Η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως σύμφωνα με την ΕΣΔΑ και το κοινοτικό δίκαιο

Σχετικά έγγραφα
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ

ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ «Επιτομή Γενικού Διοικητικού Δικαίου» του Απ. Γέροντα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2014

Η ΔΕΣΜΕΥΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΕΣΔΑ. ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. Εξωσυμβατική ευθύνη Δημοσίου 12/4/2016

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ενημερωτικό σημείωμα για το νέο νόμο 3886/2010 για τη δικαστική προστασία κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. (ΦΕΚ Α 173)

ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΗ. Χρόνος αναθεώρησης εργασιών που έχουν εκτελεσθεί προ της έγκρισης Α.Π.Ε. Ανώνυµη εταιρεία µέλος του ΣΑΤΕ υπέβαλε το ακόλουθο ερώτηµα:

Γ Ν Ω Μ Ο Δ Ο Τ Η Σ Η

Ένδικα μέσα και κυρώσεις σε υποθέσεις διακρίσεων: ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ. στην ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ. Ένα νέο πλαίσιο της ΕΕ για την ενίσχυση του κράτους δικαίου

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ

Απονομή δικαιοσύνης και δίκαιη δίκη

Συνταγματικό Δίκαιο Ενότητα 2: Κράτος Δικαίου 2

ECB-PUBLIC. ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ της 6ης Αυγούστου 2013 σχετικά με την ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων (CON/2013/57)

Επενδύσεις σε συμβάσεις παραχώρησης υποδομών Ζητήματα Κρατικών Ενισχύσεων

Συνήγορος του Καταναλωτή Νομολογία ΠολΠρωτΑθ 528/2002

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ

669/2013 ΜΠΡ ΑΘ ( ) (Α ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Η σχολιαζόμενη απόφαση παρουσιάζει σημαντικό. ενδιαφέρον τόσο γιατί πραγματεύεται σημαντικά νομικά ζητήματα

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ. Σταδιοδροµία

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

προς την εφαρμογή, στο κοινοτικό δίκαιο, των θεμελιωδών αρχών της ευρωπαϊκής σύμβασης περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Συνήγορος του Καταναλωτή Νομολογία ΟλΑΠ 18/1999

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΘΕΜΕΛΙΟΥ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ

EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL. Τροπολογία. Martina Dlabajová εξ ονόματος της Ομάδας ALDE

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ

της δίωξης ή στην αθώωση.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ

Ημερ: Αρ. Πρωτ.:1571 Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων Λεωφ. Κηφισίας 60, Μαρούσι Αθήνα, ΤΚ 15125

Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4493,

THIEFFRY ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

Διοικητικό Δίκαιο. Εισαγωγή στο Διοικητικό Δίκαιο 1 ο Μέρος. Αν. Καθηγήτρια Ευγ. Β. Πρεβεδούρου Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

ΑΡΧΗ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ. 3 ο ΚΛΙΜΑΚΙΟ

ΔΗΛΩΣΗ ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟΥ. Όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του υπεύθυνου επεξεργασίας: Όνομα και στοιχεία επικοινωνίας του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων:

δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (EE ειδ. έκδ. 05/001,

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πηγές Συντακτική ομάδα

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

Γνώμη του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (άρθρο 64)

Επίσηµη Εφηµερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL 2011/0059(CNS) Σχέδιο έκθεσης Alexandra Thein (PE v01-00)

Γνώμη του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (άρθρο 64) Γνώμη 9/2018. για

9663/19 ΣΠΚ/μγ 1 JAI.2

Εμβάθυνση στο συνταγματικό δίκαιο

9317/17 ΚΑΛ/ακι/ΜΙΠ 1 D 2A

της 3ης Ιουνίου 1971 της 14ης αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς

συνδυασμό των συνταγματικών αυτών διατάξεων συνάγεται, ότι σε περίπτωση παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΙ ΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟ ΗΜΟΣΙΟ ΙΚΑΙΟ ΑΚΑ ΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ

Διοικητικό Δίκαιο. Αστική ευθύνη του δημοσίου 1 ο μέρος. Αν. Καθηγήτρια Ευγ. Β. Πρεβεδούρου Νομική Σχολή Α.Π.Θ.

Αρχή της ισότητας: ειδικές μορφές

Εκδόθηκε στις 4 Δεκεμβρίου Εκδόθηκε

14598/12 ΔΛ/γομ 1 DG D 2B

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

ΠΟΡΙΣΜΑ. ΘΕΜΑ: ιακοπή κρατήσεων της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) στους συνταξιούχους του ηµοσίου

«ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ Ο.Σ.Π.Α.»

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ (Οι αριθμοί παραπέμπουν στις παραγράφους και στις σελίδες, όπου ενδείκνυται)

Γνώμη 8/2018. σχετικά με το σχέδιο καταλόγου της αρμόδιας εποπτικής αρχής της Φινλανδίας. για

Διαβιβάζεται συνημμένως στις αντιπροσωπίες η αποχαρακτηρισμένη έκδοση του προαναφερόμενου εγγράφου.

III ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ

Stuart, προέδρους τμήματος, Α. Μ. Donner, R. Monaco, J. Mertens de Wilmars (εισηγητή), της 12ης. προς το Δικαστήριο, δικαστηρίου μεταξύ

Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής 4. Άρθρο 2 Αγωγές παραλείψεως 5. Άρθρο 3 Φορείς νομιμοποιούμενοι προς έγερση αγωγής 5. Άρθρο 4 Ενδοκοινοτικές παραβάσεις 6

Σελ. ΠΡΟΛΟΓΟΣ... Ι Χ Ευχαριστίες... χιιι ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ... χχιχ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ. 1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις...

10116/14 ΜΧΡ/νικ/ΚΣ 1 DG D 2B

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ. Οδός Βαλαωρίχου 12, ΛΟήνα. ΓνωίΛοδόιηση. Α' Εοώτηαα

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ένωση

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ Δ. ΥΦΑΝΤΗ & ΣΥΝ Τρίτη, 06 Νοέμβριος :00

διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Η Οδηγία 2007/64/ΕΚ για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά Συνολική θεώρηση

Ε.Ε. Π α ρ.ι(i), Α ρ.3849, 30/4/2004

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Γνώμη 1/2018. σχετικά με το σχέδιο καταλόγου της αρμόδιας εποπτικής αρχής της Αυστρίας. για

Αθήνα, Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/8150/ Α Π Ο Φ Α Σ Η 158/2013

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ Διδάσκων: ο Αν. Καθηγητής Κ. Γιαννακόπουλος ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Σημαντικές αποφάσεις από τη νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ σχετικά με την ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων

TΟ ΕΠΧΣΑΑ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΤΕ

Διοικητικό Οικονομικό Δίκαιο

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2011 ΕΩΣ 2013»

Υπόθεση C-459/03. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιρλανδίας

Θέµα εργασίας. Η ερµηνεία του άρθρου 8 παρ. 1 του Συντάγµατος

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ. που συνοδεύει το έγγραφο

ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΟΙ ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΤΩΝ ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΤΩΝ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Εκδόθηκε στις 4 Δεκεμβρίου Εκδόθηκε

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ

'Αρθρο 3 : Προσωρινή δικαστική προστασία 1. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει προσωρινή δικαστική

ΣΧΕΔΙΟ ΕΚΘΕΣΗΣ. EL Eνωμένη στην πολυμορφία EL 2013/2117(INI)

ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΗ. ΘΕΜΑ: Τρόποι δικαστικής διεκδίκησης αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών υπέρ ΤΣΜΕ Ε και λοιπών τρίτων.

ECB-PUBLIC ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ. της 15ης Φεβρουαρίου σχετικά με τους λογαριασμούς πληρωμών (CON/2017/2)

Σ Υ Μ Β Α Σ Η ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΦΟΔΙΑΣΜΟ ΜΕ ΒΕΝΖΙΝΗ ΤΡΙΩΝ (3) ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΤΟΥ ΟΑΕΕ

ΟΔΗΓΙΑ 2009/22/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΓΝΩΜΟΛΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΙΙΙ. (Προπαρασκευαστικές πράξεις) ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Γνώμη του Συμβουλίου (άρθρο 64)

Γνώμη του Συμβουλίου Προστασίας Δεδομένων (άρθρο 64)

Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4526, (I)/2015 ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ 2015

Transcript:

Η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως σύμφωνα με την ΕΣΔΑ και το κοινοτικό δίκαιο Περίληψη Η δυνατότητα ικανοποίησης των πάσης φύσεως αξιώσεων οικονομικού χαρακτήρα του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως και η προστασία των περιουσιακών του δικαιωμάτων εν γένει κατά το στάδιο εκτέλεσης μίας δημόσιας σύμβασης αποτελεί ένα πολυδιάστατο ζήτημα το οποίο, στη σύγχρονη νομική πραγματικότητα, δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης μόνο του εθνικού δικαίου και της εθνικής νομολογίας, αλλά δέχεται έντονες επιδράσεις τόσο από το κοινοτικό δίκαιο και τη νομολογία του ΔΕΕ, αλλά και το δίκαιο της ΕΣΔΑ, όπως διαμορφώνεται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μια προσπάθεια να καταδειχθεί ότι η νομική θέση του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως και ο τρόπος διαμόρφωσης του επιπέδου δικαστικής προστασίας του, προσλαμβάνει ένα νέο περιεχόμενο, στο πλαίσιο των υπερεθνικών επιδράσεων που δέχεται το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων από το κοινοτικό δίκαιο και το δίκαιο της ΕΣΔΑ. Από την μία πλευρά το κοινοτικό δίκαιο, εδώ και αρκετά χρόνια, ρυθμίζει με ειδικές και αναλυτικές διατάξεις τη διαδικασία ανάθεσης μίας δημόσιας σύμβασης, επιβάλλοντας την τήρηση συγκεκριμένων κανόνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της λειτουργίας του ανταγωνισμού, της διαφάνειας και της αρχής της ίσης μεταχείρισης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς, και, μέσω της δημιουργικής ερμηνείας του από το ΔΕΕ και της δέσμευσης που παράγεται για τα κράτη-μέλη, υπεισέρχεται στη ρύθμιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και κατά το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, όταν διακυβεύεται η τήρηση των ανωτέρω κανόνων, γεγονός που επηρεάζει έμμεσα και τη δυνατότητα προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου. Από την άλλη πλευρά, το δίκαιο της ΕΣΔΑ και η εφαρμογή του, μέσω της νομολογίας του ΕΔΔΑ στον ιδιόμορφο τομέα των δημοσίων συμβάσεων, αν και φαίνεται εκ πρώτης όψεως συμπτωματική, δημιουργεί μία πρόσθετη δυνατότητα ικανοποίησης των οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου δημόσιας σύμβασης. Η εξέταση του ζητήματος της παρούσας μελέτης με βάση τα νομολογιακά δεδομένα των ανωτέρω υπερεθνικών δικαστηρίων (ΔΕΕ και ΕΔΔΑ) παρέχει απαντήσεις σε μείζονος σημασίας ζητήματα, ως προς τη νομική θέση του αναδόχου και τη δυνατότητα πραγματικής και ουσιαστικής δικαστικής προστασίας του, κατά πρώτον σε υπερεθνικό επίπεδο και κατά δεύτερον σε εθνικό επίπεδο, μέσω των υποχρεώσεων συμμόρφωσης που συνεπάγεται η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και του δικαίου της ΕΣΔΑ για τα όργανα της εθνικής έννομης τάξης. Πάντως, ανεξάρτητα από τις νέες παραμέτρους υπερεθνικής προέλευσης που φαίνεται να υπεισέρχονται στο στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, ο βαθμός και ο τρόπος συμμόρφωσης των εθνικών δικαστηρίων και της διοίκησης προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου και του δικαίου της ΕΣΔΑ είναι εν τέλει καθοριστικός για τη διαμόρφωση του επιπέδου προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως. 1

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Α. Εισαγωγή...8 Β. Στόχοι Ερευνητικά ερωτήματα της διατριβής...10 Γ. Δομή Μεθοδολογία...12 Δ. Ορολογικές διευκρινίσεις...15 ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Ο : Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΑΔΟΧΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΔΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΔΔΑ 1. Η εφαρμογή της ΕΣΔΑ στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων...17 1.1 Η δυνατότητα εφαρμογής της ΕΣΔΑ στις δημόσιες συμβάσεις Θεωρητική προσέγγιση...17 1.2 Η εφαρμογή της ΕΣΔΑ σε υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου...22 Α) Η υπόθεση Ελληνικών Διϋλιστηρίων Στραν και Ανδρεάδη κατά του Ελληνικού Δημοσίου της 9ης Δεκεμβρίου 1994 Β) Η απόφαση Varnima Corporation International SA κατά Ελλάδος της 28ης Μαΐου 2009 Γ) Η απόφαση Φίλης κατά Ελλάδος της 27ης Αυγούστου 1991 Δ) H απόφαση Καραχάλιος κατά Ελλάδος της 11ης Δεκεμβρίου 2003 Ε) Η απόφαση του ΕΔΔΑ Pοdbielski κατά Πολωνίας της 30ης Νοεμβρίου 1998 2. Γενικές παρατηρήσεις επί της ανωτέρω νομολογίας του ΕΔΔΑ...54 3. Επιμέρους ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 6 ΕΣΔΑ στο πεδίο των δημοσίων συμβάσεων...55 3.1 Ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 6 ΕΣΔΑ σε διαφορές που ανακύπτουν από δημόσιες συμβάσεις...55 3.2 Το δικαίωμα στην εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων ως έκφανση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη...59 4. Η εφαρμογή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ στις δημόσιες συμβάσεις...66 2

4.1 Ειδικότερα το ζήτημα των κυρωτικών ή/και αναδρομικών νόμων υπό το πρίσμα του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ...71 4.2 Οι κυρωτικοί ή/και αναδρομικοί νόμοι στη νομολογία του Γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας (Conseil d Etat) ειδικότερα...75 4.3 Οι κυρωτικοί ή/και αναδρομικοί νόμοι στην ελληνική νομολογία...77 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Ο : Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΑΔΟΧΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ & ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΕΕ & ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ 5. Οι υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων κατά το κοινοτικό δίκαιο Παρουσίαση της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης...87 5.1 Το δικαίωμα αποζημίωσης του αναδόχου από την εκτέλεση ή λύση μίας παράνομης σύμβασης σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης...90 5.2 Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το δικαίωμα αποζημίωσης αναδόχου από εκτέλεση δημόσιας σύμβασης που συνήφθη κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου...97 6. Η περίπτωση τροποποίησης της δημόσιας σύμβασης και η προστασία των οικονομικών δικαιωμάτων του αναδόχου κατά το κοινοτικό δίκαιο...104 6.1 Ειδικότερα το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης των όρων της διοικητικής σύμβασης κατά το εθνικό δίκαιο...113 7. Η εφαρμογή διατάξεων του Αστικού Κώδικα στις διοικητικές συμβάσεις και το δικαίωμα αποζημίωσης του αναδόχου δημόσιας σύμβασης...118 8. Η κήρυξη του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως ως έκπτωτου και η διασφάλιση της προστασίας του ανταγωνισμού...132 9. Η αποζημίωση του αναδόχου δημόσιας σύμβασης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης κατά το ελληνικό δίκαιο...139 10. Το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής κατά το κοινοτικό δίκαιο...155 3

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Ο : Η ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΕΔΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΕΕ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΑΔΟΧΟΥ 1. Το δεδικασμένο και η εκτελεστότητα των αποφάσεων στο νομικό σύστημα της ΕΣΔΑ και σε αυτό του κοινοτικού δικαίου...160 1.1 Τα έννομα αποτελέσματα των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Έννοια δεδικασμένου...161 1.2 Η υποχρέωση συμμόρφωσης των Κρατών μελών στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ κατά τα άρθρα 41 και 46 παρ. 1 ΕΣΔΑ...167 1.3 Η εφαρμογή και εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ στις εθνικές έννομες τάξεις...174 1.4 Η εκτελεστότητα των αποφάσεων του ΕΔΔΑ που επιδικάζουν δίκαιη ικανοποίηση στην ελληνική έννομη τάξη...180 1.5 Η εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη υπό το πρίσμα της δυνατότητας ή μη εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου...192 1.6 Οι μηχανισμοί και η διαδικασία συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ...206 1.7 Η έννοια του δεδικασμένου των αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εκτελεστότητα αυτών στην εθνική έννομη τάξη...215 2. Η συμμόρφωση του εθνικού δικαστή προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, ως μέσο προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως...228 2.1 Η ανώτερη τυπική ισχύς της ΕΣΔΑ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Σ...228 2.2 Η δέσμευση του εθνικού δικαστή από το δεδικασμένο των αποφάσεων του ΕΔΔΑ...230 2.3 Η εφαρμογή της ΕΣΔΑ και η συμμόρφωση του εθνικού δικαστή προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ σε υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων...245 4

2.3.1 Η περίπτωση του κουρέματος των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ως επέμβαση σε συμβατική σχέση 2.3.2 Η περίπτωση της νομοθετικής παρέμβασης στις συμβάσεις μισθώσεως για τη στέγαση υπηρεσιών του Ελληνικού Δημοσίου 2.3.3 Η περίπτωση της αναδρομικής κατάργησης ενοχικών δικαιωμάτων των αναδόχων δημοσίων έργων 2.3.4 Η επιδίκαση στον ανάδοχο δίκαιης ικανοποίησης λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης 2.3.5 Η υποχρέωση τήρησης του έγγραφου τύπου κατά τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών 2.3.6 Η εξέταση της συμβατότητας προς την ΕΣΔΑ διατάξεων δικονομικού περιεχομένου που αφορούν την ικανοποίηση οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου από δημόσιες συμβάσεις 2.3.7 Νομολογιακά παραδείγματα εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε περίπτωση υπερημερίας της αντισυμβαλλόμενης δημόσιας αρχής 2.3.8 Το ζήτημα της θέσπισης επιτοκίου 6% για τις οφειλές του Δημοσίου και η συμβατότητα της διάταξης με την ΕΣΔΑ 2.3.9 Αποτίμηση της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων επί της εφαρμογής της ΕΣΔΑ σε υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων 2.4 Η ανώτερη τυπική ισχύς του κοινοτικού δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 Σ...288 2.4.1 Ειδικότερα η ενσωμάτωση του κοινοτικού δικαίου στην εθνική έννομη τάξη κατά τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 28 Σ...293 2.5 Η δέσμευση του εθνικού δικαστή από το δεδικασμένο των αποφάσεων του ΔΕΕ...295 2.6 Η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και η συμμόρφωση του εθνικού δικαστή προς τη νομολογία του ΔΕΕ σε υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων...303 2.6.1 Η δικονομική αυτονομία των κρατών-μελών και η συμμόρφωση προς το κοινοτικό δίκαιο δημοσίων συμβάσεων 2.6.2 Η περίπτωση της επιβολής περιορισμών στους αναδόχους σχετικά με τη χρήση υπεργολάβων 2.6.3 Η περίπτωση της σύναψης μίας παράνομης κατά το κοινοτικό δίκαιο σύμβασης 5

