Καταγώγια και πανδοκεῖα. στην αρχαία Ελλάδα. Παπαμαρτζιβάνου Αθανασία

Μέγεθος: px
Εμφάνιση ξεκινά από τη σελίδα:

Download "Καταγώγια και πανδοκεῖα. στην αρχαία Ελλάδα. Παπαμαρτζιβάνου Αθανασία"

Transcript

1 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ Καταγώγια και πανδοκεῖα στην αρχαία Ελλάδα Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία Παπαμαρτζιβάνου Αθανασία Θεσσαλονίκη 2016

2 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ Καταγώγια και πανδοκεῖα στην αρχαία Ελλάδα Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία Παπαμαρτζιβάνου Αθανασία Επιβλέπουσα καθηγήτρια: Μπ. Σμιτ-Δούνα Ημερομηνία έγκρισης: Η έγκριση της μεταπτυχιακής εργασίας από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. δεν υποδηλώνει αναγκαστικά ότι το Τμήμα αποδέχεται τις γνώμες του συγγραφέα. Θεσσαλονίκη 2016

3

4 Βίος ἀνεόρταστος μακρά ὁδός ἀπανδόκευτος

5 Ευχαριστώ την οικογένειά μου και την καθηγήτριά μου Μπάρμπαρα Σμίτ-Δούνα.

6 Περιεχόμενα Κεφάλαιο σελ. Α. Εισαγωγή 1 Β-1. Η ορολογία στις πηγές 7 Β-2. Η μαρτυρία των πηγών 16 Γ. Τα μνημεία 25 Γ-1. Κτίρια με κεντρική αυλή 26 Γ-1-1. Η Έπαυλη της Αγαθής Τύχης στην Όλυνθο 26 Γ-1-2. Η λεγόμενη Ιερατική Οικία στη Ζωστήρα Άκρα 35 Γ-1-3. Το κτίριο στη Γόρτυνα της Αρκαδίας 42 Γ-1-4. Το Λεωνίδαιο στην Ολυμπία 45 Γ-1-5. Το κτίριο στο ιερό του Δία στο όρος Λύκαιον 52 Γ-1-6. Το Καταγώγιο στην Επίδαυρο 55 Γ-1-7. Το κτίριο στην αγορά της Κασσώπης 65 Γ-1-8. Το κτίριο στο ιερό της Αυλιδείας Αρτέμιδος 74 Γ-1-9. Δήλος: ο Ξενώνας δίπλα στο θέατρο και το κτίριο ΙΒ στη Συνοικία του Σταδίου 78 Γ-2. Κτίρια άλλου τύπου 91 Γ-2-1. Ο Ξενώνας στη Νεμέα 91 Γ-2-2. Η Νότια Στοά στην Κόρινθο 99 Γ-2-3. Το λεγόμενο Χειμερινό και Θερινό Καταγώγιο στον Ωρωπό 106 Γ-2-4. Το κτίριο στο ιερό του Ελλάνιου Δία στην Αίγινα 111 Δ. Συμπεράσματα 115 Συντομογραφίες περιοδικών 125 Βιβλιογραφία 126 Κατάλογος εικόνων 147 Εικόνες 157

7

8 Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στην αρχαία Ελλάδα η προσφορά φιλοξενίας στους ξένους ήταν θεία επιταγή 1. Η ιδιωτική φιλοξενία, για την οποία μαθαίνουμε ήδη από τον Όμηρο 2, ήταν η μόνη λύση στο πρόβλημα του καταλύματος για τους ταξιδιώτες των πρώιμων χρόνων, ενώ εξακολούθησε να παίζει σημαντικό ρόλο και στους αιώνες που ακολούθησαν. Οι έμποροι φιλοξενούνταν στους συνεργάτες τους, οι ευγενείς στους πλούσιους φίλους τους και οι απλοί άνθρωποι σε όποιον ήταν πρόθυμος να τους δεχτεί στο σπίτι του. Οικογένειες, που ζούσαν σε διαφορετικές πόλεις και συνδέονταν με στενούς φιλικούς δεσμούς, διατηρούσαν την παράδοση της φιλοξενίας από γενιά σε γενιά. Παραδοσιακοί δεσμοί φιλίας υπήρχαν και ανάμεσα σε πόλεις, οι οποίες μέσω του θεσμού των προξένων εξασφάλιζαν η μία στους αξιωματούχους της άλλης φιλοξενία και κάθε είδους βοήθεια 3. Καθώς όμως ο αριθμός των ταξιδιωτών όλο και μεγάλωνε, έγινε αναγκαία η δημιουργία πανδοχείων. Κατά τον 5 ο πια π.χ. αιώνα κάθε ταξιδιώτης μπορούσε να αναζητήσει νυχτερινό καταφύγιο σε ένα πανδοχείο 4. Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία σκοπό έχει να εξετάσει τα μνημεία εκείνα της αρχαίας Ελλάδας που ερμηνεύτηκαν ως πανδοχεία 5. Το πρώτο από τα ζητήματα που μας απασχόλησε κατά τη μελέτη του θέματος ήταν ο αρχιτεκτονικός τύπος, που μπορεί να είχαν τα πανδοχεία της αρχαίας Ελλάδας, καθώς αναμέναμε ότι αυτός θα αποτελούσε το πιο αξιόπιστο κριτήριο για την αναγνώριση των κτιρίων αυτών. Δυστυχώς οι αρχαίοι συγγραφείς και περιηγητές κατά τα ταξίδια τους δεν ενδιαφέρονταν να καταγράψουν πληροφορίες για πράγματα συνηθισμένα, όπως τα καταλύματα στα οποία σίγουρα διέμεναν. Μόνο σε ένα από τα αρχαία αποσπάσματα που μας σώζονται περιγράφεται - πάρα πολύ σύντομα - η αρχιτεκτονική μορφή ενός πανδοχείου: στο 3.68 της Ιστορίας του Θουκυδίδη. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε ξεκινήσει την άνοιξη του 431 π.χ. με επίθεση των Θηβαίων, οι οποίοι είχαν ταχθεί στο πλευρό της Πελοποννησιακής συμμαχίας εναντίον της πόλης των Πλαταιών, που παρέμεινε σύμμαχος των Αθηναίων 6. Οι Πλαταιείς τότε κατόρθωσαν να αποκρούσουν τους εισβολείς, αλλά το 429 π.χ. οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν να πολιορκήσουν οι 1 Για την ιστορία και τη φιλοσοφία του φαινομένου της φιλοξενίας στην κλασική αρχαιότητα βλ. O Gorman Βλ. σελ. 7-8 της παρούσης εργασίας. 3 Για παράδειγμα δεσμοί φιλίας συνέδεαν τη Θήβα με τους Δελφούς (FD III 1:358, στίχοι Βλ. και σελ. 13 της παρούσης εργασίας). Για το θεσμό της προξενίας βλ. Marek Σε συμπεράσματα σχετικά με το πότε εμφανίζονται τα πανδοχεία στην αρχαία Ελλάδα μας οδηγεί η έρευνα των πηγών, για την οποία βλ. κεφάλαια Β-1 και Β-2 της παρούσης εργασίας. 5 Είναι αυτονόητο ότι στην κατηγορία των κτιρίων που εξετάζουμε δεν εμπίπτουν τα εγκοιμητήρια των διαφόρων θεραπευτικών ιερών. 6 Θουκ

9 ίδιοι την πόλη 7. Οι Πλαταιείς υπέκυψαν το 427 π.χ. μετά από αντίσταση δύο χρόνων 8. Ο Θουκυδίδης στο 3.68 μας πληροφορεί ότι ένα χρόνο αργότερα οι Θηβαίοι ισοπέδωσαν την πόλη και έκτισαν κοντά στο ιερό της Ήρας καταγώγιον διακοσίων ποδῶν πανταχῇ κύκλῳ οἰκήματα ἔχον κάτωθεν καὶ ἄνωθεν και ναό μήκους 100 ποδών προς τιμήν της θεάς 9. Η πληροφορία αυτή του Θουκυδίδη ώθησε τους αρχαιολόγους στην αναζήτηση του καταγωγίου ανάμεσα στα αρχαιολογικά κατάλοιπα της πόλης των Πλαταιών. Οι πρώτες ανασκαφές στις Πλαταιές πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη από την Αμερικανική Σχολή. Τότε ερευνήθηκαν για πρώτη φορά τα τείχη της πόλης, ενώ ήρθε στο φως και ο μεγάλος ναός, τον οποίο οι Αμερικανοί ταύτισαν με το ναό της Ήρας 10. Νότια της Ακρόπολης, στο σημείο όπου αποκαλύφθηκε «ένας μακρύς τοίχος των ρωμαϊκών χρόνων στην ίδια ευθεία με μια σειρά από 8 πεσσούς», οι Αμερικανοί ανασκαφείς υπέθεσαν ότι βρισκόταν η ρωμαϊκή αγορά της πόλης. Κάτω από αυτή θεώρησαν ότι θα βρισκόταν και το παλαιότερο κέντρο της πόλης, το οποίο θα περιελάμβανε και το μεγάλο ξενώνα για «τους προσκυνητές και τους εμπόρους» 11. Κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε ανασκαφικά, ενώ και το σχέδιο της πόλης, που κατήρτισαν οι Αμερικανοί το 1890 με τα μέσα που διέθεταν τότε (εικ. 1), δεν βοηθάει να εντοπίσουμε την ακριβή θέση των ανεσκαμμένων περιοχών 12. Όσον αφορά το ναό που αποκάλυψαν οι αμερικανικές ανασκαφές σήμερα πιστεύεται ότι δεν ήταν ο εκατόμπεδος ναός των Θηβαίων, αλλά ένα νεότερο κτίσμα που κατασκευάστηκε στη θέση του 13. Οι τομές των Αμερικανών ήταν ακόμα ορατές το 1899, όταν ο Α. Σκιάς πραγματοποίησε καινούριες σε πέντε σημεία εντός και εκτός της πόλης. Τη θέση των δικών του τομών ο Σκιάς την προσδιόρισε στη δημοσίευσή του σε σχέση με τα ευρήματα των 7 Θουκ Θουκ , Ολόκληρο το χωρίο: ὕστερον δὲ καθελόντες αὐτὴν (τὴν πόλιν) ἐς ἔδαφος πᾶσαν ἐκ τῶν θεμελίων ᾠκοδόμησαν πρὸς τῷ Ἡραίῳ καταγώγιον διακοσίων ποδῶν πανταχῇ κύκλῳ οἰκήματα ἔχον κάτωθεν καὶ ἄνωθεν, καὶ ὀροφαῖς καὶ θυρώμασι τοῖς τῶν Πλαταιῶν ἐχρήσαντο, καὶ τοῖς ἄλλοις ἃ ἦν ἐν τῷ τείχει ἔπιπλα, χαλκὸς καὶ σίδηρος, κλίνας κατασκευάσαντες ἀνέθεσαν τῇ Ἥρᾳ, καὶ νεὼν ἑκατόμπεδον λίθινον ᾠκοδόμησαν αὐτῇ. 10 Waldstein Tarbell Rolfe 1889α, , Waldstein 1890, , Washington 1890, , Washington 1891, Οι αμερικανικές ανασκαφές έφεραν στο φως αρκετές βυζαντινές εκκλησίες και άλλα σημαντικά ευρήματα. Μεταξύ των κινητών ευρημάτων είναι τμήματα αντιγράφου του «περί τιμών» διατάγματος του Διοκλητιανού (για το διάταγμα βλ. Waldstein Tarbell Rolfe 1889β). Περιληπτικά για τις αμερικανικές ανασκαφές βλ. Konecny Marchese Aravantinos 2013, Washington 1891, Konecny Marchese Aravantinos 2013, 16 σημ. 28. Το σχέδιο των Αμερικανών δεν συμπληρώθηκε ποτέ με το ναό στη θέση εύρεσής του. Νοτίως της «Αγοράς» σημειώνεται η θέση, όπου εντοπίστηκαν στο βράχο ενδείξεις επεξεργασίας του για την ανέγερση αφιερωματικών στηλών (Votive Cuttings). Λίγο νοτιότερα εντοπίστηκε ο ναός (Washington 1891, 392, 399, πίν. ΧΧ). Για τη θέση του ναού βλ. και Konecny Marchese Aravantinos 2013, 141 σημ Τα νεότερα συμπεράσματα σχετικά με το ναό που αποκάλυψαν οι αμερικανικές ανασκαφές βλ. Konecny Marchese Aravantinos 2013,

10 Αμερικανών, όπως αυτά σημειώνονται στο σχέδιο του Έτσι σήμερα είναι αδύνατον να γνωρίζουμε σε ποιο τέμενος και σε ποιο ακριβώς οικοδόμημα αναφέρεται ο Σκιάς, όταν γράφει: «μεταξὺ τοῦ ἀνατολικοῦ τείχους καὶ τοῦ βορειοδυτικοῦ διατειχίσματος κατὰ τὴν ἀριστερὰν ὄχθην τῆς μικρᾶς χαράδρας, ἀντικρὺ τῆς ὑπὸ τῶν Ἀμερικανῶν ἐξερευνηθείσης βυζαντινῆς ἐκκλησίας, τῆς ( ) ὐπ ἀριθμὸν VIII», βρέθηκε η «πρὸς βορρᾶν πλευρὰ τοῦ τείχους τοῦ περιβόλου τοῦ τεμένους». Εντός του περιβόλου, «ἀλλ εἰς ἱκανὴν ἀπ αὐτοῦ ἀπόστασιν πρὸς νότον», αποκαλύφθηκε η «βορειοδυτικὴ γωνία καὶ μέγα μέρος τοῦ δυτικοῦ τοίχου ενός μεγάλου οικοδομήματος», που θα μπορούσε να είναι «καταγώγιόν τι ἢ καὶ στοὰ ἐκ βορρᾶ πρὸς νότον ἐκτεινομένη μετὰ προσόψεως πρὸς δυσμάς» 15. Ο Σκιάς λοιπόν πίστεψε ότι στο συγκεκριμένο σημείο της πόλης είχε βρει τον περίβολο ενός ιερού, επειδή όμως το οικοδόμημα, που θεώρησε ότι βρισκόταν εντός του, δεν έμοιαζε με ναό, υπέθεσε ότι μπορεί και να ήταν το καταγώγιο που αναφέρει ο Θουκυδίδης. Με βάση την τοιχοποιία χρονολόγησε το οικοδόμημα στα χρόνια μετά τον Μ. Αλέξανδρο, αλλά πριν τη ρωμαϊκή εποχή 16. Το κατά πόσο είχε δίκιο ο Σκιάς θα συζητηθεί αμέσως παρακάτω. Στις πληροφορίες των παραπάνω κειμένων, στις αρχαίες πηγές, σε προσωπικές παρατηρήσεις και σε αεροφωτογραφίες βασίστηκε ο E. Kirsten, για να γράψει, 50 χρόνια αργότερα, στη Real-Encyklopädie το έως και σήμερα ακόμη θεωρούμενο ως θεμελιώδες κείμενο για την πόλη των Πλαταιών 17. Για το καταγώγιο ο Kirsten επαναλαμβάνει ό,τι γράφει ο Θουκυδίδης και ό,τι ανέφεραν οι Αμερικανοί ανασκαφείς και ο Σκιάς 18. Στην πόλη των Πλαταιών άλλωστε δεν πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω ανασκαφές. Σήμερα τα ερείπια καλύπτονται από τη βλάστηση. Ευδιάκριτα είναι μόνο τμήματα των τειχών 19. Ωστόσο 14 Σκιάς 1899, Είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζουμε τη θέση των ευρημάτων που αναφέρει ο Σκίας για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ο ίδιος δεν σημειώνει καθόλου μετρήσεις στο κείμενό του (βλ. και Konecny Marchese Aravantinos 2013, 16 σημ. 27). 15 Σκιάς 1899, 43, 45, Η Kraynak 1984, 176 σημ. 83 απλώς παραπέμπει στη δημοσίευση του Σκιά, στο κυρίως κείμενό της όμως δεν τη σχολιάζει καθόλου. 17 Kirsten 1950, cols Ο Kirsten είχε στη διάθεσή του αεροφωτογραφίες του χώρου των Πλαταιών, διότι εργαζόταν ο ίδιος στο γερμανικό στρατό κατά το β παγκόσμιο πόλεμο (Konecny Marchese Aravantinos 2013, 17). Ο Kirsten 1950, cols. 2312, 2325 τοποθετεί το τέμενος, που αναφέρει ο Σκιάς, στη θέση S του δικού του χάρτη των Πλαταιών (Kirsten 1950, cols , εδώ εικ. 2) και υποστηρίζει ότι ανήκε σε ένα Ελευσίνιο, λόγω ορισμένων κινητών ευρημάτων που ήρθαν στο φως εκεί, μεταξύ των οποίων τμήμα αναγλύφου με χείρες που κρατούν σκήπτρα (Σκιάς 1899, 48-50). Στο σχέδιο του Kirsten στη θέση Τ είναι η «Αγορά» και στη θέση V οι ενδείξεις επεξεργασίας στο βράχο (Votive Cuttings). 18 Kirsten 1950, cols. 2280, 2281, 2308, Στην περιοχή των Πλαταιών αλλά εκτός της πόλης έχουν πραγματοποιηθεί λίγες ανασκαφές από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας: το 1972 ο Θ. Σπυρόπουλος αποκάλυψε ανατολικά της πόλης έναν χώρο με πολλαπλές ταφές δίπλα σε ένα κτίσμα, το οποίο θεώρησε ότι είναι ο Βωμός του Ελευθερίου Διός, που στήθηκε στις Πλαταιές μετά τη μεγάλη νίκη των Πλαταιών (Σπυρόπουλος 1973, ). Το 1998 και 1999 η Εφορεία πραγματοποίησε σωστικές ανασκαφές στους πρόποδες του λόφου της Ακρόπολης των Πλαταιών, στην περιοχή 3

11 πρόσφατα πραγματοποιήθηκε μια εκτεταμένη γεωφυσική μελέτη, υπό την αιγίδα του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και με τη συνεργασία Ελλήνων, Αυστριακών, Αμερικανών και Άγγλων αρχαιολόγων, η οποία μας παρέχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της πόλης. Η έρευνα ξεκίνησε το 1996 και συνεχίστηκε ως το Στα σχέδια και τις τρισδιάστατες απεικονίσεις που προέκυψαν (ενδεικτικά εδώ εικ. 3 και 4) είναι ορατός ο κάναβος της ελληνιστικής και ρωμαϊκής πόλης και τα περιγράμματα και οι τοίχοι των κτιρίων. Εκτός από το εντυπωσιακό πλήθος των ιδιωτικών κατοικιών, εντοπίστηκαν το κέντρο τη πόλης, που περιλαμβάνει την Αγορά με το ναό και το Ιερό του Διονύσου με το Θέατρο, και βορειότερα ένας μεγάλος αγωγός νερού, που συνδέεται με ένα Νυμφαίο και ένα Λουτρό. Στην Ακρόπολη εντοπίστηκε ένα Γυμνάσιο με όλους τους απαραίτητους βοηθητικούς χώρους 21. Η γεωφυσική έρευνα έδειξε ότι ο τοίχος που ο Σκιάς θεώρησε ότι ανήκε στον περίβολο ενός ιερού πιθανότατα ταυτίζεται με έναν μακρύ ανάχωμα, διεύθυνσης από ανατολικά προς δυτικά, το οποίο εντοπίζεται στην περιοχή της οδού ΙΙΙ/IV της πόλης. Οι τοίχοι στα νότια του σχηματισμού αυτού το πιθανότερο είναι ότι ανήκαν σε οικίες και όχι στο καταγώγιο 22. Δυστυχώς κανένα από τα κτίρια που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα δεν στάθηκε δυνατό να ταυτιστεί με το καταγώγιο. Οι ερευνητές αρχικά διερωτήθηκαν αν το κτίριο Α5 της Αγοράς θα μπορούσε να ήταν το καταγώγιο (εικ. 5). Το κτίριο αυτό βρίσκεται βόρεια του ναού, έχει λίγο διαφορετικό προσανατολισμό από τα γύρω κτίρια και πιθανολογείται ότι είναι παλαιότερο του 338 π.χ., οπότε και έγινε η επανίδρυση της πόλης από το Φίλιππο Β. Η περίπτωση να προκειται για το καταγώγιο όμως αποκλείστηκε, καθώς το κτίριο αυτό δεν είναι τετράγωνο πλευράς 200 ποδών, αλλά επίμηκες, ενώ φαίνεται επίσης ότι διέθετε έναν μεγάλο εσωτερικό χώρο και κάποιου είδους πρόσταση ή κιονοστοιχία κατά μήκος της νότιας και δυτικής πλευράς του. Το κτίριο Α5 θεωρήθηκε ότι μπορεί να συνδέεται με τη λατρεία της Ήρας. Ίσως ήταν αίθουσα συμποσίων 23. Το καταγώγιο των Πλαταιών πιθανότατα δεν θα βρεθεί ποτέ, αλλά η περιγραφή του Θουκυδίδη, αν και στοιχειώδης, μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό ήταν ένα μεγάλο Μεγάλη Βρύση, όπου βρέθηκαν αρχαίοι και βυζαντινοί αγωγοί νερού (Βλαχογιάννη 1998, ) και σε έναν αγρό στα δυτικά της αρχαίας πόλης, όπου βρέθηκαν ταφές (η δημοσίευση αναμένεται). Για τις Πλαταιές έχουν δημοσιευτεί και άλλα ιστορικά κυρίως κείμενα. Για αυτά βλ. Konecny Marchese Aravantinos 2013, Aravantinos Konecny Marchese 2003, , Konecny - Boyd Marchese - Aravantinos 2008, 43 71, Konecny Boyd Marchese Aravantinos 2012, Επίσης βλ. το συμπληρωματικό άρθρο που υπάρχει στο διαδίκτυο: https://www.academia.edu/ /analysis_of_the_geophysical_data_from_plataiai_in_boiotia. Για τη συνολική δημοσίευση βλ. Konecny Marchese Aravantinos Για τα συμπεράσματα της έρευνας σχετικά με τη μορφή της πόλης εντός των τειχών βλ. Konecny Marchese Aravantinos 2013, Konecny Marchese Aravantinos 2013, 16. Για το ανάχωμα, που χαρακτηρίστηκε από τους ερευνητές ως Feature 22 (εδώ εικ. 3β), βλ. Konecny Marchese Aravantinos 2013, Konecny Boyd Marchese Aravantinos 2012, 120, Konecny Marchese Aravantinos 2013, 150, σημ

12 κτίριο με αυλή, γύρω από την οποία υπήρχαν δωμάτια διευθετημένα σε δύο ορόφους. Η πληροφορία αυτή υπήρξε πολύ σημαντική και σε αυτή βασίστηκαν κατά καιρούς οι αρχαιολόγοι-ανασκαφείς, για να ταυτίσουν με πανδοχεία ορισμένα κτίρια σε διάφορα σημεία της αρχαίας Ελλάδας, τα οποία διέθεταν εσωτερική αυλή και δωμάτια γύρω από αυτή. Είναι αλήθεια ότι μια τέτοια διαρρύθμιση εξυπηρετεί τη λειτουργία ενός πανδοχείου. Ενδεικτικό είναι ότι στο ανατολικό ήμισυ της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ο τύπος αυτός επέζησε και εξελίχθηκε στο χάνι των χωρών της Ανατολής 24. Ωστόσο, αν και τα περισσότερα κτίρια που χαρακτηρίστηκαν με μεγαλύτερη ή μικρότερη βεβαιότητα - ως πανδοχεία είναι της μορφής του καταγωγίου των Πλαταιών, μας σώζονται και κτίρια άλλης μορφής, που υποστηρίχτηκε ότι επιτελούσαν αυτή τη λειτουργία. Στην παρούσα εργασία θα εξετάσουμε τα μνημεία όλων των τύπων προτάσσοντας εκείνα που διαθέτουν τη μορφή που μας υπέδειξε ο Θουκυδίδης. Το θέμα της εργασίας μας δεν είναι πρωτότυπο. Πρώτη ασχολήθηκε με αυτό η L. H. Kraynak στην αδημοσίευτη διδακτορική της διατριβή, την οποία εκπόνησε το 1984 στο Πανεπιστήμιο της California, στο Berkeley. Ο σκοπός της δικής μας εργασίας ήταν η επικαιροποίηση των γνώσεων μας στο θέμα μέσα από τη μελέτη της νεότερης βιβλιογραφίας, καθώς για πολλά από τα κτίρια η συζήτηση στη βιβλιογραφία εξακολούθησε και μετά το Τα δικά μας συμπεράσματα για το ποια από τα μνημεία ήταν πράγματι πανδοχεία ή για το αν υπάρχουν και άλλα κτίρια, που μπορεί να είχαν αυτή τη χρήση, ο αναγνώστης θα τα διαβάσει στη συνέχεια. Όσον αφορά τη βιβλιογραφία, τις δημοσιεύσεις που αφορούν το κάθε ένα από τα μνημεία που εξετάζουμε τις παραθέτουμε στις υποσημειώσεις του αντίστοιχου κεφαλαίου. Σχετικά με τη γενική βιβλιογραφία για το θέμα μας μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής: για τα καταλύματα στην αρχαία Ελλάδα η μόνη ολοκληρωμένη διερεύνηση του θέματος που προηγήθηκε είναι η διατριβή της Kraynak 25. Τα πολύ παλαιά κείμενα, το «Histoire des hôtelleries, cabarets, hôtels garnis, restaurants et cafés, et des anciennes communautés et confréries d'hôteliers, de marchands de vins, de restaurateurs, de limonadiers, etc.» των F. Michel και E. Fournier (1851) και το «The inns of Greece and Rome» του W. C. Firebaugh (1928), το οποίο θα λέγαμε ότι είναι μια σύνοψη του πρώτου, περιλαμβάνουν κεφάλαια και για τα ελληνικά πανδοχεία και εστιατόρια, αλλά είναι περισσότερο μια συλλογή περιστατικών 24 Casson 2003, 255 (με σχετική βιβλιογραφία). 25 Το βιβλίο στις περισσότερες βιβλιοθήκες υπάρχει διαθέσιμο στη μορφή ενός πολύ κακού αντιγράφου, όπου οι φωτογραφίες των χώρων διακρίνονται ελάχιστα έως καθόλου. Άλλες βιβλιοθήκες διαθέτουν το βιβλίο σε μορφή μικροφίλμ. Εμείς είδαμε ένα τέτοιο αντίτυπο στη βιβλιοθήκη της Χαϊδελβέργης (Hauptbibliothek Altstadt/ Lesesaal Altstadt, Signatur: 85 MA 76), δυστυχώς όμως οι εικόνες είναι ελάχιστα καλύτερες και κανενός είδους επεξεργασία τους δεν θα μπορούσε να τις καταστήσει κατάλληλες, για να χρησιμοποιηθούν στην εργασία μας. Έτσι εμείς συλλέξαμε εκ νέου εικόνες από τη βιβλιογραφία, τις οποίες παραθέτουμε στο τέλος της εργασίας μας (για το Καταγώγιο της Επιδαύρου και τον Ξενώνα της Δήλου παραθέτουμε και φωτογραφίες που τραβήξαμε εμείς στους αρχαιολογικούς χώρους). 5

13 μέσα από τα αρχαία κείμενα χωρίς τεκμηρίωση 26. Εκτός από τη διατριβή της Kraynak αξιόπιστο είναι το βιβλίο του L. Casson το «Ταξίδι στον αρχαίο κόσμο», όπου σε αρκετά σημεία γίνεται λόγος για τα πανδοχεία της αρχαίας Ελλάδας με αναφορές τόσο στις πηγές όσο και στα αρχαιολογικά ευρήματα 27. Επίσης διαθέτουμε δύο άρθρα του Ε. Ziebarth (1906 και 1935) 28, όπου όμως πληροφορίες για πανδοχεία και εστιατόρια συγχέονται. Τέλος, χρήσιμο είναι το άρθρο του W. A. McDonald (1951) 29, που αφορά μεν την Έπαυλη της Αγαθής Τύχης στην Όλυνθο, μας εισάγει όμως με τις υποσημειώσεις του σε ένα ζήτημα πολύ σημαντικό, αυτό των αρχαίων κειμένων. Το πώς παρουσιάζονται τα πανδοχεία στις πηγές απασχόλησε εκτενώς την Kraynak. Εμείς στα αμέσως επόμενα κεφάλαια θα προσπαθήσουμε να οργανώσουμε τις σχετικές πληροφορίες πιο συστηματικά. 26 Michel Fournier 1851, 21-50, Firebaugh 1928, Επισημαίνουμε ότι υπάρχει και το βιβλίο του A. White (White 1968), το οποίο όμως αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά στη μοντέρνα εποχή. 27 Για το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο ενδιαφέρον και καλογραμμένο, χωρίς όμως βιβλιογραφικές παραπομπές, είναι το βιβλίο της M. Giebel (Giebel 1999). Στη δική μας συζήτηση ωστόσο δεν έχει να προσφέρει πολλά. Επιπλέον βιβλιογραφία για το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο υπάρχει συγκεντρωμένη στις υποσημειώσεις του Le Bohec 2005, Ziebarth 1906, , Ziebarth 1935, McDonald 1951,

14 Β-1. Η ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ H Kraynak αναζήτησε στα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, σε επιγραφές και σε παπυρολογικά κείμενα αναφορές σχετικές με τα πανδοχεία της αρχαιότητας, συλλέγοντας περισσότερα από 100 χωρία. Τα αποσπάσματα αυτά, που χρονολογούνται από τις αρχές του 5 ου αι. π.χ. ως τον 12 ο αι. μ.χ., παρατίθενται στο παράρτημα της διατριβής της 30. Από αυτά η Kraynak εξετάζει κυρίως όσα χρονολογούνται στην ελληνική περίοδο, έως τον 1 ο αι. π.χ., τα οποία είναι περίπου 35 στον αριθμό. Για τα υπόλοιπα μας πληροφορεί ότι αποτελούν ένα δείγμα από τα σωζόμενα νεότερα κείμενα και ότι τα παραθέτει, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν για συγκρίσεις με εκείνα της ελληνικής περιόδου, κυρίως όσον αφορά το λεξιλόγιο 31. Στο λεξιλόγιο θα αναφερθούμε και εμείς σε αυτό το κεφάλαιο, στις λέξεις δηλαδή που εντοπίζονται στα αρχαία κείμενα και αναφέρονται σε χώρους φιλοξενίας ή σημαίνουν αυτό που σήμερα ονομάζουμε «ξενοδοχείο». Αν ανατρέξουμε στις παλαιότερες πηγές που διαθέτουμε, πολλές αναφορές στο έθιμο της φιλοξενίας θα συναντήσουμε στον Όμηρο 32, ο οποίος όμως κάνει λόγο κυρίως για τα ταξίδια των βασιλέων και πριγκίπων, που φιλοξενούνταν ο ένας στο πλούσιο σπίτι του άλλου, έτρωγαν και έπιναν καλά και έφευγαν φορτωμένοι δώρα. Αυτά τα ταξίδια είναι αναχρονισμοί, αναμνήσεις των Μυκηναϊκών χρόνων. Τα έργα του Ομήρου χρονολογούνται πολύ αργότερα, στον 8 ο αι. π.χ., στη μεταβατική εκείνη εποχή που διαδέχτηκε τους Σκοτεινούς Αιώνες και οδήγησε στον πολιτισμό των ιστορικών χρόνων 33. Ο Casson αναφέρει ότι ο άρχοντας του 8 ου αι. π.χ. κατοικούσε σε απλές οικίες και οι φιλοξενούμενοί του, όσο σπουδαίοι κι αν ήταν, απολάμβαναν απλές ανέσεις 34. Αν και ο Όμηρος λοιπόν σπάνια ασχολείται με τους απλούς ανθρώπους, στο σ της Οδύσσειας μαθαίνουμε τι θα μπορούσε να συμβεί στους φτωχούς και ανώνυμους ξένους των πρώιμων χρόνων: η μεγαλόστομη υπηρέτρια της Πηνελόπης Μελανθώ προτρέπει με περιφρόνηση το μεταμφιεσμένο σε ζητιάνο Οδυσσέα να περάσει τη νύχτα χαλκήι ον ἐς 30 Kraynak 1984, Appendix A, (Α1-Α120). 31 Kraynak 1984, Ενδεικτικά: Ομ. Οδ. α γ , δ , ζ , η , θ ο Για τη χρονολόγηση των ομηρικών επών στον 8 ο αι. π.χ. βλ. Webster 1958, Σχετικά με το ποιας εποχής η κοινωνία απεικονίζεται στα ομηρικά έπη βλ. Μαζαράκης-Αινιάν 2000, Casson 2003, 51. Το πώς εξελίσσεται το έθιμο της φιλοξενίας στην αρχαία ελληνική ιστορία δεν αφορά την εργασία μας. Για το ρόλο του άρχοντα στη δομή της ομηρικής κοινωνίας μπορούμε εδώ συνοπτικά να σημειώσουμε ότι οι ομηρικοί βασιλείς δεν είναι οι κληρονομικοί βασιλείς των μυκηναϊκών χρόνων αλλά «ισχυροί άνδρες», που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να μην ήταν παρά οι πρώτοι μεταξύ ίσων (βλ. Μαζαράκης-Αινιάν 2000, 95, , Mazarakis-Ainian 1997, Για την κατοικία του «βασιλιά» της ομηρικής εποχής βλ. Mazarakis-Ainian 1997, ). 7

15 δόμον, ἠέ που ἐς λέσχην 35. Οι πρώτοι δηλαδή απλοί ταξιδευτές στα ταξίδια τους έβρισκαν καταφύγιο σε χώρους όπως τα χαλκουργεία και οι λέσχες 36. Ο λόγος για τον οποίο ένας ξένος θα κατέλυε σε ένα εργαστήριο μετάλλων είναι προφανώς η ζεστασιά της φωτιάς. Για τις λέσχες και τις λειτουργίες τους οι γνώσεις μας δεν είναι επαρκείς. Οι πηγές που αναφέρονται στις λέσχες είναι κυρίως μεταγενέστερες 37, ενώ η πιο γνωστή από αυτές είναι η Λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς, για την οποία μαθαίνουμε από τον Παυσανία ότι χρησιμοποιούνταν για τη διεξαγωγή συζητήσεων 38. Σύμφωνα με την Kraynak εκτός από το χωρίο του Ομήρου σε καμία άλλη πηγή δεν αναφέρεται η περίπτωση κάποιας λέσχης, η οποία να συνδέεται με την παροχή καταλύματος 39. Και ενώ δεν αποκλείεται οι λέσχες να προσέφεραν κάποιου είδους προσωρινή στέγαση, όταν υπήρχε ανάγκη, σίγουρα δεν ήταν αυτή η πρωταρχική τους χρήση, γι αυτό και δεν μπορούν να έχουν θέση στη συζήτηση για τα πανδοχεία της αρχαιότητας. Επομένως στην εποχή του Ομήρου και πιθανότατα και κατά τα Μυκηναϊκά χρόνια οι μη αριστοκράτες ταξιδευτές θα κατέλυαν σε κτίσματα, των οποίων η πρωταρχική χρήση δεν ήταν αυτή του πανδοχείου. Άλλωστε σε εκείνες τις εποχές πρέπει να υποθέσουμε ότι οι μετακινήσεις ήταν πολύ περιορισμένες ή οπωσδήποτε όχι αρκετές, ώστε να δικαιολογούν την ύπαρξη πανδοχείων 40. Όσον αφορά τις πηγές, μετά τον Όμηρο και μέχρι τον 5 ο αι. π.χ. δεν μας έχουν σωθεί κείμενα που να κάνουν αναφορά σε χώρους φιλοξενίας οποιουδήποτε είδους 41. Αλλά και τα κείμενα που σώζονται από το πρώτο μισό του 5 ου αι. π.χ. είναι ελάχιστα. Στα 478/77 π.χ. χρονολογείται ένα απόσπασμα από το έργο του Τιμοκρέοντα, στο οποίο διαβάζουμε για τις δραστηριότητες του Θεμιστοκλή. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι ο Θεμιστοκλής 35 Ομ. Οδ. σ Για τα χαλκουργεία και τις λέσχες κάνει λόγο και ο Ησίοδος στο «Ἔργα καὶ Ἡμέραι». Ο συγγραφέας αναφερόμενος στον αγροτικό βίο συμβουλεύει τους αγρότες να έχουν στραμμένο το ενδιαφέρον τους στην εργασία και να αποφεύγουν τις συναθροίσεις στα χαλκουργεία και τις λέσχες (Ησ. Έργα : πὰρ δ ἴθι χάλκειον θῶκον καὶ ἐπαλέα λέσχην ὥρῃ χειμερίῃ, ὁπότε κρύος ἀνέρα ἔργων ἰσχάνει. Η δική μας μετάφραση: «Προσπέρασε το χαλκουργείο και τη ζεστασιά της λέσχης το χειμώνα, όταν το κρύο κρατά τον άντρα μακριά από τις εργασίες του». Για το επίθετο ἐπαλής βλ. Liddell Scott II, 200). 37 Π.χ. IG II , όπου γίνεται λόγος για τη λέσχη της Αιξωνής, στην οποία εκτίθεντο στήλες με αναγεγραμμένες μισθώσεις γης. Επίσης Πλούτ. Λυκ. 16,1, όπου περιγράφεται η εξέταση βρεφών στη λέσχη της Σπάρτης. 38 Παυσ Για τη Λέσχη των Κνιδίων βλ. Pouilloux 1960, , Bommelaer 1991, Επίσης Μανωλεδάκης 2003, με αναλυτική βιβλιογραφία. Ο Pouilloux 1960, 132 σημ. 3 αναφέρεται στον Leroux, ο οποίος γράφει: Des divers textes relatifs aux leschés, il ressort que ce n etait point des édifices, mais de simples et parfois de très modestes abris. ( ). Toute sorte de logis pouvait au besoin se transformer en lesché [G. Leroux, Les origines de l edifice hypostyle (Paris 1913), 194]. Ο ίδιος ο Pouilloux 1960, 132 γράφει ότι από τα κείμενα των πηγών μαθαίνουμε ότι οι λέσχες ήταν αρκετά ευρύχωρες, ώστε να στεγάζουν σχετικά μεγάλες συγκεντρώσεις ανθρώπων, δεν είχαν όμως κάποιον συγκεκριμένο προορισμό: στη Βοιωτία π.χ. λέσχες λειτουργούσαν ως αίθουσες συμποσίων ή, όπως συνέβαινε στην περίπτωση της Λέσχης των Κνιδίων, υπήρχαν λέσχες, όπου ο κόσμος συγκεντρωνόταν, απλά για να φλυαρήσει για την ευχαρίστησή του. Για ένα νεότερο κείμενο σχετικά με τις λέσχες βλ. Bremmer 2008, Επίσης Μανωλεδάκης 2003, Kraynak 1984, Casson 2003, Kraynak 1984, 6. 8

16 εκείνη την εποχή Ἰσθμοῖ δ ἐπανδόκει γελοίως ψυχρὰ κρέα παρέχων. 42 Για πρώτη φορά εντοπίζεται εδώ το ρήμα πανδοκεύειν, το οποίο στο εξής θα συναντάται συχνά στις πηγές κυρίως με τη σημασία διατηρώ πανδοκεῖον 43. Το ίδιο θα πρέπει να υποθέσουμε ότι σημαίνει και στο παραπάνω απόσπασμα. Τα πανδοκεῖα συχνά σέρβιραν και φαγητό. Ο Τιμοκρέων επικρίνει το Θεμιστοκλή, επειδή στο πανδοχείο του σέρβιρε κρύα τα κρέατα στους πελάτες! Λίγο πριν τα μέσα του 5 ου αι π.χ. (το 458 π.χ.) χρονολογούνται οι «Χοηφόροι» του Αισχύλου. Εκεί ο Ορέστης, παριστάνοντας τον ξένο ταξιδιώτη, αναζητά κατάλυμα, καθώς πλησιάζει η νύχτα, και λέει: νυκτὸς ἅρμ ἐπείγεται σκοτεινόν, ὥρα δ ἐμπόρους καθιέναι ἄγκυραν ἐν δόμοισι πανδόκοις ξένων. Αμέσως μετά κατευθύνεται προς το ανάκτορο του πατέρα του και όχι προς κάποιο πανδοχείο, επομένως εδώ η περίφραση δόμος πάνδοκος ξένων μάλλον σημαίνει το σπίτι ενός ανθρώπου ο οποίος ήταν πρόθυμος να φιλοξενήσει έναν ξένο 44. Το επίθετο πανδόκος συναντάται σε ένα από τα αποσπάσματα που μας έχουν σωθεί από τον Ίναχο του Σοφοκλή, όπου συνοδεύει τη λέξη ξενόστασις (πανδόκος ξενόστασις) 45. Ο Pearson σχολιάζει ότι η περίφραση αυτή σημαίνει «πανδοχείο» (inn) 46. Σύμφωνα με την Sutton ο Ίναχος είναι ένα από τα πρώιμα έργα του Σοφοκλή, της Αισχύλειας περιόδου του ποιητή, δηλαδή γράφτηκε πριν τα μέσα του 5 ου αι. π.χ. 47. Η λέξη ξενόστασις δεν ξανασυναντάται στις σωζόμενες πηγές, απλώς επαναλαμβάνεται μία φορά στο λεξικό «Ονομαστικόν» του Ιούλιου Πολυδεύκη (2 ος αι μ.χ) με παραπομπή στον Ίναχο του Σοφοκλή 48. Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τον 5 ο πια αι. π.χ. για εκείνους που δεν είχαν πρόσβαση στην ιδιωτική φιλοξενία υπήρχαν τα πανδοχεία. Η πρώτη ξεκάθαρη αναφορά σε πανδοχείο είναι αυτή του Θουκυδίδη το 426 π.χ. για το πανδοχείο στις Πλαταιές 49. Ο ιστορικός χρησιμοποιεί τη λέξη καταγώγιον, η οποία σύμφωνα με την 42 Τιμοκρέων (Bergk 1843, 807, Kraynak 1984, Α1). 43 Liddell Scott III, 422, όπου πρώτη αναφέρεται η ερμηνεία: δέχομαι καὶ περιποιοῦμαι ξένον. 44 Χοηφόροι Η δική μας μετάφραση: «Φτάνει της νύχτας το σκοτεινό άρμα και είναι ώρα οι ταξιδιώτες να καταλύσουν σε ένα φιλόξενο σπίτι». Πάνδοκος ή πανδόκος: (< δέχομαι) ὁ τοὺς πάντας δεχόμενος, τοῖς πᾶσι κοινός (Liddell Scott ΙΙΙ, 422), ἔμπορος: ὁ ἐν πόρῳ ὤν, ὁ ταξιδιώτης (Liddell Scott II, 112). Το απόσπασμα από τις Χοηφόρους, αν και περιέχει λέξεις που δεν σημαίνουν ακριβώς «πανδοχείο», αναφέρεται εδώ, επειδή είναι από τα παλαιότερα που σώζονται, και υπαινίσσεται κατά τη γνώμη μας ότι κατά το πρώτο μισό του 5 ου αι. π.χ. υπήρχαν πια πανδοκεῖα. 45 Pearson 1917, frag Ξενόστασις: ὡς τὸ ξενοδοχεῖον, κατάλυμα πρὸς ὑποδοχὴν φίλων ἢ ξένων (Liddell Scott ΙΙΙ, 255). 47 Sutton 1983, Πολ. Ονομ (Kraynak 1984, Α60). 49 Kraynak 1984, Α2. 9

