb μέγα, Ps.-Dsc.3.6. II. αδάρκη, Damocr.ap.Gal Λιμνήσιος, ό, Laker, name of a frog, v. 1, in Batr.223. Χίμν-ησα, εως, ή,-αδάρκη, v.l. in Gal ηστινον (sc. &κοπον), τό, drug prepared from λιμνησιον II, Herod. Med. in An. Mus (s. v.l.). -ήστιον, T0, = < i<rt<0 < foreg.,ib.lo4^w ib ιοί). -ηστις, εως, ή, = κενταύρειον τί> μέγα, Ps.-Dsc.3-6j cf. Aret. CA1.2, al. ;-αδάρκη, Gal.6.434: also -ηα-τρίί, ίδοϊ, = Androm.ap.GaI : gen. sg. Χημνίτιδο5 (sic) Herod.Med.1n PA.Mus.58.ΙΟΙ. -ηστρον,το', =άδάρκη, Gal.i ητηξ, ου, 6, fem. -ήτις, Dor. -άτις, ιδος, living in marshes, βδ/λλα Theoc, W ^ II. epith. of Artemis at Limnae (v. λιμναίος π), (1 Α.,(.פ Paus , 4.4.2, al., Artem.2.35, Sch.Th.O*> 853x14: voc. λιμνατι AP6.28ο. λιμνι-άρχης, ou, or -άρχος, <5, superintendent of lakes, POxy.llI 20 (ii/iii A. D.). -ov, τό, Dim. of λίμνη, Arisi.Mir.S^H, dub. m Phld.il/ori.32. -os, a, ov, v. λιμναίος 1.1., λιμν-ϊτικά, τά, taxes incident upon γή λιμνιτική (prob. land 0«m margin of the lakes, which occurs in PGen.ined.), 3 Pfiyl a1 ' A. D.). -ΐτιβ, ιδος, ή, epith. of the moon, Hymn.Mag λιμνό-βΐος, ov, living in a lake, opp. χερσόβιος, Ael.ΝΑ0Λ0, Philum.Ven.36.ι. -ίιδήϊ, ές,^λιμνώδης. Adv. -S&s Eust.ad D.P.48. -βάλασσα [0ά], Att. -ττα, ή, lagoon, Xanth.3, Arist.

31 \φνος 1051 λινόσπαρτον P.459S a 20, G^76i»7, Gal.6.71r; later, ofthe Dead Sea, Aet.i Praef. -μάχης [ά], oy, δ, candidate for the prize at the Lenaea, v. λίμνη II. I, Hsch. -ομαι, Pass., become a marsh, Thphr.HPfr. 4ACP5.12.3, Str λίμνος, ή, perh. = λίμνη, POxy (iv A.D.). λιμνόστρεον, το, edible oyster, which was kept in ponds by the sea (λίμναι), Arist.//<4528 a 23,547 b 11, GAjefr^fro. λιμνοσώμάτος, ov, marsh-bodied, ίγχέλεις Eub.37 (s.v.l). λιμνουργός, δ, one who ivorks in λίμναι,fisherman, P\u.Mar.frf. λιμνο-φνής, is,marsh-born, δόναξ AP6.2fr. -χάρις, nos,b, Grace ofthe marsh, or -χάρής, Love-marsli, name of a frog, Batr. 12,212. λιμνώδης, ες, marshy, ίΐδωρ Hp.Aer.io, cf. Arist.Mete.frfrif'24; h ITO'VTOS έστϊ λ. δια τό πολλούς ποταμούς εις αυτόν (5e?v Id.Pr.932 a of marshy ground, τό λ. τον^τρυμόνος Th.5.7. λϊμοδοξ-εω, crave after fame, Ph.2.273,534. -ία, ή, craving for fame, Id Λϊμοδωριΰς, οί, name given to colonists driven by famine from Peloponnesus, Hsch. λϊμο-θνής, ήτ ος, δ, ή, dying of hunger, A.Ag κίμβιξ, ίκος, i, ή, one who starves himself from avarice, Com. Adesp κόλαξ, άκος, δ, hungry flatterer, ib κτονέω, treat by hunger, diet severely, starve, Hp.Acut.(Sp.)fr6, PI.P.589a, LxxPr.10.3 : Pass., to be severely dieted, Hp.Mul.1.12 ; to be starved to death, Str. 11,11.3, Procop.^rc.25. -κτονία, Ion. -ίη, ή, treatment by abstinencefrom food, Hp.Acut.(Sp.)2<\, Vict.3.71, Gal : pi., Pl. Prf.354a. -ξηρός, ov, wasted with hunger, Hierocl.PaceZ Adv. -pais Gloss. -ιτοιός, όν, causing hunger, Erot. s.v. λεβηρίδος; Ζεύς Oenom.ap.Eus.PP6.7 λιμός, οΰ, δ (Dor. ή, acc. to Phryn.164, used by the Megarian in ArAch.74fr, cf. Herod.2.17, Β ion Fr. 14.4; Λ. έχων γυναικός μορφήν Callisth.ap.Ath b; als06.cer.311, Call.pr.a«0«.43, Plb , ΛΡ9.89(Phil.), Ev.Luc.lfr.14, Act.Ap.11.28). hunger, famine, δίψα τε κα) λ. Ι1.Ι9-166 ; λιμφ θανέειν Od ί λιμόν δμον και λοιμόν Hes.O/1.243, cf.th.2.54i λ. αιανή$ Ρ1./.1.49 i λιμφ συνεστεώτα5 Hdt. 7,170; σκότωλ. (,0VOIKOS A.Ag.1642 ; δείπνου προφήτην λιμόν Antiph ϊ άπανθ' δ λ. γλυκέα πλήν αύτοΰ ποιεί Id,293 ί δδέλ. εστίν άθαvaffias φάρμακον Id.86.6 : prov., ανολεΐτε λιμψ Κηλίψ, referring to the siege of Melos, Ar.Av.186 : metaph., ήδη γαρ είδον..λιμόν τ iv αν- Spbs πλουσίου φρονήματι, γνώμην 86 μεγάλην iv πένητι σώματι Ε.ΕΙ. 371 II. a hungry wretch, Men.P0Z.78, Posidipp.26.12, Eust λϊμο-φορεύς, e'ais, δ, (φέρω) causing hunger, APii.frJi (Pall.). -ψωρος, δ, (ψώρα) scurvy, arising from hunger or bad food, Plb : later -ψώρα, ή, Hippiatr.69. λινίς, v. ληνίς It. λΐνο-γενής, 4s, born (i. e. made) of flax, επενδύται S.Pr δεσ μος, ov, = sq., σχεδία A.Pers.68 (lyr.). -δετός, ov, {itω) bound with flaxen cords, χαλινοί E./P1043; πε'δη (of the Hellespont) Tim. Pers.85 ; λ. fijnrep μηλολόνβην τον 1Γοδός tied by the foot, Ar.7Vu δρΰς, vos, ή, = χαμαίδρυς, χαμαίρωψ, Dsc εργής, ές, \1vepyr]s, Opp.H.fr.444 (v. 1. -ερκής). -ερκής, ές, surrounding with nets or snares, Nonn./? ; c f- foreg. -ζευκτο? δεσμός flaxen bond, Opp.// ωσ τις (in codd. sts., 12.63,19.96 (Id. T1s),fa1s D(j ) vvrongly5 (Gal ,19.128)and 150s Ion. 10s (Hp. Epid.7. 92), ή, mercury, Mercurialis annua, Hp.Mut , Epid. 1. c., Dsc : dat. λινοζώστιρ v. I. in Aret. CA λ. αγρία άρρην dog's mercury, Mercurialis perennis, Ps.-Dsc ζωστος, ov, bound with flaxen cords, πλευραί, of ships, Tim.Pir.s.16. II, v. foreg. 1. -θήρας, ου, δ, one who uses nets or snares, ΑΡγ.Ij2t\t. -θώραξ, a/cos, Ep. and Ion. -θώρηξ, ηκος, δ, τ!, wearing a linen cuirass, II.2.529,830; ΆργεΐοιΑΡ [Λυσιτανοί] Str λϊνο-κάλάμη [λα], ή, = άμοργ'ις, fine flax, PCair.Zen. 470 (iii Β. C.), Cleopatraap.Gal , Sch.Ar.Z_ys.736 ; collectively, flax-straw, used as thatch, Lxx/0.2.6, cf. Eust.ad D.P.525, POxy (iv A. D.), etc. -κάλάμίς, ίδος, ή, = λίνον (i. e. λινόσπερμον), Ps.-Dsc κάλάμον [κά], τ ό, = λινοκαλάμη, PMasp < Ρ ) ν ' A.D.). -κάρνκες οί τά λίνα πωλοΰντες, Hsch. -κλως, ν. λινουλκός. -κλωστος, ον, spinning flax, ήλακάτη AP] κριθή, ή, flax mixed with barley, PLillei. 38/(iii B. c.). -κροχος, ov, flaxwoven, φάρος E.Hec Χίνον [ί], τ δ, anything made of flax (v. fin.) 1. cord, fishingline, II ; thread spun from a distaff, E.Or.1431 (lyr.), Archipp. 38,etc.: pl., E. TV-537(lyr.); thread for stringing jewels, 'όρμον χρυσείοισι λίνοισιν εεpμέvovh.apλofr ; άλλα παντοδαπά χρυσά άνηρμένα επί λίνου IG11(2) (Delos, iii Β. C.) ; thread used as a ligature, Gal metaph., thread of destiny spun by the Fates, , Od.7.198, etc.: pl., τά γε μάν λ. πάντα λελοίπει εκ Μοιράν Theoc.1. \ fr9,cf.cau.lav.pall.104; υπέρ τό \., ύπέρ μόρον, Luc. fconf.2. 3, prov., with or without neg., λίνον λίνιρ συνάπτειν, i.e. join like with like, deal with matters of like kind, Pl.Pwttrf.298c, Stratt.38, Arist. Ph.207 a fishing-net, άψΐσι λίνου άλόντε II.5.487, cf. κλωστήρ 11; also, hunting-net, Theoc.8.58, ; for catching birds, D.S.1.60, AP9.fr.96 (Paul. Sil.), 343 (Arch.) ; λ. δορκάδεια huntingnets for gazelles, PCair.Zen. 524 (iii B.C.). 5. linen, linen-cloth, , Od.13.73,118 : pl., linen cloths, linen garments, A.Supp.12\, 132(both lyr.): sg., linen garment, Apoc.1 5.6; sail-cloth, Ar.Pa.364, A.R , etc. 6. flax for spinning, λίνου μεστόν άτρακτον Ar. Pa. 1347, cf. PRev.Laws39.7 (iii B.C.), etc. ; λ. Καρπάσιον asbestos, Paus.i II. the plant flax, Linum usitatissimum, λίνον εργάζεσθαι Hdt.2.105, etc.; λίνου σπέρμα linseed, Th.4.26 : pl., ή εκ τών λ. δημιουργία P1.PZZ.280C. 2. = βυμελαία, Dsc = χρυσόγονον, ib λ. πύρινον, an unknown plant, Thphr. HP λ. από τών δενδρέων cotton, Gossypium herbaceum, Nearch.ap.Arr./«rf III. v. Αίνος 11. (Lith. linai pl. λιμιτάνω, collat. form οΐλείπω, Hp.Morb.4.55, Arat.l2S, Hdn.Gr. 2,10: elsewh. only in compds, ά7το-, κατα-, ύπο-λιμπάνω ; not in Horn. exc. as v. 1. in II ז (PTeb.266). λιμ,φενειν άιταταν, Hsch. λιμφός συκοφάντης, f! μηνυτή5 ταρανύμων, Id. λϊμ-ώδης, 6s, famished, hungry, λιμώδές τι έχει τινά Hp.Prog. 2 ; λιμώδες ερυγγάνειν Alciphr.1.25 ; λ. τι άναφθέγγεσθαι Plu.2.75 Ta 1 cf. Sm.yi.30.7, Ath.6.270f; λ. τράπεζα scanty, Plu.2.703f; λεπτός καϊ 'flax', with ί as in Gr., but Lat. linum, OE. I'm, etc. with ϊ: I also λ. ύπνος ib.325c. -ωξις, εως, ή, starvation, Cat.C0d.Astrf.2fr0, in the doubtful words λινόσαρκος, λινοπτάομαι, άμφίλινος.) PLond (vi A. D.). -ώσ σω, Att. -ττω, to be famished, λΐνά-ίγεττλος, ον, with linen robe, AP6.231 (Phil.). -πλεκτός, hungry, Str , J.^/2.1.1, Babr.45.8, AP (Phan.), Luc. ov, twisted ox plaited of flax, Nonn.P codd. -ττληκτος, ov, Luct.9, Alciphr.1.21 : aor. ελίμωξα Apostol shy of the net, of animals that have been caught and escaped, Plu. 2. λΐν -α-γερτουμενη (fort, -αγρέ-)' &ημμένη λινά, κακοείμων, λινεργοϋσα, 642a: also -ιτλήξ, i)70s, δ, ή, Hsch.: Sup. λινοπλ-η-γέστατος, ίχθΰς Hsch. -αγρε'της, ου, δ, caught in the net, Lyc αΐος, Numen.ap.Ath.7.321b. -ττλόκος, δ, linen-weaver, Ostr.Strassb. a, ov, pertaining to flax, φόρος flax-tax, PBaden (ii A. D.) (ii A.D.). -τγλννας τριβεύς, Hsch. -ττλΐτής, ov, δ, made offlax or linen, Hp.Steril.221, Morb (Perh. alwaysamis- flax-ivasher, flax-soaker, prob. in Aet.8.16 (λινοπλήτων gen. pl., spelling of λίνεος : λίναια ( έρια), Hsch. is a misspelling of λήνεα.) codd.). -ιτοιός, όν, making linen, Sch.Ar. Th ττόρος, λίναμαι τρέπομαι, Hsch. ov, sail-wafting, ανραι E.IT410 (lyr.). λΐν-άριον, τό, Dim. of λίνον, thread, Roussel Cultes figyptiens p. 213 λινοτττ-άζει ίπιλινεύει, περιβλέπει, Hsch. -άομαι, (λινόπt?js) (Delos,iiB.c.), Dsc.2.171, PMag.Par.\.\08fr. 2. net, D.Chr.7. watch nets to see whether anything is caught, Ar.Pax 1178 (λίν- ; 71, Eust άρμενον, τό, sail, POxy (iii A.D.), dub. 1.). PL0nd.fr.x\64h 7 (iii A. D.). -αυτιά, sine expl,, Hsch. -άω, λΐνό-ιττίρος, ov, sail-winged, λ. ναυτίλων οχήματα A.Pr.468. only found in compds. δια-, 4κ-, επι-λινάω. -τττέρυξ, ϋγος, δ, ^, = foreg., Opp.C.I.121, λίνδεσθαι* άμιλλάσθαι, Hsch. λΐν-όιττης, ου, δ, (όψομαι) one who watches nets to see whether anything λίνδος, δ, an aromatic plant, Mnesim.4.63, cf. Eust is caught, Arist.ap.Sch.Ar.PaA: 1178, Poll.5.17, Hsch. Λίνδος, ή, the town of Lindos, II.2.656, etc.: Adv. Λινδόθεν yzvo-irvpos,δ, flax mixed with wheat, PLille 31.13(111 B.C.). ττω. from Lindos, Call. Aet. Oxy : hence Λινδιάκος, δ (sc. λόγος), λης, ου, δ, flax-merchant, Ostr.45, al. (i/ii.(.פ. A -ρραφής, ές, Ckron.Lind.B6fr-, Λίνδιος, a, ov, Lindian, S/G129.38, al. ; 'Αβάνα (ράπτω) sewn of flax, τυλε'ια S.Pr.468 ; λ. δόμος dub. sens, in A.Supp. A1vSiaib ; Λινδιασταί, 01, religious guild at Lindos, /GI2(I). 134(lyr.). II. makingnets, άλιήες Nonn.P j Λινδοιτολίτας, α, δ, citizen of Lindos, S/G Λίνος [Γ], δ, Linos, a mythical minstrel, Hes.Pr. 192, Theoc.24. λίν-ειος [r], a, ov, λίνεος, Suid. -6'μττορος, δ, flax-merchant, 105, Apollod II. as Appellat., the song or lay of Linos, PO*M4.14.7(JIJ A.D.). -εος, a, ov, contr. -ονς, ή, οΰν, (λίνον) whether composed by him or upon him ; λίνον δ' ύπό καλόν &ειδε 0k' י"'"' 1 Κίθύ "1 θάρηξ, Hdt > etc י μάτιον Pl.Cra. λεπταλέη φωνή sang the lay of Linos in accompaniment, II , cf b ; σφαίρα Arist.HA616 a 6; στολήbgui0fr6.14(11 Α. Ό.) ; νεφέλαι P1.Fr.ifr9.fr, Hdt.2.79, E.//P348(lyr.), Ar.Byz.ap.Ath c, and 0-e. nets) Call.^4eZ ; δττλα λ. cables of flax, Hdt.7.36: also v. οίτόλινος. (In II. 1. c. Zenod. read λίνος and interpreted it of the λ'να, τά, A.Pr.206, Ar.Pr.19 : Subst. λινέη, ή, tape-measure used in string ofthe instrument, which was orig. made of flax acc. to Sch.) building, (Lebadea), cf. Bito63-7,9 (v.l. λιναία) ; cf. λίνος, = λίνον, τό, λίνος' τό δίκτνον, Suid.; λτν05' τό λινάριον, λιναιος. -εργε'ω, gloss on λιναγερτουμένη, Hsch. -εργής, ές, Et.Gud.fr71, λίνο ς also in G/ II. λίνοι, οί, the Bands, a wrought offlax, Lyc.716, D.P εύς, έως, δ,-κεστρεύς, constellation, Gem.3.7. Call.Com.3, Phot., Hsch. -εύω, catch with nets, λ. γυργαθοΐς λΐνόσαρκος, ov, with soft, tender body (as Eust. expld. it), τροφαλίς Peripl.M.Rubr.ifr. -ε'ψιον, τά, tax on, or payment for, linenboihng, Antiph.49 (s. v.l.). Ostr.Bodl. i 140,141 (ii B. C.). -εψάς, δ, linen-boiler, linen- λΐνό-στταρτον, τό, Spanish broom, Spartium junceum, Thphr.PP cleaner, PCair.Zen.frc>4.6, PS/ , (all iii B. c.). -ικάς, , τερμινος ο1 - η, ov, of linseed, ελαιον Aet σ π ερ. A D ) Alex.Aphr.Pr. όν, Pertaining to flax, -κή, ή, tax on μον, flax, τό, PTeb.fr47.12 linseed, Dsc.2.103, (ii Gal.6.549, Artem.1.68, ז! 1 -ινος, η, 0V, = λίνεος, Schwyzer 462 Β 39, al. (Tanagra, iii B. c.). ι.67, POxy (iv A. D.) : also λινόσ-ιτερμα, at0s, τό, Cleopatra

32 Xivovyiov ap.gal. ^ה-יייהיי/ל(! Alex.Trail, ι ל ב v ' ' n Gal erraσία, η, laying of nets : the nets laid, AP6.179 (Arch.), 9.76 (pi., Antip.). -στατί'ω, ("στημι) lay nets, Opp.C.4.64, Longus2.!3 : Pass., to be surrounded and caught with nets, Ath.5.319(!. -στολία, ή, wearing of linen, linen clothing, Plu c (pi.), Man.4.344, Vett.Val στολος, ov, clad in linen, B.1S.43, Hymn.Is. Ι. -στροφος, ov, twisted of flax, θωμνγξ Opp.H.^.jO. IX. στροφον, τό, = marrubium,?\rn.hn 20.2\\, Gloss. -τειχής,is, with linen walls, Dionys.ap.St.Byz. s. v. -τόμοι 01 τα λίνα διατέμνοντες καϊ ΰ-γιή δεικνύντες, i.e. conjurers, Hsch. λϊνουγιον, τό, perh. = sq., Sammelb.j033.40,31. (VA.D,). λΐν-οΰδιον [Γ], τί, linen shirt, POxy (ii Α. D.), (iii A. D.), etc. ουλκός, όν, (ελκω) of spun flax, χλαίνα. IonTrag. 40 (λινόκλως cj. Lobeck). λΐνουργ-βϊον, τί, linen factory, prob. 1. in Str (pi.): sg., Id. -ία,, ω - make into linen, τ^ν καλάμων Sch.Pi.P ή, linen manufacture, Str.l ז. 1.2.ך -ός, όν, workingflax, spinning or weaving, -γυνή Alex. 35. II. as Subst. λ., δ,linen-weaver, PMagd (iii B.C.), Str.3.4.9, PRyl.397.2(111 A.d.), Cat.Cod.Astr.8(4). 137; συντεχνία λ. IGR0m.^.S^6 (Anazarba). 2. a kind of goose, Dionys.-di/ a kind of stone, PS.-P1U..F/MZ/ λιvovpyoi, 01, name given to the proletariate, D.Chr λινούς, ή, ου ν, contr. for λίνεος. λΐνοϋφ-ηϊ [ij, is, weaving linen,!1/558.49: also λΐνόϋφος, ov, AB$Q>2, PGiss.^o ii 27 (iii A. D.), Cat. Cod. Astr.S^). 216, etc.; cf. λίνυφος. -ικός, ή, όν, pertaining to linen-weaving, πηχυς POxy (iv A.D.) : -κός,6,linen-weaver,bgufitf.17(iii A. D.) : -κόν,τό, tax on linen-weaving, POxy (ii A. D., λινουψικόν Pap.). -ΙΟΝ, lintio, Gloss, (fort, λινουφίων). λΐνοΰχος, ov, having or using nets, Gloss. λΐνο-φακός, t>, flax mixed with lentils, PLillel.^1.14(iii B.C.). φάντης, ου, misspelling for *λινοΰφ-, linen-weaver, UPZS5.14 (ii B.C.). φθόρος, ov, linen-spoiling, ΰφασμάτων λακίδες A.C/j.2 7 (tyr.). -φόρος, ov, flax-bearing, of land, PLond.ined.2361" (iii B. c.). -χίτων [l], ωνος, δ, η, with linen tunic, Hsch., prob. 1. in Him.OMI.L. -χλαινος, ov, with linen mantle, D.P.1096, Nonn. D χορτο5> <5, or -χορτον, τό, joint crop offlax and grass, PBaden 15.20(1 B.C.). λΐνΰφαντ-εϊον,τίί, workshopfor weavingflax, PMagd.1,6.2 (jns.c.), PTeb.$.2^& (ii b. c.). -IKOSJ v, 6v, of or for linen-weaving, tpya- \ε7α ib.242 (ii B. c.). λΐνϋφ-άριος, 6, = λίνυφος, Cod.Just Ϊον, TO, λινυφαντεΐον, 4π αμφόδου Αινυφείων BGi/ יי) Α - D ) -os, = λινόϋφος, PTeb.5.239(11 B.C.), PO.v> (ib.c.), etc.; ή συντεχνία των λ. guild of linen-weavers, Papersof Amer.School 1.97 (Tralies); ή ίερα τέχνη λινύφων JRS (Jerash). λΐνωδία, ή. the lament for Linos (v. Alvos 11), Sch.B II (pi.). λΐνωνία, η, purchase of flax, PPetr.3 p.1s7,al. (iii B. c.). Χίξ πλάγιοs, καϊ λίθος πλατύς, Hsch.; also, = πνευμονία, νόσο!, Id. λιολεθρίφ παντελεΐ ολέθρφ, Id. λιοιτίτριον" λίθοι λείο!, Id. λίπα [Γ], used by Horn, as Adv. usu. in the phrase άλείψασθσ.ι λίπ' ελαίφ anoint oneself richly with oil, ,14.171,31.; χρΐσαι, χρίσασθαι λίπ' ελαίιρ, Od.3-466, 6.96, , Hes.Op.$22 : once without ίλαίψ, λοίσσατο καϊ λίπ' &λειij/εν Od ; so later, τφ (>οδίνφ αλείφεσθαι λίπα Ηρ.Λ/κ/ ; ελαίφ χρίων λίπα ib. 147 : a ' s0 without a dat., χρίεσθαι λίπα ib ; λίπα αλείψασθαι, ίλείψεσθαι, Th.1.6, 4.68, cf. Thphr.//P9.8-5, etc. II. in Hp. sts. as Subst., neut.nom. or acc., χρίσμα λίπα ειττω Mid ; μηδ' &λλο τι πίον μηδε λίπα εχον ib. 145 ; so λίπα ασκετν D.C (Cf. λίπος.) λΐττάδίλφοϊ [a], ov, brotherless, Epigr.Gr (Smyrna). Xi1ra?u, = sq., Nic. 7^.90,112. λιπαίνω, aor. έλίπ-ηνα Opp. // ,έλίπάνα Axionic.4 ו ο: Med., aor. ελιπήνατο Euph.9.9 ; part, λιπτηνάμενος API (Crin.) : Pass., aor. έκ-λιπανθηναι Plu.Mai-.21 : pf. λελίπασμα 1 Damocr.ap. Gal : oil, anoint, τήν κεφαλήν 4λαίω Hp.Mul ; χρω τα μύροις Anaxil.18.1 ; χαράς ΰπο σωμα λ. ίδρωτι Aspasiaap.Ath.5.219c; πάσμασι σωμα λ. Axionic. 1. c., cf. Ρ Mag. Ο si ; of oiling the τόνοι in a machine to preserve them, Ph.SW : Med., anoint oneself, API. c. 2. of rivers, make fat, enrich, χωράν ϋδασιν Έ,.Βα. 575 (lyr.), cf. Hec.454 (lyr.) ; of Sciron swallowed by a sea-tortoise, χελυος..ίλιπ-ηνατο λαιμόν Euph. 1. c. (s. v. 1.). II. intr., of the eyes, glisten with tears, Epicur.i V.120. Χίττανΰρ-ίω,ίο be in want of men, Ephor.216J. -ία, ή, want of men, Str , J.S/ λΐπανθρωττία, η, = foreg., Eust λίιταν-σΐϊ [λϊ], εως, η, anointing, Antyll.ap.Orib ι. -TCOV, one must anoint, Her0d.Med.i11/?A.ii/«s TIKOS,,ן 7 όν, of or for anointing, ελαιον Sell. Od Λΐττάρα [7ra], η, Lipara, the largest of the Aeolian islands, Th.3.88, etc.: Adj. AlirapaXos, a, ov, of Lipara, αίλ. ντ!σοι the group of these islands, Plb , etc. ; ή Λ1 παραίων πόλις Arist.Mete.367*6 ; λίθος Λιπαραΐος a stone like volcanic glass ov obsidian,i'hphr.lap.i^, Orph. L λΐ π αρ-άμ.1 ξ, ϋκος, δ, ή, with bright fillet or headband, Μναμοσύνα Pi.Λ' ; parodied by Ar.Ach.671 (lyr.), as epith. offishsauce.