ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ {16 } Γεώργιος Βιζυηνός ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΎ. το ΒΗΜΑ



Σχετικά έγγραφα
ΑΡΧΗ 1ΗΣ ΣΕΛΙ ΑΣ. ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ (απόσπασμα)

Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ, «ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ» (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) Ἐμετρίασεν, ἤ κυρίως εἰπεῖν, συνεκάλυψε τὸ πένθος της ὑπερενίκησε τὴν

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

: Γ Λυκείου. Εξεταστέα Ύλη : Ημερομηνία : 18/11/2012 I. ΚΕΙΜΕΝΟ

ΑΡΧΗ 1ΗΣ ΣΕΛΙ ΑΣ ΤΕΛΟΣ 1ΗΣ ΑΠΟ 5 ΣΕΛΙ ΕΣ. ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΚΛΙΜΑΚΑ

ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΠΕΜΠΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 2003 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

Βιζυηνός Γεώργιος. Tο αμάρτημα της μητρός μου

Ανακτήθηκε από την ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΚΛΙΜΑΚΑ

ΑΡΧΗ 1ΗΣ ΣΕΛΙ ΑΣ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ Γεώργιος Βιζυηνός, Το αµάρτηµα της µητρός µου (απόσπασµα).

Γεώργιος Βιζυηνός. Το Αμάρτημα της Μητρός μου

Λόγοι για την παιδαγωγική της οικογένειας (Γέρων Εφραίμ Κατουνακιώτης)

ΑΡΧΗ 1ΗΣ ΣΕΛΙ ΑΣ. ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ (απόσπασμα)

Από όλα τα παραμύθια που μου έλεγε ο πατέρας μου τα βράδια πριν κοιμηθώ, ένα μου άρεσε πιο πολύ. Ο Σεβάχ ο θαλασσινός. Επτά ταξίδια είχε κάνει ο

το αμαρτημα της μητροσ μου

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΑΡΧΗ 1ΗΣ ΣΕΛΙ ΑΣ Γ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΣΠΕΡΙΝΩΝ

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ Γεώργιο Βιζυηνό, Το αµάρτηµα τη µητρό µου (απόσπασµα).

ΕΠΑΝΑΛΗΠΣΙΚΕ ΑΠΟΛΤΣΗΡΙΕ ΕΞΕΣΑΕΙ Γ ΣΑΞΗ ΗΜΕΡΗΙΟΤ ΓΕΝΙΚΟΤ ΛΤΚΕΙΟΤ ΠΕΜΠΣΗ 3 ΙΟΤΛΙΟΤ 2008 ΕΞΕΣΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΣΕΦΝΙΑ ΘΕΩΡΗΣΙΚΗ ΚΑΣΕΤΘΤΝΗ

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ Γεώργιος Βιζυηνός, Το αμάρτημα της μητρός μου (απόσπασμα).

Γυμνάσιο Αγ. Βαρβάρας Λεμεσού. Τίτλος Εργασίας: Έμαθα από τον παππού και τη

ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

ΗΜ/ΝΙΑ :. ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ :..

Μαρτυρίες για τη προσωπικότητα του Γέροντα Αιμιλιανού

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ Δ ΤΑΞΗΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΤΕΤΑΡΤΗ 4 IOYNIOY ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ:

πανέτοιμος για να έλθει είναι πολύ πρόθυμος και έτοιμος κάθε στιγμή με ευχαρίστηση, με χαρά, με καλή διάθεση, να έλθει να επισκιάσει και να βοηθήσει

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ «ΟΜΟΚΕΝΤΡΟ» Α. ΦΛΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο εγωιστής γίγαντας. Μεταγραφή : Γλυμίτσα Ευθυμία. Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης. «Αλέξανδρος Δελμούζος»

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΥ (Ιω. 9, 1-38)

Το παραμύθι της αγάπης

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΤΑΞΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 2003 ΕΚΦΩΝΗΣΕΙΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΤΑΞΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 2003

Κυψέλης 47 τηλ.: FΑΧ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ. Γι αυτό και εμείς, ενωμένοι με τους Αγγέλους και τους αγίους, διακηρύττουμε τη δόξα σου αναφωνώντας και λέγοντας (ψάλλοντας):

«Ο Αϊούλαχλης και ο αετός»

Λίγα λόγια για την προσευχή με το κομποσχοίνι.

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ (Λουκ. 18, 10-14)

Και ο μπαμπάς έκανε μία γκριμάτσα κι εγώ έβαλα τα γέλια. Πήγα να πλύνω το στόμα μου, έπλυνα το δόντι μου, το έβαλα στην τσέπη μου και κατέβηκα να φάω.

:00:11:17 00:00:13:23. Έλα δω να δεις :00:13:23 00:00:15:18. Η Χλόη είναι αυτή; :00:16:21 00:00:18:10. Ναι.

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Να λες στη γυναίκα. σου ότι την αγαπάς και να της το δείχνεις.

Μια νύχτα. Μπαίνω στ αμάξι με το κορίτσι μου και γέρνει γλυκά στο πλάϊ μου και το φεγγάρι λες και περπατάει ίσως θέλει κάπου να μας πάει


ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΖΕΚΙΗΛ. ΜΑΘΗΤΗΣ: ΝΤΑΓΚΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ: ΒΑΧΤΣΙΑΒΑΝΟΥ ΜΑΛΑΜΑΤΗ 3 ο Γυμνάσιο Κοζάνης ΤΑΞΗ:Α

1 η ΕΝΟΤΗΤΑ. «Άλλην αδελφήν η ιερότης του τόπου»

Ελαβον την επιστολήν σου και εχάρην τα μέγιστα μαθών ότι είσαι καλά.

Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη: Στόχος μου είναι να πείσω τους αναγνώστες μου να μην σκοτώσουν το μικρό παιδί που έχουν μέσα τους 11 May 2018

ΠΑΝΑΓΙΩΣΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΣΡΙΟΤ. Δέκα ποιήματα για τον πατέρα μου. Αλκιβιάδη

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #16. «Η κόρη η μονάχη» (Καστοριά - Μακεδονία) Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΤΑΞΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 2003

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Γ ΤΑΞΗΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ 2003

ΙΕ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ (Κ.Α.) ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ:

ΤΡΙΤΗ ΑΝΑΦΟΡΑ. Ας υψώσουμε τις καρδιές μας. Είναι στραμμένες προς τον Κύριο. Ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο τον Θεό μας. Άξιο και δίκαιο.

Θαύματα Αγίας Ζώνης (μέρος 4ο)

ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ 2014

ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΤΙΚΗ ΓΡΑΠΤΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γεώργιος Βιζυηνός, Τὸ ἁμάρτημα τῆς μητρός μου Α ΚΕΙΜΕΝΟ

Μαριέττα Κόντου ΦΤΟΥ ΞΕΛΥΠΗ. Εικόνες: Στάθης Πετρόπουλος

ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ!

«Πώς να ξέρει κανείς πού στέκει; Με αγγίζεις στο παρελθόν, σε νιώθω στο παρόν» Μυρσίνη-Νεφέλη Κ. Παπαδάκου «Νερό. Εγώ»

Σ τ α μ ο π ο ύ λ ο υ Ξ έν ι α

ΚΕΙΜΕΝΟ Γεώργιος Βιζυηνός ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ (απόσπασμα)

17.Β. ΜΙΚΡΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΤΟ 4 - ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΑΡΙΑ

31 Ιουλίου 6 Αυγούστου 2017 Πνεύμα

Η πορεία προς την Ανάσταση...

Ποιος φταίει; (Κυριακή του Τυφλού)

qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηq

Εικόνες: Eύα Καραντινού

Δύο ιστορίες που ρωτάνε

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΑΘΗΤΏΝ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ

Ευχαριστώ Ολόψυχα για την Δύναμη, την Γνώση, την Αφθονία, την Έμπνευση και την Αγάπη...

Πριν από λίγες μέρες πήγα για κούρεμα.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΑΞΗΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ 4 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014 ΕΝ ΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Το ημερολόγιο της Πηνελόπης

Ο Γέροντας Αιμιλιανός ένιωσε μέσα του αγάπη για τον Θεό

«Το δαμαλάκι με τα χρυσά πόδια»

Ενδεικτικές απαντήσεις

Η ΚΟΙΝΗ ΓΙΟΡΤΗ. Σκηνή 1 η

Μέτοπον Τ.Τ Δεσποινίς

ΑΡΧΗ 1ΗΣ ΣΕΛΙ ΑΣ Γ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΣΠΕΡΙΝΩΝ

ΔΕΝ ΜιΛΗΣΑ ΠΟΤΕ, ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ, ΓιΑ ΕΚΕιΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑιΡι ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ. ΗΜΑΣΤΑΝ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟι ΚΟΝΤΑ 16 ΧΡΟΝιΑ.

Γεια σας, παιδιά. Είμαι η Μαρία, το κοριτσάκι της φωτογραφίας, η εγγονή

Ο Γέροντας Ιωσήφ εμφανίσθηκε πολλές φορές μετά την κοίμηση του

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ. Επιμέλεια: Ομάδα Φιλολόγων της Ώθησης

Εκμυστηρεύσεις. Πετρίδης Σωτήρης.

Θρησκευτικά Α Λυκείου GI_A_THI_0_8712 Απαντήσεις των θεμάτων ΘΕΜΑ Α1

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2014

μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου

ALBUM ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ 2010 ΦΥΣΑΕΙ

Δυο μάτια παιχνιδιάρικα :: Κάνουλας Κ. - Παγιουμτζής Σ. :: Αριθμός δίσκου: DT-142.

ΞΕΝΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ. Το Σκλαβί. ή πώς ένα κορίτσι με τρεις φίλους και έναν παπαγάλο ναυλώνει ένα καράβι για να βρει τον καλό της

Μάνος Κοντολέων : «Ζω γράφοντας και γράφω ζώντας» Πέμπτη, 23 Μάρτιος :11

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ: Ελισάβετ Μουτζάν -Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία

Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο του Παν. Μουλλά για τη θεατρικότητα στο έργο του Γ. Βιζυηνού: «Ο θεατρικός χαρακτήρας των διηγημάτων του Βιζυηνού

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ (Μαρκ. 2, 1-12)

Ευλογηµένο Καταφύγιο Άξιον Εστί Κατασκήνωση Κοριτσιών ηµοτικού

ΠΑΡΑΜΥΘΙ #20. «Δεκαοχτώ ψωμιά» Διαγωνισμός παραδοσιακού παραμυθιού ebooks4greeks.gr

Όροι και συντελεστές της παράστασης Ι: Αυτοσχεδιασμός και επινόηση κειμένου.

