Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Ν. 3588/2007)

Σχετικά έγγραφα
ΜΠρΑθ 10689/2008 [Διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον ΠτΚ - Προληπτικά μέτρα*] (παρατ. Ι. Σπυριδάκης)

ΠΠρΠειρ 2984/2010 [Πτώχευση]

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΑΔΑ: 65Γ1Η-ΕΚΒ Αθήνα, 9 Ιουνίου 2017

Η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση ιδιωτικού χρέους που έγινε ποτέ

ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΑΔΑ: Αθήνα, 9 Ιουνίου 2017 ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Β


κατάσταση, τροποποίηση, κατάργηση, επαναφορά σε ισχύ, νέα αρίθμηση κ.λπ.), σε αντίστροφη χρονολογική σειρά.

'Αρθρο 3 : Προσωρινή δικαστική προστασία 1. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει προσωρινή δικαστική

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΠΟΛ /09/ Ανάλυση διατάξεων του Εκτου Κεφαλαίου του Πτωχευτικού Κώδικα

Συνεδρίαση 21/

Προς. Τον Υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης. και Ανταγωνιστικότητας. Κ. Μ. Χρυσοχοΐδη. Κοινοποίηση. Υπουργό Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

έχει παύσει τις πληρωμές του, κατά τη διάρκεια της οποίας ανοίγει η διαδικασία συνδιαλλαγής που επιδιώκει τη διάσωση της επιχείρησης.

ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ V ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το προς επίλυση πρόβλημα Η διαχρονική νομοθετική προσπάθεια αντιμετώπισής του... 6 ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ Ο ΝΟΜΟΣ

Συνοπτική παρουσίαση το Νέου Πτωχευτικού Κώδικα. Με τον ν. 3588/2007 θεσπίσθηκε Νέος Πτωχευτικός Κώδικας, ο οποίος:

4. Ποιοι δεν μπορούν να υπαχθούν στη διαδικασία; Στη διαδικασία δεν μπορούν να υπαχθούν:

Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Οικονομίας και

Θέμα: Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007) και του ν. 3808/2009, που αφορούν στη διαδικασία συνδιαλλαγής

Taxlive - Επιμόρφωση Λογιστών Λογιστικά Προγράμματα & Υπηρεσίες Λογιστικής Ενημέρωσης

Απόφαση Αναστολής Πλειστηριασμού Κατοικίας σε Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά

ΠΟΛ: Αθήνα, 15 Ιουλίου ΠΡΟΣ: Ως Π.Δ.

ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ

Οδηγίες για την υποβολή αίτησης ρύθµισης των οφειλών υπερχρεωµένων φυσικών προσώπων στο Ειρηνοδικείο

Ρύθμιση 120 Δόσεων για Οφειλές

ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΣΕ ΕΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΟ ΝΟΜΟ

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΩ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ & ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΗΜΟΣΙΩΝ

Ενημερωτικό σημείωμα για το νέο νόμο 3886/2010 για τη δικαστική προστασία κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. (ΦΕΚ Α 173)

ΧΡΕΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ Το ισχύον νομοθετικό καθεστώς ν.4321 με τροπ. με ν.4337/2015

Απαντήσεις σε 34+1 ερωτήσεις για τη ρύθμιση κόκκινων δανείων

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

«Στηρίζουμε τις επιχειρήσεις μέσα στην κρίση. Προστατεύουμε θέσεις εργασίας»

Α. Πεδίο εφαρμογής ΠΟΛ. 1213

ΠΠρΑθ 216/2010 [Πτώχευση. Διαδικασία συνδιαλλαγής]

Ο ΠΡΟΕ ΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εκδίδοµε τον ακόλουθο νόµο που ψήφισε η Βουλή:

Η θέση του ετερόρρυθμου εταίρου μετά την ισχύ του Ν. 4072/2012

Συνήγορος του Καταναλωτή Νομολογία ΠολΠρωτΑθ 528/2002

ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ. Τμήμα Πρώτο. Σύσταση της εταιρίας

Θεσμική Αναμόρφωση της Προ-πτωχευτικής Διαδικασίας Εξυγίανσης Επιχειρήσεων

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΥΠΕΡΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ, ΣΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ.

AΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ. Μελέτη Πραγματικών Υποθέσεων

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «CETA ALMA & ΣΙΑ Ε.Ε» ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ

ΝΕΑ Ρύθμιση Παλαιών Ληξιπρόθεσμων Οφειλών που δημιουργήθηκαν μέχρι τις 31/12/2012 (μέχρι ).

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Υποπαράγραφος ΣΤ.1.

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Εφαρμοστέο δίκαιο στα έναντι τρίτων αποτελέσματα των εκχωρήσεων απαιτήσεων. Πρόταση κανονισμού (COM(2018)0096 C8-0109/ /0044(COD))

ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. ΑΔΑ:ΨΘΡΠ46ΜΠ3Ζ-1ΩΔ Αθήνα, 8 Μαρτίου 2018

Αρθρο 51. Ρύθμιση οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση

Ποιοι μπορούν να «μπουν» στον εξωδικαστικό συμβιβασμό *14 ερωτήσειςαπαντήσεις

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της Γραμματέως

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ. β. Του Π.Δ. 111/14 (ΦΕΚ Α 178) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών».

ΠΟΛ /

2. ΠΟΙΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΡΥΘΜΙΖΟΝΤΑΙ

Σηµειώσεις Πτωχευτικού ικαίου. Βιβλίο: «Πτωχευτικό ίκαιο» Ευάγγελος Περάκης

Ημερίδα Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ Ν.Δ. 356/1974, Ν. 2238/1994, Ν. 2859/2000 ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.1.: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ

Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ Ν. 4469/2017

Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ/ΚΦΔ (ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τον ν. 4223/2013 ΦΕΚ 287Α )

669/2013 ΜΠΡ ΑΘ ( ) (Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Συχνές Ερωτήσεις για τον Κώδικα Δεοντολογίας του ν.4224/2013

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Οι δυνατότητες του Ν. 4307/2014 για την Ρύθμιση «Κόκκινων Δανείων» Μικρών Επιχειρήσεων & Επαγγελματιών (Άρθρα 60-61)

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Υπαγωγή ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ στη διαδικασία του Εξωδικαστικού Μηχανισμού ρύθμισης Οφειλών (Νόμος 4469/2017 ΦΕΚ Α 62) Ιούνιος 2017

Εφαρμογή του νόμου 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων Ερωτήσεις και Απαντήσεις

χέδιο Νόμου για ηη Ρύθμιζη Οθειλών Υπερχρεωμένων Φυζικών Προζώπων Δεφτερη ευκαιρία για τουσ υπερχρεωμζνουσ πολίτεσ

Μάθημα: Χρηματοοικονομική Λογιστική ΙΙ 6 η εισήγηση

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 59/2017 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 3016/2002

«Επιτροπή Διαχείρισης Υπερημερίας και Κρίσεων»

Ενώπιον του Πολυµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τµήµα Εκούσιας ικαιοδοσίας)

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.3851, 30/4/2004 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 1997 ΜΕΧΡΙ 2004

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: Πίνακας Α

Εργασιακά Θέματα «Το νέο καθεστώς της Μεσολάβησης Διαιτησίας μετά τον Ν. 4303/2014»

ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.» ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΑΥΤΟΥ ΑΦΜ

Ζητήματα από τη διενέργεια του πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα

Το πλαίσιο των ρυθμίσεων για δάνεια των μικρο-μεσαίων

Ε.Ε. Παρ.Ι(Ι), Αρ. 4349, (Ι)/2012 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΝΟΟΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΣΤΙΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

JUR.4 EΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ. Βρυξέλλες, 20 Μαρτίου 2019 (OR. en) 2018/0900 (COD) PE-CONS 1/19 JUR 15 COUR 2 INST 4 CODEC 46

Ο νέος νόμος για τις ανώνυμες εταιρείες 4548/2018

ΕΞΩΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ AΡΧΗ ΚΗΡΥΧΘΕΙΣΕΣ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Πειραιάς, 15 Ιουλίου 2016

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL) Αρθρο :0. Αρθρο :1 Πληροφορίες Νομολογίας & Αρθρογραφίας :12

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 56 έως 68 του ν. 4549/2018 (ΦΕΚ Α 105/ ) «Τροποποιήσεις του ν. 3869/2010 (Α 130)»

ε) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την οφειλές πτωχών οφειλετών.

