THE GREEK RESISTANCE IN THE AREA OF KALAVRITA AND EGIALIA BETWEEN 1941 AND 1944

Save this PDF as:
 WORD  PNG  TXT  JPG

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "THE GREEK RESISTANCE IN THE AREA OF KALAVRITA AND EGIALIA BETWEEN 1941 AND 1944"

Transcript

1 THE GREEK RESISTANCE IN THE AREA OF KALAVRITA AND EGIALIA BETWEEN 1941 AND 1944 PANAGIOTIS STOURAS Dissertation submitted in fulfillment of the requirements for the degree of Magister Artium In Greek In the Faculty of Humanities Of the University of Johannesburg Supervisors: 1. Prof. H. Bambounis 2. Prof. Thekla Sansaridou Hendrickx 3. Prof. B. Hendrickx Johannesburg, April 2012

2 Περιεχόμενα Περιεχόμενα 3 Abstract 7 Πρόλογος 9 Εισαγωγή Ιστορικό πλαίσιο Από τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, στην Κατοχή και την Αντίσταση Η Ελλάδα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής στο Αίγιο Οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής στο Αίγιο Πανελλήνιες αντιστασιακές οργανώσεις Το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο. Οι πρώτες προσπάθειες αντίστασης ΕΑΜ ΕΛΑΣ ΕΠΟΝ Ε.Α ΕΔΕΣ - ΕΟΕΑ ΕΚΚΑ Η ίδρυση και η δράση των πρώτων αντιστασιακών ομάδων στις επαρχίες Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Εαμικές Οργανώσεις α. Το τάγμα Αιγιαλείας β. Το Ανεξάρτητο Τάγμα Καλαβρύτων γ. Η ομάδα του Συνταγματάρχη Βλάση Ανδρικόπουλου δ. Η έλευση των ανταρτών από την Ρούμελη στην Πελοπόννησο ε Η Συνάντηση στη Ρακίτα (4 Ιουλίου 1943). Η οργάνωση του 12ου Συντάγματος στ. Η σύσκεψη στο Νάσια Καλαβρύτων. Η επαφή του 12ου Συντάγματος με την αγγλική αντιπροσωπία Αντιεαμικές Οργανώσεις α. ΕΕΟΕ ομάδα Σεβαστάκη β. Μωρηάς γ. ΕΟΕ ομάδα Δροσόπουλου δ. Σύγκρουση ΕΛΑΣ και ΕΟΕ ε. Το ανταρτοδικείο στα Μελίσσια Ο Αγγλικός παράγοντας Ο αντιστασιακός παράνομος Τύπος Εφημερίδες της Δεξιάς και Κέντρου Παράνομες εφημερίδες της Αριστεράς Τοπικές εφημερίδες επαρχιών Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Συγκρούσεις αντάρτικων ομάδων και δυνάμεων κατοχής Ο αφοπλισμός των σταθμών Χωροφυλακής Αρογόζαινα 101 (28 Μαρτίου 1943), Δαφνών (29 Μαρτίου 1943), Αχλαδιά (31 Μαρτίου 1943) Η μάχη στο Πυργάκι (18 Απριλίου 1943) Η συμπλοκή στην Τέμενη Αιγιαλείας (26 Απριλίου 1943) 110 3

3 5.4. Η μάχη στο Κακοχωριό (Δάφνες) (11-12 Μαΐου 1943) Ο αφοπλισμός του σταθμού Χωροφυλακής Μαζεΐκων (31 Μαΐου 1943) Το σαμποτάζ στον οδοντωτό και στα λιγνητορυχεία Καλαβρύτων (1 Ιουνίου 1943) Η μάχη στην Αγία Λαύρα (13 Ιουνίου 1943) Η σύγκρουση στην Κέρτεζη (15 Ιουνίου 1943) Η μάχη στα Φίλια (20 Ιουνίου 1943) Η μάχη στον Χελμό (περιοχή: Ξερόκαμπος) (21 Ιουνίου 1943) Το μπλόκο της Ελίκης (1 Ιουλίου 1943) Η μάχη στη Γουρζούμισσα (Λεόντιο) (14 Ιουλίου 1943) Η μάχη της Κερπινής (16 Οκτωβρίου 1943) Η επιχείρηση «Καλάβρυτα» Οι αιχμάλωτοι Γερμανοί της μάχης της Κερπινής α. Η πορεία των αιχμαλώτων από το πεδίο της μάχης έως τα Μαζέικα β. Οι διαπραγματεύσεις για την τύχη των αιχμαλώτων Οι κινήσεις των γερμανικών δυνάμεων πριν το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων Η αναδιοργάνωση των αντάρτικων ομάδων πριν το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων Η τύχη εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων Η πορεία του γερμανικού στρατού προς το πλάτωμα Μαγέρου και η ανεύρεση των πτωμάτων των Γερμανών αιχμαλώτων Η κυκλωτική κίνηση των γερμανικών δυνάμεων προς τα Καλάβρυτα (4/12/ /12/1943) α. Οι γερμανικές δυνάμεις από την Πάτρα β. Οι γερμανικές δυνάμεις από το Αίγιο β.i. Η σφαγή στους Ρωγούς (8/12/1943) β.ii. Η σφαγή στην Κερπινή (8/12/1943) β.iii. Η σφαγή στο Μέγα Σπήλαιο Η σφαγή στην Άνω και Κάτω Ζαχλωρού (8/12/1943) Καλάβρυτα (9/12/ /12/1943) Καλάβρυτα Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου Συμπεράσματα 203 Παράρτημα Βιογραφίες προσώπων Έγγραφα Φωτογραφίες Χάρτες Εικόνες. 218 Πηγές - Βιβλιογραφία Πηγές Αδημοσίευτες Πηγές Τύπος Συνεντεύξεις Βιβλιογραφία Μονογραφίες α. Γενικές 292 4

4 2.1.β. Ειδικές Συλλογικά Έργα 300 5

5 6

6 Abstract The aim of the present essay is the study of the Resistance which took place in the area of Kalavrita and Egialia between and how it is related to the Resistance in the rest of Greece, using everyday people s memories. More specifically, we are going to find the impact of the geomorphology of the area on the development of the Resistance and the importance of the local history and traditions on the development of the patriotic feeling of the area s citizens. Moreover, we are going to study the factors which led to the creation and development of Resistance, the impact of the Communist party and ideas and of other factors, and the role of the allies diplomacy. Although many books and essays have been written about that period of time, the history of Greek Resistance is not complete yet, as they used to emphasise the patriotic aspect, minimizing the importance of the Resistance in social aspects, and the impact on the lives of everyday people. Moreover, most of the local history talks about the facts in the town of Kalavrita, and less is known about the Resistance in the rest of Achaia. However, there are still unexploited sources, like interviews, diaries and photos. Their study will result in a more complete understanding of the local history and also in the preservation of these important memories of the people who were alive at that time. For this study, the quality methods of interviews and field study will be used. Qualitative analysis will be used to extract similarities and differences with other studies, so as to generate new evidence for the local history. This essay will contain 3 major parts. In the 1 st part, we are going to discuss what was happening in Greece just before the beginning of the 2 nd World War. More specifically, we will speak about the position of the Greek expedition from the day of capitulation (April 1943), till the organisation of the Resistance towards the German and Italian expeditions. Then we are going to find out what was going on in the same period in the regions of Kalavrita and Egialia (summer 1943) during the first years of the war. Moreover, we are going to explore the everyday life of the Greek people, how the Greek society 7

7 changed due to German and Italian army and the more or less important facts which helped in the organisation of the local Resistance, as these facts were presented in the local newspapers. In the first part, we are going to speak extensively about the birth of the Greek Resistance. We will also speak about the resisting organised teams, armed or not, in the local area and in the whole of Greece which were related to the Resistance. More specifically, we are going to speak about the people who took part in these teams, the way they were organised and the relations they had with each other and similar European teams. Also, we are going to find out the relations with the political parties, so as to discover the political ideas of these teams. Moreover, we will talk about the legal and illegal mass media of the time, the way they were organised and their importance in the development of Resistance, through the newspapers and the testimonies of the people who lived of that time. In the second part, we will speak about the conflicts between the local teams and the German and Italian army. Moreover we will speak about the importance of the English allies and the Greek people who were fighting for their country and their freedom. We will talk especially about the conflict between the 2 major teams in the area, a conflict which predicted the civil war in Greece. In the 3 rd part, we will study the Holocaust of Kalavrita, in a more subjective way. After that we will analyse the facts before the Holocaust, we will try to explain the reasons of the German revenge and we will study the reaction of the local teams, Greek government and the rest of the world. In addition, we will try to find out the historical truth about the exact number of dead people of the Holocaust in Kalavrita, through the study of historical sources. Not only Greek and other references will be used, but also interviews of the last people who have lived the facts and were rescued. Also information from the local newspaper of that time will be used. Finally, the recollections of the commander-wing D. Michos, captain of the local teams, will be a very important source of information. 8

8 Πρόλογος Δεν είναι πολύ εύκολο, ούτε αποφασίζει κανείς ελαφρά τη καρδία να προσεγγίσει την ιστορία ενός τόσο βίαιου και διαμφισβητούμενου θέματος όπως η Κατοχή ( ). Δεν έζησα τα γεγονότα, οι μνήμες των ανθρώπων που τα έζησαν λιγοστεύουν με τα χρόνια και ως εκ τούτου ήταν δύσκολο να τα περιγράψω και πολύ περισσότερο να τα σχολιάσω. Να ασχοληθώ δηλαδή με την πολιτική, τα κόμματα, τις στρατηγικές, τα παρασκήνια της υψηλής πολιτικής κ.τ.λ. Όταν όμως έπεσαν στα χέρια μου τα απομνημονεύματα του αρχηγού των α- νταρτών στην Αιγιάλεια και τα Καλάβρυτα, του αντισμήναρχου Δημητρίου Μίχου, τα γνωστά «τετράδια», με οδήγησαν σε ένα βαθύτερο προβληματισμό σχετικά με τη φύση της κατοχικής περιόδου, επηρέασαν βαθύτατα τη διανοητική μου πορεία αναφορικά με το ιστορικό γίγνεσθαι της περιοχής και αισθάνθηκα την ανάγκη να εμβαθύνω την ανάλυσή των τετραδίων σε επίπεδο επιτόπιας έρευνας. Εν τω μεταξύ, η γνωριμία μου με τον κ. Περικλή Ροδάκη, λογοτέχνη και ι- στορικό, ο οποίος έζησε τα γεγονότα εκ των έσω και οι πολύωρες συζητήσεις μαζί του περί του θέματος της Αντίστασης στην περιοχή, κέντρισαν το ενδιαφέρον μου για την ενασχόλησή μου με τα γεγονότα και τις εξελίξεις της περιόδου αυτής, αλλά και της συγκεκριμένης περιοχής ιδιαιτέρως. Βέβαια ο κ. Ροδάκης με έφερε σε επαφή και με άλλους πρωταγωνιστές των γεγονότων της Αντίστασης και αυτό με ενθάρρυνε να συνεχίσω την επιτόπια έρευνα, ώστε να διασταυρώσω τις πληροφορίες και να συγκεντρώσω μαρτυρίες και ντοκουμέντα που θα μου χρησίμευαν να τεκμηριώσω την εργασία μου. Προσπάθησα να μην αγνοήσω έναν κόσμο από εμπειρίες, που κέντρο του ήταν κάποιες πολύ πιο τετριμμένες αλλά όχι λιγότερο σπουδαίες έννοιες έλλειψη τροφίμων και ακρίβεια, καθημερινοί φόβοι και πάθη και που ο κόσμος αυτός αποτέλεσε το έδαφος από το οποίο ξεφύτρωσε η πολιτική της κατοχικής περιόδου. Βέβαια στην εκπόνηση μιας τέτοιου είδους εργασίας, αντιμετώπισα σειρά δυσκολιών. Το να προσεγγίσεις αυτούς τους ανθρώπους που πάνω τους και μέσα τους κουβαλούν τις εμπειρίες αυτής της εποχής, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αρκετοί λόγω του βάρους της ηλικίας τους ή της βεβαρημένης υγείας τους, δεν μπορούσαν να εκφράσουν τις αναμνήσεις τους. Πολλοί «υποψιασμένοι» δεν ήθελαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα και να γυρίσουν πίσω το χρόνο και τη μνήμη τους, ίσως επειδή η κατο- 9

9 χική περίοδος είναι μια αρκετά κοινωνικά, εθνικά και πολιτικά διαμφισβητούμενη εποχή. Δεν έλειψαν και εκείνοι οι οποίοι αρνήθηκαν να συνεισφέρουν τις ζώσες μνήμες και τις εμπειρίες τους φοβούμενοι τον πολιτικό στιγματισμό που χαρακτηρίζει κυρίως την μεταπολεμική μετεμφυλιακή Ελλάδα. Τέλος επειδή ο χρόνος είναι αδυσώπητος, οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές της περιόδου δεν υπάρχουν στη ζωή (έχουν παρέλθει ήδη 70 περίπου χρόνια από τα γεγονότα) και έτσι χάθηκε οι ευκαιρίες που με τις συνεντεύξεις τους ή τις μαρτυρίες τους θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν την εργασία μου και να αποκαταστήσουν την ιστορική αλήθεια. Οφείλω να αναφέρω ότι οι ρίζες της καταγωγής μου ανάγονται στην επαρχία Καλαβρύτων. Προσπάθησα όμως κατά το δυνατόν να απαλλαγώ από συναισθηματισμούς και πολιτικοϊδεολογικές επιρροές. Έχοντας υπόψη την ιστορική ευθύνη που βαραίνει τον νέο ιστορικό, αποπειράθηκα να προσεγγίσω με προσοχή το πλούσιο πρωτογενές υλικό και αφού το μελέτησα σε βάθος, το σύγκρινα και το ανάλυσα, θα προσπαθήσω να εκθέσω και την αντικειμενική ιστορική αλήθεια. Από τη συχνή επαφή μου με άτομα της νέας γενιάς κατανόησα ότι πολλοί νέοι επιθυμούν να ενημερωθούν, να πληροφορηθούν και να μάθουν την αλήθεια για τα τραγικά γεγονότα της Κατοχής, αλλά και για το μεγαλείο του αγώνα του ελληνικού λαού, την Αντίσταση. Οφείλουμε να τους δώσουμε το ελπιδοφόρο μήνυμα της Αντίστασης, ώστε να τους γίνει ψυχικό βίωμα, χωρίς προκαταλήψεις, μισαλλοδοξίες και κομματικά πάθη. Είναι γνωστό πως μερικά πολιτικά κόμματα προσπάθησαν μέσα από την στρατευμένη ιστοριογραφία τους, να οικειοποιηθούν τον αγώνα του απλού λαού. Μέσα όμως από την μελέτη εκτεταμένης βιβλιογραφίας και ιστορικών πηγών (συνεντεύξεις, προφορικές μαρτυρίες, βιογραφίες, φωτογραφίες, εφημερίδες εποχής, αλληλογραφία αγωνιστών κ.α.), φτάνω στο σημείο να συμπεράνω πως κανένα πολιτικό κόμμα ή καμιά κοινωνική τάξη δεν μπορεί να μονοπωλήσει τον αγώνα εκείνο, που η μεγάλη τιμή της διεξαγωγής του ανήκει στον ελληνικό λαό. Με αυτές τις σκέψεις και ολοκληρώνοντας τον πρόλογο της εργασίας μου, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους εκείνους που με οποιοδήποτε τρόπο με βοήθησαν να προσεγγίσω και να μελετήσω τα γεγονότα της εποχής. Καταρχάς οφείλω ευγνωμοσύνη στον καθηγητή prof. B. Hendrickx, καθηγητή του τμήματος Ελληνικών και Λατινικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Johannesburg, ο οποίος με κατηύθυνε καθόλη τη διάρκεια της έρευνας και συγγραφής της παρούσης εργασίας μου και με βοήθησε να ξεπεράσω όλες τις μεθοδολογικές δυσκολίες. Ιδιαίτερη μνεία, οφείλω στον κ. 10

10 Αθανάσιο Θ. Φωτόπουλο, Επίκουρο Καθηγητή Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών, ο οποίος πρώτος με ενθάρρυνε να ασχοληθώ με την εργασία αυτή και μου στάθηκε αρωγός σε κάθε δύσκολη στιγμή της ερευνητικής μου προσπάθειας. Ευχαριστίες οφείλω και στον κ. Περικλή Ροδάκη, λογοτέχνη και ιστορικό, α- γωνιστή της Αντίστασης, που μου εμπιστεύτηκε πολύτιμο αρχειακό υλικό και με βοήθησε να προχωρήσω στο συχνά ολισθηρό έδαφος της εποχής αλλά και της περιοχής. Πολύτιμη ήταν και η συμβολή της κα. Γιώτας Κολλιοπούλου Κωνσταντοπούλου, προέδρου της Ενώσεως Καλαβρυτινών Πάτρας και Αντιπροέδρου του Μουσείου Καλαβρυτινού ολοκαυτώματος, η οποία με το ειλικρινές της ενδιαφέρον με υποστήριξε και με έφερε σε επαφή με την τοπική «ζώσα μνήμη». Ευχαριστίες ακόμη θέλω να εκφράσω και στον κ. Ανδρουτσόπουλο Βασίλη, κάτοικο Αιγίου, ο οποίος μου εμπιστεύτηκε εμπειρίες ζωής στην συνέντευξη του, που θα παραθέσω στη συνέχεια. Θα ήταν παράλειψή μου, εάν δεν ευχαριστούσα εκ βαθέως καρδίας την οικογένεια του ομογενή λογοτέχνη ερευνητή Θεμιστοκή Ροδάκη για την ουσιαστική βοήθεια που μου προσέφερε. Τέλος, ουσιαστική είναι και η συμβολή όλων εκείνων των απλών ανθρώπων των επαρχιών Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, όχι μόνο ως προς το αντικείμενο της έρευνας, αλλά και στο ανθρώπινο επίπεδο. Τους ανήκει βαθιά ευγνωμοσύνη και σεβασμός. 11

11 12

12 Εισαγωγή Ό,τι γνωρίζαμε ως σήμερα για την περίοδο της δεκαετίας του 1940, αφορά κυρίως στις εξελίξεις στο επίπεδο κορυφής: διπλωματικά παρασκήνια, ο ρόλος των ξένων δυνάμεων, κεντρικές αποφάσεις αντιστασιακών οργανώσεων, διεργασίες στην ηγεσία πολιτικών κομμάτων. Φαίνεται όμως ότι ωρίμασαν πια οι συνθήκες για μια νέα προσέγγιση στην ιστοριογραφία των γεγονότων. Μετά την μεταπολίτευση, όταν η Αντίσταση έπαψε να είναι προγραμμένη, ήρθε στο φως της δημοσιότητας μια καινούρια συγκομιδή πρωτογενούς υλικού, με την μορφή κυρίως απομνημονευμάτων. Όμως μεγάλο μέρος του υλικού αυτού και πάλι αφορά το επίπεδο της «υψηλής πολιτικής» τονίζοντας μονόπλευρα ίσως την εθνική πατριωτική πλευρά της Αντίστασης, παραγνωρίζοντας της κοινωνικές και διχαστικές πτυχές της. Έτσι η ιστορία της Αντίστασης εξακολουθεί να παρουσιάζει κενά, ιδίως ως προς τις επιπτώσεις των ιστορικών εξελίξεων στη ζωή και στις απόψεις των απλών ανθρώπων. Τα κενά αυτά, ο ι- στορικός προσπαθεί να τα καλύψει θέτοντας ερωτήματα σαν άξονες για την συγκέντρωση και την αξιοποίηση του υλικού του: α) Τι ρόλο έπαιξε ο γεωμορφολογικός παράγοντας στην γέννηση, ανάπτυξη και έκβαση της Αντίστασης στην περιοχή. β) Ο ρόλος της τοπικής ηρωικής ιστορίας και παράδοσης στην διαμόρφωση του πατριωτικού και αντιστασιακού φρονήματος των κατοίκων της επαρχίας. γ) Ποιοι οι παράγοντες που έπαιξαν ρόλο στην ίδρυση, την εξέλιξη και την έκβαση της Αντίστασης. Ήσαν καθαρά εθνικοί (απελευθέρωση της χώρας από τον κατακτητή) ή ήσαν και πολιτικοί (επικράτηση μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας). δ) Η αριθμητική έκφραση των οργανώσεων και ο ρόλος των προσώπων, υποκειμένων. ε) Τι ρόλο έπαιξαν στην εξέλιξη του αγώνα οι κρίσιμοι αστάθμητοι παράγοντες και ο ρόλος των ευκαιριών. στ) Ποιος ο ρόλος των Άγγλων; Πόσο καθοριστικός υπήρξε στην εξέλιξη των γεγονότων; Ποιος ο ρόλος του ΚΚΕ και γενικότερα των κομμουνιστικών ιδεολογιών στην εξέλιξη των γεγονότων. ζ) Ποιος ο ρόλος της συμμαχικής στρατηγικής διπλωματίας, του διεθνούς πλαισίου. 13

13 η) Ποιος ο ρόλος των σχέσεων: μεταξύ των οργανώσεων μεταξύ οργανώσεων και κατακτητών μεταξύ οργανώσεων και Άγγλων μεταξύ οργανώσεων και λαού. Τα παραπάνω ερωτήματα, δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν με τα μέσα της παραδοσιακής ιστοριογραφίας. Είναι αναγκαίο λοιπόν να προσφύγουμε στην επιτόπια έρευνα, στην προφορική ιστορία, σε πρωτογενείς πηγές και απομνημονεύματα, διότι μέσα από την εξωτερίκευση της μνήμης του αυτόπτη και άμεσου μάρτυρα, εξιστορώντας την καθημερινότητα του απλού ανθρώπου, φωτίστηκαν περιστατικά και γεγονότα που παρέμεναν στη σκιά. Πολλές φορές μέσα από την αλυσίδα των διαφορετικών αφηγήσεων ενδεχομένως βρεθούμε μπροστά σε πράξεις ηρωικές μεν αλλά και ακραίες, πατριωτικές αλλά και βίαιες. Βέβαια, δεν αρκεί μόνο αυτό για την απάντηση των ερωτημάτων μας. Εδώ θα παίξει τον ρόλο της η Μικροϊστορία (micro-storia) που πρωταρχικός της σκοπός είναι «να ανοίξει την Ιστορία σε εκείνους τους ανθρώπους που με τις άλλες μεθόδους θα έμεναν απ έξω» και «να φωτίσει την ιστορική αιτιότητα στο επίπεδο των μικρών ο- μάδων, όπου λαμβάνει χώρα και το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής» 1. Πρόκειται για μια μορφή κοινωνικής ιστορίας «από τα κάτω» που χρησιμοποιεί τεχνικές που προσιδιάζουν στην προσέγγιση της υψηλής κουλτούρας και της διανοητικής ιστορίας και όχι τις ποσοτικές τεχνικές της δημογραφίας και της κοινωνιολογίας. Ειδικότερα ενδιαφέρεται για την αναγωγή στο συνολικό, στο επίπεδο των δομών, δια μέσου της συστηματικής προσέγγισης του μεμονωμένου. Στο πλαίσιο της μικροϊστορίας οι πηγές αντιμετωπίζονται όχι ως «τεκμήρια», αλλά ως ενδείξεις, ως στοιχεία συμβολικών κωδίκων που αποδεσμεύουν τη σημασία και επιδέχονται ερμηνεία. Δηλαδή με απλά λόγια πολλοί άνθρωποι που έχουν ζήσει το ίδιο γεγονός ή την ίδια εποχή, παρουσιάζει ο καθένας την δική του ιστορία, το δικό του βίωμα και έτσι σαν σε πάζλ στήνεται η Ι- στορία. Έτσι, η μικροϊστορία, γίνεται αποκρυπτογράφος μιας αθέατης πραγματικότητας: μιας κοινωνικής, ανθρωπολογικής, και έτσι μιας πιο πλατιάς ιστορικής πραγματικότητας. Με τα «παραδείγματά» της, που δεν είναι «παραδείγματα» εξαιρετικών στιγμών ή μέσων όρων, αλλά τώρα ανασυρμένα από το βάθος: τις γωνίες, τα μεταίχμια, τις παρυφές της ιστορίας, στα οποία έχει θέση και η όποια σύγκρουση ή απόκλισή τους από την κανονική ροή των καταστάσεων και απ τις συμπεριφορές της πλειο- 1 Edward Muir, «Introduction: Observing Trifles», στο Muir Ruggiero (επιμ.), Microhistory and the Lost Peoples of Europe, σ. xxi. 14

14 νότητας, προκειμένου να αποδοθεί πληρέστερα το στίγμα της παθολογίας ή του παραλογισμού μιας εποχής. Επομένως η μικροϊστορία εμφανίζεται όχι ως άρνηση μιας ιστορίας ευρύτερων κοινωνικών πλαισίων, αλλά ως συμπλήρωμά της. Η παράθεση αντιφατικών εμπειριών και ερμηνειών του ίδιου γεγονότος εμπλουτίζει τη γνώση μιας περιόδου και τονίζει ταυτόχρονα το ρόλο του ατόμου στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Από την άλλη πλευρά η ομοιότητα των βιωμάτων ατόμων ποικίλης κοινωνικής και πολιτικής καταγωγής, αναδεικνύει τη συλλογικότητα των εμπειριών και τον ρόλο της εντοπιότητας ως ρυθμιστικής αρχής των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι λοιπόν η προσωπική και συλλογική έκφραση και μνήμη, στα πλαίσια της μικροϊστορικής θεώρησης των γεγονότων, βρίσκονται σε συνεχή διάλογο. Επομένως σε αυτή την περίπτωση ο ιστορικός περιορίζεται στο ρόλο του διευθυντή ορχήστρας, καθώς επιβάλλεται να συγκεντρώσει όλες τις «ατομικές φωνές» των αφανών πρωταγωνιστών, να τις συντονίσει και τέλος να λάβει υπόψη του και τη συλλογική μνήμη των κατοίκων ολόκληρης της περιοχής. Με την εργασία αυτή γίνεται η προσπάθεια να ακουστούν οι εμπειρίες των κατοίκων δυο επαρχιών του νομού Αχαΐας στη βόρεια Πελοπόννησο. Είναι η ημιορεινή Αιγιάλεια και η ορεινή επαρχία Καλαβρύτων. Συγκεκριμένα θα ακουστούν τα βιώματα και οι παραστατικές αφηγήσεις κατοίκων της περιοχής από την πολυτάραχη δεκαετία του 1940, μιας αμφιλεγόμενης δεκαετίας που ύψωσε ηρωισμούς, αλλά καταβαράθρωσε ανθρώπινες προσωπικότητες. Οι άνθρωποι της περιοχής ανεξάρτητα από κοινωνική ή πολιτική «καταγωγή», αριστεροί ή δεξιοί, φιλελεύθεροι ή τοπικά στελέχη, απλά μέλη οργανώσεων, άνδρες, γυναίκες, αγρότες, κτηνοτρόφοι, ιερωμένοι, περιγράφουν τα γεγονότα με τη δική τους γλώσσα, τη δική τους ματιά, έτσι όπως τα έζησαν και όπως τους σημάδεψαν και τους διαμόρφωσαν την ατομική και τη συλλογική τους μνήμη. Αφού αναλύσαμε τα μεθοδολογικά εργαλεία και τις κατευθύνσεις, αξίζει να αναφερθούμε στους σκοπούς στόχους της εργασίας. Ο κύριος στόχος της εργασίας αυτής είναι να απεικονίσει το κλίμα της εποχής μέσα από τις προσωπικές και συλλογικές εμπειρίες του λαού. Να φωτίσει περιστατικά της τοπικής ιστορίας της εποχής που επηρέασαν τις διχαστικές τάσεις στις μικρές κοινωνίες της υπαίθρου. Επίσης ο- φείλουμε να παραθέσουμε την διάσωση πρωτογενών πηγών (ιδίως μαρτυριών) και αφού αντλήσουμε πληροφορίες από τη δευτερεύουσα βιβλιογραφία, να διαπιστώσουμε αν επαληθεύονται οι αιτιάσεις των διαφόρων μελετητών. Η μέχρι σήμερα ιστορική έρευνα έχει περιοριστεί κυρίως στην Επιχείρηση Καλάβρυτα με συνέπεια να μην υ- 15

15 πάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για την Αντίσταση στην ευρύτερη περιοχή της Βόρειας Αχαΐας. Σκοπός της εργασίας είναι να δώσουμε όσο αυτό είναι εφικτό μια ολοκληρωμένη εικόνα για την περίοδο και την περιοχή αυτή, αποφεύγοντας την παράθεση αποσπασματικών γεγονότων και καταστάσεων. Αναμφισβήτητα πολλοί ιστορικοί και άλλοι τοπικοί κυρίως ερευνητές, έχουν προσεγγίσει τις τοπικές εξελίξεις αλλά παρατηρήθηκε ότι επικρατεί ιδεολογικός και πολιτικός διαχωρισμός ιδεολογική και πολιτική χρήση της ιστορίας. Τα πολιτικά κόμματα φρόντισαν να ερμηνεύσουν με τον τρόπο τους τις εξελίξεις και να καταστήσουν την άποψή τους κυρίαρχη, με συνέπεια η δεκαετία του 1940 αποτέλεσε διακύβευμα για όλη την περίοδο μέχρι σήμερα. Σκοπός μας είναι να πρυτανεύσει η αντικειμενικότητα της ιστορίας πέρα από κομματικά πάθη και συμφέροντα. Από την άλλη, ναι μεν έχουν γραφεί ιστορικά συγγράμματα για την ιστορία της περιόδου, αλλά εντούτοις υπάρχουν και ανεκμετάλλευτες μελέτες, που οι νεώτεροι ιστορικοί οφείλουμε να τις αξιοποιήσουμε. Τετράδια απομνημονευμάτων, συνεντεύξεις, παράνομος Τύπος, φωτογραφίες και αλληλογραφία από τα τοπικά αρχεία μελετήθηκαν, με σκοπό αφενός μια ολοκληρωμένη και ολόπλευρη προσέγγιση στην τοπική ιστορία της περιόδου και αφετέρου να μην χαθούν οι αφηγήσεις τεκμήρια και οι μνήμες των ανθρώπων που πρωταγωνίστησαν. Πέρα από αυτά, θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τη διαφορετική πορεία της τοπικής Αντίστασης σε σχέση με την γενική πανελλήνια, να ανακαλύψουμε τυχόν ομοιότητες, να εντοπίσουμε τον βαθμό επηρεασμού της μικροϊστορίας από τη μακροϊστορία και το αντίστροφο, έχοντας υπόψη πως το τοπικό πλαίσιο επηρεάζει την εξέλιξη του γενικότερου πλαισίου. Σκοπός τέλος της εργασίας είναι να εξαχθούν συμπεράσματα ευρύτερης σημασίας, που αφορούν την αξία της τοπικής αντίστασης σε σχέση με την πανελλήνια και πανευρωπαϊκή αντίσταση, καθώς και με την έκβαση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αναφορικά με την δομή της εργασίας, αυτή χωρίζεται σε έξι κεφάλαια και το καθένα αποτελείται από υποενότητες που μέσω αυτών θα προσπαθήσουμε να διαφωτίσουμε την ιδιαιτέρως περίπλοκη κατοχική περίοδο. Βασικό συνεκτικό στοιχείο της δομής της έρευνας αυτής, αποτελεί η συνεχής προσπάθεια σύγκρισης του γενικού με το ειδικό, της κατάστασης που επικρατεί σε ολόκληρη την Ευρώπη με αυτή που επικρατεί στην Ελλάδα και σε δεύτερο στάδιο, αυτής που επικρατεί στην Ελλάδα με αυτή που επικρατεί στην επαρχία Αιγιαλείας και Καλαβρύτων. 16

16 Καταρχάς, στο πρώτο κεφάλαιο της εργασίας, θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε το ιστορικό πλαίσιο πριν από την εμφάνιση της οργανωμένης αντιστασιακής κίνησης στην περιοχή. Θα αναφερθούμε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στην συμμετοχή της Ελλάδος σε αυτόν και γενικότερα θα μελετήσουμε την περίπτωση της Ελλάδας και της συμμετοχής της στον πόλεμο. Στο τέλος του κεφαλαίου αυτού, θα αναφερθούμε στην εμφάνιση των ιταλικών και των γερμανικών στρατευμάτων στην ευρύτερη περιοχή της μελέτης μας και ιδιαίτερα στην πόλη του Αιγίου. Στο δεύτερο κεφάλαιο, θα ασχοληθούμε με την γέννηση και την οργάνωση της αντιστασιακής κίνησης σε πανελλήνιο επίπεδο. Θα εισχωρήσουμε στις κοινωνικο πολιτικές συνθήκες της εποχής και θα εστιάσουμε στις βασικές αντιστασιακές ομάδες πανελλήνιας εμβέλειας (ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ). Το τρίτο κεφάλαιο, ασχολείται με την μελέτη των τοπικών αντιστασιακών οργανώσεων που έδρασαν στην ευρύτερη περιοχή της επαρχίας Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Οι συγκεκριμένες αντιστασιακές ομάδες διαφοροποιούνται αναλόγως με τα πολιτικά τους ερείσματα και με τις σχέσεις τους με τις πανελλήνιες αντισταστιακές οργανώσεις. Τοιουτοτρόπως, το κεφάλαιο χωρίζεται σε τρεις μεγάλες υποκατηγορίες, τις εαμικές οργανώσεις (τάγμα Αιγιαλείας, τάγμα Καλαβρύτων, ομάδα Βλάση Ανδρικόπουλου), τις αντιεαμικές ομάδες (ΕΕΟΕ, Μωρηάς, ΕΟΕ) και τον αγγλικό παράγοντα στην περιοχή (ρίψεις αγγλικών εφοδίων και έλευση αγγλικών αποστολών στρατιωτικών, διπλωματικών και μυστικών αποστολών στα εδάφη της επαρχίας). Μέσα σε αυτό το κεφάλαιο θα ασχοληθούμε ακόμα και με τις αντάρτικες συνελεύσεις που πραγματοποιήθηκαν με θέματα την οργάνωση και την διοίκηση του αντιστασιακού αγώνα και με την επιρροή των αγγλικών αποστολών. Τέλος θα προσπαθήσουμε να διαφωτίσουμε και να ξεκαθαρίσουμε δύο γεγονότα που ίσως αποτελούν την απαρχή και τα πρώτα σπέρματα του Εμφυλίου στην περιοχή, την σύγκρουση των ομάδων ΕΛΑΣ και ΕΟΕ και το ανταρτοδικείο στο χωριό Μελίσσια και την εκτέλεση των Ελλήνων αξιωματικών της ΕΟΕ από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Λόγω της ιδιαίτερης συνεισφοράς του Τύπου τόσο στην οργάνωση του αντιστασιακού αγώνα, όσο και στην διάδοση του αντιστασιακού μηνύματος στην ευρύτερη περιοχή, αφιερώσαμε το τέταρτο κεφάλαιο της εργασίας στον αντιστασιακό Τύπο. Καταρχάς διαχωρίσαμε τις εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στην περιοχή, σε εφημερίδες της Αριστεράς και της Δεξιάς και εν συνεχεία ασχοληθήκαμε με τον παράνομο Τύπο της εποχής (κυρίως Τύπος που κυκλοφορούσε στα βουνά από αντιστασιακούς). 17

17 Στο πέμπτο κεφάλαιο θα ασχοληθούμε με τις συγκρούσεις, συμπλοκές και μάχες που διενεργήθησαν στα εδάφη της επαρχίας, μεταξύ των τοπικών αντιστασιακών ομάδων της επαρχίας Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και των κατοχικών δυνάμεων (ιταλικών και γερμανικών) στο διάστημα από τον Μάρτιο του 1943 έως και τον Ο- κτώβριο του ιδίου έτους. Η αφήγηση των συγκρούσεων θα εμπλουτιστεί με πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των πρωταγωνιστών και θα προσπαθήσουμε για πρώτη φορά να απαριθμήσουμε όλες τις συγκρούσεις όσο ασήμαντες και να είναι. Ιδιαίτερη μνεία στην παρούσα έρευνα γίνεται στην «Επιχείρηση Καλάβρυτα». Στο τελευταίο κεφάλαιο θα μας απασχολήσει η αιτία της αδιαμφισβήτητης καταστροφής που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 1943, τόσο από την πλευρά των Γερμανικών αρχείων, όσο και από την πλευρά των αντιστασιακών πηγών. Μάλιστα, αξίζει να λεχθεί εν προκειμένω, η χρόνια αντιπαράθεση πολιτικών ομάδων στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης σχετικά με τα πραγματικά αίτια και τους πραγματικούς υπαίτιους αυτής της καταστροφής. Στην παρούσα έρευνα δεν πρόκειται να λάβουμε το μέρος κανενός σε αυτές τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά όπως προαναφέρθηκε, στόχος μας είναι η ιστορική αλήθεια και πραγματικότητα. Θα ασχοληθούμε επίσης με ένα άλλο ακανθώδες και πολυσυζητημένο ζήτημα των τελευταίων ημερών πριν την καταστροφή των Καλαβρύτων, αυτό της τύχης των Γερμανών αιχμαλώτων της μάχης της Κερπινής (16 Οκτωβρίου 1943), που κατά πολλούς ιστορικούς και ιστοριοδίφες αποτελεί την πραγματική αιτία του Ολοκαυτώματος. Θα ήταν παράληψή μας να μην αναφερθούμε στις σκληρές στιγμές του πρωινού της 13 ης Δεκεμβρίου του 1943, όσο κυνικές και αν είναι, παρουσιάζοντάς τες μέσα από αφηγήσεις των τελευταίων επιζώντων. Τέλος, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε λύση στο «πρόβλημα των αριθμών», δηλαδή στον ακριβή αριθμό των εκτελεσθέντων καθόλη την πορεία των γερμανικών κατοχικών στρατευμάτων από και προς τα Καλάβρυτα, καθώς και σε αυτό το σημείο παρατηρείται μια σύγκρουση απόψεων, που πολλές φορές υποβοηθείται ή υποκινείται από πολιτικές πεποιθήσεις. Εν κατακλείδι, το παρόν πόνημα λαμβάνει τέλος με την παρουσίαση των βιογραφικών στοιχείο «σημαντικών» και «ασήμαντων» πρωταγωνιστών των γεγονότων που προαναφέρθησαν. Ακολουθούν φωτογραφίες, έγγραφα και χάρτες της εποχής από «επώνυμα» και «ανώνυμα» πρόσωπα, που το καθένα όμως συμπληρώνει το μωσαϊκό της ιστορικής πραγματικότητας αυτής της ταραγμένης και πολυσήμαντης εποχής. 18

