Αιγύπτιοι εργάτες σε βιοµηχανία βαµβακιού ελληνικής ιδιο-



Σχετικά έγγραφα
32. Η Θεσσαλονίκη γνωρίζει μεγάλη ακμή

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΘΕΜΑ Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

1 Η ΚΡΗΤΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Τα Κεντρα Του Ελληνισμού, Η Εκκλησία Και Οι Κρήτες Της Αφρικής Με Ιδιαίτερη Έμφαση Στην Νότια Αφρική

ΠΟΛΙΤΙΚΉ ΠΑΙΔΕΙΑ. Α Γενικού Λυκείου και ΕΠΑ.Λ. Καζάκου Γεωργία, ΠΕ09 Οικονομολόγος

Εικονογραφία. Μιχαήλ Βόδας Σούτσος Μεγάλος Διερµηνέας και ηγεµόνας της Μολδαβίας Dupré Louis, 1820

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ (διαγώνισμα 1)

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ. Α Γενικού Λυκείου και ΕΠΑ.Λ. Καζάκου Γεωργία, ΠΕ09 Οικονομολόγος

φιλολογικές σελίδες, ιστορία κατεύθυνσης γ λυκείου

Μητρ. Βελγίου: «Αναμένοντες τον Πατριάρχη του Γένους»

ΕΙΣΗΓΗΣΗ του Δ.Σ. ΕΝΩΣΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΟΑΕΕ ΑΘΗΝΩΝ & ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ ΠΕΜΠΤΗ 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 2018

ΚΟΙΝΟΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ

ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Ενότητα 29 Οι Βαλκανικοί πόλεμοι Ιστορία Γ Γυμνασίου. Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (26 Οκτωβρίου 1912)

Κεφάλαιο 5. Η Θράκη, η Μικρά Ασία και ο Πόντος, ακµαία ελληνικά κέντρα (σελ )

Αρχαϊκή εποχή. Πότε; Π.Χ ΔΕΜΟΙΡΑΚΟΥ ΜΑΡΙΑ

Θεσμοί Εκπαίδευσης του Οικουμενικού Ελληνισμού: «Τα ιστορικά σχολεία» Μπούντα Ελένη, Σχολική Σύμβουλος

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ "ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ "

Κεφάλαιο 3. Οι Βαλκανικοί Πόλεµοι (σελ )

Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ. Παρουσίαση του προβλήματος της λαθρομετανάστευσης στην Κύπρο:

Μετανάστευση. Ορισμός Είδη Ιστορική αναδρομή

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ( )

19 ος αιώνας Διάρκεια επανάστασης του 1821 : μετακινήσεις ελληνικών πληθυσμών προς την επαναστατημένη Ελλάδα

Ελληνοαυστραλός ο διευθύνων σύμβουλος του Διαστημικού Ερευνητικού Κέντρου

Ο ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΩΝ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ

Στην Αγία Αικατερίνη του Σινά ο Μ. Μπόλαρης

Τα Αίτια και οι Επιπτώσεις της Διεθνούς Μετανάστευσης. Πραγματικοί Μισθοί, Παγκόσμια Παραγωγή, Ωφελημένοι και Ζημιωμένοι

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ ΒΑΣΙΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Με ιδιαίτερη χαρά ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΥΡΙΑΝΩΝ παρουσιάζει το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Τα Αίτια και οι Επιπτώσεις της Διεθνούς Μετανάστευσης. Πραγματικοί Μισθοί, Παγκόσμια Παραγωγή, Ωφελημένοι και Ζημιωμένοι

Ο Πατρ. Αλεξανδρείας στην Ι.Μ. Κινσάσας

Ιστορικές στιγμές στο μακρινό Σύνδεϊ Δείτε το βίντεο με την ενθρόνιση του νέου Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας- Όλες οι ομιλίες

Άφιξη του Αλεξανδρινού Προκαθημένου στην Αιθιοπία (φώτο)

PROJECT Β 1 ΓΕΛ. Θέμα: Μετανάστευση Καθηγήτρια: Στέλλα Τσιακμάκη

ΓΕΛ ΑΛΙΑΡΤΟΥ Σχ. Έτος ΟΜΑΔΑ: Κατερίνα Αραπίτσα Κατερίνα Βίτση Ειρήνη Γκραμόζι Σοφία Ντασιώτη

ΚΥΠΡΟΣ. ακόμα υπό κατοχή ακόμα διαιρεμένη

Ο πρωθυπουργός στα μέρη που έζησε η Αγία Οικογένεια

Ένας «γυάλινος τοίχος» για τις Ευρωπαίες

ΣΧΕ ΙΑ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ

ο ΡΗΓΑΧ Φ^ΑΙ Χ ο ΡΗΓΑΧ Φ^ΑΙ Σ Η Χάρτα Διασυνδέσεις ΒιΒλιογραφία

Η ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΙΡΑΝ. Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου

Οι 13 βρετανικές αποικίες Η Αγγλία ήταν η θαλασσοκράτειρα δύναμη από τον 17 ο αιώνα ίδρυσε 13 αποικίες στη βόρεια Αμερική. Ήταν ο προορ

Απογραφή Πληθυσμού-Κατοικιών 2011

Η κοινωνική οργάνωση της αρχαϊκής εποχής

ΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΕΙ ΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΜΕΣΩΝ ΑΠΟΓΟΝΩΝ ΤΟΥΣ

α. Προς αναζήτηση νέων δρόμων της τουρκικής κατάκτησης που είχε διακόψει την επικοινωνία Ευρώπης Ασίας της έλλειψης πολύτιμων μετάλλων στην Ευρώπη

Οι λαοί γύρω από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Με τον Αιγυπτιακό

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΟΙΧΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Διάλεξη 2 η. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

Τοµπάζης /Τουµπάζης - Γιακουµάκης

Οι Εβραίοι της Ελλάδας και η εξόντωσή τους.

33 Ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΤΜΗΜΑ Ε

Ο ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ : ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΤΑΞΗ / ΤΜΗΜΑ : Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΠΕΡΙΟΔΟΥ : ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2015 ΟΜΑΔΑ Α

ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ. - Το 2011 ήταν η πρώτη χρονιά που οι ετήσιες γεννήσεις ήταν λιγότερες από τους θανάτους.

ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ. Μαρία Παντελή Γιώργος Βασιλείου

ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ ΣΤΗΝΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Ιστορία του Αραβοϊσλαμικού Πολιτισμού

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Ο.Ε.Φ.Ε ΘΕΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΟΜΑ Α Α

Ιουδαϊσµός. α) Παρουσίαση θρησκείας:

Οι Μακεδόνες στη Διασπορά. Οι ελληνικές παροικίες της Κεντρικής Ευρώπης Ουγγαρίας 17 ος 18 ος 19 ος αι.

Βηθλεέμ Ιστορικές και θρησκευτικές αξιώσεις

Κωνσταντίνος: από τη Ρώμη στη Νέα Ρώμη

2. Αναγέννηση και ανθρωπισμός

Εκκλησίες Παλαιού Φαλήρου

Όνομα: Χρήστος Φιλίππου Τάξη: A2

Ποιος πάει πού; Πόσο μένει; Πόσα ξοδεύει; Ανάλυση εισερχόμενου τουρισμού ανά Περιφέρεια και ανά Αγορά

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. 1. Εισαγωγή 21 Τι είναι η Ιστορία; 21 Τότε και τώρα, εκεί και εδώ 24 Το φυσικό περιβάλλον 28 Λίγη περιγραφική Γεωγραφία 29 Επίλογος 32

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογοςιστορικός

«Κλαίνε τα μάτια μου όταν βλέπω να σκοτώνουν παιδιά»

Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ

Ποιός πάει πού; Πόσο μένει; Πόσα ξοδεύει; Ανάλυση εισερχόμενου τουρισμού στην Ελλάδα ανά Περιφέρεια και ανά αγορά, 2017.

«Ολοήµερη εκπαίδευση. Η ευρωπαϊκή εµπειρία»

2ο Γυμνάσιο Χαϊδαρίου. Μοναχισμός

Ποιος πάει πού; Πόσο μένει; Πόσα ξοδεύει; Ανάλυση εισερχόμενου τουρισμού ανά Περιφέρεια και ανά Αγορά

«Αθηνά» Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου Όπλων

Non Paper: Τα «11 σημεία» της Αρχιεπισκοπής

Λεωνίδου 6 Τηλ.-Fax : Δ Ε Λ Τ Ι Ο Τ Υ Π Ο Υ

ΟΜΙΛΟΣ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ Ν.ΣΕΡΡΩΝ.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΟΙΧΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Διάλεξη 7 η. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

7ος αι ος αι. ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ. αποφασιστικοί αγώνες και μεταρρυθμίσεις

Η Αμμόχωστος (λατινικά: Famagusta, τούρκικα: Gazimağusa), είναι πόλη στην Κύπρο και βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νησιού, στον κόλπο που φέρει και

Οι Έλληνες της Τανζανίας

Ενδεικτικές απαντήσεις στα θέματα της Ιστορίας. κατεύθυνσης των Πανελλαδικών εξετάσεων 2014

2. ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

ΒΟΓΛΗΣ ΠΟΛΥΜΕΡΗΣ. Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΝ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΕΡΡΟΝΗΣΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ALPHA BANK

HOPEgenesis: Ελπίδα για την υπογεννητικότητα Οκτώβριος

2. Η ΑΙΓΥΠΤΟΣ (Σελ )

_ _scope7 1 Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΕΝΟΣ Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ

Μικρασιατική καταστροφή

ΚΥΠΡΟΣ. ακόμα υπό κατοχή ακόμα διαιρεμένη

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΝΟΙΧΤΑ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ. Διάλεξη 1 η. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

Σύντοµα σηµειώµατα για θέµατα εξαγωγικού ενδιαφέροντος. Η πορεία των εξαγωγών κατά το έτος 2007 Πρωταγωνιστές τα δώδεκα νέα κράτη-µέλη

χρόνια. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

ICOM και ΜΟΥΣΕΙΟΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ

Συντοµογραφίες 11 Πρόλογος 13 Εισαγωγή 15

Transcript:

ΑΙΓΥΠΤΟΣ Η εµφάνιση ελληνικών παροικιών στην Αίγυπτο στη νεότερη ιστορία χρονολογείται κατά τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Οι παροικίες αυτές δεν έχουν καµία σχέση µε την παρουσία των Ελλήνων από τη Μακεδονία, οι οποίοι κατά την Ελληνιστική περίοδο δηµιούργησαν τον γνωστό αξιόλογο πολιτισµό, κυρίως στην Αλεξάνδρεια. Δεν έχει επίσης σχέση µε τη βυζαντινή παρουσία. Στην Αίγυπτο ο νεότερος ελληνικός πληθυσµός αποτελείτο από µισθοφόρους πρώτα στο πλευρό των Γάλλων και ύστερα των Μαµελούκων, όταν αυτοί κυβερνούσαν τη χώρα, έµπορους και γενικά εµπορευόµενους που έφθαναν για καθαρά επιχειρηµατικούς λόγους, µαζί µε κάθε είδους µετανάστες που είχαν σκοπό την καλυτέρευση της ζωής τους. Όλοι αυτοί, Έλληνες το γένος, κατέφευγαν για να απαλλαγούν από την τουρκική κατοχή του ελλαδικού χώρου, δεχόµενοι ακόµη και τις στερήσεις που συνεπαγόταν αυτή η µετανάστευση την εποχή του 19ου αιώνα. Υπήρχε και µια τέταρτη κατηγορία Ελλήνων, οι οποίοι ήταν δούλοι των στρατιωτών του Ιµπραήµ και από την Πελοπόννησο κυρίως µεταφέρονταν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Αυτοί είτε εξισλαµίσθηκαν, µη δεχόµενοι οι ίδιοι πολλές φορές να επαναπατρισθούν, είτε κάποιοι από αυτούς έφθασαν σε ανώτατα αξιώµατα της χώρας είτε επαναπατρίστηκαν. Ας σηµειωθεί ότι πολλές γυναίκες προσλαµβάνονταν στα χαρέµια. Μισθοφόροι και δούλοι δεν µπήκαν στην πορεία και στη διαδικασία ίδρυσης συλλογικών παροικιακών φορέων ούτε στη δηµιουργία επιχειρήσεων όποιας µορφής. Με αυτούς τους δύο τοµείς ασχολήθηκαν συστηµατικά-οργανωτικά οι έµποροι και οι συνεργαζόµενοι µε αυτούς σε σχέση εξαρτηµένης εργασίας, δηλαδή οι πολλές χιλιάδες εργαζόµενοι είτε σε ελληνική είτε σε µη ελληνική επιχείρηση. Ήταν δε αυτοί Έλληνες προερχόµενοι από τον ελλαδικό νησιωτικό και ηπειρωτικό χώρο. Χρονικά η παρουσία Ελλήνων στην Αίγυπτο διαιρείται σε τέσσερις περιόδους: α) περίπου 1800-1881, οπότε ιδρύονται κοινότητες, Αδελφότητες, σύλλογοι και τίθενται οι βάσεις της οργάνωσης του ελληνισµού στην Αίγυπτο β) 1882-1913, οπότε γεννιούνται οι πρώτες γενιές Ελλήνων στη χώρα, ενώ ιδρύονται τα πρώτα ιδρύµατα και δηµιουργούνται οικονοµικές δυνάµεις Ελλήνων Αιγύπτιοι εργάτες σε βιοµηχανία βαµβακιού ελληνικής ιδιο-

γ) 1914-1940, οπότε συνεχίζεται η ακµή της παροικίας, ενώ ταυτόχρονα εκδηλώνονται οι πρώτες ανησυχίες των Ελλήνων για το µέλλον δ) 1940 µέχρι σήµερα, οπότε µια φαινοµενική έστω αισιοδοξία ακολουθείται από προβλήµατα που οδηγούν στη διαρροή Ελλήνων προς την Ελλάδα και προς άλλες χώρες, τελικά δε η συρρίκνωση κάθε δραστηριότητας συλλογικής και ατοµικής. Στη δεκαετία του 1950 επιτελείται η αναχώρηση των πρώτων Αιγυπτιωτών για την Αυστραλία και αργότερα ο επαναπατρισµός του µεγάλου αριθµού των Ελλήνων της Αιγύπτου. Η ίδρυση φορέων, δηλαδή κοινοτήτων, Αδελφοτήτων και συλλόγων-σωµατείων, αποτέλεσε την πεµπτουσία της παροικιακής ζωής των Ελλήνων µέσα στο αιγυπτιακό περιβάλλον, όπως άλλωστε συµβαίνει µε ολόκληρο τον απόδηµο ελληνισµό σε κάθε γωνιά της γης. Είχαν πρότυπο τις ιστορικές ελληνικές κοινότητες της Βενετίας, της Τεργέστης, της Μασσαλίας, της Βιέννης και εκείνες του Βουκουρεστίου, της Φιλιππούπολης, του Πύργου της Βουλγαρίας και όχι εκείνες του µικρασιατικού και ποντιακού χώρου που είχαν άλλες δοµές και εξαρτιόταν απόλυτα από την Εκκλησία. Εκτός από την ελληνορθόδοξη κοινότητα Καΐρου, που ιδρύθηκε το 1856 µε πρωτοβουλία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και υπήρξε µέχρι το 1904, για να τη διαδεχθεί η σηµερινή µορφή της ελληνικής κοινότητας Καΐρου, όλες έφτασαν περίπου τις 40 σε όλη την αιγυπτιακή γη υπήρξαν δηµιουργήµατα εύπορων ατόµων που τις διοίκησαν, τις επιχορήγησαν και θεωρήθηκαν οι ευεργέτες του παροικιακού ελληνισµού και της Ελλάδας. Οι κοινότητες ήταν νοµικά πρόσωπα ελληνικά αναγνωρισµένα από την Αίγυπτο και την Ελλάδα, ιδιωτικής πρωτοβουλίας, αλλά κοινοτικά, προς όφελος του κοινού δηµόσιου χαρακτήρα ως προς τα δεδοµένα στην Ελλάδα (αναγνώριση τίτλου σπουδών κλπ.). Σηµαντική χρονολογία για τους απόδηµους Έλληνες της Αιγύπτου αποτέλεσε το έτος 1843. Στις 2 Απριλίου συγκεντρώθηκαν σε συνέλευση κάποιοι Έλληνες στην Αλεξάνδρεια και συνέταξαν πρακτικό που προέβλεπε την ίδρυση οργανωµένης κοινότητας µε φιλανθρωπικό σκοπό. Το πρακτικό αυτό πολυτιµότατο σήµερα αποτελεί τον πρώτο καταστατικό χάρτη της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας. Υπήρχε ωστόσο ήδη µια υποτυπώδης οργάνωση µε την ονοµασία Αντιπροσωπία των Συνδροµητών. Είχε ιδρυθεί µε πρωτοβουλία των αδελφών Τοσίτσα και του συγγενή του Ν. Στουρνάρη το Σχολείο των Γραικών και το Νοσοκοµείο των Γραικών, το οποίο χρη- Ο Μιχαήλ Τοσίτσας δωρητής και πρόεδρος της Ελληνικής

µατοδοτούσαν οι ίδιοι. Άλλοι πόροι, και συγκεκριµένα του νοσοκοµείου, προέρχονταν από τους φόρους που πλήρωναν όσα ελληνικά πλοία ελλιµενίζονταν στην Αλεξάνδρεια. Το 1847 ο Μ. Τοσίτσας δώρισε οικόπεδο για να χτιστεί ο πρώτος κοινοτικός ναός, ο Ευαγγελισµός της Θεοτόκου. Ήταν η πρώτη Εκκλησία του κοινού, όπως αποκλήθηκε. Θεµελιώθηκε το ίδιο έτος και εγκαινιάστηκε το 1854. Το έτος αυτό ο πρώτος πρόεδρος της αλεξανδρινής κοινότητας και πρώτος γενικός πρόξενος Μ. Τοσίτσας εγκατέλειψε την Αίγυπτο, καθώς διακόπηκαν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξαιτίας των ελληνικών επαναστάσεων σε Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία (η Αίγυπτος ακόµη αποτελούσε τµήµα της Οθωµανικής αυτοκρατορίας). Στη συνέχεια η κοινότητα δραστηριοποιήθηκε στον φιλανθρωπικό τοµέα και κυρίως στον εκπαιδευτικό, ενώ συνεχίζει να ζει µε τους ίδιους σκοπούς µέχρι σήµερα. Στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα λειτουργεί σήµερα η ελληνική κοινότητα από το 1904, συνέχεια της προηγούµενης, όπως αναφέρθηκε. Η ίδρυσή της υπήρξε πρωτοβουλία του τότε διπλωµατικού πράκτορα στο Κάιρο Ν. Γεννάδη και επιχειρηµατιών της εποχής, µεταξύ των οποίων ήταν ο Α. Ρόστοβιτς και ο Ν. Τσανακλής, αργότερα πρόεδροί της. Στην υπόλοιπη Αίγυπτο ακολούθησε η ίδρυση και άλλων κοινοτήτων από το 1860 µέχρι και την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Έτσι λειτούργησαν µέχρι τη δεκαετία του 1960 οι κοινότητες Δαµιέττης, Μίνιας, Μανσούρας, Πορτ Σάιντ, Τάντας, Σουέζ, Σιµπίν ελ Κοµ, Καφρ ελ Ζαγιάτ, Καφρ ελ Νταουάρ, Ζίφτα, Μεχάλλα Κεµπίρ, Νταµαγχούρ, Μπένι Σουέφ, Ασιούτ, Φαγιούµ, Ισµαηλία, Μπέγχα, Ασουάν, Φακούς, Μίνετ ελ Γκαµχ, Λούξορ, Ντεϊρούτ, Σοχάγκ, Μιτ Γαµρ, Μάρσα Ματρούχ κ.ά. Ελληνορθόδοξος µοναχός και Άραβες ένοπλοι πάνω από τη Η περίοδος του Β Παγκοσµίου πολέµου Το έτος 1949 αποτελεί για την ιστορία των Ελλήνων στην Αίγυπτο ορόσηµο αποφασιστικής σηµασίας. Είναι τότε που αρχίζει να εφαρµόζεται η συνθήκη του Montreux κατά γράµµα. Είχε υπογραφεί το 1937 από τα ενδιαφερόµενα µέρη, µεταξύ των οποίων ήταν η Ελλάδα, αλλά λόγω του πολέµου συµφωνήθηκε να παγώσει µέχρι το 1949. Η σπουδαιότερη διάταξη της συµφωνίας διελάµβανε την κατάργηση των διοµολογήσεων που υπήρχαν στα κράτη υπό οθωµανικό καθεστώς (Προξενικά και Μεικτά Δικαστήρια κ.ά.). Τότε οι Έλληνες βρέθηκαν προ ψήφισης από την αιγυπτιακή πολιτεία και εφαρµογής πρωτόγνωρων, σχεδόν περιοριστικών νόµων εργασίας, άδειας παραµονής στη χώρα

κλπ. Προφανώς άρχιζε η αντίστροφη µέτρηση, και µάλιστα επί βασιλείας και αγγλικής επιρροής στη χώρα, ως προς την παραµονή του ξένου στοιχείου, γεγονός που δεν είχε έως τότε προβληµατίσει τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων, όπου διαβιούσαν σχεδόν καλά µέχρι πολύ καλά, ανάλογα µε την οικονοµική τους δυνατότητα. Είχε προηγηθεί εκείνη η θυελλώδης πενταετία και πλέον του πολέµου, κατά τον οποίο η Αίγυπτος δεν γνώρισε κατοχικά χρόνια, όπως η Ευρώπη, αλλά βρέθηκε στο επίκεντρο των εχθροπραξιών του Άξονα µε τους Συµµάχους και έβλεπε το φάσµα της εισόδου του Ρόµελ στο εσωτερικό της, το οποίο κάποιοι επιθυµούσαν αλλά δεν πραγµατοποιήθηκε. Στη λαίλαπα αυτού του πολέµου σηµαντική υπήρξε η συµµετοχή των Ελλήνων της Αιγύπτου στη στράτευση, στην αεράµυνα και στην περίθαλψη όσων τη χρειάστηκαν. Περίπου ολόκληρος ο νεανικός πληθυσµός ηλικίας 19 µέχρι 29 ετών επιστρατεύθηκε ενισχύοντας τους λίγους ελλαδικούς που κατέφυγαν στη Μέση Ανατολή, όλοι µαζί υπό τις βρετανικές διαταγές. Στην Αίγυπτο ξεκίνησαν οι εµφύλιες αντιθέσεις µεταξύ των Ελλήνων που ατυχώς µεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, µετά την απελευθέρωση, µε τα γνωστά ολέθρια αποτελέσµατα. Στην Αίγυπτο κατέφυγε αρχικά η κυβέρνηση Εµ. Τσουδερού και η τότε βασιλική οικογένεια, µετά την πτώση της Κρήτης το 1941. Εκεί λειτούργησε η διοίκηση και τα πολεµικά υπουργεία, το Υπουργείο Εξωτερικών, και όποια άλλα διοικητικά όργανα, εκεί τυπωνόταν η Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, εκεί στρατοπέδευαν και ελλιµενίζονταν οι ελληνικές ένοπλες δυνάµεις, εκεί νοσηλεύονταν οι τραυµατίες πολέµου από το Αλαµέιν, στα δύο κοινοτικά ελληνικά νοσοκοµεία Αλεξανδρείας και Καΐρου, εκεί ο Γ. Σεφέρης εµπνεύστηκε τα έργα του, για τον Μακρυγιάννη, για παράδειγµα, τύπωσε τις Δοκιµές του, προλόγισε άλλες εκδόσεις, κατανόησε, όπως οµολόγησε, το καβαφικό έργο. Ως προς την επιστράτευση Ελλήνων της Αιγύπτου, κάποιοι από τους οποίους έδωσαν τη ζωή τους, αυτή έγινε δεκτή από τους ταγούς της παροικίας µε επιφύλαξη και σχετική άρνηση, ενώ από τους ίδιους τους στρατεύσιµους κατά κανόνα µε ενθουσιασµό. Ατυχώς ο ενθουσιασµός αυτός εξανεµιζόταν, καθώς παρατεινόταν η επιστράτευσή τους µήνες µετά τη λήξη του πολέµου. Αρχές β µισού του 20ού αιώνα Με ελπίδες, µετά την επικράτηση της ειρήνης, οι Έλληνες της Αιγύπτου εισήλθαν στο

