ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΕΙΡΗΝΗ. 421 π.χ. β βραβείο. ΠΡΟΣΩΠΑ του ΕΡΓΟΥ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β ΤΡΥΓΑΙΟΣ. ΠΑΙ ΙΑ (κόρες του Τρυγαίου) ΕΡΜΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ



Σχετικά έγγραφα
Από όλα τα παραμύθια που μου έλεγε ο πατέρας μου τα βράδια πριν κοιμηθώ, ένα μου άρεσε πιο πολύ. Ο Σεβάχ ο θαλασσινός. Επτά ταξίδια είχε κάνει ο

«Ο Αϊούλαχλης και ο αετός»

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14. «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

Τράντα Βασιλική Β εξάμηνο Ειδικής Αγωγής

Μια νύχτα. Μπαίνω στ αμάξι με το κορίτσι μου και γέρνει γλυκά στο πλάϊ μου και το φεγγάρι λες και περπατάει ίσως θέλει κάπου να μας πάει

ΤΖΑΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ. Επιλεγμένα ποιήματα. Μέσα από την Αγάπη. γλυκαίνει καθετί πικρό. το χάλκινο γίνεται χρυσό

Αριστοφάνης Αποσπάσματα Λυσιστράτη ούτε τη φθάν η πάρδαλις, ούτ η φωτιά η φοβερή!

Ο εγωιστής γίγαντας. Μεταγραφή : Γλυμίτσα Ευθυμία. Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης. «Αλέξανδρος Δελμούζος»

«Ο Σάββας η κλώσσα και ο αετός»

Περιεχόμενα. Εφτά ξύλινα αλογάκια κι ένα αληθινό Αν έχεις τύχη Η μεγάλη καφετιά αρκούδα κι εμείς... 37

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΤΟ Σ ΑΓΑΠΑΩ

Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό:

Εικόνες: Eύα Καραντινού

Το παραμύθι της αγάπης

κι η τιμωρία των κατηγορουμένων. Βέβαια, αν δεν έχεις πάρει καθόλου βάρος, αυτό θα σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος

Η Μόνα, η μικρή χελώνα, μετακόμισε σε ένα καινούριο σπίτι κοντά στη λίμνη του μεγάλου δάσους.

Αυήγηση της Οσρανίας Καλύβα στην Ειρήνη Κατσαρού

ALBUM ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 2010 ΦΥΣΑΕΙ

«Η νίκη... πλησιάζει»

Μαρία Κωνσταντινοπούλου Ψυχολόγος - ειδική παιδαγωγός

ΘΕΑΤΡΙΚΟ 2 ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

ΠΑΝΑΓΙΩΣΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΣΡΙΟΤ. Δέκα ποιήματα για τον πατέρα μου. Αλκιβιάδη

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, τότε που όλη η γη ήταν ένα απέραντο δάσος, ζούσε μέσα στο ξύλινο καλύβι της, στην καρδιά του δάσους,

ΝΗΦΟΣ: Ένα λεπτό µόνο, να ξεµουδιάσω. Χαίροµαι που σε βλέπω. Μέρες τώρα θέλω κάτι να σου πω.

Αγγελική Δαρλάση. Το παλιόπαιδο. Εικονογράφηση Ίρις Σαμαρτζή

ΙΕ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ (Κ.Α.) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ:

17.Γ. ΠΡΟΣΤΧΑ ΑΝΕΚΔΟΣΑ ΜΕ ΣΟΝ ΣΟΣΟ 2 - ΧΑΣΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΤ ΜΑΡΙΑ

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #20. «Δεκαοχτώ ψωμιά» Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

ΣΚΕΤΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ. ΑΡΗΣ (Συναντώνται μπροστά στη σκηνή ο Άρης με τον Χρηστάκη.) Γεια σου Χρηστάκη, τι κάνεις;

«Η τύχη του άτυχου παλικαριού»

Και ο μπαμπάς έκανε μία γκριμάτσα κι εγώ έβαλα τα γέλια. Πήγα να πλύνω το στόμα μου, έπλυνα το δόντι μου, το έβαλα στην τσέπη μου και κατέβηκα να φάω.

Μαμά, γιατί ο Φώτης δε θέλει να του πιάσω το χέρι; Θα σου εξηγήσω, Φωτεινή. Πότε; Αργότερα, όταν μείνουμε μόνες μας. Να πάμε με τον Φώτη στο δωμάτιό

Εργασία Οδύσσειας: θέμα 2 ο «Γράφω το ημερολόγιο του κεντρικού ήρωα ή κάποιου άλλου προσώπου» Το ημερολόγιο της Πηνελόπης

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ 12. Οιδίποδας Επτά επί Θήβας

Τα παιδιά της Πρωτοβουλίας και η Δώρα Νιώπα γράφουν ένα παραμύθι - αντίδωρο

Στην ζωή πρέπει να ξέρεις θα σε κάνουν να υποφέρεις. Μην λυγίσεις να σταθείς ψηλά! Εκεί που δεν θα μπορούν να σε φτάσουν.

ΤΟ ΣΤΕΡΕΟ ΠΟΥ ΤΡΩΕΙ ΣΟΚΟΛΑΤΑ

Η γυναίκα με τα χέρια από φως

Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν

The best of A2 A3 A4. ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ, α Από το Α συμβούλιο των θεών με την Αθηνά στην Ιθάκη. ως τη μεταστροφή του Τηλέμαχου.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΩ ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ. Μια ολοκληρωμένη περιγραφή της εικόνας: Βρέχει. Σήμερα βρέχει. Σήμερα βρέχει όλη την ημέρα και κάνει κρύο.

Μια φορά και έναν καιρό, σ' ένα μεγάλο κήπο, ήταν ένα σαλιγκάρι μέσα στην φωλιά του. Ένα παιδάκι ο Γιωργάκης, έξω από την φωλιά του σαλιγκαριού

Bίντεο 1: Η Αµµόχωστος του σήµερα (2 λεπτά) ήχος θάλασσας

Κεφάλαιο 5. Κωνσταντινούπολη, 29 Μαίου 1453, Τρίτη μαύρη και καταραμένη

ΣΟΦΟΚΛΈΟΥΣ ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ. Μετάφραση ΔΉΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ 2017

ΟΝΕΙΡΟ ΜΙΑΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. ακριβώς το που.την μητέρα μου και τα αδέρφια μου, ήμουν πολύ μικρός για να τους

Χαμπάρι ο Γιαννάκης. Η μάνα χαμηλώνει το στερεοφωνικό... Ο Γιαννάκης επιτέλους, γυρίζει! Βλέπει τη μάνα... θυμώνει... της βάζει τις φωνές...

Ιερά Μητρόπολις Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Ευλογηµένο Καταφύγιο Άξιον Εστί Κατασκήνωση Αγοριών ηµοτικού

ΑΝ ΚΑΙ ΖΩ ΣΤΟΝ ΒΥΘΌ, το ξέρω καλά πια. Ο καλύτερος τρόπος να επικοινωνήσεις με τους ανθρώπους και να τους πεις όσα θέλεις είναι να γράψεις ένα

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΥΜΝΑΖΕΤΑΙ (Κωµικό σκετς)

:00:11:17 00:00:13:23. Έλα δω να δεις :00:13:23 00:00:15:18. Η Χλόη είναι αυτή; :00:16:21 00:00:18:10. Ναι.

Απόψε μες στο καπηλειό :: Τσιτσάνης Β. - Καβουράκης Θ. :: Αριθμός δίσκου: Kal-301.

- Γιατρέ, πριν την εγχείρηση δεν είχατε μούσι... - Δεν είμαι γιατρός. Ο Αγιος Πέτρος είμαι...

Τι όμορφη μέρα ξημέρωσε και σήμερα. Ως συνήθως εγώ ξύπνησα πιο νωρίς από όλους και πήγα δίπλα στην κυρία Σταυρούλα που κοιμόταν. Την ακούμπησα ελαφρά

17.Β. ΜΙΚΡΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΤΟ 4 - ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΑΡΙΑ

Γυµνάσιο Σιταγρών Θεατρικοί διάλογοι από τους µαθητές της Α Γυµνασίου. 1 η µέρα. Χιουµορίστας: Καληµέρα παιδιά, πρώτη µέρα στο Γυµνάσιο.