2.7 Η λύση μίας παράνομης κατά το κοινοτικό δίκαιο σύμβασης σύμφωνα με την πρόσφατη Οδηγία 2007/66/ΕΚ...328 2.8 Η περίπτωση των παράνομων κρατικών ενισχύσεων ως «οικονομικό» πλεονέκτημα του αναδόχου δημόσιας σύμβασης...341 2.8.1 Η επίδραση των επιπτώσεων του εντοπισμού της παράνομης κρατικής ενίσχυσης στην εκτέλεση της σύμβασης...346 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Ο : ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗΣ ΣΤΟΝ ΑΝΑΔΟΧΟ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΟΥ ΕΔΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΕΕ 3. Η διαφορά στην αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας του ΕΔΔΑ και ΔΕΕ ως προς την ικανοποίηση των οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως: υπαρκτό ή υποθετικό ζήτημα;...350 3.1 Η δυνατότητα εκτέλεσης των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ στην εσωτερική έννομη τάξη και η «ουσιαστική» ικανοποίηση των οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως...351 3.1.1 Η «αμεσότητα» της δικαστικής προστασίας ενώπιον του ΕΔΔΑ έναντι της «έμμεσης» επέμβασης της νομολογίας του ΔΕΕ...351 3.2 Η «συμμόρφωση» προς το δεδικασμένο των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ ως πληρέστερη και διαρκέστερη δικαστική προστασία έναντι της «εκτέλεσης» μίας μεμονωμένης απόφασης...359 3.3 Η ικανοποίηση των οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τη νομολογία έναντι της «συμβολικής» δίκαιης ικανοποίησης της ΕΣΔΑ και της αυστηρότητας του κοινοτικού δικαίου...378 3.4 Η στάθμιση μεταξύ δημοσίου συμφέροντος και ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων του αναδόχου στη νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ...395 4. Η αλληλεπίδραση μεταξύ ΔΕΕ και ΕΔΔΑ ως προς τη δικαστική προστασία του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως...402 4.1 Το ουτοπικό εγχείρημα της θεσμικής διασύνδεσης των δύο υπερεθνικών δικαστηρίων...409 5. Η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου με βάση το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ...419 6

Συμπεράσματα Καταληκτικές Παρατηρήσεις...426 Κατάλογος Βιβλιογραφίας Νομολογίας...434 7

Α. Εισαγωγή Το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, το οποίο αφορά όλες τις συμβάσεις που συνάπτει η διοίκηση υπό ευρεία έννοια (συμβάσεις δημοσίου δικαίου ή διοικητικές και συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου) 1 αποτελεί ένα ιδιόμορφο πλέγμα κανόνων δικαίου που διέπει την έννομη σχέση μεταξύ μίας αναθέτουσας αρχής του δημοσίου τομέα και του αντισυμβαλλόμενου ιδιώτη. Η ιδιομορφία των κανόνων αυτών έγκειται στη ρύθμιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, κατά την ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων, με τρόπο που δεν προσιδιάζει σε οποιαδήποτε άλλη κοινή σύμβαση μεταξύ ιδιωτών, δεδομένου ότι στην περίπτωση μίας δημόσιας σύμβασης υφίστανται ιδιαίτεροι παράγοντες που καθορίζουν το περιεχόμενο και τον τρόπο λειτουργίας αυτής, όπως για παράδειγμα, η άσκηση δημόσιας εξουσίας από το αντισυμβαλλόμενο δημόσιο νομικό πρόσωπο (αναθέτουσα αρχή) και η υπερέχουσα θέση του έναντι του αντισυμβαλλόμενου ιδιώτη, καθώς και η εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού 2. Στο πλαίσιο αυτό και οι διαφορές που αναφύονται από την ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων δημιουργούν ιδιαίτερα νομικά ζητήματα που χρήζουν διερεύνησης. Πρέπει να τονισθεί ότι η, ολοένα και αυξανόμενη κατά τα τελευταία έτη, ρύθμιση των ζητημάτων που προκύπτουν από την ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων με κανόνες του κοινοτικού δικαίου (κυρίως του δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου οδηγίες και κανονισμούς) δημιούργησε νέα δεδομένα, ως προς την τήρηση «ανοικτών» και «διαφανών» διαδικασιών ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων 3, τα αποτελέσματα των οποίων δεν εκτείνονται πλέον μόνο εντός της εθνικής έννομης τάξης, αλλά παρουσιάζουν και διασυνοριακό ενδιαφέρον για το σύνολο των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ειδικότερα όταν πρόκειται για την τήρηση των αρχών της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς, της αρχής της ίσης μεταχείρισης και του ελεύθερου ανταγωνισμού εντός της ΕΕ 4. Υπό αυτή την έννοια, 1 Δ. Ράικος, Δίκαιο Δημοσίων συμβάσεων, εκδ. Σάκκουλα 2014, σελ. 9 επ. 2 Α. Γέροντας, Η συμβατική δράση της Δημόσιας Διοίκησης, Διοικητικό Δίκαιο, εκδ. Σάκκουλα 2004, σελ. 276 επ. 3 Α. Γέροντας, Δίκαιο Δημοσίων Έργων, Η διοικητική σύμβαση δημοσίου έργου, Αντ. Σάκκουλας 2000 σ. 211 επ. 4 ΔΕΕ απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2008, υποθ. C-450/06, Varec σκέψη 34 «Ο κύριος σκοπός των κοινοτικών κανόνων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων περιλαμβάνει τον ελεύθερο και ανόθευτο ανταγωνισμό εντός όλων των κρατών-μελών», ΔΕΕ αποφ. 17.8.2002, υποθ. C-51/99, Concordia Bus σκέψη 81: «Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υποχρέωση τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ισοδυναμεί με την ίδια την ουσία των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες αποσκοπούν ιδίως στην προαγωγή της αναπτύξεως πραγματικού ανταγωνισμού στους τομείς που εμπίπτουν στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής τους και στις οποίες διαλαμβάνονται κριτήρια συνάψεως των συμβάσεων με τα οποία αποσκοπείται η διασφάλιση ενός τέτοιου ανταγωνισμού 8

τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν από την ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων δεν αποτελούν αντικείμενο εξέτασης μόνο του εθνικού δικαστή, αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει αναπτύξει πλούσια νομολογία επί πολλών επιμέρους ζητημάτων 5. Παράλληλα, η αυξανόμενη επέκταση του πεδίου εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) σε ποικίλες περιπτώσεις άσκησης δημόσιας εξουσίας ή κρατικής επέμβασης σε κατοχυρωμένα δικαιώματα εκ μέρους των δημοσίων αρχών και η «ενσωμάτωση» της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στις εθνικές έννομες τάξεις, έστω και αν αυτή συντελείται με αργούς ρυθμούς και όχι σταθερό και ενιαίο τρόπο, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη ως προς τις συνέπειες εφαρμογής της σε έναν ιδιαίτερο τομέα, όπως αυτός των δημοσίων συμβάσεων. Με αυτά τα δεδομένα, το ζήτημα του τρόπου διαμόρφωσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ανακύπτουν από την ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων, με βάση την επίδραση κανόνων υπερεθνικού χαρακτήρα και της νομολογίας δύο υπερεθνικών δικαστηρίων (του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ) θα μπορούσε εύλογα να αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης. Ωστόσο, ενόψει του εύρους και της πολυπλοκότητας των ζητημάτων που προκύπτουν από την ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων, επιβάλλεται ο περιορισμός μιας τέτοιου είδους επιστημονικής έρευνας σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα. Έτσι λοιπόν κρίθηκε σκόπιμο να εξετασθεί, στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης, το ζήτημα της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως σε δύο διαφορετικά νομικά συστήματα: σε αυτό της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όπως έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) και σε αυτό της κοινοτικής έννομης τάξης, όπως έχει διαμορφωθεί από το περιεχόμενο της κοινοτικής νομοθεσίας και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Πρέπει να επισημανθεί εξαρχής ότι πρόκειται για την εξέταση δύο εκ διαμέτρου διαφορετικών κατά τη δομή και τους σκοπούς που επιδιώκουν νομικών συστημάτων, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη τη συγκριτική τους μελέτη και την εξαγωγή συμπερασμάτων. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί μεγάλη πρόκληση και θα (βλ., στο πνεύμα αυτό, απόφαση της 22ας Ιουνίου 1993, C-243/89, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1993, σ. I-3353, σκέψη 33). 5 Αποφ. ΔΕΕ από 7.10.2004 υποθ. C-247/02 Sintesi σκέψη 35 και αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C-27/98, Fracasso και Leitschutz, Συλλογή σ. I-5697, σκέψη 26, της 27ης Νοεμβρίου 2001, C- 285/99 και C-286/99, Lombardini και Mantovani, Συλλογή 2001, σ. I-9233, σκέψη 34, και της 12ης Δεκεμβρίου 2002, Universale-Bau κ.λπ., C-470/99, Συλλογή σ. I-11617, σκέψη 89). 9