17 Kraynak εμφανίζεται στις πηγές συνολικά 21 φορές. Μόνο 5 από αυτές τις αναφορές βρίσκονται σε κείμενα που χρονολογούνται πριν τον 1 ο αι. π.χ χρόνια μετά την εμφάνιση του ρήματος πανδοκεύειν στον Τιμοκρέοντα, το 406/5 π.χ., εμφανίζεται στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη το ουσιαστικό πανδοκεῖον, που είναι με διαφορά η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη λέξη στις πηγές μέχρι την εποχή του Αδριανού, οπότε ξεκινά η χρήση της λέξης ξενοδοχεῖον 51. Κι ενώ οι τραγικοί και λυρικοί ποιητές δεν είχαν λόγους να ενδιαφέρονται για τα πανδοχεία και το τι συνέβαινε σε αυτά και αυτός είναι οπωσδήποτε ένας από τους λόγους που ως τον 5 ο αι. π.χ. δεν μας έχουν σωθεί σχετικά αποσπάσματα οι κωμωδιογράφοι μπορούσαν να αντλήσουν υλικό από τα ευτράπελα, που μπορεί να διαδραματίζονταν εκεί. Το απόσπασμα από τους «Βατράχους» του Αριστοφάνη είναι χαρακτηριστικό: ο Διόνυσος μεταμφιεσμένος σε Ηρακλή επισκέπτεται το πανδοκεῖον του Άδη και βρίσκεται μπροστά στην εξαγριωμένη πανδοκεύτρια, που αναγνωρίζει αμέσως εκείνον που έφυγε από το πανδοχείο της χωρίς να πληρώσει για μεγάλες ποσότητες φαγητού κλέβοντας μάλιστα και τα στρώματα του ύπνου 52. Προηγουμένως ο Διόνυσος είχε ζητήσει πληροφορίες από τον Ηρακλή για τα κατατόπια στον Άδη και, μεταξύ άλλων, για τις ιδιοκτήτριες των πανδοχείων με τους λιγότερους κοριούς 53! Η λέξη πανδοκεῖον χρησιμοποιούνταν σίγουρα και πριν το 406/5 π.χ. Η λέξη πανδοκεύτρια εμφανίζεται για πρώτη φορά στο απόσπασμα του Αριστοφάνη, ενώ η λέξη πανδοκεύς, δηλαδή ο άνδρας ξενοδόχος, στους «Νόμους» του Πλάτωνα 54. Στους Νόμους εμφανίζονται και οι λέξεις πανδόκευσις 55 και πανδοκεία 56, που σημαίνουν τη διαχείριση πανδοχείου ως επάγγελμα 57. Οι λέξεις πανδοκεῖον και καταγώγιον σίγουρα συνυπήρχαν, φαίνεται όμως ότι προτιμούνταν η πρώτη, που διέθετε εύχρηστους παράγωγους τύπους. Στα νέα ελληνικά η λέξη «καταγώγιο» έχει αρνητική χροιά. Στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ινστιτούτου 50 Kraynak 1984, 169 σημ. 20. Τα 5 κείμενα που σώζουν τη λέξη καταγώγιον είναι: Θουκ (426 π.χ.), Πλ. Φαίδρ. 259α (α μισό 4 ου αι. π.χ.), Ξεν. Πόροι 3.12 (355/4 π.χ.), Αντιφάνης 15 και 53 (μέσα 4 ου αι. π.χ.), (Kraynak 1984, Α2, Α8, Α10, Α13-14 αντίστοιχα). Στον Αντιφάνη 53 εμφανίζεται ο τύπος καταγωγεῖον. Η Kraynak προφανώς από λάθος χρονολογεί στα προχριστιανικά χρόνια δύο αποσπάσματα από το έργο του Αθήναιου, σε ένα από τα οποία υπάρχει η λέξη καταγωγεῖον (Kraynak 1984, , Α27-Α28). Ο Αθήναιος έζησε περί τα τέλη του 2 ου αι. μ.χ. 51 Kraynak 1984, 10, Hiltbrunner 1967, cols Πανδοκεῖον: οἰκία ἐν ᾗ καταλύουσι παντὸς εἴδους ξένοι, ξενοδοχεῖον (Liddell Scott III, 422). Οι Liddell Scott σημειώνουν ότι οι μεταγενέστεροι τύποι με χ προέκυψαν από τη λάθος αντιγραφή των κειμένων των αττικών συγγραφέων. 52 Αρ. Βάτρ (Kraynak 1984, Α5). 53 πανδοκευτρίας, ὅπου κόρεις ὀλίγιστοι. Αρ. Βάτρ (Kraynak 1984, Α4). 54 Πλ. Νόμ. 918b-c (Kraynak 1984, Α16). 55 Πλ. Νόμ. 842d (Kraynak 1984, Α15). 56 Πλ. Νόμ. 918d-919b (Kraynak 1984, Α17). 57 Πανδόκευσις ή πανδοκεία: τὸ ἔργον πανδοκέως (Liddell Scott ΙΙΙ, 422). 10

18 Νεοελληνικών Σπουδών (2007, σελ. 675), στο λήμμα «καταγώγιο», διαβάζουμε: «χαρακτηρισμός κακόφημου κέντρου, υπόγειου συνήθως χώρου, όπου συχνάζουν άνθρωποι του υποκόσμου». Στα αρχαία ελληνικά η λέξη σήμαινε απλώς το κατάλυμα 58. Στις πηγές δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι λέξεις πανδοκεῖον και καταγώγιον είχαν κάποια διαφορά ως προς τη σημασία τους ή ότι κάποια από αυτές είχε αρνητική απόχρωση 59. Την ίδια ρίζα με τη λέξη καταγώγιον έχει η λέξη καταγωγή 60. Στο σχετικό λήμμα οι Liddell Scott παραπέμπουν σε αποσπάσματα από τον Ηρόδοτο, όπου όμως η λέξη εμφανίζεται με διαφορετικές σημασίες. Στο 1.181, όπου γίνεται λόγος για τον πύργο της Βαβυλώνας, η λέξη καταγωγή αναφέρεται σε έναν χώρο για ξεκούραση, με καθίσματα, ο οποίος υπήρχε σε κάποιο σημείο του οφιώδους διαδρόμου που περιέβαλλε τον πύργο. Στο 6.35 ο Μιλτιάδης προσφέρει καταγωγή, δηλαδή φιλοξενία στο σπίτι του, σε περαστικούς ξένους. Στο ο Ηρόδοτος περιγράφει την Περσική Βασιλική Οδό και απαριθμεί σταθμούς και καταγωγαί, που υπήρχαν κατά το μήκος της 61. Εδώ η λέξη καταγωγή δεν μπορεί να σημαίνει απλώς έναν χώρο στάσης, εφόσον υπάρχει η λέξη σταθμός. Η ερμηνεία της λέξης καταγωγή στο απόσπασμα αυτό συγχέεται και με την ερμηνεία μιας άλλης λέξης, που ο Ηρόδοτος χρησιμοποιεί στην αρχή του 5.52 λέγοντας: ἔχει γὰρ ἀμφὶ τῇ ὁδῷ ταύτῃ ὧδε: σταθμοί τε πανταχῇ εἰσι βασιλήιοι καὶ καταλυσίες 62 κάλλισται. Κατά τη γνώμη μας οι λέξεις καταγωγή και κατάλυσις θα μπορούσαν εδώ να σημαίνουν το πανδοχείο 63. Η Kraynak παρατήρησε ότι η λέξη καταγωγή χρησιμοποιείται με σαφήνεια ως συνώνυμο του πανδοκεῖον και καταγώγιον μετά τον Ιώσηπο (1 ος αι. μ.χ.) και πάλι σε λίγες περιπτώσεις 64. Ο Ιώσηπος προτιμά τη λέξη καταγώγιον και χρησιμοποιεί τη λέξη καταγωγή, για να δηλώσει τη στέγαση σε ιδιωτικό σπίτι 65. Όσον αφορά τη λέξη κατάλυσις, εκτός από το χωρίο του Ηροδότου, η Kraynak παραθέτει και άλλα αποσπάσματα, των ελληνιστικών 58 Καταγώγιον: τόπος εἰς ὃν δύναται ὁ ὁδοιπορῶν νὰ καταλύσῃ, κατάλυμα, πανδοκεῖον (Liddell Scott II, 616). 59 Kraynak 1984, Το κατά πόσο τα πανδοχεία της αρχαιότητας ήταν ή όχι κακόφημα θα το συζητήσουμε στο επόμενο κεφάλαιο. 60 < κατάγεσθαι παρά τινί: καταλύειν εἰς τὴν οἰκίαν τινός. Καταγωγή: τόπος εἰς ὃν καταλύουσιν οἱ ὁδοιποροῦντες, κατάλυμα, πανδοκεῖον, σταθμός (Liddell Scott ΙΙ, 616). 61 Στο 5.53 καταλήγει: οὗτοι οἱ πάντες σταθμοί εἰσι ἕνδεκα καὶ ἑκατόν. καταγωγαὶ μέν νυν σταθμῶν τοσαῦται εἰσὶ ἐκ Σαρδίων ἐς Σοῦσα ἀναβαίνοντι. 62 Ιωνικός τύπος του καταλύσεις. Κατάλυσις: κατάλυμα, μέρος ἔνθα τις μένει ἢ ἀναπαύεται, κατοικία, οἴκημα (Liddell Scott ΙΙ, 633). 63 O Godley 1963, 1.181, μεταφράζει στα αγγλικά: σταθμοί: stages, καταγωγαί: resting-stages, καταλυσίες: hostelries. Στον Πλ. Φαίδρ. 230β πάντως η καταγωγή είναι ένας χώρος ανάπαυσης κοντά σε ένα δέντρο και μια πηγή. 64 Λουκ. Τόξαρις 57, Αριστείδ. Λόγ και 5.28 (Kraynak 1984, Α63, Α66, Α67 αντίστοιχα). 65 Kraynak 1984, Καταγώγιον: Ιωσηπ. ΙΑ , 5.13, 5.30, (Kraynak 1984, Α38 έως Α41). Στον Ιώσηπο δεν εμφανίζεται η λέξη πανδοκεῖον (Kraynak 1984, 13). 11

19 χρόνων, στα οποία η λέξη σημαίνει προφανώς πανδοχείο 66. Σε ένα από αυτά - από τον Δικαίαρχο - γίνεται λόγος για την τῶν καταλύσεων πολυπλήθεια στο δρόμο από την Αθήνα προς τον Ωρωπό, όπου μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπήρχαν πολλά πανδοχεία. Συναφής με τις λέξεις καταγωγή και κατάλυσις είναι η λέξη κατάλυμα 67, η οποία συναντάται με τη σημασία του πανδοχείου κυρίως σε κείμενα που χρονολογούνται μετά τον 1 ο αι. π.χ. και πιο συχνά στην Καινή Διαθήκη 68. Συμπερασματικά, οι λέξεις καταγωγή, κατάλυσις και κατάλυμα μπορεί να δηλώνουν - κυρίως όμως στη ρωμαϊκή περίοδο - το κτίριο για φιλοξενία ταξιδιωτών, μπορεί όμως και να σημαίνουν τον ιδιωτικό χώρο φιλοξενίας ή έναν χώρο για ανάπαυση. Γι αυτό τα σχετικά κείμενα πρέπει να διαβάζονται με προσοχή 69. H λέξη ξενών 70 στις πηγές συχνά αναφέρεται σε δωμάτια φιλοξενίας σε ιδιωτικά σπίτια, όπου φιλοξενούνταν φιλικά πρόσωπα του ιδιοκτήτη ή περαστικοί ξένοι. Ένα παράδειγμα ιδιωτικής φιλοξενίας σε ξενῶνα έχουμε στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη (438 π.χ.), όπου ο Άδμητος υποδέχεται τον Ηρακλή και τον φιλοξενεί στους ἐξωπίους 71 ξενῶνας του παλατιού. Ένα άλλο παράδειγμα βρίσκουμε στον «Τίμαιο» του Πλάτωνα (περί τα μέσα του 4 ου αι. π.χ.). Στην αρχή του διαλόγου μαθαίνουμε ότι ο Ερμοκράτης και ο Τίμαιος, που έχουν έρθει στην Αθήνα για τον εορτασμό των Μεγάλων Παναθηναίων, φιλοξενούνται στον ξενῶνα του Κριτία 72. Σώζονται όμως και κείμενα, κυρίως επιγραφές, που παρέχουν ενδείξεις για την ύπαρξη ξενώνων για το κοινό, ειδικά σε ιερά: π.χ. τμήματα επιγραφής από την Κω (περίπου 300 π.χ.) σώζουν τον κανονισμό ενός ιερού, το οποίο ίδρυσε προς τιμήν του Ηρακλή κάποιος Διομέδων 73. Στο ιερό ανήκε και ένας κήπος με ξενώνες (ξενῶνας ἐν τῶι κάπωι). Το 66 Άλεξις 2.1-8, Δικαίαρχος FHG II, 256 (Kraynak 1984, Α23, Α32 αντίστοιχα). 67 Κατάλυμα: πανδοκεῖον, τὸ μέρος ἔνθα καταλύει τις καὶ μένει (Liddell Scott ΙΙ, 633). 68 Kraynak 1984, 19. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον 2.7: καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι. (Kraynak 1984, Α42). Ένα πρώιμο παράδειγμα χρήσης της λέξης έχουμε στον Πολυβ Kraynak 1984, Ξενών: κατάλυμα ἢ αἴθουσα ἐν τῇ οἰκίᾳ πρὸς ὑποδοχὴν ξένων (Liddell Scott ΙΙΙ, 255). 71 Ευρ. Αλκ Ἐξώπιος: ὁ ἐξω ὄψεως, μακρὰν τῶν ὀφθαλμῶν (Liddell Scott ΙΙ, 192). Ο Ηρακλής φιλοξενείται στους απομακρυσμένους ξενώνες (χωρὶς ξενῶνες) του παλατιού (Ευρ. Αλκ. 543), για να μην βρίσκεται κοντά στο θρήνο για το θάνατο της Άλκηστης. 72 Πλ. Τι. 20c. Η Kraynak στο κυρίως κείμενο της εργασίας της (Kraynak 1984, 15) δεν αναφέρει τα δύο αυτά αποσπάσματα από τον «Τίμαιο» (το απόσπασμα από τον «Τίμαιο» το αναφέρει στη σημ. 35) και την «Άλκηστη» ενώ προτιμά να αναφερθεί σε αντίστοιχα κείμενα που αφορούν τη Μεγάλη Ελλάδα (σε ένα απόσπασμα από το Διόδωρο Σικελιώτη, Διοδ. Σικ , όπου γίνεται λόγος για τους ξενῶνας του φιλόξενου Τελλία στον Ακράγαντα, και σε ένα ακόμη από τον Αιλιανό, Αιλ. ΠΙ 4.1, το οποίο αναφέρεται σε έναν νόμο για την ιδιωτική φιλοξενία στην Λουκανία, χωρίς όμως να περιέχει τη λέξη ξενών). Αν και η Μεγάλη Ελλάδα δεν αποτελεί αντικείμενο της εργασίας μας, αναφέρουμε εδώ και εμείς τα κείμενα αυτά, γιατί δείχνουν ότι οι συνθήκες φιλοξενίας στις αποικίες μάλλον δεν διέφεραν από εκείνες στη μητροπολιτική Ελλάδα. 73 SIG 1106 (Kraynak 1984, Α24). Συγκεκριμένα βλ. στίχους 1-5, 69-71, 75-77,

20 προσωπικό του ιερού απαγορευόταν να χρησιμοποιεί τη γη και τις εγκαταστάσεις, προφανώς γιατί το ιερό συντηρούνταν από τα έσοδα που προέρχονταν από την ενοικίαση των χώρων. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ξενώνες θα νοικιάζονταν στους προσκυνητές 74. Στα 219/8 π.χ. χρονολογείται ένα ψήφισμα των Δελφών, που καταγράφει τη διαμαρτυρία ορισμένων Θηβαίων, σύμφωνα με την οποία κάποιος Κράτων τους εμπόδισε να καταλύσουν σε μια οικία στους Δελφούς, όπου οι Θηβαίοι παραδοσιακά έβρισκαν δωμάτιο. Ο Κράτων αρνήθηκε τις κατηγορίες και παρουσίασε στους άρχοντες τις εγκαταστάσεις, που περιελάμβαναν και ξενῶνα 75. Μια άλλου είδους γραπτή πηγή, ένα ερυθρόμορφο αγγείο του 4 ου αι. π.χ. (εικ. 6) από τη Μεσσαπία της Ιταλίας, θεωρήθηκε από τον A. Furtwängler ότι απεικονίζει στην εμπρόσθια όψη του την αυλή ενός ξενώνα, όπου μια γυναίκα ξεζεύει τα άλογα από ένα άρμα. Πάνω από τη σκηνή υπάρχει η λέξη +ΕΝΟΝ, η οποία κατά τον Furtwängler δεν είναι άλλη από την ελληνική λέξη ξενών, γραμμένη στο αλφάβητο του Τάραντα 76. Αν δεχτούμε ότι η σκηνή πράγματι υπαινίσσεται κάποιου είδους φιλοξενία, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αυτή λαμβάνει χώρα σε ιδιωτικό σπίτι ή σε πανδοχείο. Η Kraynak επισημαίνει την περίπτωση η λέξη +ΕΝΟΝ να είναι απλώς το όνομα Ξένων, το οποίο εντοπίζεται σε κείμενα 77. Σχετικά με τις λέξεις κάπηλος, καπηλίς και καπηλεῖον 78, για τις οποίες ορισμένοι ερευνητές 79 υποστήριξαν ότι μπορεί στην αρχαιότητα να χρησιμοποιούνταν ως συνώνυμα των πανδοκεύς, πανδοκεύτρια και πανδοκεῖον, πιστεύουμε ότι δεν χρειάζεται να γίνει εδώ εκτενής λόγος, διότι από την ανάγνωση των κειμένων διαπιστώνουμε ότι σε ένα καπηλεῖον, σε ένα παντοπωλείο δηλαδή, θα αναζητούσε καταφύγιο μόνο κάποιος που βρισκόταν σε ανάγκη και δεν είχε πού να καταλύσει Kraynak 1984, FD III 1:358 (Kraynak 1984, A29). Για την επιγραφή αυτή βλ. Ziebarth 1935, 340 (das Thebanerhaus ) και Dillon 1990, (the House of Thebans ). Μια άλλη επιγραφή από τη Δήλο, η ID 104(32) (Kraynak 1984, A12), πιθανότατα περιείχε τη λέξη ξενών (βλ. σελ της παρούσης εργασίας). Η Kraynak εκτός από τις Α12, Α24 και Α29 παραθέτει στο παράρτημά της μία ακόμη επιγραφή με τη λέξη ξενών (Α36), του 1 ου αι. μ.χ., που αναφέρεται στην κατασκευή του ξενώνα μιας συναγωγής στην Παλαιστίνη (SEG 8:170). 76 Furtwängler 1905, Π.χ. Θουκ και Δημ (Kraynak 1984, 15-16, 170 σημ. 34a). 78 Στο Liddell Scott ΙΙ, οι ερμηνείες που δίνονται στις λέξεις αυτές είναι οι εξής: κάπηλος (θηλ. καπηλίς): 1. μικρέμπορος, λιανοπωλητής, μεταπράτης, 2. ἰδίως ὁ διατηρῶν καπηλεῖον, καπηλεῖον: τὸ ἐργαστήριον καπήλου, ἐν ᾧ ἐπώλουν, ὡς καὶ νῦν ἐν τοῖς παντοπωλείοις, οὐ μόνον οἶνον, ἀλλὰ καὶ τροφὰς καὶ παντοῖα ἄλλα πράγματα. 79 Ehrenberg 1968, 123, 418 σημ. 7, Rostovtzeff 1941, 1628 αρ. 196, Habicht 1972, Π.χ. σε επιγραφή από τη Σάμο αναφέρεται ότι στα καπηλεῖα που ανήκαν στο ιερό της Ήρας απαγορευόταν να γίνονται δεκτοί σκλάβοι που ζητούσαν άσυλο (για την επιγραφή αυτή βλ. Habicht 1972, , Thür Taeuber 1978, ). Αυτό οδήγησε το Habicht 1972, 220 στο συμπέρασμα ότι το καπηλεῖον είναι ταυτόχρονα πανδοχείο. Το ίδιο υποστήριξε ο Rostovtzeff 1941, 1628 αρ. 196 παραπέμποντας σε ένα απόσπασμα του ύστερου 2 ου αι. π.χ. (PTeb, 230), στο οποίο κάποιοι εγκληματίες καταφεύγουν σε ένα καπηλεῖον, πριν τελικά συλληφθούν. Ωστόσο και οι δύο αυτές περιπτώσεις είναι εξαιρετικές, ενώ και στις δύο το 13

21 Ενδιαφέρον έχει η λέξη συνοικία, η οποία σύμφωνα με τους Liddell Scott, όταν αναφέρεται σε οίκημα, σημαίνει: οἰκία, ἐν ᾗ πολλαὶ ὁμοῦ οἰκογένειαι συζῶσιν οἰκία διῃρημένη εἰς διαμερίσματα ἣ πατώματα 81. Οι Liddell Scott συμπληρώνουν ότι: ἐν Ἀθήναις πολλοὶ χάριν κέρδους ᾠκοδόμουν τοιαύτας συνοικίας πρὸς μίσθωσιν, τὸ πλεῖστον εἰς ξένους ἣ εἰς τοὺς μετοίκους. Η συνοικία λοιπόν ήταν μια κατοικία, η οποία υποδιαιρούνταν σε αρκετά εκμισθωμένα τμήματα 82. Ότι οι συνοικίαι προσφέρονταν για ενοικίαση, μας το λέει και ο Αισχίνης στον λόγο του «Κατά Τιμάρχου» (345 π.χ.) 83. Στην παράγραφο 43 του ίδιου λόγου αναφέρεται επίσης ότι ο Τίμαρχος βρέθηκε να συντρώγει με ξένους σε μια συνοικία. Ο Αισχίνης μας πληροφορεί ότι ο όρος συνοικία δεν αφορά τη μορφή του οικοδομήματος, αλλά τη λειτουργία του ως κατοικίας, στην οποία διέμεναν περισσότεροι από ένας μισθωτές 84. Μισθώσεις συνοικιῶν αναφέρονται και στις επιγραφές της Δήλου 85. Σε μια από αυτές τις επιγραφές οι λέξεις πανδοκεῖον και συνοικία συνυπάρχουν, είναι σαφές όμως ότι τα δύο δεν ταυτίζονται 86. Οι συνοικίαι παρουσιάζονται στα κείμενα ως ένα περιουσιακό στοιχείο που απέφερε σημαντικά έσοδα και ως μια ασφαλής επένδυση 87, παρόλο που σε αυτές μπορούσαν να στεγάζονται ακόμη και πορνεία 88. Τέλος, η λέξη ξενοδοχεῖον δεν θα μας απασχολήσει εδώ, διότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, εμφανίζεται πολύ μετά την εποχή που μελετάμε, στα χρόνια του Αδριανού 89. Στο δικό μας κατάλογο τα μνημεία χαρακτηρίζονται όπως τα έχουν χαρακτηρίσει οι μελετητές τους, οι οποίοι επιλέγουν κυρίως τη λέξη «καταγώγιο» (katagogion) και σπανιότερα καπηλεῖον παρουσιάζεται ως καταφύγιο και όχι ως πανδοχείο. Αλλά και στους Νόμους (842d, 918d, Kraynak 1984, A15, A17) ο Πλάτωνας διακρίνει - σαφώς κατά τη γνώμη μας - την καπηλείαν, δηλαδή το λιανικό εμπόριο, από την πανδοκείαν, δηλαδή τη διαχείριση πανδοχείου. Μόνο σε ένα σημείο του κειμένου (918e- 919b, Kraynak 1984, A17) μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι οι δύο έννοιες συγχέονται, καθώς εκεί γίνεται λόγος για οικήματα σε απομονωμένες περιοχές, που φαίνεται ότι προσέφεραν κατάλυσιν αλλά και ἀναψυχήν (σημειώνουμε εδώ ότι στα παραπάνω αποσπάσματα ο Πλάτωνας μιλά υποτιμητικά για διάφορες εμπορικές δραστηριότητες, επειδή θεωρεί ότι διαφθείρουν τους ανθρώπους). Κατά τη γνώμη μας μόνο στο χωρίο 7.16 από το «Ονομαστικόν» του Ιούλιου Πολυδεύκη οι πανδοκεῖς αναφέρονται ξεκάθαρα ως οἱ πάντα πιπράσκοντες. Τα παραπάνω εξηγούν, γιατί το Liddell Scott ερμηνεύει την καπηλείαν ως εξής: τὸ μικρὸν ἐμπόριον, «λιανοπούλημα» ( ), διατήρησις πανδοχείου (αναλυτικότερα για το ζήτημα βλ. Kraynak 1984, 11-13). 81 Liddell Scott IV, 241. Η λέξη σημαίνει επίσης: ἀθροισμα ἀνθρώπων ὁμοῦ κατοικούντων, κοινότης, πόλισμα. 82 Hennig 2005, , όπου διαβάζουμε και για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονταν τις συνοικίες οι ιδιοκτήτες τους. 83 Αισχίν : ὅπου μὲν γὰρ πολλοὶ μισθωσάμενοι μίαν οἴκησιν διελόμενοι ἔχουσι, συνοικίαν καλοῦμεν. 84 Αισχίν Ενδεικτικά ID 371, ID 1416, ID IG II (Kraynak 1984, A11), ID 104(11). Αναλυτικότερα για την επιγραφή αυτή βλ. σελ της παρούσης εργασίας. 87 Ισαί. 5.27, Δημ. 29.3, 36.6, 36.34, 38.7, Στο τελευταίο απόσπασμα γίνεται λόγος για μια συνοικία που προοριζόταν ως προίκα και της οποίας η αξία ανερχόταν στις δραχμές. 88 Ισαί (4 ος αι. π.χ.). Βλ. και Hennig 2005, Για πρώτη φορά εντοπίζεται στον Αρτεμίδωρο 1.4 (β μισό 2 ου αι. μ.χ.)(kraynak 1984, 17 και Α71). 14

22 τη λέξη «ξενώνας» (xenon). Δεν διαπιστώσαμε την ύπαρξη κάποιου κριτηρίου για την επιλογή της μίας ή της άλλης λέξης, και θεωρούμε ότι προτιμάται η λέξη «καταγώγιο», για να γίνεται έτσι άμεση αναφορά στο χωρίο του Θουκυδίδη. Ο τίτλος «πανδοκείο» περιέργως δεν προτιμήθηκε από κανέναν ερευνητή, εμείς όμως στις περιγραφές μας, μαζί με τις λέξεις «καταγώγιο» και «ξενώνας», χρησιμοποιούμε και τη νεοελληνική λέξη «πανδοχείο». Στο κείμενό μας οι τρεις λέξεις εναλλάσσονται, χρησιμοποιούνται όμως με την ίδια σημασία. Ανάμεσα στα μνημεία μας υπάρχουν και ορισμένα που παρουσιάζονται στη βιβλιογραφία με ένα συμβατικό όνομα, το οποίο χρησιμοποιούμε και εμείς. Τέλος, απλώς ως «κτίρια» επιλέξαμε να χαρακτηρίσουμε τα μνημεία, για τα οποία υπάρχουν αμφιβολίες ότι ήταν πανδοχεία. 15

23 Β-2. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ Προτού περάσουμε στην αναλυτική εξέταση των μνημείων, θα επιχειρήσουμε να συνοψίσουμε τις πληροφορίες που αντλούμε από τα αρχαία κείμενα για τα πανδοχεία της αρχαίας Ελλάδας, πιο συγκεκριμένα, για τη θέση τους, τον αριθμό τους, τον τρόπο λειτουργίας τους, τις συνθήκες που επικρατούσαν σε αυτά, τις υπηρεσίες που προσέφεραν και το κόστος διαμονής 90. Όσον αφορά τη θέση των πανδοχείων, μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάποια από αυτά βρίσκονταν εντός των ιερών ή κοντά σε αυτά, για να στεγάζουν τους πιστούς. Ήδη κάναμε λόγο για το μεγάλο πανδοχείο των Πλαταιών που έκτισαν οι Θηβαίοι πρὸς τῷ Ἡραίῳ. Εκτός από το χωρίο του Θουκυδίδη υπάρχουν και άλλα αποσπάσματα από τις πηγές που αναφέρουν πανδοχεία σε ιερούς χώρους. Ο Δημοσθένης στο λόγο του «Περὶ τῆς Παραπρεσβείας» αναφέρεται σε ένα πανδοχείο που υπήρχε μπροστά από το Διοσκούρειο στην πόλη των Φερών, το οποίο μάλιστα, όπως σημειώνει ο ρήτορας, ήταν και πολύ γνωστό 91. Οι υπόλοιπες αναφορές που διαθέτουμε προέρχονται από τις επιγραφές εκείνες, που βρέθηκαν σε ορισμένα ιερά και έχουν ως περιεχόμενο απολογισμούς και απογραφές της διαχείρισης της περιουσίας τους. Δύο τέτοιες αναφορές έχουμε από τη Δήλο, μία από τους Δελφούς και μία από την Κω. Στις δύο επιγραφές από τη Δήλο αναφερθήκαμε σύντομα στο προηγούμενο κεφάλαιο 92. Στην πρώτη, στο στίχο 3, διαβάζουμε: οἰκία καὶ ξεν Οι δύο προτεινόμενες συμπληρώσεις της λέξης είναι ξεν[οδοκεῖον] και ξεν[ών] 94. Κατά τη γνώμη μας η αποκατάσταση της λέξης ξενών είναι πιθανότερη, καθώς η λέξη ξενοδοχεῖον εμφανίζεται για πρώτη φορά στις πηγές το 2 ο αι. μ.χ. 95. Η δεύτερη επιγραφή σώζεται πολύ καλύτερα και μπορεί να χρονολογηθεί στα μέσα του 4 ου αι. π.χ. 96. Εδώ είναι σαφής η αναφορά σε ένα πανδοκεῖο[ν], που παραχωρούνταν από το ιερό προς ενοικίαση. Οι δύο επιγραφές βρίσκονται κοντά χρονολογικά, ανήκουν δηλαδή στην περίοδο της Αμφικτυονίας ( Για όλα τα ζητήματα που εξετάζουμε στο κεφάλαιο αυτό βλ. και Casson 2003, Δημ (Kraynak 1984, A19). 92 Βλ. σημ. 75, σημ. 86 και σελ. 14 της παρούσης εργασίας. Για τη διαχείριση της περιουσίας του ναού του Απόλλωνα στη Δήλο βλ. Kent 1948, ID 104(32), στίχος 3 (Kraynak 1984, A12). 94 Βλ. το σχόλιο για το στίχο 3 της ID 104(32). 95 Βλ. σελ. 14 της παρούσης εργασίας. 96 IG II , στίχοι (Kraynak 1984, A11) και ID 104(11), στίχοι Η ID 104(11) είναι αναθεώρηση της IG II Σύμφωνα με τον Kent 1948, 260 η επιγραφή χρονολογείται στα 358/7 π.χ. Η Kraynak 1984, 31 αναφέρει ως χρονολογία της επιγραφής το 354/3 π.χ. βασισμένη στο σχόλιο 4 της επιγραφής ID 104(12). 16

24 π.χ.) 97. Αν λάβει κανείς υπ όψιν το πλήθος των επιγραφών που μας έχουν σωθεί από τη Δήλο και το γεγονός ότι η Δήλος ήταν ένα μεγάλο λιμάνι και διέθετε ένα μεγάλο ιερό, οι δύο αυτές αναφορές σε πανδοχεία είναι ελάχιστες. Παράδοξο είναι επίσης ότι οι αναφορές αυτές προέρχονται από τις επιγραφές της Αμφικτυονικής περιόδου, από την οποία υπάρχουν λίγες μόνο μαρτυρίες για την εκμίσθωση της περιουσίας του ιερού. Ανεξάρτητα όμως από τα στοιχεία που μας δίνουν οι πηγές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι στη Δήλο, τουλάχιστον στα τμήματα της πόλης όπου συγκεντρώνονται οι οικίες και στο εμπορικό κέντρο, θα υπήρχαν πολλά πανδοχεία, ακόμη και πριν την περίοδο της ανεξαρτησίας ( π.χ.) και τη μεγάλη ακμή του 2 ου αι. π.χ. 98. Το απόσπασμα που μας σώζεται από τους Δελφούς προέρχεται από μια επιγραφή του 332 π.χ. Η επιγραφή καταγράφει την ενοικίαση περιουσίας του ιερού, κυρίως αγροτεμαχίων και οικιών, αλλά και ενός πανδοχείου, το οποίο αρχικά ανήκε στο φωκαέα Αστυκράτη 99. Η επιγραφή αυτή είναι τμήμα μιας σειράς καταγραφών των ενοικιάσεων των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία απέκτησε το ιερό, αφότου τα αφαίρεσε από ορισμένους Φωκείς που στασίασαν το 363/2 π.χ. 100 Οι σωζόμενες καταγραφές καλύπτουν την περίοδο από το 346 έως το 324 π.χ. Η Kraynak υποθέτει ότι το πανδοχείο εφόσον ήταν ιδιωτικό, προτού ενταχθεί στην περιουσία του ιερού, θα μπορούσε να βρισκόταν στην πόλη των Δελφών 101. Μπορούμε όμως να το θεωρήσουμε βέβαιο ότι είναι αδύνατον να βρεθεί, καθώς η κλασική και ελληνιστική πόλη των Δελφών έχει χαθεί οριστικά κάτω από τα ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά κτίρια 102. Για την επιγραφή από την Κω μιλήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο 103. Οι ξενώνες του ιερού του Ηρακλή λογικά δε θα βρίσκονταν μακριά από το ιερό, το οποίο άλλωστε έχει εντοπιστεί κοντά στην πόλη 104. Πανδοχεία θα υπήρχαν φυσικά και στους δρόμους 105. Στο προηγούμενο κεφάλαιο κάναμε λόγο για το απόσπασμα από το Δικαίαρχο, που μας πληροφορεί ότι στο δρόμο από την Αθήνα προς τον Ωρωπό υπήρχαν πολλά πανδοχεία 106. Τα πανδοχεία στις οδούς εκτός από τους καθημερινούς ταξιδιώτες εξυπηρετούσαν και τα μέλη των πρεσβειών, όπως μαθαίνουμε από τον Αισχίνη, ο οποίος υπερασπιζόμενος τον εαυτό του απέναντι στο 97 Βλ. σχόλιο 4 της επιγραφής ID 104(12). 98 Για το μεγάλο πανδοχείο του 2 ου αι. π.χ. βλ. κεφ. Γ-1-9 της παρούσης εργασίας. 99 FD III 5:16, στίχος 38 (Kraynak 1984, A20). 100 Για τη στάση αυτή και τις επιγραφές βλ. Pomtow 1906, , Kraynak 1984, Για την πόλη των Δελφών βλ. Bommelaer 1991, Βλ. σελ της παρούσης εργασίας. 104 Για το ιερό του Ηρακλή στην Κω βλ. Livadiotti Rocco 1996, , όπου βλέπουμε τη θέση του ιερού σε παρένθετο τοπογραφικό σχέδιο της αρχαίας πόλης της Κω. 105 Kraynak 1984, Βλ. σελ. 12 της παρούσης εργασίας. 17

25 Δημοσθένη, στο δικό του λόγο «Περὶ τῆς Παραπρεσβείας», περιγράφει πόσο δυσάρεστος ήταν ο πολιτικός του αντίπαλος: τα μέλη της δεύτερης πρεσβείας προς το Φίλιππο απέφευγαν ακόμη και να καταλύσουν στο ίδιο πανδοχείο με αυτόν 107. Προφανώς λοιπόν στο δρόμο από την Αθήνα προς την Πέλλα τον 4 ο αι. π.χ. θα υπήρχαν αρκετά πανδοχεία. Τέλος, ενδιαφέρον είναι το απόσπασμα από τους Νόμους του Πλάτωνα, στο οποίο γίνεται λόγος για οἰκήσεις εἰς ἐρήμους τόπους καὶ πανταχόσε μήκη ἔχοντας ὁδῶν, δηλαδή για απομονωμένους σταθμούς, θα λέγαμε, σε μακρινούς δρόμους, που προσέφεραν κατάλυσιν στους ταλαιπωρημένους ταξιδιώτες 108. Στα υπόλοιπα σωζόμενα αποσπάσματα η θέση των πανδοχείων, για τα οποία γίνεται λόγος, δεν προσδιορίζεται. Μπορεί όμως κανείς λογικά να υποθέσει ότι πρόκειται για πανδοχεία που βρίσκονταν στις πόλεις. Οι πηγές λοιπόν δεν μας δίνουν πληροφορίες για τη θέση των πανδοχείων μέσα στις αρχαίες ελληνικές πόλεις 109. Μόνο ένα χωρίο από το έργο του Ξενοφώντα «Πόροι ή περί προσόδων», στο οποίο ο ιστορικός συνιστά στους Αθηναίους να κτίσουν περισσότερα καταγώγια στο πολυσύχναστο λιμάνι του Πειραιά 110, μας πληροφορεί ότι πανδοχεία υπήρχαν στα λιμάνια των πόλεων. Ευτυχώς οι γνώσεις μας για τα πανδοχεία των ρωμαϊκών πόλεων, μπορούν να μας υποδείξουν τη θέση που είχαν αυτά και στις ελληνικές πόλεις. Για παράδειγμα πηγές από τη ρωμαϊκή εποχή αναφέρουν πανδοχεία κοντά στα τείχη και τις πύλες των πόλεων 111. Επίσης οι ανασκαφές στην Πομπηία αποκάλυψαν πανδοχεία σε πάρα πολλές οικοδομικές νησίδες της πόλης, τα περισσότερα από αυτά όμως εντοπίστηκαν κοντά στις πύλες, την Αγορά, το θέατρο, το αμφιθέατρο και την Παλαίστρα 112. Για το αν ο αριθμός των πανδοχείων στις ελληνικές πόλεις επαρκούσε, για να καλύψει τις ανάγκες του ολοένα και αυξανόμενου αριθμού ταξιδιωτών, μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι κατά την περίοδο των μεγάλων εορτών το πλήθος που συνέρρεε στα ιερά ήταν τόσο μεγάλο, που η πλειονότητα των προσκυνητών κατέλυε σε σκηνές ή κάτω από οποιοδήποτε στέγαστρο στοές, πρόχειρα παραπήγματα, στα 107 Αισχίν (Kraynak 1984, A18). 108 Πλ. Νομ. 918e-919b (Kraynak 1984, A17), βλ. σημ. 80 της παρούσης εργασίας. 109 Kraynak 1984, Ξεν. Πόροι 3.12 (Kraynak 1984, A10). 111 Π.χ. Ιωσηπ. Ιουδαϊκή Αρχαιολογία , Φιλόστρ. Τὰ εἰς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον 4.39 (Kraynak 1984, A38 και Α76 αντίστοιχα). 112 Για τα πανδοχεία της ρωμαϊκής εποχής βλ. Casson 2003, , με σχετική βιβλιογραφία και παραπομπές στις πηγές. Για τη θέση των πανδοχείων στην Πομπηία βλ. Eschebach 1975, 331 και το πλάνο της πόλης. Γενικά για τα πανδοχεία της Πομπηίας βλ. Laurence 1994, 78-87, DeFelice 2007, , ενώ για τα πανδοχεία της ρωμαϊκής εποχής εν συντομία βλ. Kleberg Τα ρωμαϊκά πανδοχεία (cauponae) συνήθως εξετάζονται στη βιβλιογραφία σε συνδυασμό με τα ρωμαϊκά καπηλεία (popinae). 18

26 πτερά των ναών ή ξάπλωνε απλώς στο ύπαιθρο 113. Οι ξενώνες μπορούσαν να εξυπηρετήσουν μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό επισκεπτών, και πιθανότατα οι αρχές τους διέθεταν μόνο στους επισήμους 114. Αλλά και στις πόλεις η κατάσταση πιθανόν να μην ήταν καλύτερη. Ένα απόσπασμα που μας σώζεται από τον Αθήναιο αναφέρει ένα περιστατικό που συνέβη στην ελληνική αποικία Μυλώνα της Σικελίας: ο μουσικός Δωρίων φτάνοντας στην πόλη δεν έβρισκε πουθενά να νοικιάσει δωμάτιο. Έτσι κάθισε για λίγο σε ένα ιερό τέμενος κοντά στις πύλες της πόλης και, όταν ρώτησε το φροντιστή του ναού, που εκείνη την ώρα πραγματοποιούσε θυσία, σε ποιον θεό ήταν αφιερωμένος ο ναός, εκείνος απάντησε: «Ζηνοποσειδώνος». Και ο Δωρίων είπε: «πώς είναι δυνατόν να βρει κανείς καταγώγιο σε αυτόν τον τόπο, όπου ακόμα και οι θεοί πρέπει να κατοικούν δυο-δυο;» 115. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αυτό συνέβαινε συχνά και σε άλλες ελληνικές πόλεις, αλλά, αν σκεφτούμε την περίπτωση του Ιωσήφ και της Μαρίας 116, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ακόμα και στα ρωμαϊκά χρόνια τα πανδοχεία συχνά δεν επαρκούσαν 117. Για τον τρόπο λειτουργίας τόσο των δημόσιων όσο και των ιδιωτικών πανδοχείων οι πηγές δεν μας παρέχουν πληροφορίες. Και δυστυχώς ούτε για τη διοίκηση των πανδοχείων που ανήκαν στη δικαιοδοσία των ιερών σώζονται στοιχεία στις επιγραφές. Η επιγραφή από την Κω με τον κανονισμό του ιερού του Ηρακλή αναφέρεται μόνο στην απαγόρευση χρήσης των ξενώνων από το προσωπικό του ιερού και στο ότι τα χρήματα για τις διάφορες επισκευές στους ξενώνες προέρχονταν από τα έσοδα της ενοικίασής τους 118. Στο μέτρο που τα καπηλεία μπορούν να θεωρηθούν επιχειρήσεις παρόμοιες με τα πανδοχεία, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι μία επιγραφή του 3 ου αι. π.χ. από τη Σάμο, που έθετε περιορισμούς στην ενοικίαση τεσσάρων καπηλειῶν του ιερού της Ήρας, προσφέρει ενδείξεις τουλάχιστον ως προς τους περιορισμούς, που μπορούσε να επιβάλει ένα ιερό στον τρόπο λειτουργίας των εμπορικών του επιχειρήσεων 119. Η επιγραφή απαγόρευε την ενοικίαση περισσότερων του ενός καπηλείου στο ίδιο άτομο, την ενοικίαση και την υπενοικίαση των καπηλείων σε σκλάβους, ενεργούς και 113 Για ένα παράδειγμα από τις πηγές βλ. Bringmann von Steuben 1995, KNr. 91 [E]. Πρόκειται για μια επιγραφή, η οποία αφορά τη στοά του Αττάλου στους Δελφούς και αναφέρεται σε απαγόρευση να κατασκηνώνει και να ανάβει κανείς φωτιά στη στοά. 114 Casson 2003, 91-92, Σε σκηνές έμεναν και εύποροι πολίτες. Ορισμένοι μαζί με τη σκηνή τους έφερναν και οικοσκευή και πλήθος υπηρέτες. Αξίζει να αναφέρουμε και εμείς την περίπτωση του Αλκιβιάδη, ο οποίος το 416 π.χ. συμμετείχε στο λαμπρότερο αγώνισμα των Ολυμπιακών αγώνων, την αρματοδρομία, με 7 τέθριππα άρματα και είχε βρει και χορηγούς για τα έξοδά του: η Έφεσος του παρείχε την πολυτελή σκηνή, η Χίος σανό για τα άλογά του και η Λέσβος φαγητό και κρασί (Πλούτ. Αλκ ). 115 Αθ c (Kraynak 1984, A28). 116 Βλ. σημ. 68 της παρούσης εργασίας. 117 Kraynak 1984, Βλ. σελ της παρούσης εργασίας. 119 Habicht 1972, (βλ. σημ. 80 της παρούσης εργασίας). Ο Habicht 1972, 213 σημειώνει ότι, ενώ γνωρίζουμε πολλά για την εκμίσθωση γης, χώρων βιοτεχνικής παραγωγής και χώρων παραγωγής τροφίμων στην αρχαιότητα, γνωρίζουμε πολύ λίγα για την εκμίσθωση εμπορικών επιχειρήσεων. 19