Παραμύθι για την υγιεινή διατροφή

Μύθοι του Αισώπου σε μορφή κόμικς. Εργασία από τα παιδιά της Ε τάξης

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΝΙΩΣΑΜΕ.. ΠΟΣΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΕΝΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ!

ΜΠΑ Μ! Μ Π Α Μ! Στη φωτογραφία μάς είχαν δείξει καλύτερη βάρκα. Αστραφτερή και καινούρια, με χώρο για όλους.

Ο γιος του ψαρά. κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώστου κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν' αρχινήσει...

Το δικό µου σκυλάκι. Ησαΐα Ευτυχία

ΣΧΕ ΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΧΕ ΙΟ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΘΕΜΑ: εξιότητες κοψίματος Σβούρες ΤΑΞΗ: Α-Β

«Η ΣΕΛΗΝΟΜΟΡΦΗ» Πράσινη κλωστή κλωσμένη. στην ανέμη τυλιγμένη. δωσ της κλώτσο να γυρίσει. παραμύθι ν αρχίσει

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΟΥΤΣΙΚΟΣ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΦΑΡΚΑΔΟΝΑΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ Γ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ «ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΙ ΠΕΤΑΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ»

Τάξη: Γ. Τμήμα: 2ο. Υπεύθυνη τμήματος : ΑΝΕΣΤΗ ΑΣΗΜΙΝΑ. Εκθέσεις μαθητών.. ΜΑΘΗΤΗΣ: ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ.

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ

Πριν από λίγες μέρες πήγα για κούρεμα.

«Πώς να ξέρει κανείς πού στέκει; Με αγγίζεις στο παρελθόν, σε νιώθω στο παρόν» Μυρσίνη-Νεφέλη Κ. Παπαδάκου «Νερό. Εγώ»

«Πούλα τα όσο θες... πούλα ας πούµε το καλάµι από 200 ευρώ, 100. Κατάλαβες;»

Σαράντα από τις φράσεις που αποθησαυρίστηκαν μέσα από το έργο του Καζαντζάκη επίκαιρες κάθε φορά που τις διαβάζουμε:

Μπεχτσή Μαρία του Κωνσταντίνου, 11 ετών

Σειρά: ΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ Τίτλος: ΑΙΣΩΠΟΥ ΜΥΘΟΙ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ΑΒΕ. Copyright Γιάννης Ζουγανέλης, Χρήστος Προμοίρας Copyright 2015:

ΤΑ ΜΠΑΛΟΝΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ

Modern Greek Beginners

Ο νονός μου είναι ο καλύτερος συγγραφέας τρελών ιστοριών του κόσμου.

2016 Εκδόσεις Vakxikon.gr & Κατερίνα Λουκίδου

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ. Όμορφος κόσμος

Έρικα Τζαγκαράκη. Τα Ηλιοβασιλέματα. της μικρής. Σταματίας

ΘΕΑΤΡΙΚΟ:ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΑΥΓΟ

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ. Σκηνή 1 η

21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2016 ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΆ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΥΛΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ

Δυο μάτια παιχνιδιάρικα :: Κάνουλας Κ. - Παγιουμτζής Σ. :: Αριθμός δίσκου: DT-142.

Τα λουλούδια που δεν είχαν όνομα ''ΜΥΘΟΣ''

Τοπαλίδης Ιπποκράτης, 13 ετών

Κωνσταντινίδου Αγγελίνα του Χρήστου, 8 ετών

Το ημερολόγιο της Πηνελόπης

ΜΙΑ ΤΡΕΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΕ ΠΕΝΤΕ ΣΚΥΛΟΥΣ

qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηq σwω ψerβνtyuςiopasdρfghjklzx cvbn nmσγqwφertyuioσδφpγρa ηsόρ ωυdf ghjργklαzxcvbnβφδγωmζq wert

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16. «Η κόρη η μονάχη» (Καστοριά - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

Μια φορά κι ένα γαϊδούρι

Λήστευαν το δημόσιο χρήμα - Το B' Μέρος με τους αποκαλυπτικούς διαλόγους Άκη - Σμπώκου

Kangourou Greek Competition 2014

Πριν από πολλά χρόνια ζούσε στη Ναζαρέτ της Παλαιστίνης μια νεαρή κοπέλα, η Μαρία, ή Μαριάμ, όπως τη φώναζαν. Η Μαρία ήταν αρραβωνιασμένη μ έναν

Προτεινόμενα κείμενα για προσκλητήρια

Αυτό το βιβλίo είναι μέρος μιας δραστηριότητας του Προγράμματος Comenius

Σκηνή 1η Φθινοπωρινή Φυλλαράκι Φθινοπωρινή Φυλλαράκι Φθινοπωρινή Φυλλαράκι Φθινοπωρινή Φυλλαράκι

ΒΟΚΑΚΚΙΟ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ

Transcript:

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ ΕΙΡΗΝΗ 421 π.χ. β βραβείο ΠΡΟΣΩΠΑ του ΕΡΓΟΥ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β ΠΑΙ ΙΑ (κόρες του Τρυγαίου) ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΑΡΑΧΟΣ (Γιος του Πολέµου) ΙΕΡΟΚΛΗΣ ΡΕΠΑΝΟΥΡΓΟΣ ΛΟΦΟΠΟΙΟΣ ΘΩΡΑΚΟΠΟΙΟΣ ΣΑΛΠΙΓΓΟΠΟΙΟΣ ΚΡΑΝΟΠΟΙΟΣ ΟΡΑΤΟΠΟΙΟΣ ΠΑΙ Ι (Λάµαχου) ΠΑΙ Ι (Κλεώνυµου) ΥΠΟΘΕΣΗ του ΕΡΓΟΥ

Ο Τρυγαίος, πολίτης της Αθήνας, είναι απελπισµένος από τον αλληλοσπαραγµό Αθήνας - Σπάρτης και αποφασίζει να ανέβει ο ίδιος στον ία για να τον ρωτήσει ποιος είναι ο σκοπός του και αφήνει τις ελληνικές πόλεις να αλληλοσφάζονται. Φτάνει µε τον "σκάθαρο" τον οποίο έκτρεφε από καιρό γι' αυτόν τον σκοπό και βρίσκει τον Ερµή που του λέει ότι ο Πόλεµος είναι τώρα µόνος του στον Όλυµπο και έχει φυλακίσει την Ειρήνη σε ένα βάραθρο. Ο Τρυγαίος αποφασίζει να την απελευθερώσει και να την φέρει πάλι στη γη. (Το σπίτι του Τρυγαίου µε το στάβλο δίπλα. υο υπηρέτες ζυµώνουν κοπριές, τις φέρνουν στο στάβλο - ταΐζουν ένα µεγάλο σκαθάρι, τον "σκάθαρο") ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Φέρε φέρε την κοπριά γρήγορα για το σκάθαρο. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β Να την, δωσ' την του να σκάσει και ποτέ να µη φάει πιο νόστιµη. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α ώσε κι άλλη, από καβαλίνα να 'ναι. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β Να την. Παρ' την. Την έφαγε κιόλας την άλλη που του έδωσες; ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α

Την πήρε στα µεγάλα πόδια του, τι στριφογύρισε και χλαπ! Αµάσητη την κατέβασε. Γρήγορα όµως φτιάχνε, φτιάχνε συνέχεια πολλές!! ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β Άνθρωποι κοπρολόγοι, πάρτε τα γρήγορα, γιατί µα τους θεούς θα πνιγώ από τη βρώµα ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Κι άλλην! Κι άλλην δώσε κι άλλην. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β Πάρε. Αχ! Μόνο για ένα λέω πως δεν θα µε κατηγορήσει κανείς, και δεν θα πει ότι πλάθοντας τρώω κι εγώ. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Αχ, αχ, φέρε, φέρε κι άλλην, πλάθε κι άλλες! ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β Μα τον Απόλλωνα, όχι πια άλλες! Πάνω απ' τη σκάφη είµαι πόση ώρα, δεν µπορώ άλλο! ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Θα πιάσω και θα σύρω κοντά µου, εδώ, αυτή τη σκάφη. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β