Σιώμος Θεόδωρος του Κωνσταντίνου, 11 ετών

Transcript:

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ {16 } Γεώργιος Βιζυηνός ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΎ το ΒΗΜΑ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ { 16} Γεώργιος Βιζυηνός ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΤ Ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ Σχεδιασμός σειρός: Γιόννης Καρλόπουλος/το ΒΗΜΑ Επιμέλεια εξωφύλλου: Χρήστος Τζοβάρας/το ΒΗΜΑ Προεκτυπωτικές εργασίες: ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ «ΓΡΑΜΜΑ» Εκτύπωση, βιβλιοδεσία: TAVASLI ISBN: 978-960-469-478-5 Εκδόσεις ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ a11 ήghts reserved 2009 για αυτή την έκδοση Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπρόκη Α.Ε. Η πνευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμία διατύπωσn και χωρίς mv ανάγκη ρήτρας, απαγoρrorιkής των προσβολών της. Επισημαίνεται, πάντως, ότι κατά τον Ν. 2387/20 (όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 2121/93 και ισχύει σήμερα) και κατά τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με τον Ν. 100/1975) απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αποθήκευση σε κάποιο σύστημα διάσωσης, και γενικά η αναπαραγωγή του παρόντος έργου, με οποιονδήποτε τρόπο ή μορφή, τμηματικά ή περιληπτικά στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευπ, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 'Άλλην αδελφήν δεν είχομεν παρα μόνον την 'Αννιώ. "Ητον ή χα"ίδεμένη της μικρας ήμων οικογενείας και την ήγαπωμεν ολοι. 'Αλλ απ' ολοuς περισσότερον την ήγάπα ή μήτηρ μας. Εις την τράπεζαν την έκάθιζε πάντοτε πλησίον της και απο ο, τι ε'ίχομεν εδιδε το καλλίτερον εις έκείνη. Και ένω ήμας μας ένέδuε χρησιμοποιουσα τα φορέματα του μακαρίτοu πατρός μας, δια την 'Α ννιω ήγόραζε σuνήθως νέα. ΙΩς και εις τα γράμματα δεν την έβίαζεν. 'Άν ηθελεν, έπήγαινεν εις το σχολετον, αν δε ηθελεν, εμενεν εις την οικίαν. πραγμα το δποτον εις ήμας δια κανένα λόγον δεν έπετρέπετο. 'Εξαιρέσεις τοιαυται επρεπε, cpucrtx τ λόγ να γεννήσοuν ζηλοτuπίας βλαβερας μεταξυ παιδίων, μάλιστα μικρων, οπως ημεθα και έγω και οι αλλοι δύο μοu αδελφοί, καθ' ην έποχην σuνέβαινον ταυτα. 'Αλλ' ήμετς έγνωρίζαμεν, οτι ή ένδόμuχος της μητρος ήμων στοργη διετέλει αδέκαστος και 'ίση προς ολα της τα τέκνα. "Ημεθα βέβαιοι, οτι αί έξαιρέσεις έκετναι

6 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΎΗΝΟΣ δεν ησαν παρα μόνον έςωτερικαι έκδηλώσεις φυσικωτέρας τινος εόνοίας προς το μόνον του ο'(κου μας κοράσιον. ΚαΙ οχι μόνον ανειχόμεθα τας προς αότην περιποιήσεις αγογγύστως, αλλα και συνετελουμεν προς αυςησιν αότών, οσον ηδυνάμεθα. Διότι ή Άννιώ, έκτος οτι ητο ή μόνη μας αδελφή, ητο κατα δυστυχίαν ανέκαθεν καχεκτικη και φιλάσθενος. 'Ακόμη και αότος ό δστερότοκος του ο'(κου, ό όποίος ώς κ ο ι λ ι ά Ρ φ α ν ο ς έδικαιουντο να καρπουται πλέον παντος άλλου τας μητρικας θωπείας, παρεχώρει τα δικαιώματά του εις την αδελφην τόσ μαλλον ασμένως, καθόσον ή Άννιω οϋτε φιλόπρωτος οϋτε δπεροπτικη έγένετο δια τουτο. 'Απ' έναντίας ητο πολu προσηνης προς ήμας και μας ηγάπα ολους μετα περιπαθείας. ΚαΙ -πραγμα περίεργον- ή προς ήμας τρυφερότης του κορασίου, αντι να έλαττουται προ'ίούσης της ασθενείας του, απεναντίας ηυςανεν. Ένθυμουμαι τοuς μαύρους και μεγάλους αότης όφθαλμοuς και τα καμαρωτα και σμιγμένα της όφρύδια τα όποία έφαίνοντο τόσ μαλλον μελανώτερα, οσον ώχρότερον έγένετο το πρόσωπόν της. Πρόσωπον έκ φύσεως ρεμβώδες και μελαγχολικόν, έπι του όποίου τότε μόνον έπεχύνετο γλυκείά τις ίλαρότης, οταν μας εβλεπεν ολους συνηγμένους πλησίον της. Συνήθως έφύλαττεν δπο το προσκεφάλαιόν της τοuς καρπούς, ους αί γειτόνισσαι τό εφερον ώς α ρ Ρ ω στ ι κ ό ν, και τοuς έμοίραζεν εις ήμας, έπανελθόντας έκ του σχολείου. Άλλα το εκαμνε πάντοτε κρυφά. Διότι ή μήτηρ μας έθύμωνε, και δεν εστεργε να καταβροχθί-

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 7 ζωμεν ήμετς Ο,τι έπεθόμει να ετχε γευθό καν ή άσθενής της κόρη. 'Εν τοότοις ή άσθένεια της 'Αννιως όλονεν έδεινοuτο και όλονεν περισσότερον συνεκεντροuντο περι αύτην της μητρός μας αι φροντίδες. 'Αφ' οτου άπέθανεν ό πατήρ μας, δεν ετχεν έξέλθει της οίκίας. Διότι έχήρευσε πολυ νέα και έντρέπετο να κάμ1} χρησιν της έλευθερίας, ητις και έν αύτό τό Τουρκί ίδιάζει εις πασαν πολότεκνον μητέρα. 'Αλλ' άφ' ης ήμέρας επεσεν ή 'Αννιώ σπουδαίως είς το στρωμα, εβαλε την έντροπην κατα μέρος. Κάποιος ε'ιχεν αλλ οτε παρομοίαν άσθένειαν - ετρεχε να τον έρωτήση, πως έθεραπεόθη. Κάπου μία γρατα κρόπτει βότανα θαυμασίας ίατρικης δυνάμεως - εσπευδε να τα έξαγοράσ1}. Κάποθεν ηλθε ξένος τις, παράδοξος το έξωτερικον, 11 φημιζόμενος δια τας γνώσεις του - δεν έδίσταζε να έπικαλεσθη την άντίληφίν του. ΟΙ δ ι α β α σ μ έ ν ο ι, κατα τους λαοός, ετναι παντογνωσται. ΚαΙ ύπο το πρόσχημα πτωχοί) όδοιπόρου κρόπτονται ένίοτε μυστηριώδη οντα πλήρη ύπερφυσικων δυνάμεων. (ο χονδρος της συνοικίας κουρεός, αύτος μας έπεσκέπτετο αύτόκλητος και δικαιωματικως. 'Ήτον ό μόνος έπίσημος ίατρος έν τό περιφερεί μας. 'Άμα τον εβλεπον έγω επρεπε να τρέχω είς τον μπακάλην. Διότι ποτε δεν έπλησίαζε την άσθενη, πριν 11 καταπί1} τούλάχιστον πενηντα δράμια ρακης. - Είμαι γέρος, μωρή, ελεγε προς την άνυπόμονον μητέρα, ετμαι γέρος, καί, αν δεν το τ σ ο u ξ ω κομμάτι, δεν βλέπουν καλα τα μάτια μου.

8 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ Κ ".,, ',I, ' Δ' ", αι φαινεται, οτι οεν εψεuοετο. ιοτι oσ περισσοτερον επινε, τόσον ευκολώτερον ηδόνατο να διακρίνό ποία είναι ή παχuτέρα της αυλης μας ορνιθα, δια να την λάβό απερχόμενος. (Η μήτηρ μοu, αν και επαuσε πλέον να μεταχειρίζεται τα ιατρικά τοu, εν τοότοις τον επλήρωνε τακτικα και αγογγόστως. Τοuτο μεν δια να μη τον δuσαρεστήσό, τοuτο δέ, διότι πολυ cruxvιx διlσχuρίζετο παρηγορων αυτήν, οτι ή πορεία της ασθενείας είναι καλή, και ακριβως τοιαότη, την όποία εδικαιοuτο να την περιμένό ή επιστήμη απο τας σuνταγάς τοu. Το τελεuτα1όν τοuτο τo δuστuχως λίαν αληθές. fh κατάστασις της Άννιως εβαινεν αργα μεν και απαρατηρήτως, αλλ' όλονεν επι τα χείρω. ΚαΙ ή παράτασις αότης της αορίστοu καχεξίας εκαμε την μητέρα μας αλλ ην εξ αλλ ης. Πασα νόσος αγνωστος εις τον λαόν, δια να θεωρηθώ ώς φuσικον πάθος, πρέπει να uποχωρήσό εις τας στοιχειώδεις ιατρικας τοί) τόποu γνώσεις, να επιφέρό εντος όλίγοu τον θάνατον. Ευθυς ώς παραταθώ και χρονίσό, αποδίδεται εις uπερφuσικας αιτίας, και χαρακτηρίζεται ώς εξωτικόν. H ασθενης εκάθισεν εις αχρηστον τόπον. Έπέρασε νόκτα τον ποταμόν, καθ' ην στιγμην αί Νηρηίδες ετέλοuν αόρατοι τα οργιά των. Έδιασκέλισε μαuρον γάτον, ό όποίος τo κuρίως ό ε ξ ω α π ο ε δ ω μεταμορφωμένος. (Η μήτηρ μοu τo μαλλον ευλαβης παρα δεισιδαίμων. Κατ' αρχας απετροπιάζετο τας τοιαότας διαγνώσεις, και ηρνείτο να έφαρμόσό τας προτεινομένας γοη-

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 9 τείας, φοβουμένη μη άμαρτήστj. 'Άλλως τε ό Ιερεuς ανέγνωσεν ηδη επι της ασθενους τοuς εξορκισμοuς του κακου, δια παν ενδεχόμενον. Άλλα μετ' όλίγον μετέβαλε γνώμην. H κατάστασις της ασθενους εδεινουτο. H μητρικη στοργη ενίκησε τον φόβον της άμαρτίας. H θρησκεία επρεπε να συμβιβασθό με την δεισιδαιμονίαν. Πλησίον εις τον σταυρόν, επι του στήθους της 'Α ννιως, εκρέμασεν εν χ α μ α γ λ ί, με μυστηριώδεις αραβικας λέξεις. τα άγιάσματα διεδέχθησαν αι γοητείαι, και μετα τα εύχολόγια των ίερέων, ηλθον τα σαλαβάτια των μαγισσων. 'Αλλ' σλα παρήρχοντο εις μάτην. Το παιδίον εχεφοτέρευεν αδιακόπως, και ή μήτηρ μας εγίνετο όλονεν αγνώριστος. Ένόμιζες, ση ελησμόνησε πως είχε και άλλα τέκνα. Ποίος μας ετρεφε, ποίος μας επλυνε, ποίος μας εμβάλωνεν ήμας τα αγόρια, οϋτε ηθελε καν να το γνωρίζό Μία Σοφηδιώτισσα γραία, προ πολλων ηδη ετων παρασιτουσα εν τ(i) o'(κ μας, εφρόντιζε περι ήμων, εφ' σσον τό το επέτρεπεν ή μαθουσάλειος αύτης ήλικία. την μητέρα μας δεν την εβλέπομεν ενίοτε όλοκλή-, ρους ημερας. Πότε επήγαινε να δέσό μίαν λωρίδα απο το φόρεμα της Άννιως επι θαυματουργου τινος τόπου, με την ελπίδα στι θα δεθό και το κακον μακραν της πασχοόσης, πότε μετέβαινεν εις τας πλησιοχώρους εκκλησίας, των όποίων κατα τόχην ετελείτο ή μνήμη, κομίζουσα λα-

