Ίσως ο καλύτερος τρόπος να εισαχθούμε σε έναν στοχαστή είναι να τον ξεφυλλίσουμε μέχρι να βρούμε τι λέει για κάτι για το οποίο έχουμε ήδη γνώμη οπότε

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Ίσως ο καλύτερος τρόπος να εισαχθούμε σε έναν στοχαστή είναι να τον ξεφυλλίσουμε μέχρι να βρούμε τι λέει για κάτι για το οποίο έχουμε ήδη γνώμη οπότε"

Transcript

1 Ίσως ο καλύτερος τρόπος να εισαχθούμε σε έναν στοχαστή είναι να τον ξεφυλλίσουμε μέχρι να βρούμε τι λέει για κάτι για το οποίο έχουμε ήδη γνώμη οπότε αντί να ενημερωθούμε για αυτό το κάτι από αυτόν να ενημερωθούμε από το αυτό κάτι για αυτόν (αν συμφωνεί με όσα ξέρουμε θα τον κρίνουμε βάσει των επιχειρημάτων του για αυτό που ίσως είναι πρόσθετα σε όσα ήδη ξέρουμε. Αν διαφωνεί θα τον κρίνουμε βάσει των επιχειρημάτων του που ίσως δεν τα είχαμε ξαναδεί ή ξανασκεφτεί και τότε ή θα κάνουμε κριτική σε αυτόν ή αυτοκριτική). Ας πάρουμε λοιπόν σαν τέτοιο θέμα διασταύρωσης την Αρχαία Ελλάδα και ας δούμε σχετικές παραγράφους του βιβλίου «Η πόλη στην ιστορία» του Μάμφορντ:...Οι Ελληνες, φάνηκε, είχαν σε κάποιο βαθμό απελευθερώσει τον εαυτό τους απο τις εξοργιστικά εξωφρενικές φαντασιώσεις απεριόριστης δύναμης που οι θρησκεία της Εποχής του Χαλκού και η τεχνολογία της Εποχής του Σιδήρου είχαν υιοθετήσει: οι πόλεις κόβονταν πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα και απαλλαγμένες απο τους παρανοϊκούς ισχυρισμούς ημι-θείων μοναρχών με όλους τους παρελκόμενους ψυχαναγκασμούς και πειθαναγκασμούς του μιλιταρισμού και της γραφειοκρατίας. Οι Έλληνες διέλυσαν, στην πραγματικότητα ούτε καλά-καλά ανέπτυξαν, τις σκληρές διαιρέσεις κάστας και επαγγέλματος που άρχισαν με τον ίδιο τον πολιτισμό:εκεί στην αρχή είχαν την ευελιξία και την εφευρετικότητα του ερασιτέχνη μη όντας πρόθυμοι να θυσιάσουν και παρα πολλή απ την ζωή τους για ειδικευμένες ικανότητες. Καθώς αναπτύχθηκε η πόλη, τα δημοκρατικά ήθη του χωριού συχνά μεταφέρονταν και στις ειδικευμένες δραστηριότητες, με συνεχή εναλλαγή των υπευθύνων για τα διάφορα πολιτικά καθήκοντα και μια πλήρη συμμετοχή όλων σε όλες τις όψεις της κοινή ζωής...οι αποικίες δεν είχαν τον χαρακτήρα επέκτασης μεγέθους που θα άλλαζε τον τρόπο ζωής της μητρόπολης αλλά αποσκοπούσαν στο να μπορέσει να διατηρηθεί ο αρχικός τρόπος ζωής με την ίδρυση άλλης μιας πόλης σαν την αρχική όταν ο πληθυσμός της αρχικής πίεζε προς ανεπιθύμητες αλλαγές... Οι τρόποι του χωριού έκαναν του μετα-ομηρικούς Έλληνες να μην εμπιστεύονται την βασιλική εξουσία και την κεντρική αρχή. Η μυστηριώδης γοητεία της βασιλείας δεν ταίριαζε ούτε με τον τοπικισμό τους ούτε με τον έμφυτο αυτοσεβασμό τους...ο Αγαμέμνων μαλλώνει την Κλυταιμνήσρα όταν η διαχυτικότητα κάνει τα λόγια της δουλοπρεπή: «Τίμησέ με αλλά σαν άνθρωπο κι όχι σαν θεό» Οι ψευδαισθήσεις θεϊκότητας σε ηγέτες ήρθαν σαν αποτέλεσμα πολιτικής παρακμής.ακόμη και η άνοδος του ιμπεριαλισμού τον πέμπτο αιώνα παρ όλο που έκανε την Αθήνα να εκμεταλλευτεί αμείλικτα τις μικρές Ελληνικές πόλεις, δεν έφερε την παλινόρθωση της βασιλείας ούτε την επέκταση της κυριαρχίας των Ολύμπιων θεών. Ακριβώς το αντίθετο: όχι απλώς απέρριψαν οι Έλληνες την δεισιδαιμονία των ισχυρισμών της βασιλείας κάνοντας τους ηγέτες του να εξαρτώνται απο την λαϊκή υποστήριξη που έκοβε τις διαστάσεις μέχρι να γίνουν ανθρώπινες αλλά και παρέστησαν τους θεούς τους να έχουν την ίδια φτιαξιά με άλλες ανθρώπινες μορφές όπως στη ζωφόρο του Παρθενώνα ή να είναι πλάσματα στο ανθρώπινο καλούπι αλλά, ανεπαίσθητα, μεγαλύτερα σε μέγεθος.τον πέμπτο πια αιώνα έκαναν τους θεούς να μοιάζουν και λίγο γελοίοι, αν όχι και άξιοι περιφρόνησης, με το να τονίζουν τις ερωτικές τους ιδιορρυθμίες και τις αντιζηλίες τους... Για ένα διάστημα η περηφάνεια των Ελλήνων για την αδέσμευτη ανθρωπιά τους ίσως είχε και εξανθρωπιστικό αποτέλεσμα στην θρησκεία: κατέληξε, όπως επισημάινειο Gilbert Murray, στο να ηθικοποιήσει τον Όλυμπο σε μια προσπάθεια να εξυψώσει τους θεούς τουλάχιστον στο ανθρώπινο επίπεδο συμπεριφοράς και να τους κάνει να θεωρήσουν σαν ανάξια θεών τα απατεωνίστικα τεχνάσματα που ακόμα κουβαλούσαν απο τους κοσμικών διαστάσεων εγκληματίες θεούς-προπάτορές τους. Κι ο ίδιος ο Όλυμπος έπρεπε να γίνει πόλη αξιοσέβαστων πολιτών.έτσι κι ο πιο ελάχιστα θεϊκός απο τους θεούς, ο Ήφαιστος ο σιδηρουργός, βρήκε ναό κτισμένο γι αυτόν για να γιορτάζονται οι στερεές και χειροπιαστές του αρετές ως τεχνίτη δίπλα στις κατοικίες των αγγειοπλαστών και των σιδεράδων κάτω απ την ακρόπολη, ενώ ο Προμηθέας τον οποίο ο Ησίοδος είχε χαρακτηρίσει «πονηρό» έγινε στο δράμα του Αισχύλου ηθικά ανώτερος απο τον Δία. Αν και η Αθήνα είναι αυτή που προσφέρει τα περισσότερα παραδείγματα θεοποίησης της πόλης, το ίδιο πνεύμα κυριαρχούσε παντού. Ο θεός, η πόλη, και οι πολίτες έγιναν μια συμπαγώς ενοποιημένη εκδήλωση του εγώ...και μόνο όταν ο βάρβαρος Μακεδόνας Αλέξανδρος* ξεκίνησε τις κατακτήσεις του ξαναζωντάνεψαν οι πρωτόγονοι ισχυρισμοί του θείου βασιλιά... Με τα πενιχρά του υλικά αγαθά, συχνά σε επίπεδο απλώς επιβίωσης, ο Ελληνικός πολιτισμός γέννησε ένα νέο είδος «οικονομίας της αφθονίας» Αυτό που είχαν οι ελληνικές πόλεις στις καλύτερες μέρες του δεν ήταν πλεόνασμα αγαθών αλλά χρόνου, δηλαδή σχόλης ελεύθερης και ανεμπόδιστης κι όχι αφιερωμένης όπως στη σημερινή Αμερική- σε υπερβολική υλική κατανάλωση, αλλά διαθέσιμης για συζήτηση, σεξουαλικό πάθος, στοχασμό, και αισθητική απόλαυση.είναι σύμπτωση το ότι στον σύντομο Όρκο των Εφήβων, ο έφηβος ορκίζεται δυό φορές να κάνει το καθήκον του «μόνος και μετά πολλών»;η Αθήνα δεν είχε την ευρεσιτεχνία των αρετών ελευθερίας. Αυτές είχαν τις ρίζες τους στο *Ο Νιμιτς είπε να μη μαλώνουν για ιθαγένεια Μεγάλου Αλεξάνδρου η Ελλάδα και η ΠΓΔΜ γιατί έτσι κι αλλιώς ένας βάρβαρος και σφαγέας ήταν. Άρα είναι Μαμφορντικός; Θα ήταν αν πρόσθετε όπως θα δούμε ότι κάνει ο Μαμφορντ οτι οι μεγαλύτεροι βάρβαροι και σφαγείς είναι οι σύγχρονοι Αμερικανοί ιθύνοντες των οποίων τις «βιοκτονίες» (Χιροσίμα, Βιετναμ) παρομοιάζει με του Ασσουρμπανιπάλ. 1

2 χωριό, κι αυτοί που ζούν εκεί δεν συγχέουν το μέγεθος με την σπουδαιότητα. Το μοναχικό θάρρος έπαιζε ένα ρόλο που η μαζική υπακοή στις εντολές ενός ηγέτη δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί. Το τέτοιο θάρρος γεννούσε ήρωες του πνεύματος και της μάχης, συχνά μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο. Στη διαμορφωτική τους περίοδο οι ελληνικές πόλεις δεν έχασαν τη σύνδεσή τους με την ύπαιθρό τους ή με τα χωριά τους...η ανεξαρτησία και η αυτοδυναμία ήταν τόσο βαθειά χαραγμένη στην προ-ιμπεριαλιστική Ελλάδα όσο στην Εμερσονική Νέα Αγγλία: το «Η Ελλάδα και η φτώχεια είναι δίδυμες αδελφές» λεγόταν με περηφάνεια...αυτό το είδος οικονομίας της αφθονίας άνοιξε παρθένες περιοχές του νού και του πνεύματος που μόλις και είχαν μέχρι τότε εξερευνηθει, πολλώ μάλλον καλλιεργηθεί.το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μια χειμαρρώδης ανάβλυση ιδεών και εικόνων στο δράμα, την ποίηση, την γλυπτική, την ζωγραφική, την λογική, τα μαθηματικά και την φιλοσοφία, αλλά και μια συλλογική ζωή υψηλότερα ενεργοποιημένη και με ηυξημένη την ικανότητά της για αισθητική έκφραση και ορθολογική αποτίμηση, απ οτι είχε ποτέ στο παρελθόν επιτευχθεί. Μέσα σε δυο αιώνες οι Έλληνες ανακάλυψαν περισσότερα για την φύση και τις δυνατότητες του ανθρώπου απ ότι οι Αιγύπτιοι ή οι Σουμέριοι σε δύο χιλιετηρίδες. Όλα αυτά συγκεντρώθηκαν στην Ελληνική πόλη και ιδιαίτερα στην μεγαλύτερη απο αυτές, την Αθήνα...Ο Δικαίαρχος γράφει: «Ο δρόμος προς την Αθήνα είναι ευχάριστος, καθώς περνάει συνεχώς απο καλλιεργημένα χωράφια. Αλλά η πόλη έχει λειψυδρία, οι δρόμοι δεν είναι παρά άθλια σοκάκια, τα σπίτια φτωχικά με λίγα ανάμεσά τους που νάναι, απλώς, κάπως καλύτερα. Μόλις ένας ξένος φτάσει εκεί, μετά βίας θα πίστευε οτι αυτή είναι η Αθήνα για την οποία έχει ακούσει τόσα και τόσα» Το καλύτερο που μπορεί κάποιος να πεί για τα σπίτια είναι οτι τα σπίτια των πλουσίων και των φτωχών ήταν δίπλα-δίπλα και ελάχιστες διαφορές είχαν με εξαίρεση το μέγεθος και κάποιαν εσωτερική επίπλωση. Η ευγενής φτώχεια ήταν σε μεγαλύτερη εκτίμηση απ οτι ο ανέντιμος πλούτος και οι δημόσιες διακρίσεις και η οικογενειακή φήμη μετρούσαν πιο πολύ απ τον ιδιωτικό πλούτο...η έλλειψη δημόσιας υγιεινής ήταν σκανδαλώδης, σχεδόν αυτοκτονική, πράγμα που υπογράμμισε και η πανούκλα κατά τον Πελποννησιακό Πόλεμο. Για να καταλάβει κάποιος το πλήρες επίτευγμα της Ελληνικής Πόλης πρέπει να πάρει τα μάτια του απ τα κτίρια και να κοιτάξει πιο κοντά τον πολίτη που είχε κατορθώσει το μεγάλο μυστικό του Έμερσοον: «Εξοικονομείτε στα χαμηλά επίπεδα για να ξοδεύευε στα υψηλά».αυτό που θεωρούμε ατυχές εμπόδιο μπορεί στην πραγματικότητα να είναι εν μέρει υπεύθυνο για το μεγαλείο της Αθήνας.Οι Έλληνες πολίτες ήταν φτωχοί σε ανέσεις αλλά πλούσιοι σε πλήθος εμπειριών, ακριβώς επειδή είχαν παρακάμψει τόσες απο τις καθημερινές ρουτίνες και απο τους υλιστικούς ψυχαναγκασμούς του πολιτσμού. Εν μέρει το είχαν κάνει αυτό ρίχνοντας ένα μεγάλο μερίδιο του φυσικού φόρτου στους δούλους, αλλά ακόμη πιο πολύ το είχαν κατορθώσει κόβοντας απ τις καθαρώς φυσικές τους απαιτήσεις και επεκτείνοντας την περιοχή του νού. Κι αν δεν έβλεπαν την βρώμα γύρω τους ήταν επειδή η ομορφιά κρατούσε αιχμάλωτα τα μάτια τους και μάγευε τ αυτιά τους. Τουλάχιστον για τος μούσες σπίτι στην Αθήνα υπήρχε... Αυτό που διέκρινε την Ελληνική πόλη ήταν οτι κανένα μέρος της ζωής δεν ήταν αθέατο απο το μάτι ή τον νού, μόνο οι πιο μηχανικές απο τις εργασίες έμεναν μακριά απ τον πολίτη: στις περισσότερες εργασίες ο ελεύθερος δούλευε δίπλα στον δούλο, κι ο γιατρός πληρώνονταν όσο κι ο τεχνίτης. Όλα τα ανθρώπινα έργα ήταν ανοιχτά σε θέα, στην αγορά, στο εργαστήρι, στο δικαστήριο, στο συμβούλιο, στο γυμναστήριο και οτι ήταν φυσικό ήταν και αποδεκτό, το γυμνό σώμα επιδεικνυόταν περήφανα στους αθλητικές αγώνες κι ακόμη και οι πιο απεχθείς φυσιολογικές διαδικασίες δεν αποκλείονταν απ την συνείδηση. Υπο αυτή την έννοια οι Ελληνες είχαν ένα τελείως ανοιχτό πνεύμα...σχεδόν κάθε άντρας της Αθήνας έπρεπε κάποτε να λάβει μέρος σε δημόσια υπηρεσία. Εργασίες που τώρα γίνονται απο επιθεωρητές, μόνιμους γραμματείς, δικαστές κλπ γίνονταν απο απλούς Αθηναίους που τις ενάλλαζαν όλες κατά πενηνταμελείς ομάδες...σε εκατό χρόνια παίχτηκαν δυό χιλιάδες επίλεκτα θεατρικά έργα και έξι χιλίαδες νέες μουσικές συνθέσεις. Κάθε χρόνο περίπου δυο χιλιάδες Αθηναίοι έπρεπε να απομνημονεύουν τα λόγια ή να παίζουν την μουσική ή να χορεύουν σε λυρικές ή δραματικές χορωδίες. Αυτο ήταν μια διανοητική πειθαρχία κι επίσης μια αισθητική εμπειρία ανώτατης ποιότητας και μεγάλη μερίδα του μεγεμένου κοινού, φυσικά ήταν πρώην συμμετέχοντες άρα έμπειροι κριτές. Η δημόσια ζωή του Αθηναίου πολίτη απαιτούσε την συνεχή του προσοχή και συμμετοχή και οι δραστηριότητές του αντί να τον περιορίζουν σε ένα γραφείο τον πήγαιναν απ τον ναό στην Πνύκα, απ την αγορά στο θέατρο, απ το γυμναστήριο στο λιμάνι για να διευθετήσει επι τόπου ζητήματα είτε του ναυτικού είτε του εμπορίου...εκείνος ο κόσμος αέναης ποικιλίας και ζωντάνιας παρήγε και αντίστοιχα αδέσμευτα πνεύματα. Και στην τέχνη και στην πολιτική η Αθήνα είχε κατά μεγάλο μέρος υπερβεί τα αρχικά αμαρτήματα της πόλης, την ενός ανδρός αρχή, την αλληλοαπομόνωση των δραστηριότήτων, την επαγγελματική στενότητα και την γραφειοκρατικοποίηση και το έκανε αυτό για τουλάχιστον μια γενιά χωρίς να χάσει την επιδεξιότητα της ή να κατεβάσει τον πήχυ. Για λίγο, πόλη και πολίτης είχαν γίνει ένα και κανένα μέρος της ζωής δεν έμοιαζε να είναι έξω απ τις διαμορφωτικές αυτοδιαπλαστικές δραστηριότητες των πολιτών. Αυτή η μόρφωση ολόκληρου του ανθρώπου, η «Παιδεία» όπως την αποκάλεσε ο Jaeger για να την ξεχωρίσει απο μια στενότερη παιδαγωγική, ποτέ δεν βρήκε την ίση της σε εξ ίσου μεγάλη κοινότητα... Πρέπει όμως να αναζητήσουμε και αλλού τις δυνάμεις του νού που φαίνονταν έτοιμες να διαρρήξουν τα αόρατα τείχη που περιόριζαν τις νέες ιδιότητες της προσωπικότητας στον βασιλιά και τους ευγενείς του και περιόριζαν 2

3 μια γενική ανθρώπινη ανάπτυξη στην αρχαία πόλη. Για να βρούμε το ειδικό μυστικό της Ελληνικής πόλης πρέπει να ψάξουμε έξω απ τα μεγαλύτερα κέντρα.. Και αν κάποιος ήθελε να ανακεφαλαιώσει σε τρείς λέξεις τι ήταν αυτό που ύψιστα ξεχώρισε τον Ελληνική αστική κουλτούρα απο τις προκατόχους της μπορέι να πεί απλώς: Ολυμπία, Κώς. Δελφοί. Η συνεισφορά αυτών των κέντρων ήταν αυτό που ύψωσε τόσο ψηλά την οροφή του όλου ανθρώπινου επιτεύγματος.κανένα απο τα μέρη αυτά δεν παρίστανε την μεγάλη πόλη. Το καθένα αντιπροσωπεύει ένα ειδικό είδος πόλης με μια δύναμη έλξης που, επετειακά ή εποχιακά, έφερνε κοντά ανθρώπους, απο τις πιο μακρινέ ς περιοχές της Μείζονος Ελλάδας, ξαναστέλνοντάς του πίσω με τον τοπικιστικούς τους περιορισμούς αμφισβητημένους και με μια προέχουσα όψη της ζωής τους ανανεωμένη και ανυψωμένη σε ένα υψηλότερο επίπεδο.αυτό που η μεταφορά και η ανταλλαγή αγαθών πρόσφεραν στην ενεργοποίηση της καθημερινής ζωής στην πόλη της Μεσοποταμίας, οι προσωπικές επισκέψεις στην Ολυμπία, στους Δελφούς και στην Κώ το πρόσφεραν στην θρησκευτική, πολιτική, λογοτεχνική και αθλητική ανάπτυξη των Ελήννων. Η Ολυμπία ήταν σπίτι των Ολυμπιακών αγώνων, οι Δελφοί στέγαζαν τον κύριο ναό και το ιερό μαντείο του Απόλλωνα, την μια και μεγάλη ενοποιητική πολιτική και θρησκευτική επιρροή, συγκρίσιμη με του Βατικανού σε Ρωμαιοκαθολικές χώρες, ενώ η Κώς ήταν ένα απο τα μεγάλα καταφύγια υγείας όπου μια νέα ομάδα γιατρών, οι προκάτοχοι και οι συνεχιστές του Ιπποκράτη ( π.χ.) προσπαθούσαν μέσω ορθολογιστικής κατανόησης της φύσης να θεραπεύουν ασθένειες και να προάγουν την υγεία. Απο αυτά τα τρία κέντρα έρρεαν ρεύματα ζωτικής ενέργειας, που μεταδίδονταν μέσω προσκυνητών και συμμμετεχόντων που με τα πόδια ή με βάρκες μετέφεραν σε κάθε ελληνική πόλη ένα ολόκληρο ποτάμι απο ιδέες και νόρμες ζωής που υπερέβαιναν τον εαυτό.το χαρακτηριστικό έργο τέτοιων κέντρων συνεχίζονταν και σε πολλές άλλες πόλεις, η Κνίδος, η πατρίδα του Ασκληπιού, συναγωνίζονταν την Κώ,και το Απολλώνειο ιερό στην Δήλο, παρά την δύσκολη πρόσβαση δια θαλάσσης έκανε το άγονο αυτό νησάκι καταφύγιο προσκυνητών και κέντρο διεθνούς εμπορίου. Άπαξ κι έγινε η αρχή, δια-αστικοί αγώνες ξεκίνησαν και σε άλλες πόλεις που συναγωνίστηκαν την Ολυμπία: άλλες τρείς πανελλήνιες γιορτές, τα Πύθια, τα Ίσθμια και τα Νέμεα έφερναν σε επαφή Έλληνες απο κάθε μέρος της Ελλάδας μέσω των ιερών οδών, στις οποίες σε τέτοιες εποχές δεν κινδύνευαν απο επιθέσεις.. διότι η παραβίαση τέτιων προσκυνημάτων συνιστούσε πράξη ιεροσυλίας...τέτοια κινητοποίηση και συνάθροιση προμήνυε ακόμη πιο ελεύθερη κίνηση σε έναν ακόμη ευρύτερο κόσμο...μέσω της επίδρασης τέτοιων θεσμών τα πιο περιπετειώδη μέλη κάθε πόλης έρχονταν σε άμεση επαφή με άλλες πόλιες, άλλους ανθρώπους, άλλους τρόπους: και οι συμμετέχοντες ζούσαν την εμπειρία «απόσυρσης-και-επιστροφής» η οποία όπως και ο Patrick Geddes και ο Arnold Toynbee έχουν αποδείξει ιστορικά είναι ένας ουσιώδης τρόπος της ανθρώπινης ανάπτυξης...η Ολυμπία συμβόλιζε το σώμα σαν ενεργή φυσική έκφραση του ανθρώπινου πνεύματος, μέσω πειθαρχημένου παιχνιδιού. Όποια και να ήταν τα μεταγενέστερα αμαρτήματα του Ελληνικού δυϊσμού, οι κλασσικοί Έλληνες ποτέ δεν ταύτισαν την πνευματική ανάπτυξη με την απουσία σώματος, πολλώ μάλλον με την περιφρόνηση του σώματος ή με την καλογερίστικη μαζοχιστική ηδονή του εξευτελισμού του ή με το να φλερτάρουν με τις αρρώστειες. Οι Δελφοί συμβόλιζαν μέσω του μαντείου τους τον συνδυασμό του ασυνειδήτου (στα βάθη του τα προσβάσιμα μόνο με το σκοτάδι, τον ύπνο, τα ναρκωτικά, την μέθη) με την ευφυϊα που βλέπει με ανοιχτά τα μάτια της και με την πρόνοια που κοιτάει τα μακρινά: οι δίδυμοι θεοί των Δελφών, όπως μας θυμίζει ο Werner Jaeger ήταν ο Απόλλων και ο Διόνυσος, όχι μόνο ο Απόλλων της καθαρής σκέψης, που ο ίδιος ήταν σύμβολο και του ηλιακού αλλά και του πνευματικού φωτισμού. Αυτοί τους οποίους κοίμιζε η ιέρεια στους Δελφούς δέχονταν στα όνειρά τους την επίσκεψη του θεού: ίσως υπο την επήρεια υπνωτισμού ή υπνωτικού ή ίσως και αναισθητικού, αφού υπάρχει αναφορά εκείνου του κέντρου για αφαίρεση καταρράκτη απο μάτι επισκέπτη κατά την νύχτα χωρίς ο ίδιος να το ξέρει.τέτοια Δελφική ιέρεια ήταν και η Διοτίμα που πρόσταξε τον Σωκράτη να ακούει το δαμόνιό του: άρα την στιγμή που η ορθολογιστική σκέψη άφησε τον ναό για να πορευτεί ανάμεσα στις επιθέσεις που έρχονταν απο την κοινή εμπειρία στην αγορά, συνοδεύονταν απο μια ζωηρή υπενθύμιση της προ-λογικής προέλευσης και αρχής της στην σπηλιά και στην ζωική τελετουργία. Οι μεγάλοι Έλληνες τραγωδοί ποτέ δεν ξέχασαν το μάθημα αυτό. Δικαίως οι Δελφοί του Ελληνικού θρύλου, σαν την Ιερουσαλήμ των μεσαιωνικών Χριστιανικών χαρτών, κατελάμβαναν ακριβώς το κέντρο της γής. Αυτή ήταν η ακριβής θέση τους στο Ελληνικό μυαλό. Η αρχική λειτουργία του Δελφικού ιερατείου ήταν να καθορίζει την σωστή σειρά των θρησκευτικών εορτών και είναι πολύ πιθανό οτι οι Δελφοί ήδη απ τον έβδομο αιώνα προσπάθησαν, αν και χωρίς επιτυχία, να διαδώσουν στον Ελληνικό κόσμο την αναγνώρισή τους για ένα ομοιόμορφο τύπο ημερολογίου. Τέλος, η Κώς ήταν το μεγάλο κέντρο απ το οποίο εκπορεύονταν η ακτινοβολία μιας νέας αντίληψης για την υγεία: ταυτόχρονα θεραπευτήριο, νοσοκομείο και κέντρο ιατρικής έρευνας όπου όπως παρατήρησε ο George Sarton ωρίμασε η ιατρική σκέψη, αυτά τα κέντρα δεν ήταν απλώς μια συλλογή χρησιμοθηρικών κτιρίων, κατά το ήμισυ εργοστασίων και κατά το ήμισυ ξενοδοχείων όπως τα περισσότερα σύγχρονα νοσοκομεία..κατείχαν και τις ήρεμες ιδιότητες μονής: εδώ, ίσως για πρώτη φορά,η λειτουργία απόσυρσης και εσωτερικής αφιέρωσης της μονής, ξέφευγε απο τα όρια του ναού ακόμη κι ενώ κοντά παρέμενε κι ο ίδιος ο ναός του Ασκληπιού. Οι γιατροί στην Κώ γνώριζαν τις θεραπευτικές ιδιότητες της 3

4 απομόνωσης και της ομορφιάς, του χώρου και της τάξης: τοποθέτησαν το θεραπευτήριό τους σε ένα νησάκι φημισμένο για τα σταφύλια του και τις μουριές του και το ιδιαίτερα λεπτό του μετάξι, με μια πλατιά θέα πάνω απ τη θάλασσα: ένα ευγενές τοπίο απελευθερωμένο απο την ακαταστασία, την αταξία, τις οσμές και τους θορύβους της Ελληνικής πόλης. Κανείς ίσως δεν μετέφρασε αυτά τα ιδανικά τόσο αποτελεσματικά, αν και τελείως ασυνείδητα, όσο ο Henry James στο όνειρο/αλληγορία του, «Ο Μεγάλος Καλός Τόπος». Άνθρωποι ταξίδευαν εκατοντάδες μίλια ξηράς ή θάλασσας για να είναι κάτω απο την φροντίδα τέτοιων αφοσιωμένων γιατρών, που τους έδενε ο ευγενής τους όρκος και δούλευαν σε τέτοιο θεραπευτικό περιβάλλον.. Με την ίδια την πράξη απόσπασης μέσω του ταξιδιού, ο ασθενής έκανε το πρώτο του βήμα προς την αποκατάσταση, και η ψυχοσωματική ανακάλυψη των θεραπευτικών ιδιοτήτων της αλλαγής περιβάλλοντος μπορεί να υπήρξε μια συνεισφοοά της Ιιπποκράτειας παράδοσης, βασισμένη στις βελτιώσεις που οι γιατροί παρατηρούσαν στους νεοφερμένους πριν καν αρχίσουν να εφαρμόζουν τις θετικές τους θεραπείες. Μπορεί κανείς να αμφιβάλλει για το οτι η τάξη που ήλθε στις νέες πόλεις του τέταρτου αιώνα κατέγραψε σε συλλογική μορφή μερικά απ τα μαθήματα που η μεγάλη αυτή σχολή θεραπευτών και υγιεινιστών εφάρμοζε ατομικά στους ασθενείς; Εκείνη η αίσθηση χώρου και αρμονίας,της φύσης και μέσα στη φύση, και που εν τούτοις ξεπερνούσε την φύση μέσω της ανθρώπινης προσπάθειας για τάξη, άφησε το σημάδι της σε μεταγενέστερες πόλεις...στην Ολυμπία οι πόλεις συναντιόνταν, ούτως ειπείν, πρόσωπο με πρόσωπο. Και οι αγώνες ασχολούνταν με το σώμα σαν έκφραση του ανθρώπινου πνεύματος. Οι αγώνες αυτοί έφερναν σε επαφή και ποιητές και αθλητές και, τόσο οι μεν όσο και οι δε, κινητροποιούνταν να δώσουν το καλύτερό τους αφού το ακροατήριο δεν ήταν μόνο οι συμπολίτες τους αλλά και οι συγκεντρωμένοι αντιπρόσωποι μιας μεγαλύτερης κοινοπολιτείας, της ευρύτερης Ελλάδας. Με την ώθηση αυτών των αγώνων ένας νέος θεσμός μπήκε στην Ελληνική πόλη: η παλαίστρα. Και έπρεπε να βρεθεί ένας νέος τόπος γι αυτήν.συν τω χρόνω δημιουργήθηκε το γυμνάσιο, εφοδιασμένο με λουτρά, αποδυτήρια και, τελικά, αίθουσες διδασκαλίας, διότι ακολουθώντας το Ολυμπιακό προηγούμενο, το μυαλό δεν έμενε σε απάθεια και αργία λόγω πολύ βίαιας φυσικής άσκησης. Εδώ έρχονταν νεότεροι και μεγαλύτεροι για φιλική πάλη ή πυγμαχία ή αγώνες δρόμου ή ρίψεις ακοντίου και δίσκου. Απο τρία τέτοια ιερά άλση, που είχαν ήδη ιδρυθεί τον έκτο αιώνα, προήλθαν τρείς φημισμένες σχολές μάθησης, το Λύκειο, η Ακαδημία και το Κυνόσαργες...Τόσο βαθειά χαράχτηκαν μέσα τους αρχικά τα καλά της αθλητικής εντιμότητας που μερικές φορές ακόμη και οι πόλεμοι μεταξύ πόλεως έπαιρναν τη μορφή αθλητικής αναμέτρησης, παράδειγμα ένας «πόλεμος» μεταξύ Χαλκίδας και Ερέτριας τον εβδομο αιώνα στον οποίο είχε απαγορευτεί η χρήση δοράτων βελών και σφεντόνων. Αυτές οι πόλεις αναδύθηκαν απο την βαρβαρότητα και μετουσίωσαν την κτηνώδη επιθετικότητα....τα πνευματικά παράπλευρα προϊόντα αυτού του θεσμού αποδείχτηκαν όσο σημαντικά όσο τα δώρα του στο σώμα. Διότι εδώ οι νεότεροι με τους μεγαλύτερος έρχονταν σε συνεχή συντροφικότητα, όχι σαν γονείς με τα παιδιά τους, ούτε καν σαν δάσκαλοι με μαθητές τους, αλλά σαν σύντροφοι σε συζήτηση που την καθοδηγούσαν οι μεγαλύτεροι,και που την έκαναν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα και ζωντανή η διαφορά ηλικίας και η απόδραση απ την καθαρώς γονεϊκή αυθεντία και εξουσία. Μερικές φορές αυτή η οικειότητα αποδεικνύονταν ενθάρρυνση σε μια στείρα ομοφυλοφιλία με το οτι χωρίς άγχη εγκυμοσύνης προκαλούσε παθιασμένα ξεμυαλίσματα ή ξεμωράματα. Αλλά συντελούσε επίσης, όπως μας θυμίζουν οι Πλατωνικοί διάλογοι,και σε ανώτερη μόρφωση. Θα είχε ένα αυταρχικό ιερατείο να προσφέρει τίποτε ανάλογης αξίας με άλλη μέθοδο; Και εφ όσον το γυμνάσιο καλωσόριζε την φυσική άσκηση βοηθούσε να ξεπεραστεί η φυσική νωθρότητα που συχνά ήταν το τίμημα για την προσαρμογή στο περιορισμένο, καθιστικό αστικό περιβαλλον.ο ρόλος που έπαιξε το ιερό των Δελφών είναι πιο δύσκολο να περιγραφεί, ιδιαίτερα γιατί η λατρεία δεν έφησε πίσω της κανένα αναγνώσιμο αρχείο. Αν και η λατερεία του Διονύσου μπορεί να ήρθε απο πολύ μακριά, ίσως ήταν με την επικύρωση του ιερού αυτού των Δελφών, το οποίο επίσης συνεχώς έφερνε κοντά το Απολλώνειο μέτρο και την διάγεια με το Διονυσιακό σκοτάδι και την έκσταση, που το δράμα συνεπήρε την Ελληνική πόλη...το θέατρο ήταν ένας αστικός θεσμός που μπήκε στην Ελληνική πόλη περίπου τον ίδιο καιρό που μπήκε και το γυμνάσιο. Οι γιορτές απ τις οποίες ξεπήδησε το θέατρο ήταν θρησκευτικές γιορτές που από πολύ παλιά γιορτάζονταν στα χωριά, και οι ιερείς του ναού κατελάμβαναν την μπροστινή σειρά στην «ορχήστρα». Αν η Αττική κωμωδία προήλθε απο τις παλιές τελετουργίες γονιμότητας, ριζωμένες στο νεολιθικό παρελθόν, η τραγωδία πάλευε με τα προβλήματα της ανθρώπινης ανάπτυξης η οποία ανοίχτηκε απο την νέα αστική τάξη των πραγμάτων. Καθώς η ίδια η πόλη αναπτύχθηκε, το δράμα απεκδύθηκε και τις δύο αυτές πλευρές της θρησκευτικής του κληρονομιάς: την θέση των βωμολόχων τελετουργιών και των χοντροκομένων αστείων την πήρε η εγκεφαλική διασκέδαση και η σοβαρή διαπαιδαγώγηση, αλλά με σύγχρονη απώλεια της αρχικής κοσμικής προοπτικής. Την ίδια τη στιγμή που η περηφάνεια του και η πεποίθησή του έγινε υπερφίαλη ο ανθρώπινος εαυτός άρχισε να μαραίνεται και να ζαρώνει. Κομμένος απ την αίσθηση του Κοσμικού και του θείου, γινόταν όλο και πιο πολύ λεία στην χωρίς νόημα αλλαγή και στο εξωτερικό καπρίτσιο. Έτσι,στην δική του εξέλιξη το δράμα συμβόλισε την πορεία της αστικής ανάπτυξης καθώς το χυδαίο, το τετριμμένο, το ποταπό, το θεαματικό εκτόπισαν τα ιερά μυστήρια της γέννησης, της ιθαγένειας, του επαγγέλματος, του γάμου, του θανάτου. Και όμως στην μετα-τραγική του φάση, όταν η θρησκευτική του 4