Στον κόρακα κι εσύ και η σκάφη µαζί σου! Ε, µα το ία, κάποιος αν ξέρει ας µου πει που θα βρω µύτη χωρίς ρουθούνια. Άλλη δουλειά πιο βρώµικη δεν υπάρχει να ζυµώνεις ακαθαρσίες να τα τρώει ο σκάθαρος! Γιατί άλλο γουρούνι ή σκυλιού ή ανθρώπου αµέσως τα τρώει. Μα τούτος εδώ είναι πολύ ψηλοµύτης - κι αλλιώς δεν τα τρώει αν δεν του τα ζυµώσεις µια ολόκληρη µέρα σαν της γυναίκας τις αφράτες φραντζόλες. Όµως θα ανοίξω κρυφά το πορτάκι, να δω αν τρώει ακόµα. (Ανοίγει σιγά σιγά την πόρτα και βλέπει) Τρώγε τρώγε µη σταµατάς! Μέχρι να σκάσεις! Αχ πως τρώει ο σιχαµένος. Σκύβει και χώνει το κεφάλι µε χέρια και δόντια το γυροφέρνει, να έτσι, σαν παλαµάρια στην προβλήτα οι ναύτες! Αηδία και σίχαµα και βρωµιά ατελείωτη. Ποιος θεός το 'στειλε δεν ξέρω. Η Αφροδίτη αποκλείεται. Ούτε οι Χάριτες. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Τότε ποιανού είναι τούτο το τέρας;

ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β εν µπορεί να 'ναι του Κεραύνιου ία. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Θα µπορούσε λοιπόν κάποιος θεατής νεαρός εξυπνάκιας, να ρωτούσε "τι είναι; τι νόηµα βαθύτερο έχει ο σκάθαρος;" Και δίπλα του κάποιος διαβασµένος θαρρώ θα του 'λεγε ίσως "Μπηχτές για τον Κλέωνα, µάλλον! Έτσι και κείνος καταπίνει τις βρωµιές του". ΥΠΗΡΕΤΗΣ Β Να πάω όµως µέσα να ουρήσω να πιεί. (Πηγαίνει) ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Κι εγώ θα πω στα παιδιά για το έργο και στους νιους και στους άντρες και στους πιο µεγάλους άντρες και σ' αυτούς που καµώνονται πως όλα τα ξέρουν. Το αφεντικό µου τρελάθηκε - όχι όπως οι άλλοι! Καινούρια είναι η τρέλα του. Κοιτά όλη µέρα τον ουρανό χαζοχάσκοντας και βρίζει το ία και λέει " ία ία! Που το πας ία, άσε τη σκούπα!

Μη τη σαρώνεις την Ελλάδα ολόκληρη"! Α! Μη τώρα. Μη! Σωπάτε! Νοµίζω φωνάζει. (Ακούγεται η φωνή του Τρυγαίου) ία! Τι θα τον κάνεις τον κόσµο µας! Τη λατρεία σου σβήνεις - τελείωσες αν τις διαλύσεις όλες τις πόλεις σου! ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Να το κακό που σας έλεγα! Να! Την καταλάβατε την τρέλα του τώρα. Να σας πω τι πρωτόπε όταν πρωτοάρχισε. Αναρωτιόταν και έλεγε "πως θα µπορούσα να φτάσω, πως, αµέσως στο ία;" Και ύστερα έφτιαχνε σκαλίτσες λεπτές και σκαρφάλωνε πάνω τους, µέχρι που τσάκισε το κεφάλι του πέφτοντας και χτες - σε απόγνωση - δεν ξέρω πως έφερε έναν τρανό σκατοµπούµπουλα της Αίτνας - τεράστιο, να τον φροντίζω µ' ανάγκασε κι αυτός τον ηµέρωνε σαν πουλαράκι και τον κανάκευε κι έλεγε.

"Πηγασάκι µου. Πέτα µου. Πάρε µε και πάµε στο ία αµέσως". Τώρα θα σκύψω να κοιτάξω τι κάνει. (Κάνει να σκύψει να δει, αλλά ο Τρυγαίος προβάλλει καβάλα στο τεράστιο σκάθαρο) Πω πω ο δύστυχος! Ελάτε γειτόνοι! Ο αφέντης τραβάει καβάλα στο σκάθαρο! Μετέωρος πάει. Ήσυχα ήσυχα σκάθαρε, ήρεµα. Μη τόσο φορτσάρεις απ' την πρώτη στιγµή, θα ιδρώσεις και θα κουραστούν τα φτερά σου. Και µην ξεφυσάς ικετεύω. Βρωµάς. Αν θέλεις ξεφύσηµα ν' έµενες σπίτι. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α έσποτα άνακτα! Κουνιέται πολύ! Σώπα! Σώπα! ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Γιατί πετάς άδικα ψηλά στον ουρανό!

Για το καλό των Ελλήνων πετώ. Μηχανεύτηκα πρωτάκουστο τόλµηµα. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Γιατί πετάς; Παλάβωσες άδικα! Σιωπή και ευλάβεια - και µην κακοµελετάς. Μίλα µε δέος. Πες στον κόσµο να σωπάσουν και να χτίσουν καινούργιους κοπρώνες. Και να βάλουν τάπες. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α εν θα σιωπήσω αν δεν µου πεις που πας να πετάξεις. Στον ουρανό, για το ία. Τι άλλο! ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Τι έχεις στο νου σου;

Να τον ρωτήσω για τους Έλληνες όλους τι πάει να τους κάνει. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Κι αν δεν σου πει; Θα τον καταγγείλω ότι προδίνει την Ελλάδα στους Μήδους. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Α, µα το ιόνυσο! Ποτέ όσο ζω! εν γίνεται αλλιώς. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α Αχ αχ παιδάκια φεύγει ο πατέρας σας. Σας αφήνει παντέρηµα. Στον ουρανό ανεβαίνει κρυφά. Ικέτεψε τον πατέρα σας δύστυχα! (Βγαίνουν οι δυο µικρές κόρες του Τρυγαίου) ΚΟΡΗ Πατερούλη αλήθεια; Ακούστηκε µια φωνή στο σπίτι,

µας αφήνεις και φεύγεις, πετάς µε τα πουλιά και πας µακριά; Τι είναι πατέρα; Πες την αλήθεια αν µας αγαπάς. Κρίνετε εσείς κόρες µου. Η αλήθεια µε θλίβει όταν µου ζητάτε "πατερούλη ψωµί" και φράγκο δεν έχω και ούτε ψίχουλο! Αν όµως τώρα τα καταφέρω, στο γυρισµό µου θα έχετε µεγάλη φραντζόλα και κρεµµύδι µαζί για προσφάγι. ΚΟΡΗ Ποιο δρόµο θα πάρεις; Εκεί στα ψηλά καράβι δεν πάει. Με φτερωµένο πουλάρι θα πάω, όχι καράβι. ΚΟΡΗ Πως σου ήρθε ιδέα σκαθάρι να ζέψεις και να πας στους θεούς; Στους µύθους του Αισώπου, ο Σκάθαρος µόνο απ' τα πετούµενα όλα πήγε πετώντας.

ΚΟΡΗ Ψέµατα είναι ο µύθος του Αισώπου - πως ως τους θεούς πήγε ο βρωµοσκάθαρος. Πήγε από έχθρα παλιά στον Αετό - να του φάει τ' αβγά για εκδίκηση. ΚΟΡΗ Πήγασο έπρεπε να ζέψεις πατέρα. Θα φαινόσουν στους θεούς ήρωας τραγωδίας. Μα θα θέλει διπλάσια τρόφιµα κόρες µου. Τώρα όµως, µε όσα θα τρώω µ' αυτά θα χορταίνω και τούτον τον σκάθαρο. ΚΟΡΗ Κι αν πέσει στη θάλασσα πως θα σωθείς αφού δεν έχει φτερά; Έχω τούτο το πηδάλιο. Γι' αυτό θα µπορέσω. Το καράβι µου θα είναι Ναξιώτικο σκαθάρι! ΚΟΡΗ

Ποιο λιµάνι θα σε δεχτεί όταν γυρίσεις; Στον Πειραιά υπάρχει όρµος Κανθάρου. ΚΟΡΗ Κοίτα µη λαθέψεις και γκρεµοτσακιστείς. Κουτσό θα σε πάρει ο Ευριπίδης για θέµα του. Τραγωδία θα γίνεις. Το έχω στο νου µου. Χαίρετε τώρα. Φεύγω. (Οι κόρες του Τρυγαίου µπαίνουν µέσα) Και σεις θεατές που πασχίζω για χάρη σας τρεις µέρες ολόκληρες να µην αφοδεύσετε. Θα το µυρίσει ο σκάθαρος που θα 'ναι πάνω και θα κατέβει αµέσως να έρθει να το φάει. Έλα µου Πήγασε, έλα χαρούµενος. Κούνα τ' αυτιά να βροντούν τα χρυσά χαλινάρια σου. Ει! Τι κάνεις; Γιατί ανοιγοκλείνεις τα ρουθούνια; Πέτα ψηλά! Ανέβα µε θάρρος να σε φέρουν γραµµή τα απλωµένα φτερά σου στο παλάτι του ία.