^ -αυγής, ες, bright-beaming, πορθμίδες Philox.3.1. Xiirdp-ecu, persist, persevere, hold out, of obstinate resistance, λιπαρησομεν οϋτω, ίκως tiv Ζχωμεν Hdt : in part., τούί Λυίοί-Γ τέως μ'εν διάγειν λιπαρεοντας continued to hold out, under pressure of famine 1052 λίπασμα ז. Id.94 : reversely, with part, added, λιναρέετε μένοντα persist in holding your ground, Id ; ίλινάρεε ιστοριών persisted in inquiring, Id.3.51 : c. dat., λ. rfj πόσα keep on drinking, Id.5.19; εταίρα D.L II. of persistent entreaty, 1. abs.,to be int. portunate, λιναρεόντων δέ αυτών Hdt.1.86, cf. 2.42,9.111, APr.520, Pl.Cra.4i3c, Men.P/xV.54, Herod.6.28,93 ; γενοΰ γλίσχρος προσαιτάν λιπαρών τε Ar.zicA.452, cf. D c. acc. et inf., beseech one to do a thing, A.Pr.1004; also τοΰ με χρείας ωδε λιπαρεΐs τυχείν; to obtain what request dost thou so importur.e me? S.O71435 ; λ ταροϋντι μεν τυχείν importunate to obtain, ld.ocyj6 ; ξυγγενέσθαι..μ' έλινάρει..μάζαις importuned me to become acquainted with cakes, Telecl.38 (cj. Porson), cf. X.Oec.2.16; also λ. τινά Άπω!.. PAm/ ('ί A (.ס ; εξαηήσεσθαι καϊ λιναρήσειν παρ' υμών αύτίν entreat earnestly for him at your hands, D ; but also λ. βωμού! importune.., PIb : Pass., to be earnestly entreated, ύπίτινωνχ. //G ής, έ!, persisting or persevering in a thing, earnest, indefatigable, περί τινο! Pi.Cra.413a ; περί τι, π pis τι, ld.hp.mt.j6gd, 372b: also c. gen., παιδεία! Luc.Am of things, λ. χειρουργια Ar.Lys.6y2 ; προθυμία Luc. Abd.4 λ. πυρετόs an obstinate (ever, Id.Hist.Conscr. j. II. earnest in begging or praying, importunate, c. part., λ. ήσαν δεόμενοι Plu. TG6 ; άκοϋσαί τι βουλόμενοι λ. ήσαν Id ε ; λ. χείρ a hand instant in prayer, S.P/.1378: c. gen., fawning upon, των εν εξουσία Plu.2.776b ; τί> λ. importunity, Luc.Herm.n ; vpbs τδ λ., = λιπαρώ!, S.OC1119. III. Adv. -ρω! earnestly, importunately, Pl.Lg-.931c ; λ. έχων άκούειν longing earnestly to hear, Id.PrZ.315e ; λ. εχω γίγνεσθαι τι I am importunate in desiring that... ib_335b. -ησις, εω!, ή, supplication, D.H.1.81 (pl.). -ητί'ον, one must be importunate, X.Ap ία, Ion. -ίη, ή, persistence. perseverance, λιπαρίτ! τε καϊ αρετή άντέχομεν Hdt.9.21, cf. 70 ; impor tunity, Ael.Pr.61. Χίτταρ-ία, ή, (λιπαρό!) fatness, Dsc ιάζω, gloss on λιπαίνομαι, An.Ox ίσχιος, oc, dub. sens, in Lyr. inpa170/ λΐπίίρό-γβιος, ov, with rich soil, Sch.DII ζωνος, ov, bright-girdled, θύγατρε! B.8.49 ; 'Αέλιο! Ε.ΡΑ.175 (lyr.). -βρονος, ov, bright-throned, A.P«.806, Lyr.Adesp , Aristonous κρήδίμνος, ov, with bright headband, Il , h.cer.ij, 459, etc. λΐπαρ-όμματος,, 01 lustrous-eyed, Licymn.4, Arist.PA^x.808*34. λΐπαρο-πλόκάμος,, 01 with glossy locks, II , Pi./V.SS. I. -TTOIEII), gloss on καταλιπαίνειν, Hsch. λΐπαρ-ός, ά, όν, (λίπα) prop, oily, shiny with oil, once in Horn., anointed, λιπαροί κεφάλα! καϊ καλά πρόσωπα Od.i5.3S 3 ; λ. χαρΰν 1κ βαλανείου Ar.P/.616 ; θεασθαι λιταρδν παρά τω Διονύσψ Id.Py.536, cf. Nu ; σο\ δε μελήσει..λιπαρψ (Bentl. for -pais) χωρεί ν ixl δειπνον Id.Pc.652 ; of oil or oily objects, shiny, Simon.148.4, X.Mem , Pl. 7«.60a, 84a, Arist.7P4520 a fatty, greasy, ίρτος Ar.Pr.109; τ λ unctuous dishes, ib ; τί> λ. fatty substance, Arist.P^4651 a 24; λιπαραί (sc. εμπλαστροι),αί, oily plasters, Dsc.1.112, Gal S : sts. opp. τί> π Τον (.which implies resinous substance), Arist.A/c/f. 3S7 b 6, cf. Co/. 791 b 23 ; of vegetables boiled in grease, Hp. Mul Adv. -pair, εψειν boil in grease, Hp.Mul. I.e.; ςολ.ήρτυμένον Gal ; ανατρίβειν massage with a greasy or oily lubricant, Hp. Art.9. II. of the healthy look of the human body or skin, shining, sleek, in Horn, in phrase λιπαροί πόδε! bright, smooth feet, without a wrinkle on the skin, mostly of men's feet, in the line τοσο\ S' ϋνδλιπαροϊσιν ϊδήσατο καλά πέδιλα II. 2-44, al.; of Hera, ; of Themis, Hes ; -ώτεροι εγένοντο Hdt.3.23 ; λ. στήίος ΑΓ.Λ'Κ. Ι οι 2 ; θηρία X.Cyr ; χείλεα Luc. Am. 13 ; radiant, θυγίτηρ Χρόνου Β.7 1 ; άκοιτι! Id III. of condition or state of life, - et rich, comfortable, easy, γήρα! Od ,19.368, P1./V.7.99 ; λ. φροσύνη ΑΡι 1.63 (Maced.). Adv. -ρώ!,γηρασκέμεν Od ; τλήσαντα λ. κύκλον ετών εκατόν Epigr.Gr.43l. IV. of things, bright. brilliant, λιπαρή καλύντρη II ; λ. κρήδεμνα Od ; < etc י»"' ί ; of city walls, Od ; λ. δόμο! Β. ןTh.6 χοροί Hes. Id.10.38; στέφανοι Id ; λιπαρά! τελέουσι θέμιστα! splend\idorridi tribute, II.9.156,298 ; also, of the oily smoothness of a calm sea, λ. γαλάνα Theoc , cf. Call.P^/^r.6.5 ; also σέλας Theoc.23-8; and of smells, λ. οσμή rich, savoury, Arist. deait.421*30, cf. Sens V. of soil,/«/, rich, fruitful, as epith. of places, Xios, ή νήσων λιπαρωτάτη είν άλ\ κείται h.ap.tf, λ. 1r<iA!sThgn.947 > λ. 'Ορχομενό, Θήβαι, Νά 0ϊ, Μαραθών, Pi.O.14 2, Ρ.2.3, 4-88, 0.13-H0; λιπαραί 'Αθήναι, favourite epith. with the Athenians, prob. with allusion to the Attic olive, first in Pi./.2.20,Pr.76, cf. Ar.zicA.639,640 (where he plays on the double sense of brilliant and greasy), W«. 300, Pr.no; λ. το χρήμα τή!πόλεω!, of Nephelococcygia, ; S26. 4 Id λ.χενματα, of rivers, A.Supp (lyr.); λ. ίίρμο! Call.Del. 155; ίντρον Orph.P (Hermann), etc. VI. Adv. λίπαρώ!, v. supr. 1, III. -ότη?, ητο!, υπάρχει iv γάλακτι λ. Arist.522*21, cf. PA6y- 29: i η pl.,fatty substances, Η p. Prog. 12. II. brilliancy, ομμάτων Plu.2.670f. λΐπαρό-τροφος, ov, richly fed, μήλα Pi.0.v)M792 pr.1.6. XP 00^' with shining body, sleek of skin, Σελαναία, 01 λιπapόχρoεtheoc.2.10}: also -χρως, ωτο!, ό, ή, acc. -χρων, ib λΐπάρώψ, ώπο!, ό, ή, bright looking, τράπεζα Philox.2.1. λίπας [r], τό, = λίπο!, used by Aret. in nom. λίπα!, CDl.Z,SDi-9 gen. λίπαο! CA1.1; dat. λίπαϊ ibid.., λίπ-ασμα [Γ], ατοί, τό, a greasy form of ulceration, Hp.^/iw.10, Heliod.ap.Orib , Gal.i5.3t6. 2. a fattening substance, Plu.2_771b, Lxx/W.8.10 (pi.). 3. salve, Man

33 Χιπανγήϊ 1053 Χ'κτσομαί λίπασμα οφθαλμών a glistening, i.e. a tear, Epicur.ap.Cleom.2.1 Opp. C (cf. sq.) ; σκήνος λ., of the skeleton, IG [1] ; of (P.89U.). -ασμός, δ, anointing, Dsc.Alex.l^, Paul.Aeg wounds, leaving a hollow, Hippiatr.77. λϊπ-αυγης, ές, deserted by light, dark, sunless, /G12(5) (Tenos), Orph.//.18.2 ; blind, APg.\fr (Pl. Jun.). -αυρε'ω, (αϋρα) to νής, ES, powerless, Nonn. D.14.IOI. -σΐτε'ω, to in want of corn λΐ-π-ό-σαρξ, σαρκός, δ, ή, = foreg., prob. in Opp.C σθε- becalm, λιπαυρεΐ (impers.) Hsch. or bread, Suid. -σκΐος, ov, casting no shadow, δένδρεα Nonn, P. Χϊιτ-άω, (λί-iras, λίποί) to be sleek, radiant, Ep. pres. λιπίω, v. 1. for unshadowed, αύχήν ib.io στέφανος, ov, falling Ifmia, Od ; part, λιπόων Call.Pr.141, ^6.324 from (Leon.), the wreath, Nic. φύλλα AP6.71 (Paul. Si].). ^/.487, Q.S : regul. forms, ind. 3 pl. pres. λιπώσιν Ph.1.542, λΐττοστράτ-εω, desert, refuse to serve in arms, Sch. Ar. Eq ία, part, λιπών Phryn.Com.38, Call.Pr.121, Plu.2.206f. II. trans., ή, desertion from the army, refusal to serve, Hdt.5.27, Th.6.76, D.H. anoint, γνία Nic. Th ^Χαιον, τό, gloss on pinguis olivi, Serv : also -ιον,τό,τιι. 1.99, Ph ιώτης, ov, 6, deserter, adverg.p dub. ]. in App.Pun.i15. λΐπεργάτηξ [ά], ου, δ, unemployed labourer (s.v.l.), v. λιπερνήτης. 241a; λ. TVS τοΰ θεού τάξεως.ז. Ph.268 -τάκτης, ov, 6, deserter, λΐττο-τακτε'ω, desert one's post, Lxx 4^.9.23, Ascl. Prtrt.3.6, Plu. 2. λΐιτερν-ε'ω, to be poor, Suid. (who also has λιφερνών sine gloss.); D.H.8.79, Ph.1.144, J.JS/5.3.4, Max.Tyr.9.7: metaph., λ. Μουσών Χΐφερνε'ω, to be meagre, στάχυς J.^/2.5.5 : but Hsch. has λιφερνοοντεί" iv συνδένδρψ τόπψ προσφιλώ5 διάγοντες.,ןי 5 ήτος, poor, Jul.Ep. 1 S3. -τακτό?, δ, = foreg., Gloss. -ταξία, ή, desertion, D.21.r66codd. (-!ovcobet): metaph., διάλυσις των iv τφ ζφω πάντων καϊ λ. συμβαίνει (after death) Anatoliusap. Theol.Ar.35. -τάξιον, forlorn, outcast, & λιπερνήτες πολΐται Archil.50 (borrowed by Cratin. τό, desertion, λ. διαπεπραγμένοι Pb : elsewh. in gen. -ταξίου 198); context doubtful in BCH (Lagina) ; = pupillus, ορφανός, γραφή, indictment for desertion, Pl.Pg-.943d, D ; ένοχος λιποταξίου Lys.14.5 ; τά δ' εγχέλεια γράφομαι λιποταξίου, Com. phrase, Gloss.-. also -ήτηϊ, ου, δ, APg. 649 (Maced.), Pi/566.50, restored by Schafer in L0ngus2.22 for λιπεργάτης : fem. -ήτι5, ιδος, Call. Fr.66e, Epic. Oxy Antiph.129.9, cf. Pl.Com.7, Ar.Pr.S08, v. Poll λιπεσάνωρ [ά], ορος, ή, forsaker of her husband, of Helen, Stesich. λΐττό-τεκνος, ov, childless, οίκος Pi.Parth τελέω, to be in arrears with taxes, Ρ?9(ι) (Oeanthea, ν Β. c.) λϊττότης, ητοί, ή, fatness, Cat.Cod.Astr λΐιτήμεροι οί iv τφ προσήκοντι χρόνω μή γεννώμενοι, Hsch. ΛιλΧττο-τονε'ω, become relaxed, Nicom.//ar>«. 4 (Κειπ-, Interpol.). 1r[t]iiia, ή, land that lacks rain, coined as etym. οί Λιβύη by Varro -τρϋχέω,grow bald, Gal τρΐχήϊ, ές, = λιπόθριξ, APg.fr 2 ap.serv. adverg.^4.1,2 2. (Carph.); -τρΐχος, ov, Nonn.P Χΐττό-βΐοι" νεκροί, Hsch. -βοτάνε'ω, lose or be zuithout herbage, λΐιτουργ-ός, όν, badly healed, Herasap.Gal : hence -ία, ή, Plu.2.182e. -γάλακτος [γά], ον,-λιπόθηλος, Eust ; = Asclep.ib.525, Herasib.546. lacticularius, lacticulosus, Gloss. -γάμος, ov, having abandoned λίπουρος,[ז] ov, without tail, Call.Pr.28.2 P. her marriage ties, ή λ. the adulteress, of Helen, E.Or.1305 (lyr.) ; cf. λΐπο-φεγγής, ές,^λιπαυγής, Man.1.65, Musae φθόγγος, λιτεσάνωρ. -γληνος, ov, without eyeballs, sightless, Nonn.P. ov, = λιπόθροος, Nonn.P γλωσσος, ov, tongueless, ib γνώμων, λΐττοψΰχ-εω, swoon, S.Pr.496, Th.4.12, X.//G5.4.58, Xenarch.7. v. λειπογνώμων. -γράμματος, ov, wanting a letter, Suid. s. v. 12, Arist.S0m11.Vig.4fr6 b lfr, D.S.12.62, Plu.2-347b, Arr.An.6.\1. Νέστωρ, Eust.i γυιος, ov, wanting a limb, maimed, 2. -ία, ή, swooning, v.l. in Hdt. 1.86, Hp.Aph.7.8, Arist.Soma. lame, APg.1fr(P\. Jun.). -δεής, ές, with few wants, Pythag. Pig.455 b 5, Plu a, Arr.^z.6.I0.2. -ώδης, ες, like λιποψυχία, Ep.2. δερμεω, to be without skin, Hippiatr.26. -δερμος, faint, Kp.Acut.42, ov, without a skin, of ulcers, ibid. ; without a foreskin, Sor.1.103; tircumcised, Dsc.2.82, Critoap.Gal , Gal , Paul.Aeg.6. λιιτόω, λιττόων, v. λιπάω δράνε'ω, fail in strength, Gal. IO δράνής, is, λίτττομαι, pf. λέλιμμαι, to be eager, οί/τε μείον od τ' Ίσον λελιμμένοι Α. lacking strength (cf. άδρανήϊ), Aret.SP2.6. -ζυγών μοναζόντων, Th.frfrfr (lyr.) : c. gen., to be eager for, long for, μάχης λελιμμένος ib. Hsch. -θηλος, ov, (θηλή) deprived of the breast, of late-born pigs 380: later in Act. λίπτω, A.R.4.813, Lyc.131, Nic.P (Cf. {μετάχοιρα), which the sows will not suckle, Gp θριξ, λίψ" επιθυμία, Hsch., έλιπεν, επιθυμητικως ήσθιεν, Id., λιψουρία, and τριχο*, δ, ή, hairless, Aei.NAiT.4, Nonn.D θροος, ov, perh. Lith. liepti ' command'.) wanting voice, mute, of Echo, ib λΐττΐρ-ία, Ion. -ίη, ή, for λιπο-πυρία, a malignant intermittent fever,, Γ0θϋμ-έω λΐ1 fall into a swoon, faint, Hp.^4rZ.6S, Mul.2.134, Hp.fudic.w. also λπτυριον, τό, \d.m0rb.2.frl: hence -ίας, ου, &, Them.10, Gal ημα, ατοί, τά, = sq., Tz.// ία, one who suffers from λιπυρία, Gal. 17(2) 728, cf. 18(2).121, Ps.-Gal.19. ή, swoon, Hp.Aph.T.2fr, Art.68, Pla.P0mp.4g, etc - -ικός, ή, όν, 399 : Adj. λειιτϋρικός (.leg- λϊιτΐρικός), ή, όν, like λιπυρία, Hp.Coac. subject to fainting fits, Hp.Liqu.2, Antyll.ap.Orib ιώδης, 117; λΐ-ττΰριώδης, ες, of the nature of Χιπυρία, πυρετός ld.ep.2i. a, swoon-like, Archig.ap.Orib , Aet λιπώδης, ες, [λίπος) fatty, oily, Thphr.PP (Comp.). λϊττό-κεντρος, ov, leaving a sting, μέλισσαι Lyr.Alex.Adesp.7. λϊραίνω, (X1p0s) to be bold or shameless, άναιδεύομαι, Hsch κοιτρος, -κοτττος, v. λιπόκωπος. -κρεως, ων, gen. ω, λίρινος, λιριόεις, λίριον, less correct forms of Χειρ-. losing flesh, i.e. wasted, thin, Suid.: acc. pl. λ(ε)ιποκρέου5 in Τ ζ. Η. λϊρός, ά, όν (not λϊρος, Hdn.Gr ), bold, shameless, lewd, Call ; neut. pl. -κρεa Phlp.»2G^ κωττος, ov, without Pr.229, Alex.Aet handle, ψασγανίδεϊ cj. Toup in AP6.307 (Phan.) for λιποκόπτους or λϊρόφθαλμος, ov, lewd-eyed, Suid. λιποκόπρους. -μαρτυρίου δίκη, action against a witness for λίς, δ, Ep. for λε'ων, lion, mostly in nom., έφάνη λϊς ήυγένειos 11. non-appearance, Poll.8.36, cf. D.49.19, Lys.Pr.321 S. -μήτωρ, , cf , , Hes.5f.172 : acc., επίτελίνήγαγε δαίμων 0pos, b, ή, having left one's mother, APg.240(Phil.). -μορία" II , cf. Theoc : nom. pl. λίεϊ [(] Euph.35, but λΐει Antim. 5Eνδρον τά ik τοΰ θωρακίου κατεαγός, έκ δέ τής βίζης φέρον βλαστούς, 89 : dat. pl. Χίεσσι [Γ] ibid, [λίι but xiv, Aristarch.ap.Hdn.Gr.2.73, Hsch. -ναυς, δ, ή, deserting the fleet, A.Ag.2\2 (lyr.) (or, deserted cf. 770 by the allied fleet); v. λιιτόνεωί. -ναύτης, ου, δ, leaving the sailors, λίς, ή, Ep.=λισσή, smooth, Xls πέτρη Od ,79. II. v. Theoc , Anon.ap.Suid. -ναυτίου γραφή, indictment against λΐτα. one who deserts his ship or duty at sea, Poll νεως, ων, = λίσαι, v. Χίσσομαι. Χιτόναυς, D.50.65, Luc.Cat.fr, Max.Tyr.9.7. λισγάριον, τό, spade, mattock, Sch.Theoc.4.10, Suid.s.v. σκαφείδιον. (Mod.Gr. Χισγάρι, a kind of rake or harrow.) λΐ-ιτόνηρος" λίαν πονηρό!, Hsch.; cf. λΐ. λΐιτό-ξϋλος, ον, lacking wood: metaph., defective, feeble, πίστις λίση,ν. Χίσσομαι. λίσκος δίσκος, Hsch. λίσ-ττη, ή, Emp-71.1, cf παις, παιδος, δ, ή, childless, found in neut. ν. λίσπos. pl., λέχη λιπόπαιδα Man πατρίς, ιδος, δ, ή, leaving one's λισπόπΰγος, ον, smooth-buttocked, epith. of κίναιδοι, Phryη.PS country, Nonn.P II. causing to forget one's country, λ. ρ.86β., Poll.2.184; C L Suid. s. v.λίσποι: also λισπόπυξ, Eust. (δΐι/δή, i. e. the lotus, AP!fr.12 (Leo Phil.). -ττάτωρ [ά], ορος, δ, ή, : acc. pl. XισπόπυγasSch.Ar.Eq.^fr6fr. deserter of one's father, Ε] Or ιτνόη, ή, death, Tim.Pers. λίσπος, η, ov, smooth, polished, Χίσπη γλωσσά Ar.Pa.826codd. ; ιτνοος, ov, contr. ττνους, ου ν, breathless, dead, AP12.1fr2 cf. λίσφος. 2. = λισπόπνγος, Poll.2.184; from λίσπος, = θηρίδιον (Mel.), ΛΡ/ (Id.), (Philostr.). II. without wind, λεπτόν σφόδρα, acc. to Callistr.ap.Sch.Ar.Pa.84S. II. Subst. deadly still, "Αιδης Orph.// πτόλεμος, ov, leaving the war, λίσπαι, ai, dice cut in two by friends (ξένοι), each of whom kept half Nonn./).35.^gg. -πτολις, 10s, δ, ή, leaving the city, ib.9.78 ; as a tally, Pi.Smp. 193a : so λίσποι, οί, Suid. Μΐτόιτολις, Hsch. s. v. λιπερνής, Phot. s. v. λιπερνήτις. - πωγωνία, λισσάνιος [ά],ον, Lacon. for αγαθός (Hsch., Phot.), S> λισσάνιε my R). want of beard, Crates Com ρρΐνος, ov, without skin, of good friend, Ac. Lys (λυσσάνιε cod.,ן! Marsyas, Nonn.P epith. ofthe salamander, perh. (from λισσάς, άδος, Boeot. λιττάς Corinn.Supp.t.fro, fem. of λισσός, λ Γ05) with greasy skin, Nic.Al.frfrf. λισσάς αίγίλιφ πέτρα A.Suppfg4(iyr.), cf. E.Andr.frfrfr (lyr.), Hp λίιτορτος βακτηρία, Hsch. 1148, Theoc.22.37, Lyr.ap.Plu-2.90d : Subst. λισσάς (sc. πέτρα), λίιτος [Γ, εος, τό, prop, animal fat, lard, tallow, Arist. 0«^.467 a 3, bare, smooth cliff, Plu.Afar. 23, Crass.9, Opp.H.2.fr20 ; of β tombstone, Epigr.Gr.2fr6. Pr frfrho 9 : pi., χηνό ί λίπη APg.fr^.8 (Pall.) ; βεβρώτες απατοί λ gorged with fat and blood, S.Ant.lo22 ; but λ. αίματος a fleck of λίσσομαι, Horn., Lyr., Trag.; Ep. Iterat. λισσέσκετο II : wood, A.^.1428 (lyr., λίβ05 Casaub.); of vegetable oil, λ. fraias aor. ι έλϊσάμην, Ep. <?λλ. Od ; imper. λίσαι II ; subj. 2sg. s./v.j98, cf. Thphr.//P , 8.7.3, Call.^.39. (Cf. λίπα, λίΐταρόϊ, λίση Od : aor. 2 inf. λϊτέσθαι Il.16.47; opt. λίτοίμ-ην Od.14. λυτάω,λιπαίνω, Skt. lip- 'anoint', Lith. lipti 'stick'.) 406. (For pres. λίτομαι, v. sub voce): beg, pray, either abs. or λΐιτοσαρκ-έω, lose flesh, opp. άδρύνομαι, Thphr.//P (dub. c. acc. pers., λισσομένη προσέειπε Αία II ; ενχωλήσι λιτήσί τε Hippiatr.26. -ης, έ5, = λιπόσαρκος, AP (Maced.), έθνεα νεκρών 4λλισάμην Od , etc.! 'he thing by which one prays is found with ύπέρ, λ. υπέρ τοκέων, υπέρ ψυχής καϊ γούνων, II , <ר. 5 -! cj. for λειπόσαρκεϊ in Opp.C.2.Ic6. -ία, ή, want of ; λ. τινά υπέρ πατρός καϊ μητέρ ' or simply in gen., Jtesh, Sch.Hes.5c ος, ov, lean, thin, Up.Ep.17, v.l. in