5 σύνδεση έσπασε, το θέατρο παρέμεινε ένα απο τα σημάδια διάκρισης της κλασσικής πόλης που την έκαναν ορατή και στην πιο μακρινή πόλη που κτίζονταν για τους αποίκους αλλά και τους συνταξιούχους της Αυτοκρατορίας. Ακόμη και σήμερα κοντά στην Φλωρεντία,ένα ημικύκλιο απο λίθινους πάγκους που κοιτάει την κοιλάδα που απλώνεται κάτω και τα βουνά που υψώνονται πέρα, έχει συλλάβει την τελείως παγκόσμια μορφή του Ελληνικού θεάτρου και αναδίδει μια αχνή ανάσα της αρχικής κουλτούρας που την παρήγαγε. Την ομορφιά του εν τάξει χώρου μέσα σε έναν εν τάξει κόσμο. Αν ένα σημάδι του τέλους της κλασσικής πόλης είναι ο τερματισμός των Ολυμπιακών αγώνων το άλλο είναι η εγκατάλειψη του θεάτρου. Διότι μέσα στο θέατρο ήταν που ο Έλληνας πολίτης έβλεπε τον εαυτό του και υπάκουε το Δελφικό ρητό: Γνώθι Σαυτόν. Το καλύτερο απ όλα όμως ήταν, όπως μας λένε οι αμείλικτες κωμωδίες του Αριστοφάνη, οτι έμαθε να βλέπει τον εαυτό του ειρωνικά, όπως τον έβλεπαν οι άλλοι, φρονηματισμένος απο το οδυνηρό τους γέλιο. Αλλά ταυτόχρονα παρατηρούσε, στις μεγαλύτερες μορφές ηρώων και θεών, να του γνέφουν δυνητικοί εαυτοί του οι οποίοι σε στιγμές κρίσης θα τον βοηθούσαν να ξεπεράσει την μετριότητα της ασφάλειας και της συνήθειας. Η αυτοσυνείδηση και η αυτοπραγμάτωση, ακόμα και η αυτοϋπέρβαση, έγιναν τα νέα σημάδια της αστικής προσωπικότητας ή τουλάχιστον μιας αφυπνισμένης μειοψηφίας. Αλλά ακόμη πιο άμεσα και πρακτικά, οι Δελφοί επεξεργάστηκαν άλλη μια αλλαγή στην ανάπτυξη της Ελληνικής πόλης. Επειδή η θεμελίωση της πόλης ήταν για τους Έλληνες, όπως ήταν και για προγούμενους πολιτισμούς, πρώτα-πρώτα μια θρησκευτική πράξη, οι Δελφοί φυσικά ανέλαβαν την ηγεσία των νέων θεμελιώσεων. Και ιδίως στις αρχική περίοδο αποικισμού, ο Πύθιος Απόλλων έδινε ειδικές συμβουλές που έστελναν νέες αποικίες προς κάθε κατεύθυνση, υπο την αιγίδα του ίδιου του Απόλλωνα. Λίγες πολιτείες μόνο θα ανελάμβαναν τέτοιο εγχείρημα χωρίς να συμβουλευθούν το μαντείο. Κι έτσι την στιγμή που η αύξηση του πληθυσμού θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε συμφόρηση μέσα στην πόλη, σε τυχαία μετανάστευση, ή σε διαμάχες για αρώσιμη γή στις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, οι Δελφοί, θέλοντας και μη, αντιμετώπισαν το πληθυσμιακό πρόβλημα και διεξήγαγαν ένα πρόγραμμα οργανωμένης διασποράς. Μέσω αυτού του προγράμματος οι φύλακες του ναού, ελάττωσαν και τον οξύ οικονομικό ανταγωνισμό και τους κατακτητικούς πολέμους, ενώ άπλωσαν τον Ελληνικό πολιτισμό και την Ελληνική πόλη στις αραιοτοποθετημένες κοινότητες των χωριών της περιφέρειας. Ο έλεγχος της αύξησης της πόλης με αποικισμό εν τάξει και επαναλαμβανόμενο όσο συχνά όσο απαιτούσαν οι αριθμοί, ήταν η πρώτη πρακτική αναγνώριση ενός οργανικού ορίου στην αύξηση της πόλης. Κατά τον αιώνα που ασκήθηκε με την μέγιστη ευρύτητα, όταν το μέτρο κρατήθηκε, η Ελληνική πόλη αποδείχθηκε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβαλλον για ανθρώπινη ανάπτυξη. Το Δελφικό δόγμα της χρυσής τομής ίσχυσε για τις πόλεις όσο και για τους ανθρώπους. Ας σημειώσουμε οτι η αποικιακή αυτή κίνηση ήλθε απο θρησκευτική πεποίθηση και πειθώ και απο εκούσια ανάληψη δράσης: όχι απο κεντρικοποιημένο στρατιωτικό έλεγχο. Αυτός ήρθε κάτω απο τον Μεγάλο Αλέξανδρο, όταν η θρησκευτική αυθεντία είχε καταρρεύεσει και όταν οι πολιτειακοί κανόνες μέτρου είχαν εξαφανιστεί. Η Κώς, η Κνίδος και η Επίδαυρος δεν ήταν λιγότερο απο τους Ολυμπιακούς αγώνες ή απο το ιερό των Δελφών, σύμβολα της Ελληνικής μέριμνας για ολότητα, ολοκλήρωση και ισορροπία. Και το μάθημα που έδωσαν έπαιξε ρόλο στην μετέπειτα πολεοδομία αν και δεν έχει αφομοιωθεί πλήρως ούτε καν σήμερα.ένα απο τα πιο φημισμένα Ιπποκρατικά δοκίμια είναι επι του θέματος «Αέρας, Νερό, και Τόποι», ένα έργο το οποίο κατέγραψε σκιαγραφήσεις δημόσιας υγιεινής σε σχέση με την επιλογή τόπων και με τον σχεδιασμό πόλεων. Αν η αγάπη των Ελλήνων για το συγκεκριμένο αντικείμενο έκανε αυτούς τους οξυδερκείς γαιστρούς να παραβλέψουν δυνάμεις και οργανισμούς κάτω απο το κανονικό κατώφλι όρασης έτσι ώστε, απ ότι φαίνεται ποτέ να μην υποπτευθούν οτι οι ασθένειες μπορεί να μεταβιβάζονται μέσω αοράτων δραστών, εν τούτοις έδωσαν όλη την δέουσα προσοχή σε πράγματα που είναι πιο εύκολο να ανακαλυφθούν και να αντιμετωπιστούν: τον προσανατολισμό κτιρίων και δρόμων της πόλης έτσι που να αποφεύγουν τον καλοκαιρινό ήλιο και να συλλέγουν τους δροσιστικούς ανέμους, την αποφυγή ελωδών εδαφών και του ανθυγιεινού περιβάλλοντος, την εξασφάλιση καθαρών πηγών νερού σαν υπόθεσης διπλά αναγκαίας για την περίπτωση ασθενών.αυτά δεν είχαν άμεσο αποτέλεσμα στην πόλη αφού ήταν ευκολότερο για όσους ήταν πλούσιοι ή διέθεταν ελεύθερο χρόνο να επισκέπτονατι ένα μακρινό θεραπευτήριο όταν ήταν άρρωστοι και δυσκολότερο για μια κοινότητα να παράσχει το κεφάλαιο που θα χρειαζόταν για μεγάλα έργα μηχανικής που θα έφερναν νερό απο τους λόφους...βαθμιαία οι Ιπποκράτειες εντολές θα έφερναν στην πόλη νερό για να πίνουνε και για να πλένονται οι κάτοικοι...μια φάση της υγιεινής, όμως, περιέργως απουσιάζει: η ιατρική σχολή δεν άφησε αναφορές στην σωστή απομάκρυνση περιττωμάτων. Τέτοιες ήταν λοιπόν οι αποφασιστικές συνεισφορές που η περιοδική ευρύτερη συνάθροιση των Ελλήνων σε ειδικά κέντρα έκανε στον πολιτισμό των πόλεων : το γυμνάσιο, το θεραπευτήριο και το θέατρο. Και όχι μόνο έδωσαν νέο καλούπι στην μορφή της πόλης: το καθένα τους έδωσε κι ένα κίνητρο για ευρύτερη κυκλοφορία και πνευματική ανταλλαγή με ταξίδι και προσκύνηση. Αυτό ήταν μια Πανελλήνια επίδραση...οι άνθρωποι που το τολμούσαν, λίγοι-λίγοι ή κατά ποταμούς, και που πήγαιναν στην Ολυμπία, στους Δελφούς, στην Κώ και στις αδελφές τους πόλεις αποσπούσαν τον εαυτό τους απο τον κλεισμένο στον εαυτό του κόσμο της πόλης. Γίνονταν μέλη μια μεγαλύτερης ενότητας την οποία έφερνε κοντά όχι η περιχαράκωση κι ο εγκλεισμός με τείχη αλλά μια ζωηρή έλξη. Στα σημεία 5

6 συνάντησης ξεπερνούσαν τον ιδιαιτερισμό και τον τοπικισμό της γενέτειρας του καθενός τους και ατένιζαν έναν ευρύτερο ορίζοντα. Οι ιερές οδοί απο την Ηλεία στην Ολυμπία ή απο πολλά άλλα μέρη στους Δελφούς, γίνονταν οι ορατοί δεσμοί της ενότητας αυτής. Δυνάμει, αυτές οι πρακτικές είχαν μέσα τους την βάση για ένα νέο είδος αστικής πολιτείας, βασισμένης σε ομόσπονδη οργάνωση που θα λειτουργούσε πάνω σε ευρύτερες περιοχές, όχι με κεντρικοποιημένη διεύθυνση αλλά μέσω εκουσίων συναλλαγών και αμοιβαίων υπηρεσιών. Αν αυτές οι προσπάθειες είχαν κατανοηθεί πιο βαθειά και εκτιμηθεί πιο συνειδητά απο τους πολιτικούς στοχαστές της Ελλάδας έστω και αργά, στον τέταρτο αιώνα, μπορεί ακόμα να είχαν καταφέρει να αφήσουν το σημάδι τους στην πόλη. Αλλά η Ελληνική πρακτική ήταν πολύ πιο μπροστά απο την Ελληνική θεωρία: όντως, η θεωρία τόνιζε το χωριστό, το ιδιαίτερο, το στατικό,, το αρχαϊκό, και παραμελούσε τις νέες τάσεις για δυναμική πολιτισμική επαφή και πολιτική ομοσπονδία. Ο Αριστοτέλης εξέτασε τα συντάγματα 158 Ελληνικών πόλεων, το καθένα αρκετά διαφορετικό για να αξίζει χωριστή ανάλυση, αλλά δεν έχει καταγραφεί να είχε στρέψει την προσοχή του στις προσπάθειες δημιουργίας ενός γενικού συνασπισμού παρ όλο που αυτές είχαν αρχίσει ήδη απο τον έκτο αιώνα και πριν η Ρώμη εξαφανίσει το τελευταίο ίχνος Ελληνικής ελευθερίας, η Ελλάδα επρόκειτο να παράγει κάπου είκοσι τέτοιες συνομοσπονδίες. Διορατική είνα η παρατήρηση του McDonald.οτι η πλειοψηφία τους είχε την αρχή της σε κάποια κοινή θρησκευτική γιορτή...πολύ καθυστερημένα εισήχθησαν δύο νέες επινοήσει αστικής διακυβέρνησης, η ισοπολιτεία με την οποία μια πόλη έδινε την ιθαγένειά της σε κατοίκους μιας άλλης πόλης ενώ έμεναν χωριστές και αυτοδιευθυνόμενες, και στην συμπολιτεία με την οποία μια πόλη γινόταν μέρος μιας συνεργαζόμενης ομάδας κάτω απο μια συντονίζουσα αρχή με τον κάθε πολίτη να εκφράζει διπλή πίστη. Σε έναν ειρηνικό κόσμο αυτές οι προσπάθειες ίσως να είχαν πολλαπλασιαστεί και καρποφορήσει.ακόμη κι αυτοί των οποίων η γνώση για την Ελλάδα είναι όσο εξονυχιστική όσο του Τόϋνμπη έχουν την τάση να αποδίδουν την διαιρετικότητα των ελληνικών πόλεων στην τοπογραφική τους τοποθέτηση, στην ζήλεια και την αντιζηλία, ή στο ναρκισσιστκό τους ξεμυάλισμα με την ίδια τους την εικόνα. Το οτι όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους είναι αναμφισβήτητο: αλλά το γεγονός οτι έγιναν τόσες προσπάθειες για ομοσπονδία δείχνει την ύπαρξη και αντιθέτων τάσεων. Η πρώτη ομοσπονδία για την οποία ο J.A.O.Larsen βρίσκει επαρκείς περιγραφές (μετά τον τον πάπυρο του Οξυρύγχου του 1908) είναι η Βοιωτική συμπολιτεία (της περιόδου π.χ ) Ί σως αυτή η καινοτομία να ευνοήθηκε απο την απουσία ορεινών εμποδίων και μεγάλων πόλεων σε εκείνη την πλατειά και εύφορη πεδιάδα, αλλά, παρά τις Αττικές διαδόσεις για διανοητική αμβλύτητα,η Βοιωτία όντως δημιούργησε ένα καλοοργανωμένο ομοσπονδιακό σύστημα με.μεγάλο συμβούλιο αντιπροσώπων, ταμείο ομοσπονδιακό δικαστήριο...και μπόρεσε να επιβάλει ομοιόμορφες τοπικές κυβερνήσεις στις πόλεις μέλη. Ολικά, μια λαμπρή καινοτομία. Αυτή η επίτευξη αντιπροσωπευτικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης με συνδυασμόκαι ένωσης και τοπικής αυτονομίας ήταν πολιτική εξέλιξη όχι μικρού μεγέθους. Αυτό που την έκανε να αποτύχει δεν ήταν ο άσπονδος τοπικισμός των Ελληνικών πόλεων, κάτι που ήταν μοιραία εγγενές στον χαρακτήρα τους...αντίθετα, αυτό το ομοσπονδιακό σύστημα ανατράπηκε με μια κτηνώδη ειδική πράξη, την «Ειρήνη του Βασιλέως» του 386 η οποία όριζε οι Ελληνικές πόλεις να είναι «ελεύθερες», πράγμα που σήμαινε, υπο την Σπαρτιατική διοίκηση, οτι δεν ήταν ελέυθεροι να ενώνονται μαζί σε μια ομόσπονδη ένωση. Όλα αυτά έγιναν πριν ο Δημοσθένης προσπαθήσει να συγκεντρώσει τις πτοημένες πόλεις που αντιμετώπιζαν τον Φίλιππο της Μακεδονίας. Αν ο Βοιωτικός ομοσπονδισμός είχε κυριαρχήσει ενάντια στον Σπαρτιατικό απομονωτισμό ίσως οι πόλεις της Ελλάδας να είχαν αποκρούσει το μοιραίο πλήγμα στη Χαιρώνεια. Αν η δύναμη και η αυτοπεποίθηση των Ελληνικών πόλεων δεν είχε καταστραφεί ολοσχερώς απο την σειρά πολέμων που άρχισαν μεταξύ τους, τότε οι μετέπειτα προσπάθειές τους για ομοσπονδία, κατά μέγα μέρος γεννημένες πλέον απ την απελπισία, ίσως τους είχαν δώσει μια καλύτερτη ευκαιρία εναντίον των αυτοκρατοριών που τελικά τις σάρωσαν και τις σκέπασαν. Αλλά η ευρύτερη έννοια ομόσπονδης αστικής πολιτείας, που θα είχε επανορθώσει και τις αποτυχίες του αστικού απομονωτισμού και τις αποτυχίες της ιμπεριαλιστκής πολιτικής και πολιτισμικής επέκτασης, ποτέ δεν είχε αρκετά μακρόβια σταδιοδρομία για να προλάβει να δημιουργήσει ένα ριζικά νέο μοντέλο πολιτικής ζωής. Ο πόλεμος τράβηξε την πόλη πίσω στην παλινδρόμηση του μοντέλου των παλιότερων βασιλεο-κεντρικών πόλεων, και τελικά μόνο ελάχιστα ίχνη της ανεξαρτησίας και αυτονομίας τους δεν απαλείφθηκαν απ αυτόν. Κι έτσι ήταν σαν πρόσφυγες, υπήκοοι, και δούλοι, όχι ως ελεύθεροι πολίτες που οι Έλληνες τελικά μετέφεραν τα μαθήματα της Ολυμπίας, των Δελφών και της Κώ στον υπόλοιπο κόσμο... Για μια σύντομη γενιά στην Αθήνα, οι τρόποι των θεών, οι τρόποι της φύσης και οι τρόποι των ανθρώπων είχαν πλησιάσει σε ένα κοινό σημείο: φάνηκε σαν να μπορούσαν να ξεπεραστούν οι καθηλώσεις και ακινητοποιήσεις, οι εκτροπές και διαστροφές που είχαν σφηνωθεί στους ίδιους τους δομικούς λίθους της αρχαίας πόλης...υπαρκτές, κι όχι απλώς έργα γλυπτών σαν τον Φειδία, μορφές ενός νέου ανθρώπινου ιδεώδους είχαν σχηματιστεί, στην πραγματικότητα του ιδεώδους της πλήρως ανεπτυγμένης προσωπικότητας σε κάθε κρίσιμο στάδιο της ζωής: κι αυτό δεν ήταν παρά μια αποκρυστάλλωση μιας πιο ζωντανής στιγμής που η ίδια η ζωή προηγουμένως κρατούσε ακόμα σε μορφή διαλύματος: Στη γενιά που είχε αποκρούσει την Περσική εισβολή, μια νέα ιδέα ολοκλήρωσης του ανθρώπου κατέλαβε την κοινωνία αυτή και διαπότισε την κάθε 6

7 ζωή. Στις δραστηριότητες της πόλης, αν όχι και σ ολη την αρχιτεκτονική της επίπλωση, η ανθρώπινη φύση σηκώθηκε ξαφνικά σ ένα νέο ανάστημα. Το νέο ιδεώδες ολότητας, ισορροπίας, συμμετρίας, αυτοπειθαρχίας, ενσαρκώθηκε σε δυο ανθρώπους που οι αλληλοκαλυπτόμενες ζωές τους καλύπτουν το πέμπτο αιώνα: Στον Σοφοκλή και τον Σωκράτη. Και όχι κατά σύμπτωση, ο καθένας με τον δικό του τρόπο ήταν μεγάλος καλλιτέχνης του διαλόγου. Διότι μέσω της πάλης και της αντίθεσης, κι όχι απλώς μέσω της σύμμετρης ανάπτυξης, ο καθένας τους σηκώθηκε στο πλήρες του ύψος.ο Σοφοκλής όμορφος στο σώμα και στο πρόσωπο, μπροστά και στο χορό, έμπειρος και στον πόλεμο ως στρατηγός, συνέχισε και μετέδωσε μέσα απο τις τραγωδίες του την νέα μορφή δράματος που ξαφνικά είχε απελευθερωθεί απο το αρχαίο τελετουργικό του χωριού. Να ένας άνθρωπος σαν κι αυτον του οποίου ο Σόλων ήταν προμήνυμα, αδέσμευτος απο όλες τις ζηλότυπες προκαταλήψεις της εξουσίας. Ο Σοφοκλής ήταν το αντίθετο του αρχετυπικού σπεσιαλίστα, του σακατεμένου, τεμαχισμένου ανθρώπου, που διαμορφώθηκε στο καλούπι του πολιτισμού να εκπληρώσει τον μικρό του ρόλο και να υπηρετήσει με αφοσίωση σαν του μυρμηγκιού τις ανάγκες της κυψέλης. Τελείως αντίθετα, να μια προσωπικότητα ικανή να αντικρύζει την ζωή σε όλες της τις διαστάσεις, ακόμη και στους πιο μανιασμένους της παραλογισμούς και στους πιο σκοτεινούς ψυχαναγκασμούς της: σαν στο σπίτι του σε κάθε περιβάλλον, στο ύψος κάθε περίστασης, έτοιμος να αναλάβει ηθική ευθύνη για τις επιλογές του ακόμα κι αν όλόκληρη η κοινότητα τον αντιστρατευόταν. «Και μόνος και μετά πολλών». Δίπλα στον Σοφοκλή στέκεται η διαφορετική μορφή του νεότερου εκ των δύο, του Σωκράτη που, κάθε άλλο παρά όμορφος παρομοιαζόταν στα γεράματα με τον Σειληνό, με την μύτη προς τα πάνω αλλά με υπέροχο φυσικό πλαίσιο και με κράση αδιαπέραστη απο τις κακουχίες του κλίματος ή των πολέμων, με κεφάλι που δεν έχανε την ψυχραιμία του στην μάχη ούτε την διαύγειά του στο κρασί όταν οι συμπότες του ήδη τρίκλιζαν. Εσωστρεφής και εξωστρεφής, ικανός και για μοναχική διανοητική έκσταση και για ατελείωτο ερευνητικό διάλογο. Σαν πολλούς άλλους ελεύθερους πολίτες ήταν τεχνίτης, λιθοξόος, και είχε και γονεις που εργάζονταν κι οι δύο, λιθοξόος ο πατέρας του, μαία η μητέρα του, μα ήταν σαν στο σπίτι του σε κάθε μέρος της πόλης: αθλητής με τους αθλητές, στρατιώτης με τους στρατιώτες, στοχαστής με τους στοχαστές. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν παρά δύο εξέχοντες αντιπρόσωποι της νέας πόλης, που ήταν λανθάνουυσα σαν ιδέα αλλά ποτέ δεν είχε επαρκώς πραγματοποιηθεί σε μάρμαρο. Δεν ήταν μόνοι για τί περιβάλλονταν απο ανθρώπους ιδίων διαστάσεων, μορφές σαν τον Αριστείδη, τον Αισχύλο, τον Θεμιστοκλή, τον Θουκυδίδη, τον Ευρυπίδη, τον Πλάτωνα. Με την ύπαρξή τους και μόνο τα πνεύματα αυτά ήταν μια μαρτυρία για την ξαφνική μετάλλαξη που παρήγαγε ανάμεσα σε λίγα εκατομμύρια ανθρώπων μέσα σε λιγότερο απο δύο αιώνες μια πολύ πλουσιότερη άνθιση ανθρώπινης μεγαλοφυϊας καταγραμμένης οπουδήποτεστην ιστορία εκτός ίσως απο την αναγεννησιακή Φλωρεντία...Όταν πέρασε αυτή η στιγμή τα κτίρια άρχισαν να παίρνουν την θέση των ανθρώπων, και διακαώς μεν αλλά ματαίως έψαξαν οι φιλοσοφοι και εκπαιδευτές απο τον Πλάτωνα ως τον Ισοκράτη να βρούν το μυστικό που δημιούργησε τους τέτοιους πολίτες, η δε απάντηση που δόθηκε απ τον ίδιο τον Πλάτωνα έδειξε μόνο το θάρρος της απόγνωσής του..και ποτέ δεν υποπτέυτηκε οτι η Αθήνα του Σόλωνα και του Θεμιστοκλή η ίδια ήταν μεγαλύτερο σχολείο απο οποιαδήποτε φανταστική κοινοπολιτεία ήταν ικανός να δημιουργήσει στο μυαλό του, αυτή η ίδια με την κάθε της δραστηριότητα, κάθε δημόσιο καθήκον, κάθε τόπο συνάντησης και κάθε συνάντηση..(η αφελής ουτοπία στην οποία παλινδρόμησε ο Πλάτων, θα ήταν μια πόλη στην οποία ο Σωκράτης θα είχε γίνει λιθοξόος αλλά ο Πλάτων δεν το συνειδητοποίησε αυτό..μέχρι σήμερα αυτό που μας έσωσε απο αυτό το όνειρο του Πλάτωνα ήταν η τεχνολογική μας αθωότητα και ανικανότητα αλλά τώρα που έχουμε τα μέσα να πραγματοποιήσουμε την φιλοδοξία του αυτή χωρίς να έχουμε ακόμη βυθομετρήσει τις φοβερές της συνέπειες καλά θα κάναμε να ξαναεξετάσουμε την προοπτική αυτή. Η κυβερνητική, η ψυχιατρική, η τεχνητή γονιμοπόιηση, η χειρουργική και χημειοθεραπεία δίνουν την δυνατότητα δημιουργίας υπάκουων αυτόματων...άλλος ένας αιώνας τέτοιας «προόδου» μπορεί να προκαλέσει ανήκεστο βλάβη στο ανθρώπινο είδος. Αντί να δημιουργηθεί σκόπιμα ένα περιβάλλον πιο αποτελεσματικό απο την αρχαία πόλη για να φέρει στην επιφάνεια τον μέγιστο αριθμό ανθρώπινων δυνατοτήτων και το μέγιστο ποσό σημαντικής πολυπλοκότητας οι παρούσες μας μέθοδοι θα εκλειάνουν τις διαφορές και θα ελαττώσουν τις δυνατότητες, για να μπορέσουν έτσι να παράγουν μια κατάσταση άνοης μη-συνείδησης στην οποία οι χαρακτηριστικές λειτουργίες του ανθρώπου θα εκτελούνται απο μηχανές. Τότε, ακόμα κι αν μείνουν αχρησιμοποίητα τα διαβόητα πυρηνικά και βακτηριολογικά όπλα που ήδη απειλουν με γενικευμένη εξολόθρευση, ο ιστορικός άνθρωπος που ζεί στον πολιτισμικό χρόνο και χώρο και που έχει μνήμες και προσδοκίες και κάνει επιλογές, θα εξαφανιστεί)... Οι Έλληνες πρόσθεσαν μια νέα συνιστώσα στην πόλη, άγνωστη σε προηγούμενους πολιτισμούς και επικίνδυνη σε κάθε σύστημα αυθαίρετης δύναμης ή μυστικής εξουσίας: έφεραν στο προσκήνιο τον ελεύθερο πολίτη. Σαν τους μοναχικούς ήρωες του Σοφοκλή ήταν ο ίδιος ένας βασιλιάς αν όχι και θεός, δρώντας μόνος και αναζητώντας πώς χρησιμοποιώντας την νοημοσύνη του θα «σηκώσει το χέρι του πάνω απ τη μοίρα»...και ξανακατέκτησε την θέση που είχε στον πολιτισμό των χωριών, το να είναι πρώτα άνθρωπος, προικισμένος με κάθε ανθρώπινη διάσταση, στον οποίο κάθε μέρος της ζωής ήταν ανοιχτό και προσβάσιμο. Και ήταν με την ικανότητά της να διατυπώσει το ιδανικό εκείνο, όχι με την αποτυχία της 7

8 να το πραγματώσει, που Ελληνική πόλη μας έκανε και ακόμα την μετρούμε με τον δέοντα τρόπο...ο Επιτάφιος του Περικλή με μια προσηνή μάσκα μετριοπάθειας και μετριοφροσύνης είναι ένας ύμνος αυτάρεσκης αυτολατρείας: τα ιδανικά που ακόμη μόνο μερικώς είχαν πραγματοποιηθεί θεωρήθηκαν στερεές πραγματικότητες, και αδικίες που χειροπιαστότατα είχαν πραγματοποιηθεί μόλις που αναφέρθηκαν και χωρίς καμία μεταμέλεια. Το χρήμα με το οποίο πληρώθηκαν τα έργα του Παρθενώνα και αντιμετωπίστηκε η ανεργία του πλεονάζοντος πληθυσμού στην Αθήνα ήταν χρήμα ματωμένο*.. Η Αθήνα διέπραξε κατάφωρες αδικίες και άσκησε μεθοδευμένη τρομοκρατία στους πιο αδύνατους γείτονες και συμμάχους της. Αυτό κορυφώθηκε με την γενική εξόντωση των κατοίκων της Μήλου παρά το οτι παραδόθηκαν... Ανάμεσα στην ντομπροσύνη του Σόλωνα που απέβαλε σαν λερωμένο ρούχο την πολιτική εξουσία που είχε συγκεντρωθεί στα χέρια του και στην δολιότητα του Περικλή που χρησιμοποίησε τις λέξεις που είχαν υφάνει οι πράξεις ελεύθερων ανθρώπων για να κρύψει μια πολιτική «αποικιακής» εκμετάλλευσης*, υποδούλωσης και ανελέητης εξολόθρευσης ανάμεσα σε αυτά τα δύο πολικά αντίθετα μεσολάβησε λίγότερο απο ένας αιώνας. Αλλά στο διάστημα αυτό η Αθήνα ήταν όσο πλούσια σε πολίτες όσο καμιά πόλη πριν...αλλά ενώ δημιούργησε μια πολιτιστική κληρονομιά για την οποία της οφείλει αιώνιο χρέος κάθε επόμενη εποχή..επέλεξε να δράσει βασιλικά ανάμεσα στις λιγότερο σημαντικές απ αυτήν πόλεις και να ζητήσει με τυρρανικό τρόπο φόρους για να τους παρέχει προστασία. Τα περιττώματα του παλιού πολιτισμού-ο πόλεμος, η εκμετάλλευση, η υποδούλωση, η μαζική εξόντωση πισωγύρισαν στην Αθήνα σαν απο αρχαίο βόθρο. Τελικά αυτές οι δυνάμεις υπερφαλάγγισαν ένα κίνημα προς μια ευρύτερη αδελφικότητα με πιο ανθρώπινους σκοπούς που ήδη γινόταν ορατή τον έβδομο αιώνα. Αν οι διανοητικοί ηγέτες της Ελλάδας είχαν πλήρως συλλάβει τις συνέπειες αυτής της παγκοσμιότητας ίσως να είχαν απελευθερώσει τον αστικό πολιτισμό απο το χρόνιό του μπέρδεμα με την πρακτική ανθρωποθυσιών για διεστραμένους και παράλογους σκοπούς...ο ρόλος της πόλης ήταν αξιοθαύμαστος: κάθε της μέρος είχε πάρει ζωή μέσα στο πρόσωπο κάθε πολίτη, τελετές ναών μεταμορφώνονταν σε τραγωδίες και χάχανα απο χοντρά αστεία και βωμολοχίες στην αγορά μεταμορφώνονταν σε σατιρικές κωμωδίες, το γυμναστήριο /γυμνάσιο γινόταν Πλατωνική Ακαδημία ή Λύκειο του Αριστοτέλη,ή το Κυνόσαργες του Αντισθένη, ένα πραγματικό πανεπιστήμιο όπου η μάθηση γινόταν κοινωνικά υπεύθυνη και δένονταν με ένα ηθικό σύστημα που είχε γίνει και αυτοκριτικό και λογικό. Αλλά εκείνη η εσωτερική ενοποίηση δεν παρήγαγε ποτέ κάποια εξωτερική μορφή που να αντανακλούσε και να συντηρούσε σε ίσο βαθμό τη ζωή που το είχε φέρει στην ύπαρξη..η λατρεία του θεσμού και του ρόλου της πόλης ήταν εμπόδιο στην περαιτέρω ανάπτυξη..κανένας θεσμός, είτε η πόλη είτε ο παπισμός δεν μπορεί να διεκδικήσει μέσα του την πλήρη τελειότητα την άξια λατρείας. Στον διχασμό μεταξύ φυσικής φιλοσοφίας που θεωρούσε τον Κόσμο σαν διαδικασία χωριστή απ τον άνθρωπο και της ανθρωπιστικής σοφίας που θεωρούσε τον άνθρωπο ικανό να υπάρξει σε ένα αυτάρκη κόσμο έξω απ τον Κόσμο, οι παλιότερες ενοράσεις στην κατάσταση του ανθρώπου που ήταν αληθέστερες αν και πιο συγκεχυμένες, κατά μεγάλο μέρος χάθηκαν. Ακόμη και στον Σωκράτη, τον Πλατωνικό τουλάχιστον, οι περιορισμοί της λατρείας της πόλης έγιναν φανεροί στο σημείο ακριβώς που θα έπρεπε να εκλείψουν ανταποκρινόμενοι στην κριτική...στον «Φαίδρο» ο Σωκράτης δηλώνει πως τα άστρα, οι πέτρες και τα δέντρα δεν έχουν τίποτα να του διδάξουν : θα μπορούσε να μάθει όλα όσα θέλει απο την συμπεριφορά «των ανθρώπων στην πόλη»...ακόμα κι οι Βαβυλωνιακές προλήψεις για συσχετισμούς κινήσεων των άστρων με ανθρώπινα συμβάντα ήταν πιο κοντά στην αλήθεια απο τον Ελληνικό ορθολογισμό στην προϊουσα διάσπαση μεταξύ ανθρώπου και φύσης, πόλης και κόσμου. Το «γνώθι σαυτόν» που συμβούλευε ο Σωκράτης είναι το να γνωρίζεις οτι δεν είσαι ένας αποσωματοποιημένος νούς ή ένας περιτειχισμένος πολίτης αλλά ένα ακέραιο μέρος ενός περιβάλλοντος Κόσμου που επιτέλους σπιθίζει απο αυτοσυνείδηση. Ούτε η Ελληνική πόλη ούτε ο Ελληνικός κόσμος δεν πήραν πλήρως το μέτρο του *Όπως και στην υποσημείωση της σελ. 346 περί Αλέξανδρου, τις κατηγορίες του και για τον Περικλή ο Μάμφορντ τις έχει επαναλάβει στο πολλαπλάσιο για τους Αμερικανούς ιθύνοντες. Π.χ. λέει (τον καιρό του Βιετνάμ) ότι αυτό που θα πει δεν είναι προφητεία αλλά περιγραφή πράγματος που ήδη συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας και ρωτάει πόσο καιρό μπορεί να διαρκέσει η φυσική δομή μιάς προχωρημένης τεχνολογίας όταν τα ανθρώπινα θεμέλιά της καταρρέουν. Λέει ότι όλα αυτά συνέβησαν τόσο ξαφνικά που πολλοί δεν έχουν ακόμα καταλάβει ότι καν συνέβησαν. Και όμως μέσα σε μια γενιά έφυγε το έδαφος, ανθρώπινοι θεσμοί και ηθικές πεποιθήσεις που για να επιτύχουν μιά μίνιμουμ αποτελεσματικότητα είχαν χρειαστεί χιλιάδες χρόνια, έχουν εξαφανιστεί μπροστά στα μάτια μας τόσο πλήρως που η επόμενη γενιά μόλις και μετά βίας θα μπορεί να πιστέψει ότι είχαν ποτέ υπάρξει. Επίσης αναφέρεται στην αφοσίωση εγκληματικών ιθυνόντων με παιδαριώδεις παροξυσμούς σε έναν πόλεμο που δεν μπορούν να ολοκληρώσουν, με οπλοβιομηχανίες που δεν μπορούν να ελέγξουν για σκοπούς που δεν μπορούν να επιτύχουν. Και θεωρεί τις ατομικές βόμβες που ρίχτηκαν στην Ιαπωνία όπως και τα αποφυλλωτικά που ρίχτηκαν στο Βιετνάμ «βιοκτονίες» όπως το αλάτισμα των αγρών που έκαναν οι Ασσύριοι (μετά το κάψιμο των πόλεων και τις τεχνητές πλημμύρες μέσω εκτροπής αρδευτικών καναλιών, για ολοσχερή καταστροφή πόλεων) για να μην ξαναφυτρώσει τίποτα και να πεθάνουν από ασιτία όσοι είχαν επιβιώσει. 8

9 ανθρώπου: και τα δυο συνελήφθησαν σε μια στατική εικόνα που ούτε χρόνο επέτρεπε ούτε οργανική ανάπτυξη.κάνοντας την πόλη θεό τους οι Έλληνες γενικά και οι Αθηναίοι ειδικά έχασαν την επαφή με το μεγαλύτερο δώρο της θεότητας του να υπερβαίνονται φυσικοί περιορισμοί και να δείχνονται σκοποί πέραν οποιασδήποτε άμεσης εκπλήρωσης...ο πολίτης του πέμπτου αιώνα δεν βρήκε τρόπο να συνεχίσει την διαδικασία άνθισης των ανθρώπινων δυνατοτήτων, και αναζητούσε μόνο να ταιριάζει στο καλούπι που είχε ήδη κατορθωθεί. Η πόλη δεν μπορούσε να γίνει κόσμος και ένας κόσμος που δεν χωράει αλλαγές, για υπέρβαση και μεταμόρφωση/μετασχηματισμό, δεν μπορούσε να παράγει μια υψηλότερη τάξη στην πόλη...ο Αριστοτέλης δεν παρέβλεψε τον ρόλο του χρόνου και μάλιστα ο τρόπος που ξέφυγε απο τον περιορισμό του να χρησιμοποεί την γεωμετρία όπως οι πρωτόγονοι τα μάγια ήταν ο τρόπος του βιολόγου και όχι του σημερινού φυσικού ο οποίος ίσως θα θεωρηθεί απο μια μελλοντική γενεά σαν σύγχρονος περιορισμός μας.. Εν τούτοις, όπως ο Πλάτων έτσι κι αυτός δεν είχε καμιά ακριβή ενόραση περί της ευτυχούς στιγμής μέσα απ την οποία πέρασε η ζωή της Αθήνας, και σε κάποιο βαθμό κι όλων των άλλων Ελληνικών πόλεων απο τον καιρό του Σόλωνα έως του Περικλή, κι έτσι οι ιδανικές του πόλεις δεν προνόησαν για το πώς θα συνέχιζαν και θα ενίσχυαν αυτές τις δημιουργικές δυνάμεις. Δεν είχαν κανένα όραμα μιας ευρύτερης πόλης που να ενσωμάτωνε τις ιδανικές αρχές της Κώ, των Δελφών και της Ολυμπίας στις γενναιόδωρες πολυπλοκότητες μιας ανοιχτής κοινωνίας Η ιδανική τους πόλη ήταν απλώς ένα μικρό στατικό δοχείο κάτω απο την ζοφερή διεύθυνση της ακρόπολης..και με τέτοιους όρους ο νούς που στην πραγματική πόλη άνθιζε θα είχε μαραθεί...τελικά η πόλη που μεγάλωνε με την ροή και την αταξία της να διογκώνονται πέρα απο κάθε προηγούμενο όριο, δικαίωνε τις ιδανικές δυνατότητες της αστικής κοινωνίας περισσότερο απ ότι τις δικαίωναν αυτές οι ουτοπικές προβολές παρά την κρυστάλλινη καθαρότητά τους... Έχουμε ίσως εδώ μια ερμηνεία του γιατί η ελληνική ιδέα ολότητας/ολοκλήρωσης και ομορφιάς-καλωσύνης/καλού- καγαθού που ενσαρκώθηκε στις μεγάλες προσωπικότητες που άνθισαν κατά την διάρκεια των Περσικών πολέμων και αμέσως μετά, ποτέ δεν δημιούργησε πλήρως μια πόλη κατά την εικόνα της (την εικόνα της ιδέας) και αυτό που πήρε τελικά την θέση της τέτοιας εικόνας ήταν η Ελληνιστική πόλη:υγιεινή, τακτική, καλο-οργανωμένη, αισθητικά ενοποιημένη, αλλά πολύ κατώτερη ως προς την ικανότητά της να ανατρέφει την δημιουργική δραστηριότητα.απο τον τέταρτο αιώνα τα κτίρια άρχισαν να εκτοπίζουν τους ανθρωπους. Και τώρα που τα είδαμε αυτά ας δούμε ξεφυλλίσουμε απ την αρχή το βιβλίο που μέχρι τούδε απλώς ξεφυλλίσαμε μέχρι να βρούμε τα περί Ελλάδας: 9