27 αποστρατευμένους στρατιώτες, ικέτες και φτωχούς, αλλά και κάθε συνδιαλλαγή του ενοικιαστή με ανθρώπους των παραπάνω κατηγοριών. Απαγορευόταν επίσης να λειτουργεί κανείς την επιχείρηση χωρίς άδεια (παρακαπηλεύειν). Το μίσθωμα έπρεπε να καταβάλλεται ετησίως. Τέλος, οι κάπηλοι απαγορευόταν να κάνουν εκπτώσεις στις τιμές, καθώς έτσι ζημιωνόταν και το ιερό. Απολάμβαναν όμως ατέλειας κατά τις συναλλαγές τους εντός του ιερού. Και φυσικά η λειτουργία μιας εμπορικής επιχείρησης εντός ενός ιερού υπέκειτο και σε διάφορους άλλους κανόνες. Στη συγκεκριμένη επιγραφή σημειώνονται οι κανόνες που όριζαν τη διαδικασία, σε περίπτωση που ο κάπηλος εμπλεκόταν σε δικαστική διαμάχη 120. Σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν στα πανδοχεία, τόσο της Ελλάδας όσο και της Ρώμης, οι ερευνητές που ασχολούνται με το θέμα δεν παραλείπουν να κάνουν λόγο για την κακή τους φήμη 121. Σε σχέση με τα πανδοχεία της αρχαίας Ελλάδας δεν γίνεται να μην αναφέρει κανείς τα δύο αποσπάσματα από τους «Βατράχους» του Αριστοφάνη 122, αλλά και ένα από τον Πλούτο, στο οποίο η Πενία ζητάει από το Χρεμύλο να μαντέψει ποια είναι και ο Χρεμύλος απαντάει: «πανδοκεύτρια ή πωλήτρια πουτίνγκας μπιζελιών, που ωρύεται χωρίς να της έχουν κάνει τίποτα» 123. Σε κωμικά κείμενα είναι αναμενόμενο τα πανδοχεία να παρουσιάζονται απωθητικά και οι ιδιοκτήτριές τους αυθάδεις, βρώμικες και κλέφτρες. Ωστόσο θα μπορούσε να πει κανείς ότι στο επεισόδιο από τους «Βατράχους», όπου ο Διόνυσος, ντυμένος σαν τον Ηρακλή, καταλύει στο πανδοχείο του Άδη, η πανδοκεύτρια δικαιολογημένα βάζει τις φωνές, διότι ο Ηρακλής είχε φύγει από το πανδοχείο της χωρίς να πληρώσει τίποτα, κλέβοντας και τα στρώματα του ύπνου. Ο Πλάτων, όπως προείπαμε 124, σαφώς υποτιμά όχι μόνο τους πανδοχείς, αλλά και όλους ουσιαστικά όσους δραστηριοποιούνται στο εμπόριο ή διαχειρίζονται χρήματα 125, πιστεύει όμως ότι, αν οι δραστηριότητές τους πραγματοποιούνται με βάση τους νόμους, είναι επιθυμητές 126. Είναι αυθαίρετο να συμπεράνουμε ότι γενικά τα πανδοχεία της αρχαιότητας ήταν γεμάτα κοριούς ή ότι περιέθαλπαν κλέφτες ή ότι όλα συμπεριλάμβαναν στις υπηρεσίες τους τζόγο και πόρνες 127. Ενδεικτικό είναι ότι από τα 120 αποσπάσματα των πηγών, που συγκέντρωσε η Kraynak, μόνο 20 αναφέρονται με αρνητικό 120 Kraynak 1984, Για τα πανδοχεία της Ελλάδας: McDonald 1951, , Hopper 1979, 65, Casson 2003, Βλ. σελ. 10 της παρούσης εργασίας. 123 Δική μας ελεύθερη μετάφραση του αρχαίου κειμένου: πανδοκεύτριαν ἢ λεκιθόπωλιν. οὐ γὰρ ἂν τοσουτονὶ ἀνέκραγες ἡμῖν οὐδὲν ἠδικημένη (Αρ. Πλουτ ) (Kraynak 1984, A6). λεκιθόπωλις: ἡ πωλοῦσα ὄσπρια ἀληλεσμένα ἢ ᾠά (Liddell Scott ΙII, 26). 124 Βλ. σημ. 80 της παρούσης εργασίας. 125 Πλ. Νομ. 842d (Kraynak 1984, A15): ναυκληρικῶν μὲν γὰρ καὶ ἐμπορικῶν καὶ καπηλευτικῶν καὶ πανδοκεύσεων καὶ τελωνικῶν καὶ μεταλλειῶν καὶ δανεισμῶν καὶ ἐπιτόκων τόκων καὶ ἄλλων μυρίων τοιούτων 126 Πλ. Νομ. 918e (Kraynak 1984, A17). 127 Θεόφρ. Χαρ. 6.5, Φιλιππίδης , Λουκ. Φιλόπατρις 9 (Kraynak 1984, A21, Α26, Α64 αντίστοιχα). 20

28 τρόπο στα πανδοχεία ή τους ιδιοκτήτες τους. Στα υπόλοιπα οι αναφορές είναι είτε ουδέτερες είτε θετικές. Από τα 33 αποσπάσματα, που χρονολογούνται έως και τα χρόνια του Στράβωνα, οι αρνητικές αναφορές στα πανδοχεία είναι Πιστεύουμε ότι θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι και στη αρχαιότητα, όπως και σήμερα, άλλα πανδοχεία θα ήταν καθαρά και άλλα όχι, άλλα θα είχαν κακή φήμη και άλλα θα ήταν ευυπόληπτα. Άλλωστε αν ήταν αναξιοπρεπές να συχνάζει κανείς στα πανδοχεία, δεν θα τα χρησιμοποιούσαν οι πρέσβεις προς το Φίλιππο, ούτε θα αντάλλασσαν εκεί όρκους Έλληνες και Μακεδόνες 129. Και αν τα πανδοχεία των ιερών ελέγχονταν όσο τα καπηλεία της Σάμου, τότε αυτά θα υποδέχονταν τους πιο εκλεκτούς πελάτες 130. Θα κλείσουμε αυτό το κεφάλαιο παρουσιάζοντας τις πληροφορίες που έχουμε από τις πηγές για τις υπηρεσίες, που προσέφεραν τα πανδοχεία, και για το κόστος αυτών των υπηρεσιών. Ήδη από τις πηγές του 5 ου αι. π.χ. μαθαίνουμε ότι τα πανδοχεία παρείχαν φαγητό 131. Το πανδοχείο του Άδη, απ όπου ο Ηρακλής έκλεψε ψωμί, βραστό κρέας, σκόρδο, παστά ψάρια, νωπό τυρί και τα ψάθινα στρώματα του ύπνου (ψιάθους), αν υπήρχε στην πραγματικότητα, θα ήταν ένα από τα καλύτερα εξοπλισμένα αρχαία πανδοχεία 132. Η προσφορά όμως τόσων αγαθών στα πανδοχεία, φυσικά επί πληρωμή, ήταν μάλλον σπάνια. Τέτοιες ανέσεις έβρισκε κανείς, όταν φιλοξενούνταν από κάποιον ιδιώτη. Για παράδειγμα από τον Αθήναιο μαθαίνουμε ότι οι κάτοικοι της Μαγνησίας του Μαιάνδρου, άποικοι από τους Δελφούς, ήταν γνωστοί για τη φιλοξενία τους και προσέφεραν στους ξένους αλάτι, λάδι, ξίδι, έναν λύχνο, κρεβάτια με σκεπάσματα, για να ξαπλώσουν, και τραπέζια, για να φάνε 133. Τις περισσότερες φορές οι ταξιδιώτες κουβαλούσαν οι ίδιοι τα στρώματα και τα σκεπάσματά τους, το λύχνο τους, καθώς και το φαγητό τους, που τους το μαγείρευε έπειτα ο πανδοχέας 134. Στις μεγάλες πόλεις και τα ιερά ήταν πιο πιθανό να βρεθεί πανδοχείο που προσέφερε σκεπάσματα και φαγητό, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν πιο καθαρά και πιο φθηνά να έχει κανείς το δικό του εξοπλισμό. Άλλωστε ο ταξιδιώτης, αν είχε μαζί του όλα τα απαραίτητα, μπορούσε και να κατασκηνώσει έξω ή να στεγαστεί σε αυτοσχέδιες κατασκευές, αν δεν έβρισκε πανδοχείο. 128 Kraynak 1984, 22, 172 σημ. 46. Η Kraynak θεωρεί αρνητικές 15 αναφορές. Εμείς θεωρούμε ότι στις αρνητικές αναφορές πρέπει να προστεθούν και οι: Α15, Α46, Α61, Α72 και Α106 (βλ. και σημ. 50 της παρούσης εργασίας). 129 Δημ (Kraynak 1984, A19). 130 Kraynak 1984, 21-23, O Gorman 2008, Τιμοκρέων (βλ. σελ. 8-9 της παρούσης εργασίας). Ότι στα πανδοχεία της αρχαίας Ελλάδας προσφερόταν φαγητό το μαθαίνουμε και από το Διογένη Λαέρτιο (Διογ. Λαερτ , 6.34, 6.50, Kraynak 1984, A78, A79, A80 αντίστοιχα). 132 Οι ψίαθοι ανήκαν στον εξοπλισμό της κρεβατοκάμαρας (Πολ. Ονομ. 6.11, 10.43). 133 Αθ e-f (Kraynak 1984, A27). 134 Πλουτ. Ηθικά 234e-f, 995c-d (Kraynak 1984, A49, Α50). Στο ασκίδιό του μπορούσε κανείς να κουβαλάει εκτός από ψωμί, κρασί, κρεμμύδια, ελιές (Αρ. Εκκλ ). 21

29 Συχνά όσοι ταξίδευαν είχαν μαζί τους και έναν δούλο, ο οποίος κουβαλούσε τα στρωσίδια και όλο τον εξοπλισμό 135. Ο Διόνυσος στους «Βατράχους» είχε μαζί του τον Ξανθία, ο οποίος κουβαλούσε πράγματα ανεβασμένος πάνω σε ένα γάιδαρο 136. Άλλοι είχαν μαζί τους και περισσότερους συνοδούς 137. Από τον Πλούταρχο μαθαίνουμε ότι ο Κάτων ο Νεότερος, όταν ταξίδευε, έστελνε από πριν το μάγειρα και τον αρτοποιό του στο πανδοχείο, όπου επρόκειτο να μείνει 138. Στην αρχαία Ελλάδα οι ταξιδιώτες, ακόμη και οι πλούσιοι, ταξίδευαν κυρίως με τα πόδια. Όταν όμως το επέτρεπαν οι δρόμοι και ειδικά όταν είχαν μαζί τους γυναίκες και παιδιά, χρησιμοποιούσαν τροχοφόρα, που τα έσερναν μουλάρια ή γαϊδούρια 139. Όταν έφταναν στο πανδοχείο, άφηναν την άμαξα και τα ζώα στην αυλή. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι πολλά πανδοχεία θα διέθεταν και στάβλο. Στις σωζόμενες πηγές δεν γίνεται λόγος για στάβλο σε κάποιο πανδοχείο. Γενικά από την αρχαία Ελλάδα μας σώζονται λίγα επιβεβαιωμένα παραδείγματα στάβλων, καθώς αυτοί ήταν φτιαγμένοι από φθαρτά υλικά 140. Στα ρωμαϊκά χρόνια, που οι δρόμοι ήταν πολύ καλύτεροι και χρησιμοποιούνταν συχνότερα τα ζώα, τα πανδοχεία σχεδόν πάντα είχαν στάβλους. Ο Βιτρούβιος στο 6 ο βιβλίο του περιγράφει μια ελληνική έπαυλη και τοποθετεί το στάβλο στα δεξιά του διαδρόμου της εισόδου (εικ. 7). Ίσως έτσι να ήταν τοποθετημένοι οι στάβλοι σε παρόμοιας κάτοψης πανδοχεία 141. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, οι ταξιδιώτες στην αρχαία Ελλάδα φρόντιζαν να προμηθεύονται και να κουβαλούν οι ίδιοι μαζί τους τα απαραίτητα για το ταξίδι τους, επειδή έτσι μειωνόταν και το κόστος του. Διαφορετικά στο πανδοχείο έπρεπε κανείς να κάνει με τον πανδοχέα ξεχωριστή συμφωνία για κάθε παροχή ύπνο, ποτό, φαγητό. Συμφωνίες με πλήρη διατροφή ήταν σπάνιες. Για μια τέτοια περίπτωση μας πληροφορεί ο Πολύβιος, ο οποίος αναφέρει ότι στη Λομβαρδία κάποιος έκανε συμφωνία για διαμονή με πλήρη διατροφή και προσφορά εξοπλισμού στην τιμή του ¼ του οβολού ανά ημέρα 142. Η Kraynak επιχείρησε να υπολογίσει το ημερήσιο κόστος της διαμονής, με αγορά φαγητού, σε ένα πανδοχείο με βάση τις πληροφορίες που μας δίνει ο Δημοσθένης για τα έξοδα της δεύτερης πρεσβείας προς το Φίλιππο. Ο Δημοσθένης αναφέρει ότι τα 11 μέλη της πρεσβείας έλαβαν 1000 δραχμές για το 135 Ξεν. Απομνημονεύματα Αρ. Βάτρ Αισχίν Πλουτ. Κάτων ο Νεότερος (Kraynak 1984, A44). 139 Πλουτ. Ηθικά 304e-f. Για τις ταξιδιωτικές άμαξες βλ. Lorimer 1903, Anderson 1961, 89. Ο Anderson 1961, 111 αναφέρει ότι ένας λόγος που οι αρχαίοι Έλληνες ταξίδευαν με τα πόδια ήταν και ο ανεπαρκής σταβλισμός στα πανδοχεία. 141 Αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά δύο παραδείγματα αγροικιών από την Αττική με εγκαταστάσεις που έχουν ερμηνευθεί πιθανώς ως στάβλοι: Lohmann 1993, 150, 167, (όπου όμως γίνεται λόγος για χώρους σταβλισμού ζώων, τα οποία χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή, δηλαδή βοοειδών και προβάτων) και Κάττουλα 2000, Πολυβ

30 ταξίδι τους. Σύμφωνα με την Kraynak το ταξίδι δεν κράτησε 3 μήνες, όπως λέει ο Δημοσθένης, αλλά γύρω στις 70 μέρες 143, επομένως σε κάθε πρέσβη αναλογούσε 1 δραχμή ή λίγο περισσότερο την ημέρα 144. Πάντως όσο κι αν πλήρωνε ο ταξιδιώτης, το σίγουρο είναι ότι τις περισσότερες φορές το δωμάτιό του έπρεπε να το μοιράζεται με άλλους Kraynak 1984, 28-30, 173 σημ Για τις δυσκολίες που υπάρχουν στον υπολογισμό τιμών και μισθών της αρχαίας Ελλάδας βλ. Burford 1969, Σύμφωνα με τις επιγραφές του Ερεχθείου 1 δραχμή ήταν το ημερομίσθιο ενός εργάτη και λίγο περισσότερο εκείνο ενός αρχιτέκτονα (Philipp 1990, 93). 145 Για παράδειγμα: Αισχίν Ο Dillon 1990, 84 σημ. 49 αμφισβητεί την άποψη ότι οι αρχαίοι Έλληνες απαραιτήτως μοιράζονταν τα δωμάτια στα πανδοχεία, και για τη συγκεκριμένη πληροφορία του Αισχίνη υποστηρίζει ότι μπορεί εν μέρει να ήταν και ρητορικό τέχνασμα. 23

31 24

32 Γ. ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ 25

33 Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, τα μνημεία του καταλόγου μας εντάσσονται σε δύο ενότητες: στην πρώτη ενότητα συγκεντρώνονται τα κτίρια που υιοθετούν τον αρχιτεκτονικό τύπο του καταγωγίου των Πλαταιών, αυτά δηλαδή που διαθέτουν κεντρική αυλή, γύρω από την οποία διευθετούνται τα δωμάτια. Στη δεύτερη ενότητα συγκεντρώνονται τα κτίρια άλλου τύπου. Εντός των δύο ενοτήτων τα μνημεία εξετάζονται με χρονολογική σειρά, από το παλαιότερο προς το νεότερο. Γ-1. ΚΤΙΡΙΑ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΥΛΗ. 1. Η Έπαυλη της Αγαθής Τύχης στην Όλυνθο Η Αρχαία Όλυνθος στη Χαλκιδική χτίστηκε στο επίπεδο πλάτωμα δύο λόφων συνολικού μήκους 1300 μ. (εικ. 8) 146. Στο νότιο λόφο σώζονται τα ερείπια της αρχαϊκής πόλης, που σύμφωνα με τον Ηρόδοτο χτίστηκε από τους Βοττιαίους, οι οποίοι κατέφυγαν στη Χαλκιδική, αφότου οι Μακεδόνες στα μέσα του 7 ου αι. π.χ. τους εκδίωξαν από την Πιερία. Το 479 π.χ. οι Πέρσες κατέστρεψαν την πόλη, καθώς είχαν σοβαρές ενδείξεις ότι οι Ολύνθιοι ετοιμάζονταν να αποτινάξουν τον περσικό ζυγό, και στη συνέχεια την παραχώρησαν στους Χαλκιδείς κατοίκους της χερσονήσου, οι οποίοι εξακολουθούσαν να είναι σύμμαχοί τους. Στα επόμενα χρόνια η Όλυνθος εμφανίζεται στις πηγές ως μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας, έως ότου το 432 π.χ. ο βασιλιάς Περδίκκας Β πείθει τους κατοίκους πολλών παραθαλάσσιων πόλεων της Χαλκιδικής να αποστατήσουν από τη Συμμαχία και να συγκροτήσουν έναν συνοικισμό γύρω από την οχυρή θέση της Ολύνθου. Η πόλη, πρωτεύουσα πλέον του «Κοινού των Χαλκιδέων», απλώθηκε στο βόρειο λόφο και γνώρισε μεγάλη ακμή. Η ραγδαία ανάπτυξή της όμως την έφερε σε σύγκρουση με το Φίλιππο Β, ο οποίος το 348 π.χ. την κατέστρεψε ολοσχερώς. Από τους κατοίκους της, όσοι γλίτωσαν και δεν πουλήθηκαν ως δούλοι, κατέφυγαν πρόσφυγες σε διάφορα μέρη του ελληνικού κόσμου. Ορισμένοι από αυτούς αργότερα μετοίκησαν στην Κασσάνδρεια, την πόλη που χτίστηκε από τον Κάσσανδρο το 316 π.χ. στον ισθμό της Παλλήνης. Ωστόσο στις ανασκαφές της Ολύνθου βρέθηκαν και νομίσματα των χρόνων μετά το 348 π.χ., και πιστεύεται ότι στην περιοχή μετά την καταστροφή 146 Αθανασίου 1992,

34 εγκαταστάθηκαν φρουρές ή καταπατητές 147. Ως πόλη όμως η Όλυνθος έπαψε να υφίσταται το 348 π.χ Τις ανασκαφές στην Αρχαία Όλυνθο διενήργησε η Αμερικανική Αρχαιολογική Σχολή σε τέσσερεις περιόδους, από το 1928 έως το 1938, με επικεφαλής τον καθηγητή D. M. Robinson. Αποκαλύφθηκαν περισσότερες από εκατό οικίες και τα αποτελέσματα της ανασκαφής δημοσιεύτηκαν σε 14 ογκώδεις τόμους 149, που συνιστούν την πιο πλήρη μελέτη της κατοικίας και της αστικής οργάνωσης στην Κλασική Ελλάδα 150. Μετά την ανασκαφή ο αρχαιολογικός χώρος εγκαταλείφθηκε και τα ερείπια, εκτεθειμένα στις καιρικές συνθήκες, υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Είναι ευτύχημα που η ΙΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κατάφερε να προσελκύσει τα κονδύλια, για να προχωρήσει - από το 1990 έως το στην αναστήλωση αρκετών οικοδομικών τετραγώνων της κλασικής πόλης στο βόρειο λόφο 151. Τα τελευταία χρόνια καινούριες ανασκαφές βρίσκονται σε εξέλιξη στην πόλη 152. Από τα μνημεία της Ολύνθου στην παρούσα εργασία μας ενδιαφέρει η λεγόμενη Έπαυλη της Αγαθής Τύχης ( Villa of Good Fortune ) 153. Βρίσκεται στο τμήμα εκείνο της πόλης της Ολύνθου, το οποίο o Robinson ονόμασε «Συνοικία των Επαύλεων» (εικ. 9). Πρόκειται για ένα αριστοκρατικό προάστιο που κτίστηκε, όταν η πόλη επεκτάθηκε προς τα ανατολικά στα τέλη του 5 ου αι. και τον 4 ο αι. π.χ Η συνοικία βρίσκεται νοτιοανατολικά του βόρειου λόφου και περιλαμβάνει σπίτια που δεν αριθμήθηκαν, όπως εκείνα στο βόρειο λόφο, αλλά ονομάστηκαν συμβατικά με βάση κάποιο ξεχωριστό χαρακτηριστικό που τα διακρίνει 155. Το όνομα της Έπαυλης της Αγαθής Τύχης παραπέμπει στις επιγραφές που υπάρχουν στα ψηφιδωτά δάπεδα των δωματίων της e και f. Η Έπαυλη (εικ. 10, 11) αποκαλύφθηκε κατά τις ανασκαφικές περιόδους του 1928, 1931 και 1934, 50 μ. ανατολικά της Έπαυλης του Ηθοποιού. Βρισκόταν μάλλον εκτός του ανατολικού τείχους της πόλης, στο πλάι της κάθετης οδού, που ονομάστηκε από τους ανασκαφείς «Λεωφόρος F». Το κτίριο είχε μεσημβρινό προσανατολισμό και θα «έβλεπε» όλη 147 Cahill 2002, Hoepfner Schwandner 1994β, Για την ιστορία της πόλης διεξοδικά στον Zahrnt 1971, Ειδικότερα για την αρχιτεκτονική των κτιρίων και την αστική οργάνωση βλ. Robinson 1930, Robinson - Graham 1938 και Robinson Άλλη βιβλιογραφία: Hoepfner Schwandner 1994β, , Nevett 1999, , Cahill 2000, , Cahill 2002, Hoepfner Schwander 2005, Cahill 2002, vii-viii. 151 Για τις εργασίες αποκατάστασης βλ. Αθανασίου 1992, , Πρωτοψάλτη Αθανασίου 1997, 73-78, Δρούγου Βοτοκοπούλου 1989, Οι έρευνες των τελευταίων ετών πραγματοποιούνται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής και Αγίου Όρους σε συνεργασία με τη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή. Οι ανασκαφές επικεντρώνονται στο βόρειο λόφο. Επιφανειακές έρευνες πραγματοποιούνται στα ανατολικά, δυτικά και βόρεια της αρχαίας πόλης. 153 Robinson Graham 1938, Cahill 2002, 23. Σύντομα για την ανάπτυξη της πόλης βλ. Hoepfner Schwandner 1994β, Cahill 2002,

35 την πεδιάδα που εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα, μέχρι τη Μηκύβερνα, το επίνειο της Ολύνθου στο μυχό του Τορωναίου Κόλπου 156. Στο σημείο όπου στη συνέχεια έλαβε χώρα η ανασκαφή είχε βρεθεί αρχικά μια επιγραφή, που κατέγραφε την πώληση ενός σπιτιού από κάποιον Απολλόδωρο σε κάποιον Αίνετο. Αν το σπίτι αυτό ήταν η Έπαυλη δεν μπόρεσε να συναχθεί από το κείμενο της επιγραφής 157. Η Έπαυλη της Αγαθής Τύχης είναι το μεγαλύτερο οίκημα που αποκαλύφθηκε στην Όλυνθο: το πλάτος της είναι 17 μ., όπως σε ένα τυπικό σπίτι της Ολύνθου 158, το μήκος της όμως φτάνει τα 26 μ., είναι δηλαδή περίπου μιάμιση φορά μεγαλύτερο από το πλάτος της 159. Επιπλέον το κτίριο ανήκει στο 10% των σπιτιών της Ολύνθου που διαθέτουν περιστύλιο 160, ενώ τα περισσότερα σπίτια της πόλης έχουν απλή εσωτερική αυλή, στα βόρεια της οποίας υπάρχει στεγασμένη δωρική στοά, η λεγόμενη παστάδα. Στο νότιο και ανατολικό τμήμα η επίχωση που κάλυψε τα ερείπια, όταν η Έπαυλη καταστράφηκε από πυρκαγιά, ήταν ελαφριά, αμμώδης και, λόγω της κατωφέρειας του εδάφους, μικρή σε βάθος, με αποτέλεσμα οι τοίχοι να καταστραφούν από τις αρώσεις (η κλίση του εδάφους είναι ορατή στην εικ. 11). Φαίνεται ωστόσο ότι στο ανατολικό άκρο της βόρειας στοάς (h) υπήρχε και άλλο δωμάτιο (i), ενώ στη νοτιοανατολική γωνία του κτιρίου βρισκόταν μάλλον ένας ενιαίος χώρος (n), αντίκρυ στο δωμάτιο j. Το βόρειο και δυτικό τμήμα του κτιρίου σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση, καθώς εκεί οι καμένοι από τη φωτιά πλίνθοι της ανωδομής, όταν κατέπεσαν, δημιούργησαν ένα σκληρό, προστατευτικό στρώμα βάθους έως και πάνω από 2 μ Η κύρια είσοδος της Έπαυλης βρίσκεται στα νότια και έχει τη μορφή ενός τυπικού ολυνθιακού προθύρου, ενός ανοιχτού δηλαδή προθαλάμου με πόρτα στο πίσω μέρος του (εικ. 10 και 13). Σώζονται οι λίθινες βάσεις, που στήριζαν τις παραστάδες του εξωτερικού ανοίγματος του προθαλάμου, και εκείνη που στήριζε την ανατολική παραστάδα του εσωτερικού θυρώματος. Το κατώτερο τμήμα της εξωτερικής δυτικής παραστάδας σώζεται in situ και δείχνει ότι αυτή είχε διαστάσεις 0,38 x 0,20 μ. σε τομή. Η ανατολική εσωτερική βάση φέρει στην άνω επιφάνειά της έναν τόρμο για τη γόμφωση της παραστάδας, κάτι που αποτελεί, 156 Robinson - Graham 1938, Robinson 1934α, Αναλυτικά για τη μορφή των σπιτιών της Ολύνθου βλ. Hoepfner Schwandner 1994β, Στους Hoepfner Schwandner έγινε η κριτική (π.χ. βλ. Cahill 2002, 82-84) ότι στο βιβλίο τους Haus und Stadt προσπάθησαν να προσδιορίσουν με τρόπο απόλυτο τη μορφή της ιδιωτικής κατοικίας στην κλασική περίοδο. Η πρόταση τους ότι υπήρχαν τύποι κατοικιών («Typenhäuser»), που μπορεί να χρησιμοποιήθηκαν ως πρότυπα για τον πολεοδομικό σχεδιασμό των πόλεων, θεωρήθηκε αφηρημένη και απλουστευτική. Μια απάντηση του Schwandner στις κριτικές αυτές διαβάζουμε στο Schwandner 2009, Robinson - Graham 1938, Hoepfner Schwander 2005, Robinson - Graham 1938,

36 σύμφωνα με τους Robinson και Graham, ένδειξη προσεγμένης κατασκευής ασυνήθιστης στα σπίτια της Ολύνθου. Στα δυτικά αυτής της βάσης σώζονται υπολείμματα ενός λίθινου κατωφλιού από ακατέργαστη πέτρα. Τέλος, στο πίσω μέρος του κτιρίου υπήρχε και δευτερεύουσα είσοδος, στο βόρειο πέρας του διαδρόμου d, ο οποίος οδηγούσε στη βόρεια στοά h 162. Το πρόθυρο οδηγούσε στη δυτική πτέρυγα (k) του περιστυλίου της αυλής, η οποία είχε πλάτος 2,60 μ. Η ανατολική (m) και η νότια (o) πτέρυγα είχαν πλάτος περίπου 2,10 μ. και η βόρεια στοά (h), που εκτεινόταν προς τα ανατολικά πέραν των ορίων της αυλής, είχε πλάτος 3,40 μ. και μήκος 14 μ. Υπολείμματα ενός λεπτού, αδρού επιχρίσματος διατηρούνται στη βάση των τοίχων της βόρειας, ανατολικής και δυτικής στοάς. Στο κέντρο της αυλής, που θα ήταν πλακόστρωτη, σώζονται in situ δύο διαδοχικοί ασβεστόλιθοι, που είναι ό,τι έχει απομείνει από το θεμέλιο ενός βωμού για την οικιακή λατρεία, συνήθους χαρακτηριστικού των σπιτιών της Ολύνθου. Οι Robinson και Graham θεωρούν ότι το θεμέλιο είχε το σχήμα ακριβούς τετραγώνου, πλευράς 1,43 μ. (εικ. 14), του οποίου ο άξονας συνέπιπτε με τον ένα μόνο άξονα της αυλής, τον κάθετο (βορρά-νότου). Ο ίδιος ο βωμός θα ήταν μάλλον επιμήκης 163. Στη βορειοανατολική γωνία της ανατολικής στοάς της αυλής σώζεται η βάση μιας σκάλας (εικ. 12). Στη βόρεια πλευρά της η βάση είναι εμφανώς φθαρμένη, ενώ στο νότιο άκρο της όχι, επομένως η σκάλα ανέβαινε με κατεύθυνση προς τα νότια, κατά μήκος και σε επαφή με τον ανατολικό τοίχο της στοάς (εικ. 14). Υπήρχε λοιπόν δεύτερος όροφος, ο οποίος πιθανότατα εκτεινόταν και πάνω από το νότιο τμήμα του ισογείου, όχι μόνο πάνω από το βόρειο, όπως συνέβαινε συνήθως στα σπίτια της Ολύνθου 164. Ο δεύτερος όροφος λογικά θα διέθετε στοά μόνο πάνω από τη βόρεια, δυτική και ανατολική πτέρυγα του περιστυλίου του ισογείου, καθώς μια στοά στα νότια θα εμπόδιζε το φως να εισέλθει στο κτίριο (εικ. 15) 165. Στην Έπαυλη της Αγαθής Τύχης το δωμάτιο a ταυτίζεται με τον «ανδρώνα», δηλαδή το χώρο των συμποσίων 166. Συνδέεται με έναν προθάλαμο (g) στα νότια, και, σύμφωνα με τους Robinson και Graham, τα δύο δωμάτια αποτελούν το εξαιρετικότερο παράδειγμα ανδρώναπροθαλάμου στην Όλυνθο. Ο ανδρώνας έχει σχήμα ορθογωνίου, του οποίου όμως οι απέναντι πλευρές δεν έχουν ακριβώς το ίδιο μήκος: ο βόρειος τοίχος έχει μήκος 5,80 μ., ενώ ο νότιος 5,67 μ., ο 162 Robinson - Graham 1938, Robinson - Graham 1938, Hoepfner Schwandner 1994β, 102, Cahill 2002, Robinson - Graham 1938, Για τον ανδρώνα στα σπίτια της Ολύνθου βλ. Hoepfner Schwandner 1994β, 98-99, , Nevett 1999, passim, Cahill 2002, 80, Hoepfner Schwander 2005,

37 ανατολικός 4,92 μ. και ο δυτικός 4,95 μ. Η θύρα, τοποθετημένη έκκεντρα στο νότιο τοίχο, είχε άνοιγμα 1,23 μ Πολύ καλής ποιότητας γυψοκονίαμα διατηρείται σε όλους τους τοίχους και μάλιστα στο βόρειο σώζεται σε ύψος 1,13 μ. Στη βάση τους οι τοίχοι καλύπτονταν με μια ζώνη λευκού χρώματος, ύψους 0,46 μ., ενώ το επάνω τμήμα τους βαφόταν κόκκινο. Στο ενδιάμεσο υπήρχε μια ταινία επίσης λευκή, ύψους 0,18 μ. Οριζόντιες και κάθετες γραμμές χαράσσονταν στις δύο λευκές ζώνες με τέτοιον τρόπο, ώστε η όψη τους να μιμείται εκείνη ενός λίθινου τοίχου. Κατά μήκος των τοίχων σώζεται ο χαρακτηριστικός στους ανδρώνες της Ολύνθου αναβαθμός, που περιέβαλε το κεντρικό τμήμα του δαπέδου και έφερε τις κλίνες. Έχει πλάτος 0,82 μ. και στην επιφάνειά του σώζει φωτεινό κίτρινο χρώμα 168. Η Kraynak υπολογίζει ότι οι κλίνες ήταν επτά και θα μπορούσαν να είναι τοποθετημένες ως εξής: στον ανατολικό και δυτικό τοίχο από δύο κλίνες μήκους 2,06 μ. η καθεμία, στο βόρειο τοίχο δύο κλίνες μήκους 2,40 μ. η καθεμία, και μια κλίνη μήκους περίπου 1,88 μ. στα δυτικά της πόρτας. Η περίπτωση οι επτά κλίνες να είχαν το μέσο μήκος του 1,80 μ. θα πρέπει μάλλον να αποκλειστεί, διότι έτσι θα προέκυπτε ανάμεσά τους πολύς κενός χώρος. Άλλωστε οι μεγάλες κλίνες δεν ήταν ασυνήθιστες στην Όλυνθο 169. Η είσοδος στον προθάλαμο, πλάτους 1,65 μ., βρισκόταν στη βορειοδυτική γωνία της αυλής. Καμένα υπολείμματα του ξύλινου κατωφλιού διατηρούνται in situ. Οι διαστάσεις του δωματίου είναι 6,25 x 3,00 μ. και το δάπεδό του βρισκόταν 0,25 μ. ψηλότερα από εκείνο της βόρειας στοάς h. Το επίχρισμα διατηρείται μόνο στο βόρειο και ανατολικό τοίχο, σε ύψος έως 0,41 μ. Είναι λευκό και έχει τις ίδιες χαράξεις που υπάρχουν και στη βάση των τοίχων του ανδρώνα. Η Έπαυλη της Αγαθής Τύχης δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο από τα οικήματα που αποκαλύφθηκαν στην Όλυνθο αλλά και το πολυτελέστερο. Στα δωμάτια a, g, e και f σώζονται σε εξαιρετική κατάσταση πέντε βοτσαλωτά ψηφιδωτά δάπεδα, τα οποία αποτελούν το σημαντικότερο σύνολο ψηφιδωτών δαπέδων της Ολύνθου. Τα βότσαλα χρησιμοποιήθηκαν στο φυσικό τους σχήμα και χρώμα και είναι κυρίως άσπρα και μαύρα. Οι μορφές και τα διακοσμητικά θέματα αποδίδονται με άσπρα βότσαλα και το φόντο με μαύρα, με τον τρόπο που μας είναι γνωστός κυρίως από τα ερυθρόμορφα αγγεία 170. Τα ψηφιδωτά του ανδρώνα διακοσμούνται με θέματα που σχετίζονται με τη χρήση του χώρου ως αίθουσας συμποσίων: το ψηφιδωτό της εισόδου απεικονίζει δύο Πάνες ή Σατύρους 167 Οι Robinson - Graham 1938, 58 σημ. 3 σημειώνουν ότι ένας μαύρος λεκές στο δυτικό άκρο του ψηφιδωτού της εισόδου υποδηλώνει ότι οι ξύλινες παραστάδες της πόρτας πιθανόν να ήταν βαμμένες μαύρες. 168 Robinson - Graham 1938, Kraynak 1984, Αναλυτικά για τα ψηφιδωτά της Έπαυλης βλ. Robinson 1934β, , Robinson 1946, , Salzmann 1982, αρ με αναλυτική για το καθένα βιβλιογραφία, Πουλακάκης 2009, 32-34, πίν

38 και ανάμεσά τους έναν καλυκωτό κρατήρα (εικ. 16). Η σκηνή πλαισιώνεται από κλαδί με κισσόφυλλα. Στον κυρίως χώρο απεικονίζεται ο Διόνυσος πάνω σε άρμα που το σέρνουν πάνθηρες (εικ. 17). Ένας Έρωτας πετάει πάνω από το άρμα και ένας Σάτυρος μπροστά το οδηγεί. Η σκηνή περιβάλλεται από κλαδί με κισσόφυλλα και ακολουθεί μια ζωφόρος που κοσμείται με μαινάδες, έναν σάτυρο κι έναν Πάνα. Στην περίμετρο υπάρχει μια διακοσμητική ζώνη με διπλά πλαγιαστά ανθέμια και ακολουθεί μια ζώνη με σπειρομαίανδρο. Στον προθάλαμο η κεντρική σκηνή, που είναι στραμμένη προς τα βόρεια, ώστε να τη βλέπει όποιος έβγαινε από τον ανδρώνα, απεικονίζει τον Αχιλλέα να λαμβάνει τα όπλα του από τη Θέτιδα (εικ. 18). Ο ήρωας κάθεται σε βράχο και η μητέρα του τον πλησιάζει συνοδευόμενη από δύο νηρηίδες που ιππεύουν θαλάσσια τέρατα και κρατούν η πρώτη ασπίδα και η δεύτερη δόρυ και κράνος. Τα πρόσωπα αναγνωρίζονται από επιγραφές: ΑΧΙΛΛΕΥΣ και ΘΕΤΙΣ. Στα δύο άκρα της σκηνής υπάρχουν ανθέμια και γύρω βλαστόσπειρα, μαίανδρος εναλλάξ με χιαστί και σπειρομαίανδρος. Οι Robinson και Graham ονομάζουν τα δωμάτια b και c κουζίνα και καπνοδόκη εξαερισμού αντίστοιχα 171. Μια είσοδος από τη βόρεια στοά h οδηγούσε στο δωμάτιο b, ενώ θύρα υπήρχε και ανάμεσα στους δύο νοτιότερους στύλους του διαχωριστικού τοίχου, η οποία οδηγούσε από το δωμάτιο b στο c. Το δωμάτιο c είχε στους τοίχους του δύο ανοίγματα, ένα προς το διάδρομο d και ένα προς την βόρεια στοά h, τα οποία φαίνεται ότι ήταν παράθυρα ή ανοίγματα για εξαερισμό. Επιχρισμένοι ήταν μόνο οι τοίχοι του δωματίου b 172. Στη βορειοανατολική γωνία του κτιρίου δυο δωμάτια (e και f) έχουν παρόμοια διευθέτηση με εκείνη των a και g, με τη διαφορά ότι το δωμάτιο e αποτελεί μεν τον προθάλαμο του f, φαίνεται όμως από το μέγεθος και τη διακόσμησή του ότι λειτουργούσε και ανεξάρτητα από αυτό. Επίσης στα δωμάτια αυτά δεν υπάρχει κάποια ζώνη στο δάπεδο για την τοποθέτηση κλινών, επομένως είχαν διαφορετική χρήση από εκείνη του ανδρώνα. Οι Robinson και Graham υποθέτουν ότι χρησιμοποιούνταν ως χώροι υποδοχής των επισκεπτών. Τα ψηφιδωτά των δωματίων e και f (εικ. 20) δεν διακοσμούνται με εικονιστικές παραστάσεις αλλά με επιγραφές και σύμβολα. Στο δωμάτιο e διαβάζουμε την επιγραφή 171 Η σχεδόν τυποποιημένη κάτοψη ενός ολυνθιακού σπιτιού περιελάμβανε πάντα μια ενότητα δωματίων με τη χαρακτηριστική διαρρύθμιση που έχουν τα δωμάτια b και c της Έπαυλης. Η ενότητα αυτή αποτελούνταν από ένα μεγάλο δωμάτιο, που κάποιες φορές περιείχε εστία, και ένα ή δύο μικρότερα δωμάτια στο πλάι του μεγάλου δωματίου, τα οποία χωρίζονταν από αυτό με μια σειρά από ξύλινους στύλους. Οι στύλοι πατούσαν σε λίθινες βάσεις, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις είναι ενσωματωμένες σε ένα λίθινο θεμέλιο τοίχου. Ο τοίχος αυτός θα πρέπει να συνέχιζε πλίνθινος έως κάποιο ύψος (Robinson - Graham 1938, ). Όταν τα πλαϊνά δωμάτια ήταν δύο, το ένα, που ήταν μικρότερο, συχνά περιείχε λουτήρα. Η χρήση των χώρων αυτών δεν είναι σαφής. Οι μελετητές κατά καιρούς τους έχουν δώσει διάφορες ονομασίες: το μεγάλο δωμάτιο ονομάζεται «κουζίνα» (Cahill 2002, 80-81), «οίκος» (Mylonas 1940, , Mylonas 1946, ), Δωμάτιο Ι (Graham 1954, ), το μεγαλύτερο από τα μικρά δωμάτια «καπνοδόκη εξαερισμού» (Cahill), «κουζίνα» (Mylonas), «Δωμάτιο ΙΙ» (Graham), και το μικρότερο θεωρείται από όλους «μπάνιο» (εικ. 19). 172 Robinson - Graham 1938,

