ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ» ΑΝΩΤΑΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΑΒΑΛΑΣ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ» ΑΝΩΤΑΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΑΒΑΛΑΣ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ"

Transcript

1 ΑΝΩΤΑΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΑΒΑΛΑΣ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ» ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ :ΑΝΤΩΝΕΝΑ ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ / ΕΠΙΒΛΕΠΩΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ : Κος ΓΟΥΔΕΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΛΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005

2 1 ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ...σελ.2 ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ: Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ Ε.Ε. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΑΓΟΡΑ.σελ.6 ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ..σελ.9 ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ: ΠΟΙΑ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ.σελ.12 ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε. ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ.σελ.17 ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΕΜΠΤΗ: ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ σελ.28 ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΚΤΗ: ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ...σελ.48 ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΒΔΟΜΗ: ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ.σελ.65 ΕΝΟΤΗΤΑ ΟΓΔΟΗ: Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ...σελ.75 ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΝΑΤΗ: ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ..σελ.100 ΟΡΓΑΝΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ.σελ.102 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ..σελ.103 ΠΡΩΤΟ ΕΝΘΕΤΟ...σελ.106 ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΝΘΕΤΟ..σελ.111

3 2 ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ΕΕ ξεκίνησε στη δεκαετία του 1950 ως «Ευρωπαϊκές Κοινότητες». Υπήρχαν έξι κράτη μέλη: Βέλγιο, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Κάτω Χώρες. Στη συνέχεια προσχώρησαν η Δανία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο το 1973, η Ελλάδα το 1981, η Ισπανία και η Πορτογαλία το 1986, ενώ η επανένωση της Γερμανίας το 1990 έφερε τα ανατολικογερμανικά κρατίδια. Το 1992, μια νέα Συνθήκη έδωσε νέες εξουσίες και αρμοδιότητες στα θεσμικά όργανα της Κοινότητας και εισήγαγε νέες μορφές συνεργασίας μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών μελών, δημιουργώντας έτσι την Ευρωπαϊκή Ένωση όπως την ξέρουμε. Η ΕΕ διευρύνθηκε το 1995 για να περιλάβει την Αυστρία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Στη διεύρυνση του 2004 περιλαμβάνονται η Εσθονία, η Κύπρος, η Λετονία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Τσεχική Δημοκρατία. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία αναμένεται να προσχωρήσουν το 2007, ενώ και η Τουρκία είναι υποψήφια προς ένταξη el, ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ ΕΝΑ ΕΡΓΟ ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ.

4 3 Μεταξύ του 1990 και του 2000, η αξία του συνολικού εμπορίου της ΕΕ με τον υπόλοιπο κόσμο διπλασιάστηκε. Η ΕΕ είναι σήμερα: ο πρώτος εξαγωγέας αγαθών παγκοσμίως: πάνω από 985 δισ. EUR το 2001, σχεδόν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου συνόλου, ο πρώτος εξαγωγέας υπηρεσιών παγκοσμίως: 307 δισ. EUR το 2001, σχεδόν το ένα τέταρτο του παγκόσμιου συνόλου. Στις υπηρεσίες περιλαμβάνονται δραστηριότητες όπως τουρισμός, τραπεζικές συναλλαγές, ασφάλειες και μεταφορές. 1 Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσει τις παρακάτω πολιτικές: Οριζόντιες πολιτικές : Περιφερειακή πολιτική Κοινωνική πολιτική Φορολογική πολιτική Πολιτική ανταγωνισμού Πολιτική περιβάλλοντος Τομεακές πολιτικές : Βιομηχανική πολιτική και επιχειρήσεις Πολιτική ερευνάς και ανάπτυξης Ενεργειακή πολιτική Πολιτική μεταφορών Γεωργική πολιτική Αλιευτική πολιτική Εξωτερικές πολιτικές : 1 link el, Η Ε.Ε. ΜΙΑ ΜΕΙΖΟΝΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ

5 4 Εμπορική πολιτική Πολιτική ενίσχυσης στην ανάπτυξη Εξωτερικές σχέσεις Στο παρόν, θα γίνει μια προσπάθεια να αναλυθεί η κοινοτική πολιτική του ανταγωνισμού, η οποία ανήκει στις οριζόντιες πολιτικές, το οποίο σημαίνει ότι μέσω αυτών, η Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει τους στόχους της, ορίζει τα μέτρα που χρησιμοποιεί και τα μέτρα που παίρνουν από κοινού όλα τα κράτη μέλη για να ενισχύσουν και να συμπληρώσουν τις πολιτικές τους. Η πολιτική ανταγωνισμού παίζει τον ρόλο του ρυθμιστή της οικονομικής δραστηριότητας μέσα στην εσωτερική αγορά. Προλαμβάνει την εκ νέου κατάτμηση της ενιαίας αγοράς μέσω διεθνών συμφωνιών. Εμποδίζει τις πολυεθνικές επιχειρήσεις να επιταχύνουν υπερκέρδη από την εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης των ή την μονοπώληση μίας αγοράς, μέσω της απορρόφησης ανεξάρτητων επιχειρήσεων. Καθόσον αφορά τον κρατικό παρεμβατισμό, ο ρόλος της πολιτικής ανταγωνισμού είναι να συγκρατεί τις εθνικές ενισχύσεις στα όρια που θεωρούνται ως απαραίτητα για την προσαρμογή των παραγωγικών δομών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις αλλαγές της ζήτησης και της διεθνούς κατανομής της εργασίας. 1 1 Νικος Μουσης : «Ευρωπαϊκή Ένωση, δίκαιο, οικονομία,πολιτική», σελ.199, 10 η αναθεωρημένη έκδοση-εκδοσεισ ΠΑΠΑΖΗΣΗ,ΑΘΗΝΑ 2003

6 5 ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ Ε.Ε. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

7 6 1.ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ ΠΟΙΑ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ Ε.Ε. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΑΓΟΡΑΣ. Οι πολύπλοκοι μηχανισμοί των ανεπτυγμένων οικονομιών χρειάζονται ένα ρυθμιστικό σύστημα, που να ορίζει τι θα παραχθεί, πως και από ποιόν θα παραχθεί και πως θα διανεμηθεί. Το ρυθμιστικό αυτό σύστημα είναι είτε ο ανταγωνισμός, είτε το οικονομικό πρόγραμμα, είτε ένα κράμα αυτών των δυο. Έχουμε ως δεδομένο ότι οι ανεπτυγμένες κοινωνίες δυτικού τύπου, όπως είναι όλες οι οικονομίες των κρατών- μελών της Ε.Ε., βασίζονται κυρίως στον ανταγωνισμό για την ρύθμιση της οικονομίας τους και μόνο κατά δεύτερο λόγο και σε έκταση, που ποικίλλει από κράτος σε κράτος, στον προγραμματισμό. Εφ όσον είναι το κύριο ρυθμιστικό σύστημα των οικονομιών των χωρών-μελών, ο ανταγωνισμός πρέπει να λειτουργεί ομαλά, χωρίς παρεμβολές των κρατών ή των επιχειρήσεων 1. Η ύπαρξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού έχει καθοριστική σημασία σε μια ανοικτή οικονομία αγοράς. Ο ανταγωνισμός μειώνει τις τιμές, αυξάνει την ποιότητα και διευρύνει τις επιλογές των καταναλωτών, τονώνοντας ταυτόχρονα την τεχνολογική καινοτομία. Για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητη η τήρηση ορισμένων κανόνων από τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκτεταμένες εξουσίες για να εξασφαλίζει την τήρηση των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τις συναλλαγές σε αγαθά και υπηρεσίες. Οι κυριότεροι τομείς της πολιτικής ανταγωνισμού είναι οι ακόλουθοι: I. έλεγχος των περιοριστικών πρακτικών, των καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης και των συμπράξεων II. έλεγχος των συγκεντρώσεων III. απελευθέρωση των αγορών IV. κρατικές ενισχύσεις 2 Η κοινή πολιτική του ανταγωνισμού έχει ακριβώς σαν σκοπό την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού μέσα στην Κοινή Αγορά. Ο ανταγωνισμός είναι γενικότερα επιθυμητός, γιατί συνδέεται με την ελευθερία επιλογής του καταναλωτού, συμβάλλει στην απομάκρυνση των λιγότερο ικανών παραγωγών και προάγει τον ορθολογισμό και εκσυγχρονισμό των συστημάτων παραγωγής και διανομής των αγαθών. Για να υπάρχει ελευθερία επιλογής του καταναλωτού και να μπορεί αυτός να προμηθεύεται τα διάφορα προϊόντα στις χαμηλότερες 1 ΝΙΚΟΣ Σ. ΜΟΥΣΗΣ,ΤΟΜΟΣ 2ος : «ΕΟΚ, ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ,ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ,ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ», ΣΕΛ. 343, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ «ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ,ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ» 6/1/2005

8 7 δυνατές τιμές, πρέπει να φθάνουν μέχρι αυτόν χωρίς εμπόδια οι προσφορές που προβάλλουν κράτη ή επιχειρήσεις από όλα τα μέρη της Κοινότητας. Τα νέα προϊόντα, που χάρη στην ελευθερία του εμπορίου και του ανταγωνισμού εισάγονται από τα κράτη-μέλη, αναγκάζουν τους μη ανταγωνιστικούς παραγωγούς να εκσυγχρονιστούν ή να κλείσουν. Αυτό συμφέρει τους καταναλωτές και τους φορολογούμενους της Ένωσης. Πράγματι, όταν δεν υπάρχουν οι ελευθερίες του εμπορίου και του ανταγωνισμού, οι τιμές σε μερικούς κλάδους σχηματίζονται στο επίπεδο συντηρήσεως τον οριακών επιχειρήσεων, οπότε το βάρος της συντηρήσεως τους το φέρουν οι καταναλωτές. Σε άλλους κλάδους, οι μη ανταγωνιστικές επιχειρήσεις συντηρούνται με κρατικές επιχορηγήσεις, οπότε το βάρος της συντηρήσεως τους το φέρουν οι φορολογούμενοι. Ο ανταγωνισμός, που αναγκάζει τις οριακές επιχειρήσεις να λείψουν, εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον 1. Παρ όλο που ο συνολικός αριθμός των παραγωγικών μονάδων της Κοινής Αγοράς μειώνεται, εφ όσον αποσύρονται από την παραγωγική διαδικασία οι λιγότερο ικανές, ο αριθμός των μονάδων που ανταγωνίζονται πράγματι η μια την άλλη, μεγαλώνει διότι τώρα τα κράτη ανταγωνίζονται με ίσους όρους τα εγχώρια. Καθώς προχωρεί η διαδικασία της οικονομικής ολοκληρώσεως, τα μονοπώλια τα οποία υπάρχουν σε ορισμένους κλάδους των συγχωνευμένων οικονομιών, μετατρέπονται αυτόματα σε ολιγοπώλια και επομένως αρχίζει να υπάρχει ο ανταγωνισμός εκεί που προηγουμένως δεν υπήρχε. Τα ολιγοπώλια, που υπήρχαν σε άλλους κλάδους, διευρύνονται, εφ όσον ο αριθμός των ολιγοπωλητών αυξάνει. Οι συμπράξεις μεταξύ παραγωγών ενός κράτους ατονούν, εφ όσον αυτοί αντιμετωπίζουν τώρα τους μη συμβεβλημένους παραγωγούς των άλλων κρατών-μελών. Τέλος, οι επιχειρήσεις που μπορούν, χάρη στο μέγεθος τους, να κατέχουν δεσπόζουσα θέση μέσα στην Κοινή Αγορά ή σε μεγάλο τμήμα της, είναι λιγότερες από εκείνες που δεσπόζουν μέσα στις κλειστές εθνικές αγορές 2. Η κοινή πολιτική του ανταγωνισμού επιδρα επί σχεδόν όλων των άλλων κοινών πολιτικών, οι οποίες οφείλουν να συμμορφωνονται με τους κανόνες με τους κανόνες της. Επίσης, είναι πολύ σημαντικη για την βιομηχανικη πολιτική, καθόσον αφορά τα διαρθρωτικα και τομεακα μέτρα επί της περιφερειακης πολιτικής, σχετικά με τις εθνικές ενισχυσεις για την ανάπτυξη των πτωχων περιοχων, τις πολιτικές ενέργειας και μεταφορων, ως προς τις μεγαλες δημόσιες και πολυεθνικες επιχειρήσεις αυτών των τομεων, και τις πολιτικές γεωργιας και αλιειας, σχετικά με τις κοινές οργανωσεις των αγορών. 3 1 ΝΙΚΟΣ Σ. ΜΟΥΣΗΣ,ΤΟΜΟΣ 2ος : «ΕΟΚ, ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ,ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ,ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ», ΣΕΛ , ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ ΝΙΚΟΣ Σ. ΜΟΥΣΗΣ,ΤΟΜΟΣ 2ος : «ΕΟΚ, ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ,ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ,ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ», ΣΕΛ. 344, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ 276,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

9 8 ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

10 9 2.ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΛΟΓΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ Η ανταγωνιστική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκει να διατηρήσει τους περιορισμούς εκείνους που είναι απαραίτητοι για την δημιουργία μιας μεγάλης Κοινής Οικονομικής Αγοράς και παράλληλα να καταργήσει τους περιορισμούς εκείνους που τραυματίζουν την διαμόρφωση και ανάπτυξη της ανταγωνιστικής λειτουργίας της Αγοράς αυτής. Συμπερασματικά διακρίνονται οι ακόλουθοι τρεις βασικοί αντικειμενικοί σκοποί της Ευρωπαϊκής Ένωσης : 1. Ο πρώτος επιδιώκει τη δημιουργία και ανάπτυξη μιας μόνης Κοινής Αγοράς προς όφελος των καταναλωτών και των επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις δεν επιτρέπεται να ιδρύουν cartels (καρτέλ) με σκοπό να εξασθενούν τον ανταγωνισμό της Αγοράς. Παράλληλα με την άρση των δασμολογικών εμποδίων επιδιώκεται η ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων, υπηρεσιών, του κεφαλαίου και της εργασίας. 2. Ο δεύτερος αντικειμενικός στόχος επιδιώκει να εμποδίσει τις μεγάλες επιχειρήσεις της Αγοράς να εκμεταλλευθούν την οικονομική τους δύναμη σε βάρος του ανταγωνισμού της Αγοράς. Παράλληλα η δύναμη λήψεως αποφάσεων επιδιώκει να επεκταθεί σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό ανεξάρτητων οικονομικών μονάδων, σε όφελος ολόκληρης της οικονομίας. Οι σχετικές διατάξεις περί ανταγωνισμού καταδικάζουν τις επιχειρήσεις εκείνες που παραβιάζουν την λειτουργία του ομαλού ανταγωνισμού της Αγοράς, συγκεντρώνοντας μεγάλη οικονομική δύναμη και περιορίζοντας τους ανταγωνιστές τους. 3. Ο τρίτος αντικειμενικός στόχος είναι η υποκίνηση επιχειρήσεων να οργανώνουν ορθολογικά την παραγωγική τους δραστηριότητα και τα μέσα διανομής των προϊόντων τους. Επίσης, οι επιχειρήσεις ενθαρρύνονται στον εκσυγχρονισμό τους με βάση τις τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις. Έτσι είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί η άριστη κατανομή της οικονομικής δραστηριότητας στον χώρο της Κοινής Οικονομικής Αγοράς 1. 1 ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ «ΕΟΚ ΚΑΙ ΠΗΓΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΟΚ, ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΟΚ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ», ΣΕΛ 84-85, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ 2005

11 10 Εξάλλου, με την συνεχή ανανέωση της πολιτικής και της στρατηγικής των επιχειρήσεων ελπίζεται να δημιουργηθεί μια ευέλικτη και ευπροσάρμοστη Αγορά, που θα λειτουργεί σε θεμιτά ανταγωνιστικά πλαίσια, ικανή να διαμορφώνει τα χαμηλότερα επίπεδα τιμών, σε όφελος των καταναλωτών και ακόμα να αντιμετωπίζει το σοβαρό και σύγχρονο πρόβλημα του πληθωρισμού. Ειδικότερα το άρθρο 2 της συνθήκης της Ε. Ο. Κ. προβλέπει ότι: «Η Κοινότητα με την δημιουργία της Κοινής Αγοράς και την προοδευτική εξομοίωση της οικονομικής πολιτικής των κρατών - μελών της επιδιώκει να εξασφαλίσει στον χώρο της Κοινότητας: I. την αρμονική ανάπτυξη της όλης οικονομικής δραστηριότητας II. την συνεχή και ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη III. την οικονομική σταθερότητα και επιτάχυνση της βελτιώσεως του επιπέδου ζωής και IV. την καλλιέργεια της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών 1 Οι εθνικοί κανόνες μόνοι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τον ανταγωνισμό σε μια κοινή αγορά. Πρέπει να συμπληρώνονται με κοινούς κανόνες για να καλύπτουν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες θίγεται το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και, επομένως, υπάρχει κοινοτική αρμοδιότητα. Σε αντίθεση με τις εθνικές πολιτικές ανταγωνισμού, η Ευρωπαϊκή πολιτική ανταγωνισμού έχει ως κύριο στόχο την ολοκλήρωση της αγοράς. Πρέπει να εξασφαλίζει την ενότητα της Κοινής Αγοράς εμποδίζοντας τις επιχειρήσεις να την κατατέμνουν μέσω συντηρητικών συμπράξεων. Πρέπει να αποτρέπει τη μονοπώληση ορισμένων αγορών εμποδίζοντας τις μεγάλες επιχειρήσεις να καταχρώνται την δεσπόζουσα θέση τους για να επιβάλλουν τους όρους τους ή να απορροφήσουν τους ανταγωνιστές τους. Τέλος πρέπει να εμποδίζει τις κυβερνήσεις να στρεβλώνουν τους όρους του ανταγωνισμού δια των ενισχύσεων στις επιχειρήσεις ιδιωτικού τομέα ή δια των διακρίσεων υπέρ των επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα 2. 1 ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ «ΕΟΚ ΚΑΙ ΠΗΓΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΟΚ, ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΟΙΝΟΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΟΚ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ», ΣΕΛ 85-86, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

12 11 ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ ΠΟΙΑ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ

13 12 3.ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ ΠΟΙΑ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ Η αυτόματη τόνωση του ανταγωνισμού σημαίνει διατάραξη της σχετικής ηρεμίας της προσφοράς, απομάκρυνση από πατροπαράδοτες συνήθειες και σε πολλές περιπτώσεις, απώλεια των μονοπωλιακών κερδών. Όλα αυτά είναι επόμενο να μην αφήνουν αδιάφορους τους παραγωγούς. Η αντίδραση τους μπορεί να πάρει δυο μορφές :την θετική ή την αρνητική. Στις περισσότερες περιπτώσεις θα κάνουν μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού, ορθολογισμού και βελτιώσεως των συστημάτων παραγωγής και διανομής. Θα προσπαθήσουν δηλαδή να μάθουν να ζουν με την κοινή αγορά. Η αντίδραση τους αυτή θεωρείται θετική. Δεν μπορεί παρά να ωφελήσει τους καταναλωτές καθώς και τους ίδιους τους παραγωγούς οι οποίοι μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν τον διεθνή ανταγωνισμό 1. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι επιχειρηματίες μπορεί να αντιδράσουν αρνητικά στην ανταγωνιστική πίεση, την οποία τους επιβάλλει η κοινή αγορά. Για να αντιμετωπίσουν την ένταση του ανταγωνισμού πρέπει να επιδιώξουν να δραστηριοποιήσουν τις υπάρχουσες εθνικές συμφωνίες ή να εγκαθιδρύσουν νέες οριζόντιες συμφωνίες και κάθετους περιορισμούς σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Άλλοι παραγωγοί, οι οποίοι διαθέτουν μια δεσπόζουσα θέση πάνω σε μια συγκεκριμένη αγορά, μπορεί να επιδιώξουν να μονοπωλήσουν αυτή την αγορά απορροφώντας τους ανταγωνιστές τους. Η μονοπώληση μιας αγοράς μπορεί, πράγματι, να γίνει κατά δυο τρόπους : με σύμπραξη ή με συγκέντρωση 2. Η σύμπραξη είναι μια συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες διατηρούν την αυτονομία τους, αλλά αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τηρούν μιαν ορισμένη συμπεριφορά στην αγορά, η οποία περιορίζει τον μεταξύ τους ανταγωνισμό. Η συγκέντρωση καταργεί την αυτονομία των συμμετεχουσών επιχειρήσεων, ενώνοντας τις υπό μιαν ενιαία οικονομική διεύθυνση. Ενώ η σύμπραξη υποχρεώνει σε μια ορισμένη συμπεριφορά, η συγκέντρωση σημαίνει την αλλαγή της δομής των επιχειρήσεων. Η σύμπραξη έχει συνήθως συντηρητικό χαρακτήρα γιατί επιδιώκει να προστατεύσει τις υπάρχουσες καταστάσεις, ακόμη και τις λιγότερο αποδοτικές 1 ΝΙΚΟΣ Σ. ΜΟΥΣΗΣ,ΤΟΜΟΣ 2ος : «ΕΟΚ, ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ,ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ,ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ», ΣΕΛ. 345, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ277,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

14 13 επιχειρήσεις. Περιορίζοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των συμμετεχόντων επιχειρήσεων, η σύμπραξη έχει σαν αποτέλεσμα να τις απομονώσει από την πίεση που θα τις υποχρέωνε να εφεύρουν νέα προϊόντα ή πιο αποτελεσματικές μεθόδους παραγωγής. Αντίθετα, η συγκέντρωση συμβάλλει συνήθως στην εξαφάνιση, δια της συγχώνευσης, των λιγότερο ικανών και αποδοτικών επιχειρήσεων. Κατ εξαίρεση, μπορεί μια σύμπραξη να ωφελεί τον καταναλωτή και να συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, αν αποβλέπει στην έρευνα, την εξειδίκευση και την συνεργασία για την βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων 1. Οι συγκεντρώσεις αντίθετα είναι καταρχήν παραδεκτές, γιατί η διευρυνθείσα από την οικονομική ολοκλήρωση αγορά επιτρέπει, αν δεν επιβάλλει, μεγαλύτερες επιχειρήσεις και γιατί με την βελτίωση της δομής των επιχειρήσεων, τον ορθολογισμό της παραγωγής και την επίτευξη εσωτερικών οικονομιών, αυτές συμπιέζουν το κόστος της παραγωγής προς όφελος του καταναλωτού. Όταν όμως η συγκέντρωση προχωρήσει πάρα πολύ μέσα σε ένα κλάδο, αρχίζει να παρουσιάζει κινδύνους, διότι η πολύ μεγάλη επιχείρηση μπορεί να εκμεταλλεύεται την δεσπόζουσα θέση της για να καταπιέζει τους ανταγωνιστές της. Γι αυτό οι ευρωπαϊκοί θεσμοί πρέπει να παρακολουθούν, εκτός από τις συμπράξεις, και τις συγκεντρώσεις, ώστε να μην ξεπερνούν αυτές ορισμένα θεμιτά όρια. Για να έχουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παντού στο εσωτερικό της Ε.Ε. τους ίδιους όρους ανταγωνισμού, πρέπει να καταπολεμούνται όχι μόνο οι αθέμιτες πρακτικές των επιχειρήσεων αλλά και οι διακρίσεις εκ μέρους των κρατών. Η οικονομική ολοκλήρωση και η αυξανόμενη απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου εξασθένισαν πολύ τα κλασικά μέσα εμπορικής προστασίας : τους υψηλούς τελωνειακούς δασμούς, τους ποσοτικούς περιορισμούς και τα τεχνικά εμπόδια των εισαγωγών. Γι αυτόν τον λόγο τα κράτη καταφεύγουν συχνότερα στις ενισχύσεις ως μέσο οικονομικής πολιτικής, τόσο μάλλον όσο ο αυξημένος ανταγωνισμός και οι ταχύτερες τεχνολογικές εξελίξεις αποκαλύπτουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες πολλών κλάδων και περιοχών της Ε.Ε.. Ασφαλώς ορισμένες ενισχύσεις δικαιολογούνται από λόγους κοινωνικής ή περιφερειακής πολιτικής. Άλλες χρειάζονται για να κατευθύνουν τις επιχειρήσεις να κάνουν τις απαραίτητες προσαρμογές με παραδεκτό κοινωνικό κόστος. Αλλά η πολιτική των ενισχύσεων των κρατών επιδιώκει συχνά να εξασφαλίσει τεχνητά την επιβίωση κλάδων οι οποίοι αντιμετωπίζουν διαρθρωτικά προβλήματα. Αυτές οι ενισχύσεις αντιβαίνουν στις επιβαλλόμενες από την τεχνολογική πρόοδο αλλαγές και το κοινωνικό τους κόστος είναι συχνά υψηλότερο από τα ποσά που διατίθενται για αυτές, γιατί δεσμεύουν συντελεστές της παραγωγής, οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν παραγωγικότερα σε άλλους κλάδους. Επιπλέον, οι ασυντόνιστες σε κοινοτικό επίπεδο παρεμβάσεις οδηγούν σε πλειοδοσίες ενισχύσεων, γιατί κάθε κράτος θεωρεί ότι πρέπει να ξεπεράσει το γειτονικό όταν αυτό ενισχύει μιαν οικονομική δραστηριότητα. Όλοι αυτοί οι λόγοι επιβάλλουν τον κοινοτικό έλεγχο των εθνικών ενισχύσεων 2. 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ278,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

15 14 Μερικά από τα δυσκολότερα προβλήματα στο πεδίο του ανταγωνισμού παρουσιάζουν οι δημόσιες ή ελεγχόμενες από το δημόσιο επιχειρήσεις. Τα κράτη-μέλη τις χρησιμοποιούν ως όργανα για επίτευξη διαφόρων πολιτικών, οικονομικών ή κοινωνικών στόχων : την κατεύθυνση των επενδύσεων προς ορισμένους κλάδους ή ορισμένες περιοχές, την παροχή ορισμένων μη αποδοτικών δημόσιων υπηρεσιών, την ενασχόληση με ορισμένες δραστηριότητες οι οποίες θεωρούνται στρατηγικής σημασίας, την παρουσία της εθνικής σημαίας στον στίβο του διεθνούς ανταγωνισμού, την απασχόληση ατόμων που δεν βρίσκουν εργασία στον ιδιωτικό τομέα, κ.λ.π. Έναντι αυτών των πολλαπλών υπηρεσιών τις οποίες προσφέρουν στις κυβερνήσεις αυτές έχουν την τάση να φέρονται προτιμησιακά υπέρ των δημόσιων επιχειρήσεων. Τα διάφορα προνόμια που τους παρέχουν μπορούν να στρεβλώσουν τους όρους του ανταγωνισμού με επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα του ιδίου κράτους ή άλλου κράτους-μέλους. Αυτή η τελευταία πτυχή των σχέσεων μεταξύ των κρατώνμελών και των επιχειρήσεων τους είναι εκείνη η οποία ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. 1 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

16 15

17 16 ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΙΟΣ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

18 17 4.ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΟΙΟΣ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΘΕΣΜΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΗΣ Ε.Ε. ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ 4.1 ΤΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ Οι κοινές πολιτικές είναι προϊόν εντατικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών μίας διαδικασίας πολυεθνικής ολοκλήρωσης. Για να είναι αποδεκτή από όλα τα μέρη, η εκπόνηση μίας κοινής πολιτικής πρέπει να επιδιώκει να ικανοποιεί όλα τα εθνικά συμφέροντα και, γι αυτό, όλα τα μέρη πρέπει να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Η συμμετοχή τους, όμως, πρέπει να είναι άμεση ή έμμεση. Οι αποφάσεις για θεμελιώδεις κοινές πολιτικές, οι οποίες απαιτούν νέες μεταβιβάσεις εθνικής κυριαρχίας στη συμμετοχική κυριαρχία, παίρνονται από τις συμμετέχουσες κυβερνήσεις και σκιαγραφούνται σε Συνθήκες, οι οποίες υπογράφονται από αυτές και επικυρώνονται πάλι από αυτές μετά από εξουσιοδότηση καθενός από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών. Οι νομικές διατάξεις για δευτερογενείς κοινές πολιτικές λαμβάνονται κανονικά από τους κοινούς θεσμούς τους οποίους έχει ιδρύσει η Συνθήκη ΕΚ, σύμφωνα με τις διαδικασίες και ακολουθώντας τους νομικούς τύπους που έχουν συμφωνηθεί στην Συνθήκη. Είναι βέβαιο ότι οι κυβερνήσεις των κρατών μελών διευθύνουν το έργο από τα παρασκήνια, αλλά, ακολουθώντας τις αρχές μίας καλής διακυβέρνησης σε διάφορα επίπεδα, αφήνουν την σκηνή στους πρωταγωνιστές τους οποίους έχουν ορίσει οι ίδιες ή/και οι λαοί τους 1. Οι πρωταγωνιστές της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τα πέντε θεσμικά όργανα της Κοινότητας, οι αρμοδιότητες των οποίων ορίζονται στα άρθρα 189 έως 248 και δυο συμβουλευτικά όργανα (Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και Επιτροπή Περιφερειών). Παρακάτω θα εξεταστούν συνοπτικά οι ρόλοι αυτών των πρωταγωνιστών με την σειρά κατά την οποία παρεμβαίνουν στην διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ένωσης : το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που καθορίζει τους στόχους των κοινών πολιτικών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που κάνει τις προτάσεις των κατάλληλων ενεργειών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των Υπουργών που παίρνουν τις αποφάσεις, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και το Ελεγκτικό Συνέδριο, που ελέγχουν την νομιμότητα των αποφάσεων αυτών Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο : Το Συμβούλιο είναι το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων της Ένωσης. Όπως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο συστήθηκε από τις ιδρυτικές συνθήκες στην δεκαετία του Εκπροσωπεί τα κράτη μέλη και στις συνεδριάσεις του παρευρίσκεται ένας υπουργός από κάθε κυβέρνηση κράτους μέλους της Ένωσης. 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ36,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ36,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