34 Χισσός 1054 λιχανοε ISTJS λ. Ζηνδς ήδέ Θεμιστος Od.2.68 ; λ. τινά γουνών ΙΙ.9.45Γ, Od myself, S.OCi 309: also c. gen. of that by which one prays, γενείου (for which in II.6.45 we have λαβών έλλίσσετο γούνων, cf. Od.6. τοΰδ'.,.έκτ είναι λιτά! E.Or (Poet., Ion. and late Prose, BGU 142 ; Trj Ντέρτι μεν ελών έλλίσσετο γούνων Il.2r.71 ; ηπτετο χείρεσι (ii A. D.J,) XI. Λιταΐ, al, personified, Prayers of sorrow and γούνων ίέμενο! λίασεσθ' 20,469) ', a'so in Trag., πρϊ>.,τέκνων σε λ. Ε. repentance, I sq., APn.3,61 (Autom.). Tr (v. infr.): an inf. is freq. added, as ονδε σ' εγωγε λίσσομαι λιτή pa 0 άλλον ( = Trag.Adesp.214) rbv ίκέσιον, Hsch. ε'ίνεκ' έμεϊο μένεινί do not pray thee to remain, II , cf. 283, B.io. λΐτί, v. λΐτα. 69, Pi.P.4.207; 7rpis νυν θεών σε λ. εμο\ πιθέσθαι S.F/428; καϊ μή ΧΧτό-βΐος, ov, (λιτό!) living plainly or sparingly, Str βό. προδοΰναι λ. prays her not to abandon him, E.Alc. 202 : more rarely pos" 6 υτελώ! τραφείς, Hsch. -δίαιτος [St], ov, of a plain way oj with an acc. and inf. added, λίσσονται Αία. /Ατην αμ' επεσθαι they life, D.H pray Zeus that Ate mayfollow, II.9.511, cf. Od.8.30: sts. folld. by λίτομαι [ή, = λίσσομαι, h.hom. 16. ζ, Ar. 77;.313,1040 (both lyr.), 'όπως, λίσσεσθαί μιν, 8πω! νημερτέα είπτ! entreat him to say the ΑΡξ.ίξο truth, (Mel.), 164 (Id.), Orph.H.41.9, Opp.C.2.367, /<? ; or by Ίνα, ib.327: in Trag. parenth,, μή πρόλειπε, λ., πάτερ Α. (Capri). Supp.yjfi ; μή, λίσσομαι,' ο αίίδα τάδ6 S.Aj.^68, cf. OT6$o(\yr.), Ar. λιτός,ή, όν, simple, inexpensive, frugal, λιταί τράπεζαι Ps.-Phoc.81; Pax c. acc. rei, beg or pray for, ο Τ αυτψ θάνατον καϊ κήρα οί λ. χυλοί Epicur.P/>.3p.63U. ; λ. βίος Men.633, CratesTheb.io; λιτέσθαι : c dupl. acc. pers, et, ei 1 ταΰτα μεν ουχ ΰμέας ετι τροφή λιτότατη Ath-S-igif; λιτή δίαιτα Plu.2.668f, cf. 123d, etc.; τί λίσνομαι this I beg of you no more, Od.2.210, cf in λ. της διαίτης, κατά τήν δίαιταν, Epicur.Fr. 47$, Μ. Ant. 1.3 ; παρέξοδος Horn. freq. c. dat. modi, ενέεσσι , al.; εύχήσι Od ; (q.v.) -οτέρη Hp.Decenl.8 ; λ. χλαμύδιον Men.442 ; τά ιμάτια λ. και εύχωλγσι λιτήσί τε έλλισάμην Rare in Prose, as Hdt.1.24, σώφρονα Jul.C«i5.317 c > μίτρη λιτή στυππείου ך Michel % $2.1 (Samos, Lxx f 'b. 17.2, Luc.Syr.D.18 ; in Pl./?.3C6a there is a ref. to II iv B.C.); υποκεφάλαια δύο ήμιτνβίου λιτά ib.l.23 ; [ασπίδα!] χαλκάϊ [The λ- freq. makes position in Ep., II , al.! written λλ after λιτάς δύο, ορρ. περίχρυσος μία, /G (iv B.C.) ; αλαλιτίν heσθων frugal salt, CaW.Eptgr.48; λ. δζίς Nicostr.Com.9 (cj. for λοιπή); the augm., v. supr.] λισσ-ός, ή, όν, smooth, Horn, (only in Od.), λισσή αίπείίτε είς αλα λ. υδωρ πίνων D.L.8.13 ; λ. χρίματα simple or plain unguents, Call. πέτρη a smooth rock running sheer into the sea, ; λισσή δ' avaδέδρομε πέτρη 5.412, cf ; λ. νήσος Α.R ; λ. δειράδε! ΑΡίζ. Gal ; of medicines, ή δια κωδυών λιτή (sc. δύναμι!) Critoap. Lav.Pall.25; λ. ταφή Phld.il/ort.30; λ. ζωμό! thin (chicken-)broth, (Besant.). 2. poor ( = δεόμενο!, Hsch.): hence, insolvent, Gal ; ή διά μόρων λιτή Archig.ap.eund ! λ εμπλαστροι S/G (Dreros, iii B. C.). -όω, render insolvent, [λισ]σωθέντων dub. in ib (Crete, iii B.C.) ; cf. foreg. 2. -ωμα, ατός, cheap or coarse papyrus, Cat.Cod.Aslr.i. 104, of persons, Androm.ap.eund ! 486; χάρτη! λιτός, as a cargo, perh. τό, smoothness, λ. τριχών the crown or spot on the headfrom which the poor, λ. γενόμενος τοίς εχουσι μή φθόνει dub. in Dionys.Com.Io ( = hair sets in different ways, Arist.//^491 b 6. -ωσις, 6011, ή, setting Dionys.Trag.8); frugal, αύτάρκεις καϊ λ. Plb ; κατά τήν έσθήτα of the hair from the crown of the head, ib.491 b S. καϊ σίτησιν αφελής καϊ λ Id.ll.io.3; λ. περί δίαιταν Plu.2.709b. Adv. -τώς frugally, Sotad.Com.1.6, APy.156 (Isid.) ; λ. βιοΰν D.L λίσσωμεν έάσωμεν, Hsch ; λ. καϊ σωφρόνως ζην Ephor.149 J 5 λαμπρώς ή λ. 4ξενεχθέντας λιστός, ή, όν, (λίσσομαι) to be moved by prayer, II (as quoted Phld. I.e. II. metaph., of style, plain, simple, unadorned, Arist. in Pl./?.364d): elsewh. only in compds. άλχιστο!, τρίλλιστος. Rh b 25, D. H.FA. 23,al. III. paltry, petty, small, τάφο! AP λιστρ-αίνω, dig round, Suid. -ενω, = foreg., φυτό ν Od (Gemin.), cf, 7.18 (Antip. Thess.) ; of persons, opp. μέγας, Call ήρες" οί λιστρεύοντες, tea) οί irpbs ταΐ! ύποκαιομέναα χντραι! Ap. 10 ; πολισμάτια Plb Adv. -τω! slightly, ηγημένα Artem. ιστάμενοι σπινθήρες, Hsch. -ιον, τό, Dim. of sq., = κοχλιάριον, 1.70; λ. έφθά Diocl.Fr.141 ; dub. sens, in PAc.Oxy. 1788/ηλΐι. Ar.Pr.80g(restd.fr.Phryn.PSp.88B.), Hsch.; Αλείστριον. -ov, [Γ, but ι late, λιτά δείπνα Nonn.D ] τό, tool por levelling or smoothing, spade, shovel, Od , Lyc. 1348, Mosch : later also -os, δ, Sch.Nic.PA.29, ΡΛ/ όω, = λιστρεύω, Eust ωτός, ή, όν, levelled, αλω δρόμος Nic. Th. 29. λίσφ-ος, η, ov, Att. for άπυγος, Moer.p. 245 P.; said to be Att. for λίσπος (q. v.), Tz. ad Hes.O>.156. II. as Subst. λίσφοι, οί, = Ισχία, Ε Μ ώσ αο θαι" ελαττώσασθαι, Hsch. λίσχροι, οί,=τά στροφικά των σπερμάτων, i.e. plants which were ploughed into the ground, to serve for manure, as lupines in Italy, Hsch. II. λίσχρος' φειδωλός, Suid. Adv. -ρώς Hsch. λΐτα, λΐτί, case forms of a noun of which no nom. sg. is found (unless σινδών λίς is right in Michel (Samos, iv B. C.)), linen cloth, έανφ λΐτί κάλυψαν they covered [the corpse] with a fine linen cloth, II , ; λΐτα may be acc. sg. or acc. pl., αυτήν δ' ες θρόνον εϊσεν &γων, ΰπίι λϊτα πετάσσας, καλδν δαιδάλεον Od ; εβαλλε θρόνοις ένι βήγεα καλά, πορφύρεα καθύπερθ', υπένερθε δε λΐθ' ύπέβαλλεν! : understood as pl. byath.2.48c; used for covering a chariot, : in AP6.332 (Hadr.) λίτα [ΐ] πολυδαίδαλα is prob. f.l. (Perh. akin to λίνον.) λΐτ-άξομαι, = λίσσομαι, /G , Arch.Am (Milet.), Opp. C.2.373, Orph.Pr.333 (perh. Act.), Inscr.Perg. 324 (hymn to Zeus). -αίνω (fr. λιταν^ω, cf. λιτανόϊ), = λιτανεύω, E.P/ (lyr.). -αΐος, hearing prayer, epith. of Zeus, PC//2.509 (coin of Nicaea) ; also in form λιδαΐο! ib (inscr. of Bithynia). λΐτάν-εία, ή, entreaty, Lx.x2Ma.j.20,10.16, PTeb (is.c.), Corn.A 'P12 : pl., D.H.4.67; -εΐαι ττρύς τους θεούς Jui.Ep. 114, cf. Iamb, My st ευτικ 6s, ή, όν, of or for praying, Sch.A.Supp ευτός, ή, όν, begged, entreated, Hsch. s. v. άμφιλίτην. -ενω, in Horn, with λλ in augm. tenses, έλλιτάνευε, έλλιτάνευσα Χ (λιτανός) : pray, entreat, πάντα! δ' έλλιτάνευε (ν.1. δε λ.) II : Constr. same as λίσσομαι, either abs., Od.7.145: or c. acc. pers., II. I.e., 9.581, etc.; that by which one prays in gen., γούνων ελλιτάνευσα Od ; for which in Il we have άλλ' &γε, γούνων αναμένοι λιτανεΰσομεν (Ep. for -ωμεν); also c. inf., : c. acc. pers. et inf., Hes , Pi.TV.8.8, etc,: c. Adj. neut,, πολλά λ. τινά ib.5.32: rare in Att. Poets, Men.49 (dub. 1.), and in Prose, X.//G2.4.26, Pl. P.388b, LxxPs.44(45),12 ; λ. τδ θείον Str ; τους θεούς εϋχαΐς D.Η.4.76, -ός, ή, iv, (λιτή) praying, suppliant, μέλη A.Supp. 809 (lyr.) : as Subst. λιτανά, τά, = λιταί, αμφ\ λιτάν' εξομεν engage in prayer, Id. PA.102 (Seidler for άμφίλιταν or άμφϊ λιτάν). λϊταργ-ίξω, Att. fut. -1», slip away, Ar.Pax562; cf. άπολιτ-. -ισ-μός, 05, δ, = σκιρτήματα, in pl., Seh. Ar.iVa.I255. -ος, ov, running quick, An.Ox.2.236, Ρϋ/567.38, prob. in Semon.7.12 (λιτοργόν codd. Stob.). λιτή, ή, (λίτομαι) prayer, entreaty, mostly in pl., λιτήσι ελλισάμην Od.II.34; καταβαίνειν ε! λιτάς Hdt.1.116; λιταϊ! αποτρέπει [αΰτίιν] μή πορεύεσθαι ib. 105 ; λιταΐς πεϊσαί τινα Pi , cf. 8.8 ; μαλθάσσειν κέαρ λιταΐ! Α.Ρκ 1008 ; ηυχετο Αιτιΰσι Id.Pers.499 ί λιτάν άκούειν Id. (lyr.) ; λιτά! κλύειν Id. ΡΑ. 172 (lyr.), cf. E.Or.1233, etc.; λιταί! σεβίζειν S.OC1557 (lyr.) ; ίπεύχεσθαι λιτά! ib.484; λ. δέχεσθαι Id.Ant. 1019, iv λιταϊ! στέλλειν with prayers, Id.PA.60 ; λιταΐ θεών prayers to the gods, ΐ.. Supp.262 ; but λιταΐ εμαυτοΰ ξυμμάχων τε prayers for λιτός (Α), ή, όν, epith. of γαία, dub. sens, in AIex.Aet.1, Orph. A.92 ; λιτή χθών' άπδ τοΰ προσκυνεΐσθαι καϊ λιτανεύεσθαι, Hsch. λιτός (Β), ή, όν, suppliant, supplicatory, βυσίαι PL0.6.J8; έπαοιδαί Id.P λΐτότης, ητος, ή, (λιτός) plainness, simplicity, κόσμου Democr.274; των στεφάνων Thphr.Fr.142 ; τήν λ. διώκουσι D.S.2.59; λ. διαίτης Cic.Fam.y.26.2 ; cj. for λεπτότης in Epicur.Sc»/.Vat.63. II. Gramm., a figure of speech, assertion by means of understatement (cf. μείωσις) or negation, Serv.ad Verg.G.2.125, Donat.adTer.fliC.775. XiToup-y-eii), = κακά λέγω, Did.ap.Ammon.Z)^p.88V. -όν κακονργον, Hsch. (Cf. λίταργο!.) λίτρ-α, ή, a silver coin of Sicily, Epich.9, Sophr.72, Diph.71, Posidipp.8. On its value v. Arist.Fr.476, 510. II. as a weight, 12 ounces, a pound, [Simon.]!41, Plb , D.S , Dsc.1.43, Plu. 7"G2, J.zi/14.7.1: metaph., λίτράν ετών ζήσας having lived a pound of years, i.e. 72 (in late times a pound of gold was coined into 72 pieces), AP10.97 (Pall.). III. measure of capacity, = 1 Italic κοτύλη, Gal [1 as in Lat. libra ; written λείτρα in CIG (Bosp.).] (Both λίτρα and Lat. libra prob. from early Italic *Itpra.) -αΐος, a, ov, weighing or worth α λίτρα, χείλη APli.ioq (Pall.), cf. Gal II. λ. Kepasadrinking-cup AoWm^l λίτρα, ib ασμός, = libratio, Gloss. -ιαίος, a, ov, = λιτραίο! 1, D.H ίξω, weigh or deliver by weight, POxy (iii A. D.). -ίς πυξίς σαματοδόχος, Hsch. (perh. πυξ'ΐς σμηματαδόχο! ' soap-box', λιτρί! being from λίτρον 1). -ισμός, 0, delivery b' weight, PFlor.^1.21 (IV A. D.). Χιτροδόκη, ή, box for holding λίτραι, Phot. s.v. λίτρα. λιτρόμηλον, τό, an apple weighing α λίτρα, Tz.// λίτρον (ί by nature], τό, older form for νίτρον, «/. HP.F/2.6.9 and 29, Hdt.2.86,87, Ar.Fr.320.1, < 3-76 > Pl.rf.60d,65D(pl.),Thphr./// Alex, I, dub. I. in PI.Com II. = λίτρα III, PF«_Y (" A. D.). λιτροττώλης, 00, &, seller of λίτρον, /G (ivb.c.). λιτροσ-κότγος, ό, (λίτρα 1) one who examines money, money-changer, S.Fr λιτρώδης, ες, = νιτρώδης, Pl.7V.65e, Thphr.Fr.I59j Gal.6.559: Comp. -εστέρα Ath.2.43b. λιττάς, v. λισσάς. Αΐτΰερσης, ου, Dor. -ε'ρσας, ό, Lityerses, a bastard son of Midas, who used to challenge wayfarers to a reaping match, and bound the heads of the conquered in his sheaves, Ath.10.4i5b, Suid. 2. a reaper s song named after him, Men. 264, Theoc , Ath a. λίτ-υον, τό, = Lat. lituus, Plu.P0»j.22. λϊφαιμ-εω, lack blood, Arist./V.877'30, Gal ; bleed to death, J.AJ8.15.C,, App.Gall.10, Hsch. -ία, ή, bloodlessness, Ph.J , ov, lacking blood, Emp ; pallid, Hp.Mul.t.H9, 125. λιχάξει επιθυμεί, Hsch. II. in aor. inf. λιχάξαι' fitym, Βάλαι (Cret.), Id. λΐχανοειδής τόπος, δ, locus of the λίχανος π, Anstox.tiarm. p.26m.; δ λ. φθόγγος the highest note of α πυκνόν, Bacch. Harm. cf. Aristid,Quint.1.6.

35 Χι,χανός 1055 λογεία λΐχάνός, όν, (λείχω) licking: δ λ., with or without δάκτυλος, forefinger, from its use in licking up, Hp.^4rZ.37,al., Euc.Tim.fr4, Ath. -ιασμός, δ, calculation, Sch.Luc. «/.4. -ίδιον, τά, = sq., POxy. λογαρ-ιάζω, calculate, Eust. ad D.P.907, Sch. Ar.PZ.381 : hence 1.13d, PLips.12.9 (iii A. D.), etc. II. as Subst. λίχάνος (sc. 599 (i/ii A. D.). -ιον, τό, Dim. of λόγος, Ar.Fr.810 (pl.); λ. δόστηνα wretched petty speeches, D ; τά εκ στοάς A.Theognet.1,2 ; χορδή), ή, the string struck ivith the forefinger, and its note, Aristox. Harm.p.i 16 M.,,ך! Arist.Pr.919a D.S.3.59,, a Plu etc. III. λογάρια δειπνεΐν dine off mere words, Ath.6.270d. II. account, Adj., λ. σωλήν a tube ofthe alembic, Zos.Alch. pp. 2 25,2366. PTeb.20.8 (ii B. C.), etc. λΐχάς, άδος, ή, the space between the forefinger (λιχανός) and thumb, λογάς (Α), άδο!, δ, ή, ( λεγα ) picked, chosen, mostly in pl. of picked the lesser span, HeroGeom.4, Poll II- = απότομος, men, λ. νεηνίαι Hdt. 1.36,43, E.Hec.fr44, etc.; τριηκόσιοι 2παρτιητέων Hsch. III. λιχάδες' όστρεα πάντα, οί δέ λίθοι καϊ ψήφοι καϊ κογχύλια,id. χίλιοι λ. Th.5.67; στρατηγών λογάδες E.Andr.fr24; of cattle, λ. Hdt ϊ λ. Περσε'ων τούς αρίστους χίλιους Id.9-63 ; Άργείων οί λιχήν, ήνος, δ, ν. λειχήν. PStrassb (ii A.d.) ; φωναϊ λογάδες chosen phrases, Phot.P/W. λιχμ-άζω, = λ1χμάω, Hes.Sc.235 ; γλώσση λ. Nic. 77!.229. II. P.491B.: with collect,nouns, στρατιήλ.ήμ1(ϊε'ων.<4ρί 5.51(Arcl1.). 2. trans., lick, Opp./ , Nonn.P ; Ion. impf., λιχμάζεσκε λ. λίθοι unhewn stones, taken just as they were picked, Paus ; δέρην Mosch αίνω, = λιχμάω, Opp,C as - cf. λογάδην, λε'γω Β. I, λιθολόγος. ΟρΊναξ, καϊ απαλή πόα καϊ χαμαιπετής, %ν τά ερπετά επιλείχουσι, λογάς (Β), usu. in pl., λογάδες, at, whites of the eyes, Sophr.49, Hsch. -άω, fut. Med. -ήσομαι (άνα-) ].Af8.1fr.4 : aor. ελιχμηιτάμην ap.d.l.8.91: piety with the tongue, of snakes, in Ep. part., (Paul. Sil.). Call./>.132, Nic.r6.292 (sg., P0II.2.70): generally, eyes, APfr.269 ainhv λιχμώωντες Q.S.5.40: in irreg. pf, part., γλώσσησι λελιχμότες λογάω, to be fond of talking, Luc. Am. 15. II. λογάω or λογε'ω, Hes. Ρ(.826 : Med., εκατόν,,κεφαλαϊ κολάκων... ελιχμώντ ο περί τήν fut. 3 sg. λογήσει, perh. will take account, Tyrt.Pr Diehl. κεφαλήν played like serpents round.., Ar. V.iofrfr, Pax7fr6 (4λιχνώντο λογγ-άζω, = λαγγά^ω, A.pr.i 12, Ar.i V.811, cf. Phryn.PSp.87 B. v.l. in Sch., Hsch.), cf. The0c.24.20, Euph.5r trans.,lick, -άσ ια [ά], τά, stones with holes in them, through which mooringcables were passed, Hsch., Phot. s. v. λογγά^ειν : sg. λογγάο ίη, όφεσι..λιχμωσιν γεννν E.Pa.698 : Med., D.L. I.e., App.7/is^.96, Mith.frS. II. Med., also, lick up, λιχμώμενος έρσην N1c.Al.fr6g ; Hsch.: also λογγώνες, οί, Syracusan acc. to Ρϋ/569.42, cf. Suid. used by Horn, only in the compd. απολιχμάομαι. -ήμων, ov, gen. λογ-εία, ή, collection of taxes or voluntary contributions, PHib. 1. ovos, licking, of mice, Nic.^4/.37 -ήρης, ες, playing with the 51.2 (iii B.c), PTeb (ii B. c.), POxy (I A.D.) ; collection for tongue, of snakes, Id.77!.206. charity, iep.cor.1 6.1, Hsch.; for religious purposes, GDI4\fr6(Evc1- λιχνάομαι, V. λιχμάω 1.1. dos),ps/ (i A.D.) ; perquisite, PPar.fr xxvii6 (ii B. c.). -εΐον, λιχν-εία, ή, gluttony, luxuriousness in eating, X.Lac. 5.4, Luc.Tim. τό, (λογεύςι) prop, speaking-place, in the theatre, stage, IG 11 (2) : pl., X.Oec , Pl.P.5!9b; περί τά φαύλα Ath.5.220c. 2. D126(Delos, iii B. c.), Vitr.5.7.2, Plu. Thes. 16, etc.: generally, platform, Arch.Pap.2.fr(>4 (pl.), unless λογείων = λογίων. 2. = στόμα, in pl. also, dainties, Plu.2.225ft so in sg. in collective sense, Nic. Dam.56 J. -ευμα, ατοί, τό, adainty, delicacy, Sophr.24. -εΰω, Poll.2.98, -έμπορος, δ, phrase-monger, Artem.2.70 : a pecul. gormandize, περί τάς πετραί Luc.P/sc.48, cf. Arr.Epict.2.4.8, Plu.2. accent λογεμπόρος is mentioned by Eust , ευμα, 713c. II. desire greedily, covet, τά δημόσια D.H.8.73; δόξαν Plu. ατοί, τό, taxes collected, PRev.Laws56.15, al. (pl., iii B. c.). -ευς, Comp.Dem.Cic.2 : Med., desire eagerly to do, c. inf., Id.2.347a; to έως, δ, speaker, Critias54D., Plu.2.813a. II. prose-writer, Sch. be greedy, λ. είς 'όρασιν Eib.Descr.fr0.fr : c. gen., σαρκός ανθρωπείου λ. D.T.pp.114,119 Η. -ευτήριον, τό, office of the λογευτής, PRev. Sd1.ll.Oxy.22j1x.frfr : Pass,, to be lusted after, Nic.Dam.i J.codd. Lawsll.ifr (iii B.C.). -ευτής, οΰ, δ, tax-collector, ib.9.2,al. (iii (dub.). B. c.), Ostr. 318, PTeb.go (i B. c.), etc. -ευτικόν, τί, cost ofcollection, ib , cf. 5 (pl., ii B.C.). -εΰω, collect contributions, λιχνο-βόροϊ, ov, eating tit-bits, μυς APg.86 (Antiphil.). -γραυς, 00s, ή, greedy old woman, Timo taxes, etc., Ρ Rev. Laws frg. 14(111 B.C.), PTeb.fr.139* al. (ii B.c.), Plb. λίχνοξ, η, ov, also os, ov E.Hipp.gifr, gluttonous, X.Mem.1.2.2, , GDI4156(Lindos),IG 12(5) (Paros," B.C.), 12(7).237. Pl.Zi.354b, Plb , Gal.6.716; τά περϊ τήν τροφήν λίχνοι Clitarch. 24 (Amorgos, i B.C.), 06/665.37(1 A.D.), (ii A.D.). -ΊΑ, ι J.: c. gen., τών ενδιαίτρ ποικιλμάτων Epicixr.Sent.Vat.6g : metaph., late spelling of λογεία^. v.). -ίατρος, δ, a physician only in words, λ. τήν φυχήν Pl.P-579b : Comp. -ότερος Sophr.62 : Sup. -ότατος Gal.Libr.Propr.1, Id ,al.: hence -ιατρεία, ή, Ph (v. 1. Arist./P2594 a metaph., curious, inquisitive, Ε. 1. c.; όμ- λογοιατρεία). -ίδιον, τό, Dim. of λόγος, Isoc , Pl Erx.,ωιταλ. Call.Pr.107, ^4P (Mel.) ; lewd, CratesTheb.4: c. gen., 401e. 2. little fable or story, Ar.P.64. -ίζομαι, Att. fut. curious after, τοΰ κεκρυμμένου E.Pr ; c. inf., λ. ε'ιμϊ καϊ τό -ιοΰμαι Id.Pa.1263, Th.5.87, etc.: aor. ελογισάμην E.Or.frfrfr, Th.6. τεύίεσθαι CaIl.Pr.98d. II. of things, luxurious, appetizing, όψα, 31, etc.: pf. λελόγισμαι Lys.32.24,27, D : Pass., v. infr. ill: εδέσματα, Gal.Anim.Pass.6. (λόγος) : prop, of numerical calculation, count, reckon, ούκ έπισταμένους λογίζεσθαι Hdt.2.16 ; ευρον λογιζόμενος Id.7-28, cf. Ig4) etc > λιχνο-τενθηζ, ου, δ, greedy glutton, Poll της, ητος, ή, = λιχνεία, Sch. Ar.Av φιλάργυρος, ον, both epicure and in full, λ. ψήφοισι Id,2.36 ; λόγισαι φαύλως, μή ψήφοις αλλ' από χειρός miser, Philyll.17 (s. v. 1.). calculate roughly, not by rule, but off-hand, Ar.P.656: c. acc. rei, λιχνώδης, ε!, = λίχνος, Ael.Pr.325 (Sup.). λ. τούς τόκους calculate the interest, Id.A«.20 ; τρεΐς μνάς άναλώσας λίψ (Α), δ, gen. λιβός, the SW. wind, Hdt.2,25, Arist.il/cZe ' λογίσασθαι δώδεκα spend fr minae and set down 12, Id'.Pl.frSi, 2. 2(pl.), ΖΙ/μ.394»27, Theoc.9.11 : pl., Plb the South, c. acc. et inf., reckon or calculate that.., λ. μύρια είναι [τά ετεα] Hdt. freq, in Lxx, Ge.13.14, al. 3. the West, opp. άπηλιώτης, PTeb. 2Π45 ; τάί βλάβας, &ί ελογίζεθ'_αύτφ γεγενήσθαι D : without 14.19(«β. c.), Vett.Val.8.5, Paul.Al..*4.2, Herm.ap.Stob ,1. acc., Θηριππίδη μισθόν αποδεδωκέναι λ. Id.27.2ο. 3. λ. τινί τι set 4p-45; rarely in Lxx, ,33.14, Thd.Da.8.5; λι!30s or λίβα down to one's account, οντοί,.τίι ήμισυ τούτοις, λελόγισται Lys.32. fit άτηλιωτην from West to East, PGP (i A. D.), CPR28.2 R (ii 24, cf. 27; τάνηλωμέν'..ούκ ίλογιζόμην I did not charge them.., D. A.D.). 4. Astron., πρωινός λ., μεσημβρινός λ., όψινός λ., position : metaph., τά παραπτώματα λ. τινί 2Ep.Cor.fr. 19. b. audit of a star οκ the W. horizon at sunrise, midday, or sunset, Ptol.^4Zw. the accounts of Ά person, c. dat., τοΐς ύπευθύνοις Arist. Ath ; ταγί,4,s άρχαΐί ib II. without reference to numbers, take into account, calculate, consider, ταύτα Hdt.9.53, cf. S.Aj.S16, etc.; λ. τά *λίψ (Β), ή, (λείβω) only gen. and acc. (λιβάς or λίβος being the nom. in use), stream, εξ ομμάτων λείβουσι..