Η κατάσταση της γεωργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έκθεση 2002



Σχετικά έγγραφα
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ. για τις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ-τµήµα Εγγυήσεων

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Εαρινές προβλέψεις : H ευρωπαϊκή ανάκαµψη διατηρεί τη δυναµική της, αν και υπάρχουν νέοι κίνδυνοι

Συνέντευξη Τύπου του Διεθνούς Οργανισμού Αμπέλου και Οίνου, Παρίσι,

Πρόσφατες Εξελίξεις στην Αγροτική Οικονοµία. της Ελλάδος

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΤΟΥ EΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Σηµείωµα για τις Πρόσφατες Οικονοµικές και Νοµισµατικές Εξελίξεις

Μακροοοικονοµικές προβολές εµπειρογνωµόνων του Eυρωσυστήµατος για τη ζώνη του ευρώ

Ι. Οικονομικές εξελίξεις στην Βουλγαρία (Ιανουάριος Σεπτέμβριος 2010)

ΠΡΕΣΒΕΙΑ THΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Γραφείο Ο.Ε.Υ. Μαδρίτη, 14 Μαρτίου 2017

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Η Παγκόσμια Αγορά Δημητριακών

Αποτελέσματα Α Εξαμήνου 2018

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

ΘΕΜΑ: Εκτίμηση του εμπορικού ισοζυγίου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (27), με χώρες εκτός αυτής, για το μήνα Σεπτέμβριο Πηγή Eurostat -

Η ΑΓΟΡΑ ΕΛΑΙΟΛΑ ΟΥ & ΕΛΙΩΝ ΣΤΗΝ ΤΥΝΗΣΙΑ

ΜΗΝΙΑΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ. Φύλλο 9 Αύγουστος Επιμέλεια και σύνταξη Τζανέτος Καραντζής Σύμβουλος Ο.Ε.Υ.

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΤΟΥ EΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

ΘΕΜΑ: Εκτίμηση του εμπορικού ισοζυγίου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (27), με χώρες εκτός αυτής, για το μήνα Ιούλιο 2011.

Οικονομικά Αποτελέσματα Εννεαμήνου 2017

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

ΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ. Θετικά αποτελέσµατα, λόγω ισχυρών διεθνών περιθωρίων διύλισης - απρόσκοπτη λειτουργία κατά τη διάρκεια της τραπεζικής κρίσης

Μακροοικονοµικές προβολές εµπειρογνωµόνων του Ευρωσυστήµατος για τη ζώνη του ευρώ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

ΠΡΕΣΒΕΙΑ THΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Γραφείο Ο.Ε.Υ. Μαδρίτη Εξωτερικό εμπόριο Ισπανίας για το Γενικά χαρακτηριστικά

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Μη νομοθετικές πράξεις) ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ & ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ Τμήμα Αγροτικής Στατιστικής

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Φθινοπωρινές Οικονομικές Προβλέψεις 2014: Αργή ανάκαμψη με πολύ χαμηλό πληθωρισμό

Οικονομικά Αποτελέσματα Εννεάμηνου 2013

Εαρινές προβλέψεις : από την ύφεση προς τη βραδεία ανάκαμψη

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΑΓΟΡΑΣ ΤΥΡΟΚΟΜΙΚΩΝ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ...3. Εισαγωγή...3. Εγχώρια παραγωγή τυροκομικών...3. Καταναλωτικές προτιμήσεις...4. Δίκτυα διανομής...

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΤΗΣ ΕΚΤ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Αυτάρκεια Αγροτικών ιατροφικών Προϊόντων

ΘΕΜΑ: Εκτίμηση του εμπορικού ισοζυγίου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (27), με χώρες εκτός αυτής, για τον μήνα Ιούλιο Πηγή Eurostat -

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΈΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Οικονομικά Αποτελέσματα Α Εξαμήνου 2013

Ε π ι σ η µ ά ν σ ε ι ς

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον κατά το 2013 και η Ελλάδα

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ. σχετικά με τις δαπάνες του ΕΓΤΕ. Σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης αριθ.

ΘΕΜΑ: Δείκτης Ανεργίας για το μήνα Νοέμβριο 2012 στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (27) και της Ευρωζώνης (17) - Στοιχεία της Eurostat

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΤΟΥ ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Δελτίο τύπου. Το 2016 η ανάκαμψη της κυπριακής οικονομίας

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 254/73

Εαρινές οικονοµικές προβλέψεις της Επιτροπής : Ανάκαµψη της ανάπτυξης

Σύστηµα έγκαιρης προειδοποίησης. αριθ. 4-6/2010

ΓΕΝΙΚΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ 1

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ. σχετικά µε τις δαπάνες του ΕΓΤΕ. Σύστηµα έγκαιρης προειδοποίησης.

Πίνακας αποτελεσμάτων της Ένωσης για την Καινοτομία το Σύνοψη Γλωσσική έκδοση ΕL

ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΡΕΑΤΩΝ (σε τόνους)

ΘΕΜΑ: Εκτίμηση του εμπορικού ισοζυγίου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (27), με χώρες εκτός αυτής, για το μήνα Οκτώβριο Πηγή Eurostat -

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ. για τις δαπάνες του ΕΓΤΕ. Σύστηµα έγκαιρης προειδοποίησης. Αριθ.

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΤΗΣ ΕΚΤ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ. για τις δαπάνες του ΕΓΤΕ

6. Μακροοικονομικές Προβλέψεις για την Κυπριακή Οικονομία

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ. Αθήνα, 20 Οκτωβρίου Θέμα: Ισοζύγιο Πληρωμών: ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών

Ειδικό Παράρτημα Χρηματοοικονομικοί δείκτες: Ανάλυση κατά κλάδο και τομέα

Ειδικό Παράρτημα Α. Χρηματοοικονομικοί δείκτες: Ανάλυση κατά κλάδο και τομέα

Τριμηνιαίο Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας

Κ Ε Ν Τ Ρ Ι Κ Η Τ Ρ Α Π Ε Ζ Α Τ Η Σ Κ Υ Π Ρ Ο Υ

Πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις στη Βουλγαρία

Η ΑΓΟΡΑ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ (Στοιχεία εισαγωγών και κατανάλωσης)

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1. Αξιολόγηση των µακροοικονοµικών επιπτώσεων του ΚΠΣ III

Μακροοικονομικές προβλέψεις για την κυπριακή οικονομία

Σύντοµα σηµειώµατα για θέµατα εξαγωγικού ενδιαφέροντος. Η πορεία των εξαγωγών κατά το έτος 2007 Πρωταγωνιστές τα δώδεκα νέα κράτη-µέλη

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Οικονομικά Αποτελέσματα Έτους 2015

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΞΑΓΩΓΕΩΝ ΚΡΑΤΙΝΟΥ ΑΘΗΝΑ FAX: site:

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ. για τις δαπάνες του ΕΓΤΕ Σύστηµα έγκαιρης προειδοποίησης Αριθ.

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ. για τις δαπάνες του ΕΓΤΕ. Σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης αριθ.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΓΟΡΑ ΟΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΛΑΔΟ ΟΙΝΟΥ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

Η κλιματική αλλαγή αυξάνει τις τιμές των τροφίμων

Αποτελέσματα A Εξαμήνου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΟΜΟΛΟΓΩΝ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2014

ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΤΗΣ ΕΚΤ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩ

Στατιστικά στοιχεία αγοράς βιοθέρμανσης & pellets στην Ευρώπη από τον Ευρωπαϊκό Σύνδεσμο Βιομάζας

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Πρεσβεία της Ελλάδος στο Παρίσι Γραφείο Οικονομικών & Εμπορικών Υποθέσεων. Γαλλική Αγορά Κοτόπουλου

Νο. 85 Μάρτιος 2017 Η πορεία των εξαγωγών κατά το 2016 (Ιανουάριος Δεκέμβριος)

Παγκό κ σμι μ ες ε συνθ ν ήκε κ ς ε

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ. Αθήνα, 19 Νοεμβρίου Θέμα: Ισοζύγιο Πληρωμών: ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών

Αποτελέσματα Α Εξαμήνου 2012

Διαβιβάζεται συνημμένως στις αντιπροσωπίες το έγγραφο - COM(2017) 409 final.

Διαβιβάζεται συνημμένως στις αντιπροσωπίες το έγγραφο - COM(2017) 317 final.

ΘΕΜΑ: Δείκτης Ανεργίας για το μήνα Ιανουάριο 2014 στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (28) και της Ευρωζώνης (18) - Στοιχεία της Eurostat

Εξωτερικό Εμπόριο Αλβανίας 2013

ΘΕΜΑ: Εκτίμηση του εμπορικού ισοζυγίου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (27), με χώρες εκτός αυτής, για τον μήνα Σεπτέμβριο Πηγή Eurostat -

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ & ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ & ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ Τμήμα Αγροτικής Στατιστικής

Παράρτημα I ΔΕΙΚΤΗΣ 1

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΓΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ

Transcript:

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ Βρυξέλλες, 8.1.2004 ΟΟΜ(2003) 852 τελικό Η κατάσταση της γεωργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση Έκθεση 2002 Εκδίδεται σε συνδυασμό με τη γενική έκθεση επί της δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2002 ΒΚυΧΕΙΧΕδΙΛΙΧΕΜΒΙΙΕΙΟ, 2003 ΕΙ_ ΕΙ_

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 1. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ 4 1.1. Γενική επισκόπηση 4 1.2. Επίπεδα παραγωγής 9 1.3. Τιµές παραγωγού και αγοραίες τιµές 13 1.6. ίκτυο γεωργικής λογιστικής πληροφόρησης ( ΓΛΠ ) 24 2. ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΑΣΚΟΥΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΤΟ 2002 30 2.1. Ενδιάµεση επανεξέταση της ΚΓΠ 30 2.2. Πολιτική για την ποιότητα 30 2.3. Βιολογική γεωργία 34 2.4. Προώθηση των γεωργικών προϊόντων 35 2.5. Απλούστευση της νοµοθεσίας στο γεωργικό τοµέα 36 2.6. Κρατικές Ενισχύσεις 37 2.9. Μέτρα πληροφόρησης σχετικά µε την ΚΓΠ 49 2.10. Τεχνολογία πληροφόρησης και επικοινωνίας 52 2.11. Συµβουλευτικές επιτροπές και σχέσεις µε οργανισµούς που εκπροσωπούν τον κοινωνικοεπαγγελµατικό τοµέα της ΕΕ 53 3. ΕΞΈΛΙΞΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΆΣ 54 3.2. Ζωικά προϊόντα 87 4. ΓΕΩΡΓΟΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ 100 5. Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΤΑ ΤΟ 2002 101 5.1. Βέλγιο 102 5.2. ανία 103 5.3. Γερµανία 103 2

5.7. Ιρλανδία 108 5.8. Ιταλία 109 5.10. Κάτω Χώρες 110 5.11. Αυστρία 111 5.13. Φινλανδία 113 5.15. Ηνωµένο Βασίλειο 115 6. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΑΑΣΗ 116 6.1. Περιβαλλοντικά µέτρα 116 6.2. Μέτρα στον δασικό τοµέα 117 7. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΓΠ ΤΟ 2002 118 7.1. Τµήµα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ 119 7.2. Τµήµα "Προσανατολισµού" του ΕΓΤΠΕ 126 7.3. Αξιολογηση 133 8. ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ 133 9.1. ιεθνείς οργανισµοί και συµφωνίες 137 9.2. ιµερείς και περιφερειακές εµπορικές σχέσεις 144 3

1. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ 1.1. Γενική επισκόπηση 1. Tο γεωργικό έτος 2002 χαρακτηρίστηκε κυρίως από τις ακόλουθες εξελίξεις: α) το γενικά απογοητευτικό επίπεδο της παγκόσµιας οικονοµικής ανάκαµψης, µε µια διεθνή κατάσταση που πλήττεται από την ατµόσφαιρα αβεβαιότητας την οποία προκαλεί η συνδυασµένη επίδραση των γεωπολιτικών εντάσεων, των δυσ µ ενών εξελίξεων στις κεφαλαιαγορές και της αβεβαιότητας όσον αφορά την πραγατική κατάσταση της οικονοµίας και του επιχειρηµατικού τοµέα β) την απότοµη άνοδο των τιµών του πετρελαίου στη διάρκεια του 2002, οι οποίες έφθασαν περίπου τα σχετικά υψηλά επίπεδα του πρώτου εξαµήνου 2001 γ) την επιδείνωση της εµπιστοσύνης των καταναλωτών, η οποία, σε συνδυασ µ ό µε την αύξηση των τιµών του πετρελαίου, περιέστειλε την αγοραστική δύναη και οδήγησε σε οριακή µόνον αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης στην ΕΕ το 2002 δ) την αξιοσηµείωτη ανάκαµψη του τοµέα των βοοειδών από τις πρόσφατες κρίσεις της ΣΕΒ και του αφθώδους πυρετού, µε ση µ αντική βελτίωση της κατανάλωσης βοείου κρέατος και µε αύξηση των τιών του τοµέα κατά ποσοστό ανώτερο του 6% κατά µέσον όρο. ς αποτέλεσµα της ανάκαµψης στον τοµέα του βοείου κρέατος, οι τιµές για το χοίρειο κρέας δια µ ορφώθηκαν το 2002 σε επίπεδα πολύ χαµηλότερα από τις εξαιρετικά υψηλές τιές του 2001, ενώ και οι τιµές για το κρέας πουλερικών διαµορφώθηκαν σε επίπεδα πολύ κατώτερα από τις αντίστοιχες τιµές του 2001 για το µεγαλύτερο µέρος του έτους ε) τις γενικά ευνοϊκές καιρικές συνθήκες κατά τη διάρκεια του γεωργικού έτους, εκτός από τις σοβαρές πληµµύρες που σηµειώθηκαν το καλοκαίρι σε µερικά κράτη µέλη, ως αποτέλεσµα των οποίων σηµειώθηκε η δεύτερη µεγαλύτερη εσοδεία σιτηρών µετά εκείνη του 2000. 2. Η περιορισµένη ανάκαµψη της αύξησης του παγκόσµιου εµπορίου το 2002 βοήθησε γενικά τις εξαγωγές της ΕΕ να σηµειώσουν µικρή βελτίωση σε σχέση µε τα επίπεδα του 2001. Εντούτοις, η κατάσταση ήταν λιγότερο θετική για τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων της ΕΕ, οι οποίες αντιµετώπισαν τον αυξηµένο ανταγωνισµό τρίτων χωρών, ιδίως στον τοµέα των σιτηρών, όπου µ η παραδοσιακοί εξαγωγείς στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας διαδραµάτισαν σηαντικό ρόλο στις αγορές το 2002, παρόλο που ο τοµέας των εξαγωγών κρέατος βελτιώθηκε σηµαντικά σε σχέση µε τα επίπεδα του προηγουµένου έτους, κατά το οποίο οι εξαγωγές επλήγησαν από περιορισµούς του εµπορίου οφειλόµενους στον πανικό που προκάλεσαν οι ζωονόσοι. Η ενίσχυση του ευρώ κατά το 2002 συνέβαλε επίσης στη συγκράτηση του επιπέδου των γεωργικών εξαγωγών της ΕΕ. 3. Σύµφωνα µε τις αρχικές εκτιµήσεις στα τέλη 2002, τα γεωργικά εισοδήµατα (µετρώµενα ως πραγµατική καθαρή προστιθέµενη αξία στο κόστος των συντελεστών ανά ετήσια µονάδα εργασίας) στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά µειώθηκαν κατά 3,0 % σε πραγµατικούς όρους το 2002, σε αντίθεση µε τις µεγάλες αυξήσεις του 2000 και του 2001 (όταν τα πραγµατικά εισοδήµατα είχαν αυξηθεί κατά 4,4% και 6,1 % αντιστοίχως, σύµφωνα µε τα πλέον πρόσφατα στοιχεία) και σε ένα περιβάλλον 4

σηµαντικής περαιτέρω µείωσης του συνολικού γεωργικού εργατικού δυναµικού (2,9% το 2001). Παρά αυτή τη µείωση του εισοδήµατος, το µέσο γεωργικό εισόδηµα το 2002 παραµένει υψηλότερο κατά περίπου 25 % από εκείνο των αρχών της δεκαετίας του 1990. Η µείωση του εισοδήµατος το 2002 οφείλεται στην κάθετη πτώση των τιµών πολλών φυτικών και ζωικών προϊόντων, η οποία υπερκάλυψε την αύξηση του όγκου παραγωγής. Αυτό ισχύει ιδίως για τα ζώα και τα ζωικά προϊόντα όπως το χοίρειο κρέας, τα πουλερικά και το γάλα, για τα οποία οι πραγµατικές µέσες τιµές µειώθηκαν κάθετα, αλλά και για τα σιτηρά, τους ελαιούχους σπόρους και τις πατάτες. Εντούτοις, ως συνήθως, αυτές οι πρώτες εκτιµήσεις πρέπει να αντιµετωπίζονται µε κάποιο βαθµό επιφυλακτικότητας. 4. Όσον αφορά τις καιρικές συνθήκες, το γεωργικό έτος 2002 ξεκίνησε καλά το φθινόπωρο 2001: η προετοιµασία των αγρών και η σπορά χειµερινών σιτηρών και κράµβης πραγµατοποιήθηκε υπό συνθήκες σχεδόν βέλτιστες και γενικά πολύ ευνοϊκότερες από εκείνες του προηγουµένου έτους, ιδίως στη Γαλλία και στο ΗΒ. Ενώ η περίοδος του φθινοπώρου τελείωσε µε υπερβολικά κρύες για την εποχή εβδοµάδες σε ολόκληρη την Ευρώπη τον εκέµβριο και τον Ιανουάριο 2002, προκαλώντας κάποια ανησυχία για ζηµίες από παγετό, οι συνθήκες που επικράτησαν στη συνέχεια, κατά την περίοδο του χειµώνα, ήταν γενικά ευνοϊκές, µε θερµοκρασίες ως επί το πλείστον υψηλότερες του µέσου όρου και ευνοϊκές συνθήκες κατά το χρόνο προετοιµασίας για την εαρινή σπορά. 5. Την άνοιξη του 2002, οι καιρικές συνθήκες ήταν γενικά ικανοποιητικές για την βλάστηση των καλλιεργειών και για τις γεωργικές εργασίες. Στην Ιβηρική Χερσόνησο, στη νότια Ιταλία (µε την εξαίρεση της Σικελίας) και στην Ελλάδα σηµειώθηκαν ικανοποιητικά επίπεδα βροχοπτώσεων που επέτρεψαν να γεµίσουν εν µέρει οι δεξαµενές ύδατος και είχαν δυνητικές επιπτώσεις στην παραγωγή σκληρού σίτου. Οι υψηλές για την εποχή θερµοκρασίες στα τέλη Απριλίου και τον Μάιο επετάχυναν τη βλάστηση των καλλιεργειών, ιδίως στις κεντρικές και βόρειες χώρες, ενώ στις περιοχές της Μεσογείου, ένα κύµα υψηλών θερµοκρασιών τον Ιούνιο επετάχυνε τη βλάστηση των θερινών καλλιεργειών. 6. Η κατάσταση γενικά επιδεινώθηκε τον Ιούλιο και τον Αύγουστο µε υπερβολικές βροχοπτώσεις σε πολλά κράτη µέλη της Κεντρικής Ευρώπης, και ιδίως στη Γερµανία και στην Αυστρία, οι οποίες οδήγησαν σε κορεσµό των εδαφών και πληµµύρες που παρεµπόδισαν τις εργασίες συγκοµιδής των δηµητριακών για ζωοτροφές ή προκάλεσαν τοπικές ζηµίες σε πολλές περιοχές και οδήγησαν σε απώλειες συγκο µ ιδής και βοσκοτόπων. Στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ισπανία, οι εργασίες συγκοιδής του Ιουλίου διεξήχθησαν γενικά υπό ευνοϊκότερες συνθήκες απ ό,τι το 2001, ενώ αντιθέτως προς ό,τι συνέβη στη Γερµανία και την Αυστρία, σε πολλά µέρη της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας επεκράτησαν ευνοϊκές συνθήκες για τη βλάστηση των θερινών καλλιεργειών. Κατά τα τέλη του θέρους επεκράτησαν γενικά ευνοϊκές συνθήκες για τις θερινές καλλιέργειες, µε περισσότερο ξηρές και θερµές καιρικές συνθήκες στις βόρειες περιοχές και ψυχρότερες, υγρές συνθήκες στις περιοχές της Μεσογείου, τις οποίες όµως ακολούθησαν τον Οκτώβριο άφθονες βροχοπτώσεις και χαµηλότερες του συνήθους θερ µ οκρασίες που επηρέασαν εν µέρει τις γεωργικές εργασίες, όπως η συγκοµιδή όψιης πατάτας και η έναρξη της συγκοµιδής ζαχαρότευτλων στις βόρειες χώρες. 7. Η εγχώρια κατανάλωση σιτηρών εκτιµάται ότι αυξήθηκε σε σχεδόν 192 εκατ. τόνους το 2002/03 (+ 2 εκατ. τόνους περίπου σε σχέση µε την περίοδο 2001/02), λόγω αύξησης της κατανάλωσης από τον άνθρωπο (+ 1,2 εκατ. τόνοι) και αύξησης κατά 5