10 Έχει σημασία το «Η Πόλη στην Ιστορία» του Μάμφορντ μετά απο 40 χρόνια; «..Η μόνη εναλλακτκή λύση του σύγχρονου ανθρώπου είναι το να ξανα-αναδυθεί απο την υπόγεια πόλη στο φώς και να έχει το θάρρος, όχι να διαφύγει στη σελήνη, αλλά να ξαναγυρίσει στο δικό του ανθρώπινο κέντρο και να κυριαρχήσει πάνω στους πολεμοχαρείς ψυχαναγκασμούς και παραλογισμούς που μοιράζεται με τους ηγέτες του και τους μέντορές του. Πρέπει όχι μόνο να ξεμάθει την τέχνη του πολέμου αλλά και να αποκτήσει και να κάνει κτήμα του, όσο ποτέ μέχρι τώρα, τις τέχνες της ζωής». Λιούις Μάμφορντ («Η Πόλη στην Ιστορία») Το 1938 ο Μάμφορντ έγραψε το «Τhe Culture of Cities» του οποίου πολλά μέρη συμπεριέλαβε ή επεξέτεινε στο «Η Πόλη στην Ιστορία» το Ένα απο αυτά τα μέρη, με άλλο τίτλο, ήταν και το κεφάλαιο «Σύντομη Σκιαγράφηση της Κόλασης» το οποίο πολλοί κριτικοί θεώρησαν, όπως γράφει ο ίδιος το 1961, «υπέρ το δέον απαισιόδοξο και μάλιστα νοσηρά μη ρεαλιστικό, και υπερβολικό σε βαθμό διαστροφής». Και συνεχίζει: «Πολλοί ήταν σίγουροι οτι τίποτε περισσότερο απο την χρόνια ανεργία δεν απειλούσε τον δυτικό κόσμο και πάνω απ όλα ήταν σίγουροι οτι ήταν πάρα πολύ απίθανο τόσο το να γίνει πόλεμος όσο και η ολοκληρωτική καταστροφή πόλεων...το 1961, μετά την καταστροφή της Βαρσοβίας το 1939, του κέντρου του Ρότερνταμ το 1940, την καταστροφή σε μια πενταετία τεραστίων αστικών εκτάσεων και την εξόντωση εκατομμυρίων πληθυσμού, απο το Λονδίνο ως το Τόκυο και απο το Αμβούργο ως την Χιροσίμα και μετά τα Γερμανικά κρεματόρια, το κεφάλαιο αυτό είχε χάσει την σημασία του με τον τρόπο που την χάνουν οι προβλέψεις που επαληθεύθηκαν μα δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τίποτε». Ξέρουμε οτι ο Μάμφορντ εύχονταν αυτό που θα ταίριαζε να γραφτεί στον τάφο του να ήταν «Ενθάδε κείται ένας ανόητος που θα ήταν ευτυχής αν μάθαινε οτι δεν επαληθεύθηκε καμιά απο τις προβλέψεις που με μεγάλη απροθυμία έκανε». Ξέρουμε και οτι σαν τη μεγαλύτερη απειλή για την ζωή στον πλανήτη θεωρούσε, όπως έγραφε την δεκαετία του 50, τον «μεταϊστορικό άνθρωπο» που θα προσπαθούσε να επέμβει και στην βιολογική έξέλιξη με κριτήρια βελτιστοποίησης που θα τα εμπνέονταν απο τους νόμους της ελεύθερης αγοράς και οτι σαν μόνο περιθώριο αισιοδοξίας θεωρούσε το να αναδυθεί, απο τον «αγώνα ταχύτητας μεταξύ καταστροφής και μόρφωσης» στον οποίο βρίσκεται η ανθρωπότητα, ένα νέο είδος παγκοσμιοποιημένου ανθρώπου, όχι το παγκόσμια ομογενοποιημένο κατασκεύασμα των ηλεκτρονικών μέσων τα οποία συντηρεί με τη διαφήμιση ο συναγωνισμός ανάμεσα σε διαφορετικές μάρκες ίδιων καταναλωτικών προϊοντων εξ ίσου άχρηστων. Ήδη βλέπουμε εταιρίες προώθησης μεταλλαγμένων να συναγωνίζονται με τους νόμους της ελεύθερης αγοράς όχι μόνο η μια την άλλη αλλά και την φύση την ίδια με βλακώδεις πειραματισμούς που κατορθώνουν σε λίγα χρόνια να ξεκάνουν ισορροπίες που η φύση σταθεροποίησε με πειραματισμούς εκατομμυρίων ετών και ήδη βλέπουμε ηγέτες και μέντορες να αναιρούν, με μια απροκάλυπτη και σε πρωτοφανή βαθμό σπάταλη καταστροφικότητα, αισιόδοξα ευχολόγια αναλυτών που δεν μπορούν να δούν όχι μισό αιώνα αλλά ούτε μισό χρόνο μπροστά. Επομένως; Είναι πλέον με ουσιαστικό τρόπο σημαντικό το έργο του Μάμφορντ τη στιγμή αυτή; Έχει, δηλαδή, η ανάγνωσή του σημασία ως προς το να μας εμπνεύσει καμιά ιδέα προς δοκιμήν στις προσπάθειες που όλοι αναζητούμε για να αποτραπούν ακόμη χειρότερα πράγματα που ίσως δεν είναι ακόμη αναπόφευκτα; Ή το μόνο που μένει για τις ιδέες, ακόμη και ενός τέτοιου ανθρώπου, είναι αυτό που είναι ουσιαστικό μόνο στις λεγόμενες «μέρες της αθωότητας» (που κάθε τόσο όχι απλώς φαίνονται απωλεσθείσες μα και που αμφισβητείται το αν είχαν ποτέ πραγματικά υπάρξει). Σε εκείνες τις μέρες, εντάξει, είναι ουσιαστικό το να απολαμβάνουμε το έργο των Μάμφορντ, π.χ. για την πόλη, ως προς το πόσες λεπτομέρειες ανεκάλυψε στην πορεία συγγραφής του, πόσο χαλκέντερα τις τεκμηρίωσε απο πόσο απίθανες πηγές, πόσο πρωτοτύπησε ή και επανεστάτησε σε σύγκριση με άλλους ερευνητές, με πόσο ωραίους και παιδαγωγικούς τρόπους παρουσίασε τα ευρήματά του, πόσο έναυσμα για περαιτέρω συνέχειες και εμπνεύσεις έδωσε κλπ. (Ειδικά δε για ένα έργο για την πόλη, επιτυχία δεν θα ήταν φυσικά η ακαδημαϊκή αναγνώριση αλλά η εφαρμογή προτάσεών του στην πολεοδομία). Στις μέρες μας όμως; μέρες σαν του 38 στις οποίες ο Μάμφορντ στην Αμερική έγραφε το «Σύντομη Σκιαγράφηση της Κόλασης» και για τις οποίες, εδώ, ο Σικελιανός, αντίστοιχα έγραφε «η απειλή αυτή την φορά είναι να ξανακυλήσει η ζωή στην 10

11 προ-οντολογική άβυσσο»; Με τι τρόπο πρέπει να διαβάσουμε τον Μάμφορντ στις μέρες μας που ο συγγραφέας του «Το τέλειο κράτος. Η νύχτα των ερπετών» (Αντρέας Ξυφτίλης- Γεωργίου, ο οποίος βλέπει τον μεταϊστορικό άνθρωπο σαν επιστροφή της συνείδησης στην εποχή «πριν την μυθολογική εποχή της πάλης του Απόλλωνα με τον Πύθωνα και την βιολογική επικράτηση, στον άνθρωπο, των χαρακτηριστικών της συνείδησης που οφείλονται στον εγκεφαλικο φλοιό και όχι στον αρχαιοεγκέφαλο των ερπετών) τελειώνει το βιβλίο του γράφοντας «Η μόνη ελπίδα που έχω για το οτι δεν μπαίνουμε σε μια παντοτεινή και πολύ βαθειά νύχτα είναι οτι η ανάλυσή μου είναι λανθασμένη κι ας μην μπορώ να βρώ ο ίδιος πού κάνω λάθος». Μας βοηθάει ο ίδιος ο Μάμφορντ λέγοντας με ποιό πνεύμα έγραψε ο ίδιος το βιβλίο του (το οτι τόγραψε το 1961 δεν αλλάζει τίποτε αφού αυτός με τις «απρόθυμες προβλέψεις της ανάλυσής του που θάταν πανευτυχής αν έβγαιναν λάθος» δεν ζούσε τότε όπως οι περισσότεροι απο μας μόνο «μέρες της αθωότητος» αλλά ζούσε, μέσω των μεριμνών του, και την σημερινή κόλαση ενώ την προηγούμενη κόλαση την είχε ήδη ζήσει (όχι μόνο όπως την είχε σκιαγραφήσει πριν συμβεί αλλά και έμπρακτα : σαν υπερατλαντικός θεατής βλέποντας τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την Χιροσίμα, και στον περίγυρό του με τον θάνατο του γιού του σε μια απο τις τελευταίες μάχες του πολέμου) Γράφει λοιπόν: «Βεβαίως, αν η όλη εικόνα ήταν τόσο ζοφερή όσο την ζωγράφισα στο κεφάλαιο αυτό, δεν θα υπήρχε καμιά δικαιολογία για την συγγραφή του παρόντος βιβλίου, ή μάλλον, θα ήταν κι αυτό απλώς μια εξίσου παράλογη συνεισφορά όσο οι παραλογισμοί και οι ματαιότητες που εδώ έθιξα. Αν υπογράμμισα δεόντως τις αποσυνθέσεις του μητροπολιτικού σταδίου, ένας ήταν ο λόγος : μόνο όσοι τις συνειδητοποιούμε θα μπορέσουμε να κατευθύνουμε τις συλλογικές μας προσπάθειες σε πιο δημιουργικές διαδικασίες. Τον πέμπτο μ.χ. αιώνα αυτοί που κατάλαβαν τι χρειαζόταν η κατάσταση δεν ήταν όσοι αδιάλλακτοι Ρωμαίοι ακόμα καυχώνταν για τα επιτεύγματα της Ρώμης και προσδοκούσαν άλλα χίλια χρόνια απ αυτά. Αντίθετα, αυτοί που έκτισαν έναν νέο πολιτισμό που τελικά ξεπέρασε τον ρωμαϊκό ακόμα και σε ζητήματα μηχανικής και διακυβέρνησης ήταν αυτοί που απέρριψαν τις Ρωμαϊκές βάσεις και τοποθέτησαν τις ζωές τους σ ένα καινούργιο θεμέλιο. Έτσι και σήμερα: αυτοί που εργάζονται μέσα στο μητροπολιτικό μύθο χειριζόμενοι τους καρκινικούς του όγκους σαν κανονικές εκδηλώσεις ανάπτυξης θα συνεχίσουν να βάζουν καταπλάσματα και ψευταλοιφές, να διαφημίζουν ξόρκια, να κάνουν τις δημόσιες σχέσεις σαν νάτανε μάγια, και να εφαρμόζουν θεραπείες απο αλμπάνηδες και τσαρλατάνους, μέχρι να πεθάνει ο ασθενής μπροστά στα ίδια τους τα μάτια». Βέβαια, αυτά ο Μάμφορντ στο βιβλίο αυτό τα λέει για το θέμα των τεραστίων γιγαντουπόλεων, όχι για τα θέματα που άμεσα μας αναστατώνουν τώρα. Σαν ψευτοθεραπείες εννοεί την ισοπέδωση των σλαμ, την αρχιτεκτονική εξωραϊσμού, την επέκταση των προαστείων, την αστική ανανέωση κλπ. Μα αφ ενός τα θέματα είναι όχι μόνο ανάλογα σε πολλά σημεία αλλά και όντως αλληλοεπικαλυπτόμενα. Αφ ετέρου δεν πρέπει το πάθος για τα θέματα των σημερινών τηλεοπτικών νέων να μας κάνει να ξεχνάμε οτι σημερινά είναι κι αυτά που λέει ο Μάμφορντ για την πόλη, αφού ακόμη δεν έχουν λυθεί και αφού, όπως θα δούμε, το βιβλίο του επίσης αναφέρεται και σε πολεοδομικές προτάσεις που θα είναι με πολύτιμο και αναντικατάστατο τρόπο επίκαιρες για πολύ καιρό ακόμα. Τέλος, μια απ όλες τις πολλές συνιστώσες του βιβλίου του και του τρόπου που είναι γραμμένο όχι απλώς μεταφέρεται στο σήμερα αλλά και είναι με τον πιο επείγοντα τρόπο σημαντική αυτή τη στιγμή. Είναι γραμμένο έτσι που να λειτουργεί και σαν μια συλλογική ψυχανάλυση του συλλογικού ανθρώπου στην σημερινή στιγμή του πολιτισμού με την βοήθεια ενός συλλογικού ψυχαναλυτή και ενός πεντακάθαρου και πάνσοφου καθρέφτη. Ο Μάμφορντ την τελική του αισιοδοξία για την ύπαρξη δρόμου δεν την βασίζει σε ευχολογική αναλογία με την Ρώμη του τελικού σταδίου αλλά σε πράγματα που όντως βλέπει και που μας δείχνει. Και αυτά είναι τα καλά της γιγάντιας τερατούπολης της οποίας τα κακά και τις συνέπειες των κακών σε βάθος χρόνου έχει σε όλο το βιβλίο αναλύσει με αυστηρότατα λογική εμβρίθεια και ανθρωπινότατα διαυγή σαρκασμό.τα καλά αυτά, με το να ανήκουν στο τέλος του βιβλίου, λειτουργούν και σαν κάθαρση για να μας ξεψυχοπλακώσουν, αλλά δεν γίνεται να τα πούμε ήδη απο τώρα γιατί είναι απο τα πράγματα που προϋποθέτουν και την προτέρα ανάλυση. Άρα, για να μας είναι η κάθαρση όχι ευχολογική αλλά πιστευτή ως πραγματική, θα πρέπει εκεί, στο τέλος, να τα πούμε κι εμείς αυτά τα καλά στην περίληψή μας, στην οποία 11

12 με ανακούφιση, ειρήσθω εν παρόδω, επιτρέπουμε να είναι ατελέστατη αφού καμιά παρουσίαση τέτιου βιβλίου δεν μπορεί να ελπίσει σε καμιά τελειότητα. Ο Μάμφορντ σαν προηγούμενο της πόλης και του χωριού δεν θεωρεί καν τα χωριά, τις αποικίες και τα αρχιτεκτονικά έργα που κάνουν είδη όπως οι κάστορες (που είχαν τραβήξει και την προσοχή των νεανικών «φιλοσοφικών χειρογράφων» του Μάρξ) αλλά ήδη τις όποιες κάπως πιο μόνιμες εγκαταστάσεις για εξασφάλιση τροφής και νερού που μπορούν να κάνουν ομάδες ψαριών ή πουλιών. Σαν μια απο τις πρώτες ανάγκες που διαχωρίζουν τις, υπαρκτές βέβαια, ανάλογες πρακτικές δραστηριότητες των ανθρωπίνων ομάδων απο των ζώων θεωρεί την, διαπιστωμένη σε όλα τα παλαιολιθικά ευρήματα, μέριμνα να δημιουργείται, σε κάθε καταυλισμό, νεκροταφείο. Ο σεβασμός των νεκρών απ τον άνθρωπο κάνει την νεκρόπολη πυρήνα κάθε ζωντανής πόλης απο τον καιρό εκείνο ήδη μα και μέχρι τους κοντινότερους χρόνους στους οποίους κατά την είσοδό του σε Αιγυπτιακές, Ελληνικές και Ρωμαϊκές πόλεις ο ταξιδιώτης θα συναντούσε τους νεκρούς προγόνους των κατοίκων, και ίσως τους μακρινούς και μυθικούς πιά ή θεοποιημένους ιδρυτές της πόλης, πριν συναντήσει τους ίδιους τους κατοίκους. Επίσης ένα επαναλαμβανόμενο χαρακτηριστικό, ήδη απ την παλαιολιθική εποχή, είναι η σπηλιά που συχνά βρισκόταν στο τέρμα μιας δύσβατης πορείας και συγκέντρωνε την καλλιτεχνική έκφραση του καιρού της κι επίσης τραβούσε σαν μαγνήτης, όπως και πηγές και ξέφωτα σε δάση, τους γύρω κατοίκους σε τακτά διαστήματα, για τελετουργίες, και απ ότι φαίνεται ήταν ο πρόγονος τόσο των πυραμίδων, των ζιγκουράτ, των Μιθραϊκών σπηλαίων και των Χριστιανικών κρυπτών, όσο και των αστρονομικών παρατηρητηρίων, του θεάτρου και του πανεπιστημίου. Μέρος λοιπόν της ιστορίας της πόλης κατά τον Μάμφορντ είναι το οτι πριν ακόμη αυτή δημιουργηθεί, αμέσως μόλις ο νούς απελευθερώθηκε απ τις άμεσες ζωϊκές του ανάγκες, έπαιξε ελεύθερα με ολόκληρο το φάσμα της ύπαρξης και άρχισε να αφήνει το ίχνος του σε σπηλιές, δέντρα, πηγές. Στη μεσολιθική περίοδο, ίσως πριν χρόνια, αρχίζουν να δημιουργούνται αποθέματα τροφής και τρόποι συντήρησής της (αλατίζεται, καπνίζεται) που απελευθερώνουν τον άνθρωπο απ το καθημερινό άγχος πείνας του κυνηγού πράγμα που απελευθερώνει αφ ενός χρόνο και αφ ετέρου ενέργεια για ερωτικές δραστηριότητες και είναι πιθανόν εκείνη η σεξουαλική επανάσταση να προηγείται της αγροτικής επανάστασης της οποίας, κατά τη νεολιθική εποχή, τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχε, όπως είναι αρκετά γνωστό, η γυναίκα. Το χωριό έγινε συλλογική φωλιά για τα παιδιά, στην οποία αυτά μπορούσαν να παίζουν και να τρέφονται για πιο παρατεταμένες περιόδους, τα δε αποθέματα τροφής δημιούργησαν μια αίσθηση ασφάλειας και στους ενήλικες. Χωρίς την αίσθηση αυτή και χωρίς την πρόνοια και τον σχεδιασμό που τότε καλλιεργήθηκαν ίσως δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί η πόλη. Η παρουσία της γυναίκας έγινε αισθητή σε κάθε σημείο του χωριού και οι ομοιότητες με τις προστατευτικές της κοιλότητες που παρουσιάζουν τόσο η δεξαμενή, η σιταποθήκη, ο φούρνος όσο και, αργότερα, τα τείχη, η τάφρος κλπ. δεν χρειάζονται τις όψιμες ψυχαναλυτικές εικασίες για να παρατηρηθούν, αρκεί γι αυτό π.χ. το οτι στα Αιγυπτιακά ιερογλυφικά το «σπίτι» και το «πόλη» παριστάνουν και το «μητέρα» και το οτι στις κάπως πιο πρωτόγονες κατασκευές τα σπίτια, τα δωμάτια και οι τάφοι έχουν στρογγυλά σχήματα. Φαλλοί και αιδοία, πότε συμβολικά σαν οβελίσκοι και περίβολοι και πότε με κάθε κυριολεξία, έχουν συνεχή παρουσία στο χωριό. Επίσης, φράχτες τη μέρα προστατεύουν τα παιδιά που παίζουν, και το βράδυ φυλάνε τα κατοικίδια ζώα απο λύκους και τίγρεις. Το χωριό, εν μέσω των κήπων και αγρών που καλλιεργούνται, είναι η μόνιμη συσχέτιση οικογενειών και γειτόνων, πτηνών και ζώων, σπιτιών και αποθηκών, όλων ριζωμένων στο ίδιο έδαφος στο οποίο η μια γενιά γίνεται λίπασμα για την επόμενη. Η ζωή στο χωριό έχει σαν κέντρο την τροφή και το σέξ, την διατήρηση και αναπαραγωγή της ζωής, είναι εμβαπτισμένη στην πρωταρχική σχέση γέννησης και τόπου, αίματος και εδάφους. Κάθε μέλος του είναι ένα πλήρες ανθρώπινο όν, που εκτελεί όλες τις λειτουργίες που σχετίζονται με κάθε φάση της ζωής, από τη γέννηση ως το θάνατο, σε συμμαχία με φυσικές δυνάμεις που σέβεται. Πριν δημιουργηθεί η πόλη, το χωριό δημιούργησε τον γείτονα, αυτόν που ζεί σε τέτια απόσταση που θα μπορέσει να σε ακούσει αν τον φωνάξεις, που θα μοιραστεί τις κρίσεις της ζωής, θα προσέχει μαζί σου τους ετοιμοθανάτους σας και θα κλαίτε μαζί τους νεκρούς σας, και θα χαίρεται μαζί σου στα γαμήλια γεύματά σας και στα γεννητούρια σας. Αυτό που λέμε ηθική γεννήθηκε στα χωριά απο τα ήθη και τα έθιμα που διατηρούσαν την ζωή και όταν αυτοί οι 12

13 πρωταρχικοί δεσμοί διαλύονται και τα «εμείς» γίνονται ένα σμήνος απο εγώ που βουϊζουν χώρια τότε οι δευτερεύοντες δεσμοί και η πίστη σε πράγματα διαφορετικά απο την ανθρώπινη αμοιβαία μέριμνα των μελών μιας ομάδας δεν είναι πράγματα αρκετά ισχυρά για να εμποδίσουν την κατάρρευση της αστικής κοινότητας, και μόνο τώρα που οι τρόποι ζωής των χωριών εξαφανίζονται γοργά σ όλο τον κόσμο συνειδητοποιούμε πόσα τους οφείλει η πόλη για την ζωτική ενέργεια και την τροφή αγάπης που έκαναν δυνατή την περαιτέρω ανάπτυξη του ανθρώπου. ( Σημείωση: Πλάγια γράμματα στα παραπάνω ή στα παρακάτω σημαίνουν οτι μεταφράζουμε χωρίς να πηδάμε σελίδες, χάριν περίληψης, και οτι αν δούμε και αποσιωπητικά θα έχουμε πηδήξει φράσεις ή το πολύ παραγράφους) Και προτρέχοντας λίγο στην ιστορία πρέπει να παρατηρήσουμε οτι κατά τον Μάμφορντ ένας απο τους κυριότερους λόγους που «η Ελληνική πόλη, και ιδιαίτερα η Αθήνα, έγινε σύμβολο για οτι ήταν αληθινά ανθρώπινο και διέτρεξε σε δύο αιώνες στάδια εξέλιξης που άλλες πόλεις δεν διέτρεξαν σε αντίστοιχες χιλιετηρίδες και που δημιούργησε ένα ανθρώπινο ιδεώδες στο οποίο το να είσαι άνθρωπος ήταν πιο θεϊκό απο το να είσαι θεός του παρελθόντος», ο λόγος γι αυτό λοιπόν ήταν οτι βρήκε μέχρι ποιό μέγεθος η πόλη μπορεί να συνεχίσει να είναι χωριό. Μα ας γυρίσουμε στην κατά χρονική σειρά παρουσίαση της ιστορίας της πόλης: Η παλαιολιθική φάση με τον άνθρωπο-κυνηγό, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον άντρα, δεν αντικαταστάθηκε απ τη μια μέρα στην άλλη απ την νεολιθική-αγροτική φάση, με με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην γυναίκα (Ακόμη και τώρα τα Σαββατοκύριακα τόσοι και τόσοι ασχολούνται με την παλαιολιθική κυνηγετική ασχολία που λέγεται ψάρεμα, πόσο μάλλον τότε). Ο περιπετειώδης άντρας κυνηγός που είχε συνηθίσει να διακινδυνεύει δεν είχε λόγους να καταθέσει τα όπλα, αντιθέτως τα χρησιμοποιούσε π.χ. για να προστατεύει τους συγχωριανούς του ή τα ζώα τους απο τις επιθέσεις άγριων θηρίων που δεν επρόκειτο να γίνουν εξημερωμένα κατοικίδια, αλλά δεν θα ήταν σπάνιο να χρειάζονται οι συγχωριανοί του και προστασία απ τις δικές του επιθέσεις σε αυτούς αυτούς τους ίδιους, αλλά αυτήν την προστασία να μην την βρίσκουν. Ως πρός το πότε αρχίζει να υπάρχει πόλεμος, η εξέταση των εικασιών (λόγω μη ύπαρξης μνημείων απο τότε, βέβαια) μάλλον καταλήγει στο οτι οι πρώτες συγκρούσεις δεν γίνονται μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων αλλά στο εσωτερικό της καθεμιάς και καταλήγουν με την κυριαρχία των «ευγενών» πάνω στους «χωρικούς τους». Ο προστάτης λοιπόν αυτός κατοικεί ο ίδιος στην υπερυψωμένη, δύσβατη, περιτειχισμένη και φρουρούμενη πλέον, ακρόπολη του χωριού (ο δε ιερός και άβατος τόπος του χωριού πότε έχει δικό του περιτείχισμα ενάντια στους δικούς του, υπερφυσικούς, εχθρούς, και πότε είναι μέσα στην ακρόπολη, όπως επίσης πότε διαχωρίζονται, πότε αλληλοστηρίζονται και πότε ταυτίζονται οι ρόλοι του ηγέτη και του ιερέα, ρόλοι οι οποίοι στην λειτουργία πειθαναγκασμού των άλλων συνήθως συνεργάζονται με τρόπο που σιγά-σιγά απογειώνει την κλίμακα της επιβολής). Οι άθλοι των μυϊκών δυνάμεων και του θάρρους του τέτοιου προστάτη-ήρωα όμως δεν περιορίζονται στην αντιμετώπιση άγριων ζώων και αντιπάλων αλλά εκτείνονται και στην αντιμετώπιση κινδύνων απο το φυσικό περιβάλλον, στην εκτέλεση έργων πιο δύσκολων απ τις απλές αγροτικές εργασίες κλπ. Επίσης η αποφασιστικότητά του και επιβολή του βοηθάει σε καταστάσεις που το συμβούλιο των γερόντων θα αργούσε να αντιμετωπίσει μια κατάσταση (γερόντων διότι τον καιρό που μόνο προφορική μετάδοση γνώσης υπήρχε, σοφός γινότανε κανείς μόνο γερνώντας και συσσωρεύοντας μεγάλη πείρα). Ήδη βλέπουμε καθαρά, πλέον, κάποιες λανθάνουσες δυνατότητες που θα μπορούσαν, με την γένεση της πόλης, να αναδυθούν και να αναδειχθούν. Π.χ. μια εκτεταμένη φυσική καταστροφή, όπως μια πλημμύρα που κατέστρεψε τις καλλιέργειες, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με έργα που θα μπορούσαν να γίνουν με την συνεργασία πολλών χωριών και με την συνεχή εργασία ανθρώπων (που θα ταυτίζονταν με τον υπεράνθρωπο προστάτη τους στο να αισθάνονται ήρωες όταν έβαζαν τα δυνατά τους, ακόμη κι αν αυτό γίνονταν και για να αποφεύγουν το μαστίγιο του επόπτη τους). Γενικά αναλαμβάνονται εξοντωτικά εγχειρήματα που καμιά μικρή κοινότητα δεν θα άρχιζε, η αισθητική των κεραμικών και των γλυπτών υποχωρεί σε σύγκριση με την αισθητική της ζωγραφικής στις σπηλιές των παλαιολιθικών κυνηγών, αλλά οι κόποι που απαιτούσε το κυνήγι επεκτείνονται τώρα στον χειρισμό όλου του φυσικού περιβάλλοντος. Οι εξελικτικές αλλαγές δεν αφήνουν ίχνη, μόνο μεταγενέστερες αποκρυσταλλώσεις υποδεικνύουν τι μπορεί να συνέβη, τα μνημεία δείχνουν εικόνες απο το ασυνείδητο που 13

14 συνοδεύουν την μεγέθυνση του ανθρώπινου εγώ, ο υπεράνθρωπος ήρωας-ίνδαλμα που είδαμε αποκρυσταλλώνεται σαν Γκιλγκαμές και Ηρακλής. Σε μερικές χιλιετηρίδες φτάνουμε στο π.χ. που βλέπει (υπάρχουν πλέον αποδείξεις γι αυτό) την σχεδόν ταυτόχρονη εμφάνιση της καλλιέργειας σπόρων, του αρότρου, του αγγειοπλαστικού τροχού, της ιστιοπλοϊας, της ανέμης, της χαλκομεταλλουργίας, των μαθηματικών, της ακριβούς αστρονομικής παρατήρησης, του ημερολογίου και της γραφής. Θα καταλάβουμε καλύτερα την φύση της αλλαγής που έγινε αν την συγκρίνουμε με την αλλαγή που ζούμε τώρα. Ζούμε σε ένα εκρηγνυόμενο σύμπαν μηχανικών και ηλεκτρονικών εφευρέσεων του οποίου τα μέρη απομακρύνονται με γοργό ρυθμό όλο και πιο μακριά απ το ανθρώπινο κέντρο τους και όλο και πιο μακριά απο οποιουσδήποτε ορθολογικούς, αυτόνομους ανθρώπινους σκοπούς. Αυτή η τεχνολογική έκρηξη έχει προξενήσει μια παρόμοια έκρηξη στην ίδια την πόλη: Η πόλη έχει εκραγεί και σκορπίζει τα σύνθετα όργανά της και τους οργανισμούς της σε όλο το τοπίο. Το εντοιχισμένο αστικό δοχείο δεν έχει απλώς διαρραγεί: έχει επίσης σε μεγάλο βαθμό απομαγνητιστεί και ως αποτέλεσμα γινόμαστε μάρτυρες ενός είδους ξε-εξελικτικής αποκέντρωσης της αστικής ισχύος σε μια κατάσταση τυχαιότητος και μη προβλεψιμότητος. Εν ολίγοις, ο πολιτισμός μας βγαίνει εκτός ελέγχου υπερφαλαγγισμένος απο τους ίδιους τους πόρους του και τις ευκαιρίες του καθώς κι απ την υπεράφθονη γονιμότητά του. Οι ολοκληρωτικές πολιτείες που επιδιώκουν αμείλικτα να επιβάλλουν έλεγχο γίνονται θύματα των αδέξιων φρένων τους όσο και οι φαινομενικά πιο ελεύθερες οικονομίες είναι στο έλεος των αδέσποτων οχημάτων τους καθώς ρολάρουν χωρίς φρένα στον κατήφορο. Ακριβώς το αντίθετο συνέβη με την πρώτη μεγάλη ανάπτυξη του πολιτισμού: αντι έκρηξης της ισχύος, υπήρξε μια «είσρηξη»(implosion). Τα διάφορα στοιχεία της κοινότητας που ήταν μέχρι τότε διασκορπισμένα σε ένα μεγάλο πεδινό σύστημα και μερικές φορές ακόμα πιο πέρα, επιστρατεύτηκαν και πακεταρίστηκαν υπο πίεση πίσω απ τα ογκώδη τείχη μιας πόλης. Ακόμη και οι γιγάντιες φυσικές δυνάμεις ήρθαν κάτω απ τον συνειδητό ανθρώπινο έλεγχο: Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι δραστηριοποιούνταν σαν μια μηχανή κάτω απο κεντρικές διαταγές, κτίζοντας αρδευτικά κανάλια, αστικά υψώματα, ζιγκουράτ, ναούς, παλάτια, πυραμίδες, σε κλίμακες προηγουμένως ασύλληπτες. Σαν άμεσο αποτέλεσμα της νέας μυθολογίας ισχύος είχε εφευρεθεί η μηχανή, αόρατη επι μεγάλο χρονικό διάστημα στους αρχαιολόγους αφού η ουσία απο την οποία αποτελούνταν, τα ανθρώπινα σώματα,είχε διαλυθεί και αποσυντεθεί Η πόλη ήταν το δοχείο που επέφερε αυτή τη είσρηξη και με τη μορφή της συγκράτησε μαζί τις νέες δυνάμεις, εντατικοποίησε τις εσωτερικές αντιδράσεις και ανύψωσε το επίπεδο επίτευξης. Η είσρηξη έγινε τη στιγμή που επεκτάθηκαν πολύ οι σχέσεις τύπου εμπορίου και επιδρομών κατασχέσεων και επιτάξεων, μεταναστεύσεων και υποδουλώσεων, φοροεισπράξεων και καταναγκαστικής εργασίας. Με την πίεση ενός κύριου θεσμού, της βασιλείας, μια πληθώρα ετερόκλητων κοινωνικών σωματίων, για καιρό χωριστών και εαυτοκεντρικών, αν όχι και αμοιβαίως ανταγωνιστικών, οδηγήθηκαν σε συνεύρεση σε συγκεντρωμένη αστική περιοχή. Όπως σ ένα αέριο, η ίδια η πίεση των μορίων στον περιορισμένο εκείνο χώρο παρήγαγε μέσα σε μια γενιά περισσότερες κοινωνικές συγκρούσεις και αλληλεπιδράσεις απ όσες θα είχαν συμβεί σε πολλούς αιώνες αν είχαν μείνει απομονωμένα, το κάθε ένα μόριο, στο άνευ συνόρων φυσικό του περιβάλλον. Ή, για να μη χρησιμοποιούμε ανόργανους όρους, μικρά κοινοτικά χωριά-κύτταρα, μη διαφοροποιημένα και μη περίπλοκα, με κάθε μέρος ικανό ακόμη να εκτελεί όλες τις λειτουργίες, μεταβλήθηκαν σε περίπλοκες δομές οργανωμένες με άξονα μια αξιακή αρχή, με διαφοροποιημένους ιστούς και ειδικευμένα όργανα, και με ένα μέρος, το κεντρικό νευρικό σύστημα, να σκέφτεται και να διευθύνει το όλον. Τι έκανε δυνατόν το να υπάρξει τέτια συγκέντρωση και κινητοποίηση ισχύος; Τι έδωσε σε αυτές την μορφή που πήραν στην πόλη, με ένα κεντρικό θρησκευτικό και πολιτικό πυρήνα, την ακρόπολη, να κυριαρχεί σε όλόκληρη την κοινωνική δομή και να παρέχει κεντρικοποιημένη διεύθυνση σε δραστηριότητες που κάποτε είχαν υπάρξει διάχυτες και μη κατευθυνόμενες, ή τουλάχιστον είχαν τοπική αυτοδιεύθυνση; Αυτό που θα προτείνω σαν εξέλιξη-κλειδί είχε ήδη προοιωνισθεί, σε ένα πολύ προγενέστερο στάδιο, απο την εξέλιξη του προστάτη κυνηγού σε αρχηγό-εισφοροσυλλέκτη: μια μορφή επανειλημένα διαπιστωμένη σε παρόμοιες εξελίξεις σε πολλούς μεταγενέστερους κύκλους του πολιτισμού. Ξαφνικά αυτή η μορφή έλαβε διαστάσεις πέρα απο τις ανθρώπινες: όλες της οι δυνάμεις και όλα της τα προνόμια μεγεθύνθηκαν σε τεράστιο βαθμό, ενώ τα αντίστοιχα των υπηκόων της, που δεν είχαν πιά δική τους βούληση κι ούτε μπορούσαν να διεκδικήσουν 14

15 οποιαδήποτε δική τους ζωή χωριστά απο τον κυβερνήτη τους, περιορίστηκαν αντιστοίχως. Μόλις και μετά βίας θα είχα το θάρρος να προωθήσω αυτή την εξήγηση αν ένας απο τους λαμπρότερους σύγχρονους αρχαιολόγους, ο μακαρίτης ο Henri Frankfort, δεν είχε ήδη δώσει όλα τα απαραίτητα δεδομένα, και δεν είχε υποσυνείδητα προοιωνίσει ή και προβλέψει αυτό το συμπέρασμα...η ειδική και παγκόσμια λειτουργία των βασιλέων είναι να ιδρύουν πόλεις Στη αστική είσρηξη, ο βασιλιάς στέκεται στο κέντρο: είναι ο πολικός μαγνήτης που έλκει πρός την καρδιά της πόλης και φέρνει υπό τον έλεγχο του παλατιού και του ναού όλες τις νέες δυνάμεις του πολιτισμού. Μερικές φορές ο βασιλιάς ίδρυε νέες πόλεις, μερικές φορές μετασχημάτιζε παλιότερες επαρχιακές πόλεις που κτίζονταν απο καιρό και τις έθετε υπο την εξουσία των κυβερνητών του: και στις δυό περιπτώσεις η διακυβέρνησή του άλλαζε αποφασιστικά την μορφή τους και το περιεχόμενό τους...στην τελική δημιουργία της πόλης, η «μικρή πόλη», η ακρόπολη, υψώνονταν πάνω απ το χωριό σαν παρουσία που απόλυτα επιβαλλόταν πάνω απ τους απλούς και ταπεινούς τρόπους του χωριού. Αυτή η εικόνα της πόλης δεν θα μπορούσε να έχει προκύψει με απλή επέκταση των μερών του χωριού διότι η πόλη ήταν ένας νέος συμβολικός κόσμος που δεν παρίστανε μόνο έναν λαό αλλά έναν ολόκληρο κόσμο και τους θεούς του(βλ.σημ1*) Πριν συνεχίσουμε στην κατά χρονική σειρά ιστορία της πόλης, ας πάμε και στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου, αυτό όντως βοηθάει και μάλιστα ο Μάμφορντ ο ίδιος πριν καν αρχίσει το βιβλίο, στον πρόλογο, λέει πράγματα απ το τέλος αυτό, ίσως γιατί ξέρει οτι μας βοηθάει στην κατανόηση αν ξέρουμε πού το πάει. Ας δούμε λοιπόν την πρώτη παράγραφο του προλόγου και, μετά τα αποσιωπητικά, ας δούμε την τελευταία παράγραφο όλου του βιβλίου, κι αν μας φανεί υπέρ το δέον ποιητική για να μας εμπνεύσει χειροπιαστή αισιοδοξία, ας έχουμε κατά νού οτι τα χειροπιαστά αισιόδοξα του Μάμφορντ συνεχίζουμε να τα αφήνουμε πρός το τέλος, γιατί βασίζονται στην ανάλυση που θα γίνει και της οποίας έχουμε δεί μόνο την αρχή της αρχής ακόμη. Λοιπόν : Το βιβλίο αυτό ανοίγει με μια πόλη που ήταν, συμβολικά, ένας κόσμος: κλείνει με έναν κόσμο που έχει γίνει, απο πολλές πρακτικές απόψεις, μια πόλη. Ακολουθώντας αυτή την εξέλιξη επιχείρησα να ασχοληθώ με τις μορφές και λειτουργίες της πόλης, και με τους σκοπούς που αναδύθηκαν απο αυτήν. Και απέδειξα, πιστεύω, οτι η πόλη στο μέλλον θα έχει ένα ακόμη πιο σημαντικό ρόλο απ αυτόν που έπαιξε στο παρελθόν, αν αποβληθούν οι αρχικές αναπηρίες που την συνόδευσαν σ όλη την ιστορία...η πόλη πρωτοπήρε μορφή σαν το σπίτι ενός θεού: ένα μέρος όπου αιώνιες αξίες αντιπροσωπεύονταν και θείες δυνατότητες αποκαλύπτονταν. Αν και τα σύμβολα έχουν αλλάξει οι πραγματικότητες πίσω απ αυτά παραμένουν. Ξέρουμε τώρα, όπως ποτέ στο παρελθόν, οτι οι δυνατότητες της ζωής που δεν έχουν αποκαλυφθεί φτάνουν πολύ πέρα απο τα περήφανα αλγεβρικά λογιστικά της σύγχρονης επιστήμης και οτι οι υποσχέσεις των δυνατοτήτων αυτών για τις μελλοντικές μεταμορφώσεις του ανθρώπου είναι τόσο γοητευτικές όσο και ανεξάντλητες. Χωρίς τις θρησκευτικές προοπτικές τις οποίες ανέθρεψε η πόλη, είναι αμφίβολο αν περισσότερο απο ένα μικρό μέρος απο τις ικανότητες του ανθρώπου για ζωή και μάθηση θα μπορούσαν να έχουν αναπτυχθεί. Ο άνθρωπος μεγαλώνει κατ εικόνα των θεών του, και μέχρι το μέτρο που αυτοί του έχουν θέσει.το μίγμα θεότητος, ισχύος, και προσωπικότητος που έφερε την αρχαία πόλη στην ύπαρξη πρέπει να ξαναζυγιστεί εκ νέου μέσω της ιδεολογίας και της κουλτούρας του δικού μας καιρού, και να ξαναχυθεί σε φρέσκα αστικά,ευρύτερα τοπικά, και πλανητικά καλούπια. Για να νικήσουμε τις άψυχες δυνάμεις που τώρα απειλούν τον πολιτισμό εκ των έσω, πρέπει να υπερβούμε τις διαψεύσεις και αρνήσεις που έχουν ακολουθήσει την πόλη σ όλη της την ιστορία. Αλλιώς οι στείροι θεοί της ισχύος, χωρίς χαλινάρια απο οργανικά όρια ή απο ανθρώπινους σκοπούς, θα ξαναδημιουργήσουν τον άνθρωπο κατά την άνευ προσώπου εικόνα τους και θα φέρουν την ιστορία σε τέρμα. Η τελική αποστολή της πόλης είναι να προχωρήσει την συνειδητή συμμετοχή του ανθρώπου στην Κοσμική και ιστορική διαδικασία. (Βαλαμε κεφαλαίο Κ στο «Κοσμική» για να φανεί οτι μεταφράζουμε το «cosmic» κι όχι το «secular» (που θα σήμαινε και πάλι «κοσμική» αλλά με την έννοια της «εγκόσμιας»). Στο αγγλικό κείμενο δεν υπάρχει κεφαλαίο) Μέσω της σύνθετης και ανθεκτικής της δομής, η πόλη αυξάνει σε τεράστιο βαθμό την ικανότητα του ανθρώπου να ερμηνεύει αυτές τις διαδικασίες και να παίρνει ενεργό, *Για τις σημειώσεις βλ. πλήρες κείμενο στο pdf 7 με τίτλο «Παρένθεση: Μάμφορντ, αποσπάσματα και σημειώσεις» του ευρύτερου φακέλου 15