Ρύθμιση χρεών επιχειρήσεων, ελευθέρων επαγγελματιών, ομόρρυθμων εταίρων και αγροτών

Taxlive - Επιμόρφωση Λογιστών Λογιστικά Προγράμματα & Υπηρεσίες Λογιστικής Ενημέρωσης

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Transcript:

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ (Ν. 3588/2007) Εισαγωγή Με το νέο Πτωχευτικό Κώδικα (ν. 3588/2007), συγκεκριμένα με τα άρθρα του 99-106, εισήχθη η «διαδικασία συνδιαλλαγής», ως ένα από τα πλέον κρίσιμα μέτρα -σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην έκθεση της συντακτικής επιτροπής- για τη διάσωση επιχειρήσεων σε προπτωχευτικό επίπεδο, η οποία, χωρίς προηγούμενο πρότυπο στο ισχύον δίκαιο, σε βασικές και μόνο γραμμές και με πολλές αποκλίσεις, έλαβε υπόψη το νεότερο γαλλικό θεσμό της procedure de conciliation και συνδυάζει τις συμβατικές ρυθμίσεις πιστωτών και οφειλέτη, ως συλλογική διαδικασία σε συμβατικό και δικαστικό πλαίσιο, προβλέπεται δε ότι θα δώσει στους οφειλέτες, πριν φτάσουν σε κατάσταση παύσης των πληρωμών, τη δυνατότητα αναζήτησης νέων χρηματικών μέσων για την ανόρθωση των επιχειρήσεών τους. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται σε κάθε οφειλέτη, που θα πληρούσε τις υποκειμενικές προϋποθέσεις της πτώχευσης 1. Κατά το προϊσχύσαν καθεστώς του νόμου 1892/1990, οι επιχειρήσεις που διέρχονταν οικονομική κρίση είχαν την δυνατότητα να προβούν σε εκούσια εξυγίανση με την επιλογή κάποιας από τις διαδικασίες αναδιοργάνωσης που προβλέπονταν από το νόμο αυτό. Ειδικότερα, υπήρχε η δυνατότητα περιορισμού των χρεών με συμφωνία της επιχείρησης με τους πιστωτές της, είτε απευθείας μεταξύ τους, με βάση το περιβόητο άρθρο 44, είτε με τη μεσολάβηση επιτρόπου. Επιπλέον, παρείχετο η δυνατότητα εναλλακτικών διαδικασιών εκκαθάρισης μέσω της εκποίησης της περιουσίας της επιχείρησης ή της πώλησης του ενεργητικού της με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό. Με την θέσπιση ωστόσο του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας και εφεξής ΠτΚ), το καθεστώς εξυγίανσης των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων άλλαξε άρδην, καθώς ο νομοθέτης έθεσε ως βασική προτεραιότητα την αποφυγή διάλυσης των μεγάλων ιδίως επιχειρήσεων και την εξυγίανση των βιώσιμων εξ αυτών. Η πρόθεση αυτή αποτυπώθηκε στο άρθρο 1 ΠτΚ, σύμφωνα με το οποίο: «Η πτώχευση 1 Βλ. Αιτιολογική έκθεση της Νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, Κεφάλαιο 6 ο, Διαδικασία συνδιαλλαγής. 1

αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του ή με άλλο τρόπο που προβλέπεται από σχέδιο αναδιοργάνωσης και ιδίως με τη διατήρηση της επιχείρησης του». Στα πλαίσια αυτά, ο νέος νόμος εισήγαγε τον θεσμό της διαδικασίας συνδιαλλαγής, δια της οποίας παρέχεται η δυνατότητα σε επιχειρήσεις που ευρίσκονται σε κατάσταση οικονομικής κρίσης να αναδιοργανωθούν και παράλληλα να αποφύγουν την άλλως αναπόδραστη περιέλευσή τους σε κατάσταση πτώχευσης. Ο προπτωχευτικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής αποδεικνύεται άλλωστε από το γεγονός, ότι μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής της αποτελεί και η έλλειψη παύσης πληρωμών της υπό εξυγίανση επιχείρησης. Συνοπτική Θεώρηση της Διαδικασίας Συνδιαλλαγής Επιχειρώντας μία συνοπτική θεώρηση του νεοεισαχθέντος θεσμού, πριν την αναλυτικότερη και κατ άρθρο προσέγγισή του, μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 99 του κώδικα, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί εμπορική δραστηριότητα, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό, μπορούν να προσφύγουν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της έδρας τους με αίτησή που συζητείται κατά την εκούσια δικαιοδοσία και να ζητήσουν το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, εφόσον επικαλεστούν και αποδείξουν παρούσα ή προβλέψιμη οικονομική αδυναμία. Η ανωτέρω αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει αναλυτική περιγραφή της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, τον κοινωνικό ρόλο που επιτελεί αυτή σε σχέση τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί, καθώς και τα προτεινόμενα μέσα χρηματοδότησης της. Το δε δικαστήριο μπορεί, αν το θεωρήσει σκόπιμο, να διορίσει εμπειρογνώμονα, προκειμένου να εξακριβώσει την πραγματική οικονομική κατάσταση της αιτούσας επιχείρησης. Περαιτέρω, το δικαστήριο, εφόσον πιθανολογήσει το βάσιμο της αίτησης και την σκοπιμότητα υπαγωγής της επιχείρησης στην διαδικασία συνδιαλλαγής, ορίζει μεσολαβητή, ο οποίος έχει ως αποστολή τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών που εκπροσωπούν τουλάχιστον την πλειοψηφία των απαιτήσεων κατά αυτού. Η δράση του μεσολαβητή αποβλέπει στη διάσωση της επιχείρησης και την άρση των οικονομικών δυσχερειών της, ιδίως με τη μείωση των εναντίον της απαιτήσεων και την παράταση του ληξιπρόθεσμού τους. Για την επίτευξή του 2

σκοπού αυτού, ο μεσολαβητής έχει στη διάθεση του προθεσμία τεσσάρων μηνών 2, η οποία μπορεί να παραταθεί για έναν ακόμη μήνα με απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, κατόπιν σχετικής αίτησής του. Το περιεχόμενο της μεσολαβητικής συμφωνίας καθορίζεται από την ελεύθερη διαπραγμάτευση και την συναλλακτική βούληση των μερών. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιτευχθεί τελικά συμφωνία εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η διαδικασία συνδιαλλαγής περατώνεται με αμετάκλητη απόφασή του πτωχευτικού δικαστηρίου. Εάν ωστόσο ευδοκιμήσει η προσπάθεια του μεσολαβητή και επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών, απαιτείται η επικύρωσή της από το ίδιο δικαστήριο εντός δέκα ημερών από την υπογραφή της. Το δικαστήριο ωστόσο μπορεί να μην επικυρώσει την επιτευχθείσα συμφωνία, αν η διάρκεια του προβλεπόμενου σε αυτήν διακανονισμού υπερβαίνει τα τέσσερα έτη 3, καθώς και στις περιπτώσεις που θίγονται συμφέροντα μη συμβληθέντων πιστωτών και δεν εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα της επιχείρησης. Το ίδιο εξάλλου ισχύει, εφόσον ο οφειλέτης βρίσκεται κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας σε κατάσταση παύσης πληρωμών. Η δικαστική επικύρωση της συμφωνίας περατώνει την διαδικασία της συνδιαλλαγής και επιφέρει ιδιαίτερα ευνοϊκές έννομες συνέπειες για τον οφειλέτη, καθώς κατά τη διάρκεια ισχύος της αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των πιστωτών, συμβληθέντων ή μη, κατά αυτού, των συνοφειλετών και των εγγυητών του, καθώς και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του. Επιπλέον, απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε μέτρου συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης και της κήρυξής του οφειλέτη σε πτώχευση, για περίοδο ενός έτους 4 από την έκδοση της απόφασης και αίρεται αυτοδικαίως η απαγόρευση έκδοσης επιταγών, που είχε επιβληθεί στον οφειλέτη πριν την έναρξη της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Η συμφωνία λύεται αυτοδικαίως με την λήξη της διάρκειας ισχύος της, μπορεί όμως να λυθεί και πρωθύστερα, κατόπιν αιτήσεως συμβληθέντος πιστωτή για τον 2 Η αρχική ρύθμιση του ν. 3588/2007 προέβλεπε προθεσμία δύο μηνών. Η εν λόγω τροποποίηση επήλθε με το άρθρο 34 1 του ν. 3858/2010 και θα ισχύσει για τη μεταβατική περίοδο από τη δημοσίευση του τελευταίου νόμου μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2014. Με το πέρας της μεταβατικής περιόδου, η εν λόγω τροποποίηση του Πτωχευτικού Κώδικα καταργείται αυτοδικαίως και από 1 ης Ιανουαρίου 2015 η τροποποιούμενη διάταξη του Πτωχευτικού Κώδικα επανέρχεται σε ισχύ ως είχε, ήτοι ο μεσολαβητής θα ορίζεται για περίοδο 2 μηνών. 3 Η αρχική ρύθμιση του ν. 3588/2007 κάνει λόγο για διάρκεια ισχύος της συμφωνίας πέραν των δύο ετών. Ισχύουν όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη υποσημείωση, ήτοι η τροποποίηση επήλθε με το άρθρο 34 1 του ν. 3858/2010 και θα ισχύσει για τη μεταβατική περίοδο από τη δημοσίευση του τελευταίου νόμου μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2014. Με το πέρας της μεταβατικής περιόδου, η εν λόγω τροποποίηση του Πτωχευτικού Κώδικα καταργείται αυτοδικαίως και από 1 ης Ιανουαρίου 2015 η τροποποιούμενη διάταξη του Πτωχευτικού Κώδικα επανέρχεται σε ισχύ ως είχε. 4 Αρχικώς το άρθρο 104 1 περ. στ έκανε λόγο για περίοδο έξι μηνών. Ισχύουν όσα αναφέρθηκαν στις ανωτέρω υποσημειώσεις και από 1 ης Ιανουαρίου 2015 η τροποποιούμενη διάταξη του Πτωχευτικού Κώδικα επανέρχεται σε ισχύ ως είχε. 3