Μην τη γυρνάς τη µύτη στις ακαθαρσίες και στις άλλες τροφές σου. (Βλέπει τάχα κάποιον κάπου) Ε! συ! Που τα κάνεις εκεί στου Πειραιά στα πορνεία. Αµάν! Θα µε πάρεις στο λαιµό σου, θα χαθώ! Σκάψε. Σκέπασέ τα!! Φύτεψε πάνω τους χόρτα και άνθη και µύρα ρίξε τους. Αν πέσω και πάθω τίποτα πέντε τάλαντα θα δώσουν για το χαµό µου οι Χιώτες και θα φταίει ο πισινός σου. Το φοβάµαι στ' αλήθεια, δεν το λέω για πείραγµα. Ε! Εσύ! Χειριστή του µηχανήµατος! Ε! Το νου σου, ζαλίζοµαι - γουργουρίζει η κοιλιά µου. Σιγότερα λίγο. Θα χορτάσω το σκάθαρο. Φτάσαµε όµως, έτσι µου φαίνεται, βλέπω καθαρά την πόρτα του ία. Ποιος είναι στην πόρτα εδώ; Θα µου ανοίξει; (Έφτασαν στην πύλη, τη χτυπάει. Βγαίνει ο Ερµής) Από πού ακούγεται φωνή θνητού; Πω πω Ηρακλή µου! Τι είναι αυτό το τέρας!

Αλογοσκάθαρος! Βρωµερέ και θρασύτατε και αδιάντροπε και αισχρέ και αισχρότερε και αισχρότατε! Πως ανέβηκες αρχιαίσχιστε και ήρθες; Πως σε λένε, πες. Βρωµερότατος. Από ποια γενιά είσαι; Από ποια οικογένεια; Βρωµερότατος. Πατέρας σου, ποιος είναι; ικός µου; Ο Βρωµερότατος. Αν δεν πεις όνοµα, µα τη Γη, όποιος κι αν είσαι, θα πεθάνεις.

Είµαι ο Τρυγαίος απ' το ήµο Αθµωνίας, καλός αµπελουργός - όχι συκοφάντης και ταραχοποιός. Και γιατί ήρθες; Να σου φέρω πεσκέσι τούτα τα κρέατα. Αχ καηµενούλη, πως ήρθες! Αχ καλοφαγούλη, έλα φώναξε το ία εν σου φαίνοµαι τώρα βρωµερότατος άλλο; Ω! εν είναι εδώ. Έφυγαν χτες. Πήγαν αλλού. Που πήγαν;

Έφυγαν µακριά. Που; Σε ποια µεριά της γης; Πέρα µακριά κάτω απ' τον ουρανό. Και έµεινες µόνος; Γιατί; Φυλάγω των θεών τα πράγµατα, τσουκαλάκια ποτηράκια, σκαµνάκια... Και γιατί έφυγαν οι θεοί; Θύµωσαν µε τους Έλληνες. Εδώ στη θέση τους έβαλαν τον Πόλεµο και σ' αυτόν σας ανάθεσαν, να σας κάνει ό,τι θέλει. Οι ίδιοι, που έφυγαν, πήγαν στα ύψη να µην ακούν άλλο τις παρακλήσεις σας πια

και σας βλέπουν να σφάζεστε. Και γιατί µας τα κάνουν αυτά; Επειδή προτιµάτε τον πόλεµο, είπαν, αν και συχνά σας έσπρωξαν να φιλιώσετε. Μα όταν οι Λάκωνες νικούσαν λιγάκι... "ναι, µα το θεό, οι Αττικοί θα το πληρώσουν" έτσι θριαµβολογούσαν και αν κάτι καταφέρνατε εσείς οι Αττικοί και έρχονταν οι Λάκωνες τότε για ειρήνη, λέγατε ευθύς "µα την Αθηνά, µα το ία, δεν πειθόµαστε. Αν κρατήσουµε την Πύλο θα µας ξαναρθούν". Ναι... ο χαρακτήρας µας έτσι είναι. Γι' αυτό δεν ξέρω αν θα ξαναδείτε την ειρήνη. Που να πήγε τώρα;

Την έριξε ο Πόλεµος σε ένα βαθύ πηγάδι. Σε ποιο; Σε τούτο εδώ κάτω. Και βλέπεις τι πέτρες έριξε πάνω, για να µην την πάρετε έξω ποτέ. Πες µου για µας τι έχει στο νου του; εν ξέρω. Αποβραδίς όµως έφερε ένα γουδί τόοοοσο µεγάλο... Τι να το κάνει τέτοιο γουδί; Σκέφτεται να στουµπίσει τις πόλεις σας µέσα. Φεύγω όµως τώρα, εξάλλου θα βγει, ακούω θόρυβο. Αχ, αχ ο έρµος, να φύγω κι εγώ.

Τρίψιµο γουδιού άκουσα µέσα... Πολεµιστήριο σάλπισµα! (Ο Ερµής φεύγει, ο Τρυγαίος παραµερίζει. Βγαίνει ο Πόλεµος µε το τεράστιο γουδί) ΠΟΛΕΜΟΣ Ω θνητοί! Θνητοί πολυβάσανοι! Τα σαγόνια σας τώρα θα τα σπάσω, θα σκούξετε. Απόλλωνα αφέντη! Τι µεγάλο γουδί! Και πόσο άγριο είναι το µάτι του Πολέµου! Αυτός είναι εκείνος ο τροµερός και παχύδερµος µε τις µεγάλες ποδάρες που µπροστά του τα κάνουµε; ΠΟΛΕΜΟΣ Αλίµονο Πρασιές, άθλιες και τρισάθλιες και δεκατρισάθλιες! Σήµερα θα χαθείτε. εν είναι για µας προς το παρόν. εν βαριέσαι! Για τους Λάκωνες είναι. ΠΟΛΕΜΟΣ

Αλί σας Μέγαρα Μέγαρα! Θα σας στουµπίξω όλα πατόκορφα τώρα. Σκορδαλιά θα σας κάνω! Πω πω τσουχτερά µεγάλα σαν κορόµηλα δάκρυα έβαλε στους Μεγαριώτες! ΠΟΛΕΜΟΣ Ω Σικελία! Κι εσύ τωρα χάνεσαι! Αχ τι πόλη δύστυχη! Τρίµµα θα γίνει! ΠΟΛΕΜΟΣ ώσε να περιχύσω και τούτο το µέλι της Αττικής. Άλλο µέλι βάλε, όχι αττικό. Πανάκριβο είναι. ΠΟΛΕΜΟΣ Παιδί, παιδί µου Τάραχε! Έλα. ΤΑΡΑΧΟΣ Τι µε θέλεις;

ΠΟΛΕΜΟΣ Άπραγος µένεις. Θα κλάψεις γι' αυτό. Άρπα τη φάπα. ΤΑΡΑΧΟΣ Πω πω κατραπακιά! Ωχ! Άρχοντα! Μήπως έβαλες και σκόρδο στο χτύπηµα; ΠΟΛΕΜΟΣ Τρέχα να φέρεις το γουδοχέρι γρήγορα. ΤΑΡΑΧΟΣ Μόλις χτες ήρθαµε. εν υπάρχει γουδοχέρι. ΠΟΛΕΜΟΣ Πήγαινε τρέχα στους Αθηναίους και ζήτα. ΤΑΡΑΧΟΣ Τρέχω αµέσως, αλλιώς θα τις φάω. Τι κάνουµε τώρα φουκαράκια µου, ε; Μέγας ο κίνδυνος. Αν έρθει ο Τάραχος και φέρει γουδοχέρι θα τις ταράξει τις πολιτείες ο Πόλεµος! Να χαθεί, θεέ ιόνυσε, αχ να µην το βρεί να το φέρει.