16 διαμορφωτικό μέρος σ αυτές, έτσι ώστε κάθε φάση απ το δράμα που ανεβάζει να έχει, στον ύψιστο δυνατό βαθμό,τον φωτισμό της συνείδησης, την σφραγίδα του σκοπού, το χρώμα της αγάπης. Εκείνη η μεγέθυνση όλων των διαστάσεων της ζωής, μέσα απο την συναισθηματική κοινωνία, την ορθολογική επικοινωνία, τον τεχνολογικό έλεγχο και, πάνω απ όλα, την δραματική αναπαράσταση, έχει υπάρξει η ύψιστη λειτουργία της πόλης στην ιστορία. Και παραμένει ο κύριος λόγος για την συνέχιση της ύπαρξής της. Αξίζει να δούμε εδώ και την τελευταία φράση απο το «Ο Μύθος της Μηχανής» που έγραψε δέκα χρόνια αργότερα, το 1971, και όπου, μεταξύ άλλων πραγμάτων, είδε και την μηχανή στην ιστορία, απο τον καιρό της μεγαμηχανής απο ανθρώπινα σώματα μέχρι τον χρόνο συγγραφής του βιβλίου εκείνου (ή μάλλον, λόγω της δυνατότητας για χάππυ έντ την οποία εντόπιζε και στο βιβλίο εκείνο, ας ευχηθούμε ότι είδε την ιστορία όχι μόνο μέχρι τώρα αλλά και μέχρι αρκετά ακόμα χρόνια στο μέλλον) «Η τεχνοκρατική κοινωνία θεωρεί οτι μόνο αν ο άνθρωπος συμβαδίσει με τον επιταχυνόμενο ρυθμό της τεχνολογικής προόδου θα επιζήσει παρ όλο που τα ζωτικά του όργανα θα «καννιβαλιστούν» γιά να επεκτείνουν την χωρίς νόημα ζωή της μεγαμηχανής. Μα γιά όσους πετάξαμε τον μύθο της μηχανής η επόμενη κίνηση είναι δική μας: Διότι οι πόρτες της τεχνοκρατικής μας φυλακής θ ανοίξουν αυτόματα παρά τους αρχαίους και σκουριασμένους μεντεσέδες τους, μόλις αποφασίσουμε να βγούμε»(βλ. σημ.2). Πριν επιστρέψουμε στην κατά χρονική σειρά ιστορία της πόλης, αξίζει να δούμε και την, όχι μεν εμπεριέχουσα και ποίηση, αλλά πιο πρακτική, προτελευταία παράγραφο του βιβλίου του Μάμφορντ, αν μη τι άλλο για να προσθέσουμε στις όποιες, είτε θετικές είτε αρνητικές, πρώτες εντυπώσεις μας ως προς το πού το πάει την έστω καχύποπτη ερώτηση αν είναι απλώς ονειροπόλος ή όχι, και να δούμε αν η ανάλυσή του μετά θα επιβεβαιώσει τις καχυποψίες μας ή θα τις διαψεύσει. Δεν είναι αθέμιτο, ένας αναγνώστης να ρίχνει, μετά την αρχή, μια ματιά και στο τέλος του βιβλιου, ιδίως αν ειναι πολυ ογκώδες, μ αυτόν τον τρόπο το διαβάσαμε, μ αυτόν και θα το μεταφέρουμε, το μόνο σικέ είμαι οτι η καχυποψία που θα είχαμε προσωπικά αν ήταν το πρώτο βιβλίο του Μάμφορντ που διαβάζαμε και είχαμε δεί μόνο αυτό το τέλος, αυτή λοιπόν η καχυποψία δεν υπήρχε γιατί ξέραμε από άλλα του βιβλία οτι δεν ειναι κανένας χαζοχαρούμενος ονειροπόλος. Πάμε λοιπόν στην προτελευταία του παράγραφο και σε μια φωτογραφία του (για να δούμε και την body language με την οποία έλεγε αυτά που είδαμε και που θα δούμε αμέσως τώρα και με την οποία επίσης διατύπωνε την ανάλυση που θα ακολουθήσει) : Είναι πιθανό οτι η πρόσφατη αναζωπύρωση της αναπαραγωγικής δραστηριότητας μπορεί να εξηγηθεί σαν βαθειά ενστικτώδης αντίδραση στο πρόωρο θάνατο εικοσάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη στον τελευταίο πόλεμο. Αλλά ακόμη πιο πιθανά, μπορεί να είναι η ασυνείδητη αντίδραση στην πιθανότητα ενός αφανιστικού ξεσπάσματος πυρηνικής γενοκτονίας σε πλανητική κλίμακα. Υπο αυτή την έννοια κάθε νέο μωρό είναι μια τυφλή απελπισμένη ψήφος υπέρ της επιβίωσης: οι άνθρωποι βρίσκοντας οτι δεν μπορούν να κάνουν μια αποτελεσματική πολιτική διαμαρτυρία ενάντια στην εξόντωση την κάνουν με μια βιολογική πράξη. Σε χώρες χωρίς κρατική βοήθεια, νεαροί γονείς αποδέχονται μεγάλες στερήσεις αγαθών και σχόλης αντί να αποδεχθούν τη στέρηση ζωής παρατώντας σχέδια για παιδιά. (Σημ: Αυτό μάλλον μας θυμίζει και Παλαιστίνιες μητέρες που φωνάζουν στις κάμερες «θα κάνουμε κι άλλα παιδιά, για να γίνουν βόμβες») Η αυτόματη αντίδραση οποιουδήποτε υπο εξαφάνιση είδους παίρνει τη μορφή υπερβολικής αναπαραγωγής. Αυτό είναι θεμελιώδης νόμος της οικολογίας. Καμιά οικονομία προσανατολισμένη στο κέρδος και κυριαρχημένη απο την απόλαυση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τέτιες απαιτήσεις: καμιά οικονομία κυριαρχημένη απο την ισχύ δεν μπορεί να τις καταπιέσει. Αν η ίδια στάση επεκταθεί στα όργανα παιδείας, τέχνης,πνευματικής καλλιέργειας, δηλαδή στα υπερ-βιολογικά μέσα αναπαραγωγής, θα άλλαζε ολόκληρη η ανθρώπινη προοπτική: διότι η δημόσια υπηρεσία θα προηγείτο του ιδιωτικού κέρδους και τα δημόσια κεφάλαια θα ήταν διαθέσιμα για το κτίσιμο και ξανακτίσιμο χωριών, γειτονιών, πόλεων και ολόκληρων περιοχών, σε γραμμές πιο γενναιόδωρες απ ότι οι αριστοκρατίες του παρελθόντος διέθεταν για τον ίδιο τους τον εαυτό. Μια τέτια αλλαγή θα αποκαθιστούσε την πρακτική και την απόλαυση του κήπου σε κάθε όψη της ζωής. Και ίσως πρόσφερε στην εξισορρόπηση του ρυθμού γεννήσεων, μέσω της μέριμνας για την ποιότητα ζωής, περισσότερα απο οποιοδήποτε άλλο συλλογικό μέτρο.όπως είδαμε, η πόλη υπέστη πολλές αλλαγές κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε χιλιάδων ετών. Και επιφυλάσσονται πολλές αλλαγές ακόμα. Αλλά οι 16

17 καινοτομίες που μας γνέφουν με πιο επείγοντα τρόπο δεν είναι στα θέματα επέκτασης και τελειοποίησης φυσικού εξοπλισμού και ακόμη περισσότερο δεν είναι στο θέμα ενός πολλαπλασιασμού αυτομάτων ηλεκτρονικών συσκευών που θα κάνει τα υπόλοιπα όργανα κουλτούρας μικροαστική σκόνη. Αντιθέτως, σημαντικές βελτιώσεις θα έρθουν μόνο με το να βάλουμε τέχνη και σκέψη στις κεντρικές ανθρώπινες μέριμνες της πόλης με ανανεωμένη αφοσίωση στις Κοσμικές και οικολογικές διαδικασίες που περιβάλλουν όλη την ύπαρξη. Πρέπει να αποκαταστήσουμε και να ξανααποδώσουμε στην πόλη τις μητρικές λειτουργίες που τρέφουν την ζωή, τις αυτόνομες δραστηριότητες, τις σχέσεις συμβίωσης που έχουν για καιρό παραμεληθεί ή αποσιωπηθεί. Διότι η πόλη θα έπρεπε να είναι ένα όργανο αγάπης. Και η καλύτερη οικονομία πόλεων είναι η φροντίδα και η καλλιέργεια ανθρώπων. Lewis Mumford Ας επιστρέψουμε πλέον, λοιπόν, στην κατά χρονική σειρά ιστορία της πόλης, χωρίς να τον πολυδιακόπτουμε απο δώ και πέρα: Σημ: Απο δώ και πέρα τα αποσιωπητικά μπορεί να σημαίνουν οτι λείπουν όχι μόνο φράσεις ή παράγραφοι αλλά και ολόκληρες σελίδες ή ολόκληρα κεφάλαια. Οι επιλογές όμως αποσπασμάτων θα είναι τέτοιες που νοηματικά το κείμενο θα είναι σχεδόν αυτοτελές, και «αναγνωστικά» σχεδόν συνεχές (αφ ενός υπο την έννοια οτι αν μια «προφορική ανάγνωση» δεν ανέφερε τα αποσιωπητικά τότε αυτά σχεδόν δεν θα ακούγονταν, αφ ετέρου υπο την έννοια οτι, σχεδόν, δεν θα χωρίσουμε κεφάλαια και σχεδόν ούτε καν παραγράφους )...Η αρχική πόλη, διαφορετική απο την κοινότητα του χωριού, είναι κοινωνία που διευθύνεται απο κάστες, οργανώνεται για την ικανοποίηση μιας κυρίαρχης μειοψηφίας : δεν είναι πια μια κοινότητα ταπεινών οικογενειών που ζούν αλληλοβοηθούμενες.ο βασιλιάς διεκδίκησε και έλαβε μια υπερφυσική συγκατάθεση: έγινε ο μεσολαβητής μεταξύ ουρανού και γής, που ενσάρκωνε στο πρόσωπό του όλη την ζωή και την ύπαρξη της γής του και των ανθρώπων της..δεν δείχνουν όλα αυτά την σύντηξη κοσμικής και ιερής εξουσίας; Και δεν παρήγε η σύντηξη αυτή όπως και η πυρηνική μιά αλλιώς αδύνατη έκρηξη ανθρώπινης ενέργειας;...απ αυτήν την ένωση, θεωρώ, οτι προήλθαν όλες οι δυνάμεις που έφεραν κοντά όλα τα ατελή μέρη της πόλης και τους έδωσαν νέα μορφή, ορατά μεγαλύτερη και που γεννούσε το δέος περισσότερο απο κάθε άλλο έργο του ανθρώπου... Απο κεί και πέρα οι κύριοι της ακρόπολης όχι απλώς ρύθμιζαν τα πεπρωμένα της πόλης αλλά και στην ουσία δημιούργησαν το νέο καλούπι του πολιτισμού, που συνδύασε την μέγισττη δυνατή κοινωνική και εργασιακή διαφοροποίηση που θα ήταν συμβατή με τις ευρυνόμενες διαδικασίες ενοποίησης και ολοκλήρωσης. Η βασιλεία επεξέτεινε και τις αρμοδιότητες του ιερατείου..το οποίο και μετρούσε τον χρόνο,καθόριζε τον χώρο και προέβλεπε τα εποχιακά γεγονότα. Εκείνοι που ήταν κύριοι του χρόνου και του χώρου θα μπορούσαν να ελέγχουν και τις μεγάλες μάζες ανθρώπων. Μαζί τους δημιούργήθηκε και μια νέα διανοούμενη τάξη, οι γραφείς, γιατροί, μάγοι, οιωνοσκόποι, και «οι αξιωματούχου υπάλληλοι του παλατιού που είχαν πάρει όρκο στους θεούς». Για τις υπηρεσίες τους οι αντιπρόσωποι «πνευματικής ισχύος» έλαβαν ασφάλεια, σχόλη, κοινωνική θέση,υπέροχες συλλογικές κατοικίες... Ήταν το κτίσιμο του ναού με όλους τους τεράστιους πόρους που μπήκαν στην διάθεσή του αυτό που πλησίασε τους ηγέτες του κοσμικού και του ιερού; Σίγουρα η έγκριση του ιερατείου και των θεών ήταν όσο αναγκαία για την άσκηση των εξουσιών της βασιλείας όσο τα όπλα της και η αμείλικτη κυριαρχία της πάνω 17

18 σε μεγάλες ανθρώπινες δυνάμεις χρειαζόταν για την κυριαρχία του ιερατείου...η επαναφορά σε ισχύ της αρχικής «διαθήκης» μεταξύ ναού και παλατιού, μεταμόρφωσε τον τοπικό αρχηγό φυλής σε κολοσσιαίο έμβλημα δύναμης και ιερής και κοσμικής που απελευθέρωσε κοινωνικές ενέργειες που λάνθαναν στην ανθρώπινη κοινότητα...η ανάππτυξη της βασιλείας φαίνεται οτι συνοδεύτηκε απο μια συλλογική μετατόπιση απο τις τελετές γονιμότητας στη λατρεία της φυσικής δύναμης..που έφερε μια αλλαγή στάσης που συνοδεύτηκε απο προϊούσα απώλεια κατανόησης των αναγκών της ζωής και υπερβολική υπερεκτίμηση του ρόλου της φυσικής ανδρείας και τους οργανωμένου ελέγχου σαν καθοριστικών παραγόντων της κοινοτικής ζωής όχι μόνο σε κρίσεις αλλά και στην καθημερινή ρουτίνα. Με την συνοδεία στρατιωτικής δύναμης ο βασιλικός λόγος ήταν νόμος. Έγιναν και παρέμειναν ηγεμονικές εξουσίες το δικαίωμα διαταγής, κατάσχεσης περιουσίας, θανάτωσης, καταστροφής. Έτσι διατηρήθηκε και μεταδόθηκε απο την περιτειχισμένη πόλη μια παρανοϊκή ψυχική δομή: η συλλογική έκφραση μιάς υπέρ το δέον βαρειά οπλισμένης προσωπικότητας. Καθώς τα φυσικά μέσα μεγάλωσαν, αυτή η μονόπλευρη μυθολογία της δύναμης, στην ουσία εχθρική προς την ζωή, χώθηκε σε κάθε γωνιά της σκηνής και βρήκε στον νέο θεσμό του οργανωμένου πολέμου την πληρέστερη έκφρασή της...για να καταλάβουμε την φύση αυτής της παλινδρόμησης που άφησε ολοφάνερο στίγμα στην δομή της πόλης και για να καταλάβουμε ένα νηπιακό τραύμα του πολιτισμού που δημιούργησε τον τέτοιο πόλεμο και που παρέμεινε στην ύπαρξη για να παραμορφώνει όλες τις επόμενες κοινωνίες, και καθόλου λίγο την δική μας,...πρέπει κανείς να πάει βαθύτερα στην καταγωγή του θεσμού της βασιλείας..(hocart, Frankfort, Frazer) Η λατρεία της γονιμότητας φαίνεται πως ήταν αρχαιότερη απο την άσκηση της γεωργίας, και στον Παλιό Κόσμο και στον Νέο,ο θάνατος και η γέννηση της βλάστησης συσχέτιζονταν με τον θάνατο και την γέννηση του θεού τ ου καλαμποκιού, κύριου των τεχνών σποράς και φυτέματος. Με την βασιλεία οι δύο μορφές, θεού και βασιλιά, εγιναν ουσιαστικά εναλλάξιμες,,και οι τελετές γονιμότητας απο το άγχος διακοπής σοδειάς λόγω φυσικών καταστροφών οδήγησε σε ανθρωποθυσίες που στην αρχή τελούνταν επι του πιο πολύτιμου μέλους της κοινότητας, του θεού-βασιλιά του ίδιου. Ο Frazer σημειώνει σαρδόνια οτι καθώς λόγω της τακτικής αυτής μειώθηκε κάπως η έλξη της ευγενούς θέσης του βασιλέως, και καθώς οι οργανωτικές του δεξιότητες και η ευφυϊα του έγιναν όσο σημαντικές για τον ρόλο του όσο οι μαγικές του λειτουργίες βρέθηκε μια πιο ορθολογιστική μέθοδος για την ευημερία της κοινότητας: η επιλογή ενός «αντικαταστάτη» για το δύσκολο μέρος του ρόλου που αφού προηγουμένως θα ταυτίζονταν με τον βασιλιά με το να απολαμβάνει όλες τις τιμές και τα προνόμια της βασιλείας θα τον αντικαθιστούσε στην επι του βωμού σφαγή του...στους Αζτέκους η ανάγκη για θύματα ανθρωποθυσιών-αυτοί ήθελαν κάπου είκοσι χιλιάδες τον χρόνο- ήταν ο κύριος λόγος τον θηριωδών πολέμων που έκαναν...είναι πολύ πιθανό οτι και επιδρομές για συλλογή αιχμαλώτων για δουλεία αντί για θυσία ήταν άλλη μια ανεξάρτητη αφετηρία πολέμου.αν δεν είχε γίνει εστιακό κέντρο οργάνωσης της επιθετικότητας οι ανάγκες θυμάτων για θυσία ίσως να μην είχαν πάει παραπέρα απο τα αθώα όρια που ήταν ακόμα ορατά σε πρωτόγονες φυλές τον 19 ο αιώνα, -θα επρόκειτο περί μιας διεστραμμένης μα επιλεκτικής προσπάθειας για εξασφάλιση μερικών συμβολικών αιχμαλώτων απο μια άλλη κοινότητα, η οποία θα είχε παρερμηνευθει απο ιεραποστόλους κι ακόμη και απο ανθρωπολόγους. Αλλά το αντικείμενο της πρωτόγονης ανταλλαγής χτυπημάτων μεταξύ ανθρώπων σε μάχη δεν ήταν η θανάτωση ανθρωπίνων μαζών ούτε η καταλήστευση και ισοπέδωση των χωριών τους αλλά η επιλογή μερικών αιχμαλώτων για τελετουργική σφαγή και για το καννιβαλικό συμπόσιο που κι αυτό μέρος της ήταν. Με την εμφάνιση της πόλης και την συλλογική αύξηση ισχύος η όλη αυτή κατάσταση υπέστη μια αλλαγή. Αντί επιδρομών για μεμονωμένα θύματα κυριάρχησαν η μαζική εξόντωση και η μαζική καταστροφή. Αυτό που ήταν κάποτε μαγική θυσία για εξασφάλιση γονιμότητας, παράλογη πράξη για επίτευξη λογικού σκοπού, μεταμορφώθηκε σε επίδειξη ισχύος της μιας κοινότητας, κάτω απο τον οργισμένο θεό και ιερέα-βασιλέα της, να ελέγξει, να υποτάξει ή και ολοκληρωτικά να απαλείψει μιά άλλη κοινότητα. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της επιθετικότητας ήταν απρόκλητο και ηθικά μη δικαιολογήσιμο απο τον επιτιθέμενο. Τον καιρό που αρχίζουν να υπάρχουν ιστορικά αρχεία δίνονται και οικονομικές αποχρώσεις λόγω πολιτικών εντάσεων περι συνόρων ή αρδευτικών δικαιωμάτων αλλά, όπως και σήμερα, οι προκύπτουσες ανθρώπινες και οικονομικές απώλειες είναι δυσανάλογες με τα χειροπιαστά συμφέροντα που προκαλούν τον πόλεμο...κι έτσι με μια περίεργη πράξη μετενδυσίας, μια τελετή που άρχισε με την επίκληση πιο άφθονης ζωής, 18

19 μεταμορφώθηκε στο ακριβώς αντίθετό της: προσκάλεσε έναν κεντρικοποιημένο στρατιωτικό έλεγχο, μιά συστηματική καταλήστευση, και έναν οικονομικό παρασιτισμό, θεσμούς δηλαδή που όλοι τους λειτουργούν εναντίον όσων όψεων του αστικού πολιτισμού προωθούν την ζωή και οι οποίοι τελικά έφεραν την μιά μετά την όλη πόλη στην καταστροφή της.αυτή ήταν μια τελική αμφιθυμία και αντίφαση της πόλης: τα πολλά που κερδήθηκαν μέσα απο τις ευρύτερες συσχετίσεις και φιλόπονες συνεργασίες αναιρέθηκαν δεόντως απο την αρνητική δραστηριότητα του πολέμου.αυτή η κυκλική αταξία ενσφηνώθηκεε μέσα στο ίδιο το καταστατικό της αρχαίας πόλης...κι έτσι μόλις ο πόλεμος έγινε ένας απο τους λόγους ύπαρξης της πόλης, ο πλούτος και η ισχύς της πόλης την έκαναν και φυσικό στόχο. Οι ευημερούσες πόλεις έδωσαν στην συλλογική επιθετικότητα ένα ορατό αντικείμενο που ποτέ προηγουμένως δεν της είχε κάνει νεύμα: την συσσώρευση εργαλείων και μηχανημάτων, τον χρυσό, το ασήμι και τα κοσμήματα στα παλάτια και τους ναούς της, τις σιταποθήκες της και, καθόλου λιγότερο, την περίσσειά της σε γυναίκες. Μπορεί μεν ο πόλεμος να ξεκίνησε απο ομάδες μονόπλευρων επιδρομών αλλά ο σχηματισμός μιας νέας κάστας απο επαγγελματίες πολεμιστές, μπορεί να έστρεψε την προσοχή των επιδρομών απο τις πρώτες ύλες στα μέρη που σώρευαν τα ολοκληρωμένα προϊόντα. Οι πόλεις που ξεκίνησαν φορολογώντας πρωτόγονους έμαθαν τώρα να λυμαίνονται η μια την άλλη...πολύ βιάστηκαν οι ιστορικοί να αποδώσουν τον πόλεμο στο άγριο παρελθόν του ανθρώπου και στις εισβολές πρωτογόνων και νομαδικών «μη εχόντων» στα «φιλειρηνικά» κέντρα βιομηχανίας και εμπορίου (και με αφελείς προβολές (γεμάτες έλλειψη τόσο φαντασίας όσο και πληροφόρησης) απο τον ιμπεριαλιστή και καπιταλιστή του 19 ου αιώνα στον πρωτόγονο άνθρωπο) Ο πόλεμος είναι βαθειά ριζωμένος στην αρχική δομή της πόλης και παρ όλο που το αστικό πλεόνασμα θα απετέλεσε πειρασμό για τους φτωχότερους, αφού η κάθε πόλη θα έμοιαζε σαν εύκολη λεία σε γρήγορους επιδρομείς απο τα βουνά ή τις στέππες, αυτά που τους έκαναν γοργούς, τα άλογα και οι βάρκες, ήρθαν πολύ μετά την ίδρυση των πόλεων...και όσον αφορά ερμηνείες πολέμου με υποθέσεις είτε μιάς βιολογικά κληρονομούμενης πολεμοχαρούς φύσης είτε κάποιου «προπατορικού αμαρτήματος» πρέπει να παρατηρήσουμε οτι,, το δόγμα της φυσικής επιλογής, αν εφαρμόζεται οπουδήποτε, εδώ σημαίνει οτι απο την δημιουργία των πόλεων και μετά μόνο οι πολεμοχαρείς επεβίωσαν, άνθισαν και ζευγάρωσαν στα κέντρα του πολιτισμού και έτσι οι περιφερειακές επιτυχίες της αστικής ανάπτυξης στήριξαν την κεντρική της αποτυχία, την αφοσίωσή της στον πόλεμο ως ελιξήριο ηγεμονικής εξουσίας και ως αποτελεσματικότατο καθαρτικό για την λαϊκή δυσφορία με την εξουσία αυτή..η περιτειχισμένη πόλη όχι μόνο έδωσε μια μόνιμη συλλογική δομή στους παρανοϊκούς ισχυρισμούς και στις παρανοϊκές παραισθήσεις της βασιλείας, αυξάνονας την καχυποψία, την εχθρότητα και την μη-συνεργασία αλλά ο καταμερισμός εργασίας και η διαίρεση των καστών σπρωγμένη στα άκρα έκανε να φαίνεται κανονική η σχιζοφρένεια, ενώ με την επαναληπτική εργασία που επέβαλλε σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού μέσω της δουλείας αναπαρήγε την δομή της ψυχαναγκαστικής νεύρωσης. Κι έτσι η αρχαία πόλη, μέσα στο ίδιο της το καταστατικό, έτεινε να μεταδίδει μια συλλογική δομή προσωπικότητας της οποίας οι πιο ακραίες εκδηλώσεις διαγιγνώσκονται τώρα σαν παθολογικές. Αυτή η δομή είναι ακόμα ορατή στις μέρες μας, αν και τα εξωτερικά της τείχη έδωσαν τη θέση τους σε σιδηρά παραπετάσματα... (Βέβαια ο Μάμφορντ που θα ήταν πανευτυχής να διαψεύδεται, μετά θάνατον, στα απαισιόδοξα, δεν θα προλάβαινε να χαρεί την πτώση του σιδηρού παραπετάσματος και θα έβλεπε στα καθημερινά νέα, όπως όλοι μας σήμερα, την «παρανοϊκή, παρασιτική και με ακραία βίαιο τρόπο στρατιωτική» δομή της επανάληψης των φάσεων που περιγράφει. Και με τόσο γκρο πλαν τρόπο πιά που όλοι μας, θέλαμε-δεν-θέλαμε, προφήτες τύπου Μάμφορντ γινόμαστε κάθε μέρα (για τα εκάστοτε αυριανά μας νέα βέβαια, που κι ο Μάμφοντ τα προβλέπει μαζί μας αλλά όχι την προηγούμενη μέρα αλλά το 1961 (και το 1938). Τώρα μαθαίνουμε (κάτι) και για τον τρόπο που το κάνει: Αφ ενός σκέφτεται λογικά και κατ ευθείαν τι θακανε ο ίδιος αν π.χ. ήταν αγρότης, πολεμιστής, ιερέας, ληστής, καννίβαλος, κλπ την τάδε εποχή για να μπορεί να συμπληρώνει τα δεδομένα που λείπουν με τον ίδιο τρόπο που θα τα συμπλήρωνε και αν σκεφτόταν για το μέλλον (για το οποίο, φυσικά, πάντα λείπουν δεδομένα!) και αφ ετέρου κοιτάει όσα δεδομένα απο εκείνες τις εποχές όντως υπάρχουν για να επισημάνει και τις διαφορές τους απο τα σύγχρονα και πρόσφατα έτσι ώστε να μη δεσμεύεται η φαντασία του απ αυτά, αν είναι να σκεφτεί π.χ. σαν καννίβαλος να μη 19

20 σκεφτεί μόνο σαν να ήτανε π.χ. καννίβαλος τύπου άγγλου αποικιοκράτη στην Ινδία. Η εικόνα που τότε προκύπτει, κι ας βρίσκεται στο 1961, θυμίζει όψεις του 2004 μέσω του να θυμίζει όψεις του 3000 π.χ. όχι μόνο για λόγους αγνοίας του παρελθόντος που έχουν οι στραμμένοι προς το μέλλον νεοσυντηρητικοί (άλλωστε αν το ήξεραν ως απέραντα βίαιο δεν σημαίνει οτι θα ήθελαν να το αποφύγουν, μπορεί όχι απλώς να μην ήξεραν πώς να το αποφύγουν αλλά και να το καμάρωναν ή να το μιμούνταν συνειδητά, αφού ακόμη και το «1984» μιμούνται. Επίσης, οι μη συνειδητά επιλέγοντας την βία μεταξύ αυτών μπορεί να μάθαιναν για το παρελθόν αλλά να μην αναγνώριζαν στον καθρέφτη του παρελθόντος την ομοιότητα με την μορφή τους στον καθρέφτη του παρόντος) Το παρελθόν μπορεί να θυμίζει το παρόν και για λόγους βαθύτερους (σαν τους λόγους που κάνουν την ακρόπολη ως πολιτικο-θρησκευτικό πυρήνα της πόλης να θυμίζει πυρήνα κυττάρου ως προς τις κεντρικοποιημένες διευθυντικές της λειτουργίες). Η ρήξη με το παρελθόν για ανάδυση νέων λειτουργιών κλπ (προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν στοχεύει όποιος την κάνει) θα εξέπλησσε τόσο με τα άλματά της όσο και με τα και με τα μπούμεράνγκ της ακόμη και τον βαθύτερο γνώστη του παρελθόντος και της φιλοσοφίας και βιολογίας της ανάδυσης νέων μορφών, οντολογικής δημιουργίας κλπ, πολύ δε περισσότερο θα εξέπλησσε τον αγνοούντα οτιδήποτε σχετικό (ή θα τον εξέπλησσε πολύ λιγότερο ή και καθόλου αν δεν παρατηρούσε για άλλη μια φορά το τι έβλεπε καν απο το παρόν. Όπως οι Αμερικανοί στο Ιράκ που κάνουν προγραμματισμούς επι τη βάσει ιστορικών και ψυχολογικών δεδομένων που έχουν μάθει απο το Χόλλυγουντ(!) και τα οποία οι Ιρακινοί, ακόμα κι αν θέλαν να τους κανουν την χάρη να τα επαληθεύσουν για οποιονδήποτε λόγο(;) τα αγνοούν, κι έτσι έχουμε την μια μετά την άλλη εκπαιδευτική για τους Αμερικανούς έκπληξη/επαφή με τον έξω κόσμο (με δεκάδες νεκρούς Ιρακινούς και Αμερικανούς ανά εκπαιδευτική εμπειρία). Ενδεικτική είναι και η κριτική κάποιου νεοσυντηρητικού σε δημοσιογράφο που το επεσήμαινε : «Παραείναι βασισμένη στην πραγματικότητα η κριτική σου. Ένα έθνος που επιβάλλεται δεν χρειάζεται να μαθαίνει την πραγματικότητα. Δημιουργεί τις δικες του πραγματικότητες» Λογική σαν αυτήν που λένε οτι τρέλλαινε τον Κόλμπυ της CIA όταν οι Ράμσφελντ, Τσένυ και τα άλλα μέλη της τωρινής συμμορίας (που τότε ήταν υπάλληλοί του και αποκαλούνταν «the crazies») του έλεγαν οτι δεν προέχει να μαθαίνουν τι κάνουν οι Ρώσσοι πραγματικά αλλά πώς να κάνουν το Αμερικανικό κοινό να πιστέψει αυτό που οι ίδιοι λένε οτι κάνουν οι Ρώσσοι. (βλ.σημ.3))).. Τα τείχη επισημαίνουν άλλη μια αμφιθυμία.σε μια παράδοση που σαν την Σπαρτιατική, αρνιόταν να καταφύγει πίσω απο τείχη και ζούσε σε ανοιχτά χωριά οι άρχουσες τάξεις έπρεπε να είναι διαρκώς σε άγρια και απειλητικά ένοπλη εγρήγορση μήπως και ανατραπούν απο τους υποδουλωμένους είλωτες. Τέτιοι κύριοι έπρεπε συνεχώς να στηρίζουν την γυμνή τους δύναμη με ανοιχτή τρομοκρατία, ενώ στις περιτειχισμένες πόλεις τα τείχη απο μόνα τους άξιζαν όσο ένας ολόκληρος στρατός στο να ελέγχουν τους απείθαρχους, να κρατούν τους αντίζηλους υπο επιτήρηση, και να εμποδίζουν τους απελπισμένους να αποδράσουν...στην αρχή των πόλεων όλοι οι κάτοικοι, κυριολεκτικά, «ήταν στην ίδια βάρκα», και στο πλοίο όλοι μαθαίνουνε να εμπιστεύονται τον καπετάνιο και να εκτελούν τις διαταγές του πρόθυμα...μα αν δεν υπήρχε η θρησκεία και όλες οι κοινωνικές τελετουργίες και τα οικονομικά πλεονεκτήματα που την συνόδευαν, το τείχος θα είχε μετατρέψει την πόλη σε μια φυλακή της οποίας οι κάτοικοι θα είχαν μόνο μια φιλοδοξία: να καταστρέψουν τους δεσμοφύλακές τους και να ξεφύγουν. Μα άπαξ και ολοκληρώθηκε ο αστικός μετασχηματισμός η πόλη, ως όλον, έγινε ένας ιερός περίβολος κάτω απο την προστασία του θεού της. Όπως έχει κάνει σαφές ο Mircea Eliade ο άξονας του σύμπαντος πέρναγε μέσα απ τον ναό της.κάτω απο την πίεση του νέου θεσμού που λεγόταν πόλεμος το τείχος ήταν αφ ενός ένας προμαχώνας για άμυνα και αφ ετέρου ένα πνευματικό όριο με ακόμα μεγαλύτερη σημασία, διότι προφύλασσε τους εντός απο το χάος και από το άμορφο κακό που τους περιέβαλλε. Η «εσωτερικότητα» που χρειαζόταν για την περαιτέρω ανθρώπινη ανάπτυξη βρήκε στην πόλη-και πάνω απ όλα στον ιερό της περίβολο-τη συλλογική μορφή που θα βοηθούσε στην πρόσκληση για την ανάδυσή της. Πίσω απο τα τείχη της πόλης η ζωή στηριζόταν σε ένα κοινό θεμέλιο, που έμπαινε βαθιά ως το σύμπαν το ίδιο: η πόλη δεν ήταν κάτι λιγότερο απο το σπίτι ενός ισχυρού θεού. Τα αρχιτεκτονικά και τα γλυπτικά σύμβολα που έκαναν το πράγμα αυτό ορατό ανύψωναν την πόλη πολύ πάνω απ το χωριό ή την επαρχιακή πολίχνη. Χωρίς τις ιερές δυνάμεις που περιέχονταν στο εσωτερικό του παλατιού και 20