δεύτερο µισό του 20ού αιώνα, χωρίς όµως καλούς οιωνούς. Η περιρρέουσα ατµόσφαιρα ενείχε ανησυχίες ιδιαίτερα µετά τον Αραβοϊσραηλινό πόλεµο που προκαλούσαν λαϊκές εξεγέρσεις, και διαδηλώσεις, όταν ακόµη η βρετανική παρουσία υπήρχε στη χώρα. Εναντίον της αποικιοκρατίας της τελευταίας στρέφονταν οι διαµαρτυρίες, θίγονταν όµως και οι Έλληνες. Το 1949 επιχειρείται δίχως αποτέλεσµα η υπογραφή µεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου συµφωνίας εγκατάστασης των Ελλήνων στη χώρα. Εν τούτοις τα πράγµατα έβαιναν ή φαίνονταν ότι έβαιναν κανονικά για τους Έλληνες. Το όραµα του επαναπατρισµού ίσχυε για ελάχιστους, όταν µάλιστα η Ελλάδα µόλις είχε βγει τραυµατισµένη από τον εµφύλιο σπαραγµό. Δύο ωστόσο κοινωνιολογικά φαινόµενα προµήνυαν τα µελλούµενα. Το πρώτο ήταν ότι ένας, έστω και µικρός, αριθµός Ελλήνων αποφάσισαν να επαναπατριστούν, φαινόµενο που είχε αρχίσει να παρατηρείται ήδη από τη δεκαετία του 1930, τότε που εισέρεαν εισέτι Ελλαδίτες στην Αίγυπτο. Το δεύτερο ήταν ότι οι µικρές πληθυσµιακά κοινότητες του εσωτερικού της χώρας έβλεπαν να φθίνει ο αριθµός των µελών τους. Είτε κάποιοι εγκατέλειπαν τις εστίες τους και έφευγαν στο εξωτερικό (λίγοι ακόµη) είτε ζητούσαν νέα κατοικία στις πόλεις, όπως το Κάιρο, η Αλεξάνδρεια κ.ά. Στις πόλεις αυτές και σε κάποιες άλλες στο Δέλτα του Νείλου και στη Διώρυγα λειτουργούσαν ακόµη τα ελληνικά εκπαιδευτήρια, συνεχιζόταν το φιλανθρωπικό έργο των εκεί κοινοτήτων και η ζωή είχε τα χαρακτηριστικά µιας προόδου στη δραστηριότητα (οικονοµία, δηλαδή εµπόριο, βιοτεχνία, βιοµηχανία, τράπεζες). Η επανάσταση του 1952 Όλα αυτά µέχρι το 1952, στις 23 Ιουλίου, οπότε κηρύχθηκε η επανάσταση των ελεύθερων αξιωµατικών που ολοκληρώθηκε στις 26 Ιουλίου µε την εκθρόνιση του βασιλιά Φαρούκ Α, απόγονου του Μωχάµετ Άλι, του ευεργετήσαντος και ευεργετηθέντος από το ελληνικό στοιχείο. Αµέσως η ιστορία της χώρας άλλαξε, όπως άλλωστε ήταν φυσικό. Τίθενται σε εφαρµογή από το νέο πολιτειακό καθεστώς περιοριστικοί νόµοι στην εργασία ιδίως από το 1957, δυσµενέστεροι όσων ήδη εφαρµόζονταν, καθώς και εθνικοποιήσεις-αιγυπτιοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων, µεσεγγυήσεις αυτών κλπ. µε βάση τη φιλοσοφία της επανάστασης, ότι δηλαδή δηµιουργήθηκαν περιουσίες εις βάρος του λαού. Ο πανικός µεταξύ των Ελλήνων παίρνει διαστάσεις µεγάλες. Η ευχή Η µονή Αγίου Γεωργίου στο Κάιρο (φωτογραφία ΕΛΙΑ). Η έκρηξη της αιγυπτιακής επανάστασης υπό τον Νάσερ

«καλή πατρίδα» σχεδόν κυριαρχεί στα χείλη των περισσότερων Αιγυπτιωτών Ελλήνων. Η επίσκεψη του Κ. Καραµανλή και ο ελληνισµός της Αιγύπτου το 1957 Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κ. Καραµανλής σπεύδει στην Αίγυπτο, ύστερα από επίσηµη πρόσκληση του προέδρου Γκαµάλ Άµπντελ Νάσερ. Κύρια φροντίδα του είναι να προλάβει τη συρρίκνωση και τη διάλυση του οργανωµένου και σχεδόν ευηµερούντος, σε σύγκριση πάντα µε την ελλαδική πραγµατικότητα, ελληνισµού. Φυσικά στη σκέψη του είναι να αποτρέψει τον αθρόο επαναπατρισµό. Είναι Αύγουστος του 1957. Οι ταγοί της παροικίας, µεταξύ των οποίων οι επιφανέστεροι, δηλαδή οι πρόεδροι των δύο κοινοτήτων Αλεξανδρείας και Καΐρου, Α. Θεοδωράκης κα Ν. Πιερράκος, αντίστοιχα, από την Ύδρα ο πρώτος και από τη Λακωνία ο δεύτερος, εκ των πλέον σηµαντικών οικονοµικών παραγόντων της χώρας, εκφράζουν τις ανησυχίες τους για το µέλλον του ελληνισµού προς τον Κ. Καραµανλή. Ο Κωνσταντίνος Καραµανλής συνοδευόµενος από τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ και µε τη συµπαράσταση του πρέσβη στο Κάιρο, Αιγυπτιώτη, Δηµήτριου Λάµπρου, προσωπικού φίλου του Νάσερ, επισκέπτεται το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια και φυσικά την παροικία, συνοµιλεί µε την αιγυπτιακή πλευρά και υπόσχεται υποστήριξη προς την Αίγυπτο. Έχει προηγηθεί η γαλλο-αγγλο-ισραηλινή εισβολή τον Οκτώβριο του 1956, µετά την εθνικοποίηση της εταιρείας που διαχειριζόταν τη Διώρυγα του Σουέζ, ενώ έχει ήδη κηρυχθεί το 1955 ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ κατά του Άγγλου κατακτητή στην Κύπρο. Η Ελλάδα υποστηρίζει το δίκαιο της Αιγύπτου στον Οργανισµό Ηνωµένων Εθνών και η Αίγυπτος µε άλλες αδέσµευτες χώρες θα στηρίξει το δίκαιο της Κύπρου στον ίδιο οργανισµό. Σύννεφα για τον ελληνισµό της Αιγύπτου. Εθνικοποιήσεις-αιγυπτιοποιήσεις Η εξαίρεση του ελληνικού στοιχείου της Αιγύπτου από τους περιοριστικούς νόµους δεν µπορεί να εξασφαλισθεί διότι, όπως ανακοινώνεται προς την ελληνική πλευρά, τα µέτρα αφορούν και κάθε Άραβα Αιγύπτιο υπήκοο, κεφαλαιούχο. Έτσι η πενταετία 1957-1962 θα µείνει στην ιστορία των Ελλήνων της Αιγύπτου ως η πλέον αρνητική

για το µέλλον των παροικιών που έτσι θα αναγκαστούν να συρρικνωθούν δραµατικά. Από πληθυσµό 200.000 Ελλήνων στη χώρα κατά τη δεκαετία του 1930 (100.000 στην Αλεξάνδρεια και στο Δέλτα και 100.000 στην υπόλοιπη Αίγυπτο) θα παραµείνουν µετά το 1962 περίπου 28.000. Όλοι οι άλλοι θα επαναπατριστούν στη µεγάλη πλειοψηφία τους και θα µεταβούν στην Αυστραλία, στη νότια Αφρική, στη λοιπή βόρεια Αφρική, στην κεντρική Αφρική, στον Καναδά, στις Ηνωµένες Πολιτείες, στη Βραζιλία και λίγοι στις χώρες της δυτικής Ευρώπης (Ιταλία, Γαλλία κλπ.) Σπουδαίο γεγονός, καθόλου ευχάριστο, αποτελεί το 1966 η πώληση λόγω συνεχών ελλειµµάτων από τη διαχειρίστρια ελληνική κοινότητα Αλεξανδρείας (εκ µέρους του ελληνικού Δηµοσίου στο οποίο ανήκε) του ελληνικού νοσοκοµείου Αλεξανδρείας Θεοχάρης Κότσικας, ίδρυµα που εξυπηρέτησε όχι µόνο την παροικία αλλά και νοσήλευσε κατά την πολεµική περίοδο του 1941-1945 Έλληνες και συµµάχους στρατευσίµους. Ο Θεοχάρης Τότσικας και το «Τοτσίκειο» Νοσοκοµείο Αλε- Διαρροή του ελληνικού στοιχείου. Συρρίκνωση κάθε δραστηριότητας Καθώς λήγει η δεκαετία του 1960, κατά τη δεκαετία του 1970 παρατηρείται συνεχής µείωση της δραστηριότητας των Ελλήνων σε κάθε τοµέα. Είναι εµφανής πλέον η συρρίκνωση στην οικονοµία. Όσες επιχειρήσεις και ήταν πάµπολλες βρίσκονταν σε ελληνικά χέρια στους τοµείς του εµπορίου, της βιοµηχανίας, της βιοτεχνίας και του τραπεζικού συστήµατος διαλύονται. Ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων και εργαζόµενοι σε αυτές Έλληνες εγκαταλείπουν τη χώρα. Ο φιλανθρωπικός και κοινωνικός τοµέας των κοινοτήτων, των Αδελφοτήτων και κάθε είδους συλλόγων δέχεται πλήγµα λόγω αυτής της αποχώρησης των Ελλήνων. Τα εκπαιδευτήρια κλείνουν στην πλειοψηφία τους λόγω έλλειψης µαθητών, όπως είναι φυσικό µετά την πραγµατικότητα που δηµιουργήθηκε, και όλα συγκεντρώνονται και συµµαζεύονται στις κοινότητες Καΐρου, Αλεξανδρείας, Μανσούρας και Πορτ Σάιντ και Ιµπραηµίας (στο οµώνυµο προάστιο της Αλεξανδρείας). Μέχρι τη δεκαετία του 1980 ακολουθεί νέος περιορισµός των δραστηριοτήτων του ελληνισµού της Αιγύπτου. Θα παραµείνουν πλέον µόνο οι κοινότητες Καΐρου και Αλεξανδρείας, µε ουσιαστικό έργο την εκπαίδευση και τη φιλανθρωπία, µέχρι τις µέρες µας στις αρχές του 21ου αιώνα, οπότε λειτουργούν τα εξής σχολεία: όσον αφορά στην πρωτοβάθµια εκπαίδευση, στο Κάιρο η Αχιλλοπούλειο σχολή και στην Αλεξάνδρεια η Τοσιτσαία-Πρατσίκειο σχολή, και στη δευτεροβάθµια εκπαίδευση, στο Κάιρο η Αµπέ-