λόγο της μη τήρησης των συμπεφωνημένων. Το δικαίωμα αυτό αναγνωρίζεται και στους μη συμβαλλόμενους πιστωτές, εφόσον ισχυριστούν με την αίτησή τους, ότι, παρά τα προτεινόμενα μέτρα, η βιώσιμη συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη είναι αδύνατη. Με τη λύση όμως της συμφωνίας, οι πιστωτές αναλαμβάνουν πλήρως το υπόλοιπο των απαιτήσεων τους, γεγονός που αποτελεί εν τέλει ισχυρό κίνητρο προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τον οφειλέτη και γενικότερα να συνδράμουν στη συνέχιση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Παρατηρείται, κατόπιν των ανωτέρω, ότι με την εισαγωγή της διαδικασίας συνδιαλλαγής, οι οφειλέτες αποκτούν πλέον μια πραγματική ευκαιρία να μειώσουν ή να εξαλείψουν τις οικονομικές τους εκκρεμότητες, παραμένοντας στα ηνία της επιχείρησής τους και ταυτόχρονα σε ασφαλή απόσταση από την πτωχευτική διαδικασία. Εκτός αυτού, η διαδικασία της συνδιαλλαγής, έχοντας σαν κύριο σκοπό της την αναζήτηση και ανεύρεση νέων χρηματικών πόρων για την αποτελεσματική επαναφορά της επιχείρησης σε κατάσταση τέτοια, που να μπορεί να αντιμετωπίσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις και να μην διαιωνίζονται καταστάσεις αμφίβολης βιωσιμότητας, περιορίζει τη διάρκεια της συμφωνίας σε μία τετραετία 5, ενόψει και των συνεπειών, που έχει και για τους μη συμβαλλόμενους πιστωτές. Νομική Φύση της Διαδικασίας Συνδιαλλαγής Ο οφειλέτης με τη διαδικασία συνδιαλλαγής τίθεται υπό την προστασία της δικαιοσύνης. Πρόκειται, καταρχήν, για μια συμβατική, συναινετική διαδικασία, για μια συμφωνία μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών πριν από την παύση των πληρωμών, που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας. Θα πρέπει ωστόσο να συνεκτιμάται η ουσιαστική παρέμβαση του δικαστηρίου, αφού αυτό μπορεί να μην επικυρώσει την ως άνω συμφωνία για τους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 103 παρ. 2 ΠτΚ 6. Βάσει των ανωτέρω χαρακτηριστικών υποστηρίζεται, κατά μία άποψη, ότι η διαδικασία συνδιαλλαγής αποτελεί «προλαμβάνουσα συλλογική διαδικασία» 7 ενώ κατ άλλη άποψη, λόγω μη εφαρμογής στη διαδικασία αυτή της αρχής της ισότητας των πιστωτών, δεν θεωρείται συλλογική διαδικασία ή θεωρείται μία «ατελής συλλογική 5 Βλ. όμως και υποσημείωση υπ αριθ. 3, ως προς την επιτρεπόμενη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας. 6 Βλ. Λ. Κοτσίρη, Η διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον Πτωχευτικό Κώδικα, 1 η έκδοση, 2010, αρ. 19, σελ. 12. 7 Βλ. F.-X. Lucas/d Herve Lecuyer, La réforme des procedures collectives (L.G.D.J.) 2006, Art. 611-4 σ. 20. 4

διαδικασία» 8. Η συνέπεια της μη επέκτασης της δέσμευσης από τη συμφωνία συνδιαλλαγής σε πιστωτές, οι οποίοι δεν την υπέγραψαν συνάδει με την τελευταία αυτή άποψη. Ωστόσο, ο σκοπός της διαδικασίας για έξοδο του οφειλέτη από την οικονομική κρίση και η όλη διαμόρφωσή της μέσα σε ένα νομικό πλαίσιο στενά καθορισμένο, η ανάγκη συμμετοχής της πλειοψηφίας των πιστωτών, οι παρεπόμενες συνέπειες ως προς τους μη υπογράψαντες πιστωτές και γενικά οι επιπτώσεις της διαδικασίας αυτής ως προς την εξυγίανση και διάσωση του οφειλέτη, επιτρέπουν να θεωρηθεί ως συλλογική συναινετική διαδικασία που λειτουργεί στο πλαίσιο της συμβατικής αυτονομίας 9. Προϋποθέσεις υπαγωγής στη διαδικασία της συνδιαλλαγής 1. Φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 1 ΠτΚ: «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 1, το οποίο αποδεικνύει οικονομική αδυναμία, παρούσα ή προβλέψιμη, χωρίς να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης των πληρωμών του, μπορεί να ζητήσει από το πτωχευτικό δικαστήριο το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτουν τόσο οι υποκειμενικές όσο και οι αντικειμενικές προϋποθέσεις υπαγωγής στη διαδικασία της συνδιαλλαγής. Το άρθρο 2 1 ΠτΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 99 1 ΠτΚ, ορίζει: «Πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι, καθώς και οι ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στη διαδικασία συνδιαλλαγής μπορεί να υπαχθεί κάθε οφειλέτης που σε περίπτωση πτώχευσης θα είχε πτωχευτική ικανότητα κατά το άρθρο 2 1 ΠτΚ, ήτοι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έμπορος ή ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει οικονομικό σκοπό. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας αυτής, από άποψη υποκειμένου, ταυτίζεται με αυτό της πτώχευσης 10. Απαραίτητη κρίνεται η ύπαρξη της εμπορικής ιδιότητας στο πρόσωπο του υποκειμένου, η οποία μπορεί να έχει αποκτηθεί είτε κατά το ουσιαστικό 11 είτε κατά 8 Έτσι, M. Jeantin/P. Le Cannu, Droit Commercial, Entreprises en difficulté, 7η έκδοση, 2006, αρ. 83 σελ. 61. 9 Βλ. Λ. Κοτσίρη, ό.π., αρ. 20, σελ. 13 και νομολογιακά ΜΠρΑθ 10689/2008, ΔΕΕ 2009, 73, ΠΠρΘεσ/νίκης 28664/2008, ΕπισκΕΔ 2008, 911 με Εισ. Σημ. Κ. Παμπούκη. 10 Βλ. και Λ. Κοτσίρη, ό.π., αρ. 21, σελ. 15. 11 Βλ. άρθρο 1 Ε.Ν., σύμφωνα με το οποίο έμπορος είναι «ο κατά σύνηθες επάγγελμα ενεργών πράξεις εμπορικάς», συνεπώς εκείνοι που δεν ασκούν εμπορικό επάγγελμα (π.χ. ιατρός, δικηγόρος, δημόσιος υπάλληλος κ.λπ.) δεν μπορούν κατ επέκταση να υπαχθούν στη διαδικασία συνδιαλλαγής. 5

το τυπικό κριτήριο. Συνεπώς οι διατάξεις των άρθρων 99-106 ΠτΚ δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε εκείνον που έπαυσε να είναι έμπορος ή στον αποβιώσαντα έμπορο. Ωστόσο, ο κληρονόμος αποβιώσαντος εμπόρου μπορεί να είναι υποκείμενο της διαδικασίας συνδιαλλαγής εφόσον ως προς αυτόν και μόνον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 99 1 ΠτΚ, ανεξάρτητα αν η οικονομική του αδυναμία αφορά σε απαιτήσεις τρίτων που προήλθαν από την ίδια του εμπορική ή άλλη δραστηριότητα ή σε απαιτήσεις που βαρύνουν αυτόν ως καθολικό διάδοχο του αποβιώσαντα δικαιοπαρόχου 12. Βάσει των ανωτέρω, στη διαδικασία συνδιαλλαγής μπορεί να υπαχθεί και κάθε εμπορική εταιρία με νομική προσωπικότητα, όπως η ανώνυμη εταιρία, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, καθώς και η ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρία, εφόσον επιδιώκουν εμπορικό ( ή οικονομικό σκοπό), ο συνεταιρισμός και η ναυτική εταιρία. Εμπορικές εταιρίες χωρίς νομική προσωπικότητα, όπως η αφανής ή συμμετοχική εταιρία και η συμπλοιοκτησία, δεν μπορούν να υπαχθούν στη διαδικασία αυτή 13. Ομοίως δεν υπάγονται, ως στερούμενα πτωχευτικής ικανότητας, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και οι δημόσιοι οργανισμοί (αρθρ. 2 2 ΠτΚ). Αντίθετα, δημόσιες ή δημοτικές επιχειρήσεις, υπό εταιρική μορφή με νομική προσωπικότητα (ΑΕ), μπορούν να αποτελέσουν υποκείμενα της διαδικασίας 14. Γίνεται γενικά δεκτό ότι πτωχευτική ικανότητα έχουν και οι εμπορικές εταιρίες που βρίσκονται σε καταστάσεις μετασχηματισμού υπό ευρεία έννοια, όπως η λυθείσα της οποίας η εταιρική εκκαθάριση και η διανομή της εταιρικής περιουσίας δεν ολοκληρώθηκαν, η άκυρη εταιρία, η υπό ίδρυση εταιρία. Ως προς αυτές, ωστόσο, θα πρέπει να ερευνάται τόσο από το δικαστήριο όσο και από το μεσολαβητή το πραγματικό της ύπαρξης και δυνατότητας διάσωσης και συνέχισης της επιχείρησης που βρίσκεται ήδη σε εταιρική εκκαθάριση ή σε άλλες ατελείς φάσεις εταιρικής ύπαρξης, δεδομένου ότι για να αποτελέσουν υποκείμενα της διαδικασίας συνδιαλλαγής πρέπει να είναι βιώσιμες. Στο εν λόγω συμπέρασμα οδηγούμαστε λαμβανομένου υπόψη ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι απλά συναινετική διαδικασία μόνον αποπληρωμής χρεών, αλλά πρωτίστως άρσης των οικονομικών δυσκολιών του οφειλέτη, συνέχισης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και διάσωσης της επιχείρησης, όπως προκύπτει από το αντικείμενο της αποστολής του μεσολαβητή 12 Βλ. Λ. Κοτσίρη, ό.π., αρ. 21, σελ. 15. 13 Βλ. Λ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 7 η έκδ., 2008, αρ. 35, σελ. 104. 14 Βλ. αναλυτικότερα για την πτωχευτική ικανότητα φυσικών και νομικών προσώπων Λ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, ό.π., αρ. 31-94. 6