39 «ΑΓΑΘΗ ΤΥΧΗ», γραμμένη με μαύρα βότσαλα σε άσπρο φόντο, και πάνω από αυτήν υπάρχουν δύο κύκλοι με ακτίνες, ένας μεγάλος και ένας μικρός. Οι μελετητές θεωρούν ότι οι κύκλοι αυτοί συμβολίζουν τον «τροχό της Τύχης». Κάτω από την επιγραφή, κοντά στην είσοδο από την αυλή, υπάρχει το γράμμα Α και σε αντίστοιχο σχεδόν σημείο, κοντά στον πίσω τοίχο του δωματίου, ένα Σ. Στα αριστερά του Σ διακρίνονται τα γράμματα ΔΙΚΑΙΩ. Στη νοτιοδυτική γωνία του δωματίου υπάρχει μια κυκλική λεκάνη διαμέτρου 0,34 μ. χωρίς διέξοδο για το περιεχόμενό της. Μια πόρτα στον ανατολικό τοίχο του δωματίου e οδηγούσε στο δωμάτιο f. Μπαίνοντας στο δωμάτιο διαβάζουμε στο ψηφιδωτό του δαπέδου την επιγραφή «ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΛΗ» γραμμένη με άσπρα βότσαλα σε μαύρο φόντο. Έτσι είναι γραμμένη και η επιγραφή «ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΑΛΗ» μέσα σε ένα άσπρο ορθογώνιο στο κέντρο του ψηφιδωτού. Στη βορειοανατολική γωνία διακρίνεται το σύμβολο ενός διπλού πέλεκυ και ένα μονόγραμμα, στη βόρεια πλευρά ακανόνιστα σχήματα και μια σβάστικα, και στη βορειοδυτική γωνία διάφορες γραμμές, από τις οποίες κάποιες μοιάζουν να σχηματίζουν ένα χέρι. Το ψηφιδωτό έχει καταστραφεί στη νοτιοανατολική γωνία. Το δάπεδο του δωματίου f είναι περίπου 0,07 μ. ψηλότερα από εκείνο του e. Το κατώφλι της πόρτας που οδηγούσε από το ένα δωμάτιο στο άλλο ήταν απλώς από πατημένο χώμα. Οι τοίχοι και στα δύο δωμάτια είχαν λευκό χρώμα κάτω και κόκκινο επάνω, αλλά στο δωμάτιο f δεν υπήρχαν οι χαράξεις στη βάση τους 173. Τέλος, στη νοτιοδυτική γωνία της Έπαυλης ανασκάφηκε το δωμάτιο j, στο οποίο έμπαινε κανείς απευθείας από το δρόμο στα δυτικά και ίσως από την πτέρυγα k της αυλής. Το δάπεδο του δωματίου βρισκόταν ένα ολόκληρο μέτρο χαμηλότερα από εκείνο της αυλής (εικ. 11). Μέσα στο δωμάτιο υπήρχαν θραύσματα τουλάχιστον πέντε μεγάλων πήλινων πίθων. Κοντά στη νοτιοδυτική γωνία βρέθηκε in situ, τοποθετημένο κάθετα, βαθιά στο χώμα, το κάτω τμήμα ενός από αυτούς. Ένας ακόμη βρέθηκε στο βόρειο τμήμα του δωματίου πεσμένος στο πλάι. Η βάση ενός τρίτου βρέθηκε αναποδογυρισμένη κοντά στη νοτιοανατολική γωνία (εικ. 14). Το χώμα στο εσωτερικό τους περιείχε κουκούτσια ελιάς, άχυρο και κομμάτια φλοιού πεύκου. Στο χείλος τους είχαν χαραγμένες επιγραφές που κατέγραφαν ποσά σε δραχμές. Οι Robinson και Graham θεωρούν ότι ο χώρος λειτουργούσε ως αποθήκη 174. Από τα κινητά ευρήματα που έφερε στο φως η ανασκαφή ξεχωρίζουν οκτώ πήλινα πλαστικά αγγεία, που βρέθηκαν σε έναν αποθέτη στη δυτική στοά της αυλής, ένα μολύβδινο 173 Robinson - Graham 1938, Οι Robinson - Graham 1938, 57-58, 60 μέτρησαν τις αποστάσεις μεταξύ των κάθετων χαράξεων στο κάτω τμήμα των τοίχων των δωματίων a και g και e και διαπίστωσαν ότι οι μετρήσεις έχουν γίνει με μονάδα μέτρησης τον αιγινοαττικό πόδα (= 0,328 μ.). 174 Robinson - Graham 1938,

40 γουδί από το δωμάτιο c και μια μυλόπετρα και ένας μολύβδινος αστράγαλος με την επιγραφή «ΠΟΛΕΜΑΡΧΟΥ», που βρέθηκαν στη βόρεια στοά (h). Από τα 37 νομίσματα που συλλέχθηκαν τα 25 ήταν τόσο πολύ κατεστραμμένα από τη φωτιά, που δεν στάθηκε δυνατόν να ταυτιστούν 175. Όσον αφορά τη χρονολόγηση, η μελέτη των ευρημάτων έδειξε ότι η Έπαυλη, όπως και όλα τα σπίτια της κλασικής πόλης, χτίστηκε μετά το 432 π.χ. και καταστράφηκε, όταν ο Φίλιππος κατέκαψε την πόλη το 348 π.χ Οι απόψεις για τη χρονολόγηση των ψηφιδωτών του κτιρίου διαφέρουν: ο Robinson τα χρονολόγησε στα τέλη του 5 ου αι. π.χ. 177, ο C. Picard στα μέσα του 4 ου αι. π.χ. 178, ενώ ο D. Salzmann, που θεωρεί τις παραπάνω χρονολογήσεις ακραίες 179, τα χρονολογεί στο α μισό του 4 ου αι. π.χ Ορισμένες ιδιαιτερότητες της Έπαυλης οδήγησαν τον McDonald, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην ανασκαφή του 1938, να υποστηρίξει την άποψη ότι το κτίριο ήταν ένα πολυτελές πανδοχείο και όχι ιδιωτικό σπίτι 181. Τα επιχειρήματά του συνοψίζονται στα παρακάτω: α. οι επιγραφές στα ψηφιδωτά των δωματίων e και f είναι, κατά τον McDonald, επικλήσεις στη θεά Τύχη («ΑΓΑΘΗ ΤΥΧΗ», «ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΛΗ») και ίσως στη θεά Δίκη («ΔΙΚΑΙΩ[Ι]»). Τα γράμματα συμβολίζουν τυχερές «ριξιές» σε τυχερά παιχνίδια («Α», «Σ» = 18 δηλ. 3 x 6, το μέγιστο άθροισμα στα ζάρια, το «ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΚΑΛΗ» πιθανότατα αναφέρεται στην τυχερή «ριξιά της Αφροδίτης», η οποία συμβολίζεται και με το «Α»). Ο διπλός πέλεκυς και η σβάστικα είναι επίσης σύμβολα καλής τύχης, ενώ ο τροχός της Τύχης χρησίμευε και στο παίξιμο του παιχνιδιού ὤμιλλα (παρόμοιο με τους βώλους) 182. Η άποψη λοιπόν του McDonald είναι ότι τα δωμάτια e και f προορίζονταν για τυχερά παιχνίδια. β. η χωρητικότητα καθενός από τους πέντε πίθους στο δωμάτιο j ήταν πάνω από 1000 λίτρα (300 γαλλόνια = 1,13 m 3 ). Ο McDonald υπολόγισε 183 ότι μια μεγάλη οικογένεια (12 ατόμων μαζί με τους δούλους) χρειαζόταν τρεις τέτοιους πίθους για το φαγητό και το κρασί ενός έτους, και υποστήριξε ότι τόσο μεγάλες ποσότητες τροφίμων θα είχε νόημα να αποθηκευτούν, μόνο αν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή και το σερβίρισμα μέσα στο κτίριο πολύ μεγάλου αριθμού γευμάτων. γ. η απουσία μπάνιου στον κάτω όροφο εξηγείται, αν δεχτούμε 175 Robinson - Graham 1938, Robinson 1946, Robinson 1934β, , Robinson 1946, Picard 1952, Salzmann 1982, Salzmann 1982, McDonald 1951, Για επιγραφές τέτοιου είδους βλ. και Κριτζά 1997, Ο McDonald έκανε τους υπολογισμούς με βάση τα όσα γράφει ο Θουκυδίδης στο 4.16 για τον ανεφοδιασμό με τρόφιμα των αποκλεισμένων στη Σφακτηρία Σπαρτιατών κατά τη σύντομη ανακωχή, που συνήψαν Αθηναίοι και Σπαρτιάτες το 425 π.χ., πριν την τελική μάχη στο νησί. 33

41 ότι το κτίριο δεν είχε ιδιωτικό χαρακτήρα. Σε ένα πανδοχείο το μπάνιο θα βρισκόταν στον επάνω όροφο. Ως «ελάσσονα» επιχειρήματα υπέρ της άποψής του ο McDonald αναφέρει: α. την ύπαρξη βοηθητικής εισόδου στο πίσω μέρος της Έπαυλης, η οποία εξυπηρετούσε τη μεταφορά προμηθειών στην κουζίνα για την προετοιμασία γευμάτων. Τα γεύματα στη συνέχεια θα διανέμονταν μέσα από τα δύο ανοίγματα στον τοίχο του δωματίου c. β. το μεγάλο μέγεθος του κτιρίου. γ. τη θέση του, έξω από τα τείχη της πόλης και κοντά στο δρόμο προς το λιμάνι. Τέλος, θεωρεί ότι τα θέματα που κοσμούν τα ψηφιδωτά του ανδρώνα (Διόνυσος, Έρωτας, Πάνας, Αχιλλέας με τα όπλα του) υποδεικνύουν ότι ο χώρος προοριζόταν για τη φιλοξενία ανδρών που επιθυμούσαν να διασκεδάσουν το βράδυ μακριά από την οικογενειακή εστία. Πρώτος ο Robinson, ερμηνεύοντας τις παραστάσεις των ψηφιδωτών, εξέφρασε την άποψη ότι στην Έπαυλη ίσως λάμβαναν χώρα «τυχερά παιχνίδια, συμπόσια και ερωτικές συνευρέσεις» ( gambling, drinking and love-making ) 184. Ωστόσο πουθενά δεν αναφέρει ρητά ότι η Έπαυλη πιθανόν να ήταν πανδοχείο 185, και στη δημοσίευση της ανασκαφής 186 απέφυγε κάθε είδους ταύτιση του κτιρίου. Η υπόθεση του McDonald δεν έγινε αποδεκτή από τους νεότερους μελετητές που ασχολήθηκαν με την πόλη της Ολύνθου και με την ελληνική ιδιωτική κατοικία. Ο Cahill θεωρεί ότι οι παραπάνω ερμηνείες των συμβόλων στα ψηφιδωτά των δωματίων e και f μπορεί και να είναι σωστές. Κατά τη γνώμη του όμως δωμάτια που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για τυχερά παιχνίδια είναι μάλλον απίθανο να υπήρχαν τόσο σε ένα ιδιωτικό σπίτι όσο και σε ένα πανδοχείο, αλλά και αν υπήρχαν, αυτό δε θα απέκλειε απαραίτητα τον ιδιωτικό χαρακτήρα του οικοδομήματος 187. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο τροχός της Τύχης είναι πολύ αγαπητό θέμα στα ψηφιδωτά της Ολύνθου και συναντάται σε άλλα τέσσερα ψηφιδωτά δάπεδα ανδρώνων, από τους οποίους οι τρεις βρίσκονται σε κτίρια που θεωρούνται οικίες και ο ένας σε δημόσιο κτίριο 188. Επομένως η διακόσμηση των δωματίων e και f δε μπορεί να 184 Ως υπόθεση στο Robinson 1934β, 505 σημ. 2, και με περισσότερη βεβαιότητα στο Robinson 1946α, Ο McDonald 1951, 1, τις απόψεις του οποίου υιοθετεί και η Kraynak 1984, 47, φαίνεται σίγουρος ότι ο Robinson είχε όντως διαμορφώσει τη θεωρία ότι η Έπαυλη θα μπορούσε να είναι ένα «πολυτελές πανδοκείο» ( high-class inn ). Κατά τη γνώμη μας ο Robinson δεν παίρνει καθαρά θέση ούτε καν ως προς το αν το κτίριο είχε ή όχι ιδιωτικό χαρακτήρα, πόσο μάλλον συγκεκριμένα για το αν αυτό ήταν ή όχι πανδοκείο (δεν αναφέρει πουθενά τη λέξη inn ή άλλη αντίστοιχή της). Όταν ο Robinson γράφει ότι η Έπαυλη της Αγαθής Τύχης ήταν «a kind of Villa of the Mysteries» ή «a House of Gay Ladies», δεν είναι καθόλου συγκεκριμένος (Robinson 1946α, 209, 210). Ας σημειώσουμε εδώ ότι ο McDonald στο παράρτημα του άρθρου του μας πληροφορεί ότι ο Ι. Τραυλός συμφωνεί με την άποψη ότι η Έπαυλη ήταν πανδοχείο. 186 Robinson - Graham 1938, Cahill 2002, «Έπαυλη του Ηθοποιού» βλ. Salzmann 1982, 101 αρ. 85, Οικία A vi 6 βλ. Salzmann 1982, 100 αρ. 81, «Έπαυλη των χάλκινων» βλ. Salzmann 1982, αρ. 91, δημόσιο κτήριο βλ. Salzmann 1982, 104 αρ

42 οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα για τη χρήση τους, και κατ επέκταση για τη χρήση του κτιρίου, ενώ και τα κινητά ευρήματα που βρέθηκαν σε αυτά - μερικά διάσπαρτα νομίσματα και ένα υφαντικό βάρος - είναι δυστυχώς πολύ λίγα, για να μας βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση 189. Επίσης, σύμφωνα με τον Cahill στην Όλυνθο υπάρχουν και άλλα σπίτια που ξεχωρίζουν για το μέγεθός τους («η Έπαυλη του Ηθοποιού», η «Νότια Έπαυλη», το σπίτι A v 6 κ.α.), καθώς και σπίτια που δεν έχουν μπάνιο στον κάτω όροφο. Όσο για τους πίθους στο δωμάτιο j, ο Cahill πιστεύει ότι η χωρητικότητά τους δεν είναι υπερβολικά μεγάλη για ένα τόσο πλούσιο σπίτι 190, ενώ αμφιβάλλει και για το ότι η Έπαυλη βρισκόταν στα όρια της πόλης, διότι η Συνοικία των Επαύλεων μπορεί και να εκτεινόταν άλλα 200 μ. προς τα ανατολικά. Επομένως είναι πολύ πιθανό η Έπαυλη να ήταν ένα μεγάλο ιδιωτικό σπίτι ιδιαίτερα ξεχωριστό Η λεγόμενη Ιερατική Οικία στη Ζωστήρα Άκρα Η αρχαία Ζωστήρα Άκρα είναι το σημερινό «Μεγάλο Καβούρι», το μεσαίο από τα τρία σκέλη της χερσονήσου της Βουλιαγμένης στην Αττική. Στη στενή λωρίδα γης που συνδέει τη Ζωστήρα Άκρα με την ακτή, δηλαδή στο σημερινό «Λαιμό» της Βουλιαγμένης, βρισκόταν το ιερό του Απόλλωνα Ζωστήρα 192. Το ιερό ανήκε στο δήμο των Αιξωνίδων Αλών, ο οποίος κάλυπτε τις σημερινές περιοχές της Βούλας και της Βουλιαγμένης. Τον αρχαϊκό ναό του Απόλλωνα Ζωστήρα έφερε στο φως το ο Κ. Κουρουνιώτης 193. Μαζί με τον Απόλλωνα στο ιερό λατρεύονταν η Άρτεμις και η Λητώ. Η τελευταία λέγεται ότι είχε λύσει εκεί το ζωστήρα της, προτού γεννήσει τους δύο θεούς στη Δήλο 194. Ο Κουρουνιώτης είχε επισημάνει τη θέση και άλλων ερειπίων βορειότερα του ναού 195, τα οποία όμως δεν κατέστη δυνατόν να διερευνηθούν παρά μόνο το 1936, όταν ανέλαβε να τα ανασκάψει ο Φ. Δ. Σταυρόπουλος Nevett 1999, Cahill 2000, Μια τρισδιάστατη φωτορεαλιστική απεικόνιση της Έπαυλης δημιούργησε ο αρχιτέκτονας Φ. Τσακμάκης σε συνεργασία με την αρχιτέκτονα Μ. Μίζα στο πλαίσιο της επανέκθεσης του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης. Την απεικόνιση αυτή μπορεί κανείς να δει στο blog του αρχιτέκτονα Φ. Τσακμάκη 192 Για την περιοχή βλ. Κουρουνιώτης , 9-53 και Travlos 1988, Κουρουνιώτης , Ο ναός βρίσκεται σήμερα στον περιφραγμένο χώρο του ξενοδοχειακού συγκροτήματος του Αστέρα. 194 Ο Κουρουνιώτης , 49 πιστεύει ότι η χερσόνησος δεν ονομάστηκε Ζωστήρα λόγω του μύθου αυτού. Θεωρεί ότι πήρε το όνομά της από τον ίδιο το θεό Απόλλωνα, ο οποίος λατρευόταν στο ιερό ως Ζωστήρ, δηλαδή ως «εκείνος που ζώνεται για μάχη» (βλ. Goldstein 1978, 134). 195 Κουρουνιώτης , Σταυρόπουλος 1938,

43 Τα ερείπια αυτά βρίσκονται 150 μ. βορειοδυτικά του ναού του Απόλλωνα, στη νοτιοανατολική πλαγιά ενός χαμηλού λόφου, και ανήκουν σε ένα οίκημα που περιλαμβάνει δωμάτια εντός περιβόλου (εικ. 22). Ο περίβολος έχει διαστάσεις 19,40 x 15,20 μ. και λόγω της έντονης κλίσης του εδάφους από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά λειτουργούσε και ως αναλημματικός τοίχος. Στο εσωτερικό του περιβόλου ο χώρος ισοπεδώθηκε με επιχωματώσεις. Στην βόρεια πλευρά και στο δυτικό μισό της νότιας ο τοίχος του περιβόλου εδράζεται απευθείας πάνω στο φυσικό, βραχώδες έδαφος. Η δυτική πλευρά πατά σε θεμέλιο κατασκευασμένο από αργολιθοδομή, ενώ ο ανατολικός και ο υπόλοιπος νότιος τοίχος θεμελιώνονται πάνω σε μεγάλους ογκόλιθους. Το πλάτος των θεμελίων κυμαίνεται μεταξύ 0,60-0,90 μ., ενώ το πάχος του τοίχου είναι 0,45 μ Ο τοίχος είναι κατασκευασμένος από δύο σειρές δόμων σκληρού τιτανόλιθου διαφόρων μεγεθών, οι οποίοι συναρμόζονται κατά το πολυγωνικό σύστημα και στην εξωτερική τους πλευρά διατηρούν ίχνη αδρής επεξεργασίας. Η ανωδομή ήταν πλίνθινη 198. Ο νότιος τοίχος του περιβόλου συνεχίζει προς τα ανατολικά και δημιουργεί, εξωτερικά του περιβόλου, στην νοτιοανατολική γωνία του κτιρίου, σχεδόν τετράγωνης κάτοψης χώρο (χώρος Ρ, διαστάσεων 4,30 x 4 μ.). Ο χώρος αυτός συνδέεται στα δυτικά με έναν άλλον μικρότερο, ορθογώνιας κάτοψης, (χώρος Π, διαστάσεων 3 x 2,40 μ.), ο οποίος εισχωρεί στο εσωτερικό του περιβόλου. Οι δύο χώροι διαθέτουν δάπεδο από μικρούς λίθους και θαλάσσια βότσαλα. Ο βόρειος τοίχος του χώρου Π είναι ελαφρώς καμπύλος. Και οι δύο χώροι έχουν ιδιαίτερα παχείς τοίχους. Για το λόγο αυτό, αλλά και λόγω της ύπαρξης δύο πύργων βορειότερα του κτιρίου 199, ο Σταυρόπουλος ερμήνευσε το χώρο Ρ ως πύργο και το χώρο Π ως θυρωρείο για τον έλεγχο της εισόδου και εξόδου στον περίβολο 200. Η είσοδος στο κτίριο, σύμφωνα με το Σταυρόπουλο, θα γινόταν μέσω ενός ανοίγματος που υπάρχει στο νότιο τοίχο του χώρου Ρ, και κατόπιν μέσα από το άνοιγμα στο δυτικό τοίχο του Π (εικ. 21) 201. Ωστόσο το άνοιγμα στο νότιο τοίχο του Ρ είναι πολύ στενό, για να θεωρηθεί ως η κύρια είσοδος στο κτίριο. Μπορεί να σχετίζεται με κάποιου είδους μετασκευή ή καταστροφή που έγινε στο σημείο αυτό, καθώς εκεί τον τοίχο συναντούσε το μεταγενέστερο τοιχάριο Σ 202. Το 197 Ο Σταυρόπουλος αναφέρει ότι ο τοίχος του περιβόλου είχε πάχος 0,45 μ., ωστόσο από τα σχέδια γίνεται σαφές ότι τουλάχιστον ο νότιος τοίχος ήταν παχύτερος. Ο Jones 1975, 109 σημειώνει ότι και στη δυτική πλευρά οι σωζόμενοι δόμοι υποδηλώνουν πάχος τοίχου έως και 0,60 μ. Για το πάχος του νότιου τοίχου δεν βρίσκουμε αναφορά στα κείμενα. 198 Σταυρόπουλος 1938, Ο Σταυρόπουλος 1938, 6-7 σημ. 1 θεώρησε τους δύο αυτούς πύργους ως αμυντικούς, τώρα πια όμως πιστεύεται ότι ανήκαν σε οικίες (Lauter 1993, 59). 200 Σταυρόπουλος 1938, 6-7. Η Leypold 2008, 137 αναφέρει ότι οι τοίχοι του πύργου είχαν πάχος πάνω από 1 μ. 201 Σταυρόπουλος 1938, 7, εικ Goldstein 1978, 137 σημ Ο Goldstein 1978, , 136 σημ. 253 σε σχέση με τον πύργο κάνει λόγο για έναν εξώστη ( porch ) που μπορεί να υπήρχε, και φέρνει ως παράδειγμα το σπίτι της Βάρης, το οποίο διέθετε εξώστη εκτός του περιβόλου. Δεν μας είναι όμως σαφές σε τι ενδείξεις στηρίζεται, για να κάνει την 36

44 πιθανότερο είναι ότι η κεντρική είσοδος του κτιρίου βρισκόταν στο σημείο όπου διακόπτεται ο νότιος τοίχος του περιβόλου. Σε αυτή την περίπτωση η μικρή είσοδος στο δυτικό τοίχο του χώρου Π οδηγούσε από τον περίβολο στον κλειστό πύργο Ρ 203. Η κεντρική νότια είσοδος οδηγούσε σε αυλή με ξύλινη κιονοστοιχία στη βόρεια και δυτική της πλευρά. In situ αλλά ενσωματωμένες σε μεταγενέστερους τοίχους βρέθηκαν οι μαρμάρινες βάσεις (α, β και γ ) των τριών από τους τέσσερεις κίονες της βόρειας στοάς. Η βάση δ του ανατολικότερου τέταρτου κίονα βρέθηκε εκτός του περιβόλου, ενσωματωμένη στο δυτικό τοιχάριο Σ. Από τη δυτική κιονοστοιχία σώζεται η βάση ε, υπήρχε όμως και άλλη (ζ ) νοτιότερα, η οποία δεν σώζεται 204. Μέσα στον περίβολο, στη γωνία που σχηματίζεται στη συμβολή του βόρειου τοίχου του χώρου Π και του ανατολικού τοίχου του περιβόλου, διανοίγεται στο βράχο πηγάδι (διαμέτρου 1,10-1,15 μ), το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως φρεάτιο απόρριψης 205. Οι τοίχοι που σώζονται μέσα στον περίβολο ανήκουν σε διάφορα δωμάτια. Σύγχρονα με τον περίβολο είναι οπωσδήποτε το μεγάλο τετράγωνο δωμάτιο Δ στο κέντρο της βόρειας πλευράς και τα δύο μικρότερα δωμάτια Γ και Ε, που βρίσκονται στα ανατολικά του (εικ. 21) 206. Οι είσοδοι των τριών δωματίων βρίσκονται στο νότιο τοίχο τους 207. Η είσοδος του δωματίου Δ (πλάτους 1,75 μ.) είναι τοποθετημένη έκκεντρα προς τα ανατολικά, όπως και εκείνη του δωματίου Ε (πλάτους 1,35 μ.), η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στον ανατολικό τοίχο του περιβόλου. Η είσοδος στο δωμάτιο Γ έχει πλάτος 0,50 μ. και βρίσκεται περίπου στο κέντρο του νότιου τοίχου του δωματίου. Ο τοίχος αυτός όμως φέρει προσθήκες, έτσι το αρχικό πλάτος της εισόδου υπολογίζεται στο 1,10 μ Με τρία μόνο δωμάτια στη βόρεια πλευρά το κτίριο διέθετε αρκετό ελεύθερο χώρο: μια αυλή 7 x 6,10 μ., τη στεγασμένη βόρεια στοά, βάθους 3,45 μ., μπροστά από τα δωμάτια, και τη δυτική στοά, βάθους 3,90 μ. Η δυτική υπόθεση αυτή, και πώς αυτός ο εξώστης σχετιζόταν με τον πύργο και την είσοδο στο κτίριο. Πάντως σε άλλα οικήματα που διαθέτουν πύργο γνωρίζουμε ότι αυτός ήταν κλειστός και η είσοδος σε αυτόν γινόταν από το εσωτερικό του κτιρίου. Για τους πύργους σε οικήματα βλ. σύντομα Mersch 1996, Jones 1975, 109, εικ. 23.2, Lauter 1993, 59, Leypold 2008, Σταυρόπουλος 1938, 9-10, 20. Το μεταξόνιο διάστημα ήταν 2,65 μ. στη βόρεια στοά και 2,50 μ. στη δυτική. Οι βάσεις αποτελούνταν από μια τετράγωνη πλίνθο και ένα κυλινδρικό στοιχείο. Ο Goldstein 1978, 126 θεωρεί πιθανή την ύπαρξη στοάς και στα νότια και ανατολικά. Για 5 κίονες κάνει λόγο ο Lauter 1993, 59. Πέντε κίονες βλέπουμε και στα σχέδια του Δ. Ζιρώ στον Travlos 1988, εικ (εδώ εικ. 23). 205 Σταυρόπουλος 1938, 10, Μέσα στο πηγάδι βρέθηκαν κεραμική, όστρεα και οστά. Ο Σταυρόπουλος θεώρησε ότι το πηγάδι χρησιμοποιήθηκε εξ αρχής ως φρεάτιο απόρριψης, μιας και το νερό που βρέθηκε στο εσωτερικό του δεν ήταν πόσιμο. Ο Goldstein 1978, 127 πιστεύει ότι το πηγάδι σε μια πρώτη φάση χρησιμοποιούνταν για πλύσιμο. 206 Το δωμάτιο Δ έχει μήκος πλευράς 6,30 μ., τα δωμάτια Γ και Ε έχουν διαστάσεις 3,70 x 2,95 μ. το καθένα. Οι τοίχοι των τριών δωματίων έχουν πάχος 0,45 μ. Η τοιχοποιία τους είναι όμοια με εκείνη του περιβόλου, αλλά κάπως πιο αμελής και από λίθους μικρότερου μεγέθους. 207 Οι είσοδοι αυτές διέθεταν ισχυρές παραστάδες (Σταυρόπουλος 1938, 7-9). 208 Σταυρόπουλος 1938,

45 στοά εκτεινόταν κατά το μήκος ολόκληρης της δυτικής πλευράς του περιβόλου σχηματίζοντας έναν ημίκλειστο χώρο στη βορειοδυτική γωνία του κτιρίου 209. Σε μια δεύτερη αρχιτεκτονική φάση απέδωσε ο Σταυρόπουλος τα τρία δωμάτια (Ζ, Η και Ν), που διαμορφώνονται κατά μήκος του δυτικού τοίχου του περιβόλου. Το δωμάτιο Ζ σχηματίστηκε δυτικά του δωματίου Δ, στη θέση του ημίκλειστου χώρου, όταν στο κέντρο της δυτικής πλευράς του περιβόλου κτίστηκε το δωμάτιο Η. Το δωμάτιο Ζ έχει την είσοδό του στη νοτιοανατολική του γωνία και το Η στον ανατολικό του τοίχο. Στη νοτιοδυτική γωνία του περιβόλου κτίστηκε το μικρό δωμάτιο Ν, που είχε την είσοδό του στο βόρειο τοίχο 210. Ο Σταυρόπουλος θεώρησε τα δωμάτια αυτά νεότερα, επειδή οι τοίχοι τους είναι λεπτότεροι από εκείνους των δωματίων Δ, Γ και Ε (κατά 10 εκ.) και πιο πρόχειρα κατασκευασμένοι. Ο Goldstein πιστεύει ότι οι διαφορές στην τοιχοποιία των δύο ομάδων δωματίων δεν είναι τόσο μεγάλες, ώστε να καταδεικνύουν δύο ολότελα διαφορετικές φάσεις χρήσης του κτιρίου, γι αυτό και υποστήριξε ότι και τα 6 δωμάτια ανήκουν στην αρχική φάση 211. Μαζί του συμφωνεί και η Leypold, η οποία πιστεύει ότι δεν υπήρχε λόγος να παραμένει ανεκμετάλλευτος ο χώρος στη βορειοδυτική γωνία του περιβόλου 212. Ο Lauter, από την άλλη μεριά, υιοθετεί την άποψη του Σταυρόπουλου όσον αφορά την πρώτη φάση του κτιρίου, πιστεύει όμως ότι ο πύργος Ρ κτίστηκε αργότερα μαζί με όλα τα άλλα δωμάτια, που υπάρχουν μέσα στον περίβολο, εκτός των Δ, Γ και Ε 213. Το ίδιο πιστεύει και ο Τραυλός, ο οποίος όμως αποδίδει στην πρώτη φάση του κτιρίου εκτός από τα δωμάτια Δ, Γ, Ε και το δωμάτιο Ν (εικ. 23) 214. Στην τελική φάση του κτιρίου, την τρίτη κατά το Σταυρόπουλο, τη δεύτερη κατά τους άλλους ερευνητές, ανήκουν σίγουρα τα δωμάτια Ι, Κ, Α και Β, τα οποία κτίστηκαν στο χώρο της βόρειας στοάς 215. Η στοά έτσι αχρηστεύτηκε και οι βάσεις των κιόνων της ενσωματώθηκαν στους τοίχους των τεσσάρων δωματίων. Η τοιχοποιία των δωματίων αυτών διαφέρει σαφώς από εκείνη των υπόλοιπων, καθώς αποτελείται από μικρούς ακατέργαστους λίθους συναρμοσμένους με πηλό. Το δωμάτιο Ι είχε την είσοδό του στη δυτική πλευρά και η πρόσβαση σε αυτό γινόταν μέσω του διαδρόμου Θ. Το δωμάτιο Κ είχε την είσοδό του στα νότια και λειτουργούσε ως προθάλαμος του Δ. Το δωμάτιο Α είχε είσοδο στην ανατολική 209 Jones 1975, 109, εικ. 15.1, εικ Ο Jones επαναλαμβάνει την άποψη του Σταυρόπουλου όσον αφορά τις φάσεις του κτιρίου. 210 Σταυρόπουλος 1938, 13-14, 15. Το δωμάτιο Ζ είχε διαστάσεις 6,30 x 3,55 μ. και το δωμάτιο Η 4,60 x 2,30 μ. Το δωμάτιο Ν σώζεται κατά το ήμισυ και ο Σταυρόπουλος δε μας δίνει τις διαστάσεις του. 211 Goldstein 1978, Leypold 2008, Lauter 1993, 59. Σύμφωνα με τον Lauter πύργος υπήρχε και στην πρώτη φάση του κτιρίου και δεν ήταν άλλος από τον χώρο Π, ο οποίος αργότερα προσαρτήθηκε στον καινούριο πύργο Ρ. 214 Travlos 1988, εικ Με το ότι οι φάσεις του κτιρίου είναι δύο συμφωνεί και η Mersch 1996, Οι διαστάσεις των τεσσάρων δωματίων είναι: Ι: 3,30 x 2,30 μ., Κ: 3,30 x 1,80 μ., Β: 3,30 x 2,75 μ., Α: 3,30 x 2,30 μ. (Σταυρόπουλος 1938, 15). 38

46 πλευρά και η πρόσβαση σε αυτό γινόταν μέσω του δωματίου Β, το οποίο είχε την είσοδό του στον κατεστραμμένο νότιο τοίχο του. Το δωμάτιο Β οδηγούσε επίσης στο δωμάτιο Γ. Τη σύνθετη κάτοψη που απέκτησε το κτίριο στην τελευταία του φάση συμπληρώνουν οι χώροι Ο και Ξ και οι κατασκευές Λ και Μ. Ο χώρος Ξ ήταν μάλλον κουζίνα, διότι το δάπεδό του περιείχε τέφρα, κάρβουνα, όστρεα, καμένα σκεύη και οστά. Επικοινωνούσε με το χώρο Ο, ο οποίος περιέλαβε το φρέαρ. Ο τοίχος που χώριζε τα δύο διαμερίσματα ήταν πιθανότατα χαμηλός, για να διευκολύνεται η ρίψη των απορριμμάτων από την κουζίνα απευθείας στο φρέαρ. Τα τοιχάρια Λ και Μ φαίνεται ότι απλώς συγκρατούσαν τις επιχώσεις της αυλής 216. Τέλος, ένας λίθινος αγωγός μεταξύ των χώρων Β και Ο οδηγούσε τα νερά της αυλής εκτός του ανατολικού τοίχου του περιβόλου 217. Με την τελευταία φάση του κτιρίου σχετίζονται, σύμφωνα με το Σταυρόπουλο, το τετράγωνο φρέαρ Τ και οι αναλημματικοί τοίχοι Σ Σ. Στο δυτικό τοίχο Σ είχε ενσωματωθεί η μαρμάρινη βάση δ του κίονα της βόρειας στοάς. Μέσα στο φρέαρ βρέθηκαν αντικείμενα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής 218. Κατά μήκος ορισμένων τοίχων των δωματίων Δ, Γ, Ζ, Η, Ι, Κ, Α και Β εντοπίστηκαν κτιστές κατασκευές από μικρούς αργούς λίθους και λάσπη ως συνδετικό υλικό (εικ. 24). Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για τις γνωστές μας κλίνες. Στο εσωτερικό τους γεμίζονταν με χώμα κι έπειτα καλύπτονταν με λίθινες ή ξύλινες πλάκες, καθώς και με τα απαραίτητα επιβλήματα. Τέτοιες κατασκευές βρέθηκαν και στο κέντρο των δωματίων Α, Δ, Ζ και Ι 219. Αυτές θα ήταν τα τραπέζια 220. Για να χρονολογήσει το κτίριο, ο Σταυρόπουλος βασίστηκε στην τοιχοποιία του περιβόλου, που έμοιαζε με εκείνη του βόρειου τοίχου του ναού του Απόλλωνα. Ο τοίχος αυτός είχε χρονολογηθεί από τον Κουρουνιώτη στα 500 π.χ. Τα επιχρισμένα με μελανό γάνωμα λακωνικά κεραμίδια της στέγης και η αρχαιότερη κεραμική από το φρέαρ της αυλής θεωρήθηκε ότι επιβεβαίωναν μια χρονολόγηση της πρώτης φάσης του κτιρίου στα τέλη του 6 ου - αρχές του 5 ου αι. π.χ. Τα δωμάτια Ζ, Η και Ν χρονολογήθηκαν στον 5 ο αι. π.χ. και όλα τα 216 Οι τοίχοι Λ και Μ αποδίδονται με διαφορετικό τρόπο στα σχέδια του 1938 (εδώ εικ. 22) απ ό,τι σε εκείνα του Ζιρώ (εδώ εικ. 23). 217 Σταυρόπουλος 1938, Για τα περιεχόμενα του φρέατος βλ. Σταυρόπουλος 1938, Σταυρόπουλος 1938, Οι κατασκευές στο δωμάτιο Η και στο κέντρο των Α, Δ, Ζ και Ι καθαιρέθηκαν, για να εξεταστούν οι υποκείμενες επιχώσεις. Ίσως γι αυτό δεν αποδίδονται στα σχέδια της δημοσίευσης. Ο Ζιρώ (εδώ εικ. 23.β) δεν αποδίδει κλίνες στο δωμάτιο Κ. Στο σχέδιο όμως του 1938 υπάρχει μία, τα υπολείμματα της οποίας φαίνονται και στη φωτογραφία 15 της δημοσίευσης του Σταυρόπουλου (Σταυρόπουλος 1938, 16 εικ. 15). 220 Goldstein 1978,

47 νεότερα τμήματα του κτιρίου χρονολογήθηκαν στον 4 ο αι. π.χ., με βάση τα νομίσματα που βρέθηκαν στις επιχώσεις των κλινών 221. Πρώτος ο Goldstein αμφισβήτησε τις παραπάνω χρονολογήσεις. Τα αρχαιότερα κεραμικά ευρήματα από το φρέαρ της αυλής με βάση τις μελέτες της κεραμικής από την Αγορά της Αθήνας δεν μπορούν να χρονολογηθούν πριν το 400 π.χ. Επιπλέον, ο τύπος των κεραμιδιών και η τοιχοποιία γενικά δεν προσφέρουν ασφαλή συμπεράσματα χρονολόγησης, γιατί η χρήση τους συνήθως δεν περιορίζεται σε μία μόνο εποχή. Ο Goldstein πιστεύει ότι οι κλίνες υπήρχαν εξ αρχής στο κτίριο και ότι τα νομίσματα που βρέθηκαν στις επιχώσεις τους χρονολογούν την πρώτη αρχιτεκτονική φάση στον 4 ο αι. π.χ. (περί το 400 π.χ.). Η ελληνιστική κεραμική από το εξωτερικό φρέαρ Τ χρονολογείται περίπου στα 325 π.χ. Ο Goldstein προτείνει αυτή τη χρονολόγηση για τη δεύτερη φάση του κτιρίου 222. Τις ίδιες αντιρρήσεις με τον Goldstein εξέφρασε και ο Lauter, ο οποίος έκανε την υπόθεση ότι η δεύτερη φάση μπορεί να ανήκει ακόμα και στον 3 ο αι. π.χ Το terminus ante quem για την καταστροφή του συγκροτήματος μας το δίνουν οι δύο υστερορωμαϊκοί τάφοι που βρέθηκαν στα δωμάτια Δ και Κ 224. Οι απόψεις για τη χρήση του κτιρίου διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό. Ο Σταυρόπουλος το χαρακτήρισε, λόγω της εγγύτητάς του με το Ιερό του Απόλλωνα, ως Ιερατική Οικία, η οποία με τις κλίνες της εξυπηρετούσε και τους προσκυνητές ως κατάλυμα. Ως πρόσθετα επιχειρήματα χρησιμοποίησε τη μορφή της κάτοψης, που μοιάζει με κάτοψη οικίας, και τη φύση ορισμένων κινητών ευρημάτων, τα οποία είχαν «ἀποδεδειγμένως θρησκευτικήν χρήσην» 225. Ο Goldstein 226 και η Leypold 227 πιστεύουν ότι ο μεγάλος αριθμός κλινών και η πληθώρα ευρημάτων (επιτραπέζια σκεύη, οστά ζώων, όστρεα, κουζίνα) που σχετίζονται με την κατανάλωση φαγητού δεν μπορεί παρά να σημαίνουν ότι το κτίριο χρησιμοποιούνταν για γεύματα, τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη φάση του. Αν υποτεθεί ότι αξιοποιήθηκαν όλοι οι διαθέσιμοι τοίχοι όλων των δωματίων (εκτός του Ν), τότε στα τρία δωμάτια Δ, Γ, και Ε μπορούσαν να φιλοξενηθούν 18 άτομα, στα δωμάτια Ζ και Η άλλα Σταυρόπουλος 1938, Την άποψη του Σταυρόπουλου υιοθετούν οι Graham 1966, 10, Boersma 1970, 36, 256, Jones 1975, 110, Kuhn 1985, 311, Travlos 1988, 468, Bergquist 1990, Goldstein 1978, Lauter 1993, Σταυρόπουλος 1938, Σταυρόπουλος 1938, 3. Προφανώς ο Σταυρόπουλος αναφέρεται πρώτιστα σε έναν ασκό με την επιγραφή ΗΙΕΡΟΣ, που βρέθηκε στο εσωτερικό φρέαρ, και στα ειδώλια και τον κέρνο, που βρέθηκαν στο εξωτερικό φρέαρ. Με την άποψη του Σταυρόπουλου συμφωνεί και ο Travlos 1988, Goldstein 1978, Επίσης Kuhn 1985, 311, σημ Leypold 2008,