1 περίπου εκατ. τόνους στη χρήση σιτηρών για ζωοτροφές, η οποία οφείλεται κυρίως στις σχετικά χαμηλές τιμές των σιτηρών σε σύγκριση με τους ελαιούχους σπόρους το 2002. Για το βόειο κρέας, η κατανάλωση αναμένεται ότι ανέκαμψε σημαντικά το 2002. Μετά τις μεγάλες μειώσεις που σημειώθηκαν στα τέλη του 2000 και στις αρχές του 2001, η κατανάλωση βοείου κρέατος ανέκαμψε σταδιακά κατά τη μετέπειτα περίοδο. Σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις, η συνολική κατανάλωση για το 2002 ανέρχεται σε 7,5 εκατ. τόνους, αύξηση κατά 11,3 % σε σχέση με τα επίπεδα του 2001. Η κατανάλωση χοιρείου κρέατος το 2002 παρέμεινε περίπου στα ίδια επίπεδα όπως το 2001 (16,5 εκατ. τόνοι περίπου), μετά τη μικρή αύξηση που σημειώθηκε το προηγούμενο έτος, ενώ η κατανάλωση κρέατος πουλερικών, η οποία είχε επωφεληθεί περισσότερο από την τελευταία κρίση της ΣΕΒ και είχε αυξηθεί κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 3% το 2001, αναμένεται ότι μειώθηκε ελαφρά το 2002 (1,7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος) λόγω της ανάκαμψης της κατανάλωσης βοείου κρέατος. Τέλος, ενώ η κατανάλωση βουτύρου παρέμεινε λίγοπολύ αμετάβλητη σε σχέση με το 2001, η κατανάλωση τυριού συνέχισε την ανοδική της τάση και αυξήθηκε κατά 1,4% το 2002, παρόλο που η αύξηση αυτή είναι ελαφρά μικρότερη από την τάση των τελευταίων ετών. 8. Όσον αφορά τη γενική οικονομική σκηνή, η παγκόσμια ανάκαμψη ήταν κάπως απογοητευτική το 2002. Στις αρχές του έτους, αναμενόταν ισχυρή παγκόσμια ανάκαμψη, ως αποτέλεσμα σημαντικής πολιτικής τόνωσης μετά τα γεγονότα της 11 ης Σεπτεμβρίου 2001 και την εκτεταμένη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Εντούτοις, η εμπιστοσύνη υπονομεύθηκε από μια ατμόσφαιρα αβεβαιότητας η οποία οφείλετο στη συνδυασμένη επίπτωση γεωπολιτικών εντάσεων, ιδίως στη Μέση Ανατολή, οι οποίες οδήγησαν σε υψηλότερες τιμές πετρελαίου κατά τη διάρκεια του έτους, των αρνητικών εξελίξεων στις κεφαλαιαγορές και της αβεβαιότητας όσον αφορά την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και του επιχειρηματικού τομέα. Έτσι, η επακολουθήσασα ανάκαμψη ήταν ασθενής, με αποτέλεσμα η αύξηση του παγκόσμιου ΑΕγχΠ το 2002 να αναμένεται ότι δεν θα υπερβεί το 2,6%. Μετά από επιβράδυνση το 2001, για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια, οι παγκόσμιες συναλλαγές αναμένεται να αρχίσουν και πάλι να αυξάνονται κατά ποσοστό περίπου 2% το 2002. 9. Σε ευθυγράμμιση με τις παγκόσμιες εξελίξεις, η ανάκαμψη στην ΕΕ άρχισε το πρώτο τρίμηνο του 2002, αλλά δεν μπόρεσε να συνεχιστεί κατά την υπόλοιπη διάρκεια του έτους. Συνεπώς, η συνολική ανάκαμψη ακολούθησε ρυθμό πολύ πιο αργό από το προβλεπόμενο και το μέσο ποσοστό ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να μην υπερβεί το 0,8 % το 2002. Παράλληλα, οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων και του πετρελαίου περιέστειλαν την αγοραστική δύναμη, πράγμα που προκάλεσε με τη σειρά του μείωση της ζήτησης, Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την επιδείνωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και την αύξηση του ποσοστού αποταμίευσης των νοικοκυριών, επέφερε αύξηση της συνολικής ιδιωτικής κατανάλωσης στη ζώνη του ευρώ κατά μόνον 0,6 % περίπου το 2002. Ο πληθωρισμός μειώθηκε με αργό μόνον ρυθμό το 2002 και το μέσο ετήσιο ποσοστό πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να είναι 2,3% (ελαφρά κατώτερο από το ποσοστό 2,5% του προηγούμενου έτους). 10. Σε σύγκριση με το επίπεδο των τελευταίων ετών, οι τιμές του πετρελαίου ήσαν μάλλον χαμηλές στις αρχές του 2002 (περίπου 20 δολάρια/βαρέλι για το πετρέλαιο ΒΓεηΐ), αλλά αυξήθηκαν γενικά κατά τη διάρκεια του έτους και έφθασαν περίπου τα επίπεδα του πρώτου εξαμήνου 2001. Οι τιμές του πετρελαίου ΒΓεηΐ έφθασαν αρχικά το ανώτατο επίπεδό τους υπερβαίνοντας τα 29δολάρια/βαρέλι στα τέλη Σεπτεμβρίου, 6

εξέλιξη που αντικατόπτριζε τους φόβους διαταραχών του εφοδιασμού σε πετρέλαιο σε περίπτωση πολέμου με το Ιράκ, και στη συνέχεια, μειώθηκαν σε περίπου 23 δολάρια/βαρέλι μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου, πριν αυξηθούν και πάλι, λόγω των προβλημάτων του εφοδιασμού από τη Βενεζουέλα και υπερβούν το φράγμα των 30 δολαρίων/βαρέλι στα τέλη εκεμβρίου. Όσον αφορά τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, το ευρώ, μετά τις ιστορικά χαμηλές ισοτιμίες του έναντι του δολαρίου το προηγούμενο έτος, ενισχύθηκε κάπως κατά τη διάρκεια του έτους και το Νοέμβριο, ανέκτησε την ισοδυναμία με το δολάριο. 11. Οι εξελίξεις στις διεθνείς αγορές γεωργικών προϊόντων ήσαν μάλλον ανάμικτες το 2002. Οι διεθνείς τιμές των περισσότερων σιτηρών παρουσίασαν αξιοσημείωτη ανάκαμψη κατά τη διάρκεια του έτους, κυρίως λόγω των χαμηλών επιπέδων παραγωγής σε ορισμένες σημαντικές χώρες παραγωγούς και υπό το φως της μικρότερης αναμενόμενης παγκόσμιας εσοδείας σιτηρών από το 1995, ενώ οι διεθνείς τιμές για το κρέας γενικά μειώθηκαν. Εντούτοις, οι διεθνείς τιμές των περισσότερων σιτηρών μειώθηκαν περί τα τέλη του έτους, λόγω του ότι αρκετές χώρες οι οποίες δεν θεωρούντο κατά παράδοση εξαγωγικές επωφελήθηκαν από τις πρόσφατες καλές εσοδείες τους και από τη μείωση των εξαγώγιμων αποθεμάτων κατά παράδοση εξαγωγικών χωρών για να διαθέσουν προς εξαγωγή μεγαλύτερο μέρος των πλεονασμάτων παραγωγής τους. 12. Οι διεθνείς τιμές για το σίτο και τα δευτερεύοντα σιτηρά (οι οποίες βασίζονται στις τιμές των ΗΠΑ) αυξήθηκαν σημαντικά από τα μέσα του έτους και εξής και υπερέβησαν τα επίπεδα τιμών του προηγουμένου έτους, λόγω του ότι καθίστατο ολοένα και περισσότερο φανερό ότι οι παραδοσιακές χώρες εξαγωγής σιτηρών διέθεταν μικρότερα εξαγώγιμα αποθέματα. Η πιο απότομη άνοδος των τιμών αφορούσε τα σιτηρά προέλευσης Βόρειας Αμερικής και Αυστραλίας, όπου η ξηρασία προκάλεσε αξιοσημείωτη πτώση της παραγωγής το 2002. Τον Σεπτέμβριο, οι τιμές για καλής ποιότητας αρτοποιήσιμο σίτο ΗΠΑ ήταν υψηλότερες κατά σχεδόν 50% από τις αντίστοιχες τιμές προ έτους, ενώ οι αυξήσεις τιμών για τον κοινό σίτο ΗΠΑ δεν ήσαν πολύ μικρότερες. Εντούτοις, οι τιμές του σίτου, παρόλο που παρέμειναν σημαντικά υψηλότερες από εκείνες του προηγούμενου έτους, μειώθηκαν κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους λόγω των μεγάλων πλεονασμάτων που διατέθηκαν για εξαγωγή σε σχετικά χαμηλές τιμές από μη παραδοσιακά εξαγωγικές χώρες όπως η Ρωσική Ομοσπονδία, το Καζακστάν και η Ουκρανία. Οι τιμές του αραβοσίτου ακολούθησαν αντίστοιχη πορεία κατά τη διάρκεια του 2002, με αύξηση στις αρχές του έτους λόγω της επιδείνωσης των συνθηκών συγκομιδής στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ τον Σεπτέμβριο, οι τιμές εξαγωγής αραβοσίτου ΗΠΑ ήσαν υψηλότερες κατά 28 % περίπου από εκείνες του προηγούμενου έτους. Παρόλα ταύτα, κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, η μείωση της παγκόσμιας ζήτησης για εισαγωγές σε συνδυασμό με τη μεγάλη προσφορά σίτου για ζωοτροφές και αραβοσίτου σε πολλές χώρες που δεν θεωρούντο κατά παράδοση εξαγωγικές αντιστάθμισαν σε κάποιο βαθμό τις αυξητικές πιέσεις επί των τιμών του αραβοσίτου. Αντιθέτως προς ό,τι συνέβη στις αγορές σιτηρών, η μεγάλη προσφορά στις κυριότερες εξαγωγικές χώρες συνέβαλε ώστε οι τιμές για το ρύζι να δεχθούν πτωτικές πιέσεις. 13. Στις αγορές κρεάτων, οι διεθνείς τιμές μειώθηκαν γενικά το 2002. Αυτή η εξέλιξη των τιμών οφείλεται κυρίως στην αύξηση των επιπέδων προσφοράς, ιδίως στις χώρες στις οποίες είχαν επιβληθεί το 2001 περιορισμοί στις εξαγωγές κρέατος, στη μειωμένη επίδραση των ζωονόσων στις αγορές και στις επιπτώσεις των μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών το 2002 για τις εξαγωγές κρέατος Νότιας Αμερικής. Όσον αφορά τις ειδικότερες αγορές κρεάτων, η μεγάλη προσφορά κρέατος 7