(αρθρ. 101 1 ΠτΚ) και ότι το δικαστήριο έχει την ευχέρεια μη επικύρωσης της συμφωνίας λόγω μη διαφαινόμενης διάρκειας της επιχειρηματικής δραστηριότητας (αρθρ. 103 2 περ. β' ΠτΚ) 15. Ως προς τις ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα, προκύπτει εκ νόμου η δυνατότητα υπαγωγής τους στις διατάξεις των άρθρων 99-106 ΠτΚ, εφόσον έχουν οικονομικό σκοπό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ενώσεων προσώπων με νομική προσωπικότητα αποτελούν η αστική εταιρία (αρθρ. 741, 784 ΑΚ) και ο Ευρωπαϊκός Όμιλος Οικονομικού Σκοπού (Καν. 2137/85, πδ. 38/1992). Η έννοια του «οικονομικού σκοπού» γίνεται δεκτό ότι σημαίνει επιδίωξη οικονομικής δραστηριότητας, η οποία νοείται ως η μη εξαρτημένη δραστηριότητα στο χώρο της βιομηχανίας, του εμπορίου, της βιοτεχνίας, των ελευθέρων επαγγελμάτων, της παραγωγής προϊόντων ή της παροχής υπηρεσιών, όπως ενδεικτικά η δραστηριότητα οργανισμού έρευνας και τεχνολογίας, τεχνικής βοήθειας, γραφείων εξαγωγών, επιχειρήσεων δημοσκοπήσεων, έρευνας αγοράς, αναζήτησης προσωπικού επιχειρήσεων, διαφήμισης, αντιπροσωπειών, φροντιστηρίων, επαγγελματικών εταιριών, φορολογικών συμβούλων 16. 2. Οικονομική αδυναμία παρούσα ή προβλέψιμη Μη περιέλευση σε κατάσταση παύσης πληρωμών Η διαδικασία συνδιαλλαγής, ως διαδικασία πρόληψης της πτώχευσης, προϋποθέτει οικονομική αδυναμία, παρούσα ή προβλέψιμη και μη είσοδο στην κατάσταση παύσης των πληρωμών. Γι αυτό η διαδικασία αυτή δεν είναι δυνατή για τους οφειλέτες, οι οποίοι ήδη αδυνατούν να ανταποκριθούν στις οικονομικές υποχρεώσεις τους κατά τρόπο μόνιμο και γενικό. Αυτοί, εάν και εφόσον θα συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναδιοργάνωσης, θα έχουν τη δυνατότητα, μέσα από ενιαία πλέον διαδικασία της πτώχευσης, να ανασυγκροτηθούν μέσω σχεδίου αναδιοργάνωσης, όπως προβλέπεται στα άρθρα 107 επ. ΠτΚ. Κρίνεται, λοιπόν, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στη διαδικασία συνδιαλλαγής η αποδεδειγμένη οικονομική αδυναμία του οφειλέτη, η οποία πρέπει να είναι παρούσα ή προβλέψιμη, χωρίς, όμως, να έχει εισέλθει αυτός στο στάδιο της παύσης των πληρωμών, χωρίς να έχει, με άλλα λόγια, εξωτερικεύσει με οποιοδήποτε τρόπο την αδυναμία του να ανταπεξέλθει κατά τρόπο μόνιμο και 15 Βλ. Λ. Κοτσίρη, Η διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον Πτωχευτικό Κώδικα, ό.π., αρ. 24, σελ. 16. 16 Βλ. Λ. Κοτσίρη, ό.π., αρ. 25, σελ. 17 και ιδίου Πτωχευτικό Δίκαιο, 7 η έκδ., 2008, αρ. 57 επ., σελ. 117-118. 7

γενικό στις άμεσα απαιτητές χρηματικές εμπορικές του υποχρεώσεις, ελλείψει χρηματικών μέσων 17. Εξ αντιδιαστολής προς τα εννοιολογικά στοιχεία της παύσης των πληρωμών, οικονομική αδυναμία μπορεί να συνιστά η μη γενική, δηλαδή η μερική, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, αδυναμία εκπλήρωσης ή η πρόσκαιρη ή η οφειλόμενη σε παροδικούς λόγους οικονομικής στενότητας ή δικαιολογημένης αρρυθμίας ή καθυστέρησης πληρωμών, διακοπής των αναγκαίων χρηματοδοτήσεων οικονομική αδυναμία 18. Για την υπαγωγή στη διαδικασία συνδιαλλαγής αρκεί η επίκληση και διαπίστωση μιας οποιασδήποτε, ακόμη και προσωρινής και μερικής οικονομικής αδυναμίας 19. Η οικονομική αδυναμία δεν απαιτείται να είναι παρούσα. Αρκεί και η προβλέψιμη με την έννοια κατ αντικειμενική εκτίμηση να προβλέπεται, ως εκ της υπάρχουσας κατάστασης, ότι στο άμεσο μέλλον η επιχείρηση θα αντιμετωπίσει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Ο προβλέψιμος χαρακτήρας της οικονομικής αδυναμίας προϋποθέτει πρόγνωση, όχι αορίστως και αφηρημένως αλλά με βάση συγκεκριμένες καταστάσεις και ενδείξεις, όπως 20 : α) Τα οικονομικά δεδομένα, όπως ο αρνητικός ισολογισμός, η συνεχής έλλειψη κερδοφορίας και η αδυναμία μερισματικής πολιτικής, ο υπερβολικός βραχυπρόθεσμος δανεισμός, η διακοπή των τραπεζικών συναλλαγών, η αφαίρεση του βιβλιαρίου επιταγών, η διακοπή της οικονομικής υποστήριξης από μητρική εταιρία ομίλου β) Η περιουσιακή κατάσταση, όπως η επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων με πολλαπλές εμπράγματες ασφάλειες ή η ανυπαρξία ελεύθερης περιουσίας ή η εκποίηση περιουσιακών στοιχείων για την αντιμετώπιση βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων γ) η επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως έλλειψη των αναγκαίων πρώτων υλών, υπολειτουργία της επιχείρησης, δυσχέρειες στην κάλυψη των αποθεμάτων, προβλήματα και διεκδικήσεις προσωπικού μη αντιμετωπίσιμες, δυσαναλογία εσόδων και λειτουργικών εξόδων δ) το οικονομικό περιβάλλον της επιχείρησης, όπως μείωση παραγγελιών, ανάκληση ή μη παράταση αδειών εκμετάλλευσης ή ευρεσιτεχνιών, προβληματικές σχέσεις με προμηθευτές, συγκρούσεις με προσωπικό, καταστροφή, ολική ή μερική, 17 Αναλυτικότερα για την έννοια και τα χαρακτηριστικά της παύσης πληρωμών, βλ. Λ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, ό.π., αρ. 60 επ., σελ. 140. 18 Βλ. Λ. Κοτσίρη, Η διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον Πτωχευτικό Κώδικα, ό.π., αρ. 28, σελ. 19. 19 Βλ. και Σπ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 3 η έκδ., 2007, αρ. 95, 97-99, σελ. 42-43. 20 Βλ. ΠΠρΘεσ/νικης 28664/2008, ΕπισκΕΔ 2008, σελ. 911 επ. και M. Jeantin/P. Le Cannu, Droit Commercial, Entreprises en difficulté, 7η έκδοση, 2006, αρ. 32, σελ. 22-23. 8

εγκαταστάσεων ή παραγωγής, ευρεία ελαττωματικότητα προϊόντων και μαζικές υπαναχωρήσεις καταναλωτών. Συμπερασματικά, μια γενική οικονομική κρίση μπορεί να δικαιολογήσει προσφυγή στη διαδικασία συνδιαλλαγής αν θεμελιώνεται η παρούσα ή προβλέψιμη οικονομική αδυναμία όχι αφηρημένως αλλά λόγω συγκεκριμένων επιπτώσεων της στη σχετική επιχείρηση. 3. Υποβολή αιτήσεως για το άνοιγμα της διαδικασίας Η ιδιαιτερότητα του νεοεισαχθέντος θεσμού έγκειται στο ότι η διαδικασία ανοίγεται μόνο με πρωτοβουλία του ίδιου του οφειλέτη, ως διαδικασία πρόληψης αλλά και ως πρόβλεψη ώστε να αποτραπεί η οικονομική του πτώση. Με άλλα λόγια, η υπαγωγή στην εν λόγω διαδικασία είναι προνόμιο, δικαίωμα αποκλειστικά του οφειλέτη. Καίτοι η πρόσβαση στη διαδικασία συνήθως θα είναι εκούσια, δεν αποκλείεται να πραγματοποιηθεί και υπό την πίεση των πιστωτών. Απαραίτητη προϋπόθεση για το άνοιγμα της διαδικασίας αποτελεί, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις, η υποβολή αιτήσεως ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, ήτοι ενώπιον του δικαστηρίου που θα ήταν αρμόδιο σε περίπτωση κηρύξεως πτωχεύσεως του οφειλέτη, κατά το άρθρο 53 ΠτΚ. Συνεπώς, αρμόδιο καθίσταται το Πολυμελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο αιτών έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του κατά την έννοια του άρθρου 4 2 ΠτΚ, δηλαδή ο τόπος όπου ο οφειλέτης ασκεί συνήθως τη διοίκηση των συμφερόντων του και είναι αναγνωρίσιμος από τους τρίτους. Επί νομικών προσώπων το κέντρο αυτό ταυτίζεται, κατά τεκμήριο, με τον τόπο της καταστατικής έδρας, άλλως αν ανατραπεί το τεκμήριο, με τον τόπο της πραγματικής έδρας 21. Η αίτηση ασκείται μόνο με δικόγραφο και κατατίθεται στη γραμματεία του κατά τόπο αρμοδίου πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο την εκδικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρα 53 και 54 ΠτΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 99 2 ΠτΚ πέρα από τα απαραίτητα στοιχεία οιουδήποτε δικογράφου κατά τις διατάξεις των άρθρων 118, 216 και 747 ΚΠολΔ, η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) περιγραφή της οικονομικής καταστάσεως του αιτούντος οφειλέτη, β) αναφορά στο μέγεθος και την κοινωνική σημασία της επιχείρησης από άποψη απασχόλησης και γ) τα προτεινόμενα μέτρα χρηματοδότησης και τα μέσα αντιμετώπισης της κατάστασης αυτής. Λόγω του ιδιότυπου ανακριτικού συστήματος 21 Βλ. Λ. Κοτσίρη, Η διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον Πτωχευτικό Κώδικα, ό.π., αρ. 34, σελ. 22. 9