19 18 Το ποιος υπουργός παρευρίσκεται εξαρτάται από το θέμα που έχει τεθεί προς συζήτηση. Ο κάθε υπουργός αναλαμβάνει δεσμεύσεις εξ ονόματος της κυβέρνησης του, δηλαδή, η υπογραφή του συνεπάγεται υπογραφή ολόκληρης της κυβέρνησης. Συνολικά το Συμβούλιο συνεδριάζει υπό εννέα διαφορετικές συνθέσεις: I. Γενικές Υποθέσεις και Εξωτερικές Σχέσεις II. Οικονομικές και Δημοσιονομικές Υποθέσεις ( ECOFIN ) III. Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις IV. Απασχόληση, Κοινωνική Πολιτική, Υγειά και Καταναλωτές V. Ανταγωνιστικότητα ( Εσωτερική Αγορά, Βιομηχανία και Έρευνα ) VI. Μεταφορές Τηλεπικοινωνίες και Ενέργεια VII. Γεωργία και Αλιεία VIII. Περιβάλλον IX. Παιδεία, Νεολαία και Πολιτισμός Οι κύριες αρμοδιότητες του Συμβουλίου είναι οι εξής : I. Θεσπίζει ευρωπαϊκή νομοθεσία. Σε πολλούς τομείς, το Συμβούλιο νομοθετεί από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. II. Συντονίζει την γενική οικονομική πολιτική των κρατών μελών. III. Συνομολογεί διεθνείς συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και ενός ή περισσοτέρων κρατών ή διεθνών οργανισμών. IV. Εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Ένωσης από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. V. Αναπτύσσει την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας της Ένωσης ( ΚΕΠΠΑ), βάσει γενικών προσανατολισμών που καθορίζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. VI. Συντονίζει την συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστικών και αστυνομικών αρχών σε ποινικές υποθέσεις Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή : Η Επιτροπή είναι το πολιτικά ανεξάρτητο όργανο που εκπροσωπεί και υπερασπίζεται τα συμφέροντα της Ένωσης ως σύνολο. Είναι η κινητήριος δύναμη του θεσμικού συστήματός της: προτείνει νομοθεσία, πολιτικές και προγράμματα δράσης και είναι υπεύθυνη για την υλοποίηση των αποφάσεων του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Όπως το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συστήθηκε τη δεκαετία του 1950 με τις ιδρυτικές συνθήκες της Ένωσης /11/2005

20 19 Ο όρος "Επιτροπή" χρησιμοποιείται με δύο έννοιες. Πρώτον, με την έννοια των "μελών της Επιτροπής" - δηλ. της ομάδας («σώματος») των ανδρών και γυναικών που διορίζονται από τα κράτη μέλη και το Κοινοβούλιο για να διοικούν το όργανο και να λαμβάνουν τις αποφάσεις του. Δεύτερον, ο όρος "Επιτροπή" αναφέρεται στο ίδιο το θεσμικό όργανο και στο προσωπικό του. Η Επιτροπή "εδρεύει" στις Βρυξέλλες, αλλά διατηρεί γραφεία και στο Λουξεμβούργο, αντιπροσωπείες σε όλες τις χώρες της Ένωσης και σε πολλές πρωτεύουσες ολόκληρου του κόσμου Οι κύριες αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι τέσσερις: I. προτείνει νομοθεσία στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, II. διαχειρίζεται και υλοποιεί τις πολιτικές και τον προϋπολογισμό της Ένωσης, III. επιβάλλει το ευρωπαϊκό δίκαιο (από κοινού με το Δικαστήριο), IV. εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Ένωση στη διεθνή σκηνή, για παράδειγμα διεξάγοντας διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών. Η υπερβολική αύξηση του αριθμού των μελών της θα καθιστούσε την Επιτροπή αναποτελεσματική. Ως την 1η Μαΐου 2004, διορίζονταν 20 επίτροποι: δύο για κάθε ένα από τα πολυπληθέστερα κράτη μέλη και ένας για κάθε μια από τις υπόλοιπες χώρες της Ένωσης. Με την προσχώρηση, την 1η Μαΐου 2004, δέκα νέων κρατών μελών στην Ένωση, ο συνολικός αριθμός των επιτρόπων ανήλθε στους 30. Από τη στιγμή (1η Νοεμβρίου 2004) που ανέλαβε καθήκοντα η νέα Επιτροπή για την περίοδο , ο αριθμός των επιτρόπων μειώθηκε στους 25 - ένας επίτροπος ανά χώρα. Όταν θα έχουν προσχωρήσει η Βουλγαρία και η Ρουμανία, η Ένωση θα αποτελείται από 27 κράτη μέλη. Τότε, το Συμβούλιο θα καθορίσει - με απόφαση που θα ληφθεί ομοφώνως - τον ανώτατο αριθμό επιτρόπων. Ο αριθμός τους θα πρέπει να είναι μικρότερος των 27 και η εθνικότητά τους θα καθορίζεται με σύστημα εναλλαγής που θα είναι απολύτως δίκαιο για όλες τις χώρες Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο : Οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν ανήκουν σε εθνικούς συνασπισμούς αλλά σε πανευρωπαϊκές πολιτικές ομάδες όπου συμμετέχουν όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα των κρατών μελών της Ένωσης. Το Κοινοβούλιο δημιουργήθηκε την δεκαετία του 1950 με τις ιδρυτικές συνθήκες. Από το 1979, οι βουλευτές του εκλέγονται απευθείας από τους πολίτες τους οποίους αντιπροσωπεύουν. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διεξάγει τις εργασίες του στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο. Οι κύριες αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου είναι τρεις : I. Ασκεί από κοινού με το Συμβούλιο τη νομοθετική εξουσία. Το γεγονός ότι εκλέγεται άμεσα βοηθά να 1 15/11/2005

21 20 εξασφαλιστεί η δημοκρατική νομιμότητα της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας. II. Ασκεί δημοκρατικό έλεγχο επί όλων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, και ιδίως επί της Επιτροπής. Έχει την εξουσία να εγκρίνει ή να απορρίπτει τον διορισμό των Επιτρόπων, καθώς και να κάνει δεκτή πρόταση δυσπιστίας κατά της Επιτροπής συλλογικά. III. Ασκεί από κοινού με το Συμβούλιο αρμοδιότητες σχετικά με τον προϋπολογισμό της Ένωσης και συνεπώς μπορεί να επηρεάζει τις δαπάνες της. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, εγκρίνει ή απορρίπτει τον προϋπολογισμό στο σύνολο του Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο : Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( συχνά αποκαλούμενο απλώς «Δικαστήριο» ) συστήθηκε το 1952 δυνάμει της Συνθήκης των Παρισίων ( με την οποία ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα ). Αποστολή του είναι να εξασφαλίζει την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης ( γνωστής με τον τεχνικό όρο «κοινοτικό δίκαιο») σε όλα τα κράτη μέλη. Με αλλά λόγια, εξασφαλίζει ότι όλοι οι διάδικοι υπό οιεσδήποτε συνθήκες κρίνονται πάντα ισότιμα. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την επίλυση νομικών διαφορών μεταξύ κρατών μελών, θεσμικών οργάνων της Ένωσης, επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων. Το Δικαστήριο αποτελείται από έναν δικαστή ανά κράτος μέλος, ούτως ώστε να εκπροσωπούνται όλα τα εθνικά νομικά συστήματα της Ένωσης. Το Δικαστήριο επικουρείται από οκτώ «γενικούς εισαγγελείς», έργο των οποίων είναι να διατυπώνουν δημοσίως με πλήρη αμεροληψία και ανεξαρτησία αιτιολογημένες προτάσεις επί των υποθέσεων που κρίνονται από το Δικαστήριο. Το «Πρωτοδικείο» συστήθηκε το 1989 για να συνδράμει το Δικαστήριο στη διεκπεραίωση των χιλιάδων υποθέσεων που φέρονται ενώπιον του και να προσφέρει καλύτερη έννομη προστασία στους πολίτες. Το Πρωτοδικείο εκδικάζει ορισμένα είδη υποθέσεων, και ιδίως προσφυγές που ασκούνται από ιδιώτες και υποθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων. Το Δικαστήριο εκδίδει αποφάσεις για τις υποθέσεις που φέρονται ενώπιον του. Οι τέσσερις συνηθέστεροι τύποι υποθέσεων είναι : I. Αιτήσεις έκδοσης προδικαστικών αποφάσεων. II. Διαδικασίες επί παραβάσει. III. Ακυρωτικές διαδικασίες. IV. Διαδικασίες επί παραλείψει Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο : Tο Ελεγκτικό Συνέδριο, που ιδρύθηκε το 1977, ελέγχει τη νομιμότητα και την κανονικότητα της 1 15/11/ /11/2005

22 21 πραγματοποίησης των εσόδων και δαπανών της Ένωσης και εξακριβώνει τη χρηστή διαχείριση του προϋπολογισμού της. Το Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελείται από ένα μέλος για κάθε χώρα της Ένωσης. Τα μέλη του διορίζονται από το Συμβούλιο για περίοδο έξι ετών που μπορεί να ανανεωθεί. Ακόμα και μετά τη διεύρυνση, θα υπάρχει ένα μέλος για κάθε χώρα της Ένωσης, αλλά το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορεί να συνιστά, για λόγους αποτελεσματικότητας, "τμήματα" (με ορισμένο αριθμό μελών) για την έγκριση ορισμένων τύπων εκθέσεων ή γνωμοδοτήσεων. Όλα τα μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου έχουν υπηρετήσει στις χώρες καταγωγής τους σε όργανα εξωτερικού ελέγχου ή διαθέτουν ειδικά προσόντα για το λειτούργημα αυτό. Επιλέγονται με γνώμονα τις ικανότητες και την ανεξαρτησία τους και δεν ασκούν, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Τα μέλη εκλέγουν μεταξύ τους τον Πρόεδρο για περίοδο τριών ετών. Τι κάνει το Ελεγκτικό Συνέδριο; Η κύρια αποστολή του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι να ελέγχει την κανονική εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης - με άλλα λόγια, να ελέγχει τη νομιμότητα και την κανονικότητα των εσόδων και των δαπανών της Ένωσης και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. Κατ' αυτόν τον τρόπο, βοηθά να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και ανοικτή λειτουργία του συστήματος της Ένωσης. Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει τα έγγραφα κάθε οργανισμού που διαχειρίζεται έσοδα ή έξοδα για λογαριασμό της Ένωσης. Αν το κρίνει απαραίτητο, διενεργεί επιτόπιους ελέγχους. Οι διαπιστώσεις του δημοσιεύονται υπό μορφή εκθέσεων που εφιστούν την προσοχή της Επιτροπής και των κρατών μελών σε τυχόν προβλήματα. Για να επιτελεί αποτελεσματικά το έργο του, το Ελεγκτικό Συνέδριο πρέπει να παραμένει ανεξάρτητο από τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα, αλλά συγχρόνως να βρίσκεται σε συνεχή επαφή με αυτά. Μια από τις κύριες αποστολές του είναι η παροχή συνδρομής προς την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο) με την υποβολή ετήσιας έκθεσης μετά το κλείσιμο κάθε οικονομικού έτους. Τα σχόλια που περιέχονται στην ετήσια έκθεσή του διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην απόφαση του Κοινοβουλίου να εγκρίνει ή όχι την εκτέλεση του προϋπολογισμού από την Επιτροπή. Εφόσον μείνει ικανοποιημένο, το Ελεγκτικό Συνέδριο διαβιβάζει επίσης στο Συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο δήλωση αξιοπιστίας με την οποία επιβεβαιώνει ότι τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων χρησιμοποιήθηκαν σωστά. Τέλος, το Ελεγκτικό Συνέδριο εκδίδει γνωμοδότηση πριν την έγκριση των δημοσιονομικών κανονισμών της Ένωσης. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να διατυπώσει σχόλια για συγκεκριμένα θέματα ή να εκδώσει γνωμοδότηση μετά από αίτημα θεσμικού οργάνου της Ένωσης /11/2005

23 ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ Ε.Ε. Στους κοινούς κανόνες του ανταγωνισμού που περιέχονται στην Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στα άρθρα 83, 84, 85, 86 3, 88, 89, αναφέρεται ποια θεσμικά όργανα και με ποίον τρόπο εμπλέκονται στην πολιτική ανταγωνισμού με απώτερο σκοπό την σωστή λειτουργία της και την διατήρηση της κοινής αγοράς. Συγκεκριμένα και αναλυτικότερα : «Άρθρο Οι αναγκαίοι κανονισμοί ή οδηγίες για την εφαρμογή των αρχών που αναφέρονται στα άρθρα 81 και 82 θεσπίζονται από το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. ιδίως: 2. Οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 διατάξεις έχουν ως σκοπό α) να εξασφαλίσουν την τήρηση των απαγορεύσεων του άρθρου 81 παράγραφος 1, και του άρθρου 82 με την πρόβλεψη προστίμων και χρηματικών ποινών β) να καθορίσουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 81 παράγραφος 3, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη της εξασφαλίσεως αποτελεσματικής επιβλέψεως και της απλουστεύσεως κατά το δυνατόν του διοικητικού ελέγχου γ) να ορίσουν, εφόσον είναι ανάγκη, το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 επί των διαφόρων οικονομικών κλάδων δ) να οριοθετήσουν τα καθήκοντα της Επιτροπής και του Δικαστηρίου κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου ε) να καθορίσουν τη σχέση μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών αφενός, και των διατάξεων του παρόντος τμήματος καθώς και εκείνων που θα θεσπισθούν κατ' εφαρμογή του παρόντος άρθρου αφετέρου. Άρθρο 84 Μέχρις ενάρξεως της ισχύος των διατάξεων που θα θεσπισθούν κατ' εφαρμογή του άρθρου 83, οι αρχές των κρατών μελών αποφασίζουν σχετικά με το επιτρεπτό των συμφωνιών, αποφάσεων και περιπτώσεων εναρμονισμένης πρακτικής, καθώς και με την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσποζούσης θέσεως εντός της κοινής αγοράς, σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας τους και με τις διατάξεις του άρθρου 81, και ιδίως της παραγράφου 3, και του άρθρου 82. Άρθρο Με την επιφύλαξη του άρθρου 84 η Επιτροπή μεριμνά για την πραγμάτωση των αρχών που καθορίζονται στα άρθρα 81 και 82. Εξετάζει, κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή αυτεπαγγέλτως, συνεργαζόμενη με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που οφείλουν να της παρέχουν τη συνδρομή τους, τις περιπτώσεις εικαζομένων παραβάσεων των ανωτέρω αρχών. Αν διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως, προτείνει τα κατάλληλα μέτρα για τον τερματισμό της. 2. Αν δεν τερματισθούν οι παραβάσεις, η Επιτροπή βεβαιώνει την παράβαση των ανωτέρω αρχών με αιτιολογημένη απόφαση. Δύναται να

24 23 δημοσιεύσει την απόφασή της και να επιτρέψει στα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα, των οποίων καθορίζει τους όρους και τις λεπτομέρειες 1. Άρθρο Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της παρούσας συνθήκης, ιδίως προς εκείνους των άρθρων 12 και 81 μέχρι και 89, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα. 2. Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας. 3. Η Επιτροπή μεριμνά για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και απευθύνει, εφόσον είναι ανάγκη, κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις προς τα κράτη μέλη 2. Άρθρο Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς. 2. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 87, ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει. Αν το εν λόγω κράτος δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή εντός της ταχθείσης προθεσμίας, η Επιτροπή ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο κράτος δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, κατά παρέκκλιση των άρθρων 226 και 227. Κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει ομοφώνως ότι ενίσχυση που έχει θεσπισθεί ή που πρόκειται να θεσπισθεί από το κράτος αυτό θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 87 ή των προβλεπομένων από το άρθρο 89 κανονισμών, αν εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούν μια τέτοια 1 ΑΡΘΡΑ 83, 84, 85, ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ, 6/1/ ΑΡΘΡΟ 86,ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ, 6/1/2005

25 24 απόφαση. Αν η Επιτροπή έχει κινήσει, ως προς την ενίσχυση αυτή, τη διαδικασία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αίτηση του ενδιαφερομένου κράτους προς το Συμβούλιο έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της σχετικής διαδικασίας μέχρις ότου αποφανθεί το Συμβούλιο. Αν το Συμβούλιο δεν αποφανθεί εντός τριών μηνών από την υποβολή της αιτήσεως, αποφασίζει η Επιτροπή. 3. Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 87, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση. Άρθρο 89 Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δύναται να εκδίδει κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88, και ιδίως να καθορίζει τους όρους εφαρμογής του άρθρου 88 παράγραφος 3, και τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από τη διαδικασία αυτή» Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου : Για την εκπλήρωση των αποστολών που της αναθέτει το άρθρο 89 και των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί βάσει του άρθρου 83 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή μπορεί να συγκεντρώσει όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται από τις κυβερνήσεις και τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, καθώς και από τις επιχειρήσεις και τους συνδέσμους επιχειρήσεων. Εάν σε κάποιον κλάδο η εξέλιξη των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών, οι διακυμάνσεις των τιμων, η ακαμψία των τιμων ή άλλες περιστάσεις δημιουργούν την υπόνοια ότι ο ανταγωνισμός περιορίζεται ή νοθεύεται, η Επιτροπή μπορεί να κάνει μια γενική έρευνα. Στα πλαίσια αυτής της ερευνάς μπορεί να ζητήσει από τις επιχειρήσεις του κλάδου αυτού τις πληροφορίες που χρειάζεται για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 (ΣΕΚ), ιδίως ως προς τις συμφωνίες, τις αποφάσεις και τις εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες κανονικά εξαιρούνται της κοινοποίησης. Μπορεί επίσης να ζητήσει από τις επιχειρήσεις ή ομάδες επιχειρήσεων, των οποίων οι διαστάσεις επιτρέπουν την υπόθεση ότι κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό της τμήμα, την δήλωση των στοιχείων σχετικά με την διάρθρωση και τη συμπεριφορά τους, στοιχείων απαραίτητων για την εκτίμηση της κατάστασης του ανταγωνισμού μέσα στον κλάδο υπό το φως του άρθρου 82 (ΣΕΚ). 1 ΑΡΘΡΑ 88,89, ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ, 6/1/2005

26 25 Οι εθνικές αρχές του ανταγωνισμού, οι εθνικές και κοινοτικές δικαιοδοσίες και η Επιτροπή έχουν η καθεμία τις δικές της αρμοδιότητες και υποχρεώσεις σύμφωνα με τις αρχές, τις οποίες έχει καθιερώσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ανακοινώσεις της Επιτροπής του Φεβρουαρίου 1993 και του Οκτωβρίου 1997 επιδιώκουν να εξασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας μεταξύ αυτής και των εθνικών δικαιοδοσιών με στόχο την αποκέντρωση στην εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού. Η Επιτροπή δηλώνει, ιδίως, ότι η ίδια είναι αρμόδια αρχή για τον προσανατολισμό και την εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού της Ένωσης, ενώ οι εθνικές αρχές εξετάζουν τις υποθέσεις που παράγουν τα αποτελέσματα τους κυρίως στην επικράτεια τους και προστατεύουν τα υποκειμενικά δικαιώματα των προσώπων στις μεταξύ τους σχέσεις. Όταν η εφαρμογή των άρθρων περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ τους παρουσιάζει δυσκολίες, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να ζητούν την γνώμη της Επιτροπής. Σε ανακοίνωση της 31 ης Οκτωβρίου 1995, η Επιτροπή δηλώνει την πρόθεση της να εγκαθιδρύσει στενή συνεργασία με τις εθνικές δικαιοδοσίες στο πεδίο των εθνικών ενισχύσεων. Σύμφωνα με τα άρθρα 53 και 54 της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η Επιτροπή οφείλει να εξετάζει εάν οι υποθέσεις τις οποίες χειρίζεται υπόκεινται σε αυτά τα άρθρα. Επομένως, αυτή παίρνει τις αποφάσεις ως προς τις υποθέσεις που ενδέχεται να επηρεάζουν το διακριτικό εμπόριο μέσα στον ΕΟΧ. Επίσης αυτή αποφασίζει όταν οι ενεχόμενες πρακτικές ενδέχεται να διαταράζουν τις συναλλαγές μεταξύ ενός κράτους μέλους της Ε.Ε. και ενός ή περισσοτέρων κρατών της ΕΖΕΣ( Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών), υπό τον όρο ότι οι ενεχόμενες επιχειρήσεις πραγματοποιούν πάνω από το 67% του συνολικού κύκλου εργασιών τους στην επικράτεια της Ε.Ε. Αντίθετα, η Αρχή Επίβλεψης της ΕΖΕΣ, επιλαμβάνεται των περιπτώσεων που αφορούν επιχειρήσεις, ο κύκλος εργασιών των οποίων στον χώρο της ΕΖΕΣ είναι μεγαλύτερος του 33% του συνολικού κύκλου εργασιών τους στον ΕΟΧ, εκτός εάν θίγεται το εμπόριο μέσα στην Ένωση. Οι αρμοδιότητες διαμοιράζονται κατά τον ίδιο τρόπο ως προς τις αιτήσεις αρνητικής πιστοποίησης σχετικά με τις δεσπόζουσες θέσεις. Οι συγκεντρώσεις επιχειρήσεων που έχουν κοινοτική διάσταση υπόκεινται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής. Αυτή έχει καθορίσει σε έναν κανονισμό τις λεπτομέρειες της εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού που θεσπίζονται στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό χώρο 1. Στις 13 Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή υιοθέτησε μια νέα πολιτική περί επιείκειας, η οποία δημιουργεί μεγαλύτερα κίνητρα για τις επιχειρήσεις για να καταγγέλλουν τις σοβαρότερες από τις παραβιάσεις των κανόνων περί περιοριστικών συμφωνιών και καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης. Η νέα πολιτική όχι μόνο αυξάνει την νομική εξασφάλιση που παρέχεται στις επιχειρήσεις που επιθυμούν να συνεργασθούν, αλλά βελτιώνει και την συνολική διαφάνεια και προβλεψιμότητα των ενεργειών της Επιτροπής στον τομέα αυτόν. Με τον τρόπο αυτό, η ανακοίνωση που εξέδωσε η Επιτροπή το 2002 σχετικά με τη μή επιβολη προστίμων και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό βήμα για την αποκάλυψη και την καταστολή των συμφωνιών καθορισμού τιμων και άλλων ιδιαίτερα σοβαρών μορφών σύμπραξης. Οι νέοι κανόνες αναπροσάρμοσαν 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ280,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

27 26 την προηγούμενη ανακοίνωση περί επιείκειας του 1996 και ισχύουν για τις αποκαλούμενες οριζόντιες συμπράξεις 1. Οι ενέργειες της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού, ελέγχονται, από νομική άποψη, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να ακυρώσει ή να τροποποιήσει τις τυπικές αποφάσεις της Επιτροπής, όπως είναι οι αρνητικές πιστοποιήσεις, οι αποφάσεις παροχής ή άρνησης εξαίρεσης κ.λ.π. Επίσης το Δικαστήριο μπορεί να επιβεβαίωσε να μειώσει, να ακυρώσει ή να αυξήσει τα πρόστιμα και τις χρηματικές ποινές που επιβάλλει η Επιτροπή. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αφορά μια απόφαση της Επιτροπής μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο, όπως και κάθε πρόσωπο το οποίο δεν αφορά η απόφαση αλλά το οποίο θεωρεί ότι έχει έννομο συμφέρον. Η πολιτική ανταγωνισμού της Επιτροπής ελέγχεται πολιτικά στο σύνολο της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κυρίως ως προς τους προσανατολισμούς της και της ετήσιας έκθεσης της Ευρωπαϊκό και εθνικό δίκαιο : Στο πεδίο του ανταγωνισμού, η εθνική αρμοδιότητα και η κοινοτική αρμοδιότητα είναι αυτόνομες και παράλληλες, η δεύτερη χαρακτηριζόμενη από την παρεμπόδιση του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Σε μια συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να υπάρχει αντιπαράθεση του Ευρωπαϊκού προς το εθνικό δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση το Ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού δικαίου. Οι εθνικές αρχές μπορούν να επέμβουν εναντίον μίας σύμπραξης, σε εφαρμογή του εθνικού δικαίου, ακόμη και αν η εξέταση της υπόθεσης ως προς το κοινοτικό δίκαιο εκκρεμεί ενώπιον της Επιτροπής. Όμως, η απόφαση στην οποία καταλήγει μια εθνική διαδικασία δεν μπορεί να αντιβαίνει στην απόφαση της Επιτροπής. Όταν αυτή η τελευταία προηγείται της εθνικής απόφασης, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποχρεούνται να σεβαστούν τα συμπεράσματα της. Όταν αντίθετα, η απόφαση της Επιτροπής έρχεται μετά την εθνική απόφαση και αντιβαίνει στα συμπεράσματα της, οι εθνικές αρχές οφείλουν να πάρουν τα προσήκοντα μέτρα. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αντιταχθούν στις αποφάσεις της Επιτροπής, ενώ αυτή μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών να προβούν στους ελέγχους τους οποίους θεωρεί αρμόζοντες ή την είσπραξη των προστίμων τα οποία έχει επιβάλλει. Οι εθνικοί δικαστές μπορούν να εφαρμόσουν το κοινοτικό δίκαιο ή να παραπέμψουν τα θέματα του κοινοτικού δικαίου στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για μια προδικαστική απόφαση. Τα εφετεία τα οποία δικάζουν μια υπόθεση ως τελευταία δικαιοδοσία, οφείλουν να ζητήσουν μια προδικαστική απόφαση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο εάν αυτή είναι αναγκαία για την απόφαση τους 2. Σε πολλά σημεία της μελέτης αυτής, θα συναντήσει ο ενδιαφερόμενος ακριβώς πως λειτουργούν τα θεσμικά όργανα σε όλους τους τομείς που καλύπτει η πολιτική ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 1 ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΕΠΙΤΡΟΠΗ: "XXXIIη ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ 2002( ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ Ε.Ε.-2002», ΣΕΛ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

28 27 ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

29 28 5. ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ 5.1 ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ Κ ύριο χαρακτηριστικό της οικονομικής πολιτικής της Κοινότητας είναι ο ανταγωνισμός. Η εφαρμογή της πολιτικής του ανταγωνισμού της Κοινότητας βασίζεται στα άρθρα 85 94,( από εδώ και στο εξής άρθρα της Συνθήκης ΕΚ),της Συνθήκης της Ρώμης. Κατ αρχήν τα εν λόγω άρθρα αναφέρονται στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, δηλαδή αφορούν πράξεις που μπορούν να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων ευρισκομένων σε διάφορα κράτη μέλη της Κοινότητας. Οι εθνικές νομοθεσίες περί ανταγωνισμού έχουν γενικώς υιοθετήσει του κανόνες των εν λόγω άρθρων και επομένως της Συνθήκης της Ρώμης 1. «Το άρθρο 81 της Συνθήκης ΕΚ στην παράγραφο 3, ορίζει ποιες συμφωνίες εξαιρούνται από την απαγόρευση συμφωνιών, τις οποίες γενικά κρίνει ως ασυμβίβαστες. Αναλυτικά αναφέρει: 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 81 ( στην οποία θα γίνει αναφορά στην πορεία ), δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες : I. σε κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων, II. σε κάθε απόφαση ή επιχειρήσεων, και κατηγορία αποφάσεων ενώσεων III. σε κάθε εναρμονισμένη πρακτική ή κατηγορία εναρμονισμένων πρακτικών, η οποία συμβάλλει στην βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, και η οποία: I. δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών και 1 Κ.ΔΕΛΗΣ: «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ,ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΣΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ», ΣΕΛ. 127, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ 2005