(Επιστρέφει ο Τάραχος χωρίς το γουδοχέρι) ΠΟΛΕΜΟΣ Ε, συ! ΤΑΡΑΧΟΣ Τι; ΠΟΛΕΜΟΣ εν το φέρνεις το γουδοχέρι; ΤΑΡΑΧΟΣ Εκείνο που γουδοχέριαζε ο Τοµαράς την Ελλάδα το έχασε η Αθήνα. έσπονα σεβάσµια Παλλάδα! Τι καλά που χάθηκε πάνω στην ώρα εκείνο πριν να µας περιχύσει τούτος µε σκορδαλιά! ΠΟΛΕΜΟΣ Τρέχα και πάρε φέρε άλλο, απ' τη Σπάρτη. ΤΑΡΑΧΟΣ Αµέσως αφέντη.

ΠΟΛΕΜΟΣ Και γρήγορα πίσω. Φίλοι µου, τι θα πάθουµε! ύσκολα τα πράγµατα. Όποιος από σας έτυχε να µυηθεί στης Σαµοθράκης τα Καβείρια µυστήρια τώρα να ευχηθεί να σπάσει τα πόδια του αυτός που πήγε. (Επιστρέφει πάλι ο Τάραχος χωρίς γουδοχέρι) ΤΑΡΑΧΟΣ Αχ συµφορά µου, συµφορά µου αλίµονο! ΠΟΛΕΜΟΣ Τι είναι πάλι; Πάλι δεν το φέρνεις; ΤΑΡΑΧΟΣ Πάει και της Σπάρτης το γουδοχέρι! ΠΟΛΕΜΟΣ Πως βρε πανούργε; ΤΑΡΑΧΟΣ

Το δάνεισαν στα µέρη της Θράκης και έπειτα το έχασαν. Καλά έκαναν, αχ! Μακάρι για καλό µας. Θάρρος θνητοί. ΠΟΛΕΜΟΣ Σύρ' τα µέσα τούτα τα αγγεία! Θα µπω να φτιάξω γουδοχέρι µόνος µου. (Ο Πόλεµος µπαίνει. Ακολουθεί ο Τάραχος. Φανερώνεται τώρα ο Τρυγαίος) Τώρα ταιριάζει το τραγούδι του άτη που έλεγε κάποτε µέσα στη µεσηµεριάτικη ζέστη "αχ τι καλά και γλυκά και ευφρόσυνα"! Τώρα Έλληνες είναι καλή η ευκαιρία να γλιτώσουµε απ' τις µάχες και τα δύσκολα και την Ειρήνη τη γλυκιά να ανασύρουµε, πριν µας προλάβει άλλο γουδοχέρι. Ω γεωργοί και τεχνίτες και έµποροι και ξένοι και µέτοικοι και νησιώτες και άλλοι. Όλος ο κόσµος. Όλοι ελάτε. Πάρτε και τρέξτε. Με σκοινιά και λοστούς! Τώρα καιρός να αρπάξουµε πάλι της καλής µας θεάς τις χαρές και τις γλύκες.

(Έρχονται Αθηναίοι γεωργοί και άλλοι. Είναι ο Χορός - µπαίνει µε χορό και τραγούδια) Όλοι πρόθυµοι εδώ, γραµµή για τη σωτηρία! Να βοηθήσουµε Πανέλληνες όσο ποτέ δίχως όπλα παρατάξεις και αιµατηρά χτυπήµατα. Τούτη η µέρα έλαµψε αντιπολεµική. Πες λοιπόν τι πρέπει και κάνε και οδήγα, δισταγµοί και σιωπές δεν πρέπουν σήµερα. Με σχέδιο και µόχθο να τη σύρουµε πρέπει να λάµψει στο φως η θεά η τρισµέγιστη και φίλη του Βάκχου. Πάψτε να φωνάζετε από τη χαρά σας! θα τον αγριέψουνε τον Πόλεµο πάλι και θα βγει. Χαιρόµαστε που ακούσαµε τέτοια είδηση. εν µας καλούν να πάµε για πόλεµο - µε τροφή για τρεις µέρες... Φυλαχθείτε απ' τον Κέρβερο εκείνο

µη µας εµποδίσει τη θεά ν' ανασύρουµε, µε φωνές και χειρονοµίες, όπως όταν ζούσε. Λίγο να τη βάλω στο χέρι εγώ... και κανείς δεν µπορεί να την πάρει. Χι χι... Σταµατήστε τις φωνές, αλλιώς καταστρέφοµαι. Θα βγει και θα τα πατήσει όλα αυτά που κάνουµε. Να βγει να τα πατήσει να τα κάνει ανάστα. Εµείς θα χαιρόµαστε, δεν σταµατάµε. Συµφορά! Τρελαθήκατε! Για όνοµα των θεών µην τη χαλάτε ωραία δουλειά για χορούς και πηδήµατα. Η χαρά τα σπρώχνει να χορεύουν τα πόδια µου, δεν τα σπρώχνω εγώ. Μη άλλο τώρα, σταµατήστε τους χορούς.

Κοίτα µε. Σταµάτησα. Σταµατάς, αλλά χορεύεις! Τούτο το βήµα µόνο και τέλος. Άντε αυτό. Αυτό και σταµάτα. Αφού έτσι χαίρεσαι, δεν θα χορέψουµε. Χορεύετε όµως. Τούτο το βήµα το δεξί και τελειώνουµε. Κάντε το κι αυτό µη σας λυπήσω.

Και τ' αριστερό πάει πακέτο. Ευφραίνοµαι και χαίροµαι και γελώ πολύ πιο πολύ που γλίτωσα τώρα απ' την ασπίδα παρά αν ξεντυνόµουνα απ' όλα µου τα γερατειά! Μη χαίρεστε από τώρα, δεν ξέρετε καλά. Μόνο αν την πάρουµε τότε να χαίρεστε να ξεσπάτε να γελάτε να φεύγετε να µένετε να πηδάτε, να κοιµάστε στα πανηγύρια να γυρνάτε, να τρώτε και να πίνετε και να χασκογελάτε χαχαχα και χεχεχε. Μακάρι να γίνει να δω τέτοια µέρα κάποτε! Πολλά έως τώρα υπέφερα, δυσκολίες και κόπους - του Φορµίωνα πάθη - και στο εξής δεν θα είµαι δικαστής αυστηρός και σκληρός και κακότροπος όπως ήµουνα πριν, µαλακό θα µε δεις και µε γνώµες καινούριες - δεν θα 'χω γκρίνιες -

αρκετό χρόνο τώρα χανόµασταν, τριβόµασταν εδώ κι εκεί παντού σε ασκήσεις και πεδία µε ασπίδα και δόρυ. Τι να κάνουµε τώρα, πες, θα χαρείς. Τύχη αγαθή αρχηγό µας σε διάλεξε. (Ο Τρυγαίος πλησιάζει στο πηγάδι να βγάλει τις πέτρες. Πάνω εκεί βγαίνει ο Ερµής) Άντε να δω πως θα τραβήξουµε τις πέτρες. Τι πας να κάνεις µικρέ και παράτολµε; Τίποτε το κακό Ό,τι και ο Κιλλικών. Χάθηκες κακοδαίµονε! Ό,τι µου τύχει. Ερµής είσαι βέβαια... κατά τον κλήρο σου θα κάνεις.

Χάθηκες, αφανίστηκες... Για πότε λες; Τώρα. εν πούλησα ακόµα τίποτα για να την πάθω. Ούτε αλεύρι, ούτε τυρί. Κι όµως την έπαθες. Και πως δεν το κατάλαβα αυτό το καλό που έπαθα; εν ξέρεις πως ο ίας όρισε θάνατο σ' όποιον πιαστεί να την ξεθάβει; Και τώρα θα πεθάνω κι εγώ κατ' ανάγκη;

Βέβαια. άνεισέ µου τότε τρεις δραχµές να θυσιάσω ένα γουρουνάκι. Πρέπει να µυηθώ πριν να πεθάνω. ία βροντοκεραύνιε! Για όνοµα των θεών, µη µε µαρτυράς! Σε ικετεύω. εν θα το κρύψω. Σε εξορκίζω στο κρέας που σου 'φερα πεσκέσι. Θα µε κάψει ο ίας αγαπητέ µου αν δεν το διαλαλήσω και το κρατήσω κρυµµένο.