21 του ιερού περίβολου, η αρχαία πόλη θα ήταν χωρίς σκοπό και χωρίς νόημα. Άπαξ και ο βασιλιάς είχε εγκαθιδρύσει τις δυνάμεις αυτές διευρύνοντας την περιοχή επικοινωνίας και ενοποιώντας την συμπεριφορά μέσω του νόμου, η ζωή ευημερούσε εδώ όπως δεν θα μπορούσε να ελπίσει να ευημερήσει αλλού. Αυτό που άρχισε σαν έλεγχος τελείωσε σαν λογική κατανόηση και κοινωνία. Χωρίς τις θρησκευτικές ικανότητες της πόλης, ο τοίχος απο μόνος του δεν θα είχε κατορθώσει να πλάσει τον χαρακτήρα ούτε να ελέγξει τις δραστηριότητες των κατοίκων της...όλα τα οργανικά φαινόμενα έχουν όρια ανάπτυξης και έκτασης που προκύπτουν απ την ίδια τους την ανάγκη να παραμείνουν αυτοσυντηρούμενα και αυτοδιευθυνόμενα: μπορούν να μεγαλώσουν εις βάρος των γειτόνων τους μόνο χάνοντας εκείνες ακριβώς τις διευκολύνσεις που οι δραστηριότητες των γειτόνων τους συνεισφέρουν στην δική τους ζωή. Οι αστικές κοινότητες, απορροφημένες μέσα στην επέκταση ισχύος έχασαν αυτήν την αίσθηση ορίων: η λατρεία της δύναμης έκανε θριαμβευτική επίδειξη της έλλειψης ορίων: πρόσφερε τις απολαύσεις ενός παιχνιδιού που πλέον παιζόταν για το παιχνίδι αλλά και για να απολαμβάνει τα αποτελέσματα της εργασίας χωρίς τον καθημερινό μόχθο, μέσω βιαίων συλλήψεων για πλήρη και συλλογική δουλεία. Όριο ήταν ο ουρανός. Τις μαρτυρίες για την τέτοια ξαφνική ανάταση τις βλέπουμε στις αυξανόμενες διαστάσεις των πυραμίδων, όπως έχουμε και την μυθολογική της αναπαράσταση στην ιστορία του φιλόδοξου Πύργου της Βαβέλ, αν και εκείνος εμποδίστηκε απο την αποτυχία στην επικοινωνία, η οποία ίσως επανειλημμένα επήλθε απο την υπερεπέκταση γλωσσικών περιοχών. Εύκολα ακολουθεί ο κύκλος της απεριόριστης επέκτασης απο πόλη σε αυτοκρατορία Καθώς ο πληθυσμός μιας πόλης μεγάλωνε, ήταν αναγκαίο είτε να επεκταθεί η περιοχή άμεσης παραγωγής τροφής είτε οι γραμμές εφοδιασμού για να αντλεί ή μια κοινότητα απ την γειτονική της είτε μέσω συνεργασίας, ανταλλαγών, εμπορίου, είτε μέσω αναγκαστικής φορολογίας, απαλλοτρίωσης, εξόντωσης. Αρπαγή ή συμβίωση; Κατάκτηση ή συνεργασία; Ο μύθος της δύναμης ξέρει μόνο μια απάντηση...αν ερμηνεύω σωστά τις μαρτυρίες, τότε τις συνεργατικές μορφές αστικής πολιτείας τις υπέσκαψαν και τις μόλυναν απ την αρχή οι καταστροφικοί θανατοστρεφείς μύθοι που συνόδευσαν, και ίσως εν μέρει ενθάρρυναν, την υπέρογκη επέκταση φυσικής δύναμης και τεχνολογικής επιδεξιότητας...κι έτσι η πιο πολύτιμη συλλογική εφεύρεση του πολιτισμού, η πόλη, που δεύτερη υπήρξε μόνο σε σύγκριση με την ίδια την γλώσσα στη μετάδοσή του, έγινε απο την αρχή το δοχείο διαμελιστικών εσωτερικών δυνάμεων, που κατευθύνονταν προς αδιάκοπη καταστροφή και εξόντωση. Ως αποτέλεσμα αυτής της βαθειά χαραγμένης κληρονομιάς, η ίδια η επιβίωση του πολιτισμού, ή οποιουδήποτε μεγάλου και μη ακρωτηριασμένου τμήματος του ανθρώπινου είδους, βρίσκεται τη στιγμή αυτή αυτή εν αμφιβόλω- και ίσως παραμείνει για καιρό εν αμφιβόλω όποιες προσωρινές ρυθμίσεις και αν γίνουν. Κάθε ιστορικός πολιτισμός, όπως πριν καιρό παρατήρησε ο Patrick Geddes, ξεκινάει με έναν ζωντανό αστικό πυρήνα και καταλήγει σε ένα κοινό νεκροταφείο απο σκόνη και κόκκαλα, μια νεκρόπολη: καμένα ερείπια, κτίρια συντρίμια, σωρούς απόβλητων χωρίς νόημα, και πληθυσμό σφαγμένο ή εξανδραποδισμένο... «Την πόλη και τα σπίτια της απο τα θεμέλια ως την κορυφή κατέστρεψα και έκαψα με φωτιά.τα τείχη ισοπέδωσα και τους ναούς και τους θεούς απο τούβλα και χώμα ισοπέδωσα και έρριξα στο κανάλι. Μέσα στην πόλη έσκαψα κανάλια και την πλημμύρισα. Έκανα καταστροφή πιο ολοκληρωτική κι απο πλημμύρα». Και η πράξη και τα διδάγματα προαναγγέλουν και τις αφείδωλες θηριωδίες της δικής μας πυρηνικής εποχής. Το μόνο που έλειπε στην παραπάνω επιγραφή για την καταστροφή της Βαβυλώνας ήταν η δική μας γοργή επιστημονική δεξιότητα κι η μαζική μας υποκρισία στο να μεταμφιέζουμε τις προθέσεις μας ακόμη και μπροστά στον εαυτό μας τον ίδιο. Εν τούτοις ξανά και ξανά οι θετικές δυνάμεις της συνεργασίας και του συναισθηματικώς κοινωνείν έφεραν τους ανθρώπους πίσω στα ρημαγμένα αστικά τοπία «να επιδιορθώσουν τις χαμένες πόλεις, ερήμωση γενεών». Είναι ειρωνικό και παρήγορο το οτι πόλεις επανειλημμένα επέζησαν των αυτοκρατοριών που φαινομενικά τις είχαν για πάντα καταστρέψει. Η Δαμασκός, η Βαγδάτη, η Ιερουσαλήμ η Αθήνα ακόμη στέκονται στους τόπους που και αρχικά κατείχαν, ζωντανές, αν και ελάχιστα κομμάτια των αρχαίων θεμελίων τους παραμένουν ορατά. Οι χρόνιες εκτρώσεις της ζωής της πόλης θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν οδηγήσει σε γενική απάρνηση της εκεί ζωής και των αμφιθυμικών της δώρων αν δεν υπήρχε ένα γεγονός: η συνεχής στρατολόγηση νέας ζωής, φρέσκης και απλής, απο αγροτικές περιοχές, γεμάτης μυϊκή δύναμη, σεξουαλική ζωτικότητα, αναπαραγωγικό ζήλο, ζωϊκή πίστη. Αυτοί οι άνθρωποι ξαναγέμισαν την πόλη με το 21

22 αίμα τους, κι ακόμη περισσότερο, με τις ελπίδες τους. Ακόμη και τώρα τα τέσσερα πέμπτα του παγκόσμιου πληθυσμού ζούν σε χωριά, απο λειτουργική άποψη πιο κοντά στο νεολιθικό τους πρωτότυπο απ ότι στις υψηλά οργανωμένες μητροπόλεις που έχουν αρχίσει να ρουφούν το χωριό στις τροχιές τους και, ακόμη πιο γοργά, να υποσκάπτουν τον αρχαίο τρόπο ζωής του. Αλλά άπαξ και επιτρέψουμε στο χωριό να εξαφανιστεί, αυτός ο αρχαίος παράγων ασφαλείας θα εκλείψει. Αυτόν τον κίνδυνο η ανθρωπότητα πρέπει να τον υπολογίσει και να τον εκτρέψει. (Το βιβλίο του Μάμφορντ έχει 576 σελίδες χωρίς και τις φωτογραφίες του με τις λεζάντες τους και χωρίς τον σχολιασμό του στις πηγές του. Το οτι αυτά τα μέρη που είδαμε τα μεταφράσαμε τόσο εκτενώς ήταν γιατί θύμιζαν τόσο πολύ τα σύγχρονα καθημερινά νέα. Στα παρακάτω, τουλάχιστον μέχρι να φτάσουν στο παρόν και οι χρονολογίες κι όχι μόνο οι αναλογίες, ας κάνουμε απλώς ένα σκιαγραφικό τροχάδην (με κάποιο, φυσικό, τραινάρισμα στην Ελλάδα μια και σίγουρα όλους μας ενδιαφέρει πώς έβλεπε τις Ελληνικές πόλεις ο τρόπος σκέψης τον οποίο ο Μάμφορντ μας μαθαίνει.εδώ, που ήδη έχουμε όλοι κάποια ιδέα περί του θέματος, ευκαιρία είναι να δούμε τόσο την ακρίβεια ή ανακρίβεια όσο και την φύση του τρόπου αυτού. Κι επίσης να συγκρίνουμε την παιδαγωγικότητα με την οποία ο Μάμφορντ μας μεταφέρει τον τρόπο αυτό με την αντίστοιχη άλλων συναδέλφων του που σκέπτονται παρόμοια):)...οι Ελληνες, φάνηκε, είχαν σε κάποιο βαθμό απελευθερώσει τον εαυτό τους απο τις εξοργιστικά εξωφρενικές φαντασιώσεις απεριόριστης δύναμης που οι θρησκείες της Εποχής του Χαλκού και η τεχνολογία της Εποχής του Σιδήρου είχαν υιοθετήσει: οι πόλεις κόβονταν πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα και απαλλαγμένες απο τους παρανοϊκούς ισχυρισμούς ημι-θείων μοναρχών με όλους τους παρελκόμενους ψυχαναγκασμούς και πειθαναγκασμούς του μιλιταρισμού και της γραφειοκρατίας. «εδώ είχαμε μπει στο «έργο»» στη σελ. 346 Μέχρι τη σελίδα 22 αποσπασμάτων ταχουμε δει, πάμε όμως μόνο στην τελευταία τους σελίδα (σελ.78) Ευχαριστίες: Ευχαριστώ τον φίλο μου Λευτέρη Γιαννουλόπουλο για μια νυχτερινή βόλτα απο τον Κεραμικό στον Κολωνό στην οποία μου έκανε τέτιου είδους ξενάγηση σε όσα κρύβονται κάτω απο την άσφαλτο της βόλτας αυτής που ήταν σαν να είχα την πιο προνομιακή εισαγωγή στην ανάλυση τύπου Μάμφορντ για το ξεκίνημα των πόλεων. Και ευχαριστώ τον φίλο μου Βασίλη Τομανά για το οτι μου συνέστησε κι αυτό και όλα τα βιβλία του Μάμφορντ κι επίσης για την βοήθεια προς πληρέστερη Καστοριάδεια «διαύγαση» του ίδιου του, λεγόμενου, «φαντασιακού» μέσω της «Ιστορίας των Ουτοπιών» του Μάμφορντ του 22. Γιάννης Αλεβίζος ΥΓ: Δεν έχω δεί κανέναν που νά έχει διαβάσει Μάμφορντ και να μην είναι ευγνώμων σε όποιον τον πληροφόρησε οτι άνθρωπος σαν τον Μάμφορντ υπήρχε. Κι αφού οι περισσότεροι Έλληνες τον γνωρίσαμε απο τον Βασίλη Τομανά που τον μεταφράζει και τον εκδίδει, είναι φυσικό με κάθε ευκαρία να τον ευχαριστούμε και να τον ξαναευχαριστούμε όπως και ο υποφαινόμενος μόλις έκανε και αμέσως ξαναέκανε (μόλις ξανασκέφτηκε οτι καμιά ευχαριστία δεν είναι αρκετή για την υπόδειξη να διαβάζουμε Μάμφορντ). Τα αμέσως παρακάτω λέγαμε να τα αναβάλλουμε για άλλο σημείο του ανά χείρας, όμως κάποιες ανάγκες για επίσπευση μας έκαναν, όπως θα δούμε, να αποφασίσουμε να τα βάλουμε εδώ: Σ.μ. Ευχαριστούμε τον φίλο μας Φώτη που μας πληροφόρησε ότι τον όρο conurbation που στα παρακάτω μεταφράσαμε ως «συναστισμό» τον έχουν ήδη μεταφράσει, επιτυχέστερα, ως «αστικό συνονθύλευμα» 22

23 ...Και οι μηχανικοί των συγκοινωνιών και των highways που μετέφεραν απερίσκεπτα τους πολλαπλών λωρίδων δρόμους ταχείας κυκλοφορίας στην καρδιά των πόλεων και έχουν κάνει μαζικά πάρκιν και γκαράζ έχουν με δεξιοτεχνία επαναλάβει και μεγεθύνει τα χειρότερα λάθη των μηχανικών των σιδηροδρόμων. Την ώρα που ο υπερυψωμένος σιδηρόδρομος απαλειφόταν σαν σοβαρότατο πρόβλημα, αυτοί το ξέχασαν και ξαναεισήγαγαν την παρωχημένη αυτή μορφή για την ευκολία των αυτοκινήτων...αποκαθιστώντας την αρχέτυπη κώκταουν υπο την μεταμφίεση λαμπρού εκσυγχρονισμού...οταν η χρήση του ιδιωτικού αυτοκινήτου γενικέυτηκε η κλίμακα των προαστείων που ήταν φτιαγμένη για πεζούς εξαφανίστηκε και μαζί μ αυτήν χάθηκε και η περισσότερη ατομικότητα και γοητεία τους. Το προάστειο έπαψε να είναι γειτονιά και έγινε διάχυτη μάζα χαμηλής πυκνότητας που περιβαλόταν απο τον συναστισμό και που παρακάτω τον περιέβαλε αυτή. Για να κατορθώσει το είδος ημιαγροτικής τελειότητάς του το προάστειο χρειαζόταν να είναι μικρό όπως χρειαζόταν να είναι και το αγροτικό του φόντο. Μόλις ξεπέρασε αυτά τα όρια έπαψε να είναι καταφύγιο έξω απο την πόλη και έγινε μέρος της μητρόπολης, της «πόλης με τα πλοκάμια» απο την οποία δεν υπήρχε απόδραση. Ακόμα κι αν με αερομεταφορές φέρουμε μια περιοχή 1200 μίλια μακριά στην απόσταση που φέρνουμε με το αυτοκίνητο περιοχές που είναι 30 μίλια μακριά, τα πράγματα δεν θα αλλάξουν, όταν κάποιος κατακτά τον χώρο αυξάνει και τους πληθυσμούς που έχουν πρόσβαση στον χώρο αυτό. Το προσδοκώμενο καθαρό κέρδος είναι αρκετά κάτω απ το μηδέν...το ιδιωτικό αυτοκίνητο έγινε και ένα αδέξιο υποκατάστατο του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου τον οποίο εκτόπισε παρ όλο που ήταν ταχύτερος..και καταβρόχθισε το ένα εμπόρευμα για το οποίο δικαίως μπορούσε να καυχηθεί το προάστειο: τον χώρο. Τώρα αντί να έχουμε κτίρια βαλμένα σε πάρκο έχουμε κτίρια βαλμένα σε πάρκιν...αφού οι οικογένειες πρέπει να έχουν τουλάχιστον διπλά αυτοκίνητα αλλιώς η προαστειακή νοικοκυρά θα πρέπει να είναι σωφέρ πλήρους απσχόλησης...με την καταστροφή των κλιμάκων εκείνων (που τοποθετούσαν σε απόσταση προσβάσιμη με τα πόδια τους χώρους όπου χρειαζόταν να μεταβούν οι κάτοικοι πόλεων και προαστείων) καταστράφηκε και το περπάτημα σαν κανονικός τρόπος ανθρώπινης κυκλοφορίας...στην ευεργετική απόδειξη που έκανε ο Unwin για το οτι «δεν κερδίζουμε τίποτε με τον υπερσυνωστισμό» (όπως ονομαζόταν η μελέτη του το 1903) πρέπει, μετά την εξάπλωση του ιδιωτικού αυτοκινήτου, να αντιπαραθέσουμε την μετατροπή και προειδοποίηση «Χάνουμε κάτι με την υπερεξάπλωση στον χώρο»...όχι μόνο στους χώρους φορτοεκφόρτωσης εμπορευματων σε σταθμούς κλπ αλλά και σε ατομικά κτίρια όπως γραφεία, σουπερμάρκετ, εμπορικά κέντρα, ακόμη και στην ύπαιθρο, πρέπει να καταστρέφεται κι άλλος ανοιχτός χώρος για να γίνονται πάρκιν τόσο τεράστια που περπατάει πλέον κάποιος περισσότερο απ ότι περπατούσε απο την στάση του λεωφορείου ή του ηλεκτρικού ως το γραφείο του συνήθως, έχοντας και την επίμονη ψευδαίσθηση οτι το αυτοκίνητο τον πάει από πόρτα σε πόρτα... Κι αυτά δεν έχουν και καμιά σχέση με την αριστοκρατική απόλαυση οπτικού χώρου στις ύστερες μπαρόκ πόλεις όπου ο χώρος είχε ανοιχτές πλατείες με κύκλους και με δρόμους για άμαξες γεμάτους με δέντρα...κάθε αστική λειτουργία ακολουθεί το παράδειγμα του αυτοκινητόδρομου: καταβροχθίζει χώρο και μάλισυα σπαταλώντας κι όχι κερδίζοντας χρόνο...στο βάθος του εκτρώματος αυτού της σύγχρονης τεχνικής κείται μιά πλάνη που φτάνει ως την καρδιά του όλου υποβώσκοντος ιδεολογήματος: η ιδέα οτι η ισχύς και ή ταχύτητα είναι επιθυμητές αυτές καθ εαυτές.και άρα κάθε μέσον μεταφοράς πρέπει να αντικατασταθεί απο το τελευταίο μοντέλο γρήγορου οχήματος. Στην πραγματικότητα η ταχύτητα μεταφοράς θα έπρεπε να είναι συνάρτηση του ανθρώπινου σκοπού της. Για κουβέντα με φίλους στην πόλη ακόμα και το περπάτημα με τρία μίλια την ώρα είναι υπερβολικά γρήγορο, για έναν χειρούργο που σπεύδει για μια επείγουσα εγχείρηση χίλια μίλια μακριά τα τριακόσια μίλια την ώρα είναι υπερβολικά μικρή ταχύτητα...ο ταχύτερος τρόπος να μετακινήσεις εκατό χιλιάδες ανθρώπους σε μιά περιορισμένη αστική περιοχή, με ακτίνα,,ας πούμε μισό μίλι, είναι με τα πόδια. Ολόκληρη η Βοστώνη θα μπορούσε να συγκεντρωθεί στο κέντρο σε λιγότερο απο μιά ώρα. Με αυτοκίνητα θα χρειαζόταν πολλές ώρες κι επίσης δεν θα έφταναν στον προορισμό τους αν δεν τα εγκατέλειπαν αφού δεν θα μπορούσαν να τα παρκάρουν...η παράλογη πίστη οτι αφθονία χώρου και γρήγορη μεταφορά είναι τα κύρια συστατικά μιάς καλής ζωής υιοθετήθηκε απο τα πρακτορεία μαζικής προαστειοποίησης...η απαγωγή εις άτοπον του μύθου αυτού είναι το Λος Άντζελες.. που τώρα έχει γίνει μια αδιαφοροποίητη μάζα σπιτιών περιτειχισμένων ανάμεσα σε αυτοκινητόδρομους πολλών λωρίδων, ράμπες και οδογέφυρες που προκαλούν δικά τους 23

24 ειδικά μποτιλιαρίσματα και διακινούν, μέσα σε περιβάλλον γεματο σμόγκ, μόνο ένα μικρό κλάσμα της κυκλοφορίας ανα ώρα απ ότι κάποτε μετέφερε η δημόσια συγκοινωνία με μικρότερες ταχύτητες..ενώ το ένα τρίτο του Λος Αντζελες καταναλώνεται σ αυτές τις γκροτέσκες συγκοινωνιακές εγκαταστάσεις και τα δύο τρίτα του κεντρικού Λος Άντζελες καταλαμβάνονται απο δρόμους, αυτοκινητόδρομους, πάρκιν και γκαράζ...αυτό είναι καταβροχθιση χώρου και με το παραπάνω. Το τελευταίο στάδιο αυτής της διαδικασίας ήδη γνέφει σε κάτι μυαλά που είναι όντως προοδευτικά: να γίνει έξωση στους εναπομένοντες κατοίκους και να παραδοθεί ολόκληρη η περιοχή σε αυτοκίνητα που θα οδηγούνται απο αυτοματισμούς και που θα είναι τελείως χειραφετημένα απο οποιονδήποτε λογικό ανθρώπινο σκοπό... Οι μηχανικοί αυτοκινητόδρομων και οι δημοτικές μας αρχές, έχοντας υπνωτιστεί απο την δημοτικότητα του ιδιωτικού αυτοκινήτου και αισθανόμενες και μιά υποχρέωση να βοηθήσουν την ευημερία της General Motors ακόμη και αν προκύψει General Chaos, συνωμότησαν ανοιχτά να διαλυσουν κάθε άλλη μορφή μεταφοράς που θα χρειαζόταν για ένα καλό σύστημα και άφησαν μόνο τα ιδιωτικά αυτοκίνητα και τα αεροπλάνα...και επανέλαβαν όλα τα λάθη του σχεδιασμού των σιδηροδρομικών διαδρομών...για να διατηρηθεί η ύπαρξη της πόλης και να μειωθεί στο ελάχιστο η απώλεια χρόνου..για να έχουμε μια πλήρη αστική δομή ικανή να λειτουργεί πλήρως, χρειάζεται ο συντιονισμός μεταξύ των ρόλων κάθε μορφής μεταφοράς, χρειάζεται η σχεδιασμένη και σκόπιμη συνάρθρωση του πεζού, των μαζικών μεταφορών, του δρόμου, της λεωφόρου, του αυτοκινητόδρομου, του αεροδρομίου. Τίποτε λιγότερο δεν αρκεί...η μόνη αποτελεσματική θεραπεία για την αστική συμφόρηση είναι να συσχετιστούν οι βιομηχανικές κι επιχειρηματικές ζώνες με τέτοιο τρόπο με τις ζώνες κατοικιών που να μπορεί το προσωπικό τους να πηγαίνει σ αυτές με τα πόδια, με ποδήλατο, με λεωφορείο ή με τραίνο... Αλλά υπάρχει και μια όψη της σύγχρονης πόλης όπου η λαβή της κώκταουν είναι ακόμη πιο σφιχτή και όπου τα τελικά αποτελέσματα είναι ακόμη και εχθρικά στην ζωή: Το αλληλοπλέξιμο των αναγκαίων υπογείων εγκαταστάσεων για την παραγωγή ενός τελείως περιττού αποτελέσματος: της υπόγειας πόλης, και μάλιστα σαν σύλληψης ενός ιδανικού. Όπως θα ανέμενε κανείς απο ένα καθεστώς που καίριές του εφευρέσεις ήρθαν απ το ορυχείο, το τούνελ και ο υπόγειος σιδηρόδρομος ήταν οι μοναδικές του συνεισφορές στην αστική μορφή και είναι χαρακτηριστικό οτι και οι δύο αυτές μορφές ήταν παράγωγα πολέμου, πρώτα στην αρχαία πόλη και μετά στις προχωρημένες τεχνικές για την υπόσκαψη που θα ελάττωνε την οχύρωση μπαρόκ. Αν και οι μορφές συγκοινωνίας και καταφυγίου στην επιφάνεια της Κώκταουν αντικαταστάθηκαν κατά το πλείστον, το υπόγειό της δίκτυο ευημέρησε και πληθύνθηκε...αλλά οι εγκαταστάσεις αυτές έχουν τώρα αυξηθεί απο υπόγεια καταστήματα και με το υπόγειο καταφύγιο για αεροπορικές επιδρομές, σαν αυτό το είδος περιβάλλοντος να έφερνε οποιοδήποτε πλεονέκτημα στους κατοίκους του. Δυστυχώς η υπόγεια πόλη απαιτεί την συνεχή παρουσία ζωντανών ανθρώπων..κι αυτή η επιβολή δεν είναι και πολύ λιγότερο απο μια πρόωρη ταφή ή τουλάχιστον προετοιμασία για την ζωή σε θαλαμίσκο η οποία και θα παραμένει σαν η μόνη επιλογή για όσους δέχονται την μηχανική βελτίωση σαν την κύρια δικαιολόγηση της ανθρώπινης περιπέτειας. Η υπόγεια πόλη είναι ένα νέο είδος περιβάλλοντος: επέκταση και κανονικοποίηση εκείνου στο οποίο είχε εξαναγκαστεί να ζήσει ο ανθρακωρύχος- είναι ένα περιβάλλον αποκομμένο απο τις φυσικές συνθήκες, βρίσκεται συνεχώς κάτω απο μηχανικό έλεγχο μέσω του τεχνητού φωτισμού,του τεχνητού εξαερισμού και των τεχνητών περιορισμών των ανθρώπινων αντιδράσεων το περιβάλλον αυτό αντιδρά ανθρώπινα μόνο προς όσα οι οργανωτές του κρίνουν κερδοφόρα ή ωφέλιμα.. Δεδομένης της πίεσης να βυθιστούν περισσότερα κεφάλαια σε επενδύσεις στην υπόγεια πόλη, λιγότερο χρήμα μένει διαθέσιμο για χώρο και όμορφη αρχιτεκτονική πάνω απ το έδαφος: όντως το επόμενο βήμα στην ανάπτυξη της πόλης που έχει ήδη γίνει σε πολλές Αμερικανικές πόλεις, είναι να επεκταθεί η ιδέα της υπόγειας πόλης ακόμα και στον σχεδιασμό κτιρίων που είναι ορατά πάνω απ το έδαφος...με air-conditioning και με λάμπες φθορισμού όλη την ημέρα, οι εσωτερικοί χώροι στον νέο Αμερικανικό ουρανοξύστη λίγο διαφέρουν απο το πώς θα ήταν εκατό πόδια κάτω απ το έδαφος. Καμια υπερβολή σε μηχανικό εξοπλισμό δεν θεωρείται μεγάλη αν είναι να παράγει αυτό το ομοιόμορφο εσωτερικό περιβάλλον: αν και η τεχνική εφευρετικότητα που ξοδεύεται στην κατασκευή σφραγισμένων κτιρίων δεν μπορεί να δημιουργήσει το ισοδύναμο ενός οργανικού φόντου για τις ανθρώπινες λειτουργίες και δραστηριότητες. Κι αυτό είναι μόνο η προετοιμασία. Διότι η πόλη που διαδέχτηκε την παλαιοτεχνική έχει δημιουργήσει όργανα και 24

25 συνθήκες δυνάμει πολύ πιο θανατηφόρες απο εκείνες που αφάνισαν τόσες ζωές στην πόλη Donora, Pennsylvania, μέσω μιας συγκέντρωσης τοξικών αερίων, ή που σε μια εβδομάδα σκότωσαν στο Λονδίνο το 1952 περισσότερους απο πέντε χιλιάδες κατοίκους. Η εκμετάλλευση του ουρανίου για τη δημιουργία σχάσιμων υλικών απειλεί, αν συνεχιστεί, να δηλητηριάσει την λιθόσφαιρα, την ατμόσφαιρα, την βιόσφαιρα για να μην αναφέρουμε το πόσιμο νερό-με τρόπο που θα ξεπεράσει τις χειρότερες παραβάσεις της παλιάς βιομηχανικής πόλης. Διότι οι προπυρηνικές διαδικασίες θα μπορούσαν να σταματήσουν και τα απόβλητα να απορροφηθούν ή καλυφθούν χωρίς μόνιμη βλάβη. Αλλά άπαξ και λάβει χώρα η σχάση, η ραδιενέργεια που θα απελευθερωθεί θα παραμείνει για όλη τη ζωή των προϊόντων της, που πολλές φορές διαρκεί αιώνες ή και χιλιετηρίδες. Δεν μπορεί να αλλάξει ούτε να αδειαστεί κάπου χωρίς να μολύνει τελικά την περιοχή όπου αδειάστηκε, είτε αυτή είναι η στρατόσφαιρα είτε ο βυθός του ωκεανού. Εν τω μεταξύ η παρασκευή αυτών των θανατηφόρων υλικών συνεχίζεται αμείωτη ως προετοιμασία για συλλογικές στρατιωτικές επιθέσεις με στόχο τους την εξολόθρευση ολόκληρων πληθυσμών. Για να κάνουν ανεκτές τέτοιες εγκληματικά παράφρονες προετοιμασίες, οι δημόσιες αρχές έχουν επιμελώς προγραμματίσει και εθίσει τους πολίτες τους να βαδίζουν πειθήνια σε κελλάρια και υπόγειους δρόμους για «προστασία». Μόνο το ιλιγγιώδες κόστος της δημιουργίας ενός ολόκληρου δικτύου υπόγειων πόλεων επαρκών να στεγάσουν ολόκληρο τον πληθυσμό έχει μέχρι τώρα εμποδίσει αυτήν την διεστραμένη κατάχρηση ανθρώπινης ενέργειας. Ο Βικτωριανός βιομήχανος που εξέθετε τους συμπολίτες του στην αιθάλη και στο σμόγκ, σε αισχρές υγιεινές συνθήκες και σε ασθένειες που προέρχονταν απο το περιβάλλον, ακόμη έτρεφε την πεποίθηση οτι το έργο του, ύστατα, συνεισέφερε στην «ειρήνη και την αφθονία».αλλά οι κληρονόμοι του στην υπόγεια πόλη δεν έχουν τέτοιες αυταπάτες. Αυτοί είναι η λεία ψυχαναγκαστικών φόβων και μολυσμένων φαντασιώσεων των οποίων το ύστατο αποτέλεσμα μπορεί να είναι ο παγκόσμιος αφανισμός και η παγκόσμια εξολόθρευση. Και όσο περισσότερο αφιερώνονται στο να προσαρμόσουν το αστικό περιβάλλον τους προς αυτήν την πιθανότητα, τόσο πιο σίγουρα θα επιφέρουν την απεριόριστη συλλογική γενοκτονία που πολλοί απο αυτούς έχουν δικαιολογήσει μέσα στα μυαλά τους σαν το αναγκαίο τίμημα για τη διατήρηση της «ελευθερίας» και του «πολιτισμού». Οι κυρίαρχοι της υπόγειας ακρόπολης έχουν δεσμευθεί πρός ένα «πόλεμο» που δεν μπορούν να φέρουν σε κάποιο πέρας, με όπλα που τα ύστατα αποτελέσματα τους δεν μπορούν να ελέγξουν, για σκοπούς που δεν μπορούν να κατορθώσουν. Η υπόγεια πόλη απειλεί κατά συνέπεια να γίνει η ύστατη ταφική κρύπτη του αποτεφρωμένου μας πολιτισμού. Η μόνη εναλλακτκή λύση του σύγχρονου ανθρώπου είναι το να ξανα-αναδυθεί απο την υπόγεια πόλη στο φώς και να έχει το θάρρος, όχι να διαφύγει στη σελήνη, αλλά να ξαναγυρίσει στο δικό του ανθρώπινο κέντρο και να κυριαρχήσει πάνω στους πολεμοχαρείς ψυχαναγκασμούς και παραλογισμούς που μοιράζεται με τους ηγέτες του και τους μέντορές του. Πρέπει όχι μόνο να ξεμάθει την τέχνη του πολέμου αλλά και να αποκτήσει και να κάνει κτήμα του, όσο ποτέ μέχρι τώρα, τις τέχνες της ζωής. (Τέλος πάντων ας θεωρήσουμε οτι έχουμε ακόμα να κάνουμε ανάδυση απο ένα λιγότερο βαθύ υπόγειο, ας ξαναπιάσουμε το νήμα απο τις παραγράφους «...Και όμως, στην αρχική του προσπάθεια, όταν το προάστειο έφτασε στην μικρότερη απόσταση απο τον ρομαντικό του σκοπό, έκανε μια θετική συνεισφορά στην αναδυόμενη αντίληψη της πόλης σαν ενός ανάμεικτου περιβάλλοντος συν-υφασμένου με την ύπαιθρο.και πολλές απο αυτές τις συνεισφορές πρέπει να εκτιμηθούν και επιλεκτικά να μεταποιηθούν και να βελτιωθούν, όχι να απορριφθούν..», «...Ο de Tocqueville περιέγραφε εκ των προτέρων τον χαρακτήρα και τον τρόπο ζωής στα προάστεια, έναν τρόπο που βρήκε πώς να μπεί και στην πόλη και που έκανε ακόμη και δημοκρατικά έθνη να υποκύψουν,χωρίς καν ένα μουρμουρητό, σχεδόν, σε κάθε ολοκληρωτικής μορφής τρόπο καταναγκασμού και διαφθοράς. Αυτό που ο μεγάλος αυτός πολιτικός φιλόσοσοφος προείδε με το εσωτερικό του μάτι, οι λιγότερο προικισμένοι παρατηρητές μπορούν τώρα να δούν με το εξωτερικό τους μάτι. Αυτό είναι το τελευταίο στάδιο στην διάσπαση της πόλης. Η επέκταση της τεχνολογίας απλώς επιταχύνει τον ρυθμό αυτής της αλλαγής. Αυτό που θα μείνει, αν καμιά αντι-κίνηση δεν λάβει χώρα, δεν θα αξίζει καν να σωθεί. Γιατί όταν το δοχείο αλλάζει τόσο γρήγορα όσο και το περιεχόμενό του τότε στην πραγματικότητα τίποτε δεν μπορεί να σωθεί». Ο Μάμφορντ, συνεχίζει στην πρότασηπαρέμβαση που κάνει το βιβλίο κατ ευθείαν απο την φράση που μόλις είδαμε. Η πρόταση λοιπόν:) 25

26 Ευτυχώς η αντι-κίνηση άρχισε εδώ και πάνω απο μισό αιώνα, και στράφηκε ταυτόχρονα και εναντίον της εξόδου στα προάστεια και της μητροπολιτικής συμφόρησης που ώθησε σ αυτήν. Η πρώτη προς το μέλλον στραμμένη ερμηνεία της εν γένει αστικής κατάστασης μέσω νέων διαδικασιών και δυνατοτήτων ήδη ορατών στον πολιτισμό, έγινε απο δυό αξιόλογους παρατηρητές προς το τέλος τον δέκατου ένατου αιώνα...πρώτος εκ των δύο ο Peter Kropotkin που έγραψε..το το αξιοσημείωτο βιβλίο «Αγροί, Εργοστάσια, και Εργαστήρια». Σχεδόν μισό αιώνα πριν τους σύγχρονους τεχνικούς και οικονομικούς επαϊοντες είχε συλλάβει το γεγονός οτι η ευελιξία και προσαρμοστικότητα της ηλεκτρικής επικοινωνίας και της ηλεκτρικής ισχύος μαζί με τις δυνατότηρες της εντατικής βιοδυναμικής γεωργίας είχαν θέσει τα θεμέλια για μιά πιο αποκεντρωμένη αστική ανάπτυξη σε μικρές μονάδες, που να είναι ικανή να αντιδρά στα ερεθίσματα της άμεσης ανθρώπινης επαφής και που να απολαμβάνει ταυτόχρονα και τα πλεονεκτηματα της πόλης και της υπαίθρου. Είδε οτι η βιομηχανία...με την μεταβίβαση της ηλεκτρικής ενέργειας μέσω καλωδίων.. δεν ήταν πια δεμένη με το ανθρακωρυχείο ακόμη κι όταν ο άνθρακα παρέμενε πηγή ενέργειας, ούτε ήταν δεμένη με τον σιδηρόδρομο και την μεγάλη πόλη, ούτε η αποτελεσματικότητα και η οικονομία ισοδυναμούσαν με μεγάλες παραγωγικές μονάδες. Ο Kropotkin προείδε αυτό που πολές μεγάλες εταιρίες έμελε να ανακαλύψουν μόνο κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οτι δηλαδή η συστέγαση διαφόρων ειδικών βιομηχανιών ακόμα κι αν όλες ανήκαν στο ίδιο μεγάλο συγκρότημα έκανε αμφίβολες τις φημισμένες τους οικονομίες. Όσο πιο λεπτή ήταν η τεχνολογία τόσο μεγαλύτερη ήταν η ανάγκη για ανθρώπινες πρωτοβουλίες και δεξιότητες κι αυτές τις ευνοούσε το μικρό εργαστήριο. Οι αποτελεσματικές μεταφορές και η καλή οργάνωση ήταν ανώτερες απο την απλώς φυσική συστέγαση. Ο Kropotkin συνειδητοπόιησε οτι τα νέα μέσα γρήγορης μεταφοράς και επικοινωνίας σε συνδυασμό με την δικτυακή μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω δικτύων και όχι μέσω μονοδιάστατης μη διακλαδιζόμενης διαδρομής, έφερνε την μικρή κοινότητα εφ ενός ζυγού με την πόλη σε ουσιώδεις τεχνικές εγκαταστάσεις αλλά χωρίς το αστικό πρόβλημα της υπερσυμφόρησης. Με την ίδια λογική, οι αγροτικές ασχολίες που κάποτε ήταν απομονωμένες και κάτω του οικονομικού και πολιτισμικού επιπέδου της πόλης μπορούσαν να έχουν τα πλεονεκτήματα επιστημονικής ενημέρωσης, οργάνωσης ομάδων και εμψύχων δραστηριοτήτων, που αρχικά ήταν μονοπώλιο των πόλεων. Και με αυτά η ανθεκτική διαίρεση μεταξύ αστικού και αγροτικού, μεταξύ εργάτη βιομηχανίας και αγροτικού εργάτη θα κατέρεε επίσης. Ο Kropotkin κατάλαβε αυτές τις συνέπειες πριν την ανακάλυψη του αυτοκινήτου, του κινηματογράφου, του ασυρμάτου, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, και του παγκόσμιου τηλεφώνου-αν και καθε μιά απ αυτές τις εφευρέσεις επικύρωσε ακόμη περισσότερο την διεισδυτική του διάγνωση με το να εξισώσει τα πλεονεκτήματα μεταξύ της κεντρικής μητρόπολης και των πάλαι ποτέ περιφερειακών και απόλυτα εξαρτημένων μικρών κοινοτήτων. Με την μικρή μονάδα σαν βάση είδε την ευκαιρία για τοπική ζωή πιο υπεύθυνη και πιο ικανή να αντιδρά, με ευρύτερη οπτική για ανθρώπινους φορείς που η μαζική οργάνωση παραμελούσε και εμπόδιζε να λειτουργούν. Ο Ebenezer Howard έκανε ένα μεγάλο βήμα πιο πέρα απο τις ιδέες του Kropotkin..του οποίου την επίδραση με ευγνωμοσύνη αναγνώριζε όπως και την επίδραση ουτοπιστών. Πίσω απο την νέα ιδέα της Κηπούπολης είδε «τις λαμπρές δυνατότητες ενός νέου πολιτισμού βασιασμένου στην υπηρεσία προς την κοινότητα». Είδε πως αυξανόμενη η μεγάλη πόλη στρέφονταν εναντίον του εαυτού της αφού με κάθε νέα αύξηση του πληθυσμού η κυκλοφορία της αντιμέτώπιζε μεγαλύτερη συμφόρηση, οι κεντρικές υπηρεσίες γινόταν πιο δυσπρόσιτες, και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της ήταν τόσο αποκλεισμένο απο την επαφή με τους ανώτερους πολιτισμικούς θεσμούς της πόλης όσο θα ήταν αν βρισκόταν τελείως έξω απο την τροχιά της. Πίστευε οτι είχε έρθει η ώρα να ιδρυθεί ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης πόλεων: ένα που θα χρησιμοποιούσε τις σύγχρονες τεχνικές διευκολύνσεις για να καταργήσει το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της υπαίθρου, με τις καταργημένες οικονομικές και κοινωνικές δυνατότητες, και της πόλης με τα εξ ίσου καταργημένα βιολογικά και φυσικά πλεονεκτήματα: πρότεινε να ξεπεραστούν τόσο η αποπληξία που κυριαρχούσε στο κέντρο όσο και η παράλυση στην περιφέρεια με την προώθηση...της αποκέντρωσης όλων των λειτουργιών της πόλης και όχι με τη λειτουργία σπιτιών ως κοιτώνων ύπνου όπως θεωρούσε οτι θα καταλήξουν τα προάστεια σαν ημίμετρο εναντίον της συμφόρησης του κέντρου το οποίο πρότειναν οι θιασώτες της συνεχούς αστικής ανάπτυξης στην πραγματικότητα απέρριπτε παντελώς,ως μη ανεκτό συμιβιβασμό, την λύση προάστειο,σχεδόν δεν την συζήτησε καν. Αναζήτησε ένα 26

