Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 8 / 2017

Σχετικά έγγραφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 150 / 2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/ 4590/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 36/2016

Α Π Ο Φ Α Σ Η 166/2012

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/426-4/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 172 / 2014

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3337/

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/2352/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 33 / 2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4828/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 98 / 2014

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2326/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 6/2019

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1091/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 4 /2019

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3749/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 79/2015

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/579-6/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 140 / 2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2420/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 43 / 2013

ΑΠΟΦΑΣΗ 73 / Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/6702-1/

Α Π Ο Φ Α Σ Η 40/2015

Α Π Ο Φ Α Σ Η 77/2012

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4351/

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/482/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 10/2014

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/333-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 11 /2018

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/7081/

Α Π Ο Φ Α Σ Η 54 /2018 (Τμήμα)

Α Π Ο Φ Α Σ Η 47/2015

Α Π Ο Φ Α Σ Η 128/2013

Α Π Ο Φ Α Σ Η 87/2013

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5799/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 52/2018

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4470-1/ ΑΠΟΦΑΣΗ 100/2015

Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 102/ 2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5402/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 85 /2017

Α Π Ο Φ Α Σ Η 15/2019 (Τμήμα)

Α Π Ο Φ Α Σ Η 152/2012

Α Π Ο Φ Α Σ Η 58/2017

Α Π Ο Φ Α Σ Η 12/2019

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3004/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 52/2014

Α Π Ο Φ Α Σ Η 47 / 2013

Α Π Ο Φ Α Σ Η 23 /2019 (Τμήμα)

Α Π Ο Φ Α Σ Η 46/2013

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4786/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 95/2014

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1859/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 22/ 2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1720-2/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 169 / 2014

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5615/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 88 /2017

Α Π Ο Φ Α Σ Η 136 /2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/6151-1/ ΑΠΟΦΑΣΗ 123/2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1022/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 20/2014

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/7700-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 150/2013

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2679/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 8/2019

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/762/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 18/2014

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/2355/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 32 / 2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4841-2/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 144 /2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/8150/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 158/2013

Α Π Ο Φ Α Σ Η 30 /2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/6689/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 133/2015

Α Π Ο Φ Α Σ Η 74/2015

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/763/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 15 /2015

Α Π Ο Φ Α Σ Η 147/2011

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Α Π Ο Φ Α Σ Η 33/2016

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1566-2/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 91 /2016

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3869/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 51 /2017

Αθήνα, ΑΠ: Γ/ΕΞ/7335-1/

Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 143 / 2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4778-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 92/2017

Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 47 / 2018 (Τμήμα)

Αθήνα, ΑΠ: Γ/ΕΞ/7418-1/

Α Π Ο Φ Α Σ Η 175/2012

Α Π Ο Φ Α Σ Η 48/2012

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/1935-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 127/2015

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/9065/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 70 /2018

Α Π Ο Φ Α Σ Η 20/2016

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3993/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 46/2018

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2547/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 48/2015

(Αποστολή µε FAX) Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2122-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 34/2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5613/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 90/2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4508-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 91/2017

Α Π Ο Φ Α Σ Η 123/2016

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/8255/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 202/2014

Α Π Ο Φ Α Σ Η 38/2014

Α Π Ο Φ Α Σ Η 138/2015

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2313-1/

Α Π Ο Φ Α Σ Η 152/2014

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/944/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 17 /2013

Α Π Ο Φ Α Σ Η 90/2014

Α Π Ο Φ Α Σ Η 145/2011

Γ Ν Ω Μ Ο Ο Τ Η Σ Η 2/2017

Α Π Ο Φ Α Σ Η 102/2012

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/384/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 10/2015

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5067-1/

Αθήνα, Αριθµ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/6410-3/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 180/2012

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/8249/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 196/2014

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4240-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 79/2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3696-2/ ΑΠΟΦΑΣΗ 124/2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/3106/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 47/2011

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2411-1/

Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 38/2007

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4805/ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 71/ 2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/7500/

Α Π Ο Φ Α Σ Η 136/2012

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/4609/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 37/2016

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2619/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 40/2017

Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 33 / 2018

Α Π Ο Φ Α Σ Η 121 / 2012

Α Π Ο Φ Α Σ Η 80/2017

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2111-1/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 82/2014

Transcript:

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Ε ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Αθήνα, 24-01-2017 Αριθ. Πρωτ. Γ/ΕΞ/562/24-01-2017 Α Π Ο Φ Α Σ Η ΑΡ. 8 / 2017 Η Αρχή Προστασίας εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, µετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση στην έδρα της την 13-12-2016, προκειµένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν ο Πρόεδρος, Κωνσταντίνος Μενουδάκος, και τα τακτικά µέλη Αντώνιος Συµβώνης, Σπύρος Βλαχόπουλος, Χαράλαµπος Ανθόπουλος, Κωνσταντίνος Λαµπρινουδάκης και Ελένη Μαρτσούκου, ως εισηγήτρια. Το τακτικό µέλος Κωνσταντίνος Χριστοδούλου και το αναπληρωµατικό αυτού Γεώργιος Νούσκαλης, αν και εκλήθησαν νοµίµως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος. Στη συνεδρίαση, χωρίς δικαίωµα ψήφου, παρέστη επίσης, µε εντολή του Προέδρου, η Θ. Τουτζιαράκη, ειδικός επιστήµονας δικηγόρος, ως βοηθός εισηγητή, η οποία αποχώρησε µετά τη συζήτηση και πριν τη διάσκεψη και λήψη της απόφασης, και η Ε. Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος διοικητικών και οικονοµικών υποθέσεων, ως γραµµατέας. Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω: Με την υπ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/4045/02-12-2004 προσφυγή του, ο A, υπάλληλος της Τράπεζας Alpha Bank προερχόµενος από την πρώην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα, κατήγγειλε τη µη ικανοποίηση του δικαιώµατος πρόσβασής του σε στοιχεία του υπηρεσιακού του φακέλου που τηρείται από την Τράπεζα Alpha Bank. Επί της ως άνω προσφυγής εκδόθηκε η Απόφαση 61/2005 της Αρχής, µε την οποία επιβλήθηκε στην Τράπεζα πρόστιµο 60.000 Ευρώ για παράβαση των άρθρων 10 παρ. 3 και 12 παρ. 1 του ν. 2472/1997. Στη συνέχεια, η Απόφαση 61/2005 ανακλήθηκε µε την Απόφαση 120/2011 της Αρχής, µε την οποία ανακλήθηκαν συνολικά 14 Αποφάσεις της λόγω άσκησης από ελεγκτή καθηκόντων εισηγητή της υπόθεσης, η οποία δεν ήταν επιτρεπτή κατά 1