18 1. Ιστορικό πλαίσιο 1.1. Από τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, στην Κατοχή και την Αντίσταση Στόχος της συγκεκριμένης έρευνας, δεν είναι η λεπτομερής περιγραφή γεγονότων του Ελληνο - Ιταλικού πολέμου, αλλά προκειμένου να συνδέσουμε τα γεγονότα του Πολέμου και της Αντίστασης, ενδιαφέρον παρουσιάζει να παραθέσουμε και την μαρτυρία του τότε κληρωτού στρατιώτη Ανδρουτσόπουλου Βασίλη από το χωριό Μελίσσια Αχαΐας. «Στις 18 Οκτωβρίου 1940, καλείται η κλάση μου στο στρατό (1940 Β ). Την Α κλάση, την είχε πάρει το Μάρτη. Κατατάσσομαι στο Σύνταγμα τηλεγραφητών στην περιοχή Ρούφ, με την ειδικότητα τηλεφωνητή. Μια Κυριακή απόγευμα, ακούμε βόμβο αεροπλάνου και βλέπουμε μια τεράστια ουρά από καπνό πάνω από το στρατόπεδο. Το αεροπλάνο αφού έκανε κάποιες στροφές εξαφανίστηκε. Δυο καταδιωκτικά ελληνικά απογειώθηκαν να το καταδιώξουν, αλλά αυτό είχε εξαφανιστεί. Ήταν το πρώτο αεροθούμενο γερμανικό αεροπλάνο. Αφού είχαν περάσει δέκα μέρες από την ημέρα που κατατάγηκα, ημέρα Δευτέρα 28 Οκτώβρη πρωί, συνέβη κάτι το ασυνήθιστο. Πολύ βιασύνη για το εγερτήριο. Ακούγονται σειρήνες και κτυπούν συναγερμοί. Όλοι αλαφιασμένοι τρέχουμε στα χαρακώματα που είχαμε φτιάξει κοντά στην εκκλησία του Αγ. Βασιλείου [εκκλησία στρατοπέδου Ρούφ]. Σε λίγα λεπτά ακούγεται μούγκρισμα αεροπλάνων και ο Πειραιάς βομβαρδίζεται. Δύο καταδιωχτικά δικά μας φτάνουν εκεί και γίνεται αερομαχία. Τη βλέπουμε. Ένα ιταλικό αεροπλάνο πέφτει και άλλα τρία τέσσερα εξαφανίζονται. Αφού έληξε ο συναγερμός κυκλοφόρησαν οι εφημερίδες που έγραφαν σε μεγάλους τίτλους: «Κηρύχτηκε πόλεμος, Βομβαρδίστηκε ο Πειραιάς, η Κόρινθο, η Πάτρα και το Αγρίνιο.» το στρατόπεδο μεταφέρεται στο Χαϊδάρι όπου γίνεται κέντρο νεοσύλλεκτων. Στις 8 Νοεμβρίου του 1940, παίρνω προσωρινό απολυτήριο και πήγα στο χωριό μου. Εν τω μεταξύ, οι Ιταλοί κάνουν επίθεση στα ελληνοαλβανικά σύνορα, διασπούν τις γραμμές μας και προχωρούν για τα Γιάννινα. Στο Καλπάκι όμως τους αναχαίτισε ο ελληνικός στρατός, έπειτα από φονική μάχη που είχε νεκρούς και τραυματίες και από τις δυο πλευρές. Οι Ιταλοί οπισθοχωρούν και η πρωτοβουλία έρχεται στον ελληνικό στρατό. 19

19 Ολόκληρος ο ελληνικός λαός ξεσηκώνεται και γίνονται έρανοι υποχρεωτικά σε κάθε σπίτι να δώσει από μια κουβέρτα, φανέλες, κάλτσες και στέλνονται στο μέτωπο. Με το κτύπημα της καμπάνας αναγγέλλουν στα χωριά διαταγή ή επιτυχία στο μέτωπο. Ο στρατός μας κάνει μεγάλες επιτυχίες, προχωρεί μέσα στο αλβανικό έδαφος, πέφτουν υψώματα και προχωρούν για την Κοριτσά, το Αργυρόκαστρο, το Τεπελένι. Στις 20 Δεκέμβρη, επιστρατεύομαι πάλι. Τώρα βρίσκομαι στα έμπεδα Μηχανικού στο Ρούφ, παίρνω την ειδικότητα του τηλεγραφητή και η εκπαίδευση είναι εντατική. Βρισκόμαστε στις αρχές Μάρτη του Κυκλοφορεί η φήμη ότι ετοιμάζουν αποστολή για το μέτωπο. Ο ενθουσιασμός μας ήταν μεγάλος. Όλοι θέλαμε να πάμε στο μέτωπο. Στα μέσα Μάρτη φωνάζουν τα ονόματα για την αποστολή. Εγώ είμαι από τους πρώτους. Αφού αποχαιρέτησα στο Πεδίο του Άρεως τον αδερφό μου και βγάλαμε αναμνηστικές φωτογραφίες, συνεννοηθήκαμε να του γράψω συνθηματικά σε πιο μέρος θα πήγαινα. Τότε γράφαμε π.χ. «Κάπου στο μέτωπο τ.τ. 615» Επέστρεψα στο στρατώνα. Κάνανε προσκλητήριο και ανά δύο μας δίνουν από ένα όπλο γκρα απαρχαιωμένο που παίρνει μια σφαίρα, ενώ τα σύγχρονα παίρνουν έξι φυσίγγια. Στο συνάδερφό μου έδωσαν το όπλο στο όνομά του. Αποχαιρετηθήκαμε. Είχε βραδιάσει όταν μπήκαμε στο τραίνο και ξεκινήσαμε. Τα ξημερώματα αντικρίσαμε τη λίμνη Ξυνιάδα, μετά την κατεστραμμένη από τους σεισμούς Λάρισα και φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί χωρίσαμε άλλοι για τη Αλβανία και άλλοι για τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ο σύντροφός μου με το όπλο έφυγε για την Αλβανία και εγώ για τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, χωρίς όπλο, μόνο με τις μπαλάσκες και το κράνος. Φτάσαμε στο χωριό Άνω Βυρώνια, στους πρόποδες του Μπέλεσι [Μπέλες]. Το χωριό, όπως και όλα τα παραμεθόρια χωριά, είχε εκκενωθεί από τους κατοίκους σε βάθος 30 χιλιομέτρων από τα σύνορα. Στο βορειοανατολικό μέρος του χωριού είχαν φτιάξει μια γαλαρία με αρκετό βάθος, που μέσα είχαν πολλές υπηρεσίες, όπως τηλέφωνα με έρπουσες γραμμές, ασύρματο, πρόχειρα χειρουργεία και δεν ξέρω τι άλλο. Αφού τακτοποιηθήκαμε, έγραψα γράμμα στους δικού μου με τα συνθηματικά όπως είχαμε συνεννοηθεί. Αυτά τα γράμματα τα έγραψα γύρω στις Μάρτη Από τις παρατηρήσεις μου σαν τηλεφωνητής, που σήμερα δεν θυμάμαι όλες, οι περισσότερες ήταν ανησυχητικές και προκαλούσαν το φόβο του πολέμου με τη Γερμανία, τη στιγμή που ο ελληνικός στρατός αγωνιζόταν να αντιμετωπίσει στην Αλβανία την μεγάλη εαρινή επίθεση των Ιταλών. 20

20 Τις πρωινές ώρες της Κυριακής 6 Απρίλη, με φώναξε ο λοχίας να πάρω τις παρατηρήσεις. 4:45 το πρωί είμαι έτοιμος να πάρω το ακουστικό και από την άλλη άκρη ακούγεται η απάντηση ανήσυχη και βιαστική: «Τι παρατηρήσεις θέλετε;» «Εδώ βροντάει το γερμανικό πυροβολικό. Μας χτυπάν οι Γερμανοί!» Ξεσηκώθηκαν όλοι οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί. Σε λίγα λεπτά, να τα πρώτα «στούκας», αεροπλάνα καθέτου εφορμήσεως. Στην αρχή δυο στη κορυφογραμμή πάνω από τη Βυρώνια. Τα οχυρά βομβαρδίζονται. Παρατάω το τηλεφωνείο και βγαίνω στο δρόμο. Ακούγεται βουή και ξαφνικά βλέπω σμήνη αεροπλάνων να εμφανίζονται στον ορίζοντα. Αφού τελείωσε ο βομβαρδισμός επιστρέψαμε στις θέσεις μας. Το τηλεφωνείο ήταν κατεστραμμένο. Ακούγονται πάλι αεροπλάνα, χαμηλά στις στέγες των σπιτιών. Όλα αυτά γίνονται γιατί δεν διαθέταμε αντιαεροπορικό πυροβόλο. Αποτέλεσμα των συνεχόμενων βομβαρδισμών ήταν, ότι το ύψωμα που δεσπόζει στη χαράδρα που φτάνει εκεί που είναι το καταφύγιό μας, το παίρνουν οριστικά οι Γερμανοί. Γίνεται οπισθοχώρηση, ενώ πρέπει να περάσουμε τη γέφυρα του Στρυμόνα πριν μας πάρει η ημέρα. Η γέφυρα έχει μήκος 800 μέτρα. Αυτή τη γέφυρα τα γερμανικά αεροπλάνα προσπάθησαν να την κόψουν αλλά αστόχησαν, διότι υποστηριζόταν από αντιαεροπορικό πυροβολικό, όπως άκουσα τότε. Αφού περάσαμε τη γέφυρα και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, απέναντι μας αντικρίσαμε ένα θέαμα τρομερό. Όσο κόβει η ματιά μας, βαθιά στον ορίζοντα των βουνών της Βυρώνιας, δεξιά αριστερά, σε όλη τη μεθόριο, κόκκινες φωτοβολίδες διασχίζουν τον ουρανό. Πολλές δασωμένες περιοχές καίγονται. Τα οχυρά κινδυνεύουν, θέλουν βοήθεια. Αφού ανεβήκαμε το ύψωμα και κατεβήκαμε στην άλλη πλευρά, βρεθήκαμε σε μια ρεματιά, με πολλούς θάμνους, τέλειο καμουφλάρισμα. Σε λίγο ξημέρωσε και ξαφνικά την ησυχία τη διακόπτει βόμβος αεροπλάνων. Δυο αναγνωριστικά γερμανικά αεροπλάνα περνούν πολλές φορές από πάνω μας. Βραδιάζει και βγαίνουμε από τη χαράδρα να αλλάξουμε θέση. Τώρα βρισκόμαστε πλησίον σε ένα χωριό που λέγεται Χείμαρρος. Εκεί είναι κάτι ορύγματα που λέγανε πως υπήρχαν από τον καιρό του πολέμου του Μπαίνουμε μέσα ανά δυο και σκεπαζόμαστε με κλαριά. Ήταν Τρίτη, 8 του Απρίλη. Την άλλη μέρα, Τετάρτη 9 Απρίλη, 11 το πρωί οι στρατιώτες αρχίσαμε να βγαίνουμε από τις κρυψώνες. Μόλις βγήκα και εγώ, η ματιά μου πέφτει στο βάθος του κάμπου, που περνάει ο δρόμος Θεσσαλονίκης - Σερρών. Λέω στον συνάδελφό μου πως κάτι «μαύρα» κινούνται το ένα πίσω από το άλλο. Ίσως οι Γερμανοί μας κλείσανε από τη Θεσσαλονίκη, ή είναι Εγγλέζικα που έρχονται για ενίσχυση. Είχαμε και μια ελπίδα. Φωνάζουμε έναν ανθυπολοχαγό και ακριβώς εκείνη τη στιγμή το τεθωρακισμένο όχημα 21

21 που φύλαγε το φράγμα του Στρυμόνα, το βλέπουμε με λευκή σημαία σκεπασμένο. Πήγαινε προς τη Θεσσαλονίκη να παραδοθεί. Ο υπολοχαγός με τρεμάμενη φωνή μας λέει: «ο πόλεμος για μας ετελείωσε. Οι εχθροί μας γίναν φίλοι μας, και οι φίλοι μας εχθροί». Μας διέταξε να συγκεντρωθούμε και να δεχτούμε τους Γερμανούς με καλοσύνη. Έστω και μια άγρια ματιά μας, θα είναι εις βάρος μας, μας είπε ο αξιωματικός. Εμείς περιμέναμε με αγωνία από στιγμή σε στιγμή να φανούν οι Γερμανοί. Οι ώρες είναι ατελείωτες. Κατά τα μεσάνυχτα έρχεται μια πληροφορία από τον ασύρματο πως η Στρατιά της Μακεδονίας, υπόγραψε την παράδοση άνευ όρων και δεν θα θεωρηθούμε αιχμάλωτοι πολέμου. Σε λίγο, ακούγεται η διαταγή του γερμανικού στρατού να παραδώσουμε τον ο- πλισμό μας κάτω στον δημόσιο δρόμο. Μετά από λίγες ώρες, στο χώρο αυτό, συγκεντρωθήκαμε 5000 στρατιώτες, ολόκληρη η ΧVIII Μεραρχία. Η πείνα και η δίψα ήταν έντονες. Η ξηρά τροφή είχε τελειώσει. Ανατολικά από το δρόμο ερχόταν μια μοτοσικλέτα που ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο όχημα. Από τη μοτοσικλέτα ένας φωτορεπόρτερ με κινηματογραφική μηχανή μας πήρε φωτογραφίες, αφού προηγουμένως είχαμε παραταχθεί κατά εξάδες. Αφού τελείωσε αυτή η φάση, μας διέταξαν να καθίσουμε σταυροπόδι, χωρίς να χαλάσουμε τις γραμμές μας. Μας κινηματογράφησαν και σε αυτή τη φάση και έφυγαν. Την ώρα που ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, μας συγκεντρώνουν στο δρόμο ανά εξάδες με κατεύθυνση τα βουλγαρικά σύνορα. Κουρασμένοι και νυσταγμένοι, βαδίζαμε και ξαφνικά μπαίναμε σε κάποια πόλη. Ήταν το Σιδηρόκαστρο. Μας έβαλαν σε κάτι σχολεία, έχουμε το δικαίωμα να περιφερόμαστε μέσα στην πόλη. Από την πόλη δεν μπορεί να φύγει κανένας γιατί φρουρείται παντού από Γερμανούς σκοπούς. Πέρασαν 3 μέρες, είναι Σάββατο του Λαζάρου απόγευμα. Τα οχυρά έχουν παραδοθεί. Αφού ξημέρωσε Κυριακή των Βαΐων, χωρίς καμία εντολή, αρχίσαμε να φεύγουμε. Έφυγα με τα πόδια από κει πάνου και έφτασα στα Μελίσσια! Έκαμα περίπου ένα μήνα. Μέσα στα χωριά διακονεύαμε, λίγο ψωμί, κανά ρούχο. Τη γέφυρα του Στρυμόνα την είχανε κόψει. Πολλοί πετάξαμε τα πράγματά μας, για να αποφύγουμε το βάρος. Περάσαμε το ποτάμι πάνω σε μαδέρια. Ήμασταν τρία άτομα παρέα, συντοπίτες. Σταματήσαμε στην άκρη της Θεσσαλονίκης. Εκεί μας πλησίασε μια ξανθιά, ωραία κοπέλα, που ήταν εβραιοπούλα. Στην αρχή, μας παρακάλεσε να την πάρουμε μαζί μας, γιατί οι Γερμανοί κυνήγαγαν τους Εβραίους στη Θεσσαλονίκη. Της εξήγησα τότε ότι ήταν δύσκολο να την πάρουμε. Την άλλη μέρα μας έφερε φρατζόλες ψωμί με τυρί, γιατί ο αδερφός της είχε φούρνο. Ώρα της καλή, αν ζει. Φεύγοντας, φοβηθήκαμε μήπως στη φρατζόλα είχαν βάλει κάτι ύποπτο και την πετάξαμε, δεν την φάγαμε. 22

22 Κατεβήκαμε στην Κατερίνη και στη συνέχεια στον Πλαταμώνα για να περάσουμε τα στενά στα Τέμπη και να βγούμε στον κάμπο της Λάρισας. Στον Πλαταμώνα, ένας από την ομάδα τραυματίστηκε και δεν μπορούσε να περπατήσει άλλο. Τον αφήσαμε εκεί και πήγαμε σε ένα χωριό απέναντι από τον Πλαταμώνα, αριστερά όπως ανεβαίνουμε, δεν το θυμάμαι πώς το λένε. Σε ένα σπίτι ζητήσαμε φαγητό και ένας καλοκαμωμένος γέρος φώναξε τις κόρες του να μας ετοιμάσουν κάτι. Θυμάμαι πως μας έφεραν γιαούρτι με μπομπότα [καλαμποκίσιο ψωμί]. Πήραμε και για τον τρίτο της ομάδας και φύγαμε από αυτό το χωριό. Έπρεπε όμως κάπου να ξενυχτήσουμε. Ζητήσαμε από έναν παπά, να μας δώσει μια χαμοκέλα [καλύβα] για να περάσουμε τη νύχτα. Όμως, ο κερατόπαπας δεν μας έδωσε τίποτα. Θυμάμαι ξενυχτήσαμε σε ένα καλύβι με άχυρα. Συμφωνήσαμε ένας να φυλάει και δυο να κοιμούνται γιατί φοβόμαστε τους Βούλγαρους κομιτατζήδες που γύριζαν στην περιοχή. Ο τραυματίας της παρέας, φορούσε γυαλιά, που την νύχτα τα έχασε μέσα στα άχυρα. Στο δρόμο για τη Λάρισα συναντήσαμε και ένα πατριώτη μας, ο οποίος έβραζε και πούλαγε χαρόνια [είδος φασολιού] στους στρατιώτες που επέστρεφαν. Του δίνες ένα δίφραγκο και σου βάζε μια γαβάθα χαρόνια με μπομπότα. Αφήνοντας δεξιά μας τον Πηνειό, παίρνουμε το δρόμο αριστερά και φτάνουμε στα Αμπελάκια. Εκεί στην άκρη του χωριού, ήταν κορίτσια, που είχαν σε μεγάλα κοφίνια φέτες ψωμί και τυρί και έδιναν σε όσους πέρναγαν από εκεί. Στην άλλη άκρη του χωριού προς τη Λάρισα, καθίσαμε να ξεκουραστούμε. Πλησίαζε να βραδιάσει και ξαφνικά κυκλοφόρησε η φήμη πως στις Θερμοπύλες γίνεται μάχη και οι Γερμανοί οπισθοχωρούν. Τότε όλοι μαζί, οι κάτοικοι και εμείς ανηφορίσαμε την πλαγιά του Κίσαβου για να κρυφτούμε, όμως δεν ήταν τίποτα το σημαντικό. Το πρωί πήραμε το δρόμο για τη Λάρισα. Πριν τρεις μήνες είχε γίνει μεγάλος σεισμός και οι κάτοικοι της Λάρισας και των χωριών καθόντουσαν σε σκηνές. Φτάσαμε στη Λάρισα περίπου το μεσημέρι. Διανυχτερέψαμε όλοι μαζί σε ένα σπίτι ακατοίκητο και ραγισμένο από τους σεισμούς. Βγαίνοντας από τη Λάρισα και προχωρώντας στον κάμπο για τη Λαμία, δεν βρίσκουμε ψωμί και γεμίζουμε τα σακίδιά μας με κουκιά. Στο δρόμο για τη Λαμία σταματήσαμε στο μοναστήρι Αγία Τριάδα που ήσαν μαζεμένοι εκεί οδοιπόροι σαν κι εμάς. Στη Λαμία φτάσαμε το μεσημέρι. Τώρα παίρνουμε το δημόσιο δρόμο και βαδίζουμε 12 χιλιόμετρα προς τον Μπράλο. Για να αποφύγουνε τις στροφές, οι προηγούμενοι από εμάς είχαν δημιουργήσει μονοπάτια. Όταν κατεβήκαμε σε ένα μικρό οροπέδιο, αρχίσαμε να συναντάμε γερμανικές φάλαγγες, που επέστρεφαν, αφού το έργο τους είχε τελειώσει. Τα πυροβόλα τους, τα 23

23 σέρνουν πολλές φορές 6 έως 8 άλογα. Προχωρώντας, δεξιά μας και σε αρκετή απόσταση, βλέπουμε τη γέφυρα «της Παπαδιάς», ανατιναγμένη από τους Άγγλους και στο βάθος, μακριά, το «χάνι της Γραβιάς». Είχαμε περπατήσει από το Σιδηρόκαστρο, πάνω από 10 ημέρες, δεν θυμάμαι ακριβώς. Πάντως εδώ τερμάτισε η πεζοπορία, γιατί θυμάμαι ότι στην Αμφίκλεια πήραμε το τραίνο για την Αθήνα, σε φορτηγά βαγόνια, σαρδελοποιημένοι και η ψείρα βρισκόταν στη δόξα της. Φτάσαμε στην Αθήνα. Η χαρά μου είναι μεγάλη που βλεπόμαστε πάλι με τον αδερφό μου, έπειτα από αυτή την καταστροφή του πολέμου. Με περιποιήθηκε, μου έδωσε ρούχα, παπούτσια, έγινα άνθρωπος. Από το χωριό δεν ξέρουμε τίποτα. Καμιά επικοινωνία Στα μέσα Μαΐου, έφτασα στο χωριό μου και οι στιγμές αυτές μου έμειναν αξέχαστες. Όλα μου φαίνονταν σαν όνειρο Η ζωή τώρα αρχίζει με καινούρια αφεντικά. Πρέπει να πειθαρχήσουμε στους νόμους του κατακτητή. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε ακόμα τι μέρες μας περιμένουνε 2 2 Προσωπική συνέντευξη με τον Ανδρουτσόπουλο Βασίλη, Αίγιο

24 1.2. Η Ελλάδα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο Η γενική στρατιωτική κατάσταση της Ευρώπης μετά την απόρριψη του ιταλικού τελεσίγραφου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, σε γενικές γραμμές δεν κρίνεται ελπιδοφόρα για την Ελλάδα. Η Γαλλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Ολλανδία, η Δανία, η Νορβηγία, η Πολωνία, είχαν καταληφθεί από τα γερμανικά στρατεύματα, ενώ παράλληλα, οι δυτικές ευρωπαϊκές χώρες και ακτές, παρείχαν στους Γερμανούς κατάλληλες βάσεις εξόρμησης για τον αεροπορικό και υποβρύχιο πόλεμο κατά της Βρετανίας. Από την άλλη πλευρά, η Μεγάλη Βρετανία βρισκόταν σε αρκετά δύσκολη θέση. Είχε αποκοπεί από τους συμμάχους της, ενώ ταυτοχρόνως υπήρχε κίνδυνος εισβολής στα νησιά της. Οι Ιταλοί τώρα, στην Βόρεια Αφρική πίεζαν τους Βρετανούς και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο, είχαν προελάσει σε μεγάλο βάθος και είχαν απωθήσει τις βρετανικές δυνάμεις. Καθόσον η Ιταλία εισήχθη στον πόλεμο και η Γαλλία συνθηκολόγησε, η συγκοινωνία στη Μεσόγειο είχε καταστεί επισφαλής. Η Ρωσία και οι ΗΠΑ, δεν είχαν λάβει μέρος στον πόλεμο. Η Γιουγκοσλαβία, τηρούσε μάλλον φιλαξονική πολιτική. Η Ρουμανία από το καλοκαίρι του 1940 είχε παραιτηθεί από την αγγλική εγγύηση και είχε εκδηλώσει διαθέσεις να συνεργαστεί πολιτικά με την Ιταλία και Γερμανία. Η Βουλγαρία, ασκούσε καιροσκοπική πολιτική, με προφανή απόκλιση προς τον άξονα. Τέλος, η Τουρκία διατήρησε αυστηρή ουδετερότητα, την οποία κράτησε μέχρι το τέλος. Επομένως η Ελλάδα, δεν είχε να περιμένει βοήθεια από καμία ευρωπαϊκή χώρα, παρά μόνο από την Αγγλία, κατόπιν των εγγυήσεων της 14 Απριλίου του Αυτή, ήταν σε γενιές γραμμές, η γενική πολεμική κατάσταση, την ώρα που η Ελλάδα απέρριπτε θαρραλέα και υπερήφανα το ιταλικό τελεσίγραφο και αποφάσιζε στηριζόμενη μόνο στις δικές της δυνάμεις, να πολεμήσει κατά του επιδρομέα, ο οποίος εισέβαλλε στη χώρα μισή ώρα πριν την λήψη του τελεσιγράφου. Η ιταλική επίθεση και εισβολή εκδηλώθηκε στις περιοχές Πίνδου και Ηπείρου και επεκτάθηκε σ όλη τη ζώνη από το όρος Γράμμος μέχρι του Ιονίου Πελάγους. Στην περιοχή της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, από το όρος Γράμμο μέχρι και την λίμνη της Μεγάλης Πρέσπας, περιορίστηκε σε μικρές τοπικές συμπλοκές μεταξύ των μεθοριακών φυλακίων. Βέβαια η απόφαση για την εισβολή στην Ελλάδα είχε ληφθεί από τον Χίτλερ και το επιτελείο του στις 4 Ιανουαρίου του 1940 και είχε οριστεί εξ αρχής για την ά- 25

25 νοιξη του Μάλιστα στις 4 Νοέμβρη του 1940, σε μια συνδιάλεξη του Χίτλερ με στρατιωτικούς ηγήτορες, αποφασίστηκε να γίνει αυτή η επίθεση. Οι βασικές γραμμές των επιχειρήσεων καθορίστηκαν στις οδηγίες του Φύρερ αριθμός 18 της 12 Νοεμβρίου του 1940 και αριθμός 20 («επιχείρηση Μαρίτσα») της 13 Δεκεμβρίου Εν τω μεταξύ η ανατροπή της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης στις 27 Μάρτη 1941 ενίσχυσε την απόφαση για την επίθεση, είχε όμως σαν συνέπεια τη διαίρεση και αναδιάρθρωση των δυνάμεων που θα χρησιμοποιούνταν κατά της Ελλάδος. Την Κυριακή 6 Απριλίου 1941 το 17 ο Ορεινό Σώμα Στρατού (ΑΚ) και το 30 ο Σώμα Στρατού της 21 ης Στρατιάς (ΑΟΚ 12) με 8 περίπου Μεραρχίες (ανάμεσα στις οποίες και μια Μεραρχία αρμάτων) και το 8 ο Σώμα Αεροπορίας της 4 ης Μοίρας, με πάνω από 400 αεροπλάνα, άρχισαν, ξεκινώντας από τη Βουλγαρία, την επίθεση κατά της Ελλάδας. Σ αυτές τις μονάδες της Βέρμαχτ, τις εξοπλισμένες με μεγάλη δύναμη πυρός και σύγχρονα μηχανήματα, σε μεγάλο βαθμό μηχανοκίνητες και θωρακισμένες, αντιπαρατάχθηκαν 6 ελληνικές Μεραρχίες (απ αυτές η μια μηχανοκίνητη) και 80, εν μέρει απαρχαιωμένα αεροπλάνα και 2 ½ Μοίρες και Μονάδες της Royal Air Force (της Βρετανικής Πολεμικής Αεροπορίας). Παρά τη στεναρή αντίσταση του Ελληνικού Στρατού, οι επιχειρήσεις διεξήχθησαν ουσιαστικά σύμφωνα με τις αντιλήψεις της ηγεσίας της Βέρμαχτ για τον αστραπιαίο πόλεμο. Στις 9 Απριλίου έπεσε η Θεσσαλονίκη, στις 27 του ιδίου μηνός κατελήφθη η Αθήνα και στις 30 Απρίλη οι Γερμανοί στρατιώτες έφτασαν στο νοτιότερο σημείο της Πελοποννήσου. Στο χρονικό διάστημα από 20 Μαΐου ως 1 Ιουνίου καταλήφθηκε η Κρήτη, παρά τη σκληρή και για τη Βέρμαχτ πολυαίμακτη αντίσταση. Ο Βασιλιάς και η κυβέρνηση της Ελλάδας κατέφυγαν στην Αίγυπτο. Για τον ελληνικό λαό άρχιζε η εποχή των δεινοπαθημάτων, διάρκειας 3 ½ χρόνων, κάτω από την «νέα τάξη πραγμάτων». 3 Με απόφαση του ίδιου του Χίτλερ στις 17 Μαΐου του 1941 η Ελλάδα διαιρέθηκε σε τρεις Ζώνες Κατοχής: 4 Η Γερμανική ζώνη περιλάμβανε το 12% των ελληνικών εδαφών. Ειδικότερα τα 2/3 του νομού Έβρου κατά μήκος των τουρκικών συνόρων, την Κεντρική Μακεδονία με Ανατολικό σύνορο τον ρου του ποταμού Στρυμόνα, τη Δυτική Μακεδονία με όριο τον ρου του ποταμού Αλιάκμονα, όλα τα νησιά του βορείου Αιγαίου εκτός από τη Θάσο και τη Σαμοθράκη που πέρασαν στη Βουλγαρική Κατοχή, όλα τα παράλια προς το Αιγαίο από το Στρυμονικό Κόλπο έως την ευθεία γραμμή από τη Χαλκί- 3 Μ. Ζέκεντορφ, Η Ελλάδα κάτω από τον αγκυλωτό σταυρό, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1991, σσ Βλέπε παράρτημα, αριθ

26 δα στα Μέγαρα (περιοχή που αποτελεί ένα ιδιότυπο καθεστώς), τα νησιά του Σαρωνικού, τα νησιά Μυτιλήνη, Χίο και Μήλο και την Κρήτη εκτός από το Ανατολικό τμήμα της (νομός Λασιθίου). Οι Γερμανοί εγκατέστησαν στη Ζώνη Κατοχής τους άνδρες και ικανές δυνάμεις ασφαλείας κάθε κατηγορίας. Η Ιταλική Ζώνη Κατοχής περιλάμβανε πάνω από το 70% του ελληνικού εδάφους. Την Ήπειρο, το Δ. του Αλιάκμονα, τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες, τον νομό Λασιθίου Κρήτης και τα νησιά του Νοτίου Αιγαίου εκτός της Μήλου. Η Αττική είχε ιδιότυπο καθεστώς. Εδώ βρίσκονταν και οι κεντρικές αρχές Κατοχής των Ιταλών και των Γερμανών. Οι ιταλικές κατοχικές δυνάμεις ανέρχονται σε 12 Μεραρχίες, η κάθε μια των οποίων είχε δύναμη άνδρες. Πέρα από το στρατό εγκατέστησαν και αρχές καραμπινιερίας, ειδικής ασφάλειας και μυστικών υπηρεσιών. Η καραμπινιερία ήταν ε- γκατεστημένη σε κάθε υποδιοίκηση ελληνικής χωροφυλακής. Η Βουλγαρική Ζώνη Κατοχής με το 15% περίπου του ελληνικού εδάφους, περιλάμβανε την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη εκτός ορισμένων τμημάτων κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Με βάση τον διαχωρισμό της Ελλάδας σε Ζώνες Κατοχής, η Πελοπόννησος, που μας ενδιαφέρει, ήταν αποκλειστικά ζώνη της Ιταλίας. Οι Γερμανοί διατηρούσαν στις βασικές πόλεις μικρά τμήματα και πάντα μυστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες πληροφοριών. Μια τέτοια ειδική μονάδα ήταν και η ομάδα τοπογράφων που έκαναν χαρτογράφηση της Πελοποννήσου και είχε έδρα την Κλειτορία (Μαζέικα) και εμφανίστηκε στις αρχές του φθινοπώρου του Σύμφωνα με προσωπική συνέντευξη του Περικλή Ροδάκη: «το 1941 εμφανίστηκε στην επαρχία μας μια ομάδα τοπογράφων Γερμανών. Ήταν όλοι τους καθηγητές Πανεπιστημίου μάθαμε, που ανάλαβαν να κάνουμε τη χαρτογράφηση της Πελοποννήσου με κέντρο τα Αροάνεια, το Χελμό δηλαδή. Σε κάποια φάση, η ομάδα αυτή των χαρτογράφων είχε έδρα τα Μαζέικα. Ερχόσαντε μάλιστα και στο Γυμνάσιο ναι να μιλήσουν στα αρχαία Ελληνικά.» 5 Την άνοιξη του 1943 οι Γερμανοί πυκνώνουν την παρουσία τους στην Πελοπόννησο φοβούμενοι την απόβαση των συμμάχων, οι οποίοι είχαν αφήσει να διαρρεύσει ότι θα γινόταν στο νότιο Ιόνιο Πέλαγος και στις ακτές της Δυτικής Πελοποννήσου, συγκεκριμένα στην Ηλεία, όπου το έδαφος προσφέρεται για ανάπτυξη των τάνκ και του μηχανοκίνητου πεζικού. Τοιουτοτρόπως άρχισαν να μεταφέρουν και 5 Προσωπική συνέντευξη με τον Περικλή Ροδάκη, Αθήνα

27 δικές τους δυνάμεις στην Πελοπόννησο. Η κατάσταση γίνεται πιεστικότερη όταν το αντάρτικο σε συνεργασία με την αγγλική αποστολή, που είχε πέσει στα βουνά της Ρούμελης, ανατίναξαν στις 25 Νοεμβρίου 1942 τη γέφυρα του Γοργοποτάμου, με ά- μεση συνέπεια την απομόνωση των γερμανικών στρατευμάτων της νοτίου Πελοποννήσου και την ανάσχεση του ανεφοδιασμού του μετώπου της Αφρικής. Οι Γερμανοί βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς έχει φτάσει η στιγμή της αντίστροφης μέτρησης στον Πόλεμο. Η ήττα τους στο Στάλινγκραντ (Φεβρουάριος 1943) τους ανάγκασε να επιστρατεύσουν και νέες δυνάμεις, οι οποίες δεν υπήρχαν. Έτσι απέσυραν δυνάμεις από τη Μακεδονία για την περιοχή της Πελοποννήσου. Εν τω μεταξύ, το αντάρτικο που είχε αναπτυχθεί δεν του άφηνε περιθώρια κίνησης εκτός από την ένταση της φασιστικής τρομοκρατίας. Με την απόβαση όμως των συμμάχων στη Σικελία η Ιταλία ουσιαστικά καταρρέει για τον Άξονα. Αυτό σημαίνει ότι οι Γερμανοί στην Ελλάδα έπρεπε να καλύψουν και τη Ζώνη Κατοχής της Ιταλίας. Από τις 9 Σεπτεμβρίου 1943, όταν η Ιταλία θα συνθηκολογήσει, οι Γερμανοί θα έπρεπε να συλλάβουν τους πρώην συμμάχους τους, να τους αφαιρέσουν τα όπλα για να μην περάσουν στα χέρια των ανταρτών. 28

28 1.3. Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής στο Αίγιο Καθ όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου, τα στρατευμένα παιδιά της επαρχίας Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, αγωνίζονται υπεράνθρωπα στα βουνά της Αλβανίας και Βουλγαρίας αντίστοιχα. Ο άμαχος πληθυσμός σύσσωμος σε μια κορυφαία έξαρση πατριωτισμού, συμμετείχε ολόψυχα στον αγώνα. Οι εντυπώσεις από τους πρώτους βομβαρδισμούς της Πάτρας από την ιταλική αεροπορία, έχουν απομακρυνθεί, ύστερα από τις λαμπρές νίκες στα ελληνικά βουνά. Τις τελευταίες μέρες του Απρίλη του 1941, γερμανικά στούκας έκαναν την εμφάνισή τους και σκορπίζοντας προκηρύξεις στα ελληνικά καλούσαν το λαό της επαρχίας να δεχθεί τους Γερμανούς ως απελευθερωτές και συμμάχους. Αυτή η κίνηση προμήνυε ότι πλησίαζε η ώρα της γερμανικής εισβολής και στην επαρχία Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Την ίδια περίοδο, στο λιμάνι του Αιγίου ναυλοχούσε ένα μικρό πλοίο του πολεμικού ναυτικού, το οποίο πρόβαλε ηρωική αντίσταση με τα μικρής εμβέλειας αντιαεροπορικά του όπλα. Επειδή ήταν αδύνατο να φύγει και να σωθεί, το πλήρωμα το έριξε στη στεριά και του κατέστρεψε μηχανή και οπλισμό. Τέλος του Απριλίου του 1941 δυο γερμανικές φάλαγγες ξεχύθηκαν ορμητικά, η μια από τον Ισθμό της Κορίνθου και η άλλη από το Ρίο, προς τα λιμάνια της Νοτίου Πελοποννήσου, καταδιώκοντας τους Άγγλους, τους Αυστραλούς, τους Νεοζηλανδούς, που προσπαθούσαν να διαφύγουν προς την Κρήτη. Στις αρχές του Μαΐου, 200 γερμανικά τανκ και μοτοσικλέτες μπήκαν στο Αίγιο από την βόρεια πλευρά της πόλης, την οδό Ταξιαρχών και αφού διέσχισαν την κεντρική οδό της πόλης (οδός Μητροπόλεως), στρατοπέδευσαν νότια της πόλης, στην περιοχή της Καλλιθέας. Πρώτη τους κίνηση ήταν η εγκατάσταση και οργάνωση γερμανικού φρουραρχείου στην πόλη του Αιγίου. Αξίζει να αναφέρουμε την πρώτη γερμανική διαταγή του φρουραρχείου, της 9 ης Μαΐου του 1941, που τοιχοκολλήθηκε στους δρόμους του Αιγίου και έγραφε: «Γερμανικόν Φρουραρχείον Αιγίου, Διαταγή 1. Η πώλησις παντός εμπορεύματος και ιδίως υφασμάτων, ενδυμασιών, ειδών εκ μαλλίου κλπ, επιτρέπεται μόνον να πωλούνται κατόπιν εγγράφου αδείας του Φρουραρχείου. Πάς έμπορος δέον να έχει την παρούσαν διαταγήν γεγραμμένην εις την γερμανικήν ανηρτημένην εις καταφανήν θέση του καταστήματός του δια να επιδεικνύει ταύτην εις τους Γερμανούς αγοραστάς. 29