που ισχύει στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η συμπλήρωση τυχόν αοριστίας της αιτήσεως. Η τήρηση συγκεκριμένης τυπολογίας στο πληροφοριακό και περιγραφικό μέρος δεν απαιτείται, αρκεί ωστόσο να μπορεί το πτωχευτικό δικαστήριο βάσει των ανωτέρω να πιθανολογήσει τη βασιμότητα της αίτησης 22. Για την υπαγωγή νομικού προσώπου στη διαδικασία συνδιαλλαγής, γίνεται δεκτό ότι η απόφαση περί προσφυγής στην εν λόγω διαδικασία αποτελεί πράξη διαχείρισης 23. Εντούτοις, η υποβολή της αίτησης, ως διαδικαστική πράξη, είναι πράξη εκπροσώπησης και υποβάλλεται από τον ίδιο τον έμπορο είτε από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου ανάλογα με τη νομική του μορφή, όπως το διοικητικό συμβούλιο ΑΕ, το διαχειριστή ΕΠΕ, ΟΕ ή ΕΕ ή τον εκκαθαριστή επί νομικών προσώπων που τελούν υπό εκκαθάριση. Στερούνται δικαιώματος υποβολής της εν λόγω αιτήσεως τόσο τα μέλη διοικήσεως ατομικά, όσο και τα μέλη του νομικού προσώπου, όπως για παράδειγμα οι μέτοχοι ή οι εταίροι. Επί ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας, στην περίπτωση που δεν έχει οριστεί καταστατικός διαχειριστής, κατ εφαρμογή του άρθρου 22 Ε.Ν., την αίτηση δύναται να υποβάλει κάθε ομόρρυθμος εταίρος λόγω του συστήματος της ατομικής εκπροσώπησης 24. Λόγω συμμετοχής στη διαδικασία τόσο εμπειρογνώμονα όσο και μεσολαβητή διασφαλίζεται εξαρχής ο τρόπος αμοιβής τους. Προς τούτο, προβλέπεται (άρθρο 99 2 ΠτΚ) κατά την κατάθεση της αιτήσεως η υποχρέωση επισύναψης -με ποινή απαραδέκτου- πρωτοτύπου γραμματίου κατάθεσης πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 ) του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την αμοιβή εμπειρογνώμονα και μεσολαβητή. Πέρα από το ως άνω γραμμάτιο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ο Πτωχευτικός Κώδικας δεν προβλέπει ειδικά την προσκόμιση συγκεκριμένων εγγράφων και στοιχείων, που υποχρεωτικά συνυποβάλλονται με την αίτηση. Ενόψει, ωστόσο, του υποχρεωτικού περιεχομένου της αιτήσεως και προκειμένου να αποδεικνύονται ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου όσα περιγράφονται σε αυτήν, μπορούν ενδεικτικά να προσκομιστούν: κατάσταση πιστωτών, ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, πιστοποιητικά ως προς την ύπαρξη εμπραγμάτων βαρών, ταμειακό υπόλοιπο διαθέσιμο, πιστοποιητικό περί μη πτωχεύσεως, επιστολές προθέσεων πιστωτών για συμβιβαστικές λύσεις ή για δυνατότητες περαιτέρω χρηματοδότησης. 22 Βλ. Λ. Κοτσίρη,, ό.π., αρ. 37, σελ. 23. 23 Βλ. ΠΠρΘεσ/νικης 28664/2008, ΕπισκΕΔ 2008, σελ. 911 επ. και M. Jeantin/P. Le Cannu, Droit Commercial, Entreprises en difficulté, ό.π., αρ. 87, σελ. 63. 24 Για τα ανωτέρω βλ. Λ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, ό.π., αρ. 54, σελ. 132. 10

Σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ή τις μαρτυρικές καταθέσεις δεν προσδιορίζονται επαρκώς το πλήθος και η ταυτότητα των πιστωτών του αιτούντος οφειλέτη, έχει τη δικονομική δυνατότητα να διατάξει επανάληψη της συζήτησης κατά το άρθρο 254 1 ΚΠολΔ, προκειμένου ο αιτών να προσκομίσει με επιμέλεια του περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία 25. Η υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη διαδικασία συνδιαλλαγής αυτή καθαυτή δεν έχει έννομα αποτελέσματα erga omnes, ούτε αναστέλλει το δικαίωμα κάθε πιστωτή να ζητήσει την κήρυξη του αιτούντα οφειλέτη σε πτώχευση κατά το άρθρο 5 1 ΠτΚ ή να προβεί σε μέτρα ατομικής ικανοποίησης. Εντούτοις, η καινοτόμος διάταξη του αρθρ. 100 1 εδ. γ ΠτΚ παρέχει στον οφειλέτη, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10 ΠτΚ, να ζητήσει από το πτωχευτικό δικαστήριο τη λήψη προληπτικών μέτρων ιδίως την αναστολή των ατομικών καταδιώξεων ή της λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης. Η παρέμβαση του δικαστηρίου σε πρώτο στάδιο (άρθρα 99-100 ΠτΚ) Η διαδικασία συνδιαλλαγής προβλέπει τριπλή παρέμβαση του δικαστηρίου. Ειδικότερα απαιτούνται: α) μια απόφαση για το άνοιγμα της διαδικασίας (άρθρο 100 ΠτΚ), β) δεύτερη απόφαση για την επικύρωση της συμφωνίας (άρθρο 103 ΠτΚ) και γ) τρίτη απόφαση για λύση της συμφωνίας λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της (άρθρο 105 ΠτΚ). Επιπροσθέτως, ο Κώδικας προβλέπει τη δυνατότητα παρέμβασης του δικαστηρίου στο στάδιο πριν την έκδοση δικαστικής αποφάσεως για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, με τη μορφή της δικονομικής ευχέρειας του προέδρου του δικαστηρίου να διορίσει εμπειρογνώμονα (προκειμένου να διαγνωστεί σαφώς η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη) και με τη δυνατότητα εκδόσεως προσωρινής διαταγής, μετά την υποβολή αιτήσεως για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και εφόσον είναι αναγκαία κατά την κρίση του δικαστηρίου. Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα λήψης προληπτικών μέτρων, τα οποία το δικαστήριο κρίνει ότι απαιτούνται για το μεσοδιάστημα από το άνοιγμα της διαδικασίας μέχρι και την αυτοδίκαιη παύση της (άρθρο 100 2 ΠτΚ) ή την έκδοση της απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου που θέτει τέλος στη διαδικασία συνδιαλλαγής λόγω μη επίτευξης συμφωνίας (αρθρ. 101 3 ΠτΚ) ή την έκδοση της απόφασης που επικυρώνει τη συμφωνία (αρθρ. 100 1 εδ. γ' και 103-104 ΠτΚ). 25 Βλ. Λ. Κοτσίρη, Η διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον Πτωχευτικό Κώδικα, ό.π., αρ. 39, σελ. 24. 11