τειο σχολή και στην Αλεξάνδρεια το Αβερώφειο Γυµνάσιο-Λύκειο. Η υπόλοιπη ελληνική παρουσία συνίσταται στο µεν Κάιρο στο νοσοκοµείο και στο γηροκοµείο της εκεί κοινότητας, στο ελληνικό κέντρο, στον ναυτικό όµιλο, στη στέγη Ηλιουπόλεως και σε κάποιους φιλανθρωπικούς συλλόγους, στη δε Αλεξάνδρεια στο Αντωνιάδειο-Κανισκέρειο γηροκοµείο, στην Ένωση Ελλήνων, και στον ναυτικό όµιλο. Από άποψη κτιριακών εγκαταστάσεων, η ελληνική κοινότητα Καΐρου βρίσκεται στα γραφεία της στο κέντρο της πόλης και στην περιοχή της Ηλιουπόλεως, όπου είναι τα εκπαιδευτήρια, και στην Αλεξάνδρεια στο οικοδοµικό τετράγωνο της περιοχής Σάτµπυ, όπου είναι η διοίκηση, τα σχολεία και το εκεί γενικό προξενείο της Ελλάδας. Όλα είναι εγκατεστηµένα σε κτιριακά συγκροτήµατα τα οποία κάποτε ίδρυσαν οι ευεργέτες και χρησίµευσαν κυρίως για εκπαιδευτήρια. Η Ελλάδα εκπροσωπείται διπλωµατικώς από την πρεσβεία στο Κάιρο και δύο γενικά προξενεία στην πρωτεύουσα και στην Αλεξάνδρεια. Το κτίριο της Αµπετείου Σχολής στο Κάιρο (φωτογραφία ΕΛΙΑ). Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας Βάση και συνέχεια του ελληνισµού στην Αίγυπτο αποτελεί αναµφισβήτητα το ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας µε δικαιοδοσία στον αφρικανικό χώρο. Με µικρό ελληνικό ποίµνιο στην Αίγυπτο, στο οποίο περιλαµβάνονται και κάποιες χιλιάδες αραβόφωνων ορθοδόξων χριστιανών, διατηρεί την επιτροπεία Αλεξανδρείας, την επιτροπεία Καΐρου, και τις µητροπόλεις Πηλουσίου (έδρα Πορτ Σάιντ), Ερµουπόλεως (έδρα Τάντα), Λεοντοπόλεως (έδρα Σουέζ), την επισκοπή Βαβυλώνος (Κάιρο), δηλαδή κάποιες «πάλαι ποτέ διαλάµψασες» µητροπόλεις. Στα έτη στα οποία αναφερόµαστε πατριάρχευσαν ο Χριστοφόρος Β Δανιηλίδης από τη Μάδυτο (1939-1966), ο Νικόλαος ΣΤ Βαρελόπουλος από την Κωνσταντινούπολη (1968-1986), ο Παρθένιος Γ Κοϊνίδης, γεννηµένος στο Πορτ Σάιντ και καταγόµενος από τη Χίο και την Αµοργό (1987-1996) και ο Πέτρος Ζ Παπαπέτρου από την Κύπρο (1997-2004). Σήµερα πατριάρχης είναι ο Μακαριότατος Θεόδωρος Β Χορευτάκης από την Κρήτη (2004-). Ιδρυµένο το πατριαρχείο τον 1ο αιώνα µ.χ. από τον Ευαγγελιστή Μάρκο έχει διανύσει 20 αιώνες µε δυσκολίες, χωρίς να λείψει από το ιεραποστολικό έργο που µέχρι σήµερα επιτελεί στην Αφρική διά των Μητροπόλεων Καρθαγένης και Τριπόλεως στη βόρεια Αφρική, Αξώµης στην Αιθιοπία, Σουδάν, Καµερούν, Νιγηρίας, κεντρώας Αφρικής,

Κένυας, Ζιµπάµπουε, Ιωαννουπόλεως και Καλής Ελπίδος στις πόλεις Γιοχάνεσµπουργκ και Κέιπ Τάουν, και των Επισκοπών Ζάµπιας, Γκάνας, Μαδαγασκάρης κ.ά. Διατηρεί ιερατική σχολή-ιεροδιδασκαλείο µε την επωνυµία Μακάριος Γ στο Ναϊρόµπι, µετόχια στην Αθήνα και στην Οδησσό, τις δύο αρχαίες µονές του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια και του Αγίου Γεωργίου στο παλαιό Κάιρο, πλήθος παλαιών και νεότερων ναών ανά την Αφρική, βιβλιοθήκη και ιστορικό αρχείο, µουσείο (Κάιρο και Αλεξάνδρεια), ενώ βαπτίζει στην ορθόδοξη πίστη πολλούς Αφρικανούς και χειροτονεί κληρικούς που σπουδάζουν στην ιερατική σχολή του Ναϊρόµπι. Σχέσεις των Ελλήνων µε την αιγυπτιακή πραγµατικότητα Ο Έλληνας της Αιγύπτου κατά κανόνα θεώρησε, µέχρι τη στιγµή που την εγκατέλειψε, τη χώρα αυτή δεύτερη πατρίδα του. Ο απλός πολίτης δέθηκε κυρίως στο εσωτερικό µε τον Άραβα συνάνθρωπο. Ακόµη συνταυτίστηκε µε τους αλλοεθνείς της Αιγύπτου, Ιταλούς, Αρµένιους, τους κόπτες και φυσικά τους µουσουλµάνους. Κατά τη δύσκολη περίοδο 1956-1957 παρατηρήθηκε συµπαράσταση των Ελλήνων της Αιγύπτου, που εκφράστηκε µε την παροχή εθελοντικών υπηρεσιών στις αιγυπτιακές ένοπλες δυνά- µεις, στην αεράµυνα, στην περίθαλψη τραυµατιών κλπ. Για τον τελευταίο αυτό τοµέα οι κοινότητες Αλεξανδρείας και Καΐρου έθεσαν σε λειτουργία κέντρο πρώτων βοηθειών στα ελληνικά νοσοκοµεία υπό το επιστηµονικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Αν µάλιστα ληφθεί υπόψη η γενναία συµµετοχή των Ελλήνων πλοηγών της Διώρυγας του Σουέζ, οι οποίοι δεν αποχώρησαν από την Αίγυπτο αλλά παρέµειναν στο έργο τους κατά την εισβολή του 1956, ο αναγνώστης αποκτά πλήρη εικόνα αυτής της ελληνικής βοήθειας. Εν τούτοις οι Έλληνες ευεργέτες στην Αίγυπτο που προσέφεραν πολλά στις ελληνικές παροικίες, στην Ελλάδα και στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, δεν έδειξαν ανάλογο πνεύµα ευεργεσίας προς τη χώρα της Αιγύπτου και τον αιγυπτιακό λαό. Ελάχιστες υπήρξαν οι εξαιρέσεις, όπως για παράδειγµα η δωρεά του Γ. Ζαρβουδάκη για την ίδρυση Πολυτεχνικής Σχολής της Αιγύπτου και αυτό στις αρχές του 20ού αιώνα. Σηµάδια ευγνωµοσύνης προς τον τόπο και τους γηγενείς κατοίκους άρχισαν να φαίνονται αργότερα στις πρόσφατες δεκαετίες µέχρι σήµερα (2005) κυρίως στον πολιτιστικό τοµέα: τοποθετήθηκε στην Αλεξάνδρεια άγαλµα µε έφιππο τον Μέγα Αλέξανδρο, ενισχύθηκαν τοµείς, όπως η αναβίωση της Βιβλιοθήκης Αλεξανδρείας, ενώ έγιναν Ο φιλανθρωπικός σύλλογος Ένωσις Ελληνίδων Κυριών Η Τοσίτσειος Σχολή όπου σήµερα στεγάζεται το Πατρι-

επενδύσεις στην οικονοµία της Αιγύπτου, µε πρώτο παράδειγµα την πρωτοβουλία για βιοµηχανία χαρτιού του οµίλου Ζερίτη κ.ά. Αλλά και προς την Ελλάδα συνεχίστηκαν, µειωµένες βέβαια, αλλά µε πολύ πατριωτικό συναίσθηµα, ευεργεσίες Ελλήνων της Αιγύπτου. Μεταξύ άλλων συγκαταλέγονται οι δωρεές που έγιναν από τον Αλεξανδρινό επιχειρηµατία Παναγιώτη Σούλο στη γενέτειρά του Λέρο και από τους Καϊρινούς επιχειρηµατίες Λαµπρίδη, Μάκκο και Βίττη στη γενέτειρα τους Ήπειρο. Το παρόν των Ελλήνων σε Αίγυπτο και Αφρική Η µικρή πλέον ελληνική παροικία στο Κάιρο και στην Αλεξάδρεια καθώς και η ελάχιστη, πληθυσµιακά πάντοτε, στις πόλεις Πορτ Σάιντ και Ισµαηλία αριθµεί περίπου χίλια άτοµα. Στην υπόλοιπη Αφρική ζουν σήµερα 40.000 Έλληνες στη Νοτιοαφρικανική Δηµοκρατία, 1.500 στη Ζιµπάµπουε και λίγοι ακόµη εγκατεσπαρµένοι Έλληνες σε χώρες της κεντρικής, δυτικής και ανατολικής Αφρικής, που αποτελούν, όπως αναφέρθηκε, µαζί µε τους Αφρικανούς το ποίµνιο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, το δεύτερο τη τάξει ορθόδοξο Πατριαρχείο. Οι Έλληνες της Αφρικής σήµερα ασχολούνται επαγγελµατικά µε επιχειρήσεις κυρίως εµπορίου και βιοτεχνίας και µε κάποια άλλα πρακτικά επαγγέλµατα (καταστήµατα τροφίµων, εστιατόρια και άλλα παρόµοια). Είναι οργανωµένοι σε κοινότητες, Αδελφότητες και συλλόγους στις πόλεις Γιοχάνεσµπουργκ, Πρετόρια, Κέιπ Τάουν, στο Χαράρε, στην Αντίς Αµπέµπα και σε άλλες της κεντρικής και λίγοι στη βόρεια Αφρική, εκτός Αιγύπτου. Γεγονός είναι όµως ότι εγκαταλείπουν τις χώρες λόγω έλλειψης ασφάλειας και αβέβαιου µέλλοντος. Πολιτιστικά και άλλα νεότερα και σύγχρονα Η πνευµατική ζωή των Ελλήνων της Αιγύπτου την περίοδο 1949 µέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 παρουσίασε τις τελευταίες αναλαµπές. Εκδηλώσεις σχεδόν σε καθηµερινή βάση, έκδοση βιβλίων, εφηµερίδες, περιοδικά έδειχναν ποια αξιόλογη παράδοση είχε προηγηθεί. Ατυχώς κατέληξαν τον βίο τους οι τελευταίες εφηµερίδες της παροικίας, Ταχυδρόµος στην Αλεξάνδρεια και Φως στο Κάιρο. Έκλεισαν πολλά ελληνικά τυπογραφεία, σταµάτησαν κάποιες θεατρικές παραστάσεις, ακόµη και θιάσων από Από τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες των Ελλήνων της Στην πολιτιστική κληρονοµιά του ελληνισµού της Αιγύπτου