29 Της ανωτέρω διαταγής εξαιρούνται είδη καθημερινής χρήσεως, ήτοι: οδοντόπασται, βούρτσαι δοντιών, κορδόνια, βερνίκια υποδημάτων και τοιαύτα μικροπράγματα. 2. Κατά την πώληση ειδών έναντι αδειών του Φρουραρχείου ο πωλητής καταστηματάρχης δέον να αξιώσει όπως ο αγοραστής του παραδώσει τη σχετικήν άδειαν του Φραουραρχείου ήν οφείλει να διαφυλάξει. 3. Δι έκαστον πωλούμενον είδος πρέπει να δίδεται στον αγοραστήν μια απόδειξις του αντιτίμου. 4. Η πληρωμή των αγοραζομένων ειδών θα γίνεται υποχρεωτικώς ή δια Γερμανικόν Μάρκον ή δια Ελληνικών δραχμών. 5. Η διαταγή αύτη θα ελεγθεί υπό Γερμανικών περιπώλων του Φρουραρχείου δια την ακριβήν τήρησην. Καταστήματα άτινα δεν θέλουσι τηρήση την ως άνω διαταγή ή θα κλεισθώσι ή και πιθανόν να κατασχεθώσι υπό του Φρουραρχείου τα εν αυτής εμπορεύματα. Αίγιον τη 9 Μαΐου 1941 Το Γερμανικόν Φρουραρχείον» 6 Οι περισσότεροι κάτοικοι γεμάτοι πίκρα και αγανάχτηση, ακούγοντας τις γερμανικές ερπύστριες, είχαν κλειστεί στα σπίτια τους. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν λίγοι κάτοικοι καθώς και η χωροφυλακή που προσπαθούσε να εξασφαλίσει την τάξη και να διευκολύνει τις κινήσεις των Γερμανών. Εν τω μεταξύ από το μέτωπο κατέφθαναν άοπλοι, πεινασμένοι και ρακένδυτοι οι στρατιώτες. Κουρασμένοι από τις κακουχίες αλλά περήφανοι από τις νίκες εναντίον των ιταλικών στρατευμάτων. Ανάμεσά τους υπήρχαν και Άγγλοι, οι οποίοι έφευγαν για την Καλαμάτα. Οι Γερμανοί πάνοπλοι διέσχιζαν την πόλη με παγωμένο βλέμμα που η αλαζονεία τους φανέρωνε το σκληρό και αδίστακτο κατακτητή. Είναι η εποχή που οι εργαζόμενοι στην Χαρτοποιία Αιγίου προέβησαν στην πρώτη ίσως αντιστασιακή πράξη, καταστρέφοντας το τσιγαρόχαρτο με θειάφι για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού έτοιμο προς χρήση (βλέπε σχετικό κεφάλαιο παρακάτω). Ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν οι κάτοικοι του Αιγίου, με την πρώτη κιόλας εμφάνιση των γερμανικών στρατευμάτων στην πόλη, ήταν αυτό της πείνας. Ήδη από τις 11 Μαΐου του 1941 τα τρόφιμα μοιράζονταν με δελτίο. Στο τέλος Μαΐου εξοικονομήθηκε λίγο αλεύρι και οι φούρνοι ζύμωσαν ψωμί που δεν έφτασε όμως για όλους τους κατοίκους. Την ίδια περίοδο, διορίστηκε Νομάρχης Αχαΐας ο Αλκιβιάδης Μπαλισάρης, ο οποίος με έκκληση του στο λαό συνιστούσε την εντατική καλλιέργεια της γης, προς αντιμετώπιση των 6 Εφ. «Έρευνα» Αιγίου,

30 ελλείψεων λόγω του πολέμου. Την ίδια χρονική περίοδο (Μάϊος του 1941) πραγματοποιήθηκε ένα γεγονός που συντάραξε την μικρή κοινωνία του Αιγίου. Στο Γυμνάσιο της Καλλιθέας που είχε μετατραπεί σε στρατιωτικό Νοσοκομείο, έγινε κλοπή τροφίμων και ειδών ιματισμού, κυρίως κλινοσκεπάσματα, που τα είχαν προσφέρει Ελληνίδες στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου για τους στρατιώτες που πολεμούσαν στην Αλβανία. Την 1 η Ιουνίου του 1941 παρατηρούμε και την παρουσία της «Εφορείας των Συσσιτίων Αιγίου», με κέντρα διανομής φαγητού. 7 Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης που επικρατούσε όταν στην περιοχή ήσαν εγκατεστημένα τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, αποτελεί η μαρτυρία του Ανδρουτσόπουλου Βασίλη. Από προσωπική συνέντευξη με θέμα την ζωή στο γερμανοκρατούμενο Αίγιο αναφέρουμε τα παρακάτω: «στο 4 ο Δημοτικό Σχολείο Αιγίου κάτω απ τα Ψηλαλώνια, γινόταν διανομή συσσιτίου στους Ιταλούς. Τότε πολλά πεινασμένα παιδιά και ανάμεσά τους και εγώ πηγαίναμε να ζητιανέψουμε λίγο φαγητό. Τις περισσότερες φορές, οι Ιταλοί στρατιώτες μας έδιναν από το καζάνι του συσσιτίου τους. σπάνια μας κυνηγούσαν και φεύγαμε. Αντίθετα οι Γερμανοί, ότι έμενε από το φαγητό τους το έριχναν στην εμπολή (ένα αυλάκι με νερό που ποτίζονταν τα χωράφια) προς την περιοχή του συνοικισμού. Και σαν να μην έφτανε αυτό το πασπάλιζαν από πάνω και με χώμα. Μερικά παιδιά πολύ πεινασμένα, εμείς βλέπεις είχαμε και το χωριό [ο πατέρας του ήταν από τα Μελίσσια και μπορούσαν να προμηθευτούν τρόφιμα], πήγαιναν και άρπαζαν το φαγητό κάτω από τη λάσπη. Οι Γερμαναράδες έκαναν χάζι με την πείνα των παιδιών, γελούσαν και τα κορόιδευαν, ενώ πολλές φορές τα κατάβρεχαν με τις μάνικες και πυροβολούσαν χλευάζοντας.» 8 Το φαινόμενο αυτό της διαφοράς νοοτροπίας των δύο λαών κατακτητών, είναι δύσκολο να ερμηνευτεί με λογικά κριτήρια. Πάντως οι στρατιώτες της Βέρμαχτ, πεινασμένοι εργάτες από τη δεκαετία του 1930, έβρισκαν για πρώτη φορά την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα όπως φρούτα, κρέας και λαχανικά και η αφθονία αυτή τους έκανε να μην εκτιμήσουν την αξία των τροφίμων. Έτσι με μια απλή διαταγή, στερούσαν από τον ιδιοκτήτη της αυτή την αγροτική περιουσία και θεωρούσαν σωστό να πετούν στα σκουπίδια το πλεονάζον φαγητό. Σε καμία περίπτωση δεν έ- μπαιναν στη διαδικασία να εκτιμήσουν το μέγεθος της πείνας των ανθρώπων γύρω τους. 7 Γ. Παπαγεωργίου, Η Εθνική Αντίσταση στην Αιγιάλεια, Αθήνα 1983, σ Προσωπική συνέντευξη με τον Ανδριουτσόπουλο, Βασίλη, Αίγιο

31 Αντίθετα οι Ιταλοί στρατιώτες, αγροτικής προέλευσης οι περισσότεροι, φανέρωναν συνήθειες πολύ πιο οικείες προς τον Έλληνα αγρότη. Μια απ αυτές τις συνήθειες τους υπαγόρευε να μην πετάνε το φαγητό, γιατί έτσι κι αλλιώς σπάνια περισσεύει και αφού γνώριζαν από πρώτο χέρι πόσος κόπος χρειάζεται για να παραχθεί ένα αγροτικό προϊόν. Λόγω των κοινών αυτών νοοτροπιών, οι ιταλικές κατοχικές δυνάμεις και ο λαός του Αιγίου, όπως θα δούμε παρακάτω, δείχνουν μια αμοιβαία εξοικείωση μεταξύ τους. Οι δύο αυτές πληθυσμιακές ομάδες αν και ζουν υπό το καθεστώς του κατακτητή και του κατακτημένου, βρίσκονται πολύ κοντά στη νοοτροπία ζωής. Αυτό ίσως οφείλεται και στην μεσογειακή νοοτροπία των δύο λαών, όπως επίσης και στη δυσπιστία των Ιταλών στρατιωτών απέναντι στα μεγαλεπήβολα επεκτατικά σχέδια του αρχηγού τους, Μπενίτο Μουσολίνι. 32

32 1.4. Οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής στο Αίγιο Τον Ιούνιο του 1941 έχουμε αλλαγή φρουράς των στρατευμάτων κατοχής στην ευρύτερη περιοχή Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Οι Γερμανοί παραδίνουν τη διοίκηση στους Ιταλούς, επομένως ο έλεγχος της Αιγιάλειας, αλλά και όλης της Πελοποννήσου ανατίθεται στους Ιταλούς, αφού η Γερμανική Μεραρχία είχε φύγει για την Κόρινθο. Μάλιστα οι Ιταλοί του Μουσσολίνι συνέστησαν και στρατοδικείο που λειτουργούσε στην αρχή στη Ναύπακτο και αργότερα στην Πάτρα στην οδό Ερμού και στην αίθουσα του Μορφωτικού. Σε αντικατάσταση της Γερμανικής Μεραρχίας εγκαταστάθηκε στην Πάτρα η Μεραρχία «Πιεμόντε». Διοικητής των ιταλικών κατοχικών δυνάμεων στο Αίγιο ήταν ο Τζιοβάνι Μποτζιοβάνι. Η Διοίκηση εγκαταστάθηκε στο αρχοντικό του Αριστείδη Γεωργίου που ήταν προπολεμικά υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Ένα ιταλικό τμήμα στρατού, εγκαταστάθηκε στην «Ανάπλαση», η Καραμπινιερία (χωροφυλακή) στο παλιό 1 ο Γυμνάσιο (γωνία Αθηνάς και Ξενοφ. Σταυρουλόπουλου και το Φρουραρχείο στο άλλοτε ξενοδοχείο «Σπλέντιν» (πλατεία Αγίας Λαύρας). Ο Γεώργιος Θ. Παπαγεωργίου, περιγράφει με λεπτομέρειες τον ερχομό των Ιταλών και την εγκατάστασή τους στην «Ανάπλαση»: «από το σπίτι που έμενα, Ανδρέα Λόντου 25, στο παλιό αρχοντικό του Νικολαΐδη του περασμένου αιώνα, ακριβώς απέναντι στην «Ανάπλαση», μπορούσα να παρακολουθήσω τη ζωή των Ιταλών φασιστών. Μάλιστα συζητούσα και μαζί τους μια που μιλούσα τη γλώσσα τους. Εντύπωση μου είχαν κάνει το στρογγυλό καλοζυμωμένο ψωμί τους και οι ωραίες μποτίλιες, ντυμένες με ψάθα που είχαν μέσα ένα μαύρο καλό κρασί, που το έλεγαν «μαρσάλα». Κάθε μέρα ένας λόχος του φασιστικού ιταλικού στρατού ανέβαινε στην περιοχή του γηπέδου (σημερινό Στάδιο) και έκανε ασκήσεις. Το μεσημέρι ο λόχος γύριζε από την οδό Μητροπόλεως συντεταγμένος με τα όπλα του και με στρατιωτικό βήμα τραγουδούσε το φασιστικό άσμα «Vincere» (θα νικήσουμε). Δήμαρχος Αιγίου όταν ήρθαν οι Ιταλοί ήταν ο Σωτήριος Σταυρουλόπουλος, ο οποίος αργότερα παραιτήθηκε.» 9 Από τις κινήσεις τους οι Ιταλοί φανερώνουν ένα πρόσωπο ήπιο και αρκετά συνεργάσιμο για κατακτητή. Μάλιστα, διαβάζουμε στην εφημερίδα «Έρευνα» Αιγίου της 3 ης Αυγούστου 1941, ότι στις 31 Ιουλίου του 1941 επισκέφτηκε το Αίγιο ο στρατιωτικός διοικητής Στρατηγός Αντόλφο Νάλντι (Adolfo Νaldi), ο οποίος είχε την έ- 9 Γ. Παπαγεωργίου, ό.π., σ

33 δρα του στην Πάτρα. Επισκέφτηκε το δήμαρχο Δημήτριο Σταυρουλόπουλο και τον ρώτησε για τις ανάγκες του Αιγίου αφού του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει για την επίλυση των προβλημάτων της πόλης. Μάλιστα ο Στρατηγός επισκέφτηκε και το Νοσοκομείο όπου χαιρέτησε τους νοσηλευόμενους τραυματίες Έλληνες στρατιώτες του πολέμου, αφού τους συγχάρηκε για την ανδρεία που επέδειξαν. 10 Στην ίδια εφημερίδα και με την ίδια ημερομηνία δημοσιεύτηκε και η διαταγή του Ανώτατου Διοικητού Ιταλού Στρατηγού Κάρλο Τζελόζο. Η διαταγή αυτή προσκαλούσε όλους όσους κατείχαν όπλα, πυρομαχικά, λάφυρα πολέμου και εξαρτήματα να τα παραδώσουν στις τοπικές στρατιωτικές Αρχές, μέχρι τα μεσάνυχτα τις 10 ης Αυγούστου του Η διαταγή απειλούσε με την ποινή του θανάτου τους παραβάτες 11. Ταυτόχρονα, η τοπική Καραμπινιερία κάλεσε τους κατόχους ραδιοφώνων να τα παραδώσουν «προς φύλαξιν». Κάποιοι δεν συμμορφώθηκαν με τη διαταγή αυτή. Τα φύλαξαν σε κρύπτες και άκουγαν παράνομα τις ειδήσεις από το Λονδίνο και το Κάιρο. Αυτές οι ειδήσεις αργότερα αποτέλεσαν την πρώτη ύλη του παράνομου τύπου και των παράνομων πληροφοριακών δελτίων που κυκλοφόρησαν οι αντιστασιακές οργανώσεις (βλέπε σχετικό κεφάλαιο). Δήμαρχος στην πόλη του Αιγίου εκείνη την περίοδο ήταν ο Σωτήρης Σταυρουλόπουλος. Παραιτήθηκε με την είσοδο των Γερμανών και τον αντικατέστησε ο δικηγόρος Γεώργιος Σακελλαρόπουλος. Εν συνεχεία, και ο Σακελλαρόπουλος παραιτήθηκε και την θέση του ανέλαβε ο Αλέξης Καζάνης, πρόεδρος των παντοπωλών Αιγίου. Σύμφωνα με τους Μπιναρδόπουλο Χλιάπα Ρούπα, ο Καζάνης «συνεργάστηκε με τον εχθρό, ενθάρρυνε εργάτες να πάνε στη Γερμανία για δουλειά και δημιουργούσε ομάδες εργασίας για το άνοιγμα ορυγμάτων των Γερμανών, με αμοιβή τη δελεαστική παροχή τροφίμων.» 12 Για την περίοδο εκείνη το κίνητρο ήταν πολύ ισχυρό. Για τη συνεργασία του αυτή με τα κατοχικά στρατεύματα, ο Καζάνης εκτελέστηκε το 1944 από τους αντάρτες. Η κατοχική κυβέρνηση της Αθήνας, είχε χαρακτηρίσει το Αίγιο ως κέντρο γεωργικό. Οι κάτοικοι, εκτός από εκείνους που είχαν εγκατασταθεί από τα γύρω χωριά, ήσαν εργάτες, υπάλληλοι και επαγγελματίες. Ο Ανδρέας Φιλιππόπουλος, παλαίμαχος δημοσιογράφος του Αιγίου έγραφε στην εφημερίδα «Έρευνα»: «Το Αίγιον δυνατόν να χαρακτηρίζεται όπως και είναι ο τόπος της σταφιδοπαραγωγής. Οι καθαυτό 10 Εφ. «Έρευνα» Αιγίου, Εφ. «Έρευνα» Αιγίου, Γ. Μπιναρδόπουλος, Λ. Ρούπας, Θ. Χλιάπας, Η Αιγιάλεια στην Κατοχή και την Αντίσταση, Αθήνα 1987, σ

34 όμως Αιγιείς όχι μόνο δεν είναι σταφιδοπαραγωγοί, αλλά ούτε καν σπυρί σταφίδας έ- χουν εις τα σπίτια των να ταΐσουν τα παιδιά των» 13 Η πείνα, προκαλούσε απελπισία και απόγνωση στη ζωή των κατοίκων, ενώ πιστοποιήθηκαν ακόμη και θάνατοι από ασιτία. Πολλοί κάτοικοι έπαιρναν ό,τι πολύτιμο είχαν, ρολόγια ασημικά ρούχα και πεζοπορώντας οχτώ έως δέκα ώρες ανέβαιναν στα ορεινά χωριά της Αιγιάλειας και των Καλαβρύτων. Εκεί τα αντάλλασαν είδος με είδος με φασόλια καλαμπόκι και σιτάρι. Τον Οκτώβριο του 1941, το καλαμπόκι είχε φτάσει 350 δραχμές η οκά και τα φασόλια 400 δραχμές. Στις 19 Νοεμβρίου 1941 πουλήθηκαν ψάρια στην αγορά προς 430 δραχμές η οκά, ενώ οι εργάτες για να εργαστούν στα κτήματα ζητούσαν πολύ ακριβά μεροκάματα από τους κτηματίες. Στις 2 Νοεμβρίου 1941, ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής Νοτίου Ελλάδος με ανακοίνωσή του στο Αίγιο, γνωστοποιούσε ότι με απόφαση των Γερμανικών στρατοδικείων καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν τέσσερεις Έλληνες για σαμποτάζ εναντίον των χιτλερικών. Στο τέλος του Νοεμβρίου του 1941 η κατάσταση είχε γίνει τραγική. Την παραμονή των Χριστουγέννων του ιδίου έτους αφενός μοιράστηκαν 300 δέματα στους άπορους του Αιγίου, γνωστά ως τα «δέματα των απόρων», αφετέρου παρελήφθησαν από την Αγροτική Τράπεζα Αιγίου 8500 οκάδες όσπρια, που είχε στείλει ο Ερυθρός Σταυρός. Τα όσπρια μοιράστηκαν στα φιλανθρωπικά ι- δρύματα και στους κατοίκους. Η διανομή έγινε στους ναούς από τις ενοριακές επιτροπές, ενώ το κάθε άτομο έλαβε 300 δράμια όσπρια. 14 Η ζωή συνέχιζε να είναι τραγική για τους κατοίκους του Αιγίου, καθότι ο λαός πεινούσε γιατί οι δυνάστες είχαν καταλάβει τα μέσα συντηρήσεως. Η ληστρική επιδρομή των κατακτητών τόσο σε ατομική όσο και σε ομαδική κλίμακα, προκάλεσε ελλείψεις τροφίμων κατά κύριο λόγο στις πόλεις. Μαρτυρίες αναφέρουν πως οι Γερμανοί κυρίως στρατιώτες «αγόραζαν» ότι έβρισκαν σε χαμηλή τιμή και τα έστελναν στις χειμαζόμενες οικογένειές τους, στη Γερμανία. Τα λαϊκά συσσίτια τότε, όπως και στην προηγούμενη περίοδο, έσωσαν πολλούς από την πείνα και το θάνατο. Τέτοια κέντρα παροχής συσσιτίου ήταν στη γωνία Ανδρέου Λόντου και Χιλιάκου Ορεινού, στο ισόγειο του σπιτιού Λιαρομμάτη, στην γωνία Ανδρέα Λόντου και Βάλφουρ στο κτήριο του άλλοτε χοροδιδασκαλείου, στην οδό Σπ. Παναγιωτόπουλου πάνω από το κατάστημα Ριζόπουλου, στη γωνία των οδών Ευθ. Γάτου και Ανδρέα Λόντου. Τα κεντρικά γραφεία των συσσιτίων ήσαν στην οδό Μεσσηνέζη. Πρόεδρος των λαϊκών 13 Εφ. «Έρευνα» Αιγίου, Γ. Παπαγεωργίου, ό.π., σ

35 συσσιτίων ήταν ο δεσπότης Θεόκλητος και διευθυντής ο Γιάννης Θανασούλιας. Ακόμα υπηρέτησε και ο Γεώργιος Κόσκος, συνταξιούχος υπάλληλος. 15 Στα λαϊκά συσσίτια εργάστηκαν και προσέφεραν εθελοντική υπηρεσία και οι Κώστας Ριζόπουλος (δημοσιογράφος και λογοτέχνης), Λεωνίδας Γκόφας (δικηγόρος), Γεώργιος Σπυρόπουλος (δημόσιος υπάλληλος), Κώστας Χατζόπουλος (υπάλληλος ΟΤΕ), Νίκος Μπάλλας (εφοριακός), Γεράσιμος Οικονομόπουλος, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Ντίνος Παπαγιαννόπουλος (καθηγητής), Αργύρης Σκαρτσίλας και ο Γεώργιος Παπαγεωργίου. 16 Πέρα από τα οργανωμένα λαϊκά συσσίτια, ο λαός έδρασε με πολλούς άλλους θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους προκειμένου να επιβιώσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι «σαλταδόροι» του Αιγίου, οι οποίοι αψηφώντας τον κίνδυνο και δουλεύοντας με μεθοδικότητα άρπαζαν από τον κατακτητή στην αρχή τρόφιμα για να ζήσουν και στη συνέχεια όπλα και πυρομαχικά, μέχρι και καύσιμα. Οι περισσότεροι από αυτούς εντάχθηκαν στον ΕΛΑΣ. 15 Εφ. «Έρευνα» Αιγίου, Γ. Παπαγεωργίου, ό.π., σ

36 2. Πανελλήνιες αντιστασιακές οργανώσεις 2.1. Το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο. Οι πρώτες προσπάθειες αντίστασης. Καταρχάς, πριν ξεκινήσουμε την περιγραφή και την ανάλυση του τρόπου οργάνωσης των τοπικών αντιστασιακών ομάδων, των ομάδων δηλαδή που δρούσαν στην ευρύτερη περιοχή της επαρχίας Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, αποτελεί sine qua non προϋπόθεση, να αναφερθούμε στις ομάδες αντίστασης οι οποίες είχαν πανελλήνια εμβέλεια και αποτέλεσαν πρότυπα οργάνωσης για τις τοπικές ομάδες. Τις τελευταίες ημέρες του Απριλίου του 1941, ξεκίνησε στην Ελλάδα η ταραγμένη περίοδος που συμβατικά ονομάζουμε Κατοχή. Μέχρι τον Ιούνιο του ιδίου χρόνου οι νικητές του πολέμου είχαν μοιράσει τις διοικητικές και στρατιωτικές ζώνες ευθύνης τους στην νικημένη χώρα και με ενδιάμεσο την κυβέρνηση κουϊσλίγκ του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου, που οι ίδιοι τοποθέτησαν στην Αθήνα, άρχισαν να κυβερνούν τη χώρα. Η μεγαλύτερη έκταση της χώρας ήταν στην δικαιοδοσία των Ιταλών. Οι Γερμανοί κράτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης, μερικά σημεία στις Κυκλάδες, στην Αττική και τα παράλια της Αθήνας, τη Θεσσαλονίκη και την κεντρική Μακεδονία καθώς και τη συνοριακή ζώνη στον Έβρο. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Δυτική Θράκη. Η ελληνική κοινωνία για ένα μεγάλο διάστημα προσπάθησε να προσαρμοστεί στη νέα τάξη πραγμάτων και να βρει τους τρόπους επιβίωσής της. Υπήρχαν προβλήματα ανεφοδιασμού με τα στοιχειώδη, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα διότι έγινε αποκλεισμός της χώρας από το θαλάσσιο εμπόριο αλλά και καταστροφή των χερσαίων συγκοινωνιών. Αργότερα, το χειμώνα του 1941, οι ελλείψεις αυτές μετατράπηκαν σε επισιτιστικό πρόβλημα ιδιαίτερα στις πόλεις. Υπολογίζεται ότι περίπου άτομα πέθαναν από την πείνα στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Πάτρας και Ηρακλείου. Οι άθλιες συνθήκες ζωής και διαβίωσης, η οικονομική καταστροφή, η έλλειψη ασφάλειας, η κοινωνική κατάπτωση, η χυδαία συμπεριφορά προς την ανθρώπινη προσωπικότητα από τα ξένα στρατεύματα και τους Έλληνες συνεργάτες τους, έφεραν τον απλό λαό στο σημείο σύγκρουσης έναντι των κατοχικών στρατευμάτων. Παράλληλα, η πίεση που ασκούσαν οι σύμμαχοι και ιδιαίτερα οι Άγγλοι οι οποίοι επεδίωκαν 37

37 την δημιουργία δικτύων κατασκοπίας και σαμποτάζ, αλλά λίγο αργότερα και οι Σοβιετικοί που καλούσαν τους λαούς σε εξέγερση, έφερε σε άλλες περιπτώσεις πενιχρά και σε άλλες περιπτώσεις αξιόλογα αποτελέσματα κατά τις πρώτες απόπειρες ένοπλης οργανωμένης αντίστασης του ελληνικού λαού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα συναντούμε στην κεντρική Μακεδονία όπου οι ομάδες «Αθανάσιος Διάκος» και «Οδυσσέας Ανδρούτσος», στηριγμένες από κομμουνιστές έδρασαν από τον Ιούλιο ως το φθινόπωρο του 1941 και των οποίων η δράση έληξε απότομα με τα φρικτά αντίποινα των Γερμανών και τις μαζικές εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού στα χωριά της Νιγρίτας Σερρών. Παρόμοια ήταν και η τύχη άλλων ένοπλων ομάδων που στηρίζονταν αποκλειστικά σε συμμαχική βοήθεια όπως στον Αλμυρό Βόλου. Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση τέτοιων πρώιμων και ανοργάνωτων αντιδράσεων, έλαβε χώρα στην περιοχή της Δράμας και ειδικότερα στο χωριό Δοξάτο, όπου στις 28 Σεπτεμβρίου 1941 οι κομμουνιστές εκτελώντας κατά γράμμα τις εντολές από την Μόσχα (που μεταδίδονταν από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας) εξεγέρθηκαν ενάντια στον βουλγαρικό κατοχικό στρατό. Πέντε μέρες μετά, στις 3 Οκτωβρίου 1941, η αιματηρή αντίδραση του βουλγαρικού στρατού στοίχησε τη ζωή πολλών κατοίκων της περιοχής (3000 άμαχος πληθυσμός) καθώς και τοπικών στελεχών του ΚΚΕ. Μετά τις αποτυχημένες και αιματοβαμμένες αυτές προσπάθειες, η ένοπλη αντίσταση σταμάτησε, για να εμφανιστεί πολλούς μήνες αργότερα σαφώς πιο οργανωμένη. «Στις αρχές της Κατοχής, οι διαθέσεις της μάζας του λαού, σύμφωνα με ποικίλες πηγές, δεν ήταν αντιγερμανικές», υποστηρίζει ο Χάγκεν Φλάισερ. 17 Ποικιλία πηγών όμως υποστηρίζει το αντίθετο. Απλές καθημερινές κινήσεις πολιτών και άμαχου πληθυσμού όπως α) η παγερότητα υποδοχής των στρατευμάτων στις πόλεις που έ- μπαιναν, β) η καταστροφή οδοδεικτών, γ) οι παραπλανητικές πληροφορίες που έδιναν στους Γερμανούς ακόμη και τα μικρά παιδιά, δ) η καταστροφή στις 31/5/1941 αποθήκης πυρομαχικών στη Θεσσαλονίκη, ε) η άρνηση του αρχιεπισκόπου Χρύσανθου να ορκίσει την κυβέρνηση Τσολάκογλου, στ) η απόκρυψη ή η μη δήλωση όπλων, ζ) η οργάνωση αυτοάμυνας σε πολλά χωριά, η) το κατέβασμα της σβάστικας από την Α- κρόπολη στις 30/5/1941 από τους Μανώλη Γλέζο και Απόστολο Σάντα, θ) η αναγραφή αντιγερμανικών συνθημάτων στους τοίχους των κτιρίων, ι) οι πρώτες προκηρύξεις και τα αντιστασιακά ποιήματα καθώς και ια) η δημιουργία των πρώτων οργανωμένων 17 Χ. Φλάισερ, «Κατοχή Αντίσταση Γοργοπόταμος», στο Ιστορικά της εφ. «Ελευθεροτυπία», τεύχος 5, ( ). 38

38 ανταρτοομάδων σε όλη τη χώρα, αποδεικνύουν το αντίθετο των λεγομένων του ιστορικού Φλάισερ. Τελικά πώς φαντάζονταν οι Έλληνες την Αντίσταση; Με ποιόν τρόπο; Με όπλα και δολιοφθορές; Με συνθήματα στους τοίχους; Αντίσταση στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό; Αντίσταση με τους συμμάχους ή με το λαό; Τι χαρακτήρα θα έπρεπε να είχε η Αντίσταση; Εθνικό - απελευθερωτικό ή κοινωνικό απελευθερωτικό; Ή μήπως κάποιος ή κάποιοι συνδυασμοί όλων των παραπάνω; Τα ερωτήματα αυτά ταλάνισαν τους πρώτους οργανωτές της Εθνικής Αντίστασης και δύο μεγάλες προσωπικότητες της εποχής προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις και να σκιαγραφήσουν τον πραγματικό χαρακτήρα της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης. Αφενός ο Δημήτριος Γληνός τονίζει: «ο σημερινός αγώνας του λαού μας στο περιεχόμενό του δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά απελευθερωτικός σήμερα πρωτεύει η πάλη για την εθνική λευτεριά, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να έχουμε καμιά κοινωνική προκοπή» 18. Αφετέρου ο Δ. Σβορώνος γράφει: «η Αντίσταση των Ελλήνων γίνεται εναντίον ξένων δυνάμεων κατοχής και ο βασικός της χαρακτήρας καθόλη τη περίοδο της Κατοχής, είναι εθνικός και επομένως διαφέρει ριζικά από μια κοινωνική εσωτερική επανάσταση» 19. Παρόλες τις αποτυχημένες απόπειρες αντίστασης κατά των κατοχικών στρατευμάτων, οι Έλληνες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη δημιούργησαν πλειάδα ομάδων αντίστασης. Το επίσημο κράτος, η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, αδυνατούσε να ελέγξει αυτές τις ομάδες, με αποτέλεσμα να θέτουν σε κίνδυνο τις περιουσίες και τη ζωή πλουσίων και φτωχών Ελλήνων σε πόλεις και χωριά. Αναγκαστικά λοιπόν, έπρεπε να μπει μια τάξη σε αυτό το χάος, να δημιουργηθούν ένοπλες ομάδες περιφρούρησης και ένας οργανωτικός ιστός που αποστολή του θα ήταν η οργάνωση, η διοίκηση και ο συντονισμός όλων αυτών των μικροομάδων ανά την Ελλάδα. Το ρόλο αυτό ανέλαβε οικειοθελώς, και σε καμία περίπτωση αναγκασμένο από το επίσημο ελληνικό κράτος, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Το ΚΚΕ, ήταν η μόνη οργανωμένη δύναμη στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας που θα μπορούσε να διεκπεραιώσει ένα τέτοιο έργο, καθώς το σώμα των αξιωματικών διαρθρωμένο γύρω από μια κρατική εξουσία, η οποία ούτε ήταν ούτε ήθελε να είναι ανατρεπτική, δεν μπορούσε να αναλάβει παρόμοιες πρωτοβουλίες. Το πρόσωπο που ανέλαβε να ενοποιήσει και να αναδείξει τη γενική διάθεση για ένοπλη αντίσταση ήταν ο Άρης Βελουχιώ- 18 Δ. Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το Ε.Α.Μ., Ρήγας, Αθήνα 1944, σ Δ. Σβορώνος, «Η Ελλάδα », σε Πρακτικά του Διεθνούς Ιστορικού Συνεδρίου, Αθήνα 1989, σ. ΧΙ. 39

39 της, παλιό μαχητικό στέλεχος του ΚΚΕ. Ο κατ όνομα Θανάσης Κλάρας, μεταμορφώθηκε σε Άρη Βελουχιώτη, όταν προέκυψε η ανάγκη για ένοπλη αντίσταση στον κατακτητή. Η εμφάνιση του Άρη Βελουχιώτη επέδρασε ευεργετικά στη σταθεροποίηση της πρώτης αντάρτικης ομάδας, καθώς οι δυσμενείς συνθήκες θα είχαν οδηγήσει στην αποτυχία της προσπάθειας αν δεν υπήρχε η ηθική, πολιτική και τεχνική ενίσχυση του επαναστατικού κέντρου της Αθήνας, δηλαδή της κεντρικής επιτροπής του ΕΛΑΣ. Την ίδια περίπου περίοδο, εμφανίζονται στην Ελλάδα τρεις αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ), οι σχέσεις, οι συνεργασίες και οι συγκρούσεις των οποίων, έμελλε να παίξουν καθοριστικό ρόλο τόσο στην περίοδο της Αντίστασης κατά των κατοχικών δυνάμεων, όσο και στην μετέπειτα ταραγμένη περίοδο του Εμφυλίου πολέμου. Εν συνεχεία θα ασχοληθούμε με τα βασικά χαρακτηριστικά των τριών αυτών οργανώσεων. 40

40 2.2. ΕΑΜ ΕΛΑΣ ΕΠΟΝ Ε.Α. Εκπρόσωποι του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, προσπάθησαν να προσεγγίσουν και άλλες πολιτικές δυνάμεις με κοινή αντιστασιακή δράση, όπως το Α- γροτικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό και την Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας. Αυτά τα τρία κόμματα, μαζί με το σχετικά μεγαλύτερο και πιο οργανωμένο ΚΚΕ, συγκεντρώθηκαν στο τέλος της οδού Ιπποκράτους στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1941 και ί- δρυσαν το ΕΑΜ, δηλαδή το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Την ιδρυτική πράξη υπογράφουν: για το ΚΚΕ ο Λευτέρης Αποστόλου, για το Αγροτικό Κόμμα ο Απόστολος Βογιατζής, για το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΚΕ) ο Χρήστος Χωμενίδης και για την Ελληνική Λαϊκή Δημοκρατία (ΕΛΔ) ο Ηλίας Τσιριμώκος 20. Σύμφωνα με το ιδρυτικό του κείμενο οι στόχοι του ΕΑΜ ταυτίζονταν με τους πόθους του λαού και ήσαν α) η απελευθέρωση της Ελλάδας και η αποκατάσταση της πλήρους ανεξαρτησίας της χώρας, β) ο σχηματισμός προσωρινής κυβέρνησης από το ΕΑΜ μετά την εκδίωξη των κατακτητών, με στόχο την προκήρυξη εκλογών για Συντακτική Βουλή ώστε ο λαός να αποφασίσει ο ίδιος για τον τρόπο διακυβέρνησής του, γ) η επιβίωση του λαού. 21 Στο σημείο αυτό, αξίζει να παραθέσουμε την άποψη του Πέτρου Ρούσου σχετικά με τον χαρακτήρα του ΕΑΜ: «δημιουργήθηκε έτσι μια πρωτότυπη μαζική εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση που, με τον καιρό, ξεπέρασε το 1 1/2 εκατομμύριο μέλη σε έναν πληθυσμό 7 1/2 εκατομμύρια! Πρωτότυπη γιατί αποτελούσε συνασπισμό κομμάτων και ταυτόχρονα ακατάλυτη μαζική ένωση πατριωτών διαφορετικής ιδεολογικής τοποθέτησης. Κανένας μας δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί πώς συγκεκριμένα θα εξελιχθεί στην πράξη εκείνος ο μεγαλειώδης οργανισμός. Εξελίχθηκε πάντως, κατά τη βασική πρόβλεψη του κόμματός μας, σαν η ακατάλυτη συμμαχία της εργατικής τάξης, της αγροτιάς, της προοδευτικής διανόησης, των μεσαίων στρωμάτων της πόλης, των εθνικών μειονοτήτων, που προσέλκυσε στην πορεία μεγάλη μερίδα του κλήρου, κυρίως του κατώτερου, πολλούς αξιωματικούς και μια μερίδα της μεσαίας α- στικής τάξης.» 22. Τελικά, στο ερώτημα αν το ΕΑΜ ήταν ένας συνασπισμός κομμάτων ή μια ενιαία οργάνωση, τα ίδια τα ιδρυτικά μέλη του αποφάσισαν πως το ΕΑΜ ήταν ένας συνασπισμός πολιτικών κομμάτων, όπου ναι μεν το κάθε κόμμα διατηρούσε την 20 Λ. Αποστόλου, Το ξεκίνημα του ΕΑΜ, Αθήνα 1982, σ. 96 Θ. Χατζής, Η νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε, Δωρικός, Αθήνα 1983, σ. 174 Π. Ρούσος, Η μεγάλη πενταετία, τ. Α, Αθήνα 1978, σ Α. Κέδρος, Η Ελληνική Αντίσταση , τ. Α, Θεμέλιο, Αθήνα 1981, σ Ρούσος, Π., ό.π., σ