λίβα (Burges for δία) ξυμφέροντα TR.1.76 ; λ. ττπρός τινας with them, D.5.24 ; also λ. περί Α. μ.54; άφθονέστερον λίβα f.i. in A.Fr.72 ; μέλιτος λίβα A.R.4 τίνος calculate, form calculations about.., Hdt.2.22, yi.mem-4.fr % =λοιβή, libation, φιλοσπόνδου λιβός A.Ch.2g2 ; εύκταίαν c. acc. et inf., reckon, consider that.., τόν έτερον [παϊδα] λίβα Id.Pr.55 ούκ είναι μοι λ. Hdt.1.38 ; τόν Πάνα τών οκτώ θεών λ. είναι Id ; λ. xty(c) επιθυμία (cf. λίπτομαι), πέτρα αφ' ής νδωρ στάζει, Hsch. ότι.. or ώϊ.., Χ.HG2.4.28,6.4-6 ; ελογιζόμην πρός έμαντόν.., 'ότι.. λιψουρία, ή, (λίπτομαι, ουρον) desire to make water, A. Ch.756. And.1.52, Pl.Ap.21d: c. acc. et part., 5μερδιν μηκέτι υμιν ε όντα λιώδης λιθόλευστος, Hsch. (Perh. λιώλης, cf. λεώλης.) Χιωρ- λογίζεσθε Hdt.3.65 : also with inf. omitted, reckonjoj account so and Y S" κακούργος, Id. λόβαι' χείρες, Id. SO, τόν καθ' ήμέραν βίον λογίζου σόν [είναι], τά δ' άλλα τής τύχης Ε. Ale. Up-10v, τό, Dim. of sq. 1.1, Gal ; of sq. 1. 2, Hsch. II. 789; πολύν [είναι] τί>ν κάτω χρόνον ib.692 ; λογίζεται τ' εκείνα πάνθ' fmtt of the σμ'ιλαξ, Dsc άς, δ, lobe of the ear, εντρητοι αμαρτίας Ar. Ρ.745 > μίαν &μφω τούτω τώ ήμερα λ. count both days as Arist. for wearing ear-rings) λ ,cf.h.H0m.6.8, Hp.Prog.2, י one, X.Cyr.l c. inf. also, count 01 reckon upon doing, calculate or expect that.., επισιτιεΐσθαι ελογίζοντο Hdt ; ελογίζετο «^492*16; άκροι λ. Lyc lobe ofthe liver, to which special attention was paid in divination, A.Pr.495, E.P/.827, Pl.rZ.71c, κατύπερθέ οί τά πρήγματα έσεσθαι Id.8.136; λογιζόμενοι ήξειν άμα ήλίψ Euphr07: generally, liver, A.Eu.ifrg (lyr.). 3. lobe of the lung, δύνοντι X.An.2.2.1fr ; λελογισμένοι,.ε'ισίν..διαζήν E.IAg22, cf. Or. ual,i/p6.4,al.; ofthe whole lung, Hp. Loc.Horn. 14. II. capsule frfrfr (dub. 1.); τί λογίζομ'..προσδοκών χάριν παρά γυναικός κομιείσθαι; r pod of leguminous plants (cf. έλλοβος), Thphr./ZPi. 11.2, etc.; Men count upon, εΐ τις δύο ή και τι πλείους ημέρας λ., esp. of φασίολοι or δόλιχοι, because they were eaten pod and all, μάταιος εστίν S.Pr conclude by reasoning, mper-tkau., Gal.6.557, Jul.Or.5,175c. 2. in rose leaves, the while part, else wh. c. acc^_et inf., Pl.G;g524. b, X7Xgesf.fr ; λ. 'ότι.. ld.hg6.l.fr, cf. Pl.PArf.62e, al. 6. abs., TOVS w Gal επισταμένους λογίζεσθαι Archyt.3 J δ σπουδαίος λελόγισται ήδη has finished reasoning, Plot.3.8.6, cf. 4. λογ-άδην [ά], Adv., (λογάς) picked, of troops, Plu. Ο th III. Pass., mostly aor. έλογίσθην and (less freq.) pf. mostly of stones for building, εϊργάζοντο λ. φέροντες λίθους καϊ ξυνλελόγισμαι, also in pres., part, λογιζόμενον Hdt.3.95, freq. in later ταν > ( 0 ώ! έκαστόν τι ξυμβαίνοι bringing the stones as they picked,, Gr., PPetr.frp.fr40 (iii B.C.), Ep.Rom. 4.5, etc.; χρήματα εις αργύριον 'imout,th.4.4, cf. 31,6.66, D.H.Comp.22. -αΐος,α, ov, chosen, λογισθέντα counted or calculated in silver, X.Cyr ; δπλμται picked, Str (paraphrasing Ibyc.22). -αοιδικός, ή, όν, ελογίσθησαν ούκ ελάττους δισμυρίων ld.hg6.l.ig ; ούτος λογισμός 'ogaoedic, of verses in which dactylic and trochaic rhythms are comb λογισθείς Pl. Ti. 34b ; ούδ' εξ ενός λόγου λελογισμένου Id.P/2rfr. 246c ; >ned, so that they stand between λόγος and άοιδή, between prose and τό λελογισμένον, = λογισμός, E.IAfr86, Luc.JSigr.Prooem. A'"try, D.I..4.65, Heph.7, Aristid.Quint.1.23, POxy.220xn2,

36 λογικενομαι 1056 λογοιτοιεω λογΐκ-εύομαι, to be merely arguing, προς έπίδειζιν Dam.Fr.320, cf ός, ή, όν, (λόγος) of or for speaking or speech, μέρη Λ. the organs of speech, Plu.Cor.38 : λογική, ή, speech, opp. μουσική, D.H. Comp. 11; λ. φαντασία expressed in speech, Stoic. 2, of or in eloquence, αγώνες Philostr. T'Si.22.1 ; ακροάσεις λ. καϊ δργανικαί Supp. Epigr (Tanagra, ii B.C.), 3. suited for prose, δ ήρψος σεμνός καϊ οϋ λ. Demetr.F/oc.42 ; τό λ., ορρ. τό μεγαλοπρεπές, ib.41 ; of persons, writing in prose, D.L.5.S5 ; (γκώμιον λ. in prose, 7G9(2) (Thess.). II. possessed of reason, intellectual, μέρος Ti.L0cr.99e, al. ; τό λ. ζψον Chrj'sipp.Stoc.3.95 ; άρετα 1 λ., = διανοητικαί, ορρ. ήθικαί, Arist.ΕΝ1 I08 b 9 2. dialectical, argumentative, οί λ. διάλογοι of Plato, such as the Theaetetus and Cratylus, D.L.3.58 ; in Arist. usu. like διαλεκτικός, λ. συλλογισμός APo.g^i 5, cf. Top. 162 b 2 7 ; διά λογικωτέρων καϊ ακριβεστέρων λόγων more abstract, Metaph.loSo^lo ; λ. δυσχέρειαι ib.l005 b 22 ; λ. άτόδειξις GA747 b 28 ', but also, logical, λ. συλλογισμοί, ορρ. Ρητορικοί, Rh a1 3 Adv. -κώς dialectically, Metaph.1029*13, APo.84*7, 88*19; φυσικώς καϊ λ. GC316*11 : Comp. -ώτερον C a e l. b. Subst., ή λογική (sc. τέχνη) logic, Cic.Pin.ι.7.22 ; also τά λογικά Id.Tusc pl λογικών title of work, Democr.io 11 ; τό λ., opp. τό φυσικόν, τό ηθικόν, ZenoStoic. 1.15, etc. 3. of the 'dogmatic' school of physicians, ή λ. α'ίρεσις Gal.Sect.Intr. 1. -ότης, ητος, ή, rationality, Id , Alex. Aphr. in Metaph.20^.33, Eust λόγ-ιμος, η, ov Hdt.2.98, also os, ov Id.6.106: (λέγω Β): worth mention, notable, famous, πόλις II. cc.; 7τόλισμα, έθνος, άνήρ, Id.1.143, 171,9.64; λ. ές τά πρώτα Id, 9 16; -ώτατος ib.37 ', as epith. of temples in Egypt, ίερόν λ. PTeb (i A. D.), etc. (έλλόγιμος is more freq.). -ιον, τό, oracle, esp. one preserved from antiquity, Hdt. oracles, P1U.FA«S.26, Lys.22 : more freq. in pl.,,/ ,203,8.60 Hdt.1.64,8.62,141, ~E..Heracl.i,o$, Ar.Eq.120, al., Plu.Fa6.4, Marc.3: distd. fr. χρησμοί, Th.2.8 (the former being prose, the latter verse, acc. to Sch., but this distn. does not hold), ci. P\u.Pel.20, Nic.ij, 2.412c. 2. τά λ. Κυρίου the sayings of the Lord, LxxPs. 11(12).6, cf. Act.,ך, Ap.38 Ep.Rom.3.2, lep.pet II. τό λ. τών κρίσεων the oracular breastplate worn by the Jewish High-Priest, Lxx.fcr (30), cf. Ph.2.154; τά λόγια Aristeas 158, -105, a, ov, (λόγος) of ο r belonging to λόγοι: I. versed in tales or stories (cf. λόγος ν), λόγιοι και αοιδοί Pi.F.I.94, cf. Ν.6.45 : hence of chroniclers (opp, poets), Περσέων οί λόγιοι Hdt.I.I ; Αιγυπτίων -ώτατοι Id.2.3, cf. 4.46; so later, οί -ώτατοι τών αρχαίων συγγραφέων Plb.6.45!; , D.S. 2.4, D.H.5.17, etc. 2. generally, learned, erudite, Dem0cr-30,etc.; λ. 7repl τήν 'όλην φύσιν Arist.P0/.1267 b 28 ; δ λ. Άκεστίνος, of a learned physician, Hid.4.7; οί ώτατοι Τυρρηνών, of the Tuscan haruspices, Plu.S«(//.7 ; ΧαλδαΙωνοί λ. Arr.,$.ך. An.16 ci. ].AJ1j.6.-2, etc.; λογιώτατος as title, OG/408.5 (Theb. A eg.), POxy (v A.D.), etc. ; δ της λ. μνήμης σχολαστικός PMasp (vi A. D.). II. skilled in words, eloquent, τό μεγαλοπρεπές όπερ νυν καϊ λόγιον ονομάζουσιν Demetr.F/oc.38, etc.; Arist. is said to have made Thphr. [» τί ] -ώτατον (of his disciples), Str ; λ. άφωνου γενόμενος P\\1.P0mp.51 ; epith. of Hermes, as the god of eloquence, Luc. Apol.2, Gall. 2 (Sup.), Jul.Or-4.132a; οί λ. θεοί Id.Ep.80 ; this sense is condemned by Phryn Adv. -ίως eloquently, Plu.2.405a ; ώς ένήν -ώτατα as nearly in words as possible, of the elephant, ib,968d. III. oracular, 'Απόλλωνος δώμα λόγιον Berl.Sitzb (Cyprus). -ιότης, ητος, ή, eloquence, Ph.3.93, Plu.2.205a ; ascribed to Sophocles by Id d. II, as title, from λόγιος 1. 2, ή σή λ. POxy.go2.1j(v A.D.), etc. -is, ίδος, ή, fem. derivative of λόγος, λογίδες σεμναί Anon.ap.^w.O.r ισις, εως, ή, = λογισμός, Phryn.FS p.65 Β. -ισμα, ατοί, τό, reckoning, account, Antiph.243; ε7τ! λόγισμα αργυρίου JHS9-2\8 = fici/ (Cyprus). -ισμός, δ, counting, calculation, τών ήμερων Th ; τυγχάνειν τοΰ αληθούς λ. Id.3-20 ; έκ τοιοΰδε λ. εξεστί τψ σκοπεΐν Id.5.68; εν λ. άμαρτάνειν Pl.F.340d; αριθμός καϊ λ. ld.phdr.2~4c; Μ λογισμόν έλθόντες Id. Euthphr.*] b; καθέζεσθαι έπι τους λ. Aeschin.3-59 : ' η ρ' -, numbers, arithmetic, λογισμούς μανθάνειν X.Mem י, λογισμούς τ ε καϊ άστρονομίαν καϊ γεωμετρίαν..διδάσκειν Pl.Prt.j1Se, cf. /?.510c, al. 2, account, reckoning, Lys.32.19, D , ; etc λ - λαμβάνειν hold an audit, Arist.Fo/ b 9 II. without reference to number, calculation, reasoning, τοΰ Συμφέροντος λογισμψ Th.2.40 ; καθιστάναι τινάς ες λ. Id.6.34; λογισμψ ελάχιστα χρώμενοι Id.2. II ; ενδέχεται τι λογισμόν Id.4.92 ; λ. αΰτοκράτορι (ν. αυτοκράτωρ 1.4) ib.lo8 ; οΰ λογισμψ δόντες τους κινδύνους Lys ; λογισρ.όν περί τίνος εχειν Ρ1. Z.^805. a ; < 0V0 ήν άνθρωπίνιρ λ. δυνατόν D , לי cf. 193 τοις λ. τοις ιδίοις πταίων αεί Men.380 ; μετά λογισμού πάντα πράττουσίν τίνος Id. 617, cf. Philem.90.10, etc.; personified, opp. Θυμός, Cleantb.Stoic. 1, reason, argument, X.//G3.4.27, Pl.7V.34a, III. reasoning power, [Epich.] 257.1,Democr.187, X.Mem , Epicur. Sent. 16, al.: freq. in Arist., τδ τών ανθρώπων γένος [ 7j] καϊ τέχνη καϊ λογισμοΐς Metaph.98d 28, cf. ^^«.415*8,al. Only in Prose and Com. λογιστ-εία, ή, office of λογιστής, Bull.Inst.Franfaisd'Arch.Orient (Egypt, iii/ii B. c.), Inscr.Delos396A 19 (ii B. C.), IG12(1).83 (Rhodes, ii A, D.), OG (Aphrodisias), PKlein.Form (iv/v A. D.), Cod.fusl.io.56.1, etc. -ε'ον, one must reckon, Vett.Val ; λ. από.. one must deduct from.., τήν τροφήν.,από τών εβδομήκοντα (iv Α.,(.ם etc.: c. gen., to be curator of, της κολωνίας, της.. πόλεως, IG 5(1) 524 (Laconia), OG/ (Aphrodisias). II. metaph.,ήφύσις λογιστεύει τά μόρια Sever.Clyst.p.6 D-, cf. Suid. -ήριον, τό, the place at Athens where the λογ ιστοί met, Decr.ap. And (pl.), Lys.20.10; later of any office, λ. τών νομαρχικών Klio (Alexandria, ii B. c,\ cf. PPetr.2 p.26 (iii B.C.), PTeb.24,38 (ii B.C.) ; στρατιωτικόν λ. waroffice, Str λογιστήρια, τά, = λογισταί, Arist.Fr.446; άνενεγκά τω δ ταμίας..τ φ πρώτω λογιστηρίφ at the first meeting of the λογισταί, SIG (Gambreum, iii B.C.). II. reckoning-board, abacus, D.S ; called τράπεζα λογιστήρια by Poll ή?1 ov, δ,calculator, teacher of arithmetic, Pl.Pl/. 260a, /? 340d. 2. catculator, reasoner, λεπτώ λογιστά Ar. Αν.1,1:8 ; δίκαιος λ. των..ύττηργ!αένων D.Γ, 10. II. auditor, esp. at Athens, in pl., a board which audited the accounts of magistrates going out of office, Aeschin.^.i,, D.18,117,229; also called εϋθυνοι acc, to Arist.F0/ b 11, but distd. ן, 2).20 ) from them, Id.Ath.48.-j, IGfi.91, ; also at Delos, ib.i 1 A 63 (iii B. c.) ; in Egypt, λ. Όξυρυγχίτου (sc. νομού) POxy.S^. 2, etc.; λ. κώμης PKlein.Form.6 17 (Ν A. D.) : metaph., λογιστάΐ των..χορών, of the audience, Eup = Lat. curator reipublicae, an Imperial com missioner and inspector of accounts, IGRom (Bi thynia), etc. -ικός, ή, όν, skilled or practised in calculating, PI.7~A/. 145a, X.Mem.1.1.7; οί φύσει λ. Pl./?.526b; of a mathematician, AP : Subst. ή -κή (with or without τέχνη), practical arithmetic, the art of arithmetic, opp. αριθμητική (the science of number), Pl.Grg. 450d,451b,/?.525a, al.; so τό-κόνΐά. Chrm. 174b; ή Α., opp. γεωμετρία, Archyt.4 II. endued with reason, rational, ζψα Arist.deAn. άλογος, λ. [μόριον της ψυχί)$] ib.432 a 25; λ. ίρεξις, ορρ. [& י] 434"7; Id./?/(.1369"2 ; τό λ. (sc. της ψυχής) the reasoning faculty, Pl./?.439d, cf. Arist. 70/>.128 b 38; = Tb βουλευτικόν, Id.EN 1139* using one's reason, reasonable, X.HG5.2.28, Men.F/nV.541. III. -κόν, τό, expenses of the λογιστεία, Inscr. Delos , 399 A 96 (ii B.C.). λογιστονόμος, ov, regulating accounts, Man λογκουριον (λογούρ 10ν (, cod ύαλος, Hsch. (cf. λυγκούριον, λογούριον). λογογραφ-ενβ, έως, δ, = λογογράφος II, D.H.2?/«.ll codd. (-γράφψ Sauppe). -έω, to be α λογογράφος 11, write speeches, τισι for people, Pla.Comp.Dem.Cic.j ; επί τίνα \d.dem.6. II. make into a story, [μυθάρια]jul.or.7.208c. III. keep accounts, ψευδώ$ λ., 'Ελληνικά 1.18 (Gytheum, i A. D.). ηρ»7 ατος, τό, prose work, Anon. inrh W. -ία, ή, writing of speeches : and generally, ofprose, Pl. Phdr.257ε, 258b ; ιστορία και ή άλλη λ. Hermog./i ; esp. speechwriting for, mone3 Demad office of official recorder in a lawcourt, ΡΑιη/ι.2.82.η (iii/iv A. D.). -ικός, ή, όν, of or for writing speeches or prose, ανάγκη λ. inevitable rules for composition, Pl. Phdr.264b ; ή -κή (sc. τέχνη) Id.ap.Poll ; ή λ. ιδέα Aramon. m Int os, δ, prose-writer, opp. poet (v. λόγος ν), Arist,/?Α b 22, D. Η. Co>«/> : applied to the early Greek historians from Cadmus of Miletus to Hdt. by Th. 1.21; cf. λογοποιός 1: generally, historian, Plb>7.7.1 ; coupled with συγγραφεύς, D.H.I.73. II, professional speech-writer, Alex , Aeschin.1.94; as a term 0( reproach, δια πάσης της λοιδορίας έκάλει λογογράφον Pl.Phdr.2tp]c, cf. Din.ι.III, D.19,246. Aeschin.3.173, W.yp.Ath.j\ but without such implication, Χαιρήμων ακριβής ωσπερ λ. Arist./?A.1413 b 13 accountant, POxy.211 j (iv A.D.), etc. IV. recorder in a court, PAmh (iii/iv A. D.). λογο-δαιδαλία, Ion. -ίη, ή, skill in adorning a speech, Aus.Ep δαίδαλος, ov, skilled in tricking out a speech, Pl.Phdr, 266e. -δεής, ές, ivanting in reason or reasonableness, prob. 1. in Arist.S/>1r.481 b 27. -δεπτνον, τό, feast of words, learned banquet, Ath.i.b. -διάρροια,ή,fluxof words, ib.22e,4.159ε. -δϊδά. σκάλος, δ, teacher of eloquence, Poll tistia, ή, prosaic diction, D.H. Comp.26. -ειδής, ές, prose-like, prosaic, στίχος Sch.Heph.p.292 C., cf. Hermog./a'.i.s (Comp.), Eust , etc.; τό λ. prose, D. L.7.60; but also, command of language, Philostr, VA II. resembling reason, θηρία λογοειδή, λογοειδε'ϊς Ivipγειαι Dam.Fr.18. III. reasonable, rational, Procl.Inst.lll,inAlc, P-68C. -θεσία, ή, keeping of accounts, POxy (ρΐ.,νί A.D.) i audit, BGU-;7.10 (ii A.d.), etc. II. description, account, B'\to θε'σιος, δ, accountant, Palchosin Cat.Cod.Astr : -θέσια, τά, account-books, ib θετέω, call to account, Epimyth. adaesop.406: Pass., MitteisOir. 372ii3. II. keep accounts, Antioch.Astr. in Cat.Cod.Astr^ θε'της, ό, auditor, BGUli.ioiii A.D.), a!., Cod.Just. al , Procop.^re.8, «' ρητός, ov, to be apprehended by the intellect alone, of the pores, Cael. Aur. ΓΡ3.2.19, CP2.16, cf. Cic.ap.Macr.Sa/ θήρα.5, ου, δ, word-catcher, Ph , al. -ιατρεία, ή, healing only in words, v. λογίατρος. -κλοιτία, ή, stealing of another's words or thoughts, plagiarism, attributed to Empedocles by Timae.81. -\εσχέ< >, pratt, Eust λ&τχης, ου, δ, prater, AP\ 1.140(Lucill.). ;P" γειρος [ά], δ, one who cooks up words, Suid. s. ν.άντιφών. -μανεω, to have a passion for study, ChioF/ μαχε'ω, fight about words, 2Ep. Ti μαχία, ή, war about ivords, disputation, \Ep. Ti.6.4 (pl), Porph.ap.Eus.FF14.10; title of Menippean satire by Varro, Nonius p. 268 L., Porphyr. ad Hor.Sat.2.4. _ writer or actor of spoken mimes, Hegesand. 13. <(_ -μνθιον i μνών..λογιστέον D one must impute, τινί τι Η ז Id.5.ן. fabulous II, legend, Pol) ιτλάθοβ [α], δ, fable-maker, e.g. one must take into account, τι Pl. 7Y.62a. 2. one must reason, Men. Aesop, Phryn.PS p.86 B εύω, administer as λογιστής, τους Σμυρναίους Philostr. VS λογοττοι-εω, write, compose, Pl.tf.378d, Lg.6$6d ; write speeches, , cf. Jahresh,23 Bcibl. 54 (Mopsuestia), IGRom.3.6, OG/ ld.euthd.289d. 2. fabricate tales, esp. of newsmongers, Th.0.381