την Ελλάδα που ενθουσίαζαν το ελληνικό κοινό στην Αίγυπτο. Πώς αναπληρώνονται όλα αυτά σήµερα; Από τη δεκαετία του 1980 παρουσιάστηκε µια εικόνα αρκετά σηµαντική στον τοµέα αυτό, µε πρωτοβουλία κυρίως των διπλωµατικών υπηρεσιών της Ελλάδας στις αφρικανικές χώρες καθώς και µε έµπνευση και εκτέλεση εκ µέρους ατόµων και συλλόγων Αιγυπτιωτών της Ελλάδας. Ενίοτε αναλαµβάνεται πρωτοβουλία εκ µέρους του Συµβουλίου Απόδηµου Ελληνισµού της Ελλάδας. Έτσι διοργανώθηκαν και διοργανώνονται σηµαντικά γεγονότα, όπως εκθέσεις, συναυλίες, συµπόσια και άλλα γεγονότα, µε σκοπό να υπογραµµίσουν τη σηµασία της ελληνικής παρουσίας άλλοτε και τώρα στον αφρικανικό χώρο. Στην Ελλάδα ερευνάται η ιστορία του ελληνισµού στην Αίγυπτο και στη λοιπή Αφρική, ενώ τυπώνονται πλήθος διατριβών, µελετών, και λογοτεχνικών βιβλίων κατά πρωτοφανή τρόπο. Επίσης συνεχίζεται µια αξιόλογη εκδοτική δραστηριότητα εκ µέρους του πατριαρχείου που αφορά το σύνολο της Αφρικής άλλοτε και τώρα. Σήµερα η τρέχουσα πραγµατικότητα των µητροπόλεων αποτυπώνεται στο παλιό περιοδικό του πατριαρχείου Πάνταινο, η εκκλησιολογική και θρησκειολογική ιστορία στο επίσης παλιό περιοδικό Εκκλησιαστικός Φάρος και η ιστορία παλαιά και νέα στο νεότερο περιοδικό Ανάλεκτα, όλα πατριαρχικής φροντίδας και εκτύπωσης. Επίσης στο ίδιο πλαίσιο εκδίδεται το ετήσιο Ηµερολόγιο της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, όπου αποτυπώνεται η σύγχρονη ζωή του ελληνισµού της Αφρικής, κατά µητροπόλεις, µε χρήσιµα στοιχεία των ελληνικών παροικιακών φορέων καθώς και των διπλωµατικών ελληνικών αρχών που υφίστανται στις µέρες µας. Οι Έλληνες στη Μέση Ανατολή. Η Ιερά Αρχιεπισκοπή και Μονή Αγίας Αικατερίνης Σινά Πυρήνα του ελληνισµού στην περιοχή της Μέσης Ανατολής από την αρχαιότητα από την ανατολική Μεσόγειο µέχρι το Ιράν αποτέλεσαν τα παλαίφατα Πατριαρχεία Αντιοχείας, Ιεροσολύµων και η ανεξάρτητος Ιερά Αρχιεπισκοπή και Μονή της Αγίας Αικατερίνης Σινά. Πρόκειται για όσους Έλληνες περιστοίχιζαν αυτές τις χριστιανικές ορθόδοξες εστίες εκτός Ελλάδος, στις χώρες Συρία, Λίβανο, Ιορδανία, Ισραήλ, Παλαιστίνη, Ιράκ, Ιράν, Περσικό κόλπο, Σαουδική Αραβία. α. Συρία: Ο νεότερος ελληνισµός στη χώρα αυτή φθίνει συνεχώς και σήµερα δεν υπάρ-

χει οργανωµένη ελληνική παρουσία. Οι Έλληνες στον χώρο αυτό µετέβησαν από τη Μ. Ασία, µετά την καταστροφή του εκεί ελληνισµού. Επίσης έζησαν εκεί και ζουν Έλληνες από την Κρήτη. Κάποτε οι ελληνικές κοινότητες Δαµασκού και Χαλεπίου γνώρισαν άνθηση. Μετά τους µεικτούς γάµους και τη στροφή του πατριαρχείου προς το αραβικό ορθόδοξο ποίµνιο δεν υφίσταται ελληνικό στοιχείο. β. Λίβανος: Στον Λίβανο οι Έλληνες διέλυσαν τη δραστηριότητά τους διαρκούντος του εµφυλίου πολέµου. Ετράπησαν στην Ελλάδα, στην Κύπρο και άλλες χώρες. Η άλλοτε ανθούσα κοινότητα της Βηρυτού δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου, ενώ στην Τρίπολη λίγοι Έλληνες είναι συσπειρωµένοι γύρω από τη Μητρόπολη Τρίπολης, η οποία υπάγεται, όπως και η Μητρόπολη Χαλεπίου, στο Πατριαρχείο Αντιοχείας. γ. Σαουδική Αραβία: Στη χώρα αυτή, από τη δεκαετία 1950-1960, εγκαταστάθηκε µετακινούµενος ελληνικός πληθυσµός που εργάστηκε σε ελληνικές και µη εταιρείες (οικοδοµικές-ναυτιλιακές). Η παρουσία τους βρισκόταν στο Ριάντ, στο Νταχράν, στην Τζέντα και στο Ράµπαχ. Υφίσταται επίσης µικρός αριθµός Ελλήνων ναυτικών οι οποίοι αποτελούν το πλήρωµα πλοίων που ανήκουν σε ναυτιλιακές εταιρείες. Το κράτος δεν δέχεται αλλοδαπούς µη µουσουλµάνους για µόνιµη εγκατάσταση στη χώρα. δ. Ισραήλ Παλαιστίνη: Στο Ισραήλ Παλαιστίνη, ως γνωστό, διαβιεί µεγάλος αριθµός ατόµων ελληνικής καταγωγής ως Έλληνες του ιουδαϊκού κράτους ή επίσης ορθόδοξοι του χριστιανικού θρησκεύµατος, µερικοί από τους οποίους είναι εγγεγραµµένοι στα µητρώα της ελληνικής πρεσβείας στο Ισραήλ. Η ελληνική κοινότητα Χάιφας µοιάζει λίγο µε εκείνη της δεκαετίας του 1910-1920. Στο Τελ Αβίβ λειτουργούν ο Σύνδεσµος Φιλίας µε την Ελλάδα και ο Σύνδεσµος Μεταναστών εξ Ελλάδος (Ισραηλινών) µε κάποια κοινωνική ελληνική δραστηριότητα. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί Ισραήλ και Παλαιστίνης κάθε εθνικότητας υπάγονται στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Ιεροσολύµων. Η δικαιοδοσία αυτού καλύπτει την Παλαιστίνη, το Ισραήλ και την Ιορδανία, περιλαµβάνει δε την Αγιοταφική Αδελφότητα των Μοναχών στην Ιερουσαλήµ, τον εφη- µεριακό κλήρο, µοναχούς και µοναχές διαφόρων µονών και προσκυνηµάτων και µικρό αριθµό λαϊκών, στην πλειοψηφία αραβόφωνων. Πνευµατικά και µόνο, καθότι είναι αυτοκέφαλη, υπάγεται στο Πατριαρχείο Ιεροσολύµων η Ιερά Αρχιεπισκοπή και Μονή της Αγίας Αικατερίνης στη χερσόνησο του Σινά καθώς και κάποιες µικρότερες µονές µε αρχαιότατη παράδοση (Φαράν, Ραϊθώ) και µερικά λεγό- Πρόσφυγες από τα Δωδεκάνησα ταξιδεύουν µε καΐκι για

µενα καθίσµατα. Ιεροσόλυµα και Σινά διατηρούν την αρχαία ορθόδοξη ελληνική παράδοση µε αρκετές αντιξοότητες. Η µονή Σινά διοικείται από τον ηγούµενο που είναι και ο αρχιεπίσκοπος, σήµερα ο Σεβασµιότατος Δαµιανός Σαµαρτζής, και έχει µικρό αριθµό µοναχών. Στη µονή επιτελείται σπουδαίο έργο αναστύλωσης και συντήρησης (χτίστηκε επί Ιουστινιανού), διατηρεί δε αξιόλογο µουσείο-σκευοφυλάκιο και σηµαντικότατο και πλουσιότατο αρχείο. Η βιβλιοθήκη κατέχει σηµαντικότατα ελληνικά, συριακά και γεωργιανά χειρόγραφα. Στην παλαιά πόλη των Ιεροσολύµων ζουν ελάχιστοι Έλληνες καταστηµατάρχες καθώς και στη νέα πόλη µε ιορδανική κυρίως υπηκοότητα. Το ίδιο συµβαίνει στην πόλη της Γάζας, στη Ραµάλα, στη Ναµπλούς (Νεάπολη), χωρίς όµως δραστηριότητα που να έχει σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού. Ατυχώς βρίσκονται στην καρδιά της καταστροφικής πολεµικής σύγκρουσης των τελευταίων δεκαετιών, µε άκρως αβέβαιο το µέλλον. Για το ελληνικό προξενείο των Ιεροσολύµων αξίζει να υπογραµµιστεί ότι έχει µεγάλη παράδοση και στη δικαιοδοσία του ανήκουν όλα τα εδάφη των Αγίων Τόπων, η δυτική όχθη του Ιορδάνη και η Γάζα. ε. Ιορδανία: Την πλειοψηφία των Ελλήνων της Ιορδανίας αποτελούν Ελληνίδες που παντρεύτηκαν Ιορδανούς υπηκόους, απόφοιτους ελληνικών πανεπιστηµίων, κυρίως στις ιατρικές επιστήµες. Οι Έλληνες της Ιορδανίας έχουν εγκατασταθεί στο Αµάν, στο Ιρµπίντ και στη Ζάρκα και ασχολούνται µε το εµπόριο. Στο Αµάν λειτουργούν τρεις σύλλογοι ελληνικού ενδιαφέροντος, ο Ελληνο-ιορδανικός Σύνδεσµος Φιλίας, η Λέσχη Αποφοίτων Ελληνικών Πανεπιστηµίων και ο Σύλλογος Ελληνίδων Ιορδανίας. στ. Κράτη του Περσικού κόλπου: Στα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα η εικόνα της ελληνικής παρουσίας είναι γενικά η ακόλουθη: στην πρωτεύουσα Αµπού Ντάµπι διαβιούν µερικοί Έλληνες, ενώ στις πόλεις Σαρζάχ και Φουζάιραχ οι Έλληνες είναι είτε επιχειρηµατίες είτε εργαζόµενοι σε ναυτιλιακές εταιρείες, ενώ εκκλησιαστικά υπάγονται στη Μητρόπολη Βαγδάτης του Παριαρχείου Αντιοχείας στα κράτη Κατάρ, Κουβέιτ και Μπαχρέιν δεν έχουµε σαφή εικόνα της ελληνικής παρουσίας, ιδίως µετά τον πόλεµο του Κόλπου (1990-1991) στην Υεµένη ζουν µεµονωµένοι Έλληνες στο Άντεν και στη Χοντέιντα και, τέλος, στο Οµάν ζουν λίγοι, κυρίως Ελληνοκύπριοι. ζ. Ιράκ: Και εδώ η νοµοθεσία της χώρας δεν δίνει ευκαιρίες για ξένη δραστηριότητα. Υπάρχουν γόνοι µεικτών γάµων Ελλήνων µε Ιρακινές. Δεν υπάρχουν ελληνικές εταιρείες