νόµο, σύµφωνα µε σχετικές αποφάσεις του Συµβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες είχαν εκδοθεί ύστερα από αίτηση ακύρωσης που αφορούσε άλλες υποθέσεις (ΣτΕ 4240/2010, 1209/2011). Μετά την ως άνω ανάκληση της Απόφασης 61/2005, η Αρχή επιλήφθηκε της υπόθεσης εκ νέου. Ο προσφεύγων και ο υπεύθυνος επεξεργασίας κλήθηκαν νοµίµως προς ακρόαση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της Αρχής στις 20-01-2012 µε τις υπ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/8665/27-12-2011 και Γ/ΕΞ/7828/23-11-2011 κλήσεις, αντίστοιχα, και παρέστησαν. Κατά τη συνεδρίαση, οι κληθέντες εξέθεσαν προφορικά τις απόψεις τους, τις οποίες ανέπτυξαν κατόπιν διεξοδικώς µε σχετικά υποµνήµατά τους (βλ. το υπ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/535/25-01-2012 υπόµνηµα του προσφεύγοντος και το υπ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/533/25-01-2012 υπόµνηµα της Τράπεζας). Συγκεκριµένα, από τα στοιχεία του φακέλου, προέκυψαν ιδίως τα ακόλουθα: α) Η καταγγελλόµενη τράπεζα Alpha Bank ισχυρίστηκε ότι ο A, υπάλληλος της Τράπεζας, προερχόµενος από την πρώην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος (ΙΛΤΕ) που απορροφήθηκε από την τράπεζα Alpha Bank, µε την από 02-11-2004 έγγραφη αίτησή του ζήτησε από την Τράπεζα να του παραδώσει επικυρωµένα αντίγραφα όλων των εγγράφων που τηρεί στα αρχεία της σχετικά µε τον ίδιο, να του γνωστοποιήσει την πηγή προέλευσής τους, τους αποδέκτες τους και τις κατηγορίες των αποδεκτών τους, καθώς και την εξέλιξη της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδοµένων, δηλαδή ποια στοιχεία προστέθηκαν ή αφαιρέθηκαν από το φάκελό του. Ακολούθως, σύµφωνα µε τους ισχυρισµούς της Τράπεζας, ο A παρέλαβε αυτοπροσώπως στις 10-02-2005 αντίγραφα 56 εγγράφων που βρέθηκαν στο φάκελό του προερχόµενα από το αρχείο της πρώην Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας από την οποία προερχόταν ο A, τα οποία ο ίδιος έλεγξε ένα προς ένα σηµειώνοντας ότι δεν παρέλαβε τα δελτία αξιολογήσεως των ετών 2000, 2001 και 2004. Τα λοιπά έγγραφα, σύµφωνα µε την Τράπεζα, δεν ανευρέθηκαν τότε στο φάκελό του λόγω της αναστάτωσης που είχε προκληθεί από τη συγχώνευση των τραπεζών ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ και ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ ΟΣ, µε απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία ολοκληρώθηκε νοµικά στις 25-04-2000. Περαιτέρω, η Τράπεζα υποστήριξε ότι o A, µε δύο νέα έγγραφά του, µε ηµεροµηνία αµφοτέρων την 23-09-2005, τα οποία επιδόθηκαν στην Τράπεζα την 26-09-2005, άσκησε εκ νέου δικαίωµα πρόσβασης και ζήτησε να του χορηγήσει η Τράπεζα επικυρωµένα αντίγραφα όλων των εγγράφων, τα οποία τον αφορούν και τα οποία τηρεί στα αρχεία της, την πηγή προέλευσης τους, τους αποδέκτες τους και ιδιαιτέρως το δελτίο αξιολόγησής του για το έτος 2004, καθώς και επικυρωµένα αποσπάσµατα των πρακτικών των Συνεδριάσεων του ιοικητικού Συµβουλίου της Τράπεζας, κατά τις οποίες αποφασίσθηκε η παράλειψή του από τις προαγωγές των ετών 2000-2001 - 2002-2003 και 2004. Η Τράπεζα ισχυρίστηκε ότι, ανταποκρινόµενη στα νέα αιτήµατα του A συγκέντρωσε τα έγγραφα, διακόσια τριάντα (230) 2

συνολικά, και τα παρέδωσε στον A την 18-11-2005, ότι µεταξύ των εγγράφων αυτών ήταν και το δελτίο αξιολογήσεως έτους 2004 και ότι η αίτηση για συµµετοχή σε εκπαιδευτικό σεµινάριο παραδόθηκε στον A την 24-11-2005. β) Ο προσφεύγων A ισχυρίστηκε, µεταξύ άλλων, ότι το δικαίωµα πρόσβασής του στα ως άνω ζητηθέντα δεδοµένα δεν έχει ικανοποιηθεί προσηκόντως, δηλαδή πλήρως, από την Τράπεζα. Ειδικότερα, ο προσφεύγων επισήµανε ότι η Τράπεζα συνοµολόγησε ενώπιον της Αρχής ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν τα δελτία αξιολόγησής του των ετών 2000 και 2001, ενώ η ίδια ισχυρίστηκε ότι του παραδόθηκαν όλα τα υπόλοιπα δελτία αξιολόγησής του των ετών 2002, 2003 και 2004. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι του έχει παραδοθεί µόνο το δελτίο του έτους 2004, ενώ δεν του έχουν παραδοθεί τα δελτία όλων των λοιπών ετών, ήτοι των ετών 2000, 2001, 2002 και 2003. Επίσης, ο προσφεύγων θεωρεί παρελκυστικό και όλως αβάσιµο τον ισχυρισµό της Τράπεζας ότι η παράλειψη ικανοποίησης του δικαιώµατος πρόσβασής του στα δελτία αξιολόγησής του των ετών 2000, 2001, 2002 και 2003 οφείλεται στην αναστάτωση που προκλήθηκε από την απορρόφηση της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, καθόσον η εν λόγω απορρόφηση ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του έτους 2000, δηλαδή 4,5 έτη πριν από την άσκηση του δικαιώµατος πρόσβασής του στα προσωπικά του δεδοµένα. Τέλος, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι, στο δικόγραφο της υπ αρ. καταθ. 7315/2005 αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, µε την οποία η Τράπεζα ζήτησε την ακύρωση της Απόφασης 61/2005 της Αρχής, ανακριβώς η Τράπεζα ισχυρίστηκε ότι «ήδη ανευρέθησαν και όλα τα ανωτέρω µνηµονευόµενα στην προσβαλλόµενη απόφαση της Αρχή Προστασίας εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα και εκλήθη ο A για την παραλαβή τους ως προκύπτει εκ της από 04-11-2005 επιστολής µας πλην όµως αυτός µέχρι σήµερα δεν προσήλθε για την παραλαβή τους». Και τούτο, διότι, όπως ισχυρίστηκε ο προσφεύγων, µε την από 14-11-2005 εξώδικη δήλωση γνωστοποίησή του προς την Τράπεζα, την οποία κοινοποίησε και στην Αρχή, αφού αναφέρθηκε στο περιεχόµενο της από 04-11-2005 επιστολής της Τράπεζας προς τον ίδιο, γνωστοποίησε στους νοµίµους εκπροσώπους της Τράπεζας ότι στις 18-11- 2005 θα προσερχόταν προσωπικά, µετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, για την ενάσκηση του δικαιώµατος πρόσβασής του στα ως άνω ζητηθέντα στοιχεία. Ωστόσο, κατά την ηµεροµηνία αυτή, ήτοι µετά από 6 ηµέρες από την προαναφερόµενη αίτηση της Τράπεζας ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, ουδόλως ικανοποιήθηκε το δικαίωµα πρόσβασής του, καθόσον τα ίδια έγγραφα και πάλι δεν του παραδόθηκαν. Η Αρχή, λαµβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου, εξέδωσε την υπ αριθµ. 170/2014 Απόφασή της, µε την οποία διαπίστωσε ότι συντρέχει περίπτωση επιβολής προστίµου λόγω καθυστέρησης ικανοποίησης του δικαιώµατος πρόσβασης και τυχαίας απώλειας στοιχείων του 3