30 29 II. δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων.» 1 Συνοψίζοντας, η Επιτροπή μπορεί να κηρύξει ανεφάρμοστες τις απαγορεύσεις της παρ. 1 του άρθρου 81, σε κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων, σε κάθε απόφαση ή κατηγορία αποφάσεων επιχειρήσεων και σε κάθε εναρμονισμένη πρακτική ή κατηγορία εναρμονισμένων πρακτικών υπό τους εξής όρους: ότι συμβάλλει στην βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου προς όφελος των καταναλωτών, ότι δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών και ότι δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές την δυνατότητα κατάργησης του ανταγωνισμού σε σημαντικό τμήμα των σχετικών προϊόντων. Όταν συντρέχουν αυτοί οι όροι, η Επιτροπή μπορεί να παραχωρήσει ατομική ή «κατά κατηγορία εξαίρεση» ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ( ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 81 ). Οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων δεν θεωρούνται ότι περιορίζουν τον ανταγωνισμό όταν έχουν ως αντικείμενο μια μορφή επιτρεπτής συνεργασίας όπως είναι: Συμφωνίες Μικρής Σημασίας : ορισμένες συμφωνίες που συνάπτονται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις θεωρούνται ότι δεν βλάπτουν τους κανόνες του ανταγωνισμού διότι η οικονομική τους επίπτωση είναι ασήμαντη. Η επίπτωση μπορεί να αξιολογηθεί με βάση το μερίδιο αγοράς που κατέχουν οι επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν συνάψει τη συμφωνία, και με βάση το μέγεθος του ετήσιου κύκλου εργασιών του συνόλου των συμμετεχουσών επιχειρήσεων. Συμφωνίες Συνεργασίας : η Επιτροπή αναφέρει ενδεικτικά έναν αριθμό ( δέκα οκτώ) συμφωνιών που δεν θεωρούνται ότι περιορίζουν τον ανταγωνισμό όταν έχουν ως αντικείμενο: I. Την ανταλλαγή γνώσεων και εμπειριών II. Την από κοινού πραγματοποίηση ερευνών και μελετών III. Την από κοινού εγγύηση πιστώσεων IV. Την από κοινού χρησιμοποίηση μέσων παραγωγής, μεταφοράς και αποθήκευσης V. Την από κοινού εκτέλεση παραγγελιών VI. Την από κοινού παροχή εξυπηρετήσεων και εκτέλεση επισκευών μετά την πώληση 1 ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ, 6/1/ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

31 30 VII. Την από κοινού διαφήμιση κ. α. 1 Εμπορική Αντιπροσωπεία: η Επιτροπή θεωρεί ότι οι συμβάσεις που συνάπτονται με εμπορικούς αντιπροσώπους δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 81 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Ως βασική προϋπόθεση εφαρμογής του εν λόγω άρθρου, τίθεται ότι πρέπει ο αντισυμβαλλόμενος να είναι πράγματι αντιπρόσωπος και όχι έμπορος δηλαδή να μην προβαίνει σε δραστηριότητες που προσδιορίζουν σε ανεξάρτητο εμπόριο. Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο αντισυμβαλλόμενος είναι εμπορικός αντιπρόσωπος, εάν ενεργεί ως ενδιάμεσος που παρέχει βοηθητική λειτουργία και δεν αναλαμβάνει τους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους που συνδέονται με την εκτέλεση της σύμβασης. Οι εμπορικοί αντιπρόσωποι αναλαμβάνουν την υποχρέωση, εντός καθορισμένης περιοχής της Κοινότητας, να διαπραγματεύονται συναλλαγές για λογαριασμό της εντολοδόχου επιχείρησης και γενικώς να συναλλάσσονται οπωσδήποτε για λογαριασμό αυτής. Αντίθετα η Επιτροπή θεωρεί ότι ο αντισυμβαλλόμενος αποτελεί ανεξάρτητο έμπορο, οπότε βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 81, εάν: I. αναλαμβάνει την υποχρέωση να διατηρεί, ως ιδιοκτήτης, σημαντικό απόθεμα των προϊόντων που αναφέρονται στην σύμβαση, II. αναλαμβάνει την υποχρέωση να οργανώνει, να διατηρεί και να εξασφαλίζει με δικές του δαπάνες σημαντική και δωρεάν εξυπηρέτηση της πελατείας, ή III. καθορίζει ο ίδιος τιμές ή όρους της συναλλαγής. 2 Το άρθρο 81 λοιπόν, δεν βρίσκει εφαρμογή στις συμβάσεις αντιπροσωπείας, διότι θεωρείται ότι ο αντιπρόσωπος παρέχει βοηθητική υπηρεσία που δεν παρεμποδίζει, περιορίζει ή νοθεύει τον ανταγωνισμό. Παρά ταύτα, παρατηρείται μια τάση περιορισμού αυτής της προσέγγισης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και η Επιτροπή, εξέφρασαν την άποψη ότι για τον προσδιορισμό του κατά πόσο πρόκειται για σύμβαση αντιπροσωπείας πρέπει να αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην οικονομική πραγματικότητα και όχι στο νομικό τύπο. 3 Τον Δεκέμβριο του 1978, η Επιτροπή δημοσίευσε μιαν ανακοίνωση για τις υπεργολαβίες σχετικά με τις διατάξεις του άρθρου 81. Με αυτήν την ανακοίνωση η Επιτροπή σκόπευε να ενθαρρύνει την ανάπτυξη μιας πρακτικής με αυξανόμενη σημασία στις ενδοκοινοτικές σχέσεις που αρμόζει στις 1 Κ.ΔΕΛΗΣ: «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ,ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΣΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ», ΣΕΛ , ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ Κ.ΔΕΛΗΣ: «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ,ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΣΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ», ΣΕΛ. 129, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ Κ.ΔΕΛΗΣ: «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ,ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΣΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ», ΣΕΛ.129, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ 2005

32 31 δραστηριότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Πράγματι η υπεργολαβία συνίσταται συνήθως για μια μικρή επιχείρηση λεγόμενη «υπεργολάβος» να εκτελέσει μια παραγγελιά για μια μεγάλη εταιρία, ονομαζόμενη «εντολέας», σύμφωνα με τις οδηγίες αυτής της τελευταίας. Η ανακοίνωση θέτει την αρχή ότι η θέση στη διάθεση του υπεργολάβου των γνώσεων ή εξοπλισμών του εντολέα μπορεί να θεμελιώνει την υποχρέωση του πρώτου να μην παραδίδει παρά στον δεύτερο τα κατασκευασθέντα αντικείμενα ή να μην παρέχει υπηρεσίες σε άλλον από αυτόν και δεν περιορίζει τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του άρθρου ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ Ενώ οι προαναφερόμενες συμβατικές σχέσεις δεν υπόκεινται στην απαγόρευση της 1 ης παραγράφου του άρθρου 81, οι συμβατικές σχέσεις που αναφέρονται παρακάτω απαγορεύονται καταρχήν, αλλά μπορούν να απαλλαγούν από την απαγόρευση. Πράγματι, κατά την 3 η παράγραφο του άρθρου 81, η Επιτροπή μπορεί να κηρύξει ανεφάρμοστες τις διατάξεις της 1 ης παραγράφου σε ορισμένες συμφωνίες ή κατηγορίες συμφωνιών, οι οποίες συμβάλλουν στην βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει. Μετά την κοινοποίηση μιας συμφωνίας, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει ατομική απαλλαγή. Κατά γενικό κανόνα, όμως, οι απαιτήσεις της απαλλαγής προβλέπονται σε κανονισμούς της Επιτροπής που απαλλάσσουν ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών. Ένας κανονισμός του Συμβουλίου παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να εκδίδει κανονισμούς σχετικούς με την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών. Ένας άλλος κανονισμός του Συμβουλίου προβλέπει τους όρους υπό τους οποίους η Επιτροπή μπορεί με κανονισμό να ανακηρύξει μη εφαρμόσιμες τις διατάξεις του άρθρου 81 παράγραφος 1, σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών ή εναρμονισμένων πρακτικών. Η μέθοδος της «απαλλαγής κατά κατηγορίες» μέσω κανονισμού εφαρμόζεται από την Επιτροπή για να απαλλάσσει μια κατηγορία παρόμοιων συμφωνιών των οποίων τα θετικά για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα θεωρούνται ότι είναι περισσότερα από τα αρνητικά. Αυτοί οι κανονισμοί της Επιτροπής προσδιορίζουν με σαφήνεια ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών για τις οποίες ισχύει αυτόματα η απαλλαγή που προβλέπεται από την παραγρ. 3 του αρθρ. 81, υπό τον όρο ότι δεν «στεγανοποιούν» τις αγορές εμποδίζοντας την πρόσβαση και το παράλληλο εμπόριο. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται σε κανονισμό, η συμφωνία δεν χρειάζεται να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς διατυπώσεις. Αυτοί οι κανονισμοί είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και σε πολλές περιπτώσεις έχουν θεσπιστεί μάλιστα ειδικά προς όφελος αυτών των επιχειρήσεων. Πράγματι, σε πολλούς κανονισμούς, τα ανώτατα όρια όσον αφορά τον κύκλο εργασιών ή και το μερίδιο της αγοράς έχουν καθοριστεί σε χαμηλά επίπεδα έτσι ώστε να ευνοούν κατά κύριο λόγο τις ΜΜΕ. 2 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ286,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

33 32 Σε συνέχεια του Πράσινου Βιβλίου 1 και ανακοίνωσης της Επιτροπής για την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων του ανταγωνισμού στους κάθετους περιορισμούς οι κανονισμοί 17 / 62 και 19 / 65 τροποποιήθηκαν προκειμένου να θεσπιστεί μια ενιαία απαλλαγή καλύπτουσα όλες τις κάθετες συμφωνίες. Πράγματι, ο κανονισμός της Επιτροπής για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών αντικατέστησε τρεις κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορίες ως προς τις : I. συμφωνίες αποκλειστικής διανομής II. συμφωνίες αποκλειστικής αγοράς III. άδειας εκμετάλλευσης τεχνογνωσίας (franchise). Τέτοιου είδους συμφωνίες συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά επίπεδα της αλυσίδας παραγωγής και διανομής, των οποίων το μερίδιο στην αγορά δεν υπερβαίνει ένα ορισμένο όριο και αφορούν τους όρους υπό τους οποίους οι επιχειρήσεις αυτές αγοράζουν, πωλούν ή μεταπωλούν ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες. Το πεδίο εφαρμογής της απαλλαγής είναι ευρύ και καλύπτει, μέχρι ένα κατώτατο όριο μεριδίου αγοράς ύψους 30%, όλους τους κάθετους περιορισμούς που αφορούν τελικά ή ενδιάμεσα προϊόντα καθώς και τις υπηρεσίες, με την επιφύλαξη, ωστόσο, ορισμένων απαγορευμένων κάθετων περιορισμών οι οποίοι, λόγω του αριθμού τους, είναι πολύ επιβλαβείς για τον ανταγωνισμό και τους καταναλωτές. Πέρα από το κατώτατο αυτό όριο, οι συμφωνίες δεν θεωρούνται κατ ανάγκην παράνομες, αλλά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επιμέρους εξέτασης. Αυτή η ρύθμιση παρέχει στις ΜΜΕ ένα χώρο ασφάλειας του δικαίου μέσα στον οποίο δεν υποχρεούνται να αξιολογούν την ισχύ των συμφωνιών τους βάσει των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή έχει εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές, αφενός, για να διευκρινίσει την ερμηνεία των διατάξεων του νέου κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία και, αφετέρου, για να εξηγήσει τα γενικά κριτήρια που εφαρμόζονται κατά την εξέταση των συμφωνιών που δεν καλύπτονται από την απαλλαγή κατά κατηγορία ή κατά την ανάκληση του ευεργετήματος του κανονισμού απαλλαγής. Η Επιτροπή είναι ευνοϊκά διατεθειμένη προς τις κοινές επιχειρήσεις ( joint ventures ) συνεταιρικού χαρακτήρα, ιδίως όταν αποτελούν ένα μέσο για την επιτάχυνση της εισαγωγής στην Ευρώπη μιας τεχνολογίας, της οποίας το κόστος είναι εξαιρετικά υψηλό. Στις επιχειρήσεις αυτές παρέχεται, υπό ορισμένους όρους, το ευεργέτημα της απαλλαγής κατά κατηγορία των συμφωνιών τους που αναφέρονται στην εξειδίκευση, την έρευνα και την ανάπτυξη, την εκμετάλλευση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και την εκμετάλλευση τεχνογνωσίας. Με μια ανακοίνωση, η Επιτροπή επισημαίνει τους ενδιαφερόμενους βιομηχανικούς και εμπορικούς κύκλους τα κριτήρια τα οποία χρησιμοποιεί για εξέταση των κοινών επιχειρήσεων συνεταιριστικού χαρακτήρα. 2 1 COM(96) 721, 22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1997, Τα Πράσινα Βιβλία είναι έγγραφα προβληματισμού τα οποία δημοσιεύονται από την Επιτροπή σχετικά με ένα συγκεκριμένο πολιτικό τομέα. Είναι εγγραφα που απευθύνονται στα ενδιαφερόμενα μέρηοργανισμους και ιδιώτες οι οποίοι καλούνται να συμμετασχουν στην διαδικασία διαβούλευσης και συζήτησης. 2 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

34 33 Έτσι, μια απαλλαγή κατά κατηγορία αφορά τις συμφωνίες εξειδίκευσης, δηλαδή τις συμφωνίες με τις οποίες τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην κατασκευάζουν ορισμένα προϊόντα, ώστε να εξειδικεύονται στην κατασκευή άλλων προϊόντων. Οι συμφωνίες εξειδίκευσης της παραγωγής συντελούν γενικά στην βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις μπορούν, συγκεντρώνοντας την παραγωγή τους στην κατασκευή ορισμένων προϊόντων, να λειτουργούν κατά τρόπο ορθολογικότερο και να προσφέρουν τα προϊόντα τους σε καλύτερες τιμές. Οι συμφωνίες για την εξειδίκευση στον τομέα της παροχής υπηρεσιών επιτρέπουν γενικά ανάλογες βελτιώσεις. υπό τον όρο ότι οι μετέχουσες επιχειρήσεις δεν διαθέτουν συνδυασμένο μερίδιο αγοράς το οποίο υπερβαίνει το 20% της σχετικής αγοράς, η απαλλαγή αφορά συμφωνίες μονομερούς ή αμοιβαίας εξειδίκευσης ή ακόμα και συμφωνίες κοινής παραγωγής βάσει των οποίων δυο ή περισσότερα μέρη συμφωνούν να παράγουν από κοινού ορισμένα προϊόντα. Οι καταναλωτές ωφελούνται κατά κανόνα από την αύξηση της σπουδαιότητας και της αποτελεσματικότητας της έρευνας και ανάπτυξης, μέσω της εισαγωγής στην αγορά νέων ή βελτιωμένων προϊόντων ή υπηρεσιών και μέσω της μείωσης των τιμων συνέπεια νέων ή βελτιωμένων διαδικασιών. Γι αυτό υπό ορισμένους όρους και περιορισμό του μεριδίου αγοράς των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων σε 25%, παρέχεται απαλλαγή κατά κατηγόρια σε συμφωνίες οι οποίες συνάπτονται μεταξύ δυο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, οι οποίες επιδιώκουν από κοινού έρευνα και ανάπτυξη προϊόντων ή διαδικασιών ή / και από κοινού εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων ερευνάς και ανάπτυξης. Οι κανονισμοί οι οποίοι προαναφέρθηκαν καθώς και οι κανονισμοί απαλλαγής κατά κατηγόρια, επιτρέπουν υπό ορισμένους όρους, μορφές συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων, οι οποίες είναι πιο συνήθεις και οι οποίες δεν περιορίζουν πολύ τον ανταγωνισμό υπό την έννοια του άρθρου 81 της Συνθήκης. Ρυθμίζουν Έτσι την μεγάλη πλειοψηφία των συμπράξεων που υπάρχουν μέσα στην Κοινότητα παρέχοντας τους ουσιαστική νομική ασφάλεια. Η Επιτροπή μπορεί Έτσι να φέρει όλη την προσοχή της στις, συνήθως μυστικές συμπράξεις, οι οποίες εμποδίζουν πράγματι την ελευθερία του ανταγωνισμού και τις συναλλαγές μέσα στην κοινή αγορά και τις οι οποίες θα εξεταστούν αναλυτικά στην πορεία ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ Για να μπορεί να κρίνει κατά πόσον είναι συμβατές ή όχι με την κοινή αγορά οι συμπράξεις, η Επιτροπή πρέπει να τις γνωρίζει. Γι αυτόν τον σκοπό ζήτησε με τον κανονισμό 17 του 1962 την κοινοποίηση των συμπράξεων ( εκτός ορισμένων εξαιρέσεων ) και ειδικά : των διεθνών συμπράξεων που έχουν σαν αντικείμενο να επιβάλλουν περιορισμούς του ανταγωνισμού ( καθορισμό των τιμων, κατανομή των αγορών, εκπτώσεις και όρους πώλησης, ορθολογισμό, τυποποίηση, κ.λ.π. ) των συμπράξεων που ενδιαφέρουν τις επιχειρήσεις ενός μόνον κράτους, αλλά οι οποίες έχουν επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και των συμπράξεων στις οποίες 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ288,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

35 34 συμμετέχουν επιχειρήσεις τρίτων κρατών, κατά το μέτρο που μπορεί να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Αν δεν εντάσσονται σε μια από τις πολυάριθμες εξαιρέσεις κατά κατηγορίες που εξετάστηκαν παραπάνω, οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ( π.χ. επαγγελματικών οργανώσεων ) πρέπει να υποβάλλονται στην Επιτροπή για να τύχουν μιας απόφασης που να πιστοποιεί ότι δεν αντιβαίνουν στο άρθρο 81, παράγραφος 1, ( αρνητική πιστοποίηση ) ή ότι, παρόλο που υπάγονται στις διατάξεις αυτής της παραγράφου, πληρούν τους όρους που απαιτούνται για μιαν εξαίρεση βάσει της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου. Η πιστοποίηση γίνεται εγγράφως από την Επιτροπή επί ενός επισήμου εντύπου το οποίο ονομάζεται «έντυπο Α/Β 1».Προσαρμοσμένο στις ανάγκες των επιχειρήσεων, αυτό το έντυπο επιτρέπει στην Επιτροπή να διαθέσει αμέσως όλα τα σημαντικά στοιχεία για την εκτίμηση των συμπράξεων που της κοινοποιούνται. Η κοινοποίηση δεν πρέπει να γίνεται αναγκαστικά από όλους τους συμμετέχοντες στη συμφωνία, αλλά για να αποφευχθεί η χρηματική ποινή για μη κοινοποίηση, ο κοινοποιών πρέπει να είναι μέλος της συμφωνίας. 2 Το συμπλήρωμα της υποχρεωτικής κοινοποίησης, προβλεπόμενο επίσης από τον κανονισμό 17/62, είναι η αρνητική πιστοποίηση με την οποία η Επιτροπή δηλώνει επίσημα ότι η σύμπραξη δεν παραβαίνει τους κανόνες του ανταγωνισμού. Προηγουμένως η Επιτροπή πρέπει να δώσει στους τυχόν ενδιαφερόμενους την δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους. Γι αυτόν τον λόγο δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( σειρά C ) τα ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης. Ένα χρονικό διάστημα δίνεται στους ενδιαφερόμενους για να αντιδράσουν στην δημοσίευση αυτή. Μια δεύτερη τυπική υποχρέωση της Επιτροπής πριν από την παροχή αρνητικής πιστοποίησης, είναι η πληροφόρηση και ανταλλαγή απόψεων με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, οι οποίες εκπροσωπούνται στην επί τούτου Επιτροπή για θέματα συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων. Μετά από αυτές τις τυπικές διαδικασίες τρεις περιπτώσεις μπορούν να υπάρξουν: I. να διαπιστώσει η Επιτροπή ότι η συμφωνία, απόφαση ή πρακτική δεν παραβαίνει το άρθρο 81, παράγραφος 1, οπότε εκδίδει μια αρνητική πιστοποίηση II. να εκτιμήσει η Επιτροπή ότι η εν λόγω συμφωνία παραβαίνει το άρθρο 81, παράγραφος 1, αλλά ότι συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την παροχή μιας εξαίρεσης, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, οπότε εκδίδει μια τυπική απόφαση ατομικής εξαίρεσης ή III. να εκτιμήσει ότι δεν συγκεντρώνονται αυτές οι προϋποθέσεις οπότε, απευθύνει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μια κοινοποίηση παρατηρήσεων. Κατά την διάρκεια των ετών, η Επιτροπή επεδίωξε να προσδιορίσει με δυο σειρές μέτρων, ατομικών και γενικών ή τομεακών, αφενός, τις συμφωνίες που διαφεύγουν από την απαγόρευση του άρθρου 81, παράγραφος 1, και αφετέρου 1 ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 3385/94,ΕΕ L 377, ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ284,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

36 35 αυτές που, παρόλο που σχετίζονται με αυτήν την απαγόρευση, μπορεί να εξαιρεθούν. Οι ατομικές αποφάσεις εξαίρεσης, δεν μπορούν να γενικευθούν, γιατί οι προϋποθέσεις για την παροχή εξαίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται σε κάθε περίπτωση. Ορισμένα είδη συγκεκριμένων συμφωνιών έχουν όμως τύχει εξαιρέσεων κατά κατηγορίες από την Επιτροπή, όπως είδαμε παραπάνω Ο ΚΑΝΟΝΑΣ «ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ» Μια ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμφωνίες ήσσονος σημασίας ( de minimis ), παρέχει ποσοτικές ενδείξεις, με γνώμονα όρια για το μερίδιο αγοράς, σχετικά με το ποιοι περιορισμοί του ανταγωνισμού δεν θεωρούνται σημαντικοί βάσει του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ. Η Επιτροπή θεωρεί ότι συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων η οποία επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, δεν περιορίζει σημαντικά τον ανταγωνισμό κατά την έννοια της παραγράφου 1, άρθρο 81, εάν: I. το συνολικό μερίδιο αγοράς που κατέχουν τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας δεν υπερβαίνει το 10% σε καμία από τις σχετικές αγορές που επηρεάζονται από την συμφωνία, όταν η συμφωνία έχει συναφθεί μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες είναι πραγματικοί ή δυνητικοί ανταγωνιστές σε οποιαδήποτε από αυτές τις αγορές ή II. το μερίδιο αγοράς που κατέχει το καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας δεν υπερβαίνει το 15% σε καμία από τις σχετικές αγορές που επηρεάζονται από την συμφωνία, όταν η συμφωνία έχει συναφθεί μεταξύ επιχειρήσεων οι οποίες δεν είναι πραγματικοί ή δυνητικοί ανταγωνιστές σε καμία από αυτές τις αγορές. Υπάρχει όμως ένας «μαύρος πίνακας» ιδιαίτερα σοβαρών περιορισμών όπως ο καθορισμός των τιμων, η κατανομή των αγορών η οι ρήτρες εδαφικής προστασίας οι οποίοι λόγω της φύσης τους, θεωρούνται ως τελείως ασυμβίβαστοι με το άρθρο 81 (1) της Συνθήκης και επομένως μπορούν να εμπίπτουν στην απαγόρευση των συμπράξεων, ακόμη και αν τα μερίδια αγοράς των συμβαλλόμενων δεν υπερβαίνουν τα προαναφερθέντα όρια. Η εξαίρεση από την κοινοποίηση των συμφωνιών μικρής σημασίας ενδιαφέρει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις γιατί τους επιτρέπει να αποφεύγουν την περίπλοκη διαδικασία της κοινοποίησης αρνητικής πιστοποίησης και να συνεργάζονται μεταξύ τους χωρίς να διατρέχουν κίνδυνο να παραβούν τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Οι συμφωνίες μεταξύ ΜΜΕ με λιγότερους από 250 εργαζόμενους, των οποίων ο ετήσιος κύκλος δεν υπερβαίνει τα 40 εκατ. ευρώ και ο ισολογισμός τα 27 εκατ. ευρω, σπάνια μπορεί να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και γι αυτό δεν ερευνούνται κατ αρχήν από την Επιτροπή. Εξάλλου πολλοί κανονισμοί, τους οποίους είδαμε παραπάνω, σχετικά με τις εξαιρέσεις κατά κατηγορία, αφορούν κατά πρώτο λόγο τις ΜΜΕ, είτε λόγω της φύσης της δραστηριότητας που ρυθμίζουν, είτε λόγω των όρων εφαρμογής. 2 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ285,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

37 36 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΣΥΜΠΡΑΞΗΣ 1 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΕΝΤΥΠΟ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΝΟΜΟΥ 703/77 2 * Υ Π Ο Β Α Λ Λ Ε Τ Α Ι Στην ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Κτίριο Υπουργείου Ανάπτυξης Πλατ. Κάνιγγος, Αθήνα, Α Φ Ο Ρ Α 1. Γνωστοποίηση συμπράξεως α. σύμφωνα με το άρθρο 20 Νόμου 703/77 β. σύμφωνα με το άρθρο 21 Νόμου 703/77 2. Αίτηση για έκδοση αποφάσεως εξαιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, Νόμου 703/77 3. Αίτηση για έκδοση αρνητικής πιστοποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, Νόμου 703/77 (ανάλογα με το αίτημά σας, σημειώσετε την ένδειξη Χ στο αντίστοιχο τετραγωνίδιο). * Ο Δ Η Γ Ι Ε Σ 1. Υποβάλλετε την παρούσα και τα απαραίτητα έγγραφα σε δύο (2) αντίγραφα για περιπτώσεις αιτήσεων για έκδοση αποφάσεως εξαιρέσεως ή έκδοση αρνητικής πιστοποιήσεως για δε γνωστοποιήσεις, σε τρία (3), από τα οποία το ένα θα σας επιστραφεί σαν αποδεικτικό στοιχείο καταθέσεως. 2. Για κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις που αφορά το αίτημά σας επισυνάψετε αντίγραφο γραμματίου εισπράξεως Δημοσίου Ταμείου δρχ. (294 Ευρώ) 3. Όπου χρησιμοποιείται ο όρος «σύμπραξη», νοούνται συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων. 1 ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ 2 Η υπ' αριθμ. Κ6 497/80 απόφαση Υπ. Εμπορίου (νυν Ανάπτυξης)-ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β.

38 37 4. Όπου ο χώρος, δίπλα σε κάθε ερώτηση, δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση των αναγκαίων στοιχείων, χρησιμοποιήσετε συμπληρωματικά φύλλα με επισήμανση, σ αυτά, του σημείου που αναφέρονται. 5. Για αιτήσεις είτε εξαιρέσεως είτε αρνητικής πιστοποιήσεως, το έντυπο χαρτοσημαίνεται. Ι. Στοιχεία σχετικά με τους μετέχοντες στη σύμπραξη 1. Στοιχεία επιχειρήσεως ή επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων που υποβάλλουν την παρούσα. Σημειώσετε τα ανωτέρω στοιχεία για κάθε επιχείρηση που υπογράφει, σε περίπτωση δε πολυπρόσωπης διοικήσεως, αναφέ-ρετε επιπλέον και τα στοιχεία όλων των μελών του Δ/κού Συμβουλίου. Επωνυμία... Έδρα... Δ/νση... Τ.Τ. Τηλέφωνο... Μέλη Διοικήσεως Επωνυμία... Έδρα... Δ/νση... Τ.Τ. Τηλέφωνο... Μέλη Διοικήσεως Επωνυμία... Έδρα... Δ/νση... Τ.Τ. Τηλέφωνο... Μέλη Διοικήσεως Στοιχεία νόμιμου ή νόμιμων εκπροσώπων της επιχειρήσεως, των επιχειρήσεων ή των ενώσεων επιχειρήσεων που υποβάλλουν την παρούσα. Σημειώσετε τα ανωτέρω στοιχεία Όνομα Επώνυμο... Πατρώνυμο. Δ/νση.....Τ.Τ... Τηλέφ..

