Τύποις: Κ. Ταπακούδης Εκδόσεις: www.chlorakasefimerida.com



Σχετικά έγγραφα
Από όλα τα παραμύθια που μου έλεγε ο πατέρας μου τα βράδια πριν κοιμηθώ, ένα μου άρεσε πιο πολύ. Ο Σεβάχ ο θαλασσινός. Επτά ταξίδια είχε κάνει ο

«Ο Αϊούλαχλης και ο αετός»

Η γυναίκα με τα χέρια από φως

Το παραμύθι της αγάπης


Αυτό το βιβλίo είναι μέρος μιας δραστηριότητας του Προγράμματος Comenius

μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

Ο εγωιστής γίγαντας. Μεταγραφή : Γλυμίτσα Ευθυμία. Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης. «Αλέξανδρος Δελμούζος»

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ ΤΟ Σ ΑΓΑΠΑΩ

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #14. «Ο μικρός βλάκας» (Τραγάκι Ζακύνθου - Επτάνησα) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ 12. Οιδίποδας Επτά επί Θήβας

«Ο Σάββας η κλώσσα και ο αετός»

Τα εξώφυλλα κοσμούν Αγιογραφίες της Εκκλησίας Παναγίας Χρυσελεούσης

ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΛΗΝΥΧΤΕΣ. Η Τρίτη μάγισσα. Τα δύο αδέρφια και το φεγγάρι

Σ αυτή την έκδοση συμπεριλαμβάνονται διηγήματα τα οποία είναι αποτέλεσμα διηγήσεων γερόντων ανθρώπων και αφορούν κυρίως ι- στορίες της Χλώρακας καθώς

κι η τιμωρία των κατηγορουμένων. Βέβαια, αν δεν έχεις πάρει καθόλου βάρος, αυτό θα σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος

Τα παιδιά της Πρωτοβουλίας και η Δώρα Νιώπα γράφουν ένα παραμύθι - αντίδωρο

Η ιστορία του δάσους

Η Μόνα, η μικρή χελώνα, μετακόμισε σε ένα καινούριο σπίτι κοντά στη λίμνη του μεγάλου δάσους.

ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ. Όμορφος κόσμος

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16. «Η κόρη η μονάχη» (Καστοριά - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

Τράντα Βασιλική Β εξάμηνο Ειδικής Αγωγής

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ:

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Συγγραφέας. Ραφαέλα Ρουσσάκη. Εικονογράφηση. Αμαλία Βεργετάκη. Γεωργία Καμπιτάκη. Γωγώ Μουλιανάκη. Ζαίρα Γαραζανάκη. Κατερίνα Τσατσαράκη

Γνωρίζω Δεν ξεχνώ Διεκδικώ

Η πορεία προς την Ανάσταση...

Πριν από πολλά χρόνια ζούσε στη Ναζαρέτ της Παλαιστίνης μια νεαρή κοπέλα, η Μαρία, ή Μαριάμ, όπως τη φώναζαν. Η Μαρία ήταν αρραβωνιασμένη μ έναν

ΕΝΑΣ ΤΟΙΧΟΣ ΣΤΗΝ ΑΙΝΟ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ...

Μια ιστορία με αλήθειες και φαντασία

Ελάτε να ζήσουμε τα Χριστούγεννα όπως πραγματικά έγιναν όπως τα γιορτάζει η εκκλησία μας όπως τα νιώθουν τα μικρά παιδιά

ΧΑΡΤΙΝΗ ΑΓΚΑΛΙΑ ΟΜΑΔΑ Β. Ερώτηση 1 α

Πόλεμος για το νερό. Συγγραφική ομάδα. Καραγκούνης Τριαντάφυλλος Κρουσταλάκη Μαρία Λαμπριανίδης Χάρης Μυστακίδου Βασιλική

ΟΝΕΙΡΟ ΜΙΑΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. ακριβώς το που.την μητέρα μου και τα αδέρφια μου, ήμουν πολύ μικρός για να τους

Ένα παραμύθι φτιαγμένο από τα παιδιά της Δ, Ε και Στ τάξης του Ζ Δημοτικού Σχολείου Πάφου κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους με τη συγγραφέα Αμαλία

ΠΑΝΑΓΙΩΣΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΣΡΙΟΤ. Δέκα ποιήματα για τον πατέρα μου. Αλκιβιάδη

ΕΡΓΑΣΙΕΣ. Α ομάδα. Αφού επιλέξεις τρία από τα παραπάνω αποσπάσματα που σε άγγιξαν περισσότερο, να καταγράψεις τις δικές σου σκέψεις.

Σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Π Ι Σ Τ Ο Π Ο Ι Η Σ Η Ε Π Α Ρ Κ Ε Ι Α Σ Τ Η Σ ΕΛΛΗΝΟΜΑΘΕΙΑΣ Κ Α Τ Α Ν Ο Η Σ Η Π Ρ Ο Φ Ο Ρ Ι Κ Ο Υ Λ Ο Γ Ο Υ Π Ρ Ω Τ Η Σ Ε Ι Ρ Α Δ Ε Ι Γ Μ Α Τ Ω Ν

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, τότε που όλη η γη ήταν ένα απέραντο δάσος, ζούσε μέσα στο ξύλινο καλύβι της, στην καρδιά του δάσους,

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΩΤΟΓΗΡΟΥ Πρωτοδίκου Διοικητικών Δικαστηρίων ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΧΑΛΚΙΔΟΣ

Εντυπώσεις μαθητών σεμιναρίου Σώμα - Συναίσθημα - Νούς

Κατανόηση προφορικού λόγου

Ο ον Κιχώτης και οι ανεµόµυλοι Μιγκέλ ντε Θερβάντες

Χριστούγεννα. Ελάτε να ζήσουμε τα. όπως πραγματικά έγιναν όπως τα γιορτάζει η εκκλησία μας όπως τα νιώθουν τα μικρά παιδιά

Σχολικές αναμνήσεις. Η γιαγιά του Χάρη θυμάται

Παραμύθι για την υγιεινή διατροφή

ΔΕΝ ΜιΛΗΣΑ ΠΟΤΕ, ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ, ΓιΑ ΕΚΕιΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑιΡι ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ. ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟι ΚΟΝΤΑ 16 ΧΡΟΝιΑ.

Ένας δράκος στην Ανάποδη Παραμυθοχώρα

2 Ο ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΑΛΑΚΑΚΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ Β ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ

Εθνικό δασικό πάρκο Πέτρας του Ρωμιού

Τι όμορφη μέρα ξημέρωσε και σήμερα. Ως συνήθως εγώ ξύπνησα πιο νωρίς από όλους και πήγα δίπλα στην κυρία Σταυρούλα που κοιμόταν. Την ακούμπησα ελαφρά

Αποστολή. Κρυμμένος Θησαυρός. Λίνα Σωτηροπούλου. Εικόνες: Ράνια Βαρβάκη

ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ. Β ο Δημοτικό Σχολείο Ευόσμου

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ

Μια μέρα μπήκε η δασκάλα στην τάξη κι είπε ότι θα πήγαιναν ένα μακρινό ταξίδι.

Στην ζωή πρέπει να ξέρεις θα σε κάνουν να υποφέρεις. Μην λυγίσεις να σταθείς ψηλά! Εκεί που δεν θα μπορούν να σε φτάσουν.

Όροι και συντελεστές της παράστασης Ι: Αυτοσχεδιασμός και επινόηση κειμένου.

Κεφάλαιο 5. Κωνσταντινούπολη, 29 Μαίου 1453, Τρίτη μαύρη και καταραμένη

Μια νύχτα. Μπαίνω στ αμάξι με το κορίτσι μου και γέρνει γλυκά στο πλάϊ μου και το φεγγάρι λες και περπατάει ίσως θέλει κάπου να μας πάει

«Ο βασιλιάς Φωτιάς, η Συννεφένια και η κόρη τους η Χιονένια

«Η τύχη του άτυχου παλικαριού»

Γυμνάσιο Αγ. Βαρβάρας Λεμεσού. Τίτλος Εργασίας: Έμαθα από τον παππού και τη

Εισαγωγή στα Πρότυπα Γυμνάσια-N.Γλώσσα

Αυήγηση της Οσρανίας Καλύβα στην Ειρήνη Κατσαρού

«Η ΣΕΛΗΝΟΜΟΡΦΗ» Πράσινη κλωστή κλωσμένη. στην ανέμη τυλιγμένη. δωσ της κλώτσο να γυρίσει. παραμύθι ν αρχίσει

ΛΕΟΝΑΡΝΤ ΚΟΕΝ. Στίχοι τραγουδιών του. Δεν υπάρχει γιατρειά για την αγάπη (Ain t no cure for love)

Και ο μπαμπάς έκανε μία γκριμάτσα κι εγώ έβαλα τα γέλια. Πήγα να πλύνω το στόμα μου, έπλυνα το δόντι μου, το έβαλα στην τσέπη μου και κατέβηκα να φάω.

Μαρία Παντελή, Β1 Γυμνάσιο Αρχαγγέλου, Διδάσκουσα: Γεωργία Τσιάρτα

Ο Τοτός και ο Μπόμπος εξετάζονται από το δάσκαλό τους. Ο Μπόμπος βγαίνει από την αίθουσα και λέει στον Τοτό:

μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

ΠΕΡΙΓΡΑΦΩ ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ. Μια ολοκληρωμένη περιγραφή της εικόνας: Βρέχει. Σήμερα βρέχει. Σήμερα βρέχει όλη την ημέρα και κάνει κρύο.

ΤΖΑΛΑΛΑΝΤΙΝ ΡΟΥΜΙ. Επιλεγμένα ποιήματα. Μέσα από την Αγάπη. γλυκαίνει καθετί πικρό. το χάλκινο γίνεται χρυσό

A READER LIVES A THOUSAND LIVES BEFORE HE DIES.

ΙΕ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ (Κ.Α.) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ:

Τα λουλούδια που δεν είχαν όνομα ''ΜΥΘΟΣ''

«Η νίκη... πλησιάζει»

Χάρτινη Αγκαλιά Συγγραφέας: Ιφιγένεια Μαστρογιάννη

Τα παραμύθια της τάξης μας!

ΒΟΚΑΚΚΙΟ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟ

Εικόνες: Eύα Καραντινού

Περιεχόμενα. Εφτά ξύλινα αλογάκια κι ένα αληθινό Αν έχεις τύχη Η μεγάλη καφετιά αρκούδα κι εμείς... 37

Το μαγικό βιβλίο. Σαν διαβάζω ένα βιβλίο λες και είμαι μια νεράιδα που πετώ στον ουρανό.

Αγγελική Δαρλάση. Το παλιόπαιδο. Εικονογράφηση Ίρις Σαμαρτζή

Όσκαρ Ουάιλντ - Ο Ψαράς και η Ψυχή του

29 Μαΐου 1453: Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ!

Μια μεγάλη γιορτή πλησιάζει

ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Γεια σας, παιδιά. Είμαι η Μαρία, το κοριτσάκι της φωτογραφίας, η εγγονή

Μαμά, γιατί ο Φώτης δε θέλει να του πιάσω το χέρι; Θα σου εξηγήσω, Φωτεινή. Πότε; Αργότερα, όταν μείνουμε μόνες μας. Να πάμε με τον Φώτη στο δωμάτιό

Ο γιος του ψαρά. κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη, δώστου κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν' αρχινήσει...

«ΠΩΣ Ν ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!!!» ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ: «ΗΤΕΧΝΗ ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ» ΤΜΗΜΑ ΕΝΤΑΞΗΣ ΟΜΑΔΑ Γ (ΜΑΘΗΤΕΣ Γ ΤΑΞΗΣ)

Αυτός είναι ο αγιοταφίτης που περιθάλπει τους ασθενείς αδελφούς του. Έκλεισε τα μάτια του Μακαριστού ηγουμένου του Σαραντάριου.