φακέλου, τα οποία καταρτίζονται κάθε χρόνο και έχουν επιπτώσεις στη σταδιοδροµία του υπαλλήλου. Για τους λόγους αυτούς, η Αρχή επέβαλε στην τράπεζα Alpha Bank πρόστιµο συνολικού ύψους 50.000 Ευρώ, το οποίο επιµερίζεται ως εξής: α) Ποσό 10.000 Ευρώ για την παράβαση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997. β) Ποσό 40.000 Ευρώ για την παράβαση του άρθρου 12 του ν. 2472/1997. Στη συνέχεια, ο A υπέβαλε την υπ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/8096/22-12-2014 αίτηση θεραπείας κατά της ανωτέρω Απόφασης, µε την οποία εκθέτει διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους ζητά από την Αρχή να προβεί άµεσα στην θεραπεία του ιστορικού και του σκεπτικού της Απόφασης αυτής. Ειδικότερα, ο αιτών αναφέρει, µεταξύ άλλων, ότι κατά την παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης i. αξιολογείται λανθασµένα το περιεχόµενο της αναφερόµενης στην 2η σελίδα στίχος 11 επιστολής της Tράπεζας µε ηµεροµηνία 4/11/2005 (η οποία φέρεται να εκδόθηκε µετά την ληφθείσα απόφαση 61/2005 και της οποίας έλαβε γνώση τον Ιανουάριο του 2012, δηλαδή 7 έτη µετά) µε την οποία ψευδώς, όπως αναφέρεται στο υπόµνηµά του της 25/1/2012, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι εκλήθη να παραλάβει τα ζητηθέντα έγγραφα, πλην όµως δεν προσήλθε, ii. δεν µνηµονεύεται (συνεπώς δεν ελήφθη υπόψη) ότι µε την παραπάνω επιστολή η Tράπεζα αποπειράθηκε να εξαπατήσει το ΣτΕ, όπως εµπεριστατωµένα αναφέρεται στο υπόµνηµά του, πράξη η οποία δεν διέλαθε, κατά την συζήτηση, της προσοχής του Προέδρου της Αρχής και επισηµάνθηκε στην συνεδρίαση ενώπιον των µελών της Ολοµέλειας της Αρχής και των κληθέντων, µε την φράση «αυτό πρέπει να το προσέξετε ιδιαιτέρως», iii. δεν αναφέρεται (συνεπώς δεν ελήφθη υπόψη) ότι τα δελτία αξιολόγησης είναι απαραίτητα για τις προαγωγές των υπαλλήλων (της Tράπεζας) και κατά τη νοµολογία του Αρείου Πάγου αποτελούν τον ασφαλέστερο τρόπο αξιολόγησης, iv. δεν µνηµονεύεται (συνεπώς δεν ελήφθη υπόψη) ότι η συγχώνευση των τραπεζών έλαβε χώρα από τον Μάρτιο 1999 και η πλήρης ενοποίηση τελείωσε τον Απρίλιο 2000, δηλαδή 1, 2, 3 και 4 έτη αντίστοιχα προ της συµπληρώσεως των επίµαχων δελτίων αξιολόγησης, οπότε δεν δικαιολογείται το γεγονός της αναστάτωσης που ισχυρίζεται η καταγγελλοµένη για 4 συναπτά έτη και εφόσον οι προαγωγές των υπαλλήλων γίνονταν ανελλιπώς κατ έτος, v. δεν µνηµονεύεται (συνεπώς δεν ελήφθη υπόψη) ότι υπήρχε δικαστική διένεξη µεταξύ του προσφεύγοντος και διευθυντών του, που είχαν συµπληρώσει τα επίµαχα δελτία, vi. δεν µνηµονεύεται (συνεπώς δεν ελήφθη υπόψη) ότι «δεδοµένης της κρισιµότητας που 4