39 38 για κάθε επιχείρηση χωριστά και επισυνάψετε όπωσδήποτε τα κατά νόμο έγγραφα νομι-μοποιήσεως αυτών (Καταστατικά, αποφά-σεις γενικών συνελεύσεων ή Διοικητικών Συμβουλίων, ειδικά πληρεξούσια έγγραφα κλπ.) Όνομα Επώνυμο... Πατρώνυμο. Δ/νση.....Τ.Τ... Τηλέφ.. Όνομα Επώνυμο... Πατρώνυμο. Δ/νση.....Τ.Τ... Τηλέφ.. 3. Στοιχεία διοριζόμενου αντίκλητου στην Αθήνα. Αντίκλητος διορίζεται απαραίτητα μόνο όταν η έδρα της επιχειρήσεως ή των επι-χειρήσεων που υποβάλλουν την παρούσα είναι εκτός Αθηνών (Π..Τ.Δ.Π). Όνομα Επώνυμο... Πατρώνυμο. Επάγγελμα... Δ/νση... Τ.Τ... Τηλέφ Στοιχεία όλων των επιχειρήσεων ή ενώ-σεων επιχειρήσεων που μετέχουν στη σύμπραξη. Σημειώσετε τα ανωτέρω στοιχεία και αν ακόμη αυτά έχουν δηλωθεί στην παρά-γραφο Ι, 1, του εντύπου αυτού. Επωνυμία Έδρα Δ/νση....Τ.Τ. Τηλέφωνο... Στοιχεία μέλους ενώσεως Επωνυμία Έδρα Δ/νση....Τ.Τ. Τηλέφωνο...

40 α. Αν στη σύμπραξη μετέχουν ενώσεις επιχειρήσεων, σημειώσετε χωριστά τα στοιχεία κάθε επιχειρήσεως μέλους της ενώσεως και επισυνάψετε οπωσδήποτε τις ιδρυτικές πράξεις και τα καταστατικά τόσο της ενώσεως όσο και των επιχειρήσεων που μετέχουν στην ένωση, όπως αυτά ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της παρούσης β. Αν στη σύμπραξη μετέχουν και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες ή έχουν έδρα στην αλλοδαπή, σημειώσετε τα στοιχεία τους και επισυνάψετε τα σχετικά έγγραφα. Επωνυμία Έδρα.. Δ/νση... Χώρα. Αντιπρόσωπος στην Ελλάδα 5. Αν με τη σύμπραξη ιδρύεται εταιρία ή ένωση επιχειρήσεων ή αν η πραγματο-ποίηση της συμπράξεως ανατίθεται σε εταιρία ή ένωση επιχειρήσεων, αναφέρετε τα στοιχεία τους καθώς και τα στοιχεία των νομίμων εκπροσώπων τους. Στη δεύτερη περίπτωση επισυνάψετε, απαραίτητα, αντίγραφα των καταστατικών, όπως αυτά ισχύουν κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμπράξεως. Επωνυμία Έδρα. Δ/νση.. Τ.Τ. Τηλ.. Νόμιμοι εκπρόσωποι...

41 40 6. Αν πρόκειται για επιχειρήσεις : α. δημόσιες ή κοινής ωφέλειας, β. που έχουν για αντικείμενο την παραγω-γή, επεξεργασία, μεταποίηση ή διάθεση αγροτικών, κτηνοτροφικών, δασικών ή αλιευτικών προϊόντων, γ. μεταφορών χερσαίων, θαλάσσιων ή αεροπορικών, Σημειώστε τα στοιχεία από τα οποία προ-κύπτει ο ανωτέρω χαρακτήρας τους και επισυνάψετε τα απαραίτητα έγγραφα Αν η σύμπραξη αφορά συγχώνευση επιχειρήσεων, σημειώσετε τα στοιχεία τους και δηλώσετε αν πρόκειται για συγχώνευση με τη μορφή: α. συστάσεως νέας επιχειρήσεως, β. απορροφήσεως μιας ή περισσοτέρων από άλλη ή γ. εξαγοράς μιας ή περισσοτέρων από άλλη. Επισυνάψετε τα αναγκαία έγγραφα ΙΙ. Στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο της συμπράξεως 1. Μορφή συμπράξεως Ανάλογα με τη μορφή της συμπράξεως, σημειώσετε την ένδειξη Χ στο αντίστοιχο τετραγωνίδιο. α. Συμφωνία β. Απόφαση γ. Εναρμονισμένη πρακτική 2. Αν πρόκειται για συμφωνία ή απόφαση, σημειώσετε όλα τα σχετικά έγγραφα και επισυνάψετε αντίγραφά τους. 3. Αν πρόκειται για εναρμονισμένη πρακτική, σημειώσετε τα δηλωτικά στοιχεία αυτής.

42 41 4. Αν η σύμπραξη πραγματοποιείται με συμφωνίες ή αποφάσεις που περιέχουν οπωσδήποτε όμοιους όρους (συμφωνία πλαίσιο ή τυποποιημένη) αναφέρετε τα στοιχεία όλων των επιχειρήσεων που μετέχουν μέχρι τώρα σε τέτοιου είδους σύμπραξη καθώς και τη γεωγραφική κατανομή τους. Επισυνάψετε αντίγραφο της συμπράξεως και τις τυχόν παραλλαγές της. Επωνυμία Έδρα Δ/νση... Τ.Τ... Τηλέφωνο Αν το περιεχόμενο της συμπράξεως δεν διατυπώνεται σε έγγραφο ή διατυπώνεται χωρίς πληρότητα, εκθέσετέ το με κάθε πληρότητα, σαφήνεια και ακρίβεια και σημειώσετε απαραίτητα τα κατωτέρω στοιχεία: α. Χρόνος καταρτίσεως β. Ημερομηνία ισχύος γ. Διάρκεια ισχύος δ. Αντικείμενο (Σημειώσετε τα προϊόντα ή τις

43 42 υπηρεσίες που αφορά). ε. Σκοποί στ. Όροι που αφορούν στη συμμετοχή, παραίτηση, καταγγελία, αποχώρηση και αποβολή. ζ. Κυρώσεις 6. Αναφέρετε αν και σε ποιο βαθμό η σύμπραξη αφορά: α. στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής. β. στον περιορισμό ή τον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολο-γικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων. γ. στην κατανομή των αγορών ή των πη-γών εφοδιασμού.

44 43 δ. στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές κατά τρόπο που δυσχεραίνει τη λειτουργία του ανταγω-νισμού και ιδιαίτερα, στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεως ή άλλης συναλλαγής. ε. στην εξάρτηση συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή πρόσθετων παροχών οι οποίες, από τη φύση τους ή σύμφωνα με εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. στ. σε άλλη περίπτωση, εκτός από τις ανωτέρω, που εμπίπτει στο άρθρο 1, παράγραφος Εφόσον η σύμπραξη αφορά προϊόντα ή υπηρεσίες, αναφέρετε κατά περίπτωση την έκταση εφαρμογής της: α. σε ολόκληρη τη χώρα ή σε ορισμένες περιοχές αυτής και ποιες β. στη χώρα και σε άλλη ή άλλες χώρες και ποιες. γ. μόνο σε άλλη ή άλλες χώρες και ποιες Αναφέρετε αν και σε ποιο βαθμό η σύμπραξη αποβλέπει αποκλειστικά στην εξασφάλιση, προώθηση ή ενίσχυση των εξαγωγών. ΙΙΙ. Στοιχεία που θα συμπληρώσετε μόνο όταν ζητάτε αρνητική πιστοποίηση.

45 44 1. Αναφέρετε τα γεγονότα και τους λόγους, χωριστά κατά περίπτωση, που κατά την άποψή σας δεν δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 1, του Νόμου γιατί δεν έχουν σαν αντικείμενο ή σαν αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγω-νισμού. 2. Αναφέρετε τα γεγονότα και τους λόγους, χωριστά κατά περίπτωση, που κατά την άποψή σας δεν δικαιολογούν την εφαρ-μογή του άρθρου 2 του νόμου γιατί δεν πρόκειται: α. για δεσπόζουσα θέση, β. για εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, γ. για καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπό-ζουσας θέσης. IV. Στοιχεία που θα συμπληρώσετε μόνο όταν ζητάτε την έκδοση αποφάσεως εξαιρέσεως (άρθρο 1 παρ. 3 Ν. 703/77). 1. Αναφέρετε τα γεγονότα και τους λόγους, χωριστά κατά περίπτωση, που κατά την άποψή σας δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 3, γιατί η

46 45 σύμπραξη πληροί αθροιστικά τις εξής προϋποθέσεις: α. συμβάλλει στη βελτίωση της παραγω-γής ή διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, με εύλογη συμμετοχή των κατάναλωτών στην ωφέλεια που προκύπτει. β. δεν επιβάλλει στις επιχειρήσεις περιορι-σμούς εκτός από αυτούς που είναι απόλυ-τα αναγκαίοι για την πραγματοποίηση των ανωτέρω σκοπών. γ. δεν παρέχει στις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη σύμπραξη τη δυνατότητα να καταργήσουν τον ανταγωνισμό, σε σημαντικό τμήμα της σχετικής αγοράς. V. Αναφέρετε τυχόν συμπληρωματικά στοι-χεία, επιπλέον αυτών που ήδη δηλώσατε, στην παρούσα, που κατά την άποψή σας θα βοηθήσουν το έργο της Υπηρεσίας Προστασίας του Ανταγωνισμού. VI. Υ π ε ύ θ υ ν η Δ ή λ ω σ η Οι κατωτέρω που υπογράφουν δηλώνουν υπεύθυνα και με γνώση τις συνέπειες του Νόμου για ψευδή δήλωση και τις διατάξεις του Νόμου 703/77, ότι όλα τα στοιχεία

47 46 που περιέχονται στην παρούσα καθώς και τα συνημμένα σ αυτή έγγραφα ανταποκρίνονται με πληρότητα και ακρίβεια στη πραγματικότητα Υπογραφές

48 47 ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΚΤΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

49 48 6. ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΚΤΗ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ 6.1 ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ. Το άρθρο 81, παράγραφος 1 και 2, της Συνθήκης ΕΚ αναφέρουν σχετικά με τις συμφωνίες : «1. Είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνάπτονται : α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμων αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδύναμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, πρόσθετων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2. Οι απαγορευμένες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες.» 1 Στην παρούσα ενότητα δεν θα επιχειρηθεί να περιγράφουν όλες οι μορφές των συμφωνιών συμπράξεων που απαγορεύονται από τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ, διότι κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το προϊόν, την αγορά και την φαντασία των διευθυνόντων των συνεργαζομένων επιχειρήσεων. Θα αναφερθούν μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά συμφωνιών συμπράξεων, όπως έχουν προκύψει κατά καιρούς από τις αποφάσεις της Επιτροπής. Αυτή εκτιμά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα κάθε συμφωνίας σύμπραξης 1 ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ,6/1/2005

50 49 ή κατηγορίας αυτών, όχι μόνο με νομικά κριτήρια, αλλά και με κριτήρια συμφέροντος των παραγωγών και των καταναλωτών ενός κλάδου. Γι αυτό και εφαρμόζει τον κανόνα «των ελαχίστων», τον οποίο προαναφέραμε, στις συμφωνίες συμπράξεις που παραβαίνουν τους κανόνες του ανταγωνισμού αλλά που έχουν ασήμαντες οικονομικές συνέπειες ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΠΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ Η κατανομή των αγορών είναι ιδιαίτερα περιοριστική του ανταγωνισμού και αντίθετη προς τους στόχους της κοινής αγοράς, γιατί οι συμφωνίες που βασίζονται στην αρχή του αμοιβαίου σεβασμού των εθνικών αγορών προς όφελος των συμμετεχόντων, που είναι ήδη εγκατεστημένοι σε αυτές, έχουν ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών ως προς τα προϊόντα που αφορούν. Με το σύστημα του ορισμού ποσοστώσεων αναλόγων με τις συνολικές πωλήσεις των μελών της σύμπραξης, αυτοί παραιτούνται από την ελευθερία να εφαρμόζουν μια πολιτική τιμων απαλλαγμένη από τον κίνδυνο ανταγωνισμού εκ μέρους των άλλων συμπραττόντων. Περίφημες περιπτώσεις συμπράξεων μοιράσματος των αγορών που έχουν καταδικαστεί είναι : I. των παραγωγών κινίνης της Κοινότητας, οι οποίοι είχαν με συμφωνία κυριών ρυθμίσει τις τιμές και τις ποσοστώσεις όλων των πωλήσεων τους στην εσωτερική και στις εξωτερικές αγορές. II. των μεγάλων παραγωγών ζάχαρης, οι οποίοι ήλεγχαν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές ζάχαρης προοριζόμενης για ανθρώπινη κατανάλωση. Τον Νοέμβριο του 1994, η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο 284 εκατομμύρια ECU σε εννέα ενώσεις επιχειρήσεων και σε τριάντα τρεις ευρωπαίους παραγωγούς τσιμέντου που συμμετείχαν, από το 1983, σε γενική συμφωνία κατανομής των αγορών, με στόχο να προστατεύσουν τις εθνικές ή εγχώριες αγορές, στα πλαίσια της Chembureau, της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας τσιμέντου. Τον Ιούλιο του 2001, η Επιτροπή αποφάσισε την επιβολη στις σκανδιναβικές εταιρίες SAS και Maersk Air, προστίμων 39, 375 εκατομ. ευρω και 13, 125 εκατ. ευρω αντίστοιχα, για την εφαρμογή μιας συμφωνίας σχετικά με το μοίρασμα των αεροπορικών συνδέσεων από και προς την Δανία ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΟΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ Οι συμφωνίες περιορισμού των τιμων ή άλλων όρων των συναλλαγών περιορίζουν κατά σοβαρό τρόπο τον ανταγωνισμό, γιατί εμποδίζουν τους αγοραστές να ωφεληθούν από την ανταγωνιστική συμπεριφορά, την οποία θα είχαν φυσικά οι παραγωγοί αν δεν υπήρχε η σύμπραξη. Δεδομένου ότι συνοδεύονται από τον αμοιβαίο σεβασμό των εθνικών αγορών, μπορούν επίσης να παραβλάψουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Γι αυτό, η Επιτροπή έχει καταδικάσει: 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ288,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

51 50 I. τις εναρμονισμένες πρακτικές που είχαν ως αντικείμενο την εφαρμογή από όλες τις συμμετέχουσες επιχειρήσεις ομοιόμορφων αυξήσεων τιμων σε ομοειδή προϊόντα, σε ορισμένες ημερομηνίες II. τις οριζόντιες συμφωνίες επί των τιμων και της αποκλειστικότητας III. την δημοσίευση, από επαγγελματικές ενώσεις, τιμολογίων ή συστηνόμενων τιμων που δεν λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές διάρθρωσης των τιμων κόστους των επιχειρήσεων IV. την συνεννόηση για συντονισμένη μέθοδο υπολογισμού της τιμής, όπως στην περίπτωση του καρτέλ τιμων στον κλάδο του ανοξείδωτου χάλυβα. Τον Ιούλιο 2001, η Επιτροπή αποφάσισε την επιβολη προστίμων συνολικού ύψους 218, 8 εκατ. ευρω σε οκτώ εταιρίες ( δυο γερμανικές, δυο αμερικάνικες και τέσσερις ιαπωνικές ), οι οποίες, μεταξύ των ετών 1992 και 1988, με μια μυστική συμφωνία, καθόριζαν τις τιμές και την κατανομή της παγκόσμιας αγοράς ηλεκτροδίων γραφίτη ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ Οι περιορισμοί πρόσβασης στην αγορά νέων ανταγωνιστών απαγορεύονται επίσης. Η πρόσβαση στην αγορά μπορεί να παρεμποδίζεται όταν ένας μεγάλος αριθμός μεταπρατών σε αυτή την αγορά δεσμεύονται με την υποχρέωση να μην πωλούν παρά τα προϊόντα του κατασκευαστού με τον οποίο έχουν σύμβαση ή από οριζόντιες συμφωνίες που έχουν παρόμοιο αποτέλεσμα αποκλεισμού των τρίτων. Γι αυτό η Επιτροπή καταδίκασε την εκ μέρους της Unilever επιβολη μίας ρήτρας αποκλειστικότητας στις συμφωνίες προμήθειας καταψυκτών στην ιρλανδική αγορά παγωτών. Σε άλλες περιπτώσεις η πρόσβαση ανταγωνιστών στην αγορά μπορεί να παρεμποδίζεται με οριζόντια συμφωνία ή συμφωνημένη πρακτική ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΜΗΣ Οι πιο περίπλοκες περιπτώσεις είναι εκείνες των συμφωνιών αποκλειστικής διανομής, η κατηγορία των οποίων καλύπτεται όπως είδαμε παραπάνω από απαλλαγή, αλλά όχι όταν αυτές προβλέπουν μια απόλυτη εδαφική προστασία, η οποία εμποδίζει τις παράλληλες εισαγωγές. Είναι η περίπτωση συμφωνιών που εμποδίζουν τον διανομέα να επαναεξαγει τα καλυπτόμενα από αυτές προϊόντα σε αλλά κράτη μέλη, ή συμφωνιών που απαγορεύουν την εισαγωγή από αλλά κράτη μέλη στην ζώνη του αναδόχου 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ289,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003, ΝΙΚΟΣ Σ. ΜΟΥΣΗΣ,ΤΟΜΟΣ 2ος : «ΕΟΚ, ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ,ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ,ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ», ΣΕΛ , ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ289,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

52 51 και την διανομή από άλλα πρόσωπα. Η πολιτική της Επιτροπής σε αυτό το θέμα έχει διασαφηνιστεί στην απόφαση της 23 ης Σεπτεμβρίου 1964 στην υπόθεση «Grundig Consten», την οποία επιβεβαίωσε ως προς τα βασικά σημεία της το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με απόφαση της 13 ης Ιουλίου 1966, και έχει έτσι το κύρος του δεδικασμένου. Εντούτοις η Επιτροπή εξακολουθεί να παλεύει εναντίον συστημάτων διανομής που εμποδίζουν το παράλληλο εμπόριο, όπως ήταν εκείνο της Volkswagen, η οποία απαγόρευε στους Ιταλούς αποκλειστικούς αντιπροσώπους της να πωλούν αυτοκίνητα Volkswagen και Audi σε αλλοδαπούς πελάτες, παρεμποδίζοντας έτσι το ενδοκοινοτικό εμπόριο ή εκείνο της DaimlerChrysler, η οποία επέβαλλε στα μέλη του γερμανικού διανεμητικού της δικτύου για επιβατικά αυτοκίνητα Mercedes να μην πωλούν αυτοκίνητα εκτός της γεωγραφικής τους επικράτειας και να υποχρεώνουν τους αλλοδαπούς πελάτες να καταβάλλουν προκαταβολή 15% επί της τιμής στην DaimlerChrysler όταν παράγγελναν αυτοκίνητο στην Γερμανία ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Οι συγκεντρώσεις των επιχειρήσεων σε μεγαλύτερες μονάδες είναι κατ αρχήν επιθυμητές και ενθαρρύνονται, γιατί επιφέρουν οικονομίες κλίμακας, οδηγούν στον ορθολογισμό της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων στην κοινή αγορά και ευνοούν την τεχνολογική πρόοδο. αλλά αν η συγκέντρωση ξεπεράσει κάποια ορισμένα όρια, τα οποία διαφέρουν από κλάδο σε κλάδο, μπορεί να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση μονοπωλίων ή, συχνότερα, ολιγοπωλίων, και επομένως, στον περιορισμό του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν η επιχείρηση η οποία δεσπόζει επί ενός κλάδου λόγω του μεγέθους της και της οικονομικής της δύναμης απορροφάει την μια μετά την άλλη τις επιχειρήσεις που την ανταγωνίζονται ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΑΣ ΘΕΣΗΣ Το άρθρο 82 της Συνθήκης ΕΚ (πρώην άρθρο 86 ΕΟΚ) υποδείχνει ως ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και απαγορευμένη, κατά το μέτρο που μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, την καταχρηστική εκμετάλλευση από μια ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους μέσα στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της. Συγκεκριμένα αναφέρει : «Είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μια ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της κοινής αγοράς ή σημαντικού τμήματος της. Η κατάχρηση αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως: α) στην άμεση ή έμμεση επιβολη μη δίκαιων τιμων αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης επί ζημία των καταναλωτών 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

53 52 γ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδύναμων παροχών έναντι των εμπορικως συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό δ) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, πρόσθετων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.» 1 Το να κατέχει μια επιχείρηση δεσπόζουσα θέση, καταρχήν, δεν απαγορεύεται. Αυτό που απαγορεύεται ρητά από το προαναφερόμενο άρθρο είναι η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης εντός της κοινής αγοράς. Για την εφαρμογή του άρθρου 82 είναι αναγκαίο να συντρέχουν οι εξής συνθήκες : I. η επιχείρηση να κατέχει δεσπόζουσα θέση. Το μερίδιο της αγοράς, που κατέχει η επιχείρηση, δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο, παρόλο που θεωρείται ως ουσιαστικό στοιχείο για να αξιολογηθεί και να καθορισθεί εάν Υπάρχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά ( γενικώς θεωρείται ότι εάν το μερίδιο της αγοράς είναι μικρότερο του 40%, η επιχείρηση δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση). II. η επιχείρηση πρέπει να κατέχει δεσπόζουσα θέση εντός της κοινής αγοράς ή εντός ενός σημαντικού τμήματος αυτής. III. να υπάρχει κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης με την έννοια ότι γίνεται εκμετάλλευση της σε βάρος τρίτων. Ως κατάχρηση θεωρείται ιδίως : I. η άμεση ή έμμεση επιβολη μη δίκαιων τιμων αγοράς, ή πώλησης ή άλλων όρων της συναλλαγής, δηλαδή, τιμές υπερβολικά υψηλές σε βάρος των καταναλωτών ή τιμές υπερβολικά χαμηλές, κάτω του κόστους που αποβλέπουν στην εξουδετέρωση ανταγωνιστών. II. η επιβολη διαφορετικων τιμων, που βλάπτουν σημαντικά ορισμένους πελάτες και μειώνουν την ανταγωνιστική τους ικανότητα. III. ο περιορισμός της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης που αποβαίνει σε ζημία του καταναλωτή. IV. η άρνηση πωλήσεων προς ορισμένο πελάτη χωρίς συγκεκριμένο λόγο. V. οι προσπάθειες συγκράτησης ορισμένων πελατών με την παραχώρηση ειδικών εκπτώσεων ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ,6/1/ Κ.ΔΕΛΗΣ: «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ,ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΣΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ», ΣΕΛ. 131, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΕΙ ΚΑΒΑΛΑΣ 2005

54 53 ( Τα παραπάνω αποτελούν και επεξήγηση του άρθρου 82) Το γεγονός του ότι το άρθρο 82 δεν απαγορεύει την απόκτηση δεσπόζουσας θέσης αλλά μόνο την καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής, άφηνε πολλά σκοτεινά σημεία, τα οποία όμως διαφωτίστηκαν μέσω διαφόρων αποφάσεων της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Πρώτα από όλα η δεσποτεία σε μια αγορά δεν μπορεί να οριστεί μόνο βάσει του μέρους της αγοράς που κατέχει η επιχείρηση ή βάσει άλλων ποσοτικών στοιχείων, αλλά επίσης βάσει της δυνατότητας να εξασκεί μια σαφή επίδραση στην λειτουργία της συγκεκριμένης αγοράς και των άλλων επιχειρήσεων. Με την απόφαση της 14 ης Φεβρουαρίου 1978 στην υπόθεση «United Brands Company / Commission», το Δικαστήριο επιβεβαίωσε και διεύρυνε τον ορισμό της δεσπόζουσας θέσης τον οποίο είχε καθορίσει η Επιτροπή ήδη στην απόφαση της 9 ης Δεκεμβρίου 1971 στην υπόθεση «Continental Can Cy». Η απόφαση προσδιόριζε ότι η δεσπόζουσα θέση την οποία στοχεύει το άρθρο 86 της ΕΟΚ δηλαδή το άρθρο 82 αφορά μια θέση οικονομικής δύναμης την οποία κατέχει μια επιχείρηση και η οποία της δίνει την εξουσία να εμποδίζει την διατήρηση ενός πραγματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά δίνοντας της την δυνατότητα ανεξάρτητων συμπεριφορών κατ αισθητό τρόπο έναντι των ανταγωνιστών, των πελατών της και, τελικά, των καταναλωτών. 1 Ο ορισμός της σχετικής αγοράς ( relevant market ) έχει επίσης μεγάλη σημασία, γιατί, όσο περιοριστικά ορίζεται η αγορά στον χρόνο και στο χώρο, τόσο πιο πολλές είναι οι δεσπόζουσες θέσεις που μπορεί να βρεθούν μέσα στην κοινή αγορά. Στην απόφαση του της 13 ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση «Hoffman La Roche / Commission», το Δικαστήριο θεώρησε, όπως η Επιτροπή, ότι κάθε ομάδα βιταμινών αποτελεί μια διαφορετική αγορά και ότι ένα προϊόν μπορεί να ανήκει σε δυο διαφορετικές αγορές, όταν έχει διαφορετικές χρήσεις. Κατά το Δικαστήριο, ένας πραγματικός ανταγωνισμός πρέπει να μπορεί να Υπάρχει μεταξύ των προϊόντων που ανήκουν στην σχετική αγορά, πράγμα που σημαίνει ότι τα προϊόντα αυτά έχουν σε σημαντικό βαθμό την δυνατότητα εναλλακτικής χρήσης. Κατά την Επιτροπή η αξιολόγηση της εναλλακτικής χρήσης περιλαμβάνει τον προσδιορισμό των προϊόντων που μπορεί να θεωρηθούν σαν υποκατάστατα από τον καταναλωτή και ο ανταγωνισμός των οποίων μπορεί να επηρεάσει επομένως τις τιμές των προϊόντων των συμβαλλόμενων. Η ανακοίνωση της Επιτροπής ως προς την σχετική αγορά είναι ένα μέσο ανάλυσης, το οποίο επιτρέπει τον υπολογισμό των μεριδίων αγοράς των εταίρων. 2 Ως προς την έννοια της επίδρασης στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, που είναι ίδια στα άρθρα 81 και 82 (ΣΕΚ), η Επιτροπή και το Δικαστήριο συμφωνούν στο ότι μια συγκέντρωση στην οποία συμμετέχει μια επιχείρηση, η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της, θα έχει πάντα σημασία για τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Στην απόφαση του της 13 ης Ιουλίου 1966 στην υπόθεση «Grundig Consten», το Δικαστήριο προσδιόρισε ότι η έννοια της βλάβης στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών πρέπει να εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα εάν η ενεχόμενη συμφωνία μπορεί να παραβλάψει την ελευθερία του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών σε βαθμό που να ενοχλεί την 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.292,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.292,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