37 λογοπραγέω And.1.54! Lys , D.4.49, Thphr.CW.8.1; τάς [συμφοράς] αύτοϊ λογοποιοΰσιν Lys ; λ. κατά τή 5 πόλεο.<s Plb : Pass., D.C Med -T settl e accounts, πρός τινας PRyl (' A.d.), etc. : Pass., Os/r III. Med., make proposals, 'ιδία πρός τινα Luc. DMeretr. 1 ο. 4. ^ -ημα, ατος, τό, idle tale, piece of gossip, Antiph ία, ή, tale-telling, newsmongering, Thphr.Char II. tale, piece of gossip, N1c.Dam J. (pl.:), Charito 3.2 (pl.). 2. prayer, Sm.Ps. 10r(102).l. III. rendering of accounts, PLond (vi A.D.). -ικός, ή, όν, of or like a λογοποιόϊή -κή τέχνη, = λογογραφική, Pl.E11thd.28gc. -ός, ό, prose-writer; esp. historian, chronicler, \d.r.frg2a., Isoc.5.109, ; applied by Hdt. to Hecataeus, 2.143,5.36,125; to Hdt. himself by ArrMM writer of fables, Αΐσωπ05 ό λ. Hdt.2.134, cf. P1U.S0/.28. II. at Athens, = λογογράφος 11, professional speechmaker, P\.Euthd. 28gd. 2. with collat. sense of tale-teller, newsmonger, , Thphr.CAar.S.i, Plu.Afc.30. \ογο ττρayia, write copiously, Eust πράκτωρ, ορος, ό, dub. sens, in PBaden26.40 (iii A.D.). π-ώλης, ου, ό, dealer in words, Ph.1.526, Philostr.KSr λόγος, ό, verbal noun of λέγω (β), with senses corresponding to λέγω (β) II and in (on the various senses of the word v. TheoSm. pp.72,73 H., ^4«.0^.4.327) : common in all periods in Prose and Verse, exc. Epic, in which it is found in signf. derived from λέγω (β) III, cf. infr. VI. ι a : I. computation, reckoning (cf. λέγω (β) 11). 1. account of money handled, σανίδες ε'ις &ς τόν λ. άναγράφομεν 7G '! έδίδοσαν τόν λ. ib ; λ. δώο-ets τών μετεχείρισας χρημίτων Hdt , cf. 143! ούτε χρήματα διαχειρίσας της πόλεως ίίδαιμι λ. αύτών οϋτε άρχήν άρξας ούδεμίαν εύθύνας υπέχω νΰν αυτής Lys ; λ. άπενεγκεΐν Arist.Ath.54-1 ; εν ταΐς εύθύναις τοΰ τοιούτου λ. ΰπεχέτω Pl.Lg.774b ; τόν τών χρημάτων λ. παρά τούτων λαμβάνειν D.8.47! αδικήματα είς αργυρίου λ. ανήκοντα Din.1.60; auvapai λόγον μετά τίνος settle accounts with, Εν.Matt , etc.; SsuTEpoi λ. a second audit, Cod.fust ; ό τραπεζιτικός λ. banking account, TheoSm.P.73H. : metaph., ούκ &v πριαίμην ούδεvbs λ. βροτόν S.Af.477. b. public accounts, i.e. branch of treasury, Χδιος λ., in Egypt, OGI 188.2,189.3,669.38; also as title of treasurer, ib.408.4, Str.17.1_12 ; ό έπϊ τών λ. IPE2.2gA (Panticapaeum); δημόσιος λ., = Lat. fiscus, OG/ (Egypt, i A. D.), etc. (but later, =aerarium, Cod.Just ); also Καίσαρος λ. OGI66g. 30; κυριακός λ. ib.i8. 2. generally, account, reckoning, μή φΰναι τόν απαντα νικ$ λ. excels the whole account, i.e. is best of all, S.OC 1225 (lyr.); δόντας λ. τών εποίησαν accounting for, i.e. paying the penalty for their doings, Hdt ; λ. α'ιτεΐν Pl.Pit. 285ε ; λ. δοίναι «αϊ δέξασθαι Id.PrZ.336c, al.; λαμβάνειν λ. καϊ ελέγχει ν Id.Menffrd ; παρασχεΐν τών ε'ιρημένων λ. Id.P.344d 5 λ. α,παιτείν D.fro.Ifr, cf. Arist. ΕΝι 104*3; λ ύπέχειν, δούναι, D.19.95> εγγράψαι Id , al.; λ.αποφέρειν τή πόλει Aeschin.3.22, cf. Ev.Luc.\6.2, Ep.Hebr.lfr.17; τόταράδοξον τών συμβεβηκότων ύπό λόγον άγει ν Plb i λ V έπιστήμη, ιτολλά δέ ό λ. the account is manifold, Plot ; έχων λόγον τοΰ δ!ά τί an account of the cause, Arist.AP0.74 h 27; ες λ. τινός on account of, ές χρημάτων λ. Th.3.46, cf. Plb , Lxx2Ma.l.!4,JRS (Jerash); λόγφ c. gen., by way of, Cod.Just.fr.2. fr, al.; κατά Uyov τοΰ μεγέθους if we take into account his size, Arist.7P45!7 b 27; TTpos'ov ήμΐν i λ. Ep.Hebr.4.13, cf. D.Chr measure, tale (cf, infr. 11.1), θάλασσα,.μετρέεται is τόν αύτόν λ. όκοΐος πρόσθεν Heraclit.31; ψυχή5 έστι λ. εαυτόν αύξων Id. 115 ; is τούτου (sc. γήραος) λ. ού πολλοί τίνες άπικνέονται to the point of old age, Hdt. 3.99, cf. ; ό ξύμπας λ. the full tale, Th.7.56, cf. Ep.Phil.4.15 ; κοινφ λ. νομίσαντα common measure, Pi.Lg.746e ; sum, total of expend!- ture, 7G4 2 (1).IO3.I5I (Epid., iv B.C.); ό τής ουσίας A., = Lat. patrimoniimodus, Cod.Just.r esteem, consideration, value put oil a person or thing (cf. infr. vi. 2 d), οδ πλείων λ. ή τών άλλων who is of more worth than all the rest, Heraclit. 39 ; βροτών λ. ούκ έσχεν ούδέν' A.Pr.233 ; ού σμικρού λ. S.OC1163: freq. in Hdt., Map- Ιονίου λ. ουδείς γίνεται ; των ήν ελάχιστος άπολλυμένων λ. 4 '35, cf. E.Fr.94, περί εμού ούδεϊς λ. Ar.Pa.87» λόγου ούδενός γίνεσθαι ; cf. pis τίνος to be of no account, repute with.., Hdt.1.120, «λιίγ ποιήσασβαί τίνα make one οϊ account, Id.1.33; ίλαχίστου,πλείο του λ. είναι, to be highly, lowly esteemed, Id , ; but also λιίγον τινός ποιεΐσθαι, like Lat. rationem habere alicujus, make account 01, set a value on, Democr.187, etc.: usu. in neg. statements, ούδένα λ. τοιήσασθαί τίνος Hdt.1.4, cf. 13, Plb.21,14.9, etc.; λ. έχει ν Hdt.I. J 2 1I15 Ι λ. Ίσχειν περί TIVOS Pl.PZ.87c; λ. έχει ν περϊ τούς ποιητάς Lycurg.107; λ. έχειν τινός Ό.18.igg, Arist.PAi 102 b 3 2 Plu.Phil.18 ^but also, have the reputation of.., v. infr. vi, 2e) ; iv ούδενΐ λ. ποιήησθαί τι Hdt.3.50 ; iv ούδενϊ λ. άπώλοντο without regard, Id.9 7! Orac.ap. μι κρφ λ. ετναι Pl.R.frfroa ; ύμεΐς ού τ' εν λ. ου τ εν άριθμφ» ach.theoc ; εν ανδρών λ. [είναι] to be reckoned, count as a man, lttt ; iv ίδιώτεω λόγφ καϊ άτιμου reckoned as.., Eus.Mynd.Fr. 59; <τεμνό5 ε'15 αρετής λ. καϊ δόξης D II. relation, correspon- nee «proportion, 1. generally, ύπερτερίης λ. relation (of gold to )> Thgn.418 = 1164 ; 7rpi>* λόγον τοΰ σήματος Α. ΓΛ.519; κατά wyov προβαίνοντες τιμώσι in inverse ratio, Hdt.1.134> cf 7 3 6, κατά ^T ής'αποφορή5 Id ί τάλλα κατά λ. in like fashion, Hp.KAf16, 17: c. gen,, κατά λ. τών πρόσθεν ib. 24; κατά λ. τών ημερών Ar. Hj 9 ' * "" τή5 δυνάμεως X.Cyr ; ίλάττω ή κατά λ. Arist. "^508*2, cf. ΡΑ671*18 ; <?κ ταύτης εγένετο ίκείνη κατά λ. Id.Pol. 1J 57'3I ; cf. είλογος : sts. with ό αυτός added, κατά τόν αύτόν λ. τφ Τ Χ*Ϊ * in fashion like to.., Hdt.1.186; περϊ τών νόσων ό αύτός λ. λόγος analogously, PI.771Z.I58d, cf. Prill. [36b, al.; els τόν αύτόν λ. similarly, Id./?.353d ; κατά τόν αύτόν λ. in the same ratio, 7G ; by parity of reasoning, Pl.Cra.393c, P.610a, al. ; ova λόγον τινός, τινί, Id. TV.39c, Ale.2.143d ; τούτον «χει τόν λ. 7rpos..hv ή παιδεία πρός τήν άρε τήν is related to..as.., Pr0c\.inEuc.p.20F.,a\. 2. Math., ratio, proportion (b κατ άνάλογον λ., λ. τής αναλογίας, Theo Sm.p.73 Η.), Pythag.2 ; ίσότ-ης λόγων Arist.ΕΝι 131 a 3! ; λ. «'στ! δύο μεγεθών ή κατά πηλικότητα ποιά σχέσις li.uc.frdef.fr ; των αρμονίων τους λ. Arist.Metaph.g8fr b fr2, cf b 14; λόγοι αριθμών numerical ratios. Aristox.//av«!.p,32 Μ.; TOUS φθόγγους αναγκαΐον iv ίριθμού λ. λέγεσθαι πρός αλλήλους to be expressed in numerical ratios, Euc.Sect.Can. Proem.: in Metre, ratio between arsis and thesis, by which the rhythm is defined. Aristox.77«rm.p.34M. ; εάν jj ισχυρότερα τοΰ αισθητηρίου ή κίνησις, λύεται ό λ. Arist.deAn.424*3 ί νά λόγον analogically, Archyt. 2 ; ανά λ. μερισθεΐσα [ή ( ψυχή proportionally, Ρ1. Ti.37a; so κατά λ. πρός > Men λόγον in proportion, Plb , (but πρός λόγον επί στενόν συνάγεται narrows uniformly, Sor. τ.9, cf. Diocl.Fr.17fl; επί λόγον IGfr(l).!428 (Messene). 3. Gramm., analogy, rule, τω λ. τών μετοχικών, τής συγκοπής, by the rule of the participles, of syncope, Choerob. in 771«>rf.1.75 Gaisf., Η. ; είπε μοι τόν λ. τοΰ Αϊας Αϊαντος, τουτέστι τόν κανόνα An.Οχ III. explanation, 1. plea, pretext, ground, εκ τίνος λ.; A.Ch.frlfr; εξ ούδενός λ. S.Phffrl 5 άπό παντός λ. Id.OC762 ; χώ λ. καλός προσήν Id.Ph.frfr2! άφανεΐ λ. ld.ot6fr7 (Jyr., v.l. λόγων)', εν άφανεΐ λ. Antiphofr.frg > 6 ' 7 Ί τοιοντφ λ. Hdt ; κατά τίνα λ.; on what ground? Pl.P.366b; ουδέ πρός 'ένα λ. to no purpose, Id.Prt. 343d; επί τινί λ., for what reason? X.//G2.2.19; τόν λ. τούτον this ground of complaint, Aeschin ; τίνι δικαίφ λ.; what just cause is there? Pl.Grg512. c; τίνι λ.; on what account? Act.Ap.10.2g ; κατά λόγον άν ήνεσχόμην ύμών reason would that.., ib ; λ. εχειν, with personal subject, εΐχον άν τινα λ. I (i. e. my conduct) would have admitted of an explanation, P1.Ap.fr ib ; τον ορθόν λ. the true explanation, ib-34b. b. plea, case, in Law or argument (cf. νιπ. 1), τόν 'ήττω λ. κρείττω ποιεΐν to make the weaker case prevail, ib. 18b, al., Arist.FA. 1402*24, cf. Ar.Nu (pl.) ; personified, ib.886, al.; αμίνεις τφ τής ηδονής λ. Pl.PAfli.38a; ανθίσεις τους λ. αυτών προς τόν θεόν LxxEx.18.1g ; εχειν λ. πρός τίνα to have a case, ground of action against.., Act.Ap statement of a theory, argument, ούκ εμεΰ άλλα τοΰ λ. άκουσαν τα? prob. in Heraclit.50 ; λόγον ήδέ νόημο. άμφϊς αληθείης discourse and reflection on reality, Parm.8.50 ; δηλοΐ ούτος ό λ. ότι.. Democr.7 ; ούκ έχει λόγον it is not arguable, i.e. reasonable, S.P/.466, Pl.P6rf.62d, etc.; έχει λ. D ; ούδείς αυτά καταβαλεΐ λ. Ε.Ρα.202 ; δίκασον..τόν λ. άκουσας P\.Lg.6g6b ; personified, φησί ούτος ό λ. ib.7!4d, cf. Sph. 238b, Phlb.50a ; ώς b λ. (sc. λέγει) Arist. PZV1115 b 12 ; i!s ό λ. b ορθός λέγει ib.1138 b 20, cf. 29 ; ό λ. θέλει προσβιβάζειν Ph'd. Rh. 1.41, cf. I.19S.; ού γάρ hv άκούσειε λόγου άποτρέποντος Arist.F/Vi τ 79 b2 7 ' λ - καθαίρων AristoSZoZc ; λόγου τυγχάνειν to be explained, Pb.ld.Mus.p.77 Κ- 5 ό τόν λ. μου άκούων my teaching,, Ev.fo.fr.24 ό προφητικός λ., collect.,of VTprophecy, 2Ep. Pet.i.ig : pl., όκόσων λόγους ήκουσα Heraclit.108 ; ούκ ίπίθετο τοις εμοΐς λ. Ar.Nuffr ; of arguments leading to a conclusion (ό λ.), Pl. Cn.46b ; τά Άναξαγόρον βιβλία γέμει τούτων τών λ. Id.y4jfc.26d ; λ. από τών αρχών, επί τάϊ αρχάς, Arist.PA^1095 a 3 I ί συλλογισμός εστί λ. εν φ τεθέντων τινών κτλ. ld.apr.24 h 18 ; λ. άντίτυπός τε καί άπορος, οί a self-contradictory theory, Plot b. ό περί θεών λ., title of a discourse by Protagoras, D.L.9.54 ; ό Άχιλλεύς λ., name of an argument, ib.23 5 αύξόμενος λ. Plu.2.559b ; καταβάλλοντες (sc. λόγοι), title of work by Protagoras, S.E.il/,7.60 ; λ. σοφιστικοί Arist.SE 165*34, al.; οί μαθηματικοί λ. Id.Rh. 1417*19, etc.; οί εξωτερικοί λ., current outside the Lyceum, Id.Ph. 217 b 31, al.; Δισσοί λ., title ofa philosophical treatise ( = Dialex.); Α. καϊ Αογίνα, name of play of Epicharmus, quibble, argument, personified, Ath.8.338d. c. in Logic, proposition, whether as premiss or conclusion, πρότασίς 4στι λ. καταφατικά ή άποφατικός τίνος κατά τίνος Arist.APr. 24* 16. d. rule, principle, law, as embodying the result of λογισμός, Pi , P. 1.35, N. 4.frI ; πείθεσθαι τφ λ. άν μοι λογι ζομένφ βέλτιστος φαίνηται Pl.CrZ.46b, cf. C ; ήδονάς τοις όρθοΐς λ. επομένας obeying right principles, Id.Lg-.696c; προαιρέσεως [ αρχή ] όρεξις καϊ λ. ό ενεκά τίνος principle directed to an end, Arist.ΕΝΙ I 39*32 ; of the final cause, αρχή ό λ. εν τε TOIS κατά τέχνην καϊ εν τοις φύσει συνεστηκόσιν Id.P/4639 bl 5 > άποδιδόασι τους λ. καϊ τάς αιτίας οΰ ποιούσι εκάστου ib. 18; [τέχνη] έξις μετά λ. αληθούς ποιητική Id.ΕΝι 140*10 ; ορθός λ. true principle, right rule, ib.i 144 b2 7? IJ 47 b 3>al-; κατά λόγον by rule, consistently, b κατά λ. ζών Pl.Z-g-.689d, cf d ; τό κατά λ. ζην, ορρ. κατά πάθ05, Arist.PZV1169*5 ; κατά λ. προχωρεΐν according to plan, Plb law, rule of conduct, φ μάλιστα διηνεκώϊ όμιλούσι λόγφ Heraclit.72 ; πολλοί λόγον μή μαθόντες ζώσι κατά λόγον Democr-53 ; δε< ύπάρχειν τόν λ. τόν καθόλου Tots άρχουσιν universal principle, Arist.ΡοΖ. 1286*17; ό νόμος..λ. &ν από τίνος φρονήσεως καϊ ν05 Id.PA'l 180*21; ό νόμος.. έμψυχος ών έαυτφ λ. conscience, Plu c ; τον λ. πρόχειρον εχειν precept, Phld.Piet.fro, cf. 102 ; b προστακτικός τών ποιητέων ή μή λ. κοινός M.Ant thesis, hypothesis, provisional ground, s > άν εί λέγοι λόγον maintain a thesis, Pl. Prt.fr44b ; ύποθέμενos εκάστοτε λ. provisionally assuming a proposition, Id.PArf.iooa; τόν τής όμοιότητος λ. hypothesis of equivalence, Arist. Cael. 296* reason, ground, πάντων γινομένων κατά τόν λ. τόνδε Heraclit. I; οΰτω βαθύν λ. έχει Id.45; lit λόγου, ορρ. μάτην, Leucipp.2 ; μέγιστον σημεΐον ούτος ό λ. Meliss.8 ; [Εμπειρία] αύκ έχει λ. ουδέ να ων προσφέρει has no grounds for.., Pl.Gr^.465a ; μετά λόγου μ m

38 λόγος 1058 λόγο 9 τε καϊ επιστήμης θείας Id.Sph.265c ; ή μετα λόγου αληθής δόξα ( = εττιστήμη) ld.tht.20jc; λόγον ζητοΰσιν ων ουκ έστι λ. proof Arist, Metaph.loll a I2 ; οί απάντων ζητοΰντες λ. άναιροΰσι λ. Thphr.Metaph. 26. β. formula (wider than definition, but freq. equivalent thereto), term expressing reason, λ. της πολιτείας PI.P.497C ; ψυχής ουσία τε καϊ λ. essential definition, Id.PArfr.245e; ο τοΰ δικαίου λ. Id.P. 343a ϊ τόν λ. της ουσίας ib.534^ dךphd.8 ; τάς παλλάς έπιστήμας ένϊ λ. προσειπεΐν Id, Tht. 14Μ; ό τής οίκοδομήσεως λ. έχει τόν της οικίας Arist. ΡΑ646 b 3; τεθείη άν Ίδιον όνομα καθ' έκαστον τών λ. ld.metaph.loo6*5, cf. I035 b 4 > 5 זי«όρισμός λ. τις έστι Id. Top. 102^5 ; ε'7τϊ τών σχημάτων λ. κοινός generic definition, \d.dean.41^23; ακριβέστατος λ. specific definition, Id.P0/.1276 b 24 ; πηγής λ. έχον Ph ; τό ψόν ουτε αρχής έχει λ. fulfils the function of.., Plu.2.637d; λ. τής μίξεως formula, i.e. ratio (cf. supr. 11) of combination, Arist.P^4642 a 22, cf. Afe/a/>A.993 a 17 7 reason, law exhibited in the world-process, κατά λόγον by law, κόσμψ πάντα καϊ κατά λ. έχοντα PI.P.500C; κατ τον (αύτόν αυ) λ. by the same law, Epich ; ψυχής τό παν τόδε διοικαύσης κατά λ. Plot esp. in Stoic Philos., the divine order, τόν τοΰ παντός λ. ενιοι είμαρμένην καλοΰσιν ZenoStoic.Ι.24 ; τό ποιούν τόν εν [τί) SAJ7] λ. τόν θεόν ibid., cf. 42 ; ό τοΰ κόσμου λ. Chrysipp. Stoic.2.264; λόγος, = φύσει νόμος, Stoic.2.169; κατά τόν κοινόν θεοΐς καϊ άνθρώποις λ, י Μ.Ant.7-53 ό ορθός λ. δια πάντων ερχόμενος Chrysipp.S/oi'c.3.4 : so in Plot., τήν φύσιν είναι λόγον, &y ποιεί λ. άλλον γέννημα αίτοΰ b. σπερματικός λ. generative principle in organisms, δ θεός σπ. λ. τοΰ κόσμου ZenoStoic : usu. in pl., Stoic ,314, al.; γίνεται τά εντψ παντ1 ου κατά σπερματικούς, αλλά κατά λ. περιληπτικούς,ך. Plot.J.l cf י so without σπερματικός, ώσπερ τινές λ. τών μερών Cleanth.Sta'c.i.l 11; οί λ. τών 'όλων Ph Ο. in Neo-Platonic Philos., of regulative and formative forces, derived from the intelligible and operative in the sensible universe, όντων μειζόνων λ. καϊ θεωρούν των αΰτους εγώ γεγέννημαι Plot.3.8.4; οί εν σπερματι λ. νλάττουσι. τά ζψα οΐον μικρούς τινας κόσμους Id , cf , ; ορρ. 'όρος, Id.6.7.4, αφανείς λ. τής φύσεως Procl.in Ρ.1.18Κ.; τεχνικοί λ. ib.142k.,al. IV. inward debate of the soul (cf. λ. tv αυτή ττρός αυτήν ή ψυχή διεξέρχεται Pl. Tht.l8ge (διάλογος in Sph. 263ε) ; δ εν τή ψυχή, δ for«λ. (ορρ. δ έξω λ.), Arist. ΑΡο.76 b 25, 27; δ ενδιάθετος, ορρ. δ προφορικός λ., Stoic.2.43, Ph.2.154)j 1 thinking, reasoning, τοΰ λ. εόντος ξυνοΰ, ορρ. ιδία φρόνησις, Heraclit. ι ; κρϊναι δέ λόγψ.. ελεγχον test by reflection, Parm.1.36 ; reflection, deliberation (cf. vi. 3), εδίδου λόγον έωυτψ περϊ τής όψιος Hdt , c f- S.OP583, D.45-7; μή ε'ιδέναι..μήτε λόγψ μήτε εργψ neither by ל 34 reasoning nor by experience, Anaxag.7 ; & δή λόγψ μεν καϊ διανοία ληπτά, οψει δ' ου Pl.R.$2gd, cf, Prm. I35 e ; δ λ. ή ή αίσθησις Arist.piV a 35> a '» αυτψ μόνον τω λ. πιστεύειν (ορρ. αισθήσεις^, of Parmenides and his school, Aristocl.ap.Eus.PP14.17 : hence λόγψ or τω λ. in idea, in thought, τω λ.τέμνειν Pl.R.:,2^e; τψ λ. δύο εστίν, αχώριστα πεφνκότα two in idea, though indistinguishable in fact, Arist. pyv!102 a 30, cf. GC320 b I4,al.; λόγψ θεωρητά mentally conceived, opp. sensibly perceived, Placit , Dernetr.Lac.Herc ; τους λ. θεωρητους χρόνους Epicur.P^. I p. 19 U.; δια λόγου β. χ. ib.p. 10 U.; λόγψ καταληπτός Phld.Po.5.20, etc.; ό λ. οϋτω αΐρέει analogy proves, Hdt.2.33 ; ό λ. or λ. αΐρέει reasoning convinces, Id-3.45!6. 124) cf. Pl.Cri.48c (but, our argument shows, Lg.66jd): also c. acc. pers., χράται 'ό τι μιν λ. αίρέει as the whim took him, Hdt ; ήν μή ήμέας λ. αίρή unless we see fit, Id.4.127, cf. Pl,F.607b; later δαίρών λ. ordaining reason, ZenoStoic. 1.50, M.Ant.2.5, cf. 4.24, Arr.Epict , etc.: coupled or contrasted with other functions, καθ' ΰπνον επειδή λόγου καϊ φρονήσεως οϋ μετείχε since reason and understanding are in abeyance, PI.Pi.7id ; μετά λόγου τε καϊ επιστήμης, ορρ. αιτία αϋτομάτη, of Nature's processes of production, ld.sph.265c ; τό μέν δή νοήσει μετά λόγου περιληπτόν embraced by thought with reflection, opp. μετ' αίσθήσεως άλογου, Id. Ti.28a; τΐ> μέν άεϊ μετ' άληθοΰς λ., ορρ. τό δέ άλογον, ib-51e, cf. 70d,al.; λ. έχων έπόμενον τψ νοείν Id.ΡΑ/6. 62a ; επιστήμη ενοΰσα καϊ ορθός λ. scientific knowledge and right^rocuss of thought, Id.PArf.73a; πάς λ. καϊ πάσα επιστήμη τών καθόλου Arist.2kfca/>A.1059 b 26 ; τί> λόγον έχον Id.PA'1102 b 15,1138 b 9,al.: in sg. and pl., contrasted by Pl. and Arist. as theory, abstract reasoning with outward experience, sts, with depreciatory emphasis on the former, els TOIIS λ. καταφυγόντα Pl.PArf.99e; τόν εν λόγοις σκοπούμενον τά όντα, ορρ, τόν εν έργοις (realities), ib.iooa ; τί) αίσθήσει μάλλον τών λ. πιστεντέον Arist.G^760 b 3! ; γνωριμώτερα κατά τόν λ., ορρ. κατά τήν αϊσθησιν, ld.ph.l8g & 4 > έκ τών λ. δήλον, ορρ. εκ τής ίπαγωγής, Id.Mete.37S b 20 ; ή τών λ, πίστις, ορρ. ik τών έργων φανερόν, Id.Pol. 1326^29; ή πίστις ου μόνον επϊ τής αίσθήσεως αλλά καϊ επϊ τοΰ λ Id.PA.262 a 19 ; μαρτυρεί τά γιγνόμενα τοις λ. Id.P0/.r334 a 6 ; δ μέν λ. τοΰ καθόλου, ή δέ αϊσθησις τοΰ κατά μέρος explanation, ορρ. perception, Id.ΡΑ. 189 a 7 ; έσονται τοίς λ. αί πράξεις ακόλουθοι theory, ορρ. practice, Epicur.6eni.25 ; in Logic, of discursive reasoning, opp. intuition, Arist.PiV1142 a 26, 1143 b l ; reasoning in general, ib.1149 a 26; πας λ. καϊ πάσα άπόδειξις all reasoning and demonstration, Id. Metaph b 10; λ. και φρόνησιν Phld.Mus.p. 105 Κ.; δ λ. ή λογισμός ibid. ; τό ίδεΐν ούκέτι λ., αλλά μείζον λόγου καϊ πρό λόγου, of mystical vision, ορρ. reasoning, Plot Phrases, κατά λ. τόν εικότα by probable reasoning, Pl. Ti.jdb ; οίκουν τόν γ' εικότα λ. άν έχοι Id. Lg.647d ; παρά λόγον, ορρ. κατά λ., Arist.ΡΑ.Al. 142g % 2g, cf. ΕΝ 1167 b 19 ; cf. παράλογος (but παρά λ. unexpectedly, Ε.Ρα.940). 2. reason as a faculty, ό λ. ανθρώπους κυβέρνα [Epich.]256; [θυμοειδέϊ] του λ. κατήκοον Pl. Ti.70a ; [θυμός] ύπό τοΰ λ. ανακληθείς Id.Zi.440d ; συμμαχον τψ λ. τδν θυμάν ib.b; πειθαρχεί τω λ. τό τοΰ εγκρατούς Arist. Ι ΕΝII02 b 26; ίλλο τι παρά τόν λ. πεφυκός,?> μάχεται τψ λ. ib.i^; έναντ1'ωο ίϊ λόγου πρί>ϊ επιθυμίας P10t (8) ; ού θυμός, ουκ επιθυμία, ουδέ λ. ουδέ τις νόησις Id : freq. in Stoic. Philos. of human Reason, opp. φαντασία, ZenoStoic. 1.39; opp. φύσις, Stoic.2.206; ov σοφία ουδέ λ. έστ\ν εν [τοίς fipou] ibid.; τοϊς άλόγοις ζψοις ω! λ. έχων λ. μή εχουσι χρω Μ.Ant.6.23 ', ό λ. κοινόν?rphs τους θεούς Arr.Epict. λ. <5 iv προφορά λόγου τον εν ψυχή, οΰτω καϊ αρτή [ «5 >»'»] י"^ 0 >' λ. νου Piot ', ^ י rbv λ. σχείν τήν ο'ικείαν άρετήν (sc. ευδαιμονίαν) Procl.!«7V D! a ' so of the reason which pervades the universe, θείος λ. [Epich.]2 57 ; τό ν θείον λ. καθ'! Ηράκλειτο δι' αναπνοής <τπάσαντες νοεροί γινόμεβα S.E.Af (cf. lnfr.x). b. creative reason, αδύνατον ήν λόγον μή ουκ επϊ πάντα ελθεΐν Pl0t.3-2.I4; αρχή! 05 λ. και πάντα λ. καϊ τά γινόμενα κατ' αύτόν Id ; οί λ. πάντες ψυχαί Id V. continuous statement, narrative. Γ whether fact or fiction), oration, etc. (cf. λέγω (β) 11.2), 1. fable, Hdt.1.141; Αϊιτώπου λόγοι Pl.PArf.60d, cf. Arist.PA.1393 b 8 ; 6 τοΰ κυνός λ. X.Mem legend, ίρος λ. Hdt.2.62, cf. 47, Pi.P.3.80 (pl.); συνθέντες λ. Ε.