48 (18+9=27) και στο σύνολο των δωματίων 35 άτομα 228. Ο Goldstein προσδιορίζει ότι τα γεύματα θα τελούνταν από τους πιστούς του θεού, είτε αυτοί ήταν αξιωματούχοι του ιερού είτε προσκυνητές. Η Kraynak αποδέχεται τόσο την άποψη ότι πρόκειται περί Ιερατικής Οικίας όσο και το ότι σε αυτήν τελούνταν ιερά γεύματα. Πιστεύει όμως ότι η περίπτωση το κτίριο να χρησιμοποιούνταν δευτερευόντως ως κατάλυμα για τους προσκυνητές δεν πρέπει να αποκλειστεί 229. Μια εμπορική/επαγγελματική χρήση του κτιρίου, τουλάχιστον στη δεύτερη φάση του, βλέπει η Mersch λόγω του μεγάλου αριθμού νομισμάτων (96 στο σύνολο, 89 του 4 ου αι. π.χ. 230 ) που βρέθηκαν σε αυτό. Η ίδια όμως δεν καταλήγει αν η χρήση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της ιδιωτικής οικίας ή του ιερού 231. Παρόμοια είναι και η άποψη του Baumer, ο οποίος θεωρεί ότι η ύπαρξη τόσων δωματίων της μορφής του ανδρώνα σε ένα κτίριο μπορεί να σημαίνει ότι αυτά ενοικιάζονταν π.χ. σε συλλόγους, που ήθελαν να διοργανώσουν εκεί τις συνεστιάσεις τους 232. Διαφορετική είναι η άποψη του Lauter, ο οποίος δεν διαβλέπει καμία σύνδεση του κτιρίου με το ιερό. Ο Lauter υποστηρίζει ότι εκείνο το χαρακτηριστικό που διαθέτει το οίκημα και μπορεί να είναι ενδεικτικό της χρήσης του είναι ο πύργος 233. Οι ψηλοί πύργοι συνόδευαν πολλές από τις αγροικίες των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Χρησιμοποιούνταν για αγροτικούς-αποθηκευτικούς λόγους, για λόγους εποπτείας της γύρω περιοχής, για λόγους οχυρωματικούς, για τη διαμονή μελών του Οίκου ή και για άλλους λόγους που δεν γνωρίζουμε. Τέτοιους πύργους διέθεταν και άλλες γνωστές αγροτικές οικίες όπως π.χ. η οικία της Βάρης και η οικία στο Δέμα 234. Ο Lauter πιστεύει ότι η οικία στη Ζωστήρα Άκρα δεν ήταν ένα απλό αγροτόσπιτο αλλά μάλλον μια αγρέπαυλη ενός πλούσιου ιδιοκτήτη, με μεγάλη αυλή, θάλαμο ύπνου (Ε) με προθάλαμο (Γ) και ανδρώνες για τη φιλοξενία των φίλων 235. Την άποψη ότι το κτίριο είναι αγροικία υποστηρίζει και ο Σ. Δημακόπουλος στην υπό εκπόνηση διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Αγροικίες της Αττικής στα κλασικά και ελληνιστικά χρόνια». Ο Δημακόπουλος διακρίνει τέσσερεις τύπους 228 Το πώς αποκαθίστανται οι κλίνες φαίνεται στα σχέδια του Ζιρώ (εικ. 23). Για τα δωμάτια Ε και Ν, οπού δεν βρέθηκαν κλίνες, ο Goldstein 1978, 133 κάνει την υπόθεση ότι μπορεί να ήταν υπνοδωμάτια, αποθήκες ή γραφεία, αλλά ο ίδιος σημειώνει ότι η άποψη αυτή είναι αυθαίρετη, εφόσον δεν υπάρχουν σχετικά ευρήματα. Η Leypold 2008, 140 υιοθετεί την άποψη του Baumer 2004, 24 ότι το Ε δεν αποτελούσε εξαίρεση και ότι θα μπορούσε κι αυτό κάλλιστα να είναι ένας χώρος που στέγαζε τρεις κλίνες. 229 Kraynak 1984, 63, Σταυρόπουλος 1938, Mersch 1996, 57, Baumer 2004, 25. Ο Baumer φέρνει ως παράδειγμα την Οικία ΙV στην Ερέτρια, για το δυτικό τμήμα της οποίας ο K. Reber υποστήριξε ότι μπορεί στην πρώτη φάση του να είχε αυτή τη χρήση [K. Reber, Die klassischen und hellenistischen Wohnhäuser im Westquartier, Eretria X (1998), 89-93]. 233 Ο Lauter 1993, 60 θεωρεί λογικές τις υποθέσεις που έγιναν ότι το κτίριο μπορεί να ήταν Ιερά Οικίαπανδοχείο ή χώρος συνάθροισης επισήμων του Ιερού ή και του Δήμου ακόμα, συμπληρώνει όμως ότι κανένα γνωστό τέτοιο κτίριο δεν διαθέτει πύργο. 234 Σύντομα για τις δύο αυτές οικίες βλ. Jones 1974, Lauter 1993,

49 αγροικιών και εντάσσει την «Ιερά Οικία» της Ζωστήρας 236 στο δεύτερο τύπο, ο οποίος περιλαμβάνει περίκλειστες οικίες με τετράγωνο ή ορθογώνιο πύργο στη μια τους γωνία. Ο Δημακόπουλος εκφράζει και επιφυλάξεις για την ταύτιση αυτή, κυρίως επειδή με την οικία δεν συνδέονται ευρήματα όπως τριβεία, ελαιοπιεστήρια, αναβαθμίδες καλλιέργειας κλπ, που συνοδεύουν συνήθως τις αγροικίες, πιστεύει όμως ότι μορφολογικά το κτίριο μοιάζει με αγροικία. Η χρονολόγησή του στον 4 ο αι. π.χ., στην εποχή της ακμής της αττικής υπαίθρου, πιστεύουμε ότι ενισχύει την πιθανότητα αυτή Το κτίριο στη Γόρτυνα της Αρκαδίας Η αρχαία Γόρτυς υπήρξε μια σημαντική αρκαδική πόλη. Βρίσκεται στη δεξιά όχθη του Γορτύνιου ποταμού, ο οποίος στον άνω ρουν του ονομάζεται Λούσιος ποταμός. Ο αρχαιολογικός χώρος είναι σήμερα προσιτός από τα χωριά Ατσίχολος και Ελληνικό (εικ. 25). Σημαντική πηγή πληροφοριών για την αρχαία πόλη αποτελεί η περιγραφή του περιηγητή Παυσανία, πoυ την επισκέφτηκε τo 174 μ.χ Η αρχαία Γόρτυς ανασκάφηκε από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή τα έτη , και Οι ανασκαφές αποκάλυψαν την Ακρόπολη της πόλης με τους δύο αμυντικούς οχυρωματικούς περιβόλους της - έναν μεγάλο και έναν μικρότερο - και δύο ιερά του Ασκληπιού, το άνω ιερό στην περιοχή της Ακρόπολης και το κάτω ιερό, βορειότερα σε ένα στενό πλάτωμα στην απόκρημνη ρεματιά του Γορτύνιου (εικ. 26, 27) 240. Τα δύο ιερά του θεού βρίσκονταν εκτός της Ακρόπολης, εντός όμως των ορίων της αραιοκατοικημένης πόλης της Γόρτυνας 241. Στην περιοχή του κάτω ιερού δύο βαθιά ρέματα διαιρούν σήμερα το χώρο στα τρία. Μέσα στο βορειότερο ρέμα έχει χαθεί όλο το νότιο τμήμα του μικρού ναού του Ασκληπιού και μεγάλο μέρος της στοάς. Το πλάτωμα νότια της στοάς διαιρείται από το νοτιότερο ρέμα σε δύο τμήματα. Εκατέρωθεν του ρέματος αποκαλύφθηκαν το 1954 και 1955 τοίχοι κτιρίων 242. Συστηματικά ανασκάφηκαν οι τοίχοι που βρίσκονταν στο νοτιότερο τμήμα του πλατώματος (deuxième plateau), οι οποίοι αποδόθηκαν 236 Αν και η άποψη περί «Ιεράς Οικίας» έχει πια εγκαταλειφθεί, στα κείμενα το κτίριο εξακολουθεί να αναφέρεται έτσι. 237 Ευχαριστώ πολύ το Σ. Δημακόπουλο για τις πληροφορίες που μου παρείχε. Για άλλες αναφορές της οικίας της Ζωστήρας ως αγροικίας βλ. Hellmann 2010, 143, Σταϊνχάουερ 2008, 172. Σύντομα για τους 4 τύπους αγροικιών που διακρίνει ο Δημακόπουλος βλ. Dimakopoulos 2014, Παυσ , Παπαχατζής 1999, 1, Ginouvès 1959, vii, όπου αναφέρεται και η σχετική βιβλιογραφία. 240 Ginouvès 1959, ix. Για τα δύο Ασκληπιεία της πόλης βλ. Jost 1985, , Riethmüller 2005β, με αναλυτική βιβλιογραφία. 241 Riethmüller 2005β, Reekmans 1955, , Reekmans 1956,

50 σε τρεις οικίες (Maison I, II, III) (εικ. 28, 29) 243. Σε ένα άλλο κτίριο ανήκαν, σύμφωνα με τους ανασκαφείς, οι τοίχοι που βρέθηκαν στη νότια άκρη του βορειότερου πλατώματος (premier plateau) (εικ. 27). Οι τοίχοι αυτοί σχημάτιζαν τη βορειοανατολική γωνία του κτιρίου αυτού 244. Το κτίριο που μας αφορά εδώ είναι αυτό που ονομάστηκε από τους Γάλλους Maison I. Η νοτιοδυτική του γωνία σώζεται στο βόρειο τμήμα του δεύτερου πλατώματος, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του έχει χαθεί μέσα στο ρέμα. Η Kraynak υποστήριξε ότι οι τοίχοι στο πρώτο πλάτωμα ανήκουν στην Οικία Ι και σχηματίζουν τη βορειοανατολική γωνία της 245. Οι ίδιοι οι Γάλλοι ανασκαφείς είχαν επισημάνει ότι ο βόρειος τοίχος στο πρώτο πλάτωμα είναι παράλληλος με το νότιο τοίχο της Οικίας Ι και ότι ο ανατολικός τοίχος της Οικίας Ι πιθανότατα βρίσκονταν στην προέκταση του ανατολικού τοίχου του πρώτου πλατώματος 246. Είναι αλήθεια ότι στις δημοσιευμένες φωτογραφίες φαίνεται ότι η τοιχοποιία των τοίχων του πρώτου πλατώματος (εικ. 30) μοιάζει με εκείνη του νοτιοανατολικού και νοτιοδυτικού τοίχου της Οικίας Ι (εικ. 31). Η εξωτερική πλευρά των τοίχων αυτών είναι κατασκευασμένη από μεγάλες πολυγωνικές πέτρες ασβεστόλιθου, οι οποίες συνδέονται με εξαιρετικά φροντισμένο τρόπο, παρόλο που η εξωτερική τους όψη είναι αδρά δουλεμένη. Η ανωδομή ήταν πλίνθινη 247. Αν θεωρήσουμε ότι ισχύει η άποψη της Kraynak ότι οι τοίχοι στο πρώτο και δεύτερο πλάτωμα ανήκουν όλοι στην Οικία Ι, τότε οι εξωτερικές διαστάσεις του κτιρίου θα ήταν 25 x 37,5 μ. Τα δωμάτια τακτοποιούνταν συμμετρικά γύρω από μια κεντρική αυλή, η οποία θα ήταν πολύ μεγάλη. Στην νότια πλευρά διατηρούνται 3 δωμάτια και τμήμα ενός τέταρτου (δ, γ, β, α) και στη δυτική ένα δωμάτιο και τμήματα άλλων δύο (ε, ζ, η) (εικ. 29). Όλα τα δωμάτια είχαν το ίδιο περίπου πλάτος (μεταξύ 3,02 και 3,15 μ.) 248. Τα δωμάτια της νότιας πτέρυγας είχαν βάθος 4,50 μ. και εκείνα της δυτικής 3,40 μ. Η Kraynak υπολόγισε ότι στη νότια και 243 Reekmans 1955, Στα νοτιοδυτικά των Οικιών ΙΙ και ΙΙΙ αποκαλύφθηκαν τοίχοι που ανήκουν σε ένα άλλο κτίριο, το οποίο δεν αριθμήθηκε (Reekmans 1956, 406). 244 Reekmans 1955, 337, Reekmans 1956, Kraynak 1984, Reekmans 1956, 401, 405. Ωστόσο οι Γάλλοι δεν καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι τοίχοι στο πρώτο και δεύτερο πλάτωμα ανήκουν στο ίδιο κτίριο, αλλά διακρίνουν την «Οικία του πρώτου πλατώματος» (la maison du premier plateau) από την Οικία Ι (la maison I). Η Kraynak 1984, 184 σημ. 192 θεωρεί ότι ο Reekmans έκανε την υπόθεση ότι οι τοίχοι ανήκουν όλοι στην Οικία Ι. Κατά τη γνώμη μας το γαλλικό κείμενο είναι σαφές: «Αν αποδεχτούμε ότι ο ανατολικός τοίχος της Οικίας Ι βρίσκεται λίγο πολύ στην επιμήκυνση του ανατολικού τοίχου του σπιτιού του πρώτου πλατώματος, ο νότιος τοίχος του μεγάλου σπιτιού πρέπει να είχε μήκος 25 μέτρα» (Reekmans 1956, 405). 247 Reekmans 1956, Οι εσωτερικοί τοίχοι της Οικίας Ι και η εσωτερική όψη των εξωτερικών της τοίχων είχαν κατασκευαστεί από μικρές πέτρες ασβεστόλιθου προσεκτικά συναρμοσμένες με πηλό. Έτσι ήταν κατασκευασμένοι και όλοι οι τοίχοι των Οικιών ΙΙ και ΙΙΙ (Reekmans 1955, 339). 248 Οι ανασκαφείς (Reekmans 1956, 402 σημ. 2) θεωρούν ότι τα δωμάτια α και η είχαν και αυτά το ίδιο πλάτος, παρόλο που δεν σώζονται ολόκληρα. 43

51 βόρεια πτέρυγα θα υπήρχαν από 6 δωμάτια και στην ανατολική και δυτική από 7, συνολικά δηλαδή το κτίριο θα διέθετε 26 δωμάτια, από τα οποία ένα θα κατείχε τη θέση της εισόδου 249. Η ύπαρξη της εστίας δ (εικ. 32) υποδεικνύει ότι το δωμάτιο δ στη νοτιοδυτική γωνία του κτιρίου ήταν κουζίνα. Το δάπεδο της εστίας καλυπτόταν με χαλίκια 250. Ο χώρος της εστίας χωριζόταν από την κουζίνα με συμπαγή τοίχο, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται στο σημείο αυτό μια καπνοδόχη 251. Στο δάπεδο της εστίας βρέθηκαν πήλινες σωληνώσεις αποχέτευσης 252. Το λουτρό φαίνεται ότι βρισκόταν στο δωμάτιο β, όπου βρέθηκε μια μεγάλη βάση νεροχύτη 253. Πήλινες σωληνώσεις, που εντοπίστηκαν κάτω από τον δυτικό τοίχο της αίθουσας β, πρέπει να αποστράγγιζαν το νερό που χρησιμοποιούνταν σε αυτήν την αίθουσα προς ένα πηγάδι στη νοτιοδυτική γωνία της αυλής. Από εκεί τα νερά περνώντας μέσα από τις σωληνώσεις της εστίας δ θα οδηγούνταν εκτός του δυτικού τοίχου του κτιρίου. Το πηγάδι, από το οποίο δεν παραμένει κανένα ίχνος, θα συγκέντρωνε αρχικά τα νερά της αυλής 254. Οι τοίχοι του κτιρίου ήταν αρκετά δυνατοί, για να υποστηρίξουν ένα δεύτερο όροφο, άλλα τα στοιχεία που θα αποδείκνυαν την ύπαρξή του έχουν χαθεί οριστικά μέσα στο ρέμα 255. Τα κτίρια του δεύτερου πλατώματος χρονολογήθηκαν στον 4 ο αι. π.χ. με βάση τα άφθονα νομίσματα του Κοινού των Αρκάδων, που βρέθηκαν σε αυτά. Η ωραία πολυγωνική τοιχοποιία της Οικίας Ι 256 και ορισμένες ομοιότητές της με τα σπίτια της Ολύνθου 257 επιβεβαιώνουν τη χρονολόγησή της στον 4 ο αι. π.χ., που είναι και η εποχή της μεγάλης ακμής της Γόρτυνας. Για την Οικία Ι το 1956 ο T. Reekmans εξέφρασε αμφιβολίες για το αν ήταν πράγματι μια οικία. Οι τοίχοι της είναι πιο επιβλητικοί και καλοκτισμένοι από τους τοίχους των γειτονικών της κτιρίων. Ο Reekmans υποστήριξε ότι και η κάτοψη του κτιρίου με τα πολλά και ομοιόμορφα δωμάτια δεν θυμίζει τη συνήθη κάτοψη των ιδιωτικών σπιτιών, ενώ θα ταίριαζε περισσότερο σε ένα δημόσιο κτίριο. Έτσι θεώρησε ότι μπορεί να επρόκειτο για 249 Kraynak 1984, 80. Ο Riethmüller 2005β, 197 σημ. 53 σημειώνει ότι ο Reekmans στο κείμενο του 1956 αναφέρει ότι η Οικία Ι είχε 25 δωμάτια. Ωστόσο ο Reekmans δεν αναφέρει αριθμό δωματίων για το κτίριο. Αριθμό δωματίων (26) αναφέρει η Kraynak. Ο Reekmans 1956, 405 υπολογίζει απλώς ότι ο νότιος τοίχος της Οικίας Ι πρέπει να είχε μήκος 25 μέτρα, πράγμα που θα σήμαινε ότι η νότια πτέρυγα πρέπει να περιείχε έξι ή επτά δωμάτια. Ίσως έχει γίνει κάποιου είδους σύγχυση με τον αριθμό Τα δάπεδα όλων των άλλων δωματίων ήταν από πατημένο χώμα. 251 Reekmans 1955, Reekmans 1956, Reekmans 1955, Reekmans 1956, 405. Η έξοδος των νερών θα γινόταν εξωτερικά του δυτικού τοίχου της εστίας δ, στο σημείο όπου στον τοίχο σώζεται το ασβεστολιθικό στόμιο ενός αγωγού (Reekmans 1956, 402, εικ. 6). 255 Reekmans 1956, Reekmans 1955, Όπως π.χ. η παρατακτικότητα των χώρων, η έλλειψη πλακόστρωσης στα δάπεδα, η ύπαρξη κουζίνας με καπνοδόχη. Επίσης η βάση νιπτήρα που βρέθηκε στο δωμάτιο β μοιάζει με αντίστοιχες από την Όλυνθο (Reekmans 1955, 339, Reekmans 1956, 402, 405). 44

52 ξενώνα ή οικία ιερέων 258. Ο R. Ginouvès 259 και η M. Jost 260 δεν διαφώνησαν με την άποψη αυτή. Ας σημειωθεί ότι λίγα χρόνια νωρίτερα οι H. Metzger και P. Courbin είχαν ταυτίσει με καταγώγια και πανδοχεία για τους ασθενείς και άλλα κτίρια στα βόρεια του μεγάλου ναού του θεού 261. Η Kraynak υποστήριξε ότι η μορφή της κάτοψης της Οικίας Ι, οι ενδείξεις για μαγείρεμα και η ύπαρξη μπάνιου συνηγορούν υπέρ της ταύτισης του κτιρίου με πανδοχείο. Κατά την Kraynak είναι και η θέση του κτιρίου, σε μια πόλη που υπήρξε σημαντική λουτρόπολη της Πελοποννήσου, κοντά σε ένα θεραπευτικό ιερό, το οποίο αποτελούσε το μεγαλύτερο αρκαδικό κέντρο λατρείας του Ασκληπιού, που κάνει πιθανή την ταύτισή του με πανδοχείο 262. Ο Riethmüller διαφωνεί με όλα τα παραπάνω. Κατά τη γνώμη του η απόσταση που χωρίζει την Οικία από το μικρό ναό (120 μ.) και τη στοά (70 μ.) είναι μεγάλη, γι αυτό ο ίδιος πιστεύει ότι το κτίριο δεν σχετιζόταν με το ιερό. Η στοά και το ρέμα στα νότια συνιστούσαν το νότιο όριο του ιερού. Από κει και πέρα, έως την Ακρόπολη, θα εκτείνονταν τα σπίτια της πόλης, ένα από τα οποία θα ήταν και η Οικία Ι. Το κάτω ιερό του Ασκληπιού είναι κατά τον Riethmüller ένα ἐν ἄστει ιερό, εντάσσεται δηλ. μέσα στην πόλη, γι αυτό και δεν ορίζεται από περίβολο ούτε και διαθέτει πρόπυλο. Ο Riethmüller πιστεύει ότι σε ένα τέτοιο ιερό, που δεν βρίσκεται απομονωμένο, το κτίσιμο ενός καταγωγίου δεν θα είχε νόημα. Για τους ίδιους λόγους θεωρεί ότι και τα κτίρια στα βόρεια του μεγάλου ναού του θεού, τα οποία βρίσκονται γύρω στα 80 μ. μακριά από το ναό, δεν σχετίζονται με το ιερό, αλλά αποτελούν απλά μια συνοικία της πόλης Το Λεωνίδαιο στην Ολυμπία «Η Ολυμπία είναι για μας κάτι περισσότερο από ιστορικός τόπος είναι η εγκυρότερη έκφραση της ιδέας, που είχαν οι Έλληνες για τον εαυτό τους ( ). Ό,τι θέλησαν ποτέ οι Έλληνες πραγματοποιήθηκε στο τέμενος της Άλτης, στην ήρεμη και απλόχωρη κοιλάδα του Αλφειού: η ευσέβεια ( ) ο αγώνας ( ) η δόξα ( ) η κοινή καταγωγή όλων των Ελλήνων ( ) και τέλος ( ) η καλοκαγαθία, ένα ιδεώδες του τέλειου.» Reekmans 1956, Ginouvès 1959, Jost 1985, Metzger 1951, 132, Courbin 1952, 245. Η Jost 1985, 208 επαναλαμβάνει την άποψη αυτή. 262 Όσον αφορά τα κινητά ευρήματα από την ανασκαφή της Οικίας Ι, θα περιμέναμε οι Γάλλοι να αναφερθούν αναλυτικά σε αυτά. Αντιθέτως κάνουν λόγο μόνο για μια περόνη και για τμήματα μιας μυλόπετρας (Reekmans 1955, 339). 263 Riethmüller 2005β, , σημ. 53 και 55, Riethmüller 2005α, Gruben 2000,

53 Το Λεωνίδαιο βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνία του ιερού του Δία στην Ολυμπία, έξω από τον περίβολο της Άλτεως (εικ. 34 και 42). Η ταύτιση του κτιρίου με το Λεωνίδαιο που αναφέρει ο Παυσανίας ( ) έγινε το 1886, όταν βρέθηκαν έξι τμήματα από το επιστύλιό του, που έφεραν ίχνη της επιγραφής: Λ[ε]ωνίδ[η]ς Λεώτου Νάξιος ἐποί[ησε 265. Το Λεωνίδαιο έχει προσανατολισμό διαφορετικό από εκείνον των κτιρίων του κυρίως ιερού εντός της Άλτεως, καθώς «στρέφει» τη νότια πλευρά του προς την Ιερά Οδό, η οποία ερχόταν από τα δυτικά. Κάτω από το Λεωνίδαιο αποκαλύφθηκαν παλαιότερα αρχιτεκτονικά λείψανα, τα οποία πιθανότατα ανήκουν σε μια μεγάλη στοά 266. Το μνημείο ήρθε στο φως κατά τις πρώτες γερμανικές ανασκαφές ( ), οι οποίες αποκάλυψαν το βόρειο τμήμα του και την περιοχή κοντά στη νότια είσοδο. Ολόκληρο το νότιο τμήμα αποκαλύφθηκε μεταξύ του 1954 και Μια πρώτη κάτοψη του κτιρίου παρουσίασε το 1959 ο E. Kunze σε άρθρο του για την Ολυμπία, στον τόμο Neue deutsche Ausgrabungen im Mittelmeergebiet und im Vorderen Orient 268 (εικ. 33). To 1971 o A. Mallwitz δημοσίευσε - αφιερώνοντάς την ως δώρο, όπως ο ίδιος γράφει, στον Kunze για τα εβδομηκοστά του γενέθλια - μια ολοκληρωμένη γενική κάτοψη του ιερού 269, στην οποία η κάτοψη του Λεωνιδαίου παρουσιάστηκε συμπληρωμένη (εικ. 34) αποδίδοντας τη μορφή του κτιρίου κατά την πρώτη του φάση, την ελληνική. Σύμφωνα με τον Mallwitz στην κάτοψη αυτή μόνο η τοποθέτηση των θυρών στα δωμάτια είναι σε μεγάλο βαθμό υποθετική, καθώς λόγω των μετέπειτα ρωμαϊκών επεμβάσεων εντοπίστηκε η θέση ελάχιστων μόνο από τις παλαιότερες θύρες 270. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν η ιστορία του μνημείου και η αρχιτεκτονική του εξέλιξη παρουσιάστηκαν στη βιβλιογραφία σε διάσπαρτα άρθρα και αναφορές. Λόγω του πρόωρου θανάτου του Mallwitz το 1986 η μονογραφία για την αρχιτεκτονική του κτιρίου δεν 265 Για την επιγραφή βλ. Treu 1888, , Borrmann 1966, 86, Dittenberger - Purgold 1966, IvO 651, Weil 1966, Οι Borrmann και Dittenberger - Purgold επαναλαμβάνουν την άποψη του Treu ότι από τα έξι τμήματα επιστυλίου που βρέθηκαν, τα δύο προέρχονται από μια δεύτερη, όμοια επιγραφή, που βρισκόταν σε διαφορετικό σημείο του κτιρίου. Οι δύο επιγραφές βρίσκονταν μάλλον στη νότια και βόρεια εξωτερική κιονοστοιχία. Το αν υπήρχε επιγραφή και στις άλλες δύο όψεις του κτιρίου, ανατολικά και δυτικά, δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί. Για το ζήτημα του αν ο Λεωνίδας ήταν μόνο αναθέτης ή και αρχιτέκτονας του Λεωνιδαίου βλ. και Boersma 1973, Ο Fuchs 2013, 279 υποστηρίζει ότι ο Λεωνίδας ήταν και ο αρχιτέκτονας του κτιρίου. 266 Mallwitz 1972, 246. Ο Fuchs 2013, 285 συμπληρώνει ότι η στοά αυτή πιθανόν να ανήκε σε ένα συγκρότημα εργαστηρίων. Στη θεμελίωση της στοάς βρέθηκαν τμήματα του οριζόντιου γείσου του ναού του Δία, ο οποίος γνωρίζουμε ότι επισκευάστηκε γύρω στα μέσα του 4 ου αι. π.χ. Η στοά λοιπόν χρονολογείται στα μέσα του 4 ου αι. π.χ. και πιθανόν τότε να αποτελούσε το νοτιοδυτικό όριο του χώρου, όπου τελούνταν οι εορτές. 267 Για τις ανασκαφές στο Λεωνίδαιο βλ. Borrmann 1966, 83-93, πίν , και σύντομες αναφορές στους: Kunze 1958, 4-5, Kunze 1961, 2-4, 11, 16-17, Mallwitz 1981, 10, Herrmann 2003, 42. Σύντομες περιγραφές του μνημείου διαβάζουμε και στον Sinn 2000, και Sinn 2004, Kunze 1959, και Beil. I. 269 Mallwitz 1971, εικ. 3. Αυτή η κάτοψη παρουσιάζεται και στον Mallwitz 1972, 313. Για μια πιο πρόσφατη, συμπληρωμένη κάτοψη του ιερού βλ. Kyrieleis 2002, Beil. 270 Mallwitz 1971, 156. Η Kraynak 1984, θεωρεί ότι η παλαιότερη κάτοψη αποδίδει πιο πειστικά τη μορφή που είχε η δυτική πτέρυγα του Λεωνίδαιου, οι υπόλοιποι ερευνητές όμως παρουσιάζουν την κάτοψη του Mallwitz ως σωστή. 46

54 συντάχτηκε ποτέ. Τα πορίσματα των ανασκαφών των ετών δημοσιεύτηκαν τελικά το Στη δημοσίευση όμως αυτή ο W. Fuchs παρουσιάζει αναλυτικά μόνο τα ευρήματα κεραμικής. Το κείμενο συνοδεύεται και από το αναλυτικό αρχιτεκτονικό σχέδιο του κτιρίου, το οποίο είχε αναλάβει να καταρτίσει ο K. Herrmann 271. Στην παρούσα εργασία θα εξετάσουμε τη μορφή που είχε το Λεωνίδαιο στην αρχική του φάση (εικ. 35). Στις αλλαγές που υπέστη το κτίριο στα ρωμαϊκά χρόνια θα αναφερθούμε με συντομία. Με διαστάσεις 74,80 μ. x 81,08 μ. και εμβαδό m 2 το Λεωνίδαιο είναι, με εξαίρεση το Γυμνάσιο, το μεγαλύτερο οικοδόμημα του ιερού της Ολυμπίας 272. Διαθέτει δύο εισόδους, οι οποίες έχουν τη μορφή διαδρόμου και βρίσκονται περίπου στο κέντρο της βόρειας και νότια πλευράς του. Τα δωμάτια οργανώνονται γύρω από μια κεντρική αυλή με δωρικό περιστύλιο. Εξωτερικά μια ιωνική κιονοστοιχία περιτρέχει ολόκληρο το κτίριο 273. Για την κατασκευή των λίθινων μερών του κτιρίου χρησιμοποιήθηκε απολιθωματοφόρος ασβεστόλιθος, ενώ οι τοίχοι πάνω από τη λίθινη βάση τους αποτελούνταν από ωμές πλίνθους. Για το στυλοβάτη, τις βάσεις και τα κιονόκρανα των εξωτερικών κιόνων, καθώς και για τα κιονόκρανα της εσωτερικής κιονοστοιχίας χρησιμοποιήθηκε ασβεστολιθικός αμμόλιθος. Η στέγη ήταν πήλινη και τα δάπεδα απλώς χωμάτινα 274. Οι εξωτερικοί ιωνικοί κίονες ήταν συνολικά 138 (34 στα ανατολικά και δυτικά και 37 στα βόρεια και νότια). Σήμερα σώζονται in situ οι βάσεις 115 από αυτούς. Το μεταξόνιο της κιονοστοιχίας ήταν 2,23 μ. και το γωνιακό μεταξόνιο 2,145 μ Η μορφή της περίστασης (εικ. 37) μπορεί να αποκατασταθεί, καθώς πολλά από τα αρχιτεκτονικά μέλη του Λεωνιδαίου βρέθηκαν εντοιχισμένα στο παρακείμενο τείχος του 3 ου αι. μ.χ.: πάνω στον αποτελούμενο από δύο βαθμίδες στυλοβάτη στέκονταν οι ραδινοί κίονες, ύψους περίπου 5,55 μ., που είχαν 20 ραβδώσεις. Οι βάσεις των κιόνων αποτελούνταν από τροχίλο και σπείρα και πατούσαν σε τετράγωνες πλίνθους. Τα κιονόκρανα ήταν λιτά και ο θριγκός χαμηλός, με διταινιωτό επιστύλιο και όδοντες, αλλά χωρίς ζωφόρο 276. Καινοτομία αποτελούν τα γωνιακά κιονόκρανα, τα οποία έχουν τη μορφή αντεστραμμένου καμπανόσχημου κάλαθου, που φέρει τετράγωνο άβακα κοίλου προφίλ 277. Η τοποθέτησή τους στις γωνίες της περίστασης έλυνε το πρόβλημα 271 Fuchs 2013, Η κεραμική από την ελληνική φάση του Λεωνιδαίου, όπως δημοσιεύτηκε από τον Fuchs (Fuchs 2013, ), είναι πολύ λίγη και δεν μπορεί κατά τη γνώμη μας να προσφέρει στη συζήτηση περί της λειτουργίας του κτιρίου. 272 Mallwitz 1972, Παρατηρήσεις για την ιεράρχηση των ρυθμών στο Λεωνιδαίο διαβάζουμε στον Lauter 1986, Leypold 2008, 106. Για τα υλικά δομής στο Λεωνίδαιο βλ. και Borrmann 1966, Mallwitz 1972, Αναλυτικά για τη μορφή των ιωνικών μελών βλ. Borrmann 1966, 86-88, Mallwitz 1972, , εικ. 197, Hoepfner 1996, 40, εικ Αναλυτικά για τα κιονόκρανα αυτά βλ. Mallwitz 1988α, , πίν

55 του γωνιακού ιωνικού κιονοκράνου. Η εξωτερική λοιπόν όψη του Λεωνιδαίου θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόδιδε την καταγωγή του αναθέτη του, του Νάξιου Λεωνίδη. Για την εσωτερική κιονοστοιχία της αυλής προτιμήθηκε ο δωρικός ρυθμός (εικ. 38). Το περιστύλιο αριθμεί 12 x 12 κίονες. Το μεταξόνιο ήταν ευρύ, 2,70 μ., και στις γωνίες λίγο ευρύτερο, 2,73 μ., με αποτέλεσμα σε κάθε μετακιόνιο διάστημα να αντιστοιχούν όχι 2 αλλά 3 ενότητες μετοπών-τριγλύφων. Οι κίονες είχαν ύψος 5 μ. Ο θριγκός ήταν και εδώ χαμηλός έτσι, ώστε το γείσο της στέγης να βρίσκεται στο ίδιο ύψος τόσο πάνω από την εξωτερική όσο και πάνω από την εσωτερική κιονοστοιχία. Όμοια στο εξωτερικό και στο εσωτερικό ήταν η πήλινη σίμη, στολισμένη με λεοντοκεφαλές και μεγάλα ανθεμωτά ακροκέραμα, μία από τις ωραιότερες της Ολυμπίας (εικ. 39) 278. Παρά τις εκτεταμένες ρωμαϊκές επεμβάσεις η διάρθρωση των χώρων στο κτίριο της ελληνικής εποχής μπορεί να αποκατασταθεί. Τα πιο ευρύχωρα δωμάτια βρίσκονταν στη δυτική πλευρά. Ήταν 6 και αποτελούνταν από έναν κυρίως χώρο σχεδόν τετράγωνο (περίπου 10 x 10 μ.) και έναν προθάλαμο βάθους 5 μ. Η δυτική πτέρυγα δηλαδή είχε συνολικό βάθος περίπου 15 μ. Είχε επίσης τη δική της στέγη, η οποία εξείχε πάνω από τη στέγη του υπόλοιπου κτιρίου (εικ. 40) 279. Οι άλλες τρεις πτέρυγες είχαν βάθος 10 μ. και διαιρούνταν σε ενότητες πλάτους 5 μ. Από τις ενότητες αυτές 10 είχαν τη μορφή ορθογώνιων διαδρόμων και 14 διαιρούνταν με εγκάρσιο τοίχο σε δύο μικρά τετράγωνα δωμάτια η καθεμία. Κάθε μικρό τετράγωνο δωμάτιο είχε διαστάσεις περίπου 4,80 x 4,80 μ. Οι διάδρομοι και οι ενότητες των δύο μικρών δωματίων εναλλάσσονταν. Στο κέντρο της βόρειας και νότιας πτέρυγας υπήρχε ο πλατύς διάδρομος της εισόδου προς την αυλή, ο οποίος είχε στα ανατολικά ένα στενό δωμάτιο για το θυρωρό 280. Στη βόρεια και νότια πτέρυγα τα δωμάτια ομαδοποιούνταν ως εξής: ανατολικά και δυτικά της εισόδου τέσσερα μικρά δωμάτια πλαισίωναν έναν διάδρομο, ο οποίος είχε πόρτα μόνο προς την αυλή. Η ανατολική πτέρυγα διαιρούνταν σε έξι τμήματα συμπεριλαμβανομένων και εκείνων στη βορειοανατολική και νοτιοανατολική γωνία του κτιρίου - που αποτελούνταν το καθένα από έναν διάδρομο και δύο μικρά δωμάτια στο πλάι του. Τα τμήματα στις ανατολικές γωνίες του κτιρίου ήταν τοποθετημένα έτσι, ώστε τα δύο μικρά δωμάτια να βρίσκονται κατά μήκος του ανατολικού εξωτερικού τοίχου. Οι διαστάσεις όλων γενικά των δωματίων του Λεωνιδαίου υπολογίστηκαν με βάση το μήκος των 5 μ Σε αυτό οφείλεται η μεγάλη συμμετρία στη διάταξη των χώρων. Ταυτόχρονα με την κατασκευή του 278 Για τα δωρικά μέλη του ναού βλ. Borrmann 1966, 87-88, Mallwitz 1972, 250, εικ. 198, Hoepfner 1996, 36-37, 40, εικ. 33. Για τη στέγη Heiden 1995, Mallwitz 1972, Ο διάδρομος της εισόδου και το στενό δωμάτιο είχαν συνολικό πλάτος ίσο με το πλάτος δύο ενοτήτων δηλ. περίπου 10 μ. 281 Leypold 2008,

56 κτιρίου μπροστά από την ανατολική του πλευρά διαμορφώθηκε και μια μεγάλη πομπική οδός 282, παρόλα αυτά όμως δεν υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη εισόδου στην ανατολική πλευρά 283. Επίσης για τη θέση των θυρών στα δωμάτια της ανατολικής πτέρυγας δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα. Ο W. Hoepfner στη δική του κάτοψη (εικ. 41) τις τοποθετεί διαφορετικά απ ό,τι ο Mallwitz. Τέλος, γύρω από το Λεωνίδαιο υπήρχε φαρδύς αγωγός για την απορροή των νερών της βροχής. Μια διακλάδωσή του περνούσε κάτω από το δάπεδο του στενού δωματίου δίπλα από την είσοδο της βόρειας πλευράς και οδηγούσε στην αυλή. Μια επέκτασή του με τη μορφή κτιστού καναλιού σώζεται στην περιοχή της νότιας εισόδου και κάτω από το στυλοβάτη της νότιας κιονοστοιχίας, ανάμεσα στον 17 ο και 18 ο κίονα από τα δυτικά 284. Όσον αφορά τη χρονολόγηση, ο R. Borrmann τοποθέτησε την αρχική φάση του κτιρίου στα μέσα του 4 ου αι. π.χ. Η μορφή των γραμμάτων της επιγραφής ( π.χ.) υποδεικνύει μια λίγο πιο όψιμη χρονολόγηση 285. Ο Mallwitz χρονολόγησε το αρχικό κτίριο στα π.χ Ο H. V. Herrmann στα 330 π.χ Ο Fuchs στην τελική δημοσίευση τοποθετεί το κτίσιμο του κτιρίου στα 325 π.χ. περίπου 288. Στα ρωμαϊκά χρόνια το Λεωνίδαιο υπέστη ριζική ανακατασκευή (εικ. 36) 289. Στις γωνίες του διαμορφώθηκαν τέσσερεις ενότητες δωματίων, η καθεμία γύρω από ένα atrium. Από τα υπόλοιπα δωμάτια άλλα είχαν τη μορφή ανοιχτής προς την αυλή αίθουσας, άλλα τη μορφή διαδρόμου και άλλα τη μορφή μικρής εξέδρας. Στο κέντρο της αυλής διαμορφώθηκε κήπος με τεχνητή διακοσμητική λίμνη. Ο Mallwitz χρονολόγησε τη ρωμαϊκή ανακατασκευή στα χρόνια του Αδριανού, συγκεκριμένα στην τρίτη δεκαετία του 2 ου αι. μ.χ Πιο πρόσφατα ο S. Specht μελέτησε την τυπολογία του κήπου της αυλής και πρότεινε μια χρονολόγηση στα χρόνια των Φλαβίων (1 ος αι. μ.χ.) 291. Στην τελική δημοσίευση ο Fuchs κάνει λόγο για δύο διαδοχικές ρωμαϊκές φάσεις: κατά την πρώτη φάση, η οποία χρονολογείται στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του Αδριανού, συγκεκριμένα περί το 121 μ.χ., διαμορφώθηκαν τα 282 Fuchs 2013, Leypold 2008, 108. Η Heermann 1984, 248, σημ. 29 θεωρεί λογικό η διάταξη των δωματίων στην ανατολική πτέρυγα να ήταν όμοια με εκείνη στη βόρεια και νότια, κάτι που προϋποθέτει την ύπαρξη εισόδου στα ανατολικά. Η Leypold 2008, 109 σημ. 550 πιστεύει ότι η λύση αυτή δεν είναι ικανοποιητική, γιατί δεν μπορεί να ενσωματώσει πειστικά στην κάτοψη τη βόρεια και νότια ενότητα δωματίων. 284 Mallwitz 1972, Borrmann 1966, Mallwitz 1972, Herrmann 1972, Fuchs 1994, 29, Fuchs 2013, 289. Επίσης βλ. και Heiden 1995, 140, σημ Για την κεραμική της πρώτης φάσης του κτιρίου βλ. Fuchs 2013, Για αναλυτική περιγραφή του ρωμαϊκού Λεωνιδαίου βλ. Borrmann 1966, 89-92, Mallwitz 1972, , εικ. 201, Mallwitz 1988β, 31, Rogge Specht 1996, , Specht 2001, και Fuchs 2013, , όπου περιγράφονται κυρίως τα κεραμικά ευρήματα της ρωμαϊκής περιόδου. 290 Mallwitz 1972, 252, Mallwitz 1988β, 31-35, επίσης Fuchs 1994, Rogge - Specht 1996, , Specht 2001,

57 δωμάτια γύρω από την αυλή και κατά τη δεύτερη φάση, περί το 160 μ.χ., διαμορφώθηκε η αυλή με τις εγκαταστάσεις νερού 292. Το Λεωνίδαιο υπέστη μεγάλες καταστροφές από σεισμό στις αρχές του 3 ου αι. μ.χ. Στα τέλη του ίδιου αιώνα το οικοδομικό του υλικό χρησιμοποιήθηκε στην κατασκευή του τείχους που κτίστηκε για την σωτηρία του ναού του Δία από τους Έρουλους, αν και αυτοί τελικώς δεν έφτασαν στην Ολυμπία. Ακολούθησε μια τελευταία φάση ιδιωτικής μάλλον χρήσης του χώρου. Στα μέσα του 4 ου αι. μ.χ. οι πλημμύρες του ποταμού Κλάδεου έθαψαν το μνημείο κάτω από στρώματα λάσπης τερματίζοντας μετά από 800 χρόνια την ιστορία του 293. Για τη χρήση του Λεωνιδαίου στα ρωμαϊκά χρόνια μας πληροφορεί ο Παυσανίας: κατ εμὲ δὲ ἐς αὐτὸ ῥωμαίων ἐσῳκίζοντο οἱ τὴν Ἑλλάδα ἐπιτροπεύοντες. Δηλαδή το 2 ο αι. μ.χ. το Λεωνίδαιο λειτουργούσε ως κατάλυμα για επιφανείς Ρωμαίους. Οι περισσότεροι μελετητές του μνημείου συμφωνούν ότι ίδια ήταν και η χρήση του ελληνιστικού κτιρίου: ένα πανδοχείο για τους επισήμους που επισκέπτονταν την Ολυμπία κατά τους Ολυμπιακούς αγώνες 294. Ο Mallwitz έκανε την υπόθεση ότι το κτίριο φιλοξενούσε ευγενείς που έπαιρναν μέρος στους ιππικούς αγώνες 295. Η Kraynak θεώρησε πιθανό να ισχύει η υπόθεση, που έκανε ο J. S. Boersma, ότι ο Λεωνίδης ήταν θεωρός ή θεωροδόκος της Νάξου 296 και υποστήριξε ότι το Λεωνίδαιο μπορεί να στέγαζε τους θεωρούς που αποστέλλονταν στην Ολυμπία. Όσον αφορά τον αριθμό των ατόμων που μπορούσαν να φιλοξενηθούν στο κτίριο, η Kraynak υπολόγισε ότι τα 50 δωμάτια μπορούσαν να φιλοξενήσουν 100 έως 300 άτομα 297. Ο M. Dillon θεωρεί απίθανο το κτίριο να στέγαζε αποκλειστικά θεωρούς, ενώ διαφωνεί και με τους υπολογισμούς της Kraynak για τη χωρητικότητα του κτιρίου, καθώς ο ίδιος δεν θεωρεί δεδομένο ότι οι αρχαίοι Έλληνες στα ξενοδοχεία τους μοιράζονταν πάντα τα δωμάτιά τους 298. Ο Dillon πιστεύει ότι τα μικρότερα δωμάτια του Λεωνιδαίου μπορεί να φιλοξενούσαν έναν μόνο επισκέπτη, ενώ τα μεγαλύτερα δύο ή τρεις 299. Η V. Heermann υποστήριξε την άποψη ότι το Λεωνίδαιο, ταυτόχρονα με τη χρήση του ως καταγωγίου, διέθετε και χώρους για συμπόσια 300, αν και η ανασκαφή δεν αποκάλυψε μαγειρικές εγκαταστάσεις 301 και τα δάπεδα των δωματίων δεν φαίνεται να είχαν πλακόστρωση, 292 Fuchs 2013, Mallwitz 1972, 254, Fuchs 2013, Borrmann 1966, 93, Heermann 1972, 170, Kraynak 1984, 54-56, 149. Με την άποψη αυτή συμφωνεί και ο Fuchs (Fuchs 2013, 279). Η άποψη του Lange 1885, 336 ότι επρόκειτο για Ελλανοδικείο δεν έγινε αποδεκτή. 295 Mallwitz 1972, Boersma 1973, Kraynak 1984, Βλ. σημ. 145 της παρούσης εργασίας. 299 Dillon 1990, Heermann 1984, , πίν Mallwitz 1972,