55 54 υλοποίηση των στόχων μιας ενιαίας αγοράς μεταξύ των κρατών μελών. Εννοείται ότι η καταχρηστική εκμετάλλευση μιας δεσπόζουσας θέσης κρίνεται τόσο αυστηρότερα όσο αυτή τείνει να περιφράξει τη σχετική αγορά και να δυσκολέψει την οικονομική αλληλοδιείσδυση. ήταν η περίπτωση της British Leyland, η οποία αρνείτο να εκδίδει πιστοποιητικά γνησιότητας για τα αυτοκίνητα «Metro» με αριστερή οδήγηση για να εμποδίζει την επανεισαγωγή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο από αλλά κράτη μέλη. 1 Όσον αφορά, τέλος, την έννοια της καταχρηστικής εκμετάλλευσης μιας δεσπόζουσας θέσης, το άρθρο 82 είναι πιο σαφές, γιατί καθορίζει την κατάχρηση όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Γενικά μια δεσπόζουσα επιχείρηση μπορεί να επωφεληθεί από την δύναμη της στην αγορά κατά έναν από τους εξής τρόπους : I. Επιβαλλοντας τις τιμές στην δεσποζόμενη αγορά II. Εφαρμόζοντας μια εξοντωτική πολιτική συνιστάμενη σε πωλήσεις σε τιμές κάτω του κόστους, μέχρις ότου ο ανταγωνιστής εξαλειφθεί από την αγορά III. Προβαίνοντας σε διακρίσεις στις αμοιβές των παρεχόντων υπηρεσίες ( όπως στην περίπτωση του φορέα διαχείρισης των αεροδρομίων του Παρισιού σχετικά με τους παρέχοντες υπηρεσίες τροφοδοσίας, καθαριότητας και χειρισμού φορτίων ) 2 IV. Επιβάλλοντας «σχέσεις» μεταξύ των προϊόντων ή υπηρεσιών της αγοράς, την οποία δεσπόζει, και άλλων προϊόντων ή υπηρεσιών ( όπως οι υπηρεσίες σιδηροδρομικής μεταφοράς τις οποίες προσέφερε η Deutche Bahn στην Γερμανία σε επιχειρήσεις συνδυασμένων μεταφορών στο λιμάνι του Ρότερνταμ) 3 V. Επιβάλλοντας στους πελάτες της συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας για μια κατηγορία προϊόντων ( π.χ. των βιταμινών στην πραναφερθείσα περίπτωση της Hoffman La Roche) ή υπηρεσιών ( όπως στην περίπτωση του φορέα διαχείρισης του αεροδρομίου της Φρανκφούρτης) 4 VI. Περιορίζοντας τον ανταγωνισμό από εισαγωγές ( όπως στην περίπτωση της Irish Sugar plc) 5 ή VII. Επιδιώκοντας να εξαλείψει τον ανταγωνισμό με ληστρική τιμολόγηση, δηλαδή πουλώντας κάτω από το κόστος για ένα διάστημα μέχρι να εκδιώξει τους ανταγωνιστές από την αγορά ( όπως στην περίπτωση της Deutche Post AG στην αγορά των υπηρεσιών αποστολής εμπορικών δεμάτων ). 6 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.292,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΑΠΟΦΑΣΗ 98/538, ΕΕ L 252, EE L 104, ΑΠΟΦΑΣΗ 98/190, ΕΕ L 72, ΑΠΟΦΑΣΗ 97/624, ΕΕ L 258, ΑΠΟΦΑΣΗ 2001/354, EE L 125,

56 55 Είναι βέβαιο ότι η Επιτροπή και το Δικαστήριο θεωρούν, ως καταχρηστική εκμετάλλευση το γεγονός ότι μια επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση ενδυναμώνει αυτή τη θέση διά της συγκέντρωσης ή της εξάλειψης των ανταγωνιστών, με αποτέλεσμα ότι ο ανταγωνισμός που υπήρχε ακόμη παρά την ύπαρξη της δεσπόζουσας θέσης, εξαφανίζεται στην πράξη για ορισμένα προϊόντα σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς ΟΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΑΓΟΡΑ Οι συγκεντρώσεις είναι συμφωνίες χάρη στις οποίες ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή μια ή περισσότερες επιχειρήσεις αποκτούν τον έλεγχο μίας επιχείρησης και μεταβάλλουν έτσι τη διάρθρωση των επιχειρήσεων αυτών καθώς και της αγοράς μέσα στην οποία δρουν. Οι σημαντικότερες μορφές συγκεντρώσεων επιχειρήσεων είναι: I. Η συμμετοχή μίας εταιρίας στο κεφάλαιο μίας άλλης ή άλλων επιχειρήσεων II. Η ολική ή μερική απόκτηση από μιαν εταιρία του ενεργητικού άλλης ή άλλων εταιριών και, τέλος, III. Η συγχώνευση δύο ή περισσοτέρων νομικά ανεξάρτητων εταιριών σε μία νέα Η συγκέντρωση επιτρέπει την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, την μείωση του κόστους παραγωγής ή διανομής, την βελτίωση της αποδοτικότητας και την επιτάχυνση της οικονομικής προόδου. Όλα αυτά επιτρέπουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των κοινών επιχειρήσεων και μπορεί να έχουν καλές επιπτώσεις για τους καταναλωτές. Είναι προφανές, όμως, ότι όταν η συγκέντρωση ξεπεράσει ορισμένα όρια, μπορεί να οδηγήσει σε μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις, οι οποίες περιορίζουν τον ανταγωνισμό και διακυβεύουν τα συμφέροντα των καταναλωτών. 2 Όπως είδαμε παραπάνω το άρθρο 86 της ΕΟΚ (δηλ. το άρθρο 82 ΣΕΚ ) απαγόρευε την καταχρηστική εκμετάλλευση μίας δεσπόζουσας θέσης, αλλά όχι την ύπαρξη ή την δημιουργία της. Απομακρυνόμενη σαφώς σε αυτό το σημείο από την Συνθήκη ΕΚΑΧ, η Συνθήκη ΕΟΚ δεν απαιτούσε την άδεια της Επιτροπής για μιαν ενέργεια συγκέντρωσης η οποία μπορεί να οδηγήσει στην δημιουργία μίας δεσπόζουσας θέσης. Αυτή η ιδιαιτερότητα της Συνθήκης ΕΟΚ μπορούσε να καταλήξει στο εξής παράδοξο: αν δυο ή περισσότερες επιχειρήσεις ήθελαν να συνάψουν μια συμφωνία οριζόντιας συνεργασίας έπρεπε να ακολουθήσουν την αυστηρή διαδικασία της προηγούμενης άδειας της Επιτροπής βασιζόμενης στο άρθρο 85 ( δηλαδή το άρθρο 81) και καθοριζόμενης στον κανονισμό 17/62. Αν, αντίθετα, η μια από τις επιχειρήσεις ήθελε να απορροφήσει την άλλη ή τις άλλες, δεν θα υποβαλλόταν σε κανένα έλεγχο, αφού το άρθρο 86 ( άρθρο 82) δεν τον ζητούσε. 3 Η Επιτροπή όμως ανέλαβε σύντομα να καλύψει αυτό το κενό της Συνθήκης ΕΟΚ. Αφού κατά την Επιτροπή, η Συνθήκη είχε ως στόχο την 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.294,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.295,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

57 56 εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό μέσα στην κοινή αγορά, η εκμετάλλευση μίας δεσπόζουσας θέσης μπορούσε να θεωρηθεί ως καταχρηστική όταν εμπόδιζε την λειτουργία του ανόθευτου ανταγωνισμού. Επομένως η συγκέντρωση επιχειρήσεων που κατέληγε στην μονοπώληση μίας αγοράς έπρεπε να θεωρείται ως καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης υπό την έννοια του άρθρου 86 ( άρθρο 82) της ΕΟΚ. Το 1971 η Επιτροπή μετέφερε για πρώτη φορά στην πράξη αυτήν την ερμηνεία, παίρνοντας απόφαση εφαρμογής του άρθρου 86 ( άρθρο 82 ) στην περίπτωση της συγκέντρωσης μίας επιχείρησης που κατείχε δεσπόζουσα θέση, της Contnental Can Cy, με μιαν ανταγωνιστική επιχείρηση. Η Επιτροπή θεώρησε ότι η Contnental Can είχε εκμεταλλευτεί την δεσπόζουσα θέση της παίρνοντας τον έλεγχο ενός από τους κύριους δυνητικούς ανταγωνιστές της, πράγμα που ενίσχυε την δεσπόζουσα θέση της κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο ανταγωνισμός ως προς τα σχετικά προϊόντα εξέλειπε στην πράξη σε ένα σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς. Με απόφαση του, της 21 ης Φεβρουαρίου 1973, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιβεβαίωσε ουσιαστικά την θέση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 86 ( άρθρο 82 ) στην καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης μέσω της συγκέντρωσης. Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι μια συγκέντρωση που δημιουργεί ή ενισχύει συλλογική δεσπόζουσα θέση, την οποία απολαμβάνουν τα μετέχοντα μέρη, είναι πιθανόν να μην συμβιβάζεται προς το καθεστώς ανόθευτου ανταγωνισμού τον οποίο επιβάλλει η Συνθήκη. 1 Έτσι με την υποστήριξη του Δικαστηρίου, η Επιτροπή μπορούσε να ασκεί έναν εκ των υστέρων έλεγχο των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, εκ των οποίων η μια κατείχε ήδη μια δεσπόζουσα θέση. Γνωρίζοντας όμως ότι «η πρόληψη είναι καλύτερη της θεραπείας» η Επιτροπή επιδίωκε μια προληπτική πολιτική στο πεδίο των συγκεντρώσεων. Έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων κατά την διάσκεψη τους τον Δεκέμβριο 1972 στο Παρίσι, εκπόνησε μια πρόταση κανονισμού για τον έλεγχο των συγχωνεύσεων, την οποία υπέβαλε στο Συμβούλιο το Χρειάστηκαν δεκαέξι ολόκληρα χρόνια συζητήσεων στο Συμβούλιο μέχρις ότου υιοθετηθεί ο κανονισμός για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων από το Συμβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου Όμως ο κανονισμός αυτός πρόβλεπε ένα υψηλό κατώφλι για την υποχρεωτική κοινοποίηση των συγκεντρώσεων και η Επιτροπή, μετά από αρκετές νέες συζητήσεις έπεισε το Συμβούλιο να το χαμηλώσει. 2 Με την τροποποίηση του 1997, η κοινοποίηση στην Επιτροπή της συγχώνευσης, την οποία προβλέπει ο κανονισμός, καλύπτει τις συγχωνεύσεις που αφορούν επιχειρήσεις των οποίων ο συνολικός κύκλος εργασιών επί παγκόσμιου επιπέδου ξεπερνάει τα 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ (συνολικό κατώφλι), και ο κύκλος εργασιών τους σε καθένα από τουλάχιστον τρία κράτη μέλη ξεπερνάει τα 100 εκατομμύρια ευρώ (ελάχιστο κατώφλι). Οι εθνικές αρχές διατηρούν την αρμοδιότητα έρευνας και άδειας, αν τα δυο τρίτα των δραστηριοτήτων καθεμιάς των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων είναι συγκεντρωμένα σε ένα κράτος μέλος. Ο κανονισμός για τις συγκεντρώσεις 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.295,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ Απόφαση της 31 ης Μαρτίου 1998, συνεκδικασθείσες υποθλεσεις C-68/94 και C30-95, Συλλογή 1998, σ.i ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.295,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ Κανονισμός 4064/89, ΕΕ L 395, και κανονισμός 1310/97, ΕΕ L 180,

58 57 συνάδει απόλυτα με την αρχή της επικουρικότητας. Έτσι, η παρέμβαση της Επιτροπής περιορίζεται στις συγκεντρώσεις με κοινοτική διάσταση και στις αντίθετες προς τους κανόνες του ανταγωνισμού πρακτικές που ενδέχεται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, ως προς τις οποίες η εμπειρία και οι ερευνητικές εξουσίες που έχει την τοποθετούν στην πιο κατάλληλη θέση για την εκτίμηση των στοιχείων τα οποία απαιτούνται για την λήψη απόφασης. Εξάλλου η Επιτροπή μπορεί να εξουσιοδοτήσει μια εθνική υπηρεσία ανταγωνισμού να διερευνήσει μια συγκέντρωση, η οποία μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις σε μια τοπική αγορά. Σε περιπτώσεις που της κοινοποιούνται, η Επιτροπή διαθέτει τρεις εβδομάδες για να ανακοινώσει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ότι θα προβεί σε έρευνα, κατόπιν διαθέτει τρεις μήνες για να αποφανθεί υπέρ ή κατά μίας σχεδιαζόμενης συγκέντρωσης. Η Επιτροπή οφείλει να βασίζει την απόφαση της κυρίως σε κριτήρια ανταγωνισμού, αλλά μπορεί επίσης να παίρνει υπόψη άλλους παράγοντες, όπως την τεχνική ή οικονομική πρόοδο. 1 Για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή της βασικής αρχής της υποχρεωτικής κοινοποίησης, η Επιτροπή θέσπισε έναν κανονισμό που αφορά, εκτός από τις προθεσμίες και τις ακροάσεις, την μορφή, το περιεχόμενο και τις υπόλοιπες λεπτομέρειες των κοινοποιήσεων, σχετικά με αυτές. Σύμφωνα με αυτόν τον κανονισμό, η υποβολή κοινοποιήσεων, που προβλέπεται από τον κανονισμό του 1998 και το άρθρο 57 της συμφωνίας ΕΟΧ, σχετικά με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, γίνεται βάση ενός εντύπου CO, το πρότυπο του οποίου δημοσιεύτηκε στο παράρτημα του κανονισμού της Επιτροπής. Οι διαδικασίες που έχουν θεσπιστεί για την εξέταση των κοινοποιήσεων επιτρέπουν μια αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής σε αυτόν το τομέα. Έτσι, η Επιτροπή επιτρέπει, εντός της μηνιαίας προθεσμίας, τις περισσότερες από τις πράξεις που δεν δημιουργούν ούτε ενισχύουν δεσπόζουσα θέση στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της. Σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων η έγκριση της Επιτροπής χορηγείται μόνον κατόπιν αποδοχής από τους ενδιαφερόμενους ορισμένων όρων και υποχρεώσεων. Μόνο σε περίπτωση σοβαρών αμφιβολιών ως προς το συμβιβάσιμο των πράξεων αυτών με την κοινή αγορά, αποφασίζει να προβεί σε εμπεριστατωμένες έρευνες που προβλέπονται κατά την δεύτερη φάση της διαδικασίας ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 81 ΚΑΙ 82 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΚ Στις 16 Δεκεμβρίου, το Συμβούλιο εξέδωσε έναν κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003. Αυτός ο νέος κανονισμός, για τον οποίο η Επιτροπή παρουσίασε την πρόταση της τον Σεπτέμβριο του 2000, αποτελεί την πλέον εκτεταμένη που ανελήφθη από το 1962 και μετά στον τομέα των περιοριστικών συμφωνιών και των καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης. Και πράγματι, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ.1/2003 αντικαθιστά της ηλικίας σαράντα ετών διαδικαστικούς κανόνες, που είχαν ενταχθεί στον κανονισμό 17 και ορίζουν τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό ( άρθρο 81 της Συνθήκης ) ή διαπράττουν 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.296,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

59 58 κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης ( άρθρο 82 της Συνθήκης ). Οι νέοι κανόνες άρχισαν να εφαρμόζονται την 1 η Μαΐου 2004, ημερομηνία κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση διευρύνθηκε προς δέκα νέα κράτη μέλη. 1 Χωρίς να αλλοιώνει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ, η μεταρρύθμιση απλοποίησε τον τρόπο εφαρμογής των κανόνων περί περιοριστικών συμφωνιών και καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης της Συνθήκης σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ μειώνει το βάρος απόδειξης της συμβατότητας για τις επιχειρήσεις, με την κατάργηση του συστήματος των κοινοποιήσεων για τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, ο νέος κανονισμός επέτρεψε την αυστηρότερη εφαρμογή των σχετικών κανόνων μέσω του καλύτερου και αποτελεσματικότερου επιμερισμού των καθηκόντων εφαρμογής μεταξύ Επιτροπής και εθνικών αρχών ανταγωνισμού. Έτσι, επιτρέπει τόσο στην Επιτροπή όσο και στις αρχές αυτές να εστιάσουν τις προσπάθειες τους στην καταπολέμηση εκείνων των περιορισμών και των καταχρήσεων που είναι περισσότερο επιζήμιοι για τον ανταγωνισμό και τους καταναλωτές. 2 Τα βασικά στοιχεία της μεταρρύθμισης έχουν ως εξής : I. Η μετάβαση από ένα σύστημα εγκρίσεων, δυνάμει του οποίου όλες οι συμφωνίες πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή προς έγκριση, προς ένα σύστημα νομικών εξαιρέσεων. Η διατήρηση του συστήματος των κοινοποιήσεων μετά από δεκαετίες νομολογίας του Δικαστηρίου και εφαρμογής από την Επιτροπή των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ θα οδηγούσε σε άσκοπη παράταση των περιττών γραφειοκρατικών ενεργειών και των δικαστικών εξόδων των επιχειρήσεων. Ακόμη εν όψει της τότε διεύρυνσης το σύστημα είχε πάψει να φαίνεται εφαρμόσιμο. Η μεταρρύθμιση αυτή λοιπόν ανέθεσε περισσότερες ευθύνες στις επιχειρήσεις, οι οποίες πρέπει να αξιολογούν οι ίδιες το κατά πόσο οι συμφωνίες τους περιορίζουν τον ανταγωνισμό και, εφ όσον τούτο συμβαίνει, εάν οι περιορισμοί αυτοί είναι δυνατόν να τύχουν της απαλλαγής που προβλέπεται από το άρθρο 81 παράγραφος 3. Βεβαίως όπου οι υποθέσεις προκαλούν πραγματική αβεβαιότητα διότι δημιουργούν καινοφανή ή ανεπίλυτα ερωτήματα ως προς την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις είναι δυνατόν να επιθυμούν την ανεπίσημη καθοδήγηση της Επιτροπής. Αυτή μπορεί τότε να αποφασίσει να διατυπώσει διαφορετικά την γνώμη της II. Η άμεση εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ. Ο τερματισμός της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Επιτροπής να χορηγεί απαλλαγές δυνάμει του άρθρου 81 παράγραφος 3 δίδει την 1 ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ: «XXXIIη ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 2002» ΒΡΥΞΞΕΛΕΣ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ 2003, παραγρ.15, σελ.27 2 ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ: «XXXIIη ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 2002» ΒΡΥΞΞΕΛΕΣ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ 2003, παραγρ.16-17, σελ.27-28

60 59 δυνατότητα στην Επιτροπή, στις εθνικές αρχές ανταγωνισμού και στα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν από κοινού τους κανόνες περί περιοριστικών πρακτικών. Όλες οι εμπλεκόμενες αρχές ανταγωνισμού συνεργάζονται στενά κατά την εφαρμογή των κανόνων αυτών. Επειδή δε η εκδίκαση ενός μεγάλου αριθμού μεμονωμένων υποθέσεων έχει συμβάλλει στην συγκρότηση νομολογίας εκ μέρους του Δικαστηρίου και στην διαμόρφωση μίας πρακτικής της Επιτροπής ως προς τα κριτήρια απαλλαγής από το άρθρο 81 παράγραφος 3, οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να προσφεύγουν στη νομολογία αυτή για να προσδιορίζουν τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να χορηγείται απαλλαγή. Για να συνδράμει τις εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια στον τομέα αυτό, η Επιτροπή εκδίδει μια ανακοίνωση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3, η οποία επισκοπεί τα βασικά σημεία του σχετικού κεκτημένου. Η εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού από τα εθνικά δικαστήρια διευκολύνεται περαιτέρω και από την επέκταση της δυνατότητας των δικαστηρίων αυτών να ζητούν από την Επιτροπή πληροφορίες ή την γνώμη της για ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή των παραπάνω κανόνων. Τόσο η Επιτροπή όσο και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού έχουν την δυνατότητα να υποβάλλουν στα εθνικά δικαστήρια ανεπίσημα παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ. III. Το Ευρωπαϊκό δίκτυο ανταγωνισμού. Η Επιτροπή και οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών δημιούργησαν ένα δίκτυο αρχών ανταγωνισμού, αποκαλούμενο Ευρωπαϊκό δίκτυο Ανταγωνισμού (ΕΔΑ), το οποίο αποτελεί βασικό στοιχείο του νέου συστήματος εφαρμογής της νομοθεσίας. Επιτρέπει την ανταλλαγή απόψεων, την συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ευρωπαϊκών αρχών ανταγωνισμού για την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ. Οι ενέργειες αυτές προβλέπονται για κάθε φάση της λήψης των αποφάσεων, από την στιγμή της ανάθεσης μίας υπόθεσης σε μιαν αρχή ανταγωνισμού μέχρι την λήψη της τελικής απόφασης. Ως θεματοφύλακας της Συνθήκης η Επιτροπή, φέρει την τελική ευθύνη στο πλαίσιο του δικτύου, για να εγγυάται τη συνεκτική εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού. Οι λεπτομέρειες της συνεργασίας μεταξύ Επιτροπής και εθνικών αρχών ανταγωνισμού διατυπώνονται στην κοινή δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής, σχετικά με την λειτουργία του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού, δήλωση η οποία έχει προσαρτηθεί στον νέο κανονισμό. IV. Η σχέση μεταξύ των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ και των εθνικών νομοθεσιών ανταγωνισμού. Αν και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού και τα εθνικά

61 60 δικαστήρια συνεχίζουν να εφαρμόζουν τους εθνικούς κανόνες ανταγωνισμού για τις συμφωνίες, τις αποφάσεις ένωσης επιχειρήσεων και τις εναρμονισμένες πρακτικές που είναι δυνατόν να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν ταυτόχρονα και τα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ, οπότε η εφαρμογή των εθνικών κανόνων ανταγωνισμού δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποτελέσματα που να αποκλίνουν από εκείνα της εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ. Η συνακόλουθη σύγκλιση των εφαρμοστέων κανόνων για τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο άρθρο 81 ΕΚ, έτσι ώστε να δημιουργούνται ομογενείς κανόνες ανταγωνισμού, διευκολύνει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Ευρώπη, ενώ αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς και της συνεκτικής εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού από την στιγμή που η Επιτροπή εγκατέλειψε το μονοπώλιο της χορήγησης απαλλαγών από το άρθρο 81 παράγραφος 3 ΕΚ. V. Οι διευρυμένες εξουσίες ερευνάς της Επιτροπής. Για να διατηρήσει η Επιτροπή τον κεντρικό ρόλο που ασκεί ως εφαρμοστής των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, όσο γίνεται αποτελεσματικότερα, οι εξουσίες της έρευνας διευρύνθηκαν. Μέρος αυτών των διευρυμένων εξουσιών είναι η δυνατότητα της Επιτροπής να εξετάζει κάθε πρόσωπο που είναι δυνατόν να κατέχει χρήσιμες πληροφορίες στο πλαίσιο μίας συγκεκριμένης έρευνας, καθώς και την δυνατότητα να σφραγίζει χώρους για τις χρονικές περιόδους που είναι αναγκαίες για τις επιθεωρήσεις. Ακόμη, η Επιτροπή θα είναι σε θέση να εισέρχεται σε οποιοδήποτε χώρο όπου τηρούνται γραπτά στοιχεία μίας επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτικών κατοικιών. Η Επιτροπή μπορεί να εισέρχεται σε ιδιωτικές κατοικίες μόνον εφόσον υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι εκεί μπορεί να βρεθούν επιβαρυντικά στοιχεία, και αφού δοθεί η άδεια από τον αρμόδιο εθνικό δικαστή. Η άδεια αυτή θα εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την αναλογικότητα της κατ οίκον έρευνας, με γνώμονα την σοβαρότητα της τεκμαιρόμενης παράβασης και την σπουδαιότητα των αναζητούμενων στοιχείων. 1 1 ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ: «XXXIIη ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΗ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 2002» ΒΡΥΞΞΕΛΕΣ-ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ 2003, παραγρ.17, σελ.28-29

62 61 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ 1 ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΙΘ. 185 / ΙΙΙ / 2001 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε στην αίθουσα 611 της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης την 12 ης Απριλίου 2001, ημέρα Πέμπτη και ώρα π.μ., με την εξής σύνθεση: Πρόεδρος: Δημήτριος Τζουγανάτος Μέλη: Ηλίας Βλάσσης, Θεόδωρος Δεληγιαννάκης, Παναγιώτης Μαντζουράνης, Λεωνίδας Νικολούζος, Ιωάννης Κατσουλάκος και Θεόδωρος Φορτσάκης κωλυόμενου του τακτικού κ. Χαρίσιου Ταγαρά. Σημειώνεται ότι, βάσει του άρθρου 3 παρ. 2 εδαφ. γ του Κανονισμού Λειτουργίας και Διαχείρισης της Επιτροπής (ΚΥΑ 963/ , ΦΕΚ 361/Β/4.4.01), ο Πρόεδρος της Επιτροπής κάλεσε στη συνεδρίαση και τα αναπληρωματικά μέλη της Επιτροπής. Ως εκ τούτου στη συνεδρίαση συμμετείχε και το αναπληρωματικό μέλος, κα Αλεξάνδρα Μικρουλέα. Τα λοιπά τακτικά και αναπληρωματικά μέλη απουσίαζαν λόγω δικαιολογημένου κωλύματος. Τα πρακτικά τήρησε η Γραμματέας, κα Αλεξάνδρα-Μαρία Ταραμπίκου. Τη συνεδρίαση παρακολούθησαν η Διευθύντρια της Γραμματείας, κα Σοφία Καμπερίδου καθώς και οι υπάλληλοι κ. Ιωάννης Κατρακάζης και κα Σωτηρία Πανιέρα. Θέμα της συνεδρίασης ήταν η, κατά το άρθρο 4β παρ. 6 εδαφ. β του ν.703/77, όπως ισχύει, λήψη απόφασης σχετικά με το ειδικότερο περιεχόμενο της δημοσίευσης των συγκεντρώσεων που υπόκεινται σε προληπτικό έλεγχο, βάσει των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό με τη δημοσίευση αυτή θέμα. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, κατόπιν συζητήσεως, αποφάσισε, σχετικά με το ανωτέρω θέμα, τα κάτωθι: Ι. Όσον αφορά στο περιεχόμενό της, η δημοσίευση της γνωστοποιούμενης συγκέντρωσης θα έχει ως ακολούθως: ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (άρθρο 4β παρ. 6 του ν. 703/77 όπως ισχύει) 1. Στις (ημερομηνία) γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή Ανταγωνισμού η συγκέντρωση με την οποία, η (οι) επιχείρηση(-εις).. (πλήρης επωνυμία και διακριτικός τίτλος) του ομίλου (ή των ομίλων) (επιλέγεται κατά περίπτωση ένα εκ των παρακάτω) Συγχωνεύεται(-ονται) με την (τις) επιχείρηση(-εις).... Αποκτά (-ουν) τον έλεγχο του συνόλου της (των) επιχείρησης(-εων). Αποκτά (-ουν) τον έλεγχο τμήματος της (των) επιχείρησης(-εων)... Αποκτά (-ουν) κοινό έλεγχο της (των) επιχείρησης(-εων) ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ.