Μην το διαλαλήσεις καλέ µου Ερµάκο! Και σεις βρε, τι πάθατε; Μαρµαρώσατε όλοι; Παρακαλέστε και σες, αλλιώς θα το πει. (Μετά την προτροπή αυτή στο Χορό, ο Χορός επεµβαίνει) Μη έσποτα Ερµή, µην το πεις, µη! Αν σου πρόσφερα ποτέ παχουλό γουρουνάκι και το 'φαγες µην το ξεχνάς σαν το τίποτα τώρα. Ακούς τι και πως σε ικετεύουν ω έσποτα; Μην πας ενάντια. Παρακαλούµε θερµά άσε να τη σύρουµε άσε να την πάρουµε µεγαλωδόρατε και φιλανθρωπότατε απ' όλους τους θεούς - αν του Πείσανδρου την έπαρση και το χαρακτήρα σιχαίνεσαι. Εµείς, ω άρχοντα, θα σου κάνουµε πάντα θυσίες και δώρα µεγάλα να χαίρεσαι.

Ερµή σε ικετεύω, την ικεσία τους ελέησε, πιο πολύ τώρα σε τιµούν από πριν, πιο πολύ τώρα κλέφτες απόγιναν. Και θα σου πω ένα πράγµα δεινό και µεγάλο που όλους τους θεούς αφορά. Στο κακό τους. Πες το, έλα. Ίσως µε πείσεις. Η Σελήνη και ο Ήλιος ο πανούργος σας επιβουλεύονται καιρό. Στους βάρβαρους προδίνουν την Ελλάδα! Γιατί το κάνουν τέτοιο πράγµα; ιότι, µα το ία, εµείς θυσιάζουµε σε σας και οι βάρβαροι σ' αυτούς και θέλουν γι' αυτό να µας χαλάσουν ολότελα - να πάρουν αυτοί τις λατρείες των θεών. Γι' αυτό και αυτοί αλληλοκλέβονται πάντα

και τρώει ο ένας απ' τον κύκλο του άλλου; Ναι, µα το ία Γι' αυτό φίλε Ερµή βοήθα µας πρόθυµα τράβα µαζί να τη βγάλουµε και θα κάνουµε µεγάλα Παναθήναια για χάρη σου και όλες τις άλλες γιορτές για τιµή σου, και ιπόλεια θα κάνουµε και Αδώνια και οι άλλες οι πόλεις που θα σώζονται, όλες, θα σε τιµούνε, Ερµή, παντού σαν σωτήρα. Και πολλά άλλα θα 'χεις. Και πρώτα απ' όλα τούτο το χρυσό κανατάκι να το 'χεις, να κάνεις σπονδές. Αχ, πάντα τα χρυσαφικά µε κάνουν σπλαχνικό. Έργο σας τώρα! Με τις αξίνες σας γρήγορα Τραβάτε τις πέτρες! Θα τις τραβήξουµε εµείς. Και για χάρη µας, εσύ, των θεών ω σοφότατε, για ό,τι πρέπει να κάνουµε δίνε µας τις συµβουλές σου. Κι ως προς τα άλλα υπηρέτες σου θα είµαστε.

Έλα εσύ, γρήγορα κάνε. Κράτα το κύπελλο να τον γεµίσω κρασί να ευχηθούµε. Σπονδές. Σπονδές! Ησυχία. Ησυχία! (Κάνουν σπονδές και εύχονται) Με τις σπονδές µας ευχόµαστε τούτη η µέρα να είναι αρχή µεγάλων καλών για τους Έλληνες όλους. Κι όποιος πρόθυµα βοηθήσει και τραβήξει το σχοινί και τη βγάλουµε ποτέ του µην πιάσει ασπίδα αυτός. Μα το ία, να περάσει τη ζωή εν ειρήνη και δίπλα στο τζάκι να κάθεται µαζί µε την εταίρα. Κι όποιος καλύτερα τον πόλεµο θέλει...

Ποτέ του µην πάψει, ω ιόνυσε άνακτα, να βγάζει απ' τα µπράτσα του βέλη. Κι όποιος επιθυµεί να αρχηγέψει στον πόλεµο και δεν θέλει η έσποινα να ανέλθεις στο φως... Να πάθει στη µάχη ό,τι και ο Κλεώνυµος. Κι αν κάποιος κονταράς ή ασπιδέµπορας θέλει πολέµους για περισσότερα κέρδη... Να τον πιάσουν ληστές και να τρώει κριθάρι. Και όποιος θέλοντας αρχηγίες στον πόλεµο δεν βοηθήσει ή δούλος ζητώντας καιρό να λακίσει... Αυτός στον τροχό να δεθεί για µαστίγωµα.

Και σε µας, τα καλά, ιώ Παιώνια ιω! Βγάλε το παιώ, το ιώ λέγε µόνο. Ιω λοιπόν, ιώ! Ιώ λέω µόνο. Στον Ερµή. Ναι, στις Χάρες. Ναι, στην Αφροδίτη. Ναι, στις Ώρες. Ναι, στον Πόθο. Ναι. Στον Άρη; Όχι. Όχι. Μήτε στον Ενυάλιο; Όχι. Όχι! Ρίξτε τότε όλοι τα σχοινιά και τραβάτε.

(Ρίχνουν σχοινιά µε γάντζους κ.λπ. και τραβούν) Έλα! Ωπ! Έλα γερά. Έλα, ωπ! Πιο γερά. Έλα. Έλα ωπ... έλα ωπ! εν τραβούν το ίδιο όλοι. Μην ξεφυσάτε στα ψέµατα. Τραβάτε! Βοιωτοί θα την πάθετε. Έλα τώρα!

Έλα ωπ! Εµπρός και οι δυο σας. Τραβάτε µαζί µου. εν τραβώ και τεντώνω και σκύβω και µοχθώ; Τότε γιατί δεν προχωρά η προσπάθειά µας; Λάµαχε κάθεσαι µπροστά κι εµποδίζεις! εν τα 'χουµε ανάγκη τα λοφία σου βρε άνθρωπε. Ούτε και τούτοι οι Αργείοι τραβούσαν. Γελούσαν µε τους άλλους που ίδρωναν - κι όµως έπαιρναν αλεύρι κι απ' τους µεν κι απ' τους δε. Οι Λάκωνες όµως σαν θηρία τραβούν.

Όσοι ζουν ειρηνικά δείχνουν προθυµία. Οι χαλκουργοί εµποδίζουν. Κι οι Μεγαριώτες τίποτα. Ανόρεχτα τραβούν, σαν τα σκυλάκια λαχανιάζοντας εύκολα. Η πείνα τους αδυνάτισε, µα το ία. εν κάνουµε τίποτα. Έλα. Πρέπει όλοι µαζί. Ρυθµικά. Έλα ωπ! Έλα γερά. Έλα ωπ! Έλα, µα το ία!

Κάτι λίγο κουνήθηκε! εν είναι ντροπή άλλοι να τραβούν, άλλοι να εµποδίζουν; Αργείοι θα τις φάτε! Έλα τώρα! Έλα, ωπ! Μερικοί από µας είναι ενάντιοι. Όσοι θέλετε ειρήνη να τραβήξετε γερά! Κάποιοι όµως εµποδίζουν! Εσείς οι Μεγαριώτες δεν πάτε στο διάβολο; Σας µισεί η θεά που σας ξέρει.

Πρώτοι εσείς την πασαλείψατε σκόρδο. Και σεις, Αθηναίοι, σταµατήστε να τραβάτε προς την πλευρά αυτή πια. Έτσι το ρίχνετε το βάρος στους άλλους σαν να δικάζετε. Αν θέλετε πράγµατι να τραβήξετε την Ειρήνη έξω τραβηχτήτε λιγάκι κατακεί. Προς τη θάλασσα. Εµπρός οι γεωργοί, να τη σύρουµε µόνοι µας. Μπράβο. Το τράβηγµα έτσι πάει καλύτερα. Το τράβηγµα καλύτερα πάει, µα όλοι να σέρνουν. Οι γεωργοί µόνο σέρνουν. Άλλος κανένας. Έλα τώρα. Έλα όλοι. Όλοι µαζί. Κοντεύουµε.