58 συνήθη σε χώρους με τέτοια χρήση. Η Heermann επισκέφτηκε το μνημείο το 1982 και εντόπισε στο νοτιότερο από τα δυτικά δωμάτια τη θέση της θύρας, η οποία στα ελληνιστικά χρόνια οδηγούσε από τον προθάλαμο στον κυρίως χώρο. Η θύρα αυτή ήταν τοποθετημένη έκκεντρα, όπως συμβαίνει σε ανδρώνες, οι οποίοι είχαν κατά μήκος των τοίχων τους κλίνες για τους συμποσιαστές. Κατά την Heermann τα έξι δωμάτια της δυτικής πτέρυγας του Λεωνιδαίου περιείχαν το καθένα 15 κλίνες μεγέθους 2,15 x 1 μ. Τα υπόλοιπα διαμερίσματα του κτιρίου προορίζονταν για τη διαμονή των επισκεπτών, αν και η Heermann δεν αποκλείει ορισμένα από τα μικρά τετράγωνα δωμάτια να χρησιμοποιούνταν και ως χώροι συμποσίου, καθώς έκκεντρες θύρες διαπιστώνονται και στην ανατολική πτέρυγα, στην περιοχή της νοτιότατης ενότητας δωματίων. Με μήκος πλευράς 4,80 μ. τα μικρά δωμάτια θα χωρούσαν 7 κλίνες μεγέθους 1,90 x 0,90 μ. Ο Hoepfner υποστήριξε ότι το Λεωνίδαιο της ελληνιστικής εποχής δεν ήταν πανδοχείο αλλά Εστιατόριο (εικ. 41). Ο Hoepfner εξετάζει το Λεωνίδαιο σε σχέση με τα ανάκτορα της Βεργίνας, της Πέλλας αλλά και της Ανατολής (Αλεξάνδρεια, Πέργαμος κα), όπου βασιλικοί ανδρώνες διατάσσονται γύρω από μεγάλα περιστύλια. Θεωρεί ότι το Λεωνίδαιο είναι ένα από τα μεγάλα Εστιατόρια, που χτίζονταν στα ιερά, των οποίων η αρχιτεκτονική επηρεάστηκε σημαντικά από την εξέλιξη της βασιλικής αρχιτεκτονικής. Κατά τον Hoepfner τα δυτικά δωμάτια του Λεωνιδαίου περιείχαν το καθένα 19 κλίνες και κάθε ένα από τα μικρά τετράγωνα δωμάτια 7 κλίνες, δηλαδή στο κτίριο μπορούσαν να δειπνήσουν συνολικά 310 άτομα 302. Με την άποψη του Hoepfner συμφωνεί και η C. Leypold. Όσον αφορά των αριθμό των ατόμων που μπορούσαν να δειπνήσουν στο κτίριο, η Leypold θεωρεί σωστότερους τους υπολογισμούς της Heermann, σύμφωνα με τους οποίους οι κλίνες στο κτίριο ήταν Στα Εστιατόρια συγκαταλέγει το κτίριο και ο B. Emme 304. Ο Hoepfner δεν εξηγεί για ποιο λόγο θα άλλαξε η χρήση του κτιρίου στα ρωμαϊκά χρόνια. Η άποψη ότι τα δωμάτια της δυτικής πτέρυγας ήταν ανδρώνες συμποσίων είναι πράγματι πειστική. Η ασάφεια όμως που υπάρχει ως προς τη μορφή των υπόλοιπων δωματίων του κτιρίου είναι μεγάλη. Επίσης δεν μας βοηθά το γεγονός ότι δεν έχουμε δημοσιευμένη την αρχιτεκτονική μελέτη του κτιρίου από τους ανασκαφείς του, οι οποίοι, αν κρινουμε από τη δημοσίευση του 2013, θεωρούν ότι το Λεωνίδαιο ήταν ξενώνας. Πιστεύουμε λοιπόν ότι η άποψη του Hoepfner δεν πρέπει να γίνει άμεσα αποδεκτή. 302 Hoepfner 1996, Leypold 2008, Emme 2013, 82,

59 5. Το κτίριο στο ιερό του Δία στο όρος Λύκαιον Στις αρχές του 20 ου αι ο Κ. Κουρουνιώτης ανέσκαψε στη νότια κορυφή του Λύκαιου Όρους, στην κεντροδυτική Αρκαδία (εικ. 43), το ιερό του Λυκαίου Δία 305. Στο περίφημο ιερό τελούνταν προς τιμήν του θεού μυστικιστικές θυσίες σε έναν μεγάλο χωμάτινο βωμό και πανελλήνιες αθλητικές εορτές. Οι παλιότερες ενδείξεις λατρείας στο βωμό ανάγονται στην Τελική Νεολιθική, την Πρωτοελλαδική και Μεσοελλαδική Εποχή. Στην Μυκηναϊκή Περίοδο καθιερώνεται η λατρεία του θεού Δία, η οποία συνεχίζει αδιάλειπτα ως τα ελληνιστικά χρόνια 306. Ο Κουρουνιώτης εκτός από το βωμό και το τέμενος του θεού 307, που βρίσκονται σε υψόμετρο 1382 μ., εντόπισε και άλλες εγκαταστάσεις 200 μ. χαμηλότερα στην πλαγιά 308 : έναν ιππόδρομο, στάδιο, μία στοά, ένα λουτρό, δύο κρήνες και ένα μεγάλο κτίριο, για το οποίο ο ανασκαφέας υπέθεσε ότι ήταν ξενώνας (εικ. 44) 309. Από τότε και για έναν ολόκληρο αιώνα οι ανασκαφές στο χώρο υπήρξαν περιορισμένες. Το 2006 όμως το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια ξεκίνησε νέες εργασίες που συνεχίστηκαν ως το Το κτίριο που θεωρήθηκε από τον Κουρουνιώτη ξενώνας βρίσκεται στα δυτικά της Στοάς. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο κτίσμα (εικ. 45) διαστάσεων 38 x 20 μ. με παχείς εξωτερικούς τοίχους κατασκευασμένους κατά το πολυγωνικό σύστημα (εικ. 46) 311. Δυστυχώς το σύντομο κείμενο του Κουρουνιώτη για το κτίριο δεν συνοδεύεται από κάποια κάτοψη. Η περιγραφή που κάνουμε εδώ βασίζεται στα γραφόμενα του ανασκαφέα και μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη να φανταστεί την κάτοψη του κτιρίου την εποχή της εύρεσής του. Η είσοδος, φάρδους 2,65 μ., βρισκόταν στη νότια πλευρά 312 και, σύμφωνα με τον Κουρουνιώτη, οδηγούσε σε διάδρομο εντός του κτιρίου, μήκους 6,30 μ. Ανατολικά και δυτικά του διαδρόμου υπήρχαν 305 Είχαν προηγηθεί σύντομες έρευνες από τον Κ. Κοντόπουλο το 1898 (Καββαδίας 1898, 17). 306 Romano Voyatzis 2010α, Για το βωμό και τέμενος βλ. Romano Voyatzis 2014, Romano Voyatzis 2010α, Κουρουνιώτης 1909, Για πληροφορίες σχετικά με το The Mt. Lykaion Excavation and Survey Project βλ. Romano Voyatzis 2010α, 9-21, Romano Voyatzis 2014, 569. Οι εργασίες της ομάδας προβλέπεται να συνεχιστούν. Για το σχεδιασμό του νέου τοπογραφικού χάρτη που πραγματοποίησε η ομάδα με ηλεκτρονικά μέσα το 1996 βλ. Romano 2005, Για το προτεινόμενο «Παρράσιο Πάρκο Πολιτιστικής Κληρονομιάς» βλ. Romano Voyatzis 2010β, 41-54, Romano Voyatzis 2015, και στην ιστοσελίδα 311 Κατά τα χρόνια της ανασκαφής του κτιρίου από τον Κουρουνιώτη οι τοίχοι της βόρειας, ανατολικής και νότιας πρόσοψης σώζονταν σε καλή κατάσταση και σε ύψος έως και 2 μ. Από τότε η περιοχή στα νότια και ανατολικά καλύφθηκε από φυσικές επιχώσεις, με αποτέλεσμα πολύ λίγα τμήματα του νότιου τοίχου να είναι σήμερα ορατά. Τα δωμάτια στο εσωτερικό επίσης δεν είναι ορατά (Romano Voyatzis 2015, ). 312 Κατά μήκος της νότιας πλευράς του κτιρίου, εξωτερικά, υπήρχε αγωγός καλυμμένος με μεγάλες πλάκες (Κουρουνιώτης 1909, ). 52

60 δωμάτια 313. Στο ανατολικό δωμάτιο (διαστάσεων 6,50 x 8,50 μ.) βρέθηκαν δύο κτιστές λεκάνες, επιχρισμένες στο εσωτερικό με υδραυλικό κονίαμα, και οι αγωγοί νερού που συνδέονταν με αυτές. Στο δυτικό δωμάτιο (διαστάσεων 5,50 x 7,50 μ.) βρέθηκε η βάση ενός κίονα, ο οποίος υποβάσταζε τη στέγη. Ο διάδρομος οδηγούσε σε πλατύ τετράγωνο χώρο, που ήταν ενδεχομένως μια κεντρική αυλή. Το βόρειο τμήμα του κτιρίου κατελάμβαναν δύο δωμάτια, τα οποία φαίνεται ότι βρίσκονταν σε ψηλότερο επίπεδο 314. Σε ένα από αυτά βρέθηκε επίσης βάση κίονα, ο οποίος στήριζε τη στέγη. Ο Κουρουνιώτης θεωρεί πιθανό το βόρειο τμήμα του κτιρίου να προστέθηκε αργότερα 315. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ο Θ. Σπυρόπουλος ανέσκαψε στο νότιο τμήμα του κτιρίου μια βυζαντινή κατασκευή διαστάσεων 7,50 x 4 μ. (εικ. 45) 316. Το 2006 η αποστολή του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια πραγματοποίησε μια τομή (Trench H) στη βορειοδυτική περιοχή του κτιρίου, με σκοπό τη χρονολόγησή του (εικ. 47 και 48) 317. Ο Κουρουνιώτης είχε προτείνει μια χρονολόγηση στα τέλη του 4 ο αι. π.χ. βασισμένος στην τοιχοποιία και κυρίως στις κάθετες γλυφές στις εξωτερικές γωνίες των εξωτερικών τοίχων του κτιρίου (εικ. 49) 318. Οι Romano Voyatzis συμφωνούν με την άποψη αυτή 319. Γενικά τα συμπεράσματα των ερευνών τους επιτρέπουν την υπόθεση ότι το διασημότερο αρκαδικό ιερό, και ιδιαίτερα το «Κάτω Ιερό» ( Lower Sanctuary ), αναδιοργανώθηκε και εξοπλίστηκε με τα 313 Οι εσωτερικοί τοίχοι του κτιρίου ήταν κατασκευασμένοι από μικρότερους λίθους και καλύπτονταν με επίχρισμα. 314 Φαίνεται ότι το εσωτερικό του κτιρίου ήταν διαμορφωμένο σε διάφορα επίπεδα. Τα βόρεια δωμάτια βρίσκονταν 1,50 μ. ψηλότερα από το κεντρικό τμήμα του κτιρίου, το οποίο όμως δεν ανασκάφηκε. (Κουρουνιώτης 1909, 194). Επίσης το δάπεδο του δωματίου, όπου βρέθηκαν οι λεκάνες, βρισκόταν 1 μ. βαθύτερα από το επίπεδο του διαδρόμου, ενώ μέσα σε αυτό, στα δεξιά καθώς έμπαινε κανείς, βρέθηκε και μια ανυψωμένη κυκλική περιοχή (Κουρουνιώτης 1909, 193). 315 Κουρουνιώτης 1909, Τις πληροφορίες που μας δίνει ο Κουρουνιώτης διαβάζουμε και στη διατριβή της Kraynak 1984, 82-85, η οποία συμφωνεί ότι το κτίριο ήταν ένα πανδοχείο, που θα στέγαζε τους αξιωματούχους του ιερού. Η Kraynak θεωρεί επίσης ότι στο κτίριο υπάρχουν ενδείξεις για δεύτερο όροφο: οι βάσεις για κίονες στα δύο δωμάτια, το μεγάλο πάχος του τοίχου μεταξύ των δύο βόρειων δωματίων, που είναι 0,70 μ. (Κουρουνιώτης 1909, 194), και η ύπαρξη σκάλας στον ανατολικό τοίχο, την οποία ο Κουρουνιώτης 1909, 196 αναφέρει, σημειώνοντας όμως ότι είναι μάλλον μεταγενέστερη. Η Kraynak θεωρεί ότι η ύπαρξή της σκάλας υπονοεί την ύπαρξη ορόφου και κατά την αρχική φάση του κτιρίου. Οι Romano Voyatzis δεν κάνουν πουθενά λόγο για δεύτερο όροφο. 316 Αυτή η ανασκαφή δεν έχει δημοσιευτεί (Romano Voyatzis 2015, ). Η υπόθεση ότι το κτίριο ξαναχρησιμοποιήθηκε στους χριστιανικούς χρόνους είχε γίνει ήδη από τον Κουρουνιώτη 1909, 195. Βυζαντινά ευρήματα εντοπίστηκαν και στη Στοά (Romano Voyatzis 2015, ). 317 Για την ανασκαφή τους στο κτίριο βλ. Romano Voyatzis 2015, Η ανασκαφή στην τομή Η αποκάλυψε την εσωτερική όψη του βόρειου τοίχου του κτιρίου, επενδυμένη σε σημεία με λευκό κονίαμα. Αποκαλύφθηκε επίσης το δάπεδο του κτιρίου, που αποτελούνταν από κοκκινωπό πηλό. Πάνω στο δάπεδο βρέθηκαν ένας αράβδωτος σπόνδυλος κίονα και τμήμα δωρικού κιονοκράνου. 318 Κουρουνιώτης 1909, 195. Για το drafting στα τείχη και τις σχετικές χρονολογήσεις βλ. Lawrence 1979, Το αρχιτεκτονικό στυλ του κτιρίου συναντάται στα τείχη και σε άλλα κτίρια της Μεγαλόπολης, της Μαντίνειας και της Μεσσήνης, πόλεων που ιδρύθηκαν περί το 370 π.χ. (Romano Voyatzis 2015, 217 σημ ). 53

61 μνημειακά κτίρια, που σώζονται σήμερα, στα χρόνια αμέσως μετά την ίδρυση της Μεγαλόπολης και του «Κοινού των Αρκάδων» το 368 π.χ Όσον αφορά τη λειτουργία του κτιρίου, ο Κουρουνιώτης το ταύτισε με ξενώνα βασισμένος στο μέγεθός του, στην κάτοψη με την αυλή και τα δωμάτια τριγύρω και στην κεραμική, η οποία υποδείκνυε δραστηριότητες εστίασης. Η άποψη αυτή έχει πια ξεπεραστεί, καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι το κτίριο αυτό ήταν κάτι πιο σημαντικό από ένα ξενοδοχείο. Κοντά στη βορειοανατολική γωνία του κτιρίου σώζεται ένας κεκλιμένος διάδρομος πλαισιωμένος από τοίχους κτισμένους σε μεγάλο βαθμό κάτω από το επίπεδο του εδάφους (εικ. 50) 321. Ο διάδρομος έχει ανασκαφεί σε μήκος περίπου 25 μ. και είναι προφανές ότι σχετίζεται με το κτίριο. Οι Romano Voyatzis συμφωνούν με την άποψη του Κουρουνιώτη ότι ο διάδρομος συνέδεε τον ιππόδρομο με το κτίριο 322, θεωρούν όμως ότι δεν πρόκειται για έναν απλό δρόμο, αλλά για μια επίσημη οδό μέσω της οποίας οι αθλητές των Λυκαίων οδηγούνταν στο χώρο τέλεσης των αγώνων. Η έναρξη της πορείας τους σίγουρα δεν θα γινόταν από το χώρο ενός ξενοδοχείου αλλά πιθανότατα από την περιοχή ενός επίσημου κτιρίου, το οποίο θα μπορούσε να είναι το διοικητικό κέντρο του ιερού και των εορτών. Άλλωστε ακριβώς απέναντι από το κτίριο, στα ανατολικά, υπάρχει μια σειρά βαθμίδων, μπροστά από τις οποίες ίσως λάμβαναν χώρα επίσημες δραστηριότητες σχετικές με τη λατρεία και τις εορτές 323. Επιπλέον, στο δάπεδο του βορειοδυτικού δωματίου του κτιρίου ο Κουρουνιώτης βρήκε δύο καταλόγους Λυκαιονικών, που εκτός από τα ονόματα των αθλητών αναφέρουν και τις πόλεις καταγωγής τους, τα διάφορα αγωνίσματα στα οποία νίκησαν, καθώς και ονόματα ιερέων 324. Σε μια από τις δύο επιγραφές αναφέρονται και ονόματα δαμιοργῶν. Αναρωτιέται κανείς αν οι αξιωματούχοι αυτοί μπορεί να σχετίζονταν με τη διοργάνωση των αγώνων και αν το κτίριο ήταν ο χώρος όπου αυτοί εργάζονταν 325. Οι Romano Voyatzis διαπίστωσαν από την μελέτη των επιχώσεων του διαδρόμου ότι αυτός κάποια στιγμή μεταξύ π.χ. έπαψε να χρησιμοποιείται ως δρόμος και έγινε χώρος απόρριψης σκευών 320 Romano Voyatzis 2015, 217, Για τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών βλ. Κουρουνιώτης 1909, , Romano Voyatzis 2015, 212, Ανάμεσα σε αυτά είναι κεραμική που χρονολογείται στον 4 ο αι. π.χ. και έπειτα, ενσφράγιστα κεραμίδια, μεταλλικά αντικείμενα και νομίσματα. 321 Για το διάδρομο βλ. Romano Voyatzis 2015, Κουρουνιώτης 1909, 194. Ο Sinn 2007, 179, 180, 183, , θεωρεί ότι το κτίριο ήταν το Πομπείον του ιερού. Σε αυτό θα τελούνταν τα εορταστικά γεύματα και εκεί θα στάθμευε η ιερή πομπή κατά την πορεία της προς τα ανατολικά, προς τους δύο στύλους του τεμένους. Ο Sinn υποθέτει επίσης ότι το κτίριο μπορεί να στέγαζε και τη διοίκηση του ιερού, δεν τεκμηριώνει όμως τις απόψεις του, ενώ και το σχεδιάγραμμα του χώρου που παραθέτει είναι μάλλον πρόχειρο. Στο σχεδιάγραμμα αυτό από τις δύο κρήνες της περιοχής σημειώνεται μόνο εκείνη που βρίσκεται στα νοτιοδυτικά του «Πομπείου», η οποία ταυτίζεται με την πηγή Αγνώ (βλ. και Romano Voyatzis 2015, 216 σημ. 16). 323 Για τις βαθμίδες βλ. Romano Voyatzis 2015, Ο Becker 2003 στην εργασία του για τις βαθμιδωτές εγκαταστάσεις της αρχαίας Ελλάδας, οι οποίες σχετίζονταν με τη λατρεία, δεν συμπεριλαμβάνει την περίπτωση των βαθμίδων στο Λύκαιον. 324 IG V και IG V Για τους δαμιουργούς βλ. Romano Voyatzis 2015, 216 σημ

62 εστίασης, τα οποία πιστεύουν ότι προέρχονται από το θεωρούμενο πια Διοικητικό Κτίριο. Αυτό σημαίνει ότι στο κτίριο πιθανόν να πραγματοποιούνταν και εστιάσεις στα πλαίσια των εορτών και των αγώνων Το Καταγώγιο στην Επίδαυρο Η αρχαία Επίδαυρος ήταν μια μικρή πόλη της αρχαιότητας, που έζησε στη σκιά των μεγάλων κέντρων της Κορίνθου, της Αθήνας και της Σπάρτης. Η Επίδαυρος στο απώτερο παρελθόν της είχε ως προστάτη θεό τον Απόλλωνα. Στα τέλη όμως του 6ου αι ή το αργότερο στις αρχές του 5 ου αι. π.χ. καθιερώθηκε εκεί η λατρεία του Ασκληπιού. Το ιερό του θεού, που κτίστηκε στην ενδοχώρα της μικρής παραθαλάσσιας πόλης, γρήγορα απέκτησε διεθνή φήμη και κατέστη το σημαντικότερο θεραπευτικό κέντρο όλου του ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου 327. Οι πρώτες ανασκαφές στο ιερό της Επιδαύρου έγιναν το 1829 από τους Γάλλους της Επιστημονικής Αποστολής της Πελοποννήσου χωρίς όμως ιδιαίτερα αποτελέσματα 328. Συστηματικές ανασκαφές έγιναν από το 1881 ως το 1926 από τον Παναγιώτη Καββαδία υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας. Οι δημοσιεύσεις των ανασκαφών του Καββαδία στα έργα του «Fouilles d Epidaure» (1891) και «Τό ἱερόν τοῦ Ἀσκληπιοῦ ἐν Ἐπιδαύρῳ καί ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν» (1900) 329 καθώς και στα Π.Α.Ε. δεν ακολουθήθηκαν στα νεότερα χρόνια από κάποια ολοκληρωμένη και εξαντλητική μελέτη του ιερού στο σύνολό του. Μόνο ορισμένα από τα σημαντικά κτίρια έχουν μελετηθεί διεξοδικά (το θέατρο, το στάδιο, η θόλος και οι ναοί) 330, ενώ πολύτιμο υπήρξε και το έργο της A. Burford, The Greek Temple Builders of Epidauros (1969), όπου παρουσιάζονται τα μνημεία του ιερού μέσα από τις οικοδομικές επιγραφές που βρέθηκαν στο χώρο, οι οποίες συνιστούν την «πληρέστερη σειρά τέτοιου είδους οικοδομικών εγγράφων που σώζεται από τον αρχαίο κόσμο» 331. Από το 1984 βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικά έργα συντήρησης και αποκατάστασης πολλών μνημείων 326 Romano Voyatzis 2015, Για την ιστορία του ιερού βλ. Tomlinson 1983, Καββαδίας 1900, Το έργο υπάρχει ψηφιοποιημένο στο 330 Ενδεικτικά: P. Kavvadias, Die Tholos von Epidauros (Berlin 1909), F. Robert, Thymélè (Paris 1939), Roux 1961, , A. von Gerkan - W. Müller-Wiener, Das Theater von Epidauros (Stuttgart 1961), R. Patrucco, Lo stadio di Epidauro (Rome 1976). 331 Tomlinson 1983, 26. Για τις επιγραφές βλ. επίσης A. Burford, Notes on the epidaurian building inscriptions, BSA 61 (1966), , W. Peek, Inschriften aus dem Asklepieion von Epidauros (Berlin 1969), W. Peek, Neue Inschriften aus Epidauros (Berlin 1972), Λ. Γουναροπούλου, Die Bauabrechnung des Asklepiostempels in Epidauros: ein archäologischer Kommentar (Wien 1983). Η βιβλιογραφία για το ιερό της Επιδαύρου συμπληρώνεται με τις μελέτες του γλυπτού διάκοσμου του ναού του Ασκληπιού, τον οποίο παρουσίασε τελευταίος ο Ν. Γιαλούρης (N. Yalouris, Die Skulpturen des Asklepios-Tempels in Epidauros, AntPl 21 (München 1992). 55

63 του ιερού από τη διεπιστημονική Ομάδα Εργασίας για τη Συντήρηση των μνημείων της Επιδαύρου (ΟΕΣΜΕ), που συγκροτήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού 332. Το καταγώγιο της Επιδαύρου ανήκει στα κτίρια του Ασκληπιείου που δεν έλαβαν εκτενή δημοσίευση. Στη βιβλιογραφία για το ιερό παρουσιάζεται πολύ σύντομα 333, ενώ πιο αναλυτικά το περιέγραψε, μετά από αυτοψία, η Kraynak στη διδακτορική διατριβή της 334. Λίγα χρόνια αργότερα η συγγραφέας θα ασχοληθεί εκ νέου με το μνημείο πραγματευόμενη κυρίως το ζήτημα του αν υπήρχε σε αυτό δεύτερος όροφος 335. Η παρακάτω περιγραφή βασίζεται στα κείμενα της Kraynak αλλά και στις παρατηρήσεις που κάναμε εμείς κατά την επίσκεψή μας στον αρχαιολογικό χώρο. Το κτίριο, που πρώτος ο Καββαδίας χαρακτήρισε ως καταγώγιο, βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του ιερού (εικ. 51), ανάμεσα στο θέατρο και στο τελετουργικό εστιατόριο 336, και είναι το μεγαλύτερο οικοδόμημα του Ασκληπιείου (5822 μ 2 ) (εικ. 52, 53). Πρόκειται για ένα μεγάλο τετράγωνο κτίσμα με μήκος πλευράς 76,30μ., το οποίο χωριζόταν σε τέσσερα ίσου μεγέθους μικρότερα τετράγωνα τμήματα. Το κάθε τμήμα είχε στο κέντρο τετράγωνη περίστυλη αυλή με 10 κίονες δωρικού ρυθμού σε κάθε πλευρά της. Γύρω από την αυλή διατάσσονταν δωμάτια διαφόρων διαστάσεων, καθένα από τα οποία είχε πόρτα που άνοιγε προς την αυλή. Ένας διάδρομος συνέδεε τις δύο βόρειες αυλές και ένας άλλος τις δύο νότιες. Οι διάδρομοι έκλειναν στα άκρα τους με πόρτες. Είσοδοι υπήρχαν στην ανατολική και δυτική πλευρά του κτιρίου, μία για κάθε τετράγωνο 337. Οι δυτικές είσοδοι είναι πιο επιμελημένες από τις ανατολικές, καθώς δυτικά του κτιρίου περνούσε ο μεγάλος δρόμος που οδηγούσε από το θέατρο στο τέμενος του ιερού 338. Από τις δυτικές εισόδους σε καλύτερη κατάσταση σώζεται εκείνη που οδηγούσε στη νοτιοδυτική αυλή (εικ. 56): αποτελούνταν από έναν ρηχό προθάλαμο και ένα μικρό δωμάτιο. Η είσοδος στον προθάλαμο δεν έκλεινε με πόρτα. Το κατώφλι της σώζεται και έχει στα άκρα 332 Για τις εργασίες βλ. Λαμπρινουδάκης Το καταγώγιο δεν συμπεριλαμβάνεται στα μνημεία που αναστηλώθηκαν. 333 Καββαδίας 1900, , Robert 1935, 32-33, Roux 1961, 229, 277, 295, 326, Burford 1969, 77, Φαράκλας 1972, 51, Dinsmoor 1975, 251, εικ. 91, Papastamou 1977, 23, Papadakis 1978, 24, Tomlinson 1983, 84-85, Riethmüller 2005α, 294, Hellmann 2006, Kraynak 1984, Kraynak 1991, 1-8. Επίσης βλ. Kraynak 1986, Το μνημείο αυτό είχε θεωρηθεί από τον Καββαδία και τους μετέπειτα ερευνητές ως Γυμνάσιο, αλλά η νεότερη έρευνα απέδειξε ότι πρόκειται για ένα Εστιατόριο, προοριζόμενο για τα τελετουργικά γεύματα. Για το «Γυμνάσιο» της Επιδαύρου βλ. Καββαδίας 1900, , Delorme 1946, , Delorme 1960, 95-99, Glass 1967, , Tomlinson 1969, , Tomlinson 1983, Οι Burford 1969, 77, Tomlinson 1983, 84 και Hellmann 2006, 230 λανθασμένα αναφέρουν ότι το κτίριο είχε δύο μόνο εισόδους στη δυτική πλευρά. Η Kraynak σωστά επισημαίνει ότι είσοδοι υπάρχουν και στα ανατολικά. Ότι «κάθε τετράγωνο έχει ξεχωριστή είσοδο απέξω, ώστε το οικοδόμημα στο σύνολο να έχει τέσσερεις» γράφει και ο ανασκαφέας Καββαδίας 1900, 164. Ο κάθετος άξονας του καταγωγίου δεν βρίσκεται ακριβώς πάνω στον άξονα βορρά-νότου, για λόγους ευκολίας όμως θα θεωρήσουμε και εμείς, όπως και οι άλλοι συγγραφείς πριν από εμάς, ότι είναι έτσι. 338 Kraynak 1984,

64 του από έναν τετράγωνο λίθο με τόρμους για τη γόμφωση λίθινων παραστάδων. Στο πίσω μέρος του προθαλάμου σώζεται το κατώφλι της εισόδου προς το δωμάτιο, το οποίο φέρει τόρμους για τη γόμφωση λίθινων παραστάδων και, κατά μήκος της ανατολικής μακράς πλευράς του, έχει αναβαθμό με τόρμους για τους ξύλινους σταθμούς της πόρτας. Αυτή τη μορφή έχουν σχεδόν όλα τα κατώφλια που σώζονται στο καταγώγιο 339. Η είσοδος προς την αυλή σώζει κι αυτή το κατώφλι της, το οποίο δεν έφερε πόρτα. Παρόμοια μορφή είχε και η είσοδος που οδηγούσε στη βορειοδυτική αυλή. Ο ανοιχτός προθάλαμος με την πόρτα στο πίσω μέρος του θυμίζει τα «πρόθυρα» της Ολύνθου 340. Οι ανατολικές είσοδοι είχαν τη μορφή διαδρόμου. Η είσοδος προς τη βορειοανατολική αυλή σώζει και τα δύο κατώφλια της. Από αυτά το εσωτερικό φέρει στα άκρα του τόρμους για τη γόμφωση των παραστάδων και στο κέντρο εγκοπή πιθανόν για τον κάθετο σύρτη μιας δίφυλλης πόρτας. Το εξωτερικό κατώφλι σώζει το κατώτατο τμήμα της βόρειας παραστάδας 341. Η είσοδος προς τη νοτιοανατολική αυλή σώζει μόνο το εξωτερικό κατώφλι, εν μέρει καλυμμένο από τοίχο της ύστερης ρωμαϊκής εποχής. Οι ανατολικές είσοδοι φαίνεται ότι έφεραν πόρτα μόνο στο εσωτερικό τους άκρο. Η διαρρύθμιση λοιπόν των ανατολικών εισόδων ήταν διαφορετική από εκείνη των δυτικών 342. Οι αυλές διέθεταν υπόγειους αγωγούς σκεπασμένους με μεγάλους αργούς λίθους. Τμήμα ενός από αυτούς, ακάλυπτο σε ένα σημείο του, ώστε να φαίνεται το εσωτερικό του, είναι σήμερα ορατό στη βορειοανατολική αυλή. Δίπλα στον αγωγό σώζεται ρηχή κυκλική λεκάνη με οπή στο κέντρο της για τη συγκέντρωση και απορροή των νερών της βροχής (εικ. 58). Τμήμα καλυμμένου αγωγού είναι ορατό και στη νοτιοδυτική αυλή, ενώ στη νοτιοανατολική σώζονται άλλες δύο λεκάνες. Στην περιοχή του νοτιοανατολικού τετραγώνου είναι σήμερα ορατοί μακριοί τοίχοι που εισέρχονται στην αυλή και υποδεικνύουν ότι το κτίριο υπέστη μετατροπές σε μεταγενέστερα χρόνια (εικ. 59). Πράγματι η Kraynak στο άρθρο της το 1991 παρουσίασε δύο κατόψεις του κτιρίου: η πρώτη (εικ. 54) αποτυπώνει το κτίριο όπως αυτό εμφανίζεται σήμερα και η δεύτερη (εικ. 55) αποδίδει τη μορφή που, κατά τη συγγραφέα, είχε το κτίσμα στην αρχική του φάση. Πέρα από τις μεταβολές στην περιοχή της νοτιοανατολικής αυλής, ορατές είναι και οι διαφοροποιήσεις στο κέντρο του κτιρίου. Εκείνο που βοηθά να εντοπιστούν στο κτίριο οι μεταγενέστερες επεμβάσεις είναι η ύπαρξη σπασμένων κεραμιδιών και κονιάματος στους 339 Στην εικ. 57 της παρούσης εργασίας βλέπουμε ενδεικτικά ένα από τα κατώφλια αυτής της μορφής, που σώζονται στο καταγώγιο (πρόκειται για το κατώφλι της εισόδου προς το νοτιοανατολικό δωμάτιο της νοτιοδυτικής αυλής). Για μια σχεδιαστική απόδοση αυτού του τύπου κατωφλιού βλ. Haddad 1995, πίν. 61.δ. 340 Βλ. σελ. 28 και εικ. 13 της παρούσης εργασίας. 341 Η Kraynak 1984, αναφέρει ότι η ίδια δεν μπόρεσε να εντοπίσει το εξωτερικό κατώφλι της βορειοανατολικής εισόδου, ωστόσο το κατώφλι αυτό σήμερα βρίσκεται στη θέση του. 342 Kraynak 1984,

65 τοίχους, η οποία υποδεικνύει επισκευή ή προσθήκη που έγινε το πιθανότερο στα ρωμαϊκά χρόνια (εικ. 60) 343. Οι τοίχοι του αρχικού κτιρίου ήταν κατασκευασμένοι από μεγάλους πολυγωνικούς λίθους χωρίς κονίαμα στη σύνδεσή τους και είχαν ανωδομή από ωμόπλινθους. Οι εξωτερικοί τοίχοι και οι δύο μεγάλοι εσωτερικοί τοίχοι, οι οποίοι διαιρούν το κτίσμα στα τέσσερα (ο ένας με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά και ο άλλος από βορρά προς νότο), είναι κατασκευασμένοι από μεγάλους πολυγωνικούς λίθους και έχουν πάχος περίπου 0,75 μ. Οι παραπάνω τοίχοι συνιστούσαν τους πίσω τοίχους των δωματίων. Οι υπόλοιποι τοίχοι, που σχημάτιζαν τους πλαϊνούς και μπροστινούς τοίχους των δωματίων, ήταν κατασκευασμένοι από μικρότερους πολυγωνικούς λίθους και είχαν πάχος περίπου 0,50 μ Ο Καββαδίας σημειώνει ότι αυτή η τοιχοδομία από μεγάλους ή μικρότερους πολυγωνικούς λίθους, τα κενά μεταξύ των οποίων γεμίζονται με χώμα, είναι χαρακτηριστική των «ἑλληνικῶν χρόνων» 345. Με βάση λοιπόν την τοιχοποιία διαπιστώνεται ότι οι τοίχοι που εισέρχονται στη νοτιοανατολική αυλή και περιέχουν σπασμένα κεραμίδια και κονίαμα χτίστηκαν εξ ολοκλήρου στα πλαίσια μιας δραστικής ανακατασκευής, που έγινε στην περιοχή αυτή του κτιρίου κατά τα ρωμαϊκά χρόνια. Στους υπόλοιπους τοίχους του κτίσματος κονίαμα και κεραμίδια εντοπίζονται εκεί όπου στα ρωμαϊκά χρόνια χρειάστηκε να γίνουν επισκευές ή επεμβάσεις. Φαίνεται όμως ότι η κάτοψη της ελληνικής εποχής σε γενικές γραμμές δεν άλλαξε 346. Την Kraynak απασχόλησε ιδιαίτερα η διαμόρφωση του κτιρίου στο κέντρο του, όπου διαπίστωσε ότι πολλοί τοίχοι και θύρες ανήκουν στη μετέπειτα φάση. Στην κάτοψη του κτιρίου όπως είναι σήμερα (εικ. 52 και 54) η κεντρική οριζόντια μεσοτοιχία είναι συνεχής με ένα μόνο άνοιγμα στο κέντρο του τοίχου 347, ο οποίος χωρίζει τα δωμάτια με τα νούμερα 1 και Στο σημείο υπάρχει κατώφλι (εικ. 61) όμοιο με τα άλλα κατώφλια που σώζονται στο κτίριο, όμως ο τοίχος από τη μια και την άλλη πλευρά του κατωφλιού περιέχει κονίαμα και κεραμίδια, κάτι που σημαίνει ότι η θύρα ανοίχτηκε μεταγενέστερα. Επιπλέον κάτω από το κατώφλι σώζεται θεμέλιο τοίχου, με διεύθυνση από βορρά προς νότο, που εκτείνεται και μέσα στα δωμάτια 1 και 2. Τμήμα του ίδιου, προφανώς πρωιμότερου, τοίχου προβάλλει και κάτω από το βόρειο 343 Kraynak 1991, Kraynak 1991, Καββαδίας 1900, Kraynak 1991, Στο άρθρο της η Kraynak δεν σημειώνει στην κάτοψη (εδώ εικ. 54) το άνοιγμα, παραθέτει όμως φωτογραφία από το σημείο αυτό του κτιρίου, στην οποία φαίνεται το άνοιγμα με το κατώφλι του θυρώματος. Στην κάτοψη που βλέπει κανείς στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού (εδώ εικ. 52) το άνοιγμα σημειώνεται. 348 Στην κάτοψη που δημοσίευσε στη διατριβή του 1984, πίν. Χ, η Kraynak έδωσε στο βόρειο δωμάτιο τον αριθμό 2 και στο νότιο τον αριθμό 1. Στο άρθρο του 1991, εικ. 1 αριθμεί αντίστροφα τα δύο δωμάτια. Εδώ παρατίθεται η κάτοψη που δημοσιεύτηκε στο άρθρο, επομένως το δωμάτιο 1 είναι το βόρειο δωμάτιο και το δωμάτιο 2 το νότιο. 58

66 τοίχο του δωματίου 1. Ο τοίχος αυτός βρίσκεται ακριβώς πάνω στη γραμμή της κεντρικής κάθετης μεσοτοιχίας και έχει το ίδιο πλάτος με αυτήν, επομένως είναι πολύ πιθανόν να πρόκειται για τμήμα της μεσοτοιχίας αυτής, η οποία στο αρχικό κτίριο διχοτομούσε τα δωμάτια 1 και 2. Αν είναι έτσι, τότε στο αρχικό κτίριο η κάθετη μεσοτοιχία διακοπτόταν μόνο στα σημεία όπου βρίσκονταν οι δύο διάδρομοι, και στο κέντρο του κτιρίου διασταυρωνόταν με την οριζόντια μεσοτοιχία σχηματίζοντας τέσσερα δωμάτια που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους, θα είχαν όμως το καθένα από μία πόρτα που θα οδηγούσε στην αντίστοιχη αυλή (εικ. 55). Στην αρχική του φάση δηλαδή το κτίριο αποτελούνταν από δύο τμήματα, το βόρειο και το νότιο, που ήταν αποκομμένα το ένα από το άλλο και εντελώς συμμετρικά. Η εσωτερική επικοινωνία ήταν εφικτή μόνο μεταξύ των δύο βόρειων και των δύο νότιων τετραγώνων 349. Με βάση τα παραπάνω είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι τα δωμάτια 1 και 2 διαμορφώθηκαν στα ρωμαϊκά χρόνια, για να υπάρξει επικοινωνία ανάμεσα στα δύο τμήματα του κτιρίου και ανάμεσα στις αυλές. Παρακάτω ακολουθεί μια πιο αναλυτική «ανάγνωση» του χώρου στην περιοχή των δύο δωματίων, που μπορεί ίσως να δείξει πώς προχώρησε και ολοκληρώθηκε η μετατροπή στο κέντρο του κτιρίου. Από τις υπόλοιπες θύρες των δύο δωματίων - εκτός από αυτή στο μεταξύ τους τοίχο - εκείνη που οδηγούσε από το δωμάτιο 1 στη βορειοανατολική αυλή σήμερα δε σώζεται, γιατί στη θέση της υπάρχει συμπαγής ύστερος τοίχος 350. Είναι όμως λογικό να θεωρήσουμε ότι υπήρχε, καθώς στους τοίχους των δωματίων 1 και 2 σώζονται αντίστοιχες εισοδοι προς τις άλλες τρεις αυλές 351. Η Kraynak θεωρεί πιθανό ότι από την παραπάνω είσοδο, που κάποια στιγμή έκλεισε, προήλθε το κατώφλι που τοποθετήθηκε στη θύρα μεταξύ των δύο δωματίων, μιας και αυτό είναι όμοιο με όλα τα άλλα κατώφλια του κτιρίου, τα οποία δεν μπορεί παρά να ανήκουν στην αρχική του φάση 352. Στο βόρειο τοίχο του δωματίου 1 σήμερα υπάρχει στενή είσοδος χωρίς κατώφλι, η οποία οδηγούσε στο αμέσως βορειότερο δωμάτιο. Η είσοδος προς τη βορειοδυτική αυλή, στο δυτικό τοίχο του δωματίου 1, σώζει το κατώφλι της, το οποίο φέρει τόρμους για την υποδοχή πόρτας 353. Πιο πολύπλοκη υπήρξε η ερμηνεία των ερειπίων στο δωμάτιο 2 και ιδιαίτερα της κατασκευής η οποία σώζεται στη θέση της εισόδου μεταξύ του δωματίου και της νοτιοδυτικής αυλής και μοιάζει με κλίμακα (εικ. 62). Σε σχέση με την κατασκευή αυτή η Kraynak στη διδακτορική της διατριβή γράφει επί λέξει: Kavvadias cited these blocks as evidence for a stairway to a second storey over all or part of the building. Σε υποσημείωση η Kraynak 349 Kraynak 1991, 2-3 και Kraynak 1984, 68. Την κάτοψη της Kraynak για το αρχικό κτίριο παραθέτει στο άρθρο της και η D Arrigo 1992, 98 εικ Η Kraynak στην κάτοψη της (εικ. 54) δεν σημειώνει τον ύστερο αυτό τοίχο, στην κάτοψη όμως της ιστοσελίδας του Υπουργείου Πολιτισμού (εικ. 52) ο τοίχος αυτός είναι ορατός. 351 Kraynak 1991, Kraynak 1991, Kraynak 1984,