παρουσίαζε ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον η ανάλυση των επιμέρους χαρακτηριστικών τους, καθώς και των σχετικών νομικών προβληματισμών που ανακύπτουν σε σχέση με το κύριο ζήτημα της εν λόγω μελέτης, ήτοι την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως. Παράλληλα, το κύριο αυτό ζήτημα θα εξετασθεί και υπό το πρίσμα του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος αποτελεί ίσως μία «γέφυρα» μεταξύ των διαφορετικών ποιοτικών χαρακτηριστικών αυτών των δύο συστημάτων. Β. Στόχοι Ερευνητικά ερωτήματα της μελέτης Τα βασικά ερευνητικά ερωτήματα της παρούσας μελέτης είναι ειδικότερα τα ακόλουθα: 1) Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτή στη νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων και των συναφών οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως, κατά το στάδιο εκτέλεσης αυτής. Η παρουσίαση της σχετικής νομολογίας των δύο δικαστηρίων συμβάλλει, σε ένα πρώτο στάδιο, στην αποσαφήνιση των διαφορών μεταξύ των θεσμικών χαρακτηριστικών των δύο έννομων τάξεων (της ΕΣΔΑ και της κοινοτικής), ως προς τον τρόπο απονομής δικαστικής προστασίας, το εύρος αυτής και τα χρησιμοποιούμενα κριτήρια σε καθένα από τα δύο νομικά συστήματα. 2) Το είδος των συνεπειών που έχει για τον ανάδοχο δημόσιας σύμβασης, σε επίπεδο παροχής δικαστικής προστασίας, η εφαρμογή των άρθρων 6 και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ στις δημόσιες συμβάσεις καθώς και της ειδικής κοινοτικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων. Ειδικά στην περίπτωση του κοινοτικού δικαίου, όπου η θέσπιση ειδικών διατάξεων περί δημοσίων συμβάσεων αποσκοπεί στην τήρηση των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού, καθώς και της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας κατά την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, ερωτάται με ποιον τρόπο η ενδεχόμενη παράβαση των κοινοτικών κανόνων επηρεάζει το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης και τη δυνατότητα ικανοποίησης των αξιώσεων του αναδόχου. 3) Στο πλαίσιο διερεύνησης των ανωτέρω ζητημάτων δεν θα μπορούσε να λείπει και η εξέταση του ρόλου και της επίδρασης του εθνικού δικαστή και της εθνικής νομοθεσίας/νομολογίας στη διαμόρφωση των οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου, υπό το φως των δεσμεύσεων υπερεθνικού χαρακτήρα που προκύπτουν από το δεδικασμένο των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ. Υπό αυτή την έννοια, 10

γεννώνται ερωτήματα σχετικά με την υποχρέωση, τον τρόπο και τις συνέπειες εφαρμογής (ή μη) από τον εθνικό δικαστή της νομολογίας των ως άνω δικαστηρίων. 4) Ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω αποκτά και το ζήτημα της εκτελεστότητας των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ που παράγουν συνέπειες για τα περιουσιακά δικαιώματα του αναδόχου κατά την εκτέλεση μιας δημόσιας σύμβασης, υπό την έννοια του κατά πόσον μπορούν να εφαρμοσθούν, μέσω των μηχανισμών που προβλέπονται στο δίκαιο της ΕΣΔΑ και στο κοινοτικό δίκαιο, σε πρακτικό επίπεδο στην εθνική έννομη τάξη και σε ποιο βαθμό δεσμεύουν τα όργανα της εθνικής έννομης τάξης. Ερωτάται, σε αυτό το πλαίσιο, εάν τελικά η αφομοίωση των διατάξεων και της νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ από την εθνική έννομη τάξη σε επίπεδο νομοθεσίας και νομολογίας, αποτελεί ένα πιο αποτελεσματικό μέσο μακροπρόθεσμα για τη διαμόρφωση του επιπέδου προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου, έναντι της υποχρέωσης εκτέλεσης μεμονωμένων αποφάσεων των δύο υπερεθνικών δικαστηρίων. 5) Τηρουμένων των επιφυλάξεων που διατυπώθηκαν ανωτέρω ως προς τη συγκριτική εξέταση των δικαιοδοτικών μηχανισμών του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, εν τέλει ερωτάται εάν κάποιο από τα δύο υπερεθνικά δικαστήρια δύναται να παρέχει στον ανάδοχο δημόσιας σύμβασης μία πρόσθετη δυνατότητα παροχής ουσιαστικής δικαστικής προστασίας σε υπερεθνικό επίπεδο, πέραν αυτών του εθνικού δικαίου. Για τη διατύπωση των σχετικών απαντήσεων, εξετάζονται και ειδικότερα κρίσιμα ζητήματα, όπως αυτό των δυνατοτήτων προσφυγής του αναδόχου σε κάθε ένα από τα δύο δικαστήρια, από δικονομικής απόψεως, του τρόπου εξέτασης των αιτιάσεών του, της λήψης υπόψη διαφορετικών παραγόντων κατά τη διαμόρφωση της δικανικής κρίσεως του υπερεθνικού δικαστή, καθώς και της εκτίμησης της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος. 6) Τέλος, στο πλαίσιο εξέτασης ενός υποθετικού παραδείγματος, όπου και τα δύο υπερεθνικά δικαστήρια έχουν κρίνει με αποφάσεις τους, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, επί νομικού ζητήματος αφορώντος την ικανοποίηση οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου δημόσιας σύμβασης σε μία συγκεκριμένη υπόθεση, ερευνητέο είναι το ζήτημα της ύπαρξης αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο δικαιοδοτικών μηχανισμών του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ και των συνεπειών αυτής για την προστασία των δικαιωμάτων του αναδόχου, ενώ εξετάζεται, από αυτή την άποψη και η σκοπιμότητα μίας μελλοντικής θεσμικής διασύνδεσης των δύο δικαστηρίων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξέταση της δυνατότητας δικαστικής προστασίας του 11

αναδόχου, με βάση τα άρθρα του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γ. Δομή Μεθοδολογία Κατά την εκπόνηση της παρούσας μελέτης, η επιστημονική έρευνα εστιάσθηκε καταρχήν στη συλλογή νομολογίας των δικαστηρίων του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ σχετικής με το στάδιο εκτέλεσης μίας δημόσιας σύμβασης και τον τρόπο διαμόρφωσης των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου, τα οποία προκύπτουν από την εκτέλεση της σύμβασης και δύνανται να αφορούν από την οικονομικού χαρακτήρα αξίωσή του για την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής από την εκτέλεση της σύμβασης ή πρόσθετων εργασιών, μέχρι αξιώσεις αποζημίωσης από την πρόωρη ή μη λύση της σύμβασης ή την καθ οιονδήποτε τρόπο μη προσήκουσα εκτέλεσή της. Γενικότερα, η υπό εξέταση νομολογία των ανωτέρω δικαστηρίων περιλαμβάνει πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις ανώμαλης εξέλιξης της συμβατικής σχέσης μεταξύ αναδόχου και αναθέτουσας αρχής, οι οποίες, είτε παρουσιάζουν αρνητικές έννομες συνέπειες για την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου, είτε έχουν ως αποτέλεσμα την οικονομική ζημία του, είτε τέλος παρέχουν νομική βάση για τη, βάσιμη ή μη θεμελίωση αξιώσεων από την εκτέλεση της σύμβασης. Το ανωτέρω νομολογιακό υλικό των δύο υπερεθνικών δικαστηρίων εμπλουτίσθηκε από την επισκόπηση της ελληνικής νομολογίας, σχετικά με το στάδιο εκτέλεσης μίας δημόσιας σύμβασης και των συνεπειών που δημιουργούνται για τα δικαιώματα του αναδόχου και τη δυνατότητα ικανοποίησης των οικονομικών του αξιώσεων. Κατ αυτόν τον τρόπο πραγματοποιήθηκε τόσο μία οριζόντια, παράλληλη εξέταση της νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, όσο και μία κάθετη εξέταση της νομολογίας των δικαστηρίων αυτών σε σχέση με τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και την μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα μπορούσαν να μην αναλυθούν οι διαπιστωθείσες επιδράσεις της υπερεθνικής νομολογίας και νομοθεσίας στην εθνική έννομη τάξη και κυρίως ως προς τη διαμόρφωση της εθνικής νομολογίας και νομοθεσίας, νοούμενες πάντα υπό το πρίσμα του κύριου ζητήματος της παρούσας μελέτης. Σε ένα δεύτερο στάδιο, αναλύονται επιμέρους κρίσιμα ζητήματα που προκύπτουν από την πραγματοποιηθείσα μελέτη του ανωτέρου υλικού (νομολογίας ΕΔΔΑ και ΔΕΕ, κοινοτικής νομοθεσίας ΕΣΔΑ και εθνικής νομολογίας νομοθεσίας) και της σχετικής βιβλιογραφίας, τα οποία αφορούν το δεδικασμένο και την εκτελεστότητα των αποφάσεων των δύο υπερεθνικών δικαστηρίων, τον τρόπο υπεισέλευσής τους στην εθνική έννομη τάξη, δια της συμμόρφωσης του εθνικού 12