πουλερικών και χοίρων οδήγησε σε σημαντική μείωση των τιμών τους σε σχέση με τα επίπεδα του 2001, ενώ οι τιμές του βοείου, και ιδίως του πρόβειου, κρέατος αυξήθηκαν κάπως, οι δεύτερες λόγω της μεγάλης ζήτησης και της μειωμένης παραγωγής στις ανεπτυγμένες χώρες, και ιδίως στην Αυστραλία. Οι διεθνείς τιμές γαλακτοκομικών προϊόντων σημείωσαν πτώση κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους, αλλά ανέκαμψαν σε κάποιο βαθμό κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2002 λόγω της μείωσης της προσφοράς στην Αυστραλία και στη Νότιο Αμερική. Έως το Νοέμβριο, οι τιμές όλων των γαλακτοκομικών προϊόντων είχαν σημειώσει κάποια ανάκαμψη, με τη μεγαλύτερη αύξηση να σημειώνεται στις τιμές του γάλακτος σε σκόνη, ενώ λιγότερο σημαντική ήταν η αύξηση των τιμών βουτύρου και τυριού. Παρόλα ταύτα, οι τιμές όλων των γαλακτοκομικών προϊόντων παρέμειναν πολύ χαμηλότερες από τις τιμές που επικρατούσαν προ δώδεκα μηνών. 14. Οι επιδόσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις παγκόσμιες αγορές γεωργικών προϊόντων ήταν και πάλι το 2002 μάλλον ανάμεικτες. Το απογοητευτικό επίπεδο της παγκόσμιας ανάκαμψης το 2002, η ενίσχυση του ευρώ και ο συνεχιζόμενος έντονος ανταγωνισμός από τρίτες χώρες, ιδίως στον τομέα των σιτηρών, άσκησαν αρνητική επίπτωση στις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων της ΕΕ. Εντούτοις, μια πολύ θετική εξέλιξη σημειώθηκε με την έντονη ανάκαμψη των εξαγωγών κρέατος από τα επίπεδα κρίσης του προηγουμένου έτους. 15. Κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2002, η συνολική αξία των κοινοτικών εξαγωγών γεωργικών προϊόντων ήταν οριακά χαμηλότερη (κατά περίπου 0,8 %) σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το 2001. Οι εξαγωγές σιτηρών μειώθηκαν σημαντικά το 2002, κατά περίπου 16% κατ' όγκο και 15 % κατ' αξία (σε όρους ευρώ), κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης επίπτωσης του αυξημένου ανταγωνισμού από εξαγωγές τρίτων χωρών, και ιδίως των δημοκρατιών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. (Ο ανταγωνισμός εκ μέρους των τελευταίων αυτών χωρών ήταν τόσο έντονος ώστε, παρόλο που οι εξαγωγές σιτηρών της ΕΕ μειώθηκαν, οι εισαγωγές σιτηρών της ΕΕ σχεδόν διπλασιάστηκαν κατ' αξία σε σύγκριση με την ίδια περίοδο το 2001). Μεγάλες μειώσεις της αξίας των εξαγωγών σημειώθηκαν επίσης και για τις ζωοτροφές (13 %), τη ζάχαρη (42%) και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη (37%), παρόλο που για το προϊόν αυτό, οι εξελίξεις του τελευταίου τριμήνου του 2002 ενδέχεται να οδηγήσουν σε τελικά αριθμητικά δεδομένα για το 2002 από τα οποία να προκύπτει πολύ μικρότερη μείωση. Αντιθέτως, σημειώθηκαν σημαντικές αυξήσεις της αξίας των εξαγωγών ρυζιού (+ 42%), λαχανικών (+ 18%), πατάτας (+ 37%) και ελαιολάδου (+ 21 %). Αυξήσεις, αν και λιγότερο σημαντικές, σημειώθηκαν επίσης για τα φρούτα (+ 7 %) και τον οίνο (+ 6 %). 16. Όσον αφορά τις εξαγωγές κρέατος, ο όγκος των εξαγωγών κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2002 υποδηλώνει σαφή βελτίωση σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του προηγουμένου έτους, όταν η επίπτωση των κρίσεων της ΣΕΒ και του αφθώδους πυρετού είχε ουσιαστικά σταματήσει για μια ορισμένη περίοδο τις εξαγωγές προϊόντων κρέατος από την ΕΕ. Κατά την προαναφερθείσα περίοδο, οι εξαγωγές βοείου κρέατος αυξήθηκαν κατά περίπου 8 % τόσο κατ όγκο όσο και κατ' αξία, ενώ οι εξαγωγές κρέατος χοίρων και πουλερικών αυξήθηκαν σημαντικά κατ' όγκο (κατά 23% και 21% αντιστοίχως) αλλά πολύ λιγότερο κατ' αξία (κατά 4% και 7% αντιστοίχως). Όσον αφορά τα γαλακτοκομικά προϊόντα, παρόλο που οι εξαγωγές αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη μειώθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, κατά τους πρώτους εννέα μήνες του έτους, η αξία των εξαγωγών βουτύρου και τυριού αυξήθηκε (κατά 8% και 1,4% αντιστοίχως) κατά την ίδια περίοδο, αντικατοπτρίζοντας την 8

αύξηση του όγκου των εξαγωγών στα εν λόγω προϊόντα (κατά 20% για το βούτυρο και 4% για το τυρί). 17. Σε γενικές γραµµές, τα αποθέµατα παρέµβασης για τα κυριότερα γεωργικά προϊόντα που υπάγονται σε καθεστώς παρέµβασης αυξήθηκαν το 2002. Όσον αφορά τα σιτηρά, τα αποθέµατα παρέµβασης αυξήθηκαν από περίπου 7,0 εκατ. τόνους στις αρχές του 2002 σε περίπου 8,0 εκατ. τόνους στις αρχές Ιανουαρίου 2003. στόσο, παρατηρήθηκαν αρκετά µεγάλες διακυµάνσεις στις µεταβολές του επιπέδου αποθεµάτων των διαφόρων σιτηρών. Ενώ διατέθηκε και πάλι το 2002 µεγάλο µέρος των αποθεµάτων σίτου (που µειώθηκαν σε περίπου 0,41 εκατ. τόνους τον Ιανουάριο 2003 από 0,61 εκατ. τόνους τον Ιανουάριο 2002), τα αποθέµατα κριθής αυξήθηκαν κατά την ίδια περίοδο από 1,8 σε 2,3 εκατ. τόνους και τα αποθέµατα σίκαλης συνέχισαν την αύξηση των προηγουµένων ετών, από 4,6 σε 5,3 εκατ. τόνους, και εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία. Εντούτοις, η κατάσταση όσον αφορά τη σίκαλη αναµένεται να βελτιωθεί, λόγω του ότι η παραγωγή µειώθηκε το 2002 και προβλέπεται να µειωθεί περαιτέρω το 2003. 18. Σηµαντικές αυξήσεις των αποθε µάτων ση µ ειώθηκαν επίσης το 2002 για τα γαλακτοκοµικά προϊόντα. Τα αποθέατα παρέβασης για το γάλα σε σκόνη, τα οποία είχαν εξαντληθεί τον Οκτώβριο 2000, κατάσταση που παρέµεινε αµετάβλητη το 2001, άρχισαν και πάλι να δηµιουργούνται τον Μάρτιο 2002 και αυξήθηκαν έκτοτε ταχύτατα φθάνοντας επίπεδο ελάχιστα κατώτερο των 147 000 τόνων στα τέλη Σεπτεµβρίου. στόσο, έως τον Ιανουάριο 2003, τα αποθέµατα είχαν µειωθεί και πάλι σε περίπου 109 000 τόνους, χάρη σε αύξηση των εξαγωγών κατά το δεύτερο εξάµηνο του έτους. Τα αποθέµατα βουτύρου αυξήθηκαν επίσης σηµαντικά το 2002, από σχεδόν 86 000 τόνους στις αρχές του έτους σε επίπεδο 186 000 τόνων στις αρχές Ιανουαρίου 2003. Άλλες αξιοσηµείωτες εξελίξεις ήταν η αύξηση των αποθεµάτων οινικής αλκοόλης από 2,2 εκατ. εκατόλιτρα τον εκέ µ βριο 2001 σε 3,6 εκατ. εκατόλιτρα µετά δώδεκα µήνες και η µείωση των αποθε µ άτων παρέµβασης βοείου κρέατος κατά περίπου 65 000 τόνους το 2002. Τέλος, σύφωνα µ ε τις εξελίξεις της πολιτικής για τον αντίστοιχο τοµέα, τα δηµόσια αποθέατα ελαιολάδου εξαντλήθηκαν σταδιακά και κατέστησαν µηδενικά το 2002. 1.2. Επίπεδα παραγωγής 1.2.1. Φυτικά προϊόντα 19. Από τις πλέον πρόσφατες εκτιµήσεις προκύπτει ότι η συνολική παραγωγή σιτηρών το 2002 ανήλθε σε περίπου 210 εκατ. τόνους, κατά περισσότερους από 10 εκατ. τόνους (ή περίπου 5 %) υψηλότερη από την εσοδεία του προηγούµενου έτους και η δεύτερη µεγαλύτερη µετά την εσοδεία του 2000. Οι µεγαλύτερες αυξήσεις παραγωγής αναµένονται στη Γαλλία (+ 9 εκατ. τόνοι περίπου), στην Ισπανία (+ 4 εκατ. τόνοι) και στο ΗΒ (+ 4 εκατ. τόνοι), παρόλο που η παραγωγή στη Γερµανία αναµένεται ότι µειώθηκε (6,5 εκατ. τόνοι σε σύγκριση µε τα επίπεδα ρεκόρ του προηγουµένου έτους), έτσι ώστε, αντίθετα από το 2001, η Γαλλία έγινε και πάλι, ως συνήθως, ο µεγαλύτερος παραγωγός σιτηρών για ζωοτροφές στην ΕΕ. Η γενική αύξηση της παραγωγής οφείλεται κατά το µεγαλύτερο µέρος σε αύξηση της εσοδείας κοινού σίτου (+ 10,9 εκατ. τόνοι περίπου ή 13%, σε σύγκριση µε το προηγούµενο έτος). Η παραγωγή σκληρού σίτου και βρώµης αναµένεται επίσης αυξηµένη σε σχέση µε το προηγούµενο έτος σε 9,8 εκατ. τόνους (+ 21 % περίπου) και 7,2 εκατ. τόνους (+ 15 %) αντιστοίχως. Αντιθέτως, η παραγωγή κριθής αναµένεται να παραµείνει λίγοπολύ στα επίπεδα του προηγουµένου έτους, ενώ η παραγωγή αραβοσίτου µειώθηκε ελαφρά 9