41 ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική αυτονομία του και την ελεύθερη έκφραση των απόψεών του, αλλά όλα τα κόμματα ενεργούσαν από κοινού για την Απελευθέρωση και την πραγμάτωση των προαναφερθέντων στόχων της οργάνωσης. 23 Βέβαια, δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός πως αρκετά μέλη της οργάνωσης του ΕΑΜ, δεν ανήκαν σε κόμματα, αλλά ήσαν απλά ΕΑΜίτες, ΕΠΟΝίτες, ΕΛΑΣίτες ή μέλη της Εθνικής Αλληλεγγύης. 24 Στο ΕΑΜ συμμετείχαν και άλλες μικρότερες αντιστασιακές οργανώσεις: το Εργατικό ΕΑΜ, η Εθνική Αλληλεγγύη, το ΕΑΜ νέων το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε ΕΠΟΝ, η ΠΕΔΥ (Πανυπαλληλική Επιτροπή Δημοσίων Υπαλλήλων), η Παγκληρική Ένωση, η Οργάνωση Αστυνομικών Υπαλλήλων. Τέλος, στα τέλη του Ιανουαρίου του 1942, εξελέγη και η κεντρική επιτροπή του ΕΑΜ, αποδεικνύοντας πως το ΕΑΜ είχε πια και έναν «εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας» θέτοντας «τα οργανωτικά θεμέλια της μεγαλύτερης εθνολαϊκής οργάνωσης στην ιστορία της Ελλάδας... η αρχή της ομοφωνίας κατοχύρωνε την ενότητα και την αρμονική συνεργασία κομμάτων και οργανώσεων, με διαφορετικά προγράμματα πάνω σε άμεσους και καθορισμένους από κοινού σκοπούς». 25 Πέραν του πολιτικού σκέλους της οργάνωσης του ΕΑΜ, το ΚΚΕ είχε τη διάθεση και πρωτοβουλία δημιουργίας ένοπλων σωμάτων που θα προκαλούσαν όσο το δυνατόν περισσότερα προβλήματα στον κατακτητή, με στόχο την εκπλήρωση του πρώτου και κύριου στόχου της πολιτικής οργάνωσης του ΕΑΜ. Παρά τα δραματικά γεγονότα - αντίποινα στη Δράμα και το Δοξάτο τον Σεπτέμβριο του 1941 και την καθυστέρηση δημιουργίας ένοπλων αντιστασιακών ομάδων, στις 10 Φεβρουαρίου του 1942 η ΚΟΕ (Κεντρική Οργανωτική Επιτροπή) του ΕΑΜ συγκροτεί τον ΕΛΑΣ, το ένοπλο δηλαδή τμήμα του. Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφέρουμε τα σχετικά με την ονομασία ΕΛΑΣ, όπως τα περιγράφει ο Διονύσης Χαριτόπουλος: «είχε επικρατήσει η επωνυμία ΕΛΣ: Ελληνικός Λαϊκός Στρατός. Αλλ ο Θανάσης Κλάρας, όταν οι συζητήσεις φτάσαν ως αυτόν, είχε μια έμπνευση: - Ελληνικός Λαϊκός Ανταρτικός Στρατός πρέπει να λέγεται. Δηλαδή ΕΛΑΣ. Θα πιάσει ως σύνθημα. Ελλάς και ΕΛΑΣ. Άρεσε η σκέψις ( )και εγκρίθηκε με ενθουσιασμό. Μόνο που ο Θανάσης Χατζής ( ) το Ανταρτικός το αντικατέστησε με το Απελευθερωτικός». 26 Ο Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός άρχισε να βγάζει στα βουνά μικρές ομάδες ενόπλων. Το τρίπτυχο των 23 Μ. Γλέζος, Εθνική Αντίσταση, τ. Α, Στοχαστής, Αθήνα 2005, σσ Θ. Χατζής, ό.π., σ Ό.π., σ Δ. Χαριτόπουλος, Άρης ο αρχηγός των ατάκτων, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, σσ

42 στόχων του ΕΛΑΣ ήταν α) αγώνας για την απελευθέρωση της πατρίδας, β) περιφρούρηση των κατακτήσεων του λαού και των ελευθεριών του ενάντια σε κάθε επιβολή, γ) εξασφάλιση της τάξης μέχρι την διεξαγωγή εκλογών στις οποίες ο λαός να εκφράσει ελεύθερα τη θέλησή του. Η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ, συγκροτήθηκε από τους : Ταγματάρχη Μάρκο Κλαδάκη (εκπρόσωπο του ΣΚΕ), Λοχαγό Φοίβο Γρηγοριάδη (εκπρόσωπο του ΚΚΕ), Λοχαγό Γ. Καλιανέση (εκπρόσωπο της ΕΛΔ), Υπολοχαγό Ιερώνυμο Τρωιάνο (ανεξάρτητο δημοκράτη), Ανθυπολοχαγό Κεχριμπάρη (εκπρόσωπο του ΔΚΕ). Πολιτικός αντιπρόσωπος ορίστηκε ο Θανάσης Χατζής, ο οποίος ήταν και γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ. Η ιδρυτική διακήρυξη του ΕΛΑΣ κυκλοφόρησε στις 16 Φεβρουαρίου του 1942 και την ίδια μέρα στο δημοσιογραφικό όργανο του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα» δημοσιευόταν η απόφασή του για τη συγκρότηση του ΕΛΑΣ. Ο Θανάσης Κλάρας Άρης Βελουχιώτης για την περίσταση στην κοιλάδα του Σπερχειού, στα ορεινά της Λαμίας, ξεκίνησε να υλοποιήσει τις αποφάσεις και το όραμα των διακηρύξεων. Στις 22 Μαΐου εμφανίστηκε στο χωριό Δομνίστα της Ευρυτανίας η πρώτη Ελασίτικη α- νταρτοομάδα, αποτελούμενη από 9 αντάρτες, αναγγέλλοντας στους χωρικούς την συμβολική εμφάνιση του ΕΛΑΣ με τον Άρη να διασαλπίζει την ιστορία του ένοπλου αγώνα του ελληνικού λαού για την λευτεριά του. Ο Άρης Βελουχιώτης προσπάθησε με διάφορους τρόπους να φέρει τις μικρές αντάρτικες ομάδες στο πολιτικό προσκήνιο. Ως προς αυτό φάνηκε πως δύο από τις πρωτοβουλίες του ήσαν καταλυτικές. Η πρώτη ήταν η απόφασή του να δράσει «δημόσια». Να εγκαταλείψει δηλαδή την πρακτική της αφάνειας και της απόκρυψης των ενόπλων του στα δάση και τα βουνά όπως έκαναν οι υπόλοιπες ομάδες φυγόδικων οπλοφόρων της εποχής και εμφανίστηκε επιδεικτικά στα χωριά διακηρύσσοντας ανοιχτά τις προθέσεις του. Η δεύτερη πρακτική ήταν η εγκατάσταση κάποιου «υπεύθυνου» σε κάθε χωριό, ο οποίος θα κρατούσε την επαφή με το αντάρτικο και θα συνδιαλεγόταν με τις ένοπλες ομάδες των ανταρτών, φροντίζοντας παράλληλα και για τον εφοδιασμό με τρόφιμα. Σε κάθε μονάδα του ΕΛΑΣ, μικρή ή μεγάλη, η ηγεσία κατά το πρότυπο του ρωσικού στρατού, είχε τοποθετήσει μια συγκεκριμένη μορφή διοίκησης. Χαρακτηριστικό αυτής, ήταν το γεγονός πως η μονάδα δεν διοικείτο από έναν αρχηγό, αλλά επικρατούσε το σύστημα της «τριαδικότητας» στην διοίκηση. Η «τριαδικότητα» αυτή έγκειται στο γεγονός πως δικαίωμα λόγου στην διοίκηση της μονάδος είχαν τρεις φο- 43

43 ρείς εξουσίας: α) ο καπετάνιος ή κομισσάριος, β) ο πολιτικός της επίτροπος και γ) ο στρατιωτικός της ηγέτης 27. Ο κομισσάριος, ήταν ο πραγματικός φορέας της εξουσίας, ο άγρυπνος φρουρός του κόμματος σε κάθε μονάδα του ΕΛΑΣ, ο κατάσκοπος που παρακολουθούσε τις κινήσεις των αντρών της ομάδας και ήλεγχε τις πράξεις τους, αν ήσαν σύμφωνες με την καθοδήγηση που είχε δοθεί από το κόμμα. Παρακολουθούσε εάν εργάζονταν όλοι υπέρ των σκοπών και στόχων του κόμματος. Ενεργούσε την αλληλογραφία και παρείχε λεπτομερείς πληροφορίες στον αμέσως προϊστάμενό του, σχετικά με όσα συνέβαιναν στην ομάδα του. Τέλος, επιτηρούσε, παρακολουθούσε και έλεγχε τις πράξεις των στρατιωτικών διοικητών αξιωματικών που προέρχονταν από τον στρατό, καθώς το κόμμα δεν είχε εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που δεν είχαν λάβει την κομμουνιστική παιδεία και τις επιδιώξεις της λαϊκοδημοκρατικής επανάστασης. Μάλιστα, είχε το δικαίωμα να εκτελέσει επιτόπου άνδρες ή αξιωματικούς, ή να τους αποστείλει σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, αν έκρινε πως η συμπεριφορά και οι κινήσεις τους δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οργάνωσης. Ο πολιτικός επίτροπος, που ήταν συγχρόνως και αξιωματικός, συνεργαζόταν πάντοτε με τον στρατιωτικό διοικητή της μονάδας και από κοινού υπέγραφαν τις διαταγές. Η εξουσία του ήταν απεριόριστη. Ασχολείτο με την συλλογή πληροφοριών για τις κινήσεις του εχθρού, μιλούσε στις συγκεντρώσεις και ερχόταν σε επαφή με τις πολιτικές οργανώσεις, διαβιβάζοντας οδηγίες του κόμματος και της ηγεσίας του ΕΑΜ. Ο θεσμός του πολιτικού επιτρόπου, καταργήθηκε όταν συστήθηκε η ΠΕΕΑ. Όσον αφορά στον στρατιωτικό υπεύθυνο της ομάδας, αυτός ήταν ο αξιωματικός και ο στρατιωτικός επικεφαλής της ομάδας. Οι αρμοδιότητές του στρατιωτικού υπευθύνου, που ήταν ταυτόχρονα και πολιτικός υπεύθυνος, περιορίζονταν στην εκπαίδευση, διοίκηση, οργάνωση του στρατιωτικού τμήματος. Ο στρατιωτικός υπεύθυνος, λόγω της θέσης του, έπρεπε να είχε υπηρετήσει στο στρατό ως αξιωματικός, για να γνωρίζει τις μεθόδους εκπαίδευσης των ανδρών και τις τακτικές πολέμου. Πολλές φορές όμως (και ιδιαίτερα στην επαρχία που θα ασχοληθούμε) ο στρατιωτικός υπεύθυνος δεν ήταν απαραίτητα στέλεχος του κόμματος, ούτε της οργάνωσης του ΕΑΜ, αλλά ανεξάρτητος δημοκράτης ή προοδευτικός πατριώτης. Καθοριστική σημασία για το μέλλον του ΕΛΑΣ, την οργάνωση, την ανάπτυξη, το κύρος και την κατοχύρωσή του στην συνείδηση των Ελλήνων, έπαιξε η ανατί- 27 Βλέπε παράρτημα, αριθ. 2 44

44 ναξη της σιδηροδρομικής γέφυρας στο Γοργοπόταμο, τον Νοέμβριο του 1942 με τη συνεργασία όλων των αντάρτικων ομάδων (ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ) και την συμβολή Άγγλων συμμαχικών στρατιωτικών σαμποτέρ. Στις αρχές του καλοκαιριού, ο ΕΛΑΣ ήταν μια υπολογίσιμη στρατιωτική δύναμη, με μόνιμους αντάρτες, με εφεδρείες, πειθαρχία, κανόνες και οργανωμένες δομές, που κυριαρχούσε σε μια εκτεταμένη και αυστηρά προσδιορισμένη «ελεύθερη ορεινή Ελλάδα». Χαρακτηριστικά, με την ιταλική κατάρρευση (τέλος του καλοκαιριού του 1942), πολλά όπλα, πυρομαχικά και πολεμικό υλικό του διαλυμένου ιταλικού στρατού, πέρασαν στα χέρια των ανταρτών, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία, όπου ο ΕΛΑΣ κληρονόμησε ολόκληρο τον οπλισμό μιας ιταλικής μεραρχίας και ισχυρών μονάδων ιππικού. Η αριθμητική του δύναμη ξεπέρασε τους μόνιμους άντρες. Καμιά δύναμη στην Ελλάδα δεν μπορούσε πλέον να ανταγωνιστεί αυτή τη στρατιωτική και κατά συνέπεια πολιτική δύναμη. Η δημιουργία και η ανάπτυξη του ΕΛΑΣ όπως και όλου του κινήματος που ονομάστηκε Αντίσταση, στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδος, είναι φαινόμενο μοναδικό, κομβικό για την κατανόηση της πολυκύμαντης ιστορίας της χώρας στον 20 ο αιώνα. Αλλά και σε διεθνές επίπεδο σπανίζουν οι αντίστοιχες περιπτώσεις. Ο ΕΛΑΣ δεν δημιουργήθηκε με την ενίσχυση, τη στήριξη και τις εντολές ενός εγκατεστημένου κρατικού μηχανισμού, όπως έγινε με το αντάρτικο στη Γαλλία ή στη Σοβιετική Ένωση. Η δημιουργία του δεν καθορίστηκε από εσωτερική εθνικιστική σύγκρουση, όπως έγινε στη Γιουγκοσλαβία. Δεν είχε τη θεωρητική βάση και τα έντονα τοπικά χαρακτηριστικά όπως στην Αλβανία. Ήταν μέρος του παγκόσμιου αντιφασιστικού αγώνα αλλά είχε τη δική του ταυτότητα και τα ιδιαίτερα, εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του. Στα πέντε χρόνια της διάρκειάς του, οι που υπηρέτησαν στις γραμμές του δημιούργησαν μια αξιόμαχη, ισχυρή στρατιωτική δύναμη, έξω από κρατικές δομές μέσα από κοινωνικές και συνεπακόλουθες πολιτικές διεργασίες, δημιουργώντας μια τομή στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδος και την είσοδο σε μια νέα εποχή. Πέραν όμως από τη δημιουργία μιας ένοπλης οργανωμένης ομάδας ανταρτών, το ΕΑΜ προχώρησε και στην σύσταση μιας νεολαιίστικης ομάδας με την επωνυμία ΕΠΟΝ (Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων). Ιδρύθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 1943 με την αυτοδιάλυση και τη συγχώνευση σε αυτή πολλών μικρών εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων της Νεολαίας της Αριστεράς, όπως Αγροτική Νεολαία Ελλάδας (ΑΝΕ), Ενιαία Μαθητική Νεολαία (ΕΜΝ), Λαϊκή Επαναστατική Νεολαία (ΛΕΝ), 45

45 κ.α. Την πρωτοβουλία για την ίδρυσή της είχε το ΕΑΜ Νέων, το οποίο αυτοδιαλύθηκε και μέσα από τον πυρήνα του δημιουργήθηκε η ΕΠΟΝ 28. Σύμφωνα με τον Πέτρο Αντέου, στη σύσκεψη για την ίδρυση της ΕΠΟΝ, πήραν μέρος οι: α) Δημ. Βλαντάς, Στ. Γιαννακόπουλος από την ΟΚΝΕ, β) Σκεύος και Λυκούργος από την ΣΕΠΕ, γ) Πλουμίδης και Γ. Σταύρος από την ΛΕΝ, δ) Στεριόπουλος, Σκληρός από την ΑΝΕ, ε) Αδάμ Μολυβδάς από την ΕΝΑΡ, στ) Κυριάκος Τσακίρης από τον ΘΙΛ, ζ) Μπ. Δρακόπουλος, Κ. Φιλίνης από την ΕΜΝ, η) Πέτρος Διβέρης, Γ. Τρικκαλινός από την ΕΕΕΝ, θ) Ηλέκτρα Αποστόλου, Ματίνα Γουδούρη, Βενιτράτου, Ρ. Ιμβριώτου από την ΛΝ, ι) Προέδρου, Κ. Λιναρδάτος από την ΦΕΝ, ια) Στ. Κασιμάτης από τους φοιτητές, ιβ) Βαγ. Βασβανάς από τους νέους της Μακεδονίας, ιγ) Θόδωρος Λιακόπουλος από τους νέους της Πελοποννήσου ιδ) Γ. Γεωργαλάς, Αθ. Ρουσόπουλος, Μ. Σβώλου από ΕΑΜ Νέων. 29 Ο Κ. Φιλίνης, σχετικά με την ΕΠΟΝ και τις αιτίες που διαμόρφωσαν αυτή τη πανεολαιΐστικη οργάνωση αναφέρει: «Η ΕΠΟΝ ήταν η μαζικότερη αντιστασιακή οργάνωση νεολαίας στην κατεχόμενη Ευρώπη. ( ) συγκριτικές μελέτες που έχουν γίνει από ιστορικούς, Έλληνες και ξένους, έχουν δείξει ότι το γεγονός οφείλεται κυρίως σε κοινωνικές αιτίες που είχαν διαμορφωθεί ύστερα από την Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και το ισχυρό προσφυγικό κίνημα που επακολούθησε ( ) Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, οι αιτίες που διαμόρφωσαν τα πρόσθετα χαρακτηριστικά της μαζικότητας της ΕΠΟΝ έχουν σχέση με την ανάπτυξη της δημοκρατίας». 30 Εν κατακλείδι, αναφορικά με τις οργανώσεις του ΕΑΜ, αξίζει να αναφερθούμε στην Εθνική Αλληλεγγύη. Στις 28 Μαΐου του 1941, ιδρύθηκε η Εθνική Αλληλεγγύη, η πρώτη πανελλαδικής μορφής αντιστασιακή οργάνωση. Την απόφαση για την ίδρυσή της πήραν με δική τους πρωτοβουλία, σε μια σύσκεψη στον Κολωνό, οι δραπέτες από τα νησιά της εξορίας Παντελής Καραγκίτσης, Λευτέρης Αποστόλου και Αριστοτέλης Μπύρας, αναθέτοντας στον Καραγκίτση την υλοποίηση της απόφασης. Τα ιδρυτικά μέλη της Ε.Α. ήσαν τα εξής: α) Κλέονας Παπαλοϊζος (μετέπειτα γραμματέας), β) Βασίλης Μαρκεζίνης, γ) Διονυσία Παπαδομιχελάκη, δ) Νίκος Δρέσιος, ε) Γεώργιος Βασιλόπουλος και στ) Σπύρος Αντύπας. Πρόεδρός της διετέλεσε ο καθηγητής του Πολυτεχνείου Αθηνών, Αθανάσιος Ρουσόπουλος 28 Μ. Γλέζος, ό.π., σσ Π. Ανταίος, Συμβολή στην ιστορία της ΕΠΟΝ, Καστανιώτης, Αθήνα 1977, σ Κ. Φιλίνης, «Από την ΕΠΟΝ στη σημερινή εποχή», στο ΕΑΜ Αντίσταση, τεύχος 64-65, Ιανουάριος Φεβρουάριος Μάρτιος

46 Η οργάνωση αυτή στην πορεία έγινε πανελλαδική και πλατύτατη στην κοινωνική της σύνθεση. Υπολογίζεται ότι συμμετείχαν σ αυτή πάνω από Έλληνες. Δικαιολογημένα ονομάστηκε από τον λαό «Η μάνα του Αγώνα», καθώς σκοπός της ήταν να συλλέγει τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης και να τα στέλνει στις φυλακές και στους τόπους εξορίας. Ο χαρακτήρας της δράσης της, την οδήγησε σε συνεργασία με τον Ερυθρό Σταυρό, προσελκύοντας μ αυτό τον τρόπο αρκετές πολιτικές και κοινωνικές προσωπικότητες και κληρικούς και αναδείχτηκε ως η πιο σημαντική και από πλευράς εμβέλειας αντιστασιακή οργάνωση της Κατοχής Μ. Γλέζος, ό.π., σ

47 2.3. ΕΔΕΣ - ΕΟΕΑ Ο ΕΔΕΣ (Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος) αποτέλεσε τη δεύτερη σε μέγεθος και επιρροή, μετά το ΕΑΜ ΕΛΑΣ, αντιστασιακή οργάνωση κατά τη διάρκεια της Κατοχής της Ελλάδος. Ξεκίνησε, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1941 ως πολιτική οργάνωση των οπαδών του απόστρατου και αυτοεξόριστου στη Γαλλία στρατηγού Νικόλαου Πλαστήρα, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Ναπολέοντα Ζέρβα. Την ιδρυτική επιτροπή απετέλεσαν οι α) Λεωνίδας Σπαής, β) Μιχαήλ Μυριδάκης, γ) Ηλίας Σταματόπουλος, δ) Αλεξάνδρα Αθανασιάδου, ε) Δημήτριος Μπέης Αντωνόπουλος, στ) Σωτηρόπουλος, ζ) Θεοδ. Κουντουριώτης, η) Ιωάννης Δημάκης. Όμως, στις 23 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, κατέφθασε από την Γαλλία απεσταλμένος του Πλαστήρα με το όνομα Κομνηνός Πυρομάγλου και τον Οκτώβριο του 1941 σχηματίστηκε νέα διοικούσα επιτροπή, που αποτελείτο από τους: α) Β. Πετρόπουλος (Πρόεδρο), β) Κομνηνό Πυρομάγλου (Γ. Γραμματέα), γ) Θεόδωρο Κουντουριώτη, Ι. Δημάκη και Ναπολέοντα Ζέρβα (μέλη) και δ) 400 αξιωματικούς που ήσαν μυημένοι στην ίδρυσή της. Τα λεγόμενα έρχεται να επικυρώσει ο Λεωνίδας Σπαής, ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά: «η ίδρυσις του ΕΔΕΣ είχε το πρώτον οργανωθεί το Περιελάμβανε αρκετά μέλη, ( ) αντικειμενικός σκοπός του ΕΔΕΣ εις το οποίον μετείχαν και αρκετοί αξιωματικοί εν ενεργεία, ήταν η ανατροπή της δικτατορίας Γεωργίου Β - Μεταξά. Ο ΕΔΕΣ ιδρύθη κατόπιν εντολής του εν Παρισίοις διαμένοντος Ν. Πλαστήρα, διαβιβασθείσης υπό του καθηγητού Κ. Πυρομάγλου, ο οποίος επί τούτου πηγαινοήρχετο συχνά εις το Παρίσι, μεταφέροντας οδηγίες του Πλαστήρα, που ήταν ο ουσιαστικός αρχηγός της οργανώσεως». 32 Από τις αρχές Οκτωβρίου του 1941 έως το τέλος του χρόνου, ο ΕΔΕΣ δημιούργησε επαφές με στρατιωτικούς και πολιτικούς προκειμένου να διευρυνθεί η βάση της οργάνωσης. Το χειμώνα του 1941 ο ΕΔΕΣ κατάφερε και εξασφάλισε επαφή με το Βρετανικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής και πιο συγκεκριμένα με το Special Operations Executive (SOE), την αρμόδια βρετανική υπηρεσία για την εκτέλεση ανατρεπτικών υπονομευτικών δραστηριοτήτων στις χώρες που βρίσκονταν υπό εχθρική κατοχή. Η επαφή του Ζέρβα με τη SOE έγινε δια μέσου της οργάνωσης Προμηθέας ΙΙ του Χ. Κουτσογιαννόπουλου, του οποίου ο πρώτος βοηθός, υποπλοίαρχος Δ. Μπαρδόπουλος, ήταν από τα πρώτα ιδρυτικά μέλη του ΕΔΕΣ. Η ουσιαστική όμως σύνδε- 32 Λ. Σπαής, Πενήντα χρόνια στρατιώτης, τ. Α, Μέλισσα, Αθήνα 1970, σ

48 ση του Ζέρβα με τη SOE έγινε δια μέσου του Γεράσιμου Αλεξάτου (Οδυσσέας) του επίσημου αγγελιοφόρου της SOE στην Ελλάδα. Ο Οδυσσέας, αναγνωρίζοντας τη διάθεση του Ζέρβα για αντίσταση, του διέθεσε 20 εκ. δραχμές και στη συνέχεια ήρθαν σε επαφή με την οργάνωση του Κουτσογιαννόπουλου, ο οποίος ανέλαβε τις μελλοντικές επαφές με το Ζέρβα. Τελικά, ο Ζέρβας κατάφερε να αποσπάσει το ποσό των χρυσών λιρών, χωρίς να προχωρήσει σε καμία κίνηση συγκρότησης ένοπλων ομάδων 33. Το ένοπλο τμήμα του ΕΔΕΣ, ιδρύθηκε στις 30 Ιουλίου 1942 και έδρασε κυρίως στη Δυτική Ελλάδα (Αιτωλοακαρνανία και Ήπειρο). Στα μέσα του 1943 δημιουργήθηκε το Γενικό Στρατηγείο του ΕΔΕΣ με έδρα στα Τζουμέρκα με δύναμη τριών Στρατηγείων: α) στην Τριχωνίδα με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπαϊωάννου, β) στο Ξηρόμερο με επικεφαλής τον Κώστα Καραμπέκο, γ) στο Βάλτο με επικεφαλής τον Στυλιανό Χούτα. Ιδρύθηκε επίσης το Αρχηγείο Ηπείρου με διοικητή τον ταγματάρχη Απόστολο Κωνσταντινίδη και σταθμό διοίκησης το Μοναστήρι Ρωμανού, κοντά στη Λάκκα Σουλίου, με επιτήρηση πολλών κλιμακίων τοποθετημένων σε νευραλγικές θέσεις. Ο Στυλιανός Χούτας αναφέρει: «ο Ζέρβας αφού ερρύθμισε εν Αθήναις τα της οργανώσεως του ΕΔΕΣ, ανεχώρησε την 23 ην Ιουλίου 1942 δια Βάλτον Αιτωλοακαρνανίας συνοδευόμενος από τους Μυριδάκην Μιχ., Πυρομάγλου Κομνηνόν, Παπαδάκη Ι. και Κωστάκην Παντ. ( ) τους λόγους για τους οποίους προέκρινε ούτος την επαρχίαν Βάλτου ως την καταλληλοτέραν περιοχήν δια την συγκρότησιν των πρώτων αντάρτικων ομάδων, εκθέτει ο ίδιος εις τα απομνημονεύματά του δημοσιευθέντα εις την εφημερίδα «Ακρόπολις», υπό τον τίτλον «Τα απόρρητα έγγραφά μου», γράφων επί του θέματος αυτού τα εξής: ( ) κύρια δύναμις κατοχής στην Ελλάδα ήταν τότε οι Ιταλοί. Η σημαντικωτέρα χερσαία επικοινωνία των ιταλικών στρατευμάτων με τη βάσιν των, την Ιταλία, ήτο η αμαξιτή οδός η οποία διασχίζει την Αιτωλοακαρνανίαν και την Ήπειρον δια να εισέλθει κατόπιν εις Αλβανία, όπου φτάνει εις την Αυλώνα και τους άλλους αλβανικούς λιμένας». 34 Ο Ζέρβας στην πράξη δεν είχε κάνει καμία προετοιμασία για την έξοδό του στο βουνό και στηριζόταν αποκλειστικά τη βοήθεια των Βρετανών. Οι τελευταίοι όμως δεν κατάφεραν να κάνουν καμία ρίψη εφοδίων στις ομάδες του Ζέρβα με αποτέλεσμα η ομάδα του Ζέρβα κατά τους πρώτους μήνες ζωής του ένοπλου τμήματος 33 Κ. Πυρομάγλου, «Η οργάνωση του ΕΔΕΣ Αθηνών, Σεπτέμβριος Οκτώβριος 1942», στο Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως, τ. Α, τεύχη 5-6, σσ Σ. Χούτας, Η Εθνική Αντίστασις των Ελλήνων, Αθήνα 1961, σ

49 να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Η απόφαση του Βρετανού αρχιστράτηγου Μέσης Ανατολής να εντάξει την Ελλάδα, το Σεπτέμβριο του 1941 στον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό για την εκστρατεία στη Βόρεια Αφρική θα αποδεικνυόταν σημαντικό πλεονέκτημα για το Ζέρβα. Από εκείνη τη στιγμή η SOE και ο επικεφαλής της, συνταγματάρχης (αργότερα ταξίαρχος) Έντυ Μάγερς (Eddie C.W. Magers), θα έπρεπε «να αναλάβει τον συντονισμό και την παραπέρα ανάπτυξη της δραστηριότητας των ανταρτών». Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η μόνιμη βρετανική παρέμβαση στα ελληνικά πράγματα, η οποία είχε ως βασικό στόχο, πέρα από τον κοινό αγώνα ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα, τον έλεγχο του αντάρτικου αγώνα και των οργανώσεων. 35 Στις 14 Μαρτίου του 1943, το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής πρότεινε οι α- ντάρτικες ομάδες του Ζέρβα να ονομαστούν «Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών» (ΕΟΕΑ), όπως και τελικά έγινε. Οπότε καθοριζόταν και τυπικά η εξάρτησή τους από το Αρχηγείο Μέσης Ανατολής, απ όπου και μόνον θα λάμβαναν εντολές και θα εφοδιάζονταν. Ο Ζέρβας χάραξε από τούδε και στο εξής προσωπική πολιτική, πέρα από τις αρχές και τα πιστεύω του ΕΔΕΣ, και οι προσωπικές του φιλοδοξίες έγιναν αχαλίνωτες. Έβαλε στόχο λοιπόν να πείσει την ελληνική και τη βρετανική πλευρά ότι «ο κομμουνισμός απειλεί την Ελλάδα». Αποκορύφωμα των αχαλίνωτων φιλοδοξιών του ήταν ότι το πολιτικό πρόγραμμα του ΕΔΕΣ του βουνού, το οποίο εγκρίθηκε και κυκλοφόρησε το 1943 και περιείχε πολλά θετικά στοιχεία για την ανασυγκρότηση της Ελλάδος, όχι μόνο έμεινε στα χαρτιά, αλλά στις 30 Μαρτίου του 1945, ο στρατηγός (πλέον) Ζέρβας, έπειτα από συνεννοήσεις με στοιχεία της άκρας Δεξιάς και αγνοώντας τους αρχικούς σκοπούς του ΕΔΕΣ, ίδρυσε το «Εθνικό Κόμμα Ελλάδος» Η. Πετιμεζάς, Εθνική Αντίσταση και κοινωνική Επανάσταση, Εστία, Αθήνα 1991, σσ , Κ. Πυρομάγλου, Ο Δούρειος Ίππος, Αθήνα 1958, σσ

50 2.4. ΕΚΚΑ Η τρίτη πανελλήνιας δράσης αντιστασιακή ομάδα, είναι αυτή της ΕΚΚΑ (Εθνική Και Κοινωνική Απελευθέρωση), η οποία ιδρύθηκε επίσημα τους πρώτους μήνες του φθινοπώρου του Βέβαια, από τον Οκτώβριο του 1941 συζητούσαν και συμφωνούσαν για τη δημιουργία μιας οργάνωσης: α) ο δικηγόρος και πρώην βουλευτής Γ. Α. Καρτάλης, β) ο συνταγματάρχης Ευριππίδης Μπακιρτζής και γ) ο συνταγματάρχης Απόστολος Καψαλόπουλος. Η κίνηση αυτών μαζί με τους συνταγματάρχες Παπαθανασίου και Δημ. Κατάβολο καθώς και των Δ. Καραχρήστο, Γ. Γεωργαντά, Δημ. Μανωλέσο, είχε ως αποτέλεσμα να ιδρυθεί στις αρχές φθινοπώρου του 1942 με εμπνευστή και δημιουργό τον Γεώργιο Καρτάλη η ΕΚΚΑ. Ο ίδιος ο Γεώργιος Καρτάλης στα «Πεπραγμένα» του, επεξηγεί: «κατόπιν πολλών αναζητήσεων και προσπαθειών, εν τέλει, το φθινόπωρον του 1942, μετ άλλων φίλων και εν συνεργασία με τον αείμνηστον συνταγματάρχην Ψαρρόν, συνεπήξαμεν την ΕΚΚΑ, οργάνωσιν η οποία είχε διπλήν αποστολήν, ήτοι εθνικοαπελευθερωτικήν κατά πρώτον και έπειτα κοινωνικοαπελευθερωτικήν. Η οργάνωσις υπήρξε σαφής και ειλικρινής, εις τον σκοπόν της, όπως και ειλικρινής και δημοκρατική εις την τακτική της, απέναντι και των οπαδών της και των άλλων Ελλήνων και των άλλων οργανώσεων». 37 Στο πρώτο φύλλο της μυστικής εφημερίδας με τον τίτλο «Απελευθέρωσις» την οποία εξέδωσε η ΕΚΚΑ στις 17 Ιανουαρίου 1943 αναλύονται και οι μεταπελευθερωτικοί σκοποί της οργάνωσης: «η μεταπολεμική Ελλάδα, εξελιγμένη και έτοιμη ι- στορικά, πρέπει να εγκαθιδρύσει ολοκληρωμένη Λαοκρατούμενη Δημοκρατία. Όπου: θα λείψουν οι έμμεσοι φόροι. Θα εξασφαλιστούν οι ατομικές ελευθερίες (σκέψης, θρησκείας, πίστης, λόγου, τρόπου εργασίας). Θα κατοχυρωθεί η μικρή αγροτική, αστική, βιοτεχνική και εμπορική ιδιοκτησία. Η παιδεία θα είναι καθολικό δικαίωμα». Μέσα από την παράθεση αυτού του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος της ΕΚΚΑ, παρατηρούμε την στενή σχέση της με το ΕΑΜ. Ίσως επειδή γενικά τον αριστερό χώρο είχε ήδη καλύψει το ΕΑΜ, η ΕΚΚΑ σε καμιά στιγμή δεν μπόρεσε να αποκτήσει ισχυρές πολιτικές προσβάσεις στα πλατιά λαϊκά στρώματα, ούτε όμως μπόρεσε να οργανώσει και να αναπτύξει σημαντική ένοπλη αντιστασιακή δύναμη. Ωστόσο οι συντηρητικοί κύκλοι των Αθηνών, την θεωρούσαν ως μια καθαρά αριστερή οργάνωση. 37 Κ. Πυρομάγλου, Ο Γεώργιος Καρτάλης, Ιστορική Έρευνα, Αθήνα 1965, σσ

51 Η ΕΚΚΑ ιδρύει υπό τον συνταγματάρχη Δ. Ψαρρό, τον αντάρτικο στρατό της, το 5/42 στην περιοχή της Γκιώνας. Στις 20 Απριλίου 1943 στην τοποθεσία Λυκοχορός της Βουνιχώρας έγινε η τελετή της ορκωμοσίας της πρώτης αντάρτικης ομάδας υπό το άγρυπνο βλέμμα των Βρετανών 38. Όπως μας πληροφορεί ο Πυρομάγλου, α- φού «τα ένοπλα τμήματα της οργανώσεως της ΕΚΚΑ εδημιουργούντο εις μιαν περιοχήν όπου και η οργάνωσις του ΕΑΜ είχε πλήρως διαρθρωθεί και ο ΕΛΑΣ είχεν ενοποιήσει και τας ανταρτικάς του μονάδας και την Διοίκησήν των τον Απρίλιον του 1943 η Ε- λευθέρα Ορεινή Ελλάς ήτο πραγματικότης η στρατηγική της ΕΚΚΑ και η τακτική του 5/42 έπρεπε να αναπροσαρμοστούν. Και η μόνη γραμμή την οποίαν έπρεπε να ακολουθήσει η ΕΚΚΑ ήτο η γραμμή της συνεργασίας όλων των αντιστασιακών οργανώσεων». 39 Παρά την διάθεση συνεργασίας όλων των αντιστασιακών ομάδων (που άφηνε να εννοείται η ΕΕΚΑ), σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την δημιουργία του 5/42, ο ΕΛΑΣ πέτυχε να το διαλύσει δύο φορές μάλιστα. Η πρώτη στις 13 Μαϊου του 1943 στην τοποθεσία Στρώμη, όπου ο αφοπλισμός του 5/42 ήταν αναίμακτος 40 και η δεύτερη, στις 23 Ιουνίου του 1943 με αποτέλεσμα την ύπαρξη απωλειών και από τις δύο πλευρές 41. Μετά την οριστική διάλυση του 5/42 (που επήλθε τον Απρίλιο του 1944), το πολιτικό τμήμα της οργάνωσης, η ΕΚΚΑ συνέχισε την αντιστασιακή της δράση, εκδίδοντας τις παράνομες εφημερίδες «Απελευθέρωση» και «Γκιώνα». Διαλύθηκε μετά το τέλος της Κατοχής Γ. Καϊμαράς, Εθνική Αντίστασις, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1988, σ Κ. Πυρομάγλου, ό.π., σσ Χ. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, τ. Α, Παπαζήσης, Αθήνα , σσ , Δ. Χαριτόπουλος, ό.π., σσ , Δ. Γατόπουλος, Η Ιστορία της Κατοχής, Μέλισσα, Αθήνα 1996, σσ

52 3. Η ίδρυση και η δράση των πρώτων αντιστασιακών ομάδων στις επαρχίες Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Εαμικές Οργανώσεις Η είδηση για την ίδρυση του ΕΑΜ, στις 27 Σεπτεμβρίου 1941, βρήκε απήχηση στις καρδιές του κόσμου. Το φάσμα της πείνας, της εξαθλίωσης, του φόβου και των λεηλασιών από μέρους των κατοχικών στρατευμάτων, είχε ήδη ενεργήσει αποφασιστικά στη σκέψη του λαού. Μοναδική διέξοδος ήταν ο αγώνας. Οι κάτοικοι της επαρχίας Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, από την αρχή εντάχθηκαν στις γραμμές αυτού του αγώνα, συνειδητά και σχεδόν καθολικά. Πρωτοστάτησαν και εδώ στελέχη και μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, που με την πίστη και την πείρα τους στους λαϊκούς αγώνες, έγιναν οι πυρήνες σ αυτή τη μεγάλη και επικίνδυνη προσπάθεια. Κινήθηκαν μέσα στα πλαίσια του ΕΑΜ με πίστη και προσήλωση στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Άλλωστε, ο αρχηγός του ΣΚΕ και ιδρυτικό μέλος του ΕΑΜ Χρήστος Χωμενίδης, καταγόταν από την Ακράτα, χωριό της ανατολικής Αιγιάλειας. Παράλληλα, αλλά ανεξάρτητα από τις κινήσεις των οργανωμένων κομμουνιστών, και άλλοι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, που ανήκαν κυρίως στον δημοκρατικό και προοδευτικό πολιτικό χώρο, συζητούσαν μυστικά για την εθνική ανάγκη ί- δρυσης αντιστασιακών οργανώσεων. Άλλωστε και τα συνθήματα που επικρατούσαν όπως: «πάλευε για το έθνος σου», «αξίζει να αγωνίζεσαι γι αυτό», «θυσίασε τη ζωή σου για ένα καλύτερο μέλλον», είχαν απήχηση στη συνείδηση των νέων που με ενθουσιασμό έσπευσαν να κινητοποιηθούν δραστήρια και να πυκνώσουν τις τάξεις των αντιστασιακών οργανώσεων. 3.1.α. Το τάγμα Αιγιαλείας Η πρώτη οργανωμένη αντιστασιακή ενέργεια πραγματοποιήθηκε στη Χαρτοποιία Αιγίου, όπου οι εργάτες κατάφεραν να αχρηστεύσουν το τσιγαρόχαρτο, με τη χρήση θειαφιού, με σκοπό να μην πέσει στα χέρια των ιταλικών στρατευμάτων έτοι- 53