δικαστή και της διοίκησης και τις συνέπειές τους ως προς την πραγματική, ουσιαστική και σε πρακτικό πλέον επίπεδο, δυνατότητα προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου δημόσιας σύμβασης και ικανοποίησης ή μη των οικονομικών του αξιώσεων από την εκτέλεση της σύμβασης. Σε ένα τελευταίο στάδιο και κατόπιν αναλύσεως όλων των ανωτέρω προβληματισμών που ανέκυψαν κατά την πραγματοποίηση της σχετικής έρευνας, αναδείχθηκαν κάποια κρίσιμα ερωτήματα, το οποίο αποτελούν και τα βασικότερα ζητήματα της παρούσας μελέτης: 1) Τελικά, ο ανάδοχος δημοσίας συμβάσεως έχει μια περαιτέρω δυνατότητα αποτελεσματικής και ουσιαστικής δικαστικής προστασίας σε υπερεθνικό επίπεδο ενώπιον του ΕΔΔΑ ή του ΔΕΕ, πέραν αυτής που του παρέχεται στο επίπεδο της εθνικής έννομης τάξης; Και εάν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις, με ποιο περιεχόμενο και ποιες συνέπειες και σε ποιο από τα δύο υπερεθνικά νομικά συστήματα; 2) Τι συμβαίνει στην περίπτωση που και τα δύο υπερεθνικά δικαστήρια (ΕΔΔΑ και ΔΕΕ) έχουν κρίνει με αποφάσεις τους, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, επί νομικού ζητήματος αφορώντος την ικανοποίηση οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου δημόσιας σύμβασης σε μία συγκεκριμένη υπόθεση; 3) Διαμορφώνονται, στο πλαίσιο εκτέλεσης μίας δημόσιας σύμβασης, νέες δυνατότητες προστασίας του αναδόχου σε υπερεθνικό επίπεδο, ενόψει μίας μελλοντικής θεσμικής διασύνδεσης των δύο δικαστηρίων (ΕΔΔΑ και ΔΕΕ) ή με βάση τα άρθρα του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πρέπει να επισημανθεί, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ότι οι θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των δύο υπερεθνικών νομικών συστημάτων, της κοινοτικής έννομης τάξης και της ΕΣΔΑ, δεν επέτρεπαν την κατ αντιπαραβολή και ουσιαστική σύγκριση αυτών και την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς το ζήτημα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως. Και τούτο διότι, η κοινοτική νομολογία κρίνει τα ζητήματα περί ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων με έναν ιδιόμορφο και αυστηρό τρόπο, προσιδιάζοντα στη λογική της κοινοτικής νομοθεσίας περί τήρησης του ανταγωνισμού και λειτουργίας της ενιαίας αγοράς εντός της περιφέρειας της ΕΕ, σε ένα πλέγμα θέσπισης, δια των κοινοτικών κανόνων, συγκεκριμένων υποχρεώσεων για τα κράτη-μέλη της ΕΕ, στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, ενώ το δίκαιο της ΕΣΔΑ, διαμορφωμένο υπό την επίδραση μίας τελείως διαφορετικής λογικής περί προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εφαρμόζεται σχεδόν συγκυριακά σε μία υπόθεση δημοσίας συμβάσεως, εάν προκύψει και δύναται να θεμελιωθεί, τηρουμένων των προϋποθέσεων που έχει θέσει η νομολογία του ΕΔΔΑ, κάποια παραβίαση δικαιώματος του αναδόχου. Το γεγονός αυτό, το οποίο ελήφθη υπόψη ήδη από το πρώτο στάδιο πραγματοποίησης της υπό 13

κρίση επιστημονικής έρευνας, δημιούργησε πράγματι κάποιες δυσκολίες ως προς την ακολουθούμενη μεθοδολογία, πλην όμως δεν αποτέλεσε εμπόδιο για την κατ ουσίαν εξέταση των τεθέντων ζητημάτων και τη διαμόρφωση χρήσιμων διαπιστώσεων, καθώς το κύριο ερώτημα της μελέτης εξετάζεται υπό μία διπλή σκοπιά υπερεθνικού δικαίου και εθνικής έννομης τάξης και στο πλαίσιο μίας παρατήρησης των δεδομένων στην τρέχουσα νομική πραγματικότητα. Το περιεχόμενο της παρούσας μελέτης διαμορφώθηκε στη βάση ενός διμερούς πλάνου, το οποίο δομείται ως ακολούθως: Στο πρώτο μέρος, το οποίο αποτελείται από δύο κεφάλαια, παρουσιάζονται αποφάσεις του ΕΔΔΑ, σχετικές με την εφαρμογή του δικαίου της ΕΣΔΑ σε υποθέσεις που αφορούν κυρίως την εκτέλεση μίας δημόσιας σύμβασης και τις διαπιστωθείσες συνέπειες στα δικαιώματα και την περιουσία του αναδόχου (Κεφάλαιο 1 ο ) και αντίστοιχα η σχετική νομολογία του ΔΕΕ (Κεφάλαιο 2 ο ), η οποία εξετάζεται σε συνδυασμό και με τη σχετική κοινοτική αλλά και ελληνική νομοθεσία και νομολογία που αφορά το στάδιο εκτέλεσης μίας δημόσιας σύμβασης και τον τρόπο διαμόρφωσης των δικαιωμάτων του αναδόχου. Μέσα από μια πρώτη περιγραφή των διαπιστώσεων της νομολογίας και των σχετικών νομοθετικών διατάξεων, παρουσιάζονται επιμέρους προβληματισμοί σχετικά με τον τρόπο επέμβασης στην περιουσιακή κατάσταση του αναδόχου, το περιεχόμενο και την έκταση των δικαιωμάτων του, οι οποίοι αναλύονται στη συνέχεια στο επόμενο (δεύτερο) μέρος. Στο δεύτερο μέρος, το οποίο ομοίως αποτελείται από δύο κεφάλαια, εξετάζεται καταρχήν (Κεφάλαιο 1 ο ), μέσα από την παρουσίαση παραδειγμάτων και της ελληνικής νομολογίας ως προς την εφαρμογή του δικαίου της ΕΣΔΑ και των κοινοτικών κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων στο στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης, το ζήτημα των συνεπειών στα οικονομικά συμφέροντα του αναδόχου και στη δυνατότητα ικανοποίησης των οικονομικών του αξιώσεων, από την οπτική γωνία, τόσο της υπεισέλευσης του δεδικασμένου των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ στην εθνική έννομη τάξη, καθώς και της εκτελεστότητας των τελευταίων, όσο και του τρόπου συμμόρφωσης του εθνικού δικαστή και της διοίκησης προς τη νομολογία των δύο υπερεθνικών δικαστηρίων. Στο 2 ο Κεφάλαιο εξετάζεται, μέσα από την παρουσίαση και των σχετικών δικονομικών μηχανισμών των δικαστηρίων του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, το περιεχόμενο και η αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης στον ανάδοχο δημοσίας συμβάσεως δικαστικής προστασίας σε υπερεθνικό επίπεδο, η ύπαρξη ή μη δυνατότητας για ουσιαστική και σε πρακτικό επίπεδο ικανοποίηση των οικονομικών του αξιώσεων από την εκτέλεση της σύμβασης, περνώντας από το στάδιο της απόφασης του υπερεθνικού δικαστηρίου, στην υλοποίηση αυτής στην 14

εσωτερική έννομη τάξη, ενώ παρατίθενται και προβληματισμοί σχετικά με τις συνέπειες της αλληλεπίδρασης και της θεσμικής διασύνδεσης των δύο δικαστηρίων (ΕΔΔΑ και ΔΕΕ) ως προς την ικανοποίηση των οικονομικών αξιώσεων του αναδόχου, λαμβανομένου υπόψη και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δ. Ορολογικές διευκρινίσεις Είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι η παρούσα μελέτη πραγματεύεται αποκλειστικά και μόνο την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων του αναδόχου δημοσίας συμβάσεως, δηλαδή του αντισυμβαλλόμενου ιδιώτη (φυσικού ή νομικού προσώπου) που έχει ήδη συνάψει σύμβαση εκτέλεσης δημοσίου έργου, προμηθειών ή υπηρεσιών με τη διοίκηση ή νομικό πρόσωπο του ευρύτερου δημοσίου τομέα (αναθέτουσα αρχή) και όχι του τρίτου (υποψηφίου σε δημόσιο διαγωνισμό για την ανάθεση της σύμβασης ή αποκλεισθέντος από αυτόν). Ως προς την έννοια των περιουσιακών δικαιωμάτων, αυτή δύναται να περιλαμβάνει κάθε οικονομική αξίωση ή οικονομικό συμφέρον του αναδόχου, όπως το δικαίωμα αυτού για καταβολή της αμοιβής του από την εκτέλεση της σύμβασης ή την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών ή για καταβολή αποζημίωσης από την πλημμελή εκτέλεση της σύμβασης ή από τη λύση αυτής. Επιπλέον, στο πλαίσιο ανάλυσης της νομολογίας του ΕΔΔΑ και του περιεχομένου της παρεχόμενης στον ανάδοχο δικαστικής προστασίας, εξετάζονται και οι επεμβάσεις σε δικαιώματα του αναδόχου που μπορεί να έχουν κυρίως δικονομικό περιεχόμενο, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (όπως το δικαίωμα σε «δίκαιη δίκη» ή η δυνατότητα εκτέλεσης μίας απόφασης), καθώς και σε αυτή την περίπτωση θεωρείται ότι επηρεάζεται η δυνατότητα προστασίας των περιουσιακών του δικαιωμάτων και οικονομικών του συμφερόντων εν γένει και η δυνατότητα ικανοποίησης των οικονομικών του αξιώσεων. Σημειωτέον ακόμα ότι οι επεμβάσεις στο συμβατικό δεσμό μεταξύ ιδιώτη αναδόχου και δημοσίου φορέα, καθώς και η έννοια της δημόσιας σύμβασης, νοούνται υπό την ευρύτερη δυνατή έννοια που μπορεί να τους αποδοθεί. Έτσι, για παράδειγμα, «επέμβαση» στο συμβατικό δεσμό μπορεί να συνιστά μία συνήθης άρνηση της αναθέτουσας αρχής για έγκριση του συγκριτικού πίνακα και καταβολή της αμοιβής ή την καταβολή αποζημίωσης για τη λύση της σύμβασης, ή ακόμα και μία δια νόμου λύση της σύμβασης ή ο περιορισμός καθ οιονδήποτε τρόπο και από οποιοδήποτε όργανο της έννομης τάξης (διοίκηση, δικαστήριο) της δυνατότητας ικανοποίησης των αξιώσεων περιουσιακής φύσης του αναδόχου από την εκτέλεση 15