10 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΎΗΝΟΣ μπάδα κιτρινου κηρου, χυμένην Ιδιαις αύτης χερσι, και 'ίσην άκριβως προς της άσθενους το άνάστημα. Πλην ολα, ολα ταυτα άπέβαινον άνωφελη. fh άσθένεια της πτωχης μας άδελφης ητον άνιατος. 'Όταν έξηντλήθησαν πλεον ολα τα μέσα, και ολα τα Ιατρικα έδοκιμάσθησαν, τότε προσήλθομεν εις το εσχατον καταφόγων εις παρομοιας περιστάσεις. fh μήτηρ μου έσήκωσε το μαρμάρινον κο ράσων εις την άγκάλην της και το εφερεν εις την έκκλησιαν. 'Εγω και ό μεγαλότερός μου άδελφος έφορτώθημεν τα στρώματα και ηκολουθήσαμεν κατόπιν. ΚαΙ έκεί, έπι των καθόγρων και ψυχρων πλακων, προ της εικονος της Παναγιας, έστρώσαμεν και έπλαγιάσαμεν το γ λυκότερον άντικειμενον των μεριμνων μας, την μιαν και μόνην μας άδελφήν. 'Όλος ό κόσμος το ελεγεν οτι ετχεν έξωτικόν. fh μήτηρ μου δεν άμφέβαλλε πλέον περι τοότο, και αότη ή πάσχουσα ήρχισε να το έννο'ώ. 'Έπρεπε λοιπον να μεινυ σαράντα ήμερονόκτια έντος της έκκλησιας, προ του άγιου Βήματος, ένώπιον της μητρος του Σωτηρος, εμπεπιστευμένη εις μόνον το ελεος και τους οικτφμους αότων, 'ίνα σωθ'ώ άπο το σατανικον πάθος, το όποίον έμφωλευσαν, ήθελε τόσον άμειλικτως το τρυφερον της ζωης αότης δένδρον. Σαράντα ήμερονόκτια. Διότι μέχρι τοσοότου ημπορεί να άντισταθ'ώ ή τρομερα ισχυρογνωμοσόνη των δαιμονιων, εις τον άόρατον πόλεμον, μεταξυ αότων και της θειας χάριτος. Μετα την δωριαν ταότην το κακον ήττάται και ύποχωρεί κατυσχυμμένον. ΚαΙ δε.ν λειπουσι διηγήσεις, καθ'

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 11 ας οι πάσχοντες αισθάνονται έν τ<7> οργανισμ<7> των τους τρομερους σφαδασμους της τελευταίας μάχης, και βλέπουσι τον έχθρόν αότων φεύγοντα έν παραδόξ σχήματι, προ πάντων, καθ' ην στιγμην διαβαίνουσι τα άγια η έκφωνετται το «Μετα φόβου». ΕότυχεΤς αότοί, έαν εχωσι τότε άρκετας δυνάμεις ν' άνθέξωσιν εις τους κλονισμους τοϊ> άγωνος. ΟΙ άδύνατοι συντρίβονται δπο το μέγεθος τοϊ> έν αότοτς τελουμένου θαύματος. Άλλα δεν μετανοοuσι δια τοuτο. Διότι αν χάνουν την ζωήν, τοόλάχιστον κερδαίνουν το πολυτιμότερον. Σώζουν την Φυχήν των. Οόχ ηττον τοιαύτη τις ένδεχομένη περίπτωσις ένέβαλλεν εις μεγίστας άνησυχίας την μητέρα ήμων, ητις μόλις έτοποθετήσαμεν την Άννιώ, και ηρχισε να την έρωτ περίφροντις πως αισθάνεται τον έαυτόν της. H Ιερότης τοϊ> τόπου, ή θέα των εικόνων, ή εόωδία τοϊ> θυμιάματος, έπέδρασαν φαίνεται εόνο"ίκως έπι τοϊ> μελαγχολικοϊ> της πνεύματος. Διότι, εόθυς μετα τας πρώτας στιγμάς, έζωήρευσε και ηρχισε να άστε"ιζεται με ήμας. - ΠοΤον άπο τους δύο θέλεις να παίζετε μαζί; την ήρώτησε τρυφερως ή μήτηρ μου. Τον Χρηστάκη η το Γιωργί; H άσθενης ερριφε προς την λαλοuσαν πλάγιον άλλ' έκφραστικον βλέμμα, καί, ώς έαν έπέπληττεν αότην δια την προς ήμας άδιαφορίαν, τό άπήντησεν, άργα και μετρημένα: - ΠοΤον άπο τους δύο θέλω; Κανένα δεν θέλω χωρις τον άλλον. τα θέλω τα άδέλφια μου, οσα και αν εχω.

12 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΙΎΗΝΟΣ H μήτηρ μοι.) σuνεστάλη και έσιώπησε. Μετ' ολίγον εφερε και τον όλόμtκρoν άδελφόν μας εις την έκκλησίαν, άλλα μόνον δια την πρώτην έκείνην ήμέραν. ΤΟ έσπέρας άπέπεμφε τοuς αλλοuς δύο, και έκράτησε μόνον έμε πλησίον της. Ένθuμοuμαι άκόμη όποίαν έντύπωσιν εκαμεν έπι της παιδικης μοι.) φαντασίας ή πρώτη έν τό έκκλησί διανuκτέρεuσις. Το άμuδρον φως των εμπροσθεν τοί) εικονοστασίou λύχνων, μόλι έξαρκοuν να φωτίζη αότο και τας προ αότοί) βαθμίδας, καθίστα το περι ήμας σκότος ετι ύποπτότερον και φοβερώτερον, παρα έαν ημεθα ολως διόλοι.) εις τα σκοτεινά. Oσάκις το φλογίδιον μιας κανδήλας ετρεμε, μοι έφαίνετο πως ό., Α γιος έπι της άπέναντι εικόνος ηρχιζε να ζωντανεύό και έσάλεuε, προσπαθων ν' αποσπασθό άπο τας σανίδας, και καταβό έπι τοί) έδάφοuς, με τα φαρδuα και κόκκινά τοι.) φορέματα, με τον στέφανον περι την κεφαλήν, και με τοuς άτενείς οφθαλμοuς έπι τοί) ωχροί) και άπαθοuς προσώποι.) τοu. Oσάκις πάλιν ό Φuχρος ανεμος έσύριζε δια των ύφηλων παραθύρων, σείων θορuβωδως τας μικρας αότων ύέλοuς, ένόμιζον, οτι οί περι την έκκλησίαν νεκροι άνερριχωντο τοuς τοίχοuς και προσεπάθοuν να εισδύσωσιν εις αυτήν. Καί, τρέμων έκ φρίκης, εβλεπον ένίοτε άντικρύ μοι.) ενα σκελετόν, οστις έκ φρίκης, εβλεπον ένίοτε άντικρύ μοι.) ενα σκελετόν, οστις ήπλωνε να θερμάνη τας άσάρκοuς τοι.) χείρας έπι τοί) μ α γ κ α λ ίο u, το όποίον εκαιε προ ήμων.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 13 ΚαΙ ομως δεν έτόλμων να δηλώσω οόδε την παρ α μικροτέραν ανησυχίαν. Διότι ηγάπων την αδελφήν μου, και έθεώρουν μεγάλην προτίμησιν να είμαι διαρκως πλησίων της και πλησίον της μητρός μου, ητις χωρίς, άλλο θα με απέστελλεν είς τον οίκον, εuθuς ώς ηθελεν ύποπτευθό οτι φοβουμαι. (Υ πέφερον λοιπον και κατα τας έπομένας νuκτας τας, ",, -,, φρικιασεις εκεινας μετ αναγκαστικης στωικοτητος και έξετέλουν προθuμως τα καθήκοντά μου, προσπαθων να καταστω οσον το δυνατον αρεστότερος. 'Ήναπτον πυρ, εφερον νερον και έσκοuπιζα την έκκλησίαν, οταν ητο καθημερινή. τας έορτας και Kuριακας κατα τον ορθρον, έχειραγώγουν την αδελφήν μου να σταθό κάτω απο το Εόαγγέλιον, το όποτον ανεγ(νωσκεν ό λειτουργος απο της ΙΩραίας ΠUλης. Κατα την λειτουργίαν ηπλωνα χαμαι το χράμι, έπι του όποίου επιπτεν ή ασθενης πρόμυτα, δια να περάσουν τα., Α για απο έπάνω της. Κατα δε την απόλυσιν, εφερον το προσκέφαλόν της ένώπιον της αριστερας του ΙΙερου θuρας, δια να γονατίζ'(1 έπ' αότου, ως ποu να ξ ε φ ο Ρ έ σ n ό παπας έπάνω της και να της σταυρώσ'(1 το πρόσωπον με την Λόγχην, Φιθυρίζων το «Σταυρωθέντος σου Χριστέ, αν'(1ρέθη Τι τυραννίς, έπατήθη ή δuναμις του Έχθρου κτλ.». ΚαΙ είς ολα ταυτα με παρηκολοuθει ή πτωχή μου αδελφη με την ώχραν και μελαγχολικήν της οφιν, με το αργον και το αβέβαιον βημά της, έλκuοuσα τον οίκτον των έκκλησιαζομένων και προκαλουσα τας εόχας αότων ύπερ αναρρώσεώς της αναρρώσεως, ητις δυστυχως ηργει να έπέλθ'(1.

14 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ 'Απ' εναντίας, ή ύγρασία, το ψuχος το ασόνηθες και, μα το ναί, φρtκαλέον των εν τ να δtανuκτερεuσεων δεν.ηργησαν να επtδράσοuν βλαβερως επι της ασθενοuς, της όποίας ή κατάστασtς.ηρχισε να εμπνέτι τώρα τοuς εσχάτοuς φόβοuς. fh μήτηρ μοι) το ηννόησε, και.ηρχισε, και εν αύτό τό εκκλησί, να δεικνότι θλιβεραν αδιαφορίαν προς παν Ο,τι δεν ητο αύτη ή ασθενής. Δεν.ηνοιγε τα χείλη της προς ούδένα πλέον, είμη προς την Άννιω και προς τοuς fαγί_ οuς, όσάκις προσηόχετο. Μίαν ήμέραν τη επλησίασα απαρατήρητος, εν εκλαιε γονuπετης προ της είκόνος τοu Σωτηρος. - Πάρε μοι) ΟΠΟΙΟ θέλεις, ελεγε, και αφησέ μοι) το, κοριτσι., Τ ο ' βλ' επω πως ', ειναι Τ για να " γεν'ώ. 'Ε ν θ u- μήθηκες την άμαρτίαν μοι) και εβάλθηκες να μοu πάρτις το παιδί, για να με τιμωρήστις. Εύχαριστω σε, Κόριε! Μετά τινας στιγμας βαθείας σιγης, καθ' ην τα δάκρuά της ηκοόοντο στάζοντα επι των πλακων, ανεστέναξεν Ε.κ βάθοuς καρδίας, εδίστασεν ολίγον και επειτα επρόσθεσεν: - Σοu εφερα ouo παιδιά μοι) στα πόδια crou... χάρισέ μοι) το κορίτσι! 'Όταν.ηκουσα τας λέξεις ταότας, παγερα φρικίασις διέτρεξε τα νεuρά μου και.ηρχισαν τα αύτία μοι) να βο"tζοuν. Δεν ηδuνήθην ν' ακοόσω περιπλέον. Καθ' ην δε στιγμην ετδον, οτι ή μήτηρ μου, καταβληθείσα ύπο φοβερας αγωνίας, επιπτεν αδρανης επι των μαρμάρων, εγώ αν τι να δράμω προς βοήθειάν της, επωφελήθην την εύκαιρίαν να φόγω εκ της εκκλησίας τρέχων ώς εξαλλος

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 15 και έκβάλλων κραuγάς, ώς εαν πεlλει να με σuλλάβό δρατος αυτος ό θάνατος. Οί όδόντες μοu σuνεκροuοντο δπο τοίί τρόμοu, και έγω ετρεχον, και ακόμη ετρεχον. ΚαΙ, χωρις να το έννοήσω, εδρέθην εξαφνα μακραν της έκκλησίας. Τότε έστάθην να πάρω την αναπνοήν μοu, και έτόλμησα να γuρίσω να ιδω όπίσω μοu. ΚανεΙς δεν μ' έκuνήγει. "Ηρχισα λοιπον να σuνέρχωμαι όλίγον κατ' όλίγον, και ηρχισα να σuλλογίζωμαι. Άνεκάλεσα εις την μνήμην μοu ολας τας προς την μητέρα τρuφερότητας και θωπείας μοu. Προσεπάθησα να ένθuμηθω μήπως της επταισά ποτε, μήπως την δίκησα, αλλ α δεν δuνήθην. 'Απ' έναντίας εϋρισκον, οη αφ' οτοu έγεννήθη αυτη ή αδελφή μας, έγώ, οχι μόνον δεν γαπήθην, οπως θα το έπεθuμοuν, αλλ α τοίίτ' αυτό, παρηγκωνιζόμην όλον εν περισσότερον. Ένθuμήθην τότε και μοι έφάνη, οη ένόησα διατι ό πατήρ μοu έσuνήθιζε να με όνομάζό το αδικημένο τοu. ΚαΙ με έπηρε το παράπονον και ηρχισα να κλαίω. "Ω! είπον, ή μητέρα μοu δεν με αγαπ, και δεν με θέλει! Ποτέ, ποτε πλέον δεν πηγαίνω εις την έκκλησίαν! ΚαΙ διηuθuνθην προς την οικίαν μας περίλuπος και απηλπισμένος. (Η μήτηρ μοu δεν ηργησε να με ακολοuθήσό μετα της ασθενοίίς. Έπειδη ό ίερεός, οστις, ταραχθεις δπο των κραuγων μοu, έμβηκεν εις την έκκλησίαν, οταν ετδε την ασθενη, σuνεβοuλεuσε την μητέρα μοu να την μετακομίσό - (ο Θεος είναι μεγάλος, θuγατέρα, τό είπε, και ή χάρις τοu φθάνεις εις ολην την οίκοuμένη. "Αν είναι για να γιάνό το παιδί crou, θα το γιάνό και το σπίτι crou.