(2,7% σε σχέση με το 2001) και η παραγωγή σίκαλης θα πρέπει να μειωθεί σημαντικά (κατά 24%) σε περίπου 4,7 εκατ. τόνους, ως αποτέλεσμα της μείωσης της παραγωγής στη Γερμανία κατά 1,5 εκατ. τόνους. Όσον αφορά το ρύζι, η μικρή μείωση της παραγωγής υπερκαλύφθηκε από τις υψηλότερες αποδόσεις της επεξεργασίας, έτσι ώστε η παραγωγή σε λευκασμένο ρύζι (περίπου 1,6 εκατ. τόνοι) αυξήθηκε κατά 5 % σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. 20. Η συνολική αύξηση της παραγωγής σιτηρών αντικατοπτρίζει τόσο την αύξηση των καλλιεργούμενων με σιτηρά εκτάσεων όσο και της απόδοσης το 2002. Η συνολική καλλιεργούμενη με σιτηρά έκταση αυξήθηκε κατά 2,4% (σχεδόν 1 εκατ. εκτάρια) σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, κυρίως λόγω της αύξησης των εκτάσεων που καλλιεργούνται με κοινό σίτο (+ περίπου 8 % σε 14,1 εκατ. εκτάρια). Οι εκτάσεις που καλλιεργούνται με σκληρό σίτο και βρώμη αυξήθηκαν επίσης ελαφρά (μεταξύ 4 και 6%), ενώ, αντιθέτως, μειώθηκαν οι εκτάσεις που καλλιεργούνται με κριθή, αραβόσιτο και σίκαλη. 21. Από τις τελευταίες εκτιμήσεις προκύπτει ότι η απόδοση των σιτηρών αυξήθηκε κατά 2,9 % σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος φθάνοντας τους 5,6 τόνους/εκτάριο, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις στη μέση απόδοση του κοινού σίτου (+ 4,3%), του σκληρού σίτου (+ 16,1 %) της βρώμης (+ περίπου 10%). Αντιθέτως, η μέση απόδοση για την κριθή και τον αραβόσιτο αυξήθηκαν ελάχιστα σε σχέση με το 2001 (+ περίπου 2% και 1% αντιστοίχως), ενώ η απόδοση για τη σίκαλη μειώθηκε σημαντικά (κατά περίπου 15%). Εντούτοις, η απόδοση των καλλιεργειών διαφέρει πολύ από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Για παράδειγμα, ενώ οι αποδόσεις μαλακού σίτου αυξήθηκαν σημαντικά στην Ισπανία (+ 32%) και σε μικρότερο βαθμό στη Γαλλία (+ 12%) και στο Ηνωμένο Βασίλειο (+ 13%), μετά τα απογοητευτικά αποτελέσματα του προηγουμένου έτους, μειώθηκαν σημαντικά στη Γερμανία (κατά περίπου 13 %) και στην Ιρλανδία (κατά 5 %) ως αποτέλεσμα των λιγότερο ευνοϊκών από ό,τι το 2001 καιρικών συνθηκών που επικράτησαν εκεί. Η σημαντική αύξηση της μέσης απόδοσης για το σκληρό σίτο οφείλεται κατά μέγα μέρος στις περισσότερο ευνοϊκές καιρικές συνθήκες που επικράτησαν στην Ελλάδα, στην Ισπανία, στη Γαλλία και στην Ιταλία σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. 22. Λόγω της συνολικής μείωσης της καλλιεργούμενης έκτασης (5 % σε σχέση με το 2001), η συνολική παραγωγή ελαιούχων σπόρων (κράμβης, ηλίανθου και σόγιας) θα πρέπει να είναι ελαφρά μειωμένη σε σχέση με το προηγούμενο έτος (κατά περίπου 2% σε 12,9 εκατ. τόνους), παρά την αύξηση της απόδοσης (+ 3% σε 2,6 τόνους/εκτάριο). Η συνολική μείωση της παραγωγής, παρά την αύξηση της παραγωγής κράμβης (+ 3%), οφείλεται επίσης σε αύξηση της καλλιεργούμενης έκτασης (+ 2% συνολικά, κυρίως λόγω της αύξησης κατά 14% των καλλιεργούμενων με κράμβη εκτάσεων στη Γερμανία) και σε οριακά υψηλότερη μέση απόδοση (+ 1 %). Αντιθέτως, η παραγωγή ηλίανθου μειώθηκε κατά περίπου 6%, λόγω της μείωσης κατά 11 % της συνολικής καλλιεργούμενης έκτασης (η οποία οφείλεται κυρίως σε μείωση κατά 12% της καλλιεργούμενης έκτασης στη Γαλλία και στην Ισπανία) και παρά την κατά 6% βελτίωση της απόδοσης σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Η παραγωγή σόγιας μειώθηκε αισθητά το 2002 σε σύγκριση με το 2001 (κατά 26%) λόγω της μεγάλης μείωσης των καλλιεργούμενων εκτάσεων κατά 27%. 23. Η δραματική μείωση των εκτάσεων που καλλιεργούνται με λιναρόσπορο, η οποία παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, συνεχίστηκε το 2002, με περαιτέρω μείωση της συνολικής έκτασης στη ΕΕ κατά 43 % σε περίπου 62 000 εκτάρια, λόγω σημαντικών 10

μειώσεων των καλλιεργούµενων εκτάσεων στη Γερµανία και στο Ηνωµένο Βασίλειο. εδοµένου ότι η απόδοση παρέµεινε λίγοπολύ η ίδια όπως και το 2001, η συνολική παραγωγή µειώθηκε κατά ποσοστό ανάλογο µε τη µείωση των καλλιεργούµενων εκτάσεων από 136 000 τόνους το 2001 σε 79 000 τόνους το 2002. Παρόλο που η συνολική έκταση καλλιέργειας πρωτεϊνούχων παρέµεινε αµετάβλητη από το προηγούµενο έτος, η σηµαντική αύξηση της µέσης απόδοσης (+ 6% σε σχέση µε το 2001) οδήγησε σε αύξηση της συνολικής παραγωγής σε 4,1 εκατ. τόνους (+ 5 %). 24. Η παραγωγή ζάχαρης στην ΕΕ το 2002 εκτιµάται ότι αυξήθηκε κατά περίπου 9 % σε σχέση µε τα εξαιρετικά χαµηλά επίπεδα του 2001, κυρίως λόγω της ανάκαµψης της µέσης απόδοσης από τα πολύ χαµηλά επίπεδα του προηγούµενου έτους, η οποία οφείλεται σε µεγάλες αναµενόµενες αυξήσεις της απόδοσης στη Γαλλία, στην Ιρλανδία, στην Ιταλία και στο ΗΒ. Οι ικανοποιητικές βροχοπτώσεις του θέρους, ιδίως στις νότιες περιοχές, καθώς και οι καλές καιρικές συνθήκες του Σεπτεµβρίου ευνόησαν τα επίπεδα απόδοσης του 2002, παρόλο που οι κύριες παραγωγικές περιοχές της Γερµανίας, επηρεάστηκαν αργότερα από υπερβολικά έντονες βροχοπτώσεις τον Οκτώβριο, οι οποίες εµπόδισαν τις εργασίες συγκοµιδής. 25. Η παραγωγή ελαιολάδου αναµένεται σηµαντικά υψηλότερη το 2002, + περίπου 0,5 εκατ. τόνους σε σύγκριση µε το προηγούµενο έτος (αύξηση κατά περίπου 25 % σε σχέση µε το 2001) και συνεχίζει την αυξητική τάση της παραγωγής που παρατηρήθηκε τα προηγούµενα έτη. 26. Από τις πρώτες εκτιµήσεις προκύπτει µόνον εντελώς οριακή αύξηση της παραγωγής φρούτων το 2002 (+ 0,6% σε σχέση µε το 2001), ενώ η παραγωγή νωπών λαχανικών παρέµεινε ουσιαστικά α µ ετάβλητη σε σχέση µε τα επίπεδα του προηγούµενου έτους. Αντιθέτως προς τη σηαντική µείωση παραγωγής το προηγούµενο έτος, η οποία οφειλόταν κυρίως στις κακές καιρικές συνθήκες που επικράτησαν το 2001 και επηρέασαν την απόδοση, η παραγωγή πατάτας εκτι µάται ότι ανέκαµψε ελαφρά το 2002, σηµειώνοντας αύξηση κατά 1,8 % σε σύγκριση ε το 2001. 27. Aπό τις προκαταρκτικές εκτιµήσεις προκύπτει ότι η παραγωγή οίνου και γλεύκους µειώθηκε ελαφρά το 2002 σε περίπου 158160 εκατ. εκατόλιτρα, δηλαδή κατά περίπου 3 % σε σχέση µε τα επίπεδα του προηγούµενου έτους παραµένοντας κατά πολύ µικρότερη από την εξαιρετική εσοδεία του 1999 (186,5 εκατ. εκατόλιτρα). Η παραγωγή του 2002 στην Γαλλία και στην Ιταλία (περίπου 5 % και 12% αντιστοίχως σε σχέση µε το 2001) επηρεάστηκε από τις δυσµενείς καιρικές συνθήκες, και ιδίως από τις έντονες βροχοπτώσεις στη νότια Γαλλία, οι οποίες κατέστρεψαν ορισµένους αµπελώνες. Σηµαντική µείωση της παραγωγής αναµένεται επίσης στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία. Αντιθέτως, η παραγωγή οίνου εκτιµάται ότι αυξήθηκε σηµαντικά το 2002 στη Γερµανία (κατά 19%) και στην Ισπανία (κατά 710%) µετά από τις µεγάλες µειώσεις του προηγουµένου έτους. 1.2.2. Ζωική παραγωγή 28. Η παραγωγή βοείου κρέατος συνέχισε να επηρεάζεται έντονα το 2002 από τις διαταραχές των προηγουµένων ετών. Οι χαµηλές τιµές οι οποίες κατέστησαν χαρακτηριστικό της αγοράς από το φθινόπωρο 2000 και εξής και οι οποίες διατηρήθηκαν κατά το µεγαλύτερο µέρος του 2001, σε συνδυασµό µε µια ατµόσφαιρα αβεβαιότητας οφειλόµενη στην ασθενή και ασταθή ζήτηση, φαίνεται να οδήγησαν σε επακόλουθη µείωση της παραγωγικής ικανότητας. Επιπλέον, τα ειδικά µέτρα που αποφασίστηκαν τον Ιούνιο 2001 για τη σταθεροποίηση της αγοράς εκτι µ άται ότι περιέστειλαν ακόµα περισσότερο τα κίνητρα παραγωγής. Συνεπώς, η ανάκαψη της 11

παραγωγής βοείου κρέατος το 2002 εκτιµάται ότι ήταν κάπως περιορισµένη, µε καθαρή παραγωγή που αναµένεται να φθάσει το 2002 τα 7,5 εκατ. τόνους, δηλαδή αυξηµένη κατά 2,9 % µόνον σε σχέση µε τα επίπεδα του προηγούµενου έτους η οποία συνεχίζει να υπολείπεται κατά περίπου 3 % των επιπέδων του 1999. 29. Μετά τη σταθεροποίηση της παραγωγής το 2001, οι τρέχουσες εκτιµήσεις υποδηλώνουν οριακή αύξηση της παραγωγής χοιρείου κρέατος το 2002 σε περίπου 17,7 εκατ. τόνους, ποσοστό µόλις 1% υψηλότερο από την παραγωγή του 2001. Η συνολική εξέλιξη της παραγωγής της ΕΕ επηρεάστηκε σε µεγάλο βαθµό από τη µ είωση παραγωγικής ικανότητας που σηµειώθηκε τα τελευταία χρόνια σε τρία κράτη έλη (λόγω της έντασης των περιβαλλοντικών πιέσεων στο Βέλγιο και στις Κάτω Χώρες και της επιδηµίας αφθώδους πυρετού που σηµειώθηκε το 2001 στο ΗΒ), στα οποία ο όγκος του ζωικού κεφαλαίου χοίρων είναι σήµερα κατά περίπου 10% κατώτερος από ό,τι το 2000, και τα οποία δεν µπόρεσαν να ανταποκριθούν στη θετική εξέλιξη των τιµών που παρατηρήθηκε το 2000 και εν µέρει το 2001. Συνεπώς, η συνολική παραγωγή για το 2002 παρέµεινε µειωµένη κατά περίπου 1,5 % σε σχέση µε τα επίπεδα ρεκόρ του 1999. 30. Μετά την αύξηση της παραγωγής κρέατος πουλερικών το 2001 (+ 1,9 % σε σχέση µε το 2000), η οποία οφείλετο κυρίως στη µετατόπιση της ζήτησης από το βόειο κρέας µετά την τελευταία κρίση ΣΕΒ από την οποία επωφελήθηκε κυρίως ο το έας των πουλερικών, η παραγωγή κρέατος πουλερικών µειώθηκε ελαφρά το 2002 (0,5 % σε σύγκριση µε το 2001). Η αρνητική εξέλιξη της ανάπτυξης οφείλεται εν µέρει στον αυξηµένο ανταγωνισµό που αντι µ ετωπίζει ο τοµέας από χώρες όπως η Βραζιλία και η Ταϊλάνδη, καθώς και στην ανάκαψη της ζήτησης για βόειο κρέας. 31. Η παραγωγή κρέατος αιγοπροβάτων το 2002 αναµένεται ότι ανέκαµψε µόνον εν µέρει από τη δραµατική µείωση που ση µ ειώθηκε το προηγούµενο έτος (όταν η παραγωγή µειώθηκε κατά 9,4% σε σύγκριση ε το 2000), φθάνοντας περίπου 1,03 εκατ. τόνους (+ µόλις 1% σε σύγκριση µε το 2001). Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στις σοβαρές διαταραχές που έπληξαν τον τοµέα το 2001, όταν η επιδηµία αφθώδους πυρετού στο Ηνωµένο Βασίλειο και σε ορισµένες άλλες ευρωπαϊκές χώρες επέφερε µεγάλες απώλειες λόγω επιλεκτικών σφαγών και περιορισµών του εµπορίου. Η περιορισµένη έκταση της επακόλουθης ανάκαµψης της παραγωγής το 2002 οφείλεται κυρίως στην ανασυγκρότηση του ζωικού κεφαλαίου προβάτων το ΗΒ, η οποία οδήγησε στη διατήρηση των θηλυκών αµνών για αναπαραγωγή. Παρόλο που η κατάσταση στον τοµέα βελτιώθηκε ελαφρά το 2002, τα συνολικά επίπεδα παραγωγής στην ΕΕ παρέµειναν σηµαντικά µικρότερα από τα επίπεδα ρεκόρ των αρχών της δεκαετίας του 1990. 1.2.3. Γάλα και γαλακτοκοµικά προϊόντα 32. Συνεχίζοντας, αν και σε πολύ µικρότερο βαθµό, την πτωτική τάση των τελευταίων ετών, ο αριθµός των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής στην Κοινότητα αναµένεται ότι µειώθηκε σε περίπου 20,1 εκατ. κεφαλές στα τέλη του 2002, γεγονός που αντιπροσωπεύει µικρή µείωση κατά 0,4% σε σχέση µε το προηγούµενο έτος. Οι αποδόσεις γάλακτος θα πρέπει να αυξηθούν κατά περίπου 1,2%, ποσοστό πολύ µικρότερο από την αύξηση του προηγουµένου έτους κατά 3,3 %, µε αποτέλεσµα η συνολική παραγωγή γάλακτος για το 2002 να αναµένεται ότι πλησίασε τα 121,6 εκατ. τόνους, λίγοπολύ αµετάβλητη σε σχέση µε τα επίπεδα του 2001 συνεχίζοντας τη σταθερή τάση που παρουσιάζει η παραγωγή τα τελευταία έτη. Οι συνολικές 12