53 μο για χρήση 43. Η επιτυχία αυτής της ενέργειας, σε συνδυασμό με το πείσμα για αντίσταση των εργαζομένων στη Χαρτοποιία, οδήγησε στις αρχές του 1942 στη συγκρότηση της πρώτης αντιστασιακής ομάδας στην περιοχή. Μέλη της ήσαν οι: α) Γιάννης Μοσχοχλαϊδής από το Αίγιο β) Μήτρος Μόσχος από το Αίγιο γ) Νίκος Γιαννόπουλος (Γουρνάς) από το Αίγιο δ) Ανδρέας Αθανασίου (Κλώτσας) από την Κουνινά ε) Γιώργης Αγγελόπουλος (Φλόγας) από την Παρασκευή. Η ομάδα συνεδρίασε και πήρε τις ακόλουθες αποφάσεις: - εξέλεξε γραμματέα της τον Φλόγα - αποφάσισε η έδρα της να είναι κινητή, στην ύπαιθρο ανάλογα με τις συνθήκες και τις ανάγκες - προγραμμάτισε την δράση της - για οργανωτικούς λόγους, χώρισε την επαρχία αρχικά σε πέντε τομείς, τέσσερις της υπαίθρου και έναν της πόλης. Αργότερα πραγματοποιήθηκε αναδιάρθρωση αυτών των τομέων με σκοπό την καλύτερη οργάνωση της Αντίστασης. Οι πρωτοπόροι αυτοί καθώς και ο Κώστας Ρόζος (Βύρων), πραγματοποίησαν τον Γενάρη του 1942, στα γραφεία της ενώσεως συνεταιρισμών μια από τις πρώτες παράνομες συσκέψεις στην πόλη του Αιγίου. Ο Γ. Μοσχοχλαϊδής και ο Μ. Μόσχος ανέλαβαν την καθοδήγηση της πόλης. Ο Ν. Σιδέρης (Όμηρος) και ο Κ. Γιαννόπουλος (Ρώτας), πρωτοπόροι και αυτοί, πήγαν στα χωριά της Δυτικής Αιγιάλειας με σκοπό την καθοδήγηση νέων μελών και στελεχών στην οργάνωση. Ο Γουρνάς, ανέλαβε την δημιουργία οργάνωσης νεολαίας. Τέλος, ο Φλόγας και ο Ανδρέας Αθανασίου ανέλαβαν την δημιουργία οργανώσεων και την καθοδήγηση τους στα παραλιακά χωριά, από το Αίγιο μέχρι το Διακοπτό και στην ανατολική Αιγιάλεια. 44 Χαρακτηριστικό του αγωνιστικού πνεύματος, της πειθούς και της τακτικής που ακολουθούσε ο Φλόγας, αποτελεί η μύηση του τότε μαθητή του Γυμνασίου και σήμερα δικηγόρου Σταύρου Νικολόπουλου, από το χωριό Αράχωβα Αιγίου, ο οποίος θυμάται: «ήταν Απρίλιος, ή ίσως Μάιος, του 1942 και εγώ τότε ήμουνα μαθητής Γυμνασίου. Συνάντησα το δάσκαλο Γεώργιο Αγγελόπουλο, που από τότε είχε το ψευδώνυμο Φλόγας, παρά του ότι οι ανταρτικές ομάδες δεν υπήρχαν. Με χαιρέτησε και..αφού είδε ότι κατανόησα το περιεχόμενο της ομιλίας του και το πνεύμα του, μου αποκάλυψε τότε ότι υπάρχει μια 43 Π. Μούτουλας, Πελοπόννησος , Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004, σ Εφ. «Βήμα της Αιγιάλειας», αρ. 221 ( ). 54

54 μεγάλη οργάνωση, ΕΑΜ, η οποία στρατολογεί [πατριώτες], ώστε σε κατάλληλη στιγμή να ξεσηκωθούν και να πραγματοποιήσουν την Επανάσταση εναντίον των Γερμανών και των Ιταλών. Φυσικά ενθουσιάστηκα δεν είχα καμιά αντίρρηση και πήρα μέρος. Και μου ανέθεσε μάλιστα από τότε να σχηματίσω και τριάδα.» 45 Ύστερα από λίγους μήνες, παρουσιάστηκαν ορισμένες αλλαγές στην πρώτη αυτή αντιστασιακή ομάδα. Οι αλλαγές αυτές χαρακτηρίστηκαν άκρως λογικές, αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός πως προηγούμενη εμπειρία οργανωμένης αντίστασης δεν υπήρχε και όπως ήταν φυσικό, σε μια μικρή πόλη σαν το Αίγιο, επικρατούσε ο φόβος της κατάδοσης της ομάδας στα ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Όμως, παρόλες τις επιφυλάξεις και αφού χρησιμοποιήθηκε το τριαδικό σύστημα οργάνωσης, για λόγους συνωμοτικούς, προσχώρησαν και άλλα μέλη στην πρώτη αυτή αντιστασιακή ομάδα. Ο Ντίνος Αβραμόπουλος (τομέας πόλης), ο Ναπολέων Ντρενάς που μαζί με τον Μοσχοχλαϊδή ανέλαβαν την οργάνωση της περιοχής Νερατζιές Αραγόζαινα Μυρόβρυση καθώς και ο Μιχάλης Παναγόπουλος ο οποίος πήγε να οργανώσει την περιοχή του Αχλαδιά. 46 Παράλληλα και ανεξάρτητα από την πρώτη αυτή ομάδα της Χαρτοποιίας, στους Λαπαναγούς (χωριό της επαρχίας Καλαβρύτων), στα Καλάβρυτα καθώς και σε χωριά της Δυτικής Αιγιάλειας ζούσε και εκινείτο από τον Ιούλιο του 1941 ο αντισμήναρχος Δημήτριος Μίχος 47, μετέπειτα καθοδηγητής και στρατιωτικός υπεύθυνος της πρώτης ένοπλης αντάρτικης ομάδας της επαρχίας. Ο Μίχος σε εμπιστευτικές συζητήσεις με φίλους και συγγενείς του, εκμυστηρεύτηκε τις σκέψεις του για αντίσταση και εξέγερση, μέσα από μια παλλαϊκή οργάνωση. Εκτός αυτών είχε και επαφές με τον Μητροπολίτη Αιγιαλείας Θεόκλητο, τον αρχιμανδρίτη Περλέγκα, τον παπά Θόδωρο, τον κρητικής καταγωγής υπομοίραρχο Γεώργιο Πλατάκη, τον σταφιδέμπορα Κώστα Παπασπύρου και άλλους παράγοντες. Όταν τον πλησίασαν οι οργανωτές της α- ντιστασιακής ομάδας Αιγίου, και του μίλησαν για τις αρχές και τους σκοπούς του ΕΑΜ, ο Μίχος φάνηκε να ταυτίζεται με τις απόψεις για απελευθερωτικό αγώνα κατά των κατοχικών δυνάμεων. Μάλιστα, όταν αργότερα συγκροτήθηκε η πρώτη Επαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ Αιγιαλείας, εκλέχτηκε μέλος της ως υπεύθυνος του ΕΛΑΣ 48. Η επιτροπή αυτή όρισε ως γραμματέα της τον Γ. Οικονόμου, ανώτερο υπάλληλο των οικονομικών υπηρεσιών της Χαρτοποιίας, ο οποίος είχε υπηρετήσει στα 45 Γ. Πριόβολος, Μια αλυσίδα μνήμες, Αλφειός, Αθήνα 2004, σ Γ. Μπιναρδόπουλος, Λ. Ρούπας, Θ. Χλιάπας, ό.π., σ Βλέπε παράρτημα, αριθ Ανέκδοτα απομνημονεύματα Δημητρίου Μίχου. 55

55 βουνά της Αλβανίας ως έφεδρος υπολοχαγός. Ο ίδιος αφηγείται σχετικά με την ίδρυση της Επαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ Αιγιαλείας: «αποφασίσαμε να κάνουμε μέσα στο εργοστάσιο της Χαρτοποιίας, μια επαναστατική οργάνωση, με αντικειμενικό σκοπό να πολεμήσουμε τον κατακτητή. Ξεκινήσαμε αυτοβούλως, εγώ, ο Πάνος Σωτηρόπουλος (εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στου Δημητρόπουλου από πάνου), ο Ντίνος Λυμπέρης, ο Θόδωρος Μόσχος, ο Γιάννης Μοσχοχλαϊδής, ο Θάνος Κρίτσας, γραμματέας του Σωματείου Χαρτεργατών Αιγίου (εκτελέστηκε και αυτός από τους Γερμανούς), ο Αντώνης Νικολαϊδης (και αυτός εκτελέστηκε) και ο Ηλίας Ασημάκης, απ τους πρώτους κι αυτός. ( ) την εποχή αυτή δεν είχαμε καμιά επαφή με άλλους που είχαν οργανωθεί στα χωριά, όπως ο Φλόγας και άλλοι. Είμαστε τελείως ανεξάρτητοι ( ) όταν οργανωθήκαμε αρκετά, κάναμε μια Επιτροπή, κι ο σκοπός μας ήταν να βγω εγώ στο βουνό, επειδή ήμουνα αξιωματικός, είχα εμπειρία του πολέμου και ήμουν νεαρός ακόμη. Μαζί μας συνδέθηκε τότε και ο Μίχος, αυτός με πλησίασε. Μιλήσαμε παίζοντας τάβλι στο καφενείο του Αγγελή του Γαζόπουλου ( )». 49 Μετά την πρώτη αυτή προσπάθεια οργάνωσης, την ίδρυση δηλαδή της Επαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ Αιγιαλείας, οι προσπάθειες των κομμουνιστών στον τομέα της πόλης του Αιγίου για προσέλκυση μελών στις οργανώσεις τους, εντάθηκαν και υποστήριζαν πλέον πως ήρθε η ώρα να περάσουν από τους αγώνες για οικονομικές διεκδικήσεις και τους αγώνες για το μεροκάματο, τις απεργίες, τα συλλαλητήρια κ.λ.π., στον ένοπλο αγώνα. Οι Ιταλοί, ξαφνιασμένοι από την έντονη επαναστατική κίνηση που παρουσίαζε η πόλη του Αιγίου (επαναστατικές προκηρύξεις, εφημερίδες του ΕΑΜ κ.α.) άρχισαν τις συλλήψεις ανθρώπων, που θεωρούσαν ότι κινούνταν επαναστατικά. Τους ανθρώπους αυτούς υποδείκνυαν συχνά διάφοροι καταδότες. Έτσι, τα κομμουνιστικά στελέχη της περιοχής, για να αποφύγουν τη σύλληψη από την ιταλική αστυνομία, βγήκαν στην παρανομία και κατευθύνθηκαν προς τα χωριά της περιοχής με σκοπό την ίδρυση και τη στελέχωση οργανώσεων (Εαμικών). Απώτερος στόχος τους ήταν να ξεσηκώσουν τον κόσμο οργανωμένα στον ένοπλο πλέον αγώνα, στο λεγόμενο αντάρτικο. Τέτοια χωριά ήσαν η Παρασκευή, η Κουνινά, η Μυρόβρυση και το Κακοχωριό. Έτσι, το καλοκαίρι του 1942, οι διάφορες ξεχωριστές κινήσεις έχουν ενοποιηθεί και το φθινόπωρο του ιδίου χρόνου ήταν πλέον συγκροτημένες κάτω από καθοδηγητικά όργανα οι πρώτες οργανώσεις στην πόλη του Αιγίου και σε μερικά χωριά της υπαίθρου. Ταυτόχρονα, η ενωμένη πλέον οργάνωση 49 Γ. Μπιναρδόπουλος, Λ. Ρούπας, Θ. Χλιάπας, ό.π., σσ

56 της επαρχίας Καλαβρύτων και Αιγιαλείας απέκτησε σύνδεση με το Πελοποννησιακό Γραφείου του ΕΑΜ, που η έδρα του στα μέσα του 1942, είχε μεταφερθεί από την Καλαμάτα στην Πάτρα. Η οργάνωση προχώρησε με γοργούς ρυθμούς στην απομονωμένη και δύσβατη για τους Ιταλούς ημιορεινή κεντρική Αιγιάλεια, αλλά μέσα στην πόλη του Αιγίου τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Η μόνη προσπάθεια οργάνωσης ήταν αυτή που μας περιγράφει ο Γεώργιος Οικονόμου. Η πρώτη Επαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ συγκροτήθηκε μέσα στην πόλη και αποτελέστηκε από τον ίδιο, τον Δημήτριο Μίχο ως γραμματέα (όπως αναφέρει και ο ίδιος στα τετράδιά του) και τον Πάνο Σωτηρόπουλο, ως υπεύθυνους του ΕΛΑΣ και της Επιμελητείας, και τον Γιώργο Τσατάλα, διευθυντή της ΕΤΕΛ (εργοστάσιο παρασκευής σαπουνιού), ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τις δημόσιες σχέσεις της οργάνωσης. Η στελέχωση της οργάνωσης χώλαινε και το έμπειρο μάτι του Φλόγα κατάλαβε πως ο καταλληλότερος να βοηθήσει ήταν ο Αντώνης Α- ντωνόπουλος, γνωστός στο Αίγιο και ως «Πλαστήρας» 50. Ο Φλόγας λοιπόν, πήρε την πρωτοβουλία και κάλεσε τα βασικά και ενεργά στελέχη των οργανώσεων των γύρω χωριών στο λινό του Αντωνόπουλου, στην περιοχή Αϊ Νικολάκη, Βουλομένου Αιγίου, με σκοπό την οργάνωση και του τομέα της πόλης του Αιγίου. Στη σύσκεψη στον Αϊ Νικολάκη, πήραν μέρος τρία βασικά στελέχη της Επιτροπής Πόλης, ο Ανδρέας Παπαδημητρίου, ο Γιώργης Οικονόμου και ο Θάνος Κρίτσας.Ακόμα, οι Γιαννόπουλος, Ρώτας και Φλόγας από τις Επιτροπές των γύρω χωριών. Αποτέλεσμα της ολονύχτιας σύσκεψης ήταν η ίδρυση επιτροπής με το όνομα Αχτίδα ΚΚ Αιγιαλείας (Αχτιδική Επιτροπή Αιγιαλείας). Πρώτος γραμματέας της επιτροπής χρίστηκε ο Φλόγας και Δεύτερος γραμματέας ο Πλαστήρας, υπεύθυνος για την πόλη του Αιγίου. Ε- κεί συντονίστηκαν για πρώτη φορά οι δύο βασικοί κορμοί των αντιστασιακών οργανώσεων, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Οι αποφάσεις που πάρθηκαν σε αυτή την πρώτη οργανωμένη σύσκεψη, ήσαν καθοριστικές για την πορεία του ένοπλου αγώνα στην περιοχή: α) καθορίστηκε πως πρέπει να οργανωθούν το συντομότερο πυρήνες ΕΑΜ, σε κάθε χωριό, πάνω στους οποίους θα στηριζόταν το ένοπλο αντάρτικο κίνημα, β) καθορίστηκε και ο τομέας, τον οποίο θα αναλάμβανε να οργανώσει ο καθένας (ο Νικ. Γιαννόπουλος ανέλαβε να οργανώσει την ανατολική Αιγιάλεια, ο Κ. Γιαννόπουλος τη δυτική και ο Πλαστήρας την πόλη του Αιγίου), γ) συγχρόνως αποφασίστηκε πως αφού πρώτα οργανωθούν 50 Βλέπε παράρτημα, αριθ

57 κάπως τα πράγματα, να σταλεί ο Πλαστήρας στην Πάτρα, στον Γραμματέα Περιοχής Πελοποννήσου, τον Κώστα Γαμβέτα, και να του γνωρίσει την κατάσταση. Όταν ο Πλαστήρας κατέβηκε στο Αίγιο, άρχισε αμέσως να στήνει οργανώσεις (κομματικές, συνοικιακές, στα σωματεία). Μ αυτό τον τρόπο η κατάσταση άρχισε να οργανώνεται και μέσα στην πόλη. Εν τω μεταξύ, ο Πλαστήρας πήγε στην Πάτρα δυο φορές. Τη δεύτερη φορά ο Γαμβέτας του ανήγγειλε «πρέπει το συντομότερο να βγάλτε αντάρτικο στην Αιγιάλεια. Γιατί αν βγάλουμε αντάρτικο στο νομό Αχαΐας, επικρατήσαμε στην Πελοπόννησο! Ένας οποιοσδήποτε πυρήνας αντάρτικου στην Αχαΐα, πολύ εύκολα θα ενισχυόταν από το αντάρτικο της Ρούμελης. πρέπει δε να βιαστείτε, γιατί οι αξιωματικοί της οργάνωσης του ΕΔΕΣ, κινούνται δραστήρια για να βγάλουν αυτοί πρώτοι α- ντάρτικο». 51 Σε αυτό το σημείο, ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα της σύσκεψης στον Αϊ Νικολάκη Αιγίου από τα λεγόμενα του πρωταγωνιστή Αντώνη Αντωνόπουλου (Πλαστήρα): «βρίσκω έναν τρόπο και παραγγέλνω στον Νίκο Γιαννόπουλο (Γουρνά) να ρθει νύχτα στο λινό μου στον Αϊ Νικολάκη. Πράγματι ήρθε αυτός, και του λέω: «τι γίνεται τώρα;» και αυτός μου διηγήθηκε τι κάνουν πάνω στα χωριά. Μου είπε ότι στήναν τις κομμουνιστικές οργανώσεις. «Έχει φτιάξει Επιτροπή το ΚΚ;» του λέω. «Έχει», μου λέει. «Και ποιόν έχετε γραμματέα;» «Τον δάσκαλο τον Αγγελόπουλο, τον Φλόγα. Μέσα στο Αίγιο όμως δεν έχουμε τίποτα» μου λέει. «Δεν υπάρχει οργάνωση στο Αίγιο;!» «όχι είσαι αποφασισμένος να δουλέψεις εσύ;» μου λέει. «ναι» του λέω, «να σας βοηθήσω»( ) επάνω στο λινό που πήγαμε βρήκαμε εκεί τον Φλόγα, τον Νίκο τον Γιαννόπουλο (Γουρνά) και τον Κώστα τον Γιαννόπουλο (Ρώτα). Ο Φλόγας τους είχε πει: «φέρτε μου τον Αντώνη!» γιατί εγώ τον είχα προσηλυτίσει τον Φλόγα και τον είχα μπάσει στο ΚΚ. Ήτανε παλιός συμμαθητής μου και φίλος μου. Η συζήτηση τράβηξε ολονύχτια, εκεί φτιάξαμε την Αχτίδα του ΚΚ, την Επιτροπή την Αχτιδική. ( ) αφού πρώτα πήγαινα στην Πάτρα, σύνδεσμος και έβλεπα τον γραμματέα Περιοχής Πελοποννήσου (ήταν ο μακαρίτης ο Γαμβέτας) ( ) μετά τα νέα από την Πάτρα έπρεπε να κάνουμε κάπου σύσκεψη». 52 Ο Αντώνης Αντωνόπουλος, μας πληροφορεί πως μετά τις προτροπές του Γραμματέα Περιοχής Πελοποννήσου, Γαμβέτα, όλα τα στελέχη που συμμετείχαν στην σύσκεψη του Αϊ-Νικολάκη, συναντήθηκαν εκ νέου στη σπηλιά του Σαφάκα, μια 51 Κ. Πριόβολος, Ήμουν υπεύθυνος, του ιδίου, Αθήνα 1988, σ Γ. Πριόβολος, ό.π., σσ

58 τοποθεσία λίγο πιο πάνω από το χωριό Κούμαρι. Εκεί, στις 6 Φεβρουαρίου του 1943 και με τη συμμετοχή εκπροσώπου του Πελοποννησιακού Γραφείου, με το ψευδώνυμο Κώστας, και τη συμμετοχή των Γεωργίου Οικονόμου, Γιάννη Μοσχοχλαϊδή, Ανδρέα Παπαδημητρίου και άλλων στελεχών της ΕΑ και του ΕΑΜ, φαίνεται ότι οριστικοποιήθηκε η απόφαση για τη συγκρότηση του ένοπλου αντάρτικου. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Γεώργιο Παπαγεωργίου, στη σύσκεψη του Σαφάκα, εξουσιοδοτήθηκε ο Ανδρέας Παπαδημητρίου να μεταβεί στην Στερεά Ελλάδα και να καταγράψει την ε- μπειρία των αντάρτικων σωμάτων, που ήδη είχαν οργανωθεί και βγει στα βουνά. Με αυτό τον τρόπο, η Αχτιδική Επιτροπή θα οργάνωνε καλύτερα το «νεογέννητο» ένοπλο αντάρτικο της περιοχής 53. Ο Αντώνης Αντωνόπουλος, συνεχίζει την αφήγησή του: «Πήγαμε στη σπηλιά του Σαφάκα (πάνω από το δρόμο κοντά στο Κακοχωριό) και εκεί λοιπόν κάτω από μια μεγάλη κοτρόνα, αποφασίσαμε να βγάλουμε το αντάρτικο. Είχαμε στη διάθεσή μας όλα κι όλα τρία όπλα. Είχαμε όμως πληροφορίες ποιοί έ- χουν όπλα. Πραγματικά μέσα σε μια βδομάδα τα μαζέψαμε τα όπλα, βρήκαμε και τους πρώτους αντάρτες που θα βγαίνανε ( ) είχαμε όμως τη δυσκολία του επικεφαλής αξιωματικού.» 54 Πράγματι, ενώ είχαν καταφέρει να συμφωνήσουν όλα τα στελέχη της επαρχίας για την αναγκαιότητα σύστασης ένοπλων σωμάτων, κανένας αξιωματικός δεν επιφορτιζόταν με το δύσκολο έργο του συντονισμού και της οργάνωσης των σωμάτων αυτών. Άλλωστε, οι περισσότεροι εν ενεργεία αξιωματικοί του ελληνικού στρατού, μετά την ήττα στο αλβανικό μέτωπο, επέστρεψαν στα σπίτια τους απογοητευμένοι και πλήρως αδιάφοροι σχετικά με την συνέχιση του αγώνα κατά των στρατευμάτων κατοχής. Η Αχτιδική Επιτροπή λοιπόν, προσπάθησε να βρει το κατάλληλο πρόσωπο για το αξίωμα του επικεφαλής του αντάρτικου τμήματος. Παρόν στις συζητήσεις και τις πρώτες διαπραγματεύσεις της επιτροπής, ήταν ο μετέπειτα «υπεύθυνος» του χωριού Μελίσσια, Καίσαρ Πριόβολος, ο οποίος θυμάται χαρακτηριστικά: «Έτσι είχαν τα πράγματα όταν μια μέρα μου παραγγέλνει ο γιατρός Μ. Σταματόπουλος, ότι το βράδυ θα έχω πολλούς επισκέπτες σπίτι μου. Πράγματι το βράδυ εκείνο (πρέπει να ήτανε αρχές του Μάρτη) συγκεντρώθηκαν πολλοί άνθρωποι σπίτι μου, κύρια αξιωματικοί αλλά και νοικοκυραίοι. Θυμάμαι μερικούς: Ταγματάρχης Πεζικού Οικονόμου, Υπολοχαγός Κώστας Αποστολόπουλος (Μπαφιόλης), Ανθυποσμηναγός 53 Γ. Παπαγεωργίου, ό.π., σσ Γ. Πριόβολος, ό.π., σσ

59 Κώστας Νικολόπουλος, Λελούδας (;) από Τρυπιά, νοικοκύρης Γιάννης Φραγκοπουλος από Αχλαδιά, νοικοκύρης Βασ. Καλατζόπουλος από Γαρδενά, Φώτης Παπαναστασόπουλος από Αχούρια, Βασ. Αδαμόπουλος από Μελίσσια, και άλλοι πολλοί. Οι αξιωματικοί είχαν έρθει για να συζητήσουν με το Μίχο στρατιωτικό εκπρόσωπο του ΕΑΜ για τον ξεσηκωμό και το ξεκίνημα του αντάρτικού. ( ) Οι νοικοκυραίοι είχαν προσκληθεί για το ζήτημα της τροφοδοσίας.» 55 Όλα πλέον ήταν έτοιμα για την στερέωση της πρώτης ένοπλης ομάδας του α- ντάρτικου. Τη στιγμή εκείνη όμως, για λόγους που θα εξετάσουμε στη συνέχεια, πέρασαν από τη Στερεά Ελλάδα στην Αιγιάλεια δυο αντάρτες στελέχη του ΕΛΑΣ Ρούμελης: ο Γιώργης Κανελλόπουλος (Λόντος) και ο Γιάννης Μανωλόπουλος (Μήτρος), με σκοπό να προλάβουν αυτοί την στελέχωση της πρώτης ένοπλης ομάδας. Η Αχτιδική Επιτροπή Αιγιάλειας, έστειλε τον πολιτικό εκπρόσωπό της, τον Φλόγα, ο οποίος κατάφερε και έπεισε τους Ρουμελιώτες αντάρτες να ταχθούν στη διάθεση της ήδη σχηματισμένης οργάνωσης. Εν τω μεταξύ, αποφασίστηκε από την Επαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ, ο Γέρο Μίχος να εγκαταλείψει το Αίγιο και να χριστεί επικεφαλής και στρατιωτικός εκπρόσωπος του αντάρτικου τμήματος. 56 Το Φλεβάρη του 1943, η ζωηρότερη περιοχή της Αχαΐας, η Αιγιάλεια κινήθηκε δραστήρια για τη δημιουργία αντάρτικου στη Βόρεια Πελοπόννησο. Μέσα στο Μάρτη, η πρώτη αντάρτικη ομάδα, έχοντας στη δύναμή της και τους δύο αντάρτες από τη Ρούμελη ήταν κιόλας σε δράση. Μάλιστα, την περίοδο αυτή, εισχώρησε στην οργάνωση και ο Γιώργης Νικολόπουλος (Βοριάς) από το χωριό Λαπαναγοί. Ο τέταρτος αντάρτης της ομάδας, ήταν ο Γιώργης Μπέσκος (Κεραυνός), ο οποίος ήταν οργανωμένος με το μυστικό σύστημα των τριάδων του ΕΑΜ, αλλά και στο κομμουνιστικό κόμμα. Πριν ακόμα ο Μίχος αποδεχτεί την αρχηγεία του αντάρτικου, έστειλε στις 4 Απριλίου του 1943 τον υπολοχαγό Κ. Αποστολόπουλο (Μπαφιόλη) και τον φοιτητή της ιατρικής Μιχάλη Κυριακόπουλο (Μαυρομιχάλη), στο χωριό Αράχωβα (όπου στεγαζόνταν το αρχηγείο της ομάδας) με οδηγία οι εμφανίσεις της αντάρτικης ομάδας να ήταν αραιές και να περιοριστούν στην ορεινή γραμμή που ένωνε τους τρεις νομούς. Κύρια αποστολή θα ήταν το ξεκαθάρισμα των εκεί χωριών από τους καταδότες και τους συνεργάτες των Ιταλών. Η δύναμη της ομάδας πλέον ανερχόταν σε 18 αντάρτες. Η πορεία είχε χαραχτεί προς τα χωριά Μαζαράκι Λαπαναγούς (χωριό καταγωγής 55 Κ. Πριόβολος, ό.π., σ Γ. Πριόβολος, ό.π., σ

60 του Μίχου). Εκεί, δρούσε και ο Γιώργης Νικολόπουλος, με το ψευδώνυμο πρωταντάρτης Βοριάς. Ο Γ. Νικολόπουλος μπήκε αμέσως σε δράση. Από το διπλανό χωριό, τον μικρό Ποντιά, ήρθε η πληροφορία πως η δασκάλα του χωριού, η Νικολίτσα Αντωνοπούλου «Καρατάσου», είχε σχέσεις με τους Ιταλούς και ελυμαίνετο την περιοχή. Αμέσως, οι αντάρτες κινητοποιήθηκαν και έστειλαν τους Μήτρο και Βοριά στο χωριό μικρό Ποντιά για να ξεκαθαρίσουν την υπόθεση. Αυτοί, την συνέλαβαν, την δίκασαν και την καταδίκασαν σε θάνατο. Επενέβη τότε ο Μήτρος, που εκτελούσε χρέη αρχηγού της ομάδας, που όπως δείχνουν τα πράγματα ήταν ερωτευμένος με την δασκάλα, και μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια. Το σοβαρότερο ήταν πως αποκάλυψε και μυστικά της οργάνωσης στην δασκάλα, την οποία μόλις έφτασαν κοντά στην Πάτρα την απελευθέρωσε με δική του πρωτοβουλία. Η δασκάλα, όταν έφτασε στην Πάτρα, μαζί με ένα ιταλικό τμήμα περιόδευσε όλα τα χωριά και πρόδωσε αυτούς που τροφοδοτούσαν την αντάρτικη ομάδα και τους αντάρτες, με αποτέλεσμα να φυλακιστούν πολλοί συγγενείς και τροφοδότες των ανταρτών. Οι Ιταλοί άφησαν σε κάθε χωριό μια μικρή δύναμη με σκοπό να συλλέξουν πληροφορίες αλλά και να προκαλέσουν τους αντάρτες σε μάχη με σκοπό να τους διαλύσουν εν τη γενέση τους. Οι αντάρτες όμως, αισθανόμενοι ακόμα αδύναμοι, είχαν κρυφτεί και δεν σκέφτονταν σε καμιά περίπτωση να πολεμήσουν με την ιταλική στρατιωτική μηχανή. Ας παρακολουθήσουμε την εξιστόρηση των γεγονότων από μια συνέντευξη του ίδιου του Βοριά στον Γιάννη Πριόβολο: «Στου Ποντιά ένα χωριό δυο ώρες με τα πόδια ήτανε μια δασκάλα: Νικολίτσα Καρατάσου. Αυτή είχε φίλο έναν Ιταλό διερμηνέα, και ότι ήθελε έκανε εκεί γύρω στα χωριά. Ερχόταν και στους Λαπαναγούς, την ήξερα. Με πήρε τότε ο Μήτρος να πάμε να την συλλάβουμε. ( ) έμενε στο σχολείο μαζί με τον Ιταλό. Με το που φτάσαμε, παίρνει χαμπάρι ο Ιταλός, πηδάει από το παράθυρο, μας φεύγει. Εκείνη την πιάσαμε. ( ) άρχισε εκεί η δασκάλα να φέρνει βόλτα τον Μήτρο. ( ) Κάνουνε τώρα μέσα σε ένα σχολείο, δικαστήριο της δασκάλας. Καλούνε και εμένα για μάρτυρα. «Τι να σας πω!» τους λέω, «εκεί απάνω στα χωριά μας αυτή έκανε κουμάντο» «σε θάνατο να εκτελεστεί», βγάνουν απόφαση. Εντάξει! Λέω, να ξεβρωμίσει ο τόπος. Μπαίνει όμως στη μέση ο Μήτρος, «όχι ρε παιδιά να τη σκοτώσουμε! Δεν κάνει.( ) βγάνουνε άλλη απόφαση. «να την δώσουμε ένα χέρι ξύλο» ( ) μπαίνω μέσα της αστράφτω ένα χα- 61

61 στούκι. ( ) δεν προλαβαίνω να της δώσω άλλο, φτάνει ο Μήτρος και μου πιάνει το χέρι «ρε συναγωνιστή! Δεν κάνει! Δεν κάνει ( )» καπετάνιος ήταν την άφησα.» 57 Στο μεταξύ ο Μήτρος, ο οποίος είχε καταλάβει πλέον το ατόπημά του, εγκατέλειψε την ομάδα και τρεις μέρες μετά την μάχη στο Πυργάκι στις 18 Απριλίου του 1943, όπως θα δούμε παρακάτω, αποφασίστηκε από την ηγεσία της ομάδας να εκτελεστεί. Την αποστολή εκτέλεσης ανέλαβε ο Ν. Κουνάβης. 58 Ο Γ. Κανελλόπουλος (Λόντος) θυμάται: «σε κάθε χωριό που περάσαμε η υποδοχή είχε γίνει αποθεωτική. Συγκεντρώσαμε αρκετά όπλα και χειροβομβίδες. Το μόνο δυσάρεστο ήταν που ο Μπαφιόλης μαζί με τον Μήτρο άφησαν τη δασκάλα ελεύθερη την ώρα που εγώ μιλούσα προς τους κατοίκους του χωριού της Άβερνας. Όταν ξεκινήσαμε να φύγουμε για την ε- πιστροφή μας, η δασκάλα έλειπε. Τους ρώτησα και μου είπαν ότι την άφησαν ελεύθερη γιατί ήταν άρρωστη. ( ) Ο Μπαφιόλης την ευθύνη την έριξε στο Μήτρο. Μετά από αυτό, στείλαμε ζώα να παραλάβουν τα όπλα που είχαμε συγκεντρώσει. Μαζί με τους τρεις άλλους συναγωνιστές πήγε και ο Μήτρος. Τα όπλα ήρθαν αλλά ο Μήτρος δεν ήρθε. Κράτησε και ένα παιδί και δεν ξανασυναντηθήκαμε. Εν τω μεταξύ η οργάνωση έλαβε γνώση και τον αποκήρυξε.» 59 Το τέλος του καπετάν Μήτρου ήταν άδοξο. Ενώ βρισκόταν στο χωριό Μικρόνι με το παιδί που είχε πάρει μαζί του, τον Λαμπέτη, δολοφονήθηκε από τον Ν. Κουνάβη (Τσαϊπά) μετά από διαταγή του ίδιου του Μίχου. Ο Γιώργης Νικολόπουλος (Βοριάς) περιγράφει το τραγικό τέλος του καπετάν Μήτρου «ο Μήτρος κοιμόταν. Το ντουφέκι στην αγκαλιά, σταυρωμένα τα χέρια του. Ροχάλιζε. Ζυγώνει ο Τσαϊπάς, μια φωτιά του ρίχνει στο κεφάλι, ( ) έκανε τρία τέσσερα βήματα και έπεσε. Του πήραμε την αρμάτα, το όπλο, τις χειροβομβίδες ( ) φύγαμε. Ήρθε και ο Λαμπέτης κοντά.» 60 Εκείνες τις μέρες, κοινοποιήθηκε από τις κατά τόπους Στρατιωτικές Διοικήσεις μια διαταγή του υπουργού Εθνικής Άμυνας, σύμφωνα με την οποία απαγόρευε στους εν ενεργεία αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού να συμμετέχουν σε αντάρτικες ομάδες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με όλα τα παραπάνω περί Μήτρου και αποπομπής του από την ομάδα, οδήγησαν την Αχτιδική Επιτροπή σε αδιέξοδο. Πλέον οι αξιωματικοί του Αιγίου, έχοντας σαν δικαιολογία την υπουργική απόφαση, δεν λάμβαναν μέρος στον αντάρτικο αγώνα. Μάλιστα έγιναν αρκετές προσπάθειες από 57 Ό.π., σ Κ. Πριόβολος, ό.π., σσ Γ. Πριόβολος, ό.π., σ Ό.π., σ

62 μερικούς (συνταγματάρχης Τζεραβίνης, ταγματάρχης Οικονόμου) να πείσουν και τον ίδιο τον Μίχο να μην συμμετάσχει στο αντάρτικο. Παρόλη την απαγορευτική υπουργική απόφαση, τις προσπάθειες να μεταπείσουν τον Μίχο και την αναστάτωση που είχε δημιουργήσει η αποχώρηση του Μήτρου, η Επιτροπή του ΕΑΜ Αιγιαλείας, έδωσε εντολή να χριστεί πλέον επίσημα ο Μίχος αρχηγός του ένοπλου τμήματος. Στις 11 Απριλίου του 1943, πραγματοποιήθηκε μια σύσκεψη στην τοποθεσία, Γαβρινόλακκα, στα σπίτια τα Παναγακέικα. Εκεί, το πολιτικό τμήμα του ΕΑΜ, καθόρισε την διοικητική τριάδα του ένοπλου τμήματος: Στρατιωτικός υπεύθυνος ο αντισμήναρχος Δημήτρης Μίχου, Καπετάνιος ο Αντώνης Τσουμπός (Κολοκοτρώνης) και Πολιτικός επίτροπος, εκπρόσωπος του ΕΑΜ ο Κώστας Γιαννόπουλος (Ρώτας). Μάλιστα, ο Γ. Κανελλόπουλος (Λόντος), ο οποίος παρεβρίσκετο στην σύσκεψη μας πληροφορεί πως υπήρχαν επιφυλάξεις για την θέση του Πολιτικού επιτρόπου: «λοιπόν, στη Γαβρινόλακκα έγινε η σύσκεψη που βάλανε αρχηγό τον Μίχο. Και θυμάμαι έτσι, γιατί εγώ ήμουνα «σύνδεσμος», ένα περιστατικό εκεί ( ) που είπανε: αρχηγός ο Μίχος με πολιτικό επίτροπο τον Ρώτα ( ) όλοι όμως εκεί περιμένανε να βάλουνε πολιτικό επίτροπο τον Φλόγα τον Αγγελόπουλο τον δάσκαλο. Και επειδή κοιταχτήκανε πολλοί, είπε ο Μίχος: «δάσκαλε! Άσε να είσαι από κάτου στις φτερούγες μας, να μην φαίνεσαι». Επειδή ήταν αριστερός ίσως. Απ αυτήν την πλευρά. Ήθελαν να βάλουν έναν να μην φαίνεται αριστερός». 61 Η πρώτη οργανωμένη ομάδα του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου, ήταν έτοιμη να ξεκινήσει την αντίσταση κατά των ιταλικών στρατευμάτων. Υπενθυμίζουμε πως η αντάρτικη δραστηριότητα έχει ξεκινήσει στην Ήπειρο και τη Ρούμελη ένα χρόνο νωρίτερα με τις ομάδες του Ζέρβα (ΕΔΕΣ) και του Άρη Βελουχιώτη (ΕΛΑΣ) αντιστοίχως. Το όνομα του Μίχου έδωσε κύρος στο πρώτο ξεκίνημα και όλος ο πληθυσμός της περιοχής ιδιαίτερα η αγροτιά παρακολούθησε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό την κίνηση των ανταρτών. Ο Μίχος αφού καθόρισε το πρόγραμμα δράσης της ομάδας για μια εβδομάδα (υπογραμμίζοντας στα στελέχη πως έπρεπε πάση θυσία να αποφύγουν μια ένοπλη σύγκρουση με τα ιταλικά στρατεύματα, αλλά να καθαριστεί η περιοχή από τους καταδότες και τους συνεργάτες των κατακτητών), κατέβηκε στο Αίγιο για να έρθει σε επαφή με την κεντρική οργάνωση. Οι Ιταλοί εν τω μεταξύ είχαν αντιληφθεί τις κινήσεις του και ετοιμάζονταν να τον συλλάβουν. Η οργάνωση του Αιγίου, αντιλήφθηκε την προδοσία και τον ειδοποίησαν να εγκαταλείψει το Αίγιο μόνιμα. Πα- 61 Ό.π., σ