67 προσθέτει ότι την πληροφορία αυτή τη διάβασε στη σελίδα 163 του έργου του ανασκαφέα «Τό ἱερόν τοῦ Ἀσκληπιοῦ ἐν Ἐπιδαύρῳ καί ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν» 354. Το ίδιο επαναλαμβάνει και στο άρθρο της το Φαίνεται ωστόσο ότι η ανάγνωση της Kraynak ήταν εν μέρει λανθασμένη, γιατί ο Καββαδίας στη σχετική παράγραφο γράφει: «Ἑκάστου δὲ τετραγώνου περικλείοντος 20 δωμάτια, τὸ ὅλον οἰκοδόμημα περιεῖχεν 80 ἢ μᾶλλον εἰπεῖν 160 δωμάτια, διότι δὲν ἦτο μονόροφον ἀλλὰ διώροφον, ὡς δηλοῦται ἐξ εὑρεθέντων ἐν τῇ ἀνασκαφῇ αὐτοῦ λιθίνων παραστάδων θυρίδων κάτω καὶ ἄνω ὀρόφου» 356. Επομένως ο Καββαδίας πράγματι πίστευε ότι το κτίριο είχε δεύτερο όροφο και ότι ο όροφος αυτός εκτεινόταν πάνω από το σύνολο της επιφάνειας του ισογείου, όπως προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζει τον αριθμό των δωματίων 357. Δε στηρίζει όμως αυτή του την άποψη στην ύπαρξη κλίμακας, και η αλήθεια είναι ότι στο κείμενό του αυτό ο Καββαδίας δεν κάνει πουθενά λόγο για καμία κλίμακα. Παρόλα αυτά η κλίμακα υπάρχει και η Kraynak την περιέγραψε σε μια προσπάθεια να διαλευκάνει το ζήτημα του δεύτερου ορόφου, την ύπαρξη του οποίου οι προηγούμενοι μελετητές απλώς την ανέφεραν, είτε ως βεβαιότητα είτε ως πιθανότητα, χωρίς περαιτέρω συζήτηση 358. Όπως φαίνεται στην εικ. 62, η κλίμακα αυτή αποτελείται από έναν λίθο in situ, ύψους 0,34 μ., τοποθετημένο στο άνοιγμα που υπάρχει στο δυτικό τοίχο του δωματίου 2, και από δύο ακόμη λίθους, ύψους 0,22 εκ. ο καθένας, που έχουν τοποθετηθεί κλιμακωτά, έτσι ώστε να εισχωρούν μέσα στο δωμάτιο 2. Συνολικά σχηματίζονται τρία σκαλοπάτια. Ο χαμηλότερος και ο αμέσως επόμενος λίθος δεν εφάπτονται, γιατί ανάμεσά τους υπάρχει γέμισμα από χώμα, πλάτους 0,67 εκ. Το τελευταίο σκαλοπάτι «κάθεται» πάνω στο σημερινό δάπεδο του δωματίου 2, εξέχει δηλαδή με όλο του το ύψος πάνω από τη γραμμή του δαπέδου. Φαίνεται όμως ότι το σημερινό δάπεδο βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με εκείνο της τελευταίας, ρωμαϊκής, φάσης του κτιρίου, καθώς στη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου σώζεται μια τετράγωνου σχήματος επίστρωση του δαπέδου με κεραμίδια μέσα σε κονίαμα 354 Kraynak 1984, 66, 181 σημ Kraynak 1991, Καββαδίας 1900, 163. Σύμφωνα με το Liddell - Scott II, 202: «θυρίς» είναι: 1. υποκοριστικό της λέξης «θύρα» και 2. παράθυρο. Ας σημειωθεί ότι το εν λόγω έργο του Καββαδία κυκλοφορεί στα νέα ελληνικά από τις εκδόσεις «Κάκτος» με τον τίτλο «Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου» (Αθήνα 2006) και εκεί το συγκεκριμένο χωρίο μεταφράζεται ως εξής: «Καθώς κάθε τετράγωνο είχε 20 δωμάτια, το συνολικό κτίριο αριθμούσε 80 ή μάλλον 160, γιατί ήταν διώροφο, όπως γίνεται φανερό από πέτρινες παραστάδες παραθύρων του κάτω και του πάνω ορόφου» (ενταύθα, 193). 357 Ο αριθμός 160 για το σύνολο των δωματίων του μνημείου επαναλαμβάνεται και αλλού: Φαράκλας 1972, 51, Dinsmoor 1975, 251, Papastamou 1977, 23, καθώς και στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού. 358 Εκτός από τον Καββαδία, Burford 1969, 77, Dinsmoor 1975, 251, Papastamou 1977, 23, Papadakis 1978, 24, Tomlinson 1983,

68 (εικ. 66). Πάνω σε αυτό το ενιαίο προφανώς επίπεδο εδάφους μέσα στο δωμάτιο 2, «κάθεται» και το κατώφλι της θύρας που οδηγούσε στο δωμάτιο 1 (εικ. 61), αλλά κι εκείνο που βρίσκεται στην είσοδο μεταξύ του δωματίου 2 και της νοτιοανατολικής αυλής. Το τελευταίο αυτό κατώφλι είναι όμοιο με τα υπόλοιπα κατώφλια του κτιρίου και στη δυτική του πλευρά εφάπτεται με έναν λίθο παρόμοιο με τους ανώτερους λίθους της απέναντι κλίμακας (εικ. 66) 359. Δύο είναι τα ερωτήματα που γεννά η ύπαρξη αυτής της κλίμακας: α. αν αυτή ανήκε εξ αρχής στο κτίριο ή δημιουργήθηκε στα ρωμαϊκά χρόνια και β. αν η ύπαρξή της υποδηλώνει και την ύπαρξη δευτέρου ορόφου. Για να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα, η Kraynak εξέτασε τους λίθους από τους οποίους αποτελείται η κατασκευή. Οι δύο επάνω λίθοι δεν έχουν τόρμους στην επιφάνειά τους, εκείνος όμως που βρίσκεται χαμηλά έχει στο βόρειο και νότιο άκρο του από δύο τόρμους. Η ορατή επάνω επιφάνεια του χαμηλότερου αυτού λίθου έχει μήκος 1,78 μ. και πλάτος 0,54 μ. Οι διαστάσεις του αυτές είναι πολύ κοντά στις διαστάσεις που έχουν τα κατώφλια του κτιρίου, στα οποία υπάρχει επιπλέον, κατά μήκος της μιας μακριάς πλευράς τους, ο αναβαθμός, μέσου πλάτους 0,15 μ. που συγκρατούσε την πόρτα, όταν αυτή έκλεινε. Ο αναβαθμός αυτός σε όλα τα κατώφλια του κτιρίου είναι πάντα στραμμένος προς το εσωτερικό των δωματίων, κάτι που σημαίνει ότι οι πόρτες άνοιγαν προς τα μέσα. Η Kraynak επιχείρησε μια μικρή τομή στη χωμάτινη ζώνη, κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του λίθου της κατασκευής, και διαπίστωσε ότι αυτός φέρει αναβαθμό, σκεπασμένο εξ ολοκλήρου με το χώμα. Επομένως το πρώτο σκαλοπάτι ήταν - προφανώς κατά την αρχική φάση του κτιρίου - ένα κατώφλι, με τον αναβαθμό στραμμένο προς το χώρο που σήμερα καταλαμβάνει το δωμάτιο 2. Αν είναι σωστή η υπόθεση της Kraynak ότι κατά την αρχική φάση του κτιρίου στο κέντρο του υπήρχαν, αντί των δωματίων 1 και 2, τέσσερα δωμάτια, που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους, τότε το κατώφλι θα οδηγούσε στο νοτιοδυτικό δωμάτιο 2a (εικ. 55). Στην ταύτιση του κατώτατου λίθου της κλίμακας με κατώφλι συνηγορεί και η ύπαρξη των ορθογώνιων τόρμων στα δύο άκρα του. Αρχικά λοιπόν στο σημείο όπου τώρα βρίσκεται η κλίμακα υπήρχε πόρτα, που μεταγενέστερα αχρηστεύτηκε με την τοποθέτηση των άλλων δύο σκαλοπατιών. Το να παρέμεινε η πόρτα στη θέση της είναι απίθανο, διότι μια πόρτα δεν χωράει να ανοίξει μέσα σε χώρο πλάτους 0,67 εκ., όσο είναι δηλαδή η απόσταση που χωρίζει το πρώτο σκαλοπάτι από το δεύτερο. Συμπερασματικά, η κλίμακα δε φαίνεται να αποτελούσε τμήμα του αρχικού κτιρίου και έτσι οι πιθανότητες να υπήρχε κατά την ελληνιστική φάση δεύτερος όροφος ελαχιστοποιούνται Η Kraynak 1984, σημ. 154 είχε υποθέσει ότι ο λίθος αυτός μπορεί να ανήκε αρχικά στην κλιμακωτή κατασκευή και να ήταν τοποθετημένος ανάμεσα στο πρώτο και δεύτερο σκαλοπάτι, στην περιοχή που τώρα είναι γεμάτη με χώμα. Στο άρθρο της όμως Kraynak 1991, 4 αναιρεί αυτή της την υπόθεση. 360 Kraynak 1991,

69 Στη συνέχεια του άρθρου της η Kraynak εξετάζει το ενδεχόμενο να υπήρχε δεύτερος όροφος κατά τη ρωμαϊκή φάση του κτιρίου, οπότε και κατασκευάστηκε η κλίμακα. Αν η κλίμακα οδηγούσε σε δεύτερο όροφο, θα ήταν προσιτή μόνο από τη νοτιοδυτική αυλή, καθώς δεν υπάρχει τρόπος να την προσεγγίσει κανείς από κάποιο σημείο εντός του δωματίου 2. Είναι όμως απίθανο να υπήρχε ένας ολόκληρος δεύτερος όροφος και η πρόσβαση σε αυτόν να ήταν τόσο περιορισμένη, τη στιγμή που στο σημείο αυτό του κτιρίου θα μπορούσε να κατασκευαστεί μια μεγάλη κεντρική σκάλα προσβάσιμη και από τις τέσσερεις αυλές. Η ύπαρξη δεύτερου ορόφου μόνο πάνω από τη νοτιοδυτική αυλή είναι ακόμη πιο απίθανη, γιατί τότε η γραμμή της στέγης θα ήταν ασυνήθιστα ακανόνιστη. Ένας δεύτερος όροφος πάνω από τις δύο νότιες αυλές θα μπορούσε να είναι προσιτός και από τη νοτιοανατολική αυλή, διαμέσου του διαδρόμου που την ενώνει με τη νοτιοδυτική, και θα έκανε τη γραμμή της στέγης λιγότερο ακανόνιστη. Είναι όμως δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένας όροφος πάνω από τα μακρά, ορθογώνια δωμάτια που στο νοτιοανατολικό τετράγωνο εκτείνονταν μέχρι το μέσον σχεδόν της αυλής. Εφόσον κατά τη ρωμαϊκή εποχή δεν θα υπήρχε όροφος, τότε πιθανόν να μην υπήρχε ούτε κατά την ελληνική 361. Αν το κτίριο τελικά δεν ήταν διώροφο, απομένει να εξηγηθεί για ποιο λόγο κατασκευάστηκε η κλίμακα. Είναι λογικό να σκεφτεί κανείς ότι αυτή διαμορφώθηκε ταυτόχρονα με τα δωμάτια 1 και 2, που δημιουργήθηκαν με την απομάκρυνση του κεντρικού τμήματος της μεγάλης μεσοτοιχίας, διεύθυνσης βορά-νότου, για να παρέχει πρόσβαση από τη νοτιοδυτική αυλή στο δωμάτιο 2, απ όπου μπορούσε κανείς έπειτα να περάσει είτε απέναντι, στη νοτιοανατολική αυλή, είτε στις δύο βόρειες αυλές διαμέσου του δωματίου 1. Για να έχει η κλίμακα λόγο ύπαρξης, θα πρέπει το επίπεδο του δαπέδου της νοτιοδυτικής αυλής να βρισκόταν τότε, όπως και σήμερα άλλωστε λόγω της κατωφέρειας πάνω στην οποία έχει κτιστεί το κτίριο, χαμηλότερα από εκείνο των δωματίων 1 και 2. Σε χαμηλότερο επίπεδο 361 Kraynak 1984, 67 και Kraynak 1991, 5. Ας σημειώσουμε εδώ ότι μεταξύ των αρχιτεκτονικών μελών που βρίσκονται διάσπαρτα στο χώρο του καταγωγίου είναι και ορισμένα τμήματα ημικιόνων (εικ. 63), καθώς και ένα επίκρανο παραστάδας (εικ. 64). Τα μέλη αυτά εντοπίζονται μόνο στη βορειοανατολική αυλή. Πρόκειται προφανώς για τις «παραστάδες θυρίδων», τις οποίες ο Καββαδίας 1900, 163 απέδωσε στο δεύτερο όροφο. Η Kraynak 1991, 8 σημ. 7, η οποία άλλωστε πιστεύει ότι το κτίριο δεν είχε δεύτερο όροφο, θεωρεί ότι οι ημικίονες δεν ανήκουν στο καταγώγιο. Ο Roux 1961, 351 και πίν παραθέτει φωτογραφία ενός ιωνικού ημικίονα από το χώρο του καταγωγίου (εδώ εικ. 65), τον οποίο χρονολογεί στα τέλη του 4 ου ή στις αρχές του 3 ου αι. π.χ., τον αποδίδει όμως στο «Γυμνάσιο». Ο ημικίονας αυτός σήμερα δεν βρίσκεται στο καταγώγιο. Ο Tomlinson 1983, 82 επίσης σημειώνει ότι ιωνικοί ημικίονες βρέθηκαν στο εσωτερικό του «Γυμνασίου». Το πώς βρέθηκαν στο καταγώγιο τα μέλη που βλέπουμε σήμερα στη βορειοανατολική αυλή και το αν αυτά ανήκουν στο καταγώγιο θα πρέπει να διερευνηθεί στα πλαίσια μιας μελλοντικής δημοσίευσης του μνημείου. Πάντως η πληροφορία της Kraynak 1991, 8 σημ. 7 ότι η L. Shoe δεν συμπεριλαμβάνει ημικίονες ανάμεσα στα αρχιτεκτονικά μέλη του καταγωγίου τα οποία μελετάει είναι μάλλον λανθασμένη. Ένα από τα μέλη που η Shoe συμπεριλαμβάνει στους πίνακές της (Shoe 1936, 64, 175, 138 και πίν. ΧΧΙΧ,6 ) και σημειώνει ότι βρέθηκε στο καταγώγιο είναι a capital of a pier attached to a half ionic capital. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε σε ποιο μέλος αναφέρεται, αν και η περιγραφή παραπέμπει στη μορφή που έχει ο ιωνικός ημικίονας, στον οποίο αναφέρεται ο Roux. Η Shoe χρονολογεί το μέλος στον 4 ο αι. π.χ. 62

70 βρίσκονται, σήμερα όπως και τότε (εικ. 66), και τα δωμάτια που περιβάλλουν την αυλή, είναι λοιπόν πιθανό στο επίπεδο αυτό να βρισκόταν και το δάπεδο στο δωμάτιο 2a του αρχικού κτιρίου, κάτι που θα εξηγούσε την ύπαρξη in situ, στη βορειοανατολική γωνία της νοτιοδυτικής αυλής, του κατωφλιού, το οποίο θα οδηγούσε κάποτε στο δωμάτιο 2a και καταργήθηκε αργότερα, για να αποτελέσει το χαμηλότερο σκαλοπάτι της κλίμακας προς το δωμάτιο 2. Το δωμάτιο 2a, που βρισκόταν σε χαμηλότερο επίπεδο, θα έπρεπε αναγκαστικά να αποκλείεται από τα άλλα τρία δωμάτια στο κέντρο του κτιρίου, τα οποία βρίσκονταν ψηλότερα. Όταν αργότερα γκρεμίστηκε το κεντρικό τμήμα της κάθετης μεσοτοιχίας και ανοίχτηκε η θύρα στο κέντρο της οριζόντιας, με σκοπό να επιτευχθεί στο σημείο η επικοινωνία μεταξύ των τεσσάρων τμημάτων του κτιρίου, το δάπεδο του δωματίου 2a ανυψώθηκε, για να βρεθεί στο ίδιο επίπεδο με εκείνο των άλλων τριών δωματίων, και το κατώφλι που καταργήθηκε μετατράπηκε σε σκαλοπάτι, στο οποίο προστέθηκαν άλλα δύο. Έτσι προέκυψε η κλίμακα, που δε φαίνεται να είχε άλλη χρήση πέρα από το να οδηγεί από τη νοτιοδυτική αυλή στο δωμάτιο Στο παραπάνω κείμενο η ιστορία του μνημείου διαιρείται χονδρικά σε δύο φάσεις, την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή, ωστόσο η χρονολόγηση πρέπει να γίνει πιο συγκεκριμένη. Όπως ειπώθηκε, ο Καββαδίας με βάση την τοιχοποιία χρονολόγησε το αρχικό κτίριο γενικά στα ελληνικά χρόνια. Στη συνέχεια του κειμένου του αναφέρει ότι μέρος των τοίχων κατέρρευσε κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους, αλλά ξαναχτίστηκε «διὰ τῶν ἀυτῶν σχεδὸν λίθων μετ ἀσβέστου» 363, και ότι στα τελευταία χρόνια του ιερού το οικοδόμημα υπέστη και άλλη καταστροφή, οπότε γκρεμίστηκαν και οι κίονες, τουλάχιστον αυτοί του νοτιοανατολικού τετραγώνου. Το κτίριο όμως επισκευάστηκε και πάλι με απλές πέτρες, πλίνθους και ασβέστη, ενώ «τὸ ἀρχικὸν σχέδιον ἐνιαχοῦ μετεβλήθη». Τότε κτίστηκαν και τα δωμάτια που εκτείνονται μέχρι το μέσον της νοτιοανατολικής αυλής 364. Η Kraynak εντόπισε σε ορισμένα σημεία του κτιρίου, στη νοτιοδυτική και τη βορειοανατολική αυλή, τη χρήση απολιθωματοφόρου ασβεστόλιθου, και υπέθεσε ότι τα σημεία αυτά μπορεί να αντιπροσωπεύουν την πρώτη φάση επισκευής, στην οποία αναφέρεται ο Καββαδίας. Πολλοί περισσότεροι είναι οι τοίχοι που περιέχουν σπασμένα κεραμίδια και κονίαμα, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τη δεύτερη φάση ανακατασκευής του κτιρίου. Από αυτούς οι πιο πολλοί εντοπίζονται στις δύο ανατολικές αυλές Kraynak 1984, 69-70, Kraynak 1991, Καββαδίας 1900, 165. Liddell - Scott I, : η ἄσβεστος είναι ο ασβέστης. 364 Καββαδίας 1900, Kraynak 1984,

71 Η αρχική φάση του Καταγωγίου χρονολογείται στον ύστερο 4 ο αι. π.χ. ή στις αρχές του 3 ου π.χ. 366, σε μια εποχή που στο ιερό χτίστηκαν και άλλα χρηστικά κτίρια προορισμένα για κατοίκηση, ορισμένα από αυτά στο όρος Κυνόρτιον 367. Στα χρόνια αυτά χρονολογείται και το Εστιατόριο 368. Όσον αφορά τις μετέπειτα φάσεις του κτιρίου, μπορεί κανείς να τις τοποθετήσει μέσα στο χρόνο, αν τις συσχετίσει με τα γεγονότα της ιστορίας του ιερού: τον 1 ο αι. π.χ. το ιερό λεηλατήθηκε δύο φόρες, το 88 από το Σύλλα και το 67 από πειρατές. Η καταστροφή στο καταγώγιο δεν πρέπει να ήταν εκτεταμένη και οι επισκευές μπορεί να είναι αυτές που έγιναν με τη χρήση ασβεστόλιθου. Η δεύτερη εκτενής ανακατασκευή θα πρέπει να έγινε το 160 μ.χ., όταν ο Ρωμαίος ύπατος Σέξτος Ιούλιος Μάιωρ Αντωνίνος, όπως είναι γνωστό από τις επιγραφές και τον Παυσανία, χρηματοδότησε ένα σημαντικό πρόγραμμα αποκατάστασης των κτιρίων του ιερού. Όσον αφορά τη λειτουργία του κτιρίου, ο Καββαδίας το ταύτισε με καταγώγιο βασισμένος στην ομοιότητά του με το καταγώγιο των Πλαταιών, και έκτοτε η άποψη αυτή δεν αμφισβητήθηκε 369. Πράγματι η κάτοψη καθενός από τα τέσσερα τμήματα του κτιρίου, με την εσωτερική περίστυλη αυλή και τα δωμάτια γύρω, ανταποκρίνεται στην περιγραφή του Θουκυδίδη. Επιπλέον ένα τέτοιο κτίσμα ήταν απαραίτητο στο ιερό ενός θεραπευτή θεού, όπου συνέρρεαν πλήθη προσκυνητών. Ακόμη και χωρίς δεύτερο όροφο το καταγώγιο της Επιδαύρου είναι ένα από τα μεγαλύτερα στην αρχαία Ελλάδα. Οι διαστάσεις των δωματίων του κυμαίνονται από 4,30 x 4,65 μ. έως 5 x 8 μ. και υπολογίζεται ότι καθένα από αυτά μπορούσε να φιλοξενήσει με άνεση από 2 έως 6 άτομα. Σύμφωνα με την αποκατάσταση της κάτοψης του κτιρίου, την οποία προτείνει η Kraynak, και εφόσον η ύπαρξη δεύτερου ορόφου μέχρι στιγμής δεν αποδεικνύεται, τα δωμάτια στην αρχική φάση θα ήταν 70. Επομένως το καταγώγιο μπορούσε να στεγάσει από 140 έως 420 άτομα 370. Ο αριθμός είναι πολύ μικρός, αν σκεφτεί κανείς ότι το θέατρο της Επιδαύρου διέθετε χώρο για θεατές Kraynak 1986, 195. Σύμφωνα με την Kraynak ο σχεδόν ευθύς εχίνος των δωρικών κιονοκράνων, που σώζονται στις δύο βόρειες αυλές, «κατεβάζει» τη χρονολόγηση στις αρχές του 3 ου αι. π.χ. 367 Burford 1969, Tomlinson 1983, Η Kraynak 1984, 70 υποστηρίζει ότι οι θύρες των δωματίων είναι μεν ελαφρώς έκκεντρα τοποθετημένες, όχι όμως τόσο, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι στους χώρους ήταν τοποθετημένες κλίνες για φαγητό. Πιστεύει επίσης ότι η απουσία ενδείξεων για πλακόστρωτα δάπεδα σημαίνει ότι τα δωμάτια δεν ήταν χώροι εστίασης. Η Heermann 1984, 247 σημ. 18 όμως διαφωνεί και θεωρεί ότι στα δωμάτια του Καταγωγίου της Επιδαύρου παρά τη μικρή μετατόπιση των θυρών μπορεί να υπήρχαν κλίνες. Στο άρθρο της αυτό η Heermann αναφέρει επίσης ότι προτίθεται να δημοσιεύσει σχετικές κατόψεις του κτιρίου, εμείς όμως δεν εντοπίσαμε κάποια τέτοια δημοσίευση. 370 Kraynak 1984, 70, Kraynak 1991, Tomlinson 1983,

72 Τόσοι θα ήταν οι επισκέπτες του ιερού κατά τη διάρκεια των ετήσιων εορτών του θεού, οι οποίοι όμως θα κατέλυαν κατά κύριο λόγο σε σκηνές. Η Kraynak τονίζει ότι προβλήματα στην ερμηνεία του κτιρίου δημιουργεί ο μεγάλος εσωτερικός τοίχος με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση, ο οποίος στα ελληνιστικά χρόνια απέκλειε το βόρειο τμήμα από το νότιο. Η Kraynak αναφέρει δύο ενδεχόμενα: α. ότι από τα δύο τμήματα μπορεί το ένα να προοριζόταν για τις γυναίκες και το άλλο για τους άντρες και β. ότι με τον τρόπο αυτό ήταν εφικτό το ένα από τα δύο τμήματα να κλείνει σε περιόδους μικρής προσέλευσης επισκεπτών 372. Η Hellmann και ο Riethmüller θεωρούν πιθανότερο το πρώτο. Σύμφωνα με τη Hellmann το κτίριο θα στέγαζε οπωσδήποτε ασθενείς, καθώς δεν θα χωρούσαν όλοι στη στοά εγκοίμησης 373. Ο Riethmüller θεωρεί ότι το Καταγώγιο προοριζόταν για τους προνομιούχους προσκυνητές των υψηλών τάξεων, ενώ για τους απλούς πολίτες υπήρχε ένα απλούστερο κατάλυμα στο βορειοανατολικό τμήμα του ιερού, ακριβώς πίσω από τη στοά του Κότυος 374. Την άποψη για την ύπαρξη αυτού του καταλύματος υποστήριξε πρώτος ο H. Lauter 375. Ωστόσο το κτίριο που ήταν γνωστό ως στοά του Κότυος ταυτίστηκε πρόσφατα με το ιερό των Αιγυπτίων, το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Ασκληπιό, στον Απόλλωνα και στην Υγεία ως Όσιρι, Όρο και Ίσιδα αντίστοιχα Το κτίριο στην αγορά της Κασσώπης Η Κασσώπη υπήρξε η πρωτεύουσα της Κασσωπαίας, της χώρας των Κασσωπαίων, ενός από τα σημαντικότερα φύλα της αρχαίας Ηπείρου (εικ. 67) 377. Τα γεωγραφικά όρια της αρχαίας Κασσωπαίας αποτελούσαν στα βόρεια ο ποταμός Αχέροντας, στα ανατολικά ο ποταμός Λούρος, στα νότια ο Αμβρακικός κόλπος και στα δυτικά το Ιόνιο πέλαγος. Οι Κασσωπαίοι, όπως και τα υπόλοιπα ηπειρωτικά φύλα, ζούσαν, ακόμη και κατά την κλασική περίοδο, «κατά κώμας» 378 ασκώντας την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Κασσωπαίας ήλεγχαν από τον 8 ο κιόλας αιώνα π.χ. οι Ηλείοι, που είχαν ιδρύσει σε σημαντικές θέσεις τέσσερεις αποικίες: την Ελάτρια και τις Βατίες στην ενδοχώρα, την Πανδοσία στις όχθες του Αχέροντα και το Βουχέτιο στις όχθες του Λούρου. Τον 7 ο αι. π.χ. έκτισαν και οι Κορίνθιοι την Αμβρακία στις όχθες του Αράχθου. Οι συγκρούσεις ανάμεσα 372 Kraynak 1991, Hellmann 2006, Riethmüller 2005α, Lauter 1986, Λαμπρινουδάκης 1999, Οι Κασσωπαίοι ανήκαν στη φυλή των Θεσπρωτών, από τους οποίους αποσπάστηκαν και αποτέλεσαν ανεξάρτητο φύλο. Τα άλλα σημαντικά φύλα της Ηπείρου ήταν οι Χάονες και οι Μολοσσοί (Στράβων ). 378 Ψευδοσκύλαξ 2.28, 2.30, 2.31,

73 στους αυτόχθονες και στους αποίκους ήταν συχνές, έληξαν όμως, όταν στο προσκήνιο εμφανίστηκε ο Φίλιππος Β. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας παντρεύτηκε τη Μολοσσή πριγκίπισσα Ολυμπιάδα, υπέταξε τις πόλεις των Ηλείων και παραχώρησε τον έλεγχο του ενιαίου πια βασιλείου της Ηπείρου στο γυναικάδελφό του Αλέξανδρο Α το Μολοσσό. Έτσι κατά τον 4 ο αι. π.χ. αρχίζουν να κτίζονται στην Ήπειρο περιτειχισμένες αστικές πόλεις 379. Η Κασσώπη ιδρύθηκε ως αποτέλεσμα του συνοικισμού των διάσπαρτων κωμών της περιοχής. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της Κασσωπαίας, σε ένα οροπέδιο με υψόμετρο περίπου μ. στις νότιες πλαγιές της οροσειράς του Ζαλόγγου 380. Το όνομα της πόλης αναφέρεται για πρώτη φορά σε κατάλογο θεωροδόκων από την Επίδαυρο, ο οποίος χρονολογείται στα π.χ. Η Κασσώπη λοιπόν κτίστηκε λίγο πριν τα μέσα του 4 ου αι. π.χ. και για δύο αιώνες περίπου υπήρξε το πολιτικό, διοικητικό, θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο της περιοχής. Η μεγάλη ακμή της σημειώθηκε στα τέλη του 3 ου αι. π.χ.. Την εποχή αυτή κατασκευάστηκαν ή ανοικοδομήθηκαν μεγάλα δημόσια κτίρια στην Αγορά και η πόλη επεκτάθηκε προς τα νοτιοδυτικά. Ο πληθυσμός της υπολογίζεται ότι έφτανε τότε τους έως κατοίκους. Η Κασσώπη έζησε ευημερούσα έως το 167 π.χ. Η Ήπειρος πλήρωσε βαρύ τίμημα, επειδή συστρατεύτηκε με τον Περσέα εναντίον του Αιμιλίου Παύλου, ωστόσο φαίνεται ότι η Κασσώπη δεν καταστράφηκε τότε ολοσχερώς. Από τα μέσα του 2 ου αι. π.χ., με την ανασύσταση του Κοινού των Ηπειρωτών, γνώρισε και πάλι μια περίοδο ανάκαμψης. Η πλήρης εγκατάλειψή της συνδέεται με την ίδρυση της Νικόπολης από τον Οκταβιανό Αύγουστο μετά τη νίκη του στη Ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.χ., οπότε οι κάτοικοι των περισσότερων οικισμών της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας εξαναγκάστηκαν να συνοικιστούν στη νέα πόλη 381. Τις πρώτες συστηµατικές ανασκαφές στην Kασσώπη πραγματοποίησε από το 1952 ως το 1955 ο Σ. άκαρης µε δαπάνες της εν Αθήναις Aρχαιολογικής Εταιρείας. Στο κέντρο της πόλης αποκαλύφθηκε το μεγάλο οικοδόμημα, που ταυτίστηκε από τον ανασκαφέα µε το δημόσιο ξενώνα, καθώς και τμήμα της Βόρειας Στοάς της Αγοράς. Από το 1977 έως το Δάκαρης 1989, 11, Νοτιοδυτικά της αρχαίας πόλης βρίσκεται το σημερινό χωρίο Καμαρίνα. 381 Σύντομα για τη ιστορία της Κασσώπης βλ. Hoepfner Schwandner 1994α, και Δάκαρης - Γραβάνη, 1, 7-8. Επίσης Franke 1961, 52-54, Hammond 1967, passim, Δάκαρης 1971, 32-35, 64-67, Οι Hoepfner Schwandner 1994α, 338 σημ αντιπαραθέτουν συνοπτικά τις απόψεις των τριών συγγραφέων αναφορικά με βασικά σημεία της ιστορίας της Κασσώπης σημειώνοντας, όπου χρειάζεται, κατά πόσο αυτές επιβεβαιώνονται με βάση νεότερα ευρήματα. Οι ίδιοι οι Hoepfner Schwandner διαφωνούν με τον ανασκαφέα Δάκαρη όσον αφορά το βαθμό στον οποίο καταστράφηκε η Κασσώπη το 167 π.χ. Ο Δάκαρης (Δάκαρης 1971, 91, Δάκαρης 1989, 14 και Δάκαρης Γραβάνη, 8) θεωρεί ότι το 167 π.χ. συντελέστηκε η μεγάλη καταστροφή της Κασσώπης και ότι έκτοτε η πόλη συνέχισε να παρακμάζει μέχρι την τελική εγκατάλειψη το 31 π.χ. Σύμφωνα με τους Hoepfner Schwandner 1994α, 117, 338 σημ. 282 τα ίδια τα ανασκαφικά δεδομένα δείχνουν ότι η πόλη μετά το 148 π.χ. - οπότε και ανασυστάθηκε το Κοινό των Ηπειρωτών - ήκμασε ξανά, πριν επέλθει το τέλος της το 31 π.χ. 66

74 διεξήχθησαν ευρύτερες ανασκαφές αυτή τη φορά µε τη σύμπραξη του Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου και του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Με τον καθηγητή Δάκαρη συνεργάστηκαν η Κ. Γραβάνη και οι αρχιτέκτονες-αρχαιολόγοι W. Hoepfner και E. L. Schwandner. Κατά τη δεύτερη αυτή ανασκαφική περίοδο ανασκάφηκαν δέκα ιδιωτικά σπίτια, τα περισσότερα στο κέντρο της πόλης, τα δημόσια οικοδομήματα στο βορειοδυτικό τμήμα της Αγοράς, δρόμοι και κοινόχρηστοι χώροι. Παράλληλα συμπληρώθηκε το τοπογραφικό σχέδιο της πόλης (εικ. 68) καθώς και το σχέδιο του αποχετευτικού δικτύου 382. Η Κασσώπη είναι μια από τις ελάχιστες ελληνικές πόλεις, των οποίων είναι γνωστά όχι μόνο τα σημαντικότερα δημόσια κτίρια αλλά και ο τύπος των σπιτιών. Σε αυτό συνέβαλε η πολύ καλή κατάσταση διατήρησης των ερειπίων, τα οποία προστατεύτηκαν μέσα στους αιώνες από βαθιές επιχώσεις, καθώς μετά την εγκατάλειψη της πόλης δεν ακολούθησε καμία ρωμαϊκή ή βυζαντινή φάση, για να καταστρέψει τα παλαιότερα στρώματα. Τα συμπεράσματα των ερευνών παρουσιάστηκαν σε δύο προδημοσιεύσεις 383, αλλά οι οριστικές δημοσιεύσεις δεν έχουν γίνει ακόμη. Το κτίριο που ταυτίστηκε από τον Δάκαρη με το «Καταγώγιο» της πόλης βρίσκεται πίσω από τη Βόρεια Στοά της Αγοράς (εικ ). Με πλάτος 30 μ. και βάθος 32,60 μ. 384 κατελάμβανε το πλάτος μιας οικοδομικής νησίδας και το μήκος δυο σπιτιών 385. Το κτίριο διαθέτει κεντρική ορθογώνια αυλή διαστάσεων 14,12 x 11,64 μ. 386, που περιβάλλεται από στοές βάθους 2,30 μ Η περίστυλη αυλή έχει 8 x 7 οκταγωνικούς στύλους (σύνολο 26). Πίσω από τις στοές παρατάσσονται 18 δωμάτια, 5 στις μακρές πλευρές και 4 στις στενές 388. Ασυνήθιστο φαινόμενο αποτελεί ο διαγώνιος διαχωριστικός τοίχος των γωνιακών δωματίων, τα οποία έτσι αποκτούν σχήμα τραπεζιόσχημο. Ένα από τα δωμάτια της νότιας πλευράς χρησίμευε ως είσοδος έχοντας τη μορφή προπύλου, με έναν οκταγωνικό στύλο μεταξύ παραστάδων στην εξωτερική και εσωτερική πλευρά (εικ. 73). Δύο σκαλοπάτια οδηγούσαν από την κύρια οδό της πόλης στην είσοδο αυτή, η οποία δεν βρισκόταν στο κέντρο της νότιας πλευράς αλλά λίγο προς τα ανατολικά. 382 Δάκαρης Γραβάνη, Δάκαρης 1989 και Hoepfner Schwandner 1994α, Τα κείμενα Hoepfner Schwandner Δάκαρης - Γραβάνη 2005, , Schwandner 2005, , Zimmer 2005, συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για τα σπίτια της πόλης. 384 Hoepfner Schwandner 1994α, Ή αλλιώς το εμβαδόν περίπου τεσσάρων σπιτιών. 386 Δάκαρης 1989, Hoepfner Schwandner 1994α, Για το μέγεθος των δωματίων βλ. Δάκαρης 1952, 334 και Hoepfner Schwandner 1994α, 127. Οι αριθμοί δεν συμφωνούν. Οι ακριβείς διαστάσεις των δωματίων υποθέτουμε ότι θα παρουσιαστούν στην τελική δημοσίευση. Πάντως τα δωμάτια δεν είχαν όλα ακριβώς τις ίδιες διαστάσεις. Υπήρχαν διακυμάνσεις τουλάχιστον στο βάθος τους. 67

75 Εντυπωσιακή είναι η τοιχοποιία του κτιρίου. Είναι η χαρακτηριστική στην Κασσώπη πολυγωνική τοιχοποιία (τη συναντούμε επίσης στα τείχη της πόλης, στα σπίτια, στο θέατρο κα), η οποία φαντάζει κάπως αρχαϊκή. Στο «Καταγώγιο» από πολυγωνικούς δόμους ασβεστόλιθου αποτελείται το κατώτερο τμήμα των τοίχων (εικ. 74) 389. Στους εξωτερικούς τοίχους 390 η λίθινη αυτή βάση φέρει μια ισοδοµική επίστεψη, η οποία εξέχει λίγο και λειτουργεί ως «τοιχοβάτης» για την ανωδομή (εικ. 73). Η επίστεψη αυτή στην άνω επιφάνειά της έχει λειανθεί κατά μήκος των ακμών της, για να τοποθετηθούν εκεί οι δοκοί της πρώτης ξυλοδεσιάς της ανωδομής. Οι ξυλοδεσιές συγκρατούσαν τις στρώσεις των ωμόπλινθων της ανωδομής 391. Οι τοίχοι επενδύονταν με ένα απλό επίχρισμα που περιείχε λευκό ασβέστη 392. Η λίθινη βάση των εσωτερικών τοίχων 393 δε φέρει ισοδομική επίστεψη και έχει «πατούρα» για ξυλοδεσιά κατά το μήκος της μίας μόνο ακμής της 394. Οι εσωτερικοί τοίχοι διατηρούνται σε ύψος 1,20 μ., όμως η πολυγωνική βάση των εξωτερικών τοίχων - και ιδιαίτερα του δυτικού και βόρειου τοίχου - ανυψώνεται κλιμακωτά ακολουθώντας την ανωφέρεια του εδάφους 395, με αποτέλεσμα στη βορειοδυτική γωνία του κτιρίου ο σωζόμενος τοίχος να ξεπερνά τα 4 μ. ύψος (εικ. 70) 396. Για να εξασφαλιστεί η στερεότητα του κτιρίου στο σημείο αυτό, ο βορειοδυτικός εσωτερικός διαγώνιος μεσότοιχος κατασκευάστηκε παχύτερος από τους άλλους (1,10 μ.) και συνδέθηκε με τον εξωτερικό τοίχο με δύο κάθετους προς αυτόν τοίχους αντιστήριξης. Το τετράγωνο ανάλημμα που σχηματίστηκε γεμίστηκε στο εσωτερικό με μπάζα 397. Το κτίριο γνωρίζουμε ότι έφερε δεύτερο όροφο, διότι στο βόρειο και δυτικό τοίχο διακρίνεται εσωτερικά σε ύψος 2,80 μ. βαθιά λάξευση για την έδραση των ξύλινων δοκών που στήριζαν το πάτωμα του ορόφου. Σε καλή κατάσταση σώζονται και οι οκταγωνικοί στύλοι του μεγάλου περιστυλίου του κτιρίου (εικ. 72, 73, 75). Ήταν κατασκευασμένοι από τοπικό ασβεστόλιθο και έφεραν δωρικά κιονόκρανα από αμμόλιθο. Η μορφή τους είναι ιδιότυπη, συναντάται όμως συχνά στην αρχιτεκτονική της βορειοδυτικής Ελλάδας 398 : η διατομή τους έχει ουσιαστικά σχήμα 389 Μόνο το ανατολικό τμήμα του νότιου τοίχου αποτελείται από τραπεζιόσχημους, περίπου ισοδομικούς λίθους (Δάκαρης 1952, 333 και Δάκαρης 1989, 32). Για το πώς κατασκευαζόταν η πολυγωνική τοιχοδομία στην Κασσώπη βλ. Schwandner 2005, Οι εξωτερικοί τοίχοι έχουν πάχος 0,83 μ. (Hoepfner Schwandner 1994α, 129). 391 Οπτόπλινθοι χρησιμοποιήθηκαν στις γωνίες των τοίχων και στα ανοίγματα των θυρών και των παραθύρων για λόγους σταθερότητας. 392 Για τον τρόπο κατασκευής της ανωδομής του Καταγωγίου βλ. Δάκαρης 1953, Οι εσωτερικοί τοίχοι είχαν πάχος 0,47 μ., οι διαγώνιοι μεσότοιχοι όμως καθώς και οι τοίχοι της πρόσοψης των δωματίων προς την αυλή είχαν πάχος 0,73 μ. (Δάκαρης 1952, 334). 394 Δάκαρης 1952, Για την τοποθεσία της πόλης βλ. Hoepfner Schwandner 1994α, Δάκαρης 1952, Δάκαρης 1954, Hoepfner 1994, Στην ίδια την Κασσώπη παρόμοιους στύλους διαθέτει η στοά πίσω από το Βουλευτήριο. Επίσης ανατολικά της Οικίας 5 έχει βρεθεί ένα κιονόκρανο οκταγωνικού κίονα, το οποίο δεν 68

76 ορθογωνίου του οποίου οι γωνίες έχουν αποκοπεί, με αποτέλεσμα σε κάθε στενή πλευρά να σχηματίζονται τρεις ισοπλατείς έδρες (περίπου 0,14 μ. η καθεμία). Οι άλλες δύο απέναντι πλευρές έχουν πλάτος περίπου 0,55 μ. η καθεμία 399. Οι στύλοι είναι τοποθετημένοι με τη μία στενή πλευρά τους προς την αυλή. Η κιονοστοιχία αυτού του τύπου έχει το πλεονέκτημα ότι επιτρέπει να περάσει αρκετό φως από την αυλή προς τις στοές και τα δωμάτια. Στις γωνίες του περιστυλίου είχαν τοποθετηθεί παρόμοιοι στύλοι τετράγωνης όμως διατομής (0,74 x 0,74 μ.), καθώς ο πεπλατυσμένος τύπος ήταν ακατάλληλος για τις γωνίες. Οι στύλοι είχαν ύψος 2,40 μ. περίπου και έφεραν ξύλινο επιστύλιο 400. Τέλος, στην αυλή, για τη συλλογή των νερών της βροχής υπήρχε κατά μήκος του στυλοβάτη του περιστυλίου ρείθρο πλάτους 1,27 μ. με λίθινο υπερυψωμένο πλαίσιο στο άκρο του προς την αυλή και στρωμένο με πλάκες (εικ. 72). Από εκεί τα νερά οδηγούνταν με αγωγό εκτός του κτιρίου 401. Στο εσωτερικό κάθε δωματίου υπήρχε στο κέντρο ένα λίθινο τετράπλευρο στήριγμα ύψους 1 μ. θεμελιωμένο βαθιά μέσα στο δάπεδο των δωματίων, το οποίο στην άνω επιφάνειά του έφερε τόρμο. Ο Δάκαρης θεώρησε ότι οι βάσεις αυτές στήριζαν τράπεζες και ότι τα δωμάτια προορίζονταν για εστίαση 402. Οι Hoepfner Schwandner υποστήριξαν ότι οι βάσεις στήριζαν ξύλινους κίονες για την υποστύλωση του δαπέδου του επάνω ορόφου 403. Την άποψη αυτή ενστερνίστηκε τελικά και ο Δάκαρης 404. Άλλωστε κανένα από τα δωμάτια δεν έχει τις κατάλληλες διαστάσεις, για να φιλοξενήσει κλίνες 405, ενώ και οι πόρτες δεν βρίσκονται στην ίδια θέση σε όλα τα δωμάτια, όπως συμβαίνει συνήθως στα κτίρια με χώρους για εστίαση 406. Στο εσωτερικό των δωματίων βρέθηκε επίσης εστία δίπλα από την πόρτα. Οι εστίες αυτές σίγουρα δεν χρησιμοποιούνταν για μαγείρεμα, καθώς ήταν κατασκευασμένες με οπτόπλινθους, αλλά πρέπει να θεωρηθούν ως θερμαντικές πηγές 407. κατέστη δυνατόν να αποδοθεί σε κάποιο κτίριο. Οκταγωνικοί στύλοι υπάρχουν και στη Βυλλίδα της σημερινής Αλβανίας, στις στοές της Αγοράς της πόλης αλλά και στην Ελληνιστική Στοά (Στοά Β) της Απολλωνίας. Οι οκταγωνικοί κίονες συναντώνται στη βορειοδυτική Ελλάδα αποκλειστικά κατά την ελληνιστική εποχή. 399 Όμοιοι είναι και οι στύλοι του προπύλου αλλά μεγαλύτεροι (διαστάσεις αξόνων: 0,80 x 0,42 μ.). 400 Δάκαρης 1952, Δάκαρης 1952, , Hoepfner Schwandner 1994α, Δάκαρης 1952, 340, Δάκαρης 1953, 167, Δάκαρης 1954, Hoepfner Schwandner 1994α, 128. Η Kraynak 1984, 75 σημειώνει ότι τόσο οι κίονες στο εσωτερικό των δωματίων όσο και οι διαγώνιοι μεσότοιχοι δεν ήταν απαραίτητοι κατασκευαστικά, αλλά τοποθετήθηκαν στο κτίριο για την αντισεισμική του προστασία, καθώς η Ήπειρος είναι έντονα σεισμογενής. Ο Δάκαρης 1971, 121 αναφέρει ότι η ίδια η τοιχοποιία από πλίνθους στερεωμένους με ξυλοδεσιές είναι ιδιαίτερα ισχυρή, κατάλληλη για αντισεισμική προστασία. 404 Δάκαρης 1989, 34. Θεωρεί όμως ότι οι κίονες αυτοί με τις βάσεις τους τοποθετήθηκαν μετά τις καταστροφές του 167 π.χ. 405 Miller 1978α, Hoepfner Schwandner 1994α, Δάκαρης 1952, 341, Δάκαρης 1954, 201, Hoepfner Schwandner 1994α,