16 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΎΗΝΟΣ Δυστυχης μήτηρ, ητις τον ηκουσε! Διότι αυτοι ετναι οι τυπικοι λόγοι, με τοuς όποίους οι ΙερεΤς άποπέμπουσι συνήθως τοuς έτοιμοθανάτους, δια να μη εκπνεύσουν εν τό εκκλησί και βεβηλωθό Ιερότης του τοπου. 'Όταν επανετδον την μητέρα μου, ητον ύπερ ποτε θλιβερά! Άλλα προς εμε ιδίως εφέρθη με πολλην γλυκύτητα και προσήνειαν. Με ελαβεν εις την άγκάλην της, μ' εθώπευσε και μ' εφίλησε τρυφερα και επανειλημμένως. Ένομιζες οτι προσεπάθει να με εξιλεώση. Έν τούτοις εγω την νύκτα εκείνην οϋτε να φάγω ήμπόρεσα οϋτε να κοιμηθώ. Έκοιτόμην εις το στρώμα με καμμυομένους οφθαλμους, άλλ' ετεινον τα ώτα προσεκτικα προς πασαν κίνησιν της μητρός μου, όποία, οπως πάντοτε, ήγρύπνει παρ α το προσκεφάλαιον της άσθενους. Θα ητον 'ίσως μεσάνυκτα, οταν ηρχισε να πηγαινοέρχεται εις το δωμάτιον. Ένόμιζον οτι εστρωνε να κοιμηθό, άλλ' ήπατώμην. Διότι μετ' ολίγον εκάθησε, και ηρχισε να μοιρολογό χαμηλοφώνως. ' Ήτo το μοιρολόγι του πατρός μας. ΠρΙν άσθενήση ννιω, ' το \"Φ ε α λλ ε πο λ υ \ συχνα, " α λλ' αφ "., οτου ησ ' θ ενησε, ' το ηχουον δια πρώτην φοράν. ΤΟ μοιρολόγιον τουτο εσύνθεσεν επι τci> θανάτ του πατρός μου, κατ α παραγγελίαν αυτης, λιoκαης ρακένδυτος Γύφτος, γνωστος εις τα περίχωρά μας δια την δεξιότητα εις το στιχουργετν αυτοσχεδίως. ΜοΙ φαίνεται, οτι βλέπω άκόμη την μαύρην και λιγδεραν κόμην, τοuς μικροuς και φλογεροuς οφθαλμοuς και τ' άνοιχτα και τριχωμένα στήθη του. 'Α -,

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 17 ΈκάθTjΤΟ ενδοθεν της αυλείου ήμων θύρας, περιστοιχισμένος ύπο των χαλκων αγγείων, οσα εσύναζε δια να γανώσυ. Καί, με τ ν κεφαλ ν κεκλιμένtjν επι του ωμου, συνώδευε τον πένθιμο αύτου σκοπον με τους κλαυθμtjρους ηχους της τρι χόρδου του λύρας. Προ αυτου ή μήτtjρ μου όρθία εβάσταζε τ ν 'Λννιω εις τ ν αγκάλtjν ΤTjς και ηκουε πpoσεκτικ και δακρύουσα. Έγω τ ν εκράτουν σφιγκτα απο του φορέματος και εκρυπτον το πρόσωπόν μου εις τας πτυχας αυτου, διότι οσον γλυκείς ήσαν οι ήχοι εκείνοι τόσον φοβερα μοι εφαίνετο ή μopφ του αγρίου των Φάλ του. <Όταν ή μήτtjρ μου εμαθε το θλιβερον αυτης μάθtjμα, ελυσεν από το ακρον της καλύπτρας ΤTjς και εδωκεν εις τον Άθίγγανον δύο ρουμπιέδες. -Τότε ε'ίχομεν ακόμτ} άρκετούς.- 'Έπειτα παρέθtjκεν εις αυτον αρτον και οίνον και Ο, τι προσφάγιον εύρέθτ} πρόχειρον. Ένίi> δε εκείνος ετρωγε κάτω, ή μήτtjρ μου εις το α ν ω γ ι επανελάμβανε το ελεγείον κατ' ιδίαν, δια να το στερεώσυ εις τ ν μνήμtjν ΤTjς. ΚαΙ φαίνεται οτι το εuρε πολυ ώραίον. Διότι καθ' ην στιγμ ν ό Κατσίβελος ανεχώρει, εδραμε κατόπιν του και τίi> εχάρισεν εν απο τα σαλ ι β ά Ρ ι α του πατρός μου. - Θεος σχωρέσοι τον ανδρα σου, νύφtj! εφώνtjσεν εκθαμβος ό pαφ δoς και φορτωθεις τα χάλκινά του σκεύτ} εξηλθε της αυλης μας. Λυτο λοιπον το ελεγείον εμοιρολόγει κατ' εκείνtjν,, ( ' ΤTjν νυκτα Tj μtjτtjρ μου. Έγω ηκουον, και αφtjνα τα δάκρυά μου να ρέωσι σιγαλά, αλλα δεν ετόλμων να κινtjθω. Λ'(φνTjς, ΌσθάνθTjν ευωδίαν θυμιάματος!

18 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ - "Ω! είπον, άπέθανε το καυμένο το Άννιώ μας! ΚαΙ ετινάχθην άπο το στρωμά μου. Τότε εύρέθην ενώπιον παραδόξου σκηνης. H' ασ θ ενης ' ανεπνεε " β αρεως, ' οπως.' παντοτε., Πλ ησιον ' αυτης ητο τοποθετημένη άνδρικη ενδυμασία, καθ' ην τάξιν φορετται. Δεξιόθεν σκαμνίον σκεπασμένον με μαυρον υφασμα, επι του όποίου ύπηρχε σκευος πληρες υδατος, και έκατέρωθεν δύο λαμπάδες άναμμέναι. Η μ τηp μου γονυπετης εθυμίαζε τ' άντικείμενα ταυτα προσέχουσα επι της επιφανείας του υδατος. Φαίνεται οτι εκιτρίνισα άπο τον φόβον μου. Διότι, ώς με είδεν, εσπευσε να με καθησυχάση: - Μη φοβετσαι, παιδάκι μου, με είπε μυστηριωδως, είναι τα φορέματα του πατρός σου. 'Έλα, παρακάλεσέ τον και σύ, να ελθό να γιατρέφό το 'Αννιώ μας. ΚαΙ με εβαλε να καθ σω πλησίον της. - 'Έλα, πατέρα -να με πάρός εμένα- για να γιάνό το Άννιώ! άνεφώνησα εγω διακοπτόμενος ύπο των λυγμων μου. ΚαΙ ερριφα επι της μητρός μου παραπονετικον βλέμμα, δια να τό δείξω, πως γνωρίζω οτι παρακαλετ να άποθάνω εγω άντι της άδελφης μου. Δεν Όσθανόμην ό άνόητος οτι τοιουτοτρόπως εκορύφωνα την άπελπισίαν της! Πιστεύω να μ' εσυγχώρησεν. 'Ήμην πολυ μικρός τότε, και δεν ηδυνάμην να εννo σω την καρδίαν της. Μετά τινας στιγμας βαθείας σιγης ε.θυμίασεν εκ νέου τα προ ήμων άντικείμενα, και επέστησεν ολην αυτης την προσοχην επι του υδατος, το όποτον εύρίσκετο εις το επι του σκαμνίου ευρύχωρον σκευος. Α'ίφνης μικρα χρυσαλλίς, πετάξασα κυκλικως ε.π'

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 19 αυτου, l1γγισε με τα πτερά Τ1jς, και έτάραξεν έλαφρώς την έπιφάνειάν του. H μ ήτ1jρ μου εκυψεν ευλαβώς και εκαμε τον σταυρόν Τ1jς, οπως οταν διαβαίνουν τα " Αγια έν τό έκκλ1jσι. - Κάμε το σταυρό σου, παιδί μου! έψιθύρισε, βαθέως συγκεκιν1jμέν1j και μη τολμώσα να υψώση τα Ομματα. Έγω υπήκουσα μ1jχανικώς. 'Όταν ή μικρα έκειν1j χρυσαλλις έχάθ1j εις το βάθος του δωματίου, ή μήτ1jρ μου άνέπευσεν, έσ1jκώθη Ιλαρα και ευχαριστ1jμέν1j, και -Έπέρασεν ή ψυχη του πατέρα σου!- είπε παρακολουθουσα εισέτι την πτ-ησιν του χρυσαλλιδιου με βλέμματα στοργ-ης και λατρείας. 'Έπειτα επιεν άπο του ϋδατος και εδωκε και εις έμε να πίω. Τ ότε μου ηλθεν εις τον νουν οτι και αλλοτε μας έπότιζεν άπο του αυτου σκεύους, ευθυς ώς έξυπνουμεν. ΚαΙ ένθυμήθ1jν, οτι όσάκις εκαμνε τουτο ή μήτ1jρ μας, ητο καθ' ολ1jν έκείν1jν την ήμέραν ζω1jρα και περιχαρής, ώς έαν είχεν άπολαύσει μεγάλ1jν τινα πλην μυστικην ευδαιμονίαν. 'Αφου μ' έπότισεν έμέ, έπλ1jσίασεν εις το στρώμα τ-ης Άννιώς με το σκευος άνα χείρας. H άσθενης δεν έκοιματο, δεν ητο και ολως διόλου εξυπνος. τα βλέφαρά Τ1jς ησαν ήμίκλειστα οι δε όφθαλμοί Τ1jς, έφ' οσον διεφαίνοντο, έξέπεμπον παράδοξόν τινα λάμψιν δια μέσου τών πυκνών και μελανών αυτών βλεφαρίδων. H μήτ1jρ μου άνεσήκωσε το ισχνον του κορασίου σώμα μετα προσοχ-ης και ένc{) δια τ-ης μιας χειρος ύπε-