21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2016 ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΆ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΦΥΛΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ

το θύμα, ο θύτης και ο θεατής Σοφία Ζαχομήτρου Μαθήτρια της Ε2 Τάξης

Σαράντα από τις φράσεις που αποθησαυρίστηκαν μέσα από το έργο του Καζαντζάκη επίκαιρες κάθε φορά που τις διαβάζουμε:

Μια φορά και έναν καιρό, σ' ένα μεγάλο κήπο, ήταν ένα σαλιγκάρι μέσα στην φωλιά του. Ένα παιδάκι ο Γιωργάκης, έξω από την φωλιά του σαλιγκαριού

Πριν από λίγες μέρες πήγα για κούρεμα.

Transcript:

Τύποις: Κ. Ταπακούδης Εκδόσεις: www.chlorakasefimerida.com 2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: ΜΕΡΟΣ Α ΔΟΞΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ: Ο ΣΤΟΙΣΕΙΩΜΕΝΟΣ Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΦΚΩΝΗ Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ, ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΤΡΙΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ 1865 Ο ΟΘΩΝΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΓΓΟΥΣ ΤΟ ΖΩΘΚΙΟΝ ΤΟΥ ΠΥΡΚΟΥ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΚΑΡΑΒΟΥ ΜΕΡΟΣ Β ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΤ Χ ΤΣΙΥΡΚΑΚΟΥ ΣΙΑΜΜΑ ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΗ Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΧΑΛΙΛΗΣ Ο ΗΜΙΟΝΗΓΟΣ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΤΣΙΗ Η ΑΡΤΟΜΗΣΙΑ ΤΑ ΠΑΛΙΩΜΑΤΑ ΤΟ ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΧΤΑΠΟΔΙ ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΑΖΙΝΑ Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΑΜΨΗ Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ 3

ΟΙ ΑΛΥΚΑΤΟΡΕΣ Η ΜΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΚΟΥΘΚΙΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΟΥΛΟΥΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗ Ο ΔΥΝΑΜΙΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥΧΟΥΛΟΥΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗ ΟΙ ΤΣΙΓΓΟΙ ΜΕΡΟΣ Γ ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ: ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΑ Γιάτρισσα Ελεούσα ΠΑΝΑΓΙΑ ΧΡΥΣΟΑΙΜΑΤΟΥΣΑ Ένας νέος και μια νέα ΑΪ ΝΙΚΟΛΟΥΙΝ Η γιορτή του Άη Νικόλα Η προειδοποίηση Το σταμνί με το νερό ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ύστερα από 37 χρόνια ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ Όλη η ιστορία Ένας πατέρας διηγείται Ένα άλλο θαύμα ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ Αρχάγγελος ο αντιφωνητής Το νυστέρι του Αρχάγγελου Διήγηση απο έναν περιηγητή Το αγίασμα του Αρχάγγελου Μια λυπητερή ιστορία Η νεκρανάσταση Ο Αρχάγγελος έκαμε το θάυμα Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΓΑΡΙΝΗ 4

ΜΕΡΟΣ Δ ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: ΟΙ ΑΝΕΡΑΔΕΣ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΙΕΡΕΑΣ Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΠΑΦΙΟΥ Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΚΛΕΦΤΗΣ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΔΗΚΟ ΤΟ ΤΑΒΕΡΝΕΙΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΓΙΩΡΚΟΣ ΟΨΙΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΦΙΟΣ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΕΝΟΣ ΖΩΟΥ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΜΑΘΗΜΑ Ο Χ ΦΙΛΙΠΠΟΣ Ο ΑΛΑΚΑΤΗΣ ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ ΣΤΟ ΛΑΟΥΜΙ Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΤΤΟΟΥΛΟΥ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΟΥ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΚΑ ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑΣ Χ ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΛΕΑΘΘΟΣ Ο ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΛΟΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ ΜΕΡΟΣ Ε ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΓΕΙΑΣ ΖΗΝΑ ΚΑΝΘΕΡ ΝΤΕ ΤΥΡΑΣ Ο ΠΑΝΑΗ ΤΣΙΑΟΥΣΙΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Η ΣΥΚΑΜΙΝΙΑ Ο ΣΕΡ ΙΩΣΗΦ ΚΑΙ Ο ΒΟΣΚΟΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΒΛΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΧΡΥΣΟΜΕΣΟΓΕΙΩΤΙΣΑ Ο ΤΟΙΧΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΕΝΑΣ ΔΥΝΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ 5

ΜΕΡΟΣ ΣΤ ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ: Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ Ο ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΚΑΙ ΦΟΑΡΤΑΣ Ο ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΟΣ Ο ΔΥΝΑΜΙΤΗΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΡΑΦΤΑΚΟΣ 6

7

ΜΕΡΟΣ Α ΔΟΞΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ: Ο ΣΤΟΙΣΕΙΩΜΕΝΟΣ Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΦΚΩΝΗ Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ, ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΤΡΙΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑΣ 1865 Ο ΟΘΩΝΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΓΓΟΥΣ ΤΟ ΖΩΘΚΙΟΝ ΤΟΥ ΠΥΡΚΟΥ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΚΑΡΑΒΟΥ 8

Ο ΣΤΟΙΣΙΩΜΕΝΟΣ Είναι μια ιστορία ανατριχιαστική που μου την είπε ένας χωριανός, που του την είπε ένας άλλος, και σ αυτόν ένας παλιός νεκροθάφτης του χωριού που την είχε βιώσει με τον παπα Γιάννη τον ιερέα της κοινότητας της Χλώρακας την ε- ποχή της Ελληνικής επανάστασης το 1821. Ίσως είναι αληθινή, ίσως με το πέρασμα του χρόνου να έχει αλλάξει μερικώς ή και εξ ολοκλήρου όπως συμβαίνει συνήθως με τις ι- στορίες που μεταδίδονται από στόμα σε στόμα δια μέσου της παράδοσης. Είναι μια ιστορία ενδιαφέρουσα και την καταγράφω ώστε να υπάρχει σε λόγο γραπτό για τις επόμενες γενιές. Για την εποχή εκείνη υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες για Κύπριους αγωνιστές που πήραν μέρος σε πολλές μάχες δίπλα στους Έλληνες ενάντια στους Τούρκους Οθωμανούς στην μακρινή Ελλάδα εκείνης της εποχής, κατά την διάρκεια της επανάστασης. Τη δράση των Κυπρίων αγωνιστών βεβαιώνουν τα πιστοποιητικά που εξέδωσαν μετά τη λήξη του αγώνα ξακουστοί ο- πλαρχηγοί της επανάστασης όπως ο Πετρόμπεης, ο Νικηταράς, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης και άλλοι. Κατά την επιστροφή αυτών που επέζησαν, μαζί τους ήρθαν και ορισμένοι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Ένας από αυτούς ήταν φίλος και σύντροφος του γνωστού Κύπριου αγωνιστή Γιάννη Πασαπόρτη από την Κοίλη της Πάφου που μετάβηκε ως εθελοντής και πολέμησε τους Τούρκους στην πολιορκία και στην έξοδο του Μεσολογγίου. Μετά τη λήξη του αγώνα ήρθε και αυτός μαζί του στην Κύπρο. Μισούσε τους Τούρκους και οι ιστορίες που λέγανε για λόγου του, ήταν αλλόκοτες και ανατριχιαστικές. Λέγανε για την αντρειοσύνη και την παλικαριά του και για το μεγάλο μίσος που έτρεφε εναντίον των Τούρκων. Τον αποκαλούσαν Χασάπη και δήμιο γιατί είχε σφάξει αμέτρητους Τούρκους. Ήρθε στην Κύπρο για να συνεχίσει τον αγώνα ενάντια τους, ήθελε να βοηθήσει να λευτερωθεί η Κύπρος από τους άπιστους. 9

Στην Κύπρο όμως δεν υπήρχε ξεσηκωμός ενάντια των Τούρκων, έτσι γυρνούσε στους αγρούς και στα χωριά αράζοντας μες τα καφενεία. Τον πρώτο καιρό ήταν απόμακρος και φοβερός και πολλοί τον απέφευγαν. Τα λόγια του ήταν λιγοστά, ενώ το πρόσωπο του αγριεμένο και φοβερό. Οι απλοϊκοί χωρικοί που ήξεραν τη φήμη του, του έδιναν φαγητό και χρήματα από το υστέρημα τους φοβούμενοι την δυσαρέσκεια του. Έτσι περνούσε ο καιρός Κάποια φορά στις περιπλανήσεις του, στη Χλώρακα συνάντησε μια νέα κόρη που του άρεσε και την ζήτησε σε γάμο. Οι δικοί της δεν σκέφτηκαν να του την αρνηθούν, αφού ο φόβος που προκαλούσε στους ανθρώπους ήταν μεγαλύτερος από τις επιθυμίες τους, έτσι του την έδωσαν με ευχές. Την παντρεύτηκε και νοικοκυρεύτηκε σε ένα μικρό σπιτάκι που τούδωκαν για προίκα. Σαν οικογενειάρχης έπρεπε να δουλέψει για να θρέψει την γυναίκα του. Διάλεξε το επάγγελμα του Χασάπη μια τέχνη που ήξερε καλά, ήταν από την εμπειρία του που πετσόκοβε με τη ππάλα τους Τούρκους εχθρούς στις μάχες και στους πολέμους. Αγάπησε πολύ την γυναίκα του και η παντρειά τον μέρεψε. Άλλαξε η συμπεριφορά του έναντι των ανθρώπων, έγινε προσιτός σε όλους, καλός νοικοκύρης, και νοιαζόταν μόνο για τη δουλειά του και το σπίτι του. Ο καιρός περνούσε Όλοι όσοι τον γνώρισαν πριν και μετά, έλεγαν για τη μεγάλη αλλαγή του χαρακτήρα του και της συμπεριφοράς του, έλεγαν γι αυτόν μόνο καλά λόγια. Ένα μόνο ναϊπι είχε, στην εκκλησιά του χωριού για μοναδική φορά που πήγε ήταν για να παντρευτεί και άλλη μια φορά που τον πήγαν σηκωτό για να τον θάψουν όταν πέθανε Ένα απόγευμα που γυρνούσε στο σπίτι του από τη δουλειά, σαν περπατούσε σταμάτησε η καρδιά του και έμεινε στον τόπο. Πολλοί στενοχωρήθηκαν, πολλοί τον έκλαψαν, όλοι μαζί τον έθαψαν και ύστερα τον ξέχασαν. 10