63 ράλληλα, η ομάδα ακολουθώντας τις διαταγές του Μίχου, προσπάθησε με αιφνίδιους πυροβολισμούς να αναγκάσει τους καταδότες του χωριού Βόβοδα (Κάτω Μαυρίκι) να παραδοθούν. Έτσι, στις 16 Απριλίου του 1943, οι 18 πρώτοι αντάρτες συγκεντρώθηκαν, σύμφωνα με τις εντολές του Μίχου, λίγο πιο έξω από το χωριό Μελίσσια. Είχε προηγηθεί η ορκωμοσία της ομάδας στον Αϊ Λιά της Παρασκευής, όπου ήταν παρών και οι Φλόγας και Κίμων Σπηλιόπουλος. Εκεί συνάντησαν τον Μίχο και με σημαιοφόρο τον Διάκο μπήκαν πειθαρχημένα στο χωριό και κατευθύνθηκαν προς την πλατεία. Η ομάδα αυτή 62, σύμφωνα με τον Καίσαρα Πριόβολο, ο οποίος ζούσε στο χωριό εκείνη την εποχή και γνώριζε από πρώτο χέρι τις λεπτομέρειες (καθώς είχε διατελέσει και «υπεύθυνος του ΕΑΜ» στο χωριό του), αποτελείτο από τους εξής 63 : 1. Αντισμήναρχος Δημήτριος Μίχος από τους Λαπαναγούς Καλαβρύτων (καπετάν Μαχαίρας ή Σταυραετός) 2. Υπολοχαγός (ΠΖ) Κώστας Αποστολόπουλος από το Αίγιο (Μπαφιόλης) 3. Αντώνης Τσουμπός από τη Μυρόβρυση (Κολοκοτρώνης) 4. Μιχάλης Κυριακόπουλος από τις Νερατζιές (Μαυρομιχάλης) 5. Κώστας Γιαννόπουλος από την Παρασκευή (Ρώτας) 6. Γιώργης Κανελλόπουλος από το Αίγιο (Λόντος) 7. Φώτης Τσουμπός από τη Μυρόβρυση (Φωκάς) 8. Γιώργης Νικολόπουλος από τους Λαπαναγούς (Βοριάς) Γιάννης Αδαμόπουλος από την Κουνινά (Μωριάς) 10. Αντώνης Πουλίτσας από τη Μυρόβρυση (Τζαβέλας) 11. Θόδωρος Τσουμπός από τη Μυρόβρυση (Μάρκος) 12. Σπύρος Θανασούλιας από τη Μυρόβρυση (Καριοφύλης) 13. Νικόλαος Μιχόπουλος από τη Μυρόβρυση (Νικηταράς) 14. Γιώργος Μπέσκος από τον Μάγειρα (Κεραυνός) 15. Νίκος Κουνάβης από την Αράχωβα (Τσαϊπάς) 16. Θανάσης Μπαζάνος από τη Χρούσα (Κατσαντώνης) 17. Γιάννης Καραθανάσης από την Κοκίστα Ναυπακτίας (Κατσώνης) 18. (Κεμπές) 19. Γιώργος Βούλγαρης, καλόγερος της Μονής Ταξιαρχών (Διάκος) Βλέπε παρπαρτημα, αριθ Κ. Πριόβολος, ό.π., σσ Βλέπε παράρτημα, αριθ

64 3.1.β. Το Ανεξάρτητο Τάγμα Καλαβρύτων 66 Ανάλογη κατάσταση με την πορεία δημιουργίας του ΕΛΑΣ Αιγιαλείας, την οποία και παρακολουθήσαμε πιο πάνω, ακολούθησε και η επαρχία Καλαβρύτων. Στα μέσα Μαΐου του 1943, οι αντάρτες είχαν αυξηθεί αρκετά. Είχε συγκροτηθεί πλέον το Τάγμα Αιγιαλείας, που χωρίστηκε σε μικρές μετακινούμενες ομάδες για λόγους ευελιξίας. Είχε δώσει και τις πρώτες νικηφόρες μάχες με τους Ιταλούς βλέπε σχετικό κεφάλαιο. Στις 21 Μαΐου, έγινε συγκέντρωση στη Φτέρη, με σκοπό την ανασυγκρότηση των ομάδων της περιοχής και πάρθηκαν αποφάσεις για την πορεία και τη δράση που θα ακολουθήσουν. Η ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος ήταν τόσο γρήγορη και πλατιά και ο έλεγχος ήταν απαραίτητος, διότι στο αντάρτικο κατετάγησαν και ά- τομα όχι από πατριωτισμό αλλά από άλλες ιδιοτελείς βλέψεις. Άλλωστε, υπήρχε και έλλειψη αξιωματικών και κατ επέκταση οργάνωσης. Μια ομάδα με επικεφαλής τους Μίχο και Φλόγα, ξεκίνησε για την επαρχία Καλαβρύτων με αφετηρία το χωριό Πλατανιώτισσα, με σκοπό αφενός την βολιδοσκόπηση της αντάρτικης κίνησης στα χωριά των Καλαβρύτων και αφετέρου την οργάνωση ανεξάρτητης αντάρτικης ομάδας με έδρα τα Καλάβρυτα. Ο ίδιος ο Μίχος, γράφει: «έτσι και κάτω από τέτοιες συνθήκες μπαίναμε στην ηρωϊκή επαρχία, που συχνά αναφέρεται στην ιστορία του Μετά την επαρχία Αιγιαλείας, που είχε τώρα το τάγμα της, ερχόταν η σειρά και αυτής της επαρχίας. ( ) Το ηθικό ήταν ανεβασμένο και ώριμο στα χωριά του δρόμου μας. Ο διάχυτος πόθος του λαού για ξεσηκωμό και αντίσταση ήταν αναπτυγμένος σε μεγάλο βαθμό ( ) Ένας αδερφός του Φλόγα, ο Σωκράτης, προηγήθηκε από εμάς και έκανε προπαρασκευαστική δουλειά. Ήταν ο πρόδρομος του αντάρτικου στην επαρχία. Οργάνωσε καλά την ανατολική επαρχία» 67 Πριν την δράση του Σωκράτη, τα χωριά της επαρχίας, και κυρίως τα χωριά της περιοχής Μαζεϊκων, είχαν προετοιμάσει το έδαφος και υπήρχε ήδη ομάδα έτοιμη να προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ. Χαρακτηριστικά, ο Ηλίας Παπαστεριόπουλος, μας πληροφορεί: «κατά τα μέσα Μαρτίου 1942, ο Γιώργης Σουλελές (Νώντας) έστειλε έντυπο υλικό με τον Καλαβρυτινό δικηγόρο Κώστα Καραχάλιο. Στις 5 του Απρίλη του 1942, έγινε η ιδρυτική Παγκαλαβρυτινή Σύσκεψη του ΕΑΜ. Το Δεκέμβρη του 1942 βγήκε στο ύπαιθρο ο Γ. Σουλελές, για να μελετήσει και να ετοιμάσει τις προϋποθέσεις 65 Βλέπε παράρτημα, αριθ Βλέπε παράρτημα, αριθ Ανέκδοτα απομνημονεύματα Δημητρίου Μίχου Βλέπε παράρτημα, αριθ

65 για το ξεκίνημα του αντάρτικου. Γύρω στο Πάσχα του 1943, επηρεασμένοι από τις πληροφορίες για τη δράση της πρώτης ανταρτοομάδας υπό τον σμήναρχο Μίχο στην ορεινή Αιγιάλεια, συγκρότησαν την πρώτη Καλαβρυτινή ανταρτοομάδα ο Αλέκος Βουρτσιάνης, καθηγητής από το Μάζι (δολοφονήθηκε αργότερα), οι αδερφοί Άρης και Αλέκος Παναγούλιας (ανθυποσμηναγός), ο Ντίνος Μυλωνάς, γεωπόνος (εκτελέστηκε από τους Γερμανούς), από τα Σουδενά, και ο Φίλιππος Αναστασόπουλος, φαρμακοποιός (δολοφονήθηκε αργότερα), από τα Καστριά. Όταν πέρασε στην επαρχία Καλαβρύτων η ομάδα Αιγιαλείας, την ακολούθησαν ο Αλ. Παναγούλιας, ο κατοπινός Σολιώτης, και τέσσερα άλλα παλικάρια.» 68 Η ομάδα των Μίχου και Φλόγα, κατευθύνθηκε προς το χωριό Δίγελα, ακολούθησε το χωριό Κερπινή και σε συνεννόηση με τους υπαλλήλους του σιδηροδρομικού σταθμού, αχρήστεψαν τη μηχανή του οδοντωτού (για λεπτομέρειες βλέπε σχετικό κεφάλαιο). Επόμενος σταθμός ήταν τα Άνω και Κάτω Σουδενά, χωριά με έντονο το αριστερό πνεύμα, τα οποία βρίσκονταν απομονωμένα στις παρυφές του όρους Χελμού. Στο πέρασμα από όλα αυτά τα χωριά, στην ομάδα προστέθηκαν νέοι αντάρτες, συγκεντρώθηκαν όπλα και με αρκετή πλέον δύναμη σαμποτάρισαν τις γραμμές επικοινωνίας μεταξύ των δύο σημαντικότερων χωριών της επαρχίας, των Καλαβρύτων και της Κλειτορίας (Μαζέϊκα). Με τις κινήσεις αυτές, τόσο ο στρατιωτικός υπεύθυνος, όσο και ο πολιτικός εκπρόσωπος του ΕΑΜ (Μίχος και Φλόγας αντίστοιχα) κατάφεραν να ανασυγκροτήσουν και να οργανώσουν νέα αντάρτικα τμήματα. Στις αρχές του 1943, σε όλα τα χωριά της περιοχής, λειτουργούσαν παράνομες οργανώσεις. Το κύριο βάρος το έφεραν τα χωριά Μαζέϊκα, Σουδενά και Στρέζοβα (Δάφνη). Ο αριθμός των οργανωμένων στα Μαζέϊκα ξεπερνούσε τους σαράντα, με βασικά στελέχη τους: Γιάννη Αγγελόπουλο, Γιώργη Μπαρλογιάννη, Κυριάκο Κόλλια, Θόδωρο Λουρή και Δημήτρη Βουρτσιάνη. Στη Στρέζοβα, τον αρχικό πυρήνα τον αποτέλεσαν οι: Κόττας Χρήστος, Λαζανάς Σπύρος, Κλαδούχος Νίκος, Τράγκας Γιώργος, Γαλάνης Βασίλης. 69 Ένας από τους πρωταντάρτες του ΕΛΑΣ Καλαβρύτων, ο Γιάννης Παυλόπουλος, γράφει σε ένα κείμενο που δεν έχει δημοσιευτεί, αλλά υ- πάρχει στα χέρια του γράφοντος: «κατά τις 10 του Μάη 1943, οι πρώτοι αντάρτες του ΕΛΑΣ, περίπου έως 25, με αρχηγό το Γέρο Μίχο και άλλους αρχηγούς από τα μέρη του Αιγίου, έφτασαν στα Σουδενά. Πήγαν στο δημοτικό σχολείο, ( ) [και οι κάτοικοι] τους υποδεχτήκαν με μεγάλο ενθουσιασμό. Έβγαλε λόγο ο πολιτικός Φλόγας, είπε 68 Η. Παπαστεριόπουλος, Ο Μωρηάς στα όπλα, τ. Α, Αθήνα , σσ Δ. Βουρτσιάνης, Ενθυμήματα, Παρασκήνιο, Αθήνα 2001, σ

66 τι σκοπόν είχε το αντάρτικο για την απελευθέρωση από τους κατακτητές Ιταλούς και Γερμανούς. Εμείς ορισμένοι είμαστε στην οργάνωση του ΕΑΜ και αποφασίσαμε να πάμε αντάρτες στο Γέρο Μίχο. 1 Αλέξανδρος Παναγούλιας, 2 Νίκος Νικολόπουλος, 3. Άγγελος Δούβος, 4. Γιώργος Α. Χαραλαμπόπουλος, 5. Ιωάννης Παυλόπουλος. (ο Α. Παναγούλιας πήρε το ψευδώνυμο Σολιώτης, ο Νίκος Νικολόπουλος το ψευδώνυμο Νικήτας). ( ) την ίδια μέρα πήγαμε στο χωριό Καστριά, όπου έκαναν τα ίδια: λόγο, τραγούδι για να ενθαρρύνουν το ηθικό του κόσμου. ( ) τα ίδια έγιναν στα χωριά Πλανητέρου και Άρμπουνα. Περάσαμε στην Τουρλάδα, από Άγιο Νικόλαο, Λυκούρια και από εκεί περάσαμε Τσιορωτά (Λευκάσιο) και φύγαμε. ( ) τους συνεργάτες [των κατακτητών] τους εκτελούσαν με απόφαση ανταρτοδικείου βέβαια. Σιγά σιγά φτάσαμε γύρω στους 50. Γυρίσαμε σχεδόν όλα τα χωριά της επαρχίας μας με τον ίδιο τρόπο». Στην επαρχία Καλαβρύτων, μετά την σποραδική «πορεία μύησης» ανταρτών από τα γύρω χωριά που πραγματοποίησε η ομάδα του Μίχου, έμειναν οι άντρες που θα αποτελούσαν το μετέπειτα Τάγμα Καλαβρύτων. Η ομάδα που έμεινε στα Καλάβρυτα, αριθμούσε 30 μέλη και τέθηκε υπό την αρχηγεία του Αλέξανδρου Παναγούλια (Σολιώτη) και του Γιάννη Κατσικόπουλου (Βελιά). Ο Σολιώτης ορίστηκε στρατιωτικός υπεύθυνος και ο Βελιάς καπετάνιος του Τάγματος. Στις 1/7/1943, εισχώρησε στο τάγμα και η ομάδα του Δημήτρη Σολωμού (Κρόνος) από το χωριό Γουρζούμισσα (σημερινό Λεόντιο), καθηγητή γυμναστικής και έφεδρου αξιωματικού, αποτελούμενη από 10 άντρες. Η ομάδα Σολιώτη Βελιά πήρε την επωνυμία «Υπαρχηγείο Καλαβρύτων». Όταν ο Δημήτρης Μίχου, αναχώρησε για το Αίγιο προς ανασυγκρότηση των δυνάμεων, το Υπαρχηγείο χωρίστηκε σε μικρότερες μικροομάδες που περιόδευαν τα χωριά της επαρχίας με σκοπό να συνδέσουν τις ήδη υπάρχουσες οργανώσεις και να δημιουργήσουν καινούριες 70. Η πρώτη κίνηση που πραγματοποίησε η ομάδα του ΕΛΑΣ, που στην πορεία της πλήθαινε, ήταν να εφαρμόσει την πρόταση του Αλέξανδρου Βουρτσιάνη σχετικά με την αντιμετώπιση των συνεργατών και καταδοτών των Ιταλών, καθώς και κάθε προδότη στον κατακτητή. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων κινήσεων, μας α- ναφέρει ο Περικλής Ροδάκης, στο έργο του «Καλάβρυτα », που σύμφωνα με τον ίδιο προέρχονται από ιδιόχειρο έγγραφο του Θεόδωρου Κουτσούμπα (Παπανικολή) πρωταντάρτη της ομάδας του Μίχου: «εξαίρεση αποτελούν ελάχιστα ανθελληνικά στοιχεία που σπεύδουν να θέσουν τον εαυτό τους στη διάθεσή των [κατακτη- 70 Π. Ροδάκης Καλάβρυτα , Παρασκήνιο, Αθήνα 1999, σσ

67 τών]. Τα ίδια αυτά στοιχεία (Π. Καμπέρος από Καλύβια Φενεού, Χ. Οικονόμου (Πανελλήνιος) από Φίλια Κλειτορίας και Φ. Χρόνης από Φίλια), σε προηγούμενο πέρασμα μικρού γερμανικού τμήματος ανεπέτασαν γερμανικήν σημαίαν στο εργαστήριον του Π. Καμπέρου που βρισκόταν στο σπίτι του Θεόδωρου Μιχαήλ στο Καρνέσι καλαβρύτων. Στην προσπάθειά τους να εμφανίσουν όλη την πόλη των Μαζεϊκων και τη λοιπή περιφέρεια ότι δέχεται ευχαρίστως τον κατακτητή, δείχνοντας έτσι, ότι προϋπήρχε φιλογερμανική οργάνωση και προ της κατακτήσεως της χώρας μας από αυτούς, κάλεσαν απ όλη την περιφέρεια ορισμένα άτομα που τα παρουσίασαν εν αγνοία τους σαν δήθεν μέλη της σπείρας των ανωτέρω σκοτεινών προσώπων. ( ) πέρασαν σε ανοιχτή συνεργασία με τους κατακτητές, παραδίδοντας πατριώτες (Γκυάλη καθηγητή κ.α.) και προδίδοντας όπλα. ( )Αθήνα 20/1/1989, Θεόδωρος Κουτσούμπας Παπανικολής. Στον αγαπητό μου Περικλή Ροδάκη να το περιλάβει στα ιστορικά της επαρχίας μας.» 71 Η αντάρτικη ομάδα, το Τάγμα δηλαδή Καλαβρύτων, προσπάθησε να τιμωρήσει τους συνεργάτες των στρατευμάτων κατοχής, με διάφορους τρόπους, όπως συλλήψεις, σύσταση α- νταρτοδικείων κ.α. Ένα τέτοιο ανταρτοδικείο, συστήθηκε στο χωριό Λυκούρια Καλαβρύτων, όταν συνέλαβαν τη δασκάλα του χωριού, Ανδρομάχη Γιαννοπούλου Κολιοπούλου, και τον Τάση Μπράβο, πρόεδρο διορισμένο από τους Ιταλούς, με την κατηγορία της συνεργασίας και προδοσίας. Στο σχολείο του χωριού έστησαν ανταρτοδικείο. Το κατηγορητήριο ήταν συγκεκριμένο με στοιχεία που δεν μπόρεσαν να τα αποκρούσουν οι κατηγορούμενοι. Τελικά το ανταρτοδικείο τους καταδίκασε σε θάνατο με αναστολή. Ήταν το πρώτο ανοιχτό ανταρτοδικείο στο οποίο απολογήθηκαν οι κατηγορούμενοι, χρησιμοποιήθηκαν ακόμη και μάρτυρες υπεράσπισης και ό,τι άλλο απαιτεί μια κανονική δίκη. 72 Στη σύσκεψη της Ρακίτας, στις 4/7/1943, στην οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα, τα δύο πρωτοπόρα τάγματα της Βορείου Πελοποννήσου (Αιγιαλείας και Καλαβρύτων) δεν εντάχθηκαν στο 12 ο Σύνταγμα Πατρών, αλλά έμειναν ανεξάρτητα. Η ανεξαρτησία τους αυτή, διατηρήθηκε ως το τέλος του 1943, που τότε συγχωνεύτηκαν για στρατιωτικούς λόγους, και αποτέλεσαν το ΙΙ τάγμα του 12 ου Συντάγματος. Αυτή ήταν η πορεία του τάγματος Καλαβρύτων, το οποίο προς αποφυγήν ανάμειξης ντόπιων ανταρτών σε τοπικά ζητήματα, στις 5/9/1943, με εντολή του Στρατηγείου, μετατίθεται στην Αιγιάλεια και το τάγμα Αιγιαλείας στα Καλάβρυτα Ό.π., σ Ό.π., σ Γ. Μπιναρδόπουλος, Λ. Ρούπας, Θ. Χλιάπας, ό.π., σσ

68 3.1.γ. Η ομάδα του Συνταγματάρχη Βλάση Ανδρικόπουλου Γύρω στο Μάιο του 1943, στην περιοχή της Ερυμάνθειας Πατρών, εμφανίστηκε η αντάρτικη ομάδα του συνταγματάρχη Βλάση Ανδρικόπουλου (Γέρο Ανδρίτση, Γέρο Βλάση 74 ). Ο χώρος δράσης αυτής της ομάδος, η οποία αναφέρεται και ως «ομάδα Ερυμάνθου», ήταν η ορεινή περιοχή Πατρών που συνορεύει με την επαρχία Καλαβρύτων. Ο Γέρο Βλάσης, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και την οργάνωση του αντάρτικου της περιοχής, καθώς βοήθησε ουκ ολίγες φορές στις επιχειρήσεις των ταγμάτων Αιγιαλείας και Καλαβρύτων. Στις 10 Μαΐου του 1943, μια ομάδα 7 ανδρών από το χωριό Μπρακουμάδι (σήμερα Βασιλικό), ξεκίνησε με κατεύθυνση την ορεινή και απομακρυσμένη πλαγιά του όρους Ερυμάνθου. Η ομάδα αποτελείτο από τον Νίκο Πολυκράτη (Νικήτα), Γ. Σουλελέ (Νώντα), Δήμο Μπαρή (Μαυροδήμο), Κώστα και Γιάννο (Γεροδήμο), Νιόνιο Βανδώρο (Μήτρο) και έναν, δυο ακόμη. Επικεφαλής της ορίστηκε ο συνταγματάρχης πεζικού Βλάσης Ανδρικόπουλος. Από τις πρώτες ενέργειες της ομάδας ήταν να οργανώσει τα χωριά της περιοχής με αυτοδιοίκηση και λαϊκά δικαστήρια, ούτως ώστε να παταχθεί η προδοσία και η ζωοκλοπή. Ο Γέρο Βλάσης, σαν παλαιοβενιζελικός που ήταν, είχε επαφές με τον αρχηγό των Φιλελευθέρων, Σοφούλη, και προσδοκούσε κάποια μορφή βοήθειας από αυτόν, έτσι ώστε να οργανώσει ένοπλο τμήμα. Οι προσδοκίες του έπεσαν στο κενό καθώς ο Σοφούλης και το κόμμα του δεν είχαν την κατάλληλη υποδομή για να τον ενισχύσουν. Τοιουτοτρόπως, στηριζόμενος στις δυνάμεις και τις γνωριμίες του, κατάφερε να συγκεντρώσει λίγα όπλα και μερικούς αποφασισμένους για ένοπλο αγώνα άνδρες και να οργανώσει το ένοπλο τμήμα του. Ο Γέρο Μίχος, είχε ήδη εξαπλώσει τη φήμη του ΕΛΑΣ στην περιοχή, φήμη που έδινε δύναμη, κουράγιο και εμπειρίες και στην νεοσύστατη ομάδα του Βλάση. Με την σύσταση της ομάδας, τόσο το ΕΑΜ όσο και ο ΕΔΕΣ Πελοποννήσου, προσπάθησαν να προσεταιρίσουν τον Βλάση. Φαίνεται, πως το ΕΑΜ είχε περισσότερη τύχη από τον ΕΔΕΣ, καθώς η οργάνωση του ΕΑΜ Βραχεΐκων, τροφοδότησε την ομάδα με τέσσερα όπλα και άλλον εξοπλισμό. Μάλιστα, στις 20 Ιουνίου του 1943 και ενώ η ομάδα έρεπε προς το ΕΑΜ, ο Βλάσης προσεγγίστηκε και επίσημα από τον 74 Βλέπε παράρτημα, αριθ

69 ΕΔΕΣ μέσω του ανθυπολοχαγού Ανδρέα Σκαρτσίλα. Όταν συναντήθηκαν οι δύο άνδρες ειπώθηκαν τα εξής: «- και εσύ κομμουνιστής έγινες; του λέει ο Σκαρτσίλας. - δεν είμαι κομμουνιστής, είμαι όμως Έλληνας, του απαντά ο Γέρος.» 75 Η πορεία της ομάδας του Γέρο Βλάση, ήταν συγκεκριμένη. Στα τέλη του Ιουνίου του 1943, αφού περιόδευσε σε όλα τα χωριά της ορεινής περιοχής των Πατρών, όπου οι κάτοικοι τον υποδέχονταν με ενθουσιασμό και αφού διαπέρασε τον ορεινό όγκο που συνδέει την Πάτρα με τα Καλάβρυτα, έστειλε συνδέσμους με σκοπό την αναζήτηση των άλλων αντιστασιακών ομάδων της περιοχής (Μίχου και Ρουμελιωτών). Καθοδόν, παίρνει μήνυμα από το Στρατηγείο να κατευθυνθεί προς το χώρο της Ρακίτας. Περνώντας από το χωριό Λεόντιο (Γουρζούμισσα), όπου και του γίνεται ενθουσιώδης υποδοχή, έφτασε στη Ρακίτα και συναντήθηκε με όλες της ομάδες της περιοχής. Μάλιστα, στα μάτια των απλών κατοίκων της περιοχής, η συνάντηση στη Ρακίτα των δύο «Γέρων», του Γέρου του Ερυμάνθου (Ανδρικόπουλος) και του Γέρου του Χελμού (Μίχος) ήταν συγκινητική και πολλά υποσχόμενη Η. Παπαστεριόπουλος, ό.π., τ. Α, σ Ό.π., σ

70 3.1.δ. Η έλευση των ανταρτών από την Ρούμελη στην Πελοπόννησο Την ίδια περίοδο με την εμφάνιση της ομάδας του Βλάση Ανδρικόπουλου, και ειδικότερα στις 19 Ιουνίου του 1943, έφτασε στην Αιγιάλεια μια ισχυρή ομάδα εμπειροπόλεμων ανταρτών του ΕΛΑΣ. Ήρθαν ύστερα από μήνυμα που έστειλε στο Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη, ο πολιτικός εκπρόσωπος, Γ. Αγγελόπουλος (Φλόγας), με σκοπό την καλύτερη οργάνωση της ομάδας του, η οποία εν τω μεταξύ αντιμετώπιζε πρόβλημα εξοπλισμού. Ο αριθμός των Ρουμελιωτών ανταρτών, ανερχόταν σε 80 άνδρες, που διέθεταν επίλεκτα και δοκιμασμένα στελέχη, υπό τη διοίκηση ενός τριμελούς αρχηγείου με καπετάνιο τον Παντελή Λάσκα (Πελοπίδα) από το Λουτράκι, πολιτικό εκπρόσωπο τον Νίκο Διενή (Παπούα) και στρατιωτικό υπεύθυνο τον μόνιμο λοχαγό του πεζικού από την Άμφισσα Δ. Μαστρογιαννόπουλου (Ησαΐα). Μαζί τους κατέφθασε και ο Γιάννης Μιχαλόπουλος (Ωρίων) από τη Μεσσηνία που είχε εγκαταλείψει τη Μεσσηνία το 1942 ύστερα από μια εξέγερση των αγροτών και είχε περάσει στο αντάρτικο της Ρούμελης. Η ομάδα είχε και άλλα ικανά στελέχη όπως τους Μπούρα (Αγησίλαο) δημοσιογράφο, καθηγητή Νικολόπουλο (Έλατος), γιατρό Α- σκληπιάδη. 77 Τα περιορισμένα τεχνικά μέσα που πέρασαν στην Πελοπόννησο, ήταν «δέκα αυτόματα, τέσσερα οπλοπολυβόλα, τουφέκια μόνο γερμανικά μάουζερ και μάλινχερ, αποτελούν τον καλύτερο οπλισμό της Ρούμελης [ ] που παίρνουν μαζί τους [ ]» 78. Οι Ρουμελιώτες, έφερναν μαζί τους, γράμμα του Στρατηγού Σαράφη για τον Γέρο Μίχο. Στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», ο ίδιος ο Γέρο Μίχος περιγράφει το περιεχόμενο της επιστολής του Σαράφη: «το γράμμα του Στρατηγού που ήταν και συστατικό για τους καινούριους που μας ήρθαν από τη Ρούμελη, έλεγε ακόμα για τη συγκρότηση του Στρατηγείου για το Μοριά. Ο Πελοπίδας ήταν για καπετάνιος, ο Ωρίωνας πολιτικός, και ο Λευτέρης για την ΕΠΟΝ. Όσον αφορά τον λοχαγό Ησαΐα και κάποιον με το ψευδώνυμο Παπούας, να τους χρησιμοποιήσουμε για τις ανάγκες μας. Κράτησα τον Ησαΐα ως επιτελάρχη και τον Παπούα ως μέλος της ΕΤΑ με βοηθό γενικότερο για όλα τα τμήματα έναν καθηγητή με το ψευδώνυμο «Έλατος». Οι άλλοι ανέλαβαν υ- πεύθυνες θέσεις του Στρατηγείου σύμφωνα με τις υποδείξεις του στρατηγού Σαράφη.» 79 Στην επιστολή αυτή, ο Στρατηγός έγραφε και λίγα λόγια για τους στρατιωτικούς της περιοχής Αιγιαλείας. Τους έκανε συστάσεις να πλαισιώσουν τους αντάρτες. Το περι- 77 Π. Ροδάκης, ό.π., σ Φ. Γρηγοριάδης, Το αντάρτικο, τ. 3, Νεόκοσμος, Αθήνα 1964, σ Εθνική Αντίσταση, περιοδική έκδοση, τεύχος 6. 71

71 εχόμενο της επιστολής κοινοποιήθηκε στην οργάνωση μονίμων αξιωματικών Αιγίου, αλλά για ακόμη μια φορά, οι μόνιμοι αξιωματικοί δεν κινητοποιήθηκαν. 80 Η ομάδα των ογδόντα Ρουμελιωτών, πέρασε κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες από την τοποθεσία Μαραθιά, απέναντι στην Αιγιάλεια. Λόγω όμως της κακοκαιρίας, δεν μπόρεσαν να αποβιβαστούν στο συμφωνηθέν σημείο, με αποτέλεσμα να μην συναντήσουν τον σύνδεσμο της Αιγιάλειας. Βγήκαν λοιπόν δυτικά από το χωριό Λαμπίρι, προχώρησαν μόνοι μέσα στο σκοτάδι προς το βουνό, χωρισμένοι σε δύο ομάδες. Η μια ομάδα πέρασε κοντά από ένα φυλάκιο Ιταλών αλλά δεν έγινε αντιληπτή. Η δεύτερη, συνάντησε στην πορεία της έναν μικρό βοσκό και περπατώντας όλη τη νύχτα σε ένα ρέμα γεμάτο χαλίκια, ξημέρωσαν στο χωριό Μικρόνι, όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες που τους είχε δώσει ο Φλόγας, θα συναντούσαν τον Γέρο Μίχο. Εκεί θα πήγαινε πραγματικά ο Μίχος, αλλά δεν είχε φτάσει ακόμα. Οι τοπικές οργανώσεις των γύρω χωριών, ανακοίνωσαν στους Ρουμελιώτες πως ο Γέρο Μίχος βρίσκεται στα Καλαβρυτοχώρια. Αποφάσισαν λοιπόν να προχωρήσουν προς τα εκεί και μάλιστα προς το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Έμαθαν όμως ότι ο Γέρο Μίχος προχωρούσε προς το Μικρόνι, από άλλο δρόμο, γύρισαν και αυτοί πίσω και μετά από δέκα ημέρες καθυστέρησης και κακής συνεννόησης, συναντήθηκαν με τον Μίχο στην περιοχή Ρακίτα του όρους Παναχαϊκού, εκεί που έγιναν οι περισσότερες ρίψεις των Άγγλων στη Βόρεια Πελοπόννησο. Ο ερχομός των Ρουμελιωτών, ανταρτών οι οποίοι είχαν την εμπειρία του α- ντάρτικου από τους πρώτους κιόλας μήνες του 1942, είχε καθοριστική σημασία στην εξέλιξη και οργάνωση του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στην Πελοπόννησο, όπως θα δούμε παρακάτω. Η πρώτη χαρακτηριστική κίνηση των ανταρτών, ήταν η ιστορική συνάντηση στη Ρακίτα, στις 4 Ιουλίου του Γ. Μπιναρδόπουλος, Λ. Ρούπας, Θ. Χλιάπας, ό.π., σ

72 3.1.ε Η Συνάντηση στη Ρακίτα (4 Ιουλίου 1943). Η οργάνωση του 12ου Συντάγματος Η Ρακίτα έπαιξε σημαντικό ρόλο στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα της ευρύτερης περιοχής. Μια μικρή πεδιάδα δίπλα από τις κορυφές των βουνών, κάτι σαν φυσικό αεροδρόμιο. Η Ρακίτα βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Μαζαράκι, Λαπαναγοί και Γουρζούμισα (Λεόντιο), πλαισιωμένο με απόκρημνες κορυφές και άγρια δάση. Εκεί έγιναν οι πρώτες ρίψεις από τα συμμαχικά αεροπλάνα και εκεί έπεφταν με αλεξίπτωτα οι Άγγλοι αντιπρόσωποι ή και κατάσκοποι του Συμμαχικού Στρατηγείου. Μάλιστα, το σημείο αυτό επιλέχθη για να πραγματοποιηθεί και η πρώτη συνάντηση των ανταρτών της Βόρειας Πελοποννήσου. Στην συνάντηση που έμελε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την περαιτέρω εξέλιξη της οργάνωσης του αντάρτικου, βρέθηκαν μαζί τόσο οι στρατιωτικοί ηγέτες της αντίστασης, όσο και οι πολιτική ηγεσία, με κύριο εκπρόσωπό της τον Κώστα Γαμβέτα (Νίκος), Γενικός Γραμματέας του Πελοποννησιακού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ. Ειδικότερα, συμμετείχαν οι Ρουμελιώτες α- ντάρτες με επικεφαλής τους Ωρίωνα, Πελοπίδα, Παπούα, οι αντάρτες του Γέρο Μίχου και οι γύρω στους 40 του Γέρο Ανδρικόπουλου. Σύνολο περίπου 180 άνδρες με ισάριθμα όπλα, - δύναμη αξιόλογη εάν αναλογιστούμε τα δεδομένα της εποχής -. Τέλος, στην περίφημη συνάντηση της Ρακίτας, πήρε μέρος και ο αρχηγός της αγγλικής αποστολής στην ευρύτερη περιοχή της Βορείου Πελοποννήσου, ταγματάρχης Άντονι Άντριους, λόγος για τον οποίο θα γίνει εκτενέστερα σε οικείο υποκεφάλαιο. Ο ίδιος ο Μίχος αναφέρει στο περιοδικό «Εθνική Αντίσταση» τα εξής: «αυτό το οροπέδιο μας στάθηκε το καλύτερο πεδίο ρίψεων του Μωρηά. Ήταν από τη φύση του οχυρό και δεν τόλμησαν να μπούνε από καμιά από τις δημοσιές του, ενώ επικοινωνεί με την Αιγιάλεια, την Πάτρα, και ακόμη με τα Καλάβρυτα, μέσω του χωριού μου [Λαπαναγοί]. Εκεί επήραμε μερικές ρίψεις, εκεί συναντηθήκαμε με την ομάδα που ήρθε για ενίσχυση από τη Ρούμελη, και με μερικές άλλες μικροομάδες που βγήκαν εκείνο τον καιρό αλλού. Το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου γίνηκαν όλα τα παραπάνω. Πρώτα μας πληροφόρησαν ότι βορειοανατολικά του Παναχαϊκού έφτασαν γύρω στους αντάρτες από τη Ρούμελη και τράβηξαν προς τον Χελμό να μας συναντήσουν. Πήγαν στα Καλαβρυτοχώρια, συναντήθηκαν με παιδιά από το τάγμα Καλαβρύτων, και ξανα- 73

73 γύρισαν στο Παναχαϊκό. Πάνω από το Μικρόνι, που παραθέριζαν άλλοτε Αιγιώτες, πιασαν μαζί μας επαφή.» 81 Στη Ρακίτα, μετά την προτροπή των Ρουμελιωτών ανταρτών, τροποποιήθηκε και η δομή των τοπικών αντάρτικων ομάδων. Αρχικά, οι ομάδες ήσαν μικρές, ευέλικτες και εύκολα μετακινούμενες, κατάλληλες για την ιδιόμορφη ορεινή και ημιορεινή περιοχή της επαρχίας και του νομού γενικότερα. Στις 4 Ιουλίου 1943, στη σύσκεψη της Ρακίτας, οι ομάδες αναπτύχθηκαν σε λόχους, τάγματα και συντάγματα, με διοικήσεις όμοιες με αυτές των τμημάτων του ΕΛΑΣ της Ρούμελης. Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη, έκριναν απαραίτητη την δομή της αρχηγίας κάθε τμήματος, βασισμένη στο τριαδικό σύστημα: α) στρατιωτικός κατά προτίμηση να είναι αξιωματικός με γνώσεις για την πολεμική τέχνη β) ο καπετάνιος να είναι κάτοικος της περιοχής με κύρος, γνώστης του χώρου και των ανθρώπων, ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει πληροφορίες, στέγαση, διατροφή, μετακινήσεις, γ) ο πολιτικός ήταν ο εκπρόσωπος ή α- ντιπρόσωπος του ΕΑΜ και φρόντιζε για την πολιτική ενημέρωση των ανταρτών καθώς και τις σχέσεις του τμήματος με τις οργανώσεις. Τότε αποφασίστηκε και η συγκρότηση του 12 ο Συντάγματος 82 του ΕΛΑΣ, καθώς και των Ανεξάρτητων Ταγμάτων Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, όπως και του Ι Τάγματος του 12 ου Συντάγματος. Οι ηγεσίες τους ορίστηκαν ως εξής: α) Γενικό Αρχηγείο ΕΛΑΣ Πελοποννήσου: στρατιωτικός διοικητής ο σμήναρχος Δημήτριος Μίχος, καπετάνιος ο Πελοπίδας (Παντελής Λάσκας), πολιτικός καθοδηγητής ο Παπούας β) 12 ο Σύνταγμα: στρατιωτικός διοικητής ο συνταγματάρχης Βλάσης Ανδρικόπουλος, καπετάνιος ο Λαμπέτης, πολιτικός ο Γιώργος Σουλελές (Νώντας) γ) Ανεξάρτητο Τάγμα Αιγιαλείας: στρατιωτικός διοικητής ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Δημήτριος Σολωμός (Κρόνος), καπετάνιος ο Αντώνης Τσουμπός (Κολοκοτρώνης), πολιτικός Γιώργης Αγγελόπουλος (Φλόγας) δ) Ανεξάρτητο Τάγμα Καλαβρύτων: στρατιωτικός διοικητής ανθυποσμηναγός Αλέκος Παναγούλιας (Σολιώτης), καπετάνιος ο Δήμος, πολιτικός ο Γιάννης Κατσισκόπουλος (Βελιάς) ε) Ι Τάγμα 12 ου Συντάγματος: στρατιωτικός διοικητής ο Νίκος Πολυκράτης, καπετάνιος ο Μελάς, πολιτικός ο Δημήτριος Τζούτης ή Τσούτης (Λυκούργος) Εθνική Αντίσταση, περιοδική έκδοση, τεύχος Βλέπε παράρτημα, αριθ Γ. Μπιναρδόπουλος, Λ. Ρούπας, Θ. Χλιάπας, ό.π., σσ