20 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ στήριζε τα νωτά τοu, δια της αλλ ης προσέφερε το σκεuος εις τα μαραμένα τοu χείλη. - 'Έλα, άγάπη μοu, της είπε. πιε άπ' αυτο το νερό, να γιάνός. rh άσθενης δεν ηνοιξε τους όφθαλμους, άλλα φαίνεται, οτι ηκοuσε την φωνην και ενόησε τας λέξεις. Γλuκυ και σuμπαθητικoν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη της. 'Έπειτα ερρόφησεν όλίγας σταγόνας άπο τοϊ> ϋδατος εκείνοu, το όποιον εμελλε τii> οντι να την Ιατρεόσ'(1. Διότι μόλις το εκατάπιε, και ηνοιξε τους όφθαλμους και προσεπάθησε ν' άναπνεόσ'(1, ελαφρος στεναγμος διέφuγε τα χείλη της και επανέπεσε βαρεια επι της ωλένης της μητρός μοu. Το καϋμένο μας το Άννιώ! 'Εγλυτωσεν άπο τα βάσανά τοu! ΠολλοΙ είχον κατηγορήσει την μητέρα μοu, οτι ενii> αί ξέναι γuναικες εθρήνοuν μεγαλοφώνως επι τοϊ> νεκροϊ> τοϊ> πατρός μοu, εκείνη μόνη εχuνεν αφθονα, πλην σιγηλα δάκρuα. rh δuστuχης το εκαμνεν εκ φόβοu μήπως παρεξηγηθό, μήπως παραβό τα ορια της εις τας νέας άνηκουσης σεμνότητος. Διότι, καθως είπον, μήτηρ μας εχήρεuσε πολυ νέα. 'Όταν άπέθανεν άδελφή μας, δεν ητο πολυ γεροντοτέρα. 'Αλλ' οuτε εσκέφθη καν τώρα τί θα είπό ό κόσμος δια τους σπαραξικαρδίοuς της θρήνοuς. 'Όλη γειτονεια εσηκώθη και ήλθε προς παρηγοριαν της. 'Αλλα το πένθος αυτης ήτο φοβερόν, ήτο άπαρηγόρητον. - Θα χάσό τον vouv της, εφιθυριζον οί βλέποντες αυτην κεκλιμένην και θρηνοuσαν μεταξυ των τάφων της άδελφης και τοϊ> πατρός μας.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 21 - Θα τα άφήσ'ώ μέσ' στοuς πέντε δρόμοuς, -έ'λεγον οί σuναντωντες ήμας καθ' όδόν-, έγκαταλελειμμένα και άπεριποίητα. ΚαΙ έχρειάσθη καιρός, έχρειάσθησαν αί νοuθεσίαι και επιπλήξεις της εκκλησίας, οπως σuνέλθη εις έαuτην και ενθuμηθ'ώ τα επιζωντα τέκνα της, και άναλάβη τα οικιακά της καθήκοντα. Άλλα τότε παρετήρησε που μας είχε καταντήσει ή μακρα της άδελφης μας άσθένεια. fh χρηματική μας περιοuσία κατηναλώθη εις τοuς Ιατροuς και Ιατρικά. Πολλά Χ Ρ ά μ ι α και κ ι λ ί μ ι α, εργα των Ιδίων αύτης χειρων, τα είχε πωλήσει δι' άσήμαντα ποσά, Τι τα ετχε δώσει ώς άμοιβην εις τοuς γόητας και τας μαγίσσας. "Αλλα μας τα εκλεψαν αύτοι και οί ομοιοί των, επωφελούμενοι εκ της άνεπιβλεψίας, ητις επεκράτησεν εν τφ o'ίκ μας. Προς επίμετρον εξηντλήθησαν και αί προμήθειαι των ζωοτροφιων μας, και ήμείς δεν ε'ίχομεν πλέον πόθεν να ζήσωμεν. 'Εν τούτοις αύτό, άντι να πτοήση την μητέρα μας, Τ'Ώ άπέδωκεν άπ' εναντίας διπλην την δραστηριότητα, ην είχε πριν άσθενήση το Άννιώ. 'Εμετρίασεν Τι, κuρίως ειπείν, σuνεκάλuψε το πένθος της υπερενίκησε την άτολμίνα της ήλικίας και του φύλοu της καί, λαβουσα την δίκελλαν άνα χείρας, ηρχισε να ξενοδοuλεu Τι, ώς εαν δεν είχε γνωρίσει ποτε τον ανετον και άνεξάρτητον βίον. 'ΕπΙ πολuν χρόνον μας διέτρεφε δια του ίδρωτος του προσώποu της. τα ήμερομίσθια ήσαν μικρα και αί άνάγκαι μας μεγάλα ι, άλλ' ομως εις κανένα εξ ήμων δεν επέτρεψε να την άνακοuφίση σuνεργαζόμενος.

22 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ Σχέδια περι του μέλλοντος ήμων έγίνοντο και έπιθεωρουντο καθ' έσπέραν παρα την έστίαν. (ο μεγαλύτερός μοu αδελφός ωφειλε να μάθό την τέχνην του πατρός μοu, δια να λάβό έν τό oικoγενεί τόν τόπον έκείνοu. Έγω εμελλον 11 μαλλον ηθελον να ξενιτεuθω και οuτω καθεξης. 'Αλλα πρό τούτοu επρεπε να μάθωμεν ολοι τα γράμματά μας, επρεπε να ξεσχολήσωμεν. Διότι, ελεγεν ή μήτηρ μας, ανθρωπος αγράμματος, ξύλον απελέκητον. Αί οικονομικαί μας δuσχέρειαι έκορuφώθησαν, οταν έπηλθεν ανομβρία εις την χώραν και ανέβησαν αί τιμαι των τροφίμων. 'Αλλ' ή μήτηρ, αντι ν' απελπισθό περι της διατροφης ήμων αυτων, έπηύξησε τόν αριθμόν μας δι' ένός ξένοu κορασίοu, τό όπο1όν μετα μακρας προσπαθείας κατώρθωσε να uίοθετήσό. Τό γεγονός τουτο μετέβαλε τό μονότονον και αυστηρόν του οικογενειακου ήμων βίοu, και εισήγαγεν έκ νέοu αρκετην ζωηρότητα. 'Ήδη αυτη ή uίοθέτησις έγένετο πανηγuρική. (Η μήτηρ μοu έφόρεσε τα γ ι ο Ρ τ ε Ρ ά της και μας ώδήγησεν εις την έκκλησίαν καθαροuς και κτενισμένοuς, ώς έαν έπρόκειτο να μεταλάβωμεν. Μετα τό τέλος της λειτοuργίας, έστάθημεν ολοι πρό της είκόνος του Χριστου, και αυτου, έν μέσ του περιεστωτος λαου, ένώπων των φuσικων αυτου γονέων, παρέλαβεν ή μήτηρ μοu το θετον αυτης θuγάτρων έκ των χειρων του ίερέως, αφου πρώτον ύπεσχέθη εις έπήκοον πάντων, οτι θέλει αγαπήσει και αναθρέψει αυτό, ώς έαν ητο σαρξ έκ της σαρκός και όστουν έκ των όστων της. (Η ε'ίσοδός τοu εις τον οίκον μας έγένετο ουχ ηττον έπιβλητικη και τρόπον τινα έν θριάμβ. (ο πρωτόγερος

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 23 του χωρίου και ή μήτηρ μου προηγήθησαν μετα του κορασίου, επειτα ηρχόμεθα ήμετς. ΟΙ συγγενείς μας και οι συγγενείς της νέας άδελφης μας ηκολούθησαν μέχρι της αόλείου ήμων θύρας. 'Έξωθεν αότης ό πρωτόγερος εσήκωσε το κοράσιον ύφηλα εις τας χείράς του και το εδειξεν επί τινας στιγμας εις τοuς παρισταμένους. 'Έπειτα ηρώτησε μεγαλοφώνως: - Ποίος άπο σας είναι η εδικος η συγγενης η γονιος του παιδιου τούτου περισσότερον άπο την Δεσποινιώ την Μιχαλιέσσα κι' άπο τοuς εδικούς της; O πατηρ του κορασίου ητον ώχρος και εβλεπε περίλυπος εμπρός του. H σύζυγός του εκλαιεν άκουμβημένη εις τον ώμόν του. H μήτηρ μου ετρεμεν εκ του φόβου μήπως άκουσθό καμμία φωνη -Έγώ!- και ματαιώστι την εότυχίαν της. 'Αλλα καν εις δεν άπεκρίθη. Τότε οι γονείς του παιδίου ησπάσθησαν αότο δια τελευταίαν φοραν και άνεχώρησαν μετα των συγγενων των. Έν οι εδικοί μας μετα του πρωτογέρου εισηλθον και εξενίσθησαν παρ' ήμίν. Άπο της στιγμης ταύτης ή μήτηρ μας ηρχισε να επιδαφιλεύη εις την θετήν μας άδελφην τόσας περιποιήσεις, οσων 'ίσως δεν ηξιώθημεν ήμείς εις την ήλικίν της, και εις καιροuς πολu εότυχεστέρους. Έν δε μετ' όλίγον χρόνον εγω μεν επλανώμην νοσταλγων εν τό ξένη, οι δε αλλοι μου άδελφοι εταλαιπωρουντο κακοκοιμώμενοι εις τα εργαστήρια των μ α σ τ ό Ρ ω ν, το ξένον κοράσιον εβασίλευεν εις τον οίκόν μας, ώς εαν ητον εδικός του. ΟΙ μικροι των άδελφων μου μισθοί, θα εξήρκουν προς άνακούφισιν της μητρός, εφ' και τό εδίδοντο.

24 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ 'Αλλ' έκεινη άντι να τους δαπαν προς άνάπαυσίν της έπροίκιζε δι' αυτων την θετην της θυγατέρα και έξηκολούθει έργαζομένη προς διατροφήν της. Έγω ελειπον μακράν, πολυ μακράν, και έπι πολλα ετη ηγνόουν τί συνέβαινεν εις τον 01κόν μας. Πρίν κατορθώσω να έπιστρέφω, το ξένον κοράσιον ηυξήθη, άνετράφη, έπρolχίσθη και uπανδρεύθη, ώς έαν ητο άληθως μέος της οίκογενείας μας. O γάμος αυτης, οστις φαίνεται έπίτηδες έπεσπεύσθη, uπηρξε άληθης χαρα των άδελφων μου. Οί δυστυχείς άνέπνευσαν, άπαλλαγέντες άπο το πρόσθετον φορτίον. ΚαΙ ειχον δίκαιον. Διότι ή κόρη έκείνη, έκτος οτι ποτε δεν ΤΙσθάνθη προς αυτους άδελφικην τινα στοργήν, έπι τέλους άπεδείχθη άχάριστος προς την γυναίκα, ητις περιεποιήθη την ζωην αυτης με τοσαύτην φιλοστοργίαν, οσην όλίγα γνήσια τέκνα έγνώρισαν. Είχον λόγους λοιπον οι άδελφοι μου να είναι ευχαριστημένοι και ειχον λόγους να πιστεύουν, οτι και ή μήτηρ άρκετα έδιδάχθη έκ τοί) μαθήματος έκείνου. 'Αλλ' όποία uπηρξε ή εκπληξίς των, οταν όλίγας μετα τους γάμους ήμέρας, την είδον να ερχεται είς την οίκίαν, σφίγγουσα τρυφερως εις την άγκάλην της εν δεύτερον κοράσιον, ταύτην την φοραν έν σπαργάνοις! - ΤΟ κακότυχο! άνεφώνει ή μήτηρ μου, κύπτουσα συμπαθητικως έπι της τοί) νηπίου' δεν το εφθανε πως έγεννήθη κοιλιάρφανο, μόν' άπέθανε και ή μάνα του και το αφησε μέσ' στη στράτα! Καί, ευχαριστημένη τρόπον τινά, έκ της άτυχοuς ταύτης συμπτώσεως, έπεδείκνυε το λάφυρόν της θριαμβευτlχως προς τους ένεους έκ της έκπλήξεως άδελφούς μου.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 25 Το υίικον σέβας ητο πολύ, και η αόθεντία της μητρος μεγάλη, αλλ' οί πτωχοι αδελφοί μου ησαν τόσον απογοητευμένοι, ωστε δεν έδίστασαν να uποδείξουν εόσχήμως πως είς την μητέρα των, οτι καλον θα ητο να παραιτηθό τοί) σκοποί) της. Άλλα την ευρον αμετάπειστον. Τότε έδήλωσαν φανερα την δυσαρέσκειάν των, και τό ηρνήθησαν την διαχείρισιν τοί) βαλαντίου των. 'Όλα είς μάτην. - Μη μοί) φέρετε τίποτε, ελεγε ή μήτηρ μου, έγω δουλεύω και το θρέφω, σαν πως εθρεψα και σας. Καί, οταν ελθό ό Γιωργής μου απο την ξενιτειά, θα το προικίσό και θα το πανδρέψό. Άμ' τί θαρρείτε! 'Εμένα το παιδί μου με το uποσχέθηκε! -'Εγώ, μάνα, θα σε θρέψω και σενα και το ψυχοπαωι σου.- αι. ετσι με το είπε, που ναχό την εόχή μου!,r, " ",r,, Ν " " " '0 Γιωργης ημην έγώ. ΚαΙ την uπόσχεσιν ταύτην την είχον δώσει αληθως, αλλα πολύ προτήτερα. ';"Ητο καθ' ην έποχην ή μήτηρ μας είργάζετο δια να θρέψό την πρώτην μας θετην αδελφήν, καθως και ήμας. 'Εγω την συνώδευον κατα τας διακοπας των μαθημάτων, παίζων παρ' αότό, lv<i> έκείνη εσκαπτεν η έξεβοτάνιζε. Μίαν ήμέραν διακόψαντες την εργασίαν επεστρέφομεν απο τους αγρους φεύγοντες τον αφόρητον καύσωνα, ucp' ου ολίγον ελειψε να λιποθυμήσό ή μήτηρ μου. Καθ' όδον κατελ ήφθημεν uπο ραγδαιοτάτης βροχης, εξ έκείνων αϊτινες συμβαίνουσι παρ' ήμίν συνήθως, μετα προηγηθείσαν uπερβολικην ζέστην η λαύραν, καθως την ονομάζουν οί συντοπίταί μου. Δεν ημεθα πλέον πολυ μακραν τοί) χωρίου, αλλ' επρεπε να διαβωμεν ενα χείμαρρον, οστις πλημμυρήσας εκατέβαινεν όρμητικώτα-