Εδώ είναι που ξεκινά η ανατριχιαστική διήγηση του Παπαγιάννη όπως την εκμυστηρεύτηκε στον νεκροθάφτη αργότερα, ζητώντας την βοήθεια του για να κάμουν ότι έκαμαν Η χήρα πήγε μια μέρα αναστατωμένη και του ξομολογήθηκε πώς ύστερα που πέρασαν κάμποσες μέρες από την κηδεία του άντρα της, τον είδε ζωντανό στη φραχτή της αυλής να τσαπίζει και να ποτίζει τον μικρό κήπο που ήταν στην πίσω αυλή. Ακούοντας την και γνωρίζοντας για διάφορες άλλες ιστορίες δεισιδαιμονικές που συνέβησαν παλιότερα, ο παπάς της είπε να μην ανυσηχεί, είναι που τις πρώτες σαράντα μέρες συνήθως οι ψυχές δεν φεύγουν από τη γη, παρα μόνο περιτριγυρίζουν στους τόπους που αγάπησαν, ώσπου ύστερα από το σαρανταήμερο μνημόσυνο, η ψυχή φεύγει υσηχασμένη και δεν ξαναφανερώνεται. Όταν πέρασαν οι σαράντα μέρες, η χήρα του Χασάπη ξαναπήγε στον ΠαπαΓιάννη φοβισμένη και τρομοκρατημένη, γιατί ξανάδε τον πεθαμένο άντρα της ολοζώντανο να τσαπίζει και να καλλιεργεί τον κήπο στην μικρή αυλή. Ο παπάς άρχισε τους Αγιασμούς και τα ξόρκια, αλλά η χήρα επέμενε ότι οι επισκέψεις του πεθαμένου άντρα της συνέχιζαν. Κατάλαβε ότι είχε να αντιμετωπίσει μια ειδική περίπτωση, γι αυτό επισκέφτηκε τον Δεσπότη (εκείνο τον καιρό ήταν επίσκοπος Πάφου ο Χαρίτων), ο οποίος του έδωκε άδεια να χειριστεί το ζήτημα με ένα ιδιαίτερο τρόπο, όπως ιδιαίτερο ήταν και το πρόβλημα. Εξήγησε στον νεκροθάφτη τα καθέκαστα, και μια μέρα που όλοι οι κάτοικοι ήταν στα χωράφια ώστε να μην τους δει ανθρώπου μάτι, πήγαν στο νεκροταφείο και ξέθαψαν τον πεθαμένο. Όπως είχαν υπολογίσει, βρήκαν το πτώμα να μην έχει λιώσει και να είναι σε κατάσταση ως ένας ζωντανός. Αυτό ήταν σημάδι ότι το νεκρό σώμα ήταν Βρικολακιασμένο, υποχείριο και όργανο υποταχτικό του Σατανά. Ήξερε ο Παπάς από ιστορίες άλλες που είχε διαβάσει ή α- κούσει, ότι αυτό που συνέβαινε ήταν ίσως από την υπερβολική αγάπη που είχε στη γυναίκα του μετά το μεγάλο μίσος που είχε για τους Τούρκους, ή ακόμη ήταν βρικολάκιασμα του κορμιού του που έσφαξε αμέτρητους εχθρούς του. 11

Έπρεπε να ξορκίσει το πτώμα, να κάμει αγιασμό για να φύγουν τα κακά δαιμόνια ώστε να πεθάνει πραγματικά και να ησυχάσει η ψυχή. Έκαμε τους ξορκισμούς που ήξερε, ράντισε με κάμποσο αγίασμα και ύστερα ξανασκέπασαν το μνήμα με χώμα, και ύ- στερα έφυγαν ελπίζοντας να πέτυχε ο σκοπό τους. Πέρασε καιρός, η χήρα δεν ξανα παραπονέθηκε, ώσπου κάποια φορά βρέθηκε νεκρός σε μια ρεματιά δίπλα στο νεκροταφείο κάποιος χωριανός που στο νεκρό του πρόσωπο είχε αποτυπωμένο ανείπωτο τρόμο, που έδειχνε να του προκάλεσε το θάνατο. Το ίδιο συνέβηκε ακόμα δυο φορές κατά καιρούς τον επόμενο χρόνο, οπότε ο Παπαγιάννης σκέφτηκε ότι δεν έγινε τίποτα με το ξόρκισμα και ίσως έβγαινε τις νύχτες σαν Βρυκόλακας και σκότωνε κόσμο. Φώναξε ξανά τον νεκροθάφτη και ξανα έσκαψαν τον τάφο, και όπως ήταν σίγουρος ο παπάς, βρήκαν τον πεθαμένο ά- λιωτο, όπως ηταν πριν να πεθανει. Φόρτωσαν τον νεκρό σε ένα μουλάρι και είπε του νεκροθάφτη να φύγει, αυτός θα έπαιρνε το κουφάρι να το θάψει μακριά, σε άλλο τόπο, να μην ξέρει κανείς, να γλυτώσει το χωριό. Αυτό του είπε και έφυγε. Από εκείνη την ημέρα δεν ξανασυνέβηκε τίποτα, σιγά σιγά όλοι στο χωριό ξαναβρήκαν την ηρεμία τους. Ο παπά Γιάννης ισχυρίστηκε ότι μετέφερε και έθαψε το πτώμα σε ένα νεκροταφείο μακρινό σε ένα εγκαταλειμμένο από κατοίκους χωριό, αλλά ήταν κρυφό μυστικό και σίγουρο ότι ο παπάς που ήξερε πολλά για δεισιδαιμονίες και δαίμονες, σίγουρα δεν έθαψε το πτώμα, αλλά το έκαψε και ύστερα σκόρπισε τις στάχτες σε όλους τους ανέμους, ώστε να μην υπάρξει περίπτωση να ξαναζωντανέψει ο Βρυκόλακας. 12

Η ΚΑΤΑΡΑ Τα παλιά χρόνια στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, ήταν ένας παπάς που ήταν προσηλωμένος και πολύ αυστηρός σε ότι αφορούσε τις παραδόσεις, τα ήθη, τα έθιμα, τα ιερά και τα όσια. Ήταν ειδικότερα αυστηρότερος στη τήρηση των οικογενειακών καταβολών. Του είχαν γίνει βίωμα και έμμονη ιδέα που καμιά φορά θέλοντας να τηρούνται και να εφαρμόζονται, γινόταν άδικος. Κατά αυτόν τον τρόπο συμπεριφέρθηκε στην περίπτωση που ιστορώ, μια συμπεριφορά που σημάδεψε ανεξίτηλα την υπόλοιπη του ζωή, μια ζωή με τύψεις και στενοχώριες που του προκαλούσαν οι θύμησες κάνοντας τον να υποφέρει για το μεγάλο κακό που είχε προκαλέσει η συμπεριφορά του κατά πως πίστευε. Ο πόνος του ήταν πολλαπλός γιατί ταυτόχρονα ήταν συνειδησιακός, αποτέλεσμα κατάρας δικής του ενάντια σε μια συγχωριανή του. Ήταν γνωστός της πάσης ότι έπιαναν οι κατάρες του, άλλοι έλεγαν ήταν του Θεού, και άλλοι του διαβόλου. Καταράστηκε μια χωριανή του και την βρήκε ένα κακό, αλλά ήταν τόσο μεγάλο που δεν το άντεξε ούτε η Παναγία και του το αντιγύρισε για να τον τιμωρήσει ή και να τον συνετίσει. Ήταν μια κατάρα που από το αποτέλεσμα της πλήρωσαν δυο αθώα παιδιά, ο γιός της χωριανής του, και ο γιός ο δικός του. Ο ένας γεννήθηκε κουτσός και παραμορφωμένος και έζησε όλη του τη ζωή σερνάμενος στα τέσσερα, ενώ ο άλλος μια μέρα στα καλά καθούμενα έπαθε επιληψία, που στο χρόνο που περνούσε χειροτέρευε, ώσπου τον έπνιξε και τον σκότωσε πάνω στο άνθος της νιότης του. Έβλεπε αυτούς που καταράστηκε να υποφέρουν, παρακολουθούσε τη θλίψη τους, μαζι τους υπέφερε και αυτός στην ψυχή, στο μυαλό στην καρδιά και στη συνείδηση. Το είχε μετανιώσει, δεν περίμενε να έρθει τέτοιο κακό. Ήταν σίγουρος ότι η Παναγία του έστρεψε την κατάρα πίσω. Το ισχυριζόταν, το είδε στον ύπνο του, του φανερώθηκε η Αγία κατά πως έλεγε. Ήταν ότι χειρότερο του συνέβαινε γιατί ήταν πιστός λάτρης του Θεού και της θρησκείας, ήταν ιερέας, είχε κάμει μεγάλο αμάρτημα. Σε όλη την υπόλοιπη του ζωή μέρα νύχτα μαρά- 13

ζωνε και παρακαλούσε την Παναγία να τον ελεήσει και να του δώσει συγχώρεση. Ο παπάς είχε κάμποσα παιδιά, ανάμεσα τους ένας γιος που τον είχε καμάρι περισσότερο από τα άλλα. Ήταν όμορφος και έξυπνος, έπαιρνε και τα γράμματα εύκολα. Τού είχε μεγαλη αδυναμία, τον αγαπούσε περισσότερο. Είχε και μια μικρούλα κόρη, μια καθώς πρέπει τίμια κοπέλα που απο τα δεκάξι της χρόνια ήταν περιζήτητη νύφη. Είχε μπόλικο μάλι, ο γαμπρός που θα της λάχαινε θα ήταν τυχερός. Ήθελε το καλύτερο για τα παιδιά του, σκέφτηκε να κάμει για γαμπρό του τον καλύτερο του χωριού, σκέφτηκε ένα νέο από πλούσιο και φημισμένο σόι που ήταν σεμνός και εργατικός. Ανέλαβε τα παντρολόγια η προξενήτρα, οι συμπέθεροι συμφώνησαν στην προίκα, ήταν όλα καλά και η δουλειά πήγαινε να τελέψει. Ώσπου στα ξάφνικά η νύφη φοβισμένη αλλά αναθαρυμμένη από αγάπη που είχε μέσα της για έναν άλλον νέο, αρνήθηκε το προξενιό. Εκείνη την εποχή, οι κόρες δεν είχαν μερτικό στην αποφαση ποιος θα ήταν ο γαμπρός. Ούτε της μανας έπεφτε λόγος, η απόφαση ήταν μονο του κυρού και αφέντη. Σαν έμαθε ο παπάς την άρνηση της, ποιος δεν τον εφοβήθη, ήταν η οργή του μεγάλη. Την τιμώρησε σκληρά, ύστερα την κλείδωσε μες την κάμαρη και δεν την έβγαλε έξω ώσπου είπε το ναί και εγίνηκεν το προξενιό. Ήταν μια λυπητερή ιστορία αγάπης που είχε η κόρη στην καρδιά της για ένα νέο χωριανό της, ένα όμορφο παλικάρι που όταν τον έβλεπε σκιρτούσε η καρδιά της. Ήταν ένα πρωτόγνωρο αίσθημα που κατάφερε να της το προκαλέσει με τα σούρτα φέρτα και τα γλυκά της λόγια μια χωριανή της γυναίκα θειά του παλληκαριού. Ήταν μια καταφερτζού και πολλοπάϊτη, που ήθελε την μικρη κοπέλλα μες το σόϊ της, να την παντρέψει με τον ανιψιό της, να την κάμει νύφη της. Ξεκίνησε τα σούρτα φέρτα και τα φιλέματα στην μικρή κοπέλα, σιγά αλλά σταθερά, την κατάφερε να αγαπήσει τον 14

ανεψιό της, ύστερα την έβαλε να αρνηστεί το προξενιό του πατέρα της Έτσι είχαν τα πράγματα, τα ομολόγησε όλα η κόρη. Που τα άκουσε ο παπάς, δεν τον χωρούσαν οι τόποι. Με μιάς, πήρε την ανηφόρα και πήγε έσσω της θειάς του παλικαριού. Όλο το χωριό ένιωσε την οργή του, άκουσε τον θυμό του και τις βαριές του κατάρες. Άσκεφτα, παρασυρμένος από τα πολλά του νεύρα, την καταράστηκε πολύ βαριά, μια κατάρα για το παιδί της, που θα το γεννούσε να είναι κουτσό και μουγγό Πέρασε ο καιρός, πάντρεψε την κόρη του με τον πλούσιο γαμπρό που ήθελε, τα υπόλοιπα ξεχάστηκαν Ώσπου ήρθε μια μέρα, γεννήθηκε το καταραμένο μωρό, και ήταν κουτσό και άλαλο. Ήταν ένα μεγάλο κακό που έλαχε στην καημένη γυναίκα και έφερε μεγάλη οδύνη και λύπη στην οικογένεια της. Οι ο- δυρμοί, οι φηρμοί, οι στεναγμοί και τα κλάματα έγιναν καθημερινό συνήθειο της βλεποντας το παιδί της λειψό και διαφορετικό. Ήθελε να πεθάνει, παρακαλούσε την Παναγία να το γιάνει, να το κάμει σαν τα αλλά καλά μωρά. Αλλά τίποτα δεν γινόταν, το παιδί όσο μεγάλωνε, περισσότερο σερνόταν. Τα ψιθυριστά λόγια αναμεταξύ των κατοίκων έπαιρναν και έφερναν, όλοι έλεγαν για τις κατάρες του παπά. Όμως ήταν λόγια σιγανά και κρυφά, κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει δυνατά. Πέρασε κι άλλος καιρός, μια μέρα στα καλά καθούμενα μέσα στην τάξη του σχολειού, ο καλός και αγαπημένος γιός του παπά φήρτηκε, έπεσε χαμαί και έβγαλε αφρούς από το στόμα του. Του έριξαν νερό, συνήρθε, πήγε σπίτι του. Ήταν η απαρχή ενός κακού που έδωκε στην οικογένεια του παπά, μια δυστυχία που έτυχε στον καλό γιο. Κυριεύτηκε από δαιμόνια, τον έπιανε κρίση, πάθαινε επιληψία και έβγαζε αφρούς από το στόμα του. Ήταν μια αρρώστια που δεν γιατρευόταν και όλο χειροτέρευε. Ο παπάς μαράζωσε, στενοχωριόταν πολύ, αλλά κάτω δεν τα έβαλε. Πήρε το γιό του σε όλους τους γιατρούς, έκαμε τάμα- 15