1. Δυνητικός διορισμός εμπειρογνώμονα Το δικαστήριο δεν έχει, κατά κανόνα, ειδικές γνώσεις ή δυνατότητες διάγνωσης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, από άποψη ιδίως προβλέψιμης οικονομικής αδυναμίας. Για το λόγο αυτό ο νομοθέτης παρέχει στον πρόεδρο του δικαστηρίου ευχέρεια και για τη διευκόλυνση της κρίσης του δικαστηρίου ως προς το άνοιγμα της διαδικασίας, με διάταξή του αμέσως μετά την υποβολή της αίτησης και εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να ορίσει εμπειρογνώμονα, από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, για να διαπιστώσει την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και να υποβάλει στον γραμματέα του δικαστηρίου σχετική έκθεση, εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από το διορισμό του (άρθρο 99 3 ΠτΚ) 26. Είθισται το δικαστήριο να μην ορίζει πραγματογνώμονα στις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο εταιρείες, που δημοσιεύουν ανά τρίμηνο λογιστικές καταστάσεις. Αντίθετα, σε εταιρείες που δεν δημοσιεύουν λογιστικές καταστάσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ο ορισμός εμπειρογνώμονα κρίνεται σχεδόν επιβεβλημένος. Τα κωλύματα διορισμού του εμπειρογνώμονα είναι, καταρχήν, τα προβλεπόμενα γενικά στον ΚΠολΔ για τους πραγματογνώμονες. Σύμφωνα, ωστόσο, με το άρθρο 106 1 ΠτΚ προβλέπεται και ειδικό επιπλέον κώλυμα που ισχύει και για το διορισμό του μεσολαβητή. Ο εμπειρογνώμονας, δηλαδή, δεν θα πρέπει να έχει λάβει αμοιβή ή να έχει εξοφληθεί απαίτησή του από τον οφειλέτη ή πιστωτή του ή από τρίτο πρόσωπο που ελέγχει ή ελέγχεται από τον οφειλέτη, εντός της τελευταίας τριετίας πριν από το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Ο εμπειρογνώμονας οπλίζεται εκ του νόμου με την εξουσία να ενεργεί ελεύθερα και να ζητά όλα τα αναγκαία κατά την κρίση του οικονομικά στοιχεία για την εκτέλεση του έργου του. Ο οφειλέτης, από την άλλη πλευρά, είναι υποχρεωμένος να του παρέχει κάθε αιτούμενη πληροφορία. Μάλιστα, ο Κώδικας αναγνωρίζει το εξαιρετικό δικαίωμα στον εμπειρογνώμονα, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις περί γενικού τραπεζικού απορρήτου, να ζητήσει από πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες, πιστωτικούς συνεταιρισμούς ακόμα και ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος) και χρηματοδοτικά ιδρύματα (εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων κ.α.) κάθε σχετική πληροφορία ως προς τον αιτούντα το άνοιγμα της διαδικασίας και τη συναλλακτική με αυτόν σχέση τους. Πάντως, λόγω της φύσης του έργου που χαρακτηρίζεται ως δημόσιο λειτούργημα, δεσμεύεται από 26 Βλ. Λ. Κοτσίρη, Η διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον Πτωχευτικό Κώδικα, ό.π., αρ. 48, σελ. 26 και Σπ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 3 η έκδ., 2007, αρ. 103, σελ. 43. 12

υποχρέωση εχεμύθειας και οι περιερχόμενες σ αυτόν πληροφορίες δεν είναι διαβιβάσιμες σε τρίτους, εφόσον τούτο δεν είναι αναγκαίο για τη σύναψη της συμφωνίας συνδιαλλαγής (άρθρο 106 1 εδ. β ΠτΚ). Η αμοιβή του εμπειρογνώμονα, όπως και του μεσολαβητή, καθορίζεται οριστικά με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου. Σε περίπτωση κηρύξεως του οφειλέτη σε πτώχευση ή υπαγωγής του σε οιαδήποτε διαδικασία αναδιοργάνωσης ή εκκαθάρισης της περιουσίας του, η σχετική απαίτηση του εμπειρογνώμονα -κατά το μέρος που δεν έχει εξοφληθεί- κατατάσσεται ως γενικώς προνομιούχα απαίτηση (άρθρο 106 2 ΠτΚ) 27. 2. Η δικαστική απόφαση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής Σύμφωνα με το άρθρο 100 1 ΠτΚ, το αρμόδιο κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας την αίτηση κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και αρκούμενο στην πιθανολόγηση της βασιμότητας αυτής και της σκοπιμότητας της αιτούμενης συνδιαλλαγής, εκδίδει απόφαση για το άνοιγμα της διαδικασίας, ορίζοντας ταυτοχρόνως μεσολαβητή, τον οποίο επιλέγει από κατάλογο πραγματογνωμόνων. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού και της φύσης της διαδικασίας συνδιαλλαγής ως προπτωχευτικής διαδικασίας στην οποία προσφεύγει ο οφειλέτης προκειμένου να αποφύγει την κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης, το δικαστήριο οφείλει να προβαίνει στην έκδοση σχετικής αποφάσεως περί ανοίγματος της διαδικασίας μόνο εάν από το προσκομιζόμενα στοιχεία και ενόψει της συνολικής οικονομικής εικόνας του οφειλέτη, πιθανολογείται η βιωσιμότητα της επιχείρησης. Αντίθετα, εάν προκύπτουν ανύπαρκτες ή μηδαμινές πιθανότητες συνέχισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας του αιτούντος, το δικαστήριο οφείλει να απορρίψει την αίτηση. Αντίστοιχα, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι ο οφειλέτης δεν βρίσκεται σε κατάσταση παρούσας ή προβλέψιμης οικονομικής αδυναμίας αλλά έχει ήδη περιέλθει σε κατάσταση παύσης πληρωμών υποχρεούται να απορρίψει την αίτηση. Δεν είναι, ωστόσο, εφικτή η ταυτόχρονη κήρυξη του αιτούντος σε πτώχευση, αλλά απαιτείται προς το σκοπό αυτό είτε εκ νέου υποβολή αιτήσεως του οφειλέτη για την κήρυξή του σε πτώχευση, είτε σχετική αίτηση πιστωτή έχοντος προς τούτο έννομο συμφέρον, κατά το οριζόμενα στο άρθρο 5 ΠτΚ. Θα πρέπει πάντως να γίνει δεκτό 27 Βλ. Σπ. Ψυχομάνη, ό.π., αρ. 104, σελ. 44. 13

ότι, ενόψει του συναινετικού-συμβατικού χαρακτήρα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και της αναζήτησης από τον οφειλέτη, μέσω αυτής, της προστασίας των πιστωτών του, με ταυτόχρονη διατήρηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, σε περίπτωση αμφιβολίας ευκταίο είναι το δικαστήριο να τοποθετείται ευμενώς υπέρ της αίτησης 28. α) Πιθανολόγηση της βασιμότητας της αιτήσεως Από πρόσφατα νομολογιακά παραδείγματα προκύπτει πληθώρα επικαλούμενων λόγων, επί των οποίων στηρίχτηκε το δικάζον πτωχευτικό δικαστήριο για την πιθανολόγηση του βάσιμου της αιτήσεως και από τους οποίους ενδεικτικά αναφέρουμε τους εξής: η πρόσκαιρη ταμειακή ρευστότητα για την κάλυψη άμεσων ληξιπρόθεσμων οφειλών οφειλόμενη σε υπέρβαση του επενδυτικού σχεδίου, ο μεγάλος όγκος παγιοποιήσεων του ενεργητικού, η γενικότερη μεγάλη οικονομική κρίση και η μεταβολή της αγοραστικής διάθεσης των καταναλωτών 29, η συσσώρευση μεγάλων απαιτήσεων κατά του οφειλέτη από τον κύριο προμηθευτή και η δημιουργηθείσα έλλειψη ρευστότητας λόγω σημαντικών επενδύσεων, η πιθανολογούμενη προοπτική βιωσιμότητας με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, η αύξηση των λειτουργικών εξόδων, η μη είσπραξη επισφαλών απαιτήσεων, η εκπλήρωση οικονομικών υποχρεώσεων προς το προσωπικό, η φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, η ύπαρξη ενεργού μεγάλου πελατολογίου, η σύμπραξη των δανειστών στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής ως μόνο μέσο διασφάλισης της συνέχισης λειτουργίας της επιχείρησης 30, η καθυστερημένη έγκριση από την επιτροπή κεφαλαιαγοράς των οικονομικών καταστάσεων εισηγμένης ΑΕ, οι εκτεταμένες απενεργοποιήσεις κυκλωμάτων διασύνδεσης τηλεπικοινωνιών, η αδυναμία επενδυτικού φορέα για υλοποίηση χρηματοδότησης, ο οξύτατος ανταγωνισμός 31, η γενικότερη οικονομική κρίση που έπληξε τον έλληνα καταναλωτή, η αλλαγή αγοραστικών συνηθειών και η παρατεταμένη απεργία των εργαζομένων της ΔΕΗ 32, οι πτωτικές τάσεις, λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην αγορά ακινήτων, η υπερβολική καθυστέρηση καταβολής οφειλομένων από το Δημόσιο παρά την αποπεράτωση και παράδοση δημόσιων έργων 33. 28 Βλ. και Λ. Κοτσίρη, ό.π., αρ. 54, σελ. 29. 29 Βλ. ΠΠρΘεσ/νικης. 28664/2008, ΕπισκΕΔ 2008, σελ. 911. 30 Βλ. ΠΠρΑθ 670/2008, ΔΕΕ 2008, σελ. 1265. 31 Βλ. ΠΠρΑΘ. 2/2009, ΧΡΗΔΙΚ 2009, σελ. 164. 32 Βλ. ΠΠρΘεσ/νικης. 28664/2008, ΕπισκΕΔ 2008, σελ. 911. 33 Βλ. ΜΠρΑθ 10689/2008, ΔΕΕ 2009, σελ. 73. 14