26 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ τος. (Η μήτηρ μου ήθέλησε να με σηκώσυ εις τον ώμόν της. 'Αλλα έγω απεποιήθην. - Είσαι αδόνατη απο τη λιποθυμία, Τ'Ό είπον. Θα με ρίψυς μέσ' στον ποταμό. ΚαΙ έσήκωσα τα φορέματά μου και εισηλθον δρομα1ός είς το ρευμα, πριν έκείνη προφθάσυ να με κρατήσυ. Εί χον έμπιστευθ'ό εις τας δυνάμεις μου πλέον 11 Ο,τι επρεπε. Διότι πριν σκεφθω να δποχωρήσω, τα γόνατά μου έλόγισαν, οί πόδες μου εχασαν το στήριγμά των, καί, ανατραπείς, παρεσόρθην δπο του χειμάρρου ώς κέλυφος καρόου. Μία σπαρακτικη κραυγη φρίκης είναι παν ο, τι ένθυμουμαι έκ των μετα ταυτα. Ί"Ήτον ή φωνη της μητρός μου, ητις έρρίφθη εις τα ρεόματα δια να με σώσυ. πως δεν εγινα αιτία να πνιγ'ό και έκείνη μετ' έμου, είναι θαυμα. Διότι ό χείμαρρος έκετνος εχει κακην φήμην παρ' ήμτν. ΚαΙ οταν λέγουν περί τινος «τον έπηρε,,, -, ", " -, το ποταμι», εννοουν οτι επνιγη εις αυτον τουτον τον χείμαρρον. ΚαΙ ομως ή μήτηρ μου, λιπόθυμος καθως ήτο, κατάκοπος, βεβαρημένη απο έπαρχιακα φορέματα, ίκανα να πνίξουν και τον δεξιώτερον κολυμβητήν, δεν έδίστασε να έκθέσυ την ζωην αότης εις κίνδυνον. 'Επρόκειτο να με, ' " '', - Ι " \ (' _ σωσυ, και ας ημην εκεινο της το τεκνον, το οποιον προσέφερεν άλλοτε εις τον Θεον ώς αντάλλαγμα αντι της θυγατρός της. 'Όταν εφθασεν εις τον οίκον και με απέθεσε χαμαι απο τον ώμόν της, ημην ακόμη παραζαλισμένος. Δια τουτο αντι να αίτιαθω την απρονοησίαν μου δια το συμβάν, απέδωκα αότο εις τας έργασίας της μητρός μου.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 27 - Μη δουλεύός πιά, μάνα τό ετπον, έν έκεινό μ' ένέδυε στεγνα φορέματα. - 'Αμ ποιος θα μας θρέφό, παιδί μου, σαν δεν δουλ ευω, εγω;,, ηρωτησεν " εκεινη " στενα ' ξ ασα. - 'Εγώ, μάνα! έγώ! τό απήντησα τότε μετα παιδικου στόμφου. - ΚαΙ το Φυχοπαίδι μας; - Κ' έκείνο έγώ! th μήτηρ έμειδίασεν ακουσίως, δια την έπιβλητικην στάσιν, ην ελαβον προφέρων την διαβεβαίωσιν ταύτην. 'Έπειτα διέκοφε την όμιλιαν έπειπουσα: - 'Α μ' θρέφε δα πρώτα τον έαυτό σου και ϋστερα βλέπουμε. Δεν παρηλθε πολuς καιρος και απηρχόμην είς τα ξένα. th μήτηρ βεβαίως οόδ' έσημειωσε καν την υπόσχεσιν έκείνην. 'Εγω ομως ένθυμούμην πάντοτε, οτι ή αόταπάρνησίς της μοι έχάρισε δια δευτέραν φοραν την ζωήν, την όποίαν τό ώφειλον. Δια τουτο ετχον την όπόσχεσιν έκείνην έπι της καρδίας μου και οσον έμεγάλωνα, τόσον σπουδαιότερον ένόμιζα τον έαυτόν μου υποχρεωμένον προς έκπλήρωσιν της. - Μη κλαίγός, μητέρα, τό ετπον αναχωρών. 'Εγω πηγαίνω πια να κάμω παράδες. 'Έννοια σου! 'Απο τώρα και να πάγό θα σε θρέφω και σένα και το παραπαίδι σου. 'Αλλα ακούεις; Δεν θέλω πια να δουλεύός. Δεν ηξευρον ακόμη οτι δεκαετες παιδίον οχι την μητέρα, αλλα οόδε τον έαυτόν του δεν δύναται να θρέφό. ΚαΙ δεν έφανταζόμην όποίαι φοβεραι περιπέτειαι με περιέμενον και πόσας πικρίας, εμελλον ακόμη να ποτίσω

28 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ την μητέρα μου δια της ξενιτείας έκείνης, δι' ης ηλπιζον να την άνακουφίσω. ΈπΙ πολλά ετη, οχι μόνον βοήθειαν, άλλ' οόδε μίαν έπιστολην κατώρθωσα να τό στείλω. ΈπΙ πολλα ετη παρεμόνευεν εις τους δρόμους έρωτωσα τους διαβάτας μη με είδον πουθενά. Πότε τό ελεγον, οτι έδυστύχησα έν Κωνσταντινουπόλει και έτούρκευσα. - Να φανε τη γλωσσά τους που τωβγαλαν! άπεκρίνετο ή μήτηρ μου. - Αότος που λένε, δεν μπορεί να ητον το παιδί μου! 'Αλλα μετ' ολίγον έκλείετο περίτρομος εις το εικονοστάσιόν μας και' προσηύχετο δακρυρροουσα προς τον Θεόν, δια να με φωτίσό να έπανέλθω εις την πίστιν των πατέρων μου. Πότε τό ελεγον, οτι έναύαγησα εις τας άκτας της Κύπρου, και' έπαι τω ρακένδυτος εις τους δρόμους. - Φωτια να τους κάψό, άπεκρίνετο έκείνη. ΤΟ λέν άπο τη ζούλια τους. Το παιδί μου θε νακανε κατάστασι και πά' στον 'Άγιο Τάφο. 'Αλλα μετ' ολίγον έξήρχετο εις τους δρόμους, έξετάζουσα τους διαβατικους uπαίτας, και' μετέβαιον οπου ήκούετο καν εις καραβοτσακισμένος με την θλιβεραν έλπίδα να άνακαλύψό έν αότ το 'ίδιόν της τέκνον, με την πρόθεσιν να δώσό εις αότον τα στερήματά της, οπως τα ευρω έγω εις τα ξένα άπο τας χείρας των αλλων. Και' ομως, όσάκις έπρόκειτο περι της θετης αότης θυγατρός, τα έλησμόνει ολα ταυτα, και' έφοβέριζε τους άδελφούς μου, οτι έλθων έγω άπο τα ξένα θα τους έντρο-

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 29 πιάσω δια της γενναιότητός μου, και θα προικίσω και θα δπανδρεύσω την κόρην της έν πομπό και παρατάξει. - 'Έ; Άμ' τί θαρρεττε! 'Εμένα το παιδί μου με το δποσχέθηκε! "Ας εχό την εόχή μου! Εότυχως αί κακαι έκετναι ε'ι'δήσεις δεν σαν άληθετς. Καί, οταν μετα μακραν άπουσίαν έπέστρεφα είς τον οίκον μας, ημην είς θέσιν να έκπληρώσω την δπόσχεσίν μου, ώς προς την μητέρα καν, ή όποία ητο τόσον όλιγαρκής. (Ως προς το Φυχοπαίδι της ομως δεν μ' εuρεν τόσον πρόθυμον, οσον ηλπιζεν. 'Απ' έναντίας, μόλις είχον φθάσει, και έξεφράσθην έναντίον της διατηρήσεώς του, προς μεγίστην της μητρός μου εκπληξιν. Είναι άληθες οτι δεν ημην κυρίως έναντίον της άδυναμίας της μητρός μου. την προς τα κοράσια κλίσιν της, την ευρισκον σύμφωνον προς τα αίσθήματα και τους πόθους μου. Τίποτε αλλο δεν έπεθύμουν περισσότερον παρ α να ευρω έπιστρέφων είς τον οίκόν μας μίαν άδελφήν, της όποτας ή φαιδρα μορφη και αί συμπαθητιχαι φροντίδες να έξορίσουν άπο της καρδίας μου την έκ της μονώσεως μελαγχολίαν, και να έξαλείφουν άπο της μνήμης μου τας κακοπαθείας, οσας δπέστην, έν τό ξένό. Προς άνταλλαγην έγω θα έπροθυμούμην να τό διηγωμαι τα θαυμάσια των ξένων χωρων, τας περιπλανήσεις και τα κατορθώματά μου, και θα ημην πρόθυμος να τό άγοράζω ο,τι άγαπ να την όδηγω είς τους χορους και τας πανηγύρεις να την προικίσω, και τέλος να χορεύσω είς τους γάμους της. 'Αλλ α την άδελφην ταύτην την έφανταζόμην ώραίαν και συμπαθητικήν, άνεπτυγμένην καί εξυπνον, με

30 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ γράμματα, μ χεφοτεχνήματα, μ ολας εν γένει τας άρετάς, οσας είχον αί κόραι τών χωρών, οπου εζων μέχρι τότε. Και άντί τούτων ολων τί εδρον; 'Ακριβώς το άντίθετον. ΙΗ θετή μου άδελφη ητον άκόμη μικρά, καχεκτική, κακοσχηματισμένη, κακόγνωμος, και προ πάντων δύσνους, τόσον δύσνους, ωστε εuθuς εξ άρχης μ' ενέπνευσε άντιπάθειαν. - Δός το πίσου το Κατερινιώ, ελεγον μίαν.ημέραν εις την μητέρα μου. Δός το πίσου, αν μ' άγαπ ς. Αότην την φοραν σ το λέγω μ τα σωστά μου! 'Εγω θα σ φέρω μίαν αλλην άδελφην άπο την Πόλι! <Ένα εuμορφο κορίτσι, ενα εξυπνο κορίτσι, ποu να στολίσό μίαν.ημέραν το σπίτι μας. 'Έπειτα περιέγραψα μ τα ζωηρότερα χρώματα, όποίόν θα ητο το ορφανόν, το όποίόν εμελλον να της φέρω, και πόσον πολu θα το ήγάπων. <Όταν ϋψωσα τα βλέμματά μου προς αότήν, είδον μετ' εκπλήξεώς μου, οτι τα δάκρυά της ερρεον σιγαλα και μεγάλα επι τών ώχρών αότης παρειών, εν οι ταπεινωμένοι της οφθαλμοι εξέφραζον μίαν άπερίγραπτον θλίψιν! - "Ω! είπε μετ' άπελπιστικης εκφράσεως. 'Ενόμισα οτι au θα άγαπήσός την Κατερινιω περισσότερον άπο τοuς αλλους, άλλα άπατήθηκα! 'Εκείνοι δ ν θέλουν διόλου άδελφήν, και cru θέλεις μίαν αλλην. Και τί φταίγει το φτωχό, σαν εγινεν οπως το επλασεν ό Θεός; ''Αν είχες μίαν άδελφην ασχημην και μ ολίγον νουν, θα την εβγαζες δι' αότο μέσα στοuς δρόμους για να πάρός μίαν αλλ ην εuμορφην και γνωστικήν;