της σύμβασης, όπως λόγου χάρη και η αδυναμία εκτέλεσης μίας δικαστικής απόφασης. Η έννοια της δημόσιας σύμβασης εκλαμβάνεται, όπως έχει διαμορφωθεί από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της ερμηνείας των ευρωπαϊκών κανονισμών και οδηγιών, ως έννοια «αυτόνομη», με ευρύτερο περιεχόμενο, η οποία περιλαμβάνει τις συμβάσεις που συνάπτει το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ, οι ΟΤΑ και κάθε άλλος φορέας του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τον οποίο χρηματοδοτούν κατά το μεγαλύτερο μέρος ή ελέγχουν ή διορίζουν την πλειοψηφία των μελών του συλλογικού οργάνου της διοίκησής του το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ ή οι ΟΤΑ 6, ανεξάρτητα από το δίκαιο (διοικητικό ή ιδιωτικό) που τις διέπει 7. 6 Βλ. π.δ. 60/2007 περί μεταφοράς της οδηγίας 2004/18/ΕΚ στο εσωτερικό δίκαιο 7 Ε.Π. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμος Ι, 13 η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, Νοέμβριος 2010, σελ. 197 επ. 16

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Ο : Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΑΔΟΧΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΔΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΔΔΑ 1. Η εφαρμογή της ΕΣΔΑ στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων Το ευρωπαϊκό δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν φαινόταν εκ πρώτης όψεως πως θα μπορούσε να βρει εφαρμογή στον τομέα της ανάθεσης και εκτέλεσης των δημοσίων συμβάσεων, κυρίως λόγω των ιδιαιτεροτήτων που αυτές παρουσιάζουν (αντισυμβαλλόμενη δημόσια αρχή ή φορέας δημόσιας εξουσίας εν γένει, εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος). Ωστόσο, εάν κανείς μελετήσει καλύτερα τη νομολογία του ΕΔΔΑ, μπορεί να διαπιστώσει ότι το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων αποτελεί έναν ιδιαίτερο τομέα, όπου τα άρθρα της ΕΣΔΑ βρίσκουν εφαρμογή και τον εμπλουτίζουν με καινούργια στοιχεία. Αυτή η εφαρμογή πλαισιώνεται από ποικίλους νομικούς προβληματισμούς, σχετικά με το κατά πόσον οι ιδιαιτερότητες αυτές του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων μπορούν να ληφθούν υπόψη και να ερμηνευθούν από το Δικαστήριο με βάση την ΕΣΔΑ, ποια είναι τα συγκεκριμένα άρθρα της ΕΣΔΑ που μπορούν να εφαρμοστούν εν προκειμένω, αλλά και πως μπορούν στη συνέχεια να εκτελεσθούν οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ από το εκάστοτε υπόχρεο Κράτος μέλος. Όλοι οι ανωτέρω προβληματισμοί, οι οποίοι θα αναλυθούν στα κεφάλαια που ακολουθούν, μέσα και από τη σχετική νομολογία, αναδεικνύουν παράλληλα επιμέρους ζητήματα, όπως η έκταση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και ο ορισμός (ή και επανακαθορισμός) της έννοιας της «περιουσίας» κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, η υπεροχή της ΕΣΔΑ έναντι του εθνικού δικαίου και ο ρόλος του εθνικού δικαστή κατά την εφαρμογή της, η εκτίμηση των παραμέτρων της «αναθέτουσας αρχής» και του «δημοσίου συμφέροντος» ως στοιχείων προσδιοριστικών της ιδιαιτερότητας των δημοσίων συμβάσεων. 1.1 Η δυνατότητα εφαρμογής της ΕΣΔΑ στις δημόσιες συμβάσεις Θεωρητική προσέγγιση Αν και η δημόσια σύμβαση εν γένει δέχεται έντονες υπερεθνικές 8 επιδράσεις - κάτι το οποίο προκύπτει με ιδιαίτερα ξεκάθαρο τρόπο από την επιρροή του 8 J.-B. AUBY, «L'internationalisation du droit des contrats publics», DA 2003, chron. n 14 _ J.-P. COLSON et D. LEMIEUX (dir.), Le droit supranational et les techniques contractuelles, Institut québécois des Hautes études internationales, Québec, 1997. 17

κοινοτικού δικαίου στο εθνικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων η διαπίστωση αυτή πρέπει να εκλαμβάνεται με επιφυλακτικότητα όταν πρόκειται για το ευρωπαϊκό δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου 9. Πράγματι, τόσο οι δημόσιες συμβάσεις όσο και οι κοινές συμβάσεις εν γένει δεν μπορούν να υπαχθούν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Και τούτο διότι η ΕΣΔΑ μπορεί μεν να εφαρμόζεται ευθέως στην εκτέλεση μίας κοινής σύμβασης διαμέσου του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της το οποίο αναγνωρίζει τις συμβατικές απαιτήσεις ως αγαθά. Ωστόσο, τα κράτη είναι οι μόνοι αποδέκτες των υποχρεώσεων 10 που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση 11 και τα οποία υπέχουν ευθύνη βάσει της Σύμβασης, σε περίπτωση ενεργητικής ή παθητικής επέμβασης σε ένα προστατευόμενο δικαίωμα 12. Αυτή η ευθύνη εκδηλώνεται, σύμφωνα με τον καθηγητή Frederic Sudre, με τρεις τρόπους: α) με την ευθεία παραβίαση από το κράτος - μέλος ενός προστατευόμενου δικαιώματος β) την αποχή του κράτους από την προστασία αυτού του δικαιώματος και γ) μέσω της «ανοχής» που επιδεικνύει το κράτος ως προς την παραβίαση του προστατευόμενου δικαιώματος από τρίτους - ιδιώτες 13. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο της παθητικής παρέμβασης το Δικαστήριο του Στρασβούργου 14 κατέληξε στην επιβολή «θετικών υποχρεώσεων» εις βάρος των κρατών 15. Συνεπώς, η αδράνεια των δημοσίων και κρατικών εν γένει αρχών συνεπάγεται κυρώσεις, γεγονός που μπορεί να έχει συνέπειες στον συμβατικό τομέα. Παρόλο που η ΕΣΔΑ είχε μία πρώτη εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ υποκειμένων και κράτους, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σταδιακά δέχθηκε την 9 G. COHEN-JONATHAN, «L'individu comme sujet de droit international - droit international des contrats et droit international des droits de l'homme», in Mélanges Paul Amselek, Bruxelles, Bruylant, 2005, p. 223. 10 Βλ. Γ. Σ.-Π. ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΥ, «Η επίδραση της ΕΣΔΑ στην εσωτερική έννομη τάξη», ΤοΣ 5/2002. 11 Βλ. σχετικά, Κ. Χρυσόγονο, Η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην εθνική έννομη τάξη. Οι ελληνικές δυσχέρειες προσαρμογής στην ευρωπαϊκή δημόσια τάξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ΑΝΤ. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ, 2001 12 F. SUDRE, Droit européen et international de droit de Ι homme, Paris, PUF, Coll. «Droit fondamental», 2005, 7eme édition, p 165 et s. 13 Βλ. Σ. ΠΕΡΡΑΚΗ, Διαστάσεις της διεθνούς προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τ. Α, Αθήνα- Κομοτηνή 1991, σ. 67-8 14 Στο εξής, ΕΔΔΑ ή C.E.D.H. (συντομογραφία στα γαλλικά). 15 F. SUDRE, «Les «obligations positives» dans la jurisprudence européenne des droits de l homme», RTDH 1995, p. 363. Bλ. ενδεικτικά, EΔΔΑ, 9 octobre 1979, Αirey c/ Irlande Série Α n 32, JDΙ 1982, p. 187, chron. P. Rolland AFDI 1980, p. 323, chron. R. Pelloux F. SUDRΕ, J.-P. MARGUENAUD, Α. GOUTTENOIRE et Μ. LEVINET, Les grands arrêts de lα Cour européenne des droits de l'homme, PUF, Coll. Themis, 2004, 2eme ed., n 2. 18