Ζήτημα έχει δημιουργηθεί ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο το δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει τη συνδρομή ή μη των εκ του νόμου απαιτούμενων προϋποθέσεων προκειμένου να οδηγηθεί στην κρίση του σχετικά με την βασιμότητα της αιτήσεως και τη σκοπιμότητα της αιτούμενης συνδιαλλαγής. Σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 54 2 ΠτΚ, το δικαστήριο για να επιληφθεί της αιτήσεως και ν αποφανθεί υποχρεούται να προσδιορίσει τη συζήτηση της εντός 20 ημερών. Ενόψει, όμως, της παρεμβαλλόμενης δυνατότητας του προέδρου του δικαστηρίου να διορίσει εμπειρογνώμονα (άρθρο 99 3 ΠτΚ) και του χρόνου που απαιτείται για την υποβολή από αυτόν στον αρμόδιο γραμματέα της σχετικής έκθεσης του σχετικά με την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και λαμβανομένης υπόψη της ενδεχόμενης μεγαλύτερης, λόγω απώτερου προσδιορισμού, χρονικής απόστασης μεταξύ χρόνου υποβολής της αίτησης και του χρόνου που επιλαμβάνεται το πτωχευτικό δικαστήριο, τίθεται το ερώτημα πότε πρέπει να κρίνεται η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων για το άνοιγμα της διαδικασίας. Ορθότερη είναι η άποψη που δέχεται ότι κρίσιμος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο επιλαμβάνεται το πτωχευτικό δικαστήριο και όχι ο χρόνος υποβολής της αιτήσεως και τούτο διότι, μεταξύ των δύο χρονικών σημείων, είναι δυνατή η δραματική μεταβολή της καταστάσεως του οφειλέτη και η εξάντληση του αρχικά διαθέσιμου ενεργητικού του, ιδίως εάν δεν έχει εκδοθεί για το υπό κρίση διάστημα προσωρινή διαταγή. Είναι, ωστόσο, εφικτή η απόδειξη από μέρους του οφειλέτη ότι στο μεσοδιάστημα δεν έχει επέλθει ουδεμία, τουλάχιστον αρνητική, μεταβολή των αρχικά περιγραφόμενων πραγματικών δεδομένων 34. β) Άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρεμβάσεως Στη δίκη που πραγματοποιείται μετά την κατάθεση αιτήσεως περί ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής είναι δυνατή η συμμετοχή τρίτων εχόντων έννομο συμφέρον προς άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρεμβάσεως. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 1 ΠτΚ, οι παρεμβάσεις (πρόσθετες ή κύριες) ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου ασκούνται παραδεκτώς και με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά 35. Αίτημα της κύριας παρέμβασης αποτελεί η απόρριψη της αιτήσεως του οφειλέτη 36, ενώ με την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης - εάν από την έκβαση της δίκης θίγονται, από άποψη πραγματικού ή νομικού ζητήματος, τα έννομα 34 Έτσι και Λ. Κοτσίρη, ό.π., αρ. 64, σελ. 34. 35 Βλ. ΠΠρΑθ 2/2009 ΧΡΗΔΙΚ 2009, σελ. 167, παρατ. Δ. Ρούσση, ΠΠρΘεσ/νικης 28664/2008 ΕπισκΕΔ 2008, σελ. 911και ΠΠρΑΘ. 670/2008, ΔΕΕ 2008, σελ. 1265. 36 Βλ. ΑΠ 1076/2002 ΕλΔ 43, σελ. 1693, ΠΠρΑΘ 670/2008, ΔΕΕ 2008, σελ. 1265. 15

συμφέροντα του παρεμβαίνοντα- σκοπείται η υποστήριξη ή η απόκρουση της εκκρεμούς αρχικής αίτησης παροχής προστασίας και η ικανοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού του κύριου διαδίκου. Αξίζει να επισημανθεί ότι η άσκηση παρεμβάσεως με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση την υποχρέωση κατάθεσης προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που αφορά στην έγγραφη διεξαγωγή της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 115 3 ΚΠολΔ. Άλλως, ο παραδεκτώς παρεμβάς θεωρείται δικονομικώς απών, όπως προβλέπει το άρθρο 239 εδ. ε ΚΠολΔ. Χαρακτηριστικό νομολογιακό παράδειγμα αποτελεί η υπ αριθ. 28664/2008 Απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε απορριπτέες ως απαράδεκτες τις πρόσθετες παρεμβάσεις των τραπεζικών ΑΕ, διότι «δεν κατέθεσαν προτάσεις, η κατάθεση των οποίων επί της έδρας είναι υποχρεωτική κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 741, 115 3, 237, 745 και 108 ΚΠολΔ» 37. γ) Αποτελέσματα, περιεχόμενο και δημοσιότητα της αποφάσεως για το άνοιγμα της διαδικασίας Σε αντίθεση με τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο συλλογικών διαδικασιών, οι οποίες με την έκδοση τους έχουν αποτελέσματα έναντι πάντων (erga omnes) όπως για παράδειγμα η κήρυξη της πτώχευσης (αρθρ. 17 επ. ΠτΚ) ή η επικύρωση σχεδίου αναδιοργάνωσης (αρθρ. 125 ΠτΚ), η απόφαση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής αυτή καθεαυτή δεν έχει καταρχήν αποτελέσματα ούτε ως προς τον οφειλέτη ούτε ως προς τους πιστωτές, με την επιφύλαξη τυχόν προληπτικών μέτρων, ούτε επιβάλλει σ αυτούς υποχρεώσεις, πέραν από την υποχρέωση καλόπιστης διαπραγμάτευσης στο μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό σημαίνει ότι η έκδοση αποφάσεως που ανοίγει τη διαδικασία δεν εμποδίζει τη μετέπειτα κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση ή την υπαγωγή του σε σχέδιο αναδιοργάνωσης, εφόσον συντρέξουν εκ των υστέρων οι εκ του νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Το Δικαστήριο αποφασίζοντας το άνοιγμα της συνδιαλλαγής είναι υποχρεωμένο, βάσει του άρθρου 100 1 ΠτΚ, να ορίζει με την ίδια απόφαση μεσολαβητή που επιλέγεται από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων. Ο διορισμός του μεσολαβητή είναι υποχρεωτικός και το έργο του ουσιαστικό με στόχο την επίτευξη συμφωνίας συνδιαλλαγής. Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα - 37 ΠΠρΘεσ/νικης 28664/2008 ΕπισκΕΔ 2008, σελ. 911 επ. και Β. Βαθρακοκοίλη, Κ.Πολ.Δικονομίας, 1994 αρθρ. 115, αρ. 7, σ. 705, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Αρβανιτάκης), 748 αρ. 11. 16

χωρίς να υποχρεούται προς τούτο- να διατάξει τη λήψη προληπτικών μέτρων, τα οποία θα ισχύσουν μέχρι την έκδοση επικυρωτικής αποφάσεως κατά το άρθρο 103 ΠτΚ, κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 10 ΠτΚ (άρθρο 100 1 εδ. γ ΠτΚ). Η απόφαση που δέχεται ή απορρίπτει την αίτηση δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα (άρθρο 100 4 ΠτΚ) και δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών (άρθρο 100 3 ΠτΚ), χωρίς ωστόσο η εν λόγω δημοσίευση να συνδέεται με την επέλευση συγκεκριμένων εννόμων αποτελεσμάτων, εφόσον ο νόμος δε συναρτά με αυτήν ρητά έννομες συνέπειες 38. 3. Λήψη προληπτικών μέτρων στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής α) Γενικά για τη φύση και το είδος των προληπτικών μέτρων Η διαδικασία συνδιαλλαγής αποτελεί το πλέον κρίσιμο για τη διάσωση της επιχειρήσεως μέτρο σε προπτωχευτικό επίπεδο. Στο στάδιο αυτό, κατά το οποίο ο οφειλέτης δεν έχει φτάσει ακόμη σε κατάσταση παύσης των πληρωμών, παρουσιάζεται ακόμη πιο έντονη η ανάγκη εξασφαλίσεως και διατηρήσεως της συνέχειας της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη. Οι προσήκουσες κινήσεις τόσο από την πλευρά του μεσολαβητή στο στάδιο αναζητήσεως της απαιτούμενης συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και τον πιστωτών, όσο και από την πλευρά του δικαστηρίου στο στάδιο ανοίγματος της διαδικασίας και επικυρώσεως της συμφωνίας, μπορούν να επιτύχουν τη διατήρηση της επιχειρήσεως του οφειλέτη προς όφελος όχι μόνο του ιδίου, αλλά και γενικότερα της εθνικής οικονομίας, καθώς αποτρέπουν την κήρυξη της πτωχεύσεως 39. Προς εκπλήρωση των ίδιων ακριβώς στόχων θεσπίστηκε η δυνατότητα λήψης προληπτικών μέτρων με την ίδια απόφαση που διατάσσει το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής με ισχύ ως και την έκδοση επικυρωτικής αποφάσεως της συμφωνίας. Η άρση ισχύος των μέτρων επέρχεται και με την μη επικυρωτική απόφαση, κατ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 10 2 ΠτΚ. Αξίζει να επισημανθεί ότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 100 1 εδ. γ ΠτΚ δεν υπήρχε στην αρχική Πρόταση του Νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης 40 και προστέθηκε μεταγενέστερα, προφανώς για να συμβάλλει αποτελεσματικότερα στη διατήρηση των περιουσιακών 38 Βλ. Λ. Κοτσίρη, ό.π., αρ. 65-66, σελ. 35. 39 Βλ. Λ. Κοτσίρη Π. Αρβανιτάκη, Προληπτικά μέτρα στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά το νέο Πτωχευτικό Κώδικα (γνμδ), ΝοΒ 2008, τόμος 56, τεύχος 4, σελ. 805 επ. και εφεξής Κοτσίρη Αρβανιτάκη, Γνμδ. 40 Βλ. www.ministryofjustice.gr/modules.php?.op=modload& name = News&file=article&sid=740 17