παραδόσεις στα γαλακτοκομεία παρέμειναν επίσης αμετάβλητες σε σύγκριση με το 2001, χωρίς σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό των κρατών μελών. 33. Αντιθέτως προς τη μείωση των προηγουμένων δύο ετών, η παραγωγή βουτύρου εκτιμάται ότι αυξήθηκε το 2002 κατά περίπου 3,5 % σε σύγκριση με το 2001, κατόπιν των μεγάλων αυξήσεων της παραγωγής στο Βέλγιο, στην Ιρλανδία και ιδίως στην Ισπανία, παράλληλα και με μεγάλη αύξηση των εξαγωγών. Η παραγωγή τυριού συνέχισε να αυξάνεται το 2002 (+ 0,8% σε σχέση με το 2001), αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό από ό,τι το 2000 και το 2001, γεγονός στο οποίο συνέβαλε η συνεχιζόμενη αύξηση της κατανάλωσης και μια ελαφρά αύξηση των εξαγωγών. Η παραγωγή αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη αναμένεται ότι ανέκαμψε σημαντικά το 2002 σημειώνοντας αύξηση κατά περίπου 8 % σε σύγκριση με το 2001. 1.3. Τιµές παραγωγού και αγοραίες τιµές 1.3.1. Τιµές παραγωγού 34. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ήσαν διαθέσιμα στα τέλη εκεμβρίου 2002, ο δείκτης τιμών παραγωγού αναμένεται ότι μειώθηκε ελαφρά το 2002 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, κατά μέσο ποσοστό 1,4% στην ΕΕ και σε ονομαστικούς όρους. Η μικρή αυτή μείωση οφείλεται κατά κύριο λόγο στην κατά 5,6% μείωση των τιμών των ζώων και ζωικών προϊόντων, την οποία δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει η κατά 2,8 % γενική αύξηση των τιμών των φυτικών προϊόντων. Οι μεγαλύτερες μειώσεις τιμών ζωικών προϊόντων παρατηρήθηκαν στις τιμές του χοιρείου κρέατος (17,7%, σε πλήρη αντίθεση με τις μεγάλες αυξήσεις τιμών των τελευταίων ετών), του πρόβειου κρέατος (7,9%), και των πουλερικών (7,7%), ενώ και οι τιμές του γάλακτος μειώθηκαν σημαντικά (4,5%). Αντιθέτως, οι τιμές του βοείου κρέατος αυξήθηκαν σημαντικά (κατά 8,5% και 10,1% αντιστοίχως), σημειώνοντας μερικά ανάκαμψη μετά τις διαταραχές που σημειώθηκαν στην αγορά τα τελευταία χρόνια και τις πολύ χαμηλές τιμές του 2001. Όσον αφορά τα φυτικά προϊόντα, οι μεγαλύτερες αυξήσεις παρατηρήθηκαν στους τομείς των λαχανικών (νωπά λαχανικά + 8,5%, αποξηραμένα + 9,6%), των ελιών και του ελαιολάδου (+ 8,3%) και των φρούτων (+ 7,0%). Οι μέσες γενικές τιμές για τα σιτηρά και το ρύζι μειώθηκαν κατά 6,7%, λόγω των μεγάλων μειώσεων των τιμών του μαλακού σίτου και της κριθής κατά περίπου 8 έως 10%. Σημαντικά μειώθηκαν επίσης οι τιμές της πατάτας, 14% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. 35. Αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισ ό ός εκτιμάται ότι ο δείκτης τιμών παραγωγού για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολ της μειώθηκε κατά περίπου 4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν στην Αυστρία (5,7%), το Βέλγιο (7,8%), τη ανία (10,4%), την Ιρλανδία (8,6%), την Πορτογαλία (7,4%), την Ισπανία (5,1%) και τη Σουηδία (5,4%). Οι τιμές παραγωγού μειώθηκαν επίσης στα περισσότερα άλλα κράτη μέλη: στη Φινλανδία (κατά 3,7%), τη Γερμανία (κατά 4,3 %), τη Γαλλία (κατά 4,7%), το Λουξεμβούργο (κατά 4,9%), τις Κάτω Χώρες (κατά 3,8%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (κατά 4,6%). Ο αποπληθωρισμένος δείκτης τιμών παραγωγού αυξήθηκε σε δύο μόνον χώρες, και συγκεκριμένα στην Ελλάδα (+ 3,0 %) και στην Ιταλία (+ 0,8 %). 1.3.2. Αγοραίες τιµές 36. Μετά τις μειώσεις των προηγουμένων ετών κατ' εφαρμογή του Προγράμματος ράσης 2000, η τιμή παρέμβασης σιτηρών για την περίοδο εμπορίας 2002/03 παρέμεινε στα ίδια επίπεδα της προηγούμενης εσοδείας 2001/02 (101,31 ευρώ/τόνο), 13

όπως και οι ενισχύσεις για τα σιτηρά, οι οποίες είχαν αυξηθεί τα τελευταία έτη, αλλά παρέμειναν στα 63 ευρώ/τόνο απόδοσης αναφοράς για το 2002/03. Το επίπεδο της υποχρεωτικής παύσης καλλιέργειας παρέμεινε στο 10%, παρόλο που επετράπη παρέκκλιση τον Σεπτέμβριο 2002 για τα κράτη μέλη που είχαν πληγεί περισσότερο από τις πλημμύρες του Αυγούστου. Σε αυτό το πλαίσιο πολιτικής, οι καλές προοπτικές για βελτιωμένη εσοδεία σιτηρών στην ΕΕ κατά την περίοδο εμπορίας 2002/03 σε σύγκριση με την περίοδο 2001/02, σε συνδυασμό με την επίπτωση των εξαιρετικά ανταγωνιστικών εξαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες, και ιδίως από τις δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, είχαν ως αποτέλεσμα τη γενική μείωση των μέσων αγοραίων τιμών σιτηρών στην ΕΕ κατά το πρώτο οκτάμηνο του έτους, με κυριότερη εξαίρεση τις τιμές του αραβοσίτου. Εντούτοις, οι τιμές πολλών σιτηρών ανέκαμψαν κάπως το δεύτερο εξάμηνο του 2002 υπό την επήρεια προσαρμογών προς τα κάτω στις αρχικές εκτιμήσεις για την εσοδεία των εν λόγω σιτηρών στην ΕΕ και εν αναμονή τροποποιήσεων του καθεστώτος εισαγωγών σιτηρών στην ΕΕ για το 2003. 37. Με δεδομένες τις προοπτικές για μεγάλη εσοδεία σίτου στην ΕΕ το 2002, οι μέσες αγοραίες τιμές του σίτου αρτοποιήσιμης ποιότητας μειώθηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους από 141 ευρώ/τόνο περίπου στις αρχές του έτους σε σχεδόν 120 ευρώ/τόνο τον Αύγουστο, πριν αυξηθούν σε περίπου 127 ευρώ/τόνο από τα τέλη Σεπτεμβρίου και εξής, δηλαδή χαμηλότερες κατά περίπου 10% σε σχέση με τις τιμές των αρχών του έτους. Ανάλογη πορεία ακολούθησαν και οι τιμές του σκληρού σίτου, οι οποίες αυξήθηκαν στα ανώτατα επίπεδά τους το Μάρτιο και στη συνέχεια, μειώθηκαν απότομα έως τα τέλη Ιουνίου στο χαμηλότερο επίπεδο των 153 ευρώ/τόνο, πριν σταθεροποιηθούν τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Στη συνέχεια, οι τιμές ανέκαμψαν σε περίπου 180 ευρώ/τόνο τον εκέμβριο, επίπεδο χαμηλότερο κατά περίπου 7 % σε σχέση με τις τιμές των αρχών του έτους. Αντιθέτως, οι μέσες τιμές για τον αραβόσιτο παρέμειναν μάλλον σταθερές (μεταξύ 131136 ευρώ/τόνο) κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, όταν η παραγωγή στην ΕΕ για το 2002 ανεμένετο στα ίδια περίπου επίπεδα με εκείνα του 2001, πριν αυξηθούν απότομα από τον Ιούλιο έως τα μέσα Αυγούστου, όταν οι τιμές έφθασαν περίπου 154 ευρώ/τόνο (+ 13 % περίπου σε σχέση με τις τιμές των αρχών του έτους). Εντούτοις, οι τιμές του αραβοσίτου μειώθηκαν απότομα έως τα τέλη του Αυγούστου φθάνοντας και πάλι το επίπεδο των 130 ευρώ/τόνο στο οποίο περίπου παρέμειναν για το υπόλοιπο έτος. Όσον αφορά τις τιμές κριθής, οι μέσες αγοραίες τιμές στην ΕΕ της κριθής που προορίζεται για ζυθοποιία μειώθηκαν από 141 ευρώ/τόνο στις αρχές του 2002 σε περίπου 110 ευρώ/τόνο τον Αύγουστο, αλλά ανέκαμψαν σημαντικά τους επόμενους μήνες, ούτως ώστε τον Νοέμβριο, οι τιμές είχαν επανέλθει στα επίπεδα των αρχών του έτους. Όσον αφορά τη σίκαλη, οι μέσες τιμές αρτοποιήσιμης σίκαλης γενικά κυμάνθηκαν μεταξύ 117125 ευρώ/τόνο έως τα τέλη Ιουλίου, οπότε μειώθηκαν απότομα σε περίπου 106 ευρώ/τόνο πριν ανακάμψουν σταδιακά με την έναρξη της νέας περιόδου εμπορίας σε επίπεδα περίπου 120 ευρώ/τόνο από τα τέλη Νοεμβρίου και εξής, επηρεασμένες από τη μεγάλη μείωση της εσοδείας σίκαλης στη Γερμανία. 38. Οι τιμές του ελαιολάδου παρέμειναν μάλλον σταθερές το 2002, αν και γενικά ελαφρά υψηλότερες από τις τιμές του προηγουμένου έτους. Από τα στοιχεία για τα τέλη Νοεμβρίου 2002, προκύπτει ότι οι τιμές για το ιταλικό ελαιόλαδο ποιότητας εξαιρετικά παρθένο και Ιαηιραηίβ ήσαν κάπως υψηλότερες (κατά περίπου 9 % και 3 % αντιστοίχως) από ό,τι πριν από δώδεκα μήνες και υπερέβησαν κατά πολύ το όριο ενεργοποίησης της ιδιωτικής αποθεματοποίησης. Από τις τιμές του ισπανικού ελαιολάδου προκύπτει ότι οι τιμές για το ελαιόλαδο Ιατηραηίβ αυξήθηκαν κατά περίπου 3,5% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2001, αλλά οι τιμές του 14

εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου παρέμειναν λίγοπολύ αμετάβλητες, ελάχιστα ανώτερες του ορίου ενεργοποίησης της ιδιωτικής αποθεματοποίησης. 39. Οι τιμές του οίνου βελτιώθηκαν γενικά κατά τη διάρκεια του 2002 από τα χαμηλά επίπεδα του προηγουμένου έτους, παρόλο που αυτό οφείλεται κυρίως στην απότομη άνοδο των τιμών το δεύτερο εξάμηνο του έτους στη Γαλλία και στην Ιταλία και στις προσδοκίες μικρότερης εσοδείας στις χώρες αυτές το 2002. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγουμένου έτους, στις αρχές εκεμβρίου 2002, οι αγοραίες τιμές του ερυθρού οίνου παρουσίαζαν αύξηση κατά 24% στη Γαλλία, 14% στην Ιταλία και 12% στην Ισπανία. Επίσης, οι τιμές του λευκού οίνου σημείωσαν βελτίωση σε σχέση με τις τιμές του 2001, παρουσιάζοντας στις αρχές εκεμβρίου αύξηση κατά 8 % στη Γαλλία, 27 % στην Ιταλία και 8 % στην Ισπανία σε σύγκριση με τις τιμές προ δώδεκα μηνών. Εντούτοις, παρόλο που η εξέλιξη των τιμών ήταν μάλλον ομαλή κατά τη διάρκεια του 2002 στην Ισπανία και στην Ιταλία, οι τιμές στη Γαλλία παρουσίασαν έντονες διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια του έτους. 40. Η γενική βελτίωση της κατάστασης στον τομέα του βοείου κρέατος αντικατοπτρίστηκε στις τιμές του βοείου κρέατος το 2002. Η ισχυρή ανάκαμψη της ζήτησης καθ' όλο το 2002 οδήγησε σε ουσιαστική βελτίωση των τιμών βοείου κρέατος, και ιδίως κρέατος αγελάδων, οι οποίες είχαν βελτιωθεί έως το Σεπτέμβριο σε περίπου 190 ευρώ/100 χγρ, σε σύγκριση με 160 ευρώ πριν ένα έτος. Παρόλο που οι τιμές του κρέατος αγελάδων στη συνέχεια άρχισαν να μειώνονται κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους, παρέμειναν σημαντικά υψηλότερες από τα αντίστοιχα επίπεδα του 2001. Οι τιμές των σφαγίων νεαρών ταύρων βελτιώθηκαν επίσης γενικά κατά το 2002, φθάνοντας σχεδόν τα επίπεδα του 1999 και υπερβαίνοντας κατά πολύ τις αντίστοιχες τιμές του 2001 καθ όλη τη διάρκεια του έτους. Μόνον οι τιμές των σφαγίων νεαρών βοοειδών επιδεινώθηκαν το 2002 σε σύγκριση με το 2001, παραμένοντας γενικά καθ όλη τη διάρκεια του έτους χαμηλότερες από τις αντίστοιχες τιμές του 2001. 41. Μετά τη μεγάλη μείωση των τιμών που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια του 2001 (μείωση κατά περίπου 20% από τα επίπεδα ρεκόρ του Φεβρουαρίου/Μαρτίου 2001 (σχεδόν 170 ευρώ/100 χγρ) στα επίπεδα του εκεμβρίου 2001), η οποία οφείλεται κυρίως στον τερματισμό των θετικών επιπτώσεων της τελευταίας κρίσης της ΣΕΒ για τον τομέα των πουλερικών, οι τιμές του κρέατος πουλερικών εξελίχθηκαν κατά περισσότερο παραδοσιακό τρόπο κατά τη διάρκεια του 2002, ακολουθώντας πιστά τα χαρακτηριστικά που ενεφάνιζαν οι μέσες τιμές τα τελευταία χρόνια. Οι τιμές, οι οποίες διαμορφώθηκαν στις αρχές του έτους σε 134 ευρώ/100 χγρ, ακολούθησαν ανοδική πορεία έως τις αρχές Οκτωβρίου, οπότε έφθασαν το ανώτατο επίπεδό τους γύρω στα 145 ευρώ/100 χγρ, πριν μειωθούν τους υπόλοιπους μήνες του 2002 περίπου στα επίπεδα των αρχών του έτους. 42. Κατά τη διάρκεια του 2002, οι μέσες τιμές για το χοίρειο κρέας στην ΕΕ παρέμειναν σε γενικές γραμμές σταθερές σε σύγκριση με τις διακυμάνσεις των τελευταίων ετών, γενικά σε επίπεδα μεταξύ 127 και 147 ευρώ/100 χγρ. Οι τιμές παρέμειναν καθ όλη τη διάρκεια του έτους πολύ χαμηλότερες από τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα του 2001, αντικατοπτρίζοντας την επίπτωση της ανάκαμψης στην κατανάλωση βοδινού και στις τιμές του χοίρειου κρέατος. Οι τιμές, οι οποίες διαμορφώθηκαν στις αρχές του έτους σε περίπου 136 ευρώ/100 χγρ, έφθασαν τα ανώτατα όριά τους στα τέλη Μαρτίου, όταν πλησίασαν τα 147 ευρώ/100 χγρ και στη συνέχεια κυμάνθηκαν με γενικά πτωτική τάση μέχρι περίπου 127 ευρώ/100 χγρ στα τέλη Νοεμβρίου. Ενόψει των 15

εξελίξεων και για τη στήριξη της αγοράς χοιρείου κρέατος, εγκρίθηκε ενίσχυση για ιδιωτική αποθεµατοποίηση από τις 9 εκεµβρίου 2002. 43. Λόγω της πολύ περιορισµένης ανάκαµψης της παραγωγής το 2002, οι αγοραίες τιµές προϊόντων κρέατος αιγοπροβάτων παρέµειναν εν γένει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα παρόµοια µε εκείνα του προηγουµένου έτους. Κατά το πρώτο εξάµηνο του 2002, οι τιµές γενικά µειώθηκαν από τα επίπεδα των αρχών του έτους σε περίπου 450 ευρώ/100 χγρ και έφθασαν τα χαµηλότερα επίπεδά τους, περίπου 380 ευρώ/100 χγρ στα µέσα του έτους. Από τον Ιούλιο και εξής, οι µέσες τιµές αυξήθηκαν και πάλι έως 430 ευρώ/100 χγρ στις αρχές Σεπτεµβρίου και παρέµειναν γενικά σε επίπεδα µεταξύ 415 και 435 ευρώ/100 χγρ έως τα τέλη του έτους. Παρόλο που στις αρχές εκεµβρίου οι τιµές στα περισσότερα κράτη µέλη ήσαν χαµηλότερες σε σύγκριση µε τις τιµές προ δώδεκα µηνών, ήταν σηµαντικά υψηλότερες στην Ιταλία, στη Σουηδία και στο Ηνωµένο Βασίλειο. 44. Μετά την αξιοσηµείωτη πτώση των τι µ ών κατά το δεύτερο εξάµηνο του 2001, οι µέσες τιµές του βουτύρου στην ΕΕ παρέειναν σχετικά χαµηλές καθ όλη τη διάρκεια του 2002, σε επίπεδα σχεδόν 9092% της τιµής παρέµβασης καθ όλο το έτος, πολύ χαµηλότερες από τα επίπεδα των τελευταίων ετών. Η µέση τιµή του αποκορυφωµένου γάλακτος σε σκόνη στην ΕΕ ήταν στις αρχές του έτους ελάχιστα ανώτερη από την τιµή παρέµβασης. Εντούτοις, η µείωση των τιµών που είχε σηµειωθεί στα τέλη του 2001 συνεχίστηκε και το 2002 ενόψει της ση ό αντικής αύξησης της παραγωγής και οι µέσες τι µ ές µειώθηκαν στο κατώτατο επίπεδ τους στα τέλη Μαΐου, κατά περίπου 2,4% χαηλότερες από την τιµή παρέµβασης. Οι τιµές σηµείωσαν µόνιµη βελτίωση µόνον από τον Σεπτέ µ βριο και εξής, µε µέσες τιµές που κινήθηκαν γενικά σε επίπεδα υψηλότερα από την τιή παρέµβασης κατά το δεύτερο εξάµηνο του έτους, λόγω του ότι η εξωτερική ζήτηση για γάλα σε σκόνη προέλευσης ΕΕ αυξήθηκε ως αντίδραση στη χαµηλή παραγωγή της Αυστραλίας που επλήγη από ξηρασία. 1.4. Τιµές των µέσων παραγωγής 45. Το 2002, ο δείκτης τι µ ών αγοράς αγαθών και υπηρεσιών τρέχουσας κατανάλωσης στη γεωργία παρέεινε λίγοπολύ αµετάβλητος σε ονο µ αστικούς όρους (σηµειώνοντας αύξηση µόνον 0,1% κατά µέσον όρο) σε σχέση ε το προηγούµενο έτος. Οι µεγαλύτερες αυξήσεις σηµειώθηκαν στους τοµείς της συντήρησης και επισκευής εξοπλισµού (+ 4,4%) και κτιρίων (+ 2,1%), των σπόρων και φυτών (+ 2,2%) και στα γενικά έξοδα (+ 2,3%), αλλά οι εν λόγω αυξήσεις αντισταθµίστηκαν πλήρως από τις µειώσεις των τιµών λιπασµάτων και ενέργειας (3,3% και 3,0% αντιστοίχως), ενώ οι ζωοτροφές παρέµειναν λίγοπολύ σταθερές σε σύγκριση µε το προηγούµενο έτος. 46. Αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισµός, η πραγµατική µεταβολή του δείκτη τιµών αγοράς αγαθών και υπηρεσιών τρέχουσας κατανάλωσης στη γεωργία από το 2001 ισούται µε µείωση ελάχιστα ανώτερη του 2% για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία οφείλεται κυρίως στη σηµαντική µείωση των τιµών των λιπασµάτων και της ενέργειας (άνω του 5 % σε πραγµατικούς όρους και στις δύο περιπτώσεις). Μειώσεις µεγαλύτερες του µέσου όρου σηµειώθηκαν στην Αυστρία (3,0%), στη Φινλανδία (2,5 %), στην Ιρλανδία (3,3 %), στις Κάτω Χώρες (2,9%), στην Πορτογαλία (8,3%) και στην Ισπανία (2,7%). Οι αποπληθωρισµένες τιµές των µέσων παραγωγής µειώθηκαν επίσης στο Βέλγιο (κατά 1,3%), τη Γαλλία (κατά 1,9%), τη Γερµανία (κατά 1,5%), την Ελλάδα (κατά 1,6%), την Ιταλία (κατά 2,2%), 16