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 31 - 'Όχι, μητέρα! Βέβαια οχι! απήντησα εγώ. Μα εκείνη θα ητο παιδί σοu, καθως και εγώ. Έν αότη δεν σου είναι τίποτε. Μας είναι ολως διόλοu ξένη. - 'Όχι! ανεφώνησεν ή μήτηρ μοu μετα λuγμών, οχι! Δεν είναι ξένο το παιδί! Είναι δικό μοu! ΤΟ επηρα τριών μηνών απο πάνω απο το λείψανο της μάνας τοu καί, όσάκις εκλαιγε, του εβαζα το βuζί μοu στο στόμα τοu, για να το πλανέσω και το ετύλιξα μέσ' στα σπάργανά σας, και το εκοίμισα μέσ' στην κούνια σας. Είναι δικό μοu το παιδί και είναι αδελφή σας! Μετα τας λέξεις ταύτας, τας όποίας επρόφερεν ισχuρώς και μετ' επιβλ ητικου τρόποu, ϋψωσε την κεφαλην αότης και με παρετήρησεν ασκαρδαμuκτί. Έπερίμενε προκλητικώς την απάντησίν μοu. 'Αλλ' εγω δεν ετόλμησα να προφέρω λέξιν. Τότε εχαμήλωσε πάλιν τους όφθαλμους και εξηκολούθησε με ασθενη φωνην και θλιβερον τόνον: - 'Έ! τί να γίνό! Κ' εγω το ηθελα καλλίτερο, μα ή άμαρτία μοu, βλέπεις, δεν εσώθηκεν ακόμη. ΚαΙ το εκαμεν ό Θεος τέτοιο, δια να δοκιμάσό την uπομονή μοu, και να με σχωρέσό. Εόχαριστώ σε, Κύριε! ΚαΙ ταυτα λέγοuσα, εθηκε την δεξιαν επι του στήθοuς, ϋψωσε τους όφθαλμους αότης πλήρεις δακρύων προς τον οόρανόν, και εμεινεν οϋτως επί τινας στιγμας σιγώσα. - Κάτι θα εχός στην καρδιά, μητέρα, είπον τότε μετά τινος δειλίας. Μη θuμώνης. ΚαΙ λαβων εφίλησα την παγεραν αότης χείρα προς εξιλέωσιν. - Ναί! είπεν εκείνη αποφασιστικώς. 'Έχω κάτι εδώ μέσα βαρύ, πολυ βαρύ, παιδί μοu. Ως τώρα το γνωρίζει

32 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ μόνον ό Θεος και ό πνευματικός μου. Έσυ είσαι διαβασμένος και συντυχαίνεις καμμια φορα σαν τον ϊδιον τον πνευματικο και καλλίτερα. Σήκω κλείσε τη θύρα, και κάτσε να σε το πω, ϊσως και με παρηγορήσός όλίγο, 'ίσως με λυπηθός, και αγαπήσός το Κατερινιώ, σαν ναταν αδελφή σου. ΟΙ λόγοι οδτοι, και ό τρόπος με τον όποίόν τους επρόφερεν, ενέβαλον την καρδίαν μου εις μεγάλην ταραχήν. Τί είχε να μ' εμπιστευθό ή μήτηρ μου χωριστα απο τους αδελφούς μου; <Όλας τας κατα την απουσίαν μου δυστυχίας της μοι τας είχεν αφηγηθη. <Όλον τον προτού της βίον τον εγνώριζον ώσαν παραμύθι. ΤΙ ητο λοιπον αότο που μας απέκρυπτε μέχρι τουδε; που δεν ετόλμησε να φανερώσό εις κανένα πλήν του Θεου και του πνευματικου της; <Όταν επανηλθον να καθήσω πλησίον της, ετρεμον τα γόνατά μου εξ αορίστου αλλ' ίσχυρου τινος φόβου. H μήτηρ μου εκρέμασε την κεφαλήν, ώς κατάδικος, οστις ϊσταται ενώπιον του κριτου του με την συναίσθησιν τρομερου τινος εγκλήματος. - Το θυμασαι το Άννιώ μας; με ήρώτησε μετά τινας στιγμας πληκτικης σιωπης. - Μάλιστα, μητέρα! πως δεν το θυμουμαι! Ή ταν ή μόνη μας αδελφή, κ' εξεφύχησεν εμπρός στα μάτια μου. - Ναί! με είπεν, αναστενάξασα βαθέως, αλλα δεν ητο το μόνο μου κορίτσι! Έσυ είσαι τέσσαρα χρόνια μικρότερος απο το Χρηστάκη. <Ένα χρόνο κατόπι του, εκαμα την πρώτη μου θυγατέρα.

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 33 ΤΗ ταν τότε κοντα ποu επαντρολογιέτο ό Φώτης ό Μυλωνας. o μακαρίτης ό πατέρας σου παράργησε το γαμο τους, ως που ν αποσαραντισω εγω, για να τους στεφανώσουμε μαζί. 'Ήθελε να με βγάλό κ' εμένα στον κόσμο, για να χαρώ σαν πανδρευμένη,, άφοί) κορίτσι δεν -, μ αφηκεν η γιαγια σου να χαρω., " Το πρωι τοuς στεφανώσαμε, και το βράδυ ηταν οι καλεσμένοι στο σπίτι τους και επαίζαν τα βωλια και ετρωγεν ό κόσμος μέσα στην αόλή, κ' εγόρνα ή κανάτα με το κρασι άπο χέρι σε χέρι. ΚαΙ εκαμεν ό πατέρας σου κέφι, σαν διασκεδασταος ποu ηταν ό μακαρίτης, και μ' ερριφε τό μανδήλι του, να σηκωθώ να χορέφουμε. Σαν τον εβλεπα να χορεόό, μοί) ανοιγεν ή καρδιά μου και σαν νέα ποu ημουνα, άγαποuσα κ' εγω το χορό. Κ' εχορέφαμε λοιπόν- κ' εχόρεφαν και οι αλλοι καταπόδι μας. Μά εμείς εχορέφαμε καλλίτερα και πολότερα. Σαν εκοντέφανε τα μεσάνυχτα, επηρα τον πατέρα σου παράμερα, και τον ετπα: "Ανδρα, εγω εχω παιδι στην κοόνια, και δεν 'μπορώ πια να μείνω. ΤΟ παιδι πεινq εγω εσπάργωσα. Πώς να το βυζάξω μέσ' στον κόσμο και με το καλό μου φόρεμα! Μείνε σό, αν θέλός να διασκεδάσός, άκόμα. 'Εγω θα πάρω το μωρό, να πάγω, στο σπιη. - 'Έ, καλά, γυναίκα! ετπεν ό σχωρεμένος, και μ' επαπάρισε πα στον ώμο. 'Έλα, χόρεφε κι αότο το χορο μαζί μου, και uστερα πηγαίνουμε κ' οι δόο. ΤΟ κρασι αρχισε να με χτυπα στο κεφάλι, και άφορμη γυρεόω κ' εγω να φόγω. Σαν εξεχορέφαμε κ' εκείνο το χορό, επήραμε τη στράτα.,." " " ",,

34 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ tq γαμβρος εστε λε τα πα γνιo α και μας εξεπροβόοισαν ως το μ σo το Ορόμο. Μα ε'{χαμεν άκόμη πολυ ως το σπίτι. ΓιατΙ ό γάμος εγινε στον Καρσιμαχαλα. tq οοuλος επήγαινε μπροστα με το φανάρ. to πατέρας σοι.> εσήκωνε το παιοί, και βαστοuσε και μένα άπο το χέρι. - Κοuράσθης βλέπω, γuναίκα! - ΝαΙ, Mιχαλ ό. Κοuράσθηκα. - ''Αϊντε βάλ' άκόμη κομμάτι oύναμ ως που να φθάσοuμε στο σπιτι. Θα στρώσω τα στρώματα μοναχός μοu. 'Εμετάνοιωσα που σ' εβαλα κ' εχόρεφες τόσο πολύ. - Δεν πειράζει, ανορα, τοί) είπα. ΤΟ εκαμα γ α το χατήρι crou. Αϋριο ξεκοuράζομαι πάλι. 'Έτσι ηρθαμε στο σπιτι. 'Εγω εφάσκιωσα κ' εβύζαξα το παιοι κ' εκείνος εστρωσε. to Χρηστάκης εκοιματο μαζι με την Bενετ ά, που την άφηκα να τον φuλάγό. Σε λι γο επλαγιάσαμε και μείς. 'Εκεί μέσα στον uπνο μοu, μ' εφάνηκε πως εκλαφε το παιοι Το καuμένο! είπα, οεν εφαγε σήμερα χορταστικά. ΚαΙ άκούμπησα στην κούνια τοι.> να το βuζάξω. Μα ημοuν πολυ κοuρασμένη, και οεν μποροuσα να κρατηθω. Το εβγαλα λοιπόν, και το εβαλα κοντά μοu, μέσ' στο στρωμα, και τοί) εοωσα τη ρόγα στο στόμα τοu. 'Εκεί με ξαναπηρεν ό Uπνος. Δεν ήξεύρω πόσην ωρα ηθελεν ως το ποuρνό. Μα σαν ενοιωσα να χαράζό - ας το βάλω, είπα, το παιοι στον, τοπο τοu. Μα κεί που πηγα να το σηκώσω, τι να οω! Το παιοι οεν εσάλεuε!

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 35 Έξύπνησα τον πατέρα crou' το ξεφασκ ώσαμε, το ζεστάναμε, του έτρίφαμε το μuτουδί τοu, τίποτε! "'Ηταν απεθαμένο! - ΤΟ πλάκωσες, γuνα'ίκα, το παιδί μοu! - ετπεν ό πατέρας crou και τον έπηραν τα δάκρuα. Τότε έγω αρχισα να κ αιγω στα uνατα και να εφωνι ω. α ο πατέρας crou εβαλε το χέρ τοu στο στόμα μοu και - Σούς! με ειπε. Τί φωνάζεις ετσι, βρε βώδι;» Λότο με το είπε, Θεος σχωρέστονε. Τρία χρόνια είχαμε πανδρεuμένοι, κακο λόγο δεν με ειπε. Κ' έκείνη τη στιγμη με το είπε. - "Ε; Τί φωνάζεις ετσι; Θέλε ς να ξεσηκώστις τη γειτονιά, να πό ό κόσμος πως έμέθuσες κ' έπλάκωσες το παιδί σου; Και είχε δίκτιο, που ν' άγιάσοuν τα χώματα που κοίτεται. Γιατί, αν το μάθα νεν ό κόσμος, επρεπε να σχίσω τη γη να εμβω μέσα απο το κακό μοu. 'Λλλα τί τα θέλεις! th άμαρτία είναι άμαρτία. Σαν το έθάφαμε το παιδί, κ' έγuρίσαμεν απο την έκκλησία, τότε αρχισε το θρηνος το μεγάλο. Τότε π α δεν εκλαιγα κρuφά. - Eίσα νέα και θα κάμτις κι αλλα, μ' ελεγαν. ΙΩς τόσον ό καιρος περνουσε και ό Θεος δεν μας εδιδε τίποτε. Ν ά! ελεγα μέσα μοu. ΙΩ Θεος με τιμωρεί, γιατι δεν έστάθηκα αξ α να προφuλάξω το παιδί που μ' εδωκε! Και έντρεπόμοuνα τον κόσμο, και έφοβούμην τον πατέρα crou. Γιατι κ' έκείνος ολον τον πρώτο χρόνο εκαμνε τάχα τον αλύπητο και μ' έπαρηγορουσε, για να με δώστι θάρρος. <γ στερα ομως αρχισε να γίνεται σιγανος και σuλλoγισμένος. Τρία χρόνια πέρασαν χωρις να φάγω Φωμι να πάγτι, λ ' ' δ ' " ξ 'ζ Μ' t