27 σταθερό γάμο μεταξύ πόλης και υπαίθρου και όχι δεσμό ενός Σαββατοκύριακου. Στο «Κηπουπόλεις του Αύριο»..το o Howard επανεισήγαγε στον σχεδιασμό πόλεων την αρχαιοελληνική αντίληψη ενός φυσικού ορίου στην ανάπτυξη κάθε οργανισμού, βιολογικού ή θεσμικού, και αποκατέστησε το ανθρώπινο μέτρο στην νέα εικόνα της πόλης. Για να το κατορθώσει αυτό επανεισήγαγε και την αρχαιοελληνική πρακτική, αναδιατυπωμένη σε νέα μορφή απο τους Robert Owen και Edward Wakefield, του αποικισμού κατά κοινότητες πλήρως εξοπλισμένες εξ αρχής για την διεξαγωγή όλων των ουσιωδών αστικών λειτουργιών...μερικές όψεις αυτής της νέας μορφής που θα δούμε είχαν το προηγούμενό τους στα αυτοτελή πρώτα προάστεια απο το Riversisde, Illinois και πέρα, αλλά η μεγαλύτερη συνεισφορά του Howard ήταν λιγότερο το να αναδιατυπώσει την φυσική μορφή της πόλης και περισσότερο το να αναπτύξει τις οργανικές έννοιες που ήταν η βάση αυτής της μορφής, διότι αν και δεν ήταν κανένας βιολόγος όπως ο Patrick Geddes έφερε εν τούτοις στην πόλη τα ουσιώδη βιολογικά κριτήρια της δυναμικής ισορροπίας και της οργανικής εξισορρόπησης: ισορροπίας μεταξύ πόλης και υπαίθρου σ ένα μεγαλύτερο οικολογικό σχήμα και εξισορρόποησης μεταξύ των διαφόρων λειτουργιών της πόλης πάνω απ όλα μέσω του θετικού ελέγχου αύξησης με περιορισμούς έκτασης, πληθυσμού και πυκνότητας και μέσω της πρακτικής της αναπαραγωγής (δηλαδή μέσω του αποικισμού) όταν η κοινότητα απειλείται απο τόσο υπέρμετρη αύξηση μεγέθους που μόνο στην εκτροπή λειτουργιών μπορεί να οδηγήσει. Αν η πόλη ήθελε να διατηρήσει τις λειτουργίες της που διατηρούσαν την ζωή των κατοίκων της έπρεπε η ίδια να ασκήσει τον οργανικό αυτοέλεγχο και αυτοπεριορισμό που παρουσίαζει κάθε άλλος οργανισμός. Μ άλλα λόγια ήθελε να δώσει στο νέο είδος πόλης όλα τα πλεονεκτήνατα που είχε η μεγάλη πόλη πριν η άμετρη επέκτασή της τα κάνει μη προσβάσιμα στους κατοίκους της. Είδε οτι άπαξ και επιτύχει ένα βέλτιστο μέγεθος, η ανάγκη της ατομικής πόλης δεν είναι να αυξήσει την δική της έκταση και τον δικό της πληθυσμό αλλά να γίνει μέρος ενός μεγαλύτερου συστήματος που έχει τα πλεονεκτήματα των μεγάλων αριθμών...ενάντια στην άσκοπη μαζική συμφόρηση της μεγάλης μητρόπολης με τα slums της, την βιομηχανική της μόλυνση, και την επιμηκυνόμενη μετάβαση στους χώρους εργασίας αντέτεινε ένα πιο οργανικό είδος πόλης: μιά πόλη που αφ ενός θα ήταν εξ αρχής περιορισμένη σε πληθυσμό, έκταση και πυκνότητα και θα ήταν οργανωμένη για την διεξαγωγή όλων των ουσιωδών λειτουργιών μιάς αστικής κοινότητας,με επιχειρήσεις, βιομηχανία, διοίκηση, παιδεία, και θα διέθετε και αρκετά δημόσια πάρκα και ιδιωτικους κήπους για να φυλάνε την υγεία και να γλυκαίνουν διαρκώς το περιβάλλον και αφ ετέρου, για να επιτύχει την επανένωση πόλης και υπαίθρου, η νέα πόλη του Howard θα περιβάλλονταν απο μιά μόνιμη αγροτική ζώνη. Αυτός ο οριζόντιος «τοίχος» δύο διαστάσεων δεν θα χρησίμευε μόνο στο να κρατάει κοντά το αγροτικό περιβάλλον αλλά και για να εμποδίζει τις υπόλοιπες πόλεις να ενώνονται με αυτήν: επίσης, κι αυτό δεν είναι το λιγότερο σημαντικό,θα ενίσχυε, όπως και το αρχαίο κατακόρυφο τείχος, την αίσθηση εσωτερικής ενότητας. Πέραν της όλης ιδέας σαν σύνολο, η σκέψη να δημιουργηθούν αγροτικές ζώνες γύρω απο τις αστικές κοινότητες ήταν μια μεγάλη συμβολή. Ίσως το καλύτερο όνομα γι αυτές τις πόλεις θα ήταν «Πόλεις Πράσινης Ζώνης» («Greenbelt Towns»)...Ο τίτλος που ο Howard διάλεξε για αυτή την νέα αστική σύλληψη αποδείχθηκε ατυχής: όχι μόνο διότι τον όρο τον είχε χρησιμοποιήσει για τον εαυτό της και πολύ νωρίτερα μιά τελείως μουντή μητρόπολη σιδηροδρόμων, το Σικάγο, αλλά και διότι η ύπαρξη κήπων, αν και ήταν αναπόσπαστο τμήμα της νέας πόλης, δεν ήταν το χαρακτηριστικό της που την ξεχώριζε αφού χαρακτήριζε, και με μεγαλύτερη ακρίβεια, πολλά σύγχρονα προάστεια που είχαν περισσότερο πράσινο. Ο Howard στο βιβλίο του είχε υποδείξει μια πυκνότητα 70 ως 100 ανθρώπων ανά στρέμμα, μιά πραγματικά αστική πυκνότητα,σαν την Νέα Υόρκη του 1811 που τα σπίτια της ήταν διώροφα και τριώροφα...και πενταπλάσια απο την πυκνότητα πολλών προαστείων του Λος Άντζελες. Επιφανειακοί μελετητές του έργου του αποκαλούν ακόμη, δυστυχώς, τα προάστεια «κηπουπόλεις» και το ανοιχτό σχέδιο προαστείων «σχέδιο τύπου κηπούπολης». Ακόμη χειρότερα, αναφέρονται στις κλασσικές κηπουπόλεις τύπου Howard που όντως δημιουργήθηκαν (όπως θαδούμε) σαν να ήταν απλώς προάστεια. Αλλά η κηπούπολη του Howard ήταν πρώτα απ όλα πόλη..και ήταν ως προς την αστικότητά της και όχι ως προς την κηπουρική της που αποτελούσε μια πολμηρή αλλαγή στην καθιερωμένη μέθοδο οικοδόμησης και σχεδιασμού..η Κατακόρυφη Πόλη του Le Corbusier ήταν κατακόρυφο προάστειο, η Γραμμική Πόλη του Soria y Mata, όπως και αργότερα οι «Δρομουπόλεις» ήταν πόλεις μόνο 27

28 ως προς το χαρακτηριστικό της συγκοινωνίας, στην Αγγλική Κηπούπολη αφθονούν οι κήποι με άφθονα φρούτα, λουλούδια και λαχανικά, μα ο λόγος που διακρίθηκε η νέα διατύπωση του Howard ήταν ακριβώς το οτι αρνήθηκε να την συνδέσει με μιά ιδιαίτερη φυσική μορφή της πόλης ή με ένα ιδιαίτερο τύπο κτιρίου ή μιά ιδιαίτερη μέθοδο σχεδιασμού. Οι εικόνες-μορφές μιάς τέτοιας πόλης θα ήταν συνισταμένη του τοπίου και του κλίματος, των βιομηχανιών και των διαθέσιμων τεχνολογικών δυνατοτήτων και πάνω απ όλα της τέχνης των κτιστών της και των κατοίκων της. Και όσον αφορά τα ιδανικά στοιχεία της πόλης, αυτά τα εξέφρασε σχεδόν σαν μαθηματικές αφαιρέσεις...αντίθετα απο αυτούς που εγκατέλειψαν την πόλη, αυτός,ως γεννημένος Λονδρέζος, δεν υποτίμησε τα πλεονεκτήματα της πόλης ούτε, ως επιμελής εφευρέτης μηχανών, υποτίμησε τις προόδους της νέας τεχνολογίας. Όταν απέρριψε το προαστειακό μοντέλο πίστευε οτι η βιομηχανία θα έπρεπε να είναι αναπόσπαστο μέρος της πόλης και οτι το εργοστάσιο και το εργαστήριο-δεν εννοούσε χημικές βιομηχανίες...-έπρεπε συνήθως να είναι σε κοντινή απόσταση απ το σπίτι, υπολόγισε οτι με έναν πληθσμό ανθρώπων εκ των οποίων δυο χιλιάδες θα ήταν στην αγροτική ζώνη, η νέα πόλη θα παρείχε μιά ποικιλία επιχειρήσεων, έναν ανάμεικτο πληθυσμό πολλών επαγγελμάτων και μιά ευδοκιμούσα κοινωνική ζωή...δεν ήταν αλάθητος. Στο αρχικό του σχέδιο αποκέντρωσης του Λονδίνου υποτίμησε την βαρυτική έλξη του μεγάλου μητροπολιτικού κέντρου σε μια οικονομία στην οποία οι πωλήσεις είναι η υπέρτατη τέχνη και χρειάζονται πλήθη αγοραστών...ίσως είχε δίκιο να πιστεύει οτι αυτά ήταν παραπροϊόντα της συμφόρησης και βαθμιαία θα εξαφανίζονταν όπως και το μακρύ ταξίδι απο το σπίτι στο χώρο εργασίας αλλά τέλος πάντων ο αριθμός δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην σημερινή κοινωνική και τεχνολογική συνθετότητα -ευτυχώς ίσως για το πείραμά του που έκανε αυτή την υποτίμηση γιατί για πειραματική δοκιμή της ιδέας του για ανάπτυξη πόλης η μονάδα τριανταδύο χιλιάδων ήταν επαρκώς μεγάλη...πολλά απο τα στοιχεία της πρότασής του ήταν ήδη γνωστά, ούτε στις ιδέες του ούτε στις πρακτικές του πρωτοβουλίες δεν αναζητούσε το να ξεκινήσει εκ του μηδενός: η ιδανική του πόλη ήταν ένας συνδυασμός του δυνατού με το πρακτικό, αρκετά ιδανικό για να είναι επιθυμητό αρκετά κοντινό στην σύγχρονη πρακτική για να είναι πραγματοποιήσιμο. Η μεγαλοφυία του ήταν το να συνδυάσει τα υπάρχοντα όργανα της πόλης σε μια πιο εύτακτη σύνθεση βασισμένη στην αρχή του οργανικού περιορισμού και της ελεγχόμενης ανάπτυξης. Δεν άρχισε με την αδράνεια της διάσπασης αλλά με μια ανάλυση του πώς σχετίζονται με το αστικό και το αγροτικό περιβάλλον οι λειτουργίες που διατηρούν τη ζωή. Αν και η ανάλυσή του δεν ήταν βαθειά είχε το χάρισμα να λαμβάνει υπ όψη την ποικιλία και την διασύνδεση των αστικών δραστηριοτήτων. Το σημαντικό στην κηπούπολη δεν ήταν η παρουσία κήπων και ανοιχτών χώρων: το ριζικά διαφορετικό ήταν ένας νέος τρόπος αντιμετώπισης της συνθετότητας, μέσω μιάς οργάνωσης ικανής να επιφέρει ισορροπία και αυτονομία και να διατηρεί τάξη παρά την διαφοροποίηση, και να διατηρεί συνοχή και ενότητα παρά την ανάγκη για αύξηση. Αυτή ήταν η μεταμορφωτική ιδέα... Στη διαμόρφωση του νέου του προγράμματος ο Howard είχε παραμείνει στα ουσιώδη και δεν προσπάθησε να δώσει στις αρχτιτεκτονικές και σχεδιαστικές λεπτομέρειες την σφραγίδα της δικής του φαντασίας. Δεν είχε νέο σχέδιο για την πόλη-προσεκτικά απέσχε απο το να συσχετίσει τα ουσιώδη με οποιαδήποτε εποπτική εικόνααλλά ένα νέο πρόγραμμα ισορροπημένης οργάνωσης και συγκρατημένης αύξησης..για την αύξηση του εθνικού πληθυσμού...ναί μεν εξέφρασε την διάγνωσή του και το πρόγραμμά του με διευκρινιστικά διαγράμματα αλλά ακόμα και τις εικόνες για τα φυσικά μέρη της πόλης τις αποκαλούσε «Απλώς Διάγραμμα». Η ιδέα του για ισορροπημένη κοινότητα ήταν συμβατή με μια ποικιλία αστικών μορφών, απο τον ουτοπιστή προκάτοχό του Charles Fourier μέχρι τον Le Corbusier. Και οι ιδέες του πολλές φορές ξανα-επινοήθηκαν, ακόμη και στην μορφή κριτικής και κατάρριψης της ιδέας της κηπούπολης, χωρίς το είδος αναγνώρισης προς τον Howard που ο ίδιος πάντα έκανε στος προδρόμους του...μιά υπηρεσία που επίσης προσέφερε το έργο του ήταν οτι έστρεψε την γενική προσοχή στην ουσιώδη φύση της ίδιας της πόλης και ώθησε στην εξέταση ολόκληρης της διαδικασίας της ανάπτυξης των πόλεων που μέχρι τότε έλειπε...αν κάτι χρειαζόταν για να αποδείξει την ασυνήθιστη ευρύτητα και διεισδυτικότητα της σκέψης του θα αρκούσε το κεφάλαιό του για τις κοινωνικές πόλεις. Για τον Howard η Κηπούπολη δεν συνεπαγόταν ούτε απομόνωση ούτε επαρχιακή αυτοτέλεια υπο την μορφή νυσταγμένης πόλης σε δυσπρόσιτη περιοχή...ναί μεν πολλές απο τις θετικές αστικές αξίες που το Λονδίνο δεν μπορούσε πλέον ούτε στους πλούσιους να προσφέρει θα τις είχε ήδη η 28

29 Κηπούπολη αλλά προλαβαίνοντας τον πειρασμό να θεωρηθεί η πόλη περιορισμένου μεγέθους ικανή να περιέχει και να μεταδίδει την σύγχρονη κουλτούρα, ο Howard αναζήτησε ένα ισοδύναμο μοντέλο που δεν θα βασίζόταν στην συμφόρηση αλλά στην αποκεντρωμένη οργάνωση. Στην αντίληψή του για τις Κοινωνικές Πόλεις, πριν ακόμα θεμελιωθεί η πρώτη Κηπούπολη, συνέχισε την ανάπτυξη στο επόμενό της στάδιο. Αν η Κηπούπολη δεν ήταν να βασίζεται για τις ανώτερες λειτουργίες της στην υπερφορτωμένη μητρόπολη, μένοντας στην θέση απλού δορυφόρου τότε οι μικρότερες νέες πόλεις, άπαξ και θα είχαν δημιουργηθεί αρκετές, θα έπρεπε επι τούτου να σχηματίσουν ομάδα σε μιά νέα πολιτική και πολιτιστική οργάνωση την οποία αποκαλούσε «Κοινωνική Πόλη» για να σχηματίσουν με τους πόρους τους κοινό ταμείο για την δημιουργία εκείνων των εγκαταστάσεων που μόνο οι μεγάλοι αριθμοί καθιστούν δυνατή: ένα τεχνικό κολλέγιο ή πανεπιστήμιο, ένα ειδικευμένο νοσοκομείο ή μια επαγγελματική συμφωνική ορχήστρα. Ο Howard υπέδειξε οτι δέκα πόλεις με πληθυσμό τριάντα χιλιάδων η κάθε μιά, συνδεδεμένες με γρήγορα δημόσια μεταφορικά μέσα, ομοσπονδιακά ενωμένες πολιτικά, και συσχετισμένες πολιτιστικά, θα μπορούσαν να απολαμβάνουν όλα τα πλεονεκτήματα που θα καθιστούσε δυνατά μιά εναία πόλη τριακοσίων χιλιάδων, και θα είχε αυτά τα πλεονεκτήματα χωρίς τις αναπηρίες της μεγαλύτερης μονάδας. Ότι παλιότερα θα μπορούσε να γίνει μέσω της εγγύτητας κτιρίων θα μπορούσε τώρα να γίνει μέσω των δυνατοτήτων για οργάνωση που έφερνε η γρήγορη συγκοινωνία και η στιγμιαία επικοινωνία. Με αυτήν της ομοσπονδιακή επινόηση ο Howard συνέλαβε διαισθητικά την δυνάμει μορφή αιθεριοποιημένης πόλης του μέλλοντος η οποία θα ένωνε τις αστικές και τις αγροτικές συνιστώσες σε ένα πορώδες τοπικό σύμπλοκο, με πολλά κέντρα αλλά ικανό να λειτουργεί σαν ένα ενιαίο όλον. Αν το πρώτο βήμα ήταν η ανέγερση ενός πειραματικού μοντέλου της νέας αστικής μονάδας για να αποδειχθεί η εφικτότητα της αποκέντρωσης και της αυτοτελούς ανάπτυξης, το επόμενο βήμα ήταν να δημιουργηθεί ένα νέο είδος αστικής κοινότητας μεγάλης κλίμακας στην οποία η Κηπούπολη θα γινόταν ένα συνεργαζόμενο μέλος...με την βαθειά γνώση του της σωματειακής και ενοποιημένης δομής μιάς πόλης ο Howard πρόσφερε κι άλλη μιά υπηρεσία στρέφοντας την γενική προσοχή στα ουσιώδη: στο γεγονός οτι η ανάπτυξη της πόλης πρέπει να είναι στα χέρια μιας αντιπροσωπευτικής δημόσια αρχής, και οτι τα καλύτερα αποτελέσματα θα μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο αν αυτή η αρχή είχε την εξουσία να συγκεντρώνει την γή, να την κρατάει, να σχεδιάζει την πόλη, να αποφασίζει την χρονική σειρά της δόμησης, και να παρέχει τις απαραίτητες υπηρεσίες. Δεν έπρεπε πια να αφήνονται οι πιο ουσιώδεις τομείς της πόλης στον ατομικό επενδυτή είτε κερδοσκόπο είτε ιδιοκτήτη που ασχολείται με ιδιωτικά κτίρια, οικόπεδα,και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Διότι καμιά ατομική άσκηση είτε προνοητικότητας είτε δημόσιου πνεύματος δεν θα μπορούσε να παράγει το ισοδύναμο ενός συντονισμένου και γεμάτου νόημα όλου. Ούτε ευθύνη μιάς πόλης σημαίνει το να προνοήσει να αναγνωρισθεί το καλό των κατοίκων της μόνο κατόπιν εορτής κι αφού θα έχει δημιουργηθεί το μέγιστο ποσό αταξίας απο την αρρύθμιστη ιδιωτική πρωτοβουλία...και δεν είναι τυχαίο που τα καλύτερα παραδείγματα αστικού σχεδιασμού του εικοστού αιώνα τα βλέπουμε σε πόλεις σαν το Άμστερνταμ, την Φρανκφούρτη και την Στοκχόλμη όπου η μεσαιωνική παράδοση σωματειακής ευθύνης δεν είχε τελείως ανατραπεί απο το κερδοσκοπικό σπρωξίδι και το ιδεολογικό laissez-faire του δέκατου ένατου αιώνα...στο μυαλό του Howard η Κηπούπολη ήταν μιά εφεύρεση με νόημα, σαν τον σιδηρόδρομο, βασισμένη στην σύντηξη ενός αριθμού διαφόρων παραγόντων, άλλων πρακτικών, άλλων ιδεαλιστικών, σε ένα λειτουργικό και εφικτό όλον. Η ίδια η απλότητα των υποθέσεων του Howard έδινε σαφήνεια και ακρίβεια στις συγκεκριμένες του προτάσεις. Δεν χρειαζόταν να περιμένει να δεί το ολικό πλαίσιο της αστικής κατάστασης που ετοίμαζε η εξαντλητικότατη επισκόπηση του Charles Booth ούτε να περιμένει έναν εθνικό προσηλυτισμό προς την άποψή του όπως περίμενε ο σύγχρονός του Henry George στο πρόγραμμα του για μεταρρυθμίσεις στην ιδιοκτησία της γής πριν κινηθεί στην πράξη. Κι ακόμα περισσότερο δεν χρειαζόταν να περιμένει το αυτοκίνητο να ανοίξει τεχνική έξοδο για την συμφόρηση της πόλης. Ο Howard έκανε αυτό που κάνει σήμερα ένας ικανός μηχανικός όταν προσπαθεί να δημιουργήσει ένα νέο είδος δομής του οποίου η πολυπλοκότητα δημιοργεί πιέσεις και τάσεις που δεν μπορούν να υπολογιστούν επι τη βάσει προτέρας εμπειρίας και παραδοσιακών μορφών: δημιούργησε ένα μικρό μοντέλο και το δοκίμασε.ή μάλλον έπεισε άλλους ανθρώπους με αρκετό κεφάλαιο και πίστη να κάνουν μαζί το πείραμα της δημιουργίας της πρώτης Κηπούπολης, της Letchworth, που ξεκίνησε το

30 Μισή γενιά αργότερα ξεκίνησε άλλη μια Κηπούπολη, την Welwyn. Και το φρέσκο μοντέλο ανάπτυξης έχει κάνει την έναρξη αυτού που τώρα είναι ένα επίμονο κίνημα προς την αστική ολοκλήρωση. Τέτοιο πείραμα άξιζε χρόνια στατιστικής έρευνας και προσεκτικά παρουσιασμένων αναφορών με πρόνοια να μη οδηγούν σε συμπέρασμα-για να ματαιώνουν την υλοποίηση. Στην πραγματικότητα το κτίσιμο της νέας πόλης αποδείχθηκε μακροπρόθεσμα πολύ φτηνότερο, όπως και αποτελσματικότερο, απ όσο θα ανέμενε η «αστική έρευνα» που είναι τόσο δημοφιλής σήμερα.διότι η νέα κοινότητα μέσα σε λογικό χρόνο εκκαθάρισε το κόστος προώθησής της και απάντησε πιο οριστικά απ ότι οποιαδήποτε καθαρά υποθετική διατύπωση θα μπορούσε να απαντήσει, την ερώτηση του αν μια τέτοια νέα αστική μονάδα θα μπορούσε να επιβιώσει παρ όλο που πήγαινε αντίθετα στους καθιερωμένους κανόνες κερδοφορίας, κερδοσκοπίας γής και κυριαρχίας απο την μητρόπολη. Όταν κανείς λάβει υπ όψη του τα θεσμικά και ψυχολογικά εμπόδια που αντιτέθηκαν στην απόδειξη του Howard, η Κηπούπολη ξεχωρίζει σαν ένα τέλειο δείγμα πολιτικής ικανότητας, στο ίδιο βάθρο με την θεμελίωση των κοινοτήτων των Μορμόνων στην Ούτα ή τον συνεταρισμό Cooperative Wholesale Society στην Αγγλία. Η οργανική προσέγγιση του Howard στην ζωή και την ανάπτυξη των πόλεων ήταν τόσο αντιπαθής προς την κυρίαρχη ιδεολογία και πρακτική του καιρού μας που πολλοί άνθρωποι αξιόλογης ικανότητας στην πολεοδομία ακόμη βλέπουν το πρόγραμμά του σαν τελείως χιμαιρικό, καταδικασμένο σε αποτυχία απο την ίδια την φύση της διαστελλόμενης τεχνολογικής οικονομίας μας. Αυτή η τυφλή κηλίδα τους έχει τόση έκταση που απορρίπτουν ως εξωπραγματική οποιαδήποτε μαρτυρία περι της επιτυχίας του. Αλλά το γεγονός παραμένει οτι στην πρώτη γενιά ύπαρξής τους, οι «μη πρακτικές» προτάσεις του Howard κατόρθωσαν να φέρουν την ίδρυση δύο Κηπουπόλεων της Letchworth και της Welwyn. Και οι δυό τους ξεκινώντας σαν ιδιωτικές επιχειρήσεις με περιορισμένες προοπτικές κέρδους όχι απλώς επέζησαν της αδιαφορίας και της πολεμικής εναντίον τους αλλά και επηρέασαν τους τρόπους σχεδιασμού και σπιτιών και πόλεων σε πολλές περιοχές απο την Σκωτία ως την Ινδία. Και ήταν αυτή η επιτυχία που οδήγησε την κοινοβουλευτική επιτροπή του Sir Anthony Montague Barlow να συστήσει την βιομηχανική αποκέντρωση σε Κηπουπόλεις σαν θεραπεία για την αύξουσα συμφόρηση στο Λονδίνο και αυτό με τη σειρά του οδήγησε στην Πράξη Νέων Πόλεων του 1946 που πρόβαλε ένα δακτύλιο Νέων Πόλεων γύρω απο το Λονδίνο και σε άλλα μέρη της Αγγλίας. Σίγουρα θα πρέπει να είναι ένα καινοφανές και μοναδικό είδος «αποτυχίας». Ποιά άλλη νέα αντίληψη περί βελτίωσης πόλεων είχε σαν αποτέλεσμα την ίδρυση δεκαπέντε Νέων Πόλεων, μετρώντας μόνο την Αγγλία για να μην πούμε τίποτε για παρόμοιες θεμελιώσεις που ήδη έχουν γίνει ή γίνονται αυτή τη στιγμή (1961) στην Σουηδία, στις Κάτω Χώρες, στην Ιταλία, στην Σοβιετική Ρωσσία; Το να μειώνει κανείς αυτό το επίτευγμα λέγοντας οτι η συμφόρηση στο Λονδίνο δεν έχει ακόμα μετριαστεί ισοδυναμεί με το να παραβλέπει οτι στην Βρεττανία μισό εκατομμύριο άνθρωποι, χάρις στην ιδέα του Howard, ζούνε τώρα κάτω απο φυσικές και βιολογικές συνθήκες απέραντα ανώτερες απο αυτές που απολαμβάνει η πλειοψηφία των Λονδρέζων: συνθήκες ίδιες με αυτές που κυριαρχούσαν στα πλουσιότερα προάστεια του παρελθόντος, αν όχι και καλύτερες απο αυτές, αφού κρατούνε περισσότερα απο τα κοινωνικά συστατικά της γνήσιας αστικής ζωής. Το γεγονός οτι το πρόγραμμα Νέων Πόλεων τερματίστηκε απότομα την στιγμή που χρειαζόταν να αναζητηθεί κριτική των επιτεύξεών του και περαιτέρω πειραματισμοί στην επίσημη οργάνωση νέων πόλεων, ήταν αποτυχία της Βρεταννικής πολιτικής φαντασίας, όχι αποτυχία των ίδιων των Νέων Πόλεων, πολλώ δε μάλλον δεν ήταν αποτυχία των αρχών στη βάση των οποίων είχαν κτιστεί. Και οι αρχές και το πρόγραμμα χρειαζόταν αναθεώρηση υπο το φώς της νέας πείρας: η ανάγκη να δημιουργηθούν Νέες Πόλεις σε επίπεδο κοινωνικών πόλεων και να εφευρεθεί νέο είδος διοκητικής αρχής στην κλίμακα Λιμενικών Αρχών και Συμβουλίου Κομητείας Λονδίνου πρέπει να αναγνωρισθεί. Αλλά αυτοί που φωνάζουν αποτυχία στην αρχή μιας κίνησης,ελπίζοντας πως ίσως η κατακραυγή τους θα υλοποιήσει και τον σκοπό τους, στην πραγματικότητα δείχνουν πόσο ριζική πρόκληση παρουσιάζει αυτός ο νέος τρόπος αύξησης πόλης στις αυτάρεσκες και ανεξέταστες αρχές τους.aυτό που o Howard αποκαλούσεε «σύμπλοκο πόλεων» τοποθετημένο μέσα σε μιά πράσινη μήτρα για να σχηματίσει μιά νέα οικολογική και πολιτική μονάδα ήταν στην πραγματικότητα η εμβρυακή μορφή ενός νέου είδους πόλης που θα υπερέβαινε τους περιορισμούς χώρου της ιστορικής πόλης, ακόμα και της μητρόπολης αλλά και θα ξεπερνουσε την άνευ ορίων επέκταση και τυχαία διάχυση του 30

31 συναστισμού. Το επόμενο βήμα στον ορισμό αυτής της νέα αστικής μονάδας που τα ορατά της μέρη σχημάτιζαν ένα αόρατο μα καλοπλεγμένα δεμένο όλον έγινε απο τον Henry Wright και τους συνεργάτες του στην Επιτροπή Οικισμού και Τοπικού Σχεδιασμού της Πολιτείας της Νέας Υόρκης...που υπέδειξαν οτι η συνέχιση της μητροπολιτικής αύξησης στις τερματικές πόλεις της Νέας Υόρκης και του Buffalo θα συσσώρευε τις ήδη μαζικές τους αναπηρίες...η χρησιμοποίηση ενός συστήματος μεταφορών ιδιωτικού και δημόσιου που θα αξιοποιούσε κανάλι, ποταμό, σιδηρόδρομο, αυτοκινητόδρομο και αέρα, θα οδηγούσε σε τέσσερεις ή πέντε κοινωνικές πόλεις τύπου Howard, εστιασμένες σε υπαρκτές πόλεις αλλά πολύ πιο ευρέως διαχυμένες και ικανές να διευθύνουν την περαιτέρω ανάπτυξη σε ισορροπημένες κοινότητες. Αυτό θα είχε οδηγήσει και την έννοια των Κοινωνικών Πόλεων στο πέρας της και στο συμπέρασμά της. Αντί αυτού οι συνδυασμένες προσπαθειες της Επιτροπής Αυτοκινητοδρόμων και της Λιμενικής Αρχής της Νέας Υόρκης ήταν στην κατεύθυνση της αύξησης της συμφόρησης στα τερματικά σημεία και στην εξαγωγή κέρδους απο την αύξηση της αταξίας. Άρα αυτό στο οποίο απέτυχαν μέχρι τώρα οι προτάσεις του Howard είναι στο να φέρουν σε στάση ή έστω να καθυστερήσουν τις αυτόματες διαδικασίες που βρίσκονται εν ενεργεία στον πολιτισμό μας. Ο λόγος κάτω απο την αποτυχία αυτή είναι οτι ο Δυτικός Πολιτισμός ακόμα άγεται απο την αδράνεια τριών αιώνων διαστολής: διαστολής χώρου, διαστολής βιομηχανίας, και διαστολής πληθυσμού. Και αυτές οι κινήσεις έγιναν με ρυθμό που θα είχε κάνει την δημόσια οργάνωση και την συγκρότηση δύσκολη ακόμα κι αν είχε αναγνωριστεί η ανάγκη για μια σταθερότερη οικονομία της ζωής. Απο την αρχή και οι τρείς κινήσεις παρουσίασαν παράλογα και διαμελιστικά χαρακτηριστικά που αντί να ελαττωθούν εντατικοποιήθηκαν στις δυο τελεταίες γενιές. Καθώς τόσο το άγχος όσο και η αταξία διευρύνονται,ελαττώνεται και η δυνατότητα να επιτευχθεί σχεδιασμένη κατανομή, δυναμική ισορροπία και κανονική αύξηση. Η παρούσα ασχεδίαστη προαστειακή εξάπλωση με την μητροπολιτική συμφόρηση που την συνοδεύει σαν κατάρα, είναι ένα ποταπό υποκατάστατο της πολιτειακής τάξης και του τοπικού σχεδιασμού. Όλα αυτά πρέπει να τα πάρουμε απόφαση ως δεδομένα. Αλλά μιά διαδικασία αντίδρασης στις παρούσες διασπάσεις ίσως να έχει ήδη αρχίσει, κρυμμένη όπως κι ο Χριστιανισμός κρυβόταν για δυό ολόκληρους αιώνες κάτω απο την πανοπλία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αν οι δυνάμεις ολοκλήρωσης ξαναδιεκδικήσουν τον εαυτό τους, όλες οι κοινότητες θα πρέπει να λάβουν υπ όψη τους το θεώρημα του Howard: οτι κάθε πόλη, κάθε όργανο της κοινότητας, στην πραγματικότητα κάθε σύλλογος και οργανισμός, έχει ένα όριο φυσικής αύξησης και κατά συνέπεια κάθε σχέδιο να ξεπερασει το όριο αυτό πρέπει να βρεί αιθεριοποιημένη μορφή για να υλοποιηθεί. Αυτό ίσχύει τόσο για τα υπερκεντρικοποιημένα νοσοκομέια ή τα ιδρύματα ερευνών όσο και για τα ελεφάντινα σουπερμάρκετ στα οποία έχει ήδη αποδειχθεί. Όταν σχεδιάσουμε αποτελεσματικά τις νέες διαστάσεις και τους νέους σκοπούς της πόλης θα πάνε αναμφίβολα πέρα απο το όραμα του Howard αλλά ακόμη θα του οφείλουμε ένα χρέος ευγνωμοσύνης που πρώτος σκιαγράφησε την βάση αυτής της ευρύτερης τάξης. (Αυτή η πρόταση-παρέμβαση λοιπόν ήταν αυτό που είχε κατα νού ο Μάμφορντ όταν έγραφε όπως είδαμε απ την αρχή: «Τον πέμπτο μ.χ. αιώνα αυτοί που κατάλαβαν τι χρειαζόταν η κατάσταση δεν ήταν όσοι αδιάλλακτοι Ρωμαίοι ακόμα καυχώνταν για τα επιτεύγματα της Ρώμης και προσδοκούσαν άλλα χίλια χρόνια απ αυτά. Αντίθετα, αυτοί που έκτισαν έναν νέο πολιτισμό που τελικά ξεπέρασε τον ρωμαϊκό ακόμα και σε ζητήματα μηχανικής και διακυβέρνησης ήταν αυτοί που απέρριψαν τις Ρωμαϊκές βάσεις και τοποθέτησαν τις ζωές τους σ ένα καινούργιο θεμέλιο». Με την πρόταση-παρέμβαση Howard και την λεπτομερή περιγραφή της πορείας της μέχρι το 1961 που ο Μάμφορντ γράφει το βιβλίο του, είτε η πρόταση μας φαίνεται πεζή και αντικλιμακτική είτε μας φαίνεται σαν η καλύτερη δικαίωση και κορύφωση της όλης προσπάθειας, ολοκληρώθηκε σχεδόν και το βιβλίο του Μάμφορντ. Μα ας πάμε τώρα στα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου που έχουν τίτλους «Ο Μύθος της Μεγαλόπολης» και «Ανασκόπηση και Προοπτική» και δείχνουν πιο καθαρά την φύση και τη λειτουργία της παρέμβασης του ίδιου του Μάμφορντ που συνίστατο στο να «προλογίσει» τις έντεκα περί Howard σελίδες του βιβλίο του (σελ με τις 513 προηγούμενες σελίδες του και να τις συνοδεύσει και με 52 σελίδες (σελ ) σαν «επίλογό» τους. (βλ. σημ.10) Πάμε στα δύο τελευταία κεφάλαια λοιπόν:) 31