εφαρμογή της Σύμβασης και στις διαπροσωπικές σχέσεις 16. Πρόκειται επομένως για το οριζόντιο αποτέλεσμα της Σύμβασης που επιτρέπει την διαπίστωση της ευθύνης του κράτους ενώπιον του Δικαστηρίου, αν αυτό κατέστησε δυνατή, μέσω του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου του, μία παραβίαση ενός προστατευόμενου δικαιώματος από έναν ιδιώτη. Η θεωρία αυτή του οριζοντίου αποτελέσματος έχει τις ρίζες της στη γερμανική θεωρία Drittwirkung 17 και την βλέπουμε εφεξής να στηρίζει το σύνδεσμο που υφίσταται ανάμεσα στις θετικές υποχρεώσεις και το οριζόντιο αποτέλεσμα 18, εφόσον η παραβίαση ενός δικαιώματος από ένα ιδιώτη μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος συνεπεία της αδράνειάς του 19. Μία άλλη εκδοχή του οριζοντίου αποτελέσματος είναι αυτή όπου η παραβίαση ενός προστατευόμενου δικαιώματος καταλογίζεται στο κράτος το οποίο χορήγησε σε ιδιώτες τα απαραίτητα μέσα για αυτή την παραβίαση. Αυτό το οριζόντιο αποτέλεσμα της ΕΣΔΑ μπορεί να χαρακτηριστεί ως «έμμεσο», όταν η ευθύνη του κράτους επέρχεται όχι λόγω της δράσης του ιδιώτη αλλά επειδή το κράτος παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις 20. Συνεπώς, «εμμέσως, με μία τελολογική προσέγγιση, η Σύμβαση ξεπερνά την άμεση σχέση του υποκειμένου με το κράτος για να μας ανάγει στη σύμβαση που συνδέει τα υποκείμενα μεταξύ τους, με τον ίδιο τρόπο που τα 16 EΔΔΑ, 13 août 1981, Young, Jaine et Webster c/royaume-uni Série Α n 44, CDE 1982, p. 226, chron. G. Cohen-Jonathan JDI 1982, p. 220, obs. Ρ. Rolland AFDI 1982, p. 499, chron. R. Pelloux - Α. CLAPHAM, Human rights in the private sphere, Oxford, Clarendon Press, 1993 - Μ.-Α. EISSEN, «La Convention et les devoirs de Ι 'individu», in La Ρrοtectίοn internationale des droits de Ι 'homme dans le cadre européen. Actes du colloque des 14 et 15 novembre 1960 organisé a Strasbourg, Paris, Dalloz, 1961, p. 167 - Μ.-Α. ElSSEN, «La Convention européenne des droits de l' homme et les obligations de l'individu: une mise a jour», in René Cassin. Amicorum discipulorumque liber, Paris, Pedone, 1971, vol. 3, Protection des droits de Ι 'homme dans les rapports entre personnes privées, p. 151. 17 D. SPIELMANN, L' effet potentiel de la Convention européenne des droits de l 'homme entre personnes privées, Bruxelles, Bruylant, Coll. «Droit et justice», 1995, p. 28 et s. 18 D. SPlELMANN, «Obligations positives et «effet horizontal» des dispositions de la Convention», in F. SUDRE (dir.), L 'interprétation de la Convention européenne des droits de l' homme, Bruxelles, Bruylant, Coll.«Droit et justice»,1998, p. 133. 19 Μία ανάλογη εφαρμογή της ανωτέρω θεωρίας ανευρίσκεται και στο ελληνικό δίκαιο και συγκεκριμένα στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, καθώς και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Περαιτέρω, τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους (εδ. β ). Στο πλαίσιο της εγγυητικής των ατομικών δικαιωμάτων λειτουργίας που προκύπτει από τον συνδυασμό της παρ. 1 του άρθρου 219 και της παρ. 1 του άρθρου του 25 Συντάγματος, το Κράτος οφείλει, μεταξύ άλλων, να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο δημιουργώντας τις αναγκαίες νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις ώστε να εξασφαλίζεται η ακώλυτη άσκηση των επί μέρους δικαιωμάτων και η ουσιαστική πραγμάτωσή τους. 20 ALFREDSSON, G., (ed.), International human rights monitoring mechanisms: essays in honour of Jacob Th. Moller, Martinus Nijhoff, 2001 19

συνδέει με το κράτος 21». Το δίκαιο των συμβάσεων εμφανίζεται λοιπόν να υπόκειται στο δίκαιο της ΕΣΔΑ χάρη σε αυτή την συγκεκριμένη διεργασία που επιχειρήθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ωστόσο, πέρα από αυτό το έμμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα, υπάρχει ένα οριζόντιο αποτέλεσμα που καλείται «άμεσο» θεωρούμενο από την σκοπιά του εσωτερικού δικαίου 22. Στην πραγματικότητα, ο εθνικός δικαστής είναι ο δικαστής του κοινού δικαίου της Σύμβασης και δεν υπόκειται στους ίδιους δικονομικούς κανόνες με τον δικαστή του Στρασβούργου ο οποίος είναι αναρμόδιος να κρίνει επί μίας προσφυγής στρεφόμενης κατά ενός υποκειμένου. Έτσι, μία οποιαδήποτε σύμβαση επωφελείται στο εσωτερικό δίκαιο από το άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα της ΕΣΔΑ, δεδομένης άλλωστε της ανώτερης τυπικής ισχύος και της άμεσης εφαρμογής του δικαίου της ΕΣΔΑ 23. Μπορεί να αναφερθεί στο σημείο αυτό ως χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπόθεση Mel Yedey 24, όπου ο Γαλλικός Άρειος Πάγος προέβη σε αυτή την συγκεκριμένη εφαρμογή της Σύμβασης σχετικά με μία σύμβαση ενοχικού δικαίου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ρήτρες μίας σύμβασης μίσθωσης κατοικίας δεν μπορούν «ενόψει του άρθρου 8, παρ. 1 της Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, να έχουν ως αποτέλεσμα την στέρηση από τον μισθωτή της δυνατότητας να φιλοξενεί τους συγγενείς του». Έτσι, οι πηγές του δικαίου των συμβάσεων εμπλουτίστηκαν, περιλαμβάνοντας εφεξής το ευρωπαϊκό δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου 25. Ο εθνικός δικαστής μπορεί ομοίως να συνάγει αυτοδικαίως ένα επιχείρημα στηριζόμενο στο ότι οι ρήτρες μίας σύμβασης θα μπορούσαν να παραβιάσουν την Σύμβαση 26. Αυτές οι ευρωπαϊκές επιταγές θα ήταν ενδεχομένως δημοσίας τάξεως στον συμβατικό τομέα 27. Το δίκαιο 21 Ρ. DΕ FONTBRESSlN, «L effet horizontal de la Convention européenne des droits de l'homme et l'avenir du droit des obligations», in Liber amicorum Marc-Andre Eissen, Bruxelles, Bruylant, Paris, LGDJ, 1995, p.157. 22 Για τις τελευταίες εξελίξεις αναφορικά με την διάκριση μεταξύ της έννοιας του οριζόντιου αποτελέσματος αμέσου και εμμέσου, βλ. F. Sudre, Droit européen et international des droits de l'homme, ο.π.., n 141 et 167 et s. 23 V. COUSSIRAT-COUSTERE, «Convention européenne des droits de l homme et droit interne: primauté et effet direct», in La Convention européenne des droits de l'homme. Actes de la journée d étude 16 novembre 1991 organisée à LiIle, BruxeIles, Nemesis, 1992. 24 Cass. civ. 3eme., 6 mars 1996, OPAC de la Ville de Paris c/ Mme Mel Yedel, JCP 1997, II, 22764, Nguyen Van Tuong JCP 1996, I, 3958, note C. Jamin D. 1997, p. 167, note Β. de Lamy RTD Civ. 1996, p. 580, obs. J Hauser p. 897, obs. J. Mestre p. 1024, obs. J-Ρ. Marguenaud. 25 J.P. MARGUENAUD, «L influence de la Convention européenne des droits de l'homme sur le droit français des obligations», in Le renouvellement des sources du droit des obligations, Journées nationales de l Assοciatiοn Henri Capitant, Lille, LGDJ, 1997, Tome Ι, p. 45. 26 C. LALAUT, «Le contrat et la Convention européenne des droits de l'homme», p. 556 27 C. PICHERAL, L ordre public européen. Recherches sur une notion complexe en droit communautaire et droit européen des droits de I homme, Paris, La documentation française, Coll. «Monde européen et international», 2001 - F. SUDRE, «Existe-t-il un ordre public européen?», 20