63 62 Ιδρύουν κοινή επιχείρηση με την επωνυμία.. (θα πρέπει να αναγράφεται η πλήρης επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος των εταιρειών) 2. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των επιχειρήσεων είναι: (αναφέρεται το ακριβές αντικείμενο εργασιών κάθε μίας από τις προαναφερθείσες υπό στοιχ. 1 εταιρείες, και σε περίπτωση ίδρυσης κοινής επιχείρησης οι δραστηριότητες αυτής) ΙΙ. Η παραπάνω δημοσίευση θα πρέπει να καταχωρίζεται σε μία ημερήσια οικονομική εφημερίδα, πανελλαδικής κυκλοφορίας. Η δε καταχώρηση θα γίνεται σε πλαίσιο και θα καταλαμβάνει στην εφημερίδα χώρο μήκους τουλάχιστον διστήλου και ύψους τουλάχιστον 5 εκατοστών. ΙΙΙ. Φύλλο της εφημερίδας στην οποία καταχωρήθηκε η δημοσίευση θα πρέπει να προσκομίζεται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, από τους υπόχρεους στη γνωστοποίηση, εντός 10 ημερών από τη γνωστοποίηση της συγκέντρωσης. IV. Οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι μπορούν να υποβάλλουν παρατηρήσεις για την γνωστοποιούμενη συγκέντρωση στην Γραμματεία της Επιτροπής Ανταγωνισμού εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης, στην ακόλουθη Διεύθυνση : ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ Κτίριο Υπουργείου Ανάπτυξης 5 ο ς όροφος Πλατ. Κάνιγγος, Αθήνα Τηλ , FAX: Η παρούσα απόφαση εκδόθηκε την 15 Ιουνίου Η παρούσα απόφαση να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας Δημήτρης Τζουγανάτος Αλεξάνδρα Μαρία Ταραμπίκου

64 63 ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΒΔΟΜΗ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

65 64

66 65 7. ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΒΔΟΜΗ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ. Ο ανταγωνισμός μέσα στην κοινή αγορά μπορεί να νοθευτεί, όχι μόνο από τις ενέργειες των επιχειρήσεων, αλλά και από τις κρατικές παρεμβάσεις των κρατών μελών. Οι κυβερνήσεις έχουν πολλά επιχειρήματα για να παρεμβαίνουν στην οικονομική ζωή και όλα έχουν συνήθως μια πολιτικόκοινωνική βάση: την αποφυγή χρεοκοπίας επιχειρήσεων που έχουν ως συνέπεια συλλογικές απολύσεις απαράδεκτες για την περιφερειακή και κοινωνική πολιτική. Σε εθνικό επίπεδο οι επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα ευαισθητοποιούν για την τύχη τους τις κυβερνήσεις και την κοινή γνώμη και το καταφέρνουν αυτό ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μεγάλες παραδοσιακές επιχειρήσεις που θεωρούνται κατά κάποιο τρόπο σαν «επιχειρήσεις σημαίες». 1 Βέβαια οι κοινωνικές και περιφερειακές συνέπειες των διαρθρωτικών αλλαγών πρέπει να απαλύνονται και να αμβλύνονται από το κράτος αλλά δεν πρέπει αυτό να αντιστέκεται στις ίδιες αλλαγές επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την τεχνητή επιβίωση επιχειρήσεων ή κλάδων σε παρακμή. Όλα αυτά τα επιχειρήματα έχουν βεβαίως βάση, αλλά σε κοινοτικό επίπεδο διερωτάται κανείς αν μια ενίσχυση είναι πράγματι προτιμότερη από μια ριζική αλλαγή των μέσων παραγωγής και αν η ενίσχυση μιας προβληματικής βιομηχανίας σε ένα κράτος μέλος της ΕΕ δεν θίγει τα συμφέροντα των ομοειδών βιομηχανιών των άλλων κρατών μελών. Πράγματι, είναι εμφανές ότι μια κρατική παρέμβαση ενέχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των οικονομικών παραγόντων που ωφελούνται από αυτή και των ανταγωνιστών τους σε άλλα κράτη μέλη, οι οποίοι θεωρούν τους εαυτούς τους αδικημένους και πιέζουν τις κυβερνήσεις τους για όμοια μεταχείριση. Γι αυτό οι κρατικές πρωτοβουλίες, οι οποίες συλλαμβάνονται και εκτελούνται μονομερώς, δεν μπορεί παρά να προκαλέσουν αντιδράσεις στα άλλα κράτη μέλη, και να καταλήξουν σε δαπανηρές και λίγο αποτελεσματικές ενέργειες. Για να αποφευχθεί η αντιπαράθεση μεταξύ των κρατών μελών και η σπατάλη των πόρων χρειάζεται επομένως ένας «κώδικας καλής συμπεριφοράς» των κρατών μελών σε αυτό το πεδίο. 2 Καθώς οι άλλες μορφές προστατευτισμού υποχωρούν, η σημασία των κρατικών ενισχύσεων σαν μηχανισμού κατά του ανταγωνισμού αυξάνει. Εκτός από τις αρνητικές τους συνέπειες στον ανταγωνισμό, οι εθνικές ενισχύσεις μπορούν να έχουν επίσης σοβαρές συνέπειες για την οικονομική συνοχή μέσα στην Κοινότητα. 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.297,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.297,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

67 ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ. Η συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα του 1951 και η συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας του 1957 περιέχουν κανόνες για την χορήγηση κρατικών ενισχύσεων στις επιχειρήσεις. Οι κανόνες αυτοί θεσπίστηκαν, μελετήθηκαν και ανανεώθηκαν ώστε να λειτουργούν αποδοτικότερα προς όφελος της ενιαίας αγοράς και φυσικά ισχύουν για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ Το άρθρο 87 της Συνθήκης ΕΚ (πρώην άρθρο 92, ΕΟΚ) προβλέπει ότι: 1. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 87 είναι ασυμβίβαστες με την Κοινή Αγορά οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή ή από τα κράτη μέλη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν τον ανταγωνισμό δια ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Δεδομένου του υψηλού βαθμού ολοκλήρωσης της κοινοτικής οικονομίας, οι περισσότερες εθνικές ενισχύσεις θεωρούνται ότι επηρεάζουν τις συναλλαγές, ακόμη και όταν αφορούν προϊόντα που δεν εξάγονται σε άλλα κράτη μέλη, εφόσον ανταγωνίζονται στην εθνική αγορά τις εισαγωγές άλλων κρατών μελών. Η Επιτροπή έχει επινοήσει ένα μηχανισμό για τον καθορισμό και την αναθεώρηση των συντελεστών αναφοράς που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της έντασης των κρατικών ενισχύσεων. Το είδος της ενίσχυσης δεν έχει σημασία. 1 Έτσι, π.χ., οι μη επιστρεφόμενες ενισχύσεις, τα χαμηλότοκα δάνεια οι φορολογικές απαλλαγές, η παροχή αγαθών ή υπηρεσιών σε τιμή κάτω του κόστους υπάγονται στον κοινοτικό έλεγχο των ενισχύσεων. Σύμφωνα με τον κανόνα «των ελαχίστων» (de minimis), η Επιτροπή θεωρεί ότι μια ενίσχυση, η οποία δεν υπερβαίνει τα εκατό χιλιάδες ευρώ ( ) σε διάστημα τριών ετών, δεν είναι σε θέση να επηρεάσει τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να κοινοποιείται στην Επιτροπή Η παράγραφος 2 του άρθρου 87 θεωρεί ότι συμβιβάζονται με την Κοινή Αγορά: α) οι ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα προς μεμονωμένους καταναλωτές, υπό τον όρο ότι χορηγούνται χωρίς διάκριση προελεύσεως των προϊόντων β) οι ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.298,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.298,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

68 67 γ) οι ενισχύσεις προς την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίες θίγονται από την διαίρεση της Γερμανίας, κατά το μέτρο που είναι αναγκαίες για την αντιστάθμιση των οικονομικών μειονεκτημάτων που προκαλούνται από την διαίρεση αυτή. 3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 87 επιτρέπει να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την Κοινή Αγορά: α) οι ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθιστα χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση β) οι ενισχύσεις για την προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους γ) οι ενισχύσεις για την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών δ) οι ενισχύσεις για την προώθηση του πολιτισμού και την διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και ε) άλλες κατηγορίες ενισχύσεων που καθορίζονται από το Συμβούλιο Το άρθρο 88 της Συνθήκης ΕΚ (πρώην άρθρο 93 της ΕΟΚ) αναφέρει σχετικά με τον ρόλο της Επιτροπής στον τομέα των ενισχύσεων: 1. Η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς. 2. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερόμενους προθεσμία για να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι η ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 87, ή ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει. 3. Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι το σχέδιο ενισχύσεων δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 87, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν 1 ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ 6/1/2005

69 68 δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση Το άρθρο 89 της Συνθήκης ΕΚ (πρώην άρθρο 94 ΕΟΚ) αναφέρει για τον ρόλο του Συμβουλίου στον τομέα των ενισχύσεων: Το Συμβούλιο αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά την πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δύναται να εκδίδει κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 και ιδίως να καθορίζει του όρους εφαρμογής του άρθρου 88 παράγραφος 3 και τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από τη διαδικασία αυτή. 2 Το Συμβούλιο έχει εξουσιοδοτήσει την Επιτροπή να εκδίδει κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορίες για ορισμένες οριζόντιες ενισχύσεις (υπέρ των ΜΜΕ, της έρευνας και της ανάπτυξης, της προστασίας του περιβάλλοντος, της απασχόλησης και της κατάρτισης ) και για τις ενισχύσεις που δεν υπερβαίνουν ορισμένο πόσο. Με απόφαση της 22 ης Ιουλίου 1998, η Επιτροπή έχει διευκρινίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων εφαρμόζονται στη δημόσια χρηματοδότηση της εκπαίδευσης των εργαζομένων και έχει καθορίσει τα κριτήρια που εφαρμόζει για να εξετάζει κατά πόσον οι ενισχύσεις αυτές συμβιβάζονται με την Κοινή Αγορά. Με ανακοίνωση της 11 ης Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή έχει καθορίσει τα κριτήρια που χρησιμοποιεί για την εξέταση των καθεστώτων άμεσης φορολογίας των επιχειρήσεων. Γενικά, η Επιτροπή εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη μέλη. Για να κρίνει κατά πόσον συμβιβάζονται με την Κοινή Αγορά ή κατά πόσο μπορούν να τύχουν μιας των παραπάνω εξαιρέσεων, τα κράτη μέλη υποχρεούνται από το άρθρο 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ (πρώην άρθρο 93), να της κοινοποιούν εγκαίρως τα σχέδια θέσπισης ή τροποποίησης των ενισχύσεων βάσει ενός λεπτομερούς ερωτηματολογίου και δεν μπορούν να εφαρμόσουν τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση. Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης για κοινοποίηση ενός σχεδίου ενίσχυσης, η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να λάβει προσωρινή απόφαση με την οποία θα ζητά από το κράτος μέλος να πάρει πίσω με τόκους την ενίσχυση την οποίαν έδωσε παράνομα, περιμένοντας την τελική απόφαση της Επιτροπής ως προς το συμβιβαστό της με την Κοινή Αγορά. Για να επαυξηθεί η νομική βεβαιότητα και διαφάνεια των διαδικασιών λήψης των αποφάσεων της Επιτροπής, ένας κανονισμός του Συμβουλίου καθορίζει τους κανόνες εφαρμογής του άρθρου 88( πρώην αρ. 93) της Συνθήκης ΕΚ. 3 Στα πλαίσια της διαδικασίας εξέτασης των εθνικών ενισχύσεων, η Επιτροπή καλεί το κράτος μέλος που προτίθεται να παράσχει ενισχύσεις να παρουσιάσει τις παρατηρήσεις του εντός ορισμένης προθεσμίας, συνήθως 1 ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ 6/1/ ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ 6/1/ ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ 6/1/2005

70 69 ενός μηνός. Τα άλλα κράτη μέλη καθώς και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη καλούνται με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να παρουσιάσουν επίσης τις τυχόν παρατηρήσεις τους, Αφού λάβει υπόψιν τις παρατηρήσεις των μεν και των δε, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει είτε να μη φέρει αντιρρήσεις στην εφαρμογή του σχεδίου ενίσχυσης, είτε να απαιτήσει τη μη εφαρμογή του, είτε να ζητήσει να γίνουν κάποιες τροποποιήσεις. Αν μια ενίσχυση έχει παρασχεθεί παράνομα στον ευεργετούμενο, η Επιτροπή δικαιούται να ζητήσει από το κράτος μέλος που την χορήγησε να την ανακτήσει. Μια ενίσχυση χορηγείται παράνομα αν δόθηκε χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στην Επιτροπή ή πριν η Επιτροπή πάρει τελική απόφαση ή, ενάντια της απόφασης της Επιτροπής. Αν το κράτος μέλος δεν συμφωνεί με την απόφαση της Επιτροπής, μπορεί εντός προθεσμίας δυο μηνών να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτό το τελευταίο θεωρεί, όμως ότι η μόνη δικαιολογία την οποία μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος μέλος για την μη τήρηση των υποχρεώσεων του εκ του άρθρου 87, 2(ΣΕΚ) είναι η απόλυτη αδυναμία του να ενεργήσει. 1 Μια απόφαση του Δικαστηρίου της 14 ης Φεβρουαρίου 1990, επιφέρει σημαντικές διευκρινήσεις στο σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων και ιδίως: ως προς τους διαδικαστικούς κανόνες του άρθρου 93, παράγραφος 3 (ΕΟΚ), που υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να κοινοποιούν τις κρατικές ενισχύσεις στο στάδιο του σχεδίου, ώστε να είναι σε θέση η Επιτροπή να αποφαίνεται επί του συμβατού τους πριν την εκτέλεση τους και ως προς την υποχρέωση των κρατών μελών να απαιτούν την επιστροφή των ενισχύσεων εκείνων που δεν μπορούν να τύχουν μιας των παρεκκλίσεων που προβλέπονται από το άρθρο 92 (ΕΟΚ) και είναι κατά συνέπεια ασυμβίβαστες με την Κοινή Αγορά. Με άλλη απόφαση το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι μόνο τα πλεονεκτήματα που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα από τους πόρους του κράτους θεωρούνται ως ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1 (ΕΟΚ). Κατά το Δικαστήριο, μια επιχείρηση δικαιούμενη εθνικών ενισχύσεων, η οποία δεν άσκησε εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών άμεση προσφυγή ακύρωσης, βάσει του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ (αρ.230 ΣΕΚ), κατά της απόφασης της Επιτροπής που βεβαιώνει τον παράνομο χαρακτήρα των ενισχύσεων αυτών (και ενώ είχε πλήρη γνώση της απόφασης ), δεν μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας της απόφασης αυτής. 2 Για να αυξήσει την διαφάνεια στον τομέα της πολιτικής των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή καθιέρωσε, το 2001, το μητρώο και το διάγραμμα τάσεων κρατικών ενισχύσεων 3. Αυτό το δεύτερο μέσο, είναι μια πηγή πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση των κρατικών ενισχύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και σχετικά με τις δραστηριότητες της Επιτροπής στον τομέα του ελέγχου των εν λόγω ενισχύσεων. 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.299,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.300,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003,

71 ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ Γενικές ενισχύσεις θεωρούνται εκείνες τις οποίες μπορεί να λάβει οποιαδήποτε επιχείρηση ανεξάρτητα από την περιοχή εγκατάστασης και τον κλάδο στον οποίον ανήκει. Λόγω αυτής της έλλειψης εξειδίκευσης αυτές οι ενισχύσεις δεν μπορεί να επικαλεστούν κάποια διάταξη εξαίρεσης προβλεπόμενη από την Συνθήκη. Η Επιτροπή πρέπει να μπορεί να διαπιστώσει ότι οι γενικές ενισχύσεις ανταποκρίνονται σε πραγματικές οικονομικές ή κοινωνικές αναγκαιότητες, ότι μπορούν να επιφέρουν μια βελτίωση των διαρθρώσεων των ωφελούμενων επιχειρήσεων και ότι δεν δημιουργούν προβλήματα σε κοινοτικό επίπεδο. Η Επιτροπή επιδιώκει να αποτρέψει ενισχύσεις που δεν έχουν σαφώς καθορισμένους στόχους. Γι αυτό, απαιτεί από τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν καθεστώτα γενικών ενισχύσεων, ή να τις κοινοποιούν προηγουμένως τα περιφερειακά ή τομεακά προγράμματα εφαρμογής των, ή, αν δεν υπάρχουν τέτοια προγράμματα, να της υποδεικνύουν τις σημαντικές ατομικές περιπτώσεις εφαρμογής. Επίσης επιδιώκει να αποτρέψει τις υψηλές ενισχύσεις (συσσώρευση) υπέρ μιας επιχείρησης με βάση συστήματα ενισχύσεων διαφόρων σκοπιμοτήτων. Η Επιτροπή απαγορεύει συστηματικά τις κρατικές ενισχύσεις στις εξαγωγές στο εσωτερικό της Κοινότητας και κατά κανόνα οι ενισχύσεις οι οποίες δεν παρουσιάζουν κάποιο αντάλλαγμα προς όφελος της Κοινότητας. Επίσης, οι χρονικά απεριόριστες ενισχύσεις, οι οποίες προορίζονται να ενισχύσουν συνήθεις δραστηριότητες («ενίσχυσης λειτουργίας») θεωρούνται τόσο απαράδεκτες όσο και οι ενισχύσεις στις ενδοκοινοτικές εξαγωγές. Ως προς το πρόβλημα της κρατικής συμμετοχής στα κεφάλαια των επιχειρήσεων, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιβεβαίωσε, σε μια σειρά αποφάσεων τις οποίες έλαβε το 1985 και το 1986, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι συμμετοχές αυτές μπορεί να θεωρηθούν ως ενισχύσεις και να υποπέσουν στις διατάξεις εφαρμογής των άρθρων 92 και των επόμενων της Συνθήκης ΕΟΚ (αρ. 87 και επ. ΣΕΚ). 1 Αντίθετα, ορισμένες γενικές ενισχύσεις χορηγούνται για την επίτευξη θεμιτών στόχων που συμφέρουν την Ένωση σαν σύνολο και μπορεί να εγκριθούν από την Επιτροπή υπό ορισμένους όρους που ορίζονται σε ανακοινώσεις της. Εκτός των ενισχύσεων για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης πρόκειται περί ενισχύσεων για: I. την υποστήριξη της έρευνας και της ανάπτυξης, II. την παροχή βοήθειας σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, III. την προστασία του περιβάλλοντος, IV. την προώθηση της επαγγελματικής κατάρτισης, V. την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων VI. και την δημιουργία θέσεων απασχόλησης για ανέργους Έτσι από το 1986, η Επιτροπή εφαρμόζει μια κοινοτική πλαισίωση των κρατικών ενισχύσεων για έρευνα και ανάπτυξη. Το νέο κοινοτικό πλαίσιο 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.300,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

72 71 για αυτού του είδους τις ενισχύσεις ευνοεί τα σχέδια προς όφελος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων που επενδύουν στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της Ένωσης ή τα σχέδια που σχετίζονται με το πρόγραμμα πλαίσιο έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης και τις συγκεκριμένες προτεραιότητες του. Για να περιορίζονται οι γραφειοκρατικές διαδικασίες, η προηγούμενη κοινοποίηση περιορίζεται στα μεμονωμένα σχέδια έρευνας των οποίων το κόστος υπερβαίνει τα εικοσιπέντε εκατομμύρια ευρώ ( ) και τα οποία επιχορηγούνται με ποσό άνω των πέντε εκατομμυρίων ευρώ ( ). 1 Η πλαισίωση των ενισχύσεων για μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κάνει διάκριση μεταξύ των μικρών επιχειρήσεων, για τις οποίες το ανώτατο όριο της ενίσχυσης είναι 15% και των μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων για τις οποίες η ακαθάριστη ένταση της ενίσχυσης δεν υπερβαίνει το 7,5%. Η συνάφεια μεταξύ της πολιτικής υπέρ των ΜΜΕ και του στόχου της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, εκδηλώνεται στην ένταση των επιτρεπόμενων ενισχύσεων. Έτσι, στις περιοχές οι οποίες είναι επιλέξιμες για περιφερειακές ενισχύσεις, το ανώτατο όριο των επιτρεπόμενων ενισχύσεων φθάνει το 10 ή 15% ανάλογα με την σοβαρότητα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ζώνες. Τα ανώτατα όρια για την ένταση της ενίσχυσης υπολογίζονται ως ποσοστό των επιλέξιμων δαπανών της επένδυσης ή ως ποσοστό του μισθολογικού κόστους των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται ή, τέλος, βάσει συνδυασμού των δυο. Η ένταση των παροχών συμβουλών και άλλων υπηρεσιών σε ΜΜΕ μπορεί να φθάσει το 50%. Η Επιτροπή επιτρέπει επίσης τις ενισχύσεις που βοηθούν τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις προδιαγραφές για προστασία του περιβάλλοντος και μάλιστα εκείνες οι οποίες τις ενθαρρύνουν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις του πέμπτου προγράμματος δράσεων για το περιβάλλον και την διαρκή ανάπτυξη. Η κοινοτική πλαισίωση αποσκοπεί στο να εξασφαλίζει ότι η κρατική ενίσχυση που χορηγείται για περιβαλλοντικούς σκοπούς, αφενός εφαρμόζει την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και, αφετέρου, τηρεί τις απαιτήσεις της εσωτερικής αγοράς και της κοινοτικής πολιτικής του ανταγωνισμού. 2 Οι ενισχύσεις που χορηγούνται για την βοήθεια επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση στην αγορά, ιδίως λόγω υπερβάλλοντος παραγωγικού δυναμικού, δεν εγκρίνονται, παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου που αποσκοπεί στην μείωση του υπερβάλλοντος δυναμικού. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης των προβληματικών επιχειρήσεων εκθέτουν τους προσανατολισμούς που ακολουθεί η Επιτροπή κατά την εξέταση των ενισχύσεων αυτού του τύπου, ιδίως ως προς την απαίτηση σχεδίου αναδιάρθρωσης που να εξασφαλίζει την βιωσιμότητα της επιχείρησης, τον περιορισμό της ενίσχυσης στο ελάχιστο ποσό που χρειάζεται για την εφαρμογή αυτού του σχεδίου και τα κριτήρια που εξασφαλίζουν ότι η στρέβλωση του ανταγωνισμού θα είναι αυστηρά περιορισμένη. Οι ενισχύσεις που προορίζονται για την χρηματοδότηση κοινωνικών μέτρων αποκλειστικά προς όφελος των εργαζομένων που πλήττονται από την αναδιάρθρωση δεν 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.301,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

73 72 λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των μειώσεων παραγωγικής ικανότητας που ενδέχεται να επιβληθούν. Προκειμένου να διευκολύνει τη σύλληψη από τα κράτη μέλη ενισχύσεων για την απασχόληση, που να ανταποκρίνονται στους προσανατολισμούς του Λευκού Βιβλίου για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση, οι οποίοι επιβεβαιώθηκαν από τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια του Έσσεν και των Καννών, η Επιτροπή διευκρίνισε, τον Ιούλιο του 1995, τις κατευθυντήριες γραμμές βάσει των οποίων αξιολογεί τη συμβατότητα των ενισχύσεων αυτών με την συνθήκη ΕΚ. Η Επιτροπή διάκειται καταρχήν ευνοϊκά, αφενός, προς τις ενισχύσεις οι οποίες, εντός ορισμένων ανωτάτων ορίων, αποσκοπούν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας εντός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και εντός των περιοχών που είναι επιλέξιμες για περιφερειακές ενισχύσεις και, αφετέρου, προς τις ενισχύσεις που στοχεύουν στην ενθάρρυνση της πρόσληψης εργαζομένων ορισμένων κατηγοριών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες ένταξης ή επανένταξης στην αγορά εργασίας ΤΟΜΕΑΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ. Κατ αρχήν οι ενισχύσεις τομεακής σκοπιμότητας παρουσιάζουν λιγότερα προβλήματα από τις γενικές ενισχύσεις, στο μέτρο που το πεδίο εφαρμογής τους προσδιορίζεται καλύτερα. Η πολιτική της Επιτροπής για τις τομεακές ενισχύσεις συνίσταται στην εξέταση του κατά πόσο τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ορισμένες βιομηχανίες δικαιολογούν κατ αρχήν την παροχή κρατικών ενισχύσεων. Επιβλέπει όμως ώστε αυτές οι ενισχύσεις να μην καθυστερούν τις αναγκαίες προσαρμογές, να μην στρεβλώνουν τον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό και να επιδιώκουν την πραγματοποίηση κοινοτικών στόχων ή τουλάχιστον να μην εμποδίζουν την επίτευξη τους. Πράγματι, η συμβίωση των εθνικών οικονομιών μέσα στην κοινή αγορά προκαλεί συγκυριακές εξελίξεις πολύ συγγενείς στα κράτη μέλη έστω και αν οι οικονομικές διαρθρώσεις τους δεν είναι ομογενείς. Συχνά, οι δυσκολίες που δικαιολογούν την παρέμβαση ενός κράτους μέλους βρίσκονται και σε άλλους ή όλους τους εταίρους. Όταν υπάρχουν τέτοιες συνθήκες σε ένα τομέα πρέπει να υπάρχει ένα «κοινοτικό πλαίσιο» μέσα στο οποίο να εγγράφονται οι εθνικές παρεμβάσεις. Ένα τέτοιο πλαίσιο περιλαμβάνει τις κατευθυντήριες γραμμές των στόχων, οι οποίοι πρέπει να επιδιώκονται σε κοινοτικό επίπεδο, και την περιγραφή των μέσων που θα χρησιμοποιούνται για την επίτευξη τους. Η πλαισίωση των ενισχύσεων στους τομείς που αντιμετωπίζουν κρίση παίρνει διάφορες νομικές μορφές, αλλά γενικά βασίζεται στο κριτήριο του «υπερβάλλοντος παραγωγικού δυναμικού», ο ορισμός και η εφαρμογή του οποίου εμπλουτίζονται με το χρόνο, έτσι ώστε να παίρνουν υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της υπό εξέταση αγοράς, όπως το επίπεδο παγκοσμιοποίησης και η εξέλιξη των τεχνικών παραγωγής. Κοινοτικά πλαίσια υπάρχουν στους τομείς της ναυπηγικής βιομηχανίας, των θαλάσσιων Έγγραφα που περιλαμβάνουν προτάσεις κοινοτικής δράσης σε συγκεκριμένους τομείς. Περιλαμβάνουν ένα επίσημο σύνολο προτάσεων, σε συγκεκριμένους πολιτικούς τομείς και αποτελούν το μέσο της τελικής διαμόρφωσης τους. 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.301,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

74 73 μεταφορών, της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, της βιομηχανίας συνθετικών ινών και της αυτοκινητοβιομηχανίας. Στις 13 Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή ενέκρινε την αναμόρφωση των κανόνων που ισχύουν για τα μεγάλα επενδυτικά σχέδια, όπου περιλαμβάνονται οι τομείς του αυτοκινήτου και των συνθετικών ινών. Η αναμόρφωση αποσκοπεί στην καθιέρωση ενός ταχύτερου, απλούστερου και διαφανέστερου συστήματος ελέγχου της στήριξης που παρέχουν οι δημόσιες αρχές στα μεγάλα επενδυτικά σχέδια στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το νέο πλαίσιο, που τέθηκε σε εφαρμογή από την 1 η Ιανουαρίου 2004 ( και από την 1 η Ιανουαρίου 2003, για τα αυτοκίνητα και τις συνθετικές ίνες ), θα παρέχει περισσότερη διαφάνεια και θα μειώσει το συνολικό επίπεδο των επιδοτήσεων που χορηγούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι δυο πτυχές, - αύξηση της διαφάνειας και σημαντική μείωση των ενισχύσεων είναι σύμφωνες με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Στοκχόλμης το οποίο κάλεσε τα κράτη μέλη να μειώσουν τις κρατικές ενισχύσεις. Η μεταρρύθμιση ενισχύει την υπευθυνότητα των κρατών μελών στην εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις. Η μεταρρύθμιση ενισχύει την υπευθυνότητα των κρατών μελών στην εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις και θα εγγυάται τον αποτελεσματικό έλεγχο των επιπέδων των κρατικών ενισχύσεων σε μια διευρυμένη και πιο ετερογενή Κοινότητα. 1 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.302,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

75 74 ΕΝΟΤΗΤΑ ΟΓΔΟΗ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

76 75 8. ΕΝΟΤΗΤΑ ΟΓΔΟΗ Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ 8.1 ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Ο δημόσιος τομέας ο οποίος αποτελείται από δημόσιες επιχειρήσεις, μεικτές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις ελεγχόμενες από το δημόσιο μέσω συμμετοχών, διαφέρει σε μέγεθος από κράτος σε κράτος της Κοινότητας. Όσο σημαντικότερος είναι ο δημόσιος τομέας, τόσο πιο δύσκολο είναι για τις κυβερνήσεις να αντισταθούν στον πειρασμό να κάνουν τις ελεγχόμενες από αυτές επιχειρήσεις όργανα της οικονομικής πολιτικής τους, παρέχοντας τους σε αντάλλαγμα διάφορες ευνοϊκές μεταχειρίσεις. Αν και η αλληλοδιείσδυση των οικονομιών των κρατών μελών μειώνει την αποτελεσματικότητα αυτού του μέσου, όπως και των άλλων μέσων οικονομικής πολιτικής, μια προνομιακή μεταχείριση των δημοσίων επιχειρήσεων αποτελεί κίνδυνο για τον ελεύθερο ανταγωνισμό μέσα στην ενιαία αγορά. Παρόλο που είναι ουδέτερη ως προς το καθεστώς ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη, η Συνθήκη ΕΚ στο άρθρο 86 ( πρώην άρθρο 90 ΕΟΚ) τους επιβάλλει να μην θεσπίζουν ούτε να διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα. 1 Συγκεκριμένα αναφέρει : «1. Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της παρούσας Συνθήκης, ιδίως προς εκείνους των άρθρων 12 και 81 μέχρι 89, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα. 2. Οι επιχειρήσεις οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την διαχείριση υπηρεσιών γενικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας Συνθήκης, ιδίως στους κανόνες του ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας. 3. Η Επιτροπή μεριμνά για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και απευθύνει, εφόσον είναι ανάγκη, κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις προς τα κράτη μέλη.» 2 Αυτές οι επιχειρήσεις έχουν επομένως τις ίδιες υποχρεώσεις όπως και για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, ιδίως εκείνες που προβλέπονται στα άρθρα 12 (απαγόρευση των διακρίσεων που βασίζονται στην εθνικότητα) και 81 έως 89 (κανόνες του ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ). Τα κράτη μέλη δεν μπορούν 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.303,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ ΚΟΙΝΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ, ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΟΘΕΣΙΩΝ 6/1/2005

77 76 να τους παρέχουν ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, μέσω π.χ. μη αμειβόμενων συμμετοχών ή άλλων πλεονεκτημάτων. Το άρθρο 86, παράγραφος 3, (ΣΕΚ), αναθέτει στην Επιτροπή την αποστολή να μεριμνά για την τήρηση αυτής της διάταξης και της παρέχει την εξουσία να απευθύνει, εφόσον είναι ανάγκη, κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις προς τα κράτη μέλη. Η παράγραφος 2 του άρθρου 86 (ΣΕΚ) εξαιρεί από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης τις δημόσιες επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με την διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ύδατος, ενέργειας, μεταφορών και τηλεπικοινωνιών) ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου. Γι αυτές τις επιχειρήσεις το άρθρο 86, παράγραφος 2, δέχεται την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή τους δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Και τότε πάλι πρέπει να μην επηρεάζεται η ανάπτυξη των συναλλαγών σε βαθμό αντικείμενο προς το συμφέρον της Κοινότητας. Οι δημόσιες υπηρεσίες μπορεί να θέσουν δυο είδη προβλημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση :εκείνο της αλληλοδιείσδυσης των δημοσίων αγορών και εκείνο της επικάλυψης των εθνικοποιήσεων ή της λήψης συμμετοχών σε επιχειρήσεις με την συγκαλυμμένη ενίσχυση αυτών των επιχειρήσεων. Η διάκριση είναι πράγματι δύσκολη μεταξύ μίας ενέργειας διάσωσης και ανασύστασης του κεφαλαίου μίας επιχείρησης εξαντλημένου από τις ζημιές, ενέργειας επιτρεπόμενης από το άρθρο 295 της Συνθήκης ΕΚ ( πρώην άρθρο 222 ΕΟΚ), το οποίο δηλώνει ότι αυτή η Συνθήκη δεν προδικάζει με κανένα τρόπο το καθεστώς ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη, και μίας ενίσχυσης απαγορευμένης από το άρθρο 87, παράγραφος 1. Τα κράτη παρέχουν, πράγματι σε ορισμένες δημόσιες επιχειρήσεις προστασία υπό την μορφή μονοπωλίου. Τα αποκλειστικά δικαιώματα μονοπωλίου παρέχονται για διάφορους λόγους δημοσίου συμφέροντος : την εξασφάλιση του εφοδιασμού, την παροχή σημαντικής υπηρεσίας σε όλον τον πληθυσμό ή την αποφυγή του κόστους από την παράλληλη λειτουργία δυο δαπανηρών συστημάτων διανομής. Αυτές οι πρακτικές είναι συνήθεις, ιδίως για τις δημόσιες υπηρεσίες ( ενέργειας και ύδατος ), τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, τις τηλεπικοινωνίες, και, σε κάποιο μέτρο, για την ραδιοφωνία, τις μεταφορές ( εναέριες και θαλάσσιες ), τις τραπεζικές υπηρεσίες και τις ασφάλειες. Όμως, αυτά τα αποκλειστικά δικαιώματα, θα μπορούσαν να εμποδίσουν την δημιουργία μίας αληθινής εσωτερικής αγοράς στους σχετικούς τομείς, εάν τα κράτη μέλη μπορούσαν να θέσουν εκτός ανταγωνισμού τις μονοπωλιακές επιχειρήσεις. Τα κράτη μέλη δεν πρέπει, λοιπόν, να παίρνουν μέτρα επιτρέποντα στους δικαιούχους μονοπωλιακών δικαιωμάτων να παραβιάζουν τους κοινοτικούς κανόνες του ανταγωνισμού ή της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών. 1 Σε κάθε περίπτωση, μια μεγάλη διαφάνεια των χρηματικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων είναι αναγκαία για να μπορεί η Επιτροπή να διαπιστώσει τη συμβατότητα με τους κανόνες της Συνθήκης των μεταβιβάσεων δημοσίων κεφαλαίων υπέρ των επιχειρήσεων αυτών. Αυτός είναι ο σκοπός μίας οδηγίας της Επιτροπής που υποχρεώνει τα 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ ,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

78 77 κράτη μέλη να κοινοποιούν σε αυτήν, κατ αίτηση της πληροφορίες σχετικές με τους δημόσιους πόρους που άμεσα ή έμμεσα τίθενται στην διάθεση των δημοσίων επιχειρήσεων. Αυτή η υποχρέωση καλύπτει όχι μόνο τις «ενεργητικές μεταβιβάσεις» δημοσίων πόρων, όπως είναι οι εισφορές κεφαλαίων και η ανάληψη ζημιών και υποχρεώσεων, αλλά και τις «παθητικές μεταβιβάσεις», όπως είναι η μη είσπραξη από το κράτος εσόδων ή κερδών ή μίας κανονικής αμοιβής των χρησιμοποιουμένων κεφαλαίων. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι δεν πρέπει να θιγεί η λειτουργία των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ( υπό την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ). Εξετάζει όμως, τομέα κατά τομέα, τα ερωτήματα αν λιγότερο περιοριστικές πρακτικές είναι δυνατές, αν μπορούν να περιοριστούν τα μονοπωλιακά δικαιώματα σε ουσιώδης δραστηριότητες και αν οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα υπάρχοντα δίκτυα ή αν οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν την δημιουργία άλλων δικτύων. Η ρυθμιστική εξουσία την οποία διαθέτουν οι εθνικοί οργανισμοί τηλεπικοινωνιών πρέπει κατά την Επιτροπή να διαχωρίζεται από τις εμπορικές δραστηριότητες τους. Έτσι, η οδηγία της Επιτροπής της 16 ης Μαΐου 1988 ως προς τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών, προβλέπει την άμεση κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής, εμπορίας, σύνδεσης, εξυπηρέτησης και συντήρησης αυτών των συσκευών. Ομοίως η οδηγία της Επιτροπής της 28 ης Ιουνίου 1990 ως προς τις αγορές τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών προβλέπει την κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών άλλων από τη φωνητική τηλεφωνία. Πάντως, η ρυθμιστική εξουσία την οποία διαθέτουν οι εθνικοί οργανισμοί τηλεπικοινωνιών πρέπει να διαχωρίζεται από τις εμπορικές δραστηριότητες τους. Με αυτές τις οδηγίες, η Επιτροπή άνοιξε την οδό για τις δορυφορικές επικοινωνίες, που συμβάλλουν στην υλοποίηση των διευρωπαϊκών δικτύων και επομένως στην έλευση της κοινωνίας των πληροφοριών Ο «ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΕΤΟΧΟΣ» Η κοινοτική νομοθεσία για τις δημόσιες συμβάσεις αποσκοπεί να εξασφαλίσει ότι όλες οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν ισότιμες ευκαιρίες για την εξασφάλιση μίας δημόσιας σύμβασης. Ανοικτές και διαφανείς διαδικασίες υποβολής πρόσφορων, σημαίνουν περισσότερο ανταγωνισμό, ισχυρότερες ασφαλιστικές δικλίδες κατά της διαφθοράς, καλύτερες υπηρεσίες και καλύτερη σχέση ποιότητας τιμής για τους φορολογουμένους και, τέλος, πιο ανταγωνιστική Ευρώπη. Οι αγορές των δημοσίων συμβάσεων στην Ευρώπη υπερβαίνουν τα 1, 500 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιπροσωπεύοντας άνω του 16% του συνολικού ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ισχύουσες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις δημόσιες συμβάσεις αύξησαν το διασυνοριακό ανταγωνισμό στις αγορές των δημοσίων συμβάσεων και μείωσαν κατά 30% περίπου τις τιμές που καταβάλλουν οι δημόσιες αρχές για 1 ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΣΗΣ «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ, ΔΙΚΑΙΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ», ΣΕΛ.305,10 η ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, ΑΘΗΝΑ 2003

79 78 προϊόντα και υπηρεσίες, σύμφωνα με έγγραφο εργασίας της Ευρωπαϊκής Έπιτροπής ΕΛΛΑΔΑ Ο ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ Ο νόμος 3310/2005, κατ εκτέλεση του άρθρου 14 9 του ελληνικού συντάγματος, απαγορεύει την συμμετοχή εταιρειών διασυνδεόμενων με ελληνικές επιχειρήσεις ΜΜΕ στις διαδικασίες για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων. 2 Συγκεκριμένα και αναλυτικότερα : Mε τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, καθιερώθηκε, στο άρθρο 14 παράγραφος 9 του Συντάγματος, το ασυμβίβαστο μεταξύ των ιδιοτήτων του ιδιοκτήτη, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης και των αντίστοιχων ιδιοτήτων σε επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν δημόσια έργα ή προμήθειες. Το ασυμβίβαστο καταλαμβάνει και τα παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους και συγγενείς, ενώ οι κυρώσεις μπορούν να φθάνουν «μέχρι» την ανάκληση της άδειας του (ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού) σταθμού και την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση συμβάσεων με το Δημόσιο. Ο πρόσφατος νόμος 3310/2005 ήρθε να οριοθετήσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος. H οριοθέτηση ωστόσο, παραβιάζει τόσο άλλες διατάξεις του Συντάγματος, όπως τα άρθρα 5 παρ. 1 (οικονομική ελευθερία) και 25 παρ. 1 (αρχή της αναλογικότητας), όσο και το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο (ιδίως τις οδηγίες 93/37 για τα δημόσια έργα και 93/36 για τις δημόσιες προμήθειες). Σύμφωνα με τον νόμο 3310/2005 ως «βασικός μέτοχος» ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ανήκει στους δέκα μεγαλύτερους μετόχους της επιχείρησης, ανεξαρτήτως αριθμού μετοχών, ή είναι κύριος του 1% των μετοχών της ή ακόμη του 1% του μετοχικού κεφαλαίου που εκπροσωπήθηκε στη γενική συνέλευση της εταιρείας, κατά την οποία εξελέγη το διοικητικό της συμβούλιο. Έτσι θεωρείται «βασικός» μέτοχος κάποιος που κατέχει εντελώς αμελητέο ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου (π.χ. 0,001%), επειδή συγκυριακά συμβαίνει να συγκαταλέγεται στους δέκα μεγαλύτερους μετόχους (π.χ. επειδή κάποιος άλλος κατέχει το 99%). Ούτε και όποιος κατέχει όμως το 1% μπορεί στα σοβαρά να υποστηριχθεί ότι ελέγχει μια επιχείρηση. Αντίθετα μάλιστα, ειδικά όταν πρόκειται για επιχειρήσεις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, ενδέχεται να αποκτηθεί επίτηδες το 1% από το «κατάλληλο» πρόσωπο, προκειμένου να αποκλεισθεί η επιχείρηση από την ανάληψη συγκεκριμένου μεγάλου δημόσιου έργου Europa-Rapid-press releases: Public procurement: Commission takes further action on Greek legislation excluding certain companies from public contracts Reference: IP/05/492, Date: 27/04/ Europa-Rapid-press releases: Public procurement: Commission takes further action on Greek legislation excluding certain companies from public contracts Reference: IP/05/492, Date: 27/04/ Το Βήμα online- ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ: Σελ.Β52. Κωδ.Αρθρου:Β14442Β521, ID:269477, ΚΩΣΤΑΣ Χ.ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ «ΟΙ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ- Ο ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΔΗΘΕΝ» ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ ΑΛΛΟΙΩΝΕΙ ΑΝΕΠΙΤΡΕΠΤΑ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΠΑΡ. 9 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ», 17/4/2005.

80 79 Περαιτέρω ως «παρένθετα πρόσωπα» λογίζονται, κατά τον νόμο 3310/2005, όλοι οι σύζυγοι μεταξύ τους και όλοι οι συγγενείς σε ευθεία γραμμή και εκ πλαγίου μέχρι τρίτου βαθμού (δηλαδή αδέλφια και ανίψια ή θείοι) ΤΟ «ΧΡΟΝΙΚΟ» ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΤΟΥ «ΒΑΣΙΚΟΥ ΜΕΤΟΧΟΥ». Το άρθρο 14 9 του ελληνικού συντάγματος και ο εκτελεστικός του νόμος 3310/2005, θεσπίζουν ένα γενικευμένο και απόλυτα ασυμβίβαστο μεταξύ, αφενός, κάθε δραστηριότητας ή συμμετοχής ορισμένου επιπέδου σε επιχειρήσεις μέσων μαζικής ενημέρωσης και, αφετέρου, της εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων. Σύμφωνα με την Επιτροπή αυτό αντιβαίνει τόσο στο παράγωγο κοινοτικό δίκαιο (οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις), αφού θεσπίζει λόγους αποκλεισμού οι οποίοι δεν προβλέπονται από αυτό, όσο και το πρωτογενές ( Συνθήκη ΕΚ), αφού θεσπίζει μέτρα που εμποδίζουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση του συνόλου σχεδόν, των θεμελιωδών ελευθεριών που αναγνωρίζει η Συνθήκη ΕΚ. 2 2 Η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς σε επιστολή της είχε διατυπώσει ευθέως τις σοβαρές ενστάσεις της για τον νόμο και προειδοποιούσε την κυβέρνηση για την κλιμάκωση των ενεργειών της που κάποια στιγμή θα οδηγήσουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Σε εκείνη την επιστολή ξεκαθαριζόταν με απόλυτο τρόπο πως «σε κάθε περίπτωση το Κοινοτικό Δίκαιο κατισχύει κάθε αντίθετης εθνικής διάταξης, ακόμη και συνταγματικής». Ή εν λόγω Διεύθυνση εντός των επομένων ημερών θα προχωρούσε στο δεύτερο βήμα των ενεργειών της με την αποστολή «προειδοποιητικής επιστολής» (πρώτο στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΚ) προς την ελληνική κυβέρνηση και αυτό φάνηκε να επιταχύνει τις εξελίξεις που θα προκαλούσαν εμπλοκή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει από την Ελλάδα να υποβάλλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με την συμβατότητα με την κοινοτική νομοθεσία, του ελληνικού νόμου που απαγορεύει την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων σε επιχειρήσεις οι οποίες διασυνδέονται με ελληνικές επιχειρήσεις μέσων μαζικής ενημέρωσης. H κυβέρνηση επέμεινε στις απόψεις της για τον «βασικό μέτοχο», όπως προέκυπτε από το υπόμνημα-απάντηση προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην επιχειρηματολογία της η κυβέρνηση στηρίχθηκε στις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος ενώ υποστήριζε ότι οι ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο Κοινοτικό Δίκαιο αλλά έχουν στόχο «τη διαφάνεια στην πολιτική και οικονομική ζωή». Σύμφωνα με το κείμενο που ετοίμασαν τα συναρμόδια υπουργεία και επρόκειτο να σταλεί στη Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς (σε απάντηση 1 Το Βήμα online- ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ: Σελ.Β52. Κωδ.Αρθρου:Β14442Β521, ID:269477, ΚΩΣΤΑΣ Χ.ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ «ΟΙ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ- Ο ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΔΗΘΕΝ» ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ ΑΛΛΟΙΩΝΕΙ ΑΝΕΠΙΤΡΕΠΤΑ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 14 ΠΑΡ. 9 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ», 17/4/ EUROPA-RAPID-PressReleases: Public procurement:commission acts on Greek legislation excluding certain companies from publi contracts Reference: IP/05/356, Date: 22/03/2005

81 80 της από επιστολής της), «η επιλογή των μέτρων (για τη διαφάνεια) αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα κάθε κράτους να επιλέγει τα μέτρα που θεωρεί ως καταλληλότερα για την επίτευξη του στόχου αυτού κατά τη δεδομένη χρονικά κοινωνικοοικονομική συγκυρία». H κυβέρνηση υποστήριζε ότι ο εθνικός νομοθέτης «μπορεί να θέτει περιορισμούς (και συγκεκριμένα τον περιορισμό συμμετοχής σε δημόσιους διαγωνισμούς) στις επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης και στις επιχειρήσεις που σχετίζονται με αυτές». Ταυτοχρόνως ισχυριζόταν ακόμη ότι «ο περιορισμός επιχειρήσεων σε ορισμένες μόνο δραστηριότητες δεν είναι άγνωστος στην κοινοτική έννομη τάξη» και επικαλείται έπ αυτού τη δεύτερη τραπεζική οδηγία που διαχωρίζει την άσκηση χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων από εκείνη των βιομηχανικών. Για την αλλαγή του νόμου για τον «βασικό μέτοχο» ανέφερε ότι έπρεπε να γίνει «πέραν της νομικής αναγκαιότητας», επειδή «αποδείχθηκαν στην πράξη ατελέσφορες (οι διατάξεις του προηγούμενου νόμου) για την πραγματοποίηση ουσιαστικού ελέγχου προς την επίτευξη όσων επιτάσσει το Σύνταγμα». Αφού γίνεται αναφορά στις ρυθμίσεις του νέου νόμου τονίζεται ότι δεν «δημιουργείται κανένα απολύτως ζήτημα παρεμπόδισης στην ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων» 11. Τελικά, σε συνέχεια της προειδοποιητικής αυτής επιστολής που είχε αποστείλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ελληνική κυβέρνηση στις 23 Μαρτίου 2005 και κατόπιν της προαναφερθείσας απάντησης των ελληνικών αρχών στις 7 Απριλίου 2005, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει επισήμως από την ελληνική κυβέρνηση να μεταβάλλει τον νόμο 3310/2005 διότι, θεωρούσε ότι παραβιάζει τις κοινοτικές οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων, καθώς και την άσκηση σχεδόν όλων των θεμελιωδών ελευθεριών που αναγνωρίζει η Συνθήκη ΕΚ 22. Το αίτημα της Επιτροπής είχε την μορφή της «αιτιολογημένης γνώμης» ( δεύτερο στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει σύμφωνα με το άρθρο 226 της Συνθήκης ΕΚ), και τότε περίμενε από την ελληνική κυβέρνηση να συμμορφωθεί με αυτό. Ουσιαστικά ζητούσε από την κυβέρνηση να αναστείλει ή να καταργήσει τον ισχύοντα νόμο μέσα σε είκοσι μια ημέρες από την ημέρα κοινοποίησης της στην Αθήνα. Διαφορετικά θα προσέφευγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Υψηλόβαθμοι κοινοτικοί παράγοντες εξηγούσαν πάντως ότι σε κάθε περίπτωση οι αλλαγές που ενδεχομένως θα αποδεχθεί η Επιτροπή προέκυπταν σαφώς από την «αιτιολογημένη γνώμη». Αφορούσαν τον πυρήνα του νόμου και όχι κάποιες επί μέρους ή επουσιώδεις διατάξεις του. Κατά κύριο λόγο αναφέρονται: I. Στην κατάργηση της ονομαστικοποίησης των μετοχών. II. Στην κατάργηση των «διατάξεων αυτοδίκαιου αποκλεισμού» είτε αφορούν τα λεγόμενα «ασυμβίβαστα προσωπικής κατάστασης» (π.χ. συγγενικά πρόσωπα) είτε άλλου τύπου διακριτική μεταχείριση που νοθεύει τον επιχειρηματικό ανταγωνισμό. 1 Το ΒΗΜΑ online-ρεπορταζ ΣΕΛ Α50, ΚΩΔ.ΑΡΘΡΟΥ:Β14390Α501 ID:268150, Π. ΛΑΜΨΙΑΣ: «ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΡΟΣ ΕΥΡΩΠΗ: «ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΑΣ Ο ΒΑΣΙΚΟΣ ΜΕΤΟΧΟΣ».» 13/02/05. 2 EUROPA-RAPID-PressReleases: Public procurement:commission acts on Greek legislation excluding certain companies from public contracts Reference: IP/05/492, Date: 27/04/2005

82 81 Δευτερευόντως η Επιτροπή έθεσε ζήτημα ποσοστού που προσδιορίζει τον βασικό μέτοχο κρίνοντας ότι το 1% του νέου νόμου είναι μάλλον πρωτάκουστο και υπερβολικά χαμηλό 11. H κυβέρνηση κατέληξε στην αναστολή του νόμου, η οποία θα γινόταν με ειδική τροπολογία που θα κατατιθόταν το αμέσως προσεχές διάστημα στη Βουλή. Παρά ταύτα επιδίωξε να παρουσιάσει την οπισθοχώρησή της όχι ως μονομερή κίνηση αλλά ως μέρος μιας γενικότερης διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή. Στο πλαίσιο αυτό εξέτασε ακόμη και το ενδεχόμενο επιστροφής στο προηγούμενο καθεστώς (νόμος 3021/2002), το οποίο η ίδια μεν είχε καταγγείλει ως ανεπαρκές και διαβλητό, ενώ η Επιτροπή θεωρεί (όπως ρητώς αναφέρει στην «αιτιολογημένη γνώμη») ότι έχει καταργηθεί με τον νέο νόμο. Ανεξαρτήτως αυτού, η κυβέρνηση είχε διαμηνύσει στις Βρυξέλλες την πρόθεσή της να κάνει αλλαγές στον νόμο για τον βασικό μέτοχο προκειμένου να τον καταστήσει συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο. Απλώς θα επιθυμούσε οι αλλαγές αυτές να εμφανιστούν ως προϊόν διαπραγμάτευσης και όχι συνθηκολόγησης. Σύμφωνα με νομικούς παράγοντες που δραστηριοποιούνται μεταξύ Αθηνών και Βρυξελλών, η κυβέρνηση θα προσπαθούσε ακόμη και τώρα να υιοθετήσει μιαν αυστηρή στάση απέναντι στην Επιτροπή για να εκμαιεύσει το άλλοθι αυτής της υποτιθέμενης διαπραγμάτευσης. 22 Μετά την αναστολή του νόμου 3310/2005, επανήλθε σε ισχύ στην Ελλάδα ο προϋπάρχον νόμος 3021/2002. Η Επιτροπή απέστειλε προειδοποιητική επιστολή ζητώντας από την ελληνική κυβέρνηση να υποβάλλει τις παρατηρήσεις της ως προς την συμβατότητα με την κοινοτική νομοθεσία των εθνικών διατάξεων που απαγορεύουν την ανάθεση συμβάσεων του δημοσίου σε εταιρείες «συνδεόμενες» με εταιρίες των ελληνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ο νόμος 3021/2002, που εφαρμόζει την παράγραφο 6 του άρθρου 14 του Ελληνικού Συντάγματος, απαγορεύει σε εταιρείες που συνδέονται με επιχειρήσεις ελληνικών μέσων ενημέρωσης να συμμετέχουν σε διαδικασίες συμβάσεων του δημοσίου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η απαγόρευση αυτή είναι αντίθετη με το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο ( τις οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων ), διότι θεσπίζει κριτήρια εξαίρεσης που δεν προβλέπονται στις εν λόγω οδηγίες και δεν τηρεί την ισότιμη μεταχείριση μεταξύ των υποψηφίων. Είναι επίσης αντίθετη με το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο ( την Συνθήκη ΕΚ ), διότι θεσπίζει μέτρα που παρεμποδίζουν ή, τουλάχιστον, καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση σχεδόν όλων των θεμελιωδών ελευθεριών που αναγνωρίζονται από την Συνθήκη ΕΚ. Δεδομένου ότι ο εν λόγω νόμος ήδη παρήγαγε αποτελέσματα, η Επιτροπή είχε θέσει προθεσμία 15 ημερών στην ελληνική κυβέρνηση μέσω προειδοποιητικής επιστολής της οποίας απέστειλε, για να απαντήσει και διατηρούσε το δικαίωμα να ζητήσει από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, εάν η υπόθεση παραπεμπόταν εκεί, να επιβάλλει τα απαιτούμενα προσωρινά μέτρα, δηλαδή την αναστολή του νόμου 3021/ Το Βήμα online- ΠΟΛΙΤΙΚΑ: Σελ.Α16. Κωδ.Αρθρου:Β14458Α161, ID:269869, Ι.Κ.ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ «ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ», 8/5/ Το Βήμα online- ΠΟΛΙΤΙΚΑ: Σελ.Α16. Κωδ.Αρθρου:Β14458Α161, ID:269869, Ι.Κ.ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ «ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΟΠΙΣΘΟΧΩΡΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ», 8/5/2005.

83 82 Έπειτα από την απόφαση αυτή της Επιτροπής, οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν νέα στοιχεία στις υπηρεσίες της προαναφερθείσας μέσω των οποίων αποδεικνυόταν ότι ελάμβανε συγκεκριμένα μέτρα ώστε ο νόμος να μην παράγει αποτελέσματα. 11 Τον Ιούλιο του 2005 η ελληνική κυβέρνηση απέστειλε στις Βρυξέλλες ένα νέο σχέδιο νόμου το οποίο αφορούσε άρθρο προς άρθρο όλες τις ρυθμίσεις που είχε επεξεργαστεί για τον νέο προτεινόμενο νόμο του βασικού μέτοχου το οποίο απορρίφθηκε εκ νέου από την Επιτροπή και το οποίο συγκεκριμένα ανέφερε 22 : Πεδίο εφαρμογής Άρθρο 1 Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται στη διαδικασία σύναψης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων, με σκοπό τη διασφάλιση της διαφάνειας και του υγιούς ανταγωνισμού, καθώς και την κατοχύρωση της πολυφωνίας και της αντικειμενικής και με ίσους όρους ενημέρωσης. Ορισμοί 6. «Βασικός μέτοχος»: Άρθρο 2 Ο μέτοχος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ο οποίος με οποιονδήποτε τρόπο μπορεί να επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων που λαμβάνουν τα αρμόδια όργανα ή στελέχη της επιχείρησης σχετικά με τον τρόπο διοίκησης και την εν γένει λειτουργία της. Ειδικότερα, βασικός μέτοχος είναι: α. Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο είναι κύριος είτε απευθείας είτε έμμεσα μέσω συμμετοχής τρίτου αριθμού μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 1% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου στη Γενική Συνέλευση της επιχείρησης ή υπήρξε κύριος ποσοστού τουλάχιστον 1% επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου ή κάτοχος δικαιωμάτων ψήφου που αντιστοιχούσαν τουλάχιστον στο 1% του μετοχικού κεφαλαίου, που εκπροσωπήθηκε ή άσκησε το δικαίωμα ψήφου κατά τη λήψη της απόφασης της γενικής συνέλευσης για την εκλογή ή την ανάκληση του εκάστοτε τελευταίου διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης ή της πλειοψηφίας των μελών αυτού εφόσον κατά τον χρόνο συνδρομής της ιδιότητας του βασικού μετόχου συντρέχουν ή συνέτρεχαν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: αα) είναι ή υπήρξε κύριος αριθμού μετοχών που τον κατατάσσουν ή κατέτασσαν μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων μετόχων της επιχείρησης, ή 1 EUROPA-RAPID-PressReleases: Public procurement:commission acts on Greek legislation excluding certain companies from public contracts Reference: IP/05/855, Date: 6/7/ Το Βήμα online- ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Σελ.Α50. Κωδ.Αρθρου:Β14504Α501, ID:271167, «ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ», 3/7/2005.