vii. είχαν τα εν λόγω έγγραφα για τον προσφεύγοντα, ο οποίος παρελήφθη για σειρά ετών από προαγωγές, αλλά και της αντιδικίας µεταξύ του προσφεύγοντος και διευθυντών της τράπεζας, πιθανόν αυτά είτε να µην τοποθετήθηκαν είτε να αφαιρέθηκαν από τον φάκελό του είτε να απωλέσθησαν» (βλ. σκεπτικό απόφασης 61/2005, σελ. 4, στίχοι 23-27), δεν µνηµονεύονται (συνεπώς δεν ελήφθησαν υπόψη) τα υποµνήµατα που υπεβλήθησαν την 25/1/2012 από τον ίδιο και από την τράπεζα Αlpha Bank. Η Αρχή, µετά από εξέταση όλων των προαναφερόµενων στοιχείων του φακέλου, αφού άκουσε την εισηγήτρια και τη βοηθό εισηγήτρια, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Με την εξεταζόµενη αίτηση θεραπείας ο αιτών επικαλείται πληµµέλειες της αιτιολογίας της Απόφασης 170/2014 της Αρχής, χωρίς να αποδίδεται σφάλµα στο διατακτικό της, δηλαδή στην κρίση ως προς την επιβολή διοικητικού προστίµου στην προαναφερόµενη Τράπεζα ή ως προς το ύψος του προστίµου αυτού. Συγκεκριµένα, υποστηρίζεται αφενός ότι κατά την έκδοση της Απόφασης αυτής δεν έχουν ληφθεί υπόψη ορισµένα στοιχεία, τα οποία µνηµονεύονται στην αίτηση θεραπείας, και αφετέρου ότι εκτιµήθηκε εσφαλµένως το περιεχόµενο επιστολής της Τράπεζας, στο οποίο στηρίζεται, µεταξύ άλλων, η προσβαλλόµενη Απόφαση και ζητείται η διόρθωση του ιστορικού και του σκεπτικού της Απόφασης αυτής. Εξάλλου, ο αιτών δεν προσκοµίζει ούτε, άλλωστε, επικαλείται νέα στοιχεία τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη της Αρχής κατά την έκδοση της προσβαλλόµενης Απόφασης και τα οποία θα ήταν ικανά να κλονίσουν την ανωτέρω κρίση ως προς την επιβολή του προστίµου. Με τα δεδοµένα αυτά, εφόσον δηλαδή το αίτηµα, το οποίο περιέχεται στην εξεταζόµενη αίτηση θεραπείας, περιορίζεται στη διόρθωση του ιστορικού που παρατίθεται στην προσβαλλόµενη απόφαση και του σκεπτικού της, υποβαλλόµενο µάλιστα χωρίς επίκληση νέων στοιχείων, η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτεται η αίτηση θεραπείας του A κατά της Απόφασης 170/2014 της Αρχής. 5

Ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Μενουδάκος Η Γραµµατέας Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 6