32 ...Εκείνοι που πριν μισό αιώνα αγνόησαν το ορισμό του «συναστισμού» («conurbation») του Geddes τώρα βρήκαν μπροστά τους το φαινόμενο αυτό καθ εαυτό...δηλαδή την διάχυση ενός αδιαφοροποίητου αστικού ιστού χωρίς καμιά σχέση είτε προς ένα πυρήνα με εσωτερική συνοχή ούτε προς κάποιο εξωτερικό σύνορο οποιουδήποτε είδους. Το θεώρησαν σαν μια νέα εξέλιξη και μερικοί το ονόμασαν, λανθασμένα, «Μεγαλόπολη», αν και στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει το ακριβώς αντίθετο απο αυτό που έφερε στην ύπαρξη το συστατικό «-πόλη» αυτού του νέου ονόματος. Η παραμεγαλωμένη ιστορική πόλη ήταν, υπολειμματικά, μιά οντότητα: ο συναστισμός είναι μια μηδαμινότητα., και αυτό γίνεται όλο και πιο έκδηλο καθώς εξαπλώνεται... Η Μεγαλόπολη γοργά γίνεται μια παγκόσμια μορφή και η δεσπόζουσα οικονομία είναι μιά μητροπολιτική οικονομία όπου καμιά αποτελεσματική επιχείρηση δεν είναι δυνατή χωρίς στενούς δεσμούς με την μεγάλη πόλη. Είναι αυτό ένα τελικο στάδιο στην αστική ανάπτυξη;...σίγουρα δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ευστάθειας σ έναν πολιτισμό που, μέσα σε σαράντα χρόνια, έχει υποστεί δυό παγκόσμιους πολέμους και έχει πρόωρα τερματίσει τις ζωές κάπου εξήντα εκατομμυρίων ανθρώπων, με την πιο συντηρητική καταμέτρηση, έναν πολιτισμό που ανέστησε τις πιο βάρβαρες μορφές καταναγκασμού, τα βασανιστήρια, την γενική εξολόθρευση, και τώρα (1961) απειλεί, σε μελλοντικούς αγώνες, να «επεκτείνει τον κομμουνισμό» ή «να διατηρήσει την ελευθερία», να αφανίσει την ζωή ολόκληρων ηπείρων και να κάνει, ίσως, ολόκληρο τον πλανήτη μόνιμα μη κατοικήσιμο. Αυτός ο μητροπολιτικός πολιτισμός περιέχει μέσα του τις εκρηκτικές δυνάμεις που θα καταστρέψουν κάθε ίχνος της ύπαρξής του, και το να κάνουμερ σχέδια για το μέλλον χωρίς να λαμβάνουμε υπ όψιν αυτό το γεγονός προδίδει ένα απο τα τυπικά συμπτώματα εκείνου του διαζυγίου με την πραγματικότητα που έχει χαρακτηρίσει την τρέχουσα εκμετάλλευση των επιστημονικών δραστών της μαζικής εξολόθρευασης και μαζικής καταστροφής...ίσως μιά συνείδηση της ιστορικής εξέλιξης των πόλεων θα μας δώσει μιά βαθύτερη κατανόηση που τώρα μας λείπει και που θα μας καταστήσει ικανούς να εισάγουμε νέα μέτρα ελέγχου στις αλλιώς αυτόματες, λόγω του οτι είναι ασυνείδητες, διαδικασίες. Ακόμη και πολλοί παρόντες παράγοντες που φαίνονται τυφλοί και αυθόρμητοι μπορεί να αποδειχθούν, όντως συνειδητές και υπολογισμένες προσπάθειες να ευνοηθεί μιά αύξηση που θα έπρεπε να κοπεί ή να συγκεντρωθούν λειτουργίες και δυνάμεις που θα έπρεπε να διαχυθούν. Πιθανά, ένας απο τους λόγους του συχνά επαναλαμβανόμενου κύκλου αύξησης-επέκτασης-αποσύνθεσης έγκειται στην ίδια τη φύση του πολιτισμού. Είδαμε οτι σε πολλά παραδείγματα η πόλη τείνει να φυλακίσει την οργανική και πολύπλευρη ζωή της κοινότητας μέσα στην πέτρινη θήκη υπερεξειδικευμένων μορφών που επιτυγχάνουν την συνέχεια εις βάρος της προσαρμογής και της περαιτέρω ανάπτυξης...τόσο η ακρόπολη όσο και το τείχος ήταν για καιρό απηρχαωμένα στις μεγάλες πρωτεύουσες, αλλά τη στιγμή που εξαφανίστηκαν αυτά εμφανίστηκε ένα δίκτυο οργανωτικών ελεγκτικών κουμπιών/ρυθμίσεων που διακλαδίζονταν παντού και που είχαν κέντρο την δεσπόζουσα πρωτεύουσα και εκτελούσαν πιο αποτελεσματικά τις ίδιες λειτουργίες με το τείχος και την ακρόπολη. Στον βαθμό μάλιστα που οι νέες δυνάμεις ήταν σκιώδεις και δεν είχαν συγκεκριμένη θέση στον χώρο και ήταν άπιαστες και μη αντιμετωπίσιμες, έτσι αιθεριοποιημένες, ήταν πάρα πολύ πιο αποτελεσματικές Μπορεί κάποις να διαρρήξει ένα τείχος ή να σκοτώσει ένα βασιλιά αλλά πώς θα μπορούσε να επιτεθεί σ ένα διεθνές καρτέλ; Μόνο όταν ένα εθνικό κεφάλαιο έρχονταν σε σύγκρουση μ ένα άλλο κεφάλαιο γινόταν φανερό οτι όλες οι αρχαϊκές και διαμελιστικές δυνάμεις των αρχαίων ακροπόλεων είναι ακόμη ζωντανές-και μάλιστα έχουν πάρα πολύ μεγεθυνθεί και γίνονται συνεχώς πιο παράλογες......αν και η αφαίρεση ορίων στην έκταση ή στον πληθυσμό της Μεγαλόπολης είναι ένας απο τους κύριους άθλους της μητροπολιτικής οικονομίας, αυτό δεν σημαίνει οτι οι επικεφαλής αποποιήθηκαν την ισχύ... Η μητρόπολη έγινε ένα κέντρο επεξεργασίας. τεραστίων ποσοτήτων αγαθών, υλικών και πνευματικών, που με μηχανικό ή ηλεκτρονικό τρόπο ταξινομούνται και ανάγονται σε ένα περιορισμένο αριθμό στάνταρ ειδών, ομοιόμορφα πακεταρισμένων και διανεμομένων απο ελεγχόμενα κανάλια με τη μητροπολιτική σφραγίδα έγκρισης...η «επεξεργασία» έχει γενικευτεί...απο θέματα λογιστικής μέχρι εισαγωγής στο πανεπιστήμιο..απαιτούνται απαντήσεις τύπου «ναί» «όχι» ή πολλαπλής επιλογής απαλείφοντας ως ανύπαρκτες τις απαντήσεις που δεν ανήκουν στις πλαστά σωστές επειδή αναφέρονται σε λεπτότερες διακρίσεις περί ανθρώπινης φύσης... Εν ολίγοις το μονοπώλιο της δύναμης και της γνώσης που πρωτοκαθιερώθηκε στην ακρόπολη ξαναγύρισε, σε πολύ μεγεθυμένη μορφή στα τελευταία στάδια του μητροπολιτικού 32

33 πολιτισμού...κάθε όψη της ζωής πρέπει να τεθεί υπο έλεγχο: ελεγχόμενος καιρός, ελεγχόμενη κίνηση, ελεγχομενες συναναστροφές, ελεγχόμενη παραγωγή, ελεγχόμενες τιμές, ελεγχόμενη φαντασία, ελεγχόμενες ιδέες. Χώρια απο το κέρδος, την ισχύ και το γόητρο των ελεγκτών, ο μόνος σκοπός του ελέγχου είναι να επιταχύνει την επεξεργασία του ίδιου του μηχανικού ελέγχου..ο ίδιος ο καταμερισμός εργασίας που κάνει δυνατή την ειδικευμένη έρευνα, επίσης περιορίζει των αριθμό των ατόμων που μπορούν να συνθέτουν τα κομμάτια κι έτσι το όλο σύστημα στα τελικά του στάδια βασίζεται στην αύξηση μυστικής και άρα ελέγξιμης γνώσης. Άρα οι ιερείς του νέου καθεστώτος είναι εύκολα εντοπίσιμοι...αλλά πού είναι οι θεοί; Ο πυρηνικός αντιδραστήρας είναι η έδρα της ισχύος τους, η ραδιοεπικονωνία και οι πύραυλοι είναι τα αγγελικά μέσα επικοινωνίας και μεταφοράς τους αλλά πίσω απο αυτούς τους ελάσσονες φορείς θεότητητας βρίσκεται η ίδια η Αίθουσα Ελέγχου και Ρύθμισης όπου βρίσκεται η Cybernetic Θεότητα που δίνει τις αστραπιαίες Της αποφάσεις και τις αλάθητες απαντήσεις Της: παντοδυναμία και παντογνωσία θριαμβευτικά ζευγαρωμένες με την επιστήμη. Αντιμέτωπος με αυτό το ηλεκτρονικό μονοπώλιο των υψηλότερων δυνάμεων του ανθρώπου ο άνθρωπος το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να επιστρέψει στο πιο πρωτόγονο επίπεδό του. Για ποιό πράγμα μπορεί να είναι περήφανος; Και σε τι είναι αυτόνομος; Ο Φρόϋντ ανίχνευσε τα πρώτα σκιρτήματα της δημιουργικής τέχνης στην περηφάνεια των βρεφών για τα προϊόντα της κίνησης των εντέρων τους. Το βλέπουμε και στην σύγχρονη ζωγραφική και γλυπτική που τα προϊόντα τους προδίδουν παρόμοιο βαθμό υπερηφάνειας και αυτονομίας -και παρόμοιο προϊόν...ένα απο τα αρχαία προνόμια των θεών ήταν να δημιουργούν τον άνθρωπο απο την σάρκα τους, όπως ο Ατούμ, ή κατ εικόνα τους, όπως ο Γιαχβέ. Όταν το διαπιστευμένο επιστημονικό ιερατείο προχωρήσει λίγο ακόμα παραπέρα τις παρούσες του δραστηριότητες, ο νέος ανθρώπινου μεγέθους homunculus θα περάσει κι αυτός απο επεξεργασία...θα φοράει στολή αστροναύτη: απ εξω ένα τεράστιο έντομο με λέπια. Αλλά το πρόσωπο μέσα θα είναι ανίκανο για έκφραση. Τόσο ανίκανο όσο κι ένα πτώμα,. Αλλά ποιός θα ξέρει την διαφορά;... Ίσως να είναι υπεύθυνη η ίδια η μορφή της πόλης με το πέτρινο τείχος-δοχείο να επικρατεί σε σύγκριση με τους παράγοντες μαγνητικής έλξης πρός την πόλη. Στο τέλος έχει κάνει την φυσική αποσύνθεση της πόλης μέσω πολέμου, φωτιάς ή οικονομικής διάβρωσης, τον μόνο τρόπο να ανοίγει η πόλη στις καινούργιες απαιτήσεις της ζωής. Αν αυτό ισχύει, τότε η πρώτιστη ανάγκη σήμερα είναι να υπάρξει εντατικοποίηση της συλλογικής αυτογνωσίας, μια βαθύτερη γνώση των διαδικασιών της ιστορίας, σαν πρώτο βήμα προς την πειθαρχία και τον έλεγχο: τέτοια γνώση σαν κι αυτήν που επιτυγχάνεται απο έναν νευρωτικο ασθενή όταν αντικρύζει ένα παιδικό τραύμα, που έχει μείνει θαμένο για πολύ καιρό και που έχει φράξει τον δρόμο για την κανονική ανάπτυξη και ολοκλήρωσή του...το γεγονός οτι τα ίδια δείγματα υπεραύξησης και υπερσυγκέντρωσης υπάρχουν και στην «κομμουνιστική» Ρωσσία και στην «καπιταλιστική» Αμερική δείχνει την ύπαρξη παραγόντων που είναι παγκόσμιοι και λειτουργούν σχεδόν ανεξάρτητα απο τις επικρατούσες ιδεολογίες ή απο τους ιδανικούς σκοπούς...ενώ πρέπει να παραδεχτούμε τα τέτοια γεγονότα θα ήταν πρόωρο να συμπεράνουμε οτι αυτές οι διαδικάσιες είναι τελικές και μη αντιστρέψιμες: έχουμε ήδη δεί τεράστιο αριθμό δεδομένων που δείχνουν οτι ακόμη και σε πολιτισμούς πολύ λιγότερο δεσμευμένους προς την ποσοτική αύξηση έρχεται ένα σημείο όπου το καρκινοπαθές όργανο καταστρέφει τον οργανισμό εις βάρος του οποίου έκανε την άρρωστη διαστολή εν τω μεταξύ όμως η κανονική γέννηση, αύξηση και ανανέωση που συμβαίνει αλλού μετατοπίζει την ισορροπία...οι κοινωνιολόγοι και οικονομολόγοι που βασίζουν τα σχέδια τους για μελλοντική επέκταση με βάση τις δυνάμεις που ενεργούν τώρα..τείνουν να φτάνουν σε μιά παγκόσμια μεγαλόπολη μηχανοποιημένη, και στην ουσία αποτελεσματικά απο-ανθρωποποιημένη, σαν τελικό σκοπό της αστικής ανάπτυξης. Είτε προβάλουν απο το 1960 είτε προσδοκούν το 2060 ο σκοπός τους είναι στην πραγματικότητα το «1984». Με την αμφίεση της αντικειμενικής στατιστικής περιγραφής αυτοί οι κοινωνικοί επιστήμονες αφήνουν έξω απο την ανάλυσή τους τα παρατηρήσιμα δεδομένα της βιολογίας, της ανθρωπολογίας, ή της ιστορίας που θα κατέστρεφαν τις αφετηρίες τους ή θα διόρθωναν τα συμπεράσματά τους, και ενώ απορρίπτουν ως αντιεπιστημονικό το σχολαστικιστικό δόγμα των τελικών αιτίων, ουσιαστικά μετατρέπουν οι ίδιοι, τελολογικότατα, την Μεγαλόπολη σε τελικό αίτιο... Κάτω απ τον επιφανειακό σεβασμό τους για την ζωή και την υγεία κείται μιά βαθειά περιφρόνηση για όλες τις οργανικές διαδικασίες που εμπεριέχουν την διατήρηση της σύνθετης συντροφικότητας όλων των οργανικών μορφών σε περιβάλλον ευνοϊκό για την ζωή και όλες 33

34 τις εκδηλώσες της...η προσφιλής τεχνολογία του καιρού μας αφιερώνεται στο να επινοήσει τα μέσα να αντικαταστήσει τις αυτόνομες οργανικές μορφές με ιδιοφυή μηχανικά (ελέγξιμα! επικερδή!) υποκατάστατα. Αντί να φέρουν ζωή στην πόλη..αυτοί οι αφελείς απόστολοι της προόδου προτιμούν να φέρουν τη στειρότητα στην ύπαιθρο και ύστατα τον θάνατο στην πόλη. Η δική τους «πόλη το μέλλοντος» έχει κατεβάσει την ζωή στο κατώτερο δυνατό επιτρεπόμενο επίπεδο: να είναι όσο ζωντανή αρκεί για να μπορεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της μηχανής, πράγμα που απλώς θα μετέφερε τις παρούσες δυνάμεις που ενεργούν στην μητρόπολη στον ύστατο σκοπό τους, τον ολικό ανθρώπινο αφανισμό...σήμερα το τέλος ολόκληρου του μεγαλοπολιτικού μας πολιτισμού είναι ορατότατο. Ακόμα και κάποιες λάνθασμένα ερμηνευμένες κουκίδες σε μια οθόνη ραντάρ μπορούν να ξεκινήσουν έναν πυρηνικό πόλεμο που θα τίναζε όλο μας τον πολιτισμό εκτός ύπαρξης και δεν θα άφηνε πίσω τίποτε απο το οποίο η ζωή να ξαναξεκινήσει απ την αρχή-τίποτε εκτός απο θάνατο, απο πείνα, απο πανδημικές ασθένειες, ή απο ανελέητο καρκίνο απο στρόντιο 90 για τους τρισάθλιους πρόσφυγες που ίσως επιζήσουν. Το να βασιστούν ελπίδες για το μέλλον σε τέτοια δομή είναι ιδέα που θα μπορούσε να κατέβει μόνο στους υψηλά εκπαιδευμένους αλλά ανθρωπινα υπο-διάστατους «εξπέρ» που επινόησαν την δομή αυτή. Αλλά η κυκλική διαδικασία μέσα στην οποία βρισκόμαστε δεν είναι κατ ανάγκη μιά διαδικασία προδιαγεγραμένη και μοιραία. Αυτό είναι το γεγονός πάνω στο οποίο πρέπει να βασιστούν όλα τα νουνεχή σχέδια. Η σύγχρονη παγκόσμια κουλτούρα μας, με τις όλο και βαθυνόμενες ιστορικές πηγές και τις όλο και διευρυνόμενες επαφές είναι πολύ πλουσιότερη σε ακόμη αχρησιμοποίητες δυνατότητες, ακριβώς επειδή είναι παγκόσμια, απο οποιονδήποτε άλλο προηγούμενο πολιτισμό.σε κάθε τομέα το πρόβλημά μας είναι να επιβραδύνουμε ή να φέρουμε σε στάση τις δυνάμεις που αυτή τη στιγμή μας απειλούν: να μπορέσουμε να παρεμβληθούμε στον κύκλο επέκτασης και αποσύνθεσης για να παρεμβάλουμε νέες αρχές κοντινότερες στις απαιτήσεις της ζωής, οι οποίες θα μας καταστήσουν ικανούς να αλλάξουμε την κατεύθυνσή μας και σε πολλούς τομείς να κάνουμε μιά καινούργια αρχή. Η ύπαρξη αυτή καθ εαυτή των Νέων Πόλεων της Αγγλίας και της Σουηδίας, αν και δεν έχουν ακόμη αλλάξει το κυρίαρχο μοντέλο της μητρόπολης, παραμένει σαν μαρτυρία ενός διαφορετικού τρόπου αστικής ανάπτυξης. Εκείνο το μικρό σημάδι μπορεί να είναι προάγγελος μιάς μεγαλύτερης μεταμόρφωσης. Σ αυτό το κεφάλαιο σκοπεύω να κοιτάξω απο πιο κοντά μερικές τρομερές αρνητικές όψεις του μητροπολιτικού πολιτισμού. Αυτό θα εξυπηρετήσει σαν προοίμιο μιας καινούργιας ανάλυσης του ρόλου της πόλης σαν μαγνήτη-δοχείου-μεταμορφωτή στην σύγχρονη κουλτούρα: (Εντός παρενθέσεως θάναι οι τίτλοι υποκεφαλαίων) («Η ΣΚΛΑΒΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ»)...Ναί: η παρούσα μητρόπολη, ακόμη και στην πιο μπερδεμένη και μολυσμένη μορφή της, αποκαλύπτει μερικές κανούργιες επιτεύξεις στην διάχυση της ανθρώπινης κουλτούρας που σχεδόν καθόλου δεν υπήρχαν σε παλιότερες εποχές όταν όλες οι ανώτερες μορφές ήταν μονοπώλιο της ακρόπολης και του ναού. Ο ιστορικός μητροπολιτικός πυρήνας ακόμα έχει μιά λειτουργία να επιτελέσει, άπαξ και τα μέλη του καταλάβουν οτι ούτε το αρχικό του μονοπώλιο ούτε η παρούσα του αποσύνθεση μπορούν να διατηρηθούν επ αόριστον. Το μεγάλο πρόβλημα του σήμερα, αν μπορεί κάποιος να να δανειστεί ένα κλισέ απο τη φυσική, είναι να μεταστοιχειώσουμε φυσική μάζα σε ψυχική ενέργεια. Πρέπει να βρούμε νέους τρόπους για να μετατρέψουμε την αυτόματη συμφόρηση σε κινητοποίηση με σκοπό: να αιθεριοποιθεί το δοχείο, να ξαναπολωθεί ο μαγνήτης και να διευρυνθεί το πεδίο. Αυτές οι δυνατότητες θα γίνουν ίσως πιο χειροπιαστές, αν εξετάσουμε τις εκτρωματικές προσπάθειες που έχουν γίνει: (Η ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕ ΤΑ ΠΛΟΚΑΜΙΑ...Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ... Ο ΞΑΠΛΩΜΕΝΟΣ ΓΙΓΑΝΤΙΣΜΟΣ...ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ... ΣΥΜΦΟΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΥΜΦΟΡΗΣΗ...ΤΟ ΔΟΧΕΙΟ ΠΟΥ ΣΚΑΕΙ...).. (ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗΣ) Ακολουθώντας την ζωή της μεγαλοπολιτικής κουλτούρας μέχρι την απόληξή της φτάνουμε σε μια σειρά διαδικασιών τελικού σταδίου, και θα ήταν απλοϊκό να πιστεύουμε οτι αυτές έχουν καμιά προοπτική να συνεχίσουν να υπάρχουν επ αόριστον. Μια ζωή που στερείται τελείως οποιουδήποτε νοήματος, οποιασδήποτε αξίας, οποιουδήποτε σκοπού, εκτός του σκοπόυ της 34

35 αναπνοής και της λήψης τροφής, ελάχιστα είναι καλύτερη απ τη ζωή σ έναν σιδερένιο πνεύμονα η οποία είναι υποφερτή μόνο διότι ο ασθενής έχει ακόμα την ελπίδα ανάρρωσης και απόδρασης. Το μητροπολιτικό καθεστώς απειλεί τώρα να φτάσει το αποκορύφωμά του σε έναν χωρίς νόημα πόλεμο, του οποίου ο μόνος σκοπός θα ήταν να ανακουφίσει τα άγχη και τις φοβίες που παράγονται απο την πλήρη δέσμευση της ακρόπολης σε όπλα αφανισμού και εξολόθρευσης. Κι έτσι η απόλυτη δύναμη έχει γίνει στην πραγματικόττητα απόλυτος μηδενισμός. Η επιστημονική και τεχνολογική τελειοποίηση, χωρίς να τροποποιείται απο ανθρώπινες αξίες και ανθρώπινους σκοπούς, δέσμευσε χώρες σαν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία σε συλλογικούς μηχανισμούς καταστροφής τόσο άκαμπτους που δεν μπορούν να μετατραπούν ή να τεθούν υπο έλεγχο χωρίς να αποσυναρμολογηθούν τελείως. Ακόμη και η ενστικτώδης ζωώδης ευφυία δεν μπορεί να λειτουργήσει μ αυτό το σύστημα: η δέσμευση στην μηχανή ανατρέπει ακόμα και τον αρχαίο νόμο της αυτοσυντήρησης. Για χάρη της γρήγορης μεταφοράς εμείς στις Ηνωμένες Πολιτείες σκοτώνουμε κάθε χρόνο ανθρώπους και ακρωτηριάζουμε εκατοντάδες χιλιάδες άλλους. Για χάρη της άσκησης απόλυτης πυρηνικής εξουσίας οι ηγέτες μας είναι θρασύτατα προετοιμασμένοι να θυσιάσουν πενήντα ως εβδομηνταπέντε εκατομμύρια δικούς τους πολίτες την πρώτη μέρα ενός πυρηνικού πολέμου και να ακρωτηριάσουν ή και να απαλείψουν τελείως το ανθρώπινο είδος... Οι καταστροφές απο το Λονδίνο ως το Τοκυο και απο το Αμβούργο ως τη Χιροσίμα επανορθώθηκαν σε λιγότερο απο δώδεκα χρόνια. (βλ σημ.11) Εκείνη η σχεδόν υπεράνθρωπη κινητοποίηση ενεργειών έδειξε οτι μιά αστική ανακατασκευή και ανανέωση σε μια πολύ μεγαλύτερη κλίμακα μπορεί να κατορθωθεί μέσα σε μια γενιά, αρκεί η οικονομία να στραφεί άμεσα σε ανθρώπινες ανάγκες και να μην εκτρέπεται το κύριο μέρος του εθνικού εισοδήματος σε επιμελημένες καταναλωτικές κατασπαταλήσεις και σε σχεδιασμένες καταστροφές απαιτούμενες απο την επεκτεινόμενη μητροπολιτική οικονομία. Δυστυχώς μόλις η οικονομία ανέρρωσε και επέστρεψε στην επιδίωξη των αρχικών της σκοπών όλα τα παράλογα χαρακτηριστικά της επανήλθαν : για να συνεχίζει την πορεία της, ένα μεγάλο μέρος των ενεργειών της πρέπει να ξοδεύεται στο κτίσιμο πυραμίδων. Πουθενά δεν αποκαλύπτονται πιο πλήρως οι παραλογισμοί του μητροπολιτικού μύθου απο ότι στην ανάπτυξη των λεγομένων «απόλυτων όπλων» για απεριόριστη πυρηνική, βακτηριακή και χημική γενοκτονία Η κατασκευή τους ανάμεσα στις χώρες που αποκαλούνται «Πυρηνικές Δυνάμεις» έδωσε στην «death wish» θέση εθνικής πολιτικής και έκανε τον ιδεατό τελικό σταθμό ολόκληρου του πολιτισμού μας να πάρει την μορφή ενός παγκόσμιου στρατοπέδου εξόντωσης. Ακόμα κι αν τα έθνη λάβουν εγκαίρως μέτρα για να απαλείψουν το στόκ των τέτοιων όπλων θα πάρει πολύ καιρό μέχρι να κοπάσουν τελείως τα διαστροφικά ηθικά αποτελέσματα αυτής της πολτικής. Η εγκληματικότητα ενηλίκων, σε κλίμακα που όχι απλώς αναλογιζόμαστε αλλά και λεπτομερώς προετοιμάζουμε, θα χρειαστεί θεραπευτικά αντι-μέτρα που μπορεί να χρειαστούν ολόκληρο αιώνα για να δείξουν κάποιο αποτέλεσμα. Αυτή είναι η τελευταία και χειρότερη παρακαταθήκη της ακρόπολης (διάβαζε «Πενταγώνου»,«Κρεμλίνου») στην κουλτούρα των πόλεων. Πριν περισσότερο απο πενήντα χρόνια ο Henry Adams έγραφε οτι με τον ρυθμό προόδου απο το1600 και πέρα, σε ένα αιώνα ή και μισό η σκέψη θα αναποδογύριζε, ο νόμος θα εξαφανιζόταν σαν θεωρία ή σαν αρχές και θα τον αντικαθιστούσε η βία, η ηθική θα γινόταν αστυνομία, τα εκρηκτικά θα έφταναν κοσμικές διαστάσεις και η διάσπαση θα επικρατούσε επι της συγκρότησης...ο σύγχρονός του Henry James έθεσε την ανθρώπινη κατάσταση στην εικόνα της Ευτυχισμένης Οικογένειας και της Σατανικής μηχανής που περιέργως ισχύει σήμερα(1961) Η μηχανή είναι βαθειά ριζωμένη και δεν μπορεί να αφαιρεθεί και η οικογένεια είναι τόσο αδιάφορη που συνεχίζει τις δουλειές της, την κουβέντα της, τον χορό της κλπ ακόμη και κινδυνευύντας να ανατιναχτεί. O James αναφέρονταν στην πολιτική μηχανή της Philadelphia, την κλασσική τότε ενσάρκωση διαφθοράς και εγκληματικότητας μα μόνο ο υπερ το δέον άδολος παρατηρητής δεν θα δεί οτι εφαρμόζεται...και στις άλλες πάλαιποτέ τοπικές εκδηλώσεις παραλογισμού και εγκληματικότητας που τώρα απειλούν ολόκληρο τον πλανήτη μεταμφιεσμένες σε υγιή επιχειρημαικότητα, τεχνολογική πρόοδο, κομμουνιστική αποτελεσματικότητα, δημοκρατκό πολιτεύεσθαι. Δεν είναι καθόλου απορίας άξιο γιατί οι δημοφιλείς υπαρξιστές, καθρεφτίζοντας τον καιρό μας,, εξισώνουν την «πραγματικότητα» με το «παράλογο». Ένα μεγάλο μέρος της ζωγραφικής και της γλυπτικής της προηγούμενης γενιάς συμβολικά προλέγει τα καταστροφικά τελικά προϊόντα αυτού του θανατοστρεφούς πολιτισμού: 35

36 πλήρης διαμελισμός και απο-ανθρωποποίηση σε ένα άβιο και χωρίς χαρακτηριστικά κενό. Μερικά απο τα καλύτερα της τέχνης αυτής, απο τον Henry Moore,... προλέγουν ένα νέο ξεκίνημα σε επίπεδο τόσο πρωτόγονο που το μυαλό σχεδό δεν έχει αρχίσει να λειτουργεί...με τέτοιους τρόπους λοιπόν ο μητροπολιτικός πολιτισμός ενσαρκώνει και οδηγεί ως την κατάληξή της την ριζική αντίφαση που βρήκαμε σφηνωμένη μέσα στην πορεία της ζωής της πόλης απ την στιγμή της θεμελίωσής της, μιά αντίφαση που προέρχεται απ τη δυϊκή προέλευση της πόλης και την αιώνια αμφιθυμία των σκοπών της. Απο το χωριό η πόλη έλκει την φύση της ως περιβάλλοντος μητρικού, σταθερού, ασφαλούς, που προωθεί την ζωή και που είναι ριζωμένο στις αμοιβαίες σχέσεις του ανθρώπου με τους άλλους οργανισμούς και τις άλλες κοινότητες. Απ το χωριό αντλεί και τους τρόπους και τις αξίες της αδιαβάθμιστης δημοκρατίας στην οποία κάθε μέλος παίζει τον κατάληλο ρόλο του σε κάθε στάδιο του κύκλου της ζωής του. Απο την άλλη μεριά οφείλει την ύπαρξή της κι ακόμα περισσότερο την μεγέθυνσή της σε συγκεντρωμένες προσπάθειες κυριαρχίας επι άλλων ανθρωπων και κυριαρχίας με συλλογικές δυνάμεις επι του περιβάλλοντος. Έτσι η πόλη έγινε μια εγκατάσταση σαν ενεργειοπαγίδα, που σχεδιάστηκε απο βασιλικούς φορείς για να συγκεντρώσει τις ενέργειες μικρών κοινοτήτων σε μια ισχυρή δεξαμενή και να ρυθμίσει την συσσώρευση και ροή της ενέργειας αυτής, αρχικά κατευθύνοντάς την σε αλλαγές του φυσικού τοπίου επωφελείς για τις μικρές μονάδες, αλλά τελικά εκτοξεύοντάς την προς τα έξω, σε καταστροφικές επιθέσεις ενάντια σε άλλες πόλεις. Η απελευθέρωση και η υποδούλωση, η ελευθερία κι ο καταναγκασμός ήταν στοιχεία παρόντα εξ αρχής στην αστική κουλτούρα. Απο την εσωτερική αυτή ένταση προήλθαν μερικές απο τις δημιουργικές εκφράσεις της αστικής ζωής αλλά μόνο σε διασκοπισμένα και περιστασιακά παραδείγματα ανακαλύπτουμε την πολιτική δύναμη καλοδιανεμημένη σε μικρές κοινότητες όπως στην Ολλανδία και την Ελβετία του δέκατου έβδομου αιώνα, ή βλέπουμε τα ιδανικά της ζωής να ρυθμίζουν περιοριστικά τις εκκεντρικές εκδηλώσεις της εξουσίας. Ο παρών μας πολιτισμός είναι ένα γιγάντιο αυτοκίνητο που κινείται σ ένα δρόμο μονής κατεύθυνσης με ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα. Δυστυχώς όπως είναι τώρα κατασκευασμένο το αυτοκίνητο δεν έχει ούτε τιμόνι ούτε φρένα και ο μόνος έλεγχος που έχει για να αποφύγει μοιραία ατυχήματα είναι επιταχύνοντας, και στο μάγεμα του με την ταχύτητα ο οδηγός έχει τελείως ξεχάσει και τον σκοπό του ταξιδιού. Αυτή η ανήμπορη υποταγή στους οικονομικούς και τεχνολογικούς μηχανισμούς που έχει δημιουργήσει ο σύγχρονος άνθρωπος μεταμφιέζεται περιέργως σαν πρόοδος, ελευθερία και κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση... Βεβαίως, αν η όλη εικόνα ήταν τόσο ζοφερή όσο την ζωγράφισα στο κεφάλαιο αυτό, δεν θα υπήρχε καμμιά δικαιολογία για την συγγραφή του παρόντος βιβλίου, ή μάλλον, θα ήταν κι αυτό απλώς μια εξίσου παράλογη συνεισφορά όσο οι παραλογισμοί και οι ματαιότητες που εδώ έθιξα. Αν υπογράμμισα δεόντως τις αποσυνθέσεις του μητροπολιτικού σταδίου, ένας ήταν ο λόγος: μόνο όσοι τις συνειδητοποιούμε θα μπορέσουμε να κατευθύνουμε τις συλλογικές μας προσπάθειες σε πιο δημιουργικές διαδικασίες. Τον πέμπτο μ.χ. αιώνα αυτοί που κατάλαβαν τι χρειαζόταν η κατάσταση...ήταν αυτοί που απέρριψαν τις Ρωμαϊκές βάσεις και τοποθέτησαν τις ζωές τους σ ένα καινούργιο θεμέλιο.. (αυτά σε σχέση με την μιά πηγή αισιοδοξίας του Μάμφορντ, τις Κηπουπόλιες, τα ειδαμε ήδη, τώρα θα δούμε και την σχέση τους με την άλλη του πηγή αισοδοξίας:)...και όμως μέσα σ όλη αυτη την αποσύνθεση καινούργια γρομπαλάκια ανάπτυξης έχουν εμφανιστεί και, ακόμη πιο σημαντικό, ένα νέο μοντέλο ζωής έχει αρχίσει να αναδύεται.αυτό το μοντέλο αναγκαία βασίζεται σε αρχές ριζικά διαφορετικές απο εκείνες που είχαν οι αρχαίοι κατασκευαστές ακροπόλεων και τα σύγχρονά τους αντίστοιχα, οι κατασκευαστές πυραύλων και οι πυρηνικοί εξολοθρευτές. Αν μπορέσουμε να διακρίνουμε το κύριο περίγραμμα αυτής της πολυδιάστατης, προς την ζωή προσανατολισμένης, οικονομίας, θα πρέπει επίσης να μπορέσουμε να περιγράψουμε την φύση και τις λειτουργίες της αναδυόμενης πολιτείας και το μελλοντικό μοντέλο του ανθρώπινου συνοικισμού. Πάνω απ όλα πρέπει να ενδιαφερθούμε για το ποιά θα είναι η επόμενη πράξη στο ανθρώπινο δράμα, αρκεί βέβαια η ανθρωπότητα να ξεφύγει απο την παγίδα θανάτου την οποία της έστησε η τυφλή μας δέσμευση σε μιά μονόπλευρα ασύμμετρη, εξουσιοστρεφή κι αντιοργανική τεχνολογία. (...ΤΟ ΔΟΧΕΙΟ ΠΟΥ ΣΚΑΕΙ... ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ).. 36

37 .Ένα απο τα κύρια προβλήματα της αστικής κουλτούρας σήμερα είναι το να αυξήσουν την ικανότητα του δοχείου να χωνεύει χωρίς να αφήσουν την φυσική δομή να γίνει μιά κολοσσιαία θρομβωμένη, αυτοεμποδιζόμενη μάζα. Η ανανέωση του εσώτερου μητροπολιτικού πυρήνα είναι αδύνατη χωρίς μιά πολύ μεγαλύτερη μεταμόρφωση σε τοπική και διατοπική κλίμακα (Πριν το υποκεφάλαιο «Η σκλαβιά των μεγάλων αριθμών» ο Μάμφορντ τέλειωνε λέγοντας: «...Σ αυτό το κεφάλαιο σκοπεύω να κοιτάξω απο πιο κοντά μερικές τρομερές αρνητικές όψεις του μητροπολιτικού πολιτισμού. Αυτό θα εξυπηρετήσει σαν προοίμιο μιας καινούργιας ανάλυσης του ρόλου της πόλης σαν μαγνήτη-δοχείου-μεταμορφωτή (βλ.σημ.12) στην σύγχρονη κουλτούρα» Στα υποκεφάλαια που μεσολάβησαν μίλησε για τον ρόλο της σύγχρονης πόλης σαν μαγνήτη και σαν δοχείου. Και τώρα μόλις μας ανήγγειλε οτι θα μιλήσει για τον ρόλο της σαν τον μεταμορφωτή (βλ.σημ.12) εκείνον. Έτσι θα δώσει και ένα είδος απάντησης στο πρόβλημα που επεσήμαινε λίγο παρακάτω: «Το μεγάλο πρόβλημα του σήμερα, αν μπορεί κάποιος να να δανειστεί ένα κλισέ απο τη φυσική, είναι να μεταστοιχειώσουμε φυσική μάζα σε ψυχική ενέργεια. Πρέπει να βρούμε νέους τρόπους για να μετατρέψουμε την αυτόματη συμφόρηση σε κινητοποίηση με σκοπό: να αιθεριοποιθεί το δοχείο, να ξαναπολωθεί ο μαγνήτης και να διευρυνθεί το πεδίο». Ας δούμε ποιά μεταμόρφωση εννοούσε σε επίπεδο κυριολεξίας κι όχι μεταφοράς ή αναλογίας:) (Η ΑΟΡΑΤΗ ΠΟΛΗ) (Σ αυτό το υποκεφάλαιο μπορούμε να κόψουμε δρόμο παραλείποντας πράγματα που στις μέρες μας τα ξέρουν και τα μικρά παιδιά (καλύτερα μάλιστα απο εμάς γιατί τα μάθανε μαζί με την αλφαβήτα και την προπαίδεια) αλλά που το 1961 που έγραφε ο Μάμφορντ τάξεραν μόνο μερικοί που ήταν και λιγάκι τύποι Ιούλιου Βέρν. Εννοούμε οτι σαν «μεταμορφωτή» ο Μάμφορντ εννοεί (και περιγράφει ) όλα μαζί αυτά που τώρα εμείς εννοούμε με όρους σαν «δίκτυο», «web», «internet», «google», κλπ.κλπ. Αυτο δεν το λέμε για να πούμε οτι τώρα είναι απηρχαιωμένος (!!) αλλά για να ξαναπούμε οτι είναι πολύ σύγχρονος. «Μα τόση ώρα δεν έλεγε τι δεινά περιέχει το γεγονός οτι ο μητροπολιτικός άνθρωπος ζεί σε μια εικονικότητα;» ίσως αναρωτηθεί κάποιος, παίρνοντάς τον για αντιφατικό. Απάντηση σε αυτό είναι το είδος μεταμόρφωσης που θεωρεί δυνατόν να γίνει με την χρήση αυτού του «μεταμορφωτή». Εδώ τα αποσπάσματά μας θα είναι λεπτομερή και θα παραλέιπουμε μόνο οτι είναι στις μέρες μας αυτονόητα εφικτό )...Υπάρχει άλλη μιά πλευρά σ αυτή την επανοργάνωση του μητροπολιτικού συμπλόκου που προρέχεται απο την απο-υλοποίηση ή αιθεριοποίηση των υπαρχόντων θεσμών...πολλές απο τις αρχικές λειτουργίες της πόλής που κάποτε ήταν φυσικό της μονοπώλιο επειδή απαιτούσαν την φυσική παρουσία όλων των συμμετεχόντων τώρα μεταφέρθηκαν σε μορφές ικανές για γρήγορη μεταφορά, μηχανικό πολλαπλασιασμό, ηλεκτρονική μετάδοση, παγκόσμια διανομή..ένα μακρινό χωριό μπορεί να δεί την ίδια ταινία με μιά μητρόπολη (κλπκλπ, τα ξέρουμε)..πρέπει όμως να αναζητήσουμε την αντίστοφη δράση απο τις μικρές μονάδες στις μεγάλες...ας προσεγγίσουμε τις πιο αφηρημένες σχέσεις της αόρατης πολιτείας με ένα ανάλογο της νέας σχέσης σε ένα πιο ορατό επίπεδο, με ένα μικρό μα ακριβές δείγμα: Στη Γαλλία, σε διασκορπισμένα μακρινά χωριά και μοναστήρια υπάρχουν πολλές υπέροχες παλιές τοιχογραφίες. Το παλιό μητροπολιτικό καθεστώς θα αφαιρούσε πολλές απ αυτές, συχνά όχι χωρίς βλάβη και θα τις μετέφερε σ ενα μουσείο στο Παρίσι αφήνοντας σε κάθε τέτοιο χωριό μιά τρύπα να χάσκει και στερώντας τους κατοίκους του απο κάτι που ανήκε στο χωριό και που είχε και κοινοτική και οικονομική αξία, χωρίς και να προσφέρει στο Παρίσι καμιά αίσθηση του αρχικού του πλαισίου. Σήμερα εκθέτουν θαυμάσια αντίγραφα και μπορεί κανείς να δεί σ ένα απόγευμα περισσότερα απ όσα θα έβλεπε σε δεκαπέντε μέρες ταξιδιού και αν επιθυμεί πιο κοντινή σχέση μαζί τους μπορεί να τις επισκεφθει στο αρχικό τους περιβάλλον που έχει εντοπιστεί και αναφερθεί στην έκθεση. Αυτό είναι το πρωτο βήμα σε μια πιο γενική αιθεριοποίηση...(τα υπόλοιπα επίσης τα ξέρουμε απ το πώς, μέσω π.χ. google, τα βλέπουμε σήμερα στο αρχικό τους περιβαλλον (όχι ακριβώς βέβαια!) χωρίς να βγούμε απ το σπίτι μας. Μετά ο Μάμφορντ αναφέρει και το παράδειγμα επίσκεψης βιβλιοθηκών εξ αποστάσεως, κι αυτό κοινότατο πλέον..κλπ. Ας μην ξεχάσουμε να πούμε εδώ οτι κάποια στιγμή μετά τον θάνατό του κάποιο πανεπιστήμιο έβαλε όλα του τα βιβλία (όλα της βιβλιοθήκης του, όχι μόνο όσα ο ίδιος έγραψε) μαζί με τις σημειώσεις που είχε κάνει σε αυτά,σε κάποιο site. Μπορεί εύκολα κανείς να το ψάξει στο google)...οι παλιές λειτουργίες του αστικού δοχείου 37