74 Μετά την ολοκλήρωση της διάρθρωσης του αντάρτικου στη Βόρεια Πελοπόννησο, οι υπεύθυνοι των ομάδων κινήθηκαν με σκοπό την στελέχωση και το ξεκίνημα του αντάρτικου και των γύρω περιοχών και επαρχιών, ιδιαιτέρως της Κορινθίας και της Αρκαδίας. Ο Γέρο Μίχος αναφέρει: «δίχως ενόχληση μεγάλη πήραμε στη Ρακίτα μερικές ρίψεις, οπλίστηκαν οι καινούργιοι καλά, συγκροτήθηκε το 12 ον Σύνταγμα της Πάτρας, συμπληρώθηκε και πλαισιώθηκε από παλιούς και καινούργιους αντάρτες και διατάχθηκε να φύγει για την περιοχή που του καθορίστηκε μέσα στο νομό Αχαΐας. Διοικητής του ο αντισυνταγματάρχης Γέρο Βλάσης με το ψευδώνυμο «Ανδρούτσος» ένα τμήμα στάλθηκε προς την ορεινή Κορινθία για να συγκροτήσει το 6 ον Σύνταγμα και να ενωθεί με τον σύνδεσμο της περιοχής για να πετύχουν και εκεί ρίψεις. Στην ορεινή Γορτυνία ο λοχαγός Στασινόπουλος είχε ενισχυθεί με οπλισμό για να συγκροτήσει το 11 ο Σύνταγμα ύστερα και από μια ρίψη λειψή που του έκαναν, καθώς και παλιόν οπλισμό που του δώσανε. Σ ένα άλλο γερό τμήμα αναθέσαμε να κάνει ορισμένες παραπλανητικές κινήσεις στην ορεινή ανατολική Αιγιάλεια και περιοχή Καλαβρύτων. Επικεφαλής πήγε ο λοχαγός Ησαΐας και πολιτικός ο Παπούας». 84 Τέλος, η Ρακίτα με την ασφάλεια που παρείχε και τα συντελούμενα, υποχρέωσε το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, να κάνει αρκετές ρίψεις στην περιοχή. Δέκτης αυτών των ρίψεων ήταν ο ΕΛΑΣ, καθώς εκείνη ειδικά την περίοδο, ήταν η μοναδική οργανωμένη και αξιόμαχη αντάρτικη δύναμη, που μπορούσε να ανταποκριθεί στις αξιώσεις των Άγγλων και γενικότερα των συμμάχων. Τόσο η οργανωτική δουλειά, όσο και οι ρίψεις των συμμαχικών αεροπλάνων που έγιναν στο οροπέδιο της Ρακίτας, προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στην κατοχική στρατιωτική διοίκηση των Ιταλών, καθώς εκτίμησαν πως το αντάρτικο στη βόρεια Πελοπόννησο ήταν αποκλειστικό δημιούργημα του Γέρο Μίχου. Μέσα σ αυτή την εκτίμηση κινήθηκε και ο Ιταλός διοικητής της Πελοποννήσου Παφούντι, που είχε έ- δρα το Ξυλόκαστρο, όταν έστειλε επιστολή στον Γέρο Μίχο μέσω του Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας να σταματήσει τον ένοπλο αγώνα, προσφέροντας ως αντάλλαγμα τη γενικότερη χορήγηση αμνηστίας. Ο Μίχος του έστειλε μια περήφανη απάντηση απόρριψη των προτάσεων του Παφούντι. Στο τεύχος 6 στην περιοδική έκδοση «Εθνική Αντίσταση» του 1964, ο ίδιος ο Μίχος γράφει: «εκείνες τις μέρες μου φέραν ένα γράμμα που ήταν υπογραμμένο από το Δεσπότη και μου γνώριζε μερικές απόψεις του Ιταλού Στρατιωτικού Διοικητού για την Πελοπόννησο. Νομίζω πως ήταν 84 Π. Ροδάκης, ό.π., σ

75 αυτός που είχε Στρατηγείο στο Ξυλόκαστρο. Το Αρχηγείο μου όπου υπήρχαν διάφορα έγγραφα χάθηκε μαζί με τόσα άλλα πολύτιμα στοιχεία. Είχε φωνάξει το Δεσπότη της Αιγιαλείας και Καλαβρύτων στην έδρα του Στρατηγείου του, συνέταξε σε έντονο ύφος ένα έγγραφο και ζητούσε να συμμορφωθούμε προς τις επιθυμίες της Ιταλικής Διοικήσεως, αλλιώτικα απειλούσε ότι θα προβεί σε αντίποινα σε βάρος του λαού της περιοχής συνεννοήθηκα με τον Ωρίωνα που ήταν και ο πολιτικός του Στρατηγείου και συντάξαμε την απάντηση την οποία και στείλαμε στον Δεσπότη και τους λοιπούς. Η Νομαρχιακή Επιτροπή την κοινοποίησε σε όλο το Μοριά με τον τίτλο «Έτσι απαντούν οι αντάρτες μας» και εκυκλοφόρησε σε χιλιάδες αντίτυπα». 85 Το κείμενο της απάντησης του Στρατηγείου προς τον Παφούντι, τον Μητροπολίτη Θεόκλιτο και τους υπόλοιπους μεσολαβητές, το οποίο όπως μας πληροφορεί ο Περικλής Ροδάκης ο Μίχος το θεωρούσε χαμένο, το παραθέτουμε αυτούσιο Ό.π., σσ Βλέπε παράρτημα, αριθ

76 3.1.στ. Η σύσκεψη στο Νάσια Καλαβρύτων. Η επαφή του 12ου Συντάγματος με την αγγλική αντιπροσωπία. Ενώ λοιπόν το ΕΑΜ και ειδικότερα ο ΕΛΑΣ έχουν οργανωθεί και εδραιωθεί στις περισσότερες περιοχές της ορεινής Αχαΐας, ορισμένοι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού, μετά από προτροπή των Άγγλων πρακτόρων που ήθελαν να σπείρουν το διχασμό, ξεκίνησαν τις προσπάθειες να δημιουργήσουν το δικό τους αντάρτικο τμήμα. Ο αρχηγός της αγγλικής αποστολής, ταγματάρχης Άντονι Άντριους, ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με τον Γέρο Μίχο. Ο επικεφαλής των αντάρτικων ομάδων του ΕΛΑΣ, είχε προηγουμένως προτείνει τη δημιουργία ενός ενιαίου αντάρτικου τμήματος στην Πελοπόννησο με τη συμμετοχή και των Ελλήνων αξιωματικών. Μάλιστα, τους διαβεβαίωσε πως οι υψηλόβαθμοι από αυτούς θα έπαιρναν την στρατιωτική η- γεσία της οργάνωσης. 87 Με κοινή απόφαση Μίχου και Άντριους, κλήθηκαν σε σύσκεψη στην Κούτελη Καλαβρύτων οι μόνιμοι αξιωματικοί που ανήκαν ουσιαστικά στο υποφρουραρχείο Καλαβρύτων. Όπως υποστήριζε ο Μίχος, επειδή δεν υπήρχαν οι κατάλληλοι αξιωματικοί για να επανδρώσουν έναν αντάρτικο στρατό που πλήθαινε καθημερινά, θα τους παραχωρούσαν την στρατιωτική ηγεσία. Ενώ λοιπόν οι μόνιμοι αξιωματικοί έφτασαν στη σύσκεψη, παρατηρείται μια αλλαγή της στάσης των Άγγλων, οι οποίοι πλέον δεν στήριζαν την κοινή αντάρτικη ομάδα. Ο Άντονι Άντριους, είχε ως προορισμό την περιοχή Στρέζοβας Νάσια, που ήταν το κέντρο των μονίμων αξιωματικών. Εκεί, είχε καλέσει για δεύτερη φορά και τον Γερο Μίχου, σε μια συνάντηση με τον κύκλο των αξιωματικών που κινούνταν γύρω από τον Τάκη Φλούδα, στις αρχές Αυγούστου του Όπως αναφέρει σχετικά ο Μίχος: «πολλά μου έκαναν εντύπωση από όσα με άφηναν να καταλάβω και διαπίστωσα ότι δεν βρισκόμουνα σε περίγυρο συμμαχικό που ήρθε κοντά μας με ειλικρινείς προθέσεις. Λίγα αγγλικά που ήξερα με βοήθησαν να σχηματίσω σαφή αντίληψη για τους συμμάχους μας.» 88 Αυτά που αναφέρει ο Μίχου, έγιναν αμέσως μετά τη συμμαχική απόβαση στη Σικελία και στη Νότια Ιταλία, στα τέλη του Ιουλίου του Παρατηρήθηκε τότε έντονη κινητικότητα στα χωριά της επαρχίας Καλαβρύτων, διότι ο απλός λαός πίστεψε πως ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποτάξουν τον ιταλικό ζυγό. Όμως, δεν 87 Ό.π., σ Ό.π. σ

77 υπολόγισαν σωστά. Οι σύμμαχοι των Ιταλών, οι Γερμανοί, μόλις έμαθαν τον ξεσηκωμό στα χωριά, σήκωσαν ένα από τα αεροπλάνα που διέθεταν για να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Βομβάρδισαν τα Λαπατοχώρια (περιοχή μεταξύ Καλαβρύτων και Πάτρας) με το πρόσχημα του ξεσηκωμού του λαού. Άμεση συνέπεια του βομβαρδισμού, ήταν ότι ο Μίχου δεν μπόρεσε να παραβρεθεί την 1 Αυγούστου του 1943 στου Νάσια για να παραστεί στην περίφημη σύσκεψη που είχε καλέσει ο Άντριους. Τον περίμεναν εκεί ως τις 5/8/1943 αλλά ο Μίχου έφτασε εκεί στις 7/8/1943. Στην περίφημη Σύσκεψη του Νάσια, την 1 η Αυγούστου του 1943, παρευρίσκονταν μέλη της Επαρχιακής Επιτροπής, στελέχη των τομέων, των Αχτίδων, των Υποτομέων, των Υποαχτίδων. Το πλήθος ξεπερνούσε, κατά μερικούς τα 80 άτομα. Κεντρικός εισηγητής ήταν ο Ντίνος Μυλωνάς, Γραμματέας του Νομού. Στη Σύσκεψη, συζητήθηκε το οργανωτικό πρόβλημα της Επαρχίας και συγκροτήθηκαν τομεακές και υποτομεακές επιτροπές. Πολλά στελέχη μετακινήθηκαν εκεί που υπήρχαν α- νάγκες. Το Σύμφωνο αυτό, δεν υπογράφτηκε ποτέ. Όμως οι αξιωματικοί κυκλοφόρησαν ένα έγγραφο το οποίο φέρει και τα ονόματα του Μίχου και του Ρώτα χωρίς υπογραφές και προκάλεσαν σάλο. Ο ίδιος ο Γέρο Μίχος γράφει: «στη συγκέντρωση της 1 ης Αυγούστου, δεν καταφέραμε να πάρουμε μέρος, και ενώ οι Άγγλοι ειδοποιήθηκαν να την αναβάλουν, για αργότερα, την έκαναν δίχως εμάς και οι θέσεις που βάλανε είναι μακριά από εμάς. Έτσι δικαιολόγησαν ότι δεν θέλησαν να καταταγούν στον ΕΛΑΣ, αλλά σε ξεχωριστές οργανώσεις που ήσαν ανύπαρκτες μέχρι τότε Αργότερα, από άλλες τέτοιες αφορμές, εδήλωσα ξεκάθαρα στον Άντριους πως δεν θα του επιτρέψω να μας ρίξει σε ένα εμφύλιο πόλεμο. Και αν εξακολουθεί να σκέφτεται έτσι το καλύτερο που θα χε να κάνει ήταν να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο και να γυρίσει στον τόπο του.» 89 Παρόλα αυτά, οι Άγγλοι και οι αξιωματικοί του κύκλου του Φλούδα, κυκλοφόρησαν ένα κείμενο που το ονόμασαν «Σύμφωνο μεταξύ αντάρτικων ομάδων Β.Δ. Πελοποννήσου και Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής». 90 Ο Περικλής Ροδάκης, 91 ισχυρίζεται πως το εν λόγω κείμενο δεν υπογράφτηκε ποτέ από τον Γερο Μίχο ούτε τον Ρώτα, καθώς την ημέρα της σύνταξής του, αυτοί δεν βρίσκονταν στην περιοχή του Νάσια Καλαβρύτων. Συνεχίζοντας, θεωρεί πως το σύμφωνο αυτό, το προώθησε ο κρητικός Υπολοχαγός Βαγγέλης Βανδουλάκης, αντι- 89 Ό.π. σ Γ. Παπαγεωργίου, Νάσια Καλαβρύτων, Αθήνα 1987, σ. 143 Βλέπε παράρτημα αριθ Π. Ροδάκης, ό.π., σ

78 κομουνιστής και παράγοντας της αγγλικής αποστολής στη Βόρεια Πελοπόννησο. Μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρία του Γιάννη Αναστόπουλου από τον Πριόλιθο Καλαβρύτων, «κάποιος αξιωματικός της αγγλικής αποστολής, που είχε πέσει με αλεξίπτωτο, με το όνομα Βαγγέλης, ειδοποίησε τους αξιωματικούς να μην προχωρήσουν στη συμφωνία, διότι θα φτιάξουν δικό τους αντάρτικο». Έτσι λίγο πολύ έχει η κατάσταση στην ορεινή Βόρεια Αχαΐα σχετικά με την οργάνωση, τη διοίκηση και τη δράση των εαμικών οργανώσεων. Στη συνέχεια θα α- σχοληθούμε με την αντιεαμική κίνηση στις επαρχίες Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, τα χαρακτηριστικά των ομάδων που την αποτελούν και τις σχέσεις της με τις υπόλοιπες αντάρτικες ομάδες. 79

79 3.2. Αντιεαμικές Οργανώσεις Το καλοκαίρι του 1943, η Εαμική και Κομματική οργάνωση στην Αιγιάλεια και τα Καλάβρυτα, στην ευρύτερη δηλαδή αντιστασιακή περιοχή της Αχαΐας, πήγαινε πολύ καλά, ιδιαίτερα μετά την συνάντηση της Ρακίτας και την αναδιάρθρωση της α- ντάρτικης κίνησης στην περιοχή. Η ύπαιθρος στην ουσία είχε απελευθερωθεί. Οι ε- χθρικές δυνάμεις είχαν περιοριστεί στις πόλεις και στους συγκοινωνιακούς κόμβους, ενώ οι κάτοικοι είχαν στη μεγάλη πλειοψηφία τους συσπειρωθεί στις Εαμικές οργανώσεις. Προς την περιοχή των Πατρών όμως, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Όπως έχουμε προαναφέρει, το ΕΑΜ δεν ήταν η μοναδική αντιστασιακή οργάνωση στην Ελλάδα. Υπήρχε και ο ΕΔΕΣ, με αρχηγό τον Ζέρβα, ο οποίος βέβαια δραστηριοποιείτο στην περιοχή της Ηπείρου. 3.2.α. ΕΕΟΕ ομάδα Σεβαστάκη Ο Ζέρβας επιθυμούσε διακαώς να ριζώσει η οργάνωση του ΕΔΕΣ και στην Πελοπόννησο ως αντιστάθμισμα της εαμικής επιρροής. Στις 24 Φεβρουαρίου 1943 έγραψε στον φίλο του Αντώνη Πετάτση σχετικά με το ζήτημα, ότι τόνισε στους Άγγλους «πόσον ζωτικώς αναγκαίον είναι να επικρατήσωμεν εις την Πελοπόννησον πριν μας προλάβει το ΕΑΜ». «Πρέπει αγαπητέ μου να φύγουν οπωσδήποτε οι ομάδες που ετοιμάσατε για την Πελοπόννησον είναι επιτακτική ανάγκη να σταλούν οι ομάδες αυτές αμέσως. Χωρίς αναβολή, με οποιαδήποτε θυσία». 92 Οι δηλώσεις αυτές του Ζέρβα, είχαν ως αποτέλεσμα την συγκρότηση μέσα στην πόλη των Πατρών ενός παραρτήματος του ΕΔΕΣ με το όνομα ΕΕΟΑ (Ένωση Εθνικών Ομάδων Ανταρτών). Σκοπός του ήταν η σύμπτυξη αντάρτικων ομάδων στην Αχαΐα και γενικώς στην Πελοπόννησο προς καταπολέμηση των κατακτητών. Σπουδαιότερα στελέχη αυτής της οργανώσεως ήταν οι: α) Ανδρέας Μουτούσης ιατρός, β) Σωτήρης Σωτηριάδης συνταγματάρχης, γ) Νικόλαος Χλωρός αντισυνταγματάρχης, δ) Αθανάσιος Βλάχος ιδιωτικός υπάλληλος και πολλοί ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί του διαλυθέντος ελληνικού στρατού της περιοχής Αχαΐας. Η ΕΕΟΑ, κατάφερε αρχές του καλοκαιριού του 1943 να συστήσει ολιγομελή ένοπλη αντάρτικη ομάδα, με επικεφαλής τον Ε. Σε- 92 Φ. Γρηγοριάδης, ό.π., τ. 3, σ

80 βαστάκη. Για την εξεύρεση όπλων και εφοδίων, συνάντησε πολλές δυσκολίες, αλλά ο στρατηγός Ζέρβας φρόντισε μέσω του Γενικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, να γίνει ειδική ρίψη όπλων και πολεμοφοδίων στην περιοχή της Αχαΐας. Η ρίψη όμως αυτή δεν πραγματοποιήθηκε και στα τέλη Ιουνίου η ομάδα Σεβαστάκη διαλύθηκε, ενώ αριθμούσε περίπου 70 άνδρες β. Μωρηάς Παράλληλα, στην περιοχή Ζήρια Πιτίτσα Σελλά, εμφανίστηκε άλλη μια ομάδα υποστηριζόμενη από τον ΕΔΕΣ, με δύναμη άνδρες με το όνομα ΜΩΡΗΑΣ. Πρωτεργάτες ήσαν οι αδερφοί Θεόδωρος και Ελευθέριος Παπανικολόπουλος από το χωριό Καμάρες. Τον Αύγουστο του ιδίου έτους (1943), ο ΕΛΑΣ και ο ΜΩΡΗΑΣ, προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις, με σκοπό την κοινή αντιμετώπιση των κατοχικών στρατευμάτων. Οι βασικοί όροι της συμφωνίας ήσαν οι εξής: α) το κοινό χτύπημα των κατακτητών και β) η ελεύθερη ανάπτυξη των αρχών των οργανώσεών τους με πνεύμα αλληλοσεβασμού. Χαρακτηριστικά, παραθέτουμε το άρθρο 3 του συμφώνου της Νάσιας και το άρθρο 11 του συμφώνου του Δυρραχίου, τα οποία καθόριζαν ότι: «όλοι οι αντάρται μιας οργανώσεως δέον όπως αναγνωρίζουν τους αντάρτας άλλων οργανώσεων. Έκαστος αντάρτης είναι ελεύθερος να διακηρύττη δημοσία τας αρχάς και κατευθύνσεις του, υπό την προϋπόθεσιν ότι δεν θα κατηγορή και δεν θα ομιλή εναντίον των άλλων ανταρτικών ομάδων των αρχών των, των ιδεών των ή εναντίον οποιουδήποτε μέλους άλλης οργανώσεως». 94 Ο ΜΩΡΗΑΣ όμως αντίθετα, μετά την υπογραφή του συμφώνου κήρυξε αντιεαμικό διωγμό. Στο χωριό Πιτίτσα, μεταξύ Πατρών και Αιγίου, δημιούργησε επεισόδιο με μια εαμική επιτροπή στις 10/8/1943. Αποτέλεσμα του επεισοδίου, ήταν η αυτοδιάλυση του ΜΩΡΗΑ. Πολλά μέλη προσχώρησαν στην ομάδα Δροσόπουλου, η οποία στο μεταξύ είχε εμφανιστεί στο Καστρίτσι Πατρών. 93 Κ. Καραλής, Ιστορία των δραματικών γεγονότων Πελοποννήσου , Αθήνα 1958, σσ Η. Παπαστεριόπουλος, ό.π., τ. Β, σ

81 3.2.γ. ΕΟΕ ομάδα Δροσόπουλου Η εξιστόρηση όλων αυτών των λεπτομερειών για τις πρώτες αντιεαμικές ομάδες στην ευρύτερη περιοχή της Αχαΐας, σκοπό έχει την ομαλή παρουσίαση της ομάδας του υπολοχαγού Δροσόπουλου, γνωστή ως ΕΟΕ (Ελεύθερη Ορεινή Ελλάς), η οποία δραστηριοποιήθηκε στα σύνορα Αιγιαλείας και Πατρών και έπαιξε σημαντικό ρόλο στις σχέσεις του ΕΑΜ ΕΛΑΣ με τους μόνιμους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού της περιοχής. Η ομάδα αυτή, συγκροτήθηκε μετά τη συγχώνευση των δυο διαλυθέντων προαναφερθέντων ομάδων (ΜΩΡΗΑΣ και ΕΕΟΑ). Η δύναμή της ανήρχετο σε 60 περίπου άνδρες. Επικεφαλής ήταν οι αξιωματικοί: α) Υπολοχαγός Χρίστος Δροσόπουλος (Βελισάριος), β) Ανθυπολοχαγός Νίκος Μουτούσης (Αννίβας), γ) Ανθυπολοχαγός Ανδρέας Σκαρτσίλας, δ) Ανθυπολοχαγός Γεώργιος Καρπόζηλος (Γεωργούλης), ε) Ανθυπασπιστής Ανδρέας Νιγιάννης. Η επιτροπή του ΕΔΕΣ Πατρών, για να προλάβει το ενδεχόμενο της διάλυσης της ΕΟΕ από τον ΕΛΑΣ, πέτυχε να έρθει σε συνεννόηση πρώτα με τη στρατιωτική διοίκηση του ΕΛΑΣ, δηλαδή με το Αρχηγείο Πελοποννήσου, το οποίο τότε αποτελείτο από τον σμήναρχο Μίχο, Παπούα και Ωρίωνα και εν συνεχεία με την πολιτική οργάνωση του ΕΑΜ δηλαδή την Νομαρχιακή Επιτροπή ΕΑΜ Αχαΐας. Για το σκοπό αυτό, οι οργανωτές της ομάδας του Δροσόπουλου απέστειλαν τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τον δικηγόρο Παπαλεξανδρόπουλο, τον ταγματάρχη Δελή και τον ιδιωτικό υπάλληλο Αθανάσιο Βλάχο, προς το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ, που βρισκόταν τότε στο χωριό Ποντιά της επαρχίας Καλαβρύτων, η οποία συνάντησε τους Μίχο, Ωρίωνα, Παπούα και Πελοπίδα. Αφού τους ανακοίνωσε το σκοπό της επισκέψεώς της, οι αρχηγοί του ΕΛΑΣ προσπάθησαν να τους πείσουν ότι η συμφερότερη λύση ήταν η ένταξη της ομάδας Δροσόπουλου στον ΕΛΑΣ, ως ανεξάρτητο και αυτοτελές τμήμα. Όταν όμως η επιτροπή απάντησε πως δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να διαπραγματευτεί ένταξη της ομάδας στον ΕΛΑΣ, το Αρχηγείο ενέκρινε σε πρώτο βαθμό τη σύσταση της αντάρτικης ομάδας Δροσόπουλου και τους παρέπεμψε στην πολιτική οργάνωση του ΕΑΜ Αχαΐας και εκεί να διατυπωθούν οι όροι της συνεργασίας. Στο σύμφωνο που υπογράφτηκε στις 16 Αυγούστου του 1943, αφενός από τον ΕΑΜ και αφετέρου από την ΕΟΕ, η οργάνωση της ΕΟΕ δήλωσε ότι είχε σκοπό: α) τη συμβολή στον απελευθερωτικό αγώνα, β) των καταρτισμό των ανταρτικών ομάδων αμέσου και εφεδρικής δράσεως, γ) τη διατήρηση της τάξεως κατά τη μεταβατική περίοδο, δ) την παράδοση της αρχής στους εκλεκτούς της λαϊκής θέλησης, ε) το σεβασμό της θρησκείας, εθνικών ιδεών, τιμής και οικογέ- 82

82 νειας. Οι αντάρτικες ομάδες θα είναι αμοιβαίως σεβαστές. Υπέγραψαν οι Ανδρ. Μουτούσης, Ιωάννης Βασιλάκης, εκ μέρους της οργάνωσης ΕΟΕ και Αντώνης Πισκωτάκης, Α. Αγγελάτος, εκ μέρους του ΕΑΜ. Αναφορικά με τη δράση της ομάδας του Δροσόπουλου, ο ανθυπολοχαγός Σκαρτσίλας, την 8 η 9 η Σεπτεμβρίου, αφού έλαβε την εντολή από τον επικεφαλής Δροσόπουλο, κατευθύνθηκε προς το Ρίο Πατρών, με εντολή να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στο εκεί εγκατεστημένο ιταλικό φυλάκιο. Σκοπός της επίθεσης ήταν ο αφοπλισμός του φυλακίου και ο εξοπλισμός της ομάδας. Η επίθεση όμως δεν απέδωσε. Μετά από λίγες μέρες, στις 12 Σεπτεμβρίου, ο ανθυπολοχαγός Μουτούσης, για τον ίδιο ακριβώς λόγο, έλαβε εντολή να διαλύσει την ιταλική φινάντζα που βρισκόταν στο χωριό Ψαθόπυργος Αιγίου. Η ιταλική φρουρά παραδόθηκε χωρίς αντίσταση και συγκεντρώθηκε ικανός αριθμός όπλων και εφοδίων για να εξοπλιστούν οι άνδρες της ομάδας. 95 Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία επιτυχημένη κίνηση της ΕΟΕ, καθώς δύο μέρες μετά, ξεκίνησε η αρχή του τέλους της μικρής αυτής ομάδας. 3.2.δ. Σύγκρουση ΕΛΑΣ και ΕΟΕ Παράλληλα με τις κινήσεις της ομάδας Δροσόπουλου, ο Μίχος στις 14 Σεπτεμβρίου εγκατέστησε το Στρατηγείο του στο χωριό Αράχωβα. Από εκεί έδωσε διαταγή στο τάγμα Καλαβρύτων, με επικεφαλής τον Σφακιανό και στο 1 ο τάγμα του 12 ου Συντάγματος, με διοικητή τον ανθυπολοχαγό του ΕΛΑΣ Νικήτα Πολυκράτη, να κατευθυνθούν το συντομότερο δυνατόν, προς το Καστρίτσι Πατρών, να έρθουν σε επαφή με την οργάνωση ΕΟΕ προκειμένου να εξετάσουν κατά πόσο ήταν διατεθειμένη η οργάνωση να συνεργαστεί μαζί τους και να συντονίσουν τη δράση τους για τον κοινό αγώνα κατά των κατακτητών. Τα δύο ελασίτικα τάγματα έφτασαν σχεδόν ταυτόχρονα στο Καστρίτσι. Εν τω μεταξύ, σύνδεσμος της κεντρικής διοίκησης του ΕΔΕΣ, προειδοποίησε τον ίδιο τον Δροσόπουλο για την επικείμενη επίσκεψη επίθεση του ΕΛΑΣ. Όμως, οι επικεφαλής της ΕΟΕ και ο ίδιος ο Δροσόπουλος, δεν έδωσαν καμία σημασία στις πληροφορίες αυτές. 96 Λίγο πιο έξω από το χωριό Καστρίτσι, τα τάγματα του ΕΛΑΣ δέχτηκαν πυρά από την τοποθεσία Άγιος Ανδρέας, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δυο αντάρτες του ΕΛΑΣ, ο Δημήτρης Τσίρος (Φώτος) από την Κάτω 95 Κ. Καραλής, ό.π., σ Ό.π., σ

83 Γουμένισσα Καλαβρύτων και ο Άγγελος Βλάχος (Γιαταγάνας) από τους Πετσάκους Καλαβρύτων, και να τραυματιστούν άλλοι δύο. Αυτό το σημείο αποτέλεσε και αποτελεί επίμαχο θέμα. Το ποιος δηλαδή πυροβόλησε πρώτος και από ποιόν προκλήθηκε η μάχη. Παραθέτουμε και τις τρεις α- πόψεις που καταγράφονται στη σχετική βιβλιογραφία. Καταρχάς, ο Νίκος Μουτούσης, ισχυρίστηκε ότι τα τμήματα του ΕΛΑΣ χτυπήθηκαν μεταξύ τους από λάθος. Εν συνεχεία, πολλοί ισχυρίστηκαν πως οι άνδρες της ΕΟΕ ήσαν αυτοί που πυροβόλησαν εναντίον των ελασιτών. Την άποψη αυτή, έρχεται να υποστηρίξει και η μαρτυρία του Γραμματέα της Αχτιδικής Επιτροπής Πατρών Γιώργη Σπηλιωτόπουλου: «είχε περάσει τώρα κοντά ένας μήνας που είχαν φτιάξει αυτοί το δικό τους αντάρτικο. Οι Ιταλοί είναι από κάτου στο Πλατάνι. Αυτοί δεν ήρθαν σε καμιά σύγκρουση μαζί τους. Αρχίσανε μόνο να δημιουργούνε προβλήματα στις οργανώσεις, στα χωριά. Να πιάνουνε τους υπεύθυνους του ΕΑΜ, τον υπεύθυνο του Εφεδρικού ΕΛΑΣ, να τους καλούν, να τους πιέζουν. ( ) Διαμαρτυρηθήκαμε μια, δύο δεν έγινε τίποτα. Αυτοί συνέχιζαν να προκαλούνε εμάς και όχι τους Ιταλούς. Επήραμε λοιπόν απόφαση να τους διαλύσουμε. Αλλά πριν τους διαλύσουμε έπρεπε να πάρουμε και τη συγκατάθεση των Εγγλέζων. Πήγαμε λοιπόν στην Αράχωβα να βρούμε τον Όιλ Μπέικερ, τον Εγγλέζο, που ήταν επικεφαλής της αγγλικής αποστολής.( ) «αυτοί, η ΕΟΕ, δεν έχουν καμιά σχέση με το αρχηγείο Μέσης Ανατολής και να τους διαλύσετε». Αυτό θέλαν οι Εγγλέζοι, να μας βάλουν να φαγωθούμε μεταξύ μας. Εμείς τι εμπειρίες είχαμε;( ) Πήγαμε στο Καστρίτσι. Τους κυκλώσαμε από ένα υψωματάκι, τους μίλησε ο Σφακιανός με το χωνί «είμαι ο Γιώργης Αρετάκης αξιωματικός του στρατού. Σας καλώ να παραδοθείτε και σας υπόσχομαι στη στρατιωτική μου τιμή δεν θα σας πειράξουμε. Δεν θέλουμε να χυθεί αδελφικό αίμα σας καλούμε να παραδοθείτε. Όσοι θέλετε να πολεμήσετε για την πατρίδα να ακολουθήσετε τον ΕΛΑΣ. Όσοι δεν θέλετε να πάτε στο σπίτι σας και σας εγγυώμαι την οικογενειακή σας ακεραιότητα, την ελευθερία σας παραδοθείτε να μην χυθεί αίμα». Πέρασε καμιά μισή ώρα και βγάζουν αυτοί πάνω στο καμπαναριό, ένα άσπρο σεντόνι ότι παραδίνονται. Όπως προχώρησε τώρα μια διμοιρία του ΕΛΑΣ, ρίχνουν αυτοί απ το καμπαναριό, σκοτώνουν τρεις αντάρτες και πάνε να φύγουνε. Αλλά άρχισε ντουφεκίδι και αιχμαλωτίστηκαν όλοι της ΕΟΕ.» 97 Τέλος, ορισμένοι θεωρούν πως οι Άγγλοι σύνδεσμοι, που βρίσκονταν στην περιοχή, έδρασαν μυστικά. Έκαναν σύσκεψη σε κάποιο σπίτι στις Καμάρες Πατρών, με στελέχη της ΕΟΕ, για να μεθοδεύσουν χτύπημα κατά 97 Γ. Πριόβολος, ό.π., σ

84 του ΕΛΑΣ. Κανένας όμως από τους παρευρισκομένους εκεί αξιωματικούς δεν δέχτηκε να χτυπήσει πρώτος. Τότε οι Άγγλοι, για να εκβιάσουν τη σύγκρουση και να προετοιμάσουν τον Εμφύλιο, που τόσο τους ενδιέφερε, ντυμένοι σε αγωγιάτες πυροβόλησαν κατά των μονάδων του Σφακιανού και Νικήτα (πρακτική την οποία εφάρμοσαν και το Δεκέμβριο του 1944) 98. Όποιος και να ξεκίνησε τους πυροβολισμούς, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο ο- δυνηρό. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, όταν είδαν τους συντρόφους τους νεκρούς, επιτέθηκαν αγριεμένοι εναντίον της ομάδας του Δροσόπουλου, την αφόπλισαν, και τους μεν αντάρτες τους άφησαν ελεύθερους, τους δε αξιωματικούς τους οδήγησαν δέσμιους στο Στρατηγείο, στην Αράχωβα, για να τους δικάσουν. Πρώτη στάση της πορείας ή- ταν το χωριό Αρογόζαινα όπου εκεί, ο κατεπάν Βελιάς καπετάνιος του Τάγματος Καλαβρύτων - ο καπετάν Λαμπέτης πολιτικός επίτροπος του 12 ου Συντάγματος τους υπέβαλε σε εξαντλητικές ανακρίσεις. Εκεί βρίσκονταν ο Μίχος και οι καπετάνιοι Ωρίων, Πελοπίδας, Παπούας κ.α., οι οποίοι αφού ανέκριναν τους αξιωματικούς της ΕΟΕ, συγκάλεσαν λαϊκό δικαστήριο ανταρτοδικείο. Από την Αρογόζαινα μεταφέρθηκαν στο χωριό Αράχωβα, όπου είχε την έδρα του το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Την ίδια νύχτα, τους μετέφεραν στο χωριό Μελίσσια Αιγίου και εκεί κατόπιν εντολής του Αρχηγείου, συγκροτήθηκε αμέσως ανταρτοδικείο. Ο αντάρτης Γιώργης Νικολόπουλος (Βοριάς) θυμάται: «στο δρόμο, κάπου ε- κεί κοντά στην Αράχωβα, ο Δροσόπουλος με τον Σκαρτσίλα μου είπαν, έτσι σαν με παράπονο, πως ελπίζουν ότι ο Μίχος, σαν αξιωματικός που ναι και αυτός θα φροντίσει να μην τους χαλάσουν. Τότε αυτός, λέει, πήρε την πρωτοβουλία και με το θάρρος που χε απέναντι στο Μίχο πήγε στην Αράχωβα και τον παρακάλεσε να τους βοηθήσει. Σκέφτηκε, λέει, ο Μίχος, σκέφτηκε, και μετά από λίγο του είπε, πως δεν μπορεί να κάνει τίποτε, μόνοι τους ότι κάνουν. Και σαν τι να κάνουν; Να δηλώσουν, του λέει, ότι παρασύρθηκαν και ότι τώρα που είδαν έναν αληθινό αντάρτικο στρατό σαν τον ΕΛΑΣ μετανοούν κτλ. ( ) εκτός από το Μουτούση και το Γεωργούλη, οι άλλοι τρεις, λέει, ούτε καν του δώσαν απάντηση, μόνο τον κοίταξαν ειρωνικά και του είπαν ότι, «εμάς δεν μας ενδιαφέρει και αν εκτελεστούμε, εμείς το καθήκον μας σαν Έλληνες αξιωματικοί κάναμε» Κ. Πριόβολος, ό.π., σ Ό.π., σ