77 Από τα κινητά ευρήματα που έφερε στο φως η ανασκαφή αναφέρουμε τα σημαντικότερα 408 : το 1952 βρέθηκε στο ρείθρο της αυλής μια επιγραφή με αφιέρωση τεσσάρων στρατηγών στην Αφροδίτη 409, την οποία ο Δάκαρης χρονολόγησε στο α μισό του 2 ου αι. π.χ. 410 ή στον 3 ο αι. π.χ Το 1954 βρέθηκε 412 και δεύτερη επιγραφή, του 1 ου αι. π.χ., με αφιέρωση τεσσάρων στρατηγών στο Δία Σωτήρα. Τέλος, το 1978 βρέθηκε εντοιχισμένη μια ασβεστολιθική πλάκα που έφερε τιμητικό ψήφισμα του 2 ου αι. π.χ Οι παραπάνω επιγραφές προέρχονται από βάθρα, τα οποία στήριζαν αναθήματα, και για τις δύο πρώτες τουλάχιστον ο Δάκαρης σημειώνει ότι ανήκουν στο κτίριο και δεν προήλθαν από κάπου αλλού. Δεν πιστεύει το ίδιο όμως και για τα δύο τμήματα λίθινων μετρητών υγρών, που βρέθηκαν το ένα στο δωμάτιο ο και το άλλο στο δωμάτιο η. Πιο συγκεκριμένα, στο δωμάτιο ο το λίθινο σήκωμα, δύο ασβεστολιθικές πλάκες και έξι ιωνικά κιονόκρανα βρέθηκαν τοποθετημένα σε σειρά κατά μήκος του δυτικού τοίχου. Σύμφωνα με το Δάκαρη είχαν μεταφερθεί από αλλού, για να χρησιμοποιηθούν ως πρόχειρα εδώλια κατά την περίοδο της παρακμής του κτιρίου 414. Τα δύο σηκώματα σώζονται αποσπασματικά και τα κομμάτια που λείπουν δεν βρέθηκαν, κάτι που κατά τον Δάκαρη σημαίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα τα αντικείμενα αυτά βρίσκονταν στο κτίριο σε δεύτερη χρήση 415. Πάνω από τα 17 δωμάτια του ισογείου, δηλαδή με εξαίρεση το πρόπυλο, εκτεινόταν ο δεύτερος όροφος με ισάριθμα δωμάτια και εξώστη πάνω από τις στοές του περιστυλίου της αυλής. Τη μορφή του ορόφου έχουν απεικονίσει σε σχέδιο οι Hoepfner Schwandner (εικ. 76), οι οποίοι σημειώνουν ότι στην αποκατάστασή τους μόνο το ύψος των κιόνων του εξώστη δεν είναι βεβαιωμένο. Ο επάνω όροφος ήταν κατασκευασμένος από ξύλο, όπως και η στέγη, η οποία έφερε κεράμωση κορινθιακού τύπου 416. Ο Δάκαρης θεωρεί ότι ο λίθινος αναβαθμός που σώζεται στον ανατολικό τοίχο του προπύλου ανήκει στην κλίμακα που οδηγούσε στο δεύτερο όροφο 417, οι Hoepfner Schwandner ωστόσο πιστεύουν ότι η κλίμακα αυτή τοποθετήθηκε μεταγενέστερα στο κτίριο 418. Κατά τους Hoepfner Schwandner η πρόσβαση σε κάθε ένα 408 Για τα ευρήματα αναλυτικά βλ. Δάκαρης 1952, , Δάκαρης 1953, , Δάκαρης 1954, , Δάκαρης 1955, , Δάκαρης 1978, Δάκαρης 1952, Δάκαρης 1952, Δάκαρης 1954, Σύγχυση υπάρχει ως προς το πού βρέθηκε η επιγραφή αυτή. Στο Δάκαρη 1954, 206 αναφέρεται ότι η επιγραφή βρέθηκε στο δωμάτιο η, ενώ στο Δάκαρη 1978, 101 ότι βρέθηκε εντοιχισμένη σε τοιχάριο στο δωμάτιο κ. 413 Δάκαρης 1978, Δάκαρης 1954, 204, Δάκαρης 1954, Hoepfner Schwandner 1994α, Δάκαρης 1989, 32. Αρχικά ο Δάκαρης είχε λανθασμένα υποστηρίξει ότι το δωμάτιο η και το δωμάτιο κ ή λ ήταν κλιμακοστάσια (Δάκαρης 1953, , Δάκαρης 1954, , Δάκαρης 1971, ). 418 Hoepfner Schwandner 1994α,

78 από τα δωμάτια του ορόφου γινόταν με τη βοήθεια μικρής ξύλινης σκάλας από το αντίστοιχο δωμάτιο του ισογείου, δηλαδή κάθε δωμάτιο στο ισόγειο μαζί με εκείνο που βρισκόταν ακριβώς από πάνω αποτελούσαν μια ενότητα. Κάτω από το «Καταγώγιο» αποκαλύφθηκαν παλαιότερα οικοδομικά λείψανα (εικ. 77, 78), τα οποία κατανέμονται σε δύο επίπεδα: κάτω από το νοτιοανατολικό τμήμα του κτιρίου τα παλαιότερα λείψανα βρίσκονται βαθύτερα απ ό,τι εκείνα στα βορειοδυτικά. Έτσι ο Δάκαρης υποστήριξε ότι κάτω από το νεότερο καταγώγιο βρισκόταν ένα άλλο, εξίσου μεγάλο, το οποίο επίσης διέθετε κεντρική περίστυλη αυλή και δωμάτια γύρω από αυτή, ήταν όμως κτισμένο σε δύο επίπεδα 419. Πιο πειστική ωστόσο είναι η άποψη των Hoepfner Schwandner, σύμφωνα με την οποία το πρόδρομο κτίριο βρισκόταν κάτω από το νότιο τμήμα του μεταγενέστερου, ενώ στα βόρεια, σε ψηλότερο επίπεδο, υπήρχαν δύο οικίες, μια στα ανατολικά και μια στα δυτικά (εικ. 77). Το ψηφιδωτό δάπεδο που βρέθηκε κάτω από τα δωμάτια δ και ε του «Καταγωγίου» ανήκει στον ανδρώνα της ανατολικής οικίας. Το ίδιο το πρόδρομο κτίριο «έβλεπε» προς την κύρια οδό στα νότια και είχε τη μορφή στοάς σε σχήμα Π με δωμάτια στο πίσω μέρος της. Για να κατασκευαστεί το «Καταγώγιο», έπρεπε να ισοπεδωθούν εις βάθος οι οικίες, για να ευθυγραμμιστεί το έδαφος 420. Όσον αφορά τη χρονολόγηση, ο Δάκαρης αρχικά υποστήριξε ότι το «Καταγώγιο» είχε κτιστεί περί το 400 π.χ Αργότερα νομίσματα και κεραμική, που βρέθηκαν σε αδιατάρακτα στρώματα στην ανατολική πλευρά του κτιρίου, υπέδειξαν μια χρονολόγηση στο τελευταίο τέταρτο του 3 ου αι. π.χ., στα χρόνια της μεγάλης ευημερίας της πόλης 422. Το πρόδρομο κτίσμα χρονολογείται στα τέλη του 4 ου αι. π.χ. ή στις αρχές του 3 ου αι. π.χ Το 167 π.χ. το «Καταγώγιο» υπέστη καταστροφές από πυρκαγιά 424. Σύμφωνα με το Δάκαρη κατά την ανοικοδόμηση του κτιρίου αχρηστεύτηκε ο αγωγός που απομάκρυνε τα νερά της βροχής από την αυλή περνώντας κάτω από το πρόπυλο και κατασκευάστηκε πρόχειρα νέος, ο οποίος οδηγούσε σε μία στενόμακρη τάφρο στο δωμάτιο α. Από κει τα νερά αποχετεύονταν στον κεντρικό υπόνομο κάτω από τον κεντρικό δρόμο 425. Το δωμάτιο α φαίνεται ότι χρησίμευε και ως αποχωρητήριο. Στο 2 ο αι. π.χ. τοποθετείται η κατασκευή στο χώρο του προπύλου ενός 419 Μυλωνάς 1980, 16-17, Δάκαρης 1989, Hoepfner Schwandner 1994α, 128, Οι Hoepfner Schwandner 1994α, 132 σημειώνουν ότι κάτω από τα δωμάτια ζ, η, θ και ι του «Καταγωγίου» βρέθηκαν πρόχειρα κτισμένοι τοίχοι, οι οποίοι ανήκουν σε μια ενδιάμεση οικοδομική φάση, που ακολούθησε την καταστροφή των παλαιότερων οικιών. 421 Δάκαρης 1952, Hoepfner Schwandner 1994α, 130. Η πρώτη χρονολόγηση του Δάκαρη είχε αμφισβητηθεί ήδη από τον Hammond 1967, Δάκαρης 1989, Schwandner 2001, Δάκαρης 1952, Για το αποχετευτικό σύστημα της Κασσώπης βλ. Δάκαρης 1989,

79 απιδόσχημου ιπνού για το λιώσιμο χαλκού 426. Οι Hoepfner Schwandner θεωρούν ότι ο ιπνός κατασκευάστηκε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία το «Καταγώγιο» βρέθηκε χωρίς στέγη λόγω σεισμού. Πιστεύουν επίσης ότι τότε κατέρρευσαν και χρειάστηκε να ξαναστηθούν οι κίονες που βρίσκονταν στο εσωτερικό των δωματίων 427. Ως προς τη χρήση του κτιρίου υπάρχει διαφωνία μεταξύ των ερευνητών. Ο Δάκαρης στην αρχή βασιζόμενος στις λίθινες βάσεις στο κέντρο των δωματίων, που θεώρησε ότι στήριζαν τραπέζια, στις εστίες, τα οικιακά σκεύη και τα λείψανα τροφών υποστήριξε ότι το κτίριο ήταν είτε πρυτανείο, δηλαδή ο χώρος όπου σιτίζονταν και διανυκτέρευαν οι πρυτάνεις και τα τιμώμενα πρόσωπα της πόλης, είτε καταγώγιο 428. Σύντομα εγκατέλειψε την ιδέα περί πρυτανείου, καθώς δεν βρέθηκε στο κτίριο η κοινή εστία όπου έκαιγε το «ἄσβεστον πῦρ» 429, έμεινε όμως πιστός στη δεύτερη του άποψη, ότι το κτίσμα ήταν ένας δημόσιος ξενώνας με υπνοδωμάτια στον επάνω όροφο και βοηθητικούς χώρους στο ισόγειο (μαγειρείο, καπηλεία, αποθήκες, σταύλοι, αποχωρητήριο) 430. Εν τω μεταξύ το πρυτανείο της Κασσώπης αποκαλύφθηκε στη δυτική πλευρά της Αγοράς. Ο Miller διατύπωσε την υπόθεση ότι το κτίσμα ήταν στρατηγείο ή θεσμοθετείο λόγω των λίθινων μετρητών υγρών και των επιγραφών, που είχαν αφιερωθεί εκεί από στρατηγούς 431. Όσον αφορά τα ευρήματα αυτά ο Δάκαρης τονίζει το γεγονός ότι δεν βρέθηκαν in situ, δεν αποκλείει όμως την πιθανότητα να σχετίζονται με το κτίριο, το οποίο θα μπορούσε να είναι ένα καταγώγιο μεικτού τύπου, που θα στέγαζε και κάποιες κρατικές υπηρεσίες 432. Η Kraynak στο κεφάλαιο εκείνο της εργασίας της, στο οποίο εξετάζει το κτίριο της Κασσώπης, επισημαίνει το δημόσιο χαρακτήρα του κτιρίου και προτείνει την ταύτισή του με δημόσιο πανδοχείο 433. Ωστόσο στο κεφάλαιο των συμπερασμάτων της αναιρεί την ταύτιση αυτή και υποστηρίζει ότι το κτίριο θα στέγαζε γραφεία της πόλης 434. Οι Hoepfner Schwandner υποστηρίζουν ότι στο μεγάλο κτίριο της Αγοράς στεγαζόταν το εμπορικό κέντρο της πόλης. Θεωρούν ότι το κτίσμα έχει παρόμοια κάτοψη με 426 Schwandner Zimmer Zwicker 1983, Hoepfner Schwandner 1994α, 132. Βλ. και παραπάνω σημ. 404: προφανώς τα σημάδια στους κίονες οδήγησαν το Δάκαρη να διατυπώσει την άποψη ότι οι κίονες στήθηκαν στα δωμάτια μετά το 167 π.χ. 428 Δάκαρης 1952, Δάκαρης 1953, Δάκαρης - Γραβάνη, 6. Συγκεκριμένα για τα γωνιακά δωμάτια του ισογείου με το άβολο τραπέζιο σχήμα ο Δάκαρης 1952, 336 σημειώνει ότι θα μπορούσαν να είναι δωμάτια ύπνου, γι αυτό θα πρέπει να ήταν βοηθητικοί χώροι. Για τη χρήση των αντίστοιχων δωματίων στο δεύτερο όροφο δεν κάνει λόγο. 431 Miller 1978α, 229. Ως παράλληλο ο Miller αναφέρει τη Νότια Στοά Ι της Αθήνας, για την οποία γνωρίζουμε από επιγραφή ότι εξυπηρετούσε τη στέγαση των μετρονόμων της πόλης, δηλαδή των αξιωματούχων που ήταν επιφορτισμένοι με τον έλεγχο των επισήμων μέτρων και σταθμών. Για τη Νότια Στοά Ι βλ. Camp 2010, με βιβλιογραφία. 432 Δάκαρης 1954, Kraynak 1984, Kraynak 1984, 150,

80 τα ρωμαϊκά macella, στα οποία πολλές φορές παρουσιάζονται και ασυνήθιστες αρχιτεκτονικές λύσεις για τη διευθέτηση του χώρου στις γωνίες 435. Η ερμηνεία αυτή που δίνουν στο κτίριο εξηγεί και την αποκατάσταση που προτείνουν: κάθε δωμάτιο του ισογείου ήταν ένα κατάστημα και συνδεόταν μέσω σκάλας με το δωμάτιο που βρισκόταν ακριβώς από πάνω, το οποίο λειτουργούσε ως αποθήκη του καταστήματος. Οι ίδιοι σημειώνουν βέβαια ότι η ανασκαφή δεν έφερε στο φως αδιάσειστα στοιχεία για τη χρήση του κτιρίου, αλλά οι μετρητές υγρών και ένα μεγάλο λίθινο σταθμό, που βρέθηκε το 1952, είναι κατά τη γνώμη τους ενδεικτικά 436. Για τη σκάλα στο πρόπυλο οι Hoepfner Schwandner υποστηρίζουν ότι αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη. Υποθέτουν ότι κάποια στιγμή προέκυψε η ανάγκη για περισσότερα καταστήματα, οπότε τα δωμάτια του δεύτερου ορόφου μετατράπηκαν από αποθήκες σε καταστήματα. Ο αριθμός των καταστημάτων έτσι διπλασιάστηκε από 17 σε 34. Η πρόσβαση στα καταστήματα του δεύτερου ορόφου έπρεπε να γίνεται από τη στοά του ορόφου γι αυτό και κατασκευάστηκε η σκάλα 437. Η τελική δημοσίευση του κτιρίου αναμένεται 438. Και στη νεότερη έρευνα πάντως οι μελετητές εξακολουθούν να αναφέρουν το κτίριο ως Καταγώγιο, με ή χωρίς εισαγωγικά 439, ή άλλοτε ως «το μεγάλο κτίσμα της Αγοράς» 440, ενώ έχει εκφραστεί και η άποψη ότι οι ερμηνείες για το κτίριο δεν αποκλείουν η μία την άλλη και ότι το «Καταγώγιο» μπορεί να επιτέλεσε διάφορους ρόλους ταυτόχρονα ή διαδοχικά κατά τη διάρκεια της ιστορίας του Οι Hoepfner Schwandner 1994α, 339 σημ. 303 παραπέμπουν σχετικά στο βιβλίο της C. de Ruyt, Macellum. Marché alimentaire des Romains (Louvain-La-Neuve 1983). Από τα macella, που παρουσιάζονται στο βιβλίο αυτό, λίγα είναι εκείνα που έχουν διαγώνιους τοίχους στις γωνίες (πρόκειται για το macellum στην Herdonia, το macellum στην Alba Fucens, κατά τη δεύτερη φάση του, και πιθανότατα εκείνο στο Aeclanum). Κατά τη γνώμη μας η σύγκριση του κτιρίου της Κασσώπης με τα παραπάνω κτίρια δεν βοηθάει ιδιαίτερα, διότι τα τελευταία διαθέτουν κυκλική αυλή και τα δωμάτιά τους έχουν σφηνοειδή μορφή, διότι όλοι γενικά οι τοίχοι τους είναι διαγώνιοι. Τα περισσότερα macella όμως έχουν τετράπλευρη αυλή, γύρω από την οποία διατάσσονται τετράπλευρα δωμάτια, και στις πλευρές και στις γωνίες. Θεωρούμε ότι πράγματι το κτίριο της Κασσώπης μοιάζει με τα ρωμαϊκά macella, στη γενική όμως κάτοψη και όχι στη διευθέτηση των χώρων στις γωνίες. Κατά τη γνώμη μας, όσον αφορά τους διαγώνιους τοίχους στις γωνίες, περισσότερο χρήσιμη θα ήταν μια σύγκριση του κτιρίου μας με κάποιο παράδειγμα από τον ελληνικό χώρο. Δυστυχώς όμως έχουμε υπ όψιν μας μόνο την αναφορά που κάνει ο Δάκαρης 1952, 336 στην περίπτωση των δύο διαγώνιων θεμελίων δεξιά και αριστερά της Φιλώνειας Στοάς στο Τελεστηρίο της Ελευσίνας. Τα θεμέλια αυτά, σύμφωνα με τον Travlos 1988, 95, 142, 143, χρονολογούνται στον 4 ο αι. π.χ. και ανήκουν σε μια επέκταση του Τελεστηρίου, η οποία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. 436 Hoepfner Schwandner 1994α, , 339 σημ Οι συγγραφείς αναφέρουν έναν μετρητή υγρών από το δωμάτιο π, όμως ο Δάκαρης 1954, 206 γράφει με σαφήνεια ότι βρεθήκαν δύο κομμάτια, όχι στο δωμάτιο π αλλά στα ο και η. Για το λίθινο σταθμό βλ. Δάκαρης 1952, 352, εικ Hoepfner Schwandner 1994α, Για το κτίριο της Κασσώπης διαβάζουμε και στον Emme 2013, Π.χ. Gravani 2001, , Schwandner 2005, 563, Κοντογιάννη 2006, Hoepfner Schwandner Δάκαρης - Γραβάνη 2005, 389, Ault 2005α, 155, 157 σημ. 27. Ο συγγραφέας ούτως ή άλλως θεωρεί ότι τα καταγώγια ήταν multifunctional structures, που εξυπηρετούσαν και άλλες λειτουργίες πέρα από την πρωταρχική της προσφοράς στέγης. 73

81 8. Το κτίριο στο ιερό της Αυλιδείας Αρτέμιδος. Η αρχαία Αυλίδα βρίσκεται στη βοιωτική ακτή, νότια του πορθμού του Ευρίπου, στην περιοχή ανάμεσα στους όρμους Μικρό και Μεγάλο Βαθύ. Από την Αυλίδα αναχώρησε για την Τροία ο στόλος των Αχαιών έπειτα από τη θυσία της Ιφιγένειας 442. Η ευρύτερη περιοχή κατοικούνταν ήδη από τα μυκηναϊκά χρόνια 443. Οι ανασκαφές επικεντρώθηκαν στο Ιερό της Αυλιδείας Αρτέμιδος (εικ. 79 και 80), όπου βρέθηκε ο ναός της θεάς του 5 ου αι. π.χ Κάτω από το ναό έχει βρεθεί τμήμα αψιδωτού κτίσματος των γεωμετρικών χρόνων, ενώ η χρήση του χώρου αποδεικνύεται ότι υπήρξε αδιάλειπτη ως τα ρωμαϊκά χρόνια 445. Η Αυλίδα ωστόσο δεν αποτέλεσε ποτέ μια πόλη. Αποτελούσε τμήμα της θηβαϊκής επαρχίας μέχρι το 387 π.χ. Από τότε ανήκε εδαφικά στην Τανάγρα. Ο Παυσανίας γράφει για την Αυλίδα: ἄνθρωποι δὲ ἐν τῇ Αὐλίδι οἰκοῦσιν οὐ πολλοί, γῆς δέ εἰσιν οὗτοι κεραμεῖς 446. Η Αυλίδα υπήρξε μια μικρή αλλά σημαντική κώμη χάρη στα δυο φυσικά λιμάνια της, τις οχυρώσεις της, αλλά πρωτίστως χάρη στο ιερό της Άρτεμης και τα εργαστήρια κεραμικής και κοροπλαστικής, τα οποία προμήθευαν τους επισκέπτες με τα απαραίτητα αφιερώματα για τη θεά 447. Σποραδικές ανασκαφές στην περιοχή έγιναν το 1928, κατά την ανέγερση του εργοστασίου "Τσιμέντα Χαλκίδος", και το 1954 από τον έφορο αρχαιοτήτων Ι. Θρεψιάδη 448. Συστηματικότερες έρευνες πραγματοποιήθηκαν από το Θρεψιάδη από το 1956 ως το 1961 με την υποστήριξη της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Σήμερα ο αρχαιολογικός χώρος επιβιώνει περικυκλωμένος από το εργοστάσιο τσιμέντων, τα ναυπηγεία και τις χημικές βιομηχανίες. Στα νοτιοδυτικά του ναού της Άρτεμης ο Θρεψιάδης αποκάλυψε συγκροτήματα κεραμικών εργαστηρίων (κτίρια Λ, Ν, Π) και νοτιότερα ένα κτίριο (κτίριο Μ) που το ονόμασε 442 Σύμφωνα με το Στράβωνα ( ) ο στόλος των Αχαιών απέπλευσε από το Βαθύ Λιμένα, δηλαδή το Μεγάλο Βαθύ. Υπάρχει όμως και η άποψη ότι το λιμάνι απ όπου αναχώρησαν οι Έλληνες ήταν βορειότερα, στη θέση Γλύφα, κοντά στη Χαλκίδα (Καραπασχαλίδου 2010, 9). 443 Λείψανα της μυκηναϊκής εποχής έχουν βρεθεί στα ανατολικά του Ιερού της Άρτεμης, στη βραχώδη περιοχή Γελαδοβούνι (Μητσάκη 2006, 113). 444 Εκτός από τα κτίσματα που ανασκάφηκαν κοντά στο ναό ο Θρεψιάδης εντόπισε και λιθόστρωτη οδό, η οποία ξεκινούσε από το λιμάνι και οδηγούσε στην κρήνη διασχίζοντας κτιριακό συγκρότημα, που πιθανόν ανήκε σε καταστήματα. Επίσης η αποκάλυψη αναλημματικού τοίχου βόρεια του ναού και ο εντοπισμός ερειπίων σε μεγάλη ακτίνα γύρω από τον ανεσκαμμένο χώρο καταδεικνύουν, σύμφωνα με το Θρεψιάδη, ότι η αρχαία Αυλίδα εκτεινόταν σε όλη την περιοχή μεταξύ του Μικρού και Μεγάλου Βαθέος (Θρεψιάδης 1958, 54). 445 Ο ναός υπήρξε στο ιερό από τον 5 ο αι. π.χ. έως τον 4 ο αι. μ.χ. (Καραπασχαλίδου 2010, 9). Ωστόσο τον 5 ο αι. π.χ. φαίνεται ότι οι λίγοι κάτοικοι της Αυλίδας μετοίκησαν στη Θήβα λόγω της έλλειψης καλλιεργήσιμης γης και από τότε μέχρι τα ελληνιστικά χρόνια η Αυλίδα έμεινε ακατοίκητη (Bakhuizen 1970, 154 σημ. 41, Kraynak 1984, 85). Σύντομα για την ιστορία της Αυλίδας βλ. και Bakhuizen 1970, Παυσ Στο Μεγάλο Βουνό, που υψώνεται δυτικά του Ιερού, σώζεται περίβολος φρουρίου, δημιούργημα του Οίκου των Αντιγονιδών (Διοδ. Σικ Για επεξήγηση του χωρίου βλ. Bakhuizen 1970, Για σχέδιο του περιβόλου βλ. Bakhuizen 1970, 80 εικ. 56. Στο βιβλίο του Bakhuizen διαβάζουμε για όλες τις οχυρώσεις της γύρω περιοχής). 448 Θρεψιάδης 1956,

82 Καταγώγιο (εικ. 81, 82). Μεγάλο τμήμα της ανατολικής πλευράς του κτιρίου Μ δεν ανασκάφηκε 449 και η κύρια είσοδος δεν σώζεται, βρισκόταν όμως σίγουρα στα ανατολικά, όπως συμβαίνει και στα κτίρια Λ, Π και Ν. Τα τρία κτίρια στρέφονταν προς τα ανατολικά, προς την περιοχή της κρήνης, όπου μάλλον βρισκόταν το κέντρο της λατρείας της Άρτεμης 450. Το ανεσκαμμένο τμήμα του κτιρίου Μ έχει σχήμα σχεδόν ορθογώνιο και σώζει 9 δωμάτια γύρω από μία επιμήκη κεντρική αυλή 451. Στον ανατολικό τοίχο της αυλής υπάρχουν δύο είσοδοι (πλάτους 1,20 μ.). Η Kraynak κάνει την υπόθεση ότι στο ανατολικό μη ανεσκαμμένο τμήμα υπήρχε προαύλιο πλαισιωμένο από μικρά δωμάτια - σαν τα a και b τα οποία ίσως προορίζονταν για σταβλισμό 452. Σύμφωνα με το Θρεψιάδη το κτίριο είχε κατασκευαστεί με ιδιαίτερη επιμέλεια από αργούς λίθους δεμένους με πηλό. Μόνο το νότιο τμήμα του δυτικού τοίχου στο κάτω μέρος του έχει κτιστεί με μεγάλους, ορθογώνιους πωρόλιθους σε δεύτερη χρήση, τοποθετημένους κατά το ισόδομο σύστημα. Η ανωδομή θα ήταν πλίνθινη. Ο βόρειος τοίχος του κτιρίου Μ αποτελεί τον μεσότοιχο μεταξύ αυτού και του κτιρίου Π και συνεχίζεται προς τα δυτικά και πέραν του κτιρίου Μ 453. To δωμάτιο 1 του κτιρίου Μ βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της αυλής και διαθέτει θύρα και στις τέσσερεις πλευρές του 454. Η δυτική θύρα ξεχώριζε από τις άλλες, όπως φαίνεται από το πώρινο κατώφλι που σώζει, και οδηγούσε στο δωμάτιο 2. Η θύρα αυτή είναι η μοναδική στο δωμάτιο 2 και είναι λίγο έκκεντρα τοποθετημένη στον ανατολικό του τοίχο. Το δωμάτιο 2, με διαστάσεις 6,90 x 6,50 μ. 455, είναι το μεγαλύτερο του κτιρίου. Ο Θρεψιάδης λόγω της θέσης της θύρας θεώρησε ότι το δωμάτιο περιείχε κλίνες, 11 στον αριθμό 456. Δυτικά του «εντεκάκλινου» υπάρχουν δύο μικρότερα επιμήκη δωμάτια. Το νοτιότερο (δωμάτιο 3) είχε 449 Ο Θρεψιάδης πέθανε το 1962 και οι εργασίες έκτοτε σταμάτησαν. 450 Θρεψιάδης 1959, 31. Η ανασκαφή της περιοχής μεταξύ της κρήνης και του ναού δεν προχώρησε, επειδή από εκεί διέρχεται ο σύγχρονος δρόμος. 451 Οι διαστάσεις της αυλής είναι 13,90 μ. στα βόρεια, 4,70 μ. στα δυτικά, 14,30 μ. στα νότια και 5,20 μ. στα ανατολικά. 452 Kraynak 1984, 86. Η Kraynak επισκέφτηκε το χώρο το Για τα δωμάτια a και b ο Θρεψιάδης δεν κάνει καθόλου λόγο στα κείμενά του. Η αρίθμηση των δωματίων με αριθμούς και γράμματα έχει γίνει από την Kraynak. 453 Θρεψιάδης 1960, 46, Θρεψιάδης 1959, 30. Ο βόρειος τοίχος του κτιρίου έχει μήκος 26,30 μ., ο δυτικός 16,75 μ. και ο νότιος, όσος ανασκάφηκε, 24,85 μ. Το τμήμα του δυτικού τοίχου που είναι κτισμένο με πωρόλιθους έχει μήκος 15,30 μ. 454 Η ανατολική θύρα έχει πλάτος 1,15 μ., η νότια 2,85 μ., η δυτική 1,55 μ. και η βόρεια 1,60 μ. 455 Θρεψιάδης 1960, 46. Την προηγούμενη χρονιά ο Θρεψιάδης (Θρεψιάδης 1959, 29) ανέφερε άλλες διαστάσεις (7 x 6,40 μ.). 456 Η Kraynak 1984, 86 υπολόγισε, με δεδομένο ότι οι κλίνες θα ήταν συνεχόμενες, ότι στο βόρειο και νότιο τοίχο θα είχαν τοποθετηθεί από τρεις κλίνες μήκους 1,89 μ., στο δυτικό άλλες τρεις μήκους 2,02 μ. και σε κάθε πλευρά της πόρτας από μία μήκους 2,26 μ. Στην περίπτωση αυτή δηλαδή το δωμάτιο δεν θα είχε κτιστεί με βάση συγκεκριμένο μήκος κλίνης (Η Kraynak υπολόγισε με πλάτος κλίνης 0,82 μ. Για τις μέσες διαστάσεις των κλινών και τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούνται στο χώρο βλ. Miller 1978α, ). 75

83 είσοδο μόνο στο νότιο εξωτερικό τοίχο 457. Το βορειότερο (δωμάτιο 4) είχε είσοδο από την αυλή στο ανατολικό άκρο του βόρειου τοίχου του. Στη νοτιοανατολική γωνία του δωματίου 3 και στη νοτιοδυτική γωνία του δωματίου 4 σώζεται καμπύλος τοίχος από αργούς λίθους (εικ. 82). Ο Θρεψιάδης υποστήριξε ότι οι σχηματισμοί αυτοί ήταν ερμάρια, όπου οι επισκέπτες τοποθετούσαν τις προμήθειές τους και κυρίως οξυπύθμενους αμφορείς κρασιού 458. Η περίπτωση να πρόκειται για εστίες απορρίφθηκε, καθώς στο εσωτερικό των σχηματισμών δεν βρέθηκε τέφρα 459. Το ότι ο Θρεψιάδης δεν αναφέρει τι βρέθηκε μέσα στους σχηματισμούς δεν βοηθάει να προσδιορίσουμε τη χρήση τους. Η Kraynak περιγράφει τις κατασκευές αυτές ως «μικρά καθίσματα» ( small seats ) και θεωρεί ότι είναι ανάλογες με τις κτιστές κλίνες του κτιρίου στη Ζωστήρα Άκρα 460. Εμείς δεν διαπιστώνουμε ομοιότητες με το κτίριο της Ζωστήρας, κυρίως επειδή οι σχηματισμοί στο κτίριο της Αυλίδας δείχνουν να είναι μεμονωμένοι μέσα στα δωμάτια. Στο δυτικό άκρο της αυλής μια είσοδος οδηγεί στο δωμάτιο 5, το οποίο επικοινωνεί στα βόρεια με το μικρότερο δωμάτιο Στα ανατολικά του δωματίου 6 υπάρχει ένα ευρύχωρο δωμάτιο διαστάσεων 6,05 x 3,90 μ. (δωμάτιο 7). Στο νότιο τοίχο του σώζεται το πώρινο κατώφλι της εισόδου από την αυλή 462, το οποίο είναι όμοιο με εκείνο του «εντεκάκλινου». Μια θύρα 463 στον ανατολικό τοίχο του δωματίου 7 έδινε πρόσβαση σε ένα μικρότερο δωμάτιο, κλειστό στις άλλες του πλευρές (δωμάτιο 8). Η θύρα στο νότιο τοίχο του δωματίου 7 δεν βρίσκεται ακριβώς στο μέσον του, γι αυτό ο Θρεψιάδης υποστήριξε ότι και αυτό το δωμάτιο περιείχε κλίνες, 7 στον αριθμό 464. Έξω από το δωμάτιο 7, κοντά στη δυτική παραστάδα της εισόδου, βρέθηκε ακέραιος οξυπύθμενος αμφορέας. Το τελευταίο ανεσκαμμένο δωμάτιο του κτιρίου Μ είναι το δωμάτιο 9. Σε αυτό εισερχόταν κανείς από την αυλή διαμέσου μιας θύρας στο δυτικό άκρο του νότιου τοίχου του δωματίου. Το κατώφλι της θύρας εξέχει προς τα νότια της εισόδου κατά 0,14 μ., ενώ, για να προσαρμοστεί στο πλάτος της εισόδου, είχαν αποκοπεί τα άκρα της βόρειας πλευράς του Δεν κατανοούμε για ποιο λόγο σε όλες τις κατόψεις του κτιρίου, οι οποίες παρουσιάζονται στα ΠΑΕ, η θύρα αυτή δεν αποδίδεται. Ο Θρεψιάδης αναφέρει ότι το πλάτος της ήταν 1,25 μ. 458 Τέτοιοι σχηματισμοί βρέθηκαν και στα κτίρια Ν (Θρεψιάδης 1960, 40), Π και Λ (Θρεψιάδης 1961, 42). 459 Θρεψιάδης 1959, Η Kraynak 1984, Η είσοδος στο δωμάτιο 5 έχει πλάτος 1,10 μ. και εκείνη του δωματίου 6 0,60 μ. 462 Το πλάτος της εισόδου είναι 1,50 μ. 463 Το πλάτος της είναι 1,25 μ. 464 Θρεψιάδης 1960, 47. Η ύπαρξη δεύτερης θύρας στους ανδρώνες είναι ασυνήθιστη, αλλά συναντάται (π.χ. στο ιερό της Δήμητρας και Κόρης στην Κόρινθο). Η Kraynak 1984, 186 σημ. 223 υπολόγισε ότι, για να είναι συνεχόμενες οι κλίνες, θα έπρεπε να μην έχουν όλες το ίδιο μήκος. Έτσι στο βόρειο τοίχο θα μπορούσαν να υπάρχουν 3 κλίνες μήκους 1,74 μ., στο δυτικό τοίχο 2 κλίνες μήκους 1,50 μ., στα δυτικά της νότιας εισόδου μία κλίνη μήκους 1,78 μ και στα ανατολικά της μία ακόμη μήκους 2 μ. 465 Θρεψιάδης 1960,

84 Ο Θρεψιάδης χρονολόγησε και τα τέσσερα κτίρια (Λ, Ν, Π, Μ) νότια του ναού της Άρτεμης στα ελληνιστικά χρόνια, πιο συγκεκριμένα στον 3 ο 2 ο αι. π.χ., με βάση θραύσματα μεγαρικών σκύφων με φυτική κυρίως διακόσμηση αλλά και νομίσματα 466. Την άποψη του Θρεψιάδη ότι το κτίριο Μ ήταν καταγώγιο συμμερίζεται και η Kraynak 467. Η ίδια επαναλαμβάνει μεν ότι η ύπαρξη ανδρώνα σε ένα κτίριο δεν σημαίνει ότι αυτό ήταν καταγώγιο, πιστεύει όμως ότι ένα ιδιωτικό σπίτι 9 δωματίων δεν θα χρειαζόταν έναν τόσο μεγάλο ανδρώνα με 11 κλίνες. Θεωρεί επίσης ότι τα ευρήματα οικιακής χρήσης στηρίζουν την άποψη αυτή 468, όπως και η θέση του κτιρίου, καθώς εκτός από τους επισκέπτες που έφταναν, για να προσκυνήσουν στο ναό, από την Αυλίδα περνούσαν και πολλοί ταξιδιώτες, για να πάνε διά θαλάσσης στην Εύβοια αναχωρώντας από το λιμάνι της 469. Η Leypold αμφιβάλλει για την ορθότητα της ταύτισης και αναρωτιέται μήπως το κτίριο Μ ήταν απλώς μια πολυτελής οικία. Οι σκέψεις που κάνει είναι οι εξής: α. το ότι τα κτίρια Μ και Π έχουν κοινό τοίχο μπορεί να υποδηλώνει κάποιου είδους σύνδεση του κτιρίου Μ με τα κεραμικά εργαστήρια στα βόρεια. β. το γεγονός ότι τα συνήθη κινητά ευρήματα, εκείνα δηλαδή που δεν σχετίζονται με τη λειτουργία των Λ, Ν και Π ως κεραμικών εργαστηρίων (ειδώλια, μήτρες κα), είναι παρόμοια και στα τέσσερα κτίρια μπορεί να σημαίνει και παρόμοια χρήση των κτιρίων. Άλλωστε σε πολλές περιπτώσεις ένα κεραμικό εργαστήριο και η κατοικία του κεραμέα αποτελούσαν κοινό συγκρότημα 470. Επίσης θυμίζουμε εδώ ότι και στα τέσσερα κτίρια εντοπίστηκαν παρόμοια ημικυκλικά τοιχάρια στις γωνίες ορισμένων δωματίων. γ. η στενή δίοδος που χωρίζει τα κτίρια Ν και Π θυμίζει τις παρόδους μιας συνοικίας. Αν τα κτίρια είχαν κατασκευαστεί, για να εξυπηρετήσουν το ιερό, θα περίμενε κανείς μια καλύτερη οργάνωση του χώρου. δ. το κτίριο Μ μοιάζει με τα άλλα και στον προσανατολισμό. Έτσι όπως τα τέσσερα κτίρια συγκλίνουν προς τα ανατολικά, όπου βρισκόταν ο δρόμος που έφτανε από το λιμάνι, μοιάζουν με νησίδα που διαμορφώνεται με βάση τις οδούς που την ορίζουν. ε. 466 Θρεψιάδης 1960, 44 (κτίριο Ν), Θρεψιάδης 1960, (κτίριο Π), Θρεψιάδης 1961, 42 (κτίριο Λ). Μεταξύ των ευρημάτων από το κτίριο Μ ο Θρεψιάδης 1959, δεν αναφέρει νομίσματα, αναφέρει όμως όστρακα μεγαρικών σκύφων, ατρακτοειδών ληκυθίων, αμφορέων, πινακίων, λύχνων, ένα τμήμα πήλινου «νεροχύτη», μεταλλικούς ήλους, ενσφράγιστα αντικείμενα, ένα τμήμα μαρμάρινης λεκάνης κα. Γενικά τα κινητά ευρήματα από τα τέσσερα κτίρια ήταν παρόμοια. 467 Την άποψη του Θρεψιάδη δεν αμφισβητεί ούτε η Hollinshead 1981, Η Kraynak 1984, 89 γράφει: It is significant that the only evidence for food consumption mentioned by Threpsiades was found in the largest room of the house. Ο Θρεψιάδης δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Όπου κάνει λόγο για κινητά ευρήματα από το κτίριο Μ (Θρεψιάδης 1959, 30-32), αναφέρεται σε ευρήματα συνολικά από το κτίριο, χωρίς δυστυχώς να μας πληροφορεί συγκεκριμένα τι βρέθηκε σε κάθε δωμάτιο. 469 Ειδικά πριν την κατασκευή της γέφυρας του Ευρίπου το 410 π.χ (Bakhuizen 1970, ). Την άποψη ότι οι περισσότεροι ξένοι που θα κατέλυαν στο κτίριο θα ήταν περαστικοί ταξιδιώτες παρά προσκυνητές εκφράζει και η Hollinshead 1981, Scheibler 2010,

85 η περιοχή που έχει ανασκαφεί είναι πολύ περιορισμένη και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν τα κτίρια εντάσσονταν στον ιερό χώρο ή ανήκαν σε μια παρακείμενη συνοικία 471. Τα επιχειρήματα της Leypold είναι σίγουρα πιο πειστικά. Η περαιτέρω ανασκαφή του χώρου είναι εφικτή και θα μπορούσε πιθανότατα να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά. Αυτή ήταν και η επιθυμία του ανασκαφέα, πριν πεθάνει. 9. Δήλος: ο Ξενώνας δίπλα στο θέατρο και το κτίριο ΙΒ στη Συνοικία του Σταδίου. Η Δήλος, μια κουκίδα στο χάρτη της Μεσογείου, μεσουράνησε κατά την αρχαιότητα ως το πιο σημαντικό θρησκευτικό κέντρο όλου του Ελληνισμού. Εκεί γέννησε η Λητώ «τον Από&lambd