Λίγο ακόµα! Όχι λάσκα. Πιο γερά. Πιο γερά. Έτσι µπράβο. Τελειώνει. Έλα τώρα ωπ! Έλα όλοι ωπ! Έλα ωπ ωπ ωπ. Έλα όλοι. Όλοι ωπ! Ωπ! Ωωωπ! (Ανασύρεται η Ειρήνη µε την Οπώρα και τη Θεωρία µαζί) Ω Σεβάσµια σταφυλόδωρη! Πώς να σε πω! Που να βρω λόγο, να σε προσφωνήσω, πώς να απαριθµήσω τα χιλιάδες σου χαρίσµατα! εν είχα προετοιµαστεί. Χαίρε Οπώρα! Χαίρε Θεωρία! Τι όµορφη είσαι Θεωρία µου! Αχ! Η πνοή σου γλυκιά... την ψυχή µου ευφραίνει σαν µύρου φάντασµα. Και απόλεµος βίος!

Απ' το γυλιό του στρατιώτη δεν βγαίνει ίδιο µύρο. Σίχαµα του εχθρού το γυλιό το απαίσιο. Εκείνο βρωµάει κρεµµυδόξινο ξέρασµα και τούτη ευωδιάζει καρπούς και δεξίµατα και γιορτές και φλογέρες και τσίχλες, σκοπούς του Σοφοκλή και του Ευριπίδη τραγούδια... Θα µετανιώσεις που ψεύδεσαι. εν θέλει η Ειρήνη τέτοια δικηγορίστικα! Κισσό και τρύγο ευωδιάζει και γλυκοβελάσµατα και κόρφο γυναικών που τρέχουν στο λιβάδι και δούλες µεθυσµένες και κρασοκανάτες χύµα και όλα τα καλά. Έλα τώρα, άκου τις πόλεις τι λεν µεταξύ τους, που φίλιωσαν τώρα και γελούν τρισχαρούµενες κι ας έχουν ακόµα µελανιές και σηµάδια στο κορµί και στο πρόσωπο.

Κοίτα και τα πρόσωπα τούτων των θεατών να καταλάβεις την τέχνη τους. Πω πω δύστυχος! Τον βλέπεις εκεινον, που φτιάχνει τα κράνη, να τραβά τα µαλλιά του; Εκείνος όµως που φτιάχνει αξίνες; Του οπλουργού τα µούτρα τα στραβοµουτσούνιασε. Κι ο δρεπανάς; Τον κοιτάς πόσο χαίρεται τον κονταρά που µουτζώνει; Έλα τώρα, πες στους γεωργούς να πηγαίνουν. Άκουσε κόσµε. Οι γεωργοί να πάρουν τα σύνεργα τώρα

και να παν στα χωράφια τους δίχως ακόντια και ξίφη και δόρατα. Όλα πια τώρα γέµισαν πάλι γλυκούλα ειρήνη. Ο καθένας σας τώρα στη δουλειά στο χωράφι του εµπρός τραγουδώντας. Ω µέρα πόθου των γεωργών και δικαίων! Σε είδα και χαίροµαι. Και θέλω να χαιρετήσω τις συκιές και τ' αµπέλια που φύτεψα µόνος µου και χρόνια πολλά τα λαχταρά η ψυχή µου. Τώρα τις θεές να ευχαριστήσουµε που µας έσωσαν από Γοργόνες και κράνη κι έπειτα να βρούµε κάτι παστό καλό για προσφάγι και γραµµή στα χωράφια µας ύστερα. Ω Ποσειδώνα! Ωραίος ο κόσµος! Πηχτός σαν ζυµάρι και σαν άρωµα γρήγορος!

Μα το ία, λάµπει η τσάπα σαν πανοπλία και τα δίκρανα αστράφτουν στον ήλιο! Τα αυλάκια στ' αµπέλια ν' ανοίξουν καλά. Κι εγώ λαχταρώ να βρεθώ στο χωράφι και σαν τρίαινα πάνω του τη δικέλλα να παίξω µετά από χρόνια. Τώρα το φαγοπότι το παλιό θυµηθείτε που η Ειρήνη µας έδινε τα χρόνια εκείνα, τα µύρτα, τα σύκα, το κρασί το ολόγλυκο την ιτιά στο πηγάδι, τις ελιές - αχ λαχτάρα - και για όλα ετούτα τη θεά προσφωνήστε. Χαίρε που ήρθες στους γιορταστές σου γλυκιά µας. Έλιωνα για σένα, απ' τα βάθη της ψυχής µου ήθελα να συρθώ στα χορτάρια. ώρο παµπόθητο το ύψιστο ήσουν για µας που περνούσαµε τη ζωή στα χωράφια. Τα αγαθά σου µας έδινες, στον καιρό σου, παλιά, πολλά σου µας χάριζες γλυκά και αναίµακτα, για τους αγρότες ήσουν ψωµί και σωτήρας. Για σένα τ' αµπέλια και οι νέες συκιές

και όλα της γης, θα χαρούν και θα λάµψουν. Που ήταν όµως όλα τα χρόνια η θεά µακριά µας; Πες µας να µάθουµε καλέ µας θεέ. Γεωργοί µυαλωµένοι, νιώστε τα λόγια µου αν θέλετε να µάθετε πως χάθηκε η Ειρήνη. Την αρχή την έκανε ο Φειδίας που έφταιξε και µετά ο Περικλής, απ' το φόβο του µήπως η κλεψιά του Φειδία πέσει επάνω του - καθώς και σας ήξερε πόσο δαγκώνετε - πριν φτάσει και πάθει µηδέ το ελάχιστο, την πόλη πυρπόλησε. Μικρούλα σπιθούλα το µεγαρίτικο ψήφισµα και φούντωσε τόσος ξεφυσώντας ο πόλεµος που όλοι οι Έλληνες - οι εδώ και οι εκεί - απ' τον καπνό καταδάκρυσαν. Και µαράθηκαν τ' αµπέλια µόλις το άκουσαν και το ένα πιθάρι κλώτσησε το άλλο και κανένας δεν έµπαινε ανάµεσά τους και η Ειρήνη χανόταν. Μα τον Απόλλωνα, αυτά δεν τα ήξερα! Ούτε και άκουσα πως ο Φειδίας είχε τέτοια σχέση!

Ούτε εγώ. Τώρα µονάχα. Γι' αυτό, άρα, είναι τόσο πανέµορφη.. επειδή είναι συγγενής του. Αχ πολλά δεν ξέρουµε. Και τότε οι πόλεις που στο πέλµα τις είχατε επειδή τον τριγµό των δοντιών τον άκουσαν και είχαν το µίσος ανάµεσα απ' το φόβο των φόρων τα µηχανεύτηκαν όλα να τα κάνουν ενάντιά σας - γι' αυτό δωροδόκησαν τους ισχυρούς Σπαρτιάτες, που κι αυτοί παραδόπιστοι και πάντα µεγάλες κάνουν προς τους ξένους απάτες αδιάντροπα την Ειρήνη την έδιωξαν και τον πόλεµο άρπαξαν. Έτσι, για κέρδος, τους γεωργούς τους συµφόριασαν, αφού τα καράβια σας που πήγαν στα µέρη τους να πάρουν εκδίκηση των αγαθών γεωργών τα σύκα κατάτρωγαν. ίκαια έκαναν. Και µένα αφού τη συκιά µου εκείνοι την εκοψαν...

ίκαιο ήταν, µα το ία. Και σε µένα ρίξαν πέτρες, τις κυψέλες µου χάλασαν, εκατό κιλάκια µέλι. Κι έπειτα ο λαός απ' τα χωράφια που έτρεξε και µπήκε στα τείχη, την κοροϊδία που έπεφτε δεν τη έβλεπε κι αφού λείπαν τα σύκα και σταφύλια δεν είχαν βλακοστράφηκε όλος στους πολιτικούς, που το ξέρουν οι φτωχοί δεν µπορούν και δεν έχουν ψωµί - και µε φωνές σαν δικράνες τη θεά µας την έδιωχναν - που από αγάπη για τη γη της µόνη της ερχόταν και όσους από τους σύµµαχους ήταν γεροί και χορτάτοι σε δίκες τους έσερναν ότι τάχα συµφωνούσαν στου Βρασίδα τα σχέδια. Κι ύστερα εσείς σαν σκυλιά τους δαγκώνατε διότι η πόλη φοβοκίτρινη και άπραγη τις κατηγόριες που κάποιος αµόλαγε, όλες, µε χαρά τις κατάπινε. Και οι σύµµαχοι βλέποντας τι χτύπηµα πάθαιναν, µε χρυσάφι το στόµα των κατηγόρων βούλωναν και τους έφτιαχναν πλούσιους