των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου υποβάλλεται έτσι στο δίκαιο της ΕΣΔΑ ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επισύροντας την ευθύνη του Κράτους το οποίο, μέσω του εθνικού του δικαίου, επέτρεψε τη διάπραξη από έναν ιδιώτη, στο πλαίσιο μιας σύμβασης, μίας παραβίασης ενός προστατευόμενου από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση δικαιώματος. Το ενοχικό δίκαιο υπόκειται συνεπώς στο δίκαιο της ΕΣΔΑ ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών, με ακόμα πιο άμεσο τρόπο εφόσον το δίκαιο της ΕΣΔΑ καθίσταται μία πραγματική πηγή του δικαίου των συμβάσεων. Mutatis mutandis, γεννάται αναπόφευκτα το ερώτημα, αν θα μπορούσε να ισχύσει το ίδιο σε ό,τι αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, δηλαδή τις συμβάσεις στις οποίες μία δημόσια αρχή είναι το αντισυμβαλλόμενο μέρος. Η εξέλιξη της νομολογίας του Δικαστηρίου σε σχέση με την εφαρμογή του δικαίου της Σύμβασης στις διαπροσωπικές σχέσεις, πρώτη κατηγορία των οποίων αποτελούν οι κοινές συμβατικές σχέσεις, αφορά άμεσα το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων. Το γεγονός ότι μία δημόσια αρχή ή ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου 28 συμμετέχει στη σύμβαση δεν φαίνεται να συνιστά εμπόδιο στην μεταφορά και σε αυτόν τον τομέα αυτών που εφαρμόζονται στις συμβάσεις του (ιδιωτικού) ενοχικού δικαίου. Βέβαια, οι δημόσιες συμβάσεις παρουσιάζουν ποικίλες ιδιαιτερότητες σε σχέση με το ιδιωτικό δίκαιο, οι οποίες αφορούν από την μία πλευρά την παράμετρο του δημοσίου συμφέροντος η οποία είναι πάντα παρούσα στις δημόσιες συμβάσεις και από την άλλη πλευρά την ύπαρξη ενός αντισυμβαλλόμενου δημόσιου νομικού προσώπου με υπερέχουσα θέση. Ωστόσο, ενόψει της άποψης που έχει διαμορφώσει το ΕΔΔΑ, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αυτές οι ιδιαιτερότητες δεν πρέπει να αναχαιτίζουν την οριζόντια εφαρμογή της Σύμβασης. Επομένως, οι δημόσιες συμβάσεις θα μπορούσαν υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής της ΕΣΔΑ τόσο από τον δικαστή του Στρασβούργου στο όνομα του έμμεσου οριζοντίου αποτελέσματος, όσο και από τον εθνικό δικαστή μέσω του άμεσου οριζοντίου αποτελέσματος. in P. TAVERNIER (dir.), Quelle Europe pour les droits de I homme?, Bruxelles, Bruylant, 1996, p.39 - W. J GANSHOF VΑΝ DER MEERSCH, «La Convention européenne des droits de Ι homme a-t-elle dans le cadre du droit interne, une valeur d'ordre public?», in Les droits de I homme en droit interne et international, Presses universitaires de Bruxelles, 1968, p. 181 - Ρ. HAMMJE, «Droits fondamentaux et ordre public», RCDIP 1997, p. 1 - Μ.J REDOR (dir.), L' ordre public: ordre public ou ordres publics? Ordre public et droits fondamentaux, Actes du colloque de Caen des 11 et 12 mai 2000, Bruxelles, Bruylant, Coll. «Droit et justice», 2001. 28 J. VELU, «La Convention européenne des droits de I homme et les personnes morales de droit public», in Miscellanea WJ. Ganshof Van der Meersch, Studia ab discipulis amicisque in honorem egregiii professoris edita, BruxeIles Bruylant, Paris, LGDJ, 1972, Tome 1, p. 589 21

Υπό αυτή την έννοια, το διοικητικό δίκαιο υφίσταται ακόμα περισσότερο την επίδραση του ευρωπαϊκού δικαίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το οποίο έχει ήδη διαπεράσει ένα μεγάλο μέρος του. Φαίνεται ότι, τόσο το ΕΔΔΑ όσο και οι δικαστικές αρχές των κρατών - μελών εφάρμοσαν διατάξεις της ΕΣΔΑ σε παρόμοιες υποθέσεις, αν και αυτές παραμένουν ακόμα λίγες σε αριθμό σε σχέση με το σύνολο των υποθέσεων που άγονται προς επίλυση ενώπιον των δικαστικών αυτών αρχών. Σε αυτό το πλαίσιο οι κοινοτικές ή ευρωπαϊκές επιδράσεις δεν έχουν ως στόχο να παραμερίσουν τις ιδιαιτερότητες του διοικητικού δικαίου ή του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, αλλά περισσότερο να τις αναλύσουν, ίσως και να τις ενισχύσουν. 1.2 Η εφαρμογή της ΕΣΔΑ σε υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου Α) Η υπόθεση Ελληνικών Διϋλιστηρίων Στραν και Ανδρεάδη κατά του Ελληνικού Δημοσίου της 9ης Δεκεμβρίου 1994 Στο σημείο αυτό θα αναλυθεί η νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων, αρχής γενομένης από την ελληνικού ενδιαφέροντος απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1994 «Ελληνικά Διϋλιστήρια Στραν και Ανδρεάδης κατά του Ελληνικού Δημοσίου», προκειμένου να καταστεί σαφές ποια είναι τα επίμαχα άρθρα της Σύμβασης που δύνανται να βρουν εφαρμογή στις δημόσιες συμβάσεις και με ποιο τρόπο το ΕΔΔΑ ερμήνευσε τις συγκεκριμένες διατάξεις ως προς τα επιμέρους πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Α. Πραγματικά περιστατικά Τα Ελληνικά Διϋλιστήρια Στραν είναι μια εταιρεία που τελεί ήδη υπό εκκαθάριση. Η έδρα της είναι στην Αθήνα και ο κ. Στρατής Ανδρεάδης ήταν ο μοναδικός της μέτοχος. Σύμφωνα με τους όρους της Συμβάσεως που καταρτίσθηκε στις 22 Ιουλίου 1972 με το ελληνικό κράτος, που την εποχή εκείνη τελούσε υπό στρατιωτικό καθεστώς, ο κ. Ανδρεάδης ανέλαβε να κατασκευάσει ένα διϋλιστήριο αργού πετρελαίου στην περιοχή των Μεγάρων. Το διϋλιστήριο (με υπολογιζόμενο κόστος κατασκευής 76.000.000 δολλάρια), θα ανεγείρετο από μια εταιρεία με την επωνυμία «Ελληνικά Διϋλιστήρια Στραν», της οποίας ο δεύτερος αιτών θα ήταν ο μοναδικός κύριος. Όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του τελευταίου θα μεταβιβάζονταν αυτομάτως στην εταιρεία μετά τη σύστασή της. Η τότε κυβέρνηση κύρωσε τη σύμβαση με το υπ αριθμ. ν.δ. 1211/1972. Σύμφωνα με το άρθρο 21 της συμβάσεως, ο κράτος ανέλαβε να αγοράσει, όχι αργότερα από τις 31 Δεκεμβρίου 1972 μία 22

εδαφική έκταση στα Μέγαρα κατάλληλη για την κατασκευή του διϋλιστηρίου. Στις 27 Ιουλίου 1972 με ένα δεύτερο διάταγμα, υπ αριθμ. 450, που εκδόθηκε σύμφωνα με το ν.δ. 2687/1953 για «την επένδυση και την προστασία κεφαλαίων εξωτερικού» το κράτος εξουσιοδότησε τον κ. Ανδρεάδη να εισάγει 58.000.000 δολλάρια για να χρηματοδοτήσει το έργο. Πάντως το σχέδιο έμεινε στάσιμο γιατί το κράτος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του. Στις 28 Νοεμβρίου 1973, ο Υπουργός Βιομηχανίας και Γεωργίας ανακοίνωσε την απόφαση της κυβερνήσεως να επιστρέψει στους ιδιοκτήτες της την έκταση που ήδη είχε απαλλοτριωθεί σύμφωνα με το άρθρο 21 της Συμβάσεως και την επόμενη ημέρα διατάχθηκε η διακοπή των εργασιών. Με την επάνοδο της Δημοκρατίας, η κυβέρνηση υιοθέτησε την άποψη ότι η σύμβαση και το υπ αριθμ. 450 διάταγμα ήταν επιζήμια για την εθνική οικονομία με βάση το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 141/1975 για τη λύση χαριστικών συμβάσεων που συνήφθησαν από το στρατιωτικό καθεστώς (1967-1974). Οι αιτούντες δεν απάντησαν στην πρόταση που τους έγινε από τον Υπουργό Συντονισμού στις 19 Νοεμβρίου 1975 που τους καλούσε να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις για την αναθεώρηση ή τη λύση της σύμβασης. Η οικονομική επιτροπή έλυσε τη σύμβαση στις 14 Οκτωβρίου 1977. Οι αιτούντες δεν προσέβαλαν την απόφαση αυτή ενώπιον των δικαστηρίων. Πριν από τη λύση της σύμβασης, η Στραν είχε προβεί σε δαπάνες σχετικές με το έργο, δηλ. είχε συνάψει συμβάσεις για την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών με αλλοδαπούς και Έλληνες εργολάβους και είχε συνάψει δάνεια. Τότε ανέκυψε η διαφορά μεταξύ της Στραν και του Ελληνικού Δημοσίου. Β. Η διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων Στις 10 Νοεμβρίου 1978 η Στραν κατέθεσε αναγνωριστική αγωγή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ζητώντας την αναγνώριση της υποχρεώσεως του κράτους να της καταβάλει αποζημίωση ανερχόμενη σε 251.113.978 δραχμές, 22.799.782 δολλάρια ΗΠΑ και 877/466 γαλλικά φράγκα. Ισχυρίσθηκε ότι το κράτος αθέτησε τις υποχρεώσεις του κατά τη διάρκεια της ισχύος της συμβάσεως, ιδίως ως προς το ότι, ήδη από τις 27 Νοεμβρίου 1973 απαγόρευσε τη συνέχιση των εργασιών για την κατασκευή του διϋλιστηρίου στα Μέγαρα και δεν έκανε καμία ενέργεια, μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 1974, να απαλλοτριώσει την απαιτούμενη εδαφική έκταση για την κατασκευή. Ζητούσε επίσης την επιστροφή επιταγής 240.000.000 δραχμών που είχε καταθέσει στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ως εγγύηση για την άρτια εκτέλεση της συμβάσεως. Περαιτέρω απαιτούσε την επιστροφή της προμήθειας και του τέλους χαρτοσήμου που είχαν καταβληθεί στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος. 23