µε σχετική δραστηριότητα εκεί (π.χ. Δοξιάδης). Το ποίµνιο εποµένως της Μητρόπολης Βαγδάτης είναι στη συντριπτική του πλειοψηφία αραβόφωνο. η. Ιράν: Όπως στο Ιράκ έτσι και στο Ιράν δεν υπάρχουν περιθώρια ελληνικής δραστηριοποίησης. Ιδίως µετά την ισλαµική επανάσταση του 1979 και τον Ιρακινο-ιρανικό πόλεµο του 1980-1988, οι Έλληνες συρρικνώθηκαν και οι ελάχιστοι εναποµείναντες διατηρούν την ιρανική υπηκοότητα. Η ελληνική κοινότητα Τεχεράνης, που άλλοτε συντηρούσε σχολείο και ναό, σήµερα αποτελείται από µερικές ελληνο-αρµενικές και ελληνο-ιρανικές οικογένειες. Τέλος, στον παρακάτω πίνακα εµφαίνεται η ελληνική διπλωµατική κάλυψη των χωρών τη Μέσης Ανατολής: Πίνακας 1ος Λίβανος Συρία Ισραήλ Ιεροσόλυµα Ιορδανία Ιράκ Ιράν Σαουδική Αραβία Υεµένη Πρεσβεία στη Βηρυττό και άµισθο Προξενείο στην Τρίπολη Πρεσβεία στην Δαµασκό και άµισθα Προξενεία στο Χαλέπι, στη Λαοδίκεια και στην πόλη Ταρτούς Πρεσβεία στο Τελ Αβίβ και άµισθο Προξενείο στη Χάιφα Γενικό Προξενείο Πρεσβεία στο Αµµάν Πρεσβεία στη Βαγδάτη Πρεσβεία στην Τεχεράνη Πρεσβεία στο Ριάντ και Προξενείο στη Τζέντα δια της Πρεσβείας στο Ριάντ

Οµάν Κουβέιτ Κατάρ Μπαχρέιν Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα δια της Πρεσβείας στο Ριάντ Πρεσβεία δια της Πρεσβείας στο Κουβέιτ δια της Πρεσβείας στο Κουβέιτ Πρεσβεία και προξενικό γραφείο στο Αµπου Ντάµπι.

ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ Οι Έλληνες ανακαλύπτουν την Αυστραλία Η Αυστραλία πρωτοκατοικήθηκε πριν από 40.000 χρόνια από ανθρώπους που έφθασαν από τη νοτιανατολική Ασία µε αυτοσχέδια κανό. Ο πολιτισµός των πρώτων εποίκων (Αµπορίτζινις) παραµένει ο πλέον αρχαίος συνεχόµενος γνωστός πολιτισµός. Όταν το 1788 άρχισε η ευρωπαϊκή εγκατάσταση, ο αριθµός των ιθαγενών έφτανε περίπου τους 350.000. Ο πρώτος στόλος αποτελείτο από 1.000 Βρετανούς, 750 από τους οποίους ήταν κατάδικοι. Η µαζική µετανάστευση στην Αυστραλία διαδραµατίστηκε όταν η Βρετανία απώλεσε τις αµερικανικές κτήσεις της, προσφέροντας έτσι διέξοδο στους κρατούµενους για ασήµαντες αφορµές κατάδικους και απόρους. Η κατακραυγή στην Αυστραλία εναντίον του συστήµατος εξορίας καταδίκων οδήγησε στην ταχύτερη ανάπτυξη της οργανω- µένης µετανάστευσης ελεύθερων εποίκων από την Ευρώπη. Η Αυστραλία έπρεπε να ωριµάσει περνώντας µέσα από διάφορα στάδια µεταµόρφωσης, από µια αποικιακή φυλακή σε ένα αποικιακό έθνος. Το ευάλωτο της Αυστραλίας στην ιαπωνική επίθεση κατά τον Β Παγκόσµιο πόλεµο έπεισε τους ηγέτες της ότι ο πληθυσµός της έπρεπε να αυξηθεί. Ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας κατά τον Β Παγκόσµιο πόλεµο, J. B. Chifley, είχε συνειδητοποιήσει ότι µε την άφιξη χιλιάδων Ευρωπαίων µεταναστών θα µπορούσε να ενισχυθεί η άµυνα και η οικονοµία της χώρας. Το σύστηµα επιχορηγούµενων µεταναστευτικών προγραµ- µάτων που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση είχε επιτρέψει σε 1.068.000 µετανάστες να εγκατασταθούν στους Αντίποδες από το 1831 µέχρι το 1947. Τα προγράµµατα αυτά ενισχύθηκαν µεθοδικά από την αυστραλιανή κυβέρνηση (1948-1974), ενθαρρύνοντας έτσι την άφιξη 2.168.500 µεταναστών µέχρι το 1982. Μετά το 1975 η Αυστραλία στράφηκε στις χώρες της Ασίας και του Ειρηνικού, προκειµένου να αυξήσει τις εµπορικές της συναλλαγές και από το 1977 άρχισε συστηµατικά να δέχεται µετανάστες από την ευρύτερη περιοχή της Ασίας. Οι µετανάστες αυτοί ήταν κυρίως θύµατα ανώµαλων διεθνών καταστάσεων. Το 2005 74% του αυστραλιανού πληθυσµού παρέµενε βρετανικής καταγωγής, το 3,6% ιταλικής, το 2,2% γερµανικής, το 2,1% ελληνικής και το 1.2% Έλληνες εργάτες δουλεύουν στην κατασκευή σιδηροδρό-

κινεζικής και ολλανδικής. Οι πρωτοπόροι Έλληνες έφθασαν στη «µεγάλη χώρα του νότου» στις αρχές του 19ου αιώνα ως πατριώτες κατάδικοι ναυτικοί των βρετανικών στρατοδικείων (1829). Μετά το 1840 έκαναν την παρουσία τους ολιγάριθµοι φιλοπερίεργοι τυχοδιώκτες, µεταλλωρύχοι και χρυσοθήρες από την Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα, αρχικά στο Σίδνεϊ, στην Τασµανία και στην Πέρθη και αργότερα, µε την ανακάλυψη χρυσού, µετά το 1851, στην αχανή ύπαιθρο της Νέας Νοτίου Ουαλίας (ΝΝΟ) και Βικτόριας. Εκεί επιδόθηκαν σε εποχικά επαγγέλµατα ως κηπουροί, υλοτόµοι και ανειδίκευτοι εργάτες, περιφερό- µενοι στην αχανή ύπαιθρο της Αυστραλίας, παντρεύτηκαν κυρίως Ιρλανδές και ντόπιες γυναίκες και αφελληνίστηκαν. Οι περισσότεροι πρωτοπόροι ήταν αγράµµατοι και ανειδίκευτοι εργάτες, που αποψίλωναν τεράστιες δασώδεις περιοχές και φρόντιζαν τις φάρµες των Βρετανών γαιοκτηµόνων. Μερικοί άλλαξαν τα ονόµατά τους για να γίνουν περισσότερο αποδεκτοί. Μέχρι το 1880, οπότε άρχισε η κανονική µετανάστευση, πολλοί πρωτοπόροι ήταν ναυτικοί, οι οποίοι όταν πληροφορήθηκαν την ύπαρξη χρυσού ξεµπάρκαραν λαθραία σε λιµάνια της Αυστραλίας, καθώς και φιλοπερίεργοι νησιώτες, έµποροι και άνεργοι χειροτέχνες. Πλεόναζαν οι εργένηδες, τα γεροντοπαλίκαρα και οι οικογενειάρχες που συντηρούσαν την οικογένειά τους στην Ελλάδα. Φιλόδοξοι οι πρωτοπόροι µετανάστες εξαπλώθηκαν στην αχανή ήπειρο για να αποφύγουν τη µισοξένεια και την καταφρόνια. Στις φάρµες έζησαν εκµετάλλευση και φυλετική προκατάληψη, χρησιµοποιώντας συχνά ως στέγη αυτοσχέδιες παράγκες, αχυρώνες, βαγόνια τρένων, λαµαρίνες και λινάτσες, σε πλήρη απόσταση και αποµόνωση από το κοινωνικό σύνολο και το κατεστηµένο του. Οι περισσότεροι από τους πρωτοπόρους ήταν νησιώτες από τα Κύθηρα, την Ιθάκη και τη Σάµο, αρκετοί ήταν Μακεδόνες και Πελοποννήσιοι, ήδη ξενιτεµένοι στις µικρασιατικές εστίες του ελληνισµού της Σµύρνης, των πόλεων της Αιγύπτου και της Κωνσταντινούπολης. Οι λίγοι που εγκαταστάθηκαν στις πόλεις εργάστηκαν ως πλανόδιοι πωλητές τροφίµων. Όσοι προνοµιούχοι Έλληνες βρέθηκαν στις πόλεις επιβίωσαν εξασκώντας τα επαγγέλµατα που έφεραν από την ιδιαίτερη πατρίδα τους ζαχαροπλάστες, οπωροπώλες, ψαράδες, ράφτες, τσαγκάρηδες, χαµάληδες στα λιµάνια, καταστηµατάρχες και εστιάτορες. Οι νησιώτες επιδόθηκαν στην αλιεία, στα ορυχεία και στις απέραντες φυτείες ζαχαροκάλαµου της βόρειας Κουησλάνδης. Οι Μακεδόνες αποδείχθηκαν πρω- Πρόχειρες κατασκευές χρησί- µευαν σαν σπίτια των πρώτων