τα στους Αγίους, ακόμα επισκέφτηκε ψευτογιατρούς, μάγους και τσαρλατάνους. Ξόδεψε όλη την περιουσία του, κανόνισε ακόμα να τον βάλει σε βαπόρι να τον πάρει στα ξένα, εκεί του είχαν πει πώς είχε καλύτερους γιατρούς. Τα χρήματα του τέλειωσαν, η περιουσία του όλη ξοδεύτηκε, αλλά αντί καλύτερα, ο γιος χειροτέρευε. Ήθελε να δανειστεί, κατέληξε στους τοκογλύφους, έ- πρεπε να βρει πολλά χρήματα, έπρεπε να πάρει το γιο του στο εξωτερικό να γιάνει Ο καιρός περνούσε, δυο παράλληλες δυστυχίες είχαν μαυρίσει δυο χωριανά σπίτια. Οι δυο οικογένειες καταλυπημένες, η κάθε μια στη στενοχώρια της, στον πόνο της και στην μιζέρια της δυστυχίας της Ένα δείλι μοιανού καλοκαιριού, στον καφενέ του χωριού έξω από την εκκλησία στην πλατεία που κάθονταν οι χωριανοί και έπιναν καφέ, ξάφνου άκουσαν φωνές. Γύρισαν και είδαν τον παπά που έτρεχε με τα χέρια ανοιγμένα και φώναζε. Ήταν αναμαλλιασμένος, οι τρίχες των μαλλιών του κορτωμένες και οι τρίχες των γενιών του τεντωμένες όπως τες σπόντες. Παραληρούσε κι έκλαιγε φωναχτά, κι έλεγε πώς η Παναγία του φανερώθηκε εκείνη την ώρα σαν κοιμόταν και του είπε να μην ξοδεύεται άλλο, να μην κοπιάζει άλλο, γιατί γιατρειά ο γιος του δεν θα έβρισκε και θα τον έπαιρνε κοντά της. Πέρασε λίγος καιρός. Ήταν η μέρα μιας Λαμπρής. Σαν περπατούσε το νέο παλληκάρι και πήγαινε στην εκκλησιά, τον έπιασε η κρίση και γέμισαν τα πνεμόνια του αφρούς που τον έπνιξαν και τον πέθαναν. Ήταν κοντά είκοσι χρονών, έφυγε πρόωρα, δεν χάρηκε τη ζωή. Ο παπάς ήξερε ότι ο γιός του ήταν δίκαιος και θα πήγαινε στον παράδεισο να ξεκουραστεί. Ήξερε ότι ο ίδιος που ήταν αμαρτωλός θα έμενε πάνω στη γη να βασανίζεται και να τιμωρείται από τις τύψεις του, ήταν σίγουρος ότι έτσι ήθελε η Παναγία. 16

ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ Όλη η παραθαλάσσια περιοχή από την Κισσόνεργα ως την Πέτρα του Ρωμιού, ήταν εύφορα χωράφια που τα κατείχαν μόνο πλούσιοι τσιφλικάδες ή αξιωματικοί και προύχοντες που ήσαν οι ημέτεροι των διαφόρων κατακτητών που κατά καιρούς πέρασαν απο την Κύπρο. Έκτιζαν τα μεγάλα αρχοντικά τους πάνω σε ψηλώματα και από εκεί παρατηρούσαν τις εργασίες στα χωράφια τους που εκτελούσαν οι μισταρκοί, οι δούλοι και οι υποτακτοί τους. Η Κύπρος ήταν νησί που κατά καιρούς υπέφερε από ανομβρία με αποτέλεσμα αυτά τα χωράφια να χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι. Όταν κατά καιρούς υπήρχε πολυομβρία, οι κάτοικοι τα καλλιεργούσαν φυτεύοντας ζαχαροκάλαμα, τεύτλα και καννάβια. Στην τέλειωση της πόλεως του Κτήματος που στη μια μεριά αρχινά η Γεροσκήπου και στην αλλη η Κάτω Πάφος, ήταν ένα αρχοντικό που εγκατελήφθηκε απο τους ιδιοκτήτες του και έμεινε ακατοίκητο μόνο του να φαντάζει από μακριά ό- μορφο και άφθαρτο στο χρόνο. Ήταν ίσα με 150 χρόνια κτισμένο που δεν το έπιανε όμως ο χρόνος γιατί ήταν κατασκευασμένο με μεγάλες πελεκιτές πέτρες και κτισμένες αναμεταξύ τους με ασβεστόλιθο και τσιμέντο από καλούς μαστόρους με γερά υλικά. Φάνταζε μεγαλόπρεπο, ήταν σημάδι όλης της περιοχής. Περιβαλλόταν από απέραντες εκτάσεις γόνιμης γης, ενώ σε κάθε λίγες σκάλες υπήρχε πηγάδι με νερό. Παλιότερα ήταν ένας πράσινος παράδεισος όπως μια όαση ανάμεσα σε μεγάλη εκταση ξεραμένης γης, πολλοι κάτοικοι έλεγαν πως ήταν γη της επαγγελίας. Όποιος ξένος περνούσε, έβλεπε και απορούσε και ρωτούσε γιατί ηταν ε- γκατελειμμένος αυτός ο παράδεισος. Όταν ήμουν μικρός, το ίδιο ρώτησα και εγώ ένα γέροντα, που μου είπε μια ιστορία. Στα χρόνια του μεσαίωνα η περιοχή ήταν περιουσία των Ρηγάδων, και ύστερα των απογόνων τους. Στες αρχές του 19 ου αιώνα, ένας ξένος ήρθε από ξενικά μέρη και κατοίκησε στο ψηλό σπίτι. Ήταν απόγονος των Ρηγάδων κατά πώς έλεγε, και είχε μαζί του χαρτιά, τίτλους και άλλα στοιχεία που το 17

αποδύκνυαν. Πολλοι αμφέβαλλαν αν έλεγε αλήθεια, αφού οι Ρηγάδες έζησαν στην Πάφο πρίν εκατοντάδες χρόνια. Εγκαταστάθηκε στο διώροφο σπίτι και ανέλαβε το μεγάλο τσιφλίκι. Πήρε στη δούλεψη του πολλούς μισταρκούς και εργάτες, και γρήγορα έγινε ξακουστός. Με τον καιρό έγινε από τους πλουσιώτερους αφέντες του τόπου, και καθώς ή- ξερε γράμματα και σπουδές, λογαριαζόταν πολύ σπουδαίος. Είχε μια μεγαλη βιβλιοθήκη με όλων των ειδών βιβλία, όλη μέρα έγραφε και μελετούσε. Δεν χρειαζόταν να βγαίνει στα χωράφια, είχε καλούς επιστάτες που φρόντιζαν για όλα. Ό- σοι τον συναντούσαν και έρχονταν εις γνώσιν μαζί του, έλεγαν πως ήταν πολύ μορφωμένος και διαβασμένος. Στο παραδιπλανό χωριό της Χλώρακας ζούσε μια μελαχρινή κοπέλα που έμοιαζε τσιγγάνα και πολλοί λέγανε πως είχε ρίζες από τη Ρομανία. Είχε πολλά τα κάλλη της και περίσια την ομορφιά της. Ήταν μια όμορφη μελαχρινή που έμοιαζε σαν μελαψή νεράιδα, που όση ομορφιά είχε, είχε άλλη τόση τσαχπινιά και χάρη. Ήξερε την απέραντη ωραιότητα της, τους κοίταζε όλους στα μάτια, τους ξετρέλαινε αλλά δεν έ- λεγε σε κανέναν σ αγαπώ. Με τη φλογερή της ματιά να τους κοιτά κατάματα και να τους προσπερνά, τους δημιουργούσε γλυκόπικρα σκιρτήματα και σύγκρυα. Όλοι οι νιοί σκάπουλλοι Τούρκοι και Ρωμιοί, ήταν ξετρελαμένοι μαζί της. Τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς της τα απολάμβανε και τα ευχαριστιόταν. Ένιωθε όμορφα καταλαβαίνοντας την μεγάλη επίδραση της γοητείας της στους γύρω της. Οι γονείς της ήταν φτωχοί χωρικοί που ζούσαν σπέρνοντας κάτι μικρά χωραφάκια που είχαν, καθώς και βόσκοντας ένα μικρό κοπάδι από πρόβατα. Την είχαν μοναχοκόρη, και ήξεραν ότι αν και φτωχή, μπορούσε να αποκτήσει άνεση και πλούτη, αν μόνο δεχόταν να παντρευτεί έναν από τους πολλούς άρχοντες που την ήθελαν για γυναίκα τους. Τον καιρό που οι γονιοί της ασχολούνταν με το θέρισμα και το αλώνισμα, τις μέρες αυτές τις καλοκαιρινές, η όμορφη τσιγγανιπούλλα έβοσκε τα πρόβατα στα θερισμένα χωράφια και στους κίτρινους από ποκαλάμες κάμπους που εκτίνονταν σε όλη την παραλία της Χλώρακας ως τα Παλιόκαστρα κι ακόμα παραπέρα. 18

Μια μέρα που πήγε μακρύτερα ως την άλλη άκρη της παλιάς Πάφου, εκεί που ήταν το τσιφλίκι του άρχοντα Ρήγα, της ξέφυγε ένα αρνί από το κοπάδι και μπήκε μέσα στο τσιφλίκι. Δρασκέλισε τον πέτρινο τοίχο η κόρη και μπήκε στα ξένα κτήματα για να το πάρει. Το βρήκε παρακάτω κάτω από ένα δένδρο, και δίπλα του έστεκε ένας όμορφος νέος που εύκολα κατάλαβε από το παρουσιαστικό του ότι ήταν ο αφέντης Ρήγας. Ολοφάνερα έδειχνε για αφέντης και ευγενής, φάνταζε αμέσως η καλή του καταγωγή. Έμεινε λίγο να τον κοιτάζει, και ύστερα χωρίς να χασκιαστεί ή να ντραπεί, τον κόντεψε και τον χαιρέτησε, -για σου άρχοντα μου, έπιασαν την κουβέντα και γνωρίστηκαν. Κατάλαβαν αμέσως ότι αγαπήθηκαν, ήταν το πεπρωμένο τους και η μοίρα τους να συναπαντηθούν και να γνωριστούν. Από εκείνη τη μέρα η μικρή βοσκοπούλλα παίρνοντας τα πρόβατα της να βοσκήσουν στην κάτω περιοχή, ύστερα τα ανέβαζε μακρύτερα ως το τσιφλίκι του αρχοντόπουλου όπου και συναντιόντουσαν. Κουβέντιαζαν για πολλά πράγματα, όμως για αγάπη δεν έλεγαν, αυτή όμως ήταν φανερωμένη στα πρόσωπα τους και στη συμπεριφορά τους. Έτσι είχαν τα πράγματα, το καλοκαίρι κόντευε να τελειώσει, το Ρηγόπουλο αποφάσισε να της φανερώσει την αγάπη του και να της πει ότι ήθελε να την κάμει γυναίκα του. Ήταν σίγουρος για την απάντηση της, δεν αμφέβαλλε, γνώριζε για την αγάπη της. Όμως ώ τί δυστηχία, η όμορφη κόρη που είχε συνηθίσει να ραγίζει καρδιές, ίσως από συνήθειο ή από έπαρση, του αρνίστηκε, και ενώ τον αγαπούσε αρχίνησε να του κάμνει πείσματα και του συμπεριφερόταν διαφορετικά από πριν, καμνοντας τον να πιστέψει ότι δεν τον ήθελε, και όλα ήταν καπρίτσια του μυαλού της απλά για να περάσει τον καιρό της και να διασκεδάσει με την αγάπη του. Το Ρηγόπουλο που δεν μπορούσε να πιστέψει πως την έχανε, έπεσε σε βαθύ μαραζι, έχασε τη χαρά του και απογοητευμένος βλέποντας τα όνειρά του να γκρεμίζονται, κρεμάστηκε σε μια συκαμινιά, γιατί δεν άντεχε χωρίς την αγαπημένη του. 19