84 83 ββ) κατέχει ή κατείχε από οποιαδήποτε αιτία δικαιώματα ψήφου στη γενική συνέλευση που τον κατατάσσουν ή κατέτασσαν ανάμεσα στους δέκα μεγαλύτερους κατόχους δικαιωμάτων ψήφου της επιχείρησης, ή γγ) έχει ή είχε το δικαίωμα είτε από τον νόμο είτε από το καταστατικό της επιχείρησης είτε μέσω εκχώρησης σχετικού δικαιώματος άλλων μετόχων να διορίζει ή να ανακαλεί ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου, ή δδ) κατάρτισε ή είχε καταρτίσει, αμέσως ή εμμέσως, συμβάσεις και εν γένει συμφωνίες με την επιχείρηση, από τις οποίες η τελευταία απέκτησε έσοδα ή άλλα οικονομικά οφέλη κατά την αμέσως προηγούμενη χρήση της, τα οποία αντιστοιχούν τουλάχιστον στο ένα δέκατο (1/10) των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης κατά τη χρήση αυτή 1. 1 Ασυμβίβαστες ιδιότητες Άρθρο 3 1. H ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις. Σε περίπτωση που βασικός μέτοχος ή εταίρος της επιχείρησης είναι νομικό πρόσωπο, η ασυμβίβαστη ιδιότητα καταλαμβάνει και τα μέλη οργάνου διοίκησης και τα διευθυντικά στελέχη του νομικού αυτού προσώπου. 2. H ασυμβίβαστη ιδιότητα της προηγούμενης παραγράφου καταλαμβάνει επίσης και τα παρένθετα πρόσωπα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου, του μέλους οργάνου διοίκησης ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή επιχείρησης που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις, καθώς και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, μέσω χρηματοδότησης ή συμφωνίας εξαιρουμένων των δανείων από αναγνωρισμένους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ελέγχει επιχείρηση μέσων ενημέρωσης ή επιχείρηση που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις ή ασκεί επιρροή στη λήψη αποφάσεων που λαμβάνονται από τα όργανα διοίκησης ή τα διευθυντικά στελέχη, σχετικά με τη διοίκηση και την εν γένει λειτουργία των επιχειρήσεων αυτών. 4. H διαπίστωση του ασυμβιβάστου γίνεται από την αναθέτουσα αρχή και ελέγχεται κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, εφόσον λόγω της συνδρομής της κατά τα ως άνω ασυμβίβαστης ιδιότητας αποδειχθεί με οποιοδήποτε μέσο ότι συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού από τη διαγωνιστική διαδικασία ή διαδικασία ανάθεσης που προβλέπονται από τις οδηγίες περί του συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων, υπηρεσιών, συμβάσεων δημοσίων προμηθειών και συμβάσεων δημοσίων έργων όπως εκάστοτε ισχύουν. Το βάρος απόδειξης φέρει η αναθέτουσα αρχή η οποία ενεργεί αυτεπάγγελτα ή κατόπιν καταγγελίας Το Βήμα online- ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Σελ.Α50. Κωδ.Αρθρου:Β14504Α501, ID:271167, «ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ», 3/7/ Το Βήμα online- ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Σελ.Α50. Κωδ.Αρθρου:Β14504Α501, ID:271167, «ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ», 3/7/2005.

85 84 Κυρώσεις Άρθρο 7 1. H Ολομέλεια του ΕΣΡ μετά από εισήγηση του Τμήματος Ελέγχου Διαφάνειας του ΕΣΡ επιβάλλει στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο συντρέχουν... η ασυμβίβαστη ιδιότητα και οι απαγορεύσεις κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 του νόμου αυτού τις ακόλουθες κυρώσεις: A. Διοικητική κύρωση του προστίμου H διοικητική κύρωση του προστίμου επιβάλλεται εντός προθεσμίας το αργότερο τριών (3) μηνών: i) από την έκδοση της απορριπτικής πράξης ή απόφασης του ΕΣΡ, ii) από την αποστολή από την αναθέτουσα αρχή στο Τμήμα Ελέγχου και Διαφάνειας του ΕΣΡ κάθε αποδεικτικού στοιχείου για τον αποκλεισμό υποψηφίου κατά τη διαγωνιστική διαδικασία ή τη διαδικασία ανάθεσης για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης, εφόσον ελέγξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 3 και 4 του νόμου αυτού. Προς τούτο η αναθέτουσα αρχή οφείλει να αποστέλλει τα ανωτέρω στοιχεία στο Τμήμα Ελέγχου Διαφάνειας του ΕΣΡ πριν από την υπογραφή της σύμβασης. α. Για τον υπολογισμό του προστίμου λαμβάνεται ως βάση: αα. Για τον ιδιοκτήτη το κεφάλαιο της επιχείρησης ή η αξία του εξοπλισμού της ή το μετοχικό του κεφάλαιο ή τα εταιρικά μερίδια που κατέχει, όπως η αξία τους προσδιορίζεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης /10307/B0012/ του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 477 B) όπως εκάστοτε ισχύει και των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του ν (ΦΕΚ 151 A'), όπως κάθε φορά ισχύει, ή, εάν πρόκειται για εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών μετοχές, λαμβάνεται ο μέσος όρος της χρηματιστηριακής αξίας του συνόλου των μετοχών της των τελευταίων τριάντα (30) ημερών πριν από την έκδοση της ανωτέρω απορριπτικής πράξης, σύμφωνα με τα δελτία τιμών που εκδίδονται από το οικείο χρηματιστήριο αξιών. ββ. Για τον βασικό μέτοχο η αξία του συνόλου των μετοχών που συνυπολογίστηκαν για τον χαρακτηρισμό του φυσικού ή νομικού προσώπου ως βασικού μετόχου της επιχείρησης που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις όπως αυτή προσδιορίζεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης /10307/B0012/ του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 477 B') όπως εκάστοτε ισχύει και των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 A'). Σε περίπτωση εισηγμένων σε χρηματιστήριο αξιών μετοχών λαμβάνεται ο μέσος όρος της χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής των τελευταίων τριάντα (30) ημερών πριν από την έκδοση της ανωτέρω απορριπτικής πράξης, σύμφωνα με τα δελτία τιμών που εκδίδονται από το οικείο χρηματιστήριο αξιών και γγ. Για τον εταίρο εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη για τον βασικό μέτοχο. δδ. Για μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος οι συνολικές αποδοχές και αποζημιώσεις που έλαβε από την επιχείρηση το υψηλότερα αμειβόμενο στέλεχος της επιχείρησης κατά το προηγούμενο έτος.

86 85 Στην παραπάνω βάση υπολογισμού συνυπολογίζεται η αξία που προκύπτει από την κατοχή των ανωτέρω ιδιοτήτων τόσο στην επιχείρηση που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις όσο και στην επιχείρηση μέσων ενημέρωσης με αναλογική εφαρμογή των εδαφίων α και δ της παραγράφου αυτής. β. Υψος προστίμου: Το πρόστιμο επιβάλλεται στα ακόλουθα πρόσωπα, ως εξής: αα. Στον ιδιοκτήτη πρόστιμο ύψους μέχρι το εκατό τοις εκατό (100%) της βάσης υπολογισμού προστίμου, όπως αυτό υπολογίζεται ανωτέρω. ββ. Στον βασικό μέτοχο πρόστιμο ύψους από το πενταπλάσιο έως το δεκαπλάσιο της βάσης υπολογισμού προστίμου, όπως αυτό υπολογίζεται ανωτέρω. Σε περίπτωση υποτροπής, το ύψος του προστίμου μπορεί να ανέλθει στο εικοσαπλάσιο της βάσης υπολογισμού προστίμου. γγ. Στον εταίρο εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη για τον βασικό μέτοχο. δδ. Στο μέλος οργάνου διοίκησης ή διευθυντικό στέλεχος, πρόστιμο ύψους μέχρι το εικοσαπλάσιο της βάσης υπολογισμού προστίμου, όπως αυτό υπολογίζεται ανωτέρω. Σε περίπτωση υποτροπής το ΕΣΡ μπορεί να επιβάλει επιπλέον την κύρωση της απαγόρευσης εκλογής ή διορισμού, από ένα μέχρι πέντε έτη, σε θέση μέλους οργάνου διοίκησης ή διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις. B. Υποχρέωση εκποίησης μετοχών A. Το ΕΣΡ επιβάλλει επίσης στον βασικό μέτοχο την εκποίηση, του συνολικού ή του υπερβαίνοντα, κατά περίπτωση, αριθμού μετοχών του ή δικαιωμάτων του ψήφου, βάσει των οποίων χαρακτηρίστηκε ως βασικός μέτοχος της επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή της επιχείρησης που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις, κατ' ελεύθερη επιλογή του μετόχου. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης και όσο χρόνο αυτή διαρκεί, ο ανωτέρω αριθμός μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τον υπολογισμό της απαρτίας για τη νόμιμη συγκρότηση των γενικών συνελεύσεων ούτε για τον υπολογισμό της πλειοψηφίας για τη λήψη αποφάσεων από τις γενικές συνελεύσεις των ανωτέρω επιχειρήσεων. H σχετική απόφαση του ΕΣΡ επιβάλλεται εντός προθεσμίας ενός μήνα από τη δημοσίευση απορριπτικής αμετάκλητης δικαστικής απόφασης επί του ενδίκου βοηθήματος του υποψηφίου: i) κατά της απόφασης του ΕΣΡ με την οποία επιβάλλεται κύρωση για τον αποκλεισμό του από την αναθέτουσα αρχή κατά τη διαγωνιστική διαδικασία ή τη διαδικασία ανάθεσης για τη σύναψη δημοσίας σύμβασης ή ii) κατά της απορριπτικής πράξης ή απόφασης του ΕΣΡ για την έκδοση πιστοποιητικού μη συνδρομής ασυμβίβαστων ιδιοτήτων και απαγορεύσεων κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 του νόμου αυτού. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον τρεις (3) μήνες μετά την παρέλευση της προθεσμίας, που αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση του ΕΣΡ, ο μέτοχος εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται με αυτήν, το σύνολο των μετοχών της επιχείρησης που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις που ανήκουν σε αυτόν, θεωρούνται αυτοδικαίως άκυρες και το αρμόδιο όργανο της εταιρείας ή, εάν πρόκειται για μετοχές εισηγμένες σε ημεδαπό Χρηματιστήριο, το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών οφείλει να τον διαγράψει από τα οικεία βιβλία μετόχων ή τις βάσεις δεδομένων, αντίστοιχα. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη

87 86 του στοιχείου ε της παρ. 2 του άρθρου 12 του KN 2190/1920 και το προϊόν της σχετικής εκποίησης αποδίδεται στον κύριο των μετοχών που ακυρούνται 1. 1 B. Στον εταίρο εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη υποχρέωσης εκποίησης μετοχών για τον βασικό μέτοχο. 2. Μετά την έκδοση της απορριπτικής πράξης ή απόφασης του ΕΣΡ, και εντός προθεσμίας το αργότερο τριών μηνών, η Ολομέλεια του ΕΣΡ, μετά από αιτιολογημένη εισήγηση του Τμήματος Ελέγχου Διαφάνειάς του, εφόσον διαπιστωθεί ότι μία επιχείρηση μέσων ενημέρωσης άσκησε ή επιδίωξε να ασκήσει, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, αθέμιτη επιρροή κατά την έννοια και προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 4 του νόμου αυτού, στη διαδικασία σύναψης μιας ή περισσοτέρων δημοσίων συμβάσεων επιβάλλει εις βάρος της επιχείρησης μέσων ενημέρωσης τις ακόλουθες κυρώσεις: α. Πρόστιμο ύψους μέχρι το εκατό τοις εκατό (100%) του κεφαλαίου της επιχείρησης ή της αξίας του εξοπλισμού της ή του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης μέσων ενημέρωσης ή της αξίας των εταιρικών μεριδίων, όπως η αξία τους προσδιορίζεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης /10307 /B0012/ του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 477 B'), όπως εκάστοτε ισχύει και των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 A'), όπως κάθε φορά ισχύει, ή, εάν πρόκειται για εισηγμένες σε χρηματιστήριο αξιών μετοχές, λαμβάνεται ο μέσος όρος της χρηματιστηριακής αξίας του συνόλου των μετοχών της των τελευταίων τριάντα (30) ημερών πριν από την έκδοση της ανωτέρω απορριπτικής πράξης, σύμφωνα με τα δελτία τιμών που εκδίδονται από το οικείο χρηματιστήριο αξιών. β. Διακοπή λειτουργίας έως ένα (1) μήνα ή ανάκληση άδειας λειτουργίας της επιχείρησης ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης σε περίπτωση υποτροπής. 3. Μετά του υποχρέου προς καταβολή του προστίμου προσώπου ευθύνεται εις ολόκληρον και η επιχείρηση που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις. Το πρόστιμο αναζητείται από το υπόχρεο πρόσωπο και σε περίπτωση που διαπιστωθεί αδυναμία καταβολής του από αυτό εντός εξαμήνου από τότε που το πρόστιμο κατέστη απαιτητό, αναζητείται από την επιχείρηση που συνάπτει δημόσιες συμβάσεις. 4. H απόφαση για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου αυτού πρέπει να είναι πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη και λαμβάνεται ύστερα από ακρόαση των εγκαλούμενων προσώπων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για την επιβολή κυρώσεων από το ΕΣΡ. Σε κάθε περίπτωση, η επιλογή του είδους και η επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων που επιβάλλονται για κάθε παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της τυχόν ωφέλειας που αποκομίστηκε από την παράβαση αυτή, καθώς και των ειδικών συνθηκών και περιστάσεων τέλεσής της. 5. Σε περίπτωση επιχειρήσεων των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε ημεδαπό Χρηματιστήριο Αξιών, οι σχετικές κυρωτικές αποφάσεις του ΕΣΡ κοινοποιούνται, χωρίς καθυστέρηση, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Το Βήμα online- ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Σελ.Α50. Κωδ.Αρθρου:Β14504Α501, ID:271167, «ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ», 3/7/ Το Βήμα online- ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Σελ.Α50. Κωδ.Αρθρου:Β14504Α501, ID:271167, «ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ», 3/7/2005

88 87 6. H επιβολή των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου αυτού είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη ποινικής ή αστικής ευθύνης των ίδιων προσώπων. 7. Οι αποφάσεις για την επιβολή προστίμων που εκδίδει το ΕΣΡ αποτελούν νόμιμους τίτλους για την είσπραξή τους ως δημοσίων εσόδων κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ). 8. Σε περίπτωση αρνήσεως παροχής στοιχείων ή παρεμπόδισης ή δυσχέρανσης του έργου του ΕΣΡ επιβάλλεται στο υπαίτιο φυσικό πρόσωπο ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους. 9. Σε περίπτωση μη υποβολής ή πλημμελούς υποβολής ή υποβολής εσφαλμένων στοιχείων για την τήρηση των ανωτέρω μητρώων εκ μέρους των φυσικών ή νομικών προσώπων που έχουν υποχρέωση υποβολής στοιχείων σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, επιβάλλεται από το ΕΣΡ πρόστιμο ύψους από πέντε χιλιάδες (5.000,00) έως πενήντα χιλιάδες (50.000,00) ευρώ. 10. Σε περίπτωση που η Αναθέτουσα Αρχή κατακυρώσει τον διαγωνισμό ή αναθέσει την εκτέλεση της δημόσιας σύμβασης στον αμέσως επόμενο κατά σειρά υποψήφιο για τους λόγους που αναφέρονται στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 του νόμου αυτού, ο ανάδοχος, πέραν των κυρώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό οφείλει έναντι της Αναθέτουσας Αρχής να καταβάλει τη διαφορά του ανταλλάγματος που τυχόν προκύπτει από την κατακύρωση της σύμβασης ή την ανάθεση της εκτέλεσής της στον αμέσως επόμενο κατά σειρά υποψήφιο. Εάν η Αναθέτουσα Αρχή είναι το Δημόσιο, η είσπραξη της κατά τα ως άνω διαφοράς του ανταλλάγματος βεβαιώνεται από την αρμόδια ΔΟΥ, κατόπιν σχετικής πράξης της Αναθέτουσας Αρχής, με την οποία εκκαθαρίζεται η απαίτηση. H πράξη της αρμόδιας ΔΟΥ αποτελεί νόμιμο τίτλο για την είσπραξή του ως δημοσίου εσόδου κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Εάν Αναθέτουσα Αρχή είναι νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η σχετική απαίτηση επιδιώκεται δικαστικώς. 11. Οι ποινές του άρθρου αυτού επιβάλλονται, εφόσον με άλλη διάταξη νόμου δεν τιμωρούνται βαρύτερα. άρθρο 8 Ονομαστικοποίηση μετοχών εταιρειών που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις 3. Ως προς τις εισηγμένες στα χρηματιστήρια κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) εταιρείες, η υποχρέωση περαιτέρω ονομαστικοποίησης, μέχρι φυσικού προσώπου δεν ισχύει για τις μετοχές που κατέχονται από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) κρατώνμελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), οι οποίοι εποπτεύονται από Εποπτικές Αρχές-Μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς (IOSCO), υπό τους περιορισμούς των διατάξεων της περίπτωσης α της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 A'), καθώς και από εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 A'), από ασφαλιστικές εταιρείες, από πιστωτικά ιδρύματα που πληρούν τα κριτήρια φερεγγυότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, από Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, υπό την προϋπόθεση ότι τα ανωτέρω έχουν την έδρα τους σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του ΟΟΣΑ.

89 88 άρθρο 12 Τροποποιούμενες - Καταργούμενες Διατάξεις 1. H παρ. 9 του άρθρου 1 του ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 A), όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 2644/1998 (ΦΕΚ 233 A) αντικαθίσταται ως ακολούθως 11 : «Οι μετοχές των ανωνύμων εταιρειών που υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού πρέπει να είναι ονομαστικές στο σύνολό τους μέχρι φυσικού προσώπου. Εάν κύριος εν όλω ή εν μέρει των ονομαστικών μετοχών των ανωτέρω εταιρειών είναι άλλη ανώνυμη εταιρεία, τότε και οι μετοχές της εταιρείας αυτής είναι υποχρεωτικώς ονομαστικές στο σύνολό τους και ανήκουν υποχρεωτικώς σε φυσικά πρόσωπα. Συμμετοχή ξένου (εκτός της Ευρωπαϊκής Ενωσης) κεφαλαίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 1 ποσοστό επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Ανώνυμες εταιρείες που λειτουργούν νόμιμα κατά το δίκαιο άλλου κράτους (εντός ή εκτός της Ευρωπαϊκής Ενωσης) υπόκεινται στις ανωτέρω υποχρεώσεις περί ονομαστικοποίησης των μετοχών μέχρι φυσικού προσώπου, υπό την προϋπόθεση ότι το δίκαιο της χώρας στην οποία έχουν την έδρα τους επιβάλλει για το σύνολο της δραστηριότητάς τους ή για συγκεκριμένη δραστηριότητα την ονομαστικοποίηση των μετοχών τους στο σύνολό τους μέχρι φυσικού προσώπου. Εφόσον υπάρχει αδυναμία ονομαστικοποίησης των μετοχών κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία έχουν την έδρα τους προσκομίζεται σχετική βεβαίωση από αρμόδια αρχή της χώρας αυτής. Στην περίπτωση αυτή η αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται να προσκομίσει στην αναθέτουσα αρχή έγκυρη και ενημερωμένη κατάσταση των μετόχων της, που κατέχουν τουλάχιστον 1% των μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου της ανώνυμης εταιρείας. Σε περίπτωση που η εταιρεία δεν τηρεί ενημερωμένη κατάσταση μετόχων, υποχρεούται να προσκομίσει σχετική κατάσταση μετόχων που κατέχουν τουλάχιστον 1% των μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου σύμφωνα με την τελευταία γενική συνέλευση. H υποχρέωση περαιτέρω ονομαστικοποίησης μέχρι φυσικού προσώπου δεν ισχύει για τις μετοχές των εισηγμένων στα χρηματιστήρια των κρατώνμελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) εταιρειών, που κατέχονται από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), οι οποίοι εποπτεύονται από Εποπτικές Αρχές - Μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς (IOSCO), υπό τους περιορισμούς των διατάξεων της περ. α της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 A'), καθώς και από εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 A'), από πιστωτικά ιδρύματα που πληρούν τα κριτήρια φερεγγυότητας της Τράπεζας Ελλάδας, από Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, υπό την προϋπόθεση ότι τα ανωτέρω έχουν την έδρα τους σε Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του ΟΟΣΑ. 1 Το Βήμα online- ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Σελ.Α50. Κωδ.Αρθρου:Β14504Α501, ID:271167, «ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ», 3/7/2005

90 89 Το καταβεβλημένο κεφάλαιο της εταιρείας καθορίζεται σε δύο εκατομμύρια εννιακόσιες τριάντα τέσσερις χιλιάδες επτακόσια τρία ( ,00) ευρώ για τους σταθμούς εθνικής εμβέλειας και με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού στον οποίο ανατίθενται εκάστοτε οι αρμοδιότητες του Υπουργού Τύπου και MME σε ανάλογο ποσό, με βάση τον πληθυσμό που πρόκειται να καλύψουν για τους περιφερειακούς και τοπικούς σταθμούς. Σε κάθε περίπτωση το καταβεβλημένο κεφάλαιο πρέπει να είναι ανάλογο της επένδυσης που προβλέπεται να πραγματοποιηθεί, σύμφωνα με την οικονομοτεχνική μελέτη λειτουργίας και βιωσιμότητας που συνοδεύει την αίτησή της. Τα παραπάνω ποσά μπορεί να αναπροσαρμόζονται με τις εξελίξεις των δεδομένων της αγοράς με απόφαση των παραπάνω Υπουργών.» 9. H παρ. 6α του άρθρου 6 του ν. 2328/1995, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 22 του ν. 3166/2003, αντικαθίσταται ως ακολούθως: «6α) Οι μετοχές των ανωνύμων εταιρειών που υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού πρέπει να είναι ονομαστικές στο σύνολό τους μέχρι φυσικού προσώπου. Αν κύριος εν όλω ή εν μέρει των ονομαστικών μετοχών των ανωτέρω εταιρειών είναι άλλη ανώνυμη εταιρεία, τότε και οι μετοχές της εταιρείας αυτής είναι υποχρεωτικώς ονομαστικές στο σύνολό τους και ανήκουν υποχρεωτικώς σε φυσικά πρόσωπα. Συμμετοχή ξένου κεφαλαίου (εκτός της Ευρωπαϊκής Ενωσης) δεν μπορεί να υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τη διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 1 του νόμου αυτού ποσοστό συμμετοχής στο συνολικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Συμμετοχή ξένου κεφαλαίου (εντός ή εκτός της Ευρωπαϊκής Ενωσης) υπόκειται στις ανωτέρω υποχρεώσεις περί ονομαστικοποίησης των μετοχών μέχρι φυσικού προσώπου, υπό την προϋπόθεση ότι το δίκαιο της χώρας στην οποία έχουν την έδρα τους επιβάλλει για το σύνολο της δραστηριότητάς τους ή για συγκεκριμένη δραστηριότητα την ονομαστικοποίηση των μετοχών τους στο σύνολό τους μέχρι φυσικού προσώπου. Εφόσον υπάρχει αδυναμία ονομαστικοποίησης των μετοχών κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία έχουν την έδρα τους, προσκομίζεται σχετική βεβαίωση από αρμόδια αρχή της χώρας αυτής. Στην περίπτωση αυτή η αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται να προσκομίσει στην αναθέτουσα αρχή έγκυρη και ενημερωμένη κατάσταση των μετόχων της, που κατέχουν τουλάχιστον 1% των μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου της ανώνυμης εταιρείας. Σε περίπτωση που η εταιρεία δεν τηρεί ενημερωμένη κατάσταση μετόχων, υποχρεούται να προσκομίσει σχετική κατάσταση μετόχων που κατέχουν τουλάχιστον 1% των μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου σύμφωνα με την τελευταία γενική συνέλευση. H υποχρέωση περαιτέρω ονομαστικοποίησης μέχρι φυσικού προσώπου δεν ισχύει για τις μετοχές των εισηγμένων στα χρηματιστήρια των κρατώνμελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) εταιρειών που κατέχονται από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) οι οποίοι εποπτεύονται από Εποπτικές Αρχές-Μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς (IOSCO), υπό τους περιορισμούς των διατάξεων της περ. α της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 A'), καθώς και από εταιρείες επενδύσεων

91 90 χαρτοφυλακίου του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 A'), από πιστωτικά ιδρύματα που πληρούν τα κριτήρια φερεγγυότητας της Τράπεζας Ελλάδας, από Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, υπό την προϋπόθεση ότι τα ανωτέρω έχουν την έδρα τους σε Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του ΟΟΣΑ». 17. Το άρθρο 24 του ν. 1746/1988, όπως συμπληρώθηκε από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2206/1994 και του άρθρου 11 του ν. 2225/1994 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 3166/2003, αντικαθίσταται ως ακολούθως 1 : 1 άρθρο Οι μετοχές των ανωνύμων εταιρειών που είναι ιδιοκτήτες εφημερίδων ή περιοδικών κατά την έννοια των άρθρων 4 και 5 του α.ν. 1092/1938 «περί Τύπου», καθώς και οι μετοχές των ανωνύμων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην εκτύπωση ή στη διανομή εφημερίδων ή περιοδικών, είναι υποχρεωτικώς ονομαστικές στο σύνολό τους μέχρι φυσικού προσώπου. 2. Αν κύριος εν όλω ή εν μέρει των ονομαστικών μετοχών των ανωτέρω εταιρειών είναι άλλη ανώνυμη εταιρεία, τότε και οι μετοχές της εταιρείας αυτής είναι υποχρεωτικώς ονομαστικές στο σύνολό τους και ανήκουν υποχρεωτικώς σε φυσικά πρόσωπα. Συμμετοχή ξένου κεφαλαίου (εντός ή εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης) υπόκειται στις ανωτέρω υποχρεώσεις περί ονομαστικοποίησης των μετοχών μέχρι φυσικού προσώπου, υπό την προϋπόθεση ότι το δίκαιο της χώρας στην οποία έχουν την έδρα τους επιβάλλει για το σύνολο της δραστηριότητάς τους ή για συγκεκριμένη δραστηριότητα την ονομαστικοποίηση των μετοχών τους στο σύνολό τους μέχρι φυσικού προσώπου. Εφόσον υπάρχει αδυναμία ονομαστικοποίησης των μετοχών κατά το δίκαιο της χώρας στην οποία έχουν την έδρα τους, προσκομίζεται σχετική βεβαίωση από αρμόδια αρχή της χώρας αυτής. Στην περίπτωση αυτή η αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται να προσκομίσει στην αναθέτουσα αρχή έγκυρη και ενημερωμένη κατάσταση των μετόχων της, που κατέχουν τουλάχιστον 1% των μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου της ανώνυμης εταιρείας. Σε περίπτωση που η εταιρεία δεν τηρεί ενημερωμένη κατάσταση μετόχων, υποχρεούται να προσκομίσει σχετική κατάσταση μετόχων που κατέχουν τουλάχιστον 1% των μετοχών ή δικαιωμάτων ψήφου σύμφωνα με την τελευταία γενική συνέλευση. 3. H υποχρέωση περαιτέρω ονομαστικοποίησης μέχρι φυσικού προσώπου δεν ισχύει για τις μετοχές των εισηγμένων στα χρηματιστήρια των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) εταιρειών, που κατέχονται από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) Κρατών- Μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) οι οποίοι εποπτεύονται από Εποπτικές Αρχές-Μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς (IOSCO), υπό τους περιορισμούς των διατάξεων της περ. α της παρ. 1 και παρ. 2 του άρθρου 22 του N. 3283/2004, καθώς και από εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου του N. 1969/1991 από πιστωτικά ιδρύματα που πληρούν τα κριτήρια φερεγγυότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, από Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, υπό την προϋπόθεση ότι τα ανωτέρω έχουν την έδρα τους σε Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του ΟΟΣΑ. 1 Το Βήμα online- ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Σελ.Α50. Κωδ.Αρθρου:Β14504Α501, ID:271167, «ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΚΟ ΜΕΤΟΧΟ», 3/7/2005

92 91 Οι επενδυτές αυτής της κατηγορίας μπορούν να κατέχουν μετοχές και περισσοτέρων της μιας ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο που είναι ιδιοκτήτριες ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών σταθμών και υπό την προϋπόθεση εφαρμογής των διατάξεων της περ. α' παρ. 1 και παρ. 2 του άρθρου 22 του N. 3283/2004 ως προς καθεμία από αυτές. 4. Τράπεζες ή ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρείες, που προσφέρουν κατά τις διατάξεις του ΠΔ 350/1985, όπως ισχύει, υπηρεσίες, αναδόχου της έκδοσης των μετοχών εταιρειών που είναι ιδιοκτήτριες ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών ή επιχειρήσεων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού και εισάγονται στο Χρηματιστήριο, εφόσον καθίστανται κάτοχοι ονομαστικών μετοχών των παραπάνω εταιρειών λόγω της μη διάθεσής τους σε επενδυτές, δεν μπορούν να ασκούν το δικαίωμα ψήφου στις γενικές συνελεύσεις, ούτε να αντιπροσωπεύονται με οποιονδήποτε τρόπο σε αυτές και προβαίνουν σε σχετική δήλωση παραίτησης από την άσκηση του δικαιώματος ψήφου στις αρμόδιες χρηματιστηριακές αρχές πριν από την έναρξη της εγγραφής. Υπό τους περιορισμούς αυτούς, οι τράπεζες και οι ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρείες αυτής της κατηγορίας μπορούν να κατέχουν μετοχές περισσότερων της μιας ανωνύμων εταιρειών που εισάγονται στο Χρηματιστήριο και είναι ιδιοκτήτριες ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών. 5. Αντέγγραφο συστατικό ή αποδεικτικό κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί των ανωτέρω μετοχών υπέρ προσώ