Ρα. 297 ; λ. θείος Pl.PArf.85d ; ιεροί λ., of Orphic rhapsodies, Suid. s.v.'oρφεύς. 3. tale, story, άλλον έπειμι λ. Xenoph. 7.1, cf. Th. 1.97, etc.; συνθέτους λ. A, Pr. 686 ; σπουδήν λόγου urgent tidings, E.Pa.663 ; άλλος λ. 'another story'', Pl.Ap.j^e ; όμολογονμένος ό λ. εστίν the story is consistent, Isoc.3.27 : pl,, histories, εντοίσι s0 Άσσνρίοισι λ. Hdt.1.184, cf. 106,2.99; s < a historical work, Id ,6.19, : also in sg., one section of such a work (like later βίβλος), Id.2.38, 6.39, cf. vi. 3d ; so in pl., iv τοϊσι Λιβνκοΐσι λ. Id.2.161, cf. 1.75,5.22,7.93,213; iv τω πρωτψ των λ. Id.5.36,* ύ πρώτος λ., of St. Luke's gospel, Act.Ap.i.l : in PL, opp. μΰβος, as history to legend, Ti.26e ; ποιεΐν μύθους αλλ' ού λόγους Phd.6lb, cf. G r g a (but μΰθον λέγειν, ορρ. λόγψ (argument) διεξελθεΐν Pri. 320c, cf. 324^) ; περί λόγων καϊ μύθων Arist.Po/.l 336"3 ; ό λ..,μΰθός έστι Ael.NA speech, delivered in court, assembly, etc., χρήσομαι τή τοΰ λ. τάξει ταύτη Aeschin c Arist.PA.1358 a 38 ; δικανικοί λ. Id.PiV1181 a 4 > τρία γένη τών λ. τών Ρητορικών, συμβουλευ τικόν,δικανικόν,ενιδεικτικόν Id.PA.I358 b 7 ', τω γράψαντι τόν λ. Thphr. Char. 17.8, cf. λογογράφος 11; επιτάφιος λ. funeral oration, PI.Mr.236b; esp. of the body of a speech, opp. επίλογος, Arist.PA.1420 b 3; opp. προοίμιον, ib.1415 a 12 ; body of a law, opp. proem, Pl.Lg.y23h; spoken, opp. written word, τόν τοΰ ε'ιδότος λ. ζώντα καϊ εμψυχον 0S ό γεγραμμένος εϊδωλόν τι ld.phdr.2y6a ; ό εκ τοΰ βιβλίου βηθείς [λ.] speech read from a roll, ib.243c; published speech, D.C.40.54; rarelyofthe speechesintragedy (ρήσεις), Arist.Po.1450*6,9. VI. verbalexpression or utterance (cf. λέγω (Β) HI), rarely a single word, v. infr. b, never in Gramm. signf. of vocable {έπος, λέξις, όνομα, ρήμα), usu. ofa phrase, cf. ix. 3 (the only sense found in Ep.). a- pl., without Art,, talk, τόν έτερπε λόγου IL ; αίμύλιοι λ. Od.I.56, h.merc. 317, Hes.PA.890, O/.78, 789, Thgn.704, A.R ; ψευδείς Λ-, personified, Hes. Th.229; αφροδίσιοι λ. Semon.7.9ί ; αγανοϊσι λ. PIP ; 8ψαν δέ λ. φθονεροΐσιν tales, Id.7V,8.21 ; σμικροί λ, brief ivords,^ S.Aj.1268 (s.v.l.), /.415 ; δόκησα άγνώς λόγων bred οί talk, Id.02' 681 (lyr.): also in sg., λέγ'είσαι τω λ. τις ηδονή speak if thou delightest in talking, Id.El.8gl. b. sg., expression, phrase, πριν είπεΐν εσβλόνή κακόν λ. Id. Ant. 1245» cf. H.Hipp. 514; μ υρίας ως ειπείν λόγψ Hdt.!.SJ; μακρός λ. rigmarole, Simon.!89, Pir1zt.Metaph.\og1*i; λ. ήρέμα. λεχθείς διέθηκε τό πόρρω a whispered message, Plot > ^ ^hf to sum up, in brief phrase, Pl. Phdr. 241c, Phd. 6 5 d ; concisely, Arist. < Ρ PA r no3 b 21 (but also, = άπλώς, περί πάντων ένΐ λ. Id.GC325 a 1): λ. θελκτήριοι magic words, Ε.Hipp. 478 ; rarely of single words, λ. εΰσύνθετος οΐον τό "χρονοτριβεΐν" Arist.PA.1406"36; ουκ άπεκρίθη αύτη λ. answered her not a word, Εν.Μatt c. coupled or contrasted with words expressed or understood signifying act, fact, truth, etc., mostly in a depreciatory sense, λ. έργον σκιή Democr. 145; ώσπερ μικρόν παΐδα λόγοις μ' άπατας Thgn.254! λόγψ, ορρ. έργψ, Democr.82, etc.; νηπίοισι ου λ. αλλά ξυμφορή διδάσκαλος Id.76 ; εργφ κοϋ λόγψ τεκμαίρομαι A.Pr.338, cf. S.EI.59, OC782 ; λόγψ μένλέγουσι.. εργψ δε ουκ αποδεικνΰσι Hdt.4-8 ; 011 λόγων, φασίν, ή άγορή δεϊται, χαλκών δέ Herod ; "ϋτε λ ούτε "ργφ Lys.9-14! λόγοις, ορρ, ψήφψ, Aeschin.2.33;,< j opp.j01 Hdt.2.100; ού λόγψ μαθών Ε.Herad. y,» περί εκ λόγων, κούφου πράγματος Pi.Lg.gj^a; λόγοισι eis τό πιθανόν πεμμένα ib.886e, cf. imc.anach.lg; Ίνα μή λ. οίησθε είναι, άλλ' είδατε τήνάλήθειαν Lycurg.23, cf. D i ΡΡ- πράγμα, Arist. Top.l^A', ορρ. βία, Id.PA^l 179 b 29> cf a 5 ; opp. ovra, Pl.Phd.100i, opp. γνώσις, 2Ep.Cor.iu6 ; λόγψ in pretence, Hdt.1.205, PL P. 36 lb,376a, Ft. 2 7a, al.; λόγου 'ένεκα merely as a matter of words, άλλως ένεκα λ. ελεγετο Id.Cn.46d; λόγο χάριν, ορρ. &s αληθώς, Arist.Po/ ; but also, let us say, for instance, Id.PA'i 144 a 33, Plb , Phjd. Sign.29, M.Ant.4.32 ; λόγου ένεκα let us suppose, Pl.Py.jgic; Μ» λόγου, μέχρι λ., = Lat. verbo tenus, Plb , Epict.P«fA. 16: sts. without depreciatory force, the antithesis or parallelism bemg verbal (cf. 'word and deed'), λόγψ τε καϊ σθένει S.OC68; εν τ ε *εργψ καϊ λ. Pl.P. 3 82e, cf. Paus ; 'όσα μεν λόγψ εϊπον, ορρ. τά έργα τών πραχβένταν,ι" common talk, report, tradition, ώς λ. iv θνητοίσιν εην oatr. 8 ; λ. εκ πατέρων Alc.71 ; ουκ εστ' ετυμος λ. ούτος Stesich.32 ; διξύ! λέγεται λ. Hdt λ. υπ' Αιγυπτίων λεγόμενος Id ί V(0V }- [ tidings, S.Ant (lyr.); τά μεν αυτοί ώρώμεν, τά δέ λόγοκτι ImvWt* λόγοι_κειμεν μεθα by hearsay, Hdt : also in pl., iv γράμμασιν traditions, Pl.Lg.886b. b. rumour, Μ παντί λ. έπτοήσθαι Hencia. 87; αύδάεις λ. voice of rumour. Β , περί θεών διήλθεν ί λ. ότι.. Τ Th.6.46; λ. παρείχεν ώς.. Plb ; Ε'^ΛΒΕΝ έ λ. OSTOS ΕΊΊ

39 λόγος 1059 λογχοδρβπανον in.. Ev.J0.2l.2fr, cf. Act.Ap ; fiction, Ev.Matt.28.1fr. c. ίόν μετά φθόγγου λ., ορρ. διάνοια, P\Sph.26fre ; intelligent utterance, mention, notice, description, ούκ ύει λόγου άξιον ούδέν worth Hdt.4.28, cf. Plb. ι.24.8, etc. ; έργα λόγου μέζω beyond mentioning, expression, ορρ. φωνή, ז Arist.Pol.1253*4 > λ י"" '» φωνή σημαντική κατά συνθήκην Id./ Z.16 b 26, cf. Diog.Bab.SZoZir ; 'όθεν (from the heart) ό λ. Hdt.2.35 ; κρείσσον λόγου τό είδος τής νόσου beyond description, Th. αναπέμπεται Stoic.2.228, cf. 244 ; Protagoras was nicknamed λόγος, 2.50; μείζω έργα ή is τω λ. τις άν είποι Ό d. the talk one Hsch.ap.Sch.Pl.P.600c, Suid.; λόγου πειθογdemoer. 181: in pl., eloquence, occasions, repute, mostly in good sense, good rep>ort, praise, honour Isoc.3.3,9.11; τήν εν λόγοις εύρυθμίαν Epicur.Scnt.Pal.fr p.69 (cf. supr. 1.4), πολλά φέρειν εΐωθε λ... πταίσματα Thgn ; λ. ίσλόν v. d. Μ. ; λ. ακριβής precise language, Ar. Nu.30 ז (pl.), cf. Arist.Rh. ακοϋσαι Pi./.5(4) ^ > πλέονα..λ. Όδυσσέος ή πάθαν ld.nf.21 ; Ίνα λ. I418 b l ; τοΰ μή άδομένον λ. Pl.P.39 8 d ; ήδι)σμένος λ., of rhythmical ז 6 έχτ! πρός ανθρώπων αγαθός Hdt.7.5, cf language ; Τροίαν. set.ής to απανταχού music, Arist.Po b 2 5 ; εν παντl λ. in all manner of λ.-whosefame, story fills the world, Ε./Tfr 17 ; ούκ hv ήν λ. σέθεν Id. utterance, lep.cor.i.fr ; εν λόγοις in orations, Arist.Po. 1459*13 ; λ. Med.fr^i' 'ess freq. in bad sense, evil report, λ. κακόθρους, κακός, S. γελοίοι, άσχήμονες, ludicrous, improper speech, Id..SP1S2 b 15, Pol. Aj. 138 (anap.), E.Heracl.\6fr : pl., λάγοι5 ψιθύρους πλάσσων slanders, '336 b of various modes of expression, esp. artistic and S.Aj.148 (anap,). e. λ. εστί, έχει, κατέχει, the story goes, c. acc. et literary, εν τε φδαΐς καϊ μύθοις κα! λόγοις Pl.Lg.664a ; iv λόγφ καϊ εν inf., έιττ. τις λ. τάν Άρετάν να'ιειν Simon.58.1, cf. S.FZ.417! λ. μεν έστ' φδαις X.Cyr , cf. PLP^.835t5 prose, opp. ποίησις, Id.P.390a; 'αρχαίοςώς.. Id. Tr. ι ; λ. alone, E.Heracl.frfr, ώς λ. A.Supp.2fr0, opp. φιλομετρία, Pl. Arist.Po. 1448*11; opp. έμμετρα, ib.1450 b 15 (pl.) ; Phlb. 65c, etc.; λ. εστί Hdt ,9.26, al. ; λ. αί6ν έχει S.OC1573 τω λ. τοΰτο των μέτρων (sc. τό ιαμβε'ιον) όμοιότατον είναι Id.Rh. 1404" (lyr.) ; όσον δ λ. κατέχει tradition prevails, Th.1.10 : also with a personal 31 ; in full, ψιλοί λ. prose, ib. b 33 (but ψιλοί λ., = arguments without subject in the reverse construction, Κλεισθένης λ. έχει τήνπυθίην diagrams, Pl. Tht. 165a) ; λ. πεζοί, opp. ποιητική, Γ). Η.Comp.6 ; ορρ. αναπεΐσαι has the credit of.., Hdt.5.66, cf. Pl.Epin.g87b, 988b; λ. 6χοντα ποιήματα, ib. 15 ; κοινά καϊ ποιημάτων καϊ λόγων Phld.P0.5-7! πεζός σοφίαςep.col.2.2 fr, v. supr discussion, debate, deliberation, λ. ib.27, ai. b. of the constituents of lyric or dramatic poetry, τολλόςήν εν τοίσι λ. Hdt.8.59; συνελέχθησαν οί MijSoi ες τώυτό καϊ εδίδοσαν words, τό μέ?ν>ς εκ τριών,.λόγου τε καϊ αρμονίας καϊ ρυθμού Pl.P.398d ; σφίσι λόγον, λέγοντες περϊ τών κατηκόντων Id ', οί Πελασγοί ορρ. πράξις, Arist. P a1 8 ; dramatic dialogue, opp. τά τοΰ χοροΰ, έωυτοΐσι λόγους iδίδoσav Id ; πολέμφ μάλλον ή λόγοις τά εγκλήματαδ!αλό6α 0α1Τ ο; ib a1 7 3 Gramm., phrase, complex term, opp. όνομα. Id.SE οίπερϊ τής ειρήνης λ. Aeschin i τ07s έξωθεν 165*13 ; λ. όνοματώδης noun -phrase, ld.apo.gfr b fro, cf. Rh b 27 ; λ. πεπλήρωκε τόν λ. [Plato] has filled his dialogue with extraneous expression, D.H. Th.2, Demetr. Eloc.gi. b. sentence, complete statement, discussions, Arist.P0Z.1264 b 39 ; τό μήκος τών λ. D.Chr.7.131; μεταβαίνων " άνθρωπος μανθάνει " λόγον εΐναί φης.. ελάχιστόν τε καϊ πρώτον δ λ. είς ταύτόν άφίκται our debate, Arist.FAro97*24 ; ό παρών Pl.Sph.262c-, λ. αυτοτελής Α.D.Synt.fr.6,D.T.6fr4.1 ; βηθήναι λόγφ to ib.i104*il ; 06ών 3ν νυν δ λ. εστί discussion, Pl.Ap.26b, cf. Tht. be expressed in a sentence, Pl. Tht. 202b ; λ. εχειν to be capable of 184a, M.Ant.8.32 ; τφ λ. διελθεΐν, διϊέναι, Pl.PrZ.329c, Grg.506a, etc.; being so expressed, ib.201e, cf. Arist.PA b 26. e. language, τόν λ. διεξελθεΐν conduct the debate, Id.Lg-.893a ; ξυνελθείν is λόγον τάτοΰλ. μέρη parts of speech, Chrysipp.PZoi'c.2.31, S.E.M.g.frfro, etc.; confer, Ar.Py.1300 : freq. in pl., is λόγου5 σ υν6λ0όντ6ϊ parley, Hdt. τά μόρια τοΰ λ. D.Η.Comp.6 ; μέρος λ. D.Τ , Α.D.Pro«.4-6, al. (but εν μέρος (τοΰ cod.) λόγου one word, Id.SyHZ , cf ) ; περϊ των στοιχείων τοΰ λ., title of work by Chrysippus. X ; is λ. ελθεΐν τινι have speech with, ib.86 ; is λ. άπικέσθαι τινί Id ; δ!ά λόγων U'ναι Ε. 7V.916 ; iμaυτή δια λ. άφικόμην Id.Med.872 ; is λ. &γειν τινά X.//G4.1.2 ; κοινωνείν λόγων καϊ διανοίαί Arist.ΡΑ II70 b I2. b. right of discussion or speech, ή 'πϊ τφ πλήθει λ.; S.OC 66 ; λ. αίτήσασθαι ask leave to speak, Th.3.53 ; λ. διδόναι X.HGfr.2. 20; ούπρουτέθη σφίσινλ. κατάτόν νόμον ib.1f.fr ; λόγου τυχεΐν D , cf. Arist.PA1095 b 2I, Plb ; οί λόγου τobs δοόλουί άποστερονντες Arist.Po/. I260 b 5 ; δούλος πέφυκας, ού μέτεστί σοι λόγου Trag. Adesp.304 ; δ!δόντα$ λ. καϊ δεχομε'νουϊ εν τω μέρει Luc.Pisc.8: hence, time allowed for a speech, iv τω εμω λ. And. 1.26, al.; εν τφ έαυτοΰ λ. Pl.34a ; ούκ ελάττω λ. άνήλωκε D ο. dialogue, as a form of philosophical debate, Ίνα μή μαχώμεθα iv T0is λ. εγώ τε καϊ συ Ρ). Cra.430d ; πρό5 άλλήλου5 TOVS λ. 7το16ίο βα1 Id.PrZ.348a: hence, dialogue as a form of literature, οί Σωκρατικοί λ. Arist.P b l 1, PA. 1417*20; cf. διάλογοϊ. d. section, division of a dialogue or treatise (cf. v. 3), δ πρώτ05 λ. Pl.Prm.127d ; δ πρόσθεν, δ παρελθών λ., Id. Phlb. 18e, 19b ; iv τοις πρώτοις λ. Arist.PJ4682*3 ; εν τοις περϊ κινήαεωςλ. in the discussion of motion (i. e. PA.bk.8), Id.GC318*4 ; εντω τερϊ επαίνου λ. Phld.PA ; branch, department, division of a system of philosophy, τήν φρόνησιν εκ τριών συνεστηκέναι λ., τών φυσικων καϊ τώνήθικών καϊ τών λογικών Chrysipp.PZ0Zc e. ill pl., literature, letters, Pl.y4x.365b, Epin.975d, D.H.Cow^.1,21 (but, also in pl., treatises, Plu.2.16c); 01 61rl λόγ0ί$ εύδοκιμώτατοι Hdn.6.r.4; Λόγοι, personified, ךAPg.11 (Pall.). VII. a particular utterance, saying. 1. divine utterance, oracle, Pi.P.4.59 ; λ. μαντικοί Pl. Phdr.275b; ov γάρ εμόν έρώ τόν λ. Pl.Ap.20e ; δ λ. τοΰ θεοΰ Apoc.l. 2,9 2. proverb, maxim, saying, Pi.N.g.6, Α. Th.218 ; ωό' έχει λ. ib.225 ; τόνδ' εκαίνισεν λ. ώς.. Critias21, cf. Pl.P.330a, Εν.Jo.4 37; ί παλαιός λ. Pl.PArfr.240c, cf. Smp.igfrb, Grg.4ggc, Lgffrja., lep.ti.i.lfr, Plu e, Luc.Alex.g, etc.; τό τον λόγου δή τοΰτο Herod.2.45, cf. D.Chr.66.24, Euc.JTr.fr, Alciphr.3.56, etc.: pl., Arist. A1147* assertion, opp. oath, S.OC651 ; φιλώ λ. bare word, opp. μαρτυρία, D express resolution, κοινώ λ. by common consent, Hdt.1.141, al.; 61 rl λ. τοιφδε, ev ω. τε on the following terms, Id.7.158, cf. 9.26; ι)νδέξασθαι τόν λ. Id.1.60, cf. 9-5; λ. έχοντες πλεονέκτην a greedy proposal, Id.7.158: freq. in pl, terms, conditions, Id.9.33, etc. 5. word of command, behest, A.iV.17,40 (both pl.), Pers.363; ανθρώπους πιθανωτέρους ποιεΐν λόγψ X.OiC.13.9; εξέβαλε τά πνεύματα λόγφ Εν.Matt.8.16; οί δέκα λ. the ten Commandments, Lxxpx.34.28, Ph VIII. thmg spoken of, subject-matter (cf. m. 1 b and 2), λ. τούτον εάσομεν Thgn 1055 ; προπεπυσμένος πάντα λ. the whole matter, Hdt.1.21, cf. Ill; τόν εόντα λ. the truth of the matter, ib.95,116; μετα- χείν τοΰ λ. to be in the secret, ib.i27 ; μηδενϊ άλλφ τόν λ. τούτον λ. Id.8.65 ; TIS ήν λ.; S.07'684( = πράγμα, 6gg); περί τίνος ןףי 15 * ΰχλεγόμεθα subject, question, Pl.PrZ.314c > [τί) προοίμιον] δείγμα τοΰ λ. case, Arist.FA.1415*12, cf. in. ib; τέλos δέ παντός τοΰ λ. ψηφίζον- Taitheend of the matter-was that.aeschin ; ούκ έστεξε τόν Act.Ap.8. Plb ; ούκ εστι σοι με pis ούδε κλήρος εν τφ λ. τούτφ א 21; ικανός αύτφ δ λ. Pl.Grg.512c; ούχ ύπολείπει [Γοργίαν] δ λ. matter for talk, Arist.PA.!418*35 ; μηδένα λ. ύπολιπεΐν Isoc.4.146; πρός λογον to the point, apposite, ούδέν πρός λ. Pl.PAZi.42e, cf. PrZ.344 a 5 Ttphs λ.τι 7j Id.Phlb.frfrc; also πρός λόγον Id. Grg.459c ) v. 1.) 2. Plot of a narrative or dramatic poem, = μύθος, Arist.P b 17, b. in Art, subject of a painting, ζωγραφίας λόγοι Philostr. VA יי 6 10 ; λ. τ ήςγραφής ld.im.l.2fr. 3. thing talked of, event, μετά τους λτοότοι/ί Lxxiitfe.7.33, cf. Act.Ap.1fr.6. IX. expression, utter- «η», speech regarded formally, τό από [ψυχ-ijs] βεύμα δια τοΰ στόματος the Word or Wisdom of God, personified as his agent in creation and world-government, ό παντοδύναμός σου λ. Lxx Wi ; 6 εκ νοός φωτεινός λ. υιός θεοΰ Corp.Herm.~i.6, cf. Plu.2.376c; λ. θεοΰ δι' ου κατεσκευάσθη [15 κόσμος] Ph ; τής τοΰ θεοΰ σοφίας' ή δέ εστίν δ θεοΰ λ. ib.g6 ; λ. θειος,.είκών θεοΰ ib.561, cf. 501; τον τομέα των συμπάντων [#605] λ. ib-49 2 ϊ τ^> ν άγγελον ός εστι λ. ib. 122 : in NT identified with the person of Christ, εν αρχή?!ν δ λ. Ev.Jo.1.1, cf. 14, \Ep.J0. 2.7j Apoc ; δ λ. τής ζωής lep.jo.l.i. λογο-συχχ6κτάδη5 [ά], ου, δ, phrase-collector, plagiarist, Eust Tpoiros, ό, a shortd. form of syllogism, Crinis Stoic λογουριον ίίελος (Lacon.), Hsch. (post λόγιος) ; cf. λογκούριον. λογοφίλη? [ϊ], ου, δ, fond of words, Ph.1.58 : also -φίλος, ov,fond of argument, opp. φιλόλογος, Zeno Stoic λογόω, introduce λόγος into, τόν κόσμον Procl. in Ti D., cf. in P.2.350K.,al.: Pass., Plot.3.8.2, ; λελόγωται, τοΰτο δέ εστι μεμόρφωται\ά.0,.2λ6. 2. Math., rationalize, Iamb, in Nic.-p. 91 P., al. (Pass.). λογνδριον,τό, = λογίδιον,ζοβ.αιΰιι.ρ.^οβ., Olymp.Alch.p.79 Β., Tz.P , Lyd.Mag.frffr λογχ-άζω, gloss on δοράζω, Hsch. -αΐοβ, a, ov, (λόγχη A) of or with a spear, Suid. -άριον, τό, Dim. of λόγχη (A), Posidon.2 J., Luc.Hist.Conscr.25 ; as an ornament, POsl.46.12(iii A. D.). -evu, pierce with a spear, APg.fr00(\nt'1t.). -η (Α),ή, spear-head, Hdt ; λ. δορός S. 7V-.856, Ε. 7V.1318(both lyr.) : also in pl. ofasingle spear, the point with its barbs, τό ξυστόν τήσι λόγχησι εόν ομοίως χρύσεον the shaft alike with the spear-head, Hdt. 1.52, etc.; λόγχαι δ' εκαυλίζοντο καϊ ξυστή κάμαξ Ar.Pr.404, cf. X.Cyn.io.fr (where the shaft is βάβδος) ; οί κνώδοντες τής λόγχης the barbs of the spear-head, ib lance-shaped birth-mark, Trag.Adesp. 84. II. lance, spear, javelin, Batr. 129 ; χαλκέας λόγχας άκμα Pi.Α , cf. S. Tr.512 (lyr.), etc. : metaph., ομμάτων άπο λόγχας 'ίησιν Id.Pr. 157 ; λόγχας εσθίων, prov. of a bragging coward, a 'fire-eater', Timocl III. troop of spearmen, ξύν επτά λόγχαις S.OClfrl2, cf. Ant. it 9 (lyr.); μυρίαν άγων λόγχην Ε.PA.442 ; λόγχης άριθμφ πλείονος κρατούμεναι Id.Pr ; χωρείτε, λόγχη ld.cret.4fr -η (Β), ή, Ion. for λάχος, lot (cf. λέλογχα), Ion Hist.15, S/G (Chios, iv B.C.), Hsch.; also λόγχαι απολαύσεις, Id. -ήρης, ες, armed with a spear, λ. ασπισταί with spear and shield, E.P41067 (lyr.). -ηφόροβ, ov, = λογχοφόρος, Sch.rec.A.Pcrs ίδιον, τό, Dim. of λόγχη (A), Hsch. s.v. ζιφύνια. -ΐμος, ov, of a spear, κλόνοι λ. the clash of spears, A.Ag.404(lyr.). -ίον, τό, small spear-head, /G : pl., of ornaments composing a necklace, ib. 11(2).161 Β 23, al. (Delos, iii B.C.); small spears, Sammelb , al. (iii/iv A. D.). -is, ίδος, ή, = λόγχη (A), Lycophronid. 2. -ίτης [ϊ], ου, δ, spearman, Hdn.Pj6iVw.78. II. λογχιτις, ιδος, ή, plant with spear-shaped seeds, Serapias Lingua, Dsc.3.144, Gal Holly-fern, Aspidium lonchitis, Dsc.3.145, Gal. I.e. 3. shrub yielding τό Ίνδικόν λύκιον, Dsc λογχο-δρε'πανον, τό, spear with sickle-shaped head, partisan, Suid. s.v. Γοργόνες, Sch.Lyc ιδής, ές, like a spear, lanceolate, Dsc ομ,αι, Pass., (λόγχη A) to be furnished with apoint or head, λελογχωμένον δόρυ Arist.PAm1*13 ; άκόντιον -ωμένον σιδήρφ Str.3.5! ; to be ornamented with λόγχαι, στολή χρυσφ λελογχωμένη Lyd.Mag.2.4 -iroua, ή, manufactory of spears, An.Ox (prob. cj. for λοχιποάαν or λογοποάαν). -iroids, <5, spear-maker, E.P« φόροϊ, ov, spear-bearing, Id.Pec : as Subst.