38 έχουν συμπληρωθεί με νέες λειτουργίες που ασκούνται μέσω ενός λειτουργικού «πλέγματος» που αποτελεί το πλαίσιο της αόρατης πόλης. Σαν το παλιό δοχείο, το νέο πλέγμα σ όλες του τις μορφές, βιομηχανική, πολιτιστική, αστική, διατίθεται και για καλές χρήσεις και για κακές......άπαξ και η τεχνική απελευθερωθεί απο τις δαπανηρές γενικές προετοιμασίες για γενοκτονία...ή απ την κακόγουστη παραγωγή αγαθών προωρισμένων κυρίως για πρώιμη απαρχαίωση και γρήγορη κερδοφόρα απόδοση θα υπάρξουν άφθονες εγκαταστάσεις για την τελειοποίηση διαπολιτισμικών συναναστροφών μεγάλης κλίμακας...όμως οι αρχικοί περιορισμοί της πόλης που επιβλήθηκαν απ το μονοπώλιό της στην επικοινωνία και τον πολιτικό έλεγχο δεν μπορούν να παρακαμφθούν με μια απλή αύξηση αριθμών...καμιά οργανική βελτίωση δεν είναι δυνατή χωρίς επανοργάνωση των διαδικασιών, λειτουργιών και στόχων της και χωρίς ανακατανομή του πληθυσμού της σε μονάδες που να ευνοούν την επαφή διπλής κατέυθυνσης, τις σχέσεις εγώ-εσύ και τον τοπικό έλεγχο στις τοπικές ανάγκες. Δεν είναι μόνο το μοντέλο της πόλης που θα μεταμορφωθεί απ αυτή την εξέλιξη αλλά και κάθε θεσμός, οργανισμός και συνεταιρισμός, που αποτελεί την πόλη. Σ αυτήν την ριζοσπαστική καινοτομία τα μεγάλα πανεπιστήμια, οι βιβλιοθήκες και τα μουσεία, αν ήταν ικανά για αυτο-αναγέννηση, θα μπορούσαν να δείξουν το δρόμο, όπως έκαναν και οι προκάτοχοί τους όταν δημιουργούσαν την αρχαία πόλη. Τα δομικά υλικά για μιά νέα τάξη πόλης, αν ερμηνεύω σωστά τα γεγονότα, τα έχουμε. Αλλά η πιθανότητα οτι θα συνεχίσουν να μπαίνουν σε διεστραμένες χρήσεις απο το υπάρχον πολιτικό σύστημα είναι πολυ υψηλή. Η προοπτική μαζικής επέκτασης των παρουσών μηχανικο-ηλεκτρονικών ευκολιών χωρίς καμιά αλλαγή κοινωνικού σκοπού ή καμιάς απόπειρας να μεταφραστεί το προϊόν σε ανώτερους όρους ανθρώπινης συναναστροφής και συνεργασίας παραμένει δυσοίωνη. Χώρες σαν την Σοβιετική Ρωσία, που θεωρητικά έχουν ανοσία στις συνήθεις αποπλανήσεις και διαφθορές της σύγχρονης καπιταλιστικής επιχείρησης προφανώς είναι ανοιχτές στους ίδιους πειρασμούς με εξίσου ενάρετες μεταμφιέσεις-για προώθηση της γραφειοκρατικής κατοχής της εξουσίας και της κεντρικοποιημένης αρχής εις βάρος της ανθρώπινης συναναστροφής και αυτόνομης ανάπτυξης. Αλλά η ουσιώδης υπόσχεση της νέας αυτής τάξης εκφράστηκε πριν έναν αιώνα απ τον Έμερσον: «Ο πολιτισμός μας και αυτές οι ιδέες παρατήρησε «ανάγουν την γή σε έναν εγκέφαλο. Δείτε πώς με τον τηλέγραφο και τον ατμό η γή «ανθρωπολίζεται»». Την σκέψη αυτή την επεξεργάστηκε ανεξάρτητα στις μέρες μας και ο Teilhard de Chardin αλλά ακόμη και αυτός δεν κατάλαβε την διφορούμενη φύση της υπόσχεσης αυτής ούτε την αναγκαιότηττα να αποκρούσουμε αυτούς τους νέους κινδύνους. Ο πολιτισμός μας αντιμετωπίζει την αμείλικτη επέκταση και γιγάντωση ενός υπερ-οργανικού συστήματος υψηλής κεντρικοποίησης, το οποίο στερείται αυτόνομων συνιστώντων κέντρων ικανών να ασκούν επιλογή ή έλεγχο και πάνω απ όλα να λαμβάνουν αυτόνομες αποφάσεις και να ανταπαντούν. Η αποτελεσματική απάντηση στο πρόβλημα αυτό, που βρίσκεται στην καρδιά του μελλοντικού αστικού μας πολιτισμού, βασίζεται στην ανάπτυξη μιάς πιο οργανικής κοσμοεικόνας που θα λαμβάνει υπ οψη όλες τις διαστάσεις των ζώντων οργανισμών και των ανθρώπινων προσωπικοτήτων. Οι στοχαστές που θα κάνουν για αυτή την οργανική και ανθρώπινη αντίληψη αυτό που ο Γαλιλαίος, ο Βάκων και ο Καρτέσιος έκαναν για τις τώρα ανεπαρκείς και ακόμη κι επικίνδυνα ξεπερασμένες έννοιες μας για την επιστήμη, βρίσκονται επι το έργον εδώ και καιρό.αλλά μπορεί να χρειαστεί κανα- δυό αιώνες ακόμα πριν οι συμβολές τους να έχουν εκθρονίσει τις CyberneticΘεότητές μας και να έχουν αποκαταστήσει στο κέντρο της ύπαρξής μας όσα είναι οι εικόνες και δυνάμεις και σκοποί της Ζωής.(σημ.13) (Το επόμενο, και τελευταίο, κεφάλαιο του Μάμφορντ λέγεται «Ανασκόπηση και Προοπτική»και είναι γύρω στις 8 σελίδες.τα της προοπτικής τάχουμε ήδη πεί, λίγο πολύ, αλλά θα τα ξαναπούμε για να δούμε αν τώρα, που έχουμε δεί πλέον τι περιείχαν οι σελίδες του βιβλίου, έχουμε ακόμη την, πιθανή, αρχική υποψία μήπως είναι απλώς ποιητής, ή υπερβολικά ονειροπόλος ή και χαζοχαρούμενος ευχολόγος (ή, αντίστροφα, γκρινιάρης κινδυνολόγος). Μα αντί της ανασκόπησης μέσω αποσπασμάτων ας πούμε, εδώ μέσα στην παρούσα παρένθεση, μιά περίληψη της περίληψης που είδαμε, αλλά με δικά μας λόγια για να βεβαιωθούμε οτι καταλάβαμε τι μας είπε. Λοιπόν: Ο Μάμφορντ καταενθουσιάστηκε και μάλιστα για δυό λόγους με την πρόταση Howard για «Κηπουπόλεις» και έκανε το πάν για να την βοηθήσει, μέρος δε της βοήθειάς του αυτής ήταν το παρόν βιβλίο. Ο πρώτος λόγος ήταν οτι την θεώρησε σαν ένα εφικτό τρόπο να ζήσουμε όλοι αφ ενός ωραία και αφ ετέρου αρχίζοντας να αντιστρέφουμε την καταστροφική πορεία του πολιτισμού σε κάποιο 38

39 χρονοδιάγραμμα μικρότερο απο τον χρόνο που χρειάζεται για την πλήρη μας καταστροφή. Ο άλλος λόγος ήταν οτι ο τρόπος που ο Howard είδε την πόλη σαν οργανική οντότητα ενέπνευσε στον Μάμφορντ μια προσέγγιση και έναν ειρμό σκέψης για το πώς δημιουργήθηκε και πώς λειτούργησε η πόλη στην ιστορία που του διαλεύκανε πολλά πράγματα τα οποία αφ ενός θέλησε να μοιραστεί μαζί μας αφ ετέρου θέλησε επίσης να τα χρησιμοποιήσει (απλώς με το να μοιραστεί μαζί μας τις «διαυγάσεις» του) για να βοηθήσει την πρόταση του Howard. Για ποιόν λόγο πίστευε οτι έπρεπε να μας πείσει και με ποιόν τρόπο πίστευε οτι μπορούσε να το κάνει; Ο λόγος ήταν οτι είχε διαγνώσει σαν μια ρίζα καταστροφικότητας του πολιτισμού μας μια σχιζοφρένεια ριζωμένη στην πόλη απο τον καιρό της δημιουργίας της (κατά την μετάβαση στην νεολιθική εποχή και την αγροτική επανάσταση στην οποία έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο η γυναίκα, ο παλαιολιθικός κυνηγός/διακινδυνευτής δεν σταμάτησε να είναι οπλισμένος, συχνά προστάτευσε και έσωσε το χωριό απο κινδύνους, συχνά το βοήθησε σε έργα που ήθελαν Ηράκλειες δυνάμεις και συχνά καταπίεσε το χωριό και το κατέστειλε. Σε έργα που χρειάστηκαν την συνεργασία πολλών χωριών για εκτεταμένους φυσικούς κινδύνους ομαδοποίηθηκαν πολλά χωριά και με την ανακάλυψη του πολέμου μεταξύ τέτοιων ομάδων χωριών δημιουργήθηκε ένα προστατευτικό τείχος που αφ ενός προστάτευε αφ ετέρου φυλάκιζε τους εντός. Η σχιζοφρένεια συνίσταται στο οτι απο την μιά μεριά η πόλη και η δημοκρατία κατάγονται απο το νεολιθικό χωριό αλλά απο την άλλη η διευθύνουσα ακρόπολη της πόλης και η εξουσία και καταστολή (σε βαθμούς συχνά όχι απλώς εκκεντρικούς αλλά παρανοϊκούς ) κατάγονται απο τον τρόπο που δημιουργήθηκε το τείχος γύρω απ τις ομάδες ). Ο Μάμφορντ ακολουθεί την πορεία της ακρόπολης, του τείχους και των «μαγνητικών» έλξεων της πόλης απο την Μεσοποταμία και την Αίγυπτο στην Ελλάδα, στην Ρώμη, στον Χριστιανικό κόσμο, στην εποχή του μπαρόκ, στον 19 ο και στον 20 ο αιώνα, στον β παγκόσμιο πόλεμο, στους ατομικούς βομβαρδισμούς, στον ψυχρό πόλεμο και στην ηλεκτρονική εποχή και αναρωτιέται ποιές «αιθεριοποιημένες»* επιβιώσεις της κεντρικοποίησης-ακρόπολης, του τείχους και των έλξεων της πόλης αποτελούν διαιωνίσεις, ή και τεράστιες επιδεινώσεις, των τάσεων που καταστρέφουν την ζωή και ποιές είναι αυτές που την προωθούν, την καλλιεργούν, την ελευθερώνουν, και την βαθαίνουν. Στην αιθεριοποίηση αποκέντρωση τύπου Howard βλέπει ένα σύνολο νησίδων που μπορούν να μεγαλώσουν, αντιστρέφοντας την καταστροφική επέκταση της πορείας προς το άβιο. Ο τρόπος που θέλει ο Μάμφορντ να μας πείσει είναι με το να απομυθοποιήσει όλες τις δήθεν επιστημονικές αντιρρήσεις που υπάρχουν απο οικονομολόγους στην επιθυμητότητα ή την δυνατότητα αντιστροφής κι αυτό αφ ενός το κάνει παρακολουθώντας ιστορικά την πορεία του laissez-faire (και του πότε ήταν όντως αυτό που λέει το όνομά του και πότε έγινε ακριβώς το αντίθετο ως μονοπωλιακός καπιταλισμός με ευλογίες/έξοδα του κράτους) και αφ ετέρου το κάνει αναλύοντας τις αντιρρήσεις οικονομολόγων που επικαλούνται ψευδοαναλογίες του laissez-faire με την φυσική (φυσική ενός σταδίου ούτως ή άλλως όχι ακόμη ώριμου να μελετήσει οργανικά φαινόμενα) για να καταλήξουν στο γνωστό δόγμα οτι η επέμβαση στην οικονομία κάνει κακό διότι «η τάξη αναδύεται απο μόνη της με αυτόματες αυτοδιορθωτικές κινήσεις της αγοράς», και με μόνη απόδειξη για το οτι η κατάστασή μας είναι η άριστη (δυνατή) τον μη αποδείξιμο ισχυρισμό οτι αλλιώς τα πράγματα θα είχαν πάει (ακόμη) χειρότερα (και όλα αυτά εν ονόματι της επιστήμης και δή «αναλογιών» με την φυσική που υποτίθεται οτι αποδεικνύουν οτι το χάλι δεν προέρχεται απο επιλογές και μάλιστα βλακώδεις και ανήθικες). Σαν μπούμερανγκ, θετικού τύπου, των υπερπληθυσμών των πόλεων βλέπει το οτι γίνονται οι ίδιες ένα είδος μουσείου των ανθρώπινων πολιτισμών κι επίσης οτι λέσχες και ομάδες συγγενών πνευμάτων που στις μεγάλες πόλεις βρίσκουν το ένα το άλλο μπορούν να δούν τις τεράστιες αυτές μουσεία-πόλεις της ιστορίας του πολιτισμού με τρόπους που να δράσουν σαν μιά διαδικασία συλλογικής ψυχανάλυσηςαυτεπίγνωσης του πολιτισμού. Τις δυνατότητες της ηλεκτρονικής επικοινωνίας τις βλέπει να βοηθάνε για να περιλάβει και μακρινά χωριά η μεταμορφωτική αυτή διαδικασία στην οποία οι άνθρωποι που συλλαμβάνουν τον τρόπο λειτουργίας του πολιτισμού μορφώνουν ο ένας *«Αιθεριοποίηση» ονομάζεται π.χ. η αντικατάσταση τειχών με νοητά σύνορα, η αντικατάσταση σιδηροδρομικών γραμμών για μεταφορά κάρβουνου με καλώδια για μεταφορά της ενέργειας απο θερμοηλεκτρικό σταθμό κτισμένο δίπλα στο ορυχείο, η αντικατάσταση της ταχυδρομικής άμαξας απο καλώδια για επικοινωνία με τηλέγραφο ή τηλέφωνο ή και απο την ασύρματη επικοινωνία, η συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή της πόλης μέσω τηλεόρασης κλπ 39

40 τον άλλο και τους γύρω τους αντί να περιμένουν να κάνει κάτι τέτοιο η όλο και πιο τυποποιούμενη και προσαρμοζόμενη στην αγορά κρατική μόρφωση κι έτσι όλος ο κόσμος σαν μια πόλη, και δη πόλη όχι στο σχήμα «τείχος σαν δοχείο -έλξεις-ακρόπολη» αλλά στο σχήμα «περιβάλλουσα αγροτική ζώνη-έλξεις-μεταμορφωτική διαδικασία», εν ολίγοις η πόλη με την μορφή ενός «εγκεφάλου» (οργανικού όπως τον οραματιζόταν οι Emerson και Teilhard de Chardin και, όχι Cybernetic εγκεφάλου) να προλάβει να προχωρήσει στην αντιμετώπιση του αδιεξόδου και την εκθρόνιση του προσωρινού και τόσο παραπλανητικού και τόσο τρομερά και αποδεδειγμένα επιζήμιου μοντέλου γνώσης που θεωρώντας ψευδοεπιστημονική την ύπαρξη οργανικών διαδικασιών τείνει να απαλείψει όποιο τύπο νόησης δεν μοιάζει με τεχνητή νοημοσύνη και όποια ζωή δεν μοιάζει με την μηχανή («εκθρόνιση των Cybernetic θεοτήτων» είναι η έκφραση του Μάμφορντ). (Σαν ολική επισήμανση για την λειτουργία του «Η Πόλη στην Ιστορία» μπορούμε να πούμε οτι είναι και το ίδιο μιά κατ εξοχήν τέτοια πόλη/μουσείο που δρά σαν προαγωγός αυτεπίγνωσης (με ρυθμούς καταλύτη) και που, όπως όλες οι ουσιαστικές παρεμβάσεις στην ανθρώπινη πορεία, επιταχύνει τις αυθόρμητες/τυχαίες διαδικασίες τις οποίες επισημαίνει με το να είναι μιά παρόμοια, αλλά συνειδητή κι όχι τυχαία, διαδικασία. Όσον δε αφορά την σχέση αυτού και άλλων βιβλίων του Μάμφορντ με άλλα βιβλία, είτε εννοούμε τους συγγραφείς που αγγίζονται απο τον Μάμφορντ, συνειδητά ή ασυνείδητα (και κατ ευθείαν ή μέσω άλλων συγγραφέων που επηρεάστηκαν απ αυτόν (βλ. σημ 17), είτε τους συγγραφείς απο τους οποίους αγγίζεται ο ίδιος, θετικά ή αρνητικά αλλά πάντα συνειδητά και εκπεφρασμένα στις βιβλιογραφικές /σχολιαστικές του σημειώσεις ) μπορούμε να πούμε οτι αν τις λειτουργίες των βιβλίων που γράφονται τις θεωρήσουμε σαν ένα είδος πολιτών τότε το έργο του Μάμφορντ είναι ως προς όλα τα άλλα βιβλία μιά πόλη που έχει ακριβώς το σχήμα «δοχείο-έλξεις-μεταμόρφωση»).τέρμα η περίληψη της περίληψης δίκην ανασκόπησης, πάμε να ξανακούσουμε την «προοπτική» που λέγαμε με την οποία τελειώνει το βιβλίο του Μάμφορντ:) Είναι πιθανό οτι η πρόσφατη αναζωπύρωση της αναπαραγωγικής δραστηριότητας μπορεί να εξηγηθεί σαν βαθειά ενστικτώδης αντίδραση στο πρόωρο θάνατο εικοσάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη στον τελευταίο πόλεμο. Αλλά ακόμη πιο πιθανά, μπορεί να είναι η ασυνείδητη αντίδραση στην πιθανότητα ενός αφανιστικού ξεσπάσματος πυρηνικής γενοκτονίας σε πλανητική κλίμακα. Υπο αυτή την έννοια κάθε νέο μωρό είναι μια τυφλή απελπισμένη ψήφος υπέρ της επιβίωσης: οι άνθρωποι βρίσκοντας οτι δεν μπορούν να κάνουν μια αποτελεσματική πολιτική διαμαρτυρία ενάντια στην εξόντωση την κάνουν με μια βιολογική πράξη. Σε χώρες χωρίς κρατική βοήθεια, νεαροί γονείς αποδέχονται μεγάλες στερήσεις αγαθών και σχόλης αντί να αποδεχθούν τη στέρηση ζωής παρατώντας σχέδια για παιδιά.. Η αυτόματη αντίδραση οποιουδήποτε υπο εξαφάνιση είδους παίρνει τη μορφή υπερβολικής αναπαραγωγής. Αυτό είναι θεμελιώδης νόμος της οικολογίας. Καμιά οικονομία προσανατολισμένη στο κέρδος και κυριαρχημένη απο την απόλαυση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τέτιες απαιτήσεις: καμιά οικονομία κυριαρχημένη απο την ισχύ δεν μπορεί να τις καταπιέσει. Αν η ίδια στάση επεκταθεί στα όργανα παιδείας, τέχνης,πνευματικής καλλιέργειας, δηλαδή στα υπερ-βιολογικά μέσα αναπαραγωγής, θα άλλαζε ολόκληρη η ανθρώπινη προοπτική: διότι η δημόσια υπηρεσία θα προηγείτο του ιδιωτικού κέρδους και τα δημόσια κεφάλαια θα ήταν διαθέσιμα για το κτίσιμο και ξανακτίσιμο χωριών, γειτονιών, πόλεων και ολόκληρων περιοχών, σε γραμμές πιο γενναιόδωρες απ ότι οι αριστοκρατίες του παρελθόντος διέθεταν για τον ίδιο τους τον εαυτό. Μιά τέτια αλλαγή θα αποκαθιστούσε την πρακτική και την απόλαυση του κήπου σε κάθε όψη της ζωής. Και ίσως πρόσφερε στην εξισορρόπηση του ρυθμού γεννήσεων, μέσω της μέριμνας για την ποιότητα ζωής, περισσότερα απο οποιοδήποτε άλλο συλλογικό μέτρο.όπως είδαμε, η πόλη υπέστη πολλές αλλαγές κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε χιλιάδων ετών. Και επιφυλάσσονται πολλές αλλαγές ακόμα. Αλλά οι καινοτομίες που μας γνέφουν με πιο επείγοντα τρόπο δεν είναι στα θέματα επέκτασης και τελειοποίησης φυσικού εξοπλισμού και ακόμη περισσότερο δεν είναι στο θέμα ενός πολλαπλασιασμού αυτομάτων ηλεκτρονικών συσκευών που θα κάνει τα υπόλοιπα όργανα κουλτούρας μικροαστική σκόνη. Αντιθέτως, σημαντικές βελτιώσεις θα έρθουν μόνο με το να βάλουμε τέχνη και σκέψη στις κεντρικές ανθρώπινες μέριμνες της πόλης με ανανεωμένη αφοσίωση στις κοσμικές και οικολογικές διαδικασίες που 40

41 περιβάλλουν όλη την ύπαρξη. Πρέπει να αποκαταστήσουμε και να ξανα-αποδώσουμε στην πόλη τις μητρικές λειτουργίες που τρέφουν την ζωή, τις αυτόνομες δραστηριότητες, τις σχέσεις συμβίωσης που έχουν για καιρό παραμεληθεί ή καταπιεστεί. Διότι η πόλη θα έπρεπε να είναι ένα όργανο αγάπης. Και η καλύτερη οικονομία πόλεων είναι η φροντίδα και η καλλιέργεια ανθρώπων. Η πόλη πρωτοπήρε μορφή σαν το σπίτι ενός θεού: ένα μέρος όπου αιώνιες αξίες αντιπροσωπεύονταν και θείες δυνατότητες αποκαλύπτονταν. Αν και τα σύμβολα έχουν αλλάξει οι πραγματικότητες πίσω απ αυτά παραμένουν. Ξέρουμε τώρα, όπως ποτέ στο παρελθόν, οτι οι δυνατότητες της ζωής που δεν έχουν αποκαλυφθεί φτάνουν πολύ πέρα απο τα περήφανα αλγεβρικά λογιστικά της σύγχρονης επιστήμης και οτι οι υποσχέσεις των δυνατοτήτων αυτών για τις μελλοντικές μεταμορφώσεις του ανθρώπου είναι τόσο γοητευτικές όσο και ανεξάντλητες. Χωρίς τις θρησκευτικές προοπτικές τις οποίες ανέθρεψε η πόλη, είναι αμφίβολο αν περισσότερο απο ένα μικρό μέρος απο τις ικανότητες του ανθρώπου για ζωή και μάθηση θα μπορούσαν να έχουν αναπτυχθεί. Ο άνθρωπος μεγαλώνει κατ εικόνα των θεών του, και μέχρι το μέτρο που αυτοί του έχουν θέσει.το μίγμα θεότητος, ισχύος, και προσωπικότητος που έφερε την αρχαία πόλη στην ύπαρξη πρέπει να ξαναζυγιστεί εκ νέου μέσω της ιδεολογίας και της κουλτούρας του δικού μας καιρού, και να ξαναχυθεί σε φρέσκα αστικά,ευρύτερα τοπικά, και πλανητικά καλούπια. Για να νικήσουμε τις άψυχες δυνάμεις που τώρα απειλούν τον πολιτισμό εκ των έσω, πρέπει να υπερβούμε τις διαψεύσεις και αρνήσεις που έχουν ακολουθήσει την πόλη σ όλη της την ιστορία. Αλλιώς οι στείροι θεοί της ισχύος, χωρίς χαλινάρια απο οργανικά όρια ή απο ανθρώπινους σκοπούς, θα ξαναδημιουργήσουν τον άνθρωπο κατά την άνευ προσώπου εικόνα τους και θα φέρουν την ιστορία σε τέρμα. Η τελική αποστολή της πόλης είναι να προχωρήσει την συνειδητή συμμετοχή του ανθρώπου στην Κοσμική και ιστορική διαδικασία. Μέσω της σύνθετης και ανθεκτικής της δομής, η πόλη αυξάνει σε τεράστιο βαθμό την ικανότητα του ανθρώπου να ερμηνεύει αυτές τις διαδικασίες και να παίρνει ενεργό, διαμορφωτικό μέρος σ αυτές, έτσι ώστε κάθε φάση απ το δράμα που ανεβάζει να έχει, στον ύψιστο δυνατό βαθμό,τον φωτισμό της συνείδησης, την σφραγίδα του σκοπού, το χρώμα της αγάπης. Εκείνη η μεγέθυνση όλων των διαστάσεων της ζωής, μέσα απο την συναισθηματική κοινωνία, την ορθολογική επικοινωνία, τον τεχνολογικό έλεγχο και, πάνω απ όλα, την δραματική αναπαράσταση, έχει υπάρξει η ύψιστη λειτουργία της πόλης στην ιστορία. Και παραμένει ο κύριος λόγος για την συνέχιση της ύπαρξής της. Lewis Mumford Ευχαριστίες: (βλ.σελ 22) 41

42 Παρένθεση ΥΓ: Έχει σημασία το «Η Πόλη στην Ιστορία» του Μάμφορντ στην Ελλάδα στις 29/06/09; Καλά θα ήταν το τάιμινγκ κάθε γεγονότος γύρω μας να ταίριαζε με το πότε περίπου θα έφταναν οι παρουσιάσεις μας σε κάτι σχετικό με αυτό, αλλά δεν υπάρχει κανένας αιτιακός μηχανισμός που να εγγυάται κάτι τέτοιο. Μπορούμε το πολύ-πολύ, κι όχι πάντα, να αναβάλλουμε τον σχολιασμό κάποιου πράγματος μέχρι να φτάσουμε σε παραγράφους με πιο σχετικά συμφραζόμενα μα ούτε κι αυτό είναι πάντα δυνατόν να γίνει χωρίς τουλάχιστον μια εξήγηση του γιατί μπορεί, ή και γιατί πρέπει, να γίνει έτσι. Π.χ ίσως, συν τοις άλλοις και σαν απάντηση προς πράγματα σαν τα παραπάνω* εκτός από απάντηση σε ένα σάιτ μας** πήραμε, την χρονιά με την κρίση, τον Αλέξη, τα Δεκεμβριανά, την Γάζα, την Κούνεβα, τον Τσίπρα, τις Ευρωοεκλογές, τον Άγιο Παντελεήμονα, τον Καρατζαφέρη,, προτροπές (αλλά χωρίς εξήγηση του γιατί) να διαβάσουμε τα «Μάζα και ιστορία», «Κόσμος και ιστορία», «Η αποθέωση της ιστορίας» του Κ. Παπαϊωάννου, όλα με πρόλογο Γ. Καραμπελιά, και βιβλία ή άρθρα του Καραμπελιά. Τα διαβάσαμε, ψάξαμε και στο γκουγκλ για άρθρα Καραμπελιά, πήραμε (και διαβάσαμε) και το βιβλίο του «Στα μονοπάτια της Ουτοπίας» γιατί ο τίτλος του μας φάνηκε πιθανότερος ως προς το να εξηγήσει γιατί μας παρέπεμψαν σε αυτόν απάντηση στα περί Μάμφορντ (είχαμε διαβάσει μόνο το 1922, το 1204, και είχαμε κάπως ακουστά το «Ισλάμ και παγκοσμιοποίηση», αλλά δεν μπήκαμε ακόμα στο «Άρδην» ή το «Ρήξη» (αλλά θα το κάνουμε αφού το γκουγκλ μόνο άρθρα για Καραμπελιά και όχι τού Καραμπελιά, κατεβάζει)). Όλα αυτά δεν άλλαζαν το πλάνο να τελειώσουμε όσα θα λέγαμε και τελικά με το τέλος της συγγραφής (σε 3-4, άντε 5, μέρες) να μπούμε και στα περιρρέοντα γεγονότα, αλλά ένα η-μέϊλ που πήραμε χτές (29/06/09) για μια προκήρυξη μας κάνει να διακόψουμε*** και να γράψουμε το παρόν σχόλιο εδώ κα τώρα (πριν ασχοληθούμε πιο λεπτομερώς αργότερα). Γιατί δεν περιμένουμε 3-4 μέρες κάνοντας πως δεν το πήραμε; Αν μη τι άλλο για να πούμε τι θα κάναμε αν χρειαζόμασταν 3-4 μήνες και όχι μέρες για να τελειώσουμε. Ας δούμε πρώτα το η-μέϊλ και μετά συνεχίζουμε αυτό που λέγαμε. Λοιπόν: *πού ήταν όσα είχαμε να συνεισφέρουμε στην αναζήτηση του περιοδικού «Ευτοπία» θεμάτων σχετικών με τον Μάμφορντ για ένα αφιέρωμα σε αυτόν το **με τίτλο που ανοίξαμε τον Ιανουάριο του 2009 ***Με τέτοια διακοπή της μετάφρασης του «Όρους Μπούσμορ» γράφτηκε και το «πηγαδάκι». Ξεκίνησε η μετάφραση λίγο πριν τις Αμερικανικές εκλογές του Νοέμβρη και διακόπηκε με τα γεγονότα με τον Αλέξη. Τα όσα δεν μεταφράστηκαν θα μπαίνουν στα Αγγλικά, όπου χρειαστεί, και αν έστω και ένας αναγνώστης πει ότι θέλει να δει μετάφραση των υπολοίπων θα την κάνω. Αντί αυτού, μετά το πηγαδάκι ανέβασα, γύρω στο Πάσχα, το (που μάλιστα στην αρχή λεγόταν glossaskopelosblues αλλά μετά την αρχή των Πανελλαδικών εξετάσεων που άρχισε να γράφεται το παρόν με τον τίτλο αυτό, σκέφτηκα να το πω εκείνο Athens μπλουζ κλπ. Το «-μπλουζ» θα δούμε σε λίγο γιατί το βάζουμε και το ξαναβάζουμε σαν συστατικό) 42

43 Ήρθε η ώρα να γίνουν οι απειλές έργο. Τάξαμε την καταστροφή και τον εκμηδενισμό του υπάρχοντος και προχωράμε σταθερά προς τα εκεί. Ύποπτες οι συμβουλές για υπομονή και η καθυστερημένη απόφαση για δράση εν μέρει δειλία. Ήρθε η ώρα να προχωρήσουμε ακόμα ένα βήμα στην ιστορία του νέου λυσσασμένου αντάρτικου πόλης. Να αφήσουμε την πύρινη υπογραφή μας σε ένα καινούργιο κεφάλαιο που έχει ήδη ανοίξει επιτυχώς. Αυτή τη φορά επιλέγουμε να προκαλέσουμε το χάος στην ήσυχη καθημερινότητα και την εύρυθμη λειτουργία της πόλης. Ευτυχώς το αντάρτικο έχει πλούσια ιστορία και εμπειρία που σκοπεύουμε να αξιοποιήσουμε. Στο παρελθόν η πρακτική του σαμποτάζ σε εμπόλεμες συνθήκες περιλάμβανε καταστροφές σε εργοστάσια (όπλων κυρίως),σε καίρια περάσματα όπως οι γέφυρες, σε σιδηροδρομικές γραμμές, στις τηλεποικοινωνίε, σε αποθήκες τροφίμων και σε ότι μπορούσε να προκαλέσει πρόβλημα στον ανεφοδιασμό του αντιπάλου. Στη σύγχρονη εποχή κρίνουμε ότι τα μέσα μεταφοράς είναι κομβικό εργαλείο στη διεκπεραίωση της λειτουργίας του συστήματος. Αναγνωρισμένα ως ενδεδειγμένη υπηρεσία του κράτους πρόνοιας, ως στοιχείο πολιτισμού και οργανωμένης κοινωνίας έρχονται ουσιαστικά να καλύψουν το κενό που η αστικοποίηση επέβαλε στις βιομηχανικές ζώνες. Από εκεί που τα εργοστάσια παλιότερα ως κύριος παράγοντας ανάπτυξης βρίσκονταν πέριξ των εργατικών περιοχών, των οικονομικά υποβαθμισμένων προαστίων( κι αυτό διότι δεν υπήρχε τότε η δυνατότητα μετακίνησης του εργατικού δυναμικού ),με την ανάπτυξη των πόλεων, της οικονομίας και της παραγωγής άλλαξε και η εικόνα των σύγχρονων μητροπόλεων σε αυτό που είναι σήμερα. Η διασπορά των επιχειρήσεων, ο τριτογενής τομέας παραγωγής, η άνοδος του τομέα της διασκέδασης αλλά και η συγκέντρωση πληθυσμού απαιτούσε μια λύση στις μετακινήσεις εντός πόλεων αφού αυτές είχαν πλέον επεκταθεί τόσο. Έρχονται λοιπόν τα μέσα μεταφοράς, ως από μηχανής θεός να λύσουν το πρόβλημα. Όσοι δεν έχουν ακόμα οχήματα μπορούν να πάνε για δουλειά, για βόλτα, για διασκέδαση με τις συγκοινωνίες. Έτσι επιτυγχάνεται η μεταφορά του ανθρώπινου δυναμικού ως εμπόρευμα από δω και από κει. Κουρασμένα πρόσωπα και άδεια βλέμματα αποδοχής, απαρτίζουν την πλειοψηφία του επιβατικού κοινού τα πρωινά, περιμένοντας μοιρολατρικά το λεωφορείο για τη δουλειά. Άνθρωποι στριμωγμένοι σαν σαρδέλες υπομένουν το ρούφηγμα της ζωτικότητας τους με αντάλλαγμα έναν πενιχρό μισθό επιβίωσης, αδυνατώντας να σκεφτούν μια ζωή δίχως μισθωτή σκλαβιά. Εμείς από την πλευρά μας επιτεθόμαστε στην εργασία προτάσσοντας την άρνηση και την καταστροφή της. Τα ΜΜΜ ασφαλώς υπάρχουν και για την κάλυψη άλλων αναγκών του συστήματος. Η διευκόλυνση που παρέχουν στον κόσμο να μεταφέρεται στους διάφορους ναούς της κατανάλωσης που βρίσκονται διάσπαρτοι στην μητρόπολη δεν μπορεί παρά να είναι ζωτικής σημασίας για την ομαλή συντήρηση του εμπορίου. Υπήκοοι ανταλλάζουν οχτώ ώρες σκλαβιάς με στόχο την κάλυψη τεχνικά δημιουργημένων αναγκών. Παίρνουν έτσι μέρος σε ένα ψεύτικο πανηγύρι καταναλωτικής αλήθειας, εκεί που βασιλεύουν χαζοχαρούμενα χαμόγελα και πλαστά συναισθήματα. Φτύνουμε αυτή την καταναλωτική μανία και πιστεύουμε ότι αυτό που της αναλογεί είναι οι φωτιές της καταστροφής. Επιπλέον όμως τα μέσα μεταφοράς, αντιπροσωπεύουν και την εικόνα της πόλης. Επειδή δε διατίθενται προς χρήση μόνο των ντόπιων αλλά και των τουριστών, όσο πιο ευπαρουσίαστα, καλοδιατηρημένα αλλά και ελεγχόμενα φαίνονται τόσο ενισχύεται η εικόνα μιας ασφαλούς φιλόξενης και ευπαρουσίαστης πόλης. Δεν είναι λίγες δε οι περιπτώσεις που τραμ, λεωφορεία,μετρό και τραίνα ντύνονται με διαφημιστικές επιγραφές εμπορευμάτων η προϊόντων μιας κοινωνίας του θεάματος( ταινίες, καλλιστεία κτλ.) Τα τελευταία χρόνια με την καθιέρωση των εναλλακτικών free press φυλλάδων και την γενικότερη κουλτούρα μιας νέας εναλλακτικής μόδας τα ΜΜΜ προωθήθηκαν ως νέο πιο φιλικό μέσο μεταφοράς στα πλαίσια των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Δεν είναι τυχαία η 43

44 εφαρμογή του μέτρου για διεύρυνση του ωραρίου τους, τις μέρες των μαζικών εξόδων για διασκέδαση. Σαν μια αναγκαία βαλβίδα εκτόνωσης και στον αντίποδα της ίδιας της μίζερης ύπαρξης τους δεκάδες άνθρωποι πηγαίνουν με τη μορφή αγέλης στις κατασκευασμένες και οριοθετημένες ζώνες διασκέδασης. Δεν μπορούμε παρά να θεωρούμε εχθρική την ύπαρξη ενός τέτοιου είδους χώρου όπου τα εσωτερικευμένα κόμπλεξ των υπηκόων μετατρέπονται με τη βοήθεια του αλκοόλ σε μια ανέλπιδη προσπάθεια ψυχαναγκαστικής κοινωνικοποίησης. Επίσης να τονίσουμε την εναλλακτική παρουσίαση των ΜΜΜ στο ευρύ κοινό ως ριζοσπαστική οικολογική επιλογή. Δε λείπουν οι φιέστες που διαφημίζονται ως «ημέρα κατά του αυτοκινήτου» κλπ όπου παντού διατυμπανίζετε πόσο ρηξικέλευθο είναι να αφήνεις το αμάξι σου για μια μέρα, λες και το πρόβλημα της οικολογίας χρεώνεται ατομικά και αποκλειστικά στον καθένα που οδηγεί το δικό του όχημα. Με τέτοιους ελιγμούς το καπιταλιστικό σύστημα στέλνει το μπαλάκι σε όλους καθιστώντας τους ουσιαστικά υπεύθυνους για το ξεμπουρδέλεμα του πλανήτη στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο φυσικά έχουν οι βιομηχανίες των πολυεθνικών, προκαλώντας την απόλυτ&et