το Λουξεµβούργο (κατά 1,6%) και το Ηνωµένο Βασίλειο (κατά 1,5%), ενώ παρέµειναν λίγοπολύ σταθερές στη ανία και στη Σουηδία. 1.5. Γεωργικά εισοδήµατα 47. Σύµφωνα µε τις πρώτες εκτιµήσεις της Eurostat, οι οποίες βασίζονται σε πληροφορίες που ελήφθησαν από τα κράτη µέλη ως τις αρχές εκεµβρίου 2002, το µ έσο γεωργικό εισόδηµα (υπολογιζόµενο ως αποπληθωρισµένη καθαρή προστιθέενη αξία στο κόστος των συντελεστών ανά ετήσια µονάδα εργασίας) στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης µειώθηκε κατά 3,0% σε σχέση µε το προηγούµενο έτος. Αναµένονται µειώσεις του γεωργικού εισοδήµατος στη µ εγάλη πλειοψηφία των κρατών µελών, ενώ αυξήσεις µόνον σε πέντε. Οι µεγαλύτερες ειώσεις αναµένονται στη ανία (26,3 %), τη Γερ ανία (18,0%), την Ιρλανδία (11,4%), το Βέλγιο (7,7%) και τις Κάτω Χώρες (7,5 %). Ο κοινός συντελεστής της µείωσης των γεωργικών εισοδηµάτων στις περισσότερες από αυτές τις χώρες είναι η απότοµη µείωση των τιµών χοιρείου κρέατος και γάλακτος. Τα υπόλοιπα κράτη µέλη στα οποία τα εισοδήµατα ειώθηκαν, αν και σε πολύ µικρότερη έκταση, ήταν η Αυστρία (2,8%), η Γαλλία (0,9%), η Ιταλία (1,6%), η Πορτογαλία (2,2%) και η Σουηδία (1,5%). Αντιθέτως, τα εισοδήµατα αυξήθηκαν στην Ελλάδα (κατά 5,7%), στο Λουξεµβούργο (κατά 1,0%), στη Φινλανδία (κατά 7,3%), στην Ισπανία (κατά 1,2%) και στο Ηνωµένο Βασίλειο (κατά 3,9%). Στις περισσότερες από αυτές τις χώρες σηµειώθηκε και µεγάλη µείωση του γεωργικού εργατικού δυναµικού. 48. Η γενική µείωση των µέσων γεωργικών εισοδηµάτων καλύπτει τις αρκετά µ εγάλες διακυµάνσεις που εξαρτώνται από το είδος της γεωργικής δραστηριότητας. Σύφωνα µε τις πρώτες εκτιµήσεις του ικτύου Γεωργικής Λογιστικής Πληροφόρησης, το µέσο εισόδηµα θα πρέπει να µειωθεί κατά µεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση µε τα επίπεδα του 2001 στις γεωργικές εκ εταλλεύσεις που ειδικεύονται στην παραγωγή χοιρείου κρέατος και πουλερικών (38,7%), ενώ ειώσεις αναµένονται και στη µεικτή παραγωγή (φυτικά και ζωικά προϊόντα) (15,9%) και την παραγωγή γάλακτος (7,3%). Παρόλο που µειώθηκε και το µέσο εισόδηµα των οινοπαραγωγικών εκµεταλλεύσεων (7,5%), το εισόδηµα των εκµεταλλεύσεων που ειδικεύονται στην παραγωγή άλλων µονίµων καλλιεργειών αυξήθηκε ση µ αντικά κατά ποσοστό περίπου 18,6%. Αύξηση σηµειώθηκε και στο µέσο εισόδηα των εκ µ εταλλεύσεων που ειδικεύονται σε ζωικό κεφάλαιο βοσκής (+ 10,5%), και των εκεταλλεύσεων που ειδικεύονται στην παραγωγή δενδροκηπευτικών (περίπου 11,7%). Τέλος, αναµένεται και πάλι να παραµείνουν λίγοπολύ σταθερά τα εισοδήµατα των εκµεταλλεύσεων που ειδικεύονται στις υπαίθριες καλλιέργειες. 17

Μεταβολή των ονοµαστικών τιµών παραγωγού γεωργικών προϊόντων το 2002 και το 2001 (%) 2002/2001 2001/2000 Κράτος µέλος Φυτικά προϊόντα Ζωικά προϊόντα Σύνολο Φυτικά προϊόντα Ζωικά προϊόντα Σύνολο EE15 2,8 5,6 1,4 5,1 5,2 5,1 Βέλγιο ανία Γερµανία Ελλάδα Ισπανία Γαλλία Ιρλανδία Ιταλία Λουξεµβούργο Κάτω Χώρες Αυστρία Πορτογαλία Φινλανδία Σουηδία Ηνωµένο Βασίλειο 2,8 4,3 4,9 10,8 4,3 2,0 1,8 7,9 7,2 3,1 2,5 2,8 1,0 4,5 4,7 8,3 12,0 6,7 1,5 8,7 3,6 4,7 4,6 5,5 3,6 6,7 5,7 3,3 2,8 3,6 6,2 8,3 2,8 7,0 1,7 2,8 4,3 3,4 3,1 0,1 4,0 4,2 2,0 3,4 3,5 0,1 2,3 6,5 5,9 0,3 4,9 11,0 5,7 6,4 7,3 2,9 6,6 1,9 10,1 10,9 3,7 9,9 5,6 7,5 10,0 2,0 3,7 3,6 1,1 4,3 8,0 6,3 7,9 2,9 5,7 2,3 7,5 5,9 6,4 4,6 3,5 4,6 5,0 2,1 5,9 6,4 6,5 4,7 5,2 7,7 Πηγή : ΕιίΓΟδΜ Μεταβολή των ονοµαστικών τιµών αγοράς των µέσων γεωργικής παραγωγής το 2002 και το 2001 (%) Ενδιάµεση κατανάλωση Επένδυση Σύνολο Κράτος µέλος 2002/2001 2001/2000 2002/2001 2001/2000 2002/2001 2001/2000 EE15 0,1 4,1 2,5 2,2 0,6 3,7 Βέλγιο ανία Γερµανία Ελλάδα Ισπανία Γαλλία Ιρλανδία Ιταλία Λουξεµβούργο Κάτω Χώρες Αυστρία Πορτογαλία Φινλανδία Σουηδία Ηνωµένο Βασίλειο 0,3 1,6 0,0 2,2 0,7 0,0 1,3 0,3 0,3 1,0 1,2 5,0 0,6 1,8 0,3 0,9 8,0 3,6 2,1 1,4 3,0 5,2 5,3 3,7 7,8 2,4 8,3 0,6 6,5 5,1 2,1 2,0 1,5 4,0 3,7 2,0 3,0 2,7 1,8 3,5 1,5 3,1 2,9 3,2 0,9 2,6 2,2 1,2 3,7 5,7 2,1 4,3 1,9 3,5 4,3 1,6 1,3 2,9 3,0 0,3 0,5 1,7 0,4 2,5 1,8 0,5 1,7 1,2 0,9 1,4 0,2 3,9 0,2 2,1 0,1 1,1 6,8 3,1 2,4 1,9 2,8 5,0 4,0 3,6 7,2 2,1 7,3 1,1 5,8 4,3 Πηγή : ΕιίΓΟδΜ 18

Αποπληθωρισµένοι δείκτες τιµών παραγωγού γεωργικών προϊόντων (1995=100) EE15 Βέλγιο ανία Γερµανία Ελλάδα Ισπανία Γαλλία Ιρλανδία Ιταλία Λουξεµβούργο Κάτω Χώρες Αυστρία Πορτογαλία Φινλανδία Σουηδία Ηνωµένο Βασίλειο 1995 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 1996 98,9 101,4 101,7 98,3 99,0 98,8 97,7 93,5 100,4 94,3 101,5 99,9 99,1 95,8 94,7 97,4 1997 96,3 101,2 99,8 97,8 96,0 93,9 96,7 86,6 99,0 95,2 105,9 101,2 97,9 93,7 91,3 83,0 1998 91,5 94,2 86,6 92,5 91,1 89,8 96,0 84,1 93,9 94,2 98,7 93,3 96,9 91,6 89,2 73,7 1999 86,4 85,4 81,7 86,3 89,6 85,0 92,3 78,6 88,1 91,2 91,2 87,1 90,4 88,8 87,3 69,7 2000 87,6 91,8 87,7 89,8 90,6 85,9 92,2 79,5 87,9 88,7 96,0 91,4 92,2 89,9 85,1 67,9 2001 89,6 95,4 92,2 93,0 92,9 87,5 93,7 80,0 90,2 88,4 96,6 95,1 94,0 91,7 87,2 73,4 2002* 85,8 88,0 82,6 89,0 95,7 83,0 89,3 73,1 90,9 84,1 92,9 89,7 87,0 88,3 82,5 70,0 Πηγή : ΕιίΓΟδΜ 19

Αποπληθωρισµένοι δείκτες τιµών αγοράς αγαθών και υπηρεσιών τρέχουσας κατανάλωσης της γεωργίας (1995=100) EE15 Βέλγιο ανία Γερµανία Ελλάδα Ισπανία Γαλλία Ιρλανδία Ιταλία Λουξεµβούργο Κάτω Χώρες Αυστρία Πορτογαλία Φινλανδία Σουηδία Ηνωµένο Βασίλειο 1995 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 100,0 1996 102,1 102,6 101,2 102,2 99,8 100,9 101,7 101,9 106,1 101,0 104,3 101,1 100,2 100,7 105,2 98,7 1997 101,0 103,2 102,4 102,4 96,8 101,5 101,9 98,7 105,7 100,7 102,6 101,4 96,4 101,4 104,4 92,2 1998 95,3 97,4 98,6 97,9 93,4 98,6 98,3 94,3 94,0 98,4 97,4 96,5 91,0 98,1 100,9 83,9 1999 92,1 95,0 94,0 96,3 93,1 95,0 96,3 93,0 85,6 102,9 94,4 95,1 88,9 95,8 100,1 80,9 2000 95,0 100,1 94,6 101,4 96,1 96,9 99,4 94,0 87,6 105,4 98,6 97,1 89,5 99,4 103,1 82,8 2001 96,3 100,7 99,9 102,7 94,7 96,3 100,9 95,0 90,2 106,8 101,1 97,2 92,9 97,5 106,8 91,7 2002* 94,2 99,4 99,2 101,2 93,2 93,7 99,0 91,9 88,2 105,1 98,2 94,3 85,2 95,1 106,5 90,3 Πηγή : ΕιίΓΟδΜ 20