85 3.2.ε. Το ανταρτοδικείο στα Μελίσσια Οι αξιωματικοί της ΕΟΕ, βρίσκονταν στα Μελίσσια Αιγίου. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ συγκάλεσαν ανταρτοδικείο με την εξής σύσταση: α) Πρόεδρος της επιτροπής ορίστηκε ο Γεώργιος Αρετάκης (Σφακιανός) ο διοικητής του τάγματος Καλαβρύτων β) Λαϊκός επίτροπος ορίστηκε ο Σπύρος Μαντέλης (Καραϊσκάκης), γ) Ανταρτοδίκης ορίστηκε ο Γιάννης Κατσικόπουλος (Βελιάς) από τα Καλάβρυτα ο πολιτικός επίτροπος του τάγματος των Καλαβρύτων δ) Ανταρτοδίκης ορίστηκε και ο Χρήστος Καζάνας (καπετάν Δήμος, Παλαιολόγος). Σύμφωνα με μαρτυρία του Καίσαρα Πριόβολου, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ανταρτοδικείου, υπήρχε και ένας τρίτος ανταρτοδίκης, εν ονόματι καπετάν Κύκλωπας. 100 Στο μεταξύ, παρόλο που είχε αποκρυβεί το πού θα γινόταν η δίκη, η πλατεία του χωριού είχε γεμίσει κόσμο από τα γύρω χωριά και την πόλη του Αιγίου, καθώς οι συγγενείς των κατηγορουμένων είχαν ξεσηκώσει πολύ κόσμο. Ο Καίσαρ Πριόβολος, ο υπεύθυνος του ΕΑΜ στο χωριό Μελίσσια, θυμάται με πολλές λεπτομέρειες την διαδικασία του ανταρτοδικείου. Θεωρούμε λοιπόν σκόπιμο την παράθεση των γεγονότων σύμφωνα με τα λεγόμενά του: «Σε μια στιγμή άνοιξε η πόρτα του σχολείου που είχαν κλεισμένους του κατηγορούμενους και μια ομάδα ανταρτών τους έφερε στο χώρο του ανταρτοδικείου. Καθήσαν. Τότε πλησίασε ο καπετάν Κύκλωπας και διάβασε την κατηγορία, η οποία μεταξύ των άλλων έλεγε: Κατηγορείσθε πρώτον ότι υπαιτιότητά σας σκοτώθηκαν δύο αντάρτες μας και δεύτερον ότι βγήκατε στο βουνό, όχι για να χτυπήσετε τους Γερμανούς, αλλά σε συνεργασία με τους γερμανόφιλους Μουτουσαίους να χτυπήσετε εμάς Μετά, το ανταρτοδικείο, εξέτασε μερικούς μάρτυρες, οι οποίοι βεβαίωσαν την κατηγορία. Τέλος, ήρθε και η σειρά των κατηγορουμένων. Σηκώθηκε πρώτος ο Δροσόπουλος και είπε πάνω κάτω τούτα: «δεν με ενδιαφέρει ποια θα είναι η απόφασή σας. Εγώ πιστεύω απόλυτα πως έκανα το καθήκον μου όπως πρέπει να κάνει κάθε τίμιος Έλληνας αξιωματικός. Τον κατακτητή βγήκα να πολεμήσω. Τα υπόλοιπα, που εσείς ι- σχυρίζεστε, εγώ δεν τα ξέρω. Από πατριωτισμό και μόνο βγήκα στο βουνό και τίποτα άλλο. Δεν μετανοώ γι αυτό που έκανα». 100 Ό.π., σ

86 Ο Μουτούσης που απολογήθηκε στη συνέχεια μίλησε με ύφος πιο συγκαταβατικό και πνεύμα που δήλωνε κάποια μετάνοια, πράγμα που έκανε το Δροσόπουλο να σηκώσει το κεφάλι του και να του ρίξει μια περιφρονητική ματιά. Ο Νηγιάννης και ο Σκαρτσίλας, δεν είπαν τίποτε το σπουδαίο, απλά επανέλαβαν σχεδόν, τα λόγια του Δροσόπουλου. Ο μόνος που φάνηκε πιο θαρραλέος ήτανε ο Καρπόζηλος. Οι απαντήσεις που έδινε στις απαντήσεις του δικαστηρίου ήταν ξύπνιες και εύστροφες. ( ) Θυμάμαι πως μεταξύ των άλλων έλεγε: «δεν με μέλλει, που θα εκτελεστώ, αλλά που όταν θα μάθει η μάνα μου στις Σέρρες, ότι δηλαδή εδικάστηκα από Έλληνες ανταρτοδίκες για εσχάτη προδοσία, δεν θα το δεχτεί. Γιατί όταν έγινα αξιωματικός μου είπε, πως αν χρειαστεί, να πεθάνω για την πατρίδα. Πώς να μάθει τώρα, σύμφωνα πάντα με αυτά που ισχυρίζεται το δικαστήριό σας, ότι εγώ έγινα προδότης της πατρίδας και καταπάτησα τον όρκο που έδωσα και ότι εκτελέστηκα γι αυτό;». 101 Μετά το πέρας των απολογιών των κατηγορουμένων, το μεσημέρι, το ανταρτοδικείο έκανε διακοπή. Τότε, ο Καίσαρ Πριόβολος βρήκε την ευκαιρία, χρησιμοποιώντας το ρόλο του ως υπεύθυνος του ΕΑΜ και ήρθε σε επαφή με τον πρόεδρο του δικαστηρίου, τον Σφακιανό. Ο ίδιος αφηγείται τα εξής: «Καπετάνιε, προς θεού, μην τα χαλάσεις τα παιδιά, είναι κρίμα να χαλάσεις τέτοιους λεβέντες. Του έλεγα ακόμη ότι δεν είναι σωστό να τους σκοτώσεις εδώ στο χωριό και για άλλους λόγους. Αύριο που θα φύγετε εσείς, μπορεί κάποιοι συγγενείς τους να φέρουν τους Γερμανούς και να μας αφανίσουν όλους. Γιατί και το χωριό όλο θα το θεωρήσουν υπεύθυνο, αφού όλοι μας εδώ ανήκουμε στο ΕΑΜ. ( ) Θα σου χαρίσω δύο. Είσαι ευχαριστημένος; Και τους πέντε, του απαντάω. Καλά θα δούμε, μου λέει. Και σηκώθηκε και κατέβηκε κάτω. ( ) Εκεί που καθόμουν και παρακολουθούσα τη συνέχεια του δικαστηρίου, έρχεται ένα παιδί και μου λέει πως με θέλει ένας γέρος. Σηκώθηκα αμέσως και όταν πήγα πίσω από την εκκλησία, είδα έναν άγνωστο για μένα άνθρωπο. «Εγώ είμαι ο Χαρ. Μουτούσης, ο πατέρας του Νίκου, που δικάζεται τώρα», μου λέει και τον πιάνουν τα κλάματα. «Κάνε ότι μπορείς να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σου αν μου σκοτώσουν τον Νίκο να κάνετε και για μένα έναν λάκκο δίπλα του». Τον λυπήθηκα. Πήγα πίσω την ώρα που αγόρευε ο Πολιτικός Επίτροπος. Αγόρευε μισή ώρα περίπου. Από την αγόρευσή του αυτή, λίγα λόγια θυμάμαι: 101 Ό.π., σ

87 «Συναγωνιστές για όλους αυτούς τους κατηγορούμενους θα πρέπει να πέσει βαρύς ο πέλεκυς της δικαιοσύνης», έλεγε, και έκλεισε την αγόρευσή του ως εξής: «Σας παραδίδω πέντε προδότες. Πέντε εχθρούς του λαού για να τους κανονίσετε». ( ) Όταν τελείωσε η αγόρευση του Καραϊσκάκη, το δικαστήριο αποσύρθηκε μέσα στην εκκλησία για να βγάλει την απόφαση. ( ) Όταν βγήκαν από την εκκλησία, ο καπετάν Δήμος (ένας ψηλός μαυροσκούφης) διάβασε την απόφαση: Χρήστος Δροσόπουλος, Νηγιάννης και Σκαρτσίλας σε θάνατο. Νίκος Μουτούσης και Καρπόζηλος σε θάνατο με αναστολή. «έλα εδώ», μου λέει ο Σφακιανός. «Στείλε αμέσως να φέρουν έναν κασμά και δύο φτυαριά να φτιάξουμε τον τάφο τους». Ήταν 7 η ώρα το απόγευμα και ο Σφακιανός βιαζόταν, γιατί μετά τη δύση του ήλιου δεν γίνονται, λέει, εκτελέσεις. Εκείνον δε, που όρισε να κάνει τη χαριστική βολή ήταν ο Κύκλωπας. ( ) Το εκτελεστικό απόσπασμα, όταν πήγες στον τόπο της εκτέλεσης, άρχισε αμέσως τη δουλειά του. Στην αρχή ξαναδιαβάστηκε στους κατάδικους η απόφαση του ανταρτοδικείου. Μετά, ο παπάς του χωριού, ο ιερομόναχος Ζαχαρίας, κοινώνησε τους μελλοθάνατους και τέλος το εκτελεστικό απόσπασμα, αποτελούμενο από μερικά 17άρικα ανταρτόπουλα, έκανε την εκτέλεση. Λίγο πριν δοθεί το παράγγελμα «πυρ», και οι τρεις αξιωματικοί, με πρωτοβουλία του Δροσόπουλου, φώναξαν: «Ζήτω η Ελλάδα». Στη συνέχεια έγινε επιτόπου η ταφή τους. ( ) Λέγεται ότι ο Δροσόπουλος, κατά την ώρα της Θείας Κοινωνίας, είπε στον παπά Ζαχαρία: «Παππούλη, να πεις της μητέρας μου ότι είμαι θύμα προδοσίας». Αν τώρα πράγματι ο Δροσόπουλος είπε αυτό, ποιοι ακριβώς εννοούσε ότι τον πρόδωσαν; Η Επιτροπή της Πάτρας που διοικούσε την ΕΟΕ; Οι Άγγλοι; Αν όχι αυτοί, ποιοι άλλοι;» 102 Η εκτέλεση των τριών αξιωματικών, από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, στο χωριό Μελίσσια σήμανε και την τύχη αυτού του χωριού. Δυο μέρες μετά την καταστροφή των Καλαβρύτων, τη νύχτα 14 Δεκεμβρίου 1943, το χωριό Μελίσσια, το μοναδικό στην Αιγιάλεια, εκτός της ορεινής Φτέρης, κάηκε ολοσχερώς από τους Γερμανούς. Υποστηρίζεται η άποψη πως οι Γερμανοί οδηγήθηκαν εκεί από έναν Σκαρτσίλα από το χωριό Βερίνο και από έναν Ηλία Νηγιάννη από το Σαλμενίκο, αδερφό του αξιωματικού Νηγιάννη που είχε εκτελεστεί από τους αντάρτες στο χωριό. Εν κατακλείδι, αναφορικά με τον αρχηγό της ομάδας της ΕΟΕ, του υπολοχαγού Χρήστου Δοσόπουλου, πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν όχι μόνο την αθωότητά του αλλά εκθειάζουν τον πατριωτισμό και το σεμνό και τίμιο του χαρακτήρα του. Μάλιστα, ο ίδιος ο Συνταγματάρχης Βλάσης Ανδρικόπουλος, επικεφαλής μιας 102 Ό.π., σσ

88 αρκετά ισχυρής και οργανωμένης ένοπλης ομάδας της περιοχής (θα ασχοληθούμε παρακάτω), σε σχετικό του γράμμα αναφέρει: «κάποτε σε μια ιδιαίτερη συνομιλία που είχα, μετά τα επεισόδια Καστριτσίου, με τον ανθυπολοχαγό Καρπόζηλο (Γεωργούλη), που ήταν στο 12 ο Σύνταγμα αρχηγός των ομάδων σαμποτέρ, μου είπε ότι τον Δροσόπουλο τον πήρε στο λαιμό του η διοίκηση της οργάνωσης ΕΟΕ, γιατί βρέθηκε πάνω του μια διαταγή της, που σύμφωνα μ αυτή, διατασσόταν να σπεύσει να αφοπλίσει μια ομάδα κρούσεως του ΕΛΑΣ που δρούσε στην περιφέρεια Πιτίτσας Σελά Αράχωβα. Αυτό, μου είπε, ήταν το μεγαλύτερο επιβαρυντικό. Επίσης, μου είπε, πως πάνω σε αυτή τη διαταγή ο υπολοχαγός Δροσόπουλος είχε αντίρρηση και είχε εκφραστεί εναντίον της οργάνωσης ΕΟΕ. Ακόμα ότι η οργάνωση του ΕΟΕ τους εξηπάτησε και ότι προσπαθούσε να τους φέρει σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ και μάλιστα ότι επρόκειτο να σταλεί στην Πάτρα ο ανθυπολοχαγός Μουτούσης για να τονίσει στην διοίκηση της ΕΟΕ ότι αυτό ήταν ασύμφορο για το σκοπό που βγήκαμε στο βουνό». 103 Ακόμα και ο ίδιος ο ΕΛΑΣ και ειδικότερα το τάγμα Καλαβρύτων που είχε α- ναλάβει την διεκπεραίωση του ανταρτοδικείου, γνωστοποίησε στο Γενικό Στρατηγείο Πελοποννήσου, τους λόγους της διάλυσης της ΕΟΕ και της εκτέλεσης των αξιωματικών της. Ο σημαντικότερος λόγος ήταν η εύρεση του σημειώματος της διοίκησης της ΕΟΕ πάνω στον αδικοχαμένο υπολοχαγό Δροσόπουλο. Ολόκληρο το επίσημο έγγραφο του τάγματος Καλαβρύτων παρατίθεται αυτούσιο. 104 Το όλο επεισόδιο της διαμάχης ΕΛΑΣ και ΕΟΕ, δηλαδή, η διάλυση της ΕΟΕ, η σύγκρουσή τους στο Καστρίτσι, το ανταρτοδικείο στα Μελίσσια και η εκτέλεση των τριών αξιωματικών της ΕΟΕ έπαιξε πάρα πολύ σημαντικό ρόλο και την εποχή μετά την απελευθέρωση. Οι συκοφάντες της Αντίστασης, βρήκαν ευκαιρία και δίκασαν τους πρωτεργάτες του αντιστασιακού ρεύματος της Αχαΐας, επικαλούμενοι τα προηγούμενα γεγονότα. Τοιουτοτρόπως, η δίκη των «ηθικών αυτουργών» διεξήχθη στην Πάτρα και διήρκησε από τις 24 Απριλίου μέχρι τις 20 Μαΐου του Η. Παπαστεριόπουλος, ό.π., τ. Β, σ Βλέπε παράρτημα, αριθ Βλέπε παράρτημα, αριθ

89 3.3. Ο Αγγλικός παράγοντας Με ποιες προθέσεις και ποιες σκέψεις ήρθαν στην Ελλάδα οι αγγλικές αποστολές; Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι εύκολη. Η αγγλική διπλωματία έχει πείρα αιώνων. Πολέμησε όλους όσους έρχονταν ενάντια στα συμφέροντά της, με σαφή στόχο τόσο την προάσπιση των κεκτημένων της, όσο και την επέκταση (εδαφικά, κοινωνικά, οικονομικά) της δύναμής και επιρροής της. Το ίδιο ίσχυσε και στην περίπτωση της Ελλάδας, στην οποία όμως παρατηρούμε ορισμένες διαφορές. Η στάση των Άγγλων απέναντι στον αγώνα των Ελλήνων εναντίον του Άξονα, μεταβλήθηκε αρκετές φορές. Αρχικά, ο άγγλος υπουργός των εξωτερικών λόρδος Χάλιφαξ ανέφερε: «τον αγώνα της Ελλάδος τον θεωρούμε αγώνα ιδικόν μας», ο άγγλος πρέσβης στην Ελλάδα Πάλαιρετ: «είμαι υπερήφανος έχων το προνόμιον να εκπροσωπώ την χώραν μου εις την Ελλάδα», αλλά και ο ίδιος ο άγγλος βασιλιάς Γεώργιος Στ, στο τηλεγράφημά του στον βασιλιά της Ελλάδος Γεώργιο Β : «είμεθα μαζί σας, η υπόθεσίς σας είναι και δική μας υπόθεση. Θα διέλθουμε από μεγάλες δοκιμασίες, αλλά η τελική νίκη είναι εξασφαλισμένη». Εντύπωση προξενεί και ο χαιρετισμός του Τσώρτσιλ: «θα σας παράσχωμεν όλην την δυνατήν βοήθειαν μαχόμενοι εναντίον κοινού εχθρού και θα μοιρασθόμεν την κοινήν νίκην». Στη συνέχεια όμως, η στάση των Άγγλων και των αγγλικών αποστολών στην Ελλάδα άρχισε να αλλάζει. Θεωρητικά, επικρατούσε το ίδιο καθεστώς βοήθειας και υποστήριξης, πρακτικά όμως οι αγγλικές αποστολές αποτέλεσαν τροχοπέδη στην α- νάπτυξη και οργάνωση του αντάρτικου όλης της Ελλάδος. Άλλωστε, η προσφιλής στους Άγγλους τακτική του «διαίρει και βασίλευε», υπέβαλε αφενός την στήριξη ο- ρισμένων αντάρτικων ομάδων με ρίψεις όπλων, πολεμοφοδίων και ιματισμού, αφετέρου υπέβαλε την τακτική του διχασμού του λαού σε δύο στρατόπεδα, αριστερών και δεξιών, παρασύροντας τον ελληνικό λαό στο χάος του Εμφυλίου Πολέμου. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Άγγλου Ταξιάρχου Έντυ: «θεωρώ πως θα ήταν χρήσιμο για τους πράκτορές μας να έχουν επαφή με αντιπροσώπους της κυβερνήσεως [των Κουΐσλιγκς της Αθήνας], δηλαδή τους Ανωτέρους Αξιωματικούς, Αστυνομικούς κλπ. με τον σκοπό να τους ενσφηνώσουν την ιδέα ότι έχουν το καθήκον και το δικαίωμα να καταγγέλουν τους αρχηγούς του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ στις αρχές κατοχής και να βοηθούν 90

90 στη σύλληψη των πρακτόρων του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ώστε όταν έρθει η στιγμή οι οργανώσεις αυτές να μην μπορούν να βλάψουν τα αγγλικά συμφέροντα.» 106 Συνολικά λοιπόν, η SOE του Καΐρου, είχε στις υπηρεσίες της στην Πελοπόννησο 41 Βρετανούς και 17 Έλληνες που εργάζονταν γι αυτούς, οι οποίοι από τα μέσα Οκτωβρίου του 1943, εποχή που ανδρώθηκε το αντάρτικο, είχαν περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά στη συλλογή πληροφοριών, την κατασκοπία και την διανομή βοηθητικών αγαθών. Μέχρι και την αποχώρηση των κατοχικών γερμανικών στρατευμάτων από την Πελοπόννησο, οι Βρετανοί δεν είχαν επιτύχει τίποτε άλλο εκτός από δολιοφθορές που κόστισαν τη ζωή σε πολλούς αθώους, καθώς και την πλήρη απομόνωσή τους από την μοναδική αντιστασιακή οργάνωση που είχε απομείνει στην Πελοπόννησο, τον ΕΛΑΣ. Αλλά ας παρακολουθήσουμε τα γεγονότα από την αρχή. Στα πλαίσια της συμμαχίας μεταξύ των χωρών της Ελλάδος και της Αγγλίας, κατά τον B Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Άγγλοι οργάνωναν αποστολές προς την κατεχόμενη Ελλάδα. Κέντρο αυτών των αποστολών ήταν το Κάιρο. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί πολλές εξόριστες κυβερνήσεις μέσα σε αυτές και η ελληνική κυβέρνηση και πολιτικές προσωπικότητες από την κατεχόμενη Ευρώπη. Στο Κάιρο είχε την έδρα του και το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, που ήταν επικεφαλής του αγώνα κατά του Άξονα. Στο Κάιρο είχε έδρα και η SOE (Special Operations Executive), η κεντρική διεύθυνση των συμμαχικών δυνάμεων για την πολεμική τακτική δολιοφθοράς στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, η οποία είχε ξεκινήσει ήδη από τον Νοέμβριο του 1941 να σχεδιάζει την υποστήριξη των δυνάμεων των αντιστασιακών οργανώσεων στην Πελοπόννησο, με όπλα και συνδέσμους, με στόχο τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για την διεξαγωγή του πολέμου. Οι πρώτες αγγλικές αποστολές στην περιοχή της Αιγιάλειας και των Καλαβρύτων ατύχησαν γιατί δεν υπήρχε ελεύθερη περιοχή στην Πελοπόννησο, με άμεση συνέπεια οι πρώτοι Άγγλοι αλεξιπτωτιστές να εντοπιστούν από τις κατοχικές δυνάμεις. Η μάχη στο Πυργάκι τον Απρίλιο του 1943 (βλέπε σχετικό κεφάλαιο), δημιούργησε καλύτερες συνθήκες και μεγαλύτερο αίσθημα ασφάλειας για τις αγγλικές αποστολές. Η ευρύτερη ορεινή περιοχή της Βορείου Αχαΐας, ήταν η πλέον κατάλληλη ώστε να γίνουν ρίψεις και αποστολές που προορίζονταν όχι μόνο για την Αχαΐα αλλά και για την Κορινθία και για την Ηλεία. 106 Ό.π.,τ. Δ, σ

91 Η πρώτη αγγλική αποστολή πραγματοποιήθηκε στην τοποθεσία Κάνισκας Μποντιάδων (μια περιοχή ανάμεσα στις επαρχίες Πατρών Καλαβρύτων Αιγιαλείας) στις αρχές του Απρίλη του Την αποτελούσαν δύο Έλληνες βαθμοφόροι: ο Στέφανος Χαριάτης (Βασίλης), υποσμηναγός και ο Μανώλης Σαλαμαλίκης, ασυρματιστής από τη Σάμο. Ο ασύρματος και οι αποσκευές που έφερναν μαζί τους χάθηκαν στο πυκνό δάσος. Ο ασύρματος βρέθηκε αργότερα από χωρικούς, οι οποίοι τον παρέδωσαν στους αντάρτες. 107 Η δεύτερη αγγλική αποστολή πραγματοποιήθηκε στις 21 Απριλίου του 1943, στην περιοχή Νάσια Καλαβρύτων. Συμμετείχαν ο Άγγλος ταγματάρχης Ρίντ, μαζί με τους Άγγλο υπολοχαγό Πήτερ Πήτερ Βάν Τάτλεϋ και τον Έλληνα ανθυπολοχαγό Θόδωρο Γιαννόπουλο από την Σκοτάνη Καλαβρύτων. Η αποστολή αυτή προοριζόταν για το Δυρράχιο, αλλά η μάχη στο Πυργάκι που είχε προηγηθεί δημιούργησε ένα αίσθημα ασφάλειας για τις αποστολές. Ο Ρίντ ξεκίνησε αμέσως το «συμφωνηθέν» έργο του και έδειξε ευθύς εξ αρχής πως δεν συμπαθούσε τον ΕΛΑΣ. Ενώ ο κόσμος ενθουσιάστηκε με την έλευση του Ρίντ στην περιοχή, ο ταγματάρχης προσέλκυσε πολλούς μόνιμους αξιωματικούς που δεν συμπαθούσαν το ΕΑΜ και δημιούργησε μια μικρή στρατιωτική δύναμη της τάξης των 200 ανδρών. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να πάρει πίσω από τον ΕΛΑΣ 25 όπλα που του είχε δώσει πριν λίγο καιρό, ως βοήθεια από το Συμμαχικό Στρατηγείο. 108 Η σημαντικότερη κατά πολλούς αγγλική αποστολή ήταν αυτή του Άγγλου ταγματάρχη Άντονι Άντριους, με το ψευδώνυμο Αντώνης. Η αποστολή αυτή έπεσε στις αρχές του Ιουνίου του 1943 στην περιοχή των Καλαβρύτων 109. Ο Άντονι Άντριους ήταν καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, έφτασε στην Ελλάδα μαζί με έναν Άγγλο δεκανέα και έναν Έλληνα ασυρματιστή τον Νικηφόρο. Ο Άντριους συνέχισε τη δράση του και ανέλαβε την αρχηγία των αγγλικών αποστολών Αχαΐας, Ηλείας και Γορτυνίας. Ως καταρτισμένος ιστορικός είχε σταλεί από τον βρετανικό στρατό να υπηρετήσει στην SOE λόγω των ιστορικών και γλωσσικών του γνώσεων. Μετά τον πόλεμο, ο Μίχος χαρακτήρισε τον Άντονι Άντριους με προσβλητικά λόγια: «ο Άντονι που ήταν δάσκαλος, η διαγωγή του υπήρξε ελεεινή και μισούσε την αντίσταση του λαού 107 Γ. Μπιναρδόπουλος, Λ. Ρούπας, Θ. Χλιάπας, ό.π., σσ Η. Παπαστεριόπουλος, ό.π., τ. Α, σσ Βλέπε παράρτημα, αριθ

92 μας, και με κάθε τρόπο προσπάθησε να καλλιεργήσει τη διαίρεση του λαού και να σαμποτάρει την αντίσταση» 110 Στις 15 Αυγούστου του 1943, έπεσε στην περιοχή Καλαβρύτων ο Άγγλος συνταγματάρχης Στίβενς, που ήταν και ο αρχηγός όλων των αγγλικών αποστολών της Πελοποννήσου. Τον ίδιο μήνα του 1943, στην περιοχή των Μαζέικων, όπου βρισκόταν ήδη από τον Ιούνιο του ιδίου έτους ο Άντονι Άντριους, έπεσε με αλεξίπτωτο και μια ακόμη ομάδα Άγγλων κατασκόπων. Την αποτελούσαν οι ταγματάρχης Κάμπελ, ταγματάρχης Τζέιμς, λοχαγός Γκρέυ και ο υπαξιωματικός Σκάρλετ. Επικεφαλής αυτής της αποστολής ήταν ο αντισυνταγματάρχης Μακμάλλεν, με διαταγές από την SOE, να οργανώσει ένα κεντρικό βρετανικό αρχηγείο στην Βόρεια Πελοπόννησο, προσπάθεια που τελικώς απέτυχε. Έτσι λοιπόν, τον Αύγουστο του 1943, στην περιοχή της ορεινής Αχαΐας, είχαν συγκεντρωθεί τρεις καθηγητές του Πανεπιστημίου της Ορφόρδης ο ταγματάρχης Άντονι Άντριους, ο Πίτερ Φρέιζερ και ο αντισυνταγματάρχης Μακμάλλεν απεσταλμένοι της SOE, με σκοπό την εξυπηρέτηση των αγγλικών συμφερόντων στην περιοχή. 111 Μέχρι τα μέσα του 1943, οι αγγλικές αποστολές στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στην Αιγιάλεια και τα Καλάβρυτα, βοήθησαν στον τομέα των διαβιβάσεων και των πληροφοριών ενώ πραγματοποιήθηκαν ρίψεις εφοδίων, πυρομαχικών, ιματισμού και λιρών από συμμαχικά αεροπλάνα. Πεδία ρίψεων, αποτελούσαν περιοχές με πυκνό δάσος, απόκρημνες και απομονωμένες με στόχο να ξεφεύγουν από τα βλέμματα των κατοχικών στρατευμάτων. Χαρακτηριστικές ρίψεις έγιναν στις 10 Ιουνίου του 1943, στην περιοχή Σκούπι Καλαβρύτων από αγγλικά αεροπλάνα για τον εξοπλισμό της ομάδας του Μίχου. Περιελάμβανε 105 όπλα και ιματισμό. Σύμφωνα με συνέντευξη του Γιώργη Γουρνιά (Γερμανού) στον γράφοντα θυμάται: «θα μας κάνουν μια ρίψη, μας είπαν. Και μας κάναν στο Σκούπι. Δεν είχαμε όπλα τότε. Εγώ, σου είπα, πέντε σφαίρες είχα αρχικώς. Και ανάψαμε εφτά φωτιές ήταν το «σήμα» - να βλέπει το αεροπλάνο τη νύχτα. Λοιπόν, και ήρθε το αεροπλάνο, έκανε κάτι στροφές, ένα καιρό χαμήλωσε, έκανε και μια άλλη στροφή, και απόλυκε τα αλεξίπτωτα κάτου. Οι Εγγλέζοι τότε μας λένε: «παιδιά! Κάτι κιβώτια», λέει, «είναι παγιδευμένα, μην τα πειράξετε» - πονηρό! Αλλά εμείς πού να σκεφτούμε! ( ) [κάποια κιβώτια μάλλον είχαν λίρες μέσα] Λοιπόν, αφού βλέπαμε απάνου: «προσοχή: κίνδυνος θάνατος», με κόκκινα γράμματα, 110 Ανέκδοτα απομνημονεύματα Δημητρίου Μίχου. 111 Χ. Φ. Μάγερ, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα, Εστία, Αθήνα 2006, σσ Βλέπε παράρτημα, αριθ

93 βγάζαμε τα αλεξίπτωτα και τα κιβώτια τα προωθούσαμε [με ζώα] απάνου προς το Βελιμάχι, ( ) και ρίξαν και λίγα όπλα, κι ένα βαρύ πολυβόλο, θυμάμαι, ιταλικό, μπρέν, και κάτι οπλοπολυβόλα, δύο τρία. Ε, από κει, κανονίσανε να μας ξανακάνουν μια ρίψη στον Ξερόκαμπο του Χελμού.» 112 Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Γουρνιά, η επόμενη ρίψη είχε προγραμματιστεί για την απόκρημνη οροσειρά του Χελμού, στο σημείο του Ξερόκαμπου. Η επιχείρηση της ρίψης όμως προδόθηκε από το παιδί του αγροφύλακα από τη Βυσωκά Καλαβρύτων. Κατέφθασαν στο σημείο της ρίψης μια διλοχία Ιταλών από τα Καλάβρυτα και από το χωριό Βραχνί. Ο Γέρο Μίχος, αποφάσισε να ειδοποιήσει τους Άγγλους αεροπόρους για την ματαίωση της ρίψης και να συγκρουστεί με το ιταλικό απόσπασμα (βλέπε σχετικό κεφάλαιο, «Η μάχη στον Ξερόκαμπο»). Ο Παναγιώτης Γκλαβάς (Τάκης), από τα Καστριά Καλαβρύτων σε προσωπική συνέντευξη στον γράφοντα α- ναφέρει: «μετά το θάνατο του πατέρα μου, στις 7 Ιουνίου, τις περισσότερες φορές ήμουν κοντά στους αντάρτες. 20 Ιουνίου περίπου είμαστε στον Ξερόκαμπο, απάνου εκεί που είναι τώρα το χιονοδρομικό. Καμιά κατοστή είμαστε και δυο Εγγλέζοι για σύνδεσμοι. Είχαμε μαζέψει ξύλα για να ανάψουμε το βράδι φωτιές για σήμα. Μάθαμε θα ερχόταν ένα αεροπλάνο από τη Μέση Ανατολή για ρίψεις. Εν τω μεταξύ είχαμε πιάσει ένα παιδί από τη Βισωκά, του Βαγγέλη του Χοντρού του αγροφύλακα, που η οικογένειά του ήταν συνειδητοί καταδότες των Ιταλών. Το είχανε πιάσει να το σκοτώσουν, στους πολέμους γίνονται αυτά!, το λυπήθηκαν όμως και το κράτησαν, δεν το σκότωσαν. Είπε πως θα καθόταν κοντά μας, αντάρτης. Το βάλανε σκοπιά προς το μέρος των Καλαβρύτων. Σηκώνεται το παλιόπαιδο που λες και πάει στα Καλάβρυτα και προδίδει όλο το σχεδιασμό που είχαμε κάνει εμείς για το αεροπλάνο. Τότε έρχονται Ιταλοί και μας κύκλωσαν. Εν τω μεταξύ, ήρθε το αεροπλάνο, το βλέπαμε που έκανε βόλτες προς το Περιθώρι [χωριό της περιοχής Ακράτας]. Πήγαινε πέρα δώθε κανά μισάωρο το αεροπλάνο, και εμείς σκάγαμε που δεν μπορούσαμε να πάρουμε τις ρίψεις. Γιατί τι νομίζεις, ξιπόλυτοι ήμασταν. Δεν είχαμε ούτε όπλα, ούτε παπούτσια να φορέσουμε.» 113 Εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση που επικρατούσε στις αντάρτικες ομάδες, την οποία περιγράφει στη μαρτυρία του ο Παναγιώτης Γκλαβάς (Τάκης), αλλά και γενικότερα στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της υπαίθρου, οι αγγλικές αποστολές προσπαθούσαν να εξαγοράσουν συνειδήσεις και να μετατρέψουν σε πειθήνια όργανά τους ακόμα και οργανωμένους αγωνιστές της Αντίστασης. Σημαντικό όπλο σ 112 Προσωπική συνέντευξη με τον Βουρνά Γεώργιο, Αίγιο Προσωπική συνέντευξη με τον Παναγιώτη Γκλαβά, Αίγιο

94 αυτή τους την προσπάθεια διαδραμάτισε η χρυσή αγγλική λίρα. Μάλιστα, σε περιόδους μεγάλης πείνας και εξαθλίωσης, ακόμα και τα κατοχικά στρατεύματα των Ιταλών και των Γερμανών, προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν τις ρίψεις των αγγλικών αεροπλάνων. Πολλοί ερευνητές θεωρούν πως η «υπόθεση» της ρίψης των αγγλικών λιρών, ήταν ένας σημαντικός παράγοντας, μεταξύ άλλων φυσικά, που οδήγησε λίγα χρόνια αργότερα το ελεύθερο ελληνικό κράτος σε μια καινούρια, πιο σκληρή και πιο αιματοβαμμένη σύγκρουση, αυτή του Εμφυλίου Πολέμου. Η αγγλική ραδιουργία συνέτεινε με τον τρόπο της στην πόλωση των αντιστασιακών ομάδων, στην ανάπτυξη ερίδων και διαφωνιών μεταξύ, των ενωμένων στην αρχή τουλάχιστον Ελλήνων, και τέλος στην ανοιχτή και απροκάλυπτη εμφύλια σύρραξη. 95

95 4. Ο αντιστασιακός παράνομος Τύπος 114 Στα χρόνια της Κατοχής αλλά και της Αντίστασης ( ) ο λαός αντιτάχθηκε στον κατακτητή με πολλές μορφές. Εκτός από τις αντιστασιακές οργανώσεις, «έδρασε» και ο παράνομος Τύπος. Αυτός συντέλεσε στην οργάνωση, καθοδήγηση και κινητοποίηση του λαού κατά των κατοχικών στρατευμάτων και εξύψωσε το εθνικοαντιστασιακό πνεύμα των πολιτών. Παράλληλα, μέσα από τον Τύπο, οι κάτοικοι των χωριών και των πόλεων της κατεχόμενης Ελλάδας, διαπαιδαγωγούνταν, αλλά και ενημερώνονταν για τις επιτυχίες των Συμμάχων στα διάφορα μέτωπα. Με τον όρο «Παράνομος Τύπος», έχει επικρατήσει να θεωρούνται όχι μόνο οι εφημερίδες, αλλά και κάθε μέσο επικοινωνίας των οργανώσεων με τον λαό, όπως προκηρύξεις, αφίσες, ένσημα εράνων (κουπόνια), τρικ, που κυκλοφορούσαν στην κατεχόμενη Ελλάδα. Τέλος, περιλαμβάνονται και τα συνθήματα που γράφονταν στους τοίχους. Αρχικά οι αντιστασιακές εφημερίδες και τα λοιπά έντυπα ήσαν χειρόγραφες, δακτυλογραφημένες ή πολυγραφημένες. Σύντομα όμως οι οργανώσεις άρχισαν να δημιουργούν δικά τους παράνομα τυπογραφεία, με εξοπλισμό πρόχειρο και ανεπαρκή αρχικά, αλλά με δυνατότητες έντυπης παραγωγής αρκετών φύλλων. Εκεί όπου είχαν μεταφερθεί τα κέντρα αντάρτικων ή εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων, είχαν καταστεί και κέντρα έξοχης δημοσιογραφικής δραστηριότητας Ευρυτανία, Άγραφα, ορεινή Θεσσαλία, Πίνδος, Πελοπόννησος, ορεινά συγκροτήματα της Μακεδονίας της Ηπείρου και της Θράκης λειτουργούσαν θαυμάσια οργανωμένα τυπογραφεία, τα οποία τύπωναν εφημερίδες και περιοδικά ακόμα και πράξεις κυβερνητικού περιεχομένου όπως της γνωστής ΠΕΕΑ (Πολική Επιτροπή Εθνικής Απελευθερώσεως). Στο πρώτο στάδιο της δημιουργίας του, ο παράνομος Τύπος προσπαθούσε να διαλύσει τα ψεύδη της εχθρικής προπαγάνδας, εμψύχωνε, φρονημάτιζε, υπενθύμιζε τις ηρωικές αγωνιστικές παραδόσεις των Ελλήνων, οι οποίοι ποτέ δεν συμβιβάστηκαν με τους τυράννους τους. Στο δεύτερο στάδιο, καλούσε πλέον ανοιχτά στην οργάνωση και διεξαγωγή αγώνα με όλες τις μορφές, συμπεριλαμβανομένης και της ένοπλης μορφής εναντίον των κατακτητών. 114 Βλέπε παράρτημα, αριθ

96 Επειδή ο παράνομος Τύπος διαδραμάτισε τόσο σημαντικό ρόλο στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης, είναι απαραίτητη η συνοπτική παρουσίαση καταρχάς των πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδων και εντύπων, καθώς και του τοπικού παράνομου τύπου της επαρχίας Καλαβρύτων και Αιγιαλείας. Βέβαια, το εγχείρημα αυτό κρίνεται ιδιαιτέρως δύσκολο καθώς πολλά από τα εκδοθέντα τότε έγγραφα έ- χουν καταστραφεί ή είναι αρκετά δυσεύρετα Εφημερίδες της Δεξιάς και Κέντρου «Ελληνικόν Αίμα», εφημερίδα με τον μεγαλύτερο αριθμό φύλλων. Κυκλοφόρησε την 1 Ιουνίου του 1942 με ρυθμό δύο τουλάχιστον φύλλων το μήνα. Συνολικά εκδόθηκαν 65 φύλλα στο διάστημα από 1/6/1942 έως 12/10/1944. «ΕΕ», Όργανο της εθνικοκοινωνικής επανάστασης. Εκδόθηκε τον Απρίλιο του Καθορίζει τους σκοπούς της ως εξής: «θρησκεία, πατρίς, έννομος τάξις, κοινωνική δικαιοσύνη, εύρυθμος πολιτεία, εθνική αναδημιουργία, Μεγάλη Ελλάς». «Η Έφοδος», και «Η Μάχη», Όργανα της Εθνικής Δράσεως. Εκδόθηκαν το καλοκαίρι του «Ο Εθνικός Δρόμος», το ιδεολογικό όργανο της Λαϊκής Διαφωτίσεως της ΕΒΕΝ (Ένωση Βασιλοφρόνων Εθνικιστών Νέων). Κυκλοφόρησε στο τέλος του «Δεσμώτης Έλλην», εκδόθηκε την 10 Ιουλίου του Εμφανίστηκε ως όργανο του Κόμματος Εθνικοκοινωνικής Ανασυγκροτήσεως. Επιδίωξή της ήταν να προετοιμάσει το λαό για την αποδοχή του βασιλικού θ&epsi