Σαν έμαθε τα κακά μαντάτα η βοσκοπούλα, δεν ήθελε να τα πιστέψει. Ποτέ δεν της πέρασε από το νου ότι θα γινόταν τέτοιο μεγάλο κακό και αιτία να είναι η ίδια. Ειρηνίες άρχισαν να την ζώνουν και οι τύψεις την κατέτρεχαν. Δεν μπορούσε να αντέξει τέτοιο βάρος στη συνείδηση της, κλείστηκε στον εαυτό της μετανιωμένη, σφράγισε τις πόρτες του σπιτιού της και δεν ξαναβγήκε έξω να την δει ούτε άνθρωπος μα ούτε και ήλιος. Κλείστηκε στο σκοτάδι της κάμαρης της και δεν πλενώταν, ούτε λουζόταν, χτίκιασε από την απλυσιά, σαλτάρισε το μυαλό της και γέρασε και πέθανε μονάχη. Μετά το θάνατό της πολλοί ισχυρίστηκαν πως όταν περνούσαν νύχτα απέξω από το σπίτι της, ένιωθαν το φάντασμά της να τριγυρίζει ανήσυχο και να μουρμουρίζει μελαγχολικά το όνομα του αγαπημένου της... Το διώροφο κτίριο στο τσιφλίκι εγκαταλείφθηκε, ενώ υστερότερα περιήλθε στα χέρα των Τούρκων όπου γνώρισε μαύρες μέρες, γιατί οι Τούρκοι το χρησιμοποιούσαν σαν φυλακές και τόπο βασανιστηρίων των Γραικών. Μετά την παράδοση της Κύπρου στους Άγγλους, και αυτοί το χρησιμοποίησαν ως τόπο κρατητηρίων και βασανιστηρίων των αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Στα σκοτεινά δωμάτια του πολλοί άνθρωποι υπέφεραν και πόνεσαν, πολύ αίμα χύθηκε και πολλές ζωες χάθηκαν. Μέχρι σήμερα, ένα σωρό φοβερές ιστορίες ακόμα λέγονται. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής ισχυρίζονται ότι κατά καιρούς άκουσαν ουρλιαχτά και κλάματα και ένιωσαν σκιές στον ουρανό να περιφέρονται και να ζητούν βοήθεια. Στις σημερινές ημέρες το κτίριο έχει επισκευαστεί και αναπαλαιωθεί, κάποιοι της περιοχής λένε ότι ακόμη το κτίσμα είναι στοισειωμένο και τις νύχτες ακούγονται λυπητερά τραγούδια, ενώ οπτασίες θεάθηκαν να κινούνται μέσα σ ατό. 20

Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ Τ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Η ιστορία του διηγήματος είναι για την Φκωνού τη μάνα του Αντωνή τ Αλέξανδρου, που όταν πέθανε ο άνδρας της και πάντρεψε τα παιδιά της, έμεινε μόνη της ανήμπορη γριά με τον μικρότερο γιο της να τη συντηρά. Είναι μια παράξενη ιστορία γιατί ο Αντωνής αναγκασμένος να σηκώσει μόνος του το βάρος της ανήμπορης γριάς, έμεινε κοντά της ανύπανδρος για πολλά χρόνια να τη βοηθά. Ήταν ένας απλός και καλοκάγαθος, υπομονετικός και πονόψυχος γεωργός που αγωνίστηκε σκληρά με τη γη βοηθώντας τη μάνα του και τον κόσμο γύρω του, και υστερότερα την πολυμελή οικογένεια που έκαμε όταν παντρεύτηκε μια καλή χωριανή του, που μέσα στα χωράφια όταν ο ήλιος τον χτυπούσε κατακούτελα στα πυκνά μαλιά και στο τετράγωνο πρόσωπο, φάνταζε μοναχός σαν βαθιά ριζωμένος στύλος μέσα στον κάμπο. Σας διηγούμαι αυτή την ιστορία για τη μάνα του, που μου την διηγήθηκε ο ίδιος μια μέρα σαν τις πολλές που σχεδόν καθημερινά καθόμασταν στο καφενείο του Κωστή και συνομιλούσαμε με τις ώρες. Ήταν γέρος πλέον όταν ανακάλυψα τις απεριόριστες γνώσεις που κατείχε, αυτός ένας αγράμματος χωρικός που ίσως με δυσκολία πήγε λίγες τάξεις στο δημοτικό. Του άρεσε να διαβάζει από μικρός, είχε διαβάσει ότι βιβλία και περιοδικά εκείνους τους καιρούς πριν ξεθωριάσει το φως του μπόρεσε να βρεί, και με το μεγάλο του μνημονικό ήξερε πολλά πράγματα που τα θυμόταν με απόλυτη διαύγεια. Του άρεσε να μιλά για τις αρχαίες δοξασίες, τα ήθη, τα έθιμα, και τις προλήψεις που γεννήθηκαν μέσα από το πέρασμα των χρόνων. Για τις παραδόσεις και τις σημερινές δοξασίες στις οποίες πιστεύουν οι άνθρωποι πότε βάσιμα και πότε όχι, κάποιες που ίσως φοβίζουν, που όλες όμως δείχνουν τον τρόπο με τον οποίον οι απλοί άνθρωποι αντικρίζουν και εξηγούν τα διάφορα παράξενα φαινόμενα. 21

Από αυτόν έμαθα πολλά για τις συμπεριφορές των παλιών κατοίκων, καθώς και για τον τρόπο που διαβιούσαν, την πίστη τους και τα ιδανικά τους τα οποία και μετέφερα μέσα στα διάφορα διηγήματα μου που δημοσιεύτηκαν σε διάφορες εφημερίδες περιοδικά και βιβλία. Θυμάται ο Αντωνής τ Αλέξανδρου που τούλεγε η μάνα του μια ιστορία, ότι από τη ρεματιά που βρισκόταν κάτω δίπλα στην αυλή τους, υπήρχε αερικό. Δηλαδή υπήρχε πέρασμα φαντασμάτων και ανεράδων που έζησαν σε παλαιότερες ή παράλληλες εποχές. Τα περασμάτα αερικών είναι συγκεκριμένες περιοχές όπου συνέβαιναν περίεργα πράγματα. Βουή αέρα ακουγόταν χωρίς να κουνιέται φύλο, ενώ ο αέρας πολλές φορές έφερνε φωνές ή γέλια. Ήταν συνήθως ρεματιές που κατέληγαν στη θάλασσα ή σε μεγάλους κάμπους που κατά τη διάρκεια της βουής όσα ζώα βρίσκονταν εκεί έσκαγαν και πέθαιναν. Από τα αερικά περάσματα διάβαιναν ακόμα ξωτικά ανθρωπάκια όπως τα αγγελάκια, που όταν παρεξηγούνταν από τις κακές συμπεριφορές των ανθρώπων, γίνονταν κακά και σκανδαλιάρικα. Περνούσαν ακόμα θηλυκά πνεύματα των βουνών, των λόφων και των ποταμιών που λάτρευαν το χρώμα του αέρα και ήταν αόρατα αερικά όλου του κόσμου. Σε τέτοια μέρη, οι αρχαίοι άφηναν τα άρρωστα μωρά χωρίς ελπίδα ζωής, να πεθάνουν, γι αυτό τα μέρη αυτά δεν έπρεπε να κατοικούνται. Τέτοια μέρη ήταν γνωστά στους κατοίκους, και έτσι απέφευγαν να ζουν οι ίδιοι ή να αφήνουν τα ζώα τους, ειδικά τις νύχτες. Ήταν λοιπόν η ρεματιά των «Μήλων» στη γειτονιά του πατρικού σπιτιού του Αντωνή τ Αλέξανδρου ένα πέρασμα αερικών, που βρισκόταν στα ριζά του υψώματος της αυλής του, λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα. Ήταν εκεί που γκρεμίστηκε από μια τρεμιθιά παλιότερα ο Γιαννάτσιης ένας άλλος χωριανός που πέθανε από το πέσιμο, που το αίμα του πότισε τη γη, και οι χωριανοί έλεγαν ότι το γέμα του κογκούσε. Μια ζοφερή γεμάτη υγρασία μέρα κάποιου καλοκαιριού, η Φκωνού ήταν στο σπίτι μοναχή. Ο γιος της έλειπε έξω στα χωράφια που πήγε να ποτίσει, ενώ αυτή έβαλε την μαείρισ- 22

σα στη νηστιά έξω στην αυλή για να μαγειρέψει. Ήταν καλή μαγείρενα, και η άχνη του μαγειρεμένου φαγητού που άρχισε να ψήνεται, στριφογυρνούσε στην ατμόσφαιρα παρασυρμένη από το απαλό αεράκι, μια ωραία μυρωδιά που έσπαγε μύτες. -Ίσως ήταν αυτή η ωραία μυρωδιά, σκέφτηκε ύστερα, που τράβηξε τα αερικά από το πέρασμα κάτω στη ρεματιά και τα οδήγησε ώς το σπίτι της- Ξαφνικά μέσα στην απόλυτη υσηχία που επικρατούσε άκουσε φωνές και γέλια, μουσική να παίζει και ήχο από άλογα που έσερναν κάρα, να έρχεται από κάτω στον γκρεμμό. Φαντάστηκε ότι ήταν κάποιο καραβάνι από γανοματζήδες που περνούσε από το μονοπάτι δίπλα στο «Καμαρούι», την κάτω βρύση του χωριού που οδηγούσε στην πόλη της Πάφου. Έ- τρεξε στην άκρη της αυλής να δει το καραβάνι, ήθελε να τους γνέψει ότι είχε ατζιά (μαγειρικά σκεύη) για γάνωμα. Ο θόρυβος όλο πλησίαζε, αλλά δεν έβλεπε κίνηση στην κάτω στράτα, οπότε κατάλαβε πως δεν ερχόταν από εκεί, αλλά από τα σπαρμένα χωράφια στα πλευρικά της ρεματιάς που ήταν λίγα μέτρα μακρύτερα από την αυλή της.. Έβαλε το χέρι αντήλιο και είδε τρομαγμένη τα στάχια των κριθαριών να λυγίζουν και ένιωσε μια αύρα να περνά στον αέρα δίπλα της σαν σκιές ανθρώπων άυλων που περνούσαν γρήγορα από μπροστά της και άκουγε τις φωνές τους, τις ομιλίες τους, και τα γέλια τους, άκουγε ακόμα ήχους από άλογα που έσερναν κάρα, μα δεν έβλεπε τίποτα. Κατάλαβε ότι ήταν αερικά φαντάσματα ανθρώπων παλαιοτέρων ή παράλληλων εποχών που περνώντας από τη ρεματιά κάτω από το σπίτι της, ξεστράτισαν και πέρασαν από την αυλή της. Είχε ξανακούσει γι αυτά, δεν πίστευε πως υπήρχαν, αλλά εκείνη τη στιγμή που τα είδε, ασυναίσθητα έκαμε ότι έπρεπε να κάμει, έκαμε τον σταυρό της και παρακάλεσε την Παναγία να ανοίξει το πέρασμα, να περάσουν και να φύγουν γρήγορα τα αερικά. Έτσι έγινε, τα αερικά έφυγαν, χάθηκαν, όπως να μην πέρασαν. Στα χρόνια που πέρασαν, όποτε η Φκωνού ενόσω ήταν εν ζωή θυμόταν το παράξενο γεγονός, ανατρίχιαζε και την έ- πιανε το ίδιο δέος όπως τότε. Κάθε φορά όμως παρακαλούσε την Παναγία, και αμέσως οι σκέψεις της ημέρευαν. 23

ΣΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΦΚΩΝΗ Είναι μια ιστορία που λέγεται σε πολλούς τόπους, αλλά κατά τη γνώμη μου είναι μια τρομαχτική κοινή ιστορία που συνέβηκε πραγματικά ίσως σε όλους τους τόπους που τη διηγούνται, διότι αφορά συναισθήματα που άπτονται της παλικαριάς, της αφοβιάς, της αντρειοσύνης, αλλά και του τρόμου που όταν κυριεύσει τον άνθρωπο και φωλιάσει στην καρδιά του, όποιος και νάναι, θα τον φοβήσει και θα τον τρομοκρατήσει. Είναι δηλαδή κοινά συναισθήματα όλων των ανθρώπων, σε όλους τους τόπους. Είναι η φοβερη ιστορία για έναν αντριωμένο νέο που εζησε στο χωριό της Χλώρακας τον παλαιό καιρό. Για έναν λεβεντονιό που ήταν άφοβο παλικάρι που αψηφούσε τους κινδύνους και δεν λογάριαζε μήτε θεριά, μήτε ανθρώπους. Ήταν ένα παλικάρι που του άρεσαν οι ιστορίες περι ηρώων, αλλά περισσότερο η ιστορία του Σαμψών. Εκείνους τους καιρούς άν και δεν συνηθιζόταν, αυτός άφησε τα μαλλιά του να μακρύνουν σαν τον αγαπημένο του ήρωα, και χωρίς να λογαριάζει τα λόγια του κόσμου, καβαλλούσε τον άππαρο του που όταν τον σπιρούνιζε έτρεχε σαν τον άνεμο και καμαρωτός άφηνε τα μαλλιά του να ανεμίζουν στον αέρα όπως τα κύματα στη θάλασσα. Το όνομα του ήταν Διονής, αλλά το άλλαξε και το έκαμε Διενής όπως του Διγενή, ενώ οι χωριανοί τον φώναζαν Ιενή. Πίστευε ότι ίσως οι ρίζες του έφταναν από τους Ακρίτες, αλλιώς δεν εξηγιόταν η μεγάλη του δύναμη και η περισσή του αντρειοσύνη. Το πίστευε με την καρδιά του και το ένιωθε στο είναι του και να κυλά μεσα στις φλέβες του, σαν κατεβατό ποτάμι πάνω σε κακοτράχαλα βουνά. Το σπίτι του δεν τον χωρούσε, γυρνούσε στα όρη και στις λαγκαδιές, μιλού- 24

σε με τα γεράκια και κυνηγούσε πουλιά και σκότωνε φίδια θεριά. Ήταν ανδρειωμένος και τον έτρεμε ο κόσμος και όλα τα χωριά. Του άρεσε να παρομοιάζει τον εαυτό του ως ιδεώδη τύπον ήρωα όπως τον Ομηρικό Αχιλλέα, τον κραταιό Ηρακλή, τον ένδοξο Αλέξανδρο και τον ισχυρό Δούκα Διγενή. Είχε πολλή ξιππασιά και του άρεσε να παινεύεται για τα κατορθώματα του, την αφοβιά του και την παλικαριά του. Σε πολλούς άρεσαν τα ξιππάσματα και οι ιστορίες του, γιατί ή- ταν περιπέτειες για καυγάδες στολισμένες και τραβηγμένες, που είχαν ενδιαφέρον. Ήταν όμως και ένας μικρούτσικος ανθρωπάκος στο χωριό που δεν τον έκαμνε χάζι, που ήθελε να βρεί τρόπο να τον πικάρει, αλλά που δεν τολμούσε γιατί τον φοβόταν. Και ο νους του όλο γύριζε πώς να βρει τον τρόπο να το κάμει χωρίς να οργιστεί και να τον δέρει. Τοχε βάλει σκοπό να βρει τον τρόπο, τον είχε πιάσει μια μανία. Ήταν μια κακεντρέχεια που του προήλθε από τη ζήλεια. Ζήλευε τον Ιενή που ήταν ψηλός, όμορφος, δυνατός και ανδρείος, ενώ αυτός ήταν κοντός, μικρούτσικος, ένα κοντό χαμηλοβρακάτο ανθρωπάκι χωρίς δείξη. Καθημερινά στην ταβέρνα του Φκωνή που σύχναζε και συναντιόντουσαν, άλλη σκέψη δεν έβανε στο λογισμό του, παρά μόνο πώς να βρει έναν τρόπο να τον εκθέσει. Η ταβέρνα του Φκωνή ήταν κτισμένη δίπλα στην πλατεία της εκκλησιάς και εκεί μαζεύονταν τις νύχτες οι αθκιασεροί και οι κρασοπότες να πιούν κανένα γράδο κοκκινέλι. Ήταν ένα χαμόσπιτο κτισμένο με πέτρες και πηλό από χώμα και άσιερο, μια κάμαρη, ένα χαμηλό δωμάτιο τόσο χαμηλό, που για να μην κουτουλούν οι πελάτες, το πάτωμα ήταν σκαμμένο μέσα στη γη. Η σκεπή καμωμένη από κανιά και χώμα που όταν έβρεχε έσταζε και έβρεχε τους πελάτες. Με παλιές ξύλινες πόρτες χωρίς κλειδαριές και ένα μικρό παράθυρο όσο να μπαίνει λίγο φως. Ήταν κτισμένη ακριβώς στη θέση που είναι τώρα το εστιατόριο «Φαμακούστα», στην οδό «Ζήνας Κάνθερ». Ήταν η ταβέρνα του Φκωνή που άφησε εποχή, που με τον ίδιο να φαντάζει θεόρατος με τη μαύρη βράκα και το αλατσιέτινο ζιμπούνι πανύψηλος να μην τον χωρεί το 25

μαγαζί του και να σερβίρει σκυφτός για να μην κουτουλλά στο ταβάνι. Μέσα στο μουντό φως της λάμπας πετρελαίου τα τραπέζια τάβλες πάνω στο χωματένιο πάτωμα ήταν πάντα γεμάτα πελάτες. Η τσίκνα από το τρεμιχόλαο γέμιζε τον αέρα και τα κουνουπίδια ήταν πάνω στο ράφι αφημένα μαζί με σώτες γεμάτες τσιρίτζια μέσα σε λίπος από λαρδί και βάζα γεμάτα καππάρι. Στη γωνιά ήταν κρεμασμένο από το ταβάνι ένα ο- λόκληρο λαρδί χοίρου, ενώ πάνω σε όλα τα τραπέζια είχε κούπες γεμάτες βραστές πατάτες. Ήταν μια συνταιριασμένη ατμόσφαιρα με το χώμα στο πάτωμα να μυρίζει ξινό κρασί και να σμίγει με την μυρωδιά από τα ξιδάτα παντζάρια, τα βραστά αβγά μέσα σε μαύρο λάδι ε- λιάς και τη τσίκνα της ρέγκας που ψηνόταν στη φωτιά της μηχανής. Ήταν φαγητά της εποχής που έφτιαχνε μόνος του ο ταβερνιάρης, χωριάτικοι και φτηνιάρικοι μεζέδες, αλλά γνήσιοι και άμετρης γευστικής απόλαυσης. Κάθε βράδυ οι φτωχοί χωρικοί την άραζαν εκεί, να πιούν και να διασκεδάσουν φτωχικά για να ξεχάσουν την φτώχεια τους και τη μιζέρια τους. Το στερκό κρασί τους έφτιαχνε τη διάθεση και τους έκανε να αισθάνονται ότι τα φτωχικά φαγητά είχαν γλυκείες γεύσεις Τσιμπούσαν και τσουγκρούσαν τις καντήλες και έλεγαν εις υγείαν στα μεγάλα ξύλινα βαρέλια που ήταν γεμάτα κρασί. Ήταν βαρέλια θεόρατα που γέμιζαν το μισό μαγαζί, γεμάτα με κρασί που εκείνον τον καιρό πουλιόταν με την οκά και το μετρούσαν με το κάρτο, ένα τσίγγινο δοχείο με την ανάλογη χωρητικότητα. Μια νύχτα καθόταν σε ένα τραπέζι ο μικρούτσικος άνθρωπος, σε ένα άλλο το παλληκάρι ο Ιενής, ενώ στο τρίτο καθόταν μια παρέα χωριανών. Όλα τα τραπέζια ήταν τέσσερα, στο άλλο καθόταν ο Φκωνής και κουβέντιαζε με τους πελάτες του. Έχοντας ο μικρούτσικος άνθρωπος αντίκρυ του τον Ιενή και τον οίνο στην κοιλιά να τον ζαλίζει, το μυαλό του επηρεασμένο πήρε περισσότερες στροφές και του κατέβητε μια ιδέα. 26

Αρχίνησε να λέει για τους πεθαμένους και για ιστορίες που άκουσε, ότι στα νεκροταφεία μετά τα μεσάνυχτα βγαίνουν τα πνεύματα των πεθαμένων και σεργιανούν στη νύχτα τρομάζοντας τον κόσμο, γι αυτό οι άνθρωποι παλιότερα απέφευγαν τις σκοτεινές νύχτες να περιφέρονται άσκοπα σε τέτοια μέρη Μια φορά κατά πως άκουσε είπε, ένας γέρος που περνούσε νύχτα από το νεκροταφείο άκουσε θορύβους και χωρίς να λογαριάσει φόβο μπήκε μέσα να δεί τι συμβαίνει. Μόλις πέρασε την πύλη άκουσε από τη μεριά της κάτω εκκλησιάς λυπητερό ήχο καμπάνας να χτυπά, γεγονός που τον γέμισε τρόμο γιατί ήξερε πως δεν είχε καμπάνα, την είχαν μεταφέρει οι χωριανοί στην πάνω εκκλησιά τις προηγούμενες μέρες. Τρομοκρατημένος τόβαλε στα πόδια, πήρε τόσο φόβο που του δέθηκε η γλώσσα και έκαμε πολλές μέρες να βρεί τη μιλιά του. Λέγοντας αυτά ο μικρούτσικος ήθελε να δημιουργήσει ατμόσφαιρα φόβου ώστε ο ατρόμητος Ιενής να φανερωθεί ότι σαν άνθρωπος και αυτός, είχε πράγματα που τα φοβόταν. Ο Ιενής όμως γέλασε και είπε ότι όλα είναι φαντασιώσεις. Αρπάζοντας την ευκαιρία ο μικρούτσικος άνθρωπος, τον προσκάλεσε σε στοίχημα ότι δεν τολμούσε να πάει τα μεσάνυχτα στο νεκροταφείο και να παλουκώσει τον άππαρο του, ένα στοίχημα που με χαρά δέχτηκε ο Ιενής, γιατί ήθελε να δώσει ακόμα μια απόδειξη σε όλους τους παρευρισκομένους για την αφοβιά του.. Συνέχισαν τη διασκέδαση τους να τρώνε και να πίννουν ως τα μεσάνυχτα. Όταν χτύπησε δώδεκα η ώρα, ο Ιενής σηκώθηκε από το τραπέζι του, ορμήνεψε στον Φκωνή να μην σηκώσει το ποτήρι του γιατί γρήγορα θα επέστρεφε, είπε και στους άλλους να τον περιμένουν, θα πήγαινε στο νεκροταφείο να σιηνιάσει τον άππαρο του. Εντάξει του είπαν οι άλλοι πελάτες, και έκατσαν να τον περιμένουν να γυρίσει πίσω, μαζί ύστερα θα πήγαιναν στο νεκροταφείο να ελέγξουν την αλήθεια. Πήγε ο Ιονής στο νεκροταφείο, τσουλλώκατσε και παλούκωσε τον άππαρο του. Όταν τέλειωσε πήγε να σηκωθεί, αλλά δεν μπορούσε. Κάποιος τον τραβούσε από τη βράκα. 27