στοιχείων και στην περαιτέρω βιωσιμότητα της επιχειρήσεως, μέχρι την έκδοση επικυρωτικής αποφάσεως της συμφωνίας συνδιαλλαγής 41. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 100 1 εδ. γ ΠτΚ, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της 42. Η ανωτέρω ρύθμιση παραπέμπει σε ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 10 ΠτΚ 43. Η επιλογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για την εκδίκαση της σχετικής αίτησης και μάλιστα σε μία γενικότερη διαδικασία υπαγόμενη, ανεξαιρέτως, στις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 4 3 και 54 1 ΠτΚ), θα πρέπει να αναζητηθεί στην επιθυμία του νομοθέτη να αρκείται το δικαστήριο, στην περίπτωση αυτή, σε απλή πιθανολόγηση για τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων (πρβλ. άρθρο 690 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς να απαιτείται η δημιουργία πλήρους δικανικής πεποίθησης, όπως ισχύει στη διαδικασία των άρθρων 739 επομ. ΚΠολΔ 44. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται, τόσο γενικότερα κατά την εξέλιξη της πτωχευτικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΠτΚ, όσο και ειδικότερα, εν όψει του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής, δεν είναι γνήσια ασφαλιστικά μέτρα. Και αυτό διότι δεν υπάρχει εν προκειμένω ορισμένο δικαίωμα, το οποίο καλείται να προστατεύσει προσωρινά το συγκεκριμένο μέτρο μέχρι την οριστική του διάγνωση. Το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής ή η επικύρωση της σχετικής συμφωνίας οφειλέτη και πιστωτών εισάγουν γνήσια ρυθμιστικά μέτρα της εκούσιας δικαιοδοσίας 45, τα οποία αποσκοπούν στη διατήρηση της επιχείρησης του οφειλέτη σε υγιείς βάσεις, ώστε να συνεχίσει ομαλά την οικονομικής της πορεία. Επομένως, τα προληπτικά μέτρα, που διατάσσονται στο πλαίσιο του άρθρου 100 1 εδ. γ ΠτΚ δεν υπάγονται στους περιορισμούς των γνήσιων ασφαλιστικών μέτρων, όπως για παράδειγμα ως προς την 41 Βλ. Κοτσίρη Αρβανιτάκη, Γνμδ, ό.π., σελ. 806. 42 Βλ. Λ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, ό.π., παρ. 382, αρ.17, σελ. 518. 43 «Άρθρο 10.-1. Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου κατά το άρθρο 4 δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (682 επ. ΚΠολΔ), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευτεί η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορίσει μεσεγγυούχο. Η απόφαση υποβάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 8. 2. Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης.» 44 Βλ. Κοτσίρη Αρβανιτάκη, Γνμδ, ό.π., σελ. 807 και τις εκεί παραπομπές σε Βερβεσό, Η ισχύουσα εν τη εκουσία δικαιοδοσία απόδειξις, Αναμν. Τόμ. Εμ. Μιχελάκη, 1973, σελ. 606, Θεοδωρόπουλο, Η απόδειξις κατά τη διαδικασίαν της εκουσίας δικαιοδοσίας, Δ 1978. 820-821, Κεραμεύς / Κονδύλης / Νίκας Αρβανιτάκης, ΕρμΚΠολΔ II, 2000, άρθρο 759 αρ.6 και ειδικά για την πτωχευτική διαδικασία Σπ. Ψυχομάνη, ό.π., αριθ. 167, σελ. 65. 45 Έτσι και ΜΠρΑθ 10689/2008, ΔΕΕ 2009, σελ.73. 18

απαγόρευση ικανοποίησης του ασφαλιστέου δικαιώματος κατ άρθρο 692 4 ΚΠολΔ. Κατ επέκταση, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, που δικάζει την αίτηση για τη λήψη των προληπτικών μέτρων, έχει απόλυτη ελευθερία, χωρίς να δεσμεύεται ούτε από το συγκεκριμένο μέτρο, που ζητά ο αιτών (άρθρο 692 1 ΚΠολΔ) 46, με μόνο περιορισμό την επίτευξη του ως άνω νομοθετικού στόχου, να διατάξει κατά την κρίση του κάθε πρόσφορο μέτρο, το οποίο «κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της» (άρθρο 10 1 κατά παραπομπή του άρθρου 100 1 εδ. γ ΠτΚ). Η διάταξη του άρθρο 10 1 ΠτΚ απαριθμεί ενδεικτικώς ορισμένα μέτρα τα οποία μπορούν να διαταχθούν, όπως για παράδειγμα την απαγόρευση διάθεσης οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείο από και προς τον οφειλέτη, τον ορισμό μεσεγγυούχου σύμφωνα με τα άρθρα 725-727 ΚΠολΔ και την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών. Μάλιστα, στην περίπτωση που διατάσσονται προληπτικά μέτρα για αναστολή των ατομικών διώξεων, κατά τη διάρκεια ισχύος του μέτρου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι επέρχεται και αναστολή των αποκλειστικών προθεσμιών άσκησης και παραγραφής καθώς και άσκησης διαδικαστικών πράξεων κατ ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 104 1 περ. ε ΠτΚ, λόγω ταυτότητας νομικού λόγου 47. Όταν διατάσσεται ως προληπτικό μέτρο η αναστολή των ατομικών διώξεων και των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, το περιεχόμενο των μέτρων αυτών ταυτίζεται με το περιεχόμενο της αρχής της «αναστολής ατομικών καταδιώξεων», που ανέκαθεν ίσχυε στο πτωχευτικό δίκαιο και ήδη καθιερώθηκε ρητά στο άρθρο 25 1 ΠτΚ 48. Γίνεται συνεπώς δεκτό ότι για το μεσοδιάστημα από τη λήψη των προληπτικών μέτρων έως την έκδοση επικυρωτικής απόφασης της διαδικασίας συνδιαλλαγής, αναστέλλονται όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση των απαιτήσεών τους και ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ενδίκων μέσων κατ αυτών κλπ. Συνεπώς, μέτρα των πιστωτών που λαμβάνονται στο εν λόγω διάστημα της απαγόρευσης, όπως π.χ. κατασχέσεις, ασφαλιστικά μέτρα και πράξεις που συνιστούν έναρξη ή συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης και της εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Ειδικά ως την τελευταία 46 Βλ. Σπ. Ψυχομάνη, ό.π., αρ. 163, σελ. 64. 47 Βλ. Λ. Κοτσίρη, Η διαδικασία συνδιαλλαγής κατά τον Πτωχευτικό Κώδικα, ό.π., αρ. 130, σελ. 66. 48 Βλ. Λ. Κοτσίρη, ό.π., αρ. 120, σελ. 58. 19

επισημαίνεται ότι αν και αποτελεί από τη φύση της απλή πράξη προετοιμασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, κρίνεται ως πράξη επιθετική και εμπίπτει στην αναστολή ενόψει της υποχρέωσης επίδοσής της στον καθ ου οφειλέτη κατ άρθρο 630Α ΚΠολΔ. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει επίσης ως προς την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, κατά το διάστημα που διατάσσεται η αναστολή ατομικών διώξεων. Επ αυτού έχει διατυπωθεί η άποψη 49 ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης απαγορεύεται στο στάδιο αυτό. Συμφώνως προς την ανωτέρω άποψη, έχει κριθεί και νομολογιακά ότι υπάρχει ακυρότητα της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, λόγω εκκρεμούς αιτήσεως συνδιαλλαγής και συντρέχει λόγος εξάλειψης της εγγραφής αυτής 50. Και τούτο διότι η εμπράγματη εξασφάλιση στην προκειμένη διαδικασία συνδιαλλαγής, με την εγγραφή προσημείωσης, προσδίδει ένα επιπλέον διαπραγματευτικό «όπλο» στον πιστωτή. Ειδικότερα, η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης δεσμεύει το ακίνητο του οφειλέτη με αποτέλεσμα οποιαδήποτε διάθεση του ακινήτου, μετά την εγγραφή της προσημείωσης, να γίνεται αυτοδίκαια από κοινού με το βάρος αυτό, με το οποίο, συνακόλουθα, μειώνεται η προς διαπραγμάτευση περιουσία, την οποία προτίθεται να θέσει στη διαδικασία συνδιαλλαγής ο οφειλέτης. Επομένως, το γεγονός αυτό της εγγραφής προσημείωσης μετά την έναρξη του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής ή της λήψης των προληπτικών μέτρων σε σχέση με αυτήν, οδηγεί σε ενδεχόμενη μείωση της περιουσίας του οφειλέτη. Τούτο διότι ο οφειλέτης εξετάζοντας το ενδεχόμενο υπαγωγής στη διαδικασία εκτιμά την αξία των περιουσιακών του στοιχείων σε σχέση με τους οφειλέτες του και το κατά πόσο μπορεί να ικανοποιήσει τον καθένα από αυτούς. Άλλωστε, ο νομοθέτης προκειμένου να εξασφαλίσει το «πάγωμα» της περιουσίας του οφειλέτη με την υποβολή της αίτησης για άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής θεσμοθέτησε τα προληπτικά μέτρα του άρθρου 101 παρ. 1 ΠτΚ. Συνεπώς, με την αναστολή των πράξεων συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη απαγορεύεται οποιαδήποτε μεταβολή της περιουσίας που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της προς διαπραγμάτευση περιουσίας του. Εν προκειμένω, εφόσον έχει μεσολαβήσει η δικαστική απαγόρευση λήψης και ασφαλιστικών μέτρων κατά του οφειλέτη, 49 Βλ. Λ. Κοτσίρη, ό.π., αρ. 122, σελ. 60. 50 Βλ. ΜονΠρΑθ 2804/2010, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ και ΔΕΕ 2010, σελ. 568, ΕΕΜΠΔ 2010, σελ. 459. 20