και η χώρα ρηµάζοντας κι εσείς πέρα βρέχει. Κι όλων ο φταίχτης ο δερµατέµπορας ήταν. Αχ πάψε, πάψε αφέντη Ερµή. Μη λες. Ας τον στον Άδη τώρα που είναι, δεν είναι µε µας πια - σε σένα ανήκει και που λες ότι ήταν και πανούργος - σαν ζούσε - και φαφλατάς καταδότης και ταραξίας κι αρπάχτρας, όλα τα λες σε δικό σου ενάντια. Γιατί σιωπάς όµως σεβάσµια Ειρήνη, πες. Στους θεατές δεν µιλάει. Τα έχει µαζί τους για τα δεινά που της έκαναν. υο λέξεις να πει µόνο. Σε σένα. Πες µου τι σκέφτεσαι γι' αυτούς, αγαπηµένη. Έλα του πολέµου η άσπονδη. Έλα. Ακούω. (Ο Ερµής σκύβει στο αυτί της Ειρήνης και µιλά και ακούει)

Αυτό; Το κατάλαβα! Ακούστε γιατί σας έχει παράπονο. Ήρθε, λέει, µετά απ' την Πύλο, από µόνη της ήρθε και έφερε κιβώτιο γεµάτο συνθήκες και σεις τη χουγιάξατε! Τρεις φορές τη χουγιάξατε στην Εκκλησία του ήµου. Σφάλαµε. Συγνώµη. Τότε το νου µας τοµάρια τον τύλιγαν. Ακούστε να πω και κάτι που ρώτησε. Ποιος ήταν στην πόλη δηλωµένος εχθρός της και ποιος ήταν φίλος της και τέλος να µπει στον πόλεµο βιάζονταν; Φίλος της για καιρό ήταν ο Κλεώνυµος! Και στον πόλεµο πως κάνει; Καλό παλικάρι, µα όχι και τόσο σαν τον πατέρα του.

Μόλις τον καλέσουν του πέφτουν τα όπλα του, πλαφ! Και τώρα να σας πω τι ρωτούσε προ ολίγου. Στην Πνύκα λέει τώρα ποιος κρατάει το βήµα; Ο Υπέρβολος διευθύνει. (Η Ειρήνη µόλις άκουσε αποστρέφεται) Ε, συ. Τι κάνεις; Γιατί στρέφεις το κεφάλι; Αποστρέφεται το δήµο. Αηδίασε που διάλεξε αυτόν για προστάτη. Μα δεν θα τον έχουµε προστάτη καθόλου. εν είχαµε, απλά, επίτροπο τώρα. Ο δήµος ήταν γυµνός. Στη γύµνια µας επάνω τον ζωστήκαµε! Πως θα προκόψει η πόλη µε τέτοια; Έτσι ρωτά.

Θα αποφασίζουµε καλύτερα πες της. Με ποιον τρόπο; Λυχναράς είναι αυτός. Στο σκοτάδι ως τώρα. Τα ψηλαφούσαµε µόνο. Τώρα όµως όλα στο φως θα τα βλέπουµε. Ω! Ω! Τι µου λέει άλλο να ρωτήσω! Τι; Πολλά! Και κείνα που άφησε τότε που έφυγε! Και πρώτα για το Σοφοκλή, ρωτάει τι κάνει. Καλά είναι πες. Έπαθε όµως κάτι παράδοξο.

Τι; Από Σοφοκλής καταντάς Σιµωνίδης! Σιµωνίδης, πως; Γέρος αν και είναι και ετοιµόρροπος όµως για το κέρδος κολυµπάει στην ψάθα. Ο Κρατίνος, λέει, ο σοφός, ζει; Πέθανε όταν µπήκαν οι Λάκωνες! Τι έπαθε, ρωτάει. Τι; Του έσπασαν το πιθάρι γεµάτο κρασί κι η καρδιά του δεν άντεξε. Έπαθε συγκοπή.

Και τόσα άλλα πράγµατα γίναν στην πόλη! Γι' αυτό θεά έσποινα, ποτέ δεν θα σ' αφήσουµε. Έλα τώρα, αφού είναι έτσι, πάρε την Οπώρα γυναίκα σου κι άντε, στα χωράφια µαζί της, και ζούπα την να σου κάνει κρασί. Έλα καλή µου να σε βάλω στο στόµα µου. Τι λες αφέντη Ερµή, θα µε πείραζε λες που καιρό δεν δοκίµασα; Καταπιές χαµοµήλι από πάνω κι εντάξει. Γρήγορα τώρα πάρε και τη Θεωρία να την πας στη Βουλή - εκεί ήταν πρώτα. Καλότυχη Βουλή, ποιος στη χάρη σου τώρα! Τρεις µέρες θα ρουφάς βρασµένο πατσά και θα τρως τα κοψίδια. Φίλε Ερµή Χαίρε. Σ' αφήνω.

Κι εσύ άνθρωπέ µου, µε το καλό να πας και µη µε λησµόνει. Σκάθαρε. Έλα. Θα πετάξουµε πίσω στο σπίτι. εν είναι εδώ, φίλε µου. Που πήγε; Στου ία το άρµα. Κουβαλά τ' αστραπόβροντα. Και από πού θα βρίσκει να τρώει ο δύστυχος! θα τρώει του Γανυµήδη την αµβροσία. Και στη γη; Πως θα κατέβω; Έλα εντάξει, µε τις θεές θα κατέβεις.

Ελάτε κορίτσια! Μαζί µου και γρήγορα. Πολλοί σας ποθούν και σας προσµένουν οι έρµοι... (Ο Τρυγαίος µε την Οπώρα και τη Θεωρία φεύγουν) Πήγαινε στο καλό. Και µεις όσα σύνεργα για το ξέθαµα είχαµε στους βοηθούς θα τα δώσουµε φύλαξη να 'χουν, γιατί πλήθος κλεφτάδες - και αυτό συνήθεια έγινε - τριγυρνούν στις σκηνές και ψάχνουν σκυµµένοι να αρπάξουν τα πάντα. Να τα φυλάτε καλά. Τώρα θ' ανοίξουµε δρόµο στη γλώσσα να ξεφορτώσει ο νους στους θεατές όσα έχει. Όποιος συγγραφέας κωµωδίας βγει στο κοινό και παινεύεται µόνος του, µε τον τρόπο αυτόν, να τον χτυπούν οι ραβδούχοι. Εάν όµως πρέπει - και δίκαιο είναι - κόρη του ία να τιµήσει κανείς του είδους τον άριστο, άξιος τότε επαίνου µεγάλου είναι ο δικός µας ο δάσκαλος µόνο. Πρώτα που είναι αυτός που σταµάτησε τα αστεία για ψείρες, και για ρούχα κουρέλια και για Ηρακλείδες αχόρταγους

που όλο και ζύµωναν και όλο πεινούσαν και τους δούλους κατάργησε, στη σκηνή ολοένα που έβγαιναν κλαίγοντας και συνέχεια το 'σκασαν και έτρωγαν ξύλο για το λόγο και µόνο ένας άλλος τους σύνδουλος απ' το ξύλο να πάρει αφορµή να ρωτήσει κάνοντας πλάκα "αχ αχ καηµένε! το δέρµα σου έπαθε; µήπως και όρµησε στη ράχη σου βούρδουλας γερός γουρουνόπετσος και σ' τη χαράκωσε όλην;" Τέτοιες κρυάδες χοντράδες και βρώµικα αστεία τα έβγαλε κι έκανε τέχνη µεγάλη σαν τεράστιο πύργο - µε λόγια ωραία και γερούς στοχασµούς και επιπέδου αστεία. Ούτε γυναίκα κορόιδεψε, ούτε ανθρωπάκια, αλλά µε ηράκλεια οργή στους µεγάλους ριχνόταν µέσα από βρώµες βαριές τοµαριών κι απειλές βορβορόψυχες. Και πρώτα απ' όλα στον Καρχαρόδοντα ρίχτηκε που έβγαζαν λάµψεις τα µάτια του Κύννας και ολόγυρα σκούζαν εκατοκόλακα στόµατα και οι γλώσσες τους γλείφαν και που είχε φωνή σαν βουή ρεµατιάς και βρώµαγε φώκια και πισινό καµήλας και τ' απόκρυφά του άπλυτα σαν τη Λάµια. Τέτοιο τέρας που είδε δεν τον φόβισε,