40 Χογχωτος λ., δ, spearman, pikentan, Ar.Pax12g4, X.Oyr.2.1.5, Plb , POxy ii 16 (ii A.D.); χιλίαρχοι λ. Sammelb (1 B.C.), Bull.Soc. Arch. A lex.y.64. λογχωτός, ή, όν, furnished with a point, lance-lieaded, βέλος Ε.Ρα. 761 ; έγχεα B.Fr.3.8, cf. AP6.1y2 ; lanceolate, Paul.Aeg composed of, or ornamented with, spear-heads, 'όρμος IG11(2). 161 Β 23, al.; φιάλη ib.i.75 (Delos, iii B.C.); λογχωτοϊ χιτώνες Lyd.Mag. 1.17, cf II. λογχωτόν, τό, = χαλκανθές, Interpol, in Dsc.5.98, cf. Plin. ZPV λογώδης,* ες, = λογοειδής 1, μέλος Aristox.Harm.p.l 8 Μ. II. verbal, of an argument, Thphr.Metaph. 16. λόε, λοε'σσας, λοεσσάμενος, λοε'σσομαι, ν. λούω. λοετρόν, λοετροχόος, ν. λουτρ-, λοέω, ν. λούω. λοιάδες αίκόραιτών οφθαλμών, Theognost.Caw.2 2 ; cf. λογάς (Β). λοίαξ' δ ξηρός χόρτος, Hsch. λοιβ-αΐος, a, ov, of or belonging to α λοιβή, Megaclid.ap.Ath.l Epich.. fן -άομαι, = σπένδω, Hsch. -άσιον, T0, = sq., (pl.), cf. Ath a. -εΐον, τό, cup for pouring libations, Plu. Aem. 33. Marc. 2. -ή, ή, (λείβω) pouring, only in religious sense, drink-offering, λοιβή τε κνίση τ ε \v\thdrink-offeringax\d burnt-offering, ΙΙ.9.500, cf > fol δ 1 α λ. φέρον says Odysseus to the Cyclops, Od.9.349: later, like σπονδαί, χοαί (which are more freq."), in pl., Ρί.Λ^.ιι.δ, S.PZ.52 ; λοιβαΐ Αιός, offered to him, A.Fr.55. Rare in Prose, λ. οίνου Pl.Cf.906d, referring to II of water generally, λ. Ζτιτγός A.R ίς, ίδος, ή, = λοιβεΐον, Antim. ap.ath a, ז.ז /02 2 (Eleusis, iv B.C.). λοιγ-ήεις, εσσα, εν, =sq., Nic.^Z.207: also -ής, ές, ib.256, Th ιος, ov, (λοιγός) pestilent, deadly, λ. έργα ,573; οίω λοίγι' έσεσθαι I think there shall be sorrow, , ; λ. πήμα A.R.i.469: neut. pl. λοίγιa, of poisons, Androm.ap.Gal ίστρια* όλοθρεύτρια, Hsch. λοιγολαμιτής, ές, balefully gleaming, cj. for λογο- in Doroth.ap. Cat.Cod.Astr λοιγός (Α), δ, ruin, havoc, of death by plague, ήμίν από λ. αμΰναι II > by war, 5.603, etc.; of destruction of ships, νεων από λ. άμύνων 16.80; λ. Ένυαλίου Pi.ZV.9.37; λοιγόν Έρινύς (Schatz λοιγός Έρινύν) A.CA.402 (lyr.); άνδροκμήςλ. ld.supp.6yg (lyr.). Poet, (not in Od.) ; mock-heroic in Cratin.171. (Cf. Lith. pa-liegti 'become feeble, sickly'.) λοιγός (Β), όν, = λοίγι ος, Nic. ΓΑ.6,733 5 λ." Αρης APy. 368 (Eryc.). λοιγωντίαν φρατρίαν, Hsch. λοιδορ-εω, fut. -ήσω D : aor. ελοιδόρησα E.71/erf.873j etc.: pf. λελοιδόρηκα Pl.PArfr. 241ε : Med. and Pass. (v. infr.), fut. -ήσομαι Ar.Eq.1400, etc.: aor. εκοιδορησάμην Is.6.59 ; Att. more freq. ίλοιδορήθην D.9.54,54.5 (v. infr.): (λοίδορος): abuse, revile, τινα Hdt ; θεούς Pi.O.9.37, cf. Ar.Nu.l 140, X.An , BGU (iii B.C.), etc.: abs., E. I.e., etc.; sts. simply, rebuke, X.Cyr ; olvov εις Μνοιαν λ. Ar.Eq.go, cf. Plu.2.175b (Pass.) : with neut. Adj., εμαυτόν πόλλ' ελοιδόρησα E.Hel ; ουδέν ουδέν α λ. Pl. PA/.174C; λ. ένια Arist.FZV1128 a 31: with a predicate added, [τήν [ Τύχην λ. τυφλήν reproach fortune as blind, Plu.2.98a : Med., rail at one another, Antipho 2.1.4, Ar.Ra.857, D.54.18: Pass., λοιδοροΰντας ή λοιδορουμένους reviling or reviled, Isoc.2.47, cf. Phld.LiA.p.29O.; λελοιδορημένος υπό.. rebuked.x.hg$.4.29 ; ουκ iv δίκη λοιδορηθείς Pl.PArfr.275e, cf. Grg.45yd. II. Med. with aor. Pass, in act. βεηεε, c. dat. pers., rail at, τινι Ar.Eq.1400, P/.456, Pc.248, Pl./?. 395d, 8tc.; also λ. επί τινι X. Ages.7.3 ; τίνος Ach.Tat.1.6 ; εϊί τινα Luc.Anacli.22 ; πρός τινα LxxEx.1y.2 : c. acc. cogn., πάντα τά αίσχρά λοιδορέονται, 'ότι.. they use all kind of foul reproaches, saying that.., Hdt.4.184; λοιδορίαν ήν έλοιδορήθη Κρατίνφ περί τούτων D.2I Act. never has dat. exc. in later Gr., LxxF*.17.2, 2ZlZa.12.14, Epict.pMcA.34, Ant.Lib.22.5 ; in And.1.67 (ήναντιώθην καϊ άντεϊπον καϊ ελοιδόρησα εκείνιρ ων?ν άξιος) the dat. (if correct) depends on the other verbs ; as does the acc. in 06s ύβριζες καϊ iλoιδopoc Hyp. Dem.Fr.(a). Only the Act. is found in Trag. < ηρ ο ατος, τό, railing, abuse, Arist. PA'il 28*30 ; τόν πτωχό ν λ. ποιεϊσθαι Plu a. -ημάτιον, τό, Dim. of foreg., Ar.Pr.90. -ησις, εως, ή, = λοιδορί α, Pl.Cf.967c (pi.) : personified as place-name, Lxx Ρ* ησ-μός, ό, = λοιδορία, Ar. Pa ητέον, one must rail at, τινι Max.Tyr ητικός,ί), όν, abusive, Arist.FF1221 b 14, Phld./r.p.72 W., Iamb.FP30.171, Sch.Heph.p.300C. -ία, ή, railing, abuse, reproach, Antipho2.1.4, Ar.Fr.346, Th.2.84, Pl. Euthd. 28Sb, Phld.CZfi.p. 29 O., etc.; εις γέλωτα και λ. έμβαλόντες D :! Ρ Lys.21.8, Pl.PAZ.174c -ιστης, οΰ, δ, = sq., Hsch. s.v. κόβειρος. -ος, ov, railing, abusive, έρις E.Cyc.534; πομπεΐαι Men.Fer.Fr.4 ; βήματα /G14.1S57 ; φωναί Phld.Zr.p.74 W. Adv. -ρως Str as Subst. λ., δ, railer, iep.cor.5.11, Plu.2.177d ; τόλ-, = λοιδορία, Arist.PA^«. 808 b 37, Plu od; λοίδορα APs.iys (Mel.). λοίθον λιμός, Hsch. λοΐκορ* κέγχρος, Id. λοιμ-ενομαι, (λοιμός) to be pestilent, LxxPr η, ή, λοιμός, pestilence, Hsch. (In Hp.Praec. 13 λοιμίης is f. 1. for λοίμης or λύμης.) -ικός, ή, όν, pestilential, Η p. Ep. ι, Plb.1.19.ι, Ph.2.102, Longin.44.9, etc.; λ. περίστασις, δι άθεσις, SIGy^l.y (Tomi, i B.C.), IG1 2(Ι).ΙΟ32 7 (Carpathus); λ. διήγησις about pestilence, Gal.17(2) Adv. -κώς S.E.M.g.yg. 2. destructive, λ. τοξεύματα Lyc ιος,, 01 = foreg., epith. of Apollo at Lindos, Macr.SaZ.l. ז 7-'5 λοιμοιτοιός, όν, causing a pestilence, Vett.Val λάξευμα λοιμός, ό, plague, once in Horn. (Ι1.1.6ι)> cf. Hes.0/1.243, Hdt ; \οιμοΰ σκηπτός A.Pers.y 15 (troch.); of the plague at Athens, Th.2.47,54, Pl.S>«/>.201d: pl.,ib.188b,al.; coupled with λιμός,hes. and Hdt. 11.cc., Th.2.54, Orac.ap.Aeschin of persons, plague, pest, D II. as Adj., pestilent, Lxx 1ΛΪ.1.16 ; άνήρ λ. καϊ πονηρά! ib.30.22, cf. Act.Ap.24.5 ; λ. os o?1 Sm.Pr λοιμότης, ΗTOS, Ή, pestilent condition, LxxFs.8.13(16.7). λοιμοφόρος, ov, bringing plague, pestilential, Gloss. λοιμ-ωδης, ες, pestilential, λ. νόσος plague, Hp.Acut.Th Ph , al. ; ετοϊ λ. Arist.Pr.862 a 5 -ώσσω, Att. -ττω, fut. -ζω, to have the plague, Gal , Luc.Hist.Conscr. 15, Scyth.2, Max.Tyr.41.4, Sch.Ar.P/.627 ; also iv λοιμωττοντι χωρίιρ a plague spot, Procl.<'»^/c.p.256C. λοιπ-αδάριον, τό, Dim. of λοιπάς, Suid. -αδάριος, ό, one who is in arrear with taxes, POxy (vi A. D.). -άδιος [Ά], a, ov, prob. = λοιπός, Sch.D.T.p.542 Η. -άζω, leave, Gloss.: Pass., to be left over, remain, POxy (iii A.D.), Scl1.Ar.PZ.227, etc.; to be in need, Anori. inen448.2$ (v. \. λειπ-). -άς, άδος, ή, remainder, PTeb (11 B.C., A07r- Pap.), P^mA (v/vi A. D.), etc. -ασμός, δ, want, cj. for (λειπασμός in Ps.-Luc.P' /opatr ημα, ατός, τό, = λοιπάς, PTeb (ii B.C.). λοιιτογραφ-εω, allow to remain in arrear, carry over a debt, PPetr.3 p. 154(iii B.C.), PPe , al. (ii B.C.), C/G (Delos, i B.C.), PGf/362iii21, al. (iii A.D.), Nech.ap.Vett.Val ή, ή, = sq., Stud.Pal (IVA. D.). -ία, ή, outstanding debt, arrears, PGi/567.2, al., Petersen-Luschan ReiseninLykienp.54No.96, Gloss. II. canying over οί debt or arrears, PStrassb.yy.5\\u A.D.), λοιττός, ή, όν, (λείπω) remaining over, not in Horn., freq. from Pi. andhdt. downwards; λ. βίοτος Pi ; λ. εύχαί ז ib-4 5 > λ.γένος ib.2.15 ; also λοιποί descendants, Id./.4(3).39 : in Prose the Art. is commonly added, and δ λ. either agrees with the Noun or takes a (!< 5δί > dependent genitive, ai λ. των νεων Th.7.72 ; τήν λοινήν (sc. πορευσόμεθαχ.αη » τό λ. της ημέρας ib. 16, etc. 2. λοιπίν [< (Γτ1] C. inf., it remains to show, etc., άποδεικνύναι, διελέσθαι, etc., Id. Smp.4.1, Pl.P.466d, etc. : also c. Art., τό λ. ήδη ήμίν εστι σκέψασθαι, πότερον what remains for us is to.., ib_444e ; διανομή τοίνυν τό λ. σοι ib.535 a : without inf., δ δε λ. quod superest, A.Ag.1$y1 (,lyr.); '6 τι λ. πόνων Id.Pr.684 ; τό ευπρεπείας πέρι..λοιπόν Pl.PArfr.374b. 3. freq. of Time, δ λ. χρόνος the future, Pi. Ν.6.ךy ; πρός τόν λoιπby τοΰ χρόνου D.r 5.16 ; τόν λ. χρόνον for the future, S.PA.S4; τοΰ λ. χρόνου Id.PZ.817 ; εις τόν λ. χρόνον PI.F/>.358b ; εκ τοΰ λ. χρόνου D.59-46: so without Subst. in neut., τό λ. henceforward, hereafter, Pi.P.5.118, A.P«.1031,S.OP795,etc.; τό λ. eh άπαντα,.χρόνον A.Eu.y6y, ταλ. Id.PA.66, S.FZ.1226, Th.8.21; i s τό λ. A.Pers.526,Eu.y08, cf.inscr. Prien.64(11 B.C.); also τοΰ λ. Hdt.1.189, Ar.Pa* 1084; εκ τοΰ λ. Χ. IPG3 4 9 ; ^κ τ & ν λ Ρ' ^ ε > Ep.j16d ; καθεύδετε τό λ. sleep ηοιν.., Ev.Matt.26.45, Εν.Marc > εσπέρα δέ ήν λ. καϊ.. it was now evening, Jul.On1.24c. 4. τό λ. and τά λ. the rest, A.Pr.tf6, 697,699, etc.; καϊ τά λ., = 'etc.', Aristeas 190, Plu c, etc.; also λοιπόν without the Art., as Adv.,for the rest, further, and so freq., = ήδη, already, λ. δή Pl.PrZ.321c ; αίσχρόν δή τό λ. γίγνεται Id.Grg. 458d. 5. λοιπόν, Adv. then, well then, Plb r,al., Dsc.2.83, יי) Arr.Epict ; ουδεμία λ. άμφισβήτησίς εστίν BGUg6<) A 9 A. D.). b. finally, λ., αδελφοί, χαίρετε 2Ep.C0r.1l.11. λοισθ-ήϊος, ov, of or for the last, λοισβήϊον εκφερ' ί,εθλον the prize for the last in the race, II : pl., λοισθήΐ έθηκε last prvse, ib ημα, ατος, τό, = τέλος, πέρας, Hsch. -ιος, a, «0 S.An/. 895, etc.; also ος, ov A.CA.500 : = sq., Pi.P.4.266, A.Ag.120 (lyr.), S.Ant.1220, etc.; τά λ. τοΰ βίου Id.OC583 : neut. λοίσθιον as Adv., last. ld.aj.468, Ant,1304 ; λ. άλλων A.R Ι τί > λ E.//F23 1 τ " λ. Theoc os (A), ov, left behind, last, II , Lyc.163, Euph.51.13, etc.; δ θάνατος λοΐσθος ιατρός κακών S.Pr.6gS : Sup. -ότατος last of all, Hes. PA.921 ; -οτάτας χάριτας the last honours (to the dead), IG λοΐσθος (Β), δ, beam, λοϊσθοι εξ ωστε μοχλοίς χρήσθαι IG2 2.16^. I " (iv Β. c.) ; boom, gaff, or spar, E.Hel λοίσθωνας' τους ακρατείς περί τά αφροδίσια, Hsch.: cf. λοισθωνη' ή θρασεΐα, Suid. λοιτεΰειν' θάπτει ν, and λοίτη τάφος, Hsch. λόκαλος, δ, an unknown bird, Arist./Z^ λόκκη (cf. Hdn.Gr.1.314), ή, archaic word in AP11.20 (Antip. Thess.); acc. to Hsch., = χλαμύς (λόκμη cod.); cf. λέκκη. λοκός - λοκρός, φαλακρός, Hsch. Λοκρ-ιστί, Adv. in Locrian manner : ή A. αρμονία Ath.i4.625e. -οί, οί, the Locrians, of whom there were three tribes, the Opuntian, opposite Euboea, H.2.527, Th.x.108, Str.9.3.1, ; the Epicne midian, on Mt. Cnemis on the Maliac Gulf, Id. 11. cc.; and the Ozo lian, on the Corinthian Gulf, Th.1.5,103, etc.: ZAe Epieephymnor Zephyrian were a colony of the last on Mt. Zephyrium in lower Italy, Pi.O,lo(ll).13, Th-4.24sq.,7.r, etc.: prov. Λοκρων σύνθημα, of aeceit, Eust , Hsch., Suid. : Adj. Λοκρός, ά, όν, Locrian, Lyc : also Λοκρικός, ή, όν, Poll.4.65, etc. : fem. Λοκρίβ, ^os, ri P.3.19 ; ή A. (sc. γή) Ar.Av.152, etc. λολλα, ή, a plant, PLond (iv A. D.). λολλώ, ή, child's word for anything 'divinely nice', Herm1pp-f9 λόμβαι' αί τί) Άρτέμιδι θυσιών ίρχουσαι, ' παίδια από τής κατά τήν σκευής, οί yap φ'άλητες ουτω καλούνται, Hsch.» β τονς λομβονς σκολυμμένους, Id. λομβρός, όν, in Comp. λομβρότερον, name of an indecent dance, P0II λόνδις βωμολόχος,είρον, HscH. λόξ-ευμα, ατος, τό, obliquity, in pl., Man.ι.307,4-479 ~ tv "'

41 Αοξίας 1061 = λο όω, τον δφθαλμάν Lib.Descr. fro.1s ; λελοξευμένα obscure or symbolicallanguage, Syn.Alch.p.63 B - back, Hp.yij7.46, Mnesim.4.55 (anap.): Pass.,, /, Hp.^48 Procop όω, as neut., bend oneself supinely, so as to throw the head Λοξ-ίας, ou, Ion. -ίης, 6ω> <5,'epith. of Apollo, B , Hdt.1.91, Arc.9 : sens, obsc., Ar.Ec. 10, Fr ωμα, aros, τό, a bending h.eu.lg,a\., S.OP410, Ar.p?. 1047,P/.8, etc. ; expld. because the supinely, Hp.Mochl.fr?> (pl.), A r t. - ω ν, ωνος, δ, the demon of Sun traverses the ecliptic (cf. 11), Cleanth.Stoic ; or from impure λόρδωσις (cf. λορδόω sub fin.), cf. Κύβδασος (from κύβδα), Pl. Apollo's 'crooked', i.e. ambiguous, oracles (cf. λο όί 3), Corn.ND Com [ 7. -ωσις, εως, ή, a curvature of the spine which is convex 32, etc. II, (λοξός) the zodiac or ecliptic, from its obliquity to the in front, Hp.Art.4S, Gal.18(1).493, Sch.Theoc ωτός, = equator, Anon.Intr.Arat.p.g6 Μ., cos - ή, όν, oblique, λ. κύκλος λορδός, dub. cj. in Erot. s. v. λορδότατον. the ecliptic, Cat.Cod.Astr.j. 194 (Rhetorius). Χονδοτρόφος, lanista, Gloss. λοξο-βάμοισι (leg. -βάμοσι, from -βάμων)' πλαγίως περιπατούσιν, Χουε'ω, impf. ΐλούεον, v. λούω. Χοϊκα, gruel made of wheat-meal Hsch. -βάτης [ά], ου, ό, = foreg., Batr βλε-π-τε'ω, look (Cauconian), Hsch. askance at, Thom.Mag.p.93 R. -είδης, ές, oblique, of the lower Χοΰκουντλος, δ, a kind of cake, Chrysipp.Tyan.ap.Ath.r4.647d. ribs, Ruf.Os κελευθος, ov, oblique, δρόμος Nonn.P.5. (Lat. lucunculus.) Mens κινητός [ϊ], ov, moving athwart, λ. κύκλος the ecliptic, ΧουΧάκιον, Sch. τό, a plant, Ly ά. <ינ 3 Hes.Oji.381 (p.208g.) -ιτεριττάτητος [a], ov, walking sideways, Χοΐμα, aros, τό, (λούω) stream, Epigr.Gr (Sardes). II. gloss on Batr ττορέω, go slantwise or sideways, Placit.2. λούματα' τα τών πτισσομένων κριθών άχυρα (Cypr.), Hsch. (άθύματα ιτορος, ov, moving aslant, of the Moon, Hymn.Is.30. cod.); cf. άπολούω. ' λοξ-ός, ή, άν, slanting, crosswise, Hp. Off. χ 1; λοξή (sc. γραμμή), ή, Χοΰμαι, Att. for λούομαι. a cross-line, E.Fr ; λοξά βαίνειν, ofa crab, Babr ; λ. όφις Χουμενάριον, τό (Lat. luminarium), window, PGot.7 (iv A.d.). Call. Epigr. 26; δ λ κύκλος the ecliptic, Arist.Metaph.10y1 > -16, Cleanth. Χο-υνόν* λαμπρόν, Hsch. Stoic.1.112, Arat.527, Gem.5.51, Cleom.1.4, Ptol.Aim. 1.8 (without Χουιτης, δ, IKTIVOS, Hieroc\.Facet.2frj, Hdn.Epim.46. κύκλος Plot.5.8.7); of the milky way, Gem.5.68 ; τών αστέρων λ. λοιί-ιτίγίς, milvus, Gloss. γίνεται φορά Arist. Mete. fr42*2j ; λ. δρόμος Diog.Oen.8 ; λ. πορείας λούσις, εω$, ή, washing, bathing, PFlor.frS4.2fr (ν Α. D.), Gloss.; σχήμα P\u.Phoc.2 ; λ. φάλαγξ, a phalanx of which one wing is in cleaning, των βαλαντίων SIGgoi. 17 (Delph., iv A. D.). advance ofthe other, AscI.Tac/.lo.l, Onos.21.8, Ael.PacZ.30.3 ; λ. λοΐσον κόλουρον, κολοβόν, τεθραυσμένον, Hsch. ; Cypr., acc. to ζΐ/ίδια, i.e. λοξως ανατέλλοντα, Heph.Astr.3.1; οί λ. μύες the oblique Eust.l abdominal muscles, Gal.2.518, al.; λ. τή θέσει πρός τι at an acute λοϋσσον, τό, pith of thefir-tree, Thphr.//P angle to it, Thphr.S««s.73, cf. Arist.il/«.393 b 15. Adv. - ώ$, τά λοξά λουσ-τεον, one must take a bath, Archig.ap.Gal.i της, [έπιδεΐν] Hp. 1. c. 2. of suspicious looks, λοξόν όμμασιν βλέπειν τινά ου, δ, one fond of bathing, of certain birds, opp. κονιστικοί, Arist. HA look askance atone, Anacr.75.1 ; λοξίιν οφθαλμοΐς δράν Sol.34; όμμασι ; άωρίλ. M.Ant.l.!6. X0 AM f,r 01ffaTheoc.2o.l3 ; λοξψ όμματι ίδεΐν A.R > οϋπω Ζεύς λουταρίζημα2 τίνες, ΰλισθον, Hsch. λοντ&>ν, one must wash, αυχένα λοξόν έχει Zeus has not yet turned his neck aside, i.e. withdrawn his favour, Tyrt.tl.2 ; but αυχένα λοξόν έχει, of a slave, as λου-τήρ, ijpos, δ, washing or bathing-tub, Supp.Epigr ο (pl., τά βρέφη Sor type of dishonesty, Thgn.536 : hence metaph., mistrustful, suspidons, in Adv. Comp. -ότερον, εχειν πρός τινα Plb of Pergam., i A.D.), Callix.2, Moschio ap.ath_5.207f, LxxPx.30.18, Stratonicea, i A. D.), CIG2S20A 10(Aphrodisias),/GPo« (pl., language, indirect, ambiguous, esp. of oracles, Lyc. 14,1467, Luc. al. -τηρίδιον, τό, Dim. of foreg., Hero Spir. 1.37, PGP781 ii 12 (i Alex. 10; λοξά άποκρίνασθαι \d.ddeor.16.1 ; εν τοΐς χρησμοί ς λ., of A.D.), Dsc τήριον,τό, Dor. λωτήριον Τab.Heracl , Apollo, Id./7V.2 8. (Cf. λέχριος.) -ότης, ητος, ή, obliquity, Str.2. λουτήρ, Antiph.208,7G (iv B. C.), PLond (ii A. D.); 1.37, Placit.fr.9.2, Gem ambiguity, of oracles, PIU.2.409C. λουτήρια μέγιστα A.Fr.fr66. II. a kind of cup, Epig.6. -τηρίσκος, Χοξοτρόχις, ιδος, ή, oblique-running, of Lycophron's Cassandra, δ, Dim. of λουτήρ, Gloss. -τιάω, Desiderat. of λούω, wish to bathe, ΛΡ9.191; cf. λοξός fr. hue.lex.2 -τρικός, ή, όν, of or for bathing, Hsch. s. v. ξύστρολήκυθον. -τριον, τό, water that has been used in washing, Ar.Eq. Χοξ-όφθαλμος, ov, oblique-eyed, Procl.Par.Ptol.204. λοξοχρήσ-μων, ov, gen. ovos, uttering ambiguous oracles, Sch.Lyc. 1401, Fr.306, Luc.Lcx.4. II. = λουτήρ, λ. χαλκούνμέγα CPRp (iii A. D.). -τρίς, ίδος, ή, woman employed to wash Athena's temple, λοξ-όω, make slanting, cast sideways, τάς λογάδας Sophr.49: Hsch., Phot. II. φα λ. bathing drawers, Theopomp.Com.37. Pass., to be or become so, Hp.Mul.l.frfr, Eudox.ap.Arist.it/ctoji>A.1073 b λοντροδάϊκτος [a], ov, slain in the bath, A.CA.1071 (anap.). 20,29, Str, ωσις, εως, ή, obliquity, κατά λόξωσιν ουρανού λουτρόν, τό, in Horn, always λοετρόν, but contr. form in h.cer.fro, Epicur.Pp.2p.40 U.; of the ecliptic, Ocell.2.23, Str.6.2.1, Ptol.Tetr. Hes.Opffrfr; Dor. λωτρόν, Hsch.: (λούω): bath, bathing-place, 98, Placit ambiguity, Tz.adHes.Op.412. Horn., always in pl., θερμά λοετρά hot bath, II , al. ; later θερμά Χοιτάδ-άγχης, ου, δ, = sq., Eub αρτταγίδης, ου, δ, dishsnatcher, Epigr.ap.Hegesand.i. -ενω, dress as a dish, Philum.ap. λουτρά Pi ; also called Ηράκλεια λουτρά Ar.Nu.lofrl ; λοετρά λουτρά A.Ch.6fo, S.Pr.634(lyr.), Crates Com.15, etc.; θερμάνυμφάν Orib , ABiofr (Pass.). -ιον, τό, Dim. of λοπάς 2, Ar.Pl. Ώκεανοΐο Il.18.4S9, Od,5.275 ; σίτοισι καϊ λουτροϊσι in matters of 812, Eub.9,38, Alex , PCair.Zen.82 (iii B. c.), etc. II. oyster, eating and washing, Hdt.6.52 ; λουτρά) χρωμένους Plu b : sg. Gp ίσκος, 0, = foreg. 1, Sch.Ar. Κ962. first in Hes.I.e.; τραπέσθαι πρός τό λ. Pl.Phd.iifra, cf. X.Oec.9. λοιτάδο-τεμάχο-σελαχο-γάλεο-κράνιο -Χειφανο- - οτριμ η δρϊμ-15μ.ατο-σιλφϊο - κάραβο-μελΐτο - κάτακεχΰμενο - κιχλ- εττϊκοσ σ ΰφο- 7: in pl., bathing-establishment, τά δημόσια λ. POxy.12fr2B22(111 A. D.), etc. 2. water for bathing or washing, υδάτων ένεγκεΐν λουτρά φαττο-ίγεριστερ-αχεκτρνον-οτττο-κεφαλχιο-κιγκλο-ίγελειο-χάγωο S.OC1599; εν λουτροΐς while bathing, X.Cyr ; λοΰσαί τινα -σϊραιο-βάφη-τράγάνο-τττερΰγων, Com. word in Ar.Pc.1169 (as λουτρόν give one a bath, wash one with water, S.Ant. 1201, Ar. Lys. emended by Meineke), name of a dish compounded of all kinds of 469 ; λουτρόν παρέχειν'λ>^77 ; λούσθαι λουτρόν bathe, Α. Fr. 366 (note) ; dainties, fish, flesh, fowl, and sauces. λαυτρόν εστίν, ού πότος Alex.9 ; νυμφικά λουτρά the conveying of water to the bride (cf. λουτροφόρος), Poll.3.43 ; in NT, of baptism, Ep.Eph. λο1γάδο-φϋσ ητης, 05, δ, dish-piper, nickname of Dorion, a gluttonous flute-player, Mnesim. 1 ο : perh. with a play on λω^. 