τοπόροι στην υλοτοµία, στην αποψίλωση αγροκτηµάτων και στην καλλιέργεια αµπελιών, καπνού, λαχανόκηπων και φρούτων. Πολλοί αναζήτησαν εργασία στα µεταλλωρυχεία των επαρχιών της ΝΝΟ και Βικτόριας και αρκετοί εργάστηκαν σε χυτήρια και ασβεστοποιεία υπό δύσκολες συνθήκες. Η εργοδότηση σε βιοτεχνία ή εργοστάσιο της πόλης παρέµεινε προνόµιο των αγγλοκελτών εποίκων µέχρι και το 1936. Την περίοδο 1896-1939 περισσότεροι από 15.000 Έλληνες µετανάστες εγκαταστάθηκαν στην Αυστραλία. Ήταν κυρίως νεαρά παραγωγικά µέλη του πληθυσµού, τα οποία έφυγαν ωθούµενα από την παραµέληση του αγροτικού πληθυσµού, κυρίως οικογενειών χωρίς γη, καθώς και από την ανασφάλεια, την ανεργία και τις παραλείψεις ανίκανων διοικήσεων. Το 1945 άρχισε η έλευση ανύπαντρων γυναικών και εξαρτώµενων µελών οικογενειών, προκειµένου να εναρµονιστεί η δυσαναλογία ανδρών-γυναικών µεταναστών (70 : 30), που προκαλούσε σοβαρά κοινωνικά προβλήµατα στους Έλληνες της Αυστραλίας. Η δηµογραφική και εποικιστική εξέλιξη των ελληνικών παροικιών της Αυστραλίας πέρασε από διάφορες φάσεις. Μέχρι το 1926 οι πολιτείες της Νέας Νοτίου Ουαλίας και της Δυτικής Αυστραλίας (ΔΑ) συγκέντρωναν περίπου το 50% των πρωτοπόρων µεταναστών, ενώ η Βικτόρια, η Κουησλάνδη και η Νότια Αυστραλία (ΝΑ) τους υπόλοιπους. Ελάχιστοι νησιώτες από τα Κύθηρα ζούσαν στο Hobart της Τασµανίας και ακόµη λιγότεροι Κύπριοι και Μικρασιάτες έποικοι στο Darwin της Βόρειας Επικράτειας. Έτσι στο Σίδνεϊ ιδρύθηκε η πρώτη οργανωµένη κοινότητα του ελληνισµού (1896), στην Πέρθη η πρώτη ελληνική Αδελφότητα της Αυστραλίας (1912) και στη Μελβούρνη άρχισε η πρώτη οργανωµένη εµφάνιση της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (1892). Εκκλησιαστικά αποίµαντη, εθνικά ακέφαλη και κοινοτικά ανοργάνωτη παρέµεινε η παροικία των Ελλήνων στη διάρκεια των πρώτων χρόνων από την εµφάνιση των πρωτοπόρων µεταναστών. Το έµπρακτο ενδιαφέρον της ελληνικής πολιτείας δεν εκδηλωνόταν, εξαιτίας της τυραννίας της απόστασης, της γεωγραφικής αποµόνωσης, της έλλειψης επαρκούς επικοινωνίας αλλά και επειδή δεν συνέτρεχαν εµπορικοί λόγοι. Οι ορθόδοξοι της εποχής έγιναν αποδεκτοί στις δύσκολες ώρες από τους αγγλικανούς, οι οποίοι έδειξαν φιλάδελφο πνεύµα και αλτρουισµό. Με την υπογραφή της διακρατικής συµφωνίας Αυστραλίας-Ελλάδος (1952) αρχίζει η πλέον ουσιώδης και µαζική εποίκηση Eλλήνων (1952-1974). Αποτέλεσµα της κρίσι- µης αυτής φάσης ήταν να εποικίσουν την Αυστραλία 270.000 και τη Νέα Ζηλανδία Οι προνοµιούχοι Έλληνες µετανάστες στις µεγαλουπόλεις της Η ουσιαστική µετανάστευση των Ελλήνων στην Αυστρα-

3.100 Έλληνες. Στο µεγαλύτερο ποσοστό τους (87%) οι έποικοι αυτοί ήταν αγρότες και ανειδίκευτοι εργάτες των αστικών κέντρων της Ελλάδος και της Κύπρου. Το µεταναστευτικό αυτό απόθεµα των Ελλήνων έκτοτε αναµορφώθηκε και αναζωογονήθηκε µε τεχνοκράτες και επιστήµονες σε τέσσερις φάσεις: (α) το 1953, µε την εµφάνιση 5.000 προσφύγων-µεταναστών από τη Ρουµανία, (β) την περίοδο 1954-1958, µε την άφιξη περίπου 9.000 Ελλήνων από την Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή, (γ) το 1974 µε την εγκατάσταση 11.000 Κυπρίων προσφύγων και (δ) την περίοδο 1994-2005 µε την εποίκηση 3.000 Ελλήνων από τη Νοτιοαφρικανική Ένωση, κυρίως επιχειρηµατιών και εµπόρων. Ο συνολικός αριθµός εποίκων της Αυστραλίας ελληνικής καταγωγής εκτιµάται σε 490.000 άτοµα και σε 4.500 της Νέας Ζηλανδίας. Από το 1958 ο αριθµός των Ελλήνων της Αυστραλίας παρέµεινε αριθµητικά και γλωσσικά ο δεύτερος µεγαλύτερος από τις µη βρετανικές εθνότητες που έχουν εποικήσει την Αυστραλία, µετά τους Ιταλούς. Η συντριπτική πλειοψηφία των γεννηµένων στην Ελλάδα, ήτοι το 85%, µετανάστευσαν την περίοδο 1952-1974. Μέχρι το 1962 υπήρχε στην Αυστραλία σοβαρότατη δηµογραφική ανοµοιογένεια µεταξύ των φύλων, σε αναλογία 100 άνδρες προς 53 γυναίκες, επειδή ασκούνταν δρακόντειοι περιορισµοί στη µετανάστευση ανύπαντρων γυναικών από την Ελλάδα. Η ανισότητα αυτή, η οποία προκαλούσε σωρεία κοινωνικών και ψυχολογικών προβληµάτων στους πρωτοπόρους της µεταπολεµικής περιόδου, αντιµετωπίστηκε µετά το 1962, όταν προγραµµατίστηκε η µόνιµη εγκατάσταση χιλιάδων ανύπαντρων Ελληνίδων (οι νύφες). Το 2005 επικρατεί ισορροπία µεταξύ των δύο φύλων σε αναλογία 50,2 άνδρες προς 49,8 γυναίκες, χωρίς όµως µετανάστευση από το 1974 το ποσοστό των Ελλήνων που βρίσκεται στην οµάδα ηλικίας 45 έως 64 ετών ανερχόταν στο 62% του συνολικού αριθ- µού των γεννηµένων στην Ελλάδα, ενώ σε 21% ανέρχονταν οι έποικοι που ξεπέρασαν το 65ο έτος της ηλικίας τους. Μέχρι το 2015 υπολογίζεται ότι το 90% των γεννηµένων στην Ελλάδα θα είναι συνταξιούχοι ή εκτός εργασιακής δύναµης της χώρας. Η ταχύτατη γήρανση των εποίκων και η έξοδός τους από την οικογένεια είχε καταλυτικές συνέπειες για την εθνογλωσσική διατήρηση των επιγόνων τους. Στα επόµενα χρόνια η οµογένεια θα χρειαστεί µεθοδευµένη πρόνοια, συστηµατικές παροχές και τεχνοκρατική στήριξη για να αντιµετωπίσει τα προβλήµατα που προκαλούνται από τη γήρανση των ελληνικών παροικιών.

Πίνακας 1ος ΕΘΝΙΚΟΤ Τ. Γεν. Βικτόρια ΝΝΟ Κουησλ Ν.Α. Δ.Α. Tασµαν Ν.Τ. ACT TOTAL Ελλάς 61.894 41.135 4295 12.640 3434 621 1096 1406 126.521 Έλληνες Αυστρ. 148,783 91,769 11,568 29,932 7852 1586 2467 3212 297.169 Αιγ. & M.Ανατ. 2874 656 152 302 201 18 17 9 4229 Τουρκία 1212 367 112 145 109 12 12 14 1983 Αλλού (Ν.Αφρ. Βρετ.Πρ. Σοβ. Εν. 2012 486 95 367 690 9 9 11 3679 Κύπριοι* Κύπρος 9382 7965 1043 1535 356 53 231 127 20.692 Aυστραλ. 23.345 18.568 2456 3978 789 116 487 286 50.025 Αλλού 704 611 72 94 11 3 7 4 1506 Σύνολο 250.206 161.557 19.793 48.993 13.442 2418 4335 5069 505.804 Πηγή: Διασταυρώσεις Αυστραλιανής Στατιστικής Υπηρεσίας (2001) & ΕΚΕΜΕ (2005). *Από τον συνολικό αριθµό των Κυπρίων εποίκων θα πρέπει να αφαιρεθεί το 15% ως Τουρκοκύπριοι.

Με τον τερµατισµό της ελληνικής µετανάστευσης (1974) ο αριθµός Ελλήνων και Ιταλών µεταναστών, που αφίχθησαν την τελευταία εικοσαετία (1985-2005), ήταν ο χαµηλότερος σε σύγκριση µε οποιαδήποτε άλλη εθνότητα. Στο ίδιο διάστηµα ο αριθµός των Ελλήνων που παλιννόστησε ήταν κατά 37% υψηλότερος από τον αριθµό αυτών που εποίκησαν την Αυστραλία. Οι Έλληνες, αν και διατηρούν περισσότερο από τις άλλες εθνοτικές οµάδες τα εθνογλωσσικά και πολιτιστικά τους χαρακτηριστικά, έρχονται πρώτοι στις πολιτογραφήσεις έναντι των άλλων εθνικών οµάδων (96,1%). Σύµφωνα µε την ανάλυση των δηµογραφικών δεδοµένων, στο 62% των ελληνοαυστραλιανών οικογενειών ο ένας από τους δύο γονείς δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα, οι Ελληνίδες της Αυστραλίας γεννούν περισσότερα παιδιά (2,8 κατά µέσο όρο) σε σύγκριση µε το µέσο όρο της γυναίκας της Αυστραλίας (2,1%), ενώ συγκριτικά χαµηλότερο παραµένει το ποσοστό των άτεκνων Ελληνίδων. Το 64% των ορθόδοξων χριστιανών είναι εγκαταστηµένοι στη Μελβούρνη, ενώ η ορθοδοξία παραµένει αριθµητικά η τέταρτη µεγαλύτερη θρησκεία της χώρας µε 574.000 άτοµα. Το 2005 το 93% των Ελλήνων είχαν δηλώσει ορθόδοξοι, το υπόλοιπο άλλες οµολογίες (ευαγγελικοί, χιλιαστές, καθολικοί και αγγλικανοί), ενώ ένα ποσοστό 0,5% δήλωσαν µουσουλµάνοι. Κοινωνική συγκρότηση Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα οργανώθηκαν στην Αυστραλία οι κοινότητες των Ελλήνων ως εθνο-θρησκευτικά σωµατεία. Το 1924 ιδρύθηκε η µητρόπολη µε πνευµατικό και αποστολικό ρόλο και το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας (1926) στο Σίδνεϊ. Ωστόσο, παρά τη βασικότατη αλλαγή που προκάλεσε η εµφάνιση του πρώτου µητροπολίτη, Χριστόφορου Κνήτη, και του πρώτου επαγγελµατία διπλω- µάτη, Λεωνίδα Χρυσανθόπουλου, ο ρόλος των κοινοτήτων δεν διευρύνθηκε. Συνέχισαν τον εκκλησιαστικοκεντρικό τους ρόλο, ανήγειραν και συντήρησαν ναούς και σχολεία, ίδρυσαν φιλόπτωχες αδελφότητες και επιδόθηκαν σε αλτρουιστικές δραστηριότητες. Η ηγεσία των κοινοτήτων δεν κατόρθωσε να αναπτύξει ευρεία κοινωνική και πολιτιστική δράση και δεν αναζήτησε τρόπους ενσωµάτωσης στην αγγλοκελτική κοινωνία. Από πολύ ενωρίς (1924) σηµειώθηκε βαθιά ενδοπαροικιακή κρίση, προκλήθηκαν ζηµιογόνες έριδες και εδραιώθηκε διχοστασία ανάµεσα στις κοινότητες και κυρίως στη µητρόπολη, από την οποία διεκδικούσαν την αποκλειστική διοίκηση των ναών. Όταν Ελληνικός γάµος στη Μελβούρνη γύρω στα 1925 στη Ο πρώτος Έλληνας γενικός πρόξενος στην Αυστραλία