Ξαφνιάστηκε, αλλά προσπάθησε να μην πανικοβληθεί. Έβαλε όλη του τη δύναμη, αλλά πάλι δεν τα κατάφερε. Άρχισε να φοβάται, άρχισε να πιστεύει ότι ζωντάνεψαν οι νεκροί, προσπαθούσε να μην τον κυριεύσει ο τρόμος. Διατηρώντας την ψυχραιμία του γύρισε πίσω να αντιμετωπίσει αυτόν που τον κρατούσε, αλλά δεν είδε κανέναν, ούτε νεκρό, ούτε ζωντανό. Σαν αστραπή από το μυαλό του πέρασαν όλες οι δεισιδαιμονικές και αλλόκοτες ιστορίες για πεθαμένους και νεκροζώντανους που ήξερε. Πίστεψε πως σηκώθηκαν οι πεθαμένοι και σαν σκιές αόρατες, τον τραβούσαν να τον πάρουν μαζί τους μέσα στα μνήματα. Έβαλε όλη του τη μεγάλη δύναμη να τους ξεφύγει, μα δεν μπορούσε. Τον τραβούσαν από τη βράκα και δεν τον άφηναν. Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει βοήθεια, αλλά λαλιά δεν έβγαινε, του δέθηκε η γλώσσα από την τρομάρα Αποκαμωμένος από το φόβο έγειρε στο χώμα και έμεινε ακίνητος, φηρμένος σαν τον πεθαμένο Πέρασε η ώρα, μέσα στην ταβέρνα άρχισαν να ανησυχούν. Αργούσε ο Ιονής, -κάτι θα γίνηκε, είπε ο Φκωνής. Σηκώθηκε και ξεκρέμασε τη λάμπα από το βολίκι, -άντε πάμε να τον βρούμε, τους είπε. Φτάνοντας στο νεκροταφείο, είδαν τον άππαρο παλλουκωμένο και τον Ιονή δίπλα του φηρμένο. Ανύσηχοι έσκυψαν να τον σηκώσουν και αμέσως κατάλαβαν τι είχε γινεί. Παλλουκώνοντας το παλλούκι στο χώμα, στο σκοτάδι δεν πρόσεξε και το έβαλε πάνω στις πολλές δίπλες της βράκας του παλουκώνοντας την κι αυτήν. Ευτυχώς ήταν μόνο φηρμένος, τον ξεπαλλούκωσαν και τον μετέφεραν στην ταβέρνα όπου τον βοήθησαν να συνέλθει. Από εκείνη τη μέρα ο Ιενής έμεινε χασκιασμένος, λιγομίλητος, με βλέμμα πλανεμένο και το μυαλό σαλεμένο. Έκοψε τα μακριά του μαλλιά και δεν ξανακαβαλίκεψε τον άππαρο του. Περιδιάβαινε στις στράτες άσκοπα, κατάντησε ο τρελός του χωριού. 28

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ, ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Η ιστορία της Κύπρου είναι αρχαιοτάτη και λόγω της στρατηγικής της θέσης καθώς είναι σταυροδρόμι ανάμεσα σε τρείς ηπείρους της Αφρικής, της Ευρώπης και της Ασίας, έχει να επιδείξει πανάρχαιες καταβολές που εκτείνονται μέχρι και πριν 10 000 χρόνια. Στην ελληνιστική περίοδο άνθισαν οι τέχνες και έχουμε μαρτυρίες σε αμφορείς και πλάκες με γραφές. Ακολούθησε η Ρωμαϊκή περίοδος κατά την οποία συνεχίστηκαν οι τέχνες και τα γράμματα, αλλά κυρίως η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε με την κάθοδο των Αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα που επισκέφθηκαν την Πάφο όπου και διέδωσαν τον Χριστιανισμό. Ακολούθησε η Βυζαντινή περίοδος κατά την οποία άνθισε περισσότερο ο Χριστιανισμός, ενώ ύστερα ήρθαν τα μαύρα χρόνια της υποδούλωσης της νήσου σε ξένους κατακτητές. Περιήλθε κατά σειράν στους Ναϊτες, στους Γάλλους Λουζινιανούς, στους Φράγκους και στους Οθωμανούς. Λόγω της μακρόχρονης κατοίκησης της νήσου από ανθρώπους, είναι φυσικό η γη της να είναι κατάσπαρτη από αρχαιότητες. Παλιοί θρύλοι αναφέρονται σε αμέτρητους θησαυρούς πού παραμένουν θαμμένοι από την αρχαιότητα, κυρίως αρχαιολογικοί θησαυροί όπως κτερίσματα, τα οποία προέρχονται από τη συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων να θάβουν τους νεκρούς με τα προσωπικά τους αντικείμενα. Καθ όλη την περίοδο της Ενετοκρατίας, διάφοροι Σαρακηνοί καθώς και Ο- θωμανοί Τούρκοι εισέβαλλαν στη Κύπρο και με επιδρομές τους λεηλατούσαν και άρπαζαν αιχμαλώτους τους οποίους πουλούσαν ως σκλάβους. Κάτω από το φόβο των επιδρομών, οι Κύπριοι Χριστιανοί που κατοικούσαν στα παράλια έ- κτιζαν τα σπίτια τους σε υψώματα ώστε να παρακολουθούν τον ορίζοντα της θάλασσας. Όταν έβλεπαν κουρσάρικα καράβια, μάζευαν τα υπάρχοντα τους και τα έκρυβαν μέσα σε κρυψώνες και αρχαίους ταφικούς σπήλιους τους λεγομενους Ελληνοσπηλιους, για να γλιτώσουν από το πλιάτσικο. Μέσα έκρυβαν επίσης τους νέους και τις νέες για να γλυτώνουν την αιχμαλωσία. 29

Οι Ελληνιστικοί τάφοι ήταν σκαμμένοι σε βράχους και χρονολογούνται από τα Ελληνιστικά και τα πρώτα Ρωμαϊκά χρόνια της Κύπρου. Στη Χλώρακα υπάρχουν δυο αρχαίοι Ελληνιστικοί τάφοι εκ των οποίων ο ένας είναι λαξευμένος μέσα σε θεόρατη σπηλιά καλά κρυμμένη από τη φύση, ώστε να είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστεί. Σήμερα αυτός ο αρχαίος τάφος ονομάζεται «η σπηλιά του Λεωνίδα», όνομα που προήλθε από τον τελευταίο ιδιοκτήτη της γης στην οποία ευρίσκεται η είσοδος του τάφου, καθώς υπόγεια επεκτείνεται σε πολύ μεγάλη απόσταση. Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ, Ιστορία 1 η Τους καιρούς της Τουρκοκρατίας η σπηλιά του Λεωνίδα χρησίμευε ως κρύπτη για πολλούς κατατρεγμένους Χριστιανούς. Μια φορά κάποιοι κυνηγημένοι χωριανοί κρύφτηκαν μέσα για να γλυτώσουν, ενώ οι Τούρκοι στρατιώτες που εξαπλώθηκαν σε όλο το χωριό και τους έψαχναν, περνούσαν από τη στράτα που ήταν πάνω από τη σπηλιά, χωρίς να υποπτεύονται ότι οι καταζητούμενοι τους βρίσκονταν κάτω από τα πόδια τους. Εκείνη η μέρα ήταν Κυριακή και την ίδια ώρα με τους Τούρκους από εκείνη τη στράτα, περνούσε μια πομπή γάμου που οι συγγενείς και οι χωριανοί υπό την συνοδεία οργανοπαιχτών, συνόδευαν την νύφη να την πάρουν στην εκκλησιά να την παραδώσουν στον γαμπρό. Ξαφνικά από τα βάθη της γης ακούστηκε κλάμα μωρού. Με τους κυνηγημένους μέσα στη σπηλιά, κρυμμένη ήταν και μια γυναίκα με μικρό παιδί που άρχισε να κλαίει δυνατά με κίνδυνο να προδωθούν. Ο βιολάρης που ήξερε για το σπήλαιο, μονομιάς άλλαξε σκοπό στο τραγούδι του και αρχίνησε τραγουδιστά με δυνατή φωνή να λέει, -Για βούλωστο για βύζαστο για βάρτο κάτσε πάνω. Τους ά- κουσαν από τη σπηλιά και έκαμαν το μωρό να σωπάσει, και δεν τους πήραν χαπάρι οι Τούρκοι. Από εκείνο το καιρό, η ιστορία του σπηλαίου της Χλώρακας, διαδόθηκε σε όλη την Κύπρο και την Ελλάδα, οπού την διηγούνται παραφράσσοντας της και προσαρμόζοντας την οι άνθρωποι ανάλογα με τον τόπο το δικό τους. 30

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ, Ιστορία 2 η Πάνω στα σκληρά πέτρινα τοιχώματα του υπάρχουν αρκετοί λαξεμένοι τάφοι. Οι είσοδοι ορισμένων παρέμειναν σφραγιστοί χωρίς να ανακαλυφτούν μέχρι τον 18 ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία υπάρχουν μαρτυρίες ότι ανακαλύφτηκαν σπουδαία κτερίσματα, αλλά που δυστυχώς πουλήθηκαν σε αρχαιοκάπηλους. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι βρέθηκε μια λαμπιώνα ανεκτίμητης αξίας, μια ολόχρυση ζώνη Ομηρικού πολεμιστή και μια πέτρινη σκαλιστή σαρκοφάγος η οποία κατα πληροφορίες ευρίσκεται και φυλάσσεται στο μουσείο της Νέας Υόρκης. Ιστορήσεις μαρτυρούν ότι το ανάγλυφο του σκεπάσματος της σαρκοφάγου παρίστανε μια γυναικεία μορφή ωραιοτάτου κάλλους που όταν την ανακάλυψε ένας βοσκός την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, ένα παραφύσικο γεγονός που τον παίδεψε συναισθηματικά και ψυχολογικά για την υπόλοιπη του ζωή. Σημαδεύτηκε στην υπόλοιπη κοινωνία που δεν ήξερε τον λόγο για την παράλογη συμπεριφορά του, ως άνθρωπος μωρός, προβληματικός και αντικοινωνικός που στα καλά καθούμενα εγκατέλειψε την οικογένεια του, τα παιδιά του, την περιουσία του, την εργασία του και πήγε να ζήσει μέσα στη σπηλιά μοναχός ερημίτης, αρνούμενος τη φυσιολογική ζωή και καταντώντας τον εαυτό του α- πόκληρο της ζωής. Κάποια μέρα που ο βοσκός έβοσκε τα πρόβατα του στη ρεματιά κάτω από τη σπηλιά, λένε κάποιοι, ένα πρόβατο του ξέφυγε και ανέβηκε πάνω στο ψήλωμα και εξαφανίστηκε. Ανέβηκε ο βοσκός να το γυρέψει, και ανακάλυψε την είσοδο της σπηλιάς. Μπαίνοντας μέσα, βρέθηκε σε ένα σπήλαιο. Μάζεψε ξύλα και άναψε φωτιά, ανακαλύπτοντας ένα πλατύ σπήλαιο που το βάθος του χανόταν μέσα στη σκοτεινή γη. Στην μια πλευρά πρόσεξε μια κλειστή κτισμένη είσοδο, που μόλις ξεχώριζε από το υπόλοιπο πέτρινο πλευρό. Χαλώντας την ανακάλυψε μια νεκρική θήκη που μέσα ήταν μια σαρκοφάγος. Καθαρίζοντας την από τα χώματα και γεμάτος ελπίδα ότι θα ανακάλυπτε χρυσαφικά και θησαυρούς, αντίκρισε το ανάγλυφο άγαλμα που ήταν σκαλισμένο πάνω στην μονοκόμματη πέτρα που σκέπαζε την νεκρική λάρνακα. Ήταν λαξευμένο σε λαμπερό φίλντισι, ένα άγαλμα που παριστάνε μια εξαιρετικά ωραία κοπέλα. Μια γυναικεία μορφή που φαινό- 31