5.26; λ. παλιγγενεσίας Ep.Tit.fr.fr. II. in Poets, = - τονδαί,ιίόα σ7tionstothe dead, S.F/.84,434, E.P/M667, cf. Hsch. s. v. χθόνια λ. λοπάς, άδο$, ή, flat dish or plate, in which food was served, Ar.Eq. 1034,^.511, Men.Sam.150, Dsc.2.142, etc. b. dish in sense of Χοντρό-ομαι, bathe, θερμοίς Αϊδεφού IGl2(9) (Aedepsus). food-preparation, Gal.6.653, al. 2. frying-pan, Eub.109, Arched. -ποιος, δ, bath-attendant, title of play by Anaxilas. -φορεω, 2.4; distd. from τήγανον by Eub. I.e., Pl.Com II. in carry water for bathing, Harp. -φόρο ov, bringing water. παίς, Com. also, = p0s 00 (ή), Theopomp.Com.92. III. a disease of the παρθένος λ. at Athens the boy or girl who, as next of kin to the bridegroom, fetched him water from the fountain Callirrhoe on his wedding olive, Thphr.//? ; rotting at the root, of fig-trees, ib.5. IV. shell-fish, Luc.^«'«.47 ; όστρεα καϊ λοπάδας Gal.4.670; v. 1. for λεπ^, day, Harp. s. v., Paus , Poll.3.43 : hence λ. χλιδή marriageceremony, Ε.ΡΛ.348 (lyr.). 2. as Subst., λουτροφόρος, ή, black urn Thphr.PP ΧοίΓ-άω, (λοπός) let the bark peel off\ of trees which lose their bark placed on the tomb of an unmarried person, D.44.18,30, Poll.8.66 ; on the return of the sap in spring, Thphr.HPfr.fr.1, 5.1.1, etc. II. cf. λίβυς. -χρέω, pour into the bath, ύδωρ APg.62 ] (Marian.). -χόος, of fig-trees, rot at the root, Id.CPfr.g.g. -ητός, δ, the time of ov, in Horn, always Χοετρ-, Dor. Χωτρ- Call.Lav.Pall. 1,15.-pouring water into the bath. Subst., the slave who did this, Od , X bark peeling off, ld.hpfr ίδιον, τό, Dim. of λοπίς in, λοπίδια ηντοδαπά απ' ανδριάντων BCH2g.fr4'i (Delos). -ίζω, peel off the Cyr.8,8.20 ; λ. τρίπους a three-legged cauldron, in which water was bark (with v. 1. λειτί^ω, which Phot, condemns), in Pass., Thphr.HPfr. warmed for bathing, , Od ,'3-1,4; cf. λοπίξαι λαμπρύναι ή λεπιδωσαι, Hsch.: the word occurs Χοντρών, ωνος, δ, bathing-room, bath-house, X.Ath.2.10, Lyc. 1103, Procop. broken context, POxy.218Fr.(b)3. -ιμος, ov, easily stripped, PS/5, (iii B.C.), Ptol.Euerg.3 J. (pl.), Plu.2.734b, ז 1 ' 01 nuts which have a skin and not a shell, Nic.Pr.76, Sor.ap.Gal.12. Aed.fr.fr ; of a baptismal font, Id. Arc. 17. Intr. cf. Gal.6.621, Hsch. -ίς, ίδος, ή, = λεπίς 2, Ar.P.790, Nic. λοντρωνικός, ή, όν, of the public baths, Cod.fust.\.4.26 ז 4 20 : Od Th.\fr4. II. χ. σιδηρά iron pin to keep a Χονω, βάλανος contr. in from Χοεω, from which come impf. λόεον <יף- 467 Place, Aen.Tact HI. fragment of άκρόβασις, PC// aor. inf. λοέσσαι ; part, λοέσσας II : fut. Med. λοέσσομαι, Delos). IV. = λοπάς 1 1a,SchwyzerSg.20(Arg0s, iii B.C.), -ισμα, Od.6.221: 3 sg. aor. λοέσσατο ib.227 ; λοεσσάμενος II , Schwyzer633 (Eresus, ii/i B.C.) : also Ep. impf. ε'λοόεον h.cer.289. Later aros, T0, = sq., Eust.l863.51, Phot. -ός or λόιτος, δ, (λέπω) Μ κρομύοιο λ. Od II of a hide > λ δέρματος the outer forms, λούει Hdt.6.52 ; inf. λούειν Hp.Morb.2.20, Pl.Phd.iifra : fut. ϊ 1 of a split piece of leather, op>p. αύτό τό δέρμα, Hp. Art.33, cf. λούσω Ca\\.Del.gfr ; Dor. λοι>ο ώ Theoc : aor. έλουσα Anacr.47, 3" 2. peeling ofthe skin after illness, Id.Epid S.Ant.goi, Ar.Lys.19 ( E P λούσα Il , etc.): Med. λούονται λορδ-αίνω, = λορδόω, Hp. Art.46. -ός, ή, όν, bent backward, so Hdt.4.75 ; inf. λοόεσθαι H.6.508, Hp. ך. Epid.fr ο ; par ί.λουόμενοι Hdt-3. «to be convex in front, opp. κυφός, Id.Fract. 16, yirt.48, Arist.P4707 b 23: fut. λούσομαι Ar.Nu.Sfr*, P\.Phd.\16a : aor. ελουσάμην ibid.; Ep. λονω

42 λόφα λούσαντο Il.i0.576 ; Dor. part, λωσάμενος Berl.Sitzb.lgzy. 157 (Cyrene): Pass.,aor. ελούθην Hp.Mul.1.11, later ελούσθην Lyc.446: pf. λέλουμαι, 3 sg. λε'λουται Ar.Pax86S ; part, λελουμένος II.5.6, later λελουσμαι Lxx Ca.5.12 (cod. Vat.). Another old form of the pres. was λόω, whence3sg.λόεisco/.25, 2 sg. Med./caTa-λόει Ar.ZVw.838 (prob,): 3 sg. impf. λόε Od , 3 ρΐ.λόον h.ap.\20; 3 sg. subj. Med. λόηται 7C12(5) (Ceos, iii B.C.); inf. λόεσθαι Hes.Op.749 : to λόω also belong the foil, contr. forms, 3sg. impf. άπ-έλου Ar. K. 118, ελοΰμεν Id.P/.657; pres. Pass, λοίται Sernon.7.63, X.Cyr , A.Fr. 366 (note) ; λοΰνται, ελοΰτο, Hdt ,3.125, έλούμην Men.363 ; 3 pl. ελοΰντο X.Cyr.4.5.4, etc. (Dor. λώντο, λώοντο, Call.Lav.Pall.72,73); inf. λοΰσθαι Od.6.216, Hdt.3.124, Ar./V«.1044, Pl.Z.^.942b; part. λούμενος Ar.Av. 1623,P/.658, X.Mem : the forms ελοίαμεν, λούομαι, ίλουόμην, etc., are rejected by Phryn.165, but are freq. found in codd., Lys.1.9, etc.: the imper. form λοΰ (glossed by λοΰ-. ([ lovo * σαι, Hsch.), if correct, is contr. for λόε : (Cf. Lat. lavo [fr. wash, prop, wash the body (νίζω being used of the hands and feet, πλύνω of clothes), τόν δ"ήβη λοΰσεν II ; δμψαϊ λοΰσαν καϊ χρ'ισαν ελαίω Od.4-49) cf ; λοΰσ' iv ποταμώ bathed me, i.e. let me bathe, ; τις ίν σφε λούσειεν; Α. PA.739 (lyr.) ; λούσαντες τόν νεκρόν Hdt. 2.86, cf, Ε. Pr.1152, S.Ant.gol ; λ. τινά από τών πληγών Act.Αρ > a ' so λό' εκ τρίποδος μεγάλοιο washed me [with water] from a great cauldron, Od ; οϊστούς λοΰσεν φοινίσσα. Αρης. ψακάδι Simon. 106: c. acc. cogn,, λουτρόν λοΰσαί τινα, ν. λουτρόν b. rarely of things^, τά δι$ο μέρη τοΰ βαλανείου PFlor (ν Α. D.). 2. metaph., puripy, τινά εκ τών αμαρτιών ν. 1. in Apoc.1.5. I 1 Med. and Pass., bathe, λοΰσθαι ποταμοίο βοή σι Od.6.216: also c, gen., λελονμένος Ώκεανοΐο (of a star just risen) fresh from Ocean's bath, U.5.6 ; λούεσθαι παταμοίο bathe in the river, ; so από [κρήνης] λουόμενοι Hdt.3-23 : c. acc. cogn., τό λουτρόν ή 'Ρέα λοΰται Arr.Tact : abs., λούσαντο Od.4-48, cf. Hdt.5.20, etc.; λελουμένος freshbathed, after bathing, Id , Ar.Pys.1064(lyr.); iv βαλανείφ λελουμένος Pl.P-495e ; λούεσθαι εν πηλω Arist./Pi595 a 3 I > είϊ λουτρώνας Ptol.Euerg-3 J. (dub.): metaph., τόξα. α'ίματι λουσάμενα Simon. 143! cf. Call-Pe/-95 ', λελουμένος τω φόνψ Luc.PifereZr in strict pass, sense, λοΰσθαι υπό τοΰ Διός, i. e. to be washed by the rain from heaven, Hdt.3.124, in strict med. sense, c. acc., λοέσσασθαι χρόα wash one's body, Hes.Op.522, PA.5 ; λούονται (v. 1. λοΰνται) ίδατιτό σώμα Hdt λόφα μίσχος, τό περίπτισμα, καϊ τό τής γης επαρμα, Hsch. λοφάβεια'.. αϋχήν, οΐον κατά τοΰ αύχένος, ή χωρίον & καλοΰσι Αίβυσσα, Hsch.: gloss on κατά λοφάδεια which is v. 1. for καταλοφάδεια (q.v.) in Od λοφαδίας and λοφίας, ου, δ, first dorsal vertebra and skin over it, Poll , λοφ-άω, have a crest (λόφος), oflarks, Babr sufferfrom having too much crest, Ar. Pax 1211 (Com. word formed like βραγχάω, λί0άω, etc.); but יλοφά λόφου επιθυμεί, Hsch. -εΐον, τό, crestcase, Ar. Ach ; any case, Id./V« η, ή, λόφος, crest, D.S ηφόρος, ov, crested, of a lark, Babr ΐά, Ion. -ΐη, ή, (λόφος) mane or bristly ridge on the back of animals, mane of horses, bristly bach of boars and hyenas (cf. o,ha, Ar\st.PA65??3 498 b 30,579 b 16), φρίξας εί λοφιήν, of a wild boar, Od ; ορθάς iv λοφιή φρίσσει τρίχας άμφί τε δειρήν Hes.Sc.39 1 ; αντϊ λόφου ή λοφιή κατέχρα the mane served for a plume, Hdt.7.70, cf backfin of dolphins and similar fishes, D.S.3.41, APg.222 (Antiphil.), Philostr./w.i. ig, II. = λόφος π, ridge, Lxx/0.15.2, al., APg.249 (Maec.). -ίας, ου, Ion. -ίης, ό, having a back-fin, φάγρος Numen. ap.ath.7.322f. II. v. λοφαδίας. -ίδιον [_φϊ], τό, Dim. of λόφοςίι, Ael.NA ίζω, raise the λόφος, Zonar. -ΐήτης, ου, δ, dweller on the hills, epith. of Pan, formed like πολιήτης, AP6. 79(Agath.). ιόν, τό, Dim. of λόφος ill. I, small crest, Sch. ca.1108 Ar4 : also, =κάλλαιον, Sch.D.T.P.196H. 11.=λοφεΐον, Hsch. -ιος άκρώμιον, ή άκρώνιον, Id. (Cf. λοφορρώγα.) -ίς περικεφαλαίας θήκη, Id. λοφνία, ν. λοφνίς. λοφνίδια λαμπάδια, Hsch. λοφνίς, ίδος, ή, torch made of vine bark, in pl., A Pi 1.20 (Antip. Thess.), Lyc.48 : also λοφνία, Clitarch.Gloss.ap.Ath a, cf. Ath d. λοφό-εις, εσσα, ev, crested, Tryph.68. II. hilly, Nonn.D op at, Pass., to be raised up, grow into a ridge or hill, Eust. ad D.P.638 (of Mt. Taurus). -ττοιός, δ, crest-maker, Ar.Pax 545. ττωλε'ω, sell crests, Id.Pr.812. ρρώγα - τόν απερρωγότα τοός ώμους, Hsch. λόφος, δ, back of the neck; of a horse, withers, II ; υποζυγίων Dsc.4.185; of a man, nape of the neck, Il.ro.573: metaph., υπό ζυγφ λόφον εχειν have the neck under the yoke, i.e. obey patiently, S. Ant. 292; cf. εϋλοφος 11 II. crest of a hill, ridge, Od.! 1-596, , Hdt ; so always in Pi., as ,^.5.46, and in Th.4.124, Pl.Cfi.682b. III. crest of a helmet, κυνέην. Λππουριν, δεινόν δέ λόφος καθύπερθεν ενευεν II , cf ; > λεΰκοι ϊππιοι λ. Ale.15.2 ; χρύσεος λ , cf ; τρεις κατασκίους λ. σείει Α. ΡΑ.384, cf. Ar.Ach.57$, 5 8 6; λόφων επένευον έθειραι Theoc ; of Carian origin acc. to Hdt ; λ. τε σείων Κάρικον Ale.22 ; λ. ΰακινθοβαφής, on a Persian helmet, X.Cyr ; λ. τρίχινοι PS 15. ^lca.575,586, B.C.); A1-. jeers at the λόφοι of Lamachus, י") sq.,!074. Rareinany of these senses in Att. Prose. 2. after Horn., crest or tuft on the head of birds, whether of feathers, as the lark's crest, Simon.68, cf. Arist. BA617 b 20; or of flesh, as the cock's 1062 λοχία comb, Ar.Eq.4g6, Αν. 1366, Arist.Hy b 13, Phld.PA S.: metaph., βήματα..οφρΰς έχοντα καϊ λόφους Ar.Pa f men, tuft of hair upon the crown, λόφους κείρεσθαι shave so as to leave tufts, Hdt ; X?os λ. a tonsure in the middle of the head, Eust of large fishes, λοφιά, Plu.2.978a. λόφ-ουρος (λοφοίρος Arist./F4501 a 6 Bekker), ov, in neut. pl., pack-animals, as horse, ass, mule, Arist.//^491»!, GAy^^iS, IG 12(1) (Rhodes, iv/iii B.C.); also called υποζύγια, Arist.Pr. 895 b 12 (cf. 15) ; τά ζυγά τών λ. Thphr.HP5.7-6 ; ορρ. τα μηρυκίζον τα, ib , cf ; Arist.Pr. 1. c. -ώδης, ες, like a ridge, όγκος Id.Mete. 367*4; on a ridge, νόλις Procop.Aed ωσις, εας, ή, being crested, ή λ. ή τών ορνέων their crests, Ar.Av.291, % ωσό - έπιστήμων, Hsch. (fort, -ωτός επισήμων). λοχ-αγενείς' ηγεμόνες, στρατηγοί, ταξιάρχαι, άρχοντες τής ένέίρας, οί συνάγοντες τους στρατιώτας, Hsch. (Perh. λοχαγερεϊς, from α,γείρω.) -άγετας, α, ό, Dor. for λοχηγέτης (which is not found), = λοχαγός, A. Th.42, E.PA.[974]J Supp αγε'ω, Dor. (borrowed by Att.) for λοχηγέω, lead α λόχος or company (commonly of 100 men), X.An ,Mem.3.1.5, Is.9.14: c. gen., λόχου λοχηγέων Hdt.9.53, cf. 21. XI. consist of λοχαγοί, -γοΰν ζυγάν Ascl. Tact , ι i.i. -άγια, ή, Dor. for Κοχηγία (also used in Att., v. λοχαγός) rank or office of λοχαγός,. tt X ,3.1.30, Arist.Poi. I js 2 b 4 (pl.). -αγός, ό (λόχος, &γω), Dor. for λοχηγός, leader of an armedband, S.Ant.141 (anap.),theophil.3 II. esp.commander of a company (100 men), captain, X.An , Ascl. Tact.2.2, PPetr. 3p.8 (iii B. c.), etc.; cf. ταξίαρχος. 2. in the Spartan army, commander of α λόχος, Th.5.66, X.iac. 11.4, etc.; in the Persian army, captain of 24 men, Id.Cyr , etc.; = Lat. centurio, Plu.Cew.37; also, -curio, D.H.2.7. The word, like κυναγός, was always used in the Dor. form by Attic authors. -άδην [a], Adv. from ambush, treacherously, Nic. Th άζομαι, = λοχάω,emp.84.8, APg.t^i (Even.): Act. in Hsch. -αΐος, a, ov, λόχιος, λοχαίας εξ έδρας prob. l.in Ε.^/ί.846, cf. Artem.5.73(as v.l. forλοχείους [δι'φρουϊ]); λ. έρως clandestine love, (Cyrus). II. bearing down, like heavy ears of corn, λ. σίτος Phot., cf. Hsch.; and so prob. in Thphr.CP ,23.5: hence metaph., richly-blooming, Arat.l0$y. -au,ep.aor. subj. Med. -ήσομαι Od : lie in wait for, waylay, Ύηλέμαχον λοχόωντες ,0^4.847; ή μέν μιν λοχόωσι ! τόν $έ.. οίκαδ' ιόντα λοχώσιν ; αύτόν ιόντα λοχήσομαι 4-670; έλόχησαν τάς γυναίκας Hdt ; σε..λοχώσιν..'ερινύες S.Ant.iaJ5 2. abs., lie in wait, ambush, 'όθι σφίσιν είκε λοχήσαι II ; λοχα, Μ δενδρευν άναβάς Hdt,4.22 ; πρός δόμοις λοχάς εμοΐς ~E.El.225; πρόςτοίαι βωμόίς Pherecr.141: but mostly in aor. part, with another Verb, οφρα.. σόν παίδα κατακτείνειε λοχήσας Od > λοχήσαντες τήν νέα εΐλον Hdt.6.87, cf. 37 λοχήσας.. πολλούς διέφθειρεν Th.1.65, cf ί Med.., λοχησάμενος Od.4.388,463 ; εγγύς δδοΐο λοχησίμενος ; later also λοχώμενος, λελοχημένος, in ambush, A.R.1.99!j c. acc. loci, occupy with an ambuscade, έλόχησαν τήν iv Urjδάσψόδόνϋάί.ζ.ι metaph., οΐον λοχώντες τήν πρός'ρωμαίους φιλίαν laying a trap of friendship for them, Plb Rare in good Att. (v. Th. 11. cc.), but freq. in late Prose, as Plb. 1. c., D.H.2.55,al., Plu.Ant.46 : Pass., Epicur.AW , J.P/ Med. only inep. λοχ-εία, ή, child-birth, childbed, E./P382, Call.ZW.251; τήν λ. ε'ιληχε she presides over child-birth, Pl. Tht.14gh : in pl., Id.P//.268b; of flowers, in' εύκάρποιιri λοχείαις APlo. 16(Theaet.); f. l.in Ε./7206 (lyr.) forλόχιαι. II. = λόχενμαΐ, ^?/ (Theodorid.). Ill άρτεμισία, PS.-DSC εϊος, a, ov, and os, ov,-λόχιος (q. v.), λοχείουϊ ημέρας days of thanks for safe delivery, Plu.2.377c; θυέτωσαν.. at τά λ. έκπορευόμεναι καϊ ζωννύμεναι Milet.1(7).204 b 91 λοχεία (sc. χωρία) λιποΰσα having left the place where she bore the child, E./P1241 (lyr.) ; cf. λοχαΐος: Subst. λοχεία, τά, = λοχεία I, Hp. Mul. 1.29, Ruf.ap.Orib , Artemis 2. Λοχεία, ή, title of Λοχία, 7C9(2).I4I, 142 (Theb. Phthiot.), Orph.iC36.3, etc. -εός, ο, -λόχος, ambush, only in Hes. PA ενμ.α, ατος, τό, that which is bom, child, E.Ion 921 (anap.), PA.816 (lyr.), PC// (Syria). II. in pl., = λοχεία,child-birth, E.F/.1124: metaph.,κίλυ κος iv λοχεύμασιν in the bursting of the bud, A.Ag.13,92., εΰτρια,17 woman in childbed, metaph. as Adj., ή τοΰ $ ψεΰδοι λ. ποίησι! Anon.ap. Suid. s. ν.'αδάμ. II. midwife, Sch.DIl (מλόχος ) -ειίω, bring forth, bear, παίδα h.merc. 230, cf. Orph.^i.184, etc. J γαστήρ σ' ελίχευσε APg. 12 6; of th e father, beget, Orph.v4.136, cf. 13; of both parents, ib.159; metaph., produce, φλογός άσθμα Coluth. 179: Med., -ομένην σε. Λα ρ ύμνων ΑΡ-;.ι2. 2. of the midwife, bring to the birth, deliver, τινα Ε.Ion948, 1596, cf. P/.1129 : hencein Pass., tout brought to bed, be in labour, ενβ' ελοχεύθην Id, Tr.602 (lyr.); λοχενθαβ αστραπήφύριρ πνρί, ofsemele, Id.Pa.3, cf. Plu.Pel.16: c.geο.,λοχεν θείσης αύτοΰ τής μητρός Id.Cic of a man, practise couvait, D.S II. Med., in sense of Act., of the mother, Ε.IotiW (anap.), Arist./P i616»34, Call. Del.326; also of the birthplace, API 4,295. '» Τι III. Pass., of the child, to be born, S.OC1322; λοχευθεΐσαν by the obstetric art of the Titan, E.I (ly r ) metaph.j generally, lie embedded, iv τεύτλοισι λ. Ax.Pa xlqli > (anap.). -ή, ή, = λόχμη, Supp.EpigK2.544 (Mylasa). Χοχηγεω, λοχηγός, ό, Ion. for λοχαγ-.,, λόχ-ησις, εως, ή, waylaying, entrapping, Suid. -ητης, Ν. Λ Λ της II. -ητικός, ή, όν, lyingtn wait, treacherous, Adam.2.2. λόχια, τά, and Λοχία, ή, ν. λόχιος. < $ λοχι κρυφαία, γεννά, αϋξει, καϊ άρτος τη Άρτέμιδι γενόμενος, και αδρούς άστάχυας έχουσα, Hsch. λοχιάδες" at υλαι, Id.

43 λο χίδων 1063 λνγρός λοχίδιον (-IV Pap-\, τό, dub. sens, in POxy (ΝA.D.). λοχίζω, = λοχάω, lie in wait for : Pass., λοχισθέντες διεφθάρησαν they were cut to pieces by falling into an ambuscade, Th.5.115, cf. D.C place in ambush, λοχίζει is δδόν κοίλην δπλίτας Th ; λ. εν τόπφ D.H.2.55 : c. dat. loci, Id.3.64 (nisi leg. (εν) χωplots); λοχίσανtos is prob. 1. in PIu.O/ beset with an ambuscade, λελοχισμένον χωρίον D.H II. distribute men in companies (λόχοι), and so, put them in order of battle, Hdt, 1.103, Aen. Tact. 1.5, Plu.Sw//.27: Pass., to be so distributed, Agatharch.Fr. Hist. 17J., D.H.2.14, etc. III. λοχίζει επιβουλεύεται, Hsch. λοχικός, ή, 0v, = sq., λ. κάθαρσις dub. in Steph.inPIp D. (λογ- codd.). λόχιος, a, ov, of or belonging to child-birth, λ. νοσήματα childbed, Ε. El.656; ώδίνωνλοχίας ανάγκαισι - λο Id.Pij.89 (lyr.),cf./0«452 (lyr.); χιαι..moipaiprob.in ld./p206(lyr.); λοχίη$ εκ νηδύος A.R λοχί>?, = Lat. foeta or puerpera, Opp.CV b. λόχιαι, αί, = Lyc.973 ; είρκτή Id.35 1 ϊ θάλαμος /G12(8).g2.10 (Imbros, ii/i Β. C.). Adv. -aiws Eust , Hsch. (-γαώς cod.). λυγαος, f. 1. for λόγδοί, Hsch. λυγγανόμενον" λύζοντα iv τφ κλαίειν, Hsch.; cf. λυγκα'ινω. λΰγγιοξ, a, ov, of a lynx, δέρμα Edict.Diocl. in/g5(l),1 115 A1165 (Geronthrae). λυγγουριον, τό (derived by the ancients from λύγξ, ουρον, and supposed to be the coagulated urine ofthe lynx, Dsc.2.81, Plu.2.962f, S.E.P ), a kind of amber (glossed by ήλεκτρον, Hsch., cf. Str ), Thphr.L«/>.2 8, IG 11(2). 161 Β49 (Delos, iii B.c.),al., , Str (pl.) : also written λυγκουριον, λιγκοΰριον, and λιγγουριον in codd.; λογγοιίριον Aet.2-35 λυγγώδης, 6s, attended with hiccup, πυρετοί Hp.Fract.l I, cf. Acut. (Sp.) 30. λΰγδη, λεύκη, white poplar, Hsch. λΰγδην, Adv., (λύζω) with sobs, κλάειν S.OC162I, cf. AP λυγδ-ίνεος [ϊ], a, ov, = sq. 2, δειρή APfr.&f (Rufin.). -ινος, η, ov, of white marble, βωμός AfricaItaliana (Cyrene, i B. c.), cf. AP6.209 (Antip. Thess.), Babr.30.1 ; λυγδίνη λίθος Philostr./?«. Prooem. 2. marble-white, λ. κώνια μαστών APfr.12 (Phld.); τpaχηλός Anacreont os, ή, white marble, Peripl.M.Rubr.24; λύγδου λειότερον APfr. 27 (Rufin.); οΐά τε λύγδου γλυπτήν ib.!93 (Posidipp. or Asclep.); ή Παρία λ. D.S.2.52, cf. Mart.6.13,42. λΰγεα, ή, = λύγος, Eust λυγει05, = λυγαΐος, Tz.// λοχεΐαι, Euph II. Λοχία, ή, epith. of Artemis, E./P1097, Supp.gfr8 (both lyr.), cf. SIG (Gambreum, iii B.C.): also Λοχεία, q.v. III. λόχια, τά, discharge after child-birth, Hp.Nat. Puer. 18, Arist.HAfrpfrpg (ή λοχίη κάθαρο-is Hp.Mul.l.2g, al.). 2. child-birth, ΛΡ7.375 (Antiphil.), (Phil.). λοχ-ισμόβ, δ, placingin ambush, Plu.PM.13 ( ρί ) -ίτης [ϊ], ου, δ, one ofthe same λόχos or company, fellow-soldier, comrade, A.Ag. 1650, X.Cyr.2.2.7, etc.; ξύν λοχίταις εϊτε καϊμονοστιβή; with attendants or alone? A.C6.768 ; πολλούς έχων άνδρας λοχίτας S.OP751: fem. λοχΐτις εκκλησία, = Lat. comitia centuriata, D.H.4.20, Αρρ.PC λυγη [ϋ], η, twilight, Αρρ $, cf. Suid., Eust , etc. II. one who lies in wait, Hsch., Suid. (leg. λοχητής). λυγίζομαι, Pass., (λύγη) to be hidden, λυγίσσ.σθαι κρυβ-ήναι,τϊιεοζnost.caw.2 2. λοχμ-άξω, to be downy, άρτι παρειά(ν) λοχμάζων Pisand.ap.Sch.T II aios, a, ov, of the coppice, ΜοΟσαλ., ofthe nightingale, Ar. λϋγ-ίξω, Dor. fut. inf. λυγιξεΐν Theoc : (λύγος): bend or Jit;. 737 (lyr.). -η, ή, (λέχομαι) thicket,copse, esp. as the lair of wild twist as one does a withe, πλευράν λυγίσαντος ύπό βώμης, of a dancer, beasts, ενλόχμη πυκινή κατέκειτο μέγας σύς ל Od λόχμας ΰπο Ar. V ; νεύρα λελυγισμένα twisted, Hp.Mochl.4; τά λυγισθέντα των κυανέας Pi , cf. Ρ > ^χΐνος