αργότερα (1959) το Οικουµενικό Πατριαρχείο αποφάσισε να καταργήσει τους παλαιούς κοινοτικούς οργανισµούς, υιοθετώντας το αµερικανικό πρότυπο της κοινότητας-ενορίας και αργότερα (1975) τον θεσµό της ενορίας µε διορισµένα από την αρχιεπισκοπή συµβούλια επιτρόπων, προκλήθηκε εκτροπή (1962) και θεσµοποιήθηκε το σχίσµα. Μετά το 1962, µε την απόσχιση των παλαιών κοινοτήτων από την κανονική Εκκλησία, αρχίζει η ταραχώδης περίοδος της ιστορίας του ελληνισµού της Αυστραλίας, κατά την οποία κυριαρχεί ο εξοστρακισµός, η αποστασιοποίηση, η περιθωριοποίηση οργανισµών και ατόµων, χωρίς να λείπει η συχνή σύγκρουση µεταξύ της Εκκλησίας και των αντιπροσώπων της ελληνικής και κυπριακής πολιτείας. Οι περισσότερες κοινότητες περιορίστηκαν στον εκκλησιαστικοκεντρικό τους ρόλο, µε αποτέλεσµα να εµπλέκονται σε συνεχείς προστριβές µε την Εκκλησία και να µην ενεργοποιούν τον πολιτιστικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό τους ρόλο. Η ευρεία ανάπτυξη και η γεωγραφική εξάπλωση των ελληνικών παροικιών στην Αυστραλία γέννησε διεσπαρµένες και δηµογραφικά ασθενείς παροικίες, κυρίως στα αστικά κέντρα και στην αχανή επαρχία. Οι παροικίες αυτές ήταν βασικά εθνοκεντρικές και θρησκευτικές εστίες, µε στόχο τη διατήρηση των ιδεολογιών τις οποίες έθεσαν και διαµόρφωσαν οι πρώτοι έποικοι. Το µέγεθος, ο τύπος και η έκταση της ελληνικής εποίκησης διαµορφώθηκαν από την πολιτική της αυστραλιανής κυβέρνησης να µεθοδεύσει σύστηµα εργασιακής αποκέντρωσης. Οι ιστορικές κοινότητες της Μελβούρνης, του Σίδνεϊ, της Αδελαΐδας και της Πέρθης και πέντε εκκλησιαστικές κοινότητες στο Σίδνεϊ, στη Μελβούρνη και στην Αδελαΐδα αξιοποίησαν το έµψυχο δυναµικό της οµογένειας και ανέπτυξαν πρόγραµµα κοινωνικής και εκπαιδευτικής δραστηριότητας, µε τη λειτουργία, µεταξύ άλλων, οκτώ ηµερήσιων ελληνικών σχολείων, µεγάλου αριθµού γηροκοµείων και γηριατρείων καθώς επίσης κέντρων προσχολικής ηλικίας και παιδικών σταθµών. Πάντως, µε τη γήρανση της οµογένειας και τη δηµογραφική συρρίκνωση των γεννηµένων στην Ελλάδα, γηρασµένα παρουσιάστηκαν τα διοικητικά συµβούλια και ισχνότατος ο αριθµός των µελών των κοινοτικών οργανισµών και ενοριών, οι περισσότεροι από τους οποίους περιορίστηκαν στην προσφορά εθνοθρησκευτικών υπηρεσιών. Από το 1912 η ίδρυση περίπου 1.000 ελληνικών εθνοτοπικιστών αδελφοτήτων και σωµατείων της Αυστραλίας, µε στόχο τη διατήρηση της τοπικής παράδοσης, τραυ- Οι ελληνικές κοινότητες που ιδρύθηκαν στα τέλη του 19ου Η δασκάλα Άννα Κωβαίου µε τους µαθητές του ελληνικού

µάτισε τη συνεκτικότητα του ελληνισµού, αποδυνάµωσε τους πανελλήνιους οργανισµούς, αποχύµωσε την οργάνωσή τους και αναχαίτισε προοπτικές και προϋποθέσεις µιας συλλογικότερης παρουσίας των Ελλήνων. Η χρεοκοπία τους σήµερα είναι εµφανής µε την απουσία των αυστραλογεννηµένων απογόνων από τις εθνοτοπικιστικές οργανώσεις και την ερήµωση εκατοντάδων κτιρίων που αγοράστηκαν χωρίς περίσκεψη τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Το 1975 µε τον τερµατισµό της ελληνικής µετανάστευσης στην Αυστραλία εµφανίστηκε η δεύτερη γενιά των Ελληνο-αυστραλών και ιδρύθηκε ο τέταρτος τύπος της οργάνωσης των ελληνικών παροικιών, µε κοινωνικο-οικονοµικούς και πολιτιστικούς στόχους. Οι νέες οργανώσεις (Ελληνική Λέσχη Καµπέρας, Ελληνοαυστραλιανή Πρόνοια Μελβούρνης, Οργανισµός Φροντίδα Μελβούρνης κ.ά.) στηρίχτηκαν σε αυστραλογεννη- µένο έµψυχο δυναµικό και διεκδίκησαν ρόλο και σχέσεις µε την αυστραλιανή πολιτεία. Χρησιµοποιώντας πηγές και εισόδηµα της αυστραλιανής πολιτείας, εξασφάλισαν ευρωστία, διάρκεια και ζωτικότητα. Οι νέοι οργανισµοί, κινούµενοι στο ευρύτερο φάσµα της αυστραλιανής κοινωνίας, απέσπασαν από το αυστραλιανό κράτος ρόλους και υπηρεσίες που στόχευαν στην κοινωνική πρόνοια και φροντίδα των µεταναστευτικών οµάδων, γεγονός που τους εξασφάλισε αυτάρκεια και εποµένως διάρκεια και σταθερότητα. Η Ελληνική Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας αποτελεί αριθµητικά την ισχυρότερη οµολογία ορθοδόξων της Αυστραλίας. Η αρχιεπισκοπή διατηρεί γραφεία σε πέντε διοικητικές επικράτειες τη χώρας (Σίδνεϊ, Μελβούρνη, Αδελαΐδα, Βρισβάνη και Πέρθη), όπου είναι διορισµένοι ισάριθµοι βοηθοί επίσκοποι. Η διοίκηση και η εξουσία ασκούνται αποκλειστικά από τον αρχιεπίσκοπο, ο οποίος διορίζει και εγκρίνει όχι µόνο τα ενοριακά συµβούλια αλλά και τα µέλη του αρχιεπισκοπικού συµβουλίου και των κληρικολαϊκών συνελεύσεων, κληρικούς και λαϊκούς. Οι βοηθοί επίσκοποι δεν ασκούν εξουσία, αποτελούν τοποτηρητές του αρχιεπισκόπου. Την τελευταία εικοσαετία η Εκκλησία, ανέπτυξε, πέρα από το αποστολικό της έργο, κοινωνικό πρόσωπο, ιδρύοντας κέντρα κοινωνικής πρόνοιας και οίκους ευγηρίας. Οι λιγοστοί Έλληνες έποικοι του Σίδνεϊ και της Μελβούρνης παρέµειναν απλοί θεατές στις εορταστικές εκδηλώσεις της ίδρυσης της Αυστραλιανής Κοινοπολιτείας το 1901, ωστόσο πανηγύρισαν µε ενθουσιασµό τις νίκες της Ελλάδας στους Βαλκανικούς πολέµους και την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1945, καθιερώνοντας την Ηµέρα της Ο Ι. Βαλταζάνος ένας από τους περίπου 3.000 ελληνοαυστρα-

Ελλάδας (Greek Day) µε παρελάσεις και εκδηλώσεις στις οποίες συµµετείχαν και οι Αυστραλοί. Στις εορταστικές αυτές εκδηλώσεις, εκτός από τις παρελάσεις και τις οµιλίες, διενεργούνταν έρανοι υπέρ της Ελλάδας και καλλιεργούνταν σχέσεις αµοιβαίας εκτίµησης µε τους Αυστραλούς. Μετά το 1952 οι Έλληνες γιόρταζαν µαζικότερα την Ηµέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας µε δηµόσιες παρελάσεις και σχολικές εκδηλώσεις, στις οποίες µετά το 1974 προστέθηκαν πολιτιστικές εκδηλώσεις, µουσικοί και θεατρικοί αγώνες µε κωδικούς τίτλους Ελληνική Εβδοµάδα, Ελληνικό Φεστιβάλ, Φεστιβάλ Αντίποδες και Ελληνικό Γλέντι. Ιδιαίτερες πολιτιστικές εκδηλώσεις τοπικού χαρακτήρα µε πανελλήνια συµµετοχή πήραν το Πολιτιστικό Φεστιβάλ Δηµήτρια της Παµµακεδονικής από τον Οκτώβριο του 1981, οι εκδηλώσεις Μνήµης της Μάχης της Κρήτης από τον Μάιο του 1979 και οι εκδηλώσεις µνήµης της Γενοκτονίας των Ποντίων από τον Μάιο του 1992. Αξιόλογοι από την άποψη της µαζικής συµµετοχής παρέµειναν επίσης επιτόπιες παραδοσιακές εκδηλώσεις λατρείας τοπικού χαρακτήρα. Η οµογένεια ανέπτυξε πλούσια αθλητική δραστηριότητα από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, µε την εµφάνιση των πρώτων ελληνικών αθλητικών συλλόγων µε κοινωνικούς στόχους και οικονοµικά κίνητρα. Πολλοί εντάχθηκαν σε αυστραλιανά σωµατεία, όπου επιδόθηκαν και διέπρεψαν στην ιστιοπλοΐα, ως παίκτες του ράγκµπι, του κρίκετ και του πόλο. Λειτούργησαν και ελληνικά ποδοσφαιρικά σωµατεία στις πρωτεύουσες των Πολιτειών καθώς και αθλητικές οµάδες γυναικών δικτυόσφαιρας. Κατά τη µεταπολεµική περίοδο η έµφαση δόθηκε στο ποδόσφαιρο. Λειτούργησαν κραταιά ελληνικά ποδοσφαιρικά σωµατεία, των οποίων οι αντιπρόσωποι έλεγξαν τα συλλογικά όργανα διοίκησης του εθνικού πρωταθλήµατος της χώρας. Στη διάρκεια του τελευταίου τετάρτου του 20ού αιώνα πέντε από τα 12 σωµατεία του εθνικού πρωταθλή- µατος της Αυστραλίας ήταν ελληνικά. Ο Γιάννης Κούρος, φαινόµενο δροµέα µεγάλων αποστάσεων, κατέρριψε 90 παγκόσµια ρεκόρ και εκλέχθηκε ο αθλητής της χιλιετίας το 2001, ο Μιχάλης Διαµαντόπουλος (Michael Diamond) ανακηρύχθηκε Ολυµπιονίκης της σκοποβολής σε Ατλάντα (1996) και Σίδνεϊ (2000), ο Μάρκος Φιλιππούσης διακρίθηκε κατορθώνοντας να αναρριχηθεί ένατος στην παγκόσµια κατάταξη του τένις, ενώ πολλοί διέπρεψαν ως ταλαντούχοι επαγγελµατίες αθλητές της χώρας. Οικονοµικές δραστηριότητες Οι Έλληνες παρουσιάζουν τη σηµαντικότερη ένταξη στην κοινωνική και οικονοµική Η ελληνική ποδοσφαιρική οµάδα στη δεκαετία του 50,