ταν έτοιμη να ανασάνει, που φαινόταν να τον κοιτάζει κατάματα και να τον καλεί. Έμεινε ώρες ολόκληρες να τη θαυμάζει, δεν χόρταινε να την κοιτάζει. Την ερωτεύτηκε και δεν ήθελε να φύγει από κοντά της. Κάθε μέρα επισκεπτόταν το σπήλαιο κρυφά να μην τον δουν άλλοι και κλέψουν το αγαπημένο του άγαλμα, και με τις ώ- ρες καθόταν δίπλα στη σαρκοφάγο και μιλούσε της αγαπημένης του. Η παγωμένη της πέτρινη μορφή έδειχνε πανέμορφη και κάθε μέρα που περνούσε, ο βοσκός την αγαπούσε περισσότερο. Παράτησε το σπίτι του και την οικογένεια του και μετοίκισε στο σπήλαιο. Κάτω από τη σπηλιά είχε μια βρύση που έτρεχε ολόχρονα νερό που κυλούσε στη ρεματιά γεμίζοντας την πλάση με βλάστηση. Εκεί κατέβαινε ο βοσκός για να πιει νερό, να πλυθεί και να βρει ρίζες και αγριόχορτα για να τραφεί. Στο χωριό άλλοι πίστεψαν ότι τρελάθηκε από τη μοναξιά του επαγγέλματος του βοσκού, άλλοι ότι θέλησε να Αγιάσει και να γίνει ασκητής. Όταν πέρασαν πολλά χρόνια, ένας κυνηγός ανακάλυψε το κουφάρι του βοσκού μέσα στη σπηλιά. Άντεξε ο βοσκός και έζησε όλη του τη ζωή παρέα με την όμορφη γυναίκα που ήταν σμιλευμένη πάνω στη σαρκοφάγο. Όμως ο κυνηγός ισχυρίστηκε ότι βρήκε τον νεκρό χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σκαλιστή σαρκοφάγος, απλά ο βοσκός έζησε σαν ασκητής αφιερωμένος στο θεό και πέθανε από βαθιά γεράματα. Άλλοι ισχυρίστηκαν ότι ο κυνηγός βρήκε τη σαρκοφάγο την οποία πούλησε σε αρχαιοκαπήλους, και που τώρα ευρίσκεται στο Αρχαιολογικό μουσείο της Νέας Υόρκης. Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ, Ιστορία 3 η Στα χρόνια που πέρασαν οι κάτοικοι εξερεύνησαν πλήρως το σπήλαιο ανακαλύπτοντας όλους τους τάφους που ήταν σκαμμένοι στα πλευρικά τοιχώματα. Ανακάλυψαν πολλά αρχαία κτερίσματα μεγάλης αρχαιολογικής αξίας, τα οποία ό- μως σε εκείνους τους δύσκολους καιρούς που δεν υπήρχε γνώση για τη μεγάλη τους αξία, διασκορπίστηκαν και εξα- 32

φανίστηκαν χωρίς να ξέρει κανείς πλέον που ευρίσκονται καθώς αυτοί που τα ανακάλυψαν δεν ευρίσκονται εν ζωή. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης του σπηλαίου ήταν ο Λεωνίδας Χ Αντώνης, εκ του οποίου έμεινε και η τωρινή του ονομασία. Ήταν ένας αγωνιστής της ΕΟΚΑ στην οποίαν προσέφερε πολλά αυτός και η οικογένεια του. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, πολλοί αντάρτες κρύβονταν κατά καιρούς μέσα στο σπήλαιο για να αποφύγουν τη σύλληψη τους από τον στρατό των Άγγλων αποικιοκρατών. Μέσα στο σπίτι του ήταν κτισμένο ένα αποχωρητήριο Τουρκικού τύπου, που από την τρύπα του στο δάπεδο συγκοινωνούσε με το σπήλαιο. Απ εκεί έδιναν το φαγητό στους αγωνιστές, και κάθε τόσο έριχναν και λίγες αφοδεύσεις για να μην υποψιάζεται τίποτα ο εχθρός. Όταν κάποια φορά μετά από πληροφορίες ήρθαν Άγγλοι στρατιώτες να βρουν τη σπηλιά, μια κόρη του Λεωνίδα βλέποντας τους Εγγλέζους να έρχονται με τα σκυλιά, σκόρπισε παντού σκόνη πιπέρι με αποτέλεσμα τα στρατιωτικά σκυλιά να χάσουν την οσμή τους και να μην μπορέσουν να μυρίσουν τους αντάρτες μέσα στο σπήλαιο. 33

ΕΠΑΦΕΣ ΤΡΙΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ Δημητρός ήταν ίσα σαράντα χρονών και λογαριαζόταν ο α- λαφρός του χωριού. Δεν είχε γονιούς και κατοικούσε μοναχός σε μια κάμαρη δίπλα σε μια μάντρα με γουρούνια φιλοξενούμενος του μεγάλου του αδερφού. Του άρεσε να σεριανίζει στους αγρούς και στα χωράφια και να μαζεύει πλωταρκές και αγριόχορτα. Εκείνη τη μέρα ο καιρός ήταν γεμάτος, ο ουρανός σκοτεινός, ήταν μια μουντή μέρα σαν και το μυαλό του. Αλλά τις ευχαριστιόταν τέτοιες μέρες, του άρεσε να τριγυρνά από πρωί ως δείλη και να μαζεύει αγριόχορτα. Ήταν μοναχικός, λιγομίλητος, σκυφτός, σκυθρωπός. Εκείνη τη μέρα μέσα στον άπλετο κάμπο που έβοσκε τα γουρούνια και μάζευε αγριόχορτα, άκουσε μια βουή ψηλά στον ουρανό που διασχίζοντας τον αέρα δυνάμωνε και τον πλησίαζε ιλιγγιωδώς. Κοίταξε ψηλά, ίσα που πρόλαβε και παραμέρισε. Δίπλα που έστεκε ακριβώς, έπεσε πάνω στο χώμα ένα κορμί με βαρύ γδούπο κάνοντας το μαλακό οργωμένο χώμα στο χωράφι να ανοίξει από το βάρος του κορμιού του. Κανένα αεροπλάνο δεν περνούσε ήταν σίγουρο, ο Δημητρός έβγαλε το συμπέρασμα ότι έπεσε από τον ουρανό. Έσκυψε σαστισμένος και είδε το πρόσωπο του να συσπάται πονεμένα και μια μικρή κηλίδα αίμα κυλούσε από το στόμα του. Σήκωσε με κόπο το χέρι απλώνοντας το, όπως που να του ζητούσε βοήθεια. Ο τρελός το πήρε στο δικό του και α- μέσως με το άγγιγμα του, ένιωσε μια ανατριχίλα και ένα ρεύμα-ηλεκτρισμό να τον διαπερνά. Έμεινε σαστισμένος και ανήμπορος να τραβηχτεί, ενώ για όλη τη διάρκεια της επαφής των χεριών τους ένιωθε κάτι να συμβαίνει στο μυαλό του, όπως να ταξιδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα σε άγνωστους χρόνους και χώρους. Ενιωθε ανήμπορος να αντιδράσει, όταν συνήλθε ο άνθρωπος που έπεσε απο τον ουρανό κειτόταν με τα μάτια ανοιχτά, νεκρός. Ο Δημητρός κατάλαβε ότι με το άγγιγμα τους συντελέστηκε μια επαφή τρίτου βαθμού, μια επαφή αλλόκοτη και απόκοσμη. Έστεκε και τον κοίτταζε, ένιωθε τις σκέψεις του καθάριες και αισθανόταν διαφορετικός, ένας άλλος άνθρωπος. Ένιωθε να 34

αλλάζει μέσα του και να διαφοροποιείται, να μήν είναι πλέον ο παλιός του εαυτός, αισθανόταν μεγάλη εσωτερική πληρότητα και ένιωθε να κατέχει απόκοσμες δυνάμεις και γνώσεις. Κατάλαβε ότι το πνεύμα, οι εμπειρίες και ο ψυχισμός του άλλου, πέρασαν στον ίδιο με μαγικό τρόπο, με την επαφή και το άγγιγμα των χεριών τους. Σηκώθηκε στα πόδια του, έσκυψε και έκλεισε τα πεθαμένα μάτια, ύστερα σκέπασε με χώμα το νεκρό κορμί. Έτσι έπρεπε να κάμει σκέφτηκε, να μην μάθει κανείς ότι εσυναίβει, να μην προκληθεί αναταραχή και αναστάτωση. Πήρε το καλάθι με τα χόρτα και οδήγησε τα γουρούνια στη μάντρα. Το σούρουπο είχε έρθει και ο κόσμος αρχίνησε να μαζεύεται στο καφενείο στην πλατεία του χωριού. Ο Δημητρός νίφτηκε και καθαρίστηκε και επειδή δεν είχε καλά ρούχα δικά του, πήρε μια φορεσιά του αδερφού του και τη φόρεσε. Ύστερα πήρε το ανηφόρι και πήγε στο καφενείο. Με φυσική σοβαρότητα όπως να την είχε πάντα και που δεν είχε σχέση με το προηγούμενο αγαθό ύφος του που όλοι γνώριζαν, χαιρέτησε τους θαμώνες και καθίζοντας σ ένα τραπέζι μοναχός του, παρήγγειλε καφέ και τσιγάρο. Όλοι έμειναν να τον κοιτάζουν, έβλεπαν έναν άλλο άνθρωπο με διαφορετικό ύφος, και μόνη ομοιότητα με τον παλιό Δημητρό, είχαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου και την ό- μοια κορμοστασιά. Γεμάτοι περιέργεια τον έπιασαν κουβέντα, και ο ίδιος με ά- νεση λόγου και συμπεριφοράς που δεν είχε σχέση με την προηγούμενη του που ούτε μιλούσε ούτε χαμογελούσε, φανέρωσε έναν άλλο διαφορετικό άνθρωπο γνωστικό, μορφωμένο και απόλυτα προσγειωμένο. Ήταν κάτι ανεξήγητο, είπαν όλοι ότι έγινε θαύμα. Έγινε α- ντικείμενο συζήτησης για αρκετές μέρες από όλους τους κατοίκους του χωριού και των περιχώρων. Ήταν μια μεταμόρφωση απίστευτη, αλλά το πιο περίεργο ήταν οι αμέτρητες γνώσεις που απέκτησε σε μια στιγμή, αφού πρίν δεν ήξερε ούτε να μετράως το δέκα. Πέρασε λίγος καιρός, ο Δημητρός αποφάσισε και ξενητεύτικε, πήγε σε μια μεγάλη πόλη στην Αγγλία για να βρεί το ριζικό του. 35