36 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ στην καρδιά μου. Στα τρία χρόνια κ' ϋστερα γεννήθηκες εσύ. - ';Ήταν οι πολλες οι χάρες πο\; επηρα. Σαν εγεννήθηκες εσύ, εκατάκατσεν καρδιά μου, μα δεν μέρεφε. fo πατέρας σου σε ηθελε κορίτσι και μιαν μέρα με το είπε: - Κι αύτο καλως μας ωρισε, Δεσποινιώ, μα γω το ηθελα κορίτσι. <Όταν επηγεν γιαγιά σου στον (Αγιοντάφο, εστειλα δώδεκα πουκάμισα και τρία κωνσταντινάτα, για να με βγάλό ενα σχωροχάρτι. Καί, διες, εσύ! '1σα-'ίσα εκείνον το μηνα, πο\; εγύρισεν γιαγιά σου άπο τη Γερουσαλή, με το σχωροχάρτι, εκείνο το μην α εκοιλοπονοuσα την Άννιώ. Κάθε λίγο και λιγάκι εφώναζα τη μαμίτσα. - 'Έλα δά, κυρά, να διοuμε" κορίτσι είναι; - ΝαΙ, θυγατέρα, ελεγεν μαμή. Κορίτσι. Δεν βλέπεις; Δε σε χωροuν τα ροuχα σου! - ΚαΙ να πια χαρα εγώ, σαν το ακουγα! Σαν εγεννήθη το παιδί, και βγηκεν άληθινα κορίτσι, τότε πια ηρθεν καριδά μου στον τόπο της. ΤΟ ώνομάσαμεν Άννιώ, το 'ίδιο το ονομα πο\; είχε το σχωρεμένο, για να μην άποφαίνεται πως μας λείπει κανεις άπο το σπίτι. - Εύχαριστω σε, Θεέ μου! ελεγα νύχτα και μέρα. Εύχαριστω σε άμαρτωλή, πο\; εσήκωσες την εντροπη και εξάλειφες την άμαρτία μου! ΚαΙ ε'ίχαμε πια την ' Αννιω σαν τα μάτια μας. ΚαΙ εζούλευες εσύ, και εγινες τοί) θανάτου άπο τη ζούλια σου. fo πατέρας σου σε ελεγε το άδικη μένο του, γιατι σ' άπόκοφα πολ\; νωρίς, και μ' έμάλωνε καμμια φορά, γιατι σε παραμελοuσα. Κ' εμένα καρδιά μου ερράγιζε, σαν σ' εβλεπα να χαλνας. Μα ελα πο\; δεν

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 37 έμπορουσα ν' αφήσω την 'Αννιω απο τα χέρια μου! 'Εφοβούμην πως κάθε στιγμη μπορεί να της συμβτi τίποτε. Και δ πατέρας σου, δ μακαρίτης, οσο και αν με μάλωνε κ' έκείνος, την ηθελε πια να μη στάξτι και την βρέξτι! Μα έκείνο το εόλογημένο οσο περισσότερα χάδια, τόσο δλιγώτερην ύγεία. 'Έλεγες πως έμετάνοιωσεν δ Θεος γιατι μας το εδωκε. 'Εσείς ησασθε κόκκινα κόκκινα και ζωηρα και σερπετά. 'Εκείνο, ησυχο και σιγανο και αρρωτιάρικο! 'Όταν το εβλεπα ετσι χλωμό-χλωμό, μου ηρχετο εις τον νου μου το πεθαμένο, και ή ιδέα πως έγω το έθανάτωσα αρχισε να ξανακυριεύτι μέσα μου. "Ως ποu μίαν ήμέραν απέθανε και το δεύτερο! 'Όποιος δεν το έδοκίμασε μοναχός του, παιδί μου, δεν ξεύρει τί πικρο ποτήρι ταν έκείνο. 'Ελπίδα να κάνω αλλο κορίτσι δεν ταν πλέον. o πατέρας σου είχ' αποθάνει. "Αν δεν εύρίσκετο ενας γονιος να με χαρίστι το κορίτσι του, ηθελα πάρω τα βουνα να φόγω. 'Αλήθεια ποu δεν έβγηκε καλόγνωμο. Μα οσο το είχα και το κήδευα και το κανάκευα, θαρρουσα πως το είχα δικό μου, και ξεχνουσα κείνο πωχασα, κ' ήμέρωνα τη συνείδησί μου. Καθως το λέγ' δ λόγος, ξένος παιδί 'ναι παίδεφι. Μα για μένα ή παίδεφι αότη είναι παρηγορια κ' έλαφροσύνη. Γιατί, οσο περισσότεο τυραννηθώ και χολοσκάσω, τόσο λιγώτερο θα με παιδέφτι δ Θεος για το παιδι ποu πλάκωσα. Γι' αότο -ναχτις την εόχή μου- μη με γυρεύτις τώρα να διώξω την Κατερινιώ, για να πάρω ενα παιδι καλόγνωμο και προκομμένο.

38 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΤΗΝΟΣ 'Όχι, σχι, μητέρα! άνέκραξα διακόφας αυτην άκρατήτως. Δεν γuρεuω τίποτε! ''Τ στερα άπο οσα μ' άφηγήθός, σε ζητω σuγχώρησι δια την άσπλαχνίαν μοu. Σε ύπόσχομαι ν' άγαπω την Κατερινιω σαν την άδελφή μοι.) και να μη της ε'(πω τίποτε πλέον, τίποτε δuσάρεστον. - 'Έτσι ναχός την ευχη του Χριστου και της Παναγίας! ετπεν ή μήτηρ μοι.) άναπνεόσασα. Γιατί, βλέπεις, το πόνεσε ή καρδιά μοι.) το πολλακαμμένο, και δεν θέλω να το κακολογουνε. Ξέρω κ' Ιγω μαθές; της Τόχης ητανε; Tou Θεου ητανε; Τόσο κακή και άνεπιδέξια που ετναι - την πηρα στο λαιμό μοu, έτελείωσε. rh e.κμuστήρεuσις αυτη εκαμε βαθuτάτην έπ' Ιμου Ιντόπωσιν. Τώρα μου ήνοίγησαν οι οφθαλμοί, και έκατάλαβα πολλας πράξεις της μητρός μοu, αι όποται πότε μεν Ιφαίνοντο ώς δεισιδαιμονία, ότε δε ώς αυτόχρημα μονομανίας άποτελέσματα. ΤΟ φοβερον έκετνο δuστuχημα έπηρέασε τόσον πολυ τον βίον της ολον, οσον μαλλον άπλη και Ινάρετος και θεοφοβοόμενη ητον ή μήτηρ μοu. rh σuναίσθησις του άμαρτήματος, ή ήθικη άνάγκη της Ιξαγνίσεως και το άδόνατον της Ιξαγνισεως αυτου - τι φρικτη και άμεlλικτoς Κόλασις! ΈπΙ είκοσωκτω τώρα ετη βασανίζεται ή τάλαινα γuνή χωρις να δuνηθό να κοιμίσό τον ελεγχον της cruνειδήσεώς της, ουτε εν τατς δuστuχίαις, οότε Ιν τατς ευτuχίαις της! 'Αφ' ης στιγμης εμαθον την θλιβεράν της Ιστοριαν, σuνεκέντρωσα ολην μοι.) την προσοχην εις το πως ν' άνακοuφίσω την καρδία της, προσπαθων να παραστήσω είς αυτην άφ' ένος μεν το άπρομελέτητον και άβοό-

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ 39 λητον του άμαρτήματος, αφ' έτέρου δε την ακραν του Θεου εύσπλαγχνίαν, την δικαιοσύνην αύτου, ητις δεν ανταποδίδει 'ίσα αντι 'ίσων, αλλα κρίνει κατα τους διαλογισμους και τας προθέσεις μας. ΚαΙ υπηρξε καιρός, καθ' ον επίστευον, οτι αί προσπάθειαί μου δεν εμειναν ανεπιτυχείς. 'Εν τουτοις, οταν μετα δύο ετων νέαν απουσίαν ηλθεν ή μήτηρ μου να με ίδό εν Κωσταντινουπόλει, εθεώρησα καλον να κάμω υπερ αύτης κάη επιβληηκώτερον. 'Εξενιζόμην τότε εν τ περιφανεστέρ της Πόλεως o'ίκ, εν εσχον αφορμην να γνωρισθω με τον Πατριάρχην ΊωακεΙμ τον δεύτερον. 'Eν μίαν ήμέραν συνεβαδίζομεν μόνοι uπο τας αμφιλαφείς του κήπου σκιάς, τ εξέθηκα την ίστορίαν κ' επεκαλέσθην την επικουρίαν του. Το υφιστον αύτου αξίωμα, το εξαίρετον κυρος μεθ' οδ περιβάλλεται πασα θρησκευτική του ρήτρα, εμελλεν αναμφιβόλως να εμπνεύσό είς την μητέρα μου την πεπolθησιν της αφέσεως του κρίματός της. (ο αείμνηστος εκείνος γέρων, επαινέσας τον περι τα θρησκευτικα ζηλον μου, μοι υπεσχέθη την πρόθυμον συμπρα, ξ' ιν του. ουτω λοιπον ώδήγησα μετ'όλίγον την μητέρα μου είς το Πατριαρχείον δια να εξομολογηθό είς την Παναγιότητά του. (Η εξομολόγησις διήρκεσεν πολλην ωραν, και εκ των νευμάτων και των ρημάτων του Πατριάρχου, εννόησα, οτι εχρειάσθη να διαθέσό ολην την δύναμιν της άπλης και εύλήπτου ρητορικης του, οπως επιφέρό το ποθητον αποτέλεσμα.

40 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ H χαρά μου ητον άπερίγραπτος. H μήτηρ μου άπεχαιρέτησε τον γεραρόν Πατριάρχην μετ' είλικρινοuς ευγνωμοσόνης και έξηλθε των Πατριαρχείων τόσον ευχαριστημένη, τόσον έλαφρά, ώς έαν ηρθη άπο της καρδίας αυτης μία μεγάλη μυλόπετρα. "Όταν έφθάσαμεν είς το κατάλυμά της, έξήγαγεν έκ τοϊ> κόλπου της ενα σταυρόν, δωρον της Παναγιότητός του, τον έφtλησε και ηρχισε να τον περιεργάζεται βυθιζομένη ολίγον κατ' ολίγον είς σκέφεις. - Καλος άνθρωπος, τό είπον, αυτος ό Πατριάρχης. Opίστε; Τ ώρα πια πιστεόω, οτι ηλθεν Τι καρδιά σου στον τόπον της. H μήτηρ μου δεν άπεκplθη. - Δεν λέγεις τίποτε, μητέρα; την ήρώτησα μετά τινος δισταγμου. - Τί να σε πω, παιδί μου! άπήντησε τότε σόννους καθως ητον' ό Πατριάρχης είναι σοφος και αγιος άνθρωπος. Γνωρίζει ολες τες βουλες και τα θελήματα τοϊ> Θεou, και συγχωpν τες άμαρτίες ολου τοϊ> κόσμου. Μά, τί να σε πω! Είναι καλόγερος. Δεν εκαμε παιδιά, για να μπορό να γνωρίσό τί πραγμα είναι το να σκοτώσό κανεις το '(διο το παιδί του! Οί οφθαλμοί της έπλ ηρώθησαν δακρόων και έγω έσιώπησα.